diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:06:12 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:06:12 -0700 |
| commit | a14baeac3990e9a42a67b4feb63461a9a9462a1a (patch) | |
| tree | bb02465b8bb05afb44f35ce518a876beb88e9183 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 36622-0.txt | 7851 | ||||
| -rw-r--r-- | 36622-0.zip | bin | 0 -> 205642 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h.zip | bin | 0 -> 790496 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h/36622-h.htm | 7732 | ||||
| -rw-r--r-- | 36622-h/images/1.jpg | bin | 0 -> 83676 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h/images/2.jpg | bin | 0 -> 57030 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h/images/3.jpg | bin | 0 -> 68003 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h/images/4.jpg | bin | 0 -> 60098 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h/images/5.jpg | bin | 0 -> 74677 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h/images/6.jpg | bin | 0 -> 62608 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 36622-h/images/page1.jpg | bin | 0 -> 173566 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20110705-36622-0.txt | 7840 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20110705-36622-0.zip | bin | 0 -> 205568 bytes |
16 files changed, 23439 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/36622-0.txt b/36622-0.txt new file mode 100644 index 0000000..74578ea --- /dev/null +++ b/36622-0.txt @@ -0,0 +1,7851 @@ +The Project Gutenberg EBook of Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Arabian Nights, Volume 2 + that is very strange and nice tales and happenings written + in Arabic by Dervish Abu Bekr as per the Venice edition + +Author: Dervish Abu Bekr + +Posting Date: March 19, 2012 [EBook #36622] +First Posted: July 5, 2011 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been placed at +the end of the book. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι +υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + + +Χ Α Λ Ι Μ Α +ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ + + + +ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ + + + +Όπου η Χαλιμά διηγείται του Σοφή Αϊδήν βασιλέως της Ινδίας. + +Ο Σοφής Αϊδήν βασιλεύς της Ινδίας, βλέποντας την Χαλιμάν, που +ήθελε να αρχίση διά να διηγηθή την ιστορίαν που του είχε τάξει, +καθώς είπαμεν εις τον απερασμένον πρώτον τόμον, την αντέκοψε +λέγοντας· ω Χαλιμά, σε παρακαλώ, περίμενε ολίγον διά να αρχίσης να +διηγηθής την ιστορίαν αυτήν, επειδή έχω ανάγκην μεγάλην να πάω εις +το ντιβάνι μου διά αναγκαίες υποθέσεις του βασιλείου μου, και +ευθύς που θα τελειώσω θέλω ξαναγυρίσει να την ακούσω με κάθε μου +ευχαρίστησιν. Και έτσι λέγοντας εσηκώθη και επήγεν εις το ντιβάνι, +και μετά μίαν ώραν γυρίζοντας έδωσε θέλημα της Χαλιμάς διά να +αρχίση να του διηγηθή την ιστορίαν που του έταξε· και η Χαλιμά +λαμβάνοντας το θέλημά του έσκυψε το κεφάλι της και επροσκύνησεν, +έπειτα άρχισε να λέγη με τον ακόλουθον τρόπον. + + + +&Ιστορία της Φαρουχνάζης Βασιλοπούλας της Κασμυρίας.& + + + +Το βασίλειον της Κασμυρίας εκυβερνώνταν από ένα βασιλέα +ονομαζόμενον Τοχρούλμπεη· αυτός είχε μίαν θυγατέρα μονογενή +ονόματι Φαρουχνάζ, η οποία υπερέβαινε την πλέον ωραίαν του κόσμου +εις την ευμορφάδα, και ήτον ένα θαύμα της ωραιότητος. Αυτή η +βασιλοπούλα όντας τέτοιας λογής ωραία, κάθε ένας που την έβλεπεν +ήτον αδύνατον να μην άναπτεν από ένα σκληρόν έρωτα η καρδιά του, +και εις τον ίδιον καιρόν ήθελε του είναι πολλά κινδυνώδες· και +όσοι ελάμβανον δι' αυτήν έρωτα, άλλος ετρελλαίνετο, και άλλοι +έπιπταν ως αποθαμμένοι και έμεναν νεκροί. Κάθε φορά που ήθελεν +έβγει από το παλάτι της διά να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν +έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον· ο λαός δε οπόταν ήκουε πως +έβγαινεν από το παλάτι της έτρεχαν εις πλήθος ωσάν τρελλοί και την +ακολουθούσαν διά να την βλέπουν, και με τις βοές τους εφανέρωναν +την μεγάλην επιθυμίαν που είχαν διά να την βλέπουν. Αυτή ως επί το +πλείστον εκαβαλίκευε ένα άλογο τατάρικο άσπρο με βούλλες κόκκινες, +και επεριπατούσεν ανάμεσα εις εκατό σκλάβες ενδεδυμένες με πολλήν +μεγαλοπρέπειαν, επάνω εις τόσα άλογα μαύρα. Αυτές οι σκλάβες ήτον +ομοίως ξέσκεπες και με όλον που ήτον πολλά ωραίες, η βασιλοπούλα +έλαμπε αναμέσον αυτών ωσάν ο ήλιος εις το μέσον των αστέρων, ώστε +που όλος ο λαός δεν έρριχνε τα μάτια του εις καμμίαν από τες +σκλάβες, παρά μόνον εις αυτήν· και καθένας είχε την επιθυμίαν διά +να την ιδή από σιμά· όθεν εκαταπλακώνονταν και εκτυπιώνταν ποίος +να πλησιάση σιμώτερα προς αυτήν οι δε στρατιώται που την +εσυντρόφευαν ματαίως εκοπίαζαν να αποδιώχνουν τον λαόν, που έπασχε +να πλησιάση προς αυτήν, και άλλους μεν έδερναν, άλλους +εκατατζάκιζαν, και πολλούς απ' αυτούς εφόνευαν διά να τους +ξεμακρύνουν· μα οι περισσότεροι δεν εστοχάζονταν διά το ουδέν τους +δαρμούς, ομού και τον θάνατον, έχοντας εις καύχησιν οι τρελλοί να +αποθάνουν εμπρός εις τα μάτια της ωραίας βασιλοπούλας. + +Ο βασιλεύς βλέποντας το κακόν και την φθοράν που εγίνετο εις τον +λαόν από αιτίας της μεγάλης ευμορφιάς της θυγατρός του, απεφάσισε +να την κρύψη εις το εξής από τα μάτια του λαού, διά να μη γίνεται +τέτοια φθορά και σύγχυσις· και ευθύς επρόσταξε πλέον να μη έβγη η +θυγατέρα του από το παλάτι· και με τούτον τον τρόπον εσήκωσεν από +τον λαόν την αιτίαν της συμφοράς του και της συγχύσεώς του. Εις +τούτο το αναμεταξύ η φήμη της ευμορφιάς της εξηπλώθη εις όλα τα +μέρη της ανατολής και πολλοί βασιλείς επάνω εις τας διήγησες που +δι' αυτήν άκουαν, άναπταν από επιθυμίαν να την αποκτήσουν, και +όλοι εις ένα καιρόν έστειλαν πρέσβεις εις τον πατέρα της τον +βασιλέα διά να του την ζητήσουν διά γυναίκα. Μα πριν και αυτοί +φθάσουν η βασιλοπούλα είδεν ένα όνειρον, διά το οποίον συνέλαβεν +ένα μίσος τόσον σκληρόν εναντίον εις την υπανδρείαν και εις τους +άνδρας, που δεν ήθελε με κανένα τρόπον να τους ακούση. Αυτηνής της +εφάνη πως είδεν εις τον ύπνο της ένα ελάφι, που είχε πιασθή εις +κάποιες παγίδες κυνηγών και όντας εις αυτές, επήγε μία έλαφος, και +έκαμε κάθε τρόπο και το ελευθέρωσεν· έτυχε κατά τύχην και επιάσθη +υστερότερα και αυτή η έλαφος εις τες ίδιες παγίδες, και το ελάφι +αντίς να κάμη το χρέος του να την συντρέξη και να την ελευθερώση, +την άφησεν εκεί και έφυγεν. + +Εξυπνώντας η Βασιλοπούλα Φαρουχνάζ, έμεινε πολλά συγχισμένη δι' +αυτό το ενύπνιον που είδεν· αυτή δεν το εστοχάσθη δι' άλλο, παρά +διά μίαν αποκάλυψιν του θεού Ξάγια (1) που με αυτό της έδιδε να +καταλάβη, ότι οι άνθρωποι δεν είνε πιστοί προς τας γυναίκας τους, +και πως είναι αχάριστοι και επίβουλοι προς αυτάς ανταμοίβοντες +πάντοτε την αγάπην τους με αχαριστίαν. Εμβαίνοντας το λοιπόν εις +το κεφάλι της αυτή η αστόχαστος φαντασία, και φοβουμένη να μη +θυσιασθή εις τινά, που να ήθελε την ζητήση εις γυναίκα, επήγε να +εύρη τον πατέρα της, και χωρίς να του δώση να καταλάβη την +εναντίαν της κλίσιν προς τους ανθρώπους, τον εξώρκισε με τα δάκρυα +εις τα μάτια να μην την υπανδρέψη με τινά, που να μην είνε της +ορέξεώς της, τόσον που της έταξε με όρκον, να μην κάμη με κανένα +συμφωνίαν χωρίς το θέλημά της. Μένοντάς με αυτόν τον τρόπον +βεβαιωμένη η Φαρουχνάζ, ανεχώρησεν εις το παλάτι της πολλά +ευχαριστημένη με απόφασιν που να μην υπανδρευθή ποτέ. + +Ολίγας ημέρας υστερότερον έφθασαν, καθώς άνωθεν είπαμεν οι +πρέσβεις από πολλούς βασιλείς εις τον βασιλέα της Κασμυρίας· +ζητώντας καθένας την θυγατέρα του εις γυναίκα των αφεντάδων τους. +Ο βασιλεύς ακούοντας τούς είπε πώς εις το χέρι του δεν είνε να +κάμη την εκλογήν της υπανδρείας της θυγατρός του, επειδή της έταξε +μεθ' όρκου να μην την υπανδρέψη εναντίον της ορέξεώς της. Οι +πρέσβεις βλέποντες πως εις το χέρι του δεν εστέκονταν αυτή η +υπόθεσις, εζήτησαν να ομιλήσουν με την θυγατέρα του, και βλέποντάς +την που με κανένα τρόπον δεν ήθελε να κλίνη εις υπανδρείαν, +ανεχώρησαν πολλά περίλυποι, με τον να μην ημπόρεσαν να επιτύχουν +εκείνο, που οι αφεντάδες τους τούς επρόσταξαν. Ο φρόνιμος +Τοχρούλμπεης εθλίβη πολλά διά την αναχώρησιν των πρέσβεων χωρίς να +ημπορέση να τους ευχαριστήση εις το ζήτημά τους, διά τον όρκον που +είχε κάμει εμβαίνοντας εις φόβον να μην του ήθελαν σηκώσει πόλεμον +οι αυθεντάδες τους που δεν τους υπήκουσε, εστοχάσθη να διορθώση το +πράγμα με τον ακόλουθον τρόπον. + +Έκραξε το λοιπόν την βάγιαν της βασιλοπούλας και ήλθε προς αυτόν, +της οποίας της είπε· Σουλταμεμέ, εγώ σου ομολογώ, ότι η γνώμη της +θυγατρός μου μού συγχίζει πολύ την ανάπαυσίν μου· όμως πε μου τι +είναι η αφορμή που αυτή δείχνεται τόσον εναντία εις την +υπανδρείαν; φανέρωσέ μου σε παρακαλώ το αίτιον και μη μου το +κρύβης· Από εκείνο που καταλαμβάνω, βασιλέα μου, απεκρίθη η βάγια, +την αιτίαν αυτής της εναντιώσεως είναι ένα όνειρον που την έκαμεν. +Ένα όνειρον είναι το αίτιον; εφώναξεν ο βασιλεύς, πολλά +εκστατικός· α! τι μου λέγεις; εγώ δεν πιστεύω αυτήν την πρόφασιν· +ποίον όνειρον ήθελε προξενήση τέτοιαν σκληρότητα εις την καρδίαν +της θυγατρός μου; Τότε του εδιηγήθη η Σουλταμεμέ το όνειρον που +επλάνεσε την φαντασίαν της θυγατρός του με όλες τες περίστασες, +και έπειτα από αυτό του είπεν· Ιδού, ω αυθέντη, ιδού το όνειρον +που επλάνεσε την φαντασίαν της θυγατρός σου, αυτό την έκαμε να +στοχάζεται τους ανθρώπους αχαρίστους, ωσάν το ελάφι προς την +έλαφον· και βεβαιωμένη πως όλοι είνε έτσι, διά τούτο αποφεύγει με +κάθε τρόπον την υπανδρείαν, και την συναναστροφήν τους. Ετούτη η +διήγησις επλήθυνε τον θαυμασμόν του βασιλέως, ο οποίος δεν +ημπορούσε να καταλάβη πώς ένα τέτοιον όνειρον έφερε την θυγατέρα +του εις μίαν τόσην σκληράν απόφασιν και γυρίζοντας προς την +Σουλταμεμέ λέγει. Τι με ορμηνεύης, ακριβή μου Σουλταμεμέ, να κάμω +διά να εβγάλω από την φαντασίαν της θυγατρός μου αυτήν την πλάνην, +και να την καταπείσω να κλίνη εις υπανδρείαν; πιστεύεις εσύ να +ημπορέσωμεν με κάποιον τρόπον να την καταπείσωμεν να γνωρίση την +πλάνην της; Αυθέντα, απεκρίθη εκείνη, αν η υψηλότης σου θέλη αφήση +εις εμένα αυτήν την επιστασίαν, σου τάσσω να την καταπείσω, και να +την βγάλω από αυτήν την φαντασίαν που την κυριεύει. Μα πώς θέλεις +κάμει, της είπεν ο Βασιλεύς. Εγώ ηξεύρω, απεκρίθη η βάγια, πολλές +ιστορίες, και παραδείγματα πολλά περίεργα, των οποίων οι διήγησες, +δουλεύοντας εις διασκέδασιν της βασιλοπούλας, ημπορούν εις τον +ίδιον καιρόν να της εξαλείψουν από την φαντασίαν την πλάνην, που +διά τους άνδρας αδίκως την κυριεύει, και με μόνον τρία ιστορικά +παραδείγματα που θα της διηγηθώ, ελπίζω να την κάμω να γνωρίση το +σφάλμα της, και να γνωρίση πως εστάθηκαν άνδρες πολλά πιστοί, +σταθεροί και ευχάριστοι προς τας γυναίκας και τες αγαπητικιές των· +και χωρίς αμφιβολίαν εγώ ελπίζω να την κάμω με εύμορφον τρόπον, να +πιστεύση ότι και την σήμερον ευρίσκονται πολλοί παρόμοιοι· και +κοντολογής άφησε εμένα, ω βασιλέα μου να κάμω εκείνο που ηξεύρω, +και στάσου αναπαυμένος και ήσυχος, και θέλεις απολαύσει το +ποθούμενον. Του δε βασιλέως άρεσε πολλά η γνώμη της βάγιας· και +αυτή δεν εστοχάσθη άλλο, παρά να εύρη τον τρόπον διά να βάλη εις +έργον την επιχείρησίν της. + +Καθώς η βασιλοπούλα είχε συνήθειαν κάθε ταχύ να πηγαίνη εις το +λουτρόν διά να λούεται και να στέκη εκεί έως εις το γεύμα +περιδιαβάζοντας με τες σκλάβες της, η Σουλταμεμέ εστοχάσθη ότι +εκεί που το λουτρόν ήτον τόπος διά άλλες κουβέντες, να της +διηγήται τας ιστορίας που ήξευρε, με τες οποίες ήθελε την +καταπείση και την φέρη εις αίσθησιν διά να κλίνη εις υπανδρείαν +και έτσι αποφασίζοντας την ακόλουθον ημέραν, που η βασιλοπούλα +απολούσθη, η βάγια της τής είπεν· ήξευρε ω κυρία μου, ότι μου +ήλθεν εις τον νουν μου μία ιστορία γεμάτη από διάφορα συμβεβηκότα, +και ανίσως αγαπάς θέλω σου την διηγηθή, η οποία ελπίζω ότι θα σου +προξενήση πολλήν ηδονήν. Η βασιλοπούλα διά να ευχαριστήση +περισσότερον τες γυναίκες που ήτον με αυτήν, της έδωσε θέλημα να +την διηγηθή. Όθεν λαμβάνοντας αυτήν την άδειαν η βάγια της, άρχισε +να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον. + + + +&Ιστορία του Καλίφ Αραχσίδ.& + + + +Όλοι οι ιστορικοί άραβες συμφώνως διηγούνται, ότι ο Καλίφης Αρούν +Αραχσίδ ήτον ο πλέον περίφημος και γενναίος βασιλέας του καιρού +του, καθώς ήτον δυνατός και γενναίος, και αν δεν ήθελεν ήτον πολλά +θυμώδης και υπερβολικά κενόδοξος, δεν ήθελεν βρεθή ο παρόμοιός +του. Αυτός κάθε στιγμήν επαινιώνταν πως δεν ήταν άλλος βασιλίας, +που να τον παρομοιάζη εις την μεταδοτικήν του γενναιότητα (2) και +εις το να κάνη παντού μεγάλες καλωσύνες. + +Ο Γιαφάρ ο βεζύρης του μην ημπορώντας να τον υποφέρη ακούοντάς τον +να επαινήται μοναχός του, αποφάσισε μίαν ημέραν να τον ελέγξη με +κάθε ελευθερίαν. Ω μεγαλώτατε μονάρχα και αυθέντα, του είπε, +συμπάθησον ένα σου σκλάβον, αν λαμβάνη την τόλμην να σου ειπή +ήξευρε πως δεν είναι πρέπον να καυχάσαι μόνος σου, μα το πρέπον +είναι να αφίνης να σε επαινέσουν οι υπήκοοί σου και τούτο το +πλήθος των ξένων, που καθημερινώς συντρέχουν εις την αυλήν σου να +βλέπουν την δόξαν σου και την μεγαλοπρέπειάν σου· δώσε αιτίαν διά +να σε επαινέσουν, και όχι μόνος σου να επαινήσαι, επειδή είναι +απαίσιον πράγμα. + +Ετούτη η ομιλία εθύμωσε πολλά τον Καλίφην, ο οποίος κυττάζοντας +τον βεζύρην του με φοβερόν βλέμμα του είπεν· γνωρίζεις εσύ κανένα, +που να με παρομοιάζη εις την γενναιότητα και εις τα χαρίσματα που +κάνω, και μιλείς έτσι; Ναι, ω αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης· εις την +πόλιν Μπέσρα ευρίσκεται ένας άνθρωπος υποκείμενός σου, +ονομαζόμενος Αμπτούλ Μπαρσή, και με όλον που είναι ένας άνθρωπος +χωρίς αξίαν, ζη με περισσοτέραν μεγαλοπρέπειαν και γενναιότητα από +κάθε βασιλέα και δεν είναι βασιλεύς εις τον κόσμον, που να τον +υπερβαίνη εις την γενναιότητα των χαρισμάτων, που καθημερινώς +κάνει, και εις την μεγαπρέπειαν. Εντράπη ο Καλίφης εις παρομοίαν +έλεγξιν, και γεμάτος από θυμόν λέγει του Γιαφάρ· ηξεύρεις εσύ ότι +ένας υποκείμενος, που λαμβάνει την τόλμην να ειπή ένα ψεύμα εμπρός +εις τον αυθέντην του πως του πρέπει ο θάνατος; Εγώ δεν σου λέγω +ένα ψεύμα, απεκρίθη ο βεζύρης· εις το υστερινόν ταξείδι που έκαμα +εις την Μπάσρα, είδα με τα μάτιά μου τον γενναίον Αμπτούλ, και +επήγα και εις το σπήτι του, και με όλον που οι οφθαλμοί μου ήτον +συνηθισμένοι από τους θησαυρούς σου, εστάθηκαν όμως πολλά +θαμπωμένοι από το πλήθος του πλούτου εκείνου, και έμεινα +εκστατικός διά την μεγάλην του γενναιότητα. Ο Καλίφης μην +υποφέροντας πλέον την διήγησιν του βεζύρη του, από την ζήλιαν του +άναψεν από θυμόν, και εφώναξε τους φύλακάς του, και τους είπεν. +Επάρετε τούτον τον τολμηρόν και αυθάδη βεζύρην, και φυλακώσετε τον +έως άλλην μου προσταγήν. + +Δίδοντας λοιπόν αυτό το θέλημα, εσηκώθη και επήγεν εις το χαρέμι, +εκεί που ήτον η Ζωμπαΐδα η γυναίκα του, η οποία βλέποντάς τον έτσι +θυμωμένον τον ερώτησε το αίτιον· αυτός της εδιηγήθη τα όσα ο +βεζύρης του είπε, και πως αποφάσισε να τον θανατώση διά την τόλμην +που έλαβεν. Η βασίλισσα ωσάν φρόνιμη που ήτον ηθέλησε να τον +καταπραΰνη λέγοντάς του· κάνει χρεία, βασιλέα μου, πρώτον να +εξετάσης διά όσα αυτός σου είπε διά τον Αμπτούλ, και αν ήθελεν +είνε αλήθεια είνε το πρέπον να τον συμπαθήσης με το να σου είπεν +εκείνο που είνε, ειδέ μη και ήθελεν είνε ψεύμα, τότε πρέπει να τον +παιδεύσης διότι, έτσι απλώς και ως έτυχε, δεν πρέπει να τον +θανατώσης. + +Άρεσεν αυτή η γνώμη του βασιλέως, και αποφάσισε να πηγαίνη ο ίδιος +εις την Μπέσρα διά να βεβαιωθή καταλεπτώς. Όθεν διά νυκτός +καβαλλικεύοντας ένα του καλόν άλογον, και χωρίς να πάρη τινά εις +την συντροφιάν του εμίσευσε διά την Μπάσρα· Φθάνοντας δε εκεί +ύστερον από μερικών ημερών περιπάτημα, επήγε και εκόνευσεν εις ένα +χάνι κοντά εις την πόρτα του κάστρου, και αφού αναπαύθη ολίγον +έκραξε τον χαντζή, ο οποίος ήτον ένας σεβάσμιος γέρων, και του +λέγει· αλήθεια ευρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος, που ονομάζεται +Αμπτούλ, ο οποίος υπερβαίνει τους μεγαλυτέρους βασιλείς εις την +γενναιότητα και μεγαλοπρέπειαν; Ναι, αυθέντη μου, απεκρίθη ο +χαντζής, και αν ήθελα έχω χίλια στόματα, δεν ήθελα δυνηθή να +διηγηθώ τα πλούτη του, τα γενναία του κατορθώματα, και τες χάρες +που καθημερινώς δείχνει εις όσους εις αυτόν συντρέχουν. Ο Καλίφης +έμεινε εκστατικός διά όσα ήκουσε, και καθώς είχε χρείαν να +αναπαυθή, ανεχώρησεν από τον χαντζή και επήγε να κοιμηθή, γεμάτος +από στοχασμούς. + +Το ταχύ σηκωνόμενος επήγεν εις την αγοράν, και εκεί ερώτησεν ένα +ράφτην διά να του δείξη πού κατοικεί ο Αμπτούλ· Ε! από πού έρχεσαι +εσύ, του απεκρίθη ο ράφτης, και δεν ηξεύρεις πού κατοικεί ο +Αμπτούλ; το σπήτι του είνε γνωστόν εις όλους περισσότερον από το +σαράγι του βασιλέως. Ο Καλίφης απεκρίθη του ράφτη λέγοντας· πως +εγώ είμαι ξένος, και δεν εματάλθα εις ταύτην την χώραν· όθεν μου +κάνεις την χάριν να μου δείξης πού κατοικεί. Τότε ο ράφτης είπεν +ενός δούλου του, και τον έφερεν εις το παλάτι του Αμπτούλ, το +οποίον ήτο κτισμένον με θαυμασιωτάτην τέχνην. Ο Καλίφης, +εμβαίνοντας εις αυτό, είδε πολλούς ανθρώπους του σπητιού σκλάβους +και ελευθέρους, που επερνούσαν τον καιρό τους με χαρές και +παιγνίδια καρτερώντας τες προσταγές του αυθέντου τους· και +πλησιάζοντας εις ένα από αυτούς, του είπε· Αδελφέ, σε παρακαλώ, +ύπαγε να ειπής του αυθέντου σου, ότι ένας ξένος επιθυμεί να +ομιλήση με αυτόν. Ο δούλος επήγεν ευθύς και έδωσε την είδησιν του +αυθέντου, ο οποίος ευθύς έτρεξεν εις την σκάλαν διά να τον δεχθή, +και πιάνοντάς τον από το χέρι τον έφερεν εις ένα μεγαλοπρεπέστατον +χοντζερέ. Ο Καλίφης, αφού τον εχαιρέτησε με όλον το σέβας, του +είπε· πως έχοντας ακούσει από πολλούς την φήμην του καλού του +ονόματος δεν ημπόρεσε να υποφέρη που να μην έλθη να τον απολαύση, +και να λάβη την τιμήν να ιδή με τα μάτια του τα όσα ήκουσε να του +διηγηθούν. Ο Αμπτούλ, αφού του έκαμε την απόκρισιν με κάθε +ταπείνωσιν, τον έβαλε και εκάθισεν εις ένα χρυσό μαξιλάρι, και τον +ερώτησεν από ποίον τόπον ήτο, και πού είναι κονεμένος. Ο Καλίφης +του απεκρίθη πως ήτον πραγματευτής από το Μπαγδάτι, και πώς ήτο +κονεμένος στο πρώτο χάνι του κάστρου. + +Δεν επέρασε πολλή ώρα που εσυνομιλούσαν, και ο Καλίφης βλέπει να +εμπαίνουν δώδεκα νέοι βαστώντες εις τας χείρας ποτήρια από αγάθην, +εγκεκοσμημένα με λίθους πολυτίμους, γεμάτα από διάφορα εκλεκτά +σερμπέτια· οπίσω από αυτούς ήρχονταν δώδεκα ωραιότατες σκλάβες +βαστάζοντάς μεγαλώτατες απλάδες φαρφουρένιες γεμάτες από εξαίρετα +γλυκίσματα και ζαχαρικά. Οι νέοι επρόσφεραν του Καλίφη τα +σερμπέτια, ο οποίος πίνοντας ωμολόγησε πώς παρόμοια εις όλην του +την ζωήν δεν έπιεν, αλλ' ούτε έφαγε νοστιμώτερα γλυκύσματα και +ζαχαρικά από εκείνα. Φθάνοντας εις εκείνο το αναμεταξύ η ώρα του +γεύματος, ο Αμπτούλ επήρε τον Καλίφην από το χέρι και τον έφερεν +εις έναν άλλον ωραιότερον χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία +πολυτελής τράπεζα ετοιμασμένη, γεμάτη από διάφορα εκλεκτά φαγητά, +βαλμένα όλα εις αγγεία από χρυσίον καθαρόν, και από φαρφουρί της +Κίνας. + +Αφού ετελείωσε το γεύμα, εσηκώθη και ήλθεν εις ένα τρίτον χοντζερέ +πλέον πλουσιότερον από τους άλλους δύο, εις τον οποίον ήλθαν +εκείνες οι ωραιότατες σκλάβες συντροφευμένες με πολλοτάτους +λαλητάδες διαφόρων οργάνων, και με άλλους τόσους τραγουδιστάδες +πολλά εξαίρετους, οι οποίοι όλοι μαζί με τα λαλούμενα έκαναν μίαν +αρμονίαν τόσον γλυκείαν και νόστιμον, που έκαμε τον Καλίφην να +μένη εκστατικός. Εγώ, έλεγε μόνος του, έχω τους πρώτους +τραγουδιστάδες που είναι, μα οι φωνές που ακούω εις τούτους μού +τους υπερβαίνουν κατά πολλά, και θαυμάζω πώς ένας απλούς άνθρωπος +και χωρίς καμμίαν αξίαν να υπερέβη έτσι και τους ιδίους βασιλείς +εις την μεγαλοπρέπειαν. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός +εστοχάζετο έτσι, ο Αμπτούλ εβγήκε από τον χοντζερέ, και εγύρισε με +μίαν βέργαν εις το χέρι, και με ένα δενδράκι από χρυσίον, που είχε +τα κλωνάρια και τα φύλλα από σμαράγδια, και τους καρπούς από +ρουμπίνια, εις δε την κορυφήν του εφαίνονταν ένα παγώνι από +χρυσίον καθαρόν, του οποίου το κορμί ήτον γεμάτον από πολύτιμα +μυρωδικά ξύλα· απόθεσεν αυτό το δένδρον εις τους πόδας του Καλίφη, +και με την βέργαν που είχεν εις το χέρι του εκτύπησε το κεφάλι του +παγωνιού, το οποίον ευθύς ετέντωσε την ουράν του, και άρχισε να +γυρίζη με μίαν εύμορφην τάξιν, και εις τον γύρον που έκανεν +έβγανεν διάφορες ευωδίες από τα μυρωδικά ξύλα που είχεν εις το +κορμί του. + +Ο Καλίφης δεν είχε χορτασμόν από την όρεξιν που είχε να το θεωρή, +και να αισθάνεται εκείνες τες ευωδίες· και ευθύς επήρεν από +έμπροσθέν του εκείνο το δένδρον, και ο Καλίφης έμεινε συγχισμένος +που το εσήκωσεν έτσι ογλήγορα, εις καιρόν που είχε την +ευχαρίστησιν να το θεωρή, και στοχαζόμενος έλεγεν· άρα γε να +εφοβήθη να μη του το ζητήσω να μου το χαρίση και το εσήκωσεν, και +αφ' ότι βλέπω τούτος είναι ένας άνθρωπος, που δεν ειξεύρει την +διάκρισιν και την ευγένειαν, καθώς το εστοχαζόμουν. Και τον καιρόν +που έκανεν αυτούς τους στοχασμούς, ο Αμπτούλ εξαναήλθεν εις τον +χοντζερέ με ένα σκλαβόπουλον, που έλαμπε ωσάν ο ήλιος. Αυτό το +ευγενικό σκλαβόπουλο εκρατούσεν εις το χέρι ένα ποτήρι καμωμένον +από ένα κομμάτι ρουμπίνι, γεμάτο από ένα εξαίρετον κρασί, και +πλησιάζοντας εις τον Καλίφην του το έδωκε να πιή. Ο Καλίφης αφού +έπιεν, ηθέλησε να επιστρέψη το ποτήρι, μα έμεινεν εκστατικός +οπόταν το είδε πάλιν γεμάτο από κρασί πριν το δώση. Αυτός το +ξαναπίνει έως την ύστερη σταλαγματιά, και εκεί που ήθελε να το +επιστρέψη το βλέπει πάλιν γεμάτο ωσάν το πρώτο, χωρίς κανείς να το +γεμίση. + +Εις τούτο το θέαμα εστάθη μεγαλύτερος ο θαυμασμός του Καλίφη από +του παγωνιού και του δένδρου, και ηρώτησε πώς είνε αυτό, που το +ποτήρι γεμίζει μοναχό του; Ο Αμπτούλ είπε πως αυτό ήτο έργον ενός +φιλοσόφου, ο οποίος ήξευρεν όλα τα απόκρυφα της φύσεως· και +λέγοντας έτσι παίρνει το σκλαβόπουλο από το χέρι, και με πολλήν +βίαν εβγήκε πάλιν από τον χοντζερέ. Εκακοφάνη πάλιν του Καλίφη +αυτό το κάμωμα, και με τον εαυτόν του είπεν· ω μα την αλήθειαν +ετούτος ο άνθρωπος δεν έχει σωστά το μυαλό του· αυτός μου φέρνει +αυτά τα περίεργα πράγματα και μου τα δείχνει χωρίς να του τα +ζητήσω, και οπόταν με βλέπει που τα στοχάζομαι με περιέργειαν, μου +τα σηκώνει ευθύς από εμπροστά μου, και με αφίνει με τον θαυμασμόν· +ημπορεί να είνε πράγμα πλέον γελοιώδες από αυτό; Και εκεί που με +αυτόν τον τρόπον έστεκε στοχαζόμενος, τον βλέπει πάλιν να ξαναέμπη +με μια σκλαβοπούλα στολισμένη ωσάν μιαν ωραία βασιλοπούλα. + +Ο Καλίφης βλέποντας μίαν τέτοιαν ωραιότητα έμεινεν εκστατικός από +τον θαυμασμόν του. Αυτή επλησίασε προς αυτόν, και αφού τον +επροσκύνησεν εκάθισε κοντά του. Και ο Αμπτούλ ευθύς της έδωκεν εις +τας χείρας ένα τζιβούρι, και το ελάλησε με τόσην νοστιμάδα, που ο +Καλίφης μην ημπορώντας πλέον να υπομείνη εφώναξε λέγοντας· Ω φίλε, +μεγάλης ζήλιας είνε η τύχη σου· οι μεγαλύτεροι βασιλείς του κόσμου +δεν είνε τόσον ευτυχισμένοι ωσάν του λόγου σου. Ευθύς που ο +Αμπτούλ εκατάλαβε πώς ο Καλίφης ήτον εκστατικός και διά την +σκλάβαν, ευθύς την επήρε, και την έβγαλεν έξω από τον χοντζερέ. +Εστάθη αυτό μία νέα πληγή του Καλίφη, και ολίγον έλειψε που να μη +φανερώση την αγανάκτησίν του και την οργήν· εκρατήθη όμως καθώς +ημπόρεσε. Και ξαναγυρίζοντας ο Αμπτούλ εξακολούθησαν να +ξεφαντώνουν έως εις το βασίλευμα του ηλίου. Ο Καλίφης τότε του +είπεν. Ω γενναίε Αμπτούλ, εγώ ευρίσκομαι πολλά υπόχρεως διά τες +μεγάλες δεξίωσες που μου έκαμες, σου ζητώ το λοιπόν την άδειαν διά +να τραβηχθώ εις το κονάκι μου διά να σε αφήσω εις ανάπαυσιν. Ο +Αμπτούλ διά να τον ευχαριστήση τον άφησε να μισεύση, και +αποχαιρετώντας τον τόν εσυντρόφευσεν έως την σκάλαν, ζητώντας του +συμπάθειο, αν δεν τον επεριποιήθη καθώς του έπρεπεν. + +Ο Καλίφης καθώς εβγήκεν απ' εκεί άρχισε να στοχάζεται και λέγη· +μου φαίνεται και εμένα πώς αυτός ο Αμπτούλ να υπερβαίνη εις την +μεγαλοπρέπειαν τους βασιλείς, μα εις την γενναιότητα όχι. Ο +βεζύρης μου δεν έχει εύλογον αιτίαν να τον παρομοιάση μετ' εμένα +εις την γενναιότητα, επειδή και δεν είδα να μου χαρίση τίποτε από +τα όσα μου έδειξε, και ημπορώ να τον στοχασθώ διά ένα άνθρωπον +κενόδοξον παρά γενναίον· όθεν διά τούτο δεν πρέπει να συμπαθήσω +τον βεζύρην μου, επειδή αντίς να μου είπη αλήθειαν, μου είπε +ψεύμα. Τον καιρόν που ο Καλίφης έκανε τέτοιους λογισμούς κατ' +επάνω του Αμπτούλ και του Βεζύρη του, έφθασεν εις το κονάκι του· +και εκεί έμεινεν εκστατικός γιατί το βρήκε στολισμένον με διάφορα +πευκιά της Περσίας και άλλα πλούσια στρωσίδια, με έναν αριθμόν από +σκλάβους και δούλους, από άλογα, μουλάρια και καμήλια, γεμάτη η +αυλή· και έξω από αυτά είδεν εκεί το χρυσούν δένδρον με το παγώνι, +το σκλαβόπουλο με το ποτήρι και την σκλαβοπούλαν με το τζιβούρι. +Οι δούλοι και οι σκλάβοι ωσάν τον είδαν επρόσπεσαν εις τους πόδας +του, και η σκλαβοπούλα του επρόσφερεν ένα γράμμα με μια χρυσή +βούλλα, το οποίον ανοίγοντας ο Καλίφης είδε που έγραφεν ούτως· «Ω +ακριβέ μου και αγαπημένε μου ξένε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης αν +δεν σε εδεξιώθην καθώς σου έπρεπε· θέλεις λοιπόν λάβει διά σημείον +της αγάπης που σου προσφέρω, και διά το χρέος που ομολογώ εις τους +ξένους, τα όσα σου στέλνω, χωρίς να εναντιωθής εις την προσφοράν +μου η οποία είναι το δένδρον με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το +ποτήρι, και η ωραία σκλαβοπούλα με το τζιβούρι· επειδή και είναι +δίκαιον να σου τα χαρίσω, με το να εκατάλαβα πώς σου άρεσαν κατά +πολλά· διατί ένα πράγμα που αρέσει ενός φίλου μου, δεν είναι πλέον +ιδικόν μου.» + +Τελειώνοντας ο Καλίφης αυτό το γράμμα έμεινε έξω από τον εαυτόν +του διά την γενναιότητα του Αμπτούλ, και τότε ωμολόγησεν ότι +αδίκως τον εκατάκρινε τόσον αυτόν, όσον και τον Βεζύρην του, και +με πολύν αναστεναγμόν εφώναξεν. Ω Καλίφ! μην επαινάσαι πλέον πώς +εσύ είσαι ο πλέον ένδοξος και ο πλέον γενναίος από όλον τον +κόσμον· ένας υπήκοός σου σε υπερβαίνει· μα πάλιν είπε με τον +εαυτόν του, και πώς ημπορεί ένας υπήκοος να κάνη τέτοια πολύτιμα +πράγματα; πρέπει εγώ να τον εξετάξω πώς έχει τόσα πλούτη· έκαμα +αχαμνά που δεν τον εξέταξα χθες· εγώ δεν θέλω γυρίσει εις το +βασίλειόν μου, ανίσως και δεν θέλω μάθει καταλεπτώς πώς είνε έτσι +υπέρπλουτος· αυτό μου είνε αναγκαίον να ηξεύρω διά ένα που είνε +εις το βασίλειόν μου υπήκοος, και να ζη πλέον δοξασμένος από εμένα +που είμαι βασιλέας του, κάνει χρεία εγώ να ξαναπηγαίνω να τον +ανταμώσω, και με εύμορφον τρόπον να πασχίσω να τον κάμω να +ομολογήση την αιτίαν που είνε τόσον υπέρπλουτος, + +Ανυπόμονος ο Καλίφης διά να πληρώση την επιθυμίαν του, αφίνει τους +δούλους και τα άλλα εις το κονάκι, και την ιδίαν ώραν ξαναγυρίζει +προς τον ευεργέτην του, και ευρίσκοντάς τον μόνον είπεν. Ω +γενναιότατε Αμπτούλ, τα δώρα που μου έστειλες είνε τόσον +υπερβολικά και πλούσια, που διστάζω να τα δεχθώ· και παρακαλώ σε +δος μου την άδειαν διά να σου τα επιστρέψω οπίσω· επειδή και μου +φθάνει η δεξίωσις, που μου έκαμες, η οποία είνε αρκετή διά να +κηρύξω την γενναιότητά σου εις όλον το Μπαγδάτι. Κύριε, απεκρίθη ο +Αμπτούλ γεμάτος από ταπείνωσιν, εσύ έχεις βεβαίως αιτίαν να +παραπονεθής από τον δυστυχή Αμπτούλ· κάνει χρεία, ότι κάποιον από +όσα έκαμα δεν θα σου αρέση, και ζητείς να μου επιστρέψης τα δώρα, +που σου έστειλα; Όχι, όχι απεκρίθη ο Καλίφης, μη γένοιτο αυτό, εγώ +είμαι πολλά σκοτισμένος από τα ευγενικά σου καμώματα, και από τες +δεξίωσές σου, και μάλιστα διά τα πολύτιμα δώρα σου, τα οποία +υπερβαίνουν εκείνα των βασιλέων· και αν είχα την άδειαν διά να +ειπώ εκείνο που στοχάζομαι, ήθελα σου ειπεί πώς πρέπει να μην +είσαι τόσον ελεύθερος εις το να μοιράζης τον πλούτον σου· επειδή +και πρέπει να στοχασθής ότι κάμνοντας έτσι εξ αποφάσεως πρέπει να +τον ολιγοστεύης. + +Ο Αμπτούλ εχαμογέλασεν εις αυτά τα λόγια, και είπε προς τον +καλίφην. Κύριε, εμένα δεν μου είνε άλλο αναγκαίον, παρά να +κρατήσης τα δώρα που σου έστειλα, και, οπόταν μου υποσχεθής διά να +τα κρατήσης, θέλω σου ειπεί πώς ημπορώ να κάμω άλλα πλέον +πλουσιώτερα χαρίσματα καθημερινώς, χωρίς να μου προξενηθή καμμία +ενόχλησις και ζημία. Γνωρίζω καλώτατα πως θαυμάζεις με τούτα που +σου λέγω· μα θέλει παύσει ο θαυμασμός σου οπόταν σου διηγηθώ την +ιστορίαν μου, και τα συμβεβηκότα που μου έτυχαν· πρέπει να σου τα +φανερώσω θεληματικώς, επειδή και σε βλέπω πώς είσαι ένας άνθρωπος +πολλά ευγενής και περίεργος. Και λέγοντας έτσι τον επήρεν από το +χέρι, και τον έφερεν εις ένα άλλον χοντζερέ χίλιες φορές πλέον +πλουσιώτερον από τους άλλους, εις τον οποίον έβγαιναν από κάθε +μέρος ευωδίες θαυμάσιες, και εις την μέσην αυτού του χοντζερέ ήτον +ένας θρόνος χρυσός, εις τον οποίον ο Αμπτούλ τον έβαλε και +εκάθισε, και αυτός ομοίως εκάθησεν εις ένα άλλον κοντά του, και +άρχισε να του διηγηθή την ιστορίαν της ζωής του με τον ακόλουθον +τρόπον. + + + +&Ιστορία των συμβεβηκότων του πλουσίου Αμπτούλ Μπάρση.& + + + +Εγώ είμαι υιός ενός ντζοβαϊρτζή από την Αίγυπτον, ονόματι +Αβδελαζίζ. Αυτός όντας πολλά πλούσιος, και φοβούμενος να μη +φθονηθή από τον φιλάργυρον βασιλέα της Αιγύπτου ανεχώρησεν απ' +εκεί, και ήλθε και εκατοίκησεν εδώ εις την Μπάσρα· ύστερον +υπανδρεύθη με μίαν θυγατέρα ενός πλουσίου πραγματευτού, και εγώ +είμαι ο μοναχός τους καρπός. Αποβαίνοντας ο πατήρ μου και η μητέρα +μου έμεινα μόνος κληρονόμος όλου του πλούτου και εχαιρόμουν μίαν +υπερβολικήν ευτυχίαν· μα όντας πολλά νέος και άγνωστος εξώδεψα την +κληρονομίαν μου χωρίς στοχασμόν, διά να απολαύσω τα κακά μου +θελήματα, και φερνόμενος με τούτον τον τρόπον δεν επέρασαν τρεις +χρόνοι, και ευρέθη όλη μου η κληρονομία εφθαρμένη. Βλέποντας τον +ογλήγορον φθαρμόν που έκαμα του πλούτου μου, και εντρεπόμενος να +φανώ εις τους γνωρίμους μου και φίλους μου εις δυστυχισμένην +κατάστασιν, απεφάσισα να φύγω από εδώ, και να υπάγω όπου η τύχη +μου με ήθελε ρίξει· και ούτως αποφασίζοντας ανταμώθηκα με ένα +καραβάνι, που επήγαινε διά την Αίγυπτον, και εμίσευσα με κάμποσα +αργύρια, που μου είχαν απομείνει· και περιπατώντας εφθάσαμεν εις +το Μουσούλ, και από εκεί εις την Δαμασκόν και γυρίζοντάς την +έρημον της Αραβίας και το βουνόν Φαρά, εφθάσαμεν εις την Αίγυπτον. +Η ευμορφιά των παλατιών, και η μεγαλοπρέπεια των Τζαμιών της +Αιγύπτου με εξέπληξαν και στοχαζόμενος εις εκείνην την στιγμήν πως +ήμουν εις εκείνην την πόλιν, όπου εγεννήθη ο πατέρας μου, δεν +ημπόρεσα να βαστάξω τα δάκρυα, που από τα μάτια μου έτρεχαν, +λέγοντας μόνος μου, ω πατέρα μου, αν εσύ εζούσες εις τούτον τον +τόπον, που ήσουν από όλους τιμημένος, και ήθελες ιδεί τον υιόν σου +εις τούτην την δυστυχισμένην κατάστασιν, τι λογής άραγε ήθελεν +είσθαι ο πόνος σου; + +Περιπλεγμένος εις αυτούς τους στοχασμούς, έφθασα εις τα χείλη του +ποταμού Νείλου, προς το τελευταίον μέρος του βασιλικού παλατίου, +και εκεί που επεριδιάβαζα, βλέπω μιαν ευγενικήν γυναίκα κατά πολλά +νέαν και ωραίαν εις ένα παραθύρι του παλατίου, της οποίας η +ωραιότης με έκαμε να μείνω ωσάν νεκρός. Τότε εγώ εστάθηκα διά να +την θεωρήσω, και αυτή καταλαμβάνοντας που την εκύτταζα, ετραβήχθη +μέσα και έκλεισε το παραθύρι· εγώ, τετρωμένος από την ωραιότητά +της, όλην εκείνην την ημέραν και την νύκτα δεν εστοχαζόμουν άλλο +παρά αυτήν· και άκουσον τι μου επροξένησεν αυτή η αγάπη. + +Την ερχομένην ημέραν, μη έχοντας ησυχίαν από τον έρωτα, εξαναπήγα +διά να την ματαϊδώ, όμως δεν έτυχα του ποθουμένου, και γυρίζοντας +την άλλην ημέραν εστάθηκα πλέον ευτυχισμένος, επειδή την είδα εις +το ίδιο παραθύρι. Αυτή βλέποντας που την εκύτταζα με επιμέλειαν, +άρχισε να με ονειδίζη λέγοντας· δεν ηξεύρεις, τολμηρέ και αυθάδη, +πόσον είνε εμποδισμένον εις τους άνδρας που ήθελαν τολμήσει να +σταθούν υποκάτω εις το παραθύρι τούτου του παλατίου; αν οι φύλακες +του βασιλέως θέλουν σε καταλάβει ευθύς θέλουν σε παιδεύσει +σκληρώς. Αντί εγώ να δειχθώ φοβισμένος από τα λόγια της, και να +δοθώ εις φυγήν, της είπα· κυρία μου, εγώ είμαι ένας ξένος, και δεν +ηξεύρω τους νόμους της Αιγύπτου· μα με όλον τούτο και αν ήθελα +τους ηξεύρει, το κάλλος σου με ήθελεν εμποδίσει να τους φυλάξω. Α +τολμηρέ και αυθάδη, εφώναξεν, εκείνη η τόλμη σου θέλει σε κάμει να +δοκιμάσης εκείνο που σου πρέπει· και ετραβήχθη με θυμόν από το +παραθύρι. Εγώ βλέποντάς την τοιούτης λογής θυμωμένην ανεχώρησα, +και επήγα διά να αναπαυθώ εις το κονάκι μου· και πριν υπάγω να +κοιμηθώ μία σφοδρά θέρμη με επλάκωσεν από τον πόνον της αγάπης, +και όλην εκείνην την νύκτα επέρασα κακώς έχοντας. + +Η επιθυμία ως τόσον διά να ξαναϊδώ εκείνην την νέαν και η ελπίδα +που είχα εις το να με δεχθή με γλυκύτερον βλέμμα, μου έπαυσεν +ολίγον την θέρμην και την άλλην ημέραν συρόμενος από τον τρελλόν +μου έρωτα εξαναπήγα υποκάτω εις το συνηθισμένον παράθυρον, και +έμεινα εκεί διά να ξαναϊδώ την ωραίαν μου κυρίαν. Αύτη άμα με είδε +πάλιν να ξαναπάγω εκεί με εκύτταξε με βλέμμα φοβερόν, που μου +επροξένησε φόβον, και άρχισε να μου λέγη· δυστυχισμένε, ύστερα από +τόσους φοβερισμούς, που σου έκαμα, ακόμα τολμάς να φανής εδώ; +φεύγα το λοιπόν ογλήγορα από εδώ· τώρα ευθύς κάνω και σε +θανατώνουν. Ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να φοβίσουν κάθε τολμηρόν +άνθρωπον, εμένα καθόλου δεν με εσύγχισαν, και αντίς να τραβηχθώ +από εκεί, εγώ τόσον περισσότερον την εθεωρούσα και με τρυφερότητα +της απεκρίθηκα· ω ωραιοτάτη κυρία, το πιστεύεις ότι ένας δυστυχής, +ο οποίος είνε όλως διόλου παραδομένος εις τον έρωτά του και χωρίς +ελπίδα δεν λατρεύει άλλο, ημπορεί ποτέ να φοβηθή θάνατον; αχ, +αγαπώ κάλλιον να χάσω την ζωήν μου, παρά να υστερηθώ να μη σε ιδώ. + +Ας είνε το λοιπόν, απεκρίθη εκείνη, επειδή και είσαι τόσον +σταθερός, ύπαγε να περάσης το επίλοιπον μέρος της ημέρας εις άλλον +τόπον, και προς το βράδυ ξαναγύρισε εδώ γιατί έχω να σου μιλήσω. +Έτσι λέγοντας ετραβήχθη από το παραθύρι, και με άφησε γεμάτον από +χαράν, αγάπην και ελπίδα. Μισεύοντας το λοιπόν, απ' εκεί ευθύς +επήγα να στολισθώ τα καλύτερα φορέματα που είχα, και να καλλωπισθώ +διά να αρέσω περισσότερον εκείνης της κυρίας, και εστοχαζόμουν +τότε πώς είμαι ο πλέον ευτυχισμένος του κόσμου, αλησμονώντας +τελείως την δυστυχίαν μου, και την κατάστασίν μου. Οπόταν δε +επλησίασεν η νύκτα επήγα εις τον διωρισμένον τόπον, και αφού +επλησίασα εκεί, είδα ένα σχοινί που ήτον κρεμασμένον από το +παραθύρι της κυρίας, η οποία μου εχρησίμευε διά να ανέβω με αυτό +βοηθούμενος από αυτήν που με ετραβούσε, και εμβαίνοντας εις τον +πρώτον οντά με έκαμε και απέρασα εις τον δεύτερον, που ήτον +πλουσίως στολισμένος. + +Εστοχάσθηκα πολλά ολίγον τα πολύτιμα στρωσίδια, και τα θαυμαστά +πράγματα, που ήτον εις αυτόν, επειδή η κυρία ήτο εκείνη που μόνον +εστοχαζόμουν, της οποίας η θεωρία μου επροξένησε πολλήν +ευχαρίστησιν και ηδονήν. + +Δεν ημπορώ, ω κύριε μου, να σου διηγηθώ το κάλλος της και την +νοστιμάδα της· ή η φύσις την είχε κάμει τόσον ωραίαν, διά να δείξη +τα μεγαλεία της, ή η φλόγα του έρωτός μου την έκανε να μου +φαίνεται έτσι πολλά εύμορφη· μα ως τόσον εγώ ενθυμούμαι πως έμεινα +εκστατικός από την ευμορφάδα της. + +Ερχόμενος το λοιπόν εις εκείνον τον πλούσιον χοντζερέ, με έβαλε +και εκάθισα εις ένα θρονί· ομοίως και αυτή εκάθησε πλησίον μου, +και άρχισε να με ερωτά ποίος ήμουν. Εγώ της εδιηγήθηκα με όλην την +αλήθειαν την ιστορίαν μου και την εκατάλαβα που έλαβε σπλάγχνος +διά την κατάστασίν μου· και από την ευσπλαγχνίαν που μου έδειχνεν, +εκατάλαβα πώς ήτον μεγάλης και γενναίας καρδίας. Και αφού +ετελείωσα την ιστορίαν μου αρχίσαμε να κάνωμε ομιλίας αγάπης, και +να χαιρώμασθε μετά πολλής ηδονής διά την αντάμωσίν μας. Έπειτα από +αυτήν την συναναστροφήν αυτή μου είπεν· επειδή και εσύ μου +εφανέρωσες με καθαρότητα το ποίος είσαι, είνε το πρέπον και εγώ να +σου ομολογήσω το ποία είμαι. + +Εγώ ονομάζομαι Δαρδανέ, και εγεννήθηκα εις την Δαμασκόν· ο πατέρας +μου ήτον βεζύρης του βασιλέως που κατά το παρόν βασιλεύει, τον +οποίον τον επωνόμαζαν Βεροούζ· αυτός εφθονήθη από εχθρούς, και +έκαμαν τον βασιλέα και του εσήκωσε την αξίαν του, και ωσάν έμεινε +χωρίς αξίαν, ετραβήχθη εις ένα σπήτι που είχε, και ησύχαζε. Δεν +επέρασε πολύς καιρός και απέθανε, και έμεινα εγώ με την μητέρα +μου, η οποία ευθύς που απόθαψε τον πατέρα μου άφησε το ό,τι και αν +είχε, και ανταμώθη με ένα που αγαπούσε, και εμίσευσε διά τας +Ινδίας με ένα καράβι πραγματευτάδικο· μα πριν μισεύση αυτή η κακής +διαθέσεως γυναίκα, με όλον που ήτον μητέρα μου, με επούλησεν εις +ένα πραγματευτήν από σκλάβες, ο οποίος με έφερεν εδώ μαζί με άλλες +πολλές, που είχεν αγοράσει διά να τες φέρη εις το σαράγι τούτου +του βασιλέως· οπόταν δε είδε τον καιρόν αρμόδιον διά να μας +παρουσιάση εις τον βασιλέα, μας εστόλισε με διάφορα στολίδια και +φορέματα, και μας έφερεν εις το βασιλικόν σαράγι. Ο βασιλεύς έκαμε +διά να περάσωμεν από έμπροσθέν του από μίαν φοράν, και οπόταν +επέρασα εγώ από έμπροσθέν του, τον βλέπεις και κατεβαίνει από τον +θρόνον του, και πλησιάζει προς εμένα και με θαυμασμόν λέγει· τι +ωραιότης είνε εις ετούτην την σκλάβα; τι εύμορφα καμωμένη και +νόστιμη; τι στόμα; τι μάτια; τι μορφή είνε ετούτη; αχ φίλε μου, +γυρίζει προς τον πραγματευτήν και του λέγει· από όσες σκλάβες μου +επούλησες αφού και σε γνωρίζω, παρόμοιαν ωσάν ετούτην δεν είδα· +ζήτησε το τι θέλεις δι' αυτήν μόνην, επειδή και αυτή μόνη αξίζει +διά χίλιες. Τέλος πάντων ο βασιλεύς όντας γεμάτος από έρωτα δι' +εμένα, έκαμεν ευθύς και εμέτρησαν του πραγματευτού όσα αργύρια και +αν εζήτησε, και έπειτα τον απέστειλε μαζί με τες άλλες του +σκλάβες. + +Έκραξεν ευθύς ο βασιλεύς τον αρχιευνούχον του και του είπεν· έπαρε +τούτην την σκλάβα, και βάλε την μοναχήν εις τον πλέον πλουσιώτερον +χοντζερέ, και πρόσεχέ την ωσάν βασίλισσαν. Ο αρχιευνούχος +υπήκουσε, και με έφερεν εδώ που με βλέπεις, ο οποίος είνε ο πλέον +πλουσιώτερος χοντζερές που έχει. Και ευθύς που ήλθα εδώ πολλές +σκλάβες μου έφεραν πλούσια φορέματα, και άλλα διάφορα αναγκαία +στολίδια. Όλες αυτές μου είπαν πως ο βασιλεύς τες έστειλε διά να +με δουλεύσουν μετά μεγάλης επιμελείας· ύστερα από αυτές ήλθε και ο +βασιλεύς διά να με εύρη. Αυτός μου εφανέρωσε την αγάπην του με +κάθε λογής σημείον και τέλος πάντων με εκήρυξε διά Σουλτάνα του. +Όλες οι σκλάβες που εστοχάζονταν να είνε στολισμένες με άκραν +ωραιότητα, έμειναν παραιτημένες από τον βασιλέα, και γεμάτες από +φθόνον εναντίον μου, δεν έλειψαν με κάθε τρόπον να πασχίσουν διά +να με βγάλουν από την αγάπην του βασιλέως, μα εγώ εφέρθηκα τόσον +καλά, που έκαμα και δεν έλαβαν το ποθούμενον· αλλά με όλες τούτες +τες τιμές και χάρες εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη με την τύχην· +επειδή και με κανένα τρόπον δεν ημπορώ να λάβω αγάπην προς τον +βασιλέα· και με όλον που αυτός πάσχει διά να κερδίση την αγάπην +μου, τόσον περισσότερον μισητός μου γίνεται· μα πρέπει να +ομολογήσω την αλήθειαν ότι αυτός είνε ένας βασιλέας πολλά +εύμορφος, γλυκύς και καλής καρδιάς· και εις τούτο δεν ηξεύρω τι να +ειπώ διά το αίτιον, που με κανένα τρόπον δεν ημπόρεσα να λάβω +κλίσιν προς αυτόν ή η αγάπη δεν στέκει εις ημάς ή η αγάπη μου +εφυλάττονταν διά εσένα· επειδή και ευθύς που σε είδα, με όλον που +σε ωνείδισα, η καρδιά μου όμως είχε λαβωθή διά εσένα· και ημπορώ +να ειπώ πώς εσύ είσαι ο πρώτος άνθρωπος, που εις όλην μου την ζωήν +αγάπησα. Εις απόκρισιν μιας ομολογίας τόσον υποχρεωτικής, που μου +αυγάτιζε την ευτυχίαν μου, έταξα της κυρίας μίαν αγάπην αθάνατον, +βεβαιώνοντάς την πως ήμουν έτοιμος να χύσω το αίμα μου εις κάθε +της χρείαν. + +Αυτή έμεινε πολλά ευχαριστημένη εις την απολογίαν που της έκαμα, +και εις καιρόν που ετοίμαζε διά να μου δώση σημείον της αγάπης, +που εις εμέ έδειχνεν, ιδού που ακούμε ένα μεγάλον κτύπον εις την +πόρταν του χοντζερέ όπου ευρισκόμασθε. Ημείς εμείναμεν ωσάν νεκροί +από τον φόβον μας· ω ουρανέ, φώναξεν η Δαρδενέ, ημείς είμασθε +χαμένοι· ετούτος είνε ο βασιλέας. Εγώ μην έχοντάς τον τρόπον διά +να φύγω, επειδή και η τριχιά ήτον εις τον άλλον οντάν, επήγα και +εκρύφθηκα υποκάτω εις το θρονί· και η Δαρδανέ επήγε και άνοιξε την +θύραν και ευθύς εμπήκεν ο Σουλτάνος με πλήθος ευνούχων και δούλων +και ωσάν την είδεν εφώναξεν· ω δυστυχισμένη, ποίος άνθρωπος +ευρίσκεται εδώ μαζί σου; οι φύλακες του παλατίου μου είδαν πως +ανέβη ένας εδώ και εμπήκεν από το παραθύρι. Η Δαρδανέ έμεινεν ωσάν +νεκρά εις τέτοιαν ερώτησιν· ζητήσατε, λέγει ο Σουλτάνος των +ευνούχων του, να εύρετε εκείνον τον τολμηρόν διά να κάμω την +εκδίκησιν. Οι ευνούχοι ερευνώντες με ηύραν υποκάτω εις τον θρόνον, +και εβγάζοντάς με από εκεί με έσυραν εις τους πόδας του βασιλέως, +ο οποίος βλέποντάς με μου είπεν· ω άνομε και ταλαίπωρε, τι είνε +τούτη η τόλμη σου; εχάθησαν οι γυναίκες από την Αίγυπτον διά +εσένα, και ήλθες να πατήσης το παλάτι μου; Τότε εγώ από τον φόβο +μου ολίγον έλειψε που να ξεψυχήσω, και άλλο δεν ανέμενα παρά τον +θάνατον. Ο βασιλεύς έβγαλε με θυμόν το σπαθί του διά να φονεύση +τόσον εμέ, όσον και την Δαρδανέ· μα μια γρηά σκλάβα του έπιασε το +χέρι λέγοντας· τι θέλεις να κάμης, βασιλέα μου; θέλεις να μολύνης +το χέρι σου με το αίμα ετούτων των παρανόμων; αυτοί είνε ανάξιοι +ακόμα η ιδία γη να δεχθή τα μιαρά τους κορμιά, με το να έκαμαν +μίαν τέτοιαν ανομίαν· πρόσταξε να τους ρίξουν από το παράθυρον εις +τον ποταμόν Νείλον, διά να γένουν τα μιαρά τους κορμιά βρώσις των +ψαριών. Αυτή η γνώμη ήρεσε του βασιλέως, και ευθύς επρόσταξε και +μας έρριξαν και τους δύο από το παράθυρο εις τον ποταμόν. Με όλον +που ήμουν σκοτισμένος από το πέσιμόν μου εις τον ποταμόν, δεν +έλειψα που να έλθω εις τον εαυτόν μου και ν' αρχίσω να πλέω, με το +να ήμουν πολλά επιτήδειος· και πλέοντας εβγήκα εις την γην +αγνάντια εις το παλάτι· και ευθύς που εβγήκα ενθυμήθηκα την +δυστυχίαν της Δαρδανές, που εξ αιτίας μου την έρριξαν και αυτήν +εις τον ποταμόν, και μη χάνοντας καιρόν εξαναρίχτηκα εις το ποτάμι +διά να ψαρέψω να την εύρω ζωντανήν, ή αποθαμμένην· μα ματαίως +έκαμα τον κόπον, μη ημπορώντας να την εύρω εις κανένα μέρος. + +Τότε η θλίψις μου εστάθη τόσον σφοδρά, που υπερέβαινε κάθε όρον, +στοχαζόμενος τον χαμόν της ωραίας Δαρδανές, και ήμουν τόσον +απαρηγόρητος, που έκανα λογαριασμόν να ξαναπέσω να πνιγώ διά να +της κάμω συντροφιά· έκλαιγα με πικρότατα δάκρυα, και δεν είχα +παρηγοριά. Αλλοίμονον εις εμένα, έλεγα· χωρίς εμέ, χωρίς την +θανατηφόρον μου αγάπην, η Δαρδανέ δεν ήθελε λάβει τέτοιον σκληρόν +θάνατον· και διατί να έλθω εγώ διά να προξενήσω τον θάνατον και +την απώλειαν της ωραίας Δαρδανές; Αυτά και άλλα λέγοντας με μέγαν +πόνον της καρδιάς μου, εμίσευσα την αυτήν νύκτα από την Αίγυπτον +διά το Μπαγδάτι, μην ημπορώντας πλέον να μείνω εις εκείνην την +χώραν, που επροξένησα τόσον κακόν της ωραίας μου Δαρδανές. +Μισεύοντας το λοιπόν απ' εκεί, ύστερον από μερικών ημερών +περιπάτημα, έφθασα μια βραδιά εις την ρίζαν ενός βουνού διά να +αναπαυθώ εκεί εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος εκυρίευσεν ευθύς τας +αισθήσεις μου, και αποκοιμήθηκα χωρίς να φάγω τίποτε· προς δε τα +ξημερώματα της ερχομένης ημέρας κάποιες φωνές παραπονετικές και +κλαύματα με έκαμαν να εξυπνήσω· εστάθηκα καμπόσον ήσυχος διά να +καταλάβω τι ήτον, και μου εφάνη ότι αυτά τα παραπονέματα να ήταν +ωσάν τινός γυναικός καταδικασμένης εις θάνατον, καθώς και αληθώς +ήταν· και ακούσατε την ιστορίαν της. + + + +&Ιστορία της κυρίας, που ευρέθη εις ένα σακκί.& + + + +Ακούοντας το λοιπόν έτσι, εσηκώθηκα ευθύς, και έτρεξα προς εκείνο +το μέρος, που ακούονταν οι φωνές· και αγνάντια βλέπω άνθρωπον, που +έκανεν ένα λάκκον. Εγώ βλέποντας έτσι εκρύφθηκα οπίσω εις ένα +δένδρον διά να ιδώ το αποβησόμενον. Εκείνος αφού έκαμε τον λάκκον +είδα που έβαλε μέσα ένα μέγα σακκί, και σκεπάζοντάς το με το χώμα +έφυγεν. Οπόταν δε είδα πώς εκείνος έφυγεν, έτρεξα εγώ και επήγα +εκεί, και σκάπτοντάς τον ίδιον λάκκον έβγαλα εκείνο το σακκί· +βγάνοντάς το βλέπω που ήτον μέσα μία ωραιοτάτη νέα, η οποία +εφαίνετο πως να έδινε την υστερινήν αναπνοήν· τα φορέματά της, με +όλον που ήταν γεμάτα από αίματα, δεν εμπόδισαν που να την +φανερώνουν πώς ήτον από αίμα ευγενικόν. Τι σκληρόν χέρι εφώναξα +όλος τεταραγμένος από σπλάγχνος, ποίος βάρβαρος ημπόρεσε να τελέση +τέτοιον ανόμημα εις τούτην την ευγενικήν κυράν· ας ανοίξη η γη να +καταπιή ένα τέτοιον φονέα. Η κυρά, που ελογίαζα πως να μην έχη +πλέον αναπνοήν, ακούω να μου λέγη· Ω Μουσουλμάνε, λάβε έλεος και +σύντρεξέ με αν αγαπάς τον Πλάστην· βάλε μου μίαν σταλαγματιά νερό +εις το στόμα μου, διά να μου παύση η θανατηφόρος μου δίψα που με +ενοχλεί. Έτρεξα ευθύς και εγέμισα το φακκιόλι μου νερόν και της το +έφερα· και αφού έπιεν άνοιξε τους οφθαλμούς της και κυττάζοντάς με +μου είπε· Μουσουλμάνε, βλέπω που ο Προφήτης σε εξαπέστειλε διά να +με συντρέξης· πάσχισε σε παρακαλώ το λοιπόν διά να σταματήση το +αίμα από τες πληγές μου. Εγώ λογιάζω πως οι λαβωματιές μου να μη +είναι θανατηφόρες· φύλαξε την ζωήν μου· και σου τάσσω ότι δεν +ήθελες το μετανοήσει. + +Τότε εγώ έσχισα εις κομμάτια το δέμα του φακκιολιού μου και ένα +υποκάμισο που είχα, και αφού της έδεσα τες πληγές μού είπε. Σε +παρακαλώ λάβε ακόμη την καλωσύνην και φέρε με εις την χώραν, που +είνε εδώ σιμά, και εκεί βάλε με εις κανένα σπήτι διά να αναπαυθώ. +Ω ωραία κυρά μου, της αποκρίθηκα, εγώ είμαι ένας ξένος και δεν +γνωρίζω κανένα εις αυτήν την χώραν και το περισσότερον, φέροντάς +σε εκεί φοβούμαι να μην πάθω· διατί αν με ερωτήσουν, τις είνε αυτή +η γυναίκα που φέρεις φορτωμένος έτσι καταπληγωμένην, τι απόκρισιν +ημπορώ να δώσω; Αποκρίσου πως εγώ είμαι αδελφή σου, είπεν εκείνη +και μην έχης άλλην χρείαν. Εγώ διά να κάμω τέλειον το καλόν +υπήκουσα και την επήρα εις τες πλάτες μου, και την έφερα εις την +χώραν, και βάνοντάς την εις ένα σπήτι που ευθύς ηύρα, επήγα και +έκραξα ένα ιατρόν διά να την ιατρεύση· και μετά δύο ημέρας που +αγροικήθη κομμάτι καλύτερα, έγραψε μίαν γραφήν και βάνοντάς μου +την εις το χέρι, μου είπε· Σύρε τούτην την γραφήν εκεί που +συνάζονται οι πραγματευτάδες· ζήτησε έναν που τον λεν Μαϊάρ, και +δος του την εις το χέρι και έπαρε εκείνο που θα σου δώση. Έφερα +την γραφήν ευθύς εις τον Μαϊάρ, ο οποίος, αφού την ανέγνωσε, την +εφίλησε και την έβαλε εις το κεφάλι του. Έπειτα εβγάζει δύο +σακκούλες φλωριά και μου τα έδωσε, και παίρνοντάς τα έφερα της +κυράς· αυτή μου έδωκε την μίαν σακκούλαν, και μου είπε. Πήγαινε με +αυτά να πάρης τα όσα μας κάνουν χρείαν, τόσον διά φαγητά, όσον και +διά φορέματα εδικά σου και εδικά μου, και περιπλέον αγόρασε και +κανένα σκλάβον διά να μας δουλεύη. + +Δεν έλειψα που να κάμω καθώς αυτή μου επαράγγειλε, και εις δύο +ημέρας ευρέθη το σπήτι μας στολισμένον από κάθε αναγκαίον, και απ' +ό,τι μας έκανε χρείαν, και ούτως απερνούσαμεν εις αυτό το +αναμεταξύ που ιατρεύονταν με πολλήν μας ανάπαυσιν· και ενομιζόμουν +εις όλους διά αδελφός αυτής της κυράς, και κατά αλήθειαν εζούσαμεν +ωσάν να είμεθα αληθώς αδέλφια, και με όλον που αυτή ήτον μία από +τες ωραιότατες νέες, η φαντασία της Δαρδανές, που είχα πάντα εις +την καρδιά μου και εις τον λογισμόν μου, με έκανε να με κρατή +μακράν από το να λάβω διά αυτήν καμμιάς λογής κλίσιν· είχα +αποφασίσει πολλές φορές διά να αναχωρήσω από αυτήν· μα εκείνη με +τες παρακάλεσές της με έκανε να μην την παραιτήσω. Υπόμενε ακόμη, +ω νέε, μου έλεγεν, ότι έχω ακόμη καμπόσην χρείαν από λόγου σου· +θέλω σου διηγηθή ογλήγωρα ποία είμαι· και εγώ ύστερα από αυτό θέλω +σου ανταμείψει μεγάλως την επιμέλειαν και την δούλευσιν, που μου +έκαμες. Εγώ το περισσότερον διά να την ευχαριστήσω και όχι διά τες +ανταμοιβές που μου έταζεν, έστεκα με αυτήν έως που να μου δώση το +θέλημα να αναχωρήσω· οπόταν δε ελευθερώθη τελείως από την αρρώστια +της και έστεκε καλά, με κράζει μίαν ημέραν και μου λέγει. Έπαρε +τούτην την σακκούλαν με τα φλωριά, και σύρε εις την αγοράν να +εύρης ένα πραγματευτήν που τον λέγουν Ναμαράν, και πες του πως +θέλεις να αγοράσης μεταξωτά· αυτός θέλει σου δείξει διάφορα· +διάλεξε από αυτά ένα κομμάτι, και πλήρωσέ το όσα σου ήθελε γυρέψει +χωρίς να κάμης παζάρι· μίλησέ του με ευγένειαν και γλυκύτητα, και +ωσάν αναχωρήσης από αυτόν, φέρε μου εδώ τα μεταξωτά. Εγώ επήγα +καθώς αυτή με επρόσταξε, και ηύρα τον Ναμαράν που εκάθετο εις το +εργαστήρι του. Αυτός ήτον ένας εύμορφος και ευγενής άνδρας, που +έμεινα να τον θεωρώ· του εζήτησα και μου έβγαλε διάφορα κομμάτια +μεταξωτά, και διαλέγοντας ένα από αυτά, του το επλήρωσα όσα μου +εζήτησε· και έπειτα αποχαιρετώντάς τον με ευγένειαν, επήρα το +μεταξωτόν και το έφερα της κυράς μου. + +Δύο ημέρες υστερότερον μου έδωσεν αυτή άλλη μία σακκούλα φλωριά, +και μου είπε. Ξαναγύρισε εις τον Ναμαράν, και έπαρε άλλα τρία +κομμάτια μεταξωτά, και δος του πάλιν όσα σου ζητήση. Εξαναπήγα το +δεύτερον εις τον αυτόν Ναμαράν, ο οποίος με εδέχθη με πολλήν +ευγένειαν, και αγροικώντας το ζήτημά μου, έφερε διάφορα κομμάτια +μεταξωτά χρυσά πολλά ωραία. Εδιάλεξα τρία κομμάτια που μου άρεσαν, +και χωρίς να του ζητήσω τιμήν του έρριξα την σακκούλαν με τα +φλωριά και του είπα· πληρώσου διά αυτά και όσα μείνουν δος μου τα +οπίσω. Έμεινε αυτός εκστατικός εις το να ιδή εις εμένα μίαν +τέτοιαν γενναιότητα, και αφού επληρώθη και μου έδωσε τα λοιπά +φλωριά οπίσω, μου είπεν. Αυθέντα, δεν ημπορείς να μου κάμης την +χάριν να έλθης αύριον να γευθούμε μαζί; Μετά πάσης χαράς του +απεκρίθηκα εγώ· δεν θέλω λείψει που να έλθω να λάβω αυτήν την +τιμήν. Εχάρη ο Ναμαράς διά το τάξιμον που του έκαμα, και ύστερον +αποχαιρετώντας τον εγύρισα με τα μεταξωτά τα χρυσά εις το σπήτι +μου. + +Εφανέρωσα της κυράς το κάλεσμα, που ο Ναμαράς μου έκαμεν, η οποία +το έλαβεν εις τόσην χαράν που με έκαμε να μείνω βλέποντάς την να +χαρή τόσον. Μη χάσης καιρόν, μόνον αύριον να υπάγης μου είπεν +αυτή, και ενθυμήσου ότι ωσάν απογευθής να τον καλέσης και εσύ εδώ +να γευματίση και άφησε εμένα την επιστασίαν, να κάμω την +ετοιμασίαν. Εκατάλαβα εγώ πώς αυτή θα προμελετούσε κάποιόν τι· μα +το τι επρομελετούσεν ήτον μακράν από τον στοχασμόν μου. Επήγα το +λοιπόν την αύριον εις το σπίτι του Ναμαρά, ο οποίος μου έδειξεν +ευγενικές περιποίησες. Και αφού απογευθήκαμε, τον επαρεκάλεσα να +έλθη και αυτός την αύριον να γευματίση μετ' εμένα. Εδέχθη μετά +πάσης χαράς το κάλεσμα, και δεν έλειψεν εις τον καιρόν του +γεύματος να έλθη εις το σπήτι μου, καθώς μου έταξεν. Εκαθίσαμε το +λοιπόν εις την τράπεζαν οι δυο μας μόνον, και επεράσαμεν όλην +εκείνην την ημέραν ευφραινόμενοι, και πίνοντες διάφορα εκλεκτά +κρασιά. Η κυρά δεν ηθέλησε καθόλου να φανερωθή έμπροσθέν μας· αλλά +όσον εδύνατο έστεκε κρυφά· μα καθώς αυτή μου είχε παραγγείλη ότι +με κάθε τρόπον να κάμω διά να κρατήσω τον Ναμαράν και την νύκτα +εκεί, έτσι δεν έλειψα που να τον κρατήσω με πολλές παρακάλεσες. +Ημείς ακολουθήσαμε να πίνωμεν έως τα μεσάνυκτα· και αφού +ετελειώσαμεν τον έφερα εις ένα οντάν διά να αναπαυθή εκείνην την +νύκτα, και εγώ επήγα εις άλλον διά να κάμω το όμοιον. Και τον +καιρόν που εκοιμώμουν με ένα γλυκύτατον ύπνον, ιδού και έρχεται η +κυρά μετά μεγάλης βίας και με εξύπνησε λέγοντας· σήκω, ω νέε, να +ιδής τον φίλον σου κυλισμένον εις το άνομον αίμα του. +Εγώ εις αυτά τα λόγια εσηκώθηκα όλως σκοτισμένος· και ακολούθησα +την κυράν, που με έφερεν εις τον οντά του Ναμαρά. Σε αφίνω να +στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, οπόταν είδα εκείνον τον +άθλιον φονευμένον και κυλισμένον εις το αίμα του. + +Αχ, άνομη και επίβουλη, γεμάτος από θυμόν εφώναξα, τι είνε τούτο +που έκαμες; έλαβες τόσην τόλμην να κατόρθωσες ένα κάμωμα τόσον +σκληρόν και θηριώδες; αν, εσύ είχες τέτοιαν γνώμην, διατί να +μεταχειρισθής εμένα τον ευεργέτην σου μέσον του θηριώδους θυμού +σου, και να με κάμης να σου τον φέρω ο ίδιος διά να τον θανατώσης; +Νέε ξένε, με αντίκοψε, μη σου κακοφαίνεται που διά μέσου σου +εξεδικήθηκα τούτον τον παράνομον Ναμαράν· τούτος είνε ένας +επίβουλος· εσύ δεν θέλεις με ονειδίσει οπόταν μάθης την παρανομίαν +του· επειδή και αυτός είνε ο αίτιος της συμφοράς μου, την οποίαν +ιδού που θέλω σου την διηγηθή διά ανάπαυσίν σου. + +Εγώ είμαι, ακολούθησεν αυτή, θυγατέρα του βασιλέως τούτης της +χώρας· μίαν ημέραν που επήγαινα εις τα λουτρά είδον αυτόν τον +Ναμαράν εις το εργαστήρι του, και ευθύς έλαβα μεγάλον έρωτα δι' +αυτόν, και από εκείνην την ώραν έχασα κάθε μου ησυχίαν και +ανάπαυσιν, επειδή η φαντασία μου δεν έλειψε πάντα από αυτόν και +τόσον άναψεν η καρδιά μου από τον έρωτα που δεν επέρασε πολύς +καιρός και έπεσα άρρωστη εις το κρεββάτι. Ο πατέρας μου έστειλε +και έφερε τους πλέον εμπείρους ιατρούς διά να με ιατρεύσουν, μα +κανείς δεν εδυνήθη να γνωρίση το πάθος μου. Η βάγια μου που ήτον +μία πολύ επιτήδεια γυναίκα, εγνώρισε το πάθος μου πως ήτον από +αγάπην, και με εύμορφον τρόπον με έκαμε και της είπα την πάσαν +αλήθειαν. Αυτή μου έταξεν ότι θα κάμη κάθε τρόπον διά να πληρώση +την επιθυμίαν μου, καθώς και το έκαμε, που μίαν ημέραν μου τον +έφερεν ενδεδυμένον γυναικίστικα χωρίς να τον γνωρίση κανείς. Εγώ +ωσάν τον είδα ευθύς ελευθερώθηκα από την ασθένειάν μου, και έξω +από την ευχαρίστησιν που έλαβα να τον ιδώ και αυτόν να μείνη +γεμάτος από ευχαρίστησιν διά ένα τέτοιο ευτυχισμένον του +συναπάντημα· και αφού τον εκράτησα μερικές ημέρες κλεισμένον εις +ένα μου οντάν, η βάγια μου πάλιν τον έβγαλεν από το σαράγι μου με +την ίδιαν ευκολίαν που τον είχεν εμπάσει, και ούτως οπόταν ήθελα +έκανα και μου τον έφερνεν η βάγια μου με αυτόν τον τρόπον, και +εχαιρόμασθε μαζί διά πολύν καιρόν. + +Μίαν ημέραν μου ήλθεν επιθυμία, να πηγαίνω και εγώ να εύρω τον +Ναμαράν εις το σπήτι του, ελπίζοντας πώς θα ήθελε το λάβει εις +μεγάλην χαράν και βγαίνοντας μπουλωμένη από το σαράγι μου χωρίς να +με καταλάβη κανένας έφθασα εις το σπήτι του Ναμαράν και κτυπώντας +την πόρταν διά να μου ανοίξουν, βλέπω και έρχεται ένας σκλάβος και +με ερωτά τίνα γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του αφεντός +σου ένα λόγον. Ο σκλάβος μου απεκρίθη πως ο αφέντης μου διά την +ώραν δεν ημπορεί να σου δώση ακρόασιν, με το να είναι αντάμα με +μίαν νέαν κόρην που ξεφαντώνουν. Εγώ να ακούσω πως ξεφαντώνει με +άλλην γυναίκα αγροίκησα του λόγου μου γεμάτην από μίαν ζηλοτυπίαν, +που με έβγαλε έξω από τον εαυτό μου, και έγινα κατά πολλά +μανιώδης· εμπαίνω με βίαν εις το σπήτι του, και φθάνοντας εις τον +χοντζερέ του βλέπω τον Ναμαράν καθήμενον εις μίαν τράπεζαν μαζή με +μίαν ευμορφοτάτην κόρην, με την οποίαν έπιναν και ετραγουδούσαν +τραγούδια της αγάπης και ηδονικά. Δεν ημπόρεσα εις τούτην την +θεωρίαν να κρατήσω τον θυμόν μου· τρέχω με ορμήν επάνω εις εκείνην +την κόρην και της έδωσα πολλές μαχαιριές, και αν δεν ήτον ογλήγωρη +διά να φύγη, την εθανάτωνα. Δεν επλήρωσα τον θυμόν μου μοναχά με +αυτήν, αλλά έτρεξα προς τον άπιστον και επίβουλον Ναμαράν διά να +ξεδικηθώ και με αυτόν. + +Βλέποντάς με αυτός έτσι θυμωμένην, έρχεται και πίπτει εις τους +πόδας μου ζητώντάς μου συμπάθειαν διά το σφάλμα του ομνύοντάς μου +πως εις το εξής να μη μου κάμη κανένα παραμικρόν άδικον και +επιβουλήν και με αυτά και άλλα γλυκά λόγια με εκατάπεισε διά να +τον συμπαθήσω, και να ξαναγαπηθούμεν και διά σημείον της ειρήνης +μας με υποχρέωσε να πίω με αυτόν· και τόσον έκαμε που με εμέθυσε. +Και αφού με είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο προδότης και +επίβουλος, μου έδωσε πολλές μαχαιριές με ένα πουνιάλι, που +επιταυτού είχε, και μένοντας από αυτές χωρίς καμμίαν αίσθησιν, και +νομίζοντάς με αποθαμμένη με έβαλεν εις ένα σάκκον, και μοναχός του +διά νυκτός με έφερε εις εκείνον τον τόπον που με ηύρες. Και εις το +αναμεταξύ που αυτός μου ετοίμαζε τον λάκκον, εγώ ήλθα ολίγον εις +τες αίσθησές μου και άρχισα να οδύρωμαι και να του ζητώ να μου +αφήση την ζωήν μα αυτός ο βάρβαρος, αντίς να λάβη σπλάγχνος εις τα +παράπονά μου, ηθέλησε διά περισσοτέραν παιδείαν μου να με θάψη και +ζωντανήν· και η τύχη μου εξαπέστειλεν εσένα διά να με ελευθερώσης. +Διά εκείνο δε που απαρθενεύει διά τον Μαϊάρ, ακολούθησεν η κυρά +τον άλλον πραγματευτήν, εις τον οποίον επήγες την γραφήν από όνομά +μου, αυτός είναι πραγματευτής του σαραγιού. Εγώ του έδωσα να +καταλάβη πώς είχα χρείαν από δηνάρια, και του εφανέρωσα τα +συμβεβηκότα μου, παρακαλώντάς τον να τα κρατήση μυστικά έως που να +κάμω την εκδίκησιν. Ετούτη, ω φίλε μου, είνε η ιστορία μου· δεν +ηθέλησα να σου την διηγηθώ εμπροσθήτερα, φοβουμένη να μη λάβης +αντίρρησιν εις το να μου φέρης εδώ τον εχθρόν μου· δεν το πιστεύω +που να μη μου δώσης δίκαιον διά την δικαίαν μου εκδίκησιν και με +όλον που εσύ φαίνεται να είσαι έχθρός των σκληροκαρδίων, πρέπει να +με επαινέσης εις την ανδρείαν, που έλαβα διά να θυσιάσω εκείνον +τον σκληροκάρδιον και επίβουλον· αύριον το ταχύ, ακολούθησεν αυτή, +θέλωμεν υπάγει αντάμα εις το σαράγι· ο πατέρας μου ο βασιλεύς +πολλά τρυφερά με αγαπά· θέλω του εξομολογηθή το σφάλμα μου, και +ελπίζω πως θέλει μου το συγχωρήσει, και εσένα σου τάζω πως θέλει +σου κάμει μεγάλα δώρα, και σου δώση και πολλές αξίες διά την +περιποίησιν που μου έκαμες. + +Μη γένοιτο αυτό, βασίλισσά μου, της απεκρίθηκα, εγώ δεν ζητώ ούτε +δώρα, ούτε άλλο κανένα πράγμα διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου και +διά να σου φυλάξω την ζωήν, και εις κανένα δεν μετανοώ· μα σου +ομολογώ, πώς είμαι πολλά περίλυπος που με μεταχειρίσθης διά +όργανον της επιβολής σου, και διά μέσου μου ετελείωσες την +εκδίκησίν σου. Έπρεπε καλύτερον να με είχες προστάξει διά να +ξεδικήσω με άλλον τρόπον, παρά με τέτοιαν προδοσίαν· επειδή και +εγώ δεν ήθελα λείψει να θυσιάσω την ζωήν μου διά λόγου σου διά να +σε ευχαριστήσω· διότι τέλος πάντων εγώ, με όλον που στοχάζομαι ότι +του Ναμαράν με κάθε δίκαιον του έπρεπεν ο θάνατος, δεν έλειψε που +να μου μείνη εις την καρδίαν μία θλίψις μεγαλωτάτη διά την +προδοσίαν, που ανευθύνως έκαμα και τον έφερα εις τον θάνατον. Και +έτσι λέγοντας ευθύς απαραίτησα την κυράν και μεμφόμενος τα +ταξίματά της εβγήκα από εκείνην την χώραν πριν ξημερώση· και +περιπατώντας μερικές ώρες έφθασα ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, +που επήγαιναν διά το Μπαγδάτι, και ανταμωμένος με αυτό ακολούθησα +τον δρόμον μου ως εκεί. + + + +&Εξακολούθησις της ιστορίας του Αμπτούλ Μπαρσή.& + + + +Φθάνοντας δε εις το Μπαγδάτι ευρέθηκα εις πολλά δυστυχισμένην +κατάστασιν· επειδή δεν μου έμειναν άλλα δηνάρια από την +απερασμένην μου ευτυχίαν, παρά ένα φλωρί μόνον. Εστοχάσθηκα να το +πραγματεύσω διά να ημπορέσω να βγάλω τα έξοδά μου· αγόρασα μερικά +μπάλσαμα, ζαχαρικά, και άλλα λιανώματα, και επήγαινα καθημερινώς +εις ένα μεγάλον καφενέ, εις τον οποίον εσυνήθιζαν να πηγαίνουν +πολλοί αυθεντάδες και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν έλειψαν να +αγοράζουν από τας πραγματείας μου, και να μου τας πληρώνουν καλά, +και με τούτον τον τρόπον επόρευα και έβγαζα τα έξοδά μου. + +Μίαν ημέραν που είχα μερικά λουλούδια και άνθη μυριστικά διά +πούλημα, επήγα κατά την συνήθειάν μου εις τον καφενέ διά να τα +πουλήσω. Εκεί ήτον ένας γέροντας εις μίαν αγκωνήν καθήμενος, τον +οποίον ποτέ δεν τον εστοχάσθηκα διά να του προσφέρω να αγοράση από +την πραγματείαν μου, ο οποίος βλέποντάς με έκραξε· Φίλε μου, από +τι προέρχεται και δεν μου φέρεις και εμένα να αγοράσω από την +πραγματείαν σου; ή με στοχάζεσαι πως δεν έχω να ξοδέψω όπως και οι +άλλοι; Αυθέντη, του απεκρίθηκα, συμπάθησέ με διατί δεν σε +εστοχάσθηκα· όμως όλον τούτο που έχω είνε εις τα προστάγματά σου. +Τότε αυτός άπλωσε και επήρε δύο τριαντάφυλλα, έπειτα μου είπε να +καθήσω σιμά του, και υπακούοντάς τον άρχισε να μου κάνη πολλές +αναζήτησες, και να με ερωτά πώς ονομάζομαι, και πόθεν είμαι. +Απαραίτησέ με, σε παρακαλώ, του είπα εγώ αναστενάζοντας, και μη με +βιάζης να πληρώσω την περιέργειάν σου, διότι δεν ημπορώ να σου +δώσω την ευχαρίστησιν χωρίς να ξανοίξω τες πληγές μου, που διά την +ώραν είνε κλεισμένες. + +Ο γέρων βλέποντάς τον αναστεναγμόν που έκαμα, και τα λόγια που του +είπα, δεν ηθέλησε να με ξαναρωτήση άλλο· αλλά εβγάζοντας από την +σακκούλαν του έξ φλωρία μου τα έβαλεν εις χέρι και ανεχώρησεν. +Έμεινα εκστατικός διά την γενναιότητά του και δεν ημπορούσα τι να +στοχασθώ δι' αυτόν τον γέροντα. Εξαναγύρισα το λοιπόν την +ερχομένην ημέραν εις τον ίδιον καφενέ, και ηύρα εκεί πάλιν τον +γέροντα· επήγα εις αυτόν πρώτον από τους άλλους και επρόσφερα την +πραγματείαν μου. Αυτός αφού επήρε καμπόσον μπάλσαμον με έκαμε +πάλιν να ξανακαθήσω κοντά του και με εβίασε τόσον διά να του +διηγηθώ την ιστορίαν μου, που δεν ημπόρεσα πλέον να του το αρνηθώ. +Εγώ του ωμολόγησα όλα τα συμβεβηκότα μου με κάθε καθαρότητα και, +αφού του τα εδιηγήθηκα, μου είπεν· Εγώ γνωρίζω κατά πολλά τον +πατέρα σου, με τον οποίον έκαμα πολλάς πραγματείας· επειδή και +είμαι και εγώ πραγματευτής από την Μπάσρα, διά το οποίον έχω +πολλήν ευχαρίστησιν που σε εγνώρισα· εγώ με το να μην έχω παιδιά ή +κληρονόμους συνέλαβα διά εσένα τόσην αγάπην, που απεφάσισα να σε +κηρύξω υιόν μου και κληρονόμον μου. Παρηγορήσου λοιπόν, παιδί μου, +διά τας περασμένας σου δυστυχίας, επειδή και θέλεις εύρει ένα +πατέρα εις εμένα πλέον πλούσιον από τον εδικόν σου, και που δεν +θέλει έχει ολιγωτέραν αγάπην από εκείνον διά εσένα. Εγώ +ευχαρίστησα κατά πολλά εκείνον τον ένδοξον γέροντα διά την τιμήν +και ευεργεσίαν που μου έταξε· και παίρνοντάς με από το χέρι με +έφερεν εις ένα μεγάλον παλάτι· και ευθύς έκαμε και με ένδυσαν με +πλούσια φορέματα, και μου έδωσε ότι μου έκαμε χρεία. Εγώ επίστευα +τότε πώς ωνειρευόμουν διά την τόσην μεταλλαγήν της ευτυχίας μου, +και από εκείνην την ώραν αλησμόνησα τας περασμένας μου δυστυχίας. + +Οπόταν ο γέρων πραγματευτής ετελείωσεν από τας υπηρεσίας, που +είχεν εις το Μπαγδάτι, εμισεύσαμεν ομού διά την Μπάσρα. Οι φίλοι +μου, που δεν έλειψαν να με μεταϊδούν, έμειναν εκστατικοί εις το να +ακούσουν πώς με επήρε διά υιόν του ο γέρων, ο οποίος ήτον +φημισμένος διά τον πλουσιώτερον πραγματευτήν της Μπάσρας. Ως τόσον +εγώ εσπούδαξα με κάθε τρόπον εις το να ευχαριστήσω τον γέροντα, ο +οποίος έδειχνε πώς ήτον πολλά ευχαριστημένος από λόγου μου, +λέγοντάς μου πολλές φορές· Αμπτούλ, εσύ μου φαίνεσαι πολλά άξιος +διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου. + +Απερνώντας πολύ καιρός που εζούσαμεν αμφότερα τα μέρη με μεγάλην +αρμονίαν, έπεσεν ο γέρων εις μεγάλην αρρώστιαν και βλέποντας που +δεν ήτον πλέον διά ζωήν, με έκραξε σιμά εις το κρεββάτι του και +μου είπεν. Είνε καιρός, ω υιέ μου, να σου φανερώσω ένα απόκρυφον +πολλά συμφέρον· αν εγώ ήθελα σου αφήσει όλον το έχειν μου που +φαίνεται, στοχάζομαι πώς ήθελα σου αφήσει μίαν τύχην μεσαίαν, και +με όλον που είνε περισσότερον από κάθε άλλου πραγματευτού, είνε +ουδέν εμπρός εις τον θησαυρόν που ευρίσκεται κρυμμένος. Εγώ δεν +σου λέγω από ποίον καιρόν, και από ποίον εστάθη κρυμμένος, επειδή +και εγώ ούτε το ηξεύρω· όλον εκείνο που ηξεύρω είνε τούτο, ήγουν ο +πάππος μου οπόταν ήθελε ν' αποθάνη το εφανέρωσε του πατρός μου +χωρίς να του ειπή άλλο, και ο πατήρ μου το εφανέρωσεν εμένα· και +ιδού που σου το φανερώνω και του λόγου σου, μα σου παραγγέλω ωσάν +τον λάβης εις τα χέρια σου, να πασχίσης να ξοδεύης με εύμορφον +τρόπον διά να μην πέσης εις τον φθόνον του βασιλέως και των +φιλαργύρων κυβερνητών, και το μάθουν και σου το αρπάξουν. Ας είσαι +καταδεκτικός με όλους και φιλόξενος, κύτταξε να ξοδεύης εις καλά +έργα και όχι εις ηδονές και ξεφάντωσες και εις άλλα άτιμα +πράγματα. + +Και αφού εγώ έταξα του πραγματευτού να φυλάξω με ακρίβειαν τα όσα +μου επαράγγειλε, μου εφανέρωσε τον τόπον που ευρίσκονταν, λέγοντάς +μου· ιδού που σου τον παραδίδω εις χείρα σου, και ενθυμήσου να +φυλάξης τα όσα σου παρήγγειλα. Και ταύτα λέγοντάς μετά ολίγας +ημέρας απέθανεν. + +Έμεινα τέλος πάντων κληρονόμος του γέροντος εις τα πάντα και αφού +έκαμα να τον θάψουν με την πρεπουμένην τιμήν, επήγα διά να ιδώ τον +θησαυρόν. Σου ομολογώ, κύριέ μου, ότι έμεινα εκστατικός να ιδώ ένα +θησαυρόν τόσον πλούσιον, που είνε αδύνατον να σου τον διηγηθώ και +αν εγώ ήθελα ζήσει χίλιους χρόνους, και αν εξόδευα καθώς ξοδεύω +κατά το παρόν, ακόμη δεν ήθελε τελειώσει. Αφού και είδα ένα +τέτοιον υπέρπλουτον θησαυρόν αλησμόνησα πλέον τα όσα ο γέρων μου +παρήγγειλε να φυλάξω, και ευθύς άνοιξα τα χέρια εις το να μοιράζω +πλουσιοπαρόχως εις κάθε έναν από τα πλούτη μου. + +Δεν είνε κανείς εδώ, που να μην έλαβεν ευεργεσία από εμένα, το +σπήτι μου στέκει πάντα ανοικτόν διά κάθε έναν που να έχη χρείαν, +και όλοι μισεύουν ευχαριστημένοι, και με τούτον τον τρόπον τον +μεταχειρίζομαι εις ελάφρωσιν των δυστυχισμένων, εις το να φιλοξενώ +τους ευγενείς ξένους, και εις το να ζω μίαν ζωήν ευφρόσυνον και +τιμημένην. + +Δεν απέρασε πολύς καιρός που να μην έμβω εις τον φθόνον του +προεστού της χώρας, καθώς μου προείπεν ο γέροντας. Έρχεται μίαν +ημέραν ο παταλμαντζής ο βασιλικός και μου ζητεί να του φανερώσω +τον Θησαυρόν μου, διά να τον κάμη βασιλικόν κατά τους νόμους. Εγώ +έμεινα νεκρός να ακούσω το ζήτημά του. Αυτός βλέποντάς τον φόβον +μου μού είπεν· Αμπτούλ αφέντη· εγώ κάνω το χρέος μου διά να σε +εξετάξω· όμως του λόγου σου ωσάν φρόνιμος που είσαι, κάμε μου ένα +δώρον, που να είναι άξιον διά εμένα, και θέλω σε απαραιτήσει. Εγώ +βλέποντάς την καλήν του διάθεσιν του έταξα να του δίδω την κάθε +ημέραν από εκατόν φλωριά, και κάθε μήνα να του τα μετρώ. Έμεινε +πολλά ευχαριστημένος ο παταλμαντζής με την γενναιότητά μου και +ανεχώρησεν. Ολίγον καιρόν υστερότερα το έμαθε και ο Βεζύρης +Αμπουλφάτ, και έστειλε και με έκραξεν εις τον οντά του, ο οποίος +μου είπε. Καλέ άνθρωπε, έμαθα πώς ηύρες ένα θησαυρόν, διά τον +οποίον καλά ηξεύρομεν πώς ο μισός απαρθενεύει του βασιλέως, το +λοιπόν πρέπει να τον δώσης, ειδέ μη θέλεις παιδευθή. Εγώ του +απεκρίθηκα. Αφέντη, εγώ σου ομολογώ την αλήθειαν πώς τον ηύρα· μα +ήξευρε πως να με κάμουν χίλια κομμάτια δεν θέλω τον φανερώσει· μα +σου τάσσω πως να σου δίνω κάθε ημέραν από χίλια φλωριά και να με +αφήσης ήσυχον εις το εξής. Ο Σμπουλφάτ ευχαριστήθη διά το τάξιμόν +μου· και έστειλε με εμένα ένα του πιστόν δούλον, και του εμέτρησα +τριάκοντα χιλιάδες φλωριά διά τον πρώτον μήνα. + +Ετούτος ο βεζύρης φοβούμενος μήπως και ο βασιλεύς της Μπάσρας +ήθελε μάθει τα όσα ακολούθησαν, εστοχάσθη να του το ομολογήση. Ο +βασιλέας αφού και άκουσε τον βεζύρην με μεγάλην προσοχήν, και +θέλοντας να βεβαιωθή καλλίτερον έστειλε και με έκραξε έμπροσθά +του· και ωσάν επήγα με εδέχθη με χαροποιόν πρόσωπον και άρχισε να +με εξετάζη διά τον θησαυρόν μου, παρακινώντας με διά να του τον +φανερώσω. Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η ζωή μου είνε εις το χέρι +σου· μα τον θησαυρόν ποτέ δεν ήθελα σου τον δείξει, με όλον που να +ήξευρα, πως θα μου κάμης τα πλέον οδυνηρότερα παιδευτήρια· όμως +διά να σε ευχαριστήσω σου τάσσω να σου δίδω την κάθε ημέραν από +δύο χιλιάδες φλωριά, και να μη με πειράξης, ειδεμή και δεν +ευχαριστηθής εις τούτο το τάξιμον, είσαι νοικοκύρης να κάμης ό,τι +ορίσεις εις εμένα. + +Ο βασιλεύς εις τούτα τα λόγια εγύρισε προς τον βεζύρην του, και +του εζήτησε συμβουλήν. Βασιλέα μου, του είπεν ο βεζύρης, η ποσότης +που σου τάσσει να σου δώση καθημερινώς είνε περισσότερη από ό,τι +ήθελες εύρει ένα πλουσιώτατον θησαυρόν· άφησέ τον λοιπόν διά να ζη +καθώς θέλει, και ευχαριστήσου εις τα όσα σου έταξεν. Ο βασιλέας +έμεινε πληροφορημένος από την συμβουλήν του βεζύρη, και αφού μου +έδειξε πολλές δεξίωσες, με απόλυσε. Και από εκείνον τον καιρόν +πάντα του επλήρωνα τα διά του έταξα ομοίως και του βεζύρη και του +παταλμαντζή, και κάθε χρόνον η ποσότης που δίνω αυτωνών είνε +περισσότερη από ένα μιλλιούνι και εκατόν χιλιάδες φλωριά. Ετούτο +είνε, αφέντη μου, εκείνο που επιθυμάτε να ηξεύρετε διά ιστορίαν +και εις το εξής μη θαυμάσης τόσον διά τα δώρα που σου έκαμα, ούτε +διά εκείνα όλα που είδες εις το σπήτι μου. + +Τελειώνοντας δε ο Αμπτούλ την διήγησιν των συμβεβηκότων του, ο +Καλίφης, γεμάτος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν διά να ιδή τον +θησαυρόν, του είπεν· είνε δυνατόν να είνε ποτέ εις τον κόσμον ένας +θησαυρός, που η μεγάλη σου γενναιότης να μην ήθελε τον φθείρει; +όχι, όχι δεν ημπορώ να το πιστεύσω και αν δεν ήθελε σου κακοφανή, +ήθελα να σε παρακαλέσω διά να με εβγάλης τελείως από την +περιέργειαν να μου τον δείξης, και σου κάνω όρκον φοβερόν ότι να +μην ειπώ κανενός το μυστήριον. Ο Αμπτούλ εφάνη περίλυπος διά την +ζήτησιν του Καλίφη. Μου κακοφαίνεται, Αφέντη μου, του είπεν, που +έχεις τέτοιαν περιέργειαν, την οποίαν δεν ημπορώ να σου την +πληρώσω χωρίς να μη σου ήθελε κακοφανή. Δεν βλάπτει, έκραξεν ο +Καλίφης, είμαι ευχαριστημένος διά να υποφέρω ότι με ήθελες +προστάξει χωρίς εναντίωσιν, και σου τάσσω πως δεν θέλεις το +μετανοήσει, που μου τον έδειξες. Κάνει χρεία εξαναείπεν ο Αμπτούλ +να σου δέσω τα μάτια, και να σε φέρω εκεί που είνε ο θησαυρός με +το κεφάλι ξέσκεπον, και εγώ με ένα σπαθί εις το χέρι έτοιμος διά +να σου κόψω το κεφάλι, ανίσως και ήθελες βιάσει τους νόμους της +φιλοξενίας, και ξεσκεπάσης τους οφθαλμούς σου· και τούτο όλον το +κάνω, επειδή και δεν ημπορώ να αποφασίσω να αποστείλω ένα μου +ξένον συγχισμένον πως δεν τον υπήκουσα. + +Ο Καλίφης τότε του είπε, πως ας μην έχη κανένα φόβον εις το να +παρέβη τα όσα του παρήγγειλε. Και έτσι ο Αμπτούλ εκαρτέρεσε μαζί +με τον Καλίφην εκείνην την νύκτα, έως που επήγαν όλοι οι δούλοι +του να κοιμηθούν, και ύστερα παίρνει τον Καλίφην και του δένει τα +μάτια, και τον κάνει να καταβή από μίαν σκάλαν κρυπτήν εις ένα +περιβόλι πολλά μεγάλον και ύστερα αφού και απέρασαν από διάφορες +στράτες στενές ήλθαν εις τον τόπον όπου ήτον ο θησαυρός. Ετούτος ο +τόπος ήτον ένα βαθύτατον και πλατύ υπόγειον, η πόρτα του οποίου +ήτον από τζελίκι μίαν πήχυν χοντρή· την οποίαν ανοίγοντας ήλθον +ευθύς εις ένα χοντζερέ πολλά σκοτεινόν και απερνώντάς τον, ήλθον +εις μίαν σάλαν μεγάλην, την οποίαν τα πολλά καρβούνια την έκαναν +πολλά φωτεινήν, τότε ο Αμπτούλ έλυσε τα μάτια του βασιλέως, ο +οποίος με μεγάλην έκπληξιν εκύτταξεν εκείνα που επροσφέροντο εις +τους οφθαλμούς του, μία λεκάνη από μάρμαρον άσπρον, που είχε τον +γύρον της σαράντα πήχες και το βάθος εικοσιπέντε, εφαίνονταν εις +την μέσην της σάλας, η οποία ήτον γεμάτη από μεγάλα κομμάτια +χρυσάφι, αυτή η λεκάνη ήτον επάνω δώδεκα στύλων από το ίδιον +χρυσάφι, και αναμεταξύ των στύλων ήσαν άλλα τόσα αγάλματα από +πέτρες πολύτιμες. + +Ο Αμπτούλ ανέβασε τον Καλίφη από μίαν σκάλαν εις το χείλος της +λεκάνης και είπε του Καλίφη· βλέπεις ετούτην την λεκάνην, που +είναι γεμάτη από χρυσάφι; δύο δάκτυλα ακόμη δεν είνε φυραμένη έως +τώρα αφού την εξουσιάζω· πιστεύεις το λοιπόν, ότι εγώ ημπορώ να +την σώσω έτσι εύκολα; Ο Καλίφης αφού και εστοχάσθηκε καλώς την +λεκάνην, είπεν· ετούτο το ομολογώ πως είνε ένας πλούτος +υπέρμετρος· μα καθώς τον μεταχειρίζεσαι ημπορεί να σωθή. Ας είναι, +απεκρίθη ο Αμπτούλ, οπόταν σωθή αυτός, θέλω προστρέξει εις εκείνον +που τώρα θέλω σου δείξει· και έτσι τον έκαμε να περάση εις μίαν +άλλην σάλαν πλέον φωτεινωτέραν, εις την οποίαν ήτον πολλότατες +μαξιλάρες από χρυσά μεταξωτά, κεντημένες με πλήθος μαργαριτάρια, +και διαμάντια· εφαίνονταν ομοίως εις την μέσην άλλη μία λεκάνη, +όχι τόσον μεγάλη ωσάν την άλλην, μα μικρότερη, αλλά εις την τιμήν +πολλά πλουσιώτερη, η οποία ήτον γεμάτη από ρουμπίνια, διαμάντια, +σμαράγδια, και κάθε λογής πέτρες πολύτιμες. + +Θαυμασμός μεγαλύτερος ποτέ δεν εστάθη παρόμοιος ωσάν εκείνον, που +ο Καλίφης έδειξε τότε· μετά βίας ημπορούσε να πιστεύση αυτός ότι +ήτον έξυπνος· εκείνη η νέα λεκάνη εφαίνονταν ένα τέρας και δεν +ημπορούσεν από αυτήν να σηκώση τους οφθαλμούς του. Τότε ο Αμπτούλ +τον έκαμε να ιδή επάνω εις δύο θρόνους αργυρούς δύο σώματα νεκρά, +και του είπε, πως αυτοί είναι οι πρώτοι εξουσιασταί του θησαυρού. +Ήταν αυτά ένας βασιλέας και μία βασίλισσα, οποίοι εφορούσαν εις +τας κεφάλας κορώνες από διαμάντια· και εφαίνονταν πως ήτον ωσάν +αποκοιμισμένοι, εις των οποίων τους πόδας εκρέμονταν μια ταύλα από +έβενον με γράμματα χρυσά, που έλεγαν ούτως· + +«Εσυνάθροισα εις όλην μου την ζωήν ετούτα όλα τα πλούτη, που είνε +εδώ· επήρα χώρες και κάστρα τα οποία τα ελιμούργιαξα απέκτησα +βασίλεια, και εκατατρόπωσα όλους τους εχθρούς μου· μα όλες μου αι +δυνάμεις έδωσαν τόπον εις εκείνες του θανάτου. Όποιος το λοιπόν με +ήθελεν ιδεί εις την στάσιν που είμαι ας ανοίξη τα μάτια του και ας +στοχασθή, ότι και εγώ εζούσα ωσάν και αυτόν, και πως θέλει +αποθάνει και αυτός ωσάν και εμένα· και διά τούτο ας μη φοβηθή να +φθείρη ετούτον τον θησαυρόν· επειδή και δεν θέλει ποτέ +ολιγοστέψει, και ας τον μεταχειρισθή διά να αποκτήση φίλους, και +να απεράση μίαν ζωήν ευφρόσυνον· επειδή οπόταν θέλει αποθάνει όλα +τούτα τα πλούτη δεν θέλουν τον έβγαλει από το μέλλον όλων των +κοινών ανθρώπων». Και αποδιαβάζοντας ο Καλίφης εκείνα τα γράμματα, +είπεν· + +Εγώ δεν σου εναντιώνομαι πλέον διά την μεταχείρισιν που κάνεις του +πλούτου σου· εσύ έχεις δίκαιον να ζης καθώς φέρεσαι και μέμφομαι +την συμβουλήν που σου έδωσεν ο πραγματευτής ο γέρων. Έξω από αυτά +ο Αμπτούλ του έδειξε και άλλα πολύτιμα πράγματα ανάμεσα εις τα +άλλα και από τα δένδρα παρόμοια ωσάν εκείνο που του εχάρισεν. + +Ο Καλίφης επιθυμούσε μετά χαράς να σταθή και το υπόλοιπον της +νυκτός εις το να στοχάζεται εκείνα τα πλούτη· μα ο Αμπτούλ έλαβε +βίαν διά να έβγη πριν εξυπνήσουν οι δούλοι του και τον καταλάβουν, +και ούτως επήρε τον βασιλέα και του ξανάδεσε τα μάτια και εβγήκε +με τον ίδιον τρόπον που εμπήκαν, και ήλθαν εις τους οντάδες που +ήταν πρώτον. + +Από όλα τούτα που με έκαμες και είδα, είπεν ο Καλίφης προς τον +Αμπτούλ, και από την σκλάβαν που μου εχάρισες, δεν έχω καμμίαν +αμφιβολίαν ότι εσύ έχεις τες πλέον εύμορφες γυναίκες που είνε εις +την εξουσίαν σου. Αλήθεια, απεκρίθη ο Αμπτούλ, εγώ έχω σκλάβες +μιας υπερβολικής ωραιότητος, μα δεν ημπορώ να αγαπήσω καμμίαν. Η +Δαρδανέ, η ωραία Δαρδανέ έχει πλανωμένους πάντοτε τους στοχασμούς +μου· και με όλον που κάθε στιγμήν στοχάζομαι πώς αυτή είνε +αποθαμμένη και πώς δεν πρέπει πλέον να την στοχασθώ, έχω την +δυστυχίαν να μην ημπορώ να εβγάλω από την φαντασίαν μου την μορφήν +της· και είμαι τόσον σκοτισμένος, που αντίς να χαίρωμαι τόσα +πλούτη και τόσα καλά, μου φαίνεται πως να μην είμαι +ευχαριστημένος· καλύτερον αγαπούσα χίλιες φορές να εχαίρομουν μίαν +ευτυχίαν μεσαίαν και να είχα την Δαρδανέ, παρά που να ζω χωρίς +αυτήν με όλα ταύτα τα πλούτη. + +Ο Καλίφης έμεινε θαυμασμένος διά την σταθερότητα του Αμπτούλ, και +δεν έλειψε να τον παρακινήση να βγάλη από την φαντασίαν του αυτόν +τον στοχασμόν τον ανωφελή και άλλα παρόμοια. Ύστερον ευχαριστώντας +τον διά την μεγάλην δεξίωσιν που του έδειξε, και διά τες πολλές +χάρες που του έκαμε, εγύρισε και ήλθεν εις το κονάκι του· και +ευθύς ετοιμάσθη και εμίσευσε διά το Μπαγδάτι με όλους τους +δούλους, σκλάβας, σκλαβόπουλο και άλλα δώρα που από τον Αμπτούλ +έλαβεν. + +Ολίγες ημέρες ύστερον από τον μισευμόν ετούτου του βασιλέως, ο +βεζύρης Αμπτολφατάς ακούοντας να ομιλούν διά τα μεγάλα δώρα που ο +Αμπτούλ έκανε καθημερινώς εις τους ξένους που επήγαιναν να τον +βλέπουν, και εκστατικός διά το μέγα πλήρωμα που έκανε τόσον +αυτουνού, όσον και του βασιλέως και παταλματζή κατά την συμφωνίαν +τους, αποφάσισεν με κάθε τρόπον να ξεσκεπάση πού έχει κρυμμένον +τον θησαυρόν, που έβγαζε τόσα πλούτη χωρίς να σωθή. Ετούτος ο +βεζύρης ήτον ένας από τους πλέον κακοτρόπους του κόσμου, οι οποίοι +δεν έχουν αντίρρησιν να κάμουν τες μεγαλύτερες ανομίες διά να +πληρώσουν την επιθυμίαν τους. Είχεν αυτός μίαν θυγατέρα δέκα οκτώ +χρονών και την ωνόμαζε Μπάλκω, η οποία ήτο στολισμένη με όλα τα +καλά ήθη. Ο ανιψιός του βασιλέως της Μπάσρας Αλής ονόματι, την +αγαπούσε κατά πολλά· ο οποίος έμελλεν εις ολίγον καιρόν να την +στεφανωθή, επειδή της είχε δώσει τον λόγον. Ο βεζύρης πατέρας της +την κράζει μίαν ημέραν εις τον οντάν του και της λέγει· Θυγατέρα +μου, έχω χρείαν μεγάλην από λόγου σου, διά την οποίαν θέλω να +στολισθής και να καλλωπισθής καλύτερα, όσον ημπορέσης· και ύστερον +να πας εις το σπήτι του Αμπτούλ, διά να τον κάμης με κάθε τρόπον +να σου δείξη τον θησαυρόν του, πού τον έχει κρυμμένον· Η Μπάλχω +ωσάν φρόνιμη, που ήτον, εναντιώθη πολλά εις την βδελυράν απόφασιν +του πατρός της· μα αυτός ο βάρβαρος την εβίασε τόσον, που δεν +ημπόρεσε να κάμη αλλέως παρά να του υπακούση εις την άνομόν του +βουλήν και με δάκρυα εις τα μάτια επήγε και εστολίσθη, καλύτερον +όσον ημπορούσε, εκεί που δεν είχε τόσην χρείαν από καλλωπισμόν, με +το να ήταν πολλά ωραία. + +Φθάνοντας τέλος πάντων η νύκτα, ο πατέρα της την έβγαλεν από ένα +κρυφόν τόπον του σεραγιού του, και την έφερεν ο ίδιος εις την +πόρταν του Αμπτούλ, και εκεί την άφησε· και πριν την αφήση της +είπε· πως αν δεν κάμης καθώς σε εδιάταξα διά να μάθης που έχει τον +θησαυρόν, ήξερε πως από το σπαθί μου δεν θέλεις γλυτώσει. Τότες +αυτή εκτύπησε την πόρταν, και εγύρεψε διά να ομιλήση με τον +Αμπτούλ. Ευθύς ένας σκλάβος την ανέβασεν εις μίαν σάλαν, που ο +αυθέντης του ήτον εξαπλωμένος επάνω εις μίαν μαξιλάραν +χρυσοΰφαντον και ευθύς που είδε την Μπάλκω έμεινε τρωμένος από την +ευμορφιά της· και εν τω άμα εσηκώθη ορθός και έτρεξε διά να την +συναπαντήση. Αφού και της έδειξε μεγάλες δεξίωσες, την επήρεν από +το χέρι με πολλήν ευγένειαν, και βάνοντάς την να καθήση μαζί του, +την ηρώτησε από τι προέρχεται αυτή η τιμή, που του κάνει να +πηγαίνη να τον εύρη. Η Μπάλκω τότε εξεσκέπασε το πρόσωπόν της και +είπεν· εγώ ακούοντάς από πολλούς την φήμην του ονόματός σου, και +πως είσαι ένας ευγενικός άνθρωπος και ένδοξος, επεθύμησα να έλθω +να δειπνήσω με του λόγου σου. Ο Αμπτούλ με όλον που ήτον +διαφορετικός με τες γυναίκες, αυτή όμως του άναψε πολλά την φλόγα +του έρωτος, και άρχισε να δείχνη πολλήν κλίσιν προς αυτήν. + +Η βεζυροπούλα βλέποντάς τον ηθικόν κίνδυνον που ευρίσκονταν, και +φοβουμένη διά να μη χάση την τιμήν της, άρχισε να χάνη την όψιν +της και να κλαίη. Ο Αμπτούλ ευθύς έμεινεν εκστατικός εις την +μεταβολήν της, και άρχισε να την ερωτά με γλυκά λόγια τι της +συνέβη έτσι έξαφνα, και τι είνε η αιτία αυτής της μεταβολής; +Κύριε, απεκρίθη η βεζυροπούλα, η αιτία της μεταβολής μου είνε +πολλά μεγάλη· και άκουσον να σου την διηγηθώ· επειδή και αποφάσισα +να λύσω την σιωπήν, και να σου φανερώσω τον δόλον. Ο πατήρ μου που +ηξεύρει πως έχεις ένα θησαυρόν κρυμμένον, ηθέλησε να μεταχειρισθη +εμένα διά να ξανοίξω τον τόπον που είνε· με επρόσταξε στανικώς διά +να πασχίσω με κάθε λογής τρόπον, θυσιάζοντάς την τιμήν μου, αν +κάμη χρεία, να σε κάμω να μου τον φανερώσης· εγώ του εναντιώθηκα +εις τούτην την άνομον προσταγήν, μα χωρίς να κατορθώσω τίποτε, +επειδή και αυτός μου είπεν αποφασιστικώς πως θέλει με φονεύσει με +τας χείρας του, αν δεν ήθελα τον υπακούσει· και ούτω βιαζομένη +ήλθα εις τούτον τον τόπον εις εσένα, να σου ομολογήσω πως το κάνω +με μεγάλον πόνον. + +Αφού η βεζυροπούλα ωμίλησε με τέτοιον τρόπον του Αμπτούλ, της +απεκρίθη αυτός. Κυρά μου, είμαι πολλά υπόχρεως εις τα όσα μου +εξεμυστηρεύθης, και δεν θέλεις το μετανοήσει διά την ευγενικήν σου +γενναιότητα· εσύ δεν αποθαίνεις, μη φοβάσαι· επειδή και θέλεις +ιδεί τον θησαυρόν μου και θέλεις μείνει ευχαριστημένη καθώς το +επιθυμείς· παύσε το λοιπόν να κλαίης, και έλα με εμένα διά να ιδής +το ποθούμενον. Παίρνοντας αυτήν από το χέρι, την έφερεν εις την +σάλαν, και εκεί της έδεσε τα μάτια, καθώς έκαμε και του Καλίφη, +και την έφερεν εις το μέγα περιβόλι, και από εκεί την έμπασεν εις +το υπόγειον, όπου ήτον ο θησαυρός, και εκεί λύοντάς της τα μάτια +της έδειξεν όλα εκείνα που είχε δείξει και του Καλίφη. Αν ο +Καλίφης έμεινεν εκστατικός εις τα όσα είδεν, αυτή έμεινε πολύ +περισσότερον, και ο μεγαλύτερος της θαυμασμός εστάθη εις το να ιδή +τους δύο νεκρούς βασιλείς με την πλάκα γραμμένην εις τους πόδας· +και, αφού την ανέγνωσεν, είδε την βασίλισσαν, που είχεν εις τον +λαιμόν μια αρμαθιά από μαργαριτάρια, χονδρά ωσάν αυγά περιστεράς· +τα οποία κυττάζοντάς τα με επιθυμίαν την απείκασεν ο Αμπτούλ, και +ευθύς τα έβγαλεν από τον λαιμόν της βασίλισσας, και τα έβαλε της +βεζυροπούλας, λέγοντάς της ότι από ετούτα θέλει πιστωθή ο πατέρας +σου, πως είδες τον θησαυρόν μου· και ύστερον την επαρακάλεσε, διά +να πάρη ότι άλλο αγαπά από εκείνα που βλέπει. Αυτή δε επήρε πολύν +αριθμόν από διαμαντικά πολύτιμα, τα οποία της τα εδιάλεξεν ο +Αμπτούλ με το χέρι του. + +Τελειώνοντας να της δείξη τον θησαυρόν του, της εξανάδεσε τα +μάτια, και την έβγαλεν από το υπόγειον και την έφερεν εις την +ιδίαν σάλαν όπου ήτον. Τότε η νέα αφού τον εβεβαίωσεν ότι αυτή δεν +ήθελεν αλησμονήσει την δεξίωσιν, και τες χάρες που της έκαμεν, +εμίσευσε και επήγεν εις τον πατέρα της, και εδιηγήθη τα όσα +απέρασε, και τα όσα είδεν. + +Ο Βεζύρης επικράνθη πολλά διά την τιμημένην ευγένειαν, και τις +χάρες που έδειξε της θυγατρός του· και αγαπούσε καλύτερα να είχε +χάση η θυγατέρα του την τιμήν της, παρά να μείνη εις το σκότος της +αμαθείας, να μην ηξεύρη εις τι μέρος ήτον ο θησαυρός, που +επιθυμούσε να ξεσκεπάση. + +Εις τούτο το αναμεταξύ ο Καλίφης Αρούν έφθασεν εις το Μπαγδάτι και +ευθύς που υπήγεν ελευθέρωσε τον βεζύρην του που τον είχε +φυλακωμένον, και του έδωκε την πρώτην του αξίαν. Και αφού του +ωμολόγησε τα όσα επέρασεν εις το ταξείδι του, και διά την +γενναιότητα του Αμπτούλ, του είπε· Γιαφάρ, τι πρέπει να κάμω εγώ; +εσύ ηξεύρεις ότι οι ανταμοιβές των βασιλέων πρέπει να υπερβαίνουν +τις χάρες που τους γίνονται· αν αποφασίσω δια να στείλω εις +ανταμοιβήν του γενναίου Αμπτούλ από τα πλέον πολύτιμα είδη που έχω +εις τον θησαυρό μου, θέλουν είναι το ουδέν εμπρός εις εκείνα, που +μου εδώρησεν αυτός· πώς ημπορώ το λοιπόν εγώ να τον υπερβώ; +Αυθέντη, του απεκρίθη ο βεζύρης, αν θέλης να τον υπερβής εις την +γενναιότητα, πρέπει να σηκώσης την αξίαν του βασιλέως της Μπάσρας, +που σου είναι υποκείμενος, και να την δώσης του Αμπτούλ διά να +γένη αυτός βασιλέας, και αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, που +ημπορεί να του κάμης· και διά τώρα θέλεις στείλει μεντζίλι με τις +είδησες, και υστερότερα θέλω υπάγει εγώ με τα κυρωτικά γράμματα, +ήγουν με το μουκαρέρι. + +Άρεσε κατά πολλά του Καλίφη η γνώμη του βεζύρη του, και ευθύς +επρόσταξε να σταλθή το μεντζίλι με τες είδησες, το οποίον εις +ολίγας ημέρας έφθασε, και έφερε το πρόσταγμα εις τον βασιλέα της +Μπάρσας. Ο βασιλέας έμεινε νεκρός εις αυτήν την είδησιν, και ευθύς +κράζει τον βεζύρην του και του είπε την φθοροποιάν του είδησιν. Ο +βεζύρης που ήτον κακής διαθέσεως του είπε· μην ενοχλείσαι, βασιλέα +μου, δι' αυτό, ότι εγώ θέλω κάμει την κάθε προσπάθεια διά να +μείνης εις τον θρόνον σου, διά την οποίαν κάνει χρεία ευθύς να +θυσιάσω τον Αμπτούλ, και ύστερον θέλω κάμει να πιστεύση όλος ο +λαός, ότι απέθανε, χωρίς όμως να του σηκώσω την ζωήν. Αυτόν θέλω +τον κρύψει εις ένα τόπον που να μην φανερωθή ποτέ, και με τούτο το +μέσον θέλεις μένει εις τον θρόνον σου, και θέλεις κυριεύσει και +όλα τα πλούτη αυτουνού· επειδή και ωσάν τον βάλω εις τας χείρας +μου θέλω του κάμει τόσες τυραννίες, που να τον υποχρεώσω να μου +φανερώση τον θησαυρόν του. Κάμε εκείνο που σου φαίνεται του +απεκρίθη ο βασιλεύς· μα τι έχομεν να αποκριθούμεν του αυτοκράτορος +Καλίφη; Άφησε ακόμη και τούτο εις εμένα, απεκρίθη ο βεζύρης, και +μη σε μέλει τίποτε. + +Τότες ο βεζύρης παίρνωντας μερικούς φίλους του, χωρίς να ηξεύρουν +την βουλήν του, επήγον εις τον Αμπτούλ. Ό δε Αμπτούλ τους εδέχθη +με μεγάλην τιμήν, και τους εφιλοδώρησε με μεγάλην γενναιότητα, και +τους εκράτησε διά να γευματίσουν· και εις το αναμεταξύ, που +εγευμάτιζαν, ο βεζύρης με εύμορφον τρόπον έβαλεν εις το ποτήρι που +έπινε μίαν σκόνιν, ο οποίος πίνοντάς την έπεσεν ευθύς ωσάν +αποθαμμένος. Οι περιεστώτες έμειναν εκστατικοί εις τούτο το θέαμα +και όλοι έντρομοι ελόγιασαν πώς να του έπεσεν αποπληξία. Εδόθησαν +όλοι οι άνθρωποί του εις τα κλάμματα και εις τες φωνές διά τον +θάνατον του αυθέντου των· όλη η χώρα εγέμισεν ευθύς από βρυγμόν +και κλάμματα διά τον εξαφνικόν θάνατον του ευεργέτου τους, και +εφώναζαν ωσάν να είχαν χάση τον ίδιόν τους πατέρα. Ως τόσον ο +βεζύρης διά να μη φανερώση εκαμώνονταν πως του εκακοφαίνετο +μεγάλως, και άρχισε και έσχιζε τα φορέματά του, και εθρηνούσεν +απαρηγόρητα· επρόσταξεν υστερώτερα διά να τον θάψουν μετά μεγάλης +τιμής, κάνοντας να τον βάλουν εις ένα κοιμητήριον ιδικόν του, εκεί +που είχε τους γονείς του βαλμένους· και αφού έστειλε διά να τον +θάψουν, έβαλε βούλαν εις το σπήτι του, διά να γένη βασιλικόν το +έχειν του, με το να μην είχε κληρονόμους. + +Αφού έβαλαν τον δυστυχή Αμπτούλ εις το κοιμητήριον, το έκλεισαν, +και έφεραν το κλειδιά του βεζύρη. Την ερχομένην νύκτα ο κακότροπος +βεζύρης πέρνει δύο πιστούς σκλάβους, και πηγαίνει εις το +κοιμητήριον και ανοίγοντάς το εμπήκε μέσα· και έβγαλε τον Αμπτούλ +από το κιβούρι και του έδωσαν ένα πιοτόν, και ευθύς που το έβαλεν +εις το στόμα εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του ο Αμπτούλ, και +ανοίγοντάς τα μάτια του είδε τον βεζύρην και τον εγνώρισεν. Α +αφέντη, του είπεν πού είμασθε, και εις τι κατάστασιν βλέπω τον +εαυτόν μου; Τρισάθλιε, του απεκρίθη ο βεζύρης, ήξευρε ότι εγώ +είμαι εκείνος, που σου επροξένησα τούτην την συμφοράν, και σε +έφερα εδώ διά να σε έχω εις την εξουσίαν μου, και να σε κάμω να +υποφέρης χίλια μαρτύρια, αν δεν μου φανερώσης τον θησαυρόν σου, +και καθημερινώς θέλω εύρει νέες τυραννίες διά να σε κάμω να +βαρεθής την ζωήν σου, αν δεν μου τον φανερώσης. Εσύ ημπορείς να +μου κάμης ότι σου αρέσει του απεκρίθη ο Αμπτούλ, μα τον θησαυρόν +μου δεν θέλεις δυνηθή να τον ιδής ποτέ. + +Εν τω άμα που ετελείωσεν αυτά τα λόγια ο άνομος και κακότροπος +βεζύρης, επρόσταξε τους σκλάβους του και τον έδειραν με βούνευρα +τόσον, που τον έκαμαν τον δυστυχή και έπεσε λιπόθυμημένος. Οπόταν +δε ο βεζύρης τον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν, έκαμε και τον +εμετάβαλαν εις το κιβούρι, και κλείοντάς τον καλά, εγύρισεν εις το +σαράγι του, και το ταχύ επήγεν εις τον βασιλέα του διά να του +διηγηθή τα όσα έκαμεν. Ο βασιλεύς που δεν ήτο ολιγώτερον +σκληροκάρδιος από τον βεζύρην του, επήνεσε τα όσα έκαμε και +ύστερον του λέγει. Βεζύρη, αυτά που έκαμες πηγαίνουν όλα καλά· μα +τι απόκρισιν έχομεν να δώσωμεν του Καλίφη; Ο βεζύρης του είπεν· ας +γράψωμεν πως ο Αμπτούλ, αφού και έλαβε την είδησιν πως θέλει γένει +βασιλέας, από την χαράν του απέθανεν αιφνιδίως τον καιρόν που +εγευμάτιζε. Του βασιλέως άρεσεν αυτός ο στοχασμός του βεζύρη του +και ευθύς έστειλε μεντζίλι διά να δώσουν την είδησιν του Καλίφη +διά τον θάνατον του Αμπτούλ· + +Ο βεζύρης, που εφαντάζετο πώς με τες τυραννίες που έκαμε του +Αμπτούλ, ήθελε του φανερώσει τον θησαυρόν του, επήγε πάλιν το +βράδυ διά να τον κάμη να υποφέρη νέας τυραννίας έως που να του +φανερώση το ποθούμενον· μα ωσάν έφθασεν εις το κοιμητήριον έμεινε +εκστατικός με το να ιδή το κοιμητήριον ανοικτόν. Και εμπαίνοντας +μέσα, και μην ευρίσκοντάς τον Αμπτούλ εις το κιβούρι, ολίγον +έλειψε που να τρελλαθή από την θλίψιν του· και ευθύς εγύρισεν εις +το παλάτι, και ανήγγειλε του βασιλέως εκείνο που συνέβη· ο οποίος +εν τω άμα έπεσε λιπόθυμημένος από τον πόνον του· και αφού +εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του, λέγει του βεζύρη τι θέλει γίνει εις +ημάς τώρα, που τούτος μας έφυγεν; εμείς είμασθε χαμένοι από τον +Καλίφη· εξέταξε λοιπόν μήπως και τον εύρης, επειδή και μακράν από +εδώ δεν επήγε. Τότε ο βεζύρης εσύναξε πολλούς στρατιώτας, με τους +οποίους επερικύκλωσαν όλην την χώραν, και τες στράτες έξω από την +χώραν, χαλεύοντας διά να τον εύρουν. + +Εις τούτο το αναμεταξύ, που ο βεζύρης εχάλευε με μεγάλην +επιμέλειαν διά να εύρη τον Αμπτούλ, έφθασε το μεντζίλι εις τον +Καλίφην, και του έδωσε την είδησιν διά τον θάνατον του Αμπτούλ, +πώς από την χαράν του απέθανεν. Ο Καλίφης, ομού με τον βεζύρην του +Γιαφάρ το επικράθηκαν τόσον, που καμμιά παρηγοριά δεν ήτο δι' +αυτούς· έπειτα επρόσταξεν ο Καλίφης και έφεραν τα γράμματα του +βασιλέως της Μπάσρας· και αφού τα ανέγνωσε με στοχασμόν και τα +εξανανέγνωσεν, είπε του Βεζύρη του· εμένα μου φαίνεται πώς ο +θάνατος του Αμπτούλ να μην εστάθη φυσικός, αλλά φοβούμαι ότι, +βασιλέας της Μπάρσας με τον βεζύρην του τον επιβουλεύθησαν και τον +εφόνευσαν διά να μη χάσουν τες αξίες τους. + +Ο Γιαφάρ απεκρίθη. Πολυχρονημένε μου βασιλέα, ήξευρε πως και εγώ +το όμοιον υποπτεύω· διατί ηξεύρω πως αυτοί είνε κακής διαθέσεως +άνθρωποι, και το έκαμαν χωρίς αμφιβολίαν, και κρίνω εύλογον ότι +τόσον τον ένα, όσον και τον άλλον να προστάξης να τους φυλακώσουν, +έως που να εξετάσωμεν να εύρωμεν την αλήθειαν. Τότε ο Καλίφης είπε +του Βεζύρη του· έπαρε ευθύς δέκα χιλιάδες καβάλλαν, και σύρε να +τους πιάσης και να τους φυλακώσης. Ο βεζύρης υπήκουσε, και εν τω +άμα επήρε τους στρατιώτας και εμίσευσεν. + +Ας ξαναγυρίσωμεν τώρα εις τον Αμπτούλ διά να ιδούμεν την αιτίαν, +που δεν τον ηύρεν ο βεζύρης εις το κοιμητήριον, εις το οποίον τον +είχον αφήσει. Ετούτος ο άνθρωπος όντας μέσα εις το κιβούρι ακούει +την ιδίαν νύκτα να ανοίξουν πάλιν την πόρταν, έπειτα να τον +βγάλουν από το κιβούρι· αυτός λογιάζοντας πώς ξαναήλθεν ο βεζύρης +διά να τον ξανατυραννίση, Α, βάρβαρε και σκληροκάρδιε, άρχισε να +λέγη, θανάτωσόν με ανίσως και έχεις επάνω σου ευσπλαγχνίαν, και μη +με τυραννής, ότι τα μαρτύρια, που θέλεις μου κάμει, δεν θέλουν +δυνηθή να με κάμουν να σου φανερώσω εκείνο που επιθυμείς. Μη +φοβάσαι τίποτε, απεκρίθη ένας από εκείνους, που του άνοιξαν το +κιβούρι, ότι αντίς να σε τυραννήσωμεν ήλθαμεν μάλιστα να σε +συντρέξωμεν. Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ άνοιξε τα μάτια, και +κυττάζει διά να ιδή ποίοι ήσαν οι ελευθερωταί του, και ανάμεσόν +τους εγνώρισε την θυγατέρα του βεζύρη, που της είχε δείξει τον +θησαυρόν του· Κυρά μου, εσύ είσαι το λοιπόν, που μου ελευθερώνεις +την ζωήν; Ναι, φίλε μου, απεκρίθη η βεζυροπούλα, εγώ είμαι και ο +Αλής ο αγαπητικός μου, που εδώ τον βλέπεις, ο οποίος παρακινημένος +από ευσπλαγχνίαν, ήλθε μετ' εμένα διά να με βοηθήση να σε βγάλω +από τον κίνδυνον του θανάτου. + +Ο Αμπτούλ, αφού και εσυνήλθε καλά εις τον εαυτόν του, δυναμούμενος +από κάποια ιατρικά, που αυτοί του έδωσαν, τους ευχαρίστησε μεγάλως +διά την ευεργεσίαν, που του έκαμαν, ύστερα τους ερώτησε, πώς αυτοί +ήξευραν ότι ακόμη δεν είχεν αποθάνει; Η βεζυροπούλα του είπεν· ότι +εγώ σαν ήκουσα την ψεύτικη φωνή του θανάτου σου δεν την επίστευσα, +και υπώπτευσα πως ο πατέρας μου εστάθη η αιτία διά τα όσα +ακολούθησαν· υποχρέωσα με δώρα έναν από τους δύο σκλάβους, που +ήταν οι πιστοί του βεζύρη, ο οποίος μου έδωσε τα κλειδιά τούτου +του κοιμητηρίου που αυτός τα εφύλαγε, και έτσι εμήνυσα του Αλή και +επήρε δύο πιστούς του σκλάβους. και ευθύς ήλθαμεν διά να σε +ελευθερώσωμεν, και ευχαριστούμεν τον ουρανόν, που σε εφθάσαμεν +ζωντανόν. Ω Θεέ μου, είπε τότε ο Αμπτούλ, ημπορεί ένας πατέρας +τόσον σκληρός να έχη μίαν θυγατέρα τόσον γενναίαν; Ταύτα λέγοντας +ο Αλής με την Βεζυροπούλαν τον ένδυσαν με ένα φόρεμα σκλάβου, και +τον επήραν και τον έκρυψαν εις το σπήτι του Αλή, έως που ο βεζήρης +έπαυσε να τον ζητά. + +Τότε ο Αλής του έδωσεν ένα καλόν άλογον, και πολλά φλωριά και +πετράδια, και είπεν· Εσύ διά την ώραν ημπορείς να φυλαχθής· επειδή +και οι στράτες είνε ελεύθερες και δεν σε ζητούν πλέον· σύρε το +λοιπόν όπου σου αρέση, και ο ουρανός ας είνε με λόγου σου. Ο +Αμπτούλ, αφού τους ξαναευχαρίστησε διά τες χάρες που του έκαμαν, +εμίσευσε διά νυκτός και έπιασε την στράταν διά να υπάγη εις το +Μπαγδάτι. Φθάνοντας λοιπόν εις το Μπαγδάτι επήγεν ευθύς εις τον +τόπον, όπου εσυνάζουνταν οι πραγματευτάδες μήπως και ιδή εκείνον +που εφιλοδώρησεν εις την Μπάσραν, διά να του διηγηθή τες δυστυχίες +του· όμως εθλίβη κατά πολλά, που δεν ημπόρεσε να τον ιδή· εγύρισεν +όλην την χώραν μα δεν εστάθη τρόπος, που να ημπορέση να τον +συναπαντήση. Και μια ημέρα καθώς επεριπατούσε ζητώντάς τον +απόστασε, και εκάθηοεν εις μίαν πέτραν απέναντι του σαραγιού του +Καλίφη. Το σκλαβόπουλο, που αυτός είχε χαρίσει του Καλίφη, +ευρίσκονταν τότε έξω από την πόρταν του σαραγιού και γνωρίζοντάς +τον έτρεξεν εις τον Καλίφη και του το ανήγγειλε· Ο Καλίφης δεν +έδωσε πίστιν εις τούτο· εσύ είσαι γελασμένος, του απεκρίθη· ο +Αμπτούλ πλέον δεν ζη· και πώς λέγεις πως τον είδες; Βασιλέα μου, +του απεκρίθη το σκλαβόπουλον είμαι βέβαιος πώς είναι αυτός, ότι +τον εστοχάσθηκα και τον εγνώρισα, και αν δεν εγνώριζα, δεν +ελάβαινα την τόλμην να έλθω να σου ειπώ ψεύμα. + +Με όλον που ακόμη ο Καλίφης δεν το επίστευε, δεν άφησε να +βεβαιωθή· έστειλεν ευθύς το σκλαβόπουλο με ένα δούλον διά να του +τον φέρουν έμπροσθέν του, οι οποίοι πηγαινάμενοι τον ηύραν ακόμη, +που εκάθονταν εις τον ίδιον τόπον. Το σκλαβόπουλο ωσάν εβεβαιώθη +καλά πως ήτον αυτός, έπεσεν εις τα ποδάρια του Αμπτούλ και του τα +εφιλούσεν. Αυτός το εσήκωσε και το ερώτησεν αν έλαβε την τιμήν να +δουλεύη τον Καλίφην. Ναι, αυθέντη· του απεκρίθη το σκλαβόπουλο· ο +ίδιος Αυτοκράτωρ είνε εκείνος, τον οποίον εσύ εδεξιώθης εις το +σπήτι σου, και του έκαμες τόσες χάρες, και εχάρισες και εμένα· έλα +μαζί μου το λοιπόν, διότι ο Βασιλεύς είναι πολλά ανυπόμονος διά να +σε ιδή. Εστάθη μέγας ο θαυμασμός του Αμπτούλ, εις τα όσα το παιδί +του εδιηγήθη, και γεμάτος από χαράν ήλθεν εις τον οντάν, όπου +εκάθητο ο Καλίφης. Αυτός ο βασιλέας εκάθονταν επάνω εις το θρονί +του, και ωσάν είδε τον Αμπτούλ εσηκώθη με βίαν και επήγε και τον +εδέχθη· τον οποίον εκράτησε πολλήν ώραν είς τες αγκάλες του χωρίς +να ημπορέση να προφέρη λόγον, τόσον μεγάλη εστάθη η χαρά του· και +αφού έλαβε την αναπνοήν του, είπε του Αμπτούλ. Ω φίλε, άνοιξε τα +μάτια σου και ξαναγνώρισε τον αγαπημένον σου ξένον· εγώ είμαι +εκείνος, που εσύ με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν και αγάπην με εδέχθης +εις το σπήτι σου και με εδώρησες τόσα υπέρπλουτα πράγματα, που +υπερβαίνουν τα πλούτη των βασιλέων. + +Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ, που δεν ήτο ολιγώτερον εκστατικός +από τον Καλίφην και γνωρίζοντάς τον, εφώναξεν· Ω μεγαλώτατε +Αυθέντη μου, και βασιλέα του κόσμου, εσύ είσαι εκείνος που +εκατεδέχθης να έλθης εις το σπήτι του σκλάβου σου, και ούτω +λέγοντας έπεσε εις το ποδάρι του βασιλέως, ο οποίος τον εσήκωσε +και τον έβαλε να καθήση επάνω εις ένα προσκέφαλον σιμά του. Πώς +είνε ποτέ δυνατόν, του είπεν ο βασιλεύς, εσύ να είσαι ζωντανός, +τον καιρόν που με μεγάλην μου θλίψιν είχα μάθει πώς είχες +αποθάνει; Τότε ο Αμπτούλ εδιηγήθη την ασπλαγχνίαν και την +βαρβαρότητα του Βεζύρη Αμπτολφατά, και πώς η θυγατέρα του τον +εσύντρεξε και τον εγλύτωσε, και του είπε τα λοιπά, που του +ακολούθησαν. + +Ο Καλίφης αφού και τον αφηκράσθηκε με επιμέλειαν, του είπε· μου +κακοφαίνεται, που εγώ είμαι η αιτία ετούτης της συμφοράς σου, +επειδή και γυρίζοντας από την Μπάσρα, εστοχάσθηκα διά να ανταμείψω +τες χάρες που μου έκαμες, και έστειλα ευθύς προσταγήν εις τον +βασιλέα της Μπάρσας, ότι να αφήση τον θρόνον, και να σου τον δώση +εσένα διά να βασιλεύης· και αυτός αντί να ακολουθήση τον ορισμόν +μου απεφάσισε να σου σηκώση την ζωήν με τες τυραννίες, που ο +Βεζύρης σου έκαμεν, ελπίζοντας να του φανερώσης τον πλούτον σου. Ο +βεζύρης μου επήγε προς αυτούς με αρκετόν αριθμόν στρατιωτών διά να +πιάση τους εχθρούς σου, και να μου τους φέρη εδώ· ως τόσον του +λόγου σου θέλεις σταθή εις το παλάτι μου, και θέλεις μείνει +δουλευμένος από τους ανθρώπους μου ωσάν να ήμουν εγώ ο ίδιος. + +Τελειώνοντας ετούτους τους λόγους ο Καλίφης τον επήρεν από το +χέρι, και τον έφερεν εις ένα του περιβόλι πολλά ωραίον, εις την +μέσην του οποίου ήταν δώδεκα στύλοι από μάρμαρον λευκόν, οι οποίοι +εβάσταζον εις την κορυφήν ένα λουτρόν πολλά θαυμαστόν, εις το +οποίον εμπήκαν και ελούσθηκαν. Και ωσάν εβγήκαν από το λουτρόν, οι +σκλάβοι ήλθαν με πανιά λευκά, και τους εσφούγγισαν· έπειτα ένδυσαν +τον Αμπτούλ με πλούσια φορέματα, και τον επήρεν από εκεί ο +Καλίφης, και τον έφερεν εις το χαρέμι του, εις την βασίλισσα +Ζωμπαΐδα. + +Ετούτη η βασίλισσα εκάθονταν επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσήν, +περικυκλωμένη από τες σκλάβες της, που εστέκονταν ορθές διηρημένες +εις δύο μέρη· άλλες μεν ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα, και +άλλες ετραγωδούσαν και έκαναν μίαν αρμονίαν θαυμασίαν. Ευθύς που η +Ζωμπαΐδα είδε τον βασιλέα και τον Αμπτούλ, εσηκώθη εις +συναπάντησίν των. Βασίλισσα, της είπεν ο Καλίφης, ιδού που σου +προσφέρω τον φίλον μου Αμπτούλ από την Μπάρσα. Η βασίλισσα τον +εδεξιώθη με μεγάλην τιμήν, και εις τούτο το αναμεταξύ μια από τες +σκλάβες που ετραγουδούσαν, βλέποντας τον Αμπτούλ, έβγαλε μίαν +μεγάλην φωνήν, έπειτα έπεσεν εις λιποθυμίαν. + +Ο βασιλεύς με την Ζωμπαΐδα, εγύρισαν να ιδούν τι ήτον, ομοίως και +ο Αμπτούλ κυττάζοντας δεν εγνώρισεν έτσι ευθύς εκείνην που +ελιποθύμησε, μα ωσάν την εκαλοκύτταξε, ευθύς τα μάτια του +εσκοτίσθησαν και η όψις του έγινεν ωσάν του αποθαμμένου, και +ελόγιασαν ότι ήθελεν αποθάνει. Αλλ' ο βασιλεύς ευθύς τον έπιασεν +εις τες αγκάλες του, και τον έκαμεν από ολίγον να συνέλθη εις τον +εαυτόν του. Λαμβάνοντας λοιπόν ο Αμπτούλ τας αισθήσεις του, είπε +προς τον Καλίφη· Βασιλέα μου, ηξεύρεις καλώτατα τα όσα μου +συνέβησαν εις την Αίγυπτον· τούτη η σκλάβα που βλέπετε είνε εκείνη +η αγαπημένη μου Δαρδανέ, που μαζί με εμένα μας έρριξαν εις τον +Νείλον. Είνε τούτο δυνατόν; εφώναξεν ο βασιλεύς· χαίρομαι λοιπόν +διά ένα τέτοιον θαυμάσιον συμβεβηκός. Εις αυτό το διάστημα η +Δαρδανέ εσυνήλθε και αυτή εις τον εαυτόν της, την οποίαν ο +βασιλεύς πιάνοντάς την από το χέρι, την εξέταξε με τι θαύμα +ευρίσκονταν ζωντανή, ύστερον που την έρριξαν εις τον Νείλον. + +Βασιλέα μου, είπεν αυτή, καθώς με έρριξαν εις τον Νείλον έπεσα εις +τα δίκτυα ενός ψαρά, που εκείνην την ώραν τα ετραβούσεν έξω· αυτός +δε έμεινεν εκστατικός με το να κάμη ένα τέτοιο κυνήγι· και οπόταν +αυτός εκατάλαβε πως εγώ ανάπνεα ακόμη, με επήρε και με έφερεν εις +την βάρκαν του, εις την οποίαν με την σύντρεξίν του με ανάζησεν. +Έπειτα του εδιηγήθηκα την τρισαθλίαν ιστορίαν μου· ο οποίος έλαβε +μεγάλον πόνον, μα εφοβήθη υστερότερα μήπως και ο Σουλτάνος της +Αιγύπτου τον ήθελε ξεσκεπάσει πως αυτός μου εφύλαξε την ζωήν· και +έτσι υποπτεύοντας να μη χάση την ζωήν του, και διά να φυλάξη και +την εδικήν μου, αποφάσισε και με επούλησε σκλάβαν εις ένα +πραγματευτήν από σκλάβες, που τότε εμίσευε διά το Μπαγδάτι, ο +οποίος φέρνοντάς με εδώ με επούλησε της βασιλίσσης Ζομπαΐδας. Εις +το αναμεταξύ που η Δαρδανέ ωμιλούσεν, ο Καλίφη την εστοχάζουνταν +με ακρίβειαν, και ευρίσκοντάς την μιας εξαισίας ωραιότητος, είπε +προς τον Αμπτούλ, αφού αυτή ετελείωσε την ιστορίαν της· εγώ πλέον +δεν θαυμάζω πώς εσύ εφύλαξες πάντα την ενθύμησιν μιας τέτοιας +ωραίας γυναικός· ευχαριστώ το λοιπόν τον ουρανόν, που την +εξαπέστειλεν εδώ, και με αξίωσε και εμένα να σε ιδώ εις τέτοιαν +μεγάλην ευχαρίστησιν, διά την αντάμωσιν της πολυαγαπημένης σου +Δαρδανές· δεν είνε πλέον σκλάβα, αυτή είνε ελεύθερη, και είνε εις +την εξουσίαν σου· και έχω όλην την ευχαρίστησιν εις το να σας ιδώ +να γευθήτε την γλυκύτητα μιας μακρυνής και τελείας ενώσεως, +ύστερον από τες δυστυχίες, που σας είχαν χωρίσει. Ακόμη περιπλέον +λέγει ο Καλίφης θέλω να κάμετε τους γάμους σας εις το παλάτι μου, +και διά τρεις ημέρες να γίνουν μεγάλες χαρές εις όλον το Μπαγδάτι. +Ω αυθέντη, λέγει ο Αμπτούλ πλησιάζοντας εις τα ποδάριά του, αν η +βασιλεία σου είσαι υψηλότερος από τους άλλους ανθρώπους διά την +αξίαν, και ακόμη περισσότερον διά την γενναιότητά σου, όμως δος +μου την άδειαν, να σου φανερώσω τον θησαυρόν μου, τον οποίον σου +το δίδω εις την εξουσίαν σου. Τότες απεκρίθη ο Καλίφης· όχι, χαίρε +τον με κάθε σου ευχαρίστησιν, διότι είσαι άξιος να τον εξουσιάζης, +και σας εύχομαι μακρυνήν ζωήν, διά να ημπορέσετε να τον χαρήτε. +Ύστερα από αυτά εδόθησαν προσταγές διά να γένουν οι γάμοι, οι +οποίοι έγιναν με μεγάλην παρρησίαν και τιμήν. Και πριν τελειώσουν +έφθασεν ο Γιαφάρ ο Βεζύρης με το στράτευμα, και έφερε δεμένον τον +Βεζύρην Αμπτολφατά μόνον, επειδή ο βασιλεύς της Μπάσρας είχεν +αποθάνει από την θλίψιν του, που δεν ημπόρεσε να εύρη τον Αμπτούλ. + +Ευθύς που ο Γιαφάρ έδωσε τον λογαριασμόν του Καλίφη διά τα όσα +αυτός είχε πράξει, επρόσταξε να κρεμάσουν τον σκληρόν Βεζύρην, και +ύστερον να τον τεταρτιάσουν, και να τον ρίξουν να τον φάγουν τα +σκυλιά. Και τον καιρόν που εδόθη η απόφασις ο Αμπτούλ έπεσεν εις +τα ποδάρια του Καλίφη, παρακαλώντάς τον να του αφήση την ζωήν +λέγοντάς του, πώς ο παιδεμός του θέλει είνε αρκετός εις το να τον +βλέπη εις τιμήν, και αυτός να ευρίσκεται εις καταισχύνην. Ω πολλά +γενναίε Αμπτούλ, εφώναξεν ο Καλίφης πόσον ευτυχισμένος που θέλει +είνε ο λαός της Μπάσρας, εις το να σε έχη διά βασιλέα του; +Αυθέντη, του απεκρίθη ο Αμπτούλ, κάνει χρεία να σας παρακαλέσω διά +μίαν άλλην χάριν, να δώσης του Αλή τον θρόνον, που εις εμένα +διορίζεις, διά να βασιλεύη με την γυναίκα του την βεζυροπούλαν, +που έλαβε τόσην ευσπλαχνίαν να μου γλυτώσουν την ζωήν. Ετούτοι οι +δύο αγαπημένοι είνε άξιοι δι' αυτήν την τιμήν, και εμένα με φθάνει +η αγάπη που μου δείχνεις και το σκέπος σου, το οποίον μου είνε +περισσότερον από θρόνον, από σκήπτρον, και κορώναν. + +Ο Καλίφης υπήκουοεν εις τα όσα ο Αμπτούλ τον επαρακάλεσεν, έξω από +τον σκληρόν βεζύρη, τον οποίον γνωρίζοντάς τον πολλά κακότροπον +και υπεύθυνον, επρόσταξε να του αφήσουν την ζωήν, μα να τον +βάλλουν εις έναν σκοτεινόν πύργον κλεισμένον διά όλην του την +ζωήν. Ο δε Αμπτούλ μένοντας ακόμη μερικές ημέρες εμίσευσε διά την +Μπάσραν μαζί με την γλυκυτάτην του Δαρδανέ, συντροφευμένοι από +αρκετούς στρατιώτας του Καλίφη, έως που εφθασαν εις το σπήτι του, +και εκεί επανάλαβε τον πλούτον του, και τον εχάρη έως το τέλος της +ζωής του. + +Με τούτον τον τρόπον η Σουλταμεμέ ετελείωσε την ιστορίαν του +Αμπτούλ Μπαρσή, πλην όλες οι γυναίκες της βασιλοπούλας την +επαίνεσαν κατά πολλά· άλλες επαινούσαν την γενναιότητα του +Αμπτούλ, άλλες του Καλίφη, και, άλλες την σταθερότητα του Αμπτούλ, +που εστάθη ένας πιστός αγαπητικός. Η δε βασιλοπούλα είπεν· ετούτη +η ιστορία μου άρεσε κατά πολλά· μα ακόμη δεν είμαι καταπεισμένη +πως οι άνδρες είνε τόσον πιστοί προς τες αγαπητικές των και τες +γυναίκες των. Ο Αμπτούλ ολίγον έλειψεν, που να κλίνη εις την +θέλησιν της θυγατρός του βεζύρη, αλησμονώντας καθολικά τον πόνον +της Δαρδανές, και εγώ τούτον δεν τον στοχάζομαι τόσον πιστόν, ως +μου τον επαινάτε. + +Συμπάθησόν με, κυρά μου, είπεν η Σουλταμεμέ, αν ούτε και αυτό το +ιστορικόν παράδειγμα δεν σε επαρακίνησε να πιστεύσης ότι είνε +έτσι, την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή, αν είνε με το θέλημά +σου, μίαν άλλην ιστορίαν, πολλά περίεργον από την οποίαν ελπίζω να +καταπεισθής. Όθεν η βασιλοπούλα, διά να ευχαριστήση αυτήν και τες +άλλες γυναίκες, που ευρίσκονταν μαζί της, υπεσχέθη να την ακούση. +Και λέγοντας ταύτα τα λόγια εσηκώθηκαν και επήγαν να γευθούν, +διατί η ώρα ήτον πολλά αργά. Την δε ερχομένην ημέραν αφού +ελούσθηκεν η βασιλοπούλα, και οι άλλες γυναίκες που ήτον μαζί της, +εβγήκαν κατά την συνήθειάν τους, και επήγαν να καθήσουν εις ένα +σοφάν διά να αναπαυθούν και αφού ανεπαύθησαν καμπόσον, άρχισεν η +Σουλταμεμέ να διηγήται την ιστορίαν, που υποσχέθη την απερασμένην +ημέραν, ως κάτωθεν φαίνεται. + + + +&Ιστορία του Βασιλέως Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης Κεριστάνης.& + + + +Ευρισκόμενος μίαν ημέραν εις το κυνήγι ένας νέος βασιλεύς της +Κίνας, ονομαζόμενος Ρουσκάδ, εσυναπάντησε μίαν έλαφον άσπρην με +βούλες κίτρινες και μαύρες, η οποία είχεν εις τα ποδάρια της +βραχιόλια χρυσά και επάνω εις τες πλάτες της σκέπασμα από ατλάζι +κίτρινον, κεντημένον με χρυσάφι. Βλέποντας ο βασιλεύς ένα τέτοιον +περίεργο κυνήγι, άναψεν από επιθυμίαν διά την πιάση ζωντανήν· +έτρεξε με μεγάλην βίαν διά να την φθάση, μα η έλαφος αναγελώντας +το κυνήγημά του, έφυγε με τόσην ογληγοράδα, που εις μίαν στιγμήν +δεν την είδε πλέον. Αυτός όμως δεν απελπίσθη διά να μην ακολουθήση +τον δρόμον που επήρε, και να τρέχη μετά μεγάλης ορμής διά να την +φθάση· και εκεί που έτρεχε, την βλέπει από μακρόθεν, που ήτον σιμά +εις μίαν πηγήν, και του εφαίνονταν πως ήτον αποσταμένη από το +τρέξιμον. Ευθύς κτυπά με μεγάλην βίαν το άλογόν του και τρέχει, μα +εστάθηκεν άκαιρη η βία του, διά να την πιάση. Η έλαφος βλέποντάς +τον που επλησίαζε, σηκώνεται ελαφρά και κάνει δύο τρία πηδήματα, +έπειτα ρίχνεται εις το νερόν, εις τρόπον που δεν εματαφάνη πλέον. +Όθεν ο βασιλεύς της Κίνας ξεπεζεύει ευθύς, πάσχει, γυρίζει ολόγυρα +της πηγής, ανακατώνει το νερόν, χαλεύει το κυνήγι μα μη +ξεσκεπάζοντας τίποτε με τα χαλέματά του, μένει εις μεγάλην απορίαν +διά τούτο το συμβεβηκός. Ο βεζύρης του, που είχε φθάσει εκεί ομού +με τους άλλους, που ήσαν εις την συντροφιά του, δεν έλαβαν +ολιγωτέραν την έκστασιν. + +Ο δε βασιλεύς αφού έκαμε διαφόρους στοχασμούς, λέγει· δεν ημπορώ +να βεβαιωθώ πώς εκείνη η έλαφος είνε αληθώς ένα ζώον άγριον, αλλά +λογιάζω πώς είνε μία εξωτική του δάσους, η οποία υποκάτω εις +τούτην την μορφήν λαμβάνει ηδονήν να γελά τους κυνηγούς. Εις αυτό +το διάστημα ο βασιλεύς εθεωρούσεν ακαταπαύστως την πηγήν, και κάθε +ολίγον αναστέναζε χωρίς να ηξεύρη το διατί. Κάνει χρεία, λέγει +αυτός του βεζύρη του, εγώ να απομείνω ετούτην την νύκτα εδώ, διατί +θέλω διά περιέργειαν να ιδώ αυτήν την εξωτικήν, επειδή και έχω +μίαν εσωτερικήν φλόγα, διά να την ιδώ να έβγη από το νερόν. +Κάνοντας αυτήν την απόφασιν, εκράτησε τον βεζύρην του μόνον, και +τους άλλους τους απέλυσεν. Εκάθησαν λοιπόν αντάμα επάνω εις τα +χόρτα, και είχαν την κουβέντα της ελάφου έως το βράδυ. Ο βασιλεύς +ευρισκόμενος περικυκλωμένος από τον ύπνον, λέγει του βεζύρη· εγώ +δεν ημπορώ πλέον να διαφεντευθώ από τον ύπνον, και διά τούτο +στάσου εσύ έξυπνος έως που εγώ κοιμούμαι· και έχε τους οφθαλμούς +σου πάντα σταθερούς εις την πηγήν, και ωσάν ιδής κανένα σημείον +ξύπνησέ με. Όμως ο βεζύρης στέκοντας πολλήν ώραν χωρίς να ιδή +τίποτε, τον επήρεν ο ύπνος και αυτόν και απεκοιμήθη. + +Εστάθη πολλά ολίγος ο ύπνος του, επειδή και έξαφνα εξύπνησαν από +τον ήχον μιας αρμονίας που τους έκαμε να ακούσουν ολίγον ξέμακρα +απ' αυτούς· και διά μεγαλύτερόν τους θαυμασμόν, βλέπουν ένα +μεγαλοπρεπές παλάτι με πλουσίαν φωτοχυσίαν, το οποίον δεν +ημπορούσε να ήτον καμωμένον από χέρια ανθρώπινα. Ο δε βεζύρης +λέγει του βασιλέως με σιγαληνήν φωνήν· τι πράγμα τάχατες να είνε +τούτο; τι αρμονία είνε τούτη που ακούεται εις τα αφτιά μας, τι +παλάτι παρουσιάζεται εις τους οφθαλμούς μας; όλα τούτα χωρίς +αμφιβολίαν δεν είνε ποτέ φυσικά· ετούτα είνε μία μαγεία· ήτον +καλλίτερον ημείς να είχομεν παραιτήσει αυτήν την πηγήν και τούτο +το παλάτι, μήπως και είνε έργον κανενός μάγου, που τα έκαμε διά +την βασιλείαν σου. Αν και τούτο ήθελεν είνε, απεκρίθη ο βασιλεύς, +μη στοχάζεσαι ότι έχω φόβον· ας πάμε προς αυτό το παλάτι λοιπόν να +ιδούμε τι άνθρωποι το κατοικούν, και παύσε τώρα να μου παρασταίνης +κινδύνους, επειδή και όσον μεγαλυτέρους μου παρασταίνεις τους +κινδύνους, τόσον περισσότερον μου ανάπτεις την επιθυμίαν. + +Ο Βεζύρης βλέποντας τον αυθέντην του αποφασισμένον διά να βγάλη +την περιέργειάν του, δεν ετόλμησε πλέον να του εναντιωθή. Εκίνησαν +λοιπόν προς το παλάτι· φθάνουν εις την πόρταν, και ευρίσκοντάς την +ανοικτήν, εμβαίνουν εις μίαν σάλαν, που είχε το έδαφος από +φαρφουρί της Κίνας, στολισμένην με χρυσές μαξιλάρες, και μεταξένια +πεύκια, και ευωδίαζεν από τα πλέον αρωματικά ξύλα· εγύρισαν αυτοί +όλην την σάλαν χωρίς να ιδούν κανέναν εις αυτήν· από εκείνην +απέρασαν εις μίαν άλλην, εις την οποίαν βλέπουν επάνω εις ένα +θρόνον χρυσόν μίαν νέαν κυράν, όλην σκεπασμένην από διαμαντικά, +και η άκρα ευμορφιά της τους εξέπληξεν. + +Αυτή εφαίνονταν πως, έστεκε με προσοχήν εις το να αφηκράζεται +πενήντα νέες κόρες, που μερικές ετραγουδούσαν, και μερικές +ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα. Ήτον αυτές ενδυμένες από κόκκινα +φορέματα χρυσοΰφαντα, κεντημένα με μαργαριτάρια, και έστεκαν ορθές +ολόγυρα του θρόνου. Ο δε βασιλεύς δεν εστοχάζετο διά το ουδέν +εκείνες τες χαριέστατες φωνές, ούτε τα λαλήματα τα αγγελικά, μα +όλος του ο στοχασμός ήτον εις το να θεωρή και να στοχάζεται την +Κυράν, που ήτον εις τον θρόνον. Οπόταν αυτές οι κορασίδες είδαν +τούτον τον βασιλέα, έπαυσαν να τραγωδούν· τότε αυτός πλησιάζοντας +εις τον θρόνον, ωμίλησε με τούτον τον τρόπον προς την κυράν. + +Ω ωραιοτάτη βασίλισσα των καρδιών των ανθρώπων, που υποτάζεις με +το πρώτον βλέμμα σου τους πλέον δυνατωτέρους βασιλείς, ειπέ μου, +σε παρακαλώ, το όνομά σου, και ποία είσαι. Εχαμογέλασεν η Κυρά εις +τούτα τα λόγια και είπεν εγώ είμαι μία έλαφος, που κάνω ήμερα τα +λεοντάρια· εγώ είμαι εκείνο το κυνήγι, που σήμερον εσύ +εκυνηγούσες, και που ερρίχθηκα εις το νερό. Μα, Κυρά μου, της +εξαναείπεν ο βασιλεύς· ποίον στοχασμόν πρέπει εγώ να κάμω δι' +αυτήν την μεταμόρφωσιν; τι ηξεύρω εγώ αν εις τούτην την στιγμήν +εσύ δεν μου προσφέρεις εις τους οφθαλμούς μου ψεύτικες και πλαστές +φαντασίες; Μη γένοιτο, είπεν η Κυρά· εγώ σου τες δείχνω φυσικές, +καθώς τες βλέπεις· αλήθεια είνε ότι καθώς μου αρέσει έτσι αλλάσω +μορφήν, και οπόταν θέλω γίνομαι βλεπτή και άβλεπτη εις τους +ανθρώπους· μα όλον τούτο γίνεται, χωρίς μαγείαν, και η δύναμις εις +το να μεταμορφώνωμαι εις εκείνα που μου αρέσει, είνε μία χάρις που +την έλαβα από τον ουρανόν οπόταν εγεννήθηκα. + +Εις παρομοίαν διήγησιν η Κυρά κατεβαίνει από τον θρόνον της και +πλησιάζει εις τον βασιλέα, τον παίρνει από το χέρι, τον φέρει εις +ένα χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία τράπεζα ετοιμασμένη από +εκλεκτά φαγητά· αυτή τον έκαμε να καθήση, ομοίως και αυτή εκάθησεν +ανάμεσα αυτουνού και του βεζύρη, ο οποίος από όλα εκείνα, που +έβλεπε, δεν ημπορούσε να στοχασθή άλλο διά τον αυθέντην του παρά +κανένα δυστυχισμένον τέλος. Ο νέος βασιλεύς ήτον όλος προσηλωμένος +προς την Κυράν, και κανένας στοχασμός εναντίος δεν του εσύγχιζε +την ηδονήν που είχεν εις το να την θεωρή· ηθέλησε λοιπόν να την +δουλεύση εις την τράπεζαν, μα αυτή είπε· φάγετε εσείς οι δύο, +διότι η ευωδία των αρωμάτων, και εκείνη των φαγητών μας δουλεύει +ημάς διά τροφήν. + +Οπόταν ο βασιλεύς με τον βεζύρην του έτρωγαν, δύο κορασίδες ωραίες +επρόσφεραν του καθενός από μίαν κούπαν από αγάθην, γεμάτην από +γλυκύτατον κρασί· και είχαν την επιστασίαν να τες κρατούν πάντοτε +γεμάτες. Η Κυρία με όλον που δεν έπινεν, η μυρωδιά τής έκανε το +ίδιον αποτέλεσμα, που έκανε των άλλων. Ως τόσον άρχισαν να +ανάπτουν από το πιοτόν, και ο βασιλεύς με την Κυρά ωμιλούσαν +διάφορα λόγια ηδονικά· η δε Κυρά δείχνοντας του πως ήτον τρυφερή +προς αυτόν, του ωμίλησε με τούτον τον τρόπον. + +Βασιλέα, με όλον που είσαι ένα κτίσμα κατώτερον από λόγου μου, δεν +μπόρεσα να υποφέρω που να μη σε αγαπήσω, και διά να κάμω να μάθης +ποίας τιμής είνε το απόκτημα που έκαμες, άκουσον με προσοχήν, +επειδή και δεν θέλω πλέον να το κρατήσω κρυπτόν ποία εγώ είμαι· +ήξευρε πώς ευρίσκεται εις τον μέγαν Ωκεανόν ένα νησί ονομαζόμενον +Χαρμοστάν· αυτό είνε κατοικημένον από εξωτικά· ο βασιλεύς +ονομόζεται Μανουχέρ, του οποίου είμαι θυγατέρα μονογενής, και με +ονομάζουν Κεριστάνην. Είνε δε τρεις μήνες που απαράτησα το παλάτι +του πατρός μου, και περίεργος να ιδώ την διαφοράν των βασιλέων, +εις τα οποία ζουν οι απόγονοι του Αδάμ, έλαβα την επιθυμίαν να +ταξειδεύσω· εγύρισα όλον τον κόσμον και ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω +εις την κατοικίαν μου μα συναπαντώντας σε σήμερον εις το κυνήγι, +εστάθηκα διά να σε θεωρήσω, και ευθύς οι αίσθησές μου εσυγχίσθησαν +εναντίον εις την θέλησίν μου· και όντας όλη προσηλωμένη εις εσένα, +έλεγα ανάμεσόν μου· είνε δυνατόν, ένας άνθρωπος να μου συγχίση εις +τέτοιον τρόπον την ανάπαυσίν μου; ένας υιός του Αδάμ να θριαμβεύση +την αγιότητά μου; εντροπή μου κατά αλήθειαν να νικηθώ με τέτοιον +τρόπον και στοχαζομένη τοιούτης λογής, ηθέλησα να αναμερίσω από +εσένα, μα εμποδισμένη ωσάν από ένα μαγικόν δεσμόν, δεν ημπόρεσα +τελείως να ξεμακρύνω· μόνον βυθισμένη τότε εις τους τρυφερούς +στοχασμούς, που μου εμπόδιζαν το περιπάτημα, δεν εστοχάσθηκα άλλο +παρά να εύρω τα μέσα διά να σου αρέσω. + +Έλαβα λοιπόν την μορφήν μιας ελάφου και εφανερώθηκα έμπροσθέν σου, +διά να σε υποχρεώσω να με στοσχασθής· εσύ με εκυνήγησες, αλλά +χωρίς να με φθάσης, και αφού ερρίχθηκα εις το νερόν, δεν ημπορείς +να πιστεύσης την ηδονήν που είχα να σε βλέπω να τριγυρίζης και να +ανακατώνης το νερόν διά να με εύρης, και ακούοντας πως αποφάσισες +να κοιμηθής εκεί σιμά εις την πηγήν, το εχάρηκα μεγάλως, και εις +το αναμεταξύ που εκοιμώσουν, έκαμα και έγινε τούτο το παλάτι διά +να σε δεχθώ. Τα τελώνια που με δουλεύουν, το έκτισαν εις μίαν +στιγμήν. + +Ενώ η Κεριστάνη ήθελε να ακολουθήση την ομιλίαν της, ιδού εμβαίνει +μία αρχοντοπούλα, η οποία έδειχνε πώς ήτον πολλά θλιμμένη. Η Κυρά +γνωρίζοντάς την από το πρόσωπόν της ότι ήθελε να της προμηνύση +καμμίαν θλιβεράν είδησιν εφώναξε μεγάλως, έπειτα εδόθη εις κλάματα +πικρότατα. Έμεινεν εκστατικός ο βασιλεύς εις τούτο το θέαμα και +εθλίβονταν μεγάλως διά εκείνο που έβλεπεν· ήτον δε εις μεγάλην +ανυπομονησίαν διά να μάθη το αίτιον, και εκεί που ήθελε να την +ερωτήση, η αρχοντοπούλα πλησιάσασα είπεν. + +Ω βασίλισσα, καλά ηξεύρεις ότι τα τελώνια ζουν πολύ περισσότερον +από τους ανθρώπους, όμως είνε και αυτά υποκείμενα εις τον θάνατον· +εσύ έχασες τον πατέρα σου, ο οποίος απέρασεν εις την άλλην ζωήν, +και όλος ο λαός σε επιθυμεί διά να σε στέψη βασίλισσαν εις τον +θρόνον του πατρός σου· έλα το λοιπόν διά να λάβης την δούλευσιν +των νέων υπηκόων σου, και να ανταποκριθής εις την ανυπομονησίαν +που αυτοί έχουν, διά να σου ανταποδώσουν όλες τις τιμές που σου +πρέπουν. Ο μέγας βεζύρης πατέρας μου με επρόσταξε να έλθω να βιάσω +τον γυρισμόν σου. + +Βεζυροπούλα μου, απεκρίθη η Κυρά, μεγάλην σύγχισιν μου προξενούν +αυτές οι είδησες, που μου έφερες, όμως δεν θέλω λείψει να +ανταμείψω τον ζήλον του πατρός σου, ομοίως και τον ιδικόν σου, που +δείχνετε εις εμένα· θα μισεύσω το λοιπόν με λόγου σου τούτην την +στιγμήν. Σου αφίνω υγείαν, βασιλέα μου, είπε γυρίζοντας προς +αυτόν, και πιάνοντάς τον από το χέρι του λέγει· είμαι δυναστευμένη +να σε απαραιτήσω, ας είσαι βέβαιος όμως πως μίαν ημέραν θέλομεν +ανταμωθή πάλιν, και ανίσως και σε εύρω αγαπητικόν σταθερόν, δεν +θέλω λάβει άλλον νυμφίον παρά εσένα. Έτσι λέγοντας αυτή έγινεν +άφαντος. + +Τότε ευθύς μία σκοτεινοτάτη νύκτα απεδίωξε την μεγάλην φωτοχυσίαν, +που εις το παλάτι ήτον, και άφησε τον βασιλέα με τον βεζύρην του +εις ένα τέτοιον σκότος, που τίποτε δεν ημπορούσαν να διαχωρίσουν, +και εστάθηκαν εις αυτήν την κατάστασιν έως που έγινεν ημέρα, η +οποία τους επροξένησε νέαν έκστασιν, που αντίς να ευρεθούν εις ένα +παλάτι, ευρέθησαν εις ένα κάμπον, χωρίς να ιδούν κανέν σημείον της +κατοικίας. + +Βεζύρη, είπε τότε ο βασιλεύς, κάνει χρεία να πιστεύσωμεν ότι +εστάθη τούτο έν όνειρον. Όχι αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης, +καλλίτερον πιστεύω πώς η Κυρά, που είδαμεν, να είναι καμμία +καταραμένη μάγισσα, η οποία διά να σου προξενήση έρωτα έλαβε +μορφήν εξωτικής, και όλες εκεί οι νέες που ετραγωδούσαν και +ελαλούσαν, είνε τόσοι διάβολοι που την υπηρετούν. Με όλον που +τούτη η ομιλία του βεζύρη ήθελεν έχει κάποιον τι αληθινόν, ο +βασιλεύς όμως με το να ήτον πολλά τρωμένος από την αγάπην, δεν +ήθελε να χάση την γνώμην που είχε διά την Κυράν, αλλά εγύρισεν εις +το παλάτι του με απόφασιν, που να φυλάξη διά πάντα μίαν ζωντανήν +και εγκαρδιακήν ενθύμησιν δι' αυτήν. Και από εκείνης της ώρας από +τον έρωτά του εδόθη εις μίαν άκραν μελαγχολίαν αφέθη από όλες τες +ηδονές· καμμίαν ευχαρίστησιν δεν είχε παρά εκείνην του κυνηγιού +δεν επήγαινεν εις άλλον τόπον, παρά εις εκείνον που του εφάνη η +έλαφος, εις τον οποίον ήλπιζε να την ξαναϊδή. + +Ως τόσον απέρασεν ένας χρόνος, που αυτός αγαπούσε χωρίς να έχη +αιτίαν να ελπίζη, επειδή εκείνη που αγαπούσε δεν ήτον άλλο παρά +μια φαντασία, και τότε άρχισε να καταλαμβάνη ότε εκείνο που είδεν +ήτον μία βεβαία μαγεία· όθεν επιθύμησε να ταξειδεύση με ελπίδα, +ότι με τούτο το μέσον ήθελαν του έβγει οι φαντασίες που είχεν εις +το κεφάλι δι' αυτήν την υπόθεσιν. Και αφού άφησε την κυβέρνησιν +της βασιλείας του εις τα χέρια του βεζύρη του, εκαβαλλίκευσεν ένα +του καλόν άλογον, και εμίσευσε μόνος του αγνώριστος διά νυκτός, +χωρίς να πάρη τινά μαζί του. Περιπατώντας λοιπόν αρκετές ημέρες, +έφθασεν εις τα σύνορα του βασιλείου της Θέμπας, και πριν να φθαση +εις την βασιλεύουσαν, ηθέλησε να αναπαυθή υποκάτω εις ένα δένδρον +πολλά φουντωτόν. + +Και αφού εξεπέζευσε δεν επέρασε πολύ, και βλέπει ολίγον μακράν +υποκάτω εις ένα άλλο δένδρον μίαν ευγενικήν κόρην, που έδειχνε να +ήτον έως δεκαοκτώ χρόνων, η οποία εκρατούσεν ακουμπισμένον το +κεφάλι της επάνω εις το ένα χέρι, και εκοιμάτο με βαρύν ύπνον, της +οποίας η μελαγχολική μορφή έδινε να καταλάβη ότι είχε πέσει εις +καμμίαν μεγάλην συμφοράν· τα φορέματα που την εσκέπαζαν ήταν όλα +ξεσχισμένα, μα με όλον τούτο του εφαίνονταν ότι ήτον μία ωραιοτάτη +κόρη, και από ευγενικόν αίμα. Ο βασιλεύς επλησίασε προς αυτήν, και +αφού την εξύπνησε της επρόσφερε τον εαυτόν του εις βοήθειάν της, +και την ηρώτησε ποία ήτον. Η νέα εκείνη με λιγωμένη φωνήν του +απεκρίθη· «Εγώ είμαι θυγατέρα, και γυναίκα βασιλέως, όμως δεν +είμαι εκείνη, που εγώ λέγω· είμαι βασίλισσα και δεν είμαι εκείνη, +που είμαι.» + +Ο βασιλεύς της Κίνας δεν ήξευρε τι να στοχασθή δι' αυτήν την +κόρην, και ελόγιαζε πως ήτον έξω του εαυτού της διά τα λόγια που +του είπε, Κυρά, της είπεν, έλα εις τον εαυτόν σου, βεβαιώσου πως +είμαι έτοιμος διά να σε συντρέξω εις ό,τι είνε η δύναμίς μου. +Κύριε, απεκρίθη αυτή, εγώ δεν θαυμάζω ότι εσύ με στοχάζεσαι διά +μίαν τρελλήν· η ομιλία που σου έκαμα βεβαίως σου εφάνη αστόχαστη· +μα εσύ θέλεις με συμπαθήσει χωρίς αμφιβολίαν, οπόταν θέλεις μάθει +τες συμφορές μου· είμαι έτοιμη να σου τες διηγηθώ, διά να γνωρίσω +την γενναιότητά σου, και αν ημπορής να με συντρέξης. + + + +&Ιστορία του βασιλέως της Θέμπας, και της βασίλισσας των +Ναϊμάνων.& + + + +Εγώ είμαι, ακολούθησε να λέγη αυτή, θυγατέρα του βασιλέως των +Ναϊμάνων. Ο πατέρας μου αποθαίνοντας χωρίς να έχη άλλην +κληρονομίαν παρά εμένα, όλος ο λαός με εκήρυξε διά βασίλισσάν του, +και δεν ανέμενεν άλλο, παρά την νόμιμόν μου ηλικίαν διά να +βασιλεύσω, επειδή και δεν είχα τότε παρά τέσσαρας χρόνους. Εδόθη +διά τότε η κυβέρνησις της βασιλείας εις τον βεζύρην Αλή, ο οποίος +είχε στεφανωθή την βάγιαν μου, και ήτον άνθρωπος πολλά +στοχαστικός, και φρόνιμος. Αυτός ο γνωστικός επιτηρητής έλαβε και +το βάρος της ανατροφής μου· άρχισε να μου ερμηνεύη τον τρόπον του +βασιλεύειν, και πολλά ογλήγωρα ήλθα εις την γνωριμίαν διά τα +πάντα, μα η ακατάστατος τύχη, που δίνει και παίρνει καθώς της +αρέσει τα σκήπτρα, και τες κορώνες, με εγκρέμισεν από τα ύψη του +θρόνου εις μίαν φοβεράν άβυσσον. Ένας αδελφός του πατρός μου, +ονομαζόμενος Μωβαβάκ, ο οποίος από πολύν καιρόν επιστεύετο ότι +ήτον αποθαμμένος, καθώς έλεγαν πώς είχε σκοτωθεί εις ένα πόλεμον +με τους Μογγολίτας, εφανερώθη έξαφνα εις τον τόπον των Ναϊμάνων. +Μερικοί από τους προεστούς, που ήσαν φίλοι του, επήγαν και +ενώθηκαν με αυτόν και εζητούσαν διά να βασιλεύση αυτός, όθεν +έγιναν δύο σχίσματα· άλλοι ήθελον αυτόν, και άλλοι εμένα· τέλος +πάντων τόσον έκαμε, που όλος ο λαός έτρεξε προς αυτόν, και με +άφησαν εμένα χωρίς συνδρομήν. + +Ο άρπαγος αυτός, ευθύς που εκηρύχθη διά βασιλεύς, ηθέλησε να με +πιάση και να με θανατώση, διά να μην έχη πλέον φόβον από το μέρος +μου. Μα ο βεζύρης μου με την φρονιμάδα του ηύρε τον τρόπον διά να +με βγάλη από τον θυμόν του τυράννου· όθεν με επήρε μίαν νύκτα και +εφύγαμεν, και από κρυφές στράτες εφθάσαμεν εις την Θέμπα. + +Επήγαμεν, λοιπόν, και εκατοικήσαμεν εις την βασιλεύουσαν. Ο +βεζύρης απερνούσεν εκεί διά ζωγράφος Ινδιάνος, και εγώ απερνούσα +διά θυγατέρα του· αυτός ηξεύροντας την τέχνην της ζωγραφικής +εντελώς, εις ολίγον καιρόν έλαβε μεγάλην φήμην, και εκέρδιζε καλά, +τόσον που εζούσαμε αρκετά· και με τούτον τον τρόπον αποσκεπαζόμεθα +και δεν εφανερωνόμεθα ποίοι είμεθα, παρά εις εκείνους που τους +εδώσαμεν να καταλάβουν τα συμβεβηκότα. + +Απέρασαν δύο χρόνοι από εκείνον τον καιρόν, και αποξένωσα από +λόγου μου ολίγον την φαντασίαν της μεγαλειότητος που ήμουν, και +άρχισα να συνηθίζω ολίγον κατ' ολίγον εις εκείνο που ευρισκόμουν, +και μου εφαίνονταν πώς δεν ήμουν άλλη, παρά θυγατέρα ενός ποταπού +ανθρώπου, και η ησυχία που εχαιρόμουν με έκανε να λησμονήσω το +περασμένον μου μεγαλείον. + +Μα αλλοίμονον εις εμέ! μακάρι να είχε κάμει η τύχη μου να με +ήθελεν αφήση να περάσω και το επίλοιπον της ζωής μου εις εκείνην +την κατάστασιν! μα όχι, ηθέλησε πάλιν να με κατατρέξη, και να κάμη +να πληρωθή εκείνο που είνε γραπτόν· και από αυτό βλέπω πώς είνε +αδύνατον να φύγη τες δυστυχίες, που είνε προμελετημένες διά τινά +να του έλθουν, και δεν είνε κανένα όφελος να παραπονεθή. + +Ο βεζύρης Αλής το λοιπόν είχε κάμει διάφορες ζωγραφιές οι οποίες +τον έκαμαν να λάβη μεγάλην φήμην εις όλην την πόλιν της Θέμπας. Ο +βασιλεύς της οποίας, ακούοντας να επαινούν τόσον αυτόν τον +ζωγράφον, επεθύμησε διά να τον ιδή, και μίαν ημέραν αιφνιδίως ιδού +και έρχεται εις την κατοικίαν μας. Ο Αλής αγροικώντας την αιτίαν +του ερχομού του βασιλέως προς αυτόν, έτρεξε και τον εδέχθη με +εκείνο το σέβας, που του έπρεπε, και εν τω άμα του έδειξε διάφορες +ωραίες ζωγραφιές, που είχε κάμει. Ο βασιλεύς έλαβε μεγάλην +ευχαρίστησιν, τόσον διά τες ωραίες ζωγραφιές που είδεν, όσον και +διά την συναναστροφήν του Αλή, τον οποίον τον εστοχάσθη άξιον και +επιτήδειον άνθρωπον. + +Εγώ εις εκείνο το αναμεταξύ, που ο βασιλεύς ευρίσκονταν μαζί με +τον Αλή, ήλθα εις περιέργειαν διά να ιδώ τον βασιλέα, και +απεφάσισα να έμβω εκεί που αυτός ωμιλούσε με τον Αλή. Εμβήκα +λοιπόν ωσάν θυγατέρα του ζωγράφου, μην υποπτεύοντας κανένα +εναντίον· μα εγελάσθηκα. Ο βασιλεύς ευθύς που με είδεν ετρώθη από +τον έρωτα διά εμένα, το οποίον καταλαμβάνοντας το ετραβήχθηκα από +εκεί. Ο βασιλεύς όμως με το να έμεινε λαβωμένος, δεν έλειψε να +ξαναγυρίση την ακόλουθον ημέραν εις τον Αλή· και με τούτον τον +τρόπον έκαμε διά πολλάς ημέρας·, και με το αίτιον διά να ιδή τες +ζωγραφιές, έμβαινεν εις όλους τους οντάδες, και με εύμορφον τρόπον +έμβαινε και εις εκείνον που εγώ ευρισκόμουν. Κατά αλήθειαν αυτός +τίποτε δεν μου έλεγε, μα οι ματιές του οι φλογερές πολλά καλώς +εφανέρωναν τον έρωτά του. + +Μίαν ημέραν αυτός επρόσφερε του βεζύρη ένα μέρος του παλατίου +στολισμένον με όλα τα αναγκαία και με δούλους, διά να υπάγη να +κατοικήση εκεί, προφασιζόμενος τούτο το μέσον πως τάχατες αγαπούσε +να έχη τέτοιον θαυμαστόν ζωγράφον κοντά του. Ο Αλής δεν έμεινεν +έτσι χωρίς να εξετάση το αίτιον ετούτου του προσφέρματος, και +καταλαμβάνοντάς το μου είπεν· καταλαμβάνω, βασίλισσά μου, ότι ο +βασιλέας της Θέμπας σε αγαπά· και ούτος ο έρωτας, και όχι η +ζωγραφιά μου, τον παρακινεί να μας κάμει αυτές τες περιποιήσεις· +ημείς πρέπει να υπάγωμεν εξ ανάγκης να κονεύσωμεν εις το παλάτι +του· αυτός δεν θέλει αφήσει ημέραν, που να μην έλθη να σε εύρη, +και να σου εξηγηθή τον πόνον του· στάσου καλά εις τον νουν του, +θημήσου την ευγένειαν της γεννήσεως σου, και στάσου μακράν εις το +να κλίνης εις τα ζητήματά του, και σταθερή διά να μη σε γελάση· μα +ανίσως και αυτός ήθελε δειχθή πολλά ερωτικός, εις τρόπον που να σε +γυρέψη διά γυναίκα του, εσύ θέλεις τον υπακούσει· ει δε και η +γνώμη του θέλει είνε διαφορετική, θέλομεν πασχίσει να κάμωμεν +άκαιρον την κλίσιν του. + +Έταξα του βεζύρη να ακολουθήσω με επιμέλειαν τες νουθεσίες του· μα +δεν του εφανέρωσα εκείνο που διά τον αυτόν βασιλέα και εγώ +αγροικούσα. Αυτός ο βασιλεύς ήτον νέος, εύμορφος, καλοκαμωμένος, +και αγροικούσα και εγώ δι' αυτόν την ιδίαν κλίσιν, που και αυτός +αγροικούσε προς εμένα· όμως με κάθε τρόπον έπασχα να την κρατώ +κρυφήν, και να στέκω εις τα δικά μου· μα ολίγον καιρόν εφτούρησα +εις ετούτην την γνώμην. + +Ευθύς που επήγαμεν να κατοικήσωμεν εις το παλάτι του, ο βασιλεύς +μου εφανέρωσε την αγάπην του με τρόπον που επιθυμούσεν. Η +γλυκυτάτη σου μορφή, μου είπε, με έκαμε να σε αγαπήσω από την +πρώτην ώραν που σε είδα, και είμαι τόσον φερμένος δι' εσένα που +καταλαβαίνω, ότι δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς την αντάμωσίν σου· μα +όσον μεγάλη και ζωντανή είνε η φλόγα που με ανάπτει, μη στοχασθής +ποτέ ότι θα σε δεξιωθώ ωσάν μίαν σκλάβαν, μα επιθυμώ να σε λάβω +γυναίκα μου, διά να σε βάλω εις τον θρόνον της Θέμπας. Ευχαρίστησα +τον βασιλέα διά τα ταξίματά του, και διά την τιμήν που μου έκανε, +και ευρίσκοντας τότε τον καιρόν αρμόδιον διά να του φανερώσω ποία +είμαι, του εφανέρωσα καταλεπτώς την ιστορίαν μου, η οποία ζωντανώς +τον εδιαπέρασε. Βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός, γνωρίζω που ο +ουρανός εδιαφύλαξεν εις εμένα την τιμήν να σε ξεδικήσω. Εγώ θέλω +παιδεύσει σκληρώς τον τύραννον Μωβαβάκ· θέλω του στείλει μεντζίλiα +διά να του κηρύξωσι τον πόλεμον, αν δεν αφήση θεληματικώς τον +θρόνον, που αδίκως σου άρπαξεν. Ευχαριστήσου το λοιπόν, μου είπε, +να μου δώσης το χέρι σήμερον διά να μου γένης γυναίκα, και αύριον +σου τάσσω να βάλω εις έργον τα όσα σου έταξα. Εξαναευχαρίστησα τον +βασιλέα διά την γενναιότητά του, και του ωμολόγησα πως και εγώ δεν +εστάθηκα τόσον αναίσθητος προς αυτόν, από την πρώτην φοράν που τον +είδα, όμως ωσάν τιμημένη που ήμουν δεν ηθέλησα ευθύς να του το +φανερώσω. + +Ετούτη η εξομολόγησις που του έκαμα τον υποχρέωσε κατά πολλά, και +έπιασε το χέρι μου και το εφίλησε με τρυφερότητα, και μου έκαμεν +όρκον πως πολλά εγκαρδιακά με αγαπά· και με εστεφανώθη την ιδίαν +ημέραν, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν διά μίαν +εβδομάδα ολόκληρον, και πριν να τελειώσουν οι χαρές έστειλε +ταχυδρόμους, καθώς μου έταξε, προς τον Μωβαβάκ. Αυτός δεν υπετάχθη +εις την θέλησιν του βασιλέως της Θέμπας, αλλά με βρισές μεγάλες +τους αποδίωξεν. Ο δε βασιλεύς ακούοντας αυτήν την βαρβαρότητα και +σκληρότητα του Μωβαβάκ έδωσε διαταγήν να συναχθούν όλα του τα +στρατεύματα διά να κινήση κατά πάνω του· μα τον καιρόν που +ετοιμάζοντο, ήλθαν είδησις από τους Ναϊμάνους, ότι ο Μωβαβάκ ο +θείος μου απέθανεν από μίαν αρρώστιαν και πως εζητούσαν εμένα διά +να με ξανακυρώσουν εις τον θρόνον μου. + +Επάνω εις μίαν τέτοιαν είδησιν, ο βασιλεύς απέλυσε τα στρατεύματά +του, και αποφάσισε να στείλη τον βεζύρ Αλή, διά να υπάγη να +βασιλεύση αντίς εμένα. Ετούτος ο επιτηρητής ήτον σχεδόν έτοιμος +διά να μισεύση, μα ένα συμβεβηκός ανεπάντεχον τον εμπόδισε, και +πρόσεχε διά να το ακούσης. + +Μίαν βραδειάν εγώ έστεκα ακουμπισμένη επάνω εις ένα θρονί εις τον +χοντζερέ μου, διαβάζοντας διάφορα κεφάλαια από το Αλκοράνι. Και +αφού τα εδιάβασα, εσηκώθηκα διά να υπάγω να εύρω τον βασιλέα, που +ήτον εις το κρεββάτι· και εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ του, ένα +φοβερόν φάντασμα μου φανερώνεται εμπροστά μου και εις την ιδίαν +στιγμήν γίνεται άφαντον. Εστάθη μεγάλη η κραυγή που έκαμα, τόσον +που εξύπνησα τον βασιλέα που εκοιμάτο, ο οποίας με ερώτησε το +αίτιον της κραυγής μου και εγώ του ωμολόγησα εκείνο που είδα. Ο δε +βασιλεύς με αφηκράζετο με προσοχήν, μα αντίς να με κάμη να μου +έβγη ο φόβος, μου λέγει· εγώ είμαι περισσότερον σκοτισμένος από +εσένα, και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπορείς να ευρίσκεσαι εις +το κρεββάτι μου, και εις τον ίδιον καιρόν ορθή να μου μιλής. +Αυθέντη, του λέγω εγώ, τίποτε δεν ημπορώ να καταλάβω από την +ομιλίαν που κάνεις· μίλησέ μου, σε παρακαλώ, καθαρώτερα διά να σε +καταλάβω. Ας είνε, εξαναείπεν αυτός· πλησίασε εδώ εις την κλίνην +μου, και θέλεις ιδεί πράγμα που θέλει σου προξενήσει μεγάλην +έκστασιν. Τότε εγώ πλησιάζοντας εις το προσκέφαλον, εγνώρισα με +μεγάλον μου θαυμασμόν μίαν νέαν γυναίκα, που καθολικώς με +παρωμοίαζε, και είχε την ιδίαν μορφήν. + +Ω Ουρανέ, εφώναξα εις ταύτο το θέαμα, ποία μορφή φανερώνεται εις +τα μάτια μου; τι θεωρία ασυνήθιστος είνε τούτη; Α ταλαίπωρη, +απεκρίθη με την ιδίαν μου φωνήν εκείνη η νέα, που ευρίσκονταν εις +το κρεββάτι με τον βασιλέα, κάνει χρεία εσύ να είσαι πολλά τολμηρή +διά να αποκτήσης να πάρης την ιδίαν μου μορφήν· ποία είνε λοιπόν η +γνώμη σου, ω παράνομη μάγισσα; πιστεύεις εσύ ότι ο βασιλεύς ο +νυμφίος μου θα γελασθή από τες μεταμόρφωσές σου, και δεν θα +καταλάβη ποία από τες δύο μας είνε η αληθινή του γυναίκα; άφησε +λοιπόν τες ελπίδες σου, επειδή και θέλει είνε ανωφελής η πλάνη +σου, εις αισχύνην σου της μαγικής σου τέχνης· ο άνδρας μου +γνωρίζει καλά, ότι εσύ δεν είσαι άλλο, παρά μία κακότροπος +μάγισσα. Ακριβέ μου νυμφίε, ακολούθησεν εκείνη γυρίζοντας προς τον +βασιλέα, πρόσταξε να πιάσουν ετούτην την κακότροπον μάγισσαν, και +κάμε να την βάλουν εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, και αύριον να την +κάψουν εις την μέσην της αγοράς. + +Αν η τελεία παρομοίωσις, που ήτον ανάμεσα εις αυτήν την νέαν και +εμένα, με είχε σκοτίσει, το ονειδιστικόν της ομίλημα με εσύγχισε +πολύ περισσότερον, και αντίς να της αποκριθώ με παρόμοιαν δύναμιν, +άρχισα να κλαίω, και με μεγάλο παράπονον λέγω προς τον βασιλέα. +Βασιλέα μου, εγώ ελόγιαζα ότι εκαταδάμασα την εναντίαν μου τύχην, +και επίστευα ότι με την αντάμωσίν σου θα έλαβαν τέλος οι δυστυχίες +μου· μα αλλοίμονον εις εμένα, κάποιον δαιμόνιον φθονερόν της +ευτυχίας μου ήλθε να μου την συγχίση. Αυτό λαμβάνει την μορφήν +μου, και θέλει να πιστευθή μία άλλη ωσάν εμένα, και το επέτυχεν· +εσύ δεν με γνωρίζεις πλέον με το να με ανακατώνης με εκείνο, +στοχάσου με, σε παρακαλώ, αν ακόμη σου είμαι ακριβή, η καρδιά σου +πρέπει να με διαχωρίση αναμέσον της πλάνης, που απατά τα μάτια +σου, και κράζω εις μάρτυρα τον Προφήτην ότι εγώ είμαι η βασίλισσα +η συμβία σου. + +Η νέα που ευρίσκονταν εις το κρεββάτι διά δεύτερην φοράν με +απέκοψεν· εσύ ψεύδεσαι, μου είπεν, εσύ είσαι μία κακότροπος +μάγισσα, και δίνεις να φανερωθής αληθώς εκείνη που είσαι, επειδή +και οι επίβουλοι τρέχουν ευθύς εις τους όρκους, και έχουν έτοιμα +και τα δάκρυα, διά να τα μεταχειρίζωνται εις τας κακοπραξίες τους. +Τελειώσατε μίαν φοράν, είπε τότε ο βασιλεύς· παύσετε τούτες τες +διάλεξες, που δεν μου φανερώνουν εκείνο, που θέλω να ηξεύρω· σεις +με τα λόγια σας με συγχίζιτε, και δεν ημπορώ να γνωρίσω την αληθή +γυναίκα μου· μια βέβαια από εσάς είνε μάγισσα, που πάσχει να με +πλανέση, μα δεν είνε δυνατόν να την καταλάβω, και φοβούμαι ότι +θέλοντας να παιδεύσω την πταίστριαν, να μην παιδεύσω την +άπταιστον. + +Ο βασιλεύς μην ημπορώντας το λοιπόν να με διαχωρίση από την +μάγισσαν, έκραξεν ευθύς τον βεζύρ Αλή, και την γυναίκα του και +τους εδιηγήθη το συμβάν. Εξέταξαν αυτοί διά να με γνωρίσουν, αλλά +μας ηύραν απαράλλακτες και τες δύο, και δεν εστάθη δυνατόν να μας +διαχωρίσουν. Η αναθρέπτριά μου ενθυμήθη, πως εγώ είχα ένα σημάδι +εις το γόνυ μου, και ερευνώντάς μας έμεινε πολλά εκστατική εις το +να ιδή πώς και οι δύο είχαμεν το ίδιον εις τον ίδιον τόπον. +Άρχισαν να μας εξετάζουν ξεχωριστά, μα η μάγισσα αποκραίνονταν εις +τες εξέταξές τους, ωσάν εγώ η ίδια, εις τρόπον που δεν ήξευραν τι +να στοχασθούν. Τότε ο βασιλεύς εζήτησε την γνώμην του Αλή, και +όλων των άλλων που ήσαν εκεί το τι τους φαίνεται, και ποία +στοχάζονται ότι να είνε η αληθινή; Όλοι ομοφώνως απεφάσισαν ότι +εκείνη που ευρέθη εις την κλίνην με αυτόν, εκείνη είνε η +βασίλισσα, και εγώ πώς ήμουν η μάγισσα· και απεφάσισαν να με +κάψουν. + +Ο δε βασιλεύς δεν ηθέλησε να γροικήση μίαν συμβουλήν τόσον +σκληράν, φοβούμενος να μη θανατώση την άπταιστον διά την +πταίστραν, αλλά ευχαριστήθη να με εξορίση από το βασίλειόν του. +Τότε μου έβγαλαν τα βασιλικά φορέματα που εφορούσα, και ενδύοντάς +με τούτα τα πενιχρά, με έβγαλαν έξω από την χώραν, και έφθασα έως +εδώ ζώντας με ελεημοσύνην, που οι ελεήμονες με κυβερνούν διά να +μην αποθάνω. Ετούτη είνε η ιστορία μου, ω αυφθέντη, ακολούθησεν η +βασίλισσα των Ναϊμάνων· ελπίζω μάλιστα ότι από αυτήν θα βεβαιωθείς +πώς εγώ είχα δίκαιον να σου ειπώ, ότι είμαι θυγατέρα και γυναίκα +βασιλέως, και δεν είμαι εκείνη, που λέγω· είμαι βασίλισσα, και δεν +είμαι εκείνη, που είμαι. + +Με τούτον τον τρόπον η βασίλισσα της Θέμπας ετελείωσε να ομιλή. +Και ο βασιλεύς της Κίνας της είπε· παρηγορήσου, ω κυρά, ότι οι +δυστυχίες σου εφθασαν εις την ακμήν, και, δεν πρέπει να +αμφιβάλλεις ότι η τύχη έως τέλους δεν θα μεταβληθεί και εις +ευεργετικήν, και άκουσον τι λέγει ένας ποιητής μας. Οπόταν ένα +πράγμα φθάνη εις την ακμήν της τελειότητος είνε σιμά εις την ακμήν +της φθοράς. Και εις μίαν άκραν δυστυχίαν στέκει πλησίον η +ογλήγορος ευτυχία· είπεν ακόμη αυτός ο ποιητής· Ο κίνδυνός σου +είνε σιμά οπόταν πιστεύης ότι είσαι τελείως ευχαριστημένος· και +ετοιμάσου να χαρής τότε, οπόταν τα εναντία σε κάνουν να δοκιμάσης +τες πλέον σκληρές δυστυχίες. Με τέτοιον τρόπον ο Ουρανός εδιάταξε +την ζωήν των ανθρώπων. + +Και διά τούτο, ω κυρά, ηκολούθησεν ο βασιλεύς της Κίνας να λέγη, +μην απελπίζεσαι εις τες δυστυχίες σου· εσύ ημπορείς να είσαι σιμά +διά να απαντήσης ένα περισσότερον ευτυχισμένον γραπτόν· μα +αλλοίμονον εις εμένα, δεν ηξεύρω αν και εγώ ομοιάζω ωσάν και του +λόγου σου και αν έγινα παίγνιον μιας μάγισσας, ή το υποκείμενον +που αγαπώ, να μην είναι κανένα δαιμόνιον. Ο Ρουσκάδ εις τον ίδιον +καιρόν της εφανέρωσε και αυτός το όνομά του, και εδιηγήθη το +συμβεβηκός του με την έλαφον. + +Δεν είχεν αυτός ακόμη τελειώσει την ιστορίαν του, και ιδού βλέπουν +άνθρωπον μεσιακής ηλικίας καβαλλάρην που βιαίως έτρεχεν. Αυτός +ήτον σχεδόν γυμνός, και απέρασε τόσον από σιμά τους, που η +βασίλισσα τον εγνώρισε και ευθύς εφώναξεν. Ω ουρανέ, αυτός είναι ο +άνδρας μου. Εκείνος όμως δεν την εκύτταξεν, αλλά βιαίως έτρεχε και +κάθε ολίγον μετά φόβου εγύριζε, και εκύτταζεν όπισθέν του, ωσάν να +είχε τινά που να τον εκυνηγούσεν. Αφού τον έχασαν από τα μάτια +τους, ιδού και βλέπουν να φθάνη άλλος καβαλλάρης, που με μεγάλην +βίαν εχτυπούσε το άλογόν του διά να τρέχη. + +Ετούτος ο ύστερος ήτον πλούσια φορεμένος, και εκρατούσεν εις το +χέρι του ένα γυμνό σπαθί βαμμένον από αίμα, ο οποίος εγνωρίζουνταν +καλώτατα ότι αυτός εκυνηγούσε τον πρώτον, και πώς επροσπαθούσε +μεγάλως διά να τον φθάση· μα το θαυμασιώτερον ήτον, που ήτον τόσον +παρόμοιος εις την μορφήν με τον άλλον, που η βασίλισσα μην +ημπορώντας να φτουρήση εφώναξε πάλιν· ω Ουρανέ, ετούτος είναι ο +άνδρας μου· ήτον και αυτός τόσον θαμπωμένος, που επέρασε πολλά +κοντά της χωρίς να την κυττάξη. Κυρά, της λέγει τότε ο βασιλεύς +της Κίνας, ο Ρουσκάδ, κάνει χρεία να ομολογήσωμεν πώς δεν είναι +πράγμα πλέον θαυμαστόν από τούτο. Κύριε, του απεκρίθη η βασίλισσα, +εσύ ημπορείς από τούτο να πιστεύσης εκείνο που σου είπα, πώς δεν +σου εδιηγήθηκα ένα μύθον. + +Τον καιρόν που ωμιλούσαν επάνω εις αυτά τα συμβεβηκότα, φθάνει +ένας τρίτος καβαλλάρης· ετούτος, μη τρέχοντας ολιγώτερον από τους +άλλους, δεν έλειψεν όμως που να μην κυττάξη τον Ρουσκάδ και την +βασίλισσαν, ο οποίος ήτον ο βεζύρης Αλής. Ευθύς, που η βασίλισσα +και αυτός εγνωρίσθηκαν, εξεπέζευσεν από το άλογόν του, και έπεσεν +εις τους πόδας της βασίλισσας. Α, Βασίλισσά μου, της είπεν, είσαι +συ το λοιπόν εκείνη που βλέπω; ας είνε πάντα δοξασμένος ο ουρανός, +που σε εφύλαξεν· επειδή αυτός αφίνει διά κάμποσον καιρόν να +θριαμβεύση η κακία και φαίνεται πως αποστρέφεται την κακίαν· άλλο +αυτό δεν είναι, παρά διά να κάμη να λάμψη καλλίτερα με το τρέξιμον +του καιρού η δικαιοσύνη του. + +Ιδού το παράδειγμα· η θανατηφόρος σου έχθρισσα είνε αποθαμμένη, +και αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς την εθανάτωσε με το σπαθί του, το +οποίον είνε ακόμη βαμμένον από το μιαρόν της αίμα, και διά να +τελειώση μίαν σωστήν εκδίκησιν ο ίδιος κυνηγά τούτην την στιγμήν +ένα μιαρόν, που με τες μαγείες του τού επήρε την ιδίαν του μορφήν· +ήθελα όμως να είχα καιρόν, να σου διηγηθώ όλα τα περιστατικά, που +ηκολούθησαν εις το παλάτι, αφού και εμίσευσες από εκεί, μα άλλην +φοράν θέλω σου τα διηγηθή κατά πλάτος· βλέπω ότι ο βασιλεύς πολύ +περισσότερον ξεμακραίνει διά τούτο πρέπει να υπάγω να τον φθάσω. +Μείνε εσύ εδώ με την βασίλισσαν, απεκρίθη ο Ρουσκάδ προς τον Αλή, +και κάμε της συντροφιά, και εγώ παίρνω το βάρος διά να φθάσω τον +βασιλέα, και να τον φέρω εις τούτον τον τόπον. Έτσι λέγοντας +εκαβαλλίκευσε το άλογόν του ο Ρουσκάδ, και ευθύς έτρεξε διά να +φθάση τον βασιλέα της Θέμπας. + +Αφού δε αυτός εμίσευσεν, ο βεζύρ Αλής ερώτησε την βασίλισσαν ποίος +ήτον αυτός ο νέος ο αγνώριστος και του εστάθη μέγας ο θαυμασμός +εις το να ακούση από αυτήν πως αυτός είνε ο βασιλεύς της Κίνας. +Ευχαρίστησε και εμένα την περιέργειάν μου, του είπεν η βασίλισσα, +και φανέρωσέ μου με τι τρόπον εξεσκεπάσθη αυτή η μιαρά μάγισσα; +Κυρά μου, απεκρίθη ο βεζύρης, ο βασιλεύς νυμφίος σου βεβαιωμένος +ότι αυτή ήτον η αληθινή γυναίκα του, και όχι η μάγισσα, εζούσε με +αυτήν μίαν τελείαν αγάπην· όθεν ήτον μερικές ημέρες, που +ευρίσκονταν με αυτήν εις ένα κάστρον, μακράν από την χώραν έως +μίαν ημέραν. + +Σήμερον δε το ταχύ εβγήκα με αυτόν και με ένα σκλάβον, διά να +υπάμε εις το κυνήγι. Και ωσάν εξεμακρύναμεν έως μίαν ώραν δρόμον, +ο βασιλεύς ενθυμήθη πως ελησμόνησεν ένα πράγμα πολλά αναγκαίον εις +το κρεββάτι του· όθεν γυρίζοντας εις το Κάστρον ξεπεζεύει από το +άλογόν του, και μου λέγει να τον καρτερήσω εκεί· και αυτός από +μίαν σκάλαν κρυφήν εμβήκεν εις την κατοικίαν της βασίλισσας. +Ύστερα από ολίγον βλέπω να κατέβη ένας άνθρωπος χωρίς φακιόλι και +γυμνός, που είχε την μορφήν του βασιλέως· ελόγιασα ότι αυτός θα +ήτον ο βασιλεύς. Ω αυθέντη, εφώναξα βλέποντάς τον, πώς είσαι εις +αυτήν την κατάστασιν; Μα αυτός αντίς να μου αποκριθή, τρέχει και +παίρνει ένα άλογον και καβαλλικεύοντάς το φεύγει με μέγαν φόβον +χωρίς να μου ειπή λόγον· και καθώς εγώ εστοχαζόμουν μήπως του +έτυχε κανένα εναντίον, έτσι αποφάσισα διά να τον ακολουθήσω. + +Και κινώντας προς αυτόν διά να τον φθάσω, ιδού και ακούω οπίσω μου +μίαν φωνήν, που με έκραξε, καρτέρει, ω Βεζύρη, καρτέρει. Εγώ δε +ευθύς σταματώ το άλογον, και στρέφω να ιδώ, και βλέπω τον βασιλέα +που βγαίνει από το κάστρον με τα μάτια φλογερά, και με το σπαθί +εις το χέρι. Τρέχει προς εμέ με μεγάλην βίαν και μου λέγει. +Βεζύρη, ημείς εδιώξαμεν την αληθινήν βασίλισσαν, και εκρατήσαμεν +μίαν κακότροπον γυναίκα που επήρε την ιδίαν της μορφήν με την +μαγείαν της· πλην τούτης της μιαράς της εσήκωσα την ζωήν και +χρεωστώ να κάμω το ίδιον και με αυτόν τον επίβουλον που επήρε με +τον ίδιον τρόπον την μορφήν μου. Δος μου ογλήγορα το άλογον, λέγει +προς τον σκλάβον του, διά να ακολουθήσω αυτόν τον άθλιον, να κάμω +την ξεδίκησίν μου· και ούτω καβαλλικεύοντας το άλογόν του τον +κατατρέχει με τον τρόπον που τον είδες, και εξοπίσω του τον +ακολουθώ. + +Εις αυτό το διάστημα που ο βεζύρ Αλής εδιηγούνταν αυτά της +βασίλισσας, ο βασιλεύς της Θέμπας εκυνηγούσε μετά μεγάλης βίας τον +εχθρόν του, τον οποίον φθάνοντάς τον, τον ελάβωσε με το σπαθί του +εις την πλάτην, και τον έρριξε κάτω από το άλογον· ξεπεζεύει και +αυτός διά να τον αποσκοτώση. Τότε εκείνος ο τρισάθλιος του εζήτησε +να του αφήση την ζωήν. Εγώ σου την αφίνω, του είπεν ο βασιλεύς, αν +μου ειπής την αλήθειαν ποίος είσαι και διατί επήρες την μορφήν +μου. Αυθέντη, του απεκρίθη εκείνος, επειδή και η βασιλεία σου +κάνεις ετούτη, την χάριν, τίποτε δεν θέλω σου κρύψει, και διά να +σε βεβαιώσω πώς δεν θέλω σου κρύψει την αλήθειαν, κάνει χρεία να +λάβω την φυσικήν μου μορφήν. Τελειώνοντας τούτους τους λόγους +βγάζει ένα δακτυλίδι που είχεν εις το δάκτυλόν του· και ο βασιλεύς +ευθύς τον είδε πώς δεν ήτον άλλο, παρά ένας άσχημος γέρων. + +Ο βασιλεύς έμεινε κατά πολλά θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν +μεταμόρφωσιν και ο γέρων άρχισε να λέγη· εσύ, ω αυθέντη, με +βλέπεις τέτοιον, καθώς αληθώς είμαι, και διά να σου δώσω μίαν +τελείαν ευχαρίστησιν, θέλω σου διηγηθή την ιστορίαν της ζωής μου. + + + +&Ιστορία του Μοκβάλ και της Δειλνοβάτζης.& + + + +Εγώ είμαι υιός ενός υφαντή γεννημένος εις την Δαμασκόν, και Μοκβάλ +είναι το όνομά μου. Ο πατέρας μου ήτον κατά πολλά πλούσιος, μα +περισσότερον φιλάργυρος, και εγώ μόνος ήμουν ο κληρονόμος της +περιουσίας του, ώστε που αποθαίνοντας αυτός έμεινα νοικοκύρης +μεγάλου πλούτου, και αντίς να μιμηθώ το παράδειγμα του πατρός μου, +ή το ολιγώτερον να πραγματεύσω κάμποσον μέρος από τα πλούτη μου, +δεν εστοχάσθηκα άλλο παρά να δοθώ εις ξεφάντωσες και εις τρυφές, +αγαπώντας τες γυναίκες· και κυριωτέρως εσύγκλινα την αγάπην μου +εις μίαν κόρην, που εκατοικούσεν εις την γειτονιά· αυτή ήτον +εύμορφη και πολλά έξυπνη, μα η εξυπνάδα της ήτο πλαστή, και κακού +χαρακτήρος· ήτον αγαπημένη από πολλούς ανθρώπους, και όλοι +επιθυμούσαν, ποίος να είναι ο πρώτος, που να την απολαύση· επειδή +και όλους τους επεριποιείτο με όμοιον τρόπον. + +Έμεινα το λοιπόν γελασμένος ωσάν και άλλοι πολλοί από τα πλαστά +σημεία της φιλίας και τα χάιδια, που μου έδειχνεν και εστοχαζόμουν +ότι οι άλλοι αγαπητικοί της δεν είχαν την χάριν προς αυτήν καθώς +εγώ την είχα, και ενόμιζα πώς ήμουν πλέον ευτυχισμένος από αυτούς. +Ετούτη η φαντασία μου αυγάτιζε πολύ περισσότερον την επιθυμίαν +μου, και με έκαμε να κάμω μεγαλώτατα έξοδα δι' αυτήν· δεν +απερνούσεν ημέρα, που να μην κάμω κανένα νέον δώρον της +Δειλνοβάτζης (έτσι αυτή ωνομάζετο)· και τα δώρα, που της έκανα +ήταν τόσον πλουσιοπάροχα, που εις τρεις τέσσαρας χρόνους ευρέθηκα +εις δυστυχίαν. Οι άλλοι αγαπητικοί της έπασχαν και αυτοί να +κρατούν την φιλίαν της, δίδοντες και αυτοί μεγάλα χαρίσματα, τόσον +που αυτή η γυναίκα επλούτησε από τες γύμνωσές μας. + +Αφού και έφθειρα όλον το έχειν μου μην έχοντας πλέον να εξοδεύσω, +εφοβούμουν πως η αγαπημένη μου δεν θα με ήθελε δεχθή πλέον με +εκείνην την προθυμίαν, που με εδέχονταν. Μα με όλον που αυτή η +Δειλνοβάτζη ήτον πονηρά και φιλάργυρη, μου λέγει μίαν ημέραν· +Μοκβάλ, εσύ λογιάζεις τάχατες πώς διά το παρόν μην έχοντας πλέον +να εξοδεύης και να μου κάμης δώρα, θέλω να σε αποδιώξω από το +σπήτι μου; όχι, αγαπημένε μου, θέλω και εγώ να σου δειχθώ πόσον +είμαι γενναία· σου τάσσω ότι θα μοιράσω με εσένα όλον εκείνο που +θέλω λάβει από τους άλλους μου αγαπητικούς, και να σου επιστρέψω +όλον εκείνο που εξόδευσες με το διάφορον. Και κατά αλήθειαν από +τότε μου απερνούσε πολύ χρυσίον και αργύριον διά κάθε μου χρείαν· +εφαινόμουν πλέον πλούσιος από εκείνο που πρώτα ήμουν, και έξω από +αυτό, είχεν αυτή προς εμένα ένα μεγαλώτατον θάρρος, και δεν έκανε +τίποτε αν δεν το εφανέρωνε πρώτον εμένα. Και με τούτον τον τρόπον +εζήσαμεν διά πολλούς χρόνους. + +Η Δειλνοβάτζη καθώς επήγαινεν από ολίγον κατ' ολίγον γηράζουσα, +έτσι της ωλιγόστευε κάθε ημέραν και ο αριθμός των αγαπητικών της, +και τέλος πάντων τα γερατειά της τους της εσήκωσαν όλους. Όθεν +βλέποντας πώς την απαράτησαν όλοι τοιαύτης λογής, εδοκίμαζε τον +πλέον μεγαλύτερον κακοφανισμόν, που μία παρομοία γυναίκα ημπορεί +να έχη· και μην ημπορώντας να υποφέρη την υστέρησίν τους, και το +περισσότερον που της εκακοφαίνονταν να νομίζεται γραία, και να μην +ημπορή να κάμνη πλέον τες ασέλγειές της, καθώς ήτον μαθημένη, +έρχεται και μου λέγει· Α! Μοκβάλ αγαπημένε μου, σου εξομολογούμαι +ότι το γήρας μου είναι πολλά ανυπόφορον· ότι όντας εκ της νεότητός +μου συνηθισμένη εις την συναναστροφήν των νέων, δεν ημπορώ να +υποφέρω την καταφρόνεσίν τους, και την υστέρησίν τους· είμαι +αποφασισμένη διά να ελευθερωθώ από την θανατηφόρον πίκραν που με +ενοχλεί, να υπάγω εις την έρημον της Φαρράν, διά να εύρω την σοφήν +Βέδραν, μάγισσαν θαυμαστήν της Ασίας, της οποίας όλη η γη είνε +υποκειμένη εις τες μαγείες της διά τα μεγάλα της τεράστια που +κάνει, επιθυμώ όθεν να την ιδώ· ηξεύρω εις ποίον μέρος της ερήμου +κατοικεί· μήπως και αυτή μου δείξη κανένα απόκρυφον διά να +ξαναγίνω νέα και ορεκτική εις τους ανθρώπους εις πείσμα της +γεροντοσύνης μου· όθεν αν με αγαπάς πολύ θέλω να με ακολουθήσης. +Εσύ ημπορείς να το κάμης, της είπα, και εγώ είμαι έτοιμος διά να +σε συντροφεύσω, μήπως και λάβω και εγώ αυτήν την χάριν, να +ξαναγένω νέος. Αυτή βλέποντάς με έτοιμον διά να την ακολουθήσω, +εχάρη μεγάλως· και ευθύς πέρνομεν καμπόσην ζωοτροφίαν, και +διαλέγομεν ένα δώρον διά την Βέδραν, και εκινήσαμεν προς την +έρημον. + +Φθάνοντες δε εκεί ύστερον από δύο ημερών περιπάτημα, η Δειλνοβάτζη +με έκαμε να θεωρήσω ένα βουνόν, και μου είπε πως εκεί κατοικεί η +μάγισσα. Πλησιάζοντες δε εκεί, βλέπομεν ένα σκοτεινόν και φοβερόν +σπήλαιον, από το οποίον έβγαιναν με πολύν αλαλαγμόν μεγάλον πλήθος +από πετούμενα διαφόρων ειδών, φοβεράς και άσχημης θεωρίας, τα +οποία σηκωνόμενα εις τα σύγνεφα, έκαναν να αντιβοά ο αέρας από τα +ουρλιάσματά τους τα φοβερά· ημείς επαρουσιασθήκαμεν εις το έμπασμα +του φοβερού σπηλαίου· και εκεί βλέπομεν ένα λύχνον, που εφώτιζεν +όλον το σπήλαιον, και μέσα εις αυτό βλέπομεν μίαν μικρήν γραίαν, η +οποία ήτον η Βέδρα, που εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, και είχεν +απάνω εις τα γόνατά της ένα βιβλίον ανοικτόν, και εδιάβαζεν εμπρός +εις ένα φουρνόπουλον, καμωμένον από χρυσάφι, εις το οποίον ήτον +ένα αγγείον ασημένιον γεμάτον από γην μαύρην, που έβραζε χωρίς +φωτιάν. + +Εμβαίνοντας λοιπόν εις το σπήλαιον επλησιάσαμεν εις την μάγισσαν, +και την εχαιρετήσαμεν με μεγάλην ευλάβειαν και της επροσφέραμεν τα +δώρα, που είχαμεν πάρει· και έπειτα η Δειλνοβάτζη της είπε· +δυνατωτάτη Βέδρα, ήλθαμεν να σου ζητήσωμεν την βοήθειάν σου· δεν +κάνει χρείαν εγώ να σου παραστήσω την χρείαν μας, διά την οποίαν +εδώ ήλθομεν, επειδή και την ηξεύρεις με την τέχνην σου καλώτατα. Η +μάγισσα αφού και αφηκράσθηκε την Δειλνοβάτζην, της είπεν· όχι, +όχι, δεν είνε χρεία να εξηγηθής την επιθυμίαν σου, η οποία πολλά +μου είνε γνωστή· και έτσι λέγοντας επήγε και επήρε δύο γαράφες, +και τες έφερεν έξω από το σπήλαιον, και αποθέτοντάς τες εις την +γην, έρριξεν εις κάθε μίαν από αυτές ένα δακτυλίδι χρυσόν, και τον +ίδιον καιρόν άνοιξε το βιβλίον της, και άρχισε να κάνη εξορκισμούς +φοβερούς, και να μουρμουρίζη διάφορα λόγια μαγικά, που έκαναν +φόβον και τρόμον. + +Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή έκανε τους εξορκισμούς της, +βλέπομεν ημείς και εβγαίνει φωτιά από την μίαν γαράφαν, και από +την άλλην ένας καπνός μαύρος και πολλά πυκνός, ο οποίος +σηκωνόμενος, και εξαπλωνόμενος εις τον αέρα, έγινεν αιφνιδίως μία +φοβερά βροντή, η οποία αφού και έπαυσε δεν εφάνη πλέον να έβγη +τίποτε από τες γαράφες. Τότε η Βέδρα έβγαλε τα δακτυλίδια από τες +γαράφες και έβαλεν ένα εις τον δάκτυλον της Δειλνοβάτζης και της +είπεν· υπάγε, και χαίρου, διότι η επιθυμία σου επληρώθη· διότι το +δακτυλίδι που σου δίνω τον καιρόν που θα το φορής εις το δάκτυλόν +σου, έχει τέτοιαν την δύναμιν που σε κάνει να παίρνης την μορφήν +και παρομοίωσιν όποιας γυναικός ήθελες επιθυμήσει, και εις τον +ίδιον καιρόν γίνεσαι τόσον παρόμοια και απαράλλακτη ωσάν εκείνην, +που είναι αδύνατον να σας διαχωρίσουν την μίαν από την άλλην και +εσύ Μωκβάλ, εξηκολούθησεν η μάγισσα γυρίζοντας προς εμένα, λάβε +τούτο το άλλο δακτυλίδι, το οποίον παρομοίως έχει την δύναμιν, να +σε μεταμορφώνη εις όποιαν μορφήν ανθρώπου επιθυμήσεις· και έτσι +λέγοντάς μου, έβαλε το άλλο δακτυλίδι εις το χέρι μου. + +Ημείς αφού ευχαριστήσαμεν την Βέδραν διά την χάριν που μας έκαμεν, +εμισεύσαμε διά την Δαμασκόν και πριν να φθάσωμεν εις αυτήν +ηθελήσαμεν να κάμωμεν την δοκιμήν εις την στράταν και κάμνοντάς +την εμείναμεν εκστατικοί εις το να ιδούμεν που επαρωμοιάζαμεν έτσι +θαυμασίως εκείνου του υποκειμένου που επιθυμούσαμεν. Φθάνοντας δε +εις την Δαμασκόν η Δειλνοβάτζη ευθύς έβαλεν εις έργον το δακτυλίδι +της, το οποίον της έδωκε την μορφήν των πλέον ωραιοτάτων κυράδων +της χώρας, έπειτα επαρουσιάζετο εις τους αγαπητικούς της, και +ελάμβανε μεγάλα χαρίσματα από αυτούς, και δηνάρια όσα και αν +ήθελεν· εγώ από το μέρος μου διά περιδιάβασίν μου, και καμμίαν +φοράν διά να κλέψω, έτρεχα εις το δακτυλίδι μου, και ελάμβανα τώρα +την μορφήν ενός πραγματευτού· τώρα άρχοντος, και τώρα οποίου και +αν ήθελα, κι' ήμουν νοικοκύρης εις τα υπάρχοντά του. + +Αφού και εζήσαμεν με τούτον τον τρόπον πολύν καιρόν εις την +Δαμασκόν μας ήλθε στοχασμός διά να ταξειδεύσωμεν. Βγαίνομεν λοιπόν +από την Δαμασκόν και πηγαίνομεν από χώραν εις χώραν εις τον τόπον +των Ναϊμάνων και εκεί εμάθαμεν ότι μία ανήλικη βασιλοπούλα +εκυρίευε τον θρόνον και διά όνομά της ο βεζύρ Αλής εκυβερνούσε το +βασίλειόν της, και ότι αυτός είχεν όλην την εξουσίαν, από του +οποίου την κυβέρνησιν ήσαν πολλοί δυσαρεστημένοι και επιθυμούσαν +κατά πολλά ότι ο βασιλεύς Μωβαβάκ ο θείος της ανήλικης βασίλισσας, +και αδελφός του αποθαμμένου βασιλέως, να ήθελε γυρίσει εις τον +τόπον του, διά να βασιλεύση, ο οποίος επιστεύετο ως αποθαμμένος +εις ένα πόλεμον που είχεν υπάγειν κατά των Μογολτάνων, επειδή και +από εκείνον τον καιρόν δεν ήξευραν τι να έγινεν. + +Ημείς πληροφορημένοι από τούτες τες είδησες, η Δειλνοβάτζη μου +είπεν· ετούτος είνε καιρός αρμόδιος διά να λάβης μίαν κορώναν· εσύ +όμως δεν έχεις να κάμης άλλο, παρά να πάρης την μορφήν του +Μωβαβάκ, διά να λάβης το ποθούμενον. Και ούτως απεφάσισα να +παρουσιασθώ εις εκείνου την μορφήν και κατά πρώτον επληροφορήθηκα +διά όλες τες περίστασες του πολέμου εις τον οποίον ο Μωβαβάκ είχεν +υπάγει· και δεύτερον εξέταξα τίνες ήταν οι πλέον εγκαρδιακοί του +φίλοι και λαμβάνοντας τέλος πάντων κάθε λογής πληροφορίαν, έλαβον +την μορφήν του Μωβαβάκ, και επαρουσιάσθηκα εις εκείνους που μου +είπαν ότι ήταν εδικοί του και φίλοι του, οι οποίοι έδειξαν μεγάλην +ευχαρίστησιν που με είδαν. Εφανέρωσα ευθύς αυτουνών την γνώμην +μου, που επιθυμούσα διά να βασιλεύσω· οι οποίοι το εδέχθησαν μετά +χαράς και έκαμαν κάθε τρόπον, και εσύναξαν πολλούς από το μέρος +τους, και έκαμαν και άλλους να αποστατήσουν και ολίγον κατ' ολίγον +ήλθε το περισσότερον των Ναϊμάνων εις βοήθειάν μου. Εγώ βλέποντάς +τον αριθμόν του στρατεύματος που έκαμα, εκίνησα κατά πάνω της +βασίλισσας διά να της πάρω τον θρόνον, και δεν έλαβα πολύν κόπον +διά να λάβω το ποθούμενον. + +Λαμβάνοντας δε τον θρόνον όλοι οι υπήκοοί μου έκαμαν όρκον που να +μου είνε πιστοί, και πρόθυμοι εις το να με υπακούουν εις ό,τι τους +ήθελα προστάξει· και έπειτα από αυτό ηθέλησα να πιάσω την +βασιλοπούλαν διά να την φονεύσω, διά να μην έχω πλέον φόβον απ' +αυτήν. Μα ο Βεζύρ Αλής διά να της φυλάξη την ζωήν, την επήρε +κρυφίως και έφυγεν από το βασίλειον, και από την οργήν μου. Εγώ το +λοιπόν, έμεινα εις τον θρόνον, με όλην την ησυχίαν, και εβασίλευα +με μοναρχικήν δύναμιν· εφιλοδώρησα όλους εκείνους όσοι υπερμάχησαν +διά την ύψωσίν μου εις τον θρόνον, των οποίων έδωσα τες πρώτες +αξίες· και αν ήτο αληθώς ο ίδιος Μωβαβάκ, δεν ήθελε κάμει +καλλίτερες διάταξες από τες εδικές μου. Εζούσα το λοιπόν πολλά +ευχαριστημένος ομού με την Δειλνοβάτζη, που και αυτή είχε λάβει +μορφήν ωραιοτάτης γυναικός, και απερνούσε και αυτή ως βασίλισσα +και γυναίκα μου. + +Τέλος πάντων εκεί που απερνούσαμεν διά πολύν καιρόν τες ημέρες μας +εις τρυφές και αγαλλίασες, ωσάν βασιλείς που είμασθε, βλέπομεν να +έλθουν οι ταχυδρόμοι σου δίδοντάς μας την είδησιν, ότι +εστεφανώθηκες την βασίλισσαν των Ναϊμάνων, και πως είχες αποφασίση +να σηκώσης πόλεμον εναντίον μας, αν δεν της ηθέλαμεν επιστρέψη την +κορώναν, που της είχαμεν σηκώσει αδίκως. Εγώ τους απεκρίθηκα με +θυμόν ωσάν να καταφρονούσα τους φοβερισμούς σου, μα μέσα μου +απόμεινα πολλά φοβισμένος, και δεν απέρασεν ολίγον, αφού και +απέστειλα τους ταχυδρόμους σου, που να μην έμπω εις τον στοχασμόν +με την Δεινολβάτζην, τι στράταν έπρεπε να πάρωμεν. Ύστερα αφού +απέρασε πολύς καιρός στοχαζόμενοι είδαμεν που ήτον αδύνατον να σου +αντισταθούμεν, και διά τούτο αποφασίσαμεν να παραιτήσωμεν τον +θρόνον και να έλθωμεν να ξεδικηθούμεν εσένα, και την βασίλισσαν +των Ναϊμάνων, ωσάν πως μας είχατε κάμει την πλέον μεγαλύτερην +αδικίαν του κόσμου. Και ιδού ο τρόπος με τον οποίον ηθελήσαμεν να +κάμωμεν την εκδίκησιν. + +Έτρεξα τότε εις το δακτυλίδι μου, ακολούθησεν ο Μωκβάλ, και +εκαμώθηκα πως είμαι άρρωστος διά κάμποσες ημέρες, και υστερότερα, +διά να κάμω να πιστεύση ο λαός των Ναϊμάνων ότι ήμουν αποθαμμένος, +έλαβα μορφήν νεκρού, και κάνοντάς μου τα έξοδα, με έθαψαν με +μεγάλην παρρησίαν. Το βράδυ η Δειλνολβάτζη και μου άνοιξε τον +τάφον, και λαμβάνοντας τες φυσικές μας μορφές, εκινήσαμεν διά να +έλθωμεν εις την χώραν της Θέμπας, εις την οποίαν ευθύς που +εφθάσαμεν, ηύραμεν τους προεστούς των Ναϊμάνων, που είχαν έλθει +διά να δώσουν της βασίλισσας συμβίας σου την είδησιν διά τον +θάνατόν μου, και πως εζητούσαν να την ξαναβάλουν εις τον θρόνον +της. Επάνω εις αυτήν την είδησιν η βασιλεία σου ελευθέρωσε τα +στρατεύματα, που είχες ετοιμασμένα διά να έλθης κατά πάνω μου, και +αποφάσισες να στείλης κυβερνήτην τον βεζύρην Αλή. + +Εις αυτό το αναμεταξύ η Δειλνοβάτζη υποκάτω εις την μορφήν μιας +σκλάβας της βασίλισσας, και εγώ εις μορφήν ενός ευνούχου, +εμβήκαμεν εις το σεράγι σου μίαν νύκτα, και εκρυφθήκαμεν εις τον +χοντζερέ σου, μέσα εις τον οποίον δεν μας εστάθη δύσκολον να +βάλωμεν εις έργον την γνώμην μας· επειδή και οπόταν ευρισκόσουν +εις το κρεββάτι, και η βασίλισσα εις άλλον οντά και εδιάβαζεν, η +Δειλνοβάτζη πήρε την μορφήν αυτηνής, και ήλθε και εσέβη εις το +κρεββάτι σου μαζί, και οπόταν η αληθινή σου γυνή ήθελε να έβγη από +τον οντά της διά να έλθη να σε εύρη, επαρουσιάσθηκα εγώ έμπροσθέν +της υποκάτω εις ένα φάντασμα. Αυτή από τον φόβον της έκραξε +μεγάλως, και εγώ εν τω άμα έγινα άφαντος. Πλην εσύ βασιλέα μου, +ηξεύρεις τα επίλοιπα, και δεν μου λείπει άλλο, παρά να σου +φανερώσω διατί σήμερον επήρα την μορφήν της βασιλείας σου. + +Ετούτο το ταχύ ευθύς που εβγήκες έξω από το παλάτι σου, εγώ εμπήκα +υποκάτω εις την μορφήν του αρχιευνούχου σου εις τον χοντζερέ σου, +εις τον οποίον είχες αφήσει εις το κρεββάτι σου, την Δειλνοβάτζην. +Μωκβάλ, αυτή μου είπεν, γδύσου και έλα υποκάτω εις την μορφήν του +βασιλέως διά να σε χαρώ εις τον τόπον του. Τότε εγώ έκαμα καθώς +εκείνη επιθυμούσε, και ήμουν με αυτήν εις το κρεββάτι. Αλλ' οπόταν +έξαφνα εμπήκες εις τον χοντζερέ, εγώ βλέποντάς σε πως ήθελες να με +φονεύσης, υπαντήθηκα από το λάβωμα του σπαθιού σου, και έφυγα από +τα χέριά σου· μα ο ουρανός μην υποφέροντας πλέον τες ανομίες μου, +ιδού που με έδωσεν εις τας χείρας σου. Ναι, ω βασιλέα μου, ομολογώ +πως αχρήζω τον θάνατον και αν η βασιλεία σου, αφού ήκουσες όλες +τες ανομίες που έπραξα, οι οποίες συνθέτουν την ιστορίαν μου, +μετανοείς πως μου έταξες να μη με φονεύσης, εγώ ευχαριστούμαι να +γυρίσης τον λόγον σου, και να παιδεύσης ένα τρισάθλιον, που μόνος +του ομολογεί πως είναι ανάξιος να ζη πλέον επάνω εις την γην. + +Αλήθεια, του απεκρίθη ο βασιλεύς, εσένα σου έπρεπεν ο θάνατος, διά +να καθαρισθή η γη από ένα τερατώδη άνθρωπον ωσάν εσένα· μα επειδή +και σου έταξα να σου αφήσω την ζωήν, δεν βγαίνω από τον λόγον μου· +σου παίρνω μοναχά το δακτυλίδι ως εργαλείον ολέθριον των ανομιών +σου, διά να μην ημπορέσης πλέον να βλάψης το ανθρώπινον γένος, και +τα γηρατειά σου θέλουν είνε η παίδευσίς σου. Εις αυτό το αναμεταξύ +που ο βασιλεύς ετελείωσεν αυτούς τους λόγους, βλέπει τον Ρουσκάδ, +που επλησίαζε προς αυτόν με πολλήν βίαν, και διακρίνοντας από το +φόρεμά του, εστοχάσθη ότι ήταν ένας άνθρωπος ευγενής. + +Ο Ρουσκάδ φθάνοντας εκεί εξεπέζευσε, και αφού τον εχαιρέτησε, του +είπε· βασιλέα, έρχομαι διά να σου προμηνύσω μίαν χαρμόσυνον +είδησιν· η βασίλισσα των Ναϊμάνων, που εδιώχθη ωσάν μια μάγισσα +από την βασιλεία σου, και με όσα υπέφερεν από τότε έως τώρα, σε +βεβαιώνω ότι δεν απόθανεν ακόμη, αλλά ζη. Ω ουρανέ, εβόησεν ο +Βασιλεύς της Θέμπας εις ετούτην την είδησιν, είνε δυνατόν να ζη +ακόμη η αγαπημένη μου βασίλισσα, με όλες τες δυστυχίες, που της +εσυνέβηκαν; Ω φίλε μου, κατά πως βλέπω είσαι πληροφορημένος διά τα +όσα εσυνέβηκαν εις το παλάτι μου· πες μου το λοιπόν σε παρακαλώ +ποίος είσαι και πως τα ηξεύρεις; Εγώ, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, είμαι +ένας ξένος, και εις άλλον καιρόν θέλω σου ειπεί το όνομά μου· το +συμβεβηκός με έκαμε να συναπαντήσω την βασίλισσαν την γυναίκα σου, +η οποία μου εδιηγήθη τα δυστυχισμένα συμβεβηκότα της· ηξεύρω ακόμη +και εκείνα, που σου εσυνέβηκαν σήμερον το ταχύ, με το να μου τα +εδιηγήθη ο βεζύρ Αλής, ο οποίος ευρίσκεται μαζί της και σε +καρτερούν να γυρίσης να σε ιδούν. + +Ετούτη η είδησις επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν του βασιλέως της +Θέμπας. Και ευθύς εμίσευσαν διά να πηγαίνουν να την εύρουν, +αφίνοντες εκεί εκείνον τον τρισάθλιον, αφού και του εσήκωσαν το +δακτυλίδι. Και εν τω άμα έφθασαν όπου ο βεζύρ Αλής ήτον με την +βασίλισσαν. Ο δε βασιλεύς της Θέμπας με οξύτητα ξεπεζεύοντας +παίρνει εις τας αγκάλας του την αγαπημένην του γυναίκα, και +γεμάτος από αγαλλίασιν της λέγει· αχ! βασίλισσά μου, με τι μάτια +κυττάζεις ένα συμβίον που σε εκαταφρόνεσε τόσον; μα αλλοίμονον εις +εμέ, εις τι τυφλότητα έπεσα να παιδεύσω μίαν ανεύθυνον; παρακαλώ +σε μη με μισήσης ότι εγώ δεν έχω το φταίξιμον, αλλά οι μαγείες +εκείνης της μιαράς με εθάμπωσαν, και έκαμα τέτοιαν ανομίαν, και +διά τούτο παρακαλώ να συμπαθήσης το σφάλμα μου. + +Η βασίλισσα ηξεύροντάς την αθωότητά του, δεν τον ωνείδισεν εις τα +όσα της έκαμεν, αλλά μετά μεγάλης αγάπης τον εδέχθη, και τον +επεριποιήθη ωσάν άνδρα της αγαπημένον. Αφού δε εχάρηκαν αναμεταξύ +τους εις την ξαναντάμωσιν, η βασίλισσα τον επαρακάλεσε να της ειπή +το πώς εκατάλαβε τον δόλον της μάγισσας και τα ακόλουθα. Ο δε +βασιλεύς της εδιηγήθη ευθύς, λέγων, πηγαινάμενος εις τον οντάν της +γυναικός μου, την ηύρα με έναν που με επαρομοίαζεν· εγώ βλέποντάς +τους έβγαλα το σπαθί μου να τους θανατώσω· αλλ' ο άνδρας επρόφθασε +και έφυγε. Τότε εγώ τραβώντας το σπαθί έκοψα της τρισαθλίας το +χέρι, εις το οποίον εφορούσεν ένα δακτυλίδι μαγικόν και ευθύς που +της έπεσε το χέρι κατά γης, από ωραία που ήτον, εμεταβάλθη εις +μίαν ασχημοτάτην γραίαν. Βασιλέα, μου λέγει, κόπτοντάς μου το χέρι +εχάλασες την μαγείαν. + +Εγώ με την δύναμιν ενός δακτυλιδιού απερνούσα διά γυναίκα σου και +ο άνδρας που έφυγε, και αυτός έχει ένα παρόμοιον, και με αυτό +επήρε την μορφήν σου· και επειδή σου εξομολογούμαι το παν σε +παρακαλώ συμπάθησόν με. Ω άνομη, εφώναξα εγώ, έχεις ακόμα πρόσωπον +να μου ζητήσης συμπάθειον, μάγισσα παράνομη, που με τες μαγείες +σου με έκαμες να υστερηθώ την αληθινήν μου γυναίκα; δεν είναι +πλέον έλεος εις εσένα. Και έτσι λέγοντας την έκαμα κομμάτια και +την άφησα εκεί· και ευθύς εδόθηκα διά να κυνηγήσω και τον άνδρα +που με αυτήν ηύρα, διά να τον φονεύσω και αυτόν. Έπειτα της +εδιηγήθη και του Μωκβάλ όλην την ιστορίαν, την οποίαν του +εφανέρωσε και αυτός· και πώς του επήρε το δακτυλίδι και τον άφησεν +ολίγον μακράν. + +Διηγούμενος ο βασιλεύς ετούτην την ιστορίαν, η βασίλισσα, ο βεζύρ +Αλής και ο Ρουσκάδ έμειναν εκστατικοί διά τέτοια συμβεβηκότα. Και +αφού ο βασιλεύς ετελείωσε την ιστορίαν αυτήν, γυρίζει προς τον +Ρουσκάδ, και του λέγει· ω ευγενή ξένε, επειδή διά την τόσην +καλωσύνην, που έδειξες προς την αγαπημένην μου γυναίκα, και +υπερμάχησες διά την ευτυχίαν που τώρα χαιρόμεθα, τι χάριν από +εμένα ζητείς να σου κάμω; πρόσταξε και θέλει σου δοθή ό,τι σου +θέλει είναι αρεστόν. Ο Ρουσκάδ εκεί που έστεκε διά να του αποκριθή +και να τον ευχαριστήση, η βασίλισσα του έκοψε τον λόγον, και λέγει +προς τον άνδρα της. Κύριε, δεν ηξεύρεις που ο ξένος με τον οποίον +ομιλείς είναι ο βασιλεύς της Κίνας; Ευθύς που ο βασιλεύς της +Θέμπας ήκουσεν ετούτο, εζήτησε συμπάθειαν του Ρουσκάδ, ανίσως και +έλειψε να του προσφέρη το πρεπούμενον σέβας. Ο Ρουσκάδ, του +αντέκοψε τον λόγον, και αγκαλιάσθηκαν αμοιβαίως, και εφιλήθηκαν· +υστερότερον εσηκώθηκαν, και επήγαν εις την Θέμπα με μεγάλην +αγαλλίασιν. Ο Ρουσκάδ έμεινεν εκεί μερικές ημέρες, και έκαμαν εις +αυτόν μεγαλώτατες τιμές κατά πως του έπρεπαν. Και έπειτα ζητώντάς +τους θέλημα εξαναγύρισεν εις το βασίλειόν του. + + + +&Ακολούθησις της ιστορίας του Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης +Κεριστάνης.& + + + +Ερχόμενος ο βασιλεύς της Κίνας Ρουσκάδ εις το βασίλειόν του, δεν +έλειψε να διηγηθή του βεζύρη του τα παράδοξα συμβεβηκότα της +βασίλισσας και του βασιλέως της Θέμπας. Ο βεζύρης ακούοντάς τα +έμεινε θαυμασμένος, και από ετούτα έλαβε την αιτίαν να παρρησιάση +εις τον αυθέντην του, ότι και η Κεριστάνη δεν ήτον άλλο, παρά μία +μάγισσα ωσάν την Δειλνοβάτζην, καθώς του το εφανέρωσεν εξ αρχής. +Δεν επέρασεν όμως πολύς καιρός, που ο βασιλεύς ευρίσκετο εις το +βασίλειόν του εν ησυχία· και μίαν ταχινήν εκεί που οι μεγιστάνες +του τον ανάμεναν εις το ντιβάνι, τους εδόθη είδησις πως δεν +ευρίσκετο πλέον εις το παλάτι του, αλλά εχάθη. Τότε όλοι εδόθηκαν +εις φωνάς και εις κλαυθμούς διά την έλλειψιν του βασιλέως των, και +μάλιστα ο βεζύρης του ωδύρετο κατά πολλά διά τον αιφνίδιον χαμόν +του. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εθρηνούσαν και εγύρευαν +τον βασιλέα τους, αυτός ο ευτυχισμένος βασιλεύς ευρίσκονταν εις +την ακμήν της ευτυχίας του, εις το νησί Χαρμοστάν, εις το οποίον +εφέρθη διά προσταγής της Κεριστάνης. + +Ετούτη η Βασίλισσα αφού ανέβη εις τον θρόνον, έβαλεν όλην της την +επιμέλειαν εις τες διόρθωσες του βασιλείου της και εις τον +καλλωπισμόν της μεγαλειότητός της. Ύστερον δε από αυτά στοχαζομένη +τον λόγον που είχε δώσει του βασιλέως της Κίνας, και ευχαριστημένη +διά την εμπιστοσύνην του, απεφάσισε να κάμη να τον φέρουν εκεί και +ούτως αποφασίζοντας, επρόσταξεν ένα της πιστόν εξωτικόν, και επήγε +και της τον έφερεν εις το παλάτι εις ολίγον διάστημα. Ω βασίλισσα, +εφώναξεν ο Ρουσκάδ, ευθύς που είδε την Κεριστάνην, αξιώθηκα το +λοιπόν διά να σε ξαναϊδώ, εις καιρόν που δεν ήλπιζα να είμαι πλέον +εις την ενθύμησίν σου; Όχι, Ρουσκάδ, απεκρίθη η Κεριστάνη, μη +στοχάζεσαι πως το μάκρος του καιρού με έκαμε να σε αλησμονήσω· εγώ +πάντα σε είχα εις την καρδίαν μου, μα εκαρτερούσα να δοκιμάσω αν +μου ήσουν πιστός· και τώρα που σε εκατάλαβα διά πιστόν, έκαμα και +σε έφεραν εδώ διά να χαρούμεν κατά τον πόθον μας· και θέλω σήμερον +να πληρώσω το τάξιμον, που σου έκαμα, διά να σε λάβω νόμιμόν μου +άνδρα. + +Ο βασιλεύς της Κίνας ευχαρίστησε κατά πολλά την Κεριστάνην διά την +γενναιότητα, που έδειχνε εις αυτόν, και της έταξε μίαν αγάπη +παντοτεινήν. Ύστερον από αυτά τα λόγια, όλοι οι προεστοί του +βασιλείου της, μικροί και μεγάλοι εσυναθροίσθηκαν εις το παλάτι +διά προσταγής της, των οποίων είπε· Μεγάλοι και μικροί εξωτικοί +που με ακούετε, με το να είσθε όλοι με όρκον εις την υποταγήν μου, +και έτοιμοι εις τα προστάγματά μου, σας δίνω την είδησιν, ότι θέλω +να πάρω διά νόμιμόν μου άνδρα τον βασιλέα Ρουσκάδ, που εδώ κοντά +μου βλέπετε και να τον στέψω και βασιλέα σας, τον οποίον σας +παραγγέλλω ότι από την σήμερον και εις το εξής θέλετε του +προσφέρει το ίδιον σέβας, που και εις εμέ προσφέρετε. Τότε όλοι οι +εξωτικοί τον επροσκύνησαν, και της επαίνεσαν την εκλογήν που +έκαμε, με όλον που ήτον ένας άνθρωπος θνητός. Τελειώνοντας η τάξις +της στέψεως του βασιλέως εκοπίαζον εις τες ετοιμασίες των γάμων μα +πριν τελειώσουν, η Κεριστάνη είπε προς τον Ρουσκάδ. + +Κύριε, είνε χρειαζόμενον να μου τάξης πως θα φυλάξης ένα πράγμα· +εγώ δεν ζητώ από λόγου σου αυτό το τάξιμο διά άλλο, παρά διά +κοινόν μας καλόν· αυτό είνε εξ αποφάσεως αναγκαίον διά να μου το +κάμης και με επιμέλειαν να το φυλάξης, διατί αν από κακήν τύχην +δεν ήθελες το φυλάξει, ημείς και οι δύο θέλομεν γένει πολλά +δυστυχισμένοι. Αλλοί εις εμέ, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, τα +λόγια σου πολλά με βάνουν εις υποψίαν, και διά τούτο πες μου να +ιδώ τι πρέπει να σου τάξω. Εκείνο, που εγώ θέλω, απεκρίθη η +Κεριστάνη, είνε μία δυνάστευσις, που θέλει σου είνε πολλά βαριά, +την οποίαν δεν πιστεύω να είσαι αρκετός να την υποφέρης· επειδή +και όντας εγώ μία εξωτική, και εσύ ένας υιός του Αδάμ, είμεθα +καθώς φαίνεται διαφορετικής κλίσεως· ημείς εργαζόμεθα το εναντίον +από τους ανθρώπους, έχομεν τους νόμους μας και τες συνήθειές μας +διαφορετικές, και εις ένα λόγον ημείς δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν +πολύν καιρόν αντάμα, αν εσύ δεν θέλεις έχει μίαν τυφλήν υποταγήν +και υπακοήν προς εμένα. + +Πώς; ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, ετούτη είνε η δυνάστευσις η +βαρεία, την οποίαν υποπτεύεις πως να μην είμαι αρκετός να φυλάξω; +εγώ λογιάζω πως έως τώρα θα εγνώρισες την καρδιά μου, που είνε +πάντα υποκειμένη εις κάθε σου πρόσταγμα, και πως δεν έχω άλλην +θέλησιν παρά την εδικήν σου. Ας είνε, εξαναείπεν η βασίλισσα· εσύ +το λοιπόν τάζεις μου, αν κάμω κανένα πράγμα έμπροσθέν σου που να +σου κακοφανή, να μη βλασφημήσης, αλλ' ούτε να με ονειδίσης εις +εκείνο που έκαμα; Ναι, ω βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός· αντίς να +βλασφημήσω τα έργα σου, ομνύω ότι ήθελα τα επαινέσει όλα, και θέλω +έχει εις όλην μου την ζωήν άλλην τόσην υπακοήν, όσην αγάπην σού +έχω. + +Τόσον φθάνει, εξαναείπεν η Κεριστάνη, εγώ αναπαύομαι επάνω εις τον +όρκον σου, ελπίζοντας ότι κάθε λογής πράγμα, που εγώ είμαι διά να +κάμω εμπρός εις τα μάτια σου, να φυλάξης σιωπήν, και να μη μιλήσης +τίποτε επειδή και οι εξωτικοί δεν κάνουν κανένα πράγμα χωρίς +στοχασμόν· και ανίσως καμμίαν φοράν θέλεις με ιδεί να κάμω πράγμα, +που να σου φανή αστόχαστον, πες με τον εαυτόν σου, αυτή δεν +εργάζεται με τέτοιον τρόπον χωρίς δικαιολόγημα. + +Ο βασιλεύς της Κίνας ξανατάζοντάς της να φυλάξη με κάθε υπακοήν τα +όσα υπεσχέθη, δεν εστοχάσθηκε τότε άλλο, παρά διά την υπανδρείαν +τους, την οποίαν ευθύς την έβαλαν εις πράξιν, και έκαμαν τους +γάμους με μεγάλες χαρές ολωνών των εξωτικών. Και ο βασιλεύς +ευρίσκετο τόσον ευτυχισμένος, που περισσότερον δεν ημπορούσε να +γένη, και καθημερινώς δεν έκανεν άλλο, παρά να είνε εις χαρές και +παιγνίδια ομού με την αγαπημένην του Κεριστάνην. + +Απαρνώντας λοιπόν ένας χρόνος αφού και υπανδρεύθηκαν, η Κεριστάνην +εγέννησεν ένα παιδί αρσενικόν, από τον ήλιον πλέον ευμορφώτερον. Ο +δε βασιλεύς ευρισκόμενος εις το κυνήγι, οπόταν έλαβε την χαροποιάν +είδησιν εγύρισεν ευθύς εις το παλάτι του διά να ιδή το βρέφος και +βλέποντάς το εις τα χέρια της μητρός του, η οποία εκάθονταν σιμά +εις μίαν μεγάλην φωτιάν, το επήρεν εις τες αγκάλες του, και αφού +το εφίλησε πολλές φορές το εξανάδωσε της μητρός του. Αυτή +παίρνοντάς το εις τα χέρια της ευθύς το έρριξε μέσα εις εκείνην +την φλόγα που η φωτιά έκανεν, και εν τω άμα, ω θέαμα παράδοξον, η +φωτιά και το βρέφος έγιναν άφαντα. Ετούτο το παράδοξον θέαμα, δεν +επροξένησεν ολίγην λύπην εις τον βασιλέα, μα ό,τι λογής και αν +ήτον ο πόνος του διά τον χαμόν του υιού του, ενθυμήθη εν τω άμα το +τάξιμον που έκαμε, και εκατάπιε την θλίψιν του, φυλάγοντάς την +σιωπήν· όθεν χωρίς να της ειπή τίποτε ετραβήχθη εις τον χοντζερέ +του, και εκεί εδόθη εις το να κλαίη, λέγοντας· δεν είμαι εγώ +δυστυχής; ο ουρανός μου έδωσεν ένα υιόν, και βλέπω που με τα χέρια +της η μητέρα του τον ρίχνει εις την φωτιάν και ακόμη μου είνε +εμποδισμένον να μιλήσω διά ένα κάμωμα τόσον σκληρόν; ω μητέρα +απάνθρωπη, και βάρβαρη· μα, ας σιωπήσω, ακολούθησεν, ημπορώ να +αγανακτήσω την βασίλισσαν φανερώνοντας την θλίψιν μου· αλλά πρέπει +να υπομείνω δυναστικώς, και αντίς να κατηγορήσω το άνομον κάμωμά +της, ας ειπώ πως η βασίλισσα δεν κάνει τίποτε χωρίς δικαιολόγημα. +Ο βασιλεύς το λοιπόν τοιούτης λογής στοχαζόμενος, δεν είπε λόγον +τινά προς την Κεριστάνην, με όλον που ήτον υπερβολική η θλίψις του +διά τον χαμόν του υιού του. + +Ένα χρόνον υστερότερα από αυτό, η Κεριστάνη έδωσε πάλιν εις φως +μίαν θυγατέρα πολλά ευμορφότερην από τον υιόν. Ο δε βασιλεύς ήτον +πολλά εκστατικός διά την μεγάλην ευμορφάδα της θυγατρός του, και +δεν ημπορούσε να ξεκολλήση από το να την χαίρεται· μα αυτή η χαρά +του δυστυχούς ολίγον του εφτούρησεν επειδή και εις το αναμεταξύ +που την εκύτταζεν, ιδού και εμβαίνει εις εκείνον τον χοντζερέ μία +σκύλα άσπρη πολλά μεγάλη με το στόμα ανοικτόν, την οποίαν η +Κεριστάνη βλέποντάς την έκραξε, λέγοντάς της· έπαρε τούτην την +μικράν κόρην απ' έμπροσθέν μου· ότι δεν ημπορώ να την υποφέρω· και +η σκύλα ευθύς επλησίασε, και παίρνοντας με τα δόντια την κόρην +έφυγε με μεγάλην ορμήν. + +Ήθελεν είνε αδύνατον να διηγηθή τις, ποίας λογής ήτον εις τούτο το +θέαμα ο πόνος του βασιλέως, και με όλον που είχε τάξει την σιωπήν +με όρκον της βασίλισσας, ολίγον έλειψε που να μη τον χαλάση, διά +να ονειδίση την ωμότητά της· εστάθη όμως στενεμμένος να αναμερίση, +φοβούμενος να μη της φανερώση την θλίψιν του· και ούτως επήγε και +εξανακλείσθη εις τον χοντζερέ του, και δεν έκαμνεν άλλο, παρά να +οδύρεται, και να κλαίη το κακόν τέλος των τρυφερών του παιδιών. Η +Κεριστάνη (έλεγε με τον εαυτόν του) καθώς βλέπω είνε μία σκληρά, +και απάνθρωπος εις το να έχη μίαν τέτοια καρδιά διά τα παιδιά της. + +Αν οι εξωτικοί έχουν τόσην ευχαρίστησιν να κάνουν τέτοια πράγματα +εναντίον εις τα φυσικά τους παιδιά, οι άνθρωποι όμως είναι πλέον +ευσπλαχνικοί από αυτούς· μα η βασίλισσα μου είπε, πως οι εξωτικοί +δεν κάνουν τίποτε χωρίς δικαιολόγημα· και αυτό πώς ημπορεί τις να +το πιστεύση, ότι αυτή να μην έκανε κακόν; αχ, εγώ καταλαμβάνω τι +είνε τούτο το μυστήριον, και βλέπω την αιτίαν της δυστυχίας μου. +Οι νόμοι των εξωτικών, απ' ότι στοχάζομαι, θέλουν χωρίς άλλο, ότι +οπόταν, αυτοί υπανδρεύονται με ανθρώπους, τα παιδιά που γεννούν με +αυτούς, να τα θανατώνουν· ιδού το αίτιον αυτουνού του έργου που με +κάνει εκστατικόν. Ω Κεριστάνη απάνθρωπη, ημπορείς να στοχασθής, αν +εγώ ημπορώ να υποχρεωθώ εις όλα σου τα σκληρά καμώματα, χωρίς να +μη σε ονειδίσω; όχι, εις πείσμα όλης της αγάπης, που έχω προς +εσένα, είναι αδύνατον να ημπορέσω να συνηθίσω εις τους νόμους σου. + +Με όλον που ευρίσκετο ζωντανά περίλυπος ο Ρουσκάδ διά το χάσιμον +των παιδιών του, όμως έλαβεν αρκετήν υπομονήν, να μην ειπή τίποτε +της βασίλισσας· μα η κατοίκησις του νησιού Χαρμοστάν του εγένονταν +ανυπόφερτος, και αποφάσισε να γυρίση εις την Κίναν. Όθεν, +βασίλισσα, λέγει μίαν ημέραν της Κεριστάνης, εγώ επεθύμισα να +ξαναϊδώ το βασίλειόν μου· διά τούτο δος μου σε παρακαλώ θέλημα, +διά να πηγαίνω να ξαναεύρω τον λαόν μου, οι οποίοι από πολύν +καιρόν με νομίζουν διά χαμένον, και αφού βάλω τα πράγματά μου εις +τάξιν, πάλιν θέλω ξαναγυρίσει. Ας είναι του απεκρίθη η βασίλισσα, +ημπορείς να υπάγης διά να δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν του λαού +σου, επειδή και η παρουσία σου είναι πολλά αναγκαία εις το +βασίλειόν σου· διότι εγώ ηξεύρω, ότι οι Μογγόλοι σηκώνουν εναντίον +σου δυνατόν στράτευμα. Μίσευσε το λοιπόν διά να υπάγης να +διαφεντευθής και θέλω έχει και εγώ την επιμέλειαν διά να έλθω να +σε εύρω, και να σε βοηθήσω αν λάβης χρείαν. + +Έτσι λέγοντας η Κεριστάνη, έκραξεν ένα εξωτικόν, και το επρόσταξε +να φέρη ευθύς τον βασιλέα εις το παλάτι του εις την Κίναν. Ο +εξωτικός υπακούοντάς τον επήρεν εις τες αγκάλες του, και εν τω άμα +τον έφερεν εις την Κίναν, και τον απόθεσεν εις το παλάτι του. +Ευθύς που ο βεζύρης του τον είδεν έλαβε πολλήν χαράν, και +επρόσπεσεν εις τους πόδας του και του είπεν· Ω Αυθέντη, ο ουρανός +το λοιπόν επήκουσε τες παρακάλεσές μου, και σε έφερε εις τον λαόν +σου, διά να τον χαροποιήσης. Τότε ο βασιλεύς αγκαλιάζοντας τον +βεζύρην, του εδιηγήθη τα όσα του εσυνέβηκαν και ο βεζύρης έμεινεν +εκστατικός από τον θαυμασμόν του. Εις τούτο το αναμεταξύ, οι +Μογγόλοι επλησίασαν εις την Κίναν με υπερβολικάς δυνάμεις. Εις την +είδησιν του ερχομού τους, ο Ρουσκάδ εσυνάθροισε το περισσότερον +μέρος που εδυνήθη από το στράτευμά του, και εφέρθη απέναντι των +εχθρών του, και ετέντωσεν ολίγον μακράν από αυτούς, διά να +καρτερήσή την ζωοτροφίαν διά το στράτευμα, που ήτον ολίγον +ξέμακρα, την οποίαν εσυντρόφευεν ένας Πασσάς ονόματι Βελής. Και +τον καιρόν που αυτός επλησίαζε με την ζωοτροφίαν εις το στράτευμά +του φανερώνεται έμπροσθέν του η Κεριστάνη, συντροφιασμένη από πολύ +πλήθος εξωτικών, οι οποίοι ευθύς εξεφόρτωσαν τα καμήλια και +μουλάρια, που ήταν φορτωμένα φαγητά, και πιοτά διάφορα, και τα +έχυσαν καταγής, τόσον τα φαγητά όσον και τα πιοτά και τα +ανακάτωσαν όλα, και τα ετσαλαπάτησαν που δεν ήτον πλέον διά να +φάγουν τα φαγητά αλλ' ούτε να πιουν τα πιοτά. + +Ο δε Βελής έμεινεν εκστατικός εις το να ιδή τούτα εις τέτοιαν +κατάστασιν. Τότε η βασίλισσα του είπεν, ύπαγε να ειπής του +αυθέντος σου, ότι η βασίλισσα γυναίκα του επροξένησεν ετούτην την +ζημίαν. Αυτός υπήκουσε, και επήγε και το είπε του βασιλέως. Αυτή η +είδησις έφερε τον βασιλέα εις αδημονίαν μεγαλυτέραν από τον +θάνατον των παιδιών του, ο οποίος του εφαίνονταν πλέον άξιος +συμπαθείας από τούτο το υστερινόν κάμωμα· και εκεί που ήτον δι' +αυτό πολλά θαυμασμένος, βλέπει την Κεριστάνην να παρουσιασθή +έμπροσθέν του. + +Βασίλισσα, της είπεν, δεν ημπορώ να σιωπήσω πλέον· εσύ μου έφερες +εις το άκρον την υπομονήν μου. Έρριξες το παιδί μου εις την +φωτιάν, έδωσες την θυγατέρα μου μιας σκύλλας, και με όλον που ήτον +μεγάλη η θλίψις μου, εγώ δεν σου ωμίλησα, αλλ' ούτε σου έδειξα πως +μου εκακοφάνη· μα ετούτο που μου έκαμες τώρα δεν ημπορεί να είνε +άλλο, παρά μία επιβουλή της ζωής μου και της τιμής μου, και μου +είνε αδύνατον που να μη παραπονεθώ. Ω αχάριστη, με τέτοιαν +ανταμοιβήν πληρώνεις την αγάπην μου; ποία άραγε να είναι η γνώμη +σου; ιδού το στράτευμά μου, που έμεινε χωρίς ζωοτροφίαν· τι έχει +να ακολουθήση; μίλησε· και τι θέλει γένει εις εμένα; θέλεις καθώς +βλέπω διά να παραδοθώ εις τους εχθρούς μου χωρίς να πολεμήσω; πώς +ημπορώ να υποφέρω τούτο χωρίς να σε ελέγξω; + +Ρουσκάδ, ήτον καλύτερον, του απεκρίθη η Κεριστάνη, διά να είχες +φυλάξει σιωπήν και τούτην την φοράν, παρά να ομιλήσης έξω από το +προκείμενον, μα επειδή και ωμίλησες, το κακόν είνε χωρίς ιατρείαν· +δεν κάνει χρεία άλλο, ήθελεν είνε ανωφελές το να ζητήσης μέσον διά +να εμποδισθή η συμφορά, που εγώ εφοβούμουν μη σου τύχη, επειδή και +εσυνέβη. Ω βασιλέα αστόχαστε και αδύνατε, διατί να μη φυλάξης την +σιωπήν; ηξεύρεις εσύ ποία ήτον η φωτιά, εις την οποίαν έρριξα το +παιδί; εκείνη ήταν μία Λάμια, της οποίας εμπιστεύθηκα την +ανατροφήν εκείνου του βασιλοπούλου· και η σκύλλα που είχες ιδεί +ήτον μία Νεράιδα, η οποία μετά χαράς έλαβε το βάρος διά να +αναθρέψη την βασιλοπούλα, και διά να πιστωθή, υπόμεινε διά να +ιδής. Ευθύς η Κεριστάνη προστάζει δύο εξωτικούς διά να υπάγουν να +της φέρουν τα παιδιά της· οι εξωτικοί δεν άργησαν να της τα φέρουν +έμπροσθέν της. + +Ο βασιλεύς της Κίνας, με όλον που ήτον τόσον θλιμμένος διά τον +χαμόν της τροφής, εδόθη εις μεγάλην χαράν εις το να ιδή τα δύο του +παιδιά, που έφεγγαν ωσάν το φως, τα οποία, παίρνοντάς τα εις τας +αγκάλες του με μεγάλην αγαλλίασιν, τα εφιλούσεν. Εις αυτό το +μεταξύ η Κεριστάνη ακολούθησε να λέγη· Βασιλέα, χρεία τώρα είναι +να σου φανερώσω διατί σου εχάλασα την ζωοτροφίαν. Ο βασιλεύς του +Μογόλ ήθελε να σου σηκώση την ζωήν, διά να φέρη εις την υποταγήν +του το βασίλειον της Κίνας· και διά να τελειώση την βουλήν, έταξε +πολύ χρυσάφι του βεζύρ Βελή, διά να σε επιβουλευθή. Αυτός ο +άπιστος επιτηρητής, διά εκατόν χιλιάδες φλωριά, έταξε να κάμη να +χαθή όλον σου το στράτευμα και εσένα ομού, και ο δόλος του εστάθη +εις το να φαρμακώση όλα τα φαγητά και πιοτά, που εις ολίγον +διάστημα είχετε να χαθήτε όλοι. Αυτή εστάθη η αιτία, που έκαμα και +εχάλασαν όλα τα φαγοπότια, διά, να μη λάβη τέλος η βουλή του. Αυτό +λογιάζω πως να σου φαίνεται δύσκολον να το πιστεύσης, μα είναι +εύκολον να σε κάμω να βεβαιωθής· κράξε τον Βελή, και υποχρέωσέ τον +διά να φάγη και πίη έμπροσθέν σου από εκείνα τα φαγητά που +έμειναν, και θέλεις ιδεί τι του θέλει συμβή. + +Εις τούτην την διήγησιν ο βασιλεύς έμεινε σκοτισμένος, και ευθύς +έκραξε τον Βελή, διά να έλθη εμπροσtά του, τον οποίον αφού ήρθε +τον επρόσταξε διά να φάγη από εκείνα τα φαγητά· αλλ' ο Βελής +επροφασίσθη πως δεν επεινούσεν. Αν δεν φας τούτην την στιγμήν, του +είπεν ο βασιλεύς, το κεφάλι σου θέλει είνε χαμένον. Τότε ο Βελής +βλέποντας ότι ήτον αδύνατον να φύγη τον θάνατον· ή με τον ένα +τρόπον, ή με τον άλλον, έφαγεν ολίγον από εκείνα τα φαγητά, και εν +τω άμα απέθανε. + +Βλέπεις, λέγει τότε η Κεριστάνη του βασιλέως, την προδοσίαν του +Πασιά σου; λογιάζω πως είσαι βεβαιωμένος ότι τα τελώνια δεν κάνουν +πράγμα χωρίς αφορμήν. Ναι, ω βασίλισσα, λέγει ο Ρουσκάδ, ομολογώ +ότι έχω άδικον, που δεν εφύλαξα με προσοχήν τον νόμον που μου +έδωσες, με όλον τούτο δεν είμαι χωρίς ανάπαυσιν, επειδή και το +στράτευμά μου πρέπει να χαθή μην έχοντας ζωοτροφίαν. Όχι, όχι, +είπεν η Κεριστάνη, ζωοτροφία δεν θέλει σου λείψει· αύριον θέλεις +έχει περισσότερον από την χρείαν σου, επειδή τούτην την νύκτα +εσείς θέλετε πλακώσει τους εχθρούς σας, και θέλετε τους κατακάψει +εις κομμάτια και θέλετε κυριεύσει όλες των τες ζωοτροφίες, και θα +γυρίσετε εις την βασιλεύουσαν νικηταί και τροπαιούχοι. + +Όλον αυτό που προείπεν η βασίλισσα αλήθεψεν, επειδή και αυτή +εκείνην την ιδίαν νύκτα, μαζί με όλους τους εξωτικούς που είχεν, +εβάλθη εις την κεφαλήν των Κινέζων, και εκαταχάλασεν όλον το +στράτευμα των Μογγολιτών, που μετά βίας εγλύτωσεν ο βασιλεύς τους +με δώδεκα ανθρώπους μόνον. Την δε ερχομένην ημέραν, βλέποντας ο +Ρουσκάδ τον εχθρόν του χαλασμένον, χωρίς να χάση κανένα από το +στράτευμά του, ήτον όλος εις χαράν και αγαλλίασιν. + +Τότε η Κεριστάνη λέγει προς τον βασιλέα τον συμβίον της, ιδού που +οι εχθροί σου ευρίσκονται κείμενοι εις τον κονιορτόν· ο πόλεμος +ετελείωσε εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το βασίλειόν σου, και να +ζήσης με ανάπαυσιν εις το παλάτι σου· όσον διά λόγου μου έχω χρέος +να σε απαρατήσω, διά τούτο κάνει χρεία, να χωρισθώμεν διά πάντα· +εσύ δεν θέλεις με μεταϊδή πλέον και εγώ η ιδία θέλω είμαι +υστερημένη να σε βλέπω πλέον· το πταίξιμον είνε εδικόν σου, ω +ακριβέ μου Ρουσκάδ, επειδή και δεν εφύλαξες το τάξιμον που μου +έκαμες. + +Ω δίκαιε ουρανέ, εφώναξεν ο βασιλεύς εις τούτην την ομιλίαν· τι +είνε τούτο που αγροικώ; σε εξορκίζω, ω αγάπη μου, μετάβαλε ετούτην +την απόφασιν, το μετανοώ πως έλειψα από τον λόγον μου, σύγκλινε +εις το να με συμπαθήσης, και σου τάσσω μεθ' όρκου, ότι εις το εξής +να μη λάβης αιτίαν και κακοευχαριστηθής από εμένα. Ετούτος ο όρκος +είναι ανωφελής, λέγει η βασίλισσα, επειδή και οι νόμοι μου με +προστάζουν να ξεμακρύνω από λόγου σου, διατί οι νόμοι των εξωτικών +είνε αμετάβλητοι· παύσε το λοιπόν να με παρακινής πλέον να μείνω +μαζί σου· αχ! αν εις εμένα εστέκουνταν να σε συμπαθήσω, δεν +εκαρτερούσα περισσότερον να με παρακαλέσης. Ως τόσον σου αφίνω +υγείαν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας· εσύ χάνεις εις τον +ίδιον καιρόν τα παιδιά σου και την μητέρα τους, και δεν θέλεις +αξιωθή πλέον να μας ιδής με τα μάτια σου. Και έτσι λέγοντας, +έγινεν άφαντη μαζί με τα παιδιά της. + +Δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις τον ζωντανόν πόνον που έλαβεν ο +βασιλεύς της Κίνας, διά την υστέρησιν της γυναικός του και των +παιδιών του, που τόσον αγαπούσεν· αν αυτός έχανε τον πόλεμον, και +αν ήθελε πέση εις τα χέρια των εχθρών, δεν του ήθελε είνε τόσον +μεγάλη η θλίψις ωσάν εκείνη· μάλιστα από την υπερβολικήν του +θλίψιν εκατάκοψε το πρόσωπόν του, και έβαλε χώμα εις το κεφάλι +του, και έκαμε τόσα καμώματα παράξενα από την θλίψιν του, που +εφαίνονταν ωσάν ένας ξεμυαλισμένος, και όλος περίλυπος εγύρισεν +εις την καθέδραν του, και εκεί λέγει του βεζύρη του. Εις εσένα +αφίνω την κυβέρνησιν του βασιλείου μου, και κυβέρνησέ το καθώς +ημπορείς, διατί εγώ θέλω να απεράσω το επίλοιπον της ζωής μου εις +το να κλαίω την γυναίκα μου, και τα δύο μου παιδιά που τα έχασα +από αγνωσίαν μου. Δεν θέλω να βλέπω άλλους παρά εσένα, και διά +τούτο σου δίνω την ελευθερίαν να έρχεσαι να με ευρίσκης, με +συμφωνίαν να μη μου μιλήσης διά κανένα πράγμα του κόσμου, παρά +μόνον διά την Κεριστάνην και τα παιδιά μου. + +Εις αυτόν τον τρόπον ο Ρουσκάδ ετραβήχθη εις έναν οντά, και +εκλείσθη εκεί, εις τον οποίον δεν έμβαινεν άλλος παρά ο βεζύρης +τον οποίον είχεν επιτηρητήν του· και αυτός επήγαινε κάθε ημέραν να +τον ευρίσκη, ο οποίος δεν έλειπε που να τον παρηγορή, λογιάζοντας +πως το διάστημα του καιρού, ήθελε του αφανίση την θλίψιν του· μα +αντί να του την αφανίση του αυγάτιζε τον πόνον του, τόσον που +έπεσεν εις μίαν μεγαλωτάτην υποχονδρίαν, και εστάθη εις αυτήν την +κατάστασιν εις διάστημα χρόνων δέκα. Τέλος πάντων από την +απελπισίαν του έπεσεν εις αρρώστιαν, και ήτον κοντά διά να +αποθάνη, οπόταν η Κεριστάνη έξαφνα εφανερώθη εις τον οντά του, του +οποίου είπε τούτα τα λόγια. + +Βασιλέα, εγώ ήλθα διά να τελειώσω τα βάσανά σου, και να σε +μεταστρέψω εις την ζωήν που έχεις σχεδόν να την χάσης. Οι νόμοι +μας ήθελαν ότι, διά τιμωρίαν της επιορκίας σου, θα ήθελα σταθή +μακράν από λόγου σου εις διάστημα δέκα χρόνων, και αυτοί ομοίως +δεν μου έδιναν το θέλημα διά να σε ξαναϊδώ, ανίσως και εις τούτο +το διάστημα των δέκα χρόνων δεν μου ήθελες σταθή πιστός· διά το +οποίον οπόταν σε απαραίτησα δεν το επίστευα πλέον να σε μεταϊδώ, +διατί δεν ελόγιαζα πως οι υιοί του Αδάμ να είναι αρκετοί μιας +τοιαύτης μακρυνής εμπιστοσύνης και σταθερότητος. Ευχαριστώ τον +ουρανόν που έμεινα γελασμένη εις αυτήν την γνώμην, και τώρα +γνωρίζω ότι και οι άνθρωποι ημπορούν με σταθερότητα να αγαπήσουν. +Ιδού το λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν η Κεριστάνη, που εις εσένα +ξαναγυρίζω, διά να σε πληρώσω από αγαλλίασιν, και να σε κάμω να +ξαναϊδής τα παιδιά σου. Δεν είχεν ακόμη τελειώσει τούτα τα λόγια, +και το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλαν εισέβηκαν, και +επαρουσιάσθηκαν εις τον Ρουσκάδ, ο οποίος έμεινε πολλά +ευχαριστημένος τόσον διά την αγαπημένην του γυναίκα, όσον και διά +τα παιδιά του· και ήτον τόσον μεγάλη η χαρά του και η αγαλλίασίς +του, που κάθε άνδρας και πατέρας ημπορεί να το καταλάβη. Δεν +απέρασαν ολίγες ημέρες και από την χαράν του εξανάλαβε την υγείαν +του, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλον του το βασίλειον, τόσον διά +την υγείαν του, ωσάν και διά την απόλαυσιν των παιδιών του και της +γυναικός του. Αυτά τα τέσσαρα υποκείμενα απέρασαν διά πολλούς +χρόνους πολλά ευτυχισμένα. Και τέλος πάντων μετά τον θάνατον του +βασιλέως και της βασιλίσσης, το βασιλόπουλον έλαβε τον θρόνον του +πατρός του, και εβασίλευσεν ευτυχισμένα εις την Κίναν· η δε +βασιλοπούλα επήγεν εις το νησί Χαρμοστάν και εβασίλευσεν εκεί, έως +που έγινε γυναίκα του μεγάλου Προφήτου Σολομώντος. + +Τελειώνοντας η Σουλταμεμέ την διήγησιν τούτης της ιστορίας, όλες η +γυναίκες της Βασιλοπούλας την επαίνεσαν, οι οποίες αγαπούσαν τα +συμβεβηκότα των εξωτικών και των Μάγων. Η δε βασιλοπούλα ηύρεν +αιτίαν να ειπή πως ο Ρουσκάδ δεν εστάθη εις τον λόγον του, με το +να παρέβη τον όρκον που έκαμε της Κεριστάνης να μη μιλήση, και διά +τούτο οι άνθρωποι είνε αδύνατον να φυλάξουν εμπιστοσύνην, και να +μην έβγουν από τον λόγον τους. Κυρία απεκρίθη η Σουλταμεμέ, είναι +πολλοί που φυλάγουν τόσον τον λόγον τους, που τον προκρίνουν και +από αυτήν την ζωήν τους, καθώς θέλω σε κάμει να πιστωθής από μίαν +άλλην ιστορίαν, που θέλω σού διηγηθή αύριον, αν είναι με το θέλημά +σου. Ναι, της απεκρίθη η βασιλοπούλα, θέλω την ακούσει και αυτήν +μετά πάσης μου χαράς. Και ούτω συμφωνώντας διά την ερχομένην +ημέραν, αναμέρισαν από το λουτρόν, και επήγαν διά να γευθούν κατά +την συνήθειαν. + +Την ερχομένην ημέραν, εκεί που η βασιλοπούλα Φαρουχνάζη ετοιμάζετο +διά να υπάγη κατά την συνήθειάν της εις το λουτρόν, της έρχονται +είδησες ότι ο αδελφός της ο Φαρκούζης έπεσεν άρρωστος με ασθένειαν +βαρυτάτην, ο δε βασιλεύς Τογρούλμπεης, ο πατέρας του που τον +αγαπούσεν υπερβολικά, έκαμεν ευθύς να κράξουν τους πλέον εμπείρους +ιατρούς της βασιλείας του, οι οποίοι ερχόμενοι και βλέποντες την +βαρυτάτην του ασθένειαν, κανείς δεν ημπόρεσε να υποσχεθή να τον +ιατρεύση. Η θλίψις διά την απελπισίαν της υγείας του, και διά το +αδύνατον της ιατρείας του, επροξένησεν εις όλην την αυλήν +μεγαλωτάτην σύγχυσιν και θλίψιν· όθεν ευθύς έκαμαν να παύσουν όλες +οι ηδονές και ξεφάντωσες, που εγίνονταν εις το βασίλειον. Η +βασιλοπούλα δεν ηθέλησε να υπάγη εις το λουτρόν, αλλ' ούτε να δώση +πλέον ακρόασιν εις ιστορίας. Ο δε βασιλεύς δεν αναμέριζεν από το +πλευρόν του αρρωστημένου του υιού, θλιβόμενος διά τον κίνδυνον της +ζωής του· και εις βραχυλογίαν όλη η αυλή και η πολιτεία ήτον εις +μεγαλωτάτην θλίψιν, και άλλο δεν ωμιλούσαν, παρά διά την ασθένειαν +του υιού του βασιλέως, φοβούμενοι όλοι διά την υστέρησιν της ζωής +του. + +Μίαν ημέραν το λοιπόν ο βασιλεύς επήγε και ηύρε τον προεστόν του +ναού του Καισάγια (είδωλον της Κασμυρίας), του οποίου είπε· μεγάλε +Δερβύση, εσύ καλά ηξεύρεις πόσον αγαπώ τον υιόν μου. Οι ιατροί δεν +ημπόρεσαν να μου τον ιατρεύσουν· όθεν από αυτούς έχασα τες ελπίδες +μου, και δεν μου έμειναν άλλες παρά να προστρέξω εις του λόγου +σου, ελπίζοντας ότι διά μέσον των προσευχών σου προς τον Καισάγια +θα λάβω το ποθούμενον. Ο μέγας Δερβύσης αφού ήκουσε τες +παρακάλεσες του βασιλέως, του απεκρίθη λέγοντας. Εγώ δεν θέλω +λείψει, βασιλέα μου, να παρακαλέσω τον Καισάγιαν να δώση την +υγείαν του υιού σου· απόψε θέλω υπάγει εις τον ναόν του, και +αύριον θέλω δώσει την απόκρισιν εις το ζήτημά σου. + +Την ακόλουθον ημέραν ο μέγας Δερβύσης επήγε και αντάμωσε τον +βασιλέα και του είπεν· Ο Καισάγιας επήκουσε την προσευχήν μου, και +ο υιός σου θέλει ιατρευθή. Ο δε βασιλεύς όλος γεμάτος από χαράν +διά την καλήν ελπίδα, επήρε τον Δερβύσην και τον έφερεν εις τον +υιόν του, του οποίου ευθύς που του εδιάβασε μίαν προσευχήν, το +βασιλόπουλο άρχισε να μιλή και να σηκώνεται από το κρεβάτι γερό, +ωσάν να μη είχε ποτέ τίποτε. Αυτό το θαύμα έβαλεν εις όλους χαράν +και θαυμασμόν και έπαυσαν να μιλούν διά την αρρώστιαν του +βασιλοπούλου, και άρχισαν να κηρύττουν την χάριν του μεγάλου +Δερβύση. Η Φαρουχνάζη, ακούοντάς την μεγάλην φήμην αυτού του +Δερβύση και την αγιότητά του, επεθύμησε να τον ιδή, και να ομιλήση +με αυτόν. Όθεν μίαν ημέραν επήγε με τις σκλάβες της εις τον +Μιντρεσέ, όπου αυτός εκατοικούσε, διά να τον εύρη. Μα έμεινεν +εκστατική οπόταν της είπαν πως ο μέγας Δερβύσης της εμπόδιζε το +έμπασμα προς αυτόν. + +Η βασιλοπούλα εγύρισεν ευθύς θυμωμένη εις το παλάτι της εναντίον +του, διά την καταφρόνησιν που της έκαμε, και επήγε και το εκλαύθη +του πατρός της. Όθεν ο βασιλεύς ηθέλησε να υπάγη να τον ερωτήση ο +ίδιος, το αίτιον που δεν εδέχθη την θυγατέρα του· διά το οποίον ο +Δερβύσης του είπε· πως εγώ δεν την εδέχθηκα, με το να μην είναι +υπήκοη εις τον Ύψιστον, επειδή και αποφεύγει τους ανθρώπους και +τους μισεί ωσάν εχθρούς, και δεν θέλει να υπανδρευθή, διά το +οποίον ο Καισάγια με εμπόδισε να την δεχθώ ως αναξίαν· μα αν +θελήση να διορθωθή, και αλλάξη την γνώμην της, ημπορώ να την +δεχθώ, και να της δώσω καμμίαν συμβουλήν διά το καλόν της, εις +εκείνο που γνωρίζω συμφέρον εις αυτήν. Ο βασιλεύς ακούοντας έτσι, +τίποτε δεν απεκρίθη αλλά ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι του, και +εφανέρωσε της θυγατρός του τα όσα ο Δερβύσης του είπε, και την +επαρακίνησε, να ξαναπάγη προς αυτόν, επειδή και έχει ελπίδες με +την αγιότητά του να της βγάλη από την φαντασίαν το μίσος που έχει +προς τους ανθρώπους. + +Η βασιλοπούλα ευθύς τον επήκουσε· και την ακόλουθον ημέραν δεν +έλειψε που να υπάγη εις αυτόν η οποία εμβαίνοντας ελεύθερα εις τον +Μενδρεσέ υπήγεν εις μίαν μεγάλην σάλαν, και εκεί την εδέχθη ο +Δερβύσης με μεγάλην σοβαρότητα. Αυτή σαν τον είδεν επήγε να πέση +εις τα ποδάρια του, μα αυτός εμποδίζοντάς την, της είπεν· Ω +Φαρουχνάζ, ο μέγας Καισάγιας είναι κατά πολύ θυμωμένος εναντίον +σου, επειδή είσαι εναντία εις τους νόμους του ουρανού· εσύ είσαι +υπό την εξουσίαν του δαίμονος· αυτός είναι εκείνος, που σε βάνει +εις αυτήν την στράταν εναντίον των ανθρώπων. Εδεήθηκα τον μέγαν +Καισάγιαν να λάβη έλεος, διά εσένα· μα, με όλην την δύναμιν που +έχει μη στοχάζεσαι πως ημπορεί να σε βοηθήση και να σε βγάλη από +το βάθος της αβύσου που είσαι, αν από το μέρος σου δεν ήθελες +κάμει δυναστείαν διά να βγης. + +Ο Δερβύσης, μιλώντας έτσι, εστοχάσθη την βασιλοπούλαν που άρχισε +να κλαίη· τόσον φόβον της έκαμαν τα λόγια του. Όθεν της είπε· +θυγατέρα μου, σφόγγισε τα δάκρυα σου· βλέπω ότι η καρδιά σου +κλίνει εις μεταβολήν· σου τάσσω να σε ξεκολλήσω από την δύναμιν +του δαίμονος· φθάνει μόνον να μη παρακούης εις τες συμβουλές μου. +Τότε η βασιλοπούλα του έταξεν ότι ήτον έτοιμη να κάμη ό,τι την +ήθελε προστάξει. Και έτσι φιλώντας το χέρι του Δερβύση, εγύρισεν +εις το παλάτι της, γεμάτη από στοχασμούς και φόβον. + +Την ακόλουθον ημέραν, εξαναγύρισεν εις τον Δερβύσην, και μένοντας +μοναχή, ο Δερβύσης της είπε. Βασιλοπούλα, απόψε είδα εις τον ύπνον +μου τον μέγαν Καισάγιαν, ο οποίος μου είπεν· ω Δερβύση, επήκουσα +την δέησίν σου και θέλω αποδιώξει το δαιμόνιον από την Φαρουχνάζ· +μα πρέπει να στεφανωθή ένα νέο βασιλόπουλο που την αγαπά κατά +πολλά, επειδή και έτσι είναι γραμμένον εις τον ουρανόν, να πάρη +αυτό, και όχι άλλο κανένα. Η Βασιλοπούλα έμεινεν έκθαμβη από αυτά +τα λόγια, και είπε· πώς είνε δυνατόν να στεφανωθώ ένα υποκείμενον, +που ούτε το είδα, αλλ' ούτε ηξεύρω ποίον είναι; Ο Καισάγιας, +απεκρίθη ο Δερβύσης, μου είπεν ότι αυτό το βασιλόπουλον είναι υιός +του Βασιλέως της Περσίας και ονομάζεται Καρούκ, το οποίον είναι +τόσον εύμορφον και χαριτωμένον, που μητέρα εις τον κόσμον δεν +εγέννησε παρόμοιον. + +Ω σεβάσμιε πάτερ, του λέγει η βασιλοπούλα, τούτη η ομιλία με +κάμνει εκστατικήν· ένα νέο βασιλόπουλο, που ποτέ δεν με είδε, πώς +είναι δυνατόν να με αγαπήση τόσον; Εγώ θέλω σου το ειπεί, απεκρίθη +ο Δερβύσης με τι τρόπον εσυνέβη αυτό, επειδή και ο Καισάγιας μου +εφανέρωσε καταλεπτώς τα πάντα, με όλες τες περίστασες επάνω εις +αυτό το πράγμα. Και διά να σε βγάλω από την περιέργειαν σου λέγω +πως το Βασιλόπουλον Καρούκ ενυπνιάσθη μίαν νύκτα πως σε είδεν εις +ένα εύμορφον λειβάδι και, όντας εκστατικόν από την ευμορφιά σου, +ηθέλησε να σου μιλήση περί αγάπης· μα του λόγου σου θυμωμένη το +απεστράφης, λέγοντάς του, ότι οι άνθρωποι δεν είναι άλλο παρά +επίβουλοι, διά τούτο τους μισώ, και τους αποστρέφομαι επί ζωής +μου. Η θλίψις που του επροξένησαν αυτά τα λόγια, τον έκαμε να +ξυπνήση· και, η φαντασία αυτού του ονείρου του εκαρφώθη εις τον +νουν τόσον, που τον έκαμες να μην έχη ποτέ ανάπαυσιν· και με όλον +που δεν έχει ελπίδα εις το να απολαύση τα κάλλη σου, φυλάττει μίαν +άκραν επιθυμίαν προς λόγου σου. + +Εις αυτήν την ομιλίαν του μεγάλου Δερβύση, αναστέναξε μεγάλως, και +σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν· ω Θεέ, εφώναζεν, είνε δυνατόν +αυτό το Βασιλόπουλο να έκαμε το ίδιον όνειρον που κ' εγώ έκαμα; +μεγάλε Δερβύση, ακολούθησεν αυτή, ο Καισάγιας δεν σου είπε το +όλον· ενυπνιάσθηκα και εγώ μίαν φοράν πως ήμουν εις ένα εύμορφον +λειβάδι, εις το οποίον είδα το πλέον ωραιότατον Βασιλόπουλον του +κόσμου πως ήλθε να μου μιλήση περί αγάπης και εγώ του εγύρισα τες +πλάτες χωρίς να του δώσω ακρόασιν· μα εις τον ίδιον καιρόν +αγροίκησα την καρδιά μου να λάβη κάποιαν κλίσιν προς αυτόν· Όθεν +εβιάσθηκα να φύγω από σιμά του, φοβουμένη μήπως η ευμορφιά του και +οι κολακείες του ήθελαν θριαμβεύση εις το μίσος, που διά τους +ανθρώπους είχα. Eτούτο το μίσος προς τους ανθρώπους μου επροξενήθη +από ένα άλλο όνειρο που είδα διά μίαν έλαφον που ευρίσκονταν εις +τα δεσμά, και ένα ελάφι την εκύτταζε χωρίς να της δώση βοήθειαν· +και αυτό υπώπτευσα πως έτσι είναι και οι άνθρωποι είναι επίβουλοι +και άσπλαχνοι εναντίον των γυναικών μα τώρα γνωρίζω το σφάλμα μου, +και επικρίνω καλύτερα τους ανθρώπους τους οποίους τους πιστεύω +πιστούς εις την αγάπην τους και τας γυναίκας τους, και αν είνε +μέλημα του ουρανού να στεφανωθώ το Βασιλόπουλον της Περσίας, είμαι +πρόθυμη να κλίνω χωρίς εναντίωσιν καμμίαν. + +Ο μέγας Δερβύσης έμεινε γεμάτος από χαράν διά την κατάπεισιν της +Βασιλοπούλας, όθεν της είπε· θυγατέρα μου, θέλω απόψε να +συμβουλευθώ με τον Καισάγιαν επάνω εις αυτό, διά να ιδώ τι χρεία +κάνει να κάμης διά να απολαύσης την ακμήν του πόθου σου, και +αύριον θέλω σου ειπεί την απόκρισίν του. Η Βασιλοπούλα εγύρισεν +εις το παλάτι της πολλά ευχαριστημένη, και δεν έβλεπε την ώραν +πότε να απολαύση το ποθούμενον επειδή και τότε της ήλθε εις τον +νουν η μεγάλη ωραιότης εκείνου του Βασιλοπούλου που είδεν εις τον +ύπνον της, διά το οποίον όλην εκείνην την ημέραν ευρίσκονταν +ανήσυχη, και ούτε την νύκτα μίαν στιγμήν δεν ημπορούσε να +αναπαυθή. Όθεν ευθύς που άρχισεν η ημέρα εσηκώθη, και επήγε να +εύρη τον Δερβύσην, ο οποίος εκατάλαβε καλώτατα, οπόταν την είδε, +πως δεν είχε το πνεύμα ήσυχον. + +Δεν εκαρτέρεσεν αυτή να της ειπή εκείνος την απόκρισιν του +Καισάγια· αλλά επρόλαβε και του είπε· και έτσι, ω σεβάσμιε πάτερ, +έχει ο ουρανός διωρθωμένον το γραπτόν μου, και σε έκαμε να +γνωρίσης την υποταγήν μου; Ναι, ω θυγάτηρ μου, απεκρίθη, ο μέγας +Καισάγιας μου ωμίλησεν ότι κάνει χρεία ετούτην την νύχτα να +μισεύσωμεν, διά να σε φέρω ο ίδιος εις το βασιλόπουλο της Περσίας +που σε αγαπά, να το στεφανωθής και να μείνης εκεί βασίλισσα· μου +είπεν ακόμη να ζητήσω το θέλημα του πατρός σου και έτσι απόψε να +μισεύσωμεν. + +Οπόταν ο πατέρας μου το στέρξη διά να με αφήση, του είπεν η +Βασιλοπούλα, εγώ είμαι έτοιμη να υπακούσω εις την θέλησιν του +Καισάγια, μ' όλον πού τέτοιο ταξείδι είνε εναντίον της ορέξεώς +μου. Αυτό το ταξείδι, της είπεν ο Δερβύσης, πρέπει να το κάμης διά +κανόνα της σκληρότητός σου· μα ως τόσον ύπαγε εις το παλάτι σου +και ετοιμάσου, και εγώ θέλω πηγαίνει εις τον πατέρα σου να ζητήσω +την άδειαν διά τον μισευμόν μας. Η Φαρουχνάζη ακολούθησε καθώς της +είπε, και ο Δερβύσης από το άλλο μέρος επήγεν εις τον βασιλέα, και +του ανήγγειλε το θέλημα του Καισάγια, και τα όσα έτρεξαν αναμέσον +αυτού και της βασιλοπούλας. Ο βασιλεύς λαμβάνοντας αυτήν την +είδησιν της μεταβολής της θυγατρός του, έλαβε μεγάλην χαράν και +έχοντάς μεγάλην πίστιν εις τον Καισάγιαν, και εις τα λόγια του +Δερβύση, έκλινε και έδωσε θέλημα της θυγατρός του διά να μισεύση +μαζί με την βάγια της, παρακαλώντας τον Δερβύσην να την προσέχη +ωσάν να ήτον η ιδία του θυγατέρα. Ο Δερβύσης του υπεσχέθη να μην +έχη έγνοιαν δι' αυτήν, και ότι εις την φύλαξίν τους έχουν την +βοήθειαν του μεγάλου Καισάγια. Ως τόσον την ερχομένην νύκτα +εμίσευσεν η βασιλοπούλα μα την βάγια της και με τον Δερβύσην, +χωρίς άλλην συντροφιά, επειδή και ο Δερβύσης έλεγεν ότι το θέλημα +του Καισάγια ήταν να μισεύσουν χωρίς συντροφιά άλλη. + +Μισεύοντας το λοιπόν και οι τρεις απάνω εις τρία καλά άλογα, +επεριπάτησαν όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να σταματήσουν πουθενά, +και εις τα ξημερώματα εξεπέζευσαν διά να αναπαυθούν εις ένα +μεγαλώτατον λειβάδι, στολισμένον με πολυποίκιλα λουλούδια, που +έδιδαν μεγάλην ηδονήν εις την όρασιν, και άκραν ευχαρίστησιν εις +την όσφρησιν· εις δε το τέλος του λειβαδιού, ήτον ένα παλάτι +θαυμασιώτατον, με ένα περιβόλι πολλά ωραίον, και κοντά εις αυτό +έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Ο Δερβίσης λοιπόν εκεί που +εθεωρούσεν αυτόν τον εύμορφον τόπον, αιφνιδίως άλλαξεν η όψις του, +και έγινεν ωσάν νεκρού. Η βασιλοπούλα και η βάγια της, φοβισμένες +διά μίαν τοιαύτην μεταβολήν του εζήτησαν το αίτιον. Ω βασιλοπούλα, +απεκρίθη ο Δερβύσης, βλέποντάς την φοβισμένην, ποίον δαιμόνιον μας +έφερεν εδώ; κοντά μας πιστεύω να είνε το φοβερόν κατοικητήριον της +μάγισσας Μερχάνης· αν αυτή μας ιδή είμασθε χαμένοι· αλλοίμονον εις +εμέ, σου τάσσω πως εγώ δεν φοβούμαι άλλο, παρά διά λόγου σου· αν +ήμουν μοναχός ήθελα κάμει ένα μεγάλο κατόρθωμα, και αγροικώ ότι +έχω κάποια καρδιά διά να το εκτελέσω. + +Κάμε, του είπεν η βασιλοπούλα εκείνο που γροικάς, και εμάς λόγιασε +ωσάν να μη μας είχες εις την συντροφιά σου· αν η κακή μας τύχη +θέλη να χαθούμεν εις τούτον τον τόπον, πρέπει υπομονή· και ημπορώ +να ειπώ πως επλήρωσα την τύχην μου. με μίαν σταθερότητα αξίαν της +ευγενείας του αίματός μου. Ω ωραιοτάτη βασιλοπούλα, εφώναξεν ο +Δερβύσης, η απόφασις εις την οποίαν σε βλέπω, μου δίδει +περισσοτέραν δύναμιν και καρδιά· θέλω το λοιπόν ή να λάβω μίαν +δόξαν αθάνατον ή να χαθώ· μείνατε αυτού το λοιπόν, και αν εις +διάστημα μιας ώρας δεν γυρίσω, θέλει είνε σημείον πως δεν απόλαυσα +το ποθούμενον και στοχασθήτε με διά χαμένον. Και έτσι λέγοντας +έβγαλε το σπαθί του και επήγε και εμπήκεν εις το παλάτι της +μάγισσας. + +Ύστερον από τον μισευμόν του, η βασιλοπούλα με την βάγια της +αγροικούσαν μίαν μεγάλην θλίψιν και φόβον μην ηξεύροντας τι θέλει +είνε το γραπτόν τους· και έντρομες εκαρτερούσαν διά να ιδούν το +αποβησόμενον, ή της ευτυχίας, ή της δυστυχίας του. Μα δεν έμειναν +διά πολύ εις αυτές τες φαντασίες, με το να είδαν τον Δερβύσην +ύστερον από μίαν ώραν να γυρίση προς αυτές χαρούμενος, και με τα +χείλη γελούμενα τες είπεν· ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός· η Μερχάνη +δεν ημπορεί πλέον να μας βλάψη. Και τούτη η τοποθεσία, που η +σκληρά με τες μαγείες της την έκανε φοβερωτάτην, έγινε γαληνή και +άφοβη εις καθένα. Μα είναι καιρός τέλος πάντων, ω ωραία +Βασιλοπούλα, να σου φανερώσω ποίος είμαι· μη με στοχάζεσαι πλέον +διά Δερβύσην και προεστόν του Καισάγια, στοχάσου με διά μυστικόν +του βασιλόπουλου της Περσίας και διά Σιρμώγ, που είναι το +καθολικόν μου όνομα. Θέλω το λοιπόν εις ολίγα λόγια να σου διηγηθώ +την ιστορίαν μου, και ύστερα από αυτό θέλομεν έμπει και εις το +παλάτι της Μερχάνης, εις το οποίον θέλεις ιδεί πράγματα που να +φρίξης· ως τόσον άκουσον την ιστορίαν μου. + +Ο μέγας βασιλεύς της Περσίας έχει διά κληρονόμον ένα υιόν μοναχόν +ονομαζόμενον Καρούκ, ο οποίος αφού και σε είδεν εις τον ύπνον του, +καθώς σου εδιηγήθην, έπεσεν εις μεγάλην αρρώστιαν χωρίς να εύρη +ιατρείαν με όλην την επιμέλειαν που ο πατέρας του έδειξεν. Οι +ιατροί δεν εγνώρισαν το πάθος του με κανένα τρόπον. Ο πατέρας του +που το αγαπούσε κατά πολλά ήτον έξω από τας φρένας του, φοβούμενος +να μην του αποθάνη. Εγώ εκείνες τες ημέρες ευρισκόμουν μακράν από +την αυλήν, και οπόταν έφθασα, ο πατέρας του ευθύς μου εφανέρωσε +τον κίνδυνον της αρρώστιας του. Εγώ του έταξα ότι δεν θέλω λείψει +να κάμω το κατά δύναμιν διά να μάθωμεν όλα τα περιστατικά. Και +ούτω πηγαίνοντας εις το βασιλόπουλο εκεί που ήτον άρρωστος, το +εξέταζα με εύμορφον τρόπον και επιτήδειον, διά να μου φανερώση το +αίτιον της αρρώστιας του. + +Αυτό έχοντας όλον το θάρρος εις εμένα, δεν άργησε να φανερώση το +πάθος του και το ενύπνιον που είχεν ιδή διά λόγου σου, καθώς σου +το εδιηγήθηκα, και πως θα απέθνησκεν, αν δεν σε ήθελεν εύρει διά +να σε στεφανωθή. Εγώ του επαράστησα το αδύνατον που ήτον να εύρη +μίαν που εις τον ύπνον του είδε, χωρίς να ηξεύρη ποία ήτον, και +εις ποίον τόπον εκατοικούσεν. Αυτός μου απεκρίθη πως δεν είνε άλλο +παρά να μισεύσωμεν μαζί, και να πάμε από βασίλειον εις βασίλειον +ερευνώντας, και ή να ημπορέση να την εύρη ή να αποθάνη. Εγώ +βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του και στοχαζόμενος τον +κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, που αν δεν τον υπήκουα +απέθνησκεν από την θλίψιν και από την απελπισίαν του, τον +επαρηγόρησα, και του έταξα να κάμω ως επεθύμει, λέγοντάς του· μην +έχεις καμμίαν έγνοιαν, ω αγαπημένο μου βασιλόπουλο, διατί εγώ θέλω +μιλήσει του βασιλέως του πατρός σου με άλλον τρόπον, διά να σου +δώσω θέλημα να υπάγης όπου θελήσης. Υπάγω το λοιπόν προς αυτόν διά +να του αναγγείλω, και του λόγου σου ως τόσον στάσου με καλήν +καρδιά, επειδή και ελπίζω να κάμη καθώς είνε η επιθυμία σου. + +Ο Καρούκ ευχαριστημένος διά την υπόσχεσίν μου, με αγκάλιασε, και +ύστερον τον άφησα και επήγα εις τον βασιλέα, του οποίου του +εδιηγήθηκα ένα προς ένα τα όσα ο υιός του μου είπεν, ομοίως και το +αίτιον της αρρώστιας του, πως επιθυμά ή να απολαύση το υποκείμενον +που ενυπνιάσθη, ειδεμή θέλει αποθάνει από την θλίψιν του. Εγώ διά +να μη τον απελπίσω δεν εναντιώθηκα εις τες φαντασίες που του +επροξένησαν την αρρώστιαν, αλλά έταξα πως θέλω κάμει να λάβη το +ποθούμενον, και να μη τον μέλλη πλέον δι' αυτήν την υπόθεσιν. + +Όθεν απεφάσισα και το ευρίσκω εύλογον, αν και της βασιλείας σου +αρέση, δι' να του έβγη αυτή η φαντασία, να μας δώσης θέλημα +αυτουνού και εμένα, να ταξειδεύσωμεν διά περιήγησιν εις άλλα +βασίλεια, και με τούτο βλέποντας άλλον κόσμον, και άλλα ήθη, θέλει +του περάσει η μελαγχολία και η φαντασία που έχει, και θέλει +λησμονήσει τα υποκείμενον, εις το οποίον είναι όλος ο νους του. +Αυτή η γνώμη ήρεσε του βασιλέως, και επρόσταξεν ευθύς να +ετοιμασθούν τα χρειαζόμενα διά το ταξείδι του υιού του, ο οποίος +συντροφιασμένος από πολλούς στρατηγούς εμίσευσε μαζί μου από την +Περσίαν. + +Ύστερον από ένα μακρύ ταξείδι που εκάμαμεν, ζητώντες να εύρωμεν το +ποθούμενον, εφθάσαμεν εις μίαν πολιτείαν, όχι πολλά μακράν απ' +εδώ, εις την οποίαν εμβαίνοντες είδαμεν όλους τους κατοίκους που +ήτον ενδεδυμένοι θλιβερά. Περίεργοι δι' αυτήν την θεωρίαν που +εβλέπαμεν ερωτήσαμεν ένα διά να μας ειπή το αίτιον αυτής της +μεγάλης θλίψεως, ο οποίος μας εδιηγήθη, ότι αυτή επροξενούνταν από +τον θάνατον του υιού του Βασιλέως τους, τον οποίον τον αγαπούσεν +έξω από το μέτρον, με το να τον είχε μοναχόν και διαδοχον του +βασιλείου του. Και από τι θάνατον απέθανε; τον ερώτησα εγώ· από +αγάπην, εκείνος μου απεκρίθη, επειδή και είχεν ακούσει την μεγάλην +ωραιότητα της βασιλοπούλας της Κασμυρίας, ονομαζομένης Φαρουχνάζ, +την αγάπησεν υπερβολικά και έξω της στράτας, διά το οποίον την +εζήτησε πολλές φορές του πατρός της, και δεν εστάθη τρόπος, που να +την λάβη· όχι διότι ο πατέρας της δεν ήθελε, να του την δώση, αλλά +από αιτίαν αυτηνής, που δεν ήθελε να υπανδρευθή με κανένα τρόπον, +με το να είχε μέγα μίσος εις τους ανθρώπους, από αιτίαν ενός +ονείρου που είχε ιδεί διά ένα ελάφι, πως είχε παραιτήση μίαν +έλαφον εις τα δίκτυα, χωρίς να την βοηθήση να έβγη. Και αυτό το +ενύπνιον την έβαλεν εις φαντασίαν πως και οι άνδρες το όμοιον +είναι άσπλαγχνοι εναντίον των γυναικών, και διά τούτο δεν ήθελε να +ακούση, ούτε να ιδή άνδρα τινά. Όθεν αυτή η απελπισία επροξένησε +τον θάνατον του υιού του βασιλέως μας. + +Ο Καρούχ, δεν ημπόρεσε να ακούση αυτήν την ιστορίαν, χωρίς ν' +αγροικήση, κάποιαν σύγχυσιν εις το πνεύμα του, και του ήλθε εις +τον νουν, ότι αυτή η βασιλοπούλα είναι εκείνη, που είδεν εις τον +ύπνον του, πως έφευγε τους άνδρας και τους εμισούσεν· όθεν έλαβε +χαράν και θλίψιν· χαράν, επειδή και έμαθε τέλος πάντων ποία ήτον +εκείνη που του έτρωσε την καρδίαν, και θλίψιν, ακούοντας την +σληροκαρδίαν που είχεν εναντίον εις τους άνδρας, και που με κανένα +τρόπον δεν ήθελε να ακούση υπανδρείαν, το οποίον πράγμα τον έβανε +εις μέγαν φόβον· πως δεν θέλει λάβει το ποθούμενον όθεν άρχιζε +πάλιν να δίδεται εις νέαν μελαγχολίαν· Εγώ όμως βλέποντάς τον +έτσι, ευθύς του είπα· ω ακριβό μου βασιλόπουλο, μην φοβάσαι +τίποτε· η ευτυχία σου είνε βεβαία, επειδή και τώρα ηξεύρομεν με τι +υποκείμενον έχομεν να κάμωμεν· διά τούτο άφησε να κάμω εγώ, και +του λόγου σου μη σε μέλει τίποτε και άλλο δεν ζητώ απ' εσένα, παρά +να κάμης, καθώς σε ερμηνεύω. Του λόγου σου λοιπόν, μείνε εδώ εις +τούτην την πολιτείαν με τους ανθρώπους σου και εγώ θέλω πηγαίνει +εις το βασίλειον της Κασμυρίας, και σου τάσσω πως να μην περάση +πολύς καιρός που να σου φέρω εδώ το υποκείμενον της επιθυμίας σου. +Μη μου ζητής πώς θα έχω να κάμω να το βάλλω εις πράξιν, διότι ούτε +εγώ ο ίδιος δεν το ηξεύρω, αλλά θέλω συμβουλευθή με τες +περιστάσεις, και κατά πως μου φανή αρμόδιον θέλω κάμει. Το +Βασιλόπουλο καταπεισμένον εις τα λόγια μου και εις την πίστιν που +είχα διά να κατορθώσω αυτό, με αγκάλιασε και, έπειτα περάσαμε το +επίλοιπον της ημέρας εις ηδονές και ξεφαντώσεις. + +Την ερχομένην αυγήν επήρα θέλημα από τον Καρούκ, και εμίσευσα +καβαλλάρης επάνω εις ένα άλογον εύμορφον και ανδρείον. Ύστερα από +πολλών ημερών δρόμον, έφθασα εις τούτον τον τόπον, και βλέποντας +ετούτο το εύμορφο λειβάδι, ηθέλησα να αναπαυθώ κάμποση ώρα, και +ξεπεζεύοντας επήγα σιγά, εις το παλάτι, εκεί που βλέπεις εκείνα τα +εύμορφα δένδρα και εκάθησα υποκάτω εις ένα από αυτά, κοντά εις το +οποίον έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Όθεν πίνοντας από αυτό, και +γροικώντας την ευωδίαν των ανθέων, και τον δροσερόν αέρα που +έπνεε, με έπιασεν ένας γλυκύς ύπνος, και αποκοιμήθηκα διά κάμποση +ώρα και αφού εξύπνησα βλέπω ολόγυρά μου πέντε έξ ελαφίνες άσπρες, +που είχαν επάνωθέν τους ένα σκέπασμα γαλάζιο από ατλάζι, και εις +τα ποδάρια βραχιόλια από χρυσάφι. + +Εγώ βλέποντας τες έτσι κοντά μου άρχισα να τες θαυμάζω, και να τες +χαϊδεύω· έτσι κάνοντας τες επαρατήρησα που έχυναν δάκρυα +πολλώτατα, κάνοντάς μου διάφορα σχήματα. Αυτό με εξέπληξε πολύ +περισσότερον, μην ηξεύροντας τι να στοχασθώ δι' αυτά που έβλεπα· +και εκεί που τοιαύτης λογής εστοχαζόμουν, γυρίζω τα μάτια μου προς +το παλάτι, και βλέπω εις ένα παράθυρον μίαν ωραιοτάτην κυράν, που +μου έκανε νόημα να υπάγω εις αυτήν. Ευθύς άφησα εκεί το άλογόν +μου, και εκίνησα με προθυμίαν να υπάγω προς αυτήν με όλον που οι +ελαφίνες μου εφαίνονταν πως με εμποδούσαν, τραβώντας με με τα +δόντια τους από τα φορέματα, και εμποδίζοντάς μου την στράταν. Μ' +όλον που ήμουν εκστατικός διά τα σχήματα, και διά τα δάκρυα +εκείνων των ζώων, δεν επαράτησα να στοχασθώ εις την ιδίαν στιγμήν +ότι εις αυτό θα ήτο τάχατες κάποιο μυστήριον· μα η επιθυμία εις το +να ιδώ εκείνο το υποκείμενον, εθάμπωσε την φρόνησίν μου και με +ωδήγησεν εκεί. + +Φθάνοντας λοιπόν εις το παλάτι, με εδέχθη με μεγάλην δεξίωσιν +εκείνη η Κυρά, η οποία ήτο πλέον ωραιοτέρα από σιμά παρά από +μακράν. Αυτή παίρνοντάς με από το χέρι με έφερεν εις ένα θαυμάσιον +χοντζερέ, και με έβαλε και εκάθησα μαζί της επάνω εις ένα χρυσόν +σοφά· ύστερα δε από τους πρώτους χαιρετισμούς μερικές σκλάβες +έφεραν διαφόρων λογιών οπωρικά εις ένα δίσκον από φαρφουρί της +Κίνας. Η κυρά διαλέγοντας ένα από εκείνα τα οπωρικά το πλέον +εύμορφον, μου το έδωκε διά να γευθώ, μα ευθύς που το εγεύθηκα, +άλλαξεν αιφνιδίως εκείνη το βλέμμα της και με οργήν μου είπε· +«Τολμηρέ, και απόκοτε ξένε, δοκίμασε την παιδείαν την διωρισμένην +εις όλους εκείνους που τολμηρώς εμβαίνουν εις το παλάτι της +Μερχάνης· άφησε την φυσικήν σου μορφήν και λάβε εκείνην μιας +ελάφου· χάσε την ομιλίαν σου, και διαφύλαξε μόνον το ανθρώπινον +λογικόν να σου δουλεύη διά περισσοτέραν σου παιδείαν.» Ακόμη δεν +είχε καλοτελειώσει αυτά τα λόγια, και ευρέθηκα μεταμορφωμένος εις +ελάφι, και βάνοντάς μου εις τον ίδιον καιρόν ένα σκέπασμα επάνω +μου, έκαμε να με φέρουν εις μίαν μάνδραν, που ήτον πλέον παρά +διακόσια άλλα ελάφια ή διά να ειπώ καλίτερα άνθρωποι, πού η κακή +τους τύχη τους έφερεν εκεί ωσάν και εμένα, και τους εμεταμόρφωσεν +εις ελάφια. + +Βλέποντας τον εαυτόν μου εις αυτήν την μορφήν, άρχισα να +στοχάζωμαι την δυστυχισμένην μου κατάστασιν, και δεν ήτον τόσον ο +πόνος της δυστυχίας μου που με έθλιβεν, όσον ήτον εκείνος που +έθρεφα διά τον Καρούκ· αλλοί εις εμέ, έλεγα κάθε στιγμήν· τι θέλει +είναι διά τον αγαπημένον μου Καρούκ; πώς θέλει ημπορέσει πλέον να +λάβη την πλήρωσιν της επιθυμίας του; θέλει με καρτερεί χωρίς ποτέ +να με μεταϊδή, και μη βλέποντάς με θέλει έλθει εις απελπισίαν. +Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγα, και εστοχαζόμουν, τα οποία μου +επροξενούσαν θλίψιν απαρηγόρητον διά πολύν καιρόν. + +Μίαν ημέραν το λοιπόν, που ευρισκόμουν εις αυτήν την κατάστασιν, +βλέπω μίαν άλλην ωραιοτάτην κυράν πλουσίως ενδυμένην με οχτώ δέκα +σκλάβες κοντά της, εις μίαν από τες οποίες είπε, θεωρώντας τα +ελάφια. Κατά αλήθειαν εγώ πολλά θρηνώ ετούτους τους δυστυχείς· +πόσον είναι άσπλαχνη η αδελφή μου Μερχάνη, η οποία την τέχνην που +ηξεύρει, δεν την μεταχειρίζεται εις άλλο, παρά εις το να βλάπτη το +γένος των ανθρώπων. Αλήθεια την έμαθα και εγώ την τέχνην της +μαγείας, μα την μεταχειρίζομαι εις άλλα πράγματα ωφέλιμα, όχι εις +το να βλάψω τους ανθρώπους, αλλά να τους συντρέξω, μα επειδή και η +αδελφή μου δεν είναι εδώ διά την ώρα, έχω επιθυμίαν να κάμω ένα +καλόν σήμερον. Πήγαινε λοιπόν να πιάσης ένα από αυτά τα ελάφια, +και να μου το φέρης εις το χοντζερέ μου το συντομότερον. Και έτσι +λέγοντας, εμπήκε εις το παλάτι. + +Εκείνη η σκλάβα κατά τύχην έπιασεν εμένα, και με έφερεν εις την +κυρίαν της, η οποία βλέποντάς με, ήνοιξεν ένα κουτί που είχε μίαν +αλοιφήν, και μου άλειψε τα ρουθούνια λέγοντάς μου· «Ω άνθρωπε +άφησε την μορφήν του ελαφιού, και λάβε την φυσικήν σου». Ευθύς δε +που εφώνησεν αυτά τα λόγια ευρέθηκα καθώς ήμουν πρώτα, και έπεσα +εις τους πόδας της κυράς διά να την ευχαριστήσω. Μα αυτή +σηκώνοντάς με μέ εξέτασε τι όνομα έχω, και από ποίον τόπον είμαι, +και πώς έτυχα και έπεσα εις τας χείρας της αδελφής της. Εγώ της +απεκρίθηκα εις όσα με ερώτησε, χωρίς να της κρύψω το παραμικρόν. +Και τελειώνοντάς την ομιλίαν μου αυτή μου είπεν· + +Επειδή και του λόγου σου μου εφανέρωσες το ποίος είσαι, ιδού που +θέλω και εγώ να σου φανερώνω το ποία είμαι· Εγώ είμαι θυγατέρα +ενός Μεγιστάνος της αυλής της Κασμυρίας, εις την οποίαν έχεις να +πηγαίνης και ονομάζομαι Γουλνάζε, εκείνη που σε έκαμε ελάφι, είναι +αδελφή μου μεγαλείτερη και ονομάζεται Μερχάνη. Αυτή είναι μια +φοβερά Μάγισσα, που την δύναμίν της είναι να την φοβάται καθένας. +Άλλη από μένα δεν ημπορούσε να σε ελευθερώση από τα χέρια της, και +με όλον που είμαι αδελφή της, αν αυτή απεικάση πως σε ελευθέρωσα, +φοβούμαι να μη με παιδεύση σκληρώς· μα ότι και αν μου ήθελε τύχει +δεν το μετανοώ διά το καλόν που σου έκαμα, και θέλω, διά να είσαι +περισσότερον υπόχρεως, να σε βοηθήσω εις το να κάμης ευτυχισμένον +το βασιλόπουλο, τον φίλον σου. Ομολογώ ότι είναι δύσκολον να λάβη +αυτήν την ευτυχίαν, επειδή και όποιος επιθυμεί να απολαύση αυτό, +πρέπει να αποκτήση το θάρρος της βασιλοπούλας, το οποίον εσύ δεν +ειμπορείς να το απολαύσης, αν δεν ήθελες απεράση εις την αυλήν του +πατρός της, του βασιλέως της Κασμυρίας, εις φήμην αγίου ανθρώπου. + +Μα πώς ημπορώ, απεκρίθηκα, εγώ, να λάβω αυτήν την φήμην, και να +κερδίσω την ευλάβειαν εκεί; Άλλο δεν θέλεις κάμει, μου είπεν +εκείνη, παρά να ακολουθήσης με προσοχήν εκείνο που θέλω σε +διατάξει. Και έτσι λέγοντας, εμπήκεν εις τον χοντζερέ της, και +ευθύς εγύρισε με μίαν γαράφαν εις το χέρι γεμάτην νερόν. Ετούτον +είπεν αυτή είναι εκείνο που σου χρειάζεται διά να πληρώσης την +επιχείρησίν σου· έπαρέ το λοιπόν και πήγαινε εις την πόλιν της +Κασμυρίας, η οποία δεν είναι πολλά μακρόν από εδώ μα πριν έμβης +εις αυτήν εγδύσου τα φορέματά σου, και ενδύσου ωσάν Δερβύσης· και +πριν ενδυθής αυτό το φόρεμα αλείψου εις όλον σου το κορμί αυτό το +νερόν της γαράφας, και έπειτα έμβα εις την χώραν· εκεί θέλεις +συναπαντήση τους φύλακας της πόλεως, οι οποίοι θέλουν σου ειπή· ω +σεβάσμιε Δερβύση, από πόθεν έρχεσαι; του λόγου σου αποκρίσου· εγώ +είμαι Δερβύσης, και έρχομαι από τα έσχατα σύνορα της δύσεως διά +ευλάβειαν, εις το να επισκεφθώ τον μέγαν Καισάγιαν. Αυτοί ωσάν +ακούσουν πως πηγαίνεις να επισκεφθής εκείνο το είδωλον, από τόπον +τόσον μακρυνόν, θέλουν πέσει εις τους πόδας σου, και θέλουν σού +φέρει με σέβας έμπροσθεν εις τον Τογρούλμπεϊν βασιλέα, ο οποίος +θέλει σε παρουσιάσει εις τον μέγαν ιερέα του ναού του Καισάγια. + +Εκείνος ο ιερεύς, και όλοι οι άλλοι υπηρέται του ειδώλου, θέλουν +σε φέρει εις τον ναόν, ο οποίος διά την ωραιότητα και +μεγαλοπρέπειαν υπερβαίνει κάθε άλλον που ευρίσκεται εις τον +κόσμον. Αυτός είνε περιτριγυρισμένος από βαθύτατον χαντάκι γεμάτον +νερόν το οποίον βράζει χωρίς φωτιά· και εκείθεν από το χαντάκι +φαίνεται ένα έδαφος από πλάκες τζελικένιες φλογερές, που +ακαταπαύστως βγάζουν άπειρες φωτιές, εις τρόπον που ο ναός +φαίνεται να είναι όλος πύρινος. Τότε ο προεστώς θέλει σου ειπεί· ω +φοίνιξ του αιώνος, εσύ υπέφερες πολλούς κινδύνους, και κόπους πριν +φθάσης εδώ· ο μέγας Καισάγιας, διά τον οποίον έκαμες ένα τόσον +σκληρόν ταξείδι, κατοικεί εδώ· αυτός ευρίσκεται κρυμμένος εις το +αγιαστήριόν του. Οι άνθρωποι δεν εμπορούν να τον ιδούν αν δεν +ήθελαν περάσει από τούτο το νερόν το βραστόν, και να περιπατήσουν +ξυπόλυτοι επάνω εις το έδαφος το πύρινον. Όθεν του λόγου σου μην +ημπορώντας να κάμης αυτό, κάνει χρεία απ' εδώ να τον προσκυνήσης, +και θέλεις έχει κάθε μισθόν. + +Τότε του λόγου σου, μου είπεν η Γουλνάζε, θέλεις φωνάξει με +μεγάλην χαράν, λέγοντας είμαι έτοιμος να το κάμω, και έχω πίστιν +να μην πάθω τίποτε. Και ωσάν ειπής έτσι περιπάτει χωρίς φόβον, +επειδή και το νερόν που αλήφθης, έχει την χάριν να κάμη το νερόν +χλιαρόν, και θέλει εμποδίσει που να σε κάψη τόσον το νερόν, ωσάν +και το έδαφος. Εμβαίνοντας εις τον ναόν, θέλεις ιδεί τον Καισάγια, +και θέλει σταθή όλην την ημέραν εκεί διά να τον λατρεύσης· έπειτα +θέλει έλθει ο μέγας ιερεύς να μιλήση μετ' εσένα και θέλει σε +κηρύξει διάδοχόν του. Εσύ θέλεις περάσει με αυτόν δεκατέσσαρες +ημέρες, και εις την δεκάτην πέμπτην, εκεί που κοιμάται θέλεις του +αλείψει τα ρουθούνια με μίαν σκόνιν που θέλω σου δώσει, διά μέσον +της οποίας ευθύς θέλει αποθάνει, και εσύ θέλεις μείνει διάδοχός +του. Και οπόταν ανέβης εις αυτήν την αξίαν, θέλεις υπάγει να +επισκεφθής το βασιλόπουλο της Κασμυρίας, το οποίον από πολύν +καιρόν ευρίσκεται άρρωστον, απαρατημένον από τους ιατρούς. Του +λόγου σου θέλεις διαβάσει επάνωθεν του μίαν προσευχήν, που θέλω +σου δώσει, και ευθύς εκείνο θέλει ιατρευθή. Η φήμη αυτής της +ιατρείας θέλει κηρυχθή εις όλον τον λαόν του βασιλείου, οι οποίοι +θέλουν σε στοχασθή ωσάν άγιον και η Φαρουχνάζ η βασιλοπούλα, της +Κασμυρίας, θέλει απιθυμήσει από την φήμην σου να σε ιδεί. +Περισσότερον δεν σου λέγω· το υπόλοιπον το τι έχεις να κάμης +στέκει εις την επιτηδειότητά σου. + +Έταξα να ακολουθήσω καταλεπτώς την ερμηνείαν της Γουλνάζε, η οποία +μου έδωσε την σκόνιν, και την προσευχήν γραμμένην που έμελλα να +ειπώ εις το άρρωστον βασιλόπουλον, και με απέστειλε λέγοντάς μου· +μίσευσε ογλήγορα πριν φθάση η αδελφή μου, και μας παιδεύση και +τους δύο, διά το να της εχάλασα την μαγείαν. + +Εγώ ευχαριστώντας την εις τρόπον που της έδινα να γνωρίση μίαν +ζωντανήν υποχρέωσιν, και παίρνοντας τα όσα μου έδωσεν αναχώρησα +μετά χαράς μεγάλης. Και φθάνοντας σιμά εις την πόλιν της +Κασμυρίας, έπειτα από ολίγας ημέρας αγόρασα ένα φόρεμα Δερβύσικον, +και το ενδύθηκα, και αλείφοντάς με και με το νερόν, υπήγα εις την +πόρταν της πόλεως. Οι φύλακες με πολλήν ευλάβειαν με επήραν και με +έφεραν εις τον Βασιλέα. Ο Βασιλεύς με επαρουσίασεν εις τον μέγαν +Δερβύσην. Επεριπάτησα επάνω εις το έδαφος χωρίς να βλαφθώ· εμπήκα +εις τον ναόν, και τέλος πάντων είδα τον μέγαν Καισάγιαν, που ήτον +βαλμένος εις ένα θρόνον χρυσόν. Αυτό είνε καθώς εσύ το ηξεύρεις +καλώτατα, ένα είδωλον, καμωμένον από φίλδισι, μιας μεγαλειότητος +υπερβολικής· οι οφθαλμοί του είνε από δύο μεγάλα καρβούνια, εις το +κεφάλι έχει μίαν κορώναν από ρουμπίνια πολύτιμα, και είνε ζωσμένος +με ένα κεμέρι όλον από διαμάντια. + +Έμεινα εκεί όλην την ημέραν. Ήλθεν ο προεστώς και με εκήρυξε +διάδοχόν του· τον εθανάτωσα εις την δεκάτην πέμπτην ημέραν, και +έμεινα εις τον τόπον του. Τέλος πάντων ιάτρευσα τον αδελφόν σου, +διά το οποίον έλαβα τόσην μεγάλην φήμην, που σε έκαμε να λάβης την +επιθυμίαν διά να με ιδής. Το υπόλοιπον του λόγου σου το ηξεύρεις, +με τι τρόπον σε εκατάπεισα να αλλάξης την βουλήν σου. Ετούτα όλα, +ω ωραιοτάτη Φαρουχνάζ, ακολούθησεν ο Δερβύσης, εστοχάσθηκα πλέον +να μη σου τα κρύψω. Συμπάθησόν μου το στρατήγημα που +επιχειρίσθηκα, διά να σου βγάλω τη ψευδή φαντασίαν και γνώμην, που +είχες διά τους άνδρας, και διά να ανταμώσω την τύχην σου, με +εκείνην του πλέον ωραίου Βασιλοπούλου, απ' όλα τα Βασιλόπουλα του +κόσμου. + +Η Βασιλοπούλα εκοκκίνησε, διαρκούσης της ομιλίας, η οποία την +έκανε καλώς να καταλάβη πως εστάθη γελασμένη· μα η αγάπη που +αγροικούσε διά το Βασιλόπουλο της Περσίας δεν την άφησε να θυμωθή +εναντίον του πλαστού Δερβύση. Τελείωσε, του είπε αυτή να μου +φανερώσης εκείνο που έκαμες, και τι εκατώρθωσες εις τούτο το +παλάτι της Μάγισσας. Ωραία Φαρουχνάζ, άρχισεν εκείνος να λέγη, +οπόταν έφθασα εις το παλάτι, ηύρα ανοικτήν την πόρταν, και +εμπαίνοντας μέσα δεν είδα κανένα, μοναχά ήκουσα μίαν φωνήν +παραπονετικήν, που έβγαινεν από ένα μέρος. Ακολούθησα την φωνήν, +και ήλθα και εμπήκα εις ένα χοντζερέ. Εκεί ηύρα μία νέαν Κυράν με +πολλά σίδερα δεμένην χέρια και πόδας, και είχε το κεφάλι +κατεβασμένον εις τα γόνατά της, και εθρηνούσε την κατάστασίν της. + +Επλησίασα εις αυτήν παρακινούμενος από ευσπλαχνίαν, διά να την +ελαφρώσω, μα τι λογής εστάθη ο θαυμασμός μου, οπόταν εκείνη +εσήκωσε το κεφάλι, και εγνώρισα εις εκείνην την δυστυχισμένην την +ευργέτιδά μου, την ωραίαν Γουλνάζε! + +Εις μίαν τέτοιαν αξιοθρήνητον θεωρίαν, εγέμισα από θυμόν και +οργήν· ω ωραία μου Γουλνάζε, εφώναξα, εις τι κατάστασιν σε +ευρίσκω; ποία βάρβαρα χέρια ημπόρεσαν να σε φορτώσουν αυτά τα +σίδερα; Αχ, αγαπημένε μου Σειρμώγ, μου απεκρίθη αυτή· είσαι εσύ +εκείνος, που βλέπω; ποία κακή τύχη σε εμετάφερεν εδώ; αλλοί εις +εμέ θέλεις γένει ογλήγωρα και εσύ θυσία της σκληράς αδελφής μου· +εκατάλαβεν αυτή πως σε ελευθέρωσα, και διά να με παιδεύση, με +έβαλεν εις τούτες τες αλυσίδες, και ευρίσκομαι εδώ από εκείνον τον +καιρόν που σε ελευθέρωσα· μα εκείνο που με θλίβει περισσότερον +είναι ο κίνδυνος εις τον οποίον ευρίσκεσαι και του λόγου σου. +Φεύγε, σε παρακαλώ, το ογληγορώτερον, διά να με σε εύρη η σκληρά +και σε παιδεύση. Α! και πώς, κυρά μου, απεκρίθην εγώ, εσύ θέλεις +να φύγω και να σε απαρατήσω αβοήθητον; με στοχάζεσαι τόσον +αχάριστον; αγαπώ καλύτερα να αποθάνω, παρά να σε αφήσω εις αυτήν +την κατάστασιν, χωρίς να σε ελευθερώσω. Ειπέ μου το λοιπόν, σε +παρακαλώ, το τι έχω να κάμω, διά να σε ελευθερώσω, αν είναι +δυνατόν, και έχω καρδιάν να το βάλλω εις πράξιν. + +Επειδή και έχεις τόσην καρδίαν και ανδρείαν, απεκρίθη η Γουλνάζε, +η ελευθερία μου εις του λόγου σου στέκει· ύπαγε εις το περιβόλι, +και εκεί θέλεις εύρει την αδελφήν μου που κοιμάται επάνω εις ένα +κρεβάτι από χόρτα και άνθη και υποκάτω από το προσκέφαλόν της έχει +μίαν σακκούλαν από ατιλάζι, και αν ημπορέσης να της πάρης την +σακκούλαν χωρίς να την εξυπνήσης, η δουλειά έγινε, επειδή εκεί +έχει τα κλειδιά από τες αλυσίδες μου, και τούτο είναι ο τρόπος που +ημπορείς να με ελευθερώσης· μα ανίσως και εξυπνήση η Μερχάνη, εκεί +που παίρνεις την σακκούλαν, σου δίνω είδησιν πως θέλεις είσαι +χαμένος. Άφησε να κάμω εγώ, της είπα, σου τάσσω ότι θα σου φέρω τα +κλειδιά, χωρίς να κινδυνεύσω. Και έτσι λέγοντας εβγαίνω ευθύς από +το παλάτι, και πηγαίνω εις το περιβόλι, εις το οποίον βλέπω την +Μερχάνην που κοιμούνταν, με την σακκούλαν υποκάτω από το κεφάλι +της. + +Εγώ στοχαζόμενος πως ήτον αδύνατον να την πάρω χωρίς να εξυπνήση, +απεφάσισα και της έκοψα το κεφάλι με το σπαθί μου, και έφερα την +σακκούλαν εις την αδελφήν της, της οποίας της εδιηγήθηκα το ό,τι +έκαμα, και έμεινε εκστατική εις την αποκοτίαν μου, χωρίς να κλαύση +τον θάνατον της αδελφής της. Και ύστερα από αυτά έβγαλα τα κλειδιά +από την σακκούλαν και άνοιξα τα σίδηρα, και ελευθέρωσα την ωραίαν +μου Κυράν. Με αυτόν τον τρόπον, ακολούθησεν ο Σειρμώγ να λέγη, +ελευθερωθήκαμεν από την πλέον χειρότερην γυναίκα της γης. Ημείς +κατά το παρόν ημπορούμεν να έμπωμεν εις το παλάτι με ελευθερίαν· η +Γουλνάζε μας καρτερεί να μας απολαύση μετά χαράς, επειδή γροικά +τόσην χαράν διά την ελευθερίαν της. Και έτσι λέγοντας επήρε την +Φαρουχνάζ από το χέρι μαζή με την βάγια της, και την έφερε εις το +παλάτι. Η Γουλνάζε ήρχονταν εις συναπάντησίν τους, και όταν είδε +την βασιλοπούλαν έπεσεν εις τους πόδας της. Μα η Φαρουχνάζ την +εσήκωσε και τρυφερά την αγκάλιασε· ωραία Γουλνάζε, της είπεν, έχω +όλην την ευχαρίστησιν, που ο γενναίος Σειρμώγ σε ελευθέρωσε κατά +το χρέος του. + +Βέβαια της απεκρίθη εκείνη χαμογελώντας, είχε κάποιον χρέος να +πασχίση διά την ελευθερίαν μου, παρά να με αφήση εις τα δεσμά. Και +από αυτό ημπορείς να καταλάβης πως το ελάφι δεν απαρατεί την +έλαφον, οπόταν εκείνη έχει χρείαν από βοήθειαν. + +Ύστερον από αυτά τα λόγια και άλλα, εμβήκαν εις το παλάτι το +οποίον η Φαρουχνάζ το εστοχάσθη θαυμασιώτατον. Έπειτα εβγήκαν από +αυτό και υπήγαν εις την μάνδραν, όπου ήτον περισσότερον από +τριακόσια ελάφια. Η αδελφή της Μερχάνης τα έκαμεν ευθύς να λάβουν +την φυσικήν τους μορφήν, με τον ίδιον τρόπον που είχε κάμει του +Σειρμώγ. Και καθώς ελάβαιναν την μορφήν τους έπεφταν εις τους +πόδας της ευεργέτιδός τους διά να την ευχαριστήσουν καθώς έπρεπεν. +Ήσαν από αυτούς το περισσότερον νέοι ευγενείς, και καλά καμωμένοι, +οι οποίοι ήτον από διάφορα μέρη της Ανατολής, που επήγαιναν και +ήρχονταν εις το βασίλειον της Κασμυρίας. + +Μα ο οδηγός της Φαρουχνάζ, ήγουν ο Σειρμώγ, έμεινε πολλά +εκστατικός εις τα να ιδή ανάμεσα εις αυτούς το αγαπημένο του +βασιλόπουλο της Περσίας. Έτρεξεν ευθύς και του έπεσεν εις τα +γόνατα· ακριβό μου βασιλόπουλο, εφώναξεν είναι δυνατόν να σε εύρω +εδώ; Ω αγαπημένε μου φίλε, του απεκρίθη αυτό σηκώνοντάς τον, είσαι +συ ο Σειρμώγ που παρασταίνεσαι εις τους οφθαλμούς μου; Ναι, ω +αυθέντα, του είπεν ο Σειρμώγ, εγώ είμαι ο ίδιος· και δι' άκραν σου +αγαλλίασιν, ιδού που σου προσφέρω και την ποθητήν σου βασιλοπούλα +της Κασμυρίας. Εις αυτά τα λόγια τον έφερε προς την Φαρουχνάζ, η +οποία ευθύς εγνώρισεν εις το βασιλόπουλο την μορφήν που εις τον +ύπνον της είχεν ιδεί. Ομοίως και το βασιλόπουλο εγνώρισε ευθύς εις +το να την θεωρήση πως ήτον η βασιλοπούλα, της οποίας ήτον πάντα +εις την ενθύμισίν του η ωραιοτάτη μορφή. + +Αφού και αμφότερα τα μέρη έδειξαν φανερώς την ευχαρίστησίν τους +και την χαράν που αγροικούσαν, διά την αμοιβαίαν τους αντάμωσιν +και απόλαυσιν εκείνου, που εποθούσαν από πολλούς χρόνους, ο +Σειρμώγ ερώτησε το βασιλόπουλον της Περσίας, πώς έπεσεν εις χείρας +εκείνης της οχληράς μάγισσας. Το οποίον του απεκρίθη πως βλέποντας +την πολλήν σου άργητα, ω αγαπημένε μου Σειρμώγ, και μη έχοντας +καμμίαν είδησιν διά λόγου σου, αφού και εμίσευσες διά την +Κασμυρίαν, ηθέλησα να έλθω ο ίδιος διά να σε ανταμώσω, και να ιδώ +πώς πηγαίνει η επιχείρησίς σου· και ούτως απερνώντας από τούτο το +λειβάδι εσυναπάντησα την μάγισσαν, που εσεργιάνιζεν εις αυτό, η +οποία με πολλήν ευγένειαν με εκάλεσε διά να πηγαίνω εις το παλάτι +της να την επισκεφθώ. Εγώ βλέποντάς την πολλήν της ευγένειαν και +την γλυκάδα της ομιλίας της υπήγα εις το παλάτι της και ανάμεσα +εις τες άλλες δεξιωσύνες που μου έκαμε, μου έδωκεν ένα ωραίον +οπωρικόν διά να φάγω. Και ευθύς που έφαγα εμεταμορφώθηκα εις +ελάφι, και εβάλθηκα εις εκείνην την μάνδραν, που ήσαν τα άλλα +καθώς τα είδες. + +Εις το αναμεταξύ που αυτοί εσυνωμιλούσαν τα συμβεβηκότα τους, η +Γουλνάζε επήγεν εις το λειβάδι, εις το οποίον έβοσκαν οι ελαφίνες +και τες έκαμε και αυτές με τον ίδιον τρόπον να λάβουν την φυσικήν +τους μορφήν· οι οποίες ήσαν όλες νέες αρχοντοπούλες, πολλά +νόστιμες και ωραίες, και ωσάν τες έδωσε την μορφήν τους, τες +έφερεν έμπροσθεν της βασιλοπούλας και του βασιλόπουλου, και τες +υποχρέωσε διά να διηγηθούν τες ιστορίες τους. Αυτές όλες οι +αρχοντοπούλες είχαν εκεί τους αγαπητικούς τους, και ήταν +εκστατικές, εις το να τους ιδούν και αυτούς ελευθερωμένους από την +μαγικήν δύναμιν της Μερχάνης, που τους εκρατούσεν υποκάτω εις +μορφήν ζώων. Οι οποίοι αφού και ευχαρίστησαν μυριάκις τον σωτήρα +τους, επήραν θέλημα και ανεχώρησαν, και επήγε καθένας με την +αγαπητικήν του εις τον τόπον του. + +Δεν έμειναν εις το παλάτι άλλοι, παρά η Γουλνάζε με την συνοδίαν +της Φαρουχνάζης και το βασιλόπουλο με τον Σειρμώγ, οι οποίοι +έμειναν εκεί διά μερικές ημέρες χαρούμενοι. Έπειτα εμίσευσαν όλοι +ομού διά την Περσίαν, και εκεί έκαμαν τους γάμους με μεγάλην +παράταξιν, και εστεφανώθηκαν η Φαρουχνάζ με τον Καρούκ, το +βασιλόπουλον της Περσίας, και η Γουλνάζε με τον Σειρμώγ, τον +οποίον τον ετίμησεν ο Καρούκ με μεγάλα χαρίσματα και αξίες διά την +πιστήν του δούλευσιν, και τον έκαμε πρώτον κυβερνήτην του +βασιλείου· επειδή και έπειτα από ολίγας ημέρας μετά τον γυρισμόν +τους εις την Περσίαν, απέθανεν ο βασιλεύς ο πατέρας του, ο οποίος +εφαίνετο να μην εκαρτερούσεν άλλο διά να αποθάνη, παρά τον +γυρισμόν του υιού του. Ο οποίος ευθύς ανέβη εις τον θρόνον του +πατρός του· και απέρασαν το επίλοιπον της ζωής των μετά μεγάλης +χαράς και ευχαριστήσεως, χαιρούμενοι όλοι διά τες απόκτησές των, +και διά την ευτυχισμένην τους τύχην. + +Τοιαύτης λογής η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν της βασίλισσας +Φαρουχνάζης, και των άλλων ιστοριών, που εις αυτήν επερικλείοντο· +Και ο βασιλεύς Αϊδήν της έδειξε πάλιν την ευχαρίστησιν, που έλαβεν +ακόμη και δι' αυτήν την ιστορίαν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά, +και δεν έπαυσαν να επαινούν την ευγλωττίαν και την καλήν μνήμην +που είχεν. Όθεν η Χαλιμά λαμβάνοντας περισσότερον θάρρος διά την +ευχαρίστησιν που ελάμβανεν ο Αϊδήν, του είπε, πως εις την αύριον, +αν είναι με το θέλημα του, θέλει του διηγηθή μίαν άλλην ιστορίαν, +που της ήλθεν εις την ενθύμησιν, καλύτερην και νοστιμώτερην από +όσες του διηγήθη. Τότε της απεκρίθη ο Αϊδήν ότι όχι μόνον αυτήν, +αλλά κάθε άλλην που θα ήθελε του διηγηθή, ήθελεν έχει μεγάλην +ευχαρίστησιν διά να την ακούση, ώστε απεφάσισεν ότι την ερχομένην +ημέραν ήθελε την ακροασθή. Ερχομένη λοιπόν η ημέρα κατά την +υπόσχεσιν που είχεν η Μεδινά, εξύπνησε την Χαλιμάν, λέγοντάς της +να διηγηθή την ιστορίαν που υπεσχέθη. Και η Χαλιμά εσηκώθη ευθύς, +και άρχισε να λέγη. + + + +&Ιστορία των περιέργων συμβάντων του Κουλούφ& + + + +Ήτο μίαν φοράν εις την Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής, +ονομαζόμενος Αμπτουλάς, ο οποίος εφημίζετο πως ήτον ο πλουσιώτερος +από τους άλλους πραγματευτάδες. Αυτός όντας τέτοιας λογής +πλούσιος, εθλίβετο μεγάλως που δεν είχε κληρονόμον, όθεν έκαμε +κάθε δυνατόν διά να αποκτήση. Η θύρα του σπητιού του ήτον πάντα +ανοικτή εις τους πτωχούς· καθημερινώς δεν έλειπε να μοιράζη +πλουσιοπαρόχως ελεημοσύνας προς τους Δερβύσιδες, διά να παρακαλούν +τον Θεόν να του χαρίση ένα κληρονόμον· έκτισε ξενοδοχεία, Μαρέτια +και Μετζίτια, μα του εστάθηκαν ανώφελα. + +Μίαν ημέραν ακούει πως ήλθεν ένας ιατρός θαυμάσιος Ινδιάνος εις +την Δαμασκόν και ευθύς στέλνει και τον κράζει, του οποίου +διηγείται τον πόνον του και την επιθυμίαν που είχε διά να αποκτήση +ένα υιόν. Ο ιατρός τον ελυπήθη και έβαλεν όλην του την σπουδήν διά +να τον χαροποίηση. Τέλος πάντων από αιτίαν του ιατρού έλαβεν εις +ολίγον καιρόν ένα υιόν, τον οποίον ωνόμασε Κουλούφ· αυτός δε εις +την γέννησιν του υιού του έκαμεν άμετρες χαρές, και μεγάλες +ελεημοσύνες εις πτωχούς και ξένους, εις δόξαν Θεού που του εχάρισε +το ποθούμενον. Αυξάνοντας δε ο Κουλούφ ο πατέρας του τον έβαλε διά +να μάθη γράμματα και τόσον επρόκοψε που πριν φθάση εις τους +δεκαοκτώ χρόνους έγινε τέλειος εις όλες τες επιστήμες και εις τες +γλώσσες και περιπλέον έγινεν εμπειρότατος εις όλες τες ασκήσεις +τες σωματικές, ήγουν να παλεύη, να τραβά το δοξάρι, να παίζη το +σπαθί, και άλλα παρόμοια, τόσον που όλοι τον εθαύμαζον, και +μάλιστα ο πατέρας του τον αγαπούσε τόσον που δεν ημπορούσε να ζήση +μίαν ώραν μακράν απ' αυτόν. Ως τόσον ο θάνατος που δεν υποφέρει +κανένα να είναι εις τον κόσμον ευτυχισμένος, έρχεται αιφνιδίως και +σηκώνει τον γέροντα πραγματευτήν. Έμεινε λοιπόν ο Κουλούφ +κληρονόμος εις όλον τον βίον του πατρός του· μα δεν τον εξουσίασε +διά πολύν καιρόν, επειδή και ευθύς που έμεινε τέλειος νοικοκύρης, +άρχισε να τον φθείρη, έκτισε παλάτια, αγόρασε εύμορφες σκλάβες, +και έκλεξε πολλούς νέους διά να του είνε σύντροφοι εις τες ασωτίες +του, και επερνούσε τες ημέρες εις τες ηδονές με αυτουνούς. +Εδιαμοιράζοντο εις το σπήτι του τα πλέον ευγενικά φαγητά και +πιοτά, και δεν έκανε άλλο παρά να συνευφραίνεται με χορούς, με +παιγνίδια, με λαλήματα και άλλα. Και δεν απέρασε πολύς καιρός που +έφθειρεν όλην του την περιουσίαν· έπειτα εστάθη στενεμμένος από +την αφροσύνην του να πουλήση τα παλάτια του και τους σκλάβους του, +και από ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν εις μεγάλην δυστυχίαν, η οποία +επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν προς τους εχθρούς του. + +Τότε αυτός εμετανόησε διά τα άσωτά του καμώματα, επρόστρεξεν όμως +εις εκείνα τα υποκείμενα που τον είχαν συμβοηθήση εις τον φθαρμόν +του· φίλοι μου, τους είπεν, εσείς με είδετε εις τι ευτυχίαν ήμουν +και τώρα εις τι κατάστασιν ήρθα, προστρέχω εις εσάς να με +βοηθήσετε, διά να ξαναέβγω από το πέσιμόν μου· ενθυμηθήτε τες +μεγάλες δωρεές που σας έκανα οπόταν σας είχα εις το τραπέζι μου· +εγώ δεν αμφιβάλλω ότι θέλει με βοηθήσετε, διά να έβγω από την +κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκομαι, και να με ελευθερώσετε από +τούτον τον κίνδυνον. Έτσι ο δυστυχής Κουλούφ έπασχε διά να +παρακινήση εις έλεος τους φίλους του διά να τον συντρέξουν, μα +αυτός ωμιλούσεν εις τόσους κωφούς· άλλος μεν του έδειχνε πως του +εκακοφαίνονταν να τον βλέπη εις αυτήν την κατάστασιν, και του +έταζε να παρακαλέση τον Θεόν διά να τον βοηθήση· άλλος δε του +έλεγεν ότι ας είχε γνώσιν να μην είχεν έλθει εις αυτήν την +δυστυχίαν· και άλλος αντάμωνεν εις την απελπισίαν την αχαριστίαν, +και του αρνούνταν ως και την παρηγορίαν να τον συμπαθήση και του +εγύριζε τες πλάτες, και κοντολογής όλοι τον αποστρέφονταν, και +πολλοί εκαμώνονταν πως δεν τον γνωρίζουν. Ω ψεύτικοι φίλοι, +εφώναξεν ο Κουλούφ! η ανευχαριστία σας και το σκληρόν σας φέρσιμον +πολλά με παιδεύει, που εστάθηκα πολλά άφρων εις το να στοχασθώ ότι +εσείς, μου είσθε αληθινοί φίλοι. + +Ο υιός, του Αμπτουλά ήτον περισσότερον θλιμμένος διά την +αχαριστίαν των φίλων του των ψεύτικων, που εστάθηκαν συμβοηθοί και +έφθειρε τον πλούτον του, παρά εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν, +όθεν απεφάσισε να ξεμακρύνη από την Δαμασκόν, διά να μην τους +μεταϊδή εις τα μάτια του και θλίβεται περισσότερον. Μισεύοντας το +λοιπόν από την Δαμασκόν επήγε προς το μέρος των Καραϊτών και ήλθεν +εις την πόλιν Καρακοράμ, εκεί που εβασίλευεν ο Καπαλκάμ· και +φθάνοντας εκεί επήγε και εκόνεψε εις ένα χάνι, και με τα δηνάρια +που του είχαν περισσεύσεί έκαμεν ένα φόρεμα και ένα φακιόλι, κατά +την συνήθειαν του τόπου. Και όλην την άλλην ημέραν δεν έκαμεν άλλο +παρά να περιδιαβάζη και να βλέπη τα πλέον περίεργα του τόπου και +το βράδυ ετραβάτο εις το κονάκι του. + +Μίαν ημέραν ήκουσεν ότι ο βασιλεύς Καπαλκάμ ετοιμάζετο διά να +πηγαίνη με μεγάλον στράτευμα εναντίον δύο γειτόνων του βασιλέων +που ήρχονταν διά να του πάρουν τους τόπους του. Επήγε να προσφέρη +την δούλεψίν του προς τον Βασιλέα, ο οποίος τον έβαλεν εις τον +αριθμόν των στρατιωτών του. Αυτός ο νέος εφέρθη με τόσην ανδρείαν +εις αυτόν τον πόλεμον, που σχεδόν από τες νίκες που έκαμεν +εκατατροπώθηκαν οι εχθροί του Βασιλέως. Έλαβε λοιπόν μεγάλες τιμές +από τον βασιλέα, και τον επαίνεσαν όλοι οι αρχηγοί· και περιπλέον +έλαβε και την επίσκεψιν του Μουγγάρ, υιού του Βασιλέως. Μα έως εδώ +δεν εστάθη η φήμη του επειδή και παύοντας αυτός ο πόλεμος, +εσηκώθησαν άλλοι δύο Βασιλείς εναντίον του Καπαλκάμ. Όθεν αυτός ο +Βασιλεύς εγύρισε τα άρματά του εναντίον αυτών των νέων εχθρών και +τότε πάλιν ο υιός του Αμπτουλά έδειξε και εις αυτόν τον πόλεμον +περισσοτέραν ανδρείαν από τον άλλον. Αυτή η δευτέρα φήμη, τον +έκαμε να έμπη καθολικά εις την χάριν του Μουγγάρ Βασιλοπούλου, +τόσον που δεν τον άφινεν από κοντά του, και από ημέραν εις ημέραν +ηύξανεν η αγάπη του προς αυτόν· όθεν εις ολίγον διάστημα καιρού, ο +Κουλούφ έγινεν ο μυστικός του. Ύστερον δε από ολίγον καιρόν, +απέθανεν ο Καπαλκάμ, και ο υιός του ανέβη εις τον θρόνον, και +ευθύς που εκηρύχθη Βασιλεύς επλούτηνε τον Κουλούφ από αξίες και +τιμές και τον έκαμε πρώτον του συμβουλάτορα. + +Ο Κουλούφ βλέποντας ότι τα πράγματά του άλλαξαν μορφήν, και ότι +δεν ευρέθη περισσότερον ευτυχισμένος ωσάν τότε, είπε με τον εαυτόν +του· κάνει χρεία να πιστεύση κάνεις βεβαίως ότι όλα τα συμβεβηκότα +της ζωής μας είναι γραμμένα εις τον ουρανόν. Οπόταν εζούσα εις την +Δαμασκόν εν ταις τρυφαίς, ελόγιαζα ποτέ πως θέλω έλθει εις +δυστυχίαν; και ερχόμενος εδώ εις Καρακορτάμ ημπορούσα ποτέ να +ελπίσω να γένω εκείνος που είμαι; όχι βέβαια· όλες οι ευτυχίες μας +και οι δυστυχίες μας κρέμονται από θέλησιν ανωτέραν. Ας ζήσωμεν το +λοιπόν κατά πως μας αρέσει, και ας αναμένωμεν τα της τύχης, που +δεν ημπορούμεν να αποφύγωμεν. Εις τούτον τον τρόπον στοχαζόμενος ο +Κουλούφ, κατά πως εστοχάσθηκεν, έτσι ακολουθούσε την θέλησίν του +χωρίς εναντίωσιν. + + + +&Ιστορία της ωραίας Δηλαράς& + + + +Μίαν ημέραν βγαίνοντας ο Κουλούφ από το παλάτι, συναπαντά μίαν +γυναίκα γραίαν σκεπασμένην με ένα πανί της Ινδίας και ο γύρος του +πανιού ήτον κεντημένος με χρυσίον και ρουμπίνια· είχεν αυτή μία +αρμαθιά μαργαριτάρια εις το ένα χέρι, και εις το άλλο ένα +δεκανίκι, και πέντε σκλάβες σκεπασμένες και αυτές, και την +εσυντρόφευαν. Επλησίασεν αυτός προς την γραίαν και την ερωτά, αν +οι σκλάβες ήτον διά πούλημα. Ναι, είπεν η γραία· μα ετούτες, με +όλον που είναι εύμορφες, δεν είναι διά λόγου σου αλλ' επειδή σε +βλέπω πως είσαι ένας ευγενής άνθρωπος, επιθυμώ να σε κάμω να +διαλέξης, την πλέον ωραίαν που να σου αρέση, από άλλες που έχω εις +το σπήτι μου, και αν θέλης έλα κοντά μου διά να τις ιδής. Λέγοντας +έτσι εκίνησαν μαζί με τον Κουλούφ διά να πηγαίνουν. Φθάνοντας δε +εμπρός εις ένα μετζίτι, η γραία του λέγει· καρτέρει με εδώ, ω +αυθέντη, έως να γυρίσω. Απέρασεν έως μία ώρα, και ιδού που βλέπει +την γραίαν με μίαν κόρην που είχε ένα μποχτζέ, εις τον οποίον +είχεν ένα πανί και ένα φερετζέ με τα οποία ένδυσε τον Κουλούφ +λέγοντάς του· αυθέντη, ημείς είμασθε υποκείμενα τιμημένα και από +καλό γένος, και δεν είνε τίμιον ένας ξένος να έμπη εις το σπήτι +μας, και διά τούτο σε ενδύω γυναίκια, διά να μη γνωρισθής. Ο δε +Κουλούφ δεν ωμίλησεν, αλλά ηκολούθησε την γραίαν, η οποία τον +έφερεν εις ένα μεγάλο παλάτι αγνώριστο, εις το οποίον εμβαίνοντας +έβλεπεν ότι τα όσα του επαρουσιάζονταν εις τα μάτια του είχαν μίαν +υπερβολικήν μεγαλοπρέπειαν και μεγαλειότητα, αφού όμως επέρασαν +μίαν μεγάλην αυλήν που ήτον πατωμένη με πλάκες από δίασπρον, +έφθασαν εις μίαν σάλαν μιας υπερβολικής μεγαλειότητος, εις το +μέσον της οποίας ήτον μία λεκάνη πορφυρά γεμάτη νερό, και μέσα εις +αυτήν έπλεγαν διάφορα ψάρια με βούλλες χρυσές· και εις το +αναμεταξύ που αυτός εστοχάζονταν τα ψάρια με θαυμασμό, βλέπει να +πλησιάζη προς αυτόν μία Κυρά πολλά νέα με χαροποιόν πρόσωπον, και +αφού τον επροσκύνησε, τον επήρεν από το χέρι και τον έβαλε να +καθίση επάνω εις μίαν χρυσήν μαξιλάραν και όταν εκάθισεν, αυτή +έλαβε την επιμέλειαν διά να του σφουγγίση το πρόσωπον που ήτον +ιδρωμένον, με ένα ψιλό μαντύλι, και κάνοντάς του ετούτην την +δούλευσιν εχαμογελούσε, και του έδινε ματιές από τες οποίες πολλά +γλήγορα έμεινε τετρωμένος. + +Τον καιρόν που αυτός την εύρισκε πολλά της αρεσκείας του και +αποφάσισε διά να την αγοράση να που μία άλλη νέα, της οποίας τα +ξανθά μαλλιά εκυματούσαν επάνω εις τες πλάτες της, και μάλιστα +ήτον πλέον ωραία από την πρώτην, η οποία ήρχονταν προς αυτόν. Αυτή +επλησίαζε με μίαν νοστιμάδα ευγενικήν προς τον Κουλούφ, του οποίου +επήρε το χέρι και το εφίλησε, και ύστερον ετοίμαζε διά να του +πλύνη τα ποδάρια εις μίαν λεκάνην χρυσήν. Αυτός δεν ηθέλησε να +υπακούση, και όντας εκστατικός διά την ωραιότητά της, εσηκώθη διά +να πέση εις τα γόνατά της με την απόφασιν διά να την αγοράση· μα +έξαφνα έμεινεν ακίνητος, ωσάν ένας που χάνει τες αισθησές του, εις +το να ιδή είκοσι άλλες νέες την μίαν ωραιότερην από την άλλην. +Αυτές εσυντρόφευαν μίαν κυράν νεαράς ηλικίας, ακόμη πλέον ωραίαν +και πλουσιώτερον φορεμένην από τες άλλες και εφαίνονταν ότι αυτή +θα ήτον η κυρά τους. Ο δε Κουλούφ επίστευσε πως βλέπει την σελήνην +τριγυρισμένην από τους αστέρας και εις την θεωρίαν της θαυμασίας +εκείνης ωραιότητος έπεσε λιγοθυμημένος. Οι σκλάβες έτρεξαν ευθύς +όλες να τον συντρέξουν και κάνοντάς του να επανέλθη εις τον εαυτόν +του, η κυρά που του επροξένησε τούτο, έτσι του ωμίλησε· καλώς μας +ήλθες, ευγενικέ νέε. Ο Κουλούφ αφού την επροσκύνησεν, έβγαλε από +την καρδιά του ένα βαθύτατον στεναγμόν. Έπειτα οι σκλάβες τον +έβαλαν και εκάθισεν εις ένα θρονί και ευθύς του έφεραν ένα +εξαίρετον σερμπίτι, εις κούπες χρυσές κεκοσμημένες με πετράδια, το +οποίον το έπιε μαζί με την Κυράν. Αυτή βλέποντας το μελαγχολικόν +του πρόσωπον, και συγχυσμένον, που σχεδόν δεν ημπορούσε να προφέρη +ένα λόγον, του λέγει· από τι προέρχεται η σύγχυσίς σου που σε +κυριεύει και η μελαγχολία που φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου; +μήπως και είσαι βαρεμένος εις το να ευρίσκεσαι εις την συντροφιά +μας με το να μη σου αρέση. Α, ωραιοτάτη Κυρά, της απεκρίθη, +κυττάζοντας την με ένα βλέμμα ερωτικόν· Παύσε, σε παρακαλώ, παύσε +να με πειράζης· πολλά καλά ηξεύρεις, ότι δεν ημπορούν να θεωρηθούν +χωρίς βλάψιμον οι χάριτες σου· είμαι, σου το ομολογώ, έξω από τον +εαυτόν μου· μία σύγχυσις, που εγώ δεν ημπορώ να την καταλάβω, +κυριεύει όλα τα πνεύματα, και με κάνει να στέκω με τούτον τον +τρόπον μελαγχολικός. Στάσου με καλήν καρδίαν, τον αντίκοψεν η +Κυρά, και στοχάσου πως εδώ ήλθες διά να αγοράσης μίαν σκλάβαν. Ας +υπάμεν το λοιπόν όλοι μαζί να καθήσωμεν εις το τραπέζι, και ελπίζω +η συντροφιά μας να σε χαροποιήση. + +Λέγοντας έτσι εκείνη επήρε τον Κουλούφ από το χέρι και τον έφερεν +εις μίαν σάλαν και εκεί εκάθησαν όλες εις μίαν μακράν τράπεζαν, η +οποία ήτον γεμάτη από πολυποίκιλα και νόστιμα φαγητά και πιοτά. +Και αφού έφαγαν και έπιαν, εσηκώθηκαν οι σκλάβες από την τράπεζαν +και άλλες επήραν και ελαλούσαν διάφορα όργανα, και άλλες +ετραγουδούσαν με αγγελικές φωνές, και άλλες εχόρευαν διαφόρους +χορούς. Παύοντας αυτές επήρεν η κυρά ένα τζιβούρι και το ελαλούσε, +τραγουδώντας με μίαν φωνήν τόσον γλυκείαν και ωραίαν, που +υπερέβαινε τα ίδια αηδόνια. + +Ο Κουλούφ ακούοντάς την αγγελικήν της φωνήν και το εύμορφον λάλημά +της, δεν ημπόρεσε πλέον να υποφέρη την φλόγα του έρωτος. Κυρά μου, +εφώναξεν, εσύ μου εσήκωσες τον λογισμόν μου, εγώ δεν ημπορώ να +υποφέρω τες σαϊτιές που μου δίνεις· δος μου άδειαν να ημπορέσω να +σου φιλήσω το χέρι, και να βάλλω το κεφάλι μου υποκάτω εις τους +πόδας σου. Έτσι λέγοντας ετούτος ο ταλαίπωρος αγαπητικός, έπεσε +κατά γης, ωσάν ένας που είνε έξω του εαυτού του, και παίρνοντας το +χέρι της κυράς το εφίλησε με πολλήν τρυφερότητα. Μα εκείνη η +γλυκυτάτη νέα θυμωμένη διά την τόλμην του, τον άμπωσε με αγριότητα +και του είπεν· όποιος και αν είσαι, στάσου, και μη ξεπηδάς τα όρια +της σωφροσύνης· εγώ είμαι μία θυγατέρα ευγενής· είναι μάταιον εσύ +να επιθυμήσης να με αποκτήσης, επειδή και δεν ηξεύρεις να με +απολαύσης, διά το οποίον δεν θέλεις με ιδεί πλέον. Με τούτα τα +λόγια, αυτή ετραβήχθη ομού με τες άλλες νέες που την εσυντρόφευαν +και έμεινεν εκεί αυτός μόνος. + +Ο Κουλούφ έμεινε πολλά θλιμμένος, που επροξένησε της κυράς που +αγαπούσε δυσαρέσκειαν, και έστεκεν εκεί εις την σάλαν +περικυκλωμένος από χιλίους στοχασμούς. Τότε ήλθε προς αυτόν η +γραία που τον είχε φέρει εκεί και του είπε· δεν έπρεπε να φερθής +με τέτοιον τρόπον εις την κυράν και με όλον που εγώ σου έδωκα να +καταλάβης πως ήταν σκλάβες, εσύ έπρεπε να στοχασθής από την +μεγαλοπρέπειαν του παλατίου, και από τα πλούσια φορέματα που ήτον +στολισμένη, ότι ήταν άλλα υποκείμενα· αυτή το λοιπόν η κυρά που +την επρόσβαλες είνε θυγατέρα ενός από τους πρώτους της αυλής του +βασιλέως. Η ομιλία της γραίας αβγάτισεν όχι μόνον την αγάπην του +Κουλούφ, αλλά και την θλίψιν του ακόμη εις το να μην εφέρθη +τακτικώς με αυτήν, και ήτον σαστισμένος διά να την ξαναϊδή. + +Τότε η κυρά, πλέον καλύτερα ενδεδυμένη με διαφορετικά φορέματα, +έρχεται εις την σάλαν με τες άλλες νέες, και άρχισε να γελά +βλέποντάς τον Κουλούφ μεγαγχολικόν και σκυθρωπόν. Εγώ λογιάζω, του +λέγει ότι εμετανόησες διά το λάθος που έκαμες, και θέλω να σε +συμπαθήσω, με συμφωνίαν ότι εις το ερχόμενον να είσαι πλέον +τακτικός, και να μου φανερώσης και ποίος είσαι. Καθώς αυτός δεν +επιθυμούσεν άλλο παρά να ξαναφιλιωθή με αυτήν την ευγενικήν κυράν, +έτσι δίχως δισταγμόν της εφανέρωσε πως ονομάζετο Καλούφ, και ήτον +μυστικός του βασιλέως. + +Κύριε, τότε του απεκρίθη, είνε καιρός που η φήμη σου ήλθεν εις τα +αυτιά μου, αγροίκησα πως εσύ είσαι ο πλέον αγαπημένος του +βασιλέως· όθεν είχα επιθυμίαν πολλήν διά να σε ιδώ· χαίρομαι το +λοιπόν που σήμερον έλαβα τούτην την ευχαρίστησιν· ας ακολουθήσωμεν +το λοιπόν τα λαλούμενα και τους χορούς μας, είπε προς τες νέες, +και, ας κάμωμε κάθε δυνατόν διά να δώσωμεν χαροποίησιν τούτου του +ξένου. Όλες οι νέες εξανάρχισαν να χορεύουν, να λαλούν, και να +κάνουν κάθε λογής παιχνίδια, έως που ήλθεν η νύκτα. Και αφού +ενύκτωσεν άναψαν διάφορα κηρία και λαμπάδες και εις το αναμεταξύ +που ετοίμαζαν το δείπνον, η κυρά και ο Κουλούφ ευρίσκονταν μαζί, +και εσυνομιλούσαν διάφορες υποθέσεις του βασιλέως· και ανάμεσα εις +τες άλλες η κυρά τον εξέταζεν αν αυτός ο βασιλεύς είχεν εύμορφες +σκλάβες. Ναι, ω κυρά, είπεν ο Κουλούφ αυτός έχει πολλά ωραίες +σκλάβες, και διά τώρα, αγαπά μίαν που ονομάζεται Γουλαδάμ· ετούτη +είνε μία νέα πολλά ωραία, και ήθελα ειπεί πως αυτή θα ήτον η πλέον +εύμορφη που ευρίσκεται στον κόσμον, ανίσως και δεν ήθελα ιδεί +εσένα· επειδή και το κάλλος σου υπερβαίνει κατά πολλά εκείνης, και +δεν ημπορεί με κανένα τρόπον να παρομοιασθή με εσένα. + +Ετούτα τα κολακευτικά λόγια δεν εκακοφάνηκαν της Δηλαράς (έτσι +ωνομάζετο αυτή η κυρά)· η οποία ήτον θυγατέρα του Βαρούκ, μεγάλου +αυθέντου της Καραΐτης, ο οποίος τότε δεν ευρίσκονταν εκεί, με το +να είχε πάγει από μέρος του Βασιλέως του διά να συγχαρή τον Ουσβάκ +Χαν, που ανέβη εις τον θρόνον της Ταρταρίας· και εις αυτό το +διάστημα που αυτός έλειπεν, η Δηλαρά έκλινε να φέρη από καμμίαν +φοράν ένα νέον εις το σπήτι της διά να μετεωρισθή, και να περάση ο +καιρός της· μα έστεκε μ' όλον τούτο πολύ εις τα εδικά της, οπόταν +ήθελεν επεικάσει κανένα που να της ήθελε χάσει το σέβας. Έμεινε +λοιπόν αυτή πολλά ευχαριστημένη εις το να ακούση τον Κουλούφ ότι +αυτή υπερέβαινεν εις την ευμορφιάν την αγαπητικήν του Βασιλέως, +και τούτος ο έπαινος την έκαμε πλέον ζωντανήν και χαροποιάν· όθεν +τον καιρόν του δείπνου είπε πολλά πράγματα νόστιμα, και ετελείωσε +με το πνεύμα της εις το να ανάψη του Κουλούφ την φλόγα του έρωτος +προς αυτήν. + +Ο Κουλούφ το λοιπόν οπόταν ήλθεν ο καιρός διά να αναχωρήση, εστάθη +έμπροσθεν της Δηλαράς και της είπεν· αν εγώ ήθελα σταθή μαζί σου +εκατόν χρόνους, ήθελε μου φανή να μην εστάθην μίαν στιγμήν μα ό,τι +λογής και αν ήθελε ήτον η ευχαρίστησίς μου, κάνει χρεία να σε +απαρατήσω διά να αναπαυθής· αύριον αν ορίσης και είναι με το +θέλημά σου θέλω ξαναέλθη. Εγώ σου δίδω το θέλημα, απεκρίθη εκείνη· +εσύ πρέπει το βράδυ να ευρεθής εις την ιδίαν πόρταν του μετσινίου, +και θέλω κάμει να σε φέρουν εδώ. Ετούτο λέγοντας ο Κουλούφ, +ευχαριστώντάς την, εβγήκεν από το παλάτι. + +Φθάνοντας εις την κατοικίαν του, όλην την νύκτα δεν έκλεισε μάτι +στοχαζόμενος το κάλλος της Δηλαράς, και τα όσα είδεν εκείνην την +ημέραν. Το ταχύ που εσηκώθη ευθύς επήγεν εις τον Βασιλέα. Ε, πόθεν +έρχεσαι, ω Κουλούφ, του είπεν ο Βασιλεύς, ευθύς που τον είδε· τι +εγίνηκες εχθές, και δεν εφάνης καθόλου προς εμένα; Αυθέντα, του +απεκρίθη ο Κουλούφ, οπόταν η βασιλεία σου θέλει μάθει τα όσα μου +εσυνέβηκαν, θέλει με συμπαθήσει που δεν ήλθα· και τον ίδιον καιρόν +του εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν· είναι αδύνατον, του είπεν ο +Βασιλεύς, τούτη η Κυρά να είναι τόσον ωραία, καθώς μου διηγάσαι· +εσύ μου μιλείς με τόσην ζωντανωσύνην, που με κάνει να μην το +πιστεύω. Αυθέντη, εξαναείπεν ο Κουλούφ, κοντολογής είναι τόσον +ωραία που σχεδόν ο πλέον περίφημος ζωγράφος ημπορεί να αμφιβάλη +διά να την παρομοιάση με το κονδύλι· ω, τούτο είναι παρά πολύ, του +είπεν ο Βασιλεύς· εσύ με κάνεις να μου έλθη επιθυμία διά να την +ιδώ, και θέλω χωρίς άλλο τούτην την νύκτα να έλθω μαζί σου, οπόταν +έχη να πας. + +Η περιέργεια του νέου Βασιλέως έθλιψε τον Κουλούφ· μα αυθέντη, του +είπεν με τι τρόπον εγώ ημπορώ να σε κάμω να έλθης μαζί μου εις +αυτήν· και τι να της ειπώ το πώς και ποίος είσαι; Εγώ θέλω ενδυθή, +λέγει ο Βασιλεύς, με φορέματα ενός σκλάβου, και θέλω απεράση διά +σκλάβος σου, και σαν έλθω εκεί, θέλω σταθή εις καμμίαν αγκωνήν διά +να ιδώ τα πάντα. Ο Κουλούφ δεν ετόλμησε να εναντιωθή του αυθεντός +του, ο οποίος ενδυνόμενος με το φόρεμα του σκλάβου, προς το βράδυ +επήγαν εις την πόρταν του μιτζιτιού. Δεν επέρασε πολύ, και είδαν +την γραίαν που ήλθεν, η οποία είπεν· τον σκλάβον δεν κάνει χρεία +να τον πάρης, απαραίτησέ τον και έλα μόνος σου. Ακριβή μου μητέρα, +είπεν ο Κουλούφ, σε παρακαλώ να αφήσης ετούτος ο σκλάβος να έλθη +μαζί μας· επειδή και είναι ένας πολλά επιτήδειος νέος, ο οποίος +τραγουδεί πολλά εύμορφα, κάνει στίχους αιφνιδίως, και άλλα πολλά +νόστιμα πράγματα, και της Κυράς σου δεν θέλει της κακοφανή ωσάν +τον ιδεί. Η γερόντισσα δεν ωμίλησεν άλλο, παρά τους επήρε, και +τους έφερεν εις το παλάτι της Κυράς. + +Αυτή βλέποντάς τον σκλάβον, ηρώτησε τον Κουλούφ, διατί έφερεν +αυτόν τον σκλάβον μαζί του· ο δε της είπε πως ετούτος ο σκλάβος +είναι πολλά μέτωρος, μπουφόνος, ήγουν τζουτζές, λαλεί ευμορφότατα +το κύμβαλον, τραγουδεί εξαίσια, και κάνει και τον ποιητήν· ελπίζω +το λοιπόν πως θέλει σας δώσει ηδονήν. Ωσάν είναι έτσι, απεκρίθη η +Κυρά, καλώς ήλθε· μα, φίλε, λέγει προς τον σκλάβον, κύτταξε να +είσαι τακτικός με τες νέες μου, διά να μην το μετανοήσης. Ο +Βασιλεύς βλέποντας τον εαυτόν του ότι ήτο υπόχρεως διά να κάμη τον +μπουφόνον, άρχισε να χορατεύη, και τόσον καλά εφέρθη, που η Κυρά +είπε του Κουλούφ· κατά αλήθειαν εσύ έχεις ένα δουλευτήν πολλά +μέτωρον, και ελπίζω απόψε να μας χαροποιήση. Επειδή και έχει την +τύχην λέγει ο Κουλούφ, διά να είναι της αρεσκείας σου, δεν είναι +πλέον ιδικός μου, αλλά ιδικός σου, Κυρά μου. + +Εκεί που έτσι ωμιλούσαν, ήλθε μία σκλάβα και έδωκε είδησιν, ότι ο +δείπνος ήτον έτοιμος. Η Κυρά και ο Κουλούφ εκάθησαν εις την +τράπεζαν, και ο σκλάβος έστεκεν ορθός· και καθώς ο σκλάβος έδιδεν +ευχαρίστησιν της Δηλαράς με τα μέτωρά του, εζήτησε θέλημα από τον +αγαπημένον της, διά να τον βάλη να καθήση εις την τράπεζαν με +αυτούς. Ο Κουλούφ αφού και έκαμε κάποιες εναντίωσες, τον +επρόσταξεν και εκάθησεν ανάμεσόν τους, και άρχισαν διά να φαν. +Φέροντας το κρασί, η Δηλαρά εγέμισεν ένα ποτήρι, και το δίδει του +σκλάβου, έπειτα του λέγει· πίε εις υγείαν μου. Ο βασιλεύς φιλώντας +το χέρι της, που εκρατούσε το ποτήρι, το επήρε και το έπιεν εις +υγείαν της. Η Δηλαρά γεμίζοντας άλλο ένα ποτήρι, λέγει προς τον +Κουλούφ διά να τον πειράξη· το πίνω ετούτο εις την υγείαν εκείνης +που αγαπάς, ήγουν της ωραίας Γουλεδάμ, αγαπητικής του βασιλέως +σου. Κυρά, απεκρίθη ο Κουλούφ, με το πρόσωπον όλον κόκκινον, μη +γένοιτο, ότι εγώ να λάβω τόσην τόλμην να υψώσω τους στοχασμούς μου +εις την αγαπητικήν του Βασιλέως μου. Φυλάττω διά τούτο μίαν άκραν +ευλάβειαν προς αυτόν. Ας είνε, εσύ θέλεις να αποσκεπασθής, +απεκρίθη η Δηλαρά γελώντας· εγώ ενθυμούμαι ότι εχθές μου ωμίλησες +με ένα τρόπον που σε έδειχνε πολλά φερμένον προς αυτήν και πως +κάποιες φορές απερνάτε τον καιρόν με αυτήν χωρίς να το ηξεύρη ο +βασιλεύς. Αυτός εις τούτα τα λόγια, τα οποία εγνώριζε το τι +ημπορούσαν να προξενήσουν, αντραλώθη μεγάλως, και είπε· σε +παρακαλώ, Κυρά μου, άφησε αυτά τα μετωρίσματα επάνω εις ετούτην +την υπόθεσιν, επειδή και εγώ δεν έλαβα ποτέ καμμίαν συναναστροφήν +με αυτήν, αλλ' ούτε ποσώς την τόλμην, να μιλήσω με αυτόν τον +τρόπον δι' αυτήν. + +Η αντράλωσις που ο Κουλούφ έλαβε δι' αυτά τα λόγια, έδωσαν αιτίαν +της Δηλαράς να γελάση μεγάλως· μα ως τόσον του Βασιλέως του εμπήκε +καρφί εις την καρδίαν διά ταύτην την υπόθεσιν μα ως φρόνιμος που +ήτον, εκαμώνονταν πως δεν ακούει, και ακολούθησε να μετωρίζεται +και να πίνουν και οι τρεις. Και ως τόσον ο Βασιλεύς από ολίγον +ολίγον ανάπτοντας από το κρασί, αλησμόνησε που έκανε τον σκλάβον, +και άρχισε να λέγη της Δηλαράς. Κυρά μου, κάμε μου την χάριν, +τραγούδησέ μου κανένα τραγούδι εύμορφον από εκείνα που ηξεύρεις. +Η Δηλαρά διά να τον ευχαριστήση ωσάν που απερνούσε διά μπουφόνος, +επήρεν ένα τζιβούρι και το ελάλησε, συντροφιασμένον με την φωνήν +της, που εφαίνονταν να ήτον αγγελική. + +Ο Βασιλεύς που δεν είχεν ακούσει ακόμη τινά να τραγουδήση έτσι +νόστιμα και γλυκά, ομοίως και να λαλήση με τόσην τελειότητα, του +άρεσε τόσον, που μη ενθυμώντας πλέον πως έκανε τον σκλάβον, +εφώναξεν από την ηδονήν του. Εσύ, Κυρά μου, με κάνεις να υπάγω εις +έκστασιν. Ο Ισαάκ, πρώτος μου τραγουδιστής, ωνομασμένος εις +διάφορα βασίλεια διά την φωνήν του, δεν είναι αρκετός να σε φθάση. +Ο Κουλούφ έμεινεν ωσάν νεκρός διά την φανέρωσίν του· και η Δηλαρά +γνωρίζοντας από τούτα τα λόγια ότι ο νομιζόμενος σκλάβος ήτον ο +ίδιος ο βασιλεύς, εσηκώθη ευθύς από τον τόπον της, και έτρεξε διά +να χαλέψη ένα μπούλωμα διά να σκεπάση το πρόσωπόν της. Α, ημείς +είμασθε χαμένες, λέγει με χαμηλήν φωνήν προς τες άλλες νέες. +Εκείνος δεν είναι σκλάβος, αλλά είναι ο ίδιος ο βασιλεύς. Ετούτο +λέγοντας εγύρισε σκεπασμένη να εύρη τον βασιλέα, και δεν +αποκοτούσε διά να καθήση πλέον κοντά του. Κάθησε, κυρά, της λέγει +αυτός, σ' εμένα πρέπει θα σταθώ ορθός εις την επιφάνειάν σου. + +Η Κυρά εδόθη εις ένα πικρόν κλαύσιμον, και πέφτοντας εις τους +πόδας του τού εζητούσε συμπάθειαν αν έσφαλε μη γνωρίζοντάς τον. Ο +βασιλεύς σηκώνοντάς την της είπε, να μην φοβάσαι τίποτα· και +έπειτα την ερώτησε το ποία ήτον, και αυτή εν συντομία του επλήρωσε +την περιέργειαν· και ύστερον που έμαθε το ποία ήτον, επήρε τον +Κουλούφ, και μισεύοντας από εκεί εγύρισαν εις το παλάτι του. + +Τα αστεία μετωρίσματα, που έκαμεν η Δηλαρά προς τον Κουλούφ, επάνω +εις την Γολεδάμ, αγαπητικήν του βασιλέως, επροξένησαν κακά +αποτελέσματα. Ο βασιλεύς πιστεύοντας από τα λόγια της Δηλαράς, ότι +αναμέσον της αγαπητικής του και του Κουλούφ απερνούσεν αληθώς +ανταπόκρισις αγάπης, χωρίς να κάμη καμμίαν εξέτασιν διά να +ξεσκεπάση την αλήθειαν, επρόσταξε το ταχύ ο Κουλούφ να μη τολμήση +να έλθη πλέον έμπροσθέν του και ότι εις διορίαν δώδεκα ωρών να +μισεύση από το βασίλειόν του. + +Ο ταλαίπωρος αγαπημένος του βασιλέως, θλιμμένος διά την νέαν του +δυστυχίαν και ηξεύροντας ότι ήτον ανεύθυνος, επάσχισε διά να εύρη +το μέσον προς τον βασιλέα διά να δικαιολογηθή, μα εστάθη αδύνατον. +Τότε έκλινε με υπομονήν εις το ριζικόν του· επήκουσε την προσταγήν +την βασιλικήν, και συντροφιαζόμενος με ένα κερβάνι που επήγαινεν +εις την Ταρταρίαν, επήγε με αυτό εις την Σαμαρκάντα, και έμεινε με +μεγαλοψυχίαν αφιερωμένος εις εκείνο που ο ουρανός του είχε +αποφασισμένον και μην στοχαζόμενος πλέον την περασμένην του +ευτυχίαν, ωσάν που τα πράγματα του κόσμου δεν έχουν ποτέ μίαν +στάσιν, ευρίσκονταν εις τελείαν ησυχίαν, ευφραινόμενος έως που +είχε δηνάρια, και τελειώνοντάς τα επήγε και εστάθη εις την πόρταν +ενός μετζιτίου διά να ζητά ελεημοσύνην. + +Ο Ιμάμης του μετζιτίου βλέποντάς τον μίαν ημέραν τον εξέταξεν +επάνω εις την θρησκείαν, και ευρίσκοντάς τον ότι ήτο Μουσουλμάνος, +του εδιώρισε δύο ψωμιά την ημέραν, με τα οποία αυτός εζούσε πολλά +ευχαριστημένος. Τυχαίνει μίαν ημέραν ένας πραγματευτής +ονομαζόμενος Μουζαφέρ, πηγαινάμενος εις το Μετζίτι, έρριξε τα +μάτια του επάνω εις τον Κουλούφ, και τον έκραξε και τον ερώτησε +λέγοντάς του· νέε, πες μου, από τι τόπον είσαι και διατί τέλος +ήλθες εις ετούτην την χώραν; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ +είμαι από την Δαμασκόν, και ταξειδεύοντάς με διάφορες πραγματείες +διά την Ταρταρίαν, ολίγον ξέμακρα από την Σαμαρκάντα, με απήντησαν +κλέπται, οι οποίοι μου εσκότωσαν τους ανθρώπους και μου επήραν το +ό,τι είχα, και έμεινα καθώς με βλέπεις. + +Ο Μουζαφέρ αφού και τον αφηκράσθη, τον επίστευσε και του είπε· μη +θλίβεσαι, ότι οι ευτυχίες είνε συντροφιασμένες με τες δυστυχίες· +εσύ ημπορείς να εύρης εδώ τον τρόπον διά να χαροποιηθής· σήκου και +ακολούθει μοι έως το σπήτι μου. Ο Κουλούφ με προθυμίαν τον +ακολούθησεν, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήτι του Μουζαφέρ +εκατάλαβεν ότι ήτον ένας υπέρπλουτος πραγματευτής. Ο Μουζαφέρ αφού +και του έκαμε μεγάλες δεξίωσες, ιδού και έρχεται ένας Χότζας και +τον πιάνει από το χέρι, και του λέγει. Νέε αγαπημένε μου, ο +Μουζαφέρ, νοικοκύρης ετούτου του σπητιού, έχει μίαν καλήν γνώμην +επάνω εις εσένα, διά την οποίαν ζητά μίαν γλήγορην αποτέλεσιν, η +οποία θέλει σε ωφελήσει μεγάλως εις την κατάστασιν που είσαι. + +Εσύ θέλεις ηξεύρει, ότι αυτός έχει ένα μοναχόν υιόν ονόματι +Ταχέρ, μιας φύσεως πολλά θυμώδους, ο οποίος έχει ολίγον καιρόν που +εστέφθη μίαν θυγατέρα ενός μεγάλου αυθέντου ξένου· αυτός όντας +φυσικά θυμώδης, ωνείδισε μίαν ημέραν διά κάποιον σφάλμα την +γυναίκα του· αυτή του ανταποκρίθη εις τον θυμόν του με λόγια με +οργήν και με καταφρόνεσιν, τα οποία εθύμωσαν τόσον τον Ταχέρ, που +την εχώρισεν· αυτός ύστερον από ολίγον εμετανόησεν επειδή και +εκείνη ήτον μία ωραία νέα, και την ηγάπα πολλά· μα είναι οι νόμοι +που δεν του δίδουν θέλημα διά να την ξαναπάρη, ανίσως και ένας +άλλος άνθρωπος πρώτον δεν την ήθελε στεφανωθή, και ύστερον να την +χωρίση. Ετούτη είναι η αιτία διά την οποίαν ο Μουζαφέρ επιθυμεί +ότι σήμερον να την στεφανωθής, και απερνώντας την νύκτα με αυτήν, +το ταχύ να την χωρίσης διά να την ξαναλάβη ο υιός του· και δι' +αυτό σου τάσσει να σου δώση πενήντα φλωριά· θέλεις λοιπόν να του +κάμης αυτήν την χάριν; Μετά πάσης χαράς, απεκρίθη ο Κουλούφ, είμαι +πολλά έτοιμος διά να τον δουλεύσω. + +Ήξευρε το λοιπόν ακόμη, ακολούθησεν ο Χότζας, ότι εδώ εις τούτην +την χώραν είναι πολλοί άνθρωποι που επιθυμούν να γένουν χουλάδες +εις τέτοιες περίστασες, και χωρίς πολλήν πληρωμήν· μα ο νοικοκύρης +αγαπά καλλίτερον ετούτος ο χουλάς να είνε ξένος· διατί τέτοια +πράγματα πρέπει να γίνωνται πολύ μυστικά· όθεν ο Μουζαφέρ σε +εδιάλεξεν εσένα. Εγώ είμαι ο Αναΐππης, και κατά την αξίαν μου έχω +την δύναμιν διά να σε υπανδρεύσω με αυτήν την νέαν Κυράν, και εις +ετούτην την στιγμήν, αν θέλης, ημπορούμεν να το τελειώσωμεν. +Οπόταν προστάξης, απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ είμαι έτοιμος. Μα, είπεν +ο Αναΐππης, πρώτον πρέπει να μου τάξης ότι θα την χωρισθής αύριον, +και δεύτερον ευθύς να μισεύσης από τούτην την χώραν, με τα δηνάρια +που θέλουν σου δοθή· επειδή η οικογένεια του Μουζαφέρ δεν ήθελεν +υποφέρη να σταματήσης πλέον εδώ, ύστερον από ένα τέτοιον πράγμα. + +Εγώ ευθύς σου τάσσω, απεκρίθη ο Κουλούφ, να την χωρίσω και να +φύγω, και αν δεν με πιστεύης, σου κάνω όρκον εις τον Προφήτην. +Ευθύς που έκαμε τον όρκον ο Αναΐππης έδωσε την είδησιν του +Μουζαφέρ, ότι ο ξένος είναι έτοιμος διά να κάμη τον Χουλάν· με +συμφωνίαν ότι αύριον θα την χωρίση και θα μισεύση· τότε ο Μουζαφέρ +προς το βράδυ έκραξε τον υιόν του Ταχέρ, όλην την οικογένειάν του, +και έμπροσθεν ολωνών ο Αναΐππης εστεφάνωσε τον Κουλούφ με την +κυράν, χωρίς να την ιδή, με το να έστεκε μπουλωμένη από προσταγής +του Ταχέρ. Έξω από αυτό επρόσταξεν ακόμη, ότι την νύκτα ο Χουλάς +θα ήθελε σταθή χωρίς φως, και τέλος ότι μη βλέποντάς της, το +ερχόμενον ταχύ, θα ήθελεν έχει ολιγώτερον κακοφανισμόν διά να την +χωρίση. + +Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και έφεραν τον Κουλούφ εις τον νυμφικόν +θάλαμον, εις τον οποίον ευθύς που τον έμπασαν έσβυσαν το φως, και +έμεινεν εις το σκοτάδι με την Κυράν, η οποία είχεν υπάγει εις το +κρεββάτι εμπροστήτερα απ' αυτόν. Αυτός σαν έκλεισε την πόρτα με +διπλά σίδερα εγδύθη και επήγε διά να εύρη το κρεββάτι ψηλαφώντας, +και ευρίσκοντάς το εμπήκε σιμά εις την γυναίκα του. Αυτή +αγροικώντας πως αυτός ήλθεν εις το κρεββάτι, εσυγχίσθηκεν εις το +να ιδή πως ευρίσκεται υπόχρεη να υποφέρη τα χάιδια ενός που του +έκρυβε το πρόσωπόν της· και μάλιστα ηξεύροντας ότι διά τέτοιες +τάξες δεν έπαιρναν άλλους, παρά ανθρώπους γέροντας ή κακορίζικους. +Από το άλλο μέρος ο Κουλούφ, με το να του είχε διηγηθή ο Αναΐππης +διά την ωραιότητά της και διά το κάλλος της, του επλήθαινε μία +φλογερά περιέργεια διά να ιδή την αλήθειαν. Ετούτη η επιθυμία που +τον επείραζε και δεν ημπορούσε να εβγάλη την περιέργειάν του, με +το να ήτον νύκτα, τον έκαμε να χάση την υπομονήν, και άρχισε να +λέγη. Κυρά, διά όσον χαροποιά που έπρεπε να μου είνε τούτη η +νύκτα, βλέπω που μου είναι πολλά ανυπόφορη, με το να μη ημπορώ να +ιδώ τα κάλλη σου· διά το οποίον θέλω έχει μίαν παντοτεινήν θλίψιν, +που το ταχύ πρέπει να σε αφήσω χωρίς παντελώς να σε γνωρίσω· μα +παρακαλώ σε, κυρά μου, μην είσαι τόσον σκληρά που να μη μου κάμης +ετούτην την παραμικράν ευχαρίστησιν, το ολιγώτερον να μου μιλήσης +κανένα λόγον. + +Αφού και εξεθύμανε με αυτόν τον τρόπον το παράπονόν του εσιώπησε +διά να ακούση εκείνο που η γυναίκα του ήθελε του αποκριθή. Και +έμεινεν εκστατικός οπόταν ήκουσε, που αντί να του αποκριθή εις τα +όσα ωμίλησε, αυτή να του ειπή· ω εσύ, που ο Ταχέρ σε εδιάλεξε διά +να ξανανεώσης την αντάμωσίν μας, όποιος και αν είσαι, φανέρωσέ μου +τις είσαι· μου φαίνεται από την ομιλίαν ότι μου είσαι γνωστός. Ο +Κουλούφ ετρόμαξεν εις τούτα τα λόγια· Κυρά ευθύς απεκρίθη, μου +φαίνεται και εμένα, ότι ακούω εις του λόγους σου την φωνήν μιας +κυράς που γνωρίζω. Α, δίκαιε ουρανέ αράγε είσαι συ εκείνη που +στοχάζομαι; Α, Κουλούφ εφώναξεν εκείνη είσαι εσύ που μιλείς; Ναι, +κυρά μου, απεκρίθη εκείνος· εγώ είμαι αυτός ο δυστυχής Κουλούφ· μα +εγώ δεν ημπορώ να καταλάβω ακόμη πως είσαι εσύ η Δηλαρά. Στάσου +βέβαιος ότι εγώ είμαι εκείνη η ταλαίπωρος Δηλαρά, που σε εδέχθηκα +εις το σπήτί μου με τον βασιλέα Μοργάν· και που με τα άπρεπά μου +μετωρίσματα, σε έκαμα μισητόν προς τον βασιλέα και που πρέπει να +με στοχασθής διά μίαν μεγάλην έχθρισσαν, με το να είμαι εγώ η +αιτία της συμφοράς σου. Παύσε, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ, +παύσε εις το να ονειδίζεσαι. Ο ουρανός έτσι ηθέλησεν. Ευχαριστώ +την καλωσύνην του που έκαμε να γεννηθή εν ταις συμφοραίς μου ένα +τέτοιον χαροποιόν συμβεβηκός. Μα, ωραιοτάτη κυρά, ακολούθησε, πως +είνε τούτο κ' έγινες γυναίκα του Ταχέρ; Τώρα τώρα θέλω σου το +φανερώσει, απεκρίθη αυτή, και άκουσέ το με προσοχήν. + +Ο πατέρας μου τον καιρόν που ευρίσκονταν εδώ εις την Σαμαρκάντα, +ήτον κονεμένος εις τον οίκον ετούτον του πενθερού μου Μουζαφέρ, +που από πολύν καιρόν τον εγνώριζεν. Αυτοί όντας αντάμα εσυμφώνησαν +ανάμεσόν τους ετούτην την υπανδρειάν· και ο πατέρας μου +ξαναγυρίζοντας εις την Καρακοράμ με έστειλεν εδώ με πολλήν +συντροφιάν εδικών μου δούλων. Υπήκουσα τον πατέρα μου με +δυναστικόν τρόπον, από αιτίαν εδικήν σου, επειδή σου το +εξομολογούμαι, ω ακριβέ μου Κουλούφ, πως σε αγαπούσα, με όλον που +δεν σου το είχα φανερώσει. Η υπανδρειά μου με τον Ταχέρ δεν σε +αποξένωσεν από την ενθύμησίν μου. Ετούτος ο θηριώδης άνδρας μου, +και άλλο τόσον κακότροπος, με το κακόν του φέρσιμον προς εμέ, με +έκαμε περισσότερον να σε επιθυμήσω, και πάντα είχα την ελπίδα διά +να σε ξαναϊδώ· μα η τύχη μου δεν άργησε να πληρώση έτσι +ευτυχισμένα την επιθυμίαν μου, επειδή και ευρίσκω τον αγαπητικόν +μου εις τον πλαστόν νυμφίον που μου εδόθη· ω συμβεβηκός θαυμάσιος! +εγώ σχεδόν δεν ηξεύρω αν ημπορώ να το πιστεύσω. + + + +&Ακολούθησις και τέλος της Ιστορίας του Κουλούφ και της ωραίας +Δηλαράς.& + + + +Ο Κουλούφ από εκείνο που ήκουσε δεν ημπορούσε πλέον να αμφιβάλλη +που να μην είνε με την Δηλαράν. Ωραιοτάτη Δηλαρά, εφώναξεν από την +χαράν του και από την αγάπην του, ποία ευτυχισμένη μεταλλαγή; διά +ποίαν περίεργον αλυσίδα των συμβεβηκότων εγώ έφθασα εις την +πλήρωσιν των επιθυμιών μου; πώς το λοιπόν; είσαι συ εκείνη που +υποχρεώθηκα να στεφανωθώ διά μίαν νύκτα, εσύ είσαι εκείνη της +οποίας η εικών είνε ζωγραφισμένη διά παντός εις την καρδίαν μου +και που δεν ήλπιζα πλέον να την ιδώ; Α Κυρά μου, ποίος ημπορούσε +να λογιάση τέτοιο συναπάντημα ευτυχισμένον, διά να ενωθώμεν κατά +την επιθυμίαν μας; Η Δηλαρά από το άλλο μέρος δεν ήτο τόσον +αναίσθητη εις τα τρυφερά και παθητικά λόγια του Κουλούφ, και με +άπειρον αγαλλίασιν, που καθείς ημπορεί να την στοχασθή, απέρασαν +εκείνην την νύκτα χωρίς να κλείσουν μάτι. + +Το ταχύ, πριν να γένη ημέρα, έρχεται ένας σκλάβος και χτυπά την +πόρταν κράζοντάς με βίαν, Χουλά, Χουλά, σήκου το γληγορώτερον +διότι είναι ημέρα. Ο Κουλούφ εις αυτήν την είδησιν δεν ηθέλησε +ούτε απόκρισιν να του δώση, και ακολούθησε διά να ευφραίνεται με +την Δηλαράν· μα αιφνιδίως αγροίκησε να του παύση η χαρά, και μία +θανατηφόρος θλίψις τον επερικύκλωσεν, και με αναστεναγμόν είπεν· +αχ, Κυρά μου, καταλαμβάνω που οι εδικοί σου βιάζονται διά να μας +χωρίσουν. Ο Μουζαφέρ δεν βλέπει την ώραν διά να ξαναστερεώση την +υπανδρείαν με τον υιόν του· αλλοί εις εμέ, ευθύς που σε αντάμωσα +είμαι στενεμμένος διά να σε υστερηθώ από αιτίαν του όρκου που +είμαι δεμένος· επειδή ωρκίσθηκα και έταξα διά να χωρίσω, αφού +περάση ετούτη η νύκτα. Και πώς; είπεν η Δηλαρά, θέλεις εσύ να +φυλάξης αυτόν τον τυραννικόν όρκον; ήξευρες εσύ, οπόταν τον +έκαμες, πως ήμουν εγώ εκείνη που έταξες διά να τον φυλάξης, και +περιπλέον στοχάζεσαι ότι η Δηλαρά να μην αχρήζη περισσότερον από +μίαν επιορκίαν; α, Κουλούφ, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας, εσύ δεν με +αγαπάς, και διά τούτο θέλεις να με χωρίσης. Μα Κυρά, ξαναείπε +αυτός, λογιάζεις, πως στέκει εις εμένα να σου φυλάξω την αγάπην, +με όλον που θα ήθελα πατήση το όρκον μου; πιστεύεις εσύ ότι ένας +ξένος, χωρίς βοήθειαν και δηνάρια, ημπορεί να αντισταθή εναντίον +του πλουσίου Μουζαφέρ; Ναι είπεν η Δηλαρά, ημπορείς καλώτατα· +καταφρόνησε τους φοβερισμούς του, απόβαλλε τα ταξίματά του, μην +φοβάσαι τίποτε, οι νόμοι θέλουν είνε προς διαφέντευσίν σου, και +ανίσως και έχεις σταθερότητα, θέλεις κάμει ανωφελείς όλες τες +βιάσεις που ημπορούν να σου κάμουν. Καλώτατα, Κυρά μου, είπεν ο +Κουλούφ όλος χαρά· εσύ θέλεις μείνει ευχαριστημένη· απεφάσισα να +χάσω την ζωήν μου, παρά να σε χωρίσω. + +Εις αυτό το διαμέσον, που ο Κουλούφ εβεβαίωσε την γυναίκα του με +αυτόν τον τρόπον, ο Ταχέρ, ανυπόμονος διά την άργητα, πηγαίνει και +κτυπά την πόρταν, λέγοντας με φωνήν αγρίαν· τι αργείς ω Χουλά, και +δεν σηκώνεσαι; η ημέρα αύξησε και εσύ δεν κάνεις το χρέος σου; ή +θέλεις να σε παρακαλέσουν; Ο Κουλούφ, εις αυτά τα λόγια δεν έχασε +καιρόν εις το να σηκωθή, και ενδυνόμενος εβγήκε, και εσυναπάντησε +τον Ταχέρ, ο οποίος τον επήρε ευθύς και τον έφερεν εις το λουτρόν +και αφού απολούσθηκε, τον επήγεν εις τον πατέρα του εκεί που ήταν +και ο Αναΐππης. Αυτοί βλέποντάς τον τόν εχαιρέτησαν, και τον +έβαλαν και εκάθησε κοντά τους εις μίαν τράπεζαν διά να προγευθούν· +ύστερον δε από το πρόγευμα ο Αναΐππης τον επήρε κατά μέρος, και +του έδωσε τα πενήντα φλωρία, και ένα καινούριο φακιόλι εις ένα +φουτά δεμένον, και του λέγει· έπαρε, ω νέε, τα όσα σου ετάχθησαν +και περισσότερον, και σε παρακαλεί ο Μουζαφέρ να μη σταθής πολλήν +ώραν εδώ εις την Σαμαρκάντα· χώρισε λοιπόν την γυναίκα σου και +σύρε να κάμης την δουλειάν σου το συντομώτερον. + +Θαυμάζω εις εσένα, του αποκρίνεται ο Κουλούφ ρίχνοντάς τα φλωριά +και το φακιόλι, που με αναγκάζεις να χωρίσω τη γυναίκα μου, που +την εστεφανώθηκα εμπροστά σου· ένας τιμημένος άνθρωπος ωσάν και +εμένα δεν κάνει παρόμοια· πώς; το λοιπόν εγώ έρχομαι εις την +Σαμαρκάντα, και ένας πραγματευτής με παίρνει, και μου δίδει +γυναίκα και υστερότερα θέλει να την χωρίσω; ετούτο δεν θέλω το +κάμει ποτέ· και παύσε, αυθέντη Αναΐππη, εις το να με παρακινήσης, +διατί δεν θέλεις κάμει τίποτε. + +Ο Αναΐππης έμεινεν εκστατικός εις ετούτα τα λόγια, όθεν ευθύς +τρέχει προς τον Μουζαφέρ, και του λέγει· την επάθαμε τη δουλειά. Ο +Χουλάς αρνείται να χωρίση την γυναίκα του, τον οποίον τον βλέπω +πολλά στερεόν εις την γνώμην του, και λογιάζω μήπως και το κάνει +διά να εβγάλη περισσότερα δηνάρια. Ανίσως και είναι έτσι απεκρίθη +ο Μουζαφέρης, δος του εκατόν φλωριά, και ας πάη να κάμη τη δουλειά +του. Όχι, όχι Μουζαφέρ, εφώναξεν ο Κουλούφ ακούοντάς του από +μακρόθεν· εσείς ματαίως κοπιάζετε εις το να διπλώνετε την πληρωμήν +και αν μου δώσετε και δέκα χιλιάδες φλωριά, εγώ δεν θέλω λύσει ένα +δέμα έτσι άγιον, και που κανείς δεν ημπορεί να με βιάση να λυθώ +από ένα δεσμόν που οι νόμοι τον διαφεντεύουσιν. Α, ετούτο είνε +πολύ να σε υπομένωμεν, αποκρίθηκαν όλοι, σαν δεν θέλεις με το +καλόν, ο Κατής θέλει κάμει δικαιοσύνην· και έτσι λέγοντας ευθύς +τον έκραξαν εις τον Κατήν. + +Ο Κατής βλέποντάς τον Κουλούφ, άρχισε με το καλό να τον παρακινή +διά να τον κάμη να κλίνη, να χωρίση την γυναίκα του· μα βλέποντάς +τον στερεόν, άρχισε να τον φοβερίζη, και μη κάνοντας τίποτε και με +τες φοβέρες ηθέλησε να δοκιμάση και με τες δυναστείες· του οποίου +διά πρώτην αρχήν του έδωκεν εκατόν ξυλιές εις τα ποδάρια, και +ύστερα του είπε· σύρε ακόμη απόψε και κοιμήσου με την γυναίκα σου, +και αύριον στοχάσου διά να την χωρίσης, ειδεμή τα όσα σου έκαμα +σήμερον δεν θέλουν παρομοιασθούν με εκείνα που έχω να σου κάμω +αύριον. Έτσι ο Κουλούφ με όλον που ήτον δαρμένος έτρεξε με χαράν +προς την αγαπημένην του Δηλαράν και ωσάν την είδεν, ευθύς του +εδιάβησαν οι πόνοι, της οποίας εδιηγήθη τα όσα επέρασεν εκείνην +την ημέραν. + +Η Δηλαρά τότες από την χαράν της, α ακριβέ μου Κουλούφ, εφώναξε με +ανοιχτές τες αγκάλες, έλα να λάβης τον μισθόν της σταθερότητός +σου, που ευχαριστήθης να κακοπάθης παρά να παραιτήσης την Δηλαράν· +μα αλλοί εις εμέ, που δεν είμαι ήσυχη στοχαζομένη το τι έχουν να +σου κάμουν εκείνοι οι βάρβαροι αύριον. Κυρά μου, απεκρίθη ο +Κουλούφ, ό,τι λογής παιδευτήριον ήθελαν να μου ετοιμάσουν, δεν +θέλουν με αποξενώσει από την σταθερότητά μου, και δεν θέλουν κάμει +περισσότερον απ' ότι σήμερον έκαμαν. Τέλος πάντων δεν ηξεύρω η +τύχη μου αν θέλη να αποθάνω, ή να ζήσω διά εσένα, αλλά είμαι +βέβαιος ότι δεν ημπορεί να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν να σε +υστερηθώ. Δεν ημπορώ, απεκρίθη η Δηλαρά, να πιστεύσω ότι αυτός θα +σε αφήση να κακοπάθης, επειδή και αυτός μου έδειξεν ένα μέσον διά +να γελάσης τους εχθρούς σου, το οποίον είναι τούτο. + +Αύριον οπόταν θέλει είσαι έμπροσθεν του Κατή, ειπές του ότι είσαι +υιός του Μασούδ· ετούτος είναι πραγματευτής πολλά πλούσιoς της +Κογέντας· εσύ θέλεις ειπεί με σταθερότητα ότι εκείνος είναι ο +πατέρας σου, και πως γλήγορα θέλεις κάμει να έλθουν είδησες από +αυτόν διά βεβαιότητα· μεταχειρίσου ετούτον τον δόλον διά τες ώρες, +διά να αποφύγης το κακόν που σου προετοιμάζουν, και διά να +υποχρεώσης τον Κατή διά να μας αφήση ησύχους να ζήσωμεν μαζί, έως +που να εύρωμεν άλλον τρόπον, διά να τελειώσαμεν την επιθυμίαν μας +και να φύγωμεν απ' εδώ. + +Αυτός ο στοχασμός άρεσε του Κουλούφ, και του έδωσε κάποιαν +χαροποίησιν, και αφού απεφάσισαν να ακολουθήσουν έτσι, απέρασαν το +επίλοιπον της ημέρας και όλην την νύκτα αγαλλιώμενοι και έκθαμβοι +διά το γραπτόν τους. Μα ευθύς που έγινεν ημέρα εσυγχύσθηκε πάλιν η +χαροποίησίς τους. Οι άνθρωποι του Κατή, φερμένοι από τον Ταχέρ, +ήλθαν και εκτύπησαν την θύραν του οντά του λέγοντες. Χουλά, είναι +καιρός διά να παρασταθής εις τον Κατή. Σήκον λοιπόν, διότι δεν +ημπορεί να σε καρτερή. Ο Κουλούφ ακούντας τούτο, αναστέναξεν από +καρδίας και η γυναίκα του εδόθη εις κλάψιμον· ταλαίπωρε Κουλούφ, +του είπε· πόσον ακριβά θέλει σου κοστήσει η γυνή σου. Κυρά μου, +αυτός απεκρίθη, σε παρακαλώ, παύσε τα δάκρυά σου, διατί μου +κόπτουν την καρδίαν, και ας έχωμεν τες ελπίδες μας εις τον +Ουρανόν, και αυτός ωσάν δίκαιος δεν θέλει μας αφήσει από το χέρι +του. Και λέγοντας έτσι εσηκώθη και ενδύθη και ανοίγοντας την +πόρταν εβγήκε, και υπήγε εις τον Κατή, μαζί με τους ανθρώπους του. + +Ο Κατής βλέποντάς τον του είπε· αι, Χουλά, τι απόφασιν έκαμες; την +χωρίζεις την γυναίκα σου, ή θέλεις να ξαναδοκιμάσης τον θυμόν μου +ακόμη; εσύ πρέπει να στοχασθής, που είσαι ένας κακορίζικος, και +δεν έχεις τον τρόπον να ζήσης μοναχός σου, και θέλεις να κρατήσης +με το στανιό μίαν τέτοιαν κυράν; και πώς έχεις να την ζωοτροφήσης; +Αυθέντη Κατή, απεκρίθη ο Κουλούφ, αν με στοχάζεσαι διά ένα +κακορίζικον καθώς μου λες, λανθάνεσαι· επειδή και η γέννησίς μου +δεν είνε τόσον σκοτεινή καθώς στοχάζεσαι· μα επειδή και ευρίσκομαι +στενεμμένος από τες δυναστείες σου, κάνει χρεία να σου φανερώσω το +ποίος είμαι. Εγώ λοιπόν είμαι υιός μονογενής του Μασούδ, +πραγματευτού της Κογέντας· ο πατέρας μου είνε πολλά πλουσιώτερος +από τον Μουζαφέρ· και αν αυτός ήθελε μάθει τα όσα μου τρέχουν, +ηθέλετε ιδεί τι πλούτον που ήθελε μου στείλει, και βεβαιωτικά +γράμματα διά γνώρισίν μου. Και διατί μου εσυνέβη η δυστυχία, και +με έγδυσαν οι κλέπται εις την στράταν, και ευρέθηκα στενεμμένος +διά να ζητήσω ελεημοσύνην διά να κυβερνηθώ προς ώρας, διά τούτο +δεν είμαι αρκετός να φυλάξω μίαν γυναίκα τον καιρόν που ημπορώ να +φυλάξω εκατόν; και διά τα όσα σου λέγω, αυθέντη Κατή, αν δεν με +πιστεύης, ημπορείς να στείλης ένα μετζίλι προς τον πατέρα μου, που +δεν είναι μακράν παρά οκτώ ημερών δρόμον, διά να βεβαιωθής διά την +κάθε αλήθειαν. + +Ο Κατής ακούοντας να ομιλήση ο Κουλούφ εις τέτοιον τρόπον έμεινεν +εκστατικός, και γυρίζοντας προς τον Μουζαφέρ και Ταχέρ, λέγει· +ετούτον, από εκείνο που λέγει και το βεβαιώνει, εγώ δεν ημπορώ να +τον βιάσω περισσότερον, και κατά τον νόμον ημπορεί να κρατήση την +γυναίκα του. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του αποκρίθηκαν· μην τον +πιστεύης αυθέντη, διότι είνε ένας κακός άνθρωπος και ψεύτης, και +με αυτές τες ψευτιές πάσχει να μας γελάση. Ο Κατής τους +εξαναείπεν· εις τούτο εγώ δεν ηξεύρω τι απόφασιν να κάμω· άλλο δεν +λέγω, παρά να στείλω ευθύς εις την Κογέντα έν μετζίλι διά να +εξετάξη, και ανίσως και είνε καθώς λέγει, ημπορεί να την κρατήση, +ειδεμή και είνε ψεύματα, σας τάσσω μεθ' όρκου ότι θα τον κρεμάσω. + +Αποφασίζοντάς με τέτοιον τρόπον ο Κατής την υπόθεσιν, οι +κρινόμενοι ανεχώρησαν. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του έστειλαν ευθύς +μετζίλι εις την Κογέντα, διά να εξετάξη την κάθε υπόθεσιν. Ο δε +Κουλούφ έτρεξεν ευθύς διά να δώση λογαριασμόν της γυναικός του διά +τα όσα επέρασε με τον Κατή. Α! ακριβέ μου νυμφίε, χαίρομαι που +εφέρθης με τούτον τον τρόπον, επειδή και η δουλιά μας θέλει +πηγαίνει πολλά καλά. Ημείς έως που να γυρίση το μετζίλι ημπορούμεν +να φύγωμεν, και να πάμε εις την Μποκάρα το γληγορώτερον, και εκεί +θέλομεν κυβερνηθή με την προίκα μου και με τα διαμαντικά μου, που +τα έχω μαζή με εμένα, και θέλομεν ζήσει ατάραχοι από τους εχθρούς. + +Ο Κουλούφ εύρεν εύλογον αυτόν τον στοχασμόν της Δηλαράς, και +αποφάσισαν διά να βαλθούν εις ετοιμασίαν, διά να μισεύσουν· μα +επειδή ήτον εις το σπήτι του Μουζαφέρ, και δεν είχαν τον τρόπον +διά να κάμουν κατά την επιθυμίαν τους, φοβούμενοι διά να μη τους +απεικάσουν, απεφάσισαν να γυρεύσουν θέλημα του Μουζαφέρ, και αν +αυτός δεν τους το ήθελε δώσει να το γυρεύσουν από τον Κατή, διά να +έβγουν από εκείνο το σπήτι και να παν εις άλλο, που να τους αρέση, +διά να σταθούν με την ελευθερίαν τους. + +Έχοντες λοιπόν με τούτον τον τρόπον αποφασίση, ο Κουλούφ επήγεν +εις τον Μουζαφέρ, και του ανήγγειλε την γνώμην του. Αυτός ομού με +τον υιόν του αντιστάθηκαν, και δεν ήθελαν η Δηλαρά να έβγη από το +σπήτι τους. Τότε ο Κουλούφ τους παίρνει εις τον Κατή, και λέγει +την υπόθεσιν. Ο Κατής τον εξετάζει διατί θέλει να αναχωρήση από +εκεί, και ο Κουλούφ του απεκρίθη, ότι έχω παραγγελίαν από τον +πατέρα μου τον Μασούδ, ότι εκεί που κάθονται οι εχθροί μου να μη +σταθώ ούτε ημέραν, και διά τούτο πρέπει να αναχωρήσω με την +γυναίκα μου, η οποία το επιθυμεί περισσότερον από εμένα. Ψεύματα +λες, απεκρίθη ο Ταχέρ· η Δηλαρά κλαίει και οδύρεται διά το +πταίσιμον που έκαμε με εσένα, και εσύ λες πως θέλει και αυτή να +αναχωρήση από το σπήτι μου; Αυθέντη Κατή, ακολουθεί αυτός, εγώ +θέλω να τον πιάσω με τον λόγον του. Πρόσταξε να έλθη εδώ η Δηλαρά +και αν μεν βεβαίωση εκείνο που λέγει αυτός ο κακοποιός, εγώ το +ευχαριστούμαι να μη την γυρέψω πλέον διά γυναίκα μου, ειδεμή ωσάν +ψεύτην να τον παιδεύσης. + +Ο Κατής έστειλεν ευθύς τον Αναΐππην του, και εσήκωσε την Δηλαράν +και την έφερεν έμπροσθέν του, ο οποίος, ευθύς που την είδε να +έλθη, την ερώτησεν ανίσως και επιθυμούσε να έβγη από το σπήτι του +Μουζαφέρ, και ανίσως και έκλινε περισσότερον προς τον Χουλάν, ή +εις τον πρώτον της άνδρα. Ο Ταχέρ τον καιρόν που γεμάτος χαράν +ήλπιζε να αποκριθή προς βοήθειάν του, έμεινε νεκρός ακούοντας να +ειπή του Κατή έτσι. Επειδή και εσύ, αφέντη, Κατή, ζητείς διά να +σου ειπώ την αλήθειαν, εγώ θέλω σου φανερώση το όλον. Ο δεύτερος +μου άνδρας υιός του Μασούδ, είνε ο κύριος της αγάπης μου, και σε +παρακαλώ μεγάλως, αυθέντη Κατή, ότι να προστάξης να μας αφήσουν +διά να πάμε εις άλλο σπήτι να κατοικήσωμεν με την ησυχίαν μας! Ω! +λέγει τότε ο Κριτής προς τον Ταχέρ, εσύ βλέπεις ότι ο Χουλάς +τίποτε δεν είπε ψεύματα· και εις τούτο άλλη εναντίωσις δεν είνε, +παρά πρέπει να τους αφήσετε να υπάγουν όπου θέλουν να κατοικήσουν +χωρίς καμμίαν αντίστασιν. + +Τότε ο Ταχέρ σχεδόν ήθελε να σκάση από την χολήν του και από τον +θυμόν του· αλλά μην ημπορώντας να κάμη αλλέως από την απόφασιν του +Κατή, άφησε και εβγήκαν από το σπήτι του, μαζί με όλην την προίκα +που είχε φέρει η Δηλαρά εκεί, και επήγαν και εκάθησαν εις ένα άλλο +σπήτι, εις την πόρταν του οποίου ο Κατής έβαλε φύλακας διά να μη +φύγουν έως που να γυρίση το μετζίλι με τα βεβαιωτικά γράμματα διά +τον Κουλούφ. Αυτοί ευθύς αγόρασαν σκλάβους διά να τους δουλεύουν, +και άλλα χρειαζόμενα διά το σπήτι, όλα με έξοδα της Δηλαράς, και +αφού εβάλθηκαν εις τάξιν δεν εστοχάσθηκαν άλλο παρά να περνούν με +ηδονήν, και να χαίρωνται με μεγάλην αγαλλίασιν την ελευθερίαν τους +και την αγάπην τους, έως που να εύρουν τον καιρόν αρμόδιον διά να +φύγουν. + +Ό,τι λογής επιμέλειαν έκαμεν ο Μουζαφέρ με τον υιόν του διά να +κρατήση κρυφήν αυτήν την υπόθεσιν, το συμβεβηκός του Χουλά έκαμε +τόσην ταραχήν εις όλην εκείνην την χώραν, που πολλοί άνθρωποι +ευγενικοί έτρεχαν από την περιέργειάν τους, διά να ιδούν αυτά τα +δύο υποκείμενα που η αγάπη τα είχε τόσον σφηκτά ανταμωμένα, και +από το πολύ πλήθος που έτρεχεν, ο Κουλούφ και η Δηλαρά δεν είχαν +ουδέ μίαν ώραν ησυχίαν. Μίαν ημέραν δε ανάμεσα με τους άλλους +εμπήκεν ένας άνθρωπος πολλά ευγενής, ο οποίος είπε πως ήτον +Οφφικιάλος του Βασιλέως· αυτός ωσάν έλαβε την περιέργειαν διά να +τους ιδή, με γενναιότητα τους επρόσφερεν από καλωσύνην του τον +εαυτόν του εις κάθε εκδούλευσίν τους και πρόσταγμα, και έκαμε +τόσον αυτός, που τους υποχρέωσε διά να τον πάρουν εις καλήν +υπόληψιν. + +Βλέποντάς τον αυτοί τόσον φερμένον διά το καλόν τους και την +βοήθειάν τους, τον επαρακάλεσαν διά να σταθή με αυτούς εις το +γεύμα να τους κάμη συντροφιά, ο οποίος υπακούοντάς τους έμεινε, +και διά να τον κάμουν περισσότερον να γνωρίση το σέβας που εις +αυτόν έλαβαν, η Δηλαρά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, εις τρόπον που +ο αρχηγός μένοντας εκστατικός διά την ωραιότητα της Δηλαράς, +εφώναξεν· α αγαπημένε μου Χουλά, δεν θαυμάζω καθόλου διά την +σταθερότητα που έδειξες εις τον Κατή, με δίκαιον μεγάλον το +έκαμες· και τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκάθισαν εις την τράπεζαν, +και έφαγαν με πολλήν ευφροσύνην· αφού δε απόφαγαν και ήθελαν διά +να σηκωθούν, ήλθαν αιφνιδίως εις την ενθύμησιν του Κουλούφ τα +συμβάντα που τους ηκολούθησαν, και την κατάστασιν και κίνδυνον της +ζωής του εις τον οποίον ευρίσκονταν, στοχαζόμενος πως αδύνατον +ήταν να ημπορέσουν να φύγουν, καθώς ήλπιζαν, με το να είχαν από +κάθε μέρος φύλακας, όθεν άρχισε να κλαίη. + +Ο Οφφικιάλος βλέποντάς τον να κλαίη έτσι, ηρώτησε το αίτιον, ο δε +Κουλούφ με αναστεναγμόν του απεκρίθη, λέγοντας· τι σε ωφελεί, +Αυθέντα μου, να μάθης το αίτιον; εγώ ενθυμήθηκα τα συμβεβηκότα μου +που επέρασα, και εκείνα που έχω να περάσω, και διά τούτο μου ήλθε +παράπονον και κλαίω. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως του λέγει· +αγαπημένε μου νέε, σε ορκίζω εις τον Προφήτην, να μου διηγήσης τα +συμβεβηκότα που σου ηκολούθησαν, και δεν το ζητώ διά περιέργειάν +μου να τα μάθω, μα γροικώ μίαν κλίσιν υπερβολικήν προς εσάς, διά +να σας βοηθήσω αν είναι τρόπος, και ελπίζω πως δεν θέλεις +μετανοήσει που μου τα εξεμυστηρεύθης· μίλησε λοιπόν με ελευθερίαν +και μη μου κρύψης τίποτε, διατί κατάλαμβάνω ότι είσαι ευγενικός +νέος, και επιθυμώ διά να σε βοηθήσω. Αυθέντη, απεκρίθη ο Κουλούφ, +η ιστορία μου είναι κομμάτι μακρυά· μα σαν επιθυμείς να την μάθης +θέλω σε ευχαριστήσει. + +Τότε ο Κουλούφ του εδιηγήθη τα πάντα πολύ καθαρά, και του +εφανέρωσεν ότι δεν είνε υιός του Μασούδ, και πως έτρεξεν εις αυτό +το ψεύμα, διά να στερεώση την απόκτησιν της Δηλαράς· μα το ψεύμα, +ακολούθησεν αυτός, δεν έχει την στερεότητα που επιθυμώ, επειδή και +εστάλθηκαν μετζίλια εις την Κογέντα διά να εξετάσουν την αλήθειαν, +και εις τρεις ημέρες θέλει είνε εδώ το μετζίλι, και πρέπει να έβγη +εις το φως το ψεύδος μου, και ο Κατής με ένα θάνατον άσχημον +πρέπει να με παιδεύση· και ο θάνατος δεν με θλίβει τόσον, όσον με +θλίβει ο χωρισμός της αγαπημένης μου Δηλαράς. + +Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός έκανεν αυτήν την διήγησιν, η οποία +ήταν ανακατωμένη με δάκρυα και αναστεναγμούς, η Δηλαρά από το +μέρος της και αυτή εθρηνούσεν απαρηγόρητα, και έδειχνε πολλά +φανερά τον πόνον της και αι αισθήσεις της ήταν παρόμοιες με +εκείνες του Κουλούφ. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως δεν εθεωρούσε χωρίς +συντριμμόν της καρδίας του ετούτο το θέαμα· αγαπημένοι νυμφίοι, +είπεν, εγώ πολλά αισθάνομαι την θλίψιν σας· ήθελα αν ημπορούσα να +σας βοηθήσω, και να σας εβγάλω από τα βάσανα, μα εις το χέρι μου +δεν είνε, παρά εις του Ουρανού, και αν τον παρακαλέσητε με +θερμότητα, θέλει σας σπλαχνισθή, και σας χαροποιήση. Πρέπει να +ομολογήσω, είπε τότε η Δηλαρά, ότι εις τον κόσμον είνε άνθρωποι +πολλά παράξενοι· έρχονται να προσφέρουν την βοήθειάν τους, +παρακινούν με κάθε τρόπον διά να τους διηγηθούν τους πόνους τους +διά να συντρέξουν, ακούουν όλα τα περιστατικά με ακρίβειαν, και +αντίς να συντρέξουν, άλλο δεν λέγουν, παρά, να έχουν την ελπίδα +τους εις την άνωθεν πρόνοιαν, και να παρακινούν να έχουν υπομονήν, +και με αυτά εβγαίνουν. Ποίος δεν ήθελε πιστεύσει εις το να ιδή +τούτον τον άνθρωπον να έμπη με τόσην ζέσιν εις τα καμώματά μας, +και να μας εξετάξη με τρόπον που εστοχαζόμασθε διά να μας κάμη +κάποιαν βοήθειαν; και αυτός να μας αφήση εις την πρόνοιαν την +άνωθεν, χωρίς να μας δείξη άλλην περιποίησιν; α δεν πρέπει έτσι +εύκολα να ξεμυστηρευθή τις εις έναν που να μη τον γνωρίζη. + +Κυρά μου, λέγει ο Κουλούφ, τι θέλεις να κάμη αυτός εις βοήθειάν +μας; ας ειπούμεν την αλήθειαν, αυτός φαίνεται να είνε ευγενικός +άνθρωπος, και υποψίαν δεν έχω που να μας φανερώση όσα του +εξεμυστηρευθήκαμεν· μα διά να μας βοηθήση είνε αδύνατον, διότι το +κακόν μας είνε μεγάλον, και διά τούτο είπε καλά να έχωμεν τας +ελπίδας μας εις την άνωθεν πρόνοιαν, διότι αυτή μόνη ημπορεί να +μας βοηθήση και να μας εβγάλη από τον κίνδυνον που ευρισκόμεθα. + +Έστεκαν λοιπόν αυτοί οι δυστυχισμένοι νυμφίοι πολλά θλιμμένοι, +στοχαζόμενοι το τέλος που έμελλε να κάμουν, και απέρασαν εκείνες +τες ολίγες ημέρες κλαίοντες και παραπονούμενοι. Εστοχάσθηκαν ως +τόσον να εύρουν το μέσον διά να φύγουν, μα δεν εστάθη τρόπος, +επειδή και οι φύλακες ήταν πολλά πιστοί, όθεν εδόθηκαν εις την +υστερινήν απελπισίαν. Έφθασε το λοιπόν η διορία που το μετζίλι +έμελλε να έλθη από την Κογέντα, και αυτοί τότε εμπήκαν εις την +μεγαλύτερην θλίψιν και ευθύς που ήλθεν αυτή η φοβερά ημέρα, ο +Κουλούφ εσηκώθη από το κρεββάτι διά να οδεύση προς τον θάνατον. +Και θεωρώντας την γυναίκα του με μάτια γεμάτα από θλίψιν και +απελπισίαν, της είπε με φωνήν τρομασμένην. Εις τον Θεόν σε +απαρατώ, πηγαίνω να πληρώσω το γραπτόν μου, και να θυσιάσω τον +εαυτόν μου δι' εσένα, ω ωραιοτάτη Δηλαρά· ζήσε εις ειρήνην και +ενθυμήσου καμμίαν φοράν εκείνον που εθυσιάσθη δι' αγάπην σου. Α, +Κουλούφ, εφώναξεν η Δηλαρά γεμάτη από κλάματα, εσύ υπάγεις διά να +αποθάνης και εμένα με παρακινείς να ζήσω εις ειρήνην; σκληρέ, εσύ +λοιπόν θέλεις οι ημέρες μου να είναι θλιβερές και ανυπόφερτες· +όχι, όχι, θέλω να σε συντροφεύσω, και να κατεβώ μαζί σου εις τον +άδην· δεν θέλω ο Ταχέρ, ο μισημένος Ταχέρ, να χαρή τον θάνατόν +σου· θέλω κάμει να γνωρίση ο κόσμος, ότι προτιμώ καλύτερα να +αποθάνω μετ' εσένα, παρά να ζήσω με τον Ταχέρ. + +Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή ωμιλούσεν έτσι ακούουν έναν μέγαν +θόρυβον εις την πόρταν της στράτας, και αιφνιδίως βλέπουν να έμπη +ο Καδής εις την αυλήν τους με πολλούς ανθρώπους, και ανάμεσα εις +αυτούς ήτον και ο Μουζαφέρ με τον υιόν του. Εις ετούτην την +θεωρίαν, η Δηλαρά έπεσε λιποθυμημένη, και ο Κουλούφ μην ηξεύροντας +τι να κάμη, έτρεξε προς τον Κατήν διά να του ζητήση έλεος. Μα +ετούτος ο Κριτής αντίς να έλθη να τον γυρέψη διά να τον παιδεύση, +του έκαμε μίαν μεγάλην προσκύνησιν και του λέγει με χαροποιόν +πρόσωπον. Αυθέντη, το μετζίλι που εστάλθη εις την Κογέντα εγύρισε +συντροφιασμένον με έναν οικιακόν του Μασούδ πατρός σου, ο οποίος +σου στέλνει σαράντα καμήλια φορτωμένα από διάφορες πραγματείες. +Ημείς δεν αμφιβάλλομεν πλέον, ότι εσύ είσαι υιός του Μασούδ, και +χαίρου με κάθε σου αγαλλίασιν την αγαπημένην σου γυναίκα, και σε +παρακαλούμεν να μας συμπαθήσης διά τα όσα σου εκάμαμεν. Ο Κουλούφ +δεν ήξευρε τι να αποκριθή εις εκείνο που ήκουσεν. Αυτός επίστευσεν +ότι ο Κατής συμφώνως με τους άλλους θα τον επεριέπαιζαν, και ότι +πολλά διαφορετική θα ήτον η ομιλία τους· οπόταν ένας σκλάβος +πλησιάζοντας προς αυτόν του εφίλησε το χέρι και του επρόσφερε μίαν +γραφήν λέγοντάς του· Αυθέντη, ο πατέρας σου και η μητέρα σου είνε +υγιείς, και επιθυμούν κατά πολλά διά να σε απολαύσουν. + +Ο Κουλούφ εγέμισεν από εντροπήν, και όλος αντραλωμένος διά τούτα +τα λόγια, δεν ήξευρε τι να αποκριθή· παίρνει ως τόσον την γραφήν, +την ανοίγει, και διαβάζοντάς την έμεινε πολλά εκστατικός εις το να +ιδή που ο Μασούδ του γράφει τόσα λόγια γλυκά, και του στέλνει +τόσον βίον με ένα επιστάτην, Γιοέρ ονόματι, και να τον ονομάζη διά +υιόν του, και άλλα παρόμοια· και ωσάν αποδιάβασε την επιστολήν, +ιδού και εμβαίνουν τα σαράντα καμήλια εις την αυλήν του· και ο +επιστάτης Γιοέρ παρουσιάζεται έμπροσθέν του, και του λέγει· +Αυθέντη, πρόσταξε να ξεφορτώσουν τα καμήλια που ο πατέρας σου σού +στέλνει. Τι διάβολο δηλούν όλα ετούτα; λέγει ο Κουλούφ με +θαυμασμόν· είδα διάφορα συμβεβηκότα παράξενα, μα ωσάν ετούτο όχι· +ετούτος ο επιστάτης Γιοέρ μου ωμίλησεν ωσάν να ήμουν καθολικός +υιός του Μασούδ· ο Κατής, ο Μουζαφέρ φαίνονται πληροφορημένοι απ' +ετούτα τα παρεστηκότα· εγώ δεν ηξεύρω τι να στοχασθώ· ας είναι +λοιπόν, ας πιστεύσω και εγώ ότι η τύχη μου εξαπέστειλε τούτο το +συμβεβηκός, ή διά καλόν μου, ή χειρότερόν μου. Και με όλον που +ήτον σκοτισμένος ο Κουλούφ δι' αυτά, έλαβε πνεύμα διά να κρύψη τον +θαυμασμόν του, και ευθύς επρόσταξε διά να ξεφορτώσουν τα καμήλια, +και τες πραγματείες να τες βάλλουν εις τα μαγαζιά. Και εις το +αναμεταξύ που εξεφόρτωναν τα καμήλια, ο Κατής, ο Μουζαφέρ και ο +Ταχέρ έλαβαν θέλημα από τον Κουλούφ και ανεχώρησαν εις τες οικίες +τους, πιστεύοντες αληθώς να ήτον αυτός υιός του Μασούδ. + +Ο Κουλούφ έτρεξεν υστερότερα εις την γυναίκα του, και της εδιηγήθη +τα όσα του ηκολούθησαν, και της έδειξε και την επιστολήν που +έγραψεν ο Μασούδ. Η Δηλαρά τότε εφώναξεν από την χαράν της· ω +δίκαιε Ουρανέ, εσένα πρέπει να ευχαριστήσωμεν, που μας επρόφθασες +με τούτο το παράδοξον συμβεβηκός, και έλαβες ευσπλαχνίαν δι' ημάς +που με το θέλημά σου μας ένωσες. Κυρά, της λέγει ο Κουλούφ, δεν +είναι καιρός ακόμη διά να δοθούμεν εις χαροποίησιν, επειδή και +φοβούμαι, μήπως και έγινε εις ετούτο κανένα λάθος· διατί +στοχάζομαι χωρίς άλλο ότι ο υιός του Μασούδ θα είνε εδώ· διατί +αλλέως δεν ήθελαν έλθει ετούτα τα πράγματα εις ημάς· μα αλλοί εις +εμέ, αν είναι έτσι, επειδή και κρυφόν δεν θέλει σταθή αυτό το +πράγμα, διατί όντας εδώ έως αύριον ημπορεί να το μάθη· τα σαράντα +καμήλια που ήλθαν, αυτά θέλουν ακουσθή εις την χώραν, και είνε +αδύνατον να μη το μάθη. Αλλ' ημείς πρέπει να προλάβωμεν τον καιρόν +που τον έχομεν αρμόδιον, να φύγωμεν απ' εδώ το συντομώτερον, διά +να μη μας συμβή εκείνο που μας εφόβιζε, διατί μου φαίνεται πράγμα +παράξενον ετούτο που μας έτυχεν. + +Αυτή η γνώμη άρεσε και της Δηλαράς, όθεν απεφάσισαν εκείνην την +ίδιαν νύκτα να μισεύσουν χωρίς να χάσουν καιρόν. Μα πριν φθάση η +νύκτα, ακούουν μέγαν κτύπον, και αιφνιδίως βλέπουν εις την αυλήν +τους να έμπουν πολλοί καβαλλαρέοι στρατιώται. Εις τούτην την +θεωρίαν, οι δυο νυμφίοι έμειναν ωσάν νεκροί από τον φόβον +νομίζοντες να εξεσκεπάσθη ο δόλος, και ο Κατής με όλες τις φύλαξές +του θα ήλθε να πιάση τον Κουλούφ διά να τον θανατώση. Μα ετούτος +ο φόβος ογλήγορα ηφανίσθη, επειδή και αυτοί οι στρατιώται δεν ήτον +του Κατή, αλλά του Βασιλέως. Ο αρχηγός των οποίων ωσάν εσέβη εις +την αυλήν του, εξεπέζευσε, και επήγεν εις τον Κουλούφ, και τον +επροσκύνησε, λέγοντάς του· Κύριε, εγώ εδώ έρχομαι από όνομα του +βασιλέως Ουσβέκ Χαν· αυτός έχοντας επιθυμίαν διά να σε ιδή, με +έστειλε διά να σε φέρω προς αυτόν, με το να έμαθε τα συμβεβηκότα +σου. + +Ο Κουλούφ ευθύς επήκουσεν εις αυτόν τον ορισμόν, και εκίνησε με +τον αρχηγόν, καβαλλικεύοντας ένα άλογον πολλά εύμορφον και +στολισμένον με χρυσά άρματα, που ο Βασιλεύς τού το έστειλεν +επιταυτού διά να τον τιμήση. Φθάνοντας δε ο Κουλούφ εις την αυλήν +του Βασιλέως, ευθύς έτρεξαν οι Οφφικιάλοι του Βασιλέως, και τον +ανέβασαν εις το παλάτι, και τον έφεραν εμπρός εις τον Βασιλέα, ο +οποίος ήτον ενδυμένος με φορέματα σκεπασμένα από διαμάντια, +ρουμπίνια, και σμαράγδια, και εκάθονταν επάνω εις ένα θρόνον από +χρυσάφι και φίλδεσι, και τριγύρου του οποίου έστεκαν οι πρώτοι +αυθεντάδες της Ταρταρίας. Ο Κουλούφ έμεινεν εκστατικός από την +λάμψιν που ο Ουσβέκ Χαν ήτο περικυκλωμένος· και αντί να σηκώση +τους οφθαλμούς του εις τον βασιλέα τους εχαμήλωσε, και έπεσεν εις +τα πόδια του θρόνου του. + +Ο Βασιλεύς προστάζοντάς τον διά να σηκωθή του λέγει· υιέ του +Μασούδ, έμαθα ότι σου ηκολούθησαν συμβεβηκότα πολλά περίεργα, τα +οποία επιθυμώ να τα διηγηθής κατά πλάτος, με πάσαν καθαρότητα. Ο +Κουλούφ ακούοντάς ταύτην την φωνήν, σηκώνει τους οφθαλμούς του και +γνωρίζει εις τον Βασιλέα τον ίδιον Οφφικιάλιον, που είχεν υπάγει +διά να τον ιδή εις το σπήτι του, και που με το να τον ενόμιζεν +αληθώς πως ήτον Οφφικιάλος του Ουσβέκ Χαν, του είχε διηγηθή τα +μυστήριά του· και τότε γνωρίζοντας ότι ο Οφφικιάλος ήτον αυτός ο +Βασιλεύς ο ίδιος, έπεσε με το κεφάλι εις την γην όλος έντρομος. + +Ο Βεζύρης του Βασιλέως που ευρίσκετο παρών τον εσήκωσε, και του +είπε· μη φοβάσαι, καλέ άνθρωπε, πλησίασε εις τον Βασιλέα, και +φίλησέ του την ποδιά. Ο Κουλούφ τρεμάμενος και έκθαμβος, +επλησίασεν εις τους πόδας του Βασιλέως, και του εφίλησε την ποδιά. +Ετούτος ο Βασιλεύς ευθύς εκατέβη από τον θρόνον του, και πιάνει +τον Κουλούφ από το χέρι, και τον φέρει εις ένα ξεχωριστόν χοντζερέ +του, εις τον οποίον του είπε. + +Κουλούφ, βάλε τώρα τον εαυτόν σου εις ησυχίαν και μη φοβάσαι πλέον +καμμίαν εναντιότητα της τύχης σου. Δεν θέλεις είσαι πλέον +χωρισμένος από την Δηλαράν· θέλεις ζήσει με αυτήν εις την αυλήν +μου και θέλεις έχει τον τόπον που είχες εις την Καρακοράν σιμά εις +τον βασιλέα Μουργάν. Εγώ επάνω εις τες διήγησες που ήκουσα διά την +σταθερότητά σου προς την γυναίκα σου, εμβήκα εις περιέργειαν, και +ήλθα εις το σπήτι σου υποκάτω εις την μορφήν του Οφφικιάλου, και +ευθύς που μου εδιηγήθης την ιστορίαν σου με θάρρος και χωρίς +αμφιβολίαν, έλαβα κλίσιν προς εσένα διά να σε βοηθήσω και να σε +χαροποιήσω, και έκαμα με τον τρόπον που είδες. Τα σαράντα καμήλια +τα έβγαλα από το αχούρι μου, έκαμα να αγοράσουν τες πραγματείες +που ήτον φορτωμένα, και ο επιστάτης που σου τα έφερεν ήτον ένας +ευνούχος μου, που ποτέ δεν έβγαινεν από το παλάτι μου. Έκαμα και +σου έγραψαν την επιστολήν με τρόπον που είδες· και διά φόβον που +να μη φθάση το μετζίλι εμπροσθήτερα, έστειλα ένα μου Οφφικιάλον, +και τον επρόσταξεν από όνομά μου να κάμη εις τον αυθέντην του μίαν +διήγησιν κατά πως εγώ τον ερμήνευσα. Ετούτη ήτον μία δοκιμή που +ηθέλησα να κάμω διά περιδιάβασίν μου, την οποίαν ακεραίως την +απόλαυσα. + +Ευθύς που ο βασιλεύς ετελείωσε να μιλήση ο Κουλούφ εξανάπεσεν εις +τους πόδας του· και τον ευχαρίστησε διά την μεγάλην του +γενναιότητα και ευεργεσίαν και του έταξεν εις όλην του την ζωήν να +φυλάξη ένα ζωντανόν υποχρέωμα. Και την ιδίαν ημέραν έφερεν και την +αγαπημένην του Δηλαράν με όλον εκείνο που ο βασιλεύς του εδώρησε, +και εκατοίκησαν εις το παλάτι το βασιλικόν, και έζησαν με μεγάλην +τιμήν σιμά εις αυτόν τον γενναίον βασιλέα, ο οποίος έκαμε και του +έγραψαν την ιστορίαν με γράμματα χρυσά, διά να είναι εις +παντοτεινήν ενθύμησιν μία τέτοια αγάπη. + +Ετούτο είνε το τέλος αυτής της ιστορίας, βασιλέα μου, που σου είχα +τάξει να διηγηθώ, του λέγει η Χαλιμά· όμως έχοντας την άδειαν από +την βασιλείαν σου να σου διηγηθώ όσες και αν ηξεύρω, εγώ σου τάσσω +να διηγηθώ μίαν υπερθαύμαστον ιστορίαν, που ηξεύρω του βασιλέως +Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας, την οποίαν μου την είχε +διηγηθή μίαν φοράν ένας πολυμαθής Δερβύσης, πλην οπόταν την +ακούσης, ελπίζω, ότι δεν θέλει σε ευχαριστήσει ολιγώτερον από τες +άλλες, που σου εδιηγήθηκα. Και ομιλώντας με τούτον τον τρόπον, ο +Αϊδήν εσηκώθη και επήγεν εις τες υπηρεσίες της βασιλείας του κατά +την συνήθειαν. Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά, εξυπνώντας εις +την ώραν την διατεταγμένην, άρχισε να λέγη. + + + +&Ιστορία, του βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας.& + + + +Οι ιστορίες οι παλαιές των Ταρτάρων διηγούνται, ότι παλαιόθεν ήτον +ένας Χάνης των Ταρτάρων Νογαΐδων, που ωνομάζονταν Τημουρτάς, ο +οποίος είχεν υιόν ονόματι Καλάφ, που ήτον ο πλέον ωραιότερος και +ανδρείος νέος του καιρού του, και σοφός περισσότερον από τους +μεγαλυτέρους σοφούς του καιρού εκείνου· ήξευρε τα απόκρυφα του +Αλκοράνου, και είχεν εις ενθύμησιν όλες τες απόφασες του Μωάμεθ +και τέλος πάντων τον έκραζαν ήρωα της Ταρταρίας διά την +πολυμάθειάν του, και κάθε λογής επιστήμην, και ανδρείαν που είχεν. +Αυτός ήτον το θεμέλιον των συμβουλών του Τημουρτά πατρός του, και +οπόταν αυτός έδιδε καμμίαν συμβουλήν δεν ήτον τινάς που να μην την +δεχθή. Έξω από αυτό, εις τους πολέμους ήτον ο πρώτος που να βάνη +την ζωήν εις κίνδυνον· πάντα έκανε θαυμαστές νίκες, τόσον που +κανένα γένος δεν αποτολμούσε πλέον να σηκώση τα άρματα εναντίον +του. + +Απερνώντας δε πολύν καιρόν με ειρήνην, βλέπει μίαν ημέραν να +έλθουν αποστολάτορες από τον Αμούρ Βασιλέα της Κασμυρίας διά να +ζητήσουν του πατρός του το δόσιμον, που παλαιόθεν του έδιδε, με το +να ήταν μερικοί χρόνοι που του αρνήθη και δεν του εδιδεν· ειδεμή +και ήθελε αρνηθή, θέλει έλθει εναντίον του, και θέλει του πάρει +όλους του τους τόπους. Ο Τημουρτάς έλαβε κάποιον φόβον, και σχεδόν +έκλινε διά να του δώση, επειδή και εφοβούνταν αυτόν τον Βασιλέα, +με το να ήτον ο πλέον δυνατός Βασιλεύς του καιρού εκείνου. Ο Καλάφ +την γνώμην του πατρός του δεν ηθέλησε να την ακούση, αλλά του είπε +να μη φοβηθή, διότι έχει ελπίδες να τον νικήση μ' όλον που είναι ο +πλέον δυνατός του κόσμου. Και έτσι αποφάσισαν διά να ετοιμασθούν +να του εναντιωθούν και με τούτον τον τρόπον απεδίωξαν τους +αποστολάτορας χωρίς να υπακούσουν εις τα ζητήματά τους. + +Ο Αμούρ θυμωμένος, που δεν τον υπήκουσαν, εσύναξεν έως διακόσιες +χιλιάδες στράτευμα, και εκίνησεν εναντίον του Τημουρτά. Αυτός ο +Τημουρτάς από το άλλο μέρος έδωσε θέλημα διά να συναχθούν τα πλέον +άξια στρατεύματά του διά να κινήσουν εναντίον του εχθρού, υποκάτω +εις την κυβέρνησιν του υιού του Καλάφ. Έστειλε και εις τον Βασιλέα +της Κιρκασίας και του εζήτησε βοήθειαν ο οποίος του έστειλεν +εξήντα χιλιάδας στράτευμα διαλεχτόν εις βοήθειάν του, υποκάτω εις +την κυβέρνησιν ενός Βεζίρη του· και όντας όλα έτοιμα, εκίνησαν +εναντίον του εχθρού και ανταμωνόμενα τα δύο στρατεύματα, άρχισαν +μίαν ταχινήν τον πόλεμον, εις τον οποίον ο Καλάφ έδειξε μεγάλες +ανδραγαθίες αλλά, φθάνοντας το βράδυ, ετραβήχθησαν και τα δύο μέρη +διά να αναπαυθούν. Την ερχομένην ημέραν πάλιν έδωσαν τον πόλεμον, +και πάντα ο Καλάφ ενικούσε· και τούτο ηκολούθησε διά πολλές +ημέρες. + +Τέλος πάντων ο Αμούρ βλέποντας που είναι αδύνατον να τον νικήση, +μηχανεύεται να τάξη μεγάλα χαρίσματα του Βεζύρη της της Κιρκασίας +διά να παραιτήση τον Καλάφ, να μένη αυτός με ολίγον στράτευμα και +έτσι να τον νικήση. Αυτόν τον στοχασμόν τον έβαλεν εις πράξιν, και +έγινε καθώς επιθυμούσε. Επειδή την ερχομένην ημέραν, τον καιρόν +που άρχισαν τον πόλεμον, ο Βεζύρης παίρνει τους Κιρκασίους, και +αναχωρεί εν τω άμα, και άφησε τον Καλάφ με ολίγον στράτευμα. Ο +Καλάφ βλέποντάς την προδοσίαν που του έγινε, δεν έχασε την +ανδρείαν του, αλλά συνάξας το ολίγον στράτευμα που του απέμεινεν +επολέμησε με πολλήν ανδρείαν αλλά τέλος πάντων βλέποντας ότι δεν +κατορθώνει τίποτε, και φοβούμενος να μη πιασθή σκλάβος, εδιάλεξε +μερικούς στρατιώτας ανδρείους, και τους επήρε και έφυγε και ήλθεν +εις τον πατέρα του, και του έφερε την θλιβεράν είδησιν, +φανερώνοντας την προδοσίαν του Βεζύρη που του έκαμεν. + +Ο Τημουρτάς Χαν λαμβάνοντας μίαν τοιαύτην θλιβεράν είδησιν, εθλίβη +μεγάλως, και έπεσεν εις μεγάλην απελπισίαν. Και δεν έφθασε μόνον +αυτό, αλλά ολίγον ύστερα φθάνει ένας Οφφικιάλος, και φέρνει την +είδησιν ότι ο Βασιλεύς Αμούρης, αφού και εθανάτωσεν όλον το +στράτευμα του Καλάφ, έρχεται διά να θανατώση όλην την οικογένειαν +την βασιλικήν, και να κυριεύση όλον το Βασίλειον. Τότε ο Τημουρτάς +Χαν βλέποντας τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, παίρνει +την βασίλισσαν Ελμέρω την γυναίκα του, ομού και τον Καλάφ, και +κάνοντας να φορτώση τα πλέον τιμημένα πράγματα που είχεν εις τον +θησαυρό του εβγήκαν από την Ταρταρίαν και εκίνησαν διά την μεγάλην +Βουλγαρίαν, συντροφιασμένοι με αρκετούς στρατιώτας. + +Περιπατώντας αρκετές ημέρες και απερνώντας το όρος Καύκασον, +συναπαντούν τέσσαρες χιλιάδες κλέφτες που εκατοικούσαν εις αυτό το +όρος, οι οποίοι ερχόμενοι καταπάνω τους, εκατάκοψαν όλους τους +στρατιώτας που είχαν εις φύλαξιν, και δεν άφησαν άλλον παρά τον +Χάνην, την γυναίκα του, και τον Καλάφ· τον δε βίον του όλον τον +εδιαμοίρασαν, και αυτούς τους απαράτησαν εις την μέσην του βουνού +γυμνούς και τετραχηλισμένους. + +Δεν ημπορώ να διηγηθώ τι λογής εστάθη ο πόνος του Χάνη, επόταν +είδεν εις τι κατάστασιν ήλθεν· όθεν ερχόμενος εις απελπισίαν +εγύρευε να θανατωθή, ζηλεύοντάς την τύχην εκείνων που απέθνησκον +εμπρός εις τους οφθαλμούς του. Η Βασίλισσα από το άλλο μέρος +εφθείρονταν εις τα κλάματα, και ο Καλάφ μόνος είχε πνεύμα διά να +βαστάξη το βάρος ενός γραπτού τόσον σκληρού. Επειδή και ήτον πολλά +πεπαιδευμένος εις τες γνώμες του Αλκοράνου και τες αποφάσεις του +Μωάμεθ επάνω εις τον προορισμόν, ήγουν γραπτόν που λέγουσιν οι +Τούρκοι, και διά τούτο είχε πολλά ακίνητον σταθερότητα του +πνεύματος εις το γραπτόν. + +Η άκρα θλίψις των γονέων του που έδειχναν, του έδινε μοναχά +μεγάλην θλίψιν· αχ Πατέρα μου! αχ Μητέρα μου! έλεγε, μη χάνεσθε +εις τες δυστυχίες με τούτον το τρόπον· στοχασθήτε ότι ο Ουρανός +είναι εκείνος που μας κάνει να γένωμεν δυστυχείς· ας υποταχθώμεν +το λοιπόν εις το θέλημά του, επειδή και δεν είμασθε ημείς μοναχοί +που ευρισκόμασθε εις δυστυχίες. Πόσοι και πόσοι Βασιλείς +μεγαλύτεροι από ημάς έχασαν τον θρόνον τους, και ήλθαν εις μεγάλες +δυστυχίες, και πάλιν εξαναγύρισαν εις τους θρόνους τους, και +εξανάλαβαν την πρώτην τους τιμήν; τώρα και ημείς ας ρίξωμεν τας +ελπίδας μας εις τον Ουρανόν, και αυτός βλέποντας τες συμφορές μας, +θέλει μας προφθάσει διά να μας βοηθήση. + +Αυτά και άλλα λέγοντας, οι γονείς του αγροικούσαν κάποιαν +ελάφρωσιν και παρηγορίαν από τα λόγια του. Ας δοθούμεν, λέγουν οι +γονείς του, το λοιπόν εις τα χέρια του Ουρανού, και ας έχωμεν +υπομονήν ότι τα όσα έχομεν να περάσωμεν είναι όλα γραμμένα εις τον +Ουρανόν, και δεν ημπορούμεν να τα αποφύγωμεν· ας κάμωμε πάλιν +καρδιά και ας υπομείνωμεν τα όσα η τύχη μας θέλει μας προξενήσει. +Και τούτο λέγοντας άρχισαν να περιπατούν πεζοί μη έχοντες ούτε +άλογον, μήτε βάρος επάνωθέν τους. Επεριπάτησαν πολύν καιρόν ζώντες +από μόνα οπωρικά και χόρτα που εύρισκαν εις την στράταν, μα +εμβαίνοντας εις ένα έρημον δάσος έμειναν υστερημένοι και από αυτήν +την ζωοτροφίαν, και από κάθε άλλο που ημπορούσε να τους διώξη την +πείναν. Έμεινε λοιπόν η σταθερότης τους πολλά συντριμμένη. Ο Χάνης +όντας γηραλέος άρχιζε να γροικά ότι οι δύναμές του ωλιγόστευαν· η +Βασίλισσα αποσταμένη και αυτή από την στράταν και από την πείναν, +δεν ημπορούσε πλέον να κινηθή, ώστε που ο Καλάφ, με όλον που και +αυτός θα ήτον ομοίως αποσταμένος, τους έφερνεν επάνω εις τους +ώμους του, πότε τον ένα και πότε τον άλλον, διά να τους δώση +κομμάτι άνεσιν. + +Τέλος πάντων μισαπεθαμμένοι και οι τρεις από την δίψαν και από το +απόσταμα, έφθασαν εις ένα βουνόν γεμάτον από φοβερωτάτους κρημνούς +και χάος. Ήτον ετούτο μία ράχη πολλά υψηλοτάτη, περιτριγυρισμένη +από φοβερά και τερατώδη σπήλαια, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνετο +πολλά κινδυνώδες πέρασμα, με το να μην εφαίνετο καμμιά λογής +στράτα διά να περάση εις μίαν πλατείαν πεδιάδα, που από εκεί +εφαίνετο· επειδή κάθε μέρος αυτού του βουνού ήτον πυκνωμένον από +αγκάθια, βράχους, και κλαδιά, που ήτον αδύνατον να στοχασθούν μίαν +στράταν να έβγουν από εκεί. + +Οπόταν η βασίλισσα εθεώρησεν ετούτους τους αβύσσους, έβγαλε μίαν +μεγαλωτάτην φωνήν από τον φόβον της, και τέλος πάντων ο Χάνης +έχασε κάθε υπομονήν και εμβήκεν εις αδημονίαν. Δεν κάνει χρεία +άλλο, τότε είπε προς τον υιόν του· κλίνω εις το εναντίον μου +γραπτόν, πηγαίνω μόνος μου να κρημνισθώ εις έναν από τούτους τους +βράχους, που ο ουρανός μου τον ετοίμασε διά τάφον μου, θέλω μίαν +φοράν να ελευθερωθώ από την τυραννίαν της τύχης μου, αγαπώ κάλλιον +τον θάνατον, παρά μίαν ζωήν τόσον τυραννισμένην. Ο Χάνης δοσμένος +εις κάθε απελπισίαν, έστεκε διά να πέση εις τον κρημνόν. Τότε ο +υιός του ο Καλάφ τρέχει και τον πιάνει εις τες αγκάλες του. Αχ +πατέρα μου, του είπε τι είναι αυτό που θέλεις να κάμης, εις τι +απελπισίαν εδόθης; στοχάζεσαι με αυτό να φύγης το γραπτόν σου; δεν +ηξεύρεις που με την υπομονήν όλα αποκτώνται, και εκείνο που εις +τον Ουρανόν είνε γραμμένον, θέλει να πληρωθή; ποίος ηξεύρει ύστερα +από τούτα τα βάσανα, τι καλό μας απαντυχαίνει; και μήπως και το +κάνει αυτό ο ουρανός διά να δοκιμάση την υπομονήν μας. Ημείς, το +ομολογώ, είμασθε εις μίαν στάσιν πολλά θλιβερήν, και δεν +ημπορούμεν να περάσωμεν χωρίς κίνδυνον τούτους τους αβύσσους· μα +ποίος ηξεύρει πού να μην ευρεθή καμμία στράτα διά να περάσωμεν εις +εκείνην την πεδιάδα; άφησε το λοιπόν να πηγαίνω να ιδώ μήπως και +εύρω κανένα μονοπάτι και ευθύς γυρίζω. Σύρε, ω υιέ μου, απεκρίθη ο +Χάνης, ημείς εδώ σε καρτερούμεν και μη φοβάσαι διά την απελπισίαν +μου έως εις τον γυρισμόν σου. + +Ο Καλάφ επήγε γυρίζοντας εις όλες τες ράχες και βράχους χωρίς να +ημπορέση να ξανοίξη καμμίαν στράταν, όθεν μένοντας πολλά θλιμμένος +έπεσεν εις τα γόνατα, και μετά θερμών δακρύων επικαλούνταν την +βοήθειαν του Ουρανού· έπειτα σηκωνόμενος εξαναγύρισε πάλιν διά να +ξαναζητήση καμμίαν οδόν. Τέλος πάντων ευρίσκει μίαν πολλά στενήν, +εις την οποίαν εμβαίνοντας ευχαρίστησε τον Ουρανόν διά τούτην την +χάριν, και περιπατώντας επλησίασεν έως τα πόδια ενός μεγάλου +δένδρου, που ήτον εις το έμβασμα της πεδιάδος, το οποίον εσκέπαζε +με τον ίσκιον του μίαν πηγήν από νερόν καθαρόν· είδεν ακόμη ολίγον +ξέμακρα από εκεί και άλλα διάφορα δένδρα με διαφόρους μεγαλωτάτους +καρπούς, και εκστατικός διά τούτην την ξάνοιξιν, έτρεξε διά να +δώση την είδησιν του πατρός του και της μητρός του, που εχάρησαν +μεγάλως που ο ουρανός άρχιζε να λαμβάνη ευσπλαγχνίαν διά τες +δυστυχίες τους. Ο Καλάφ παίρνοντάς τους, με μεγάλον κόπον τους +απέρασεν από εκείνην την στενήν οδόν, και τους έφερεν εις την +πηγήν, και έσβυσαν την φλογώδη δίψαν που τους ετυράννιζεν· έπειτα +έφαγον από τους καρπούς που ο Καλάφ έμασεν, οι οποίοι εις εκείνην +την χρείαν τους εφάνηκαν εξαίσιοι. Αυθέντη, τότε λέγει ο Καλάφ του +πατρός του, αναγνωρίζεις τώρα το σφάλμα σου, που ενόμιζες ότι ο +Ουρανός μας είχεν αφήσει να χαθούμεν; αυτός δεν έχει κουφά αυτιά +προς εκείνους που ρίχνουν όλες τους τες ελπίδες προς αυτόν. + +Εσταμάτησαν το λοιπόν εις αυτόν τον τόπον δύο τρεις ημέρες διά να +ξεκουρασθούν και να λάβουν τες δύναμές τους, και, αφού +εξεκουράσθηκαν καλά, εκίνησαν προς την πεδιάδα, ελπίζοντες ότι +εκείνη θα τους φέρη εις κανένα τόπον κατοικημένον. Και φθάνοντες +εκεί, βλέπουν μίαν μεγαλωτάτην χώραν πλησίον της πεδιάδος, +κτισμένην με θαυμαστά κτίρια· έρχονται προς αυτήν, και προτού να +πλησιάσουν εις την πόρταν της χώρας εστοχάσθηκαν να μείνουν εκεί +έως να νυκτώση, διατί εντρέπονταν να έμβουν την ημέραν με το να +ήταν γυμνοί σχεδόν και τετραχηλισμένοι, και γεμάτοι από κονιορτόν· +και ούτως επήγαν και εκάθησαν υποκάτω εις κάποια δενδράκια, που +εκεί ευρίσκονταν, διά να καρτερίσουν την νύκτα. Αναπαυόμενοι αυτοί +εις εκείνα τα δένδρα, βλέπουν ένα γέροντα που έβγαινεν από την +χώραν, και ήρχετο εκεί διά να πάρη τον αέρα, και πλησιάζοντας εις +αυτούς τους εχαιρέτησε με χαροποιόν πρόσωπον, έπειτα εκάθισε κοντά +τους. + +Ο Χάνης τότε τον ηρώτησε πως ωνόμαζαν εκείνην την χώραν, Αυτή +ονομάζεται Γιαού, απεκρίθη ο γέρων, η οποία είναι η μητρόπολις της +επαρχίας· και ο βασιλεύς που την κυριεύει ονομάζεται Αλέγγ Χαν· μα +απ' εκείνο που μου φαίνεται του λόγου σας είσθε ξένοι. Ναι, του +απεκρίθη ο Χάνης, ημείς είμασθεν από πολλά μακρυνόν τόπον, +γεννημένοι εις το βασίλειον του Κασμίρ, πραγματευτάδες την τέχνην· +μίαν ημέραν πηγαινάμενοι με πολλούς άλλους πραγματευτάδες εις το +πανηγύρι Καπαπάκ, μας εσυναπάντησαν κλέφται, και μας επήραν το +ό,τι είχαμεν, και μας άφησαν εις ετούτην την κατάστασιν που μας +βλέπεις, και με το να εχαθήκαμεν εις την στράταν, και μην +ηξεύροντες πού πηγαίνομεν, εφθάσαμεν εις ετούτο τον τόπον. Ο γέρων +που ήτον φυσικά συμπαθής εις τες δυστυχίες του πλησίον του, έλαβε +σπλάγχνος προς αυτούς, και τους εκάλεσε να έλθουν να σταθούν εις +το σπήτι του με αυτόν. Ο Χάνης τον ευχαρίστησε διά την +ευσπλαγχνίαν που τους έδειχνε. Και ούτως όλους ομού ο γέρων τους +έφερεν εις το σπήτι του, το οποίον ήτο μία μικρά κατοικία, και +πολλά ταπεινά στολισμένη, μα όλα έστεκαν εις καλήν τάξιν. + +Ο γέρων ευθύς που εμβήκεν ωμίλησε κρυφά ενός σκλάβου του, ο οποίος +ύστερον από ολίγον εγύρισε με ένα πραγματευτήν που είχεν εις ένα +μποχτζά διάφορα φορέματα ανδρίκια και γυναίκια. Από αυτά τα +φορέματα έκαμε και ένδυσαν τους ξένους που ήταν γυμνοί, και +πληρώνοντάς τον πραγματευτήν τον απέλυσεν· ύστερα επρόταξε τους +σκλάβους του διά να ετοιμάσουν το δείπνον, το οποίον ευθύς +ετοιμάζοντας το με πολυποίκιλα φαγητά και πιοτά, βαλμένα εις +αγγεία από φαρφούρ της Κίνας, εκάθησαν όλοι ομού και εδείπνησαν με +πολλήν ευχαρίστησιν. Ο γέρων πυρωμένος από τα διάφορα πιοτά που +έπιεν, εδόθη εις κάποιαν χαροποίησιν, και έκαμε κάθε δυνατόν διά +να λάβουν κάποιαν ηδονήν και οι ξένοι εκείνοι, και καταλαμβάνοντας +ότι δεν εκατόρθωνε τίποτε, με το να ήταν πολλά μελαγχολικοί διά +τες δυστυχίες τους, είπεν. + +Εγώ βλέπω καλώς ότι ματαίως κοπιάζω διά να σας κάμω να βγάλετε από +το πνεύμα σας τα περασμένα σας συμβεβηκότα, που αενάως τα έχετε +εις τον στοχασμόν σας· διά τούτο αν είναι με το θέλημά σας θέλω να +σας κάμω να καταλάβετε ότι, αντίς να είσθε βυθισμένοι εις +στοχασμούς, πρέπει να πασχίσετε να τους αποδιώξετε από τον νουν +σας. Παρηγορηθήτε διά τον χαμόν του πλούτου σας, που οι κλέφται +σας επήραν· το συμβεβηκός που σας θλίβει δεν είνε ασυνήθιστον· οι +πραγματευτάδες και οι στρατοκόποι συχνώς τα δοκιμάζουν. Εγώ ο +ίδιος εις την νεότητά μου έμεινα γδυμένος από κλέφτες εις την +στράταν, οι οποίοι μου επήραν πλούτη υπέρμετρα, και ευρέθηκα εις +την ιδίαν σας κατάστασιν και χειρότερην, με όλον τούτο δεν +απαράτησα που να παρηγορηθώ· ένα μόνον πράγμα με έθλιβε πολλά +οπόταν εστοχάζομουν, από την μεγαλειότητα που ήμουν να καταντήσω +να διακονώ. Κάνει χρεία εγώ να σας διηγηθώ την ιστορίαν μου, η +οποία ελπίζω ότι θέλει σας ωφελήσει μεγάλως να την ακούσετε. Και +αύτη η διήγησις των δυστυχιών μου, ημπορεί να σας ενδυναμώση να +υποφέρετε τες εδικές σας, και ακούσατέ την λοιπόν με προσοχή. + + + +&Ιστορία του Βασιλέως Φουδλάλ, υιού του Μηνορτόκ, βασιλέως τον +Μουσούλ.& + + + +Εγώ είμαι υιός του ποτέ βασιλέως του Μουσούλ, δηλαδή του μεγάλου +Μηνορτόκ. Ευθύς που αυτός με είδε να φθάσω εις την ηλικίαν είκοσι +χρόνων, εγύρευσε διά να με υπανδρεύση· έκαμε να έλθουν ένας μέγας +αριθμός από σκλάβες νέες και πολλά ωραίες. Εγώ τες εστοχάσθηκα +όλες αδιαφόρως, και δεν εστάθη καμμιά που να μου κλίνη την θέλησίν +μου. Αυτές εγύρισαν ωσάν κατησχυμένες από την εντροπήν τους, που +δεν ημπόρεσε να λαβώση καμμιά την καρδιά μου. Ο πατέρας μου +έμεινεν ομοίως και αυτός εκστατικός διά την αναισθησίαν μου. Αυτός +ηθέλησε να με ξαναδοκιμάση με άλλες, μα εγώ του είπα ότι δεν +αγροικούσα διά να έχω κλίσιν διά υπανδρείαν, και αυτό προέρχεται +από την επιθυμίαν που έχω να ξενιτευθώ· διά το οποίον τον +επαρακάλεσα να μου δώση την ελευθερίαν διά να υπάγω μοναχά έως εις +το Μπαγδάτι, και εις τον γυρισμόν μου να κάμω το θέλημά του. Εις +τούτο αυτός δεν ηθέλησε να μου εναντιωθή. Και διά να κάμω καλήν +θεωρίαν εις το Μπαγδάτι, έκαμε να γένουν μεγάλες ετοιμασίες, διά +να με στείλη ωσάν υιόν Βασιλέως που ήμουν· εφόρτωσε δώδεκα καμήλια +φλωριά και άλλα έξοδα, και μου έδωσε και εκατόν ανδρείους +στρατιώτας εις υπηρεσίαν μου και φύλαξίν μου. + +Εμίσευσα το λοιπόν από το Μουσούλ με τούτον τον αριθμόν των +ανθρώπων μου, διά να πηγαίνωμεν εις το Μπαγδάτι· επεριπατήσαμεν +μερικές ημέρες, χωρίς να μας συμβή τίποτε. Και μίαν νύκτα, τον +καιρόν που αναπαυόμαστε, αιφνιδίως μας πλακώνει μέγας αριθμός από +Αράπηδες κλέφτες, οι οποίοι σχεδόν μου εθανάτωσαν τους +περισσοτέρους ανθρώπους. Εγώ βλέποντας τον κίνδυνον που +ευρισκόμουν έλαβα καρδίαν, και συμαζώνοντας εκείνους που έμειναν +ζωντανοί, αντιστάθηκα με ανδρείαν εναντίον των κακοποιών, από τους +οποίους εσκοτώσαμεν περισσότερον από τριακοσίους. + +Φθάνοντας η ημέρα, και βλέποντες που εμείς έτσι ολίγοι τους +εναντιωθήκαμεν όλην την νύκτα με εκείνον τον τρόπον, από την +εντροπήν τους εδίπλωσαν τες δύναμές τους εις τρόπον που επολέμησαν +με ημάς ωσάν απελπισμένοι. Τέλος πάντων επαραδοθήκαμεν +καταδαμασμένοι από τον αριθμόν τους. Εκείνοι μας έγδυσαν και μας +επήραν το ό,τι και αν είχαμεν, και αντί να μας κρατήσουν για +σκλάβους, ή να μας απολύσουν, έτσι γυμνούς που μας άφησαν, +ηθέλησαν να ξεδικήσουν τον θάνατον των συντρόφων τους με το αίμα +μας. Όθεν οι βάρβαροι επέρασαν όλους τους ανθρώπους υποκάτω από +τες λαβωματιές των σπαθιών τους, και κινούμενοι και εναντίον μου +διά να μου κάμουν το ίδιον εφώναξα. Σταθήτε, απάνθρωποι, φέρετε +σέβας εις το βασιλικόν αίμα· εγώ είμαι υιός του Μηνορτόκ, βασιλέως +του Μουσούλ, και κληρονόμος των επαρχιών του. Εγώ είμαι πολλά +ευχαριστημένος, μου είπε τότε ο αρχηγός των Αράβων, που έμαθα το +ποίος είσαι· είναι πολύς καιρός που ημείς μισούμεν θανατηφόρως τον +πατέρα σου, αυτός έκαμε να κρεμάσουν πολλούς από τους συντρόφους +μας, που του έπεσαν εις τα χέρια· διά τούτο και εσύ με τον ίδιον +τρόπον θέλεις τιμωρηθή. + +Τέλος πάντων αυτός έκαμε να με δέσουν, και με έφεραν εις την ρίζαν +ενός βουνού, ανάμεσα εις δυο λαγκάδια, και εκεί ήταν διάφορες +καλύβες που εχρησίμευαν διά κατοικίες τους. Εγώ εβάλθηκα υποκάτω +εις την καλύβα, του αρχηγού τους, η οποία ευρίσκονταν εις την +μέσην από τες άλλες, και εφαίνονταν η μεγαλύτερη. Εστάθηκα +φυλαγμένος εκεί όλην την ημέραν· Έπειτα με έδεσαν εις ένα δένδρον +και έμεινα εκεί όλην την νύκτα καρτερώντας τον θάνατον ώραν την +ώραν. Το ταχύ που θα απάντεχα τον θάνατον εξ αποφάσεως, φθάνει μία +σπία εις τον αρχηγόν και του λέγει, ότι μίαν ημέραν μακριάν, εις +μικρόν δάσος, εκείνην την νύκτα έχει να κοιμηθή ένα καραβάνι από +πραγματευάδες, και αν θέλη διά να τους πατήση πρέπει να μισεύση +ογλήγωρα διά να τους προφθάση, και θέλει εύρει μεγάλα κέρδη. Τότε +αυτός ο άρπαγος εσύμμασεν όλους τους συντρόφους, και εν τω άμα +εμίσευσαν, και εμένα με άφησαν εις το δένδρον δεμένον, με ελπίδα +ότι εις τον γυρισμόν τους να μη με εύρουν ζωντανόν. Εις αυτό το +διαμέσον ο ουρανός ο οποίος ματαιώνει όλες τες βουλές των +ανθρώπων, δεν απαράτησε που έτσι ογλίγωρα να χαθώ. Η γυναίκα του +αρχηγού των κλεφτών έλαβεν ευσπλαγχνίαν εις εμέ, και ήλθε προς το +βράδυ και με έλυσεν από το δένδρον, και δίδοντάς μου ένα παλαιόν +φόρεμα και καμπόσον ψωμί μου είπε· πιάσε τούτην την στράταν και +φεύγα το συντομώτερον, διατί σαν γυρίση ο άνδρας μου θέλει σε +φονεύσει. Εγώ ευχαρίστησα την ευεργέτιδά μου και μισεύοντας +επεριπάτησα όλην την νύκτα χωρίς να χάσω την οδόν που μου έδειξε. + +Την ερχομένην ημέραν βλέπω ένα άνθρωπο πεζόν που έσερνεν ένα +άλογον φορτωμένον. Εγώ τον έφθασα, και αφού τον εχαιρέτησα, τον +ερώτησα διά πού πηγαίνει. Πηγαίνω διά το Μπαγδάτ, μου απεκρίθη +αυτός, και εις δύο ημέρες θέλω είμαι εκεί. Εχάρηκα εις αυτό το +συναπάντημα, και συντροφιασμένος με αυτόν, εφθάσαμεν εις το +Μπαγδάτ, και εμβαίνοντας από την πόρταν, αυτός επήγεν εκεί που +είχε την δουλειάν του, και εγώ επήγα εις ένα μετζίτι, και +εσταμάτησα εκεί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εντρεπόμενος να έβγω +εις τέτοιαν κατάστασιν εις τες στράτες, φοβούμενος διά να μη +συναπαντήσω κανένα, από το Μουσούλ, που να με γνωρίζη. Μα τέλος +πάντων η πείνα άρχισε να μου διώχνη την εντροπήν, και μην +ειμπορώντας πλέον να υποφέρω χωρίς γεύσιν, ηναγκάσθηκα να κλίνω +εις εκείνην την χρείαν που εις τέτοιες περίστασες είναι κοινή· και +ούτως απεφάσισα να ζητήσω ελεημοσύνην ωσάν ένας δυστυχισμένος που +ήμουν διά να ημπορέσω να ζήσω. + +Εβγάνοντας το λοιπόν από το μετζίτι, επήγα εις μίαν πόρταν ενός +μεγάλου παλατίου, και με φωνήν τρανήν εζητούσα ελεημοσύνην. Μία +γραία σκλάβα έρχεται ευθύς με ένα ψωμί εις το χέρι διά να μου το +δώση και τον καιρόν που άνοιξε την πόρταν διά να μου το δώση βλέπω +από μέσα εις το παλάτι μίαν νέαν κυράν εξαισίας ωραιότητος. Η +θεωρία της μου εσκότισε τους οφθαλμούς, έμεινα όλος εκστατικός· +έλαβα το ψωμί χωρίς να ηξεύρω τι κάνω, και έμεινα ακίνητος εμπρός +εις την γερόντισσαν σκλάβαν· αντίς να την ευχαριστήσω κατά +το χρέος μου, ήμουν έτσι χαμένος, έτσι σκοτισμένος και έτσι +πληγωμένος από τον έρωτα, ώστε εκείνη με εστοχάσθη τρελλόν. Αυτή +χωρίς να μου ομιλήση τίποτε εμίσευσε, και με άφησεν εις την στράταν +όλον αφιερωμένον εις το να θεωρώ αδιαφόρευτα την πόρταν, μήπως +ξανανοίξη διά να θεωρήσω ακόμη εκείνην την νέαν. Και με τούτην την +ελπίδα επλησίασεν η νύκτα χωρίς να επιτύχω του ποθουμένου. + +Βλέποντας δε που ενύκτωσεν, εστοχάσθηκα διά να τραβηχθώ απ' εκεί, +μα πριν ξεμακρύνω απ' αυτό το παλάτι ερώτησα ένα γέροντα που +απερνούσεν, αν αυτός ήξευρε τίνος είνε εκείνο το παλάτι. Αυτό +είνε, μου απεκρίθη, σπήτι του Μουφάκ αυθέντη υιού του Αδλανέ. +Αυτός είνε ένα υποκείμενον πλούσιον, πολλά τιμημένον, και από +φυλήν ευγενικήν. Δεν είνε πολύς καιρός που αυτός ήτον κυβερνήτης +ετούτης της χώρας· μα διά κάποια σκάνδαλα που έτρεξαν ανάμεσα εις +αυτόν και τον Κατή, ο Καλίφης του εσήκωσε την αξίαν με το να έδωσε +πίστιν περισσότερον εις του Κατή τα λόγια. + +Στοχαζόμενος επάνω εις τούτα τα λόγια που μου είπεν ο γέρων, +εβγήκα χωρίς να απεικάσω από την χώραν, και επήγα και εμβήκα εις +ένα κοιμητήρι μεγάλον, αποφασισμένος να μείνω εκεί την νύκτα. +Έφαγα το ψωμί με ολίγην όρεξιν, τον καιρόν που έπρεπε να την είχα +μεγάλην· έπειτα επλάγιασα σιμά εις ένα τάφον με το κεφάλι +ακουμπισμένον εις ένα σωρόν πέτρες. Δεν ημπόρεσα όμως διά πολλές +ώρες να κλείσω μάτι· η θυγατέρα του Μουφάκ εσύγχυζε μεγάλως τες +αίσθησές μου· η χαριεστάτη εικόνα της μου ήτον καρφωμένη εις τον +νουν μου, και ούτως έπασχα όλες εκείνες τες ώρες χωρίς ανάπαυσιν· +μα τέλος πάντων άρχισα να αποκοιμηθώ ολίγον, και ο ύπνος μου δεν +εστάθη πολλά μακρύς, επειδή και εστάθηκα υποχρεωμένος διά να +εξυπνήσω ευθύς από μίαν μεγάλην σύγχυσιν που ηκούετο εις τον +τάφον. Φοβισμένος από τούτον τον θόρυβον, του οποίου δεν ήξευρα το +αίτιον, εσηκώθηκα διά να φύγω και ξεμακρύνω από το κοιμητήριον, +οπόταν δύο άνθρωποι που έστεκαν εις την πόρταν του κοιμητηρίου με +εσταμάτησαν, και με ερώτησαν τις ήμουν και τι έκανα εις αυτό το +κοιμητήρι. Εγώ είμαι, είπα, ένας δυστυχής ξένος, και μη έχοντας +πού την κεφαλήν κλίναι, ήλθα διά να αναπαυθώ ετούτην την νύκτα +εδώ. Επειδή και εσύ είσαι ένας ζητουλιάρης μου είπεν ένας από τους +δύο, ευχαρίστησε τον Ουρανόν που μας εσυναπάντησες· εμείς θέλομεν +να σου δώσωμεν να φας, και να πιής καλά. Έτσι λέγοντάς μου με +έφεραν εις τον τάφον, εις τον οποίον τέσσαρες από τους συντρόφους +του έτρωγαν ραπάνια μεγάλα και χουρμάδες, και έπιναν ρακήν. + +Αυτοί με έβαλαν και εκάθισα κοντά τους, ολόγυρα εις μίαν μικράν +πέτραν, και εστάθηκα στενεμμένος διά να φάγω και να πιώ, το +περισσότερον διά να τους ευχαριστήσω· μα ευθύς εκατάλαβα ότι αυτοί +ήτον κλέφτες, επειδή και άρχισαν να διηγούνται διά μια μεγαλωτάτη +κλεψιά που έκαμαν· και εκεί που ετρώγαμεν, ο προεστώς τους μου +επρόβαλεν αν θέλω να έμβω εις την συντροφιάν τους. Εγώ εις αυτό +ευρέθηκα αντραλωμένος, μην ηξεύροντας τι να αποκριθώ, φοβούμενος +αν του ειπώ το όχι να μη τον θυμώσω και επάνω που εστοχαζόμουν να +τους δώσω την απόκρισιν ιδού ο Αναΐππης του Κατή, συντροφευμένος +από ένα αριθμόν Γιαννιτσαρέους, αρματαμένους, εμβήκαν εις το +κοιμητήριον, και ευθύς έπιασαν τους κλέφτας και εμένα, και μας +έφεραν εις την φυλακήν. Οι κλέφται ωμολόγησαν το πταίσιμόν τους, +και εκαταδικάσθησαν εις θάνατον και εγώ διηγούμενος με τι τρόπον +ευρέθηκα με αυτούς με έβγαλαν από την φυλακήν και με έβαλαν εις +τόπον ξεχωριστόν. + +Την δε ερχομένην ημέραν, με κράζει ο Κατής διά να του διηγηθώ τι +άνθρωπος ήμουν. Εγώ του εδιηγήθηκα με καθαρότητα τα συμβεβηκότα +μου, κρύβοντας μόνον την γέννησίν μου. Ακόμη του εδιηγήθηκα και τα +όσα μου εσυνέβηκαν την άλλην ημέραν, που είχα υπάγει εις την +πόρταν του Μουφάκ διά να ζητήσω ελεημοσύνην, και πως εκεί είδα +μίαν Κυράν νέαν, από της οποίας την ιδέαν έμεινα τετρωμένος. + +Εκεί που ανάφερα το όνομα του Μουφάκ, εθεώρησα τους οφθαλμούς του +Κατή να ανάπτουν από θυμόν. Εκείνος ο Κριτής έμεινε διά καμπόσον +χωρίς να μιλήση· έπειτα με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει· νέε ξένε, +δεν στέκεται παρά εις εσένα το να αποκτήσης την Κυράν που εχθές +είδες· εκείνη χωρίς αμφιβολίαν είνε θυγατέρα του Μουφάκ, και όσον +και αν ήθελες είσαι από τους πλέον χυδαίους ανθρώπους, εγώ θέλω σε +κάμει να φθάσης να πληρώσης την επιθυμίαν σου· άφησε να κάμω εγώ +και θέλω πασχίσει διά το όφελός σου. Εγώ τον ευχαρίστησα χωρίς να +ημπορέσω να καταλάβω τον στοχασμόν που αυτός εμελετούσεν. Έπειτα +από αυτό επρόσταξεν ένα του ευνούχον διά να με υπάγη εις το +λουτρόν να πλυθώ. Και εις το αναμεταξύ που εκεί ευρισκόμουν, ο +Κριτής στέλνει δύο τζοχανταρέους προς τον Μουφάκ, τον οποίον +εκαλούσε διά να του μιλήση διά μίαν υπόθεσιν πολλά αναγκαίαν του. +Ο Μουφάκ ήλθεν εν τω άμα εις τον Κατήν και ευθύς που ο Κατής τον +είδεν, έτρεξεν και το αγκάλιασεν. + +Ο Μουφάκ έμεινε πολλά θαυμασμένος εκ της τοιαύτης δεξιωσύνης· ω, +ω, λέγει με τον εαυτόν του, από τι προέρχεται που ο Κατής ο εχθρός +μου ο θανάσιμος πράττει με εμένα σήμερον τόσην ευγένειαν; εδώ +στέκει κρυμμένον κάτι μυστήριον. Μουφάκ Αγά, του λέγει ο Κατής, ο +ουρανός δεν θέλει η έχθρα μας να διαρκέση διά πολύν καιρόν· αυτός +μας προσφέρει ένα αίτιον διά να εξαλείψη τούτο το μίσος, το οποίον +ξεχωρίζει από πολλούς χρόνους τες φαμίλιες μας. Το βασιλόπουλον +της Βάρσας έφθασεν εψές εις το Μπαγδάτι αγνώριστον, και ήλθε και +κατέβηκε εις το παλάτι μου. Αυτός εμίσευσεν επιταυτού από την +Βάρσα χωρίς να ζητήση θέλημα του βασιλέως πατρός του· επειδή +ήκουσε να ομιλούν διά της θυγατρός σου την ωραιότητα και ετρώθη +τόσον που αποφάσισε διά να έλθη να την στεφανωθή εις γυναίκα του. +Αυτός θέλει να γένη ετούτο το συνοικέσιον με το μέσον μου, το +οποίον το έχω εις μεγάλην χαράν, διατί αυτό θέλει είνε μέσον που +να μας φιλιώσει. + +Μου φαίνεται παράξενον, απεκρίθη ο Μουφάχ, ότι το βασιλόπουλον της +Βάρσας θα καταδεχθή να στεφανωθή την θυγατέρα μου Ζεμπρούδαν, και +ότι εσύ θα είσαι εκείνος που θα θελήσης ετούτο το συνοικέσιον, τον +καιρόν που δεν έλειψες να μου κάμης ότι κακόν ημπορούσες. Δεν +κάνει χρεία να ενθυμούμεθα πλέον τα περασμένα, ω Μουφάκ Αγά, του +απεκρίθη ο Κατής, ας αλησμονήσωμεν, σε παρακαλώ, τα όσα απέρασαν +ανάμεσόν μας, και με το μέσον του δεσμού που πρέπει να ενώση την +θυγατέρα σου με το βασιλόπουλο θέλομεν ζήσει εις τελείαν αγάπην. + +Ο Μουφάκ ήτον φυσικά καλός, όσον ανάποδος ήτον ο Κατής· αυτός +αφέθηκε να γελασθή από τα ψευδή ταξίματα του Κατή και χωρίς να +αμφιβάλλη, αγκαλιάσθηκαν και ωρκίσθησαν ανάμεσόν τους μίαν +παντοτεινήν αγάπην. Και επάνω εις αυτό εμβήκα εγώ εις τον οντά που +αυτοί ήταν, φερνόμενος εκεί από τον ευνούχον, ο οποίος, εις το +έβγαλμά μου από το λουτρόν, με ένδυσε με πλούσια φορέματα, και μου +έβαλεν ένα φακιόλι διμένον με πανί της Ινδίας, κεντημένον με πολύ +χρυσάφι. Βασιλέα μου, μου είπεν ο Κατής ευθύς που με είδεν, ας +είνε δοξασμένος ο ουρανός που με αξίωσε να σε δεχθώ εις το σπήτι +μου, που δεν ήμουν άξιος τοιαύτης τιμής· ιδού ο Μουφάκ, του οποίου +έδωσα να καταλάβη την αιτίαν του ερχομού σου εις ετούτην την +χώραν· αυτός κλίνει διά να σου δώση την θυγατέρα του εις γυναίκα +σου. Ο Μουφάκ μου έκαμε τότε μίαν μεγάλην προσκύνησιν, και μου +λέγει· ω μεγαλειότατε υιέ του Βασιλέως, εγώ είμαι σκοτισμένος από +την τιμήν που επιθυμάτε να κάμετε εις την θυγατέρα μου· αυτή θέλει +κραχθή πολλά ευτυχισμένη εις το να είνε σκλάβα του υιού του +Βασιλέως. + +Στοχασθήτε τι λογής εστάθη η έκστασίς μου εις ετούτα τα λόγια, εις +τα οποία εγώ δεν ήξευρα τι να του αποκριθώ και τι να ομιλήσω. +Εχαιρέτησα ως τόσον τον Μουφάκ χωρίς να του ειπώ κανένα λόγον. Μα +ο Κατής γνωρίζοντάς με αντραλωμένον και αμφιβάλλοντας ότι από +καμμίαν μου απόκρισιν θα μείνη ανωφελής ο στοχασμός του, άρχισε να +λέγη, ότι δεν πρέπει να χάνεται ο καιρός εις λόγια, αλλά πρέπει να +κάμωμεν το συμφωνητικόν γράμμα της υπανδρείας εις ετούτην την +στιγμήν. Και έτσι λέγοντας επρόσταξε τον Αναΐππην του διά να το +καταστρώση ευθύς. Και ύστερον υπογράφοντές το αμφότεροι ο Κατής +είπε προς τον Μουφάκ. Εσύ καλά ειξεύρεις ότι τα πράγματα των +μεγάλων ανθρώπων πρέπει να είνε μυστικά, έως που αυτοί θελήσουν· +όθεν διά τώρα έπαρε τον γαμβρόν σου εις το σπήτι σου και δέξου τον +κατά την μεγαλειότητά του, και παράγγειλε της θυγατρός σου να του +δείξη κάθε υπακοήν και τιμήν, κάνοντας να τελειωθή και το +στεφάνωμα ετούτην την νύκτα. Ο Μουφάκ αφού ευχαρίστησε τον Κατή, +με επήρε και εκατεβήκαμεν από το σπήτι του Κατή, και εις την αυλήν +του εκαβαλικκεύσαμεν επάνω εις δυο μουλάρια πολλά στολισμένα και +εφθάσαμεν εις το σπήτι του, εις το οποίον ξεπεζεύοντας με επήρεν +από το χέρι με μεγάλον σέβας, και με ανέβασεν εις τον χοντζερέ της +θυγατρός του και εκεί με άφησε μοναχόν με αυτήν, αφού και της +εφανέρωσε τα όσα ηκολούθησαν και έκαμαν εις του Κατή. + +Η Ζιμπρούχ βεβαιωμένη διά τα όσα της ανήγγειλεν ο πατέρας της διά +την υπανδρείαν μας, με εδέχθη ωσάν άνδρα που έπρεπε μίαν ημέραν να +την ανεβάση εις τον θρόνον. Και εγώ, ως πλέον ευχαριστημένος και +ερωτικός από κάθε άνθρωπον, απέρασα όλην εκείνην την ημέραν εις τα +γόνατα εκείνης της ωραίας Κυράς, καθώς επιθυμούσε, την οποίαν +επάσχισα με ερωτικά λόγια και γλυκά να της ανάψω την κλίσιν προς +το συμφέρον μου, και εκατάλαβα πολλά ογλήγορα ότι δεν ήταν μάταιοι +οι κόποι μου· επειδή και την είδα που αυτή ήτον πολλά ερωτική προς +εμένα διά την νεότητά μου, και διά το πνεύμα που είχα. Πόσην χαράν +μου επροξένησεν οπόταν εκατάλαβα την κλίσιν της αγαπημένης μου και +από την αγαλλίασίν μου δεν ήξευρα τι χάιδια να της κάμω. + +Εις τούτο το αναμεταξύ ο Μουφάκ έκαμε κάθε ετοιμασίαν διά να +εορτάση εκείνην την νύκτα τους γάμους, εις τους οποίους εκάλεσεν +όλους τους συγγενείς του, και εχάρηκαν μεγάλως με χορούς, με +λαλήματα και παιγνίδια διάφορα. Και τον καιρόν που οι φίλοι +εχαίροντο, έρχεται η μάνα της νύμφης και την παίρνει από το χέρι +και εμίσευσαν από εκεί. Έπειτα από ολίγον έρχεται ο Μουφάκ και με +παίρνει και εμένα, και με φέρνει εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα +στολισμένον εις τον οποίον ήτον ένα κρεβάτι στολισμένον με χρυσά +παπλώματα και τριγύρω του πολλές λαμπάδες αναμμένες. Η Ζεμπρούδα +εμβαίνοντας πρώτη εις το κρεβάτι, ο Μουφάκ και η γυναίκα του και η +σκλάβες τους ετραβήχθηκαν, και με άφησαν με αυτήν εις εκείνον τον +χοντζερέ, εις τον οποίον αφού και ευχαρίστησα τον Ουρανόν διά +εκείνο το ευτυχισμένον συναπάντημα, εγδύθηκα, και επλάγιασα σιμά +εις το υποκείμενον που αγαπούσα περισσότερον από την ιδίαν μου +ζωήν. + +Την δε ερχομένην ημέραν, οπόταν έφεξεν, ακούω να κτυπούν την +πόρταν του χοντζερέ μου. Εγώ ως εσηκώθηκα και υπήγα διά να ανοίξω, +βλέπω τον Αναΐππην του Κατή που έφερνεν ένα μέγαν μποχτζέ με +φορέματα, τα οποία βλέποντάς τα εστοχάσθηκα ότι ο Κατής μου τα +έστελνε διά δώρον· μα έμεινα γελασμένος· Αυθέντη ξένε, μου λέγει +ευθύς που με είδεν ο Αναΐππης, περιγελαστικώ τω τρόπω· ο Κατής σε +χαιρετά, και σε παρακαλεί να επιστρέψετε τα φορέματα και το +φακιόλι που εχθές σε εδάνεισε διά να παρουσιασθής ως υιός του +Βασιλέως της Βάρσας, και μου έδωσε να σου επιστρέψω και εγώ τα +παλαιά σου φορέματα που εβαστούσες. Έμεινα πολλά σκοτισμένος εις +μίαν τέτοιαν καταφρόνησιν· Τότε εγνώρισα όλην την κακοτροπίαν του +Κατή, και όλος γεμάτος από εντροπήν έδωκα του Αναΐππη εις τα χέρια +το φακιόλι και τα φορέματα του αυθέντου του, και εξαναπήρα τα +παλαιά μου φορέματα που ήταν όλα ξεσχισμένα. + +Η Ζεμπρούδα ήκουσε πολύ μέρος από τα όσα μου είπεν ο Αναΐππης, και +βλέποντάς με σκεπασμένων με ξεσχισμένα φορέματα, ω Ουρανέ, +εφώναξε, τι δηλοί τάχατε ετούτη η μεταβολή; τι σου είπεν άρα γε +εκείνος ο άνθρωπος; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, ο Κατής είνε ένας +πολύ κακότροπος άνθρωπος, μα αυτός θέλει είνε ο ίδιος τζελάτης της +κακής του διαθέσεως. Αυτός επίστευεν ότι σου έδωσεν ένα +δυστυχισμένον διά άνδρα, μα εσύ είσαι πανδρευμένη αληθώς με ένα +βασιλόπουλον· εγώ δεν είμαι κατώτερος από τον άνδρα που ελόγιαζες +να εστεφανωθής. Εγώ είμαι μονογενής υιός του Βασιλέως του Μουσούλ, +του μεγάλου Μηνορτόκ, και Φαδλάλ είναι το όνομά μου. Και ωσάν της +εφανέρωσα αυτό, ευθύς εις τον ίδιον καιρόν της εδιηγήθηκα, μα +χωρίς να κρύψω το παραμικρόν, όλην μου την ιστορία. + +Τελειώνοντας δε την διήγησίν μου, Βασιλέα μου, είπεν αύτη, ήξευρε +ότι αν κατά τύχην και δεν ήθελες είσαι υιός Βασιλέως, δεν ήθελα σε +αγαπήσει ολιγώτερον απ' ό,τι σε αγάπησα. Και με σταθερότητα σε +βεβαιώνω ότι αν έλαβα την ευχαρίστησιν εις το να μάθω την γέννησίν +σου, δεν την έλαβα δι' άλλο, παρά διά την ησυχίαν του πατρός μου. +Εμένα όλη μου η καύχησις και χαρά θέλει μου είναι εις το να έχω +ένα άνδρα, ο οποίος καθαρώς να με αγαπά. Εγώ της έταξα ότι ήθελα +φυλάξει την αγάπην μου εις αυτήν έως τέλος της ζωής μου, και αυτή +μου εφάνη πολλά ευχαριστημένη από ετούτην την βεβαιότητα. Έκραξεν +υστερότερα μίαν από τες σκλάβες της και της είπεν, να υπάγη εν τω +άμα κρυφίως εις ένα πραγματευτήν διά να αγοράση μίαν φορεσιά +ανδρίκια πολλά πλουσίαν. + +Η σκλάβα υπήκουσε, και έκαμε καθώς την επρόσταξεν, η οποία ευθύς +εγύρισε με μίαν πλουσίαν φορεσιάν και με ένα φακιόλι παρόμοιον με +εκείνο του Κατή, εις τρόπον που εφάνηκα εις μίαν στιγμήν πλέον +ευγενικά ενδυμένος από πρώτα. Πώς λες, Κύριε; λέγει τότε η +Ζεμπρούδα· πιστεύεις εσύ ότι ο Κατής θα έχη μεγάλο αίτιον εις το +να καυχηθή διά το κάμωμά του; αυτός εστοχάσθηκε διά να κάμη μίαν +εντροπήν εις την οικογένειάν μου, μα της επροξένησε μίαν τιμήν +αθάνατον· τι λογής θέλει είνε το φαρμάκι του, οπόταν γνωρίση ότι +μη θέλοντας επροξένησε τόσον καλόν και τιμήν εις τους εχθρούς του; +μα πριν να του δώσης να γνωρίση ποίος είσαι κάνει χρεία να +παιδεύσης την κακήν του διάθεσιν. Εγώ, ηκολούθησεν αυτή, θέλω +λάβει ετούτην την επιμέλειαν διά να κάμω την εκδίκησιν· ηξεύρω ότι +εις ετούτην την χώραν είναι ένας βαφιάς, ο οποίος έχει μίαν +θυγατέρα μιας ασχημοσύνης παράξενης, δεν θέλω να σου ειπώ +περισσότερον, ακολούθησε, φθάνει μόνον να ηξεύρεις ότι εγώ μελετώ +ένα μέσον εκδικήσεως, που θέλω φέρει τον Κατή εις απελπισίαν και +θέλει γένη μύθος όλης της χώρας. + +Αυτή ήτον τόσον αφωσιωμένη εις την εκδίκησιν, που δεν έβλεπε την +ώραν να την βάλη εις πράξιν. Ενδύθη το λοιπόν μίαν ημέραν με +φορέματα ταπεινά, και μπουλωμένη επήγεν εις την αυλήν του Κατή, +και εσταμάτησεν εις μίαν αγκωνήν εκεί που έκρινεν ο Κατής διάφορες +υπόθεσες. Και ωσάν αποτελείωσε τες κρίσες, στοχάζεται την γυναίκα +που έστεκεν εκεί με μεγάλον σέβας, την κράζει, και την ερωτά τι +ζητεί; Αυτή του απεκρίθη ότι ήτον θυγατέρα ενός τεχνίτου, και +επιθυμούσε να του ειπή ένα λόγον μυστικόν. Τότε ο Κατής ωσάν που +αγαπούσε τες γυναίκες, την παίρνει και την φέρνει εις ένα οντά +παράμερον, και βάνοντάς την να καθήση κοντά του της λέγει. Πες +μου, Κυρά, το μυστικόν που έχεις, και το τι έχω να κάμω διά λόγου +σου. Αυθέντη Κατή, αυτή απεκρίθη, σηκώνοντας το σκέπασμα από το +κεφάλι της, εσύ έχεις την δύναμιν εις το να κάνης να φυλάγεται ο +νόμος και η δικαιοσύνη τόσον εις τους πτωχούς ωσάν και εις τους +πλουσίους· πρόσεχε, σε παρακαλώ, και ας είσαι κατανυκτικός εις τα +παράπονά μου, και λάβε ευσπλαγχνίαν της δυστυχίας μου εις την +οποίαν ευρίσκομαι. Ξήγα μου την υπόθεσίν σου, εξαναείπεν ο Κατής, +όλος γεμάτος από σπλάγχνος, και σου ομνύω ότι θέλω κάμει κάθε +δυνατόν και αδύνατον διά να σε ευχαριστήσω. + +Τότε η Ζιμπρούδα εξεμπουλώθη τελείως, και άρχισε να δείχνη τα +μαλλιά της κεφαλής της που ήσαν ωραία ωσάν το χρυσάφι, και +ξαπλωμένα εις πλεξίδες επάνω εις τες πλάτες της. Βλέπεις, αυθέντη, +του λέγει, αν ετούτα τα μαλλιά είναι άξια κατάφρονήσεως· εξέταξε +το πρόσωπόν μου σε παρακαλώ, και πες μου χωρίς κολακείαν τον +στοχασμόν σου. + +Ο Κατής εις τούτα και εις την θεωρίαν της ωραιότητος εκείνης +έμεινε σκοτισμένος· μα την θυσίαν του βουνού της Μέκκας, εφώναξεν, +εγώ δεν βλέπω εις εσέ κανένα ελάττωμα· το μέτωπόν σου ομοιάζει μία +πλάκα ασήμι· τα φρύδια σου δύο δοξάρια, τα μάγουλά σου δύο +τριαντάφυλλα, τα μάτιά σου δύο διαμάντια και κοντολογής είσαι μία +Θεά. + +Η θυγατέρα του Μουφάκ ευχαριστήθη εις ετούτο, και ευθύς εσηκώθη +ορθή και έφερε δύο τρεις γύρους, έπειτα λέγει του Κατή· ιδέ το +περιπάτημά μου, ιδέ την ευμορφάδα του κορμιού μου, αν δεν φαίνωμαι +ωσάν μία θεά, ποίος ημπορεί να με κατηγορήση πως δεν είμαι +εύμορφη; Εγώ μένω θαυμασμένος διά όλην σου την ευμορφάδα, είπεν ο +Κατής, επειδή και δεν είδα μίαν παρομοίαν καλοκαμωμένην νέαν, ωσάν +εσένα· Πώς σου φαίνονται τα μπράτσα τον χειρών μου, ακολούθησε +εκείνη ξεσκεπάζοντάς τα, δεν είνε άσπρα και στρογγυλά; Αχ σκληρή, +αντέκοψεν εδώ ο Κατής γεμάτος από φλόγα έρωτος, εσύ με κάνεις να +αποθάνω· αν έχης άλλο διά να μου ειπής μίλησε ευθύς, διατί το +λογικόν μου με απαρατεί, και δεν ημπορώ πλέον να υποφέρω την +θεωρίαν σου. Θέλεις ηξεύρει, ω αυθέντη, εξανακολούθησεν η +Ζεμπρούδα, ότι με όλην την ευμορφιάν που έχω, ζω εις ένα +σκοτεινότατον σπίτι, του οποίου η εμπασιά είνε εμποδισμένη όχι +μόνον των ανδρών αλλά και των γυναικών, οι οποίες με την κουβένταν +τους ημπορούσαν να μου φέρουν κάποιαν παρηγορίαν. Δεν έλειψαν να +τύχουν υποκείμενα άξια που να με γυρέψουν εις υπανδρείαν και +ήθελαν είνε πολλοί χρόνοι που θα ήμουν υπανδρευμένη, αν ο πατέρας +μου δεν ήθελεν έχει την σκληρότητα να τους αρνηθή ολωνών εκείνων +που με εγύρεψαν διά να υπανδρευθώ· εις τον ένα έλεγε πως είμαι +στεγνή ωσάν ένα ξύλον· εις άλλον πως είμαι υδρωπική· εις άλλους +κουτσή και κρατημένη, και εις άλλους τρελλή και ότι έχω λέπραν, +και είμαι πάντα άρρωστη· κοντολογής με παρασταίνει διά ένα πλάσμα +ανάξιον της ανθρωπίνης ενώσεως, και μου έβγαλεν όνομα πως είμαι +μία ασχημοτάτη, που παρόμοια εις τον κόσμον δεν είναι, και κανείς +πλέον δεν με ζητεί· όθεν είμαι καταδικασμένη εις μίαν παντοτεινήν +σωφροσύνην χωρίς την θέλησίν μου. + +Τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκαμώθηκε πως κλαίει και επαράστησε με +τόσην τέχνην την μορφήν της, που ο Κατής έμεινε γελασμένος. Ω +πατέρα βάρβαρε, εφώναξεν αυτός· ημπορείς εσύ να τυραννήσης με +τόσην σκληρότητα μίαν θυγατέρα τόσον γλυκυτάτην και ωραίαν; Και +ποία είναι το λοιπόν, η γνώμη του πατρός σου; ακολούθησε προς +αυτήν, μίλησέ μου το λοιπόν, Αγγέλισσά μου, διατί δεν θέλει να σε +υπανδρεύση; Δεν ηξεύρω καθόλου, ω αυθέντη, είπεν η Ζερμπρούδα, +ξανανεώνοντάς τα κλάμματά της, δεν ηξεύρω ποίες είναι οι γνώμες +του· μα σου ομολογώ ότι η υπομονή μου έφθασεν εις το άκρον δεν +ημπορώ πλέον να ζήσω εις την κατάστασιν που ευρίσκομαι· ηύρα το +μέσον διά να έβγω από το σπήτι, και επρόστρεξα εις την δικαιοσύνην +σου διά να λάβης έλεος να του μιλήσης, διά να με υπανδρεύση, και +να έβγω από την τυραννίαν του, ειδεμή θέλω θανατωθη με τα ίδιά μου +χέρια. + +Η Ζεμπρούδα με τούτα τα υστερινά λόγια ετελείωσε διά να συγχίση +τον νουν του Κατή. Όχι, όχι απεκρίθη αυτός, δεν αποθαίνεις, ούτε +θέλεις πλέον κάμει την ζωήν που έως τώρα έκαμες. Δεν στέκει παρά +εις εσένα το να έβγης από τα σκότη που σκεπάζουν την ωραιότητά +σου, και να γένης εις τούτην την ίδιαν ημέραν, γυναίκα του Κατή +του Μπαγδατιού. Ναι, ω τελεία εικόνα του παραδείσου, εγώ είμαι +έτοιμος διά να σε στεφανωθώ, αν εσύ αγαπάς να κλίνης. Αυθέντη, +απεκρίθη αύτη, εγώ από το μέρος μου δεν θέλω αρνηθή τέτοιαν χάριν +και τιμήν που ζητείς να μου κάμης, μα φοβούμαι ότι δεν θα +ημπορέσης να καταπείσης τον πατέρα μου, με το να είναι πολλά +σκληρός, καθώς θέλεις τον δοκιμάσει. Μη σε μέλει δι' αυτό, λέγη ο +Κατής, εγώ σου τάσσω κάθε καλόν αποτέλεσμα, πες μου μοναχά εις +ποίον μαχαλά στέκει ο πατέρας σου, τι τέχνην κάνει, και πώς +ονομάζεται, και άφησε να κάμω εγώ. Αυτός ονομάζεται Ουστά Ομάρ, +του αποκρίνεται αυτή, και είναι βαφιάς και κατοικεί σιμά εις την +αγοράν. Τόσον φθάνει, της λέγει ο Κατής· εσύ ημπορείς να +ξαναγυρίσης εις το σπήτι σου, και ογλήγορα θέλεις λάβει το +ποθούμενον. Τότε η Κυρά αφού έδωσε μίαν γλυκιάν ματιάν του Κατή, +εμπουλώθη και εμίσευσεν απ' εκεί, και ήλθε να με εύρη. + +Αυτή μου έδωσε λογαριασμόν διά τα όσα ωμίλησε του Κατή και είχε +τόσην ευχαρίστησιν εις αυτό, που δεν ημπορούσε να σταθή ήσυχη έως +που θα ήθελεν ιδεί το αποβησόμενον. Ημείς θέλομεν ξεδικηθή, μου +έλεγεν· ο φίλος μας που ενόμιζε να γένωμεν παίγνιον εις τον κόσμον +θέλει γένη αυτός μύθος της χώρας. Και κατά αλήθειαν ευθύς που η +Ζεμπρούδα εμίσευσεν από τον κριτήν, αυτός έστειλεν ένα μουχξούρι +εις το σπήτι του Ουστά Ομάρ, και τον έκραξε διά να έλθη εμπροστά +του. Ο βαφιάς ήρθεν όλος τρεμάμενος έμπροσθέν του τον οποίον +βλέποντας ο κριτής, τον έβαλε να καθήση κοντά του. Αυτός έμεινε +εκστατικός διά τες τιμές που ελάμβανε, και δεν ήξευρε τι δηλούν. +Ουστά Ομάρ, του λέγει ο Κατής, έχω μεγάλην ευχαρίστησιν να σε ιδώ· +είναι πολύς καιρός που ακούω να μιλούν πολύ καλά διά εσένα· λέγουν +πως είσαι ένας άνθρωπος καλών ηθών, και πιστός μουσουλμάνος, που +ποτέ δεν λείπεσαι από το μετζίτι, που πας πέντε φορές την ημέραν +διά να κάνης την προσευχήν σου, και άλλα έργα διά τα οποία έχω +πολλήν ευχαρίστησιν· λέγουν ακόμη ότι υποχρεώνεις εις την +σωφροσύνην την θυγατέρα σου που είναι εις ηλικίαν υπανδρειάς, διά +το οποίον ο Προφήτης επρόσταξεν να υπανδρευθούν όλοι διά να αυξήση +ο κόσμος, και εις τούτο μόνον καταλαμβάνω που κάνεις αδύνατα και +αμαρτάνεις βαρύτατα. + +Αφέντη κριτή, απεκρίθη ο Ουστά Ομίρ, όλα όσα και αν είπες είναι +αληθινά, έξω από της θυγατρός μου· και άκουσον το αίτιον που δεν +την υπανδρεύω· αύτη είναι περασμένης ηλικίας, διά να υπανδρευθή, +επειδή έχει τριάντα χρόνους, και η κακορίζικη δεν είναι εις στάσιν +να παρουσιασθή εις άνδρα. Αυτή είναι ασχημοτάτη, σακάτισσα, +κολοβή, παλαβή, και κοντολογής είναι τέρας της φύσεως. Πολλά καλά, +είπεν ο Κατής χαμογελώντας· εγώ αυτό το εκαρτερούσα, Ουστά Ομάρ· +ήμουν αρκετά βεβαιωμένος ότι εσύ ήθελες κάμει ένα παρόμοιον +πανηγυρικόν της θυγατρός σου· μα ήξευρε, ακριβέ μου φίλε, ότι +ετούτη η ασχημοτάτη, η κολοβή και σακάτισσα, με όλα τα άλλα +ελαττώματα που έχει, είνε πολλά αγαπημένη από έναν άνθρωπο, ο +οποίος επιθυμεί να την πάρη εις γυναίκα, και αυτός ο άνθρωπος +είμαι εγώ. + +Εις τούτην την ομιλίαν ο βαφιάς εκύτταξε τον κριτήν εις το +πρόσωπον με θαυμασμόν, και του είπε· αν έχης επιθυμίαν, αφέντη, να +με εμπαίξης είσαι νοικοκύρης, και ημπορείς να γελάσης όσον σου +αρέσει με την θυγατέρα μου. Όχι, μη γένοιτο, απεκρίθη ο Κατής, εγώ +δεν γελώ με κανένα, μα αγαπώ την θυγατέρα σου, και διά τούτο σου +την γυρεύω. Ο τεχνίτης ακούοντας έτσι, εδόθηκεν εις ένα μεγάλον +γέλωτα. Μα τον Προφήτην εφώναξε, κάποιος σου έδωσε να καταλάβης +ένα ψεύμα επειδή και σε βεβαιώνω, ω αυθέντη, ότι η θυγατέρα μου +είναι κρατημένη, κολοβή και ιδροπικιασμένη. Ας είναι, αντίκοψεν ο +Κατής, εγώ την δέχομαι εις τούτην την μορφήν που είναι, επειδή και +αγαπώ παρόμοιες κόρες! τοιαύτης λογής είναι η άρεσίς μου, και +εσένα δεν πρέπει να σε μέλη δι' αυτό. Εγώ ξαναλέγω ακόμη ετούτην +την φοράν, λέγει ο βαφιάς, ότι η θυγατέρα μου δεν είναι διά την +αφεντιάν σου με το να είναι τερατώδης. Ω, ετούτο είναι πολύ, λέγει +ο Κατής, με φωνήν θυμωμένην· είμαι βαρεμένος από τούτα τα λόγια, +Ουστά Ομάρ· εγώ θέλω εσύ να μου την δώσης ετούτην την άσχημον και +τερατώδη, καθώς αυτή είνε, εις γυναίκα, και μη μου αποκρίνεσαι +άλλο. + +Ο βαφιάς βλέποντάς τον αποφασισμένον διά να στεφανωθή την θυγατέρα +του, και βεβαιωμένος ότι τινάς διά περιδιάβασίν του τον έκαμε διά +να λάβη κλίσιν με αυτήν, είπε με τον εαυτόν του. Κάμνει χρεία να +του ειπώ πως προίκα καμμιάς λογής δεν έχω να της δώσω, και με +τούτο θέλει τραβηχθή να μη μου μιλήση άλλο. Αυθέντη, του είπεν, +εγώ είμαι πρόθυμος διά να σε υπακούσω οπόταν θέλης έτσι· μα ήξευρε +πως προίκα δεν έχω να σου δώσω, και αν την θέλης χωρίς προίκαν +καλώς, ειδεμή ας κάθεται. Ετούτο είνε παρά πολύ, είπεν ο Κατής, μα +ας είνε· εγώ είμαι ευχαριστημένος να την λάβω και δίχως προίκα, +και λέγοντας, ούτως ηθέλησε διά να γραφθή η συμφωνία. Ο βαφιάς του +εναντιώθη, ότι το γράμμα δεν θέλει το υπογράψει, ανίσως και δεν +είναι παρόν εκατόν και ένας μάρτυρες, οι οποίοι να είνε Ιμάμιδες, +Μουλάδες, και Χοτζάδες. Εσύ απιστείς πολύ, του λέγει ο Κατής· μα +δεν βλάπτει, θέλω να σε ευχαριστήσω, επειδή και δεν θέλω να +υστερηθώ την θυγατέρα σου. Τότε έστειλε τους τζοχανταρέους του διά +να πηγαίνουν να κράξουν τοιούτους μάρτυρας, και εις ολίγον ήλθαν +περισσότεροι από όσους εζητούσεν ο βαφιάς. + +Αφού εσυναθροίσθησαν όλοι εκεί, ο βαθιάς είπεν έτσι του Κατή· +αυθέντη εγώ σου δίνω την θυγατέρα μου εις νόμιμόν σου γυναίκα· +επειδή και θέλεις έτσι μα σου ομολογώ έμπροσθεν εις τούτους τους +αφεντάδες, ότι αν αυτή δεν ήθελε σου αρέση, να μην ημπορής, να την +χωρίσης, με κανένα τρόπον και αν χωρίση θα ήθελες μου δώση χίλια +φλωριά ευθύς εις το χέρι. Καλώτατα, απεκρίθη ο Κατής, είμαι +ευχαριστημένος, και σου δίνω τον λόγον μου δι' αυτό με όρκον, +εμπρός εις τους περιεστώτας μάρτυρας. Δίδοντας το λοιπόν ο Κατής +τον λόγον του με εκείνον τον τρόπον και ωσάν αποβεβαιώθη η +συμφωνία τους από τους μάρτυρας, ο βαφιάς εβγήκε λέγοντας ότι +υπάγει να του στείλη την νύμφην του, και με το μίσευμα του βαφιά +ανεχώρησαν και οι μάρτυρες, και έμεινεν ο Κατής μόνος εις το σπήτι +του γεμάτος από ευχαρίστησιν, και δεν έβλεπε την ώραν διά να ιδή +την νέαν του γυναίκα. + +Αυτός λοιπόν ο Κατής είχε δύο χρόνους που είχε πάρει εις γυναίκα +μίαν θυγατέρα ενός πραγματευτού πλουσίου, η οποία μαθαίνοντας ότι +ο άνδρας της απεφάσισε να πάρη και άλλην γυναίκα, της εκακοφάνη +τόσον, που δεν ηθέλησε πλέον να σταθή με αυτόν, τον οποίον +κράζοντάς τον του είπε· ήκουσα σήμερον ότι θέλεις να πάρης και +άλλην γυναίκα, διά το οποίον σου λέγω, ότι ανίσως και την πάρης +δεν στέκω μαζί σου, ό,τι δεν ημπορώ να φτουρήσω μίαν αισχύνην +παρομοίαν και είμαι ευχαριστημένη καλύτερον να με χωρίσης, παρά να +ιδώ άλλην γυναίκα μαζί σου. Εσύ μου έκαμες μίαν μεγάλην χάριν να +μου το ειπής εμπροσθήτερα, της απεκρίθη ο Κατής, επειδή και δεν +ετολμούσα διά να σου ειπώ εγώ την νέαν μου υπανδρείαν· μα σαν είνε +έτσι θέλω σε ευχαριστήσει. Και ούτω λέγοντας, ευθύς άνοιξε μίαν +κασσέλαν και έβγαλε μίαν σακκούλαν και της εμέτρησε χίλια φλωριά, +λέγοντάς της· έπαρε, ω γυναίκα, την προίκα σου, και ύπαγε όπου +θέλεις· «Εγώ σε χωρίζω μίαν φοράν, δύο φορές, τρεις φορές σε +αποχωρίζομαι, και διά πλέον βεβαιωσύνην σου δίδω ετούτα τα λόγια +εγγράφως και υπογραμμένα από τον Αναΐππην μου κατά τους νόμους». +Και με τούτον τον τρόπον εχώρισε την γυναίκα του, η οποία εν τω +άμα ετραβήχθη εις τον πατέρα της μαζί με την προίκα της. + +Ευθύς που αυτή ανεχώρησεν ο Κατής έκαμε και εστόλισε το σπήτι του +με διάφορα στολίδια, ήγουν με πεύκια, εύμορφα στρωσίδια και άλλα +ευγενικά πράγματα, διά να δεχθή την νέαν του γυναίκα, και όλα ήταν +έτοιμα και εκαρτερούσε με μεγάλην ανυπομονησίαν να δεχθή την πολλά +αγαπημένην του, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να έλθη. Δεν απέρασεν +ώρα και ιδού βλέπει και έρχονται δύο βαστάζοι φέροντες ένα +γάιδαρον φορτωμένον με μίαν κασσέλαν, σκεπασμένην με ένα πεύκι +μεταξωτόν πράσινον· τι μου φέρετε εσείς ω φίλοι, τους λέγει ο +Κατής; αυθέντη του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αποθέτοντες την +κασσέλαν εις την γην, εδώ είνε η νύμφη σου· σήκωσε το πεύκι και +ιδές την πόσον είνε εύμορφη και καλοκαμωμένη. Ο Κατής με προθυμίαν +σηκώνει το πεύκι, και με έκστασιν βλέπει μίαν κόρην κολοβήν, μίαν +ράχιν που υπερέβαινε την κεφαλήν της, και κρατημένην από χέρια και +ποδάρια, και περιπλέον είχε το πρόσωπόν της μακρύ μισήν πήχυν και +γεμάτο από πρίσματα, τα μάτια πετασμένα και κόκκινα ωσάν την +φωτιάν, το στόμα της τρανόν ωσάν του κροκοδείλου, με τα δόντια +πετασμένα έξω από τα χείλη, και η μύτη της ήτο τόσον πλατεία, που +εφαίνονταν να ήσαν δύο φούρνοι. Τότε αυτός ο Κατής δεν ημπόρεσε να +ιδή ένα τέτοιο τέρας χωρίς να του κάμη τρόμον, όθεν την +εξανασκέπασεν ευθύς με το πανί, και λέγει των βαστάζων· τι θέλετε +εσείς να κάμω ετούτο το ελεεινόν θέαμα, ω ζώα; Αυθέντη, του +απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αυτή είνε η θυγατέρα του Ουστά Ομάρ, +βαφιά, ο οποίος μας είπεν ότι την εστεφανώθης από αγάπην και μας +την έδωσε διά να σου την φέρωμε. Δίκαιε Ουρανέ, εφώναξεν ο Κατής, +ημπορώ να στεφανωθώ ένα τέρας της φύσεως παρόμοιον; + +Εις τον ίδιον καιρόν ο βαφιάς προβλέποντάς την έκστασιν του Κατή, +έφθασεν εκεί. Ταλαίπωρε, του λέγει ο Κατής, διά ποίον με παίρνεις; +δεν ηξεύρεις που εγώ ημπορώ να σε παιδεύσω κατά πως σου πρέπει και +να σε βάλω εις τα σίδερα, που παίρνεις τόση τόλμη να αναγελάσης με +εμένα; φοβήσου τον θυμόν μου, ω δυστυχή, και αντίς διά τούτο το +τέρας της φύσεως που μου έστειλες, δος μου την άλλην σου θυγατέρα, +της οποίας η ευμορφιά μου είνε πολλά επιθυμητή· ειδεμή θέλεις +δοκιμάσει πόσον ημπορεί να κάμη ένας Κατής θυμωμένος. Αυθέντη, του +λέγει ο Ομάρ, παύσε να με φοβερίζεις, σε παρακαλώ, και μην είσαι +θυμωμένος εναντίον μου· ομνύω εις τον Πλάστην του κόσμου ότι άλλην +θυγατέρα από αυτήν δεν έχω· εγώ σου το είπα χίλιες φορές ότι αυτή +διά λόγου σου δεν ήτον· μα εσύ δεν ήθελες να με πιστεύσης, και εις +τούτο δεν έχω πταίξιμον κανένα. Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια ήλθεν +εις τον εαυτόν του, και λέγει του βαφιά. Ομάρ σήμερον το ταχύ +ήλθεν εδώ μία κόρη πολλά ωραία και μου είπε πως είνε θυγατέρα σου, +και πως δεν θέλεις να την υπανδρεύσης, δίδοντας να καταλάβη ο +κόσμος πως είνε λίαν τερατώδης, διά να μην ήθελε κανείς σου την +γυρέψη εις γυναίκα. Αυθέντη, του λέγει, ο βαφιάς, εκείνη η εύμορφη +κόρη είμαι βέβαιος πως σε ενέπαιξε, βαλμένη από κανένα εχθρόν σου, +διά να σου κάμη καταισχύνην και σε περιπαίξη. + +Τότε ο Κατής άρχισε να τραβά τα γένεια του, και να στοχάζεται διά +πολλήν ώραν· έπειτα είπεν· ετούτη είνε μία δυστυχία που έμελλε να +μου έλθη, και δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο. Κάμε, σε +παρακαλώ, να ξαναφέρουν την θυγατέρα σου εις το σπήτι, και σου +δίδω και τα χίλια φλωριά που σου έταξα και μη ζητής άλλο, αν θέλης +να είμεθα φίλοι. Ο βαφιάς διά να μην έλθη εις άλλα λόγια με τον +Κατήν, και διά να μη τον κάμη εχθρόν του, έστερξε να κρατήση τα +χίλια φλωριά, και να πάρη την θυγατέρα του οπίσω, κάνοντας πρώτον +να την χωρίση κατά τους νόμους. + +Ετούτο το συμβάν εμαθεύθη πολλά ογλήγορα εις όλην την χώραν, και +έγινεν εις όλους αξιογέλαστον το εμπαίξιμον του Κατή, και διά +πολλές ημέρες δεν ωμιλούσαν άλλο παρά δι' αυτόν· Ημείς ξεχωριστά +εχαρήκαμεν μεγάλως διά την εκδίκησιν που εκάμαμεν του Κατή, χωρίς +παντελώς να το καταλάβη· Απερνώντας αυτή η εκδίκησις, έστειλα ένα +μετζίλι διά να διηγηθή του βασιλέως πατρός μου τα όσα μου +εσυνέβηκαν αφού και εμίσευσα από κοντά του, και τον εβεβαίωσα ότι +ογλήγορα ήμουν διά γύρισμα ομού με την αγαπημένην γυναίκα που +επήρα. Και εκεί που εκαρτερούσα την απόκρισιν με το μετζίλι, αλλοί +εις εμένα, μου έφερε μαντάτα πολλά θλιβερά, ότι ο βασιλεύς πατέρας +μου μανθάνοντας ότι οι Άραβες κλέφτες, που μας επάτησαν, εσκότωσαν +όσους και αν είχα κοντά μου, και λογιάζοντας ότι και εγώ έμεινα +σκοτωμένος, από την λύπην του απέθανε, και ότι ανέβη εις τον +θρόνον του ένας εξάδελφός μου, ονόματι Αμαδεδίν, ο οποίος με μίαν +γραφήν που έγραψε με το ίδιον μετζίλι μου εσημείωνε την χαράν που +ο λαός έλαβεν, ακούοντας πως ευρισκόμουν ζωντανός· και ότι με +εκαρτερούσε μετά πάσης χαράς διά να πηγαίνω το συντομώτερον, και +ήτον έτοιμος διά να μου απαρατήση θεληματικώς τον θρόνον που εις +εμέ απαρθένευεν. Ετούτη η είδησις με έκαμε διά να αποφασίσω το +γληγορότερον να γυρίσω εις το Μουσούλ. Έλαβα θέλημα από τον Μουφάκ +πενθερόν μου, και παίρνοντάς την γυναίκα μου ομού με πολλούς +ανθρώπους διά φύλαξιν, εμίσευσα διά το Μουσούλ. + +Δεν είχα φθάσει ακόμη εις το ήμισυ της στράτας, και ιδού που βλέπω +τον Αμαδεδίν να έρχεται με πολύν λαόν, και με τους προεστούς του +Μουσούλ εις συναπάντησίν μου και φθάνοντάς με επέζευσεν ευθύς από +το άλογόν του, και ήλθε και με επροσκύνησε δείχνοντάς μου την +καλήν του προθυμίαν, καθώς εις την επιστολήν του μου το +εσημείωνεν. Έπειτα ήλθαν όλοι οι προεστοί και με μεγάλον σέβας με +επροσκύνησαν και με ευφήμησαν διά βασιλέα τους. Και ούτω +συντροφιασμένος με όλους εκείνους εμβήκαμεν εις το Μουσούλ με +μεγάλην παράταξιν όλος και ο λαός έδειξε με μεγάλους αλαλαγμούς +την ευχαρίστησίν του που με εξαναείδε, και έκαμε διά τρεις ημέρας +μεγάλες χαρές και πανηγύρεις. + +Τελειώνοντας δε αυτές οι χαρές έβαλα εις καλήν τάξιν όλα τα του +βασιλείου, και εβασίλευσα επάνω εις τον ραγιά μου με πολλήν +θερμότητα. Αγαπούσα περισσότερον παρά ποτέ την Ζιμπρούδα, και +εζούσα πολλά ευτυχισμένος, οπόταν ένας νέος Δερβύσης φανερώνεται +εις την αυλήν μου, ο οποίος, με τες διάφορες χάρες και πνεύμα +χαριέστατο που είχεν, επροχώρησεν εις τους προεστούς του παλατίου +μου, και τον επήραν εις μεγάλην αγάπην, και άλλο δεν ωμιλούσαν +παρά διά τες μεγάλες χάρες του Δερβύση. Μου ήλθεν επιθυμία να τον +ιδώ, και ευρίσκοντάς τον πλέον χαριτωμένον από εκείνο που άκουα, +τον επήρα εις τόσην υπόληψιν, που τον έκαμα ένα από τους της αυλής +μου, διά να τον έχω πάντα κοντά μου, να με ευφραίνη με τες +διήγησές του και με τες μεσελέδες του, ο οποίος ήτον πολλά +πρακτικός από όλα τα πράγματα του κόσμου· επειδή και με όλον που +ήτον νέος είχε περιπατήσει πολύν κόσμον. + +Μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε εις το κυνήγι εις ένα λόγγον +εξεμάκρυνα από τους ανθρώπους μου, και έμεινα με τον Δερβύσην +μοναχά. Αυτός εκεί που επερπατούσαμεν, μου εδιηγούνταν τα ταξείδια +που είχε κάμει, και διά τα όσα περίεργα που εις τας πόλεις και +βασίλεια είχεν ιδεί, και ανάμεσα εις τα άλλα δι' ένα γέροντα +Μπαρχάν που εγνώρισεν. Ετούτος ο μέγας άνθρωπος, μου είπεν, +ήξευρεν ένα μεγάλον αριθμόν σεκρέτα, ήγουν απόκρυφα, όλα πολλά +περίεργα. Αυτός από την πολλήν αγάπην που επήρε, μου έδειξεν ένα +σεκρέτον πολλά θαυμαστόν, και μου παρήγγειλε κανενός να μη το ειπώ +με όρκον. Ποίας ενεργείας είναι αυτό το σεκρέτον ερώτησα εγώ, +μήπως και είναι εκείνο που μετατρέπουν το μολύβι και σίδηρον εις +χρυσόν; Όχι, Βασιλέα μου, ετούτο είναι πολύ τιμώτερον από αυτό, +ετούτο κάνει να αναζήση ένα κορμί αποθαμμένον, όχι πως να του +επιστρέψω την ψυχήν, εις τούτο μονάχα ο Ουρανός ημπορεί να κάμη +αυτό το θαύμα, μα κάνω και εμπαίνει η ψυχή μου εις κάθε νεκρόν +σώμα, και το ανασταίνω. Και διά να σε ευχαριστήσω θέλω κάμει να +ιδής την δοκιμήν εις ετούτην την έλαφον που την έχομεν σκοτωμένην. +Εγώ του είπα πως θέλει μου κάμει μεγάλην χάριν κάμνοντάς με να ιδώ +ένα τέτοιον πράγμα. + +Τότε αυτός μου λέγει· στοχάσου λοιπόν εκείνο που έχω να κάμω. +Ευθύς που ετελείωσε ταύτα τα λόγια, βλέπω να πέση το κορμί του +χωρίς αίσθησιν, και εις τον ίδιον καιρόν είδα την έλαφον που +ανέζησε και εσηκώθη με πολλήν γληγορότητα και έρχεται προς με και +με έγλυφε, κάνοντάς μου πολλές χαρές. Και αφού έφερε κάμποσους +γύρους πίπτει κατά γης αύτη, και σηκώνεται ο Δερβύσης που +ευρίσκονταν νεκρός. Ετούτο το θέαμα μου έπληξε τον νουν και +επαρακάλεσα τον Δερβύσην, που ήτο καλύτερον να μη τον είχα ιδή, +διά να μου το φανερώση. Αυτός μου απεκρίθη πως διά τον όρκον που +έκαμα, δεν ημπορώ να το δείξω κανενός με κανένα τρόπον. Βλέποντάς +τον εγώ που δεν έκλινε διά να μου το δείξη μου άναπτε περισσότερον +την επιθυμίαν μου διά να μου το φανερώση και από τες πολλές +παρακάλεσες τέλος πάντων εκαμώθη, διά να μη με παρακούση, πως +απεφάσισε διά να μου το δείξη. Ιδού ω βασιλέα μου διά να σε +ευχαριστήσω, μου είπε, σου το δείχνω· φθάνει να είπης με τον νουν +σου ετούτα τα δύο λόγια Χαλβιλαχά και Μαχούλ, και κάθε λογής +νεκρόν σώμα το αναζής· Ευθύς που έμαθα αυτά τα δύο λόγια ηθέλησα +διά να κάμω την ενέργειάν τους επάνω εις την ιδίαν έλαφον, τα +οποία λέγοντάς τα ευθύς εμεταμορφώθηκα εις εκείνο το ζώον. Μα η +ευχαρίστησις που είχα διά την ενέργειαν που ακολούθησεν +ευτυχισμένα, εμετεστράφη ογλήγορα εις τόσον πόνον. Επειδή και +ευθύς που το πνεύμα μου εμπήκεν εις το κορμί της ελάφου, ο άνομος +και επίβουλος Δερβύσης έκαμε να περάση το εδικόν του εις το +κουφάρι μου και ωσάν έλαβε την μορφήν μου, ευθύς παίρνει το δοξάρι +μου και το ετέντωσε να με σκοτώση. Εγώ μένοντάς μου το λογικόν, +και καταλαμβάνοντάς την γνώμην του, εδόθηκα εις μίαν ταχείαν +φυγήν, και με όλον τούτο ο σκληροκάρδιος δεν έλειψε που να +τελειώση την επιβουλήν του, μα του εστάθη αδύνατον. Ιδού νέα μου +συμφορά, που δι' αυτό εκαταστάθηκα να ζω με τα ζώα εις τα βουνά +και εις τους λόγγους. Καλότυχος ανίσως και ήθελα παρομοιάση +τελείως, και με το χάσιμο της μορφής μου να ήθελα χάσει και το +λογικόν μου, και έτσι δεν ήθελα πέσει εις χίλιες σκληρές και +θλιβερές συμφορές. + +Εις το αναμεταξύ που εγώ εθρηνούσα την κατάστασίν μου εις τα δάση, +ο Δερβύσης εκυρίευε τον θρόνον του Μουσουλίου, και εχαίρονταν το +βασίλειόν μου. Και το περισσότερον που με έθλιβεν ήτον, που +εστοχαζόμουν πως εχαίρονταν και την αγαπημένην μου Ζεμπρούδαν. Και +καθώς αυτός αφού έλαβε την μορφήν μου εστοχάσθη ότι εγώ διά μέσον +αυτού του σεκρέτου που μου έδειξε να μην ήθελα φανερωθή εις το +παλάτι, και του συγχύσω την ανάπαυσιν, έδωσε θέλημα ότι να έβγουν +όλοι οι κυνηγοί να υπάν εις εκείνους τους λόγγους που είμασθε, και +να σκοτώσουν, όλες τες ελαφίνες που εκεί ευρίσκονταν. Εγώ όμως διά +τύχην μου εις αυτό το αναμεταξύ ηύρα ένα αηδόνι ψόφιον, το οποίον +το ανάζησα δίδοντας τες αίσθησές μου εις αυτό. Και υποκάτω εις +αυτήν την νέαν μορφήν επέταξα προς το παλάτι του εχθρού μου, και +επήγα και εκάθησα επάνω εις ένα δένδρον που ήτον εμπρός εις τα +παράθυρα της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. + +Εκεί στοχαζόμενος την δυστυχίαν μου, άρχισα να κελαδώ τα πάθη μου +με μίαν φωνήν πολλά παθητικήν, κυττάζοντας πάντα τα παράθυρα της +αγαπημένης μου. Αυτή ακούοντας ένα λάλημα τοιούτης λογής θλιβερόν +και νόστιμον, εβγήκεν εις το παράθυρόν της διά να με ακούση καλά, +και εγώ βλέποντάς την ακολουθούσα με περισσοτέραν ισχύν το +θλιβερόν μου λάλημα, ωσάν πως να της έδιναν να καταλάβη τον πόνον +μου. Μα αλλοί εις εμέ, που αντίς αυτή να συντριβή η καρδιά της από +το παθητικόν μου λάλημα, εγελούσε και ελάμβανε ηδονήν ομού με μίαν +σκλαβοπούλαν που την αγαπούσε. + +Εγώ αποφάσισα να μείνω εις εκείνο το περιβόλι, και ούτω διά πολλές +ημέρες έκανα το ίδιον, και ελάμβανα κάποιαν ευχαρίστησιν να θεωρώ +την αγάπην μου, με όλον που ήμουν ένα πουλί. Η Ζεμπρούδα δεν +έλειπε καθημερινώς να έρχεται να με βλέπη και να χαίρεται, και +τέλος πάντων επιθυμώντας διά να με έχη εις την εξουσίαν της, +επρόσταξε τους κυνηγούς διά να κάμουν κάθε τρόπον να με πιάσουν. +Εγώ αυτοθελήτως εμπήκα εις τα βρόχια, και πιάνοντάς με μέ έφεραν +εις την Ζεμπούδαν. Αυτή από την χαράν της με επήρεν εις τα χέρια +της, και με εχάιδευσε, και λέγοντάς μου πολλά λόγια χαϊδευτικά με +εφίλησε. Τότε και εγώ από το άλλο μέρος επλησίαζα με πολλήν +νοστιμάδα την μύτην μου εις τα χείλη της και την εγλυκοφιλούσα. Α +μαργιόλικο, εφώναξε γελώντας, φαίνεται, πως απεικάζεις εκείνο που +σου λέγω ω και τι πολλά νόστιμον που είσαι. Και αφού μου έκαμε και +άλλα χάδια, με έβαλεν εις ένα χρυσόν κλουβί, και το εκρέμασεν εις +τον χοντζερέ της. Κάθε ημέραν οπόταν αυτή εξυπνούσεν, εγώ ελαλούσα +με πολλήν νοστιμάδα, και οπόταν ήρχονταν να μου δώση τίποτε να +φάγω, αντί να φαίνομαι αγριωμένον, άπλωνα τες φτερούγες μου, και +επλησίαζα φέροντας την μύτην μου διά να λάβω το φαγί. Αυτή +έμνεισκεν εκστατική βλέποντάς με πολλά ήρεμον, και κάποτε με +έβγαζεν από το κλουβί και επετούσα με ελευθερίαν, μα από κοντά της +δεν έφευγα έχοντας χαράν να την χαϊδεύω εγώ με τες φτερούγες μου, +και με το πέτασμα που έκανα ολόγυρά της, και με κάποια γλυκά +τζιμπήματα που της έκανα. Και με τούτον τον τρόπον αυτή με +αγαπούσε τόσον, που μίαν ώραν δεν έστεκε χωρίς να με έχη κοντά +της. + +Αν εις την δυστυχίαν μου είχα κάποιαν άνεσιν εις το να ευρίσκωμαι +σιμά εις την αγάπην μου το επλήρωνα πολλά ακριβόν, οπόταν έβλεπα +τον άνομον Δερβύσην να έρχεται με την μορφήν μου προς αυτήν, και +να την χαίρεται ο μιαρός. Τι ανυπόφερτη δυστυχία και θλίψις! +οπόταν το ενθυμούμαι όλος τρέμω. Ως τόσον βλέποντας έτσι, κάθε +ολίγον εσήκωνα τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν, και εζητούσα +εκδίκησιν εις τούτο το άδικον που μου εγίνετο, και η καρδία μου +ήτον γεμάτη από θυμόν, και εθλιβόμουν μεγάλως. Αν καμμίαν φοράν ο +Δερβύσης ήθελε να με χαϊδεύση, οπόταν η Ζεμπρούδα με εκρατούσεν +εις τα χέρια της, του έδιδα τόσες τσιμπησιές με θυμόν με την μύτην +μου που τον έκανα να με αφίνη· μα ο θυμός μου δεν επροξενούσεν +άλλο, παρά να τους κάνω να γελούν. + +Η Ζεμπρούδα ως τόσον εκρατούσεν εις τον ίδιον χοντζερέ μίαν +σκυλοπούλαν που την αγαπούσεν· ετούτη η σκύλα μίαν ημέραν που +ήμασθε μοναχοί, εψόφησε τον καιρόν που εγεννούσε, και ο ψόφος της +μου εφώτισε τον νουν διά να κάμω την τρίτην δοκιμήν· Θέλω, είπα να +ιδώ τι έχει να κάμη η Ζεμπρούδα βλέποντας το αηδόνι ψόφιον, θα +θλίβεται, ή όχι; και ούτω λέγοντας επέρασε το πνεύμα μου εις το +κορμί της σκύλας, και άφησα το αηδόνι ψόφιον και τούτον τον +στοχασμόν ο Ουρανός μου τον εξαπόστειλε, διά να κάμω την εκδίκησίν +μου. + +Οπόταν η Ζεμπρούδα ήλθεν εις τον χοντζερέ της, βλέποντας το αηδόνι +ψόφιο, έβγαλε μίαν φωνήν τόσον δυνατήν, που έτρεξαν όλες οι δούλες +της. Κυρά, της είπαν, τι έπαθες; σου εσυνέβη κανένα εναντίον; α +πιστές δούλες μου, εγώ είμαι απελπισμένη, τους απεκρίθη κλαίοντας +πικρώς· το πτωχόν αηδόνι μου, το αγαπημένον μου αηδόνι εψόφησεν. +Α, ακριβόν μου πουλί, διατί με υστέρησες έτσι ογλήγορα; πώς ημπορώ +να υποφέρω μην ακούοντας πλέον την γλυκειάν σου φωνήν και τα +νόστιμά σου παιγνίδια; Αυτά και άλλα λέγοντας ήτον τόσον περίλυπη, +που καμμιά από τες σκλάβες της δεν ημπόρεσε να την παρηγορήση. +Έδωκαν ως τόσον την είδησιν του Δερβύση διά την θλίψιν της +Βασίλισσας, ο οποίος έτρεξε με ταχύτητα προς αυτήν, διατί την +αγαπούσε και αυτός κατά πολλά. Αυτός έκαμε κάθε τρόπον διά να την +παρηγορήση, μα εστάθηκαν όλοι του οι κόποι άκαιροι. + +Τέλος πάντων βλέποντας που καμμίαν παρηγορίαν δεν ελάμβανε, της +είπε· μη θλίβεσαι πλέον, αγαπημένη μου Ζεμπρούδα, ότι εστοχάσθηκα +μ' ένα σεκρέτον που έχω, να κάμω το αηδόνι, ότι κάθε ταχινήν να +έρχεται να σε διασκεδάζη διά μίαν φοράν μόνον, και αύριον το ταχύ +θέλεις ιδεί την δοκιμήν. Μη με παίρνεις διά μίαν αστόχαστην, σε +παρακαλώ, απεκρίθη εκείνη, και θέλεις να με περιπαίξης, δίδοντάς +μου να καταλάβω να μου το αναστήσης. Εγώ τα λόγια σου δεν τα +πιστεύω, και άφησε παρακαλώ διά να ξεθυμάνω κλαίοντάς το. Μη +γένοιτο, μη γένοιτο, Βασίλισσά μου, της απεκρίθη αυτός, πως σου το +λέγω διά κανένα τέλος και διά να πιστεύσης, ιδού που θέλω σε κάμει +να ιδής την δοκιμήν. + +Τότε κάνοντας να έβγουν όλες οι δούλες της από εκεί, έμειναν αυτοί +οι δύο μοναχοί και εγώ ωσάν σκύλλα που ήμουν έστεκα εις μίαν +αγκωνήν, και επαρακαλούσα τον Ουρανόν διά να βάλη εις πράξιν το +έργον, διά να ξεδικηθώ. Παίρνοντας λοιπόν ο Δερβύσης ένα θρονί +εκάθησε, και λέγοντας εκείνα τα δύο λόγια, έπεσε χωρίς αίσθησες· +και εν τω άμα το αηδόνι ανέζησε, και άρχισε να λαλή με μεγάλον +θαυμασμόν της Ζεμπρούδας. Εγώ ευρίσκοντας τον καιρόν ευτυχισμένον +ευθύς αφίνω το κορμί της σκύλας, και με ταχύτητα εξαναπήρα το +ιδικόν μου, και εις τον ίδιον καιρόν τρέχω με βίαν, και αρπάζω το +αηδόνι από το κλουβί και του τραβώ τον λαιμόν, και το εσκότωσα. +Έπειτα το έβαλα εις τα ποδάριά μου και το εκαταπάτησα με πολύν +θυμόν· τι κάνεις, ω Βασιλέα, η Ζιμπρούδα μου είπε φωνάζοντας· +διατί μου εφόνευσες με τούτον τον τρόπον το αηδόνι μου; όταν εσύ +δεν ήθελες να ξαναζήση, δεν έπρεπε να το ανακράξης εις νέαν ζωήν. +Ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός, εφώναξα τότε εγώ, χωρίς να αφηκρασθώ +αυτή το τι έλεγε, τόσον ήμουν φερμένος από την χαράν μου διά την +εκδίκησιν που έκαμα εις την καταφρόνησιν που ανόμως ο Δερβύσης +έκαμε της τιμής μου, και της αγάπης μου. Η Ζεμπρούδα έμεινεν +εκστατική εις το να με ακούση να ομιλώ ούτως. Βασιλέα, αυτή μου +λέγει, τι δηλούν ετούτα που μιλείς; Εγώ τότε της εδιηγήθηκα τα όσα +μου εσυνέβηκαν από αιτίαν του μιαρού Δερβύση, και επαρατήρησα, +εκεί που της τα εδιηγούμην, εγέμισε το πρόσωπόν της από εντροπήν +διά την απάτην που έλαβε, και μου έκαμεν άδικον, που δεν το +ήξευρε. Και από την θλίψιν της ήτον όλη έξω από τον εαυτόν της, +χωρίς να έχη παρηγοριάν. Δεν ημπορούσεν αυτή να αμφιβάλλη ότι εγώ +δεν ήμουν ο καθολικός της άνδρας, διατί το κορμί του Δερβύση που +ευρέθη εις τα δάση νεκρόν την εβεβαίωνε. + +Αφού και ετελείωσα να φανερώσω της Ζεμπρούδας ένα συμβεβηκός τόσον +παράξενον, το εμετανόησα πολλά, και ήτον καλύτερα που να μην της +είχα ειπή την αλήθειαν, διατί αλλοί εις εμένα, ημπορούσε να ζήση· +μα τι λέγω; πού χάνεται το πνεύμα μου; δεν ηξεύρω εγώ ότι τα καλά +και τα κακά που μέλλουν να έλθουν στέκουν γραμμένα εις τον +Ουρανόν; Ως τόσον η Ζεμπρούδα εσυνέλαβε τόσην θλίψιν και πίκραν +εις την απάτην που έλαβε, και έδωσε την ευχαρίστησιν εκείνου του +τρισαθλίου, που δεν μου εστάθη δυνατόν διά να την παρηγορήσω, +δίδοντάς της να καταλάβω ότι το λάθος της ήτον όλον άξιον +συμπαθείας, και ότι όλον το ανόμημα ήτον του μιαρού Δερβύση· μα +όλες εστάθηκαν μάταιες η παρηγοριές που της έκαμα. Και δεν +απέρασαν ολίγες ημέρες που από την θλίψιν της εξεψύχησεν εις τες +αγκάλες μου, ζητώντας μου συμπάθειον διά ένα ανόμημα, του οποίου +δεν ήτο πταίστρια. + +Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ καταλεπτώς τον πόνον, και την θλίψιν που +έλαβα εις το να χάσω τοιούτης λογής γυναίκα. Και αφού έκαμα να την +θάψουν με εκείνην την τιμήν που της έπρεπεν, έκραξα τον Αμαδεδίν +εξαδελφόν μου, και του λέγω· εξάδελφέ μου, με το να μην έχω +κληρονόμον, σου απαραιτώ τον θρόνον του Μουσούλ να χαρής την +βασιλικήν μεγαλειότητα, επειδή και εγώ θέλω να περάσω το επίλοιπον +της ζωής μου ωσάν απλούς άνθρωπος, από τον μεγάλον πόνον που έχω +διά τον χαμόν της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. Ο Αμαδεδίν που αληθώς +με αγαπούσε, δεν έπαυσε να με παρακινήση να αλλάξω αυτήν την +απόφασιν, μα τον έκαμα να καταλάβη ότι άκαιρα χάνει τους λόγους +του. + +Άφησα λοιπόν τον Αμαδεδίν εις τον θρόνον του Μουσούλ, και +συντροφιασμένος μοναχά με ολίγους σκλάβους, έφθασα εις το Μπαγδάτ +με πολύ χρυσίον και πετράδια, ήγουν διαμάντια. Επήγα και κατέβηκα +εις το σπήτι του πενθερού μου Μουφάκ, του οποίου εστάθη μέγας ο +θαυμασμός ομού και της γυναικός του εις το να με ιδούν, οπόταν +τους εφανέρωσα τον θάνατον της θυγατρός τους, που πολύ την +αγαπούσαν. Δεν έκαμα ετούτην την διήγησιν χωρίς να χύσω άπειρα +δάκρυα και χωρίς να μη κινήσω και τα εδικά τους. + +Δεν εστάθηκα πολύν καιρόν εις το Μπαγδάτι· αλλ' ανταμώθηκα με μίαν +συντροφιάν από χατζήδες, και επήγα εις την Μέκκαν και αφού +επροσκύνησα εκείνους τους τόπους, συντροφεύθηκα με τους χατζήδες +Ταρτάρους, και απερνώντας από τούτην την χώραν, μου άρεσε, και +αποφάσισα να κατοικήσω εις αυτήν, και είνε έως τώρα χρόνια σαράντα +που ευρίσκομαι εδώ, και περνώ μίαν ζωήν καλογηρικήν ή μοναχικήν, +και με κανένα δεν έχω αντάμωσιν. Η Ζεμπρούδα είναι πάντα εις τον +νουν μου, και λαμβάνω κάποιαν ευχαρίστησιν να την ενθυμούμαι. + + + +&Ακολούθησις και τέλος της ιστορίας του βασιλέως Καλάφ, και της +βασιλίσσης της Κίνας.& + + + +Τελειώνοντάς την ιστορίαν του ο Βασιλεύς του Μουσούλ, είπε προς +τους φιλοξενουμένους του. Ετούτη είναι η ζωή μου· εσείς βλέπετε +από τες δικές σας και δικές μου δυστυχίες, ότι η ζωή η ανθρώπινος +είναι ωσάν ένας κάλαμος, που κινείται πότε από τον ένα άνεμον, +πότε από τον άλλον. Εγώ ως τόσον ζω μίαν ζωήν ήσυχον, και είμαι +πολλά ευχαριστημένος. Ο Τημουρτάς, η γυναίκα του, και ο Καλάφ +επαίνεσαν την μεγαλοψυχίαν του, και υπομονήν εις τα όσα του +εσυνέβηκαν ομοίως και την απόφασιν που έκαμε διά να ζήση εις +ησυχίαν. Ύστερα από αυτά ο γέρων τους εδιώρισε τρία κρεββάτια διά +να πηγαίνουν να αναπαυθούν εκείνην την νύκτα. Το ταχύ δε +ξημερώνοντας επήγεν ο γέρων να τους εύρη και τους είπεν· ιδού που +εσείς δεν είσθε μοναχά δυστυχείς· ήκουσα σήμερον ότι ήλθεν ένας +αποστολάτορας από τον Βασιλέα Κασμίρ με ορισμόν ότι αν ήθελεν +ευρεθή εδώ ο Χάνης των Νογκίδων με την φαμηλιάν του να τον +πιάσουν, και να τον φυλακώσουν, επειδή έφυγεν από την επαρχίαν +του. Εις ταύτην την είδησιν αυτοί έμειναν βουβοί, και άλλαξεν η +όψις τους ωσάν των νεκρών. + +Ο γέροντας βλέποντας έτσι αλλαγμένα τα πρόσωπα τους τούς είπεν· +αγαπημένοι μου, τι θέλει να ειπή αυτή η σύγχυσις που επάνω σας +βλέπω; Α, Κύριε, απεκρίθη ο Τημουρτάς. Ημείς είμασθε εκείνοι που +αυτός ζητεί. Εγώ είμαι εκείνος ο ταλαίπωρος Χαν των Νογαΐδων· εσύ +βλέπεις την γυναίκα μου και τον υιόν μου· ηθέλομεν έχει μεγάλον +άδικον να μη σου φανερωθούμεν, ύστερον από τόσην δεξίωσιν και +θάρρος που μας έδειξες· ελπίζω όμως ότι εις ετούτην την περίστασιν +με την συμβουλήν σου θα μας βοηθήσης διά να έβγωμεν από τούτον τον +κίνδυνον. Εγώ, απεκρίθη ο γέρων, από εκείνο που καταλαμβάνω, σας +συμβουλεύω ότι εδώ να μη σταθήτε, αλλά να μισεύσετε το +συντομώτερον από τούτην την χώραν και κυττάξετε να πάρετε την +στράταν της Μπέρλας, και εκεί θέλετε είσθαι φυλαγμένοι. Του Χαν +ήρεσε πολλά η συμβουλή του βασιλέως του Μουσλούλ, ο οποίος +δίδοντάς τους τρία άλογα, ζωοτροφίαν διά πολλές ημέρες και μίαν +σακκούλαν φλωριά εμίσευσαν, ευχαριστώντας κατά πολλά τον γέροντα +διά τες μεγάλες ευεργεσίες που τους έκαμε. + +Μισεύοντας το λοιπόν από εκεί, επέρασαν τον ποταμόν Ηρτύχ, και +ύστερα από πολλές ημέρες έφθασαν εις την γην της φυλής της +Μπέρλας, και εσταμάτησαν εις την πρώτην τένταν που ηύραν, επειδή +και εκείνοι κατοικούν όλοι εις τέντες. Εκεί αυτοί επούλησαν τα +άλογά τους, και έζησαν με πολλήν ανάπαυσιν, έως που είχαν δηνάρια· +και σώνοντάς τα εσηκώθησαν από εκεί, και υπήγαν παρεμπρός εις τες +τέντες των προεστών· εκεί εμπήκαν εις μίαν τένταν που ήταν +επιταυτού διά τους πτωχούς ξένους, και εκεί έμειναν χωρίς καμμίαν +βοήθειαν. Ο Καλάφ απεφάσισε και επήγαινε διά να ζητήση +ελεημοσύνην. Αυτό άναψε μεγάλως τον πόνον του Χαν, βλέποντας που +εκαταστάθηκαν διά να ζητούν έλεος. Ως τόσον ο Καλάφ εσύναξε +κάμποσα δηνάρια από τες ελεημοσύνες, με τα οποία αγόρασε τα +αναγκαία προς ζωοτροφίαν τους διά μίαν μόνον ημέραν. Ο πατέρας του +με κανένα τρόπον δεν υπόφερνε να βλέπη τον υιόν του να ζητή +ελεημοσύνην, και ο υιός του διά να τον ευχαριστήση αποφάσισε διά +να μην πηγαίνη πλέον εις ζητιανιά, μα να εβγάλη την ζωοτροφίαν +τους με τους κόπους του, και ούτως επήγε διά να κάνη τον βαστάζον· +μα διά κακήν του τύχην απέρασε σχεδόν όλη η ημέρα, και δεν +ημπόρεσε να κερδίση ούτε ένα δηνάρι· και θλιβόμενος δι' αυτό +επήγεν εις ένα λόγγον, και κλαίοντάς με μεγάλον πόνον της καρδιάς +του, και με μεγάλον παράπονον εζητούσε βοήθειαν από τον Ουρανόν, +διατί δεν ημπορούσε πλέον να υποφέρη τα βάσανα· και ωσάν +αποσταμένος που ήτον, αποκοιμήθη υποκάτω εις ένα δένδρον, και αφού +εξύπνησε βλέπει ολίγον μακράν ένα γεράκι πολλά εύμορφον, με μίαν +άλυσσον χρυσήν εις τα ποδάρια εγκοσμημένην με ρουμπίνια και +διαμάντια. + +Ο Καλάφ που ήτον καλά παιδευμένος εις την τέχνην των γερακιών, το +έκραξε και ήλθε και το έπιασεν. Αυτός κατά πως εστοχάσθη, +απείκασεν ότι αυτό το γεράκι θα ήτον του βασιλέως του τόπου +εκείνου, και κατά πως εστοχάσθη έτσι ήτον. Επειδή αυτό το γεράκι +την απερασμένην το είχε χάσει ο βασιλεύς εις το κυνήγι, διά το +οποίον του εκακοφάνη τόσον που εκινδύνευε να χαθή από την θλίψιν +του, τόσην αγάπην είχε δι' αυτό, διά το οποίον είχε τάξει, ότι +όποιος ήθελε το εύρει και το φέρει να του δίδη τρεις χάρες που +ήθελε ζητήση. + +Ο Καλάφ τέλος πάντων γνωρίζοντας ότι ήτον του Βασιλέως το επήρε +και το έφερεν εις την τέντα του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς όλος χαρά, +έτρεξε και επήρε το γεράκι του, και το εφίλησε με μεγάλον πόθον· +έπειτα γυρίζοντας προς τον Καλάφ του λέγει· τι άνθρωπος είσαι εσύ, +αγαπημένε μου; μου φαίνεται πως είσαι ξένος, πες μου το λοιπόν πώς +ευρίσκεσαι εδώ; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Καλάφ· εγώ είμαι υιός ενός +πραγματευτού από την Βίσραν, ο οποίος είχε πολλά πλούτη, και +ταξειδεύοντάς με αυτόν και με την μητέρα μου διά να πάμε εις το +Μπαγδάτ, εσυναπαντήσαμε κλέφτες εις την στράταν και μας έγδυσαν +από ό,τι είχαμεν, και ζητώντας ελεημοσύνην εφθάσαμεν έως εδώ. +Είμαι πολλά ευχαριστημένος του απεκρίθη ο Βασιλεύς, που σου έτυχεν +εσένα η τύχη να εύρης το γεράκι μου, επειδή και έταξα με όρκον, +ότι όποιος ήθελε το εύρει και μου το φέρει να του κάμω τρεις χάρες +που θα ήθελε ζητήσει· το λοιπόν ζήτησε ό,τι αγαπάς και θέλει σου +δοθή. Επειδή και ορίζεις απεκρίθη ο Καλάφ, να σου ζητήσω τρεις +χάρες, ιδού τες ζητώ· εγώ κατά πρώτον ήθελα ο πατέρας μου και η +μητέρα μου, οι οποίοι ευρίσκονται εις το πτωχοδοχείον, να ήθελες +τους διορίσει την ζωοτροφίαν τους επί ζωής τους, και να τους +κρατήσης εις το παλάτι σου ωσάν αξιωματικούς. Δεύτερον να μου +δώσης εμένα ένα καλόν άλογον αρματωμένον με όλα του τα +χρειαζόμενα. Και τρίτον μίαν φορεσιάν πλουσίαν και μίαν σακκούλαν +με φλωριά γεμάτην, διά να ημπορέσω να κάμω ένα ταξείδι της +αρεσκείας μου που έχω μελετημένον. Η ζήτησές σου θέλουν πληρωθή, +του είπεν ο Βασιλεύς· φέρε μου εδώ σήμερον τους γονείς σου και +θέλω τους περιποιηθή καθώς μου είπες, και αύριον θέλω σου δώσει το +άλογον, και τα λοιπά που εζήτησες. Ο Καλάφ επροσκύνησε τον +Βασιλέα· έπειτα ήλθεν εκεί που ήσαν οι γονείς του, και τους +ανήγγειλε την προμήθειαν του Ουρανού που τους εξαπέστειλεν. +Αυτωνών επροξενήθη μεγάλη αγαλλίασις δι' αυτήν την είδησιν, και +ακολουθώντες τον Καλάφ, τους επήγε και τους επαράστησε του +Βασιλέως. Ο Βασιλεύς τους εδέχθη με πολλήν περιποίησιν, και τους +εδιώρισε τα αναγκαία τους κατά πως έταξε και έμειναν πολλά +ευχαριστημένοι. + +Την ερχομένην ημέραν ο Καλάφ ενδύθη τα πλούσια φορέματα που έλαβεν +από χειρός του Βασιλέως, με ένα σπαθί πολύτιμον και άλλα στολίδια, +ομοίως και μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά. Έπειτα του έφεραν το +άλογον στολισμένον, και ευχαριστώντας τον Βασιλέα, εκαβαλλίκευσε +το άλογον και ανεχώρησε, και ήλθεν εις την τέντα των γονέων του, +που τους την εδιώρισεν ο Βασιλεύς. Αυτωνών είπεν ο Καλάφ, πως +έχοντας επιθυμίαν διά να ιδή το περίφημον βασίλειον της Κίνας, +αποφάσισε διά να πηγαίνη εκεί, διά να πασχίση μήπως και ημπορέση +να αλλάξη καλύτερην τύχην. Οι γονείς του τον επήκουσαν, και +παίρνοντάς την ευχήν τους εμείσευσε διά την Κίναν. + +Φθάνοντας δε εις το Πεκίνον καθέδραν του βασιλείου της Κίνας, +επήγε και κατέβηκε εις ένα σπήτι μιας γηραλέας χήρας· και ευθύς +που εξεπέζευσεν έδωσε θέλημα της χήρας να στείλη κανένα να πάρη +τίποτε διά να φάγη. Η χήρα εν τω άμα έστειλεν ένα παιδίον διά να +ψωνίση τα αναγκαία. Εις αυτό το αναμεταξύ ο Καλάφ ερώτησε την +γραίαν περί των ηθών του τόπου, πόσον λαόν περιέχει, και άλλα· +τέλος πάντων η ομιλία τους έπεσεν επάνω εις τον βασιλέα της Κίνας. +Ειπέ μου, της λέγει ο Καλάφ, ο βασιλεύς είνε καλών ηθών; αγαπά τον +λαόν του; τον κυβερνά με επιμέλειαν; Ναι, του απεκρίθη η χήρα· +αυτός είνε ο πλέον καλύτερος βασιλεύς που έλαβεν η Κίνα, και το +όνομά του είνε φημισμένον διά την μεγάλην του καλωσύνην. Το λοιπόν +από εκείνο που μου λες είπεν ο Καλάφ, κρίνω ότι πρέπει να είνε ο +πλέον ευτυχισμένος Μονάρχης του κόσμου. Αυτός με όλον τούτο δεν +ημπορεί να είνε τοιούτος, εξαναείπεν η γραία, επειδή και την +ανάπαυσιν της ζωής του την συγχίζει πολλά η βασιλοπούλα +Τουρανδότη, θυγάτηρ του μονογενής. Και διά ποίαν αιτίαν +ξαναπεκρίθη ο Καλάφ, είνε αυτή μία τυραννία δι' αυτόν. Ναι, του +είπεν η γραία, ημπορώ με θεμέλιον να σου διηγηθώ τα περί αυτής, +επειδή και η θυγατέρα μου, που είνε εις την δούλευσίν της, μου το +εδιηγήθη ηξεύροντάς τα όλα. + +Αυτή η βασιλοπούλα ηκολούθησεν εκείνη, είνε εις ηλικίαν δέκα εννέα +χρονών, και είνε τόσον εύμορφος που κανείς ζωγράφος από τους πλέον +εξαιρέτους δεν ημπόρεσε να της παρομοιάση την ευμορφιάν της. Όθεν +τα κάλλη της και η φήμη της διεσπάρθη εις πολλά βασίλεια, η οποία +φήμη δεν έκαμεν άλλο παρά να προξενήση κακά αποτελέσματα. Αυτή +ανταμώνει εις την ωραιότητα ένα πνεύμα τόσον νόστιμον και +επιτήδειον, αυτή ηξεύρει διάφορες γλώσσες· ομοίως ακόμη την +αριθμητικήν, γεωγραφίαν, φιλοσοφίαν, μαθηματικήν, τους νόμους και +κοντολογής όλες τες επιστήμες· μα η ωραιότης της και η μάθησίς της +μένουν εις τα σκότη, από μίαν σκληροκάρδιον απανθρωπότητα που έχει +χωρίς παράδειγμα. Είνε δύο χρόνοι που ο βασιλεύς της Θέμπας +έστειλε και την εζήτησε διά γυναίκα του με το να ήκουσε την φήμην +της. Ο πατέρας της έχοντας επιθυμίαν διά να κάμη με αυτόν +εδικοσύνην, το ανήγγειλε της θυγατρός του. Αυτή η υπερήφανη +βασιλοπούλα με το να της εφαίνοντον οι άνδρες ένα πλάσμα +καταφρονεμένον, και έχοντας πολύ μίσος προς αυτούς, εδέχθη με +καταφρόνεσιν την συμβουλήν του πατρός της. Ο βασιλεύς εθυμώθη +εναντίον της και την εφοβέρισεν ότι ανίσως και δεν τον υπακούσει +θέλει κάμει με το στανειό να το στέρξη. Αυτηνής της εκακοφάνη αυτό +τόσον, που έπεσεν από την πίκραν της εις το κρεβάτι άρρωστη. Οι +ιατροί γνωρίζοντάς την αιτίαν της αρρώστιας της, είπαν του +βασιλέως, ότι όλα τα ιατρικά τους ήτον ανωφελή, και ότι η +βασιλοπούλα απέθνησκεν αν στέκη στερεός διά να την υποχρεώση να +στεφανώση τον βασιλέα της Θέμπας. + +Τότε ο βασιλεύς, ο οποίος πολλά την αγαπούσε, φοβούμενος τον +κίνδυνον που ήτον επήγε διά να την ιδή, και εκεί την εβεβαίωσε πως +δεν θέλει της μιλήσει πλέον περί ταύτης της υπανδρείας. Ετούτο δεν +φθάνει, απεκρίθη η βασιλοπούλα, απεφάσισα διά να αποθάνω, οπόταν +δεν μου ήθελες κάμει εκείνα, που έχω διά να σου ειπώ, με όρκον, +που να μη με παρακούσης. Ο βασιλεύς της έταξε, και έκαμε και +φοβερόν όρκον διά να την υπακούση εις ότι του ήθελεν ειπεί. Τότε η +βασιλοπούλα λέγει· θέλω να στείλης παντού ορισμόν με διαλαλητάδες +που να κηρύξουν ότι όλα τα βασιλόπουλα που θέλουν με ζητήσει, +κανένα να μη με στεφανωθή, αν πρώτον δεν μου ήθελε διαλύση τα +αινίγματα ή απορίας που έχω να του προβάλλω έμπροσθεν εις τους +διδασκάλους και σοφούς και αν μου αποκριθή σωστά, και μου τα +διαλύση, θέλω του είμαι γυναίκα· ειδέ μη και δεν ημπορέσει να +αποκριθή και να τα διαλύση, να του κόπτεται το κεφάλι εις την +αυλήν του παλατίου σου. + +Ο βασιλεύς εμετανόησε που έκαμε τον όρκον επειδή και ήτον πολλά +σκληρόν το ζήτημά της· μα στοχαζόμενος που κανείς δεν ήθελε βάλλει +την ζωήν του εις ένα τέτοιον κίνδυνον, την εβεβαίωσε πως θέλει την +υπακούσει, και εν τω άμα έστειλε διαλαλητάδες διά να κηρύξουν αυτό +το πρόσταγμα. Και η βασιλοπούλα βλέποντας ότι έγινε το θέλημά της, +εξανάλαβε την υγείαν της εις ολίγον καιρόν. + +Ως τόσον η φήμη της ωραιότητός της, και η διαλάλησις του βασιλέως, +ετράβηξε πολλά βασιλόπουλα από διάφορα μέρη εις το Πεκίνο· τα +οποία έχοντας κάθε ένα καλήν γνώμην εις το ίδιόν τους πνεύμα, ότι +θα διαλύσουν τες απορίες της βασιλοπούλας, έτρεχαν ωσάν οι τυφλοί +εις τον θάνατον, μην ημπορώντας κανείς να διαλύση κανένα από τα +αινίγματά της, και κάθε ολίγον δεν ηκούετο άλλον παρά θάνατος των +βασιλοπούλων· και εκείνο που θλίβει τον λαόν σήμερον, είνε ο +θάνατος ενός βασιλοπούλου νέου, που απόψε έχει να ακολουθήση, το +οποίον διά κακήν του τύχην ήλθεν εδώ. Ο Καλάφ έστεκε πολλά +επιμελής διά να ακούση τα όσα η γραία του εδιηγούνταν, και της +είπε. Μου φαίνεται, μητέρα μου, πολλά δύσκολον, ότι η βασιλοπούλα +θα είναι τόσον σκληρή και θα χαίρεται τον θάνατον τόσων +βασιλοπούλων νέων· και το περισσότερον που αυτά τα βασιλόπουλα +είναι τόσον άφρονα, να υπάγουν να κινδυνεύουν την ζωήν τους εις +τέτοιον τρόπον, μη παίρνοντας παράδειγμα ο ένας από τον άλλον. + +Αυθέντη, είπεν η γραία, πίστευσε εις τα όσα σου λέγω, διατί η άκρα +ωραιότης της Βασιλοπούλας είναι τόση, που όστις την ιδή εβγαίνει +από τον εαυτόν του και δεν στοχάζεται τον θάνατον διά το ουδέν. +Και πως αυτά τα αινίγματα, απεκρίθη ο Καλάφ, είναι τόσον σκοτεινά, +που να μην είναι κανείς να τα εξηγήση, ετούτο είναι πολύ, δεν το +πιστεύω. Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εδιηγούνταν, ήλθε νύκτα, +και ακούουν τόσα τύμπανα της δικαιοσύνης, που ελαλούσαν εις όλην +την χώραν. Ο Καλάφ ερώτησε τι θέλει να ειπούν αυτά τα λαλήματα· +και η γραία του είπεν, ότι αυτά έδιδαν είδησιν του λαού, ότι +έμελλε να θανατώσουν το δυστυχισμένον βασιλόπουλον που σου +εδιηγήθηκα, επειδή και δεν εδιάλυσε τα αινίγματα της βασιλοπούλας. +Ο Καλάφ περίεργος διά να ιδή ένα τέτοιον θάνατον, εβγήκεν από το +σπήτι του, και υπήγεν εις την αυλήν του βασιλέως, εκεί που έμελλον +να θανατώσουν το βασιλόπουλον. + +Αυτός είδεν εις τήνε μέσην ένα κρεβάτι υψηλόν, εις το οποίον ήτον +το βασιλόπουλον που ανέμενε τον θάνατον και ύστερα από τόσες +παράταξες, και φωτοχυσίες, και άλλα, ανέβη ο τζελάλης και του +έκοψε το κεφάλι· έπειτα υπήγαν τέσσαρες ιερείς Κινέζοι, και του +εσήκωσαν το κορμί με μεγάλην παρρησίαν, να το θάψουν εκεί που +είχαν θαμμένα και τα άλλα βασιλόπουλα. Ο Καλάφ έμεινεν εκστατικός +εις ένα τέτοιον θέαμα, και εβλασφημούσε κατά πολλά την ωμότητα της +βασιλοπούλας, και έλεγε με τον εαυτόν του· όσον και αν ήθελεν ήτον +ωραία, διά την σκληρότητά της μόνον πρέπει να την βδελύττεται +καθένας, και όχι να πιάση αγάπην δι' αυτήν, και να κινδυνεύση εις +τέτοιον τρόπον την ζωήν του. Εκεί που αυτός εστοχάζετο αυτά, +βλέπει κοντά του ένα άνθρωπον που έκλαιγε πικρώς. Ο Καλάφ τον +ερωτά μήπως το βασιλόπουλο ήτον γνώριμόν του. + +Α, κύριε, απεκρίθη εκείνος, έτσι να μη το είχα γνωρίση. Εγώ είμαι +ο λαλάς του, που το ανάθρεψα με τα χέρια μου, και ήλπιζα, να το +ιδώ εις τον θρόνον του πατρός του, και τώρα η κακή μου τύχη με +έφερε να το ιδώ εις τέτοιον τρόπον θανατωμένον. Α, κατηραμένε +ζωγράφε, ακολούθησε να λέγη, που η κακή τύχη σε έφερεν εις το +βασίλειόν του, και του έδειξες την εικόνα ετούτης της +σκληρόκαρδης, από την οποίαν ευθύς που είδε την ωραιότητά της, +ετρώθη εις την καρδίαν, και αποφάσισε να έλθη να θυσιαστή με +τούτον τον τρόπον, με όλα τα εμπόδια που επάσχισεν ο πατέρας του +να του κάμη. Ετούτη η κατηραμένη εικόνα είνε η αιτία της θυσίας +του· και ούτω λέγοντας έβγαλε την εικόνα της που την είχεν αυτός, +και την έρριξε κατά γης με θυμόν, έπειτα εμίσευσεν· + +Ο Καλάφ επήρε την εικόνα της βασιλοπούλας που ήτον κατά γης, διά +να την θεωρήση την ερχομένην ημέραν, επειδή τότε ήτον νύκτα. Ευθύς +που εφάνη η ημέρα ο Καλάφ άνοιξε το κουτί όπου ήταν εκείνη η +εικόνα· μα εστάθη συλλογισμένος πριν να την θεωρήση. Τι μέλλει να +κάμω, εφώναξε, χρεωστώ να παρουσιάσω εις τους οφθαλμούς μου ένα +υποκείμενον τόσον κινδυνώδες; στοχάσου, ω Καλάφ, στοχάσου τα +αποτελέσματα τα θλιβερά που αυτή επροξένησε, και προξενεί. Μη +κυττάξης αυτήν την ζωγραφιάν, αντιστάσου εις την θέλησίν σου, που +σε βιάζει, διά να μη σου συμβή και εσένα κανένα κακόν αποτέλεσμα. +Μα τι λέγω, μία εικόνα μέλλει να με φοβίση τόσον; αν μέλλω να +αγαπήσω την βασιλοπούλαν, πρέπει να είνε γραμμένον εις τον +Ουρανόν, το οποίον δεν θέλω το αποφύγει· μα μίαν εικόνα ημπορεί +τινάς να την θεωρήση αδιαφόρως· ήθελα είμαι πολλά αδύνατος, ώστε η +θεωρία διαφόρων χρωμάτων να μου σαλεύση τον νουν· ας μη φοβηθώ το +λοιπόν· ας θεωρήσω αδιαφόρως ετούτην την φθοροποιάν μορφήν, να ιδώ +αν έχη τόσην ενέργειαν, που να μου συγχίση τον νουν μου τον +σταθερόν. Έτσι τάζοντας ο Καλάφ να θεωρήση την εικόνα με +σταθερότητα, χωρίς να τον συγχίση με κανένα τρόπον, άρχισε να την +θεωρή· την κυττάζει, την εξετάζει, στοχάζεται την ωραιότητα του +προσώπου, την τελειότητα της μορφής της, την ζωντανωσύνην των +οφθαλμών της, το στόμα, τα μάγουλα και τα λοιπά, εξαισίως τέλεια, +και ωραία. Και αφού καταλεπτώς τα εθεώρησε μένει θαυμασμένος με +μίαν τέτοιαν γλυκείαν και ωραίαν μορφήν και με όλον που την +εκύτταξε με κάποιαν αντίρρησιν, έμεινε τέλος πάντων λαβωμένος από +την ευμορφιάν της. + +Μία σύγχυσις αιφνίδια τον περιπλέκει χωρίς να την απεικάση· τι +φλόγα λέγει έξαφνος με καίει; ποίαν σύγχυσιν προξενεί εις τες +αίσθησές μου ετούτη η εικόνα. Δίκαιε Ουρανέ, είνε τούτη η τύχη +όλων εκείνων που εθεώρησαν ετούτην την ζωγραφιάν, να αγαπήσουν την +απάνθρωπον, και σκληρόκαρδον βασιλοπούλαν που παρασταίνει; αλλοί +εις εμέ· γροικώ αρκετά ότι αυτή κάνει και εις εμέ εκείνο το ίδιον +που έκαμε και εις το βασιλόπουλον που την είχε· ποία μεταλλαγή +είνε τούτη, ω μεγάλε Θεέ; Εγώ ολίγον εμπροσθήτερα δεν εκαταλάμβανα +πώς ημπορούσε να δοθή μία ζωγραφιά να κάμη τέτοιον αποτέλεσμα, και +να πηγαίνουν ωσάν τυφλοί να θανατώνωνται, και τώρα να μη βλέπω +πράγμα που να μου φοβερίζη τον θάνατον; όχι, βασίλισσα +απαρομοίαστη, ακολούθησεν αυτός θεωρώντάς με βλέμμα γλυκύ την +εικόνα, κανένα εμπόδιον δεν με κρατεί· εγώ σε αγαπώ με όλον που +είσαι σκληρή, και αποφασίζω ετούτην την ώραν ή να σε κερδίσω, ή να +αποθάνω και εγώ διά την αγάπην σου μαζί με τους άλλους. Και ούτω +λέγοντας, αποφάσισε διά να υπάγη να παρουσιασθή εις τον βασιλέα +της Κίνας, τον πατέρα της, διά να ζητήση θέλημα να φιλονεικήση με +την θυγατέρα του. + +Τότε ο Καλάφ ενδυνόμενος με λαμπρά φορέματα, και καπνιζόμενος με +ευωδιαστικά αρώματα εφαίνετο ωραιότερος από τον ήλιον, και ούτω +στολισμένος έφθασεν εις την αυλήν του Βασιλέως. Ένας Οφφικιάλος +βασιλικός βλέποντάς τον ότι ήτον ξένος, τον ηρώτησε, τι γυρεύει +εις εκείνην την αυλήν. Εγώ είμαι ένα Βασιλόπουλον ξένον, του +απεκρίθη ο Καλάφ, και έρχομαι να παρουσιασθώ εις τον Βασιλέα διά +να αποκριθώ εις τα αινίγματα της βασιλοπούλας θυγατρός του. Ο +Οφφκιάλος εις τέτοιαν ομιλίαν κυττάζοντάς τον με έκστασιν του +είπε· Βασιλόπουλον, ηξεύρεις εσύ πως εδώ έρχεσαι να ζητήσης τον +θάνατον; εσύ ήθελες κάμει καλύτερα να σταθής εις τον τόπον σου, +παρά που αποφάσισες να έλθης να χάσης την ζωήν σου. Γύρισε οπίσω, +σε συμβουλεύω, και μη πλανάσαι από μίαν ματαίαν ελπίδα, να +αποκτήσης την σκληράν βασιλοπούλαν Τουρανδότην, επειδή με τα +δυσκολώτατα αινίγματά της θέλει σε στείλει εις τον θάνατον. Εγώ σε +ευχαριστώ, απεκρίθη ο Καλάφ, διά την καλήν σου συμβουλήν, μα εγώ +ηξεύρω πως δεν ήλθα εδώ, διά να ξαναγυρίσω οπίσω. Σύρε το λοιπόν +εις τον θάνατον, του απεκρίθη ο Οφφικιάλλος με θυμόν, επειδή και +δεν ακούεις το συμφέρον σου· και ούτω τον άφησε και εμπήκεν εις το +παλάτι. Και εκεί που έμβαινεν άκουεν άλλους να λέγουν, πόσον +ωραίον είνε τούτο το βασιλόπουλον, και αμαρτία είνε να αποθάνη +έτσι αδίκως. + +Τέλος πάντων ο Καλάφ έφθασεν εκεί που ο Βασιλεύς έστεκε και έδιδε +ακρόασιν του λαού. Αυτός έστεκεν εις υψηλόν θρόνον καμωμένον εις +μορφήν Δράκου, εγκοσμημένον με πολύτιμες πέτρες, και είχεν ολόγυρα +του θρόνου του πολλούς φύλακας με τα σπαθιά γυμνά εις τα χέρια· ο +οποίος βλέποντάς τον Καλάφ έστειλεν ένα του φύλακα διά να τον +εξετάξη το τι είνε ο ερχομός του εκεί. Ο Καλάφ του εφανέρωσε την +γνώμην του, λέγοντάς του, ειπέ του Βασιλέως πως είμαι ένα +βασιλόπουλο ξένον, και πως ήλθα διά να λάβω την τιμήν να γίνω +γαμβρός του. Ο Αλτούν Χαν, βασιλεύς της Κίνας, ευθύς που ήκουσε +την αιτίαν του ερχομού του, άλλαξε η όψις του και έμεινεν ωσάν +νεκρός· και αφού εσυνήλθεν, εκατέβη από τον θρόνον του, και +επλησίασεν εις τον Καλάφ λέγοντάς του· νέε τολμηρέ, ηξεύρεις εσύ, +του είπε, την σκληράν απόφασίν μου, και το δυστυχισμένον +αποτέλεσμα όσων έως την σήμερον ηθέλησαν να σταθούν πεισματικώς +εις το να θελήσουν να λάβουν την βασιλοπούλαν θυγατέρα μου; Ναι, +βασιλέα, απεκρίθη ο Καλάφ, γνωρίζω όλον τον κίνδυνον, εις τον +οποίον βάνομαι, και οι οφθαλμοί μου είνε μάρτυρες εις εκείνον τον +θάνατον, που έδωσες εχθές του άλλου βασιλοπούλου, μα εγώ ελπίζω να +διαλύσω τα ζητήματα της θυγατρός σου και να μη κινδυνεύσω ωσάν οι +άλλοι. + +Τότε ο βασιλεύς άρχισε να τον μιλή με κάθε γλυκύτητα, και με κάθε +λογής τρόπον διά να τον αποκόψη από τοιαύτην απόφασιν, επειδή και +του εκακοφαίνονταν να χαθή ένας τέτοιος ωραίος και ευγενής νέος, +που κατά αλήθειαν ήτον· μα όλα τα λόγια του δεν έπιασαν κανένα +τόπον. Τότε ο βασιλεύς βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον +απέστειλε λέγοντάς του· σύρε εις την κατοικίαν σου, στοχάσου +καταλεπτώς τον κίνδυνον της ζωής σου, συμβουλεύσου με τους φίλους +σου, και αύριον έλα εδώ με άλλην απόφασιν. Ο Καλάφ εβγήκε πολλά +θλιμμένος, που δεν έλαβε το ποθούμενον εκείνην την ημέραν. Όμως το +ταχύ της άλλης ημέρας εστάθη ο πρώτος που επαρουσιάσθη εις τον +βασιλέα με την αυτήν γνώμην. Ο βασιλεύς βλέποντάς τον πάλιν εις +την αυτήν γνώμην, και μη ημπορώντας να τον κάμη να την αλλάξη με +νέες παρακίνησες, απεφάσισε με μεγάλην του θλίψιν την ερχομένην +ημέραν να γένη η συνάθροισις η συνειθισμένη από τους σοφούς και +διδασκάλους της Κίνας, που έμπροσθεν εις αυτουνούς έμελλε να +γένουν τα αινίγματα, διά να αποφασίσουν αν οι διάλυσες γίνωνται +σωστές ή όχι. + +Ως τόσον ο Καλάφ γυριζόμενος εις το σπήτι του εμπήκεν εις +διαφόρους λογισμούς, στοχαζόμενος τες νουθεσίες που του έγιναν από +τον βασιλέα και από τους άλλους διά να μην έμβη εις τέτοιον +κίνδυνον· μα τέλος πάντων ενικήθη από τον έρωτα που τον είχε +λαβώση, ή να αποθάνη ή να θριαμβεύση, με το να εθαρρεύονταν εις +την πολυμάθειαν που και αυτός είχεν εις κάθε λογής επιστήμην. Και +ούτω το ταχύ εσηκώθη και εμετάλθεν εις τον βασιλέα. Ο Βασιλεύς +βλέποντάς τον επρόσταξε με θλίψιν πολλήν διά να γένη η +συνάθροισις. Και αφού εσυνάχθησαν όλοι οι Σοφοί και οι Διδάσκαλοι +εις το ντιβάνι, που έμελλε να γένη η διάλεξις, ο βασιλεύς επήγε +μοναχός του, και έβγαλε την βασιλοπούλαν την θυγατέρα του έχουσαν +σκεπασμένον το πρόσωπόν της, και την έφερεν εις την μέσην του +ντιβανίου που ήσαν δύο χρυσοί θρόνοι, εις τους οποίους ανέβηκαν +εις τον έναν ο βασιλεύς και εις τον άλλον η θυγατέρα του. Εις τα +πλευρά των θρόνων έστεκαν οι σωματοφύλακες του βασιλέως με σπαθιά +γυμνά εις τα χέρια, και δύο σκλάβες πολλά ωραίες έστεκαν κοντά εις +τον θρόνον της βασιλοπούλας. + +Έπειτα από το κάθισμα αυτών, εκάθισαν και οι άλλοι, καθένας εις +τον τόπον του με τα κεφάλια σκυπτά, έξω από τον Καλάφ που εγύριζεν +εις κάθε μέρος το βλέμμα του χωρίς κανένα φόβον, και το +περισσότερον προς την βασιλοπούλαν, στοχαζόμενος το +μεγαλοπρεπέστατόν της φέρσιμον. + +Τότε ο βασιλεύς γυρίζει προς την θυγατέρα του και λέγει· εις εσένα +στέκει, αγαπημένη μου θυγατέρα, να μιλήσης· πρόβαλε εις τούτο το +νέον βασιλόπουλον τα αινίγματά σου που έχεις ετοιμασμένα, και +παρακαλώ τον Ουρανόν να δώση να τα διαλύση διά να μη χαθή ένας +τέτοιος νέος, διότι είναι αμαρτία. Η βασιλοπούλα εις τούτα τα +λόγια είπε· κράζω εις μαρτυρίαν τον Ουρανόν, ότι δεν βλέπω παρά με +μεγάλην μου θλίψιν να αποθαίνουν τόσα βασιλόπουλα. Μα διατί να +είναι τόσον ισχυρόγνωμα εις το να θελήσουν να με απολαύσουν; διατί +δεν με αφίνουν εις την ησυχίαν μου, μόνον έρχονται να μου +συγχίσουν την ανάπαυσιν; Εγώ αυτό το εγύρεψα διά να μη τολμήση +κανείς να με γυρεύση διά γυναίκα του με το να μην έχω επιθυμίαν +διά να υπανδρευθώ· μα σαν αυτοί θέλουν να βάνουν την ζωήν τους εις +τέτοιον κίνδυνον, εγώ δεν έχω το φταίξιμον. Ήξευρε το λοιπόν, ω +νέε τολμηρέ, ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς τον Καλάφ, ότι εσύ +δεν θέλεις έχει δίκαιον να με ονειδίσης και να με ονομάσης +σκληρόκαρδον, οπόταν εις ομοίωσιν των άλλων παρομοίων σου θέλει +σου τύχει να υποφέρης σκληρόν θάνατον. Εσύ μόνος είσαι η αιτία του +θανάτου σου, επειδή εγώ δεν σε υποχρεώνω να έλθης διά να με +ζητήσης διά γυναίκα σου. + +Ωραιοτάτη μου βασίλισσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον Καλάφ, εγώ +ηξεύρω καλώτατα όλον εκείνο που ημπορεί να ειπής επάνω εις ετούτην +την υπόθεσιν. Πρόβαλε, αν ορίζης, τα αινίγματά σου, και εγώ θέλω +κάμει το δυνατόν διά να εύρω την διάλυσιν. Ας είναι απεκρίθη η +Τουρανδότη. «Πες μου ποίον είναι εκείνο το πλάσμα, το οποίον είναι +εις κάθε τόπον φίλος όλου του κόσμου, και που δεν ημπορεί να +υποφέρη το όμοιόν του»; Βασίλισσά μου, απεκρίθη ο Καλάφ, αφού και +εστοχάσθη ολίγον, αυτός είνε ο Ήλιος· βέβαια εφώναξαν με μεγάλην +χαράν, και αλαλαγμόν οι Σοφοί, αυτός είνε ο Ήλιος· «Ποία είνε η +μητέρα, εξαναείπεν η Τουρανδότη, η οποία αφού και δώσει εις το φως +τα παιδιά της, τα καταπίνει όλα οπόταν γένουν μεγάλα;» Αυτή είνε η +θάλασσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον επειδή και οι ποταμοί που +πηγαίνουν, και αδειάζονται εις την θάλασσαν έχουν την αρχήν τους +από αυτήν. Επαίνεσαν πάλιν οι Σοφοί με τον ίδιον τρόπον και αυτήν +την διάλυσιν. + +Η βασιλοπούλα Τουρανδότη, βλέποντας ότι ο Καλάφ διαλύει με +ευκολίαν τα αινίγματά της, εθυμώθη και απεφάσισε να μην αφήση +κανένα μέσον που να τον κάμη να χαθή. «Ποίον είνε εκείνο το +δένδρον, του είπε, του οποίου όλα τα φύλλα είνε από την μίαν +μεριάν μαύρα και από την άλλην άσπρα;» και λέγοντας αυτά +εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, διά να τον κάμη με την ωραιοτάτην της +μορφήν να συγχυσθή και να μην αποκριθή εις το προκείμενον, και με +αυτόν τον τρόπον να τον κάμη να χαθή. Ο αγαπητικός της Καλάφ εις +την θεωρίαν εκείνης της ηλιακής μορφής της βασιλοπούλας, αντίς να +αποκριθή εις το αίνιγμα, έμεινε βουβός και ακίνητος. Όλον το +Ντιβάνι ευθύς εμβήκεν εις ένα μεγάλον φόβον, επειδή και όλοι +επιθυμούσαν την νίκην του Καλάφ. Ο ίδιος ο Βασιλεύς έγινεν αχνός +ωσάν το κερί, και επίστευεν ότι ο Καλάφ θα ήτο εις κακήν στάσιν +και έμελλε να χαθή. Μα ο Καλάφ ερχόμενος εις τον εαυτόν του από +την αντράλωσιν, που του είχεν αιφνιδίως προξενήση η ωραιότης της +βασιλοπούλας, εξαναθάρρυνε το Ντιβάνι που ήτον φοβισμένον, και +ξαναπιάνοντάς την ομιλίαν είπεν. + +Ωραιοτάτη βασιλοπούλα, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης, αν έμεινα διά +καμπόσον εις σιωπήν· ελογίαζα ότι θα είχα ιδή έν από εκείνα τα +ουράνια κορίτσια που είνε ετοιμασμένα διά τους πιστούς +Μουσουλμάνους εις τον Παράδεισον· δεν ημπόρεσα να θεωρήσω τόσα +κάλλη χωρίς μεγάλην μου αντράλωσιν· λάβε την καλωσύνην να ξαναειπής +το αίνιγμα που μου επρόβαλες, διατί δεν το ενθυμούμαι πλέον, +επειδή και η θεωρία σου με έκαμε να το αλησμονήσω. Εγώ σε ερώτησα, +είπεν η Τουρανδότη, ποίον είνε εκείνο το δένδρον που τα φύλλα του +είνε από το ένα μέρος μαύρα, και από το άλλο άσπρα. Ετούτο το +δένδρον, απεκρίθη ο Καλάφ, είνε ο χρόνος, ο οποίος είνε συνθεμένος +από ημέρες και νύκτες. Ετούτη η απόκρισις εφάνη παρομοίως επαινετή +εις όλους του Ντιβανιού, και έλεγαν ότι αυτή είνε αληθινή διάλυσις +και έδιδαν χιλίους επαίνους εις τον Καλάφ. Τότε ο Αλτούν Χαν λέγει +της θυγατρός του, τώρα, ω θυγατέρα μου, πρέπει να ομολογηθής +νικημένη, και να κλίνης εις το να στεφανωθής τον νικητήν σου· οι +άλλοι δεν ημπόρεσαν να αποκριθούν ούτε εις ένα από τα αινίγματά +σου, και τούτος σου τα εξηγεί όλα. Αυτός δεν έχει λάβει ακόμη την +νίκην, απεκρίθη η βασιλοπούλα, ξανασκεπάζοντας το πρόσωπόν της διά +να κρύψη την σύγχυσίν της και τα δάκρυά της που έμεινε νικημένη. +Έχω να του προβάλλω και άλλα αινίγματα ακόμη, το οποίον θέλω το +κάμει αύριον. + +Ω ετούτο δεν θέλω το γροικήσει, απεκρίθη ο βασιλεύς· εσύ έμεινες +νικημένη από τούτον τον χαριέστατον νέον, ενώπιον τούτου του +μεγαλοπρεπούς Ντιβανίου· δος λοιπόν το χέρι σου διά να γένη +νυμφίος σου και μη φαίνεσαι πλέον σκληρή· ενθυμήσου το τι μου +έταξες, πως όποιος ευρεθή να διαλύση τα αινίγματά σου, αυτός θα +είνε χωρίς άλλην πρόφασιν νυμφίος σου· εγώ επάνω εις τον λόγον σου +έκαμα την σκληράν απόφασιν που έως τώρα ηκολούθησα· όμως απ' εδώ +και εμπρός μη στοχασθής πως θα σταθώ εις την απόφασίν μου, επειδή +εβγήκα από το χρέος του όρκου μου. Απ' αυτά και άλλα παρόμοια +εκατανύχθη η καρδιά της βασιλοπούλας, και μάλιστα που ευρέθη +νικημένη, και μην ημπορώντας πλέον να κάμη αλλιώς, εγύρισε προς +τον Καλάφ και είπεν. Α σκληρέ Καλάφ, ποίος σου είπε να έλθης εδώ +να συγχύσης την ανάπαυσίν μου; ποίος εστάθη εκείνος που σε +ηνάγκασε να έλθης να υποχρεώσης με την άκραν σου χάριν, με την +πολλήν σου σταθερότητα να ρίξω την αγάπην μου εις εσένα, που ακόμη +δεν ήξευρα τι ήθελε ειπή αγάπη προς άνθρωπον, και τώρα να γροικώ +μίαν μεγάλην κλίσιν δι' εσένα; Η αγάπη λοιπόν του Βασιλέως πατρός +μου, που δείχνει δι' εσένα, και οι μεγάλες χάρες που έχεις, με +κάνουν να αποφασίσω διά να σε δεχθώ διά νυμφίον μου, διατί άλλος +δεν είναι που να σε ομοιάση. + +Εις ετούτα τα λόγια όλον το Ντιβάνι ηχολόγησεν από χίλιες χαρές +των παρεστηκότων, διά την απόφασιν της βασιλοπούλας, και διά την +ευτυχίαν του Καλάφ που εγλύτωσε τον θάνατον, και ηξιώθη διά να +λάβη εκείνην που επιθύμησαν πολλοί, και δεν την απόλαυσαν, αλλά +έχασαν την ζωήν τους. Ο Βασιλεύς εκατέβη από το θρονί του και +αγκάλιασε την θυγατέρα του που του έδωκε τέτοιαν χαράν, έπειτα +έπιασε και εφίλησε και τον Καλάφ, και εν τω άμα τον εκήρυξε +γαμβρόν του, και μετά μεγάλης χαράς ελύθη το Ντιβάνι, και +εμίσευσαν όλοι μετά μεγάλης αγαλλιάσεως. Ο δε βασιλεύς παίρνοντάς +την θυγατέρα του και τον Καλάφ από τα χέρια τους έφερε μέσα εις το +σαράγι του, και έκαμε μεγάλες δεξίωσες του Καλάφ, και συμπόσιον +μέγα, και ευφράνθηκαν υπερβολικώς όλην εκείνην την ημέραν, έως την +μισήν νύκτα. Την δ' ερχομένην ημέραν ο βασιλιάς της Κίνας +επρόσταξε διά να γενούν ετοιμασίες διά τους γάμους του Καλάφ με +την βασιλοπούλαν, και όντας όλα έτοιμα έκαμε τους γάμους με +μεγάλην μεγαλοπρέπειαν, και με άπειρες χαρές, και παιγνίδια διά +ένα μήνα ολόκληρον. Και παύοντας οι γάμοι, ο Καλάφ επαρακάλεσε τον +βασιλέα της Κίνας, διά να στείλη να φέρουν τον πατέρα του και την +μητέρα του, που ήτον εις το βασίλειον της φυλής της Μπρέλας· οι +οποίοι και εις ολίγον καιρόν έφθασαν εκεί, και εχάρηκαν την +μεγάλην ευτυχίαν του υιού τους. Και ο βασιλεύς της Κίνας έκαμε και +τους εξαναστερέωσεν εις τον θρόνον τους, στέλνοντας φοβερισμούς +εις Κασμίρην, πως αν δεν τους ήθελε δώσει τον θρόνον τους ήθελε +του κηρυχθή εχθρός θανάσιμος· και με τούτον τον τρόπον τους +ελευθέρωσε το βασίλειόν τους, και τους απέστειλεν εκεί μετά +μεγάλης τιμής, και με μερικόν στράτευμα. Και ο Καλάφ αφού εστάθη +τρεις χρόνους εις το βασίλειον της Κίνας, μαζί με την αγαπημένην +του Τουρανδότην, μανθάνοντας τον θάνατον του πατρός του, εμίσευσεν +από εκεί μαζί με την γυναίκα του και δύο παιδιά που είχε κάμει εις +αυτό το αναμεταξύ, και επήγεν εις την Νογαϊδά, και ανέβη εις τον +θρόνον του πατρός του, και εβασίλευσε διά πολλούς χρόνους, και +απέρασε μίαν ζωήν ευτυχισμένην και ασύγχυστην, και πάντα κατά +πολλά αγαπημένα με την περιπόθητήν του γυναίκα, που με κίνδυνον +μέγαν της ζωής του την απόκτησεν. + +Εδώ ετελείωσεν η Χαλιμά την ιστορίαν της, την οποίαν ηύρεν ο +βασιλεύς Αϊδήν πολλά περίεργον και νόστιμην, και πάλιν άρχισε να +την επαινή, και να της κάνη νέα χαρίσματα μεγάλης τιμής άξια, +ανάμεσα εις τα οποία της εχάρισεν ένα διαμάντι μεγάλον ωσάν αυγό +χήνας, δεμένον ολόγυρα με χρυσάφι, και ένα καρβούνι ομοίας +μεγαλειότητος, το οποίον την νύκτα έλαμπε πολλά περισσότερον από +ένα λαμπρόν φως. Ομοίως έκαμε και της Μεδινάς διάφορα χαρίσματα +πολύτιμα. Και μένοντας κατά πολλά ευχαριστημένη η Χαλιμά διά τα +χαρίσματα που ο Αϊδήν της έκαμε, τόσον αυτής, όσον και της αδελφής +της, λέγει του· έχω μεγάλην ευχαρίστησιν, ω βασιλεύ μου, βλέποντας +ότι όλας τας ιστορίας που εγώ έως τώρα σου εδιηγήθηκα, έτυχαν της +γνώμης σου, και της κλίσεως σου, ελπίζω όμως ότι μία άλλη ιστορία +που έχω να διηγηθώ, θέλει υπερβή όλας τας απερασμένας τόσον εις το +μάκρος της διηγήσεως, ωσάν και εις τα διάφορα περιστατικά που +περιέχει· αυτή η ιστορία είνε εκείνου του θαυμαστού βασιλέως +Βεδρεδήν Λώλου, και του Βεζύρη του του μελαγχολικού, η οποία +φανερώνει ότι ουδένας εις τούτον τον κόσμον ημπορεί να είναι +τελείως ευτυχισμένος, και που να μην ευρίσκεται χωρίς θλίψιν και +πίκραν που να τον συγχίζη· διά τούτο αυτή θέλει υπάγη εις μάκρος +περισσότερον από τας άλλας εις την οποίαν θέλουν περικλεισθή +διάφορες άλλες ιστορίες πολλά περίεργες και παραδειγματικές. Όθεν +σε παρακαλώ να μη βαρεθής να την ακροασθής, διατί σε βεβαιώνω πως +θέλεις εύρει μέσα εις αυτήν πολλήν ευχαρίστησιν μα επειδή και διά +την ώραν μην όντας καιρός αρμόδιος να την αρχίσω, την μετατρέπω +διά την ερχομένην ημέραν. Η γνώμη της Χαλιμάς ήρεσε κατά πολλά του +Αϊδήν, και έτσι εσηκώθη και υπήγε κατά την συνήθειαν εις το +Ντιβάνι του. Την ερχομένην ημέραν έρχεται η Μεδινά, και την ξυπνά +λέγοντάς της, σηκώσου, αγαπημένη μου αδελφή, να διηγηθής την +ιστορίαν που έταξες την απερασμένην ημέραν, διότι έχω πολλήν +περιέργειαν διά να την ακούσω, επειδή και καταλαμβάνω ότι θέλει +είναι πολλά ωραία. Η δε Χαλιμά σηκωθείσα, ευθύς άρχισε να την +διηγηθή, καθώς θέλετε ακούσει. + + + +&Ιστορία του βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου και του Βεζύρη του.& + + + +Ο Βεδρεδήν Λώλος, Βασιλεύς της Δαμασκού, είχε διά Βεζύρην του +άνθρωπον πολλά φρόνιμον, και εμπιστευμένον· αυτός ωνομάζετο +Ταλμούχ, και είχεν άκρον ζήλον διά την δούλευσιν του Βασιλέως του, +και τον είχεν ως το δεξιόν του μάτι. Ο λαός όλος ευχαριστούντο +κατά πολλά διά την καλήν του κυβέρνησιν, και διά τα καλά του ήθη. +Αυτόν τον επωνόμασε Βεζύρην μελαγχολικόν, επειδή πάντοτε ήτον +σκυθρωπός και μελαγχολικός, και δεν εγελούσε ποτέ του με κανένα +τρόπον. Μίαν ημέραν ο Βασιλεύς του ωμιλούσε διά κάποια απόκρυφα, +και διά ένα συμβεβηκός εγελούσεν υπερβολικά, που κατά αλήθειαν +ήτον άξιον να γελά καθένας. Μα ο Βεζύρης τον άκουε με τόσην +σοβαρότητα, που ο βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος. Ταλμούχ, του λέγει, +εσύ είσαι ένας άνθρωπος παράξενος, που κανένα πράγμα δεν σε κάνει +να γελάσης, αλλά στέκεις έτσι σοβαρός και σκυθρωπός πάντα. Και +είναι σχεδόν δέκα χρόνοι, που είσαι εις την δούλευσίν μου, και +ποτέ δεν σε είδα να γελάσης· τι θέλει να ειπή τούτο, και από τι +προέρχεται αυτή η μελαγχολία σου; + +Βασιλέα μου, απεκρίθη ο Βεζύρης· η μεγαλειότης σου δεν πρέπει να +το θαυμάζης· καθένας έχει τα βάσανά του· δεν είναι άνθρωπος επάνω +εις την γην, που να μην είναι χωρίς θλίψιν και βάσανον. Η +απόκρισίς σου δεν είναι σωστή, απεκρίθη ο Βασιλεύς· αν του λόγου +σου έχης καμμίαν κρυφήν θλίψιν που να σε βασανίζη, από αυτό δεν +ημπορείς να ειπής ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι χωρίς βάσανον. +Αυτό που βεβαιώνω, ω βασιλέα μου εξαναπεκρίθη ο Ταλμούχ, ότι +τέτοια είναι η κατάστασις των απογόνων του Αδάμ· η καρδιά μας δεν +ημπορεί να χαρή ποτέ ένα καλόν τέλειον χωρίς να είνε συγκερασμένον +και με το πικρόν, και από λόγου σου ημπορείς να διακρίνης και τους +άλλους. Η βασιλεία σου, πες μου, είνε τέλεια ευχαριστημένη; Ω όσον +δι' εμέ δεν ημπορώ να είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βασιλεύς· +έχω πολλούς εχθρούς, φέρω το βάρος του βασιλείου, χίλιοι στοχασμοί +μού διαμοιράζουν τον νουν, και συγχίζουν την ανάπαυσιν της ζωής +μου· μα είμαι βέβαιος ότι είνε πολλοί άνθρωποι τελείως +ευχαριστημένοι και χωρίς καμμίαν θλίψιν. + +Ο βεζύρης Ταλμούχ, εδιαφέντευε πάντα εκείνα που είχεν ειπεί, με +τρόπον που ο βασιλεύς βλέποντάς τον σταθερόν εις την γνώμην του, +του είπεν. Αν δεν ευρίσκεται χωρίς βάσανον ή θλίψιν κανείς, όμως +δεν είνε κυριευμένος από τόσην σκυθρωπότητα και μελαγχολίαν ωσάν +εσένα· εσύ με κάνεις να λάβω μεγάλην περιέργειαν διά να μάθω το +αίτιον της μεγάλης σου θλίψεως· φανέρωσέ μου λοιπόν, σε εξορκίζω, +τι είνε η αφορμή που σου προξενεί αυτήν την μελαγχολίαν; θέλω σε +υπακούσει, Βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, και θέλω να σου +ξεσκεπάσω την αιτίαν της εσωτερικής μου λύπης, διηγούμενος την +ιστορίαν της ζωής μου. + + + +&Ιστορία του βεζύρ Ταλμούχ, επονομαζομένου μελαγχολικού, και της +βασιλοπούλας Τζελίκας.& + + + +Εγώ είμαι μοναχός υιός ενός πλουσίου πραγματευτού τζοβαϊριστή από +το Μπαγδάτι. Ο πατέρας μου, που ωνομάζετο Αμπτουλά, τίποτε δεν +αψήφισε εις την ανατροφήν μου· με έκαμε να μάθω φιλοσοφίαν, +μαθηματικήν, τους νόμους, και άλλες πολλές επιστήμες, και μάλιστα +διάφορες γλώσσες. Και ωσάν έγινα εις νόμου ηλικίαν, μου άρεσε να +εξοδεύω χωρίς στοχασμόν. Ο πατέρας μου το απείκασε με μεγάλον του +πόνον· επάσχισε με τες φρόνιμές του συμβουλές να με αντικόψη, μα +δεν εκατώρθωσε τίποτε, διατί έλαβα μεγάλην κλίσιν εις την +απολυμένην ζωήν. Μίαν ημέραν που εσεργιανίζαμεν εις το περιβόλι +του σπητιού μας και που αυτές εβλασφημούσε κατά την συνήθειάν του +τα κακά μου ήθη, μου είπεν· ω υιέ μου, εγνώρισα έως εδώ ότι οι +νουθεσίες μου δεν σ' ωφελούν με κανένα τρόπον, μα θέλεις ελαφρωθή +ογλήγορα από έναν, που καθημερινώς σε ενοχλεί διά το καλόν σου· ο +θάνατός μου δεν θέλει είναι πολλά μακράν και ωσάν γέροντας που +είμαι μέλλω να διαβώ εις τον άλλον κόσμον, και θέλω σου αφήσει +μεγάλα πλούτη, και κύτταξε καλά να μη τα μεταχειρισθής εις +κακοπραξίες· και αν από κακήν σου γνώμην ήθελες αστόχαστα τα +εξοδιάση να μην αφήσης που να προστρέξης εις τούτο το δένδρον, που +βλέπεις εις την μέσην τούτου του περιβολιού· κρέμασε εις εκείνο το +χονδρότερον κλωνάρι μίαν θηλιάν θανατηφόρον διά να πνιγής, και με +αυτό θέλεις ελευθερωθή από όλες τες δυστυχίες που θέλουν σου +συμβή. + +Τέλος πάντων αυτός απέθανεν ύστερον από ολίγον καιρόν. Και αφού +τον έθαψα με μεγάλην τιμήν, εκληρονόμησα τον πλούτον του όλον τον +οποίον τον ηύρα τόσον πλουσιοπάροχον, που τον εστοχάσθηκα πολλά +αρκετόν διά να ημπορέσω να κάμω τα κακά μου θελήματα· αυγάτισα +ευθύς τους σκλάβους μου, ετράβηξα προς του λόγου μου όλους τους +ασώτους νέους της χώρας· εκρατούσα ταύλαν ανοικτήν διά όποιον και +αν έρχονταν, και εδόθηκα εις κάθε λογής ασωτίαν εις τρόπον που από +ολίγον εις ολίγον χωρίς να απεικάσω, έφθειρα όλον εκείνο το +πατρικόν μου. Ευθύς έμεινα παραιτημένος από τους φίλους μου, και +από όλους τους δουλευτάδες μου. Τι θλιβερά μεταλλαγή της τύχης! η +δύναμίς μου ευρέθη ταπεινωμένη. Τότε εστοχάσθηκα τα υστερνά λόγια +του πατρός μου· μα ήτον πολλά αργά, που δικαίως μου ετύχαινε να +έλθω εις εκείνην την κατάστασιν, και έλεγα κτυπώντας την κεφαλήν +μου· διατί να μην ακούσω τες νουθεσίες του πατρός μου; διατί να +κάμω τέτοια πράγματα και να έλθω εις τέτοιαν κατάστασιν, να +κατασταθώ παίγνιον των συνομηλίκων μου; διατί να σταθώ τόσον άφρων +και να μη τον υπακούσω εις τα όσα μου είπε διά το καλόν μου; μα +σαν δεν τον υπήκουσα εις τα πρώτα του λόγια, θέλω τον υπακούσει +εις την υστερινήν απόφασιν που είπε· θέλω το λοιπόν να κάμω καθώς +με εδιέταξε, και να υπάγω να κρεμασθώ ετούτην την στιγμήν εις το +δένδρον που μου εδιώρισε· και έτσι ημπορώ να ελευθερωθώ από τα +βάσανα που μέλλουν να μου έλθουν. + +Έτσι λέγοντας επήρα μίαν θηλιάν και εμβήκα εις το περιβόλι μου, +επλησίασα εις το δένδρον που μου έδειξεν ο πατέρας μου, και μου +εφάνηκε πολλά αρκετόν εις την βουλήν μου. Έβαλα εις την ρίζαν +τούτου του δένδρου δύο πέτρες ψηλές, επάνω εις τες οποίες +ανεβαίνοντας, εσήκωσα τα χέριά μου διά να δέσω την θηλιάν εις +εκείνο το χοντρόν κλωνάρι, και δένοντάς την τήν επέρασα εις τον +λαιμόν μου, αλείφοντάς την καλά με σαπούνι διά να γλυστρήση να μην +τυραννηθώ πολύ· έπειτα ερρίχθηκα από τες πέτρες και έμεινα +κρεμασμένος. Τον καιρόν που η θηλιά έμελλε να κλείση διά να με +πνίξη, σχίζεται το κλωνάρι από το βάρος μου και πίπτει μαζί μου +κατά γης. Έμεινα περίλυπος διά τον κόπον που έκαμα ματαίως εις το +να κρεμασθώ, μα θεωρώντας το κλωνάρι που είχε τόσον κακά δουλέψη +εις την απελπισίαν μου, βλέπω με θαυμασμόν μου, ότι από εκεί που +είχε ξεκοπή έβγαιναν κάποια πετράδια, τρέχω και βλέπω ότι το +κούφαλον του δένδρου ήτον γεμάτο, από διάφορα πετράδια. Ευθύς +παίρνω ένα τσεκούρι και το κόπτω από την ρίζαν, και το ευρίσκω που +ήτον γεμάτον από διαμάντια, ρομπίνια, σμαράγδια, και άλλα πολύτιμα +πετράδια. Έβγαλα τότε την θηλιάν που είχα εις τον λαιμόν μου, και +απέρασα από την απελπισίαν εις μεγαλωτάτην χαροποίησιν. + +Αντί να ξαναδοθώ εις τες ξεφάντωσες ωσάν και πρώτα, απεφάσισα να +πιάσω την τέχνην του πατρός μου. Είχα πολλήν γνωριμίαν εις τα +πετράδια, και ημπορούσα να ελπίσω ότι η επιχείρησίς μου να μην +υπάγη κακά. Κάνω το λοιπόν συντροφιάν με άλλους δύο τζοβοϊτζήδες, +που εγνώριζαν τον πατέρα μου, με τους οποίους αποφασίσαμεν διά να +πηγαίνωμεν να πραγματεύσωμεν εις την Όρμαν, χώραν παραθαλάσσιον· +ηύραμεν ένα καράβι, και εμβαίνομεν εις αυτό, και αρχίσαμεν διά να +ταξειδεύσωμεν. Το ταξείδι μας εστάθη πολλά ευτυχισμένον από αέρα, +και αρμενίζαμεν με πολλήν χαροποίησιν, αλλά πριν να φθάσωμεν εις +τον ποθούμενον τόπον, οι σύντροφοι μου έκαμαν να γνωρισθούν πως +δεν ήσαν άνθρωποι τιμημένοι· επειδή και εκείνην την νύκτα που +εμέλλαμεν να φθάσωμεν εις τον λιμένα, έβγαλαν διάφορα κρασιά +εκλεχτά που είχαν, με τα οποία έκαμαν κάθε τρόπον και με εμέθυσαν. +Και αφού με είδαν πως έπεσα εις βαθύτατον ύπνον με εσήκωσαν και οι +δύο και με έρριξαν εις την θάλασσαν. Μα η θάλασσα όντας φουσκωμένη +από αέρα, τα κύματα ωσάν να ήσαν προσταγμένα, από τον Ουρανόν δεν +με εκαταβύθισαν, αλλά με έρριξαν εις την στερεάν υποκάτω εις μίαν +ρίζαν ενός βουνού. Βλέποντάς με εκεί ελεύθερον από τον κίνδυνον, +εδόξασα τον Θεόν που με εφύλαξε, και έμεινα εκεί το επίλοιπον της +νυκτός. + +Φθάνοντας η ημέρα ανέβηκα με πολύν κόπον εις την κορυφήν του +βουνού, επειδή ήτον δύσβατον. Εσυναπάντησα εκεί πολλούς χωριάτες +που έβγαζαν κρυστάλλι από κάποια μεταλλία και το έφερναν +υστερώτερα και το επουλούσαν εις την Όρμαν. Αυτωνών εδιηγήθηκα την +επιβουλήν που μου έγινε, και τον κίνδυνον που επέρασα, και τους +εφάνη τόσον αυτωνών, ωσάν και εμένα, πως εστάθη θαύμα που +εγλύτωσα. Εκείνοι οι καλοί άνθρωποι έλαβαν σπλάχνος εις εμέ, και +μου έδωσαν και έφαγα από εκείνο που έτρωγαν, και υστερότερα με +επήραν μαζί τους, και ύστερον από μερικές ημέρες με έφεραν εις την +Όρμαν, πόλιν μεγάλην, και φθάνοντας εκεί, επήγα και κατέβηκα εις +ένα χάνι, εις το οποίον ο πρώτος που εσυναπάντησα εστάθη ένας από +τους συντρόφους μου. Εκείνος εφάνη πολλά θαυμασμένος εις το να ιδή +άνθρωπον που επίστευε να εδούλευσεν εις τροφήν των οψαριών. +Έτρεξεν ευθύς διά να χαλέψη τον σύντροφόν μας, και να του δώση +είδησιν του ερχομού μου εκεί, και να συμφωνήσουν την δεξίωσιν που +έχουν να μου κάμουν· και ευθύς εσυμφώνησαν τον τρόπον. Εγώ τους +είδα υστερώτερα από ολίγον, τον ένα ύστερα από τον άλλον, και +ήλθαν εις την αυλήν που ήμουν, και απέρασαν από εμπροστά μου, +καμωνόμενοι πως δεν με γνωρίζουν. + +Ω άνομοι, τότε τους είπα· ο Ουρανός έκαμεν ανωφελή την κακήν σας +βουλήν· ζω ακόμη διά αισχύνην της βαρβαρότητός σας· επιστρέψατέ +μου τα διαμαντικά μου ευθύς, επειδή δεν θέλω να είμαι πλέον εις +συντροφιάν τέτοιων παρανόμων. Εις ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να +τους αντραλώσουν, έλαβαν την αγνωσίαν να αποκριθούν τοιούτης +λογής· ω κλέπτη, ω φονέα, ποίος είσαι εσύ, και από πού έρχεσαι; +ποία διαμάντια, ποίες πραγματείες έχομεν ημείς εδικές σου; Έτσι +λέγοντας άρχισαν να με δέρνουν, έπειτα βλέποντάς με πως ήθελα να +τρέξω εις του Κατή διά να τους εγκαλέσω, επρόλαβον τον καιρόν, και +υπήγαν αυτοί πρώτοι εις αυτόν, του οποίου έδωσαν να καταλάβη πολλά +εναντίον διά εμένα και έπειτα, διά να γένη πλέον ωφέλιμος προς +αυτούς, τον εδώρισαν διάφορα πετράδια, τα οποία λογιάζω να ήταν +όλα από τα εδικά μου. Ποίος είναι ο άνθρωπος αυτός που σας +ενοχλεί; τους είπεν ο Κατής· φέρετέ τον εδώ, και εγώ θέλω τον +παιδεύσει. Αυθέντη, απεκρίθησαν, ημείς δεν τον γνωρίζομεν, ούτε +τον είδαμεν άλλην φοράν· Εις αυτό το αναμεταξύ φθάνω και εγώ εις +την αυλήν του Κατή. Τότε αυτοί εφώναξαν βλέποντάς με· ιδού, ω +αυθέντη, εκείνος ο άνομος κλέπτης, ο οποίος λαμβάνει την τόλμην να +παρουσιασθή εις την αυλήν σου· Μεγάλε κριτά, σε παρακαλούμεν να +μας διαφεντεύσης. Εγώ τότε επλησίασα εις τον Κατή διά να ειπώ τα +δίκαιά μου, μα μην έχοντας δώρα διά να του προσφέρω, δεν ηθέλησεν +ούτε να με ακούση· αλλά επρόσταξε, και με εφυλάκωσαν. Και αυτοί +ωσάν είδαν την φυλάκισίν μου, εμίσευσαν μετά χαράς μεγάλης. + +Οι χωριάτες, που είχον έλθη ύστερ' απ' αυτούς, μανθάνοντάς την +αδικίαν που μου έγινεν, έτρεξαν εις τον Κατή και τον εβεβαίωσαν +δι' εμένα ότι αληθώς εγλύτωσα από την θάλασσαν, και ότι εις τον +δρόμον τους εδιηγήθηκα ότι οι σύντροφοί μου με έρριξαν εις την +θάλασσαν, και μου επήραν όλον μου το έχειν, και η ζήτησίς μου +είναι αληθινή και χωρίς δόλον. Ο Κατής ακούοντας τέτοιες +μαρτυρίες, άνοιξε τα μάτια του, και ευθύς έστειλε μερικούς +τζοχανταρέους του διά να εύρουν εκείνους τους πραγματευτάδες· μα +εστάθη ματαίως η ζήτησίς του· επειδή και οι άνομοι ωσάν είδαν που +ο Κατής με εφυλάκωσε, φοβούμενοι διά να μη φανερωθούν ψεύται, +εμβήκαν εις ένα καράβι εκείνην ημέραν και εμίσευσαν με καλόν αέρα. +Αυτός ο αιφνίδιος μισευμός τους εβεβαίωσε τον Κατή πως αδίκως με +εφυλάκωσε, και ευθύς έδωσε θέλημα και με ηλευθέρωσαν από την +φυλακήν. Και ιδού ποίον εστάθη το τέλος της συντροφιάς μου, πού +είχα κάμει με εκείνους τους κακούς τζοβαϊρτζήδες. + +Ελευθερωμένος από την θάλασσαν και από την φυλακήν, έκανε χρεία να +λογισθώ ωσάν ένας άνθρωπος χαμένος, χωρίς άσπρα, χωρίς φίλους, και +χωρίς εμπιστοσύνην. Και καταστημένος διά να θραφώ από ελεημοσύνην +εμίσευσα από την Όρμαν χωρίς να ηξεύρω που πηγαίνω· και +περπατώντας μερικές ημέρες, έφθασα εις ένα κάμπον, σιμά εις τον +κόρφον της Περσικής θαλάσσης, εις τον οποίον αντάμωσα ένα καραβάνι +από πραγματευτάδες της Ινδίας, που επήγαιναν εις το Κυράζι της +Περσίας. Εγώ ανακατώθηκα με αυτό, και με μερικές δούλευσες που +έκανα των πραγματευτών, με εκυβέρνησαν από φαγί, έως που εφθάσαμεν +εις το Κυράζι, εις το οποίον ο βασιλεύς Σχατάμ είχε καθέδραν του +βασιλείου του. Μίαν ημέραν που εγύριζα από το μετζίτι εις το +κονάκι μου βλέπω έναν αξιωματικόν του βασιλέως της Περσίας. Αυτός +ήτον πλουσίως φορεμένος, και είχεν εύμορφον παρουσιαστικόν, με +εθεώρησε με προσοχήν, και κράζοντάς με μου είπεν· ω νέε πόθεν +είσαι; στοχάζομαι να είσαι ξένος. Εγώ του απεκρίθηκα πως είμαι από +το Μπαγδάτι, και έπειτα του εδιηγήθηκα καταλεπτώς τα όσα μου +εσυνέβησαν. Ο Οφφικιάλος είδον που έλαβε κάποιον πόνον διά τες +δυστυχίες μου· έπειτα μου λέγει· στάσου με καλήν καρδίαν και έλα +κοντά μου, και ογλήγορα θέλεις αλλάξει κατάστασιν. Εγώ τον +ηκολούθησα, και με έφερε εις ένα εύμορφον οντά εις το παλάτι το +βασιλικόν, και εκεί με ηρώτησε πώς ονομάζομαι, και πόσων χρόνων +είμαι. Ταλμούχ, του απεκρίθηκα, είναι το όνομά μου, και είκοσι δύο +χρόνων είναι η ηλικία μου· μου έκαμε και άλλες πολλές εξέτασες, +και του απεκρίθηκα εις εύμορφον τρόπον. Ταλμούχ, εξαναείπεν αυτός, +εγώ γροικώ κάποιον πόνον διά τα όσα σου εσυνέβηκαν, όθεν θέλω να +σου είμαι εις τόπον πατρός σου. Ήξευρε ότι εγώ είμαι Καπή Αγάς του +βασιλέως της Περσίας· είναι ένας τόπος άδειος από τους δώδεκα +τζοχανταρέους του οντά του βασιλέως, και θέλω σε βάλει εις εκείνον +τον τόπον· εσύ είσαι εύμορφος νέος, καλοκαμωμένος· δεν ημπορώ να +κάμω καλύτερον διάλεγμα, και ελπίζω να κάμης τιμήν και εις εμένα. +Εγώ ευχαρίστησα τον Καπή Αγά διά την μεγάλην του καλωσύνην, που +έδειχνεν εις εμένα. Με επήρε λοιπόν υποκάτω εις την επίσκεψίν του, +και με ένδυσε κατά την συνήθειαν των τζοχανταρέων και μου +ερμήνευσε τον τρόπον πως έχω να μεταχειρισθώ την δούλευσίν μου· με +έβαλε την άλλην ημέραν εις τον αριθμόν των τζοχανταρέων του οντά +του βασιλέως, και εις ολίγον καιρόν έκαμα τιμήν του βασιλέως. + +Εις εκείνην την αυλήν ήτον εμποδισμένον με θάνατον όποιος ήθελε +σταθή αργά εις το περιβόλι του παλατίου εις το οποίον, αφού και οι +άνδρες ετραβιόνταν πριν νυκτώση, έβγαιναν οι γυναίκες του +παλατίου, και εσεργιάνιζαν διά μερικές ώρες. Και μίαν ημέραν όντας +εις τον κήπο μόνος μου, και στοχαζόμενος τα περασμένα μου +συμβεβηκότα, επέρασεν η διωρισμένη ώρα που έπρεπε να τραβηχτώ, +χωρίς να καταλάβω. Ερχόμενος το λοιπόν εις τον εαυτόν μου, τρέχω +διά να έβγω, μα ευρίσκοντας τες πόρτες κλεισμένες, έμεινα ωσάν +νεκρός· και εις αυτό το αναμεταξύ που εστοχαζόμουν πώς να έβγω, +βλέπω μίαν Κυρίαν, και παραστένεται αιφνιδίως έμπροσθά μου, η +οποία εφαίνονταν, με όλον που ήταν νύκτα, να ήτον ωραιοτάτη κόρη. +Πώς ευρίσκεσαι, ω νέε, εδώ, μου είπεν, ετούτην την ώραν; Αχ, κυρά +μου, της απεκρίθηκα, από αλησμονιά μου, και από κακήν μου τύχην +έμεινα· μα σε παρακαλώ διά το Θεόν δείξε μου πόθεν να έβγω διά να +μη χάσω την ζωήν μου. Είναι αδύνατον, μου απεκρίθη εκείνη, να +έβγης πλέον ταύτην την νύκτα, διότι όλες οι πόρτες είναι +κλεισμένες μα πρέπει να ευχαριστήσης την τύχην σου, ότι χωρίς +ετούτο δεν με ήθελες συναπαντήσει. Ω πόσον είμαι δυστυχής, +εφώναξα, εγλύτωσα από τόσους κινδύνους, και πάλιν εμετάπεσα εις +ένα χειρότερον, που μέλλω να χάσω την ζωήν μου χωρίς άλλο. Μη +θλίβεσαι, μου λέγει η νέα· η θλίψις σου θέλει μετατραπεί εις +αγαλλίασιν. Θεώρησέ με· εγώ δεν είμαι κακοκαμωμένη δεν έχω παρά +δέκα οκτώ χρόνους, και στοχάζομαι να μην είμαι άσχημη. Ωραία κυρά, +της είπα, με όλον που είναι νύκτα, γνωρίζω καταλεπτώς την +ευμορφιάν σου, και την εξανοίγω τόσον, που με κάνει να μείνω +εκστατικός· μα στοχασθήτε την κατάστασίν μου, και πέτε την +αλήθειαν αν δεν είναι πολλά κινδυνώδης; Αλήθεια, εκείνη απεκρίθη· +μα ο χαμός της ζωής δεν είναι βέβαιος· επειδή και ο βασιλεύς είνε +πολλά καλός, και θέλει σε συμπαθήσει· άφησε το λοιπόν τα μέλλοντα, +επειδή και είναι εις το χέρι του Ουρανού, και μη στέκης +συγχυσμένος διά τώρα. Αν εσύ ήξευρες ποία είμαι, και πόσην +ευτυχίαν θέλει σου προξενήσει ετούτο το συμβάν, ήθελες λογισθή ο +πλέον ευτυχισμένος των ανθρώπων. + +Τέλος πάντων η Κυρά, με την δύναμιν των λόγων της, μου απεδίωξε +τον φόβον που με είχε περικυκλωμένον, και αφίνοντάς με εις τες +ελπίδες που αυτή μου έδινε, δεν εστοχάσθηκα πλέον τον κίνδυνον που +ήμουν, αλλά ηθέλησα να κερδίσω τον καιρόν που μου επαρουσιάζετο. +Αγκάλιασα το λοιπόν την κυρά με αυθάδειαν, μα αντίς αυτή να μου +ανταποκριθή εις τα χάιδια μου, εφώναξε μεγάλως και με οργήν με +άμπωξε, και εν τω άμα βλέπω να φανερωθούν εκεί δέκα ή δώδεκα +γυναίκες, οι οποίες έστεκαν κρυμμένες διά να ακούσουν τι ελέγαμεν. +Δεν μου εστάθη τότε αδύνατον να απεικάσω ότι εκείνο το υποκείμενον +με το οποίον συνωμιλούσα είχε με περιγελάση· εστοχάσθηκα ότι +εκείνη ήτον καμμιά σκλάβα της Βασιλοπούλας, που ηθέλησε να περάση +τον καιρόν της περιπαίζοντάς με. Τότε οι γυναίκες ωσάν μας είδαν +εβάλθηκαν εις πολλά γέλοια. Και μία από εκείνες είπεν εκείνης που +ήτον με εμένα. Καλεκάρη, επιθυμείς ακόμη να μετωρισθής με τούτον +τον τρόπον; Όχι απεκρίθη η Καλεκάρη· ετούτο δεν θέλει μου συμβή +πλέον, επλήρωσα καλά την περιέργειάν μου. + +Οι σκλάβες άρχισαν υστερότερα να με περικυκλώνουν και να με +περιπαίζουν. Ετούτος ο τζοχαντάρης, η μία έλεγεν, είναι πολλά +έξυπνος, και εγεννήθη διά περίεργα συμβάντα· άλλη αποκρίνονταν, +ότι αν αυτή με ήθελε συναπαντήσει μοναχή της ήθελε με κάμει +αγαπητικόν της, και οι άλλες έλεγαν διάφορα μετωρίσματα. Εγώ +ευρισκόμουν πολλά αντραλωμένος από τα περιγελάσματά τους, και +αυτές βλέποντάς με έτσι, δεν ημπορούσαν να σταθούν από τα γέλοια, +και αφού μου έκαμαν και άλλα πολλά περιγελάσματα, ακούω εκείνην +που ωνόμασαν Καλεκάρην, να λέγη προς μίαν άλλην, εις εσένα +στέκεται, ω βασιλοπούλα, εις το να προστάξης το τι μέλλει να γίνη +εις τούτον, θέλεις να τον απαρατήσης χωρίς βοήθειαν, ή θέλεις να +τον συντρέξης; Κάνει χρεία να τον ελευθερώσω από τον κίνδυνον που +ευρίσκεται, απεκρίθη η βασιλοπούλα, και περιπλέον θέλω, διά να +ενθυμάται πολύν καιρόν ετούτο το συναπάντημα, να τον κάμωμεν πλέον +ευχαριστημένον. Ας τον κάμωμεν να έμβη εις την κατοικίαν μου, εκεί +που κανείς άνδρας έως τώρα δεν εσέβη. Και έτσι λέγοντας με επήραν +και με έφεραν εκεί όπου εκατοικούσεν η βασιλοπούλα. + +Εμβαίνοντας εγώ το λοιπόν εις το χοντζερέ της Τζελίκας (έτσι +ωνομάζετο η βασιλοπούλα) εθεώρησα ότι εις την μέσην αυτού ήτον +διάφορα προσκέφαλα χρυσά, επάνω εις τα οποία εκάθισαν όλες εκείνες +οι σκλάβες που με αυτήν ήτον και με εβίασαν και εμένα και εκάθησα. +Η Τζελίκα έκραξεν ευθύς, και της έφεραν διάφορα σερμπέτια και +έπιαν όλες, ομοίως και εγώ· υστερώτερα ετοίμασαν μίαν τράπεζαν με +διαφόρων λογιών φαγητά, και εφάγαμεν πολλά καλά και τελειώνοντας +το φαγητόν, η περιδιάβασις εστάθη τόσον ζωντανή ωσάν να είχομεν +πίη πολύ κρασί. Η Καλεκάρη, που εκάθονταν απέναντί μου εις το +τραπέζι, με εκύτταζε συνεχώς χαμογελώντας, και εφαίνονταν να +εσυμπαθούσεν εκείνην την αυθάδειαν που της έδειξα εις τον κήπο. +Εγώ από το μέρος μου κάθε ολίγον έρριχνα τους οφθαλμούς μου επάνω +της, μα τους εχαμήλωνα οπόταν έβλεπα που αυτή με εκύτταζεν. Η +βασιλοπούλα με τες σκλάβες της εκατάλαβαν τα βλέμματά μου και +επάσχισαν δίδοντάς μου αιτίες να με κάμουν πλέον τολμηρώτερον. Η +Τζελίκα μού εζήτησε το όνομα, και πόσον καιρόν ήμουν τζοχαντάρης +και δίδοντάς της την απόκρισιν, μου είπε· Ταλμούχ, θέλω να είσαι +ελεύθερος, και να μιλήσης χωρίς αντίρρησιν, και χωρίς να στοχασθής +πως είσαι εις το χαρέμι το βασιλικόν, κάνοντας λογαριασμόν να +είσαι με ανθρώπους απλούς· θεώρησε με επιμέλειαν όλες ετούτες τες +νέες, και εξέταξε καταλεπτώς, και με όλην την ελευθερίαν ειπέ ποία +από ημάς σου αρέσει καλύτερον. + +Εγώ ευρισκόμενος εις τέτοιον χορόν, έτρεπε να χορέψω και με το +στανιό μου· και διά να την ευχαριστήσω ηθέλησα να ειπώ την +αλήθειαν· αχ, βασίλισσά μου, είπα σαν επιθυμάς να ειπώ την καρδιά +μου, εγώ σε παρακαλώ να μη το ήθελες πάρει εις βάρος· η Καλεκάρη +είνε εκείνη που πληγώνει την καρδιά μου, χωρίς να καταφρονέσω ούτε +την βασιλείαν σου, ούτε τες άλλες ευγενικές νέες που στέκονται, +επειδή και ολωνών η ευμορφιά είνε απαρομοίαστη. Δεν είχα +καλοτελειώση τούτα τα λόγια, και οι σκλάβες εδόθηκαν εις μεγάλον +γέλωτα, χωρίς να δείξουν καμμιάς λογής κακοφάνισμα διά τήν έκλεξιν +που έκαμα· ομοίως και η Τζελίκα χωρίς να της κακοφανή τίποτε, μου +είπεν· εγώ είμαι πολλά ευχαριστημένη, που έδωσες την προτίμησιν +της Καλεκάρης, επειδή και αυτή είνε η πλέον αγαπημένη και πιστή· +και από τούτο καταλαμβάνω πως εσύ δεν είσαι κακής ορέξεως, επειδή +εγνώρισες την χρήσιν του υποκειμένου που εδιάλεξες και όλες εδώ +που είμεθα πάμε συμφώνως πως δικαίως έδωσες αυτηνής την +προτίμησιν. + +Η βασιλοπούλα υστερότερα με τες σκλάβες επείραξαν την Καλεκάρην +επάνω εις τον θρίαμβον που η νοστιμάδες της έφεραν εις εμένα. +Ύστερα δε από αυτό η Τζελίκα έβαλε την Καλεκάρην και επήρεν ένα +όργανον, και λαλώντάς το ετραγούδησε με τόσην νοστιμάδα, που +ετελείωσε να με αποπαλαβώση, και μη ημπορώντας να υποφέρω πλέον +αλησμόνησα το πού ήμουν, και έπεσα εις τα πόδια φερόμενος από την +αγάπην και από την αγαλλίασιν. Ετούτο το κάμωμά μου εξανάδωσεν +αιτίαν διά να γελάσουν οι λοιπές, εις τρόπον που δεν ημπορούσαν +πλέον. Τότε μία σκλάβα γραία έρχεται και μας δίνει την είδησιν πως +ήτον κοντά να γένη ημέρα, και η Τζελίκα εν τω άμα εσηκώθηκε με +όλες τες άλλες και ανεχώρησε, και εμένα μ' επήρεν εκείνη η γραία +σκλάβα και με έβγαλεν από μίαν πορτοπούλαν, και ευρέθηκα εις την +στράταν έξω από το βασιλικόν παλάτι. + +Ιδού με τι τρόπον εβγήκα από το χαρέμι της βασιλοπούλας, και από +τον νέον κίνδυνον, που εξ απροσεξίας είχα πέσει· ύστερα από ολίγον +επήγα και αντάμωσα τους συντρόφους μου. Ο Οντάμπασης των +τζοχανταρέων με έκραξε, και με ωνείδισε που έμεινα έξω από το +παλάτι εκείνην την νύκτα, τον οποίον με μίαν πρόφασιν τον +εκαταπράυνα. Εγώ το λοιπόν ήμουν πολλά εκστατικός διά το +συμβεβηκός που μου έτυχε, και εστοχαζόμουν ένα προς ένα, τα όσα +μου είπαν, και όσα εγώ έκαμα, μα το περισσότερον ήτον εκείνο που +με εσύγχιζε, πώς να ήτον τρόπος να έβλεπα πάλιν εκείνην την ωραίαν +Καλεκάρην. Οκτώ ημέρες υστερώτερα έρχεται ένας ευνούχος, ονόματι +Καμπούρ, και μου βάνει μίαν γραφήν εις το χέρι, και ευθύς μισεύει· +ανοίγω την γραφήν και βλέπω ότι η Τζελίκα με τες σκλάβες της με +εκαλούσαν, εκείνην την βραδειάν να ευρεθώ εις τον κήπο με τον +ίδιον τρόπον που είχα ευρεθή την άλλην φοράν. Εγώ μ' όλον που +υπώπτευα ότι η Καλεκάρη θα είχε λάβει κάποιαν κλίσιν εις εμένα, να +λάβω όμως την γραφήν ποτέ δεν ήλπιζα· χαιρόμενος το λοιπόν διά την +καλήν μου τύχην, επήγα εις τον Οντάμπαση, και του εζήτησα θέλημα +διά να πηγαίνω να ανταμώσω εκείνην την νύκτα ένα Δερβύση +συντοπίτην μου, που είχεν έλθει από την Μέκκαν. Ο Οντάμπασης με +επίστευσε και με άφησε. Τότε εγώ έτρεξα ευθύς εις τον κήπο, και +έμεινα εκεί έως που ήλθεν η νύκτα. Αν την πρώτην φοράν έλαβα +θλίψιν που είχα μείνει εκεί αργά, ετούτην ήμουν ανυπόμονος πότε να +έλθη η διωρισμένη ώρα. Ερχομένη τέλος πάντων, βλέπω ολίγον +υστερότερα μίαν κυράν, και από το περιπάτημά της εκατάλαβα ότι +ήτον η Καλεκάρη. + +Εις αυτήν επλησίασα όλος γεμάτος από χαράν, και πίπτοντας εις τους +πόδας της, έμεινα με το πρόσωπον κατά γης, χωρίς να ημπορέσω να +προφέρω ένα λόγον· τόσον ευρισκόμουν έξω από τον εμαυτόν μου. +Σήκου, Ταλμούχ, μου είπεν αυτή, θέλω να μάθω αν με αγαπάς, και διά +να με βεβαιώσης, κάνουν χρεία άλλες δοκιμές από ετούτην την +ερωτικήν σιωπήν· μίλησέ μου χωρίς αντίρρησι είναι δυνατόν εγώ να +σου άρεσα καλύτερα από την Τζελίκαν, και από τες άλλες σκλάβες; +ημπορώ να πιστεύσω ότι οι οφθαλμοί σου είναι εις εμένα πλέον +χαροποιοί, παρά εις αυτές; Μην αμφιβάλλεις, της αποκρίθηκα, ω +πολλά χαριεστάτη μου Καλεκάρη. Ευθύς που σε είδα, ελαβώθη η καρδιά +μου προς εσένα, και από εκείνην την βραδειάν καμμίαν ανάπαυσιν δεν +ηύρα, επειδή η ωραία σου μορφή δεν ήτον βολετόν να λείψη από +έμπροσθεν των οφθαλμών μου, αν δεν ήθελες δείξει κάποιαν καλωσύνην +προς εμέ, καθώς μου έδειξες. Εγώ θαυμάζομαι, εκείνη απεκρίθη, να +σου επροξένησα τόσην αγάπην, επειδή και από το μέρος μου σου +ομολογώ, δεν ημπόρεσα να κάμω αλλέως, παρά να λάβω μίαν παρομοίαν +κλίσιν προς εσένα· η νεότης σου, η καλή σου διάθεσις, το πνεύμα +σου το έξυπνον, και το περισσότερον από όλα, η προτίμησις που +έκαμες από τες άλλες ωραίες κορασίδες σε έκαμαν πολλά χαριέστατον +εις τους οφθαλμούς μου και τούτη μου η συναπάντησις ημπορεί να σου +το βεβαιώση· μα αλλοί εις εμέ, ακριβέ μου Ταλμούχ, ακολούθησεν +αναστενάζοντας, δεν ηξεύρω τάχατες να χαρώ τούτην την απόκτησιν, ή +να θρηνήσω την δυστυχίαν μου που ημπορεί να μου συμβή. + +Αχ, Κυρά της αποκρίθηκα εγώ, διατί εις το μέσον της αγαλλιάσεώς +μας φαντάζεσαι πράγματα θλιβερά χωρίς αιτίαν; Ετούτα που εγώ +στοχάζομαι απεκρίθηκεν αυτή, δεν είνε στοχασμοί εις τον αέρα, μα +είνε θεμελιωμένοι, και βέβαιοι, και εγώ μόνη ηξεύρω εκείνο που +θέλει με βασανίσει· η βασιλοπούλα Τζελίκα σε αγαπά κατά πολλά· η +οποία γλήγορα θέλει, λύσει την σιωπήν της, και θέλει σου φανερώσει +την ευτυχίαν σου, και οπόταν αυτή θέλει σε κηρύξει αγαπητικόν της, +εσύ εξ αποφάσεως διά την ευτυχίαν σου θέλεις αφήσει εμένα μην +ημπορώντας να κάμης αλλέως, διά την τιμήν που μέλλεις να λάβης από +αυτήν και τούτη είνε η θλίψις που απαντυχαίνω. Πόσον είσαι +γελασμένη εις αυτό, της απεκρίθηκα εγώ, όχι μόνον ότι η +βασιλοπούλα να μου ήθελε φανερώση την αγάπην της και να με βιάση +διά να την αγαπήσω, μα και ο ίδιος ο βασιλεύς να μου ήθελεν +απαραιτήσει τον θρόνον του εγώ δεν ήθελα σε αφήσει και ήθελα είμαι +ευχαριστημένος να ζήσω ωσάν ένας ταπεινός άνθρωπος με εσένα, παρά +ως βασιλέας με άλλην· και τούτο σου το βεβαιώνω με κάθε λογής +όρκον. Αχ, κυρά μου, μη με στοχάζεσαι τόσον σκληροκάρδιον· όχι οι +τιμές δεν θέλουν κάμει να σε αφήσω, μα και ο ίδιος ο θάνατος δεν +θέλει δυνηθή να με χωρίση από την αγάπην σου, και είμαι έτοιμος να +υποφέρω μυρίους θανάτους, παρά να ιδώ μακράν από εμένα εκείνην, +της οποίας η ωραιότης μου επλήγωσε την καρδίαν. + +Αυτά τα λόγια τα επρόφερα με τόσην ζέσιν και παράπονον, που η κυρά +εκατανύχθη από τον πόνον της, και μου είπε· παύσε, ω Ταλμούχ, να +παραπονήσαι πλέον και να θλίβεσαι· κάνει χρεία να σου φανερώσω την +αλήθειαν, και να σε εβγάλω από την πλάνην, διότι εγνώρισα την +σταθερότητά σου. Ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι μία σκλάβα της Τζελίκας, +καθώς με φαντάζεσαι, μα είμαι αυτή η ιδία βασιλοπούλα Τζελίκα· την +νύκτα, που ήλθες εις τον χοντζερέ μου, απέρασα ως Καλεκάρη, και η +Καλεκάρη απέρασεν ως Τζελίκα, και αυτό ηθέλησα να το κάμω διά +περισσοτέραν περιδιάβασίν μου. Και εις ετούτα τα λόγια αυτή έκραξε +μίαν από τες γυναίκες που ήτον εκεί κοντά κρυμμένη οπίσω εις ένα +κυπαρίσσι, η οποία ερχομένη εκατάλαβα από την φωνήν της, ότι +εκείνη ήτον η σκλάβα, που ενόμιζα διά βασιλοπούλαν Τζελίκαν. + +Εσύ βλέπεις, ω Ταλμούχ, μου λέγει η Τζελίκα, εσύ βλέπεις την αληθή +Καλεκάρην, της οποίας επιστρέφω το όνομά της, και εγώ παίρνω το +εδικόν μου· δεν θέλω πλέον να κρυφθώ το ποία είμαι, αλλ' ούτε να +κρύψω την χρήσιν της αποκτήσεως που έκαμες· εγνώρισα λοιπόν όλην +σου την σταθερότητα, και την αγάπην σου, διά την οποίαν είμαι +βεβαία, πως θέλει σου είνε εις μεγάλην σου αγαλλίασιν και δόξαν, +ότι μία βασιλοπούλα σε αγαπά. Δεν έλειψα και εγώ από το άλλο μέρος +εις το να της φανερώσω την μεγάλην μου ευχαρίστησιν, διά την τιμήν +που μου έκανεν, υψώνοντάς με εις τόσην μεγαλειότητα, και +στερεώνοντάς μου μίαν τόσην ευτυχίαν, που ήθελεν είνε αξία του +φθόνου κάθε βασιλέως. Εις αυτά τα λόγια αυτή με αντέκοψε λέγοντάς +μου. Ταλμούχ, παύσε που να θαυμάζης εις αυτό· διότι εγώ αν δεν σε +εγνώριζα άξιον διά μίαν τέτοιαν ευτυχίαν, δεν σε εδιάλεγα ανάμεσα +εις τόσα μεγάλα υποκείμενα που εζήτησαν την αγάπην μου. Και με +αυτά τα λόγια και άλλα παρόμοια έφθασεν η ημέρα, και διά να μη +φανερωθώμεν, πριν ν' αποχωρισθώμεν, η Τζελίκα μου λέγει· ύπαγε, +Ταλμούχ, εις το καλόν, και ενθυμήσου πως σε αγαπώ, και ελπίζω ότι +ογλήγορα θα ανταμωθούμεν πάλιν, και σου τάσσω να σε κάμω πολλά +ογλήγορα να γνωρίσης έως τι σημείον μου είσαι ακριβός. Εγώ έπεσα +εις τους πόδας της και την ευχαρίστησα διά ένα τέτοιον τάξιμον και +ούτως ανεχωρήσαμεν, και εβγήκα από την πορτοπούλαν που είχα έβγει +και την πρώτην φοράν. + +Αγαπώμενος από την βασιλοπούλαν, και φανταζόμενος μίαν ακριβήν +ενθύμησιν, διά τα όσα αυτή μου έταξεν, εδόθηκα εις άκραν +αγαλλίασιν τες ακόλουθες ημέρες, και τότε αληθώς ημπορούσα να +λογισθώ ότι ήμουν ο πλέον ευτυχής άνθρωπος του κόσμου, και δεν +έβλεπα την ώραν πότε να μεταϊδώ την αγαπημένην μου Τζελίκαν· και +εις καιρόν που είχα αυτήν την επιθυμίαν, ακούω να λέγουν ότι η +Τζελίκα ήτον άρρωστη, και ύστερα από δύο ημέρες απέθανεν. Αυτήν +την θλιβεράν είδησιν δεν ημπορούσα να την πιστεύσω, αν δεν ήθελον +ιδεί με τα μάτια μου τες ετοιμασίες που εγίνονταν διά την θανήν +της. Τότε εγώ έπεσα ωσάν αποθαμένος από την θλίψιν μου, και +ερχόμενος εις τον εμαυτόν μου άρχισα να οδύρωμαι, και να ξεσχίζω +τες σάρκες μου τόσον, που έγινα ένα ελεεινόν θέαμα και αφού την +έθαψαν με επήραν οι συντρόφοι μου, και με επεριποιήθηκαν +αλείφοντές με μέ ένα βάλσαμον, που εις δύο ημέρες ιατρεύθηκα +παντελώς· μα η θλίψις του θανάτου της Τζελίκας δεν ήτον τρόπος να +μου ιατρευθή και γενόμενον το παλάτι του βασιλέως μισητόν εις +εμένα, απεφάσισα και εμίσευσα από εκεί κρυφίως διά νυκτός τρεις +ημέρες υστερώτερα από τον θάνατον της Τζελίκας. + +Επεριπάτησα όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να ηξεύρω πού υπάγω, και +το ταχύ στεκόμενος εις ένα τόπον διά να αναπαυθώ, βλέπω ένα +ενδεδυμένον με φόρεμα πολλά παράξενον ο οποίος πλησιάζοντας κοντά +μου με εχαιρέτησε, και μου έδωσεν ένα κλωνάρι δάφνης, που είχεν +εις το χέρι, έπειτα άρχισε να τραγουδή διά να του κάμω καμμίαν +ελεημοσύνην. Εγώ μην έχοντας κανένα δηνάριον, έτσι και δεν +ημπορούσα να του δώσω. Αυτός ελογίασε να μη γροικώ την Περσικήν +γλώσσαν. Όθεν άρχισε να τραγουδή Αραβικά, μα καταλαμβάνοντας ότι +εγώ δεν είχα τίποτα να του δώσω, μου είπεν· Αδελφέ, δεν ημπορώ να +καταλάβω, εσύ να είσαι χωρίς δηνάρια; Βέβαια έτσι είνε του +απεκρίθηκα· εγώ δεν έχω επάνω μου ούτε άσπρον, και δεν ηξεύρω πού +να κτυπήσω το κεφάλι μου. Αχ, δύστυχε, εφώναξεν εκείνος, τι +παράξενη κατάστασις είνε η εδική σου· μου κάνεις ευσπλαγχνίαν, +θέλω να σε συντρέξω. Έμεινα πολλά θαυμασμένος εις το να ακούσω να +μιλήση έτζι ένας που μου είχε ζητήσει ελεημοσύνην, και ενόμιζα ότι +η σύντρεξις που έταξε να μου κάμη, ήτον να προσευχηθή διά εμένα. +Τότε αυτός ακολουθώντας την ομιλίαν του, μου είπεν· εγώ είμαι ένας +από εκείνους τους νέους μπουνταλάδες, ονομαζομένους Φακύρηδες, και +με όλον που ημείς ζούμεν από ελεημοσύνην, ζούμεν όμως +πλουσιοπαρόχως, επειδή και ηξεύρομεν τον τρόπον διά να +παρακινήσωμεν τον καθένα να μας κάνουν μεγάλες ελεημοσύνες, με +μίαν υποκριτικήν σκυθρωπότητά μας, που δείχνομεν εις το φανερόν +εις δε το κρυφόν απερνούμεν πολλά ελεύθεροι μη κάνοντας καμμίαν +άσκησιν. Θέλεις εσύ το λοιπόν να γένης ένας από τους συναδέλφους +μου; και αν ποθής, πηγαίνομεν ευθύς εις την χώραν Μπόστην, διά να +εύρωμεν άλλους δύο συντρόφους μου που είναι εκεί να ανταμωθώμεν, +διά να σε βάλλωμεν εις τον αριθμόν μας. + +Με όλον που εκείνος ο Φακύρης με τα λόγιά του μου έδωσε να +καταλάβω, ότι οι δυο του συντρόφοι και αυτός ήτον τρείς άσωτοι, +δεν απέβαλα το να ανταμωθώ με αυτούς. Ευθύς που έδωσα τον λόγον +μου του Φακύρη, πως θέλω κάμει καθώς αυτός επιθυμούσε, με έφερεν +εις την Μπόστην, και εις την στράταν επεράσαμεν ευτυχισμένοι από +φαγιά· διατί εις όποιον χωρίον και αν απερνούσαμεν ευθύς που +ήκουαν τες φωνές του Φακύρη, έτρεχαν οι καλοί Μουσουλμάνοι, και +μας εγέμιζαν από διάφορα φαγητά, και με τέτοιον τρόπον εφάσαμεν +εις την Μπόστην. Εμβήκαμεν εις ένα μικρόν σπιτάκι, εκεί που ήσαν +οι άλλοι δύο Φακύρηδες οι οποίοι μας εδέχθηκαν με τες αγκάλες +ανοικτές, και εφαίνονταν, πολλά ευχαριστημένοι διά την απόφασιν +που έκαμα, διά να ζήσω μετ' εκείνους· μου ερμήνευσαν εις ολίγον +καιρόν τα μυστήριά τους, που θέλει να ειπή τα οχήματά τους και τες +υποκρισίες των, και οπόταν έγινα τελείως διδασκαλεμένος εις την +τέχνην τους διά να γελώ τον λαόν, με ένδυσαν ωσάν και του λόγου +τους, και με υποχρέωσαν να υπάγω εις την χώραν, διά να προσφέρω +εις τους καλούς ανθρώπους από ένα κλωναράκι δάφνης και ελαίας, και +ψάλλοντας στοίχους να τους ζητώ ελεημοσύνην· και με τούτον τον +τρόπον εγύριζα εις το κονάκι μου πάντα με πολλές μονέδες +ασημένιες, που μας εχρησίμευαν διά να μεθοκοπούμεν. + +Η ευχαρίστησις ετούτης της ελευθέρας ζωής με έκαμε να δοθώ εις +κάθε κραιπάλην, τόσον που με έκαμε να λησμονήσω τον πόνον της +Τζελίκας, μα κάποτε δεν έλειπα που να μην εβγάζω από κανένα +αναστεναγμόν δι' αυτήν, οπόταν την ενθυμούμουν. Απέρασαν σχεδόν +δύο χρόνοι που ευρισκόμουν με εκείνους τους Φακίρηδες, και +περισσότερον ακόμη ήθελα σταθή αν εκείνος που με αυτούς με είχε +ανταμώσει, και που περισσότερον από τους άλλους τον αγαπούσα, δεν +μου ήθελε προβάλλει να ταξειδεύσωμεν. Ταλμούχ, μίαν ημέραν μου +λέγει αυτός, επιθυμώ διά να πηγαίνω να ιδώ την πολιτείαν Κανταχάρ, +και αν θέλης να με ακολουθήσης, δεν θέλεις μείνει +κακοευχαριστημένος εις το να ιδής μίαν τέτοιαν πόλιν. Εγώ έχοντας +επιθυμίαν διά να ιδώ και άλλον κόσμον, και ωσάν κάποιόν τι που με +ετραβούσε, δεν του είπα το όχι. Εμισεύσαμεν το λοιπόν από την +χώραν Μπόστην, και εφθάσαμεν ύστερον από πολλών ημερών δρόμον εις +το Κανταχάρ και εκεί επήγαμεν και εκατεβήκαμεν εις ένα χάνι, εις +το οποίον είμεθα πολλά ευχαριστημένοι διά τις ελεημοσύνες που το +φόρεμά μας επροξενούσεν. Απερνώτας δε μερικές ημέρες εκεί, εδόθη +ορισμός από τον βασιλέα, ότι όποιος θελήσει να υπάγη να χαρή τες +εορτές των γενεθλίων του, οι πόρτες του παλατίου του είναι +ανοικτές. Ημείς ευρίσκοντες αυτήν την ευκαιρίαν, επήγαμεν την +δευτέραν ημέραν εις το παλάτι του διά να ιδούμε τες χάρες που +εγίνοντο, και εκεί που εστεκόμασθε γροικώ έναν να με τραβά από το +φόρεμα. Εις τον ίδιον καιρόν, εγώ γυρίζοντας βλέπω, που ήτον ο +ευνούχος της Τζελίκας, που μου είχε δώσει την γραφήν της εις το +Βασιλικόν. + +Ταλμούχ, μου είπεν αυτός, εγώ σε εγνώρισα, με όλον που έχεις +ετούτο το παράξενον φόρεμα, και λογιάζω πως οι οφθαλμοί μου δεν +γελοιούνται· είναι δυνατόν να δοθή, ότι εδώ να σε συναπαντήσω; Και +εσύ, του απεκρίθηκα, τι κάνεις εδώ εις το Κανταχάρ; διατί +απαράτησες την αυλήν του βασιλέως της Περσίας; μήπως ο θάνατος της +Τζελίκας σε έκαμε να αναχωρήσης καθώς και εμένα; Εις ετούτα διά +την ώραν, μου απεκρίθη εκείνος, δεν ημπορώ να σου ειπώ τίποτε, μα +ογλήγορα θέλω σου δώσει την ευχαρίστησιν· αν θέλης αύριον να +ευρεθής εδώ μόνος σου εις την αυτήν ώραν θέλω σου φανερώσει +πράγματα, που θέλουν σε θαυμάσει, τα οποία ήξευρε πως είναι όλα +διά λόγου σου. Εγώ του έταξα να ευρεθώ μόνος μου εις τον ίδιον +τόπον την ερχομένην ημέραν, καθώς έγινεν. Ο ευνούχος έρχεται και +λέγει· έλα μετ' εμένα διά να ευρούμεν τόπον αρμόδιον διά να +συνομιλήσωμεν. Εγώ ευθύς τον ακολούθησα, και αφού απεράσαμεν +διάφορα σοκάκια, με έφερεν εις ένα μεγάλο σπήτι, του οποίου αυτός +είχε τα κλειδιά· εμβαίνοντας εις αυτό το είδα πλουσιοπαρόχως +στολισμένον, και εις την μέσην του οποίου ήτον ένα πολλά ωραίον +περιβόλι με διάφορες βρύσες. Τι λες, Ταλμούχ, μου είπεν ο ευνούχος +είνε εύμορφη ετούτη η κατοικία; ναι, μου αρέσει κατά πολλά, του +απεκρίθηκα εγώ· ας είναι, ακολούθει μοι, μου εξαναείπεν αυτός. Και +έτσι λέγοντας με φέρνει εις ένα λουτρόν διά να λουσθώ· και ωσάν +απολούσθηκα, βλέπω τέσσαρας σκλάβους, δύο από τους οποίους, είχαν +πανιά άσπρα διά να με σφουγγίσουν, και οι άλλοι δύο ήλθαν και με +ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και με ένα καλόν φακιόλι· εβγήκα από +το λουτρόν με θαυμασμόν μεγάλον, μην ηξεύροντας ποίος θα ήτον +εκείνος που είχε προστάξει να μου γένουν τόσες περιποιήσεις, και +ερωτούσα συχνά τον ευνούχον διά να μου τον φανερώση, ο οποίος άλλο +δεν μου έλεγε, παρά διά την ώραν δεν είναι τρόπος να σου το +φανερώσω, επειδή και έχω έτσι προσταγήν να ακολουθήσω, και μου +κακοφαίνεται που διά τες ώρες ευρίσκεσαι εις αυτήν την +ανυπομονησίαν, όμως την ερχομένην νύκτα θέλεις μάθει εκείνο που +επιθυμείς. + +Με όλον που ημπορούσα να στοχασθώ ένα ευτυχισμένον συνάντημα, κατά +τα λόγια του Ευνούχου, ευρισκόμουν όμως όλην εκείνην την ημέραν +εις μίαν σκληράν ανυπομονησίαν. Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και +εστάθηκαν ολούθεν αναμμένες λαμπάδες· και η πλέον μεγάλη φωτοχυσία +εστάθη εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα στολισμένον, και εκεί που +εστεκόμουν με τον ευνούχον, ακούομεν να ανοίγη η πόρτα της +στράτας, και βλέπω να παρουσιάζεται έμπροσθέν μου η Καλεκάρη. Εις +τέτοιαν θεωρίαν εστάθη μέγας ο θαυμασμός μου, και άρχισα να τρίβω +τα μάτιά μου μήπως και επλανώμουν. + +Ταλμούχ μου λέγει αυτή, ό,τι λογής και αν είναι ο θαυμασμός σου +που με βλέπεις εδώ, πολλά μεγαλύτερος θέλει σου είναι οπόταν +ακούσης εκείνο που έχω να σου διηγηθώ. Εις ετούτα τα λόγια ο +ευνούχος και οι σκλάβοι ανεχώρησαν, και εγώ έμεινα μόνος με την +Καλεκάρην. Και αφού εκαθήσαμεν, αυτή άρχισε να μου διηγηθή με τον +ακόλουθον τρόπον. Εσύ ενθυμείσαι ω Ταλμούχ, την υστερινήν +βραδειάν, οπόταν ήθελες να μισεύσης από τον κήπον, το τάξιμον που +σου έκαμεν η Τζελίκα, διά το οποίον την ερχομένην ημέραν με κράζει +και μου λέγει· αγαπημένη μου Καλεκάρη, εγώ από την αγάπην που +έλαβα εις τον Ταλμούχ θέλω να τον κάμω ευτυχή, και θέλω να ζήσω με +αυτόν, μακάρι να ήξευρα να κινδινεύση η ζωή μου χίλιες φορές· τι +στράταν το λοιπόν με ερμηνεύεις να πιάσω διά να λάβω την επιθυμίαν +μου; Εγώ εις αυτά τα λόγιά της, δεν έλειψα που να την αντικόψω από +αυτήν την απόφασιν, λέγοντάς της χίλιες ερμηνείες, διά να της +εβγάλω τες φαντασίες του έρωτος που την είχαν περιπλεγμένην, μα +τίποτε δεν ωφέλησαν τα όσα της είπα, και αφού εγνώρισα την +σταθερότητά της, και το αμετάβλητον της γνώμης της, της είπα. Κυρά +μου, εγώ άλλο δεν ημπορώ να σε ερμηνεύσω να κάμης παρά να πράξης +καθώς θα σου ειπώ· και κάνοντάς το θέλεις λάβει το ποθούμενον, και +με τούτο θέλεις έβγει από πολλούς κινδύνους, τόσον εσύ, ωσάν και +αυτός· μα φοβούμαι να μη σου φανή κομμάτι σκληρόν· Μίλησε +Καλεκάρη, μου είπε τότε η βασιλοπούλα, και είμαι έτοιμη να κάμω +ό,τι μου ειπής· είμαι ευχαριστημένη να ζήσω πτωχικά με τον +Ταλμούχ, παρά πλουσίως με άλλον· πες μου το λοιπόν τι έχω να πράξω +διά να τον απολαύσω χωρίς φόβον, και θέλω το κάμει χωρίς καμμίαν +εναντιότητα. Κλίνω το λοιπόν, της απεκρίθην, εις εκείνο που +επιθυμείς, επειδή είνε ανωφελές να σου αντισταθώ πλέον· γνωρίζω +ένα χόρτον το οποίον βάνοντάς το εις το αυτί σου, ύστερα από μίαν +ώραν σε κάνει να πέσης λιποθυμημένη, και μετά ταύτα θέλεις νομισθή +αποθαμμένη, και θέλεις μείνει έτσι, έως που να σου βγάλουν το +χόρτον από το αυτί· και με τούτον τον τρόπον όταν σε νομίσουν ως +αποθαμμένην, θέλουν σε θάψει· και εγώ τότε θέλω σε βγάλει από το +μνημείον, και θέλω κάμει να ανταμωθής με τον Ταλμούχ, και να +υπάγης με αυτόν όπου θέλεις. + +Εις ετούτα τα λόγια εγώ αντίκοψα την Καλεκάρην, και εφώναξα· ω +Ουρανέ άρα γε η Τζελίκα θα είναι ζωντανή; είναι δυνατόν η Τζελίκα +να μην είναι αποθαμμένη; τι της εσυνέβη; πες μου ογλήγορα, σε +παρακαλώ, Ταλμούχ, μου είπεν η Καλακάρη αυτή κατά το παρόν ζη, μα +σε παρακαλώ άκουσε μου, και θέλεις μάθει εκείνο που επιθυμείς· η +Τζελίκα, ακολούθησεν αυτή, με αγκάλιασε δι' αυτό που της είπα· +τόσον της εφάνη αρμόδιον, το οποίον και ευθύς το έβαλεν εις +πράξιν, και ευθύς εκαμώθη πως ήτον άρρωστη, και μετά δύο ημέρες, +οπόταν αγροικούσα τον καιρόν αρμόδιον, της έβαλα το χόρτο εις το +αυτί της, και ευθύς άρχισε διά να κάμη την ενέργειάν του. Μα +προτού να κλείση τα μάτιά της έκραξε τον βασιλιά πατέρα της, και +του είπε. Παρακαλώ σε βασιλέα μου, διά την αγάπην που έχεις εις +εμένα, να μου κάμης την χάριν, όταν αποθάνω αντίς να βάλης άλλους +να μου φυλάξουν το μνημείον μου, να βάλης την αγαπημένην μου +Καλεκάρην, επειδή και όντας πολλά αγαπημένη μου, θέλει παρακαλέσει +εκείνην την νύκτα διά εμένα με περισσοτέραν θερμότητα, και ακόμη +θέλεις την ελευθερώσει από την σκλαβιά δίδοντάς της χαρίσματα +μεγάλα διά την μεγάλην της εμπιστοσύνην και αγάπην που εις εμέ +έδειξεν. Ο βασιλεύς μετά πόνου μεγάλου την επήκουσε, και της έταξε +διά να κάμη καθώς παρήγγειλε. Και τελειώνοντας αυτά τα λόγια η +Τζελίκα έχασε τες αίσθησές της, και ο πατέρας της νομίζοντάς την +αποθαμμένην, ετραβήχθη από εκεί γεμάτος κλάματα και οδυρμούς διά +τον θάνατόν της· έπειτα έδωσε θέλημα και την έφεραν εις τον τάφον +με πολλήν τιμήν καθώς το είδες με τα μάτια σου. + +Το βράδυ λοιπόν κατά την παραγγελίαν της, επήγα διά να σταθώ εις +το μνήμα της και ωσάν επήγα εκεί, άνοιξα το μνημείον, και την +έβγαλα έξω, εβγάζοντας το χόρτον από το αυτί της· έλαβεν ευθύς τες +πρώτες της αίσθησες, και ευθύς την επήρα, και υπήγαμεν εις ένα +σπητάκι εις το οποίον ο Καμπούρ μας ανάμενε, και εκεί εμείναμεν το +επίλοιπον της νυκτός το ταχύ δε απεστείλαμεν τον Καμπούρ εις το +παλάτι και υστερώτερα επήγα και εγώ· και ερχομένη εις το παλάτι, +ανήγγειλα του βασιλέως διά την καλήν ξενύκτισιν που έκαμα εις το +μνημείον της θυγατρός του. + +Τότε αυτός έβγαλε και μου έδωσε δέκα χιλιάδες φλωρία και φορέματα, +και διαμάντια πολλά, και με ηλευθέρωσεν από την σκλαβιάν· μα εις +αυτά που μου έδωσε, του εζήτησα και τον ευνούχον Καμπούρ διά να +μου τον δώση εις την φύλαξίν μου, και ευθύς με υπήκουσε. +Παίρνοντας εγώ αυτά τα χαρίσματά μου και τον Καμπούρ, επήγαμεν +εκεί που ευρίσκετο η Τζελίκα με την οποίαν εχαρήκαμεν πολύ διά την +εύρεσίν μας. + +Την ερχομένην ημέραν εστείλαμεν ένα παιδί εις το παλάτι με μίαν +γραφήν να σου την δώση. Εις την οποίαν σου εγράφαμεν διά να έλθης +να μας εύρης, του οποίου είπαν πως ήσουν άρρωστος· εματαστείλαμεν +την τρίτην ημέραν, και έμαθε πως δεν ήσουν πλέον εις το παλάτι, +μην ηξεύροντας το τι έγινες. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ την θλίψιν +της Τζελίκας, που έλαβεν επάνω εις τέτοιαν είδησιν διά τον +μισευμόν σου, που με κανένα τρόπον δεν είχε παρηγορίαν· Και τότε +το εμετανόησε, που δεν σου είχε δώσει την είδησιν διά την γνώμην +που είχεν· δυστυχισμένη που είμαι εγώ διά παντός εφώναξε· τι με +ωφελεί που εθυσίασα το παν διά την αγάπην, τον καιρόν που κάνει +χρεία, να παραιτηθώ από τον Ταλμούχ διά πάντα; Τότε εβγήκαμεν από +την χώραν διά νυκτός, και επήραμεν την στράταν προς τον Ινδόν +ποταμόν, στοχαζόμενοι μήπως και επήρες εκείνην την στράταν, και +όπουθεν απερνούσαμεν δεν εκάναμεν άλλο παρά να ερωτούμεν διά λόγου +σου. + +Μίαν ημέρα πηγαινάμενοι από χώραν εις χώραν, με όλον που είμασθε +με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, μας απάντησαν οι κλέφτες, και +δε έφθασεν που μας επήραν το τι είχαμεν, αλλά μας επήραν και μας +έφεραν εδώ εις τούτην την χώραν Κανταχάρ και μας επούλησαν ενός +πραγματευτού από σκλάβες που τον εγνώριζαν. Ετούτος ο πραγματευτής +βλέποντας την ωραιότητα της Τζέλικας έκρινεν εύλογον να την φέρη +εις τον βασιλέα διά να την αγοράση· αυτός ο βασιλεύς έμεινεν +εκστατικός βλέποντάς την, και χωρίς καμμίαν εξέτασιν μας αγόρασε +και τες δύο, και μας έβαλεν εις το χαρέμι των γυναικών του. + +Η Καλεκάρη τελειώνοντας εδώ την διήγησίν της, ω Ουρανέ, εφώναξα +εγώ, ημπορώ να λάβω την χαροποίησιν εις το να ανταμώσω την ποθητήν +μου Τζελίκα; μα τι λέγω, πως θα την ανταμώσω, που ακούω ότι +ετούτος ο μέγας βασιλεύς την έχει φυλαγμένην εις το χαρέμι του; +Μην αμφιβάλλεις, μου απεκρίθη η Καλεκάρη διά να την ιδής, επειδή +και αυτή έχει περισσότερην επιθυμίαν από εκείνο που στοχάζεσαι διά +να σε ιδή, και αυτή η ιδία επρόσταξε τον Καμπούρ και έκαμε τούτες +τες ετοιμασίες, και επήρεν ετούτο το παλάτι διά να έρχεται οπόταν +ευρίσκει τον καιρόν αρμόδιον διά να σε απολαμβάνη· και διά την +ώραν με έστειλεν εμένα διά να σου διηγηθώ τι απέρασε διά εσένα και +αύριον το ταχύ θέλει έλθει η ιδία να σε εύρη. Και λέγοντας ετούτα +τα λόγια η Καλεκάρη εμίσευσε με τον Καμπούρ, και έμεινα εγώ με +μεγάλην ανυπομονησίαν έως που να την ιδώ. + +Το ταχύ ακούω να κτυπά η πόρτα. Οι σκλάβες έτρεξαν διά να +ανοίξουν, ευθύς να έμβη η βασιλοπούλα εις τον χοντζερέ μου. Σε +αφίνω να στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, και ποίαν +αντράλωσιν, ποίον θάμβος, ποίαν χαράν μου επροξένησεν η παρουσία +της, παρομοίως από εκείνο που εκατάλαβα να επροξενήθη και εις +αυτήν από την χαράν της. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της, χωρίς να +ημπορέσω να ειπώ λόγον. Αυτή με εσήκωσε, και βάνοντάς με να καθίσω +κοντά της μου είπε· Ταλμούχ, ευχαριστώ τον Ουρανόν, που μας +αντάμωσε, και ελπίζω εις την καλωσύνην του να μας ελευθερώση +κιόλας από τούτην την περίστασιν που μας εμποδίζει εις το να +στεκώμασθε αντάμα· και διά την ώραν πρέπει να έχωμεν υπομονήν, έως +που να εύρωμεν την ευκαιρίαν, διά να κάμωμεν καθώς είναι η +επιθυμία μας και φθάνει μόνον διά τώρα να συναναστρεφώμασθε κάποτε +εδώ κρυφίως, διά κάμποσον καιρόν ακόμη· Ως τόσον διηγήσου μου, σε +παρακαλώ, πώς ευρίσκεσαι εις τούτην την χώραν, και τα όσα σου +ακολούθησαν έως τώρα. Εγώ δεν έλειψα που να την ευχαριστήσω +διηγούμενος την ιστορίαν μου, και πώς ευρισκόμουν εις συντροφιάν +ενός Φακύρη, και τα λοιπά. Και αφού ωμιλήσαμεν διά δύο ώρες αυτά +και άλλες ομιλίες της αγάπης, έρχεται η Καλεκάρη και ο Καμπούρ, +και μας δίνουν την είδησιν διά να μισεύσωμεν, διατί η ώρα ήταν +αργά. Και ούτως εμίσευσαν, και με άφησαν όλον γεμάτον από χαράν +και ελπίδα. + +Με όλον που ευρισκόμουν εις τους χαροποιούς στοχασμούς, δεν +απαράτησα που να μην ενθυμηθώ τον σύντροφόν μου Φακύρην, +στοχαζόμενος την θλίψιν που ημπορούσε να έχη μην ηξεύροντας το τι +έγινα. Εβγήκα από το σπήτι μου διά να υπάγω να τον εύρω, και τον +συναπαντώ εις μίαν στράταν και αγκαλιάζοντάς με μου λέγει. Ω φίλε, +μεγάλην σύγχισιν μου έδωσες μην ηξεύροντας πού ήσουν, και +εφοβούμουν μήπως και σου έτυχε τίποτες εναντίον και ποίαν +μεταβολήν βλέπω εις του λόγου σου; υποκάτω εις ποία φορέματα μου +παρουσιάζεσαι εις τους οφθαλμούς μου, μου φαίνεται να είσαι εις +καλήν στάσιν; Βέβαια, φίλε μου εγώ του απεκρίθηκα, η τύχη μου μ' +εμετάβαλεν εις ευτυχίαν· θέλω και συ να είσαι μάρτυς όλης μου της +ευτυχίας και να ωφεληθής και συ από την ευτυχίαν μου· παραίτησε το +κονάκι σου, και έλα να κατοικήσης μετ' εμένα. Έτσι λέγοντας τον +έφερα εις την κατοικίαν μου, και τον έκαμα να ιδή την +μεγαλοπρέπειαν, και τον στολισμόν όλης μου της οικίας. Αυτός κάθε +ολίγον εφώναζεν· ω Ουρανέ, τι πράγμα άξιον έπραξεν ο Ταλμούχ +περισσότερον από τους άλλους, διά να αρχίσης να τον γεμίσης από +τόσα καλά. Πώς ω Φακύρη, του είπα, σου κακοφαίνεται διά την +ευτυχίαν μου; καταλαμβάνω ότι σε θλίβει η καλή μου κατάστασις. +Όχι, μου απεκρίθη, μα εξ εναντίας το χαίρομαι, επειδή και επιθυμώ +πάντα την ευτυχίαν των φίλων μου και λέγοντας έτσι, με αγκάλιασε, +και μ' εφίλησε, διά να μου δώση με τούτο να καταλάβω πως ομιλεί με +την καρδίαν ανοικτήν. Ο Φακύρης επάσχισε να του φανερώσω το αίτιον +της ευτυχίας μου, εγώ δε τον επίστευσα άδολον, και του εδιηγήθηκα +τα πάντα, από την αρχήν έως εκείνες τες ώρες, και του επερίγραψα +και την μεγάλην ωραιότητα της βασιλοπούλας. + +Ο Φακύρης αφού έδειξε πως ήτον πολλά θαυμασμένος εις τα όσα του +εδιηγήθηκα μου λέγει· Ταλμούχ, εσύ μου παρουσιάζεις ένα κάλλος +τόσον υπερβολικόν, που διστάζω να το πιστεύσω. Αυτό είνε έν +υποκείμενον απαρομοίαστον, του αποκρίθηκα εγώ, που είνε αξία διά +τον μεγαλύτερον βασιλέα του κόσμου. Αυτή ετούτην την νύκτα θέλει +έλθει εδώ· εσύ θέλεις την ιδεί με τα μάτια σου, και θέλεις ειπεί +την αλήθειαν αν δεν είνε έτσι. Ολίγον υστερότερα ήλθεν η Τζελίκα +την οποίαν επαρακάλεσα να δεχθή να της συστήσω τον Φακύρην. Τίποτε +δεν ημπορώ να σου αρνηθώ μου είπεν η Τζελίκα, μα προβλέπω πως +θέλει μας προξενηθή μεγάλη δυσαρέσκεια. Όχι, βασίλισσά μου, της +είπα, μη φοβάσαι από αυτόν κανένα εναντίον, και στάσου ήσυχα επάνω +εις του λόγου μου. + +Τελειώνοντας ετούτα τα λόγια έκραξα τον Φακύρην και τον +επαρουσίασα εις την βασιλοπούλαν. Αυτή διά να ευχαριστήση εμένα, +τον εδέχθη με πολλήν ευγένειαν, υστερότερα δε εκαθήσαμεν εις την +τράπεζαν και οι τρεις. Ο σύντροφός μου ήτον έως τριάντα χρόνων +άνθρωπος και είχε πολύ πνεύμα, και έκαμε πολλά ογλήγορα να +γνωρισθή προς την κυράν ότι ήτον ένας, που δεν εμισούσε τες +ηδονές, και πως έκανεν ολίγην τιμήν του φορέματός του. Αυτός αφού +εφάγαμεν, έπιε τόσον κρασί, που τον έκαμε να χάση κάθε λογής +εντροπήν και δεν του έφθασε που ωμιλούσε με μεγάλην ελευθερίαν και +θάρρος, αλλά απετόλμησε και έρριξε τας χείρας του επάνω εις τον +λαιμόν της Τζελίκας, και με αναισχυντίαν της έδωσεν ένα φίλημα. Η +Τζελίκα έμενε μεγάλως θυμωμένη διά την αυθάδειαν του Φακύρη, και +αμπώχνοντάς τον του λέγει· Τρισάθλιε, σου έπρεπε διά την τόλμην +σου να βάλω τους σκλάβους μου να μη σου αφήσουν κόκκαλον εις το +κορμί γερόν· μα το σέβας που φέρω εις τον φίλον σου, με εμποδίζει +να το βάλω εις πράξιν. Και έτσι λέγοντας εμπουλώθη και εβγήκεν +θυμωμένη από τον χοντζερέ μου. Επάσχισα ανωφελώς διά να την +καταπραΰνω, μα δεν εστάθη τρόπος. Εσύ τώρα βλέπεις, μου είπεν, αν +έφταιξες να φέρης αυτόν τον Φακύρην εις την συναναστροφήν μας, και +αν είχα δίκαιον να μην τον δεχθώ· εγώ δεν θέλω έλθει πλέον εις +εσένα, έως που αυτός ήθελε σταθή μαζί σου. Και με αυτά τα λόγια +εμίσευσε, με όλον που έκαμα κάθε τρόπον διά να την κρατήσω. + +Τέλος πάντων την ερχομένην ημέραν ο Φακύρης εδείχθη πολλά +διαφορετικός και μετανοημένος διά το σφάλμα που την απερασμένην +νύκτα έκαμε, και με εβεβαίωνε πως ήτον πολλά περίλυπος διά την +σύγχυσιν που μου έδωσε· και διά να παιδεύση την αυθάδειάν του, μου +έταξε διά να μισεύση ευθύς από εκείνην την χώραν, και μου ωμίλησε +με ένα τρόπον που έμεινα πολλά συντριμμένος. + +Έγραψα ευθύς μίαν επιστολήν της Τζελίκας, και της εφανέρωσα πως ο +Φακύρης εμετανόησε μεγάλως διά την αυθάδειάν του, και της εζητούσε +συγχώρησιν, και πως διά κανόνα του σφάλματός του θέλει μισεύσει +από εκείνην την χώραν. Αυτή μου απεκρίθη ότι τον συγχωρεί, και πως +οπόταν αυτός μισεύση, θέλει έλθει να με εύρη. Εφανέρωσα του φακύρη +τα όσα ο Καμπούρ μου είπε, και ο Φακύρης μένοντας ευχαριστημένος +ετοιμάζετο διά να μισεύση. + +Εγώ θλιβόμενος διά την αγνωσίαν που έλαβε και έγινε το αίτιον του +χωρισμού μας, ηθέλησα διά να τον φιλοδωρήσω μίαν σακκούλαν γεμάτην +από φλωρία, που μου τα είχε δώσει η Τζελίκα, και δίδοντας του, τον +εσυμπροβόδησα με πολλά δάκρυα και αναστεναγμούς· τόσον πολλά τον +αγαπούσα. Μισεύοντας δε ο Φακύρης δεν απέρασε ολίγη ώρα και ακούω +μεγάλον κτύπον εις το σπήτι μου· τρέχω να ιδώ το τι ήτον και με +μεγάλην μου έκστασιν βλέπω ένα αριθμόν από στρατιώτας του βασιλέως +Φαραούτζ χαν. Έλα με ημάς, μου λέγει ο αρχηγός τους· έχομεν +πρόσταγμα διά να σε φέρωμεν στο παλάτι. Ποίον φταίξιμον εγώ έκαμα; +του είπα, εις τι είμαι εγκαλεσμένος, πες μου σε παρακαλώ. Ημείς +δεν ηξεύρομεν, μου απεκρίθη αυτός, άλλο δεν ημπορώ να σου ειπώ, +παρά έχομεν πρόσταγμα να σε φέρωμεν εις τον βασιλέα· αυτός, είνε +πολλά δίκαιος, θέλει σε κρίνει με δικαιοσύνην. + +Έκαμε χρεία διά να τους ακολουθήσω και στανικώς μου. Και εις την +στράταν που επήγαινα, άλλο δεν υπώπτευα, παρά ότι ο βασιλεύς θα +εξεσκέπασε την φιλίαν που απερνούσαμεν με την Τζελίκαν, μα μου +εφαίνονταν παράξενον πώς να το είχε μάθει. Ως τόσον ο αρχηγός με +έφερεν έμπροσθεν εις τον βασιλέα, ο οποίος ήτον με τον βεζύρην του +μόνον και με τον Φακύρην που ενόμιζα ότι ήτον μισευμένος. +Βλέποντας δε τούτον τον άνομον φίλον, εγνώρισα ευθύς την προδοσίαν +του. Εσύ είσαι εκείνος, μου είπε τότε ο βασιλεύς, που κρατείς +κρυφήν συναναστροφήν με την αγαπημένην μου σκλάβαν; αχ, παράνομε, +κάνει χρεία ότι θα είσαι πολλά απόκοτος και αυθάδης διά να +τολμήσης να πατήσης την τιμήν μου. Δεν ηξεύρεις ότι εγώ είμαι +εκείνος που παιδεύω σκληρώς τους πταίστας. + +Εις αυτό δε το αναμεταξύ ιδού και έρχεται και η Τζελίκα διά +προσταγής του βασιλέως έμπροσθέν του, η οποία ήτον συντροφιασμένη +με την Καλεκάρην και τον Καμπούρ. Αχ, κακότροποι και άνομοι, +εφώναξεν ο βασιλεύς· μη καρτερήτε μήτε ο ένας, μήτε ο άλλος από +εμένα καμμίαν συμπάθειαν, που ετολμήσατε να μου κάμετε αυτήν την +ατιμίαν. Βεζύρη, γυρίζει και λέγει, έπαρέ τους από έμπροσθέν μου, +διατί δεν υποφέρω πλέον να τους βλέπω, και κάμε να τους κόψουν τας +κεφαλάς και των δύο, και ύστερα τα κορμιά τους να δοθούν εις +βρώσιν των σκυλιών. + +Σταμάτησε, ω Βασιλεύ, εφώναξα τότε εγώ· φυλάξου από το να +μεταχειρισθής με τέτοιον τρόπον μίαν θυγατέρα βασιλέως· ο +ζηλότυπος θυμός σου ας φέρη σέβας εις το βασιλικόν αίμα, από του +οποίου αυτή κατάγεται. Εις τούτα τα λόγια ο βασιλεύς έμεινε +θαυμασμένος· ποίος βασιλεύς, αυτός είπε της Τσελίκας, είνε ο +αυτουργός των γενεθλίων σου; Η βασιλοπούλα με εκύτταξε με ένα +βλέμμα άγριον και μου είπεν αχάριστε Ταλμούχ, διατί ηθέλησες να +φανερώσης εκείνο, που εγώ έπασχα να το κρύψω; ήμουν ευχαριστημένη· +καλύτερον να λάβω τον θάνατον, παρά να μαθητευθή ποία είμαι· και +κάνοντάς με τώρα εσύ να γνωρισθώ, με εγέμισες από εντροπήν. Ας +είναι λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή, μιλώντας με αυτόν· +άκουσον, αν επιθυμής, να μάθης το ποία είμαι· η σκλάβα που εσύ +αποφασίζεις εις θάνατον, είνε θυγατέρα του Σχατάμ Χαν βασιλέως της +Περσίας· και τον ίδιον καιρόν του εδιηγήθη όλην την ιστορίαν, +χωρίς να αφήση τίποτε· και ωσάν ετελείωσε την διήγησίν της, +αύξησε περισσότερον τον θαυμασμόν του βασιλέως. Ιδού, ω βασιλέα +μου, αυτή ηκολούθησεν, ένα απόκρυφον, που αν ο αχάριστος Ταλμούχ +δεν ήθελε το φανερώση, εγώ ποτέ δεν ήθελα σου το ομολογήσει· σε +παρακαλώ το λοιπόν πρόσταξε χωρίς άλλο να μου σηκώσης την ζωήν, +ότι η μεγαλυτέρα χάρις που ημπορείς να μου κάμης είνε αυτή· και η +ομολογία που σου έκαμα δεν την έκαμα χωρίς μεγάλον μου +κακοφανισμόν. + +Κυρά, της λέγει ο βασιλεύς, εγώ μεταβάλλω την απόφασίν μου, και με +κάθε δικαιοσύνην σας συγχωρώ το σφάλμα, και σου επιστρέφω την +ελευθερίαν, και θέλεις ζήσει διά τον Ταλμούχ, και ο ευτυχής +Ταλμούχ θέλει ζήσει δι' εσένα. Υπάγετε το λοιπόν, ω τέλειοι +αγαπητικοί, να περάσετε ευτυχώς το επίλοιπον της ζωής σας, και +παρακαλώ τον ουρανόν κανένα πράγμα να μη συγχίση πλέον την ησυχίαν +σας. Όσον διά εσένα, ω προδότα, ακολούθησεν αυτός μιλώντας προς +τον Φακύρην, θέλεις λάβει τον μισθόν της προδοσίας σου, και της +επιβολής σου. Καρδία ουτιδανή, διεστραμένη και φθονερά, που δεν +υπόφερες να ιδής την ευτυχίαν του φίλου σου, και ήλθες μόνος σου +διά να τον δώσης εις την δύναμιν της εκδικήσεώς μου· τρισάθλιε, +εσύ θέλεις δουλεύσει εις θυσίαν της ζήλιας σου. Έτσι λέγοντας +επρόσταξε τον βεζύρην να δοθή ο Φακύρης εις τας χείρας του δημίου +διά να τον κάμη τέσσαρα κομμάτια. + +Εις το αναμεταξύ που εκείνος ο άνομος εφέρετο εις θάνατον, +επέσαμεν η Τζελίκα και εγώ εις τους πόδας του βασιλέως, και τους +εκαταβρέχαμεν με τα δάκρυά μας, ευχαριστώντας την μεγάλην του +ευσπλαγχνίαν που εις ημάς έδειξεν· έπειτα σηκωνόμενοι εμισεύσαμεν +με την Καλεκάρην και Καμπούρ, και ήλθαμεν εις την κατοικίαν που +ήμουν, και εκεί εμείναμεν ευφραινόμενοι την ελευθερίαν μας. Δεν +απέρασαν δύο ημέρες, και ο βεζύρης από μέρος του βασιλέως ήλθε διά +να μας εύρη, και μας έφερε μεγάλην ποσότητα από δώρα, και άσπρα +αμέτρητα. Ημείς ευχάριστήσαμεν την μεγάλην γενναιότητα του +βασιλέως, και βλέποντας ότι αυτά τα δώρα ήταν αρκετά να μας +φθάσουν διά να υπάγωμεν εις άλλον τόπον να σταθούμεν, +ανταμωθήκαμεν με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, που εμάθαμεν πως +εμίσευε διά το Μπαγδάτι και με αυτό εφθάσαμεν εκεί ευτυχώς. Οπόταν +δε εμβήκαμεν εις το Μπαγδάτι, επήγαμεν και καταλύσαμεν εις ένα +καλόν σπήτι, και αφού αναπαυθήκαμεν από τον κόπον της στράτας, +εβγήκα και υπήγα εις την χώραν διά να ανταμώσω τους φίλους μου. +Αυτοί ωσάν με είδαν, εθαύμασαν που με είδαν ζωντανόν λέγοντές μου, +πως οι σύντροφοί σου που είχες μισεύσει με αυτούς από εδώ, μας +είπαν πως απέθανες. Ευθύς δε που άκουσα ότι οι τζοβαϊρτζήδες +σύντροφοι μου ευρίσκοντο εκεί, επήγα εις τον βεζύρην και έπεσα εις +τους πόδας του, και του εδιηγήθηκα την προδοσίαν των συντρόφων +μου. Ο βεζύρης έστειλεν ευθύς και τους έφερεν έμπροσθέν του, και +τους ερώτησε, αν είνε αλήθεια τα όσα εγώ τους εγκαλούσα· αυτοί δε +άρχισαν να το αρνούνται με κάθε τρόπον μα ο βεζύρης ωσάν φρόνιμος +που ήτον με τες εξέτασες που τους έκαμεν, εκατάλαβε πως ήταν +πταίσται, και βεβαιωμένος ευθύς επρόσταξε διά να φυλακώσουν και +τους δύο, έως που να δώση την είδησιν του Καλίφη, διά να προστάξη +τι θάνατον να τους δώση. Αυτοί όντες φυλακωμένοι υποχρέωσαν τους +φύλακας βασιλικά, και το τρίτον εδόθη εις εμένα διά εκείνο που μου +επήραν. + +Ύστερον από αυτό δεν εστοχάσθηκα άλλο, παρά να βαλθώ εις μίαν +ήσυχην ζωήν με την Τζελίκαν μου. Ημείς επερνούσαμεν τες ημέρες μας +με μίαν τελείαν ενότητα· η οποία δυστυχώς δεν διήρκεσε πολύ. + +Διότι μίαν βραδειάν, γυρίζοντας από μίαν συναναστροφήν φίλων και +φθάνοντας εις το σπήτι μου, κτυπώ την πόρταν και κανείς δεν μου +αποκρίνεται ούτε μου ανοίγει. Εγώ έμεινα εκστατικός εις αυτό, +ξαναχτυπώ την πόρταν δυνατώτερα· μα ουκ ην φωνή, και ουκ ην +ακρόασις· μου αβγάτισε τότε ο θαυμασμός μου· τι πρέπει να +στοχασθώ, έλεγα ανάμεσόν μου; ετούτη θα είναι μία νέα δυστυχία που +μου εσυνέβη; εις τον κτύπον δε τον μέγαν που έκανα, οι γειτόνοι +μου εβγήκαν και ήλθον να ιδούν τι ήτον· αυτοί με εβοήθησαν και +ερρίξαμεν την πόρταν, και εμβαίνοντες μέσα εις το σπήτι ευρίσκομεν +όλους τους δούλους πνιγμένους· απερνούμεν εις τον χοντζερέ της +Τζελίκας (ω θέαμα φοβερόν) και ευρίσκομεν τον Καμπούρ και την +Καλεκάρην φονευμένους, και πνιγμένους εις τα αίματά τους. Κράζω +την βασιλοπούλαν, και αυτή δεν αποκρίνεται εις την φωνήν μου. +Τρέχω εις όλα τα μέρη του σπητιού, και μην ευρίσκοντάς την, έπεσα +αποκαμωμένος εις τες αγκάλες ενός γείτονός μου. + +Οπόταν οι γειτόνοι μου με έκαναν να ξαναλάβω τες αίσθησές μου, +εσηκώθηκα και έτρεξα εις τον Κατή, και ανήγγειλα το συμβεβηκός +μου. Αυτός έστειλεν ευθύς πολλούς καβαλαρέους εις τες στράτες διά +να χαλέψουν τους φονείς και άρπαγας, μα δεν εστάθη τρόπος που να +λάβουν καμμίαν είδησιν. Τότε εγώ μην ηξεύροντας το τι να στοχασθώ +δι' αυτήν την νέαν μου συμφοράν, έπεσα άρρωστος διά πολύν καιρόν, +και ωσάν εγέρευσα, επούλησα το ό,τι και αν είχα και υπήγα και +εκατοίκησα εις το Μουσούλ, φέροντας με λόγου μου εκείνον τον +πλούτον που μου απομείνει. Εκεί μένοντας καμπόσον καιρόν εμβήκα +εις την αυλήν του Βασιλέως διά τζοχαντάρης, και από ολίγον κατ' +ολίγον, διά την καλήν μου δούλευσιν, ο βασιλεύς με έκαμε Βεζύρην +του, ο οποίος με αγαπούσε κατά πολλά διά την καλήν μου κυβέρνησιν· +μα ως εκεί δεν έπαυσεν η τύχη μου που να μη με κατατρέξη· κάποιος +αξιωματικός της αυλής του Βασιλέως έλαβε φθόνον μέγαν εναντίον +μου, και τόσον έκαμε, που ο Βασιλεύς απεφάσισε να με αποξενώση από +την δούλευσιν του, διά να παύσουν τα σκάνδαλα. Και με τούτον τον +τρόπον εβγήκα από το Μουσούλ, και ήλθα εδώ εις την Δαμασκόν, εις +την οποίαν έλαβα την τιμήν διά να έμβω μέσα εις την δούλευσιν της +Βασιλείας σου. + +Ετούτη, ω πολυχρονεμένε μου Βασιλέα, είναι η ιστορία της ζωής μου, +και η αιτία ετούτης της βαθείας μου μελαγχολίας, εις την οποίαν +είμαι πάντα βυθισμένος. Ο αρπαγμός της Τζελίκας στέκει πάντα +τυπωμένος εις την καρδιά μου, και με κάνει αναίσθητον εις κάθε +λογής χαροποίησιν. Αν ήξευρα ότι αυτή η βασιλοπούλα δεν ζη, +ημπορούσα να απαρατήσω την ενθύμησίν της ακόμη ωσάν την άλλην +φοράν· μα η άγνοια της τύχης της με κάνει διά παντός να θρέφω εις +την καρδίαν μου ακατάπαυστον πόνον, και απ' αυτόν ημπορείς να +καταλάβης καταλεπτώς την αιτίαν της μελαγχολίας μου, και σε αφίνω +να διακρίνης αν έχω δικαίαν αιτίαν να είμαι πάντοτε περίλυπος και +μελαγχολικός καθώς με βλέπεις. + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ + + +1) Είδωλον που επροσκυνούσαν οι Πέρσαι. + +2) [Γενναιοδωρία] + + + + + + + + + + +End of Project Gutenberg's Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 *** + +***** This file should be named 36622-0.txt or 36622-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/6/6/2/36622/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/36622-0.zip b/36622-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..daf227f --- /dev/null +++ b/36622-0.zip diff --git a/36622-h.zip b/36622-h.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..0ece3e9 --- /dev/null +++ b/36622-h.zip diff --git a/36622-h/36622-h.htm b/36622-h/36622-h.htm new file mode 100644 index 0000000..42ff899 --- /dev/null +++ b/36622-h/36622-h.htm @@ -0,0 +1,7732 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" +"http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Παραμύθια της Χαλιμάς, Δερβίς Αμπού Μπεκίρ, Έκδοση +Βενετίας" /> +<title>Παραμύθια της Χαλιμάς 2</title> +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Arabian Nights, Volume 2 + that is very strange and nice tales and happenings written + in Arabic by Dervish Abu Bekr as per the Venice edition + +Author: Dervish Abu Bekr + +Posting Date: March 19, 2012 [EBook #36622] +First Posted: July 5, 2011 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + +</pre> + + +<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. +Bold words are included in &. Footnotes have been placed at the +end of the book. </p> + +<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. +Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι +υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου. </p> + +<p style='text-align:center;'><img src ="images/page1.jpg" +width="418" height="600" +alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /></p> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">Χ Α Λ Ι Μ Α<br /> +ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ</h1> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ ΤΩΝ +ΙΣΤΟΡΙΩΝ </h2> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em"> +Όπου η Χαλιμά διηγείται του Σοφή Αϊδήν βασιλέως της Ινδίας. </h4> + +<p>Ο Σοφής Αϊδήν βασιλεύς της Ινδίας, βλέποντας την Χαλιμάν, που +ήθελε να αρχίση διά να διηγηθή την ιστορίαν που του είχε τάξει, +καθώς είπαμεν εις τον απερασμένον πρώτον τόμον, την αντέκοψε +λέγοντας· ω Χαλιμά, σε παρακαλώ, περίμενε ολίγον διά να αρχίσης να +διηγηθής την ιστορίαν αυτήν, επειδή έχω ανάγκην μεγάλην να πάω εις +το ντιβάνι μου διά αναγκαίες υποθέσεις του βασιλείου μου, και ευθύς +που θα τελειώσω θέλω ξαναγυρίσει να την ακούσω με κάθε μου +ευχαρίστησιν. Και έτσι λέγοντας εσηκώθη και επήγεν εις το ντιβάνι, +και μετά μίαν ώραν γυρίζοντας έδωσε θέλημα της Χαλιμάς διά να αρχίση +να του διηγηθή την ιστορίαν που του έταξε· και η Χαλιμά λαμβάνοντας +το θέλημά του έσκυψε το κεφάλι της και επροσκύνησεν, έπειτα άρχισε +να λέγη με τον ακόλουθον τρόπον. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία της +Φαρουχνάζης Βασιλοπούλας της Κασμυρίας.</h4> + +<p> +<br /> +Το βασίλειον της Κασμυρίας εκυβερνώνταν από ένα βασιλέα +ονομαζόμενον Τοχρούλμπεη· αυτός είχε μίαν θυγατέρα μονογενή ονόματι +Φαρουχνάζ, η οποία υπερέβαινε την πλέον ωραίαν του κόσμου εις την +ευμορφάδα, και ήτον ένα θαύμα της ωραιότητος. Αυτή η βασιλοπούλα +όντας τέτοιας λογής ωραία, κάθε ένας που την έβλεπεν ήτον αδύνατον +να μην άναπτεν από ένα σκληρόν έρωτα η καρδιά του, και εις τον ίδιον +καιρόν ήθελε του είναι πολλά κινδυνώδες· και όσοι ελάμβανον δι' +αυτήν έρωτα, άλλος ετρελλαίνετο, και άλλοι έπιπταν ως αποθαμμένοι +και έμεναν νεκροί. Κάθε φορά που ήθελεν έβγει από το παλάτι της διά +να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον· ο +λαός δε οπόταν ήκουε πως έβγαινεν από το παλάτι της έτρεχαν εις +πλήθος ωσάν τρελλοί και την ακολουθούσαν διά να την βλέπουν, και με +τις βοές τους εφανέρωναν την μεγάλην επιθυμίαν που είχαν διά να την +βλέπουν. Αυτή ως επί το πλείστον εκαβαλίκευε ένα άλογο τατάρικο +άσπρο με βούλλες κόκκινες, και επεριπατούσεν ανάμεσα εις εκατό +σκλάβες ενδεδυμένες με πολλήν μεγαλοπρέπειαν, επάνω εις τόσα άλογα +μαύρα. Αυτές οι σκλάβες ήτον ομοίως ξέσκεπες και με όλον που ήτον +πολλά ωραίες, η βασιλοπούλα έλαμπε αναμέσον αυτών ωσάν ο ήλιος εις +το μέσον των αστέρων, ώστε που όλος ο λαός δεν έρριχνε τα μάτια του +εις καμμίαν από τες σκλάβες, παρά μόνον εις αυτήν· και καθένας είχε +την επιθυμίαν διά να την ιδή από σιμά· όθεν εκαταπλακώνονταν και +εκτυπιώνταν ποίος να πλησιάση σιμώτερα προς αυτήν οι δε στρατιώται +που την εσυντρόφευαν ματαίως εκοπίαζαν να αποδιώχνουν τον λαόν, που +έπασχε να πλησιάση προς αυτήν, και άλλους μεν έδερναν, άλλους +εκατατζάκιζαν, και πολλούς απ' αυτούς εφόνευαν διά να τους +ξεμακρύνουν· μα οι περισσότεροι δεν εστοχάζονταν διά το ουδέν τους +δαρμούς, ομού και τον θάνατον, έχοντας εις καύχησιν οι τρελλοί να +αποθάνουν εμπρός εις τα μάτια της ωραίας βασιλοπούλας. </p> + +<p style='text-align:center;'><img src ="images/1.jpg" width="337" +height="445" +alt="Η ωραία Φαρουχνάζ η κόρη του βασιλέως Τοτχρούλμπεη" +border="2" /></p> + +<p>Ο βασιλεύς βλέποντας το κακόν και την φθοράν που εγίνετο εις τον +λαόν από αιτίας της μεγάλης ευμορφιάς της θυγατρός του, απεφάσισε να +την κρύψη εις το εξής από τα μάτια του λαού, διά να μη γίνεται +τέτοια φθορά και σύγχυσις· και ευθύς επρόσταξε πλέον να μη έβγη η +θυγατέρα του από το παλάτι· και με τούτον τον τρόπον εσήκωσεν από +τον λαόν την αιτίαν της συμφοράς του και της συγχύσεώς του. Εις +τούτο το αναμεταξύ η φήμη της ευμορφιάς της εξηπλώθη εις όλα τα μέρη +της ανατολής και πολλοί βασιλείς επάνω εις τας διήγησες που δι' +αυτήν άκουαν, άναπταν από επιθυμίαν να την αποκτήσουν, και όλοι εις +ένα καιρόν έστειλαν πρέσβεις εις τον πατέρα της τον βασιλέα διά να +του την ζητήσουν διά γυναίκα. Μα πριν και αυτοί φθάσουν η +βασιλοπούλα είδεν ένα όνειρον, διά το οποίον συνέλαβεν ένα μίσος +τόσον σκληρόν εναντίον εις την υπανδρείαν και εις τους άνδρας, που +δεν ήθελε με κανένα τρόπον να τους ακούση. Αυτηνής της εφάνη πως +είδεν εις τον ύπνο της ένα ελάφι, που είχε πιασθή εις κάποιες +παγίδες κυνηγών και όντας εις αυτές, επήγε μία έλαφος, και έκαμε +κάθε τρόπο και το ελευθέρωσεν· έτυχε κατά τύχην και επιάσθη +υστερότερα και αυτή η έλαφος εις τες ίδιες παγίδες, και το ελάφι +αντίς να κάμη το χρέος του να την συντρέξη και να την ελευθερώση, +την άφησεν εκεί και έφυγεν. </p> + +<p>Εξυπνώντας η Βασιλοπούλα Φαρουχνάζ, έμεινε πολλά συγχισμένη δι' +αυτό το ενύπνιον που είδεν· αυτή δεν το εστοχάσθη δι' άλλο, παρά διά +μίαν αποκάλυψιν του θεού Ξάγια (<sup><a href="#fn1" +id="ref1">1</a></sup> +) που με αυτό της έδιδε να +καταλάβη, ότι οι άνθρωποι δεν είνε πιστοί προς τας γυναίκας τους, +και πως είναι αχάριστοι και επίβουλοι προς αυτάς ανταμοίβοντες +πάντοτε την αγάπην τους με αχαριστίαν. Εμβαίνοντας το λοιπόν εις το +κεφάλι της αυτή η αστόχαστος φαντασία, και φοβουμένη να μη θυσιασθή +εις τινά, που να ήθελε την ζητήση εις γυναίκα, επήγε να εύρη τον +πατέρα της, και χωρίς να του δώση να καταλάβη την εναντίαν της +κλίσιν προς τους ανθρώπους, τον εξώρκισε με τα δάκρυα εις τα μάτια +να μην την υπανδρέψη με τινά, που να μην είνε της ορέξεώς της, τόσον +που της έταξε με όρκον, να μην κάμη με κανένα συμφωνίαν χωρίς το +θέλημά της. Μένοντάς με αυτόν τον τρόπον βεβαιωμένη η Φαρουχνάζ, +ανεχώρησεν εις το παλάτι της πολλά ευχαριστημένη με απόφασιν που να +μην υπανδρευθή ποτέ. </p> + +<p>Ολίγας ημέρας υστερότερον έφθασαν, καθώς άνωθεν είπαμεν οι +πρέσβεις από πολλούς βασιλείς εις τον βασιλέα της Κασμυρίας· +ζητώντας καθένας την θυγατέρα του εις γυναίκα των αφεντάδων τους. Ο +βασιλεύς ακούοντας τούς είπε πώς εις το χέρι του δεν είνε να κάμη +την εκλογήν της υπανδρείας της θυγατρός του, επειδή της έταξε μεθ' +όρκου να μην την υπανδρέψη εναντίον της ορέξεώς της. Οι πρέσβεις +βλέποντες πως εις το χέρι του δεν εστέκονταν αυτή η υπόθεσις, +εζήτησαν να ομιλήσουν με την θυγατέρα του, και βλέποντάς την που με +κανένα τρόπον δεν ήθελε να κλίνη εις υπανδρείαν, ανεχώρησαν πολλά +περίλυποι, με τον να μην ημπόρεσαν να επιτύχουν εκείνο, που οι +αφεντάδες τους τούς επρόσταξαν. Ο φρόνιμος Τοχρούλμπεης εθλίβη πολλά +διά την αναχώρησιν των πρέσβεων χωρίς να ημπορέση να τους +ευχαριστήση εις το ζήτημά τους, διά τον όρκον που είχε κάμει +εμβαίνοντας εις φόβον να μην του ήθελαν σηκώσει πόλεμον οι +αυθεντάδες τους που δεν τους υπήκουσε, εστοχάσθη να διορθώση το +πράγμα με τον ακόλουθον τρόπον. </p> + +<p>Έκραξε το λοιπόν την βάγιαν της βασιλοπούλας και ήλθε προς αυτόν, +της οποίας της είπε· Σουλταμεμέ, εγώ σου ομολογώ, ότι η γνώμη της +θυγατρός μου μού συγχίζει πολύ την ανάπαυσίν μου· όμως πε μου τι +είναι η αφορμή που αυτή δείχνεται τόσον εναντία εις την υπανδρείαν; +φανέρωσέ μου σε παρακαλώ το αίτιον και μη μου το κρύβης· Από εκείνο +που καταλαμβάνω, βασιλέα μου, απεκρίθη η βάγια, την αιτίαν αυτής της +εναντιώσεως είναι ένα όνειρον που την έκαμεν. Ένα όνειρον είναι το +αίτιον; εφώναξεν ο βασιλεύς, πολλά εκστατικός· α! τι μου λέγεις; εγώ +δεν πιστεύω αυτήν την πρόφασιν· ποίον όνειρον ήθελε προξενήση +τέτοιαν σκληρότητα εις την καρδίαν της θυγατρός μου; Τότε του +εδιηγήθη η Σουλταμεμέ το όνειρον που επλάνεσε την φαντασίαν της +θυγατρός του με όλες τες περίστασες, και έπειτα από αυτό του είπεν· +Ιδού, ω αυθέντη, ιδού το όνειρον που επλάνεσε την φαντασίαν της +θυγατρός σου, αυτό την έκαμε να στοχάζεται τους ανθρώπους +αχαρίστους, ωσάν το ελάφι προς την έλαφον· και βεβαιωμένη πως όλοι +είνε έτσι, διά τούτο αποφεύγει με κάθε τρόπον την υπανδρείαν, και +την συναναστροφήν τους. Ετούτη η διήγησις επλήθυνε τον θαυμασμόν του +βασιλέως, ο οποίος δεν ημπορούσε να καταλάβη πώς ένα τέτοιον όνειρον +έφερε την θυγατέρα του εις μίαν τόσην σκληράν απόφασιν και +γυρίζοντας προς την Σουλταμεμέ λέγει. Τι με ορμηνεύης, ακριβή μου +Σουλταμεμέ, να κάμω διά να εβγάλω από την φαντασίαν της θυγατρός μου +αυτήν την πλάνην, και να την καταπείσω να κλίνη εις υπανδρείαν; +πιστεύεις εσύ να ημπορέσωμεν με κάποιον τρόπον να την καταπείσωμεν +να γνωρίση την πλάνην της; Αυθέντα, απεκρίθη εκείνη, αν η υψηλότης +σου θέλη αφήση εις εμένα αυτήν την επιστασίαν, σου τάσσω να την +καταπείσω, και να την βγάλω από αυτήν την φαντασίαν που την +κυριεύει. Μα πώς θέλεις κάμει, της είπεν ο Βασιλεύς. Εγώ ηξεύρω, +απεκρίθη η βάγια, πολλές ιστορίες, και παραδείγματα πολλά περίεργα, +των οποίων οι διήγησες, δουλεύοντας εις διασκέδασιν της +βασιλοπούλας, ημπορούν εις τον ίδιον καιρόν να της εξαλείψουν από +την φαντασίαν την πλάνην, που διά τους άνδρας αδίκως την κυριεύει, +και με μόνον τρία ιστορικά παραδείγματα που θα της διηγηθώ, ελπίζω +να την κάμω να γνωρίση το σφάλμα της, και να γνωρίση πως εστάθηκαν +άνδρες πολλά πιστοί, σταθεροί και ευχάριστοι προς τας γυναίκας και +τες αγαπητικιές των· και χωρίς αμφιβολίαν εγώ ελπίζω να την κάμω με +εύμορφον τρόπον, να πιστεύση ότι και την σήμερον ευρίσκονται πολλοί +παρόμοιοι· και κοντολογής άφησε εμένα, ω βασιλέα μου να κάμω εκείνο +που ηξεύρω, και στάσου αναπαυμένος και ήσυχος, και θέλεις απολαύσει +το ποθούμενον. Του δε βασιλέως άρεσε πολλά η γνώμη της βάγιας· και +αυτή δεν εστοχάσθη άλλο, παρά να εύρη τον τρόπον διά να βάλη εις +έργον την επιχείρησίν της. </p> + +<p>Καθώς η βασιλοπούλα είχε συνήθειαν κάθε ταχύ να πηγαίνη εις το +λουτρόν διά να λούεται και να στέκη εκεί έως εις το γεύμα +περιδιαβάζοντας με τες σκλάβες της, η Σουλταμεμέ εστοχάσθη ότι εκεί +που το λουτρόν ήτον τόπος διά άλλες κουβέντες, να της διηγήται τας +ιστορίας που ήξευρε, με τες οποίες ήθελε την καταπείση και την φέρη +εις αίσθησιν διά να κλίνη εις υπανδρείαν και έτσι αποφασίζοντας την +ακόλουθον ημέραν, που η βασιλοπούλα απολούσθη, η βάγια της τής +είπεν· ήξευρε ω κυρία μου, ότι μου ήλθεν εις τον νουν μου μία +ιστορία γεμάτη από διάφορα συμβεβηκότα, και ανίσως αγαπάς θέλω σου +την διηγηθή, η οποία ελπίζω ότι θα σου προξενήση πολλήν ηδονήν. Η +βασιλοπούλα διά να ευχαριστήση περισσότερον τες γυναίκες που ήτον με +αυτήν, της έδωσε θέλημα να την διηγηθή. Όθεν λαμβάνοντας αυτήν την +άδειαν η βάγια της, άρχισε να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον. +</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Καλίφ +Αραχσίδ.</h4> + +<p> +<br /> +Όλοι οι ιστορικοί άραβες συμφώνως διηγούνται, ότι ο Καλίφης Αρούν +Αραχσίδ ήτον ο πλέον περίφημος και γενναίος βασιλέας του καιρού του, +καθώς ήτον δυνατός και γενναίος, και αν δεν ήθελεν ήτον πολλά +θυμώδης και υπερβολικά κενόδοξος, δεν ήθελεν βρεθή ο παρόμοιός του. +Αυτός κάθε στιγμήν επαινιώνταν πως δεν ήταν άλλος βασιλίας, που να +τον παρομοιάζη εις την μεταδοτικήν του γενναιότητα (<sup><a +href="#fn2" id="ref2">2</a></sup> +) και εις το να +κάνη παντού μεγάλες καλωσύνες. </p> + +<p>Ο Γιαφάρ ο βεζύρης του μην ημπορώντας να τον υποφέρη ακούοντάς +τον να επαινήται μοναχός του, αποφάσισε μίαν ημέραν να τον ελέγξη με +κάθε ελευθερίαν. Ω μεγαλώτατε μονάρχα και αυθέντα, του είπε, +συμπάθησον ένα σου σκλάβον, αν λαμβάνη την τόλμην να σου ειπή ήξευρε +πως δεν είναι πρέπον να καυχάσαι μόνος σου, μα το πρέπον είναι να +αφίνης να σε επαινέσουν οι υπήκοοί σου και τούτο το πλήθος των +ξένων, που καθημερινώς συντρέχουν εις την αυλήν σου να βλέπουν την +δόξαν σου και την μεγαλοπρέπειάν σου· δώσε αιτίαν διά να σε +επαινέσουν, και όχι μόνος σου να επαινήσαι, επειδή είναι απαίσιον +πράγμα. </p> + +<p>Ετούτη η ομιλία εθύμωσε πολλά τον Καλίφην, ο οποίος κυττάζοντας +τον βεζύρην του με φοβερόν βλέμμα του είπεν· γνωρίζεις εσύ κανένα, +που να με παρομοιάζη εις την γενναιότητα και εις τα χαρίσματα που +κάνω, και μιλείς έτσι; Ναι, ω αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης· εις την +πόλιν Μπέσρα ευρίσκεται ένας άνθρωπος υποκείμενός σου, ονομαζόμενος +Αμπτούλ Μπαρσή, και με όλον που είναι ένας άνθρωπος χωρίς αξίαν, ζη +με περισσοτέραν μεγαλοπρέπειαν και γενναιότητα από κάθε βασιλέα και +δεν είναι βασιλεύς εις τον κόσμον, που να τον υπερβαίνη εις την +γενναιότητα των χαρισμάτων, που καθημερινώς κάνει, και εις την +μεγαπρέπειαν. Εντράπη ο Καλίφης εις παρομοίαν έλεγξιν, και γεμάτος +από θυμόν λέγει του Γιαφάρ· ηξεύρεις εσύ ότι ένας υποκείμενος, που +λαμβάνει την τόλμην να ειπή ένα ψεύμα εμπρός εις τον αυθέντην του +πως του πρέπει ο θάνατος; Εγώ δεν σου λέγω ένα ψεύμα, απεκρίθη ο +βεζύρης· εις το υστερινόν ταξείδι που έκαμα εις την Μπάσρα, είδα με +τα μάτιά μου τον γενναίον Αμπτούλ, και επήγα και εις το σπήτι του, +και με όλον που οι οφθαλμοί μου ήτον συνηθισμένοι από τους θησαυρούς +σου, εστάθηκαν όμως πολλά θαμπωμένοι από το πλήθος του πλούτου +εκείνου, και έμεινα εκστατικός διά την μεγάλην του γενναιότητα. Ο +Καλίφης μην υποφέροντας πλέον την διήγησιν του βεζύρη του, από την +ζήλιαν του άναψεν από θυμόν, και εφώναξε τους φύλακάς του, και τους +είπεν. Επάρετε τούτον τον τολμηρόν και αυθάδη βεζύρην, και +φυλακώσετε τον έως άλλην μου προσταγήν. </p> + +<p>Δίδοντας λοιπόν αυτό το θέλημα, εσηκώθη και επήγεν εις το χαρέμι, +εκεί που ήτον η Ζωμπαΐδα η γυναίκα του, η οποία βλέποντάς τον έτσι +θυμωμένον τον ερώτησε το αίτιον· αυτός της εδιηγήθη τα όσα ο βεζύρης +του είπε, και πως αποφάσισε να τον θανατώση διά την τόλμην που +έλαβεν. Η βασίλισσα ωσάν φρόνιμη που ήτον ηθέλησε να τον καταπραΰνη +λέγοντάς του· κάνει χρεία, βασιλέα μου, πρώτον να εξετάσης διά όσα +αυτός σου είπε διά τον Αμπτούλ, και αν ήθελεν είνε αλήθεια είνε το +πρέπον να τον συμπαθήσης με το να σου είπεν εκείνο που είνε, ειδέ μη +και ήθελεν είνε ψεύμα, τότε πρέπει να τον παιδεύσης διότι, έτσι +απλώς και ως έτυχε, δεν πρέπει να τον θανατώσης. </p> + +<p>Άρεσεν αυτή η γνώμη του βασιλέως, και αποφάσισε να πηγαίνη ο +ίδιος εις την Μπέσρα διά να βεβαιωθή καταλεπτώς. Όθεν διά νυκτός +καβαλλικεύοντας ένα του καλόν άλογον, και χωρίς να πάρη τινά εις την +συντροφιάν του εμίσευσε διά την Μπάσρα· Φθάνοντας δε εκεί ύστερον +από μερικών ημερών περιπάτημα, επήγε και εκόνευσεν εις ένα χάνι +κοντά εις την πόρτα του κάστρου, και αφού αναπαύθη ολίγον έκραξε τον +χαντζή, ο οποίος ήτον ένας σεβάσμιος γέρων, και του λέγει· αλήθεια +ευρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος, που ονομάζεται Αμπτούλ, ο οποίος +υπερβαίνει τους μεγαλυτέρους βασιλείς εις την γενναιότητα και +μεγαλοπρέπειαν; Ναι, αυθέντη μου, απεκρίθη ο χαντζής, και αν ήθελα +έχω χίλια στόματα, δεν ήθελα δυνηθή να διηγηθώ τα πλούτη του, τα +γενναία του κατορθώματα, και τες χάρες που καθημερινώς δείχνει εις +όσους εις αυτόν συντρέχουν. Ο Καλίφης έμεινε εκστατικός διά όσα +ήκουσε, και καθώς είχε χρείαν να αναπαυθή, ανεχώρησεν από τον χαντζή +και επήγε να κοιμηθή, γεμάτος από στοχασμούς. </p> + +<p>Το ταχύ σηκωνόμενος επήγεν εις την αγοράν, και εκεί ερώτησεν ένα +ράφτην διά να του δείξη πού κατοικεί ο Αμπτούλ· Ε! από πού έρχεσαι +εσύ, του απεκρίθη ο ράφτης, και δεν ηξεύρεις πού κατοικεί ο Αμπτούλ; +το σπήτι του είνε γνωστόν εις όλους περισσότερον από το σαράγι του +βασιλέως. Ο Καλίφης απεκρίθη του ράφτη λέγοντας· πως εγώ είμαι +ξένος, και δεν εματάλθα εις ταύτην την χώραν· όθεν μου κάνεις την +χάριν να μου δείξης πού κατοικεί. Τότε ο ράφτης είπεν ενός δούλου +του, και τον έφερεν εις το παλάτι του Αμπτούλ, το οποίον ήτο +κτισμένον με θαυμασιωτάτην τέχνην. Ο Καλίφης, εμβαίνοντας εις αυτό, +είδε πολλούς ανθρώπους του σπητιού σκλάβους και ελευθέρους, που +επερνούσαν τον καιρό τους με χαρές και παιγνίδια καρτερώντας τες +προσταγές του αυθέντου τους· και πλησιάζοντας εις ένα από αυτούς, +του είπε· Αδελφέ, σε παρακαλώ, ύπαγε να ειπής του αυθέντου σου, ότι +ένας ξένος επιθυμεί να ομιλήση με αυτόν. Ο δούλος επήγεν ευθύς και +έδωσε την είδησιν του αυθέντου, ο οποίος ευθύς έτρεξεν εις την +σκάλαν διά να τον δεχθή, και πιάνοντάς τον από το χέρι τον έφερεν +εις ένα μεγαλοπρεπέστατον χοντζερέ. Ο Καλίφης, αφού τον εχαιρέτησε +με όλον το σέβας, του είπε· πως έχοντας ακούσει από πολλούς την +φήμην του καλού του ονόματος δεν ημπόρεσε να υποφέρη που να μην έλθη +να τον απολαύση, και να λάβη την τιμήν να ιδή με τα μάτια του τα όσα +ήκουσε να του διηγηθούν. Ο Αμπτούλ, αφού του έκαμε την απόκρισιν με +κάθε ταπείνωσιν, τον έβαλε και εκάθισεν εις ένα χρυσό μαξιλάρι, και +τον ερώτησεν από ποίον τόπον ήτο, και πού είναι κονεμένος. Ο Καλίφης +του απεκρίθη πως ήτον πραγματευτής από το Μπαγδάτι, και πώς ήτο +κονεμένος στο πρώτο χάνι του κάστρου. </p> + +<p>Δεν επέρασε πολλή ώρα που εσυνομιλούσαν, και ο Καλίφης βλέπει να +εμπαίνουν δώδεκα νέοι βαστώντες εις τας χείρας ποτήρια από αγάθην, +εγκεκοσμημένα με λίθους πολυτίμους, γεμάτα από διάφορα εκλεκτά +σερμπέτια· οπίσω από αυτούς ήρχονταν δώδεκα ωραιότατες σκλάβες +βαστάζοντάς μεγαλώτατες απλάδες φαρφουρένιες γεμάτες από εξαίρετα +γλυκίσματα και ζαχαρικά. Οι νέοι επρόσφεραν του Καλίφη τα σερμπέτια, +ο οποίος πίνοντας ωμολόγησε πώς παρόμοια εις όλην του την ζωήν δεν +έπιεν, αλλ' ούτε έφαγε νοστιμώτερα γλυκύσματα και ζαχαρικά από +εκείνα. Φθάνοντας εις εκείνο το αναμεταξύ η ώρα του γεύματος, ο +Αμπτούλ επήρε τον Καλίφην από το χέρι και τον έφερεν εις έναν άλλον +ωραιότερον χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία πολυτελής τράπεζα +ετοιμασμένη, γεμάτη από διάφορα εκλεκτά φαγητά, βαλμένα όλα εις +αγγεία από χρυσίον καθαρόν, και από φαρφουρί της Κίνας. </p> + +<p>Αφού ετελείωσε το γεύμα, εσηκώθη και ήλθεν εις ένα τρίτον +χοντζερέ πλέον πλουσιότερον από τους άλλους δύο, εις τον οποίον +ήλθαν εκείνες οι ωραιότατες σκλάβες συντροφευμένες με πολλοτάτους +λαλητάδες διαφόρων οργάνων, και με άλλους τόσους τραγουδιστάδες +πολλά εξαίρετους, οι οποίοι όλοι μαζί με τα λαλούμενα έκαναν μίαν +αρμονίαν τόσον γλυκείαν και νόστιμον, που έκαμε τον Καλίφην να μένη +εκστατικός. Εγώ, έλεγε μόνος του, έχω τους πρώτους τραγουδιστάδες +που είναι, μα οι φωνές που ακούω εις τούτους μού τους υπερβαίνουν +κατά πολλά, και θαυμάζω πώς ένας απλούς άνθρωπος και χωρίς καμμίαν +αξίαν να υπερέβη έτσι και τους ιδίους βασιλείς εις την +μεγαλοπρέπειαν. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός εστοχάζετο έτσι, +ο Αμπτούλ εβγήκε από τον χοντζερέ, και εγύρισε με μίαν βέργαν εις το +χέρι, και με ένα δενδράκι από χρυσίον, που είχε τα κλωνάρια και τα +φύλλα από σμαράγδια, και τους καρπούς από ρουμπίνια, εις δε την +κορυφήν του εφαίνονταν ένα παγώνι από χρυσίον καθαρόν, του οποίου το +κορμί ήτον γεμάτον από πολύτιμα μυρωδικά ξύλα· απόθεσεν αυτό το +δένδρον εις τους πόδας του Καλίφη, και με την βέργαν που είχεν εις +το χέρι του εκτύπησε το κεφάλι του παγωνιού, το οποίον ευθύς +ετέντωσε την ουράν του, και άρχισε να γυρίζη με μίαν εύμορφην τάξιν, +και εις τον γύρον που έκανεν έβγανεν διάφορες ευωδίες από τα +μυρωδικά ξύλα που είχεν εις το κορμί του. </p> + +<p>Ο Καλίφης δεν είχε χορτασμόν από την όρεξιν που είχε να το θεωρή, +και να αισθάνεται εκείνες τες ευωδίες· και ευθύς επήρεν από +έμπροσθέν του εκείνο το δένδρον, και ο Καλίφης έμεινε συγχισμένος +που το εσήκωσεν έτσι ογλήγορα, εις καιρόν που είχε την ευχαρίστησιν +να το θεωρή, και στοχαζόμενος έλεγεν· άρα γε να εφοβήθη να μη του το +ζητήσω να μου το χαρίση και το εσήκωσεν, και αφ' ότι βλέπω τούτος +είναι ένας άνθρωπος, που δεν ειξεύρει την διάκρισιν και την +ευγένειαν, καθώς το εστοχαζόμουν. Και τον καιρόν που έκανεν αυτούς +τους στοχασμούς, ο Αμπτούλ εξαναήλθεν εις τον χοντζερέ με ένα +σκλαβόπουλον, που έλαμπε ωσάν ο ήλιος. Αυτό το ευγενικό σκλαβόπουλο +εκρατούσεν εις το χέρι ένα ποτήρι καμωμένον από ένα κομμάτι +ρουμπίνι, γεμάτο από ένα εξαίρετον κρασί, και πλησιάζοντας εις τον +Καλίφην του το έδωκε να πιή. Ο Καλίφης αφού έπιεν, ηθέλησε να +επιστρέψη το ποτήρι, μα έμεινεν εκστατικός οπόταν το είδε πάλιν +γεμάτο από κρασί πριν το δώση. Αυτός το ξαναπίνει έως την ύστερη +σταλαγματιά, και εκεί που ήθελε να το επιστρέψη το βλέπει πάλιν +γεμάτο ωσάν το πρώτο, χωρίς κανείς να το γεμίση. </p> + +<p>Εις τούτο το θέαμα εστάθη μεγαλύτερος ο θαυμασμός του Καλίφη από +του παγωνιού και του δένδρου, και ηρώτησε πώς είνε αυτό, που το +ποτήρι γεμίζει μοναχό του; Ο Αμπτούλ είπε πως αυτό ήτο έργον ενός +φιλοσόφου, ο οποίος ήξευρεν όλα τα απόκρυφα της φύσεως· και λέγοντας +έτσι παίρνει το σκλαβόπουλο από το χέρι, και με πολλήν βίαν εβγήκε +πάλιν από τον χοντζερέ. Εκακοφάνη πάλιν του Καλίφη αυτό το κάμωμα, +και με τον εαυτόν του είπεν· ω μα την αλήθειαν ετούτος ο άνθρωπος +δεν έχει σωστά το μυαλό του· αυτός μου φέρνει αυτά τα περίεργα +πράγματα και μου τα δείχνει χωρίς να του τα ζητήσω, και οπόταν με +βλέπει που τα στοχάζομαι με περιέργειαν, μου τα σηκώνει ευθύς από +εμπροστά μου, και με αφίνει με τον θαυμασμόν· ημπορεί να είνε πράγμα +πλέον γελοιώδες από αυτό; Και εκεί που με αυτόν τον τρόπον έστεκε +στοχαζόμενος, τον βλέπει πάλιν να ξαναέμπη με μια σκλαβοπούλα +στολισμένη ωσάν μιαν ωραία βασιλοπούλα. </p> + +<p>Ο Καλίφης βλέποντας μίαν τέτοιαν ωραιότητα έμεινεν εκστατικός από +τον θαυμασμόν του. Αυτή επλησίασε προς αυτόν, και αφού τον +επροσκύνησεν εκάθισε κοντά του. Και ο Αμπτούλ ευθύς της έδωκεν εις +τας χείρας ένα τζιβούρι, και το ελάλησε με τόσην νοστιμάδα, που ο +Καλίφης μην ημπορώντας πλέον να υπομείνη εφώναξε λέγοντας· Ω φίλε, +μεγάλης ζήλιας είνε η τύχη σου· οι μεγαλύτεροι βασιλείς του κόσμου +δεν είνε τόσον ευτυχισμένοι ωσάν του λόγου σου. Ευθύς που ο Αμπτούλ +εκατάλαβε πώς ο Καλίφης ήτον εκστατικός και διά την σκλάβαν, ευθύς +την επήρε, και την έβγαλεν έξω από τον χοντζερέ. Εστάθη αυτό μία νέα +πληγή του Καλίφη, και ολίγον έλειψε που να μη φανερώση την +αγανάκτησίν του και την οργήν· εκρατήθη όμως καθώς ημπόρεσε. Και +ξαναγυρίζοντας ο Αμπτούλ εξακολούθησαν να ξεφαντώνουν έως εις το +βασίλευμα του ηλίου. Ο Καλίφης τότε του είπεν. Ω γενναίε Αμπτούλ, +εγώ ευρίσκομαι πολλά υπόχρεως διά τες μεγάλες δεξίωσες που μου +έκαμες, σου ζητώ το λοιπόν την άδειαν διά να τραβηχθώ εις το κονάκι +μου διά να σε αφήσω εις ανάπαυσιν. Ο Αμπτούλ διά να τον ευχαριστήση +τον άφησε να μισεύση, και αποχαιρετώντας τον τόν εσυντρόφευσεν έως +την σκάλαν, ζητώντας του συμπάθειο, αν δεν τον επεριποιήθη καθώς του +έπρεπεν. </p> + +<p>Ο Καλίφης καθώς εβγήκεν απ' εκεί άρχισε να στοχάζεται και λέγη· +μου φαίνεται και εμένα πώς αυτός ο Αμπτούλ να υπερβαίνη εις την +μεγαλοπρέπειαν τους βασιλείς, μα εις την γενναιότητα όχι. Ο βεζύρης +μου δεν έχει εύλογον αιτίαν να τον παρομοιάση μετ' εμένα εις την +γενναιότητα, επειδή και δεν είδα να μου χαρίση τίποτε από τα όσα μου +έδειξε, και ημπορώ να τον στοχασθώ διά ένα άνθρωπον κενόδοξον παρά +γενναίον· όθεν διά τούτο δεν πρέπει να συμπαθήσω τον βεζύρην μου, +επειδή αντίς να μου είπη αλήθειαν, μου είπε ψεύμα. Τον καιρόν που ο +Καλίφης έκανε τέτοιους λογισμούς κατ' επάνω του Αμπτούλ και του +Βεζύρη του, έφθασεν εις το κονάκι του· και εκεί έμεινεν εκστατικός +γιατί το βρήκε στολισμένον με διάφορα πευκιά της Περσίας και άλλα +πλούσια στρωσίδια, με έναν αριθμόν από σκλάβους και δούλους, από +άλογα, μουλάρια και καμήλια, γεμάτη η αυλή· και έξω από αυτά είδεν +εκεί το χρυσούν δένδρον με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το ποτήρι +και την σκλαβοπούλαν με το τζιβούρι. Οι δούλοι και οι σκλάβοι ωσάν +τον είδαν επρόσπεσαν εις τους πόδας του, και η σκλαβοπούλα του +επρόσφερεν ένα γράμμα με μια χρυσή βούλλα, το οποίον ανοίγοντας ο +Καλίφης είδε που έγραφεν ούτως· «Ω ακριβέ μου και αγαπημένε μου +ξένε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης αν δεν σε εδεξιώθην καθώς σου +έπρεπε· θέλεις λοιπόν λάβει διά σημείον της αγάπης που σου προσφέρω, +και διά το χρέος που ομολογώ εις τους ξένους, τα όσα σου στέλνω, +χωρίς να εναντιωθής εις την προσφοράν μου η οποία είναι το δένδρον +με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το ποτήρι, και η ωραία σκλαβοπούλα +με το τζιβούρι· επειδή και είναι δίκαιον να σου τα χαρίσω, με το να +εκατάλαβα πώς σου άρεσαν κατά πολλά· διατί ένα πράγμα που αρέσει +ενός φίλου μου, δεν είναι πλέον ιδικόν μου.» </p> + +<p>Τελειώνοντας ο Καλίφης αυτό το γράμμα έμεινε έξω από τον εαυτόν +του διά την γενναιότητα του Αμπτούλ, και τότε ωμολόγησεν ότι αδίκως +τον εκατάκρινε τόσον αυτόν, όσον και τον Βεζύρην του, και με πολύν +αναστεναγμόν εφώναξεν. Ω Καλίφ! μην επαινάσαι πλέον πώς εσύ είσαι ο +πλέον ένδοξος και ο πλέον γενναίος από όλον τον κόσμον· ένας υπήκοός +σου σε υπερβαίνει· μα πάλιν είπε με τον εαυτόν του, και πώς ημπορεί +ένας υπήκοος να κάνη τέτοια πολύτιμα πράγματα; πρέπει εγώ να τον +εξετάξω πώς έχει τόσα πλούτη· έκαμα αχαμνά που δεν τον εξέταξα χθες· +εγώ δεν θέλω γυρίσει εις το βασίλειόν μου, ανίσως και δεν θέλω μάθει +καταλεπτώς πώς είνε έτσι υπέρπλουτος· αυτό μου είνε αναγκαίον να +ηξεύρω διά ένα που είνε εις το βασίλειόν μου υπήκοος, και να ζη +πλέον δοξασμένος από εμένα που είμαι βασιλέας του, κάνει χρεία εγώ +να ξαναπηγαίνω να τον ανταμώσω, και με εύμορφον τρόπον να πασχίσω να +τον κάμω να ομολογήση την αιτίαν που είνε τόσον υπέρπλουτος, </p> + +<p>Ανυπόμονος ο Καλίφης διά να πληρώση την επιθυμίαν του, αφίνει +τους δούλους και τα άλλα εις το κονάκι, και την ιδίαν ώραν +ξαναγυρίζει προς τον ευεργέτην του, και ευρίσκοντάς τον μόνον είπεν. +Ω γενναιότατε Αμπτούλ, τα δώρα που μου έστειλες είνε τόσον +υπερβολικά και πλούσια, που διστάζω να τα δεχθώ· και παρακαλώ σε δος +μου την άδειαν διά να σου τα επιστρέψω οπίσω· επειδή και μου φθάνει +η δεξίωσις, που μου έκαμες, η οποία είνε αρκετή διά να κηρύξω την +γενναιότητά σου εις όλον το Μπαγδάτι. Κύριε, απεκρίθη ο Αμπτούλ +γεμάτος από ταπείνωσιν, εσύ έχεις βεβαίως αιτίαν να παραπονεθής από +τον δυστυχή Αμπτούλ· κάνει χρεία, ότι κάποιον από όσα έκαμα δεν θα +σου αρέση, και ζητείς να μου επιστρέψης τα δώρα, που σου έστειλα; +Όχι, όχι απεκρίθη ο Καλίφης, μη γένοιτο αυτό, εγώ είμαι πολλά +σκοτισμένος από τα ευγενικά σου καμώματα, και από τες δεξίωσές σου, +και μάλιστα διά τα πολύτιμα δώρα σου, τα οποία υπερβαίνουν εκείνα +των βασιλέων· και αν είχα την άδειαν διά να ειπώ εκείνο που +στοχάζομαι, ήθελα σου ειπεί πώς πρέπει να μην είσαι τόσον ελεύθερος +εις το να μοιράζης τον πλούτον σου· επειδή και πρέπει να στοχασθής +ότι κάμνοντας έτσι εξ αποφάσεως πρέπει να τον ολιγοστεύης. </p> + +<p>Ο Αμπτούλ εχαμογέλασεν εις αυτά τα λόγια, και είπε προς τον +καλίφην. Κύριε, εμένα δεν μου είνε άλλο αναγκαίον, παρά να κρατήσης +τα δώρα που σου έστειλα, και, οπόταν μου υποσχεθής διά να τα +κρατήσης, θέλω σου ειπεί πώς ημπορώ να κάμω άλλα πλέον πλουσιώτερα +χαρίσματα καθημερινώς, χωρίς να μου προξενηθή καμμία ενόχλησις και +ζημία. Γνωρίζω καλώτατα πως θαυμάζεις με τούτα που σου λέγω· μα +θέλει παύσει ο θαυμασμός σου οπόταν σου διηγηθώ την ιστορίαν μου, +και τα συμβεβηκότα που μου έτυχαν· πρέπει να σου τα φανερώσω +θεληματικώς, επειδή και σε βλέπω πώς είσαι ένας άνθρωπος πολλά +ευγενής και περίεργος. Και λέγοντας έτσι τον επήρεν από το χέρι, και +τον έφερεν εις ένα άλλον χοντζερέ χίλιες φορές πλέον πλουσιώτερον +από τους άλλους, εις τον οποίον έβγαιναν από κάθε μέρος ευωδίες +θαυμάσιες, και εις την μέσην αυτού του χοντζερέ ήτον ένας θρόνος +χρυσός, εις τον οποίον ο Αμπτούλ τον έβαλε και εκάθισε, και αυτός +ομοίως εκάθησεν εις ένα άλλον κοντά του, και άρχισε να του διηγηθή +την ιστορίαν της ζωής του με τον ακόλουθον τρόπον. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία των +συμβεβηκότων του πλουσίου Αμπτούλ Μπάρση.</h4> + +<p> +<br /> +Εγώ είμαι υιός ενός ντζοβαϊρτζή από την Αίγυπτον, ονόματι +Αβδελαζίζ. Αυτός όντας πολλά πλούσιος, και φοβούμενος να μη φθονηθή +από τον φιλάργυρον βασιλέα της Αιγύπτου ανεχώρησεν απ' εκεί, και +ήλθε και εκατοίκησεν εδώ εις την Μπάσρα· ύστερον υπανδρεύθη με μίαν +θυγατέρα ενός πλουσίου πραγματευτού, και εγώ είμαι ο μοναχός τους +καρπός. Αποβαίνοντας ο πατήρ μου και η μητέρα μου έμεινα μόνος +κληρονόμος όλου του πλούτου και εχαιρόμουν μίαν υπερβολικήν +ευτυχίαν· μα όντας πολλά νέος και άγνωστος εξώδεψα την κληρονομίαν +μου χωρίς στοχασμόν, διά να απολαύσω τα κακά μου θελήματα, και +φερνόμενος με τούτον τον τρόπον δεν επέρασαν τρεις χρόνοι, και +ευρέθη όλη μου η κληρονομία εφθαρμένη. Βλέποντας τον ογλήγορον +φθαρμόν που έκαμα του πλούτου μου, και εντρεπόμενος να φανώ εις τους +γνωρίμους μου και φίλους μου εις δυστυχισμένην κατάστασιν, απεφάσισα +να φύγω από εδώ, και να υπάγω όπου η τύχη μου με ήθελε ρίξει· και +ούτως αποφασίζοντας ανταμώθηκα με ένα καραβάνι, που επήγαινε διά την +Αίγυπτον, και εμίσευσα με κάμποσα αργύρια, που μου είχαν απομείνει· +και περιπατώντας εφθάσαμεν εις το Μουσούλ, και από εκεί εις την +Δαμασκόν και γυρίζοντάς την έρημον της Αραβίας και το βουνόν Φαρά, +εφθάσαμεν εις την Αίγυπτον. Η ευμορφιά των παλατιών, και η +μεγαλοπρέπεια των Τζαμιών της Αιγύπτου με εξέπληξαν και στοχαζόμενος +εις εκείνην την στιγμήν πως ήμουν εις εκείνην την πόλιν, όπου +εγεννήθη ο πατέρας μου, δεν ημπόρεσα να βαστάξω τα δάκρυα, που από +τα μάτια μου έτρεχαν, λέγοντας μόνος μου, ω πατέρα μου, αν εσύ +εζούσες εις τούτον τον τόπον, που ήσουν από όλους τιμημένος, και +ήθελες ιδεί τον υιόν σου εις τούτην την δυστυχισμένην κατάστασιν, τι +λογής άραγε ήθελεν είσθαι ο πόνος σου; </p> + +<p>Περιπλεγμένος εις αυτούς τους στοχασμούς, έφθασα εις τα χείλη του +ποταμού Νείλου, προς το τελευταίον μέρος του βασιλικού παλατίου, και +εκεί που επεριδιάβαζα, βλέπω μιαν ευγενικήν γυναίκα κατά πολλά νέαν +και ωραίαν εις ένα παραθύρι του παλατίου, της οποίας η ωραιότης με +έκαμε να μείνω ωσάν νεκρός. Τότε εγώ εστάθηκα διά να την θεωρήσω, +και αυτή καταλαμβάνοντας που την εκύτταζα, ετραβήχθη μέσα και +έκλεισε το παραθύρι· εγώ, τετρωμένος από την ωραιότητά της, όλην +εκείνην την ημέραν και την νύκτα δεν εστοχαζόμουν άλλο παρά αυτήν· +και άκουσον τι μου επροξένησεν αυτή η αγάπη. </p> + +<p>Την ερχομένην ημέραν, μη έχοντας ησυχίαν από τον έρωτα, εξαναπήγα +διά να την ματαϊδώ, όμως δεν έτυχα του ποθουμένου, και γυρίζοντας +την άλλην ημέραν εστάθηκα πλέον ευτυχισμένος, επειδή την είδα εις το +ίδιο παραθύρι. Αυτή βλέποντας που την εκύτταζα με επιμέλειαν, άρχισε +να με ονειδίζη λέγοντας· δεν ηξεύρεις, τολμηρέ και αυθάδη, πόσον +είνε εμποδισμένον εις τους άνδρας που ήθελαν τολμήσει να σταθούν +υποκάτω εις το παραθύρι τούτου του παλατίου; αν οι φύλακες του +βασιλέως θέλουν σε καταλάβει ευθύς θέλουν σε παιδεύσει σκληρώς. Αντί +εγώ να δειχθώ φοβισμένος από τα λόγια της, και να δοθώ εις φυγήν, +της είπα· κυρία μου, εγώ είμαι ένας ξένος, και δεν ηξεύρω τους +νόμους της Αιγύπτου· μα με όλον τούτο και αν ήθελα τους ηξεύρει, το +κάλλος σου με ήθελεν εμποδίσει να τους φυλάξω. Α τολμηρέ και αυθάδη, +εφώναξεν, εκείνη η τόλμη σου θέλει σε κάμει να δοκιμάσης εκείνο που +σου πρέπει· και ετραβήχθη με θυμόν από το παραθύρι. Εγώ βλέποντάς +την τοιούτης λογής θυμωμένην ανεχώρησα, και επήγα διά να αναπαυθώ +εις το κονάκι μου· και πριν υπάγω να κοιμηθώ μία σφοδρά θέρμη με +επλάκωσεν από τον πόνον της αγάπης, και όλην εκείνην την νύκτα +επέρασα κακώς έχοντας. </p> + +<p>Η επιθυμία ως τόσον διά να ξαναϊδώ εκείνην την νέαν και η ελπίδα +που είχα εις το να με δεχθή με γλυκύτερον βλέμμα, μου έπαυσεν ολίγον +την θέρμην και την άλλην ημέραν συρόμενος από τον τρελλόν μου έρωτα +εξαναπήγα υποκάτω εις το συνηθισμένον παράθυρον, και έμεινα εκεί διά +να ξαναϊδώ την ωραίαν μου κυρίαν. Αύτη άμα με είδε πάλιν να ξαναπάγω +εκεί με εκύτταξε με βλέμμα φοβερόν, που μου επροξένησε φόβον, και +άρχισε να μου λέγη· δυστυχισμένε, ύστερα από τόσους φοβερισμούς, που +σου έκαμα, ακόμα τολμάς να φανής εδώ; φεύγα το λοιπόν ογλήγορα από +εδώ· τώρα ευθύς κάνω και σε θανατώνουν. Ετούτα τα λόγια, που έπρεπε +να φοβίσουν κάθε τολμηρόν άνθρωπον, εμένα καθόλου δεν με εσύγχισαν, +και αντίς να τραβηχθώ από εκεί, εγώ τόσον περισσότερον την εθεωρούσα +και με τρυφερότητα της απεκρίθηκα· ω ωραιοτάτη κυρία, το πιστεύεις +ότι ένας δυστυχής, ο οποίος είνε όλως διόλου παραδομένος εις τον +έρωτά του και χωρίς ελπίδα δεν λατρεύει άλλο, ημπορεί ποτέ να φοβηθή +θάνατον; αχ, αγαπώ κάλλιον να χάσω την ζωήν μου, παρά να υστερηθώ να +μη σε ιδώ. </p> + +<p>Ας είνε το λοιπόν, απεκρίθη εκείνη, επειδή και είσαι τόσον +σταθερός, ύπαγε να περάσης το επίλοιπον μέρος της ημέρας εις άλλον +τόπον, και προς το βράδυ ξαναγύρισε εδώ γιατί έχω να σου μιλήσω. +Έτσι λέγοντας ετραβήχθη από το παραθύρι, και με άφησε γεμάτον από +χαράν, αγάπην και ελπίδα. Μισεύοντας το λοιπόν, απ' εκεί ευθύς επήγα +να στολισθώ τα καλύτερα φορέματα που είχα, και να καλλωπισθώ διά να +αρέσω περισσότερον εκείνης της κυρίας, και εστοχαζόμουν τότε πώς +είμαι ο πλέον ευτυχισμένος του κόσμου, αλησμονώντας τελείως την +δυστυχίαν μου, και την κατάστασίν μου. Οπόταν δε επλησίασεν η νύκτα +επήγα εις τον διωρισμένον τόπον, και αφού επλησίασα εκεί, είδα ένα +σχοινί που ήτον κρεμασμένον από το παραθύρι της κυρίας, η οποία μου +εχρησίμευε διά να ανέβω με αυτό βοηθούμενος από αυτήν που με +ετραβούσε, και εμβαίνοντας εις τον πρώτον οντά με έκαμε και απέρασα +εις τον δεύτερον, που ήτον πλουσίως στολισμένος. </p> + +<p>Εστοχάσθηκα πολλά ολίγον τα πολύτιμα στρωσίδια, και τα θαυμαστά +πράγματα, που ήτον εις αυτόν, επειδή η κυρία ήτο εκείνη που μόνον +εστοχαζόμουν, της οποίας η θεωρία μου επροξένησε πολλήν ευχαρίστησιν +και ηδονήν. </p> + +<p>Δεν ημπορώ, ω κύριε μου, να σου διηγηθώ το κάλλος της και την +νοστιμάδα της· ή η φύσις την είχε κάμει τόσον ωραίαν, διά να δείξη +τα μεγαλεία της, ή η φλόγα του έρωτός μου την έκανε να μου φαίνεται +έτσι πολλά εύμορφη· μα ως τόσον εγώ ενθυμούμαι πως έμεινα εκστατικός +από την ευμορφάδα της. </p> + +<p>Ερχόμενος το λοιπόν εις εκείνον τον πλούσιον χοντζερέ, με έβαλε +και εκάθισα εις ένα θρονί· ομοίως και αυτή εκάθησε πλησίον μου, και +άρχισε να με ερωτά ποίος ήμουν. Εγώ της εδιηγήθηκα με όλην την +αλήθειαν την ιστορίαν μου και την εκατάλαβα που έλαβε σπλάγχνος διά +την κατάστασίν μου· και από την ευσπλαγχνίαν που μου έδειχνεν, +εκατάλαβα πώς ήτον μεγάλης και γενναίας καρδίας. Και αφού ετελείωσα +την ιστορίαν μου αρχίσαμε να κάνωμε ομιλίας αγάπης, και να +χαιρώμασθε μετά πολλής ηδονής διά την αντάμωσίν μας. Έπειτα από +αυτήν την συναναστροφήν αυτή μου είπεν· επειδή και εσύ μου +εφανέρωσες με καθαρότητα το ποίος είσαι, είνε το πρέπον και εγώ να +σου ομολογήσω το ποία είμαι. </p> + +<p>Εγώ ονομάζομαι Δαρδανέ, και εγεννήθηκα εις την Δαμασκόν· ο +πατέρας μου ήτον βεζύρης του βασιλέως που κατά το παρόν βασιλεύει, +τον οποίον τον επωνόμαζαν Βεροούζ· αυτός εφθονήθη από εχθρούς, και +έκαμαν τον βασιλέα και του εσήκωσε την αξίαν του, και ωσάν έμεινε +χωρίς αξίαν, ετραβήχθη εις ένα σπήτι που είχε, και ησύχαζε. Δεν +επέρασε πολύς καιρός και απέθανε, και έμεινα εγώ με την μητέρα μου, +η οποία ευθύς που απόθαψε τον πατέρα μου άφησε το ό,τι και αν είχε, +και ανταμώθη με ένα που αγαπούσε, και εμίσευσε διά τας Ινδίας με ένα +καράβι πραγματευτάδικο· μα πριν μισεύση αυτή η κακής διαθέσεως +γυναίκα, με όλον που ήτον μητέρα μου, με επούλησεν εις ένα +πραγματευτήν από σκλάβες, ο οποίος με έφερεν εδώ μαζί με άλλες +πολλές, που είχεν αγοράσει διά να τες φέρη εις το σαράγι τούτου του +βασιλέως· οπόταν δε είδε τον καιρόν αρμόδιον διά να μας παρουσιάση +εις τον βασιλέα, μας εστόλισε με διάφορα στολίδια και φορέματα, και +μας έφερεν εις το βασιλικόν σαράγι. Ο βασιλεύς έκαμε διά να +περάσωμεν από έμπροσθέν του από μίαν φοράν, και οπόταν επέρασα εγώ +από έμπροσθέν του, τον βλέπεις και κατεβαίνει από τον θρόνον του, +και πλησιάζει προς εμένα και με θαυμασμόν λέγει· τι ωραιότης είνε +εις ετούτην την σκλάβα; τι εύμορφα καμωμένη και νόστιμη; τι στόμα; +τι μάτια; τι μορφή είνε ετούτη; αχ φίλε μου, γυρίζει προς τον +πραγματευτήν και του λέγει· από όσες σκλάβες μου επούλησες αφού και +σε γνωρίζω, παρόμοιαν ωσάν ετούτην δεν είδα· ζήτησε το τι θέλεις δι' +αυτήν μόνην, επειδή και αυτή μόνη αξίζει διά χίλιες. Τέλος πάντων ο +βασιλεύς όντας γεμάτος από έρωτα δι' εμένα, έκαμεν ευθύς και +εμέτρησαν του πραγματευτού όσα αργύρια και αν εζήτησε, και έπειτα +τον απέστειλε μαζί με τες άλλες του σκλάβες. </p> + +<p>Έκραξεν ευθύς ο βασιλεύς τον αρχιευνούχον του και του είπεν· +έπαρε τούτην την σκλάβα, και βάλε την μοναχήν εις τον πλέον +πλουσιώτερον χοντζερέ, και πρόσεχέ την ωσάν βασίλισσαν. Ο +αρχιευνούχος υπήκουσε, και με έφερεν εδώ που με βλέπεις, ο οποίος +είνε ο πλέον πλουσιώτερος χοντζερές που έχει. Και ευθύς που ήλθα εδώ +πολλές σκλάβες μου έφεραν πλούσια φορέματα, και άλλα διάφορα +αναγκαία στολίδια. Όλες αυτές μου είπαν πως ο βασιλεύς τες έστειλε +διά να με δουλεύσουν μετά μεγάλης επιμελείας· ύστερα από αυτές ήλθε +και ο βασιλεύς διά να με εύρη. Αυτός μου εφανέρωσε την αγάπην του με +κάθε λογής σημείον και τέλος πάντων με εκήρυξε διά Σουλτάνα του. +Όλες οι σκλάβες που εστοχάζονταν να είνε στολισμένες με άκραν +ωραιότητα, έμειναν παραιτημένες από τον βασιλέα, και γεμάτες από +φθόνον εναντίον μου, δεν έλειψαν με κάθε τρόπον να πασχίσουν διά να +με βγάλουν από την αγάπην του βασιλέως, μα εγώ εφέρθηκα τόσον καλά, +που έκαμα και δεν έλαβαν το ποθούμενον· αλλά με όλες τούτες τες +τιμές και χάρες εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη με την τύχην· επειδή και +με κανένα τρόπον δεν ημπορώ να λάβω αγάπην προς τον βασιλέα· και με +όλον που αυτός πάσχει διά να κερδίση την αγάπην μου, τόσον +περισσότερον μισητός μου γίνεται· μα πρέπει να ομολογήσω την +αλήθειαν ότι αυτός είνε ένας βασιλέας πολλά εύμορφος, γλυκύς και +καλής καρδιάς· και εις τούτο δεν ηξεύρω τι να ειπώ διά το αίτιον, +που με κανένα τρόπον δεν ημπόρεσα να λάβω κλίσιν προς αυτόν ή η +αγάπη δεν στέκει εις ημάς ή η αγάπη μου εφυλάττονταν διά εσένα· +επειδή και ευθύς που σε είδα, με όλον που σε ωνείδισα, η καρδιά μου +όμως είχε λαβωθή διά εσένα· και ημπορώ να ειπώ πώς εσύ είσαι ο +πρώτος άνθρωπος, που εις όλην μου την ζωήν αγάπησα. Εις απόκρισιν +μιας ομολογίας τόσον υποχρεωτικής, που μου αυγάτιζε την ευτυχίαν +μου, έταξα της κυρίας μίαν αγάπην αθάνατον, βεβαιώνοντάς την πως +ήμουν έτοιμος να χύσω το αίμα μου εις κάθε της χρείαν. </p> + +<p>Αυτή έμεινε πολλά ευχαριστημένη εις την απολογίαν που της έκαμα, +και εις καιρόν που ετοίμαζε διά να μου δώση σημείον της αγάπης, που +εις εμέ έδειχνεν, ιδού που ακούμε ένα μεγάλον κτύπον εις την πόρταν +του χοντζερέ όπου ευρισκόμασθε. Ημείς εμείναμεν ωσάν νεκροί από τον +φόβον μας· ω ουρανέ, φώναξεν η Δαρδενέ, ημείς είμασθε χαμένοι· +ετούτος είνε ο βασιλέας. Εγώ μην έχοντάς τον τρόπον διά να φύγω, +επειδή και η τριχιά ήτον εις τον άλλον οντάν, επήγα και εκρύφθηκα +υποκάτω εις το θρονί· και η Δαρδανέ επήγε και άνοιξε την θύραν και +ευθύς εμπήκεν ο Σουλτάνος με πλήθος ευνούχων και δούλων και ωσάν την +είδεν εφώναξεν· ω δυστυχισμένη, ποίος άνθρωπος ευρίσκεται εδώ μαζί +σου; οι φύλακες του παλατίου μου είδαν πως ανέβη ένας εδώ και +εμπήκεν από το παραθύρι. Η Δαρδανέ έμεινεν ωσάν νεκρά εις τέτοιαν +ερώτησιν· ζητήσατε, λέγει ο Σουλτάνος των ευνούχων του, να εύρετε +εκείνον τον τολμηρόν διά να κάμω την εκδίκησιν. Οι ευνούχοι +ερευνώντες με ηύραν υποκάτω εις τον θρόνον, και εβγάζοντάς με από +εκεί με έσυραν εις τους πόδας του βασιλέως, ο οποίος βλέποντάς με +μου είπεν· ω άνομε και ταλαίπωρε, τι είνε τούτη η τόλμη σου; +εχάθησαν οι γυναίκες από την Αίγυπτον διά εσένα, και ήλθες να +πατήσης το παλάτι μου; Τότε εγώ από τον φόβο μου ολίγον έλειψε που +να ξεψυχήσω, και άλλο δεν ανέμενα παρά τον θάνατον. Ο βασιλεύς +έβγαλε με θυμόν το σπαθί του διά να φονεύση τόσον εμέ, όσον και την +Δαρδανέ· μα μια γρηά σκλάβα του έπιασε το χέρι λέγοντας· τι θέλεις +να κάμης, βασιλέα μου; θέλεις να μολύνης το χέρι σου με το αίμα +ετούτων των παρανόμων; αυτοί είνε ανάξιοι ακόμα η ιδία γη να δεχθή +τα μιαρά τους κορμιά, με το να έκαμαν μίαν τέτοιαν ανομίαν· πρόσταξε +να τους ρίξουν από το παράθυρον εις τον ποταμόν Νείλον, διά να +γένουν τα μιαρά τους κορμιά βρώσις των ψαριών. Αυτή η γνώμη ήρεσε +του βασιλέως, και ευθύς επρόσταξε και μας έρριξαν και τους δύο από +το παράθυρο εις τον ποταμόν. Με όλον που ήμουν σκοτισμένος από το +πέσιμόν μου εις τον ποταμόν, δεν έλειψα που να έλθω εις τον εαυτόν +μου και ν' αρχίσω να πλέω, με το να ήμουν πολλά επιτήδειος· και +πλέοντας εβγήκα εις την γην αγνάντια εις το παλάτι· και ευθύς που +εβγήκα ενθυμήθηκα την δυστυχίαν της Δαρδανές, που εξ αιτίας μου την +έρριξαν και αυτήν εις τον ποταμόν, και μη χάνοντας καιρόν +εξαναρίχτηκα εις το ποτάμι διά να ψαρέψω να την εύρω ζωντανήν, ή +αποθαμμένην· μα ματαίως έκαμα τον κόπον, μη ημπορώντας να την εύρω +εις κανένα μέρος. </p> + +<p>Τότε η θλίψις μου εστάθη τόσον σφοδρά, που υπερέβαινε κάθε όρον, +στοχαζόμενος τον χαμόν της ωραίας Δαρδανές, και ήμουν τόσον +απαρηγόρητος, που έκανα λογαριασμόν να ξαναπέσω να πνιγώ διά να της +κάμω συντροφιά· έκλαιγα με πικρότατα δάκρυα, και δεν είχα παρηγοριά. +Αλλοίμονον εις εμένα, έλεγα· χωρίς εμέ, χωρίς την θανατηφόρον μου +αγάπην, η Δαρδανέ δεν ήθελε λάβει τέτοιον σκληρόν θάνατον· και διατί +να έλθω εγώ διά να προξενήσω τον θάνατον και την απώλειαν της ωραίας +Δαρδανές; Αυτά και άλλα λέγοντας με μέγαν πόνον της καρδιάς μου, +εμίσευσα την αυτήν νύκτα από την Αίγυπτον διά το Μπαγδάτι, μην +ημπορώντας πλέον να μείνω εις εκείνην την χώραν, που επροξένησα +τόσον κακόν της ωραίας μου Δαρδανές. Μισεύοντας το λοιπόν απ' εκεί, +ύστερον από μερικών ημερών περιπάτημα, έφθασα μια βραδιά εις την +ρίζαν ενός βουνού διά να αναπαυθώ εκεί εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος +εκυρίευσεν ευθύς τας αισθήσεις μου, και αποκοιμήθηκα χωρίς να φάγω +τίποτε· προς δε τα ξημερώματα της ερχομένης ημέρας κάποιες φωνές +παραπονετικές και κλαύματα με έκαμαν να εξυπνήσω· εστάθηκα καμπόσον +ήσυχος διά να καταλάβω τι ήτον, και μου εφάνη ότι αυτά τα +παραπονέματα να ήταν ωσάν τινός γυναικός καταδικασμένης εις θάνατον, +καθώς και αληθώς ήταν· και ακούσατε την ιστορίαν της. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία της κυρίας, +που ευρέθη εις ένα σακκί.</h4> + +<p> +<br /> +Ακούοντας το λοιπόν έτσι, εσηκώθηκα ευθύς, και έτρεξα προς εκείνο +το μέρος, που ακούονταν οι φωνές· και αγνάντια βλέπω άνθρωπον, που +έκανεν ένα λάκκον. Εγώ βλέποντας έτσι εκρύφθηκα οπίσω εις ένα +δένδρον διά να ιδώ το αποβησόμενον. Εκείνος αφού έκαμε τον λάκκον +είδα που έβαλε μέσα ένα μέγα σακκί, και σκεπάζοντάς το με το χώμα +έφυγεν. Οπόταν δε είδα πώς εκείνος έφυγεν, έτρεξα εγώ και επήγα +εκεί, και σκάπτοντάς τον ίδιον λάκκον έβγαλα εκείνο το σακκί· +βγάνοντάς το βλέπω που ήτον μέσα μία ωραιοτάτη νέα, η οποία εφαίνετο +πως να έδινε την υστερινήν αναπνοήν· τα φορέματά της, με όλον που +ήταν γεμάτα από αίματα, δεν εμπόδισαν που να την φανερώνουν πώς ήτον +από αίμα ευγενικόν. Τι σκληρόν χέρι εφώναξα όλος τεταραγμένος από +σπλάγχνος, ποίος βάρβαρος ημπόρεσε να τελέση τέτοιον ανόμημα εις +τούτην την ευγενικήν κυράν· ας ανοίξη η γη να καταπιή ένα τέτοιον +φονέα. Η κυρά, που ελογίαζα πως να μην έχη πλέον αναπνοήν, ακούω να +μου λέγη· Ω Μουσουλμάνε, λάβε έλεος και σύντρεξέ με αν αγαπάς τον +Πλάστην· βάλε μου μίαν σταλαγματιά νερό εις το στόμα μου, διά να μου +παύση η θανατηφόρος μου δίψα που με ενοχλεί. Έτρεξα ευθύς και +εγέμισα το φακκιόλι μου νερόν και της το έφερα· και αφού έπιεν +άνοιξε τους οφθαλμούς της και κυττάζοντάς με μου είπε· Μουσουλμάνε, +βλέπω που ο Προφήτης σε εξαπέστειλε διά να με συντρέξης· πάσχισε σε +παρακαλώ το λοιπόν διά να σταματήση το αίμα από τες πληγές μου. Εγώ +λογιάζω πως οι λαβωματιές μου να μη είναι θανατηφόρες· φύλαξε την +ζωήν μου· και σου τάσσω ότι δεν ήθελες το μετανοήσει. </p> + +<p>Τότε εγώ έσχισα εις κομμάτια το δέμα του φακκιολιού μου και ένα +υποκάμισο που είχα, και αφού της έδεσα τες πληγές μού είπε. Σε +παρακαλώ λάβε ακόμη την καλωσύνην και φέρε με εις την χώραν, που +είνε εδώ σιμά, και εκεί βάλε με εις κανένα σπήτι διά να αναπαυθώ. Ω +ωραία κυρά μου, της αποκρίθηκα, εγώ είμαι ένας ξένος και δεν γνωρίζω +κανένα εις αυτήν την χώραν και το περισσότερον, φέροντάς σε εκεί +φοβούμαι να μην πάθω· διατί αν με ερωτήσουν, τις είνε αυτή η γυναίκα +που φέρεις φορτωμένος έτσι καταπληγωμένην, τι απόκρισιν ημπορώ να +δώσω; Αποκρίσου πως εγώ είμαι αδελφή σου, είπεν εκείνη και μην έχης +άλλην χρείαν. Εγώ διά να κάμω τέλειον το καλόν υπήκουσα και την +επήρα εις τες πλάτες μου, και την έφερα εις την χώραν, και βάνοντάς +την εις ένα σπήτι που ευθύς ηύρα, επήγα και έκραξα ένα ιατρόν διά να +την ιατρεύση· και μετά δύο ημέρας που αγροικήθη κομμάτι καλύτερα, +έγραψε μίαν γραφήν και βάνοντάς μου την εις το χέρι, μου είπε· Σύρε +τούτην την γραφήν εκεί που συνάζονται οι πραγματευτάδες· ζήτησε έναν +που τον λεν Μαϊάρ, και δος του την εις το χέρι και έπαρε εκείνο που +θα σου δώση. Έφερα την γραφήν ευθύς εις τον Μαϊάρ, ο οποίος, αφού +την ανέγνωσε, την εφίλησε και την έβαλε εις το κεφάλι του. Έπειτα +εβγάζει δύο σακκούλες φλωριά και μου τα έδωσε, και παίρνοντάς τα +έφερα της κυράς· αυτή μου έδωκε την μίαν σακκούλαν, και μου είπε. +Πήγαινε με αυτά να πάρης τα όσα μας κάνουν χρείαν, τόσον διά φαγητά, +όσον και διά φορέματα εδικά σου και εδικά μου, και περιπλέον αγόρασε +και κανένα σκλάβον διά να μας δουλεύη. </p> + +<p>Δεν έλειψα που να κάμω καθώς αυτή μου επαράγγειλε, και εις δύο +ημέρας ευρέθη το σπήτι μας στολισμένον από κάθε αναγκαίον, και απ' +ό,τι μας έκανε χρείαν, και ούτως απερνούσαμεν εις αυτό το αναμεταξύ +που ιατρεύονταν με πολλήν μας ανάπαυσιν· και ενομιζόμουν εις όλους +διά αδελφός αυτής της κυράς, και κατά αλήθειαν εζούσαμεν ωσάν να +είμεθα αληθώς αδέλφια, και με όλον που αυτή ήτον μία από τες +ωραιότατες νέες, η φαντασία της Δαρδανές, που είχα πάντα εις την +καρδιά μου και εις τον λογισμόν μου, με έκανε να με κρατή μακράν από +το να λάβω διά αυτήν καμμιάς λογής κλίσιν· είχα αποφασίσει πολλές +φορές διά να αναχωρήσω από αυτήν· μα εκείνη με τες παρακάλεσές της +με έκανε να μην την παραιτήσω. Υπόμενε ακόμη, ω νέε, μου έλεγεν, ότι +έχω ακόμη καμπόσην χρείαν από λόγου σου· θέλω σου διηγηθή ογλήγωρα +ποία είμαι· και εγώ ύστερα από αυτό θέλω σου ανταμείψει μεγάλως την +επιμέλειαν και την δούλευσιν, που μου έκαμες. Εγώ το περισσότερον +διά να την ευχαριστήσω και όχι διά τες ανταμοιβές που μου έταζεν, +έστεκα με αυτήν έως που να μου δώση το θέλημα να αναχωρήσω· οπόταν +δε ελευθερώθη τελείως από την αρρώστια της και έστεκε καλά, με +κράζει μίαν ημέραν και μου λέγει. Έπαρε τούτην την σακκούλαν με τα +φλωριά, και σύρε εις την αγοράν να εύρης ένα πραγματευτήν που τον +λέγουν Ναμαράν, και πες του πως θέλεις να αγοράσης μεταξωτά· αυτός +θέλει σου δείξει διάφορα· διάλεξε από αυτά ένα κομμάτι, και πλήρωσέ +το όσα σου ήθελε γυρέψει χωρίς να κάμης παζάρι· μίλησέ του με +ευγένειαν και γλυκύτητα, και ωσάν αναχωρήσης από αυτόν, φέρε μου εδώ +τα μεταξωτά. Εγώ επήγα καθώς αυτή με επρόσταξε, και ηύρα τον Ναμαράν +που εκάθετο εις το εργαστήρι του. Αυτός ήτον ένας εύμορφος και +ευγενής άνδρας, που έμεινα να τον θεωρώ· του εζήτησα και μου έβγαλε +διάφορα κομμάτια μεταξωτά, και διαλέγοντας ένα από αυτά, του το +επλήρωσα όσα μου εζήτησε· και έπειτα αποχαιρετώντάς τον με +ευγένειαν, επήρα το μεταξωτόν και το έφερα της κυράς μου. </p> + +<p>Δύο ημέρες υστερότερον μου έδωσεν αυτή άλλη μία σακκούλα φλωριά, +και μου είπε. Ξαναγύρισε εις τον Ναμαράν, και έπαρε άλλα τρία +κομμάτια μεταξωτά, και δος του πάλιν όσα σου ζητήση. Εξαναπήγα το +δεύτερον εις τον αυτόν Ναμαράν, ο οποίος με εδέχθη με πολλήν +ευγένειαν, και αγροικώντας το ζήτημά μου, έφερε διάφορα κομμάτια +μεταξωτά χρυσά πολλά ωραία. Εδιάλεξα τρία κομμάτια που μου άρεσαν, +και χωρίς να του ζητήσω τιμήν του έρριξα την σακκούλαν με τα φλωριά +και του είπα· πληρώσου διά αυτά και όσα μείνουν δος μου τα οπίσω. +Έμεινε αυτός εκστατικός εις το να ιδή εις εμένα μίαν τέτοιαν +γενναιότητα, και αφού επληρώθη και μου έδωσε τα λοιπά φλωριά οπίσω, +μου είπεν. Αυθέντα, δεν ημπορείς να μου κάμης την χάριν να έλθης +αύριον να γευθούμε μαζί; Μετά πάσης χαράς του απεκρίθηκα εγώ· δεν +θέλω λείψει που να έλθω να λάβω αυτήν την τιμήν. Εχάρη ο Ναμαράς διά +το τάξιμον που του έκαμα, και ύστερον αποχαιρετώντας τον εγύρισα με +τα μεταξωτά τα χρυσά εις το σπήτι μου. </p> + +<p>Εφανέρωσα της κυράς το κάλεσμα, που ο Ναμαράς μου έκαμεν, η οποία +το έλαβεν εις τόσην χαράν που με έκαμε να μείνω βλέποντάς την να +χαρή τόσον. Μη χάσης καιρόν, μόνον αύριον να υπάγης μου είπεν αυτή, +και ενθυμήσου ότι ωσάν απογευθής να τον καλέσης και εσύ εδώ να +γευματίση και άφησε εμένα την επιστασίαν, να κάμω την ετοιμασίαν. +Εκατάλαβα εγώ πώς αυτή θα προμελετούσε κάποιόν τι· μα το τι +επρομελετούσεν ήτον μακράν από τον στοχασμόν μου. Επήγα το λοιπόν +την αύριον εις το σπίτι του Ναμαρά, ο οποίος μου έδειξεν ευγενικές +περιποίησες. Και αφού απογευθήκαμε, τον επαρεκάλεσα να έλθη και +αυτός την αύριον να γευματίση μετ' εμένα. Εδέχθη μετά πάσης χαράς το +κάλεσμα, και δεν έλειψεν εις τον καιρόν του γεύματος να έλθη εις το +σπήτι μου, καθώς μου έταξεν. Εκαθίσαμε το λοιπόν εις την τράπεζαν οι +δυο μας μόνον, και επεράσαμεν όλην εκείνην την ημέραν ευφραινόμενοι, +και πίνοντες διάφορα εκλεκτά κρασιά. Η κυρά δεν ηθέλησε καθόλου να +φανερωθή έμπροσθέν μας· αλλά όσον εδύνατο έστεκε κρυφά· μα καθώς +αυτή μου είχε παραγγείλη ότι με κάθε τρόπον να κάμω διά να κρατήσω +τον Ναμαράν και την νύκτα εκεί, έτσι δεν έλειψα που να τον κρατήσω +με πολλές παρακάλεσες. Ημείς ακολουθήσαμε να πίνωμεν έως τα +μεσάνυκτα· και αφού ετελειώσαμεν τον έφερα εις ένα οντάν διά να +αναπαυθή εκείνην την νύκτα, και εγώ επήγα εις άλλον διά να κάμω το +όμοιον. Και τον καιρόν που εκοιμώμουν με ένα γλυκύτατον ύπνον, ιδού +και έρχεται η κυρά μετά μεγάλης βίας και με εξύπνησε λέγοντας· σήκω, +ω νέε, να ιδής τον φίλον σου κυλισμένον εις το άνομον αίμα του. Εγώ +εις αυτά τα λόγια εσηκώθηκα όλως σκοτισμένος· και ακολούθησα την +κυράν, που με έφερεν εις τον οντά του Ναμαρά. Σε αφίνω να στοχασθής +τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, οπόταν είδα εκείνον τον άθλιον +φονευμένον και κυλισμένον εις το αίμα του. </p> + +<p>Αχ, άνομη και επίβουλη, γεμάτος από θυμόν εφώναξα, τι είνε τούτο +που έκαμες; έλαβες τόσην τόλμην να κατόρθωσες ένα κάμωμα τόσον +σκληρόν και θηριώδες; αν, εσύ είχες τέτοιαν γνώμην, διατί να +μεταχειρισθής εμένα τον ευεργέτην σου μέσον του θηριώδους θυμού σου, +και να με κάμης να σου τον φέρω ο ίδιος διά να τον θανατώσης; Νέε +ξένε, με αντίκοψε, μη σου κακοφαίνεται που διά μέσου σου εξεδικήθηκα +τούτον τον παράνομον Ναμαράν· τούτος είνε ένας επίβουλος· εσύ δεν +θέλεις με ονειδίσει οπόταν μάθης την παρανομίαν του· επειδή και +αυτός είνε ο αίτιος της συμφοράς μου, την οποίαν ιδού που θέλω σου +την διηγηθή διά ανάπαυσίν σου. </p> + +<p>Εγώ είμαι, ακολούθησεν αυτή, θυγατέρα του βασιλέως τούτης της +χώρας· μίαν ημέραν που επήγαινα εις τα λουτρά είδον αυτόν τον +Ναμαράν εις το εργαστήρι του, και ευθύς έλαβα μεγάλον έρωτα δι' +αυτόν, και από εκείνην την ώραν έχασα κάθε μου ησυχίαν και +ανάπαυσιν, επειδή η φαντασία μου δεν έλειψε πάντα από αυτόν και +τόσον άναψεν η καρδιά μου από τον έρωτα που δεν επέρασε πολύς καιρός +και έπεσα άρρωστη εις το κρεββάτι. Ο πατέρας μου έστειλε και έφερε +τους πλέον εμπείρους ιατρούς διά να με ιατρεύσουν, μα κανείς δεν +εδυνήθη να γνωρίση το πάθος μου. Η βάγια μου που ήτον μία πολύ +επιτήδεια γυναίκα, εγνώρισε το πάθος μου πως ήτον από αγάπην, και με +εύμορφον τρόπον με έκαμε και της είπα την πάσαν αλήθειαν. Αυτή μου +έταξεν ότι θα κάμη κάθε τρόπον διά να πληρώση την επιθυμίαν μου, +καθώς και το έκαμε, που μίαν ημέραν μου τον έφερεν ενδεδυμένον +γυναικίστικα χωρίς να τον γνωρίση κανείς. Εγώ ωσάν τον είδα ευθύς +ελευθερώθηκα από την ασθένειάν μου, και έξω από την ευχαρίστησιν που +έλαβα να τον ιδώ και αυτόν να μείνη γεμάτος από ευχαρίστησιν διά ένα +τέτοιο ευτυχισμένον του συναπάντημα· και αφού τον εκράτησα μερικές +ημέρες κλεισμένον εις ένα μου οντάν, η βάγια μου πάλιν τον έβγαλεν +από το σαράγι μου με την ίδιαν ευκολίαν που τον είχεν εμπάσει, και +ούτως οπόταν ήθελα έκανα και μου τον έφερνεν η βάγια μου με αυτόν +τον τρόπον, και εχαιρόμασθε μαζί διά πολύν καιρόν. </p> + +<p>Μίαν ημέραν μου ήλθεν επιθυμία, να πηγαίνω και εγώ να εύρω τον +Ναμαράν εις το σπήτι του, ελπίζοντας πώς θα ήθελε το λάβει εις +μεγάλην χαράν και βγαίνοντας μπουλωμένη από το σαράγι μου χωρίς να +με καταλάβη κανένας έφθασα εις το σπήτι του Ναμαράν και κτυπώντας +την πόρταν διά να μου ανοίξουν, βλέπω και έρχεται ένας σκλάβος και +με ερωτά τίνα γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του αφεντός +σου ένα λόγον. Ο σκλάβος μου απεκρίθη πως ο αφέντης μου διά την ώραν +δεν ημπορεί να σου δώση ακρόασιν, με το να είναι αντάμα με μίαν νέαν +κόρην που ξεφαντώνουν. Εγώ να ακούσω πως ξεφαντώνει με άλλην γυναίκα +αγροίκησα του λόγου μου γεμάτην από μίαν ζηλοτυπίαν, που με έβγαλε +έξω από τον εαυτό μου, και έγινα κατά πολλά μανιώδης· εμπαίνω με +βίαν εις το σπήτι του, και φθάνοντας εις τον χοντζερέ του βλέπω τον +Ναμαράν καθήμενον εις μίαν τράπεζαν μαζή με μίαν ευμορφοτάτην κόρην, +με την οποίαν έπιναν και ετραγουδούσαν τραγούδια της αγάπης και +ηδονικά. Δεν ημπόρεσα εις τούτην την θεωρίαν να κρατήσω τον θυμόν +μου· τρέχω με ορμήν επάνω εις εκείνην την κόρην και της έδωσα πολλές +μαχαιριές, και αν δεν ήτον ογλήγωρη διά να φύγη, την εθανάτωνα. Δεν +επλήρωσα τον θυμόν μου μοναχά με αυτήν, αλλά έτρεξα προς τον άπιστον +και επίβουλον Ναμαράν διά να ξεδικηθώ και με αυτόν. </p> + +<p>Βλέποντάς με αυτός έτσι θυμωμένην, έρχεται και πίπτει εις τους +πόδας μου ζητώντάς μου συμπάθειαν διά το σφάλμα του ομνύοντάς μου +πως εις το εξής να μη μου κάμη κανένα παραμικρόν άδικον και +επιβουλήν και με αυτά και άλλα γλυκά λόγια με εκατάπεισε διά να τον +συμπαθήσω, και να ξαναγαπηθούμεν και διά σημείον της ειρήνης μας με +υποχρέωσε να πίω με αυτόν· και τόσον έκαμε που με εμέθυσε. Και αφού +με είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο προδότης και επίβουλος, μου +έδωσε πολλές μαχαιριές με ένα πουνιάλι, που επιταυτού είχε, και +μένοντας από αυτές χωρίς καμμίαν αίσθησιν, και νομίζοντάς με +αποθαμμένη με έβαλεν εις ένα σάκκον, και μοναχός του διά νυκτός με +έφερε εις εκείνον τον τόπον που με ηύρες. Και εις το αναμεταξύ που +αυτός μου ετοίμαζε τον λάκκον, εγώ ήλθα ολίγον εις τες αίσθησές μου +και άρχισα να οδύρωμαι και να του ζητώ να μου αφήση την ζωήν μα +αυτός ο βάρβαρος, αντίς να λάβη σπλάγχνος εις τα παράπονά μου, +ηθέλησε διά περισσοτέραν παιδείαν μου να με θάψη και ζωντανήν· και η +τύχη μου εξαπέστειλεν εσένα διά να με ελευθερώσης. Διά εκείνο δε που +απαρθενεύει διά τον Μαϊάρ, ακολούθησεν η κυρά τον άλλον +πραγματευτήν, εις τον οποίον επήγες την γραφήν από όνομά μου, αυτός +είναι πραγματευτής του σαραγιού. Εγώ του έδωσα να καταλάβη πώς είχα +χρείαν από δηνάρια, και του εφανέρωσα τα συμβεβηκότα μου, +παρακαλώντάς τον να τα κρατήση μυστικά έως που να κάμω την +εκδίκησιν. Ετούτη, ω φίλε μου, είνε η ιστορία μου· δεν ηθέλησα να +σου την διηγηθώ εμπροσθήτερα, φοβουμένη να μη λάβης αντίρρησιν εις +το να μου φέρης εδώ τον εχθρόν μου· δεν το πιστεύω που να μη μου +δώσης δίκαιον διά την δικαίαν μου εκδίκησιν και με όλον που εσύ +φαίνεται να είσαι έχθρός των σκληροκαρδίων, πρέπει να με επαινέσης +εις την ανδρείαν, που έλαβα διά να θυσιάσω εκείνον τον σκληροκάρδιον +και επίβουλον· αύριον το ταχύ, ακολούθησεν αυτή, θέλωμεν υπάγει +αντάμα εις το σαράγι· ο πατέρας μου ο βασιλεύς πολλά τρυφερά με +αγαπά· θέλω του εξομολογηθή το σφάλμα μου, και ελπίζω πως θέλει μου +το συγχωρήσει, και εσένα σου τάζω πως θέλει σου κάμει μεγάλα δώρα, +και σου δώση και πολλές αξίες διά την περιποίησιν που μου έκαμες. +</p> + +<p>Μη γένοιτο αυτό, βασίλισσά μου, της απεκρίθηκα, εγώ δεν ζητώ ούτε +δώρα, ούτε άλλο κανένα πράγμα διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου και διά +να σου φυλάξω την ζωήν, και εις κανένα δεν μετανοώ· μα σου ομολογώ, +πώς είμαι πολλά περίλυπος που με μεταχειρίσθης διά όργανον της +επιβολής σου, και διά μέσου μου ετελείωσες την εκδίκησίν σου. Έπρεπε +καλύτερον να με είχες προστάξει διά να ξεδικήσω με άλλον τρόπον, +παρά με τέτοιαν προδοσίαν· επειδή και εγώ δεν ήθελα λείψει να +θυσιάσω την ζωήν μου διά λόγου σου διά να σε ευχαριστήσω· διότι +τέλος πάντων εγώ, με όλον που στοχάζομαι ότι του Ναμαράν με κάθε +δίκαιον του έπρεπεν ο θάνατος, δεν έλειψε που να μου μείνη εις την +καρδίαν μία θλίψις μεγαλωτάτη διά την προδοσίαν, που ανευθύνως έκαμα +και τον έφερα εις τον θάνατον. Και έτσι λέγοντας ευθύς απαραίτησα +την κυράν και μεμφόμενος τα ταξίματά της εβγήκα από εκείνην την +χώραν πριν ξημερώση· και περιπατώντας μερικές ώρες έφθασα ένα +καραβάνι από πραγματευτάδες, που επήγαιναν διά το Μπαγδάτι, και +ανταμωμένος με αυτό ακολούθησα τον δρόμον μου ως εκεί. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Εξακολούθησις της +ιστορίας του Αμπτούλ Μπαρσή.</h4> + +<p> +<br /> +Φθάνοντας δε εις το Μπαγδάτι ευρέθηκα εις πολλά δυστυχισμένην +κατάστασιν· επειδή δεν μου έμειναν άλλα δηνάρια από την απερασμένην +μου ευτυχίαν, παρά ένα φλωρί μόνον. Εστοχάσθηκα να το πραγματεύσω +διά να ημπορέσω να βγάλω τα έξοδά μου· αγόρασα μερικά μπάλσαμα, +ζαχαρικά, και άλλα λιανώματα, και επήγαινα καθημερινώς εις ένα +μεγάλον καφενέ, εις τον οποίον εσυνήθιζαν να πηγαίνουν πολλοί +αυθεντάδες και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν έλειψαν να αγοράζουν +από τας πραγματείας μου, και να μου τας πληρώνουν καλά, και με +τούτον τον τρόπον επόρευα και έβγαζα τα έξοδά μου. </p> + +<p>Μίαν ημέραν που είχα μερικά λουλούδια και άνθη μυριστικά διά +πούλημα, επήγα κατά την συνήθειάν μου εις τον καφενέ διά να τα +πουλήσω. Εκεί ήτον ένας γέροντας εις μίαν αγκωνήν καθήμενος, τον +οποίον ποτέ δεν τον εστοχάσθηκα διά να του προσφέρω να αγοράση από +την πραγματείαν μου, ο οποίος βλέποντάς με έκραξε· Φίλε μου, από τι +προέρχεται και δεν μου φέρεις και εμένα να αγοράσω από την +πραγματείαν σου; ή με στοχάζεσαι πως δεν έχω να ξοδέψω όπως και οι +άλλοι; Αυθέντη, του απεκρίθηκα, συμπάθησέ με διατί δεν σε +εστοχάσθηκα· όμως όλον τούτο που έχω είνε εις τα προστάγματά σου. +Τότε αυτός άπλωσε και επήρε δύο τριαντάφυλλα, έπειτα μου είπε να +καθήσω σιμά του, και υπακούοντάς τον άρχισε να μου κάνη πολλές +αναζήτησες, και να με ερωτά πώς ονομάζομαι, και πόθεν είμαι. +Απαραίτησέ με, σε παρακαλώ, του είπα εγώ αναστενάζοντας, και μη με +βιάζης να πληρώσω την περιέργειάν σου, διότι δεν ημπορώ να σου δώσω +την ευχαρίστησιν χωρίς να ξανοίξω τες πληγές μου, που διά την ώραν +είνε κλεισμένες. </p> + +<p>Ο γέρων βλέποντάς τον αναστεναγμόν που έκαμα, και τα λόγια που +του είπα, δεν ηθέλησε να με ξαναρωτήση άλλο· αλλά εβγάζοντας από την +σακκούλαν του έξ φλωρία μου τα έβαλεν εις χέρι και ανεχώρησεν. +Έμεινα εκστατικός διά την γενναιότητά του και δεν ημπορούσα τι να +στοχασθώ δι' αυτόν τον γέροντα. Εξαναγύρισα το λοιπόν την ερχομένην +ημέραν εις τον ίδιον καφενέ, και ηύρα εκεί πάλιν τον γέροντα· επήγα +εις αυτόν πρώτον από τους άλλους και επρόσφερα την πραγματείαν μου. +Αυτός αφού επήρε καμπόσον μπάλσαμον με έκαμε πάλιν να ξανακαθήσω +κοντά του και με εβίασε τόσον διά να του διηγηθώ την ιστορίαν μου, +που δεν ημπόρεσα πλέον να του το αρνηθώ. Εγώ του ωμολόγησα όλα τα +συμβεβηκότα μου με κάθε καθαρότητα και, αφού του τα εδιηγήθηκα, μου +είπεν· Εγώ γνωρίζω κατά πολλά τον πατέρα σου, με τον οποίον έκαμα +πολλάς πραγματείας· επειδή και είμαι και εγώ πραγματευτής από την +Μπάσρα, διά το οποίον έχω πολλήν ευχαρίστησιν που σε εγνώρισα· εγώ +με το να μην έχω παιδιά ή κληρονόμους συνέλαβα διά εσένα τόσην +αγάπην, που απεφάσισα να σε κηρύξω υιόν μου και κληρονόμον μου. +Παρηγορήσου λοιπόν, παιδί μου, διά τας περασμένας σου δυστυχίας, +επειδή και θέλεις εύρει ένα πατέρα εις εμένα πλέον πλούσιον από τον +εδικόν σου, και που δεν θέλει έχει ολιγωτέραν αγάπην από εκείνον διά +εσένα. Εγώ ευχαρίστησα κατά πολλά εκείνον τον ένδοξον γέροντα διά +την τιμήν και ευεργεσίαν που μου έταξε· και παίρνοντάς με από το +χέρι με έφερεν εις ένα μεγάλον παλάτι· και ευθύς έκαμε και με +ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και μου έδωσε ότι μου έκαμε χρεία. Εγώ +επίστευα τότε πώς ωνειρευόμουν διά την τόσην μεταλλαγήν της ευτυχίας +μου, και από εκείνην την ώραν αλησμόνησα τας περασμένας μου +δυστυχίας. </p> + +<p>Οπόταν ο γέρων πραγματευτής ετελείωσεν από τας υπηρεσίας, που +είχεν εις το Μπαγδάτι, εμισεύσαμεν ομού διά την Μπάσρα. Οι φίλοι +μου, που δεν έλειψαν να με μεταϊδούν, έμειναν εκστατικοί εις το να +ακούσουν πώς με επήρε διά υιόν του ο γέρων, ο οποίος ήτον φημισμένος +διά τον πλουσιώτερον πραγματευτήν της Μπάσρας. Ως τόσον εγώ +εσπούδαξα με κάθε τρόπον εις το να ευχαριστήσω τον γέροντα, ο οποίος +έδειχνε πώς ήτον πολλά ευχαριστημένος από λόγου μου, λέγοντάς μου +πολλές φορές· Αμπτούλ, εσύ μου φαίνεσαι πολλά άξιος διά τα όσα έκαμα +διά λόγου σου. </p> + +<p>Απερνώντας πολύ καιρός που εζούσαμεν αμφότερα τα μέρη με μεγάλην +αρμονίαν, έπεσεν ο γέρων εις μεγάλην αρρώστιαν και βλέποντας που δεν +ήτον πλέον διά ζωήν, με έκραξε σιμά εις το κρεββάτι του και μου +είπεν. Είνε καιρός, ω υιέ μου, να σου φανερώσω ένα απόκρυφον πολλά +συμφέρον· αν εγώ ήθελα σου αφήσει όλον το έχειν μου που φαίνεται, +στοχάζομαι πώς ήθελα σου αφήσει μίαν τύχην μεσαίαν, και με όλον που +είνε περισσότερον από κάθε άλλου πραγματευτού, είνε ουδέν εμπρός εις +τον θησαυρόν που ευρίσκεται κρυμμένος. Εγώ δεν σου λέγω από ποίον +καιρόν, και από ποίον εστάθη κρυμμένος, επειδή και εγώ ούτε το +ηξεύρω· όλον εκείνο που ηξεύρω είνε τούτο, ήγουν ο πάππος μου οπόταν +ήθελε ν' αποθάνη το εφανέρωσε του πατρός μου χωρίς να του ειπή άλλο, +και ο πατήρ μου το εφανέρωσεν εμένα· και ιδού που σου το φανερώνω +και του λόγου σου, μα σου παραγγέλω ωσάν τον λάβης εις τα χέρια σου, +να πασχίσης να ξοδεύης με εύμορφον τρόπον διά να μην πέσης εις τον +φθόνον του βασιλέως και των φιλαργύρων κυβερνητών, και το μάθουν και +σου το αρπάξουν. Ας είσαι καταδεκτικός με όλους και φιλόξενος, +κύτταξε να ξοδεύης εις καλά έργα και όχι εις ηδονές και ξεφάντωσες +και εις άλλα άτιμα πράγματα. </p> + +<p>Και αφού εγώ έταξα του πραγματευτού να φυλάξω με ακρίβειαν τα όσα +μου επαράγγειλε, μου εφανέρωσε τον τόπον που ευρίσκονταν, λέγοντάς +μου· ιδού που σου τον παραδίδω εις χείρα σου, και ενθυμήσου να +φυλάξης τα όσα σου παρήγγειλα. Και ταύτα λέγοντάς μετά ολίγας ημέρας +απέθανεν. </p> + +<p>Έμεινα τέλος πάντων κληρονόμος του γέροντος εις τα πάντα και αφού +έκαμα να τον θάψουν με την πρεπουμένην τιμήν, επήγα διά να ιδώ τον +θησαυρόν. Σου ομολογώ, κύριέ μου, ότι έμεινα εκστατικός να ιδώ ένα +θησαυρόν τόσον πλούσιον, που είνε αδύνατον να σου τον διηγηθώ και αν +εγώ ήθελα ζήσει χίλιους χρόνους, και αν εξόδευα καθώς ξοδεύω κατά το +παρόν, ακόμη δεν ήθελε τελειώσει. Αφού και είδα ένα τέτοιον +υπέρπλουτον θησαυρόν αλησμόνησα πλέον τα όσα ο γέρων μου παρήγγειλε +να φυλάξω, και ευθύς άνοιξα τα χέρια εις το να μοιράζω +πλουσιοπαρόχως εις κάθε έναν από τα πλούτη μου. </p> + +<p>Δεν είνε κανείς εδώ, που να μην έλαβεν ευεργεσία από εμένα, το +σπήτι μου στέκει πάντα ανοικτόν διά κάθε έναν που να έχη χρείαν, και +όλοι μισεύουν ευχαριστημένοι, και με τούτον τον τρόπον τον +μεταχειρίζομαι εις ελάφρωσιν των δυστυχισμένων, εις το να φιλοξενώ +τους ευγενείς ξένους, και εις το να ζω μίαν ζωήν ευφρόσυνον και +τιμημένην. </p> + +<p>Δεν απέρασε πολύς καιρός που να μην έμβω εις τον φθόνον του +προεστού της χώρας, καθώς μου προείπεν ο γέροντας. Έρχεται μίαν +ημέραν ο παταλμαντζής ο βασιλικός και μου ζητεί να του φανερώσω τον +Θησαυρόν μου, διά να τον κάμη βασιλικόν κατά τους νόμους. Εγώ έμεινα +νεκρός να ακούσω το ζήτημά του. Αυτός βλέποντάς τον φόβον μου μού +είπεν· Αμπτούλ αφέντη· εγώ κάνω το χρέος μου διά να σε εξετάξω· όμως +του λόγου σου ωσάν φρόνιμος που είσαι, κάμε μου ένα δώρον, που να +είναι άξιον διά εμένα, και θέλω σε απαραιτήσει. Εγώ βλέποντάς την +καλήν του διάθεσιν του έταξα να του δίδω την κάθε ημέραν από εκατόν +φλωριά, και κάθε μήνα να του τα μετρώ. Έμεινε πολλά ευχαριστημένος ο +παταλμαντζής με την γενναιότητά μου και ανεχώρησεν. Ολίγον καιρόν +υστερότερα το έμαθε και ο Βεζύρης Αμπουλφάτ, και έστειλε και με +έκραξεν εις τον οντά του, ο οποίος μου είπε. Καλέ άνθρωπε, έμαθα πώς +ηύρες ένα θησαυρόν, διά τον οποίον καλά ηξεύρομεν πώς ο μισός +απαρθενεύει του βασιλέως, το λοιπόν πρέπει να τον δώσης, ειδέ μη +θέλεις παιδευθή. Εγώ του απεκρίθηκα. Αφέντη, εγώ σου ομολογώ την +αλήθειαν πώς τον ηύρα· μα ήξευρε πως να με κάμουν χίλια κομμάτια δεν +θέλω τον φανερώσει· μα σου τάσσω πως να σου δίνω κάθε ημέραν από +χίλια φλωριά και να με αφήσης ήσυχον εις το εξής. Ο Σμπουλφάτ +ευχαριστήθη διά το τάξιμόν μου· και έστειλε με εμένα ένα του πιστόν +δούλον, και του εμέτρησα τριάκοντα χιλιάδες φλωριά διά τον πρώτον +μήνα. </p> + +<p>Ετούτος ο βεζύρης φοβούμενος μήπως και ο βασιλεύς της Μπάσρας +ήθελε μάθει τα όσα ακολούθησαν, εστοχάσθη να του το ομολογήση. Ο +βασιλέας αφού και άκουσε τον βεζύρην με μεγάλην προσοχήν, και +θέλοντας να βεβαιωθή καλλίτερον έστειλε και με έκραξε έμπροσθά του· +και ωσάν επήγα με εδέχθη με χαροποιόν πρόσωπον και άρχισε να με +εξετάζη διά τον θησαυρόν μου, παρακινώντας με διά να του τον +φανερώσω. Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η ζωή μου είνε εις το χέρι +σου· μα τον θησαυρόν ποτέ δεν ήθελα σου τον δείξει, με όλον που να +ήξευρα, πως θα μου κάμης τα πλέον οδυνηρότερα παιδευτήρια· όμως διά +να σε ευχαριστήσω σου τάσσω να σου δίδω την κάθε ημέραν από δύο +χιλιάδες φλωριά, και να μη με πειράξης, ειδεμή και δεν ευχαριστηθής +εις τούτο το τάξιμον, είσαι νοικοκύρης να κάμης ό,τι ορίσεις εις +εμένα. </p> + +<p>Ο βασιλεύς εις τούτα τα λόγια εγύρισε προς τον βεζύρην του, και +του εζήτησε συμβουλήν. Βασιλέα μου, του είπεν ο βεζύρης, η ποσότης +που σου τάσσει να σου δώση καθημερινώς είνε περισσότερη από ό,τι +ήθελες εύρει ένα πλουσιώτατον θησαυρόν· άφησέ τον λοιπόν διά να ζη +καθώς θέλει, και ευχαριστήσου εις τα όσα σου έταξεν. Ο βασιλέας +έμεινε πληροφορημένος από την συμβουλήν του βεζύρη, και αφού μου +έδειξε πολλές δεξίωσες, με απόλυσε. Και από εκείνον τον καιρόν πάντα +του επλήρωνα τα διά του έταξα ομοίως και του βεζύρη και του +παταλμαντζή, και κάθε χρόνον η ποσότης που δίνω αυτωνών είνε +περισσότερη από ένα μιλλιούνι και εκατόν χιλιάδες φλωριά. Ετούτο +είνε, αφέντη μου, εκείνο που επιθυμάτε να ηξεύρετε διά ιστορίαν και +εις το εξής μη θαυμάσης τόσον διά τα δώρα που σου έκαμα, ούτε διά +εκείνα όλα που είδες εις το σπήτι μου. </p> + +<p>Τελειώνοντας δε ο Αμπτούλ την διήγησιν των συμβεβηκότων του, ο +Καλίφης, γεμάτος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν διά να ιδή τον θησαυρόν, +του είπεν· είνε δυνατόν να είνε ποτέ εις τον κόσμον ένας θησαυρός, +που η μεγάλη σου γενναιότης να μην ήθελε τον φθείρει; όχι, όχι δεν +ημπορώ να το πιστεύσω και αν δεν ήθελε σου κακοφανή, ήθελα να σε +παρακαλέσω διά να με εβγάλης τελείως από την περιέργειαν να μου τον +δείξης, και σου κάνω όρκον φοβερόν ότι να μην ειπώ κανενός το +μυστήριον. Ο Αμπτούλ εφάνη περίλυπος διά την ζήτησιν του Καλίφη. Μου +κακοφαίνεται, Αφέντη μου, του είπεν, που έχεις τέτοιαν περιέργειαν, +την οποίαν δεν ημπορώ να σου την πληρώσω χωρίς να μη σου ήθελε +κακοφανή. Δεν βλάπτει, έκραξεν ο Καλίφης, είμαι ευχαριστημένος διά +να υποφέρω ότι με ήθελες προστάξει χωρίς εναντίωσιν, και σου τάσσω +πως δεν θέλεις το μετανοήσει, που μου τον έδειξες. Κάνει χρεία +εξαναείπεν ο Αμπτούλ να σου δέσω τα μάτια, και να σε φέρω εκεί που +είνε ο θησαυρός με το κεφάλι ξέσκεπον, και εγώ με ένα σπαθί εις το +χέρι έτοιμος διά να σου κόψω το κεφάλι, ανίσως και ήθελες βιάσει +τους νόμους της φιλοξενίας, και ξεσκεπάσης τους οφθαλμούς σου· και +τούτο όλον το κάνω, επειδή και δεν ημπορώ να αποφασίσω να αποστείλω +ένα μου ξένον συγχισμένον πως δεν τον υπήκουσα. </p> + +<p>Ο Καλίφης τότε του είπε, πως ας μην έχη κανένα φόβον εις το να +παρέβη τα όσα του παρήγγειλε. Και έτσι ο Αμπτούλ εκαρτέρεσε μαζί με +τον Καλίφην εκείνην την νύκτα, έως που επήγαν όλοι οι δούλοι του να +κοιμηθούν, και ύστερα παίρνει τον Καλίφην και του δένει τα μάτια, +και τον κάνει να καταβή από μίαν σκάλαν κρυπτήν εις ένα περιβόλι +πολλά μεγάλον και ύστερα αφού και απέρασαν από διάφορες στράτες +στενές ήλθαν εις τον τόπον όπου ήτον ο θησαυρός. Ετούτος ο τόπος +ήτον ένα βαθύτατον και πλατύ υπόγειον, η πόρτα του οποίου ήτον από +τζελίκι μίαν πήχυν χοντρή· την οποίαν ανοίγοντας ήλθον ευθύς εις ένα +χοντζερέ πολλά σκοτεινόν και απερνώντάς τον, ήλθον εις μίαν σάλαν +μεγάλην, την οποίαν τα πολλά καρβούνια την έκαναν πολλά φωτεινήν, +τότε ο Αμπτούλ έλυσε τα μάτια του βασιλέως, ο οποίος με μεγάλην +έκπληξιν εκύτταξεν εκείνα που επροσφέροντο εις τους οφθαλμούς του, +μία λεκάνη από μάρμαρον άσπρον, που είχε τον γύρον της σαράντα πήχες +και το βάθος εικοσιπέντε, εφαίνονταν εις την μέσην της σάλας, η +οποία ήτον γεμάτη από μεγάλα κομμάτια χρυσάφι, αυτή η λεκάνη ήτον +επάνω δώδεκα στύλων από το ίδιον χρυσάφι, και αναμεταξύ των στύλων +ήσαν άλλα τόσα αγάλματα από πέτρες πολύτιμες. </p> + +<p>Ο Αμπτούλ ανέβασε τον Καλίφη από μίαν σκάλαν εις το χείλος της +λεκάνης και είπε του Καλίφη· βλέπεις ετούτην την λεκάνην, που είναι +γεμάτη από χρυσάφι; δύο δάκτυλα ακόμη δεν είνε φυραμένη έως τώρα +αφού την εξουσιάζω· πιστεύεις το λοιπόν, ότι εγώ ημπορώ να την σώσω +έτσι εύκολα; Ο Καλίφης αφού και εστοχάσθηκε καλώς την λεκάνην, +είπεν· ετούτο το ομολογώ πως είνε ένας πλούτος υπέρμετρος· μα καθώς +τον μεταχειρίζεσαι ημπορεί να σωθή. Ας είναι, απεκρίθη ο Αμπτούλ, +οπόταν σωθή αυτός, θέλω προστρέξει εις εκείνον που τώρα θέλω σου +δείξει· και έτσι τον έκαμε να περάση εις μίαν άλλην σάλαν πλέον +φωτεινωτέραν, εις την οποίαν ήτον πολλότατες μαξιλάρες από χρυσά +μεταξωτά, κεντημένες με πλήθος μαργαριτάρια, και διαμάντια· +εφαίνονταν ομοίως εις την μέσην άλλη μία λεκάνη, όχι τόσον μεγάλη +ωσάν την άλλην, μα μικρότερη, αλλά εις την τιμήν πολλά πλουσιώτερη, +η οποία ήτον γεμάτη από ρουμπίνια, διαμάντια, σμαράγδια, και κάθε +λογής πέτρες πολύτιμες. </p> + +<p>Θαυμασμός μεγαλύτερος ποτέ δεν εστάθη παρόμοιος ωσάν εκείνον, που +ο Καλίφης έδειξε τότε· μετά βίας ημπορούσε να πιστεύση αυτός ότι +ήτον έξυπνος· εκείνη η νέα λεκάνη εφαίνονταν ένα τέρας και δεν +ημπορούσεν από αυτήν να σηκώση τους οφθαλμούς του. Τότε ο Αμπτούλ +τον έκαμε να ιδή επάνω εις δύο θρόνους αργυρούς δύο σώματα νεκρά, +και του είπε, πως αυτοί είναι οι πρώτοι εξουσιασταί του θησαυρού. +Ήταν αυτά ένας βασιλέας και μία βασίλισσα, οποίοι εφορούσαν εις τας +κεφάλας κορώνες από διαμάντια· και εφαίνονταν πως ήτον ωσάν +αποκοιμισμένοι, εις των οποίων τους πόδας εκρέμονταν μια ταύλα από +έβενον με γράμματα χρυσά, που έλεγαν ούτως· </p> + +<p>«Εσυνάθροισα εις όλην μου την ζωήν ετούτα όλα τα πλούτη, που είνε +εδώ· επήρα χώρες και κάστρα τα οποία τα ελιμούργιαξα απέκτησα +βασίλεια, και εκατατρόπωσα όλους τους εχθρούς μου· μα όλες μου αι +δυνάμεις έδωσαν τόπον εις εκείνες του θανάτου. Όποιος το λοιπόν με +ήθελεν ιδεί εις την στάσιν που είμαι ας ανοίξη τα μάτια του και ας +στοχασθή, ότι και εγώ εζούσα ωσάν και αυτόν, και πως θέλει αποθάνει +και αυτός ωσάν και εμένα· και διά τούτο ας μη φοβηθή να φθείρη +ετούτον τον θησαυρόν· επειδή και δεν θέλει ποτέ ολιγοστέψει, και ας +τον μεταχειρισθή διά να αποκτήση φίλους, και να απεράση μίαν ζωήν +ευφρόσυνον· επειδή οπόταν θέλει αποθάνει όλα τούτα τα πλούτη δεν +θέλουν τον έβγαλει από το μέλλον όλων των κοινών ανθρώπων». Και +αποδιαβάζοντας ο Καλίφης εκείνα τα γράμματα, είπεν· </p> + +<p>Εγώ δεν σου εναντιώνομαι πλέον διά την μεταχείρισιν που κάνεις +του πλούτου σου· εσύ έχεις δίκαιον να ζης καθώς φέρεσαι και μέμφομαι +την συμβουλήν που σου έδωσεν ο πραγματευτής ο γέρων. Έξω από αυτά ο +Αμπτούλ του έδειξε και άλλα πολύτιμα πράγματα ανάμεσα εις τα άλλα +και από τα δένδρα παρόμοια ωσάν εκείνο που του εχάρισεν. </p> + +<p>Ο Καλίφης επιθυμούσε μετά χαράς να σταθή και το υπόλοιπον της +νυκτός εις το να στοχάζεται εκείνα τα πλούτη· μα ο Αμπτούλ έλαβε +βίαν διά να έβγη πριν εξυπνήσουν οι δούλοι του και τον καταλάβουν, +και ούτως επήρε τον βασιλέα και του ξανάδεσε τα μάτια και εβγήκε με +τον ίδιον τρόπον που εμπήκαν, και ήλθαν εις τους οντάδες που ήταν +πρώτον. </p> + +<p>Από όλα τούτα που με έκαμες και είδα, είπεν ο Καλίφης προς τον +Αμπτούλ, και από την σκλάβαν που μου εχάρισες, δεν έχω καμμίαν +αμφιβολίαν ότι εσύ έχεις τες πλέον εύμορφες γυναίκες που είνε εις +την εξουσίαν σου. Αλήθεια, απεκρίθη ο Αμπτούλ, εγώ έχω σκλάβες μιας +υπερβολικής ωραιότητος, μα δεν ημπορώ να αγαπήσω καμμίαν. Η Δαρδανέ, +η ωραία Δαρδανέ έχει πλανωμένους πάντοτε τους στοχασμούς μου· και με +όλον που κάθε στιγμήν στοχάζομαι πώς αυτή είνε αποθαμμένη και πώς +δεν πρέπει πλέον να την στοχασθώ, έχω την δυστυχίαν να μην ημπορώ να +εβγάλω από την φαντασίαν μου την μορφήν της· και είμαι τόσον +σκοτισμένος, που αντίς να χαίρωμαι τόσα πλούτη και τόσα καλά, μου +φαίνεται πως να μην είμαι ευχαριστημένος· καλύτερον αγαπούσα χίλιες +φορές να εχαίρομουν μίαν ευτυχίαν μεσαίαν και να είχα την Δαρδανέ, +παρά που να ζω χωρίς αυτήν με όλα ταύτα τα πλούτη. </p> + +<p>Ο Καλίφης έμεινε θαυμασμένος διά την σταθερότητα του Αμπτούλ, και +δεν έλειψε να τον παρακινήση να βγάλη από την φαντασίαν του αυτόν +τον στοχασμόν τον ανωφελή και άλλα παρόμοια. Ύστερον ευχαριστώντας +τον διά την μεγάλην δεξίωσιν που του έδειξε, και διά τες πολλές +χάρες που του έκαμε, εγύρισε και ήλθεν εις το κονάκι του· και ευθύς +ετοιμάσθη και εμίσευσε διά το Μπαγδάτι με όλους τους δούλους, +σκλάβας, σκλαβόπουλο και άλλα δώρα που από τον Αμπτούλ έλαβεν. </p> + +<p>Ολίγες ημέρες ύστερον από τον μισευμόν ετούτου του βασιλέως, ο +βεζύρης Αμπτολφατάς ακούοντας να ομιλούν διά τα μεγάλα δώρα που ο +Αμπτούλ έκανε καθημερινώς εις τους ξένους που επήγαιναν να τον +βλέπουν, και εκστατικός διά το μέγα πλήρωμα που έκανε τόσον +αυτουνού, όσον και του βασιλέως και παταλματζή κατά την συμφωνίαν +τους, αποφάσισεν με κάθε τρόπον να ξεσκεπάση πού έχει κρυμμένον τον +θησαυρόν, που έβγαζε τόσα πλούτη χωρίς να σωθή. Ετούτος ο βεζύρης +ήτον ένας από τους πλέον κακοτρόπους του κόσμου, οι οποίοι δεν έχουν +αντίρρησιν να κάμουν τες μεγαλύτερες ανομίες διά να πληρώσουν την +επιθυμίαν τους. Είχεν αυτός μίαν θυγατέρα δέκα οκτώ χρονών και την +ωνόμαζε Μπάλκω, η οποία ήτο στολισμένη με όλα τα καλά ήθη. Ο ανιψιός +του βασιλέως της Μπάσρας Αλής ονόματι, την αγαπούσε κατά πολλά· ο +οποίος έμελλεν εις ολίγον καιρόν να την στεφανωθή, επειδή της είχε +δώσει τον λόγον. Ο βεζύρης πατέρας της την κράζει μίαν ημέραν εις +τον οντάν του και της λέγει· Θυγατέρα μου, έχω χρείαν μεγάλην από +λόγου σου, διά την οποίαν θέλω να στολισθής και να καλλωπισθής +καλύτερα, όσον ημπορέσης· και ύστερον να πας εις το σπήτι του +Αμπτούλ, διά να τον κάμης με κάθε τρόπον να σου δείξη τον θησαυρόν +του, πού τον έχει κρυμμένον· Η Μπάλχω ωσάν φρόνιμη, που ήτον, +εναντιώθη πολλά εις την βδελυράν απόφασιν του πατρός της· μα αυτός ο +βάρβαρος την εβίασε τόσον, που δεν ημπόρεσε να κάμη αλλέως παρά να +του υπακούση εις την άνομόν του βουλήν και με δάκρυα εις τα μάτια +επήγε και εστολίσθη, καλύτερον όσον ημπορούσε, εκεί που δεν είχε +τόσην χρείαν από καλλωπισμόν, με το να ήταν πολλά ωραία. </p> + +<p>Φθάνοντας τέλος πάντων η νύκτα, ο πατέρα της την έβγαλεν από ένα +κρυφόν τόπον του σεραγιού του, και την έφερεν ο ίδιος εις την πόρταν +του Αμπτούλ, και εκεί την άφησε· και πριν την αφήση της είπε· πως αν +δεν κάμης καθώς σε εδιάταξα διά να μάθης που έχει τον θησαυρόν, +ήξερε πως από το σπαθί μου δεν θέλεις γλυτώσει. Τότες αυτή εκτύπησε +την πόρταν, και εγύρεψε διά να ομιλήση με τον Αμπτούλ. Ευθύς ένας +σκλάβος την ανέβασεν εις μίαν σάλαν, που ο αυθέντης του ήτον +εξαπλωμένος επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσοΰφαντον και ευθύς που είδε +την Μπάλκω έμεινε τρωμένος από την ευμορφιά της· και εν τω άμα +εσηκώθη ορθός και έτρεξε διά να την συναπαντήση. Αφού και της έδειξε +μεγάλες δεξίωσες, την επήρεν από το χέρι με πολλήν ευγένειαν, και +βάνοντάς την να καθήση μαζί του, την ηρώτησε από τι προέρχεται αυτή +η τιμή, που του κάνει να πηγαίνη να τον εύρη. Η Μπάλκω τότε +εξεσκέπασε το πρόσωπόν της και είπεν· εγώ ακούοντάς από πολλούς την +φήμην του ονόματός σου, και πως είσαι ένας ευγενικός άνθρωπος και +ένδοξος, επεθύμησα να έλθω να δειπνήσω με του λόγου σου. Ο Αμπτούλ +με όλον που ήτον διαφορετικός με τες γυναίκες, αυτή όμως του άναψε +πολλά την φλόγα του έρωτος, και άρχισε να δείχνη πολλήν κλίσιν προς +αυτήν. </p> + +<p>Η βεζυροπούλα βλέποντάς τον ηθικόν κίνδυνον που ευρίσκονταν, και +φοβουμένη διά να μη χάση την τιμήν της, άρχισε να χάνη την όψιν της +και να κλαίη. Ο Αμπτούλ ευθύς έμεινεν εκστατικός εις την μεταβολήν +της, και άρχισε να την ερωτά με γλυκά λόγια τι της συνέβη έτσι +έξαφνα, και τι είνε η αιτία αυτής της μεταβολής; Κύριε, απεκρίθη η +βεζυροπούλα, η αιτία της μεταβολής μου είνε πολλά μεγάλη· και +άκουσον να σου την διηγηθώ· επειδή και αποφάσισα να λύσω την σιωπήν, +και να σου φανερώσω τον δόλον. Ο πατήρ μου που ηξεύρει πως έχεις ένα +θησαυρόν κρυμμένον, ηθέλησε να μεταχειρισθη εμένα διά να ξανοίξω τον +τόπον που είνε· με επρόσταξε στανικώς διά να πασχίσω με κάθε λογής +τρόπον, θυσιάζοντάς την τιμήν μου, αν κάμη χρεία, να σε κάμω να μου +τον φανερώσης· εγώ του εναντιώθηκα εις τούτην την άνομον προσταγήν, +μα χωρίς να κατορθώσω τίποτε, επειδή και αυτός μου είπεν +αποφασιστικώς πως θέλει με φονεύσει με τας χείρας του, αν δεν ήθελα +τον υπακούσει· και ούτω βιαζομένη ήλθα εις τούτον τον τόπον εις +εσένα, να σου ομολογήσω πως το κάνω με μεγάλον πόνον. </p> + +<p>Αφού η βεζυροπούλα ωμίλησε με τέτοιον τρόπον του Αμπτούλ, της +απεκρίθη αυτός. Κυρά μου, είμαι πολλά υπόχρεως εις τα όσα μου +εξεμυστηρεύθης, και δεν θέλεις το μετανοήσει διά την ευγενικήν σου +γενναιότητα· εσύ δεν αποθαίνεις, μη φοβάσαι· επειδή και θέλεις ιδεί +τον θησαυρόν μου και θέλεις μείνει ευχαριστημένη καθώς το επιθυμείς· +παύσε το λοιπόν να κλαίης, και έλα με εμένα διά να ιδής το +ποθούμενον. Παίρνοντας αυτήν από το χέρι, την έφερεν εις την σάλαν, +και εκεί της έδεσε τα μάτια, καθώς έκαμε και του Καλίφη, και την +έφερεν εις το μέγα περιβόλι, και από εκεί την έμπασεν εις το +υπόγειον, όπου ήτον ο θησαυρός, και εκεί λύοντάς της τα μάτια της +έδειξεν όλα εκείνα που είχε δείξει και του Καλίφη. Αν ο Καλίφης +έμεινεν εκστατικός εις τα όσα είδεν, αυτή έμεινε πολύ περισσότερον, +και ο μεγαλύτερος της θαυμασμός εστάθη εις το να ιδή τους δύο +νεκρούς βασιλείς με την πλάκα γραμμένην εις τους πόδας· και, αφού +την ανέγνωσεν, είδε την βασίλισσαν, που είχεν εις τον λαιμόν μια +αρμαθιά από μαργαριτάρια, χονδρά ωσάν αυγά περιστεράς· τα οποία +κυττάζοντάς τα με επιθυμίαν την απείκασεν ο Αμπτούλ, και ευθύς τα +έβγαλεν από τον λαιμόν της βασίλισσας, και τα έβαλε της +βεζυροπούλας, λέγοντάς της ότι από ετούτα θέλει πιστωθή ο πατέρας +σου, πως είδες τον θησαυρόν μου· και ύστερον την επαρακάλεσε, διά να +πάρη ότι άλλο αγαπά από εκείνα που βλέπει. Αυτή δε επήρε πολύν +αριθμόν από διαμαντικά πολύτιμα, τα οποία της τα εδιάλεξεν ο Αμπτούλ +με το χέρι του. </p> + +<p>Τελειώνοντας να της δείξη τον θησαυρόν του, της εξανάδεσε τα +μάτια, και την έβγαλεν από το υπόγειον και την έφερεν εις την ιδίαν +σάλαν όπου ήτον. Τότε η νέα αφού τον εβεβαίωσεν ότι αυτή δεν ήθελεν +αλησμονήσει την δεξίωσιν, και τες χάρες που της έκαμεν, εμίσευσε και +επήγεν εις τον πατέρα της, και εδιηγήθη τα όσα απέρασε, και τα όσα +είδεν. </p> + +<p>Ο Βεζύρης επικράνθη πολλά διά την τιμημένην ευγένειαν, και τις +χάρες που έδειξε της θυγατρός του· και αγαπούσε καλύτερα να είχε +χάση η θυγατέρα του την τιμήν της, παρά να μείνη εις το σκότος της +αμαθείας, να μην ηξεύρη εις τι μέρος ήτον ο θησαυρός, που επιθυμούσε +να ξεσκεπάση. </p> + +<p>Εις τούτο το αναμεταξύ ο Καλίφης Αρούν έφθασεν εις το Μπαγδάτι +και ευθύς που υπήγεν ελευθέρωσε τον βεζύρην του που τον είχε +φυλακωμένον, και του έδωκε την πρώτην του αξίαν. Και αφού του +ωμολόγησε τα όσα επέρασεν εις το ταξείδι του, και διά την +γενναιότητα του Αμπτούλ, του είπε· Γιαφάρ, τι πρέπει να κάμω εγώ; +εσύ ηξεύρεις ότι οι ανταμοιβές των βασιλέων πρέπει να υπερβαίνουν +τις χάρες που τους γίνονται· αν αποφασίσω δια να στείλω εις +ανταμοιβήν του γενναίου Αμπτούλ από τα πλέον πολύτιμα είδη που έχω +εις τον θησαυρό μου, θέλουν είναι το ουδέν εμπρός εις εκείνα, που +μου εδώρησεν αυτός· πώς ημπορώ το λοιπόν εγώ να τον υπερβώ; Αυθέντη, +του απεκρίθη ο βεζύρης, αν θέλης να τον υπερβής εις την γενναιότητα, +πρέπει να σηκώσης την αξίαν του βασιλέως της Μπάσρας, που σου είναι +υποκείμενος, και να την δώσης του Αμπτούλ διά να γένη αυτός +βασιλέας, και αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, που ημπορεί να του +κάμης· και διά τώρα θέλεις στείλει μεντζίλι με τις είδησες, και +υστερότερα θέλω υπάγει εγώ με τα κυρωτικά γράμματα, ήγουν με το +μουκαρέρι. </p> + +<p>Άρεσε κατά πολλά του Καλίφη η γνώμη του βεζύρη του, και ευθύς +επρόσταξε να σταλθή το μεντζίλι με τες είδησες, το οποίον εις ολίγας +ημέρας έφθασε, και έφερε το πρόσταγμα εις τον βασιλέα της Μπάρσας. Ο +βασιλέας έμεινε νεκρός εις αυτήν την είδησιν, και ευθύς κράζει τον +βεζύρην του και του είπε την φθοροποιάν του είδησιν. Ο βεζύρης που +ήτον κακής διαθέσεως του είπε· μην ενοχλείσαι, βασιλέα μου, δι' +αυτό, ότι εγώ θέλω κάμει την κάθε προσπάθεια διά να μείνης εις τον +θρόνον σου, διά την οποίαν κάνει χρεία ευθύς να θυσιάσω τον Αμπτούλ, +και ύστερον θέλω κάμει να πιστεύση όλος ο λαός, ότι απέθανε, χωρίς +όμως να του σηκώσω την ζωήν. Αυτόν θέλω τον κρύψει εις ένα τόπον που +να μην φανερωθή ποτέ, και με τούτο το μέσον θέλεις μένει εις τον +θρόνον σου, και θέλεις κυριεύσει και όλα τα πλούτη αυτουνού· επειδή +και ωσάν τον βάλω εις τας χείρας μου θέλω του κάμει τόσες τυραννίες, +που να τον υποχρεώσω να μου φανερώση τον θησαυρόν του. Κάμε εκείνο +που σου φαίνεται του απεκρίθη ο βασιλεύς· μα τι έχομεν να +αποκριθούμεν του αυτοκράτορος Καλίφη; Άφησε ακόμη και τούτο εις +εμένα, απεκρίθη ο βεζύρης, και μη σε μέλει τίποτε. </p> + +<p>Τότες ο βεζύρης παίρνωντας μερικούς φίλους του, χωρίς να ηξεύρουν +την βουλήν του, επήγον εις τον Αμπτούλ. Ό δε Αμπτούλ τους εδέχθη με +μεγάλην τιμήν, και τους εφιλοδώρησε με μεγάλην γενναιότητα, και τους +εκράτησε διά να γευματίσουν· και εις το αναμεταξύ, που εγευμάτιζαν, +ο βεζύρης με εύμορφον τρόπον έβαλεν εις το ποτήρι που έπινε μίαν +σκόνιν, ο οποίος πίνοντάς την έπεσεν ευθύς ωσάν αποθαμμένος. Οι +περιεστώτες έμειναν εκστατικοί εις τούτο το θέαμα και όλοι έντρομοι +ελόγιασαν πώς να του έπεσεν αποπληξία. Εδόθησαν όλοι οι άνθρωποί του +εις τα κλάμματα και εις τες φωνές διά τον θάνατον του αυθέντου των· +όλη η χώρα εγέμισεν ευθύς από βρυγμόν και κλάμματα διά τον εξαφνικόν +θάνατον του ευεργέτου τους, και εφώναζαν ωσάν να είχαν χάση τον +ίδιόν τους πατέρα. Ως τόσον ο βεζύρης διά να μη φανερώση εκαμώνονταν +πως του εκακοφαίνετο μεγάλως, και άρχισε και έσχιζε τα φορέματά του, +και εθρηνούσεν απαρηγόρητα· επρόσταξεν υστερώτερα διά να τον θάψουν +μετά μεγάλης τιμής, κάνοντας να τον βάλουν εις ένα κοιμητήριον +ιδικόν του, εκεί που είχε τους γονείς του βαλμένους· και αφού +έστειλε διά να τον θάψουν, έβαλε βούλαν εις το σπήτι του, διά να +γένη βασιλικόν το έχειν του, με το να μην είχε κληρονόμους. </p> + +<p style='text-align:center;'><img src ="images/2.jpg" width="332" +height="300" +alt="Ο βεζύρης έβαλεν εις το ποτήρι του Αμπτούλ μίαν σκόνιν, ο οποίος πίνοντας την έπεσε ωσάν αποθαμμένος" +border="2" /></p> + +<p>Αφού έβαλαν τον δυστυχή Αμπτούλ εις το κοιμητήριον, το έκλεισαν, +και έφεραν το κλειδιά του βεζύρη. Την ερχομένην νύκτα ο κακότροπος +βεζύρης πέρνει δύο πιστούς σκλάβους, και πηγαίνει εις το κοιμητήριον +και ανοίγοντάς το εμπήκε μέσα· και έβγαλε τον Αμπτούλ από το κιβούρι +και του έδωσαν ένα πιοτόν, και ευθύς που το έβαλεν εις το στόμα +εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του ο Αμπτούλ, και ανοίγοντάς τα μάτια του +είδε τον βεζύρην και τον εγνώρισεν. Α αφέντη, του είπεν πού είμασθε, +και εις τι κατάστασιν βλέπω τον εαυτόν μου; Τρισάθλιε, του απεκρίθη +ο βεζύρης, ήξευρε ότι εγώ είμαι εκείνος, που σου επροξένησα τούτην +την συμφοράν, και σε έφερα εδώ διά να σε έχω εις την εξουσίαν μου, +και να σε κάμω να υποφέρης χίλια μαρτύρια, αν δεν μου φανερώσης τον +θησαυρόν σου, και καθημερινώς θέλω εύρει νέες τυραννίες διά να σε +κάμω να βαρεθής την ζωήν σου, αν δεν μου τον φανερώσης. Εσύ ημπορείς +να μου κάμης ότι σου αρέσει του απεκρίθη ο Αμπτούλ, μα τον θησαυρόν +μου δεν θέλεις δυνηθή να τον ιδής ποτέ. </p> + +<p>Εν τω άμα που ετελείωσεν αυτά τα λόγια ο άνομος και κακότροπος +βεζύρης, επρόσταξε τους σκλάβους του και τον έδειραν με βούνευρα +τόσον, που τον έκαμαν τον δυστυχή και έπεσε λιπόθυμημένος. Οπόταν δε +ο βεζύρης τον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν, έκαμε και τον +εμετάβαλαν εις το κιβούρι, και κλείοντάς τον καλά, εγύρισεν εις το +σαράγι του, και το ταχύ επήγεν εις τον βασιλέα του διά να του +διηγηθή τα όσα έκαμεν. Ο βασιλεύς που δεν ήτο ολιγώτερον +σκληροκάρδιος από τον βεζύρην του, επήνεσε τα όσα έκαμε και ύστερον +του λέγει. Βεζύρη, αυτά που έκαμες πηγαίνουν όλα καλά· μα τι +απόκρισιν έχομεν να δώσωμεν του Καλίφη; Ο βεζύρης του είπεν· ας +γράψωμεν πως ο Αμπτούλ, αφού και έλαβε την είδησιν πως θέλει γένει +βασιλέας, από την χαράν του απέθανεν αιφνιδίως τον καιρόν που +εγευμάτιζε. Του βασιλέως άρεσεν αυτός ο στοχασμός του βεζύρη του και +ευθύς έστειλε μεντζίλι διά να δώσουν την είδησιν του Καλίφη διά τον +θάνατον του Αμπτούλ· </p> + +<p>Ο βεζύρης, που εφαντάζετο πώς με τες τυραννίες που έκαμε του +Αμπτούλ, ήθελε του φανερώσει τον θησαυρόν του, επήγε πάλιν το βράδυ +διά να τον κάμη να υποφέρη νέας τυραννίας έως που να του φανερώση το +ποθούμενον· μα ωσάν έφθασεν εις το κοιμητήριον έμεινε εκστατικός με +το να ιδή το κοιμητήριον ανοικτόν. Και εμπαίνοντας μέσα, και μην +ευρίσκοντάς τον Αμπτούλ εις το κιβούρι, ολίγον έλειψε που να +τρελλαθή από την θλίψιν του· και ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι, και +ανήγγειλε του βασιλέως εκείνο που συνέβη· ο οποίος εν τω άμα έπεσε +λιπόθυμημένος από τον πόνον του· και αφού εσυνήλθεν εις τον εαυτόν +του, λέγει του βεζύρη τι θέλει γίνει εις ημάς τώρα, που τούτος μας +έφυγεν; εμείς είμασθε χαμένοι από τον Καλίφη· εξέταξε λοιπόν μήπως +και τον εύρης, επειδή και μακράν από εδώ δεν επήγε. Τότε ο βεζύρης +εσύναξε πολλούς στρατιώτας, με τους οποίους επερικύκλωσαν όλην την +χώραν, και τες στράτες έξω από την χώραν, χαλεύοντας διά να τον +εύρουν. </p> + +<p>Εις τούτο το αναμεταξύ, που ο βεζύρης εχάλευε με μεγάλην +επιμέλειαν διά να εύρη τον Αμπτούλ, έφθασε το μεντζίλι εις τον +Καλίφην, και του έδωσε την είδησιν διά τον θάνατον του Αμπτούλ, πώς +από την χαράν του απέθανεν. Ο Καλίφης, ομού με τον βεζύρην του +Γιαφάρ το επικράθηκαν τόσον, που καμμιά παρηγοριά δεν ήτο δι' +αυτούς· έπειτα επρόσταξεν ο Καλίφης και έφεραν τα γράμματα του +βασιλέως της Μπάσρας· και αφού τα ανέγνωσε με στοχασμόν και τα +εξανανέγνωσεν, είπε του Βεζύρη του· εμένα μου φαίνεται πώς ο θάνατος +του Αμπτούλ να μην εστάθη φυσικός, αλλά φοβούμαι ότι, βασιλέας της +Μπάρσας με τον βεζύρην του τον επιβουλεύθησαν και τον εφόνευσαν διά +να μη χάσουν τες αξίες τους. </p> + +<p>Ο Γιαφάρ απεκρίθη. Πολυχρονημένε μου βασιλέα, ήξευρε πως και εγώ +το όμοιον υποπτεύω· διατί ηξεύρω πως αυτοί είνε κακής διαθέσεως +άνθρωποι, και το έκαμαν χωρίς αμφιβολίαν, και κρίνω εύλογον ότι +τόσον τον ένα, όσον και τον άλλον να προστάξης να τους φυλακώσουν, +έως που να εξετάσωμεν να εύρωμεν την αλήθειαν. Τότε ο Καλίφης είπε +του Βεζύρη του· έπαρε ευθύς δέκα χιλιάδες καβάλλαν, και σύρε να τους +πιάσης και να τους φυλακώσης. Ο βεζύρης υπήκουσε, και εν τω άμα +επήρε τους στρατιώτας και εμίσευσεν. </p> + +<p>Ας ξαναγυρίσωμεν τώρα εις τον Αμπτούλ διά να ιδούμεν την αιτίαν, +που δεν τον ηύρεν ο βεζύρης εις το κοιμητήριον, εις το οποίον τον +είχον αφήσει. Ετούτος ο άνθρωπος όντας μέσα εις το κιβούρι ακούει +την ιδίαν νύκτα να ανοίξουν πάλιν την πόρταν, έπειτα να τον βγάλουν +από το κιβούρι· αυτός λογιάζοντας πώς ξαναήλθεν ο βεζύρης διά να τον +ξανατυραννίση, Α, βάρβαρε και σκληροκάρδιε, άρχισε να λέγη, +θανάτωσόν με ανίσως και έχεις επάνω σου ευσπλαγχνίαν, και μη με +τυραννής, ότι τα μαρτύρια, που θέλεις μου κάμει, δεν θέλουν δυνηθή +να με κάμουν να σου φανερώσω εκείνο που επιθυμείς. Μη φοβάσαι +τίποτε, απεκρίθη ένας από εκείνους, που του άνοιξαν το κιβούρι, ότι +αντίς να σε τυραννήσωμεν ήλθαμεν μάλιστα να σε συντρέξωμεν. Εις +τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ άνοιξε τα μάτια, και κυττάζει διά να ιδή +ποίοι ήσαν οι ελευθερωταί του, και ανάμεσόν τους εγνώρισε την +θυγατέρα του βεζύρη, που της είχε δείξει τον θησαυρόν του· Κυρά μου, +εσύ είσαι το λοιπόν, που μου ελευθερώνεις την ζωήν; Ναι, φίλε μου, +απεκρίθη η βεζυροπούλα, εγώ είμαι και ο Αλής ο αγαπητικός μου, που +εδώ τον βλέπεις, ο οποίος παρακινημένος από ευσπλαγχνίαν, ήλθε μετ' +εμένα διά να με βοηθήση να σε βγάλω από τον κίνδυνον του θανάτου. +</p> + +<p>Ο Αμπτούλ, αφού και εσυνήλθε καλά εις τον εαυτόν του, +δυναμούμενος από κάποια ιατρικά, που αυτοί του έδωσαν, τους +ευχαρίστησε μεγάλως διά την ευεργεσίαν, που του έκαμαν, ύστερα τους +ερώτησε, πώς αυτοί ήξευραν ότι ακόμη δεν είχεν αποθάνει; Η +βεζυροπούλα του είπεν· ότι εγώ σαν ήκουσα την ψεύτικη φωνή του +θανάτου σου δεν την επίστευσα, και υπώπτευσα πως ο πατέρας μου +εστάθη η αιτία διά τα όσα ακολούθησαν· υποχρέωσα με δώρα έναν από +τους δύο σκλάβους, που ήταν οι πιστοί του βεζύρη, ο οποίος μου έδωσε +τα κλειδιά τούτου του κοιμητηρίου που αυτός τα εφύλαγε, και έτσι +εμήνυσα του Αλή και επήρε δύο πιστούς του σκλάβους. και ευθύς +ήλθαμεν διά να σε ελευθερώσωμεν, και ευχαριστούμεν τον ουρανόν, που +σε εφθάσαμεν ζωντανόν. Ω Θεέ μου, είπε τότε ο Αμπτούλ, ημπορεί ένας +πατέρας τόσον σκληρός να έχη μίαν θυγατέρα τόσον γενναίαν; Ταύτα +λέγοντας ο Αλής με την Βεζυροπούλαν τον ένδυσαν με ένα φόρεμα +σκλάβου, και τον επήραν και τον έκρυψαν εις το σπήτι του Αλή, έως +που ο βεζήρης έπαυσε να τον ζητά. </p> + +<p>Τότε ο Αλής του έδωσεν ένα καλόν άλογον, και πολλά φλωριά και +πετράδια, και είπεν· Εσύ διά την ώραν ημπορείς να φυλαχθής· επειδή +και οι στράτες είνε ελεύθερες και δεν σε ζητούν πλέον· σύρε το +λοιπόν όπου σου αρέση, και ο ουρανός ας είνε με λόγου σου. Ο +Αμπτούλ, αφού τους ξαναευχαρίστησε διά τες χάρες που του έκαμαν, +εμίσευσε διά νυκτός και έπιασε την στράταν διά να υπάγη εις το +Μπαγδάτι. Φθάνοντας λοιπόν εις το Μπαγδάτι επήγεν ευθύς εις τον +τόπον, όπου εσυνάζουνταν οι πραγματευτάδες μήπως και ιδή εκείνον που +εφιλοδώρησεν εις την Μπάσραν, διά να του διηγηθή τες δυστυχίες του· +όμως εθλίβη κατά πολλά, που δεν ημπόρεσε να τον ιδή· εγύρισεν όλην +την χώραν μα δεν εστάθη τρόπος, που να ημπορέση να τον συναπαντήση. +Και μια ημέρα καθώς επεριπατούσε ζητώντάς τον απόστασε, και εκάθηοεν +εις μίαν πέτραν απέναντι του σαραγιού του Καλίφη. Το σκλαβόπουλο, +που αυτός είχε χαρίσει του Καλίφη, ευρίσκονταν τότε έξω από την +πόρταν του σαραγιού και γνωρίζοντάς τον έτρεξεν εις τον Καλίφη και +του το ανήγγειλε· Ο Καλίφης δεν έδωσε πίστιν εις τούτο· εσύ είσαι +γελασμένος, του απεκρίθη· ο Αμπτούλ πλέον δεν ζη· και πώς λέγεις πως +τον είδες; Βασιλέα μου, του απεκρίθη το σκλαβόπουλον είμαι βέβαιος +πώς είναι αυτός, ότι τον εστοχάσθηκα και τον εγνώρισα, και αν δεν +εγνώριζα, δεν ελάβαινα την τόλμην να έλθω να σου ειπώ ψεύμα. </p> + +<p>Με όλον που ακόμη ο Καλίφης δεν το επίστευε, δεν άφησε να +βεβαιωθή· έστειλεν ευθύς το σκλαβόπουλο με ένα δούλον διά να του τον +φέρουν έμπροσθέν του, οι οποίοι πηγαινάμενοι τον ηύραν ακόμη, που +εκάθονταν εις τον ίδιον τόπον. Το σκλαβόπουλο ωσάν εβεβαιώθη καλά +πως ήτον αυτός, έπεσεν εις τα ποδάρια του Αμπτούλ και του τα +εφιλούσεν. Αυτός το εσήκωσε και το ερώτησεν αν έλαβε την τιμήν να +δουλεύη τον Καλίφην. Ναι, αυθέντη· του απεκρίθη το σκλαβόπουλο· ο +ίδιος Αυτοκράτωρ είνε εκείνος, τον οποίον εσύ εδεξιώθης εις το σπήτι +σου, και του έκαμες τόσες χάρες, και εχάρισες και εμένα· έλα μαζί +μου το λοιπόν, διότι ο Βασιλεύς είναι πολλά ανυπόμονος διά να σε +ιδή. Εστάθη μέγας ο θαυμασμός του Αμπτούλ, εις τα όσα το παιδί του +εδιηγήθη, και γεμάτος από χαράν ήλθεν εις τον οντάν, όπου εκάθητο ο +Καλίφης. Αυτός ο βασιλέας εκάθονταν επάνω εις το θρονί του, και ωσάν +είδε τον Αμπτούλ εσηκώθη με βίαν και επήγε και τον εδέχθη· τον +οποίον εκράτησε πολλήν ώραν είς τες αγκάλες του χωρίς να ημπορέση να +προφέρη λόγον, τόσον μεγάλη εστάθη η χαρά του· και αφού έλαβε την +αναπνοήν του, είπε του Αμπτούλ. Ω φίλε, άνοιξε τα μάτια σου και +ξαναγνώρισε τον αγαπημένον σου ξένον· εγώ είμαι εκείνος, που εσύ με +μεγάλην μεγαλοπρέπειαν και αγάπην με εδέχθης εις το σπήτι σου και με +εδώρησες τόσα υπέρπλουτα πράγματα, που υπερβαίνουν τα πλούτη των +βασιλέων. </p> + +<p>Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ, που δεν ήτο ολιγώτερον εκστατικός +από τον Καλίφην και γνωρίζοντάς τον, εφώναξεν· Ω μεγαλώτατε Αυθέντη +μου, και βασιλέα του κόσμου, εσύ είσαι εκείνος που εκατεδέχθης να +έλθης εις το σπήτι του σκλάβου σου, και ούτω λέγοντας έπεσε εις το +ποδάρι του βασιλέως, ο οποίος τον εσήκωσε και τον έβαλε να καθήση +επάνω εις ένα προσκέφαλον σιμά του. Πώς είνε ποτέ δυνατόν, του είπεν +ο βασιλεύς, εσύ να είσαι ζωντανός, τον καιρόν που με μεγάλην μου +θλίψιν είχα μάθει πώς είχες αποθάνει; Τότε ο Αμπτούλ εδιηγήθη την +ασπλαγχνίαν και την βαρβαρότητα του Βεζύρη Αμπτολφατά, και πώς η +θυγατέρα του τον εσύντρεξε και τον εγλύτωσε, και του είπε τα λοιπά, +που του ακολούθησαν. </p> + +<p>Ο Καλίφης αφού και τον αφηκράσθηκε με επιμέλειαν, του είπε· μου +κακοφαίνεται, που εγώ είμαι η αιτία ετούτης της συμφοράς σου, επειδή +και γυρίζοντας από την Μπάσρα, εστοχάσθηκα διά να ανταμείψω τες +χάρες που μου έκαμες, και έστειλα ευθύς προσταγήν εις τον βασιλέα +της Μπάρσας, ότι να αφήση τον θρόνον, και να σου τον δώση εσένα διά +να βασιλεύης· και αυτός αντί να ακολουθήση τον ορισμόν μου απεφάσισε +να σου σηκώση την ζωήν με τες τυραννίες, που ο Βεζύρης σου έκαμεν, +ελπίζοντας να του φανερώσης τον πλούτον σου. Ο βεζύρης μου επήγε +προς αυτούς με αρκετόν αριθμόν στρατιωτών διά να πιάση τους εχθρούς +σου, και να μου τους φέρη εδώ· ως τόσον του λόγου σου θέλεις σταθή +εις το παλάτι μου, και θέλεις μείνει δουλευμένος από τους ανθρώπους +μου ωσάν να ήμουν εγώ ο ίδιος. </p> + +<p>Τελειώνοντας ετούτους τους λόγους ο Καλίφης τον επήρεν από το +χέρι, και τον έφερεν εις ένα του περιβόλι πολλά ωραίον, εις την +μέσην του οποίου ήταν δώδεκα στύλοι από μάρμαρον λευκόν, οι οποίοι +εβάσταζον εις την κορυφήν ένα λουτρόν πολλά θαυμαστόν, εις το οποίον +εμπήκαν και ελούσθηκαν. Και ωσάν εβγήκαν από το λουτρόν, οι σκλάβοι +ήλθαν με πανιά λευκά, και τους εσφούγγισαν· έπειτα ένδυσαν τον +Αμπτούλ με πλούσια φορέματα, και τον επήρεν από εκεί ο Καλίφης, και +τον έφερεν εις το χαρέμι του, εις την βασίλισσα Ζωμπαΐδα. </p> + +<p>Ετούτη η βασίλισσα εκάθονταν επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσήν, +περικυκλωμένη από τες σκλάβες της, που εστέκονταν ορθές διηρημένες +εις δύο μέρη· άλλες μεν ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα, και άλλες +ετραγωδούσαν και έκαναν μίαν αρμονίαν θαυμασίαν. Ευθύς που η +Ζωμπαΐδα είδε τον βασιλέα και τον Αμπτούλ, εσηκώθη εις συναπάντησίν +των. Βασίλισσα, της είπεν ο Καλίφης, ιδού που σου προσφέρω τον φίλον +μου Αμπτούλ από την Μπάρσα. Η βασίλισσα τον εδεξιώθη με μεγάλην +τιμήν, και εις τούτο το αναμεταξύ μια από τες σκλάβες που +ετραγουδούσαν, βλέποντας τον Αμπτούλ, έβγαλε μίαν μεγάλην φωνήν, +έπειτα έπεσεν εις λιποθυμίαν. </p> + +<p>Ο βασιλεύς με την Ζωμπαΐδα, εγύρισαν να ιδούν τι ήτον, ομοίως και +ο Αμπτούλ κυττάζοντας δεν εγνώρισεν έτσι ευθύς εκείνην που +ελιποθύμησε, μα ωσάν την εκαλοκύτταξε, ευθύς τα μάτια του +εσκοτίσθησαν και η όψις του έγινεν ωσάν του αποθαμμένου, και +ελόγιασαν ότι ήθελεν αποθάνει. Αλλ' ο βασιλεύς ευθύς τον έπιασεν εις +τες αγκάλες του, και τον έκαμεν από ολίγον να συνέλθη εις τον εαυτόν +του. Λαμβάνοντας λοιπόν ο Αμπτούλ τας αισθήσεις του, είπε προς τον +Καλίφη· Βασιλέα μου, ηξεύρεις καλώτατα τα όσα μου συνέβησαν εις την +Αίγυπτον· τούτη η σκλάβα που βλέπετε είνε εκείνη η αγαπημένη μου +Δαρδανέ, που μαζί με εμένα μας έρριξαν εις τον Νείλον. Είνε τούτο +δυνατόν; εφώναξεν ο βασιλεύς· χαίρομαι λοιπόν διά ένα τέτοιον +θαυμάσιον συμβεβηκός. Εις αυτό το διάστημα η Δαρδανέ εσυνήλθε και +αυτή εις τον εαυτόν της, την οποίαν ο βασιλεύς πιάνοντάς την από το +χέρι, την εξέταξε με τι θαύμα ευρίσκονταν ζωντανή, ύστερον που την +έρριξαν εις τον Νείλον. </p> + +<p>Βασιλέα μου, είπεν αυτή, καθώς με έρριξαν εις τον Νείλον έπεσα +εις τα δίκτυα ενός ψαρά, που εκείνην την ώραν τα ετραβούσεν έξω· +αυτός δε έμεινεν εκστατικός με το να κάμη ένα τέτοιο κυνήγι· και +οπόταν αυτός εκατάλαβε πως εγώ ανάπνεα ακόμη, με επήρε και με έφερεν +εις την βάρκαν του, εις την οποίαν με την σύντρεξίν του με ανάζησεν. +Έπειτα του εδιηγήθηκα την τρισαθλίαν ιστορίαν μου· ο οποίος έλαβε +μεγάλον πόνον, μα εφοβήθη υστερότερα μήπως και ο Σουλτάνος της +Αιγύπτου τον ήθελε ξεσκεπάσει πως αυτός μου εφύλαξε την ζωήν· και +έτσι υποπτεύοντας να μη χάση την ζωήν του, και διά να φυλάξη και την +εδικήν μου, αποφάσισε και με επούλησε σκλάβαν εις ένα πραγματευτήν +από σκλάβες, που τότε εμίσευε διά το Μπαγδάτι, ο οποίος φέρνοντάς με +εδώ με επούλησε της βασιλίσσης Ζομπαΐδας. Εις το αναμεταξύ που η +Δαρδανέ ωμιλούσεν, ο Καλίφη την εστοχάζουνταν με ακρίβειαν, και +ευρίσκοντάς την μιας εξαισίας ωραιότητος, είπε προς τον Αμπτούλ, +αφού αυτή ετελείωσε την ιστορίαν της· εγώ πλέον δεν θαυμάζω πώς εσύ +εφύλαξες πάντα την ενθύμησιν μιας τέτοιας ωραίας γυναικός· ευχαριστώ +το λοιπόν τον ουρανόν, που την εξαπέστειλεν εδώ, και με αξίωσε και +εμένα να σε ιδώ εις τέτοιαν μεγάλην ευχαρίστησιν, διά την αντάμωσιν +της πολυαγαπημένης σου Δαρδανές· δεν είνε πλέον σκλάβα, αυτή είνε +ελεύθερη, και είνε εις την εξουσίαν σου· και έχω όλην την +ευχαρίστησιν εις το να σας ιδώ να γευθήτε την γλυκύτητα μιας +μακρυνής και τελείας ενώσεως, ύστερον από τες δυστυχίες, που σας +είχαν χωρίσει. Ακόμη περιπλέον λέγει ο Καλίφης θέλω να κάμετε τους +γάμους σας εις το παλάτι μου, και διά τρεις ημέρες να γίνουν μεγάλες +χαρές εις όλον το Μπαγδάτι. Ω αυθέντη, λέγει ο Αμπτούλ πλησιάζοντας +εις τα ποδάριά του, αν η βασιλεία σου είσαι υψηλότερος από τους +άλλους ανθρώπους διά την αξίαν, και ακόμη περισσότερον διά την +γενναιότητά σου, όμως δος μου την άδειαν, να σου φανερώσω τον +θησαυρόν μου, τον οποίον σου το δίδω εις την εξουσίαν σου. Τότες +απεκρίθη ο Καλίφης· όχι, χαίρε τον με κάθε σου ευχαρίστησιν, διότι +είσαι άξιος να τον εξουσιάζης, και σας εύχομαι μακρυνήν ζωήν, διά να +ημπορέσετε να τον χαρήτε. Ύστερα από αυτά εδόθησαν προσταγές διά να +γένουν οι γάμοι, οι οποίοι έγιναν με μεγάλην παρρησίαν και τιμήν. +Και πριν τελειώσουν έφθασεν ο Γιαφάρ ο Βεζύρης με το στράτευμα, και +έφερε δεμένον τον Βεζύρην Αμπτολφατά μόνον, επειδή ο βασιλεύς της +Μπάσρας είχεν αποθάνει από την θλίψιν του, που δεν ημπόρεσε να εύρη +τον Αμπτούλ. </p> + +<p>Ευθύς που ο Γιαφάρ έδωσε τον λογαριασμόν του Καλίφη διά τα όσα +αυτός είχε πράξει, επρόσταξε να κρεμάσουν τον σκληρόν Βεζύρην, και +ύστερον να τον τεταρτιάσουν, και να τον ρίξουν να τον φάγουν τα +σκυλιά. Και τον καιρόν που εδόθη η απόφασις ο Αμπτούλ έπεσεν εις τα +ποδάρια του Καλίφη, παρακαλώντάς τον να του αφήση την ζωήν λέγοντάς +του, πώς ο παιδεμός του θέλει είνε αρκετός εις το να τον βλέπη εις +τιμήν, και αυτός να ευρίσκεται εις καταισχύνην. Ω πολλά γενναίε +Αμπτούλ, εφώναξεν ο Καλίφης πόσον ευτυχισμένος που θέλει είνε ο λαός +της Μπάσρας, εις το να σε έχη διά βασιλέα του; Αυθέντη, του απεκρίθη +ο Αμπτούλ, κάνει χρεία να σας παρακαλέσω διά μίαν άλλην χάριν, να +δώσης του Αλή τον θρόνον, που εις εμένα διορίζεις, διά να βασιλεύη +με την γυναίκα του την βεζυροπούλαν, που έλαβε τόσην ευσπλαχνίαν να +μου γλυτώσουν την ζωήν. Ετούτοι οι δύο αγαπημένοι είνε άξιοι δι' +αυτήν την τιμήν, και εμένα με φθάνει η αγάπη που μου δείχνεις και το +σκέπος σου, το οποίον μου είνε περισσότερον από θρόνον, από +σκήπτρον, και κορώναν. </p> + +<p>Ο Καλίφης υπήκουοεν εις τα όσα ο Αμπτούλ τον επαρακάλεσεν, έξω +από τον σκληρόν βεζύρη, τον οποίον γνωρίζοντάς τον πολλά κακότροπον +και υπεύθυνον, επρόσταξε να του αφήσουν την ζωήν, μα να τον βάλλουν +εις έναν σκοτεινόν πύργον κλεισμένον διά όλην του την ζωήν. Ο δε +Αμπτούλ μένοντας ακόμη μερικές ημέρες εμίσευσε διά την Μπάσραν μαζί +με την γλυκυτάτην του Δαρδανέ, συντροφευμένοι από αρκετούς +στρατιώτας του Καλίφη, έως που εφθασαν εις το σπήτι του, και εκεί +επανάλαβε τον πλούτον του, και τον εχάρη έως το τέλος της ζωής του. +</p> + +<p>Με τούτον τον τρόπον η Σουλταμεμέ ετελείωσε την ιστορίαν του +Αμπτούλ Μπαρσή, πλην όλες οι γυναίκες της βασιλοπούλας την επαίνεσαν +κατά πολλά· άλλες επαινούσαν την γενναιότητα του Αμπτούλ, άλλες του +Καλίφη, και, άλλες την σταθερότητα του Αμπτούλ, που εστάθη ένας +πιστός αγαπητικός. Η δε βασιλοπούλα είπεν· ετούτη η ιστορία μου +άρεσε κατά πολλά· μα ακόμη δεν είμαι καταπεισμένη πως οι άνδρες είνε +τόσον πιστοί προς τες αγαπητικές των και τες γυναίκες των. Ο Αμπτούλ +ολίγον έλειψεν, που να κλίνη εις την θέλησιν της θυγατρός του +βεζύρη, αλησμονώντας καθολικά τον πόνον της Δαρδανές, και εγώ τούτον +δεν τον στοχάζομαι τόσον πιστόν, ως μου τον επαινάτε. </p> + +<p>Συμπάθησόν με, κυρά μου, είπεν η Σουλταμεμέ, αν ούτε και αυτό το +ιστορικόν παράδειγμα δεν σε επαρακίνησε να πιστεύσης ότι είνε έτσι, +την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή, αν είνε με το θέλημά σου, +μίαν άλλην ιστορίαν, πολλά περίεργον από την οποίαν ελπίζω να +καταπεισθής. Όθεν η βασιλοπούλα, διά να ευχαριστήση αυτήν και τες +άλλες γυναίκες, που ευρίσκονταν μαζί της, υπεσχέθη να την ακούση. +Και λέγοντας ταύτα τα λόγια εσηκώθηκαν και επήγαν να γευθούν, διατί +η ώρα ήτον πολλά αργά. Την δε ερχομένην ημέραν αφού ελούσθηκεν η +βασιλοπούλα, και οι άλλες γυναίκες που ήτον μαζί της, εβγήκαν κατά +την συνήθειάν τους, και επήγαν να καθήσουν εις ένα σοφάν διά να +αναπαυθούν και αφού ανεπαύθησαν καμπόσον, άρχισεν η Σουλταμεμέ να +διηγήται την ιστορίαν, που υποσχέθη την απερασμένην ημέραν, ως +κάτωθεν φαίνεται. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Βασιλέως +Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης +Κεριστάνης.</h4> + +<p> +<br /> +Ευρισκόμενος μίαν ημέραν εις το κυνήγι ένας νέος βασιλεύς της +Κίνας, ονομαζόμενος Ρουσκάδ, εσυναπάντησε μίαν έλαφον άσπρην με +βούλες κίτρινες και μαύρες, η οποία είχεν εις τα ποδάρια της +βραχιόλια χρυσά και επάνω εις τες πλάτες της σκέπασμα από ατλάζι +κίτρινον, κεντημένον με χρυσάφι. Βλέποντας ο βασιλεύς ένα τέτοιον +περίεργο κυνήγι, άναψεν από επιθυμίαν διά την πιάση ζωντανήν· έτρεξε +με μεγάλην βίαν διά να την φθάση, μα η έλαφος αναγελώντας το +κυνήγημά του, έφυγε με τόσην ογληγοράδα, που εις μίαν στιγμήν δεν +την είδε πλέον. Αυτός όμως δεν απελπίσθη διά να μην ακολουθήση τον +δρόμον που επήρε, και να τρέχη μετά μεγάλης ορμής διά να την φθάση· +και εκεί που έτρεχε, την βλέπει από μακρόθεν, που ήτον σιμά εις μίαν +πηγήν, και του εφαίνονταν πως ήτον αποσταμένη από το τρέξιμον. Ευθύς +κτυπά με μεγάλην βίαν το άλογόν του και τρέχει, μα εστάθηκεν άκαιρη +η βία του, διά να την πιάση. Η έλαφος βλέποντάς τον που επλησίαζε, +σηκώνεται ελαφρά και κάνει δύο τρία πηδήματα, έπειτα ρίχνεται εις το +νερόν, εις τρόπον που δεν εματαφάνη πλέον. Όθεν ο βασιλεύς της Κίνας +ξεπεζεύει ευθύς, πάσχει, γυρίζει ολόγυρα της πηγής, ανακατώνει το +νερόν, χαλεύει το κυνήγι μα μη ξεσκεπάζοντας τίποτε με τα χαλέματά +του, μένει εις μεγάλην απορίαν διά τούτο το συμβεβηκός. Ο βεζύρης +του, που είχε φθάσει εκεί ομού με τους άλλους, που ήσαν εις την +συντροφιά του, δεν έλαβαν ολιγωτέραν την έκστασιν. </p> + +<p>Ο δε βασιλεύς αφού έκαμε διαφόρους στοχασμούς, λέγει· δεν ημπορώ +να βεβαιωθώ πώς εκείνη η έλαφος είνε αληθώς ένα ζώον άγριον, αλλά +λογιάζω πώς είνε μία εξωτική του δάσους, η οποία υποκάτω εις τούτην +την μορφήν λαμβάνει ηδονήν να γελά τους κυνηγούς. Εις αυτό το +διάστημα ο βασιλεύς εθεωρούσεν ακαταπαύστως την πηγήν, και κάθε +ολίγον αναστέναζε χωρίς να ηξεύρη το διατί. Κάνει χρεία, λέγει αυτός +του βεζύρη του, εγώ να απομείνω ετούτην την νύκτα εδώ, διατί θέλω +διά περιέργειαν να ιδώ αυτήν την εξωτικήν, επειδή και έχω μίαν +εσωτερικήν φλόγα, διά να την ιδώ να έβγη από το νερόν. Κάνοντας +αυτήν την απόφασιν, εκράτησε τον βεζύρην του μόνον, και τους άλλους +τους απέλυσεν. Εκάθησαν λοιπόν αντάμα επάνω εις τα χόρτα, και είχαν +την κουβέντα της ελάφου έως το βράδυ. Ο βασιλεύς ευρισκόμενος +περικυκλωμένος από τον ύπνον, λέγει του βεζύρη· εγώ δεν ημπορώ πλέον +να διαφεντευθώ από τον ύπνον, και διά τούτο στάσου εσύ έξυπνος έως +που εγώ κοιμούμαι· και έχε τους οφθαλμούς σου πάντα σταθερούς εις +την πηγήν, και ωσάν ιδής κανένα σημείον ξύπνησέ με. Όμως ο βεζύρης +στέκοντας πολλήν ώραν χωρίς να ιδή τίποτε, τον επήρεν ο ύπνος και +αυτόν και απεκοιμήθη. </p> + +<p>Εστάθη πολλά ολίγος ο ύπνος του, επειδή και έξαφνα εξύπνησαν από +τον ήχον μιας αρμονίας που τους έκαμε να ακούσουν ολίγον ξέμακρα απ' +αυτούς· και διά μεγαλύτερόν τους θαυμασμόν, βλέπουν ένα μεγαλοπρεπές +παλάτι με πλουσίαν φωτοχυσίαν, το οποίον δεν ημπορούσε να ήτον +καμωμένον από χέρια ανθρώπινα. Ο δε βεζύρης λέγει του βασιλέως με +σιγαληνήν φωνήν· τι πράγμα τάχατες να είνε τούτο; τι αρμονία είνε +τούτη που ακούεται εις τα αφτιά μας, τι παλάτι παρουσιάζεται εις +τους οφθαλμούς μας; όλα τούτα χωρίς αμφιβολίαν δεν είνε ποτέ φυσικά· +ετούτα είνε μία μαγεία· ήτον καλλίτερον ημείς να είχομεν παραιτήσει +αυτήν την πηγήν και τούτο το παλάτι, μήπως και είνε έργον κανενός +μάγου, που τα έκαμε διά την βασιλείαν σου. Αν και τούτο ήθελεν είνε, +απεκρίθη ο βασιλεύς, μη στοχάζεσαι ότι έχω φόβον· ας πάμε προς αυτό +το παλάτι λοιπόν να ιδούμε τι άνθρωποι το κατοικούν, και παύσε τώρα +να μου παρασταίνης κινδύνους, επειδή και όσον μεγαλυτέρους μου +παρασταίνεις τους κινδύνους, τόσον περισσότερον μου ανάπτεις την +επιθυμίαν. </p> + +<p>Ο Βεζύρης βλέποντας τον αυθέντην του αποφασισμένον διά να βγάλη +την περιέργειάν του, δεν ετόλμησε πλέον να του εναντιωθή. Εκίνησαν +λοιπόν προς το παλάτι· φθάνουν εις την πόρταν, και ευρίσκοντάς την +ανοικτήν, εμβαίνουν εις μίαν σάλαν, που είχε το έδαφος από φαρφουρί +της Κίνας, στολισμένην με χρυσές μαξιλάρες, και μεταξένια πεύκια, +και ευωδίαζεν από τα πλέον αρωματικά ξύλα· εγύρισαν αυτοί όλην την +σάλαν χωρίς να ιδούν κανέναν εις αυτήν· από εκείνην απέρασαν εις +μίαν άλλην, εις την οποίαν βλέπουν επάνω εις ένα θρόνον χρυσόν μίαν +νέαν κυράν, όλην σκεπασμένην από διαμαντικά, και η άκρα ευμορφιά της +τους εξέπληξεν. </p> + +<p>Αυτή εφαίνονταν πως, έστεκε με προσοχήν εις το να αφηκράζεται +πενήντα νέες κόρες, που μερικές ετραγουδούσαν, και μερικές ελαλούσαν +διάφορα μουσικά όργανα. Ήτον αυτές ενδυμένες από κόκκινα φορέματα +χρυσοΰφαντα, κεντημένα με μαργαριτάρια, και έστεκαν ορθές ολόγυρα +του θρόνου. Ο δε βασιλεύς δεν εστοχάζετο διά το ουδέν εκείνες τες +χαριέστατες φωνές, ούτε τα λαλήματα τα αγγελικά, μα όλος του ο +στοχασμός ήτον εις το να θεωρή και να στοχάζεται την Κυράν, που ήτον +εις τον θρόνον. Οπόταν αυτές οι κορασίδες είδαν τούτον τον βασιλέα, +έπαυσαν να τραγωδούν· τότε αυτός πλησιάζοντας εις τον θρόνον, +ωμίλησε με τούτον τον τρόπον προς την κυράν. </p> + +<p>Ω ωραιοτάτη βασίλισσα των καρδιών των ανθρώπων, που υποτάζεις με +το πρώτον βλέμμα σου τους πλέον δυνατωτέρους βασιλείς, ειπέ μου, σε +παρακαλώ, το όνομά σου, και ποία είσαι. Εχαμογέλασεν η Κυρά εις +τούτα τα λόγια και είπεν εγώ είμαι μία έλαφος, που κάνω ήμερα τα +λεοντάρια· εγώ είμαι εκείνο το κυνήγι, που σήμερον εσύ εκυνηγούσες, +και που ερρίχθηκα εις το νερό. Μα, Κυρά μου, της εξαναείπεν ο +βασιλεύς· ποίον στοχασμόν πρέπει εγώ να κάμω δι' αυτήν την +μεταμόρφωσιν; τι ηξεύρω εγώ αν εις τούτην την στιγμήν εσύ δεν μου +προσφέρεις εις τους οφθαλμούς μου ψεύτικες και πλαστές φαντασίες; Μη +γένοιτο, είπεν η Κυρά· εγώ σου τες δείχνω φυσικές, καθώς τες +βλέπεις· αλήθεια είνε ότι καθώς μου αρέσει έτσι αλλάσω μορφήν, και +οπόταν θέλω γίνομαι βλεπτή και άβλεπτη εις τους ανθρώπους· μα όλον +τούτο γίνεται, χωρίς μαγείαν, και η δύναμις εις το να μεταμορφώνωμαι +εις εκείνα που μου αρέσει, είνε μία χάρις που την έλαβα από τον +ουρανόν οπόταν εγεννήθηκα. </p> + +<p>Εις παρομοίαν διήγησιν η Κυρά κατεβαίνει από τον θρόνον της και +πλησιάζει εις τον βασιλέα, τον παίρνει από το χέρι, τον φέρει εις +ένα χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία τράπεζα ετοιμασμένη από +εκλεκτά φαγητά· αυτή τον έκαμε να καθήση, ομοίως και αυτή εκάθησεν +ανάμεσα αυτουνού και του βεζύρη, ο οποίος από όλα εκείνα, που +έβλεπε, δεν ημπορούσε να στοχασθή άλλο διά τον αυθέντην του παρά +κανένα δυστυχισμένον τέλος. Ο νέος βασιλεύς ήτον όλος προσηλωμένος +προς την Κυράν, και κανένας στοχασμός εναντίος δεν του εσύγχιζε την +ηδονήν που είχεν εις το να την θεωρή· ηθέλησε λοιπόν να την δουλεύση +εις την τράπεζαν, μα αυτή είπε· φάγετε εσείς οι δύο, διότι η ευωδία +των αρωμάτων, και εκείνη των φαγητών μας δουλεύει ημάς διά τροφήν. +</p> + +<p>Οπόταν ο βασιλεύς με τον βεζύρην του έτρωγαν, δύο κορασίδες +ωραίες επρόσφεραν του καθενός από μίαν κούπαν από αγάθην, γεμάτην +από γλυκύτατον κρασί· και είχαν την επιστασίαν να τες κρατούν +πάντοτε γεμάτες. Η Κυρία με όλον που δεν έπινεν, η μυρωδιά τής έκανε +το ίδιον αποτέλεσμα, που έκανε των άλλων. Ως τόσον άρχισαν να +ανάπτουν από το πιοτόν, και ο βασιλεύς με την Κυρά ωμιλούσαν διάφορα +λόγια ηδονικά· η δε Κυρά δείχνοντας του πως ήτον τρυφερή προς αυτόν, +του ωμίλησε με τούτον τον τρόπον. </p> + +<p>Βασιλέα, με όλον που είσαι ένα κτίσμα κατώτερον από λόγου μου, +δεν μπόρεσα να υποφέρω που να μη σε αγαπήσω, και διά να κάμω να +μάθης ποίας τιμής είνε το απόκτημα που έκαμες, άκουσον με προσοχήν, +επειδή και δεν θέλω πλέον να το κρατήσω κρυπτόν ποία εγώ είμαι· +ήξευρε πώς ευρίσκεται εις τον μέγαν Ωκεανόν ένα νησί ονομαζόμενον +Χαρμοστάν· αυτό είνε κατοικημένον από εξωτικά· ο βασιλεύς ονομόζεται +Μανουχέρ, του οποίου είμαι θυγατέρα μονογενής, και με ονομάζουν +Κεριστάνην. Είνε δε τρεις μήνες που απαράτησα το παλάτι του πατρός +μου, και περίεργος να ιδώ την διαφοράν των βασιλέων, εις τα οποία +ζουν οι απόγονοι του Αδάμ, έλαβα την επιθυμίαν να ταξειδεύσω· +εγύρισα όλον τον κόσμον και ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω εις την +κατοικίαν μου μα συναπαντώντας σε σήμερον εις το κυνήγι, εστάθηκα +διά να σε θεωρήσω, και ευθύς οι αίσθησές μου εσυγχίσθησαν εναντίον +εις την θέλησίν μου· και όντας όλη προσηλωμένη εις εσένα, έλεγα +ανάμεσόν μου· είνε δυνατόν, ένας άνθρωπος να μου συγχίση εις τέτοιον +τρόπον την ανάπαυσίν μου; ένας υιός του Αδάμ να θριαμβεύση την +αγιότητά μου; εντροπή μου κατά αλήθειαν να νικηθώ με τέτοιον τρόπον +και στοχαζομένη τοιούτης λογής, ηθέλησα να αναμερίσω από εσένα, μα +εμποδισμένη ωσάν από ένα μαγικόν δεσμόν, δεν ημπόρεσα τελείως να +ξεμακρύνω· μόνον βυθισμένη τότε εις τους τρυφερούς στοχασμούς, που +μου εμπόδιζαν το περιπάτημα, δεν εστοχάσθηκα άλλο παρά να εύρω τα +μέσα διά να σου αρέσω. </p> + +<p>Έλαβα λοιπόν την μορφήν μιας ελάφου και εφανερώθηκα έμπροσθέν +σου, διά να σε υποχρεώσω να με στοσχασθής· εσύ με εκυνήγησες, αλλά +χωρίς να με φθάσης, και αφού ερρίχθηκα εις το νερόν, δεν ημπορείς να +πιστεύσης την ηδονήν που είχα να σε βλέπω να τριγυρίζης και να +ανακατώνης το νερόν διά να με εύρης, και ακούοντας πως αποφάσισες να +κοιμηθής εκεί σιμά εις την πηγήν, το εχάρηκα μεγάλως, και εις το +αναμεταξύ που εκοιμώσουν, έκαμα και έγινε τούτο το παλάτι διά να σε +δεχθώ. Τα τελώνια που με δουλεύουν, το έκτισαν εις μίαν στιγμήν. </p> + +<p>Ενώ η Κεριστάνη ήθελε να ακολουθήση την ομιλίαν της, ιδού +εμβαίνει μία αρχοντοπούλα, η οποία έδειχνε πώς ήτον πολλά θλιμμένη. +Η Κυρά γνωρίζοντάς την από το πρόσωπόν της ότι ήθελε να της +προμηνύση καμμίαν θλιβεράν είδησιν εφώναξε μεγάλως, έπειτα εδόθη εις +κλάματα πικρότατα. Έμεινεν εκστατικός ο βασιλεύς εις τούτο το θέαμα +και εθλίβονταν μεγάλως διά εκείνο που έβλεπεν· ήτον δε εις μεγάλην +ανυπομονησίαν διά να μάθη το αίτιον, και εκεί που ήθελε να την +ερωτήση, η αρχοντοπούλα πλησιάσασα είπεν. </p> + +<p>Ω βασίλισσα, καλά ηξεύρεις ότι τα τελώνια ζουν πολύ περισσότερον +από τους ανθρώπους, όμως είνε και αυτά υποκείμενα εις τον θάνατον· +εσύ έχασες τον πατέρα σου, ο οποίος απέρασεν εις την άλλην ζωήν, και +όλος ο λαός σε επιθυμεί διά να σε στέψη βασίλισσαν εις τον θρόνον +του πατρός σου· έλα το λοιπόν διά να λάβης την δούλευσιν των νέων +υπηκόων σου, και να ανταποκριθής εις την ανυπομονησίαν που αυτοί +έχουν, διά να σου ανταποδώσουν όλες τις τιμές που σου πρέπουν. Ο +μέγας βεζύρης πατέρας μου με επρόσταξε να έλθω να βιάσω τον γυρισμόν +σου. </p> + +<p>Βεζυροπούλα μου, απεκρίθη η Κυρά, μεγάλην σύγχισιν μου προξενούν +αυτές οι είδησες, που μου έφερες, όμως δεν θέλω λείψει να ανταμείψω +τον ζήλον του πατρός σου, ομοίως και τον ιδικόν σου, που δείχνετε +εις εμένα· θα μισεύσω το λοιπόν με λόγου σου τούτην την στιγμήν. Σου +αφίνω υγείαν, βασιλέα μου, είπε γυρίζοντας προς αυτόν, και πιάνοντάς +τον από το χέρι του λέγει· είμαι δυναστευμένη να σε απαραιτήσω, ας +είσαι βέβαιος όμως πως μίαν ημέραν θέλομεν ανταμωθή πάλιν, και +ανίσως και σε εύρω αγαπητικόν σταθερόν, δεν θέλω λάβει άλλον νυμφίον +παρά εσένα. Έτσι λέγοντας αυτή έγινεν άφαντος. </p> + +<p>Τότε ευθύς μία σκοτεινοτάτη νύκτα απεδίωξε την μεγάλην +φωτοχυσίαν, που εις το παλάτι ήτον, και άφησε τον βασιλέα με τον +βεζύρην του εις ένα τέτοιον σκότος, που τίποτε δεν ημπορούσαν να +διαχωρίσουν, και εστάθηκαν εις αυτήν την κατάστασιν έως που έγινεν +ημέρα, η οποία τους επροξένησε νέαν έκστασιν, που αντίς να ευρεθούν +εις ένα παλάτι, ευρέθησαν εις ένα κάμπον, χωρίς να ιδούν κανέν +σημείον της κατοικίας. </p> + +<p>Βεζύρη, είπε τότε ο βασιλεύς, κάνει χρεία να πιστεύσωμεν ότι +εστάθη τούτο έν όνειρον. Όχι αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης, καλλίτερον +πιστεύω πώς η Κυρά, που είδαμεν, να είναι καμμία καταραμένη μάγισσα, +η οποία διά να σου προξενήση έρωτα έλαβε μορφήν εξωτικής, και όλες +εκεί οι νέες που ετραγωδούσαν και ελαλούσαν, είνε τόσοι διάβολοι που +την υπηρετούν. Με όλον που τούτη η ομιλία του βεζύρη ήθελεν έχει +κάποιον τι αληθινόν, ο βασιλεύς όμως με το να ήτον πολλά τρωμένος +από την αγάπην, δεν ήθελε να χάση την γνώμην που είχε διά την Κυράν, +αλλά εγύρισεν εις το παλάτι του με απόφασιν, που να φυλάξη διά πάντα +μίαν ζωντανήν και εγκαρδιακήν ενθύμησιν δι' αυτήν. Και από εκείνης +της ώρας από τον έρωτά του εδόθη εις μίαν άκραν μελαγχολίαν αφέθη +από όλες τες ηδονές· καμμίαν ευχαρίστησιν δεν είχε παρά εκείνην του +κυνηγιού δεν επήγαινεν εις άλλον τόπον, παρά εις εκείνον που του +εφάνη η έλαφος, εις τον οποίον ήλπιζε να την ξαναϊδή. </p> + +<p>Ως τόσον απέρασεν ένας χρόνος, που αυτός αγαπούσε χωρίς να έχη +αιτίαν να ελπίζη, επειδή εκείνη που αγαπούσε δεν ήτον άλλο παρά μια +φαντασία, και τότε άρχισε να καταλαμβάνη ότε εκείνο που είδεν ήτον +μία βεβαία μαγεία· όθεν επιθύμησε να ταξειδεύση με ελπίδα, ότι με +τούτο το μέσον ήθελαν του έβγει οι φαντασίες που είχεν εις το κεφάλι +δι' αυτήν την υπόθεσιν. Και αφού άφησε την κυβέρνησιν της βασιλείας +του εις τα χέρια του βεζύρη του, εκαβαλλίκευσεν ένα του καλόν +άλογον, και εμίσευσε μόνος του αγνώριστος διά νυκτός, χωρίς να πάρη +τινά μαζί του. Περιπατώντας λοιπόν αρκετές ημέρες, έφθασεν εις τα +σύνορα του βασιλείου της Θέμπας, και πριν να φθαση εις την +βασιλεύουσαν, ηθέλησε να αναπαυθή υποκάτω εις ένα δένδρον πολλά +φουντωτόν. </p> + +<p>Και αφού εξεπέζευσε δεν επέρασε πολύ, και βλέπει ολίγον μακράν +υποκάτω εις ένα άλλο δένδρον μίαν ευγενικήν κόρην, που έδειχνε να +ήτον έως δεκαοκτώ χρόνων, η οποία εκρατούσεν ακουμπισμένον το κεφάλι +της επάνω εις το ένα χέρι, και εκοιμάτο με βαρύν ύπνον, της οποίας η +μελαγχολική μορφή έδινε να καταλάβη ότι είχε πέσει εις καμμίαν +μεγάλην συμφοράν· τα φορέματα που την εσκέπαζαν ήταν όλα ξεσχισμένα, +μα με όλον τούτο του εφαίνονταν ότι ήτον μία ωραιοτάτη κόρη, και από +ευγενικόν αίμα. Ο βασιλεύς επλησίασε προς αυτήν, και αφού την +εξύπνησε της επρόσφερε τον εαυτόν του εις βοήθειάν της, και την +ηρώτησε ποία ήτον. Η νέα εκείνη με λιγωμένη φωνήν του απεκρίθη· «Εγώ +είμαι θυγατέρα, και γυναίκα βασιλέως, όμως δεν είμαι εκείνη, που εγώ +λέγω· είμαι βασίλισσα και δεν είμαι εκείνη, που είμαι.» </p> + +<p>Ο βασιλεύς της Κίνας δεν ήξευρε τι να στοχασθή δι' αυτήν την +κόρην, και ελόγιαζε πως ήτον έξω του εαυτού της διά τα λόγια που του +είπε, Κυρά, της είπεν, έλα εις τον εαυτόν σου, βεβαιώσου πως είμαι +έτοιμος διά να σε συντρέξω εις ό,τι είνε η δύναμίς μου. Κύριε, +απεκρίθη αυτή, εγώ δεν θαυμάζω ότι εσύ με στοχάζεσαι διά μίαν +τρελλήν· η ομιλία που σου έκαμα βεβαίως σου εφάνη αστόχαστη· μα εσύ +θέλεις με συμπαθήσει χωρίς αμφιβολίαν, οπόταν θέλεις μάθει τες +συμφορές μου· είμαι έτοιμη να σου τες διηγηθώ, διά να γνωρίσω την +γενναιότητά σου, και αν ημπορής να με συντρέξης. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του βασιλέως +της Θέμπας, και της βασίλισσας των +Ναϊμάνων.</h4> + +<p> +<br /> +Εγώ είμαι, ακολούθησε να λέγη αυτή, θυγατέρα του βασιλέως των +Ναϊμάνων. Ο πατέρας μου αποθαίνοντας χωρίς να έχη άλλην κληρονομίαν +παρά εμένα, όλος ο λαός με εκήρυξε διά βασίλισσάν του, και δεν +ανέμενεν άλλο, παρά την νόμιμόν μου ηλικίαν διά να βασιλεύσω, επειδή +και δεν είχα τότε παρά τέσσαρας χρόνους. Εδόθη διά τότε η κυβέρνησις +της βασιλείας εις τον βεζύρην Αλή, ο οποίος είχε στεφανωθή την +βάγιαν μου, και ήτον άνθρωπος πολλά στοχαστικός, και φρόνιμος. Αυτός +ο γνωστικός επιτηρητής έλαβε και το βάρος της ανατροφής μου· άρχισε +να μου ερμηνεύη τον τρόπον του βασιλεύειν, και πολλά ογλήγωρα ήλθα +εις την γνωριμίαν διά τα πάντα, μα η ακατάστατος τύχη, που δίνει και +παίρνει καθώς της αρέσει τα σκήπτρα, και τες κορώνες, με εγκρέμισεν +από τα ύψη του θρόνου εις μίαν φοβεράν άβυσσον. Ένας αδελφός του +πατρός μου, ονομαζόμενος Μωβαβάκ, ο οποίος από πολύν καιρόν +επιστεύετο ότι ήτον αποθαμμένος, καθώς έλεγαν πώς είχε σκοτωθεί εις +ένα πόλεμον με τους Μογγολίτας, εφανερώθη έξαφνα εις τον τόπον των +Ναϊμάνων. Μερικοί από τους προεστούς, που ήσαν φίλοι του, επήγαν και +ενώθηκαν με αυτόν και εζητούσαν διά να βασιλεύση αυτός, όθεν έγιναν +δύο σχίσματα· άλλοι ήθελον αυτόν, και άλλοι εμένα· τέλος πάντων +τόσον έκαμε, που όλος ο λαός έτρεξε προς αυτόν, και με άφησαν εμένα +χωρίς συνδρομήν. </p> + +<p>Ο άρπαγος αυτός, ευθύς που εκηρύχθη διά βασιλεύς, ηθέλησε να με +πιάση και να με θανατώση, διά να μην έχη πλέον φόβον από το μέρος +μου. Μα ο βεζύρης μου με την φρονιμάδα του ηύρε τον τρόπον διά να με +βγάλη από τον θυμόν του τυράννου· όθεν με επήρε μίαν νύκτα και +εφύγαμεν, και από κρυφές στράτες εφθάσαμεν εις την Θέμπα. </p> + +<p>Επήγαμεν, λοιπόν, και εκατοικήσαμεν εις την βασιλεύουσαν. Ο +βεζύρης απερνούσεν εκεί διά ζωγράφος Ινδιάνος, και εγώ απερνούσα διά +θυγατέρα του· αυτός ηξεύροντας την τέχνην της ζωγραφικής εντελώς, +εις ολίγον καιρόν έλαβε μεγάλην φήμην, και εκέρδιζε καλά, τόσον που +εζούσαμε αρκετά· και με τούτον τον τρόπον αποσκεπαζόμεθα και δεν +εφανερωνόμεθα ποίοι είμεθα, παρά εις εκείνους που τους εδώσαμεν να +καταλάβουν τα συμβεβηκότα. </p> + +<p>Απέρασαν δύο χρόνοι από εκείνον τον καιρόν, και αποξένωσα από +λόγου μου ολίγον την φαντασίαν της μεγαλειότητος που ήμουν, και +άρχισα να συνηθίζω ολίγον κατ' ολίγον εις εκείνο που ευρισκόμουν, +και μου εφαίνονταν πώς δεν ήμουν άλλη, παρά θυγατέρα ενός ποταπού +ανθρώπου, και η ησυχία που εχαιρόμουν με έκανε να λησμονήσω το +περασμένον μου μεγαλείον. </p> + +<p>Μα αλλοίμονον εις εμέ! μακάρι να είχε κάμει η τύχη μου να με +ήθελεν αφήση να περάσω και το επίλοιπον της ζωής μου εις εκείνην την +κατάστασιν! μα όχι, ηθέλησε πάλιν να με κατατρέξη, και να κάμη να +πληρωθή εκείνο που είνε γραπτόν· και από αυτό βλέπω πώς είνε +αδύνατον να φύγη τες δυστυχίες, που είνε προμελετημένες διά τινά να +του έλθουν, και δεν είνε κανένα όφελος να παραπονεθή. </p> + +<p>Ο βεζύρης Αλής το λοιπόν είχε κάμει διάφορες ζωγραφιές οι οποίες +τον έκαμαν να λάβη μεγάλην φήμην εις όλην την πόλιν της Θέμπας. Ο +βασιλεύς της οποίας, ακούοντας να επαινούν τόσον αυτόν τον ζωγράφον, +επεθύμησε διά να τον ιδή, και μίαν ημέραν αιφνιδίως ιδού και έρχεται +εις την κατοικίαν μας. Ο Αλής αγροικώντας την αιτίαν του ερχομού του +βασιλέως προς αυτόν, έτρεξε και τον εδέχθη με εκείνο το σέβας, που +του έπρεπε, και εν τω άμα του έδειξε διάφορες ωραίες ζωγραφιές, που +είχε κάμει. Ο βασιλεύς έλαβε μεγάλην ευχαρίστησιν, τόσον διά τες +ωραίες ζωγραφιές που είδεν, όσον και διά την συναναστροφήν του Αλή, +τον οποίον τον εστοχάσθη άξιον και επιτήδειον άνθρωπον. </p> + +<p>Εγώ εις εκείνο το αναμεταξύ, που ο βασιλεύς ευρίσκονταν μαζί με +τον Αλή, ήλθα εις περιέργειαν διά να ιδώ τον βασιλέα, και απεφάσισα +να έμβω εκεί που αυτός ωμιλούσε με τον Αλή. Εμβήκα λοιπόν ωσάν +θυγατέρα του ζωγράφου, μην υποπτεύοντας κανένα εναντίον· μα +εγελάσθηκα. Ο βασιλεύς ευθύς που με είδεν ετρώθη από τον έρωτα διά +εμένα, το οποίον καταλαμβάνοντας το ετραβήχθηκα από εκεί. Ο βασιλεύς +όμως με το να έμεινε λαβωμένος, δεν έλειψε να ξαναγυρίση την +ακόλουθον ημέραν εις τον Αλή· και με τούτον τον τρόπον έκαμε διά +πολλάς ημέρας·, και με το αίτιον διά να ιδή τες ζωγραφιές, έμβαινεν +εις όλους τους οντάδες, και με εύμορφον τρόπον έμβαινε και εις +εκείνον που εγώ ευρισκόμουν. Κατά αλήθειαν αυτός τίποτε δεν μου +έλεγε, μα οι ματιές του οι φλογερές πολλά καλώς εφανέρωναν τον έρωτά +του. </p> + +<p>Μίαν ημέραν αυτός επρόσφερε του βεζύρη ένα μέρος του παλατίου +στολισμένον με όλα τα αναγκαία και με δούλους, διά να υπάγη να +κατοικήση εκεί, προφασιζόμενος τούτο το μέσον πως τάχατες αγαπούσε +να έχη τέτοιον θαυμαστόν ζωγράφον κοντά του. Ο Αλής δεν έμεινεν έτσι +χωρίς να εξετάση το αίτιον ετούτου του προσφέρματος, και +καταλαμβάνοντάς το μου είπεν· καταλαμβάνω, βασίλισσά μου, ότι ο +βασιλέας της Θέμπας σε αγαπά· και ούτος ο έρωτας, και όχι η ζωγραφιά +μου, τον παρακινεί να μας κάμει αυτές τες περιποιήσεις· ημείς πρέπει +να υπάγωμεν εξ ανάγκης να κονεύσωμεν εις το παλάτι του· αυτός δεν +θέλει αφήσει ημέραν, που να μην έλθη να σε εύρη, και να σου εξηγηθή +τον πόνον του· στάσου καλά εις τον νουν του, θημήσου την ευγένειαν +της γεννήσεως σου, και στάσου μακράν εις το να κλίνης εις τα +ζητήματά του, και σταθερή διά να μη σε γελάση· μα ανίσως και αυτός +ήθελε δειχθή πολλά ερωτικός, εις τρόπον που να σε γυρέψη διά γυναίκα +του, εσύ θέλεις τον υπακούσει· ει δε και η γνώμη του θέλει είνε +διαφορετική, θέλομεν πασχίσει να κάμωμεν άκαιρον την κλίσιν του. </p> + +<p>Έταξα του βεζύρη να ακολουθήσω με επιμέλειαν τες νουθεσίες του· +μα δεν του εφανέρωσα εκείνο που διά τον αυτόν βασιλέα και εγώ +αγροικούσα. Αυτός ο βασιλεύς ήτον νέος, εύμορφος, καλοκαμωμένος, και +αγροικούσα και εγώ δι' αυτόν την ιδίαν κλίσιν, που και αυτός +αγροικούσε προς εμένα· όμως με κάθε τρόπον έπασχα να την κρατώ +κρυφήν, και να στέκω εις τα δικά μου· μα ολίγον καιρόν εφτούρησα εις +ετούτην την γνώμην. </p> + +<p>Ευθύς που επήγαμεν να κατοικήσωμεν εις το παλάτι του, ο βασιλεύς +μου εφανέρωσε την αγάπην του με τρόπον που επιθυμούσεν. Η γλυκυτάτη +σου μορφή, μου είπε, με έκαμε να σε αγαπήσω από την πρώτην ώραν που +σε είδα, και είμαι τόσον φερμένος δι' εσένα που καταλαβαίνω, ότι δεν +ημπορώ να ζήσω χωρίς την αντάμωσίν σου· μα όσον μεγάλη και ζωντανή +είνε η φλόγα που με ανάπτει, μη στοχασθής ποτέ ότι θα σε δεξιωθώ +ωσάν μίαν σκλάβαν, μα επιθυμώ να σε λάβω γυναίκα μου, διά να σε βάλω +εις τον θρόνον της Θέμπας. Ευχαρίστησα τον βασιλέα διά τα ταξίματά +του, και διά την τιμήν που μου έκανε, και ευρίσκοντας τότε τον +καιρόν αρμόδιον διά να του φανερώσω ποία είμαι, του εφανέρωσα +καταλεπτώς την ιστορίαν μου, η οποία ζωντανώς τον εδιαπέρασε. +Βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός, γνωρίζω που ο ουρανός εδιαφύλαξεν εις +εμένα την τιμήν να σε ξεδικήσω. Εγώ θέλω παιδεύσει σκληρώς τον +τύραννον Μωβαβάκ· θέλω του στείλει μεντζίλiα διά να του κηρύξωσι τον +πόλεμον, αν δεν αφήση θεληματικώς τον θρόνον, που αδίκως σου +άρπαξεν. Ευχαριστήσου το λοιπόν, μου είπε, να μου δώσης το χέρι +σήμερον διά να μου γένης γυναίκα, και αύριον σου τάσσω να βάλω εις +έργον τα όσα σου έταξα. Εξαναευχαρίστησα τον βασιλέα διά την +γενναιότητά του, και του ωμολόγησα πως και εγώ δεν εστάθηκα τόσον +αναίσθητος προς αυτόν, από την πρώτην φοράν που τον είδα, όμως ωσάν +τιμημένη που ήμουν δεν ηθέλησα ευθύς να του το φανερώσω. </p> + +<p>Ετούτη η εξομολόγησις που του έκαμα τον υποχρέωσε κατά πολλά, και +έπιασε το χέρι μου και το εφίλησε με τρυφερότητα, και μου έκαμεν +όρκον πως πολλά εγκαρδιακά με αγαπά· και με εστεφανώθη την ιδίαν +ημέραν, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν διά μίαν +εβδομάδα ολόκληρον, και πριν να τελειώσουν οι χαρές έστειλε +ταχυδρόμους, καθώς μου έταξε, προς τον Μωβαβάκ. Αυτός δεν υπετάχθη +εις την θέλησιν του βασιλέως της Θέμπας, αλλά με βρισές μεγάλες τους +αποδίωξεν. Ο δε βασιλεύς ακούοντας αυτήν την βαρβαρότητα και +σκληρότητα του Μωβαβάκ έδωσε διαταγήν να συναχθούν όλα του τα +στρατεύματα διά να κινήση κατά πάνω του· μα τον καιρόν που +ετοιμάζοντο, ήλθαν είδησις από τους Ναϊμάνους, ότι ο Μωβαβάκ ο θείος +μου απέθανεν από μίαν αρρώστιαν και πως εζητούσαν εμένα διά να με +ξανακυρώσουν εις τον θρόνον μου. </p> + +<p>Επάνω εις μίαν τέτοιαν είδησιν, ο βασιλεύς απέλυσε τα στρατεύματά +του, και αποφάσισε να στείλη τον βεζύρ Αλή, διά να υπάγη να +βασιλεύση αντίς εμένα. Ετούτος ο επιτηρητής ήτον σχεδόν έτοιμος διά +να μισεύση, μα ένα συμβεβηκός ανεπάντεχον τον εμπόδισε, και πρόσεχε +διά να το ακούσης. </p> + +<p>Μίαν βραδειάν εγώ έστεκα ακουμπισμένη επάνω εις ένα θρονί εις τον +χοντζερέ μου, διαβάζοντας διάφορα κεφάλαια από το Αλκοράνι. Και αφού +τα εδιάβασα, εσηκώθηκα διά να υπάγω να εύρω τον βασιλέα, που ήτον +εις το κρεββάτι· και εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ του, ένα φοβερόν +φάντασμα μου φανερώνεται εμπροστά μου και εις την ιδίαν στιγμήν +γίνεται άφαντον. Εστάθη μεγάλη η κραυγή που έκαμα, τόσον που +εξύπνησα τον βασιλέα που εκοιμάτο, ο οποίας με ερώτησε το αίτιον της +κραυγής μου και εγώ του ωμολόγησα εκείνο που είδα. Ο δε βασιλεύς με +αφηκράζετο με προσοχήν, μα αντίς να με κάμη να μου έβγη ο φόβος, μου +λέγει· εγώ είμαι περισσότερον σκοτισμένος από εσένα, και δεν ημπορώ +να καταλάβω πώς ημπορείς να ευρίσκεσαι εις το κρεββάτι μου, και εις +τον ίδιον καιρόν ορθή να μου μιλής. Αυθέντη, του λέγω εγώ, τίποτε +δεν ημπορώ να καταλάβω από την ομιλίαν που κάνεις· μίλησέ μου, σε +παρακαλώ, καθαρώτερα διά να σε καταλάβω. Ας είνε, εξαναείπεν αυτός· +πλησίασε εδώ εις την κλίνην μου, και θέλεις ιδεί πράγμα που θέλει +σου προξενήσει μεγάλην έκστασιν. Τότε εγώ πλησιάζοντας εις το +προσκέφαλον, εγνώρισα με μεγάλον μου θαυμασμόν μίαν νέαν γυναίκα, +που καθολικώς με παρωμοίαζε, και είχε την ιδίαν μορφήν. </p> + +<p>Ω Ουρανέ, εφώναξα εις ταύτο το θέαμα, ποία μορφή φανερώνεται εις +τα μάτια μου; τι θεωρία ασυνήθιστος είνε τούτη; Α ταλαίπωρη, +απεκρίθη με την ιδίαν μου φωνήν εκείνη η νέα, που ευρίσκονταν εις το +κρεββάτι με τον βασιλέα, κάνει χρεία εσύ να είσαι πολλά τολμηρή διά +να αποκτήσης να πάρης την ιδίαν μου μορφήν· ποία είνε λοιπόν η γνώμη +σου, ω παράνομη μάγισσα; πιστεύεις εσύ ότι ο βασιλεύς ο νυμφίος μου +θα γελασθή από τες μεταμόρφωσές σου, και δεν θα καταλάβη ποία από +τες δύο μας είνε η αληθινή του γυναίκα; άφησε λοιπόν τες ελπίδες +σου, επειδή και θέλει είνε ανωφελής η πλάνη σου, εις αισχύνην σου +της μαγικής σου τέχνης· ο άνδρας μου γνωρίζει καλά, ότι εσύ δεν +είσαι άλλο, παρά μία κακότροπος μάγισσα. Ακριβέ μου νυμφίε, +ακολούθησεν εκείνη γυρίζοντας προς τον βασιλέα, πρόσταξε να πιάσουν +ετούτην την κακότροπον μάγισσαν, και κάμε να την βάλουν εις μίαν +σκοτεινήν φυλακήν, και αύριον να την κάψουν εις την μέσην της +αγοράς. </p> + +<p>Αν η τελεία παρομοίωσις, που ήτον ανάμεσα εις αυτήν την νέαν και +εμένα, με είχε σκοτίσει, το ονειδιστικόν της ομίλημα με εσύγχισε +πολύ περισσότερον, και αντίς να της αποκριθώ με παρόμοιαν δύναμιν, +άρχισα να κλαίω, και με μεγάλο παράπονον λέγω προς τον βασιλέα. +Βασιλέα μου, εγώ ελόγιαζα ότι εκαταδάμασα την εναντίαν μου τύχην, +και επίστευα ότι με την αντάμωσίν σου θα έλαβαν τέλος οι δυστυχίες +μου· μα αλλοίμονον εις εμένα, κάποιον δαιμόνιον φθονερόν της +ευτυχίας μου ήλθε να μου την συγχίση. Αυτό λαμβάνει την μορφήν μου, +και θέλει να πιστευθή μία άλλη ωσάν εμένα, και το επέτυχεν· εσύ δεν +με γνωρίζεις πλέον με το να με ανακατώνης με εκείνο, στοχάσου με, σε +παρακαλώ, αν ακόμη σου είμαι ακριβή, η καρδιά σου πρέπει να με +διαχωρίση αναμέσον της πλάνης, που απατά τα μάτια σου, και κράζω εις +μάρτυρα τον Προφήτην ότι εγώ είμαι η βασίλισσα η συμβία σου. </p> + +<p>Η νέα που ευρίσκονταν εις το κρεββάτι διά δεύτερην φοράν με +απέκοψεν· εσύ ψεύδεσαι, μου είπεν, εσύ είσαι μία κακότροπος μάγισσα, +και δίνεις να φανερωθής αληθώς εκείνη που είσαι, επειδή και οι +επίβουλοι τρέχουν ευθύς εις τους όρκους, και έχουν έτοιμα και τα +δάκρυα, διά να τα μεταχειρίζωνται εις τας κακοπραξίες τους. +Τελειώσατε μίαν φοράν, είπε τότε ο βασιλεύς· παύσετε τούτες τες +διάλεξες, που δεν μου φανερώνουν εκείνο, που θέλω να ηξεύρω· σεις με +τα λόγια σας με συγχίζιτε, και δεν ημπορώ να γνωρίσω την αληθή +γυναίκα μου· μια βέβαια από εσάς είνε μάγισσα, που πάσχει να με +πλανέση, μα δεν είνε δυνατόν να την καταλάβω, και φοβούμαι ότι +θέλοντας να παιδεύσω την πταίστριαν, να μην παιδεύσω την άπταιστον. +</p> + +<p>Ο βασιλεύς μην ημπορώντας το λοιπόν να με διαχωρίση από την +μάγισσαν, έκραξεν ευθύς τον βεζύρ Αλή, και την γυναίκα του και τους +εδιηγήθη το συμβάν. Εξέταξαν αυτοί διά να με γνωρίσουν, αλλά μας +ηύραν απαράλλακτες και τες δύο, και δεν εστάθη δυνατόν να μας +διαχωρίσουν. Η αναθρέπτριά μου ενθυμήθη, πως εγώ είχα ένα σημάδι εις +το γόνυ μου, και ερευνώντάς μας έμεινε πολλά εκστατική εις το να ιδή +πώς και οι δύο είχαμεν το ίδιον εις τον ίδιον τόπον. Άρχισαν να μας +εξετάζουν ξεχωριστά, μα η μάγισσα αποκραίνονταν εις τες εξέταξές +τους, ωσάν εγώ η ίδια, εις τρόπον που δεν ήξευραν τι να στοχασθούν. +Τότε ο βασιλεύς εζήτησε την γνώμην του Αλή, και όλων των άλλων που +ήσαν εκεί το τι τους φαίνεται, και ποία στοχάζονται ότι να είνε η +αληθινή; Όλοι ομοφώνως απεφάσισαν ότι εκείνη που ευρέθη εις την +κλίνην με αυτόν, εκείνη είνε η βασίλισσα, και εγώ πώς ήμουν η +μάγισσα· και απεφάσισαν να με κάψουν. </p> + +<p>Ο δε βασιλεύς δεν ηθέλησε να γροικήση μίαν συμβουλήν τόσον +σκληράν, φοβούμενος να μη θανατώση την άπταιστον διά την πταίστραν, +αλλά ευχαριστήθη να με εξορίση από το βασίλειόν του. Τότε μου +έβγαλαν τα βασιλικά φορέματα που εφορούσα, και ενδύοντάς με τούτα τα +πενιχρά, με έβγαλαν έξω από την χώραν, και έφθασα έως εδώ ζώντας με +ελεημοσύνην, που οι ελεήμονες με κυβερνούν διά να μην αποθάνω. +Ετούτη είνε η ιστορία μου, ω αυφθέντη, ακολούθησεν η βασίλισσα των +Ναϊμάνων· ελπίζω μάλιστα ότι από αυτήν θα βεβαιωθείς πώς εγώ είχα +δίκαιον να σου ειπώ, ότι είμαι θυγατέρα και γυναίκα βασιλέως, και +δεν είμαι εκείνη, που λέγω· είμαι βασίλισσα, και δεν είμαι εκείνη, +που είμαι. </p> + +<p>Με τούτον τον τρόπον η βασίλισσα της Θέμπας ετελείωσε να ομιλή. +Και ο βασιλεύς της Κίνας της είπε· παρηγορήσου, ω κυρά, ότι οι +δυστυχίες σου εφθασαν εις την ακμήν, και, δεν πρέπει να αμφιβάλλεις +ότι η τύχη έως τέλους δεν θα μεταβληθεί και εις ευεργετικήν, και +άκουσον τι λέγει ένας ποιητής μας. Οπόταν ένα πράγμα φθάνη εις την +ακμήν της τελειότητος είνε σιμά εις την ακμήν της φθοράς. Και εις +μίαν άκραν δυστυχίαν στέκει πλησίον η ογλήγορος ευτυχία· είπεν ακόμη +αυτός ο ποιητής· Ο κίνδυνός σου είνε σιμά οπόταν πιστεύης ότι είσαι +τελείως ευχαριστημένος· και ετοιμάσου να χαρής τότε, οπόταν τα +εναντία σε κάνουν να δοκιμάσης τες πλέον σκληρές δυστυχίες. Με +τέτοιον τρόπον ο Ουρανός εδιάταξε την ζωήν των ανθρώπων. </p> + +<p>Και διά τούτο, ω κυρά, ηκολούθησεν ο βασιλεύς της Κίνας να λέγη, +μην απελπίζεσαι εις τες δυστυχίες σου· εσύ ημπορείς να είσαι σιμά +διά να απαντήσης ένα περισσότερον ευτυχισμένον γραπτόν· μα +αλλοίμονον εις εμένα, δεν ηξεύρω αν και εγώ ομοιάζω ωσάν και του +λόγου σου και αν έγινα παίγνιον μιας μάγισσας, ή το υποκείμενον που +αγαπώ, να μην είναι κανένα δαιμόνιον. Ο Ρουσκάδ εις τον ίδιον καιρόν +της εφανέρωσε και αυτός το όνομά του, και εδιηγήθη το συμβεβηκός του +με την έλαφον. </p> + +<p>Δεν είχεν αυτός ακόμη τελειώσει την ιστορίαν του, και ιδού +βλέπουν άνθρωπον μεσιακής ηλικίας καβαλλάρην που βιαίως έτρεχεν. +Αυτός ήτον σχεδόν γυμνός, και απέρασε τόσον από σιμά τους, που η +βασίλισσα τον εγνώρισε και ευθύς εφώναξεν. Ω ουρανέ, αυτός είναι ο +άνδρας μου. Εκείνος όμως δεν την εκύτταξεν, αλλά βιαίως έτρεχε και +κάθε ολίγον μετά φόβου εγύριζε, και εκύτταζεν όπισθέν του, ωσάν να +είχε τινά που να τον εκυνηγούσεν. Αφού τον έχασαν από τα μάτια τους, +ιδού και βλέπουν να φθάνη άλλος καβαλλάρης, που με μεγάλην βίαν +εχτυπούσε το άλογόν του διά να τρέχη. </p> + +<p>Ετούτος ο ύστερος ήτον πλούσια φορεμένος, και εκρατούσεν εις το +χέρι του ένα γυμνό σπαθί βαμμένον από αίμα, ο οποίος εγνωρίζουνταν +καλώτατα ότι αυτός εκυνηγούσε τον πρώτον, και πώς επροσπαθούσε +μεγάλως διά να τον φθάση· μα το θαυμασιώτερον ήτον, που ήτον τόσον +παρόμοιος εις την μορφήν με τον άλλον, που η βασίλισσα μην +ημπορώντας να φτουρήση εφώναξε πάλιν· ω Ουρανέ, ετούτος είναι ο +άνδρας μου· ήτον και αυτός τόσον θαμπωμένος, που επέρασε πολλά κοντά +της χωρίς να την κυττάξη. Κυρά, της λέγει τότε ο βασιλεύς της +Κίνας, ο Ρουσκάδ, κάνει χρεία να ομολογήσωμεν πώς δεν είναι πράγμα +πλέον θαυμαστόν από τούτο. Κύριε, του απεκρίθη η βασίλισσα, εσύ +ημπορείς από τούτο να πιστεύσης εκείνο που σου είπα, πώς δεν σου +εδιηγήθηκα ένα μύθον. </p> + +<p>Τον καιρόν που ωμιλούσαν επάνω εις αυτά τα συμβεβηκότα, φθάνει +ένας τρίτος καβαλλάρης· ετούτος, μη τρέχοντας ολιγώτερον από τους +άλλους, δεν έλειψεν όμως που να μην κυττάξη τον Ρουσκάδ και την +βασίλισσαν, ο οποίος ήτον ο βεζύρης Αλής. Ευθύς, που η βασίλισσα και +αυτός εγνωρίσθηκαν, εξεπέζευσεν από το άλογόν του, και έπεσεν εις +τους πόδας της βασίλισσας. Α, Βασίλισσά μου, της είπεν, είσαι συ το +λοιπόν εκείνη που βλέπω; ας είνε πάντα δοξασμένος ο ουρανός, που σε +εφύλαξεν· επειδή αυτός αφίνει διά κάμποσον καιρόν να θριαμβεύση η +κακία και φαίνεται πως αποστρέφεται την κακίαν· άλλο αυτό δεν είναι, +παρά διά να κάμη να λάμψη καλλίτερα με το τρέξιμον του καιρού η +δικαιοσύνη του. </p> + +<p>Ιδού το παράδειγμα· η θανατηφόρος σου έχθρισσα είνε αποθαμμένη, +και αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς την εθανάτωσε με το σπαθί του, το +οποίον είνε ακόμη βαμμένον από το μιαρόν της αίμα, και διά να +τελειώση μίαν σωστήν εκδίκησιν ο ίδιος κυνηγά τούτην την στιγμήν ένα +μιαρόν, που με τες μαγείες του τού επήρε την ιδίαν του μορφήν· ήθελα +όμως να είχα καιρόν, να σου διηγηθώ όλα τα περιστατικά, που +ηκολούθησαν εις το παλάτι, αφού και εμίσευσες από εκεί, μα άλλην +φοράν θέλω σου τα διηγηθή κατά πλάτος· βλέπω ότι ο βασιλεύς πολύ +περισσότερον ξεμακραίνει διά τούτο πρέπει να υπάγω να τον φθάσω. +Μείνε εσύ εδώ με την βασίλισσαν, απεκρίθη ο Ρουσκάδ προς τον Αλή, +και κάμε της συντροφιά, και εγώ παίρνω το βάρος διά να φθάσω τον +βασιλέα, και να τον φέρω εις τούτον τον τόπον. Έτσι λέγοντας +εκαβαλλίκευσε το άλογόν του ο Ρουσκάδ, και ευθύς έτρεξε διά να φθάση +τον βασιλέα της Θέμπας. </p> + +<p>Αφού δε αυτός εμίσευσεν, ο βεζύρ Αλής ερώτησε την βασίλισσαν +ποίος ήτον αυτός ο νέος ο αγνώριστος και του εστάθη μέγας ο +θαυμασμός εις το να ακούση από αυτήν πως αυτός είνε ο βασιλεύς της +Κίνας. Ευχαρίστησε και εμένα την περιέργειάν μου, του είπεν η +βασίλισσα, και φανέρωσέ μου με τι τρόπον εξεσκεπάσθη αυτή η μιαρά +μάγισσα; Κυρά μου, απεκρίθη ο βεζύρης, ο βασιλεύς νυμφίος σου +βεβαιωμένος ότι αυτή ήτον η αληθινή γυναίκα του, και όχι η μάγισσα, +εζούσε με αυτήν μίαν τελείαν αγάπην· όθεν ήτον μερικές ημέρες, που +ευρίσκονταν με αυτήν εις ένα κάστρον, μακράν από την χώραν έως μίαν +ημέραν. </p> + +<p>Σήμερον δε το ταχύ εβγήκα με αυτόν και με ένα σκλάβον, διά να +υπάμε εις το κυνήγι. Και ωσάν εξεμακρύναμεν έως μίαν ώραν δρόμον, ο +βασιλεύς ενθυμήθη πως ελησμόνησεν ένα πράγμα πολλά αναγκαίον εις το +κρεββάτι του· όθεν γυρίζοντας εις το Κάστρον ξεπεζεύει από το άλογόν +του, και μου λέγει να τον καρτερήσω εκεί· και αυτός από μίαν σκάλαν +κρυφήν εμβήκεν εις την κατοικίαν της βασίλισσας. Ύστερα από ολίγον +βλέπω να κατέβη ένας άνθρωπος χωρίς φακιόλι και γυμνός, που είχε την +μορφήν του βασιλέως· ελόγιασα ότι αυτός θα ήτον ο βασιλεύς. Ω +αυθέντη, εφώναξα βλέποντάς τον, πώς είσαι εις αυτήν την κατάστασιν; +Μα αυτός αντίς να μου αποκριθή, τρέχει και παίρνει ένα άλογον και +καβαλλικεύοντάς το φεύγει με μέγαν φόβον χωρίς να μου ειπή λόγον· +και καθώς εγώ εστοχαζόμουν μήπως του έτυχε κανένα εναντίον, έτσι +αποφάσισα διά να τον ακολουθήσω. </p> + +<p>Και κινώντας προς αυτόν διά να τον φθάσω, ιδού και ακούω οπίσω +μου μίαν φωνήν, που με έκραξε, καρτέρει, ω Βεζύρη, καρτέρει. Εγώ δε +ευθύς σταματώ το άλογον, και στρέφω να ιδώ, και βλέπω τον βασιλέα +που βγαίνει από το κάστρον με τα μάτια φλογερά, και με το σπαθί εις +το χέρι. Τρέχει προς εμέ με μεγάλην βίαν και μου λέγει. Βεζύρη, +ημείς εδιώξαμεν την αληθινήν βασίλισσαν, και εκρατήσαμεν μίαν +κακότροπον γυναίκα που επήρε την ιδίαν της μορφήν με την μαγείαν +της· πλην τούτης της μιαράς της εσήκωσα την ζωήν και χρεωστώ να κάμω +το ίδιον και με αυτόν τον επίβουλον που επήρε με τον ίδιον τρόπον +την μορφήν μου. Δος μου ογλήγορα το άλογον, λέγει προς τον σκλάβον +του, διά να ακολουθήσω αυτόν τον άθλιον, να κάμω την ξεδίκησίν μου· +και ούτω καβαλλικεύοντας το άλογόν του τον κατατρέχει με τον τρόπον +που τον είδες, και εξοπίσω του τον ακολουθώ. </p> + +<p>Εις αυτό το διάστημα που ο βεζύρ Αλής εδιηγούνταν αυτά της +βασίλισσας, ο βασιλεύς της Θέμπας εκυνηγούσε μετά μεγάλης βίας τον +εχθρόν του, τον οποίον φθάνοντάς τον, τον ελάβωσε με το σπαθί του +εις την πλάτην, και τον έρριξε κάτω από το άλογον· ξεπεζεύει και +αυτός διά να τον αποσκοτώση. Τότε εκείνος ο τρισάθλιος του εζήτησε +να του αφήση την ζωήν. Εγώ σου την αφίνω, του είπεν ο βασιλεύς, αν +μου ειπής την αλήθειαν ποίος είσαι και διατί επήρες την μορφήν μου. +Αυθέντη, του απεκρίθη εκείνος, επειδή και η βασιλεία σου κάνεις +ετούτη, την χάριν, τίποτε δεν θέλω σου κρύψει, και διά να σε +βεβαιώσω πώς δεν θέλω σου κρύψει την αλήθειαν, κάνει χρεία να λάβω +την φυσικήν μου μορφήν. Τελειώνοντας τούτους τους λόγους βγάζει ένα +δακτυλίδι που είχεν εις το δάκτυλόν του· και ο βασιλεύς ευθύς τον +είδε πώς δεν ήτον άλλο, παρά ένας άσχημος γέρων. </p> + +<p>Ο βασιλεύς έμεινε κατά πολλά θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν +μεταμόρφωσιν και ο γέρων άρχισε να λέγη· εσύ, ω αυθέντη, με βλέπεις +τέτοιον, καθώς αληθώς είμαι, και διά να σου δώσω μίαν τελείαν +ευχαρίστησιν, θέλω σου διηγηθή την ιστορίαν της ζωής μου. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Μοκβάλ +και της Δειλνοβάτζης.</h4> + +<p> +<br /> +Εγώ είμαι υιός ενός υφαντή γεννημένος εις την Δαμασκόν, και Μοκβάλ +είναι το όνομά μου. Ο πατέρας μου ήτον κατά πολλά πλούσιος, μα +περισσότερον φιλάργυρος, και εγώ μόνος ήμουν ο κληρονόμος της +περιουσίας του, ώστε που αποθαίνοντας αυτός έμεινα νοικοκύρης +μεγάλου πλούτου, και αντίς να μιμηθώ το παράδειγμα του πατρός μου, ή +το ολιγώτερον να πραγματεύσω κάμποσον μέρος από τα πλούτη μου, δεν +εστοχάσθηκα άλλο παρά να δοθώ εις ξεφάντωσες και εις τρυφές, +αγαπώντας τες γυναίκες· και κυριωτέρως εσύγκλινα την αγάπην μου εις +μίαν κόρην, που εκατοικούσεν εις την γειτονιά· αυτή ήτον εύμορφη και +πολλά έξυπνη, μα η εξυπνάδα της ήτο πλαστή, και κακού χαρακτήρος· +ήτον αγαπημένη από πολλούς ανθρώπους, και όλοι επιθυμούσαν, ποίος να +είναι ο πρώτος, που να την απολαύση· επειδή και όλους τους +επεριποιείτο με όμοιον τρόπον. </p> + +<p>Έμεινα το λοιπόν γελασμένος ωσάν και άλλοι πολλοί από τα πλαστά +σημεία της φιλίας και τα χάιδια, που μου έδειχνεν και εστοχαζόμουν +ότι οι άλλοι αγαπητικοί της δεν είχαν την χάριν προς αυτήν καθώς εγώ +την είχα, και ενόμιζα πώς ήμουν πλέον ευτυχισμένος από αυτούς. +Ετούτη η φαντασία μου αυγάτιζε πολύ περισσότερον την επιθυμίαν μου, +και με έκαμε να κάμω μεγαλώτατα έξοδα δι' αυτήν· δεν απερνούσεν +ημέρα, που να μην κάμω κανένα νέον δώρον της Δειλνοβάτζης (έτσι αυτή +ωνομάζετο)· και τα δώρα, που της έκανα ήταν τόσον πλουσιοπάροχα, που +εις τρεις τέσσαρας χρόνους ευρέθηκα εις δυστυχίαν. Οι άλλοι +αγαπητικοί της έπασχαν και αυτοί να κρατούν την φιλίαν της, δίδοντες +και αυτοί μεγάλα χαρίσματα, τόσον που αυτή η γυναίκα επλούτησε από +τες γύμνωσές μας. </p> + +<p>Αφού και έφθειρα όλον το έχειν μου μην έχοντας πλέον να εξοδεύσω, +εφοβούμουν πως η αγαπημένη μου δεν θα με ήθελε δεχθή πλέον με +εκείνην την προθυμίαν, που με εδέχονταν. Μα με όλον που αυτή η +Δειλνοβάτζη ήτον πονηρά και φιλάργυρη, μου λέγει μίαν ημέραν· +Μοκβάλ, εσύ λογιάζεις τάχατες πώς διά το παρόν μην έχοντας πλέον να +εξοδεύης και να μου κάμης δώρα, θέλω να σε αποδιώξω από το σπήτι +μου; όχι, αγαπημένε μου, θέλω και εγώ να σου δειχθώ πόσον είμαι +γενναία· σου τάσσω ότι θα μοιράσω με εσένα όλον εκείνο που θέλω +λάβει από τους άλλους μου αγαπητικούς, και να σου επιστρέψω όλον +εκείνο που εξόδευσες με το διάφορον. Και κατά αλήθειαν από τότε μου +απερνούσε πολύ χρυσίον και αργύριον διά κάθε μου χρείαν· εφαινόμουν +πλέον πλούσιος από εκείνο που πρώτα ήμουν, και έξω από αυτό, είχεν +αυτή προς εμένα ένα μεγαλώτατον θάρρος, και δεν έκανε τίποτε αν δεν +το εφανέρωνε πρώτον εμένα. Και με τούτον τον τρόπον εζήσαμεν διά +πολλούς χρόνους. </p> + +<p>Η Δειλνοβάτζη καθώς επήγαινεν από ολίγον κατ' ολίγον γηράζουσα, +έτσι της ωλιγόστευε κάθε ημέραν και ο αριθμός των αγαπητικών της, +και τέλος πάντων τα γερατειά της τους της εσήκωσαν όλους. Όθεν +βλέποντας πώς την απαράτησαν όλοι τοιαύτης λογής, εδοκίμαζε τον +πλέον μεγαλύτερον κακοφανισμόν, που μία παρομοία γυναίκα ημπορεί να +έχη· και μην ημπορώντας να υποφέρη την υστέρησίν τους, και το +περισσότερον που της εκακοφαίνονταν να νομίζεται γραία, και να μην +ημπορή να κάμνη πλέον τες ασέλγειές της, καθώς ήτον μαθημένη, +έρχεται και μου λέγει· Α! Μοκβάλ αγαπημένε μου, σου εξομολογούμαι +ότι το γήρας μου είναι πολλά ανυπόφορον· ότι όντας εκ της νεότητός +μου συνηθισμένη εις την συναναστροφήν των νέων, δεν ημπορώ να +υποφέρω την καταφρόνεσίν τους, και την υστέρησίν τους· είμαι +αποφασισμένη διά να ελευθερωθώ από την θανατηφόρον πίκραν που με +ενοχλεί, να υπάγω εις την έρημον της Φαρράν, διά να εύρω την σοφήν +Βέδραν, μάγισσαν θαυμαστήν της Ασίας, της οποίας όλη η γη είνε +υποκειμένη εις τες μαγείες της διά τα μεγάλα της τεράστια που κάνει, +επιθυμώ όθεν να την ιδώ· ηξεύρω εις ποίον μέρος της ερήμου κατοικεί· +μήπως και αυτή μου δείξη κανένα απόκρυφον διά να ξαναγίνω νέα και +ορεκτική εις τους ανθρώπους εις πείσμα της γεροντοσύνης μου· όθεν αν +με αγαπάς πολύ θέλω να με ακολουθήσης. Εσύ ημπορείς να το κάμης, της +είπα, και εγώ είμαι έτοιμος διά να σε συντροφεύσω, μήπως και λάβω +και εγώ αυτήν την χάριν, να ξαναγένω νέος. Αυτή βλέποντάς με έτοιμον +διά να την ακολουθήσω, εχάρη μεγάλως· και ευθύς πέρνομεν καμπόσην +ζωοτροφίαν, και διαλέγομεν ένα δώρον διά την Βέδραν, και εκινήσαμεν +προς την έρημον. </p> + +<p>Φθάνοντες δε εκεί ύστερον από δύο ημερών περιπάτημα, η +Δειλνοβάτζη με έκαμε να θεωρήσω ένα βουνόν, και μου είπε πως εκεί +κατοικεί η μάγισσα. Πλησιάζοντες δε εκεί, βλέπομεν ένα σκοτεινόν και +φοβερόν σπήλαιον, από το οποίον έβγαιναν με πολύν αλαλαγμόν μεγάλον +πλήθος από πετούμενα διαφόρων ειδών, φοβεράς και άσχημης θεωρίας, τα +οποία σηκωνόμενα εις τα σύγνεφα, έκαναν να αντιβοά ο αέρας από τα +ουρλιάσματά τους τα φοβερά· ημείς επαρουσιασθήκαμεν εις το έμπασμα +του φοβερού σπηλαίου· και εκεί βλέπομεν ένα λύχνον, που εφώτιζεν +όλον το σπήλαιον, και μέσα εις αυτό βλέπομεν μίαν μικρήν γραίαν, η +οποία ήτον η Βέδρα, που εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, και είχεν +απάνω εις τα γόνατά της ένα βιβλίον ανοικτόν, και εδιάβαζεν εμπρός +εις ένα φουρνόπουλον, καμωμένον από χρυσάφι, εις το οποίον ήτον ένα +αγγείον ασημένιον γεμάτον από γην μαύρην, που έβραζε χωρίς φωτιάν. +</p> + +<p>Εμβαίνοντας λοιπόν εις το σπήλαιον επλησιάσαμεν εις την μάγισσαν, +και την εχαιρετήσαμεν με μεγάλην ευλάβειαν και της επροσφέραμεν τα +δώρα, που είχαμεν πάρει· και έπειτα η Δειλνοβάτζη της είπε· +δυνατωτάτη Βέδρα, ήλθαμεν να σου ζητήσωμεν την βοήθειάν σου· δεν +κάνει χρείαν εγώ να σου παραστήσω την χρείαν μας, διά την οποίαν εδώ +ήλθομεν, επειδή και την ηξεύρεις με την τέχνην σου καλώτατα. Η +μάγισσα αφού και αφηκράσθηκε την Δειλνοβάτζην, της είπεν· όχι, όχι, +δεν είνε χρεία να εξηγηθής την επιθυμίαν σου, η οποία πολλά μου είνε +γνωστή· και έτσι λέγοντας επήγε και επήρε δύο γαράφες, και τες +έφερεν έξω από το σπήλαιον, και αποθέτοντάς τες εις την γην, έρριξεν +εις κάθε μίαν από αυτές ένα δακτυλίδι χρυσόν, και τον ίδιον καιρόν +άνοιξε το βιβλίον της, και άρχισε να κάνη εξορκισμούς φοβερούς, και +να μουρμουρίζη διάφορα λόγια μαγικά, που έκαναν φόβον και τρόμον. +</p> + +<p>Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή έκανε τους εξορκισμούς της, +βλέπομεν ημείς και εβγαίνει φωτιά από την μίαν γαράφαν, και από την +άλλην ένας καπνός μαύρος και πολλά πυκνός, ο οποίος σηκωνόμενος, και +εξαπλωνόμενος εις τον αέρα, έγινεν αιφνιδίως μία φοβερά βροντή, η +οποία αφού και έπαυσε δεν εφάνη πλέον να έβγη τίποτε από τες +γαράφες. Τότε η Βέδρα έβγαλε τα δακτυλίδια από τες γαράφες και +έβαλεν ένα εις τον δάκτυλον της Δειλνοβάτζης και της είπεν· υπάγε, +και χαίρου, διότι η επιθυμία σου επληρώθη· διότι το δακτυλίδι που +σου δίνω τον καιρόν που θα το φορής εις το δάκτυλόν σου, έχει +τέτοιαν την δύναμιν που σε κάνει να παίρνης την μορφήν και +παρομοίωσιν όποιας γυναικός ήθελες επιθυμήσει, και εις τον ίδιον +καιρόν γίνεσαι τόσον παρόμοια και απαράλλακτη ωσάν εκείνην, που +είναι αδύνατον να σας διαχωρίσουν την μίαν από την άλλην και εσύ +Μωκβάλ, εξηκολούθησεν η μάγισσα γυρίζοντας προς εμένα, λάβε τούτο το +άλλο δακτυλίδι, το οποίον παρομοίως έχει την δύναμιν, να σε +μεταμορφώνη εις όποιαν μορφήν ανθρώπου επιθυμήσεις· και έτσι +λέγοντάς μου, έβαλε το άλλο δακτυλίδι εις το χέρι μου. </p> + +<p>Ημείς αφού ευχαριστήσαμεν την Βέδραν διά την χάριν που μας +έκαμεν, εμισεύσαμε διά την Δαμασκόν και πριν να φθάσωμεν εις αυτήν +ηθελήσαμεν να κάμωμεν την δοκιμήν εις την στράταν και κάμνοντάς την +εμείναμεν εκστατικοί εις το να ιδούμεν που επαρωμοιάζαμεν έτσι +θαυμασίως εκείνου του υποκειμένου που επιθυμούσαμεν. Φθάνοντας δε +εις την Δαμασκόν η Δειλνοβάτζη ευθύς έβαλεν εις έργον το δακτυλίδι +της, το οποίον της έδωκε την μορφήν των πλέον ωραιοτάτων κυράδων της +χώρας, έπειτα επαρουσιάζετο εις τους αγαπητικούς της, και ελάμβανε +μεγάλα χαρίσματα από αυτούς, και δηνάρια όσα και αν ήθελεν· εγώ από +το μέρος μου διά περιδιάβασίν μου, και καμμίαν φοράν διά να κλέψω, +έτρεχα εις το δακτυλίδι μου, και ελάμβανα τώρα την μορφήν ενός +πραγματευτού· τώρα άρχοντος, και τώρα οποίου και αν ήθελα, κι' ήμουν +νοικοκύρης εις τα υπάρχοντά του. </p> + +<p>Αφού και εζήσαμεν με τούτον τον τρόπον πολύν καιρόν εις την +Δαμασκόν μας ήλθε στοχασμός διά να ταξειδεύσωμεν. Βγαίνομεν λοιπόν +από την Δαμασκόν και πηγαίνομεν από χώραν εις χώραν εις τον τόπον +των Ναϊμάνων και εκεί εμάθαμεν ότι μία ανήλικη βασιλοπούλα εκυρίευε +τον θρόνον και διά όνομά της ο βεζύρ Αλής εκυβερνούσε το βασίλειόν +της, και ότι αυτός είχεν όλην την εξουσίαν, από του οποίου την +κυβέρνησιν ήσαν πολλοί δυσαρεστημένοι και επιθυμούσαν κατά πολλά ότι +ο βασιλεύς Μωβαβάκ ο θείος της ανήλικης βασίλισσας, και αδελφός του +αποθαμμένου βασιλέως, να ήθελε γυρίσει εις τον τόπον του, διά να +βασιλεύση, ο οποίος επιστεύετο ως αποθαμμένος εις ένα πόλεμον που +είχεν υπάγειν κατά των Μογολτάνων, επειδή και από εκείνον τον καιρόν +δεν ήξευραν τι να έγινεν. </p> + +<p>Ημείς πληροφορημένοι από τούτες τες είδησες, η Δειλνοβάτζη μου +είπεν· ετούτος είνε καιρός αρμόδιος διά να λάβης μίαν κορώναν· εσύ +όμως δεν έχεις να κάμης άλλο, παρά να πάρης την μορφήν του Μωβαβάκ, +διά να λάβης το ποθούμενον. Και ούτως απεφάσισα να παρουσιασθώ εις +εκείνου την μορφήν και κατά πρώτον επληροφορήθηκα διά όλες τες +περίστασες του πολέμου εις τον οποίον ο Μωβαβάκ είχεν υπάγει· και +δεύτερον εξέταξα τίνες ήταν οι πλέον εγκαρδιακοί του φίλοι και +λαμβάνοντας τέλος πάντων κάθε λογής πληροφορίαν, έλαβον την μορφήν +του Μωβαβάκ, και επαρουσιάσθηκα εις εκείνους που μου είπαν ότι ήταν +εδικοί του και φίλοι του, οι οποίοι έδειξαν μεγάλην ευχαρίστησιν που +με είδαν. Εφανέρωσα ευθύς αυτουνών την γνώμην μου, που επιθυμούσα +διά να βασιλεύσω· οι οποίοι το εδέχθησαν μετά χαράς και έκαμαν κάθε +τρόπον, και εσύναξαν πολλούς από το μέρος τους, και έκαμαν και +άλλους να αποστατήσουν και ολίγον κατ' ολίγον ήλθε το περισσότερον +των Ναϊμάνων εις βοήθειάν μου. Εγώ βλέποντάς τον αριθμόν του +στρατεύματος που έκαμα, εκίνησα κατά πάνω της βασίλισσας διά να της +πάρω τον θρόνον, και δεν έλαβα πολύν κόπον διά να λάβω το +ποθούμενον. Λαμβάνοντας δε τον θρόνον όλοι οι υπήκοοί μου έκαμαν +όρκον που να μου είνε πιστοί, και πρόθυμοι εις το να με υπακούουν +εις ό,τι τους ήθελα προστάξει· και έπειτα από αυτό ηθέλησα να πιάσω +την βασιλοπούλαν διά να την φονεύσω, διά να μην έχω πλέον φόβον απ' +αυτήν. Μα ο Βεζύρ Αλής διά να της φυλάξη την ζωήν, την επήρε κρυφίως +και έφυγεν από το βασίλειον, και από την οργήν μου. Εγώ το λοιπόν, +έμεινα εις τον θρόνον, με όλην την ησυχίαν, και εβασίλευα με +μοναρχικήν δύναμιν· εφιλοδώρησα όλους εκείνους όσοι υπερμάχησαν διά +την ύψωσίν μου εις τον θρόνον, των οποίων έδωσα τες πρώτες αξίες· +και αν ήτο αληθώς ο ίδιος Μωβαβάκ, δεν ήθελε κάμει καλλίτερες +διάταξες από τες εδικές μου. Εζούσα το λοιπόν πολλά ευχαριστημένος +ομού με την Δειλνοβάτζη, που και αυτή είχε λάβει μορφήν ωραιοτάτης +γυναικός, και απερνούσε και αυτή ως βασίλισσα και γυναίκα μου. </p> + +<p>Τέλος πάντων εκεί που απερνούσαμεν διά πολύν καιρόν τες ημέρες +μας εις τρυφές και αγαλλίασες, ωσάν βασιλείς που είμασθε, βλέπομεν +να έλθουν οι ταχυδρόμοι σου δίδοντάς μας την είδησιν, ότι +εστεφανώθηκες την βασίλισσαν των Ναϊμάνων, και πως είχες αποφασίση +να σηκώσης πόλεμον εναντίον μας, αν δεν της ηθέλαμεν επιστρέψη την +κορώναν, που της είχαμεν σηκώσει αδίκως. Εγώ τους απεκρίθηκα με +θυμόν ωσάν να καταφρονούσα τους φοβερισμούς σου, μα μέσα μου +απόμεινα πολλά φοβισμένος, και δεν απέρασεν ολίγον, αφού και +απέστειλα τους ταχυδρόμους σου, που να μην έμπω εις τον στοχασμόν με +την Δεινολβάτζην, τι στράταν έπρεπε να πάρωμεν. Ύστερα αφού απέρασε +πολύς καιρός στοχαζόμενοι είδαμεν που ήτον αδύνατον να σου +αντισταθούμεν, και διά τούτο αποφασίσαμεν να παραιτήσωμεν τον θρόνον +και να έλθωμεν να ξεδικηθούμεν εσένα, και την βασίλισσαν των +Ναϊμάνων, ωσάν πως μας είχατε κάμει την πλέον μεγαλύτερην αδικίαν +του κόσμου. Και ιδού ο τρόπος με τον οποίον ηθελήσαμεν να κάμωμεν +την εκδίκησιν. </p> + +<p>Έτρεξα τότε εις το δακτυλίδι μου, ακολούθησεν ο Μωκβάλ, και +εκαμώθηκα πως είμαι άρρωστος διά κάμποσες ημέρες, και υστερότερα, +διά να κάμω να πιστεύση ο λαός των Ναϊμάνων ότι ήμουν αποθαμμένος, +έλαβα μορφήν νεκρού, και κάνοντάς μου τα έξοδα, με έθαψαν με μεγάλην +παρρησίαν. Το βράδυ η Δειλνολβάτζη και μου άνοιξε τον τάφον, και +λαμβάνοντας τες φυσικές μας μορφές, εκινήσαμεν διά να έλθωμεν εις +την χώραν της Θέμπας, εις την οποίαν ευθύς που εφθάσαμεν, ηύραμεν +τους προεστούς των Ναϊμάνων, που είχαν έλθει διά να δώσουν της +βασίλισσας συμβίας σου την είδησιν διά τον θάνατόν μου, και πως +εζητούσαν να την ξαναβάλουν εις τον θρόνον της. Επάνω εις αυτήν την +είδησιν η βασιλεία σου ελευθέρωσε τα στρατεύματα, που είχες +ετοιμασμένα διά να έλθης κατά πάνω μου, και αποφάσισες να στείλης +κυβερνήτην τον βεζύρην Αλή. </p> + +<p>Εις αυτό το αναμεταξύ η Δειλνοβάτζη υποκάτω εις την μορφήν μιας +σκλάβας της βασίλισσας, και εγώ εις μορφήν ενός ευνούχου, εμβήκαμεν +εις το σεράγι σου μίαν νύκτα, και εκρυφθήκαμεν εις τον χοντζερέ σου, +μέσα εις τον οποίον δεν μας εστάθη δύσκολον να βάλωμεν εις έργον την +γνώμην μας· επειδή και οπόταν ευρισκόσουν εις το κρεββάτι, και η +βασίλισσα εις άλλον οντά και εδιάβαζεν, η Δειλνοβάτζη πήρε την +μορφήν αυτηνής, και ήλθε και εσέβη εις το κρεββάτι σου μαζί, και +οπόταν η αληθινή σου γυνή ήθελε να έβγη από τον οντά της διά να έλθη +να σε εύρη, επαρουσιάσθηκα εγώ έμπροσθέν της υποκάτω εις ένα +φάντασμα. Αυτή από τον φόβον της έκραξε μεγάλως, και εγώ εν τω άμα +έγινα άφαντος. Πλην εσύ βασιλέα μου, ηξεύρεις τα επίλοιπα, και δεν +μου λείπει άλλο, παρά να σου φανερώσω διατί σήμερον επήρα την μορφήν +της βασιλείας σου. </p> + +<p>Ετούτο το ταχύ ευθύς που εβγήκες έξω από το παλάτι σου, εγώ +εμπήκα υποκάτω εις την μορφήν του αρχιευνούχου σου εις τον χοντζερέ +σου, εις τον οποίον είχες αφήσει εις το κρεββάτι σου, την +Δειλνοβάτζην. Μωκβάλ, αυτή μου είπεν, γδύσου και έλα υποκάτω εις την +μορφήν του βασιλέως διά να σε χαρώ εις τον τόπον του. Τότε εγώ έκαμα +καθώς εκείνη επιθυμούσε, και ήμουν με αυτήν εις το κρεββάτι. Αλλ' +οπόταν έξαφνα εμπήκες εις τον χοντζερέ, εγώ βλέποντάς σε πως ήθελες +να με φονεύσης, υπαντήθηκα από το λάβωμα του σπαθιού σου, και έφυγα +από τα χέριά σου· μα ο ουρανός μην υποφέροντας πλέον τες ανομίες +μου, ιδού που με έδωσεν εις τας χείρας σου. Ναι, ω βασιλέα μου, +ομολογώ πως αχρήζω τον θάνατον και αν η βασιλεία σου, αφού ήκουσες +όλες τες ανομίες που έπραξα, οι οποίες συνθέτουν την ιστορίαν μου, +μετανοείς πως μου έταξες να μη με φονεύσης, εγώ ευχαριστούμαι να +γυρίσης τον λόγον σου, και να παιδεύσης ένα τρισάθλιον, που μόνος +του ομολογεί πως είναι ανάξιος να ζη πλέον επάνω εις την γην. </p> + +<p>Αλήθεια, του απεκρίθη ο βασιλεύς, εσένα σου έπρεπεν ο θάνατος, +διά να καθαρισθή η γη από ένα τερατώδη άνθρωπον ωσάν εσένα· μα +επειδή και σου έταξα να σου αφήσω την ζωήν, δεν βγαίνω από τον λόγον +μου· σου παίρνω μοναχά το δακτυλίδι ως εργαλείον ολέθριον των +ανομιών σου, διά να μην ημπορέσης πλέον να βλάψης το ανθρώπινον +γένος, και τα γηρατειά σου θέλουν είνε η παίδευσίς σου. Εις αυτό το +αναμεταξύ που ο βασιλεύς ετελείωσεν αυτούς τους λόγους, βλέπει τον +Ρουσκάδ, που επλησίαζε προς αυτόν με πολλήν βίαν, και διακρίνοντας +από το φόρεμά του, εστοχάσθη ότι ήταν ένας άνθρωπος ευγενής. </p> + +<p>Ο Ρουσκάδ φθάνοντας εκεί εξεπέζευσε, και αφού τον εχαιρέτησε, του +είπε· βασιλέα, έρχομαι διά να σου προμηνύσω μίαν χαρμόσυνον είδησιν· +η βασίλισσα των Ναϊμάνων, που εδιώχθη ωσάν μια μάγισσα από την +βασιλεία σου, και με όσα υπέφερεν από τότε έως τώρα, σε βεβαιώνω ότι +δεν απόθανεν ακόμη, αλλά ζη. Ω ουρανέ, εβόησεν ο Βασιλεύς της Θέμπας +εις ετούτην την είδησιν, είνε δυνατόν να ζη ακόμη η αγαπημένη μου +βασίλισσα, με όλες τες δυστυχίες, που της εσυνέβηκαν; Ω φίλε μου, +κατά πως βλέπω είσαι πληροφορημένος διά τα όσα εσυνέβηκαν εις το +παλάτι μου· πες μου το λοιπόν σε παρακαλώ ποίος είσαι και πως τα +ηξεύρεις; Εγώ, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, είμαι ένας ξένος, και εις άλλον +καιρόν θέλω σου ειπεί το όνομά μου· το συμβεβηκός με έκαμε να +συναπαντήσω την βασίλισσαν την γυναίκα σου, η οποία μου εδιηγήθη τα +δυστυχισμένα συμβεβηκότα της· ηξεύρω ακόμη και εκείνα, που σου +εσυνέβηκαν σήμερον το ταχύ, με το να μου τα εδιηγήθη ο βεζύρ Αλής, ο +οποίος ευρίσκεται μαζί της και σε καρτερούν να γυρίσης να σε ιδούν. +</p> + +<p>Ετούτη η είδησις επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν του βασιλέως της +Θέμπας. Και ευθύς εμίσευσαν διά να πηγαίνουν να την εύρουν, +αφίνοντες εκεί εκείνον τον τρισάθλιον, αφού και του εσήκωσαν το +δακτυλίδι. Και εν τω άμα έφθασαν όπου ο βεζύρ Αλής ήτον με την +βασίλισσαν. Ο δε βασιλεύς της Θέμπας με οξύτητα ξεπεζεύοντας παίρνει +εις τας αγκάλας του την αγαπημένην του γυναίκα, και γεμάτος από +αγαλλίασιν της λέγει· αχ! βασίλισσά μου, με τι μάτια κυττάζεις ένα +συμβίον που σε εκαταφρόνεσε τόσον; μα αλλοίμονον εις εμέ, εις τι +τυφλότητα έπεσα να παιδεύσω μίαν ανεύθυνον; παρακαλώ σε μη με +μισήσης ότι εγώ δεν έχω το φταίξιμον, αλλά οι μαγείες εκείνης της +μιαράς με εθάμπωσαν, και έκαμα τέτοιαν ανομίαν, και διά τούτο +παρακαλώ να συμπαθήσης το σφάλμα μου. </p> + +<p>Η βασίλισσα ηξεύροντάς την αθωότητά του, δεν τον ωνείδισεν εις τα +όσα της έκαμεν, αλλά μετά μεγάλης αγάπης τον εδέχθη, και τον +επεριποιήθη ωσάν άνδρα της αγαπημένον. Αφού δε εχάρηκαν αναμεταξύ +τους εις την ξαναντάμωσιν, η βασίλισσα τον επαρακάλεσε να της ειπή +το πώς εκατάλαβε τον δόλον της μάγισσας και τα ακόλουθα. Ο δε +βασιλεύς της εδιηγήθη ευθύς, λέγων, πηγαινάμενος εις τον οντάν της +γυναικός μου, την ηύρα με έναν που με επαρομοίαζεν· εγώ βλέποντάς +τους έβγαλα το σπαθί μου να τους θανατώσω· αλλ' ο άνδρας επρόφθασε +και έφυγε. Τότε εγώ τραβώντας το σπαθί έκοψα της τρισαθλίας το χέρι, +εις το οποίον εφορούσεν ένα δακτυλίδι μαγικόν και ευθύς που της +έπεσε το χέρι κατά γης, από ωραία που ήτον, εμεταβάλθη εις μίαν +ασχημοτάτην γραίαν. Βασιλέα, μου λέγει, κόπτοντάς μου το χέρι +εχάλασες την μαγείαν. </p> + +<p>Εγώ με την δύναμιν ενός δακτυλιδιού απερνούσα διά γυναίκα σου και +ο άνδρας που έφυγε, και αυτός έχει ένα παρόμοιον, και με αυτό επήρε +την μορφήν σου· και επειδή σου εξομολογούμαι το παν σε παρακαλώ +συμπάθησόν με. Ω άνομη, εφώναξα εγώ, έχεις ακόμα πρόσωπον να μου +ζητήσης συμπάθειον, μάγισσα παράνομη, που με τες μαγείες σου με +έκαμες να υστερηθώ την αληθινήν μου γυναίκα; δεν είναι πλέον έλεος +εις εσένα. Και έτσι λέγοντας την έκαμα κομμάτια και την άφησα εκεί· +και ευθύς εδόθηκα διά να κυνηγήσω και τον άνδρα που με αυτήν ηύρα, +διά να τον φονεύσω και αυτόν. Έπειτα της εδιηγήθη και του Μωκβάλ +όλην την ιστορίαν, την οποίαν του εφανέρωσε και αυτός· και πώς του +επήρε το δακτυλίδι και τον άφησεν ολίγον μακράν. </p> + +<p>Διηγούμενος ο βασιλεύς ετούτην την ιστορίαν, η βασίλισσα, ο βεζύρ +Αλής και ο Ρουσκάδ έμειναν εκστατικοί διά τέτοια συμβεβηκότα. Και +αφού ο βασιλεύς ετελείωσε την ιστορίαν αυτήν, γυρίζει προς τον +Ρουσκάδ, και του λέγει· ω ευγενή ξένε, επειδή διά την τόσην +καλωσύνην, που έδειξες προς την αγαπημένην μου γυναίκα, και +υπερμάχησες διά την ευτυχίαν που τώρα χαιρόμεθα, τι χάριν από εμένα +ζητείς να σου κάμω; πρόσταξε και θέλει σου δοθή ό,τι σου θέλει είναι +αρεστόν. Ο Ρουσκάδ εκεί που έστεκε διά να του αποκριθή και να τον +ευχαριστήση, η βασίλισσα του έκοψε τον λόγον, και λέγει προς τον +άνδρα της. Κύριε, δεν ηξεύρεις που ο ξένος με τον οποίον ομιλείς +είναι ο βασιλεύς της Κίνας; Ευθύς που ο βασιλεύς της Θέμπας ήκουσεν +ετούτο, εζήτησε συμπάθειαν του Ρουσκάδ, ανίσως και έλειψε να του +προσφέρη το πρεπούμενον σέβας. Ο Ρουσκάδ, του αντέκοψε τον λόγον, +και αγκαλιάσθηκαν αμοιβαίως, και εφιλήθηκαν· υστερότερον εσηκώθηκαν, +και επήγαν εις την Θέμπα με μεγάλην αγαλλίασιν. Ο Ρουσκάδ έμεινεν +εκεί μερικές ημέρες, και έκαμαν εις αυτόν μεγαλώτατες τιμές κατά πως +του έπρεπαν. Και έπειτα ζητώντάς τους θέλημα εξαναγύρισεν εις το +βασίλειόν του. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ακολούθησις της +ιστορίας του Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης +Κεριστάνης.</h4> + +<p> +<br /> +Ερχόμενος ο βασιλεύς της Κίνας Ρουσκάδ εις το βασίλειόν του, δεν +έλειψε να διηγηθή του βεζύρη του τα παράδοξα συμβεβηκότα της +βασίλισσας και του βασιλέως της Θέμπας. Ο βεζύρης ακούοντάς τα +έμεινε θαυμασμένος, και από ετούτα έλαβε την αιτίαν να παρρησιάση +εις τον αυθέντην του, ότι και η Κεριστάνη δεν ήτον άλλο, παρά μία +μάγισσα ωσάν την Δειλνοβάτζην, καθώς του το εφανέρωσεν εξ αρχής. Δεν +επέρασεν όμως πολύς καιρός, που ο βασιλεύς ευρίσκετο εις το +βασίλειόν του εν ησυχία· και μίαν ταχινήν εκεί που οι μεγιστάνες του +τον ανάμεναν εις το ντιβάνι, τους εδόθη είδησις πως δεν ευρίσκετο +πλέον εις το παλάτι του, αλλά εχάθη. Τότε όλοι εδόθηκαν εις φωνάς +και εις κλαυθμούς διά την έλλειψιν του βασιλέως των, και μάλιστα ο +βεζύρης του ωδύρετο κατά πολλά διά τον αιφνίδιον χαμόν του. Και εις +αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εθρηνούσαν και εγύρευαν τον βασιλέα +τους, αυτός ο ευτυχισμένος βασιλεύς ευρίσκονταν εις την ακμήν της +ευτυχίας του, εις το νησί Χαρμοστάν, εις το οποίον εφέρθη διά +προσταγής της Κεριστάνης. </p> + +<p>Ετούτη η Βασίλισσα αφού ανέβη εις τον θρόνον, έβαλεν όλην της την +επιμέλειαν εις τες διόρθωσες του βασιλείου της και εις τον +καλλωπισμόν της μεγαλειότητός της. Ύστερον δε από αυτά στοχαζομένη +τον λόγον που είχε δώσει του βασιλέως της Κίνας, και ευχαριστημένη +διά την εμπιστοσύνην του, απεφάσισε να κάμη να τον φέρουν εκεί και +ούτως αποφασίζοντας, επρόσταξεν ένα της πιστόν εξωτικόν, και επήγε +και της τον έφερεν εις το παλάτι εις ολίγον διάστημα. Ω βασίλισσα, +εφώναξεν ο Ρουσκάδ, ευθύς που είδε την Κεριστάνην, αξιώθηκα το +λοιπόν διά να σε ξαναϊδώ, εις καιρόν που δεν ήλπιζα να είμαι πλέον +εις την ενθύμησίν σου; Όχι, Ρουσκάδ, απεκρίθη η Κεριστάνη, μη +στοχάζεσαι πως το μάκρος του καιρού με έκαμε να σε αλησμονήσω· εγώ +πάντα σε είχα εις την καρδίαν μου, μα εκαρτερούσα να δοκιμάσω αν μου +ήσουν πιστός· και τώρα που σε εκατάλαβα διά πιστόν, έκαμα και σε +έφεραν εδώ διά να χαρούμεν κατά τον πόθον μας· και θέλω σήμερον να +πληρώσω το τάξιμον, που σου έκαμα, διά να σε λάβω νόμιμόν μου άνδρα. +</p> + +<p>Ο βασιλεύς της Κίνας ευχαρίστησε κατά πολλά την Κεριστάνην διά +την γενναιότητα, που έδειχνε εις αυτόν, και της έταξε μίαν αγάπη +παντοτεινήν. Ύστερον από αυτά τα λόγια, όλοι οι προεστοί του +βασιλείου της, μικροί και μεγάλοι εσυναθροίσθηκαν εις το παλάτι διά +προσταγής της, των οποίων είπε· Μεγάλοι και μικροί εξωτικοί που με +ακούετε, με το να είσθε όλοι με όρκον εις την υποταγήν μου, και +έτοιμοι εις τα προστάγματά μου, σας δίνω την είδησιν, ότι θέλω να +πάρω διά νόμιμόν μου άνδρα τον βασιλέα Ρουσκάδ, που εδώ κοντά μου +βλέπετε και να τον στέψω και βασιλέα σας, τον οποίον σας παραγγέλλω +ότι από την σήμερον και εις το εξής θέλετε του προσφέρει το ίδιον +σέβας, που και εις εμέ προσφέρετε. Τότε όλοι οι εξωτικοί τον +επροσκύνησαν, και της επαίνεσαν την εκλογήν που έκαμε, με όλον που +ήτον ένας άνθρωπος θνητός. Τελειώνοντας η τάξις της στέψεως του +βασιλέως εκοπίαζον εις τες ετοιμασίες των γάμων μα πριν τελειώσουν, +η Κεριστάνη είπε προς τον Ρουσκάδ. </p> + +<p>Κύριε, είνε χρειαζόμενον να μου τάξης πως θα φυλάξης ένα πράγμα· +εγώ δεν ζητώ από λόγου σου αυτό το τάξιμο διά άλλο, παρά διά κοινόν +μας καλόν· αυτό είνε εξ αποφάσεως αναγκαίον διά να μου το κάμης και +με επιμέλειαν να το φυλάξης, διατί αν από κακήν τύχην δεν ήθελες το +φυλάξει, ημείς και οι δύο θέλομεν γένει πολλά δυστυχισμένοι. Αλλοί +εις εμέ, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, τα λόγια σου πολλά με +βάνουν εις υποψίαν, και διά τούτο πες μου να ιδώ τι πρέπει να σου +τάξω. Εκείνο, που εγώ θέλω, απεκρίθη η Κεριστάνη, είνε μία +δυνάστευσις, που θέλει σου είνε πολλά βαριά, την οποίαν δεν πιστεύω +να είσαι αρκετός να την υποφέρης· επειδή και όντας εγώ μία εξωτική, +και εσύ ένας υιός του Αδάμ, είμεθα καθώς φαίνεται διαφορετικής +κλίσεως· ημείς εργαζόμεθα το εναντίον από τους ανθρώπους, έχομεν +τους νόμους μας και τες συνήθειές μας διαφορετικές, και εις ένα +λόγον ημείς δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν πολύν καιρόν αντάμα, αν εσύ +δεν θέλεις έχει μίαν τυφλήν υποταγήν και υπακοήν προς εμένα. </p> + +<p>Πώς; ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, ετούτη είνε η δυνάστευσις η +βαρεία, την οποίαν υποπτεύεις πως να μην είμαι αρκετός να φυλάξω; +εγώ λογιάζω πως έως τώρα θα εγνώρισες την καρδιά μου, που είνε πάντα +υποκειμένη εις κάθε σου πρόσταγμα, και πως δεν έχω άλλην θέλησιν +παρά την εδικήν σου. Ας είνε, εξαναείπεν η βασίλισσα· εσύ το λοιπόν +τάζεις μου, αν κάμω κανένα πράγμα έμπροσθέν σου που να σου κακοφανή, +να μη βλασφημήσης, αλλ' ούτε να με ονειδίσης εις εκείνο που έκαμα; +Ναι, ω βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός· αντίς να βλασφημήσω τα έργα +σου, ομνύω ότι ήθελα τα επαινέσει όλα, και θέλω έχει εις όλην μου +την ζωήν άλλην τόσην υπακοήν, όσην αγάπην σού έχω. </p> + +<p>Τόσον φθάνει, εξαναείπεν η Κεριστάνη, εγώ αναπαύομαι επάνω εις +τον όρκον σου, ελπίζοντας ότι κάθε λογής πράγμα, που εγώ είμαι διά +να κάμω εμπρός εις τα μάτια σου, να φυλάξης σιωπήν, και να μη +μιλήσης τίποτε επειδή και οι εξωτικοί δεν κάνουν κανένα πράγμα χωρίς +στοχασμόν· και ανίσως καμμίαν φοράν θέλεις με ιδεί να κάμω πράγμα, +που να σου φανή αστόχαστον, πες με τον εαυτόν σου, αυτή δεν +εργάζεται με τέτοιον τρόπον χωρίς δικαιολόγημα. </p> + +<p>Ο βασιλεύς της Κίνας ξανατάζοντάς της να φυλάξη με κάθε υπακοήν +τα όσα υπεσχέθη, δεν εστοχάσθηκε τότε άλλο, παρά διά την υπανδρείαν +τους, την οποίαν ευθύς την έβαλαν εις πράξιν, και έκαμαν τους γάμους +με μεγάλες χαρές ολωνών των εξωτικών. Και ο βασιλεύς ευρίσκετο τόσον +ευτυχισμένος, που περισσότερον δεν ημπορούσε να γένη, και +καθημερινώς δεν έκανεν άλλο, παρά να είνε εις χαρές και παιγνίδια +ομού με την αγαπημένην του Κεριστάνην. </p> + +<p>Απαρνώντας λοιπόν ένας χρόνος αφού και υπανδρεύθηκαν, η +Κεριστάνην εγέννησεν ένα παιδί αρσενικόν, από τον ήλιον πλέον +ευμορφώτερον. Ο δε βασιλεύς ευρισκόμενος εις το κυνήγι, οπόταν έλαβε +την χαροποιάν είδησιν εγύρισεν ευθύς εις το παλάτι του διά να ιδή το +βρέφος και βλέποντάς το εις τα χέρια της μητρός του, η οποία +εκάθονταν σιμά εις μίαν μεγάλην φωτιάν, το επήρεν εις τες αγκάλες +του, και αφού το εφίλησε πολλές φορές το εξανάδωσε της μητρός του. +Αυτή παίρνοντάς το εις τα χέρια της ευθύς το έρριξε μέσα εις εκείνην +την φλόγα που η φωτιά έκανεν, και εν τω άμα, ω θέαμα παράδοξον, η +φωτιά και το βρέφος έγιναν άφαντα. Ετούτο το παράδοξον θέαμα, δεν +επροξένησεν ολίγην λύπην εις τον βασιλέα, μα ό,τι λογής και αν ήτον +ο πόνος του διά τον χαμόν του υιού του, ενθυμήθη εν τω άμα το +τάξιμον που έκαμε, και εκατάπιε την θλίψιν του, φυλάγοντάς την +σιωπήν· όθεν χωρίς να της ειπή τίποτε ετραβήχθη εις τον χοντζερέ +του, και εκεί εδόθη εις το να κλαίη, λέγοντας· δεν είμαι εγώ +δυστυχής; ο ουρανός μου έδωσεν ένα υιόν, και βλέπω που με τα χέρια +της η μητέρα του τον ρίχνει εις την φωτιάν και ακόμη μου είνε +εμποδισμένον να μιλήσω διά ένα κάμωμα τόσον σκληρόν; ω μητέρα +απάνθρωπη, και βάρβαρη· μα, ας σιωπήσω, ακολούθησεν, ημπορώ να +αγανακτήσω την βασίλισσαν φανερώνοντας την θλίψιν μου· αλλά πρέπει +να υπομείνω δυναστικώς, και αντίς να κατηγορήσω το άνομον κάμωμά +της, ας ειπώ πως η βασίλισσα δεν κάνει τίποτε χωρίς δικαιολόγημα. Ο +βασιλεύς το λοιπόν τοιούτης λογής στοχαζόμενος, δεν είπε λόγον τινά +προς την Κεριστάνην, με όλον που ήτον υπερβολική η θλίψις του διά +τον χαμόν του υιού του. </p> + +<p>Ένα χρόνον υστερότερα από αυτό, η Κεριστάνη έδωσε πάλιν εις φως +μίαν θυγατέρα πολλά ευμορφότερην από τον υιόν. Ο δε βασιλεύς ήτον +πολλά εκστατικός διά την μεγάλην ευμορφάδα της θυγατρός του, και δεν +ημπορούσε να ξεκολλήση από το να την χαίρεται· μα αυτή η χαρά του +δυστυχούς ολίγον του εφτούρησεν επειδή και εις το αναμεταξύ που την +εκύτταζεν, ιδού και εμβαίνει εις εκείνον τον χοντζερέ μία σκύλα +άσπρη πολλά μεγάλη με το στόμα ανοικτόν, την οποίαν η Κεριστάνη +βλέποντάς την έκραξε, λέγοντάς της· έπαρε τούτην την μικράν κόρην +απ' έμπροσθέν μου· ότι δεν ημπορώ να την υποφέρω· και η σκύλα ευθύς +επλησίασε, και παίρνοντας με τα δόντια την κόρην έφυγε με μεγάλην +ορμήν. </p> + +<p>Ήθελεν είνε αδύνατον να διηγηθή τις, ποίας λογής ήτον εις τούτο +το θέαμα ο πόνος του βασιλέως, και με όλον που είχε τάξει την σιωπήν +με όρκον της βασίλισσας, ολίγον έλειψε που να μη τον χαλάση, διά να +ονειδίση την ωμότητά της· εστάθη όμως στενεμμένος να αναμερίση, +φοβούμενος να μη της φανερώση την θλίψιν του· και ούτως επήγε και +εξανακλείσθη εις τον χοντζερέ του, και δεν έκαμνεν άλλο, παρά να +οδύρεται, και να κλαίη το κακόν τέλος των τρυφερών του παιδιών. Η +Κεριστάνη (έλεγε με τον εαυτόν του) καθώς βλέπω είνε μία σκληρά, και +απάνθρωπος εις το να έχη μίαν τέτοια καρδιά διά τα παιδιά της. </p> + +<p>Αν οι εξωτικοί έχουν τόσην ευχαρίστησιν να κάνουν τέτοια πράγματα +εναντίον εις τα φυσικά τους παιδιά, οι άνθρωποι όμως είναι πλέον +ευσπλαχνικοί από αυτούς· μα η βασίλισσα μου είπε, πως οι εξωτικοί +δεν κάνουν τίποτε χωρίς δικαιολόγημα· και αυτό πώς ημπορεί τις να το +πιστεύση, ότι αυτή να μην έκανε κακόν; αχ, εγώ καταλαμβάνω τι είνε +τούτο το μυστήριον, και βλέπω την αιτίαν της δυστυχίας μου. Οι νόμοι +των εξωτικών, απ' ότι στοχάζομαι, θέλουν χωρίς άλλο, ότι οπόταν, +αυτοί υπανδρεύονται με ανθρώπους, τα παιδιά που γεννούν με αυτούς, +να τα θανατώνουν· ιδού το αίτιον αυτουνού του έργου που με κάνει +εκστατικόν. Ω Κεριστάνη απάνθρωπη, ημπορείς να στοχασθής, αν εγώ +ημπορώ να υποχρεωθώ εις όλα σου τα σκληρά καμώματα, χωρίς να μη σε +ονειδίσω; όχι, εις πείσμα όλης της αγάπης, που έχω προς εσένα, είναι +αδύνατον να ημπορέσω να συνηθίσω εις τους νόμους σου. </p> + +<p>Με όλον που ευρίσκετο ζωντανά περίλυπος ο Ρουσκάδ διά το χάσιμον +των παιδιών του, όμως έλαβεν αρκετήν υπομονήν, να μην ειπή τίποτε +της βασίλισσας· μα η κατοίκησις του νησιού Χαρμοστάν του εγένονταν +ανυπόφερτος, και αποφάσισε να γυρίση εις την Κίναν. Όθεν, βασίλισσα, +λέγει μίαν ημέραν της Κεριστάνης, εγώ επεθύμισα να ξαναϊδώ το +βασίλειόν μου· διά τούτο δος μου σε παρακαλώ θέλημα, διά να πηγαίνω +να ξαναεύρω τον λαόν μου, οι οποίοι από πολύν καιρόν με νομίζουν διά +χαμένον, και αφού βάλω τα πράγματά μου εις τάξιν, πάλιν θέλω +ξαναγυρίσει. Ας είναι του απεκρίθη η βασίλισσα, ημπορείς να υπάγης +διά να δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν του λαού σου, επειδή και η +παρουσία σου είναι πολλά αναγκαία εις το βασίλειόν σου· διότι εγώ +ηξεύρω, ότι οι Μογγόλοι σηκώνουν εναντίον σου δυνατόν στράτευμα. +Μίσευσε το λοιπόν διά να υπάγης να διαφεντευθής και θέλω έχει και +εγώ την επιμέλειαν διά να έλθω να σε εύρω, και να σε βοηθήσω αν +λάβης χρείαν. </p> + +<p>Έτσι λέγοντας η Κεριστάνη, έκραξεν ένα εξωτικόν, και το επρόσταξε +να φέρη ευθύς τον βασιλέα εις το παλάτι του εις την Κίναν. Ο +εξωτικός υπακούοντάς τον επήρεν εις τες αγκάλες του, και εν τω άμα +τον έφερεν εις την Κίναν, και τον απόθεσεν εις το παλάτι του. Ευθύς +που ο βεζύρης του τον είδεν έλαβε πολλήν χαράν, και επρόσπεσεν εις +τους πόδας του και του είπεν· Ω Αυθέντη, ο ουρανός το λοιπόν +επήκουσε τες παρακάλεσές μου, και σε έφερε εις τον λαόν σου, διά να +τον χαροποιήσης. Τότε ο βασιλεύς αγκαλιάζοντας τον βεζύρην, του +εδιηγήθη τα όσα του εσυνέβηκαν και ο βεζύρης έμεινεν εκστατικός από +τον θαυμασμόν του. Εις τούτο το αναμεταξύ, οι Μογγόλοι επλησίασαν +εις την Κίναν με υπερβολικάς δυνάμεις. Εις την είδησιν του ερχομού +τους, ο Ρουσκάδ εσυνάθροισε το περισσότερον μέρος που εδυνήθη από το +στράτευμά του, και εφέρθη απέναντι των εχθρών του, και ετέντωσεν +ολίγον μακράν από αυτούς, διά να καρτερήσή την ζωοτροφίαν διά το +στράτευμα, που ήτον ολίγον ξέμακρα, την οποίαν εσυντρόφευεν ένας +Πασσάς ονόματι Βελής. Και τον καιρόν που αυτός επλησίαζε με την +ζωοτροφίαν εις το στράτευμά του φανερώνεται έμπροσθέν του η +Κεριστάνη, συντροφιασμένη από πολύ πλήθος εξωτικών, οι οποίοι ευθύς +εξεφόρτωσαν τα καμήλια και μουλάρια, που ήταν φορτωμένα φαγητά, και +πιοτά διάφορα, και τα έχυσαν καταγής, τόσον τα φαγητά όσον και τα +πιοτά και τα ανακάτωσαν όλα, και τα ετσαλαπάτησαν που δεν ήτον πλέον +διά να φάγουν τα φαγητά αλλ' ούτε να πιουν τα πιοτά. </p> + +<p>Ο δε Βελής έμεινεν εκστατικός εις το να ιδή τούτα εις τέτοιαν +κατάστασιν. Τότε η βασίλισσα του είπεν, ύπαγε να ειπής του αυθέντος +σου, ότι η βασίλισσα γυναίκα του επροξένησεν ετούτην την ζημίαν. +Αυτός υπήκουσε, και επήγε και το είπε του βασιλέως. Αυτή η είδησις +έφερε τον βασιλέα εις αδημονίαν μεγαλυτέραν από τον θάνατον των +παιδιών του, ο οποίος του εφαίνονταν πλέον άξιος συμπαθείας από +τούτο το υστερινόν κάμωμα· και εκεί που ήτον δι' αυτό πολλά +θαυμασμένος, βλέπει την Κεριστάνην να παρουσιασθή έμπροσθέν του. </p> + +<p>Βασίλισσα, της είπεν, δεν ημπορώ να σιωπήσω πλέον· εσύ μου έφερες +εις το άκρον την υπομονήν μου. Έρριξες το παιδί μου εις την φωτιάν, +έδωσες την θυγατέρα μου μιας σκύλλας, και με όλον που ήτον μεγάλη η +θλίψις μου, εγώ δεν σου ωμίλησα, αλλ' ούτε σου έδειξα πως μου +εκακοφάνη· μα ετούτο που μου έκαμες τώρα δεν ημπορεί να είνε άλλο, +παρά μία επιβουλή της ζωής μου και της τιμής μου, και μου είνε +αδύνατον που να μη παραπονεθώ. Ω αχάριστη, με τέτοιαν ανταμοιβήν +πληρώνεις την αγάπην μου; ποία άραγε να είναι η γνώμη σου; ιδού το +στράτευμά μου, που έμεινε χωρίς ζωοτροφίαν· τι έχει να ακολουθήση; +μίλησε· και τι θέλει γένει εις εμένα; θέλεις καθώς βλέπω διά να +παραδοθώ εις τους εχθρούς μου χωρίς να πολεμήσω; πώς ημπορώ να +υποφέρω τούτο χωρίς να σε ελέγξω; </p> + +<p>Ρουσκάδ, ήτον καλύτερον, του απεκρίθη η Κεριστάνη, διά να είχες +φυλάξει σιωπήν και τούτην την φοράν, παρά να ομιλήσης έξω από το +προκείμενον, μα επειδή και ωμίλησες, το κακόν είνε χωρίς ιατρείαν· +δεν κάνει χρεία άλλο, ήθελεν είνε ανωφελές το να ζητήσης μέσον διά +να εμποδισθή η συμφορά, που εγώ εφοβούμουν μη σου τύχη, επειδή και +εσυνέβη. Ω βασιλέα αστόχαστε και αδύνατε, διατί να μη φυλάξης την +σιωπήν; ηξεύρεις εσύ ποία ήτον η φωτιά, εις την οποίαν έρριξα το +παιδί; εκείνη ήταν μία Λάμια, της οποίας εμπιστεύθηκα την ανατροφήν +εκείνου του βασιλοπούλου· και η σκύλλα που είχες ιδεί ήτον μία +Νεράιδα, η οποία μετά χαράς έλαβε το βάρος διά να αναθρέψη την +βασιλοπούλα, και διά να πιστωθή, υπόμεινε διά να ιδής. Ευθύς η +Κεριστάνη προστάζει δύο εξωτικούς διά να υπάγουν να της φέρουν τα +παιδιά της· οι εξωτικοί δεν άργησαν να της τα φέρουν έμπροσθέν της. +</p> + +<p>Ο βασιλεύς της Κίνας, με όλον που ήτον τόσον θλιμμένος διά τον +χαμόν της τροφής, εδόθη εις μεγάλην χαράν εις το να ιδή τα δύο του +παιδιά, που έφεγγαν ωσάν το φως, τα οποία, παίρνοντάς τα εις τας +αγκάλες του με μεγάλην αγαλλίασιν, τα εφιλούσεν. Εις αυτό το μεταξύ +η Κεριστάνη ακολούθησε να λέγη· Βασιλέα, χρεία τώρα είναι να σου +φανερώσω διατί σου εχάλασα την ζωοτροφίαν. Ο βασιλεύς του Μογόλ +ήθελε να σου σηκώση την ζωήν, διά να φέρη εις την υποταγήν του το +βασίλειον της Κίνας· και διά να τελειώση την βουλήν, έταξε πολύ +χρυσάφι του βεζύρ Βελή, διά να σε επιβουλευθή. Αυτός ο άπιστος +επιτηρητής, διά εκατόν χιλιάδες φλωριά, έταξε να κάμη να χαθή όλον +σου το στράτευμα και εσένα ομού, και ο δόλος του εστάθη εις το να +φαρμακώση όλα τα φαγητά και πιοτά, που εις ολίγον διάστημα είχετε να +χαθήτε όλοι. Αυτή εστάθη η αιτία, που έκαμα και εχάλασαν όλα τα +φαγοπότια, διά, να μη λάβη τέλος η βουλή του. Αυτό λογιάζω πως να +σου φαίνεται δύσκολον να το πιστεύσης, μα είναι εύκολον να σε κάμω +να βεβαιωθής· κράξε τον Βελή, και υποχρέωσέ τον διά να φάγη και πίη +έμπροσθέν σου από εκείνα τα φαγητά που έμειναν, και θέλεις ιδεί τι +του θέλει συμβή. </p> + +<p>Εις τούτην την διήγησιν ο βασιλεύς έμεινε σκοτισμένος, και ευθύς +έκραξε τον Βελή, διά να έλθη εμπροσtά του, τον οποίον αφού ήρθε τον +επρόσταξε διά να φάγη από εκείνα τα φαγητά· αλλ' ο Βελής επροφασίσθη +πως δεν επεινούσεν. Αν δεν φας τούτην την στιγμήν, του είπεν ο +βασιλεύς, το κεφάλι σου θέλει είνε χαμένον. Τότε ο Βελής βλέποντας +ότι ήτον αδύνατον να φύγη τον θάνατον· ή με τον ένα τρόπον, ή με τον +άλλον, έφαγεν ολίγον από εκείνα τα φαγητά, και εν τω άμα απέθανε. +</p> + +<p>Βλέπεις, λέγει τότε η Κεριστάνη του βασιλέως, την προδοσίαν του +Πασιά σου; λογιάζω πως είσαι βεβαιωμένος ότι τα τελώνια δεν κάνουν +πράγμα χωρίς αφορμήν. Ναι, ω βασίλισσα, λέγει ο Ρουσκάδ, ομολογώ ότι +έχω άδικον, που δεν εφύλαξα με προσοχήν τον νόμον που μου έδωσες, με +όλον τούτο δεν είμαι χωρίς ανάπαυσιν, επειδή και το στράτευμά μου +πρέπει να χαθή μην έχοντας ζωοτροφίαν. Όχι, όχι, είπεν η Κεριστάνη, +ζωοτροφία δεν θέλει σου λείψει· αύριον θέλεις έχει περισσότερον από +την χρείαν σου, επειδή τούτην την νύκτα εσείς θέλετε πλακώσει τους +εχθρούς σας, και θέλετε τους κατακάψει εις κομμάτια και θέλετε +κυριεύσει όλες των τες ζωοτροφίες, και θα γυρίσετε εις την +βασιλεύουσαν νικηταί και τροπαιούχοι. </p> + +<p>Όλον αυτό που προείπεν η βασίλισσα αλήθεψεν, επειδή και αυτή +εκείνην την ιδίαν νύκτα, μαζί με όλους τους εξωτικούς που είχεν, +εβάλθη εις την κεφαλήν των Κινέζων, και εκαταχάλασεν όλον το +στράτευμα των Μογγολιτών, που μετά βίας εγλύτωσεν ο βασιλεύς τους με +δώδεκα ανθρώπους μόνον. Την δε ερχομένην ημέραν, βλέποντας ο Ρουσκάδ +τον εχθρόν του χαλασμένον, χωρίς να χάση κανένα από το στράτευμά +του, ήτον όλος εις χαράν και αγαλλίασιν. </p> + +<p>Τότε η Κεριστάνη λέγει προς τον βασιλέα τον συμβίον της, ιδού που +οι εχθροί σου ευρίσκονται κείμενοι εις τον κονιορτόν· ο πόλεμος +ετελείωσε εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το βασίλειόν σου, και να +ζήσης με ανάπαυσιν εις το παλάτι σου· όσον διά λόγου μου έχω χρέος +να σε απαρατήσω, διά τούτο κάνει χρεία, να χωρισθώμεν διά πάντα· εσύ +δεν θέλεις με μεταϊδή πλέον και εγώ η ιδία θέλω είμαι υστερημένη να +σε βλέπω πλέον· το πταίξιμον είνε εδικόν σου, ω ακριβέ μου Ρουσκάδ, +επειδή και δεν εφύλαξες το τάξιμον που μου έκαμες. </p> + +<p>Ω δίκαιε ουρανέ, εφώναξεν ο βασιλεύς εις τούτην την ομιλίαν· τι +είνε τούτο που αγροικώ; σε εξορκίζω, ω αγάπη μου, μετάβαλε ετούτην +την απόφασιν, το μετανοώ πως έλειψα από τον λόγον μου, σύγκλινε εις +το να με συμπαθήσης, και σου τάσσω μεθ' όρκου, ότι εις το εξής να μη +λάβης αιτίαν και κακοευχαριστηθής από εμένα. Ετούτος ο όρκος είναι +ανωφελής, λέγει η βασίλισσα, επειδή και οι νόμοι μου με προστάζουν +να ξεμακρύνω από λόγου σου, διατί οι νόμοι των εξωτικών είνε +αμετάβλητοι· παύσε το λοιπόν να με παρακινής πλέον να μείνω μαζί +σου· αχ! αν εις εμένα εστέκουνταν να σε συμπαθήσω, δεν εκαρτερούσα +περισσότερον να με παρακαλέσης. Ως τόσον σου αφίνω υγείαν, ω +βασιλέα, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας· εσύ χάνεις εις τον ίδιον καιρόν +τα παιδιά σου και την μητέρα τους, και δεν θέλεις αξιωθή πλέον να +μας ιδής με τα μάτια σου. Και έτσι λέγοντας, έγινεν άφαντη μαζί με +τα παιδιά της. </p> + +<p>Δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις τον ζωντανόν πόνον που έλαβεν ο +βασιλεύς της Κίνας, διά την υστέρησιν της γυναικός του και των +παιδιών του, που τόσον αγαπούσεν· αν αυτός έχανε τον πόλεμον, και αν +ήθελε πέση εις τα χέρια των εχθρών, δεν του ήθελε είνε τόσον μεγάλη +η θλίψις ωσάν εκείνη· μάλιστα από την υπερβολικήν του θλίψιν +εκατάκοψε το πρόσωπόν του, και έβαλε χώμα εις το κεφάλι του, και +έκαμε τόσα καμώματα παράξενα από την θλίψιν του, που εφαίνονταν ωσάν +ένας ξεμυαλισμένος, και όλος περίλυπος εγύρισεν εις την καθέδραν +του, και εκεί λέγει του βεζύρη του. Εις εσένα αφίνω την κυβέρνησιν +του βασιλείου μου, και κυβέρνησέ το καθώς ημπορείς, διατί εγώ θέλω +να απεράσω το επίλοιπον της ζωής μου εις το να κλαίω την γυναίκα +μου, και τα δύο μου παιδιά που τα έχασα από αγνωσίαν μου. Δεν θέλω +να βλέπω άλλους παρά εσένα, και διά τούτο σου δίνω την ελευθερίαν να +έρχεσαι να με ευρίσκης, με συμφωνίαν να μη μου μιλήσης διά κανένα +πράγμα του κόσμου, παρά μόνον διά την Κεριστάνην και τα παιδιά μου. +</p> + +<p>Εις αυτόν τον τρόπον ο Ρουσκάδ ετραβήχθη εις έναν οντά, και +εκλείσθη εκεί, εις τον οποίον δεν έμβαινεν άλλος παρά ο βεζύρης τον +οποίον είχεν επιτηρητήν του· και αυτός επήγαινε κάθε ημέραν να τον +ευρίσκη, ο οποίος δεν έλειπε που να τον παρηγορή, λογιάζοντας πως το +διάστημα του καιρού, ήθελε του αφανίση την θλίψιν του· μα αντί να +του την αφανίση του αυγάτιζε τον πόνον του, τόσον που έπεσεν εις +μίαν μεγαλωτάτην υποχονδρίαν, και εστάθη εις αυτήν την κατάστασιν +εις διάστημα χρόνων δέκα. Τέλος πάντων από την απελπισίαν του έπεσεν +εις αρρώστιαν, και ήτον κοντά διά να αποθάνη, οπόταν η Κεριστάνη +έξαφνα εφανερώθη εις τον οντά του, του οποίου είπε τούτα τα λόγια. +</p> + +<p>Βασιλέα, εγώ ήλθα διά να τελειώσω τα βάσανά σου, και να σε +μεταστρέψω εις την ζωήν που έχεις σχεδόν να την χάσης. Οι νόμοι μας +ήθελαν ότι, διά τιμωρίαν της επιορκίας σου, θα ήθελα σταθή μακράν +από λόγου σου εις διάστημα δέκα χρόνων, και αυτοί ομοίως δεν μου +έδιναν το θέλημα διά να σε ξαναϊδώ, ανίσως και εις τούτο το διάστημα +των δέκα χρόνων δεν μου ήθελες σταθή πιστός· διά το οποίον οπόταν σε +απαραίτησα δεν το επίστευα πλέον να σε μεταϊδώ, διατί δεν ελόγιαζα +πως οι υιοί του Αδάμ να είναι αρκετοί μιας τοιαύτης μακρυνής +εμπιστοσύνης και σταθερότητος. Ευχαριστώ τον ουρανόν που έμεινα +γελασμένη εις αυτήν την γνώμην, και τώρα γνωρίζω ότι και οι άνθρωποι +ημπορούν με σταθερότητα να αγαπήσουν. Ιδού το λοιπόν, ω βασιλέα, +ακολούθησεν η Κεριστάνη, που εις εσένα ξαναγυρίζω, διά να σε πληρώσω +από αγαλλίασιν, και να σε κάμω να ξαναϊδής τα παιδιά σου. Δεν είχεν +ακόμη τελειώσει τούτα τα λόγια, και το βασιλόπουλο με την +βασιλοπούλαν εισέβηκαν, και επαρουσιάσθηκαν εις τον Ρουσκάδ, ο +οποίος έμεινε πολλά ευχαριστημένος τόσον διά την αγαπημένην του +γυναίκα, όσον και διά τα παιδιά του· και ήτον τόσον μεγάλη η χαρά +του και η αγαλλίασίς του, που κάθε άνδρας και πατέρας ημπορεί να το +καταλάβη. Δεν απέρασαν ολίγες ημέρες και από την χαράν του εξανάλαβε +την υγείαν του, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλον του το βασίλειον, +τόσον διά την υγείαν του, ωσάν και διά την απόλαυσιν των παιδιών του +και της γυναικός του. Αυτά τα τέσσαρα υποκείμενα απέρασαν διά +πολλούς χρόνους πολλά ευτυχισμένα. Και τέλος πάντων μετά τον θάνατον +του βασιλέως και της βασιλίσσης, το βασιλόπουλον έλαβε τον θρόνον +του πατρός του, και εβασίλευσεν ευτυχισμένα εις την Κίναν· η δε +βασιλοπούλα επήγεν εις το νησί Χαρμοστάν και εβασίλευσεν εκεί, έως +που έγινε γυναίκα του μεγάλου Προφήτου Σολομώντος. </p> + +<p>Τελειώνοντας η Σουλταμεμέ την διήγησιν τούτης της ιστορίας, όλες +η γυναίκες της Βασιλοπούλας την επαίνεσαν, οι οποίες αγαπούσαν τα +συμβεβηκότα των εξωτικών και των Μάγων. Η δε βασιλοπούλα ηύρεν +αιτίαν να ειπή πως ο Ρουσκάδ δεν εστάθη εις τον λόγον του, με το να +παρέβη τον όρκον που έκαμε της Κεριστάνης να μη μιλήση, και διά +τούτο οι άνθρωποι είνε αδύνατον να φυλάξουν εμπιστοσύνην, και να μην +έβγουν από τον λόγον τους. Κυρία απεκρίθη η Σουλταμεμέ, είναι πολλοί +που φυλάγουν τόσον τον λόγον τους, που τον προκρίνουν και από αυτήν +την ζωήν τους, καθώς θέλω σε κάμει να πιστωθής από μίαν άλλην +ιστορίαν, που θέλω σού διηγηθή αύριον, αν είναι με το θέλημά σου. +Ναι, της απεκρίθη η βασιλοπούλα, θέλω την ακούσει και αυτήν μετά +πάσης μου χαράς. Και ούτω συμφωνώντας διά την ερχομένην ημέραν, +αναμέρισαν από το λουτρόν, και επήγαν διά να γευθούν κατά την +συνήθειαν. </p> + +<p>Την ερχομένην ημέραν, εκεί που η βασιλοπούλα Φαρουχνάζη +ετοιμάζετο διά να υπάγη κατά την συνήθειάν της εις το λουτρόν, της +έρχονται είδησες ότι ο αδελφός της ο Φαρκούζης έπεσεν άρρωστος με +ασθένειαν βαρυτάτην, ο δε βασιλεύς Τογρούλμπεης, ο πατέρας του που +τον αγαπούσεν υπερβολικά, έκαμεν ευθύς να κράξουν τους πλέον +εμπείρους ιατρούς της βασιλείας του, οι οποίοι ερχόμενοι και +βλέποντες την βαρυτάτην του ασθένειαν, κανείς δεν ημπόρεσε να +υποσχεθή να τον ιατρεύση. Η θλίψις διά την απελπισίαν της υγείας +του, και διά το αδύνατον της ιατρείας του, επροξένησεν εις όλην την +αυλήν μεγαλωτάτην σύγχυσιν και θλίψιν· όθεν ευθύς έκαμαν να παύσουν +όλες οι ηδονές και ξεφάντωσες, που εγίνονταν εις το βασίλειον. Η +βασιλοπούλα δεν ηθέλησε να υπάγη εις το λουτρόν, αλλ' ούτε να δώση +πλέον ακρόασιν εις ιστορίας. Ο δε βασιλεύς δεν αναμέριζεν από το +πλευρόν του αρρωστημένου του υιού, θλιβόμενος διά τον κίνδυνον της +ζωής του· και εις βραχυλογίαν όλη η αυλή και η πολιτεία ήτον εις +μεγαλωτάτην θλίψιν, και άλλο δεν ωμιλούσαν, παρά διά την ασθένειαν +του υιού του βασιλέως, φοβούμενοι όλοι διά την υστέρησιν της ζωής +του. </p> + +<p>Μίαν ημέραν το λοιπόν ο βασιλεύς επήγε και ηύρε τον προεστόν του +ναού του Καισάγια (είδωλον της Κασμυρίας), του οποίου είπε· μεγάλε +Δερβύση, εσύ καλά ηξεύρεις πόσον αγαπώ τον υιόν μου. Οι ιατροί δεν +ημπόρεσαν να μου τον ιατρεύσουν· όθεν από αυτούς έχασα τες ελπίδες +μου, και δεν μου έμειναν άλλες παρά να προστρέξω εις του λόγου σου, +ελπίζοντας ότι διά μέσον των προσευχών σου προς τον Καισάγια θα λάβω +το ποθούμενον. Ο μέγας Δερβύσης αφού ήκουσε τες παρακάλεσες του +βασιλέως, του απεκρίθη λέγοντας. Εγώ δεν θέλω λείψει, βασιλέα μου, +να παρακαλέσω τον Καισάγιαν να δώση την υγείαν του υιού σου· απόψε +θέλω υπάγει εις τον ναόν του, και αύριον θέλω δώσει την απόκρισιν +εις το ζήτημά σου. </p> + +<p>Την ακόλουθον ημέραν ο μέγας Δερβύσης επήγε και αντάμωσε τον +βασιλέα και του είπεν· Ο Καισάγιας επήκουσε την προσευχήν μου, και ο +υιός σου θέλει ιατρευθή. Ο δε βασιλεύς όλος γεμάτος από χαράν διά +την καλήν ελπίδα, επήρε τον Δερβύσην και τον έφερεν εις τον υιόν +του, του οποίου ευθύς που του εδιάβασε μίαν προσευχήν, το +βασιλόπουλο άρχισε να μιλή και να σηκώνεται από το κρεβάτι γερό, +ωσάν να μη είχε ποτέ τίποτε. Αυτό το θαύμα έβαλεν εις όλους χαράν +και θαυμασμόν και έπαυσαν να μιλούν διά την αρρώστιαν του +βασιλοπούλου, και άρχισαν να κηρύττουν την χάριν του μεγάλου +Δερβύση. Η Φαρουχνάζη, ακούοντάς την μεγάλην φήμην αυτού του Δερβύση +και την αγιότητά του, επεθύμησε να τον ιδή, και να ομιλήση με αυτόν. +Όθεν μίαν ημέραν επήγε με τις σκλάβες της εις τον Μιντρεσέ, όπου +αυτός εκατοικούσε, διά να τον εύρη. Μα έμεινεν εκστατική οπόταν της +είπαν πως ο μέγας Δερβύσης της εμπόδιζε το έμπασμα προς αυτόν. </p> + +<p>Η βασιλοπούλα εγύρισεν ευθύς θυμωμένη εις το παλάτι της εναντίον +του, διά την καταφρόνησιν που της έκαμε, και επήγε και το εκλαύθη +του πατρός της. Όθεν ο βασιλεύς ηθέλησε να υπάγη να τον ερωτήση ο +ίδιος, το αίτιον που δεν εδέχθη την θυγατέρα του· διά το οποίον ο +Δερβύσης του είπε· πως εγώ δεν την εδέχθηκα, με το να μην είναι +υπήκοη εις τον Ύψιστον, επειδή και αποφεύγει τους ανθρώπους και τους +μισεί ωσάν εχθρούς, και δεν θέλει να υπανδρευθή, διά το οποίον ο +Καισάγια με εμπόδισε να την δεχθώ ως αναξίαν· μα αν θελήση να +διορθωθή, και αλλάξη την γνώμην της, ημπορώ να την δεχθώ, και να της +δώσω καμμίαν συμβουλήν διά το καλόν της, εις εκείνο που γνωρίζω +συμφέρον εις αυτήν. Ο βασιλεύς ακούοντας έτσι, τίποτε δεν απεκρίθη +αλλά ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι του, και εφανέρωσε της θυγατρός +του τα όσα ο Δερβύσης του είπε, και την επαρακίνησε, να ξαναπάγη +προς αυτόν, επειδή και έχει ελπίδες με την αγιότητά του να της βγάλη +από την φαντασίαν το μίσος που έχει προς τους ανθρώπους. </p> + +<p>Η βασιλοπούλα ευθύς τον επήκουσε· και την ακόλουθον ημέραν δεν +έλειψε που να υπάγη εις αυτόν η οποία εμβαίνοντας ελεύθερα εις τον +Μενδρεσέ υπήγεν εις μίαν μεγάλην σάλαν, και εκεί την εδέχθη ο +Δερβύσης με μεγάλην σοβαρότητα. Αυτή σαν τον είδεν επήγε να πέση εις +τα ποδάρια του, μα αυτός εμποδίζοντάς την, της είπεν· Ω Φαρουχνάζ, ο +μέγας Καισάγιας είναι κατά πολύ θυμωμένος εναντίον σου, επειδή είσαι +εναντία εις τους νόμους του ουρανού· εσύ είσαι υπό την εξουσίαν του +δαίμονος· αυτός είναι εκείνος, που σε βάνει εις αυτήν την στράταν +εναντίον των ανθρώπων. Εδεήθηκα τον μέγαν Καισάγιαν να λάβη έλεος, +διά εσένα· μα, με όλην την δύναμιν που έχει μη στοχάζεσαι πως +ημπορεί να σε βοηθήση και να σε βγάλη από το βάθος της αβύσου που +είσαι, αν από το μέρος σου δεν ήθελες κάμει δυναστείαν διά να βγης. +</p> + +<p>Ο Δερβύσης, μιλώντας έτσι, εστοχάσθη την βασιλοπούλαν που άρχισε +να κλαίη· τόσον φόβον της έκαμαν τα λόγια του. Όθεν της είπε· +θυγατέρα μου, σφόγγισε τα δάκρυα σου· βλέπω ότι η καρδιά σου κλίνει +εις μεταβολήν· σου τάσσω να σε ξεκολλήσω από την δύναμιν του +δαίμονος· φθάνει μόνον να μη παρακούης εις τες συμβουλές μου. Τότε η +βασιλοπούλα του έταξεν ότι ήτον έτοιμη να κάμη ό,τι την ήθελε +προστάξει. Και έτσι φιλώντας το χέρι του Δερβύση, εγύρισεν εις το +παλάτι της, γεμάτη από στοχασμούς και φόβον. </p> + +<p>Την ακόλουθον ημέραν, εξαναγύρισεν εις τον Δερβύσην, και μένοντας +μοναχή, ο Δερβύσης της είπε. Βασιλοπούλα, απόψε είδα εις τον ύπνον +μου τον μέγαν Καισάγιαν, ο οποίος μου είπεν· ω Δερβύση, επήκουσα την +δέησίν σου και θέλω αποδιώξει το δαιμόνιον από την Φαρουχνάζ· μα +πρέπει να στεφανωθή ένα νέο βασιλόπουλο που την αγαπά κατά πολλά, +επειδή και έτσι είναι γραμμένον εις τον ουρανόν, να πάρη αυτό, και +όχι άλλο κανένα. Η Βασιλοπούλα έμεινεν έκθαμβη από αυτά τα λόγια, +και είπε· πώς είνε δυνατόν να στεφανωθώ ένα υποκείμενον, που ούτε το +είδα, αλλ' ούτε ηξεύρω ποίον είναι; Ο Καισάγιας, απεκρίθη ο +Δερβύσης, μου είπεν ότι αυτό το βασιλόπουλον είναι υιός του Βασιλέως +της Περσίας και ονομάζεται Καρούκ, το οποίον είναι τόσον εύμορφον +και χαριτωμένον, που μητέρα εις τον κόσμον δεν εγέννησε παρόμοιον. +</p> + +<p>Ω σεβάσμιε πάτερ, του λέγει η βασιλοπούλα, τούτη η ομιλία με +κάμνει εκστατικήν· ένα νέο βασιλόπουλο, που ποτέ δεν με είδε, πώς +είναι δυνατόν να με αγαπήση τόσον; Εγώ θέλω σου το ειπεί, απεκρίθη ο +Δερβύσης με τι τρόπον εσυνέβη αυτό, επειδή και ο Καισάγιας μου +εφανέρωσε καταλεπτώς τα πάντα, με όλες τες περίστασες επάνω εις αυτό +το πράγμα. Και διά να σε βγάλω από την περιέργειαν σου λέγω πως το +Βασιλόπουλον Καρούκ ενυπνιάσθη μίαν νύκτα πως σε είδεν εις ένα +εύμορφον λειβάδι και, όντας εκστατικόν από την ευμορφιά σου, ηθέλησε +να σου μιλήση περί αγάπης· μα του λόγου σου θυμωμένη το απεστράφης, +λέγοντάς του, ότι οι άνθρωποι δεν είναι άλλο παρά επίβουλοι, διά +τούτο τους μισώ, και τους αποστρέφομαι επί ζωής μου. Η θλίψις που +του επροξένησαν αυτά τα λόγια, τον έκαμε να ξυπνήση· και, η φαντασία +αυτού του ονείρου του εκαρφώθη εις τον νουν τόσον, που τον έκαμες να +μην έχη ποτέ ανάπαυσιν· και με όλον που δεν έχει ελπίδα εις το να +απολαύση τα κάλλη σου, φυλάττει μίαν άκραν επιθυμίαν προς λόγου σου. +</p> + +<p>Εις αυτήν την ομιλίαν του μεγάλου Δερβύση, αναστέναξε μεγάλως, +και σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν· ω Θεέ, εφώναζεν, είνε +δυνατόν αυτό το Βασιλόπουλο να έκαμε το ίδιον όνειρον που κ' εγώ +έκαμα; μεγάλε Δερβύση, ακολούθησεν αυτή, ο Καισάγιας δεν σου είπε το +όλον· ενυπνιάσθηκα και εγώ μίαν φοράν πως ήμουν εις ένα εύμορφον +λειβάδι, εις το οποίον είδα το πλέον ωραιότατον Βασιλόπουλον του +κόσμου πως ήλθε να μου μιλήση περί αγάπης και εγώ του εγύρισα τες +πλάτες χωρίς να του δώσω ακρόασιν· μα εις τον ίδιον καιρόν αγροίκησα +την καρδιά μου να λάβη κάποιαν κλίσιν προς αυτόν· Όθεν εβιάσθηκα να +φύγω από σιμά του, φοβουμένη μήπως η ευμορφιά του και οι κολακείες +του ήθελαν θριαμβεύση εις το μίσος, που διά τους ανθρώπους είχα. +Eτούτο το μίσος προς τους ανθρώπους μου επροξενήθη από ένα άλλο +όνειρο που είδα διά μίαν έλαφον που ευρίσκονταν εις τα δεσμά, και +ένα ελάφι την εκύτταζε χωρίς να της δώση βοήθειαν· και αυτό +υπώπτευσα πως έτσι είναι και οι άνθρωποι είναι επίβουλοι και +άσπλαχνοι εναντίον των γυναικών μα τώρα γνωρίζω το σφάλμα μου, και +επικρίνω καλύτερα τους ανθρώπους τους οποίους τους πιστεύω πιστούς +εις την αγάπην τους και τας γυναίκας τους, και αν είνε μέλημα του +ουρανού να στεφανωθώ το Βασιλόπουλον της Περσίας, είμαι πρόθυμη να +κλίνω χωρίς εναντίωσιν καμμίαν. </p> + +<p>Ο μέγας Δερβύσης έμεινε γεμάτος από χαράν διά την κατάπεισιν της +Βασιλοπούλας, όθεν της είπε· θυγατέρα μου, θέλω απόψε να συμβουλευθώ +με τον Καισάγιαν επάνω εις αυτό, διά να ιδώ τι χρεία κάνει να κάμης +διά να απολαύσης την ακμήν του πόθου σου, και αύριον θέλω σου ειπεί +την απόκρισίν του. Η Βασιλοπούλα εγύρισεν εις το παλάτι της πολλά +ευχαριστημένη, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να απολαύση το +ποθούμενον επειδή και τότε της ήλθε εις τον νουν η μεγάλη ωραιότης +εκείνου του Βασιλοπούλου που είδεν εις τον ύπνον της, διά το οποίον +όλην εκείνην την ημέραν ευρίσκονταν ανήσυχη, και ούτε την νύκτα μίαν +στιγμήν δεν ημπορούσε να αναπαυθή. Όθεν ευθύς που άρχισεν η ημέρα +εσηκώθη, και επήγε να εύρη τον Δερβύσην, ο οποίος εκατάλαβε +καλώτατα, οπόταν την είδε, πως δεν είχε το πνεύμα ήσυχον. </p> + +<p>Δεν εκαρτέρεσεν αυτή να της ειπή εκείνος την απόκρισιν του +Καισάγια· αλλά επρόλαβε και του είπε· και έτσι, ω σεβάσμιε πάτερ, +έχει ο ουρανός διωρθωμένον το γραπτόν μου, και σε έκαμε να γνωρίσης +την υποταγήν μου; Ναι, ω θυγάτηρ μου, απεκρίθη, ο μέγας Καισάγιας +μου ωμίλησεν ότι κάνει χρεία ετούτην την νύχτα να μισεύσωμεν, διά να +σε φέρω ο ίδιος εις το βασιλόπουλο της Περσίας που σε αγαπά, να το +στεφανωθής και να μείνης εκεί βασίλισσα· μου είπεν ακόμη να ζητήσω +το θέλημα του πατρός σου και έτσι απόψε να μισεύσωμεν. </p> + +<p>Οπόταν ο πατέρας μου το στέρξη διά να με αφήση, του είπεν η +Βασιλοπούλα, εγώ είμαι έτοιμη να υπακούσω εις την θέλησιν του +Καισάγια, μ' όλον πού τέτοιο ταξείδι είνε εναντίον της ορέξεώς μου. +Αυτό το ταξείδι, της είπεν ο Δερβύσης, πρέπει να το κάμης διά κανόνα +της σκληρότητός σου· μα ως τόσον ύπαγε εις το παλάτι σου και +ετοιμάσου, και εγώ θέλω πηγαίνει εις τον πατέρα σου να ζητήσω την +άδειαν διά τον μισευμόν μας. Η Φαρουχνάζη ακολούθησε καθώς της είπε, +και ο Δερβύσης από το άλλο μέρος επήγεν εις τον βασιλέα, και του +ανήγγειλε το θέλημα του Καισάγια, και τα όσα έτρεξαν αναμέσον αυτού +και της βασιλοπούλας. Ο βασιλεύς λαμβάνοντας αυτήν την είδησιν της +μεταβολής της θυγατρός του, έλαβε μεγάλην χαράν και έχοντάς μεγάλην +πίστιν εις τον Καισάγιαν, και εις τα λόγια του Δερβύση, έκλινε και +έδωσε θέλημα της θυγατρός του διά να μισεύση μαζί με την βάγια της, +παρακαλώντας τον Δερβύσην να την προσέχη ωσάν να ήτον η ιδία του +θυγατέρα. Ο Δερβύσης του υπεσχέθη να μην έχη έγνοιαν δι' αυτήν, και +ότι εις την φύλαξίν τους έχουν την βοήθειαν του μεγάλου Καισάγια. Ως +τόσον την ερχομένην νύκτα εμίσευσεν η βασιλοπούλα μα την βάγια της +και με τον Δερβύσην, χωρίς άλλην συντροφιά, επειδή και ο Δερβύσης +έλεγεν ότι το θέλημα του Καισάγια ήταν να μισεύσουν χωρίς συντροφιά +άλλη. </p> + +<p>Μισεύοντας το λοιπόν και οι τρεις απάνω εις τρία καλά άλογα, +επεριπάτησαν όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να σταματήσουν πουθενά, +και εις τα ξημερώματα εξεπέζευσαν διά να αναπαυθούν εις ένα +μεγαλώτατον λειβάδι, στολισμένον με πολυποίκιλα λουλούδια, που +έδιδαν μεγάλην ηδονήν εις την όρασιν, και άκραν ευχαρίστησιν εις την +όσφρησιν· εις δε το τέλος του λειβαδιού, ήτον ένα παλάτι +θαυμασιώτατον, με ένα περιβόλι πολλά ωραίον, και κοντά εις αυτό +έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Ο Δερβίσης λοιπόν εκεί που +εθεωρούσεν αυτόν τον εύμορφον τόπον, αιφνιδίως άλλαξεν η όψις του, +και έγινεν ωσάν νεκρού. Η βασιλοπούλα και η βάγια της, φοβισμένες +διά μίαν τοιαύτην μεταβολήν του εζήτησαν το αίτιον. Ω βασιλοπούλα, +απεκρίθη ο Δερβύσης, βλέποντάς την φοβισμένην, ποίον δαιμόνιον μας +έφερεν εδώ; κοντά μας πιστεύω να είνε το φοβερόν κατοικητήριον της +μάγισσας Μερχάνης· αν αυτή μας ιδή είμασθε χαμένοι· αλλοίμονον εις +εμέ, σου τάσσω πως εγώ δεν φοβούμαι άλλο, παρά διά λόγου σου· αν +ήμουν μοναχός ήθελα κάμει ένα μεγάλο κατόρθωμα, και αγροικώ ότι έχω +κάποια καρδιά διά να το εκτελέσω. </p> + +<p>Κάμε, του είπεν η βασιλοπούλα εκείνο που γροικάς, και εμάς +λόγιασε ωσάν να μη μας είχες εις την συντροφιά σου· αν η κακή μας +τύχη θέλη να χαθούμεν εις τούτον τον τόπον, πρέπει υπομονή· και +ημπορώ να ειπώ πως επλήρωσα την τύχην μου. με μίαν σταθερότητα αξίαν +της ευγενείας του αίματός μου. Ω ωραιοτάτη βασιλοπούλα, εφώναξεν ο +Δερβύσης, η απόφασις εις την οποίαν σε βλέπω, μου δίδει περισσοτέραν +δύναμιν και καρδιά· θέλω το λοιπόν ή να λάβω μίαν δόξαν αθάνατον ή +να χαθώ· μείνατε αυτού το λοιπόν, και αν εις διάστημα μιας ώρας δεν +γυρίσω, θέλει είνε σημείον πως δεν απόλαυσα το ποθούμενον και +στοχασθήτε με διά χαμένον. Και έτσι λέγοντας έβγαλε το σπαθί του και +επήγε και εμπήκεν εις το παλάτι της μάγισσας. </p> + +<p>Ύστερον από τον μισευμόν του, η βασιλοπούλα με την βάγια της +αγροικούσαν μίαν μεγάλην θλίψιν και φόβον μην ηξεύροντας τι θέλει +είνε το γραπτόν τους· και έντρομες εκαρτερούσαν διά να ιδούν το +αποβησόμενον, ή της ευτυχίας, ή της δυστυχίας του. Μα δεν έμειναν +διά πολύ εις αυτές τες φαντασίες, με το να είδαν τον Δερβύσην +ύστερον από μίαν ώραν να γυρίση προς αυτές χαρούμενος, και με τα +χείλη γελούμενα τες είπεν· ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός· η Μερχάνη +δεν ημπορεί πλέον να μας βλάψη. Και τούτη η τοποθεσία, που η σκληρά +με τες μαγείες της την έκανε φοβερωτάτην, έγινε γαληνή και άφοβη εις +καθένα. Μα είναι καιρός τέλος πάντων, ω ωραία Βασιλοπούλα, να σου +φανερώσω ποίος είμαι· μη με στοχάζεσαι πλέον διά Δερβύσην και +προεστόν του Καισάγια, στοχάσου με διά μυστικόν του βασιλόπουλου της +Περσίας και διά Σιρμώγ, που είναι το καθολικόν μου όνομα. Θέλω το +λοιπόν εις ολίγα λόγια να σου διηγηθώ την ιστορίαν μου, και ύστερα +από αυτό θέλομεν έμπει και εις το παλάτι της Μερχάνης, εις το οποίον +θέλεις ιδεί πράγματα που να φρίξης· ως τόσον άκουσον την ιστορίαν +μου. </p> + +<p>Ο μέγας βασιλεύς της Περσίας έχει διά κληρονόμον ένα υιόν μοναχόν +ονομαζόμενον Καρούκ, ο οποίος αφού και σε είδεν εις τον ύπνον του, +καθώς σου εδιηγήθην, έπεσεν εις μεγάλην αρρώστιαν χωρίς να εύρη +ιατρείαν με όλην την επιμέλειαν που ο πατέρας του έδειξεν. Οι ιατροί +δεν εγνώρισαν το πάθος του με κανένα τρόπον. Ο πατέρας του που το +αγαπούσε κατά πολλά ήτον έξω από τας φρένας του, φοβούμενος να μην +του αποθάνη. Εγώ εκείνες τες ημέρες ευρισκόμουν μακράν από την +αυλήν, και οπόταν έφθασα, ο πατέρας του ευθύς μου εφανέρωσε τον +κίνδυνον της αρρώστιας του. Εγώ του έταξα ότι δεν θέλω λείψει να +κάμω το κατά δύναμιν διά να μάθωμεν όλα τα περιστατικά. Και ούτω +πηγαίνοντας εις το βασιλόπουλο εκεί που ήτον άρρωστος, το εξέταζα με +εύμορφον τρόπον και επιτήδειον, διά να μου φανερώση το αίτιον της +αρρώστιας του. </p> + +<p>Αυτό έχοντας όλον το θάρρος εις εμένα, δεν άργησε να φανερώση το +πάθος του και το ενύπνιον που είχεν ιδή διά λόγου σου, καθώς σου το +εδιηγήθηκα, και πως θα απέθνησκεν, αν δεν σε ήθελεν εύρει διά να σε +στεφανωθή. Εγώ του επαράστησα το αδύνατον που ήτον να εύρη μίαν που +εις τον ύπνον του είδε, χωρίς να ηξεύρη ποία ήτον, και εις ποίον +τόπον εκατοικούσεν. Αυτός μου απεκρίθη πως δεν είνε άλλο παρά να +μισεύσωμεν μαζί, και να πάμε από βασίλειον εις βασίλειον ερευνώντας, +και ή να ημπορέση να την εύρη ή να αποθάνη. Εγώ βλέποντας το +αμετάθετον της γνώμης του και στοχαζόμενος τον κίνδυνον, εις τον +οποίον ευρίσκονταν, που αν δεν τον υπήκουα απέθνησκεν από την θλίψιν +και από την απελπισίαν του, τον επαρηγόρησα, και του έταξα να κάμω +ως επεθύμει, λέγοντάς του· μην έχεις καμμίαν έγνοιαν, ω αγαπημένο +μου βασιλόπουλο, διατί εγώ θέλω μιλήσει του βασιλέως του πατρός σου +με άλλον τρόπον, διά να σου δώσω θέλημα να υπάγης όπου θελήσης. +Υπάγω το λοιπόν προς αυτόν διά να του αναγγείλω, και του λόγου σου +ως τόσον στάσου με καλήν καρδιά, επειδή και ελπίζω να κάμη καθώς +είνε η επιθυμία σου. </p> + +<p>Ο Καρούκ ευχαριστημένος διά την υπόσχεσίν μου, με αγκάλιασε, και +ύστερον τον άφησα και επήγα εις τον βασιλέα, του οποίου του +εδιηγήθηκα ένα προς ένα τα όσα ο υιός του μου είπεν, ομοίως και το +αίτιον της αρρώστιας του, πως επιθυμά ή να απολαύση το υποκείμενον +που ενυπνιάσθη, ειδεμή θέλει αποθάνει από την θλίψιν του. Εγώ διά να +μη τον απελπίσω δεν εναντιώθηκα εις τες φαντασίες που του +επροξένησαν την αρρώστιαν, αλλά έταξα πως θέλω κάμει να λάβη το +ποθούμενον, και να μη τον μέλλη πλέον δι' αυτήν την υπόθεσιν. </p> + +<p>Όθεν απεφάσισα και το ευρίσκω εύλογον, αν και της βασιλείας σου +αρέση, δι' να του έβγη αυτή η φαντασία, να μας δώσης θέλημα αυτουνού +και εμένα, να ταξειδεύσωμεν διά περιήγησιν εις άλλα βασίλεια, και με +τούτο βλέποντας άλλον κόσμον, και άλλα ήθη, θέλει του περάσει η +μελαγχολία και η φαντασία που έχει, και θέλει λησμονήσει τα +υποκείμενον, εις το οποίον είναι όλος ο νους του. Αυτή η γνώμη ήρεσε +του βασιλέως, και επρόσταξεν ευθύς να ετοιμασθούν τα χρειαζόμενα διά +το ταξείδι του υιού του, ο οποίος συντροφιασμένος από πολλούς +στρατηγούς εμίσευσε μαζί μου από την Περσίαν. </p> + +<p>Ύστερον από ένα μακρύ ταξείδι που εκάμαμεν, ζητώντες να εύρωμεν +το ποθούμενον, εφθάσαμεν εις μίαν πολιτείαν, όχι πολλά μακράν απ' +εδώ, εις την οποίαν εμβαίνοντες είδαμεν όλους τους κατοίκους που +ήτον ενδεδυμένοι θλιβερά. Περίεργοι δι' αυτήν την θεωρίαν που +εβλέπαμεν ερωτήσαμεν ένα διά να μας ειπή το αίτιον αυτής της μεγάλης +θλίψεως, ο οποίος μας εδιηγήθη, ότι αυτή επροξενούνταν από τον +θάνατον του υιού του Βασιλέως τους, τον οποίον τον αγαπούσεν έξω από +το μέτρον, με το να τον είχε μοναχόν και διαδοχον του βασιλείου του. +Και από τι θάνατον απέθανε; τον ερώτησα εγώ· από αγάπην, εκείνος μου +απεκρίθη, επειδή και είχεν ακούσει την μεγάλην ωραιότητα της +βασιλοπούλας της Κασμυρίας, ονομαζομένης Φαρουχνάζ, την αγάπησεν +υπερβολικά και έξω της στράτας, διά το οποίον την εζήτησε πολλές +φορές του πατρός της, και δεν εστάθη τρόπος, που να την λάβη· όχι +διότι ο πατέρας της δεν ήθελε, να του την δώση, αλλά από αιτίαν +αυτηνής, που δεν ήθελε να υπανδρευθή με κανένα τρόπον, με το να είχε +μέγα μίσος εις τους ανθρώπους, από αιτίαν ενός ονείρου που είχε ιδεί +διά ένα ελάφι, πως είχε παραιτήση μίαν έλαφον εις τα δίκτυα, χωρίς +να την βοηθήση να έβγη. Και αυτό το ενύπνιον την έβαλεν εις +φαντασίαν πως και οι άνδρες το όμοιον είναι άσπλαγχνοι εναντίον των +γυναικών, και διά τούτο δεν ήθελε να ακούση, ούτε να ιδή άνδρα τινά. +Όθεν αυτή η απελπισία επροξένησε τον θάνατον του υιού του βασιλέως +μας. </p> + +<p>Ο Καρούχ, δεν ημπόρεσε να ακούση αυτήν την ιστορίαν, χωρίς ν' +αγροικήση, κάποιαν σύγχυσιν εις το πνεύμα του, και του ήλθε εις τον +νουν, ότι αυτή η βασιλοπούλα είναι εκείνη, που είδεν εις τον ύπνον +του, πως έφευγε τους άνδρας και τους εμισούσεν· όθεν έλαβε χαράν και +θλίψιν· χαράν, επειδή και έμαθε τέλος πάντων ποία ήτον εκείνη που +του έτρωσε την καρδίαν, και θλίψιν, ακούοντας την σληροκαρδίαν που +είχεν εναντίον εις τους άνδρας, και που με κανένα τρόπον δεν ήθελε +να ακούση υπανδρείαν, το οποίον πράγμα τον έβανε εις μέγαν φόβον· +πως δεν θέλει λάβει το ποθούμενον όθεν άρχιζε πάλιν να δίδεται εις +νέαν μελαγχολίαν· Εγώ όμως βλέποντάς τον έτσι, ευθύς του είπα· ω +ακριβό μου βασιλόπουλο, μην φοβάσαι τίποτε· η ευτυχία σου είνε +βεβαία, επειδή και τώρα ηξεύρομεν με τι υποκείμενον έχομεν να +κάμωμεν· διά τούτο άφησε να κάμω εγώ, και του λόγου σου μη σε μέλει +τίποτε και άλλο δεν ζητώ απ' εσένα, παρά να κάμης, καθώς σε +ερμηνεύω. Του λόγου σου λοιπόν, μείνε εδώ εις τούτην την πολιτείαν +με τους ανθρώπους σου και εγώ θέλω πηγαίνει εις το βασίλειον της +Κασμυρίας, και σου τάσσω πως να μην περάση πολύς καιρός που να σου +φέρω εδώ το υποκείμενον της επιθυμίας σου. Μη μου ζητής πώς θα έχω +να κάμω να το βάλλω εις πράξιν, διότι ούτε εγώ ο ίδιος δεν το +ηξεύρω, αλλά θέλω συμβουλευθή με τες περιστάσεις, και κατά πως μου +φανή αρμόδιον θέλω κάμει. Το Βασιλόπουλο καταπεισμένον εις τα λόγια +μου και εις την πίστιν που είχα διά να κατορθώσω αυτό, με αγκάλιασε +και, έπειτα περάσαμε το επίλοιπον της ημέρας εις ηδονές και +ξεφαντώσεις. </p> + +<p>Την ερχομένην αυγήν επήρα θέλημα από τον Καρούκ, και εμίσευσα +καβαλλάρης επάνω εις ένα άλογον εύμορφον και ανδρείον. Ύστερα από +πολλών ημερών δρόμον, έφθασα εις τούτον τον τόπον, και βλέποντας +ετούτο το εύμορφο λειβάδι, ηθέλησα να αναπαυθώ κάμποση ώρα, και +ξεπεζεύοντας επήγα σιγά, εις το παλάτι, εκεί που βλέπεις εκείνα τα +εύμορφα δένδρα και εκάθησα υποκάτω εις ένα από αυτά, κοντά εις το +οποίον έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Όθεν πίνοντας από αυτό, και +γροικώντας την ευωδίαν των ανθέων, και τον δροσερόν αέρα που έπνεε, +με έπιασεν ένας γλυκύς ύπνος, και αποκοιμήθηκα διά κάμποση ώρα και +αφού εξύπνησα βλέπω ολόγυρά μου πέντε έξ ελαφίνες άσπρες, που είχαν +επάνωθέν τους ένα σκέπασμα γαλάζιο από ατλάζι, και εις τα ποδάρια +βραχιόλια από χρυσάφι. </p> + +<p>Εγώ βλέποντας τες έτσι κοντά μου άρχισα να τες θαυμάζω, και να +τες χαϊδεύω· έτσι κάνοντας τες επαρατήρησα που έχυναν δάκρυα +πολλώτατα, κάνοντάς μου διάφορα σχήματα. Αυτό με εξέπληξε πολύ +περισσότερον, μην ηξεύροντας τι να στοχασθώ δι' αυτά που έβλεπα· και +εκεί που τοιαύτης λογής εστοχαζόμουν, γυρίζω τα μάτια μου προς το +παλάτι, και βλέπω εις ένα παράθυρον μίαν ωραιοτάτην κυράν, που μου +έκανε νόημα να υπάγω εις αυτήν. Ευθύς άφησα εκεί το άλογόν μου, και +εκίνησα με προθυμίαν να υπάγω προς αυτήν με όλον που οι ελαφίνες μου +εφαίνονταν πως με εμποδούσαν, τραβώντας με με τα δόντια τους από τα +φορέματα, και εμποδίζοντάς μου την στράταν. Μ' όλον που ήμουν +εκστατικός διά τα σχήματα, και διά τα δάκρυα εκείνων των ζώων, δεν +επαράτησα να στοχασθώ εις την ιδίαν στιγμήν ότι εις αυτό θα ήτο +τάχατες κάποιο μυστήριον· μα η επιθυμία εις το να ιδώ εκείνο το +υποκείμενον, εθάμπωσε την φρόνησίν μου και με ωδήγησεν εκεί. </p> + +<p>Φθάνοντας λοιπόν εις το παλάτι, με εδέχθη με μεγάλην δεξίωσιν +εκείνη η Κυρά, η οποία ήτο πλέον ωραιοτέρα από σιμά παρά από μακράν. +Αυτή παίρνοντάς με από το χέρι με έφερεν εις ένα θαυμάσιον χοντζερέ, +και με έβαλε και εκάθησα μαζί της επάνω εις ένα χρυσόν σοφά· ύστερα +δε από τους πρώτους χαιρετισμούς μερικές σκλάβες έφεραν διαφόρων +λογιών οπωρικά εις ένα δίσκον από φαρφουρί της Κίνας. Η κυρά +διαλέγοντας ένα από εκείνα τα οπωρικά το πλέον εύμορφον, μου το +έδωκε διά να γευθώ, μα ευθύς που το εγεύθηκα, άλλαξεν αιφνιδίως +εκείνη το βλέμμα της και με οργήν μου είπε· «Τολμηρέ, και απόκοτε +ξένε, δοκίμασε την παιδείαν την διωρισμένην εις όλους εκείνους που +τολμηρώς εμβαίνουν εις το παλάτι της Μερχάνης· άφησε την φυσικήν σου +μορφήν και λάβε εκείνην μιας ελάφου· χάσε την ομιλίαν σου, και +διαφύλαξε μόνον το ανθρώπινον λογικόν να σου δουλεύη διά +περισσοτέραν σου παιδείαν.» Ακόμη δεν είχε καλοτελειώσει αυτά τα +λόγια, και ευρέθηκα μεταμορφωμένος εις ελάφι, και βάνοντάς μου εις +τον ίδιον καιρόν ένα σκέπασμα επάνω μου, έκαμε να με φέρουν εις μίαν +μάνδραν, που ήτον πλέον παρά διακόσια άλλα ελάφια ή διά να ειπώ +καλίτερα άνθρωποι, πού η κακή τους τύχη τους έφερεν εκεί ωσάν και +εμένα, και τους εμεταμόρφωσεν εις ελάφια. </p> + +<p>Βλέποντας τον εαυτόν μου εις αυτήν την μορφήν, άρχισα να +στοχάζωμαι την δυστυχισμένην μου κατάστασιν, και δεν ήτον τόσον ο +πόνος της δυστυχίας μου που με έθλιβεν, όσον ήτον εκείνος που έθρεφα +διά τον Καρούκ· αλλοί εις εμέ, έλεγα κάθε στιγμήν· τι θέλει είναι +διά τον αγαπημένον μου Καρούκ; πώς θέλει ημπορέσει πλέον να λάβη την +πλήρωσιν της επιθυμίας του; θέλει με καρτερεί χωρίς ποτέ να με +μεταϊδή, και μη βλέποντάς με θέλει έλθει εις απελπισίαν. Αυτά και +άλλα παρόμοια έλεγα, και εστοχαζόμουν, τα οποία μου επροξενούσαν +θλίψιν απαρηγόρητον διά πολύν καιρόν. </p> + +<p>Μίαν ημέραν το λοιπόν, που ευρισκόμουν εις αυτήν την κατάστασιν, +βλέπω μίαν άλλην ωραιοτάτην κυράν πλουσίως ενδυμένην με οχτώ δέκα +σκλάβες κοντά της, εις μίαν από τες οποίες είπε, θεωρώντας τα +ελάφια. Κατά αλήθειαν εγώ πολλά θρηνώ ετούτους τους δυστυχείς· πόσον +είναι άσπλαχνη η αδελφή μου Μερχάνη, η οποία την τέχνην που ηξεύρει, +δεν την μεταχειρίζεται εις άλλο, παρά εις το να βλάπτη το γένος των +ανθρώπων. Αλήθεια την έμαθα και εγώ την τέχνην της μαγείας, μα την +μεταχειρίζομαι εις άλλα πράγματα ωφέλιμα, όχι εις το να βλάψω τους +ανθρώπους, αλλά να τους συντρέξω, μα επειδή και η αδελφή μου δεν +είναι εδώ διά την ώρα, έχω επιθυμίαν να κάμω ένα καλόν σήμερον. +Πήγαινε λοιπόν να πιάσης ένα από αυτά τα ελάφια, και να μου το φέρης +εις το χοντζερέ μου το συντομότερον. Και έτσι λέγοντας, εμπήκε εις +το παλάτι. </p> + +<p>Εκείνη η σκλάβα κατά τύχην έπιασεν εμένα, και με έφερεν εις την +κυρίαν της, η οποία βλέποντάς με, ήνοιξεν ένα κουτί που είχε μίαν +αλοιφήν, και μου άλειψε τα ρουθούνια λέγοντάς μου· «Ω άνθρωπε άφησε +την μορφήν του ελαφιού, και λάβε την φυσικήν σου». Ευθύς δε που +εφώνησεν αυτά τα λόγια ευρέθηκα καθώς ήμουν πρώτα, και έπεσα εις +τους πόδας της κυράς διά να την ευχαριστήσω. Μα αυτή σηκώνοντάς με +μέ εξέτασε τι όνομα έχω, και από ποίον τόπον είμαι, και πώς έτυχα +και έπεσα εις τας χείρας της αδελφής της. Εγώ της απεκρίθηκα εις όσα +με ερώτησε, χωρίς να της κρύψω το παραμικρόν. Και τελειώνοντάς την +ομιλίαν μου αυτή μου είπεν· </p> + +<p>Επειδή και του λόγου σου μου εφανέρωσες το ποίος είσαι, ιδού που +θέλω και εγώ να σου φανερώνω το ποία είμαι· Εγώ είμαι θυγατέρα ενός +Μεγιστάνος της αυλής της Κασμυρίας, εις την οποίαν έχεις να πηγαίνης +και ονομάζομαι Γουλνάζε, εκείνη που σε έκαμε ελάφι, είναι αδελφή μου +μεγαλείτερη και ονομάζεται Μερχάνη. Αυτή είναι μια φοβερά Μάγισσα, +που την δύναμίν της είναι να την φοβάται καθένας. Άλλη από μένα δεν +ημπορούσε να σε ελευθερώση από τα χέρια της, και με όλον που είμαι +αδελφή της, αν αυτή απεικάση πως σε ελευθέρωσα, φοβούμαι να μη με +παιδεύση σκληρώς· μα ότι και αν μου ήθελε τύχει δεν το μετανοώ διά +το καλόν που σου έκαμα, και θέλω, διά να είσαι περισσότερον +υπόχρεως, να σε βοηθήσω εις το να κάμης ευτυχισμένον το βασιλόπουλο, +τον φίλον σου. Ομολογώ ότι είναι δύσκολον να λάβη αυτήν την +ευτυχίαν, επειδή και όποιος επιθυμεί να απολαύση αυτό, πρέπει να +αποκτήση το θάρρος της βασιλοπούλας, το οποίον εσύ δεν ειμπορείς να +το απολαύσης, αν δεν ήθελες απεράση εις την αυλήν του πατρός της, +του βασιλέως της Κασμυρίας, εις φήμην αγίου ανθρώπου. </p> + +<p>Μα πώς ημπορώ, απεκρίθηκα, εγώ, να λάβω αυτήν την φήμην, και να +κερδίσω την ευλάβειαν εκεί; Άλλο δεν θέλεις κάμει, μου είπεν εκείνη, +παρά να ακολουθήσης με προσοχήν εκείνο που θέλω σε διατάξει. Και +έτσι λέγοντας, εμπήκεν εις τον χοντζερέ της, και ευθύς εγύρισε με +μίαν γαράφαν εις το χέρι γεμάτην νερόν. Ετούτον είπεν αυτή είναι +εκείνο που σου χρειάζεται διά να πληρώσης την επιχείρησίν σου· έπαρέ +το λοιπόν και πήγαινε εις την πόλιν της Κασμυρίας, η οποία δεν είναι +πολλά μακρόν από εδώ μα πριν έμβης εις αυτήν εγδύσου τα φορέματά +σου, και ενδύσου ωσάν Δερβύσης· και πριν ενδυθής αυτό το φόρεμα +αλείψου εις όλον σου το κορμί αυτό το νερόν της γαράφας, και έπειτα +έμβα εις την χώραν· εκεί θέλεις συναπαντήση τους φύλακας της πόλεως, +οι οποίοι θέλουν σου ειπή· ω σεβάσμιε Δερβύση, από πόθεν έρχεσαι; +του λόγου σου αποκρίσου· εγώ είμαι Δερβύσης, και έρχομαι από τα +έσχατα σύνορα της δύσεως διά ευλάβειαν, εις το να επισκεφθώ τον +μέγαν Καισάγιαν. Αυτοί ωσάν ακούσουν πως πηγαίνεις να επισκεφθής +εκείνο το είδωλον, από τόπον τόσον μακρυνόν, θέλουν πέσει εις τους +πόδας σου, και θέλουν σού φέρει με σέβας έμπροσθεν εις τον +Τογρούλμπεϊν βασιλέα, ο οποίος θέλει σε παρουσιάσει εις τον μέγαν +ιερέα του ναού του Καισάγια. </p> + +<p>Εκείνος ο ιερεύς, και όλοι οι άλλοι υπηρέται του ειδώλου, θέλουν +σε φέρει εις τον ναόν, ο οποίος διά την ωραιότητα και μεγαλοπρέπειαν +υπερβαίνει κάθε άλλον που ευρίσκεται εις τον κόσμον. Αυτός είνε +περιτριγυρισμένος από βαθύτατον χαντάκι γεμάτον νερόν το οποίον +βράζει χωρίς φωτιά· και εκείθεν από το χαντάκι φαίνεται ένα έδαφος +από πλάκες τζελικένιες φλογερές, που ακαταπαύστως βγάζουν άπειρες +φωτιές, εις τρόπον που ο ναός φαίνεται να είναι όλος πύρινος. Τότε ο +προεστώς θέλει σου ειπεί· ω φοίνιξ του αιώνος, εσύ υπέφερες πολλούς +κινδύνους, και κόπους πριν φθάσης εδώ· ο μέγας Καισάγιας, διά τον +οποίον έκαμες ένα τόσον σκληρόν ταξείδι, κατοικεί εδώ· αυτός +ευρίσκεται κρυμμένος εις το αγιαστήριόν του. Οι άνθρωποι δεν +εμπορούν να τον ιδούν αν δεν ήθελαν περάσει από τούτο το νερόν το +βραστόν, και να περιπατήσουν ξυπόλυτοι επάνω εις το έδαφος το +πύρινον. Όθεν του λόγου σου μην ημπορώντας να κάμης αυτό, κάνει +χρεία απ' εδώ να τον προσκυνήσης, και θέλεις έχει κάθε μισθόν. </p> + +<p>Τότε του λόγου σου, μου είπεν η Γουλνάζε, θέλεις φωνάξει με +μεγάλην χαράν, λέγοντας είμαι έτοιμος να το κάμω, και έχω πίστιν να +μην πάθω τίποτε. Και ωσάν ειπής έτσι περιπάτει χωρίς φόβον, επειδή +και το νερόν που αλήφθης, έχει την χάριν να κάμη το νερόν χλιαρόν, +και θέλει εμποδίσει που να σε κάψη τόσον το νερόν, ωσάν και το +έδαφος. Εμβαίνοντας εις τον ναόν, θέλεις ιδεί τον Καισάγια, και +θέλει σταθή όλην την ημέραν εκεί διά να τον λατρεύσης· έπειτα θέλει +έλθει ο μέγας ιερεύς να μιλήση μετ' εσένα και θέλει σε κηρύξει +διάδοχόν του. Εσύ θέλεις περάσει με αυτόν δεκατέσσαρες ημέρες, και +εις την δεκάτην πέμπτην, εκεί που κοιμάται θέλεις του αλείψει τα +ρουθούνια με μίαν σκόνιν που θέλω σου δώσει, διά μέσον της οποίας +ευθύς θέλει αποθάνει, και εσύ θέλεις μείνει διάδοχός του. Και οπόταν +ανέβης εις αυτήν την αξίαν, θέλεις υπάγει να επισκεφθής το +βασιλόπουλο της Κασμυρίας, το οποίον από πολύν καιρόν ευρίσκεται +άρρωστον, απαρατημένον από τους ιατρούς. Του λόγου σου θέλεις +διαβάσει επάνωθεν του μίαν προσευχήν, που θέλω σου δώσει, και ευθύς +εκείνο θέλει ιατρευθή. Η φήμη αυτής της ιατρείας θέλει κηρυχθή εις +όλον τον λαόν του βασιλείου, οι οποίοι θέλουν σε στοχασθή ωσάν άγιον +και η Φαρουχνάζ η βασιλοπούλα, της Κασμυρίας, θέλει απιθυμήσει από +την φήμην σου να σε ιδεί. Περισσότερον δεν σου λέγω· το υπόλοιπον το +τι έχεις να κάμης στέκει εις την επιτηδειότητά σου. </p> + +<p>Έταξα να ακολουθήσω καταλεπτώς την ερμηνείαν της Γουλνάζε, η +οποία μου έδωσε την σκόνιν, και την προσευχήν γραμμένην που έμελλα +να ειπώ εις το άρρωστον βασιλόπουλον, και με απέστειλε λέγοντάς μου· +μίσευσε ογλήγορα πριν φθάση η αδελφή μου, και μας παιδεύση και τους +δύο, διά το να της εχάλασα την μαγείαν. </p> + +<p>Εγώ ευχαριστώντας την εις τρόπον που της έδινα να γνωρίση μίαν +ζωντανήν υποχρέωσιν, και παίρνοντας τα όσα μου έδωσεν αναχώρησα μετά +χαράς μεγάλης. Και φθάνοντας σιμά εις την πόλιν της Κασμυρίας, +έπειτα από ολίγας ημέρας αγόρασα ένα φόρεμα Δερβύσικον, και το +ενδύθηκα, και αλείφοντάς με και με το νερόν, υπήγα εις την πόρταν +της πόλεως. Οι φύλακες με πολλήν ευλάβειαν με επήραν και με έφεραν +εις τον Βασιλέα. Ο Βασιλεύς με επαρουσίασεν εις τον μέγαν Δερβύσην. +Επεριπάτησα επάνω εις το έδαφος χωρίς να βλαφθώ· εμπήκα εις τον +ναόν, και τέλος πάντων είδα τον μέγαν Καισάγιαν, που ήτον βαλμένος +εις ένα θρόνον χρυσόν. Αυτό είνε καθώς εσύ το ηξεύρεις καλώτατα, ένα +είδωλον, καμωμένον από φίλδισι, μιας μεγαλειότητος υπερβολικής· οι +οφθαλμοί του είνε από δύο μεγάλα καρβούνια, εις το κεφάλι έχει μίαν +κορώναν από ρουμπίνια πολύτιμα, και είνε ζωσμένος με ένα κεμέρι όλον +από διαμάντια. </p> + +<p>Έμεινα εκεί όλην την ημέραν. Ήλθεν ο προεστώς και με εκήρυξε +διάδοχόν του· τον εθανάτωσα εις την δεκάτην πέμπτην ημέραν, και +έμεινα εις τον τόπον του. Τέλος πάντων ιάτρευσα τον αδελφόν σου, διά +το οποίον έλαβα τόσην μεγάλην φήμην, που σε έκαμε να λάβης την +επιθυμίαν διά να με ιδής. Το υπόλοιπον του λόγου σου το ηξεύρεις, με +τι τρόπον σε εκατάπεισα να αλλάξης την βουλήν σου. Ετούτα όλα, ω +ωραιοτάτη Φαρουχνάζ, ακολούθησεν ο Δερβύσης, εστοχάσθηκα πλέον να μη +σου τα κρύψω. Συμπάθησόν μου το στρατήγημα που επιχειρίσθηκα, διά να +σου βγάλω τη ψευδή φαντασίαν και γνώμην, που είχες διά τους άνδρας, +και διά να ανταμώσω την τύχην σου, με εκείνην του πλέον ωραίου +Βασιλοπούλου, απ' όλα τα Βασιλόπουλα του κόσμου. </p> + +<p>Η Βασιλοπούλα εκοκκίνησε, διαρκούσης της ομιλίας, η οποία την +έκανε καλώς να καταλάβη πως εστάθη γελασμένη· μα η αγάπη που +αγροικούσε διά το Βασιλόπουλο της Περσίας δεν την άφησε να θυμωθή +εναντίον του πλαστού Δερβύση. Τελείωσε, του είπε αυτή να μου +φανερώσης εκείνο που έκαμες, και τι εκατώρθωσες εις τούτο το παλάτι +της Μάγισσας. Ωραία Φαρουχνάζ, άρχισεν εκείνος να λέγη, οπόταν +έφθασα εις το παλάτι, ηύρα ανοικτήν την πόρταν, και εμπαίνοντας μέσα +δεν είδα κανένα, μοναχά ήκουσα μίαν φωνήν παραπονετικήν, που +έβγαινεν από ένα μέρος. Ακολούθησα την φωνήν, και ήλθα και εμπήκα +εις ένα χοντζερέ. Εκεί ηύρα μία νέαν Κυράν με πολλά σίδερα δεμένην +χέρια και πόδας, και είχε το κεφάλι κατεβασμένον εις τα γόνατά της, +και εθρηνούσε την κατάστασίν της. </p> + +<p>Επλησίασα εις αυτήν παρακινούμενος από ευσπλαχνίαν, διά να την +ελαφρώσω, μα τι λογής εστάθη ο θαυμασμός μου, οπόταν εκείνη εσήκωσε +το κεφάλι, και εγνώρισα εις εκείνην την δυστυχισμένην την ευργέτιδά +μου, την ωραίαν Γουλνάζε! </p> + +<p>Εις μίαν τέτοιαν αξιοθρήνητον θεωρίαν, εγέμισα από θυμόν και +οργήν· ω ωραία μου Γουλνάζε, εφώναξα, εις τι κατάστασιν σε ευρίσκω; +ποία βάρβαρα χέρια ημπόρεσαν να σε φορτώσουν αυτά τα σίδερα; Αχ, +αγαπημένε μου Σειρμώγ, μου απεκρίθη αυτή· είσαι εσύ εκείνος, που +βλέπω; ποία κακή τύχη σε εμετάφερεν εδώ; αλλοί εις εμέ θέλεις γένει +ογλήγωρα και εσύ θυσία της σκληράς αδελφής μου· εκατάλαβεν αυτή πως +σε ελευθέρωσα, και διά να με παιδεύση, με έβαλεν εις τούτες τες +αλυσίδες, και ευρίσκομαι εδώ από εκείνον τον καιρόν που σε +ελευθέρωσα· μα εκείνο που με θλίβει περισσότερον είναι ο κίνδυνος +εις τον οποίον ευρίσκεσαι και του λόγου σου. Φεύγε, σε παρακαλώ, το +ογληγορώτερον, διά να με σε εύρη η σκληρά και σε παιδεύση. Α! και +πώς, κυρά μου, απεκρίθην εγώ, εσύ θέλεις να φύγω και να σε απαρατήσω +αβοήθητον; με στοχάζεσαι τόσον αχάριστον; αγαπώ καλύτερα να αποθάνω, +παρά να σε αφήσω εις αυτήν την κατάστασιν, χωρίς να σε ελευθερώσω. +Ειπέ μου το λοιπόν, σε παρακαλώ, το τι έχω να κάμω, διά να σε +ελευθερώσω, αν είναι δυνατόν, και έχω καρδιάν να το βάλλω εις +πράξιν. </p> + +<p>Επειδή και έχεις τόσην καρδίαν και ανδρείαν, απεκρίθη η Γουλνάζε, +η ελευθερία μου εις του λόγου σου στέκει· ύπαγε εις το περιβόλι, και +εκεί θέλεις εύρει την αδελφήν μου που κοιμάται επάνω εις ένα κρεβάτι +από χόρτα και άνθη και υποκάτω από το προσκέφαλόν της έχει μίαν +σακκούλαν από ατιλάζι, και αν ημπορέσης να της πάρης την σακκούλαν +χωρίς να την εξυπνήσης, η δουλειά έγινε, επειδή εκεί έχει τα κλειδιά +από τες αλυσίδες μου, και τούτο είναι ο τρόπος που ημπορείς να με +ελευθερώσης· μα ανίσως και εξυπνήση η Μερχάνη, εκεί που παίρνεις την +σακκούλαν, σου δίνω είδησιν πως θέλεις είσαι χαμένος. Άφησε να κάμω +εγώ, της είπα, σου τάσσω ότι θα σου φέρω τα κλειδιά, χωρίς να +κινδυνεύσω. Και έτσι λέγοντας εβγαίνω ευθύς από το παλάτι, και +πηγαίνω εις το περιβόλι, εις το οποίον βλέπω την Μερχάνην που +κοιμούνταν, με την σακκούλαν υποκάτω από το κεφάλι της. </p> + +<p>Εγώ στοχαζόμενος πως ήτον αδύνατον να την πάρω χωρίς να εξυπνήση, +απεφάσισα και της έκοψα το κεφάλι με το σπαθί μου, και έφερα την +σακκούλαν εις την αδελφήν της, της οποίας της εδιηγήθηκα το ό,τι +έκαμα, και έμεινε εκστατική εις την αποκοτίαν μου, χωρίς να κλαύση +τον θάνατον της αδελφής της. Και ύστερα από αυτά έβγαλα τα κλειδιά +από την σακκούλαν και άνοιξα τα σίδηρα, και ελευθέρωσα την ωραίαν +μου Κυράν. Με αυτόν τον τρόπον, ακολούθησεν ο Σειρμώγ να λέγη, +ελευθερωθήκαμεν από την πλέον χειρότερην γυναίκα της γης. Ημείς κατά +το παρόν ημπορούμεν να έμπωμεν εις το παλάτι με ελευθερίαν· η +Γουλνάζε μας καρτερεί να μας απολαύση μετά χαράς, επειδή γροικά +τόσην χαράν διά την ελευθερίαν της. Και έτσι λέγοντας επήρε την +Φαρουχνάζ από το χέρι μαζή με την βάγια της, και την έφερε εις το +παλάτι. Η Γουλνάζε ήρχονταν εις συναπάντησίν τους, και όταν είδε την +βασιλοπούλαν έπεσεν εις τους πόδας της. Μα η Φαρουχνάζ την εσήκωσε +και τρυφερά την αγκάλιασε· ωραία Γουλνάζε, της είπεν, έχω όλην την +ευχαρίστησιν, που ο γενναίος Σειρμώγ σε ελευθέρωσε κατά το χρέος +του. </p> + +<p>Βέβαια της απεκρίθη εκείνη χαμογελώντας, είχε κάποιον χρέος να +πασχίση διά την ελευθερίαν μου, παρά να με αφήση εις τα δεσμά. Και +από αυτό ημπορείς να καταλάβης πως το ελάφι δεν απαρατεί την έλαφον, +οπόταν εκείνη έχει χρείαν από βοήθειαν. </p> + +<p>Ύστερον από αυτά τα λόγια και άλλα, εμβήκαν εις το παλάτι το +οποίον η Φαρουχνάζ το εστοχάσθη θαυμασιώτατον. Έπειτα εβγήκαν από +αυτό και υπήγαν εις την μάνδραν, όπου ήτον περισσότερον από +τριακόσια ελάφια. Η αδελφή της Μερχάνης τα έκαμεν ευθύς να λάβουν +την φυσικήν τους μορφήν, με τον ίδιον τρόπον που είχε κάμει του +Σειρμώγ. Και καθώς ελάβαιναν την μορφήν τους έπεφταν εις τους πόδας +της ευεργέτιδός τους διά να την ευχαριστήσουν καθώς έπρεπεν. Ήσαν +από αυτούς το περισσότερον νέοι ευγενείς, και καλά καμωμένοι, οι +οποίοι ήτον από διάφορα μέρη της Ανατολής, που επήγαιναν και +ήρχονταν εις το βασίλειον της Κασμυρίας. </p> + +<p>Μα ο οδηγός της Φαρουχνάζ, ήγουν ο Σειρμώγ, έμεινε πολλά +εκστατικός εις τα να ιδή ανάμεσα εις αυτούς το αγαπημένο του +βασιλόπουλο της Περσίας. Έτρεξεν ευθύς και του έπεσεν εις τα γόνατα· +ακριβό μου βασιλόπουλο, εφώναξεν είναι δυνατόν να σε εύρω εδώ; Ω +αγαπημένε μου φίλε, του απεκρίθη αυτό σηκώνοντάς τον, είσαι συ ο +Σειρμώγ που παρασταίνεσαι εις τους οφθαλμούς μου; Ναι, ω αυθέντα, +του είπεν ο Σειρμώγ, εγώ είμαι ο ίδιος· και δι' άκραν σου +αγαλλίασιν, ιδού που σου προσφέρω και την ποθητήν σου βασιλοπούλα +της Κασμυρίας. Εις αυτά τα λόγια τον έφερε προς την Φαρουχνάζ, η +οποία ευθύς εγνώρισεν εις το βασιλόπουλο την μορφήν που εις τον +ύπνον της είχεν ιδεί. Ομοίως και το βασιλόπουλο εγνώρισε ευθύς εις +το να την θεωρήση πως ήτον η βασιλοπούλα, της οποίας ήτον πάντα εις +την ενθύμισίν του η ωραιοτάτη μορφή. </p> + +<p>Αφού και αμφότερα τα μέρη έδειξαν φανερώς την ευχαρίστησίν τους +και την χαράν που αγροικούσαν, διά την αμοιβαίαν τους αντάμωσιν και +απόλαυσιν εκείνου, που εποθούσαν από πολλούς χρόνους, ο Σειρμώγ +ερώτησε το βασιλόπουλον της Περσίας, πώς έπεσεν εις χείρας εκείνης +της οχληράς μάγισσας. Το οποίον του απεκρίθη πως βλέποντας την +πολλήν σου άργητα, ω αγαπημένε μου Σειρμώγ, και μη έχοντας καμμίαν +είδησιν διά λόγου σου, αφού και εμίσευσες διά την Κασμυρίαν, ηθέλησα +να έλθω ο ίδιος διά να σε ανταμώσω, και να ιδώ πώς πηγαίνει η +επιχείρησίς σου· και ούτως απερνώντας από τούτο το λειβάδι +εσυναπάντησα την μάγισσαν, που εσεργιάνιζεν εις αυτό, η οποία με +πολλήν ευγένειαν με εκάλεσε διά να πηγαίνω εις το παλάτι της να την +επισκεφθώ. Εγώ βλέποντάς την πολλήν της ευγένειαν και την γλυκάδα +της ομιλίας της υπήγα εις το παλάτι της και ανάμεσα εις τες άλλες +δεξιωσύνες που μου έκαμε, μου έδωκεν ένα ωραίον οπωρικόν διά να +φάγω. Και ευθύς που έφαγα εμεταμορφώθηκα εις ελάφι, και εβάλθηκα εις +εκείνην την μάνδραν, που ήσαν τα άλλα καθώς τα είδες. </p> + +<p>Εις το αναμεταξύ που αυτοί εσυνωμιλούσαν τα συμβεβηκότα τους, η +Γουλνάζε επήγεν εις το λειβάδι, εις το οποίον έβοσκαν οι ελαφίνες +και τες έκαμε και αυτές με τον ίδιον τρόπον να λάβουν την φυσικήν +τους μορφήν· οι οποίες ήσαν όλες νέες αρχοντοπούλες, πολλά νόστιμες +και ωραίες, και ωσάν τες έδωσε την μορφήν τους, τες έφερεν έμπροσθεν +της βασιλοπούλας και του βασιλόπουλου, και τες υποχρέωσε διά να +διηγηθούν τες ιστορίες τους. Αυτές όλες οι αρχοντοπούλες είχαν εκεί +τους αγαπητικούς τους, και ήταν εκστατικές, εις το να τους ιδούν και +αυτούς ελευθερωμένους από την μαγικήν δύναμιν της Μερχάνης, που τους +εκρατούσεν υποκάτω εις μορφήν ζώων. Οι οποίοι αφού και ευχαρίστησαν +μυριάκις τον σωτήρα τους, επήραν θέλημα και ανεχώρησαν, και επήγε +καθένας με την αγαπητικήν του εις τον τόπον του. </p> + +<p>Δεν έμειναν εις το παλάτι άλλοι, παρά η Γουλνάζε με την συνοδίαν +της Φαρουχνάζης και το βασιλόπουλο με τον Σειρμώγ, οι οποίοι έμειναν +εκεί διά μερικές ημέρες χαρούμενοι. Έπειτα εμίσευσαν όλοι ομού διά +την Περσίαν, και εκεί έκαμαν τους γάμους με μεγάλην παράταξιν, και +εστεφανώθηκαν η Φαρουχνάζ με τον Καρούκ, το βασιλόπουλον της +Περσίας, και η Γουλνάζε με τον Σειρμώγ, τον οποίον τον ετίμησεν ο +Καρούκ με μεγάλα χαρίσματα και αξίες διά την πιστήν του δούλευσιν, +και τον έκαμε πρώτον κυβερνήτην του βασιλείου· επειδή και έπειτα από +ολίγας ημέρας μετά τον γυρισμόν τους εις την Περσίαν, απέθανεν ο +βασιλεύς ο πατέρας του, ο οποίος εφαίνετο να μην εκαρτερούσεν άλλο +διά να αποθάνη, παρά τον γυρισμόν του υιού του. Ο οποίος ευθύς ανέβη +εις τον θρόνον του πατρός του· και απέρασαν το επίλοιπον της ζωής +των μετά μεγάλης χαράς και ευχαριστήσεως, χαιρούμενοι όλοι διά τες +απόκτησές των, και διά την ευτυχισμένην τους τύχην. </p> + +<p>Τοιαύτης λογής η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν της βασίλισσας +Φαρουχνάζης, και των άλλων ιστοριών, που εις αυτήν επερικλείοντο· +Και ο βασιλεύς Αϊδήν της έδειξε πάλιν την ευχαρίστησιν, που έλαβεν +ακόμη και δι' αυτήν την ιστορίαν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά, +και δεν έπαυσαν να επαινούν την ευγλωττίαν και την καλήν μνήμην που +είχεν. Όθεν η Χαλιμά λαμβάνοντας περισσότερον θάρρος διά την +ευχαρίστησιν που ελάμβανεν ο Αϊδήν, του είπε, πως εις την αύριον, αν +είναι με το θέλημα του, θέλει του διηγηθή μίαν άλλην ιστορίαν, που +της ήλθεν εις την ενθύμησιν, καλύτερην και νοστιμώτερην από όσες του +διηγήθη. Τότε της απεκρίθη ο Αϊδήν ότι όχι μόνον αυτήν, αλλά κάθε +άλλην που θα ήθελε του διηγηθή, ήθελεν έχει μεγάλην ευχαρίστησιν διά +να την ακούση, ώστε απεφάσισεν ότι την ερχομένην ημέραν ήθελε την +ακροασθή. Ερχομένη λοιπόν η ημέρα κατά την υπόσχεσιν που είχεν η +Μεδινά, εξύπνησε την Χαλιμάν, λέγοντάς της να διηγηθή την ιστορίαν +που υπεσχέθη. Και η Χαλιμά εσηκώθη ευθύς, και άρχισε να λέγη. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία των +περιέργων συμβάντων του Κουλούφ</h4> + +<p> +<br /> +Ήτο μίαν φοράν εις την Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής, +ονομαζόμενος Αμπτουλάς, ο οποίος εφημίζετο πως ήτον ο πλουσιώτερος +από τους άλλους πραγματευτάδες. Αυτός όντας τέτοιας λογής πλούσιος, +εθλίβετο μεγάλως που δεν είχε κληρονόμον, όθεν έκαμε κάθε δυνατόν +διά να αποκτήση. Η θύρα του σπητιού του ήτον πάντα ανοικτή εις τους +πτωχούς· καθημερινώς δεν έλειπε να μοιράζη πλουσιοπαρόχως +ελεημοσύνας προς τους Δερβύσιδες, διά να παρακαλούν τον Θεόν να του +χαρίση ένα κληρονόμον· έκτισε ξενοδοχεία, Μαρέτια και Μετζίτια, μα +του εστάθηκαν ανώφελα. </p> + +<p>Μίαν ημέραν ακούει πως ήλθεν ένας ιατρός θαυμάσιος Ινδιάνος εις +την Δαμασκόν και ευθύς στέλνει και τον κράζει, του οποίου διηγείται +τον πόνον του και την επιθυμίαν που είχε διά να αποκτήση ένα υιόν. Ο +ιατρός τον ελυπήθη και έβαλεν όλην του την σπουδήν διά να τον +χαροποίηση. Τέλος πάντων από αιτίαν του ιατρού έλαβεν εις ολίγον +καιρόν ένα υιόν, τον οποίον ωνόμασε Κουλούφ· αυτός δε εις την +γέννησιν του υιού του έκαμεν άμετρες χαρές, και μεγάλες ελεημοσύνες +εις πτωχούς και ξένους, εις δόξαν Θεού που του εχάρισε το +ποθούμενον. Αυξάνοντας δε ο Κουλούφ ο πατέρας του τον έβαλε διά να +μάθη γράμματα και τόσον επρόκοψε που πριν φθάση εις τους δεκαοκτώ +χρόνους έγινε τέλειος εις όλες τες επιστήμες και εις τες γλώσσες και +περιπλέον έγινεν εμπειρότατος εις όλες τες ασκήσεις τες σωματικές, +ήγουν να παλεύη, να τραβά το δοξάρι, να παίζη το σπαθί, και άλλα +παρόμοια, τόσον που όλοι τον εθαύμαζον, και μάλιστα ο πατέρας του +τον αγαπούσε τόσον που δεν ημπορούσε να ζήση μίαν ώραν μακράν απ' +αυτόν. Ως τόσον ο θάνατος που δεν υποφέρει κανένα να είναι εις τον +κόσμον ευτυχισμένος, έρχεται αιφνιδίως και σηκώνει τον γέροντα +πραγματευτήν. Έμεινε λοιπόν ο Κουλούφ κληρονόμος εις όλον τον βίον +του πατρός του· μα δεν τον εξουσίασε διά πολύν καιρόν, επειδή και +ευθύς που έμεινε τέλειος νοικοκύρης, άρχισε να τον φθείρη, έκτισε +παλάτια, αγόρασε εύμορφες σκλάβες, και έκλεξε πολλούς νέους διά να +του είνε σύντροφοι εις τες ασωτίες του, και επερνούσε τες ημέρες εις +τες ηδονές με αυτουνούς. Εδιαμοιράζοντο εις το σπήτι του τα πλέον +ευγενικά φαγητά και πιοτά, και δεν έκανε άλλο παρά να συνευφραίνεται +με χορούς, με παιγνίδια, με λαλήματα και άλλα. Και δεν απέρασε πολύς +καιρός που έφθειρεν όλην του την περιουσίαν· έπειτα εστάθη +στενεμμένος από την αφροσύνην του να πουλήση τα παλάτια του και τους +σκλάβους του, και από ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν εις μεγάλην +δυστυχίαν, η οποία επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν προς τους εχθρούς +του. </p> + +<p>Τότε αυτός εμετανόησε διά τα άσωτά του καμώματα, επρόστρεξεν όμως +εις εκείνα τα υποκείμενα που τον είχαν συμβοηθήση εις τον φθαρμόν +του· φίλοι μου, τους είπεν, εσείς με είδετε εις τι ευτυχίαν ήμουν +και τώρα εις τι κατάστασιν ήρθα, προστρέχω εις εσάς να με βοηθήσετε, +διά να ξαναέβγω από το πέσιμόν μου· ενθυμηθήτε τες μεγάλες δωρεές +που σας έκανα οπόταν σας είχα εις το τραπέζι μου· εγώ δεν αμφιβάλλω +ότι θέλει με βοηθήσετε, διά να έβγω από την κατάστασιν εις την +οποίαν ευρίσκομαι, και να με ελευθερώσετε από τούτον τον κίνδυνον. +Έτσι ο δυστυχής Κουλούφ έπασχε διά να παρακινήση εις έλεος τους +φίλους του διά να τον συντρέξουν, μα αυτός ωμιλούσεν εις τόσους +κωφούς· άλλος μεν του έδειχνε πως του εκακοφαίνονταν να τον βλέπη +εις αυτήν την κατάστασιν, και του έταζε να παρακαλέση τον Θεόν διά +να τον βοηθήση· άλλος δε του έλεγεν ότι ας είχε γνώσιν να μην είχεν +έλθει εις αυτήν την δυστυχίαν· και άλλος αντάμωνεν εις την +απελπισίαν την αχαριστίαν, και του αρνούνταν ως και την παρηγορίαν +να τον συμπαθήση και του εγύριζε τες πλάτες, και κοντολογής όλοι τον +αποστρέφονταν, και πολλοί εκαμώνονταν πως δεν τον γνωρίζουν. Ω +ψεύτικοι φίλοι, εφώναξεν ο Κουλούφ! η ανευχαριστία σας και το +σκληρόν σας φέρσιμον πολλά με παιδεύει, που εστάθηκα πολλά άφρων εις +το να στοχασθώ ότι εσείς, μου είσθε αληθινοί φίλοι. </p> + +<p>Ο υιός, του Αμπτουλά ήτον περισσότερον θλιμμένος διά την +αχαριστίαν των φίλων του των ψεύτικων, που εστάθηκαν συμβοηθοί και +έφθειρε τον πλούτον του, παρά εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν, +όθεν απεφάσισε να ξεμακρύνη από την Δαμασκόν, διά να μην τους +μεταϊδή εις τα μάτια του και θλίβεται περισσότερον. Μισεύοντας το +λοιπόν από την Δαμασκόν επήγε προς το μέρος των Καραϊτών και ήλθεν +εις την πόλιν Καρακοράμ, εκεί που εβασίλευεν ο Καπαλκάμ· και +φθάνοντας εκεί επήγε και εκόνεψε εις ένα χάνι, και με τα δηνάρια που +του είχαν περισσεύσεί έκαμεν ένα φόρεμα και ένα φακιόλι, κατά την +συνήθειαν του τόπου. Και όλην την άλλην ημέραν δεν έκαμεν άλλο παρά +να περιδιαβάζη και να βλέπη τα πλέον περίεργα του τόπου και το βράδυ +ετραβάτο εις το κονάκι του. </p> + +<p>Μίαν ημέραν ήκουσεν ότι ο βασιλεύς Καπαλκάμ ετοιμάζετο διά να +πηγαίνη με μεγάλον στράτευμα εναντίον δύο γειτόνων του βασιλέων που +ήρχονταν διά να του πάρουν τους τόπους του. Επήγε να προσφέρη την +δούλεψίν του προς τον Βασιλέα, ο οποίος τον έβαλεν εις τον αριθμόν +των στρατιωτών του. Αυτός ο νέος εφέρθη με τόσην ανδρείαν εις αυτόν +τον πόλεμον, που σχεδόν από τες νίκες που έκαμεν εκατατροπώθηκαν οι +εχθροί του Βασιλέως. Έλαβε λοιπόν μεγάλες τιμές από τον βασιλέα, και +τον επαίνεσαν όλοι οι αρχηγοί· και περιπλέον έλαβε και την επίσκεψιν +του Μουγγάρ, υιού του Βασιλέως. Μα έως εδώ δεν εστάθη η φήμη του +επειδή και παύοντας αυτός ο πόλεμος, εσηκώθησαν άλλοι δύο Βασιλείς +εναντίον του Καπαλκάμ. Όθεν αυτός ο Βασιλεύς εγύρισε τα άρματά του +εναντίον αυτών των νέων εχθρών και τότε πάλιν ο υιός του Αμπτουλά +έδειξε και εις αυτόν τον πόλεμον περισσοτέραν ανδρείαν από τον +άλλον. Αυτή η δευτέρα φήμη, τον έκαμε να έμπη καθολικά εις την χάριν +του Μουγγάρ Βασιλοπούλου, τόσον που δεν τον άφινεν από κοντά του, +και από ημέραν εις ημέραν ηύξανεν η αγάπη του προς αυτόν· όθεν εις +ολίγον διάστημα καιρού, ο Κουλούφ έγινεν ο μυστικός του. Ύστερον δε +από ολίγον καιρόν, απέθανεν ο Καπαλκάμ, και ο υιός του ανέβη εις τον +θρόνον, και ευθύς που εκηρύχθη Βασιλεύς επλούτηνε τον Κουλούφ από +αξίες και τιμές και τον έκαμε πρώτον του συμβουλάτορα. </p> + +<p>Ο Κουλούφ βλέποντας ότι τα πράγματά του άλλαξαν μορφήν, και ότι +δεν ευρέθη περισσότερον ευτυχισμένος ωσάν τότε, είπε με τον εαυτόν +του· κάνει χρεία να πιστεύση κάνεις βεβαίως ότι όλα τα συμβεβηκότα +της ζωής μας είναι γραμμένα εις τον ουρανόν. Οπόταν εζούσα εις την +Δαμασκόν εν ταις τρυφαίς, ελόγιαζα ποτέ πως θέλω έλθει εις +δυστυχίαν; και ερχόμενος εδώ εις Καρακορτάμ ημπορούσα ποτέ να ελπίσω +να γένω εκείνος που είμαι; όχι βέβαια· όλες οι ευτυχίες μας και οι +δυστυχίες μας κρέμονται από θέλησιν ανωτέραν. Ας ζήσωμεν το λοιπόν +κατά πως μας αρέσει, και ας αναμένωμεν τα της τύχης, που δεν +ημπορούμεν να αποφύγωμεν. Εις τούτον τον τρόπον στοχαζόμενος ο +Κουλούφ, κατά πως εστοχάσθηκεν, έτσι ακολουθούσε την θέλησίν του +χωρίς εναντίωσιν. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία της ωραίας +Δηλαράς</h4> + +<p> +<br /> +Μίαν ημέραν βγαίνοντας ο Κουλούφ από το παλάτι, συναπαντά μίαν +γυναίκα γραίαν σκεπασμένην με ένα πανί της Ινδίας και ο γύρος του +πανιού ήτον κεντημένος με χρυσίον και ρουμπίνια· είχεν αυτή μία +αρμαθιά μαργαριτάρια εις το ένα χέρι, και εις το άλλο ένα δεκανίκι, +και πέντε σκλάβες σκεπασμένες και αυτές, και την εσυντρόφευαν. +Επλησίασεν αυτός προς την γραίαν και την ερωτά, αν οι σκλάβες ήτον +διά πούλημα. Ναι, είπεν η γραία· μα ετούτες, με όλον που είναι +εύμορφες, δεν είναι διά λόγου σου αλλ' επειδή σε βλέπω πως είσαι +ένας ευγενής άνθρωπος, επιθυμώ να σε κάμω να διαλέξης, την πλέον +ωραίαν που να σου αρέση, από άλλες που έχω εις το σπήτι μου, και αν +θέλης έλα κοντά μου διά να τις ιδής. Λέγοντας έτσι εκίνησαν μαζί με +τον Κουλούφ διά να πηγαίνουν. Φθάνοντας δε εμπρός εις ένα μετζίτι, η +γραία του λέγει· καρτέρει με εδώ, ω αυθέντη, έως να γυρίσω. Απέρασεν +έως μία ώρα, και ιδού που βλέπει την γραίαν με μίαν κόρην που είχε +ένα μποχτζέ, εις τον οποίον είχεν ένα πανί και ένα φερετζέ με τα +οποία ένδυσε τον Κουλούφ λέγοντάς του· αυθέντη, ημείς είμασθε +υποκείμενα τιμημένα και από καλό γένος, και δεν είνε τίμιον ένας +ξένος να έμπη εις το σπήτι μας, και διά τούτο σε ενδύω γυναίκια, διά +να μη γνωρισθής. Ο δε Κουλούφ δεν ωμίλησεν, αλλά ηκολούθησε την +γραίαν, η οποία τον έφερεν εις ένα μεγάλο παλάτι αγνώριστο, εις το +οποίον εμβαίνοντας έβλεπεν ότι τα όσα του επαρουσιάζονταν εις τα +μάτια του είχαν μίαν υπερβολικήν μεγαλοπρέπειαν και μεγαλειότητα, +αφού όμως επέρασαν μίαν μεγάλην αυλήν που ήτον πατωμένη με πλάκες +από δίασπρον, έφθασαν εις μίαν σάλαν μιας υπερβολικής μεγαλειότητος, +εις το μέσον της οποίας ήτον μία λεκάνη πορφυρά γεμάτη νερό, και +μέσα εις αυτήν έπλεγαν διάφορα ψάρια με βούλλες χρυσές· και εις το +αναμεταξύ που αυτός εστοχάζονταν τα ψάρια με θαυμασμό, βλέπει να +πλησιάζη προς αυτόν μία Κυρά πολλά νέα με χαροποιόν πρόσωπον, και +αφού τον επροσκύνησε, τον επήρεν από το χέρι και τον έβαλε να καθίση +επάνω εις μίαν χρυσήν μαξιλάραν και όταν εκάθισεν, αυτή έλαβε την +επιμέλειαν διά να του σφουγγίση το πρόσωπον που ήτον ιδρωμένον, με +ένα ψιλό μαντύλι, και κάνοντάς του ετούτην την δούλευσιν +εχαμογελούσε, και του έδινε ματιές από τες οποίες πολλά γλήγορα +έμεινε τετρωμένος. </p> + +<p>Τον καιρόν που αυτός την εύρισκε πολλά της αρεσκείας του και +αποφάσισε διά να την αγοράση να που μία άλλη νέα, της οποίας τα +ξανθά μαλλιά εκυματούσαν επάνω εις τες πλάτες της, και μάλιστα ήτον +πλέον ωραία από την πρώτην, η οποία ήρχονταν προς αυτόν. Αυτή +επλησίαζε με μίαν νοστιμάδα ευγενικήν προς τον Κουλούφ, του οποίου +επήρε το χέρι και το εφίλησε, και ύστερον ετοίμαζε διά να του πλύνη +τα ποδάρια εις μίαν λεκάνην χρυσήν. Αυτός δεν ηθέλησε να υπακούση, +και όντας εκστατικός διά την ωραιότητά της, εσηκώθη διά να πέση εις +τα γόνατά της με την απόφασιν διά να την αγοράση· μα έξαφνα έμεινεν +ακίνητος, ωσάν ένας που χάνει τες αισθησές του, εις το να ιδή είκοσι +άλλες νέες την μίαν ωραιότερην από την άλλην. Αυτές εσυντρόφευαν +μίαν κυράν νεαράς ηλικίας, ακόμη πλέον ωραίαν και πλουσιώτερον +φορεμένην από τες άλλες και εφαίνονταν ότι αυτή θα ήτον η κυρά τους. +Ο δε Κουλούφ επίστευσε πως βλέπει την σελήνην τριγυρισμένην από τους +αστέρας και εις την θεωρίαν της θαυμασίας εκείνης ωραιότητος έπεσε +λιγοθυμημένος. Οι σκλάβες έτρεξαν ευθύς όλες να τον συντρέξουν και +κάνοντάς του να επανέλθη εις τον εαυτόν του, η κυρά που του +επροξένησε τούτο, έτσι του ωμίλησε· καλώς μας ήλθες, ευγενικέ νέε. Ο +Κουλούφ αφού την επροσκύνησεν, έβγαλε από την καρδιά του ένα +βαθύτατον στεναγμόν. Έπειτα οι σκλάβες τον έβαλαν και εκάθισεν εις +ένα θρονί και ευθύς του έφεραν ένα εξαίρετον σερμπίτι, εις κούπες +χρυσές κεκοσμημένες με πετράδια, το οποίον το έπιε μαζί με την +Κυράν. Αυτή βλέποντας το μελαγχολικόν του πρόσωπον, και συγχυσμένον, +που σχεδόν δεν ημπορούσε να προφέρη ένα λόγον, του λέγει· από τι +προέρχεται η σύγχυσίς σου που σε κυριεύει και η μελαγχολία που +φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου; μήπως και είσαι βαρεμένος εις το να +ευρίσκεσαι εις την συντροφιά μας με το να μη σου αρέση. Α, ωραιοτάτη +Κυρά, της απεκρίθη, κυττάζοντας την με ένα βλέμμα ερωτικόν· Παύσε, +σε παρακαλώ, παύσε να με πειράζης· πολλά καλά ηξεύρεις, ότι δεν +ημπορούν να θεωρηθούν χωρίς βλάψιμον οι χάριτες σου· είμαι, σου το +ομολογώ, έξω από τον εαυτόν μου· μία σύγχυσις, που εγώ δεν ημπορώ να +την καταλάβω, κυριεύει όλα τα πνεύματα, και με κάνει να στέκω με +τούτον τον τρόπον μελαγχολικός. Στάσου με καλήν καρδίαν, τον +αντίκοψεν η Κυρά, και στοχάσου πως εδώ ήλθες διά να αγοράσης μίαν +σκλάβαν. Ας υπάμεν το λοιπόν όλοι μαζί να καθήσωμεν εις το τραπέζι, +και ελπίζω η συντροφιά μας να σε χαροποιήση. </p> + +<p>Λέγοντας έτσι εκείνη επήρε τον Κουλούφ από το χέρι και τον έφερεν +εις μίαν σάλαν και εκεί εκάθησαν όλες εις μίαν μακράν τράπεζαν, η +οποία ήτον γεμάτη από πολυποίκιλα και νόστιμα φαγητά και πιοτά. Και +αφού έφαγαν και έπιαν, εσηκώθηκαν οι σκλάβες από την τράπεζαν και +άλλες επήραν και ελαλούσαν διάφορα όργανα, και άλλες ετραγουδούσαν +με αγγελικές φωνές, και άλλες εχόρευαν διαφόρους χορούς. Παύοντας +αυτές επήρεν η κυρά ένα τζιβούρι και το ελαλούσε, τραγουδώντας με +μίαν φωνήν τόσον γλυκείαν και ωραίαν, που υπερέβαινε τα ίδια +αηδόνια. </p> + +<p>Ο Κουλούφ ακούοντάς την αγγελικήν της φωνήν και το εύμορφον +λάλημά της, δεν ημπόρεσε πλέον να υποφέρη την φλόγα του έρωτος. Κυρά +μου, εφώναξεν, εσύ μου εσήκωσες τον λογισμόν μου, εγώ δεν ημπορώ να +υποφέρω τες σαϊτιές που μου δίνεις· δος μου άδειαν να ημπορέσω να +σου φιλήσω το χέρι, και να βάλλω το κεφάλι μου υποκάτω εις τους +πόδας σου. Έτσι λέγοντας ετούτος ο ταλαίπωρος αγαπητικός, έπεσε κατά +γης, ωσάν ένας που είνε έξω του εαυτού του, και παίρνοντας το χέρι +της κυράς το εφίλησε με πολλήν τρυφερότητα. Μα εκείνη η γλυκυτάτη +νέα θυμωμένη διά την τόλμην του, τον άμπωσε με αγριότητα και του +είπεν· όποιος και αν είσαι, στάσου, και μη ξεπηδάς τα όρια της +σωφροσύνης· εγώ είμαι μία θυγατέρα ευγενής· είναι μάταιον εσύ να +επιθυμήσης να με αποκτήσης, επειδή και δεν ηξεύρεις να με απολαύσης, +διά το οποίον δεν θέλεις με ιδεί πλέον. Με τούτα τα λόγια, αυτή +ετραβήχθη ομού με τες άλλες νέες που την εσυντρόφευαν και έμεινεν +εκεί αυτός μόνος. </p> + +<p>Ο Κουλούφ έμεινε πολλά θλιμμένος, που επροξένησε της κυράς που +αγαπούσε δυσαρέσκειαν, και έστεκεν εκεί εις την σάλαν περικυκλωμένος +από χιλίους στοχασμούς. Τότε ήλθε προς αυτόν η γραία που τον είχε +φέρει εκεί και του είπε· δεν έπρεπε να φερθής με τέτοιον τρόπον εις +την κυράν και με όλον που εγώ σου έδωκα να καταλάβης πως ήταν +σκλάβες, εσύ έπρεπε να στοχασθής από την μεγαλοπρέπειαν του +παλατίου, και από τα πλούσια φορέματα που ήτον στολισμένη, ότι ήταν +άλλα υποκείμενα· αυτή το λοιπόν η κυρά που την επρόσβαλες είνε +θυγατέρα ενός από τους πρώτους της αυλής του βασιλέως. Η ομιλία της +γραίας αβγάτισεν όχι μόνον την αγάπην του Κουλούφ, αλλά και την +θλίψιν του ακόμη εις το να μην εφέρθη τακτικώς με αυτήν, και ήτον +σαστισμένος διά να την ξαναϊδή. </p> + +<p>Τότε η κυρά, πλέον καλύτερα ενδεδυμένη με διαφορετικά φορέματα, +έρχεται εις την σάλαν με τες άλλες νέες, και άρχισε να γελά +βλέποντάς τον Κουλούφ μεγαγχολικόν και σκυθρωπόν. Εγώ λογιάζω, του +λέγει ότι εμετανόησες διά το λάθος που έκαμες, και θέλω να σε +συμπαθήσω, με συμφωνίαν ότι εις το ερχόμενον να είσαι πλέον +τακτικός, και να μου φανερώσης και ποίος είσαι. Καθώς αυτός δεν +επιθυμούσεν άλλο παρά να ξαναφιλιωθή με αυτήν την ευγενικήν κυράν, +έτσι δίχως δισταγμόν της εφανέρωσε πως ονομάζετο Καλούφ, και ήτον +μυστικός του βασιλέως. </p> + +<p>Κύριε, τότε του απεκρίθη, είνε καιρός που η φήμη σου ήλθεν εις τα +αυτιά μου, αγροίκησα πως εσύ είσαι ο πλέον αγαπημένος του βασιλέως· +όθεν είχα επιθυμίαν πολλήν διά να σε ιδώ· χαίρομαι το λοιπόν που +σήμερον έλαβα τούτην την ευχαρίστησιν· ας ακολουθήσωμεν το λοιπόν τα +λαλούμενα και τους χορούς μας, είπε προς τες νέες, και, ας κάμωμε +κάθε δυνατόν διά να δώσωμεν χαροποίησιν τούτου του ξένου. Όλες οι +νέες εξανάρχισαν να χορεύουν, να λαλούν, και να κάνουν κάθε λογής +παιχνίδια, έως που ήλθεν η νύκτα. Και αφού ενύκτωσεν άναψαν διάφορα +κηρία και λαμπάδες και εις το αναμεταξύ που ετοίμαζαν το δείπνον, η +κυρά και ο Κουλούφ ευρίσκονταν μαζί, και εσυνομιλούσαν διάφορες +υποθέσεις του βασιλέως· και ανάμεσα εις τες άλλες η κυρά τον +εξέταζεν αν αυτός ο βασιλεύς είχεν εύμορφες σκλάβες. Ναι, ω κυρά, +είπεν ο Κουλούφ αυτός έχει πολλά ωραίες σκλάβες, και διά τώρα, αγαπά +μίαν που ονομάζεται Γουλαδάμ· ετούτη είνε μία νέα πολλά ωραία, και +ήθελα ειπεί πως αυτή θα ήτον η πλέον εύμορφη που ευρίσκεται στον +κόσμον, ανίσως και δεν ήθελα ιδεί εσένα· επειδή και το κάλλος σου +υπερβαίνει κατά πολλά εκείνης, και δεν ημπορεί με κανένα τρόπον να +παρομοιασθή με εσένα. </p> + +<p>Ετούτα τα κολακευτικά λόγια δεν εκακοφάνηκαν της Δηλαράς (έτσι +ωνομάζετο αυτή η κυρά)· η οποία ήτον θυγατέρα του Βαρούκ, μεγάλου +αυθέντου της Καραΐτης, ο οποίος τότε δεν ευρίσκονταν εκεί, με το να +είχε πάγει από μέρος του Βασιλέως του διά να συγχαρή τον Ουσβάκ Χαν, +που ανέβη εις τον θρόνον της Ταρταρίας· και εις αυτό το διάστημα που +αυτός έλειπεν, η Δηλαρά έκλινε να φέρη από καμμίαν φοράν ένα νέον +εις το σπήτι της διά να μετεωρισθή, και να περάση ο καιρός της· μα +έστεκε μ' όλον τούτο πολύ εις τα εδικά της, οπόταν ήθελεν επεικάσει +κανένα που να της ήθελε χάσει το σέβας. Έμεινε λοιπόν αυτή πολλά +ευχαριστημένη εις το να ακούση τον Κουλούφ ότι αυτή υπερέβαινεν εις +την ευμορφιάν την αγαπητικήν του Βασιλέως, και τούτος ο έπαινος την +έκαμε πλέον ζωντανήν και χαροποιάν· όθεν τον καιρόν του δείπνου είπε +πολλά πράγματα νόστιμα, και ετελείωσε με το πνεύμα της εις το να +ανάψη του Κουλούφ την φλόγα του έρωτος προς αυτήν. </p> + +<p>Ο Κουλούφ το λοιπόν οπόταν ήλθεν ο καιρός διά να αναχωρήση, +εστάθη έμπροσθεν της Δηλαράς και της είπεν· αν εγώ ήθελα σταθή μαζί +σου εκατόν χρόνους, ήθελε μου φανή να μην εστάθην μίαν στιγμήν μα +ό,τι λογής και αν ήθελε ήτον η ευχαρίστησίς μου, κάνει χρεία να σε +απαρατήσω διά να αναπαυθής· αύριον αν ορίσης και είναι με το θέλημά +σου θέλω ξαναέλθη. Εγώ σου δίδω το θέλημα, απεκρίθη εκείνη· εσύ +πρέπει το βράδυ να ευρεθής εις την ιδίαν πόρταν του μετσινίου, και +θέλω κάμει να σε φέρουν εδώ. Ετούτο λέγοντας ο Κουλούφ, +ευχαριστώντάς την, εβγήκεν από το παλάτι. </p> + +<p>Φθάνοντας εις την κατοικίαν του, όλην την νύκτα δεν έκλεισε μάτι +στοχαζόμενος το κάλλος της Δηλαράς, και τα όσα είδεν εκείνην την +ημέραν. Το ταχύ που εσηκώθη ευθύς επήγεν εις τον Βασιλέα. Ε, πόθεν +έρχεσαι, ω Κουλούφ, του είπεν ο Βασιλεύς, ευθύς που τον είδε· τι +εγίνηκες εχθές, και δεν εφάνης καθόλου προς εμένα; Αυθέντα, του +απεκρίθη ο Κουλούφ, οπόταν η βασιλεία σου θέλει μάθει τα όσα μου +εσυνέβηκαν, θέλει με συμπαθήσει που δεν ήλθα· και τον ίδιον καιρόν +του εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν· είναι αδύνατον, του είπεν ο +Βασιλεύς, τούτη η Κυρά να είναι τόσον ωραία, καθώς μου διηγάσαι· εσύ +μου μιλείς με τόσην ζωντανωσύνην, που με κάνει να μην το πιστεύω. +Αυθέντη, εξαναείπεν ο Κουλούφ, κοντολογής είναι τόσον ωραία που +σχεδόν ο πλέον περίφημος ζωγράφος ημπορεί να αμφιβάλη διά να την +παρομοιάση με το κονδύλι· ω, τούτο είναι παρά πολύ, του είπεν ο +Βασιλεύς· εσύ με κάνεις να μου έλθη επιθυμία διά να την ιδώ, και +θέλω χωρίς άλλο τούτην την νύκτα να έλθω μαζί σου, οπόταν έχη να +πας. </p> + +<p>Η περιέργεια του νέου Βασιλέως έθλιψε τον Κουλούφ· μα αυθέντη, +του είπεν με τι τρόπον εγώ ημπορώ να σε κάμω να έλθης μαζί μου εις +αυτήν· και τι να της ειπώ το πώς και ποίος είσαι; Εγώ θέλω ενδυθή, +λέγει ο Βασιλεύς, με φορέματα ενός σκλάβου, και θέλω απεράση διά +σκλάβος σου, και σαν έλθω εκεί, θέλω σταθή εις καμμίαν αγκωνήν διά +να ιδώ τα πάντα. Ο Κουλούφ δεν ετόλμησε να εναντιωθή του αυθεντός +του, ο οποίος ενδυνόμενος με το φόρεμα του σκλάβου, προς το βράδυ +επήγαν εις την πόρταν του μιτζιτιού. Δεν επέρασε πολύ, και είδαν την +γραίαν που ήλθεν, η οποία είπεν· τον σκλάβον δεν κάνει χρεία να τον +πάρης, απαραίτησέ τον και έλα μόνος σου. Ακριβή μου μητέρα, είπεν ο +Κουλούφ, σε παρακαλώ να αφήσης ετούτος ο σκλάβος να έλθη μαζί μας· +επειδή και είναι ένας πολλά επιτήδειος νέος, ο οποίος τραγουδεί +πολλά εύμορφα, κάνει στίχους αιφνιδίως, και άλλα πολλά νόστιμα +πράγματα, και της Κυράς σου δεν θέλει της κακοφανή ωσάν τον ιδεί. Η +γερόντισσα δεν ωμίλησεν άλλο, παρά τους επήρε, και τους έφερεν εις +το παλάτι της Κυράς. </p> + +<p>Αυτή βλέποντάς τον σκλάβον, ηρώτησε τον Κουλούφ, διατί έφερεν +αυτόν τον σκλάβον μαζί του· ο δε της είπε πως ετούτος ο σκλάβος +είναι πολλά μέτωρος, μπουφόνος, ήγουν τζουτζές, λαλεί ευμορφότατα το +κύμβαλον, τραγουδεί εξαίσια, και κάνει και τον ποιητήν· ελπίζω το +λοιπόν πως θέλει σας δώσει ηδονήν. Ωσάν είναι έτσι, απεκρίθη η Κυρά, +καλώς ήλθε· μα, φίλε, λέγει προς τον σκλάβον, κύτταξε να είσαι +τακτικός με τες νέες μου, διά να μην το μετανοήσης. Ο Βασιλεύς +βλέποντας τον εαυτόν του ότι ήτο υπόχρεως διά να κάμη τον μπουφόνον, +άρχισε να χορατεύη, και τόσον καλά εφέρθη, που η Κυρά είπε του +Κουλούφ· κατά αλήθειαν εσύ έχεις ένα δουλευτήν πολλά μέτωρον, και +ελπίζω απόψε να μας χαροποιήση. Επειδή και έχει την τύχην λέγει ο +Κουλούφ, διά να είναι της αρεσκείας σου, δεν είναι πλέον ιδικός μου, +αλλά ιδικός σου, Κυρά μου. </p> + +<p>Εκεί που έτσι ωμιλούσαν, ήλθε μία σκλάβα και έδωκε είδησιν, ότι ο +δείπνος ήτον έτοιμος. Η Κυρά και ο Κουλούφ εκάθησαν εις την +τράπεζαν, και ο σκλάβος έστεκεν ορθός· και καθώς ο σκλάβος έδιδεν +ευχαρίστησιν της Δηλαράς με τα μέτωρά του, εζήτησε θέλημα από τον +αγαπημένον της, διά να τον βάλη να καθήση εις την τράπεζαν με +αυτούς. Ο Κουλούφ αφού και έκαμε κάποιες εναντίωσες, τον επρόσταξεν +και εκάθησεν ανάμεσόν τους, και άρχισαν διά να φαν. Φέροντας το +κρασί, η Δηλαρά εγέμισεν ένα ποτήρι, και το δίδει του σκλάβου, +έπειτα του λέγει· πίε εις υγείαν μου. Ο βασιλεύς φιλώντας το χέρι +της, που εκρατούσε το ποτήρι, το επήρε και το έπιεν εις υγείαν της. +Η Δηλαρά γεμίζοντας άλλο ένα ποτήρι, λέγει προς τον Κουλούφ διά να +τον πειράξη· το πίνω ετούτο εις την υγείαν εκείνης που αγαπάς, ήγουν +της ωραίας Γουλεδάμ, αγαπητικής του βασιλέως σου. Κυρά, απεκρίθη ο +Κουλούφ, με το πρόσωπον όλον κόκκινον, μη γένοιτο, ότι εγώ να λάβω +τόσην τόλμην να υψώσω τους στοχασμούς μου εις την αγαπητικήν του +Βασιλέως μου. Φυλάττω διά τούτο μίαν άκραν ευλάβειαν προς αυτόν. Ας +είνε, εσύ θέλεις να αποσκεπασθής, απεκρίθη η Δηλαρά γελώντας· εγώ +ενθυμούμαι ότι εχθές μου ωμίλησες με ένα τρόπον που σε έδειχνε πολλά +φερμένον προς αυτήν και πως κάποιες φορές απερνάτε τον καιρόν με +αυτήν χωρίς να το ηξεύρη ο βασιλεύς. Αυτός εις τούτα τα λόγια, τα +οποία εγνώριζε το τι ημπορούσαν να προξενήσουν, αντραλώθη μεγάλως, +και είπε· σε παρακαλώ, Κυρά μου, άφησε αυτά τα μετωρίσματα επάνω εις +ετούτην την υπόθεσιν, επειδή και εγώ δεν έλαβα ποτέ καμμίαν +συναναστροφήν με αυτήν, αλλ' ούτε ποσώς την τόλμην, να μιλήσω με +αυτόν τον τρόπον δι' αυτήν. </p> + +<p>Η αντράλωσις που ο Κουλούφ έλαβε δι' αυτά τα λόγια, έδωσαν αιτίαν +της Δηλαράς να γελάση μεγάλως· μα ως τόσον του Βασιλέως του εμπήκε +καρφί εις την καρδίαν διά ταύτην την υπόθεσιν μα ως φρόνιμος που +ήτον, εκαμώνονταν πως δεν ακούει, και ακολούθησε να μετωρίζεται και +να πίνουν και οι τρεις. Και ως τόσον ο Βασιλεύς από ολίγον ολίγον +ανάπτοντας από το κρασί, αλησμόνησε που έκανε τον σκλάβον, και +άρχισε να λέγη της Δηλαράς. Κυρά μου, κάμε μου την χάριν, τραγούδησέ +μου κανένα τραγούδι εύμορφον από εκείνα που ηξεύρεις. Η Δηλαρά διά +να τον ευχαριστήση ωσάν που απερνούσε διά μπουφόνος, επήρεν ένα +τζιβούρι και το ελάλησε, συντροφιασμένον με την φωνήν της, που +εφαίνονταν να ήτον αγγελική. </p> + +<p>Ο Βασιλεύς που δεν είχεν ακούσει ακόμη τινά να τραγουδήση έτσι +νόστιμα και γλυκά, ομοίως και να λαλήση με τόσην τελειότητα, του +άρεσε τόσον, που μη ενθυμώντας πλέον πως έκανε τον σκλάβον, εφώναξεν +από την ηδονήν του. Εσύ, Κυρά μου, με κάνεις να υπάγω εις έκστασιν. +Ο Ισαάκ, πρώτος μου τραγουδιστής, ωνομασμένος εις διάφορα βασίλεια +διά την φωνήν του, δεν είναι αρκετός να σε φθάση. Ο Κουλούφ έμεινεν +ωσάν νεκρός διά την φανέρωσίν του· και η Δηλαρά γνωρίζοντας από +τούτα τα λόγια ότι ο νομιζόμενος σκλάβος ήτον ο ίδιος ο βασιλεύς, +εσηκώθη ευθύς από τον τόπον της, και έτρεξε διά να χαλέψη ένα +μπούλωμα διά να σκεπάση το πρόσωπόν της. Α, ημείς είμασθε χαμένες, +λέγει με χαμηλήν φωνήν προς τες άλλες νέες. Εκείνος δεν είναι +σκλάβος, αλλά είναι ο ίδιος ο βασιλεύς. Ετούτο λέγοντας εγύρισε +σκεπασμένη να εύρη τον βασιλέα, και δεν αποκοτούσε διά να καθήση +πλέον κοντά του. Κάθησε, κυρά, της λέγει αυτός, σ' εμένα πρέπει θα +σταθώ ορθός εις την επιφάνειάν σου. </p> + +<p>Η Κυρά εδόθη εις ένα πικρόν κλαύσιμον, και πέφτοντας εις τους +πόδας του τού εζητούσε συμπάθειαν αν έσφαλε μη γνωρίζοντάς τον. Ο +βασιλεύς σηκώνοντάς την της είπε, να μην φοβάσαι τίποτα· και έπειτα +την ερώτησε το ποία ήτον, και αυτή εν συντομία του επλήρωσε την +περιέργειαν· και ύστερον που έμαθε το ποία ήτον, επήρε τον Κουλούφ, +και μισεύοντας από εκεί εγύρισαν εις το παλάτι του. </p> + +<p>Τα αστεία μετωρίσματα, που έκαμεν η Δηλαρά προς τον Κουλούφ, +επάνω εις την Γολεδάμ, αγαπητικήν του βασιλέως, επροξένησαν κακά +αποτελέσματα. Ο βασιλεύς πιστεύοντας από τα λόγια της Δηλαράς, ότι +αναμέσον της αγαπητικής του και του Κουλούφ απερνούσεν αληθώς +ανταπόκρισις αγάπης, χωρίς να κάμη καμμίαν εξέτασιν διά να ξεσκεπάση +την αλήθειαν, επρόσταξε το ταχύ ο Κουλούφ να μη τολμήση να έλθη +πλέον έμπροσθέν του και ότι εις διορίαν δώδεκα ωρών να μισεύση από +το βασίλειόν του. </p> + +<p>Ο ταλαίπωρος αγαπημένος του βασιλέως, θλιμμένος διά την νέαν του +δυστυχίαν και ηξεύροντας ότι ήτον ανεύθυνος, επάσχισε διά να εύρη το +μέσον προς τον βασιλέα διά να δικαιολογηθή, μα εστάθη αδύνατον. Τότε +έκλινε με υπομονήν εις το ριζικόν του· επήκουσε την προσταγήν την +βασιλικήν, και συντροφιαζόμενος με ένα κερβάνι που επήγαινεν εις την +Ταρταρίαν, επήγε με αυτό εις την Σαμαρκάντα, και έμεινε με +μεγαλοψυχίαν αφιερωμένος εις εκείνο που ο ουρανός του είχε +αποφασισμένον και μην στοχαζόμενος πλέον την περασμένην του +ευτυχίαν, ωσάν που τα πράγματα του κόσμου δεν έχουν ποτέ μίαν +στάσιν, ευρίσκονταν εις τελείαν ησυχίαν, ευφραινόμενος έως που είχε +δηνάρια, και τελειώνοντάς τα επήγε και εστάθη εις την πόρταν ενός +μετζιτίου διά να ζητά ελεημοσύνην. </p> + +<p>Ο Ιμάμης του μετζιτίου βλέποντάς τον μίαν ημέραν τον εξέταξεν +επάνω εις την θρησκείαν, και ευρίσκοντάς τον ότι ήτο Μουσουλμάνος, +του εδιώρισε δύο ψωμιά την ημέραν, με τα οποία αυτός εζούσε πολλά +ευχαριστημένος. Τυχαίνει μίαν ημέραν ένας πραγματευτής ονομαζόμενος +Μουζαφέρ, πηγαινάμενος εις το Μετζίτι, έρριξε τα μάτια του επάνω εις +τον Κουλούφ, και τον έκραξε και τον ερώτησε λέγοντάς του· νέε, πες +μου, από τι τόπον είσαι και διατί τέλος ήλθες εις ετούτην την χώραν; +Αυθέντη, του απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ είμαι από την Δαμασκόν, και +ταξειδεύοντάς με διάφορες πραγματείες διά την Ταρταρίαν, ολίγον +ξέμακρα από την Σαμαρκάντα, με απήντησαν κλέπται, οι οποίοι μου +εσκότωσαν τους ανθρώπους και μου επήραν το ό,τι είχα, και έμεινα +καθώς με βλέπεις. </p> + +<p>Ο Μουζαφέρ αφού και τον αφηκράσθη, τον επίστευσε και του είπε· μη +θλίβεσαι, ότι οι ευτυχίες είνε συντροφιασμένες με τες δυστυχίες· εσύ +ημπορείς να εύρης εδώ τον τρόπον διά να χαροποιηθής· σήκου και +ακολούθει μοι έως το σπήτι μου. Ο Κουλούφ με προθυμίαν τον +ακολούθησεν, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήτι του Μουζαφέρ εκατάλαβεν +ότι ήτον ένας υπέρπλουτος πραγματευτής. Ο Μουζαφέρ αφού και του +έκαμε μεγάλες δεξίωσες, ιδού και έρχεται ένας Χότζας και τον πιάνει +από το χέρι, και του λέγει. Νέε αγαπημένε μου, ο Μουζαφέρ, +νοικοκύρης ετούτου του σπητιού, έχει μίαν καλήν γνώμην επάνω εις +εσένα, διά την οποίαν ζητά μίαν γλήγορην αποτέλεσιν, η οποία θέλει +σε ωφελήσει μεγάλως εις την κατάστασιν που είσαι. </p> + +<p>Εσύ θέλεις ηξεύρει, ότι αυτός έχει ένα μοναχόν υιόν ονόματι +Ταχέρ, μιας φύσεως πολλά θυμώδους, ο οποίος έχει ολίγον καιρόν που +εστέφθη μίαν θυγατέρα ενός μεγάλου αυθέντου ξένου· αυτός όντας +φυσικά θυμώδης, ωνείδισε μίαν ημέραν διά κάποιον σφάλμα την γυναίκα +του· αυτή του ανταποκρίθη εις τον θυμόν του με λόγια με οργήν και με +καταφρόνεσιν, τα οποία εθύμωσαν τόσον τον Ταχέρ, που την εχώρισεν· +αυτός ύστερον από ολίγον εμετανόησεν επειδή και εκείνη ήτον μία +ωραία νέα, και την ηγάπα πολλά· μα είναι οι νόμοι που δεν του δίδουν +θέλημα διά να την ξαναπάρη, ανίσως και ένας άλλος άνθρωπος πρώτον +δεν την ήθελε στεφανωθή, και ύστερον να την χωρίση. Ετούτη είναι η +αιτία διά την οποίαν ο Μουζαφέρ επιθυμεί ότι σήμερον να την +στεφανωθής, και απερνώντας την νύκτα με αυτήν, το ταχύ να την +χωρίσης διά να την ξαναλάβη ο υιός του· και δι' αυτό σου τάσσει να +σου δώση πενήντα φλωριά· θέλεις λοιπόν να του κάμης αυτήν την χάριν; +Μετά πάσης χαράς, απεκρίθη ο Κουλούφ, είμαι πολλά έτοιμος διά να τον +δουλεύσω. </p> + +<p>Ήξευρε το λοιπόν ακόμη, ακολούθησεν ο Χότζας, ότι εδώ εις τούτην +την χώραν είναι πολλοί άνθρωποι που επιθυμούν να γένουν χουλάδες εις +τέτοιες περίστασες, και χωρίς πολλήν πληρωμήν· μα ο νοικοκύρης αγαπά +καλλίτερον ετούτος ο χουλάς να είνε ξένος· διατί τέτοια πράγματα +πρέπει να γίνωνται πολύ μυστικά· όθεν ο Μουζαφέρ σε εδιάλεξεν εσένα. +Εγώ είμαι ο Αναΐππης, και κατά την αξίαν μου έχω την δύναμιν διά να +σε υπανδρεύσω με αυτήν την νέαν Κυράν, και εις ετούτην την στιγμήν, +αν θέλης, ημπορούμεν να το τελειώσωμεν. Οπόταν προστάξης, απεκρίθη ο +Κουλούφ, εγώ είμαι έτοιμος. Μα, είπεν ο Αναΐππης, πρώτον πρέπει να +μου τάξης ότι θα την χωρισθής αύριον, και δεύτερον ευθύς να μισεύσης +από τούτην την χώραν, με τα δηνάρια που θέλουν σου δοθή· επειδή η +οικογένεια του Μουζαφέρ δεν ήθελεν υποφέρη να σταματήσης πλέον εδώ, +ύστερον από ένα τέτοιον πράγμα. </p> + +<p>Εγώ ευθύς σου τάσσω, απεκρίθη ο Κουλούφ, να την χωρίσω και να +φύγω, και αν δεν με πιστεύης, σου κάνω όρκον εις τον Προφήτην. Ευθύς +που έκαμε τον όρκον ο Αναΐππης έδωσε την είδησιν του Μουζαφέρ, ότι ο +ξένος είναι έτοιμος διά να κάμη τον Χουλάν· με συμφωνίαν ότι αύριον +θα την χωρίση και θα μισεύση· τότε ο Μουζαφέρ προς το βράδυ έκραξε +τον υιόν του Ταχέρ, όλην την οικογένειάν του, και έμπροσθεν ολωνών ο +Αναΐππης εστεφάνωσε τον Κουλούφ με την κυράν, χωρίς να την ιδή, με +το να έστεκε μπουλωμένη από προσταγής του Ταχέρ. Έξω από αυτό +επρόσταξεν ακόμη, ότι την νύκτα ο Χουλάς θα ήθελε σταθή χωρίς φως, +και τέλος ότι μη βλέποντάς της, το ερχόμενον ταχύ, θα ήθελεν έχει +ολιγώτερον κακοφανισμόν διά να την χωρίση. </p> + +<p>Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και έφεραν τον Κουλούφ εις τον νυμφικόν +θάλαμον, εις τον οποίον ευθύς που τον έμπασαν έσβυσαν το φως, και +έμεινεν εις το σκοτάδι με την Κυράν, η οποία είχεν υπάγει εις το +κρεββάτι εμπροστήτερα απ' αυτόν. Αυτός σαν έκλεισε την πόρτα με +διπλά σίδερα εγδύθη και επήγε διά να εύρη το κρεββάτι ψηλαφώντας, +και ευρίσκοντάς το εμπήκε σιμά εις την γυναίκα του. Αυτή αγροικώντας +πως αυτός ήλθεν εις το κρεββάτι, εσυγχίσθηκεν εις το να ιδή πως +ευρίσκεται υπόχρεη να υποφέρη τα χάιδια ενός που του έκρυβε το +πρόσωπόν της· και μάλιστα ηξεύροντας ότι διά τέτοιες τάξες δεν +έπαιρναν άλλους, παρά ανθρώπους γέροντας ή κακορίζικους. Από το άλλο +μέρος ο Κουλούφ, με το να του είχε διηγηθή ο Αναΐππης διά την +ωραιότητά της και διά το κάλλος της, του επλήθαινε μία φλογερά +περιέργεια διά να ιδή την αλήθειαν. Ετούτη η επιθυμία που τον +επείραζε και δεν ημπορούσε να εβγάλη την περιέργειάν του, με το να +ήτον νύκτα, τον έκαμε να χάση την υπομονήν, και άρχισε να λέγη. +Κυρά, διά όσον χαροποιά που έπρεπε να μου είνε τούτη η νύκτα, βλέπω +που μου είναι πολλά ανυπόφορη, με το να μη ημπορώ να ιδώ τα κάλλη +σου· διά το οποίον θέλω έχει μίαν παντοτεινήν θλίψιν, που το ταχύ +πρέπει να σε αφήσω χωρίς παντελώς να σε γνωρίσω· μα παρακαλώ σε, +κυρά μου, μην είσαι τόσον σκληρά που να μη μου κάμης ετούτην την +παραμικράν ευχαρίστησιν, το ολιγώτερον να μου μιλήσης κανένα λόγον. +</p> + +<p>Αφού και εξεθύμανε με αυτόν τον τρόπον το παράπονόν του εσιώπησε +διά να ακούση εκείνο που η γυναίκα του ήθελε του αποκριθή. Και +έμεινεν εκστατικός οπόταν ήκουσε, που αντί να του αποκριθή εις τα +όσα ωμίλησε, αυτή να του ειπή· ω εσύ, που ο Ταχέρ σε εδιάλεξε διά να +ξανανεώσης την αντάμωσίν μας, όποιος και αν είσαι, φανέρωσέ μου τις +είσαι· μου φαίνεται από την ομιλίαν ότι μου είσαι γνωστός. Ο Κουλούφ +ετρόμαξεν εις τούτα τα λόγια· Κυρά ευθύς απεκρίθη, μου φαίνεται και +εμένα, ότι ακούω εις του λόγους σου την φωνήν μιας κυράς που +γνωρίζω. Α, δίκαιε ουρανέ αράγε είσαι συ εκείνη που στοχάζομαι; Α, +Κουλούφ εφώναξεν εκείνη είσαι εσύ που μιλείς; Ναι, κυρά μου, +απεκρίθη εκείνος· εγώ είμαι αυτός ο δυστυχής Κουλούφ· μα εγώ δεν +ημπορώ να καταλάβω ακόμη πως είσαι εσύ η Δηλαρά. Στάσου βέβαιος ότι +εγώ είμαι εκείνη η ταλαίπωρος Δηλαρά, που σε εδέχθηκα εις το σπήτί +μου με τον βασιλέα Μοργάν· και που με τα άπρεπά μου μετωρίσματα, σε +έκαμα μισητόν προς τον βασιλέα και που πρέπει να με στοχασθής διά +μίαν μεγάλην έχθρισσαν, με το να είμαι εγώ η αιτία της συμφοράς σου. +Παύσε, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ, παύσε εις το να ονειδίζεσαι. +Ο ουρανός έτσι ηθέλησεν. Ευχαριστώ την καλωσύνην του που έκαμε να +γεννηθή εν ταις συμφοραίς μου ένα τέτοιον χαροποιόν συμβεβηκός. Μα, +ωραιοτάτη κυρά, ακολούθησε, πως είνε τούτο κ' έγινες γυναίκα του +Ταχέρ; Τώρα τώρα θέλω σου το φανερώσει, απεκρίθη αυτή, και άκουσέ το +με προσοχήν. </p> + +<p>Ο πατέρας μου τον καιρόν που ευρίσκονταν εδώ εις την Σαμαρκάντα, +ήτον κονεμένος εις τον οίκον ετούτον του πενθερού μου Μουζαφέρ, που +από πολύν καιρόν τον εγνώριζεν. Αυτοί όντας αντάμα εσυμφώνησαν +ανάμεσόν τους ετούτην την υπανδρειάν· και ο πατέρας μου +ξαναγυρίζοντας εις την Καρακοράμ με έστειλεν εδώ με πολλήν +συντροφιάν εδικών μου δούλων. Υπήκουσα τον πατέρα μου με δυναστικόν +τρόπον, από αιτίαν εδικήν σου, επειδή σου το εξομολογούμαι, ω ακριβέ +μου Κουλούφ, πως σε αγαπούσα, με όλον που δεν σου το είχα φανερώσει. +Η υπανδρειά μου με τον Ταχέρ δεν σε αποξένωσεν από την ενθύμησίν +μου. Ετούτος ο θηριώδης άνδρας μου, και άλλο τόσον κακότροπος, με το +κακόν του φέρσιμον προς εμέ, με έκαμε περισσότερον να σε επιθυμήσω, +και πάντα είχα την ελπίδα διά να σε ξαναϊδώ· μα η τύχη μου δεν +άργησε να πληρώση έτσι ευτυχισμένα την επιθυμίαν μου, επειδή και +ευρίσκω τον αγαπητικόν μου εις τον πλαστόν νυμφίον που μου εδόθη· ω +συμβεβηκός θαυμάσιος! εγώ σχεδόν δεν ηξεύρω αν ημπορώ να το +πιστεύσω. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ακολούθησις και +τέλος της Ιστορίας του Κουλούφ και της ωραίας +Δηλαράς.</h4> + +<p> +<br /> +Ο Κουλούφ από εκείνο που ήκουσε δεν ημπορούσε πλέον να αμφιβάλλη +που να μην είνε με την Δηλαράν. Ωραιοτάτη Δηλαρά, εφώναξεν από την +χαράν του και από την αγάπην του, ποία ευτυχισμένη μεταλλαγή; διά +ποίαν περίεργον αλυσίδα των συμβεβηκότων εγώ έφθασα εις την πλήρωσιν +των επιθυμιών μου; πώς το λοιπόν; είσαι συ εκείνη που υποχρεώθηκα να +στεφανωθώ διά μίαν νύκτα, εσύ είσαι εκείνη της οποίας η εικών είνε +ζωγραφισμένη διά παντός εις την καρδίαν μου και που δεν ήλπιζα πλέον +να την ιδώ; Α Κυρά μου, ποίος ημπορούσε να λογιάση τέτοιο +συναπάντημα ευτυχισμένον, διά να ενωθώμεν κατά την επιθυμίαν μας; Η +Δηλαρά από το άλλο μέρος δεν ήτο τόσον αναίσθητη εις τα τρυφερά και +παθητικά λόγια του Κουλούφ, και με άπειρον αγαλλίασιν, που καθείς +ημπορεί να την στοχασθή, απέρασαν εκείνην την νύκτα χωρίς να +κλείσουν μάτι. Το ταχύ, πριν να γένη ημέρα, έρχεται ένας σκλάβος +και χτυπά την πόρταν κράζοντάς με βίαν, Χουλά, Χουλά, σήκου το +γληγορώτερον διότι είναι ημέρα. Ο Κουλούφ εις αυτήν την είδησιν δεν +ηθέλησε ούτε απόκρισιν να του δώση, και ακολούθησε διά να +ευφραίνεται με την Δηλαράν· μα αιφνιδίως αγροίκησε να του παύση η +χαρά, και μία θανατηφόρος θλίψις τον επερικύκλωσεν, και με +αναστεναγμόν είπεν· αχ, Κυρά μου, καταλαμβάνω που οι εδικοί σου +βιάζονται διά να μας χωρίσουν. Ο Μουζαφέρ δεν βλέπει την ώραν διά να +ξαναστερεώση την υπανδρείαν με τον υιόν του· αλλοί εις εμέ, ευθύς +που σε αντάμωσα είμαι στενεμμένος διά να σε υστερηθώ από αιτίαν του +όρκου που είμαι δεμένος· επειδή ωρκίσθηκα και έταξα διά να χωρίσω, +αφού περάση ετούτη η νύκτα. Και πώς; είπεν η Δηλαρά, θέλεις εσύ να +φυλάξης αυτόν τον τυραννικόν όρκον; ήξευρες εσύ, οπόταν τον έκαμες, +πως ήμουν εγώ εκείνη που έταξες διά να τον φυλάξης, και περιπλέον +στοχάζεσαι ότι η Δηλαρά να μην αχρήζη περισσότερον από μίαν +επιορκίαν; α, Κουλούφ, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας, εσύ δεν με +αγαπάς, και διά τούτο θέλεις να με χωρίσης. Μα Κυρά, ξαναείπε αυτός, +λογιάζεις, πως στέκει εις εμένα να σου φυλάξω την αγάπην, με όλον +που θα ήθελα πατήση το όρκον μου; πιστεύεις εσύ ότι ένας ξένος, +χωρίς βοήθειαν και δηνάρια, ημπορεί να αντισταθή εναντίον του +πλουσίου Μουζαφέρ; Ναι είπεν η Δηλαρά, ημπορείς καλώτατα· +καταφρόνησε τους φοβερισμούς του, απόβαλλε τα ταξίματά του, μην +φοβάσαι τίποτε, οι νόμοι θέλουν είνε προς διαφέντευσίν σου, και +ανίσως και έχεις σταθερότητα, θέλεις κάμει ανωφελείς όλες τες +βιάσεις που ημπορούν να σου κάμουν. Καλώτατα, Κυρά μου, είπεν ο +Κουλούφ όλος χαρά· εσύ θέλεις μείνει ευχαριστημένη· απεφάσισα να +χάσω την ζωήν μου, παρά να σε χωρίσω. </p> + +<p>Εις αυτό το διαμέσον, που ο Κουλούφ εβεβαίωσε την γυναίκα του με +αυτόν τον τρόπον, ο Ταχέρ, ανυπόμονος διά την άργητα, πηγαίνει και +κτυπά την πόρταν, λέγοντας με φωνήν αγρίαν· τι αργείς ω Χουλά, και +δεν σηκώνεσαι; η ημέρα αύξησε και εσύ δεν κάνεις το χρέος σου; ή +θέλεις να σε παρακαλέσουν; Ο Κουλούφ, εις αυτά τα λόγια δεν έχασε +καιρόν εις το να σηκωθή, και ενδυνόμενος εβγήκε, και εσυναπάντησε +τον Ταχέρ, ο οποίος τον επήρε ευθύς και τον έφερεν εις το λουτρόν +και αφού απολούσθηκε, τον επήγεν εις τον πατέρα του εκεί που ήταν +και ο Αναΐππης. Αυτοί βλέποντάς τον τόν εχαιρέτησαν, και τον έβαλαν +και εκάθησε κοντά τους εις μίαν τράπεζαν διά να προγευθούν· ύστερον +δε από το πρόγευμα ο Αναΐππης τον επήρε κατά μέρος, και του έδωσε τα +πενήντα φλωρία, και ένα καινούριο φακιόλι εις ένα φουτά δεμένον, και +του λέγει· έπαρε, ω νέε, τα όσα σου ετάχθησαν και περισσότερον, και +σε παρακαλεί ο Μουζαφέρ να μη σταθής πολλήν ώραν εδώ εις την +Σαμαρκάντα· χώρισε λοιπόν την γυναίκα σου και σύρε να κάμης την +δουλειάν σου το συντομώτερον. </p> + +<p>Θαυμάζω εις εσένα, του αποκρίνεται ο Κουλούφ ρίχνοντάς τα φλωριά +και το φακιόλι, που με αναγκάζεις να χωρίσω τη γυναίκα μου, που την +εστεφανώθηκα εμπροστά σου· ένας τιμημένος άνθρωπος ωσάν και εμένα +δεν κάνει παρόμοια· πώς; το λοιπόν εγώ έρχομαι εις την Σαμαρκάντα, +και ένας πραγματευτής με παίρνει, και μου δίδει γυναίκα και +υστερότερα θέλει να την χωρίσω; ετούτο δεν θέλω το κάμει ποτέ· και +παύσε, αυθέντη Αναΐππη, εις το να με παρακινήσης, διατί δεν θέλεις +κάμει τίποτε. </p> + +<p>Ο Αναΐππης έμεινεν εκστατικός εις ετούτα τα λόγια, όθεν ευθύς +τρέχει προς τον Μουζαφέρ, και του λέγει· την επάθαμε τη δουλειά. Ο +Χουλάς αρνείται να χωρίση την γυναίκα του, τον οποίον τον βλέπω +πολλά στερεόν εις την γνώμην του, και λογιάζω μήπως και το κάνει διά +να εβγάλη περισσότερα δηνάρια. Ανίσως και είναι έτσι απεκρίθη ο +Μουζαφέρης, δος του εκατόν φλωριά, και ας πάη να κάμη τη δουλειά +του. Όχι, όχι Μουζαφέρ, εφώναξεν ο Κουλούφ ακούοντάς του από +μακρόθεν· εσείς ματαίως κοπιάζετε εις το να διπλώνετε την πληρωμήν +και αν μου δώσετε και δέκα χιλιάδες φλωριά, εγώ δεν θέλω λύσει ένα +δέμα έτσι άγιον, και που κανείς δεν ημπορεί να με βιάση να λυθώ από +ένα δεσμόν που οι νόμοι τον διαφεντεύουσιν. Α, ετούτο είνε πολύ να +σε υπομένωμεν, αποκρίθηκαν όλοι, σαν δεν θέλεις με το καλόν, ο Κατής +θέλει κάμει δικαιοσύνην· και έτσι λέγοντας ευθύς τον έκραξαν εις τον +Κατήν. </p> + +<p style='text-align:center;'><img src ="images/3.jpg" width="344" +height="362" +alt="Και ευθύς έκραξαν τον Κουλούφ εις τον Κατήν" +border="2" /></p> + +<p>Ο Κατής βλέποντάς τον Κουλούφ, άρχισε με το καλό να τον παρακινή +διά να τον κάμη να κλίνη, να χωρίση την γυναίκα του· μα βλέποντάς +τον στερεόν, άρχισε να τον φοβερίζη, και μη κάνοντας τίποτε και με +τες φοβέρες ηθέλησε να δοκιμάση και με τες δυναστείες· του οποίου +διά πρώτην αρχήν του έδωκεν εκατόν ξυλιές εις τα ποδάρια, και ύστερα +του είπε· σύρε ακόμη απόψε και κοιμήσου με την γυναίκα σου, και +αύριον στοχάσου διά να την χωρίσης, ειδεμή τα όσα σου έκαμα σήμερον +δεν θέλουν παρομοιασθούν με εκείνα που έχω να σου κάμω αύριον. Έτσι +ο Κουλούφ με όλον που ήτον δαρμένος έτρεξε με χαράν προς την +αγαπημένην του Δηλαράν και ωσάν την είδεν, ευθύς του εδιάβησαν οι +πόνοι, της οποίας εδιηγήθη τα όσα επέρασεν εκείνην την ημέραν. </p> + +<p>Η Δηλαρά τότες από την χαράν της, α ακριβέ μου Κουλούφ, εφώναξε +με ανοιχτές τες αγκάλες, έλα να λάβης τον μισθόν της σταθερότητός +σου, που ευχαριστήθης να κακοπάθης παρά να παραιτήσης την Δηλαράν· +μα αλλοί εις εμέ, που δεν είμαι ήσυχη στοχαζομένη το τι έχουν να σου +κάμουν εκείνοι οι βάρβαροι αύριον. Κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ, +ό,τι λογής παιδευτήριον ήθελαν να μου ετοιμάσουν, δεν θέλουν με +αποξενώσει από την σταθερότητά μου, και δεν θέλουν κάμει +περισσότερον απ' ότι σήμερον έκαμαν. Τέλος πάντων δεν ηξεύρω η τύχη +μου αν θέλη να αποθάνω, ή να ζήσω διά εσένα, αλλά είμαι βέβαιος ότι +δεν ημπορεί να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν να σε υστερηθώ. Δεν +ημπορώ, απεκρίθη η Δηλαρά, να πιστεύσω ότι αυτός θα σε αφήση να +κακοπάθης, επειδή και αυτός μου έδειξεν ένα μέσον διά να γελάσης +τους εχθρούς σου, το οποίον είναι τούτο. </p> + +<p>Αύριον οπόταν θέλει είσαι έμπροσθεν του Κατή, ειπές του ότι είσαι +υιός του Μασούδ· ετούτος είναι πραγματευτής πολλά πλούσιoς της +Κογέντας· εσύ θέλεις ειπεί με σταθερότητα ότι εκείνος είναι ο +πατέρας σου, και πως γλήγορα θέλεις κάμει να έλθουν είδησες από +αυτόν διά βεβαιότητα· μεταχειρίσου ετούτον τον δόλον διά τες ώρες, +διά να αποφύγης το κακόν που σου προετοιμάζουν, και διά να +υποχρεώσης τον Κατή διά να μας αφήση ησύχους να ζήσωμεν μαζί, έως +που να εύρωμεν άλλον τρόπον, διά να τελειώσαμεν την επιθυμίαν μας +και να φύγωμεν απ' εδώ. </p> + +<p>Αυτός ο στοχασμός άρεσε του Κουλούφ, και του έδωσε κάποιαν +χαροποίησιν, και αφού απεφάσισαν να ακολουθήσουν έτσι, απέρασαν το +επίλοιπον της ημέρας και όλην την νύκτα αγαλλιώμενοι και έκθαμβοι +διά το γραπτόν τους. Μα ευθύς που έγινεν ημέρα εσυγχύσθηκε πάλιν η +χαροποίησίς τους. Οι άνθρωποι του Κατή, φερμένοι από τον Ταχέρ, +ήλθαν και εκτύπησαν την θύραν του οντά του λέγοντες. Χουλά, είναι +καιρός διά να παρασταθής εις τον Κατή. Σήκον λοιπόν, διότι δεν +ημπορεί να σε καρτερή. Ο Κουλούφ ακούντας τούτο, αναστέναξεν από +καρδίας και η γυναίκα του εδόθη εις κλάψιμον· ταλαίπωρε Κουλούφ, του +είπε· πόσον ακριβά θέλει σου κοστήσει η γυνή σου. Κυρά μου, αυτός +απεκρίθη, σε παρακαλώ, παύσε τα δάκρυά σου, διατί μου κόπτουν την +καρδίαν, και ας έχωμεν τες ελπίδες μας εις τον Ουρανόν, και αυτός +ωσάν δίκαιος δεν θέλει μας αφήσει από το χέρι του. Και λέγοντας έτσι +εσηκώθη και ενδύθη και ανοίγοντας την πόρταν εβγήκε, και υπήγε εις +τον Κατή, μαζί με τους ανθρώπους του. </p> + +<p>Ο Κατής βλέποντάς τον του είπε· αι, Χουλά, τι απόφασιν έκαμες; +την χωρίζεις την γυναίκα σου, ή θέλεις να ξαναδοκιμάσης τον θυμόν +μου ακόμη; εσύ πρέπει να στοχασθής, που είσαι ένας κακορίζικος, και +δεν έχεις τον τρόπον να ζήσης μοναχός σου, και θέλεις να κρατήσης με +το στανιό μίαν τέτοιαν κυράν; και πώς έχεις να την ζωοτροφήσης; +Αυθέντη Κατή, απεκρίθη ο Κουλούφ, αν με στοχάζεσαι διά ένα +κακορίζικον καθώς μου λες, λανθάνεσαι· επειδή και η γέννησίς μου δεν +είνε τόσον σκοτεινή καθώς στοχάζεσαι· μα επειδή και ευρίσκομαι +στενεμμένος από τες δυναστείες σου, κάνει χρεία να σου φανερώσω το +ποίος είμαι. Εγώ λοιπόν είμαι υιός μονογενής του Μασούδ, +πραγματευτού της Κογέντας· ο πατέρας μου είνε πολλά πλουσιώτερος από +τον Μουζαφέρ· και αν αυτός ήθελε μάθει τα όσα μου τρέχουν, ηθέλετε +ιδεί τι πλούτον που ήθελε μου στείλει, και βεβαιωτικά γράμματα διά +γνώρισίν μου. Και διατί μου εσυνέβη η δυστυχία, και με έγδυσαν οι +κλέπται εις την στράταν, και ευρέθηκα στενεμμένος διά να ζητήσω +ελεημοσύνην διά να κυβερνηθώ προς ώρας, διά τούτο δεν είμαι αρκετός +να φυλάξω μίαν γυναίκα τον καιρόν που ημπορώ να φυλάξω εκατόν; και +διά τα όσα σου λέγω, αυθέντη Κατή, αν δεν με πιστεύης, ημπορείς να +στείλης ένα μετζίλι προς τον πατέρα μου, που δεν είναι μακράν παρά +οκτώ ημερών δρόμον, διά να βεβαιωθής διά την κάθε αλήθειαν. </p> + +<p>Ο Κατής ακούοντας να ομιλήση ο Κουλούφ εις τέτοιον τρόπον έμεινεν +εκστατικός, και γυρίζοντας προς τον Μουζαφέρ και Ταχέρ, λέγει· +ετούτον, από εκείνο που λέγει και το βεβαιώνει, εγώ δεν ημπορώ να +τον βιάσω περισσότερον, και κατά τον νόμον ημπορεί να κρατήση την +γυναίκα του. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του αποκρίθηκαν· μην τον πιστεύης +αυθέντη, διότι είνε ένας κακός άνθρωπος και ψεύτης, και με αυτές τες +ψευτιές πάσχει να μας γελάση. Ο Κατής τους εξαναείπεν· εις τούτο εγώ +δεν ηξεύρω τι απόφασιν να κάμω· άλλο δεν λέγω, παρά να στείλω ευθύς +εις την Κογέντα έν μετζίλι διά να εξετάξη, και ανίσως και είνε καθώς +λέγει, ημπορεί να την κρατήση, ειδεμή και είνε ψεύματα, σας τάσσω +μεθ' όρκου ότι θα τον κρεμάσω. </p> + +<p>Αποφασίζοντάς με τέτοιον τρόπον ο Κατής την υπόθεσιν, οι +κρινόμενοι ανεχώρησαν. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του έστειλαν ευθύς +μετζίλι εις την Κογέντα, διά να εξετάξη την κάθε υπόθεσιν. Ο δε +Κουλούφ έτρεξεν ευθύς διά να δώση λογαριασμόν της γυναικός του διά +τα όσα επέρασε με τον Κατή. Α! ακριβέ μου νυμφίε, χαίρομαι που +εφέρθης με τούτον τον τρόπον, επειδή και η δουλιά μας θέλει πηγαίνει +πολλά καλά. Ημείς έως που να γυρίση το μετζίλι ημπορούμεν να +φύγωμεν, και να πάμε εις την Μποκάρα το γληγορώτερον, και εκεί +θέλομεν κυβερνηθή με την προίκα μου και με τα διαμαντικά μου, που τα +έχω μαζή με εμένα, και θέλομεν ζήσει ατάραχοι από τους εχθρούς. </p> + +<p>Ο Κουλούφ εύρεν εύλογον αυτόν τον στοχασμόν της Δηλαράς, και +αποφάσισαν διά να βαλθούν εις ετοιμασίαν, διά να μισεύσουν· μα +επειδή ήτον εις το σπήτι του Μουζαφέρ, και δεν είχαν τον τρόπον διά +να κάμουν κατά την επιθυμίαν τους, φοβούμενοι διά να μη τους +απεικάσουν, απεφάσισαν να γυρεύσουν θέλημα του Μουζαφέρ, και αν +αυτός δεν τους το ήθελε δώσει να το γυρεύσουν από τον Κατή, διά να +έβγουν από εκείνο το σπήτι και να παν εις άλλο, που να τους αρέση, +διά να σταθούν με την ελευθερίαν τους. </p> + +<p>Έχοντες λοιπόν με τούτον τον τρόπον αποφασίση, ο Κουλούφ επήγεν +εις τον Μουζαφέρ, και του ανήγγειλε την γνώμην του. Αυτός ομού με +τον υιόν του αντιστάθηκαν, και δεν ήθελαν η Δηλαρά να έβγη από το +σπήτι τους. Τότε ο Κουλούφ τους παίρνει εις τον Κατή, και λέγει την +υπόθεσιν. Ο Κατής τον εξετάζει διατί θέλει να αναχωρήση από εκεί, +και ο Κουλούφ του απεκρίθη, ότι έχω παραγγελίαν από τον πατέρα μου +τον Μασούδ, ότι εκεί που κάθονται οι εχθροί μου να μη σταθώ ούτε +ημέραν, και διά τούτο πρέπει να αναχωρήσω με την γυναίκα μου, η +οποία το επιθυμεί περισσότερον από εμένα. Ψεύματα λες, απεκρίθη ο +Ταχέρ· η Δηλαρά κλαίει και οδύρεται διά το πταίσιμον που έκαμε με +εσένα, και εσύ λες πως θέλει και αυτή να αναχωρήση από το σπήτι μου; +Αυθέντη Κατή, ακολουθεί αυτός, εγώ θέλω να τον πιάσω με τον λόγον +του. Πρόσταξε να έλθη εδώ η Δηλαρά και αν μεν βεβαίωση εκείνο που +λέγει αυτός ο κακοποιός, εγώ το ευχαριστούμαι να μη την γυρέψω πλέον +διά γυναίκα μου, ειδεμή ωσάν ψεύτην να τον παιδεύσης. </p> + +<p>Ο Κατής έστειλεν ευθύς τον Αναΐππην του, και εσήκωσε την Δηλαράν +και την έφερεν έμπροσθέν του, ο οποίος, ευθύς που την είδε να έλθη, +την ερώτησεν ανίσως και επιθυμούσε να έβγη από το σπήτι του +Μουζαφέρ, και ανίσως και έκλινε περισσότερον προς τον Χουλάν, ή εις +τον πρώτον της άνδρα. Ο Ταχέρ τον καιρόν που γεμάτος χαράν ήλπιζε να +αποκριθή προς βοήθειάν του, έμεινε νεκρός ακούοντας να ειπή του Κατή +έτσι. Επειδή και εσύ, αφέντη, Κατή, ζητείς διά να σου ειπώ την +αλήθειαν, εγώ θέλω σου φανερώση το όλον. Ο δεύτερος μου άνδρας υιός +του Μασούδ, είνε ο κύριος της αγάπης μου, και σε παρακαλώ μεγάλως, +αυθέντη Κατή, ότι να προστάξης να μας αφήσουν διά να πάμε εις άλλο +σπήτι να κατοικήσωμεν με την ησυχίαν μας! Ω! λέγει τότε ο Κριτής +προς τον Ταχέρ, εσύ βλέπεις ότι ο Χουλάς τίποτε δεν είπε ψεύματα· +και εις τούτο άλλη εναντίωσις δεν είνε, παρά πρέπει να τους αφήσετε +να υπάγουν όπου θέλουν να κατοικήσουν χωρίς καμμίαν αντίστασιν. </p> + +<p>Τότε ο Ταχέρ σχεδόν ήθελε να σκάση από την χολήν του και από τον +θυμόν του· αλλά μην ημπορώντας να κάμη αλλέως από την απόφασιν του +Κατή, άφησε και εβγήκαν από το σπήτι του, μαζί με όλην την προίκα +που είχε φέρει η Δηλαρά εκεί, και επήγαν και εκάθησαν εις ένα άλλο +σπήτι, εις την πόρταν του οποίου ο Κατής έβαλε φύλακας διά να μη +φύγουν έως που να γυρίση το μετζίλι με τα βεβαιωτικά γράμματα διά +τον Κουλούφ. Αυτοί ευθύς αγόρασαν σκλάβους διά να τους δουλεύουν, +και άλλα χρειαζόμενα διά το σπήτι, όλα με έξοδα της Δηλαράς, και +αφού εβάλθηκαν εις τάξιν δεν εστοχάσθηκαν άλλο παρά να περνούν με +ηδονήν, και να χαίρωνται με μεγάλην αγαλλίασιν την ελευθερίαν τους +και την αγάπην τους, έως που να εύρουν τον καιρόν αρμόδιον διά να +φύγουν. </p> + +<p>Ό,τι λογής επιμέλειαν έκαμεν ο Μουζαφέρ με τον υιόν του διά να +κρατήση κρυφήν αυτήν την υπόθεσιν, το συμβεβηκός του Χουλά έκαμε +τόσην ταραχήν εις όλην εκείνην την χώραν, που πολλοί άνθρωποι +ευγενικοί έτρεχαν από την περιέργειάν τους, διά να ιδούν αυτά τα δύο +υποκείμενα που η αγάπη τα είχε τόσον σφηκτά ανταμωμένα, και από το +πολύ πλήθος που έτρεχεν, ο Κουλούφ και η Δηλαρά δεν είχαν ουδέ μίαν +ώραν ησυχίαν. Μίαν ημέραν δε ανάμεσα με τους άλλους εμπήκεν ένας +άνθρωπος πολλά ευγενής, ο οποίος είπε πως ήτον Οφφικιάλος του +Βασιλέως· αυτός ωσάν έλαβε την περιέργειαν διά να τους ιδή, με +γενναιότητα τους επρόσφερεν από καλωσύνην του τον εαυτόν του εις +κάθε εκδούλευσίν τους και πρόσταγμα, και έκαμε τόσον αυτός, που τους +υποχρέωσε διά να τον πάρουν εις καλήν υπόληψιν. </p> + +<p>Βλέποντάς τον αυτοί τόσον φερμένον διά το καλόν τους και την +βοήθειάν τους, τον επαρακάλεσαν διά να σταθή με αυτούς εις το γεύμα +να τους κάμη συντροφιά, ο οποίος υπακούοντάς τους έμεινε, και διά να +τον κάμουν περισσότερον να γνωρίση το σέβας που εις αυτόν έλαβαν, η +Δηλαρά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, εις τρόπον που ο αρχηγός μένοντας +εκστατικός διά την ωραιότητα της Δηλαράς, εφώναξεν· α αγαπημένε μου +Χουλά, δεν θαυμάζω καθόλου διά την σταθερότητα που έδειξες εις τον +Κατή, με δίκαιον μεγάλον το έκαμες· και τελειώνοντας αυτά τα λόγια +εκάθισαν εις την τράπεζαν, και έφαγαν με πολλήν ευφροσύνην· αφού δε +απόφαγαν και ήθελαν διά να σηκωθούν, ήλθαν αιφνιδίως εις την +ενθύμησιν του Κουλούφ τα συμβάντα που τους ηκολούθησαν, και την +κατάστασιν και κίνδυνον της ζωής του εις τον οποίον ευρίσκονταν, +στοχαζόμενος πως αδύνατον ήταν να ημπορέσουν να φύγουν, καθώς +ήλπιζαν, με το να είχαν από κάθε μέρος φύλακας, όθεν άρχισε να +κλαίη. </p> + +<p>Ο Οφφικιάλος βλέποντάς τον να κλαίη έτσι, ηρώτησε το αίτιον, ο δε +Κουλούφ με αναστεναγμόν του απεκρίθη, λέγοντας· τι σε ωφελεί, +Αυθέντα μου, να μάθης το αίτιον; εγώ ενθυμήθηκα τα συμβεβηκότα μου +που επέρασα, και εκείνα που έχω να περάσω, και διά τούτο μου ήλθε +παράπονον και κλαίω. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως του λέγει· αγαπημένε +μου νέε, σε ορκίζω εις τον Προφήτην, να μου διηγήσης τα συμβεβηκότα +που σου ηκολούθησαν, και δεν το ζητώ διά περιέργειάν μου να τα μάθω, +μα γροικώ μίαν κλίσιν υπερβολικήν προς εσάς, διά να σας βοηθήσω αν +είναι τρόπος, και ελπίζω πως δεν θέλεις μετανοήσει που μου τα +εξεμυστηρεύθης· μίλησε λοιπόν με ελευθερίαν και μη μου κρύψης +τίποτε, διατί κατάλαμβάνω ότι είσαι ευγενικός νέος, και επιθυμώ διά +να σε βοηθήσω. Αυθέντη, απεκρίθη ο Κουλούφ, η ιστορία μου είναι +κομμάτι μακρυά· μα σαν επιθυμείς να την μάθης θέλω σε ευχαριστήσει. +</p> + +<p>Τότε ο Κουλούφ του εδιηγήθη τα πάντα πολύ καθαρά, και του +εφανέρωσεν ότι δεν είνε υιός του Μασούδ, και πως έτρεξεν εις αυτό το +ψεύμα, διά να στερεώση την απόκτησιν της Δηλαράς· μα το ψεύμα, +ακολούθησεν αυτός, δεν έχει την στερεότητα που επιθυμώ, επειδή και +εστάλθηκαν μετζίλια εις την Κογέντα διά να εξετάσουν την αλήθειαν, +και εις τρεις ημέρες θέλει είνε εδώ το μετζίλι, και πρέπει να έβγη +εις το φως το ψεύδος μου, και ο Κατής με ένα θάνατον άσχημον πρέπει +να με παιδεύση· και ο θάνατος δεν με θλίβει τόσον, όσον με θλίβει ο +χωρισμός της αγαπημένης μου Δηλαράς. </p> + +<p>Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός έκανεν αυτήν την διήγησιν, η +οποία ήταν ανακατωμένη με δάκρυα και αναστεναγμούς, η Δηλαρά από το +μέρος της και αυτή εθρηνούσεν απαρηγόρητα, και έδειχνε πολλά φανερά +τον πόνον της και αι αισθήσεις της ήταν παρόμοιες με εκείνες του +Κουλούφ. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως δεν εθεωρούσε χωρίς συντριμμόν +της καρδίας του ετούτο το θέαμα· αγαπημένοι νυμφίοι, είπεν, εγώ +πολλά αισθάνομαι την θλίψιν σας· ήθελα αν ημπορούσα να σας βοηθήσω, +και να σας εβγάλω από τα βάσανα, μα εις το χέρι μου δεν είνε, παρά +εις του Ουρανού, και αν τον παρακαλέσητε με θερμότητα, θέλει σας +σπλαχνισθή, και σας χαροποιήση. Πρέπει να ομολογήσω, είπε τότε η +Δηλαρά, ότι εις τον κόσμον είνε άνθρωποι πολλά παράξενοι· έρχονται +να προσφέρουν την βοήθειάν τους, παρακινούν με κάθε τρόπον διά να +τους διηγηθούν τους πόνους τους διά να συντρέξουν, ακούουν όλα τα +περιστατικά με ακρίβειαν, και αντίς να συντρέξουν, άλλο δεν λέγουν, +παρά, να έχουν την ελπίδα τους εις την άνωθεν πρόνοιαν, και να +παρακινούν να έχουν υπομονήν, και με αυτά εβγαίνουν. Ποίος δεν ήθελε +πιστεύσει εις το να ιδή τούτον τον άνθρωπον να έμπη με τόσην ζέσιν +εις τα καμώματά μας, και να μας εξετάξη με τρόπον που εστοχαζόμασθε +διά να μας κάμη κάποιαν βοήθειαν; και αυτός να μας αφήση εις την +πρόνοιαν την άνωθεν, χωρίς να μας δείξη άλλην περιποίησιν; α δεν +πρέπει έτσι εύκολα να ξεμυστηρευθή τις εις έναν που να μη τον +γνωρίζη. </p> + +<p>Κυρά μου, λέγει ο Κουλούφ, τι θέλεις να κάμη αυτός εις βοήθειάν +μας; ας ειπούμεν την αλήθειαν, αυτός φαίνεται να είνε ευγενικός +άνθρωπος, και υποψίαν δεν έχω που να μας φανερώση όσα του +εξεμυστηρευθήκαμεν· μα διά να μας βοηθήση είνε αδύνατον, διότι το +κακόν μας είνε μεγάλον, και διά τούτο είπε καλά να έχωμεν τας +ελπίδας μας εις την άνωθεν πρόνοιαν, διότι αυτή μόνη ημπορεί να μας +βοηθήση και να μας εβγάλη από τον κίνδυνον που ευρισκόμεθα. </p> + +<p>Έστεκαν λοιπόν αυτοί οι δυστυχισμένοι νυμφίοι πολλά θλιμμένοι, +στοχαζόμενοι το τέλος που έμελλε να κάμουν, και απέρασαν εκείνες τες +ολίγες ημέρες κλαίοντες και παραπονούμενοι. Εστοχάσθηκαν ως τόσον να +εύρουν το μέσον διά να φύγουν, μα δεν εστάθη τρόπος, επειδή και οι +φύλακες ήταν πολλά πιστοί, όθεν εδόθηκαν εις την υστερινήν +απελπισίαν. Έφθασε το λοιπόν η διορία που το μετζίλι έμελλε να έλθη +από την Κογέντα, και αυτοί τότε εμπήκαν εις την μεγαλύτερην θλίψιν +και ευθύς που ήλθεν αυτή η φοβερά ημέρα, ο Κουλούφ εσηκώθη από το +κρεββάτι διά να οδεύση προς τον θάνατον. Και θεωρώντας την γυναίκα +του με μάτια γεμάτα από θλίψιν και απελπισίαν, της είπε με φωνήν +τρομασμένην. Εις τον Θεόν σε απαρατώ, πηγαίνω να πληρώσω το γραπτόν +μου, και να θυσιάσω τον εαυτόν μου δι' εσένα, ω ωραιοτάτη Δηλαρά· +ζήσε εις ειρήνην και ενθυμήσου καμμίαν φοράν εκείνον που εθυσιάσθη +δι' αγάπην σου. Α, Κουλούφ, εφώναξεν η Δηλαρά γεμάτη από κλάματα, +εσύ υπάγεις διά να αποθάνης και εμένα με παρακινείς να ζήσω εις +ειρήνην; σκληρέ, εσύ λοιπόν θέλεις οι ημέρες μου να είναι θλιβερές +και ανυπόφερτες· όχι, όχι, θέλω να σε συντροφεύσω, και να κατεβώ +μαζί σου εις τον άδην· δεν θέλω ο Ταχέρ, ο μισημένος Ταχέρ, να χαρή +τον θάνατόν σου· θέλω κάμει να γνωρίση ο κόσμος, ότι προτιμώ +καλύτερα να αποθάνω μετ' εσένα, παρά να ζήσω με τον Ταχέρ. </p> + +<p>Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή ωμιλούσεν έτσι ακούουν έναν μέγαν +θόρυβον εις την πόρταν της στράτας, και αιφνιδίως βλέπουν να έμπη ο +Καδής εις την αυλήν τους με πολλούς ανθρώπους, και ανάμεσα εις +αυτούς ήτον και ο Μουζαφέρ με τον υιόν του. Εις ετούτην την θεωρίαν, +η Δηλαρά έπεσε λιποθυμημένη, και ο Κουλούφ μην ηξεύροντας τι να +κάμη, έτρεξε προς τον Κατήν διά να του ζητήση έλεος. Μα ετούτος ο +Κριτής αντίς να έλθη να τον γυρέψη διά να τον παιδεύση, του έκαμε +μίαν μεγάλην προσκύνησιν και του λέγει με χαροποιόν πρόσωπον. +Αυθέντη, το μετζίλι που εστάλθη εις την Κογέντα εγύρισε +συντροφιασμένον με έναν οικιακόν του Μασούδ πατρός σου, ο οποίος σου +στέλνει σαράντα καμήλια φορτωμένα από διάφορες πραγματείες. Ημείς +δεν αμφιβάλλομεν πλέον, ότι εσύ είσαι υιός του Μασούδ, και χαίρου με +κάθε σου αγαλλίασιν την αγαπημένην σου γυναίκα, και σε παρακαλούμεν +να μας συμπαθήσης διά τα όσα σου εκάμαμεν. Ο Κουλούφ δεν ήξευρε τι +να αποκριθή εις εκείνο που ήκουσεν. Αυτός επίστευσεν ότι ο Κατής +συμφώνως με τους άλλους θα τον επεριέπαιζαν, και ότι πολλά +διαφορετική θα ήτον η ομιλία τους· οπόταν ένας σκλάβος πλησιάζοντας +προς αυτόν του εφίλησε το χέρι και του επρόσφερε μίαν γραφήν +λέγοντάς του· Αυθέντη, ο πατέρας σου και η μητέρα σου είνε υγιείς, +και επιθυμούν κατά πολλά διά να σε απολαύσουν. </p> + +<p>Ο Κουλούφ εγέμισεν από εντροπήν, και όλος αντραλωμένος διά τούτα +τα λόγια, δεν ήξευρε τι να αποκριθή· παίρνει ως τόσον την γραφήν, +την ανοίγει, και διαβάζοντάς την έμεινε πολλά εκστατικός εις το να +ιδή που ο Μασούδ του γράφει τόσα λόγια γλυκά, και του στέλνει τόσον +βίον με ένα επιστάτην, Γιοέρ ονόματι, και να τον ονομάζη διά υιόν +του, και άλλα παρόμοια· και ωσάν αποδιάβασε την επιστολήν, ιδού και +εμβαίνουν τα σαράντα καμήλια εις την αυλήν του· και ο επιστάτης +Γιοέρ παρουσιάζεται έμπροσθέν του, και του λέγει· Αυθέντη, πρόσταξε +να ξεφορτώσουν τα καμήλια που ο πατέρας σου σού στέλνει. Τι διάβολο +δηλούν όλα ετούτα; λέγει ο Κουλούφ με θαυμασμόν· είδα διάφορα +συμβεβηκότα παράξενα, μα ωσάν ετούτο όχι· ετούτος ο επιστάτης Γιοέρ +μου ωμίλησεν ωσάν να ήμουν καθολικός υιός του Μασούδ· ο Κατής, ο +Μουζαφέρ φαίνονται πληροφορημένοι απ' ετούτα τα παρεστηκότα· εγώ δεν +ηξεύρω τι να στοχασθώ· ας είναι λοιπόν, ας πιστεύσω και εγώ ότι η +τύχη μου εξαπέστειλε τούτο το συμβεβηκός, ή διά καλόν μου, ή +χειρότερόν μου. Και με όλον που ήτον σκοτισμένος ο Κουλούφ δι' αυτά, +έλαβε πνεύμα διά να κρύψη τον θαυμασμόν του, και ευθύς επρόσταξε διά +να ξεφορτώσουν τα καμήλια, και τες πραγματείες να τες βάλλουν εις τα +μαγαζιά. Και εις το αναμεταξύ που εξεφόρτωναν τα καμήλια, ο Κατής, ο +Μουζαφέρ και ο Ταχέρ έλαβαν θέλημα από τον Κουλούφ και ανεχώρησαν +εις τες οικίες τους, πιστεύοντες αληθώς να ήτον αυτός υιός του +Μασούδ. </p> + +<p>Ο Κουλούφ έτρεξεν υστερότερα εις την γυναίκα του, και της +εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν, και της έδειξε και την επιστολήν +που έγραψεν ο Μασούδ. Η Δηλαρά τότε εφώναξεν από την χαράν της· ω +δίκαιε Ουρανέ, εσένα πρέπει να ευχαριστήσωμεν, που μας επρόφθασες με +τούτο το παράδοξον συμβεβηκός, και έλαβες ευσπλαχνίαν δι' ημάς που +με το θέλημά σου μας ένωσες. Κυρά, της λέγει ο Κουλούφ, δεν είναι +καιρός ακόμη διά να δοθούμεν εις χαροποίησιν, επειδή και φοβούμαι, +μήπως και έγινε εις ετούτο κανένα λάθος· διατί στοχάζομαι χωρίς άλλο +ότι ο υιός του Μασούδ θα είνε εδώ· διατί αλλέως δεν ήθελαν έλθει +ετούτα τα πράγματα εις ημάς· μα αλλοί εις εμέ, αν είναι έτσι, επειδή +και κρυφόν δεν θέλει σταθή αυτό το πράγμα, διατί όντας εδώ έως +αύριον ημπορεί να το μάθη· τα σαράντα καμήλια που ήλθαν, αυτά θέλουν +ακουσθή εις την χώραν, και είνε αδύνατον να μη το μάθη. Αλλ' ημείς +πρέπει να προλάβωμεν τον καιρόν που τον έχομεν αρμόδιον, να φύγωμεν +απ' εδώ το συντομώτερον, διά να μη μας συμβή εκείνο που μας εφόβιζε, +διατί μου φαίνεται πράγμα παράξενον ετούτο που μας έτυχεν. </p> + +<p>Αυτή η γνώμη άρεσε και της Δηλαράς, όθεν απεφάσισαν εκείνην την +ίδιαν νύκτα να μισεύσουν χωρίς να χάσουν καιρόν. Μα πριν φθάση η +νύκτα, ακούουν μέγαν κτύπον, και αιφνιδίως βλέπουν εις την αυλήν +τους να έμπουν πολλοί καβαλλαρέοι στρατιώται. Εις τούτην την +θεωρίαν, οι δυο νυμφίοι έμειναν ωσάν νεκροί από τον φόβον νομίζοντες +να εξεσκεπάσθη ο δόλος, και ο Κατής με όλες τις φύλαξές του θα ήλθε +να πιάση τον Κουλούφ διά να τον θανατώση. Μα ετούτος ο φόβος +ογλήγορα ηφανίσθη, επειδή και αυτοί οι στρατιώται δεν ήτον του Κατή, +αλλά του Βασιλέως. Ο αρχηγός των οποίων ωσάν εσέβη εις την αυλήν +του, εξεπέζευσε, και επήγεν εις τον Κουλούφ, και τον επροσκύνησε, +λέγοντάς του· Κύριε, εγώ εδώ έρχομαι από όνομα του βασιλέως Ουσβέκ +Χαν· αυτός έχοντας επιθυμίαν διά να σε ιδή, με έστειλε διά να σε +φέρω προς αυτόν, με το να έμαθε τα συμβεβηκότα σου. </p> + +<p>Ο Κουλούφ ευθύς επήκουσεν εις αυτόν τον ορισμόν, και εκίνησε με +τον αρχηγόν, καβαλλικεύοντας ένα άλογον πολλά εύμορφον και +στολισμένον με χρυσά άρματα, που ο Βασιλεύς τού το έστειλεν +επιταυτού διά να τον τιμήση. Φθάνοντας δε ο Κουλούφ εις την αυλήν +του Βασιλέως, ευθύς έτρεξαν οι Οφφικιάλοι του Βασιλέως, και τον +ανέβασαν εις το παλάτι, και τον έφεραν εμπρός εις τον Βασιλέα, ο +οποίος ήτον ενδυμένος με φορέματα σκεπασμένα από διαμάντια, +ρουμπίνια, και σμαράγδια, και εκάθονταν επάνω εις ένα θρόνον από +χρυσάφι και φίλδεσι, και τριγύρου του οποίου έστεκαν οι πρώτοι +αυθεντάδες της Ταρταρίας. Ο Κουλούφ έμεινεν εκστατικός από την +λάμψιν που ο Ουσβέκ Χαν ήτο περικυκλωμένος· και αντί να σηκώση τους +οφθαλμούς του εις τον βασιλέα τους εχαμήλωσε, και έπεσεν εις τα +πόδια του θρόνου του. </p> + +<p>Ο Βασιλεύς προστάζοντάς τον διά να σηκωθή του λέγει· υιέ του +Μασούδ, έμαθα ότι σου ηκολούθησαν συμβεβηκότα πολλά περίεργα, τα +οποία επιθυμώ να τα διηγηθής κατά πλάτος, με πάσαν καθαρότητα. Ο +Κουλούφ ακούοντάς ταύτην την φωνήν, σηκώνει τους οφθαλμούς του και +γνωρίζει εις τον Βασιλέα τον ίδιον Οφφικιάλιον, που είχεν υπάγει διά +να τον ιδή εις το σπήτι του, και που με το να τον ενόμιζεν αληθώς +πως ήτον Οφφικιάλος του Ουσβέκ Χαν, του είχε διηγηθή τα μυστήριά +του· και τότε γνωρίζοντας ότι ο Οφφικιάλος ήτον αυτός ο Βασιλεύς ο +ίδιος, έπεσε με το κεφάλι εις την γην όλος έντρομος. </p> + +<p>Ο Βεζύρης του Βασιλέως που ευρίσκετο παρών τον εσήκωσε, και του +είπε· μη φοβάσαι, καλέ άνθρωπε, πλησίασε εις τον Βασιλέα, και φίλησέ +του την ποδιά. Ο Κουλούφ τρεμάμενος και έκθαμβος, επλησίασεν εις +τους πόδας του Βασιλέως, και του εφίλησε την ποδιά. Ετούτος ο +Βασιλεύς ευθύς εκατέβη από τον θρόνον του, και πιάνει τον Κουλούφ +από το χέρι, και τον φέρει εις ένα ξεχωριστόν χοντζερέ του, εις τον +οποίον του είπε. </p> + +<p>Κουλούφ, βάλε τώρα τον εαυτόν σου εις ησυχίαν και μη φοβάσαι +πλέον καμμίαν εναντιότητα της τύχης σου. Δεν θέλεις είσαι πλέον +χωρισμένος από την Δηλαράν· θέλεις ζήσει με αυτήν εις την αυλήν μου +και θέλεις έχει τον τόπον που είχες εις την Καρακοράν σιμά εις τον +βασιλέα Μουργάν. Εγώ επάνω εις τες διήγησες που ήκουσα διά την +σταθερότητά σου προς την γυναίκα σου, εμβήκα εις περιέργειαν, και +ήλθα εις το σπήτι σου υποκάτω εις την μορφήν του Οφφικιάλου, και +ευθύς που μου εδιηγήθης την ιστορίαν σου με θάρρος και χωρίς +αμφιβολίαν, έλαβα κλίσιν προς εσένα διά να σε βοηθήσω και να σε +χαροποιήσω, και έκαμα με τον τρόπον που είδες. Τα σαράντα καμήλια τα +έβγαλα από το αχούρι μου, έκαμα να αγοράσουν τες πραγματείες που +ήτον φορτωμένα, και ο επιστάτης που σου τα έφερεν ήτον ένας ευνούχος +μου, που ποτέ δεν έβγαινεν από το παλάτι μου. Έκαμα και σου έγραψαν +την επιστολήν με τρόπον που είδες· και διά φόβον που να μη φθάση το +μετζίλι εμπροσθήτερα, έστειλα ένα μου Οφφικιάλον, και τον επρόσταξεν +από όνομά μου να κάμη εις τον αυθέντην του μίαν διήγησιν κατά πως +εγώ τον ερμήνευσα. Ετούτη ήτον μία δοκιμή που ηθέλησα να κάμω διά +περιδιάβασίν μου, την οποίαν ακεραίως την απόλαυσα. </p> + +<p>Ευθύς που ο βασιλεύς ετελείωσε να μιλήση ο Κουλούφ εξανάπεσεν εις +τους πόδας του· και τον ευχαρίστησε διά την μεγάλην του γενναιότητα +και ευεργεσίαν και του έταξεν εις όλην του την ζωήν να φυλάξη ένα +ζωντανόν υποχρέωμα. Και την ιδίαν ημέραν έφερεν και την αγαπημένην +του Δηλαράν με όλον εκείνο που ο βασιλεύς του εδώρησε, και +εκατοίκησαν εις το παλάτι το βασιλικόν, και έζησαν με μεγάλην τιμήν +σιμά εις αυτόν τον γενναίον βασιλέα, ο οποίος έκαμε και του έγραψαν +την ιστορίαν με γράμματα χρυσά, διά να είναι εις παντοτεινήν +ενθύμησιν μία τέτοια αγάπη. </p> + +<p>Ετούτο είνε το τέλος αυτής της ιστορίας, βασιλέα μου, που σου +είχα τάξει να διηγηθώ, του λέγει η Χαλιμά· όμως έχοντας την άδειαν +από την βασιλείαν σου να σου διηγηθώ όσες και αν ηξεύρω, εγώ σου +τάσσω να διηγηθώ μίαν υπερθαύμαστον ιστορίαν, που ηξεύρω του +βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας, την οποίαν μου την είχε +διηγηθή μίαν φοράν ένας πολυμαθής Δερβύσης, πλην οπόταν την ακούσης, +ελπίζω, ότι δεν θέλει σε ευχαριστήσει ολιγώτερον από τες άλλες, που +σου εδιηγήθηκα. Και ομιλώντας με τούτον τον τρόπον, ο Αϊδήν εσηκώθη +και επήγεν εις τες υπηρεσίες της βασιλείας του κατά την συνήθειαν. +Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά, εξυπνώντας εις την ώραν την +διατεταγμένην, άρχισε να λέγη. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία, του +βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας.</h4> + +<p> +<br /> +Οι ιστορίες οι παλαιές των Ταρτάρων διηγούνται, ότι παλαιόθεν ήτον +ένας Χάνης των Ταρτάρων Νογαΐδων, που ωνομάζονταν Τημουρτάς, ο +οποίος είχεν υιόν ονόματι Καλάφ, που ήτον ο πλέον ωραιότερος και +ανδρείος νέος του καιρού του, και σοφός περισσότερον από τους +μεγαλυτέρους σοφούς του καιρού εκείνου· ήξευρε τα απόκρυφα του +Αλκοράνου, και είχεν εις ενθύμησιν όλες τες απόφασες του Μωάμεθ και +τέλος πάντων τον έκραζαν ήρωα της Ταρταρίας διά την πολυμάθειάν του, +και κάθε λογής επιστήμην, και ανδρείαν που είχεν. Αυτός ήτον το +θεμέλιον των συμβουλών του Τημουρτά πατρός του, και οπόταν αυτός +έδιδε καμμίαν συμβουλήν δεν ήτον τινάς που να μην την δεχθή. Έξω από +αυτό, εις τους πολέμους ήτον ο πρώτος που να βάνη την ζωήν εις +κίνδυνον· πάντα έκανε θαυμαστές νίκες, τόσον που κανένα γένος δεν +αποτολμούσε πλέον να σηκώση τα άρματα εναντίον του. </p> + +<p style='text-align:center;'><img src ="images/5.jpg" width="303" +height="448" +alt="Ο Καλάφ το βασιλόπουλον του βασιλείου των Νογαΐδων" +border="2" /></p> + +<p>Απερνώντας δε πολύν καιρόν με ειρήνην, βλέπει μίαν ημέραν να +έλθουν αποστολάτορες από τον Αμούρ Βασιλέα της Κασμυρίας διά να +ζητήσουν του πατρός του το δόσιμον, που παλαιόθεν του έδιδε, με το +να ήταν μερικοί χρόνοι που του αρνήθη και δεν του εδιδεν· ειδεμή και +ήθελε αρνηθή, θέλει έλθει εναντίον του, και θέλει του πάρει όλους +του τους τόπους. Ο Τημουρτάς έλαβε κάποιον φόβον, και σχεδόν έκλινε +διά να του δώση, επειδή και εφοβούνταν αυτόν τον Βασιλέα, με το να +ήτον ο πλέον δυνατός Βασιλεύς του καιρού εκείνου. Ο Καλάφ την γνώμην +του πατρός του δεν ηθέλησε να την ακούση, αλλά του είπε να μη +φοβηθή, διότι έχει ελπίδες να τον νικήση μ' όλον που είναι ο πλέον +δυνατός του κόσμου. Και έτσι αποφάσισαν διά να ετοιμασθούν να του +εναντιωθούν και με τούτον τον τρόπον απεδίωξαν τους αποστολάτορας +χωρίς να υπακούσουν εις τα ζητήματά τους. </p> + +<p>Ο Αμούρ θυμωμένος, που δεν τον υπήκουσαν, εσύναξεν έως διακόσιες +χιλιάδες στράτευμα, και εκίνησεν εναντίον του Τημουρτά. Αυτός ο +Τημουρτάς από το άλλο μέρος έδωσε θέλημα διά να συναχθούν τα πλέον +άξια στρατεύματά του διά να κινήσουν εναντίον του εχθρού, υποκάτω +εις την κυβέρνησιν του υιού του Καλάφ. Έστειλε και εις τον Βασιλέα +της Κιρκασίας και του εζήτησε βοήθειαν ο οποίος του έστειλεν εξήντα +χιλιάδας στράτευμα διαλεχτόν εις βοήθειάν του, υποκάτω εις την +κυβέρνησιν ενός Βεζίρη του· και όντας όλα έτοιμα, εκίνησαν εναντίον +του εχθρού και ανταμωνόμενα τα δύο στρατεύματα, άρχισαν μίαν ταχινήν +τον πόλεμον, εις τον οποίον ο Καλάφ έδειξε μεγάλες ανδραγαθίες αλλά, +φθάνοντας το βράδυ, ετραβήχθησαν και τα δύο μέρη διά να αναπαυθούν. +Την ερχομένην ημέραν πάλιν έδωσαν τον πόλεμον, και πάντα ο Καλάφ +ενικούσε· και τούτο ηκολούθησε διά πολλές ημέρες. </p> + +<p>Τέλος πάντων ο Αμούρ βλέποντας που είναι αδύνατον να τον νικήση, +μηχανεύεται να τάξη μεγάλα χαρίσματα του Βεζύρη της της Κιρκασίας +διά να παραιτήση τον Καλάφ, να μένη αυτός με ολίγον στράτευμα και +έτσι να τον νικήση. Αυτόν τον στοχασμόν τον έβαλεν εις πράξιν, και +έγινε καθώς επιθυμούσε. Επειδή την ερχομένην ημέραν, τον καιρόν που +άρχισαν τον πόλεμον, ο Βεζύρης παίρνει τους Κιρκασίους, και αναχωρεί +εν τω άμα, και άφησε τον Καλάφ με ολίγον στράτευμα. Ο Καλάφ +βλέποντάς την προδοσίαν που του έγινε, δεν έχασε την ανδρείαν του, +αλλά συνάξας το ολίγον στράτευμα που του απέμεινεν επολέμησε με +πολλήν ανδρείαν αλλά τέλος πάντων βλέποντας ότι δεν κατορθώνει +τίποτε, και φοβούμενος να μη πιασθή σκλάβος, εδιάλεξε μερικούς +στρατιώτας ανδρείους, και τους επήρε και έφυγε και ήλθεν εις τον +πατέρα του, και του έφερε την θλιβεράν είδησιν, φανερώνοντας την +προδοσίαν του Βεζύρη που του έκαμεν. </p> + +<p>Ο Τημουρτάς Χαν λαμβάνοντας μίαν τοιαύτην θλιβεράν είδησιν, +εθλίβη μεγάλως, και έπεσεν εις μεγάλην απελπισίαν. Και δεν έφθασε +μόνον αυτό, αλλά ολίγον ύστερα φθάνει ένας Οφφικιάλος, και φέρνει +την είδησιν ότι ο Βασιλεύς Αμούρης, αφού και εθανάτωσεν όλον το +στράτευμα του Καλάφ, έρχεται διά να θανατώση όλην την οικογένειαν +την βασιλικήν, και να κυριεύση όλον το Βασίλειον. Τότε ο Τημουρτάς +Χαν βλέποντας τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, παίρνει την +βασίλισσαν Ελμέρω την γυναίκα του, ομού και τον Καλάφ, και κάνοντας +να φορτώση τα πλέον τιμημένα πράγματα που είχεν εις τον θησαυρό του +εβγήκαν από την Ταρταρίαν και εκίνησαν διά την μεγάλην Βουλγαρίαν, +συντροφιασμένοι με αρκετούς στρατιώτας. </p> + +<p>Περιπατώντας αρκετές ημέρες και απερνώντας το όρος Καύκασον, +συναπαντούν τέσσαρες χιλιάδες κλέφτες που εκατοικούσαν εις αυτό το +όρος, οι οποίοι ερχόμενοι καταπάνω τους, εκατάκοψαν όλους τους +στρατιώτας που είχαν εις φύλαξιν, και δεν άφησαν άλλον παρά τον +Χάνην, την γυναίκα του, και τον Καλάφ· τον δε βίον του όλον τον +εδιαμοίρασαν, και αυτούς τους απαράτησαν εις την μέσην του βουνού +γυμνούς και τετραχηλισμένους. </p> + +<p>Δεν ημπορώ να διηγηθώ τι λογής εστάθη ο πόνος του Χάνη, επόταν +είδεν εις τι κατάστασιν ήλθεν· όθεν ερχόμενος εις απελπισίαν εγύρευε +να θανατωθή, ζηλεύοντάς την τύχην εκείνων που απέθνησκον εμπρός εις +τους οφθαλμούς του. Η Βασίλισσα από το άλλο μέρος εφθείρονταν εις τα +κλάματα, και ο Καλάφ μόνος είχε πνεύμα διά να βαστάξη το βάρος ενός +γραπτού τόσον σκληρού. Επειδή και ήτον πολλά πεπαιδευμένος εις τες +γνώμες του Αλκοράνου και τες αποφάσεις του Μωάμεθ επάνω εις τον +προορισμόν, ήγουν γραπτόν που λέγουσιν οι Τούρκοι, και διά τούτο +είχε πολλά ακίνητον σταθερότητα του πνεύματος εις το γραπτόν. </p> + +<p>Η άκρα θλίψις των γονέων του που έδειχναν, του έδινε μοναχά +μεγάλην θλίψιν· αχ Πατέρα μου! αχ Μητέρα μου! έλεγε, μη χάνεσθε εις +τες δυστυχίες με τούτον το τρόπον· στοχασθήτε ότι ο Ουρανός είναι +εκείνος που μας κάνει να γένωμεν δυστυχείς· ας υποταχθώμεν το λοιπόν +εις το θέλημά του, επειδή και δεν είμασθε ημείς μοναχοί που +ευρισκόμασθε εις δυστυχίες. Πόσοι και πόσοι Βασιλείς μεγαλύτεροι από +ημάς έχασαν τον θρόνον τους, και ήλθαν εις μεγάλες δυστυχίες, και +πάλιν εξαναγύρισαν εις τους θρόνους τους, και εξανάλαβαν την πρώτην +τους τιμήν; τώρα και ημείς ας ρίξωμεν τας ελπίδας μας εις τον +Ουρανόν, και αυτός βλέποντας τες συμφορές μας, θέλει μας προφθάσει +διά να μας βοηθήση. </p> + +<p>Αυτά και άλλα λέγοντας, οι γονείς του αγροικούσαν κάποιαν +ελάφρωσιν και παρηγορίαν από τα λόγια του. Ας δοθούμεν, λέγουν οι +γονείς του, το λοιπόν εις τα χέρια του Ουρανού, και ας έχωμεν +υπομονήν ότι τα όσα έχομεν να περάσωμεν είναι όλα γραμμένα εις τον +Ουρανόν, και δεν ημπορούμεν να τα αποφύγωμεν· ας κάμωμε πάλιν καρδιά +και ας υπομείνωμεν τα όσα η τύχη μας θέλει μας προξενήσει. Και τούτο +λέγοντας άρχισαν να περιπατούν πεζοί μη έχοντες ούτε άλογον, μήτε +βάρος επάνωθέν τους. Επεριπάτησαν πολύν καιρόν ζώντες από μόνα +οπωρικά και χόρτα που εύρισκαν εις την στράταν, μα εμβαίνοντας εις +ένα έρημον δάσος έμειναν υστερημένοι και από αυτήν την ζωοτροφίαν, +και από κάθε άλλο που ημπορούσε να τους διώξη την πείναν. Έμεινε +λοιπόν η σταθερότης τους πολλά συντριμμένη. Ο Χάνης όντας γηραλέος +άρχιζε να γροικά ότι οι δύναμές του ωλιγόστευαν· η Βασίλισσα +αποσταμένη και αυτή από την στράταν και από την πείναν, δεν +ημπορούσε πλέον να κινηθή, ώστε που ο Καλάφ, με όλον που και αυτός +θα ήτον ομοίως αποσταμένος, τους έφερνεν επάνω εις τους ώμους του, +πότε τον ένα και πότε τον άλλον, διά να τους δώση κομμάτι άνεσιν. +</p> + +<p>Τέλος πάντων μισαπεθαμμένοι και οι τρεις από την δίψαν και από το +απόσταμα, έφθασαν εις ένα βουνόν γεμάτον από φοβερωτάτους κρημνούς +και χάος. Ήτον ετούτο μία ράχη πολλά υψηλοτάτη, περιτριγυρισμένη από +φοβερά και τερατώδη σπήλαια, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνετο πολλά +κινδυνώδες πέρασμα, με το να μην εφαίνετο καμμιά λογής στράτα διά να +περάση εις μίαν πλατείαν πεδιάδα, που από εκεί εφαίνετο· επειδή κάθε +μέρος αυτού του βουνού ήτον πυκνωμένον από αγκάθια, βράχους, και +κλαδιά, που ήτον αδύνατον να στοχασθούν μίαν στράταν να έβγουν από +εκεί. </p> + +<p>Οπόταν η βασίλισσα εθεώρησεν ετούτους τους αβύσσους, έβγαλε μίαν +μεγαλωτάτην φωνήν από τον φόβον της, και τέλος πάντων ο Χάνης έχασε +κάθε υπομονήν και εμβήκεν εις αδημονίαν. Δεν κάνει χρεία άλλο, τότε +είπε προς τον υιόν του· κλίνω εις το εναντίον μου γραπτόν, πηγαίνω +μόνος μου να κρημνισθώ εις έναν από τούτους τους βράχους, που ο +ουρανός μου τον ετοίμασε διά τάφον μου, θέλω μίαν φοράν να +ελευθερωθώ από την τυραννίαν της τύχης μου, αγαπώ κάλλιον τον +θάνατον, παρά μίαν ζωήν τόσον τυραννισμένην. Ο Χάνης δοσμένος εις +κάθε απελπισίαν, έστεκε διά να πέση εις τον κρημνόν. Τότε ο υιός του +ο Καλάφ τρέχει και τον πιάνει εις τες αγκάλες του. Αχ πατέρα μου, +του είπε τι είναι αυτό που θέλεις να κάμης, εις τι απελπισίαν +εδόθης; στοχάζεσαι με αυτό να φύγης το γραπτόν σου; δεν ηξεύρεις που +με την υπομονήν όλα αποκτώνται, και εκείνο που εις τον Ουρανόν είνε +γραμμένον, θέλει να πληρωθή; ποίος ηξεύρει ύστερα από τούτα τα +βάσανα, τι καλό μας απαντυχαίνει; και μήπως και το κάνει αυτό ο +ουρανός διά να δοκιμάση την υπομονήν μας. Ημείς, το ομολογώ, είμασθε +εις μίαν στάσιν πολλά θλιβερήν, και δεν ημπορούμεν να περάσωμεν +χωρίς κίνδυνον τούτους τους αβύσσους· μα ποίος ηξεύρει πού να μην +ευρεθή καμμία στράτα διά να περάσωμεν εις εκείνην την πεδιάδα; άφησε +το λοιπόν να πηγαίνω να ιδώ μήπως και εύρω κανένα μονοπάτι και ευθύς +γυρίζω. Σύρε, ω υιέ μου, απεκρίθη ο Χάνης, ημείς εδώ σε καρτερούμεν +και μη φοβάσαι διά την απελπισίαν μου έως εις τον γυρισμόν σου. Ο +Καλάφ επήγε γυρίζοντας εις όλες τες ράχες και βράχους χωρίς να +ημπορέση να ξανοίξη καμμίαν στράταν, όθεν μένοντας πολλά θλιμμένος +έπεσεν εις τα γόνατα, και μετά θερμών δακρύων επικαλούνταν την +βοήθειαν του Ουρανού· έπειτα σηκωνόμενος εξαναγύρισε πάλιν διά να +ξαναζητήση καμμίαν οδόν. Τέλος πάντων ευρίσκει μίαν πολλά στενήν, +εις την οποίαν εμβαίνοντας ευχαρίστησε τον Ουρανόν διά τούτην την +χάριν, και περιπατώντας επλησίασεν έως τα πόδια ενός μεγάλου +δένδρου, που ήτον εις το έμβασμα της πεδιάδος, το οποίον εσκέπαζε με +τον ίσκιον του μίαν πηγήν από νερόν καθαρόν· είδεν ακόμη ολίγον +ξέμακρα από εκεί και άλλα διάφορα δένδρα με διαφόρους μεγαλωτάτους +καρπούς, και εκστατικός διά τούτην την ξάνοιξιν, έτρεξε διά να δώση +την είδησιν του πατρός του και της μητρός του, που εχάρησαν μεγάλως +που ο ουρανός άρχιζε να λαμβάνη ευσπλαγχνίαν διά τες δυστυχίες τους. +Ο Καλάφ παίρνοντάς τους, με μεγάλον κόπον τους απέρασεν από εκείνην +την στενήν οδόν, και τους έφερεν εις την πηγήν, και έσβυσαν την +φλογώδη δίψαν που τους ετυράννιζεν· έπειτα έφαγον από τους καρπούς +που ο Καλάφ έμασεν, οι οποίοι εις εκείνην την χρείαν τους εφάνηκαν +εξαίσιοι. Αυθέντη, τότε λέγει ο Καλάφ του πατρός του, αναγνωρίζεις +τώρα το σφάλμα σου, που ενόμιζες ότι ο Ουρανός μας είχεν αφήσει να +χαθούμεν; αυτός δεν έχει κουφά αυτιά προς εκείνους που ρίχνουν όλες +τους τες ελπίδες προς αυτόν. </p> + +<p>Εσταμάτησαν το λοιπόν εις αυτόν τον τόπον δύο τρεις ημέρες διά να +ξεκουρασθούν και να λάβουν τες δύναμές τους, και, αφού +εξεκουράσθηκαν καλά, εκίνησαν προς την πεδιάδα, ελπίζοντες ότι +εκείνη θα τους φέρη εις κανένα τόπον κατοικημένον. Και φθάνοντες +εκεί, βλέπουν μίαν μεγαλωτάτην χώραν πλησίον της πεδιάδος, κτισμένην +με θαυμαστά κτίρια· έρχονται προς αυτήν, και προτού να πλησιάσουν +εις την πόρταν της χώρας εστοχάσθηκαν να μείνουν εκεί έως να +νυκτώση, διατί εντρέπονταν να έμβουν την ημέραν με το να ήταν γυμνοί +σχεδόν και τετραχηλισμένοι, και γεμάτοι από κονιορτόν· και ούτως +επήγαν και εκάθησαν υποκάτω εις κάποια δενδράκια, που εκεί +ευρίσκονταν, διά να καρτερίσουν την νύκτα. Αναπαυόμενοι αυτοί εις +εκείνα τα δένδρα, βλέπουν ένα γέροντα που έβγαινεν από την χώραν, +και ήρχετο εκεί διά να πάρη τον αέρα, και πλησιάζοντας εις αυτούς +τους εχαιρέτησε με χαροποιόν πρόσωπον, έπειτα εκάθισε κοντά τους. +</p> + +<p>Ο Χάνης τότε τον ηρώτησε πως ωνόμαζαν εκείνην την χώραν, Αυτή +ονομάζεται Γιαού, απεκρίθη ο γέρων, η οποία είναι η μητρόπολις της +επαρχίας· και ο βασιλεύς που την κυριεύει ονομάζεται Αλέγγ Χαν· μα +απ' εκείνο που μου φαίνεται του λόγου σας είσθε ξένοι. Ναι, του +απεκρίθη ο Χάνης, ημείς είμασθεν από πολλά μακρυνόν τόπον, +γεννημένοι εις το βασίλειον του Κασμίρ, πραγματευτάδες την τέχνην· +μίαν ημέραν πηγαινάμενοι με πολλούς άλλους πραγματευτάδες εις το +πανηγύρι Καπαπάκ, μας εσυναπάντησαν κλέφται, και μας επήραν το ό,τι +είχαμεν, και μας άφησαν εις ετούτην την κατάστασιν που μας βλέπεις, +και με το να εχαθήκαμεν εις την στράταν, και μην ηξεύροντες πού +πηγαίνομεν, εφθάσαμεν εις ετούτο τον τόπον. Ο γέρων που ήτον φυσικά +συμπαθής εις τες δυστυχίες του πλησίον του, έλαβε σπλάγχνος προς +αυτούς, και τους εκάλεσε να έλθουν να σταθούν εις το σπήτι του με +αυτόν. Ο Χάνης τον ευχαρίστησε διά την ευσπλαγχνίαν που τους +έδειχνε. Και ούτως όλους ομού ο γέρων τους έφερεν εις το σπήτι του, +το οποίον ήτο μία μικρά κατοικία, και πολλά ταπεινά στολισμένη, μα +όλα έστεκαν εις καλήν τάξιν. </p> + +<p>Ο γέρων ευθύς που εμβήκεν ωμίλησε κρυφά ενός σκλάβου του, ο +οποίος ύστερον από ολίγον εγύρισε με ένα πραγματευτήν που είχεν εις +ένα μποχτζά διάφορα φορέματα ανδρίκια και γυναίκια. Από αυτά τα +φορέματα έκαμε και ένδυσαν τους ξένους που ήταν γυμνοί, και +πληρώνοντάς τον πραγματευτήν τον απέλυσεν· ύστερα επρόταξε τους +σκλάβους του διά να ετοιμάσουν το δείπνον, το οποίον ευθύς +ετοιμάζοντας το με πολυποίκιλα φαγητά και πιοτά, βαλμένα εις αγγεία +από φαρφούρ της Κίνας, εκάθησαν όλοι ομού και εδείπνησαν με πολλήν +ευχαρίστησιν. Ο γέρων πυρωμένος από τα διάφορα πιοτά που έπιεν, +εδόθη εις κάποιαν χαροποίησιν, και έκαμε κάθε δυνατόν διά να λάβουν +κάποιαν ηδονήν και οι ξένοι εκείνοι, και καταλαμβάνοντας ότι δεν +εκατόρθωνε τίποτε, με το να ήταν πολλά μελαγχολικοί διά τες +δυστυχίες τους, είπεν. </p> + +<p>Εγώ βλέπω καλώς ότι ματαίως κοπιάζω διά να σας κάμω να βγάλετε +από το πνεύμα σας τα περασμένα σας συμβεβηκότα, που αενάως τα έχετε +εις τον στοχασμόν σας· διά τούτο αν είναι με το θέλημά σας θέλω να +σας κάμω να καταλάβετε ότι, αντίς να είσθε βυθισμένοι εις +στοχασμούς, πρέπει να πασχίσετε να τους αποδιώξετε από τον νουν σας. +Παρηγορηθήτε διά τον χαμόν του πλούτου σας, που οι κλέφται σας +επήραν· το συμβεβηκός που σας θλίβει δεν είνε ασυνήθιστον· οι +πραγματευτάδες και οι στρατοκόποι συχνώς τα δοκιμάζουν. Εγώ ο ίδιος +εις την νεότητά μου έμεινα γδυμένος από κλέφτες εις την στράταν, οι +οποίοι μου επήραν πλούτη υπέρμετρα, και ευρέθηκα εις την ιδίαν σας +κατάστασιν και χειρότερην, με όλον τούτο δεν απαράτησα που να +παρηγορηθώ· ένα μόνον πράγμα με έθλιβε πολλά οπόταν εστοχάζομουν, +από την μεγαλειότητα που ήμουν να καταντήσω να διακονώ. Κάνει χρεία +εγώ να σας διηγηθώ την ιστορίαν μου, η οποία ελπίζω ότι θέλει σας +ωφελήσει μεγάλως να την ακούσετε. Και αύτη η διήγησις των δυστυχιών +μου, ημπορεί να σας ενδυναμώση να υποφέρετε τες εδικές σας, και +ακούσατέ την λοιπόν με προσοχή. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Βασιλέως +Φουδλάλ, υιού του Μηνορτόκ, βασιλέως τον +Μουσούλ.</h4> + +<p> +<br /> +Εγώ είμαι υιός του ποτέ βασιλέως του Μουσούλ, δηλαδή του μεγάλου +Μηνορτόκ. Ευθύς που αυτός με είδε να φθάσω εις την ηλικίαν είκοσι +χρόνων, εγύρευσε διά να με υπανδρεύση· έκαμε να έλθουν ένας μέγας +αριθμός από σκλάβες νέες και πολλά ωραίες. Εγώ τες εστοχάσθηκα όλες +αδιαφόρως, και δεν εστάθη καμμιά που να μου κλίνη την θέλησίν μου. +Αυτές εγύρισαν ωσάν κατησχυμένες από την εντροπήν τους, που δεν +ημπόρεσε να λαβώση καμμιά την καρδιά μου. Ο πατέρας μου έμεινεν +ομοίως και αυτός εκστατικός διά την αναισθησίαν μου. Αυτός ηθέλησε +να με ξαναδοκιμάση με άλλες, μα εγώ του είπα ότι δεν αγροικούσα διά +να έχω κλίσιν διά υπανδρείαν, και αυτό προέρχεται από την επιθυμίαν +που έχω να ξενιτευθώ· διά το οποίον τον επαρακάλεσα να μου δώση την +ελευθερίαν διά να υπάγω μοναχά έως εις το Μπαγδάτι, και εις τον +γυρισμόν μου να κάμω το θέλημά του. Εις τούτο αυτός δεν ηθέλησε να +μου εναντιωθή. Και διά να κάμω καλήν θεωρίαν εις το Μπαγδάτι, έκαμε +να γένουν μεγάλες ετοιμασίες, διά να με στείλη ωσάν υιόν Βασιλέως +που ήμουν· εφόρτωσε δώδεκα καμήλια φλωριά και άλλα έξοδα, και μου +έδωσε και εκατόν ανδρείους στρατιώτας εις υπηρεσίαν μου και φύλαξίν +μου. </p> + +<p>Εμίσευσα το λοιπόν από το Μουσούλ με τούτον τον αριθμόν των +ανθρώπων μου, διά να πηγαίνωμεν εις το Μπαγδάτι· επεριπατήσαμεν +μερικές ημέρες, χωρίς να μας συμβή τίποτε. Και μίαν νύκτα, τον +καιρόν που αναπαυόμαστε, αιφνιδίως μας πλακώνει μέγας αριθμός από +Αράπηδες κλέφτες, οι οποίοι σχεδόν μου εθανάτωσαν τους περισσοτέρους +ανθρώπους. Εγώ βλέποντας τον κίνδυνον που ευρισκόμουν έλαβα καρδίαν, +και συμαζώνοντας εκείνους που έμειναν ζωντανοί, αντιστάθηκα με +ανδρείαν εναντίον των κακοποιών, από τους οποίους εσκοτώσαμεν +περισσότερον από τριακοσίους. </p> + +<p>Φθάνοντας η ημέρα, και βλέποντες που εμείς έτσι ολίγοι τους +εναντιωθήκαμεν όλην την νύκτα με εκείνον τον τρόπον, από την +εντροπήν τους εδίπλωσαν τες δύναμές τους εις τρόπον που επολέμησαν +με ημάς ωσάν απελπισμένοι. Τέλος πάντων επαραδοθήκαμεν +καταδαμασμένοι από τον αριθμόν τους. Εκείνοι μας έγδυσαν και μας +επήραν το ό,τι και αν είχαμεν, και αντί να μας κρατήσουν για +σκλάβους, ή να μας απολύσουν, έτσι γυμνούς που μας άφησαν, ηθέλησαν +να ξεδικήσουν τον θάνατον των συντρόφων τους με το αίμα μας. Όθεν οι +βάρβαροι επέρασαν όλους τους ανθρώπους υποκάτω από τες λαβωματιές +των σπαθιών τους, και κινούμενοι και εναντίον μου διά να μου κάμουν +το ίδιον εφώναξα. Σταθήτε, απάνθρωποι, φέρετε σέβας εις το βασιλικόν +αίμα· εγώ είμαι υιός του Μηνορτόκ, βασιλέως του Μουσούλ, και +κληρονόμος των επαρχιών του. Εγώ είμαι πολλά ευχαριστημένος, μου +είπε τότε ο αρχηγός των Αράβων, που έμαθα το ποίος είσαι· είναι +πολύς καιρός που ημείς μισούμεν θανατηφόρως τον πατέρα σου, αυτός +έκαμε να κρεμάσουν πολλούς από τους συντρόφους μας, που του έπεσαν +εις τα χέρια· διά τούτο και εσύ με τον ίδιον τρόπον θέλεις τιμωρηθή. +</p> + +<p>Τέλος πάντων αυτός έκαμε να με δέσουν, και με έφεραν εις την +ρίζαν ενός βουνού, ανάμεσα εις δυο λαγκάδια, και εκεί ήταν διάφορες +καλύβες που εχρησίμευαν διά κατοικίες τους. Εγώ εβάλθηκα υποκάτω εις +την καλύβα, του αρχηγού τους, η οποία ευρίσκονταν εις την μέσην από +τες άλλες, και εφαίνονταν η μεγαλύτερη. Εστάθηκα φυλαγμένος εκεί +όλην την ημέραν· Έπειτα με έδεσαν εις ένα δένδρον και έμεινα εκεί +όλην την νύκτα καρτερώντας τον θάνατον ώραν την ώραν. Το ταχύ που θα +απάντεχα τον θάνατον εξ αποφάσεως, φθάνει μία σπία εις τον αρχηγόν +και του λέγει, ότι μίαν ημέραν μακριάν, εις μικρόν δάσος, εκείνην +την νύκτα έχει να κοιμηθή ένα καραβάνι από πραγματευάδες, και αν +θέλη διά να τους πατήση πρέπει να μισεύση ογλήγωρα διά να τους +προφθάση, και θέλει εύρει μεγάλα κέρδη. Τότε αυτός ο άρπαγος +εσύμμασεν όλους τους συντρόφους, και εν τω άμα εμίσευσαν, και εμένα +με άφησαν εις το δένδρον δεμένον, με ελπίδα ότι εις τον γυρισμόν +τους να μη με εύρουν ζωντανόν. Εις αυτό το διαμέσον ο ουρανός ο +οποίος ματαιώνει όλες τες βουλές των ανθρώπων, δεν απαράτησε που +έτσι ογλίγωρα να χαθώ. Η γυναίκα του αρχηγού των κλεφτών έλαβεν +ευσπλαγχνίαν εις εμέ, και ήλθε προς το βράδυ και με έλυσεν από το +δένδρον, και δίδοντάς μου ένα παλαιόν φόρεμα και καμπόσον ψωμί μου +είπε· πιάσε τούτην την στράταν και φεύγα το συντομώτερον, διατί σαν +γυρίση ο άνδρας μου θέλει σε φονεύσει. Εγώ ευχαρίστησα την +ευεργέτιδά μου και μισεύοντας επεριπάτησα όλην την νύκτα χωρίς να +χάσω την οδόν που μου έδειξε. </p> + +<p>Την ερχομένην ημέραν βλέπω ένα άνθρωπο πεζόν που έσερνεν ένα +άλογον φορτωμένον. Εγώ τον έφθασα, και αφού τον εχαιρέτησα, τον +ερώτησα διά πού πηγαίνει. Πηγαίνω διά το Μπαγδάτ, μου απεκρίθη +αυτός, και εις δύο ημέρες θέλω είμαι εκεί. Εχάρηκα εις αυτό το +συναπάντημα, και συντροφιασμένος με αυτόν, εφθάσαμεν εις το Μπαγδάτ, +και εμβαίνοντας από την πόρταν, αυτός επήγεν εκεί που είχε την +δουλειάν του, και εγώ επήγα εις ένα μετζίτι, και εσταμάτησα εκεί +μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εντρεπόμενος να έβγω εις τέτοιαν +κατάστασιν εις τες στράτες, φοβούμενος διά να μη συναπαντήσω κανένα, +από το Μουσούλ, που να με γνωρίζη. Μα τέλος πάντων η πείνα άρχισε να +μου διώχνη την εντροπήν, και μην ειμπορώντας πλέον να υποφέρω χωρίς +γεύσιν, ηναγκάσθηκα να κλίνω εις εκείνην την χρείαν που εις τέτοιες +περίστασες είναι κοινή· και ούτως απεφάσισα να ζητήσω ελεημοσύνην +ωσάν ένας δυστυχισμένος που ήμουν διά να ημπορέσω να ζήσω. </p> + +<p>Εβγάνοντας το λοιπόν από το μετζίτι, επήγα εις μίαν πόρταν ενός +μεγάλου παλατίου, και με φωνήν τρανήν εζητούσα ελεημοσύνην. Μία +γραία σκλάβα έρχεται ευθύς με ένα ψωμί εις το χέρι διά να μου το +δώση και τον καιρόν που άνοιξε την πόρταν διά να μου το δώση βλέπω +από μέσα εις το παλάτι μίαν νέαν κυράν εξαισίας ωραιότητος. Η θεωρία +της μου εσκότισε τους οφθαλμούς, έμεινα όλος εκστατικός· έλαβα το +ψωμί χωρίς να ηξεύρω τι κάνω, και έμεινα ακίνητος εμπρός εις την +γερόντισσαν σκλάβαν· αντίς να την ευχαριστήσω κατά το χρέος μου, +ήμουν έτσι χαμένος, έτσι σκοτισμένος και έτσι πληγωμένος από τον +έρωτα, ώστε εκείνη με εστοχάσθη τρελλόν. Αυτή χωρίς να μου ομιλήση +τίποτε εμίσευσε, και με άφησεν εις την στράταν όλον αφιερωμένον εις +το να θεωρώ αδιαφόρευτα την πόρταν, μήπως ξανανοίξη διά να θεωρήσω +ακόμη εκείνην την νέαν. Και με τούτην την ελπίδα επλησίασεν η νύκτα +χωρίς να επιτύχω του ποθουμένου. </p> + +<p>Βλέποντας δε που ενύκτωσεν, εστοχάσθηκα διά να τραβηχθώ απ' εκεί, +μα πριν ξεμακρύνω απ' αυτό το παλάτι ερώτησα ένα γέροντα που +απερνούσεν, αν αυτός ήξευρε τίνος είνε εκείνο το παλάτι. Αυτό είνε, +μου απεκρίθη, σπήτι του Μουφάκ αυθέντη υιού του Αδλανέ. Αυτός είνε +ένα υποκείμενον πλούσιον, πολλά τιμημένον, και από φυλήν ευγενικήν. +Δεν είνε πολύς καιρός που αυτός ήτον κυβερνήτης ετούτης της χώρας· +μα διά κάποια σκάνδαλα που έτρεξαν ανάμεσα εις αυτόν και τον Κατή, ο +Καλίφης του εσήκωσε την αξίαν με το να έδωσε πίστιν περισσότερον εις +του Κατή τα λόγια. </p> + +<p>Στοχαζόμενος επάνω εις τούτα τα λόγια που μου είπεν ο γέρων, +εβγήκα χωρίς να απεικάσω από την χώραν, και επήγα και εμβήκα εις ένα +κοιμητήρι μεγάλον, αποφασισμένος να μείνω εκεί την νύκτα. Έφαγα το +ψωμί με ολίγην όρεξιν, τον καιρόν που έπρεπε να την είχα μεγάλην· +έπειτα επλάγιασα σιμά εις ένα τάφον με το κεφάλι ακουμπισμένον εις +ένα σωρόν πέτρες. Δεν ημπόρεσα όμως διά πολλές ώρες να κλείσω μάτι· +η θυγατέρα του Μουφάκ εσύγχυζε μεγάλως τες αίσθησές μου· η +χαριεστάτη εικόνα της μου ήτον καρφωμένη εις τον νουν μου, και ούτως +έπασχα όλες εκείνες τες ώρες χωρίς ανάπαυσιν· μα τέλος πάντων άρχισα +να αποκοιμηθώ ολίγον, και ο ύπνος μου δεν εστάθη πολλά μακρύς, +επειδή και εστάθηκα υποχρεωμένος διά να εξυπνήσω ευθύς από μίαν +μεγάλην σύγχυσιν που ηκούετο εις τον τάφον. Φοβισμένος από τούτον +τον θόρυβον, του οποίου δεν ήξευρα το αίτιον, εσηκώθηκα διά να φύγω +και ξεμακρύνω από το κοιμητήριον, οπόταν δύο άνθρωποι που έστεκαν +εις την πόρταν του κοιμητηρίου με εσταμάτησαν, και με ερώτησαν τις +ήμουν και τι έκανα εις αυτό το κοιμητήρι. Εγώ είμαι, είπα, ένας +δυστυχής ξένος, και μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι, ήλθα διά να +αναπαυθώ ετούτην την νύκτα εδώ. Επειδή και εσύ είσαι ένας +ζητουλιάρης μου είπεν ένας από τους δύο, ευχαρίστησε τον Ουρανόν που +μας εσυναπάντησες· εμείς θέλομεν να σου δώσωμεν να φας, και να πιής +καλά. Έτσι λέγοντάς μου με έφεραν εις τον τάφον, εις τον οποίον +τέσσαρες από τους συντρόφους του έτρωγαν ραπάνια μεγάλα και +χουρμάδες, και έπιναν ρακήν. </p> + +<p>Αυτοί με έβαλαν και εκάθισα κοντά τους, ολόγυρα εις μίαν μικράν +πέτραν, και εστάθηκα στενεμμένος διά να φάγω και να πιώ, το +περισσότερον διά να τους ευχαριστήσω· μα ευθύς εκατάλαβα ότι αυτοί +ήτον κλέφτες, επειδή και άρχισαν να διηγούνται διά μια μεγαλωτάτη +κλεψιά που έκαμαν· και εκεί που ετρώγαμεν, ο προεστώς τους μου +επρόβαλεν αν θέλω να έμβω εις την συντροφιάν τους. Εγώ εις αυτό +ευρέθηκα αντραλωμένος, μην ηξεύροντας τι να αποκριθώ, φοβούμενος αν +του ειπώ το όχι να μη τον θυμώσω και επάνω που εστοχαζόμουν να τους +δώσω την απόκρισιν ιδού ο Αναΐππης του Κατή, συντροφευμένος από ένα +αριθμόν Γιαννιτσαρέους, αρματαμένους, εμβήκαν εις το κοιμητήριον, +και ευθύς έπιασαν τους κλέφτας και εμένα, και μας έφεραν εις την +φυλακήν. Οι κλέφται ωμολόγησαν το πταίσιμόν τους, και +εκαταδικάσθησαν εις θάνατον και εγώ διηγούμενος με τι τρόπον +ευρέθηκα με αυτούς με έβγαλαν από την φυλακήν και με έβαλαν εις +τόπον ξεχωριστόν. </p> + +<p>Την δε ερχομένην ημέραν, με κράζει ο Κατής διά να του διηγηθώ τι +άνθρωπος ήμουν. Εγώ του εδιηγήθηκα με καθαρότητα τα συμβεβηκότα μου, +κρύβοντας μόνον την γέννησίν μου. Ακόμη του εδιηγήθηκα και τα όσα +μου εσυνέβηκαν την άλλην ημέραν, που είχα υπάγει εις την πόρταν του +Μουφάκ διά να ζητήσω ελεημοσύνην, και πως εκεί είδα μίαν Κυράν νέαν, +από της οποίας την ιδέαν έμεινα τετρωμένος. </p> + +<p>Εκεί που ανάφερα το όνομα του Μουφάκ, εθεώρησα τους οφθαλμούς του +Κατή να ανάπτουν από θυμόν. Εκείνος ο Κριτής έμεινε διά καμπόσον +χωρίς να μιλήση· έπειτα με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει· νέε ξένε, +δεν στέκεται παρά εις εσένα το να αποκτήσης την Κυράν που εχθές +είδες· εκείνη χωρίς αμφιβολίαν είνε θυγατέρα του Μουφάκ, και όσον +και αν ήθελες είσαι από τους πλέον χυδαίους ανθρώπους, εγώ θέλω σε +κάμει να φθάσης να πληρώσης την επιθυμίαν σου· άφησε να κάμω εγώ και +θέλω πασχίσει διά το όφελός σου. Εγώ τον ευχαρίστησα χωρίς να +ημπορέσω να καταλάβω τον στοχασμόν που αυτός εμελετούσεν. Έπειτα από +αυτό επρόσταξεν ένα του ευνούχον διά να με υπάγη εις το λουτρόν να +πλυθώ. Και εις το αναμεταξύ που εκεί ευρισκόμουν, ο Κριτής στέλνει +δύο τζοχανταρέους προς τον Μουφάκ, τον οποίον εκαλούσε διά να του +μιλήση διά μίαν υπόθεσιν πολλά αναγκαίαν του. Ο Μουφάκ ήλθεν εν τω +άμα εις τον Κατήν και ευθύς που ο Κατής τον είδεν, έτρεξεν και το +αγκάλιασεν. </p> + +<p>Ο Μουφάκ έμεινε πολλά θαυμασμένος εκ της τοιαύτης δεξιωσύνης· ω, +ω, λέγει με τον εαυτόν του, από τι προέρχεται που ο Κατής ο εχθρός +μου ο θανάσιμος πράττει με εμένα σήμερον τόσην ευγένειαν; εδώ στέκει +κρυμμένον κάτι μυστήριον. Μουφάκ Αγά, του λέγει ο Κατής, ο ουρανός +δεν θέλει η έχθρα μας να διαρκέση διά πολύν καιρόν· αυτός μας +προσφέρει ένα αίτιον διά να εξαλείψη τούτο το μίσος, το οποίον +ξεχωρίζει από πολλούς χρόνους τες φαμίλιες μας. Το βασιλόπουλον της +Βάρσας έφθασεν εψές εις το Μπαγδάτι αγνώριστον, και ήλθε και +κατέβηκε εις το παλάτι μου. Αυτός εμίσευσεν επιταυτού από την Βάρσα +χωρίς να ζητήση θέλημα του βασιλέως πατρός του· επειδή ήκουσε να +ομιλούν διά της θυγατρός σου την ωραιότητα και ετρώθη τόσον που +αποφάσισε διά να έλθη να την στεφανωθή εις γυναίκα του. Αυτός θέλει +να γένη ετούτο το συνοικέσιον με το μέσον μου, το οποίον το έχω εις +μεγάλην χαράν, διατί αυτό θέλει είνε μέσον που να μας φιλιώσει. </p> + +<p>Μου φαίνεται παράξενον, απεκρίθη ο Μουφάχ, ότι το βασιλόπουλον +της Βάρσας θα καταδεχθή να στεφανωθή την θυγατέρα μου Ζεμπρούδαν, +και ότι εσύ θα είσαι εκείνος που θα θελήσης ετούτο το συνοικέσιον, +τον καιρόν που δεν έλειψες να μου κάμης ότι κακόν ημπορούσες. Δεν +κάνει χρεία να ενθυμούμεθα πλέον τα περασμένα, ω Μουφάκ Αγά, του +απεκρίθη ο Κατής, ας αλησμονήσωμεν, σε παρακαλώ, τα όσα απέρασαν +ανάμεσόν μας, και με το μέσον του δεσμού που πρέπει να ενώση την +θυγατέρα σου με το βασιλόπουλο θέλομεν ζήσει εις τελείαν αγάπην. </p> + +<p>Ο Μουφάκ ήτον φυσικά καλός, όσον ανάποδος ήτον ο Κατής· αυτός +αφέθηκε να γελασθή από τα ψευδή ταξίματα του Κατή και χωρίς να +αμφιβάλλη, αγκαλιάσθηκαν και ωρκίσθησαν ανάμεσόν τους μίαν +παντοτεινήν αγάπην. Και επάνω εις αυτό εμβήκα εγώ εις τον οντά που +αυτοί ήταν, φερνόμενος εκεί από τον ευνούχον, ο οποίος, εις το +έβγαλμά μου από το λουτρόν, με ένδυσε με πλούσια φορέματα, και μου +έβαλεν ένα φακιόλι διμένον με πανί της Ινδίας, κεντημένον με πολύ +χρυσάφι. Βασιλέα μου, μου είπεν ο Κατής ευθύς που με είδεν, ας είνε +δοξασμένος ο ουρανός που με αξίωσε να σε δεχθώ εις το σπήτι μου, που +δεν ήμουν άξιος τοιαύτης τιμής· ιδού ο Μουφάκ, του οποίου έδωσα να +καταλάβη την αιτίαν του ερχομού σου εις ετούτην την χώραν· αυτός +κλίνει διά να σου δώση την θυγατέρα του εις γυναίκα σου. Ο Μουφάκ +μου έκαμε τότε μίαν μεγάλην προσκύνησιν, και μου λέγει· ω +μεγαλειότατε υιέ του Βασιλέως, εγώ είμαι σκοτισμένος από την τιμήν +που επιθυμάτε να κάμετε εις την θυγατέρα μου· αυτή θέλει κραχθή +πολλά ευτυχισμένη εις το να είνε σκλάβα του υιού του Βασιλέως. </p> + +<p>Στοχασθήτε τι λογής εστάθη η έκστασίς μου εις ετούτα τα λόγια, +εις τα οποία εγώ δεν ήξευρα τι να του αποκριθώ και τι να ομιλήσω. +Εχαιρέτησα ως τόσον τον Μουφάκ χωρίς να του ειπώ κανένα λόγον. Μα ο +Κατής γνωρίζοντάς με αντραλωμένον και αμφιβάλλοντας ότι από καμμίαν +μου απόκρισιν θα μείνη ανωφελής ο στοχασμός του, άρχισε να λέγη, ότι +δεν πρέπει να χάνεται ο καιρός εις λόγια, αλλά πρέπει να κάμωμεν το +συμφωνητικόν γράμμα της υπανδρείας εις ετούτην την στιγμήν. Και έτσι +λέγοντας επρόσταξε τον Αναΐππην του διά να το καταστρώση ευθύς. Και +ύστερον υπογράφοντές το αμφότεροι ο Κατής είπε προς τον Μουφάκ. Εσύ +καλά ειξεύρεις ότι τα πράγματα των μεγάλων ανθρώπων πρέπει να είνε +μυστικά, έως που αυτοί θελήσουν· όθεν διά τώρα έπαρε τον γαμβρόν σου +εις το σπήτι σου και δέξου τον κατά την μεγαλειότητά του, και +παράγγειλε της θυγατρός σου να του δείξη κάθε υπακοήν και τιμήν, +κάνοντας να τελειωθή και το στεφάνωμα ετούτην την νύκτα. Ο Μουφάκ +αφού ευχαρίστησε τον Κατή, με επήρε και εκατεβήκαμεν από το σπήτι +του Κατή, και εις την αυλήν του εκαβαλικκεύσαμεν επάνω εις δυο +μουλάρια πολλά στολισμένα και εφθάσαμεν εις το σπήτι του, εις το +οποίον ξεπεζεύοντας με επήρεν από το χέρι με μεγάλον σέβας, και με +ανέβασεν εις τον χοντζερέ της θυγατρός του και εκεί με άφησε μοναχόν +με αυτήν, αφού και της εφανέρωσε τα όσα ηκολούθησαν και έκαμαν εις +του Κατή. </p> + +<p style='text-align:center;'><img src ="images/4.jpg" width="368" +height="307" +alt="Και με άφησαν μόνον με την Ζεμπρούδαν εις εκείνον τον χοντζερέ" +border="2" /></p> + +<p>Η Ζιμπρούχ βεβαιωμένη διά τα όσα της ανήγγειλεν ο πατέρας της διά +την υπανδρείαν μας, με εδέχθη ωσάν άνδρα που έπρεπε μίαν ημέραν να +την ανεβάση εις τον θρόνον. Και εγώ, ως πλέον ευχαριστημένος και +ερωτικός από κάθε άνθρωπον, απέρασα όλην εκείνην την ημέραν εις τα +γόνατα εκείνης της ωραίας Κυράς, καθώς επιθυμούσε, την οποίαν +επάσχισα με ερωτικά λόγια και γλυκά να της ανάψω την κλίσιν προς το +συμφέρον μου, και εκατάλαβα πολλά ογλήγορα ότι δεν ήταν μάταιοι οι +κόποι μου· επειδή και την είδα που αυτή ήτον πολλά ερωτική προς +εμένα διά την νεότητά μου, και διά το πνεύμα που είχα. Πόσην χαράν +μου επροξένησεν οπόταν εκατάλαβα την κλίσιν της αγαπημένης μου και +από την αγαλλίασίν μου δεν ήξευρα τι χάιδια να της κάμω. </p> + +<p>Εις τούτο το αναμεταξύ ο Μουφάκ έκαμε κάθε ετοιμασίαν διά να +εορτάση εκείνην την νύκτα τους γάμους, εις τους οποίους εκάλεσεν +όλους τους συγγενείς του, και εχάρηκαν μεγάλως με χορούς, με +λαλήματα και παιγνίδια διάφορα. Και τον καιρόν που οι φίλοι +εχαίροντο, έρχεται η μάνα της νύμφης και την παίρνει από το χέρι και +εμίσευσαν από εκεί. Έπειτα από ολίγον έρχεται ο Μουφάκ και με +παίρνει και εμένα, και με φέρνει εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα +στολισμένον εις τον οποίον ήτον ένα κρεβάτι στολισμένον με χρυσά +παπλώματα και τριγύρω του πολλές λαμπάδες αναμμένες. Η Ζεμπρούδα +εμβαίνοντας πρώτη εις το κρεβάτι, ο Μουφάκ και η γυναίκα του και η +σκλάβες τους ετραβήχθηκαν, και με άφησαν με αυτήν εις εκείνον τον +χοντζερέ, εις τον οποίον αφού και ευχαρίστησα τον Ουρανόν διά εκείνο +το ευτυχισμένον συναπάντημα, εγδύθηκα, και επλάγιασα σιμά εις το +υποκείμενον που αγαπούσα περισσότερον από την ιδίαν μου ζωήν. </p> + +<p>Την δε ερχομένην ημέραν, οπόταν έφεξεν, ακούω να κτυπούν την +πόρταν του χοντζερέ μου. Εγώ ως εσηκώθηκα και υπήγα διά να ανοίξω, +βλέπω τον Αναΐππην του Κατή που έφερνεν ένα μέγαν μποχτζέ με +φορέματα, τα οποία βλέποντάς τα εστοχάσθηκα ότι ο Κατής μου τα +έστελνε διά δώρον· μα έμεινα γελασμένος· Αυθέντη ξένε, μου λέγει +ευθύς που με είδεν ο Αναΐππης, περιγελαστικώ τω τρόπω· ο Κατής σε +χαιρετά, και σε παρακαλεί να επιστρέψετε τα φορέματα και το φακιόλι +που εχθές σε εδάνεισε διά να παρουσιασθής ως υιός του Βασιλέως της +Βάρσας, και μου έδωσε να σου επιστρέψω και εγώ τα παλαιά σου +φορέματα που εβαστούσες. Έμεινα πολλά σκοτισμένος εις μίαν τέτοιαν +καταφρόνησιν· Τότε εγνώρισα όλην την κακοτροπίαν του Κατή, και όλος +γεμάτος από εντροπήν έδωκα του Αναΐππη εις τα χέρια το φακιόλι και +τα φορέματα του αυθέντου του, και εξαναπήρα τα παλαιά μου φορέματα +που ήταν όλα ξεσχισμένα. </p> + +<p>Η Ζεμπρούδα ήκουσε πολύ μέρος από τα όσα μου είπεν ο Αναΐππης, +και βλέποντάς με σκεπασμένων με ξεσχισμένα φορέματα, ω Ουρανέ, +εφώναξε, τι δηλοί τάχατε ετούτη η μεταβολή; τι σου είπεν άρα γε +εκείνος ο άνθρωπος; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, ο Κατής είνε ένας πολύ +κακότροπος άνθρωπος, μα αυτός θέλει είνε ο ίδιος τζελάτης της κακής +του διαθέσεως. Αυτός επίστευεν ότι σου έδωσεν ένα δυστυχισμένον διά +άνδρα, μα εσύ είσαι πανδρευμένη αληθώς με ένα βασιλόπουλον· εγώ δεν +είμαι κατώτερος από τον άνδρα που ελόγιαζες να εστεφανωθής. Εγώ +είμαι μονογενής υιός του Βασιλέως του Μουσούλ, του μεγάλου Μηνορτόκ, +και Φαδλάλ είναι το όνομά μου. Και ωσάν της εφανέρωσα αυτό, ευθύς +εις τον ίδιον καιρόν της εδιηγήθηκα, μα χωρίς να κρύψω το +παραμικρόν, όλην μου την ιστορία. </p> + +<p>Τελειώνοντας δε την διήγησίν μου, Βασιλέα μου, είπεν αύτη, ήξευρε +ότι αν κατά τύχην και δεν ήθελες είσαι υιός Βασιλέως, δεν ήθελα σε +αγαπήσει ολιγώτερον απ' ό,τι σε αγάπησα. Και με σταθερότητα σε +βεβαιώνω ότι αν έλαβα την ευχαρίστησιν εις το να μάθω την γέννησίν +σου, δεν την έλαβα δι' άλλο, παρά διά την ησυχίαν του πατρός μου. +Εμένα όλη μου η καύχησις και χαρά θέλει μου είναι εις το να έχω ένα +άνδρα, ο οποίος καθαρώς να με αγαπά. Εγώ της έταξα ότι ήθελα φυλάξει +την αγάπην μου εις αυτήν έως τέλος της ζωής μου, και αυτή μου εφάνη +πολλά ευχαριστημένη από ετούτην την βεβαιότητα. Έκραξεν υστερότερα +μίαν από τες σκλάβες της και της είπεν, να υπάγη εν τω άμα κρυφίως +εις ένα πραγματευτήν διά να αγοράση μίαν φορεσιά ανδρίκια πολλά +πλουσίαν. </p> + +<p>Η σκλάβα υπήκουσε, και έκαμε καθώς την επρόσταξεν, η οποία ευθύς +εγύρισε με μίαν πλουσίαν φορεσιάν και με ένα φακιόλι παρόμοιον με +εκείνο του Κατή, εις τρόπον που εφάνηκα εις μίαν στιγμήν πλέον +ευγενικά ενδυμένος από πρώτα. Πώς λες, Κύριε; λέγει τότε η +Ζεμπρούδα· πιστεύεις εσύ ότι ο Κατής θα έχη μεγάλο αίτιον εις το να +καυχηθή διά το κάμωμά του; αυτός εστοχάσθηκε διά να κάμη μίαν +εντροπήν εις την οικογένειάν μου, μα της επροξένησε μίαν τιμήν +αθάνατον· τι λογής θέλει είνε το φαρμάκι του, οπόταν γνωρίση ότι μη +θέλοντας επροξένησε τόσον καλόν και τιμήν εις τους εχθρούς του; μα +πριν να του δώσης να γνωρίση ποίος είσαι κάνει χρεία να παιδεύσης +την κακήν του διάθεσιν. Εγώ, ηκολούθησεν αυτή, θέλω λάβει ετούτην +την επιμέλειαν διά να κάμω την εκδίκησιν· ηξεύρω ότι εις ετούτην την +χώραν είναι ένας βαφιάς, ο οποίος έχει μίαν θυγατέρα μιας +ασχημοσύνης παράξενης, δεν θέλω να σου ειπώ περισσότερον, +ακολούθησε, φθάνει μόνον να ηξεύρεις ότι εγώ μελετώ ένα μέσον +εκδικήσεως, που θέλω φέρει τον Κατή εις απελπισίαν και θέλει γένη +μύθος όλης της χώρας. </p> + +<p>Αυτή ήτον τόσον αφωσιωμένη εις την εκδίκησιν, που δεν έβλεπε την +ώραν να την βάλη εις πράξιν. Ενδύθη το λοιπόν μίαν ημέραν με +φορέματα ταπεινά, και μπουλωμένη επήγεν εις την αυλήν του Κατή, και +εσταμάτησεν εις μίαν αγκωνήν εκεί που έκρινεν ο Κατής διάφορες +υπόθεσες. Και ωσάν αποτελείωσε τες κρίσες, στοχάζεται την γυναίκα +που έστεκεν εκεί με μεγάλον σέβας, την κράζει, και την ερωτά τι +ζητεί; Αυτή του απεκρίθη ότι ήτον θυγατέρα ενός τεχνίτου, και +επιθυμούσε να του ειπή ένα λόγον μυστικόν. Τότε ο Κατής ωσάν που +αγαπούσε τες γυναίκες, την παίρνει και την φέρνει εις ένα οντά +παράμερον, και βάνοντάς την να καθήση κοντά του της λέγει. Πες μου, +Κυρά, το μυστικόν που έχεις, και το τι έχω να κάμω διά λόγου σου. +Αυθέντη Κατή, αυτή απεκρίθη, σηκώνοντας το σκέπασμα από το κεφάλι +της, εσύ έχεις την δύναμιν εις το να κάνης να φυλάγεται ο νόμος και +η δικαιοσύνη τόσον εις τους πτωχούς ωσάν και εις τους πλουσίους· +πρόσεχε, σε παρακαλώ, και ας είσαι κατανυκτικός εις τα παράπονά μου, +και λάβε ευσπλαγχνίαν της δυστυχίας μου εις την οποίαν ευρίσκομαι. +Ξήγα μου την υπόθεσίν σου, εξαναείπεν ο Κατής, όλος γεμάτος από +σπλάγχνος, και σου ομνύω ότι θέλω κάμει κάθε δυνατόν και αδύνατον +διά να σε ευχαριστήσω. </p> + +<p>Τότε η Ζιμπρούδα εξεμπουλώθη τελείως, και άρχισε να δείχνη τα +μαλλιά της κεφαλής της που ήσαν ωραία ωσάν το χρυσάφι, και ξαπλωμένα +εις πλεξίδες επάνω εις τες πλάτες της. Βλέπεις, αυθέντη, του λέγει, +αν ετούτα τα μαλλιά είναι άξια κατάφρονήσεως· εξέταξε το πρόσωπόν +μου σε παρακαλώ, και πες μου χωρίς κολακείαν τον στοχασμόν σου. </p> + +<p>Ο Κατής εις τούτα και εις την θεωρίαν της ωραιότητος εκείνης +έμεινε σκοτισμένος· μα την θυσίαν του βουνού της Μέκκας, εφώναξεν, +εγώ δεν βλέπω εις εσέ κανένα ελάττωμα· το μέτωπόν σου ομοιάζει μία +πλάκα ασήμι· τα φρύδια σου δύο δοξάρια, τα μάγουλά σου δύο +τριαντάφυλλα, τα μάτιά σου δύο διαμάντια και κοντολογής είσαι μία +Θεά. </p> + +<p>Η θυγατέρα του Μουφάκ ευχαριστήθη εις ετούτο, και ευθύς εσηκώθη +ορθή και έφερε δύο τρεις γύρους, έπειτα λέγει του Κατή· ιδέ το +περιπάτημά μου, ιδέ την ευμορφάδα του κορμιού μου, αν δεν φαίνωμαι +ωσάν μία θεά, ποίος ημπορεί να με κατηγορήση πως δεν είμαι εύμορφη; +Εγώ μένω θαυμασμένος διά όλην σου την ευμορφάδα, είπεν ο Κατής, +επειδή και δεν είδα μίαν παρομοίαν καλοκαμωμένην νέαν, ωσάν εσένα· +Πώς σου φαίνονται τα μπράτσα τον χειρών μου, ακολούθησε εκείνη +ξεσκεπάζοντάς τα, δεν είνε άσπρα και στρογγυλά; Αχ σκληρή, αντέκοψεν +εδώ ο Κατής γεμάτος από φλόγα έρωτος, εσύ με κάνεις να αποθάνω· αν +έχης άλλο διά να μου ειπής μίλησε ευθύς, διατί το λογικόν μου με +απαρατεί, και δεν ημπορώ πλέον να υποφέρω την θεωρίαν σου. Θέλεις +ηξεύρει, ω αυθέντη, εξανακολούθησεν η Ζεμπρούδα, ότι με όλην την +ευμορφιάν που έχω, ζω εις ένα σκοτεινότατον σπίτι, του οποίου η +εμπασιά είνε εμποδισμένη όχι μόνον των ανδρών αλλά και των γυναικών, +οι οποίες με την κουβένταν τους ημπορούσαν να μου φέρουν κάποιαν +παρηγορίαν. Δεν έλειψαν να τύχουν υποκείμενα άξια που να με γυρέψουν +εις υπανδρείαν και ήθελαν είνε πολλοί χρόνοι που θα ήμουν +υπανδρευμένη, αν ο πατέρας μου δεν ήθελεν έχει την σκληρότητα να +τους αρνηθή ολωνών εκείνων που με εγύρεψαν διά να υπανδρευθώ· εις +τον ένα έλεγε πως είμαι στεγνή ωσάν ένα ξύλον· εις άλλον πως είμαι +υδρωπική· εις άλλους κουτσή και κρατημένη, και εις άλλους τρελλή και +ότι έχω λέπραν, και είμαι πάντα άρρωστη· κοντολογής με παρασταίνει +διά ένα πλάσμα ανάξιον της ανθρωπίνης ενώσεως, και μου έβγαλεν όνομα +πως είμαι μία ασχημοτάτη, που παρόμοια εις τον κόσμον δεν είναι, και +κανείς πλέον δεν με ζητεί· όθεν είμαι καταδικασμένη εις μίαν +παντοτεινήν σωφροσύνην χωρίς την θέλησίν μου. </p> + +<p>Τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκαμώθηκε πως κλαίει και επαράστησε με +τόσην τέχνην την μορφήν της, που ο Κατής έμεινε γελασμένος. Ω πατέρα +βάρβαρε, εφώναξεν αυτός· ημπορείς εσύ να τυραννήσης με τόσην +σκληρότητα μίαν θυγατέρα τόσον γλυκυτάτην και ωραίαν; Και ποία είναι +το λοιπόν, η γνώμη του πατρός σου; ακολούθησε προς αυτήν, μίλησέ μου +το λοιπόν, Αγγέλισσά μου, διατί δεν θέλει να σε υπανδρεύση; Δεν +ηξεύρω καθόλου, ω αυθέντη, είπεν η Ζερμπρούδα, ξανανεώνοντάς τα +κλάμματά της, δεν ηξεύρω ποίες είναι οι γνώμες του· μα σου ομολογώ +ότι η υπομονή μου έφθασεν εις το άκρον δεν ημπορώ πλέον να ζήσω εις +την κατάστασιν που ευρίσκομαι· ηύρα το μέσον διά να έβγω από το +σπήτι, και επρόστρεξα εις την δικαιοσύνην σου διά να λάβης έλεος να +του μιλήσης, διά να με υπανδρεύση, και να έβγω από την τυραννίαν +του, ειδεμή θέλω θανατωθη με τα ίδιά μου χέρια. </p> + +<p>Η Ζεμπρούδα με τούτα τα υστερινά λόγια ετελείωσε διά να συγχίση +τον νουν του Κατή. Όχι, όχι απεκρίθη αυτός, δεν αποθαίνεις, ούτε +θέλεις πλέον κάμει την ζωήν που έως τώρα έκαμες. Δεν στέκει παρά εις +εσένα το να έβγης από τα σκότη που σκεπάζουν την ωραιότητά σου, και +να γένης εις τούτην την ίδιαν ημέραν, γυναίκα του Κατή του +Μπαγδατιού. Ναι, ω τελεία εικόνα του παραδείσου, εγώ είμαι έτοιμος +διά να σε στεφανωθώ, αν εσύ αγαπάς να κλίνης. Αυθέντη, απεκρίθη +αύτη, εγώ από το μέρος μου δεν θέλω αρνηθή τέτοιαν χάριν και τιμήν +που ζητείς να μου κάμης, μα φοβούμαι ότι δεν θα ημπορέσης να +καταπείσης τον πατέρα μου, με το να είναι πολλά σκληρός, καθώς +θέλεις τον δοκιμάσει. Μη σε μέλει δι' αυτό, λέγη ο Κατής, εγώ σου +τάσσω κάθε καλόν αποτέλεσμα, πες μου μοναχά εις ποίον μαχαλά στέκει +ο πατέρας σου, τι τέχνην κάνει, και πώς ονομάζεται, και άφησε να +κάμω εγώ. Αυτός ονομάζεται Ουστά Ομάρ, του αποκρίνεται αυτή, και +είναι βαφιάς και κατοικεί σιμά εις την αγοράν. Τόσον φθάνει, της +λέγει ο Κατής· εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το σπήτι σου, και +ογλήγορα θέλεις λάβει το ποθούμενον. Τότε η Κυρά αφού έδωσε μίαν +γλυκιάν ματιάν του Κατή, εμπουλώθη και εμίσευσεν απ' εκεί, και ήλθε +να με εύρη. </p> + +<p>Αυτή μου έδωσε λογαριασμόν διά τα όσα ωμίλησε του Κατή και είχε +τόσην ευχαρίστησιν εις αυτό, που δεν ημπορούσε να σταθή ήσυχη έως +που θα ήθελεν ιδεί το αποβησόμενον. Ημείς θέλομεν ξεδικηθή, μου +έλεγεν· ο φίλος μας που ενόμιζε να γένωμεν παίγνιον εις τον κόσμον +θέλει γένη αυτός μύθος της χώρας. Και κατά αλήθειαν ευθύς που η +Ζεμπρούδα εμίσευσεν από τον κριτήν, αυτός έστειλεν ένα μουχξούρι εις +το σπήτι του Ουστά Ομάρ, και τον έκραξε διά να έλθη εμπροστά του. Ο +βαφιάς ήρθεν όλος τρεμάμενος έμπροσθέν του τον οποίον βλέποντας ο +κριτής, τον έβαλε να καθήση κοντά του. Αυτός έμεινε εκστατικός διά +τες τιμές που ελάμβανε, και δεν ήξευρε τι δηλούν. Ουστά Ομάρ, του +λέγει ο Κατής, έχω μεγάλην ευχαρίστησιν να σε ιδώ· είναι πολύς +καιρός που ακούω να μιλούν πολύ καλά διά εσένα· λέγουν πως είσαι +ένας άνθρωπος καλών ηθών, και πιστός μουσουλμάνος, που ποτέ δεν +λείπεσαι από το μετζίτι, που πας πέντε φορές την ημέραν διά να κάνης +την προσευχήν σου, και άλλα έργα διά τα οποία έχω πολλήν +ευχαρίστησιν· λέγουν ακόμη ότι υποχρεώνεις εις την σωφροσύνην την +θυγατέρα σου που είναι εις ηλικίαν υπανδρειάς, διά το οποίον ο +Προφήτης επρόσταξεν να υπανδρευθούν όλοι διά να αυξήση ο κόσμος, και +εις τούτο μόνον καταλαμβάνω που κάνεις αδύνατα και αμαρτάνεις +βαρύτατα. </p> + +<p>Αφέντη κριτή, απεκρίθη ο Ουστά Ομίρ, όλα όσα και αν είπες είναι +αληθινά, έξω από της θυγατρός μου· και άκουσον το αίτιον που δεν την +υπανδρεύω· αύτη είναι περασμένης ηλικίας, διά να υπανδρευθή, επειδή +έχει τριάντα χρόνους, και η κακορίζικη δεν είναι εις στάσιν να +παρουσιασθή εις άνδρα. Αυτή είναι ασχημοτάτη, σακάτισσα, κολοβή, +παλαβή, και κοντολογής είναι τέρας της φύσεως. Πολλά καλά, είπεν ο +Κατής χαμογελώντας· εγώ αυτό το εκαρτερούσα, Ουστά Ομάρ· ήμουν +αρκετά βεβαιωμένος ότι εσύ ήθελες κάμει ένα παρόμοιον πανηγυρικόν +της θυγατρός σου· μα ήξευρε, ακριβέ μου φίλε, ότι ετούτη η +ασχημοτάτη, η κολοβή και σακάτισσα, με όλα τα άλλα ελαττώματα που +έχει, είνε πολλά αγαπημένη από έναν άνθρωπο, ο οποίος επιθυμεί να +την πάρη εις γυναίκα, και αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ. </p> + +<p>Εις τούτην την ομιλίαν ο βαφιάς εκύτταξε τον κριτήν εις το +πρόσωπον με θαυμασμόν, και του είπε· αν έχης επιθυμίαν, αφέντη, να +με εμπαίξης είσαι νοικοκύρης, και ημπορείς να γελάσης όσον σου +αρέσει με την θυγατέρα μου. Όχι, μη γένοιτο, απεκρίθη ο Κατής, εγώ +δεν γελώ με κανένα, μα αγαπώ την θυγατέρα σου, και διά τούτο σου την +γυρεύω. Ο τεχνίτης ακούοντας έτσι, εδόθηκεν εις ένα μεγάλον γέλωτα. +Μα τον Προφήτην εφώναξε, κάποιος σου έδωσε να καταλάβης ένα ψεύμα +επειδή και σε βεβαιώνω, ω αυθέντη, ότι η θυγατέρα μου είναι +κρατημένη, κολοβή και ιδροπικιασμένη. Ας είναι, αντίκοψεν ο Κατής, +εγώ την δέχομαι εις τούτην την μορφήν που είναι, επειδή και αγαπώ +παρόμοιες κόρες! τοιαύτης λογής είναι η άρεσίς μου, και εσένα δεν +πρέπει να σε μέλη δι' αυτό. Εγώ ξαναλέγω ακόμη ετούτην την φοράν, +λέγει ο βαφιάς, ότι η θυγατέρα μου δεν είναι διά την αφεντιάν σου με +το να είναι τερατώδης. Ω, ετούτο είναι πολύ, λέγει ο Κατής, με φωνήν +θυμωμένην· είμαι βαρεμένος από τούτα τα λόγια, Ουστά Ομάρ· εγώ θέλω +εσύ να μου την δώσης ετούτην την άσχημον και τερατώδη, καθώς αυτή +είνε, εις γυναίκα, και μη μου αποκρίνεσαι άλλο. </p> + +<p>Ο βαφιάς βλέποντάς τον αποφασισμένον διά να στεφανωθή την +θυγατέρα του, και βεβαιωμένος ότι τινάς διά περιδιάβασίν του τον +έκαμε διά να λάβη κλίσιν με αυτήν, είπε με τον εαυτόν του. Κάμνει +χρεία να του ειπώ πως προίκα καμμιάς λογής δεν έχω να της δώσω, και +με τούτο θέλει τραβηχθή να μη μου μιλήση άλλο. Αυθέντη, του είπεν, +εγώ είμαι πρόθυμος διά να σε υπακούσω οπόταν θέλης έτσι· μα ήξευρε +πως προίκα δεν έχω να σου δώσω, και αν την θέλης χωρίς προίκαν +καλώς, ειδεμή ας κάθεται. Ετούτο είνε παρά πολύ, είπεν ο Κατής, μα +ας είνε· εγώ είμαι ευχαριστημένος να την λάβω και δίχως προίκα, και +λέγοντας, ούτως ηθέλησε διά να γραφθή η συμφωνία. Ο βαφιάς του +εναντιώθη, ότι το γράμμα δεν θέλει το υπογράψει, ανίσως και δεν +είναι παρόν εκατόν και ένας μάρτυρες, οι οποίοι να είνε Ιμάμιδες, +Μουλάδες, και Χοτζάδες. Εσύ απιστείς πολύ, του λέγει ο Κατής· μα δεν +βλάπτει, θέλω να σε ευχαριστήσω, επειδή και δεν θέλω να υστερηθώ την +θυγατέρα σου. Τότε έστειλε τους τζοχανταρέους του διά να πηγαίνουν +να κράξουν τοιούτους μάρτυρας, και εις ολίγον ήλθαν περισσότεροι από +όσους εζητούσεν ο βαφιάς. </p> + +<p>Αφού εσυναθροίσθησαν όλοι εκεί, ο βαθιάς είπεν έτσι του Κατή· +αυθέντη εγώ σου δίνω την θυγατέρα μου εις νόμιμόν σου γυναίκα· +επειδή και θέλεις έτσι μα σου ομολογώ έμπροσθεν εις τούτους τους +αφεντάδες, ότι αν αυτή δεν ήθελε σου αρέση, να μην ημπορής, να την +χωρίσης, με κανένα τρόπον και αν χωρίση θα ήθελες μου δώση χίλια +φλωριά ευθύς εις το χέρι. Καλώτατα, απεκρίθη ο Κατής, είμαι +ευχαριστημένος, και σου δίνω τον λόγον μου δι' αυτό με όρκον, εμπρός +εις τους περιεστώτας μάρτυρας. Δίδοντας το λοιπόν ο Κατής τον λόγον +του με εκείνον τον τρόπον και ωσάν αποβεβαιώθη η συμφωνία τους από +τους μάρτυρας, ο βαφιάς εβγήκε λέγοντας ότι υπάγει να του στείλη την +νύμφην του, και με το μίσευμα του βαφιά ανεχώρησαν και οι μάρτυρες, +και έμεινεν ο Κατής μόνος εις το σπήτι του γεμάτος από ευχαρίστησιν, +και δεν έβλεπε την ώραν διά να ιδή την νέαν του γυναίκα. </p> + +<p>Αυτός λοιπόν ο Κατής είχε δύο χρόνους που είχε πάρει εις γυναίκα +μίαν θυγατέρα ενός πραγματευτού πλουσίου, η οποία μαθαίνοντας ότι ο +άνδρας της απεφάσισε να πάρη και άλλην γυναίκα, της εκακοφάνη τόσον, +που δεν ηθέλησε πλέον να σταθή με αυτόν, τον οποίον κράζοντάς τον +του είπε· ήκουσα σήμερον ότι θέλεις να πάρης και άλλην γυναίκα, διά +το οποίον σου λέγω, ότι ανίσως και την πάρης δεν στέκω μαζί σου, +ό,τι δεν ημπορώ να φτουρήσω μίαν αισχύνην παρομοίαν και είμαι +ευχαριστημένη καλύτερον να με χωρίσης, παρά να ιδώ άλλην γυναίκα +μαζί σου. Εσύ μου έκαμες μίαν μεγάλην χάριν να μου το ειπής +εμπροσθήτερα, της απεκρίθη ο Κατής, επειδή και δεν ετολμούσα διά να +σου ειπώ εγώ την νέαν μου υπανδρείαν· μα σαν είνε έτσι θέλω σε +ευχαριστήσει. Και ούτω λέγοντας, ευθύς άνοιξε μίαν κασσέλαν και +έβγαλε μίαν σακκούλαν και της εμέτρησε χίλια φλωριά, λέγοντάς της· +έπαρε, ω γυναίκα, την προίκα σου, και ύπαγε όπου θέλεις· «Εγώ σε +χωρίζω μίαν φοράν, δύο φορές, τρεις φορές σε αποχωρίζομαι, και διά +πλέον βεβαιωσύνην σου δίδω ετούτα τα λόγια εγγράφως και υπογραμμένα +από τον Αναΐππην μου κατά τους νόμους». Και με τούτον τον τρόπον +εχώρισε την γυναίκα του, η οποία εν τω άμα ετραβήχθη εις τον πατέρα +της μαζί με την προίκα της. </p> + +<p>Ευθύς που αυτή ανεχώρησεν ο Κατής έκαμε και εστόλισε το σπήτι του +με διάφορα στολίδια, ήγουν με πεύκια, εύμορφα στρωσίδια και άλλα +ευγενικά πράγματα, διά να δεχθή την νέαν του γυναίκα, και όλα ήταν +έτοιμα και εκαρτερούσε με μεγάλην ανυπομονησίαν να δεχθή την πολλά +αγαπημένην του, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να έλθη. Δεν απέρασεν +ώρα και ιδού βλέπει και έρχονται δύο βαστάζοι φέροντες ένα γάιδαρον +φορτωμένον με μίαν κασσέλαν, σκεπασμένην με ένα πεύκι μεταξωτόν +πράσινον· τι μου φέρετε εσείς ω φίλοι, τους λέγει ο Κατής; αυθέντη +του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αποθέτοντες την κασσέλαν εις την γην, +εδώ είνε η νύμφη σου· σήκωσε το πεύκι και ιδές την πόσον είνε +εύμορφη και καλοκαμωμένη. Ο Κατής με προθυμίαν σηκώνει το πεύκι, και +με έκστασιν βλέπει μίαν κόρην κολοβήν, μίαν ράχιν που υπερέβαινε την +κεφαλήν της, και κρατημένην από χέρια και ποδάρια, και περιπλέον +είχε το πρόσωπόν της μακρύ μισήν πήχυν και γεμάτο από πρίσματα, τα +μάτια πετασμένα και κόκκινα ωσάν την φωτιάν, το στόμα της τρανόν +ωσάν του κροκοδείλου, με τα δόντια πετασμένα έξω από τα χείλη, και η +μύτη της ήτο τόσον πλατεία, που εφαίνονταν να ήσαν δύο φούρνοι. Τότε +αυτός ο Κατής δεν ημπόρεσε να ιδή ένα τέτοιο τέρας χωρίς να του κάμη +τρόμον, όθεν την εξανασκέπασεν ευθύς με το πανί, και λέγει των +βαστάζων· τι θέλετε εσείς να κάμω ετούτο το ελεεινόν θέαμα, ω ζώα; +Αυθέντη, του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αυτή είνε η θυγατέρα του Ουστά +Ομάρ, βαφιά, ο οποίος μας είπεν ότι την εστεφανώθης από αγάπην και +μας την έδωσε διά να σου την φέρωμε. Δίκαιε Ουρανέ, εφώναξεν ο +Κατής, ημπορώ να στεφανωθώ ένα τέρας της φύσεως παρόμοιον; </p> + +<p>Εις τον ίδιον καιρόν ο βαφιάς προβλέποντάς την έκστασιν του Κατή, +έφθασεν εκεί. Ταλαίπωρε, του λέγει ο Κατής, διά ποίον με παίρνεις; +δεν ηξεύρεις που εγώ ημπορώ να σε παιδεύσω κατά πως σου πρέπει και +να σε βάλω εις τα σίδερα, που παίρνεις τόση τόλμη να αναγελάσης με +εμένα; φοβήσου τον θυμόν μου, ω δυστυχή, και αντίς διά τούτο το +τέρας της φύσεως που μου έστειλες, δος μου την άλλην σου θυγατέρα, +της οποίας η ευμορφιά μου είνε πολλά επιθυμητή· ειδεμή θέλεις +δοκιμάσει πόσον ημπορεί να κάμη ένας Κατής θυμωμένος. Αυθέντη, του +λέγει ο Ομάρ, παύσε να με φοβερίζεις, σε παρακαλώ, και μην είσαι +θυμωμένος εναντίον μου· ομνύω εις τον Πλάστην του κόσμου ότι άλλην +θυγατέρα από αυτήν δεν έχω· εγώ σου το είπα χίλιες φορές ότι αυτή +διά λόγου σου δεν ήτον· μα εσύ δεν ήθελες να με πιστεύσης, και εις +τούτο δεν έχω πταίξιμον κανένα. Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια ήλθεν +εις τον εαυτόν του, και λέγει του βαφιά. Ομάρ σήμερον το ταχύ ήλθεν +εδώ μία κόρη πολλά ωραία και μου είπε πως είνε θυγατέρα σου, και πως +δεν θέλεις να την υπανδρεύσης, δίδοντας να καταλάβη ο κόσμος πως +είνε λίαν τερατώδης, διά να μην ήθελε κανείς σου την γυρέψη εις +γυναίκα. Αυθέντη, του λέγει, ο βαφιάς, εκείνη η εύμορφη κόρη είμαι +βέβαιος πως σε ενέπαιξε, βαλμένη από κανένα εχθρόν σου, διά να σου +κάμη καταισχύνην και σε περιπαίξη. </p> + +<p>Τότε ο Κατής άρχισε να τραβά τα γένεια του, και να στοχάζεται διά +πολλήν ώραν· έπειτα είπεν· ετούτη είνε μία δυστυχία που έμελλε να +μου έλθη, και δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο. Κάμε, σε παρακαλώ, +να ξαναφέρουν την θυγατέρα σου εις το σπήτι, και σου δίδω και τα +χίλια φλωριά που σου έταξα και μη ζητής άλλο, αν θέλης να είμεθα +φίλοι. Ο βαφιάς διά να μην έλθη εις άλλα λόγια με τον Κατήν, και διά +να μη τον κάμη εχθρόν του, έστερξε να κρατήση τα χίλια φλωριά, και +να πάρη την θυγατέρα του οπίσω, κάνοντας πρώτον να την χωρίση κατά +τους νόμους. </p> + +<p>Ετούτο το συμβάν εμαθεύθη πολλά ογλήγορα εις όλην την χώραν, και +έγινεν εις όλους αξιογέλαστον το εμπαίξιμον του Κατή, και διά πολλές +ημέρες δεν ωμιλούσαν άλλο παρά δι' αυτόν· Ημείς ξεχωριστά εχαρήκαμεν +μεγάλως διά την εκδίκησιν που εκάμαμεν του Κατή, χωρίς παντελώς να +το καταλάβη· Απερνώντας αυτή η εκδίκησις, έστειλα ένα μετζίλι διά να +διηγηθή του βασιλέως πατρός μου τα όσα μου εσυνέβηκαν αφού και +εμίσευσα από κοντά του, και τον εβεβαίωσα ότι ογλήγορα ήμουν διά +γύρισμα ομού με την αγαπημένην γυναίκα που επήρα. Και εκεί που +εκαρτερούσα την απόκρισιν με το μετζίλι, αλλοί εις εμένα, μου έφερε +μαντάτα πολλά θλιβερά, ότι ο βασιλεύς πατέρας μου μανθάνοντας ότι οι +Άραβες κλέφτες, που μας επάτησαν, εσκότωσαν όσους και αν είχα κοντά +μου, και λογιάζοντας ότι και εγώ έμεινα σκοτωμένος, από την λύπην +του απέθανε, και ότι ανέβη εις τον θρόνον του ένας εξάδελφός μου, +ονόματι Αμαδεδίν, ο οποίος με μίαν γραφήν που έγραψε με το ίδιον +μετζίλι μου εσημείωνε την χαράν που ο λαός έλαβεν, ακούοντας πως +ευρισκόμουν ζωντανός· και ότι με εκαρτερούσε μετά πάσης χαράς διά να +πηγαίνω το συντομώτερον, και ήτον έτοιμος διά να μου απαρατήση +θεληματικώς τον θρόνον που εις εμέ απαρθένευεν. Ετούτη η είδησις με +έκαμε διά να αποφασίσω το γληγορότερον να γυρίσω εις το Μουσούλ. +Έλαβα θέλημα από τον Μουφάκ πενθερόν μου, και παίρνοντάς την γυναίκα +μου ομού με πολλούς ανθρώπους διά φύλαξιν, εμίσευσα διά το Μουσούλ. +</p> + +<p>Δεν είχα φθάσει ακόμη εις το ήμισυ της στράτας, και ιδού που +βλέπω τον Αμαδεδίν να έρχεται με πολύν λαόν, και με τους προεστούς +του Μουσούλ εις συναπάντησίν μου και φθάνοντάς με επέζευσεν ευθύς +από το άλογόν του, και ήλθε και με επροσκύνησε δείχνοντάς μου την +καλήν του προθυμίαν, καθώς εις την επιστολήν του μου το εσημείωνεν. +Έπειτα ήλθαν όλοι οι προεστοί και με μεγάλον σέβας με επροσκύνησαν +και με ευφήμησαν διά βασιλέα τους. Και ούτω συντροφιασμένος με όλους +εκείνους εμβήκαμεν εις το Μουσούλ με μεγάλην παράταξιν όλος και ο +λαός έδειξε με μεγάλους αλαλαγμούς την ευχαρίστησίν του που με +εξαναείδε, και έκαμε διά τρεις ημέρας μεγάλες χαρές και πανηγύρεις. +</p> + +<p>Τελειώνοντας δε αυτές οι χαρές έβαλα εις καλήν τάξιν όλα τα του +βασιλείου, και εβασίλευσα επάνω εις τον ραγιά μου με πολλήν +θερμότητα. Αγαπούσα περισσότερον παρά ποτέ την Ζιμπρούδα, και εζούσα +πολλά ευτυχισμένος, οπόταν ένας νέος Δερβύσης φανερώνεται εις την +αυλήν μου, ο οποίος, με τες διάφορες χάρες και πνεύμα χαριέστατο που +είχεν, επροχώρησεν εις τους προεστούς του παλατίου μου, και τον +επήραν εις μεγάλην αγάπην, και άλλο δεν ωμιλούσαν παρά διά τες +μεγάλες χάρες του Δερβύση. Μου ήλθεν επιθυμία να τον ιδώ, και +ευρίσκοντάς τον πλέον χαριτωμένον από εκείνο που άκουα, τον επήρα +εις τόσην υπόληψιν, που τον έκαμα ένα από τους της αυλής μου, διά να +τον έχω πάντα κοντά μου, να με ευφραίνη με τες διήγησές του και με +τες μεσελέδες του, ο οποίος ήτον πολλά πρακτικός από όλα τα πράγματα +του κόσμου· επειδή και με όλον που ήτον νέος είχε περιπατήσει πολύν +κόσμον. </p> + +<p>Μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε εις το κυνήγι εις ένα λόγγον +εξεμάκρυνα από τους ανθρώπους μου, και έμεινα με τον Δερβύσην +μοναχά. Αυτός εκεί που επερπατούσαμεν, μου εδιηγούνταν τα ταξείδια +που είχε κάμει, και διά τα όσα περίεργα που εις τας πόλεις και +βασίλεια είχεν ιδεί, και ανάμεσα εις τα άλλα δι' ένα γέροντα Μπαρχάν +που εγνώρισεν. Ετούτος ο μέγας άνθρωπος, μου είπεν, ήξευρεν ένα +μεγάλον αριθμόν σεκρέτα, ήγουν απόκρυφα, όλα πολλά περίεργα. Αυτός +από την πολλήν αγάπην που επήρε, μου έδειξεν ένα σεκρέτον πολλά +θαυμαστόν, και μου παρήγγειλε κανενός να μη το ειπώ με όρκον. Ποίας +ενεργείας είναι αυτό το σεκρέτον ερώτησα εγώ, μήπως και είναι εκείνο +που μετατρέπουν το μολύβι και σίδηρον εις χρυσόν; Όχι, Βασιλέα μου, +ετούτο είναι πολύ τιμώτερον από αυτό, ετούτο κάνει να αναζήση ένα +κορμί αποθαμμένον, όχι πως να του επιστρέψω την ψυχήν, εις τούτο +μονάχα ο Ουρανός ημπορεί να κάμη αυτό το θαύμα, μα κάνω και εμπαίνει +η ψυχή μου εις κάθε νεκρόν σώμα, και το ανασταίνω. Και διά να σε +ευχαριστήσω θέλω κάμει να ιδής την δοκιμήν εις ετούτην την έλαφον +που την έχομεν σκοτωμένην. Εγώ του είπα πως θέλει μου κάμει μεγάλην +χάριν κάμνοντάς με να ιδώ ένα τέτοιον πράγμα. </p> + +<p>Τότε αυτός μου λέγει· στοχάσου λοιπόν εκείνο που έχω να κάμω. +Ευθύς που ετελείωσε ταύτα τα λόγια, βλέπω να πέση το κορμί του χωρίς +αίσθησιν, και εις τον ίδιον καιρόν είδα την έλαφον που ανέζησε και +εσηκώθη με πολλήν γληγορότητα και έρχεται προς με και με έγλυφε, +κάνοντάς μου πολλές χαρές. Και αφού έφερε κάμποσους γύρους πίπτει +κατά γης αύτη, και σηκώνεται ο Δερβύσης που ευρίσκονταν νεκρός. +Ετούτο το θέαμα μου έπληξε τον νουν και επαρακάλεσα τον Δερβύσην, +που ήτο καλύτερον να μη τον είχα ιδή, διά να μου το φανερώση. Αυτός +μου απεκρίθη πως διά τον όρκον που έκαμα, δεν ημπορώ να το δείξω +κανενός με κανένα τρόπον. Βλέποντάς τον εγώ που δεν έκλινε διά να +μου το δείξη μου άναπτε περισσότερον την επιθυμίαν μου διά να μου το +φανερώση και από τες πολλές παρακάλεσες τέλος πάντων εκαμώθη, διά να +μη με παρακούση, πως απεφάσισε διά να μου το δείξη. Ιδού ω βασιλέα +μου διά να σε ευχαριστήσω, μου είπε, σου το δείχνω· φθάνει να είπης +με τον νουν σου ετούτα τα δύο λόγια Χαλβιλαχά και Μαχούλ, και κάθε +λογής νεκρόν σώμα το αναζής· Ευθύς που έμαθα αυτά τα δύο λόγια +ηθέλησα διά να κάμω την ενέργειάν τους επάνω εις την ιδίαν έλαφον, +τα οποία λέγοντάς τα ευθύς εμεταμορφώθηκα εις εκείνο το ζώον. Μα η +ευχαρίστησις που είχα διά την ενέργειαν που ακολούθησεν ευτυχισμένα, +εμετεστράφη ογλήγορα εις τόσον πόνον. Επειδή και ευθύς που το πνεύμα +μου εμπήκεν εις το κορμί της ελάφου, ο άνομος και επίβουλος Δερβύσης +έκαμε να περάση το εδικόν του εις το κουφάρι μου και ωσάν έλαβε την +μορφήν μου, ευθύς παίρνει το δοξάρι μου και το ετέντωσε να με +σκοτώση. Εγώ μένοντάς μου το λογικόν, και καταλαμβάνοντάς την γνώμην +του, εδόθηκα εις μίαν ταχείαν φυγήν, και με όλον τούτο ο +σκληροκάρδιος δεν έλειψε που να τελειώση την επιβουλήν του, μα του +εστάθη αδύνατον. Ιδού νέα μου συμφορά, που δι' αυτό εκαταστάθηκα να +ζω με τα ζώα εις τα βουνά και εις τους λόγγους. Καλότυχος ανίσως και +ήθελα παρομοιάση τελείως, και με το χάσιμο της μορφής μου να ήθελα +χάσει και το λογικόν μου, και έτσι δεν ήθελα πέσει εις χίλιες +σκληρές και θλιβερές συμφορές. </p> + +<p>Εις το αναμεταξύ που εγώ εθρηνούσα την κατάστασίν μου εις τα +δάση, ο Δερβύσης εκυρίευε τον θρόνον του Μουσουλίου, και εχαίρονταν +το βασίλειόν μου. Και το περισσότερον που με έθλιβεν ήτον, που +εστοχαζόμουν πως εχαίρονταν και την αγαπημένην μου Ζεμπρούδαν. Και +καθώς αυτός αφού έλαβε την μορφήν μου εστοχάσθη ότι εγώ διά μέσον +αυτού του σεκρέτου που μου έδειξε να μην ήθελα φανερωθή εις το +παλάτι, και του συγχύσω την ανάπαυσιν, έδωσε θέλημα ότι να έβγουν +όλοι οι κυνηγοί να υπάν εις εκείνους τους λόγγους που είμασθε, και +να σκοτώσουν, όλες τες ελαφίνες που εκεί ευρίσκονταν. Εγώ όμως διά +τύχην μου εις αυτό το αναμεταξύ ηύρα ένα αηδόνι ψόφιον, το οποίον το +ανάζησα δίδοντας τες αίσθησές μου εις αυτό. Και υποκάτω εις αυτήν +την νέαν μορφήν επέταξα προς το παλάτι του εχθρού μου, και επήγα και +εκάθησα επάνω εις ένα δένδρον που ήτον εμπρός εις τα παράθυρα της +αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. </p> + +<p>Εκεί στοχαζόμενος την δυστυχίαν μου, άρχισα να κελαδώ τα πάθη μου +με μίαν φωνήν πολλά παθητικήν, κυττάζοντας πάντα τα παράθυρα της +αγαπημένης μου. Αυτή ακούοντας ένα λάλημα τοιούτης λογής θλιβερόν +και νόστιμον, εβγήκεν εις το παράθυρόν της διά να με ακούση καλά, +και εγώ βλέποντάς την ακολουθούσα με περισσοτέραν ισχύν το θλιβερόν +μου λάλημα, ωσάν πως να της έδιναν να καταλάβη τον πόνον μου. Μα +αλλοί εις εμέ, που αντίς αυτή να συντριβή η καρδιά της από το +παθητικόν μου λάλημα, εγελούσε και ελάμβανε ηδονήν ομού με μίαν +σκλαβοπούλαν που την αγαπούσε. </p> + +<p>Εγώ αποφάσισα να μείνω εις εκείνο το περιβόλι, και ούτω διά +πολλές ημέρες έκανα το ίδιον, και ελάμβανα κάποιαν ευχαρίστησιν να +θεωρώ την αγάπην μου, με όλον που ήμουν ένα πουλί. Η Ζεμπρούδα δεν +έλειπε καθημερινώς να έρχεται να με βλέπη και να χαίρεται, και τέλος +πάντων επιθυμώντας διά να με έχη εις την εξουσίαν της, επρόσταξε +τους κυνηγούς διά να κάμουν κάθε τρόπον να με πιάσουν. Εγώ +αυτοθελήτως εμπήκα εις τα βρόχια, και πιάνοντάς με μέ έφεραν εις την +Ζεμπούδαν. Αυτή από την χαράν της με επήρεν εις τα χέρια της, και με +εχάιδευσε, και λέγοντάς μου πολλά λόγια χαϊδευτικά με εφίλησε. Τότε +και εγώ από το άλλο μέρος επλησίαζα με πολλήν νοστιμάδα την μύτην +μου εις τα χείλη της και την εγλυκοφιλούσα. Α μαργιόλικο, εφώναξε +γελώντας, φαίνεται, πως απεικάζεις εκείνο που σου λέγω ω και τι +πολλά νόστιμον που είσαι. Και αφού μου έκαμε και άλλα χάδια, με +έβαλεν εις ένα χρυσόν κλουβί, και το εκρέμασεν εις τον χοντζερέ της. +Κάθε ημέραν οπόταν αυτή εξυπνούσεν, εγώ ελαλούσα με πολλήν +νοστιμάδα, και οπόταν ήρχονταν να μου δώση τίποτε να φάγω, αντί να +φαίνομαι αγριωμένον, άπλωνα τες φτερούγες μου, και επλησίαζα +φέροντας την μύτην μου διά να λάβω το φαγί. Αυτή έμνεισκεν εκστατική +βλέποντάς με πολλά ήρεμον, και κάποτε με έβγαζεν από το κλουβί και +επετούσα με ελευθερίαν, μα από κοντά της δεν έφευγα έχοντας χαράν να +την χαϊδεύω εγώ με τες φτερούγες μου, και με το πέτασμα που έκανα +ολόγυρά της, και με κάποια γλυκά τζιμπήματα που της έκανα. Και με +τούτον τον τρόπον αυτή με αγαπούσε τόσον, που μίαν ώραν δεν έστεκε +χωρίς να με έχη κοντά της. </p> + +<p>Αν εις την δυστυχίαν μου είχα κάποιαν άνεσιν εις το να ευρίσκωμαι +σιμά εις την αγάπην μου το επλήρωνα πολλά ακριβόν, οπόταν έβλεπα τον +άνομον Δερβύσην να έρχεται με την μορφήν μου προς αυτήν, και να την +χαίρεται ο μιαρός. Τι ανυπόφερτη δυστυχία και θλίψις! οπόταν το +ενθυμούμαι όλος τρέμω. Ως τόσον βλέποντας έτσι, κάθε ολίγον εσήκωνα +τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν, και εζητούσα εκδίκησιν εις τούτο +το άδικον που μου εγίνετο, και η καρδία μου ήτον γεμάτη από θυμόν, +και εθλιβόμουν μεγάλως. Αν καμμίαν φοράν ο Δερβύσης ήθελε να με +χαϊδεύση, οπόταν η Ζεμπρούδα με εκρατούσεν εις τα χέρια της, του +έδιδα τόσες τσιμπησιές με θυμόν με την μύτην μου που τον έκανα να με +αφίνη· μα ο θυμός μου δεν επροξενούσεν άλλο, παρά να τους κάνω να +γελούν. </p> + +<p>Η Ζεμπρούδα ως τόσον εκρατούσεν εις τον ίδιον χοντζερέ μίαν +σκυλοπούλαν που την αγαπούσεν· ετούτη η σκύλα μίαν ημέραν που ήμασθε +μοναχοί, εψόφησε τον καιρόν που εγεννούσε, και ο ψόφος της μου +εφώτισε τον νουν διά να κάμω την τρίτην δοκιμήν· Θέλω, είπα να ιδώ +τι έχει να κάμη η Ζεμπρούδα βλέποντας το αηδόνι ψόφιον, θα θλίβεται, +ή όχι; και ούτω λέγοντας επέρασε το πνεύμα μου εις το κορμί της +σκύλας, και άφησα το αηδόνι ψόφιον και τούτον τον στοχασμόν ο +Ουρανός μου τον εξαπόστειλε, διά να κάμω την εκδίκησίν μου. </p> + +<p>Οπόταν η Ζεμπρούδα ήλθεν εις τον χοντζερέ της, βλέποντας το +αηδόνι ψόφιο, έβγαλε μίαν φωνήν τόσον δυνατήν, που έτρεξαν όλες οι +δούλες της. Κυρά, της είπαν, τι έπαθες; σου εσυνέβη κανένα εναντίον; +α πιστές δούλες μου, εγώ είμαι απελπισμένη, τους απεκρίθη κλαίοντας +πικρώς· το πτωχόν αηδόνι μου, το αγαπημένον μου αηδόνι εψόφησεν. Α, +ακριβόν μου πουλί, διατί με υστέρησες έτσι ογλήγορα; πώς ημπορώ να +υποφέρω μην ακούοντας πλέον την γλυκειάν σου φωνήν και τα νόστιμά +σου παιγνίδια; Αυτά και άλλα λέγοντας ήτον τόσον περίλυπη, που +καμμιά από τες σκλάβες της δεν ημπόρεσε να την παρηγορήση. Έδωκαν ως +τόσον την είδησιν του Δερβύση διά την θλίψιν της Βασίλισσας, ο +οποίος έτρεξε με ταχύτητα προς αυτήν, διατί την αγαπούσε και αυτός +κατά πολλά. Αυτός έκαμε κάθε τρόπον διά να την παρηγορήση, μα +εστάθηκαν όλοι του οι κόποι άκαιροι. </p> + +<p>Τέλος πάντων βλέποντας που καμμίαν παρηγορίαν δεν ελάμβανε, της +είπε· μη θλίβεσαι πλέον, αγαπημένη μου Ζεμπρούδα, ότι εστοχάσθηκα μ' +ένα σεκρέτον που έχω, να κάμω το αηδόνι, ότι κάθε ταχινήν να έρχεται +να σε διασκεδάζη διά μίαν φοράν μόνον, και αύριον το ταχύ θέλεις +ιδεί την δοκιμήν. Μη με παίρνεις διά μίαν αστόχαστην, σε παρακαλώ, +απεκρίθη εκείνη, και θέλεις να με περιπαίξης, δίδοντάς μου να +καταλάβω να μου το αναστήσης. Εγώ τα λόγια σου δεν τα πιστεύω, και +άφησε παρακαλώ διά να ξεθυμάνω κλαίοντάς το. Μη γένοιτο, μη γένοιτο, +Βασίλισσά μου, της απεκρίθη αυτός, πως σου το λέγω διά κανένα τέλος +και διά να πιστεύσης, ιδού που θέλω σε κάμει να ιδής την δοκιμήν. +</p> + +<p>Τότε κάνοντας να έβγουν όλες οι δούλες της από εκεί, έμειναν +αυτοί οι δύο μοναχοί και εγώ ωσάν σκύλλα που ήμουν έστεκα εις μίαν +αγκωνήν, και επαρακαλούσα τον Ουρανόν διά να βάλη εις πράξιν το +έργον, διά να ξεδικηθώ. Παίρνοντας λοιπόν ο Δερβύσης ένα θρονί +εκάθησε, και λέγοντας εκείνα τα δύο λόγια, έπεσε χωρίς αίσθησες· και +εν τω άμα το αηδόνι ανέζησε, και άρχισε να λαλή με μεγάλον θαυμασμόν +της Ζεμπρούδας. Εγώ ευρίσκοντας τον καιρόν ευτυχισμένον ευθύς αφίνω +το κορμί της σκύλας, και με ταχύτητα εξαναπήρα το ιδικόν μου, και +εις τον ίδιον καιρόν τρέχω με βίαν, και αρπάζω το αηδόνι από το +κλουβί και του τραβώ τον λαιμόν, και το εσκότωσα. Έπειτα το έβαλα +εις τα ποδάριά μου και το εκαταπάτησα με πολύν θυμόν· τι κάνεις, ω +Βασιλέα, η Ζιμπρούδα μου είπε φωνάζοντας· διατί μου εφόνευσες με +τούτον τον τρόπον το αηδόνι μου; όταν εσύ δεν ήθελες να ξαναζήση, +δεν έπρεπε να το ανακράξης εις νέαν ζωήν. Ευχαριστίαν να έχη ο +ουρανός, εφώναξα τότε εγώ, χωρίς να αφηκρασθώ αυτή το τι έλεγε, +τόσον ήμουν φερμένος από την χαράν μου διά την εκδίκησιν που έκαμα +εις την καταφρόνησιν που ανόμως ο Δερβύσης έκαμε της τιμής μου, και +της αγάπης μου. Η Ζεμπρούδα έμεινεν εκστατική εις το να με ακούση να +ομιλώ ούτως. Βασιλέα, αυτή μου λέγει, τι δηλούν ετούτα που μιλείς; +Εγώ τότε της εδιηγήθηκα τα όσα μου εσυνέβηκαν από αιτίαν του μιαρού +Δερβύση, και επαρατήρησα, εκεί που της τα εδιηγούμην, εγέμισε το +πρόσωπόν της από εντροπήν διά την απάτην που έλαβε, και μου έκαμεν +άδικον, που δεν το ήξευρε. Και από την θλίψιν της ήτον όλη έξω από +τον εαυτόν της, χωρίς να έχη παρηγοριάν. Δεν ημπορούσεν αυτή να +αμφιβάλλη ότι εγώ δεν ήμουν ο καθολικός της άνδρας, διατί το κορμί +του Δερβύση που ευρέθη εις τα δάση νεκρόν την εβεβαίωνε. </p> + +<p>Αφού και ετελείωσα να φανερώσω της Ζεμπρούδας ένα συμβεβηκός +τόσον παράξενον, το εμετανόησα πολλά, και ήτον καλύτερα που να μην +της είχα ειπή την αλήθειαν, διατί αλλοί εις εμένα, ημπορούσε να +ζήση· μα τι λέγω; πού χάνεται το πνεύμα μου; δεν ηξεύρω εγώ ότι τα +καλά και τα κακά που μέλλουν να έλθουν στέκουν γραμμένα εις τον +Ουρανόν; Ως τόσον η Ζεμπρούδα εσυνέλαβε τόσην θλίψιν και πίκραν εις +την απάτην που έλαβε, και έδωσε την ευχαρίστησιν εκείνου του +τρισαθλίου, που δεν μου εστάθη δυνατόν διά να την παρηγορήσω, +δίδοντάς της να καταλάβω ότι το λάθος της ήτον όλον άξιον +συμπαθείας, και ότι όλον το ανόμημα ήτον του μιαρού Δερβύση· μα όλες +εστάθηκαν μάταιες η παρηγοριές που της έκαμα. Και δεν απέρασαν +ολίγες ημέρες που από την θλίψιν της εξεψύχησεν εις τες αγκάλες μου, +ζητώντας μου συμπάθειον διά ένα ανόμημα, του οποίου δεν ήτο +πταίστρια. </p> + +<p>Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ καταλεπτώς τον πόνον, και την θλίψιν +που έλαβα εις το να χάσω τοιούτης λογής γυναίκα. Και αφού έκαμα να +την θάψουν με εκείνην την τιμήν που της έπρεπεν, έκραξα τον Αμαδεδίν +εξαδελφόν μου, και του λέγω· εξάδελφέ μου, με το να μην έχω +κληρονόμον, σου απαραιτώ τον θρόνον του Μουσούλ να χαρής την +βασιλικήν μεγαλειότητα, επειδή και εγώ θέλω να περάσω το επίλοιπον +της ζωής μου ωσάν απλούς άνθρωπος, από τον μεγάλον πόνον που έχω διά +τον χαμόν της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. Ο Αμαδεδίν που αληθώς με +αγαπούσε, δεν έπαυσε να με παρακινήση να αλλάξω αυτήν την απόφασιν, +μα τον έκαμα να καταλάβη ότι άκαιρα χάνει τους λόγους του. </p> + +<p>Άφησα λοιπόν τον Αμαδεδίν εις τον θρόνον του Μουσούλ, και +συντροφιασμένος μοναχά με ολίγους σκλάβους, έφθασα εις το Μπαγδάτ με +πολύ χρυσίον και πετράδια, ήγουν διαμάντια. Επήγα και κατέβηκα εις +το σπήτι του πενθερού μου Μουφάκ, του οποίου εστάθη μέγας ο +θαυμασμός ομού και της γυναικός του εις το να με ιδούν, οπόταν τους +εφανέρωσα τον θάνατον της θυγατρός τους, που πολύ την αγαπούσαν. Δεν +έκαμα ετούτην την διήγησιν χωρίς να χύσω άπειρα δάκρυα και χωρίς να +μη κινήσω και τα εδικά τους. </p> + +<p>Δεν εστάθηκα πολύν καιρόν εις το Μπαγδάτι· αλλ' ανταμώθηκα με +μίαν συντροφιάν από χατζήδες, και επήγα εις την Μέκκαν και αφού +επροσκύνησα εκείνους τους τόπους, συντροφεύθηκα με τους χατζήδες +Ταρτάρους, και απερνώντας από τούτην την χώραν, μου άρεσε, και +αποφάσισα να κατοικήσω εις αυτήν, και είνε έως τώρα χρόνια σαράντα +που ευρίσκομαι εδώ, και περνώ μίαν ζωήν καλογηρικήν ή μοναχικήν, και +με κανένα δεν έχω αντάμωσιν. Η Ζεμπρούδα είναι πάντα εις τον νουν +μου, και λαμβάνω κάποιαν ευχαρίστησιν να την ενθυμούμαι. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ακολούθησις και +τέλος της ιστορίας του βασιλέως Καλάφ, και της +βασιλίσσης της Κίνας.</h4> + +<p> +<br /> +Τελειώνοντάς την ιστορίαν του ο Βασιλεύς του Μουσούλ, είπε προς +τους φιλοξενουμένους του. Ετούτη είναι η ζωή μου· εσείς βλέπετε από +τες δικές σας και δικές μου δυστυχίες, ότι η ζωή η ανθρώπινος είναι +ωσάν ένας κάλαμος, που κινείται πότε από τον ένα άνεμον, πότε από +τον άλλον. Εγώ ως τόσον ζω μίαν ζωήν ήσυχον, και είμαι πολλά +ευχαριστημένος. Ο Τημουρτάς, η γυναίκα του, και ο Καλάφ επαίνεσαν +την μεγαλοψυχίαν του, και υπομονήν εις τα όσα του εσυνέβηκαν ομοίως +και την απόφασιν που έκαμε διά να ζήση εις ησυχίαν. Ύστερα από αυτά +ο γέρων τους εδιώρισε τρία κρεββάτια διά να πηγαίνουν να αναπαυθούν +εκείνην την νύκτα. Το ταχύ δε ξημερώνοντας επήγεν ο γέρων να τους +εύρη και τους είπεν· ιδού που εσείς δεν είσθε μοναχά δυστυχείς· +ήκουσα σήμερον ότι ήλθεν ένας αποστολάτορας από τον Βασιλέα Κασμίρ +με ορισμόν ότι αν ήθελεν ευρεθή εδώ ο Χάνης των Νογκίδων με την +φαμηλιάν του να τον πιάσουν, και να τον φυλακώσουν, επειδή έφυγεν +από την επαρχίαν του. Εις ταύτην την είδησιν αυτοί έμειναν βουβοί, +και άλλαξεν η όψις τους ωσάν των νεκρών. </p> + +<p>Ο γέροντας βλέποντας έτσι αλλαγμένα τα πρόσωπα τους τούς είπεν· +αγαπημένοι μου, τι θέλει να ειπή αυτή η σύγχυσις που επάνω σας +βλέπω; Α, Κύριε, απεκρίθη ο Τημουρτάς. Ημείς είμασθε εκείνοι που +αυτός ζητεί. Εγώ είμαι εκείνος ο ταλαίπωρος Χαν των Νογαΐδων· εσύ +βλέπεις την γυναίκα μου και τον υιόν μου· ηθέλομεν έχει μεγάλον +άδικον να μη σου φανερωθούμεν, ύστερον από τόσην δεξίωσιν και θάρρος +που μας έδειξες· ελπίζω όμως ότι εις ετούτην την περίστασιν με την +συμβουλήν σου θα μας βοηθήσης διά να έβγωμεν από τούτον τον +κίνδυνον. Εγώ, απεκρίθη ο γέρων, από εκείνο που καταλαμβάνω, σας +συμβουλεύω ότι εδώ να μη σταθήτε, αλλά να μισεύσετε το συντομώτερον +από τούτην την χώραν και κυττάξετε να πάρετε την στράταν της +Μπέρλας, και εκεί θέλετε είσθαι φυλαγμένοι. Του Χαν ήρεσε πολλά η +συμβουλή του βασιλέως του Μουσλούλ, ο οποίος δίδοντάς τους τρία +άλογα, ζωοτροφίαν διά πολλές ημέρες και μίαν σακκούλαν φλωριά +εμίσευσαν, ευχαριστώντας κατά πολλά τον γέροντα διά τες μεγάλες +ευεργεσίες που τους έκαμε. </p> + +<p>Μισεύοντας το λοιπόν από εκεί, επέρασαν τον ποταμόν Ηρτύχ, και +ύστερα από πολλές ημέρες έφθασαν εις την γην της φυλής της Μπέρλας, +και εσταμάτησαν εις την πρώτην τένταν που ηύραν, επειδή και εκείνοι +κατοικούν όλοι εις τέντες. Εκεί αυτοί επούλησαν τα άλογά τους, και +έζησαν με πολλήν ανάπαυσιν, έως που είχαν δηνάρια· και σώνοντάς τα +εσηκώθησαν από εκεί, και υπήγαν παρεμπρός εις τες τέντες των +προεστών· εκεί εμπήκαν εις μίαν τένταν που ήταν επιταυτού διά τους +πτωχούς ξένους, και εκεί έμειναν χωρίς καμμίαν βοήθειαν. Ο Καλάφ +απεφάσισε και επήγαινε διά να ζητήση ελεημοσύνην. Αυτό άναψε μεγάλως +τον πόνον του Χαν, βλέποντας που εκαταστάθηκαν διά να ζητούν έλεος. +Ως τόσον ο Καλάφ εσύναξε κάμποσα δηνάρια από τες ελεημοσύνες, με τα +οποία αγόρασε τα αναγκαία προς ζωοτροφίαν τους διά μίαν μόνον +ημέραν. Ο πατέρας του με κανένα τρόπον δεν υπόφερνε να βλέπη τον +υιόν του να ζητή ελεημοσύνην, και ο υιός του διά να τον ευχαριστήση +αποφάσισε διά να μην πηγαίνη πλέον εις ζητιανιά, μα να εβγάλη την +ζωοτροφίαν τους με τους κόπους του, και ούτως επήγε διά να κάνη τον +βαστάζον· μα διά κακήν του τύχην απέρασε σχεδόν όλη η ημέρα, και δεν +ημπόρεσε να κερδίση ούτε ένα δηνάρι· και θλιβόμενος δι' αυτό επήγεν +εις ένα λόγγον, και κλαίοντάς με μεγάλον πόνον της καρδιάς του, και +με μεγάλον παράπονον εζητούσε βοήθειαν από τον Ουρανόν, διατί δεν +ημπορούσε πλέον να υποφέρη τα βάσανα· και ωσάν αποσταμένος που ήτον, +αποκοιμήθη υποκάτω εις ένα δένδρον, και αφού εξύπνησε βλέπει ολίγον +μακράν ένα γεράκι πολλά εύμορφον, με μίαν άλυσσον χρυσήν εις τα +ποδάρια εγκοσμημένην με ρουμπίνια και διαμάντια. </p> + +<p>Ο Καλάφ που ήτον καλά παιδευμένος εις την τέχνην των γερακιών, το +έκραξε και ήλθε και το έπιασεν. Αυτός κατά πως εστοχάσθη, απείκασεν +ότι αυτό το γεράκι θα ήτον του βασιλέως του τόπου εκείνου, και κατά +πως εστοχάσθη έτσι ήτον. Επειδή αυτό το γεράκι την απερασμένην το +είχε χάσει ο βασιλεύς εις το κυνήγι, διά το οποίον του εκακοφάνη +τόσον που εκινδύνευε να χαθή από την θλίψιν του, τόσην αγάπην είχε +δι' αυτό, διά το οποίον είχε τάξει, ότι όποιος ήθελε το εύρει και το +φέρει να του δίδη τρεις χάρες που ήθελε ζητήση. </p> + +<p>Ο Καλάφ τέλος πάντων γνωρίζοντας ότι ήτον του Βασιλέως το επήρε +και το έφερεν εις την τέντα του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς όλος χαρά, +έτρεξε και επήρε το γεράκι του, και το εφίλησε με μεγάλον πόθον· +έπειτα γυρίζοντας προς τον Καλάφ του λέγει· τι άνθρωπος είσαι εσύ, +αγαπημένε μου; μου φαίνεται πως είσαι ξένος, πες μου το λοιπόν πώς +ευρίσκεσαι εδώ; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Καλάφ· εγώ είμαι υιός ενός +πραγματευτού από την Βίσραν, ο οποίος είχε πολλά πλούτη, και +ταξειδεύοντάς με αυτόν και με την μητέρα μου διά να πάμε εις το +Μπαγδάτ, εσυναπαντήσαμε κλέφτες εις την στράταν και μας έγδυσαν από +ό,τι είχαμεν, και ζητώντας ελεημοσύνην εφθάσαμεν έως εδώ. Είμαι +πολλά ευχαριστημένος του απεκρίθη ο Βασιλεύς, που σου έτυχεν εσένα η +τύχη να εύρης το γεράκι μου, επειδή και έταξα με όρκον, ότι όποιος +ήθελε το εύρει και μου το φέρει να του κάμω τρεις χάρες που θα ήθελε +ζητήσει· το λοιπόν ζήτησε ό,τι αγαπάς και θέλει σου δοθή. Επειδή και +ορίζεις απεκρίθη ο Καλάφ, να σου ζητήσω τρεις χάρες, ιδού τες ζητώ· +εγώ κατά πρώτον ήθελα ο πατέρας μου και η μητέρα μου, οι οποίοι +ευρίσκονται εις το πτωχοδοχείον, να ήθελες τους διορίσει την +ζωοτροφίαν τους επί ζωής τους, και να τους κρατήσης εις το παλάτι +σου ωσάν αξιωματικούς. Δεύτερον να μου δώσης εμένα ένα καλόν άλογον +αρματωμένον με όλα του τα χρειαζόμενα. Και τρίτον μίαν φορεσιάν +πλουσίαν και μίαν σακκούλαν με φλωριά γεμάτην, διά να ημπορέσω να +κάμω ένα ταξείδι της αρεσκείας μου που έχω μελετημένον. Η ζήτησές +σου θέλουν πληρωθή, του είπεν ο Βασιλεύς· φέρε μου εδώ σήμερον τους +γονείς σου και θέλω τους περιποιηθή καθώς μου είπες, και αύριον θέλω +σου δώσει το άλογον, και τα λοιπά που εζήτησες. Ο Καλάφ επροσκύνησε +τον Βασιλέα· έπειτα ήλθεν εκεί που ήσαν οι γονείς του, και τους +ανήγγειλε την προμήθειαν του Ουρανού που τους εξαπέστειλεν. Αυτωνών +επροξενήθη μεγάλη αγαλλίασις δι' αυτήν την είδησιν, και ακολουθώντες +τον Καλάφ, τους επήγε και τους επαράστησε του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς +τους εδέχθη με πολλήν περιποίησιν, και τους εδιώρισε τα αναγκαία +τους κατά πως έταξε και έμειναν πολλά ευχαριστημένοι. </p> + +<p>Την ερχομένην ημέραν ο Καλάφ ενδύθη τα πλούσια φορέματα που +έλαβεν από χειρός του Βασιλέως, με ένα σπαθί πολύτιμον και άλλα +στολίδια, ομοίως και μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά. Έπειτα του +έφεραν το άλογον στολισμένον, και ευχαριστώντας τον Βασιλέα, +εκαβαλλίκευσε το άλογον και ανεχώρησε, και ήλθεν εις την τέντα των +γονέων του, που τους την εδιώρισεν ο Βασιλεύς. Αυτωνών είπεν ο +Καλάφ, πως έχοντας επιθυμίαν διά να ιδή το περίφημον βασίλειον της +Κίνας, αποφάσισε διά να πηγαίνη εκεί, διά να πασχίση μήπως και +ημπορέση να αλλάξη καλύτερην τύχην. Οι γονείς του τον επήκουσαν, και +παίρνοντάς την ευχήν τους εμείσευσε διά την Κίναν. </p> + +<p>Φθάνοντας δε εις το Πεκίνον καθέδραν του βασιλείου της Κίνας, +επήγε και κατέβηκε εις ένα σπήτι μιας γηραλέας χήρας· και ευθύς που +εξεπέζευσεν έδωσε θέλημα της χήρας να στείλη κανένα να πάρη τίποτε +διά να φάγη. Η χήρα εν τω άμα έστειλεν ένα παιδίον διά να ψωνίση τα +αναγκαία. Εις αυτό το αναμεταξύ ο Καλάφ ερώτησε την γραίαν περί των +ηθών του τόπου, πόσον λαόν περιέχει, και άλλα· τέλος πάντων η ομιλία +τους έπεσεν επάνω εις τον βασιλέα της Κίνας. Ειπέ μου, της λέγει ο +Καλάφ, ο βασιλεύς είνε καλών ηθών; αγαπά τον λαόν του; τον κυβερνά +με επιμέλειαν; Ναι, του απεκρίθη η χήρα· αυτός είνε ο πλέον +καλύτερος βασιλεύς που έλαβεν η Κίνα, και το όνομά του είνε +φημισμένον διά την μεγάλην του καλωσύνην. Το λοιπόν από εκείνο που +μου λες είπεν ο Καλάφ, κρίνω ότι πρέπει να είνε ο πλέον ευτυχισμένος +Μονάρχης του κόσμου. Αυτός με όλον τούτο δεν ημπορεί να είνε +τοιούτος, εξαναείπεν η γραία, επειδή και την ανάπαυσιν της ζωής του +την συγχίζει πολλά η βασιλοπούλα Τουρανδότη, θυγάτηρ του μονογενής. +Και διά ποίαν αιτίαν ξαναπεκρίθη ο Καλάφ, είνε αυτή μία τυραννία δι' +αυτόν. Ναι, του είπεν η γραία, ημπορώ με θεμέλιον να σου διηγηθώ τα +περί αυτής, επειδή και η θυγατέρα μου, που είνε εις την δούλευσίν +της, μου το εδιηγήθη ηξεύροντάς τα όλα. </p> + +<p>Αυτή η βασιλοπούλα ηκολούθησεν εκείνη, είνε εις ηλικίαν δέκα +εννέα χρονών, και είνε τόσον εύμορφος που κανείς ζωγράφος από τους +πλέον εξαιρέτους δεν ημπόρεσε να της παρομοιάση την ευμορφιάν της. +Όθεν τα κάλλη της και η φήμη της διεσπάρθη εις πολλά βασίλεια, η +οποία φήμη δεν έκαμεν άλλο παρά να προξενήση κακά αποτελέσματα. Αυτή +ανταμώνει εις την ωραιότητα ένα πνεύμα τόσον νόστιμον και +επιτήδειον, αυτή ηξεύρει διάφορες γλώσσες· ομοίως ακόμη την +αριθμητικήν, γεωγραφίαν, φιλοσοφίαν, μαθηματικήν, τους νόμους και +κοντολογής όλες τες επιστήμες· μα η ωραιότης της και η μάθησίς της +μένουν εις τα σκότη, από μίαν σκληροκάρδιον απανθρωπότητα που έχει +χωρίς παράδειγμα. Είνε δύο χρόνοι που ο βασιλεύς της Θέμπας έστειλε +και την εζήτησε διά γυναίκα του με το να ήκουσε την φήμην της. Ο +πατέρας της έχοντας επιθυμίαν διά να κάμη με αυτόν εδικοσύνην, το +ανήγγειλε της θυγατρός του. Αυτή η υπερήφανη βασιλοπούλα με το να +της εφαίνοντον οι άνδρες ένα πλάσμα καταφρονεμένον, και έχοντας πολύ +μίσος προς αυτούς, εδέχθη με καταφρόνεσιν την συμβουλήν του πατρός +της. Ο βασιλεύς εθυμώθη εναντίον της και την εφοβέρισεν ότι ανίσως +και δεν τον υπακούσει θέλει κάμει με το στανειό να το στέρξη. +Αυτηνής της εκακοφάνη αυτό τόσον, που έπεσεν από την πίκραν της εις +το κρεβάτι άρρωστη. Οι ιατροί γνωρίζοντάς την αιτίαν της αρρώστιας +της, είπαν του βασιλέως, ότι όλα τα ιατρικά τους ήτον ανωφελή, και +ότι η βασιλοπούλα απέθνησκεν αν στέκη στερεός διά να την υποχρεώση +να στεφανώση τον βασιλέα της Θέμπας. </p> + +<p>Τότε ο βασιλεύς, ο οποίος πολλά την αγαπούσε, φοβούμενος τον +κίνδυνον που ήτον επήγε διά να την ιδή, και εκεί την εβεβαίωσε πως +δεν θέλει της μιλήσει πλέον περί ταύτης της υπανδρείας. Ετούτο δεν +φθάνει, απεκρίθη η βασιλοπούλα, απεφάσισα διά να αποθάνω, οπόταν δεν +μου ήθελες κάμει εκείνα, που έχω διά να σου ειπώ, με όρκον, που να +μη με παρακούσης. Ο βασιλεύς της έταξε, και έκαμε και φοβερόν όρκον +διά να την υπακούση εις ότι του ήθελεν ειπεί. Τότε η βασιλοπούλα +λέγει· θέλω να στείλης παντού ορισμόν με διαλαλητάδες που να +κηρύξουν ότι όλα τα βασιλόπουλα που θέλουν με ζητήσει, κανένα να μη +με στεφανωθή, αν πρώτον δεν μου ήθελε διαλύση τα αινίγματα ή απορίας +που έχω να του προβάλλω έμπροσθεν εις τους διδασκάλους και σοφούς +και αν μου αποκριθή σωστά, και μου τα διαλύση, θέλω του είμαι +γυναίκα· ειδέ μη και δεν ημπορέσει να αποκριθή και να τα διαλύση, να +του κόπτεται το κεφάλι εις την αυλήν του παλατίου σου. </p> + +<p>Ο βασιλεύς εμετανόησε που έκαμε τον όρκον επειδή και ήτον πολλά +σκληρόν το ζήτημά της· μα στοχαζόμενος που κανείς δεν ήθελε βάλλει +την ζωήν του εις ένα τέτοιον κίνδυνον, την εβεβαίωσε πως θέλει την +υπακούσει, και εν τω άμα έστειλε διαλαλητάδες διά να κηρύξουν αυτό +το πρόσταγμα. Και η βασιλοπούλα βλέποντας ότι έγινε το θέλημά της, +εξανάλαβε την υγείαν της εις ολίγον καιρόν. </p> + +<p>Ως τόσον η φήμη της ωραιότητός της, και η διαλάλησις του +βασιλέως, ετράβηξε πολλά βασιλόπουλα από διάφορα μέρη εις το Πεκίνο· +τα οποία έχοντας κάθε ένα καλήν γνώμην εις το ίδιόν τους πνεύμα, ότι +θα διαλύσουν τες απορίες της βασιλοπούλας, έτρεχαν ωσάν οι τυφλοί +εις τον θάνατον, μην ημπορώντας κανείς να διαλύση κανένα από τα +αινίγματά της, και κάθε ολίγον δεν ηκούετο άλλον παρά θάνατος των +βασιλοπούλων· και εκείνο που θλίβει τον λαόν σήμερον, είνε ο θάνατος +ενός βασιλοπούλου νέου, που απόψε έχει να ακολουθήση, το οποίον διά +κακήν του τύχην ήλθεν εδώ. Ο Καλάφ έστεκε πολλά επιμελής διά να +ακούση τα όσα η γραία του εδιηγούνταν, και της είπε. Μου φαίνεται, +μητέρα μου, πολλά δύσκολον, ότι η βασιλοπούλα θα είναι τόσον σκληρή +και θα χαίρεται τον θάνατον τόσων βασιλοπούλων νέων· και το +περισσότερον που αυτά τα βασιλόπουλα είναι τόσον άφρονα, να υπάγουν +να κινδυνεύουν την ζωήν τους εις τέτοιον τρόπον, μη παίρνοντας +παράδειγμα ο ένας από τον άλλον. </p> + +<p>Αυθέντη, είπεν η γραία, πίστευσε εις τα όσα σου λέγω, διατί η +άκρα ωραιότης της Βασιλοπούλας είναι τόση, που όστις την ιδή +εβγαίνει από τον εαυτόν του και δεν στοχάζεται τον θάνατον διά το +ουδέν. Και πως αυτά τα αινίγματα, απεκρίθη ο Καλάφ, είναι τόσον +σκοτεινά, που να μην είναι κανείς να τα εξηγήση, ετούτο είναι πολύ, +δεν το πιστεύω. Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εδιηγούνταν, ήλθε +νύκτα, και ακούουν τόσα τύμπανα της δικαιοσύνης, που ελαλούσαν εις +όλην την χώραν. Ο Καλάφ ερώτησε τι θέλει να ειπούν αυτά τα λαλήματα· +και η γραία του είπεν, ότι αυτά έδιδαν είδησιν του λαού, ότι έμελλε +να θανατώσουν το δυστυχισμένον βασιλόπουλον που σου εδιηγήθηκα, +επειδή και δεν εδιάλυσε τα αινίγματα της βασιλοπούλας. Ο Καλάφ +περίεργος διά να ιδή ένα τέτοιον θάνατον, εβγήκεν από το σπήτι του, +και υπήγεν εις την αυλήν του βασιλέως, εκεί που έμελλον να +θανατώσουν το βασιλόπουλον. </p> + +<p>Αυτός είδεν εις τήνε μέσην ένα κρεβάτι υψηλόν, εις το οποίον ήτον +το βασιλόπουλον που ανέμενε τον θάνατον και ύστερα από τόσες +παράταξες, και φωτοχυσίες, και άλλα, ανέβη ο τζελάλης και του έκοψε +το κεφάλι· έπειτα υπήγαν τέσσαρες ιερείς Κινέζοι, και του εσήκωσαν +το κορμί με μεγάλην παρρησίαν, να το θάψουν εκεί που είχαν θαμμένα +και τα άλλα βασιλόπουλα. Ο Καλάφ έμεινεν εκστατικός εις ένα τέτοιον +θέαμα, και εβλασφημούσε κατά πολλά την ωμότητα της βασιλοπούλας, και +έλεγε με τον εαυτόν του· όσον και αν ήθελεν ήτον ωραία, διά την +σκληρότητά της μόνον πρέπει να την βδελύττεται καθένας, και όχι να +πιάση αγάπην δι' αυτήν, και να κινδυνεύση εις τέτοιον τρόπον την +ζωήν του. Εκεί που αυτός εστοχάζετο αυτά, βλέπει κοντά του ένα +άνθρωπον που έκλαιγε πικρώς. Ο Καλάφ τον ερωτά μήπως το βασιλόπουλο +ήτον γνώριμόν του. </p> + +<p>Α, κύριε, απεκρίθη εκείνος, έτσι να μη το είχα γνωρίση. Εγώ είμαι +ο λαλάς του, που το ανάθρεψα με τα χέρια μου, και ήλπιζα, να το ιδώ +εις τον θρόνον του πατρός του, και τώρα η κακή μου τύχη με έφερε να +το ιδώ εις τέτοιον τρόπον θανατωμένον. Α, κατηραμένε ζωγράφε, +ακολούθησε να λέγη, που η κακή τύχη σε έφερεν εις το βασίλειόν του, +και του έδειξες την εικόνα ετούτης της σκληρόκαρδης, από την οποίαν +ευθύς που είδε την ωραιότητά της, ετρώθη εις την καρδίαν, και +αποφάσισε να έλθη να θυσιαστή με τούτον τον τρόπον, με όλα τα +εμπόδια που επάσχισεν ο πατέρας του να του κάμη. Ετούτη η κατηραμένη +εικόνα είνε η αιτία της θυσίας του· και ούτω λέγοντας έβγαλε την +εικόνα της που την είχεν αυτός, και την έρριξε κατά γης με θυμόν, +έπειτα εμίσευσεν· </p> + +<p>Ο Καλάφ επήρε την εικόνα της βασιλοπούλας που ήτον κατά γης, διά +να την θεωρήση την ερχομένην ημέραν, επειδή τότε ήτον νύκτα. Ευθύς +που εφάνη η ημέρα ο Καλάφ άνοιξε το κουτί όπου ήταν εκείνη η εικόνα· +μα εστάθη συλλογισμένος πριν να την θεωρήση. Τι μέλλει να κάμω, +εφώναξε, χρεωστώ να παρουσιάσω εις τους οφθαλμούς μου ένα +υποκείμενον τόσον κινδυνώδες; στοχάσου, ω Καλάφ, στοχάσου τα +αποτελέσματα τα θλιβερά που αυτή επροξένησε, και προξενεί. Μη +κυττάξης αυτήν την ζωγραφιάν, αντιστάσου εις την θέλησίν σου, που σε +βιάζει, διά να μη σου συμβή και εσένα κανένα κακόν αποτέλεσμα. Μα τι +λέγω, μία εικόνα μέλλει να με φοβίση τόσον; αν μέλλω να αγαπήσω την +βασιλοπούλαν, πρέπει να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν, το οποίον +δεν θέλω το αποφύγει· μα μίαν εικόνα ημπορεί τινάς να την θεωρήση +αδιαφόρως· ήθελα είμαι πολλά αδύνατος, ώστε η θεωρία διαφόρων +χρωμάτων να μου σαλεύση τον νουν· ας μη φοβηθώ το λοιπόν· ας θεωρήσω +αδιαφόρως ετούτην την φθοροποιάν μορφήν, να ιδώ αν έχη τόσην +ενέργειαν, που να μου συγχίση τον νουν μου τον σταθερόν. Έτσι +τάζοντας ο Καλάφ να θεωρήση την εικόνα με σταθερότητα, χωρίς να τον +συγχίση με κανένα τρόπον, άρχισε να την θεωρή· την κυττάζει, την +εξετάζει, στοχάζεται την ωραιότητα του προσώπου, την τελειότητα της +μορφής της, την ζωντανωσύνην των οφθαλμών της, το στόμα, τα μάγουλα +και τα λοιπά, εξαισίως τέλεια, και ωραία. Και αφού καταλεπτώς τα +εθεώρησε μένει θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν γλυκείαν και ωραίαν +μορφήν και με όλον που την εκύτταξε με κάποιαν αντίρρησιν, έμεινε +τέλος πάντων λαβωμένος από την ευμορφιάν της. </p> + +<p>Μία σύγχυσις αιφνίδια τον περιπλέκει χωρίς να την απεικάση· τι +φλόγα λέγει έξαφνος με καίει; ποίαν σύγχυσιν προξενεί εις τες +αίσθησές μου ετούτη η εικόνα. Δίκαιε Ουρανέ, είνε τούτη η τύχη όλων +εκείνων που εθεώρησαν ετούτην την ζωγραφιάν, να αγαπήσουν την +απάνθρωπον, και σκληρόκαρδον βασιλοπούλαν που παρασταίνει; αλλοί εις +εμέ· γροικώ αρκετά ότι αυτή κάνει και εις εμέ εκείνο το ίδιον που +έκαμε και εις το βασιλόπουλον που την είχε· ποία μεταλλαγή είνε +τούτη, ω μεγάλε Θεέ; Εγώ ολίγον εμπροσθήτερα δεν εκαταλάμβανα πώς +ημπορούσε να δοθή μία ζωγραφιά να κάμη τέτοιον αποτέλεσμα, και να +πηγαίνουν ωσάν τυφλοί να θανατώνωνται, και τώρα να μη βλέπω πράγμα +που να μου φοβερίζη τον θάνατον; όχι, βασίλισσα απαρομοίαστη, +ακολούθησεν αυτός θεωρώντάς με βλέμμα γλυκύ την εικόνα, κανένα +εμπόδιον δεν με κρατεί· εγώ σε αγαπώ με όλον που είσαι σκληρή, και +αποφασίζω ετούτην την ώραν ή να σε κερδίσω, ή να αποθάνω και εγώ διά +την αγάπην σου μαζί με τους άλλους. Και ούτω λέγοντας, αποφάσισε διά +να υπάγη να παρουσιασθή εις τον βασιλέα της Κίνας, τον πατέρα της, +διά να ζητήση θέλημα να φιλονεικήση με την θυγατέρα του. </p> + +<p>Τότε ο Καλάφ ενδυνόμενος με λαμπρά φορέματα, και καπνιζόμενος με +ευωδιαστικά αρώματα εφαίνετο ωραιότερος από τον ήλιον, και ούτω +στολισμένος έφθασεν εις την αυλήν του Βασιλέως. Ένας Οφφικιάλος +βασιλικός βλέποντάς τον ότι ήτον ξένος, τον ηρώτησε, τι γυρεύει εις +εκείνην την αυλήν. Εγώ είμαι ένα Βασιλόπουλον ξένον, του απεκρίθη ο +Καλάφ, και έρχομαι να παρουσιασθώ εις τον Βασιλέα διά να αποκριθώ +εις τα αινίγματα της βασιλοπούλας θυγατρός του. Ο Οφφκιάλος εις +τέτοιαν ομιλίαν κυττάζοντάς τον με έκστασιν του είπε· Βασιλόπουλον, +ηξεύρεις εσύ πως εδώ έρχεσαι να ζητήσης τον θάνατον; εσύ ήθελες +κάμει καλύτερα να σταθής εις τον τόπον σου, παρά που αποφάσισες να +έλθης να χάσης την ζωήν σου. Γύρισε οπίσω, σε συμβουλεύω, και μη +πλανάσαι από μίαν ματαίαν ελπίδα, να αποκτήσης την σκληράν +βασιλοπούλαν Τουρανδότην, επειδή με τα δυσκολώτατα αινίγματά της +θέλει σε στείλει εις τον θάνατον. Εγώ σε ευχαριστώ, απεκρίθη ο +Καλάφ, διά την καλήν σου συμβουλήν, μα εγώ ηξεύρω πως δεν ήλθα εδώ, +διά να ξαναγυρίσω οπίσω. Σύρε το λοιπόν εις τον θάνατον, του +απεκρίθη ο Οφφικιάλλος με θυμόν, επειδή και δεν ακούεις το συμφέρον +σου· και ούτω τον άφησε και εμπήκεν εις το παλάτι. Και εκεί που +έμβαινεν άκουεν άλλους να λέγουν, πόσον ωραίον είνε τούτο το +βασιλόπουλον, και αμαρτία είνε να αποθάνη έτσι αδίκως. </p> + +<p>Τέλος πάντων ο Καλάφ έφθασεν εκεί που ο Βασιλεύς έστεκε και έδιδε +ακρόασιν του λαού. Αυτός έστεκεν εις υψηλόν θρόνον καμωμένον εις +μορφήν Δράκου, εγκοσμημένον με πολύτιμες πέτρες, και είχεν ολόγυρα +του θρόνου του πολλούς φύλακας με τα σπαθιά γυμνά εις τα χέρια· ο +οποίος βλέποντάς τον Καλάφ έστειλεν ένα του φύλακα διά να τον +εξετάξη το τι είνε ο ερχομός του εκεί. Ο Καλάφ του εφανέρωσε την +γνώμην του, λέγοντάς του, ειπέ του Βασιλέως πως είμαι ένα +βασιλόπουλο ξένον, και πως ήλθα διά να λάβω την τιμήν να γίνω +γαμβρός του. Ο Αλτούν Χαν, βασιλεύς της Κίνας, ευθύς που ήκουσε την +αιτίαν του ερχομού του, άλλαξε η όψις του και έμεινεν ωσάν νεκρός· +και αφού εσυνήλθεν, εκατέβη από τον θρόνον του, και επλησίασεν εις +τον Καλάφ λέγοντάς του· νέε τολμηρέ, ηξεύρεις εσύ, του είπε, την +σκληράν απόφασίν μου, και το δυστυχισμένον αποτέλεσμα όσων έως την +σήμερον ηθέλησαν να σταθούν πεισματικώς εις το να θελήσουν να λάβουν +την βασιλοπούλαν θυγατέρα μου; Ναι, βασιλέα, απεκρίθη ο Καλάφ, +γνωρίζω όλον τον κίνδυνον, εις τον οποίον βάνομαι, και οι οφθαλμοί +μου είνε μάρτυρες εις εκείνον τον θάνατον, που έδωσες εχθές του +άλλου βασιλοπούλου, μα εγώ ελπίζω να διαλύσω τα ζητήματα της +θυγατρός σου και να μη κινδυνεύσω ωσάν οι άλλοι. </p> + +<p>Τότε ο βασιλεύς άρχισε να τον μιλή με κάθε γλυκύτητα, και με κάθε +λογής τρόπον διά να τον αποκόψη από τοιαύτην απόφασιν, επειδή και +του εκακοφαίνονταν να χαθή ένας τέτοιος ωραίος και ευγενής νέος, που +κατά αλήθειαν ήτον· μα όλα τα λόγια του δεν έπιασαν κανένα τόπον. +Τότε ο βασιλεύς βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον +απέστειλε λέγοντάς του· σύρε εις την κατοικίαν σου, στοχάσου +καταλεπτώς τον κίνδυνον της ζωής σου, συμβουλεύσου με τους φίλους +σου, και αύριον έλα εδώ με άλλην απόφασιν. Ο Καλάφ εβγήκε πολλά +θλιμμένος, που δεν έλαβε το ποθούμενον εκείνην την ημέραν. Όμως το +ταχύ της άλλης ημέρας εστάθη ο πρώτος που επαρουσιάσθη εις τον +βασιλέα με την αυτήν γνώμην. Ο βασιλεύς βλέποντάς τον πάλιν εις την +αυτήν γνώμην, και μη ημπορώντας να τον κάμη να την αλλάξη με νέες +παρακίνησες, απεφάσισε με μεγάλην του θλίψιν την ερχομένην ημέραν να +γένη η συνάθροισις η συνειθισμένη από τους σοφούς και διδασκάλους +της Κίνας, που έμπροσθεν εις αυτουνούς έμελλε να γένουν τα +αινίγματα, διά να αποφασίσουν αν οι διάλυσες γίνωνται σωστές ή όχι. +</p> + +<p>Ως τόσον ο Καλάφ γυριζόμενος εις το σπήτι του εμπήκεν εις +διαφόρους λογισμούς, στοχαζόμενος τες νουθεσίες που του έγιναν από +τον βασιλέα και από τους άλλους διά να μην έμβη εις τέτοιον +κίνδυνον· μα τέλος πάντων ενικήθη από τον έρωτα που τον είχε λαβώση, +ή να αποθάνη ή να θριαμβεύση, με το να εθαρρεύονταν εις την +πολυμάθειαν που και αυτός είχεν εις κάθε λογής επιστήμην. Και ούτω +το ταχύ εσηκώθη και εμετάλθεν εις τον βασιλέα. Ο Βασιλεύς βλέποντάς +τον επρόσταξε με θλίψιν πολλήν διά να γένη η συνάθροισις. Και αφού +εσυνάχθησαν όλοι οι Σοφοί και οι Διδάσκαλοι εις το ντιβάνι, που +έμελλε να γένη η διάλεξις, ο βασιλεύς επήγε μοναχός του, και έβγαλε +την βασιλοπούλαν την θυγατέρα του έχουσαν σκεπασμένον το πρόσωπόν +της, και την έφερεν εις την μέσην του ντιβανίου που ήσαν δύο χρυσοί +θρόνοι, εις τους οποίους ανέβηκαν εις τον έναν ο βασιλεύς και εις +τον άλλον η θυγατέρα του. Εις τα πλευρά των θρόνων έστεκαν οι +σωματοφύλακες του βασιλέως με σπαθιά γυμνά εις τα χέρια, και δύο +σκλάβες πολλά ωραίες έστεκαν κοντά εις τον θρόνον της βασιλοπούλας. +</p> + +<p>Έπειτα από το κάθισμα αυτών, εκάθισαν και οι άλλοι, καθένας εις +τον τόπον του με τα κεφάλια σκυπτά, έξω από τον Καλάφ που εγύριζεν +εις κάθε μέρος το βλέμμα του χωρίς κανένα φόβον, και το περισσότερον +προς την βασιλοπούλαν, στοχαζόμενος το μεγαλοπρεπέστατόν της +φέρσιμον. </p> + +<p>Τότε ο βασιλεύς γυρίζει προς την θυγατέρα του και λέγει· εις +εσένα στέκει, αγαπημένη μου θυγατέρα, να μιλήσης· πρόβαλε εις τούτο +το νέον βασιλόπουλον τα αινίγματά σου που έχεις ετοιμασμένα, και +παρακαλώ τον Ουρανόν να δώση να τα διαλύση διά να μη χαθή ένας +τέτοιος νέος, διότι είναι αμαρτία. Η βασιλοπούλα εις τούτα τα λόγια +είπε· κράζω εις μαρτυρίαν τον Ουρανόν, ότι δεν βλέπω παρά με μεγάλην +μου θλίψιν να αποθαίνουν τόσα βασιλόπουλα. Μα διατί να είναι τόσον +ισχυρόγνωμα εις το να θελήσουν να με απολαύσουν; διατί δεν με +αφίνουν εις την ησυχίαν μου, μόνον έρχονται να μου συγχίσουν την +ανάπαυσιν; Εγώ αυτό το εγύρεψα διά να μη τολμήση κανείς να με +γυρεύση διά γυναίκα του με το να μην έχω επιθυμίαν διά να +υπανδρευθώ· μα σαν αυτοί θέλουν να βάνουν την ζωήν τους εις τέτοιον +κίνδυνον, εγώ δεν έχω το φταίξιμον. Ήξευρε το λοιπόν, ω νέε τολμηρέ, +ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς τον Καλάφ, ότι εσύ δεν θέλεις έχει +δίκαιον να με ονειδίσης και να με ονομάσης σκληρόκαρδον, οπόταν εις +ομοίωσιν των άλλων παρομοίων σου θέλει σου τύχει να υποφέρης σκληρόν +θάνατον. Εσύ μόνος είσαι η αιτία του θανάτου σου, επειδή εγώ δεν σε +υποχρεώνω να έλθης διά να με ζητήσης διά γυναίκα σου. </p> + +<p>Ωραιοτάτη μου βασίλισσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον Καλάφ, εγώ +ηξεύρω καλώτατα όλον εκείνο που ημπορεί να ειπής επάνω εις ετούτην +την υπόθεσιν. Πρόβαλε, αν ορίζης, τα αινίγματά σου, και εγώ θέλω +κάμει το δυνατόν διά να εύρω την διάλυσιν. Ας είναι απεκρίθη η +Τουρανδότη. «Πες μου ποίον είναι εκείνο το πλάσμα, το οποίον είναι +εις κάθε τόπον φίλος όλου του κόσμου, και που δεν ημπορεί να υποφέρη +το όμοιόν του»; Βασίλισσά μου, απεκρίθη ο Καλάφ, αφού και εστοχάσθη +ολίγον, αυτός είνε ο Ήλιος· βέβαια εφώναξαν με μεγάλην χαράν, και +αλαλαγμόν οι Σοφοί, αυτός είνε ο Ήλιος· «Ποία είνε η μητέρα, +εξαναείπεν η Τουρανδότη, η οποία αφού και δώσει εις το φως τα παιδιά +της, τα καταπίνει όλα οπόταν γένουν μεγάλα;» Αυτή είνε η θάλασσα, +απεκρίθη το βασιλόπουλον επειδή και οι ποταμοί που πηγαίνουν, και +αδειάζονται εις την θάλασσαν έχουν την αρχήν τους από αυτήν. +Επαίνεσαν πάλιν οι Σοφοί με τον ίδιον τρόπον και αυτήν την διάλυσιν. +</p> + +<p>Η βασιλοπούλα Τουρανδότη, βλέποντας ότι ο Καλάφ διαλύει με +ευκολίαν τα αινίγματά της, εθυμώθη και απεφάσισε να μην αφήση κανένα +μέσον που να τον κάμη να χαθή. «Ποίον είνε εκείνο το δένδρον, του +είπε, του οποίου όλα τα φύλλα είνε από την μίαν μεριάν μαύρα και από +την άλλην άσπρα;» και λέγοντας αυτά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, διά +να τον κάμη με την ωραιοτάτην της μορφήν να συγχυσθή και να μην +αποκριθή εις το προκείμενον, και με αυτόν τον τρόπον να τον κάμη να +χαθή. Ο αγαπητικός της Καλάφ εις την θεωρίαν εκείνης της ηλιακής +μορφής της βασιλοπούλας, αντίς να αποκριθή εις το αίνιγμα, έμεινε +βουβός και ακίνητος. Όλον το Ντιβάνι ευθύς εμβήκεν εις ένα μεγάλον +φόβον, επειδή και όλοι επιθυμούσαν την νίκην του Καλάφ. Ο ίδιος ο +Βασιλεύς έγινεν αχνός ωσάν το κερί, και επίστευεν ότι ο Καλάφ θα ήτο +εις κακήν στάσιν και έμελλε να χαθή. Μα ο Καλάφ ερχόμενος εις τον +εαυτόν του από την αντράλωσιν, που του είχεν αιφνιδίως προξενήση η +ωραιότης της βασιλοπούλας, εξαναθάρρυνε το Ντιβάνι που ήτον +φοβισμένον, και ξαναπιάνοντάς την ομιλίαν είπεν. </p> + +<p>Ωραιοτάτη βασιλοπούλα, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης, αν έμεινα +διά καμπόσον εις σιωπήν· ελογίαζα ότι θα είχα ιδή έν από εκείνα τα +ουράνια κορίτσια που είνε ετοιμασμένα διά τους πιστούς Μουσουλμάνους +εις τον Παράδεισον· δεν ημπόρεσα να θεωρήσω τόσα κάλλη χωρίς μεγάλην +μου αντράλωσιν· λάβε την καλωσύνην να ξαναειπής το αίνιγμα που μου +επρόβαλες, διατί δεν το ενθυμούμαι πλέον, επειδή και η θεωρία σου με +έκαμε να το αλησμονήσω. Εγώ σε ερώτησα, είπεν η Τουρανδότη, ποίον +είνε εκείνο το δένδρον που τα φύλλα του είνε από το ένα μέρος μαύρα, +και από το άλλο άσπρα. Ετούτο το δένδρον, απεκρίθη ο Καλάφ, είνε ο +χρόνος, ο οποίος είνε συνθεμένος από ημέρες και νύκτες. Ετούτη η +απόκρισις εφάνη παρομοίως επαινετή εις όλους του Ντιβανιού, και +έλεγαν ότι αυτή είνε αληθινή διάλυσις και έδιδαν χιλίους επαίνους +εις τον Καλάφ. Τότε ο Αλτούν Χαν λέγει της θυγατρός του, τώρα, ω +θυγατέρα μου, πρέπει να ομολογηθής νικημένη, και να κλίνης εις το να +στεφανωθής τον νικητήν σου· οι άλλοι δεν ημπόρεσαν να αποκριθούν +ούτε εις ένα από τα αινίγματά σου, και τούτος σου τα εξηγεί όλα. +Αυτός δεν έχει λάβει ακόμη την νίκην, απεκρίθη η βασιλοπούλα, +ξανασκεπάζοντας το πρόσωπόν της διά να κρύψη την σύγχυσίν της και τα +δάκρυά της που έμεινε νικημένη. Έχω να του προβάλλω και άλλα +αινίγματα ακόμη, το οποίον θέλω το κάμει αύριον. </p> + +<p>Ω ετούτο δεν θέλω το γροικήσει, απεκρίθη ο βασιλεύς· εσύ έμεινες +νικημένη από τούτον τον χαριέστατον νέον, ενώπιον τούτου του +μεγαλοπρεπούς Ντιβανίου· δος λοιπόν το χέρι σου διά να γένη νυμφίος +σου και μη φαίνεσαι πλέον σκληρή· ενθυμήσου το τι μου έταξες, πως +όποιος ευρεθή να διαλύση τα αινίγματά σου, αυτός θα είνε χωρίς άλλην +πρόφασιν νυμφίος σου· εγώ επάνω εις τον λόγον σου έκαμα την σκληράν +απόφασιν που έως τώρα ηκολούθησα· όμως απ' εδώ και εμπρός μη +στοχασθής πως θα σταθώ εις την απόφασίν μου, επειδή εβγήκα από το +χρέος του όρκου μου. Απ' αυτά και άλλα παρόμοια εκατανύχθη η καρδιά +της βασιλοπούλας, και μάλιστα που ευρέθη νικημένη, και μην +ημπορώντας πλέον να κάμη αλλιώς, εγύρισε προς τον Καλάφ και είπεν. Α +σκληρέ Καλάφ, ποίος σου είπε να έλθης εδώ να συγχύσης την ανάπαυσίν +μου; ποίος εστάθη εκείνος που σε ηνάγκασε να έλθης να υποχρεώσης με +την άκραν σου χάριν, με την πολλήν σου σταθερότητα να ρίξω την +αγάπην μου εις εσένα, που ακόμη δεν ήξευρα τι ήθελε ειπή αγάπη προς +άνθρωπον, και τώρα να γροικώ μίαν μεγάλην κλίσιν δι' εσένα; Η αγάπη +λοιπόν του Βασιλέως πατρός μου, που δείχνει δι' εσένα, και οι +μεγάλες χάρες που έχεις, με κάνουν να αποφασίσω διά να σε δεχθώ διά +νυμφίον μου, διατί άλλος δεν είναι που να σε ομοιάση. </p> + +<p>Εις ετούτα τα λόγια όλον το Ντιβάνι ηχολόγησεν από χίλιες χαρές +των παρεστηκότων, διά την απόφασιν της βασιλοπούλας, και διά την +ευτυχίαν του Καλάφ που εγλύτωσε τον θάνατον, και ηξιώθη διά να λάβη +εκείνην που επιθύμησαν πολλοί, και δεν την απόλαυσαν, αλλά έχασαν +την ζωήν τους. Ο Βασιλεύς εκατέβη από το θρονί του και αγκάλιασε την +θυγατέρα του που του έδωκε τέτοιαν χαράν, έπειτα έπιασε και εφίλησε +και τον Καλάφ, και εν τω άμα τον εκήρυξε γαμβρόν του, και μετά +μεγάλης χαράς ελύθη το Ντιβάνι, και εμίσευσαν όλοι μετά μεγάλης +αγαλλιάσεως. Ο δε βασιλεύς παίρνοντάς την θυγατέρα του και τον Καλάφ +από τα χέρια τους έφερε μέσα εις το σαράγι του, και έκαμε μεγάλες +δεξίωσες του Καλάφ, και συμπόσιον μέγα, και ευφράνθηκαν υπερβολικώς +όλην εκείνην την ημέραν, έως την μισήν νύκτα. Την δ' ερχομένην +ημέραν ο βασιλιάς της Κίνας επρόσταξε διά να γενούν ετοιμασίες διά +τους γάμους του Καλάφ με την βασιλοπούλαν, και όντας όλα έτοιμα +έκαμε τους γάμους με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν, και με άπειρες χαρές, +και παιγνίδια διά ένα μήνα ολόκληρον. Και παύοντας οι γάμοι, ο Καλάφ +επαρακάλεσε τον βασιλέα της Κίνας, διά να στείλη να φέρουν τον +πατέρα του και την μητέρα του, που ήτον εις το βασίλειον της φυλής +της Μπρέλας· οι οποίοι και εις ολίγον καιρόν έφθασαν εκεί, και +εχάρηκαν την μεγάλην ευτυχίαν του υιού τους. Και ο βασιλεύς της +Κίνας έκαμε και τους εξαναστερέωσεν εις τον θρόνον τους, στέλνοντας +φοβερισμούς εις Κασμίρην, πως αν δεν τους ήθελε δώσει τον θρόνον +τους ήθελε του κηρυχθή εχθρός θανάσιμος· και με τούτον τον τρόπον +τους ελευθέρωσε το βασίλειόν τους, και τους απέστειλεν εκεί μετά +μεγάλης τιμής, και με μερικόν στράτευμα. Και ο Καλάφ αφού εστάθη +τρεις χρόνους εις το βασίλειον της Κίνας, μαζί με την αγαπημένην του +Τουρανδότην, μανθάνοντας τον θάνατον του πατρός του, εμίσευσεν από +εκεί μαζί με την γυναίκα του και δύο παιδιά που είχε κάμει εις αυτό +το αναμεταξύ, και επήγεν εις την Νογαϊδά, και ανέβη εις τον θρόνον +του πατρός του, και εβασίλευσε διά πολλούς χρόνους, και απέρασε μίαν +ζωήν ευτυχισμένην και ασύγχυστην, και πάντα κατά πολλά αγαπημένα με +την περιπόθητήν του γυναίκα, που με κίνδυνον μέγαν της ζωής του την +απόκτησεν. </p> + +<p>Εδώ ετελείωσεν η Χαλιμά την ιστορίαν της, την οποίαν ηύρεν ο +βασιλεύς Αϊδήν πολλά περίεργον και νόστιμην, και πάλιν άρχισε να την +επαινή, και να της κάνη νέα χαρίσματα μεγάλης τιμής άξια, ανάμεσα +εις τα οποία της εχάρισεν ένα διαμάντι μεγάλον ωσάν αυγό χήνας, +δεμένον ολόγυρα με χρυσάφι, και ένα καρβούνι ομοίας μεγαλειότητος, +το οποίον την νύκτα έλαμπε πολλά περισσότερον από ένα λαμπρόν φως. +Ομοίως έκαμε και της Μεδινάς διάφορα χαρίσματα πολύτιμα. Και +μένοντας κατά πολλά ευχαριστημένη η Χαλιμά διά τα χαρίσματα που ο +Αϊδήν της έκαμε, τόσον αυτής, όσον και της αδελφής της, λέγει του· +έχω μεγάλην ευχαρίστησιν, ω βασιλεύ μου, βλέποντας ότι όλας τας +ιστορίας που εγώ έως τώρα σου εδιηγήθηκα, έτυχαν της γνώμης σου, και +της κλίσεως σου, ελπίζω όμως ότι μία άλλη ιστορία που έχω να +διηγηθώ, θέλει υπερβή όλας τας απερασμένας τόσον εις το μάκρος της +διηγήσεως, ωσάν και εις τα διάφορα περιστατικά που περιέχει· αυτή η +ιστορία είνε εκείνου του θαυμαστού βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου, και του +Βεζύρη του του μελαγχολικού, η οποία φανερώνει ότι ουδένας εις +τούτον τον κόσμον ημπορεί να είναι τελείως ευτυχισμένος, και που να +μην ευρίσκεται χωρίς θλίψιν και πίκραν που να τον συγχίζη· διά τούτο +αυτή θέλει υπάγη εις μάκρος περισσότερον από τας άλλας εις την +οποίαν θέλουν περικλεισθή διάφορες άλλες ιστορίες πολλά περίεργες +και παραδειγματικές. Όθεν σε παρακαλώ να μη βαρεθής να την +ακροασθής, διατί σε βεβαιώνω πως θέλεις εύρει μέσα εις αυτήν πολλήν +ευχαρίστησιν μα επειδή και διά την ώραν μην όντας καιρός αρμόδιος να +την αρχίσω, την μετατρέπω διά την ερχομένην ημέραν. Η γνώμη της +Χαλιμάς ήρεσε κατά πολλά του Αϊδήν, και έτσι εσηκώθη και υπήγε κατά +την συνήθειαν εις το Ντιβάνι του. Την ερχομένην ημέραν έρχεται η +Μεδινά, και την ξυπνά λέγοντάς της, σηκώσου, αγαπημένη μου αδελφή, +να διηγηθής την ιστορίαν που έταξες την απερασμένην ημέραν, διότι +έχω πολλήν περιέργειαν διά να την ακούσω, επειδή και καταλαμβάνω ότι +θέλει είναι πολλά ωραία. Η δε Χαλιμά σηκωθείσα, ευθύς άρχισε να την +διηγηθή, καθώς θέλετε ακούσει. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του βασιλέως +Βεδρεδήν Λώλου και του Βεζύρη του.</h4> + +<p> +<br /> +Ο Βεδρεδήν Λώλος, Βασιλεύς της Δαμασκού, είχε διά Βεζύρην του +άνθρωπον πολλά φρόνιμον, και εμπιστευμένον· αυτός ωνομάζετο Ταλμούχ, +και είχεν άκρον ζήλον διά την δούλευσιν του Βασιλέως του, και τον +είχεν ως το δεξιόν του μάτι. Ο λαός όλος ευχαριστούντο κατά πολλά +διά την καλήν του κυβέρνησιν, και διά τα καλά του ήθη. Αυτόν τον +επωνόμασε Βεζύρην μελαγχολικόν, επειδή πάντοτε ήτον σκυθρωπός και +μελαγχολικός, και δεν εγελούσε ποτέ του με κανένα τρόπον. Μίαν +ημέραν ο Βασιλεύς του ωμιλούσε διά κάποια απόκρυφα, και διά ένα +συμβεβηκός εγελούσεν υπερβολικά, που κατά αλήθειαν ήτον άξιον να +γελά καθένας. Μα ο Βεζύρης τον άκουε με τόσην σοβαρότητα, που ο +βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος. Ταλμούχ, του λέγει, εσύ είσαι ένας +άνθρωπος παράξενος, που κανένα πράγμα δεν σε κάνει να γελάσης, αλλά +στέκεις έτσι σοβαρός και σκυθρωπός πάντα. Και είναι σχεδόν δέκα +χρόνοι, που είσαι εις την δούλευσίν μου, και ποτέ δεν σε είδα να +γελάσης· τι θέλει να ειπή τούτο, και από τι προέρχεται αυτή η +μελαγχολία σου; </p> + +<p>Βασιλέα μου, απεκρίθη ο Βεζύρης· η μεγαλειότης σου δεν πρέπει να +το θαυμάζης· καθένας έχει τα βάσανά του· δεν είναι άνθρωπος επάνω +εις την γην, που να μην είναι χωρίς θλίψιν και βάσανον. Η απόκρισίς +σου δεν είναι σωστή, απεκρίθη ο Βασιλεύς· αν του λόγου σου έχης +καμμίαν κρυφήν θλίψιν που να σε βασανίζη, από αυτό δεν ημπορείς να +ειπής ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι χωρίς βάσανον. Αυτό που +βεβαιώνω, ω βασιλέα μου εξαναπεκρίθη ο Ταλμούχ, ότι τέτοια είναι η +κατάστασις των απογόνων του Αδάμ· η καρδιά μας δεν ημπορεί να χαρή +ποτέ ένα καλόν τέλειον χωρίς να είνε συγκερασμένον και με το πικρόν, +και από λόγου σου ημπορείς να διακρίνης και τους άλλους. Η βασιλεία +σου, πες μου, είνε τέλεια ευχαριστημένη; Ω όσον δι' εμέ δεν ημπορώ +να είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βασιλεύς· έχω πολλούς εχθρούς, +φέρω το βάρος του βασιλείου, χίλιοι στοχασμοί μού διαμοιράζουν τον +νουν, και συγχίζουν την ανάπαυσιν της ζωής μου· μα είμαι βέβαιος ότι +είνε πολλοί άνθρωποι τελείως ευχαριστημένοι και χωρίς καμμίαν +θλίψιν. </p> + +<p>Ο βεζύρης Ταλμούχ, εδιαφέντευε πάντα εκείνα που είχεν ειπεί, με +τρόπον που ο βασιλεύς βλέποντάς τον σταθερόν εις την γνώμην του, του +είπεν. Αν δεν ευρίσκεται χωρίς βάσανον ή θλίψιν κανείς, όμως δεν +είνε κυριευμένος από τόσην σκυθρωπότητα και μελαγχολίαν ωσάν εσένα· +εσύ με κάνεις να λάβω μεγάλην περιέργειαν διά να μάθω το αίτιον της +μεγάλης σου θλίψεως· φανέρωσέ μου λοιπόν, σε εξορκίζω, τι είνε η +αφορμή που σου προξενεί αυτήν την μελαγχολίαν; θέλω σε υπακούσει, +Βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, και θέλω να σου ξεσκεπάσω την +αιτίαν της εσωτερικής μου λύπης, διηγούμενος την ιστορίαν της ζωής +μου. </p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του βεζύρ +Ταλμούχ, επονομαζομένου μελαγχολικού, και της +βασιλοπούλας Τζελίκας.</h4> + +<p> +<br /> +Εγώ είμαι μοναχός υιός ενός πλουσίου πραγματευτού τζοβαϊριστή από +το Μπαγδάτι. Ο πατέρας μου, που ωνομάζετο Αμπτουλά, τίποτε δεν +αψήφισε εις την ανατροφήν μου· με έκαμε να μάθω φιλοσοφίαν, +μαθηματικήν, τους νόμους, και άλλες πολλές επιστήμες, και μάλιστα +διάφορες γλώσσες. Και ωσάν έγινα εις νόμου ηλικίαν, μου άρεσε να +εξοδεύω χωρίς στοχασμόν. Ο πατέρας μου το απείκασε με μεγάλον του +πόνον· επάσχισε με τες φρόνιμές του συμβουλές να με αντικόψη, μα δεν +εκατώρθωσε τίποτε, διατί έλαβα μεγάλην κλίσιν εις την απολυμένην +ζωήν. Μίαν ημέραν που εσεργιανίζαμεν εις το περιβόλι του σπητιού μας +και που αυτές εβλασφημούσε κατά την συνήθειάν του τα κακά μου ήθη, +μου είπεν· ω υιέ μου, εγνώρισα έως εδώ ότι οι νουθεσίες μου δεν σ' +ωφελούν με κανένα τρόπον, μα θέλεις ελαφρωθή ογλήγορα από έναν, που +καθημερινώς σε ενοχλεί διά το καλόν σου· ο θάνατός μου δεν θέλει +είναι πολλά μακράν και ωσάν γέροντας που είμαι μέλλω να διαβώ εις +τον άλλον κόσμον, και θέλω σου αφήσει μεγάλα πλούτη, και κύτταξε +καλά να μη τα μεταχειρισθής εις κακοπραξίες· και αν από κακήν σου +γνώμην ήθελες αστόχαστα τα εξοδιάση να μην αφήσης που να προστρέξης +εις τούτο το δένδρον, που βλέπεις εις την μέσην τούτου του +περιβολιού· κρέμασε εις εκείνο το χονδρότερον κλωνάρι μίαν θηλιάν +θανατηφόρον διά να πνιγής, και με αυτό θέλεις ελευθερωθή από όλες +τες δυστυχίες που θέλουν σου συμβή. </p> + +<p>Τέλος πάντων αυτός απέθανεν ύστερον από ολίγον καιρόν. Και αφού +τον έθαψα με μεγάλην τιμήν, εκληρονόμησα τον πλούτον του όλον τον +οποίον τον ηύρα τόσον πλουσιοπάροχον, που τον εστοχάσθηκα πολλά +αρκετόν διά να ημπορέσω να κάμω τα κακά μου θελήματα· αυγάτισα ευθύς +τους σκλάβους μου, ετράβηξα προς του λόγου μου όλους τους ασώτους +νέους της χώρας· εκρατούσα ταύλαν ανοικτήν διά όποιον και αν +έρχονταν, και εδόθηκα εις κάθε λογής ασωτίαν εις τρόπον που από +ολίγον εις ολίγον χωρίς να απεικάσω, έφθειρα όλον εκείνο το πατρικόν +μου. Ευθύς έμεινα παραιτημένος από τους φίλους μου, και από όλους +τους δουλευτάδες μου. Τι θλιβερά μεταλλαγή της τύχης! η δύναμίς μου +ευρέθη ταπεινωμένη. Τότε εστοχάσθηκα τα υστερνά λόγια του πατρός +μου· μα ήτον πολλά αργά, που δικαίως μου ετύχαινε να έλθω εις +εκείνην την κατάστασιν, και έλεγα κτυπώντας την κεφαλήν μου· διατί +να μην ακούσω τες νουθεσίες του πατρός μου; διατί να κάμω τέτοια +πράγματα και να έλθω εις τέτοιαν κατάστασιν, να κατασταθώ παίγνιον +των συνομηλίκων μου; διατί να σταθώ τόσον άφρων και να μη τον +υπακούσω εις τα όσα μου είπε διά το καλόν μου; μα σαν δεν τον +υπήκουσα εις τα πρώτα του λόγια, θέλω τον υπακούσει εις την +υστερινήν απόφασιν που είπε· θέλω το λοιπόν να κάμω καθώς με +εδιέταξε, και να υπάγω να κρεμασθώ ετούτην την στιγμήν εις το +δένδρον που μου εδιώρισε· και έτσι ημπορώ να ελευθερωθώ από τα +βάσανα που μέλλουν να μου έλθουν. </p> + +<p>Έτσι λέγοντας επήρα μίαν θηλιάν και εμβήκα εις το περιβόλι μου, +επλησίασα εις το δένδρον που μου έδειξεν ο πατέρας μου, και μου +εφάνηκε πολλά αρκετόν εις την βουλήν μου. Έβαλα εις την ρίζαν τούτου +του δένδρου δύο πέτρες ψηλές, επάνω εις τες οποίες ανεβαίνοντας, +εσήκωσα τα χέριά μου διά να δέσω την θηλιάν εις εκείνο το χοντρόν +κλωνάρι, και δένοντάς την τήν επέρασα εις τον λαιμόν μου, αλείφοντάς +την καλά με σαπούνι διά να γλυστρήση να μην τυραννηθώ πολύ· έπειτα +ερρίχθηκα από τες πέτρες και έμεινα κρεμασμένος. Τον καιρόν που η +θηλιά έμελλε να κλείση διά να με πνίξη, σχίζεται το κλωνάρι από το +βάρος μου και πίπτει μαζί μου κατά γης. Έμεινα περίλυπος διά τον +κόπον που έκαμα ματαίως εις το να κρεμασθώ, μα θεωρώντας το κλωνάρι +που είχε τόσον κακά δουλέψη εις την απελπισίαν μου, βλέπω με +θαυμασμόν μου, ότι από εκεί που είχε ξεκοπή έβγαιναν κάποια +πετράδια, τρέχω και βλέπω ότι το κούφαλον του δένδρου ήτον γεμάτο, +από διάφορα πετράδια. Ευθύς παίρνω ένα τσεκούρι και το κόπτω από την +ρίζαν, και το ευρίσκω που ήτον γεμάτον από διαμάντια, ρομπίνια, +σμαράγδια, και άλλα πολύτιμα πετράδια. Έβγαλα τότε την θηλιάν που +είχα εις τον λαιμόν μου, και απέρασα από την απελπισίαν εις +μεγαλωτάτην χαροποίησιν. </p> + +<p>Αντί να ξαναδοθώ εις τες ξεφάντωσες ωσάν και πρώτα, απεφάσισα να +πιάσω την τέχνην του πατρός μου. Είχα πολλήν γνωριμίαν εις τα +πετράδια, και ημπορούσα να ελπίσω ότι η επιχείρησίς μου να μην υπάγη +κακά. Κάνω το λοιπόν συντροφιάν με άλλους δύο τζοβοϊτζήδες, που +εγνώριζαν τον πατέρα μου, με τους οποίους αποφασίσαμεν διά να +πηγαίνωμεν να πραγματεύσωμεν εις την Όρμαν, χώραν παραθαλάσσιον· +ηύραμεν ένα καράβι, και εμβαίνομεν εις αυτό, και αρχίσαμεν διά να +ταξειδεύσωμεν. Το ταξείδι μας εστάθη πολλά ευτυχισμένον από αέρα, +και αρμενίζαμεν με πολλήν χαροποίησιν, αλλά πριν να φθάσωμεν εις τον +ποθούμενον τόπον, οι σύντροφοι μου έκαμαν να γνωρισθούν πως δεν ήσαν +άνθρωποι τιμημένοι· επειδή και εκείνην την νύκτα που εμέλλαμεν να +φθάσωμεν εις τον λιμένα, έβγαλαν διάφορα κρασιά εκλεχτά που είχαν, +με τα οποία έκαμαν κάθε τρόπον και με εμέθυσαν. Και αφού με είδαν +πως έπεσα εις βαθύτατον ύπνον με εσήκωσαν και οι δύο και με έρριξαν +εις την θάλασσαν. Μα η θάλασσα όντας φουσκωμένη από αέρα, τα κύματα +ωσάν να ήσαν προσταγμένα, από τον Ουρανόν δεν με εκαταβύθισαν, αλλά +με έρριξαν εις την στερεάν υποκάτω εις μίαν ρίζαν ενός βουνού. +Βλέποντάς με εκεί ελεύθερον από τον κίνδυνον, εδόξασα τον Θεόν που +με εφύλαξε, και έμεινα εκεί το επίλοιπον της νυκτός. </p> + +<p>Φθάνοντας η ημέρα ανέβηκα με πολύν κόπον εις την κορυφήν του +βουνού, επειδή ήτον δύσβατον. Εσυναπάντησα εκεί πολλούς χωριάτες που +έβγαζαν κρυστάλλι από κάποια μεταλλία και το έφερναν υστερώτερα και +το επουλούσαν εις την Όρμαν. Αυτωνών εδιηγήθηκα την επιβουλήν που +μου έγινε, και τον κίνδυνον που επέρασα, και τους εφάνη τόσον +αυτωνών, ωσάν και εμένα, πως εστάθη θαύμα που εγλύτωσα. Εκείνοι οι +καλοί άνθρωποι έλαβαν σπλάχνος εις εμέ, και μου έδωσαν και έφαγα από +εκείνο που έτρωγαν, και υστερότερα με επήραν μαζί τους, και ύστερον +από μερικές ημέρες με έφεραν εις την Όρμαν, πόλιν μεγάλην, και +φθάνοντας εκεί, επήγα και κατέβηκα εις ένα χάνι, εις το οποίον ο +πρώτος που εσυναπάντησα εστάθη ένας από τους συντρόφους μου. Εκείνος +εφάνη πολλά θαυμασμένος εις το να ιδή άνθρωπον που επίστευε να +εδούλευσεν εις τροφήν των οψαριών. Έτρεξεν ευθύς διά να χαλέψη τον +σύντροφόν μας, και να του δώση είδησιν του ερχομού μου εκεί, και να +συμφωνήσουν την δεξίωσιν που έχουν να μου κάμουν· και ευθύς +εσυμφώνησαν τον τρόπον. Εγώ τους είδα υστερώτερα από ολίγον, τον ένα +ύστερα από τον άλλον, και ήλθαν εις την αυλήν που ήμουν, και +απέρασαν από εμπροστά μου, καμωνόμενοι πως δεν με γνωρίζουν. </p> + +<p>Ω άνομοι, τότε τους είπα· ο Ουρανός έκαμεν ανωφελή την κακήν σας +βουλήν· ζω ακόμη διά αισχύνην της βαρβαρότητός σας· επιστρέψατέ μου +τα διαμαντικά μου ευθύς, επειδή δεν θέλω να είμαι πλέον εις +συντροφιάν τέτοιων παρανόμων. Εις ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να +τους αντραλώσουν, έλαβαν την αγνωσίαν να αποκριθούν τοιούτης λογής· +ω κλέπτη, ω φονέα, ποίος είσαι εσύ, και από πού έρχεσαι; ποία +διαμάντια, ποίες πραγματείες έχομεν ημείς εδικές σου; Έτσι λέγοντας +άρχισαν να με δέρνουν, έπειτα βλέποντάς με πως ήθελα να τρέξω εις +του Κατή διά να τους εγκαλέσω, επρόλαβον τον καιρόν, και υπήγαν +αυτοί πρώτοι εις αυτόν, του οποίου έδωσαν να καταλάβη πολλά εναντίον +διά εμένα και έπειτα, διά να γένη πλέον ωφέλιμος προς αυτούς, τον +εδώρισαν διάφορα πετράδια, τα οποία λογιάζω να ήταν όλα από τα εδικά +μου. Ποίος είναι ο άνθρωπος αυτός που σας ενοχλεί; τους είπεν ο +Κατής· φέρετέ τον εδώ, και εγώ θέλω τον παιδεύσει. Αυθέντη, +απεκρίθησαν, ημείς δεν τον γνωρίζομεν, ούτε τον είδαμεν άλλην φοράν· +Εις αυτό το αναμεταξύ φθάνω και εγώ εις την αυλήν του Κατή. Τότε +αυτοί εφώναξαν βλέποντάς με· ιδού, ω αυθέντη, εκείνος ο άνομος +κλέπτης, ο οποίος λαμβάνει την τόλμην να παρουσιασθή εις την αυλήν +σου· Μεγάλε κριτά, σε παρακαλούμεν να μας διαφεντεύσης. Εγώ τότε +επλησίασα εις τον Κατή διά να ειπώ τα δίκαιά μου, μα μην έχοντας +δώρα διά να του προσφέρω, δεν ηθέλησεν ούτε να με ακούση· αλλά +επρόσταξε, και με εφυλάκωσαν. Και αυτοί ωσάν είδαν την φυλάκισίν +μου, εμίσευσαν μετά χαράς μεγάλης. </p> + +<p>Οι χωριάτες, που είχον έλθη ύστερ' απ' αυτούς, μανθάνοντάς την +αδικίαν που μου έγινεν, έτρεξαν εις τον Κατή και τον εβεβαίωσαν δι' +εμένα ότι αληθώς εγλύτωσα από την θάλασσαν, και ότι εις τον δρόμον +τους εδιηγήθηκα ότι οι σύντροφοί μου με έρριξαν εις την θάλασσαν, +και μου επήραν όλον μου το έχειν, και η ζήτησίς μου είναι αληθινή +και χωρίς δόλον. Ο Κατής ακούοντας τέτοιες μαρτυρίες, άνοιξε τα +μάτια του, και ευθύς έστειλε μερικούς τζοχανταρέους του διά να +εύρουν εκείνους τους πραγματευτάδες· μα εστάθη ματαίως η ζήτησίς +του· επειδή και οι άνομοι ωσάν είδαν που ο Κατής με εφυλάκωσε, +φοβούμενοι διά να μη φανερωθούν ψεύται, εμβήκαν εις ένα καράβι +εκείνην ημέραν και εμίσευσαν με καλόν αέρα. Αυτός ο αιφνίδιος +μισευμός τους εβεβαίωσε τον Κατή πως αδίκως με εφυλάκωσε, και ευθύς +έδωσε θέλημα και με ηλευθέρωσαν από την φυλακήν. Και ιδού ποίον +εστάθη το τέλος της συντροφιάς μου, πού είχα κάμει με εκείνους τους +κακούς τζοβαϊρτζήδες. </p> + +<p>Ελευθερωμένος από την θάλασσαν και από την φυλακήν, έκανε χρεία +να λογισθώ ωσάν ένας άνθρωπος χαμένος, χωρίς άσπρα, χωρίς φίλους, +και χωρίς εμπιστοσύνην. Και καταστημένος διά να θραφώ από +ελεημοσύνην εμίσευσα από την Όρμαν χωρίς να ηξεύρω που πηγαίνω· και +περπατώντας μερικές ημέρες, έφθασα εις ένα κάμπον, σιμά εις τον +κόρφον της Περσικής θαλάσσης, εις τον οποίον αντάμωσα ένα καραβάνι +από πραγματευτάδες της Ινδίας, που επήγαιναν εις το Κυράζι της +Περσίας. Εγώ ανακατώθηκα με αυτό, και με μερικές δούλευσες που έκανα +των πραγματευτών, με εκυβέρνησαν από φαγί, έως που εφθάσαμεν εις το +Κυράζι, εις το οποίον ο βασιλεύς Σχατάμ είχε καθέδραν του βασιλείου +του. Μίαν ημέραν που εγύριζα από το μετζίτι εις το κονάκι μου βλέπω +έναν αξιωματικόν του βασιλέως της Περσίας. Αυτός ήτον πλουσίως +φορεμένος, και είχεν εύμορφον παρουσιαστικόν, με εθεώρησε με +προσοχήν, και κράζοντάς με μου είπεν· ω νέε πόθεν είσαι; στοχάζομαι +να είσαι ξένος. Εγώ του απεκρίθηκα πως είμαι από το Μπαγδάτι, και +έπειτα του εδιηγήθηκα καταλεπτώς τα όσα μου εσυνέβησαν. Ο Οφφικιάλος +είδον που έλαβε κάποιον πόνον διά τες δυστυχίες μου· έπειτα μου +λέγει· στάσου με καλήν καρδίαν και έλα κοντά μου, και ογλήγορα +θέλεις αλλάξει κατάστασιν. Εγώ τον ηκολούθησα, και με έφερε εις ένα +εύμορφον οντά εις το παλάτι το βασιλικόν, και εκεί με ηρώτησε πώς +ονομάζομαι, και πόσων χρόνων είμαι. Ταλμούχ, του απεκρίθηκα, είναι +το όνομά μου, και είκοσι δύο χρόνων είναι η ηλικία μου· μου έκαμε +και άλλες πολλές εξέτασες, και του απεκρίθηκα εις εύμορφον τρόπον. +Ταλμούχ, εξαναείπεν αυτός, εγώ γροικώ κάποιον πόνον διά τα όσα σου +εσυνέβηκαν, όθεν θέλω να σου είμαι εις τόπον πατρός σου. Ήξευρε ότι +εγώ είμαι Καπή Αγάς του βασιλέως της Περσίας· είναι ένας τόπος +άδειος από τους δώδεκα τζοχανταρέους του οντά του βασιλέως, και θέλω +σε βάλει εις εκείνον τον τόπον· εσύ είσαι εύμορφος νέος, +καλοκαμωμένος· δεν ημπορώ να κάμω καλύτερον διάλεγμα, και ελπίζω να +κάμης τιμήν και εις εμένα. Εγώ ευχαρίστησα τον Καπή Αγά διά την +μεγάλην του καλωσύνην, που έδειχνεν εις εμένα. Με επήρε λοιπόν +υποκάτω εις την επίσκεψίν του, και με ένδυσε κατά την συνήθειαν των +τζοχανταρέων και μου ερμήνευσε τον τρόπον πως έχω να μεταχειρισθώ +την δούλευσίν μου· με έβαλε την άλλην ημέραν εις τον αριθμόν των +τζοχανταρέων του οντά του βασιλέως, και εις ολίγον καιρόν έκαμα +τιμήν του βασιλέως. </p> + +<p>Εις εκείνην την αυλήν ήτον εμποδισμένον με θάνατον όποιος ήθελε +σταθή αργά εις το περιβόλι του παλατίου εις το οποίον, αφού και οι +άνδρες ετραβιόνταν πριν νυκτώση, έβγαιναν οι γυναίκες του παλατίου, +και εσεργιάνιζαν διά μερικές ώρες. Και μίαν ημέραν όντας εις τον +κήπο μόνος μου, και στοχαζόμενος τα περασμένα μου συμβεβηκότα, +επέρασεν η διωρισμένη ώρα που έπρεπε να τραβηχτώ, χωρίς να καταλάβω. +Ερχόμενος το λοιπόν εις τον εαυτόν μου, τρέχω διά να έβγω, μα +ευρίσκοντας τες πόρτες κλεισμένες, έμεινα ωσάν νεκρός· και εις αυτό +το αναμεταξύ που εστοχαζόμουν πώς να έβγω, βλέπω μίαν Κυρίαν, και +παραστένεται αιφνιδίως έμπροσθά μου, η οποία εφαίνονταν, με όλον που +ήταν νύκτα, να ήτον ωραιοτάτη κόρη. Πώς ευρίσκεσαι, ω νέε, εδώ, μου +είπεν, ετούτην την ώραν; Αχ, κυρά μου, της απεκρίθηκα, από αλησμονιά +μου, και από κακήν μου τύχην έμεινα· μα σε παρακαλώ διά το Θεόν +δείξε μου πόθεν να έβγω διά να μη χάσω την ζωήν μου. Είναι αδύνατον, +μου απεκρίθη εκείνη, να έβγης πλέον ταύτην την νύκτα, διότι όλες οι +πόρτες είναι κλεισμένες μα πρέπει να ευχαριστήσης την τύχην σου, ότι +χωρίς ετούτο δεν με ήθελες συναπαντήσει. Ω πόσον είμαι δυστυχής, +εφώναξα, εγλύτωσα από τόσους κινδύνους, και πάλιν εμετάπεσα εις ένα +χειρότερον, που μέλλω να χάσω την ζωήν μου χωρίς άλλο. Μη θλίβεσαι, +μου λέγει η νέα· η θλίψις σου θέλει μετατραπεί εις αγαλλίασιν. +Θεώρησέ με· εγώ δεν είμαι κακοκαμωμένη δεν έχω παρά δέκα οκτώ +χρόνους, και στοχάζομαι να μην είμαι άσχημη. Ωραία κυρά, της είπα, +με όλον που είναι νύκτα, γνωρίζω καταλεπτώς την ευμορφιάν σου, και +την εξανοίγω τόσον, που με κάνει να μείνω εκστατικός· μα στοχασθήτε +την κατάστασίν μου, και πέτε την αλήθειαν αν δεν είναι πολλά +κινδυνώδης; Αλήθεια, εκείνη απεκρίθη· μα ο χαμός της ζωής δεν είναι +βέβαιος· επειδή και ο βασιλεύς είνε πολλά καλός, και θέλει σε +συμπαθήσει· άφησε το λοιπόν τα μέλλοντα, επειδή και είναι εις το +χέρι του Ουρανού, και μη στέκης συγχυσμένος διά τώρα. Αν εσύ ήξευρες +ποία είμαι, και πόσην ευτυχίαν θέλει σου προξενήσει ετούτο το +συμβάν, ήθελες λογισθή ο πλέον ευτυχισμένος των ανθρώπων. </p> + +<p>Τέλος πάντων η Κυρά, με την δύναμιν των λόγων της, μου απεδίωξε +τον φόβον που με είχε περικυκλωμένον, και αφίνοντάς με εις τες +ελπίδες που αυτή μου έδινε, δεν εστοχάσθηκα πλέον τον κίνδυνον που +ήμουν, αλλά ηθέλησα να κερδίσω τον καιρόν που μου επαρουσιάζετο. +Αγκάλιασα το λοιπόν την κυρά με αυθάδειαν, μα αντίς αυτή να μου +ανταποκριθή εις τα χάιδια μου, εφώναξε μεγάλως και με οργήν με +άμπωξε, και εν τω άμα βλέπω να φανερωθούν εκεί δέκα ή δώδεκα +γυναίκες, οι οποίες έστεκαν κρυμμένες διά να ακούσουν τι ελέγαμεν. +Δεν μου εστάθη τότε αδύνατον να απεικάσω ότι εκείνο το υποκείμενον +με το οποίον συνωμιλούσα είχε με περιγελάση· εστοχάσθηκα ότι εκείνη +ήτον καμμιά σκλάβα της Βασιλοπούλας, που ηθέλησε να περάση τον +καιρόν της περιπαίζοντάς με. Τότε οι γυναίκες ωσάν μας είδαν +εβάλθηκαν εις πολλά γέλοια. Και μία από εκείνες είπεν εκείνης που +ήτον με εμένα. Καλεκάρη, επιθυμείς ακόμη να μετωρισθής με τούτον τον +τρόπον; Όχι απεκρίθη η Καλεκάρη· ετούτο δεν θέλει μου συμβή πλέον, +επλήρωσα καλά την περιέργειάν μου. </p> + +<p>Οι σκλάβες άρχισαν υστερότερα να με περικυκλώνουν και να με +περιπαίζουν. Ετούτος ο τζοχαντάρης, η μία έλεγεν, είναι πολλά +έξυπνος, και εγεννήθη διά περίεργα συμβάντα· άλλη αποκρίνονταν, ότι +αν αυτή με ήθελε συναπαντήσει μοναχή της ήθελε με κάμει αγαπητικόν +της, και οι άλλες έλεγαν διάφορα μετωρίσματα. Εγώ ευρισκόμουν πολλά +αντραλωμένος από τα περιγελάσματά τους, και αυτές βλέποντάς με έτσι, +δεν ημπορούσαν να σταθούν από τα γέλοια, και αφού μου έκαμαν και +άλλα πολλά περιγελάσματα, ακούω εκείνην που ωνόμασαν Καλεκάρην, να +λέγη προς μίαν άλλην, εις εσένα στέκεται, ω βασιλοπούλα, εις το να +προστάξης το τι μέλλει να γίνη εις τούτον, θέλεις να τον απαρατήσης +χωρίς βοήθειαν, ή θέλεις να τον συντρέξης; Κάνει χρεία να τον +ελευθερώσω από τον κίνδυνον που ευρίσκεται, απεκρίθη η βασιλοπούλα, +και περιπλέον θέλω, διά να ενθυμάται πολύν καιρόν ετούτο το +συναπάντημα, να τον κάμωμεν πλέον ευχαριστημένον. Ας τον κάμωμεν να +έμβη εις την κατοικίαν μου, εκεί που κανείς άνδρας έως τώρα δεν +εσέβη. Και έτσι λέγοντας με επήραν και με έφεραν εκεί όπου +εκατοικούσεν η βασιλοπούλα. </p> + +<p style='text-align:center;'><img src ="images/6.jpg" width="332" +height="305" +alt="Οι σκλάβες άρχισαν να περικυκλώνουν τον Ταλμούχ" +border="2" /></p> + +<p>Εμβαίνοντας εγώ το λοιπόν εις το χοντζερέ της Τζελίκας (έτσι +ωνομάζετο η βασιλοπούλα) εθεώρησα ότι εις την μέσην αυτού ήτον +διάφορα προσκέφαλα χρυσά, επάνω εις τα οποία εκάθισαν όλες εκείνες +οι σκλάβες που με αυτήν ήτον και με εβίασαν και εμένα και εκάθησα. Η +Τζελίκα έκραξεν ευθύς, και της έφεραν διάφορα σερμπέτια και έπιαν +όλες, ομοίως και εγώ· υστερώτερα ετοίμασαν μίαν τράπεζαν με διαφόρων +λογιών φαγητά, και εφάγαμεν πολλά καλά και τελειώνοντας το φαγητόν, +η περιδιάβασις εστάθη τόσον ζωντανή ωσάν να είχομεν πίη πολύ κρασί. +Η Καλεκάρη, που εκάθονταν απέναντί μου εις το τραπέζι, με εκύτταζε +συνεχώς χαμογελώντας, και εφαίνονταν να εσυμπαθούσεν εκείνην την +αυθάδειαν που της έδειξα εις τον κήπο. Εγώ από το μέρος μου κάθε +ολίγον έρριχνα τους οφθαλμούς μου επάνω της, μα τους εχαμήλωνα +οπόταν έβλεπα που αυτή με εκύτταζεν. Η βασιλοπούλα με τες σκλάβες +της εκατάλαβαν τα βλέμματά μου και επάσχισαν δίδοντάς μου αιτίες να +με κάμουν πλέον τολμηρώτερον. Η Τζελίκα μού εζήτησε το όνομα, και +πόσον καιρόν ήμουν τζοχαντάρης και δίδοντάς της την απόκρισιν, μου +είπε· Ταλμούχ, θέλω να είσαι ελεύθερος, και να μιλήσης χωρίς +αντίρρησιν, και χωρίς να στοχασθής πως είσαι εις το χαρέμι το +βασιλικόν, κάνοντας λογαριασμόν να είσαι με ανθρώπους απλούς· +θεώρησε με επιμέλειαν όλες ετούτες τες νέες, και εξέταξε καταλεπτώς, +και με όλην την ελευθερίαν ειπέ ποία από ημάς σου αρέσει καλύτερον. +</p> + +<p>Εγώ ευρισκόμενος εις τέτοιον χορόν, έτρεπε να χορέψω και με το +στανιό μου· και διά να την ευχαριστήσω ηθέλησα να ειπώ την αλήθειαν· +αχ, βασίλισσά μου, είπα σαν επιθυμάς να ειπώ την καρδιά μου, εγώ σε +παρακαλώ να μη το ήθελες πάρει εις βάρος· η Καλεκάρη είνε εκείνη που +πληγώνει την καρδιά μου, χωρίς να καταφρονέσω ούτε την βασιλείαν +σου, ούτε τες άλλες ευγενικές νέες που στέκονται, επειδή και ολωνών +η ευμορφιά είνε απαρομοίαστη. Δεν είχα καλοτελειώση τούτα τα λόγια, +και οι σκλάβες εδόθηκαν εις μεγάλον γέλωτα, χωρίς να δείξουν καμμιάς +λογής κακοφάνισμα διά τήν έκλεξιν που έκαμα· ομοίως και η Τζελίκα +χωρίς να της κακοφανή τίποτε, μου είπεν· εγώ είμαι πολλά +ευχαριστημένη, που έδωσες την προτίμησιν της Καλεκάρης, επειδή και +αυτή είνε η πλέον αγαπημένη και πιστή· και από τούτο καταλαμβάνω πως +εσύ δεν είσαι κακής ορέξεως, επειδή εγνώρισες την χρήσιν του +υποκειμένου που εδιάλεξες και όλες εδώ που είμεθα πάμε συμφώνως πως +δικαίως έδωσες αυτηνής την προτίμησιν. </p> + +<p>Η βασιλοπούλα υστερότερα με τες σκλάβες επείραξαν την Καλεκάρην +επάνω εις τον θρίαμβον που η νοστιμάδες της έφεραν εις εμένα. Ύστερα +δε από αυτό η Τζελίκα έβαλε την Καλεκάρην και επήρεν ένα όργανον, +και λαλώντάς το ετραγούδησε με τόσην νοστιμάδα, που ετελείωσε να με +αποπαλαβώση, και μη ημπορώντας να υποφέρω πλέον αλησμόνησα το πού +ήμουν, και έπεσα εις τα πόδια φερόμενος από την αγάπην και από την +αγαλλίασιν. Ετούτο το κάμωμά μου εξανάδωσεν αιτίαν διά να γελάσουν +οι λοιπές, εις τρόπον που δεν ημπορούσαν πλέον. Τότε μία σκλάβα +γραία έρχεται και μας δίνει την είδησιν πως ήτον κοντά να γένη +ημέρα, και η Τζελίκα εν τω άμα εσηκώθηκε με όλες τες άλλες και +ανεχώρησε, και εμένα μ' επήρεν εκείνη η γραία σκλάβα και με έβγαλεν +από μίαν πορτοπούλαν, και ευρέθηκα εις την στράταν έξω από το +βασιλικόν παλάτι. </p> + +<p>Ιδού με τι τρόπον εβγήκα από το χαρέμι της βασιλοπούλας, και από +τον νέον κίνδυνον, που εξ απροσεξίας είχα πέσει· ύστερα από ολίγον +επήγα και αντάμωσα τους συντρόφους μου. Ο Οντάμπασης των +τζοχανταρέων με έκραξε, και με ωνείδισε που έμεινα έξω από το παλάτι +εκείνην την νύκτα, τον οποίον με μίαν πρόφασιν τον εκαταπράυνα. Εγώ +το λοιπόν ήμουν πολλά εκστατικός διά το συμβεβηκός που μου έτυχε, +και εστοχαζόμουν ένα προς ένα, τα όσα μου είπαν, και όσα εγώ έκαμα, +μα το περισσότερον ήτον εκείνο που με εσύγχιζε, πώς να ήτον τρόπος +να έβλεπα πάλιν εκείνην την ωραίαν Καλεκάρην. Οκτώ ημέρες υστερώτερα +έρχεται ένας ευνούχος, ονόματι Καμπούρ, και μου βάνει μίαν γραφήν +εις το χέρι, και ευθύς μισεύει· ανοίγω την γραφήν και βλέπω ότι η +Τζελίκα με τες σκλάβες της με εκαλούσαν, εκείνην την βραδειάν να +ευρεθώ εις τον κήπο με τον ίδιον τρόπον που είχα ευρεθή την άλλην +φοράν. Εγώ μ' όλον που υπώπτευα ότι η Καλεκάρη θα είχε λάβει κάποιαν +κλίσιν εις εμένα, να λάβω όμως την γραφήν ποτέ δεν ήλπιζα· +χαιρόμενος το λοιπόν διά την καλήν μου τύχην, επήγα εις τον +Οντάμπαση, και του εζήτησα θέλημα διά να πηγαίνω να ανταμώσω εκείνην +την νύκτα ένα Δερβύση συντοπίτην μου, που είχεν έλθει από την +Μέκκαν. Ο Οντάμπασης με επίστευσε και με άφησε. Τότε εγώ έτρεξα +ευθύς εις τον κήπο, και έμεινα εκεί έως που ήλθεν η νύκτα. Αν την +πρώτην φοράν έλαβα θλίψιν που είχα μείνει εκεί αργά, ετούτην ήμουν +ανυπόμονος πότε να έλθη η διωρισμένη ώρα. Ερχομένη τέλος πάντων, +βλέπω ολίγον υστερότερα μίαν κυράν, και από το περιπάτημά της +εκατάλαβα ότι ήτον η Καλεκάρη. </p> + +<p>Εις αυτήν επλησίασα όλος γεμάτος από χαράν, και πίπτοντας εις +τους πόδας της, έμεινα με το πρόσωπον κατά γης, χωρίς να ημπορέσω να +προφέρω ένα λόγον· τόσον ευρισκόμουν έξω από τον εμαυτόν μου. Σήκου, +Ταλμούχ, μου είπεν αυτή, θέλω να μάθω αν με αγαπάς, και διά να με +βεβαιώσης, κάνουν χρεία άλλες δοκιμές από ετούτην την ερωτικήν +σιωπήν· μίλησέ μου χωρίς αντίρρησι είναι δυνατόν εγώ να σου άρεσα +καλύτερα από την Τζελίκαν, και από τες άλλες σκλάβες; ημπορώ να +πιστεύσω ότι οι οφθαλμοί σου είναι εις εμένα πλέον χαροποιοί, παρά +εις αυτές; Μην αμφιβάλλεις, της αποκρίθηκα, ω πολλά χαριεστάτη μου +Καλεκάρη. Ευθύς που σε είδα, ελαβώθη η καρδιά μου προς εσένα, και +από εκείνην την βραδειάν καμμίαν ανάπαυσιν δεν ηύρα, επειδή η ωραία +σου μορφή δεν ήτον βολετόν να λείψη από έμπροσθεν των οφθαλμών μου, +αν δεν ήθελες δείξει κάποιαν καλωσύνην προς εμέ, καθώς μου έδειξες. +Εγώ θαυμάζομαι, εκείνη απεκρίθη, να σου επροξένησα τόσην αγάπην, +επειδή και από το μέρος μου σου ομολογώ, δεν ημπόρεσα να κάμω +αλλέως, παρά να λάβω μίαν παρομοίαν κλίσιν προς εσένα· η νεότης σου, +η καλή σου διάθεσις, το πνεύμα σου το έξυπνον, και το περισσότερον +από όλα, η προτίμησις που έκαμες από τες άλλες ωραίες κορασίδες σε +έκαμαν πολλά χαριέστατον εις τους οφθαλμούς μου και τούτη μου η +συναπάντησις ημπορεί να σου το βεβαιώση· μα αλλοί εις εμέ, ακριβέ +μου Ταλμούχ, ακολούθησεν αναστενάζοντας, δεν ηξεύρω τάχατες να χαρώ +τούτην την απόκτησιν, ή να θρηνήσω την δυστυχίαν μου που ημπορεί να +μου συμβή. </p> + +<p>Αχ, Κυρά της αποκρίθηκα εγώ, διατί εις το μέσον της αγαλλιάσεώς +μας φαντάζεσαι πράγματα θλιβερά χωρίς αιτίαν; Ετούτα που εγώ +στοχάζομαι απεκρίθηκεν αυτή, δεν είνε στοχασμοί εις τον αέρα, μα +είνε θεμελιωμένοι, και βέβαιοι, και εγώ μόνη ηξεύρω εκείνο που θέλει +με βασανίσει· η βασιλοπούλα Τζελίκα σε αγαπά κατά πολλά· η οποία +γλήγορα θέλει, λύσει την σιωπήν της, και θέλει σου φανερώσει την +ευτυχίαν σου, και οπόταν αυτή θέλει σε κηρύξει αγαπητικόν της, εσύ +εξ αποφάσεως διά την ευτυχίαν σου θέλεις αφήσει εμένα μην ημπορώντας +να κάμης αλλέως, διά την τιμήν που μέλλεις να λάβης από αυτήν και +τούτη είνε η θλίψις που απαντυχαίνω. Πόσον είσαι γελασμένη εις αυτό, +της απεκρίθηκα εγώ, όχι μόνον ότι η βασιλοπούλα να μου ήθελε +φανερώση την αγάπην της και να με βιάση διά να την αγαπήσω, μα και ο +ίδιος ο βασιλεύς να μου ήθελεν απαραιτήσει τον θρόνον του εγώ δεν +ήθελα σε αφήσει και ήθελα είμαι ευχαριστημένος να ζήσω ωσάν ένας +ταπεινός άνθρωπος με εσένα, παρά ως βασιλέας με άλλην· και τούτο σου +το βεβαιώνω με κάθε λογής όρκον. Αχ, κυρά μου, μη με στοχάζεσαι +τόσον σκληροκάρδιον· όχι οι τιμές δεν θέλουν κάμει να σε αφήσω, μα +και ο ίδιος ο θάνατος δεν θέλει δυνηθή να με χωρίση από την αγάπην +σου, και είμαι έτοιμος να υποφέρω μυρίους θανάτους, παρά να ιδώ +μακράν από εμένα εκείνην, της οποίας η ωραιότης μου επλήγωσε την +καρδίαν. </p> + +<p>Αυτά τα λόγια τα επρόφερα με τόσην ζέσιν και παράπονον, που η +κυρά εκατανύχθη από τον πόνον της, και μου είπε· παύσε, ω Ταλμούχ, +να παραπονήσαι πλέον και να θλίβεσαι· κάνει χρεία να σου φανερώσω +την αλήθειαν, και να σε εβγάλω από την πλάνην, διότι εγνώρισα την +σταθερότητά σου. Ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι μία σκλάβα της Τζελίκας, +καθώς με φαντάζεσαι, μα είμαι αυτή η ιδία βασιλοπούλα Τζελίκα· την +νύκτα, που ήλθες εις τον χοντζερέ μου, απέρασα ως Καλεκάρη, και η +Καλεκάρη απέρασεν ως Τζελίκα, και αυτό ηθέλησα να το κάμω διά +περισσοτέραν περιδιάβασίν μου. Και εις ετούτα τα λόγια αυτή έκραξε +μίαν από τες γυναίκες που ήτον εκεί κοντά κρυμμένη οπίσω εις ένα +κυπαρίσσι, η οποία ερχομένη εκατάλαβα από την φωνήν της, ότι εκείνη +ήτον η σκλάβα, που ενόμιζα διά βασιλοπούλαν Τζελίκαν. </p> + +<p>Εσύ βλέπεις, ω Ταλμούχ, μου λέγει η Τζελίκα, εσύ βλέπεις την +αληθή Καλεκάρην, της οποίας επιστρέφω το όνομά της, και εγώ παίρνω +το εδικόν μου· δεν θέλω πλέον να κρυφθώ το ποία είμαι, αλλ' ούτε να +κρύψω την χρήσιν της αποκτήσεως που έκαμες· εγνώρισα λοιπόν όλην σου +την σταθερότητα, και την αγάπην σου, διά την οποίαν είμαι βεβαία, +πως θέλει σου είνε εις μεγάλην σου αγαλλίασιν και δόξαν, ότι μία +βασιλοπούλα σε αγαπά. Δεν έλειψα και εγώ από το άλλο μέρος εις το να +της φανερώσω την μεγάλην μου ευχαρίστησιν, διά την τιμήν που μου +έκανεν, υψώνοντάς με εις τόσην μεγαλειότητα, και στερεώνοντάς μου +μίαν τόσην ευτυχίαν, που ήθελεν είνε αξία του φθόνου κάθε βασιλέως. +Εις αυτά τα λόγια αυτή με αντέκοψε λέγοντάς μου. Ταλμούχ, παύσε που +να θαυμάζης εις αυτό· διότι εγώ αν δεν σε εγνώριζα άξιον διά μίαν +τέτοιαν ευτυχίαν, δεν σε εδιάλεγα ανάμεσα εις τόσα μεγάλα υποκείμενα +που εζήτησαν την αγάπην μου. Και με αυτά τα λόγια και άλλα παρόμοια +έφθασεν η ημέρα, και διά να μη φανερωθώμεν, πριν ν' αποχωρισθώμεν, η +Τζελίκα μου λέγει· ύπαγε, Ταλμούχ, εις το καλόν, και ενθυμήσου πως +σε αγαπώ, και ελπίζω ότι ογλήγορα θα ανταμωθούμεν πάλιν, και σου +τάσσω να σε κάμω πολλά ογλήγορα να γνωρίσης έως τι σημείον μου είσαι +ακριβός. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της και την ευχαρίστησα διά ένα +τέτοιον τάξιμον και ούτως ανεχωρήσαμεν, και εβγήκα από την +πορτοπούλαν που είχα έβγει και την πρώτην φοράν. </p> + +<p>Αγαπώμενος από την βασιλοπούλαν, και φανταζόμενος μίαν ακριβήν +ενθύμησιν, διά τα όσα αυτή μου έταξεν, εδόθηκα εις άκραν αγαλλίασιν +τες ακόλουθες ημέρες, και τότε αληθώς ημπορούσα να λογισθώ ότι ήμουν +ο πλέον ευτυχής άνθρωπος του κόσμου, και δεν έβλεπα την ώραν πότε να +μεταϊδώ την αγαπημένην μου Τζελίκαν· και εις καιρόν που είχα αυτήν +την επιθυμίαν, ακούω να λέγουν ότι η Τζελίκα ήτον άρρωστη, και +ύστερα από δύο ημέρες απέθανεν. Αυτήν την θλιβεράν είδησιν δεν +ημπορούσα να την πιστεύσω, αν δεν ήθελον ιδεί με τα μάτια μου τες +ετοιμασίες που εγίνονταν διά την θανήν της. Τότε εγώ έπεσα ωσάν +αποθαμένος από την θλίψιν μου, και ερχόμενος εις τον εμαυτόν μου +άρχισα να οδύρωμαι, και να ξεσχίζω τες σάρκες μου τόσον, που έγινα +ένα ελεεινόν θέαμα και αφού την έθαψαν με επήραν οι συντρόφοι μου, +και με επεριποιήθηκαν αλείφοντές με μέ ένα βάλσαμον, που εις δύο +ημέρες ιατρεύθηκα παντελώς· μα η θλίψις του θανάτου της Τζελίκας δεν +ήτον τρόπος να μου ιατρευθή και γενόμενον το παλάτι του βασιλέως +μισητόν εις εμένα, απεφάσισα και εμίσευσα από εκεί κρυφίως διά +νυκτός τρεις ημέρες υστερώτερα από τον θάνατον της Τζελίκας. </p> + +<p>Επεριπάτησα όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να ηξεύρω πού υπάγω, και +το ταχύ στεκόμενος εις ένα τόπον διά να αναπαυθώ, βλέπω ένα +ενδεδυμένον με φόρεμα πολλά παράξενον ο οποίος πλησιάζοντας κοντά +μου με εχαιρέτησε, και μου έδωσεν ένα κλωνάρι δάφνης, που είχεν εις +το χέρι, έπειτα άρχισε να τραγουδή διά να του κάμω καμμίαν +ελεημοσύνην. Εγώ μην έχοντας κανένα δηνάριον, έτσι και δεν ημπορούσα +να του δώσω. Αυτός ελογίασε να μη γροικώ την Περσικήν γλώσσαν. Όθεν +άρχισε να τραγουδή Αραβικά, μα καταλαμβάνοντας ότι εγώ δεν είχα +τίποτα να του δώσω, μου είπεν· Αδελφέ, δεν ημπορώ να καταλάβω, εσύ +να είσαι χωρίς δηνάρια; Βέβαια έτσι είνε του απεκρίθηκα· εγώ δεν έχω +επάνω μου ούτε άσπρον, και δεν ηξεύρω πού να κτυπήσω το κεφάλι μου. +Αχ, δύστυχε, εφώναξεν εκείνος, τι παράξενη κατάστασις είνε η εδική +σου· μου κάνεις ευσπλαγχνίαν, θέλω να σε συντρέξω. Έμεινα πολλά +θαυμασμένος εις το να ακούσω να μιλήση έτζι ένας που μου είχε +ζητήσει ελεημοσύνην, και ενόμιζα ότι η σύντρεξις που έταξε να μου +κάμη, ήτον να προσευχηθή διά εμένα. Τότε αυτός ακολουθώντας την +ομιλίαν του, μου είπεν· εγώ είμαι ένας από εκείνους τους νέους +μπουνταλάδες, ονομαζομένους Φακύρηδες, και με όλον που ημείς ζούμεν +από ελεημοσύνην, ζούμεν όμως πλουσιοπαρόχως, επειδή και ηξεύρομεν +τον τρόπον διά να παρακινήσωμεν τον καθένα να μας κάνουν μεγάλες +ελεημοσύνες, με μίαν υποκριτικήν σκυθρωπότητά μας, που δείχνομεν εις +το φανερόν εις δε το κρυφόν απερνούμεν πολλά ελεύθεροι μη κάνοντας +καμμίαν άσκησιν. Θέλεις εσύ το λοιπόν να γένης ένας από τους +συναδέλφους μου; και αν ποθής, πηγαίνομεν ευθύς εις την χώραν +Μπόστην, διά να εύρωμεν άλλους δύο συντρόφους μου που είναι εκεί να +ανταμωθώμεν, διά να σε βάλλωμεν εις τον αριθμόν μας. </p> + +<p>Με όλον που εκείνος ο Φακύρης με τα λόγιά του μου έδωσε να +καταλάβω, ότι οι δυο του συντρόφοι και αυτός ήτον τρείς άσωτοι, δεν +απέβαλα το να ανταμωθώ με αυτούς. Ευθύς που έδωσα τον λόγον μου του +Φακύρη, πως θέλω κάμει καθώς αυτός επιθυμούσε, με έφερεν εις την +Μπόστην, και εις την στράταν επεράσαμεν ευτυχισμένοι από φαγιά· +διατί εις όποιον χωρίον και αν απερνούσαμεν ευθύς που ήκουαν τες +φωνές του Φακύρη, έτρεχαν οι καλοί Μουσουλμάνοι, και μας εγέμιζαν +από διάφορα φαγητά, και με τέτοιον τρόπον εφάσαμεν εις την Μπόστην. +Εμβήκαμεν εις ένα μικρόν σπιτάκι, εκεί που ήσαν οι άλλοι δύο +Φακύρηδες οι οποίοι μας εδέχθηκαν με τες αγκάλες ανοικτές, και +εφαίνονταν, πολλά ευχαριστημένοι διά την απόφασιν που έκαμα, διά να +ζήσω μετ' εκείνους· μου ερμήνευσαν εις ολίγον καιρόν τα μυστήριά +τους, που θέλει να ειπή τα οχήματά τους και τες υποκρισίες των, και +οπόταν έγινα τελείως διδασκαλεμένος εις την τέχνην τους διά να γελώ +τον λαόν, με ένδυσαν ωσάν και του λόγου τους, και με υποχρέωσαν να +υπάγω εις την χώραν, διά να προσφέρω εις τους καλούς ανθρώπους από +ένα κλωναράκι δάφνης και ελαίας, και ψάλλοντας στοίχους να τους ζητώ +ελεημοσύνην· και με τούτον τον τρόπον εγύριζα εις το κονάκι μου +πάντα με πολλές μονέδες ασημένιες, που μας εχρησίμευαν διά να +μεθοκοπούμεν. </p> + +<p>Η ευχαρίστησις ετούτης της ελευθέρας ζωής με έκαμε να δοθώ εις +κάθε κραιπάλην, τόσον που με έκαμε να λησμονήσω τον πόνον της +Τζελίκας, μα κάποτε δεν έλειπα που να μην εβγάζω από κανένα +αναστεναγμόν δι' αυτήν, οπόταν την ενθυμούμουν. Απέρασαν σχεδόν δύο +χρόνοι που ευρισκόμουν με εκείνους τους Φακίρηδες, και περισσότερον +ακόμη ήθελα σταθή αν εκείνος που με αυτούς με είχε ανταμώσει, και +που περισσότερον από τους άλλους τον αγαπούσα, δεν μου ήθελε +προβάλλει να ταξειδεύσωμεν. Ταλμούχ, μίαν ημέραν μου λέγει αυτός, +επιθυμώ διά να πηγαίνω να ιδώ την πολιτείαν Κανταχάρ, και αν θέλης +να με ακολουθήσης, δεν θέλεις μείνει κακοευχαριστημένος εις το να +ιδής μίαν τέτοιαν πόλιν. Εγώ έχοντας επιθυμίαν διά να ιδώ και άλλον +κόσμον, και ωσάν κάποιόν τι που με ετραβούσε, δεν του είπα το όχι. +Εμισεύσαμεν το λοιπόν από την χώραν Μπόστην, και εφθάσαμεν ύστερον +από πολλών ημερών δρόμον εις το Κανταχάρ και εκεί επήγαμεν και +εκατεβήκαμεν εις ένα χάνι, εις το οποίον είμεθα πολλά ευχαριστημένοι +διά τις ελεημοσύνες που το φόρεμά μας επροξενούσεν. Απερνώτας δε +μερικές ημέρες εκεί, εδόθη ορισμός από τον βασιλέα, ότι όποιος +θελήσει να υπάγη να χαρή τες εορτές των γενεθλίων του, οι πόρτες του +παλατίου του είναι ανοικτές. Ημείς ευρίσκοντες αυτήν την ευκαιρίαν, +επήγαμεν την δευτέραν ημέραν εις το παλάτι του διά να ιδούμε τες +χάρες που εγίνοντο, και εκεί που εστεκόμασθε γροικώ έναν να με τραβά +από το φόρεμα. Εις τον ίδιον καιρόν, εγώ γυρίζοντας βλέπω, που ήτον +ο ευνούχος της Τζελίκας, που μου είχε δώσει την γραφήν της εις το +Βασιλικόν. </p> + +<p>Ταλμούχ, μου είπεν αυτός, εγώ σε εγνώρισα, με όλον που έχεις +ετούτο το παράξενον φόρεμα, και λογιάζω πως οι οφθαλμοί μου δεν +γελοιούνται· είναι δυνατόν να δοθή, ότι εδώ να σε συναπαντήσω; Και +εσύ, του απεκρίθηκα, τι κάνεις εδώ εις το Κανταχάρ; διατί απαράτησες +την αυλήν του βασιλέως της Περσίας; μήπως ο θάνατος της Τζελίκας σε +έκαμε να αναχωρήσης καθώς και εμένα; Εις ετούτα διά την ώραν, μου +απεκρίθη εκείνος, δεν ημπορώ να σου ειπώ τίποτε, μα ογλήγορα θέλω +σου δώσει την ευχαρίστησιν· αν θέλης αύριον να ευρεθής εδώ μόνος σου +εις την αυτήν ώραν θέλω σου φανερώσει πράγματα, που θέλουν σε +θαυμάσει, τα οποία ήξευρε πως είναι όλα διά λόγου σου. Εγώ του έταξα +να ευρεθώ μόνος μου εις τον ίδιον τόπον την ερχομένην ημέραν, καθώς +έγινεν. Ο ευνούχος έρχεται και λέγει· έλα μετ' εμένα διά να ευρούμεν +τόπον αρμόδιον διά να συνομιλήσωμεν. Εγώ ευθύς τον ακολούθησα, και +αφού απεράσαμεν διάφορα σοκάκια, με έφερεν εις ένα μεγάλο σπήτι, του +οποίου αυτός είχε τα κλειδιά· εμβαίνοντας εις αυτό το είδα +πλουσιοπαρόχως στολισμένον, και εις την μέσην του οποίου ήτον ένα +πολλά ωραίον περιβόλι με διάφορες βρύσες. Τι λες, Ταλμούχ, μου είπεν +ο ευνούχος είνε εύμορφη ετούτη η κατοικία; ναι, μου αρέσει κατά +πολλά, του απεκρίθηκα εγώ· ας είναι, ακολούθει μοι, μου εξαναείπεν +αυτός. Και έτσι λέγοντας με φέρνει εις ένα λουτρόν διά να λουσθώ· +και ωσάν απολούσθηκα, βλέπω τέσσαρας σκλάβους, δύο από τους οποίους, +είχαν πανιά άσπρα διά να με σφουγγίσουν, και οι άλλοι δύο ήλθαν και +με ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και με ένα καλόν φακιόλι· εβγήκα από +το λουτρόν με θαυμασμόν μεγάλον, μην ηξεύροντας ποίος θα ήτον +εκείνος που είχε προστάξει να μου γένουν τόσες περιποιήσεις, και +ερωτούσα συχνά τον ευνούχον διά να μου τον φανερώση, ο οποίος άλλο +δεν μου έλεγε, παρά διά την ώραν δεν είναι τρόπος να σου το +φανερώσω, επειδή και έχω έτσι προσταγήν να ακολουθήσω, και μου +κακοφαίνεται που διά τες ώρες ευρίσκεσαι εις αυτήν την +ανυπομονησίαν, όμως την ερχομένην νύκτα θέλεις μάθει εκείνο που +επιθυμείς. </p> + +<p>Με όλον που ημπορούσα να στοχασθώ ένα ευτυχισμένον συνάντημα, +κατά τα λόγια του Ευνούχου, ευρισκόμουν όμως όλην εκείνην την ημέραν +εις μίαν σκληράν ανυπομονησίαν. Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και +εστάθηκαν ολούθεν αναμμένες λαμπάδες· και η πλέον μεγάλη φωτοχυσία +εστάθη εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα στολισμένον, και εκεί που +εστεκόμουν με τον ευνούχον, ακούομεν να ανοίγη η πόρτα της στράτας, +και βλέπω να παρουσιάζεται έμπροσθέν μου η Καλεκάρη. Εις τέτοιαν +θεωρίαν εστάθη μέγας ο θαυμασμός μου, και άρχισα να τρίβω τα μάτιά +μου μήπως και επλανώμουν. </p> + +<p>Ταλμούχ μου λέγει αυτή, ό,τι λογής και αν είναι ο θαυμασμός σου +που με βλέπεις εδώ, πολλά μεγαλύτερος θέλει σου είναι οπόταν ακούσης +εκείνο που έχω να σου διηγηθώ. Εις ετούτα τα λόγια ο ευνούχος και οι +σκλάβοι ανεχώρησαν, και εγώ έμεινα μόνος με την Καλεκάρην. Και αφού +εκαθήσαμεν, αυτή άρχισε να μου διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον. Εσύ +ενθυμείσαι ω Ταλμούχ, την υστερινήν βραδειάν, οπόταν ήθελες να +μισεύσης από τον κήπον, το τάξιμον που σου έκαμεν η Τζελίκα, διά το +οποίον την ερχομένην ημέραν με κράζει και μου λέγει· αγαπημένη μου +Καλεκάρη, εγώ από την αγάπην που έλαβα εις τον Ταλμούχ θέλω να τον +κάμω ευτυχή, και θέλω να ζήσω με αυτόν, μακάρι να ήξευρα να +κινδινεύση η ζωή μου χίλιες φορές· τι στράταν το λοιπόν με +ερμηνεύεις να πιάσω διά να λάβω την επιθυμίαν μου; Εγώ εις αυτά τα +λόγιά της, δεν έλειψα που να την αντικόψω από αυτήν την απόφασιν, +λέγοντάς της χίλιες ερμηνείες, διά να της εβγάλω τες φαντασίες του +έρωτος που την είχαν περιπλεγμένην, μα τίποτε δεν ωφέλησαν τα όσα +της είπα, και αφού εγνώρισα την σταθερότητά της, και το αμετάβλητον +της γνώμης της, της είπα. Κυρά μου, εγώ άλλο δεν ημπορώ να σε +ερμηνεύσω να κάμης παρά να πράξης καθώς θα σου ειπώ· και κάνοντάς το +θέλεις λάβει το ποθούμενον, και με τούτο θέλεις έβγει από πολλούς +κινδύνους, τόσον εσύ, ωσάν και αυτός· μα φοβούμαι να μη σου φανή +κομμάτι σκληρόν· Μίλησε Καλεκάρη, μου είπε τότε η βασιλοπούλα, και +είμαι έτοιμη να κάμω ό,τι μου ειπής· είμαι ευχαριστημένη να ζήσω +πτωχικά με τον Ταλμούχ, παρά πλουσίως με άλλον· πες μου το λοιπόν τι +έχω να πράξω διά να τον απολαύσω χωρίς φόβον, και θέλω το κάμει +χωρίς καμμίαν εναντιότητα. Κλίνω το λοιπόν, της απεκρίθην, εις +εκείνο που επιθυμείς, επειδή είνε ανωφελές να σου αντισταθώ πλέον· +γνωρίζω ένα χόρτον το οποίον βάνοντάς το εις το αυτί σου, ύστερα από +μίαν ώραν σε κάνει να πέσης λιποθυμημένη, και μετά ταύτα θέλεις +νομισθή αποθαμμένη, και θέλεις μείνει έτσι, έως που να σου βγάλουν +το χόρτον από το αυτί· και με τούτον τον τρόπον όταν σε νομίσουν ως +αποθαμμένην, θέλουν σε θάψει· και εγώ τότε θέλω σε βγάλει από το +μνημείον, και θέλω κάμει να ανταμωθής με τον Ταλμούχ, και να υπάγης +με αυτόν όπου θέλεις. </p> + +<p>Εις ετούτα τα λόγια εγώ αντίκοψα την Καλεκάρην, και εφώναξα· ω +Ουρανέ άρα γε η Τζελίκα θα είναι ζωντανή; είναι δυνατόν η Τζελίκα να +μην είναι αποθαμμένη; τι της εσυνέβη; πες μου ογλήγορα, σε παρακαλώ, +Ταλμούχ, μου είπεν η Καλακάρη αυτή κατά το παρόν ζη, μα σε παρακαλώ +άκουσε μου, και θέλεις μάθει εκείνο που επιθυμείς· η Τζελίκα, +ακολούθησεν αυτή, με αγκάλιασε δι' αυτό που της είπα· τόσον της +εφάνη αρμόδιον, το οποίον και ευθύς το έβαλεν εις πράξιν, και ευθύς +εκαμώθη πως ήτον άρρωστη, και μετά δύο ημέρες, οπόταν αγροικούσα τον +καιρόν αρμόδιον, της έβαλα το χόρτο εις το αυτί της, και ευθύς +άρχισε διά να κάμη την ενέργειάν του. Μα προτού να κλείση τα μάτιά +της έκραξε τον βασιλιά πατέρα της, και του είπε. Παρακαλώ σε βασιλέα +μου, διά την αγάπην που έχεις εις εμένα, να μου κάμης την χάριν, +όταν αποθάνω αντίς να βάλης άλλους να μου φυλάξουν το μνημείον μου, +να βάλης την αγαπημένην μου Καλεκάρην, επειδή και όντας πολλά +αγαπημένη μου, θέλει παρακαλέσει εκείνην την νύκτα διά εμένα με +περισσοτέραν θερμότητα, και ακόμη θέλεις την ελευθερώσει από την +σκλαβιά δίδοντάς της χαρίσματα μεγάλα διά την μεγάλην της +εμπιστοσύνην και αγάπην που εις εμέ έδειξεν. Ο βασιλεύς μετά πόνου +μεγάλου την επήκουσε, και της έταξε διά να κάμη καθώς παρήγγειλε. +Και τελειώνοντας αυτά τα λόγια η Τζελίκα έχασε τες αίσθησές της, και +ο πατέρας της νομίζοντάς την αποθαμμένην, ετραβήχθη από εκεί γεμάτος +κλάματα και οδυρμούς διά τον θάνατόν της· έπειτα έδωσε θέλημα και +την έφεραν εις τον τάφον με πολλήν τιμήν καθώς το είδες με τα μάτια +σου. </p> + +<p>Το βράδυ λοιπόν κατά την παραγγελίαν της, επήγα διά να σταθώ εις +το μνήμα της και ωσάν επήγα εκεί, άνοιξα το μνημείον, και την έβγαλα +έξω, εβγάζοντας το χόρτον από το αυτί της· έλαβεν ευθύς τες πρώτες +της αίσθησες, και ευθύς την επήρα, και υπήγαμεν εις ένα σπητάκι εις +το οποίον ο Καμπούρ μας ανάμενε, και εκεί εμείναμεν το επίλοιπον της +νυκτός το ταχύ δε απεστείλαμεν τον Καμπούρ εις το παλάτι και +υστερώτερα επήγα και εγώ· και ερχομένη εις το παλάτι, ανήγγειλα του +βασιλέως διά την καλήν ξενύκτισιν που έκαμα εις το μνημείον της +θυγατρός του. </p> + +<p>Τότε αυτός έβγαλε και μου έδωσε δέκα χιλιάδες φλωρία και +φορέματα, και διαμάντια πολλά, και με ηλευθέρωσεν από την σκλαβιάν· +μα εις αυτά που μου έδωσε, του εζήτησα και τον ευνούχον Καμπούρ διά +να μου τον δώση εις την φύλαξίν μου, και ευθύς με υπήκουσε. +Παίρνοντας εγώ αυτά τα χαρίσματά μου και τον Καμπούρ, επήγαμεν εκεί +που ευρίσκετο η Τζελίκα με την οποίαν εχαρήκαμεν πολύ διά την +εύρεσίν μας. </p> + +<p>Την ερχομένην ημέραν εστείλαμεν ένα παιδί εις το παλάτι με μίαν +γραφήν να σου την δώση. Εις την οποίαν σου εγράφαμεν διά να έλθης να +μας εύρης, του οποίου είπαν πως ήσουν άρρωστος· εματαστείλαμεν την +τρίτην ημέραν, και έμαθε πως δεν ήσουν πλέον εις το παλάτι, μην +ηξεύροντας το τι έγινες. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ την θλίψιν της +Τζελίκας, που έλαβεν επάνω εις τέτοιαν είδησιν διά τον μισευμόν σου, +που με κανένα τρόπον δεν είχε παρηγορίαν· Και τότε το εμετανόησε, +που δεν σου είχε δώσει την είδησιν διά την γνώμην που είχεν· +δυστυχισμένη που είμαι εγώ διά παντός εφώναξε· τι με ωφελεί που +εθυσίασα το παν διά την αγάπην, τον καιρόν που κάνει χρεία, να +παραιτηθώ από τον Ταλμούχ διά πάντα; Τότε εβγήκαμεν από την χώραν +διά νυκτός, και επήραμεν την στράταν προς τον Ινδόν ποταμόν, +στοχαζόμενοι μήπως και επήρες εκείνην την στράταν, και όπουθεν +απερνούσαμεν δεν εκάναμεν άλλο παρά να ερωτούμεν διά λόγου σου. </p> + +<p>Μίαν ημέρα πηγαινάμενοι από χώραν εις χώραν, με όλον που είμασθε +με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, μας απάντησαν οι κλέφτες, και δε +έφθασεν που μας επήραν το τι είχαμεν, αλλά μας επήραν και μας έφεραν +εδώ εις τούτην την χώραν Κανταχάρ και μας επούλησαν ενός +πραγματευτού από σκλάβες που τον εγνώριζαν. Ετούτος ο πραγματευτής +βλέποντας την ωραιότητα της Τζέλικας έκρινεν εύλογον να την φέρη εις +τον βασιλέα διά να την αγοράση· αυτός ο βασιλεύς έμεινεν εκστατικός +βλέποντάς την, και χωρίς καμμίαν εξέτασιν μας αγόρασε και τες δύο, +και μας έβαλεν εις το χαρέμι των γυναικών του. </p> + +<p>Η Καλεκάρη τελειώνοντας εδώ την διήγησίν της, ω Ουρανέ, εφώναξα +εγώ, ημπορώ να λάβω την χαροποίησιν εις το να ανταμώσω την ποθητήν +μου Τζελίκα; μα τι λέγω, πως θα την ανταμώσω, που ακούω ότι ετούτος +ο μέγας βασιλεύς την έχει φυλαγμένην εις το χαρέμι του; Μην +αμφιβάλλεις, μου απεκρίθη η Καλεκάρη διά να την ιδής, επειδή και +αυτή έχει περισσότερην επιθυμίαν από εκείνο που στοχάζεσαι διά να σε +ιδή, και αυτή η ιδία επρόσταξε τον Καμπούρ και έκαμε τούτες τες +ετοιμασίες, και επήρεν ετούτο το παλάτι διά να έρχεται οπόταν +ευρίσκει τον καιρόν αρμόδιον διά να σε απολαμβάνη· και διά την ώραν +με έστειλεν εμένα διά να σου διηγηθώ τι απέρασε διά εσένα και αύριον +το ταχύ θέλει έλθει η ιδία να σε εύρη. Και λέγοντας ετούτα τα λόγια +η Καλεκάρη εμίσευσε με τον Καμπούρ, και έμεινα εγώ με μεγάλην +ανυπομονησίαν έως που να την ιδώ. </p> + +<p>Το ταχύ ακούω να κτυπά η πόρτα. Οι σκλάβες έτρεξαν διά να +ανοίξουν, ευθύς να έμβη η βασιλοπούλα εις τον χοντζερέ μου. Σε αφίνω +να στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, και ποίαν αντράλωσιν, +ποίον θάμβος, ποίαν χαράν μου επροξένησεν η παρουσία της, παρομοίως +από εκείνο που εκατάλαβα να επροξενήθη και εις αυτήν από την χαράν +της. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της, χωρίς να ημπορέσω να ειπώ λόγον. +Αυτή με εσήκωσε, και βάνοντάς με να καθίσω κοντά της μου είπε· +Ταλμούχ, ευχαριστώ τον Ουρανόν, που μας αντάμωσε, και ελπίζω εις την +καλωσύνην του να μας ελευθερώση κιόλας από τούτην την περίστασιν που +μας εμποδίζει εις το να στεκώμασθε αντάμα· και διά την ώραν πρέπει +να έχωμεν υπομονήν, έως που να εύρωμεν την ευκαιρίαν, διά να κάμωμεν +καθώς είναι η επιθυμία μας και φθάνει μόνον διά τώρα να +συναναστρεφώμασθε κάποτε εδώ κρυφίως, διά κάμποσον καιρόν ακόμη· Ως +τόσον διηγήσου μου, σε παρακαλώ, πώς ευρίσκεσαι εις τούτην την +χώραν, και τα όσα σου ακολούθησαν έως τώρα. Εγώ δεν έλειψα που να +την ευχαριστήσω διηγούμενος την ιστορίαν μου, και πώς ευρισκόμουν +εις συντροφιάν ενός Φακύρη, και τα λοιπά. Και αφού ωμιλήσαμεν διά +δύο ώρες αυτά και άλλες ομιλίες της αγάπης, έρχεται η Καλεκάρη και ο +Καμπούρ, και μας δίνουν την είδησιν διά να μισεύσωμεν, διατί η ώρα +ήταν αργά. Και ούτως εμίσευσαν, και με άφησαν όλον γεμάτον από χαράν +και ελπίδα. </p> + +<p>Με όλον που ευρισκόμουν εις τους χαροποιούς στοχασμούς, δεν +απαράτησα που να μην ενθυμηθώ τον σύντροφόν μου Φακύρην, +στοχαζόμενος την θλίψιν που ημπορούσε να έχη μην ηξεύροντας το τι +έγινα. Εβγήκα από το σπήτι μου διά να υπάγω να τον εύρω, και τον +συναπαντώ εις μίαν στράταν και αγκαλιάζοντάς με μου λέγει. Ω φίλε, +μεγάλην σύγχισιν μου έδωσες μην ηξεύροντας πού ήσουν, και εφοβούμουν +μήπως και σου έτυχε τίποτες εναντίον και ποίαν μεταβολήν βλέπω εις +του λόγου σου; υποκάτω εις ποία φορέματα μου παρουσιάζεσαι εις τους +οφθαλμούς μου, μου φαίνεται να είσαι εις καλήν στάσιν; Βέβαια, φίλε +μου εγώ του απεκρίθηκα, η τύχη μου μ' εμετάβαλεν εις ευτυχίαν· θέλω +και συ να είσαι μάρτυς όλης μου της ευτυχίας και να ωφεληθής και συ +από την ευτυχίαν μου· παραίτησε το κονάκι σου, και έλα να κατοικήσης +μετ' εμένα. Έτσι λέγοντας τον έφερα εις την κατοικίαν μου, και τον +έκαμα να ιδή την μεγαλοπρέπειαν, και τον στολισμόν όλης μου της +οικίας. Αυτός κάθε ολίγον εφώναζεν· ω Ουρανέ, τι πράγμα άξιον +έπραξεν ο Ταλμούχ περισσότερον από τους άλλους, διά να αρχίσης να +τον γεμίσης από τόσα καλά. Πώς ω Φακύρη, του είπα, σου κακοφαίνεται +διά την ευτυχίαν μου; καταλαμβάνω ότι σε θλίβει η καλή μου +κατάστασις. Όχι, μου απεκρίθη, μα εξ εναντίας το χαίρομαι, επειδή +και επιθυμώ πάντα την ευτυχίαν των φίλων μου και λέγοντας έτσι, με +αγκάλιασε, και μ' εφίλησε, διά να μου δώση με τούτο να καταλάβω πως +ομιλεί με την καρδίαν ανοικτήν. Ο Φακύρης επάσχισε να του φανερώσω +το αίτιον της ευτυχίας μου, εγώ δε τον επίστευσα άδολον, και του +εδιηγήθηκα τα πάντα, από την αρχήν έως εκείνες τες ώρες, και του +επερίγραψα και την μεγάλην ωραιότητα της βασιλοπούλας. </p> + +<p>Ο Φακύρης αφού έδειξε πως ήτον πολλά θαυμασμένος εις τα όσα του +εδιηγήθηκα μου λέγει· Ταλμούχ, εσύ μου παρουσιάζεις ένα κάλλος τόσον +υπερβολικόν, που διστάζω να το πιστεύσω. Αυτό είνε έν υποκείμενον +απαρομοίαστον, του αποκρίθηκα εγώ, που είνε αξία διά τον μεγαλύτερον +βασιλέα του κόσμου. Αυτή ετούτην την νύκτα θέλει έλθει εδώ· εσύ +θέλεις την ιδεί με τα μάτια σου, και θέλεις ειπεί την αλήθειαν αν +δεν είνε έτσι. Ολίγον υστερότερα ήλθεν η Τζελίκα την οποίαν +επαρακάλεσα να δεχθή να της συστήσω τον Φακύρην. Τίποτε δεν ημπορώ +να σου αρνηθώ μου είπεν η Τζελίκα, μα προβλέπω πως θέλει μας +προξενηθή μεγάλη δυσαρέσκεια. Όχι, βασίλισσά μου, της είπα, μη +φοβάσαι από αυτόν κανένα εναντίον, και στάσου ήσυχα επάνω εις του +λόγου μου. </p> + +<p>Τελειώνοντας ετούτα τα λόγια έκραξα τον Φακύρην και τον +επαρουσίασα εις την βασιλοπούλαν. Αυτή διά να ευχαριστήση εμένα, τον +εδέχθη με πολλήν ευγένειαν, υστερότερα δε εκαθήσαμεν εις την +τράπεζαν και οι τρεις. Ο σύντροφός μου ήτον έως τριάντα χρόνων +άνθρωπος και είχε πολύ πνεύμα, και έκαμε πολλά ογλήγορα να γνωρισθή +προς την κυράν ότι ήτον ένας, που δεν εμισούσε τες ηδονές, και πως +έκανεν ολίγην τιμήν του φορέματός του. Αυτός αφού εφάγαμεν, έπιε +τόσον κρασί, που τον έκαμε να χάση κάθε λογής εντροπήν και δεν του +έφθασε που ωμιλούσε με μεγάλην ελευθερίαν και θάρρος, αλλά +απετόλμησε και έρριξε τας χείρας του επάνω εις τον λαιμόν της +Τζελίκας, και με αναισχυντίαν της έδωσεν ένα φίλημα. Η Τζελίκα έμενε +μεγάλως θυμωμένη διά την αυθάδειαν του Φακύρη, και αμπώχνοντάς τον +του λέγει· Τρισάθλιε, σου έπρεπε διά την τόλμην σου να βάλω τους +σκλάβους μου να μη σου αφήσουν κόκκαλον εις το κορμί γερόν· μα το +σέβας που φέρω εις τον φίλον σου, με εμποδίζει να το βάλω εις +πράξιν. Και έτσι λέγοντας εμπουλώθη και εβγήκεν θυμωμένη από τον +χοντζερέ μου. Επάσχισα ανωφελώς διά να την καταπραΰνω, μα δεν εστάθη +τρόπος. Εσύ τώρα βλέπεις, μου είπεν, αν έφταιξες να φέρης αυτόν τον +Φακύρην εις την συναναστροφήν μας, και αν είχα δίκαιον να μην τον +δεχθώ· εγώ δεν θέλω έλθει πλέον εις εσένα, έως που αυτός ήθελε σταθή +μαζί σου. Και με αυτά τα λόγια εμίσευσε, με όλον που έκαμα κάθε +τρόπον διά να την κρατήσω. </p> + +<p>Τέλος πάντων την ερχομένην ημέραν ο Φακύρης εδείχθη πολλά +διαφορετικός και μετανοημένος διά το σφάλμα που την απερασμένην +νύκτα έκαμε, και με εβεβαίωνε πως ήτον πολλά περίλυπος διά την +σύγχυσιν που μου έδωσε· και διά να παιδεύση την αυθάδειάν του, μου +έταξε διά να μισεύση ευθύς από εκείνην την χώραν, και μου ωμίλησε με +ένα τρόπον που έμεινα πολλά συντριμμένος. </p> + +<p>Έγραψα ευθύς μίαν επιστολήν της Τζελίκας, και της εφανέρωσα πως ο +Φακύρης εμετανόησε μεγάλως διά την αυθάδειάν του, και της εζητούσε +συγχώρησιν, και πως διά κανόνα του σφάλματός του θέλει μισεύσει από +εκείνην την χώραν. Αυτή μου απεκρίθη ότι τον συγχωρεί, και πως +οπόταν αυτός μισεύση, θέλει έλθει να με εύρη. Εφανέρωσα του φακύρη +τα όσα ο Καμπούρ μου είπε, και ο Φακύρης μένοντας ευχαριστημένος +ετοιμάζετο διά να μισεύση. </p> + +<p>Εγώ θλιβόμενος διά την αγνωσίαν που έλαβε και έγινε το αίτιον του +χωρισμού μας, ηθέλησα διά να τον φιλοδωρήσω μίαν σακκούλαν γεμάτην +από φλωρία, που μου τα είχε δώσει η Τζελίκα, και δίδοντας του, τον +εσυμπροβόδησα με πολλά δάκρυα και αναστεναγμούς· τόσον πολλά τον +αγαπούσα. Μισεύοντας δε ο Φακύρης δεν απέρασε ολίγη ώρα και ακούω +μεγάλον κτύπον εις το σπήτι μου· τρέχω να ιδώ το τι ήτον και με +μεγάλην μου έκστασιν βλέπω ένα αριθμόν από στρατιώτας του βασιλέως +Φαραούτζ χαν. Έλα με ημάς, μου λέγει ο αρχηγός τους· έχομεν +πρόσταγμα διά να σε φέρωμεν στο παλάτι. Ποίον φταίξιμον εγώ έκαμα; +του είπα, εις τι είμαι εγκαλεσμένος, πες μου σε παρακαλώ. Ημείς δεν +ηξεύρομεν, μου απεκρίθη αυτός, άλλο δεν ημπορώ να σου ειπώ, παρά +έχομεν πρόσταγμα να σε φέρωμεν εις τον βασιλέα· αυτός, είνε πολλά +δίκαιος, θέλει σε κρίνει με δικαιοσύνην. </p> + +<p>Έκαμε χρεία διά να τους ακολουθήσω και στανικώς μου. Και εις την +στράταν που επήγαινα, άλλο δεν υπώπτευα, παρά ότι ο βασιλεύς θα +εξεσκέπασε την φιλίαν που απερνούσαμεν με την Τζελίκαν, μα μου +εφαίνονταν παράξενον πώς να το είχε μάθει. Ως τόσον ο αρχηγός με +έφερεν έμπροσθεν εις τον βασιλέα, ο οποίος ήτον με τον βεζύρην του +μόνον και με τον Φακύρην που ενόμιζα ότι ήτον μισευμένος. Βλέποντας +δε τούτον τον άνομον φίλον, εγνώρισα ευθύς την προδοσίαν του. Εσύ +είσαι εκείνος, μου είπε τότε ο βασιλεύς, που κρατείς κρυφήν +συναναστροφήν με την αγαπημένην μου σκλάβαν; αχ, παράνομε, κάνει +χρεία ότι θα είσαι πολλά απόκοτος και αυθάδης διά να τολμήσης να +πατήσης την τιμήν μου. Δεν ηξεύρεις ότι εγώ είμαι εκείνος που +παιδεύω σκληρώς τους πταίστας. </p> + +<p>Εις αυτό δε το αναμεταξύ ιδού και έρχεται και η Τζελίκα διά +προσταγής του βασιλέως έμπροσθέν του, η οποία ήτον συντροφιασμένη με +την Καλεκάρην και τον Καμπούρ. Αχ, κακότροποι και άνομοι, εφώναξεν ο +βασιλεύς· μη καρτερήτε μήτε ο ένας, μήτε ο άλλος από εμένα καμμίαν +συμπάθειαν, που ετολμήσατε να μου κάμετε αυτήν την ατιμίαν. Βεζύρη, +γυρίζει και λέγει, έπαρέ τους από έμπροσθέν μου, διατί δεν υποφέρω +πλέον να τους βλέπω, και κάμε να τους κόψουν τας κεφαλάς και των +δύο, και ύστερα τα κορμιά τους να δοθούν εις βρώσιν των σκυλιών. </p> + +<p>Σταμάτησε, ω Βασιλεύ, εφώναξα τότε εγώ· φυλάξου από το να +μεταχειρισθής με τέτοιον τρόπον μίαν θυγατέρα βασιλέως· ο ζηλότυπος +θυμός σου ας φέρη σέβας εις το βασιλικόν αίμα, από του οποίου αυτή +κατάγεται. Εις τούτα τα λόγια ο βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος· ποίος +βασιλεύς, αυτός είπε της Τσελίκας, είνε ο αυτουργός των γενεθλίων +σου; Η βασιλοπούλα με εκύτταξε με ένα βλέμμα άγριον και μου είπεν +αχάριστε Ταλμούχ, διατί ηθέλησες να φανερώσης εκείνο, που εγώ έπασχα +να το κρύψω; ήμουν ευχαριστημένη· καλύτερον να λάβω τον θάνατον, +παρά να μαθητευθή ποία είμαι· και κάνοντάς με τώρα εσύ να γνωρισθώ, +με εγέμισες από εντροπήν. Ας είναι λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν +αυτή, μιλώντας με αυτόν· άκουσον, αν επιθυμής, να μάθης το ποία +είμαι· η σκλάβα που εσύ αποφασίζεις εις θάνατον, είνε θυγατέρα του +Σχατάμ Χαν βασιλέως της Περσίας· και τον ίδιον καιρόν του εδιηγήθη +όλην την ιστορίαν, χωρίς να αφήση τίποτε· και ωσάν ετελείωσε την +διήγησίν της, αύξησε περισσότερον τον θαυμασμόν του βασιλέως. Ιδού, +ω βασιλέα μου, αυτή ηκολούθησεν, ένα απόκρυφον, που αν ο αχάριστος +Ταλμούχ δεν ήθελε το φανερώση, εγώ ποτέ δεν ήθελα σου το ομολογήσει· +σε παρακαλώ το λοιπόν πρόσταξε χωρίς άλλο να μου σηκώσης την ζωήν, +ότι η μεγαλυτέρα χάρις που ημπορείς να μου κάμης είνε αυτή· και η +ομολογία που σου έκαμα δεν την έκαμα χωρίς μεγάλον μου κακοφανισμόν. +</p> + +<p>Κυρά, της λέγει ο βασιλεύς, εγώ μεταβάλλω την απόφασίν μου, και +με κάθε δικαιοσύνην σας συγχωρώ το σφάλμα, και σου επιστρέφω την +ελευθερίαν, και θέλεις ζήσει διά τον Ταλμούχ, και ο ευτυχής Ταλμούχ +θέλει ζήσει δι' εσένα. Υπάγετε το λοιπόν, ω τέλειοι αγαπητικοί, να +περάσετε ευτυχώς το επίλοιπον της ζωής σας, και παρακαλώ τον ουρανόν +κανένα πράγμα να μη συγχίση πλέον την ησυχίαν σας. Όσον διά εσένα, ω +προδότα, ακολούθησεν αυτός μιλώντας προς τον Φακύρην, θέλεις λάβει +τον μισθόν της προδοσίας σου, και της επιβολής σου. Καρδία ουτιδανή, +διεστραμένη και φθονερά, που δεν υπόφερες να ιδής την ευτυχίαν του +φίλου σου, και ήλθες μόνος σου διά να τον δώσης εις την δύναμιν της +εκδικήσεώς μου· τρισάθλιε, εσύ θέλεις δουλεύσει εις θυσίαν της +ζήλιας σου. Έτσι λέγοντας επρόσταξε τον βεζύρην να δοθή ο Φακύρης +εις τας χείρας του δημίου διά να τον κάμη τέσσαρα κομμάτια. </p> + +<p>Εις το αναμεταξύ που εκείνος ο άνομος εφέρετο εις θάνατον, +επέσαμεν η Τζελίκα και εγώ εις τους πόδας του βασιλέως, και τους +εκαταβρέχαμεν με τα δάκρυά μας, ευχαριστώντας την μεγάλην του +ευσπλαγχνίαν που εις ημάς έδειξεν· έπειτα σηκωνόμενοι εμισεύσαμεν με +την Καλεκάρην και Καμπούρ, και ήλθαμεν εις την κατοικίαν που ήμουν, +και εκεί εμείναμεν ευφραινόμενοι την ελευθερίαν μας. Δεν απέρασαν +δύο ημέρες, και ο βεζύρης από μέρος του βασιλέως ήλθε διά να μας +εύρη, και μας έφερε μεγάλην ποσότητα από δώρα, και άσπρα αμέτρητα. +Ημείς ευχάριστήσαμεν την μεγάλην γενναιότητα του βασιλέως, και +βλέποντας ότι αυτά τα δώρα ήταν αρκετά να μας φθάσουν διά να +υπάγωμεν εις άλλον τόπον να σταθούμεν, ανταμωθήκαμεν με ένα καραβάνι +από πραγματευτάδες, που εμάθαμεν πως εμίσευε διά το Μπαγδάτι και με +αυτό εφθάσαμεν εκεί ευτυχώς. Οπόταν δε εμβήκαμεν εις το Μπαγδάτι, +επήγαμεν και καταλύσαμεν εις ένα καλόν σπήτι, και αφού αναπαυθήκαμεν +από τον κόπον της στράτας, εβγήκα και υπήγα εις την χώραν διά να +ανταμώσω τους φίλους μου. Αυτοί ωσάν με είδαν, εθαύμασαν που με +είδαν ζωντανόν λέγοντές μου, πως οι σύντροφοί σου που είχες μισεύσει +με αυτούς από εδώ, μας είπαν πως απέθανες. Ευθύς δε που άκουσα ότι +οι τζοβαϊρτζήδες σύντροφοι μου ευρίσκοντο εκεί, επήγα εις τον +βεζύρην και έπεσα εις τους πόδας του, και του εδιηγήθηκα την +προδοσίαν των συντρόφων μου. Ο βεζύρης έστειλεν ευθύς και τους +έφερεν έμπροσθέν του, και τους ερώτησε, αν είνε αλήθεια τα όσα εγώ +τους εγκαλούσα· αυτοί δε άρχισαν να το αρνούνται με κάθε τρόπον μα ο +βεζύρης ωσάν φρόνιμος που ήτον με τες εξέτασες που τους έκαμεν, +εκατάλαβε πως ήταν πταίσται, και βεβαιωμένος ευθύς επρόσταξε διά να +φυλακώσουν και τους δύο, έως που να δώση την είδησιν του Καλίφη, διά +να προστάξη τι θάνατον να τους δώση. Αυτοί όντες φυλακωμένοι +υποχρέωσαν τους φύλακας βασιλικά, και το τρίτον εδόθη εις εμένα διά +εκείνο που μου επήραν. </p> + +<p>Ύστερον από αυτό δεν εστοχάσθηκα άλλο, παρά να βαλθώ εις μίαν +ήσυχην ζωήν με την Τζελίκαν μου. Ημείς επερνούσαμεν τες ημέρες μας +με μίαν τελείαν ενότητα· η οποία δυστυχώς δεν διήρκεσε πολύ. </p> + +<p>Διότι μίαν βραδειάν, γυρίζοντας από μίαν συναναστροφήν φίλων και +φθάνοντας εις το σπήτι μου, κτυπώ την πόρταν και κανείς δεν μου +αποκρίνεται ούτε μου ανοίγει. Εγώ έμεινα εκστατικός εις αυτό, +ξαναχτυπώ την πόρταν δυνατώτερα· μα ουκ ην φωνή, και ουκ ην +ακρόασις· μου αβγάτισε τότε ο θαυμασμός μου· τι πρέπει να στοχασθώ, +έλεγα ανάμεσόν μου; ετούτη θα είναι μία νέα δυστυχία που μου +εσυνέβη; εις τον κτύπον δε τον μέγαν που έκανα, οι γειτόνοι μου +εβγήκαν και ήλθον να ιδούν τι ήτον· αυτοί με εβοήθησαν και ερρίξαμεν +την πόρταν, και εμβαίνοντες μέσα εις το σπήτι ευρίσκομεν όλους τους +δούλους πνιγμένους· απερνούμεν εις τον χοντζερέ της Τζελίκας (ω +θέαμα φοβερόν) και ευρίσκομεν τον Καμπούρ και την Καλεκάρην +φονευμένους, και πνιγμένους εις τα αίματά τους. Κράζω την +βασιλοπούλαν, και αυτή δεν αποκρίνεται εις την φωνήν μου. Τρέχω εις +όλα τα μέρη του σπητιού, και μην ευρίσκοντάς την, έπεσα αποκαμωμένος +εις τες αγκάλες ενός γείτονός μου. </p> + +<p>Οπόταν οι γειτόνοι μου με έκαναν να ξαναλάβω τες αίσθησές μου, +εσηκώθηκα και έτρεξα εις τον Κατή, και ανήγγειλα το συμβεβηκός μου. +Αυτός έστειλεν ευθύς πολλούς καβαλαρέους εις τες στράτες διά να +χαλέψουν τους φονείς και άρπαγας, μα δεν εστάθη τρόπος που να λάβουν +καμμίαν είδησιν. Τότε εγώ μην ηξεύροντας το τι να στοχασθώ δι' αυτήν +την νέαν μου συμφοράν, έπεσα άρρωστος διά πολύν καιρόν, και ωσάν +εγέρευσα, επούλησα το ό,τι και αν είχα και υπήγα και εκατοίκησα εις +το Μουσούλ, φέροντας με λόγου μου εκείνον τον πλούτον που μου +απομείνει. Εκεί μένοντας καμπόσον καιρόν εμβήκα εις την αυλήν του +Βασιλέως διά τζοχαντάρης, και από ολίγον κατ' ολίγον, διά την καλήν +μου δούλευσιν, ο βασιλεύς με έκαμε Βεζύρην του, ο οποίος με αγαπούσε +κατά πολλά διά την καλήν μου κυβέρνησιν· μα ως εκεί δεν έπαυσεν η +τύχη μου που να μη με κατατρέξη· κάποιος αξιωματικός της αυλής του +Βασιλέως έλαβε φθόνον μέγαν εναντίον μου, και τόσον έκαμε, που ο +Βασιλεύς απεφάσισε να με αποξενώση από την δούλευσιν του, διά να +παύσουν τα σκάνδαλα. Και με τούτον τον τρόπον εβγήκα από το Μουσούλ, +και ήλθα εδώ εις την Δαμασκόν, εις την οποίαν έλαβα την τιμήν διά να +έμβω μέσα εις την δούλευσιν της Βασιλείας σου. </p> + +<p>Ετούτη, ω πολυχρονεμένε μου Βασιλέα, είναι η ιστορία της ζωής +μου, και η αιτία ετούτης της βαθείας μου μελαγχολίας, εις την οποίαν +είμαι πάντα βυθισμένος. Ο αρπαγμός της Τζελίκας στέκει πάντα +τυπωμένος εις την καρδιά μου, και με κάνει αναίσθητον εις κάθε λογής +χαροποίησιν. Αν ήξευρα ότι αυτή η βασιλοπούλα δεν ζη, ημπορούσα να +απαρατήσω την ενθύμησίν της ακόμη ωσάν την άλλην φοράν· μα η άγνοια +της τύχης της με κάνει διά παντός να θρέφω εις την καρδίαν μου +ακατάπαυστον πόνον, και απ' αυτόν ημπορείς να καταλάβης καταλεπτώς +την αιτίαν της μελαγχολίας μου, και σε αφίνω να διακρίνης αν έχω +δικαίαν αιτίαν να είμαι πάντοτε περίλυπος και μελαγχολικός καθώς με +βλέπεις. </p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ +ΤΟΜΟΥ </h3> +<hr></hr> +<p id="fn1">1) Είδωλον που επροσκυνούσαν οι Πέρσαι.<a href="#ref1" +title="Πίσω">↩</a></p> +<p id="fn2">2) [Γενναιοδωρία]<a href="#ref2" +title="Πίσω">↩</a></p> + +<p> </p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of Project Gutenberg's Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 *** + +***** This file should be named 36622-h.htm or 36622-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/6/6/2/36622/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + diff --git a/36622-h/images/1.jpg b/36622-h/images/1.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..14bbf6f --- /dev/null +++ b/36622-h/images/1.jpg diff --git a/36622-h/images/2.jpg b/36622-h/images/2.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..4d783b0 --- /dev/null +++ b/36622-h/images/2.jpg diff --git a/36622-h/images/3.jpg b/36622-h/images/3.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..722b2dc --- /dev/null +++ b/36622-h/images/3.jpg diff --git a/36622-h/images/4.jpg b/36622-h/images/4.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..d85e401 --- /dev/null +++ b/36622-h/images/4.jpg diff --git a/36622-h/images/5.jpg b/36622-h/images/5.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..10fb412 --- /dev/null +++ b/36622-h/images/5.jpg diff --git a/36622-h/images/6.jpg b/36622-h/images/6.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..19cb4bf --- /dev/null +++ b/36622-h/images/6.jpg diff --git a/36622-h/images/page1.jpg b/36622-h/images/page1.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..b617e50 --- /dev/null +++ b/36622-h/images/page1.jpg diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..472acd9 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #36622 (https://www.gutenberg.org/ebooks/36622) diff --git a/old/20110705-36622-0.txt b/old/20110705-36622-0.txt new file mode 100644 index 0000000..388ebff --- /dev/null +++ b/old/20110705-36622-0.txt @@ -0,0 +1,7840 @@ +The Project Gutenberg EBook of Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Arabian Nights, Volume 2 + Continuation of the Stories + +Author: Dervish Abu Bekr + +Release Date: July 5, 2011 [EBook #36622] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been placed at +the end of the book. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι +υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + + +Χ Α Λ Ι Μ Α +ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ + + + +ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ + + + +Όπου η Χαλιμά διηγείται του Σοφή Αϊδήν βασιλέως της Ινδίας. + +Ο Σοφής Αϊδήν βασιλεύς της Ινδίας, βλέποντας την Χαλιμάν, που +ήθελε να αρχίση διά να διηγηθή την ιστορίαν που του είχε τάξει, +καθώς είπαμεν εις τον απερασμένον πρώτον τόμον, την αντέκοψε +λέγοντας· ω Χαλιμά, σε παρακαλώ, περίμενε ολίγον διά να αρχίσης να +διηγηθής την ιστορίαν αυτήν, επειδή έχω ανάγκην μεγάλην να πάω εις +το ντιβάνι μου διά αναγκαίες υποθέσεις του βασιλείου μου, και +ευθύς που θα τελειώσω θέλω ξαναγυρίσει να την ακούσω με κάθε μου +ευχαρίστησιν. Και έτσι λέγοντας εσηκώθη και επήγεν εις το ντιβάνι, +και μετά μίαν ώραν γυρίζοντας έδωσε θέλημα της Χαλιμάς διά να +αρχίση να του διηγηθή την ιστορίαν που του έταξε· και η Χαλιμά +λαμβάνοντας το θέλημά του έσκυψε το κεφάλι της και επροσκύνησεν, +έπειτα άρχισε να λέγη με τον ακόλουθον τρόπον. + + + +&Ιστορία της Φαρουχνάζης Βασιλοπούλας της Κασμυρίας.& + + + +Το βασίλειον της Κασμυρίας εκυβερνώνταν από ένα βασιλέα +ονομαζόμενον Τοχρούλμπεη· αυτός είχε μίαν θυγατέρα μονογενή +ονόματι Φαρουχνάζ, η οποία υπερέβαινε την πλέον ωραίαν του κόσμου +εις την ευμορφάδα, και ήτον ένα θαύμα της ωραιότητος. Αυτή η +βασιλοπούλα όντας τέτοιας λογής ωραία, κάθε ένας που την έβλεπεν +ήτον αδύνατον να μην άναπτεν από ένα σκληρόν έρωτα η καρδιά του, +και εις τον ίδιον καιρόν ήθελε του είναι πολλά κινδυνώδες· και +όσοι ελάμβανον δι' αυτήν έρωτα, άλλος ετρελλαίνετο, και άλλοι +έπιπταν ως αποθαμμένοι και έμεναν νεκροί. Κάθε φορά που ήθελεν +έβγει από το παλάτι της διά να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν +έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον· ο λαός δε οπόταν ήκουε πως +έβγαινεν από το παλάτι της έτρεχαν εις πλήθος ωσάν τρελλοί και την +ακολουθούσαν διά να την βλέπουν, και με τις βοές τους εφανέρωναν +την μεγάλην επιθυμίαν που είχαν διά να την βλέπουν. Αυτή ως επί το +πλείστον εκαβαλίκευε ένα άλογο τατάρικο άσπρο με βούλλες κόκκινες, +και επεριπατούσεν ανάμεσα εις εκατό σκλάβες ενδεδυμένες με πολλήν +μεγαλοπρέπειαν, επάνω εις τόσα άλογα μαύρα. Αυτές οι σκλάβες ήτον +ομοίως ξέσκεπες και με όλον που ήτον πολλά ωραίες, η βασιλοπούλα +έλαμπε αναμέσον αυτών ωσάν ο ήλιος εις το μέσον των αστέρων, ώστε +που όλος ο λαός δεν έρριχνε τα μάτια του εις καμμίαν από τες +σκλάβες, παρά μόνον εις αυτήν· και καθένας είχε την επιθυμίαν διά +να την ιδή από σιμά· όθεν εκαταπλακώνονταν και εκτυπιώνταν ποίος +να πλησιάση σιμώτερα προς αυτήν οι δε στρατιώται που την +εσυντρόφευαν ματαίως εκοπίαζαν να αποδιώχνουν τον λαόν, που έπασχε +να πλησιάση προς αυτήν, και άλλους μεν έδερναν, άλλους +εκατατζάκιζαν, και πολλούς απ' αυτούς εφόνευαν διά να τους +ξεμακρύνουν· μα οι περισσότεροι δεν εστοχάζονταν διά το ουδέν τους +δαρμούς, ομού και τον θάνατον, έχοντας εις καύχησιν οι τρελλοί να +αποθάνουν εμπρός εις τα μάτια της ωραίας βασιλοπούλας. + +Ο βασιλεύς βλέποντας το κακόν και την φθοράν που εγίνετο εις τον +λαόν από αιτίας της μεγάλης ευμορφιάς της θυγατρός του, απεφάσισε +να την κρύψη εις το εξής από τα μάτια του λαού, διά να μη γίνεται +τέτοια φθορά και σύγχυσις· και ευθύς επρόσταξε πλέον να μη έβγη η +θυγατέρα του από το παλάτι· και με τούτον τον τρόπον εσήκωσεν από +τον λαόν την αιτίαν της συμφοράς του και της συγχύσεώς του. Εις +τούτο το αναμεταξύ η φήμη της ευμορφιάς της εξηπλώθη εις όλα τα +μέρη της ανατολής και πολλοί βασιλείς επάνω εις τας διήγησες που +δι' αυτήν άκουαν, άναπταν από επιθυμίαν να την αποκτήσουν, και +όλοι εις ένα καιρόν έστειλαν πρέσβεις εις τον πατέρα της τον +βασιλέα διά να του την ζητήσουν διά γυναίκα. Μα πριν και αυτοί +φθάσουν η βασιλοπούλα είδεν ένα όνειρον, διά το οποίον συνέλαβεν +ένα μίσος τόσον σκληρόν εναντίον εις την υπανδρείαν και εις τους +άνδρας, που δεν ήθελε με κανένα τρόπον να τους ακούση. Αυτηνής της +εφάνη πως είδεν εις τον ύπνο της ένα ελάφι, που είχε πιασθή εις +κάποιες παγίδες κυνηγών και όντας εις αυτές, επήγε μία έλαφος, και +έκαμε κάθε τρόπο και το ελευθέρωσεν· έτυχε κατά τύχην και επιάσθη +υστερότερα και αυτή η έλαφος εις τες ίδιες παγίδες, και το ελάφι +αντίς να κάμη το χρέος του να την συντρέξη και να την ελευθερώση, +την άφησεν εκεί και έφυγεν. + +Εξυπνώντας η Βασιλοπούλα Φαρουχνάζ, έμεινε πολλά συγχισμένη δι' +αυτό το ενύπνιον που είδεν· αυτή δεν το εστοχάσθη δι' άλλο, παρά +διά μίαν αποκάλυψιν του θεού Ξάγια (1) που με αυτό της έδιδε να +καταλάβη, ότι οι άνθρωποι δεν είνε πιστοί προς τας γυναίκας τους, +και πως είναι αχάριστοι και επίβουλοι προς αυτάς ανταμοίβοντες +πάντοτε την αγάπην τους με αχαριστίαν. Εμβαίνοντας το λοιπόν εις +το κεφάλι της αυτή η αστόχαστος φαντασία, και φοβουμένη να μη +θυσιασθή εις τινά, που να ήθελε την ζητήση εις γυναίκα, επήγε να +εύρη τον πατέρα της, και χωρίς να του δώση να καταλάβη την +εναντίαν της κλίσιν προς τους ανθρώπους, τον εξώρκισε με τα δάκρυα +εις τα μάτια να μην την υπανδρέψη με τινά, που να μην είνε της +ορέξεώς της, τόσον που της έταξε με όρκον, να μην κάμη με κανένα +συμφωνίαν χωρίς το θέλημά της. Μένοντάς με αυτόν τον τρόπον +βεβαιωμένη η Φαρουχνάζ, ανεχώρησεν εις το παλάτι της πολλά +ευχαριστημένη με απόφασιν που να μην υπανδρευθή ποτέ. + +Ολίγας ημέρας υστερότερον έφθασαν, καθώς άνωθεν είπαμεν οι +πρέσβεις από πολλούς βασιλείς εις τον βασιλέα της Κασμυρίας· +ζητώντας καθένας την θυγατέρα του εις γυναίκα των αφεντάδων τους. +Ο βασιλεύς ακούοντας τούς είπε πώς εις το χέρι του δεν είνε να +κάμη την εκλογήν της υπανδρείας της θυγατρός του, επειδή της έταξε +μεθ' όρκου να μην την υπανδρέψη εναντίον της ορέξεώς της. Οι +πρέσβεις βλέποντες πως εις το χέρι του δεν εστέκονταν αυτή η +υπόθεσις, εζήτησαν να ομιλήσουν με την θυγατέρα του, και βλέποντάς +την που με κανένα τρόπον δεν ήθελε να κλίνη εις υπανδρείαν, +ανεχώρησαν πολλά περίλυποι, με τον να μην ημπόρεσαν να επιτύχουν +εκείνο, που οι αφεντάδες τους τούς επρόσταξαν. Ο φρόνιμος +Τοχρούλμπεης εθλίβη πολλά διά την αναχώρησιν των πρέσβεων χωρίς να +ημπορέση να τους ευχαριστήση εις το ζήτημά τους, διά τον όρκον που +είχε κάμει εμβαίνοντας εις φόβον να μην του ήθελαν σηκώσει πόλεμον +οι αυθεντάδες τους που δεν τους υπήκουσε, εστοχάσθη να διορθώση το +πράγμα με τον ακόλουθον τρόπον. + +Έκραξε το λοιπόν την βάγιαν της βασιλοπούλας και ήλθε προς αυτόν, +της οποίας της είπε· Σουλταμεμέ, εγώ σου ομολογώ, ότι η γνώμη της +θυγατρός μου μού συγχίζει πολύ την ανάπαυσίν μου· όμως πε μου τι +είναι η αφορμή που αυτή δείχνεται τόσον εναντία εις την +υπανδρείαν; φανέρωσέ μου σε παρακαλώ το αίτιον και μη μου το +κρύβης· Από εκείνο που καταλαμβάνω, βασιλέα μου, απεκρίθη η βάγια, +την αιτίαν αυτής της εναντιώσεως είναι ένα όνειρον που την έκαμεν. +Ένα όνειρον είναι το αίτιον; εφώναξεν ο βασιλεύς, πολλά +εκστατικός· α! τι μου λέγεις; εγώ δεν πιστεύω αυτήν την πρόφασιν· +ποίον όνειρον ήθελε προξενήση τέτοιαν σκληρότητα εις την καρδίαν +της θυγατρός μου; Τότε του εδιηγήθη η Σουλταμεμέ το όνειρον που +επλάνεσε την φαντασίαν της θυγατρός του με όλες τες περίστασες, +και έπειτα από αυτό του είπεν· Ιδού, ω αυθέντη, ιδού το όνειρον +που επλάνεσε την φαντασίαν της θυγατρός σου, αυτό την έκαμε να +στοχάζεται τους ανθρώπους αχαρίστους, ωσάν το ελάφι προς την +έλαφον· και βεβαιωμένη πως όλοι είνε έτσι, διά τούτο αποφεύγει με +κάθε τρόπον την υπανδρείαν, και την συναναστροφήν τους. Ετούτη η +διήγησις επλήθυνε τον θαυμασμόν του βασιλέως, ο οποίος δεν +ημπορούσε να καταλάβη πώς ένα τέτοιον όνειρον έφερε την θυγατέρα +του εις μίαν τόσην σκληράν απόφασιν και γυρίζοντας προς την +Σουλταμεμέ λέγει. Τι με ορμηνεύης, ακριβή μου Σουλταμεμέ, να κάμω +διά να εβγάλω από την φαντασίαν της θυγατρός μου αυτήν την πλάνην, +και να την καταπείσω να κλίνη εις υπανδρείαν; πιστεύεις εσύ να +ημπορέσωμεν με κάποιον τρόπον να την καταπείσωμεν να γνωρίση την +πλάνην της; Αυθέντα, απεκρίθη εκείνη, αν η υψηλότης σου θέλη αφήση +εις εμένα αυτήν την επιστασίαν, σου τάσσω να την καταπείσω, και να +την βγάλω από αυτήν την φαντασίαν που την κυριεύει. Μα πώς θέλεις +κάμει, της είπεν ο Βασιλεύς. Εγώ ηξεύρω, απεκρίθη η βάγια, πολλές +ιστορίες, και παραδείγματα πολλά περίεργα, των οποίων οι διήγησες, +δουλεύοντας εις διασκέδασιν της βασιλοπούλας, ημπορούν εις τον +ίδιον καιρόν να της εξαλείψουν από την φαντασίαν την πλάνην, που +διά τους άνδρας αδίκως την κυριεύει, και με μόνον τρία ιστορικά +παραδείγματα που θα της διηγηθώ, ελπίζω να την κάμω να γνωρίση το +σφάλμα της, και να γνωρίση πως εστάθηκαν άνδρες πολλά πιστοί, +σταθεροί και ευχάριστοι προς τας γυναίκας και τες αγαπητικιές των· +και χωρίς αμφιβολίαν εγώ ελπίζω να την κάμω με εύμορφον τρόπον, να +πιστεύση ότι και την σήμερον ευρίσκονται πολλοί παρόμοιοι· και +κοντολογής άφησε εμένα, ω βασιλέα μου να κάμω εκείνο που ηξεύρω, +και στάσου αναπαυμένος και ήσυχος, και θέλεις απολαύσει το +ποθούμενον. Του δε βασιλέως άρεσε πολλά η γνώμη της βάγιας· και +αυτή δεν εστοχάσθη άλλο, παρά να εύρη τον τρόπον διά να βάλη εις +έργον την επιχείρησίν της. + +Καθώς η βασιλοπούλα είχε συνήθειαν κάθε ταχύ να πηγαίνη εις το +λουτρόν διά να λούεται και να στέκη εκεί έως εις το γεύμα +περιδιαβάζοντας με τες σκλάβες της, η Σουλταμεμέ εστοχάσθη ότι +εκεί που το λουτρόν ήτον τόπος διά άλλες κουβέντες, να της +διηγήται τας ιστορίας που ήξευρε, με τες οποίες ήθελε την +καταπείση και την φέρη εις αίσθησιν διά να κλίνη εις υπανδρείαν +και έτσι αποφασίζοντας την ακόλουθον ημέραν, που η βασιλοπούλα +απολούσθη, η βάγια της τής είπεν· ήξευρε ω κυρία μου, ότι μου +ήλθεν εις τον νουν μου μία ιστορία γεμάτη από διάφορα συμβεβηκότα, +και ανίσως αγαπάς θέλω σου την διηγηθή, η οποία ελπίζω ότι θα σου +προξενήση πολλήν ηδονήν. Η βασιλοπούλα διά να ευχαριστήση +περισσότερον τες γυναίκες που ήτον με αυτήν, της έδωσε θέλημα να +την διηγηθή. Όθεν λαμβάνοντας αυτήν την άδειαν η βάγια της, άρχισε +να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον. + + + +&Ιστορία του Καλίφ Αραχσίδ.& + + + +Όλοι οι ιστορικοί άραβες συμφώνως διηγούνται, ότι ο Καλίφης Αρούν +Αραχσίδ ήτον ο πλέον περίφημος και γενναίος βασιλέας του καιρού +του, καθώς ήτον δυνατός και γενναίος, και αν δεν ήθελεν ήτον πολλά +θυμώδης και υπερβολικά κενόδοξος, δεν ήθελεν βρεθή ο παρόμοιός +του. Αυτός κάθε στιγμήν επαινιώνταν πως δεν ήταν άλλος βασιλίας, +που να τον παρομοιάζη εις την μεταδοτικήν του γενναιότητα (2) και +εις το να κάνη παντού μεγάλες καλωσύνες. + +Ο Γιαφάρ ο βεζύρης του μην ημπορώντας να τον υποφέρη ακούοντάς τον +να επαινήται μοναχός του, αποφάσισε μίαν ημέραν να τον ελέγξη με +κάθε ελευθερίαν. Ω μεγαλώτατε μονάρχα και αυθέντα, του είπε, +συμπάθησον ένα σου σκλάβον, αν λαμβάνη την τόλμην να σου ειπή +ήξευρε πως δεν είναι πρέπον να καυχάσαι μόνος σου, μα το πρέπον +είναι να αφίνης να σε επαινέσουν οι υπήκοοί σου και τούτο το +πλήθος των ξένων, που καθημερινώς συντρέχουν εις την αυλήν σου να +βλέπουν την δόξαν σου και την μεγαλοπρέπειάν σου· δώσε αιτίαν διά +να σε επαινέσουν, και όχι μόνος σου να επαινήσαι, επειδή είναι +απαίσιον πράγμα. + +Ετούτη η ομιλία εθύμωσε πολλά τον Καλίφην, ο οποίος κυττάζοντας +τον βεζύρην του με φοβερόν βλέμμα του είπεν· γνωρίζεις εσύ κανένα, +που να με παρομοιάζη εις την γενναιότητα και εις τα χαρίσματα που +κάνω, και μιλείς έτσι; Ναι, ω αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης· εις την +πόλιν Μπέσρα ευρίσκεται ένας άνθρωπος υποκείμενός σου, +ονομαζόμενος Αμπτούλ Μπαρσή, και με όλον που είναι ένας άνθρωπος +χωρίς αξίαν, ζη με περισσοτέραν μεγαλοπρέπειαν και γενναιότητα από +κάθε βασιλέα και δεν είναι βασιλεύς εις τον κόσμον, που να τον +υπερβαίνη εις την γενναιότητα των χαρισμάτων, που καθημερινώς +κάνει, και εις την μεγαπρέπειαν. Εντράπη ο Καλίφης εις παρομοίαν +έλεγξιν, και γεμάτος από θυμόν λέγει του Γιαφάρ· ηξεύρεις εσύ ότι +ένας υποκείμενος, που λαμβάνει την τόλμην να ειπή ένα ψεύμα εμπρός +εις τον αυθέντην του πως του πρέπει ο θάνατος; Εγώ δεν σου λέγω +ένα ψεύμα, απεκρίθη ο βεζύρης· εις το υστερινόν ταξείδι που έκαμα +εις την Μπάσρα, είδα με τα μάτιά μου τον γενναίον Αμπτούλ, και +επήγα και εις το σπήτι του, και με όλον που οι οφθαλμοί μου ήτον +συνηθισμένοι από τους θησαυρούς σου, εστάθηκαν όμως πολλά +θαμπωμένοι από το πλήθος του πλούτου εκείνου, και έμεινα +εκστατικός διά την μεγάλην του γενναιότητα. Ο Καλίφης μην +υποφέροντας πλέον την διήγησιν του βεζύρη του, από την ζήλιαν του +άναψεν από θυμόν, και εφώναξε τους φύλακάς του, και τους είπεν. +Επάρετε τούτον τον τολμηρόν και αυθάδη βεζύρην, και φυλακώσετε τον +έως άλλην μου προσταγήν. + +Δίδοντας λοιπόν αυτό το θέλημα, εσηκώθη και επήγεν εις το χαρέμι, +εκεί που ήτον η Ζωμπαΐδα η γυναίκα του, η οποία βλέποντάς τον έτσι +θυμωμένον τον ερώτησε το αίτιον· αυτός της εδιηγήθη τα όσα ο +βεζύρης του είπε, και πως αποφάσισε να τον θανατώση διά την τόλμην +που έλαβεν. Η βασίλισσα ωσάν φρόνιμη που ήτον ηθέλησε να τον +καταπραΰνη λέγοντάς του· κάνει χρεία, βασιλέα μου, πρώτον να +εξετάσης διά όσα αυτός σου είπε διά τον Αμπτούλ, και αν ήθελεν +είνε αλήθεια είνε το πρέπον να τον συμπαθήσης με το να σου είπεν +εκείνο που είνε, ειδέ μη και ήθελεν είνε ψεύμα, τότε πρέπει να τον +παιδεύσης διότι, έτσι απλώς και ως έτυχε, δεν πρέπει να τον +θανατώσης. + +Άρεσεν αυτή η γνώμη του βασιλέως, και αποφάσισε να πηγαίνη ο ίδιος +εις την Μπέσρα διά να βεβαιωθή καταλεπτώς. Όθεν διά νυκτός +καβαλλικεύοντας ένα του καλόν άλογον, και χωρίς να πάρη τινά εις +την συντροφιάν του εμίσευσε διά την Μπάσρα· Φθάνοντας δε εκεί +ύστερον από μερικών ημερών περιπάτημα, επήγε και εκόνευσεν εις ένα +χάνι κοντά εις την πόρτα του κάστρου, και αφού αναπαύθη ολίγον +έκραξε τον χαντζή, ο οποίος ήτον ένας σεβάσμιος γέρων, και του +λέγει· αλήθεια ευρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος, που ονομάζεται +Αμπτούλ, ο οποίος υπερβαίνει τους μεγαλυτέρους βασιλείς εις την +γενναιότητα και μεγαλοπρέπειαν; Ναι, αυθέντη μου, απεκρίθη ο +χαντζής, και αν ήθελα έχω χίλια στόματα, δεν ήθελα δυνηθή να +διηγηθώ τα πλούτη του, τα γενναία του κατορθώματα, και τες χάρες +που καθημερινώς δείχνει εις όσους εις αυτόν συντρέχουν. Ο Καλίφης +έμεινε εκστατικός διά όσα ήκουσε, και καθώς είχε χρείαν να +αναπαυθή, ανεχώρησεν από τον χαντζή και επήγε να κοιμηθή, γεμάτος +από στοχασμούς. + +Το ταχύ σηκωνόμενος επήγεν εις την αγοράν, και εκεί ερώτησεν ένα +ράφτην διά να του δείξη πού κατοικεί ο Αμπτούλ· Ε! από πού έρχεσαι +εσύ, του απεκρίθη ο ράφτης, και δεν ηξεύρεις πού κατοικεί ο +Αμπτούλ; το σπήτι του είνε γνωστόν εις όλους περισσότερον από το +σαράγι του βασιλέως. Ο Καλίφης απεκρίθη του ράφτη λέγοντας· πως +εγώ είμαι ξένος, και δεν εματάλθα εις ταύτην την χώραν· όθεν μου +κάνεις την χάριν να μου δείξης πού κατοικεί. Τότε ο ράφτης είπεν +ενός δούλου του, και τον έφερεν εις το παλάτι του Αμπτούλ, το +οποίον ήτο κτισμένον με θαυμασιωτάτην τέχνην. Ο Καλίφης, +εμβαίνοντας εις αυτό, είδε πολλούς ανθρώπους του σπητιού σκλάβους +και ελευθέρους, που επερνούσαν τον καιρό τους με χαρές και +παιγνίδια καρτερώντας τες προσταγές του αυθέντου τους· και +πλησιάζοντας εις ένα από αυτούς, του είπε· Αδελφέ, σε παρακαλώ, +ύπαγε να ειπής του αυθέντου σου, ότι ένας ξένος επιθυμεί να +ομιλήση με αυτόν. Ο δούλος επήγεν ευθύς και έδωσε την είδησιν του +αυθέντου, ο οποίος ευθύς έτρεξεν εις την σκάλαν διά να τον δεχθή, +και πιάνοντάς τον από το χέρι τον έφερεν εις ένα μεγαλοπρεπέστατον +χοντζερέ. Ο Καλίφης, αφού τον εχαιρέτησε με όλον το σέβας, του +είπε· πως έχοντας ακούσει από πολλούς την φήμην του καλού του +ονόματος δεν ημπόρεσε να υποφέρη που να μην έλθη να τον απολαύση, +και να λάβη την τιμήν να ιδή με τα μάτια του τα όσα ήκουσε να του +διηγηθούν. Ο Αμπτούλ, αφού του έκαμε την απόκρισιν με κάθε +ταπείνωσιν, τον έβαλε και εκάθισεν εις ένα χρυσό μαξιλάρι, και τον +ερώτησεν από ποίον τόπον ήτο, και πού είναι κονεμένος. Ο Καλίφης +του απεκρίθη πως ήτον πραγματευτής από το Μπαγδάτι, και πώς ήτο +κονεμένος στο πρώτο χάνι του κάστρου. + +Δεν επέρασε πολλή ώρα που εσυνομιλούσαν, και ο Καλίφης βλέπει να +εμπαίνουν δώδεκα νέοι βαστώντες εις τας χείρας ποτήρια από αγάθην, +εγκεκοσμημένα με λίθους πολυτίμους, γεμάτα από διάφορα εκλεκτά +σερμπέτια· οπίσω από αυτούς ήρχονταν δώδεκα ωραιότατες σκλάβες +βαστάζοντάς μεγαλώτατες απλάδες φαρφουρένιες γεμάτες από εξαίρετα +γλυκίσματα και ζαχαρικά. Οι νέοι επρόσφεραν του Καλίφη τα +σερμπέτια, ο οποίος πίνοντας ωμολόγησε πώς παρόμοια εις όλην του +την ζωήν δεν έπιεν, αλλ' ούτε έφαγε νοστιμώτερα γλυκύσματα και +ζαχαρικά από εκείνα. Φθάνοντας εις εκείνο το αναμεταξύ η ώρα του +γεύματος, ο Αμπτούλ επήρε τον Καλίφην από το χέρι και τον έφερεν +εις έναν άλλον ωραιότερον χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία +πολυτελής τράπεζα ετοιμασμένη, γεμάτη από διάφορα εκλεκτά φαγητά, +βαλμένα όλα εις αγγεία από χρυσίον καθαρόν, και από φαρφουρί της +Κίνας. + +Αφού ετελείωσε το γεύμα, εσηκώθη και ήλθεν εις ένα τρίτον χοντζερέ +πλέον πλουσιότερον από τους άλλους δύο, εις τον οποίον ήλθαν +εκείνες οι ωραιότατες σκλάβες συντροφευμένες με πολλοτάτους +λαλητάδες διαφόρων οργάνων, και με άλλους τόσους τραγουδιστάδες +πολλά εξαίρετους, οι οποίοι όλοι μαζί με τα λαλούμενα έκαναν μίαν +αρμονίαν τόσον γλυκείαν και νόστιμον, που έκαμε τον Καλίφην να +μένη εκστατικός. Εγώ, έλεγε μόνος του, έχω τους πρώτους +τραγουδιστάδες που είναι, μα οι φωνές που ακούω εις τούτους μού +τους υπερβαίνουν κατά πολλά, και θαυμάζω πώς ένας απλούς άνθρωπος +και χωρίς καμμίαν αξίαν να υπερέβη έτσι και τους ιδίους βασιλείς +εις την μεγαλοπρέπειαν. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός +εστοχάζετο έτσι, ο Αμπτούλ εβγήκε από τον χοντζερέ, και εγύρισε με +μίαν βέργαν εις το χέρι, και με ένα δενδράκι από χρυσίον, που είχε +τα κλωνάρια και τα φύλλα από σμαράγδια, και τους καρπούς από +ρουμπίνια, εις δε την κορυφήν του εφαίνονταν ένα παγώνι από +χρυσίον καθαρόν, του οποίου το κορμί ήτον γεμάτον από πολύτιμα +μυρωδικά ξύλα· απόθεσεν αυτό το δένδρον εις τους πόδας του Καλίφη, +και με την βέργαν που είχεν εις το χέρι του εκτύπησε το κεφάλι του +παγωνιού, το οποίον ευθύς ετέντωσε την ουράν του, και άρχισε να +γυρίζη με μίαν εύμορφην τάξιν, και εις τον γύρον που έκανεν +έβγανεν διάφορες ευωδίες από τα μυρωδικά ξύλα που είχεν εις το +κορμί του. + +Ο Καλίφης δεν είχε χορτασμόν από την όρεξιν που είχε να το θεωρή, +και να αισθάνεται εκείνες τες ευωδίες· και ευθύς επήρεν από +έμπροσθέν του εκείνο το δένδρον, και ο Καλίφης έμεινε συγχισμένος +που το εσήκωσεν έτσι ογλήγορα, εις καιρόν που είχε την +ευχαρίστησιν να το θεωρή, και στοχαζόμενος έλεγεν· άρα γε να +εφοβήθη να μη του το ζητήσω να μου το χαρίση και το εσήκωσεν, και +αφ' ότι βλέπω τούτος είναι ένας άνθρωπος, που δεν ειξεύρει την +διάκρισιν και την ευγένειαν, καθώς το εστοχαζόμουν. Και τον καιρόν +που έκανεν αυτούς τους στοχασμούς, ο Αμπτούλ εξαναήλθεν εις τον +χοντζερέ με ένα σκλαβόπουλον, που έλαμπε ωσάν ο ήλιος. Αυτό το +ευγενικό σκλαβόπουλο εκρατούσεν εις το χέρι ένα ποτήρι καμωμένον +από ένα κομμάτι ρουμπίνι, γεμάτο από ένα εξαίρετον κρασί, και +πλησιάζοντας εις τον Καλίφην του το έδωκε να πιή. Ο Καλίφης αφού +έπιεν, ηθέλησε να επιστρέψη το ποτήρι, μα έμεινεν εκστατικός +οπόταν το είδε πάλιν γεμάτο από κρασί πριν το δώση. Αυτός το +ξαναπίνει έως την ύστερη σταλαγματιά, και εκεί που ήθελε να το +επιστρέψη το βλέπει πάλιν γεμάτο ωσάν το πρώτο, χωρίς κανείς να το +γεμίση. + +Εις τούτο το θέαμα εστάθη μεγαλύτερος ο θαυμασμός του Καλίφη από +του παγωνιού και του δένδρου, και ηρώτησε πώς είνε αυτό, που το +ποτήρι γεμίζει μοναχό του; Ο Αμπτούλ είπε πως αυτό ήτο έργον ενός +φιλοσόφου, ο οποίος ήξευρεν όλα τα απόκρυφα της φύσεως· και +λέγοντας έτσι παίρνει το σκλαβόπουλο από το χέρι, και με πολλήν +βίαν εβγήκε πάλιν από τον χοντζερέ. Εκακοφάνη πάλιν του Καλίφη +αυτό το κάμωμα, και με τον εαυτόν του είπεν· ω μα την αλήθειαν +ετούτος ο άνθρωπος δεν έχει σωστά το μυαλό του· αυτός μου φέρνει +αυτά τα περίεργα πράγματα και μου τα δείχνει χωρίς να του τα +ζητήσω, και οπόταν με βλέπει που τα στοχάζομαι με περιέργειαν, μου +τα σηκώνει ευθύς από εμπροστά μου, και με αφίνει με τον θαυμασμόν· +ημπορεί να είνε πράγμα πλέον γελοιώδες από αυτό; Και εκεί που με +αυτόν τον τρόπον έστεκε στοχαζόμενος, τον βλέπει πάλιν να ξαναέμπη +με μια σκλαβοπούλα στολισμένη ωσάν μιαν ωραία βασιλοπούλα. + +Ο Καλίφης βλέποντας μίαν τέτοιαν ωραιότητα έμεινεν εκστατικός από +τον θαυμασμόν του. Αυτή επλησίασε προς αυτόν, και αφού τον +επροσκύνησεν εκάθισε κοντά του. Και ο Αμπτούλ ευθύς της έδωκεν εις +τας χείρας ένα τζιβούρι, και το ελάλησε με τόσην νοστιμάδα, που ο +Καλίφης μην ημπορώντας πλέον να υπομείνη εφώναξε λέγοντας· Ω φίλε, +μεγάλης ζήλιας είνε η τύχη σου· οι μεγαλύτεροι βασιλείς του κόσμου +δεν είνε τόσον ευτυχισμένοι ωσάν του λόγου σου. Ευθύς που ο +Αμπτούλ εκατάλαβε πώς ο Καλίφης ήτον εκστατικός και διά την +σκλάβαν, ευθύς την επήρε, και την έβγαλεν έξω από τον χοντζερέ. +Εστάθη αυτό μία νέα πληγή του Καλίφη, και ολίγον έλειψε που να μη +φανερώση την αγανάκτησίν του και την οργήν· εκρατήθη όμως καθώς +ημπόρεσε. Και ξαναγυρίζοντας ο Αμπτούλ εξακολούθησαν να +ξεφαντώνουν έως εις το βασίλευμα του ηλίου. Ο Καλίφης τότε του +είπεν. Ω γενναίε Αμπτούλ, εγώ ευρίσκομαι πολλά υπόχρεως διά τες +μεγάλες δεξίωσες που μου έκαμες, σου ζητώ το λοιπόν την άδειαν διά +να τραβηχθώ εις το κονάκι μου διά να σε αφήσω εις ανάπαυσιν. Ο +Αμπτούλ διά να τον ευχαριστήση τον άφησε να μισεύση, και +αποχαιρετώντας τον τόν εσυντρόφευσεν έως την σκάλαν, ζητώντας του +συμπάθειο, αν δεν τον επεριποιήθη καθώς του έπρεπεν. + +Ο Καλίφης καθώς εβγήκεν απ' εκεί άρχισε να στοχάζεται και λέγη· +μου φαίνεται και εμένα πώς αυτός ο Αμπτούλ να υπερβαίνη εις την +μεγαλοπρέπειαν τους βασιλείς, μα εις την γενναιότητα όχι. Ο +βεζύρης μου δεν έχει εύλογον αιτίαν να τον παρομοιάση μετ' εμένα +εις την γενναιότητα, επειδή και δεν είδα να μου χαρίση τίποτε από +τα όσα μου έδειξε, και ημπορώ να τον στοχασθώ διά ένα άνθρωπον +κενόδοξον παρά γενναίον· όθεν διά τούτο δεν πρέπει να συμπαθήσω +τον βεζύρην μου, επειδή αντίς να μου είπη αλήθειαν, μου είπε +ψεύμα. Τον καιρόν που ο Καλίφης έκανε τέτοιους λογισμούς κατ' +επάνω του Αμπτούλ και του Βεζύρη του, έφθασεν εις το κονάκι του· +και εκεί έμεινεν εκστατικός γιατί το βρήκε στολισμένον με διάφορα +πευκιά της Περσίας και άλλα πλούσια στρωσίδια, με έναν αριθμόν από +σκλάβους και δούλους, από άλογα, μουλάρια και καμήλια, γεμάτη η +αυλή· και έξω από αυτά είδεν εκεί το χρυσούν δένδρον με το παγώνι, +το σκλαβόπουλο με το ποτήρι και την σκλαβοπούλαν με το τζιβούρι. +Οι δούλοι και οι σκλάβοι ωσάν τον είδαν επρόσπεσαν εις τους πόδας +του, και η σκλαβοπούλα του επρόσφερεν ένα γράμμα με μια χρυσή +βούλλα, το οποίον ανοίγοντας ο Καλίφης είδε που έγραφεν ούτως· «Ω +ακριβέ μου και αγαπημένε μου ξένε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης αν +δεν σε εδεξιώθην καθώς σου έπρεπε· θέλεις λοιπόν λάβει διά σημείον +της αγάπης που σου προσφέρω, και διά το χρέος που ομολογώ εις τους +ξένους, τα όσα σου στέλνω, χωρίς να εναντιωθής εις την προσφοράν +μου η οποία είναι το δένδρον με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το +ποτήρι, και η ωραία σκλαβοπούλα με το τζιβούρι· επειδή και είναι +δίκαιον να σου τα χαρίσω, με το να εκατάλαβα πώς σου άρεσαν κατά +πολλά· διατί ένα πράγμα που αρέσει ενός φίλου μου, δεν είναι πλέον +ιδικόν μου.» + +Τελειώνοντας ο Καλίφης αυτό το γράμμα έμεινε έξω από τον εαυτόν +του διά την γενναιότητα του Αμπτούλ, και τότε ωμολόγησεν ότι +αδίκως τον εκατάκρινε τόσον αυτόν, όσον και τον Βεζύρην του, και +με πολύν αναστεναγμόν εφώναξεν. Ω Καλίφ! μην επαινάσαι πλέον πώς +εσύ είσαι ο πλέον ένδοξος και ο πλέον γενναίος από όλον τον +κόσμον· ένας υπήκοός σου σε υπερβαίνει· μα πάλιν είπε με τον +εαυτόν του, και πώς ημπορεί ένας υπήκοος να κάνη τέτοια πολύτιμα +πράγματα; πρέπει εγώ να τον εξετάξω πώς έχει τόσα πλούτη· έκαμα +αχαμνά που δεν τον εξέταξα χθες· εγώ δεν θέλω γυρίσει εις το +βασίλειόν μου, ανίσως και δεν θέλω μάθει καταλεπτώς πώς είνε έτσι +υπέρπλουτος· αυτό μου είνε αναγκαίον να ηξεύρω διά ένα που είνε +εις το βασίλειόν μου υπήκοος, και να ζη πλέον δοξασμένος από εμένα +που είμαι βασιλέας του, κάνει χρεία εγώ να ξαναπηγαίνω να τον +ανταμώσω, και με εύμορφον τρόπον να πασχίσω να τον κάμω να +ομολογήση την αιτίαν που είνε τόσον υπέρπλουτος, + +Ανυπόμονος ο Καλίφης διά να πληρώση την επιθυμίαν του, αφίνει τους +δούλους και τα άλλα εις το κονάκι, και την ιδίαν ώραν ξαναγυρίζει +προς τον ευεργέτην του, και ευρίσκοντάς τον μόνον είπεν. Ω +γενναιότατε Αμπτούλ, τα δώρα που μου έστειλες είνε τόσον +υπερβολικά και πλούσια, που διστάζω να τα δεχθώ· και παρακαλώ σε +δος μου την άδειαν διά να σου τα επιστρέψω οπίσω· επειδή και μου +φθάνει η δεξίωσις, που μου έκαμες, η οποία είνε αρκετή διά να +κηρύξω την γενναιότητά σου εις όλον το Μπαγδάτι. Κύριε, απεκρίθη ο +Αμπτούλ γεμάτος από ταπείνωσιν, εσύ έχεις βεβαίως αιτίαν να +παραπονεθής από τον δυστυχή Αμπτούλ· κάνει χρεία, ότι κάποιον από +όσα έκαμα δεν θα σου αρέση, και ζητείς να μου επιστρέψης τα δώρα, +που σου έστειλα; Όχι, όχι απεκρίθη ο Καλίφης, μη γένοιτο αυτό, εγώ +είμαι πολλά σκοτισμένος από τα ευγενικά σου καμώματα, και από τες +δεξίωσές σου, και μάλιστα διά τα πολύτιμα δώρα σου, τα οποία +υπερβαίνουν εκείνα των βασιλέων· και αν είχα την άδειαν διά να +ειπώ εκείνο που στοχάζομαι, ήθελα σου ειπεί πώς πρέπει να μην +είσαι τόσον ελεύθερος εις το να μοιράζης τον πλούτον σου· επειδή +και πρέπει να στοχασθής ότι κάμνοντας έτσι εξ αποφάσεως πρέπει να +τον ολιγοστεύης. + +Ο Αμπτούλ εχαμογέλασεν εις αυτά τα λόγια, και είπε προς τον +καλίφην. Κύριε, εμένα δεν μου είνε άλλο αναγκαίον, παρά να +κρατήσης τα δώρα που σου έστειλα, και, οπόταν μου υποσχεθής διά να +τα κρατήσης, θέλω σου ειπεί πώς ημπορώ να κάμω άλλα πλέον +πλουσιώτερα χαρίσματα καθημερινώς, χωρίς να μου προξενηθή καμμία +ενόχλησις και ζημία. Γνωρίζω καλώτατα πως θαυμάζεις με τούτα που +σου λέγω· μα θέλει παύσει ο θαυμασμός σου οπόταν σου διηγηθώ την +ιστορίαν μου, και τα συμβεβηκότα που μου έτυχαν· πρέπει να σου τα +φανερώσω θεληματικώς, επειδή και σε βλέπω πώς είσαι ένας άνθρωπος +πολλά ευγενής και περίεργος. Και λέγοντας έτσι τον επήρεν από το +χέρι, και τον έφερεν εις ένα άλλον χοντζερέ χίλιες φορές πλέον +πλουσιώτερον από τους άλλους, εις τον οποίον έβγαιναν από κάθε +μέρος ευωδίες θαυμάσιες, και εις την μέσην αυτού του χοντζερέ ήτον +ένας θρόνος χρυσός, εις τον οποίον ο Αμπτούλ τον έβαλε και +εκάθισε, και αυτός ομοίως εκάθησεν εις ένα άλλον κοντά του, και +άρχισε να του διηγηθή την ιστορίαν της ζωής του με τον ακόλουθον +τρόπον. + + + +&Ιστορία των συμβεβηκότων του πλουσίου Αμπτούλ Μπάρση.& + + + +Εγώ είμαι υιός ενός ντζοβαϊρτζή από την Αίγυπτον, ονόματι +Αβδελαζίζ. Αυτός όντας πολλά πλούσιος, και φοβούμενος να μη +φθονηθή από τον φιλάργυρον βασιλέα της Αιγύπτου ανεχώρησεν απ' +εκεί, και ήλθε και εκατοίκησεν εδώ εις την Μπάσρα· ύστερον +υπανδρεύθη με μίαν θυγατέρα ενός πλουσίου πραγματευτού, και εγώ +είμαι ο μοναχός τους καρπός. Αποβαίνοντας ο πατήρ μου και η μητέρα +μου έμεινα μόνος κληρονόμος όλου του πλούτου και εχαιρόμουν μίαν +υπερβολικήν ευτυχίαν· μα όντας πολλά νέος και άγνωστος εξώδεψα την +κληρονομίαν μου χωρίς στοχασμόν, διά να απολαύσω τα κακά μου +θελήματα, και φερνόμενος με τούτον τον τρόπον δεν επέρασαν τρεις +χρόνοι, και ευρέθη όλη μου η κληρονομία εφθαρμένη. Βλέποντας τον +ογλήγορον φθαρμόν που έκαμα του πλούτου μου, και εντρεπόμενος να +φανώ εις τους γνωρίμους μου και φίλους μου εις δυστυχισμένην +κατάστασιν, απεφάσισα να φύγω από εδώ, και να υπάγω όπου η τύχη +μου με ήθελε ρίξει· και ούτως αποφασίζοντας ανταμώθηκα με ένα +καραβάνι, που επήγαινε διά την Αίγυπτον, και εμίσευσα με κάμποσα +αργύρια, που μου είχαν απομείνει· και περιπατώντας εφθάσαμεν εις +το Μουσούλ, και από εκεί εις την Δαμασκόν και γυρίζοντάς την +έρημον της Αραβίας και το βουνόν Φαρά, εφθάσαμεν εις την Αίγυπτον. +Η ευμορφιά των παλατιών, και η μεγαλοπρέπεια των Τζαμιών της +Αιγύπτου με εξέπληξαν και στοχαζόμενος εις εκείνην την στιγμήν πως +ήμουν εις εκείνην την πόλιν, όπου εγεννήθη ο πατέρας μου, δεν +ημπόρεσα να βαστάξω τα δάκρυα, που από τα μάτια μου έτρεχαν, +λέγοντας μόνος μου, ω πατέρα μου, αν εσύ εζούσες εις τούτον τον +τόπον, που ήσουν από όλους τιμημένος, και ήθελες ιδεί τον υιόν σου +εις τούτην την δυστυχισμένην κατάστασιν, τι λογής άραγε ήθελεν +είσθαι ο πόνος σου; + +Περιπλεγμένος εις αυτούς τους στοχασμούς, έφθασα εις τα χείλη του +ποταμού Νείλου, προς το τελευταίον μέρος του βασιλικού παλατίου, +και εκεί που επεριδιάβαζα, βλέπω μιαν ευγενικήν γυναίκα κατά πολλά +νέαν και ωραίαν εις ένα παραθύρι του παλατίου, της οποίας η +ωραιότης με έκαμε να μείνω ωσάν νεκρός. Τότε εγώ εστάθηκα διά να +την θεωρήσω, και αυτή καταλαμβάνοντας που την εκύτταζα, ετραβήχθη +μέσα και έκλεισε το παραθύρι· εγώ, τετρωμένος από την ωραιότητά +της, όλην εκείνην την ημέραν και την νύκτα δεν εστοχαζόμουν άλλο +παρά αυτήν· και άκουσον τι μου επροξένησεν αυτή η αγάπη. + +Την ερχομένην ημέραν, μη έχοντας ησυχίαν από τον έρωτα, εξαναπήγα +διά να την ματαϊδώ, όμως δεν έτυχα του ποθουμένου, και γυρίζοντας +την άλλην ημέραν εστάθηκα πλέον ευτυχισμένος, επειδή την είδα εις +το ίδιο παραθύρι. Αυτή βλέποντας που την εκύτταζα με επιμέλειαν, +άρχισε να με ονειδίζη λέγοντας· δεν ηξεύρεις, τολμηρέ και αυθάδη, +πόσον είνε εμποδισμένον εις τους άνδρας που ήθελαν τολμήσει να +σταθούν υποκάτω εις το παραθύρι τούτου του παλατίου; αν οι φύλακες +του βασιλέως θέλουν σε καταλάβει ευθύς θέλουν σε παιδεύσει +σκληρώς. Αντί εγώ να δειχθώ φοβισμένος από τα λόγια της, και να +δοθώ εις φυγήν, της είπα· κυρία μου, εγώ είμαι ένας ξένος, και δεν +ηξεύρω τους νόμους της Αιγύπτου· μα με όλον τούτο και αν ήθελα +τους ηξεύρει, το κάλλος σου με ήθελεν εμποδίσει να τους φυλάξω. Α +τολμηρέ και αυθάδη, εφώναξεν, εκείνη η τόλμη σου θέλει σε κάμει να +δοκιμάσης εκείνο που σου πρέπει· και ετραβήχθη με θυμόν από το +παραθύρι. Εγώ βλέποντάς την τοιούτης λογής θυμωμένην ανεχώρησα, +και επήγα διά να αναπαυθώ εις το κονάκι μου· και πριν υπάγω να +κοιμηθώ μία σφοδρά θέρμη με επλάκωσεν από τον πόνον της αγάπης, +και όλην εκείνην την νύκτα επέρασα κακώς έχοντας. + +Η επιθυμία ως τόσον διά να ξαναϊδώ εκείνην την νέαν και η ελπίδα +που είχα εις το να με δεχθή με γλυκύτερον βλέμμα, μου έπαυσεν +ολίγον την θέρμην και την άλλην ημέραν συρόμενος από τον τρελλόν +μου έρωτα εξαναπήγα υποκάτω εις το συνηθισμένον παράθυρον, και +έμεινα εκεί διά να ξαναϊδώ την ωραίαν μου κυρίαν. Αύτη άμα με είδε +πάλιν να ξαναπάγω εκεί με εκύτταξε με βλέμμα φοβερόν, που μου +επροξένησε φόβον, και άρχισε να μου λέγη· δυστυχισμένε, ύστερα από +τόσους φοβερισμούς, που σου έκαμα, ακόμα τολμάς να φανής εδώ; +φεύγα το λοιπόν ογλήγορα από εδώ· τώρα ευθύς κάνω και σε +θανατώνουν. Ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να φοβίσουν κάθε τολμηρόν +άνθρωπον, εμένα καθόλου δεν με εσύγχισαν, και αντίς να τραβηχθώ +από εκεί, εγώ τόσον περισσότερον την εθεωρούσα και με τρυφερότητα +της απεκρίθηκα· ω ωραιοτάτη κυρία, το πιστεύεις ότι ένας δυστυχής, +ο οποίος είνε όλως διόλου παραδομένος εις τον έρωτά του και χωρίς +ελπίδα δεν λατρεύει άλλο, ημπορεί ποτέ να φοβηθή θάνατον; αχ, +αγαπώ κάλλιον να χάσω την ζωήν μου, παρά να υστερηθώ να μη σε ιδώ. + +Ας είνε το λοιπόν, απεκρίθη εκείνη, επειδή και είσαι τόσον +σταθερός, ύπαγε να περάσης το επίλοιπον μέρος της ημέρας εις άλλον +τόπον, και προς το βράδυ ξαναγύρισε εδώ γιατί έχω να σου μιλήσω. +Έτσι λέγοντας ετραβήχθη από το παραθύρι, και με άφησε γεμάτον από +χαράν, αγάπην και ελπίδα. Μισεύοντας το λοιπόν, απ' εκεί ευθύς +επήγα να στολισθώ τα καλύτερα φορέματα που είχα, και να καλλωπισθώ +διά να αρέσω περισσότερον εκείνης της κυρίας, και εστοχαζόμουν +τότε πώς είμαι ο πλέον ευτυχισμένος του κόσμου, αλησμονώντας +τελείως την δυστυχίαν μου, και την κατάστασίν μου. Οπόταν δε +επλησίασεν η νύκτα επήγα εις τον διωρισμένον τόπον, και αφού +επλησίασα εκεί, είδα ένα σχοινί που ήτον κρεμασμένον από το +παραθύρι της κυρίας, η οποία μου εχρησίμευε διά να ανέβω με αυτό +βοηθούμενος από αυτήν που με ετραβούσε, και εμβαίνοντας εις τον +πρώτον οντά με έκαμε και απέρασα εις τον δεύτερον, που ήτον +πλουσίως στολισμένος. + +Εστοχάσθηκα πολλά ολίγον τα πολύτιμα στρωσίδια, και τα θαυμαστά +πράγματα, που ήτον εις αυτόν, επειδή η κυρία ήτο εκείνη που μόνον +εστοχαζόμουν, της οποίας η θεωρία μου επροξένησε πολλήν +ευχαρίστησιν και ηδονήν. + +Δεν ημπορώ, ω κύριε μου, να σου διηγηθώ το κάλλος της και την +νοστιμάδα της· ή η φύσις την είχε κάμει τόσον ωραίαν, διά να δείξη +τα μεγαλεία της, ή η φλόγα του έρωτός μου την έκανε να μου +φαίνεται έτσι πολλά εύμορφη· μα ως τόσον εγώ ενθυμούμαι πως έμεινα +εκστατικός από την ευμορφάδα της. + +Ερχόμενος το λοιπόν εις εκείνον τον πλούσιον χοντζερέ, με έβαλε +και εκάθισα εις ένα θρονί· ομοίως και αυτή εκάθησε πλησίον μου, +και άρχισε να με ερωτά ποίος ήμουν. Εγώ της εδιηγήθηκα με όλην την +αλήθειαν την ιστορίαν μου και την εκατάλαβα που έλαβε σπλάγχνος +διά την κατάστασίν μου· και από την ευσπλαγχνίαν που μου έδειχνεν, +εκατάλαβα πώς ήτον μεγάλης και γενναίας καρδίας. Και αφού +ετελείωσα την ιστορίαν μου αρχίσαμε να κάνωμε ομιλίας αγάπης, και +να χαιρώμασθε μετά πολλής ηδονής διά την αντάμωσίν μας. Έπειτα από +αυτήν την συναναστροφήν αυτή μου είπεν· επειδή και εσύ μου +εφανέρωσες με καθαρότητα το ποίος είσαι, είνε το πρέπον και εγώ να +σου ομολογήσω το ποία είμαι. + +Εγώ ονομάζομαι Δαρδανέ, και εγεννήθηκα εις την Δαμασκόν· ο πατέρας +μου ήτον βεζύρης του βασιλέως που κατά το παρόν βασιλεύει, τον +οποίον τον επωνόμαζαν Βεροούζ· αυτός εφθονήθη από εχθρούς, και +έκαμαν τον βασιλέα και του εσήκωσε την αξίαν του, και ωσάν έμεινε +χωρίς αξίαν, ετραβήχθη εις ένα σπήτι που είχε, και ησύχαζε. Δεν +επέρασε πολύς καιρός και απέθανε, και έμεινα εγώ με την μητέρα +μου, η οποία ευθύς που απόθαψε τον πατέρα μου άφησε το ό,τι και αν +είχε, και ανταμώθη με ένα που αγαπούσε, και εμίσευσε διά τας +Ινδίας με ένα καράβι πραγματευτάδικο· μα πριν μισεύση αυτή η κακής +διαθέσεως γυναίκα, με όλον που ήτον μητέρα μου, με επούλησεν εις +ένα πραγματευτήν από σκλάβες, ο οποίος με έφερεν εδώ μαζί με άλλες +πολλές, που είχεν αγοράσει διά να τες φέρη εις το σαράγι τούτου +του βασιλέως· οπόταν δε είδε τον καιρόν αρμόδιον διά να μας +παρουσιάση εις τον βασιλέα, μας εστόλισε με διάφορα στολίδια και +φορέματα, και μας έφερεν εις το βασιλικόν σαράγι. Ο βασιλεύς έκαμε +διά να περάσωμεν από έμπροσθέν του από μίαν φοράν, και οπόταν +επέρασα εγώ από έμπροσθέν του, τον βλέπεις και κατεβαίνει από τον +θρόνον του, και πλησιάζει προς εμένα και με θαυμασμόν λέγει· τι +ωραιότης είνε εις ετούτην την σκλάβα; τι εύμορφα καμωμένη και +νόστιμη; τι στόμα; τι μάτια; τι μορφή είνε ετούτη; αχ φίλε μου, +γυρίζει προς τον πραγματευτήν και του λέγει· από όσες σκλάβες μου +επούλησες αφού και σε γνωρίζω, παρόμοιαν ωσάν ετούτην δεν είδα· +ζήτησε το τι θέλεις δι' αυτήν μόνην, επειδή και αυτή μόνη αξίζει +διά χίλιες. Τέλος πάντων ο βασιλεύς όντας γεμάτος από έρωτα δι' +εμένα, έκαμεν ευθύς και εμέτρησαν του πραγματευτού όσα αργύρια και +αν εζήτησε, και έπειτα τον απέστειλε μαζί με τες άλλες του +σκλάβες. + +Έκραξεν ευθύς ο βασιλεύς τον αρχιευνούχον του και του είπεν· έπαρε +τούτην την σκλάβα, και βάλε την μοναχήν εις τον πλέον πλουσιώτερον +χοντζερέ, και πρόσεχέ την ωσάν βασίλισσαν. Ο αρχιευνούχος +υπήκουσε, και με έφερεν εδώ που με βλέπεις, ο οποίος είνε ο πλέον +πλουσιώτερος χοντζερές που έχει. Και ευθύς που ήλθα εδώ πολλές +σκλάβες μου έφεραν πλούσια φορέματα, και άλλα διάφορα αναγκαία +στολίδια. Όλες αυτές μου είπαν πως ο βασιλεύς τες έστειλε διά να +με δουλεύσουν μετά μεγάλης επιμελείας· ύστερα από αυτές ήλθε και ο +βασιλεύς διά να με εύρη. Αυτός μου εφανέρωσε την αγάπην του με +κάθε λογής σημείον και τέλος πάντων με εκήρυξε διά Σουλτάνα του. +Όλες οι σκλάβες που εστοχάζονταν να είνε στολισμένες με άκραν +ωραιότητα, έμειναν παραιτημένες από τον βασιλέα, και γεμάτες από +φθόνον εναντίον μου, δεν έλειψαν με κάθε τρόπον να πασχίσουν διά +να με βγάλουν από την αγάπην του βασιλέως, μα εγώ εφέρθηκα τόσον +καλά, που έκαμα και δεν έλαβαν το ποθούμενον· αλλά με όλες τούτες +τες τιμές και χάρες εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη με την τύχην· +επειδή και με κανένα τρόπον δεν ημπορώ να λάβω αγάπην προς τον +βασιλέα· και με όλον που αυτός πάσχει διά να κερδίση την αγάπην +μου, τόσον περισσότερον μισητός μου γίνεται· μα πρέπει να +ομολογήσω την αλήθειαν ότι αυτός είνε ένας βασιλέας πολλά +εύμορφος, γλυκύς και καλής καρδιάς· και εις τούτο δεν ηξεύρω τι να +ειπώ διά το αίτιον, που με κανένα τρόπον δεν ημπόρεσα να λάβω +κλίσιν προς αυτόν ή η αγάπη δεν στέκει εις ημάς ή η αγάπη μου +εφυλάττονταν διά εσένα· επειδή και ευθύς που σε είδα, με όλον που +σε ωνείδισα, η καρδιά μου όμως είχε λαβωθή διά εσένα· και ημπορώ +να ειπώ πώς εσύ είσαι ο πρώτος άνθρωπος, που εις όλην μου την ζωήν +αγάπησα. Εις απόκρισιν μιας ομολογίας τόσον υποχρεωτικής, που μου +αυγάτιζε την ευτυχίαν μου, έταξα της κυρίας μίαν αγάπην αθάνατον, +βεβαιώνοντάς την πως ήμουν έτοιμος να χύσω το αίμα μου εις κάθε +της χρείαν. + +Αυτή έμεινε πολλά ευχαριστημένη εις την απολογίαν που της έκαμα, +και εις καιρόν που ετοίμαζε διά να μου δώση σημείον της αγάπης, +που εις εμέ έδειχνεν, ιδού που ακούμε ένα μεγάλον κτύπον εις την +πόρταν του χοντζερέ όπου ευρισκόμασθε. Ημείς εμείναμεν ωσάν νεκροί +από τον φόβον μας· ω ουρανέ, φώναξεν η Δαρδενέ, ημείς είμασθε +χαμένοι· ετούτος είνε ο βασιλέας. Εγώ μην έχοντάς τον τρόπον διά +να φύγω, επειδή και η τριχιά ήτον εις τον άλλον οντάν, επήγα και +εκρύφθηκα υποκάτω εις το θρονί· και η Δαρδανέ επήγε και άνοιξε την +θύραν και ευθύς εμπήκεν ο Σουλτάνος με πλήθος ευνούχων και δούλων +και ωσάν την είδεν εφώναξεν· ω δυστυχισμένη, ποίος άνθρωπος +ευρίσκεται εδώ μαζί σου; οι φύλακες του παλατίου μου είδαν πως +ανέβη ένας εδώ και εμπήκεν από το παραθύρι. Η Δαρδανέ έμεινεν ωσάν +νεκρά εις τέτοιαν ερώτησιν· ζητήσατε, λέγει ο Σουλτάνος των +ευνούχων του, να εύρετε εκείνον τον τολμηρόν διά να κάμω την +εκδίκησιν. Οι ευνούχοι ερευνώντες με ηύραν υποκάτω εις τον θρόνον, +και εβγάζοντάς με από εκεί με έσυραν εις τους πόδας του βασιλέως, +ο οποίος βλέποντάς με μου είπεν· ω άνομε και ταλαίπωρε, τι είνε +τούτη η τόλμη σου; εχάθησαν οι γυναίκες από την Αίγυπτον διά +εσένα, και ήλθες να πατήσης το παλάτι μου; Τότε εγώ από τον φόβο +μου ολίγον έλειψε που να ξεψυχήσω, και άλλο δεν ανέμενα παρά τον +θάνατον. Ο βασιλεύς έβγαλε με θυμόν το σπαθί του διά να φονεύση +τόσον εμέ, όσον και την Δαρδανέ· μα μια γρηά σκλάβα του έπιασε το +χέρι λέγοντας· τι θέλεις να κάμης, βασιλέα μου; θέλεις να μολύνης +το χέρι σου με το αίμα ετούτων των παρανόμων; αυτοί είνε ανάξιοι +ακόμα η ιδία γη να δεχθή τα μιαρά τους κορμιά, με το να έκαμαν +μίαν τέτοιαν ανομίαν· πρόσταξε να τους ρίξουν από το παράθυρον εις +τον ποταμόν Νείλον, διά να γένουν τα μιαρά τους κορμιά βρώσις των +ψαριών. Αυτή η γνώμη ήρεσε του βασιλέως, και ευθύς επρόσταξε και +μας έρριξαν και τους δύο από το παράθυρο εις τον ποταμόν. Με όλον +που ήμουν σκοτισμένος από το πέσιμόν μου εις τον ποταμόν, δεν +έλειψα που να έλθω εις τον εαυτόν μου και ν' αρχίσω να πλέω, με το +να ήμουν πολλά επιτήδειος· και πλέοντας εβγήκα εις την γην +αγνάντια εις το παλάτι· και ευθύς που εβγήκα ενθυμήθηκα την +δυστυχίαν της Δαρδανές, που εξ αιτίας μου την έρριξαν και αυτήν +εις τον ποταμόν, και μη χάνοντας καιρόν εξαναρίχτηκα εις το ποτάμι +διά να ψαρέψω να την εύρω ζωντανήν, ή αποθαμμένην· μα ματαίως +έκαμα τον κόπον, μη ημπορώντας να την εύρω εις κανένα μέρος. + +Τότε η θλίψις μου εστάθη τόσον σφοδρά, που υπερέβαινε κάθε όρον, +στοχαζόμενος τον χαμόν της ωραίας Δαρδανές, και ήμουν τόσον +απαρηγόρητος, που έκανα λογαριασμόν να ξαναπέσω να πνιγώ διά να +της κάμω συντροφιά· έκλαιγα με πικρότατα δάκρυα, και δεν είχα +παρηγοριά. Αλλοίμονον εις εμένα, έλεγα· χωρίς εμέ, χωρίς την +θανατηφόρον μου αγάπην, η Δαρδανέ δεν ήθελε λάβει τέτοιον σκληρόν +θάνατον· και διατί να έλθω εγώ διά να προξενήσω τον θάνατον και +την απώλειαν της ωραίας Δαρδανές; Αυτά και άλλα λέγοντας με μέγαν +πόνον της καρδιάς μου, εμίσευσα την αυτήν νύκτα από την Αίγυπτον +διά το Μπαγδάτι, μην ημπορώντας πλέον να μείνω εις εκείνην την +χώραν, που επροξένησα τόσον κακόν της ωραίας μου Δαρδανές. +Μισεύοντας το λοιπόν απ' εκεί, ύστερον από μερικών ημερών +περιπάτημα, έφθασα μια βραδιά εις την ρίζαν ενός βουνού διά να +αναπαυθώ εκεί εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος εκυρίευσεν ευθύς τας +αισθήσεις μου, και αποκοιμήθηκα χωρίς να φάγω τίποτε· προς δε τα +ξημερώματα της ερχομένης ημέρας κάποιες φωνές παραπονετικές και +κλαύματα με έκαμαν να εξυπνήσω· εστάθηκα καμπόσον ήσυχος διά να +καταλάβω τι ήτον, και μου εφάνη ότι αυτά τα παραπονέματα να ήταν +ωσάν τινός γυναικός καταδικασμένης εις θάνατον, καθώς και αληθώς +ήταν· και ακούσατε την ιστορίαν της. + + + +&Ιστορία της κυρίας, που ευρέθη εις ένα σακκί.& + + + +Ακούοντας το λοιπόν έτσι, εσηκώθηκα ευθύς, και έτρεξα προς εκείνο +το μέρος, που ακούονταν οι φωνές· και αγνάντια βλέπω άνθρωπον, που +έκανεν ένα λάκκον. Εγώ βλέποντας έτσι εκρύφθηκα οπίσω εις ένα +δένδρον διά να ιδώ το αποβησόμενον. Εκείνος αφού έκαμε τον λάκκον +είδα που έβαλε μέσα ένα μέγα σακκί, και σκεπάζοντάς το με το χώμα +έφυγεν. Οπόταν δε είδα πώς εκείνος έφυγεν, έτρεξα εγώ και επήγα +εκεί, και σκάπτοντάς τον ίδιον λάκκον έβγαλα εκείνο το σακκί· +βγάνοντάς το βλέπω που ήτον μέσα μία ωραιοτάτη νέα, η οποία +εφαίνετο πως να έδινε την υστερινήν αναπνοήν· τα φορέματά της, με +όλον που ήταν γεμάτα από αίματα, δεν εμπόδισαν που να την +φανερώνουν πώς ήτον από αίμα ευγενικόν. Τι σκληρόν χέρι εφώναξα +όλος τεταραγμένος από σπλάγχνος, ποίος βάρβαρος ημπόρεσε να τελέση +τέτοιον ανόμημα εις τούτην την ευγενικήν κυράν· ας ανοίξη η γη να +καταπιή ένα τέτοιον φονέα. Η κυρά, που ελογίαζα πως να μην έχη +πλέον αναπνοήν, ακούω να μου λέγη· Ω Μουσουλμάνε, λάβε έλεος και +σύντρεξέ με αν αγαπάς τον Πλάστην· βάλε μου μίαν σταλαγματιά νερό +εις το στόμα μου, διά να μου παύση η θανατηφόρος μου δίψα που με +ενοχλεί. Έτρεξα ευθύς και εγέμισα το φακκιόλι μου νερόν και της το +έφερα· και αφού έπιεν άνοιξε τους οφθαλμούς της και κυττάζοντάς με +μου είπε· Μουσουλμάνε, βλέπω που ο Προφήτης σε εξαπέστειλε διά να +με συντρέξης· πάσχισε σε παρακαλώ το λοιπόν διά να σταματήση το +αίμα από τες πληγές μου. Εγώ λογιάζω πως οι λαβωματιές μου να μη +είναι θανατηφόρες· φύλαξε την ζωήν μου· και σου τάσσω ότι δεν +ήθελες το μετανοήσει. + +Τότε εγώ έσχισα εις κομμάτια το δέμα του φακκιολιού μου και ένα +υποκάμισο που είχα, και αφού της έδεσα τες πληγές μού είπε. Σε +παρακαλώ λάβε ακόμη την καλωσύνην και φέρε με εις την χώραν, που +είνε εδώ σιμά, και εκεί βάλε με εις κανένα σπήτι διά να αναπαυθώ. +Ω ωραία κυρά μου, της αποκρίθηκα, εγώ είμαι ένας ξένος και δεν +γνωρίζω κανένα εις αυτήν την χώραν και το περισσότερον, φέροντάς +σε εκεί φοβούμαι να μην πάθω· διατί αν με ερωτήσουν, τις είνε αυτή +η γυναίκα που φέρεις φορτωμένος έτσι καταπληγωμένην, τι απόκρισιν +ημπορώ να δώσω; Αποκρίσου πως εγώ είμαι αδελφή σου, είπεν εκείνη +και μην έχης άλλην χρείαν. Εγώ διά να κάμω τέλειον το καλόν +υπήκουσα και την επήρα εις τες πλάτες μου, και την έφερα εις την +χώραν, και βάνοντάς την εις ένα σπήτι που ευθύς ηύρα, επήγα και +έκραξα ένα ιατρόν διά να την ιατρεύση· και μετά δύο ημέρας που +αγροικήθη κομμάτι καλύτερα, έγραψε μίαν γραφήν και βάνοντάς μου +την εις το χέρι, μου είπε· Σύρε τούτην την γραφήν εκεί που +συνάζονται οι πραγματευτάδες· ζήτησε έναν που τον λεν Μαϊάρ, και +δος του την εις το χέρι και έπαρε εκείνο που θα σου δώση. Έφερα +την γραφήν ευθύς εις τον Μαϊάρ, ο οποίος, αφού την ανέγνωσε, την +εφίλησε και την έβαλε εις το κεφάλι του. Έπειτα εβγάζει δύο +σακκούλες φλωριά και μου τα έδωσε, και παίρνοντάς τα έφερα της +κυράς· αυτή μου έδωκε την μίαν σακκούλαν, και μου είπε. Πήγαινε με +αυτά να πάρης τα όσα μας κάνουν χρείαν, τόσον διά φαγητά, όσον και +διά φορέματα εδικά σου και εδικά μου, και περιπλέον αγόρασε και +κανένα σκλάβον διά να μας δουλεύη. + +Δεν έλειψα που να κάμω καθώς αυτή μου επαράγγειλε, και εις δύο +ημέρας ευρέθη το σπήτι μας στολισμένον από κάθε αναγκαίον, και απ' +ό,τι μας έκανε χρείαν, και ούτως απερνούσαμεν εις αυτό το +αναμεταξύ που ιατρεύονταν με πολλήν μας ανάπαυσιν· και ενομιζόμουν +εις όλους διά αδελφός αυτής της κυράς, και κατά αλήθειαν εζούσαμεν +ωσάν να είμεθα αληθώς αδέλφια, και με όλον που αυτή ήτον μία από +τες ωραιότατες νέες, η φαντασία της Δαρδανές, που είχα πάντα εις +την καρδιά μου και εις τον λογισμόν μου, με έκανε να με κρατή +μακράν από το να λάβω διά αυτήν καμμιάς λογής κλίσιν· είχα +αποφασίσει πολλές φορές διά να αναχωρήσω από αυτήν· μα εκείνη με +τες παρακάλεσές της με έκανε να μην την παραιτήσω. Υπόμενε ακόμη, +ω νέε, μου έλεγεν, ότι έχω ακόμη καμπόσην χρείαν από λόγου σου· +θέλω σου διηγηθή ογλήγωρα ποία είμαι· και εγώ ύστερα από αυτό θέλω +σου ανταμείψει μεγάλως την επιμέλειαν και την δούλευσιν, που μου +έκαμες. Εγώ το περισσότερον διά να την ευχαριστήσω και όχι διά τες +ανταμοιβές που μου έταζεν, έστεκα με αυτήν έως που να μου δώση το +θέλημα να αναχωρήσω· οπόταν δε ελευθερώθη τελείως από την αρρώστια +της και έστεκε καλά, με κράζει μίαν ημέραν και μου λέγει. Έπαρε +τούτην την σακκούλαν με τα φλωριά, και σύρε εις την αγοράν να +εύρης ένα πραγματευτήν που τον λέγουν Ναμαράν, και πες του πως +θέλεις να αγοράσης μεταξωτά· αυτός θέλει σου δείξει διάφορα· +διάλεξε από αυτά ένα κομμάτι, και πλήρωσέ το όσα σου ήθελε γυρέψει +χωρίς να κάμης παζάρι· μίλησέ του με ευγένειαν και γλυκύτητα, και +ωσάν αναχωρήσης από αυτόν, φέρε μου εδώ τα μεταξωτά. Εγώ επήγα +καθώς αυτή με επρόσταξε, και ηύρα τον Ναμαράν που εκάθετο εις το +εργαστήρι του. Αυτός ήτον ένας εύμορφος και ευγενής άνδρας, που +έμεινα να τον θεωρώ· του εζήτησα και μου έβγαλε διάφορα κομμάτια +μεταξωτά, και διαλέγοντας ένα από αυτά, του το επλήρωσα όσα μου +εζήτησε· και έπειτα αποχαιρετώντάς τον με ευγένειαν, επήρα το +μεταξωτόν και το έφερα της κυράς μου. + +Δύο ημέρες υστερότερον μου έδωσεν αυτή άλλη μία σακκούλα φλωριά, +και μου είπε. Ξαναγύρισε εις τον Ναμαράν, και έπαρε άλλα τρία +κομμάτια μεταξωτά, και δος του πάλιν όσα σου ζητήση. Εξαναπήγα το +δεύτερον εις τον αυτόν Ναμαράν, ο οποίος με εδέχθη με πολλήν +ευγένειαν, και αγροικώντας το ζήτημά μου, έφερε διάφορα κομμάτια +μεταξωτά χρυσά πολλά ωραία. Εδιάλεξα τρία κομμάτια που μου άρεσαν, +και χωρίς να του ζητήσω τιμήν του έρριξα την σακκούλαν με τα +φλωριά και του είπα· πληρώσου διά αυτά και όσα μείνουν δος μου τα +οπίσω. Έμεινε αυτός εκστατικός εις το να ιδή εις εμένα μίαν +τέτοιαν γενναιότητα, και αφού επληρώθη και μου έδωσε τα λοιπά +φλωριά οπίσω, μου είπεν. Αυθέντα, δεν ημπορείς να μου κάμης την +χάριν να έλθης αύριον να γευθούμε μαζί; Μετά πάσης χαράς του +απεκρίθηκα εγώ· δεν θέλω λείψει που να έλθω να λάβω αυτήν την +τιμήν. Εχάρη ο Ναμαράς διά το τάξιμον που του έκαμα, και ύστερον +αποχαιρετώντας τον εγύρισα με τα μεταξωτά τα χρυσά εις το σπήτι +μου. + +Εφανέρωσα της κυράς το κάλεσμα, που ο Ναμαράς μου έκαμεν, η οποία +το έλαβεν εις τόσην χαράν που με έκαμε να μείνω βλέποντάς την να +χαρή τόσον. Μη χάσης καιρόν, μόνον αύριον να υπάγης μου είπεν +αυτή, και ενθυμήσου ότι ωσάν απογευθής να τον καλέσης και εσύ εδώ +να γευματίση και άφησε εμένα την επιστασίαν, να κάμω την +ετοιμασίαν. Εκατάλαβα εγώ πώς αυτή θα προμελετούσε κάποιόν τι· μα +το τι επρομελετούσεν ήτον μακράν από τον στοχασμόν μου. Επήγα το +λοιπόν την αύριον εις το σπίτι του Ναμαρά, ο οποίος μου έδειξεν +ευγενικές περιποίησες. Και αφού απογευθήκαμε, τον επαρεκάλεσα να +έλθη και αυτός την αύριον να γευματίση μετ' εμένα. Εδέχθη μετά +πάσης χαράς το κάλεσμα, και δεν έλειψεν εις τον καιρόν του +γεύματος να έλθη εις το σπήτι μου, καθώς μου έταξεν. Εκαθίσαμε το +λοιπόν εις την τράπεζαν οι δυο μας μόνον, και επεράσαμεν όλην +εκείνην την ημέραν ευφραινόμενοι, και πίνοντες διάφορα εκλεκτά +κρασιά. Η κυρά δεν ηθέλησε καθόλου να φανερωθή έμπροσθέν μας· αλλά +όσον εδύνατο έστεκε κρυφά· μα καθώς αυτή μου είχε παραγγείλη ότι +με κάθε τρόπον να κάμω διά να κρατήσω τον Ναμαράν και την νύκτα +εκεί, έτσι δεν έλειψα που να τον κρατήσω με πολλές παρακάλεσες. +Ημείς ακολουθήσαμε να πίνωμεν έως τα μεσάνυκτα· και αφού +ετελειώσαμεν τον έφερα εις ένα οντάν διά να αναπαυθή εκείνην την +νύκτα, και εγώ επήγα εις άλλον διά να κάμω το όμοιον. Και τον +καιρόν που εκοιμώμουν με ένα γλυκύτατον ύπνον, ιδού και έρχεται η +κυρά μετά μεγάλης βίας και με εξύπνησε λέγοντας· σήκω, ω νέε, να +ιδής τον φίλον σου κυλισμένον εις το άνομον αίμα του. +Εγώ εις αυτά τα λόγια εσηκώθηκα όλως σκοτισμένος· και ακολούθησα +την κυράν, που με έφερεν εις τον οντά του Ναμαρά. Σε αφίνω να +στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, οπόταν είδα εκείνον τον +άθλιον φονευμένον και κυλισμένον εις το αίμα του. + +Αχ, άνομη και επίβουλη, γεμάτος από θυμόν εφώναξα, τι είνε τούτο +που έκαμες; έλαβες τόσην τόλμην να κατόρθωσες ένα κάμωμα τόσον +σκληρόν και θηριώδες; αν, εσύ είχες τέτοιαν γνώμην, διατί να +μεταχειρισθής εμένα τον ευεργέτην σου μέσον του θηριώδους θυμού +σου, και να με κάμης να σου τον φέρω ο ίδιος διά να τον θανατώσης; +Νέε ξένε, με αντίκοψε, μη σου κακοφαίνεται που διά μέσου σου +εξεδικήθηκα τούτον τον παράνομον Ναμαράν· τούτος είνε ένας +επίβουλος· εσύ δεν θέλεις με ονειδίσει οπόταν μάθης την παρανομίαν +του· επειδή και αυτός είνε ο αίτιος της συμφοράς μου, την οποίαν +ιδού που θέλω σου την διηγηθή διά ανάπαυσίν σου. + +Εγώ είμαι, ακολούθησεν αυτή, θυγατέρα του βασιλέως τούτης της +χώρας· μίαν ημέραν που επήγαινα εις τα λουτρά είδον αυτόν τον +Ναμαράν εις το εργαστήρι του, και ευθύς έλαβα μεγάλον έρωτα δι' +αυτόν, και από εκείνην την ώραν έχασα κάθε μου ησυχίαν και +ανάπαυσιν, επειδή η φαντασία μου δεν έλειψε πάντα από αυτόν και +τόσον άναψεν η καρδιά μου από τον έρωτα που δεν επέρασε πολύς +καιρός και έπεσα άρρωστη εις το κρεββάτι. Ο πατέρας μου έστειλε +και έφερε τους πλέον εμπείρους ιατρούς διά να με ιατρεύσουν, μα +κανείς δεν εδυνήθη να γνωρίση το πάθος μου. Η βάγια μου που ήτον +μία πολύ επιτήδεια γυναίκα, εγνώρισε το πάθος μου πως ήτον από +αγάπην, και με εύμορφον τρόπον με έκαμε και της είπα την πάσαν +αλήθειαν. Αυτή μου έταξεν ότι θα κάμη κάθε τρόπον διά να πληρώση +την επιθυμίαν μου, καθώς και το έκαμε, που μίαν ημέραν μου τον +έφερεν ενδεδυμένον γυναικίστικα χωρίς να τον γνωρίση κανείς. Εγώ +ωσάν τον είδα ευθύς ελευθερώθηκα από την ασθένειάν μου, και έξω +από την ευχαρίστησιν που έλαβα να τον ιδώ και αυτόν να μείνη +γεμάτος από ευχαρίστησιν διά ένα τέτοιο ευτυχισμένον του +συναπάντημα· και αφού τον εκράτησα μερικές ημέρες κλεισμένον εις +ένα μου οντάν, η βάγια μου πάλιν τον έβγαλεν από το σαράγι μου με +την ίδιαν ευκολίαν που τον είχεν εμπάσει, και ούτως οπόταν ήθελα +έκανα και μου τον έφερνεν η βάγια μου με αυτόν τον τρόπον, και +εχαιρόμασθε μαζί διά πολύν καιρόν. + +Μίαν ημέραν μου ήλθεν επιθυμία, να πηγαίνω και εγώ να εύρω τον +Ναμαράν εις το σπήτι του, ελπίζοντας πώς θα ήθελε το λάβει εις +μεγάλην χαράν και βγαίνοντας μπουλωμένη από το σαράγι μου χωρίς να +με καταλάβη κανένας έφθασα εις το σπήτι του Ναμαράν και κτυπώντας +την πόρταν διά να μου ανοίξουν, βλέπω και έρχεται ένας σκλάβος και +με ερωτά τίνα γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του αφεντός +σου ένα λόγον. Ο σκλάβος μου απεκρίθη πως ο αφέντης μου διά την +ώραν δεν ημπορεί να σου δώση ακρόασιν, με το να είναι αντάμα με +μίαν νέαν κόρην που ξεφαντώνουν. Εγώ να ακούσω πως ξεφαντώνει με +άλλην γυναίκα αγροίκησα του λόγου μου γεμάτην από μίαν ζηλοτυπίαν, +που με έβγαλε έξω από τον εαυτό μου, και έγινα κατά πολλά +μανιώδης· εμπαίνω με βίαν εις το σπήτι του, και φθάνοντας εις τον +χοντζερέ του βλέπω τον Ναμαράν καθήμενον εις μίαν τράπεζαν μαζή με +μίαν ευμορφοτάτην κόρην, με την οποίαν έπιναν και ετραγουδούσαν +τραγούδια της αγάπης και ηδονικά. Δεν ημπόρεσα εις τούτην την +θεωρίαν να κρατήσω τον θυμόν μου· τρέχω με ορμήν επάνω εις εκείνην +την κόρην και της έδωσα πολλές μαχαιριές, και αν δεν ήτον ογλήγωρη +διά να φύγη, την εθανάτωνα. Δεν επλήρωσα τον θυμόν μου μοναχά με +αυτήν, αλλά έτρεξα προς τον άπιστον και επίβουλον Ναμαράν διά να +ξεδικηθώ και με αυτόν. + +Βλέποντάς με αυτός έτσι θυμωμένην, έρχεται και πίπτει εις τους +πόδας μου ζητώντάς μου συμπάθειαν διά το σφάλμα του ομνύοντάς μου +πως εις το εξής να μη μου κάμη κανένα παραμικρόν άδικον και +επιβουλήν και με αυτά και άλλα γλυκά λόγια με εκατάπεισε διά να +τον συμπαθήσω, και να ξαναγαπηθούμεν και διά σημείον της ειρήνης +μας με υποχρέωσε να πίω με αυτόν· και τόσον έκαμε που με εμέθυσε. +Και αφού με είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο προδότης και +επίβουλος, μου έδωσε πολλές μαχαιριές με ένα πουνιάλι, που +επιταυτού είχε, και μένοντας από αυτές χωρίς καμμίαν αίσθησιν, και +νομίζοντάς με αποθαμμένη με έβαλεν εις ένα σάκκον, και μοναχός του +διά νυκτός με έφερε εις εκείνον τον τόπον που με ηύρες. Και εις το +αναμεταξύ που αυτός μου ετοίμαζε τον λάκκον, εγώ ήλθα ολίγον εις +τες αίσθησές μου και άρχισα να οδύρωμαι και να του ζητώ να μου +αφήση την ζωήν μα αυτός ο βάρβαρος, αντίς να λάβη σπλάγχνος εις τα +παράπονά μου, ηθέλησε διά περισσοτέραν παιδείαν μου να με θάψη και +ζωντανήν· και η τύχη μου εξαπέστειλεν εσένα διά να με ελευθερώσης. +Διά εκείνο δε που απαρθενεύει διά τον Μαϊάρ, ακολούθησεν η κυρά +τον άλλον πραγματευτήν, εις τον οποίον επήγες την γραφήν από όνομά +μου, αυτός είναι πραγματευτής του σαραγιού. Εγώ του έδωσα να +καταλάβη πώς είχα χρείαν από δηνάρια, και του εφανέρωσα τα +συμβεβηκότα μου, παρακαλώντάς τον να τα κρατήση μυστικά έως που να +κάμω την εκδίκησιν. Ετούτη, ω φίλε μου, είνε η ιστορία μου· δεν +ηθέλησα να σου την διηγηθώ εμπροσθήτερα, φοβουμένη να μη λάβης +αντίρρησιν εις το να μου φέρης εδώ τον εχθρόν μου· δεν το πιστεύω +που να μη μου δώσης δίκαιον διά την δικαίαν μου εκδίκησιν και με +όλον που εσύ φαίνεται να είσαι έχθρός των σκληροκαρδίων, πρέπει να +με επαινέσης εις την ανδρείαν, που έλαβα διά να θυσιάσω εκείνον +τον σκληροκάρδιον και επίβουλον· αύριον το ταχύ, ακολούθησεν αυτή, +θέλωμεν υπάγει αντάμα εις το σαράγι· ο πατέρας μου ο βασιλεύς +πολλά τρυφερά με αγαπά· θέλω του εξομολογηθή το σφάλμα μου, και +ελπίζω πως θέλει μου το συγχωρήσει, και εσένα σου τάζω πως θέλει +σου κάμει μεγάλα δώρα, και σου δώση και πολλές αξίες διά την +περιποίησιν που μου έκαμες. + +Μη γένοιτο αυτό, βασίλισσά μου, της απεκρίθηκα, εγώ δεν ζητώ ούτε +δώρα, ούτε άλλο κανένα πράγμα διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου και +διά να σου φυλάξω την ζωήν, και εις κανένα δεν μετανοώ· μα σου +ομολογώ, πώς είμαι πολλά περίλυπος που με μεταχειρίσθης διά +όργανον της επιβολής σου, και διά μέσου μου ετελείωσες την +εκδίκησίν σου. Έπρεπε καλύτερον να με είχες προστάξει διά να +ξεδικήσω με άλλον τρόπον, παρά με τέτοιαν προδοσίαν· επειδή και +εγώ δεν ήθελα λείψει να θυσιάσω την ζωήν μου διά λόγου σου διά να +σε ευχαριστήσω· διότι τέλος πάντων εγώ, με όλον που στοχάζομαι ότι +του Ναμαράν με κάθε δίκαιον του έπρεπεν ο θάνατος, δεν έλειψε που +να μου μείνη εις την καρδίαν μία θλίψις μεγαλωτάτη διά την +προδοσίαν, που ανευθύνως έκαμα και τον έφερα εις τον θάνατον. Και +έτσι λέγοντας ευθύς απαραίτησα την κυράν και μεμφόμενος τα +ταξίματά της εβγήκα από εκείνην την χώραν πριν ξημερώση· και +περιπατώντας μερικές ώρες έφθασα ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, +που επήγαιναν διά το Μπαγδάτι, και ανταμωμένος με αυτό ακολούθησα +τον δρόμον μου ως εκεί. + + + +&Εξακολούθησις της ιστορίας του Αμπτούλ Μπαρσή.& + + + +Φθάνοντας δε εις το Μπαγδάτι ευρέθηκα εις πολλά δυστυχισμένην +κατάστασιν· επειδή δεν μου έμειναν άλλα δηνάρια από την +απερασμένην μου ευτυχίαν, παρά ένα φλωρί μόνον. Εστοχάσθηκα να το +πραγματεύσω διά να ημπορέσω να βγάλω τα έξοδά μου· αγόρασα μερικά +μπάλσαμα, ζαχαρικά, και άλλα λιανώματα, και επήγαινα καθημερινώς +εις ένα μεγάλον καφενέ, εις τον οποίον εσυνήθιζαν να πηγαίνουν +πολλοί αυθεντάδες και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν έλειψαν να +αγοράζουν από τας πραγματείας μου, και να μου τας πληρώνουν καλά, +και με τούτον τον τρόπον επόρευα και έβγαζα τα έξοδά μου. + +Μίαν ημέραν που είχα μερικά λουλούδια και άνθη μυριστικά διά +πούλημα, επήγα κατά την συνήθειάν μου εις τον καφενέ διά να τα +πουλήσω. Εκεί ήτον ένας γέροντας εις μίαν αγκωνήν καθήμενος, τον +οποίον ποτέ δεν τον εστοχάσθηκα διά να του προσφέρω να αγοράση από +την πραγματείαν μου, ο οποίος βλέποντάς με έκραξε· Φίλε μου, από +τι προέρχεται και δεν μου φέρεις και εμένα να αγοράσω από την +πραγματείαν σου; ή με στοχάζεσαι πως δεν έχω να ξοδέψω όπως και οι +άλλοι; Αυθέντη, του απεκρίθηκα, συμπάθησέ με διατί δεν σε +εστοχάσθηκα· όμως όλον τούτο που έχω είνε εις τα προστάγματά σου. +Τότε αυτός άπλωσε και επήρε δύο τριαντάφυλλα, έπειτα μου είπε να +καθήσω σιμά του, και υπακούοντάς τον άρχισε να μου κάνη πολλές +αναζήτησες, και να με ερωτά πώς ονομάζομαι, και πόθεν είμαι. +Απαραίτησέ με, σε παρακαλώ, του είπα εγώ αναστενάζοντας, και μη με +βιάζης να πληρώσω την περιέργειάν σου, διότι δεν ημπορώ να σου +δώσω την ευχαρίστησιν χωρίς να ξανοίξω τες πληγές μου, που διά την +ώραν είνε κλεισμένες. + +Ο γέρων βλέποντάς τον αναστεναγμόν που έκαμα, και τα λόγια που του +είπα, δεν ηθέλησε να με ξαναρωτήση άλλο· αλλά εβγάζοντας από την +σακκούλαν του έξ φλωρία μου τα έβαλεν εις χέρι και ανεχώρησεν. +Έμεινα εκστατικός διά την γενναιότητά του και δεν ημπορούσα τι να +στοχασθώ δι' αυτόν τον γέροντα. Εξαναγύρισα το λοιπόν την +ερχομένην ημέραν εις τον ίδιον καφενέ, και ηύρα εκεί πάλιν τον +γέροντα· επήγα εις αυτόν πρώτον από τους άλλους και επρόσφερα την +πραγματείαν μου. Αυτός αφού επήρε καμπόσον μπάλσαμον με έκαμε +πάλιν να ξανακαθήσω κοντά του και με εβίασε τόσον διά να του +διηγηθώ την ιστορίαν μου, που δεν ημπόρεσα πλέον να του το αρνηθώ. +Εγώ του ωμολόγησα όλα τα συμβεβηκότα μου με κάθε καθαρότητα και, +αφού του τα εδιηγήθηκα, μου είπεν· Εγώ γνωρίζω κατά πολλά τον +πατέρα σου, με τον οποίον έκαμα πολλάς πραγματείας· επειδή και +είμαι και εγώ πραγματευτής από την Μπάσρα, διά το οποίον έχω +πολλήν ευχαρίστησιν που σε εγνώρισα· εγώ με το να μην έχω παιδιά ή +κληρονόμους συνέλαβα διά εσένα τόσην αγάπην, που απεφάσισα να σε +κηρύξω υιόν μου και κληρονόμον μου. Παρηγορήσου λοιπόν, παιδί μου, +διά τας περασμένας σου δυστυχίας, επειδή και θέλεις εύρει ένα +πατέρα εις εμένα πλέον πλούσιον από τον εδικόν σου, και που δεν +θέλει έχει ολιγωτέραν αγάπην από εκείνον διά εσένα. Εγώ +ευχαρίστησα κατά πολλά εκείνον τον ένδοξον γέροντα διά την τιμήν +και ευεργεσίαν που μου έταξε· και παίρνοντάς με από το χέρι με +έφερεν εις ένα μεγάλον παλάτι· και ευθύς έκαμε και με ένδυσαν με +πλούσια φορέματα, και μου έδωσε ότι μου έκαμε χρεία. Εγώ επίστευα +τότε πώς ωνειρευόμουν διά την τόσην μεταλλαγήν της ευτυχίας μου, +και από εκείνην την ώραν αλησμόνησα τας περασμένας μου δυστυχίας. + +Οπόταν ο γέρων πραγματευτής ετελείωσεν από τας υπηρεσίας, που +είχεν εις το Μπαγδάτι, εμισεύσαμεν ομού διά την Μπάσρα. Οι φίλοι +μου, που δεν έλειψαν να με μεταϊδούν, έμειναν εκστατικοί εις το να +ακούσουν πώς με επήρε διά υιόν του ο γέρων, ο οποίος ήτον +φημισμένος διά τον πλουσιώτερον πραγματευτήν της Μπάσρας. Ως τόσον +εγώ εσπούδαξα με κάθε τρόπον εις το να ευχαριστήσω τον γέροντα, ο +οποίος έδειχνε πώς ήτον πολλά ευχαριστημένος από λόγου μου, +λέγοντάς μου πολλές φορές· Αμπτούλ, εσύ μου φαίνεσαι πολλά άξιος +διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου. + +Απερνώντας πολύ καιρός που εζούσαμεν αμφότερα τα μέρη με μεγάλην +αρμονίαν, έπεσεν ο γέρων εις μεγάλην αρρώστιαν και βλέποντας που +δεν ήτον πλέον διά ζωήν, με έκραξε σιμά εις το κρεββάτι του και +μου είπεν. Είνε καιρός, ω υιέ μου, να σου φανερώσω ένα απόκρυφον +πολλά συμφέρον· αν εγώ ήθελα σου αφήσει όλον το έχειν μου που +φαίνεται, στοχάζομαι πώς ήθελα σου αφήσει μίαν τύχην μεσαίαν, και +με όλον που είνε περισσότερον από κάθε άλλου πραγματευτού, είνε +ουδέν εμπρός εις τον θησαυρόν που ευρίσκεται κρυμμένος. Εγώ δεν +σου λέγω από ποίον καιρόν, και από ποίον εστάθη κρυμμένος, επειδή +και εγώ ούτε το ηξεύρω· όλον εκείνο που ηξεύρω είνε τούτο, ήγουν ο +πάππος μου οπόταν ήθελε ν' αποθάνη το εφανέρωσε του πατρός μου +χωρίς να του ειπή άλλο, και ο πατήρ μου το εφανέρωσεν εμένα· και +ιδού που σου το φανερώνω και του λόγου σου, μα σου παραγγέλω ωσάν +τον λάβης εις τα χέρια σου, να πασχίσης να ξοδεύης με εύμορφον +τρόπον διά να μην πέσης εις τον φθόνον του βασιλέως και των +φιλαργύρων κυβερνητών, και το μάθουν και σου το αρπάξουν. Ας είσαι +καταδεκτικός με όλους και φιλόξενος, κύτταξε να ξοδεύης εις καλά +έργα και όχι εις ηδονές και ξεφάντωσες και εις άλλα άτιμα +πράγματα. + +Και αφού εγώ έταξα του πραγματευτού να φυλάξω με ακρίβειαν τα όσα +μου επαράγγειλε, μου εφανέρωσε τον τόπον που ευρίσκονταν, λέγοντάς +μου· ιδού που σου τον παραδίδω εις χείρα σου, και ενθυμήσου να +φυλάξης τα όσα σου παρήγγειλα. Και ταύτα λέγοντάς μετά ολίγας +ημέρας απέθανεν. + +Έμεινα τέλος πάντων κληρονόμος του γέροντος εις τα πάντα και αφού +έκαμα να τον θάψουν με την πρεπουμένην τιμήν, επήγα διά να ιδώ τον +θησαυρόν. Σου ομολογώ, κύριέ μου, ότι έμεινα εκστατικός να ιδώ ένα +θησαυρόν τόσον πλούσιον, που είνε αδύνατον να σου τον διηγηθώ και +αν εγώ ήθελα ζήσει χίλιους χρόνους, και αν εξόδευα καθώς ξοδεύω +κατά το παρόν, ακόμη δεν ήθελε τελειώσει. Αφού και είδα ένα +τέτοιον υπέρπλουτον θησαυρόν αλησμόνησα πλέον τα όσα ο γέρων μου +παρήγγειλε να φυλάξω, και ευθύς άνοιξα τα χέρια εις το να μοιράζω +πλουσιοπαρόχως εις κάθε έναν από τα πλούτη μου. + +Δεν είνε κανείς εδώ, που να μην έλαβεν ευεργεσία από εμένα, το +σπήτι μου στέκει πάντα ανοικτόν διά κάθε έναν που να έχη χρείαν, +και όλοι μισεύουν ευχαριστημένοι, και με τούτον τον τρόπον τον +μεταχειρίζομαι εις ελάφρωσιν των δυστυχισμένων, εις το να φιλοξενώ +τους ευγενείς ξένους, και εις το να ζω μίαν ζωήν ευφρόσυνον και +τιμημένην. + +Δεν απέρασε πολύς καιρός που να μην έμβω εις τον φθόνον του +προεστού της χώρας, καθώς μου προείπεν ο γέροντας. Έρχεται μίαν +ημέραν ο παταλμαντζής ο βασιλικός και μου ζητεί να του φανερώσω +τον Θησαυρόν μου, διά να τον κάμη βασιλικόν κατά τους νόμους. Εγώ +έμεινα νεκρός να ακούσω το ζήτημά του. Αυτός βλέποντάς τον φόβον +μου μού είπεν· Αμπτούλ αφέντη· εγώ κάνω το χρέος μου διά να σε +εξετάξω· όμως του λόγου σου ωσάν φρόνιμος που είσαι, κάμε μου ένα +δώρον, που να είναι άξιον διά εμένα, και θέλω σε απαραιτήσει. Εγώ +βλέποντάς την καλήν του διάθεσιν του έταξα να του δίδω την κάθε +ημέραν από εκατόν φλωριά, και κάθε μήνα να του τα μετρώ. Έμεινε +πολλά ευχαριστημένος ο παταλμαντζής με την γενναιότητά μου και +ανεχώρησεν. Ολίγον καιρόν υστερότερα το έμαθε και ο Βεζύρης +Αμπουλφάτ, και έστειλε και με έκραξεν εις τον οντά του, ο οποίος +μου είπε. Καλέ άνθρωπε, έμαθα πώς ηύρες ένα θησαυρόν, διά τον +οποίον καλά ηξεύρομεν πώς ο μισός απαρθενεύει του βασιλέως, το +λοιπόν πρέπει να τον δώσης, ειδέ μη θέλεις παιδευθή. Εγώ του +απεκρίθηκα. Αφέντη, εγώ σου ομολογώ την αλήθειαν πώς τον ηύρα· μα +ήξευρε πως να με κάμουν χίλια κομμάτια δεν θέλω τον φανερώσει· μα +σου τάσσω πως να σου δίνω κάθε ημέραν από χίλια φλωριά και να με +αφήσης ήσυχον εις το εξής. Ο Σμπουλφάτ ευχαριστήθη διά το τάξιμόν +μου· και έστειλε με εμένα ένα του πιστόν δούλον, και του εμέτρησα +τριάκοντα χιλιάδες φλωριά διά τον πρώτον μήνα. + +Ετούτος ο βεζύρης φοβούμενος μήπως και ο βασιλεύς της Μπάσρας +ήθελε μάθει τα όσα ακολούθησαν, εστοχάσθη να του το ομολογήση. Ο +βασιλέας αφού και άκουσε τον βεζύρην με μεγάλην προσοχήν, και +θέλοντας να βεβαιωθή καλλίτερον έστειλε και με έκραξε έμπροσθά +του· και ωσάν επήγα με εδέχθη με χαροποιόν πρόσωπον και άρχισε να +με εξετάζη διά τον θησαυρόν μου, παρακινώντας με διά να του τον +φανερώσω. Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η ζωή μου είνε εις το χέρι +σου· μα τον θησαυρόν ποτέ δεν ήθελα σου τον δείξει, με όλον που να +ήξευρα, πως θα μου κάμης τα πλέον οδυνηρότερα παιδευτήρια· όμως +διά να σε ευχαριστήσω σου τάσσω να σου δίδω την κάθε ημέραν από +δύο χιλιάδες φλωριά, και να μη με πειράξης, ειδεμή και δεν +ευχαριστηθής εις τούτο το τάξιμον, είσαι νοικοκύρης να κάμης ό,τι +ορίσεις εις εμένα. + +Ο βασιλεύς εις τούτα τα λόγια εγύρισε προς τον βεζύρην του, και +του εζήτησε συμβουλήν. Βασιλέα μου, του είπεν ο βεζύρης, η ποσότης +που σου τάσσει να σου δώση καθημερινώς είνε περισσότερη από ό,τι +ήθελες εύρει ένα πλουσιώτατον θησαυρόν· άφησέ τον λοιπόν διά να ζη +καθώς θέλει, και ευχαριστήσου εις τα όσα σου έταξεν. Ο βασιλέας +έμεινε πληροφορημένος από την συμβουλήν του βεζύρη, και αφού μου +έδειξε πολλές δεξίωσες, με απόλυσε. Και από εκείνον τον καιρόν +πάντα του επλήρωνα τα διά του έταξα ομοίως και του βεζύρη και του +παταλμαντζή, και κάθε χρόνον η ποσότης που δίνω αυτωνών είνε +περισσότερη από ένα μιλλιούνι και εκατόν χιλιάδες φλωριά. Ετούτο +είνε, αφέντη μου, εκείνο που επιθυμάτε να ηξεύρετε διά ιστορίαν +και εις το εξής μη θαυμάσης τόσον διά τα δώρα που σου έκαμα, ούτε +διά εκείνα όλα που είδες εις το σπήτι μου. + +Τελειώνοντας δε ο Αμπτούλ την διήγησιν των συμβεβηκότων του, ο +Καλίφης, γεμάτος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν διά να ιδή τον +θησαυρόν, του είπεν· είνε δυνατόν να είνε ποτέ εις τον κόσμον ένας +θησαυρός, που η μεγάλη σου γενναιότης να μην ήθελε τον φθείρει; +όχι, όχι δεν ημπορώ να το πιστεύσω και αν δεν ήθελε σου κακοφανή, +ήθελα να σε παρακαλέσω διά να με εβγάλης τελείως από την +περιέργειαν να μου τον δείξης, και σου κάνω όρκον φοβερόν ότι να +μην ειπώ κανενός το μυστήριον. Ο Αμπτούλ εφάνη περίλυπος διά την +ζήτησιν του Καλίφη. Μου κακοφαίνεται, Αφέντη μου, του είπεν, που +έχεις τέτοιαν περιέργειαν, την οποίαν δεν ημπορώ να σου την +πληρώσω χωρίς να μη σου ήθελε κακοφανή. Δεν βλάπτει, έκραξεν ο +Καλίφης, είμαι ευχαριστημένος διά να υποφέρω ότι με ήθελες +προστάξει χωρίς εναντίωσιν, και σου τάσσω πως δεν θέλεις το +μετανοήσει, που μου τον έδειξες. Κάνει χρεία εξαναείπεν ο Αμπτούλ +να σου δέσω τα μάτια, και να σε φέρω εκεί που είνε ο θησαυρός με +το κεφάλι ξέσκεπον, και εγώ με ένα σπαθί εις το χέρι έτοιμος διά +να σου κόψω το κεφάλι, ανίσως και ήθελες βιάσει τους νόμους της +φιλοξενίας, και ξεσκεπάσης τους οφθαλμούς σου· και τούτο όλον το +κάνω, επειδή και δεν ημπορώ να αποφασίσω να αποστείλω ένα μου +ξένον συγχισμένον πως δεν τον υπήκουσα. + +Ο Καλίφης τότε του είπε, πως ας μην έχη κανένα φόβον εις το να +παρέβη τα όσα του παρήγγειλε. Και έτσι ο Αμπτούλ εκαρτέρεσε μαζί +με τον Καλίφην εκείνην την νύκτα, έως που επήγαν όλοι οι δούλοι +του να κοιμηθούν, και ύστερα παίρνει τον Καλίφην και του δένει τα +μάτια, και τον κάνει να καταβή από μίαν σκάλαν κρυπτήν εις ένα +περιβόλι πολλά μεγάλον και ύστερα αφού και απέρασαν από διάφορες +στράτες στενές ήλθαν εις τον τόπον όπου ήτον ο θησαυρός. Ετούτος ο +τόπος ήτον ένα βαθύτατον και πλατύ υπόγειον, η πόρτα του οποίου +ήτον από τζελίκι μίαν πήχυν χοντρή· την οποίαν ανοίγοντας ήλθον +ευθύς εις ένα χοντζερέ πολλά σκοτεινόν και απερνώντάς τον, ήλθον +εις μίαν σάλαν μεγάλην, την οποίαν τα πολλά καρβούνια την έκαναν +πολλά φωτεινήν, τότε ο Αμπτούλ έλυσε τα μάτια του βασιλέως, ο +οποίος με μεγάλην έκπληξιν εκύτταξεν εκείνα που επροσφέροντο εις +τους οφθαλμούς του, μία λεκάνη από μάρμαρον άσπρον, που είχε τον +γύρον της σαράντα πήχες και το βάθος εικοσιπέντε, εφαίνονταν εις +την μέσην της σάλας, η οποία ήτον γεμάτη από μεγάλα κομμάτια +χρυσάφι, αυτή η λεκάνη ήτον επάνω δώδεκα στύλων από το ίδιον +χρυσάφι, και αναμεταξύ των στύλων ήσαν άλλα τόσα αγάλματα από +πέτρες πολύτιμες. + +Ο Αμπτούλ ανέβασε τον Καλίφη από μίαν σκάλαν εις το χείλος της +λεκάνης και είπε του Καλίφη· βλέπεις ετούτην την λεκάνην, που +είναι γεμάτη από χρυσάφι; δύο δάκτυλα ακόμη δεν είνε φυραμένη έως +τώρα αφού την εξουσιάζω· πιστεύεις το λοιπόν, ότι εγώ ημπορώ να +την σώσω έτσι εύκολα; Ο Καλίφης αφού και εστοχάσθηκε καλώς την +λεκάνην, είπεν· ετούτο το ομολογώ πως είνε ένας πλούτος +υπέρμετρος· μα καθώς τον μεταχειρίζεσαι ημπορεί να σωθή. Ας είναι, +απεκρίθη ο Αμπτούλ, οπόταν σωθή αυτός, θέλω προστρέξει εις εκείνον +που τώρα θέλω σου δείξει· και έτσι τον έκαμε να περάση εις μίαν +άλλην σάλαν πλέον φωτεινωτέραν, εις την οποίαν ήτον πολλότατες +μαξιλάρες από χρυσά μεταξωτά, κεντημένες με πλήθος μαργαριτάρια, +και διαμάντια· εφαίνονταν ομοίως εις την μέσην άλλη μία λεκάνη, +όχι τόσον μεγάλη ωσάν την άλλην, μα μικρότερη, αλλά εις την τιμήν +πολλά πλουσιώτερη, η οποία ήτον γεμάτη από ρουμπίνια, διαμάντια, +σμαράγδια, και κάθε λογής πέτρες πολύτιμες. + +Θαυμασμός μεγαλύτερος ποτέ δεν εστάθη παρόμοιος ωσάν εκείνον, που +ο Καλίφης έδειξε τότε· μετά βίας ημπορούσε να πιστεύση αυτός ότι +ήτον έξυπνος· εκείνη η νέα λεκάνη εφαίνονταν ένα τέρας και δεν +ημπορούσεν από αυτήν να σηκώση τους οφθαλμούς του. Τότε ο Αμπτούλ +τον έκαμε να ιδή επάνω εις δύο θρόνους αργυρούς δύο σώματα νεκρά, +και του είπε, πως αυτοί είναι οι πρώτοι εξουσιασταί του θησαυρού. +Ήταν αυτά ένας βασιλέας και μία βασίλισσα, οποίοι εφορούσαν εις +τας κεφάλας κορώνες από διαμάντια· και εφαίνονταν πως ήτον ωσάν +αποκοιμισμένοι, εις των οποίων τους πόδας εκρέμονταν μια ταύλα από +έβενον με γράμματα χρυσά, που έλεγαν ούτως· + +«Εσυνάθροισα εις όλην μου την ζωήν ετούτα όλα τα πλούτη, που είνε +εδώ· επήρα χώρες και κάστρα τα οποία τα ελιμούργιαξα απέκτησα +βασίλεια, και εκατατρόπωσα όλους τους εχθρούς μου· μα όλες μου αι +δυνάμεις έδωσαν τόπον εις εκείνες του θανάτου. Όποιος το λοιπόν με +ήθελεν ιδεί εις την στάσιν που είμαι ας ανοίξη τα μάτια του και ας +στοχασθή, ότι και εγώ εζούσα ωσάν και αυτόν, και πως θέλει +αποθάνει και αυτός ωσάν και εμένα· και διά τούτο ας μη φοβηθή να +φθείρη ετούτον τον θησαυρόν· επειδή και δεν θέλει ποτέ +ολιγοστέψει, και ας τον μεταχειρισθή διά να αποκτήση φίλους, και +να απεράση μίαν ζωήν ευφρόσυνον· επειδή οπόταν θέλει αποθάνει όλα +τούτα τα πλούτη δεν θέλουν τον έβγαλει από το μέλλον όλων των +κοινών ανθρώπων». Και αποδιαβάζοντας ο Καλίφης εκείνα τα γράμματα, +είπεν· + +Εγώ δεν σου εναντιώνομαι πλέον διά την μεταχείρισιν που κάνεις του +πλούτου σου· εσύ έχεις δίκαιον να ζης καθώς φέρεσαι και μέμφομαι +την συμβουλήν που σου έδωσεν ο πραγματευτής ο γέρων. Έξω από αυτά +ο Αμπτούλ του έδειξε και άλλα πολύτιμα πράγματα ανάμεσα εις τα +άλλα και από τα δένδρα παρόμοια ωσάν εκείνο που του εχάρισεν. + +Ο Καλίφης επιθυμούσε μετά χαράς να σταθή και το υπόλοιπον της +νυκτός εις το να στοχάζεται εκείνα τα πλούτη· μα ο Αμπτούλ έλαβε +βίαν διά να έβγη πριν εξυπνήσουν οι δούλοι του και τον καταλάβουν, +και ούτως επήρε τον βασιλέα και του ξανάδεσε τα μάτια και εβγήκε +με τον ίδιον τρόπον που εμπήκαν, και ήλθαν εις τους οντάδες που +ήταν πρώτον. + +Από όλα τούτα που με έκαμες και είδα, είπεν ο Καλίφης προς τον +Αμπτούλ, και από την σκλάβαν που μου εχάρισες, δεν έχω καμμίαν +αμφιβολίαν ότι εσύ έχεις τες πλέον εύμορφες γυναίκες που είνε εις +την εξουσίαν σου. Αλήθεια, απεκρίθη ο Αμπτούλ, εγώ έχω σκλάβες +μιας υπερβολικής ωραιότητος, μα δεν ημπορώ να αγαπήσω καμμίαν. Η +Δαρδανέ, η ωραία Δαρδανέ έχει πλανωμένους πάντοτε τους στοχασμούς +μου· και με όλον που κάθε στιγμήν στοχάζομαι πώς αυτή είνε +αποθαμμένη και πώς δεν πρέπει πλέον να την στοχασθώ, έχω την +δυστυχίαν να μην ημπορώ να εβγάλω από την φαντασίαν μου την μορφήν +της· και είμαι τόσον σκοτισμένος, που αντίς να χαίρωμαι τόσα +πλούτη και τόσα καλά, μου φαίνεται πως να μην είμαι +ευχαριστημένος· καλύτερον αγαπούσα χίλιες φορές να εχαίρομουν μίαν +ευτυχίαν μεσαίαν και να είχα την Δαρδανέ, παρά που να ζω χωρίς +αυτήν με όλα ταύτα τα πλούτη. + +Ο Καλίφης έμεινε θαυμασμένος διά την σταθερότητα του Αμπτούλ, και +δεν έλειψε να τον παρακινήση να βγάλη από την φαντασίαν του αυτόν +τον στοχασμόν τον ανωφελή και άλλα παρόμοια. Ύστερον ευχαριστώντας +τον διά την μεγάλην δεξίωσιν που του έδειξε, και διά τες πολλές +χάρες που του έκαμε, εγύρισε και ήλθεν εις το κονάκι του· και +ευθύς ετοιμάσθη και εμίσευσε διά το Μπαγδάτι με όλους τους +δούλους, σκλάβας, σκλαβόπουλο και άλλα δώρα που από τον Αμπτούλ +έλαβεν. + +Ολίγες ημέρες ύστερον από τον μισευμόν ετούτου του βασιλέως, ο +βεζύρης Αμπτολφατάς ακούοντας να ομιλούν διά τα μεγάλα δώρα που ο +Αμπτούλ έκανε καθημερινώς εις τους ξένους που επήγαιναν να τον +βλέπουν, και εκστατικός διά το μέγα πλήρωμα που έκανε τόσον +αυτουνού, όσον και του βασιλέως και παταλματζή κατά την συμφωνίαν +τους, αποφάσισεν με κάθε τρόπον να ξεσκεπάση πού έχει κρυμμένον +τον θησαυρόν, που έβγαζε τόσα πλούτη χωρίς να σωθή. Ετούτος ο +βεζύρης ήτον ένας από τους πλέον κακοτρόπους του κόσμου, οι οποίοι +δεν έχουν αντίρρησιν να κάμουν τες μεγαλύτερες ανομίες διά να +πληρώσουν την επιθυμίαν τους. Είχεν αυτός μίαν θυγατέρα δέκα οκτώ +χρονών και την ωνόμαζε Μπάλκω, η οποία ήτο στολισμένη με όλα τα +καλά ήθη. Ο ανιψιός του βασιλέως της Μπάσρας Αλής ονόματι, την +αγαπούσε κατά πολλά· ο οποίος έμελλεν εις ολίγον καιρόν να την +στεφανωθή, επειδή της είχε δώσει τον λόγον. Ο βεζύρης πατέρας της +την κράζει μίαν ημέραν εις τον οντάν του και της λέγει· Θυγατέρα +μου, έχω χρείαν μεγάλην από λόγου σου, διά την οποίαν θέλω να +στολισθής και να καλλωπισθής καλύτερα, όσον ημπορέσης· και ύστερον +να πας εις το σπήτι του Αμπτούλ, διά να τον κάμης με κάθε τρόπον +να σου δείξη τον θησαυρόν του, πού τον έχει κρυμμένον· Η Μπάλχω +ωσάν φρόνιμη, που ήτον, εναντιώθη πολλά εις την βδελυράν απόφασιν +του πατρός της· μα αυτός ο βάρβαρος την εβίασε τόσον, που δεν +ημπόρεσε να κάμη αλλέως παρά να του υπακούση εις την άνομόν του +βουλήν και με δάκρυα εις τα μάτια επήγε και εστολίσθη, καλύτερον +όσον ημπορούσε, εκεί που δεν είχε τόσην χρείαν από καλλωπισμόν, με +το να ήταν πολλά ωραία. + +Φθάνοντας τέλος πάντων η νύκτα, ο πατέρα της την έβγαλεν από ένα +κρυφόν τόπον του σεραγιού του, και την έφερεν ο ίδιος εις την +πόρταν του Αμπτούλ, και εκεί την άφησε· και πριν την αφήση της +είπε· πως αν δεν κάμης καθώς σε εδιάταξα διά να μάθης που έχει τον +θησαυρόν, ήξερε πως από το σπαθί μου δεν θέλεις γλυτώσει. Τότες +αυτή εκτύπησε την πόρταν, και εγύρεψε διά να ομιλήση με τον +Αμπτούλ. Ευθύς ένας σκλάβος την ανέβασεν εις μίαν σάλαν, που ο +αυθέντης του ήτον εξαπλωμένος επάνω εις μίαν μαξιλάραν +χρυσοΰφαντον και ευθύς που είδε την Μπάλκω έμεινε τρωμένος από την +ευμορφιά της· και εν τω άμα εσηκώθη ορθός και έτρεξε διά να την +συναπαντήση. Αφού και της έδειξε μεγάλες δεξίωσες, την επήρεν από +το χέρι με πολλήν ευγένειαν, και βάνοντάς την να καθήση μαζί του, +την ηρώτησε από τι προέρχεται αυτή η τιμή, που του κάνει να +πηγαίνη να τον εύρη. Η Μπάλκω τότε εξεσκέπασε το πρόσωπόν της και +είπεν· εγώ ακούοντάς από πολλούς την φήμην του ονόματός σου, και +πως είσαι ένας ευγενικός άνθρωπος και ένδοξος, επεθύμησα να έλθω +να δειπνήσω με του λόγου σου. Ο Αμπτούλ με όλον που ήτον +διαφορετικός με τες γυναίκες, αυτή όμως του άναψε πολλά την φλόγα +του έρωτος, και άρχισε να δείχνη πολλήν κλίσιν προς αυτήν. + +Η βεζυροπούλα βλέποντάς τον ηθικόν κίνδυνον που ευρίσκονταν, και +φοβουμένη διά να μη χάση την τιμήν της, άρχισε να χάνη την όψιν +της και να κλαίη. Ο Αμπτούλ ευθύς έμεινεν εκστατικός εις την +μεταβολήν της, και άρχισε να την ερωτά με γλυκά λόγια τι της +συνέβη έτσι έξαφνα, και τι είνε η αιτία αυτής της μεταβολής; +Κύριε, απεκρίθη η βεζυροπούλα, η αιτία της μεταβολής μου είνε +πολλά μεγάλη· και άκουσον να σου την διηγηθώ· επειδή και αποφάσισα +να λύσω την σιωπήν, και να σου φανερώσω τον δόλον. Ο πατήρ μου που +ηξεύρει πως έχεις ένα θησαυρόν κρυμμένον, ηθέλησε να μεταχειρισθη +εμένα διά να ξανοίξω τον τόπον που είνε· με επρόσταξε στανικώς διά +να πασχίσω με κάθε λογής τρόπον, θυσιάζοντάς την τιμήν μου, αν +κάμη χρεία, να σε κάμω να μου τον φανερώσης· εγώ του εναντιώθηκα +εις τούτην την άνομον προσταγήν, μα χωρίς να κατορθώσω τίποτε, +επειδή και αυτός μου είπεν αποφασιστικώς πως θέλει με φονεύσει με +τας χείρας του, αν δεν ήθελα τον υπακούσει· και ούτω βιαζομένη +ήλθα εις τούτον τον τόπον εις εσένα, να σου ομολογήσω πως το κάνω +με μεγάλον πόνον. + +Αφού η βεζυροπούλα ωμίλησε με τέτοιον τρόπον του Αμπτούλ, της +απεκρίθη αυτός. Κυρά μου, είμαι πολλά υπόχρεως εις τα όσα μου +εξεμυστηρεύθης, και δεν θέλεις το μετανοήσει διά την ευγενικήν σου +γενναιότητα· εσύ δεν αποθαίνεις, μη φοβάσαι· επειδή και θέλεις +ιδεί τον θησαυρόν μου και θέλεις μείνει ευχαριστημένη καθώς το +επιθυμείς· παύσε το λοιπόν να κλαίης, και έλα με εμένα διά να ιδής +το ποθούμενον. Παίρνοντας αυτήν από το χέρι, την έφερεν εις την +σάλαν, και εκεί της έδεσε τα μάτια, καθώς έκαμε και του Καλίφη, +και την έφερεν εις το μέγα περιβόλι, και από εκεί την έμπασεν εις +το υπόγειον, όπου ήτον ο θησαυρός, και εκεί λύοντάς της τα μάτια +της έδειξεν όλα εκείνα που είχε δείξει και του Καλίφη. Αν ο +Καλίφης έμεινεν εκστατικός εις τα όσα είδεν, αυτή έμεινε πολύ +περισσότερον, και ο μεγαλύτερος της θαυμασμός εστάθη εις το να ιδή +τους δύο νεκρούς βασιλείς με την πλάκα γραμμένην εις τους πόδας· +και, αφού την ανέγνωσεν, είδε την βασίλισσαν, που είχεν εις τον +λαιμόν μια αρμαθιά από μαργαριτάρια, χονδρά ωσάν αυγά περιστεράς· +τα οποία κυττάζοντάς τα με επιθυμίαν την απείκασεν ο Αμπτούλ, και +ευθύς τα έβγαλεν από τον λαιμόν της βασίλισσας, και τα έβαλε της +βεζυροπούλας, λέγοντάς της ότι από ετούτα θέλει πιστωθή ο πατέρας +σου, πως είδες τον θησαυρόν μου· και ύστερον την επαρακάλεσε, διά +να πάρη ότι άλλο αγαπά από εκείνα που βλέπει. Αυτή δε επήρε πολύν +αριθμόν από διαμαντικά πολύτιμα, τα οποία της τα εδιάλεξεν ο +Αμπτούλ με το χέρι του. + +Τελειώνοντας να της δείξη τον θησαυρόν του, της εξανάδεσε τα +μάτια, και την έβγαλεν από το υπόγειον και την έφερεν εις την +ιδίαν σάλαν όπου ήτον. Τότε η νέα αφού τον εβεβαίωσεν ότι αυτή δεν +ήθελεν αλησμονήσει την δεξίωσιν, και τες χάρες που της έκαμεν, +εμίσευσε και επήγεν εις τον πατέρα της, και εδιηγήθη τα όσα +απέρασε, και τα όσα είδεν. + +Ο Βεζύρης επικράνθη πολλά διά την τιμημένην ευγένειαν, και τις +χάρες που έδειξε της θυγατρός του· και αγαπούσε καλύτερα να είχε +χάση η θυγατέρα του την τιμήν της, παρά να μείνη εις το σκότος της +αμαθείας, να μην ηξεύρη εις τι μέρος ήτον ο θησαυρός, που +επιθυμούσε να ξεσκεπάση. + +Εις τούτο το αναμεταξύ ο Καλίφης Αρούν έφθασεν εις το Μπαγδάτι και +ευθύς που υπήγεν ελευθέρωσε τον βεζύρην του που τον είχε +φυλακωμένον, και του έδωκε την πρώτην του αξίαν. Και αφού του +ωμολόγησε τα όσα επέρασεν εις το ταξείδι του, και διά την +γενναιότητα του Αμπτούλ, του είπε· Γιαφάρ, τι πρέπει να κάμω εγώ; +εσύ ηξεύρεις ότι οι ανταμοιβές των βασιλέων πρέπει να υπερβαίνουν +τις χάρες που τους γίνονται· αν αποφασίσω δια να στείλω εις +ανταμοιβήν του γενναίου Αμπτούλ από τα πλέον πολύτιμα είδη που έχω +εις τον θησαυρό μου, θέλουν είναι το ουδέν εμπρός εις εκείνα, που +μου εδώρησεν αυτός· πώς ημπορώ το λοιπόν εγώ να τον υπερβώ; +Αυθέντη, του απεκρίθη ο βεζύρης, αν θέλης να τον υπερβής εις την +γενναιότητα, πρέπει να σηκώσης την αξίαν του βασιλέως της Μπάσρας, +που σου είναι υποκείμενος, και να την δώσης του Αμπτούλ διά να +γένη αυτός βασιλέας, και αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, που +ημπορεί να του κάμης· και διά τώρα θέλεις στείλει μεντζίλι με τις +είδησες, και υστερότερα θέλω υπάγει εγώ με τα κυρωτικά γράμματα, +ήγουν με το μουκαρέρι. + +Άρεσε κατά πολλά του Καλίφη η γνώμη του βεζύρη του, και ευθύς +επρόσταξε να σταλθή το μεντζίλι με τες είδησες, το οποίον εις +ολίγας ημέρας έφθασε, και έφερε το πρόσταγμα εις τον βασιλέα της +Μπάρσας. Ο βασιλέας έμεινε νεκρός εις αυτήν την είδησιν, και ευθύς +κράζει τον βεζύρην του και του είπε την φθοροποιάν του είδησιν. Ο +βεζύρης που ήτον κακής διαθέσεως του είπε· μην ενοχλείσαι, βασιλέα +μου, δι' αυτό, ότι εγώ θέλω κάμει την κάθε προσπάθεια διά να +μείνης εις τον θρόνον σου, διά την οποίαν κάνει χρεία ευθύς να +θυσιάσω τον Αμπτούλ, και ύστερον θέλω κάμει να πιστεύση όλος ο +λαός, ότι απέθανε, χωρίς όμως να του σηκώσω την ζωήν. Αυτόν θέλω +τον κρύψει εις ένα τόπον που να μην φανερωθή ποτέ, και με τούτο το +μέσον θέλεις μένει εις τον θρόνον σου, και θέλεις κυριεύσει και +όλα τα πλούτη αυτουνού· επειδή και ωσάν τον βάλω εις τας χείρας +μου θέλω του κάμει τόσες τυραννίες, που να τον υποχρεώσω να μου +φανερώση τον θησαυρόν του. Κάμε εκείνο που σου φαίνεται του +απεκρίθη ο βασιλεύς· μα τι έχομεν να αποκριθούμεν του αυτοκράτορος +Καλίφη; Άφησε ακόμη και τούτο εις εμένα, απεκρίθη ο βεζύρης, και +μη σε μέλει τίποτε. + +Τότες ο βεζύρης παίρνωντας μερικούς φίλους του, χωρίς να ηξεύρουν +την βουλήν του, επήγον εις τον Αμπτούλ. Ό δε Αμπτούλ τους εδέχθη +με μεγάλην τιμήν, και τους εφιλοδώρησε με μεγάλην γενναιότητα, και +τους εκράτησε διά να γευματίσουν· και εις το αναμεταξύ, που +εγευμάτιζαν, ο βεζύρης με εύμορφον τρόπον έβαλεν εις το ποτήρι που +έπινε μίαν σκόνιν, ο οποίος πίνοντάς την έπεσεν ευθύς ωσάν +αποθαμμένος. Οι περιεστώτες έμειναν εκστατικοί εις τούτο το θέαμα +και όλοι έντρομοι ελόγιασαν πώς να του έπεσεν αποπληξία. Εδόθησαν +όλοι οι άνθρωποί του εις τα κλάμματα και εις τες φωνές διά τον +θάνατον του αυθέντου των· όλη η χώρα εγέμισεν ευθύς από βρυγμόν +και κλάμματα διά τον εξαφνικόν θάνατον του ευεργέτου τους, και +εφώναζαν ωσάν να είχαν χάση τον ίδιόν τους πατέρα. Ως τόσον ο +βεζύρης διά να μη φανερώση εκαμώνονταν πως του εκακοφαίνετο +μεγάλως, και άρχισε και έσχιζε τα φορέματά του, και εθρηνούσεν +απαρηγόρητα· επρόσταξεν υστερώτερα διά να τον θάψουν μετά μεγάλης +τιμής, κάνοντας να τον βάλουν εις ένα κοιμητήριον ιδικόν του, εκεί +που είχε τους γονείς του βαλμένους· και αφού έστειλε διά να τον +θάψουν, έβαλε βούλαν εις το σπήτι του, διά να γένη βασιλικόν το +έχειν του, με το να μην είχε κληρονόμους. + +Αφού έβαλαν τον δυστυχή Αμπτούλ εις το κοιμητήριον, το έκλεισαν, +και έφεραν το κλειδιά του βεζύρη. Την ερχομένην νύκτα ο κακότροπος +βεζύρης πέρνει δύο πιστούς σκλάβους, και πηγαίνει εις το +κοιμητήριον και ανοίγοντάς το εμπήκε μέσα· και έβγαλε τον Αμπτούλ +από το κιβούρι και του έδωσαν ένα πιοτόν, και ευθύς που το έβαλεν +εις το στόμα εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του ο Αμπτούλ, και +ανοίγοντάς τα μάτια του είδε τον βεζύρην και τον εγνώρισεν. Α +αφέντη, του είπεν πού είμασθε, και εις τι κατάστασιν βλέπω τον +εαυτόν μου; Τρισάθλιε, του απεκρίθη ο βεζύρης, ήξευρε ότι εγώ +είμαι εκείνος, που σου επροξένησα τούτην την συμφοράν, και σε +έφερα εδώ διά να σε έχω εις την εξουσίαν μου, και να σε κάμω να +υποφέρης χίλια μαρτύρια, αν δεν μου φανερώσης τον θησαυρόν σου, +και καθημερινώς θέλω εύρει νέες τυραννίες διά να σε κάμω να +βαρεθής την ζωήν σου, αν δεν μου τον φανερώσης. Εσύ ημπορείς να +μου κάμης ότι σου αρέσει του απεκρίθη ο Αμπτούλ, μα τον θησαυρόν +μου δεν θέλεις δυνηθή να τον ιδής ποτέ. + +Εν τω άμα που ετελείωσεν αυτά τα λόγια ο άνομος και κακότροπος +βεζύρης, επρόσταξε τους σκλάβους του και τον έδειραν με βούνευρα +τόσον, που τον έκαμαν τον δυστυχή και έπεσε λιπόθυμημένος. Οπόταν +δε ο βεζύρης τον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν, έκαμε και τον +εμετάβαλαν εις το κιβούρι, και κλείοντάς τον καλά, εγύρισεν εις το +σαράγι του, και το ταχύ επήγεν εις τον βασιλέα του διά να του +διηγηθή τα όσα έκαμεν. Ο βασιλεύς που δεν ήτο ολιγώτερον +σκληροκάρδιος από τον βεζύρην του, επήνεσε τα όσα έκαμε και +ύστερον του λέγει. Βεζύρη, αυτά που έκαμες πηγαίνουν όλα καλά· μα +τι απόκρισιν έχομεν να δώσωμεν του Καλίφη; Ο βεζύρης του είπεν· ας +γράψωμεν πως ο Αμπτούλ, αφού και έλαβε την είδησιν πως θέλει γένει +βασιλέας, από την χαράν του απέθανεν αιφνιδίως τον καιρόν που +εγευμάτιζε. Του βασιλέως άρεσεν αυτός ο στοχασμός του βεζύρη του +και ευθύς έστειλε μεντζίλι διά να δώσουν την είδησιν του Καλίφη +διά τον θάνατον του Αμπτούλ· + +Ο βεζύρης, που εφαντάζετο πώς με τες τυραννίες που έκαμε του +Αμπτούλ, ήθελε του φανερώσει τον θησαυρόν του, επήγε πάλιν το +βράδυ διά να τον κάμη να υποφέρη νέας τυραννίας έως που να του +φανερώση το ποθούμενον· μα ωσάν έφθασεν εις το κοιμητήριον έμεινε +εκστατικός με το να ιδή το κοιμητήριον ανοικτόν. Και εμπαίνοντας +μέσα, και μην ευρίσκοντάς τον Αμπτούλ εις το κιβούρι, ολίγον +έλειψε που να τρελλαθή από την θλίψιν του· και ευθύς εγύρισεν εις +το παλάτι, και ανήγγειλε του βασιλέως εκείνο που συνέβη· ο οποίος +εν τω άμα έπεσε λιπόθυμημένος από τον πόνον του· και αφού +εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του, λέγει του βεζύρη τι θέλει γίνει εις +ημάς τώρα, που τούτος μας έφυγεν; εμείς είμασθε χαμένοι από τον +Καλίφη· εξέταξε λοιπόν μήπως και τον εύρης, επειδή και μακράν από +εδώ δεν επήγε. Τότε ο βεζύρης εσύναξε πολλούς στρατιώτας, με τους +οποίους επερικύκλωσαν όλην την χώραν, και τες στράτες έξω από την +χώραν, χαλεύοντας διά να τον εύρουν. + +Εις τούτο το αναμεταξύ, που ο βεζύρης εχάλευε με μεγάλην +επιμέλειαν διά να εύρη τον Αμπτούλ, έφθασε το μεντζίλι εις τον +Καλίφην, και του έδωσε την είδησιν διά τον θάνατον του Αμπτούλ, +πώς από την χαράν του απέθανεν. Ο Καλίφης, ομού με τον βεζύρην του +Γιαφάρ το επικράθηκαν τόσον, που καμμιά παρηγοριά δεν ήτο δι' +αυτούς· έπειτα επρόσταξεν ο Καλίφης και έφεραν τα γράμματα του +βασιλέως της Μπάσρας· και αφού τα ανέγνωσε με στοχασμόν και τα +εξανανέγνωσεν, είπε του Βεζύρη του· εμένα μου φαίνεται πώς ο +θάνατος του Αμπτούλ να μην εστάθη φυσικός, αλλά φοβούμαι ότι, +βασιλέας της Μπάρσας με τον βεζύρην του τον επιβουλεύθησαν και τον +εφόνευσαν διά να μη χάσουν τες αξίες τους. + +Ο Γιαφάρ απεκρίθη. Πολυχρονημένε μου βασιλέα, ήξευρε πως και εγώ +το όμοιον υποπτεύω· διατί ηξεύρω πως αυτοί είνε κακής διαθέσεως +άνθρωποι, και το έκαμαν χωρίς αμφιβολίαν, και κρίνω εύλογον ότι +τόσον τον ένα, όσον και τον άλλον να προστάξης να τους φυλακώσουν, +έως που να εξετάσωμεν να εύρωμεν την αλήθειαν. Τότε ο Καλίφης είπε +του Βεζύρη του· έπαρε ευθύς δέκα χιλιάδες καβάλλαν, και σύρε να +τους πιάσης και να τους φυλακώσης. Ο βεζύρης υπήκουσε, και εν τω +άμα επήρε τους στρατιώτας και εμίσευσεν. + +Ας ξαναγυρίσωμεν τώρα εις τον Αμπτούλ διά να ιδούμεν την αιτίαν, +που δεν τον ηύρεν ο βεζύρης εις το κοιμητήριον, εις το οποίον τον +είχον αφήσει. Ετούτος ο άνθρωπος όντας μέσα εις το κιβούρι ακούει +την ιδίαν νύκτα να ανοίξουν πάλιν την πόρταν, έπειτα να τον +βγάλουν από το κιβούρι· αυτός λογιάζοντας πώς ξαναήλθεν ο βεζύρης +διά να τον ξανατυραννίση, Α, βάρβαρε και σκληροκάρδιε, άρχισε να +λέγη, θανάτωσόν με ανίσως και έχεις επάνω σου ευσπλαγχνίαν, και μη +με τυραννής, ότι τα μαρτύρια, που θέλεις μου κάμει, δεν θέλουν +δυνηθή να με κάμουν να σου φανερώσω εκείνο που επιθυμείς. Μη +φοβάσαι τίποτε, απεκρίθη ένας από εκείνους, που του άνοιξαν το +κιβούρι, ότι αντίς να σε τυραννήσωμεν ήλθαμεν μάλιστα να σε +συντρέξωμεν. Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ άνοιξε τα μάτια, και +κυττάζει διά να ιδή ποίοι ήσαν οι ελευθερωταί του, και ανάμεσόν +τους εγνώρισε την θυγατέρα του βεζύρη, που της είχε δείξει τον +θησαυρόν του· Κυρά μου, εσύ είσαι το λοιπόν, που μου ελευθερώνεις +την ζωήν; Ναι, φίλε μου, απεκρίθη η βεζυροπούλα, εγώ είμαι και ο +Αλής ο αγαπητικός μου, που εδώ τον βλέπεις, ο οποίος παρακινημένος +από ευσπλαγχνίαν, ήλθε μετ' εμένα διά να με βοηθήση να σε βγάλω +από τον κίνδυνον του θανάτου. + +Ο Αμπτούλ, αφού και εσυνήλθε καλά εις τον εαυτόν του, δυναμούμενος +από κάποια ιατρικά, που αυτοί του έδωσαν, τους ευχαρίστησε μεγάλως +διά την ευεργεσίαν, που του έκαμαν, ύστερα τους ερώτησε, πώς αυτοί +ήξευραν ότι ακόμη δεν είχεν αποθάνει; Η βεζυροπούλα του είπεν· ότι +εγώ σαν ήκουσα την ψεύτικη φωνή του θανάτου σου δεν την επίστευσα, +και υπώπτευσα πως ο πατέρας μου εστάθη η αιτία διά τα όσα +ακολούθησαν· υποχρέωσα με δώρα έναν από τους δύο σκλάβους, που +ήταν οι πιστοί του βεζύρη, ο οποίος μου έδωσε τα κλειδιά τούτου +του κοιμητηρίου που αυτός τα εφύλαγε, και έτσι εμήνυσα του Αλή και +επήρε δύο πιστούς του σκλάβους. και ευθύς ήλθαμεν διά να σε +ελευθερώσωμεν, και ευχαριστούμεν τον ουρανόν, που σε εφθάσαμεν +ζωντανόν. Ω Θεέ μου, είπε τότε ο Αμπτούλ, ημπορεί ένας πατέρας +τόσον σκληρός να έχη μίαν θυγατέρα τόσον γενναίαν; Ταύτα λέγοντας +ο Αλής με την Βεζυροπούλαν τον ένδυσαν με ένα φόρεμα σκλάβου, και +τον επήραν και τον έκρυψαν εις το σπήτι του Αλή, έως που ο βεζήρης +έπαυσε να τον ζητά. + +Τότε ο Αλής του έδωσεν ένα καλόν άλογον, και πολλά φλωριά και +πετράδια, και είπεν· Εσύ διά την ώραν ημπορείς να φυλαχθής· επειδή +και οι στράτες είνε ελεύθερες και δεν σε ζητούν πλέον· σύρε το +λοιπόν όπου σου αρέση, και ο ουρανός ας είνε με λόγου σου. Ο +Αμπτούλ, αφού τους ξαναευχαρίστησε διά τες χάρες που του έκαμαν, +εμίσευσε διά νυκτός και έπιασε την στράταν διά να υπάγη εις το +Μπαγδάτι. Φθάνοντας λοιπόν εις το Μπαγδάτι επήγεν ευθύς εις τον +τόπον, όπου εσυνάζουνταν οι πραγματευτάδες μήπως και ιδή εκείνον +που εφιλοδώρησεν εις την Μπάσραν, διά να του διηγηθή τες δυστυχίες +του· όμως εθλίβη κατά πολλά, που δεν ημπόρεσε να τον ιδή· εγύρισεν +όλην την χώραν μα δεν εστάθη τρόπος, που να ημπορέση να τον +συναπαντήση. Και μια ημέρα καθώς επεριπατούσε ζητώντάς τον +απόστασε, και εκάθηοεν εις μίαν πέτραν απέναντι του σαραγιού του +Καλίφη. Το σκλαβόπουλο, που αυτός είχε χαρίσει του Καλίφη, +ευρίσκονταν τότε έξω από την πόρταν του σαραγιού και γνωρίζοντάς +τον έτρεξεν εις τον Καλίφη και του το ανήγγειλε· Ο Καλίφης δεν +έδωσε πίστιν εις τούτο· εσύ είσαι γελασμένος, του απεκρίθη· ο +Αμπτούλ πλέον δεν ζη· και πώς λέγεις πως τον είδες; Βασιλέα μου, +του απεκρίθη το σκλαβόπουλον είμαι βέβαιος πώς είναι αυτός, ότι +τον εστοχάσθηκα και τον εγνώρισα, και αν δεν εγνώριζα, δεν +ελάβαινα την τόλμην να έλθω να σου ειπώ ψεύμα. + +Με όλον που ακόμη ο Καλίφης δεν το επίστευε, δεν άφησε να +βεβαιωθή· έστειλεν ευθύς το σκλαβόπουλο με ένα δούλον διά να του +τον φέρουν έμπροσθέν του, οι οποίοι πηγαινάμενοι τον ηύραν ακόμη, +που εκάθονταν εις τον ίδιον τόπον. Το σκλαβόπουλο ωσάν εβεβαιώθη +καλά πως ήτον αυτός, έπεσεν εις τα ποδάρια του Αμπτούλ και του τα +εφιλούσεν. Αυτός το εσήκωσε και το ερώτησεν αν έλαβε την τιμήν να +δουλεύη τον Καλίφην. Ναι, αυθέντη· του απεκρίθη το σκλαβόπουλο· ο +ίδιος Αυτοκράτωρ είνε εκείνος, τον οποίον εσύ εδεξιώθης εις το +σπήτι σου, και του έκαμες τόσες χάρες, και εχάρισες και εμένα· έλα +μαζί μου το λοιπόν, διότι ο Βασιλεύς είναι πολλά ανυπόμονος διά να +σε ιδή. Εστάθη μέγας ο θαυμασμός του Αμπτούλ, εις τα όσα το παιδί +του εδιηγήθη, και γεμάτος από χαράν ήλθεν εις τον οντάν, όπου +εκάθητο ο Καλίφης. Αυτός ο βασιλέας εκάθονταν επάνω εις το θρονί +του, και ωσάν είδε τον Αμπτούλ εσηκώθη με βίαν και επήγε και τον +εδέχθη· τον οποίον εκράτησε πολλήν ώραν είς τες αγκάλες του χωρίς +να ημπορέση να προφέρη λόγον, τόσον μεγάλη εστάθη η χαρά του· και +αφού έλαβε την αναπνοήν του, είπε του Αμπτούλ. Ω φίλε, άνοιξε τα +μάτια σου και ξαναγνώρισε τον αγαπημένον σου ξένον· εγώ είμαι +εκείνος, που εσύ με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν και αγάπην με εδέχθης +εις το σπήτι σου και με εδώρησες τόσα υπέρπλουτα πράγματα, που +υπερβαίνουν τα πλούτη των βασιλέων. + +Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ, που δεν ήτο ολιγώτερον εκστατικός +από τον Καλίφην και γνωρίζοντάς τον, εφώναξεν· Ω μεγαλώτατε +Αυθέντη μου, και βασιλέα του κόσμου, εσύ είσαι εκείνος που +εκατεδέχθης να έλθης εις το σπήτι του σκλάβου σου, και ούτω +λέγοντας έπεσε εις το ποδάρι του βασιλέως, ο οποίος τον εσήκωσε +και τον έβαλε να καθήση επάνω εις ένα προσκέφαλον σιμά του. Πώς +είνε ποτέ δυνατόν, του είπεν ο βασιλεύς, εσύ να είσαι ζωντανός, +τον καιρόν που με μεγάλην μου θλίψιν είχα μάθει πώς είχες +αποθάνει; Τότε ο Αμπτούλ εδιηγήθη την ασπλαγχνίαν και την +βαρβαρότητα του Βεζύρη Αμπτολφατά, και πώς η θυγατέρα του τον +εσύντρεξε και τον εγλύτωσε, και του είπε τα λοιπά, που του +ακολούθησαν. + +Ο Καλίφης αφού και τον αφηκράσθηκε με επιμέλειαν, του είπε· μου +κακοφαίνεται, που εγώ είμαι η αιτία ετούτης της συμφοράς σου, +επειδή και γυρίζοντας από την Μπάσρα, εστοχάσθηκα διά να ανταμείψω +τες χάρες που μου έκαμες, και έστειλα ευθύς προσταγήν εις τον +βασιλέα της Μπάρσας, ότι να αφήση τον θρόνον, και να σου τον δώση +εσένα διά να βασιλεύης· και αυτός αντί να ακολουθήση τον ορισμόν +μου απεφάσισε να σου σηκώση την ζωήν με τες τυραννίες, που ο +Βεζύρης σου έκαμεν, ελπίζοντας να του φανερώσης τον πλούτον σου. Ο +βεζύρης μου επήγε προς αυτούς με αρκετόν αριθμόν στρατιωτών διά να +πιάση τους εχθρούς σου, και να μου τους φέρη εδώ· ως τόσον του +λόγου σου θέλεις σταθή εις το παλάτι μου, και θέλεις μείνει +δουλευμένος από τους ανθρώπους μου ωσάν να ήμουν εγώ ο ίδιος. + +Τελειώνοντας ετούτους τους λόγους ο Καλίφης τον επήρεν από το +χέρι, και τον έφερεν εις ένα του περιβόλι πολλά ωραίον, εις την +μέσην του οποίου ήταν δώδεκα στύλοι από μάρμαρον λευκόν, οι οποίοι +εβάσταζον εις την κορυφήν ένα λουτρόν πολλά θαυμαστόν, εις το +οποίον εμπήκαν και ελούσθηκαν. Και ωσάν εβγήκαν από το λουτρόν, οι +σκλάβοι ήλθαν με πανιά λευκά, και τους εσφούγγισαν· έπειτα ένδυσαν +τον Αμπτούλ με πλούσια φορέματα, και τον επήρεν από εκεί ο +Καλίφης, και τον έφερεν εις το χαρέμι του, εις την βασίλισσα +Ζωμπαΐδα. + +Ετούτη η βασίλισσα εκάθονταν επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσήν, +περικυκλωμένη από τες σκλάβες της, που εστέκονταν ορθές διηρημένες +εις δύο μέρη· άλλες μεν ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα, και +άλλες ετραγωδούσαν και έκαναν μίαν αρμονίαν θαυμασίαν. Ευθύς που η +Ζωμπαΐδα είδε τον βασιλέα και τον Αμπτούλ, εσηκώθη εις +συναπάντησίν των. Βασίλισσα, της είπεν ο Καλίφης, ιδού που σου +προσφέρω τον φίλον μου Αμπτούλ από την Μπάρσα. Η βασίλισσα τον +εδεξιώθη με μεγάλην τιμήν, και εις τούτο το αναμεταξύ μια από τες +σκλάβες που ετραγουδούσαν, βλέποντας τον Αμπτούλ, έβγαλε μίαν +μεγάλην φωνήν, έπειτα έπεσεν εις λιποθυμίαν. + +Ο βασιλεύς με την Ζωμπαΐδα, εγύρισαν να ιδούν τι ήτον, ομοίως και +ο Αμπτούλ κυττάζοντας δεν εγνώρισεν έτσι ευθύς εκείνην που +ελιποθύμησε, μα ωσάν την εκαλοκύτταξε, ευθύς τα μάτια του +εσκοτίσθησαν και η όψις του έγινεν ωσάν του αποθαμμένου, και +ελόγιασαν ότι ήθελεν αποθάνει. Αλλ' ο βασιλεύς ευθύς τον έπιασεν +εις τες αγκάλες του, και τον έκαμεν από ολίγον να συνέλθη εις τον +εαυτόν του. Λαμβάνοντας λοιπόν ο Αμπτούλ τας αισθήσεις του, είπε +προς τον Καλίφη· Βασιλέα μου, ηξεύρεις καλώτατα τα όσα μου +συνέβησαν εις την Αίγυπτον· τούτη η σκλάβα που βλέπετε είνε εκείνη +η αγαπημένη μου Δαρδανέ, που μαζί με εμένα μας έρριξαν εις τον +Νείλον. Είνε τούτο δυνατόν; εφώναξεν ο βασιλεύς· χαίρομαι λοιπόν +διά ένα τέτοιον θαυμάσιον συμβεβηκός. Εις αυτό το διάστημα η +Δαρδανέ εσυνήλθε και αυτή εις τον εαυτόν της, την οποίαν ο +βασιλεύς πιάνοντάς την από το χέρι, την εξέταξε με τι θαύμα +ευρίσκονταν ζωντανή, ύστερον που την έρριξαν εις τον Νείλον. + +Βασιλέα μου, είπεν αυτή, καθώς με έρριξαν εις τον Νείλον έπεσα εις +τα δίκτυα ενός ψαρά, που εκείνην την ώραν τα ετραβούσεν έξω· αυτός +δε έμεινεν εκστατικός με το να κάμη ένα τέτοιο κυνήγι· και οπόταν +αυτός εκατάλαβε πως εγώ ανάπνεα ακόμη, με επήρε και με έφερεν εις +την βάρκαν του, εις την οποίαν με την σύντρεξίν του με ανάζησεν. +Έπειτα του εδιηγήθηκα την τρισαθλίαν ιστορίαν μου· ο οποίος έλαβε +μεγάλον πόνον, μα εφοβήθη υστερότερα μήπως και ο Σουλτάνος της +Αιγύπτου τον ήθελε ξεσκεπάσει πως αυτός μου εφύλαξε την ζωήν· και +έτσι υποπτεύοντας να μη χάση την ζωήν του, και διά να φυλάξη και +την εδικήν μου, αποφάσισε και με επούλησε σκλάβαν εις ένα +πραγματευτήν από σκλάβες, που τότε εμίσευε διά το Μπαγδάτι, ο +οποίος φέρνοντάς με εδώ με επούλησε της βασιλίσσης Ζομπαΐδας. Εις +το αναμεταξύ που η Δαρδανέ ωμιλούσεν, ο Καλίφη την εστοχάζουνταν +με ακρίβειαν, και ευρίσκοντάς την μιας εξαισίας ωραιότητος, είπε +προς τον Αμπτούλ, αφού αυτή ετελείωσε την ιστορίαν της· εγώ πλέον +δεν θαυμάζω πώς εσύ εφύλαξες πάντα την ενθύμησιν μιας τέτοιας +ωραίας γυναικός· ευχαριστώ το λοιπόν τον ουρανόν, που την +εξαπέστειλεν εδώ, και με αξίωσε και εμένα να σε ιδώ εις τέτοιαν +μεγάλην ευχαρίστησιν, διά την αντάμωσιν της πολυαγαπημένης σου +Δαρδανές· δεν είνε πλέον σκλάβα, αυτή είνε ελεύθερη, και είνε εις +την εξουσίαν σου· και έχω όλην την ευχαρίστησιν εις το να σας ιδώ +να γευθήτε την γλυκύτητα μιας μακρυνής και τελείας ενώσεως, +ύστερον από τες δυστυχίες, που σας είχαν χωρίσει. Ακόμη περιπλέον +λέγει ο Καλίφης θέλω να κάμετε τους γάμους σας εις το παλάτι μου, +και διά τρεις ημέρες να γίνουν μεγάλες χαρές εις όλον το Μπαγδάτι. +Ω αυθέντη, λέγει ο Αμπτούλ πλησιάζοντας εις τα ποδάριά του, αν η +βασιλεία σου είσαι υψηλότερος από τους άλλους ανθρώπους διά την +αξίαν, και ακόμη περισσότερον διά την γενναιότητά σου, όμως δος +μου την άδειαν, να σου φανερώσω τον θησαυρόν μου, τον οποίον σου +το δίδω εις την εξουσίαν σου. Τότες απεκρίθη ο Καλίφης· όχι, χαίρε +τον με κάθε σου ευχαρίστησιν, διότι είσαι άξιος να τον εξουσιάζης, +και σας εύχομαι μακρυνήν ζωήν, διά να ημπορέσετε να τον χαρήτε. +Ύστερα από αυτά εδόθησαν προσταγές διά να γένουν οι γάμοι, οι +οποίοι έγιναν με μεγάλην παρρησίαν και τιμήν. Και πριν τελειώσουν +έφθασεν ο Γιαφάρ ο Βεζύρης με το στράτευμα, και έφερε δεμένον τον +Βεζύρην Αμπτολφατά μόνον, επειδή ο βασιλεύς της Μπάσρας είχεν +αποθάνει από την θλίψιν του, που δεν ημπόρεσε να εύρη τον Αμπτούλ. + +Ευθύς που ο Γιαφάρ έδωσε τον λογαριασμόν του Καλίφη διά τα όσα +αυτός είχε πράξει, επρόσταξε να κρεμάσουν τον σκληρόν Βεζύρην, και +ύστερον να τον τεταρτιάσουν, και να τον ρίξουν να τον φάγουν τα +σκυλιά. Και τον καιρόν που εδόθη η απόφασις ο Αμπτούλ έπεσεν εις +τα ποδάρια του Καλίφη, παρακαλώντάς τον να του αφήση την ζωήν +λέγοντάς του, πώς ο παιδεμός του θέλει είνε αρκετός εις το να τον +βλέπη εις τιμήν, και αυτός να ευρίσκεται εις καταισχύνην. Ω πολλά +γενναίε Αμπτούλ, εφώναξεν ο Καλίφης πόσον ευτυχισμένος που θέλει +είνε ο λαός της Μπάσρας, εις το να σε έχη διά βασιλέα του; +Αυθέντη, του απεκρίθη ο Αμπτούλ, κάνει χρεία να σας παρακαλέσω διά +μίαν άλλην χάριν, να δώσης του Αλή τον θρόνον, που εις εμένα +διορίζεις, διά να βασιλεύη με την γυναίκα του την βεζυροπούλαν, +που έλαβε τόσην ευσπλαχνίαν να μου γλυτώσουν την ζωήν. Ετούτοι οι +δύο αγαπημένοι είνε άξιοι δι' αυτήν την τιμήν, και εμένα με φθάνει +η αγάπη που μου δείχνεις και το σκέπος σου, το οποίον μου είνε +περισσότερον από θρόνον, από σκήπτρον, και κορώναν. + +Ο Καλίφης υπήκουοεν εις τα όσα ο Αμπτούλ τον επαρακάλεσεν, έξω από +τον σκληρόν βεζύρη, τον οποίον γνωρίζοντάς τον πολλά κακότροπον +και υπεύθυνον, επρόσταξε να του αφήσουν την ζωήν, μα να τον +βάλλουν εις έναν σκοτεινόν πύργον κλεισμένον διά όλην του την +ζωήν. Ο δε Αμπτούλ μένοντας ακόμη μερικές ημέρες εμίσευσε διά την +Μπάσραν μαζί με την γλυκυτάτην του Δαρδανέ, συντροφευμένοι από +αρκετούς στρατιώτας του Καλίφη, έως που εφθασαν εις το σπήτι του, +και εκεί επανάλαβε τον πλούτον του, και τον εχάρη έως το τέλος της +ζωής του. + +Με τούτον τον τρόπον η Σουλταμεμέ ετελείωσε την ιστορίαν του +Αμπτούλ Μπαρσή, πλην όλες οι γυναίκες της βασιλοπούλας την +επαίνεσαν κατά πολλά· άλλες επαινούσαν την γενναιότητα του +Αμπτούλ, άλλες του Καλίφη, και, άλλες την σταθερότητα του Αμπτούλ, +που εστάθη ένας πιστός αγαπητικός. Η δε βασιλοπούλα είπεν· ετούτη +η ιστορία μου άρεσε κατά πολλά· μα ακόμη δεν είμαι καταπεισμένη +πως οι άνδρες είνε τόσον πιστοί προς τες αγαπητικές των και τες +γυναίκες των. Ο Αμπτούλ ολίγον έλειψεν, που να κλίνη εις την +θέλησιν της θυγατρός του βεζύρη, αλησμονώντας καθολικά τον πόνον +της Δαρδανές, και εγώ τούτον δεν τον στοχάζομαι τόσον πιστόν, ως +μου τον επαινάτε. + +Συμπάθησόν με, κυρά μου, είπεν η Σουλταμεμέ, αν ούτε και αυτό το +ιστορικόν παράδειγμα δεν σε επαρακίνησε να πιστεύσης ότι είνε +έτσι, την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή, αν είνε με το θέλημά +σου, μίαν άλλην ιστορίαν, πολλά περίεργον από την οποίαν ελπίζω να +καταπεισθής. Όθεν η βασιλοπούλα, διά να ευχαριστήση αυτήν και τες +άλλες γυναίκες, που ευρίσκονταν μαζί της, υπεσχέθη να την ακούση. +Και λέγοντας ταύτα τα λόγια εσηκώθηκαν και επήγαν να γευθούν, +διατί η ώρα ήτον πολλά αργά. Την δε ερχομένην ημέραν αφού +ελούσθηκεν η βασιλοπούλα, και οι άλλες γυναίκες που ήτον μαζί της, +εβγήκαν κατά την συνήθειάν τους, και επήγαν να καθήσουν εις ένα +σοφάν διά να αναπαυθούν και αφού ανεπαύθησαν καμπόσον, άρχισεν η +Σουλταμεμέ να διηγήται την ιστορίαν, που υποσχέθη την απερασμένην +ημέραν, ως κάτωθεν φαίνεται. + + + +&Ιστορία του Βασιλέως Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης Κεριστάνης.& + + + +Ευρισκόμενος μίαν ημέραν εις το κυνήγι ένας νέος βασιλεύς της +Κίνας, ονομαζόμενος Ρουσκάδ, εσυναπάντησε μίαν έλαφον άσπρην με +βούλες κίτρινες και μαύρες, η οποία είχεν εις τα ποδάρια της +βραχιόλια χρυσά και επάνω εις τες πλάτες της σκέπασμα από ατλάζι +κίτρινον, κεντημένον με χρυσάφι. Βλέποντας ο βασιλεύς ένα τέτοιον +περίεργο κυνήγι, άναψεν από επιθυμίαν διά την πιάση ζωντανήν· +έτρεξε με μεγάλην βίαν διά να την φθάση, μα η έλαφος αναγελώντας +το κυνήγημά του, έφυγε με τόσην ογληγοράδα, που εις μίαν στιγμήν +δεν την είδε πλέον. Αυτός όμως δεν απελπίσθη διά να μην ακολουθήση +τον δρόμον που επήρε, και να τρέχη μετά μεγάλης ορμής διά να την +φθάση· και εκεί που έτρεχε, την βλέπει από μακρόθεν, που ήτον σιμά +εις μίαν πηγήν, και του εφαίνονταν πως ήτον αποσταμένη από το +τρέξιμον. Ευθύς κτυπά με μεγάλην βίαν το άλογόν του και τρέχει, μα +εστάθηκεν άκαιρη η βία του, διά να την πιάση. Η έλαφος βλέποντάς +τον που επλησίαζε, σηκώνεται ελαφρά και κάνει δύο τρία πηδήματα, +έπειτα ρίχνεται εις το νερόν, εις τρόπον που δεν εματαφάνη πλέον. +Όθεν ο βασιλεύς της Κίνας ξεπεζεύει ευθύς, πάσχει, γυρίζει ολόγυρα +της πηγής, ανακατώνει το νερόν, χαλεύει το κυνήγι μα μη +ξεσκεπάζοντας τίποτε με τα χαλέματά του, μένει εις μεγάλην απορίαν +διά τούτο το συμβεβηκός. Ο βεζύρης του, που είχε φθάσει εκεί ομού +με τους άλλους, που ήσαν εις την συντροφιά του, δεν έλαβαν +ολιγωτέραν την έκστασιν. + +Ο δε βασιλεύς αφού έκαμε διαφόρους στοχασμούς, λέγει· δεν ημπορώ +να βεβαιωθώ πώς εκείνη η έλαφος είνε αληθώς ένα ζώον άγριον, αλλά +λογιάζω πώς είνε μία εξωτική του δάσους, η οποία υποκάτω εις +τούτην την μορφήν λαμβάνει ηδονήν να γελά τους κυνηγούς. Εις αυτό +το διάστημα ο βασιλεύς εθεωρούσεν ακαταπαύστως την πηγήν, και κάθε +ολίγον αναστέναζε χωρίς να ηξεύρη το διατί. Κάνει χρεία, λέγει +αυτός του βεζύρη του, εγώ να απομείνω ετούτην την νύκτα εδώ, διατί +θέλω διά περιέργειαν να ιδώ αυτήν την εξωτικήν, επειδή και έχω +μίαν εσωτερικήν φλόγα, διά να την ιδώ να έβγη από το νερόν. +Κάνοντας αυτήν την απόφασιν, εκράτησε τον βεζύρην του μόνον, και +τους άλλους τους απέλυσεν. Εκάθησαν λοιπόν αντάμα επάνω εις τα +χόρτα, και είχαν την κουβέντα της ελάφου έως το βράδυ. Ο βασιλεύς +ευρισκόμενος περικυκλωμένος από τον ύπνον, λέγει του βεζύρη· εγώ +δεν ημπορώ πλέον να διαφεντευθώ από τον ύπνον, και διά τούτο +στάσου εσύ έξυπνος έως που εγώ κοιμούμαι· και έχε τους οφθαλμούς +σου πάντα σταθερούς εις την πηγήν, και ωσάν ιδής κανένα σημείον +ξύπνησέ με. Όμως ο βεζύρης στέκοντας πολλήν ώραν χωρίς να ιδή +τίποτε, τον επήρεν ο ύπνος και αυτόν και απεκοιμήθη. + +Εστάθη πολλά ολίγος ο ύπνος του, επειδή και έξαφνα εξύπνησαν από +τον ήχον μιας αρμονίας που τους έκαμε να ακούσουν ολίγον ξέμακρα +απ' αυτούς· και διά μεγαλύτερόν τους θαυμασμόν, βλέπουν ένα +μεγαλοπρεπές παλάτι με πλουσίαν φωτοχυσίαν, το οποίον δεν +ημπορούσε να ήτον καμωμένον από χέρια ανθρώπινα. Ο δε βεζύρης +λέγει του βασιλέως με σιγαληνήν φωνήν· τι πράγμα τάχατες να είνε +τούτο; τι αρμονία είνε τούτη που ακούεται εις τα αφτιά μας, τι +παλάτι παρουσιάζεται εις τους οφθαλμούς μας; όλα τούτα χωρίς +αμφιβολίαν δεν είνε ποτέ φυσικά· ετούτα είνε μία μαγεία· ήτον +καλλίτερον ημείς να είχομεν παραιτήσει αυτήν την πηγήν και τούτο +το παλάτι, μήπως και είνε έργον κανενός μάγου, που τα έκαμε διά +την βασιλείαν σου. Αν και τούτο ήθελεν είνε, απεκρίθη ο βασιλεύς, +μη στοχάζεσαι ότι έχω φόβον· ας πάμε προς αυτό το παλάτι λοιπόν να +ιδούμε τι άνθρωποι το κατοικούν, και παύσε τώρα να μου παρασταίνης +κινδύνους, επειδή και όσον μεγαλυτέρους μου παρασταίνεις τους +κινδύνους, τόσον περισσότερον μου ανάπτεις την επιθυμίαν. + +Ο Βεζύρης βλέποντας τον αυθέντην του αποφασισμένον διά να βγάλη +την περιέργειάν του, δεν ετόλμησε πλέον να του εναντιωθή. Εκίνησαν +λοιπόν προς το παλάτι· φθάνουν εις την πόρταν, και ευρίσκοντάς την +ανοικτήν, εμβαίνουν εις μίαν σάλαν, που είχε το έδαφος από +φαρφουρί της Κίνας, στολισμένην με χρυσές μαξιλάρες, και μεταξένια +πεύκια, και ευωδίαζεν από τα πλέον αρωματικά ξύλα· εγύρισαν αυτοί +όλην την σάλαν χωρίς να ιδούν κανέναν εις αυτήν· από εκείνην +απέρασαν εις μίαν άλλην, εις την οποίαν βλέπουν επάνω εις ένα +θρόνον χρυσόν μίαν νέαν κυράν, όλην σκεπασμένην από διαμαντικά, +και η άκρα ευμορφιά της τους εξέπληξεν. + +Αυτή εφαίνονταν πως, έστεκε με προσοχήν εις το να αφηκράζεται +πενήντα νέες κόρες, που μερικές ετραγουδούσαν, και μερικές +ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα. Ήτον αυτές ενδυμένες από κόκκινα +φορέματα χρυσοΰφαντα, κεντημένα με μαργαριτάρια, και έστεκαν ορθές +ολόγυρα του θρόνου. Ο δε βασιλεύς δεν εστοχάζετο διά το ουδέν +εκείνες τες χαριέστατες φωνές, ούτε τα λαλήματα τα αγγελικά, μα +όλος του ο στοχασμός ήτον εις το να θεωρή και να στοχάζεται την +Κυράν, που ήτον εις τον θρόνον. Οπόταν αυτές οι κορασίδες είδαν +τούτον τον βασιλέα, έπαυσαν να τραγωδούν· τότε αυτός πλησιάζοντας +εις τον θρόνον, ωμίλησε με τούτον τον τρόπον προς την κυράν. + +Ω ωραιοτάτη βασίλισσα των καρδιών των ανθρώπων, που υποτάζεις με +το πρώτον βλέμμα σου τους πλέον δυνατωτέρους βασιλείς, ειπέ μου, +σε παρακαλώ, το όνομά σου, και ποία είσαι. Εχαμογέλασεν η Κυρά εις +τούτα τα λόγια και είπεν εγώ είμαι μία έλαφος, που κάνω ήμερα τα +λεοντάρια· εγώ είμαι εκείνο το κυνήγι, που σήμερον εσύ +εκυνηγούσες, και που ερρίχθηκα εις το νερό. Μα, Κυρά μου, της +εξαναείπεν ο βασιλεύς· ποίον στοχασμόν πρέπει εγώ να κάμω δι' +αυτήν την μεταμόρφωσιν; τι ηξεύρω εγώ αν εις τούτην την στιγμήν +εσύ δεν μου προσφέρεις εις τους οφθαλμούς μου ψεύτικες και πλαστές +φαντασίες; Μη γένοιτο, είπεν η Κυρά· εγώ σου τες δείχνω φυσικές, +καθώς τες βλέπεις· αλήθεια είνε ότι καθώς μου αρέσει έτσι αλλάσω +μορφήν, και οπόταν θέλω γίνομαι βλεπτή και άβλεπτη εις τους +ανθρώπους· μα όλον τούτο γίνεται, χωρίς μαγείαν, και η δύναμις εις +το να μεταμορφώνωμαι εις εκείνα που μου αρέσει, είνε μία χάρις που +την έλαβα από τον ουρανόν οπόταν εγεννήθηκα. + +Εις παρομοίαν διήγησιν η Κυρά κατεβαίνει από τον θρόνον της και +πλησιάζει εις τον βασιλέα, τον παίρνει από το χέρι, τον φέρει εις +ένα χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία τράπεζα ετοιμασμένη από +εκλεκτά φαγητά· αυτή τον έκαμε να καθήση, ομοίως και αυτή εκάθησεν +ανάμεσα αυτουνού και του βεζύρη, ο οποίος από όλα εκείνα, που +έβλεπε, δεν ημπορούσε να στοχασθή άλλο διά τον αυθέντην του παρά +κανένα δυστυχισμένον τέλος. Ο νέος βασιλεύς ήτον όλος προσηλωμένος +προς την Κυράν, και κανένας στοχασμός εναντίος δεν του εσύγχιζε +την ηδονήν που είχεν εις το να την θεωρή· ηθέλησε λοιπόν να την +δουλεύση εις την τράπεζαν, μα αυτή είπε· φάγετε εσείς οι δύο, +διότι η ευωδία των αρωμάτων, και εκείνη των φαγητών μας δουλεύει +ημάς διά τροφήν. + +Οπόταν ο βασιλεύς με τον βεζύρην του έτρωγαν, δύο κορασίδες ωραίες +επρόσφεραν του καθενός από μίαν κούπαν από αγάθην, γεμάτην από +γλυκύτατον κρασί· και είχαν την επιστασίαν να τες κρατούν πάντοτε +γεμάτες. Η Κυρία με όλον που δεν έπινεν, η μυρωδιά τής έκανε το +ίδιον αποτέλεσμα, που έκανε των άλλων. Ως τόσον άρχισαν να +ανάπτουν από το πιοτόν, και ο βασιλεύς με την Κυρά ωμιλούσαν +διάφορα λόγια ηδονικά· η δε Κυρά δείχνοντας του πως ήτον τρυφερή +προς αυτόν, του ωμίλησε με τούτον τον τρόπον. + +Βασιλέα, με όλον που είσαι ένα κτίσμα κατώτερον από λόγου μου, δεν +μπόρεσα να υποφέρω που να μη σε αγαπήσω, και διά να κάμω να μάθης +ποίας τιμής είνε το απόκτημα που έκαμες, άκουσον με προσοχήν, +επειδή και δεν θέλω πλέον να το κρατήσω κρυπτόν ποία εγώ είμαι· +ήξευρε πώς ευρίσκεται εις τον μέγαν Ωκεανόν ένα νησί ονομαζόμενον +Χαρμοστάν· αυτό είνε κατοικημένον από εξωτικά· ο βασιλεύς +ονομόζεται Μανουχέρ, του οποίου είμαι θυγατέρα μονογενής, και με +ονομάζουν Κεριστάνην. Είνε δε τρεις μήνες που απαράτησα το παλάτι +του πατρός μου, και περίεργος να ιδώ την διαφοράν των βασιλέων, +εις τα οποία ζουν οι απόγονοι του Αδάμ, έλαβα την επιθυμίαν να +ταξειδεύσω· εγύρισα όλον τον κόσμον και ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω +εις την κατοικίαν μου μα συναπαντώντας σε σήμερον εις το κυνήγι, +εστάθηκα διά να σε θεωρήσω, και ευθύς οι αίσθησές μου εσυγχίσθησαν +εναντίον εις την θέλησίν μου· και όντας όλη προσηλωμένη εις εσένα, +έλεγα ανάμεσόν μου· είνε δυνατόν, ένας άνθρωπος να μου συγχίση εις +τέτοιον τρόπον την ανάπαυσίν μου; ένας υιός του Αδάμ να θριαμβεύση +την αγιότητά μου; εντροπή μου κατά αλήθειαν να νικηθώ με τέτοιον +τρόπον και στοχαζομένη τοιούτης λογής, ηθέλησα να αναμερίσω από +εσένα, μα εμποδισμένη ωσάν από ένα μαγικόν δεσμόν, δεν ημπόρεσα +τελείως να ξεμακρύνω· μόνον βυθισμένη τότε εις τους τρυφερούς +στοχασμούς, που μου εμπόδιζαν το περιπάτημα, δεν εστοχάσθηκα άλλο +παρά να εύρω τα μέσα διά να σου αρέσω. + +Έλαβα λοιπόν την μορφήν μιας ελάφου και εφανερώθηκα έμπροσθέν σου, +διά να σε υποχρεώσω να με στοσχασθής· εσύ με εκυνήγησες, αλλά +χωρίς να με φθάσης, και αφού ερρίχθηκα εις το νερόν, δεν ημπορείς +να πιστεύσης την ηδονήν που είχα να σε βλέπω να τριγυρίζης και να +ανακατώνης το νερόν διά να με εύρης, και ακούοντας πως αποφάσισες +να κοιμηθής εκεί σιμά εις την πηγήν, το εχάρηκα μεγάλως, και εις +το αναμεταξύ που εκοιμώσουν, έκαμα και έγινε τούτο το παλάτι διά +να σε δεχθώ. Τα τελώνια που με δουλεύουν, το έκτισαν εις μίαν +στιγμήν. + +Ενώ η Κεριστάνη ήθελε να ακολουθήση την ομιλίαν της, ιδού εμβαίνει +μία αρχοντοπούλα, η οποία έδειχνε πώς ήτον πολλά θλιμμένη. Η Κυρά +γνωρίζοντάς την από το πρόσωπόν της ότι ήθελε να της προμηνύση +καμμίαν θλιβεράν είδησιν εφώναξε μεγάλως, έπειτα εδόθη εις κλάματα +πικρότατα. Έμεινεν εκστατικός ο βασιλεύς εις τούτο το θέαμα και +εθλίβονταν μεγάλως διά εκείνο που έβλεπεν· ήτον δε εις μεγάλην +ανυπομονησίαν διά να μάθη το αίτιον, και εκεί που ήθελε να την +ερωτήση, η αρχοντοπούλα πλησιάσασα είπεν. + +Ω βασίλισσα, καλά ηξεύρεις ότι τα τελώνια ζουν πολύ περισσότερον +από τους ανθρώπους, όμως είνε και αυτά υποκείμενα εις τον θάνατον· +εσύ έχασες τον πατέρα σου, ο οποίος απέρασεν εις την άλλην ζωήν, +και όλος ο λαός σε επιθυμεί διά να σε στέψη βασίλισσαν εις τον +θρόνον του πατρός σου· έλα το λοιπόν διά να λάβης την δούλευσιν +των νέων υπηκόων σου, και να ανταποκριθής εις την ανυπομονησίαν +που αυτοί έχουν, διά να σου ανταποδώσουν όλες τις τιμές που σου +πρέπουν. Ο μέγας βεζύρης πατέρας μου με επρόσταξε να έλθω να βιάσω +τον γυρισμόν σου. + +Βεζυροπούλα μου, απεκρίθη η Κυρά, μεγάλην σύγχισιν μου προξενούν +αυτές οι είδησες, που μου έφερες, όμως δεν θέλω λείψει να +ανταμείψω τον ζήλον του πατρός σου, ομοίως και τον ιδικόν σου, που +δείχνετε εις εμένα· θα μισεύσω το λοιπόν με λόγου σου τούτην την +στιγμήν. Σου αφίνω υγείαν, βασιλέα μου, είπε γυρίζοντας προς +αυτόν, και πιάνοντάς τον από το χέρι του λέγει· είμαι δυναστευμένη +να σε απαραιτήσω, ας είσαι βέβαιος όμως πως μίαν ημέραν θέλομεν +ανταμωθή πάλιν, και ανίσως και σε εύρω αγαπητικόν σταθερόν, δεν +θέλω λάβει άλλον νυμφίον παρά εσένα. Έτσι λέγοντας αυτή έγινεν +άφαντος. + +Τότε ευθύς μία σκοτεινοτάτη νύκτα απεδίωξε την μεγάλην φωτοχυσίαν, +που εις το παλάτι ήτον, και άφησε τον βασιλέα με τον βεζύρην του +εις ένα τέτοιον σκότος, που τίποτε δεν ημπορούσαν να διαχωρίσουν, +και εστάθηκαν εις αυτήν την κατάστασιν έως που έγινεν ημέρα, η +οποία τους επροξένησε νέαν έκστασιν, που αντίς να ευρεθούν εις ένα +παλάτι, ευρέθησαν εις ένα κάμπον, χωρίς να ιδούν κανέν σημείον της +κατοικίας. + +Βεζύρη, είπε τότε ο βασιλεύς, κάνει χρεία να πιστεύσωμεν ότι +εστάθη τούτο έν όνειρον. Όχι αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης, +καλλίτερον πιστεύω πώς η Κυρά, που είδαμεν, να είναι καμμία +καταραμένη μάγισσα, η οποία διά να σου προξενήση έρωτα έλαβε +μορφήν εξωτικής, και όλες εκεί οι νέες που ετραγωδούσαν και +ελαλούσαν, είνε τόσοι διάβολοι που την υπηρετούν. Με όλον που +τούτη η ομιλία του βεζύρη ήθελεν έχει κάποιον τι αληθινόν, ο +βασιλεύς όμως με το να ήτον πολλά τρωμένος από την αγάπην, δεν +ήθελε να χάση την γνώμην που είχε διά την Κυράν, αλλά εγύρισεν εις +το παλάτι του με απόφασιν, που να φυλάξη διά πάντα μίαν ζωντανήν +και εγκαρδιακήν ενθύμησιν δι' αυτήν. Και από εκείνης της ώρας από +τον έρωτά του εδόθη εις μίαν άκραν μελαγχολίαν αφέθη από όλες τες +ηδονές· καμμίαν ευχαρίστησιν δεν είχε παρά εκείνην του κυνηγιού +δεν επήγαινεν εις άλλον τόπον, παρά εις εκείνον που του εφάνη η +έλαφος, εις τον οποίον ήλπιζε να την ξαναϊδή. + +Ως τόσον απέρασεν ένας χρόνος, που αυτός αγαπούσε χωρίς να έχη +αιτίαν να ελπίζη, επειδή εκείνη που αγαπούσε δεν ήτον άλλο παρά +μια φαντασία, και τότε άρχισε να καταλαμβάνη ότε εκείνο που είδεν +ήτον μία βεβαία μαγεία· όθεν επιθύμησε να ταξειδεύση με ελπίδα, +ότι με τούτο το μέσον ήθελαν του έβγει οι φαντασίες που είχεν εις +το κεφάλι δι' αυτήν την υπόθεσιν. Και αφού άφησε την κυβέρνησιν +της βασιλείας του εις τα χέρια του βεζύρη του, εκαβαλλίκευσεν ένα +του καλόν άλογον, και εμίσευσε μόνος του αγνώριστος διά νυκτός, +χωρίς να πάρη τινά μαζί του. Περιπατώντας λοιπόν αρκετές ημέρες, +έφθασεν εις τα σύνορα του βασιλείου της Θέμπας, και πριν να φθαση +εις την βασιλεύουσαν, ηθέλησε να αναπαυθή υποκάτω εις ένα δένδρον +πολλά φουντωτόν. + +Και αφού εξεπέζευσε δεν επέρασε πολύ, και βλέπει ολίγον μακράν +υποκάτω εις ένα άλλο δένδρον μίαν ευγενικήν κόρην, που έδειχνε να +ήτον έως δεκαοκτώ χρόνων, η οποία εκρατούσεν ακουμπισμένον το +κεφάλι της επάνω εις το ένα χέρι, και εκοιμάτο με βαρύν ύπνον, της +οποίας η μελαγχολική μορφή έδινε να καταλάβη ότι είχε πέσει εις +καμμίαν μεγάλην συμφοράν· τα φορέματα που την εσκέπαζαν ήταν όλα +ξεσχισμένα, μα με όλον τούτο του εφαίνονταν ότι ήτον μία ωραιοτάτη +κόρη, και από ευγενικόν αίμα. Ο βασιλεύς επλησίασε προς αυτήν, και +αφού την εξύπνησε της επρόσφερε τον εαυτόν του εις βοήθειάν της, +και την ηρώτησε ποία ήτον. Η νέα εκείνη με λιγωμένη φωνήν του +απεκρίθη· «Εγώ είμαι θυγατέρα, και γυναίκα βασιλέως, όμως δεν +είμαι εκείνη, που εγώ λέγω· είμαι βασίλισσα και δεν είμαι εκείνη, +που είμαι.» + +Ο βασιλεύς της Κίνας δεν ήξευρε τι να στοχασθή δι' αυτήν την +κόρην, και ελόγιαζε πως ήτον έξω του εαυτού της διά τα λόγια που +του είπε, Κυρά, της είπεν, έλα εις τον εαυτόν σου, βεβαιώσου πως +είμαι έτοιμος διά να σε συντρέξω εις ό,τι είνε η δύναμίς μου. +Κύριε, απεκρίθη αυτή, εγώ δεν θαυμάζω ότι εσύ με στοχάζεσαι διά +μίαν τρελλήν· η ομιλία που σου έκαμα βεβαίως σου εφάνη αστόχαστη· +μα εσύ θέλεις με συμπαθήσει χωρίς αμφιβολίαν, οπόταν θέλεις μάθει +τες συμφορές μου· είμαι έτοιμη να σου τες διηγηθώ, διά να γνωρίσω +την γενναιότητά σου, και αν ημπορής να με συντρέξης. + + + +&Ιστορία του βασιλέως της Θέμπας, και της βασίλισσας των +Ναϊμάνων.& + + + +Εγώ είμαι, ακολούθησε να λέγη αυτή, θυγατέρα του βασιλέως των +Ναϊμάνων. Ο πατέρας μου αποθαίνοντας χωρίς να έχη άλλην +κληρονομίαν παρά εμένα, όλος ο λαός με εκήρυξε διά βασίλισσάν του, +και δεν ανέμενεν άλλο, παρά την νόμιμόν μου ηλικίαν διά να +βασιλεύσω, επειδή και δεν είχα τότε παρά τέσσαρας χρόνους. Εδόθη +διά τότε η κυβέρνησις της βασιλείας εις τον βεζύρην Αλή, ο οποίος +είχε στεφανωθή την βάγιαν μου, και ήτον άνθρωπος πολλά +στοχαστικός, και φρόνιμος. Αυτός ο γνωστικός επιτηρητής έλαβε και +το βάρος της ανατροφής μου· άρχισε να μου ερμηνεύη τον τρόπον του +βασιλεύειν, και πολλά ογλήγωρα ήλθα εις την γνωριμίαν διά τα +πάντα, μα η ακατάστατος τύχη, που δίνει και παίρνει καθώς της +αρέσει τα σκήπτρα, και τες κορώνες, με εγκρέμισεν από τα ύψη του +θρόνου εις μίαν φοβεράν άβυσσον. Ένας αδελφός του πατρός μου, +ονομαζόμενος Μωβαβάκ, ο οποίος από πολύν καιρόν επιστεύετο ότι +ήτον αποθαμμένος, καθώς έλεγαν πώς είχε σκοτωθεί εις ένα πόλεμον +με τους Μογγολίτας, εφανερώθη έξαφνα εις τον τόπον των Ναϊμάνων. +Μερικοί από τους προεστούς, που ήσαν φίλοι του, επήγαν και +ενώθηκαν με αυτόν και εζητούσαν διά να βασιλεύση αυτός, όθεν +έγιναν δύο σχίσματα· άλλοι ήθελον αυτόν, και άλλοι εμένα· τέλος +πάντων τόσον έκαμε, που όλος ο λαός έτρεξε προς αυτόν, και με +άφησαν εμένα χωρίς συνδρομήν. + +Ο άρπαγος αυτός, ευθύς που εκηρύχθη διά βασιλεύς, ηθέλησε να με +πιάση και να με θανατώση, διά να μην έχη πλέον φόβον από το μέρος +μου. Μα ο βεζύρης μου με την φρονιμάδα του ηύρε τον τρόπον διά να +με βγάλη από τον θυμόν του τυράννου· όθεν με επήρε μίαν νύκτα και +εφύγαμεν, και από κρυφές στράτες εφθάσαμεν εις την Θέμπα. + +Επήγαμεν, λοιπόν, και εκατοικήσαμεν εις την βασιλεύουσαν. Ο +βεζύρης απερνούσεν εκεί διά ζωγράφος Ινδιάνος, και εγώ απερνούσα +διά θυγατέρα του· αυτός ηξεύροντας την τέχνην της ζωγραφικής +εντελώς, εις ολίγον καιρόν έλαβε μεγάλην φήμην, και εκέρδιζε καλά, +τόσον που εζούσαμε αρκετά· και με τούτον τον τρόπον αποσκεπαζόμεθα +και δεν εφανερωνόμεθα ποίοι είμεθα, παρά εις εκείνους που τους +εδώσαμεν να καταλάβουν τα συμβεβηκότα. + +Απέρασαν δύο χρόνοι από εκείνον τον καιρόν, και αποξένωσα από +λόγου μου ολίγον την φαντασίαν της μεγαλειότητος που ήμουν, και +άρχισα να συνηθίζω ολίγον κατ' ολίγον εις εκείνο που ευρισκόμουν, +και μου εφαίνονταν πώς δεν ήμουν άλλη, παρά θυγατέρα ενός ποταπού +ανθρώπου, και η ησυχία που εχαιρόμουν με έκανε να λησμονήσω το +περασμένον μου μεγαλείον. + +Μα αλλοίμονον εις εμέ! μακάρι να είχε κάμει η τύχη μου να με +ήθελεν αφήση να περάσω και το επίλοιπον της ζωής μου εις εκείνην +την κατάστασιν! μα όχι, ηθέλησε πάλιν να με κατατρέξη, και να κάμη +να πληρωθή εκείνο που είνε γραπτόν· και από αυτό βλέπω πώς είνε +αδύνατον να φύγη τες δυστυχίες, που είνε προμελετημένες διά τινά +να του έλθουν, και δεν είνε κανένα όφελος να παραπονεθή. + +Ο βεζύρης Αλής το λοιπόν είχε κάμει διάφορες ζωγραφιές οι οποίες +τον έκαμαν να λάβη μεγάλην φήμην εις όλην την πόλιν της Θέμπας. Ο +βασιλεύς της οποίας, ακούοντας να επαινούν τόσον αυτόν τον +ζωγράφον, επεθύμησε διά να τον ιδή, και μίαν ημέραν αιφνιδίως ιδού +και έρχεται εις την κατοικίαν μας. Ο Αλής αγροικώντας την αιτίαν +του ερχομού του βασιλέως προς αυτόν, έτρεξε και τον εδέχθη με +εκείνο το σέβας, που του έπρεπε, και εν τω άμα του έδειξε διάφορες +ωραίες ζωγραφιές, που είχε κάμει. Ο βασιλεύς έλαβε μεγάλην +ευχαρίστησιν, τόσον διά τες ωραίες ζωγραφιές που είδεν, όσον και +διά την συναναστροφήν του Αλή, τον οποίον τον εστοχάσθη άξιον και +επιτήδειον άνθρωπον. + +Εγώ εις εκείνο το αναμεταξύ, που ο βασιλεύς ευρίσκονταν μαζί με +τον Αλή, ήλθα εις περιέργειαν διά να ιδώ τον βασιλέα, και +απεφάσισα να έμβω εκεί που αυτός ωμιλούσε με τον Αλή. Εμβήκα +λοιπόν ωσάν θυγατέρα του ζωγράφου, μην υποπτεύοντας κανένα +εναντίον· μα εγελάσθηκα. Ο βασιλεύς ευθύς που με είδεν ετρώθη από +τον έρωτα διά εμένα, το οποίον καταλαμβάνοντας το ετραβήχθηκα από +εκεί. Ο βασιλεύς όμως με το να έμεινε λαβωμένος, δεν έλειψε να +ξαναγυρίση την ακόλουθον ημέραν εις τον Αλή· και με τούτον τον +τρόπον έκαμε διά πολλάς ημέρας·, και με το αίτιον διά να ιδή τες +ζωγραφιές, έμβαινεν εις όλους τους οντάδες, και με εύμορφον τρόπον +έμβαινε και εις εκείνον που εγώ ευρισκόμουν. Κατά αλήθειαν αυτός +τίποτε δεν μου έλεγε, μα οι ματιές του οι φλογερές πολλά καλώς +εφανέρωναν τον έρωτά του. + +Μίαν ημέραν αυτός επρόσφερε του βεζύρη ένα μέρος του παλατίου +στολισμένον με όλα τα αναγκαία και με δούλους, διά να υπάγη να +κατοικήση εκεί, προφασιζόμενος τούτο το μέσον πως τάχατες αγαπούσε +να έχη τέτοιον θαυμαστόν ζωγράφον κοντά του. Ο Αλής δεν έμεινεν +έτσι χωρίς να εξετάση το αίτιον ετούτου του προσφέρματος, και +καταλαμβάνοντάς το μου είπεν· καταλαμβάνω, βασίλισσά μου, ότι ο +βασιλέας της Θέμπας σε αγαπά· και ούτος ο έρωτας, και όχι η +ζωγραφιά μου, τον παρακινεί να μας κάμει αυτές τες περιποιήσεις· +ημείς πρέπει να υπάγωμεν εξ ανάγκης να κονεύσωμεν εις το παλάτι +του· αυτός δεν θέλει αφήσει ημέραν, που να μην έλθη να σε εύρη, +και να σου εξηγηθή τον πόνον του· στάσου καλά εις τον νουν του, +θημήσου την ευγένειαν της γεννήσεως σου, και στάσου μακράν εις το +να κλίνης εις τα ζητήματά του, και σταθερή διά να μη σε γελάση· μα +ανίσως και αυτός ήθελε δειχθή πολλά ερωτικός, εις τρόπον που να σε +γυρέψη διά γυναίκα του, εσύ θέλεις τον υπακούσει· ει δε και η +γνώμη του θέλει είνε διαφορετική, θέλομεν πασχίσει να κάμωμεν +άκαιρον την κλίσιν του. + +Έταξα του βεζύρη να ακολουθήσω με επιμέλειαν τες νουθεσίες του· μα +δεν του εφανέρωσα εκείνο που διά τον αυτόν βασιλέα και εγώ +αγροικούσα. Αυτός ο βασιλεύς ήτον νέος, εύμορφος, καλοκαμωμένος, +και αγροικούσα και εγώ δι' αυτόν την ιδίαν κλίσιν, που και αυτός +αγροικούσε προς εμένα· όμως με κάθε τρόπον έπασχα να την κρατώ +κρυφήν, και να στέκω εις τα δικά μου· μα ολίγον καιρόν εφτούρησα +εις ετούτην την γνώμην. + +Ευθύς που επήγαμεν να κατοικήσωμεν εις το παλάτι του, ο βασιλεύς +μου εφανέρωσε την αγάπην του με τρόπον που επιθυμούσεν. Η +γλυκυτάτη σου μορφή, μου είπε, με έκαμε να σε αγαπήσω από την +πρώτην ώραν που σε είδα, και είμαι τόσον φερμένος δι' εσένα που +καταλαβαίνω, ότι δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς την αντάμωσίν σου· μα +όσον μεγάλη και ζωντανή είνε η φλόγα που με ανάπτει, μη στοχασθής +ποτέ ότι θα σε δεξιωθώ ωσάν μίαν σκλάβαν, μα επιθυμώ να σε λάβω +γυναίκα μου, διά να σε βάλω εις τον θρόνον της Θέμπας. Ευχαρίστησα +τον βασιλέα διά τα ταξίματά του, και διά την τιμήν που μου έκανε, +και ευρίσκοντας τότε τον καιρόν αρμόδιον διά να του φανερώσω ποία +είμαι, του εφανέρωσα καταλεπτώς την ιστορίαν μου, η οποία ζωντανώς +τον εδιαπέρασε. Βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός, γνωρίζω που ο +ουρανός εδιαφύλαξεν εις εμένα την τιμήν να σε ξεδικήσω. Εγώ θέλω +παιδεύσει σκληρώς τον τύραννον Μωβαβάκ· θέλω του στείλει μεντζίλiα +διά να του κηρύξωσι τον πόλεμον, αν δεν αφήση θεληματικώς τον +θρόνον, που αδίκως σου άρπαξεν. Ευχαριστήσου το λοιπόν, μου είπε, +να μου δώσης το χέρι σήμερον διά να μου γένης γυναίκα, και αύριον +σου τάσσω να βάλω εις έργον τα όσα σου έταξα. Εξαναευχαρίστησα τον +βασιλέα διά την γενναιότητά του, και του ωμολόγησα πως και εγώ δεν +εστάθηκα τόσον αναίσθητος προς αυτόν, από την πρώτην φοράν που τον +είδα, όμως ωσάν τιμημένη που ήμουν δεν ηθέλησα ευθύς να του το +φανερώσω. + +Ετούτη η εξομολόγησις που του έκαμα τον υποχρέωσε κατά πολλά, και +έπιασε το χέρι μου και το εφίλησε με τρυφερότητα, και μου έκαμεν +όρκον πως πολλά εγκαρδιακά με αγαπά· και με εστεφανώθη την ιδίαν +ημέραν, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν διά μίαν +εβδομάδα ολόκληρον, και πριν να τελειώσουν οι χαρές έστειλε +ταχυδρόμους, καθώς μου έταξε, προς τον Μωβαβάκ. Αυτός δεν υπετάχθη +εις την θέλησιν του βασιλέως της Θέμπας, αλλά με βρισές μεγάλες +τους αποδίωξεν. Ο δε βασιλεύς ακούοντας αυτήν την βαρβαρότητα και +σκληρότητα του Μωβαβάκ έδωσε διαταγήν να συναχθούν όλα του τα +στρατεύματα διά να κινήση κατά πάνω του· μα τον καιρόν που +ετοιμάζοντο, ήλθαν είδησις από τους Ναϊμάνους, ότι ο Μωβαβάκ ο +θείος μου απέθανεν από μίαν αρρώστιαν και πως εζητούσαν εμένα διά +να με ξανακυρώσουν εις τον θρόνον μου. + +Επάνω εις μίαν τέτοιαν είδησιν, ο βασιλεύς απέλυσε τα στρατεύματά +του, και αποφάσισε να στείλη τον βεζύρ Αλή, διά να υπάγη να +βασιλεύση αντίς εμένα. Ετούτος ο επιτηρητής ήτον σχεδόν έτοιμος +διά να μισεύση, μα ένα συμβεβηκός ανεπάντεχον τον εμπόδισε, και +πρόσεχε διά να το ακούσης. + +Μίαν βραδειάν εγώ έστεκα ακουμπισμένη επάνω εις ένα θρονί εις τον +χοντζερέ μου, διαβάζοντας διάφορα κεφάλαια από το Αλκοράνι. Και +αφού τα εδιάβασα, εσηκώθηκα διά να υπάγω να εύρω τον βασιλέα, που +ήτον εις το κρεββάτι· και εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ του, ένα +φοβερόν φάντασμα μου φανερώνεται εμπροστά μου και εις την ιδίαν +στιγμήν γίνεται άφαντον. Εστάθη μεγάλη η κραυγή που έκαμα, τόσον +που εξύπνησα τον βασιλέα που εκοιμάτο, ο οποίας με ερώτησε το +αίτιον της κραυγής μου και εγώ του ωμολόγησα εκείνο που είδα. Ο δε +βασιλεύς με αφηκράζετο με προσοχήν, μα αντίς να με κάμη να μου +έβγη ο φόβος, μου λέγει· εγώ είμαι περισσότερον σκοτισμένος από +εσένα, και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπορείς να ευρίσκεσαι εις +το κρεββάτι μου, και εις τον ίδιον καιρόν ορθή να μου μιλής. +Αυθέντη, του λέγω εγώ, τίποτε δεν ημπορώ να καταλάβω από την +ομιλίαν που κάνεις· μίλησέ μου, σε παρακαλώ, καθαρώτερα διά να σε +καταλάβω. Ας είνε, εξαναείπεν αυτός· πλησίασε εδώ εις την κλίνην +μου, και θέλεις ιδεί πράγμα που θέλει σου προξενήσει μεγάλην +έκστασιν. Τότε εγώ πλησιάζοντας εις το προσκέφαλον, εγνώρισα με +μεγάλον μου θαυμασμόν μίαν νέαν γυναίκα, που καθολικώς με +παρωμοίαζε, και είχε την ιδίαν μορφήν. + +Ω Ουρανέ, εφώναξα εις ταύτο το θέαμα, ποία μορφή φανερώνεται εις +τα μάτια μου; τι θεωρία ασυνήθιστος είνε τούτη; Α ταλαίπωρη, +απεκρίθη με την ιδίαν μου φωνήν εκείνη η νέα, που ευρίσκονταν εις +το κρεββάτι με τον βασιλέα, κάνει χρεία εσύ να είσαι πολλά τολμηρή +διά να αποκτήσης να πάρης την ιδίαν μου μορφήν· ποία είνε λοιπόν η +γνώμη σου, ω παράνομη μάγισσα; πιστεύεις εσύ ότι ο βασιλεύς ο +νυμφίος μου θα γελασθή από τες μεταμόρφωσές σου, και δεν θα +καταλάβη ποία από τες δύο μας είνε η αληθινή του γυναίκα; άφησε +λοιπόν τες ελπίδες σου, επειδή και θέλει είνε ανωφελής η πλάνη +σου, εις αισχύνην σου της μαγικής σου τέχνης· ο άνδρας μου +γνωρίζει καλά, ότι εσύ δεν είσαι άλλο, παρά μία κακότροπος +μάγισσα. Ακριβέ μου νυμφίε, ακολούθησεν εκείνη γυρίζοντας προς τον +βασιλέα, πρόσταξε να πιάσουν ετούτην την κακότροπον μάγισσαν, και +κάμε να την βάλουν εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, και αύριον να την +κάψουν εις την μέσην της αγοράς. + +Αν η τελεία παρομοίωσις, που ήτον ανάμεσα εις αυτήν την νέαν και +εμένα, με είχε σκοτίσει, το ονειδιστικόν της ομίλημα με εσύγχισε +πολύ περισσότερον, και αντίς να της αποκριθώ με παρόμοιαν δύναμιν, +άρχισα να κλαίω, και με μεγάλο παράπονον λέγω προς τον βασιλέα. +Βασιλέα μου, εγώ ελόγιαζα ότι εκαταδάμασα την εναντίαν μου τύχην, +και επίστευα ότι με την αντάμωσίν σου θα έλαβαν τέλος οι δυστυχίες +μου· μα αλλοίμονον εις εμένα, κάποιον δαιμόνιον φθονερόν της +ευτυχίας μου ήλθε να μου την συγχίση. Αυτό λαμβάνει την μορφήν +μου, και θέλει να πιστευθή μία άλλη ωσάν εμένα, και το επέτυχεν· +εσύ δεν με γνωρίζεις πλέον με το να με ανακατώνης με εκείνο, +στοχάσου με, σε παρακαλώ, αν ακόμη σου είμαι ακριβή, η καρδιά σου +πρέπει να με διαχωρίση αναμέσον της πλάνης, που απατά τα μάτια +σου, και κράζω εις μάρτυρα τον Προφήτην ότι εγώ είμαι η βασίλισσα +η συμβία σου. + +Η νέα που ευρίσκονταν εις το κρεββάτι διά δεύτερην φοράν με +απέκοψεν· εσύ ψεύδεσαι, μου είπεν, εσύ είσαι μία κακότροπος +μάγισσα, και δίνεις να φανερωθής αληθώς εκείνη που είσαι, επειδή +και οι επίβουλοι τρέχουν ευθύς εις τους όρκους, και έχουν έτοιμα +και τα δάκρυα, διά να τα μεταχειρίζωνται εις τας κακοπραξίες τους. +Τελειώσατε μίαν φοράν, είπε τότε ο βασιλεύς· παύσετε τούτες τες +διάλεξες, που δεν μου φανερώνουν εκείνο, που θέλω να ηξεύρω· σεις +με τα λόγια σας με συγχίζιτε, και δεν ημπορώ να γνωρίσω την αληθή +γυναίκα μου· μια βέβαια από εσάς είνε μάγισσα, που πάσχει να με +πλανέση, μα δεν είνε δυνατόν να την καταλάβω, και φοβούμαι ότι +θέλοντας να παιδεύσω την πταίστριαν, να μην παιδεύσω την +άπταιστον. + +Ο βασιλεύς μην ημπορώντας το λοιπόν να με διαχωρίση από την +μάγισσαν, έκραξεν ευθύς τον βεζύρ Αλή, και την γυναίκα του και +τους εδιηγήθη το συμβάν. Εξέταξαν αυτοί διά να με γνωρίσουν, αλλά +μας ηύραν απαράλλακτες και τες δύο, και δεν εστάθη δυνατόν να μας +διαχωρίσουν. Η αναθρέπτριά μου ενθυμήθη, πως εγώ είχα ένα σημάδι +εις το γόνυ μου, και ερευνώντάς μας έμεινε πολλά εκστατική εις το +να ιδή πώς και οι δύο είχαμεν το ίδιον εις τον ίδιον τόπον. +Άρχισαν να μας εξετάζουν ξεχωριστά, μα η μάγισσα αποκραίνονταν εις +τες εξέταξές τους, ωσάν εγώ η ίδια, εις τρόπον που δεν ήξευραν τι +να στοχασθούν. Τότε ο βασιλεύς εζήτησε την γνώμην του Αλή, και +όλων των άλλων που ήσαν εκεί το τι τους φαίνεται, και ποία +στοχάζονται ότι να είνε η αληθινή; Όλοι ομοφώνως απεφάσισαν ότι +εκείνη που ευρέθη εις την κλίνην με αυτόν, εκείνη είνε η +βασίλισσα, και εγώ πώς ήμουν η μάγισσα· και απεφάσισαν να με +κάψουν. + +Ο δε βασιλεύς δεν ηθέλησε να γροικήση μίαν συμβουλήν τόσον +σκληράν, φοβούμενος να μη θανατώση την άπταιστον διά την +πταίστραν, αλλά ευχαριστήθη να με εξορίση από το βασίλειόν του. +Τότε μου έβγαλαν τα βασιλικά φορέματα που εφορούσα, και ενδύοντάς +με τούτα τα πενιχρά, με έβγαλαν έξω από την χώραν, και έφθασα έως +εδώ ζώντας με ελεημοσύνην, που οι ελεήμονες με κυβερνούν διά να +μην αποθάνω. Ετούτη είνε η ιστορία μου, ω αυφθέντη, ακολούθησεν η +βασίλισσα των Ναϊμάνων· ελπίζω μάλιστα ότι από αυτήν θα βεβαιωθείς +πώς εγώ είχα δίκαιον να σου ειπώ, ότι είμαι θυγατέρα και γυναίκα +βασιλέως, και δεν είμαι εκείνη, που λέγω· είμαι βασίλισσα, και δεν +είμαι εκείνη, που είμαι. + +Με τούτον τον τρόπον η βασίλισσα της Θέμπας ετελείωσε να ομιλή. +Και ο βασιλεύς της Κίνας της είπε· παρηγορήσου, ω κυρά, ότι οι +δυστυχίες σου εφθασαν εις την ακμήν, και, δεν πρέπει να +αμφιβάλλεις ότι η τύχη έως τέλους δεν θα μεταβληθεί και εις +ευεργετικήν, και άκουσον τι λέγει ένας ποιητής μας. Οπόταν ένα +πράγμα φθάνη εις την ακμήν της τελειότητος είνε σιμά εις την ακμήν +της φθοράς. Και εις μίαν άκραν δυστυχίαν στέκει πλησίον η +ογλήγορος ευτυχία· είπεν ακόμη αυτός ο ποιητής· Ο κίνδυνός σου +είνε σιμά οπόταν πιστεύης ότι είσαι τελείως ευχαριστημένος· και +ετοιμάσου να χαρής τότε, οπόταν τα εναντία σε κάνουν να δοκιμάσης +τες πλέον σκληρές δυστυχίες. Με τέτοιον τρόπον ο Ουρανός εδιάταξε +την ζωήν των ανθρώπων. + +Και διά τούτο, ω κυρά, ηκολούθησεν ο βασιλεύς της Κίνας να λέγη, +μην απελπίζεσαι εις τες δυστυχίες σου· εσύ ημπορείς να είσαι σιμά +διά να απαντήσης ένα περισσότερον ευτυχισμένον γραπτόν· μα +αλλοίμονον εις εμένα, δεν ηξεύρω αν και εγώ ομοιάζω ωσάν και του +λόγου σου και αν έγινα παίγνιον μιας μάγισσας, ή το υποκείμενον +που αγαπώ, να μην είναι κανένα δαιμόνιον. Ο Ρουσκάδ εις τον ίδιον +καιρόν της εφανέρωσε και αυτός το όνομά του, και εδιηγήθη το +συμβεβηκός του με την έλαφον. + +Δεν είχεν αυτός ακόμη τελειώσει την ιστορίαν του, και ιδού βλέπουν +άνθρωπον μεσιακής ηλικίας καβαλλάρην που βιαίως έτρεχεν. Αυτός +ήτον σχεδόν γυμνός, και απέρασε τόσον από σιμά τους, που η +βασίλισσα τον εγνώρισε και ευθύς εφώναξεν. Ω ουρανέ, αυτός είναι ο +άνδρας μου. Εκείνος όμως δεν την εκύτταξεν, αλλά βιαίως έτρεχε και +κάθε ολίγον μετά φόβου εγύριζε, και εκύτταζεν όπισθέν του, ωσάν να +είχε τινά που να τον εκυνηγούσεν. Αφού τον έχασαν από τα μάτια +τους, ιδού και βλέπουν να φθάνη άλλος καβαλλάρης, που με μεγάλην +βίαν εχτυπούσε το άλογόν του διά να τρέχη. + +Ετούτος ο ύστερος ήτον πλούσια φορεμένος, και εκρατούσεν εις το +χέρι του ένα γυμνό σπαθί βαμμένον από αίμα, ο οποίος εγνωρίζουνταν +καλώτατα ότι αυτός εκυνηγούσε τον πρώτον, και πώς επροσπαθούσε +μεγάλως διά να τον φθάση· μα το θαυμασιώτερον ήτον, που ήτον τόσον +παρόμοιος εις την μορφήν με τον άλλον, που η βασίλισσα μην +ημπορώντας να φτουρήση εφώναξε πάλιν· ω Ουρανέ, ετούτος είναι ο +άνδρας μου· ήτον και αυτός τόσον θαμπωμένος, που επέρασε πολλά +κοντά της χωρίς να την κυττάξη. Κυρά, της λέγει τότε ο βασιλεύς +της Κίνας, ο Ρουσκάδ, κάνει χρεία να ομολογήσωμεν πώς δεν είναι +πράγμα πλέον θαυμαστόν από τούτο. Κύριε, του απεκρίθη η βασίλισσα, +εσύ ημπορείς από τούτο να πιστεύσης εκείνο που σου είπα, πώς δεν +σου εδιηγήθηκα ένα μύθον. + +Τον καιρόν που ωμιλούσαν επάνω εις αυτά τα συμβεβηκότα, φθάνει +ένας τρίτος καβαλλάρης· ετούτος, μη τρέχοντας ολιγώτερον από τους +άλλους, δεν έλειψεν όμως που να μην κυττάξη τον Ρουσκάδ και την +βασίλισσαν, ο οποίος ήτον ο βεζύρης Αλής. Ευθύς, που η βασίλισσα +και αυτός εγνωρίσθηκαν, εξεπέζευσεν από το άλογόν του, και έπεσεν +εις τους πόδας της βασίλισσας. Α, Βασίλισσά μου, της είπεν, είσαι +συ το λοιπόν εκείνη που βλέπω; ας είνε πάντα δοξασμένος ο ουρανός, +που σε εφύλαξεν· επειδή αυτός αφίνει διά κάμποσον καιρόν να +θριαμβεύση η κακία και φαίνεται πως αποστρέφεται την κακίαν· άλλο +αυτό δεν είναι, παρά διά να κάμη να λάμψη καλλίτερα με το τρέξιμον +του καιρού η δικαιοσύνη του. + +Ιδού το παράδειγμα· η θανατηφόρος σου έχθρισσα είνε αποθαμμένη, +και αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς την εθανάτωσε με το σπαθί του, το +οποίον είνε ακόμη βαμμένον από το μιαρόν της αίμα, και διά να +τελειώση μίαν σωστήν εκδίκησιν ο ίδιος κυνηγά τούτην την στιγμήν +ένα μιαρόν, που με τες μαγείες του τού επήρε την ιδίαν του μορφήν· +ήθελα όμως να είχα καιρόν, να σου διηγηθώ όλα τα περιστατικά, που +ηκολούθησαν εις το παλάτι, αφού και εμίσευσες από εκεί, μα άλλην +φοράν θέλω σου τα διηγηθή κατά πλάτος· βλέπω ότι ο βασιλεύς πολύ +περισσότερον ξεμακραίνει διά τούτο πρέπει να υπάγω να τον φθάσω. +Μείνε εσύ εδώ με την βασίλισσαν, απεκρίθη ο Ρουσκάδ προς τον Αλή, +και κάμε της συντροφιά, και εγώ παίρνω το βάρος διά να φθάσω τον +βασιλέα, και να τον φέρω εις τούτον τον τόπον. Έτσι λέγοντας +εκαβαλλίκευσε το άλογόν του ο Ρουσκάδ, και ευθύς έτρεξε διά να +φθάση τον βασιλέα της Θέμπας. + +Αφού δε αυτός εμίσευσεν, ο βεζύρ Αλής ερώτησε την βασίλισσαν ποίος +ήτον αυτός ο νέος ο αγνώριστος και του εστάθη μέγας ο θαυμασμός +εις το να ακούση από αυτήν πως αυτός είνε ο βασιλεύς της Κίνας. +Ευχαρίστησε και εμένα την περιέργειάν μου, του είπεν η βασίλισσα, +και φανέρωσέ μου με τι τρόπον εξεσκεπάσθη αυτή η μιαρά μάγισσα; +Κυρά μου, απεκρίθη ο βεζύρης, ο βασιλεύς νυμφίος σου βεβαιωμένος +ότι αυτή ήτον η αληθινή γυναίκα του, και όχι η μάγισσα, εζούσε με +αυτήν μίαν τελείαν αγάπην· όθεν ήτον μερικές ημέρες, που +ευρίσκονταν με αυτήν εις ένα κάστρον, μακράν από την χώραν έως +μίαν ημέραν. + +Σήμερον δε το ταχύ εβγήκα με αυτόν και με ένα σκλάβον, διά να +υπάμε εις το κυνήγι. Και ωσάν εξεμακρύναμεν έως μίαν ώραν δρόμον, +ο βασιλεύς ενθυμήθη πως ελησμόνησεν ένα πράγμα πολλά αναγκαίον εις +το κρεββάτι του· όθεν γυρίζοντας εις το Κάστρον ξεπεζεύει από το +άλογόν του, και μου λέγει να τον καρτερήσω εκεί· και αυτός από +μίαν σκάλαν κρυφήν εμβήκεν εις την κατοικίαν της βασίλισσας. +Ύστερα από ολίγον βλέπω να κατέβη ένας άνθρωπος χωρίς φακιόλι και +γυμνός, που είχε την μορφήν του βασιλέως· ελόγιασα ότι αυτός θα +ήτον ο βασιλεύς. Ω αυθέντη, εφώναξα βλέποντάς τον, πώς είσαι εις +αυτήν την κατάστασιν; Μα αυτός αντίς να μου αποκριθή, τρέχει και +παίρνει ένα άλογον και καβαλλικεύοντάς το φεύγει με μέγαν φόβον +χωρίς να μου ειπή λόγον· και καθώς εγώ εστοχαζόμουν μήπως του +έτυχε κανένα εναντίον, έτσι αποφάσισα διά να τον ακολουθήσω. + +Και κινώντας προς αυτόν διά να τον φθάσω, ιδού και ακούω οπίσω μου +μίαν φωνήν, που με έκραξε, καρτέρει, ω Βεζύρη, καρτέρει. Εγώ δε +ευθύς σταματώ το άλογον, και στρέφω να ιδώ, και βλέπω τον βασιλέα +που βγαίνει από το κάστρον με τα μάτια φλογερά, και με το σπαθί +εις το χέρι. Τρέχει προς εμέ με μεγάλην βίαν και μου λέγει. +Βεζύρη, ημείς εδιώξαμεν την αληθινήν βασίλισσαν, και εκρατήσαμεν +μίαν κακότροπον γυναίκα που επήρε την ιδίαν της μορφήν με την +μαγείαν της· πλην τούτης της μιαράς της εσήκωσα την ζωήν και +χρεωστώ να κάμω το ίδιον και με αυτόν τον επίβουλον που επήρε με +τον ίδιον τρόπον την μορφήν μου. Δος μου ογλήγορα το άλογον, λέγει +προς τον σκλάβον του, διά να ακολουθήσω αυτόν τον άθλιον, να κάμω +την ξεδίκησίν μου· και ούτω καβαλλικεύοντας το άλογόν του τον +κατατρέχει με τον τρόπον που τον είδες, και εξοπίσω του τον +ακολουθώ. + +Εις αυτό το διάστημα που ο βεζύρ Αλής εδιηγούνταν αυτά της +βασίλισσας, ο βασιλεύς της Θέμπας εκυνηγούσε μετά μεγάλης βίας τον +εχθρόν του, τον οποίον φθάνοντάς τον, τον ελάβωσε με το σπαθί του +εις την πλάτην, και τον έρριξε κάτω από το άλογον· ξεπεζεύει και +αυτός διά να τον αποσκοτώση. Τότε εκείνος ο τρισάθλιος του εζήτησε +να του αφήση την ζωήν. Εγώ σου την αφίνω, του είπεν ο βασιλεύς, αν +μου ειπής την αλήθειαν ποίος είσαι και διατί επήρες την μορφήν +μου. Αυθέντη, του απεκρίθη εκείνος, επειδή και η βασιλεία σου +κάνεις ετούτη, την χάριν, τίποτε δεν θέλω σου κρύψει, και διά να +σε βεβαιώσω πώς δεν θέλω σου κρύψει την αλήθειαν, κάνει χρεία να +λάβω την φυσικήν μου μορφήν. Τελειώνοντας τούτους τους λόγους +βγάζει ένα δακτυλίδι που είχεν εις το δάκτυλόν του· και ο βασιλεύς +ευθύς τον είδε πώς δεν ήτον άλλο, παρά ένας άσχημος γέρων. + +Ο βασιλεύς έμεινε κατά πολλά θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν +μεταμόρφωσιν και ο γέρων άρχισε να λέγη· εσύ, ω αυθέντη, με +βλέπεις τέτοιον, καθώς αληθώς είμαι, και διά να σου δώσω μίαν +τελείαν ευχαρίστησιν, θέλω σου διηγηθή την ιστορίαν της ζωής μου. + + + +&Ιστορία του Μοκβάλ και της Δειλνοβάτζης.& + + + +Εγώ είμαι υιός ενός υφαντή γεννημένος εις την Δαμασκόν, και Μοκβάλ +είναι το όνομά μου. Ο πατέρας μου ήτον κατά πολλά πλούσιος, μα +περισσότερον φιλάργυρος, και εγώ μόνος ήμουν ο κληρονόμος της +περιουσίας του, ώστε που αποθαίνοντας αυτός έμεινα νοικοκύρης +μεγάλου πλούτου, και αντίς να μιμηθώ το παράδειγμα του πατρός μου, +ή το ολιγώτερον να πραγματεύσω κάμποσον μέρος από τα πλούτη μου, +δεν εστοχάσθηκα άλλο παρά να δοθώ εις ξεφάντωσες και εις τρυφές, +αγαπώντας τες γυναίκες· και κυριωτέρως εσύγκλινα την αγάπην μου +εις μίαν κόρην, που εκατοικούσεν εις την γειτονιά· αυτή ήτον +εύμορφη και πολλά έξυπνη, μα η εξυπνάδα της ήτο πλαστή, και κακού +χαρακτήρος· ήτον αγαπημένη από πολλούς ανθρώπους, και όλοι +επιθυμούσαν, ποίος να είναι ο πρώτος, που να την απολαύση· επειδή +και όλους τους επεριποιείτο με όμοιον τρόπον. + +Έμεινα το λοιπόν γελασμένος ωσάν και άλλοι πολλοί από τα πλαστά +σημεία της φιλίας και τα χάιδια, που μου έδειχνεν και εστοχαζόμουν +ότι οι άλλοι αγαπητικοί της δεν είχαν την χάριν προς αυτήν καθώς +εγώ την είχα, και ενόμιζα πώς ήμουν πλέον ευτυχισμένος από αυτούς. +Ετούτη η φαντασία μου αυγάτιζε πολύ περισσότερον την επιθυμίαν +μου, και με έκαμε να κάμω μεγαλώτατα έξοδα δι' αυτήν· δεν +απερνούσεν ημέρα, που να μην κάμω κανένα νέον δώρον της +Δειλνοβάτζης (έτσι αυτή ωνομάζετο)· και τα δώρα, που της έκανα +ήταν τόσον πλουσιοπάροχα, που εις τρεις τέσσαρας χρόνους ευρέθηκα +εις δυστυχίαν. Οι άλλοι αγαπητικοί της έπασχαν και αυτοί να +κρατούν την φιλίαν της, δίδοντες και αυτοί μεγάλα χαρίσματα, τόσον +που αυτή η γυναίκα επλούτησε από τες γύμνωσές μας. + +Αφού και έφθειρα όλον το έχειν μου μην έχοντας πλέον να εξοδεύσω, +εφοβούμουν πως η αγαπημένη μου δεν θα με ήθελε δεχθή πλέον με +εκείνην την προθυμίαν, που με εδέχονταν. Μα με όλον που αυτή η +Δειλνοβάτζη ήτον πονηρά και φιλάργυρη, μου λέγει μίαν ημέραν· +Μοκβάλ, εσύ λογιάζεις τάχατες πώς διά το παρόν μην έχοντας πλέον +να εξοδεύης και να μου κάμης δώρα, θέλω να σε αποδιώξω από το +σπήτι μου; όχι, αγαπημένε μου, θέλω και εγώ να σου δειχθώ πόσον +είμαι γενναία· σου τάσσω ότι θα μοιράσω με εσένα όλον εκείνο που +θέλω λάβει από τους άλλους μου αγαπητικούς, και να σου επιστρέψω +όλον εκείνο που εξόδευσες με το διάφορον. Και κατά αλήθειαν από +τότε μου απερνούσε πολύ χρυσίον και αργύριον διά κάθε μου χρείαν· +εφαινόμουν πλέον πλούσιος από εκείνο που πρώτα ήμουν, και έξω από +αυτό, είχεν αυτή προς εμένα ένα μεγαλώτατον θάρρος, και δεν έκανε +τίποτε αν δεν το εφανέρωνε πρώτον εμένα. Και με τούτον τον τρόπον +εζήσαμεν διά πολλούς χρόνους. + +Η Δειλνοβάτζη καθώς επήγαινεν από ολίγον κατ' ολίγον γηράζουσα, +έτσι της ωλιγόστευε κάθε ημέραν και ο αριθμός των αγαπητικών της, +και τέλος πάντων τα γερατειά της τους της εσήκωσαν όλους. Όθεν +βλέποντας πώς την απαράτησαν όλοι τοιαύτης λογής, εδοκίμαζε τον +πλέον μεγαλύτερον κακοφανισμόν, που μία παρομοία γυναίκα ημπορεί +να έχη· και μην ημπορώντας να υποφέρη την υστέρησίν τους, και το +περισσότερον που της εκακοφαίνονταν να νομίζεται γραία, και να μην +ημπορή να κάμνη πλέον τες ασέλγειές της, καθώς ήτον μαθημένη, +έρχεται και μου λέγει· Α! Μοκβάλ αγαπημένε μου, σου εξομολογούμαι +ότι το γήρας μου είναι πολλά ανυπόφορον· ότι όντας εκ της νεότητός +μου συνηθισμένη εις την συναναστροφήν των νέων, δεν ημπορώ να +υποφέρω την καταφρόνεσίν τους, και την υστέρησίν τους· είμαι +αποφασισμένη διά να ελευθερωθώ από την θανατηφόρον πίκραν που με +ενοχλεί, να υπάγω εις την έρημον της Φαρράν, διά να εύρω την σοφήν +Βέδραν, μάγισσαν θαυμαστήν της Ασίας, της οποίας όλη η γη είνε +υποκειμένη εις τες μαγείες της διά τα μεγάλα της τεράστια που +κάνει, επιθυμώ όθεν να την ιδώ· ηξεύρω εις ποίον μέρος της ερήμου +κατοικεί· μήπως και αυτή μου δείξη κανένα απόκρυφον διά να +ξαναγίνω νέα και ορεκτική εις τους ανθρώπους εις πείσμα της +γεροντοσύνης μου· όθεν αν με αγαπάς πολύ θέλω να με ακολουθήσης. +Εσύ ημπορείς να το κάμης, της είπα, και εγώ είμαι έτοιμος διά να +σε συντροφεύσω, μήπως και λάβω και εγώ αυτήν την χάριν, να +ξαναγένω νέος. Αυτή βλέποντάς με έτοιμον διά να την ακολουθήσω, +εχάρη μεγάλως· και ευθύς πέρνομεν καμπόσην ζωοτροφίαν, και +διαλέγομεν ένα δώρον διά την Βέδραν, και εκινήσαμεν προς την +έρημον. + +Φθάνοντες δε εκεί ύστερον από δύο ημερών περιπάτημα, η Δειλνοβάτζη +με έκαμε να θεωρήσω ένα βουνόν, και μου είπε πως εκεί κατοικεί η +μάγισσα. Πλησιάζοντες δε εκεί, βλέπομεν ένα σκοτεινόν και φοβερόν +σπήλαιον, από το οποίον έβγαιναν με πολύν αλαλαγμόν μεγάλον πλήθος +από πετούμενα διαφόρων ειδών, φοβεράς και άσχημης θεωρίας, τα +οποία σηκωνόμενα εις τα σύγνεφα, έκαναν να αντιβοά ο αέρας από τα +ουρλιάσματά τους τα φοβερά· ημείς επαρουσιασθήκαμεν εις το έμπασμα +του φοβερού σπηλαίου· και εκεί βλέπομεν ένα λύχνον, που εφώτιζεν +όλον το σπήλαιον, και μέσα εις αυτό βλέπομεν μίαν μικρήν γραίαν, η +οποία ήτον η Βέδρα, που εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, και είχεν +απάνω εις τα γόνατά της ένα βιβλίον ανοικτόν, και εδιάβαζεν εμπρός +εις ένα φουρνόπουλον, καμωμένον από χρυσάφι, εις το οποίον ήτον +ένα αγγείον ασημένιον γεμάτον από γην μαύρην, που έβραζε χωρίς +φωτιάν. + +Εμβαίνοντας λοιπόν εις το σπήλαιον επλησιάσαμεν εις την μάγισσαν, +και την εχαιρετήσαμεν με μεγάλην ευλάβειαν και της επροσφέραμεν τα +δώρα, που είχαμεν πάρει· και έπειτα η Δειλνοβάτζη της είπε· +δυνατωτάτη Βέδρα, ήλθαμεν να σου ζητήσωμεν την βοήθειάν σου· δεν +κάνει χρείαν εγώ να σου παραστήσω την χρείαν μας, διά την οποίαν +εδώ ήλθομεν, επειδή και την ηξεύρεις με την τέχνην σου καλώτατα. Η +μάγισσα αφού και αφηκράσθηκε την Δειλνοβάτζην, της είπεν· όχι, +όχι, δεν είνε χρεία να εξηγηθής την επιθυμίαν σου, η οποία πολλά +μου είνε γνωστή· και έτσι λέγοντας επήγε και επήρε δύο γαράφες, +και τες έφερεν έξω από το σπήλαιον, και αποθέτοντάς τες εις την +γην, έρριξεν εις κάθε μίαν από αυτές ένα δακτυλίδι χρυσόν, και τον +ίδιον καιρόν άνοιξε το βιβλίον της, και άρχισε να κάνη εξορκισμούς +φοβερούς, και να μουρμουρίζη διάφορα λόγια μαγικά, που έκαναν +φόβον και τρόμον. + +Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή έκανε τους εξορκισμούς της, +βλέπομεν ημείς και εβγαίνει φωτιά από την μίαν γαράφαν, και από +την άλλην ένας καπνός μαύρος και πολλά πυκνός, ο οποίος +σηκωνόμενος, και εξαπλωνόμενος εις τον αέρα, έγινεν αιφνιδίως μία +φοβερά βροντή, η οποία αφού και έπαυσε δεν εφάνη πλέον να έβγη +τίποτε από τες γαράφες. Τότε η Βέδρα έβγαλε τα δακτυλίδια από τες +γαράφες και έβαλεν ένα εις τον δάκτυλον της Δειλνοβάτζης και της +είπεν· υπάγε, και χαίρου, διότι η επιθυμία σου επληρώθη· διότι το +δακτυλίδι που σου δίνω τον καιρόν που θα το φορής εις το δάκτυλόν +σου, έχει τέτοιαν την δύναμιν που σε κάνει να παίρνης την μορφήν +και παρομοίωσιν όποιας γυναικός ήθελες επιθυμήσει, και εις τον +ίδιον καιρόν γίνεσαι τόσον παρόμοια και απαράλλακτη ωσάν εκείνην, +που είναι αδύνατον να σας διαχωρίσουν την μίαν από την άλλην και +εσύ Μωκβάλ, εξηκολούθησεν η μάγισσα γυρίζοντας προς εμένα, λάβε +τούτο το άλλο δακτυλίδι, το οποίον παρομοίως έχει την δύναμιν, να +σε μεταμορφώνη εις όποιαν μορφήν ανθρώπου επιθυμήσεις· και έτσι +λέγοντάς μου, έβαλε το άλλο δακτυλίδι εις το χέρι μου. + +Ημείς αφού ευχαριστήσαμεν την Βέδραν διά την χάριν που μας έκαμεν, +εμισεύσαμε διά την Δαμασκόν και πριν να φθάσωμεν εις αυτήν +ηθελήσαμεν να κάμωμεν την δοκιμήν εις την στράταν και κάμνοντάς +την εμείναμεν εκστατικοί εις το να ιδούμεν που επαρωμοιάζαμεν έτσι +θαυμασίως εκείνου του υποκειμένου που επιθυμούσαμεν. Φθάνοντας δε +εις την Δαμασκόν η Δειλνοβάτζη ευθύς έβαλεν εις έργον το δακτυλίδι +της, το οποίον της έδωκε την μορφήν των πλέον ωραιοτάτων κυράδων +της χώρας, έπειτα επαρουσιάζετο εις τους αγαπητικούς της, και +ελάμβανε μεγάλα χαρίσματα από αυτούς, και δηνάρια όσα και αν +ήθελεν· εγώ από το μέρος μου διά περιδιάβασίν μου, και καμμίαν +φοράν διά να κλέψω, έτρεχα εις το δακτυλίδι μου, και ελάμβανα τώρα +την μορφήν ενός πραγματευτού· τώρα άρχοντος, και τώρα οποίου και +αν ήθελα, κι' ήμουν νοικοκύρης εις τα υπάρχοντά του. + +Αφού και εζήσαμεν με τούτον τον τρόπον πολύν καιρόν εις την +Δαμασκόν μας ήλθε στοχασμός διά να ταξειδεύσωμεν. Βγαίνομεν λοιπόν +από την Δαμασκόν και πηγαίνομεν από χώραν εις χώραν εις τον τόπον +των Ναϊμάνων και εκεί εμάθαμεν ότι μία ανήλικη βασιλοπούλα +εκυρίευε τον θρόνον και διά όνομά της ο βεζύρ Αλής εκυβερνούσε το +βασίλειόν της, και ότι αυτός είχεν όλην την εξουσίαν, από του +οποίου την κυβέρνησιν ήσαν πολλοί δυσαρεστημένοι και επιθυμούσαν +κατά πολλά ότι ο βασιλεύς Μωβαβάκ ο θείος της ανήλικης βασίλισσας, +και αδελφός του αποθαμμένου βασιλέως, να ήθελε γυρίσει εις τον +τόπον του, διά να βασιλεύση, ο οποίος επιστεύετο ως αποθαμμένος +εις ένα πόλεμον που είχεν υπάγειν κατά των Μογολτάνων, επειδή και +από εκείνον τον καιρόν δεν ήξευραν τι να έγινεν. + +Ημείς πληροφορημένοι από τούτες τες είδησες, η Δειλνοβάτζη μου +είπεν· ετούτος είνε καιρός αρμόδιος διά να λάβης μίαν κορώναν· εσύ +όμως δεν έχεις να κάμης άλλο, παρά να πάρης την μορφήν του +Μωβαβάκ, διά να λάβης το ποθούμενον. Και ούτως απεφάσισα να +παρουσιασθώ εις εκείνου την μορφήν και κατά πρώτον επληροφορήθηκα +διά όλες τες περίστασες του πολέμου εις τον οποίον ο Μωβαβάκ είχεν +υπάγει· και δεύτερον εξέταξα τίνες ήταν οι πλέον εγκαρδιακοί του +φίλοι και λαμβάνοντας τέλος πάντων κάθε λογής πληροφορίαν, έλαβον +την μορφήν του Μωβαβάκ, και επαρουσιάσθηκα εις εκείνους που μου +είπαν ότι ήταν εδικοί του και φίλοι του, οι οποίοι έδειξαν μεγάλην +ευχαρίστησιν που με είδαν. Εφανέρωσα ευθύς αυτουνών την γνώμην +μου, που επιθυμούσα διά να βασιλεύσω· οι οποίοι το εδέχθησαν μετά +χαράς και έκαμαν κάθε τρόπον, και εσύναξαν πολλούς από το μέρος +τους, και έκαμαν και άλλους να αποστατήσουν και ολίγον κατ' ολίγον +ήλθε το περισσότερον των Ναϊμάνων εις βοήθειάν μου. Εγώ βλέποντάς +τον αριθμόν του στρατεύματος που έκαμα, εκίνησα κατά πάνω της +βασίλισσας διά να της πάρω τον θρόνον, και δεν έλαβα πολύν κόπον +διά να λάβω το ποθούμενον. + +Λαμβάνοντας δε τον θρόνον όλοι οι υπήκοοί μου έκαμαν όρκον που να +μου είνε πιστοί, και πρόθυμοι εις το να με υπακούουν εις ό,τι τους +ήθελα προστάξει· και έπειτα από αυτό ηθέλησα να πιάσω την +βασιλοπούλαν διά να την φονεύσω, διά να μην έχω πλέον φόβον απ' +αυτήν. Μα ο Βεζύρ Αλής διά να της φυλάξη την ζωήν, την επήρε +κρυφίως και έφυγεν από το βασίλειον, και από την οργήν μου. Εγώ το +λοιπόν, έμεινα εις τον θρόνον, με όλην την ησυχίαν, και εβασίλευα +με μοναρχικήν δύναμιν· εφιλοδώρησα όλους εκείνους όσοι υπερμάχησαν +διά την ύψωσίν μου εις τον θρόνον, των οποίων έδωσα τες πρώτες +αξίες· και αν ήτο αληθώς ο ίδιος Μωβαβάκ, δεν ήθελε κάμει +καλλίτερες διάταξες από τες εδικές μου. Εζούσα το λοιπόν πολλά +ευχαριστημένος ομού με την Δειλνοβάτζη, που και αυτή είχε λάβει +μορφήν ωραιοτάτης γυναικός, και απερνούσε και αυτή ως βασίλισσα +και γυναίκα μου. + +Τέλος πάντων εκεί που απερνούσαμεν διά πολύν καιρόν τες ημέρες μας +εις τρυφές και αγαλλίασες, ωσάν βασιλείς που είμασθε, βλέπομεν να +έλθουν οι ταχυδρόμοι σου δίδοντάς μας την είδησιν, ότι +εστεφανώθηκες την βασίλισσαν των Ναϊμάνων, και πως είχες αποφασίση +να σηκώσης πόλεμον εναντίον μας, αν δεν της ηθέλαμεν επιστρέψη την +κορώναν, που της είχαμεν σηκώσει αδίκως. Εγώ τους απεκρίθηκα με +θυμόν ωσάν να καταφρονούσα τους φοβερισμούς σου, μα μέσα μου +απόμεινα πολλά φοβισμένος, και δεν απέρασεν ολίγον, αφού και +απέστειλα τους ταχυδρόμους σου, που να μην έμπω εις τον στοχασμόν +με την Δεινολβάτζην, τι στράταν έπρεπε να πάρωμεν. Ύστερα αφού +απέρασε πολύς καιρός στοχαζόμενοι είδαμεν που ήτον αδύνατον να σου +αντισταθούμεν, και διά τούτο αποφασίσαμεν να παραιτήσωμεν τον +θρόνον και να έλθωμεν να ξεδικηθούμεν εσένα, και την βασίλισσαν +των Ναϊμάνων, ωσάν πως μας είχατε κάμει την πλέον μεγαλύτερην +αδικίαν του κόσμου. Και ιδού ο τρόπος με τον οποίον ηθελήσαμεν να +κάμωμεν την εκδίκησιν. + +Έτρεξα τότε εις το δακτυλίδι μου, ακολούθησεν ο Μωκβάλ, και +εκαμώθηκα πως είμαι άρρωστος διά κάμποσες ημέρες, και υστερότερα, +διά να κάμω να πιστεύση ο λαός των Ναϊμάνων ότι ήμουν αποθαμμένος, +έλαβα μορφήν νεκρού, και κάνοντάς μου τα έξοδα, με έθαψαν με +μεγάλην παρρησίαν. Το βράδυ η Δειλνολβάτζη και μου άνοιξε τον +τάφον, και λαμβάνοντας τες φυσικές μας μορφές, εκινήσαμεν διά να +έλθωμεν εις την χώραν της Θέμπας, εις την οποίαν ευθύς που +εφθάσαμεν, ηύραμεν τους προεστούς των Ναϊμάνων, που είχαν έλθει +διά να δώσουν της βασίλισσας συμβίας σου την είδησιν διά τον +θάνατόν μου, και πως εζητούσαν να την ξαναβάλουν εις τον θρόνον +της. Επάνω εις αυτήν την είδησιν η βασιλεία σου ελευθέρωσε τα +στρατεύματα, που είχες ετοιμασμένα διά να έλθης κατά πάνω μου, και +αποφάσισες να στείλης κυβερνήτην τον βεζύρην Αλή. + +Εις αυτό το αναμεταξύ η Δειλνοβάτζη υποκάτω εις την μορφήν μιας +σκλάβας της βασίλισσας, και εγώ εις μορφήν ενός ευνούχου, +εμβήκαμεν εις το σεράγι σου μίαν νύκτα, και εκρυφθήκαμεν εις τον +χοντζερέ σου, μέσα εις τον οποίον δεν μας εστάθη δύσκολον να +βάλωμεν εις έργον την γνώμην μας· επειδή και οπόταν ευρισκόσουν +εις το κρεββάτι, και η βασίλισσα εις άλλον οντά και εδιάβαζεν, η +Δειλνοβάτζη πήρε την μορφήν αυτηνής, και ήλθε και εσέβη εις το +κρεββάτι σου μαζί, και οπόταν η αληθινή σου γυνή ήθελε να έβγη από +τον οντά της διά να έλθη να σε εύρη, επαρουσιάσθηκα εγώ έμπροσθέν +της υποκάτω εις ένα φάντασμα. Αυτή από τον φόβον της έκραξε +μεγάλως, και εγώ εν τω άμα έγινα άφαντος. Πλην εσύ βασιλέα μου, +ηξεύρεις τα επίλοιπα, και δεν μου λείπει άλλο, παρά να σου +φανερώσω διατί σήμερον επήρα την μορφήν της βασιλείας σου. + +Ετούτο το ταχύ ευθύς που εβγήκες έξω από το παλάτι σου, εγώ εμπήκα +υποκάτω εις την μορφήν του αρχιευνούχου σου εις τον χοντζερέ σου, +εις τον οποίον είχες αφήσει εις το κρεββάτι σου, την Δειλνοβάτζην. +Μωκβάλ, αυτή μου είπεν, γδύσου και έλα υποκάτω εις την μορφήν του +βασιλέως διά να σε χαρώ εις τον τόπον του. Τότε εγώ έκαμα καθώς +εκείνη επιθυμούσε, και ήμουν με αυτήν εις το κρεββάτι. Αλλ' οπόταν +έξαφνα εμπήκες εις τον χοντζερέ, εγώ βλέποντάς σε πως ήθελες να με +φονεύσης, υπαντήθηκα από το λάβωμα του σπαθιού σου, και έφυγα από +τα χέριά σου· μα ο ουρανός μην υποφέροντας πλέον τες ανομίες μου, +ιδού που με έδωσεν εις τας χείρας σου. Ναι, ω βασιλέα μου, ομολογώ +πως αχρήζω τον θάνατον και αν η βασιλεία σου, αφού ήκουσες όλες +τες ανομίες που έπραξα, οι οποίες συνθέτουν την ιστορίαν μου, +μετανοείς πως μου έταξες να μη με φονεύσης, εγώ ευχαριστούμαι να +γυρίσης τον λόγον σου, και να παιδεύσης ένα τρισάθλιον, που μόνος +του ομολογεί πως είναι ανάξιος να ζη πλέον επάνω εις την γην. + +Αλήθεια, του απεκρίθη ο βασιλεύς, εσένα σου έπρεπεν ο θάνατος, διά +να καθαρισθή η γη από ένα τερατώδη άνθρωπον ωσάν εσένα· μα επειδή +και σου έταξα να σου αφήσω την ζωήν, δεν βγαίνω από τον λόγον μου· +σου παίρνω μοναχά το δακτυλίδι ως εργαλείον ολέθριον των ανομιών +σου, διά να μην ημπορέσης πλέον να βλάψης το ανθρώπινον γένος, και +τα γηρατειά σου θέλουν είνε η παίδευσίς σου. Εις αυτό το αναμεταξύ +που ο βασιλεύς ετελείωσεν αυτούς τους λόγους, βλέπει τον Ρουσκάδ, +που επλησίαζε προς αυτόν με πολλήν βίαν, και διακρίνοντας από το +φόρεμά του, εστοχάσθη ότι ήταν ένας άνθρωπος ευγενής. + +Ο Ρουσκάδ φθάνοντας εκεί εξεπέζευσε, και αφού τον εχαιρέτησε, του +είπε· βασιλέα, έρχομαι διά να σου προμηνύσω μίαν χαρμόσυνον +είδησιν· η βασίλισσα των Ναϊμάνων, που εδιώχθη ωσάν μια μάγισσα +από την βασιλεία σου, και με όσα υπέφερεν από τότε έως τώρα, σε +βεβαιώνω ότι δεν απόθανεν ακόμη, αλλά ζη. Ω ουρανέ, εβόησεν ο +Βασιλεύς της Θέμπας εις ετούτην την είδησιν, είνε δυνατόν να ζη +ακόμη η αγαπημένη μου βασίλισσα, με όλες τες δυστυχίες, που της +εσυνέβηκαν; Ω φίλε μου, κατά πως βλέπω είσαι πληροφορημένος διά τα +όσα εσυνέβηκαν εις το παλάτι μου· πες μου το λοιπόν σε παρακαλώ +ποίος είσαι και πως τα ηξεύρεις; Εγώ, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, είμαι +ένας ξένος, και εις άλλον καιρόν θέλω σου ειπεί το όνομά μου· το +συμβεβηκός με έκαμε να συναπαντήσω την βασίλισσαν την γυναίκα σου, +η οποία μου εδιηγήθη τα δυστυχισμένα συμβεβηκότα της· ηξεύρω ακόμη +και εκείνα, που σου εσυνέβηκαν σήμερον το ταχύ, με το να μου τα +εδιηγήθη ο βεζύρ Αλής, ο οποίος ευρίσκεται μαζί της και σε +καρτερούν να γυρίσης να σε ιδούν. + +Ετούτη η είδησις επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν του βασιλέως της +Θέμπας. Και ευθύς εμίσευσαν διά να πηγαίνουν να την εύρουν, +αφίνοντες εκεί εκείνον τον τρισάθλιον, αφού και του εσήκωσαν το +δακτυλίδι. Και εν τω άμα έφθασαν όπου ο βεζύρ Αλής ήτον με την +βασίλισσαν. Ο δε βασιλεύς της Θέμπας με οξύτητα ξεπεζεύοντας +παίρνει εις τας αγκάλας του την αγαπημένην του γυναίκα, και +γεμάτος από αγαλλίασιν της λέγει· αχ! βασίλισσά μου, με τι μάτια +κυττάζεις ένα συμβίον που σε εκαταφρόνεσε τόσον; μα αλλοίμονον εις +εμέ, εις τι τυφλότητα έπεσα να παιδεύσω μίαν ανεύθυνον; παρακαλώ +σε μη με μισήσης ότι εγώ δεν έχω το φταίξιμον, αλλά οι μαγείες +εκείνης της μιαράς με εθάμπωσαν, και έκαμα τέτοιαν ανομίαν, και +διά τούτο παρακαλώ να συμπαθήσης το σφάλμα μου. + +Η βασίλισσα ηξεύροντάς την αθωότητά του, δεν τον ωνείδισεν εις τα +όσα της έκαμεν, αλλά μετά μεγάλης αγάπης τον εδέχθη, και τον +επεριποιήθη ωσάν άνδρα της αγαπημένον. Αφού δε εχάρηκαν αναμεταξύ +τους εις την ξαναντάμωσιν, η βασίλισσα τον επαρακάλεσε να της ειπή +το πώς εκατάλαβε τον δόλον της μάγισσας και τα ακόλουθα. Ο δε +βασιλεύς της εδιηγήθη ευθύς, λέγων, πηγαινάμενος εις τον οντάν της +γυναικός μου, την ηύρα με έναν που με επαρομοίαζεν· εγώ βλέποντάς +τους έβγαλα το σπαθί μου να τους θανατώσω· αλλ' ο άνδρας επρόφθασε +και έφυγε. Τότε εγώ τραβώντας το σπαθί έκοψα της τρισαθλίας το +χέρι, εις το οποίον εφορούσεν ένα δακτυλίδι μαγικόν και ευθύς που +της έπεσε το χέρι κατά γης, από ωραία που ήτον, εμεταβάλθη εις +μίαν ασχημοτάτην γραίαν. Βασιλέα, μου λέγει, κόπτοντάς μου το χέρι +εχάλασες την μαγείαν. + +Εγώ με την δύναμιν ενός δακτυλιδιού απερνούσα διά γυναίκα σου και +ο άνδρας που έφυγε, και αυτός έχει ένα παρόμοιον, και με αυτό +επήρε την μορφήν σου· και επειδή σου εξομολογούμαι το παν σε +παρακαλώ συμπάθησόν με. Ω άνομη, εφώναξα εγώ, έχεις ακόμα πρόσωπον +να μου ζητήσης συμπάθειον, μάγισσα παράνομη, που με τες μαγείες +σου με έκαμες να υστερηθώ την αληθινήν μου γυναίκα; δεν είναι +πλέον έλεος εις εσένα. Και έτσι λέγοντας την έκαμα κομμάτια και +την άφησα εκεί· και ευθύς εδόθηκα διά να κυνηγήσω και τον άνδρα +που με αυτήν ηύρα, διά να τον φονεύσω και αυτόν. Έπειτα της +εδιηγήθη και του Μωκβάλ όλην την ιστορίαν, την οποίαν του +εφανέρωσε και αυτός· και πώς του επήρε το δακτυλίδι και τον άφησεν +ολίγον μακράν. + +Διηγούμενος ο βασιλεύς ετούτην την ιστορίαν, η βασίλισσα, ο βεζύρ +Αλής και ο Ρουσκάδ έμειναν εκστατικοί διά τέτοια συμβεβηκότα. Και +αφού ο βασιλεύς ετελείωσε την ιστορίαν αυτήν, γυρίζει προς τον +Ρουσκάδ, και του λέγει· ω ευγενή ξένε, επειδή διά την τόσην +καλωσύνην, που έδειξες προς την αγαπημένην μου γυναίκα, και +υπερμάχησες διά την ευτυχίαν που τώρα χαιρόμεθα, τι χάριν από +εμένα ζητείς να σου κάμω; πρόσταξε και θέλει σου δοθή ό,τι σου +θέλει είναι αρεστόν. Ο Ρουσκάδ εκεί που έστεκε διά να του αποκριθή +και να τον ευχαριστήση, η βασίλισσα του έκοψε τον λόγον, και λέγει +προς τον άνδρα της. Κύριε, δεν ηξεύρεις που ο ξένος με τον οποίον +ομιλείς είναι ο βασιλεύς της Κίνας; Ευθύς που ο βασιλεύς της +Θέμπας ήκουσεν ετούτο, εζήτησε συμπάθειαν του Ρουσκάδ, ανίσως και +έλειψε να του προσφέρη το πρεπούμενον σέβας. Ο Ρουσκάδ, του +αντέκοψε τον λόγον, και αγκαλιάσθηκαν αμοιβαίως, και εφιλήθηκαν· +υστερότερον εσηκώθηκαν, και επήγαν εις την Θέμπα με μεγάλην +αγαλλίασιν. Ο Ρουσκάδ έμεινεν εκεί μερικές ημέρες, και έκαμαν εις +αυτόν μεγαλώτατες τιμές κατά πως του έπρεπαν. Και έπειτα ζητώντάς +τους θέλημα εξαναγύρισεν εις το βασίλειόν του. + + + +&Ακολούθησις της ιστορίας του Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης +Κεριστάνης.& + + + +Ερχόμενος ο βασιλεύς της Κίνας Ρουσκάδ εις το βασίλειόν του, δεν +έλειψε να διηγηθή του βεζύρη του τα παράδοξα συμβεβηκότα της +βασίλισσας και του βασιλέως της Θέμπας. Ο βεζύρης ακούοντάς τα +έμεινε θαυμασμένος, και από ετούτα έλαβε την αιτίαν να παρρησιάση +εις τον αυθέντην του, ότι και η Κεριστάνη δεν ήτον άλλο, παρά μία +μάγισσα ωσάν την Δειλνοβάτζην, καθώς του το εφανέρωσεν εξ αρχής. +Δεν επέρασεν όμως πολύς καιρός, που ο βασιλεύς ευρίσκετο εις το +βασίλειόν του εν ησυχία· και μίαν ταχινήν εκεί που οι μεγιστάνες +του τον ανάμεναν εις το ντιβάνι, τους εδόθη είδησις πως δεν +ευρίσκετο πλέον εις το παλάτι του, αλλά εχάθη. Τότε όλοι εδόθηκαν +εις φωνάς και εις κλαυθμούς διά την έλλειψιν του βασιλέως των, και +μάλιστα ο βεζύρης του ωδύρετο κατά πολλά διά τον αιφνίδιον χαμόν +του. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εθρηνούσαν και εγύρευαν +τον βασιλέα τους, αυτός ο ευτυχισμένος βασιλεύς ευρίσκονταν εις +την ακμήν της ευτυχίας του, εις το νησί Χαρμοστάν, εις το οποίον +εφέρθη διά προσταγής της Κεριστάνης. + +Ετούτη η Βασίλισσα αφού ανέβη εις τον θρόνον, έβαλεν όλην της την +επιμέλειαν εις τες διόρθωσες του βασιλείου της και εις τον +καλλωπισμόν της μεγαλειότητός της. Ύστερον δε από αυτά στοχαζομένη +τον λόγον που είχε δώσει του βασιλέως της Κίνας, και ευχαριστημένη +διά την εμπιστοσύνην του, απεφάσισε να κάμη να τον φέρουν εκεί και +ούτως αποφασίζοντας, επρόσταξεν ένα της πιστόν εξωτικόν, και επήγε +και της τον έφερεν εις το παλάτι εις ολίγον διάστημα. Ω βασίλισσα, +εφώναξεν ο Ρουσκάδ, ευθύς που είδε την Κεριστάνην, αξιώθηκα το +λοιπόν διά να σε ξαναϊδώ, εις καιρόν που δεν ήλπιζα να είμαι πλέον +εις την ενθύμησίν σου; Όχι, Ρουσκάδ, απεκρίθη η Κεριστάνη, μη +στοχάζεσαι πως το μάκρος του καιρού με έκαμε να σε αλησμονήσω· εγώ +πάντα σε είχα εις την καρδίαν μου, μα εκαρτερούσα να δοκιμάσω αν +μου ήσουν πιστός· και τώρα που σε εκατάλαβα διά πιστόν, έκαμα και +σε έφεραν εδώ διά να χαρούμεν κατά τον πόθον μας· και θέλω σήμερον +να πληρώσω το τάξιμον, που σου έκαμα, διά να σε λάβω νόμιμόν μου +άνδρα. + +Ο βασιλεύς της Κίνας ευχαρίστησε κατά πολλά την Κεριστάνην διά την +γενναιότητα, που έδειχνε εις αυτόν, και της έταξε μίαν αγάπη +παντοτεινήν. Ύστερον από αυτά τα λόγια, όλοι οι προεστοί του +βασιλείου της, μικροί και μεγάλοι εσυναθροίσθηκαν εις το παλάτι +διά προσταγής της, των οποίων είπε· Μεγάλοι και μικροί εξωτικοί +που με ακούετε, με το να είσθε όλοι με όρκον εις την υποταγήν μου, +και έτοιμοι εις τα προστάγματά μου, σας δίνω την είδησιν, ότι θέλω +να πάρω διά νόμιμόν μου άνδρα τον βασιλέα Ρουσκάδ, που εδώ κοντά +μου βλέπετε και να τον στέψω και βασιλέα σας, τον οποίον σας +παραγγέλλω ότι από την σήμερον και εις το εξής θέλετε του +προσφέρει το ίδιον σέβας, που και εις εμέ προσφέρετε. Τότε όλοι οι +εξωτικοί τον επροσκύνησαν, και της επαίνεσαν την εκλογήν που +έκαμε, με όλον που ήτον ένας άνθρωπος θνητός. Τελειώνοντας η τάξις +της στέψεως του βασιλέως εκοπίαζον εις τες ετοιμασίες των γάμων μα +πριν τελειώσουν, η Κεριστάνη είπε προς τον Ρουσκάδ. + +Κύριε, είνε χρειαζόμενον να μου τάξης πως θα φυλάξης ένα πράγμα· +εγώ δεν ζητώ από λόγου σου αυτό το τάξιμο διά άλλο, παρά διά +κοινόν μας καλόν· αυτό είνε εξ αποφάσεως αναγκαίον διά να μου το +κάμης και με επιμέλειαν να το φυλάξης, διατί αν από κακήν τύχην +δεν ήθελες το φυλάξει, ημείς και οι δύο θέλομεν γένει πολλά +δυστυχισμένοι. Αλλοί εις εμέ, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, τα +λόγια σου πολλά με βάνουν εις υποψίαν, και διά τούτο πες μου να +ιδώ τι πρέπει να σου τάξω. Εκείνο, που εγώ θέλω, απεκρίθη η +Κεριστάνη, είνε μία δυνάστευσις, που θέλει σου είνε πολλά βαριά, +την οποίαν δεν πιστεύω να είσαι αρκετός να την υποφέρης· επειδή +και όντας εγώ μία εξωτική, και εσύ ένας υιός του Αδάμ, είμεθα +καθώς φαίνεται διαφορετικής κλίσεως· ημείς εργαζόμεθα το εναντίον +από τους ανθρώπους, έχομεν τους νόμους μας και τες συνήθειές μας +διαφορετικές, και εις ένα λόγον ημείς δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν +πολύν καιρόν αντάμα, αν εσύ δεν θέλεις έχει μίαν τυφλήν υποταγήν +και υπακοήν προς εμένα. + +Πώς; ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, ετούτη είνε η δυνάστευσις η +βαρεία, την οποίαν υποπτεύεις πως να μην είμαι αρκετός να φυλάξω; +εγώ λογιάζω πως έως τώρα θα εγνώρισες την καρδιά μου, που είνε +πάντα υποκειμένη εις κάθε σου πρόσταγμα, και πως δεν έχω άλλην +θέλησιν παρά την εδικήν σου. Ας είνε, εξαναείπεν η βασίλισσα· εσύ +το λοιπόν τάζεις μου, αν κάμω κανένα πράγμα έμπροσθέν σου που να +σου κακοφανή, να μη βλασφημήσης, αλλ' ούτε να με ονειδίσης εις +εκείνο που έκαμα; Ναι, ω βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός· αντίς να +βλασφημήσω τα έργα σου, ομνύω ότι ήθελα τα επαινέσει όλα, και θέλω +έχει εις όλην μου την ζωήν άλλην τόσην υπακοήν, όσην αγάπην σού +έχω. + +Τόσον φθάνει, εξαναείπεν η Κεριστάνη, εγώ αναπαύομαι επάνω εις τον +όρκον σου, ελπίζοντας ότι κάθε λογής πράγμα, που εγώ είμαι διά να +κάμω εμπρός εις τα μάτια σου, να φυλάξης σιωπήν, και να μη μιλήσης +τίποτε επειδή και οι εξωτικοί δεν κάνουν κανένα πράγμα χωρίς +στοχασμόν· και ανίσως καμμίαν φοράν θέλεις με ιδεί να κάμω πράγμα, +που να σου φανή αστόχαστον, πες με τον εαυτόν σου, αυτή δεν +εργάζεται με τέτοιον τρόπον χωρίς δικαιολόγημα. + +Ο βασιλεύς της Κίνας ξανατάζοντάς της να φυλάξη με κάθε υπακοήν τα +όσα υπεσχέθη, δεν εστοχάσθηκε τότε άλλο, παρά διά την υπανδρείαν +τους, την οποίαν ευθύς την έβαλαν εις πράξιν, και έκαμαν τους +γάμους με μεγάλες χαρές ολωνών των εξωτικών. Και ο βασιλεύς +ευρίσκετο τόσον ευτυχισμένος, που περισσότερον δεν ημπορούσε να +γένη, και καθημερινώς δεν έκανεν άλλο, παρά να είνε εις χαρές και +παιγνίδια ομού με την αγαπημένην του Κεριστάνην. + +Απαρνώντας λοιπόν ένας χρόνος αφού και υπανδρεύθηκαν, η Κεριστάνην +εγέννησεν ένα παιδί αρσενικόν, από τον ήλιον πλέον ευμορφώτερον. Ο +δε βασιλεύς ευρισκόμενος εις το κυνήγι, οπόταν έλαβε την χαροποιάν +είδησιν εγύρισεν ευθύς εις το παλάτι του διά να ιδή το βρέφος και +βλέποντάς το εις τα χέρια της μητρός του, η οποία εκάθονταν σιμά +εις μίαν μεγάλην φωτιάν, το επήρεν εις τες αγκάλες του, και αφού +το εφίλησε πολλές φορές το εξανάδωσε της μητρός του. Αυτή +παίρνοντάς το εις τα χέρια της ευθύς το έρριξε μέσα εις εκείνην +την φλόγα που η φωτιά έκανεν, και εν τω άμα, ω θέαμα παράδοξον, η +φωτιά και το βρέφος έγιναν άφαντα. Ετούτο το παράδοξον θέαμα, δεν +επροξένησεν ολίγην λύπην εις τον βασιλέα, μα ό,τι λογής και αν +ήτον ο πόνος του διά τον χαμόν του υιού του, ενθυμήθη εν τω άμα το +τάξιμον που έκαμε, και εκατάπιε την θλίψιν του, φυλάγοντάς την +σιωπήν· όθεν χωρίς να της ειπή τίποτε ετραβήχθη εις τον χοντζερέ +του, και εκεί εδόθη εις το να κλαίη, λέγοντας· δεν είμαι εγώ +δυστυχής; ο ουρανός μου έδωσεν ένα υιόν, και βλέπω που με τα χέρια +της η μητέρα του τον ρίχνει εις την φωτιάν και ακόμη μου είνε +εμποδισμένον να μιλήσω διά ένα κάμωμα τόσον σκληρόν; ω μητέρα +απάνθρωπη, και βάρβαρη· μα, ας σιωπήσω, ακολούθησεν, ημπορώ να +αγανακτήσω την βασίλισσαν φανερώνοντας την θλίψιν μου· αλλά πρέπει +να υπομείνω δυναστικώς, και αντίς να κατηγορήσω το άνομον κάμωμά +της, ας ειπώ πως η βασίλισσα δεν κάνει τίποτε χωρίς δικαιολόγημα. +Ο βασιλεύς το λοιπόν τοιούτης λογής στοχαζόμενος, δεν είπε λόγον +τινά προς την Κεριστάνην, με όλον που ήτον υπερβολική η θλίψις του +διά τον χαμόν του υιού του. + +Ένα χρόνον υστερότερα από αυτό, η Κεριστάνη έδωσε πάλιν εις φως +μίαν θυγατέρα πολλά ευμορφότερην από τον υιόν. Ο δε βασιλεύς ήτον +πολλά εκστατικός διά την μεγάλην ευμορφάδα της θυγατρός του, και +δεν ημπορούσε να ξεκολλήση από το να την χαίρεται· μα αυτή η χαρά +του δυστυχούς ολίγον του εφτούρησεν επειδή και εις το αναμεταξύ +που την εκύτταζεν, ιδού και εμβαίνει εις εκείνον τον χοντζερέ μία +σκύλα άσπρη πολλά μεγάλη με το στόμα ανοικτόν, την οποίαν η +Κεριστάνη βλέποντάς την έκραξε, λέγοντάς της· έπαρε τούτην την +μικράν κόρην απ' έμπροσθέν μου· ότι δεν ημπορώ να την υποφέρω· και +η σκύλα ευθύς επλησίασε, και παίρνοντας με τα δόντια την κόρην +έφυγε με μεγάλην ορμήν. + +Ήθελεν είνε αδύνατον να διηγηθή τις, ποίας λογής ήτον εις τούτο το +θέαμα ο πόνος του βασιλέως, και με όλον που είχε τάξει την σιωπήν +με όρκον της βασίλισσας, ολίγον έλειψε που να μη τον χαλάση, διά +να ονειδίση την ωμότητά της· εστάθη όμως στενεμμένος να αναμερίση, +φοβούμενος να μη της φανερώση την θλίψιν του· και ούτως επήγε και +εξανακλείσθη εις τον χοντζερέ του, και δεν έκαμνεν άλλο, παρά να +οδύρεται, και να κλαίη το κακόν τέλος των τρυφερών του παιδιών. Η +Κεριστάνη (έλεγε με τον εαυτόν του) καθώς βλέπω είνε μία σκληρά, +και απάνθρωπος εις το να έχη μίαν τέτοια καρδιά διά τα παιδιά της. + +Αν οι εξωτικοί έχουν τόσην ευχαρίστησιν να κάνουν τέτοια πράγματα +εναντίον εις τα φυσικά τους παιδιά, οι άνθρωποι όμως είναι πλέον +ευσπλαχνικοί από αυτούς· μα η βασίλισσα μου είπε, πως οι εξωτικοί +δεν κάνουν τίποτε χωρίς δικαιολόγημα· και αυτό πώς ημπορεί τις να +το πιστεύση, ότι αυτή να μην έκανε κακόν; αχ, εγώ καταλαμβάνω τι +είνε τούτο το μυστήριον, και βλέπω την αιτίαν της δυστυχίας μου. +Οι νόμοι των εξωτικών, απ' ότι στοχάζομαι, θέλουν χωρίς άλλο, ότι +οπόταν, αυτοί υπανδρεύονται με ανθρώπους, τα παιδιά που γεννούν με +αυτούς, να τα θανατώνουν· ιδού το αίτιον αυτουνού του έργου που με +κάνει εκστατικόν. Ω Κεριστάνη απάνθρωπη, ημπορείς να στοχασθής, αν +εγώ ημπορώ να υποχρεωθώ εις όλα σου τα σκληρά καμώματα, χωρίς να +μη σε ονειδίσω; όχι, εις πείσμα όλης της αγάπης, που έχω προς +εσένα, είναι αδύνατον να ημπορέσω να συνηθίσω εις τους νόμους σου. + +Με όλον που ευρίσκετο ζωντανά περίλυπος ο Ρουσκάδ διά το χάσιμον +των παιδιών του, όμως έλαβεν αρκετήν υπομονήν, να μην ειπή τίποτε +της βασίλισσας· μα η κατοίκησις του νησιού Χαρμοστάν του εγένονταν +ανυπόφερτος, και αποφάσισε να γυρίση εις την Κίναν. Όθεν, +βασίλισσα, λέγει μίαν ημέραν της Κεριστάνης, εγώ επεθύμισα να +ξαναϊδώ το βασίλειόν μου· διά τούτο δος μου σε παρακαλώ θέλημα, +διά να πηγαίνω να ξαναεύρω τον λαόν μου, οι οποίοι από πολύν +καιρόν με νομίζουν διά χαμένον, και αφού βάλω τα πράγματά μου εις +τάξιν, πάλιν θέλω ξαναγυρίσει. Ας είναι του απεκρίθη η βασίλισσα, +ημπορείς να υπάγης διά να δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν του λαού +σου, επειδή και η παρουσία σου είναι πολλά αναγκαία εις το +βασίλειόν σου· διότι εγώ ηξεύρω, ότι οι Μογγόλοι σηκώνουν εναντίον +σου δυνατόν στράτευμα. Μίσευσε το λοιπόν διά να υπάγης να +διαφεντευθής και θέλω έχει και εγώ την επιμέλειαν διά να έλθω να +σε εύρω, και να σε βοηθήσω αν λάβης χρείαν. + +Έτσι λέγοντας η Κεριστάνη, έκραξεν ένα εξωτικόν, και το επρόσταξε +να φέρη ευθύς τον βασιλέα εις το παλάτι του εις την Κίναν. Ο +εξωτικός υπακούοντάς τον επήρεν εις τες αγκάλες του, και εν τω άμα +τον έφερεν εις την Κίναν, και τον απόθεσεν εις το παλάτι του. +Ευθύς που ο βεζύρης του τον είδεν έλαβε πολλήν χαράν, και +επρόσπεσεν εις τους πόδας του και του είπεν· Ω Αυθέντη, ο ουρανός +το λοιπόν επήκουσε τες παρακάλεσές μου, και σε έφερε εις τον λαόν +σου, διά να τον χαροποιήσης. Τότε ο βασιλεύς αγκαλιάζοντας τον +βεζύρην, του εδιηγήθη τα όσα του εσυνέβηκαν και ο βεζύρης έμεινεν +εκστατικός από τον θαυμασμόν του. Εις τούτο το αναμεταξύ, οι +Μογγόλοι επλησίασαν εις την Κίναν με υπερβολικάς δυνάμεις. Εις την +είδησιν του ερχομού τους, ο Ρουσκάδ εσυνάθροισε το περισσότερον +μέρος που εδυνήθη από το στράτευμά του, και εφέρθη απέναντι των +εχθρών του, και ετέντωσεν ολίγον μακράν από αυτούς, διά να +καρτερήσή την ζωοτροφίαν διά το στράτευμα, που ήτον ολίγον +ξέμακρα, την οποίαν εσυντρόφευεν ένας Πασσάς ονόματι Βελής. Και +τον καιρόν που αυτός επλησίαζε με την ζωοτροφίαν εις το στράτευμά +του φανερώνεται έμπροσθέν του η Κεριστάνη, συντροφιασμένη από πολύ +πλήθος εξωτικών, οι οποίοι ευθύς εξεφόρτωσαν τα καμήλια και +μουλάρια, που ήταν φορτωμένα φαγητά, και πιοτά διάφορα, και τα +έχυσαν καταγής, τόσον τα φαγητά όσον και τα πιοτά και τα +ανακάτωσαν όλα, και τα ετσαλαπάτησαν που δεν ήτον πλέον διά να +φάγουν τα φαγητά αλλ' ούτε να πιουν τα πιοτά. + +Ο δε Βελής έμεινεν εκστατικός εις το να ιδή τούτα εις τέτοιαν +κατάστασιν. Τότε η βασίλισσα του είπεν, ύπαγε να ειπής του +αυθέντος σου, ότι η βασίλισσα γυναίκα του επροξένησεν ετούτην την +ζημίαν. Αυτός υπήκουσε, και επήγε και το είπε του βασιλέως. Αυτή η +είδησις έφερε τον βασιλέα εις αδημονίαν μεγαλυτέραν από τον +θάνατον των παιδιών του, ο οποίος του εφαίνονταν πλέον άξιος +συμπαθείας από τούτο το υστερινόν κάμωμα· και εκεί που ήτον δι' +αυτό πολλά θαυμασμένος, βλέπει την Κεριστάνην να παρουσιασθή +έμπροσθέν του. + +Βασίλισσα, της είπεν, δεν ημπορώ να σιωπήσω πλέον· εσύ μου έφερες +εις το άκρον την υπομονήν μου. Έρριξες το παιδί μου εις την +φωτιάν, έδωσες την θυγατέρα μου μιας σκύλλας, και με όλον που ήτον +μεγάλη η θλίψις μου, εγώ δεν σου ωμίλησα, αλλ' ούτε σου έδειξα πως +μου εκακοφάνη· μα ετούτο που μου έκαμες τώρα δεν ημπορεί να είνε +άλλο, παρά μία επιβουλή της ζωής μου και της τιμής μου, και μου +είνε αδύνατον που να μη παραπονεθώ. Ω αχάριστη, με τέτοιαν +ανταμοιβήν πληρώνεις την αγάπην μου; ποία άραγε να είναι η γνώμη +σου; ιδού το στράτευμά μου, που έμεινε χωρίς ζωοτροφίαν· τι έχει +να ακολουθήση; μίλησε· και τι θέλει γένει εις εμένα; θέλεις καθώς +βλέπω διά να παραδοθώ εις τους εχθρούς μου χωρίς να πολεμήσω; πώς +ημπορώ να υποφέρω τούτο χωρίς να σε ελέγξω; + +Ρουσκάδ, ήτον καλύτερον, του απεκρίθη η Κεριστάνη, διά να είχες +φυλάξει σιωπήν και τούτην την φοράν, παρά να ομιλήσης έξω από το +προκείμενον, μα επειδή και ωμίλησες, το κακόν είνε χωρίς ιατρείαν· +δεν κάνει χρεία άλλο, ήθελεν είνε ανωφελές το να ζητήσης μέσον διά +να εμποδισθή η συμφορά, που εγώ εφοβούμουν μη σου τύχη, επειδή και +εσυνέβη. Ω βασιλέα αστόχαστε και αδύνατε, διατί να μη φυλάξης την +σιωπήν; ηξεύρεις εσύ ποία ήτον η φωτιά, εις την οποίαν έρριξα το +παιδί; εκείνη ήταν μία Λάμια, της οποίας εμπιστεύθηκα την +ανατροφήν εκείνου του βασιλοπούλου· και η σκύλλα που είχες ιδεί +ήτον μία Νεράιδα, η οποία μετά χαράς έλαβε το βάρος διά να +αναθρέψη την βασιλοπούλα, και διά να πιστωθή, υπόμεινε διά να +ιδής. Ευθύς η Κεριστάνη προστάζει δύο εξωτικούς διά να υπάγουν να +της φέρουν τα παιδιά της· οι εξωτικοί δεν άργησαν να της τα φέρουν +έμπροσθέν της. + +Ο βασιλεύς της Κίνας, με όλον που ήτον τόσον θλιμμένος διά τον +χαμόν της τροφής, εδόθη εις μεγάλην χαράν εις το να ιδή τα δύο του +παιδιά, που έφεγγαν ωσάν το φως, τα οποία, παίρνοντάς τα εις τας +αγκάλες του με μεγάλην αγαλλίασιν, τα εφιλούσεν. Εις αυτό το +μεταξύ η Κεριστάνη ακολούθησε να λέγη· Βασιλέα, χρεία τώρα είναι +να σου φανερώσω διατί σου εχάλασα την ζωοτροφίαν. Ο βασιλεύς του +Μογόλ ήθελε να σου σηκώση την ζωήν, διά να φέρη εις την υποταγήν +του το βασίλειον της Κίνας· και διά να τελειώση την βουλήν, έταξε +πολύ χρυσάφι του βεζύρ Βελή, διά να σε επιβουλευθή. Αυτός ο +άπιστος επιτηρητής, διά εκατόν χιλιάδες φλωριά, έταξε να κάμη να +χαθή όλον σου το στράτευμα και εσένα ομού, και ο δόλος του εστάθη +εις το να φαρμακώση όλα τα φαγητά και πιοτά, που εις ολίγον +διάστημα είχετε να χαθήτε όλοι. Αυτή εστάθη η αιτία, που έκαμα και +εχάλασαν όλα τα φαγοπότια, διά, να μη λάβη τέλος η βουλή του. Αυτό +λογιάζω πως να σου φαίνεται δύσκολον να το πιστεύσης, μα είναι +εύκολον να σε κάμω να βεβαιωθής· κράξε τον Βελή, και υποχρέωσέ τον +διά να φάγη και πίη έμπροσθέν σου από εκείνα τα φαγητά που +έμειναν, και θέλεις ιδεί τι του θέλει συμβή. + +Εις τούτην την διήγησιν ο βασιλεύς έμεινε σκοτισμένος, και ευθύς +έκραξε τον Βελή, διά να έλθη εμπροσtά του, τον οποίον αφού ήρθε +τον επρόσταξε διά να φάγη από εκείνα τα φαγητά· αλλ' ο Βελής +επροφασίσθη πως δεν επεινούσεν. Αν δεν φας τούτην την στιγμήν, του +είπεν ο βασιλεύς, το κεφάλι σου θέλει είνε χαμένον. Τότε ο Βελής +βλέποντας ότι ήτον αδύνατον να φύγη τον θάνατον· ή με τον ένα +τρόπον, ή με τον άλλον, έφαγεν ολίγον από εκείνα τα φαγητά, και εν +τω άμα απέθανε. + +Βλέπεις, λέγει τότε η Κεριστάνη του βασιλέως, την προδοσίαν του +Πασιά σου; λογιάζω πως είσαι βεβαιωμένος ότι τα τελώνια δεν κάνουν +πράγμα χωρίς αφορμήν. Ναι, ω βασίλισσα, λέγει ο Ρουσκάδ, ομολογώ +ότι έχω άδικον, που δεν εφύλαξα με προσοχήν τον νόμον που μου +έδωσες, με όλον τούτο δεν είμαι χωρίς ανάπαυσιν, επειδή και το +στράτευμά μου πρέπει να χαθή μην έχοντας ζωοτροφίαν. Όχι, όχι, +είπεν η Κεριστάνη, ζωοτροφία δεν θέλει σου λείψει· αύριον θέλεις +έχει περισσότερον από την χρείαν σου, επειδή τούτην την νύκτα +εσείς θέλετε πλακώσει τους εχθρούς σας, και θέλετε τους κατακάψει +εις κομμάτια και θέλετε κυριεύσει όλες των τες ζωοτροφίες, και θα +γυρίσετε εις την βασιλεύουσαν νικηταί και τροπαιούχοι. + +Όλον αυτό που προείπεν η βασίλισσα αλήθεψεν, επειδή και αυτή +εκείνην την ιδίαν νύκτα, μαζί με όλους τους εξωτικούς που είχεν, +εβάλθη εις την κεφαλήν των Κινέζων, και εκαταχάλασεν όλον το +στράτευμα των Μογγολιτών, που μετά βίας εγλύτωσεν ο βασιλεύς τους +με δώδεκα ανθρώπους μόνον. Την δε ερχομένην ημέραν, βλέποντας ο +Ρουσκάδ τον εχθρόν του χαλασμένον, χωρίς να χάση κανένα από το +στράτευμά του, ήτον όλος εις χαράν και αγαλλίασιν. + +Τότε η Κεριστάνη λέγει προς τον βασιλέα τον συμβίον της, ιδού που +οι εχθροί σου ευρίσκονται κείμενοι εις τον κονιορτόν· ο πόλεμος +ετελείωσε εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το βασίλειόν σου, και να +ζήσης με ανάπαυσιν εις το παλάτι σου· όσον διά λόγου μου έχω χρέος +να σε απαρατήσω, διά τούτο κάνει χρεία, να χωρισθώμεν διά πάντα· +εσύ δεν θέλεις με μεταϊδή πλέον και εγώ η ιδία θέλω είμαι +υστερημένη να σε βλέπω πλέον· το πταίξιμον είνε εδικόν σου, ω +ακριβέ μου Ρουσκάδ, επειδή και δεν εφύλαξες το τάξιμον που μου +έκαμες. + +Ω δίκαιε ουρανέ, εφώναξεν ο βασιλεύς εις τούτην την ομιλίαν· τι +είνε τούτο που αγροικώ; σε εξορκίζω, ω αγάπη μου, μετάβαλε ετούτην +την απόφασιν, το μετανοώ πως έλειψα από τον λόγον μου, σύγκλινε +εις το να με συμπαθήσης, και σου τάσσω μεθ' όρκου, ότι εις το εξής +να μη λάβης αιτίαν και κακοευχαριστηθής από εμένα. Ετούτος ο όρκος +είναι ανωφελής, λέγει η βασίλισσα, επειδή και οι νόμοι μου με +προστάζουν να ξεμακρύνω από λόγου σου, διατί οι νόμοι των εξωτικών +είνε αμετάβλητοι· παύσε το λοιπόν να με παρακινής πλέον να μείνω +μαζί σου· αχ! αν εις εμένα εστέκουνταν να σε συμπαθήσω, δεν +εκαρτερούσα περισσότερον να με παρακαλέσης. Ως τόσον σου αφίνω +υγείαν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας· εσύ χάνεις εις τον +ίδιον καιρόν τα παιδιά σου και την μητέρα τους, και δεν θέλεις +αξιωθή πλέον να μας ιδής με τα μάτια σου. Και έτσι λέγοντας, +έγινεν άφαντη μαζί με τα παιδιά της. + +Δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις τον ζωντανόν πόνον που έλαβεν ο +βασιλεύς της Κίνας, διά την υστέρησιν της γυναικός του και των +παιδιών του, που τόσον αγαπούσεν· αν αυτός έχανε τον πόλεμον, και +αν ήθελε πέση εις τα χέρια των εχθρών, δεν του ήθελε είνε τόσον +μεγάλη η θλίψις ωσάν εκείνη· μάλιστα από την υπερβολικήν του +θλίψιν εκατάκοψε το πρόσωπόν του, και έβαλε χώμα εις το κεφάλι +του, και έκαμε τόσα καμώματα παράξενα από την θλίψιν του, που +εφαίνονταν ωσάν ένας ξεμυαλισμένος, και όλος περίλυπος εγύρισεν +εις την καθέδραν του, και εκεί λέγει του βεζύρη του. Εις εσένα +αφίνω την κυβέρνησιν του βασιλείου μου, και κυβέρνησέ το καθώς +ημπορείς, διατί εγώ θέλω να απεράσω το επίλοιπον της ζωής μου εις +το να κλαίω την γυναίκα μου, και τα δύο μου παιδιά που τα έχασα +από αγνωσίαν μου. Δεν θέλω να βλέπω άλλους παρά εσένα, και διά +τούτο σου δίνω την ελευθερίαν να έρχεσαι να με ευρίσκης, με +συμφωνίαν να μη μου μιλήσης διά κανένα πράγμα του κόσμου, παρά +μόνον διά την Κεριστάνην και τα παιδιά μου. + +Εις αυτόν τον τρόπον ο Ρουσκάδ ετραβήχθη εις έναν οντά, και +εκλείσθη εκεί, εις τον οποίον δεν έμβαινεν άλλος παρά ο βεζύρης +τον οποίον είχεν επιτηρητήν του· και αυτός επήγαινε κάθε ημέραν να +τον ευρίσκη, ο οποίος δεν έλειπε που να τον παρηγορή, λογιάζοντας +πως το διάστημα του καιρού, ήθελε του αφανίση την θλίψιν του· μα +αντί να του την αφανίση του αυγάτιζε τον πόνον του, τόσον που +έπεσεν εις μίαν μεγαλωτάτην υποχονδρίαν, και εστάθη εις αυτήν την +κατάστασιν εις διάστημα χρόνων δέκα. Τέλος πάντων από την +απελπισίαν του έπεσεν εις αρρώστιαν, και ήτον κοντά διά να +αποθάνη, οπόταν η Κεριστάνη έξαφνα εφανερώθη εις τον οντά του, του +οποίου είπε τούτα τα λόγια. + +Βασιλέα, εγώ ήλθα διά να τελειώσω τα βάσανά σου, και να σε +μεταστρέψω εις την ζωήν που έχεις σχεδόν να την χάσης. Οι νόμοι +μας ήθελαν ότι, διά τιμωρίαν της επιορκίας σου, θα ήθελα σταθή +μακράν από λόγου σου εις διάστημα δέκα χρόνων, και αυτοί ομοίως +δεν μου έδιναν το θέλημα διά να σε ξαναϊδώ, ανίσως και εις τούτο +το διάστημα των δέκα χρόνων δεν μου ήθελες σταθή πιστός· διά το +οποίον οπόταν σε απαραίτησα δεν το επίστευα πλέον να σε μεταϊδώ, +διατί δεν ελόγιαζα πως οι υιοί του Αδάμ να είναι αρκετοί μιας +τοιαύτης μακρυνής εμπιστοσύνης και σταθερότητος. Ευχαριστώ τον +ουρανόν που έμεινα γελασμένη εις αυτήν την γνώμην, και τώρα +γνωρίζω ότι και οι άνθρωποι ημπορούν με σταθερότητα να αγαπήσουν. +Ιδού το λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν η Κεριστάνη, που εις εσένα +ξαναγυρίζω, διά να σε πληρώσω από αγαλλίασιν, και να σε κάμω να +ξαναϊδής τα παιδιά σου. Δεν είχεν ακόμη τελειώσει τούτα τα λόγια, +και το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλαν εισέβηκαν, και +επαρουσιάσθηκαν εις τον Ρουσκάδ, ο οποίος έμεινε πολλά +ευχαριστημένος τόσον διά την αγαπημένην του γυναίκα, όσον και διά +τα παιδιά του· και ήτον τόσον μεγάλη η χαρά του και η αγαλλίασίς +του, που κάθε άνδρας και πατέρας ημπορεί να το καταλάβη. Δεν +απέρασαν ολίγες ημέρες και από την χαράν του εξανάλαβε την υγείαν +του, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλον του το βασίλειον, τόσον διά +την υγείαν του, ωσάν και διά την απόλαυσιν των παιδιών του και της +γυναικός του. Αυτά τα τέσσαρα υποκείμενα απέρασαν διά πολλούς +χρόνους πολλά ευτυχισμένα. Και τέλος πάντων μετά τον θάνατον του +βασιλέως και της βασιλίσσης, το βασιλόπουλον έλαβε τον θρόνον του +πατρός του, και εβασίλευσεν ευτυχισμένα εις την Κίναν· η δε +βασιλοπούλα επήγεν εις το νησί Χαρμοστάν και εβασίλευσεν εκεί, έως +που έγινε γυναίκα του μεγάλου Προφήτου Σολομώντος. + +Τελειώνοντας η Σουλταμεμέ την διήγησιν τούτης της ιστορίας, όλες η +γυναίκες της Βασιλοπούλας την επαίνεσαν, οι οποίες αγαπούσαν τα +συμβεβηκότα των εξωτικών και των Μάγων. Η δε βασιλοπούλα ηύρεν +αιτίαν να ειπή πως ο Ρουσκάδ δεν εστάθη εις τον λόγον του, με το +να παρέβη τον όρκον που έκαμε της Κεριστάνης να μη μιλήση, και διά +τούτο οι άνθρωποι είνε αδύνατον να φυλάξουν εμπιστοσύνην, και να +μην έβγουν από τον λόγον τους. Κυρία απεκρίθη η Σουλταμεμέ, είναι +πολλοί που φυλάγουν τόσον τον λόγον τους, που τον προκρίνουν και +από αυτήν την ζωήν τους, καθώς θέλω σε κάμει να πιστωθής από μίαν +άλλην ιστορίαν, που θέλω σού διηγηθή αύριον, αν είναι με το θέλημά +σου. Ναι, της απεκρίθη η βασιλοπούλα, θέλω την ακούσει και αυτήν +μετά πάσης μου χαράς. Και ούτω συμφωνώντας διά την ερχομένην +ημέραν, αναμέρισαν από το λουτρόν, και επήγαν διά να γευθούν κατά +την συνήθειαν. + +Την ερχομένην ημέραν, εκεί που η βασιλοπούλα Φαρουχνάζη ετοιμάζετο +διά να υπάγη κατά την συνήθειάν της εις το λουτρόν, της έρχονται +είδησες ότι ο αδελφός της ο Φαρκούζης έπεσεν άρρωστος με ασθένειαν +βαρυτάτην, ο δε βασιλεύς Τογρούλμπεης, ο πατέρας του που τον +αγαπούσεν υπερβολικά, έκαμεν ευθύς να κράξουν τους πλέον εμπείρους +ιατρούς της βασιλείας του, οι οποίοι ερχόμενοι και βλέποντες την +βαρυτάτην του ασθένειαν, κανείς δεν ημπόρεσε να υποσχεθή να τον +ιατρεύση. Η θλίψις διά την απελπισίαν της υγείας του, και διά το +αδύνατον της ιατρείας του, επροξένησεν εις όλην την αυλήν +μεγαλωτάτην σύγχυσιν και θλίψιν· όθεν ευθύς έκαμαν να παύσουν όλες +οι ηδονές και ξεφάντωσες, που εγίνονταν εις το βασίλειον. Η +βασιλοπούλα δεν ηθέλησε να υπάγη εις το λουτρόν, αλλ' ούτε να δώση +πλέον ακρόασιν εις ιστορίας. Ο δε βασιλεύς δεν αναμέριζεν από το +πλευρόν του αρρωστημένου του υιού, θλιβόμενος διά τον κίνδυνον της +ζωής του· και εις βραχυλογίαν όλη η αυλή και η πολιτεία ήτον εις +μεγαλωτάτην θλίψιν, και άλλο δεν ωμιλούσαν, παρά διά την ασθένειαν +του υιού του βασιλέως, φοβούμενοι όλοι διά την υστέρησιν της ζωής +του. + +Μίαν ημέραν το λοιπόν ο βασιλεύς επήγε και ηύρε τον προεστόν του +ναού του Καισάγια (είδωλον της Κασμυρίας), του οποίου είπε· μεγάλε +Δερβύση, εσύ καλά ηξεύρεις πόσον αγαπώ τον υιόν μου. Οι ιατροί δεν +ημπόρεσαν να μου τον ιατρεύσουν· όθεν από αυτούς έχασα τες ελπίδες +μου, και δεν μου έμειναν άλλες παρά να προστρέξω εις του λόγου +σου, ελπίζοντας ότι διά μέσον των προσευχών σου προς τον Καισάγια +θα λάβω το ποθούμενον. Ο μέγας Δερβύσης αφού ήκουσε τες +παρακάλεσες του βασιλέως, του απεκρίθη λέγοντας. Εγώ δεν θέλω +λείψει, βασιλέα μου, να παρακαλέσω τον Καισάγιαν να δώση την +υγείαν του υιού σου· απόψε θέλω υπάγει εις τον ναόν του, και +αύριον θέλω δώσει την απόκρισιν εις το ζήτημά σου. + +Την ακόλουθον ημέραν ο μέγας Δερβύσης επήγε και αντάμωσε τον +βασιλέα και του είπεν· Ο Καισάγιας επήκουσε την προσευχήν μου, και +ο υιός σου θέλει ιατρευθή. Ο δε βασιλεύς όλος γεμάτος από χαράν +διά την καλήν ελπίδα, επήρε τον Δερβύσην και τον έφερεν εις τον +υιόν του, του οποίου ευθύς που του εδιάβασε μίαν προσευχήν, το +βασιλόπουλο άρχισε να μιλή και να σηκώνεται από το κρεβάτι γερό, +ωσάν να μη είχε ποτέ τίποτε. Αυτό το θαύμα έβαλεν εις όλους χαράν +και θαυμασμόν και έπαυσαν να μιλούν διά την αρρώστιαν του +βασιλοπούλου, και άρχισαν να κηρύττουν την χάριν του μεγάλου +Δερβύση. Η Φαρουχνάζη, ακούοντάς την μεγάλην φήμην αυτού του +Δερβύση και την αγιότητά του, επεθύμησε να τον ιδή, και να ομιλήση +με αυτόν. Όθεν μίαν ημέραν επήγε με τις σκλάβες της εις τον +Μιντρεσέ, όπου αυτός εκατοικούσε, διά να τον εύρη. Μα έμεινεν +εκστατική οπόταν της είπαν πως ο μέγας Δερβύσης της εμπόδιζε το +έμπασμα προς αυτόν. + +Η βασιλοπούλα εγύρισεν ευθύς θυμωμένη εις το παλάτι της εναντίον +του, διά την καταφρόνησιν που της έκαμε, και επήγε και το εκλαύθη +του πατρός της. Όθεν ο βασιλεύς ηθέλησε να υπάγη να τον ερωτήση ο +ίδιος, το αίτιον που δεν εδέχθη την θυγατέρα του· διά το οποίον ο +Δερβύσης του είπε· πως εγώ δεν την εδέχθηκα, με το να μην είναι +υπήκοη εις τον Ύψιστον, επειδή και αποφεύγει τους ανθρώπους και +τους μισεί ωσάν εχθρούς, και δεν θέλει να υπανδρευθή, διά το +οποίον ο Καισάγια με εμπόδισε να την δεχθώ ως αναξίαν· μα αν +θελήση να διορθωθή, και αλλάξη την γνώμην της, ημπορώ να την +δεχθώ, και να της δώσω καμμίαν συμβουλήν διά το καλόν της, εις +εκείνο που γνωρίζω συμφέρον εις αυτήν. Ο βασιλεύς ακούοντας έτσι, +τίποτε δεν απεκρίθη αλλά ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι του, και +εφανέρωσε της θυγατρός του τα όσα ο Δερβύσης του είπε, και την +επαρακίνησε, να ξαναπάγη προς αυτόν, επειδή και έχει ελπίδες με +την αγιότητά του να της βγάλη από την φαντασίαν το μίσος που έχει +προς τους ανθρώπους. + +Η βασιλοπούλα ευθύς τον επήκουσε· και την ακόλουθον ημέραν δεν +έλειψε που να υπάγη εις αυτόν η οποία εμβαίνοντας ελεύθερα εις τον +Μενδρεσέ υπήγεν εις μίαν μεγάλην σάλαν, και εκεί την εδέχθη ο +Δερβύσης με μεγάλην σοβαρότητα. Αυτή σαν τον είδεν επήγε να πέση +εις τα ποδάρια του, μα αυτός εμποδίζοντάς την, της είπεν· Ω +Φαρουχνάζ, ο μέγας Καισάγιας είναι κατά πολύ θυμωμένος εναντίον +σου, επειδή είσαι εναντία εις τους νόμους του ουρανού· εσύ είσαι +υπό την εξουσίαν του δαίμονος· αυτός είναι εκείνος, που σε βάνει +εις αυτήν την στράταν εναντίον των ανθρώπων. Εδεήθηκα τον μέγαν +Καισάγιαν να λάβη έλεος, διά εσένα· μα, με όλην την δύναμιν που +έχει μη στοχάζεσαι πως ημπορεί να σε βοηθήση και να σε βγάλη από +το βάθος της αβύσου που είσαι, αν από το μέρος σου δεν ήθελες +κάμει δυναστείαν διά να βγης. + +Ο Δερβύσης, μιλώντας έτσι, εστοχάσθη την βασιλοπούλαν που άρχισε +να κλαίη· τόσον φόβον της έκαμαν τα λόγια του. Όθεν της είπε· +θυγατέρα μου, σφόγγισε τα δάκρυα σου· βλέπω ότι η καρδιά σου +κλίνει εις μεταβολήν· σου τάσσω να σε ξεκολλήσω από την δύναμιν +του δαίμονος· φθάνει μόνον να μη παρακούης εις τες συμβουλές μου. +Τότε η βασιλοπούλα του έταξεν ότι ήτον έτοιμη να κάμη ό,τι την +ήθελε προστάξει. Και έτσι φιλώντας το χέρι του Δερβύση, εγύρισεν +εις το παλάτι της, γεμάτη από στοχασμούς και φόβον. + +Την ακόλουθον ημέραν, εξαναγύρισεν εις τον Δερβύσην, και μένοντας +μοναχή, ο Δερβύσης της είπε. Βασιλοπούλα, απόψε είδα εις τον ύπνον +μου τον μέγαν Καισάγιαν, ο οποίος μου είπεν· ω Δερβύση, επήκουσα +την δέησίν σου και θέλω αποδιώξει το δαιμόνιον από την Φαρουχνάζ· +μα πρέπει να στεφανωθή ένα νέο βασιλόπουλο που την αγαπά κατά +πολλά, επειδή και έτσι είναι γραμμένον εις τον ουρανόν, να πάρη +αυτό, και όχι άλλο κανένα. Η Βασιλοπούλα έμεινεν έκθαμβη από αυτά +τα λόγια, και είπε· πώς είνε δυνατόν να στεφανωθώ ένα υποκείμενον, +που ούτε το είδα, αλλ' ούτε ηξεύρω ποίον είναι; Ο Καισάγιας, +απεκρίθη ο Δερβύσης, μου είπεν ότι αυτό το βασιλόπουλον είναι υιός +του Βασιλέως της Περσίας και ονομάζεται Καρούκ, το οποίον είναι +τόσον εύμορφον και χαριτωμένον, που μητέρα εις τον κόσμον δεν +εγέννησε παρόμοιον. + +Ω σεβάσμιε πάτερ, του λέγει η βασιλοπούλα, τούτη η ομιλία με +κάμνει εκστατικήν· ένα νέο βασιλόπουλο, που ποτέ δεν με είδε, πώς +είναι δυνατόν να με αγαπήση τόσον; Εγώ θέλω σου το ειπεί, απεκρίθη +ο Δερβύσης με τι τρόπον εσυνέβη αυτό, επειδή και ο Καισάγιας μου +εφανέρωσε καταλεπτώς τα πάντα, με όλες τες περίστασες επάνω εις +αυτό το πράγμα. Και διά να σε βγάλω από την περιέργειαν σου λέγω +πως το Βασιλόπουλον Καρούκ ενυπνιάσθη μίαν νύκτα πως σε είδεν εις +ένα εύμορφον λειβάδι και, όντας εκστατικόν από την ευμορφιά σου, +ηθέλησε να σου μιλήση περί αγάπης· μα του λόγου σου θυμωμένη το +απεστράφης, λέγοντάς του, ότι οι άνθρωποι δεν είναι άλλο παρά +επίβουλοι, διά τούτο τους μισώ, και τους αποστρέφομαι επί ζωής +μου. Η θλίψις που του επροξένησαν αυτά τα λόγια, τον έκαμε να +ξυπνήση· και, η φαντασία αυτού του ονείρου του εκαρφώθη εις τον +νουν τόσον, που τον έκαμες να μην έχη ποτέ ανάπαυσιν· και με όλον +που δεν έχει ελπίδα εις το να απολαύση τα κάλλη σου, φυλάττει μίαν +άκραν επιθυμίαν προς λόγου σου. + +Εις αυτήν την ομιλίαν του μεγάλου Δερβύση, αναστέναξε μεγάλως, και +σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν· ω Θεέ, εφώναζεν, είνε δυνατόν +αυτό το Βασιλόπουλο να έκαμε το ίδιον όνειρον που κ' εγώ έκαμα; +μεγάλε Δερβύση, ακολούθησεν αυτή, ο Καισάγιας δεν σου είπε το +όλον· ενυπνιάσθηκα και εγώ μίαν φοράν πως ήμουν εις ένα εύμορφον +λειβάδι, εις το οποίον είδα το πλέον ωραιότατον Βασιλόπουλον του +κόσμου πως ήλθε να μου μιλήση περί αγάπης και εγώ του εγύρισα τες +πλάτες χωρίς να του δώσω ακρόασιν· μα εις τον ίδιον καιρόν +αγροίκησα την καρδιά μου να λάβη κάποιαν κλίσιν προς αυτόν· Όθεν +εβιάσθηκα να φύγω από σιμά του, φοβουμένη μήπως η ευμορφιά του και +οι κολακείες του ήθελαν θριαμβεύση εις το μίσος, που διά τους +ανθρώπους είχα. Eτούτο το μίσος προς τους ανθρώπους μου επροξενήθη +από ένα άλλο όνειρο που είδα διά μίαν έλαφον που ευρίσκονταν εις +τα δεσμά, και ένα ελάφι την εκύτταζε χωρίς να της δώση βοήθειαν· +και αυτό υπώπτευσα πως έτσι είναι και οι άνθρωποι είναι επίβουλοι +και άσπλαχνοι εναντίον των γυναικών μα τώρα γνωρίζω το σφάλμα μου, +και επικρίνω καλύτερα τους ανθρώπους τους οποίους τους πιστεύω +πιστούς εις την αγάπην τους και τας γυναίκας τους, και αν είνε +μέλημα του ουρανού να στεφανωθώ το Βασιλόπουλον της Περσίας, είμαι +πρόθυμη να κλίνω χωρίς εναντίωσιν καμμίαν. + +Ο μέγας Δερβύσης έμεινε γεμάτος από χαράν διά την κατάπεισιν της +Βασιλοπούλας, όθεν της είπε· θυγατέρα μου, θέλω απόψε να +συμβουλευθώ με τον Καισάγιαν επάνω εις αυτό, διά να ιδώ τι χρεία +κάνει να κάμης διά να απολαύσης την ακμήν του πόθου σου, και +αύριον θέλω σου ειπεί την απόκρισίν του. Η Βασιλοπούλα εγύρισεν +εις το παλάτι της πολλά ευχαριστημένη, και δεν έβλεπε την ώραν +πότε να απολαύση το ποθούμενον επειδή και τότε της ήλθε εις τον +νουν η μεγάλη ωραιότης εκείνου του Βασιλοπούλου που είδεν εις τον +ύπνον της, διά το οποίον όλην εκείνην την ημέραν ευρίσκονταν +ανήσυχη, και ούτε την νύκτα μίαν στιγμήν δεν ημπορούσε να +αναπαυθή. Όθεν ευθύς που άρχισεν η ημέρα εσηκώθη, και επήγε να +εύρη τον Δερβύσην, ο οποίος εκατάλαβε καλώτατα, οπόταν την είδε, +πως δεν είχε το πνεύμα ήσυχον. + +Δεν εκαρτέρεσεν αυτή να της ειπή εκείνος την απόκρισιν του +Καισάγια· αλλά επρόλαβε και του είπε· και έτσι, ω σεβάσμιε πάτερ, +έχει ο ουρανός διωρθωμένον το γραπτόν μου, και σε έκαμε να +γνωρίσης την υποταγήν μου; Ναι, ω θυγάτηρ μου, απεκρίθη, ο μέγας +Καισάγιας μου ωμίλησεν ότι κάνει χρεία ετούτην την νύχτα να +μισεύσωμεν, διά να σε φέρω ο ίδιος εις το βασιλόπουλο της Περσίας +που σε αγαπά, να το στεφανωθής και να μείνης εκεί βασίλισσα· μου +είπεν ακόμη να ζητήσω το θέλημα του πατρός σου και έτσι απόψε να +μισεύσωμεν. + +Οπόταν ο πατέρας μου το στέρξη διά να με αφήση, του είπεν η +Βασιλοπούλα, εγώ είμαι έτοιμη να υπακούσω εις την θέλησιν του +Καισάγια, μ' όλον πού τέτοιο ταξείδι είνε εναντίον της ορέξεώς +μου. Αυτό το ταξείδι, της είπεν ο Δερβύσης, πρέπει να το κάμης διά +κανόνα της σκληρότητός σου· μα ως τόσον ύπαγε εις το παλάτι σου +και ετοιμάσου, και εγώ θέλω πηγαίνει εις τον πατέρα σου να ζητήσω +την άδειαν διά τον μισευμόν μας. Η Φαρουχνάζη ακολούθησε καθώς της +είπε, και ο Δερβύσης από το άλλο μέρος επήγεν εις τον βασιλέα, και +του ανήγγειλε το θέλημα του Καισάγια, και τα όσα έτρεξαν αναμέσον +αυτού και της βασιλοπούλας. Ο βασιλεύς λαμβάνοντας αυτήν την +είδησιν της μεταβολής της θυγατρός του, έλαβε μεγάλην χαράν και +έχοντάς μεγάλην πίστιν εις τον Καισάγιαν, και εις τα λόγια του +Δερβύση, έκλινε και έδωσε θέλημα της θυγατρός του διά να μισεύση +μαζί με την βάγια της, παρακαλώντας τον Δερβύσην να την προσέχη +ωσάν να ήτον η ιδία του θυγατέρα. Ο Δερβύσης του υπεσχέθη να μην +έχη έγνοιαν δι' αυτήν, και ότι εις την φύλαξίν τους έχουν την +βοήθειαν του μεγάλου Καισάγια. Ως τόσον την ερχομένην νύκτα +εμίσευσεν η βασιλοπούλα μα την βάγια της και με τον Δερβύσην, +χωρίς άλλην συντροφιά, επειδή και ο Δερβύσης έλεγεν ότι το θέλημα +του Καισάγια ήταν να μισεύσουν χωρίς συντροφιά άλλη. + +Μισεύοντας το λοιπόν και οι τρεις απάνω εις τρία καλά άλογα, +επεριπάτησαν όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να σταματήσουν πουθενά, +και εις τα ξημερώματα εξεπέζευσαν διά να αναπαυθούν εις ένα +μεγαλώτατον λειβάδι, στολισμένον με πολυποίκιλα λουλούδια, που +έδιδαν μεγάλην ηδονήν εις την όρασιν, και άκραν ευχαρίστησιν εις +την όσφρησιν· εις δε το τέλος του λειβαδιού, ήτον ένα παλάτι +θαυμασιώτατον, με ένα περιβόλι πολλά ωραίον, και κοντά εις αυτό +έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Ο Δερβίσης λοιπόν εκεί που +εθεωρούσεν αυτόν τον εύμορφον τόπον, αιφνιδίως άλλαξεν η όψις του, +και έγινεν ωσάν νεκρού. Η βασιλοπούλα και η βάγια της, φοβισμένες +διά μίαν τοιαύτην μεταβολήν του εζήτησαν το αίτιον. Ω βασιλοπούλα, +απεκρίθη ο Δερβύσης, βλέποντάς την φοβισμένην, ποίον δαιμόνιον μας +έφερεν εδώ; κοντά μας πιστεύω να είνε το φοβερόν κατοικητήριον της +μάγισσας Μερχάνης· αν αυτή μας ιδή είμασθε χαμένοι· αλλοίμονον εις +εμέ, σου τάσσω πως εγώ δεν φοβούμαι άλλο, παρά διά λόγου σου· αν +ήμουν μοναχός ήθελα κάμει ένα μεγάλο κατόρθωμα, και αγροικώ ότι +έχω κάποια καρδιά διά να το εκτελέσω. + +Κάμε, του είπεν η βασιλοπούλα εκείνο που γροικάς, και εμάς λόγιασε +ωσάν να μη μας είχες εις την συντροφιά σου· αν η κακή μας τύχη +θέλη να χαθούμεν εις τούτον τον τόπον, πρέπει υπομονή· και ημπορώ +να ειπώ πως επλήρωσα την τύχην μου. με μίαν σταθερότητα αξίαν της +ευγενείας του αίματός μου. Ω ωραιοτάτη βασιλοπούλα, εφώναξεν ο +Δερβύσης, η απόφασις εις την οποίαν σε βλέπω, μου δίδει +περισσοτέραν δύναμιν και καρδιά· θέλω το λοιπόν ή να λάβω μίαν +δόξαν αθάνατον ή να χαθώ· μείνατε αυτού το λοιπόν, και αν εις +διάστημα μιας ώρας δεν γυρίσω, θέλει είνε σημείον πως δεν απόλαυσα +το ποθούμενον και στοχασθήτε με διά χαμένον. Και έτσι λέγοντας +έβγαλε το σπαθί του και επήγε και εμπήκεν εις το παλάτι της +μάγισσας. + +Ύστερον από τον μισευμόν του, η βασιλοπούλα με την βάγια της +αγροικούσαν μίαν μεγάλην θλίψιν και φόβον μην ηξεύροντας τι θέλει +είνε το γραπτόν τους· και έντρομες εκαρτερούσαν διά να ιδούν το +αποβησόμενον, ή της ευτυχίας, ή της δυστυχίας του. Μα δεν έμειναν +διά πολύ εις αυτές τες φαντασίες, με το να είδαν τον Δερβύσην +ύστερον από μίαν ώραν να γυρίση προς αυτές χαρούμενος, και με τα +χείλη γελούμενα τες είπεν· ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός· η Μερχάνη +δεν ημπορεί πλέον να μας βλάψη. Και τούτη η τοποθεσία, που η +σκληρά με τες μαγείες της την έκανε φοβερωτάτην, έγινε γαληνή και +άφοβη εις καθένα. Μα είναι καιρός τέλος πάντων, ω ωραία +Βασιλοπούλα, να σου φανερώσω ποίος είμαι· μη με στοχάζεσαι πλέον +διά Δερβύσην και προεστόν του Καισάγια, στοχάσου με διά μυστικόν +του βασιλόπουλου της Περσίας και διά Σιρμώγ, που είναι το +καθολικόν μου όνομα. Θέλω το λοιπόν εις ολίγα λόγια να σου διηγηθώ +την ιστορίαν μου, και ύστερα από αυτό θέλομεν έμπει και εις το +παλάτι της Μερχάνης, εις το οποίον θέλεις ιδεί πράγματα που να +φρίξης· ως τόσον άκουσον την ιστορίαν μου. + +Ο μέγας βασιλεύς της Περσίας έχει διά κληρονόμον ένα υιόν μοναχόν +ονομαζόμενον Καρούκ, ο οποίος αφού και σε είδεν εις τον ύπνον του, +καθώς σου εδιηγήθην, έπεσεν εις μεγάλην αρρώστιαν χωρίς να εύρη +ιατρείαν με όλην την επιμέλειαν που ο πατέρας του έδειξεν. Οι +ιατροί δεν εγνώρισαν το πάθος του με κανένα τρόπον. Ο πατέρας του +που το αγαπούσε κατά πολλά ήτον έξω από τας φρένας του, φοβούμενος +να μην του αποθάνη. Εγώ εκείνες τες ημέρες ευρισκόμουν μακράν από +την αυλήν, και οπόταν έφθασα, ο πατέρας του ευθύς μου εφανέρωσε +τον κίνδυνον της αρρώστιας του. Εγώ του έταξα ότι δεν θέλω λείψει +να κάμω το κατά δύναμιν διά να μάθωμεν όλα τα περιστατικά. Και +ούτω πηγαίνοντας εις το βασιλόπουλο εκεί που ήτον άρρωστος, το +εξέταζα με εύμορφον τρόπον και επιτήδειον, διά να μου φανερώση το +αίτιον της αρρώστιας του. + +Αυτό έχοντας όλον το θάρρος εις εμένα, δεν άργησε να φανερώση το +πάθος του και το ενύπνιον που είχεν ιδή διά λόγου σου, καθώς σου +το εδιηγήθηκα, και πως θα απέθνησκεν, αν δεν σε ήθελεν εύρει διά +να σε στεφανωθή. Εγώ του επαράστησα το αδύνατον που ήτον να εύρη +μίαν που εις τον ύπνον του είδε, χωρίς να ηξεύρη ποία ήτον, και +εις ποίον τόπον εκατοικούσεν. Αυτός μου απεκρίθη πως δεν είνε άλλο +παρά να μισεύσωμεν μαζί, και να πάμε από βασίλειον εις βασίλειον +ερευνώντας, και ή να ημπορέση να την εύρη ή να αποθάνη. Εγώ +βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του και στοχαζόμενος τον +κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, που αν δεν τον υπήκουα +απέθνησκεν από την θλίψιν και από την απελπισίαν του, τον +επαρηγόρησα, και του έταξα να κάμω ως επεθύμει, λέγοντάς του· μην +έχεις καμμίαν έγνοιαν, ω αγαπημένο μου βασιλόπουλο, διατί εγώ θέλω +μιλήσει του βασιλέως του πατρός σου με άλλον τρόπον, διά να σου +δώσω θέλημα να υπάγης όπου θελήσης. Υπάγω το λοιπόν προς αυτόν διά +να του αναγγείλω, και του λόγου σου ως τόσον στάσου με καλήν +καρδιά, επειδή και ελπίζω να κάμη καθώς είνε η επιθυμία σου. + +Ο Καρούκ ευχαριστημένος διά την υπόσχεσίν μου, με αγκάλιασε, και +ύστερον τον άφησα και επήγα εις τον βασιλέα, του οποίου του +εδιηγήθηκα ένα προς ένα τα όσα ο υιός του μου είπεν, ομοίως και το +αίτιον της αρρώστιας του, πως επιθυμά ή να απολαύση το υποκείμενον +που ενυπνιάσθη, ειδεμή θέλει αποθάνει από την θλίψιν του. Εγώ διά +να μη τον απελπίσω δεν εναντιώθηκα εις τες φαντασίες που του +επροξένησαν την αρρώστιαν, αλλά έταξα πως θέλω κάμει να λάβη το +ποθούμενον, και να μη τον μέλλη πλέον δι' αυτήν την υπόθεσιν. + +Όθεν απεφάσισα και το ευρίσκω εύλογον, αν και της βασιλείας σου +αρέση, δι' να του έβγη αυτή η φαντασία, να μας δώσης θέλημα +αυτουνού και εμένα, να ταξειδεύσωμεν διά περιήγησιν εις άλλα +βασίλεια, και με τούτο βλέποντας άλλον κόσμον, και άλλα ήθη, θέλει +του περάσει η μελαγχολία και η φαντασία που έχει, και θέλει +λησμονήσει τα υποκείμενον, εις το οποίον είναι όλος ο νους του. +Αυτή η γνώμη ήρεσε του βασιλέως, και επρόσταξεν ευθύς να +ετοιμασθούν τα χρειαζόμενα διά το ταξείδι του υιού του, ο οποίος +συντροφιασμένος από πολλούς στρατηγούς εμίσευσε μαζί μου από την +Περσίαν. + +Ύστερον από ένα μακρύ ταξείδι που εκάμαμεν, ζητώντες να εύρωμεν το +ποθούμενον, εφθάσαμεν εις μίαν πολιτείαν, όχι πολλά μακράν απ' +εδώ, εις την οποίαν εμβαίνοντες είδαμεν όλους τους κατοίκους που +ήτον ενδεδυμένοι θλιβερά. Περίεργοι δι' αυτήν την θεωρίαν που +εβλέπαμεν ερωτήσαμεν ένα διά να μας ειπή το αίτιον αυτής της +μεγάλης θλίψεως, ο οποίος μας εδιηγήθη, ότι αυτή επροξενούνταν από +τον θάνατον του υιού του Βασιλέως τους, τον οποίον τον αγαπούσεν +έξω από το μέτρον, με το να τον είχε μοναχόν και διαδοχον του +βασιλείου του. Και από τι θάνατον απέθανε; τον ερώτησα εγώ· από +αγάπην, εκείνος μου απεκρίθη, επειδή και είχεν ακούσει την μεγάλην +ωραιότητα της βασιλοπούλας της Κασμυρίας, ονομαζομένης Φαρουχνάζ, +την αγάπησεν υπερβολικά και έξω της στράτας, διά το οποίον την +εζήτησε πολλές φορές του πατρός της, και δεν εστάθη τρόπος, που να +την λάβη· όχι διότι ο πατέρας της δεν ήθελε, να του την δώση, αλλά +από αιτίαν αυτηνής, που δεν ήθελε να υπανδρευθή με κανένα τρόπον, +με το να είχε μέγα μίσος εις τους ανθρώπους, από αιτίαν ενός +ονείρου που είχε ιδεί διά ένα ελάφι, πως είχε παραιτήση μίαν +έλαφον εις τα δίκτυα, χωρίς να την βοηθήση να έβγη. Και αυτό το +ενύπνιον την έβαλεν εις φαντασίαν πως και οι άνδρες το όμοιον +είναι άσπλαγχνοι εναντίον των γυναικών, και διά τούτο δεν ήθελε να +ακούση, ούτε να ιδή άνδρα τινά. Όθεν αυτή η απελπισία επροξένησε +τον θάνατον του υιού του βασιλέως μας. + +Ο Καρούχ, δεν ημπόρεσε να ακούση αυτήν την ιστορίαν, χωρίς ν' +αγροικήση, κάποιαν σύγχυσιν εις το πνεύμα του, και του ήλθε εις +τον νουν, ότι αυτή η βασιλοπούλα είναι εκείνη, που είδεν εις τον +ύπνον του, πως έφευγε τους άνδρας και τους εμισούσεν· όθεν έλαβε +χαράν και θλίψιν· χαράν, επειδή και έμαθε τέλος πάντων ποία ήτον +εκείνη που του έτρωσε την καρδίαν, και θλίψιν, ακούοντας την +σληροκαρδίαν που είχεν εναντίον εις τους άνδρας, και που με κανένα +τρόπον δεν ήθελε να ακούση υπανδρείαν, το οποίον πράγμα τον έβανε +εις μέγαν φόβον· πως δεν θέλει λάβει το ποθούμενον όθεν άρχιζε +πάλιν να δίδεται εις νέαν μελαγχολίαν· Εγώ όμως βλέποντάς τον +έτσι, ευθύς του είπα· ω ακριβό μου βασιλόπουλο, μην φοβάσαι +τίποτε· η ευτυχία σου είνε βεβαία, επειδή και τώρα ηξεύρομεν με τι +υποκείμενον έχομεν να κάμωμεν· διά τούτο άφησε να κάμω εγώ, και +του λόγου σου μη σε μέλει τίποτε και άλλο δεν ζητώ απ' εσένα, παρά +να κάμης, καθώς σε ερμηνεύω. Του λόγου σου λοιπόν, μείνε εδώ εις +τούτην την πολιτείαν με τους ανθρώπους σου και εγώ θέλω πηγαίνει +εις το βασίλειον της Κασμυρίας, και σου τάσσω πως να μην περάση +πολύς καιρός που να σου φέρω εδώ το υποκείμενον της επιθυμίας σου. +Μη μου ζητής πώς θα έχω να κάμω να το βάλλω εις πράξιν, διότι ούτε +εγώ ο ίδιος δεν το ηξεύρω, αλλά θέλω συμβουλευθή με τες +περιστάσεις, και κατά πως μου φανή αρμόδιον θέλω κάμει. Το +Βασιλόπουλο καταπεισμένον εις τα λόγια μου και εις την πίστιν που +είχα διά να κατορθώσω αυτό, με αγκάλιασε και, έπειτα περάσαμε το +επίλοιπον της ημέρας εις ηδονές και ξεφαντώσεις. + +Την ερχομένην αυγήν επήρα θέλημα από τον Καρούκ, και εμίσευσα +καβαλλάρης επάνω εις ένα άλογον εύμορφον και ανδρείον. Ύστερα από +πολλών ημερών δρόμον, έφθασα εις τούτον τον τόπον, και βλέποντας +ετούτο το εύμορφο λειβάδι, ηθέλησα να αναπαυθώ κάμποση ώρα, και +ξεπεζεύοντας επήγα σιγά, εις το παλάτι, εκεί που βλέπεις εκείνα τα +εύμορφα δένδρα και εκάθησα υποκάτω εις ένα από αυτά, κοντά εις το +οποίον έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Όθεν πίνοντας από αυτό, και +γροικώντας την ευωδίαν των ανθέων, και τον δροσερόν αέρα που +έπνεε, με έπιασεν ένας γλυκύς ύπνος, και αποκοιμήθηκα διά κάμποση +ώρα και αφού εξύπνησα βλέπω ολόγυρά μου πέντε έξ ελαφίνες άσπρες, +που είχαν επάνωθέν τους ένα σκέπασμα γαλάζιο από ατλάζι, και εις +τα ποδάρια βραχιόλια από χρυσάφι. + +Εγώ βλέποντας τες έτσι κοντά μου άρχισα να τες θαυμάζω, και να τες +χαϊδεύω· έτσι κάνοντας τες επαρατήρησα που έχυναν δάκρυα +πολλώτατα, κάνοντάς μου διάφορα σχήματα. Αυτό με εξέπληξε πολύ +περισσότερον, μην ηξεύροντας τι να στοχασθώ δι' αυτά που έβλεπα· +και εκεί που τοιαύτης λογής εστοχαζόμουν, γυρίζω τα μάτια μου προς +το παλάτι, και βλέπω εις ένα παράθυρον μίαν ωραιοτάτην κυράν, που +μου έκανε νόημα να υπάγω εις αυτήν. Ευθύς άφησα εκεί το άλογόν +μου, και εκίνησα με προθυμίαν να υπάγω προς αυτήν με όλον που οι +ελαφίνες μου εφαίνονταν πως με εμποδούσαν, τραβώντας με με τα +δόντια τους από τα φορέματα, και εμποδίζοντάς μου την στράταν. Μ' +όλον που ήμουν εκστατικός διά τα σχήματα, και διά τα δάκρυα +εκείνων των ζώων, δεν επαράτησα να στοχασθώ εις την ιδίαν στιγμήν +ότι εις αυτό θα ήτο τάχατες κάποιο μυστήριον· μα η επιθυμία εις το +να ιδώ εκείνο το υποκείμενον, εθάμπωσε την φρόνησίν μου και με +ωδήγησεν εκεί. + +Φθάνοντας λοιπόν εις το παλάτι, με εδέχθη με μεγάλην δεξίωσιν +εκείνη η Κυρά, η οποία ήτο πλέον ωραιοτέρα από σιμά παρά από +μακράν. Αυτή παίρνοντάς με από το χέρι με έφερεν εις ένα θαυμάσιον +χοντζερέ, και με έβαλε και εκάθησα μαζί της επάνω εις ένα χρυσόν +σοφά· ύστερα δε από τους πρώτους χαιρετισμούς μερικές σκλάβες +έφεραν διαφόρων λογιών οπωρικά εις ένα δίσκον από φαρφουρί της +Κίνας. Η κυρά διαλέγοντας ένα από εκείνα τα οπωρικά το πλέον +εύμορφον, μου το έδωκε διά να γευθώ, μα ευθύς που το εγεύθηκα, +άλλαξεν αιφνιδίως εκείνη το βλέμμα της και με οργήν μου είπε· +«Τολμηρέ, και απόκοτε ξένε, δοκίμασε την παιδείαν την διωρισμένην +εις όλους εκείνους που τολμηρώς εμβαίνουν εις το παλάτι της +Μερχάνης· άφησε την φυσικήν σου μορφήν και λάβε εκείνην μιας +ελάφου· χάσε την ομιλίαν σου, και διαφύλαξε μόνον το ανθρώπινον +λογικόν να σου δουλεύη διά περισσοτέραν σου παιδείαν.» Ακόμη δεν +είχε καλοτελειώσει αυτά τα λόγια, και ευρέθηκα μεταμορφωμένος εις +ελάφι, και βάνοντάς μου εις τον ίδιον καιρόν ένα σκέπασμα επάνω +μου, έκαμε να με φέρουν εις μίαν μάνδραν, που ήτον πλέον παρά +διακόσια άλλα ελάφια ή διά να ειπώ καλίτερα άνθρωποι, πού η κακή +τους τύχη τους έφερεν εκεί ωσάν και εμένα, και τους εμεταμόρφωσεν +εις ελάφια. + +Βλέποντας τον εαυτόν μου εις αυτήν την μορφήν, άρχισα να +στοχάζωμαι την δυστυχισμένην μου κατάστασιν, και δεν ήτον τόσον ο +πόνος της δυστυχίας μου που με έθλιβεν, όσον ήτον εκείνος που +έθρεφα διά τον Καρούκ· αλλοί εις εμέ, έλεγα κάθε στιγμήν· τι θέλει +είναι διά τον αγαπημένον μου Καρούκ; πώς θέλει ημπορέσει πλέον να +λάβη την πλήρωσιν της επιθυμίας του; θέλει με καρτερεί χωρίς ποτέ +να με μεταϊδή, και μη βλέποντάς με θέλει έλθει εις απελπισίαν. +Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγα, και εστοχαζόμουν, τα οποία μου +επροξενούσαν θλίψιν απαρηγόρητον διά πολύν καιρόν. + +Μίαν ημέραν το λοιπόν, που ευρισκόμουν εις αυτήν την κατάστασιν, +βλέπω μίαν άλλην ωραιοτάτην κυράν πλουσίως ενδυμένην με οχτώ δέκα +σκλάβες κοντά της, εις μίαν από τες οποίες είπε, θεωρώντας τα +ελάφια. Κατά αλήθειαν εγώ πολλά θρηνώ ετούτους τους δυστυχείς· +πόσον είναι άσπλαχνη η αδελφή μου Μερχάνη, η οποία την τέχνην που +ηξεύρει, δεν την μεταχειρίζεται εις άλλο, παρά εις το να βλάπτη το +γένος των ανθρώπων. Αλήθεια την έμαθα και εγώ την τέχνην της +μαγείας, μα την μεταχειρίζομαι εις άλλα πράγματα ωφέλιμα, όχι εις +το να βλάψω τους ανθρώπους, αλλά να τους συντρέξω, μα επειδή και η +αδελφή μου δεν είναι εδώ διά την ώρα, έχω επιθυμίαν να κάμω ένα +καλόν σήμερον. Πήγαινε λοιπόν να πιάσης ένα από αυτά τα ελάφια, +και να μου το φέρης εις το χοντζερέ μου το συντομότερον. Και έτσι +λέγοντας, εμπήκε εις το παλάτι. + +Εκείνη η σκλάβα κατά τύχην έπιασεν εμένα, και με έφερεν εις την +κυρίαν της, η οποία βλέποντάς με, ήνοιξεν ένα κουτί που είχε μίαν +αλοιφήν, και μου άλειψε τα ρουθούνια λέγοντάς μου· «Ω άνθρωπε +άφησε την μορφήν του ελαφιού, και λάβε την φυσικήν σου». Ευθύς δε +που εφώνησεν αυτά τα λόγια ευρέθηκα καθώς ήμουν πρώτα, και έπεσα +εις τους πόδας της κυράς διά να την ευχαριστήσω. Μα αυτή +σηκώνοντάς με μέ εξέτασε τι όνομα έχω, και από ποίον τόπον είμαι, +και πώς έτυχα και έπεσα εις τας χείρας της αδελφής της. Εγώ της +απεκρίθηκα εις όσα με ερώτησε, χωρίς να της κρύψω το παραμικρόν. +Και τελειώνοντάς την ομιλίαν μου αυτή μου είπεν· + +Επειδή και του λόγου σου μου εφανέρωσες το ποίος είσαι, ιδού που +θέλω και εγώ να σου φανερώνω το ποία είμαι· Εγώ είμαι θυγατέρα +ενός Μεγιστάνος της αυλής της Κασμυρίας, εις την οποίαν έχεις να +πηγαίνης και ονομάζομαι Γουλνάζε, εκείνη που σε έκαμε ελάφι, είναι +αδελφή μου μεγαλείτερη και ονομάζεται Μερχάνη. Αυτή είναι μια +φοβερά Μάγισσα, που την δύναμίν της είναι να την φοβάται καθένας. +Άλλη από μένα δεν ημπορούσε να σε ελευθερώση από τα χέρια της, και +με όλον που είμαι αδελφή της, αν αυτή απεικάση πως σε ελευθέρωσα, +φοβούμαι να μη με παιδεύση σκληρώς· μα ότι και αν μου ήθελε τύχει +δεν το μετανοώ διά το καλόν που σου έκαμα, και θέλω, διά να είσαι +περισσότερον υπόχρεως, να σε βοηθήσω εις το να κάμης ευτυχισμένον +το βασιλόπουλο, τον φίλον σου. Ομολογώ ότι είναι δύσκολον να λάβη +αυτήν την ευτυχίαν, επειδή και όποιος επιθυμεί να απολαύση αυτό, +πρέπει να αποκτήση το θάρρος της βασιλοπούλας, το οποίον εσύ δεν +ειμπορείς να το απολαύσης, αν δεν ήθελες απεράση εις την αυλήν του +πατρός της, του βασιλέως της Κασμυρίας, εις φήμην αγίου ανθρώπου. + +Μα πώς ημπορώ, απεκρίθηκα, εγώ, να λάβω αυτήν την φήμην, και να +κερδίσω την ευλάβειαν εκεί; Άλλο δεν θέλεις κάμει, μου είπεν +εκείνη, παρά να ακολουθήσης με προσοχήν εκείνο που θέλω σε +διατάξει. Και έτσι λέγοντας, εμπήκεν εις τον χοντζερέ της, και +ευθύς εγύρισε με μίαν γαράφαν εις το χέρι γεμάτην νερόν. Ετούτον +είπεν αυτή είναι εκείνο που σου χρειάζεται διά να πληρώσης την +επιχείρησίν σου· έπαρέ το λοιπόν και πήγαινε εις την πόλιν της +Κασμυρίας, η οποία δεν είναι πολλά μακρόν από εδώ μα πριν έμβης +εις αυτήν εγδύσου τα φορέματά σου, και ενδύσου ωσάν Δερβύσης· και +πριν ενδυθής αυτό το φόρεμα αλείψου εις όλον σου το κορμί αυτό το +νερόν της γαράφας, και έπειτα έμβα εις την χώραν· εκεί θέλεις +συναπαντήση τους φύλακας της πόλεως, οι οποίοι θέλουν σου ειπή· ω +σεβάσμιε Δερβύση, από πόθεν έρχεσαι; του λόγου σου αποκρίσου· εγώ +είμαι Δερβύσης, και έρχομαι από τα έσχατα σύνορα της δύσεως διά +ευλάβειαν, εις το να επισκεφθώ τον μέγαν Καισάγιαν. Αυτοί ωσάν +ακούσουν πως πηγαίνεις να επισκεφθής εκείνο το είδωλον, από τόπον +τόσον μακρυνόν, θέλουν πέσει εις τους πόδας σου, και θέλουν σού +φέρει με σέβας έμπροσθεν εις τον Τογρούλμπεϊν βασιλέα, ο οποίος +θέλει σε παρουσιάσει εις τον μέγαν ιερέα του ναού του Καισάγια. + +Εκείνος ο ιερεύς, και όλοι οι άλλοι υπηρέται του ειδώλου, θέλουν +σε φέρει εις τον ναόν, ο οποίος διά την ωραιότητα και +μεγαλοπρέπειαν υπερβαίνει κάθε άλλον που ευρίσκεται εις τον +κόσμον. Αυτός είνε περιτριγυρισμένος από βαθύτατον χαντάκι γεμάτον +νερόν το οποίον βράζει χωρίς φωτιά· και εκείθεν από το χαντάκι +φαίνεται ένα έδαφος από πλάκες τζελικένιες φλογερές, που +ακαταπαύστως βγάζουν άπειρες φωτιές, εις τρόπον που ο ναός +φαίνεται να είναι όλος πύρινος. Τότε ο προεστώς θέλει σου ειπεί· ω +φοίνιξ του αιώνος, εσύ υπέφερες πολλούς κινδύνους, και κόπους πριν +φθάσης εδώ· ο μέγας Καισάγιας, διά τον οποίον έκαμες ένα τόσον +σκληρόν ταξείδι, κατοικεί εδώ· αυτός ευρίσκεται κρυμμένος εις το +αγιαστήριόν του. Οι άνθρωποι δεν εμπορούν να τον ιδούν αν δεν +ήθελαν περάσει από τούτο το νερόν το βραστόν, και να περιπατήσουν +ξυπόλυτοι επάνω εις το έδαφος το πύρινον. Όθεν του λόγου σου μην +ημπορώντας να κάμης αυτό, κάνει χρεία απ' εδώ να τον προσκυνήσης, +και θέλεις έχει κάθε μισθόν. + +Τότε του λόγου σου, μου είπεν η Γουλνάζε, θέλεις φωνάξει με +μεγάλην χαράν, λέγοντας είμαι έτοιμος να το κάμω, και έχω πίστιν +να μην πάθω τίποτε. Και ωσάν ειπής έτσι περιπάτει χωρίς φόβον, +επειδή και το νερόν που αλήφθης, έχει την χάριν να κάμη το νερόν +χλιαρόν, και θέλει εμποδίσει που να σε κάψη τόσον το νερόν, ωσάν +και το έδαφος. Εμβαίνοντας εις τον ναόν, θέλεις ιδεί τον Καισάγια, +και θέλει σταθή όλην την ημέραν εκεί διά να τον λατρεύσης· έπειτα +θέλει έλθει ο μέγας ιερεύς να μιλήση μετ' εσένα και θέλει σε +κηρύξει διάδοχόν του. Εσύ θέλεις περάσει με αυτόν δεκατέσσαρες +ημέρες, και εις την δεκάτην πέμπτην, εκεί που κοιμάται θέλεις του +αλείψει τα ρουθούνια με μίαν σκόνιν που θέλω σου δώσει, διά μέσον +της οποίας ευθύς θέλει αποθάνει, και εσύ θέλεις μείνει διάδοχός +του. Και οπόταν ανέβης εις αυτήν την αξίαν, θέλεις υπάγει να +επισκεφθής το βασιλόπουλο της Κασμυρίας, το οποίον από πολύν +καιρόν ευρίσκεται άρρωστον, απαρατημένον από τους ιατρούς. Του +λόγου σου θέλεις διαβάσει επάνωθεν του μίαν προσευχήν, που θέλω +σου δώσει, και ευθύς εκείνο θέλει ιατρευθή. Η φήμη αυτής της +ιατρείας θέλει κηρυχθή εις όλον τον λαόν του βασιλείου, οι οποίοι +θέλουν σε στοχασθή ωσάν άγιον και η Φαρουχνάζ η βασιλοπούλα, της +Κασμυρίας, θέλει απιθυμήσει από την φήμην σου να σε ιδεί. +Περισσότερον δεν σου λέγω· το υπόλοιπον το τι έχεις να κάμης +στέκει εις την επιτηδειότητά σου. + +Έταξα να ακολουθήσω καταλεπτώς την ερμηνείαν της Γουλνάζε, η οποία +μου έδωσε την σκόνιν, και την προσευχήν γραμμένην που έμελλα να +ειπώ εις το άρρωστον βασιλόπουλον, και με απέστειλε λέγοντάς μου· +μίσευσε ογλήγορα πριν φθάση η αδελφή μου, και μας παιδεύση και +τους δύο, διά το να της εχάλασα την μαγείαν. + +Εγώ ευχαριστώντας την εις τρόπον που της έδινα να γνωρίση μίαν +ζωντανήν υποχρέωσιν, και παίρνοντας τα όσα μου έδωσεν αναχώρησα +μετά χαράς μεγάλης. Και φθάνοντας σιμά εις την πόλιν της +Κασμυρίας, έπειτα από ολίγας ημέρας αγόρασα ένα φόρεμα Δερβύσικον, +και το ενδύθηκα, και αλείφοντάς με και με το νερόν, υπήγα εις την +πόρταν της πόλεως. Οι φύλακες με πολλήν ευλάβειαν με επήραν και με +έφεραν εις τον Βασιλέα. Ο Βασιλεύς με επαρουσίασεν εις τον μέγαν +Δερβύσην. Επεριπάτησα επάνω εις το έδαφος χωρίς να βλαφθώ· εμπήκα +εις τον ναόν, και τέλος πάντων είδα τον μέγαν Καισάγιαν, που ήτον +βαλμένος εις ένα θρόνον χρυσόν. Αυτό είνε καθώς εσύ το ηξεύρεις +καλώτατα, ένα είδωλον, καμωμένον από φίλδισι, μιας μεγαλειότητος +υπερβολικής· οι οφθαλμοί του είνε από δύο μεγάλα καρβούνια, εις το +κεφάλι έχει μίαν κορώναν από ρουμπίνια πολύτιμα, και είνε ζωσμένος +με ένα κεμέρι όλον από διαμάντια. + +Έμεινα εκεί όλην την ημέραν. Ήλθεν ο προεστώς και με εκήρυξε +διάδοχόν του· τον εθανάτωσα εις την δεκάτην πέμπτην ημέραν, και +έμεινα εις τον τόπον του. Τέλος πάντων ιάτρευσα τον αδελφόν σου, +διά το οποίον έλαβα τόσην μεγάλην φήμην, που σε έκαμε να λάβης την +επιθυμίαν διά να με ιδής. Το υπόλοιπον του λόγου σου το ηξεύρεις, +με τι τρόπον σε εκατάπεισα να αλλάξης την βουλήν σου. Ετούτα όλα, +ω ωραιοτάτη Φαρουχνάζ, ακολούθησεν ο Δερβύσης, εστοχάσθηκα πλέον +να μη σου τα κρύψω. Συμπάθησόν μου το στρατήγημα που +επιχειρίσθηκα, διά να σου βγάλω τη ψευδή φαντασίαν και γνώμην, που +είχες διά τους άνδρας, και διά να ανταμώσω την τύχην σου, με +εκείνην του πλέον ωραίου Βασιλοπούλου, απ' όλα τα Βασιλόπουλα του +κόσμου. + +Η Βασιλοπούλα εκοκκίνησε, διαρκούσης της ομιλίας, η οποία την +έκανε καλώς να καταλάβη πως εστάθη γελασμένη· μα η αγάπη που +αγροικούσε διά το Βασιλόπουλο της Περσίας δεν την άφησε να θυμωθή +εναντίον του πλαστού Δερβύση. Τελείωσε, του είπε αυτή να μου +φανερώσης εκείνο που έκαμες, και τι εκατώρθωσες εις τούτο το +παλάτι της Μάγισσας. Ωραία Φαρουχνάζ, άρχισεν εκείνος να λέγη, +οπόταν έφθασα εις το παλάτι, ηύρα ανοικτήν την πόρταν, και +εμπαίνοντας μέσα δεν είδα κανένα, μοναχά ήκουσα μίαν φωνήν +παραπονετικήν, που έβγαινεν από ένα μέρος. Ακολούθησα την φωνήν, +και ήλθα και εμπήκα εις ένα χοντζερέ. Εκεί ηύρα μία νέαν Κυράν με +πολλά σίδερα δεμένην χέρια και πόδας, και είχε το κεφάλι +κατεβασμένον εις τα γόνατά της, και εθρηνούσε την κατάστασίν της. + +Επλησίασα εις αυτήν παρακινούμενος από ευσπλαχνίαν, διά να την +ελαφρώσω, μα τι λογής εστάθη ο θαυμασμός μου, οπόταν εκείνη +εσήκωσε το κεφάλι, και εγνώρισα εις εκείνην την δυστυχισμένην την +ευργέτιδά μου, την ωραίαν Γουλνάζε! + +Εις μίαν τέτοιαν αξιοθρήνητον θεωρίαν, εγέμισα από θυμόν και +οργήν· ω ωραία μου Γουλνάζε, εφώναξα, εις τι κατάστασιν σε +ευρίσκω; ποία βάρβαρα χέρια ημπόρεσαν να σε φορτώσουν αυτά τα +σίδερα; Αχ, αγαπημένε μου Σειρμώγ, μου απεκρίθη αυτή· είσαι εσύ +εκείνος, που βλέπω; ποία κακή τύχη σε εμετάφερεν εδώ; αλλοί εις +εμέ θέλεις γένει ογλήγωρα και εσύ θυσία της σκληράς αδελφής μου· +εκατάλαβεν αυτή πως σε ελευθέρωσα, και διά να με παιδεύση, με +έβαλεν εις τούτες τες αλυσίδες, και ευρίσκομαι εδώ από εκείνον τον +καιρόν που σε ελευθέρωσα· μα εκείνο που με θλίβει περισσότερον +είναι ο κίνδυνος εις τον οποίον ευρίσκεσαι και του λόγου σου. +Φεύγε, σε παρακαλώ, το ογληγορώτερον, διά να με σε εύρη η σκληρά +και σε παιδεύση. Α! και πώς, κυρά μου, απεκρίθην εγώ, εσύ θέλεις +να φύγω και να σε απαρατήσω αβοήθητον; με στοχάζεσαι τόσον +αχάριστον; αγαπώ καλύτερα να αποθάνω, παρά να σε αφήσω εις αυτήν +την κατάστασιν, χωρίς να σε ελευθερώσω. Ειπέ μου το λοιπόν, σε +παρακαλώ, το τι έχω να κάμω, διά να σε ελευθερώσω, αν είναι +δυνατόν, και έχω καρδιάν να το βάλλω εις πράξιν. + +Επειδή και έχεις τόσην καρδίαν και ανδρείαν, απεκρίθη η Γουλνάζε, +η ελευθερία μου εις του λόγου σου στέκει· ύπαγε εις το περιβόλι, +και εκεί θέλεις εύρει την αδελφήν μου που κοιμάται επάνω εις ένα +κρεβάτι από χόρτα και άνθη και υποκάτω από το προσκέφαλόν της έχει +μίαν σακκούλαν από ατιλάζι, και αν ημπορέσης να της πάρης την +σακκούλαν χωρίς να την εξυπνήσης, η δουλειά έγινε, επειδή εκεί +έχει τα κλειδιά από τες αλυσίδες μου, και τούτο είναι ο τρόπος που +ημπορείς να με ελευθερώσης· μα ανίσως και εξυπνήση η Μερχάνη, εκεί +που παίρνεις την σακκούλαν, σου δίνω είδησιν πως θέλεις είσαι +χαμένος. Άφησε να κάμω εγώ, της είπα, σου τάσσω ότι θα σου φέρω τα +κλειδιά, χωρίς να κινδυνεύσω. Και έτσι λέγοντας εβγαίνω ευθύς από +το παλάτι, και πηγαίνω εις το περιβόλι, εις το οποίον βλέπω την +Μερχάνην που κοιμούνταν, με την σακκούλαν υποκάτω από το κεφάλι +της. + +Εγώ στοχαζόμενος πως ήτον αδύνατον να την πάρω χωρίς να εξυπνήση, +απεφάσισα και της έκοψα το κεφάλι με το σπαθί μου, και έφερα την +σακκούλαν εις την αδελφήν της, της οποίας της εδιηγήθηκα το ό,τι +έκαμα, και έμεινε εκστατική εις την αποκοτίαν μου, χωρίς να κλαύση +τον θάνατον της αδελφής της. Και ύστερα από αυτά έβγαλα τα κλειδιά +από την σακκούλαν και άνοιξα τα σίδηρα, και ελευθέρωσα την ωραίαν +μου Κυράν. Με αυτόν τον τρόπον, ακολούθησεν ο Σειρμώγ να λέγη, +ελευθερωθήκαμεν από την πλέον χειρότερην γυναίκα της γης. Ημείς +κατά το παρόν ημπορούμεν να έμπωμεν εις το παλάτι με ελευθερίαν· η +Γουλνάζε μας καρτερεί να μας απολαύση μετά χαράς, επειδή γροικά +τόσην χαράν διά την ελευθερίαν της. Και έτσι λέγοντας επήρε την +Φαρουχνάζ από το χέρι μαζή με την βάγια της, και την έφερε εις το +παλάτι. Η Γουλνάζε ήρχονταν εις συναπάντησίν τους, και όταν είδε +την βασιλοπούλαν έπεσεν εις τους πόδας της. Μα η Φαρουχνάζ την +εσήκωσε και τρυφερά την αγκάλιασε· ωραία Γουλνάζε, της είπεν, έχω +όλην την ευχαρίστησιν, που ο γενναίος Σειρμώγ σε ελευθέρωσε κατά +το χρέος του. + +Βέβαια της απεκρίθη εκείνη χαμογελώντας, είχε κάποιον χρέος να +πασχίση διά την ελευθερίαν μου, παρά να με αφήση εις τα δεσμά. Και +από αυτό ημπορείς να καταλάβης πως το ελάφι δεν απαρατεί την +έλαφον, οπόταν εκείνη έχει χρείαν από βοήθειαν. + +Ύστερον από αυτά τα λόγια και άλλα, εμβήκαν εις το παλάτι το +οποίον η Φαρουχνάζ το εστοχάσθη θαυμασιώτατον. Έπειτα εβγήκαν από +αυτό και υπήγαν εις την μάνδραν, όπου ήτον περισσότερον από +τριακόσια ελάφια. Η αδελφή της Μερχάνης τα έκαμεν ευθύς να λάβουν +την φυσικήν τους μορφήν, με τον ίδιον τρόπον που είχε κάμει του +Σειρμώγ. Και καθώς ελάβαιναν την μορφήν τους έπεφταν εις τους +πόδας της ευεργέτιδός τους διά να την ευχαριστήσουν καθώς έπρεπεν. +Ήσαν από αυτούς το περισσότερον νέοι ευγενείς, και καλά καμωμένοι, +οι οποίοι ήτον από διάφορα μέρη της Ανατολής, που επήγαιναν και +ήρχονταν εις το βασίλειον της Κασμυρίας. + +Μα ο οδηγός της Φαρουχνάζ, ήγουν ο Σειρμώγ, έμεινε πολλά +εκστατικός εις τα να ιδή ανάμεσα εις αυτούς το αγαπημένο του +βασιλόπουλο της Περσίας. Έτρεξεν ευθύς και του έπεσεν εις τα +γόνατα· ακριβό μου βασιλόπουλο, εφώναξεν είναι δυνατόν να σε εύρω +εδώ; Ω αγαπημένε μου φίλε, του απεκρίθη αυτό σηκώνοντάς τον, είσαι +συ ο Σειρμώγ που παρασταίνεσαι εις τους οφθαλμούς μου; Ναι, ω +αυθέντα, του είπεν ο Σειρμώγ, εγώ είμαι ο ίδιος· και δι' άκραν σου +αγαλλίασιν, ιδού που σου προσφέρω και την ποθητήν σου βασιλοπούλα +της Κασμυρίας. Εις αυτά τα λόγια τον έφερε προς την Φαρουχνάζ, η +οποία ευθύς εγνώρισεν εις το βασιλόπουλο την μορφήν που εις τον +ύπνον της είχεν ιδεί. Ομοίως και το βασιλόπουλο εγνώρισε ευθύς εις +το να την θεωρήση πως ήτον η βασιλοπούλα, της οποίας ήτον πάντα +εις την ενθύμισίν του η ωραιοτάτη μορφή. + +Αφού και αμφότερα τα μέρη έδειξαν φανερώς την ευχαρίστησίν τους +και την χαράν που αγροικούσαν, διά την αμοιβαίαν τους αντάμωσιν +και απόλαυσιν εκείνου, που εποθούσαν από πολλούς χρόνους, ο +Σειρμώγ ερώτησε το βασιλόπουλον της Περσίας, πώς έπεσεν εις χείρας +εκείνης της οχληράς μάγισσας. Το οποίον του απεκρίθη πως βλέποντας +την πολλήν σου άργητα, ω αγαπημένε μου Σειρμώγ, και μη έχοντας +καμμίαν είδησιν διά λόγου σου, αφού και εμίσευσες διά την +Κασμυρίαν, ηθέλησα να έλθω ο ίδιος διά να σε ανταμώσω, και να ιδώ +πώς πηγαίνει η επιχείρησίς σου· και ούτως απερνώντας από τούτο το +λειβάδι εσυναπάντησα την μάγισσαν, που εσεργιάνιζεν εις αυτό, η +οποία με πολλήν ευγένειαν με εκάλεσε διά να πηγαίνω εις το παλάτι +της να την επισκεφθώ. Εγώ βλέποντάς την πολλήν της ευγένειαν και +την γλυκάδα της ομιλίας της υπήγα εις το παλάτι της και ανάμεσα +εις τες άλλες δεξιωσύνες που μου έκαμε, μου έδωκεν ένα ωραίον +οπωρικόν διά να φάγω. Και ευθύς που έφαγα εμεταμορφώθηκα εις +ελάφι, και εβάλθηκα εις εκείνην την μάνδραν, που ήσαν τα άλλα +καθώς τα είδες. + +Εις το αναμεταξύ που αυτοί εσυνωμιλούσαν τα συμβεβηκότα τους, η +Γουλνάζε επήγεν εις το λειβάδι, εις το οποίον έβοσκαν οι ελαφίνες +και τες έκαμε και αυτές με τον ίδιον τρόπον να λάβουν την φυσικήν +τους μορφήν· οι οποίες ήσαν όλες νέες αρχοντοπούλες, πολλά +νόστιμες και ωραίες, και ωσάν τες έδωσε την μορφήν τους, τες +έφερεν έμπροσθεν της βασιλοπούλας και του βασιλόπουλου, και τες +υποχρέωσε διά να διηγηθούν τες ιστορίες τους. Αυτές όλες οι +αρχοντοπούλες είχαν εκεί τους αγαπητικούς τους, και ήταν +εκστατικές, εις το να τους ιδούν και αυτούς ελευθερωμένους από την +μαγικήν δύναμιν της Μερχάνης, που τους εκρατούσεν υποκάτω εις +μορφήν ζώων. Οι οποίοι αφού και ευχαρίστησαν μυριάκις τον σωτήρα +τους, επήραν θέλημα και ανεχώρησαν, και επήγε καθένας με την +αγαπητικήν του εις τον τόπον του. + +Δεν έμειναν εις το παλάτι άλλοι, παρά η Γουλνάζε με την συνοδίαν +της Φαρουχνάζης και το βασιλόπουλο με τον Σειρμώγ, οι οποίοι +έμειναν εκεί διά μερικές ημέρες χαρούμενοι. Έπειτα εμίσευσαν όλοι +ομού διά την Περσίαν, και εκεί έκαμαν τους γάμους με μεγάλην +παράταξιν, και εστεφανώθηκαν η Φαρουχνάζ με τον Καρούκ, το +βασιλόπουλον της Περσίας, και η Γουλνάζε με τον Σειρμώγ, τον +οποίον τον ετίμησεν ο Καρούκ με μεγάλα χαρίσματα και αξίες διά την +πιστήν του δούλευσιν, και τον έκαμε πρώτον κυβερνήτην του +βασιλείου· επειδή και έπειτα από ολίγας ημέρας μετά τον γυρισμόν +τους εις την Περσίαν, απέθανεν ο βασιλεύς ο πατέρας του, ο οποίος +εφαίνετο να μην εκαρτερούσεν άλλο διά να αποθάνη, παρά τον +γυρισμόν του υιού του. Ο οποίος ευθύς ανέβη εις τον θρόνον του +πατρός του· και απέρασαν το επίλοιπον της ζωής των μετά μεγάλης +χαράς και ευχαριστήσεως, χαιρούμενοι όλοι διά τες απόκτησές των, +και διά την ευτυχισμένην τους τύχην. + +Τοιαύτης λογής η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν της βασίλισσας +Φαρουχνάζης, και των άλλων ιστοριών, που εις αυτήν επερικλείοντο· +Και ο βασιλεύς Αϊδήν της έδειξε πάλιν την ευχαρίστησιν, που έλαβεν +ακόμη και δι' αυτήν την ιστορίαν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά, +και δεν έπαυσαν να επαινούν την ευγλωττίαν και την καλήν μνήμην +που είχεν. Όθεν η Χαλιμά λαμβάνοντας περισσότερον θάρρος διά την +ευχαρίστησιν που ελάμβανεν ο Αϊδήν, του είπε, πως εις την αύριον, +αν είναι με το θέλημα του, θέλει του διηγηθή μίαν άλλην ιστορίαν, +που της ήλθεν εις την ενθύμησιν, καλύτερην και νοστιμώτερην από +όσες του διηγήθη. Τότε της απεκρίθη ο Αϊδήν ότι όχι μόνον αυτήν, +αλλά κάθε άλλην που θα ήθελε του διηγηθή, ήθελεν έχει μεγάλην +ευχαρίστησιν διά να την ακούση, ώστε απεφάσισεν ότι την ερχομένην +ημέραν ήθελε την ακροασθή. Ερχομένη λοιπόν η ημέρα κατά την +υπόσχεσιν που είχεν η Μεδινά, εξύπνησε την Χαλιμάν, λέγοντάς της +να διηγηθή την ιστορίαν που υπεσχέθη. Και η Χαλιμά εσηκώθη ευθύς, +και άρχισε να λέγη. + + + +&Ιστορία των περιέργων συμβάντων του Κουλούφ& + + + +Ήτο μίαν φοράν εις την Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής, +ονομαζόμενος Αμπτουλάς, ο οποίος εφημίζετο πως ήτον ο πλουσιώτερος +από τους άλλους πραγματευτάδες. Αυτός όντας τέτοιας λογής +πλούσιος, εθλίβετο μεγάλως που δεν είχε κληρονόμον, όθεν έκαμε +κάθε δυνατόν διά να αποκτήση. Η θύρα του σπητιού του ήτον πάντα +ανοικτή εις τους πτωχούς· καθημερινώς δεν έλειπε να μοιράζη +πλουσιοπαρόχως ελεημοσύνας προς τους Δερβύσιδες, διά να παρακαλούν +τον Θεόν να του χαρίση ένα κληρονόμον· έκτισε ξενοδοχεία, Μαρέτια +και Μετζίτια, μα του εστάθηκαν ανώφελα. + +Μίαν ημέραν ακούει πως ήλθεν ένας ιατρός θαυμάσιος Ινδιάνος εις +την Δαμασκόν και ευθύς στέλνει και τον κράζει, του οποίου +διηγείται τον πόνον του και την επιθυμίαν που είχε διά να αποκτήση +ένα υιόν. Ο ιατρός τον ελυπήθη και έβαλεν όλην του την σπουδήν διά +να τον χαροποίηση. Τέλος πάντων από αιτίαν του ιατρού έλαβεν εις +ολίγον καιρόν ένα υιόν, τον οποίον ωνόμασε Κουλούφ· αυτός δε εις +την γέννησιν του υιού του έκαμεν άμετρες χαρές, και μεγάλες +ελεημοσύνες εις πτωχούς και ξένους, εις δόξαν Θεού που του εχάρισε +το ποθούμενον. Αυξάνοντας δε ο Κουλούφ ο πατέρας του τον έβαλε διά +να μάθη γράμματα και τόσον επρόκοψε που πριν φθάση εις τους +δεκαοκτώ χρόνους έγινε τέλειος εις όλες τες επιστήμες και εις τες +γλώσσες και περιπλέον έγινεν εμπειρότατος εις όλες τες ασκήσεις +τες σωματικές, ήγουν να παλεύη, να τραβά το δοξάρι, να παίζη το +σπαθί, και άλλα παρόμοια, τόσον που όλοι τον εθαύμαζον, και +μάλιστα ο πατέρας του τον αγαπούσε τόσον που δεν ημπορούσε να ζήση +μίαν ώραν μακράν απ' αυτόν. Ως τόσον ο θάνατος που δεν υποφέρει +κανένα να είναι εις τον κόσμον ευτυχισμένος, έρχεται αιφνιδίως και +σηκώνει τον γέροντα πραγματευτήν. Έμεινε λοιπόν ο Κουλούφ +κληρονόμος εις όλον τον βίον του πατρός του· μα δεν τον εξουσίασε +διά πολύν καιρόν, επειδή και ευθύς που έμεινε τέλειος νοικοκύρης, +άρχισε να τον φθείρη, έκτισε παλάτια, αγόρασε εύμορφες σκλάβες, +και έκλεξε πολλούς νέους διά να του είνε σύντροφοι εις τες ασωτίες +του, και επερνούσε τες ημέρες εις τες ηδονές με αυτουνούς. +Εδιαμοιράζοντο εις το σπήτι του τα πλέον ευγενικά φαγητά και +πιοτά, και δεν έκανε άλλο παρά να συνευφραίνεται με χορούς, με +παιγνίδια, με λαλήματα και άλλα. Και δεν απέρασε πολύς καιρός που +έφθειρεν όλην του την περιουσίαν· έπειτα εστάθη στενεμμένος από +την αφροσύνην του να πουλήση τα παλάτια του και τους σκλάβους του, +και από ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν εις μεγάλην δυστυχίαν, η οποία +επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν προς τους εχθρούς του. + +Τότε αυτός εμετανόησε διά τα άσωτά του καμώματα, επρόστρεξεν όμως +εις εκείνα τα υποκείμενα που τον είχαν συμβοηθήση εις τον φθαρμόν +του· φίλοι μου, τους είπεν, εσείς με είδετε εις τι ευτυχίαν ήμουν +και τώρα εις τι κατάστασιν ήρθα, προστρέχω εις εσάς να με +βοηθήσετε, διά να ξαναέβγω από το πέσιμόν μου· ενθυμηθήτε τες +μεγάλες δωρεές που σας έκανα οπόταν σας είχα εις το τραπέζι μου· +εγώ δεν αμφιβάλλω ότι θέλει με βοηθήσετε, διά να έβγω από την +κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκομαι, και να με ελευθερώσετε από +τούτον τον κίνδυνον. Έτσι ο δυστυχής Κουλούφ έπασχε διά να +παρακινήση εις έλεος τους φίλους του διά να τον συντρέξουν, μα +αυτός ωμιλούσεν εις τόσους κωφούς· άλλος μεν του έδειχνε πως του +εκακοφαίνονταν να τον βλέπη εις αυτήν την κατάστασιν, και του +έταζε να παρακαλέση τον Θεόν διά να τον βοηθήση· άλλος δε του +έλεγεν ότι ας είχε γνώσιν να μην είχεν έλθει εις αυτήν την +δυστυχίαν· και άλλος αντάμωνεν εις την απελπισίαν την αχαριστίαν, +και του αρνούνταν ως και την παρηγορίαν να τον συμπαθήση και του +εγύριζε τες πλάτες, και κοντολογής όλοι τον αποστρέφονταν, και +πολλοί εκαμώνονταν πως δεν τον γνωρίζουν. Ω ψεύτικοι φίλοι, +εφώναξεν ο Κουλούφ! η ανευχαριστία σας και το σκληρόν σας φέρσιμον +πολλά με παιδεύει, που εστάθηκα πολλά άφρων εις το να στοχασθώ ότι +εσείς, μου είσθε αληθινοί φίλοι. + +Ο υιός, του Αμπτουλά ήτον περισσότερον θλιμμένος διά την +αχαριστίαν των φίλων του των ψεύτικων, που εστάθηκαν συμβοηθοί και +έφθειρε τον πλούτον του, παρά εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν, +όθεν απεφάσισε να ξεμακρύνη από την Δαμασκόν, διά να μην τους +μεταϊδή εις τα μάτια του και θλίβεται περισσότερον. Μισεύοντας το +λοιπόν από την Δαμασκόν επήγε προς το μέρος των Καραϊτών και ήλθεν +εις την πόλιν Καρακοράμ, εκεί που εβασίλευεν ο Καπαλκάμ· και +φθάνοντας εκεί επήγε και εκόνεψε εις ένα χάνι, και με τα δηνάρια +που του είχαν περισσεύσεί έκαμεν ένα φόρεμα και ένα φακιόλι, κατά +την συνήθειαν του τόπου. Και όλην την άλλην ημέραν δεν έκαμεν άλλο +παρά να περιδιαβάζη και να βλέπη τα πλέον περίεργα του τόπου και +το βράδυ ετραβάτο εις το κονάκι του. + +Μίαν ημέραν ήκουσεν ότι ο βασιλεύς Καπαλκάμ ετοιμάζετο διά να +πηγαίνη με μεγάλον στράτευμα εναντίον δύο γειτόνων του βασιλέων +που ήρχονταν διά να του πάρουν τους τόπους του. Επήγε να προσφέρη +την δούλεψίν του προς τον Βασιλέα, ο οποίος τον έβαλεν εις τον +αριθμόν των στρατιωτών του. Αυτός ο νέος εφέρθη με τόσην ανδρείαν +εις αυτόν τον πόλεμον, που σχεδόν από τες νίκες που έκαμεν +εκατατροπώθηκαν οι εχθροί του Βασιλέως. Έλαβε λοιπόν μεγάλες τιμές +από τον βασιλέα, και τον επαίνεσαν όλοι οι αρχηγοί· και περιπλέον +έλαβε και την επίσκεψιν του Μουγγάρ, υιού του Βασιλέως. Μα έως εδώ +δεν εστάθη η φήμη του επειδή και παύοντας αυτός ο πόλεμος, +εσηκώθησαν άλλοι δύο Βασιλείς εναντίον του Καπαλκάμ. Όθεν αυτός ο +Βασιλεύς εγύρισε τα άρματά του εναντίον αυτών των νέων εχθρών και +τότε πάλιν ο υιός του Αμπτουλά έδειξε και εις αυτόν τον πόλεμον +περισσοτέραν ανδρείαν από τον άλλον. Αυτή η δευτέρα φήμη, τον +έκαμε να έμπη καθολικά εις την χάριν του Μουγγάρ Βασιλοπούλου, +τόσον που δεν τον άφινεν από κοντά του, και από ημέραν εις ημέραν +ηύξανεν η αγάπη του προς αυτόν· όθεν εις ολίγον διάστημα καιρού, ο +Κουλούφ έγινεν ο μυστικός του. Ύστερον δε από ολίγον καιρόν, +απέθανεν ο Καπαλκάμ, και ο υιός του ανέβη εις τον θρόνον, και +ευθύς που εκηρύχθη Βασιλεύς επλούτηνε τον Κουλούφ από αξίες και +τιμές και τον έκαμε πρώτον του συμβουλάτορα. + +Ο Κουλούφ βλέποντας ότι τα πράγματά του άλλαξαν μορφήν, και ότι +δεν ευρέθη περισσότερον ευτυχισμένος ωσάν τότε, είπε με τον εαυτόν +του· κάνει χρεία να πιστεύση κάνεις βεβαίως ότι όλα τα συμβεβηκότα +της ζωής μας είναι γραμμένα εις τον ουρανόν. Οπόταν εζούσα εις την +Δαμασκόν εν ταις τρυφαίς, ελόγιαζα ποτέ πως θέλω έλθει εις +δυστυχίαν; και ερχόμενος εδώ εις Καρακορτάμ ημπορούσα ποτέ να +ελπίσω να γένω εκείνος που είμαι; όχι βέβαια· όλες οι ευτυχίες μας +και οι δυστυχίες μας κρέμονται από θέλησιν ανωτέραν. Ας ζήσωμεν το +λοιπόν κατά πως μας αρέσει, και ας αναμένωμεν τα της τύχης, που +δεν ημπορούμεν να αποφύγωμεν. Εις τούτον τον τρόπον στοχαζόμενος ο +Κουλούφ, κατά πως εστοχάσθηκεν, έτσι ακολουθούσε την θέλησίν του +χωρίς εναντίωσιν. + + + +&Ιστορία της ωραίας Δηλαράς& + + + +Μίαν ημέραν βγαίνοντας ο Κουλούφ από το παλάτι, συναπαντά μίαν +γυναίκα γραίαν σκεπασμένην με ένα πανί της Ινδίας και ο γύρος του +πανιού ήτον κεντημένος με χρυσίον και ρουμπίνια· είχεν αυτή μία +αρμαθιά μαργαριτάρια εις το ένα χέρι, και εις το άλλο ένα +δεκανίκι, και πέντε σκλάβες σκεπασμένες και αυτές, και την +εσυντρόφευαν. Επλησίασεν αυτός προς την γραίαν και την ερωτά, αν +οι σκλάβες ήτον διά πούλημα. Ναι, είπεν η γραία· μα ετούτες, με +όλον που είναι εύμορφες, δεν είναι διά λόγου σου αλλ' επειδή σε +βλέπω πως είσαι ένας ευγενής άνθρωπος, επιθυμώ να σε κάμω να +διαλέξης, την πλέον ωραίαν που να σου αρέση, από άλλες που έχω εις +το σπήτι μου, και αν θέλης έλα κοντά μου διά να τις ιδής. Λέγοντας +έτσι εκίνησαν μαζί με τον Κουλούφ διά να πηγαίνουν. Φθάνοντας δε +εμπρός εις ένα μετζίτι, η γραία του λέγει· καρτέρει με εδώ, ω +αυθέντη, έως να γυρίσω. Απέρασεν έως μία ώρα, και ιδού που βλέπει +την γραίαν με μίαν κόρην που είχε ένα μποχτζέ, εις τον οποίον +είχεν ένα πανί και ένα φερετζέ με τα οποία ένδυσε τον Κουλούφ +λέγοντάς του· αυθέντη, ημείς είμασθε υποκείμενα τιμημένα και από +καλό γένος, και δεν είνε τίμιον ένας ξένος να έμπη εις το σπήτι +μας, και διά τούτο σε ενδύω γυναίκια, διά να μη γνωρισθής. Ο δε +Κουλούφ δεν ωμίλησεν, αλλά ηκολούθησε την γραίαν, η οποία τον +έφερεν εις ένα μεγάλο παλάτι αγνώριστο, εις το οποίον εμβαίνοντας +έβλεπεν ότι τα όσα του επαρουσιάζονταν εις τα μάτια του είχαν μίαν +υπερβολικήν μεγαλοπρέπειαν και μεγαλειότητα, αφού όμως επέρασαν +μίαν μεγάλην αυλήν που ήτον πατωμένη με πλάκες από δίασπρον, +έφθασαν εις μίαν σάλαν μιας υπερβολικής μεγαλειότητος, εις το +μέσον της οποίας ήτον μία λεκάνη πορφυρά γεμάτη νερό, και μέσα εις +αυτήν έπλεγαν διάφορα ψάρια με βούλλες χρυσές· και εις το +αναμεταξύ που αυτός εστοχάζονταν τα ψάρια με θαυμασμό, βλέπει να +πλησιάζη προς αυτόν μία Κυρά πολλά νέα με χαροποιόν πρόσωπον, και +αφού τον επροσκύνησε, τον επήρεν από το χέρι και τον έβαλε να +καθίση επάνω εις μίαν χρυσήν μαξιλάραν και όταν εκάθισεν, αυτή +έλαβε την επιμέλειαν διά να του σφουγγίση το πρόσωπον που ήτον +ιδρωμένον, με ένα ψιλό μαντύλι, και κάνοντάς του ετούτην την +δούλευσιν εχαμογελούσε, και του έδινε ματιές από τες οποίες πολλά +γλήγορα έμεινε τετρωμένος. + +Τον καιρόν που αυτός την εύρισκε πολλά της αρεσκείας του και +αποφάσισε διά να την αγοράση να που μία άλλη νέα, της οποίας τα +ξανθά μαλλιά εκυματούσαν επάνω εις τες πλάτες της, και μάλιστα +ήτον πλέον ωραία από την πρώτην, η οποία ήρχονταν προς αυτόν. Αυτή +επλησίαζε με μίαν νοστιμάδα ευγενικήν προς τον Κουλούφ, του οποίου +επήρε το χέρι και το εφίλησε, και ύστερον ετοίμαζε διά να του +πλύνη τα ποδάρια εις μίαν λεκάνην χρυσήν. Αυτός δεν ηθέλησε να +υπακούση, και όντας εκστατικός διά την ωραιότητά της, εσηκώθη διά +να πέση εις τα γόνατά της με την απόφασιν διά να την αγοράση· μα +έξαφνα έμεινεν ακίνητος, ωσάν ένας που χάνει τες αισθησές του, εις +το να ιδή είκοσι άλλες νέες την μίαν ωραιότερην από την άλλην. +Αυτές εσυντρόφευαν μίαν κυράν νεαράς ηλικίας, ακόμη πλέον ωραίαν +και πλουσιώτερον φορεμένην από τες άλλες και εφαίνονταν ότι αυτή +θα ήτον η κυρά τους. Ο δε Κουλούφ επίστευσε πως βλέπει την σελήνην +τριγυρισμένην από τους αστέρας και εις την θεωρίαν της θαυμασίας +εκείνης ωραιότητος έπεσε λιγοθυμημένος. Οι σκλάβες έτρεξαν ευθύς +όλες να τον συντρέξουν και κάνοντάς του να επανέλθη εις τον εαυτόν +του, η κυρά που του επροξένησε τούτο, έτσι του ωμίλησε· καλώς μας +ήλθες, ευγενικέ νέε. Ο Κουλούφ αφού την επροσκύνησεν, έβγαλε από +την καρδιά του ένα βαθύτατον στεναγμόν. Έπειτα οι σκλάβες τον +έβαλαν και εκάθισεν εις ένα θρονί και ευθύς του έφεραν ένα +εξαίρετον σερμπίτι, εις κούπες χρυσές κεκοσμημένες με πετράδια, το +οποίον το έπιε μαζί με την Κυράν. Αυτή βλέποντας το μελαγχολικόν +του πρόσωπον, και συγχυσμένον, που σχεδόν δεν ημπορούσε να προφέρη +ένα λόγον, του λέγει· από τι προέρχεται η σύγχυσίς σου που σε +κυριεύει και η μελαγχολία που φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου; +μήπως και είσαι βαρεμένος εις το να ευρίσκεσαι εις την συντροφιά +μας με το να μη σου αρέση. Α, ωραιοτάτη Κυρά, της απεκρίθη, +κυττάζοντας την με ένα βλέμμα ερωτικόν· Παύσε, σε παρακαλώ, παύσε +να με πειράζης· πολλά καλά ηξεύρεις, ότι δεν ημπορούν να θεωρηθούν +χωρίς βλάψιμον οι χάριτες σου· είμαι, σου το ομολογώ, έξω από τον +εαυτόν μου· μία σύγχυσις, που εγώ δεν ημπορώ να την καταλάβω, +κυριεύει όλα τα πνεύματα, και με κάνει να στέκω με τούτον τον +τρόπον μελαγχολικός. Στάσου με καλήν καρδίαν, τον αντίκοψεν η +Κυρά, και στοχάσου πως εδώ ήλθες διά να αγοράσης μίαν σκλάβαν. Ας +υπάμεν το λοιπόν όλοι μαζί να καθήσωμεν εις το τραπέζι, και ελπίζω +η συντροφιά μας να σε χαροποιήση. + +Λέγοντας έτσι εκείνη επήρε τον Κουλούφ από το χέρι και τον έφερεν +εις μίαν σάλαν και εκεί εκάθησαν όλες εις μίαν μακράν τράπεζαν, η +οποία ήτον γεμάτη από πολυποίκιλα και νόστιμα φαγητά και πιοτά. +Και αφού έφαγαν και έπιαν, εσηκώθηκαν οι σκλάβες από την τράπεζαν +και άλλες επήραν και ελαλούσαν διάφορα όργανα, και άλλες +ετραγουδούσαν με αγγελικές φωνές, και άλλες εχόρευαν διαφόρους +χορούς. Παύοντας αυτές επήρεν η κυρά ένα τζιβούρι και το ελαλούσε, +τραγουδώντας με μίαν φωνήν τόσον γλυκείαν και ωραίαν, που +υπερέβαινε τα ίδια αηδόνια. + +Ο Κουλούφ ακούοντάς την αγγελικήν της φωνήν και το εύμορφον λάλημά +της, δεν ημπόρεσε πλέον να υποφέρη την φλόγα του έρωτος. Κυρά μου, +εφώναξεν, εσύ μου εσήκωσες τον λογισμόν μου, εγώ δεν ημπορώ να +υποφέρω τες σαϊτιές που μου δίνεις· δος μου άδειαν να ημπορέσω να +σου φιλήσω το χέρι, και να βάλλω το κεφάλι μου υποκάτω εις τους +πόδας σου. Έτσι λέγοντας ετούτος ο ταλαίπωρος αγαπητικός, έπεσε +κατά γης, ωσάν ένας που είνε έξω του εαυτού του, και παίρνοντας το +χέρι της κυράς το εφίλησε με πολλήν τρυφερότητα. Μα εκείνη η +γλυκυτάτη νέα θυμωμένη διά την τόλμην του, τον άμπωσε με αγριότητα +και του είπεν· όποιος και αν είσαι, στάσου, και μη ξεπηδάς τα όρια +της σωφροσύνης· εγώ είμαι μία θυγατέρα ευγενής· είναι μάταιον εσύ +να επιθυμήσης να με αποκτήσης, επειδή και δεν ηξεύρεις να με +απολαύσης, διά το οποίον δεν θέλεις με ιδεί πλέον. Με τούτα τα +λόγια, αυτή ετραβήχθη ομού με τες άλλες νέες που την εσυντρόφευαν +και έμεινεν εκεί αυτός μόνος. + +Ο Κουλούφ έμεινε πολλά θλιμμένος, που επροξένησε της κυράς που +αγαπούσε δυσαρέσκειαν, και έστεκεν εκεί εις την σάλαν +περικυκλωμένος από χιλίους στοχασμούς. Τότε ήλθε προς αυτόν η +γραία που τον είχε φέρει εκεί και του είπε· δεν έπρεπε να φερθής +με τέτοιον τρόπον εις την κυράν και με όλον που εγώ σου έδωκα να +καταλάβης πως ήταν σκλάβες, εσύ έπρεπε να στοχασθής από την +μεγαλοπρέπειαν του παλατίου, και από τα πλούσια φορέματα που ήτον +στολισμένη, ότι ήταν άλλα υποκείμενα· αυτή το λοιπόν η κυρά που +την επρόσβαλες είνε θυγατέρα ενός από τους πρώτους της αυλής του +βασιλέως. Η ομιλία της γραίας αβγάτισεν όχι μόνον την αγάπην του +Κουλούφ, αλλά και την θλίψιν του ακόμη εις το να μην εφέρθη +τακτικώς με αυτήν, και ήτον σαστισμένος διά να την ξαναϊδή. + +Τότε η κυρά, πλέον καλύτερα ενδεδυμένη με διαφορετικά φορέματα, +έρχεται εις την σάλαν με τες άλλες νέες, και άρχισε να γελά +βλέποντάς τον Κουλούφ μεγαγχολικόν και σκυθρωπόν. Εγώ λογιάζω, του +λέγει ότι εμετανόησες διά το λάθος που έκαμες, και θέλω να σε +συμπαθήσω, με συμφωνίαν ότι εις το ερχόμενον να είσαι πλέον +τακτικός, και να μου φανερώσης και ποίος είσαι. Καθώς αυτός δεν +επιθυμούσεν άλλο παρά να ξαναφιλιωθή με αυτήν την ευγενικήν κυράν, +έτσι δίχως δισταγμόν της εφανέρωσε πως ονομάζετο Καλούφ, και ήτον +μυστικός του βασιλέως. + +Κύριε, τότε του απεκρίθη, είνε καιρός που η φήμη σου ήλθεν εις τα +αυτιά μου, αγροίκησα πως εσύ είσαι ο πλέον αγαπημένος του +βασιλέως· όθεν είχα επιθυμίαν πολλήν διά να σε ιδώ· χαίρομαι το +λοιπόν που σήμερον έλαβα τούτην την ευχαρίστησιν· ας ακολουθήσωμεν +το λοιπόν τα λαλούμενα και τους χορούς μας, είπε προς τες νέες, +και, ας κάμωμε κάθε δυνατόν διά να δώσωμεν χαροποίησιν τούτου του +ξένου. Όλες οι νέες εξανάρχισαν να χορεύουν, να λαλούν, και να +κάνουν κάθε λογής παιχνίδια, έως που ήλθεν η νύκτα. Και αφού +ενύκτωσεν άναψαν διάφορα κηρία και λαμπάδες και εις το αναμεταξύ +που ετοίμαζαν το δείπνον, η κυρά και ο Κουλούφ ευρίσκονταν μαζί, +και εσυνομιλούσαν διάφορες υποθέσεις του βασιλέως· και ανάμεσα εις +τες άλλες η κυρά τον εξέταζεν αν αυτός ο βασιλεύς είχεν εύμορφες +σκλάβες. Ναι, ω κυρά, είπεν ο Κουλούφ αυτός έχει πολλά ωραίες +σκλάβες, και διά τώρα, αγαπά μίαν που ονομάζεται Γουλαδάμ· ετούτη +είνε μία νέα πολλά ωραία, και ήθελα ειπεί πως αυτή θα ήτον η πλέον +εύμορφη που ευρίσκεται στον κόσμον, ανίσως και δεν ήθελα ιδεί +εσένα· επειδή και το κάλλος σου υπερβαίνει κατά πολλά εκείνης, και +δεν ημπορεί με κανένα τρόπον να παρομοιασθή με εσένα. + +Ετούτα τα κολακευτικά λόγια δεν εκακοφάνηκαν της Δηλαράς (έτσι +ωνομάζετο αυτή η κυρά)· η οποία ήτον θυγατέρα του Βαρούκ, μεγάλου +αυθέντου της Καραΐτης, ο οποίος τότε δεν ευρίσκονταν εκεί, με το +να είχε πάγει από μέρος του Βασιλέως του διά να συγχαρή τον Ουσβάκ +Χαν, που ανέβη εις τον θρόνον της Ταρταρίας· και εις αυτό το +διάστημα που αυτός έλειπεν, η Δηλαρά έκλινε να φέρη από καμμίαν +φοράν ένα νέον εις το σπήτι της διά να μετεωρισθή, και να περάση ο +καιρός της· μα έστεκε μ' όλον τούτο πολύ εις τα εδικά της, οπόταν +ήθελεν επεικάσει κανένα που να της ήθελε χάσει το σέβας. Έμεινε +λοιπόν αυτή πολλά ευχαριστημένη εις το να ακούση τον Κουλούφ ότι +αυτή υπερέβαινεν εις την ευμορφιάν την αγαπητικήν του Βασιλέως, +και τούτος ο έπαινος την έκαμε πλέον ζωντανήν και χαροποιάν· όθεν +τον καιρόν του δείπνου είπε πολλά πράγματα νόστιμα, και ετελείωσε +με το πνεύμα της εις το να ανάψη του Κουλούφ την φλόγα του έρωτος +προς αυτήν. + +Ο Κουλούφ το λοιπόν οπόταν ήλθεν ο καιρός διά να αναχωρήση, εστάθη +έμπροσθεν της Δηλαράς και της είπεν· αν εγώ ήθελα σταθή μαζί σου +εκατόν χρόνους, ήθελε μου φανή να μην εστάθην μίαν στιγμήν μα ό,τι +λογής και αν ήθελε ήτον η ευχαρίστησίς μου, κάνει χρεία να σε +απαρατήσω διά να αναπαυθής· αύριον αν ορίσης και είναι με το +θέλημά σου θέλω ξαναέλθη. Εγώ σου δίδω το θέλημα, απεκρίθη εκείνη· +εσύ πρέπει το βράδυ να ευρεθής εις την ιδίαν πόρταν του μετσινίου, +και θέλω κάμει να σε φέρουν εδώ. Ετούτο λέγοντας ο Κουλούφ, +ευχαριστώντάς την, εβγήκεν από το παλάτι. + +Φθάνοντας εις την κατοικίαν του, όλην την νύκτα δεν έκλεισε μάτι +στοχαζόμενος το κάλλος της Δηλαράς, και τα όσα είδεν εκείνην την +ημέραν. Το ταχύ που εσηκώθη ευθύς επήγεν εις τον Βασιλέα. Ε, πόθεν +έρχεσαι, ω Κουλούφ, του είπεν ο Βασιλεύς, ευθύς που τον είδε· τι +εγίνηκες εχθές, και δεν εφάνης καθόλου προς εμένα; Αυθέντα, του +απεκρίθη ο Κουλούφ, οπόταν η βασιλεία σου θέλει μάθει τα όσα μου +εσυνέβηκαν, θέλει με συμπαθήσει που δεν ήλθα· και τον ίδιον καιρόν +του εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν· είναι αδύνατον, του είπεν ο +Βασιλεύς, τούτη η Κυρά να είναι τόσον ωραία, καθώς μου διηγάσαι· +εσύ μου μιλείς με τόσην ζωντανωσύνην, που με κάνει να μην το +πιστεύω. Αυθέντη, εξαναείπεν ο Κουλούφ, κοντολογής είναι τόσον +ωραία που σχεδόν ο πλέον περίφημος ζωγράφος ημπορεί να αμφιβάλη +διά να την παρομοιάση με το κονδύλι· ω, τούτο είναι παρά πολύ, του +είπεν ο Βασιλεύς· εσύ με κάνεις να μου έλθη επιθυμία διά να την +ιδώ, και θέλω χωρίς άλλο τούτην την νύκτα να έλθω μαζί σου, οπόταν +έχη να πας. + +Η περιέργεια του νέου Βασιλέως έθλιψε τον Κουλούφ· μα αυθέντη, του +είπεν με τι τρόπον εγώ ημπορώ να σε κάμω να έλθης μαζί μου εις +αυτήν· και τι να της ειπώ το πώς και ποίος είσαι; Εγώ θέλω ενδυθή, +λέγει ο Βασιλεύς, με φορέματα ενός σκλάβου, και θέλω απεράση διά +σκλάβος σου, και σαν έλθω εκεί, θέλω σταθή εις καμμίαν αγκωνήν διά +να ιδώ τα πάντα. Ο Κουλούφ δεν ετόλμησε να εναντιωθή του αυθεντός +του, ο οποίος ενδυνόμενος με το φόρεμα του σκλάβου, προς το βράδυ +επήγαν εις την πόρταν του μιτζιτιού. Δεν επέρασε πολύ, και είδαν +την γραίαν που ήλθεν, η οποία είπεν· τον σκλάβον δεν κάνει χρεία +να τον πάρης, απαραίτησέ τον και έλα μόνος σου. Ακριβή μου μητέρα, +είπεν ο Κουλούφ, σε παρακαλώ να αφήσης ετούτος ο σκλάβος να έλθη +μαζί μας· επειδή και είναι ένας πολλά επιτήδειος νέος, ο οποίος +τραγουδεί πολλά εύμορφα, κάνει στίχους αιφνιδίως, και άλλα πολλά +νόστιμα πράγματα, και της Κυράς σου δεν θέλει της κακοφανή ωσάν +τον ιδεί. Η γερόντισσα δεν ωμίλησεν άλλο, παρά τους επήρε, και +τους έφερεν εις το παλάτι της Κυράς. + +Αυτή βλέποντάς τον σκλάβον, ηρώτησε τον Κουλούφ, διατί έφερεν +αυτόν τον σκλάβον μαζί του· ο δε της είπε πως ετούτος ο σκλάβος +είναι πολλά μέτωρος, μπουφόνος, ήγουν τζουτζές, λαλεί ευμορφότατα +το κύμβαλον, τραγουδεί εξαίσια, και κάνει και τον ποιητήν· ελπίζω +το λοιπόν πως θέλει σας δώσει ηδονήν. Ωσάν είναι έτσι, απεκρίθη η +Κυρά, καλώς ήλθε· μα, φίλε, λέγει προς τον σκλάβον, κύτταξε να +είσαι τακτικός με τες νέες μου, διά να μην το μετανοήσης. Ο +Βασιλεύς βλέποντας τον εαυτόν του ότι ήτο υπόχρεως διά να κάμη τον +μπουφόνον, άρχισε να χορατεύη, και τόσον καλά εφέρθη, που η Κυρά +είπε του Κουλούφ· κατά αλήθειαν εσύ έχεις ένα δουλευτήν πολλά +μέτωρον, και ελπίζω απόψε να μας χαροποιήση. Επειδή και έχει την +τύχην λέγει ο Κουλούφ, διά να είναι της αρεσκείας σου, δεν είναι +πλέον ιδικός μου, αλλά ιδικός σου, Κυρά μου. + +Εκεί που έτσι ωμιλούσαν, ήλθε μία σκλάβα και έδωκε είδησιν, ότι ο +δείπνος ήτον έτοιμος. Η Κυρά και ο Κουλούφ εκάθησαν εις την +τράπεζαν, και ο σκλάβος έστεκεν ορθός· και καθώς ο σκλάβος έδιδεν +ευχαρίστησιν της Δηλαράς με τα μέτωρά του, εζήτησε θέλημα από τον +αγαπημένον της, διά να τον βάλη να καθήση εις την τράπεζαν με +αυτούς. Ο Κουλούφ αφού και έκαμε κάποιες εναντίωσες, τον +επρόσταξεν και εκάθησεν ανάμεσόν τους, και άρχισαν διά να φαν. +Φέροντας το κρασί, η Δηλαρά εγέμισεν ένα ποτήρι, και το δίδει του +σκλάβου, έπειτα του λέγει· πίε εις υγείαν μου. Ο βασιλεύς φιλώντας +το χέρι της, που εκρατούσε το ποτήρι, το επήρε και το έπιεν εις +υγείαν της. Η Δηλαρά γεμίζοντας άλλο ένα ποτήρι, λέγει προς τον +Κουλούφ διά να τον πειράξη· το πίνω ετούτο εις την υγείαν εκείνης +που αγαπάς, ήγουν της ωραίας Γουλεδάμ, αγαπητικής του βασιλέως +σου. Κυρά, απεκρίθη ο Κουλούφ, με το πρόσωπον όλον κόκκινον, μη +γένοιτο, ότι εγώ να λάβω τόσην τόλμην να υψώσω τους στοχασμούς μου +εις την αγαπητικήν του Βασιλέως μου. Φυλάττω διά τούτο μίαν άκραν +ευλάβειαν προς αυτόν. Ας είνε, εσύ θέλεις να αποσκεπασθής, +απεκρίθη η Δηλαρά γελώντας· εγώ ενθυμούμαι ότι εχθές μου ωμίλησες +με ένα τρόπον που σε έδειχνε πολλά φερμένον προς αυτήν και πως +κάποιες φορές απερνάτε τον καιρόν με αυτήν χωρίς να το ηξεύρη ο +βασιλεύς. Αυτός εις τούτα τα λόγια, τα οποία εγνώριζε το τι +ημπορούσαν να προξενήσουν, αντραλώθη μεγάλως, και είπε· σε +παρακαλώ, Κυρά μου, άφησε αυτά τα μετωρίσματα επάνω εις ετούτην +την υπόθεσιν, επειδή και εγώ δεν έλαβα ποτέ καμμίαν συναναστροφήν +με αυτήν, αλλ' ούτε ποσώς την τόλμην, να μιλήσω με αυτόν τον +τρόπον δι' αυτήν. + +Η αντράλωσις που ο Κουλούφ έλαβε δι' αυτά τα λόγια, έδωσαν αιτίαν +της Δηλαράς να γελάση μεγάλως· μα ως τόσον του Βασιλέως του εμπήκε +καρφί εις την καρδίαν διά ταύτην την υπόθεσιν μα ως φρόνιμος που +ήτον, εκαμώνονταν πως δεν ακούει, και ακολούθησε να μετωρίζεται +και να πίνουν και οι τρεις. Και ως τόσον ο Βασιλεύς από ολίγον +ολίγον ανάπτοντας από το κρασί, αλησμόνησε που έκανε τον σκλάβον, +και άρχισε να λέγη της Δηλαράς. Κυρά μου, κάμε μου την χάριν, +τραγούδησέ μου κανένα τραγούδι εύμορφον από εκείνα που ηξεύρεις. +Η Δηλαρά διά να τον ευχαριστήση ωσάν που απερνούσε διά μπουφόνος, +επήρεν ένα τζιβούρι και το ελάλησε, συντροφιασμένον με την φωνήν +της, που εφαίνονταν να ήτον αγγελική. + +Ο Βασιλεύς που δεν είχεν ακούσει ακόμη τινά να τραγουδήση έτσι +νόστιμα και γλυκά, ομοίως και να λαλήση με τόσην τελειότητα, του +άρεσε τόσον, που μη ενθυμώντας πλέον πως έκανε τον σκλάβον, +εφώναξεν από την ηδονήν του. Εσύ, Κυρά μου, με κάνεις να υπάγω εις +έκστασιν. Ο Ισαάκ, πρώτος μου τραγουδιστής, ωνομασμένος εις +διάφορα βασίλεια διά την φωνήν του, δεν είναι αρκετός να σε φθάση. +Ο Κουλούφ έμεινεν ωσάν νεκρός διά την φανέρωσίν του· και η Δηλαρά +γνωρίζοντας από τούτα τα λόγια ότι ο νομιζόμενος σκλάβος ήτον ο +ίδιος ο βασιλεύς, εσηκώθη ευθύς από τον τόπον της, και έτρεξε διά +να χαλέψη ένα μπούλωμα διά να σκεπάση το πρόσωπόν της. Α, ημείς +είμασθε χαμένες, λέγει με χαμηλήν φωνήν προς τες άλλες νέες. +Εκείνος δεν είναι σκλάβος, αλλά είναι ο ίδιος ο βασιλεύς. Ετούτο +λέγοντας εγύρισε σκεπασμένη να εύρη τον βασιλέα, και δεν +αποκοτούσε διά να καθήση πλέον κοντά του. Κάθησε, κυρά, της λέγει +αυτός, σ' εμένα πρέπει θα σταθώ ορθός εις την επιφάνειάν σου. + +Η Κυρά εδόθη εις ένα πικρόν κλαύσιμον, και πέφτοντας εις τους +πόδας του τού εζητούσε συμπάθειαν αν έσφαλε μη γνωρίζοντάς τον. Ο +βασιλεύς σηκώνοντάς την της είπε, να μην φοβάσαι τίποτα· και +έπειτα την ερώτησε το ποία ήτον, και αυτή εν συντομία του επλήρωσε +την περιέργειαν· και ύστερον που έμαθε το ποία ήτον, επήρε τον +Κουλούφ, και μισεύοντας από εκεί εγύρισαν εις το παλάτι του. + +Τα αστεία μετωρίσματα, που έκαμεν η Δηλαρά προς τον Κουλούφ, επάνω +εις την Γολεδάμ, αγαπητικήν του βασιλέως, επροξένησαν κακά +αποτελέσματα. Ο βασιλεύς πιστεύοντας από τα λόγια της Δηλαράς, ότι +αναμέσον της αγαπητικής του και του Κουλούφ απερνούσεν αληθώς +ανταπόκρισις αγάπης, χωρίς να κάμη καμμίαν εξέτασιν διά να +ξεσκεπάση την αλήθειαν, επρόσταξε το ταχύ ο Κουλούφ να μη τολμήση +να έλθη πλέον έμπροσθέν του και ότι εις διορίαν δώδεκα ωρών να +μισεύση από το βασίλειόν του. + +Ο ταλαίπωρος αγαπημένος του βασιλέως, θλιμμένος διά την νέαν του +δυστυχίαν και ηξεύροντας ότι ήτον ανεύθυνος, επάσχισε διά να εύρη +το μέσον προς τον βασιλέα διά να δικαιολογηθή, μα εστάθη αδύνατον. +Τότε έκλινε με υπομονήν εις το ριζικόν του· επήκουσε την προσταγήν +την βασιλικήν, και συντροφιαζόμενος με ένα κερβάνι που επήγαινεν +εις την Ταρταρίαν, επήγε με αυτό εις την Σαμαρκάντα, και έμεινε με +μεγαλοψυχίαν αφιερωμένος εις εκείνο που ο ουρανός του είχε +αποφασισμένον και μην στοχαζόμενος πλέον την περασμένην του +ευτυχίαν, ωσάν που τα πράγματα του κόσμου δεν έχουν ποτέ μίαν +στάσιν, ευρίσκονταν εις τελείαν ησυχίαν, ευφραινόμενος έως που +είχε δηνάρια, και τελειώνοντάς τα επήγε και εστάθη εις την πόρταν +ενός μετζιτίου διά να ζητά ελεημοσύνην. + +Ο Ιμάμης του μετζιτίου βλέποντάς τον μίαν ημέραν τον εξέταξεν +επάνω εις την θρησκείαν, και ευρίσκοντάς τον ότι ήτο Μουσουλμάνος, +του εδιώρισε δύο ψωμιά την ημέραν, με τα οποία αυτός εζούσε πολλά +ευχαριστημένος. Τυχαίνει μίαν ημέραν ένας πραγματευτής +ονομαζόμενος Μουζαφέρ, πηγαινάμενος εις το Μετζίτι, έρριξε τα +μάτια του επάνω εις τον Κουλούφ, και τον έκραξε και τον ερώτησε +λέγοντάς του· νέε, πες μου, από τι τόπον είσαι και διατί τέλος +ήλθες εις ετούτην την χώραν; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ +είμαι από την Δαμασκόν, και ταξειδεύοντάς με διάφορες πραγματείες +διά την Ταρταρίαν, ολίγον ξέμακρα από την Σαμαρκάντα, με απήντησαν +κλέπται, οι οποίοι μου εσκότωσαν τους ανθρώπους και μου επήραν το +ό,τι είχα, και έμεινα καθώς με βλέπεις. + +Ο Μουζαφέρ αφού και τον αφηκράσθη, τον επίστευσε και του είπε· μη +θλίβεσαι, ότι οι ευτυχίες είνε συντροφιασμένες με τες δυστυχίες· +εσύ ημπορείς να εύρης εδώ τον τρόπον διά να χαροποιηθής· σήκου και +ακολούθει μοι έως το σπήτι μου. Ο Κουλούφ με προθυμίαν τον +ακολούθησεν, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήτι του Μουζαφέρ +εκατάλαβεν ότι ήτον ένας υπέρπλουτος πραγματευτής. Ο Μουζαφέρ αφού +και του έκαμε μεγάλες δεξίωσες, ιδού και έρχεται ένας Χότζας και +τον πιάνει από το χέρι, και του λέγει. Νέε αγαπημένε μου, ο +Μουζαφέρ, νοικοκύρης ετούτου του σπητιού, έχει μίαν καλήν γνώμην +επάνω εις εσένα, διά την οποίαν ζητά μίαν γλήγορην αποτέλεσιν, η +οποία θέλει σε ωφελήσει μεγάλως εις την κατάστασιν που είσαι. + +Εσύ θέλεις ηξεύρει, ότι αυτός έχει ένα μοναχόν υιόν ονόματι +Ταχέρ, μιας φύσεως πολλά θυμώδους, ο οποίος έχει ολίγον καιρόν που +εστέφθη μίαν θυγατέρα ενός μεγάλου αυθέντου ξένου· αυτός όντας +φυσικά θυμώδης, ωνείδισε μίαν ημέραν διά κάποιον σφάλμα την +γυναίκα του· αυτή του ανταποκρίθη εις τον θυμόν του με λόγια με +οργήν και με καταφρόνεσιν, τα οποία εθύμωσαν τόσον τον Ταχέρ, που +την εχώρισεν· αυτός ύστερον από ολίγον εμετανόησεν επειδή και +εκείνη ήτον μία ωραία νέα, και την ηγάπα πολλά· μα είναι οι νόμοι +που δεν του δίδουν θέλημα διά να την ξαναπάρη, ανίσως και ένας +άλλος άνθρωπος πρώτον δεν την ήθελε στεφανωθή, και ύστερον να την +χωρίση. Ετούτη είναι η αιτία διά την οποίαν ο Μουζαφέρ επιθυμεί +ότι σήμερον να την στεφανωθής, και απερνώντας την νύκτα με αυτήν, +το ταχύ να την χωρίσης διά να την ξαναλάβη ο υιός του· και δι' +αυτό σου τάσσει να σου δώση πενήντα φλωριά· θέλεις λοιπόν να του +κάμης αυτήν την χάριν; Μετά πάσης χαράς, απεκρίθη ο Κουλούφ, είμαι +πολλά έτοιμος διά να τον δουλεύσω. + +Ήξευρε το λοιπόν ακόμη, ακολούθησεν ο Χότζας, ότι εδώ εις τούτην +την χώραν είναι πολλοί άνθρωποι που επιθυμούν να γένουν χουλάδες +εις τέτοιες περίστασες, και χωρίς πολλήν πληρωμήν· μα ο νοικοκύρης +αγαπά καλλίτερον ετούτος ο χουλάς να είνε ξένος· διατί τέτοια +πράγματα πρέπει να γίνωνται πολύ μυστικά· όθεν ο Μουζαφέρ σε +εδιάλεξεν εσένα. Εγώ είμαι ο Αναΐππης, και κατά την αξίαν μου έχω +την δύναμιν διά να σε υπανδρεύσω με αυτήν την νέαν Κυράν, και εις +ετούτην την στιγμήν, αν θέλης, ημπορούμεν να το τελειώσωμεν. +Οπόταν προστάξης, απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ είμαι έτοιμος. Μα, είπεν +ο Αναΐππης, πρώτον πρέπει να μου τάξης ότι θα την χωρισθής αύριον, +και δεύτερον ευθύς να μισεύσης από τούτην την χώραν, με τα δηνάρια +που θέλουν σου δοθή· επειδή η οικογένεια του Μουζαφέρ δεν ήθελεν +υποφέρη να σταματήσης πλέον εδώ, ύστερον από ένα τέτοιον πράγμα. + +Εγώ ευθύς σου τάσσω, απεκρίθη ο Κουλούφ, να την χωρίσω και να +φύγω, και αν δεν με πιστεύης, σου κάνω όρκον εις τον Προφήτην. +Ευθύς που έκαμε τον όρκον ο Αναΐππης έδωσε την είδησιν του +Μουζαφέρ, ότι ο ξένος είναι έτοιμος διά να κάμη τον Χουλάν· με +συμφωνίαν ότι αύριον θα την χωρίση και θα μισεύση· τότε ο Μουζαφέρ +προς το βράδυ έκραξε τον υιόν του Ταχέρ, όλην την οικογένειάν του, +και έμπροσθεν ολωνών ο Αναΐππης εστεφάνωσε τον Κουλούφ με την +κυράν, χωρίς να την ιδή, με το να έστεκε μπουλωμένη από προσταγής +του Ταχέρ. Έξω από αυτό επρόσταξεν ακόμη, ότι την νύκτα ο Χουλάς +θα ήθελε σταθή χωρίς φως, και τέλος ότι μη βλέποντάς της, το +ερχόμενον ταχύ, θα ήθελεν έχει ολιγώτερον κακοφανισμόν διά να την +χωρίση. + +Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και έφεραν τον Κουλούφ εις τον νυμφικόν +θάλαμον, εις τον οποίον ευθύς που τον έμπασαν έσβυσαν το φως, και +έμεινεν εις το σκοτάδι με την Κυράν, η οποία είχεν υπάγει εις το +κρεββάτι εμπροστήτερα απ' αυτόν. Αυτός σαν έκλεισε την πόρτα με +διπλά σίδερα εγδύθη και επήγε διά να εύρη το κρεββάτι ψηλαφώντας, +και ευρίσκοντάς το εμπήκε σιμά εις την γυναίκα του. Αυτή +αγροικώντας πως αυτός ήλθεν εις το κρεββάτι, εσυγχίσθηκεν εις το +να ιδή πως ευρίσκεται υπόχρεη να υποφέρη τα χάιδια ενός που του +έκρυβε το πρόσωπόν της· και μάλιστα ηξεύροντας ότι διά τέτοιες +τάξες δεν έπαιρναν άλλους, παρά ανθρώπους γέροντας ή κακορίζικους. +Από το άλλο μέρος ο Κουλούφ, με το να του είχε διηγηθή ο Αναΐππης +διά την ωραιότητά της και διά το κάλλος της, του επλήθαινε μία +φλογερά περιέργεια διά να ιδή την αλήθειαν. Ετούτη η επιθυμία που +τον επείραζε και δεν ημπορούσε να εβγάλη την περιέργειάν του, με +το να ήτον νύκτα, τον έκαμε να χάση την υπομονήν, και άρχισε να +λέγη. Κυρά, διά όσον χαροποιά που έπρεπε να μου είνε τούτη η +νύκτα, βλέπω που μου είναι πολλά ανυπόφορη, με το να μη ημπορώ να +ιδώ τα κάλλη σου· διά το οποίον θέλω έχει μίαν παντοτεινήν θλίψιν, +που το ταχύ πρέπει να σε αφήσω χωρίς παντελώς να σε γνωρίσω· μα +παρακαλώ σε, κυρά μου, μην είσαι τόσον σκληρά που να μη μου κάμης +ετούτην την παραμικράν ευχαρίστησιν, το ολιγώτερον να μου μιλήσης +κανένα λόγον. + +Αφού και εξεθύμανε με αυτόν τον τρόπον το παράπονόν του εσιώπησε +διά να ακούση εκείνο που η γυναίκα του ήθελε του αποκριθή. Και +έμεινεν εκστατικός οπόταν ήκουσε, που αντί να του αποκριθή εις τα +όσα ωμίλησε, αυτή να του ειπή· ω εσύ, που ο Ταχέρ σε εδιάλεξε διά +να ξανανεώσης την αντάμωσίν μας, όποιος και αν είσαι, φανέρωσέ μου +τις είσαι· μου φαίνεται από την ομιλίαν ότι μου είσαι γνωστός. Ο +Κουλούφ ετρόμαξεν εις τούτα τα λόγια· Κυρά ευθύς απεκρίθη, μου +φαίνεται και εμένα, ότι ακούω εις του λόγους σου την φωνήν μιας +κυράς που γνωρίζω. Α, δίκαιε ουρανέ αράγε είσαι συ εκείνη που +στοχάζομαι; Α, Κουλούφ εφώναξεν εκείνη είσαι εσύ που μιλείς; Ναι, +κυρά μου, απεκρίθη εκείνος· εγώ είμαι αυτός ο δυστυχής Κουλούφ· μα +εγώ δεν ημπορώ να καταλάβω ακόμη πως είσαι εσύ η Δηλαρά. Στάσου +βέβαιος ότι εγώ είμαι εκείνη η ταλαίπωρος Δηλαρά, που σε εδέχθηκα +εις το σπήτί μου με τον βασιλέα Μοργάν· και που με τα άπρεπά μου +μετωρίσματα, σε έκαμα μισητόν προς τον βασιλέα και που πρέπει να +με στοχασθής διά μίαν μεγάλην έχθρισσαν, με το να είμαι εγώ η +αιτία της συμφοράς σου. Παύσε, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ, +παύσε εις το να ονειδίζεσαι. Ο ουρανός έτσι ηθέλησεν. Ευχαριστώ +την καλωσύνην του που έκαμε να γεννηθή εν ταις συμφοραίς μου ένα +τέτοιον χαροποιόν συμβεβηκός. Μα, ωραιοτάτη κυρά, ακολούθησε, πως +είνε τούτο κ' έγινες γυναίκα του Ταχέρ; Τώρα τώρα θέλω σου το +φανερώσει, απεκρίθη αυτή, και άκουσέ το με προσοχήν. + +Ο πατέρας μου τον καιρόν που ευρίσκονταν εδώ εις την Σαμαρκάντα, +ήτον κονεμένος εις τον οίκον ετούτον του πενθερού μου Μουζαφέρ, +που από πολύν καιρόν τον εγνώριζεν. Αυτοί όντας αντάμα εσυμφώνησαν +ανάμεσόν τους ετούτην την υπανδρειάν· και ο πατέρας μου +ξαναγυρίζοντας εις την Καρακοράμ με έστειλεν εδώ με πολλήν +συντροφιάν εδικών μου δούλων. Υπήκουσα τον πατέρα μου με +δυναστικόν τρόπον, από αιτίαν εδικήν σου, επειδή σου το +εξομολογούμαι, ω ακριβέ μου Κουλούφ, πως σε αγαπούσα, με όλον που +δεν σου το είχα φανερώσει. Η υπανδρειά μου με τον Ταχέρ δεν σε +αποξένωσεν από την ενθύμησίν μου. Ετούτος ο θηριώδης άνδρας μου, +και άλλο τόσον κακότροπος, με το κακόν του φέρσιμον προς εμέ, με +έκαμε περισσότερον να σε επιθυμήσω, και πάντα είχα την ελπίδα διά +να σε ξαναϊδώ· μα η τύχη μου δεν άργησε να πληρώση έτσι +ευτυχισμένα την επιθυμίαν μου, επειδή και ευρίσκω τον αγαπητικόν +μου εις τον πλαστόν νυμφίον που μου εδόθη· ω συμβεβηκός θαυμάσιος! +εγώ σχεδόν δεν ηξεύρω αν ημπορώ να το πιστεύσω. + + + +&Ακολούθησις και τέλος της Ιστορίας του Κουλούφ και της ωραίας +Δηλαράς.& + + + +Ο Κουλούφ από εκείνο που ήκουσε δεν ημπορούσε πλέον να αμφιβάλλη +που να μην είνε με την Δηλαράν. Ωραιοτάτη Δηλαρά, εφώναξεν από την +χαράν του και από την αγάπην του, ποία ευτυχισμένη μεταλλαγή; διά +ποίαν περίεργον αλυσίδα των συμβεβηκότων εγώ έφθασα εις την +πλήρωσιν των επιθυμιών μου; πώς το λοιπόν; είσαι συ εκείνη που +υποχρεώθηκα να στεφανωθώ διά μίαν νύκτα, εσύ είσαι εκείνη της +οποίας η εικών είνε ζωγραφισμένη διά παντός εις την καρδίαν μου +και που δεν ήλπιζα πλέον να την ιδώ; Α Κυρά μου, ποίος ημπορούσε +να λογιάση τέτοιο συναπάντημα ευτυχισμένον, διά να ενωθώμεν κατά +την επιθυμίαν μας; Η Δηλαρά από το άλλο μέρος δεν ήτο τόσον +αναίσθητη εις τα τρυφερά και παθητικά λόγια του Κουλούφ, και με +άπειρον αγαλλίασιν, που καθείς ημπορεί να την στοχασθή, απέρασαν +εκείνην την νύκτα χωρίς να κλείσουν μάτι. + +Το ταχύ, πριν να γένη ημέρα, έρχεται ένας σκλάβος και χτυπά την +πόρταν κράζοντάς με βίαν, Χουλά, Χουλά, σήκου το γληγορώτερον +διότι είναι ημέρα. Ο Κουλούφ εις αυτήν την είδησιν δεν ηθέλησε +ούτε απόκρισιν να του δώση, και ακολούθησε διά να ευφραίνεται με +την Δηλαράν· μα αιφνιδίως αγροίκησε να του παύση η χαρά, και μία +θανατηφόρος θλίψις τον επερικύκλωσεν, και με αναστεναγμόν είπεν· +αχ, Κυρά μου, καταλαμβάνω που οι εδικοί σου βιάζονται διά να μας +χωρίσουν. Ο Μουζαφέρ δεν βλέπει την ώραν διά να ξαναστερεώση την +υπανδρείαν με τον υιόν του· αλλοί εις εμέ, ευθύς που σε αντάμωσα +είμαι στενεμμένος διά να σε υστερηθώ από αιτίαν του όρκου που +είμαι δεμένος· επειδή ωρκίσθηκα και έταξα διά να χωρίσω, αφού +περάση ετούτη η νύκτα. Και πώς; είπεν η Δηλαρά, θέλεις εσύ να +φυλάξης αυτόν τον τυραννικόν όρκον; ήξευρες εσύ, οπόταν τον +έκαμες, πως ήμουν εγώ εκείνη που έταξες διά να τον φυλάξης, και +περιπλέον στοχάζεσαι ότι η Δηλαρά να μην αχρήζη περισσότερον από +μίαν επιορκίαν; α, Κουλούφ, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας, εσύ δεν με +αγαπάς, και διά τούτο θέλεις να με χωρίσης. Μα Κυρά, ξαναείπε +αυτός, λογιάζεις, πως στέκει εις εμένα να σου φυλάξω την αγάπην, +με όλον που θα ήθελα πατήση το όρκον μου; πιστεύεις εσύ ότι ένας +ξένος, χωρίς βοήθειαν και δηνάρια, ημπορεί να αντισταθή εναντίον +του πλουσίου Μουζαφέρ; Ναι είπεν η Δηλαρά, ημπορείς καλώτατα· +καταφρόνησε τους φοβερισμούς του, απόβαλλε τα ταξίματά του, μην +φοβάσαι τίποτε, οι νόμοι θέλουν είνε προς διαφέντευσίν σου, και +ανίσως και έχεις σταθερότητα, θέλεις κάμει ανωφελείς όλες τες +βιάσεις που ημπορούν να σου κάμουν. Καλώτατα, Κυρά μου, είπεν ο +Κουλούφ όλος χαρά· εσύ θέλεις μείνει ευχαριστημένη· απεφάσισα να +χάσω την ζωήν μου, παρά να σε χωρίσω. + +Εις αυτό το διαμέσον, που ο Κουλούφ εβεβαίωσε την γυναίκα του με +αυτόν τον τρόπον, ο Ταχέρ, ανυπόμονος διά την άργητα, πηγαίνει και +κτυπά την πόρταν, λέγοντας με φωνήν αγρίαν· τι αργείς ω Χουλά, και +δεν σηκώνεσαι; η ημέρα αύξησε και εσύ δεν κάνεις το χρέος σου; ή +θέλεις να σε παρακαλέσουν; Ο Κουλούφ, εις αυτά τα λόγια δεν έχασε +καιρόν εις το να σηκωθή, και ενδυνόμενος εβγήκε, και εσυναπάντησε +τον Ταχέρ, ο οποίος τον επήρε ευθύς και τον έφερεν εις το λουτρόν +και αφού απολούσθηκε, τον επήγεν εις τον πατέρα του εκεί που ήταν +και ο Αναΐππης. Αυτοί βλέποντάς τον τόν εχαιρέτησαν, και τον +έβαλαν και εκάθησε κοντά τους εις μίαν τράπεζαν διά να προγευθούν· +ύστερον δε από το πρόγευμα ο Αναΐππης τον επήρε κατά μέρος, και +του έδωσε τα πενήντα φλωρία, και ένα καινούριο φακιόλι εις ένα +φουτά δεμένον, και του λέγει· έπαρε, ω νέε, τα όσα σου ετάχθησαν +και περισσότερον, και σε παρακαλεί ο Μουζαφέρ να μη σταθής πολλήν +ώραν εδώ εις την Σαμαρκάντα· χώρισε λοιπόν την γυναίκα σου και +σύρε να κάμης την δουλειάν σου το συντομώτερον. + +Θαυμάζω εις εσένα, του αποκρίνεται ο Κουλούφ ρίχνοντάς τα φλωριά +και το φακιόλι, που με αναγκάζεις να χωρίσω τη γυναίκα μου, που +την εστεφανώθηκα εμπροστά σου· ένας τιμημένος άνθρωπος ωσάν και +εμένα δεν κάνει παρόμοια· πώς; το λοιπόν εγώ έρχομαι εις την +Σαμαρκάντα, και ένας πραγματευτής με παίρνει, και μου δίδει +γυναίκα και υστερότερα θέλει να την χωρίσω; ετούτο δεν θέλω το +κάμει ποτέ· και παύσε, αυθέντη Αναΐππη, εις το να με παρακινήσης, +διατί δεν θέλεις κάμει τίποτε. + +Ο Αναΐππης έμεινεν εκστατικός εις ετούτα τα λόγια, όθεν ευθύς +τρέχει προς τον Μουζαφέρ, και του λέγει· την επάθαμε τη δουλειά. Ο +Χουλάς αρνείται να χωρίση την γυναίκα του, τον οποίον τον βλέπω +πολλά στερεόν εις την γνώμην του, και λογιάζω μήπως και το κάνει +διά να εβγάλη περισσότερα δηνάρια. Ανίσως και είναι έτσι απεκρίθη +ο Μουζαφέρης, δος του εκατόν φλωριά, και ας πάη να κάμη τη δουλειά +του. Όχι, όχι Μουζαφέρ, εφώναξεν ο Κουλούφ ακούοντάς του από +μακρόθεν· εσείς ματαίως κοπιάζετε εις το να διπλώνετε την πληρωμήν +και αν μου δώσετε και δέκα χιλιάδες φλωριά, εγώ δεν θέλω λύσει ένα +δέμα έτσι άγιον, και που κανείς δεν ημπορεί να με βιάση να λυθώ +από ένα δεσμόν που οι νόμοι τον διαφεντεύουσιν. Α, ετούτο είνε +πολύ να σε υπομένωμεν, αποκρίθηκαν όλοι, σαν δεν θέλεις με το +καλόν, ο Κατής θέλει κάμει δικαιοσύνην· και έτσι λέγοντας ευθύς +τον έκραξαν εις τον Κατήν. + +Ο Κατής βλέποντάς τον Κουλούφ, άρχισε με το καλό να τον παρακινή +διά να τον κάμη να κλίνη, να χωρίση την γυναίκα του· μα βλέποντάς +τον στερεόν, άρχισε να τον φοβερίζη, και μη κάνοντας τίποτε και με +τες φοβέρες ηθέλησε να δοκιμάση και με τες δυναστείες· του οποίου +διά πρώτην αρχήν του έδωκεν εκατόν ξυλιές εις τα ποδάρια, και +ύστερα του είπε· σύρε ακόμη απόψε και κοιμήσου με την γυναίκα σου, +και αύριον στοχάσου διά να την χωρίσης, ειδεμή τα όσα σου έκαμα +σήμερον δεν θέλουν παρομοιασθούν με εκείνα που έχω να σου κάμω +αύριον. Έτσι ο Κουλούφ με όλον που ήτον δαρμένος έτρεξε με χαράν +προς την αγαπημένην του Δηλαράν και ωσάν την είδεν, ευθύς του +εδιάβησαν οι πόνοι, της οποίας εδιηγήθη τα όσα επέρασεν εκείνην +την ημέραν. + +Η Δηλαρά τότες από την χαράν της, α ακριβέ μου Κουλούφ, εφώναξε με +ανοιχτές τες αγκάλες, έλα να λάβης τον μισθόν της σταθερότητός +σου, που ευχαριστήθης να κακοπάθης παρά να παραιτήσης την Δηλαράν· +μα αλλοί εις εμέ, που δεν είμαι ήσυχη στοχαζομένη το τι έχουν να +σου κάμουν εκείνοι οι βάρβαροι αύριον. Κυρά μου, απεκρίθη ο +Κουλούφ, ό,τι λογής παιδευτήριον ήθελαν να μου ετοιμάσουν, δεν +θέλουν με αποξενώσει από την σταθερότητά μου, και δεν θέλουν κάμει +περισσότερον απ' ότι σήμερον έκαμαν. Τέλος πάντων δεν ηξεύρω η +τύχη μου αν θέλη να αποθάνω, ή να ζήσω διά εσένα, αλλά είμαι +βέβαιος ότι δεν ημπορεί να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν να σε +υστερηθώ. Δεν ημπορώ, απεκρίθη η Δηλαρά, να πιστεύσω ότι αυτός θα +σε αφήση να κακοπάθης, επειδή και αυτός μου έδειξεν ένα μέσον διά +να γελάσης τους εχθρούς σου, το οποίον είναι τούτο. + +Αύριον οπόταν θέλει είσαι έμπροσθεν του Κατή, ειπές του ότι είσαι +υιός του Μασούδ· ετούτος είναι πραγματευτής πολλά πλούσιoς της +Κογέντας· εσύ θέλεις ειπεί με σταθερότητα ότι εκείνος είναι ο +πατέρας σου, και πως γλήγορα θέλεις κάμει να έλθουν είδησες από +αυτόν διά βεβαιότητα· μεταχειρίσου ετούτον τον δόλον διά τες ώρες, +διά να αποφύγης το κακόν που σου προετοιμάζουν, και διά να +υποχρεώσης τον Κατή διά να μας αφήση ησύχους να ζήσωμεν μαζί, έως +που να εύρωμεν άλλον τρόπον, διά να τελειώσαμεν την επιθυμίαν μας +και να φύγωμεν απ' εδώ. + +Αυτός ο στοχασμός άρεσε του Κουλούφ, και του έδωσε κάποιαν +χαροποίησιν, και αφού απεφάσισαν να ακολουθήσουν έτσι, απέρασαν το +επίλοιπον της ημέρας και όλην την νύκτα αγαλλιώμενοι και έκθαμβοι +διά το γραπτόν τους. Μα ευθύς που έγινεν ημέρα εσυγχύσθηκε πάλιν η +χαροποίησίς τους. Οι άνθρωποι του Κατή, φερμένοι από τον Ταχέρ, +ήλθαν και εκτύπησαν την θύραν του οντά του λέγοντες. Χουλά, είναι +καιρός διά να παρασταθής εις τον Κατή. Σήκον λοιπόν, διότι δεν +ημπορεί να σε καρτερή. Ο Κουλούφ ακούντας τούτο, αναστέναξεν από +καρδίας και η γυναίκα του εδόθη εις κλάψιμον· ταλαίπωρε Κουλούφ, +του είπε· πόσον ακριβά θέλει σου κοστήσει η γυνή σου. Κυρά μου, +αυτός απεκρίθη, σε παρακαλώ, παύσε τα δάκρυά σου, διατί μου +κόπτουν την καρδίαν, και ας έχωμεν τες ελπίδες μας εις τον +Ουρανόν, και αυτός ωσάν δίκαιος δεν θέλει μας αφήσει από το χέρι +του. Και λέγοντας έτσι εσηκώθη και ενδύθη και ανοίγοντας την +πόρταν εβγήκε, και υπήγε εις τον Κατή, μαζί με τους ανθρώπους του. + +Ο Κατής βλέποντάς τον του είπε· αι, Χουλά, τι απόφασιν έκαμες; την +χωρίζεις την γυναίκα σου, ή θέλεις να ξαναδοκιμάσης τον θυμόν μου +ακόμη; εσύ πρέπει να στοχασθής, που είσαι ένας κακορίζικος, και +δεν έχεις τον τρόπον να ζήσης μοναχός σου, και θέλεις να κρατήσης +με το στανιό μίαν τέτοιαν κυράν; και πώς έχεις να την ζωοτροφήσης; +Αυθέντη Κατή, απεκρίθη ο Κουλούφ, αν με στοχάζεσαι διά ένα +κακορίζικον καθώς μου λες, λανθάνεσαι· επειδή και η γέννησίς μου +δεν είνε τόσον σκοτεινή καθώς στοχάζεσαι· μα επειδή και ευρίσκομαι +στενεμμένος από τες δυναστείες σου, κάνει χρεία να σου φανερώσω το +ποίος είμαι. Εγώ λοιπόν είμαι υιός μονογενής του Μασούδ, +πραγματευτού της Κογέντας· ο πατέρας μου είνε πολλά πλουσιώτερος +από τον Μουζαφέρ· και αν αυτός ήθελε μάθει τα όσα μου τρέχουν, +ηθέλετε ιδεί τι πλούτον που ήθελε μου στείλει, και βεβαιωτικά +γράμματα διά γνώρισίν μου. Και διατί μου εσυνέβη η δυστυχία, και +με έγδυσαν οι κλέπται εις την στράταν, και ευρέθηκα στενεμμένος +διά να ζητήσω ελεημοσύνην διά να κυβερνηθώ προς ώρας, διά τούτο +δεν είμαι αρκετός να φυλάξω μίαν γυναίκα τον καιρόν που ημπορώ να +φυλάξω εκατόν; και διά τα όσα σου λέγω, αυθέντη Κατή, αν δεν με +πιστεύης, ημπορείς να στείλης ένα μετζίλι προς τον πατέρα μου, που +δεν είναι μακράν παρά οκτώ ημερών δρόμον, διά να βεβαιωθής διά την +κάθε αλήθειαν. + +Ο Κατής ακούοντας να ομιλήση ο Κουλούφ εις τέτοιον τρόπον έμεινεν +εκστατικός, και γυρίζοντας προς τον Μουζαφέρ και Ταχέρ, λέγει· +ετούτον, από εκείνο που λέγει και το βεβαιώνει, εγώ δεν ημπορώ να +τον βιάσω περισσότερον, και κατά τον νόμον ημπορεί να κρατήση την +γυναίκα του. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του αποκρίθηκαν· μην τον +πιστεύης αυθέντη, διότι είνε ένας κακός άνθρωπος και ψεύτης, και +με αυτές τες ψευτιές πάσχει να μας γελάση. Ο Κατής τους +εξαναείπεν· εις τούτο εγώ δεν ηξεύρω τι απόφασιν να κάμω· άλλο δεν +λέγω, παρά να στείλω ευθύς εις την Κογέντα έν μετζίλι διά να +εξετάξη, και ανίσως και είνε καθώς λέγει, ημπορεί να την κρατήση, +ειδεμή και είνε ψεύματα, σας τάσσω μεθ' όρκου ότι θα τον κρεμάσω. + +Αποφασίζοντάς με τέτοιον τρόπον ο Κατής την υπόθεσιν, οι +κρινόμενοι ανεχώρησαν. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του έστειλαν ευθύς +μετζίλι εις την Κογέντα, διά να εξετάξη την κάθε υπόθεσιν. Ο δε +Κουλούφ έτρεξεν ευθύς διά να δώση λογαριασμόν της γυναικός του διά +τα όσα επέρασε με τον Κατή. Α! ακριβέ μου νυμφίε, χαίρομαι που +εφέρθης με τούτον τον τρόπον, επειδή και η δουλιά μας θέλει +πηγαίνει πολλά καλά. Ημείς έως που να γυρίση το μετζίλι ημπορούμεν +να φύγωμεν, και να πάμε εις την Μποκάρα το γληγορώτερον, και εκεί +θέλομεν κυβερνηθή με την προίκα μου και με τα διαμαντικά μου, που +τα έχω μαζή με εμένα, και θέλομεν ζήσει ατάραχοι από τους εχθρούς. + +Ο Κουλούφ εύρεν εύλογον αυτόν τον στοχασμόν της Δηλαράς, και +αποφάσισαν διά να βαλθούν εις ετοιμασίαν, διά να μισεύσουν· μα +επειδή ήτον εις το σπήτι του Μουζαφέρ, και δεν είχαν τον τρόπον +διά να κάμουν κατά την επιθυμίαν τους, φοβούμενοι διά να μη τους +απεικάσουν, απεφάσισαν να γυρεύσουν θέλημα του Μουζαφέρ, και αν +αυτός δεν τους το ήθελε δώσει να το γυρεύσουν από τον Κατή, διά να +έβγουν από εκείνο το σπήτι και να παν εις άλλο, που να τους αρέση, +διά να σταθούν με την ελευθερίαν τους. + +Έχοντες λοιπόν με τούτον τον τρόπον αποφασίση, ο Κουλούφ επήγεν +εις τον Μουζαφέρ, και του ανήγγειλε την γνώμην του. Αυτός ομού με +τον υιόν του αντιστάθηκαν, και δεν ήθελαν η Δηλαρά να έβγη από το +σπήτι τους. Τότε ο Κουλούφ τους παίρνει εις τον Κατή, και λέγει +την υπόθεσιν. Ο Κατής τον εξετάζει διατί θέλει να αναχωρήση από +εκεί, και ο Κουλούφ του απεκρίθη, ότι έχω παραγγελίαν από τον +πατέρα μου τον Μασούδ, ότι εκεί που κάθονται οι εχθροί μου να μη +σταθώ ούτε ημέραν, και διά τούτο πρέπει να αναχωρήσω με την +γυναίκα μου, η οποία το επιθυμεί περισσότερον από εμένα. Ψεύματα +λες, απεκρίθη ο Ταχέρ· η Δηλαρά κλαίει και οδύρεται διά το +πταίσιμον που έκαμε με εσένα, και εσύ λες πως θέλει και αυτή να +αναχωρήση από το σπήτι μου; Αυθέντη Κατή, ακολουθεί αυτός, εγώ +θέλω να τον πιάσω με τον λόγον του. Πρόσταξε να έλθη εδώ η Δηλαρά +και αν μεν βεβαίωση εκείνο που λέγει αυτός ο κακοποιός, εγώ το +ευχαριστούμαι να μη την γυρέψω πλέον διά γυναίκα μου, ειδεμή ωσάν +ψεύτην να τον παιδεύσης. + +Ο Κατής έστειλεν ευθύς τον Αναΐππην του, και εσήκωσε την Δηλαράν +και την έφερεν έμπροσθέν του, ο οποίος, ευθύς που την είδε να +έλθη, την ερώτησεν ανίσως και επιθυμούσε να έβγη από το σπήτι του +Μουζαφέρ, και ανίσως και έκλινε περισσότερον προς τον Χουλάν, ή +εις τον πρώτον της άνδρα. Ο Ταχέρ τον καιρόν που γεμάτος χαράν +ήλπιζε να αποκριθή προς βοήθειάν του, έμεινε νεκρός ακούοντας να +ειπή του Κατή έτσι. Επειδή και εσύ, αφέντη, Κατή, ζητείς διά να +σου ειπώ την αλήθειαν, εγώ θέλω σου φανερώση το όλον. Ο δεύτερος +μου άνδρας υιός του Μασούδ, είνε ο κύριος της αγάπης μου, και σε +παρακαλώ μεγάλως, αυθέντη Κατή, ότι να προστάξης να μας αφήσουν +διά να πάμε εις άλλο σπήτι να κατοικήσωμεν με την ησυχίαν μας! Ω! +λέγει τότε ο Κριτής προς τον Ταχέρ, εσύ βλέπεις ότι ο Χουλάς +τίποτε δεν είπε ψεύματα· και εις τούτο άλλη εναντίωσις δεν είνε, +παρά πρέπει να τους αφήσετε να υπάγουν όπου θέλουν να κατοικήσουν +χωρίς καμμίαν αντίστασιν. + +Τότε ο Ταχέρ σχεδόν ήθελε να σκάση από την χολήν του και από τον +θυμόν του· αλλά μην ημπορώντας να κάμη αλλέως από την απόφασιν του +Κατή, άφησε και εβγήκαν από το σπήτι του, μαζί με όλην την προίκα +που είχε φέρει η Δηλαρά εκεί, και επήγαν και εκάθησαν εις ένα άλλο +σπήτι, εις την πόρταν του οποίου ο Κατής έβαλε φύλακας διά να μη +φύγουν έως που να γυρίση το μετζίλι με τα βεβαιωτικά γράμματα διά +τον Κουλούφ. Αυτοί ευθύς αγόρασαν σκλάβους διά να τους δουλεύουν, +και άλλα χρειαζόμενα διά το σπήτι, όλα με έξοδα της Δηλαράς, και +αφού εβάλθηκαν εις τάξιν δεν εστοχάσθηκαν άλλο παρά να περνούν με +ηδονήν, και να χαίρωνται με μεγάλην αγαλλίασιν την ελευθερίαν τους +και την αγάπην τους, έως που να εύρουν τον καιρόν αρμόδιον διά να +φύγουν. + +Ό,τι λογής επιμέλειαν έκαμεν ο Μουζαφέρ με τον υιόν του διά να +κρατήση κρυφήν αυτήν την υπόθεσιν, το συμβεβηκός του Χουλά έκαμε +τόσην ταραχήν εις όλην εκείνην την χώραν, που πολλοί άνθρωποι +ευγενικοί έτρεχαν από την περιέργειάν τους, διά να ιδούν αυτά τα +δύο υποκείμενα που η αγάπη τα είχε τόσον σφηκτά ανταμωμένα, και +από το πολύ πλήθος που έτρεχεν, ο Κουλούφ και η Δηλαρά δεν είχαν +ουδέ μίαν ώραν ησυχίαν. Μίαν ημέραν δε ανάμεσα με τους άλλους +εμπήκεν ένας άνθρωπος πολλά ευγενής, ο οποίος είπε πως ήτον +Οφφικιάλος του Βασιλέως· αυτός ωσάν έλαβε την περιέργειαν διά να +τους ιδή, με γενναιότητα τους επρόσφερεν από καλωσύνην του τον +εαυτόν του εις κάθε εκδούλευσίν τους και πρόσταγμα, και έκαμε +τόσον αυτός, που τους υποχρέωσε διά να τον πάρουν εις καλήν +υπόληψιν. + +Βλέποντάς τον αυτοί τόσον φερμένον διά το καλόν τους και την +βοήθειάν τους, τον επαρακάλεσαν διά να σταθή με αυτούς εις το +γεύμα να τους κάμη συντροφιά, ο οποίος υπακούοντάς τους έμεινε, +και διά να τον κάμουν περισσότερον να γνωρίση το σέβας που εις +αυτόν έλαβαν, η Δηλαρά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, εις τρόπον που +ο αρχηγός μένοντας εκστατικός διά την ωραιότητα της Δηλαράς, +εφώναξεν· α αγαπημένε μου Χουλά, δεν θαυμάζω καθόλου διά την +σταθερότητα που έδειξες εις τον Κατή, με δίκαιον μεγάλον το +έκαμες· και τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκάθισαν εις την τράπεζαν, +και έφαγαν με πολλήν ευφροσύνην· αφού δε απόφαγαν και ήθελαν διά +να σηκωθούν, ήλθαν αιφνιδίως εις την ενθύμησιν του Κουλούφ τα +συμβάντα που τους ηκολούθησαν, και την κατάστασιν και κίνδυνον της +ζωής του εις τον οποίον ευρίσκονταν, στοχαζόμενος πως αδύνατον +ήταν να ημπορέσουν να φύγουν, καθώς ήλπιζαν, με το να είχαν από +κάθε μέρος φύλακας, όθεν άρχισε να κλαίη. + +Ο Οφφικιάλος βλέποντάς τον να κλαίη έτσι, ηρώτησε το αίτιον, ο δε +Κουλούφ με αναστεναγμόν του απεκρίθη, λέγοντας· τι σε ωφελεί, +Αυθέντα μου, να μάθης το αίτιον; εγώ ενθυμήθηκα τα συμβεβηκότα μου +που επέρασα, και εκείνα που έχω να περάσω, και διά τούτο μου ήλθε +παράπονον και κλαίω. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως του λέγει· +αγαπημένε μου νέε, σε ορκίζω εις τον Προφήτην, να μου διηγήσης τα +συμβεβηκότα που σου ηκολούθησαν, και δεν το ζητώ διά περιέργειάν +μου να τα μάθω, μα γροικώ μίαν κλίσιν υπερβολικήν προς εσάς, διά +να σας βοηθήσω αν είναι τρόπος, και ελπίζω πως δεν θέλεις +μετανοήσει που μου τα εξεμυστηρεύθης· μίλησε λοιπόν με ελευθερίαν +και μη μου κρύψης τίποτε, διατί κατάλαμβάνω ότι είσαι ευγενικός +νέος, και επιθυμώ διά να σε βοηθήσω. Αυθέντη, απεκρίθη ο Κουλούφ, +η ιστορία μου είναι κομμάτι μακρυά· μα σαν επιθυμείς να την μάθης +θέλω σε ευχαριστήσει. + +Τότε ο Κουλούφ του εδιηγήθη τα πάντα πολύ καθαρά, και του +εφανέρωσεν ότι δεν είνε υιός του Μασούδ, και πως έτρεξεν εις αυτό +το ψεύμα, διά να στερεώση την απόκτησιν της Δηλαράς· μα το ψεύμα, +ακολούθησεν αυτός, δεν έχει την στερεότητα που επιθυμώ, επειδή και +εστάλθηκαν μετζίλια εις την Κογέντα διά να εξετάσουν την αλήθειαν, +και εις τρεις ημέρες θέλει είνε εδώ το μετζίλι, και πρέπει να έβγη +εις το φως το ψεύδος μου, και ο Κατής με ένα θάνατον άσχημον +πρέπει να με παιδεύση· και ο θάνατος δεν με θλίβει τόσον, όσον με +θλίβει ο χωρισμός της αγαπημένης μου Δηλαράς. + +Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός έκανεν αυτήν την διήγησιν, η οποία +ήταν ανακατωμένη με δάκρυα και αναστεναγμούς, η Δηλαρά από το +μέρος της και αυτή εθρηνούσεν απαρηγόρητα, και έδειχνε πολλά +φανερά τον πόνον της και αι αισθήσεις της ήταν παρόμοιες με +εκείνες του Κουλούφ. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως δεν εθεωρούσε χωρίς +συντριμμόν της καρδίας του ετούτο το θέαμα· αγαπημένοι νυμφίοι, +είπεν, εγώ πολλά αισθάνομαι την θλίψιν σας· ήθελα αν ημπορούσα να +σας βοηθήσω, και να σας εβγάλω από τα βάσανα, μα εις το χέρι μου +δεν είνε, παρά εις του Ουρανού, και αν τον παρακαλέσητε με +θερμότητα, θέλει σας σπλαχνισθή, και σας χαροποιήση. Πρέπει να +ομολογήσω, είπε τότε η Δηλαρά, ότι εις τον κόσμον είνε άνθρωποι +πολλά παράξενοι· έρχονται να προσφέρουν την βοήθειάν τους, +παρακινούν με κάθε τρόπον διά να τους διηγηθούν τους πόνους τους +διά να συντρέξουν, ακούουν όλα τα περιστατικά με ακρίβειαν, και +αντίς να συντρέξουν, άλλο δεν λέγουν, παρά, να έχουν την ελπίδα +τους εις την άνωθεν πρόνοιαν, και να παρακινούν να έχουν υπομονήν, +και με αυτά εβγαίνουν. Ποίος δεν ήθελε πιστεύσει εις το να ιδή +τούτον τον άνθρωπον να έμπη με τόσην ζέσιν εις τα καμώματά μας, +και να μας εξετάξη με τρόπον που εστοχαζόμασθε διά να μας κάμη +κάποιαν βοήθειαν; και αυτός να μας αφήση εις την πρόνοιαν την +άνωθεν, χωρίς να μας δείξη άλλην περιποίησιν; α δεν πρέπει έτσι +εύκολα να ξεμυστηρευθή τις εις έναν που να μη τον γνωρίζη. + +Κυρά μου, λέγει ο Κουλούφ, τι θέλεις να κάμη αυτός εις βοήθειάν +μας; ας ειπούμεν την αλήθειαν, αυτός φαίνεται να είνε ευγενικός +άνθρωπος, και υποψίαν δεν έχω που να μας φανερώση όσα του +εξεμυστηρευθήκαμεν· μα διά να μας βοηθήση είνε αδύνατον, διότι το +κακόν μας είνε μεγάλον, και διά τούτο είπε καλά να έχωμεν τας +ελπίδας μας εις την άνωθεν πρόνοιαν, διότι αυτή μόνη ημπορεί να +μας βοηθήση και να μας εβγάλη από τον κίνδυνον που ευρισκόμεθα. + +Έστεκαν λοιπόν αυτοί οι δυστυχισμένοι νυμφίοι πολλά θλιμμένοι, +στοχαζόμενοι το τέλος που έμελλε να κάμουν, και απέρασαν εκείνες +τες ολίγες ημέρες κλαίοντες και παραπονούμενοι. Εστοχάσθηκαν ως +τόσον να εύρουν το μέσον διά να φύγουν, μα δεν εστάθη τρόπος, +επειδή και οι φύλακες ήταν πολλά πιστοί, όθεν εδόθηκαν εις την +υστερινήν απελπισίαν. Έφθασε το λοιπόν η διορία που το μετζίλι +έμελλε να έλθη από την Κογέντα, και αυτοί τότε εμπήκαν εις την +μεγαλύτερην θλίψιν και ευθύς που ήλθεν αυτή η φοβερά ημέρα, ο +Κουλούφ εσηκώθη από το κρεββάτι διά να οδεύση προς τον θάνατον. +Και θεωρώντας την γυναίκα του με μάτια γεμάτα από θλίψιν και +απελπισίαν, της είπε με φωνήν τρομασμένην. Εις τον Θεόν σε +απαρατώ, πηγαίνω να πληρώσω το γραπτόν μου, και να θυσιάσω τον +εαυτόν μου δι' εσένα, ω ωραιοτάτη Δηλαρά· ζήσε εις ειρήνην και +ενθυμήσου καμμίαν φοράν εκείνον που εθυσιάσθη δι' αγάπην σου. Α, +Κουλούφ, εφώναξεν η Δηλαρά γεμάτη από κλάματα, εσύ υπάγεις διά να +αποθάνης και εμένα με παρακινείς να ζήσω εις ειρήνην; σκληρέ, εσύ +λοιπόν θέλεις οι ημέρες μου να είναι θλιβερές και ανυπόφερτες· +όχι, όχι, θέλω να σε συντροφεύσω, και να κατεβώ μαζί σου εις τον +άδην· δεν θέλω ο Ταχέρ, ο μισημένος Ταχέρ, να χαρή τον θάνατόν +σου· θέλω κάμει να γνωρίση ο κόσμος, ότι προτιμώ καλύτερα να +αποθάνω μετ' εσένα, παρά να ζήσω με τον Ταχέρ. + +Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή ωμιλούσεν έτσι ακούουν έναν μέγαν +θόρυβον εις την πόρταν της στράτας, και αιφνιδίως βλέπουν να έμπη +ο Καδής εις την αυλήν τους με πολλούς ανθρώπους, και ανάμεσα εις +αυτούς ήτον και ο Μουζαφέρ με τον υιόν του. Εις ετούτην την +θεωρίαν, η Δηλαρά έπεσε λιποθυμημένη, και ο Κουλούφ μην ηξεύροντας +τι να κάμη, έτρεξε προς τον Κατήν διά να του ζητήση έλεος. Μα +ετούτος ο Κριτής αντίς να έλθη να τον γυρέψη διά να τον παιδεύση, +του έκαμε μίαν μεγάλην προσκύνησιν και του λέγει με χαροποιόν +πρόσωπον. Αυθέντη, το μετζίλι που εστάλθη εις την Κογέντα εγύρισε +συντροφιασμένον με έναν οικιακόν του Μασούδ πατρός σου, ο οποίος +σου στέλνει σαράντα καμήλια φορτωμένα από διάφορες πραγματείες. +Ημείς δεν αμφιβάλλομεν πλέον, ότι εσύ είσαι υιός του Μασούδ, και +χαίρου με κάθε σου αγαλλίασιν την αγαπημένην σου γυναίκα, και σε +παρακαλούμεν να μας συμπαθήσης διά τα όσα σου εκάμαμεν. Ο Κουλούφ +δεν ήξευρε τι να αποκριθή εις εκείνο που ήκουσεν. Αυτός επίστευσεν +ότι ο Κατής συμφώνως με τους άλλους θα τον επεριέπαιζαν, και ότι +πολλά διαφορετική θα ήτον η ομιλία τους· οπόταν ένας σκλάβος +πλησιάζοντας προς αυτόν του εφίλησε το χέρι και του επρόσφερε μίαν +γραφήν λέγοντάς του· Αυθέντη, ο πατέρας σου και η μητέρα σου είνε +υγιείς, και επιθυμούν κατά πολλά διά να σε απολαύσουν. + +Ο Κουλούφ εγέμισεν από εντροπήν, και όλος αντραλωμένος διά τούτα +τα λόγια, δεν ήξευρε τι να αποκριθή· παίρνει ως τόσον την γραφήν, +την ανοίγει, και διαβάζοντάς την έμεινε πολλά εκστατικός εις το να +ιδή που ο Μασούδ του γράφει τόσα λόγια γλυκά, και του στέλνει +τόσον βίον με ένα επιστάτην, Γιοέρ ονόματι, και να τον ονομάζη διά +υιόν του, και άλλα παρόμοια· και ωσάν αποδιάβασε την επιστολήν, +ιδού και εμβαίνουν τα σαράντα καμήλια εις την αυλήν του· και ο +επιστάτης Γιοέρ παρουσιάζεται έμπροσθέν του, και του λέγει· +Αυθέντη, πρόσταξε να ξεφορτώσουν τα καμήλια που ο πατέρας σου σού +στέλνει. Τι διάβολο δηλούν όλα ετούτα; λέγει ο Κουλούφ με +θαυμασμόν· είδα διάφορα συμβεβηκότα παράξενα, μα ωσάν ετούτο όχι· +ετούτος ο επιστάτης Γιοέρ μου ωμίλησεν ωσάν να ήμουν καθολικός +υιός του Μασούδ· ο Κατής, ο Μουζαφέρ φαίνονται πληροφορημένοι απ' +ετούτα τα παρεστηκότα· εγώ δεν ηξεύρω τι να στοχασθώ· ας είναι +λοιπόν, ας πιστεύσω και εγώ ότι η τύχη μου εξαπέστειλε τούτο το +συμβεβηκός, ή διά καλόν μου, ή χειρότερόν μου. Και με όλον που +ήτον σκοτισμένος ο Κουλούφ δι' αυτά, έλαβε πνεύμα διά να κρύψη τον +θαυμασμόν του, και ευθύς επρόσταξε διά να ξεφορτώσουν τα καμήλια, +και τες πραγματείες να τες βάλλουν εις τα μαγαζιά. Και εις το +αναμεταξύ που εξεφόρτωναν τα καμήλια, ο Κατής, ο Μουζαφέρ και ο +Ταχέρ έλαβαν θέλημα από τον Κουλούφ και ανεχώρησαν εις τες οικίες +τους, πιστεύοντες αληθώς να ήτον αυτός υιός του Μασούδ. + +Ο Κουλούφ έτρεξεν υστερότερα εις την γυναίκα του, και της εδιηγήθη +τα όσα του ηκολούθησαν, και της έδειξε και την επιστολήν που +έγραψεν ο Μασούδ. Η Δηλαρά τότε εφώναξεν από την χαράν της· ω +δίκαιε Ουρανέ, εσένα πρέπει να ευχαριστήσωμεν, που μας επρόφθασες +με τούτο το παράδοξον συμβεβηκός, και έλαβες ευσπλαχνίαν δι' ημάς +που με το θέλημά σου μας ένωσες. Κυρά, της λέγει ο Κουλούφ, δεν +είναι καιρός ακόμη διά να δοθούμεν εις χαροποίησιν, επειδή και +φοβούμαι, μήπως και έγινε εις ετούτο κανένα λάθος· διατί +στοχάζομαι χωρίς άλλο ότι ο υιός του Μασούδ θα είνε εδώ· διατί +αλλέως δεν ήθελαν έλθει ετούτα τα πράγματα εις ημάς· μα αλλοί εις +εμέ, αν είναι έτσι, επειδή και κρυφόν δεν θέλει σταθή αυτό το +πράγμα, διατί όντας εδώ έως αύριον ημπορεί να το μάθη· τα σαράντα +καμήλια που ήλθαν, αυτά θέλουν ακουσθή εις την χώραν, και είνε +αδύνατον να μη το μάθη. Αλλ' ημείς πρέπει να προλάβωμεν τον καιρόν +που τον έχομεν αρμόδιον, να φύγωμεν απ' εδώ το συντομώτερον, διά +να μη μας συμβή εκείνο που μας εφόβιζε, διατί μου φαίνεται πράγμα +παράξενον ετούτο που μας έτυχεν. + +Αυτή η γνώμη άρεσε και της Δηλαράς, όθεν απεφάσισαν εκείνην την +ίδιαν νύκτα να μισεύσουν χωρίς να χάσουν καιρόν. Μα πριν φθάση η +νύκτα, ακούουν μέγαν κτύπον, και αιφνιδίως βλέπουν εις την αυλήν +τους να έμπουν πολλοί καβαλλαρέοι στρατιώται. Εις τούτην την +θεωρίαν, οι δυο νυμφίοι έμειναν ωσάν νεκροί από τον φόβον +νομίζοντες να εξεσκεπάσθη ο δόλος, και ο Κατής με όλες τις φύλαξές +του θα ήλθε να πιάση τον Κουλούφ διά να τον θανατώση. Μα ετούτος +ο φόβος ογλήγορα ηφανίσθη, επειδή και αυτοί οι στρατιώται δεν ήτον +του Κατή, αλλά του Βασιλέως. Ο αρχηγός των οποίων ωσάν εσέβη εις +την αυλήν του, εξεπέζευσε, και επήγεν εις τον Κουλούφ, και τον +επροσκύνησε, λέγοντάς του· Κύριε, εγώ εδώ έρχομαι από όνομα του +βασιλέως Ουσβέκ Χαν· αυτός έχοντας επιθυμίαν διά να σε ιδή, με +έστειλε διά να σε φέρω προς αυτόν, με το να έμαθε τα συμβεβηκότα +σου. + +Ο Κουλούφ ευθύς επήκουσεν εις αυτόν τον ορισμόν, και εκίνησε με +τον αρχηγόν, καβαλλικεύοντας ένα άλογον πολλά εύμορφον και +στολισμένον με χρυσά άρματα, που ο Βασιλεύς τού το έστειλεν +επιταυτού διά να τον τιμήση. Φθάνοντας δε ο Κουλούφ εις την αυλήν +του Βασιλέως, ευθύς έτρεξαν οι Οφφικιάλοι του Βασιλέως, και τον +ανέβασαν εις το παλάτι, και τον έφεραν εμπρός εις τον Βασιλέα, ο +οποίος ήτον ενδυμένος με φορέματα σκεπασμένα από διαμάντια, +ρουμπίνια, και σμαράγδια, και εκάθονταν επάνω εις ένα θρόνον από +χρυσάφι και φίλδεσι, και τριγύρου του οποίου έστεκαν οι πρώτοι +αυθεντάδες της Ταρταρίας. Ο Κουλούφ έμεινεν εκστατικός από την +λάμψιν που ο Ουσβέκ Χαν ήτο περικυκλωμένος· και αντί να σηκώση +τους οφθαλμούς του εις τον βασιλέα τους εχαμήλωσε, και έπεσεν εις +τα πόδια του θρόνου του. + +Ο Βασιλεύς προστάζοντάς τον διά να σηκωθή του λέγει· υιέ του +Μασούδ, έμαθα ότι σου ηκολούθησαν συμβεβηκότα πολλά περίεργα, τα +οποία επιθυμώ να τα διηγηθής κατά πλάτος, με πάσαν καθαρότητα. Ο +Κουλούφ ακούοντάς ταύτην την φωνήν, σηκώνει τους οφθαλμούς του και +γνωρίζει εις τον Βασιλέα τον ίδιον Οφφικιάλιον, που είχεν υπάγει +διά να τον ιδή εις το σπήτι του, και που με το να τον ενόμιζεν +αληθώς πως ήτον Οφφικιάλος του Ουσβέκ Χαν, του είχε διηγηθή τα +μυστήριά του· και τότε γνωρίζοντας ότι ο Οφφικιάλος ήτον αυτός ο +Βασιλεύς ο ίδιος, έπεσε με το κεφάλι εις την γην όλος έντρομος. + +Ο Βεζύρης του Βασιλέως που ευρίσκετο παρών τον εσήκωσε, και του +είπε· μη φοβάσαι, καλέ άνθρωπε, πλησίασε εις τον Βασιλέα, και +φίλησέ του την ποδιά. Ο Κουλούφ τρεμάμενος και έκθαμβος, +επλησίασεν εις τους πόδας του Βασιλέως, και του εφίλησε την ποδιά. +Ετούτος ο Βασιλεύς ευθύς εκατέβη από τον θρόνον του, και πιάνει +τον Κουλούφ από το χέρι, και τον φέρει εις ένα ξεχωριστόν χοντζερέ +του, εις τον οποίον του είπε. + +Κουλούφ, βάλε τώρα τον εαυτόν σου εις ησυχίαν και μη φοβάσαι πλέον +καμμίαν εναντιότητα της τύχης σου. Δεν θέλεις είσαι πλέον +χωρισμένος από την Δηλαράν· θέλεις ζήσει με αυτήν εις την αυλήν +μου και θέλεις έχει τον τόπον που είχες εις την Καρακοράν σιμά εις +τον βασιλέα Μουργάν. Εγώ επάνω εις τες διήγησες που ήκουσα διά την +σταθερότητά σου προς την γυναίκα σου, εμβήκα εις περιέργειαν, και +ήλθα εις το σπήτι σου υποκάτω εις την μορφήν του Οφφικιάλου, και +ευθύς που μου εδιηγήθης την ιστορίαν σου με θάρρος και χωρίς +αμφιβολίαν, έλαβα κλίσιν προς εσένα διά να σε βοηθήσω και να σε +χαροποιήσω, και έκαμα με τον τρόπον που είδες. Τα σαράντα καμήλια +τα έβγαλα από το αχούρι μου, έκαμα να αγοράσουν τες πραγματείες +που ήτον φορτωμένα, και ο επιστάτης που σου τα έφερεν ήτον ένας +ευνούχος μου, που ποτέ δεν έβγαινεν από το παλάτι μου. Έκαμα και +σου έγραψαν την επιστολήν με τρόπον που είδες· και διά φόβον που +να μη φθάση το μετζίλι εμπροσθήτερα, έστειλα ένα μου Οφφικιάλον, +και τον επρόσταξεν από όνομά μου να κάμη εις τον αυθέντην του μίαν +διήγησιν κατά πως εγώ τον ερμήνευσα. Ετούτη ήτον μία δοκιμή που +ηθέλησα να κάμω διά περιδιάβασίν μου, την οποίαν ακεραίως την +απόλαυσα. + +Ευθύς που ο βασιλεύς ετελείωσε να μιλήση ο Κουλούφ εξανάπεσεν εις +τους πόδας του· και τον ευχαρίστησε διά την μεγάλην του +γενναιότητα και ευεργεσίαν και του έταξεν εις όλην του την ζωήν να +φυλάξη ένα ζωντανόν υποχρέωμα. Και την ιδίαν ημέραν έφερεν και την +αγαπημένην του Δηλαράν με όλον εκείνο που ο βασιλεύς του εδώρησε, +και εκατοίκησαν εις το παλάτι το βασιλικόν, και έζησαν με μεγάλην +τιμήν σιμά εις αυτόν τον γενναίον βασιλέα, ο οποίος έκαμε και του +έγραψαν την ιστορίαν με γράμματα χρυσά, διά να είναι εις +παντοτεινήν ενθύμησιν μία τέτοια αγάπη. + +Ετούτο είνε το τέλος αυτής της ιστορίας, βασιλέα μου, που σου είχα +τάξει να διηγηθώ, του λέγει η Χαλιμά· όμως έχοντας την άδειαν από +την βασιλείαν σου να σου διηγηθώ όσες και αν ηξεύρω, εγώ σου τάσσω +να διηγηθώ μίαν υπερθαύμαστον ιστορίαν, που ηξεύρω του βασιλέως +Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας, την οποίαν μου την είχε +διηγηθή μίαν φοράν ένας πολυμαθής Δερβύσης, πλην οπόταν την +ακούσης, ελπίζω, ότι δεν θέλει σε ευχαριστήσει ολιγώτερον από τες +άλλες, που σου εδιηγήθηκα. Και ομιλώντας με τούτον τον τρόπον, ο +Αϊδήν εσηκώθη και επήγεν εις τες υπηρεσίες της βασιλείας του κατά +την συνήθειαν. Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά, εξυπνώντας εις +την ώραν την διατεταγμένην, άρχισε να λέγη. + + + +&Ιστορία, του βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας.& + + + +Οι ιστορίες οι παλαιές των Ταρτάρων διηγούνται, ότι παλαιόθεν ήτον +ένας Χάνης των Ταρτάρων Νογαΐδων, που ωνομάζονταν Τημουρτάς, ο +οποίος είχεν υιόν ονόματι Καλάφ, που ήτον ο πλέον ωραιότερος και +ανδρείος νέος του καιρού του, και σοφός περισσότερον από τους +μεγαλυτέρους σοφούς του καιρού εκείνου· ήξευρε τα απόκρυφα του +Αλκοράνου, και είχεν εις ενθύμησιν όλες τες απόφασες του Μωάμεθ +και τέλος πάντων τον έκραζαν ήρωα της Ταρταρίας διά την +πολυμάθειάν του, και κάθε λογής επιστήμην, και ανδρείαν που είχεν. +Αυτός ήτον το θεμέλιον των συμβουλών του Τημουρτά πατρός του, και +οπόταν αυτός έδιδε καμμίαν συμβουλήν δεν ήτον τινάς που να μην την +δεχθή. Έξω από αυτό, εις τους πολέμους ήτον ο πρώτος που να βάνη +την ζωήν εις κίνδυνον· πάντα έκανε θαυμαστές νίκες, τόσον που +κανένα γένος δεν αποτολμούσε πλέον να σηκώση τα άρματα εναντίον +του. + +Απερνώντας δε πολύν καιρόν με ειρήνην, βλέπει μίαν ημέραν να +έλθουν αποστολάτορες από τον Αμούρ Βασιλέα της Κασμυρίας διά να +ζητήσουν του πατρός του το δόσιμον, που παλαιόθεν του έδιδε, με το +να ήταν μερικοί χρόνοι που του αρνήθη και δεν του εδιδεν· ειδεμή +και ήθελε αρνηθή, θέλει έλθει εναντίον του, και θέλει του πάρει +όλους του τους τόπους. Ο Τημουρτάς έλαβε κάποιον φόβον, και σχεδόν +έκλινε διά να του δώση, επειδή και εφοβούνταν αυτόν τον Βασιλέα, +με το να ήτον ο πλέον δυνατός Βασιλεύς του καιρού εκείνου. Ο Καλάφ +την γνώμην του πατρός του δεν ηθέλησε να την ακούση, αλλά του είπε +να μη φοβηθή, διότι έχει ελπίδες να τον νικήση μ' όλον που είναι ο +πλέον δυνατός του κόσμου. Και έτσι αποφάσισαν διά να ετοιμασθούν +να του εναντιωθούν και με τούτον τον τρόπον απεδίωξαν τους +αποστολάτορας χωρίς να υπακούσουν εις τα ζητήματά τους. + +Ο Αμούρ θυμωμένος, που δεν τον υπήκουσαν, εσύναξεν έως διακόσιες +χιλιάδες στράτευμα, και εκίνησεν εναντίον του Τημουρτά. Αυτός ο +Τημουρτάς από το άλλο μέρος έδωσε θέλημα διά να συναχθούν τα πλέον +άξια στρατεύματά του διά να κινήσουν εναντίον του εχθρού, υποκάτω +εις την κυβέρνησιν του υιού του Καλάφ. Έστειλε και εις τον Βασιλέα +της Κιρκασίας και του εζήτησε βοήθειαν ο οποίος του έστειλεν +εξήντα χιλιάδας στράτευμα διαλεχτόν εις βοήθειάν του, υποκάτω εις +την κυβέρνησιν ενός Βεζίρη του· και όντας όλα έτοιμα, εκίνησαν +εναντίον του εχθρού και ανταμωνόμενα τα δύο στρατεύματα, άρχισαν +μίαν ταχινήν τον πόλεμον, εις τον οποίον ο Καλάφ έδειξε μεγάλες +ανδραγαθίες αλλά, φθάνοντας το βράδυ, ετραβήχθησαν και τα δύο μέρη +διά να αναπαυθούν. Την ερχομένην ημέραν πάλιν έδωσαν τον πόλεμον, +και πάντα ο Καλάφ ενικούσε· και τούτο ηκολούθησε διά πολλές +ημέρες. + +Τέλος πάντων ο Αμούρ βλέποντας που είναι αδύνατον να τον νικήση, +μηχανεύεται να τάξη μεγάλα χαρίσματα του Βεζύρη της της Κιρκασίας +διά να παραιτήση τον Καλάφ, να μένη αυτός με ολίγον στράτευμα και +έτσι να τον νικήση. Αυτόν τον στοχασμόν τον έβαλεν εις πράξιν, και +έγινε καθώς επιθυμούσε. Επειδή την ερχομένην ημέραν, τον καιρόν +που άρχισαν τον πόλεμον, ο Βεζύρης παίρνει τους Κιρκασίους, και +αναχωρεί εν τω άμα, και άφησε τον Καλάφ με ολίγον στράτευμα. Ο +Καλάφ βλέποντάς την προδοσίαν που του έγινε, δεν έχασε την +ανδρείαν του, αλλά συνάξας το ολίγον στράτευμα που του απέμεινεν +επολέμησε με πολλήν ανδρείαν αλλά τέλος πάντων βλέποντας ότι δεν +κατορθώνει τίποτε, και φοβούμενος να μη πιασθή σκλάβος, εδιάλεξε +μερικούς στρατιώτας ανδρείους, και τους επήρε και έφυγε και ήλθεν +εις τον πατέρα του, και του έφερε την θλιβεράν είδησιν, +φανερώνοντας την προδοσίαν του Βεζύρη που του έκαμεν. + +Ο Τημουρτάς Χαν λαμβάνοντας μίαν τοιαύτην θλιβεράν είδησιν, εθλίβη +μεγάλως, και έπεσεν εις μεγάλην απελπισίαν. Και δεν έφθασε μόνον +αυτό, αλλά ολίγον ύστερα φθάνει ένας Οφφικιάλος, και φέρνει την +είδησιν ότι ο Βασιλεύς Αμούρης, αφού και εθανάτωσεν όλον το +στράτευμα του Καλάφ, έρχεται διά να θανατώση όλην την οικογένειαν +την βασιλικήν, και να κυριεύση όλον το Βασίλειον. Τότε ο Τημουρτάς +Χαν βλέποντας τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, παίρνει +την βασίλισσαν Ελμέρω την γυναίκα του, ομού και τον Καλάφ, και +κάνοντας να φορτώση τα πλέον τιμημένα πράγματα που είχεν εις τον +θησαυρό του εβγήκαν από την Ταρταρίαν και εκίνησαν διά την μεγάλην +Βουλγαρίαν, συντροφιασμένοι με αρκετούς στρατιώτας. + +Περιπατώντας αρκετές ημέρες και απερνώντας το όρος Καύκασον, +συναπαντούν τέσσαρες χιλιάδες κλέφτες που εκατοικούσαν εις αυτό το +όρος, οι οποίοι ερχόμενοι καταπάνω τους, εκατάκοψαν όλους τους +στρατιώτας που είχαν εις φύλαξιν, και δεν άφησαν άλλον παρά τον +Χάνην, την γυναίκα του, και τον Καλάφ· τον δε βίον του όλον τον +εδιαμοίρασαν, και αυτούς τους απαράτησαν εις την μέσην του βουνού +γυμνούς και τετραχηλισμένους. + +Δεν ημπορώ να διηγηθώ τι λογής εστάθη ο πόνος του Χάνη, επόταν +είδεν εις τι κατάστασιν ήλθεν· όθεν ερχόμενος εις απελπισίαν +εγύρευε να θανατωθή, ζηλεύοντάς την τύχην εκείνων που απέθνησκον +εμπρός εις τους οφθαλμούς του. Η Βασίλισσα από το άλλο μέρος +εφθείρονταν εις τα κλάματα, και ο Καλάφ μόνος είχε πνεύμα διά να +βαστάξη το βάρος ενός γραπτού τόσον σκληρού. Επειδή και ήτον πολλά +πεπαιδευμένος εις τες γνώμες του Αλκοράνου και τες αποφάσεις του +Μωάμεθ επάνω εις τον προορισμόν, ήγουν γραπτόν που λέγουσιν οι +Τούρκοι, και διά τούτο είχε πολλά ακίνητον σταθερότητα του +πνεύματος εις το γραπτόν. + +Η άκρα θλίψις των γονέων του που έδειχναν, του έδινε μοναχά +μεγάλην θλίψιν· αχ Πατέρα μου! αχ Μητέρα μου! έλεγε, μη χάνεσθε +εις τες δυστυχίες με τούτον το τρόπον· στοχασθήτε ότι ο Ουρανός +είναι εκείνος που μας κάνει να γένωμεν δυστυχείς· ας υποταχθώμεν +το λοιπόν εις το θέλημά του, επειδή και δεν είμασθε ημείς μοναχοί +που ευρισκόμασθε εις δυστυχίες. Πόσοι και πόσοι Βασιλείς +μεγαλύτεροι από ημάς έχασαν τον θρόνον τους, και ήλθαν εις μεγάλες +δυστυχίες, και πάλιν εξαναγύρισαν εις τους θρόνους τους, και +εξανάλαβαν την πρώτην τους τιμήν; τώρα και ημείς ας ρίξωμεν τας +ελπίδας μας εις τον Ουρανόν, και αυτός βλέποντας τες συμφορές μας, +θέλει μας προφθάσει διά να μας βοηθήση. + +Αυτά και άλλα λέγοντας, οι γονείς του αγροικούσαν κάποιαν +ελάφρωσιν και παρηγορίαν από τα λόγια του. Ας δοθούμεν, λέγουν οι +γονείς του, το λοιπόν εις τα χέρια του Ουρανού, και ας έχωμεν +υπομονήν ότι τα όσα έχομεν να περάσωμεν είναι όλα γραμμένα εις τον +Ουρανόν, και δεν ημπορούμεν να τα αποφύγωμεν· ας κάμωμε πάλιν +καρδιά και ας υπομείνωμεν τα όσα η τύχη μας θέλει μας προξενήσει. +Και τούτο λέγοντας άρχισαν να περιπατούν πεζοί μη έχοντες ούτε +άλογον, μήτε βάρος επάνωθέν τους. Επεριπάτησαν πολύν καιρόν ζώντες +από μόνα οπωρικά και χόρτα που εύρισκαν εις την στράταν, μα +εμβαίνοντας εις ένα έρημον δάσος έμειναν υστερημένοι και από αυτήν +την ζωοτροφίαν, και από κάθε άλλο που ημπορούσε να τους διώξη την +πείναν. Έμεινε λοιπόν η σταθερότης τους πολλά συντριμμένη. Ο Χάνης +όντας γηραλέος άρχιζε να γροικά ότι οι δύναμές του ωλιγόστευαν· η +Βασίλισσα αποσταμένη και αυτή από την στράταν και από την πείναν, +δεν ημπορούσε πλέον να κινηθή, ώστε που ο Καλάφ, με όλον που και +αυτός θα ήτον ομοίως αποσταμένος, τους έφερνεν επάνω εις τους +ώμους του, πότε τον ένα και πότε τον άλλον, διά να τους δώση +κομμάτι άνεσιν. + +Τέλος πάντων μισαπεθαμμένοι και οι τρεις από την δίψαν και από το +απόσταμα, έφθασαν εις ένα βουνόν γεμάτον από φοβερωτάτους κρημνούς +και χάος. Ήτον ετούτο μία ράχη πολλά υψηλοτάτη, περιτριγυρισμένη +από φοβερά και τερατώδη σπήλαια, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνετο +πολλά κινδυνώδες πέρασμα, με το να μην εφαίνετο καμμιά λογής +στράτα διά να περάση εις μίαν πλατείαν πεδιάδα, που από εκεί +εφαίνετο· επειδή κάθε μέρος αυτού του βουνού ήτον πυκνωμένον από +αγκάθια, βράχους, και κλαδιά, που ήτον αδύνατον να στοχασθούν μίαν +στράταν να έβγουν από εκεί. + +Οπόταν η βασίλισσα εθεώρησεν ετούτους τους αβύσσους, έβγαλε μίαν +μεγαλωτάτην φωνήν από τον φόβον της, και τέλος πάντων ο Χάνης +έχασε κάθε υπομονήν και εμβήκεν εις αδημονίαν. Δεν κάνει χρεία +άλλο, τότε είπε προς τον υιόν του· κλίνω εις το εναντίον μου +γραπτόν, πηγαίνω μόνος μου να κρημνισθώ εις έναν από τούτους τους +βράχους, που ο ουρανός μου τον ετοίμασε διά τάφον μου, θέλω μίαν +φοράν να ελευθερωθώ από την τυραννίαν της τύχης μου, αγαπώ κάλλιον +τον θάνατον, παρά μίαν ζωήν τόσον τυραννισμένην. Ο Χάνης δοσμένος +εις κάθε απελπισίαν, έστεκε διά να πέση εις τον κρημνόν. Τότε ο +υιός του ο Καλάφ τρέχει και τον πιάνει εις τες αγκάλες του. Αχ +πατέρα μου, του είπε τι είναι αυτό που θέλεις να κάμης, εις τι +απελπισίαν εδόθης; στοχάζεσαι με αυτό να φύγης το γραπτόν σου; δεν +ηξεύρεις που με την υπομονήν όλα αποκτώνται, και εκείνο που εις +τον Ουρανόν είνε γραμμένον, θέλει να πληρωθή; ποίος ηξεύρει ύστερα +από τούτα τα βάσανα, τι καλό μας απαντυχαίνει; και μήπως και το +κάνει αυτό ο ουρανός διά να δοκιμάση την υπομονήν μας. Ημείς, το +ομολογώ, είμασθε εις μίαν στάσιν πολλά θλιβερήν, και δεν +ημπορούμεν να περάσωμεν χωρίς κίνδυνον τούτους τους αβύσσους· μα +ποίος ηξεύρει πού να μην ευρεθή καμμία στράτα διά να περάσωμεν εις +εκείνην την πεδιάδα; άφησε το λοιπόν να πηγαίνω να ιδώ μήπως και +εύρω κανένα μονοπάτι και ευθύς γυρίζω. Σύρε, ω υιέ μου, απεκρίθη ο +Χάνης, ημείς εδώ σε καρτερούμεν και μη φοβάσαι διά την απελπισίαν +μου έως εις τον γυρισμόν σου. + +Ο Καλάφ επήγε γυρίζοντας εις όλες τες ράχες και βράχους χωρίς να +ημπορέση να ξανοίξη καμμίαν στράταν, όθεν μένοντας πολλά θλιμμένος +έπεσεν εις τα γόνατα, και μετά θερμών δακρύων επικαλούνταν την +βοήθειαν του Ουρανού· έπειτα σηκωνόμενος εξαναγύρισε πάλιν διά να +ξαναζητήση καμμίαν οδόν. Τέλος πάντων ευρίσκει μίαν πολλά στενήν, +εις την οποίαν εμβαίνοντας ευχαρίστησε τον Ουρανόν διά τούτην την +χάριν, και περιπατώντας επλησίασεν έως τα πόδια ενός μεγάλου +δένδρου, που ήτον εις το έμβασμα της πεδιάδος, το οποίον εσκέπαζε +με τον ίσκιον του μίαν πηγήν από νερόν καθαρόν· είδεν ακόμη ολίγον +ξέμακρα από εκεί και άλλα διάφορα δένδρα με διαφόρους μεγαλωτάτους +καρπούς, και εκστατικός διά τούτην την ξάνοιξιν, έτρεξε διά να +δώση την είδησιν του πατρός του και της μητρός του, που εχάρησαν +μεγάλως που ο ουρανός άρχιζε να λαμβάνη ευσπλαγχνίαν διά τες +δυστυχίες τους. Ο Καλάφ παίρνοντάς τους, με μεγάλον κόπον τους +απέρασεν από εκείνην την στενήν οδόν, και τους έφερεν εις την +πηγήν, και έσβυσαν την φλογώδη δίψαν που τους ετυράννιζεν· έπειτα +έφαγον από τους καρπούς που ο Καλάφ έμασεν, οι οποίοι εις εκείνην +την χρείαν τους εφάνηκαν εξαίσιοι. Αυθέντη, τότε λέγει ο Καλάφ του +πατρός του, αναγνωρίζεις τώρα το σφάλμα σου, που ενόμιζες ότι ο +Ουρανός μας είχεν αφήσει να χαθούμεν; αυτός δεν έχει κουφά αυτιά +προς εκείνους που ρίχνουν όλες τους τες ελπίδες προς αυτόν. + +Εσταμάτησαν το λοιπόν εις αυτόν τον τόπον δύο τρεις ημέρες διά να +ξεκουρασθούν και να λάβουν τες δύναμές τους, και, αφού +εξεκουράσθηκαν καλά, εκίνησαν προς την πεδιάδα, ελπίζοντες ότι +εκείνη θα τους φέρη εις κανένα τόπον κατοικημένον. Και φθάνοντες +εκεί, βλέπουν μίαν μεγαλωτάτην χώραν πλησίον της πεδιάδος, +κτισμένην με θαυμαστά κτίρια· έρχονται προς αυτήν, και προτού να +πλησιάσουν εις την πόρταν της χώρας εστοχάσθηκαν να μείνουν εκεί +έως να νυκτώση, διατί εντρέπονταν να έμβουν την ημέραν με το να +ήταν γυμνοί σχεδόν και τετραχηλισμένοι, και γεμάτοι από κονιορτόν· +και ούτως επήγαν και εκάθησαν υποκάτω εις κάποια δενδράκια, που +εκεί ευρίσκονταν, διά να καρτερίσουν την νύκτα. Αναπαυόμενοι αυτοί +εις εκείνα τα δένδρα, βλέπουν ένα γέροντα που έβγαινεν από την +χώραν, και ήρχετο εκεί διά να πάρη τον αέρα, και πλησιάζοντας εις +αυτούς τους εχαιρέτησε με χαροποιόν πρόσωπον, έπειτα εκάθισε κοντά +τους. + +Ο Χάνης τότε τον ηρώτησε πως ωνόμαζαν εκείνην την χώραν, Αυτή +ονομάζεται Γιαού, απεκρίθη ο γέρων, η οποία είναι η μητρόπολις της +επαρχίας· και ο βασιλεύς που την κυριεύει ονομάζεται Αλέγγ Χαν· μα +απ' εκείνο που μου φαίνεται του λόγου σας είσθε ξένοι. Ναι, του +απεκρίθη ο Χάνης, ημείς είμασθεν από πολλά μακρυνόν τόπον, +γεννημένοι εις το βασίλειον του Κασμίρ, πραγματευτάδες την τέχνην· +μίαν ημέραν πηγαινάμενοι με πολλούς άλλους πραγματευτάδες εις το +πανηγύρι Καπαπάκ, μας εσυναπάντησαν κλέφται, και μας επήραν το +ό,τι είχαμεν, και μας άφησαν εις ετούτην την κατάστασιν που μας +βλέπεις, και με το να εχαθήκαμεν εις την στράταν, και μην +ηξεύροντες πού πηγαίνομεν, εφθάσαμεν εις ετούτο τον τόπον. Ο γέρων +που ήτον φυσικά συμπαθής εις τες δυστυχίες του πλησίον του, έλαβε +σπλάγχνος προς αυτούς, και τους εκάλεσε να έλθουν να σταθούν εις +το σπήτι του με αυτόν. Ο Χάνης τον ευχαρίστησε διά την +ευσπλαγχνίαν που τους έδειχνε. Και ούτως όλους ομού ο γέρων τους +έφερεν εις το σπήτι του, το οποίον ήτο μία μικρά κατοικία, και +πολλά ταπεινά στολισμένη, μα όλα έστεκαν εις καλήν τάξιν. + +Ο γέρων ευθύς που εμβήκεν ωμίλησε κρυφά ενός σκλάβου του, ο οποίος +ύστερον από ολίγον εγύρισε με ένα πραγματευτήν που είχεν εις ένα +μποχτζά διάφορα φορέματα ανδρίκια και γυναίκια. Από αυτά τα +φορέματα έκαμε και ένδυσαν τους ξένους που ήταν γυμνοί, και +πληρώνοντάς τον πραγματευτήν τον απέλυσεν· ύστερα επρόταξε τους +σκλάβους του διά να ετοιμάσουν το δείπνον, το οποίον ευθύς +ετοιμάζοντας το με πολυποίκιλα φαγητά και πιοτά, βαλμένα εις +αγγεία από φαρφούρ της Κίνας, εκάθησαν όλοι ομού και εδείπνησαν με +πολλήν ευχαρίστησιν. Ο γέρων πυρωμένος από τα διάφορα πιοτά που +έπιεν, εδόθη εις κάποιαν χαροποίησιν, και έκαμε κάθε δυνατόν διά +να λάβουν κάποιαν ηδονήν και οι ξένοι εκείνοι, και καταλαμβάνοντας +ότι δεν εκατόρθωνε τίποτε, με το να ήταν πολλά μελαγχολικοί διά +τες δυστυχίες τους, είπεν. + +Εγώ βλέπω καλώς ότι ματαίως κοπιάζω διά να σας κάμω να βγάλετε από +το πνεύμα σας τα περασμένα σας συμβεβηκότα, που αενάως τα έχετε +εις τον στοχασμόν σας· διά τούτο αν είναι με το θέλημά σας θέλω να +σας κάμω να καταλάβετε ότι, αντίς να είσθε βυθισμένοι εις +στοχασμούς, πρέπει να πασχίσετε να τους αποδιώξετε από τον νουν +σας. Παρηγορηθήτε διά τον χαμόν του πλούτου σας, που οι κλέφται +σας επήραν· το συμβεβηκός που σας θλίβει δεν είνε ασυνήθιστον· οι +πραγματευτάδες και οι στρατοκόποι συχνώς τα δοκιμάζουν. Εγώ ο +ίδιος εις την νεότητά μου έμεινα γδυμένος από κλέφτες εις την +στράταν, οι οποίοι μου επήραν πλούτη υπέρμετρα, και ευρέθηκα εις +την ιδίαν σας κατάστασιν και χειρότερην, με όλον τούτο δεν +απαράτησα που να παρηγορηθώ· ένα μόνον πράγμα με έθλιβε πολλά +οπόταν εστοχάζομουν, από την μεγαλειότητα που ήμουν να καταντήσω +να διακονώ. Κάνει χρεία εγώ να σας διηγηθώ την ιστορίαν μου, η +οποία ελπίζω ότι θέλει σας ωφελήσει μεγάλως να την ακούσετε. Και +αύτη η διήγησις των δυστυχιών μου, ημπορεί να σας ενδυναμώση να +υποφέρετε τες εδικές σας, και ακούσατέ την λοιπόν με προσοχή. + + + +&Ιστορία του Βασιλέως Φουδλάλ, υιού του Μηνορτόκ, βασιλέως τον +Μουσούλ.& + + + +Εγώ είμαι υιός του ποτέ βασιλέως του Μουσούλ, δηλαδή του μεγάλου +Μηνορτόκ. Ευθύς που αυτός με είδε να φθάσω εις την ηλικίαν είκοσι +χρόνων, εγύρευσε διά να με υπανδρεύση· έκαμε να έλθουν ένας μέγας +αριθμός από σκλάβες νέες και πολλά ωραίες. Εγώ τες εστοχάσθηκα +όλες αδιαφόρως, και δεν εστάθη καμμιά που να μου κλίνη την θέλησίν +μου. Αυτές εγύρισαν ωσάν κατησχυμένες από την εντροπήν τους, που +δεν ημπόρεσε να λαβώση καμμιά την καρδιά μου. Ο πατέρας μου +έμεινεν ομοίως και αυτός εκστατικός διά την αναισθησίαν μου. Αυτός +ηθέλησε να με ξαναδοκιμάση με άλλες, μα εγώ του είπα ότι δεν +αγροικούσα διά να έχω κλίσιν διά υπανδρείαν, και αυτό προέρχεται +από την επιθυμίαν που έχω να ξενιτευθώ· διά το οποίον τον +επαρακάλεσα να μου δώση την ελευθερίαν διά να υπάγω μοναχά έως εις +το Μπαγδάτι, και εις τον γυρισμόν μου να κάμω το θέλημά του. Εις +τούτο αυτός δεν ηθέλησε να μου εναντιωθή. Και διά να κάμω καλήν +θεωρίαν εις το Μπαγδάτι, έκαμε να γένουν μεγάλες ετοιμασίες, διά +να με στείλη ωσάν υιόν Βασιλέως που ήμουν· εφόρτωσε δώδεκα καμήλια +φλωριά και άλλα έξοδα, και μου έδωσε και εκατόν ανδρείους +στρατιώτας εις υπηρεσίαν μου και φύλαξίν μου. + +Εμίσευσα το λοιπόν από το Μουσούλ με τούτον τον αριθμόν των +ανθρώπων μου, διά να πηγαίνωμεν εις το Μπαγδάτι· επεριπατήσαμεν +μερικές ημέρες, χωρίς να μας συμβή τίποτε. Και μίαν νύκτα, τον +καιρόν που αναπαυόμαστε, αιφνιδίως μας πλακώνει μέγας αριθμός από +Αράπηδες κλέφτες, οι οποίοι σχεδόν μου εθανάτωσαν τους +περισσοτέρους ανθρώπους. Εγώ βλέποντας τον κίνδυνον που +ευρισκόμουν έλαβα καρδίαν, και συμαζώνοντας εκείνους που έμειναν +ζωντανοί, αντιστάθηκα με ανδρείαν εναντίον των κακοποιών, από τους +οποίους εσκοτώσαμεν περισσότερον από τριακοσίους. + +Φθάνοντας η ημέρα, και βλέποντες που εμείς έτσι ολίγοι τους +εναντιωθήκαμεν όλην την νύκτα με εκείνον τον τρόπον, από την +εντροπήν τους εδίπλωσαν τες δύναμές τους εις τρόπον που επολέμησαν +με ημάς ωσάν απελπισμένοι. Τέλος πάντων επαραδοθήκαμεν +καταδαμασμένοι από τον αριθμόν τους. Εκείνοι μας έγδυσαν και μας +επήραν το ό,τι και αν είχαμεν, και αντί να μας κρατήσουν για +σκλάβους, ή να μας απολύσουν, έτσι γυμνούς που μας άφησαν, +ηθέλησαν να ξεδικήσουν τον θάνατον των συντρόφων τους με το αίμα +μας. Όθεν οι βάρβαροι επέρασαν όλους τους ανθρώπους υποκάτω από +τες λαβωματιές των σπαθιών τους, και κινούμενοι και εναντίον μου +διά να μου κάμουν το ίδιον εφώναξα. Σταθήτε, απάνθρωποι, φέρετε +σέβας εις το βασιλικόν αίμα· εγώ είμαι υιός του Μηνορτόκ, βασιλέως +του Μουσούλ, και κληρονόμος των επαρχιών του. Εγώ είμαι πολλά +ευχαριστημένος, μου είπε τότε ο αρχηγός των Αράβων, που έμαθα το +ποίος είσαι· είναι πολύς καιρός που ημείς μισούμεν θανατηφόρως τον +πατέρα σου, αυτός έκαμε να κρεμάσουν πολλούς από τους συντρόφους +μας, που του έπεσαν εις τα χέρια· διά τούτο και εσύ με τον ίδιον +τρόπον θέλεις τιμωρηθή. + +Τέλος πάντων αυτός έκαμε να με δέσουν, και με έφεραν εις την ρίζαν +ενός βουνού, ανάμεσα εις δυο λαγκάδια, και εκεί ήταν διάφορες +καλύβες που εχρησίμευαν διά κατοικίες τους. Εγώ εβάλθηκα υποκάτω +εις την καλύβα, του αρχηγού τους, η οποία ευρίσκονταν εις την +μέσην από τες άλλες, και εφαίνονταν η μεγαλύτερη. Εστάθηκα +φυλαγμένος εκεί όλην την ημέραν· Έπειτα με έδεσαν εις ένα δένδρον +και έμεινα εκεί όλην την νύκτα καρτερώντας τον θάνατον ώραν την +ώραν. Το ταχύ που θα απάντεχα τον θάνατον εξ αποφάσεως, φθάνει μία +σπία εις τον αρχηγόν και του λέγει, ότι μίαν ημέραν μακριάν, εις +μικρόν δάσος, εκείνην την νύκτα έχει να κοιμηθή ένα καραβάνι από +πραγματευάδες, και αν θέλη διά να τους πατήση πρέπει να μισεύση +ογλήγωρα διά να τους προφθάση, και θέλει εύρει μεγάλα κέρδη. Τότε +αυτός ο άρπαγος εσύμμασεν όλους τους συντρόφους, και εν τω άμα +εμίσευσαν, και εμένα με άφησαν εις το δένδρον δεμένον, με ελπίδα +ότι εις τον γυρισμόν τους να μη με εύρουν ζωντανόν. Εις αυτό το +διαμέσον ο ουρανός ο οποίος ματαιώνει όλες τες βουλές των +ανθρώπων, δεν απαράτησε που έτσι ογλίγωρα να χαθώ. Η γυναίκα του +αρχηγού των κλεφτών έλαβεν ευσπλαγχνίαν εις εμέ, και ήλθε προς το +βράδυ και με έλυσεν από το δένδρον, και δίδοντάς μου ένα παλαιόν +φόρεμα και καμπόσον ψωμί μου είπε· πιάσε τούτην την στράταν και +φεύγα το συντομώτερον, διατί σαν γυρίση ο άνδρας μου θέλει σε +φονεύσει. Εγώ ευχαρίστησα την ευεργέτιδά μου και μισεύοντας +επεριπάτησα όλην την νύκτα χωρίς να χάσω την οδόν που μου έδειξε. + +Την ερχομένην ημέραν βλέπω ένα άνθρωπο πεζόν που έσερνεν ένα +άλογον φορτωμένον. Εγώ τον έφθασα, και αφού τον εχαιρέτησα, τον +ερώτησα διά πού πηγαίνει. Πηγαίνω διά το Μπαγδάτ, μου απεκρίθη +αυτός, και εις δύο ημέρες θέλω είμαι εκεί. Εχάρηκα εις αυτό το +συναπάντημα, και συντροφιασμένος με αυτόν, εφθάσαμεν εις το +Μπαγδάτ, και εμβαίνοντας από την πόρταν, αυτός επήγεν εκεί που +είχε την δουλειάν του, και εγώ επήγα εις ένα μετζίτι, και +εσταμάτησα εκεί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εντρεπόμενος να έβγω +εις τέτοιαν κατάστασιν εις τες στράτες, φοβούμενος διά να μη +συναπαντήσω κανένα, από το Μουσούλ, που να με γνωρίζη. Μα τέλος +πάντων η πείνα άρχισε να μου διώχνη την εντροπήν, και μην +ειμπορώντας πλέον να υποφέρω χωρίς γεύσιν, ηναγκάσθηκα να κλίνω +εις εκείνην την χρείαν που εις τέτοιες περίστασες είναι κοινή· και +ούτως απεφάσισα να ζητήσω ελεημοσύνην ωσάν ένας δυστυχισμένος που +ήμουν διά να ημπορέσω να ζήσω. + +Εβγάνοντας το λοιπόν από το μετζίτι, επήγα εις μίαν πόρταν ενός +μεγάλου παλατίου, και με φωνήν τρανήν εζητούσα ελεημοσύνην. Μία +γραία σκλάβα έρχεται ευθύς με ένα ψωμί εις το χέρι διά να μου το +δώση και τον καιρόν που άνοιξε την πόρταν διά να μου το δώση βλέπω +από μέσα εις το παλάτι μίαν νέαν κυράν εξαισίας ωραιότητος. Η +θεωρία της μου εσκότισε τους οφθαλμούς, έμεινα όλος εκστατικός· +έλαβα το ψωμί χωρίς να ηξεύρω τι κάνω, και έμεινα ακίνητος εμπρός +εις την γερόντισσαν σκλάβαν· αντίς να την ευχαριστήσω κατά +το χρέος μου, ήμουν έτσι χαμένος, έτσι σκοτισμένος και έτσι +πληγωμένος από τον έρωτα, ώστε εκείνη με εστοχάσθη τρελλόν. Αυτή +χωρίς να μου ομιλήση τίποτε εμίσευσε, και με άφησεν εις την στράταν +όλον αφιερωμένον εις το να θεωρώ αδιαφόρευτα την πόρταν, μήπως +ξανανοίξη διά να θεωρήσω ακόμη εκείνην την νέαν. Και με τούτην την +ελπίδα επλησίασεν η νύκτα χωρίς να επιτύχω του ποθουμένου. + +Βλέποντας δε που ενύκτωσεν, εστοχάσθηκα διά να τραβηχθώ απ' εκεί, +μα πριν ξεμακρύνω απ' αυτό το παλάτι ερώτησα ένα γέροντα που +απερνούσεν, αν αυτός ήξευρε τίνος είνε εκείνο το παλάτι. Αυτό +είνε, μου απεκρίθη, σπήτι του Μουφάκ αυθέντη υιού του Αδλανέ. +Αυτός είνε ένα υποκείμενον πλούσιον, πολλά τιμημένον, και από +φυλήν ευγενικήν. Δεν είνε πολύς καιρός που αυτός ήτον κυβερνήτης +ετούτης της χώρας· μα διά κάποια σκάνδαλα που έτρεξαν ανάμεσα εις +αυτόν και τον Κατή, ο Καλίφης του εσήκωσε την αξίαν με το να έδωσε +πίστιν περισσότερον εις του Κατή τα λόγια. + +Στοχαζόμενος επάνω εις τούτα τα λόγια που μου είπεν ο γέρων, +εβγήκα χωρίς να απεικάσω από την χώραν, και επήγα και εμβήκα εις +ένα κοιμητήρι μεγάλον, αποφασισμένος να μείνω εκεί την νύκτα. +Έφαγα το ψωμί με ολίγην όρεξιν, τον καιρόν που έπρεπε να την είχα +μεγάλην· έπειτα επλάγιασα σιμά εις ένα τάφον με το κεφάλι +ακουμπισμένον εις ένα σωρόν πέτρες. Δεν ημπόρεσα όμως διά πολλές +ώρες να κλείσω μάτι· η θυγατέρα του Μουφάκ εσύγχυζε μεγάλως τες +αίσθησές μου· η χαριεστάτη εικόνα της μου ήτον καρφωμένη εις τον +νουν μου, και ούτως έπασχα όλες εκείνες τες ώρες χωρίς ανάπαυσιν· +μα τέλος πάντων άρχισα να αποκοιμηθώ ολίγον, και ο ύπνος μου δεν +εστάθη πολλά μακρύς, επειδή και εστάθηκα υποχρεωμένος διά να +εξυπνήσω ευθύς από μίαν μεγάλην σύγχυσιν που ηκούετο εις τον +τάφον. Φοβισμένος από τούτον τον θόρυβον, του οποίου δεν ήξευρα το +αίτιον, εσηκώθηκα διά να φύγω και ξεμακρύνω από το κοιμητήριον, +οπόταν δύο άνθρωποι που έστεκαν εις την πόρταν του κοιμητηρίου με +εσταμάτησαν, και με ερώτησαν τις ήμουν και τι έκανα εις αυτό το +κοιμητήρι. Εγώ είμαι, είπα, ένας δυστυχής ξένος, και μη έχοντας +πού την κεφαλήν κλίναι, ήλθα διά να αναπαυθώ ετούτην την νύκτα +εδώ. Επειδή και εσύ είσαι ένας ζητουλιάρης μου είπεν ένας από τους +δύο, ευχαρίστησε τον Ουρανόν που μας εσυναπάντησες· εμείς θέλομεν +να σου δώσωμεν να φας, και να πιής καλά. Έτσι λέγοντάς μου με +έφεραν εις τον τάφον, εις τον οποίον τέσσαρες από τους συντρόφους +του έτρωγαν ραπάνια μεγάλα και χουρμάδες, και έπιναν ρακήν. + +Αυτοί με έβαλαν και εκάθισα κοντά τους, ολόγυρα εις μίαν μικράν +πέτραν, και εστάθηκα στενεμμένος διά να φάγω και να πιώ, το +περισσότερον διά να τους ευχαριστήσω· μα ευθύς εκατάλαβα ότι αυτοί +ήτον κλέφτες, επειδή και άρχισαν να διηγούνται διά μια μεγαλωτάτη +κλεψιά που έκαμαν· και εκεί που ετρώγαμεν, ο προεστώς τους μου +επρόβαλεν αν θέλω να έμβω εις την συντροφιάν τους. Εγώ εις αυτό +ευρέθηκα αντραλωμένος, μην ηξεύροντας τι να αποκριθώ, φοβούμενος +αν του ειπώ το όχι να μη τον θυμώσω και επάνω που εστοχαζόμουν να +τους δώσω την απόκρισιν ιδού ο Αναΐππης του Κατή, συντροφευμένος +από ένα αριθμόν Γιαννιτσαρέους, αρματαμένους, εμβήκαν εις το +κοιμητήριον, και ευθύς έπιασαν τους κλέφτας και εμένα, και μας +έφεραν εις την φυλακήν. Οι κλέφται ωμολόγησαν το πταίσιμόν τους, +και εκαταδικάσθησαν εις θάνατον και εγώ διηγούμενος με τι τρόπον +ευρέθηκα με αυτούς με έβγαλαν από την φυλακήν και με έβαλαν εις +τόπον ξεχωριστόν. + +Την δε ερχομένην ημέραν, με κράζει ο Κατής διά να του διηγηθώ τι +άνθρωπος ήμουν. Εγώ του εδιηγήθηκα με καθαρότητα τα συμβεβηκότα +μου, κρύβοντας μόνον την γέννησίν μου. Ακόμη του εδιηγήθηκα και τα +όσα μου εσυνέβηκαν την άλλην ημέραν, που είχα υπάγει εις την +πόρταν του Μουφάκ διά να ζητήσω ελεημοσύνην, και πως εκεί είδα +μίαν Κυράν νέαν, από της οποίας την ιδέαν έμεινα τετρωμένος. + +Εκεί που ανάφερα το όνομα του Μουφάκ, εθεώρησα τους οφθαλμούς του +Κατή να ανάπτουν από θυμόν. Εκείνος ο Κριτής έμεινε διά καμπόσον +χωρίς να μιλήση· έπειτα με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει· νέε ξένε, +δεν στέκεται παρά εις εσένα το να αποκτήσης την Κυράν που εχθές +είδες· εκείνη χωρίς αμφιβολίαν είνε θυγατέρα του Μουφάκ, και όσον +και αν ήθελες είσαι από τους πλέον χυδαίους ανθρώπους, εγώ θέλω σε +κάμει να φθάσης να πληρώσης την επιθυμίαν σου· άφησε να κάμω εγώ +και θέλω πασχίσει διά το όφελός σου. Εγώ τον ευχαρίστησα χωρίς να +ημπορέσω να καταλάβω τον στοχασμόν που αυτός εμελετούσεν. Έπειτα +από αυτό επρόσταξεν ένα του ευνούχον διά να με υπάγη εις το +λουτρόν να πλυθώ. Και εις το αναμεταξύ που εκεί ευρισκόμουν, ο +Κριτής στέλνει δύο τζοχανταρέους προς τον Μουφάκ, τον οποίον +εκαλούσε διά να του μιλήση διά μίαν υπόθεσιν πολλά αναγκαίαν του. +Ο Μουφάκ ήλθεν εν τω άμα εις τον Κατήν και ευθύς που ο Κατής τον +είδεν, έτρεξεν και το αγκάλιασεν. + +Ο Μουφάκ έμεινε πολλά θαυμασμένος εκ της τοιαύτης δεξιωσύνης· ω, +ω, λέγει με τον εαυτόν του, από τι προέρχεται που ο Κατής ο εχθρός +μου ο θανάσιμος πράττει με εμένα σήμερον τόσην ευγένειαν; εδώ +στέκει κρυμμένον κάτι μυστήριον. Μουφάκ Αγά, του λέγει ο Κατής, ο +ουρανός δεν θέλει η έχθρα μας να διαρκέση διά πολύν καιρόν· αυτός +μας προσφέρει ένα αίτιον διά να εξαλείψη τούτο το μίσος, το οποίον +ξεχωρίζει από πολλούς χρόνους τες φαμίλιες μας. Το βασιλόπουλον +της Βάρσας έφθασεν εψές εις το Μπαγδάτι αγνώριστον, και ήλθε και +κατέβηκε εις το παλάτι μου. Αυτός εμίσευσεν επιταυτού από την +Βάρσα χωρίς να ζητήση θέλημα του βασιλέως πατρός του· επειδή +ήκουσε να ομιλούν διά της θυγατρός σου την ωραιότητα και ετρώθη +τόσον που αποφάσισε διά να έλθη να την στεφανωθή εις γυναίκα του. +Αυτός θέλει να γένη ετούτο το συνοικέσιον με το μέσον μου, το +οποίον το έχω εις μεγάλην χαράν, διατί αυτό θέλει είνε μέσον που +να μας φιλιώσει. + +Μου φαίνεται παράξενον, απεκρίθη ο Μουφάχ, ότι το βασιλόπουλον της +Βάρσας θα καταδεχθή να στεφανωθή την θυγατέρα μου Ζεμπρούδαν, και +ότι εσύ θα είσαι εκείνος που θα θελήσης ετούτο το συνοικέσιον, τον +καιρόν που δεν έλειψες να μου κάμης ότι κακόν ημπορούσες. Δεν +κάνει χρεία να ενθυμούμεθα πλέον τα περασμένα, ω Μουφάκ Αγά, του +απεκρίθη ο Κατής, ας αλησμονήσωμεν, σε παρακαλώ, τα όσα απέρασαν +ανάμεσόν μας, και με το μέσον του δεσμού που πρέπει να ενώση την +θυγατέρα σου με το βασιλόπουλο θέλομεν ζήσει εις τελείαν αγάπην. + +Ο Μουφάκ ήτον φυσικά καλός, όσον ανάποδος ήτον ο Κατής· αυτός +αφέθηκε να γελασθή από τα ψευδή ταξίματα του Κατή και χωρίς να +αμφιβάλλη, αγκαλιάσθηκαν και ωρκίσθησαν ανάμεσόν τους μίαν +παντοτεινήν αγάπην. Και επάνω εις αυτό εμβήκα εγώ εις τον οντά που +αυτοί ήταν, φερνόμενος εκεί από τον ευνούχον, ο οποίος, εις το +έβγαλμά μου από το λουτρόν, με ένδυσε με πλούσια φορέματα, και μου +έβαλεν ένα φακιόλι διμένον με πανί της Ινδίας, κεντημένον με πολύ +χρυσάφι. Βασιλέα μου, μου είπεν ο Κατής ευθύς που με είδεν, ας +είνε δοξασμένος ο ουρανός που με αξίωσε να σε δεχθώ εις το σπήτι +μου, που δεν ήμουν άξιος τοιαύτης τιμής· ιδού ο Μουφάκ, του οποίου +έδωσα να καταλάβη την αιτίαν του ερχομού σου εις ετούτην την +χώραν· αυτός κλίνει διά να σου δώση την θυγατέρα του εις γυναίκα +σου. Ο Μουφάκ μου έκαμε τότε μίαν μεγάλην προσκύνησιν, και μου +λέγει· ω μεγαλειότατε υιέ του Βασιλέως, εγώ είμαι σκοτισμένος από +την τιμήν που επιθυμάτε να κάμετε εις την θυγατέρα μου· αυτή θέλει +κραχθή πολλά ευτυχισμένη εις το να είνε σκλάβα του υιού του +Βασιλέως. + +Στοχασθήτε τι λογής εστάθη η έκστασίς μου εις ετούτα τα λόγια, εις +τα οποία εγώ δεν ήξευρα τι να του αποκριθώ και τι να ομιλήσω. +Εχαιρέτησα ως τόσον τον Μουφάκ χωρίς να του ειπώ κανένα λόγον. Μα +ο Κατής γνωρίζοντάς με αντραλωμένον και αμφιβάλλοντας ότι από +καμμίαν μου απόκρισιν θα μείνη ανωφελής ο στοχασμός του, άρχισε να +λέγη, ότι δεν πρέπει να χάνεται ο καιρός εις λόγια, αλλά πρέπει να +κάμωμεν το συμφωνητικόν γράμμα της υπανδρείας εις ετούτην την +στιγμήν. Και έτσι λέγοντας επρόσταξε τον Αναΐππην του διά να το +καταστρώση ευθύς. Και ύστερον υπογράφοντές το αμφότεροι ο Κατής +είπε προς τον Μουφάκ. Εσύ καλά ειξεύρεις ότι τα πράγματα των +μεγάλων ανθρώπων πρέπει να είνε μυστικά, έως που αυτοί θελήσουν· +όθεν διά τώρα έπαρε τον γαμβρόν σου εις το σπήτι σου και δέξου τον +κατά την μεγαλειότητά του, και παράγγειλε της θυγατρός σου να του +δείξη κάθε υπακοήν και τιμήν, κάνοντας να τελειωθή και το +στεφάνωμα ετούτην την νύκτα. Ο Μουφάκ αφού ευχαρίστησε τον Κατή, +με επήρε και εκατεβήκαμεν από το σπήτι του Κατή, και εις την αυλήν +του εκαβαλικκεύσαμεν επάνω εις δυο μουλάρια πολλά στολισμένα και +εφθάσαμεν εις το σπήτι του, εις το οποίον ξεπεζεύοντας με επήρεν +από το χέρι με μεγάλον σέβας, και με ανέβασεν εις τον χοντζερέ της +θυγατρός του και εκεί με άφησε μοναχόν με αυτήν, αφού και της +εφανέρωσε τα όσα ηκολούθησαν και έκαμαν εις του Κατή. + +Η Ζιμπρούχ βεβαιωμένη διά τα όσα της ανήγγειλεν ο πατέρας της διά +την υπανδρείαν μας, με εδέχθη ωσάν άνδρα που έπρεπε μίαν ημέραν να +την ανεβάση εις τον θρόνον. Και εγώ, ως πλέον ευχαριστημένος και +ερωτικός από κάθε άνθρωπον, απέρασα όλην εκείνην την ημέραν εις τα +γόνατα εκείνης της ωραίας Κυράς, καθώς επιθυμούσε, την οποίαν +επάσχισα με ερωτικά λόγια και γλυκά να της ανάψω την κλίσιν προς +το συμφέρον μου, και εκατάλαβα πολλά ογλήγορα ότι δεν ήταν μάταιοι +οι κόποι μου· επειδή και την είδα που αυτή ήτον πολλά ερωτική προς +εμένα διά την νεότητά μου, και διά το πνεύμα που είχα. Πόσην χαράν +μου επροξένησεν οπόταν εκατάλαβα την κλίσιν της αγαπημένης μου και +από την αγαλλίασίν μου δεν ήξευρα τι χάιδια να της κάμω. + +Εις τούτο το αναμεταξύ ο Μουφάκ έκαμε κάθε ετοιμασίαν διά να +εορτάση εκείνην την νύκτα τους γάμους, εις τους οποίους εκάλεσεν +όλους τους συγγενείς του, και εχάρηκαν μεγάλως με χορούς, με +λαλήματα και παιγνίδια διάφορα. Και τον καιρόν που οι φίλοι +εχαίροντο, έρχεται η μάνα της νύμφης και την παίρνει από το χέρι +και εμίσευσαν από εκεί. Έπειτα από ολίγον έρχεται ο Μουφάκ και με +παίρνει και εμένα, και με φέρνει εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα +στολισμένον εις τον οποίον ήτον ένα κρεβάτι στολισμένον με χρυσά +παπλώματα και τριγύρω του πολλές λαμπάδες αναμμένες. Η Ζεμπρούδα +εμβαίνοντας πρώτη εις το κρεβάτι, ο Μουφάκ και η γυναίκα του και η +σκλάβες τους ετραβήχθηκαν, και με άφησαν με αυτήν εις εκείνον τον +χοντζερέ, εις τον οποίον αφού και ευχαρίστησα τον Ουρανόν διά +εκείνο το ευτυχισμένον συναπάντημα, εγδύθηκα, και επλάγιασα σιμά +εις το υποκείμενον που αγαπούσα περισσότερον από την ιδίαν μου +ζωήν. + +Την δε ερχομένην ημέραν, οπόταν έφεξεν, ακούω να κτυπούν την +πόρταν του χοντζερέ μου. Εγώ ως εσηκώθηκα και υπήγα διά να ανοίξω, +βλέπω τον Αναΐππην του Κατή που έφερνεν ένα μέγαν μποχτζέ με +φορέματα, τα οποία βλέποντάς τα εστοχάσθηκα ότι ο Κατής μου τα +έστελνε διά δώρον· μα έμεινα γελασμένος· Αυθέντη ξένε, μου λέγει +ευθύς που με είδεν ο Αναΐππης, περιγελαστικώ τω τρόπω· ο Κατής σε +χαιρετά, και σε παρακαλεί να επιστρέψετε τα φορέματα και το +φακιόλι που εχθές σε εδάνεισε διά να παρουσιασθής ως υιός του +Βασιλέως της Βάρσας, και μου έδωσε να σου επιστρέψω και εγώ τα +παλαιά σου φορέματα που εβαστούσες. Έμεινα πολλά σκοτισμένος εις +μίαν τέτοιαν καταφρόνησιν· Τότε εγνώρισα όλην την κακοτροπίαν του +Κατή, και όλος γεμάτος από εντροπήν έδωκα του Αναΐππη εις τα χέρια +το φακιόλι και τα φορέματα του αυθέντου του, και εξαναπήρα τα +παλαιά μου φορέματα που ήταν όλα ξεσχισμένα. + +Η Ζεμπρούδα ήκουσε πολύ μέρος από τα όσα μου είπεν ο Αναΐππης, και +βλέποντάς με σκεπασμένων με ξεσχισμένα φορέματα, ω Ουρανέ, +εφώναξε, τι δηλοί τάχατε ετούτη η μεταβολή; τι σου είπεν άρα γε +εκείνος ο άνθρωπος; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, ο Κατής είνε ένας +πολύ κακότροπος άνθρωπος, μα αυτός θέλει είνε ο ίδιος τζελάτης της +κακής του διαθέσεως. Αυτός επίστευεν ότι σου έδωσεν ένα +δυστυχισμένον διά άνδρα, μα εσύ είσαι πανδρευμένη αληθώς με ένα +βασιλόπουλον· εγώ δεν είμαι κατώτερος από τον άνδρα που ελόγιαζες +να εστεφανωθής. Εγώ είμαι μονογενής υιός του Βασιλέως του Μουσούλ, +του μεγάλου Μηνορτόκ, και Φαδλάλ είναι το όνομά μου. Και ωσάν της +εφανέρωσα αυτό, ευθύς εις τον ίδιον καιρόν της εδιηγήθηκα, μα +χωρίς να κρύψω το παραμικρόν, όλην μου την ιστορία. + +Τελειώνοντας δε την διήγησίν μου, Βασιλέα μου, είπεν αύτη, ήξευρε +ότι αν κατά τύχην και δεν ήθελες είσαι υιός Βασιλέως, δεν ήθελα σε +αγαπήσει ολιγώτερον απ' ό,τι σε αγάπησα. Και με σταθερότητα σε +βεβαιώνω ότι αν έλαβα την ευχαρίστησιν εις το να μάθω την γέννησίν +σου, δεν την έλαβα δι' άλλο, παρά διά την ησυχίαν του πατρός μου. +Εμένα όλη μου η καύχησις και χαρά θέλει μου είναι εις το να έχω +ένα άνδρα, ο οποίος καθαρώς να με αγαπά. Εγώ της έταξα ότι ήθελα +φυλάξει την αγάπην μου εις αυτήν έως τέλος της ζωής μου, και αυτή +μου εφάνη πολλά ευχαριστημένη από ετούτην την βεβαιότητα. Έκραξεν +υστερότερα μίαν από τες σκλάβες της και της είπεν, να υπάγη εν τω +άμα κρυφίως εις ένα πραγματευτήν διά να αγοράση μίαν φορεσιά +ανδρίκια πολλά πλουσίαν. + +Η σκλάβα υπήκουσε, και έκαμε καθώς την επρόσταξεν, η οποία ευθύς +εγύρισε με μίαν πλουσίαν φορεσιάν και με ένα φακιόλι παρόμοιον με +εκείνο του Κατή, εις τρόπον που εφάνηκα εις μίαν στιγμήν πλέον +ευγενικά ενδυμένος από πρώτα. Πώς λες, Κύριε; λέγει τότε η +Ζεμπρούδα· πιστεύεις εσύ ότι ο Κατής θα έχη μεγάλο αίτιον εις το +να καυχηθή διά το κάμωμά του; αυτός εστοχάσθηκε διά να κάμη μίαν +εντροπήν εις την οικογένειάν μου, μα της επροξένησε μίαν τιμήν +αθάνατον· τι λογής θέλει είνε το φαρμάκι του, οπόταν γνωρίση ότι +μη θέλοντας επροξένησε τόσον καλόν και τιμήν εις τους εχθρούς του; +μα πριν να του δώσης να γνωρίση ποίος είσαι κάνει χρεία να +παιδεύσης την κακήν του διάθεσιν. Εγώ, ηκολούθησεν αυτή, θέλω +λάβει ετούτην την επιμέλειαν διά να κάμω την εκδίκησιν· ηξεύρω ότι +εις ετούτην την χώραν είναι ένας βαφιάς, ο οποίος έχει μίαν +θυγατέρα μιας ασχημοσύνης παράξενης, δεν θέλω να σου ειπώ +περισσότερον, ακολούθησε, φθάνει μόνον να ηξεύρεις ότι εγώ μελετώ +ένα μέσον εκδικήσεως, που θέλω φέρει τον Κατή εις απελπισίαν και +θέλει γένη μύθος όλης της χώρας. + +Αυτή ήτον τόσον αφωσιωμένη εις την εκδίκησιν, που δεν έβλεπε την +ώραν να την βάλη εις πράξιν. Ενδύθη το λοιπόν μίαν ημέραν με +φορέματα ταπεινά, και μπουλωμένη επήγεν εις την αυλήν του Κατή, +και εσταμάτησεν εις μίαν αγκωνήν εκεί που έκρινεν ο Κατής διάφορες +υπόθεσες. Και ωσάν αποτελείωσε τες κρίσες, στοχάζεται την γυναίκα +που έστεκεν εκεί με μεγάλον σέβας, την κράζει, και την ερωτά τι +ζητεί; Αυτή του απεκρίθη ότι ήτον θυγατέρα ενός τεχνίτου, και +επιθυμούσε να του ειπή ένα λόγον μυστικόν. Τότε ο Κατής ωσάν που +αγαπούσε τες γυναίκες, την παίρνει και την φέρνει εις ένα οντά +παράμερον, και βάνοντάς την να καθήση κοντά του της λέγει. Πες +μου, Κυρά, το μυστικόν που έχεις, και το τι έχω να κάμω διά λόγου +σου. Αυθέντη Κατή, αυτή απεκρίθη, σηκώνοντας το σκέπασμα από το +κεφάλι της, εσύ έχεις την δύναμιν εις το να κάνης να φυλάγεται ο +νόμος και η δικαιοσύνη τόσον εις τους πτωχούς ωσάν και εις τους +πλουσίους· πρόσεχε, σε παρακαλώ, και ας είσαι κατανυκτικός εις τα +παράπονά μου, και λάβε ευσπλαγχνίαν της δυστυχίας μου εις την +οποίαν ευρίσκομαι. Ξήγα μου την υπόθεσίν σου, εξαναείπεν ο Κατής, +όλος γεμάτος από σπλάγχνος, και σου ομνύω ότι θέλω κάμει κάθε +δυνατόν και αδύνατον διά να σε ευχαριστήσω. + +Τότε η Ζιμπρούδα εξεμπουλώθη τελείως, και άρχισε να δείχνη τα +μαλλιά της κεφαλής της που ήσαν ωραία ωσάν το χρυσάφι, και +ξαπλωμένα εις πλεξίδες επάνω εις τες πλάτες της. Βλέπεις, αυθέντη, +του λέγει, αν ετούτα τα μαλλιά είναι άξια κατάφρονήσεως· εξέταξε +το πρόσωπόν μου σε παρακαλώ, και πες μου χωρίς κολακείαν τον +στοχασμόν σου. + +Ο Κατής εις τούτα και εις την θεωρίαν της ωραιότητος εκείνης +έμεινε σκοτισμένος· μα την θυσίαν του βουνού της Μέκκας, εφώναξεν, +εγώ δεν βλέπω εις εσέ κανένα ελάττωμα· το μέτωπόν σου ομοιάζει μία +πλάκα ασήμι· τα φρύδια σου δύο δοξάρια, τα μάγουλά σου δύο +τριαντάφυλλα, τα μάτιά σου δύο διαμάντια και κοντολογής είσαι μία +Θεά. + +Η θυγατέρα του Μουφάκ ευχαριστήθη εις ετούτο, και ευθύς εσηκώθη +ορθή και έφερε δύο τρεις γύρους, έπειτα λέγει του Κατή· ιδέ το +περιπάτημά μου, ιδέ την ευμορφάδα του κορμιού μου, αν δεν φαίνωμαι +ωσάν μία θεά, ποίος ημπορεί να με κατηγορήση πως δεν είμαι +εύμορφη; Εγώ μένω θαυμασμένος διά όλην σου την ευμορφάδα, είπεν ο +Κατής, επειδή και δεν είδα μίαν παρομοίαν καλοκαμωμένην νέαν, ωσάν +εσένα· Πώς σου φαίνονται τα μπράτσα τον χειρών μου, ακολούθησε +εκείνη ξεσκεπάζοντάς τα, δεν είνε άσπρα και στρογγυλά; Αχ σκληρή, +αντέκοψεν εδώ ο Κατής γεμάτος από φλόγα έρωτος, εσύ με κάνεις να +αποθάνω· αν έχης άλλο διά να μου ειπής μίλησε ευθύς, διατί το +λογικόν μου με απαρατεί, και δεν ημπορώ πλέον να υποφέρω την +θεωρίαν σου. Θέλεις ηξεύρει, ω αυθέντη, εξανακολούθησεν η +Ζεμπρούδα, ότι με όλην την ευμορφιάν που έχω, ζω εις ένα +σκοτεινότατον σπίτι, του οποίου η εμπασιά είνε εμποδισμένη όχι +μόνον των ανδρών αλλά και των γυναικών, οι οποίες με την κουβένταν +τους ημπορούσαν να μου φέρουν κάποιαν παρηγορίαν. Δεν έλειψαν να +τύχουν υποκείμενα άξια που να με γυρέψουν εις υπανδρείαν και +ήθελαν είνε πολλοί χρόνοι που θα ήμουν υπανδρευμένη, αν ο πατέρας +μου δεν ήθελεν έχει την σκληρότητα να τους αρνηθή ολωνών εκείνων +που με εγύρεψαν διά να υπανδρευθώ· εις τον ένα έλεγε πως είμαι +στεγνή ωσάν ένα ξύλον· εις άλλον πως είμαι υδρωπική· εις άλλους +κουτσή και κρατημένη, και εις άλλους τρελλή και ότι έχω λέπραν, +και είμαι πάντα άρρωστη· κοντολογής με παρασταίνει διά ένα πλάσμα +ανάξιον της ανθρωπίνης ενώσεως, και μου έβγαλεν όνομα πως είμαι +μία ασχημοτάτη, που παρόμοια εις τον κόσμον δεν είναι, και κανείς +πλέον δεν με ζητεί· όθεν είμαι καταδικασμένη εις μίαν παντοτεινήν +σωφροσύνην χωρίς την θέλησίν μου. + +Τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκαμώθηκε πως κλαίει και επαράστησε με +τόσην τέχνην την μορφήν της, που ο Κατής έμεινε γελασμένος. Ω +πατέρα βάρβαρε, εφώναξεν αυτός· ημπορείς εσύ να τυραννήσης με +τόσην σκληρότητα μίαν θυγατέρα τόσον γλυκυτάτην και ωραίαν; Και +ποία είναι το λοιπόν, η γνώμη του πατρός σου; ακολούθησε προς +αυτήν, μίλησέ μου το λοιπόν, Αγγέλισσά μου, διατί δεν θέλει να σε +υπανδρεύση; Δεν ηξεύρω καθόλου, ω αυθέντη, είπεν η Ζερμπρούδα, +ξανανεώνοντάς τα κλάμματά της, δεν ηξεύρω ποίες είναι οι γνώμες +του· μα σου ομολογώ ότι η υπομονή μου έφθασεν εις το άκρον δεν +ημπορώ πλέον να ζήσω εις την κατάστασιν που ευρίσκομαι· ηύρα το +μέσον διά να έβγω από το σπήτι, και επρόστρεξα εις την δικαιοσύνην +σου διά να λάβης έλεος να του μιλήσης, διά να με υπανδρεύση, και +να έβγω από την τυραννίαν του, ειδεμή θέλω θανατωθη με τα ίδιά μου +χέρια. + +Η Ζεμπρούδα με τούτα τα υστερινά λόγια ετελείωσε διά να συγχίση +τον νουν του Κατή. Όχι, όχι απεκρίθη αυτός, δεν αποθαίνεις, ούτε +θέλεις πλέον κάμει την ζωήν που έως τώρα έκαμες. Δεν στέκει παρά +εις εσένα το να έβγης από τα σκότη που σκεπάζουν την ωραιότητά +σου, και να γένης εις τούτην την ίδιαν ημέραν, γυναίκα του Κατή +του Μπαγδατιού. Ναι, ω τελεία εικόνα του παραδείσου, εγώ είμαι +έτοιμος διά να σε στεφανωθώ, αν εσύ αγαπάς να κλίνης. Αυθέντη, +απεκρίθη αύτη, εγώ από το μέρος μου δεν θέλω αρνηθή τέτοιαν χάριν +και τιμήν που ζητείς να μου κάμης, μα φοβούμαι ότι δεν θα +ημπορέσης να καταπείσης τον πατέρα μου, με το να είναι πολλά +σκληρός, καθώς θέλεις τον δοκιμάσει. Μη σε μέλει δι' αυτό, λέγη ο +Κατής, εγώ σου τάσσω κάθε καλόν αποτέλεσμα, πες μου μοναχά εις +ποίον μαχαλά στέκει ο πατέρας σου, τι τέχνην κάνει, και πώς +ονομάζεται, και άφησε να κάμω εγώ. Αυτός ονομάζεται Ουστά Ομάρ, +του αποκρίνεται αυτή, και είναι βαφιάς και κατοικεί σιμά εις την +αγοράν. Τόσον φθάνει, της λέγει ο Κατής· εσύ ημπορείς να +ξαναγυρίσης εις το σπήτι σου, και ογλήγορα θέλεις λάβει το +ποθούμενον. Τότε η Κυρά αφού έδωσε μίαν γλυκιάν ματιάν του Κατή, +εμπουλώθη και εμίσευσεν απ' εκεί, και ήλθε να με εύρη. + +Αυτή μου έδωσε λογαριασμόν διά τα όσα ωμίλησε του Κατή και είχε +τόσην ευχαρίστησιν εις αυτό, που δεν ημπορούσε να σταθή ήσυχη έως +που θα ήθελεν ιδεί το αποβησόμενον. Ημείς θέλομεν ξεδικηθή, μου +έλεγεν· ο φίλος μας που ενόμιζε να γένωμεν παίγνιον εις τον κόσμον +θέλει γένη αυτός μύθος της χώρας. Και κατά αλήθειαν ευθύς που η +Ζεμπρούδα εμίσευσεν από τον κριτήν, αυτός έστειλεν ένα μουχξούρι +εις το σπήτι του Ουστά Ομάρ, και τον έκραξε διά να έλθη εμπροστά +του. Ο βαφιάς ήρθεν όλος τρεμάμενος έμπροσθέν του τον οποίον +βλέποντας ο κριτής, τον έβαλε να καθήση κοντά του. Αυτός έμεινε +εκστατικός διά τες τιμές που ελάμβανε, και δεν ήξευρε τι δηλούν. +Ουστά Ομάρ, του λέγει ο Κατής, έχω μεγάλην ευχαρίστησιν να σε ιδώ· +είναι πολύς καιρός που ακούω να μιλούν πολύ καλά διά εσένα· λέγουν +πως είσαι ένας άνθρωπος καλών ηθών, και πιστός μουσουλμάνος, που +ποτέ δεν λείπεσαι από το μετζίτι, που πας πέντε φορές την ημέραν +διά να κάνης την προσευχήν σου, και άλλα έργα διά τα οποία έχω +πολλήν ευχαρίστησιν· λέγουν ακόμη ότι υποχρεώνεις εις την +σωφροσύνην την θυγατέρα σου που είναι εις ηλικίαν υπανδρειάς, διά +το οποίον ο Προφήτης επρόσταξεν να υπανδρευθούν όλοι διά να αυξήση +ο κόσμος, και εις τούτο μόνον καταλαμβάνω που κάνεις αδύνατα και +αμαρτάνεις βαρύτατα. + +Αφέντη κριτή, απεκρίθη ο Ουστά Ομίρ, όλα όσα και αν είπες είναι +αληθινά, έξω από της θυγατρός μου· και άκουσον το αίτιον που δεν +την υπανδρεύω· αύτη είναι περασμένης ηλικίας, διά να υπανδρευθή, +επειδή έχει τριάντα χρόνους, και η κακορίζικη δεν είναι εις στάσιν +να παρουσιασθή εις άνδρα. Αυτή είναι ασχημοτάτη, σακάτισσα, +κολοβή, παλαβή, και κοντολογής είναι τέρας της φύσεως. Πολλά καλά, +είπεν ο Κατής χαμογελώντας· εγώ αυτό το εκαρτερούσα, Ουστά Ομάρ· +ήμουν αρκετά βεβαιωμένος ότι εσύ ήθελες κάμει ένα παρόμοιον +πανηγυρικόν της θυγατρός σου· μα ήξευρε, ακριβέ μου φίλε, ότι +ετούτη η ασχημοτάτη, η κολοβή και σακάτισσα, με όλα τα άλλα +ελαττώματα που έχει, είνε πολλά αγαπημένη από έναν άνθρωπο, ο +οποίος επιθυμεί να την πάρη εις γυναίκα, και αυτός ο άνθρωπος +είμαι εγώ. + +Εις τούτην την ομιλίαν ο βαφιάς εκύτταξε τον κριτήν εις το +πρόσωπον με θαυμασμόν, και του είπε· αν έχης επιθυμίαν, αφέντη, να +με εμπαίξης είσαι νοικοκύρης, και ημπορείς να γελάσης όσον σου +αρέσει με την θυγατέρα μου. Όχι, μη γένοιτο, απεκρίθη ο Κατής, εγώ +δεν γελώ με κανένα, μα αγαπώ την θυγατέρα σου, και διά τούτο σου +την γυρεύω. Ο τεχνίτης ακούοντας έτσι, εδόθηκεν εις ένα μεγάλον +γέλωτα. Μα τον Προφήτην εφώναξε, κάποιος σου έδωσε να καταλάβης +ένα ψεύμα επειδή και σε βεβαιώνω, ω αυθέντη, ότι η θυγατέρα μου +είναι κρατημένη, κολοβή και ιδροπικιασμένη. Ας είναι, αντίκοψεν ο +Κατής, εγώ την δέχομαι εις τούτην την μορφήν που είναι, επειδή και +αγαπώ παρόμοιες κόρες! τοιαύτης λογής είναι η άρεσίς μου, και +εσένα δεν πρέπει να σε μέλη δι' αυτό. Εγώ ξαναλέγω ακόμη ετούτην +την φοράν, λέγει ο βαφιάς, ότι η θυγατέρα μου δεν είναι διά την +αφεντιάν σου με το να είναι τερατώδης. Ω, ετούτο είναι πολύ, λέγει +ο Κατής, με φωνήν θυμωμένην· είμαι βαρεμένος από τούτα τα λόγια, +Ουστά Ομάρ· εγώ θέλω εσύ να μου την δώσης ετούτην την άσχημον και +τερατώδη, καθώς αυτή είνε, εις γυναίκα, και μη μου αποκρίνεσαι +άλλο. + +Ο βαφιάς βλέποντάς τον αποφασισμένον διά να στεφανωθή την θυγατέρα +του, και βεβαιωμένος ότι τινάς διά περιδιάβασίν του τον έκαμε διά +να λάβη κλίσιν με αυτήν, είπε με τον εαυτόν του. Κάμνει χρεία να +του ειπώ πως προίκα καμμιάς λογής δεν έχω να της δώσω, και με +τούτο θέλει τραβηχθή να μη μου μιλήση άλλο. Αυθέντη, του είπεν, +εγώ είμαι πρόθυμος διά να σε υπακούσω οπόταν θέλης έτσι· μα ήξευρε +πως προίκα δεν έχω να σου δώσω, και αν την θέλης χωρίς προίκαν +καλώς, ειδεμή ας κάθεται. Ετούτο είνε παρά πολύ, είπεν ο Κατής, μα +ας είνε· εγώ είμαι ευχαριστημένος να την λάβω και δίχως προίκα, +και λέγοντας, ούτως ηθέλησε διά να γραφθή η συμφωνία. Ο βαφιάς του +εναντιώθη, ότι το γράμμα δεν θέλει το υπογράψει, ανίσως και δεν +είναι παρόν εκατόν και ένας μάρτυρες, οι οποίοι να είνε Ιμάμιδες, +Μουλάδες, και Χοτζάδες. Εσύ απιστείς πολύ, του λέγει ο Κατής· μα +δεν βλάπτει, θέλω να σε ευχαριστήσω, επειδή και δεν θέλω να +υστερηθώ την θυγατέρα σου. Τότε έστειλε τους τζοχανταρέους του διά +να πηγαίνουν να κράξουν τοιούτους μάρτυρας, και εις ολίγον ήλθαν +περισσότεροι από όσους εζητούσεν ο βαφιάς. + +Αφού εσυναθροίσθησαν όλοι εκεί, ο βαθιάς είπεν έτσι του Κατή· +αυθέντη εγώ σου δίνω την θυγατέρα μου εις νόμιμόν σου γυναίκα· +επειδή και θέλεις έτσι μα σου ομολογώ έμπροσθεν εις τούτους τους +αφεντάδες, ότι αν αυτή δεν ήθελε σου αρέση, να μην ημπορής, να την +χωρίσης, με κανένα τρόπον και αν χωρίση θα ήθελες μου δώση χίλια +φλωριά ευθύς εις το χέρι. Καλώτατα, απεκρίθη ο Κατής, είμαι +ευχαριστημένος, και σου δίνω τον λόγον μου δι' αυτό με όρκον, +εμπρός εις τους περιεστώτας μάρτυρας. Δίδοντας το λοιπόν ο Κατής +τον λόγον του με εκείνον τον τρόπον και ωσάν αποβεβαιώθη η +συμφωνία τους από τους μάρτυρας, ο βαφιάς εβγήκε λέγοντας ότι +υπάγει να του στείλη την νύμφην του, και με το μίσευμα του βαφιά +ανεχώρησαν και οι μάρτυρες, και έμεινεν ο Κατής μόνος εις το σπήτι +του γεμάτος από ευχαρίστησιν, και δεν έβλεπε την ώραν διά να ιδή +την νέαν του γυναίκα. + +Αυτός λοιπόν ο Κατής είχε δύο χρόνους που είχε πάρει εις γυναίκα +μίαν θυγατέρα ενός πραγματευτού πλουσίου, η οποία μαθαίνοντας ότι +ο άνδρας της απεφάσισε να πάρη και άλλην γυναίκα, της εκακοφάνη +τόσον, που δεν ηθέλησε πλέον να σταθή με αυτόν, τον οποίον +κράζοντάς τον του είπε· ήκουσα σήμερον ότι θέλεις να πάρης και +άλλην γυναίκα, διά το οποίον σου λέγω, ότι ανίσως και την πάρης +δεν στέκω μαζί σου, ό,τι δεν ημπορώ να φτουρήσω μίαν αισχύνην +παρομοίαν και είμαι ευχαριστημένη καλύτερον να με χωρίσης, παρά να +ιδώ άλλην γυναίκα μαζί σου. Εσύ μου έκαμες μίαν μεγάλην χάριν να +μου το ειπής εμπροσθήτερα, της απεκρίθη ο Κατής, επειδή και δεν +ετολμούσα διά να σου ειπώ εγώ την νέαν μου υπανδρείαν· μα σαν είνε +έτσι θέλω σε ευχαριστήσει. Και ούτω λέγοντας, ευθύς άνοιξε μίαν +κασσέλαν και έβγαλε μίαν σακκούλαν και της εμέτρησε χίλια φλωριά, +λέγοντάς της· έπαρε, ω γυναίκα, την προίκα σου, και ύπαγε όπου +θέλεις· «Εγώ σε χωρίζω μίαν φοράν, δύο φορές, τρεις φορές σε +αποχωρίζομαι, και διά πλέον βεβαιωσύνην σου δίδω ετούτα τα λόγια +εγγράφως και υπογραμμένα από τον Αναΐππην μου κατά τους νόμους». +Και με τούτον τον τρόπον εχώρισε την γυναίκα του, η οποία εν τω +άμα ετραβήχθη εις τον πατέρα της μαζί με την προίκα της. + +Ευθύς που αυτή ανεχώρησεν ο Κατής έκαμε και εστόλισε το σπήτι του +με διάφορα στολίδια, ήγουν με πεύκια, εύμορφα στρωσίδια και άλλα +ευγενικά πράγματα, διά να δεχθή την νέαν του γυναίκα, και όλα ήταν +έτοιμα και εκαρτερούσε με μεγάλην ανυπομονησίαν να δεχθή την πολλά +αγαπημένην του, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να έλθη. Δεν απέρασεν +ώρα και ιδού βλέπει και έρχονται δύο βαστάζοι φέροντες ένα +γάιδαρον φορτωμένον με μίαν κασσέλαν, σκεπασμένην με ένα πεύκι +μεταξωτόν πράσινον· τι μου φέρετε εσείς ω φίλοι, τους λέγει ο +Κατής; αυθέντη του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αποθέτοντες την +κασσέλαν εις την γην, εδώ είνε η νύμφη σου· σήκωσε το πεύκι και +ιδές την πόσον είνε εύμορφη και καλοκαμωμένη. Ο Κατής με προθυμίαν +σηκώνει το πεύκι, και με έκστασιν βλέπει μίαν κόρην κολοβήν, μίαν +ράχιν που υπερέβαινε την κεφαλήν της, και κρατημένην από χέρια και +ποδάρια, και περιπλέον είχε το πρόσωπόν της μακρύ μισήν πήχυν και +γεμάτο από πρίσματα, τα μάτια πετασμένα και κόκκινα ωσάν την +φωτιάν, το στόμα της τρανόν ωσάν του κροκοδείλου, με τα δόντια +πετασμένα έξω από τα χείλη, και η μύτη της ήτο τόσον πλατεία, που +εφαίνονταν να ήσαν δύο φούρνοι. Τότε αυτός ο Κατής δεν ημπόρεσε να +ιδή ένα τέτοιο τέρας χωρίς να του κάμη τρόμον, όθεν την +εξανασκέπασεν ευθύς με το πανί, και λέγει των βαστάζων· τι θέλετε +εσείς να κάμω ετούτο το ελεεινόν θέαμα, ω ζώα; Αυθέντη, του +απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αυτή είνε η θυγατέρα του Ουστά Ομάρ, +βαφιά, ο οποίος μας είπεν ότι την εστεφανώθης από αγάπην και μας +την έδωσε διά να σου την φέρωμε. Δίκαιε Ουρανέ, εφώναξεν ο Κατής, +ημπορώ να στεφανωθώ ένα τέρας της φύσεως παρόμοιον; + +Εις τον ίδιον καιρόν ο βαφιάς προβλέποντάς την έκστασιν του Κατή, +έφθασεν εκεί. Ταλαίπωρε, του λέγει ο Κατής, διά ποίον με παίρνεις; +δεν ηξεύρεις που εγώ ημπορώ να σε παιδεύσω κατά πως σου πρέπει και +να σε βάλω εις τα σίδερα, που παίρνεις τόση τόλμη να αναγελάσης με +εμένα; φοβήσου τον θυμόν μου, ω δυστυχή, και αντίς διά τούτο το +τέρας της φύσεως που μου έστειλες, δος μου την άλλην σου θυγατέρα, +της οποίας η ευμορφιά μου είνε πολλά επιθυμητή· ειδεμή θέλεις +δοκιμάσει πόσον ημπορεί να κάμη ένας Κατής θυμωμένος. Αυθέντη, του +λέγει ο Ομάρ, παύσε να με φοβερίζεις, σε παρακαλώ, και μην είσαι +θυμωμένος εναντίον μου· ομνύω εις τον Πλάστην του κόσμου ότι άλλην +θυγατέρα από αυτήν δεν έχω· εγώ σου το είπα χίλιες φορές ότι αυτή +διά λόγου σου δεν ήτον· μα εσύ δεν ήθελες να με πιστεύσης, και εις +τούτο δεν έχω πταίξιμον κανένα. Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια ήλθεν +εις τον εαυτόν του, και λέγει του βαφιά. Ομάρ σήμερον το ταχύ +ήλθεν εδώ μία κόρη πολλά ωραία και μου είπε πως είνε θυγατέρα σου, +και πως δεν θέλεις να την υπανδρεύσης, δίδοντας να καταλάβη ο +κόσμος πως είνε λίαν τερατώδης, διά να μην ήθελε κανείς σου την +γυρέψη εις γυναίκα. Αυθέντη, του λέγει, ο βαφιάς, εκείνη η εύμορφη +κόρη είμαι βέβαιος πως σε ενέπαιξε, βαλμένη από κανένα εχθρόν σου, +διά να σου κάμη καταισχύνην και σε περιπαίξη. + +Τότε ο Κατής άρχισε να τραβά τα γένεια του, και να στοχάζεται διά +πολλήν ώραν· έπειτα είπεν· ετούτη είνε μία δυστυχία που έμελλε να +μου έλθη, και δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο. Κάμε, σε +παρακαλώ, να ξαναφέρουν την θυγατέρα σου εις το σπήτι, και σου +δίδω και τα χίλια φλωριά που σου έταξα και μη ζητής άλλο, αν θέλης +να είμεθα φίλοι. Ο βαφιάς διά να μην έλθη εις άλλα λόγια με τον +Κατήν, και διά να μη τον κάμη εχθρόν του, έστερξε να κρατήση τα +χίλια φλωριά, και να πάρη την θυγατέρα του οπίσω, κάνοντας πρώτον +να την χωρίση κατά τους νόμους. + +Ετούτο το συμβάν εμαθεύθη πολλά ογλήγορα εις όλην την χώραν, και +έγινεν εις όλους αξιογέλαστον το εμπαίξιμον του Κατή, και διά +πολλές ημέρες δεν ωμιλούσαν άλλο παρά δι' αυτόν· Ημείς ξεχωριστά +εχαρήκαμεν μεγάλως διά την εκδίκησιν που εκάμαμεν του Κατή, χωρίς +παντελώς να το καταλάβη· Απερνώντας αυτή η εκδίκησις, έστειλα ένα +μετζίλι διά να διηγηθή του βασιλέως πατρός μου τα όσα μου +εσυνέβηκαν αφού και εμίσευσα από κοντά του, και τον εβεβαίωσα ότι +ογλήγορα ήμουν διά γύρισμα ομού με την αγαπημένην γυναίκα που +επήρα. Και εκεί που εκαρτερούσα την απόκρισιν με το μετζίλι, αλλοί +εις εμένα, μου έφερε μαντάτα πολλά θλιβερά, ότι ο βασιλεύς πατέρας +μου μανθάνοντας ότι οι Άραβες κλέφτες, που μας επάτησαν, εσκότωσαν +όσους και αν είχα κοντά μου, και λογιάζοντας ότι και εγώ έμεινα +σκοτωμένος, από την λύπην του απέθανε, και ότι ανέβη εις τον +θρόνον του ένας εξάδελφός μου, ονόματι Αμαδεδίν, ο οποίος με μίαν +γραφήν που έγραψε με το ίδιον μετζίλι μου εσημείωνε την χαράν που +ο λαός έλαβεν, ακούοντας πως ευρισκόμουν ζωντανός· και ότι με +εκαρτερούσε μετά πάσης χαράς διά να πηγαίνω το συντομώτερον, και +ήτον έτοιμος διά να μου απαρατήση θεληματικώς τον θρόνον που εις +εμέ απαρθένευεν. Ετούτη η είδησις με έκαμε διά να αποφασίσω το +γληγορότερον να γυρίσω εις το Μουσούλ. Έλαβα θέλημα από τον Μουφάκ +πενθερόν μου, και παίρνοντάς την γυναίκα μου ομού με πολλούς +ανθρώπους διά φύλαξιν, εμίσευσα διά το Μουσούλ. + +Δεν είχα φθάσει ακόμη εις το ήμισυ της στράτας, και ιδού που βλέπω +τον Αμαδεδίν να έρχεται με πολύν λαόν, και με τους προεστούς του +Μουσούλ εις συναπάντησίν μου και φθάνοντάς με επέζευσεν ευθύς από +το άλογόν του, και ήλθε και με επροσκύνησε δείχνοντάς μου την +καλήν του προθυμίαν, καθώς εις την επιστολήν του μου το +εσημείωνεν. Έπειτα ήλθαν όλοι οι προεστοί και με μεγάλον σέβας με +επροσκύνησαν και με ευφήμησαν διά βασιλέα τους. Και ούτω +συντροφιασμένος με όλους εκείνους εμβήκαμεν εις το Μουσούλ με +μεγάλην παράταξιν όλος και ο λαός έδειξε με μεγάλους αλαλαγμούς +την ευχαρίστησίν του που με εξαναείδε, και έκαμε διά τρεις ημέρας +μεγάλες χαρές και πανηγύρεις. + +Τελειώνοντας δε αυτές οι χαρές έβαλα εις καλήν τάξιν όλα τα του +βασιλείου, και εβασίλευσα επάνω εις τον ραγιά μου με πολλήν +θερμότητα. Αγαπούσα περισσότερον παρά ποτέ την Ζιμπρούδα, και +εζούσα πολλά ευτυχισμένος, οπόταν ένας νέος Δερβύσης φανερώνεται +εις την αυλήν μου, ο οποίος, με τες διάφορες χάρες και πνεύμα +χαριέστατο που είχεν, επροχώρησεν εις τους προεστούς του παλατίου +μου, και τον επήραν εις μεγάλην αγάπην, και άλλο δεν ωμιλούσαν +παρά διά τες μεγάλες χάρες του Δερβύση. Μου ήλθεν επιθυμία να τον +ιδώ, και ευρίσκοντάς τον πλέον χαριτωμένον από εκείνο που άκουα, +τον επήρα εις τόσην υπόληψιν, που τον έκαμα ένα από τους της αυλής +μου, διά να τον έχω πάντα κοντά μου, να με ευφραίνη με τες +διήγησές του και με τες μεσελέδες του, ο οποίος ήτον πολλά +πρακτικός από όλα τα πράγματα του κόσμου· επειδή και με όλον που +ήτον νέος είχε περιπατήσει πολύν κόσμον. + +Μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε εις το κυνήγι εις ένα λόγγον +εξεμάκρυνα από τους ανθρώπους μου, και έμεινα με τον Δερβύσην +μοναχά. Αυτός εκεί που επερπατούσαμεν, μου εδιηγούνταν τα ταξείδια +που είχε κάμει, και διά τα όσα περίεργα που εις τας πόλεις και +βασίλεια είχεν ιδεί, και ανάμεσα εις τα άλλα δι' ένα γέροντα +Μπαρχάν που εγνώρισεν. Ετούτος ο μέγας άνθρωπος, μου είπεν, +ήξευρεν ένα μεγάλον αριθμόν σεκρέτα, ήγουν απόκρυφα, όλα πολλά +περίεργα. Αυτός από την πολλήν αγάπην που επήρε, μου έδειξεν ένα +σεκρέτον πολλά θαυμαστόν, και μου παρήγγειλε κανενός να μη το ειπώ +με όρκον. Ποίας ενεργείας είναι αυτό το σεκρέτον ερώτησα εγώ, +μήπως και είναι εκείνο που μετατρέπουν το μολύβι και σίδηρον εις +χρυσόν; Όχι, Βασιλέα μου, ετούτο είναι πολύ τιμώτερον από αυτό, +ετούτο κάνει να αναζήση ένα κορμί αποθαμμένον, όχι πως να του +επιστρέψω την ψυχήν, εις τούτο μονάχα ο Ουρανός ημπορεί να κάμη +αυτό το θαύμα, μα κάνω και εμπαίνει η ψυχή μου εις κάθε νεκρόν +σώμα, και το ανασταίνω. Και διά να σε ευχαριστήσω θέλω κάμει να +ιδής την δοκιμήν εις ετούτην την έλαφον που την έχομεν σκοτωμένην. +Εγώ του είπα πως θέλει μου κάμει μεγάλην χάριν κάμνοντάς με να ιδώ +ένα τέτοιον πράγμα. + +Τότε αυτός μου λέγει· στοχάσου λοιπόν εκείνο που έχω να κάμω. +Ευθύς που ετελείωσε ταύτα τα λόγια, βλέπω να πέση το κορμί του +χωρίς αίσθησιν, και εις τον ίδιον καιρόν είδα την έλαφον που +ανέζησε και εσηκώθη με πολλήν γληγορότητα και έρχεται προς με και +με έγλυφε, κάνοντάς μου πολλές χαρές. Και αφού έφερε κάμποσους +γύρους πίπτει κατά γης αύτη, και σηκώνεται ο Δερβύσης που +ευρίσκονταν νεκρός. Ετούτο το θέαμα μου έπληξε τον νουν και +επαρακάλεσα τον Δερβύσην, που ήτο καλύτερον να μη τον είχα ιδή, +διά να μου το φανερώση. Αυτός μου απεκρίθη πως διά τον όρκον που +έκαμα, δεν ημπορώ να το δείξω κανενός με κανένα τρόπον. Βλέποντάς +τον εγώ που δεν έκλινε διά να μου το δείξη μου άναπτε περισσότερον +την επιθυμίαν μου διά να μου το φανερώση και από τες πολλές +παρακάλεσες τέλος πάντων εκαμώθη, διά να μη με παρακούση, πως +απεφάσισε διά να μου το δείξη. Ιδού ω βασιλέα μου διά να σε +ευχαριστήσω, μου είπε, σου το δείχνω· φθάνει να είπης με τον νουν +σου ετούτα τα δύο λόγια Χαλβιλαχά και Μαχούλ, και κάθε λογής +νεκρόν σώμα το αναζής· Ευθύς που έμαθα αυτά τα δύο λόγια ηθέλησα +διά να κάμω την ενέργειάν τους επάνω εις την ιδίαν έλαφον, τα +οποία λέγοντάς τα ευθύς εμεταμορφώθηκα εις εκείνο το ζώον. Μα η +ευχαρίστησις που είχα διά την ενέργειαν που ακολούθησεν +ευτυχισμένα, εμετεστράφη ογλήγορα εις τόσον πόνον. Επειδή και +ευθύς που το πνεύμα μου εμπήκεν εις το κορμί της ελάφου, ο άνομος +και επίβουλος Δερβύσης έκαμε να περάση το εδικόν του εις το +κουφάρι μου και ωσάν έλαβε την μορφήν μου, ευθύς παίρνει το δοξάρι +μου και το ετέντωσε να με σκοτώση. Εγώ μένοντάς μου το λογικόν, +και καταλαμβάνοντάς την γνώμην του, εδόθηκα εις μίαν ταχείαν +φυγήν, και με όλον τούτο ο σκληροκάρδιος δεν έλειψε που να +τελειώση την επιβουλήν του, μα του εστάθη αδύνατον. Ιδού νέα μου +συμφορά, που δι' αυτό εκαταστάθηκα να ζω με τα ζώα εις τα βουνά +και εις τους λόγγους. Καλότυχος ανίσως και ήθελα παρομοιάση +τελείως, και με το χάσιμο της μορφής μου να ήθελα χάσει και το +λογικόν μου, και έτσι δεν ήθελα πέσει εις χίλιες σκληρές και +θλιβερές συμφορές. + +Εις το αναμεταξύ που εγώ εθρηνούσα την κατάστασίν μου εις τα δάση, +ο Δερβύσης εκυρίευε τον θρόνον του Μουσουλίου, και εχαίρονταν το +βασίλειόν μου. Και το περισσότερον που με έθλιβεν ήτον, που +εστοχαζόμουν πως εχαίρονταν και την αγαπημένην μου Ζεμπρούδαν. Και +καθώς αυτός αφού έλαβε την μορφήν μου εστοχάσθη ότι εγώ διά μέσον +αυτού του σεκρέτου που μου έδειξε να μην ήθελα φανερωθή εις το +παλάτι, και του συγχύσω την ανάπαυσιν, έδωσε θέλημα ότι να έβγουν +όλοι οι κυνηγοί να υπάν εις εκείνους τους λόγγους που είμασθε, και +να σκοτώσουν, όλες τες ελαφίνες που εκεί ευρίσκονταν. Εγώ όμως διά +τύχην μου εις αυτό το αναμεταξύ ηύρα ένα αηδόνι ψόφιον, το οποίον +το ανάζησα δίδοντας τες αίσθησές μου εις αυτό. Και υποκάτω εις +αυτήν την νέαν μορφήν επέταξα προς το παλάτι του εχθρού μου, και +επήγα και εκάθησα επάνω εις ένα δένδρον που ήτον εμπρός εις τα +παράθυρα της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. + +Εκεί στοχαζόμενος την δυστυχίαν μου, άρχισα να κελαδώ τα πάθη μου +με μίαν φωνήν πολλά παθητικήν, κυττάζοντας πάντα τα παράθυρα της +αγαπημένης μου. Αυτή ακούοντας ένα λάλημα τοιούτης λογής θλιβερόν +και νόστιμον, εβγήκεν εις το παράθυρόν της διά να με ακούση καλά, +και εγώ βλέποντάς την ακολουθούσα με περισσοτέραν ισχύν το +θλιβερόν μου λάλημα, ωσάν πως να της έδιναν να καταλάβη τον πόνον +μου. Μα αλλοί εις εμέ, που αντίς αυτή να συντριβή η καρδιά της από +το παθητικόν μου λάλημα, εγελούσε και ελάμβανε ηδονήν ομού με μίαν +σκλαβοπούλαν που την αγαπούσε. + +Εγώ αποφάσισα να μείνω εις εκείνο το περιβόλι, και ούτω διά πολλές +ημέρες έκανα το ίδιον, και ελάμβανα κάποιαν ευχαρίστησιν να θεωρώ +την αγάπην μου, με όλον που ήμουν ένα πουλί. Η Ζεμπρούδα δεν +έλειπε καθημερινώς να έρχεται να με βλέπη και να χαίρεται, και +τέλος πάντων επιθυμώντας διά να με έχη εις την εξουσίαν της, +επρόσταξε τους κυνηγούς διά να κάμουν κάθε τρόπον να με πιάσουν. +Εγώ αυτοθελήτως εμπήκα εις τα βρόχια, και πιάνοντάς με μέ έφεραν +εις την Ζεμπούδαν. Αυτή από την χαράν της με επήρεν εις τα χέρια +της, και με εχάιδευσε, και λέγοντάς μου πολλά λόγια χαϊδευτικά με +εφίλησε. Τότε και εγώ από το άλλο μέρος επλησίαζα με πολλήν +νοστιμάδα την μύτην μου εις τα χείλη της και την εγλυκοφιλούσα. Α +μαργιόλικο, εφώναξε γελώντας, φαίνεται, πως απεικάζεις εκείνο που +σου λέγω ω και τι πολλά νόστιμον που είσαι. Και αφού μου έκαμε και +άλλα χάδια, με έβαλεν εις ένα χρυσόν κλουβί, και το εκρέμασεν εις +τον χοντζερέ της. Κάθε ημέραν οπόταν αυτή εξυπνούσεν, εγώ ελαλούσα +με πολλήν νοστιμάδα, και οπόταν ήρχονταν να μου δώση τίποτε να +φάγω, αντί να φαίνομαι αγριωμένον, άπλωνα τες φτερούγες μου, και +επλησίαζα φέροντας την μύτην μου διά να λάβω το φαγί. Αυτή +έμνεισκεν εκστατική βλέποντάς με πολλά ήρεμον, και κάποτε με +έβγαζεν από το κλουβί και επετούσα με ελευθερίαν, μα από κοντά της +δεν έφευγα έχοντας χαράν να την χαϊδεύω εγώ με τες φτερούγες μου, +και με το πέτασμα που έκανα ολόγυρά της, και με κάποια γλυκά +τζιμπήματα που της έκανα. Και με τούτον τον τρόπον αυτή με +αγαπούσε τόσον, που μίαν ώραν δεν έστεκε χωρίς να με έχη κοντά +της. + +Αν εις την δυστυχίαν μου είχα κάποιαν άνεσιν εις το να ευρίσκωμαι +σιμά εις την αγάπην μου το επλήρωνα πολλά ακριβόν, οπόταν έβλεπα +τον άνομον Δερβύσην να έρχεται με την μορφήν μου προς αυτήν, και +να την χαίρεται ο μιαρός. Τι ανυπόφερτη δυστυχία και θλίψις! +οπόταν το ενθυμούμαι όλος τρέμω. Ως τόσον βλέποντας έτσι, κάθε +ολίγον εσήκωνα τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν, και εζητούσα +εκδίκησιν εις τούτο το άδικον που μου εγίνετο, και η καρδία μου +ήτον γεμάτη από θυμόν, και εθλιβόμουν μεγάλως. Αν καμμίαν φοράν ο +Δερβύσης ήθελε να με χαϊδεύση, οπόταν η Ζεμπρούδα με εκρατούσεν +εις τα χέρια της, του έδιδα τόσες τσιμπησιές με θυμόν με την μύτην +μου που τον έκανα να με αφίνη· μα ο θυμός μου δεν επροξενούσεν +άλλο, παρά να τους κάνω να γελούν. + +Η Ζεμπρούδα ως τόσον εκρατούσεν εις τον ίδιον χοντζερέ μίαν +σκυλοπούλαν που την αγαπούσεν· ετούτη η σκύλα μίαν ημέραν που +ήμασθε μοναχοί, εψόφησε τον καιρόν που εγεννούσε, και ο ψόφος της +μου εφώτισε τον νουν διά να κάμω την τρίτην δοκιμήν· Θέλω, είπα να +ιδώ τι έχει να κάμη η Ζεμπρούδα βλέποντας το αηδόνι ψόφιον, θα +θλίβεται, ή όχι; και ούτω λέγοντας επέρασε το πνεύμα μου εις το +κορμί της σκύλας, και άφησα το αηδόνι ψόφιον και τούτον τον +στοχασμόν ο Ουρανός μου τον εξαπόστειλε, διά να κάμω την εκδίκησίν +μου. + +Οπόταν η Ζεμπρούδα ήλθεν εις τον χοντζερέ της, βλέποντας το αηδόνι +ψόφιο, έβγαλε μίαν φωνήν τόσον δυνατήν, που έτρεξαν όλες οι δούλες +της. Κυρά, της είπαν, τι έπαθες; σου εσυνέβη κανένα εναντίον; α +πιστές δούλες μου, εγώ είμαι απελπισμένη, τους απεκρίθη κλαίοντας +πικρώς· το πτωχόν αηδόνι μου, το αγαπημένον μου αηδόνι εψόφησεν. +Α, ακριβόν μου πουλί, διατί με υστέρησες έτσι ογλήγορα; πώς ημπορώ +να υποφέρω μην ακούοντας πλέον την γλυκειάν σου φωνήν και τα +νόστιμά σου παιγνίδια; Αυτά και άλλα λέγοντας ήτον τόσον περίλυπη, +που καμμιά από τες σκλάβες της δεν ημπόρεσε να την παρηγορήση. +Έδωκαν ως τόσον την είδησιν του Δερβύση διά την θλίψιν της +Βασίλισσας, ο οποίος έτρεξε με ταχύτητα προς αυτήν, διατί την +αγαπούσε και αυτός κατά πολλά. Αυτός έκαμε κάθε τρόπον διά να την +παρηγορήση, μα εστάθηκαν όλοι του οι κόποι άκαιροι. + +Τέλος πάντων βλέποντας που καμμίαν παρηγορίαν δεν ελάμβανε, της +είπε· μη θλίβεσαι πλέον, αγαπημένη μου Ζεμπρούδα, ότι εστοχάσθηκα +μ' ένα σεκρέτον που έχω, να κάμω το αηδόνι, ότι κάθε ταχινήν να +έρχεται να σε διασκεδάζη διά μίαν φοράν μόνον, και αύριον το ταχύ +θέλεις ιδεί την δοκιμήν. Μη με παίρνεις διά μίαν αστόχαστην, σε +παρακαλώ, απεκρίθη εκείνη, και θέλεις να με περιπαίξης, δίδοντάς +μου να καταλάβω να μου το αναστήσης. Εγώ τα λόγια σου δεν τα +πιστεύω, και άφησε παρακαλώ διά να ξεθυμάνω κλαίοντάς το. Μη +γένοιτο, μη γένοιτο, Βασίλισσά μου, της απεκρίθη αυτός, πως σου το +λέγω διά κανένα τέλος και διά να πιστεύσης, ιδού που θέλω σε κάμει +να ιδής την δοκιμήν. + +Τότε κάνοντας να έβγουν όλες οι δούλες της από εκεί, έμειναν αυτοί +οι δύο μοναχοί και εγώ ωσάν σκύλλα που ήμουν έστεκα εις μίαν +αγκωνήν, και επαρακαλούσα τον Ουρανόν διά να βάλη εις πράξιν το +έργον, διά να ξεδικηθώ. Παίρνοντας λοιπόν ο Δερβύσης ένα θρονί +εκάθησε, και λέγοντας εκείνα τα δύο λόγια, έπεσε χωρίς αίσθησες· +και εν τω άμα το αηδόνι ανέζησε, και άρχισε να λαλή με μεγάλον +θαυμασμόν της Ζεμπρούδας. Εγώ ευρίσκοντας τον καιρόν ευτυχισμένον +ευθύς αφίνω το κορμί της σκύλας, και με ταχύτητα εξαναπήρα το +ιδικόν μου, και εις τον ίδιον καιρόν τρέχω με βίαν, και αρπάζω το +αηδόνι από το κλουβί και του τραβώ τον λαιμόν, και το εσκότωσα. +Έπειτα το έβαλα εις τα ποδάριά μου και το εκαταπάτησα με πολύν +θυμόν· τι κάνεις, ω Βασιλέα, η Ζιμπρούδα μου είπε φωνάζοντας· +διατί μου εφόνευσες με τούτον τον τρόπον το αηδόνι μου; όταν εσύ +δεν ήθελες να ξαναζήση, δεν έπρεπε να το ανακράξης εις νέαν ζωήν. +Ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός, εφώναξα τότε εγώ, χωρίς να αφηκρασθώ +αυτή το τι έλεγε, τόσον ήμουν φερμένος από την χαράν μου διά την +εκδίκησιν που έκαμα εις την καταφρόνησιν που ανόμως ο Δερβύσης +έκαμε της τιμής μου, και της αγάπης μου. Η Ζεμπρούδα έμεινεν +εκστατική εις το να με ακούση να ομιλώ ούτως. Βασιλέα, αυτή μου +λέγει, τι δηλούν ετούτα που μιλείς; Εγώ τότε της εδιηγήθηκα τα όσα +μου εσυνέβηκαν από αιτίαν του μιαρού Δερβύση, και επαρατήρησα, +εκεί που της τα εδιηγούμην, εγέμισε το πρόσωπόν της από εντροπήν +διά την απάτην που έλαβε, και μου έκαμεν άδικον, που δεν το +ήξευρε. Και από την θλίψιν της ήτον όλη έξω από τον εαυτόν της, +χωρίς να έχη παρηγοριάν. Δεν ημπορούσεν αυτή να αμφιβάλλη ότι εγώ +δεν ήμουν ο καθολικός της άνδρας, διατί το κορμί του Δερβύση που +ευρέθη εις τα δάση νεκρόν την εβεβαίωνε. + +Αφού και ετελείωσα να φανερώσω της Ζεμπρούδας ένα συμβεβηκός τόσον +παράξενον, το εμετανόησα πολλά, και ήτον καλύτερα που να μην της +είχα ειπή την αλήθειαν, διατί αλλοί εις εμένα, ημπορούσε να ζήση· +μα τι λέγω; πού χάνεται το πνεύμα μου; δεν ηξεύρω εγώ ότι τα καλά +και τα κακά που μέλλουν να έλθουν στέκουν γραμμένα εις τον +Ουρανόν; Ως τόσον η Ζεμπρούδα εσυνέλαβε τόσην θλίψιν και πίκραν +εις την απάτην που έλαβε, και έδωσε την ευχαρίστησιν εκείνου του +τρισαθλίου, που δεν μου εστάθη δυνατόν διά να την παρηγορήσω, +δίδοντάς της να καταλάβω ότι το λάθος της ήτον όλον άξιον +συμπαθείας, και ότι όλον το ανόμημα ήτον του μιαρού Δερβύση· μα +όλες εστάθηκαν μάταιες η παρηγοριές που της έκαμα. Και δεν +απέρασαν ολίγες ημέρες που από την θλίψιν της εξεψύχησεν εις τες +αγκάλες μου, ζητώντας μου συμπάθειον διά ένα ανόμημα, του οποίου +δεν ήτο πταίστρια. + +Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ καταλεπτώς τον πόνον, και την θλίψιν που +έλαβα εις το να χάσω τοιούτης λογής γυναίκα. Και αφού έκαμα να την +θάψουν με εκείνην την τιμήν που της έπρεπεν, έκραξα τον Αμαδεδίν +εξαδελφόν μου, και του λέγω· εξάδελφέ μου, με το να μην έχω +κληρονόμον, σου απαραιτώ τον θρόνον του Μουσούλ να χαρής την +βασιλικήν μεγαλειότητα, επειδή και εγώ θέλω να περάσω το επίλοιπον +της ζωής μου ωσάν απλούς άνθρωπος, από τον μεγάλον πόνον που έχω +διά τον χαμόν της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. Ο Αμαδεδίν που αληθώς +με αγαπούσε, δεν έπαυσε να με παρακινήση να αλλάξω αυτήν την +απόφασιν, μα τον έκαμα να καταλάβη ότι άκαιρα χάνει τους λόγους +του. + +Άφησα λοιπόν τον Αμαδεδίν εις τον θρόνον του Μουσούλ, και +συντροφιασμένος μοναχά με ολίγους σκλάβους, έφθασα εις το Μπαγδάτ +με πολύ χρυσίον και πετράδια, ήγουν διαμάντια. Επήγα και κατέβηκα +εις το σπήτι του πενθερού μου Μουφάκ, του οποίου εστάθη μέγας ο +θαυμασμός ομού και της γυναικός του εις το να με ιδούν, οπόταν +τους εφανέρωσα τον θάνατον της θυγατρός τους, που πολύ την +αγαπούσαν. Δεν έκαμα ετούτην την διήγησιν χωρίς να χύσω άπειρα +δάκρυα και χωρίς να μη κινήσω και τα εδικά τους. + +Δεν εστάθηκα πολύν καιρόν εις το Μπαγδάτι· αλλ' ανταμώθηκα με μίαν +συντροφιάν από χατζήδες, και επήγα εις την Μέκκαν και αφού +επροσκύνησα εκείνους τους τόπους, συντροφεύθηκα με τους χατζήδες +Ταρτάρους, και απερνώντας από τούτην την χώραν, μου άρεσε, και +αποφάσισα να κατοικήσω εις αυτήν, και είνε έως τώρα χρόνια σαράντα +που ευρίσκομαι εδώ, και περνώ μίαν ζωήν καλογηρικήν ή μοναχικήν, +και με κανένα δεν έχω αντάμωσιν. Η Ζεμπρούδα είναι πάντα εις τον +νουν μου, και λαμβάνω κάποιαν ευχαρίστησιν να την ενθυμούμαι. + + + +&Ακολούθησις και τέλος της ιστορίας του βασιλέως Καλάφ, και της +βασιλίσσης της Κίνας.& + + + +Τελειώνοντάς την ιστορίαν του ο Βασιλεύς του Μουσούλ, είπε προς +τους φιλοξενουμένους του. Ετούτη είναι η ζωή μου· εσείς βλέπετε +από τες δικές σας και δικές μου δυστυχίες, ότι η ζωή η ανθρώπινος +είναι ωσάν ένας κάλαμος, που κινείται πότε από τον ένα άνεμον, +πότε από τον άλλον. Εγώ ως τόσον ζω μίαν ζωήν ήσυχον, και είμαι +πολλά ευχαριστημένος. Ο Τημουρτάς, η γυναίκα του, και ο Καλάφ +επαίνεσαν την μεγαλοψυχίαν του, και υπομονήν εις τα όσα του +εσυνέβηκαν ομοίως και την απόφασιν που έκαμε διά να ζήση εις +ησυχίαν. Ύστερα από αυτά ο γέρων τους εδιώρισε τρία κρεββάτια διά +να πηγαίνουν να αναπαυθούν εκείνην την νύκτα. Το ταχύ δε +ξημερώνοντας επήγεν ο γέρων να τους εύρη και τους είπεν· ιδού που +εσείς δεν είσθε μοναχά δυστυχείς· ήκουσα σήμερον ότι ήλθεν ένας +αποστολάτορας από τον Βασιλέα Κασμίρ με ορισμόν ότι αν ήθελεν +ευρεθή εδώ ο Χάνης των Νογκίδων με την φαμηλιάν του να τον +πιάσουν, και να τον φυλακώσουν, επειδή έφυγεν από την επαρχίαν +του. Εις ταύτην την είδησιν αυτοί έμειναν βουβοί, και άλλαξεν η +όψις τους ωσάν των νεκρών. + +Ο γέροντας βλέποντας έτσι αλλαγμένα τα πρόσωπα τους τούς είπεν· +αγαπημένοι μου, τι θέλει να ειπή αυτή η σύγχυσις που επάνω σας +βλέπω; Α, Κύριε, απεκρίθη ο Τημουρτάς. Ημείς είμασθε εκείνοι που +αυτός ζητεί. Εγώ είμαι εκείνος ο ταλαίπωρος Χαν των Νογαΐδων· εσύ +βλέπεις την γυναίκα μου και τον υιόν μου· ηθέλομεν έχει μεγάλον +άδικον να μη σου φανερωθούμεν, ύστερον από τόσην δεξίωσιν και +θάρρος που μας έδειξες· ελπίζω όμως ότι εις ετούτην την περίστασιν +με την συμβουλήν σου θα μας βοηθήσης διά να έβγωμεν από τούτον τον +κίνδυνον. Εγώ, απεκρίθη ο γέρων, από εκείνο που καταλαμβάνω, σας +συμβουλεύω ότι εδώ να μη σταθήτε, αλλά να μισεύσετε το +συντομώτερον από τούτην την χώραν και κυττάξετε να πάρετε την +στράταν της Μπέρλας, και εκεί θέλετε είσθαι φυλαγμένοι. Του Χαν +ήρεσε πολλά η συμβουλή του βασιλέως του Μουσλούλ, ο οποίος +δίδοντάς τους τρία άλογα, ζωοτροφίαν διά πολλές ημέρες και μίαν +σακκούλαν φλωριά εμίσευσαν, ευχαριστώντας κατά πολλά τον γέροντα +διά τες μεγάλες ευεργεσίες που τους έκαμε. + +Μισεύοντας το λοιπόν από εκεί, επέρασαν τον ποταμόν Ηρτύχ, και +ύστερα από πολλές ημέρες έφθασαν εις την γην της φυλής της +Μπέρλας, και εσταμάτησαν εις την πρώτην τένταν που ηύραν, επειδή +και εκείνοι κατοικούν όλοι εις τέντες. Εκεί αυτοί επούλησαν τα +άλογά τους, και έζησαν με πολλήν ανάπαυσιν, έως που είχαν δηνάρια· +και σώνοντάς τα εσηκώθησαν από εκεί, και υπήγαν παρεμπρός εις τες +τέντες των προεστών· εκεί εμπήκαν εις μίαν τένταν που ήταν +επιταυτού διά τους πτωχούς ξένους, και εκεί έμειναν χωρίς καμμίαν +βοήθειαν. Ο Καλάφ απεφάσισε και επήγαινε διά να ζητήση +ελεημοσύνην. Αυτό άναψε μεγάλως τον πόνον του Χαν, βλέποντας που +εκαταστάθηκαν διά να ζητούν έλεος. Ως τόσον ο Καλάφ εσύναξε +κάμποσα δηνάρια από τες ελεημοσύνες, με τα οποία αγόρασε τα +αναγκαία προς ζωοτροφίαν τους διά μίαν μόνον ημέραν. Ο πατέρας του +με κανένα τρόπον δεν υπόφερνε να βλέπη τον υιόν του να ζητή +ελεημοσύνην, και ο υιός του διά να τον ευχαριστήση αποφάσισε διά +να μην πηγαίνη πλέον εις ζητιανιά, μα να εβγάλη την ζωοτροφίαν +τους με τους κόπους του, και ούτως επήγε διά να κάνη τον βαστάζον· +μα διά κακήν του τύχην απέρασε σχεδόν όλη η ημέρα, και δεν +ημπόρεσε να κερδίση ούτε ένα δηνάρι· και θλιβόμενος δι' αυτό +επήγεν εις ένα λόγγον, και κλαίοντάς με μεγάλον πόνον της καρδιάς +του, και με μεγάλον παράπονον εζητούσε βοήθειαν από τον Ουρανόν, +διατί δεν ημπορούσε πλέον να υποφέρη τα βάσανα· και ωσάν +αποσταμένος που ήτον, αποκοιμήθη υποκάτω εις ένα δένδρον, και αφού +εξύπνησε βλέπει ολίγον μακράν ένα γεράκι πολλά εύμορφον, με μίαν +άλυσσον χρυσήν εις τα ποδάρια εγκοσμημένην με ρουμπίνια και +διαμάντια. + +Ο Καλάφ που ήτον καλά παιδευμένος εις την τέχνην των γερακιών, το +έκραξε και ήλθε και το έπιασεν. Αυτός κατά πως εστοχάσθη, +απείκασεν ότι αυτό το γεράκι θα ήτον του βασιλέως του τόπου +εκείνου, και κατά πως εστοχάσθη έτσι ήτον. Επειδή αυτό το γεράκι +την απερασμένην το είχε χάσει ο βασιλεύς εις το κυνήγι, διά το +οποίον του εκακοφάνη τόσον που εκινδύνευε να χαθή από την θλίψιν +του, τόσην αγάπην είχε δι' αυτό, διά το οποίον είχε τάξει, ότι +όποιος ήθελε το εύρει και το φέρει να του δίδη τρεις χάρες που +ήθελε ζητήση. + +Ο Καλάφ τέλος πάντων γνωρίζοντας ότι ήτον του Βασιλέως το επήρε +και το έφερεν εις την τέντα του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς όλος χαρά, +έτρεξε και επήρε το γεράκι του, και το εφίλησε με μεγάλον πόθον· +έπειτα γυρίζοντας προς τον Καλάφ του λέγει· τι άνθρωπος είσαι εσύ, +αγαπημένε μου; μου φαίνεται πως είσαι ξένος, πες μου το λοιπόν πώς +ευρίσκεσαι εδώ; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Καλάφ· εγώ είμαι υιός ενός +πραγματευτού από την Βίσραν, ο οποίος είχε πολλά πλούτη, και +ταξειδεύοντάς με αυτόν και με την μητέρα μου διά να πάμε εις το +Μπαγδάτ, εσυναπαντήσαμε κλέφτες εις την στράταν και μας έγδυσαν +από ό,τι είχαμεν, και ζητώντας ελεημοσύνην εφθάσαμεν έως εδώ. +Είμαι πολλά ευχαριστημένος του απεκρίθη ο Βασιλεύς, που σου έτυχεν +εσένα η τύχη να εύρης το γεράκι μου, επειδή και έταξα με όρκον, +ότι όποιος ήθελε το εύρει και μου το φέρει να του κάμω τρεις χάρες +που θα ήθελε ζητήσει· το λοιπόν ζήτησε ό,τι αγαπάς και θέλει σου +δοθή. Επειδή και ορίζεις απεκρίθη ο Καλάφ, να σου ζητήσω τρεις +χάρες, ιδού τες ζητώ· εγώ κατά πρώτον ήθελα ο πατέρας μου και η +μητέρα μου, οι οποίοι ευρίσκονται εις το πτωχοδοχείον, να ήθελες +τους διορίσει την ζωοτροφίαν τους επί ζωής τους, και να τους +κρατήσης εις το παλάτι σου ωσάν αξιωματικούς. Δεύτερον να μου +δώσης εμένα ένα καλόν άλογον αρματωμένον με όλα του τα +χρειαζόμενα. Και τρίτον μίαν φορεσιάν πλουσίαν και μίαν σακκούλαν +με φλωριά γεμάτην, διά να ημπορέσω να κάμω ένα ταξείδι της +αρεσκείας μου που έχω μελετημένον. Η ζήτησές σου θέλουν πληρωθή, +του είπεν ο Βασιλεύς· φέρε μου εδώ σήμερον τους γονείς σου και +θέλω τους περιποιηθή καθώς μου είπες, και αύριον θέλω σου δώσει το +άλογον, και τα λοιπά που εζήτησες. Ο Καλάφ επροσκύνησε τον +Βασιλέα· έπειτα ήλθεν εκεί που ήσαν οι γονείς του, και τους +ανήγγειλε την προμήθειαν του Ουρανού που τους εξαπέστειλεν. +Αυτωνών επροξενήθη μεγάλη αγαλλίασις δι' αυτήν την είδησιν, και +ακολουθώντες τον Καλάφ, τους επήγε και τους επαράστησε του +Βασιλέως. Ο Βασιλεύς τους εδέχθη με πολλήν περιποίησιν, και τους +εδιώρισε τα αναγκαία τους κατά πως έταξε και έμειναν πολλά +ευχαριστημένοι. + +Την ερχομένην ημέραν ο Καλάφ ενδύθη τα πλούσια φορέματα που έλαβεν +από χειρός του Βασιλέως, με ένα σπαθί πολύτιμον και άλλα στολίδια, +ομοίως και μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά. Έπειτα του έφεραν το +άλογον στολισμένον, και ευχαριστώντας τον Βασιλέα, εκαβαλλίκευσε +το άλογον και ανεχώρησε, και ήλθεν εις την τέντα των γονέων του, +που τους την εδιώρισεν ο Βασιλεύς. Αυτωνών είπεν ο Καλάφ, πως +έχοντας επιθυμίαν διά να ιδή το περίφημον βασίλειον της Κίνας, +αποφάσισε διά να πηγαίνη εκεί, διά να πασχίση μήπως και ημπορέση +να αλλάξη καλύτερην τύχην. Οι γονείς του τον επήκουσαν, και +παίρνοντάς την ευχήν τους εμείσευσε διά την Κίναν. + +Φθάνοντας δε εις το Πεκίνον καθέδραν του βασιλείου της Κίνας, +επήγε και κατέβηκε εις ένα σπήτι μιας γηραλέας χήρας· και ευθύς +που εξεπέζευσεν έδωσε θέλημα της χήρας να στείλη κανένα να πάρη +τίποτε διά να φάγη. Η χήρα εν τω άμα έστειλεν ένα παιδίον διά να +ψωνίση τα αναγκαία. Εις αυτό το αναμεταξύ ο Καλάφ ερώτησε την +γραίαν περί των ηθών του τόπου, πόσον λαόν περιέχει, και άλλα· +τέλος πάντων η ομιλία τους έπεσεν επάνω εις τον βασιλέα της Κίνας. +Ειπέ μου, της λέγει ο Καλάφ, ο βασιλεύς είνε καλών ηθών; αγαπά τον +λαόν του; τον κυβερνά με επιμέλειαν; Ναι, του απεκρίθη η χήρα· +αυτός είνε ο πλέον καλύτερος βασιλεύς που έλαβεν η Κίνα, και το +όνομά του είνε φημισμένον διά την μεγάλην του καλωσύνην. Το λοιπόν +από εκείνο που μου λες είπεν ο Καλάφ, κρίνω ότι πρέπει να είνε ο +πλέον ευτυχισμένος Μονάρχης του κόσμου. Αυτός με όλον τούτο δεν +ημπορεί να είνε τοιούτος, εξαναείπεν η γραία, επειδή και την +ανάπαυσιν της ζωής του την συγχίζει πολλά η βασιλοπούλα +Τουρανδότη, θυγάτηρ του μονογενής. Και διά ποίαν αιτίαν +ξαναπεκρίθη ο Καλάφ, είνε αυτή μία τυραννία δι' αυτόν. Ναι, του +είπεν η γραία, ημπορώ με θεμέλιον να σου διηγηθώ τα περί αυτής, +επειδή και η θυγατέρα μου, που είνε εις την δούλευσίν της, μου το +εδιηγήθη ηξεύροντάς τα όλα. + +Αυτή η βασιλοπούλα ηκολούθησεν εκείνη, είνε εις ηλικίαν δέκα εννέα +χρονών, και είνε τόσον εύμορφος που κανείς ζωγράφος από τους πλέον +εξαιρέτους δεν ημπόρεσε να της παρομοιάση την ευμορφιάν της. Όθεν +τα κάλλη της και η φήμη της διεσπάρθη εις πολλά βασίλεια, η οποία +φήμη δεν έκαμεν άλλο παρά να προξενήση κακά αποτελέσματα. Αυτή +ανταμώνει εις την ωραιότητα ένα πνεύμα τόσον νόστιμον και +επιτήδειον, αυτή ηξεύρει διάφορες γλώσσες· ομοίως ακόμη την +αριθμητικήν, γεωγραφίαν, φιλοσοφίαν, μαθηματικήν, τους νόμους και +κοντολογής όλες τες επιστήμες· μα η ωραιότης της και η μάθησίς της +μένουν εις τα σκότη, από μίαν σκληροκάρδιον απανθρωπότητα που έχει +χωρίς παράδειγμα. Είνε δύο χρόνοι που ο βασιλεύς της Θέμπας +έστειλε και την εζήτησε διά γυναίκα του με το να ήκουσε την φήμην +της. Ο πατέρας της έχοντας επιθυμίαν διά να κάμη με αυτόν +εδικοσύνην, το ανήγγειλε της θυγατρός του. Αυτή η υπερήφανη +βασιλοπούλα με το να της εφαίνοντον οι άνδρες ένα πλάσμα +καταφρονεμένον, και έχοντας πολύ μίσος προς αυτούς, εδέχθη με +καταφρόνεσιν την συμβουλήν του πατρός της. Ο βασιλεύς εθυμώθη +εναντίον της και την εφοβέρισεν ότι ανίσως και δεν τον υπακούσει +θέλει κάμει με το στανειό να το στέρξη. Αυτηνής της εκακοφάνη αυτό +τόσον, που έπεσεν από την πίκραν της εις το κρεβάτι άρρωστη. Οι +ιατροί γνωρίζοντάς την αιτίαν της αρρώστιας της, είπαν του +βασιλέως, ότι όλα τα ιατρικά τους ήτον ανωφελή, και ότι η +βασιλοπούλα απέθνησκεν αν στέκη στερεός διά να την υποχρεώση να +στεφανώση τον βασιλέα της Θέμπας. + +Τότε ο βασιλεύς, ο οποίος πολλά την αγαπούσε, φοβούμενος τον +κίνδυνον που ήτον επήγε διά να την ιδή, και εκεί την εβεβαίωσε πως +δεν θέλει της μιλήσει πλέον περί ταύτης της υπανδρείας. Ετούτο δεν +φθάνει, απεκρίθη η βασιλοπούλα, απεφάσισα διά να αποθάνω, οπόταν +δεν μου ήθελες κάμει εκείνα, που έχω διά να σου ειπώ, με όρκον, +που να μη με παρακούσης. Ο βασιλεύς της έταξε, και έκαμε και +φοβερόν όρκον διά να την υπακούση εις ότι του ήθελεν ειπεί. Τότε η +βασιλοπούλα λέγει· θέλω να στείλης παντού ορισμόν με διαλαλητάδες +που να κηρύξουν ότι όλα τα βασιλόπουλα που θέλουν με ζητήσει, +κανένα να μη με στεφανωθή, αν πρώτον δεν μου ήθελε διαλύση τα +αινίγματα ή απορίας που έχω να του προβάλλω έμπροσθεν εις τους +διδασκάλους και σοφούς και αν μου αποκριθή σωστά, και μου τα +διαλύση, θέλω του είμαι γυναίκα· ειδέ μη και δεν ημπορέσει να +αποκριθή και να τα διαλύση, να του κόπτεται το κεφάλι εις την +αυλήν του παλατίου σου. + +Ο βασιλεύς εμετανόησε που έκαμε τον όρκον επειδή και ήτον πολλά +σκληρόν το ζήτημά της· μα στοχαζόμενος που κανείς δεν ήθελε βάλλει +την ζωήν του εις ένα τέτοιον κίνδυνον, την εβεβαίωσε πως θέλει την +υπακούσει, και εν τω άμα έστειλε διαλαλητάδες διά να κηρύξουν αυτό +το πρόσταγμα. Και η βασιλοπούλα βλέποντας ότι έγινε το θέλημά της, +εξανάλαβε την υγείαν της εις ολίγον καιρόν. + +Ως τόσον η φήμη της ωραιότητός της, και η διαλάλησις του βασιλέως, +ετράβηξε πολλά βασιλόπουλα από διάφορα μέρη εις το Πεκίνο· τα +οποία έχοντας κάθε ένα καλήν γνώμην εις το ίδιόν τους πνεύμα, ότι +θα διαλύσουν τες απορίες της βασιλοπούλας, έτρεχαν ωσάν οι τυφλοί +εις τον θάνατον, μην ημπορώντας κανείς να διαλύση κανένα από τα +αινίγματά της, και κάθε ολίγον δεν ηκούετο άλλον παρά θάνατος των +βασιλοπούλων· και εκείνο που θλίβει τον λαόν σήμερον, είνε ο +θάνατος ενός βασιλοπούλου νέου, που απόψε έχει να ακολουθήση, το +οποίον διά κακήν του τύχην ήλθεν εδώ. Ο Καλάφ έστεκε πολλά +επιμελής διά να ακούση τα όσα η γραία του εδιηγούνταν, και της +είπε. Μου φαίνεται, μητέρα μου, πολλά δύσκολον, ότι η βασιλοπούλα +θα είναι τόσον σκληρή και θα χαίρεται τον θάνατον τόσων +βασιλοπούλων νέων· και το περισσότερον που αυτά τα βασιλόπουλα +είναι τόσον άφρονα, να υπάγουν να κινδυνεύουν την ζωήν τους εις +τέτοιον τρόπον, μη παίρνοντας παράδειγμα ο ένας από τον άλλον. + +Αυθέντη, είπεν η γραία, πίστευσε εις τα όσα σου λέγω, διατί η άκρα +ωραιότης της Βασιλοπούλας είναι τόση, που όστις την ιδή εβγαίνει +από τον εαυτόν του και δεν στοχάζεται τον θάνατον διά το ουδέν. +Και πως αυτά τα αινίγματα, απεκρίθη ο Καλάφ, είναι τόσον σκοτεινά, +που να μην είναι κανείς να τα εξηγήση, ετούτο είναι πολύ, δεν το +πιστεύω. Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εδιηγούνταν, ήλθε νύκτα, +και ακούουν τόσα τύμπανα της δικαιοσύνης, που ελαλούσαν εις όλην +την χώραν. Ο Καλάφ ερώτησε τι θέλει να ειπούν αυτά τα λαλήματα· +και η γραία του είπεν, ότι αυτά έδιδαν είδησιν του λαού, ότι +έμελλε να θανατώσουν το δυστυχισμένον βασιλόπουλον που σου +εδιηγήθηκα, επειδή και δεν εδιάλυσε τα αινίγματα της βασιλοπούλας. +Ο Καλάφ περίεργος διά να ιδή ένα τέτοιον θάνατον, εβγήκεν από το +σπήτι του, και υπήγεν εις την αυλήν του βασιλέως, εκεί που έμελλον +να θανατώσουν το βασιλόπουλον. + +Αυτός είδεν εις τήνε μέσην ένα κρεβάτι υψηλόν, εις το οποίον ήτον +το βασιλόπουλον που ανέμενε τον θάνατον και ύστερα από τόσες +παράταξες, και φωτοχυσίες, και άλλα, ανέβη ο τζελάλης και του +έκοψε το κεφάλι· έπειτα υπήγαν τέσσαρες ιερείς Κινέζοι, και του +εσήκωσαν το κορμί με μεγάλην παρρησίαν, να το θάψουν εκεί που +είχαν θαμμένα και τα άλλα βασιλόπουλα. Ο Καλάφ έμεινεν εκστατικός +εις ένα τέτοιον θέαμα, και εβλασφημούσε κατά πολλά την ωμότητα της +βασιλοπούλας, και έλεγε με τον εαυτόν του· όσον και αν ήθελεν ήτον +ωραία, διά την σκληρότητά της μόνον πρέπει να την βδελύττεται +καθένας, και όχι να πιάση αγάπην δι' αυτήν, και να κινδυνεύση εις +τέτοιον τρόπον την ζωήν του. Εκεί που αυτός εστοχάζετο αυτά, +βλέπει κοντά του ένα άνθρωπον που έκλαιγε πικρώς. Ο Καλάφ τον +ερωτά μήπως το βασιλόπουλο ήτον γνώριμόν του. + +Α, κύριε, απεκρίθη εκείνος, έτσι να μη το είχα γνωρίση. Εγώ είμαι +ο λαλάς του, που το ανάθρεψα με τα χέρια μου, και ήλπιζα, να το +ιδώ εις τον θρόνον του πατρός του, και τώρα η κακή μου τύχη με +έφερε να το ιδώ εις τέτοιον τρόπον θανατωμένον. Α, κατηραμένε +ζωγράφε, ακολούθησε να λέγη, που η κακή τύχη σε έφερεν εις το +βασίλειόν του, και του έδειξες την εικόνα ετούτης της +σκληρόκαρδης, από την οποίαν ευθύς που είδε την ωραιότητά της, +ετρώθη εις την καρδίαν, και αποφάσισε να έλθη να θυσιαστή με +τούτον τον τρόπον, με όλα τα εμπόδια που επάσχισεν ο πατέρας του +να του κάμη. Ετούτη η κατηραμένη εικόνα είνε η αιτία της θυσίας +του· και ούτω λέγοντας έβγαλε την εικόνα της που την είχεν αυτός, +και την έρριξε κατά γης με θυμόν, έπειτα εμίσευσεν· + +Ο Καλάφ επήρε την εικόνα της βασιλοπούλας που ήτον κατά γης, διά +να την θεωρήση την ερχομένην ημέραν, επειδή τότε ήτον νύκτα. Ευθύς +που εφάνη η ημέρα ο Καλάφ άνοιξε το κουτί όπου ήταν εκείνη η +εικόνα· μα εστάθη συλλογισμένος πριν να την θεωρήση. Τι μέλλει να +κάμω, εφώναξε, χρεωστώ να παρουσιάσω εις τους οφθαλμούς μου ένα +υποκείμενον τόσον κινδυνώδες; στοχάσου, ω Καλάφ, στοχάσου τα +αποτελέσματα τα θλιβερά που αυτή επροξένησε, και προξενεί. Μη +κυττάξης αυτήν την ζωγραφιάν, αντιστάσου εις την θέλησίν σου, που +σε βιάζει, διά να μη σου συμβή και εσένα κανένα κακόν αποτέλεσμα. +Μα τι λέγω, μία εικόνα μέλλει να με φοβίση τόσον; αν μέλλω να +αγαπήσω την βασιλοπούλαν, πρέπει να είνε γραμμένον εις τον +Ουρανόν, το οποίον δεν θέλω το αποφύγει· μα μίαν εικόνα ημπορεί +τινάς να την θεωρήση αδιαφόρως· ήθελα είμαι πολλά αδύνατος, ώστε η +θεωρία διαφόρων χρωμάτων να μου σαλεύση τον νουν· ας μη φοβηθώ το +λοιπόν· ας θεωρήσω αδιαφόρως ετούτην την φθοροποιάν μορφήν, να ιδώ +αν έχη τόσην ενέργειαν, που να μου συγχίση τον νουν μου τον +σταθερόν. Έτσι τάζοντας ο Καλάφ να θεωρήση την εικόνα με +σταθερότητα, χωρίς να τον συγχίση με κανένα τρόπον, άρχισε να την +θεωρή· την κυττάζει, την εξετάζει, στοχάζεται την ωραιότητα του +προσώπου, την τελειότητα της μορφής της, την ζωντανωσύνην των +οφθαλμών της, το στόμα, τα μάγουλα και τα λοιπά, εξαισίως τέλεια, +και ωραία. Και αφού καταλεπτώς τα εθεώρησε μένει θαυμασμένος με +μίαν τέτοιαν γλυκείαν και ωραίαν μορφήν και με όλον που την +εκύτταξε με κάποιαν αντίρρησιν, έμεινε τέλος πάντων λαβωμένος από +την ευμορφιάν της. + +Μία σύγχυσις αιφνίδια τον περιπλέκει χωρίς να την απεικάση· τι +φλόγα λέγει έξαφνος με καίει; ποίαν σύγχυσιν προξενεί εις τες +αίσθησές μου ετούτη η εικόνα. Δίκαιε Ουρανέ, είνε τούτη η τύχη +όλων εκείνων που εθεώρησαν ετούτην την ζωγραφιάν, να αγαπήσουν την +απάνθρωπον, και σκληρόκαρδον βασιλοπούλαν που παρασταίνει; αλλοί +εις εμέ· γροικώ αρκετά ότι αυτή κάνει και εις εμέ εκείνο το ίδιον +που έκαμε και εις το βασιλόπουλον που την είχε· ποία μεταλλαγή +είνε τούτη, ω μεγάλε Θεέ; Εγώ ολίγον εμπροσθήτερα δεν εκαταλάμβανα +πώς ημπορούσε να δοθή μία ζωγραφιά να κάμη τέτοιον αποτέλεσμα, και +να πηγαίνουν ωσάν τυφλοί να θανατώνωνται, και τώρα να μη βλέπω +πράγμα που να μου φοβερίζη τον θάνατον; όχι, βασίλισσα +απαρομοίαστη, ακολούθησεν αυτός θεωρώντάς με βλέμμα γλυκύ την +εικόνα, κανένα εμπόδιον δεν με κρατεί· εγώ σε αγαπώ με όλον που +είσαι σκληρή, και αποφασίζω ετούτην την ώραν ή να σε κερδίσω, ή να +αποθάνω και εγώ διά την αγάπην σου μαζί με τους άλλους. Και ούτω +λέγοντας, αποφάσισε διά να υπάγη να παρουσιασθή εις τον βασιλέα +της Κίνας, τον πατέρα της, διά να ζητήση θέλημα να φιλονεικήση με +την θυγατέρα του. + +Τότε ο Καλάφ ενδυνόμενος με λαμπρά φορέματα, και καπνιζόμενος με +ευωδιαστικά αρώματα εφαίνετο ωραιότερος από τον ήλιον, και ούτω +στολισμένος έφθασεν εις την αυλήν του Βασιλέως. Ένας Οφφικιάλος +βασιλικός βλέποντάς τον ότι ήτον ξένος, τον ηρώτησε, τι γυρεύει +εις εκείνην την αυλήν. Εγώ είμαι ένα Βασιλόπουλον ξένον, του +απεκρίθη ο Καλάφ, και έρχομαι να παρουσιασθώ εις τον Βασιλέα διά +να αποκριθώ εις τα αινίγματα της βασιλοπούλας θυγατρός του. Ο +Οφφκιάλος εις τέτοιαν ομιλίαν κυττάζοντάς τον με έκστασιν του +είπε· Βασιλόπουλον, ηξεύρεις εσύ πως εδώ έρχεσαι να ζητήσης τον +θάνατον; εσύ ήθελες κάμει καλύτερα να σταθής εις τον τόπον σου, +παρά που αποφάσισες να έλθης να χάσης την ζωήν σου. Γύρισε οπίσω, +σε συμβουλεύω, και μη πλανάσαι από μίαν ματαίαν ελπίδα, να +αποκτήσης την σκληράν βασιλοπούλαν Τουρανδότην, επειδή με τα +δυσκολώτατα αινίγματά της θέλει σε στείλει εις τον θάνατον. Εγώ σε +ευχαριστώ, απεκρίθη ο Καλάφ, διά την καλήν σου συμβουλήν, μα εγώ +ηξεύρω πως δεν ήλθα εδώ, διά να ξαναγυρίσω οπίσω. Σύρε το λοιπόν +εις τον θάνατον, του απεκρίθη ο Οφφικιάλλος με θυμόν, επειδή και +δεν ακούεις το συμφέρον σου· και ούτω τον άφησε και εμπήκεν εις το +παλάτι. Και εκεί που έμβαινεν άκουεν άλλους να λέγουν, πόσον +ωραίον είνε τούτο το βασιλόπουλον, και αμαρτία είνε να αποθάνη +έτσι αδίκως. + +Τέλος πάντων ο Καλάφ έφθασεν εκεί που ο Βασιλεύς έστεκε και έδιδε +ακρόασιν του λαού. Αυτός έστεκεν εις υψηλόν θρόνον καμωμένον εις +μορφήν Δράκου, εγκοσμημένον με πολύτιμες πέτρες, και είχεν ολόγυρα +του θρόνου του πολλούς φύλακας με τα σπαθιά γυμνά εις τα χέρια· ο +οποίος βλέποντάς τον Καλάφ έστειλεν ένα του φύλακα διά να τον +εξετάξη το τι είνε ο ερχομός του εκεί. Ο Καλάφ του εφανέρωσε την +γνώμην του, λέγοντάς του, ειπέ του Βασιλέως πως είμαι ένα +βασιλόπουλο ξένον, και πως ήλθα διά να λάβω την τιμήν να γίνω +γαμβρός του. Ο Αλτούν Χαν, βασιλεύς της Κίνας, ευθύς που ήκουσε +την αιτίαν του ερχομού του, άλλαξε η όψις του και έμεινεν ωσάν +νεκρός· και αφού εσυνήλθεν, εκατέβη από τον θρόνον του, και +επλησίασεν εις τον Καλάφ λέγοντάς του· νέε τολμηρέ, ηξεύρεις εσύ, +του είπε, την σκληράν απόφασίν μου, και το δυστυχισμένον +αποτέλεσμα όσων έως την σήμερον ηθέλησαν να σταθούν πεισματικώς +εις το να θελήσουν να λάβουν την βασιλοπούλαν θυγατέρα μου; Ναι, +βασιλέα, απεκρίθη ο Καλάφ, γνωρίζω όλον τον κίνδυνον, εις τον +οποίον βάνομαι, και οι οφθαλμοί μου είνε μάρτυρες εις εκείνον τον +θάνατον, που έδωσες εχθές του άλλου βασιλοπούλου, μα εγώ ελπίζω να +διαλύσω τα ζητήματα της θυγατρός σου και να μη κινδυνεύσω ωσάν οι +άλλοι. + +Τότε ο βασιλεύς άρχισε να τον μιλή με κάθε γλυκύτητα, και με κάθε +λογής τρόπον διά να τον αποκόψη από τοιαύτην απόφασιν, επειδή και +του εκακοφαίνονταν να χαθή ένας τέτοιος ωραίος και ευγενής νέος, +που κατά αλήθειαν ήτον· μα όλα τα λόγια του δεν έπιασαν κανένα +τόπον. Τότε ο βασιλεύς βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον +απέστειλε λέγοντάς του· σύρε εις την κατοικίαν σου, στοχάσου +καταλεπτώς τον κίνδυνον της ζωής σου, συμβουλεύσου με τους φίλους +σου, και αύριον έλα εδώ με άλλην απόφασιν. Ο Καλάφ εβγήκε πολλά +θλιμμένος, που δεν έλαβε το ποθούμενον εκείνην την ημέραν. Όμως το +ταχύ της άλλης ημέρας εστάθη ο πρώτος που επαρουσιάσθη εις τον +βασιλέα με την αυτήν γνώμην. Ο βασιλεύς βλέποντάς τον πάλιν εις +την αυτήν γνώμην, και μη ημπορώντας να τον κάμη να την αλλάξη με +νέες παρακίνησες, απεφάσισε με μεγάλην του θλίψιν την ερχομένην +ημέραν να γένη η συνάθροισις η συνειθισμένη από τους σοφούς και +διδασκάλους της Κίνας, που έμπροσθεν εις αυτουνούς έμελλε να +γένουν τα αινίγματα, διά να αποφασίσουν αν οι διάλυσες γίνωνται +σωστές ή όχι. + +Ως τόσον ο Καλάφ γυριζόμενος εις το σπήτι του εμπήκεν εις +διαφόρους λογισμούς, στοχαζόμενος τες νουθεσίες που του έγιναν από +τον βασιλέα και από τους άλλους διά να μην έμβη εις τέτοιον +κίνδυνον· μα τέλος πάντων ενικήθη από τον έρωτα που τον είχε +λαβώση, ή να αποθάνη ή να θριαμβεύση, με το να εθαρρεύονταν εις +την πολυμάθειαν που και αυτός είχεν εις κάθε λογής επιστήμην. Και +ούτω το ταχύ εσηκώθη και εμετάλθεν εις τον βασιλέα. Ο Βασιλεύς +βλέποντάς τον επρόσταξε με θλίψιν πολλήν διά να γένη η +συνάθροισις. Και αφού εσυνάχθησαν όλοι οι Σοφοί και οι Διδάσκαλοι +εις το ντιβάνι, που έμελλε να γένη η διάλεξις, ο βασιλεύς επήγε +μοναχός του, και έβγαλε την βασιλοπούλαν την θυγατέρα του έχουσαν +σκεπασμένον το πρόσωπόν της, και την έφερεν εις την μέσην του +ντιβανίου που ήσαν δύο χρυσοί θρόνοι, εις τους οποίους ανέβηκαν +εις τον έναν ο βασιλεύς και εις τον άλλον η θυγατέρα του. Εις τα +πλευρά των θρόνων έστεκαν οι σωματοφύλακες του βασιλέως με σπαθιά +γυμνά εις τα χέρια, και δύο σκλάβες πολλά ωραίες έστεκαν κοντά εις +τον θρόνον της βασιλοπούλας. + +Έπειτα από το κάθισμα αυτών, εκάθισαν και οι άλλοι, καθένας εις +τον τόπον του με τα κεφάλια σκυπτά, έξω από τον Καλάφ που εγύριζεν +εις κάθε μέρος το βλέμμα του χωρίς κανένα φόβον, και το +περισσότερον προς την βασιλοπούλαν, στοχαζόμενος το +μεγαλοπρεπέστατόν της φέρσιμον. + +Τότε ο βασιλεύς γυρίζει προς την θυγατέρα του και λέγει· εις εσένα +στέκει, αγαπημένη μου θυγατέρα, να μιλήσης· πρόβαλε εις τούτο το +νέον βασιλόπουλον τα αινίγματά σου που έχεις ετοιμασμένα, και +παρακαλώ τον Ουρανόν να δώση να τα διαλύση διά να μη χαθή ένας +τέτοιος νέος, διότι είναι αμαρτία. Η βασιλοπούλα εις τούτα τα +λόγια είπε· κράζω εις μαρτυρίαν τον Ουρανόν, ότι δεν βλέπω παρά με +μεγάλην μου θλίψιν να αποθαίνουν τόσα βασιλόπουλα. Μα διατί να +είναι τόσον ισχυρόγνωμα εις το να θελήσουν να με απολαύσουν; διατί +δεν με αφίνουν εις την ησυχίαν μου, μόνον έρχονται να μου +συγχίσουν την ανάπαυσιν; Εγώ αυτό το εγύρεψα διά να μη τολμήση +κανείς να με γυρεύση διά γυναίκα του με το να μην έχω επιθυμίαν +διά να υπανδρευθώ· μα σαν αυτοί θέλουν να βάνουν την ζωήν τους εις +τέτοιον κίνδυνον, εγώ δεν έχω το φταίξιμον. Ήξευρε το λοιπόν, ω +νέε τολμηρέ, ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς τον Καλάφ, ότι εσύ +δεν θέλεις έχει δίκαιον να με ονειδίσης και να με ονομάσης +σκληρόκαρδον, οπόταν εις ομοίωσιν των άλλων παρομοίων σου θέλει +σου τύχει να υποφέρης σκληρόν θάνατον. Εσύ μόνος είσαι η αιτία του +θανάτου σου, επειδή εγώ δεν σε υποχρεώνω να έλθης διά να με +ζητήσης διά γυναίκα σου. + +Ωραιοτάτη μου βασίλισσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον Καλάφ, εγώ +ηξεύρω καλώτατα όλον εκείνο που ημπορεί να ειπής επάνω εις ετούτην +την υπόθεσιν. Πρόβαλε, αν ορίζης, τα αινίγματά σου, και εγώ θέλω +κάμει το δυνατόν διά να εύρω την διάλυσιν. Ας είναι απεκρίθη η +Τουρανδότη. «Πες μου ποίον είναι εκείνο το πλάσμα, το οποίον είναι +εις κάθε τόπον φίλος όλου του κόσμου, και που δεν ημπορεί να +υποφέρη το όμοιόν του»; Βασίλισσά μου, απεκρίθη ο Καλάφ, αφού και +εστοχάσθη ολίγον, αυτός είνε ο Ήλιος· βέβαια εφώναξαν με μεγάλην +χαράν, και αλαλαγμόν οι Σοφοί, αυτός είνε ο Ήλιος· «Ποία είνε η +μητέρα, εξαναείπεν η Τουρανδότη, η οποία αφού και δώσει εις το φως +τα παιδιά της, τα καταπίνει όλα οπόταν γένουν μεγάλα;» Αυτή είνε η +θάλασσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον επειδή και οι ποταμοί που +πηγαίνουν, και αδειάζονται εις την θάλασσαν έχουν την αρχήν τους +από αυτήν. Επαίνεσαν πάλιν οι Σοφοί με τον ίδιον τρόπον και αυτήν +την διάλυσιν. + +Η βασιλοπούλα Τουρανδότη, βλέποντας ότι ο Καλάφ διαλύει με +ευκολίαν τα αινίγματά της, εθυμώθη και απεφάσισε να μην αφήση +κανένα μέσον που να τον κάμη να χαθή. «Ποίον είνε εκείνο το +δένδρον, του είπε, του οποίου όλα τα φύλλα είνε από την μίαν +μεριάν μαύρα και από την άλλην άσπρα;» και λέγοντας αυτά +εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, διά να τον κάμη με την ωραιοτάτην της +μορφήν να συγχυσθή και να μην αποκριθή εις το προκείμενον, και με +αυτόν τον τρόπον να τον κάμη να χαθή. Ο αγαπητικός της Καλάφ εις +την θεωρίαν εκείνης της ηλιακής μορφής της βασιλοπούλας, αντίς να +αποκριθή εις το αίνιγμα, έμεινε βουβός και ακίνητος. Όλον το +Ντιβάνι ευθύς εμβήκεν εις ένα μεγάλον φόβον, επειδή και όλοι +επιθυμούσαν την νίκην του Καλάφ. Ο ίδιος ο Βασιλεύς έγινεν αχνός +ωσάν το κερί, και επίστευεν ότι ο Καλάφ θα ήτο εις κακήν στάσιν +και έμελλε να χαθή. Μα ο Καλάφ ερχόμενος εις τον εαυτόν του από +την αντράλωσιν, που του είχεν αιφνιδίως προξενήση η ωραιότης της +βασιλοπούλας, εξαναθάρρυνε το Ντιβάνι που ήτον φοβισμένον, και +ξαναπιάνοντάς την ομιλίαν είπεν. + +Ωραιοτάτη βασιλοπούλα, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης, αν έμεινα διά +καμπόσον εις σιωπήν· ελογίαζα ότι θα είχα ιδή έν από εκείνα τα +ουράνια κορίτσια που είνε ετοιμασμένα διά τους πιστούς +Μουσουλμάνους εις τον Παράδεισον· δεν ημπόρεσα να θεωρήσω τόσα +κάλλη χωρίς μεγάλην μου αντράλωσιν· λάβε την καλωσύνην να ξαναειπής +το αίνιγμα που μου επρόβαλες, διατί δεν το ενθυμούμαι πλέον, +επειδή και η θεωρία σου με έκαμε να το αλησμονήσω. Εγώ σε ερώτησα, +είπεν η Τουρανδότη, ποίον είνε εκείνο το δένδρον που τα φύλλα του +είνε από το ένα μέρος μαύρα, και από το άλλο άσπρα. Ετούτο το +δένδρον, απεκρίθη ο Καλάφ, είνε ο χρόνος, ο οποίος είνε συνθεμένος +από ημέρες και νύκτες. Ετούτη η απόκρισις εφάνη παρομοίως επαινετή +εις όλους του Ντιβανιού, και έλεγαν ότι αυτή είνε αληθινή διάλυσις +και έδιδαν χιλίους επαίνους εις τον Καλάφ. Τότε ο Αλτούν Χαν λέγει +της θυγατρός του, τώρα, ω θυγατέρα μου, πρέπει να ομολογηθής +νικημένη, και να κλίνης εις το να στεφανωθής τον νικητήν σου· οι +άλλοι δεν ημπόρεσαν να αποκριθούν ούτε εις ένα από τα αινίγματά +σου, και τούτος σου τα εξηγεί όλα. Αυτός δεν έχει λάβει ακόμη την +νίκην, απεκρίθη η βασιλοπούλα, ξανασκεπάζοντας το πρόσωπόν της διά +να κρύψη την σύγχυσίν της και τα δάκρυά της που έμεινε νικημένη. +Έχω να του προβάλλω και άλλα αινίγματα ακόμη, το οποίον θέλω το +κάμει αύριον. + +Ω ετούτο δεν θέλω το γροικήσει, απεκρίθη ο βασιλεύς· εσύ έμεινες +νικημένη από τούτον τον χαριέστατον νέον, ενώπιον τούτου του +μεγαλοπρεπούς Ντιβανίου· δος λοιπόν το χέρι σου διά να γένη +νυμφίος σου και μη φαίνεσαι πλέον σκληρή· ενθυμήσου το τι μου +έταξες, πως όποιος ευρεθή να διαλύση τα αινίγματά σου, αυτός θα +είνε χωρίς άλλην πρόφασιν νυμφίος σου· εγώ επάνω εις τον λόγον σου +έκαμα την σκληράν απόφασιν που έως τώρα ηκολούθησα· όμως απ' εδώ +και εμπρός μη στοχασθής πως θα σταθώ εις την απόφασίν μου, επειδή +εβγήκα από το χρέος του όρκου μου. Απ' αυτά και άλλα παρόμοια +εκατανύχθη η καρδιά της βασιλοπούλας, και μάλιστα που ευρέθη +νικημένη, και μην ημπορώντας πλέον να κάμη αλλιώς, εγύρισε προς +τον Καλάφ και είπεν. Α σκληρέ Καλάφ, ποίος σου είπε να έλθης εδώ +να συγχύσης την ανάπαυσίν μου; ποίος εστάθη εκείνος που σε +ηνάγκασε να έλθης να υποχρεώσης με την άκραν σου χάριν, με την +πολλήν σου σταθερότητα να ρίξω την αγάπην μου εις εσένα, που ακόμη +δεν ήξευρα τι ήθελε ειπή αγάπη προς άνθρωπον, και τώρα να γροικώ +μίαν μεγάλην κλίσιν δι' εσένα; Η αγάπη λοιπόν του Βασιλέως πατρός +μου, που δείχνει δι' εσένα, και οι μεγάλες χάρες που έχεις, με +κάνουν να αποφασίσω διά να σε δεχθώ διά νυμφίον μου, διατί άλλος +δεν είναι που να σε ομοιάση. + +Εις ετούτα τα λόγια όλον το Ντιβάνι ηχολόγησεν από χίλιες χαρές +των παρεστηκότων, διά την απόφασιν της βασιλοπούλας, και διά την +ευτυχίαν του Καλάφ που εγλύτωσε τον θάνατον, και ηξιώθη διά να +λάβη εκείνην που επιθύμησαν πολλοί, και δεν την απόλαυσαν, αλλά +έχασαν την ζωήν τους. Ο Βασιλεύς εκατέβη από το θρονί του και +αγκάλιασε την θυγατέρα του που του έδωκε τέτοιαν χαράν, έπειτα +έπιασε και εφίλησε και τον Καλάφ, και εν τω άμα τον εκήρυξε +γαμβρόν του, και μετά μεγάλης χαράς ελύθη το Ντιβάνι, και +εμίσευσαν όλοι μετά μεγάλης αγαλλιάσεως. Ο δε βασιλεύς παίρνοντάς +την θυγατέρα του και τον Καλάφ από τα χέρια τους έφερε μέσα εις το +σαράγι του, και έκαμε μεγάλες δεξίωσες του Καλάφ, και συμπόσιον +μέγα, και ευφράνθηκαν υπερβολικώς όλην εκείνην την ημέραν, έως την +μισήν νύκτα. Την δ' ερχομένην ημέραν ο βασιλιάς της Κίνας +επρόσταξε διά να γενούν ετοιμασίες διά τους γάμους του Καλάφ με +την βασιλοπούλαν, και όντας όλα έτοιμα έκαμε τους γάμους με +μεγάλην μεγαλοπρέπειαν, και με άπειρες χαρές, και παιγνίδια διά +ένα μήνα ολόκληρον. Και παύοντας οι γάμοι, ο Καλάφ επαρακάλεσε τον +βασιλέα της Κίνας, διά να στείλη να φέρουν τον πατέρα του και την +μητέρα του, που ήτον εις το βασίλειον της φυλής της Μπρέλας· οι +οποίοι και εις ολίγον καιρόν έφθασαν εκεί, και εχάρηκαν την +μεγάλην ευτυχίαν του υιού τους. Και ο βασιλεύς της Κίνας έκαμε και +τους εξαναστερέωσεν εις τον θρόνον τους, στέλνοντας φοβερισμούς +εις Κασμίρην, πως αν δεν τους ήθελε δώσει τον θρόνον τους ήθελε +του κηρυχθή εχθρός θανάσιμος· και με τούτον τον τρόπον τους +ελευθέρωσε το βασίλειόν τους, και τους απέστειλεν εκεί μετά +μεγάλης τιμής, και με μερικόν στράτευμα. Και ο Καλάφ αφού εστάθη +τρεις χρόνους εις το βασίλειον της Κίνας, μαζί με την αγαπημένην +του Τουρανδότην, μανθάνοντας τον θάνατον του πατρός του, εμίσευσεν +από εκεί μαζί με την γυναίκα του και δύο παιδιά που είχε κάμει εις +αυτό το αναμεταξύ, και επήγεν εις την Νογαϊδά, και ανέβη εις τον +θρόνον του πατρός του, και εβασίλευσε διά πολλούς χρόνους, και +απέρασε μίαν ζωήν ευτυχισμένην και ασύγχυστην, και πάντα κατά +πολλά αγαπημένα με την περιπόθητήν του γυναίκα, που με κίνδυνον +μέγαν της ζωής του την απόκτησεν. + +Εδώ ετελείωσεν η Χαλιμά την ιστορίαν της, την οποίαν ηύρεν ο +βασιλεύς Αϊδήν πολλά περίεργον και νόστιμην, και πάλιν άρχισε να +την επαινή, και να της κάνη νέα χαρίσματα μεγάλης τιμής άξια, +ανάμεσα εις τα οποία της εχάρισεν ένα διαμάντι μεγάλον ωσάν αυγό +χήνας, δεμένον ολόγυρα με χρυσάφι, και ένα καρβούνι ομοίας +μεγαλειότητος, το οποίον την νύκτα έλαμπε πολλά περισσότερον από +ένα λαμπρόν φως. Ομοίως έκαμε και της Μεδινάς διάφορα χαρίσματα +πολύτιμα. Και μένοντας κατά πολλά ευχαριστημένη η Χαλιμά διά τα +χαρίσματα που ο Αϊδήν της έκαμε, τόσον αυτής, όσον και της αδελφής +της, λέγει του· έχω μεγάλην ευχαρίστησιν, ω βασιλεύ μου, βλέποντας +ότι όλας τας ιστορίας που εγώ έως τώρα σου εδιηγήθηκα, έτυχαν της +γνώμης σου, και της κλίσεως σου, ελπίζω όμως ότι μία άλλη ιστορία +που έχω να διηγηθώ, θέλει υπερβή όλας τας απερασμένας τόσον εις το +μάκρος της διηγήσεως, ωσάν και εις τα διάφορα περιστατικά που +περιέχει· αυτή η ιστορία είνε εκείνου του θαυμαστού βασιλέως +Βεδρεδήν Λώλου, και του Βεζύρη του του μελαγχολικού, η οποία +φανερώνει ότι ουδένας εις τούτον τον κόσμον ημπορεί να είναι +τελείως ευτυχισμένος, και που να μην ευρίσκεται χωρίς θλίψιν και +πίκραν που να τον συγχίζη· διά τούτο αυτή θέλει υπάγη εις μάκρος +περισσότερον από τας άλλας εις την οποίαν θέλουν περικλεισθή +διάφορες άλλες ιστορίες πολλά περίεργες και παραδειγματικές. Όθεν +σε παρακαλώ να μη βαρεθής να την ακροασθής, διατί σε βεβαιώνω πως +θέλεις εύρει μέσα εις αυτήν πολλήν ευχαρίστησιν μα επειδή και διά +την ώραν μην όντας καιρός αρμόδιος να την αρχίσω, την μετατρέπω +διά την ερχομένην ημέραν. Η γνώμη της Χαλιμάς ήρεσε κατά πολλά του +Αϊδήν, και έτσι εσηκώθη και υπήγε κατά την συνήθειαν εις το +Ντιβάνι του. Την ερχομένην ημέραν έρχεται η Μεδινά, και την ξυπνά +λέγοντάς της, σηκώσου, αγαπημένη μου αδελφή, να διηγηθής την +ιστορίαν που έταξες την απερασμένην ημέραν, διότι έχω πολλήν +περιέργειαν διά να την ακούσω, επειδή και καταλαμβάνω ότι θέλει +είναι πολλά ωραία. Η δε Χαλιμά σηκωθείσα, ευθύς άρχισε να την +διηγηθή, καθώς θέλετε ακούσει. + + + +&Ιστορία του βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου και του Βεζύρη του.& + + + +Ο Βεδρεδήν Λώλος, Βασιλεύς της Δαμασκού, είχε διά Βεζύρην του +άνθρωπον πολλά φρόνιμον, και εμπιστευμένον· αυτός ωνομάζετο +Ταλμούχ, και είχεν άκρον ζήλον διά την δούλευσιν του Βασιλέως του, +και τον είχεν ως το δεξιόν του μάτι. Ο λαός όλος ευχαριστούντο +κατά πολλά διά την καλήν του κυβέρνησιν, και διά τα καλά του ήθη. +Αυτόν τον επωνόμασε Βεζύρην μελαγχολικόν, επειδή πάντοτε ήτον +σκυθρωπός και μελαγχολικός, και δεν εγελούσε ποτέ του με κανένα +τρόπον. Μίαν ημέραν ο Βασιλεύς του ωμιλούσε διά κάποια απόκρυφα, +και διά ένα συμβεβηκός εγελούσεν υπερβολικά, που κατά αλήθειαν +ήτον άξιον να γελά καθένας. Μα ο Βεζύρης τον άκουε με τόσην +σοβαρότητα, που ο βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος. Ταλμούχ, του λέγει, +εσύ είσαι ένας άνθρωπος παράξενος, που κανένα πράγμα δεν σε κάνει +να γελάσης, αλλά στέκεις έτσι σοβαρός και σκυθρωπός πάντα. Και +είναι σχεδόν δέκα χρόνοι, που είσαι εις την δούλευσίν μου, και +ποτέ δεν σε είδα να γελάσης· τι θέλει να ειπή τούτο, και από τι +προέρχεται αυτή η μελαγχολία σου; + +Βασιλέα μου, απεκρίθη ο Βεζύρης· η μεγαλειότης σου δεν πρέπει να +το θαυμάζης· καθένας έχει τα βάσανά του· δεν είναι άνθρωπος επάνω +εις την γην, που να μην είναι χωρίς θλίψιν και βάσανον. Η +απόκρισίς σου δεν είναι σωστή, απεκρίθη ο Βασιλεύς· αν του λόγου +σου έχης καμμίαν κρυφήν θλίψιν που να σε βασανίζη, από αυτό δεν +ημπορείς να ειπής ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι χωρίς βάσανον. +Αυτό που βεβαιώνω, ω βασιλέα μου εξαναπεκρίθη ο Ταλμούχ, ότι +τέτοια είναι η κατάστασις των απογόνων του Αδάμ· η καρδιά μας δεν +ημπορεί να χαρή ποτέ ένα καλόν τέλειον χωρίς να είνε συγκερασμένον +και με το πικρόν, και από λόγου σου ημπορείς να διακρίνης και τους +άλλους. Η βασιλεία σου, πες μου, είνε τέλεια ευχαριστημένη; Ω όσον +δι' εμέ δεν ημπορώ να είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βασιλεύς· +έχω πολλούς εχθρούς, φέρω το βάρος του βασιλείου, χίλιοι στοχασμοί +μού διαμοιράζουν τον νουν, και συγχίζουν την ανάπαυσιν της ζωής +μου· μα είμαι βέβαιος ότι είνε πολλοί άνθρωποι τελείως +ευχαριστημένοι και χωρίς καμμίαν θλίψιν. + +Ο βεζύρης Ταλμούχ, εδιαφέντευε πάντα εκείνα που είχεν ειπεί, με +τρόπον που ο βασιλεύς βλέποντάς τον σταθερόν εις την γνώμην του, +του είπεν. Αν δεν ευρίσκεται χωρίς βάσανον ή θλίψιν κανείς, όμως +δεν είνε κυριευμένος από τόσην σκυθρωπότητα και μελαγχολίαν ωσάν +εσένα· εσύ με κάνεις να λάβω μεγάλην περιέργειαν διά να μάθω το +αίτιον της μεγάλης σου θλίψεως· φανέρωσέ μου λοιπόν, σε εξορκίζω, +τι είνε η αφορμή που σου προξενεί αυτήν την μελαγχολίαν; θέλω σε +υπακούσει, Βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, και θέλω να σου +ξεσκεπάσω την αιτίαν της εσωτερικής μου λύπης, διηγούμενος την +ιστορίαν της ζωής μου. + + + +&Ιστορία του βεζύρ Ταλμούχ, επονομαζομένου μελαγχολικού, και της +βασιλοπούλας Τζελίκας.& + + + +Εγώ είμαι μοναχός υιός ενός πλουσίου πραγματευτού τζοβαϊριστή από +το Μπαγδάτι. Ο πατέρας μου, που ωνομάζετο Αμπτουλά, τίποτε δεν +αψήφισε εις την ανατροφήν μου· με έκαμε να μάθω φιλοσοφίαν, +μαθηματικήν, τους νόμους, και άλλες πολλές επιστήμες, και μάλιστα +διάφορες γλώσσες. Και ωσάν έγινα εις νόμου ηλικίαν, μου άρεσε να +εξοδεύω χωρίς στοχασμόν. Ο πατέρας μου το απείκασε με μεγάλον του +πόνον· επάσχισε με τες φρόνιμές του συμβουλές να με αντικόψη, μα +δεν εκατώρθωσε τίποτε, διατί έλαβα μεγάλην κλίσιν εις την +απολυμένην ζωήν. Μίαν ημέραν που εσεργιανίζαμεν εις το περιβόλι +του σπητιού μας και που αυτές εβλασφημούσε κατά την συνήθειάν του +τα κακά μου ήθη, μου είπεν· ω υιέ μου, εγνώρισα έως εδώ ότι οι +νουθεσίες μου δεν σ' ωφελούν με κανένα τρόπον, μα θέλεις ελαφρωθή +ογλήγορα από έναν, που καθημερινώς σε ενοχλεί διά το καλόν σου· ο +θάνατός μου δεν θέλει είναι πολλά μακράν και ωσάν γέροντας που +είμαι μέλλω να διαβώ εις τον άλλον κόσμον, και θέλω σου αφήσει +μεγάλα πλούτη, και κύτταξε καλά να μη τα μεταχειρισθής εις +κακοπραξίες· και αν από κακήν σου γνώμην ήθελες αστόχαστα τα +εξοδιάση να μην αφήσης που να προστρέξης εις τούτο το δένδρον, που +βλέπεις εις την μέσην τούτου του περιβολιού· κρέμασε εις εκείνο το +χονδρότερον κλωνάρι μίαν θηλιάν θανατηφόρον διά να πνιγής, και με +αυτό θέλεις ελευθερωθή από όλες τες δυστυχίες που θέλουν σου +συμβή. + +Τέλος πάντων αυτός απέθανεν ύστερον από ολίγον καιρόν. Και αφού +τον έθαψα με μεγάλην τιμήν, εκληρονόμησα τον πλούτον του όλον τον +οποίον τον ηύρα τόσον πλουσιοπάροχον, που τον εστοχάσθηκα πολλά +αρκετόν διά να ημπορέσω να κάμω τα κακά μου θελήματα· αυγάτισα +ευθύς τους σκλάβους μου, ετράβηξα προς του λόγου μου όλους τους +ασώτους νέους της χώρας· εκρατούσα ταύλαν ανοικτήν διά όποιον και +αν έρχονταν, και εδόθηκα εις κάθε λογής ασωτίαν εις τρόπον που από +ολίγον εις ολίγον χωρίς να απεικάσω, έφθειρα όλον εκείνο το +πατρικόν μου. Ευθύς έμεινα παραιτημένος από τους φίλους μου, και +από όλους τους δουλευτάδες μου. Τι θλιβερά μεταλλαγή της τύχης! η +δύναμίς μου ευρέθη ταπεινωμένη. Τότε εστοχάσθηκα τα υστερνά λόγια +του πατρός μου· μα ήτον πολλά αργά, που δικαίως μου ετύχαινε να +έλθω εις εκείνην την κατάστασιν, και έλεγα κτυπώντας την κεφαλήν +μου· διατί να μην ακούσω τες νουθεσίες του πατρός μου; διατί να +κάμω τέτοια πράγματα και να έλθω εις τέτοιαν κατάστασιν, να +κατασταθώ παίγνιον των συνομηλίκων μου; διατί να σταθώ τόσον άφρων +και να μη τον υπακούσω εις τα όσα μου είπε διά το καλόν μου; μα +σαν δεν τον υπήκουσα εις τα πρώτα του λόγια, θέλω τον υπακούσει +εις την υστερινήν απόφασιν που είπε· θέλω το λοιπόν να κάμω καθώς +με εδιέταξε, και να υπάγω να κρεμασθώ ετούτην την στιγμήν εις το +δένδρον που μου εδιώρισε· και έτσι ημπορώ να ελευθερωθώ από τα +βάσανα που μέλλουν να μου έλθουν. + +Έτσι λέγοντας επήρα μίαν θηλιάν και εμβήκα εις το περιβόλι μου, +επλησίασα εις το δένδρον που μου έδειξεν ο πατέρας μου, και μου +εφάνηκε πολλά αρκετόν εις την βουλήν μου. Έβαλα εις την ρίζαν +τούτου του δένδρου δύο πέτρες ψηλές, επάνω εις τες οποίες +ανεβαίνοντας, εσήκωσα τα χέριά μου διά να δέσω την θηλιάν εις +εκείνο το χοντρόν κλωνάρι, και δένοντάς την τήν επέρασα εις τον +λαιμόν μου, αλείφοντάς την καλά με σαπούνι διά να γλυστρήση να μην +τυραννηθώ πολύ· έπειτα ερρίχθηκα από τες πέτρες και έμεινα +κρεμασμένος. Τον καιρόν που η θηλιά έμελλε να κλείση διά να με +πνίξη, σχίζεται το κλωνάρι από το βάρος μου και πίπτει μαζί μου +κατά γης. Έμεινα περίλυπος διά τον κόπον που έκαμα ματαίως εις το +να κρεμασθώ, μα θεωρώντας το κλωνάρι που είχε τόσον κακά δουλέψη +εις την απελπισίαν μου, βλέπω με θαυμασμόν μου, ότι από εκεί που +είχε ξεκοπή έβγαιναν κάποια πετράδια, τρέχω και βλέπω ότι το +κούφαλον του δένδρου ήτον γεμάτο, από διάφορα πετράδια. Ευθύς +παίρνω ένα τσεκούρι και το κόπτω από την ρίζαν, και το ευρίσκω που +ήτον γεμάτον από διαμάντια, ρομπίνια, σμαράγδια, και άλλα πολύτιμα +πετράδια. Έβγαλα τότε την θηλιάν που είχα εις τον λαιμόν μου, και +απέρασα από την απελπισίαν εις μεγαλωτάτην χαροποίησιν. + +Αντί να ξαναδοθώ εις τες ξεφάντωσες ωσάν και πρώτα, απεφάσισα να +πιάσω την τέχνην του πατρός μου. Είχα πολλήν γνωριμίαν εις τα +πετράδια, και ημπορούσα να ελπίσω ότι η επιχείρησίς μου να μην +υπάγη κακά. Κάνω το λοιπόν συντροφιάν με άλλους δύο τζοβοϊτζήδες, +που εγνώριζαν τον πατέρα μου, με τους οποίους αποφασίσαμεν διά να +πηγαίνωμεν να πραγματεύσωμεν εις την Όρμαν, χώραν παραθαλάσσιον· +ηύραμεν ένα καράβι, και εμβαίνομεν εις αυτό, και αρχίσαμεν διά να +ταξειδεύσωμεν. Το ταξείδι μας εστάθη πολλά ευτυχισμένον από αέρα, +και αρμενίζαμεν με πολλήν χαροποίησιν, αλλά πριν να φθάσωμεν εις +τον ποθούμενον τόπον, οι σύντροφοι μου έκαμαν να γνωρισθούν πως +δεν ήσαν άνθρωποι τιμημένοι· επειδή και εκείνην την νύκτα που +εμέλλαμεν να φθάσωμεν εις τον λιμένα, έβγαλαν διάφορα κρασιά +εκλεχτά που είχαν, με τα οποία έκαμαν κάθε τρόπον και με εμέθυσαν. +Και αφού με είδαν πως έπεσα εις βαθύτατον ύπνον με εσήκωσαν και οι +δύο και με έρριξαν εις την θάλασσαν. Μα η θάλασσα όντας φουσκωμένη +από αέρα, τα κύματα ωσάν να ήσαν προσταγμένα, από τον Ουρανόν δεν +με εκαταβύθισαν, αλλά με έρριξαν εις την στερεάν υποκάτω εις μίαν +ρίζαν ενός βουνού. Βλέποντάς με εκεί ελεύθερον από τον κίνδυνον, +εδόξασα τον Θεόν που με εφύλαξε, και έμεινα εκεί το επίλοιπον της +νυκτός. + +Φθάνοντας η ημέρα ανέβηκα με πολύν κόπον εις την κορυφήν του +βουνού, επειδή ήτον δύσβατον. Εσυναπάντησα εκεί πολλούς χωριάτες +που έβγαζαν κρυστάλλι από κάποια μεταλλία και το έφερναν +υστερώτερα και το επουλούσαν εις την Όρμαν. Αυτωνών εδιηγήθηκα την +επιβουλήν που μου έγινε, και τον κίνδυνον που επέρασα, και τους +εφάνη τόσον αυτωνών, ωσάν και εμένα, πως εστάθη θαύμα που +εγλύτωσα. Εκείνοι οι καλοί άνθρωποι έλαβαν σπλάχνος εις εμέ, και +μου έδωσαν και έφαγα από εκείνο που έτρωγαν, και υστερότερα με +επήραν μαζί τους, και ύστερον από μερικές ημέρες με έφεραν εις την +Όρμαν, πόλιν μεγάλην, και φθάνοντας εκεί, επήγα και κατέβηκα εις +ένα χάνι, εις το οποίον ο πρώτος που εσυναπάντησα εστάθη ένας από +τους συντρόφους μου. Εκείνος εφάνη πολλά θαυμασμένος εις το να ιδή +άνθρωπον που επίστευε να εδούλευσεν εις τροφήν των οψαριών. +Έτρεξεν ευθύς διά να χαλέψη τον σύντροφόν μας, και να του δώση +είδησιν του ερχομού μου εκεί, και να συμφωνήσουν την δεξίωσιν που +έχουν να μου κάμουν· και ευθύς εσυμφώνησαν τον τρόπον. Εγώ τους +είδα υστερώτερα από ολίγον, τον ένα ύστερα από τον άλλον, και +ήλθαν εις την αυλήν που ήμουν, και απέρασαν από εμπροστά μου, +καμωνόμενοι πως δεν με γνωρίζουν. + +Ω άνομοι, τότε τους είπα· ο Ουρανός έκαμεν ανωφελή την κακήν σας +βουλήν· ζω ακόμη διά αισχύνην της βαρβαρότητός σας· επιστρέψατέ +μου τα διαμαντικά μου ευθύς, επειδή δεν θέλω να είμαι πλέον εις +συντροφιάν τέτοιων παρανόμων. Εις ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να +τους αντραλώσουν, έλαβαν την αγνωσίαν να αποκριθούν τοιούτης +λογής· ω κλέπτη, ω φονέα, ποίος είσαι εσύ, και από πού έρχεσαι; +ποία διαμάντια, ποίες πραγματείες έχομεν ημείς εδικές σου; Έτσι +λέγοντας άρχισαν να με δέρνουν, έπειτα βλέποντάς με πως ήθελα να +τρέξω εις του Κατή διά να τους εγκαλέσω, επρόλαβον τον καιρόν, και +υπήγαν αυτοί πρώτοι εις αυτόν, του οποίου έδωσαν να καταλάβη πολλά +εναντίον διά εμένα και έπειτα, διά να γένη πλέον ωφέλιμος προς +αυτούς, τον εδώρισαν διάφορα πετράδια, τα οποία λογιάζω να ήταν +όλα από τα εδικά μου. Ποίος είναι ο άνθρωπος αυτός που σας +ενοχλεί; τους είπεν ο Κατής· φέρετέ τον εδώ, και εγώ θέλω τον +παιδεύσει. Αυθέντη, απεκρίθησαν, ημείς δεν τον γνωρίζομεν, ούτε +τον είδαμεν άλλην φοράν· Εις αυτό το αναμεταξύ φθάνω και εγώ εις +την αυλήν του Κατή. Τότε αυτοί εφώναξαν βλέποντάς με· ιδού, ω +αυθέντη, εκείνος ο άνομος κλέπτης, ο οποίος λαμβάνει την τόλμην να +παρουσιασθή εις την αυλήν σου· Μεγάλε κριτά, σε παρακαλούμεν να +μας διαφεντεύσης. Εγώ τότε επλησίασα εις τον Κατή διά να ειπώ τα +δίκαιά μου, μα μην έχοντας δώρα διά να του προσφέρω, δεν ηθέλησεν +ούτε να με ακούση· αλλά επρόσταξε, και με εφυλάκωσαν. Και αυτοί +ωσάν είδαν την φυλάκισίν μου, εμίσευσαν μετά χαράς μεγάλης. + +Οι χωριάτες, που είχον έλθη ύστερ' απ' αυτούς, μανθάνοντάς την +αδικίαν που μου έγινεν, έτρεξαν εις τον Κατή και τον εβεβαίωσαν +δι' εμένα ότι αληθώς εγλύτωσα από την θάλασσαν, και ότι εις τον +δρόμον τους εδιηγήθηκα ότι οι σύντροφοί μου με έρριξαν εις την +θάλασσαν, και μου επήραν όλον μου το έχειν, και η ζήτησίς μου +είναι αληθινή και χωρίς δόλον. Ο Κατής ακούοντας τέτοιες +μαρτυρίες, άνοιξε τα μάτια του, και ευθύς έστειλε μερικούς +τζοχανταρέους του διά να εύρουν εκείνους τους πραγματευτάδες· μα +εστάθη ματαίως η ζήτησίς του· επειδή και οι άνομοι ωσάν είδαν που +ο Κατής με εφυλάκωσε, φοβούμενοι διά να μη φανερωθούν ψεύται, +εμβήκαν εις ένα καράβι εκείνην ημέραν και εμίσευσαν με καλόν αέρα. +Αυτός ο αιφνίδιος μισευμός τους εβεβαίωσε τον Κατή πως αδίκως με +εφυλάκωσε, και ευθύς έδωσε θέλημα και με ηλευθέρωσαν από την +φυλακήν. Και ιδού ποίον εστάθη το τέλος της συντροφιάς μου, πού +είχα κάμει με εκείνους τους κακούς τζοβαϊρτζήδες. + +Ελευθερωμένος από την θάλασσαν και από την φυλακήν, έκανε χρεία να +λογισθώ ωσάν ένας άνθρωπος χαμένος, χωρίς άσπρα, χωρίς φίλους, και +χωρίς εμπιστοσύνην. Και καταστημένος διά να θραφώ από ελεημοσύνην +εμίσευσα από την Όρμαν χωρίς να ηξεύρω που πηγαίνω· και +περπατώντας μερικές ημέρες, έφθασα εις ένα κάμπον, σιμά εις τον +κόρφον της Περσικής θαλάσσης, εις τον οποίον αντάμωσα ένα καραβάνι +από πραγματευτάδες της Ινδίας, που επήγαιναν εις το Κυράζι της +Περσίας. Εγώ ανακατώθηκα με αυτό, και με μερικές δούλευσες που +έκανα των πραγματευτών, με εκυβέρνησαν από φαγί, έως που εφθάσαμεν +εις το Κυράζι, εις το οποίον ο βασιλεύς Σχατάμ είχε καθέδραν του +βασιλείου του. Μίαν ημέραν που εγύριζα από το μετζίτι εις το +κονάκι μου βλέπω έναν αξιωματικόν του βασιλέως της Περσίας. Αυτός +ήτον πλουσίως φορεμένος, και είχεν εύμορφον παρουσιαστικόν, με +εθεώρησε με προσοχήν, και κράζοντάς με μου είπεν· ω νέε πόθεν +είσαι; στοχάζομαι να είσαι ξένος. Εγώ του απεκρίθηκα πως είμαι από +το Μπαγδάτι, και έπειτα του εδιηγήθηκα καταλεπτώς τα όσα μου +εσυνέβησαν. Ο Οφφικιάλος είδον που έλαβε κάποιον πόνον διά τες +δυστυχίες μου· έπειτα μου λέγει· στάσου με καλήν καρδίαν και έλα +κοντά μου, και ογλήγορα θέλεις αλλάξει κατάστασιν. Εγώ τον +ηκολούθησα, και με έφερε εις ένα εύμορφον οντά εις το παλάτι το +βασιλικόν, και εκεί με ηρώτησε πώς ονομάζομαι, και πόσων χρόνων +είμαι. Ταλμούχ, του απεκρίθηκα, είναι το όνομά μου, και είκοσι δύο +χρόνων είναι η ηλικία μου· μου έκαμε και άλλες πολλές εξέτασες, +και του απεκρίθηκα εις εύμορφον τρόπον. Ταλμούχ, εξαναείπεν αυτός, +εγώ γροικώ κάποιον πόνον διά τα όσα σου εσυνέβηκαν, όθεν θέλω να +σου είμαι εις τόπον πατρός σου. Ήξευρε ότι εγώ είμαι Καπή Αγάς του +βασιλέως της Περσίας· είναι ένας τόπος άδειος από τους δώδεκα +τζοχανταρέους του οντά του βασιλέως, και θέλω σε βάλει εις εκείνον +τον τόπον· εσύ είσαι εύμορφος νέος, καλοκαμωμένος· δεν ημπορώ να +κάμω καλύτερον διάλεγμα, και ελπίζω να κάμης τιμήν και εις εμένα. +Εγώ ευχαρίστησα τον Καπή Αγά διά την μεγάλην του καλωσύνην, που +έδειχνεν εις εμένα. Με επήρε λοιπόν υποκάτω εις την επίσκεψίν του, +και με ένδυσε κατά την συνήθειαν των τζοχανταρέων και μου +ερμήνευσε τον τρόπον πως έχω να μεταχειρισθώ την δούλευσίν μου· με +έβαλε την άλλην ημέραν εις τον αριθμόν των τζοχανταρέων του οντά +του βασιλέως, και εις ολίγον καιρόν έκαμα τιμήν του βασιλέως. + +Εις εκείνην την αυλήν ήτον εμποδισμένον με θάνατον όποιος ήθελε +σταθή αργά εις το περιβόλι του παλατίου εις το οποίον, αφού και οι +άνδρες ετραβιόνταν πριν νυκτώση, έβγαιναν οι γυναίκες του +παλατίου, και εσεργιάνιζαν διά μερικές ώρες. Και μίαν ημέραν όντας +εις τον κήπο μόνος μου, και στοχαζόμενος τα περασμένα μου +συμβεβηκότα, επέρασεν η διωρισμένη ώρα που έπρεπε να τραβηχτώ, +χωρίς να καταλάβω. Ερχόμενος το λοιπόν εις τον εαυτόν μου, τρέχω +διά να έβγω, μα ευρίσκοντας τες πόρτες κλεισμένες, έμεινα ωσάν +νεκρός· και εις αυτό το αναμεταξύ που εστοχαζόμουν πώς να έβγω, +βλέπω μίαν Κυρίαν, και παραστένεται αιφνιδίως έμπροσθά μου, η +οποία εφαίνονταν, με όλον που ήταν νύκτα, να ήτον ωραιοτάτη κόρη. +Πώς ευρίσκεσαι, ω νέε, εδώ, μου είπεν, ετούτην την ώραν; Αχ, κυρά +μου, της απεκρίθηκα, από αλησμονιά μου, και από κακήν μου τύχην +έμεινα· μα σε παρακαλώ διά το Θεόν δείξε μου πόθεν να έβγω διά να +μη χάσω την ζωήν μου. Είναι αδύνατον, μου απεκρίθη εκείνη, να +έβγης πλέον ταύτην την νύκτα, διότι όλες οι πόρτες είναι +κλεισμένες μα πρέπει να ευχαριστήσης την τύχην σου, ότι χωρίς +ετούτο δεν με ήθελες συναπαντήσει. Ω πόσον είμαι δυστυχής, +εφώναξα, εγλύτωσα από τόσους κινδύνους, και πάλιν εμετάπεσα εις +ένα χειρότερον, που μέλλω να χάσω την ζωήν μου χωρίς άλλο. Μη +θλίβεσαι, μου λέγει η νέα· η θλίψις σου θέλει μετατραπεί εις +αγαλλίασιν. Θεώρησέ με· εγώ δεν είμαι κακοκαμωμένη δεν έχω παρά +δέκα οκτώ χρόνους, και στοχάζομαι να μην είμαι άσχημη. Ωραία κυρά, +της είπα, με όλον που είναι νύκτα, γνωρίζω καταλεπτώς την +ευμορφιάν σου, και την εξανοίγω τόσον, που με κάνει να μείνω +εκστατικός· μα στοχασθήτε την κατάστασίν μου, και πέτε την +αλήθειαν αν δεν είναι πολλά κινδυνώδης; Αλήθεια, εκείνη απεκρίθη· +μα ο χαμός της ζωής δεν είναι βέβαιος· επειδή και ο βασιλεύς είνε +πολλά καλός, και θέλει σε συμπαθήσει· άφησε το λοιπόν τα μέλλοντα, +επειδή και είναι εις το χέρι του Ουρανού, και μη στέκης +συγχυσμένος διά τώρα. Αν εσύ ήξευρες ποία είμαι, και πόσην +ευτυχίαν θέλει σου προξενήσει ετούτο το συμβάν, ήθελες λογισθή ο +πλέον ευτυχισμένος των ανθρώπων. + +Τέλος πάντων η Κυρά, με την δύναμιν των λόγων της, μου απεδίωξε +τον φόβον που με είχε περικυκλωμένον, και αφίνοντάς με εις τες +ελπίδες που αυτή μου έδινε, δεν εστοχάσθηκα πλέον τον κίνδυνον που +ήμουν, αλλά ηθέλησα να κερδίσω τον καιρόν που μου επαρουσιάζετο. +Αγκάλιασα το λοιπόν την κυρά με αυθάδειαν, μα αντίς αυτή να μου +ανταποκριθή εις τα χάιδια μου, εφώναξε μεγάλως και με οργήν με +άμπωξε, και εν τω άμα βλέπω να φανερωθούν εκεί δέκα ή δώδεκα +γυναίκες, οι οποίες έστεκαν κρυμμένες διά να ακούσουν τι ελέγαμεν. +Δεν μου εστάθη τότε αδύνατον να απεικάσω ότι εκείνο το υποκείμενον +με το οποίον συνωμιλούσα είχε με περιγελάση· εστοχάσθηκα ότι +εκείνη ήτον καμμιά σκλάβα της Βασιλοπούλας, που ηθέλησε να περάση +τον καιρόν της περιπαίζοντάς με. Τότε οι γυναίκες ωσάν μας είδαν +εβάλθηκαν εις πολλά γέλοια. Και μία από εκείνες είπεν εκείνης που +ήτον με εμένα. Καλεκάρη, επιθυμείς ακόμη να μετωρισθής με τούτον +τον τρόπον; Όχι απεκρίθη η Καλεκάρη· ετούτο δεν θέλει μου συμβή +πλέον, επλήρωσα καλά την περιέργειάν μου. + +Οι σκλάβες άρχισαν υστερότερα να με περικυκλώνουν και να με +περιπαίζουν. Ετούτος ο τζοχαντάρης, η μία έλεγεν, είναι πολλά +έξυπνος, και εγεννήθη διά περίεργα συμβάντα· άλλη αποκρίνονταν, +ότι αν αυτή με ήθελε συναπαντήσει μοναχή της ήθελε με κάμει +αγαπητικόν της, και οι άλλες έλεγαν διάφορα μετωρίσματα. Εγώ +ευρισκόμουν πολλά αντραλωμένος από τα περιγελάσματά τους, και +αυτές βλέποντάς με έτσι, δεν ημπορούσαν να σταθούν από τα γέλοια, +και αφού μου έκαμαν και άλλα πολλά περιγελάσματα, ακούω εκείνην +που ωνόμασαν Καλεκάρην, να λέγη προς μίαν άλλην, εις εσένα +στέκεται, ω βασιλοπούλα, εις το να προστάξης το τι μέλλει να γίνη +εις τούτον, θέλεις να τον απαρατήσης χωρίς βοήθειαν, ή θέλεις να +τον συντρέξης; Κάνει χρεία να τον ελευθερώσω από τον κίνδυνον που +ευρίσκεται, απεκρίθη η βασιλοπούλα, και περιπλέον θέλω, διά να +ενθυμάται πολύν καιρόν ετούτο το συναπάντημα, να τον κάμωμεν πλέον +ευχαριστημένον. Ας τον κάμωμεν να έμβη εις την κατοικίαν μου, εκεί +που κανείς άνδρας έως τώρα δεν εσέβη. Και έτσι λέγοντας με επήραν +και με έφεραν εκεί όπου εκατοικούσεν η βασιλοπούλα. + +Εμβαίνοντας εγώ το λοιπόν εις το χοντζερέ της Τζελίκας (έτσι +ωνομάζετο η βασιλοπούλα) εθεώρησα ότι εις την μέσην αυτού ήτον +διάφορα προσκέφαλα χρυσά, επάνω εις τα οποία εκάθισαν όλες εκείνες +οι σκλάβες που με αυτήν ήτον και με εβίασαν και εμένα και εκάθησα. +Η Τζελίκα έκραξεν ευθύς, και της έφεραν διάφορα σερμπέτια και +έπιαν όλες, ομοίως και εγώ· υστερώτερα ετοίμασαν μίαν τράπεζαν με +διαφόρων λογιών φαγητά, και εφάγαμεν πολλά καλά και τελειώνοντας +το φαγητόν, η περιδιάβασις εστάθη τόσον ζωντανή ωσάν να είχομεν +πίη πολύ κρασί. Η Καλεκάρη, που εκάθονταν απέναντί μου εις το +τραπέζι, με εκύτταζε συνεχώς χαμογελώντας, και εφαίνονταν να +εσυμπαθούσεν εκείνην την αυθάδειαν που της έδειξα εις τον κήπο. +Εγώ από το μέρος μου κάθε ολίγον έρριχνα τους οφθαλμούς μου επάνω +της, μα τους εχαμήλωνα οπόταν έβλεπα που αυτή με εκύτταζεν. Η +βασιλοπούλα με τες σκλάβες της εκατάλαβαν τα βλέμματά μου και +επάσχισαν δίδοντάς μου αιτίες να με κάμουν πλέον τολμηρώτερον. Η +Τζελίκα μού εζήτησε το όνομα, και πόσον καιρόν ήμουν τζοχαντάρης +και δίδοντάς της την απόκρισιν, μου είπε· Ταλμούχ, θέλω να είσαι +ελεύθερος, και να μιλήσης χωρίς αντίρρησιν, και χωρίς να στοχασθής +πως είσαι εις το χαρέμι το βασιλικόν, κάνοντας λογαριασμόν να +είσαι με ανθρώπους απλούς· θεώρησε με επιμέλειαν όλες ετούτες τες +νέες, και εξέταξε καταλεπτώς, και με όλην την ελευθερίαν ειπέ ποία +από ημάς σου αρέσει καλύτερον. + +Εγώ ευρισκόμενος εις τέτοιον χορόν, έτρεπε να χορέψω και με το +στανιό μου· και διά να την ευχαριστήσω ηθέλησα να ειπώ την +αλήθειαν· αχ, βασίλισσά μου, είπα σαν επιθυμάς να ειπώ την καρδιά +μου, εγώ σε παρακαλώ να μη το ήθελες πάρει εις βάρος· η Καλεκάρη +είνε εκείνη που πληγώνει την καρδιά μου, χωρίς να καταφρονέσω ούτε +την βασιλείαν σου, ούτε τες άλλες ευγενικές νέες που στέκονται, +επειδή και ολωνών η ευμορφιά είνε απαρομοίαστη. Δεν είχα +καλοτελειώση τούτα τα λόγια, και οι σκλάβες εδόθηκαν εις μεγάλον +γέλωτα, χωρίς να δείξουν καμμιάς λογής κακοφάνισμα διά τήν έκλεξιν +που έκαμα· ομοίως και η Τζελίκα χωρίς να της κακοφανή τίποτε, μου +είπεν· εγώ είμαι πολλά ευχαριστημένη, που έδωσες την προτίμησιν +της Καλεκάρης, επειδή και αυτή είνε η πλέον αγαπημένη και πιστή· +και από τούτο καταλαμβάνω πως εσύ δεν είσαι κακής ορέξεως, επειδή +εγνώρισες την χρήσιν του υποκειμένου που εδιάλεξες και όλες εδώ +που είμεθα πάμε συμφώνως πως δικαίως έδωσες αυτηνής την +προτίμησιν. + +Η βασιλοπούλα υστερότερα με τες σκλάβες επείραξαν την Καλεκάρην +επάνω εις τον θρίαμβον που η νοστιμάδες της έφεραν εις εμένα. +Ύστερα δε από αυτό η Τζελίκα έβαλε την Καλεκάρην και επήρεν ένα +όργανον, και λαλώντάς το ετραγούδησε με τόσην νοστιμάδα, που +ετελείωσε να με αποπαλαβώση, και μη ημπορώντας να υποφέρω πλέον +αλησμόνησα το πού ήμουν, και έπεσα εις τα πόδια φερόμενος από την +αγάπην και από την αγαλλίασιν. Ετούτο το κάμωμά μου εξανάδωσεν +αιτίαν διά να γελάσουν οι λοιπές, εις τρόπον που δεν ημπορούσαν +πλέον. Τότε μία σκλάβα γραία έρχεται και μας δίνει την είδησιν πως +ήτον κοντά να γένη ημέρα, και η Τζελίκα εν τω άμα εσηκώθηκε με +όλες τες άλλες και ανεχώρησε, και εμένα μ' επήρεν εκείνη η γραία +σκλάβα και με έβγαλεν από μίαν πορτοπούλαν, και ευρέθηκα εις την +στράταν έξω από το βασιλικόν παλάτι. + +Ιδού με τι τρόπον εβγήκα από το χαρέμι της βασιλοπούλας, και από +τον νέον κίνδυνον, που εξ απροσεξίας είχα πέσει· ύστερα από ολίγον +επήγα και αντάμωσα τους συντρόφους μου. Ο Οντάμπασης των +τζοχανταρέων με έκραξε, και με ωνείδισε που έμεινα έξω από το +παλάτι εκείνην την νύκτα, τον οποίον με μίαν πρόφασιν τον +εκαταπράυνα. Εγώ το λοιπόν ήμουν πολλά εκστατικός διά το +συμβεβηκός που μου έτυχε, και εστοχαζόμουν ένα προς ένα, τα όσα +μου είπαν, και όσα εγώ έκαμα, μα το περισσότερον ήτον εκείνο που +με εσύγχιζε, πώς να ήτον τρόπος να έβλεπα πάλιν εκείνην την ωραίαν +Καλεκάρην. Οκτώ ημέρες υστερώτερα έρχεται ένας ευνούχος, ονόματι +Καμπούρ, και μου βάνει μίαν γραφήν εις το χέρι, και ευθύς μισεύει· +ανοίγω την γραφήν και βλέπω ότι η Τζελίκα με τες σκλάβες της με +εκαλούσαν, εκείνην την βραδειάν να ευρεθώ εις τον κήπο με τον +ίδιον τρόπον που είχα ευρεθή την άλλην φοράν. Εγώ μ' όλον που +υπώπτευα ότι η Καλεκάρη θα είχε λάβει κάποιαν κλίσιν εις εμένα, να +λάβω όμως την γραφήν ποτέ δεν ήλπιζα· χαιρόμενος το λοιπόν διά την +καλήν μου τύχην, επήγα εις τον Οντάμπαση, και του εζήτησα θέλημα +διά να πηγαίνω να ανταμώσω εκείνην την νύκτα ένα Δερβύση +συντοπίτην μου, που είχεν έλθει από την Μέκκαν. Ο Οντάμπασης με +επίστευσε και με άφησε. Τότε εγώ έτρεξα ευθύς εις τον κήπο, και +έμεινα εκεί έως που ήλθεν η νύκτα. Αν την πρώτην φοράν έλαβα +θλίψιν που είχα μείνει εκεί αργά, ετούτην ήμουν ανυπόμονος πότε να +έλθη η διωρισμένη ώρα. Ερχομένη τέλος πάντων, βλέπω ολίγον +υστερότερα μίαν κυράν, και από το περιπάτημά της εκατάλαβα ότι +ήτον η Καλεκάρη. + +Εις αυτήν επλησίασα όλος γεμάτος από χαράν, και πίπτοντας εις τους +πόδας της, έμεινα με το πρόσωπον κατά γης, χωρίς να ημπορέσω να +προφέρω ένα λόγον· τόσον ευρισκόμουν έξω από τον εμαυτόν μου. +Σήκου, Ταλμούχ, μου είπεν αυτή, θέλω να μάθω αν με αγαπάς, και διά +να με βεβαιώσης, κάνουν χρεία άλλες δοκιμές από ετούτην την +ερωτικήν σιωπήν· μίλησέ μου χωρίς αντίρρησι είναι δυνατόν εγώ να +σου άρεσα καλύτερα από την Τζελίκαν, και από τες άλλες σκλάβες; +ημπορώ να πιστεύσω ότι οι οφθαλμοί σου είναι εις εμένα πλέον +χαροποιοί, παρά εις αυτές; Μην αμφιβάλλεις, της αποκρίθηκα, ω +πολλά χαριεστάτη μου Καλεκάρη. Ευθύς που σε είδα, ελαβώθη η καρδιά +μου προς εσένα, και από εκείνην την βραδειάν καμμίαν ανάπαυσιν δεν +ηύρα, επειδή η ωραία σου μορφή δεν ήτον βολετόν να λείψη από +έμπροσθεν των οφθαλμών μου, αν δεν ήθελες δείξει κάποιαν καλωσύνην +προς εμέ, καθώς μου έδειξες. Εγώ θαυμάζομαι, εκείνη απεκρίθη, να +σου επροξένησα τόσην αγάπην, επειδή και από το μέρος μου σου +ομολογώ, δεν ημπόρεσα να κάμω αλλέως, παρά να λάβω μίαν παρομοίαν +κλίσιν προς εσένα· η νεότης σου, η καλή σου διάθεσις, το πνεύμα +σου το έξυπνον, και το περισσότερον από όλα, η προτίμησις που +έκαμες από τες άλλες ωραίες κορασίδες σε έκαμαν πολλά χαριέστατον +εις τους οφθαλμούς μου και τούτη μου η συναπάντησις ημπορεί να σου +το βεβαιώση· μα αλλοί εις εμέ, ακριβέ μου Ταλμούχ, ακολούθησεν +αναστενάζοντας, δεν ηξεύρω τάχατες να χαρώ τούτην την απόκτησιν, ή +να θρηνήσω την δυστυχίαν μου που ημπορεί να μου συμβή. + +Αχ, Κυρά της αποκρίθηκα εγώ, διατί εις το μέσον της αγαλλιάσεώς +μας φαντάζεσαι πράγματα θλιβερά χωρίς αιτίαν; Ετούτα που εγώ +στοχάζομαι απεκρίθηκεν αυτή, δεν είνε στοχασμοί εις τον αέρα, μα +είνε θεμελιωμένοι, και βέβαιοι, και εγώ μόνη ηξεύρω εκείνο που +θέλει με βασανίσει· η βασιλοπούλα Τζελίκα σε αγαπά κατά πολλά· η +οποία γλήγορα θέλει, λύσει την σιωπήν της, και θέλει σου φανερώσει +την ευτυχίαν σου, και οπόταν αυτή θέλει σε κηρύξει αγαπητικόν της, +εσύ εξ αποφάσεως διά την ευτυχίαν σου θέλεις αφήσει εμένα μην +ημπορώντας να κάμης αλλέως, διά την τιμήν που μέλλεις να λάβης από +αυτήν και τούτη είνε η θλίψις που απαντυχαίνω. Πόσον είσαι +γελασμένη εις αυτό, της απεκρίθηκα εγώ, όχι μόνον ότι η +βασιλοπούλα να μου ήθελε φανερώση την αγάπην της και να με βιάση +διά να την αγαπήσω, μα και ο ίδιος ο βασιλεύς να μου ήθελεν +απαραιτήσει τον θρόνον του εγώ δεν ήθελα σε αφήσει και ήθελα είμαι +ευχαριστημένος να ζήσω ωσάν ένας ταπεινός άνθρωπος με εσένα, παρά +ως βασιλέας με άλλην· και τούτο σου το βεβαιώνω με κάθε λογής +όρκον. Αχ, κυρά μου, μη με στοχάζεσαι τόσον σκληροκάρδιον· όχι οι +τιμές δεν θέλουν κάμει να σε αφήσω, μα και ο ίδιος ο θάνατος δεν +θέλει δυνηθή να με χωρίση από την αγάπην σου, και είμαι έτοιμος να +υποφέρω μυρίους θανάτους, παρά να ιδώ μακράν από εμένα εκείνην, +της οποίας η ωραιότης μου επλήγωσε την καρδίαν. + +Αυτά τα λόγια τα επρόφερα με τόσην ζέσιν και παράπονον, που η κυρά +εκατανύχθη από τον πόνον της, και μου είπε· παύσε, ω Ταλμούχ, να +παραπονήσαι πλέον και να θλίβεσαι· κάνει χρεία να σου φανερώσω την +αλήθειαν, και να σε εβγάλω από την πλάνην, διότι εγνώρισα την +σταθερότητά σου. Ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι μία σκλάβα της Τζελίκας, +καθώς με φαντάζεσαι, μα είμαι αυτή η ιδία βασιλοπούλα Τζελίκα· την +νύκτα, που ήλθες εις τον χοντζερέ μου, απέρασα ως Καλεκάρη, και η +Καλεκάρη απέρασεν ως Τζελίκα, και αυτό ηθέλησα να το κάμω διά +περισσοτέραν περιδιάβασίν μου. Και εις ετούτα τα λόγια αυτή έκραξε +μίαν από τες γυναίκες που ήτον εκεί κοντά κρυμμένη οπίσω εις ένα +κυπαρίσσι, η οποία ερχομένη εκατάλαβα από την φωνήν της, ότι +εκείνη ήτον η σκλάβα, που ενόμιζα διά βασιλοπούλαν Τζελίκαν. + +Εσύ βλέπεις, ω Ταλμούχ, μου λέγει η Τζελίκα, εσύ βλέπεις την αληθή +Καλεκάρην, της οποίας επιστρέφω το όνομά της, και εγώ παίρνω το +εδικόν μου· δεν θέλω πλέον να κρυφθώ το ποία είμαι, αλλ' ούτε να +κρύψω την χρήσιν της αποκτήσεως που έκαμες· εγνώρισα λοιπόν όλην +σου την σταθερότητα, και την αγάπην σου, διά την οποίαν είμαι +βεβαία, πως θέλει σου είνε εις μεγάλην σου αγαλλίασιν και δόξαν, +ότι μία βασιλοπούλα σε αγαπά. Δεν έλειψα και εγώ από το άλλο μέρος +εις το να της φανερώσω την μεγάλην μου ευχαρίστησιν, διά την τιμήν +που μου έκανεν, υψώνοντάς με εις τόσην μεγαλειότητα, και +στερεώνοντάς μου μίαν τόσην ευτυχίαν, που ήθελεν είνε αξία του +φθόνου κάθε βασιλέως. Εις αυτά τα λόγια αυτή με αντέκοψε λέγοντάς +μου. Ταλμούχ, παύσε που να θαυμάζης εις αυτό· διότι εγώ αν δεν σε +εγνώριζα άξιον διά μίαν τέτοιαν ευτυχίαν, δεν σε εδιάλεγα ανάμεσα +εις τόσα μεγάλα υποκείμενα που εζήτησαν την αγάπην μου. Και με +αυτά τα λόγια και άλλα παρόμοια έφθασεν η ημέρα, και διά να μη +φανερωθώμεν, πριν ν' αποχωρισθώμεν, η Τζελίκα μου λέγει· ύπαγε, +Ταλμούχ, εις το καλόν, και ενθυμήσου πως σε αγαπώ, και ελπίζω ότι +ογλήγορα θα ανταμωθούμεν πάλιν, και σου τάσσω να σε κάμω πολλά +ογλήγορα να γνωρίσης έως τι σημείον μου είσαι ακριβός. Εγώ έπεσα +εις τους πόδας της και την ευχαρίστησα διά ένα τέτοιον τάξιμον και +ούτως ανεχωρήσαμεν, και εβγήκα από την πορτοπούλαν που είχα έβγει +και την πρώτην φοράν. + +Αγαπώμενος από την βασιλοπούλαν, και φανταζόμενος μίαν ακριβήν +ενθύμησιν, διά τα όσα αυτή μου έταξεν, εδόθηκα εις άκραν +αγαλλίασιν τες ακόλουθες ημέρες, και τότε αληθώς ημπορούσα να +λογισθώ ότι ήμουν ο πλέον ευτυχής άνθρωπος του κόσμου, και δεν +έβλεπα την ώραν πότε να μεταϊδώ την αγαπημένην μου Τζελίκαν· και +εις καιρόν που είχα αυτήν την επιθυμίαν, ακούω να λέγουν ότι η +Τζελίκα ήτον άρρωστη, και ύστερα από δύο ημέρες απέθανεν. Αυτήν +την θλιβεράν είδησιν δεν ημπορούσα να την πιστεύσω, αν δεν ήθελον +ιδεί με τα μάτια μου τες ετοιμασίες που εγίνονταν διά την θανήν +της. Τότε εγώ έπεσα ωσάν αποθαμένος από την θλίψιν μου, και +ερχόμενος εις τον εμαυτόν μου άρχισα να οδύρωμαι, και να ξεσχίζω +τες σάρκες μου τόσον, που έγινα ένα ελεεινόν θέαμα και αφού την +έθαψαν με επήραν οι συντρόφοι μου, και με επεριποιήθηκαν +αλείφοντές με μέ ένα βάλσαμον, που εις δύο ημέρες ιατρεύθηκα +παντελώς· μα η θλίψις του θανάτου της Τζελίκας δεν ήτον τρόπος να +μου ιατρευθή και γενόμενον το παλάτι του βασιλέως μισητόν εις +εμένα, απεφάσισα και εμίσευσα από εκεί κρυφίως διά νυκτός τρεις +ημέρες υστερώτερα από τον θάνατον της Τζελίκας. + +Επεριπάτησα όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να ηξεύρω πού υπάγω, και +το ταχύ στεκόμενος εις ένα τόπον διά να αναπαυθώ, βλέπω ένα +ενδεδυμένον με φόρεμα πολλά παράξενον ο οποίος πλησιάζοντας κοντά +μου με εχαιρέτησε, και μου έδωσεν ένα κλωνάρι δάφνης, που είχεν +εις το χέρι, έπειτα άρχισε να τραγουδή διά να του κάμω καμμίαν +ελεημοσύνην. Εγώ μην έχοντας κανένα δηνάριον, έτσι και δεν +ημπορούσα να του δώσω. Αυτός ελογίασε να μη γροικώ την Περσικήν +γλώσσαν. Όθεν άρχισε να τραγουδή Αραβικά, μα καταλαμβάνοντας ότι +εγώ δεν είχα τίποτα να του δώσω, μου είπεν· Αδελφέ, δεν ημπορώ να +καταλάβω, εσύ να είσαι χωρίς δηνάρια; Βέβαια έτσι είνε του +απεκρίθηκα· εγώ δεν έχω επάνω μου ούτε άσπρον, και δεν ηξεύρω πού +να κτυπήσω το κεφάλι μου. Αχ, δύστυχε, εφώναξεν εκείνος, τι +παράξενη κατάστασις είνε η εδική σου· μου κάνεις ευσπλαγχνίαν, +θέλω να σε συντρέξω. Έμεινα πολλά θαυμασμένος εις το να ακούσω να +μιλήση έτζι ένας που μου είχε ζητήσει ελεημοσύνην, και ενόμιζα ότι +η σύντρεξις που έταξε να μου κάμη, ήτον να προσευχηθή διά εμένα. +Τότε αυτός ακολουθώντας την ομιλίαν του, μου είπεν· εγώ είμαι ένας +από εκείνους τους νέους μπουνταλάδες, ονομαζομένους Φακύρηδες, και +με όλον που ημείς ζούμεν από ελεημοσύνην, ζούμεν όμως +πλουσιοπαρόχως, επειδή και ηξεύρομεν τον τρόπον διά να +παρακινήσωμεν τον καθένα να μας κάνουν μεγάλες ελεημοσύνες, με +μίαν υποκριτικήν σκυθρωπότητά μας, που δείχνομεν εις το φανερόν +εις δε το κρυφόν απερνούμεν πολλά ελεύθεροι μη κάνοντας καμμίαν +άσκησιν. Θέλεις εσύ το λοιπόν να γένης ένας από τους συναδέλφους +μου; και αν ποθής, πηγαίνομεν ευθύς εις την χώραν Μπόστην, διά να +εύρωμεν άλλους δύο συντρόφους μου που είναι εκεί να ανταμωθώμεν, +διά να σε βάλλωμεν εις τον αριθμόν μας. + +Με όλον που εκείνος ο Φακύρης με τα λόγιά του μου έδωσε να +καταλάβω, ότι οι δυο του συντρόφοι και αυτός ήτον τρείς άσωτοι, +δεν απέβαλα το να ανταμωθώ με αυτούς. Ευθύς που έδωσα τον λόγον +μου του Φακύρη, πως θέλω κάμει καθώς αυτός επιθυμούσε, με έφερεν +εις την Μπόστην, και εις την στράταν επεράσαμεν ευτυχισμένοι από +φαγιά· διατί εις όποιον χωρίον και αν απερνούσαμεν ευθύς που +ήκουαν τες φωνές του Φακύρη, έτρεχαν οι καλοί Μουσουλμάνοι, και +μας εγέμιζαν από διάφορα φαγητά, και με τέτοιον τρόπον εφάσαμεν +εις την Μπόστην. Εμβήκαμεν εις ένα μικρόν σπιτάκι, εκεί που ήσαν +οι άλλοι δύο Φακύρηδες οι οποίοι μας εδέχθηκαν με τες αγκάλες +ανοικτές, και εφαίνονταν, πολλά ευχαριστημένοι διά την απόφασιν +που έκαμα, διά να ζήσω μετ' εκείνους· μου ερμήνευσαν εις ολίγον +καιρόν τα μυστήριά τους, που θέλει να ειπή τα οχήματά τους και τες +υποκρισίες των, και οπόταν έγινα τελείως διδασκαλεμένος εις την +τέχνην τους διά να γελώ τον λαόν, με ένδυσαν ωσάν και του λόγου +τους, και με υποχρέωσαν να υπάγω εις την χώραν, διά να προσφέρω +εις τους καλούς ανθρώπους από ένα κλωναράκι δάφνης και ελαίας, και +ψάλλοντας στοίχους να τους ζητώ ελεημοσύνην· και με τούτον τον +τρόπον εγύριζα εις το κονάκι μου πάντα με πολλές μονέδες +ασημένιες, που μας εχρησίμευαν διά να μεθοκοπούμεν. + +Η ευχαρίστησις ετούτης της ελευθέρας ζωής με έκαμε να δοθώ εις +κάθε κραιπάλην, τόσον που με έκαμε να λησμονήσω τον πόνον της +Τζελίκας, μα κάποτε δεν έλειπα που να μην εβγάζω από κανένα +αναστεναγμόν δι' αυτήν, οπόταν την ενθυμούμουν. Απέρασαν σχεδόν +δύο χρόνοι που ευρισκόμουν με εκείνους τους Φακίρηδες, και +περισσότερον ακόμη ήθελα σταθή αν εκείνος που με αυτούς με είχε +ανταμώσει, και που περισσότερον από τους άλλους τον αγαπούσα, δεν +μου ήθελε προβάλλει να ταξειδεύσωμεν. Ταλμούχ, μίαν ημέραν μου +λέγει αυτός, επιθυμώ διά να πηγαίνω να ιδώ την πολιτείαν Κανταχάρ, +και αν θέλης να με ακολουθήσης, δεν θέλεις μείνει +κακοευχαριστημένος εις το να ιδής μίαν τέτοιαν πόλιν. Εγώ έχοντας +επιθυμίαν διά να ιδώ και άλλον κόσμον, και ωσάν κάποιόν τι που με +ετραβούσε, δεν του είπα το όχι. Εμισεύσαμεν το λοιπόν από την +χώραν Μπόστην, και εφθάσαμεν ύστερον από πολλών ημερών δρόμον εις +το Κανταχάρ και εκεί επήγαμεν και εκατεβήκαμεν εις ένα χάνι, εις +το οποίον είμεθα πολλά ευχαριστημένοι διά τις ελεημοσύνες που το +φόρεμά μας επροξενούσεν. Απερνώτας δε μερικές ημέρες εκεί, εδόθη +ορισμός από τον βασιλέα, ότι όποιος θελήσει να υπάγη να χαρή τες +εορτές των γενεθλίων του, οι πόρτες του παλατίου του είναι +ανοικτές. Ημείς ευρίσκοντες αυτήν την ευκαιρίαν, επήγαμεν την +δευτέραν ημέραν εις το παλάτι του διά να ιδούμε τες χάρες που +εγίνοντο, και εκεί που εστεκόμασθε γροικώ έναν να με τραβά από το +φόρεμα. Εις τον ίδιον καιρόν, εγώ γυρίζοντας βλέπω, που ήτον ο +ευνούχος της Τζελίκας, που μου είχε δώσει την γραφήν της εις το +Βασιλικόν. + +Ταλμούχ, μου είπεν αυτός, εγώ σε εγνώρισα, με όλον που έχεις +ετούτο το παράξενον φόρεμα, και λογιάζω πως οι οφθαλμοί μου δεν +γελοιούνται· είναι δυνατόν να δοθή, ότι εδώ να σε συναπαντήσω; Και +εσύ, του απεκρίθηκα, τι κάνεις εδώ εις το Κανταχάρ; διατί +απαράτησες την αυλήν του βασιλέως της Περσίας; μήπως ο θάνατος της +Τζελίκας σε έκαμε να αναχωρήσης καθώς και εμένα; Εις ετούτα διά +την ώραν, μου απεκρίθη εκείνος, δεν ημπορώ να σου ειπώ τίποτε, μα +ογλήγορα θέλω σου δώσει την ευχαρίστησιν· αν θέλης αύριον να +ευρεθής εδώ μόνος σου εις την αυτήν ώραν θέλω σου φανερώσει +πράγματα, που θέλουν σε θαυμάσει, τα οποία ήξευρε πως είναι όλα +διά λόγου σου. Εγώ του έταξα να ευρεθώ μόνος μου εις τον ίδιον +τόπον την ερχομένην ημέραν, καθώς έγινεν. Ο ευνούχος έρχεται και +λέγει· έλα μετ' εμένα διά να ευρούμεν τόπον αρμόδιον διά να +συνομιλήσωμεν. Εγώ ευθύς τον ακολούθησα, και αφού απεράσαμεν +διάφορα σοκάκια, με έφερεν εις ένα μεγάλο σπήτι, του οποίου αυτός +είχε τα κλειδιά· εμβαίνοντας εις αυτό το είδα πλουσιοπαρόχως +στολισμένον, και εις την μέσην του οποίου ήτον ένα πολλά ωραίον +περιβόλι με διάφορες βρύσες. Τι λες, Ταλμούχ, μου είπεν ο ευνούχος +είνε εύμορφη ετούτη η κατοικία; ναι, μου αρέσει κατά πολλά, του +απεκρίθηκα εγώ· ας είναι, ακολούθει μοι, μου εξαναείπεν αυτός. Και +έτσι λέγοντας με φέρνει εις ένα λουτρόν διά να λουσθώ· και ωσάν +απολούσθηκα, βλέπω τέσσαρας σκλάβους, δύο από τους οποίους, είχαν +πανιά άσπρα διά να με σφουγγίσουν, και οι άλλοι δύο ήλθαν και με +ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και με ένα καλόν φακιόλι· εβγήκα από +το λουτρόν με θαυμασμόν μεγάλον, μην ηξεύροντας ποίος θα ήτον +εκείνος που είχε προστάξει να μου γένουν τόσες περιποιήσεις, και +ερωτούσα συχνά τον ευνούχον διά να μου τον φανερώση, ο οποίος άλλο +δεν μου έλεγε, παρά διά την ώραν δεν είναι τρόπος να σου το +φανερώσω, επειδή και έχω έτσι προσταγήν να ακολουθήσω, και μου +κακοφαίνεται που διά τες ώρες ευρίσκεσαι εις αυτήν την +ανυπομονησίαν, όμως την ερχομένην νύκτα θέλεις μάθει εκείνο που +επιθυμείς. + +Με όλον που ημπορούσα να στοχασθώ ένα ευτυχισμένον συνάντημα, κατά +τα λόγια του Ευνούχου, ευρισκόμουν όμως όλην εκείνην την ημέραν +εις μίαν σκληράν ανυπομονησίαν. Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και +εστάθηκαν ολούθεν αναμμένες λαμπάδες· και η πλέον μεγάλη φωτοχυσία +εστάθη εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα στολισμένον, και εκεί που +εστεκόμουν με τον ευνούχον, ακούομεν να ανοίγη η πόρτα της +στράτας, και βλέπω να παρουσιάζεται έμπροσθέν μου η Καλεκάρη. Εις +τέτοιαν θεωρίαν εστάθη μέγας ο θαυμασμός μου, και άρχισα να τρίβω +τα μάτιά μου μήπως και επλανώμουν. + +Ταλμούχ μου λέγει αυτή, ό,τι λογής και αν είναι ο θαυμασμός σου +που με βλέπεις εδώ, πολλά μεγαλύτερος θέλει σου είναι οπόταν +ακούσης εκείνο που έχω να σου διηγηθώ. Εις ετούτα τα λόγια ο +ευνούχος και οι σκλάβοι ανεχώρησαν, και εγώ έμεινα μόνος με την +Καλεκάρην. Και αφού εκαθήσαμεν, αυτή άρχισε να μου διηγηθή με τον +ακόλουθον τρόπον. Εσύ ενθυμείσαι ω Ταλμούχ, την υστερινήν +βραδειάν, οπόταν ήθελες να μισεύσης από τον κήπον, το τάξιμον που +σου έκαμεν η Τζελίκα, διά το οποίον την ερχομένην ημέραν με κράζει +και μου λέγει· αγαπημένη μου Καλεκάρη, εγώ από την αγάπην που +έλαβα εις τον Ταλμούχ θέλω να τον κάμω ευτυχή, και θέλω να ζήσω με +αυτόν, μακάρι να ήξευρα να κινδινεύση η ζωή μου χίλιες φορές· τι +στράταν το λοιπόν με ερμηνεύεις να πιάσω διά να λάβω την επιθυμίαν +μου; Εγώ εις αυτά τα λόγιά της, δεν έλειψα που να την αντικόψω από +αυτήν την απόφασιν, λέγοντάς της χίλιες ερμηνείες, διά να της +εβγάλω τες φαντασίες του έρωτος που την είχαν περιπλεγμένην, μα +τίποτε δεν ωφέλησαν τα όσα της είπα, και αφού εγνώρισα την +σταθερότητά της, και το αμετάβλητον της γνώμης της, της είπα. Κυρά +μου, εγώ άλλο δεν ημπορώ να σε ερμηνεύσω να κάμης παρά να πράξης +καθώς θα σου ειπώ· και κάνοντάς το θέλεις λάβει το ποθούμενον, και +με τούτο θέλεις έβγει από πολλούς κινδύνους, τόσον εσύ, ωσάν και +αυτός· μα φοβούμαι να μη σου φανή κομμάτι σκληρόν· Μίλησε +Καλεκάρη, μου είπε τότε η βασιλοπούλα, και είμαι έτοιμη να κάμω +ό,τι μου ειπής· είμαι ευχαριστημένη να ζήσω πτωχικά με τον +Ταλμούχ, παρά πλουσίως με άλλον· πες μου το λοιπόν τι έχω να πράξω +διά να τον απολαύσω χωρίς φόβον, και θέλω το κάμει χωρίς καμμίαν +εναντιότητα. Κλίνω το λοιπόν, της απεκρίθην, εις εκείνο που +επιθυμείς, επειδή είνε ανωφελές να σου αντισταθώ πλέον· γνωρίζω +ένα χόρτον το οποίον βάνοντάς το εις το αυτί σου, ύστερα από μίαν +ώραν σε κάνει να πέσης λιποθυμημένη, και μετά ταύτα θέλεις νομισθή +αποθαμμένη, και θέλεις μείνει έτσι, έως που να σου βγάλουν το +χόρτον από το αυτί· και με τούτον τον τρόπον όταν σε νομίσουν ως +αποθαμμένην, θέλουν σε θάψει· και εγώ τότε θέλω σε βγάλει από το +μνημείον, και θέλω κάμει να ανταμωθής με τον Ταλμούχ, και να +υπάγης με αυτόν όπου θέλεις. + +Εις ετούτα τα λόγια εγώ αντίκοψα την Καλεκάρην, και εφώναξα· ω +Ουρανέ άρα γε η Τζελίκα θα είναι ζωντανή; είναι δυνατόν η Τζελίκα +να μην είναι αποθαμμένη; τι της εσυνέβη; πες μου ογλήγορα, σε +παρακαλώ, Ταλμούχ, μου είπεν η Καλακάρη αυτή κατά το παρόν ζη, μα +σε παρακαλώ άκουσε μου, και θέλεις μάθει εκείνο που επιθυμείς· η +Τζελίκα, ακολούθησεν αυτή, με αγκάλιασε δι' αυτό που της είπα· +τόσον της εφάνη αρμόδιον, το οποίον και ευθύς το έβαλεν εις +πράξιν, και ευθύς εκαμώθη πως ήτον άρρωστη, και μετά δύο ημέρες, +οπόταν αγροικούσα τον καιρόν αρμόδιον, της έβαλα το χόρτο εις το +αυτί της, και ευθύς άρχισε διά να κάμη την ενέργειάν του. Μα +προτού να κλείση τα μάτιά της έκραξε τον βασιλιά πατέρα της, και +του είπε. Παρακαλώ σε βασιλέα μου, διά την αγάπην που έχεις εις +εμένα, να μου κάμης την χάριν, όταν αποθάνω αντίς να βάλης άλλους +να μου φυλάξουν το μνημείον μου, να βάλης την αγαπημένην μου +Καλεκάρην, επειδή και όντας πολλά αγαπημένη μου, θέλει παρακαλέσει +εκείνην την νύκτα διά εμένα με περισσοτέραν θερμότητα, και ακόμη +θέλεις την ελευθερώσει από την σκλαβιά δίδοντάς της χαρίσματα +μεγάλα διά την μεγάλην της εμπιστοσύνην και αγάπην που εις εμέ +έδειξεν. Ο βασιλεύς μετά πόνου μεγάλου την επήκουσε, και της έταξε +διά να κάμη καθώς παρήγγειλε. Και τελειώνοντας αυτά τα λόγια η +Τζελίκα έχασε τες αίσθησές της, και ο πατέρας της νομίζοντάς την +αποθαμμένην, ετραβήχθη από εκεί γεμάτος κλάματα και οδυρμούς διά +τον θάνατόν της· έπειτα έδωσε θέλημα και την έφεραν εις τον τάφον +με πολλήν τιμήν καθώς το είδες με τα μάτια σου. + +Το βράδυ λοιπόν κατά την παραγγελίαν της, επήγα διά να σταθώ εις +το μνήμα της και ωσάν επήγα εκεί, άνοιξα το μνημείον, και την +έβγαλα έξω, εβγάζοντας το χόρτον από το αυτί της· έλαβεν ευθύς τες +πρώτες της αίσθησες, και ευθύς την επήρα, και υπήγαμεν εις ένα +σπητάκι εις το οποίον ο Καμπούρ μας ανάμενε, και εκεί εμείναμεν το +επίλοιπον της νυκτός το ταχύ δε απεστείλαμεν τον Καμπούρ εις το +παλάτι και υστερώτερα επήγα και εγώ· και ερχομένη εις το παλάτι, +ανήγγειλα του βασιλέως διά την καλήν ξενύκτισιν που έκαμα εις το +μνημείον της θυγατρός του. + +Τότε αυτός έβγαλε και μου έδωσε δέκα χιλιάδες φλωρία και φορέματα, +και διαμάντια πολλά, και με ηλευθέρωσεν από την σκλαβιάν· μα εις +αυτά που μου έδωσε, του εζήτησα και τον ευνούχον Καμπούρ διά να +μου τον δώση εις την φύλαξίν μου, και ευθύς με υπήκουσε. +Παίρνοντας εγώ αυτά τα χαρίσματά μου και τον Καμπούρ, επήγαμεν +εκεί που ευρίσκετο η Τζελίκα με την οποίαν εχαρήκαμεν πολύ διά την +εύρεσίν μας. + +Την ερχομένην ημέραν εστείλαμεν ένα παιδί εις το παλάτι με μίαν +γραφήν να σου την δώση. Εις την οποίαν σου εγράφαμεν διά να έλθης +να μας εύρης, του οποίου είπαν πως ήσουν άρρωστος· εματαστείλαμεν +την τρίτην ημέραν, και έμαθε πως δεν ήσουν πλέον εις το παλάτι, +μην ηξεύροντας το τι έγινες. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ την θλίψιν +της Τζελίκας, που έλαβεν επάνω εις τέτοιαν είδησιν διά τον +μισευμόν σου, που με κανένα τρόπον δεν είχε παρηγορίαν· Και τότε +το εμετανόησε, που δεν σου είχε δώσει την είδησιν διά την γνώμην +που είχεν· δυστυχισμένη που είμαι εγώ διά παντός εφώναξε· τι με +ωφελεί που εθυσίασα το παν διά την αγάπην, τον καιρόν που κάνει +χρεία, να παραιτηθώ από τον Ταλμούχ διά πάντα; Τότε εβγήκαμεν από +την χώραν διά νυκτός, και επήραμεν την στράταν προς τον Ινδόν +ποταμόν, στοχαζόμενοι μήπως και επήρες εκείνην την στράταν, και +όπουθεν απερνούσαμεν δεν εκάναμεν άλλο παρά να ερωτούμεν διά λόγου +σου. + +Μίαν ημέρα πηγαινάμενοι από χώραν εις χώραν, με όλον που είμασθε +με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, μας απάντησαν οι κλέφτες, και +δε έφθασεν που μας επήραν το τι είχαμεν, αλλά μας επήραν και μας +έφεραν εδώ εις τούτην την χώραν Κανταχάρ και μας επούλησαν ενός +πραγματευτού από σκλάβες που τον εγνώριζαν. Ετούτος ο πραγματευτής +βλέποντας την ωραιότητα της Τζέλικας έκρινεν εύλογον να την φέρη +εις τον βασιλέα διά να την αγοράση· αυτός ο βασιλεύς έμεινεν +εκστατικός βλέποντάς την, και χωρίς καμμίαν εξέτασιν μας αγόρασε +και τες δύο, και μας έβαλεν εις το χαρέμι των γυναικών του. + +Η Καλεκάρη τελειώνοντας εδώ την διήγησίν της, ω Ουρανέ, εφώναξα +εγώ, ημπορώ να λάβω την χαροποίησιν εις το να ανταμώσω την ποθητήν +μου Τζελίκα; μα τι λέγω, πως θα την ανταμώσω, που ακούω ότι +ετούτος ο μέγας βασιλεύς την έχει φυλαγμένην εις το χαρέμι του; +Μην αμφιβάλλεις, μου απεκρίθη η Καλεκάρη διά να την ιδής, επειδή +και αυτή έχει περισσότερην επιθυμίαν από εκείνο που στοχάζεσαι διά +να σε ιδή, και αυτή η ιδία επρόσταξε τον Καμπούρ και έκαμε τούτες +τες ετοιμασίες, και επήρεν ετούτο το παλάτι διά να έρχεται οπόταν +ευρίσκει τον καιρόν αρμόδιον διά να σε απολαμβάνη· και διά την +ώραν με έστειλεν εμένα διά να σου διηγηθώ τι απέρασε διά εσένα και +αύριον το ταχύ θέλει έλθει η ιδία να σε εύρη. Και λέγοντας ετούτα +τα λόγια η Καλεκάρη εμίσευσε με τον Καμπούρ, και έμεινα εγώ με +μεγάλην ανυπομονησίαν έως που να την ιδώ. + +Το ταχύ ακούω να κτυπά η πόρτα. Οι σκλάβες έτρεξαν διά να +ανοίξουν, ευθύς να έμβη η βασιλοπούλα εις τον χοντζερέ μου. Σε +αφίνω να στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, και ποίαν +αντράλωσιν, ποίον θάμβος, ποίαν χαράν μου επροξένησεν η παρουσία +της, παρομοίως από εκείνο που εκατάλαβα να επροξενήθη και εις +αυτήν από την χαράν της. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της, χωρίς να +ημπορέσω να ειπώ λόγον. Αυτή με εσήκωσε, και βάνοντάς με να καθίσω +κοντά της μου είπε· Ταλμούχ, ευχαριστώ τον Ουρανόν, που μας +αντάμωσε, και ελπίζω εις την καλωσύνην του να μας ελευθερώση +κιόλας από τούτην την περίστασιν που μας εμποδίζει εις το να +στεκώμασθε αντάμα· και διά την ώραν πρέπει να έχωμεν υπομονήν, έως +που να εύρωμεν την ευκαιρίαν, διά να κάμωμεν καθώς είναι η +επιθυμία μας και φθάνει μόνον διά τώρα να συναναστρεφώμασθε κάποτε +εδώ κρυφίως, διά κάμποσον καιρόν ακόμη· Ως τόσον διηγήσου μου, σε +παρακαλώ, πώς ευρίσκεσαι εις τούτην την χώραν, και τα όσα σου +ακολούθησαν έως τώρα. Εγώ δεν έλειψα που να την ευχαριστήσω +διηγούμενος την ιστορίαν μου, και πώς ευρισκόμουν εις συντροφιάν +ενός Φακύρη, και τα λοιπά. Και αφού ωμιλήσαμεν διά δύο ώρες αυτά +και άλλες ομιλίες της αγάπης, έρχεται η Καλεκάρη και ο Καμπούρ, +και μας δίνουν την είδησιν διά να μισεύσωμεν, διατί η ώρα ήταν +αργά. Και ούτως εμίσευσαν, και με άφησαν όλον γεμάτον από χαράν +και ελπίδα. + +Με όλον που ευρισκόμουν εις τους χαροποιούς στοχασμούς, δεν +απαράτησα που να μην ενθυμηθώ τον σύντροφόν μου Φακύρην, +στοχαζόμενος την θλίψιν που ημπορούσε να έχη μην ηξεύροντας το τι +έγινα. Εβγήκα από το σπήτι μου διά να υπάγω να τον εύρω, και τον +συναπαντώ εις μίαν στράταν και αγκαλιάζοντάς με μου λέγει. Ω φίλε, +μεγάλην σύγχισιν μου έδωσες μην ηξεύροντας πού ήσουν, και +εφοβούμουν μήπως και σου έτυχε τίποτες εναντίον και ποίαν +μεταβολήν βλέπω εις του λόγου σου; υποκάτω εις ποία φορέματα μου +παρουσιάζεσαι εις τους οφθαλμούς μου, μου φαίνεται να είσαι εις +καλήν στάσιν; Βέβαια, φίλε μου εγώ του απεκρίθηκα, η τύχη μου μ' +εμετάβαλεν εις ευτυχίαν· θέλω και συ να είσαι μάρτυς όλης μου της +ευτυχίας και να ωφεληθής και συ από την ευτυχίαν μου· παραίτησε το +κονάκι σου, και έλα να κατοικήσης μετ' εμένα. Έτσι λέγοντας τον +έφερα εις την κατοικίαν μου, και τον έκαμα να ιδή την +μεγαλοπρέπειαν, και τον στολισμόν όλης μου της οικίας. Αυτός κάθε +ολίγον εφώναζεν· ω Ουρανέ, τι πράγμα άξιον έπραξεν ο Ταλμούχ +περισσότερον από τους άλλους, διά να αρχίσης να τον γεμίσης από +τόσα καλά. Πώς ω Φακύρη, του είπα, σου κακοφαίνεται διά την +ευτυχίαν μου; καταλαμβάνω ότι σε θλίβει η καλή μου κατάστασις. +Όχι, μου απεκρίθη, μα εξ εναντίας το χαίρομαι, επειδή και επιθυμώ +πάντα την ευτυχίαν των φίλων μου και λέγοντας έτσι, με αγκάλιασε, +και μ' εφίλησε, διά να μου δώση με τούτο να καταλάβω πως ομιλεί με +την καρδίαν ανοικτήν. Ο Φακύρης επάσχισε να του φανερώσω το αίτιον +της ευτυχίας μου, εγώ δε τον επίστευσα άδολον, και του εδιηγήθηκα +τα πάντα, από την αρχήν έως εκείνες τες ώρες, και του επερίγραψα +και την μεγάλην ωραιότητα της βασιλοπούλας. + +Ο Φακύρης αφού έδειξε πως ήτον πολλά θαυμασμένος εις τα όσα του +εδιηγήθηκα μου λέγει· Ταλμούχ, εσύ μου παρουσιάζεις ένα κάλλος +τόσον υπερβολικόν, που διστάζω να το πιστεύσω. Αυτό είνε έν +υποκείμενον απαρομοίαστον, του αποκρίθηκα εγώ, που είνε αξία διά +τον μεγαλύτερον βασιλέα του κόσμου. Αυτή ετούτην την νύκτα θέλει +έλθει εδώ· εσύ θέλεις την ιδεί με τα μάτια σου, και θέλεις ειπεί +την αλήθειαν αν δεν είνε έτσι. Ολίγον υστερότερα ήλθεν η Τζελίκα +την οποίαν επαρακάλεσα να δεχθή να της συστήσω τον Φακύρην. Τίποτε +δεν ημπορώ να σου αρνηθώ μου είπεν η Τζελίκα, μα προβλέπω πως +θέλει μας προξενηθή μεγάλη δυσαρέσκεια. Όχι, βασίλισσά μου, της +είπα, μη φοβάσαι από αυτόν κανένα εναντίον, και στάσου ήσυχα επάνω +εις του λόγου μου. + +Τελειώνοντας ετούτα τα λόγια έκραξα τον Φακύρην και τον +επαρουσίασα εις την βασιλοπούλαν. Αυτή διά να ευχαριστήση εμένα, +τον εδέχθη με πολλήν ευγένειαν, υστερότερα δε εκαθήσαμεν εις την +τράπεζαν και οι τρεις. Ο σύντροφός μου ήτον έως τριάντα χρόνων +άνθρωπος και είχε πολύ πνεύμα, και έκαμε πολλά ογλήγορα να +γνωρισθή προς την κυράν ότι ήτον ένας, που δεν εμισούσε τες +ηδονές, και πως έκανεν ολίγην τιμήν του φορέματός του. Αυτός αφού +εφάγαμεν, έπιε τόσον κρασί, που τον έκαμε να χάση κάθε λογής +εντροπήν και δεν του έφθασε που ωμιλούσε με μεγάλην ελευθερίαν και +θάρρος, αλλά απετόλμησε και έρριξε τας χείρας του επάνω εις τον +λαιμόν της Τζελίκας, και με αναισχυντίαν της έδωσεν ένα φίλημα. Η +Τζελίκα έμενε μεγάλως θυμωμένη διά την αυθάδειαν του Φακύρη, και +αμπώχνοντάς τον του λέγει· Τρισάθλιε, σου έπρεπε διά την τόλμην +σου να βάλω τους σκλάβους μου να μη σου αφήσουν κόκκαλον εις το +κορμί γερόν· μα το σέβας που φέρω εις τον φίλον σου, με εμποδίζει +να το βάλω εις πράξιν. Και έτσι λέγοντας εμπουλώθη και εβγήκεν +θυμωμένη από τον χοντζερέ μου. Επάσχισα ανωφελώς διά να την +καταπραΰνω, μα δεν εστάθη τρόπος. Εσύ τώρα βλέπεις, μου είπεν, αν +έφταιξες να φέρης αυτόν τον Φακύρην εις την συναναστροφήν μας, και +αν είχα δίκαιον να μην τον δεχθώ· εγώ δεν θέλω έλθει πλέον εις +εσένα, έως που αυτός ήθελε σταθή μαζί σου. Και με αυτά τα λόγια +εμίσευσε, με όλον που έκαμα κάθε τρόπον διά να την κρατήσω. + +Τέλος πάντων την ερχομένην ημέραν ο Φακύρης εδείχθη πολλά +διαφορετικός και μετανοημένος διά το σφάλμα που την απερασμένην +νύκτα έκαμε, και με εβεβαίωνε πως ήτον πολλά περίλυπος διά την +σύγχυσιν που μου έδωσε· και διά να παιδεύση την αυθάδειάν του, μου +έταξε διά να μισεύση ευθύς από εκείνην την χώραν, και μου ωμίλησε +με ένα τρόπον που έμεινα πολλά συντριμμένος. + +Έγραψα ευθύς μίαν επιστολήν της Τζελίκας, και της εφανέρωσα πως ο +Φακύρης εμετανόησε μεγάλως διά την αυθάδειάν του, και της εζητούσε +συγχώρησιν, και πως διά κανόνα του σφάλματός του θέλει μισεύσει +από εκείνην την χώραν. Αυτή μου απεκρίθη ότι τον συγχωρεί, και πως +οπόταν αυτός μισεύση, θέλει έλθει να με εύρη. Εφανέρωσα του φακύρη +τα όσα ο Καμπούρ μου είπε, και ο Φακύρης μένοντας ευχαριστημένος +ετοιμάζετο διά να μισεύση. + +Εγώ θλιβόμενος διά την αγνωσίαν που έλαβε και έγινε το αίτιον του +χωρισμού μας, ηθέλησα διά να τον φιλοδωρήσω μίαν σακκούλαν γεμάτην +από φλωρία, που μου τα είχε δώσει η Τζελίκα, και δίδοντας του, τον +εσυμπροβόδησα με πολλά δάκρυα και αναστεναγμούς· τόσον πολλά τον +αγαπούσα. Μισεύοντας δε ο Φακύρης δεν απέρασε ολίγη ώρα και ακούω +μεγάλον κτύπον εις το σπήτι μου· τρέχω να ιδώ το τι ήτον και με +μεγάλην μου έκστασιν βλέπω ένα αριθμόν από στρατιώτας του βασιλέως +Φαραούτζ χαν. Έλα με ημάς, μου λέγει ο αρχηγός τους· έχομεν +πρόσταγμα διά να σε φέρωμεν στο παλάτι. Ποίον φταίξιμον εγώ έκαμα; +του είπα, εις τι είμαι εγκαλεσμένος, πες μου σε παρακαλώ. Ημείς +δεν ηξεύρομεν, μου απεκρίθη αυτός, άλλο δεν ημπορώ να σου ειπώ, +παρά έχομεν πρόσταγμα να σε φέρωμεν εις τον βασιλέα· αυτός, είνε +πολλά δίκαιος, θέλει σε κρίνει με δικαιοσύνην. + +Έκαμε χρεία διά να τους ακολουθήσω και στανικώς μου. Και εις την +στράταν που επήγαινα, άλλο δεν υπώπτευα, παρά ότι ο βασιλεύς θα +εξεσκέπασε την φιλίαν που απερνούσαμεν με την Τζελίκαν, μα μου +εφαίνονταν παράξενον πώς να το είχε μάθει. Ως τόσον ο αρχηγός με +έφερεν έμπροσθεν εις τον βασιλέα, ο οποίος ήτον με τον βεζύρην του +μόνον και με τον Φακύρην που ενόμιζα ότι ήτον μισευμένος. +Βλέποντας δε τούτον τον άνομον φίλον, εγνώρισα ευθύς την προδοσίαν +του. Εσύ είσαι εκείνος, μου είπε τότε ο βασιλεύς, που κρατείς +κρυφήν συναναστροφήν με την αγαπημένην μου σκλάβαν; αχ, παράνομε, +κάνει χρεία ότι θα είσαι πολλά απόκοτος και αυθάδης διά να +τολμήσης να πατήσης την τιμήν μου. Δεν ηξεύρεις ότι εγώ είμαι +εκείνος που παιδεύω σκληρώς τους πταίστας. + +Εις αυτό δε το αναμεταξύ ιδού και έρχεται και η Τζελίκα διά +προσταγής του βασιλέως έμπροσθέν του, η οποία ήτον συντροφιασμένη +με την Καλεκάρην και τον Καμπούρ. Αχ, κακότροποι και άνομοι, +εφώναξεν ο βασιλεύς· μη καρτερήτε μήτε ο ένας, μήτε ο άλλος από +εμένα καμμίαν συμπάθειαν, που ετολμήσατε να μου κάμετε αυτήν την +ατιμίαν. Βεζύρη, γυρίζει και λέγει, έπαρέ τους από έμπροσθέν μου, +διατί δεν υποφέρω πλέον να τους βλέπω, και κάμε να τους κόψουν τας +κεφαλάς και των δύο, και ύστερα τα κορμιά τους να δοθούν εις +βρώσιν των σκυλιών. + +Σταμάτησε, ω Βασιλεύ, εφώναξα τότε εγώ· φυλάξου από το να +μεταχειρισθής με τέτοιον τρόπον μίαν θυγατέρα βασιλέως· ο +ζηλότυπος θυμός σου ας φέρη σέβας εις το βασιλικόν αίμα, από του +οποίου αυτή κατάγεται. Εις τούτα τα λόγια ο βασιλεύς έμεινε +θαυμασμένος· ποίος βασιλεύς, αυτός είπε της Τσελίκας, είνε ο +αυτουργός των γενεθλίων σου; Η βασιλοπούλα με εκύτταξε με ένα +βλέμμα άγριον και μου είπεν αχάριστε Ταλμούχ, διατί ηθέλησες να +φανερώσης εκείνο, που εγώ έπασχα να το κρύψω; ήμουν ευχαριστημένη· +καλύτερον να λάβω τον θάνατον, παρά να μαθητευθή ποία είμαι· και +κάνοντάς με τώρα εσύ να γνωρισθώ, με εγέμισες από εντροπήν. Ας +είναι λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή, μιλώντας με αυτόν· +άκουσον, αν επιθυμής, να μάθης το ποία είμαι· η σκλάβα που εσύ +αποφασίζεις εις θάνατον, είνε θυγατέρα του Σχατάμ Χαν βασιλέως της +Περσίας· και τον ίδιον καιρόν του εδιηγήθη όλην την ιστορίαν, +χωρίς να αφήση τίποτε· και ωσάν ετελείωσε την διήγησίν της, +αύξησε περισσότερον τον θαυμασμόν του βασιλέως. Ιδού, ω βασιλέα +μου, αυτή ηκολούθησεν, ένα απόκρυφον, που αν ο αχάριστος Ταλμούχ +δεν ήθελε το φανερώση, εγώ ποτέ δεν ήθελα σου το ομολογήσει· σε +παρακαλώ το λοιπόν πρόσταξε χωρίς άλλο να μου σηκώσης την ζωήν, +ότι η μεγαλυτέρα χάρις που ημπορείς να μου κάμης είνε αυτή· και η +ομολογία που σου έκαμα δεν την έκαμα χωρίς μεγάλον μου +κακοφανισμόν. + +Κυρά, της λέγει ο βασιλεύς, εγώ μεταβάλλω την απόφασίν μου, και με +κάθε δικαιοσύνην σας συγχωρώ το σφάλμα, και σου επιστρέφω την +ελευθερίαν, και θέλεις ζήσει διά τον Ταλμούχ, και ο ευτυχής +Ταλμούχ θέλει ζήσει δι' εσένα. Υπάγετε το λοιπόν, ω τέλειοι +αγαπητικοί, να περάσετε ευτυχώς το επίλοιπον της ζωής σας, και +παρακαλώ τον ουρανόν κανένα πράγμα να μη συγχίση πλέον την ησυχίαν +σας. Όσον διά εσένα, ω προδότα, ακολούθησεν αυτός μιλώντας προς +τον Φακύρην, θέλεις λάβει τον μισθόν της προδοσίας σου, και της +επιβολής σου. Καρδία ουτιδανή, διεστραμένη και φθονερά, που δεν +υπόφερες να ιδής την ευτυχίαν του φίλου σου, και ήλθες μόνος σου +διά να τον δώσης εις την δύναμιν της εκδικήσεώς μου· τρισάθλιε, +εσύ θέλεις δουλεύσει εις θυσίαν της ζήλιας σου. Έτσι λέγοντας +επρόσταξε τον βεζύρην να δοθή ο Φακύρης εις τας χείρας του δημίου +διά να τον κάμη τέσσαρα κομμάτια. + +Εις το αναμεταξύ που εκείνος ο άνομος εφέρετο εις θάνατον, +επέσαμεν η Τζελίκα και εγώ εις τους πόδας του βασιλέως, και τους +εκαταβρέχαμεν με τα δάκρυά μας, ευχαριστώντας την μεγάλην του +ευσπλαγχνίαν που εις ημάς έδειξεν· έπειτα σηκωνόμενοι εμισεύσαμεν +με την Καλεκάρην και Καμπούρ, και ήλθαμεν εις την κατοικίαν που +ήμουν, και εκεί εμείναμεν ευφραινόμενοι την ελευθερίαν μας. Δεν +απέρασαν δύο ημέρες, και ο βεζύρης από μέρος του βασιλέως ήλθε διά +να μας εύρη, και μας έφερε μεγάλην ποσότητα από δώρα, και άσπρα +αμέτρητα. Ημείς ευχάριστήσαμεν την μεγάλην γενναιότητα του +βασιλέως, και βλέποντας ότι αυτά τα δώρα ήταν αρκετά να μας +φθάσουν διά να υπάγωμεν εις άλλον τόπον να σταθούμεν, +ανταμωθήκαμεν με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, που εμάθαμεν πως +εμίσευε διά το Μπαγδάτι και με αυτό εφθάσαμεν εκεί ευτυχώς. Οπόταν +δε εμβήκαμεν εις το Μπαγδάτι, επήγαμεν και καταλύσαμεν εις ένα +καλόν σπήτι, και αφού αναπαυθήκαμεν από τον κόπον της στράτας, +εβγήκα και υπήγα εις την χώραν διά να ανταμώσω τους φίλους μου. +Αυτοί ωσάν με είδαν, εθαύμασαν που με είδαν ζωντανόν λέγοντές μου, +πως οι σύντροφοί σου που είχες μισεύσει με αυτούς από εδώ, μας +είπαν πως απέθανες. Ευθύς δε που άκουσα ότι οι τζοβαϊρτζήδες +σύντροφοι μου ευρίσκοντο εκεί, επήγα εις τον βεζύρην και έπεσα εις +τους πόδας του, και του εδιηγήθηκα την προδοσίαν των συντρόφων +μου. Ο βεζύρης έστειλεν ευθύς και τους έφερεν έμπροσθέν του, και +τους ερώτησε, αν είνε αλήθεια τα όσα εγώ τους εγκαλούσα· αυτοί δε +άρχισαν να το αρνούνται με κάθε τρόπον μα ο βεζύρης ωσάν φρόνιμος +που ήτον με τες εξέτασες που τους έκαμεν, εκατάλαβε πως ήταν +πταίσται, και βεβαιωμένος ευθύς επρόσταξε διά να φυλακώσουν και +τους δύο, έως που να δώση την είδησιν του Καλίφη, διά να προστάξη +τι θάνατον να τους δώση. Αυτοί όντες φυλακωμένοι υποχρέωσαν τους +φύλακας βασιλικά, και το τρίτον εδόθη εις εμένα διά εκείνο που μου +επήραν. + +Ύστερον από αυτό δεν εστοχάσθηκα άλλο, παρά να βαλθώ εις μίαν +ήσυχην ζωήν με την Τζελίκαν μου. Ημείς επερνούσαμεν τες ημέρες μας +με μίαν τελείαν ενότητα· η οποία δυστυχώς δεν διήρκεσε πολύ. + +Διότι μίαν βραδειάν, γυρίζοντας από μίαν συναναστροφήν φίλων και +φθάνοντας εις το σπήτι μου, κτυπώ την πόρταν και κανείς δεν μου +αποκρίνεται ούτε μου ανοίγει. Εγώ έμεινα εκστατικός εις αυτό, +ξαναχτυπώ την πόρταν δυνατώτερα· μα ουκ ην φωνή, και ουκ ην +ακρόασις· μου αβγάτισε τότε ο θαυμασμός μου· τι πρέπει να +στοχασθώ, έλεγα ανάμεσόν μου; ετούτη θα είναι μία νέα δυστυχία που +μου εσυνέβη; εις τον κτύπον δε τον μέγαν που έκανα, οι γειτόνοι +μου εβγήκαν και ήλθον να ιδούν τι ήτον· αυτοί με εβοήθησαν και +ερρίξαμεν την πόρταν, και εμβαίνοντες μέσα εις το σπήτι ευρίσκομεν +όλους τους δούλους πνιγμένους· απερνούμεν εις τον χοντζερέ της +Τζελίκας (ω θέαμα φοβερόν) και ευρίσκομεν τον Καμπούρ και την +Καλεκάρην φονευμένους, και πνιγμένους εις τα αίματά τους. Κράζω +την βασιλοπούλαν, και αυτή δεν αποκρίνεται εις την φωνήν μου. +Τρέχω εις όλα τα μέρη του σπητιού, και μην ευρίσκοντάς την, έπεσα +αποκαμωμένος εις τες αγκάλες ενός γείτονός μου. + +Οπόταν οι γειτόνοι μου με έκαναν να ξαναλάβω τες αίσθησές μου, +εσηκώθηκα και έτρεξα εις τον Κατή, και ανήγγειλα το συμβεβηκός +μου. Αυτός έστειλεν ευθύς πολλούς καβαλαρέους εις τες στράτες διά +να χαλέψουν τους φονείς και άρπαγας, μα δεν εστάθη τρόπος που να +λάβουν καμμίαν είδησιν. Τότε εγώ μην ηξεύροντας το τι να στοχασθώ +δι' αυτήν την νέαν μου συμφοράν, έπεσα άρρωστος διά πολύν καιρόν, +και ωσάν εγέρευσα, επούλησα το ό,τι και αν είχα και υπήγα και +εκατοίκησα εις το Μουσούλ, φέροντας με λόγου μου εκείνον τον +πλούτον που μου απομείνει. Εκεί μένοντας καμπόσον καιρόν εμβήκα +εις την αυλήν του Βασιλέως διά τζοχαντάρης, και από ολίγον κατ' +ολίγον, διά την καλήν μου δούλευσιν, ο βασιλεύς με έκαμε Βεζύρην +του, ο οποίος με αγαπούσε κατά πολλά διά την καλήν μου κυβέρνησιν· +μα ως εκεί δεν έπαυσεν η τύχη μου που να μη με κατατρέξη· κάποιος +αξιωματικός της αυλής του Βασιλέως έλαβε φθόνον μέγαν εναντίον +μου, και τόσον έκαμε, που ο Βασιλεύς απεφάσισε να με αποξενώση από +την δούλευσιν του, διά να παύσουν τα σκάνδαλα. Και με τούτον τον +τρόπον εβγήκα από το Μουσούλ, και ήλθα εδώ εις την Δαμασκόν, εις +την οποίαν έλαβα την τιμήν διά να έμβω μέσα εις την δούλευσιν της +Βασιλείας σου. + +Ετούτη, ω πολυχρονεμένε μου Βασιλέα, είναι η ιστορία της ζωής μου, +και η αιτία ετούτης της βαθείας μου μελαγχολίας, εις την οποίαν +είμαι πάντα βυθισμένος. Ο αρπαγμός της Τζελίκας στέκει πάντα +τυπωμένος εις την καρδιά μου, και με κάνει αναίσθητον εις κάθε +λογής χαροποίησιν. Αν ήξευρα ότι αυτή η βασιλοπούλα δεν ζη, +ημπορούσα να απαρατήσω την ενθύμησίν της ακόμη ωσάν την άλλην +φοράν· μα η άγνοια της τύχης της με κάνει διά παντός να θρέφω εις +την καρδίαν μου ακατάπαυστον πόνον, και απ' αυτόν ημπορείς να +καταλάβης καταλεπτώς την αιτίαν της μελαγχολίας μου, και σε αφίνω +να διακρίνης αν έχω δικαίαν αιτίαν να είμαι πάντοτε περίλυπος και +μελαγχολικός καθώς με βλέπεις. + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ + + +1) Είδωλον που επροσκυνούσαν οι Πέρσαι. + +2) [Γενναιοδωρία] + + + + + + +End of Project Gutenberg's Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 *** + +***** This file should be named 36622-0.txt or 36622-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/6/6/2/36622/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20110705-36622-0.zip b/old/20110705-36622-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..c5e2db3 --- /dev/null +++ b/old/20110705-36622-0.zip |
