summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--33354-0.txt5848
-rw-r--r--33354-0.zipbin0 -> 144233 bytes
-rw-r--r--33354-h.zipbin0 -> 246786 bytes
-rw-r--r--33354-h/33354-h.htm5454
-rw-r--r--33354-h/images/cover.jpgbin0 -> 105960 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
-rw-r--r--old/20100805-33354-0.txt5838
-rw-r--r--old/20100805-33354-0.zipbin0 -> 144205 bytes
10 files changed, 17156 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/33354-0.txt b/33354-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..f241263
--- /dev/null
+++ b/33354-0.txt
@@ -0,0 +1,5848 @@
+The Project Gutenberg EBook of Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Sick from Cholera
+ Published after death
+
+Author: Alexandros Papadiamantis
+
+Posting Date: March 29, 2012 [EBook #33354]
+First Posted: August 5, 2010
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni and George Canonis
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been
+changed otherwise. Words in bold characters are included in &.
+Square brackets [] or question mark indications (;) of the
+original have been kept. Some footnotes have been placed
+at the end of the book.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό.
+Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
+ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+Οι αγκύλες [] και τα ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου.
+Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου έχουν τεθεί στο τέλος του.
+
+
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+
+
+
+Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
+
+
+
+ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ
+Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915
+
+
+
+Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ
+
+
+
+Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο
+δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια
+διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της
+οικογενείας του μετά τον θάνατόν του.
+
+Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την
+έμπνευσιν και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του
+μεγάλου διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν
+θέλγητρον, το ότι μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την
+αφανή επιμέλειάν του περί την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του
+διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως, όπως π. χ. εις το δεύτερον της
+σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά δύο παραλλάσσοντας
+τρόπους.
+
+Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα,
+όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή
+φράσις αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που
+μας επέβαλε την έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων
+του Παπαδιαμάντη και όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί
+πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον
+ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς το κοινόν. — Αι κατ'
+εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν φιλολογικήν
+συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν, γίνονται
+αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της
+παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή
+και μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν.
+
+I. Ζ.
+
+
+
+Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH
+
+
+
+Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα
+της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά
+Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.
+
+«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο
+αδερφός μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που
+βλέπεις που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια
+μεγαλείτερος από μένα.
+
+Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών
+χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες.
+Θα ήταν τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.
+
+Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη
+χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου
+Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με
+τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι
+Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον
+κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε — και
+δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα και το θανατικό. Κ'
+έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλλαρία,
+Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια και
+τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι
+φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που
+φορούσαν κάτι σαν φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ'
+εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον
+αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε το λαό κ' εσκορπούσε ελέη
+και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι.
+
+Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια
+μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει.
+Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η
+στεφάνωσι. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.
+
+Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους
+μήνες μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν
+μ' έπιασαν οι εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά
+από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε
+άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος,
+κι' αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώση.
+
+Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην
+Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα
+απ' τους πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά.
+
+Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας
+δεν ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην
+εξοχή, κι' άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.
+
+Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του
+απ' το παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να
+μου φέρη νερό. Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά,
+ή φόβος τον έπιασε και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση.
+
+Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα
+δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.
+
+Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι.
+Σηκώθηκα, επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν
+καλλίτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ'
+έψησα δυο-τρία και τάφαγα.
+
+Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα.
+
+Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα.
+Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα.
+
+Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά
+έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα
+κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά.
+
+Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα,
+με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα
+της βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή.
+
+Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει
+μαζί μου το κορίτσι μου από την κούνια...»
+
+Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα
+επανέλαβε·
+
+«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το
+ένα πρώτο για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα
+γνώριμο... να τον αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο,
+είχα σκοπό να γυρίσω πίσω στο σπιτάκι μου.
+
+Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν
+μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους
+Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε
+παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου.
+
+Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η
+κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από
+μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την
+πόρτα, φωνάζω·
+
+ — Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί;
+
+Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά
+στο παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται
+να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε·
+
+ — Κάμε της χούφτες σου.
+
+Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου
+έρριχνε απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε
+σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη
+στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ'
+έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας, κ' είπα·
+
+ — Τι κάνουν μέσα;
+
+Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.
+
+ — Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον
+στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη.
+
+Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή.
+Εκεί μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο
+Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η
+ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση
+και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η
+γυναίκα του η νιόνυφη.
+
+Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της
+καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί.
+
+Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα
+περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας
+μου, που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους.
+Πριν φύγουν, ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό
+τους.
+
+ — Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το
+παιδί;
+
+ — Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω.
+
+Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι
+και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.
+
+Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια
+μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν.
+
+ — Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του
+χεριού επάνω στην παλάμη μου.
+
+ — Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.
+
+ — Πάμε μαζί, του λέω.
+
+Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς
+τίποτε, άρχισε να φέρνη δυσκολίες.
+
+ — Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου
+δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι
+τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα.
+
+Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να
+του πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...»
+
+Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο
+κυρ Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της
+μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά
+μένα.
+
+ — Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ'
+εμένα μαζί.
+
+Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν
+χολεριασμένη.
+
+Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.
+
+ — Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί.
+
+Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα
+κ' είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι
+γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το
+κρύψω, το ένα μέσ' την παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.
+
+ — Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω.
+
+ — Δέκα, είπα εγώ.
+
+ — Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.
+
+Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε·
+
+ — Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;
+
+ — Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί,
+εσάς τι σας μέλει;
+
+Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται
+να είχε σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού
+έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη.
+
+ — Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.
+
+Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του
+ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε
+και ολίγα ρουχικά μαζί.
+
+Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα.
+
+Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής
+συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη.
+
+Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους
+έπλυνα τα ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι
+μου, την Κατήγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση.
+Την εχάδευαν κ' έλεγαν· «Πίκκολο! πίκκολο!»
+
+Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες
+τους, εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι'
+αυτοί καλοί άνθρωποι.
+
+Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε
+στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ'
+εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη.
+
+Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από
+της υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην
+Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.
+
+Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά
+στον καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το
+δεκαπλάσιο».
+
+
+
+Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ
+
+
+
+Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την
+αρμάδα του εις τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του
+Βορρηά, όπου εξέσπων τ' άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον
+εις το τέρμα Αλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο
+γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα
+τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν
+επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον κόλπον. Επάνω στα
+πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, Μαυροθαλασσίται,
+Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, Βαρβαρέζοι,
+Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη
+αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και
+άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων.
+
+Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις
+δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους
+προς αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως
+γραμματέα του επί της φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον
+αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο
+στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα νησιά του Καστριού και τα
+Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον Μικρόν Γιαλόν — ...
+και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον Σώστην εις την
+δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα μελτέμι
+δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις
+την ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του
+χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου........
+
+(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους
+τρεις επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον.
+
+Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον
+Μέγαν Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο
+υγρός, εμαύρισε όλ' η θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια,
+και περί την ακτήν του Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα
+λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις
+τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο ημερώτερος, εις το απάγγιο,
+όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα μελτέμια τας ημέρας
+εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε μελτέμι εις την
+δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος
+αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα
+κύματα εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι
+δειλινού — εις όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια
+και τον Όλυμπον, τον Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις
+έφθαναν εις το τέρμα διά να ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του
+Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του
+Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν κατά το βράδυ
+στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του Καστριού, κ'
+εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα
+πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν
+αράξει, κατ' ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου
+μας, εις τα πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου
+εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα.
+
+Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην
+υγράν άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους
+θαλασσίους, οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι
+γυναίκες μυρολογίστρες επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του
+γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι
+λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά αθύρματα
+των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου.
+
+ — Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά
+επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν
+το θείον κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί,
+— Ελάτε, ελάτε! — αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή
+εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η
+ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του πληρώματος, ύστερ' από
+Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, Τουνεζηνούς και
+Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι περί τους
+150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι
+Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που
+επεσκέφθη επισήμως τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος
+προεστώς του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.
+
+Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις
+δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον
+είχεν υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως
+γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον
+αφέντην του, όσον πας τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε.
+
+Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με
+τας κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του,
+προήδρευε συνήθως εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι'
+αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν
+κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο συνήθως οι προεστοί.
+Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του
+ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να πειθαναγκάζη
+τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής.
+Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και
+εγίνετο σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την
+κολακείαν, αλλ' ήτο απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους
+Αγάδες.
+
+Εν τούτοις, &κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς& ο Κουμπής. Την
+χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει &στον νουν του Κουμπή&, ότι έπρεπε να
+χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του
+είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και
+μοιχούς κρινεί ο Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την
+Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να υιοθέτηση ξένον γέννημα (&ξένο κρειάς να
+μη θρέψης,& έλεγε χυδαία τις παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια
+μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το
+βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά την τελευτήν του,
+ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα
+ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του;
+Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς».
+Αλλά κ' οι καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί
+περιμένουν πότε να πωλήση άλλος τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα
+χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα
+κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης,
+ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι άλλοι.
+
+Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του,
+να μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον
+αυστηρός άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη
+μικρόν νινί, χαριτωμένον, αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα
+γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15
+περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε
+'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η αντικρυνή
+του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή,
+ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον
+θείον είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση.
+
+Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον
+βιάση με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους
+Τούρκους — να τους στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο;
+Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και
+μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' αποκτήση, αν θέλη ο Θεός,
+κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να καταπλεύση ο Πασάς με
+την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε.
+
+Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του
+Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν
+εκδούλευσιν, και ο Τούρκος ναύαρχος του υπεσχέθη.
+
+Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με
+έξ κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν
+άνθρωποί του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι
+τον ανήφορον — υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν
+εις το Κάστρον, υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον
+αγριόξυλον, παρά το χάσμα, όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου
+έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την
+Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς κατέβαινεν από τον κρεμαστόν
+σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα πανοβράκια, με τας κεντητάς
+βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το πρωινόν σερμπέτι του.
+Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον είχε φέρει
+πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός,
+εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο
+εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι
+να νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον
+είχε συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς,
+Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ'
+Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε
+η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν
+χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή γειτόνισά μας την Λελούδα,
+επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη παρηγοριά από
+σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να
+σεργιανήσετε κι' όλας.
+
+ — Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το
+Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η
+αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να
+πάρουν αράδα της αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να
+'ρθή μαζί μου.
+
+ — Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου.
+Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας
+είνε και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ'
+αγάδες; Έχουν άλλοι από μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ
+είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να σας πειράξη;
+
+Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν
+που της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του
+συζύγου της. Ήτο απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται,
+τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής,
+φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της κόττας η λοφιά είνε αμαυρά
+και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και
+όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της
+θηλείας εις τον άρρενα.
+
+Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την
+παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου,
+επειδή ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον
+αέρα, ύστερ' από πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν
+καλύβι της, επείσθη. Η Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν
+τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήσαν και πολλοί ναύται
+χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν και Τούρκοι, οπού
+δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο
+αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη
+μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και
+τα είχε καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και
+δεν ετολμούσαν να πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα
+πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι
+«μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ της να ελπίση ότι θα
+εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια
+χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το
+λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και
+μικρό προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε
+την Κουμπίναν.
+
+O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου
+ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε:
+
+ — Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα
+πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα.
+
+Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν.
+
+ — Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο
+γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο
+λοστρόμος Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη
+φεργάδα είνε το ένα τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ'
+επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι-Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την
+Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατί θα χρειασθή,
+θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που είνε άρρωστος από
+μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει.
+
+Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν:
+
+ — Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα
+προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον
+παπά-Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω
+ορισμόν απ' τον Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι
+(τάλληρον), και παραπάνω. Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με
+σας τους παπάδες, πως δεν του έκαμα τον λόγον του.
+
+Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον
+Προκόπιον, όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και
+σκότος ήρχισε ν' απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς
+δυσμάς, εφαίνοντο φώτα εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα
+είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία. Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή
+προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι [εκείνο], και κατόπιν είχον
+μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι εκατηφόριζε αποτόμως προς
+το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του Αγίου, κ' έβαινον
+εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε πλαγινά
+βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί
+που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα
+μοναξιά, δεν εφαίνετο ψυχή ζώσα.
+
+Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την
+Κουμπίναν, και διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο
+γυναίκες! — εις το μέρος αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν
+βράχου, εις τον όχθον του δρόμου, ωμίλησαν ελληνιστί.
+
+ — Σταθήτε! μη φοβάσθε...
+
+ — Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου!
+
+Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν,
+ο Κουμπής.
+
+ — Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα μαζί
+μας, Λελούδα.
+
+ — Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η
+Κουμπίνα.
+
+ — Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. — Λελούδα,
+έλα θα πάμε στην φεργάδα.
+
+ — Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα.
+
+Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή
+ότι προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της
+απαγωγής. Η Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή
+και εγκαρτερούσα, επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των
+εικόνων και προσηυχήθη. Εις μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν
+αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η Λελούδα και διατί δεν
+επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη [απηλογήθη].
+
+ — Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε
+κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ'
+τον Κουμπή.
+
+Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του
+θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον
+πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος,
+τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι
+του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια των ώτων, εκστατικός,
+φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ κωπηλάται,
+όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά,
+τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω,
+επεβιβάσθη, υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες
+ήσαν συνεργοί της αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν
+επί της πρώρας, και ο έτερος ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις
+το πηδάλιον.
+
+ — Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής.
+
+Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους
+οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα
+έφθασε παρά το πλευρόν της ναυαρχίδος.
+
+Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον
+θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί
+τρία λεπτά, πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον
+αλλήλους, εκύτταζον τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά
+κατάρτια και τα πολυσύνθετα άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων
+κρεμαμένων προς τα κάτω επί του πρυμναίου ιστού.
+
+Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον
+συνήθη τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί
+του βαθμού όπου είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την
+εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο Καπετάν Πασάς επένευσε και
+παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον αντιπροσωπεύση.
+
+Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του
+θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να
+συνέρχεται βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την
+Παναγίαν με τον Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον,
+ιεράρχην με πολιά στρογγύλα γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ'
+ευλογούντα.
+
+Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους
+επισκέπτας, εξ ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης
+έβηξε, κ' έλαβε τον λόγον.
+
+ — Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε
+το βιβλίο σου.
+
+Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν
+της καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας.
+Ενεχείρισεν εις τον Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού
+προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές.
+
+ — Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν.
+
+ — Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής.
+
+Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει,
+φαίνεται λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει
+να υπάγη στον Άι-Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο
+κληματίδας λεπτάς απ' την πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε
+τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον
+εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της γυναικός του, περίσσευμα από
+στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα τοιαύτα κοινωνικά
+χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά εις βρέφη
+— ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με το
+λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να
+στεφανώση τα νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή.
+
+Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας
+εικόνος, έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν.
+
+ — Έλα, αγάπη μου.
+
+Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή.
+
+Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος.
+
+ — Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ'
+εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν
+αμοιβαίως.
+
+Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής.
+
+ — Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου.
+
+ — Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον
+γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου.
+
+ — Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού
+βρίσκεται.
+
+ — Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο
+Κουμπής.
+
+Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε.
+
+ — Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο.
+
+Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης
+εστάθη όπισθεν του ζεύγους.
+
+Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που
+εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της
+ανομβρίας.
+
+Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ'
+επεμβήκε.
+
+ — Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες
+βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου.
+
+Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν
+ήρχισε να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν
+την φοράν την Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας.
+
+ — Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους
+μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν.
+
+Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς:
+
+ — Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν;
+
+ — Την θέλω.
+
+ — Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;...
+
+Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με
+απλήν και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε
+την κεφαλήν της νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και
+περισσότερον είχε την αφωνίαν του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν.
+
+ — Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του
+στεφανώματος.
+
+Ο Ιερεύς είπεν:
+
+ — Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον.
+
+Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε:
+
+ — Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον
+γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα.
+
+ — Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο
+ιερεύς.
+
+Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να
+κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις.
+Το βέβαιον είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.)
+
+ — Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον.
+
+Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο
+Κουμπής είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους
+του. Εχρειάσθησαν εξ αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον
+παράμεσον και έν εις τον μικρόν δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν
+του στεφάνου, χωρίς να είπη: &Ευλογημένη η βασιλεία&. Άρχισε να
+διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά, όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως
+αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα ευλόγησε τα στέφανα και
+υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα στέφανα.
+
+Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί
+τους τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο
+Φαναριώτης ήλλαζε τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις
+μεγάλες κανονιές εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του
+πλοίου. Όλον το πέλαγος εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και
+ήλθεν από τον κρότον και τον κλόνον.
+
+Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την
+βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν
+υπό την πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η
+σελήνη (ήτο ως επτά ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον
+σταυρόν του και είπε:
+
+ — Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν ραμαζάνι;
+
+Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο,
+πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη
+εις έν κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε
+βλέμμα έξω, κ' ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει.
+
+ — Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος.
+
+ — Και τι θα πη ραμαζάνι;
+
+ — Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός).
+
+Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα,
+και δεν ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που
+του έλεγεν η μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν
+όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά,
+στους βράχους και στα άντρα.
+
+Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού,
+η Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους
+κανονοβολισμούς, και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν
+των.
+
+ — Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με
+γυιους, Κουμπή.
+
+Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι,
+εντός δύο ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι
+δεν θα ήτο πιθανόν να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της
+ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να
+υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός αντικρύ, εις το μικρό
+σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει η
+Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου
+ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα
+εικονίσματα. Η Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του
+κανδηλίου.
+
+Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε:
+«Καλύτερα, ας έλθη, να της το ζητήσω».
+
+Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή
+το ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά
+πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου,
+είχε προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε
+σπουδαίαν υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά
+την νύκτα. Όθεν ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν
+τας πύλας του φρουρίου.
+
+Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά,
+υπομειδιώσα και τους ευχήθη:
+
+ — Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή...
+
+ — Πώς ξέρεις;
+
+ — Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε.
+
+Εστράφη προς την Λελούδαν.
+
+ — Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε;
+
+Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε:
+
+ — Να με σχωρέσης!
+
+ — Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην
+Κουμπίνα.
+
+Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας
+του πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε:
+
+ — Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα σου,
+τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις
+και σύρε να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα
+στείλω μαστόρους να το μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε
+περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης καλά με την Κουμπίνα.
+
+ — Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την
+Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης
+να καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης.
+
+ — Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη
+δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του.
+
+Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ
+του στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται
+μέχρι σήμερον Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα
+ανέθρεψε, τον Κονόμον (Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον
+Θωμάν και άλλας τόσας θυγατέρας.
+
+Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν
+επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν
+πρωί, να υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του
+είχε παραθέσει επί του καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ'
+επάνω εις την βίαν και τον φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα
+έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα του Κουμπή, αντί να βάλη
+ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με πλατείας
+κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι
+δημογέροντες] έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής
+το εφόρεσεν εις το θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του
+κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό
+ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν του, και εξήλθεν.
+
+Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το
+λάθος. Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες
+υπεψιθύρισαν, κ' εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν.
+
+Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν
+και τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν.
+
+Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση
+την Λελούδα.
+
+Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και
+ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον
+γάμον της, κ' ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν.
+
+Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν.
+
+Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον
+της Λελούδας.
+
+ — Παληοβρώμα!...
+
+Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας
+του.
+
+ — Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω
+στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα
+συστήματά σου, Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου,
+σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή μου, έλεος!
+
+Ο Κουμπής εκάμφθη.
+
+Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα
+τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου
+Δημητρίου, σιμά εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον
+τεράστιον σχοίνον, κυρτόν εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ
+λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και τόσον ζωηράν εικόνα του
+Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού.
+
+Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων
+της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα,
+ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της
+Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών.
+
+Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει.
+
+
+
+ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ
+
+
+
+Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με
+το βορεινόν παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν
+πενιχράν, καθάριον οικίαν, όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως,
+πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις
+τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί
+εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα πλάσις δι' εμέ.
+
+Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον
+χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων,
+η φωνή της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης,
+ψαλλούσης με παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον:
+
+ Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό,
+ με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό σταυρό.
+
+Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει,
+όχι μόνον αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και
+τώρα, ύστερον από τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα
+όσα μυθολογεί ο θείος Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον
+Πίνδαρον — μία μικροσκοπική, αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός
+ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα σαρκός ή χώματος και να
+μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα· και να σηκώνεται
+λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά μαλλιά, και να
+ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα
+κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να
+τραγουδή: «Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;»
+
+Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες
+ότι η θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των
+παλαιών αμαρτιών την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας
+ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και
+ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά
+μόνον αναμιμνήσκεται;
+
+Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν
+απέθανεν έν αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον
+εγοητεύθη από το θέαμα των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και
+θυμιατών, και των πολλών ιερέων με τας στολάς των και του πλήθους του
+λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον ανέκραξε:
+
+ — Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον
+Παναγάκην!
+
+Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον
+είχον παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του
+χειμερινού θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις
+την αυτήν εκείνην οικίαν με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί
+ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα, μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν'
+αποσείσω τον πρωινόν ύπνον.
+
+Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του
+παιδιού εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον
+του έτους 188..., μίαν πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη
+τας χιόνας. Η μητέρα της, η Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η
+Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά
+σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον κατέλθει νήπια εις
+τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν· τελευταίον
+έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου
+ο λόγος.
+
+Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος
+εις το «Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν
+ήδη την τέχνην του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα
+σήμερον της Ξενούλας και δύο άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το
+παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο μάστρο-Παναγής, όταν είχε
+δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν ημεροκάματον, πλην είχε
+περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η αρρώστειες, οι
+γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με πολλά
+βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το
+υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το
+παιδίον ήτο αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως
+ήρχισαν τα κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν,
+βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα
+εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία, στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο
+Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως.
+
+Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει
+από της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον
+αρχόντισσα παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη·
+μία ήτο πλουσία εν ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και
+αυτή. Και όμως αύται την εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η
+αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά
+πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται χρήσιμος προς αυτήν και
+της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η τωρινή, την απέπεμψε
+με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της.
+
+Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας
+κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά
+εμάλωναν κάθε μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν
+δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις
+εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις ήθελαν το καλό,
+αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν
+μάγια.
+
+Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον
+σεβασμίου ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας·
+έπειτα ελογομάχησαν με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν
+πόλεμον εναντίον εις την άλλην αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με
+την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός
+τόσων τέκνων, της Ζουγράφως.
+
+Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν
+και ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ,
+μεσημέρι και βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας
+τους, κ' εξεσκουφώνοντο, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο
+«να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά. Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το
+παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . .. ποδαρούσα, την άλλην
+εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην αναρούσα, [ξωτικό] την
+άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον ονοματολόγιον.
+Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι, χωρίς να
+τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό
+σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις
+τo Λεξικόν των αθησαυρίστων.
+
+Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς
+γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί
+άλλοι εκ της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της
+ξετρελλαίνουν περισσότερον. Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω,
+ανέβησαν εις το δώμα, κατά την συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά
+τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να εκκοκκίζουν και το
+κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των.
+
+ — Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ'
+τσ', Παναϊά μ', τα μάτια.
+
+ — Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η
+γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί.
+
+Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν,
+ήτις πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο
+ματάκια είχεν, αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον
+Γιάννην και τον μικρόν Στέλιον.
+
+Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το
+άρρωστον μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της
+Ζουγράφως, έτρεξε με όσα ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η
+γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο
+γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο αργά· δεν ίσχυσε να
+σώση το παιδίον.
+
+Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την
+πρωίαν του Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η
+Πλουσία, η δευτερότοκος αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη.
+Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της
+ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από πάμπτωχον οικογένειαν.
+Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην, πλουσία κατά την
+υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας γυναικείας
+τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189...
+όταν είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη
+αντειρωνείαν της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος
+και ευκατάστατος, όστις της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της
+περιουσίας του.
+
+Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την
+μαρανθείσαν νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον
+ξενιτευμόν των αρρένων αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά
+μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι' ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ'
+έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το οποίον ήλθε να παραλάβη είς
+ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να το προπέμψη· την
+δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την ελαφράν
+εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου
+όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από
+τον Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν
+τα ουράνια αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας».
+
+Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε
+κτισμένη επί των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις
+υπέροχον λοφιάν υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας
+ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής
+όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη τραγουδεί το «καράβι-
+καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα τα μαλλιά της
+η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία
+καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας,
+και μέχρι των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον
+και από πέτραν ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το
+πικραμμένον χλωμόν στόμα της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο,
+κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος των βράχων, κατακυριεύον όλας
+τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον καρδίας και όμματα,
+καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας.
+
+Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά
+Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον
+ξύλινον της Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο
+μάστρο Κ... ο πατήρ του εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας,
+όστις τον είχε φέρει, αφού παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά,
+τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της πεζούλας εις την βάσιν ενός
+γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την πενιχρότητα της
+παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του) κ' επήγε
+να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια.
+
+Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον
+μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην,
+επάνω εις το ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα
+της ημέρας, ως στήλαι ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία
+μαυροφόρα, και μία με πολίτικην μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος
+«λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν
+γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν της προς τα άνω, και
+ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία πικρόν
+μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών
+ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και
+επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι
+της Ζουγράφως.
+
+Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το
+Κοιμητήριον της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα
+το διηγηθώ παρακάτω όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από
+πολλών χρόνων, είχον προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των
+αγνώστων. Είχον &εξιπασθή&, επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της
+δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα».
+Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο-Σταύρος ο Κακαβάρης,
+αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις τον τόπον από
+την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την αρχήν
+του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά
+την αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ
+γονέων καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την
+μεγάλην ήπειρον, αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων
+μεταξύ ερειπίων και συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των
+Τούρκους αγάδες, πλούτου κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν
+τας αδελφάς των Σουλτάνες, χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των
+αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο-Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον
+προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του πενθερού του, αγροίκου βοσκού
+εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η θύελλα και ενυμφεύθη την
+σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε τον αδελφόν του όχι
+Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά το Αιγαίον.
+Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη
+ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του
+πάππου του του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το
+Πανεπιστήμιο.
+
+Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη,
+υπερηφανεύθη και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο
+της τρέλλας μετεδόθη βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η
+γραία είχεν αντισταθή εις το μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε
+και αυτή.
+
+Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα
+πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι
+ο Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα
+ήρχετο να την ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι
+του Διαδόχου του Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά
+και τα εξέφεραν μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι
+μεν νέοι και τα κοράσια εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε
+γεροντότεραι και φρονιμώτεραι γειτόνισσαι τας επετίμων,
+συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας. Διάφοροι άνθρωποι
+αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν ταύτην,
+διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν
+αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και
+πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία
+γράμματα, τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς
+είσπραξιν εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ
+των γειτόνων η γραία Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν
+αυτά, αλλ' εκείναι ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί
+με όλην την γειτονιάν και με όλον τον κόσμον.
+
+Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από
+τας Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον
+Διάδοχον, εθύμωσαν και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε
+μανία των επετάθη, όταν έμαθον ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας
+Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το δόγμα καταγομένην εκ
+Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος, χαΐρι και
+προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη!
+
+ — Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ
+(εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της
+χελώνες.
+
+Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει
+και άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την
+οικίαν μάντεις και τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν.
+Είχον υπάγει εις μάγισσες, να κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον
+Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην. Είχον απομακρυνθή από τα θεία
+και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν ηθέλησαν να κάμουν μίαν
+λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν σηκωθή,
+εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον
+μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον
+παπάν να μη λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο
+ότι συνήντησαν καθ' οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού
+καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται».
+
+Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους
+βρυκόλακας. Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα
+καθήκοντά του ως πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε
+πολιτοφυλακής ταύτης τα καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της
+10ης και του μεσονυκτίου ανά τας συνοικίας της μικράς πολίχνης, και
+εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του μεσονυκτίου και της πρώτης
+ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς, επί της κτιστής
+μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω, μετά την
+διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του,
+ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον
+προς δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον
+ημίονόν του, διά να ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από
+το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν
+είχε λάβει αφ' εσπέρας από την δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν,
+αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως. Ήτο την νύκτα της τετάρτης,
+περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν του μικρού
+Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα αυτού
+δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν
+δύο γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της
+νυκτός, εις το οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της.
+
+Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από
+απορίαν παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς
+το μέρος όπου είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε
+πλησίον του νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη
+φθίνουσα έμελλε προς όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο
+μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον εις τον περίβολον, να ίστανται προς
+στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο Γιάννης της Στάμαινας
+εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης λοφιάς του υψώματος
+και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν.
+
+Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον
+τοίχον-τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της
+στερεάς. Η άλλη η δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος
+ο περίβολος των νεκρών έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς,
+όπου προς το νότιον μέρος εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την
+θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν
+ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς υπήρχεν εντός, [Ούτε
+οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί υψηλοτέρου
+οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του
+ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον)
+εξυπνήση τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος
+και φρικίασιν εις τα οστά του τολμητίου.
+
+Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο
+Γιάννης της Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ'
+ολίγα βήματα τας αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα.
+Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα
+εστάθησαν.
+
+Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο
+χαμηλότερον, φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ
+το άλλο κτίριον έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και
+κονία είχον εκπέσει από την κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο
+και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή άνθρωπος και να εισέλθη.
+
+Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*)
+
+*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ,
+ατελές.
+
+
+
+ΔHΜΑΡΧΙΝΑ ΝΥΦΗ
+
+
+
+Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα
+μεγάλα βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και
+χωριστά άλλα μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο
+μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης, όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν,
+δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε
+πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν δίστιχον:
+
+ Ήρθαν τ' ανθρωπάκια
+ απ' τα καραβάκια.
+
+Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι,
+Γιακουμπαίοι, Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο
+διηγούμενος ταύτα επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι,
+Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι, Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και
+λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να εκλεχθή εξ άπαντος, εις την
+επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος Αγγούδης,
+νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος,
+φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε
+«κριθάρα», κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών
+υποστηρικτών του), και ο μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και
+ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, με τόσην φοβεράν επιστρατίαν
+ναυστολικού και πληρωμάτων.
+
+Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην
+αυτήν των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν
+εν χορώ να τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο
+ιστιοφορικός στολίσκος της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο
+καράβι, του καπετάν Αλέξη Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο
+εις την συνάντησιν των σκαφών των ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας
+εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι' όλου του εκλογικού
+αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν ούτε εις
+τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν.
+
+Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε
+πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις
+τους δύο [τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την
+στέγην, και ίστατο εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα,
+αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα
+με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους μεμακρυσμένους βράχους και
+τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, ούτε ως πτερόν γλάρου,
+ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον καλλικατζούνας· ούτε
+όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας, ούτε εκείθεν
+του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν
+ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και
+κατέθετε το κιάλι το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν
+συντριβή και ανεκλίνετο εις τον σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και
+ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η Αρχόντω, αυτή και η
+εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, μη
+έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον
+Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή
+οικία, μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις
+τα Σχιναδέικα, επί αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω
+Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού
+μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί των οποίων ανεγινώσκοντο
+ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα γράμματα του
+Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος αυτούς
+ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν
+Ελλάδα, την μητέρα των.
+
+Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού
+ήτο εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι,
+είχε δώσει υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή,
+εξημέρωνε το Σάββατον, την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των
+εκλογών, και το καράβι δεν εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το
+παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και βαρειαναστέναζε».
+
+ — Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της.
+Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα...
+
+ — Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω!
+
+ — Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν,
+ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση.
+
+ — Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω.
+
+Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε.
+
+Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η
+καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση,
+αίφνης της λέγει:
+
+ — Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα;
+
+ — Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε
+καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να
+πάρη την Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα
+μάτια της η καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η
+Γκότσαινα της λέει· κι' αν φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ'
+ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα χρονών να είνε, κατέβασ' ένα
+'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να το κρατή ώρα
+πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε στιγμή
+απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ'
+αρωτήσης, τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή
+βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή αβούλιαχτο.
+
+ — Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω.
+
+ — Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η
+Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως
+ένδεκα χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε
+το 'κόνισμα στα χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ'
+ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της είπε· βλέπω το καράβι που
+αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, κι' ο καπετάνιος
+στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις,
+ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε.
+
+Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε:
+
+ — Πας να την φωνάξης;
+
+ — Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται;
+
+ — Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν.
+
+ — Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι.
+
+-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις
+πόρτες παραπέρα είνε.
+
+ — Ας πάω.
+
+Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον
+και την ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού
+εκάλει την κόρην του καπετάν Λυμπέρη.
+
+ — Χ. Έ, Χ.
+
+ — Τι είνε; Ποιος φωνάζει;
+
+ — Κατέβα να σου πω.
+
+Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον
+δρόμον, της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν
+παραγγελίαν:
+
+ — Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα.
+
+Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα
+σκαλοπάτια της οικίας του καπετάν Αλέξη.
+
+Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον.
+
+Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν
+εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η
+Λυμπέραινα, είτε διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας
+του θυγατρίου, είτε μάλλον διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα
+εις την διεξαγωγήν της μαντείας, έφθασεν εις την οικίαν της
+Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, καθημένη αντικρύ της
+μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από κούρασιν ή ζάλην,
+την ερωτά:
+
+ — Τι βλέπεις;
+
+ — Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά,
+θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα
+κύματα, που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά.
+
+ — Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η Αρχόντω.
+
+ — Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις
+νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως
+τρεις δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω
+στα βράχια, που πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα,
+πάλι τους πετά εμπρός, τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι
+νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι, μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να
+πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι έγειναν... Οι δύο επήγαν
+στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, φαίνεται
+σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά, ως τρεις
+πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς).
+
+Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας
+επήρε το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον
+άλλοτε και ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα
+επινίκια. Χαρά και αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την
+αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως
+τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα
+λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με κλαρινέττα, φυσώντες και
+χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν, προεξάρχοντες της
+βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των, και παιδιά
+ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια
+[τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας
+(αγέλης).
+
+Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως
+έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της
+Χαλκίδος, κ' εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και
+μεγάλα έργα. Εν πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την
+βρύσιν του Προφήτου Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν.
+Είκοσι χιλιάδας δραχμών εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος·
+πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το
+μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον οι εκλογείς του πίνοντες
+νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν υγιεινά. Τι θα
+του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας
+χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν
+εις τον τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς
+τούτο όλοι οι πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα
+έχανεν ο άνθρωπος την πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου)
+προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών εις χείρας του. Και η μεν
+«Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του Προφήτου Ηλιού
+έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη Χάνεσαι»
+εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν.
+Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων
+η μία άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν
+Ελλάδα, κ' η τρίτη εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την
+πόλιν διά δεκατριών φανών, διά να βλέπουν την νύκτα όλοι οι
+νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν όλοι οι εργατικοί,
+όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον των.
+
+Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν
+του κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον
+πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως
+κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους και παννυχίδας με την νεολαίαν του
+τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν», καθώς έλεγεν ο Διοματάρης,
+κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή πλουσία δεν ημπόρεσε να
+βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και μετ' ολίγον
+καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος.
+
+Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε
+τον σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας
+προκαταβολάς των. Και πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον
+αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά. Ολίγον κατ' ολίγον, αφού
+συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης μετεκόμισε την
+δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις την
+πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να
+κατεβάζη από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού.
+
+
+
+ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ
+
+
+
+«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία,
+επιθέσει και απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ.
+Κανταραίου επί καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις
+Κωνστ. Στ. Κανταραίου, κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει
+οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή». Όλ' αυτά τα έγγραφα και
+πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, πρώην
+ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών,
+&ταουνκλέρκ& (1), όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της
+Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ'
+αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και χωρίς να προσέξη εις το
+πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον πολλοί, (καθότι
+ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν
+εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των
+αγροζημιών των γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και
+ακουσίως ανεπόλει τον Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη,
+μεγαλοβοσκόν, με αγέλην επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα·
+αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις
+απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος
+ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός έμελλε να γείνη
+ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν, επαρουσίαζε
+πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου
+τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και
+να τα συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ
+είμαστε».
+
+Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του,
+τον Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον
+είχε στεφανώσει. Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου
+μας, ο αλησμόνητος Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος,
+είρων, με το τσιμπούκι του και θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του
+ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν
+υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου είχεν αρχίσει να μαθητεύη
+ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή και «γλυκόκαρδη»,
+&σουήτχαρτ&. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά τρία έτη να
+λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της (2) χείρας, πριν γείνη
+ακόμη είκοσιν ετών;
+
+Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους
+μηνύσεις, τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια
+θεσπίσματα», και τας κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι
+υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον. Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν
+κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι.
+Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους κάμπους της νήσου
+[γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και αμπέλους
+και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις
+μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας
+χλοεράς τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την
+Καναπίτσαν, εις τον Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της
+Κουκουναριές, το ωραίον άλσος των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η
+ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα του δήμου, την οποίαν αυτοί
+πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον, λέγω, είχον πληθυνθή,
+ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός κακήν μανίαν
+και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς
+μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των,
+δεν έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι
+και ανεψιοί, εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο
+Κανταρόπουλα· δεν κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας
+είχον διά να καταπατήσουν σιμά στα σύνορά των, — τους
+Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους και
+Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου.
+Αν τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον
+θείον και καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την
+ευχήν ή την κατάραν του Δημάρχου.
+
+Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία
+οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον
+Προφήτην Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα
+έτη προ του 21, σιμά εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος
+ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη
+εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και εξωμερίτης, ήτοι
+γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον λείψανον
+της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων.
+
+Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως
+αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το
+«εν τη μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά
+τις την κάπαν του, ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και
+στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες
+διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι
+«γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι.
+
+Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να
+«κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης
+και θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον,
+γεμάτον, την κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν
+σου κυρτήν, αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον
+πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι
+σχεδόν καλοί δουλευταί κ' ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους
+εισπράκτορας και καταπροδίδοντες αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η
+&αμάχη&, η οργή και κατάρα του Θεού. Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν
+αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον Κάνταρον με το τουφέκι
+εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος παρεμόνευε
+τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον
+τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με
+την πάλαν και τον έρριπτε κάτω.
+
+Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από
+την πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον
+καιρόν εκείνον, δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο
+Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος, σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο
+Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών, ίσως διότι έκριναν ότι
+υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν, ο νεώτερος
+εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν
+της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και
+τον έφαγε με το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ,
+αλλ' αντιστρόφως ως προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν
+τον βρόντον και τον συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το
+θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο σταθμός του Τούρκου, του &Γιαορκητζή&, ή
+τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον.
+Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον
+κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε προς την
+ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την
+θάλασσαν.
+
+Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του
+πελάγους, θ' απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον
+υγρόν διάστημα; Πότε να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ'
+ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ' ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ.
+— του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν. Πλην δεν έλειπαν η
+ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν αποκάμει, κ' είχε
+πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον πλοίον
+ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και
+όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων.
+
+Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της
+λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον
+— ότι ήτο άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και
+μερικοί χριστιανοί προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο
+με τους αρματωλούς και τους κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι
+άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη
+τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά τολμηρός τόσον
+πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως
+τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι.
+
+Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το
+πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις
+το άλσος των πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν
+αφήσει πολλάς θείας, εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς,
+οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον
+γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον ευπορίαν αγροτικήν
+και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους,
+συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων.
+
+Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο-
+Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε
+κλέμματα και αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ
+και ήτο πολύ προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην
+του, και θα ηδύνατο και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον
+Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό». «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος
+ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού
+του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της προικός την οποίαν
+στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε
+κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα
+εκαλλιέργησε. Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν
+υιούς, τον Στάμον και τον Δημήτριον, και θυγατέρα, την
+Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης.
+
+Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του
+
+(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές
+
+
+
+Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ
+
+
+
+Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο
+όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον
+τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή
+κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας
+του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος —
+επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν ως σκούνες και
+τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι είχε
+συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να
+βάζη την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα,
+κι' αυτός ν' ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς
+γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο
+παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν
+αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος
+ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν
+ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον συνήθιζε κατά κόρον
+ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο
+βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το
+πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν
+είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή
+ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το
+συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να είπωμεν την μαύρην
+αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον αυτή η
+στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως
+ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την
+κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον
+όμως η κλεψιά του έβγαινεν εις καλόν.
+
+Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και
+εις την πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα
+καπετανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε
+παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα.
+Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή «μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι».
+Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι
+προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις
+παραβολήν;»
+
+Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την
+εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην,
+κοκκινομαλλούν, χονδρήν ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν
+διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη
+τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απαστύλωτη» «αναφάνταλη»,
+«αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ' ακόμα, σχεδόν πενηντάρα,
+να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς
+κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως θα
+ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι,
+ποτέ δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε.
+Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται
+δεξιά».
+
+Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται όλα δεξιά,
+αφού ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και
+την επήρε χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως
+τον δέκατον μήνα μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά
+να κυοφορήση, να φέρη έν βρέφος εις τον κόσμον και ν' αποθάνη λεχώ),
+η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν
+νύκτα, να ανοίξη το έρημο κι' άχαρο σπήτι της μακαρίτισσας, (το
+οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος διότι επέζησε το νεογνόν), να κλέψη τα
+νυφιάτικα ρούχα της νεκράς και να τα φορέση; Απ' εδώ φαίνεται ότι δεν
+είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στο νου της, και
+της ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό
+ποδαρικό» διά τον σύζυγόν της.
+
+Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχαν ξεχάσει πλέον
+όλα τα παλαιά παραγκώμια και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το
+όρνεον εκείνο, ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν
+τ' άλλα αρπακτικά, κάθηται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη
+μορφή του συγχέεται και γίνεται έν με το βάθρον και με την σκοπιάν
+του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα του, και τα
+καϋμένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν
+εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το
+σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι
+επιχειρήσεις του Στέφου. «Σαν τ'μπούφ του π'λί». Όπως στον μπούφον το
+πουλί.
+
+Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή τους
+λιμένας του Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε
+ναύλον.
+
+Άλλοι ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον
+τους καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι
+άλλοι εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι
+άλλοι δεν εγλύτωναν από «σταλία», την άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός
+εξεφόρτωνεν αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις
+την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν, εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη.
+
+Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον,
+ξωριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της
+νήσου. Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των
+Ναυαγίων επιτροπή το έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το
+επεριφρόνησαν και μόνος ο Στέφος προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν
+αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην
+ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος γριπάρης, και
+προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το
+ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη
+εις τον καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού
+το παρέλαβε, το έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας
+του χειμώνος εκείνου συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους
+αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του
+επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το πλάγι ενός βουνού, εις το
+μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος έδωκε τρεις λίρας εις
+πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να
+καλλιεργήσουν το κτήμα και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάληψαν
+άφθονον βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης
+δεν είχε παύσει ν' ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του
+δεν έτυχε να κτυπήση εις την θαυματουργόν φλέβα! — Τινές είπον, ότι
+ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως
+ήτο υπερθεματισμός.
+
+Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό
+της ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα,
+διηγείτο τον βίον και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων
+της.
+
+ — Κλεφτρίνες, πλειο, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'! Τ' ακούς εσύ,
+όποτε έφερνε μπόρα, κι' όλες η νοικοκυράδες κι' η αργατίνες η
+παρακατινές, που μάζευαν της εληές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά
+τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το χωριό, αυτές η δυο μαυροφόρες, η
+Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα, η μάνα της, έπαιρναν της κόφες τους κ'
+έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλειο....
+
+Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάνα του, κ' η κυρούλα του.
+Από αυτάς είχε λάβει, ως φαίνεται, το μυστικόν περίαπτον της
+ευτυχίας.
+
+Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τες παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν
+εκτεθή εις το καφενείον Λασκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μίαν εικών
+(αυτοφυούς ζωγράφου, μάλλον χρωματιστού), ναύτου, ήτις παρίστανεν επί
+μακράς οθόνης τεραστίαν σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί
+των κεραιών της εφαίνετο μία περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου
+με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων
+πτερωτών, τα όποια έπιπτον εις το χάσκον στόμα.
+
+Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγένοντο.
+
+ — Θα είνε τελώνιο, που εκάθισε στα πινά της σκούνας, έλεγεν ο είς.
+
+ — Θα είνε θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος.
+
+ — Είνε θαλασσαετός!.... είνε σακκάς, πελεκάνος!....
+
+ — Είνε γλάρος!...
+
+ — Μωρέ είνε μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός.
+
+ — Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο;
+
+Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής επεριμένετο να φθάση,
+διά να κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν
+εφάνη. Η μεγάλη σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' απ' τα δυο νησιά να
+εισέλθη εις τον λιμένα. Τι έγεινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν
+Στέφος κ' επόδισε πουθενά; Θα ήτο απίστευτον.
+
+Όλοι ανησύχησαν μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν
+ανησυχίαν. Είχε νυκτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα
+μεσάνυχτα άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς
+εσύριζεν.
+
+Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο
+εις τον λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα
+φανόν, απεσπάσθη από τον μέγαν όγκον, κ' επλησίασε με βαρείαν
+κωπηλασίαν εις την προκυμαίαν.
+
+ — Καλώς σ' ηύρα, καπιτάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν.
+
+ — Καλώς την αγάπη μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, αναγνωρίσασα
+την φωνήν του συζύγου της.
+
+Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος
+μεταξύ των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός
+είχε δώσει νύξιν εις τον χρωματιστήν, πώς να ζωγραφίση) καθήμενον ως
+επί κλάδου, επί της κεραίας και των αξαρτίων του ιδίου πλοίου του με
+κεφαλήν μπούφου και με ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν
+πήχυν το στόμα και μέσα εις το μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν
+πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και αργυρά νομίσματα.
+
+Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ' εσχεδίασε μεγάλην
+σκούναν ν' αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον
+εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της
+κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του, το
+χάσκον ως άδης, βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον
+αμέτρητον πλήθος ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά,
+ρηγγίνες και κολωνάτα.
+
+Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε.
+
+ — Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα
+ρακί!
+
+Και έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι.
+
+
+
+Ο XAPAΜΑΔΟΣ
+
+
+
+Τι Χριστούγεννα έμελλαν να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν
+βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως
+μαινομένου πελάγους, εις [προς] τα κράτη του Βορρά;
+
+Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν
+ψοφήσει από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμάδια
+των ποιμένων και βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα
+πρώιμα, όπου εσκέπασαν τους λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας,
+το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ'
+αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει· άγνωστος πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει
+τα σταφύλια.
+
+Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον
+νεροπλυμένον, το οποίον είχαν κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει
+προ-δύο τριών ημερών ο Νικολός το Πιτς, και ο αχώριστος φίλος του, ο
+Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το καπηλείον του Γιαννιού της
+Στέργαινας· και τώρα, όταν [όπου] εξημέρωναν Χριστούγεννα, με τον
+ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν καπηλείον, το
+σύνθετον και από [με] καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν εξαιρετικώς
+την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ' ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος
+και η Λειτουργία των Χριστουγέννων.
+
+Πού η εποχή εκείνη, καθ' ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί,
+Γενοβέζοι, περιεκάθιζον εις το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον, — και
+όμως οι τότε άνθρωποι ήσαν ευτυχείς χωρίς να το ηξεύρουν! Η
+σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η κινητή γέφυρα ανεβασμένη· είχον
+αφθόνους τροφάς, κ' έπινον νερόν από μίαν στέρναν κ' επειδή εφείδοντο
+του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή μικρά καλύβη,
+κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί — καθώς διηγούντο οι γεροντότεροι —
+και αυτοί το είχον εξ ακοής — και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. Πού η
+αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; ευλογημένος καιρός!
+
+Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της
+Γαλοντζίτσας, ησθάνοντο ξηρόν τον φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια
+μεγάλη και φαιδρά εορτή, χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να
+περιφέρωνται, και τα παιδία που έψαλλον τα «Χριστούγεννα-Πρωτόγεννα»
+επήγαν να κοιμηθούν, κ' εσβύσθησαν όλα τα φώτα και ο βορράς εμαίνετο
+και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων κάτωθεν του βράχου, έμεινε το
+καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας του, με την θύραν
+βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος, όπου ίστατο το παμμέγιστον
+«Κανόνι της Αναγκιάς» κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου.
+
+Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ'
+ενύσταζον· ο κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν.
+Ο Νικολός το Πιτς κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν'
+αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους
+ηκολούθησε μετ' ολίγον διά να ξενυστάξη κι' ο ίδιος ο καφετζής.
+
+Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το
+χάος, ο Νικολός κι' ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φως μικρόν, ως
+λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον
+πλοίον αγωνιούσε κ' επαράδερνεν εκεί εις το μαύρον πέλαγος.
+
+ — Να, ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς.
+
+ — Καράβι μεγάλο είνε! είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας.
+
+ — Μεγάλο, μικρό... η φορτούνα το σπρώχνει κατά 'δώ.
+
+ — Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος.
+
+ — Ποιος μπορεί να διακρίνη;
+
+Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας. Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να
+έχη κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως.
+
+ — Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θε μου, και να ήτον φορτωμένο
+κρασιά; ...ο Χριστός το στέλνει.
+
+ — Να έχη και τίποτε ξεροτύρια, στ' αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης
+της Γαλοντζίτσας.
+
+ — Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! προσέθεσεν
+ο Γιαννιός της Στέργαινας.
+
+Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπης, με την ωραίαν
+μεγάλην σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, διά να
+εκφορτώση έν υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού
+φορτίου του εις ένα δυτικόν αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας εντός
+του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί του πλοίου του ένα ή δύο
+Εβραίους βοηθούς διά την εκφόρτωσιν, επειδή η επιχείρησις εγένετο από
+μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης.
+
+Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον
+γρήγορα εις το τέρμα του πλου. Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας,
+και ο καπετάν Ηρακλής επέμενε ν' αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις.
+
+Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά
+πάσαν νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον.
+
+Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος
+και τα κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξοριάσουν το πλοίον, και
+τότε... καλό ξεπλάτισμα! — όπως λέγουν οι ναυτικοί.
+
+Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου.
+Δεν ήξευρεν ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και
+δεν ήξευρεν ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου».
+Ήξευρε μόνον να σώζεται, με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν
+ημέρα Σαββάτου.
+
+Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν
+καταμεσής στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, διά να μη
+αρμενίζουν το Σάββατον; Άλλως και διά να αράξουν μόνον εχρειάζετο
+κόπος, εργασία. [Αλλά ήτο, ως φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων,
+οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και κατέπινον την κάμηλον].
+
+Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως
+παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε διά της
+βίας να εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε.
+
+Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου ο καπετάν Ηρακλής,
+προερχόμενος από τα Μπογάζια και το Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα
+εξαίρετα κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν
+ωραία κοκκινωπά κρασιά, κ' έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην.
+
+Η Εβραϊκή κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα
+οποία ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους
+τους εργάτης της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή
+όχι, να συντελέσωσιν εις την εκφόρτωσιν.
+
+Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε δι' ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν
+έως εφέτος. Εν τω μεταξύ η κοινότης τον είχε κάμει &χαραμάδον&, ήτοι
+αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων.
+
+Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησεν ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το
+προξενείον να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα, δεν εμελέτα μεν
+να πλεύση εις την γενέθλιον νήσον του, διά να εορτάση, αλλ' ενδομύχως
+ηύχετο να έστελλεν ο Θεός ένα καλόν βορράν, διά να πουλήση τα κρασιά
+οπουδήποτε, (τα οποία ήξευρεν ότι εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν
+του), και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν διά να ποδίση και μεταβή εις την
+πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε λάβει γράμματα
+εκείθεν, ότι ακριβώς διά το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός του
+υπήρξε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των
+νυκτερινών θαμώνων του καπηλειού, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς —
+εκεί ήτο η πατρίς του.
+
+Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η
+κατάρα των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» &Διασκέδασον την βουλήν
+του Αρχιτόφιλ,& Κύριε ο Θεός μου!
+
+Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από
+αρνία πρώιμα κ' ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια.
+
+Όπως ηυχήθη, ούτω σχεδόν έγεινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός
+ελαφρόν βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσε σφοδρός νότιος.
+
+Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και
+θαλασσοδαρμένον Κάστρον.
+
+Άμα εξημέρωσε και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια
+αρνία και ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ' επώλησε προς είκοσι
+λεπτά την οκάν το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν.
+
+Κ' έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του,
+κι' ο Νικολός το Πιτς, κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι' ο Γιαννιός
+της Στέργαινας, και όλοι οι κάτοικοι των βορεινών θαλασσοδαρμένων
+χωρίων.
+
+
+
+Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ
+
+
+
+Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός,
+κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά
+να ξεκλειδώση την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον
+έψαυε το έδαφος.
+
+Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς,
+πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κ' εκοιμάτο την ημέραν.
+Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είνε «αποκαής». Δεν είνε βέβαιον
+αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης.
+Ωνομάζετο Βαγγέλης.
+
+Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα
+παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους
+τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες,
+μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, Κατερνιώ η
+Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το
+μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρά
+Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα
+πενιχρά οικήματα έκειτο είς τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου
+Τάτση.
+
+Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάση
+το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζη μοναχός
+του. Ύστερ' από λίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα
+και σκέπτεται να την φέρη εδώ. Η κυρά Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν,
+ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη».
+
+ — Αυτά δεν τ' ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ' εργένης·
+για εργένη σ' έβαλα. Αν εννοής να μου φέρης εδώ καμμιά παστρικιά,
+πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσης την κάμαρα... σαν τελειώση ο μήνας
+που έχεις πληρώσει.
+
+Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ' ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως
+δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεββάτι
+κ' ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:
+
+ Βασίλω μ', κάτσε φρόνιμα,
+ σαν τ' άλλα τα κορίτσια ...
+
+ Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,
+ σου δίνω το βοτάνι....
+
+Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις
+κατώρθουν ν' ακούουν οι γείτονες.
+
+ — Μωρέ κόσμος, ντουνιάς!... μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος...
+
+Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; .. Σ' ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε
+σεις, και τι κάνετε σεις; ...Ο κόσμος είνε τροχός, ρόδα που γυρίζει,
+κυρά μου... &μπου ντουνιά τοαρκ φελέκ!...& Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε
+σ' αφήνω, δε σ' απαρατάω· &εσκί ντος ντουσμάν ολφάς!...& Παληός
+φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κ' η τιμή τιμή δεν έχει... Είνε
+τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου... Κ' έχει τιμολόγιο, μαθές, η
+τιμή; Μία γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα,
+ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα
+εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει;... Να σου πω
+εγώ πόσα έχει... Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της
+Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης η πιο μεγάλη
+χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια
+η Σουλτάνα...
+
+Αυτό είνε το τιμολόγιο!...
+
+Επί τινα λεπτά έπαυε ν' ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να
+μονολογή:
+
+ — Έχουν αξία όλα τ' άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που
+μόνον οι παράδες έχουν τιμή;... Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις
+χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτόν το
+μουχλιασμένο, το βρώμικο... Πότε θα βάλης γνώσι;... Έπρεπε να ζη
+διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέση να καταλάβη
+καλά τον κόσμο... Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω... Καλά το λεν
+οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τάγια χώματα;... Του Ρωμηού η
+γνώση ύστερα έρχεται... &Γιουννανίν ακίλ σουραντάν γκελίορ!&
+
+Μίαν πρωίαν η κυρά Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να
+ξεμυτίζη απ' την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με
+κάτι κορδέλλες και φιόγκους στα μαλλιά, ν' ανεμίζη ένα φουστανάκι,
+και να γλυστράη εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγη ως
+αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος,
+σχεδόν γρηούλα.
+
+Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της
+χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθή στη γειτονιά το
+σπήτι της. Και θα της κάμη την χάρι να της αδειάση την γωνιά.
+
+Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου,
+καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κ' ελεύθερη γυναίκα.
+Είχεν αρχίσει να χωρατεύη ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον
+πειράζη. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την
+κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του
+βραχίονός της, κ' εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλη φωνάς.
+
+ — Ε! καϋμένε, κυρ Βαγγέλη!... δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής
+...δεν σ' ακούσαμε καμμιά βραδυά να μας παίξης κ' εδώ τίποτα... Είνε
+καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλλίτερα παίζουν μονάχοι
+τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι
+παράδες.
+
+ — Ησύχασε, κυρά μου, κι' ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει
+ποτέ!... Εδώ η κυρά Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα
+λαλούμενα.
+
+Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κ' έκαμνε
+τάχα πως το παίζει.
+
+ — Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! ...Δεν είνε για τα χεράκια
+σου...
+
+Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει
+πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την
+Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την
+οποίαν ήθελε να δώση σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.
+
+Επανήλθε διά να κοιμηθή την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς εμβήκεν από
+την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ' αρχάς
+εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου,
+είτα με τους όνυχας, ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.
+
+ — Άνοιξε, Μαριώ μ', την πόρτα!... Ε! Κατερνιώ μ'! άνοιξε.
+
+Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο
+Βαγγέλης ήρχισε να μονολογή έξωθεν της θύρας:
+
+ — Ξένοι στα ξένα, κυρά μ'! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να
+ξενυχτίσω;»... Αχ! είνε κακός ο κόσμος, κυρά μ'! δεν μπορεί να πη
+κανείς τον πόνον του! ...Σεβντάς, άχτι, καϋμός, μαράζι, ντέρτι,
+μεράκι, βάσανο, κυρά μ'! ...«Σ' αφίνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά
+κοιμήσου! και στ' όνειρό σου!...»
+
+Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν ήνοιξε την ιδίαν
+θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κ' έμεινεν άγρυπνος, μονολογών,
+μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί.
+
+Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν ήκουσε την Κατερνιώ απ'
+έξω να διακωδωνίζη προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός,
+ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι
+κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είνε αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.
+
+Αλλ' η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είνε κακός», την
+έκαμνον να θορυβή.
+
+Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις
+διεμαρτύρετο λέγουσα:
+
+ — Και ποια είμ' εγώ! ...Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του,
+ο χαμένος! ...Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και
+κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.
+
+Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον
+κ' εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε
+πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να
+εξέλθη.
+
+Η κυρά Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και
+του λέγει:
+
+ — Αύριο, το δίχως άλλο, να βρης κάμερα, να κουβαλιστής!...
+
+Ας μην ετελείωσε κι' ο μήνας! ...καλλίτερα έχω να σου δώσω πίσω τα
+λεπτά, όσα κάνει για της μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ
+ιστορίες μες στο σπήτι μου, ακούς;...
+
+ — Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά!...
+
+Δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον, και, πατ, κιούτ! του έρχονται
+δύο κατακεφαλιαίς εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε
+πλησιάσει εκ των νώτων, κ' εννοούσε να εκδικηθή διά την προσβολήν.
+
+ — Φχαριστώ, κερά μου...μη χερότερα!
+
+Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή
+δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.
+
+ — Θέλησα να σου κάμω, μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου τo
+ζήτησες... είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν
+οι μερακλήδες. — Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.
+
+Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την
+απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξιάς.
+
+Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ' όλην την επιούσαν, είτε
+ηρεύνα, είτε όχι διά να εύρη δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού
+ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη
+οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις
+την αυλήν και λέγει «καλησπέρα».
+
+Είτα ερωτά:
+
+ — Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης;
+
+Η κυρά Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:
+
+ — Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγη, θα κουβαλισθή.
+
+ — Απόψε θα έρθη;
+
+ — Δεν ξέρω.
+
+ — Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθη να κοιμηθή.
+
+ — Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.
+
+ — Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; Και πώς γίνεται να μην
+ξέρης; Τρέχει, μαθές, τίποτε;
+
+ — Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες· είπε λαβούσα τον λόγον η
+Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.
+
+ — Σώπα συ, την επέπληξεν η μάνα της.
+
+ — Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νάρθη, είπεν η ξένη. Αι γυναίκες
+δεν απήντησαν.
+
+ — Εγώ είμ' εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.
+
+ — Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα.
+
+ — Τι είπες, κυρά;
+
+ — Τίποτε.
+
+ — Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθήσω εδωδά να τον περιμένω;
+
+Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.
+
+ — Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;
+
+Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του
+οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθησεν εκεί, εις το κατώφλιον.
+
+ — Μαμά, πες της να πάη από κει πούρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την
+μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά
+εδώ της ξαδέρφες του!...
+
+Η γραία ήτον συλλογισμένη.
+
+ — Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείση το νοίκι... Τι να κάμω,
+ξέρω κ' εγώ;... Θέλεις να τρέχουμε στης αστυνομίαις;... Όποιος έχει
+κάμαραις και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει... έχει να κάμη με
+λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου...
+
+Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί
+τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει,
+κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξέρη, ακριβώς πλησίον της κλειστής
+θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθησεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την
+δέσμην ταύτην πλησιέστερον προς εαυτήν.
+
+Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κ' εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η
+Γιάνναινα:
+
+ — Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κ' έχεις ρούχα· μην είσαι
+για ξενύχτι απόψε εδώ;.. Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς!... Άλλο να
+κοπιάσης!... Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο
+αύριο...
+
+Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε:
+
+ — Δεν ξέρω κ' εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ' εδώ ή όχι!... Ο ίδιος θα μου
+'πή... Εγώ τάχω αλλού τα ρούχα μου... Αυτά που βλέπεις δεν είνε
+ρούχα... Να τον ιδώ μόνον και μπορεί να με οδηγήση αλλού να
+φύγω...
+
+ — Δεν είνε ρούχα, αμμή, τι είνε; εφώναξεν η Δημητρούλα.
+
+Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:
+
+ — Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα.
+Λυπούμαι αν δεν τάχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;
+
+Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε
+όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα
+πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.
+
+ — Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.
+
+ — Α! ήρθες, βλέπω, με της κόττες σου, κυρά.
+
+Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν
+του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη,
+εισελθόντος από την αυλόπορταν.
+
+ — Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα
+αυτόν.
+
+Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι' ολίγων λέξεων
+ότι η ελθούσα είνε πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάση
+το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είνε διά ταξίδι, αύριον ή
+μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάση,
+ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι,
+αφού κι' αυτός, άμα εύρη δωμάτιον θα μετοικήση, ας επιτρέψη η κυρά
+Γιάνναινα να μένη κ' η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρά
+Γιάνναινα επιμένη ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώση ο μήνας,
+αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρη δωμάτιον και θα φύγη, κι' αυτός κ' η
+εξαδέλφη του. Μια βραδυά είν' αυτή.
+
+Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη,
+αλλά δεν ήθελε να το δείξη· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις
+μίαν οικοκυράν, όπου έχει σπήτια κ' ενοικιάζει, να φαίνεται
+δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο
+μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου.
+
+ — Τι να κάμουμε, πλέον!... είπε με στρυφνόν τρόπον.
+
+Αλλ' ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε
+να προσθέση:
+
+ — Ξέρεις, απ' το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ
+αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης... Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω
+ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπήτι σου και τι τους έχεις, αν είνε
+γενειά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζης ποιον μπάζω στην
+κάμαρα, αφού το νοίκι σου τώχω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωσι να μου
+κάμης, με προθεσμία... Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή
+πλειότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέει ο λόγος, για νάμαστε
+εξηγημένοι φιλικώς.... Κι' αν εσφάλαμε πάλι κ' εμείς συμπαθάτε μας
+και Θεός σχωρέσ' σας.
+
+Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το
+σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η
+αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την
+γυναικούλαν εκείνην, την μισόγρηαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να
+βγαίνη ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του
+Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε η
+δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.
+
+Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε
+την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε
+έλεγε πως θα φύγη αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν.
+Ωμιλούσε διά τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν
+ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπήτι, και θα πάη να τα πάρη, και πού
+να τα βάλη, και πού να τα κουβαλά... και θα φύγη αύριον διά ταξίδι...
+Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφος» της ο Βαγγέλης.
+
+Η κυρά Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν του υπενθύμιζεν ότι πρέπει να
+εύρη δωμάτιον να φύγη· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν
+ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι
+δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικίση, και επιφυλάσσεται να πληρώση μόνον
+της μέραις όπου θα έκαμνον να δίδη την ημέραν, καθ' ην έμελλε να
+μετακομισθή εις άλλον οίκημα.
+
+Κατ' ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό
+μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη της κόττες
+της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρά Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε
+βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν της νυκτός και
+της ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί.
+Σχεδόν δεν άφιναν κανέναν νοικάρην να χορτάση τον ύπνον, τόσον δυνατά
+και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κ' η κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κ' οι δύο
+πετεινοί με της τρεις κόττες ετρέφοντο κ' επάχυναν καλά εκεί μέσα.
+
+Η κυρά Σταυρούλα δεν τας άφινε ποτέ να εξέρχωνται εις την αυλήν. Κ' η
+ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμη τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να
+ψωνίση τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώση καλά
+την θύραν, και να βάλη το κλειδί εις την τσέπην της.
+
+Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η
+Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κ' η κυρά Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας
+παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της
+Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την
+εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είνε κι' αυτή μια «από κείνες». Δεν την
+άφιναν να προκύψη εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν
+καυγά εναντίον της.
+
+Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθή, να τους αδειάση την γωνιά, να
+ξεβρωμήση απ' εκεί αυτή κ' η κόττες της.
+
+Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε
+παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.
+
+ — Τι κόσμος είν' αυτός, καλέ;
+
+Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε
+το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη
+του ο σκύλλος την ουράν.
+
+Μίαν εσπέραν, ότε έγεινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων
+των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγεινε λίμνη. Όλων τα
+οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει
+το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει
+πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του.
+
+ — Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται;
+είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και
+το παπλωματάκι μου, κύττα, πως έγεινε!
+
+Ευρέθη να έχη πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά
+της κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από
+άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.
+
+Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του
+Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν
+αποτόμως να φύγη, τέλος πάντων, επειδή κι' αυτός θέλει να φέρη εδώ
+«την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθή.
+
+Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων
+γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την
+διώχνει, διά να φέρη την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά
+μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον αυτή εκείνη την οποίαν είχεν
+ιδή να προβάλη μίαν πρωίαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγειναν «το
+ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κ' εκήρυξαν πόλεμον κατά του
+Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλλοντο ότι
+επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας.
+
+ — Ακούς! να διώχνη, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας
+κουβαλήση εδώ την παληοπατσαβούρα!...
+
+Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν
+ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την
+κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κ' επήγε
+να βρη, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθή».
+
+Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη φαίνετο
+πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η
+Γιάνναινα κ' η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως
+πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή ό,τι
+δήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης.
+
+Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ' όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον
+εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.
+
+ — Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκκουρού! ...η χαρχαλού, η
+πετειναρού!...η μουρλουλού, η ζουρλουλού!. . .
+
+Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου».
+
+Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία
+δεν μπόρεσε να τον βαστάξη πλησίον της, κ' εκείνος της έφυγε... και
+καλά που έκαμε!
+
+Εν τοσούτω, μετ' ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα
+άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας
+Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγη οι πετεινοί δεν είχον ακουσθή
+εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης
+πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες
+της κυρά Γιάνναινας και του λέγει:
+
+ — Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε... πάει στα χωριά
+του Βώλου... Είδες δα, κ' εκείνη η Γιάνναινα, κ' η άλλαις εκεί, τι
+κόσμος! Πώς την εσκυλλόβριζαν άδικα την καϋμένη.
+
+Τότε μόνον διά πρώτην φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο
+άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του:
+
+ — Α! ήτον δασκάλα!... Γι' αυτό είχε τους κοκκόρους! Σε κανένα
+Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.
+
+
+
+Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
+ΚΑΙ Ο ΥΛΙΣΜΟΣ
+
+
+
+Συγγραφεύς τις (3) παρατηρεί ότι το ανθρώπινον πνεύμα υπόκειται εις
+περιοδικάς εκλείψεις. Εις τοιαύτην δε έκλειψιν αποδίδει τας
+υφισταμένας σήμερον αμφιβολίας περί της υπάρξεως του Θεού.
+
+Εκλείπει και ο Ήλιος και όμως αναφαίνεται πάλιν λαμπρότερος. Το
+φωτοβόλον άστρον θέλει εξακολουθεί, ενόσω υπάρχει ο κόσμος, να
+διατρέχη τον ημερήσιον δρόμον του, και των θνητών η διάνοια θα
+στρέφεται αείποτε προς το θείον ως προς την μόνην αυτής ανάπαυσιν ή
+τον μόνον αγώνα.
+
+Τι είναι ο Ήλιος; διά τους μεν αίνιγμα, διά τους δε θαύμα·
+και η ιδέα του Θεού είναι διά τους μεν γρίφος, διά τους δε
+λαμπάς.
+
+Ο περιώνυμος Λιττρέ, αποθανών προ δύο μηνών εν Παρισίοις, και ο προ
+αυτού Αύγουστος Κοντ «δεν αρνούνται τον Θεόν, αλλά τον θέτουσι κατά
+μέρος». Εν τοσούτω ο Λιττρέ εβαπτίσθη και εκοινώνησε των μυστηρίων
+κατά τας τελευταίας του βίου αυτού στιγμάς.
+
+Λέγουσιν ότι η επίδρασις των κληρικών, της γυναικός και της θυγατρός
+του παρέτρεψεν αυτόν. Τι αποδεικνύει τούτο; ότι ο πενιχρός ούτος
+ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ασθενέστερος ή ώστε να επιχειρή να
+αμφισβήτηση το θείον.
+
+Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι
+απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί· αλλά παρήλθον· προ
+αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλά εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν
+τη σκιά, αφανίζονται, αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και
+τους φιλαναγνώστας διά περιέργου συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε
+Χριστιανισμός έμεινε και θα μένη.
+
+Το αρνείσθαι την αιτίαν πράγματός τινος είναι τοσούτον άτοπον, όσον
+και το αρνείσθαι αυτό το πράγμα. Ήττον παράλογοι ήσαν οι
+παραδοξολόγοι εκείνοι φιλόσοφοι, οίτινες ηρνήθησαν απλώς την ύπαρξιν
+του κόσμου. Ο Αναξαγόρας όμως, όστις δεν ηδύνατο να συλλάβη τόσον
+αστείαν ιδέαν, είπε προ δισχιλίων ετών, ότι νους εδημιούργησε τα
+πάντα. Ο δε Σωκράτης, ότε ηρμήνευε προς τον Αριστόδημον την θαυμαστήν
+σκοπιμότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, ουδέν άλλο έπραττε ή
+έθετε τας βάσεις της εν τη νυν χριστιανική επιστήμη λεγομένης
+&τελεολογικής αποδείξεως& της υπάρξεως του Θεού.
+
+Πνεύμα ευθύ, διάνοια υψηλή και ευρεία, ο όντως εκείνος φιλόσοφος
+ανεκάλυπτε φως, όπου οι πολλοί ευρίσκουσι σκότος. Μετείχε της ουσίας
+του αληθούς και μετέδιδον αυτής προς πάντας. Ο πόθος της μωράς
+επιδείξεως, η μανία του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος
+και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, αφ' ων
+τουναντίον απάγει η ειλικρινής και ακραιφνής φιλοσοφική ζήτησις της
+προ των οφθαλμών ημών κειμένης αληθείας.
+
+
+
+TΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ
+
+
+
+Σοβαρός και αρχαϊκός, γαλανός και ανοιχτοπρόσωπος, ο κυρ Δημητράκης
+τ' Αγάλλου, με τας πλατείας χειρίδας, την κεντητήν ζώνην, και τα
+στιλπνά πανωβράκια του, εσύχναζε καθ' εκάστην εις το
+Κιόσκι........εντός της σιδηράς πύλης του Κάστρου, και αντικρύ εις το
+μικρόν τζαμί, το οποίον ευρίσκετο διά τον τύπον εκεί, τάχα διά τας
+θρησκευτικάς ανάγκας του μοναδικού Αγά, όστις ευρίσκετο ως σημείον
+συνδέσμου και υποταγής εφ' όλης της νήσου. Εκεί εσυναθροίζοντο όλοι
+οι προεστοί, πρόκριτοι και δημογέροντες του τόπου, διά να καπνίζουν
+το μακρόν τσιμπούκι, να πίνουν το σερμπέτι, και να συζητούν, ως
+μεγάλα κεφάλια, τα συμφέροντα όλης της κοινότητος. Εσχάτως μόνον το
+σερμπέτι ήρχισε ν' αντικαθιστά ο καφές, τον οποίον εκόμισε πρώτος,
+επιστρέψας άρτι εκ της Βλαχίας και της Κωνσταντινουπόλεως, ο κυρ
+Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, μεγαλέμπορος και πρώτος προεστώς του
+Κάστρου.
+
+Συνήθως οι προεστοί ήσαν βραχύλογοι. Έσφιγγον τα χείλη, και δυσκόλως
+έφευγε λόγος το έρκος των οδόντων των. Έμεναν πάντοτε αμφίρροποι, και
+δεν εξεφράζοντο ποτέ αρκετά σαφώς διά παν ζήτημα. Ο κυρ Δημητράκης τ'
+Αγάλλου έλεγε μόνος του εις μίαν ημέραν τόσα λόγια, όσα δεν έλεγαν
+εις δέκα συνεδριάσεις όλοι ομού οι προεστοί. Πλην, με όλην την
+στωμυλίαν ταύτην, κανέν υποκείμενον δεν εσαφηνίζετο. Ούτε ο λέγων
+εφαίνετο να ηξεύρη ακριβώς τι έλεγεν, ούτε οι ακροαταί του ενόουν
+ευκρινώς τι ήθελεν ο αγορητής να είπη.
+
+Εκείνο το Σάββατον, οπού ο κυρ Δημητράκης επέστρεφεν οίκαδε περί την
+μεσημβρίαν, σοβαρός και γαλήνιος, σκεπτικός εις όλον τον δρόμον, είχε
+συζητηθή θέμα πολύ ευγενές εις το Κιόσκι, εις την συνάθροισιν των
+προεστών. Επρόκειτο περί παίδων αγωγής, και μάλιστα περί της διαγωγής
+των εφήβων και νεανίσκων, εκείνου του καιρού, μεσούντος του ΙΗ'
+αιώνος. Δύο ή τρεις νέοι, τας ημέρας εκείνας, από καλάς οικίας
+οπωσούν, είχον εκτραπή της ευθείας οδού και είχον εξοκείλει εις
+θορυβώδεις κώμους την νύκτα, με βιολιά και με λαγούτα, και με λίαν
+ζωηρά και ξανοιχτά άσματα. Μίαν λέξιν είχεν ειπεί μετά γενικότητος ο
+κυρ Αλέξανδρος ο Κονόμος.
+
+ — Δεν πάμε καλά.
+
+ — Ξωκείλαμε, επρόσθεσεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη.
+
+ — Μπαττάραμε — πέσαμ' όξου, επέφερεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής.
+
+ — Ο φόβος του Θεού έλειψε, συνεπέρανεν ο Σακελλάριος, ο παπά-
+Ζαχαρίας.
+
+Και ο κυρ Δημητράκης ήρχισε στωμύλος ν' αναπτύσση το ζήτημα.
+
+ — Αδελφοί και πατέρες, ήρχισε με ύφος σχεδόν καλογηρικόν, πρέπει να
+ξέρουμε πως όλοι 'μείς είμαστε σα μια οικογένεια αγαπημένη, από
+πατέρα κι' από μάννα, όλοι αδέρφια είμαστε. Πατέρας μας είνε ο Θεός,
+μάνα μας είν' η γης. Και λοιπόν, επειδής είμαστε όλοι αδέρφια, με το
+να έχουμε όλοι ένα πατέρα, τον Θεόν, και μίαν μητέρα, την γης, πρέπει
+να είμεθα αγαπημένοι και τιμημένοι, ωσάν μία οικογένεια που είμαστε.
+Τι λέγει το ιερό Βγαγγέλιο; αγαπήσης τον πλησίο σου ως σεαυτόν.
+Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα
+πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν
+αδερφός σου, σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς
+ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος, μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου,
+εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος. Πώς μπορείς να κάμης κακό στον
+αδερφό σου, στον σύντροφό σου, στον φίλο σου; Ήγουν, διά να
+καταλάβετε καλά, πατέρες, τι λέγω, θέλεις εσύ νάρχωνται να κάνουν
+πατινάδες αποκάτω στα παράθυρά σου την νύκτα;
+
+ — Δεν τα λες και τόσο βαθειά ελληνικά, καταλάβαμε, είπεν ο πρώτος
+λαλήσας, ο Αλέξανδρος ο Κονόμος.
+
+ — Αγκαλά, κυρ Δημητράκη, κι' ο γυιος σου, καθώς έμαθα, ο Αγάλλος
+ήταν από διαβάτ' κι' αυτός, είπεν ο Καπετάν Πέρρος, ήταν μαζί με το
+τσούρμο.
+
+ — Ποιο τσούρμο, καπετάν Πέρρο· στο καράβι είν' ο νους σ';
+
+ — Μαζί μ' αυτούς που έκαναν την πατινάδα, ηρμήνευσεν ο παπά-
+Ζαχαρίας. Κ' εγώ τ' άκουσα, κυρ Δημητράκη.
+
+ — Τι λες, παπά;
+
+ — Το ναι, ναι, και τo ου, ου, επέμεινεν ο παπάς. Καλλίτερα να τα
+λέμε μπροστά, κυρ Δημητράκη. Να μη γνέφη τινάς οφθαλμώ μετά δόλου,
+λέγει ο σοφός Σολομών. Ο &ελέγχων& μετά παρρησίας &ειρηνοποιεί&.
+
+ — Εγώ τώρα τ' ακούω αυτό, επανέλαβε κατηφής ο κυρ Δημητράκης.
+
+ — Γιατί στερνά τα μαθαίνει όλα κείνος οπού έπρεπε πρώτος να τα ξέρη,
+είπεν ο παπάς. Και &έσονται οι πρώτοι έσχατοι.&
+
+ — Ε! και τι να κάμη, σα σας ακούω και σας! έκραξεν ανυπόμονος ο
+Αλέξανδρος ο Κονόμος. Μπορεί να μνουχίση τον γυιο του;
+
+Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς].
+
+ — Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο
+χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή;
+
+ — Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος.
+
+ — Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου
+δίνω τον λόγον μου, παπά μου.
+
+Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και
+απήλθεν ορμητικός.
+
+Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η
+Δημητράκαινα, προς τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον.
+
+ — Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ
+Δημητράκης.
+
+ — Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη
+Σκόπελο, επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος.
+
+Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ
+του. Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον
+Ποταμόν, εις την Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων
+μηνών, φέρων ολίγας εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους
+γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ διά να ευθυμήση με τους φίλους
+του.
+
+Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την
+αντικρυνήν νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν,
+λευκήν και σχεδόν μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε
+πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι
+μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων. Και ο Αγάλλος είχεν
+ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν διαφανή κόρην.
+
+Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και
+απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο
+Αγάλλος μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με
+συμπεπλεγμένας χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την
+κεφαλήν, ως να επέθετεν οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του
+συζύγου της.
+
+Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε:
+
+ — Θέλεις νάχης την κατάρα μου;
+
+ — Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος.
+
+ — Σου λέω έδωκα τον λόγο μου.
+
+ — Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου.
+
+ — Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η
+Αρετή.
+
+ — Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη.
+
+ — Δεν σου είπα, &ευχαί γονέων στηρίζουσι&.... παιδί μου; επανέλαβε
+δευτέραν φοράν ο γέρος.
+
+ — Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους
+και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή».
+
+Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά.
+
+ — Θα σε αποκληρώσω.
+
+Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η
+άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και
+τον Βόσπορον, κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν
+ευλογίαν, ο κυρ Δημητράκης του είπεν:
+
+ — Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης.
+
+Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε:
+
+ — Τα χεράκια σου θα με θάψουνε.
+
+Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε
+να επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ,
+θυγατέρα της Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ
+ευγενών Βενετών φυγάδων.
+
+Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν,
+ως συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς
+τον παπά-Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε:
+
+ — Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον,
+επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση.
+
+ — Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε
+δεκτόν.
+
+Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός
+είχεν επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του
+και του έμεινεν.
+
+Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού,
+όπου τον είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής,
+και πονήματά τινα κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον
+φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία, ζώντος του συγγραφέως.
+
+Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο
+γάμος. Ο Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις
+την Ύδραν, όπου διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και
+της αρχής του ΙΘ' αιώνος, διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε
+συνήθως Στέφανος (αντί του Επιφάνιος) Δημητριάδης.
+
+Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ'
+έγραφεν ανά δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον.
+Πότε τα γράμματα παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του
+πατρός του. Ο Δημητράκης, συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι
+είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον
+γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο Λογιώτατος έλειπε
+χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν έστελλε
+γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά
+μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας
+βορεινάς νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών,
+εξ Αγίου Όρους ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου
+Μονύδρια, την Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την
+Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον,
+κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να ίδωσι τας εκεί μονάς και
+τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου Σπηλαίου και της
+Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως.
+
+Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν
+διά να κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν,
+ηγνόει πολλά άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον
+γάμον του Επιφανίου μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν
+ακούσει ότι είς Λογιώτατος καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον
+προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά
+φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο Λογιώτατος εκείνος είχε
+γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του όχι ολίγας
+εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν.
+
+Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον
+ωραίον τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να
+μείνη αυτόθι ολίγας ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του
+αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του με πάσαν θυσίαν, να τους πείση
+να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη άγων αυτούς πλησίον της
+μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας ευλογίας του
+Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των γονέων,
+και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων,
+κηδεστών, αγχιστέων και φίλων.
+
+Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην
+αποβάθραν της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την
+κατεσκεύαζον [την αποβάθραν] ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα
+του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν —
+αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη ότι) επεπόλαζεν
+(επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε έτρεχον
+μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά,
+δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι,
+φίλοι, ή συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με
+μελαγχολικόν τινα τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε
+έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει, ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και
+όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και δύσκαμπτοι, ως
+παγωμένα σκέλεθρα.
+
+Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε
+προτιμήσει άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως
+δικόπου μαχαίρας· η μία ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη —
+ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα εις την φιλαυτίαν του.
+
+ — Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ
+Φόλην, ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου
+συγγενής, από την παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των
+οικογενειών των.
+
+ — Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο-
+Φόλης.
+
+ — Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος.
+
+ — Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης.
+
+ — Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει;
+
+ — Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος.
+
+ — Πέθανε το Γκλεζώ;
+
+ — Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει.
+
+Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε
+κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ'
+έμεινε δύο-τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ
+φιλοτιμίας βοηθούσα τας εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα
+και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του ελαίου, εις το πατητήρι, το
+οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν ήκουε τας
+νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον.
+Είχεν ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του
+αρραβωνιστικού της, δεν το είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των
+καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις τοιαύτας εργασίας, κ'
+εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν και τας
+ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο
+Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος
+και εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη.
+Η μήτηρ της, ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της
+πόλεως με τα φάρμακα και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η
+φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και
+ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της ανοίξεως (ετρώθη το
+φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η μεταξωτή κόρη. Εις
+μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το περίβλημα, κ'
+εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα,
+όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ'
+εμαράνθη.
+
+Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε
+με δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν,
+συγχρόνως είπε μέσα του:
+
+ — Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την
+ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν
+ημπόρεσα να θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους.
+
+Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του
+είχαν ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να
+λησμονήση, να παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του
+νεοσκαφούς τάφου. O Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις
+ολίγας ώρας έφθασεν εις την γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το
+Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα· εβάδισε δύο ώρας,
+συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των, φέροντας την
+μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της θαλάσσης
+εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ'
+είπε:
+
+ — Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο. Το
+Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω
+την Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα.
+
+ — Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου.
+Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου.
+
+ — Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα;
+
+ — Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες
+εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή.
+
+Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν,
+εκρέμασε το κεφάλι κ' είπε:
+
+ — Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται.
+
+Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά
+μήκος τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την
+υψηλήν βορειοτέραν άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε:
+
+ — Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να καλογερέψω.
+
+Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου
+κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα
+πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον
+ρόγχον των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος
+μονοκόμματος βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής
+και της κυματοειδούς πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της
+θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού,
+χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να κυλισθή ποτέ τον κατήφορον.
+Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον εις την Γλίστραν,
+ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα
+στον κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το
+κατωφερές. Άλλα [πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη
+Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας
+ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα της Ηχούς τας αμυδράς και
+παλμώδεις απαντήσεις:
+
+ — Αλτανού!
+
+ — Ου ου ου;
+
+ — Έχεις παιδιά;
+
+ — Α α α!
+
+(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των
+Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το
+ειθισμένον παρ' άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι).
+
+Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το
+πέλαγος και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν
+οικίαν, αντικρύ στο κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων
+στροφέων εκ της υγρασίας του Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης
+των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς
+διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε το βλέμμα, και
+είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί στιγμήν
+έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα
+επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των),
+και απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν
+και πολλάκις επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα.
+
+Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και
+του είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη.
+
+ — Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε
+κοινώς Μανιά;
+
+ — Ναι.
+
+ — Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι
+άνοιξε το παραθύρι κείνο;
+
+ — Είνε η Λ.... της Μ...
+
+ — Πανδρεμμένη;
+
+ — Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια.
+
+ — Πώς αυτό;
+
+ — Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί
+είνε πραμματευτής.
+
+ — Α!
+
+Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον
+Δράκον, εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το
+σχολείον του Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα
+κολλυβογράμματα, εκείνος δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα
+είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε
+ξεχάσει.
+
+ — Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο Αγάλλος.
+
+ — Εδώ και δέκα χρόνια.
+
+ — Και βρίσκεται στο Μισήρι;
+
+ — Σου είπα, στο Μισήρι.
+
+ — Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;»
+
+ — Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'.
+
+ — Και δεν της στέλνει γράμματα;
+
+ — Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη
+γράμμα.
+
+ — Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα;
+
+ — Τον καρτερεί.
+
+ — Ως πότε;
+
+ — Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η
+γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα.
+
+ — Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος.
+
+Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε:
+
+ — Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά;
+
+ — Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το
+δικό μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το
+χάσμα ανάμεσα στα δυο παράθυρα.
+
+Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε
+προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος
+απεχαιρέτησε την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του,
+εις την χαμηλήν πτυχήν του εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την
+Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν, όπου ήσαν όλα τα
+αρχοντόσπιτα.
+
+Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της
+Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους
+συγκωμαστάς του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ...
+
+ Από το Κάστρο ως τη Βλαχιά
+ στης Αναγκιάς το τόπι
+ δεν είνε χώρες και χωριά,
+ όρη, βουνά και τόποι.
+ Για σε πονεί η καρδούλα μου,
+ και στο Μισήρι μη διαβής,
+ κι' ο νους σ' εδώ να μένη,
+ ψυχή λησμονημένη.
+
+Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων
+του, εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού
+ελειτουργήθησαν εις τον Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι
+του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της
+Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα, εις τ' άνω του ρεύματος, κ'
+έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ' ήρχισαν να λέγουν
+το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά Μανιά.
+Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν'
+ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα,
+όπου τα κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β.
+
+ — Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο,
+αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα.
+
+Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου.
+
+ — Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή
+εμβήκεν αμέσως εις το νόημα.
+
+Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του
+πη. Ο Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την
+συντροφιάν του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν
+ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί του όχθου, εις τους πόδας του βράχου,
+κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον
+μοναξίαν.
+
+Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον
+δρομίσκον και τον εντάμωσε.
+
+ — Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ....
+
+ — Τι της είπες;
+
+ — Τα όσα μούπες.
+
+ — Δεν σου είπα να της πης τίποτε.
+
+ — Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν,
+και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν'
+άρθη.
+
+ — Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ;
+
+ — Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι
+μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς.
+
+ — Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της γραίας.
+
+ — Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω,
+αγυρισιά του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά.
+
+Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι,
+πατινάδα ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των
+ψαλέντων ασμάτων ο Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής:
+
+ Στην Αφρική είν' ένα νερό,
+ καινούργιο συντριβάνι·
+ ποιος έχει αγάπη στην καρδιά
+ ας πα να πιη να γιάνη.
+
+Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες
+συμβούλιον των προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και
+μάλιστα περί του άρτι παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη.
+
+ — Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη,
+οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την
+διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη,
+έμαθαν εκεί άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα
+τα μαθαίνουν και στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα
+θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια
+τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή. Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον
+ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην, καθώς λέει ο σοφός
+Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι.
+
+ — Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής.
+Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα
+παγανίδι χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση.
+
+ — Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο
+παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε.
+
+Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ
+Δημητράκην), βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση.
+
+ — Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά-
+Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν
+όρκους και συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει
+ο Εκκλησιαστής: «Τον καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος
+χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον φάη.
+
+ — Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός μου;
+— ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το
+αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου.
+
+ — Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ...
+είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και
+της κάνει πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει
+να χαλάση τον φράχτη.
+
+ — Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ
+Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν
+ηθέλησε να πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός
+γονιός της έδωκα τον γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο
+μεγάλος από την Βλαχία, και πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην
+που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος
+μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η συνείδησίς του, ήθελε
+να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη ξεύροντας πως εγώ την
+είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο Αγάλλος για να
+ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το
+Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ'
+ήπιαν, και στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό
+την νύκτα. Τώρα, αν τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια
+καποιανής, ελπίζω ότι θα πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ'
+ετραγούδησαν.
+
+ — Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και
+ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε
+ψηλά, ξέφαντο το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν
+και αναπνεύσουν πελαγίσον αέρα.
+
+ — Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ
+Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για
+πιλάγωμα το καράβι, στο καρινάγιο.
+
+ — Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως
+θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη.
+
+Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε:
+
+ — Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ'
+έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον
+αδερφό σου τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης.
+
+ — Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος.
+
+Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της
+Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία
+ανώγειος, όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά.
+Ήτο χήρα και ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας
+υποθέσεις, και μάλιστα διά πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε
+ανδρογυνοχωρισιές.
+
+ — Καλή σπέρα, Μανιά.
+
+ — Καλώς το παιδί μου.
+
+ — Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες;
+
+ — Ναι.
+
+ — Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση;
+
+ — Αυτό.
+
+ — Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια
+καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι,
+που μου είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το
+πηδήση ένας άνδρας;
+
+ — Μπορεί.
+
+Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση
+τρόφιμα από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η
+Μανιά, επί δέκα λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν
+προσοχήν το αντικρυνόν παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο
+οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν. Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε
+πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά δόλου. Διά ρήξεως ή
+κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με κλαυθμηράν
+φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά να
+της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το
+σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση
+ενωρίς. Η Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί
+της, κ' έμειν' εκεί μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού.
+
+Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα
+και λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της
+Μανιάς είχεν απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν
+εις τον αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος
+την εγκατέλειπεν.
+
+Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς
+πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η
+γραία της εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο
+στόμα της, διά «να πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός
+της» από ένα «σφάχτην», δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα
+σωθικά της, από το «χουλιαράκι» της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της
+ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι, επειδή έκαμνε πολύ ρακί
+απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα της, ήτις
+δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον
+οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος.
+
+Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο
+Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο
+φράχτης ήτο το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον
+το Κάστρον εβόησε κατά του τολμητίου.
+
+Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει
+εις την συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη
+να εκθέση οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν'
+αποφασίση οψέποτε αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις
+εμπορεύετο εις την Αίγυπτον καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει
+«πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το Γηρακώ, η Μανιά, και είχε
+γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της έστελλε «γράμμα
+μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το Ναι,
+αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών,
+καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει».
+
+Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει
+άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν,
+και έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο
+ξενητευμένος αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν
+λιμένα, εις την άλλην πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα
+νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του
+Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις
+ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα κατά την δυτικήν πλαγιάν,
+αριστερόθεν του Κάστρου.
+
+Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος
+το παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την
+Κυριακήν ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει
+αποκάτω από το στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού;
+Γράφει [λοιπόν] ο Θεός δράματα;
+
+Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως
+όμως συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο
+σκοπός του ήτο να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις
+διά τον ερχομόν του Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση
+στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και
+αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και
+τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την είδησιν ακριβώς δέκα
+λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος.
+
+Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά
+Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης
+του φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς
+του κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο
+Κάστρον. Όχι ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το
+ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον
+οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως κωφή, ήκουε καλά από το έν
+ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν αντικρύ στα κυανά
+και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε πλέον η
+κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου
+είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να
+ζεματίζουν τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον
+κόλπον της κι' από τους γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν
+σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον
+γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν.
+
+ — Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το
+πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο
+αγροδίαιτοι νέοι είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις
+εκατάλαβε τι ήθελον να είπουν.
+
+Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ'
+εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα
+λεπτά έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν
+πρόστοον της οικίας της Λ...
+
+ — Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο
+Δράκος έφθασε.
+
+Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως
+απολιθωμένη.
+
+Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο
+Γιαννάκης δεν έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε
+τα βάρη όλα στον Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του
+ως πιστήν και αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός
+το αναλαμβάνει ως ίδιον πταίσμα του.
+
+Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την
+Αίγυπτον. Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να
+λεπτολογή διά μικρά πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην,
+συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως, περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς
+νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν της Πέμπτης (του Γιαννάκη
+Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει, καταμεσής στον Χριστόν,
+αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν φύγη ακόμα ο
+Αγάλλος διά το Άγιον Όρος.
+
+Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν
+απήλθον, τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από
+το Όρος ο Αλύπας ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα
+χρόνια εις τα Κατουνάκια, κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του
+Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την
+ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την γενέθλιον νήσον του.
+
+Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η
+γραία Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το
+νεόκτιστον σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του
+Ευαγγελισμού.
+
+Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους
+κτίτορας (ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός
+του άρχοντος Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και
+μετά τον Φλαβιανόν, απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των
+ανωμαλιών και των περιστάσεων. Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη
+μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως το κατεσκεύαζεν.
+Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας λύπας, τους καϋμούς
+και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε, και ο γυιός
+της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός,
+όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις
+τας θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον,
+όστις είχεν έλθη εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το
+διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον, εμοίρασε δε καί τινα εις τους
+πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του, κ' επήγε κ'
+εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή
+πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και
+ωνομάσθη Δαυίδ.
+
+Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου,
+Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον
+Άθωνα, επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή
+αργότερα ως Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν
+επαρουσιάσθη εις τον θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής,
+εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος, μοναχός.
+
+Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε:
+
+ — Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ.
+
+
+
+Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ
+
+
+
+Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο
+καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ
+τας 120 οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί
+ακόμη, αρχαί Ιουνίου, έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε
+τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως
+εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον άρρωστος υπέρ τα
+δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και
+ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου.
+
+Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια
+πλατάνια εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην
+την έκτασιν, νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν
+τούτων εσώζετο ακόμη το τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και
+σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους κλάδους και τους ακρέμονας και
+κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του ανάμεσα στους κλώνας κ'
+εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του ανέβαινον ακόμη η
+μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο, μέχρις
+ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει
+και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι
+πρόβατα, του Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του
+Βαβήλα, εγκαρδιακού αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν
+ήρχοντο να ποτίσουν τα κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο
+νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν
+όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους τους ξένους αγρούς, όσοι
+εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας κατεπάτει τα σύνορα
+του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας κατά του
+αδελφού του.
+
+Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο
+μπάρμπα-Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν
+επείθετο ότι ο βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος.
+Άμα έστρεφεν όμως εκείνος τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα
+χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του, γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο
+Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ αράπης μελανωμένος την
+νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον Γούμενον, όστις είχεν
+έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου, επειδή ο ξένος
+καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν των
+κτημάτων της Μονής.
+
+Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά,
+
+ — Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης.
+Πήες και μ' εγκάλεσες.
+
+ — Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί
+κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια.
+
+ — Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης,
+κακόμοιρε.
+
+ — Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά
+σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης.
+
+ — Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο!
+
+ — Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο.
+
+Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την
+στραβολέκαν, αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς
+γηραιός αγροφύλαξ σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους
+δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο σκυλαδέλφια).
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι
+ανεψύχοντο εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν
+στεναγμόν και εστράφη προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας
+του οποίου είχε περάσει προ πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το
+ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να το ελαφρώση από το φόρτωμα.
+
+ — Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης·
+περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την
+καβάλλα. Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην:
+
+ — Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι,
+απάνω, στον πάτερ-Γερεμία.
+
+Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το
+πλευρόν του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα
+θρησκευτικά δώρα, τα οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον
+ηκολούθησεν.
+
+Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις
+εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να
+κατέλθη εις την πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας
+αμαρτίας της νεότητός του τας είχεν ακόμη φορτωμένος εις την
+συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα λοιπά. Ήτο μόλις
+σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας επιχειρήσεις
+[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν
+ανοίξει τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι
+εμποροπλοίαρχοι, και είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την
+φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου. Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του
+πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον, επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη,
+και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα αυτά!
+
+Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ'
+έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι
+προ δύο ετών και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι
+καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν,
+ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με
+γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν νερόν; Αυτός έβλεπε το
+μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την χείρα του ναύτου
+ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια, καλόγνωμες,
+αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι,
+κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς
+να μη πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο,
+και τον ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή;
+
+Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε
+δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε
+«χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε,
+σκάφη κι' άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις
+την γενέθλιον νήσον. Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι
+είχεν αποκτήσει κτήματα εις την πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ'
+είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα
+χιλάδας.
+
+ — Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν
+ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας.
+
+Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε.
+
+Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου»,
+πάσχοντα ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της
+τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος
+εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα, υπό το προσκέφαλόν του, διά να
+το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν.
+
+Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι'
+αναψυκτικόν βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι
+άπαξ παρέβαινε τον αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν,
+ψητόν της σούβλας, εκείνο που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά
+παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το καύχημα όλων των Ελλήνων,
+γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ' ευθύς ύστερον
+επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου —
+ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη
+την κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να
+γείνη πάλιν «γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο
+Ρότσιλδ, εβραίος χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι
+δυστυχείς.
+
+Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ'
+ήξιζεν ακόμη διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και
+κάτισχνος. Και την πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της
+ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου
+είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη τον αέρα, κ' ο
+δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου έφθασε
+λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος
+ομόλογα, άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού
+χάρτου, κ' είχε στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς
+ναύτας, αποζώντας με 12 δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα
+ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα,
+και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ' είπε:
+
+ — Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω.
+
+Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον
+ευχαρίστησαν, αι ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς
+εκ των γερόντων θαλασσινών τον ευχήθη:
+
+ — Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη πολλά.
+
+ — Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να
+αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως».
+
+Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον,
+δια τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και
+δεν άφησε τίποτε που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά!
+
+Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον
+τόσον δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον
+πλαγινόν. Ο Ήλιος εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη
+ενδεκάτη και ημίσεια, όταν έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν
+Γεωργάκης.
+
+Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα
+δάσος των δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς
+και τους βράχους του βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το
+και φρίσσον και αβυσσαλέον και γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον,
+περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας, μυγδαλέας, απιδέας και
+συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ των άνω,
+όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο
+Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με
+την εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των
+κάτω, όπου πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα
+την κρυφήν πηγήν του νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα,
+να πέση, να πιασθή από σχοίνον ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην
+του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την
+βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως
+είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και ευθυμίαν, θα
+εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο
+Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα
+εσούβλιζε το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά
+αχνιστά τα τυροπ'τάρια, με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών
+κατασκευασμένα, και ψημένα στον φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ
+στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα σπληνάντερα και κοκορέτσι, και
+πού τα τυροπ' τάρια;
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης
+ελαίας της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του
+καλυβιού, κ' επήγε να δέση το ζώον.
+
+(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων:
+— Ας έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα
+λόγον πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην
+από το χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την
+γυναίκα ότι θα υπάγη δι' ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι,
+και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του. Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα
+τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο δέκα ετών και απήλθεν.
+Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ' εδέχθη τον γέρο-
+Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα, έλεγεν
+ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος,
+ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς,
+με πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και
+τον πώγωνα. Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν
+Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής καταγωγής).
+
+Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ'
+εργαλεία γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν
+Γεωργάκης εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του
+δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο
+γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του, τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον
+αριστερόν ώμον και την κατατομήν του προσώπου προς αυτόν νεύουσαν.
+Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν.
+
+ — Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο
+προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην».
+Ώστε δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην
+πικρανθή, είτε απ' την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει:
+«Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου... πίονται πάντες οι
+αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο αμαρτωλός απ' το
+κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού».
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν.
+Ο γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν:
+
+«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος
+την ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους
+μυκτήρας σου, και το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση
+τινάς την φωνήν του, κι' αν ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα
+συντριφθή, κ' η φωνή του θα λουφάξη.
+
+ — Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν Γεωργάκης.
+
+ — Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο-
+Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας
+εκυρίεψε όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης:
+Ίνα τι τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις
+πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ'
+ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν έχουν τα αργύρια; Αφού
+δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού δεν χορταίνωμεν
+απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα χορτάσωμε απ'
+την αδικία και πλεονεξία ;
+
+Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης
+την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη
+αποτόμως, κ' ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του
+γέροντος μοναχού. Ο γέρο-Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον
+είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της
+κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν αλλόκοτον φωνήν:
+
+ — Τι ήρθες εδώ;
+
+Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα
+επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την
+ρίζαν μιας νεοφύτου ελαίας.
+
+ — Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος.
+
+ — Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων
+αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος.
+
+Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του.
+
+ — Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε.
+
+ — Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με
+κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι'
+ολόχρυσο θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι.
+
+Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ'
+επροσπάθει να καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο
+καπετάν Γεωργάκης κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν
+αναίσθητος υπό την σκιάν του δένδρου.
+
+Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά
+κάτω εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής
+ώρας δρόμον εις το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει
+κάτω εις τον όρμον, διά να φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται
+και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες, συνηθροίσθησαν εις την μικράν
+έπαυλιν.
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον
+οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει
+περί τα μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον
+«έκοψε».
+
+Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ'
+εδιάβασεν όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η
+γηραιά ήλθε διά να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν.
+
+Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας
+δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν
+και τον εκόμισαν &(με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς)& — πώς να τον
+βαστάσουν; — εις τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι
+του αιγιαλού κάτω και τον επεβίβασαν.
+
+Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων.
+
+Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην.
+
+
+
+ΤΡΑΓΟΥΔΙ
+TOY ΘΕΟΥ
+
+
+
+Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την
+οικίαν του την ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του
+προγεύματος περί τας δέκα, από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να
+κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα οικιακά, ως έρημος και ξένος στα
+ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της εστίας του, αφού
+διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους σταύλους
+των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά
+του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του,
+αμόρφωτος και άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός,
+γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα,
+τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και
+θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή εις το πρόσωπον και τους
+τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, πάντοτε μειδιώσαν
+και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την Τοτώ,
+ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω
+ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της
+οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή
+διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα δίκτυα κανενός επιχηρευτού και
+είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της δεξαμενής, διά να
+πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να
+πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα,
+οπού δεν είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και
+μετεκόμισαν, τις οίδε πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν
+αλλού, κ' εταξείδευσε, κ' ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις
+τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο
+πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε [εκείνη] το τέκνον της,
+κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον βρέφος αυτό,
+ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη της.
+
+Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και
+όμμα επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην
+του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου,
+ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά
+μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της
+είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε:
+
+ — Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις.
+
+Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.
+
+Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει
+τα τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και
+πτήσις και αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το &Χριστός ανέστη&
+(ο κυρ Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου,
+και ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το &Αναστάσεως ημέρα& το
+αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το
+τελευταίον το δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ'
+επρόφερα:
+
+ Αναστάσεως ημέρα,
+ Λαμπρυνθώμεν λαοί.
+ Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...
+
+η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα
+χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα
+εμόρφασαν κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου
+επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και
+κάλλος, μαρτυρούμενον η «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα
+εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με
+παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν:
+
+ — Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε.
+
+ — Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα.
+
+ — Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια.
+
+Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν)
+του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο
+άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν
+του Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους
+διαβατικούς, διά τους εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η
+λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου,
+και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου,
+ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την Αγγελικούλαν, μ'
+επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι
+έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα
+ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το
+βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το
+ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει:
+
+ — Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού.
+
+Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς
+«Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά
+με την μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην,
+την ώραν των αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ'
+έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην
+την ημέραν, ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και
+δούλη Χριστού του Θεού». Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω
+το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου
+έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου
+έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το
+«Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ. Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον
+πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα
+Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ. Βασιλείου το
+«Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την
+φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής
+αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του
+Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το
+«Ανέτειλε το Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της
+Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε
+την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων,
+σε την πολυέραστον θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το
+«Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην
+της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη»
+και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων το
+θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον υιόν χαιρετώσα».
+Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των
+βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και
+τα εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού.
+
+Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους
+[μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει,
+εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με
+είχον βαρυνθή κ' εκεί, ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την
+πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν
+βαρετός εις τους φίλους μου.
+
+Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν
+πρωίαν να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα;
+Η μικρά Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο
+άρρωστη βαρειά. Είχε δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι
+ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως.
+
+Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας,
+διά να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την
+ηγάπα ως να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου
+έδειξε την κλίνην, και η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου
+έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν
+αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την μητέρα τα συνήθη λόγια της
+παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας εκεί. Είτα επανήλθα
+πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η Κούλα
+έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως
+[η υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να
+της ομιλήσω.
+
+ — Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.
+
+ — Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα
+θεία... τραγούδια;
+
+ — Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον
+Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω.
+
+ — Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω;
+
+ — Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ...
+
+ — Ωχ!
+
+Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι
+είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ
+εστέναξε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της
+έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας
+αισθήσεις της, κ' εψιθύρισε:
+
+ — Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά.
+
+Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί
+ιερείς κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως
+τον Τελευταίον ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του
+Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν,
+εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.
+
+ — Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου,
+όπου είχεν ακκουμβήσει.
+
+ — Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας. Εις
+αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.
+
+Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή
+εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα
+μέσα μου τα τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν
+άγευστον...», και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς
+επουρανίους έσωσας», και «του Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις
+ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο δι' ημάς νηπιάσας»
+και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς σε».
+
+Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι
+βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος
+επέτασας». Και ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του
+Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο
+να τ' ακούση, το «Άλλος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις
+πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή
+ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να ακούη εκεί γύρω;
+
+
+
+ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
+ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ
+
+
+
+Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα,
+οπού είνε πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο
+Καρδοπάκης. Ήτο φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά»
+του χωριού. Ήξευρεν εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια,
+όνειρα, παραμύθια. Παντού τον εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια,
+στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες,
+και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να πάη μίαν ώραν δρόμον, διά
+θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν προς τα επάνω,
+είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα
+Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του
+έτους. Κ' εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα
+μαντάτα στα δύο κορίτσια, στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την
+Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι δύο χαριτωμέναι κόραι τον
+εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν στέγην, εις τον
+μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις μύλον
+είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ
+τριών ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον
+ανατραφή εις άλλον τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος.
+Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν
+ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα χρόνων, καλοκαμωμένος και
+ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν, αν και δεν τον
+ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε σύνταξιν
+από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις
+εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν
+εις την πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και
+καταπατημένα, κ' εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα
+καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός, όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της
+τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά
+τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο Αγάλλος πανδρειά.
+
+Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν
+όλα, μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο
+μακαρίτης. Εκεί έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο
+αδελφαί. Εις την αρχήν είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι
+νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς. Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος
+της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του Μανιάτη. Αλλ' αι
+εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον
+περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν
+πάντοτε εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι
+συγγενείς του Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να
+καταλάβωσι την οικίαν, κ' ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η
+υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και των δωροφάγων, έμενεν
+ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να κλεισθούν εις τον
+μύλον.
+
+Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε
+μάθει, τον εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ'
+επήραν το «εξάγι» από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να
+δειπνήσουν εληές, τυρί και πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει
+εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν υπαίθρω, ως είδος εστίας ή
+καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία. Κατόπιν ο μικρός
+γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη
+αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το
+στέρνον, τον ήκουον με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης
+έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και
+αποσπάση τον νουν των από την τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός
+εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του μακαρίτου, και άλλαι ακόμη
+σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης ενύσταξεν· αι δύο
+αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την προσευχήν
+των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την Παναγίαν
+και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί
+εις την ερημικήν φωλεάν των.
+
+Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού
+σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος.
+Αυταί επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί
+του ιδίου δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε
+πλησιέστερα εις την έξω θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον
+μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και
+τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό
+πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. Υποκάτω του πατώματος
+ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον, δυτικά, εις το
+ρεύμα.
+
+Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους
+τους έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή
+αύρα, κ' ηκούετο από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός
+χείμαρρος κατήρχετο μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν,
+παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της
+Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις τους βράχους και τους
+θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με ορμήν, πότε
+εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των
+χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την
+ημέραν ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις
+εκεί την νύκτα, και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των
+κλάδων, και καρποί μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να
+δίδεται τροφή εις όλα τα πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το
+όνομα του Κυρίου. Και θνητός άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ
+να καταβή, εκτός αν ήτον ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ,
+ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις
+το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς διφορουμένους χρησμούς της.
+«Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως &ερώ& — ερώ». (4) Και τα άστρα
+κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ' η
+Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι
+εβασίλευον πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα
+ανάβαθρον του ουρανού, το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά
+βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και κατήρχετο εις το ρεύμα, κ'
+εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε τον πέπλον, κ'
+ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν
+του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι
+βλαστοί της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά
+εις τα δένδρα, και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της
+καλλονής εκεί εις το σκότος. Και τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το
+πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να επαναλάβη: Ερώ, ερώ.
+
+Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά
+τα μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε
+λάβει) πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα
+όμματα, διότι ήτο μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα
+πάθη και τα βάσανα. Εις τας ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής,
+όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει να πνέη και άνεμος όρθριος δεν
+εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του ύπνου — και τα άστρα,
+ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το άπειρον — τότε
+ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της Σοφίας.
+Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν
+ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον
+βραχίονα την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της
+εφάνηκαν πράγματι υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την
+εγέλων τα ώτα της.
+
+Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το
+δειλινόν εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του
+χωρίου, όπου απείχε μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο
+καταφύγιον και τόπος συναντήσεως δια τους (γύρω στον μύλον της
+Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς βοσκούς της νέας
+γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά
+ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις
+«εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν
+ηπατήθη, ή δεν ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το
+πέρασμά του, σχέδια και μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων
+αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα
+την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των
+όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να κλέψουν ή την Σοφιά ή τη
+Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής της μίας των δύο
+αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα
+συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των
+νεωτέρων συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο
+μάλλον θετός υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και
+χρηματικώς και ερωτικώς ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την
+υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης,
+«είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν
+συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να καταφάγουν αυτοί την
+κληρονομίαν.
+
+Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο
+ευκρινέστεροι. Τότε εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο
+βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά
+τον τοίχον.
+
+Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία.
+Εστράφη, κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον
+γλυκύ φως του κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις
+διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την
+χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν ρεβόλβερ.
+
+Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε
+νυμφευθή από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία
+το εζύγισεν εις την χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο
+γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να
+ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν αποκοιμηθή προ μικρού.
+
+Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της
+οποίας έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον
+έσεισεν. Ο γέρων έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις
+ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να στραφή από το άλλο πλευρόν, κ'
+εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν:
+
+ — Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα,
+μοιρολόησα απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά
+τραγούδια.
+
+Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ
+επτά ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της.
+
+ — Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας περικύκλωσαν
+απόξω.
+
+Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε
+τα όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν,
+σκληρόν προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε.
+
+ — Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή.
+
+ — Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα
+είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη!
+
+ — Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος
+εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ'
+αποχτήσης ποτέ σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι.
+
+ — Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η
+Σοφία.
+
+Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν,
+αλλά και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε:
+
+ — Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να
+μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω,
+να ιδούμε τι θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη.
+
+Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και
+είπε:
+
+ — Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να
+νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς.
+
+ — Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον ψόφιο,
+μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να
+φερθούμε...
+
+ — Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και
+ανεπήδησεν από την στρωμνήν του.
+
+Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις
+καθ' ύπνον εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα
+μάτια της, κ' είπε:
+
+ — Τι τρέχει;
+
+Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν
+είχεν απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες
+τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π.,
+δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος
+ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία των φίλων του,
+τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την
+στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από
+την κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο
+δεύτερος, όστις ήτο συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο
+να επινεύη εις το σχέδιον τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση
+την Σοφίαν, διά να «το κάμη χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο
+απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν πως κλέπτονται τα κορίτσια.
+
+Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και
+μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την
+θύραν, εφαίνετο ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο
+πρόθυμος να επαναλάβη τον κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν
+τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος.
+
+Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας
+ακοάς. Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε
+τον λύκον.
+
+Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των
+οι πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν
+αλλόκοτος, ασυνήθης κρότος.
+
+Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε.
+
+ — Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη μυλότρυπα.
+
+ — Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης.
+
+Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν
+φωνήν:
+
+ — Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας
+φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε
+το παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!..
+
+Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο
+δημοδιδάσκαλος έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη
+ο συγγενής του μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι
+απεμονώθη, ο Κ., ο επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και
+ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως πάντοτε, το Ευαγγελικόν: &Και Έσονται
+οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι.&
+
+
+
+ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ
+
+
+
+Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του
+Αγιώτη κ' εγώ, επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει
+μέσα, εκτός από τα μικρά οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το
+σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον
+οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας αυτής, κ' εκινήσαμεν
+εις μελετημένην εκδρομήν.
+
+Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του
+πατρός του, εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του
+187..., ο γέρο-Αγιώτης είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν
+της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις
+τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση εις την εστίαν του. Ο
+ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον προ τριών
+χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς
+τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός
+επανήρχετο σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν
+αρμενίσει διηγείτο εις ημάς τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου,
+όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου
+είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων της χρονιάς εις έν των
+μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας σλαβωνικάς
+λέξεις, και τον στίχον τούτον:
+
+ Χιλιαντάρα μοναστήρα
+ ντόμπρα ντόμπρα κουκουλτίτσα.
+
+Είχεν ακούσει προσέτι και το &Άξιόν εστιν& εις την γλώσσαν εκείνην:
+«Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την
+Σαλονίκην πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο
+πώς ένα χωριατόπουλο, πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά
+ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη
+μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες ενέπαιζον την ακακίαν του
+παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν υπόκλισιν, και
+λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ'
+άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες
+περιπαθείς πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις
+την Αγίαν Φωτεινήν την ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης».
+
+Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως
+δεκαννέα ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν
+προς εμέ, μου ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι
+αι διηγήσεις αύται κατ' εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός
+κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος τόσα χρόνια, εξόριστος εις την
+Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή δραπέτης, έτυχε να
+συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά νήσον του
+Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του
+διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του
+Καρατάσου, είχε ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά·
+με χαμηλήν φωνήν, και μ' εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις
+ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο του Βοριά, εκεί που αγριεύει και
+πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η ρεμματιές και αντιλαλούν
+τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά το ρέμμα και
+τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι, οπού
+το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα
+γρόσια, φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα
+κτυπήση την κορυφήν του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί
+ακριβώς οπού πέφτει ο ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν
+— αχ! να μπορούσε ο γέρο-λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να
+βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα
+— και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια.
+
+Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός
+Νικολός εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η
+γολέττα, και τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα
+ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον
+της επιχειρήσεως. Χάριν μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων
+οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και άλλα εγχώρια θρυλήματα.
+
+ — Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο
+παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά
+του, δεν ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα
+βενέτικα, στην αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την
+μεγάλη, που το έχει τώρα ο γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο
+γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα — δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά...
+δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή πιθαράκι) γεμάτη φλουριά,
+στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να την ξαναφτιάση;...
+Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη να σκάψη
+στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη
+Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το
+μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν
+του γέρο-Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια,
+ο Γιάννης ο Σκοινάς; Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά,
+κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα. Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα
+ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη
+ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη δουλειά του, κι' ο
+Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο
+κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει,
+εκεί ο εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να
+ήθελε να το κρύψη δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά
+του. «Αφεντικό, του λέει, κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης
+έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ' είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και
+έλεγε σαν αλήθεια, γιατί &του έπεσε& πράγματι στον λαχνό... «Καλά,
+είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και τώβαλε στην τσέπη. Αλλά
+την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να μην τον
+καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος,
+μεγάλο δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε,
+δεν έβαλε ο νους του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο
+κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η μοίρα του ήτον να σκύφτη και να
+σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο αναπαυτικά με το τσιμπούκι
+του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω, στον πεύκο. Και τι
+βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο, εκρέματο
+ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα. Ο
+ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη
+στεριά την αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους
+τρεις ή τέσσερες νομάτους οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι:
+«Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο, παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν
+πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα μείνω παραπίσω· θέλω να
+κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και μπορεί να σας
+φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα σύνεργα,
+να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα,
+και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη
+ράχη, κι' ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο,
+κι' αυτός εκρύφθη μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους,
+κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι,
+αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους
+κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν δισάκκι αραχνιασμένο,
+μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα κολοννάτα
+πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο
+γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε
+άρμενα. Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα
+βρεθίκια πού του έταξε.
+
+Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ
+πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της
+Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις
+την διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών
+θάμνων κάπου το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να
+εξαφνίζετο και να εφάνταζε κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ
+εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως ράβδον, κ' εκείνος είχε το
+σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου ξανάλεγε στον δρόμον
+πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του αγκίστρια δεμένα
+όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν.
+
+Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός
+περί ου ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις
+την Παναγίαν της Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά
+την μικρήν πόρταν, σύρριζα εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη
+κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον έρημον από πολλού. Και αντικρύ
+εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο
+κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο Νικολός, αλλά
+δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να
+εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το
+στηλιάρι της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο
+θα έπρεπε να χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες
+επιθυμούντες χρήματα (λέγει ο Δαυίδ: &επιθυμία αμαρτωλού απωλείται&,
+και ο Σολομών λέγει: &επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι&) δεν εβλέπαμεν
+εμπρός μας την προς τούτο άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι,
+και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν, εργασία, οικονομία κατ' αρχάς,
+είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων των άλλων ανθρώπων —
+εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά, εκεί έπρεπε
+να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα.
+
+Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν
+τα πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά
+πηγή. Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να
+κατέλθωμεν τον κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν
+δρόμον ακόμα. Ο Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος
+του ροπάλου μου, κ' αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας
+αντηχεί γνώριμος φωνή:
+
+ — Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα.
+
+Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου
+ο Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας,
+έχων δύο βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον».
+
+ — Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα.
+
+«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας
+Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και
+οι αδελφοί του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας.
+
+ — Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός.
+
+ — Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω.
+
+Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα,
+εψάρευε κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα.
+Ύστερον ηγόραζεν απ' αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν,
+εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ' ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε
+μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να σώση το Γένος. Τότε του
+εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος, όστις
+εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους
+θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας
+τοποθεσίας. Toν επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις
+ολίγον καιρόν του έγεινεν αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν.
+Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα, εφόρεσε πανωβράκια και
+Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν αναριθμήτους
+ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα. Έπινε
+τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και
+στο γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν.
+Εις την Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις
+το Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα
+με την ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν,
+έτρεχεν ως τροχός κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά,
+τελώνια, από φθόνον τον έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον
+έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά
+δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου και αν έφευγε, θα τον
+έπιαναν μίαν ημέραν.
+
+Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος
+τώρα επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν
+έπρεπε να νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να
+πλουτίση το Έθνος δεν επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να
+φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν, τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον
+κουκουλώση, να τον προικίση και τον αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε
+κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις το γήρας του· διότι
+δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα απέθετον τον
+θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν; Εις
+χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του,
+δεν έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν
+είχεν άλλην κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν
+οικίαν, κατά το έθος του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον
+θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να
+τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος βενέτικα.
+
+Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με
+μίαν ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον
+Μαλάκιαν. Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα
+αγκαλιαστά, μοσχάτο κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις
+το μικρόν χωρίον, και είς αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου
+Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων εκόλλησε το εξής τετράστιχον:
+
+.....................................................
+.....................................................
+.....................................................
+.....................................................
+
+Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου
+Κωνσταντίνος Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την
+αυθαιρεσίαν, κατά παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε
+«σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από
+τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον
+καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της
+«Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η
+μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από την Άτην την
+&σθεναρήν& και &αρτίποδα&, ήτις &πάντας ανθρώπους& αάται, ώστε μόνον
+το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον».
+
+Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο
+εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον
+ήτον ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν
+του Γένους, και ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας
+ταύτης. Αφού δεν ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του
+πλοιάρχου της «Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν
+ιστορίαν θησαυρού, και δεν ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε
+άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις τον Νικολόν πλην ο φίλος μου
+δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και έως σήμερον ακόμη
+δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του θησαυρού της
+Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον νέος,
+εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ
+διά την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν
+ανοικτόκαρδος, να μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με
+αυτόν, και με πάντα άλλον.
+
+Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν
+πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην.
+Είχε βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε
+μεγάλως την εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής
+νέος οπού ήτον, ότι η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον
+αγαθή συγκυρία, διότι πάσα καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον
+κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται. Όπως λ. χ. την πρωίαν της
+Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το Ευαγγέλιον της
+Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον
+έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της
+παιδιά) διά να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο
+Θεός το κατόπιν τέκνον της.
+
+Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος,
+παλαιός, με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του
+εώρταζε την Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν,
+επροσκυνήσαμεν τας εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια.
+Μέσα εις το ζεμπίλι του, χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν
+μολύβδινον παγούρι με έλαιον.
+
+Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι
+κλιτύες και τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την
+χρονιάν εκείνην δεν υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι
+εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως, ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος
+θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη εκείνα.
+
+Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο
+από παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια.
+Ίσως δύο εξ αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν
+ηκούσαμεν κρότον, ουδέ ψυχήν είδομεν.
+
+ — Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός.
+
+ — Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός,
+όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη.
+
+ — Και λες να είναι κανένας εδώ;
+
+ — Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η
+Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό.
+Αποδώ αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά
+κάποτε εδώ στο ρέμμα.
+
+ — Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ.
+
+ — Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες,
+νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά
+στην βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό,
+κ' ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς
+καλές κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια.
+
+Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ
+κάπου ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες»,
+όπου έλεγεν ο Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του
+παλαιού μονυδρίου, και οι δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την
+τοποθεσίαν.
+
+ — Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος,
+τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού
+φθάνει.
+
+Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα
+του, το προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι'
+άρχισε να σκάπτη. Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα
+εστάθη.
+
+ — Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι.
+
+Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην
+ώραν, επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν.
+
+Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν
+ηδυνήθην να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών.
+
+ — Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός.
+
+ — Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός.
+
+Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την
+γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του
+μοναστηρίου, ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω
+προς το ρέμμα. Εκεί &εβίγλιζα&, ήτοι ήμην &καραούλι&· είχα δηλαδή
+σκοπιάν, μήπως φανή που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος,
+ώστε να τους δώσω εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν
+ευπρόσωποι προς το μέρος που εκαθήμην.
+
+Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο
+ιδρώς περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των.
+
+Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη.
+
+ — Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να
+φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου;
+
+ — Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και
+πάω εγώ με τον Αλέξανδρον.
+
+Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν θα φάμε κι' όλα,
+κάτω στην βρύσι;
+
+ — Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε
+αυτά εδώ;
+
+ — Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το
+μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα
+μέσ' τα χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να
+κολατσίσουμε.
+
+Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να
+κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν
+αρχίση ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της
+κοιλάδος, οπού εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον
+φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή.
+Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε
+της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα αυγά, κι' ο Γιαννιός από
+έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν ράκος μέσα
+στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες πέρκες
+τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ'
+εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις
+τα όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα
+επάνω, προς την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται
+από το κάτω ρέμμα, το γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου
+έλεγεν ο Νικολός: — Να η Νεράιδες!
+
+Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με
+εξήγαγεν από την πλάνην.
+
+ — Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας
+της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα
+φουστανάκια. Είνε όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο
+Νικολός.
+
+Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν
+ούτ' εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο
+Γιαννιός έκραξε με πραείαν φωνήν:
+
+ — Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από
+στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια
+εγέλασαν οξύν αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες.
+
+ — Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω
+στο μύλο;
+
+ — Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα
+εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ.
+
+ — Εκεί κάτω είνε η μαννού σου;
+
+ — Εκεί είνε.
+
+ — Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε
+γενιά.
+
+ — Μετά χαράς.
+
+Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η
+λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή
+εξαδέλφαι της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη
+τους κόλπους «ως νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε
+χροιά του προσώπου των ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον.
+
+ — Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν'
+απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις
+ήρχετο να παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει
+παραγγελία η μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς
+και τ' ανάψαμε — βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω.
+
+Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός
+να κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το
+είπα εγώ». Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το
+είπε ο Αλέξανδρος». Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα.
+&Μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων&.
+
+Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν.
+Τώρα ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του
+λάκκου, κ' έκαιε πολύ. Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω
+έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον
+δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας δράκας. Η γη εγίνετο
+σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και πόνος.
+
+Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος.
+
+Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των
+δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του
+μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους
+επρόβαλεν έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις
+τον ώμον, βέργαν εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί
+την μέσην του.
+
+ — Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά.
+
+Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν
+εχάρην μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα.
+
+Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από
+νηπιόθεν τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της
+κουμπούρες και με τα χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν
+εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο, αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της
+Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και ήτο ευμενής. — Τι σας
+ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες τώρα να χαρώ
+τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο ώρες;
+Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός
+ορνιού, κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο.
+
+ — Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο Νικολός.
+
+ — Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε
+και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι'
+ο Γιάννης ο Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι,
+κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης, κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ'
+εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και
+στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα, και σε κάθε
+ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ'
+Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα.
+
+Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν:
+
+ — Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν
+είνε, πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε
+αυτός μ' ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να
+καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό,
+θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο γέρο-Μαμούκος, ας έχη
+ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος. Τακούς;
+
+Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν.
+
+ — Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε.
+
+ — Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου,
+ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να
+ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες.
+
+ — Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί
+μου, που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους.
+
+ — Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα
+βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον
+κατά το ρέμμα. Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον
+ανήφορον, επιστρέφοντες εις το χωρίον.
+
+
+
+TO X. Α. TOY...
+
+
+Όπως το διηγούνται, όσοι το έφθασαν, εν ηλικία όντες εις Αθήνας τω
+1870, ο νεκρός του ενός των ληστών του Δηλεσίου, κομισθέντων εις
+Αθήνας κατά Μάιον, είχε το πρόσωπον παραδόξως φαιδρόν και γελαστόν.
+Την ώραν πού τους ετουφεκοβολούσαν τ' αποσπάσματα, ελλοχεύον όπισθεν
+πυκνών θάμνων και βράχων το παλληκάρι εκείνο της Ρούμελης, ίσως διότι
+το ταμπούρι του τού εφαίνετο πολύ ασφαλές, τις οίδε τι είχε σκεφθή, ή
+τι σοβαρόν είδεν, ή τι αστείον ήκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου
+του, κ' εγέλασεν, όπως οι άνθρωποι γελούν. Συγχρόνως, εν ακαρεί, του
+ήλθε το βόλι. Τον ηύρε καίριον εις τον λαιμόν, και τον αφήκεν εις τον
+τόπον.
+
+Μετά δυο ημέρας οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξ τον αριθμόν, εκομίζοντο εις
+Αθήνας. Εις το πρόσωπον του νέου εκείνου όλοι οι φρικώδεις περίεργοι
+είδον εντυπωμένον, πιστωμένον τον γέλωτα. Ούτ' επρόφθασεν, ο ευτυχής
+άνθρωπος, να αισθανθή την πικρίαν του βέλους, αλλ' ο θάνατος του ήλθε
+μυστηριώδης, γλυκύς, προ της αλγηδόνος.
+
+Ο Γιάννης του Λέκα, νέος εικοσαετής, εφαίνετο ότι έχαιρε μεγάλην
+χαράν σφόδρα, όταν του έλεγαν ότι θα ήρχετο εκείνον τον χρόνον, διά
+να τον πάρη στρατιώτην, το περιοδεύον Στρατιωτικόν συμβούλιον.
+Άρχιζεν αμέσως να κάμνη βήματα, προφέρων: έν γυό, έν γυό, κ' ήτον
+όλος γέλοια και χαρά. Πλην, όταν ήλθε πράγματι η Στρατολογική
+Επιτροπή, προς μεγάλην χαράν του Δημάρχου, και κατέλυσαν άλλοι εις
+την Δημαρχίαν, άλλοι στο οιονεί ξενοδοχείον, κι' άλλοι στα σπήτια
+μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να παύση τα γέλοια, η ενδόμυχος ευθυμία και
+το θάρρος του έφυγαν, κ' ηρνήθη αποτόμως να παρουσιασθή ενώπιον της
+Επιτροπής. Εστήλωνε τα πόδια του, αντεστήλωνε το κορμί του, έκλαιε,
+κ' εφώναζε: «δεν πάω, δεν πάω». Όταν δε ο υπίατρος οδηγήθη στο
+σπητάκι της Λέκαινας, κ' εδοκίμασε να ιδή και να εξετάση τον
+κληρούχον, ο Γιάννης έπεσεν εις μίαν γωνίαν, εμαζώχθη, εκουβαριάσθη,
+εσταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλόν του, έκαμψε τους
+πόδας του με τα γόνατα έως τον αφαλόν, και ηρνήθη να υποστή την
+εξέτασιν του ιατρού. Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη
+«βλάκα», και τον απήλξε πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως.
+
+Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα
+εξωκκλήσια, όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την
+ανατολήν του έαρος έως το βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του
+φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο χειμών. Πρώτον εις την Παναγίαν της
+Αγαλλιανούς, όπου η ψυχή μας εμοσχοβολούσε ία και ναρκίσσους και
+λευκά άνθη της αγραμπελιάς. Είτα εις την Παναγίαν την........., όπου
+έτρεχε με μόρμυρον και ρόχθον το ρεύμα της Ζωοδόχου, κάτω εις τους
+μυστηριώδεις καταρράκτας με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους
+ανέρποντας κισσούς ανά τους υγρούς βράχους εις τα κυρτά υλομανούντα
+δένδρα. Και στον Άι-Γεώργην, όπου αι τόσαι νύμφαι του χωρίου
+ελιτάνευον στολισμέναι με τα πεποικιλμένα μανίκια, τας μεταξωτάς
+ποδίας και τα χρυσά ποδογύριά των, ερχόμεναι άλλαι με της βάρκες και
+άλλαι διά ξηράς. Και εις τα Πέντ' Αδέλφια, όπου τα αγκαλιασμένα
+γηραιά δένδρα καλύπτουν την βρύσιν και στεγάζουν τον πενιχρόν ναόν με
+το θεσπέσιον άλσος των. Κ' εις τον Άι-Γιάννην τον &Μυρωδίτην&, όπου
+τα τελευταία αηδόνια εκαλούσαν εις διαδοχήν τα κοσσύφια ανά το .....
+.................................. από το ύψος των...................
+έως τον γιαλόν.... .........................., και το κελαρύζον νερόν
+του βαθέος, ανερχομένου Διακαλιού ανέβλυζεν από την ρίζαν της γηραιάς
+δρυός, όπου με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των &φυλλομανούντων& κλώνων της
+διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων. Πόσαι οικογενειακαί θαλίαι είχον
+τελεσθή το πάλαι υπό τους βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα άκακα ερωτικά
+ζεύγη είχον εύρη ποτέ καταφύγιον εις την σκιάν της. Και είτα εις τον
+Άγ. Ηλίαν και εις τον Άγ. Παντελεήμονα, κ' εις την Παναγίαν την
+Πρέκλαν, κ' εις την Παναγίαν του Καρδάση κ' εις την άλλην Παναγίαν του
+Αραδιά, κ' εις τον Άι-Γιάννην του Κάστρου, κ' εις τον άλλον Άι-Γιάννην
+του Μετοχιού, κ' εις τον Άι-Δημήτρην, κ' εις τον Άι-Ασώματον τ' Αγγελή,
+και τέλος εις την Παναγίαν την Καστριώτισσαν, όπου πάσα σεμνότης και
+πάσα χάρις εν γαλήνη συνηνούντο, και πας γόνυ έκλινεν ενώπιον της
+θείας (εν γαλήνη) Πολιούχου: «Διανέμοις των χαρισμάτων την σην γαλήνην,
+Θεοτόκε, τη ψυχή μου».
+
+Όλα ευωδίαζον άνοιξιν και απλότητα και χαράν. Ο Γιάννης έμβαινεν εις
+το παρεκκλήσι γελών, τον ωδηγούσεν η μάννα του, χήρα έχουσα αυτόν ως
+μοναχογυιόν, να «χαιρετίση», δηλ. να ασπασθή την εικόνα στο
+προσκυνητάρι, την ησπάζετο γελών, είτα επήγαινε στ' αριστερά του
+χορού, κ' έστεκε δίπλα εις το άκρον ανατολικόν στασίδι, δύο βήματα
+από την βορείαν πύλην, όπου αι γυναίκες έφερον τυλιγμένας με προσόψια
+τας προσφοράς, και έγραφαν τα ονόματα, δηλ. τα έγραφεν ο παπάς καθ'
+υπαγόρευρευσιν ιστάμενος εις το χάσμα της θύρας, με το
+μολυβδοκόνδυλον, κρατών φύλλα διπλωμένα χάρτου επί του βιβλίου των
+Αποστόλων ή των Ψαλτηρίων· «Γεωργό, Γεωργό και του πλι» (δηλ. το
+πλοίον) μετά των συμπλεόντων αυτώ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς
+έγραφε, Ν. Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.),
+Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ. Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων και αδελφών
+αυτών».
+
+Εκεί έστεκεν ο Γιάννης, και ήκουε γελών τα υπαγορεύματα των γυναικών,
+τας απηχήσεις και τους &ασπασμούς& του παπά. Τέλος, όταν ήρχιζεν η
+ψαλμωδία, ο Γιάννης εξηκολούθει να γελά προς τας αντιφωνίας των
+διαφόρων νεαρών ψαλτών και τας οξυφωνίας του παπά. Συνήθως αντείχεν
+όρθιος επί ώρας, είτα εκάθητο εις το σκαλοπάτι του βήματος κάτωθεν
+της τελευταίας αριστερά εικόνος (ήτις ήτο συνήθως του Αγίου του
+ναού). Η μάννα του, επειδή τον είχε μονογενή, συχνά έταζε και
+παρεκάλει τους Αγίους «να τον κάμουν καλά». Πλην φαίνεται ότι αυτός
+ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και οι Άγιοι
+δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του
+ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει.
+
+Η ψαλμωδία εξηκολούθει δι' όλης της νυκτός. Πενήντα ή εκατόν άνδρες
+και παιδιά — συνήθως είχον παραφάγη καί παραπίη — εκοιμώντο έξω,
+ανάμεσα στους σχοίνους, και οκτώ ή δώδεκα γυναίκες, και τρεις γέροι,
+εις τα στασίδια ή στας πλάκας του ναού εκοιμώντο καθήμενοι. Ενίοτε
+ηκούετο το ρογχάλισμα του ιερέως μέσα απ' το Άι-Βήμα. Ο ψάλτης
+υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο-
+Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο
+νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο
+τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης άγρυπνος δεν έπαυε να γελά.
+
+Κάτω εις την πολίχνην, όπου ο Γιάννης ήτο ευθυμία και χαρά των
+σπητιών, ο ίδιος εγέλα θορυβωδέστερον όταν συνήντα ένα από τους
+περιπλανωμένους του χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του, ή τον Ζαχαρίαν τον
+Κούκον, ή τον Τάσον τον Νικολήν, ή τον Ματώ απ' τον Απάνω Μαχαλάν.
+Τότε άνοιγε πράγματι η καρδιά του. Εγέλα ακρατήτως, και δεν ημπορούσε
+«να μαζώξη το στόμα του». Ήτο ως να έλεγε: «Χαίρομαι, αδελφέ μου, πού
+σε βλέπω τέτοιον· οι άλλοι που μας γελούν είνε πολύ χειρότεροι».
+
+Κ' εις τα ξωκκλήσια, κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας, συνήθως ήρχετο
+μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε, ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο
+νυχτοβάτης, ή ο πάτερ-Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος
+και ξεσκούφωτος. Όταν τον έβλεπεν ο Γιάννης, τότε ησθάνετο άκραν
+ευθυμίαν, κ' ενετρύφα εις την θέαν του. Ο Ιωακείμ ίστατο εις την
+άλλην γωνίαν του Τέμπλου δεξιά και συνήθως του έδιδον οι ψάλται να
+διαβάση το ψαλτήρι. Ο Γιάννης δεν εχόρταινε να τον κυττάζη, κ' εγέλα,
+εγέλα με ηδονήν άρρητον.
+
+Και όταν δεν ήτο πανηγύρι ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως
+εις την εξοχήν. Είχεν η μάννα του μικρούς ελαιώνας και χωραφάκια, κι'
+ο πτωχός νέος φαίνεται ότι κάτι έκαμνεν εις γεωργικάς αγγαρείας και
+βοηθητικά έργα, με όλην την αδυναμίαν του. Αλλά και τότε, όταν επέρνα
+από εξωκκλήσι, επέζευεν, έδενεν εις την ρίζαν θύμου το γαϊδούρι, και
+εισήρχετο εις τον ναΐσκον. Εκεί έβγαζεν ατάκτους φωνάς, θέλων να
+μιμηθή τους ψάλτας, και κάποτε έβαλλε χείρα εις εικονίσματα και τα
+κατεβίβαζε κάτω διά να τα ξεσκονίση, όπως εφρόνει· άλλοτε έβγαζε τα
+θυρόφυλλα της Αγίας Πύλης, κι' άρχιζε να τα πελεκά με το μικρόν
+κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα επανέφερεν εις την θέσιν των, και πότε
+τ' άφινε κάτω εις το έδαφος, όπου έτυχε.
+
+Η Μαλαμμώ του μπάρμπα Δημητρού, συμβία του Γιώργη του Πολύζου, ήτο
+απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν. Άλλη δεν ήτον ως αυτή να
+τρέχη διαρκώς σ' όλα τα ξωκκλήσια, να τ' ασβεστώνη, να τα καλλωπίζη.
+ν' ανάφτη τα κανδήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων
+γυναικών ευποροτέρων της.
+
+Είχε μετακομίση στης πλάτες της πέντε ή έξ παληοσάνιδα, τα οποία της
+έδωκαν, διά να επισκευάση την στέγην του ναού του Χριστού στο
+Κάστρον. Η Μαλαμμώ, χάριν ευκολίας, τα απέθεσε προσωρινώς έξωθεν του
+Κάστρου, προ φοβερού χάσματος της παλαιάς γεφύρας, κ' εις την κάτω
+βαθμίδα της ιλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτερούς και πλατείας
+σκάλας. Ήτο μεσοβδόμαδα. Η Μαλαμμώ έλεγε μέσα της «Χριστιανός δεν θα
+βρεθή να τα κλέψη». Και όμως ευρέθη. Υψηλά από το μικρόν σαθρόν
+καλύβι, όπου ήτο έν παληοχώραφον ανάμεσα εις τα ορμάνια, όπου έβοσκε
+πέντε ή έξ ψωραλέας αίγας ο Νικολός ο Μπασιόλης, μακρόθεν επί πολλήν
+ώραν ετηλεσκόπει την Μαλαμμώ, ώστε είχε αποκάμει στα μάτια να την
+κυττάξη, κ' εμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ' τα δόντια του: «Πού τα πάει
+αυτή, τρομάρα της, τα παληοσάδια;»
+
+Την υστεραίαν η Μαλαμμώ είχε δουλειά στο σπήτι της, κάτω στο χωρίον,
+τρεις ώρας δρόμον. Την τρίτην ημέραν δεν ευκαιρούσεν ο σύζυγός της,
+όπου ήτο ολίγον κτίστης, αλλά και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλην
+ήτο Σάββατον, κ' η Μαλαμμώ εκατάφερε τον σύζυγόν της να υπάγουν μαζί
+και το μουλάρι, να κουβαλήση αυτός άμμον κι' ασβέστην από μίαν
+ανεμιαίαν έπαυλιν, όχι πολύ μακράν του Κάστρου, να εισέλθουν φέροντες
+και τα σανίδια τ' αποτειθεμένα έξω, να φθάσουν εις τον ναόν του
+Σωτήρος, κι' αυτή ν' ασβεστώση, κ' εκείνος ν' ανεβή στον τοίχον,
+πατών ως εις σκαλωσιές εις τα λιποπετρούντα τοιχία τα πλαγινά, να
+καρφώση τα σανίδια εις το ελλιπές μέρος της στέγης, να τα επιχρίση με
+την κονίαν που θα εζύμωνε με τα υλικά που έμελλε να μετακομίση
+(εκείνη ν' ασβεστώση τους τοίχους ή την θύραν και τα παράθυρα, κι'
+αυτός ν' αναβή στην στέγην, πατών ως εις σκαλωσιές επάνω εις τα
+ερειπωμένα και σεισμοπετρούντα τοιχία τα πλαγινά και να την
+επισκευάση).
+
+Φθάνουν εις τα πρόθυρα του Κάστρου, κάτω εις το βαραθρώδες του
+χάσματος, κυττάζει η Μαλαμμώ. Τα σανίδια έλειπαν. Έκαμε πολλούς
+σταυρούς, ηπόρησεν, ηγανάκτησε.
+
+ — Το λοιπόν, πού τάχεις βάλη τα σανίδια; ηρώτησεν ο Πολύζος.
+
+ — Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ' ακούμπησα.
+
+ — Πού είνε τα, το λοιπόν;
+
+ — Πούν' τα; Να κοπή το χεράκι του όποιος τα πήρε.
+
+ — Δεν σούπα εγώ, βλοημένη, να μην κάνης μισές δουλειές; Ή να
+καρτερέσης έπρεπε ν' αδειάσω, να τα κουβαλήσουμε το μουλάρι, ή, αφού
+τάφερες, νάκανες ακόμα έναν κόπον να τα πας ως μέσα στην Εκκλησιά.
+
+ — Και ποιος ξέρει, αν δεν θα τα βρούμε μέσ' στην Εκκλησιά, είπε το
+Μαλαμμώ με εύκολον θάρρος και προς ιδίαν της παρηγορίαν. Έλα, Χριστέ
+μου, καμμιά καλή Χριστιανή θα ήρθε χτες-προχτές ν' ανάψη τα κανδήλια,
+και την εφώτισ' ο Θεός και τα κουβάλησε.
+
+ — Άμποτε!
+
+Ο Πολύζος εξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώον, έδεσε το ζώον του, ανέβασε
+με πολύν κόπον πρώτον τον σάκκον της άμμου, είτα την κοπάναν με τον
+ασβέστην ανά την υψηλήν φοβεράν σκάλαν, η γυνή ανήλθε με το καλαθάκι
+της, όπου είχε λάδι, κηρία, ως και μικράν προμήθειαν τροφίμων. Είτα
+εφορτώθη αυτή τον ασβέστην, ο ανήρ της επήρε την άμμον και το
+καλαθάκι, υπερέβησαν την σιδηράν πύλην, και εισήλθον εις το παλαιόν
+έρημον χωρίον. Μετά δέκα λεπτά έφθασαν προ του ναού. Εξεφορτώθησαν,
+εκάθισαν να ξαποστάσουν. Της εφάνη της Μαλαμμώς ότι ήκουε κάτι ως
+χαλαράν και άρρυθμον ψαλμωδίαν έσωθεν του ναού. Δεν επίστευσε τ'
+αυτιά της. Επλησίασεν εις την θύραν, την ώθησεν. Η θύρα ήτο κλεισμένη
+ένδοθεν. Ηκούοντο τώρα ευκρινέστερον αι άμουσοι ψαλμωδίαι.
+
+ — Ωχ, Θε μου, τι να είνε, είπε το Μαλαμμώ. Έλα, Πολύζο, να ιδής και
+ν' ακούσης. Η πόρτα είνε κλειδωμένη από μέσα.
+
+Επλησίασεν ο άνθρωπος, έκρουσεν, ώθησεν ισχυρώς. Εις μάτην. Η θύρα
+ήτο πράγματι μανδαλωμένη.
+
+ — Τι πειρασμός είνε αυτός, έκραξε το Μαλαμμώ, συνάπτουσα τας χείρας.
+Τα σανίδια λείπουν απ' έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη, κι'
+ουρλιάσματα άχαρα ακούονται μέσα. Τι νάν' αυτό; Μπαίνουν τάχα και
+στης εκκλησιές πειρασμικά πράγματα;
+
+Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου η ακοή των
+αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις «Χριστός Ανέστη».
+
+ — Χριστός Ανέστη, επανέλαβεν η Μαλαμμώ. Κι' ακόμα τώρα πέρασε το
+μεσοσαράκοστο.
+
+Ήτο τωόντι σάββατον της Δ' εβδομάδος των Νηστειών.
+
+ — Μην πηαίνη αλλά φράγκα ούτος που είνε μέσα; είπεν ο Πολύζος.
+
+ — Στοιχειό θα είνε· ξορκισμένος οξαποδώ, απήντησεν η Μαλαμμώ.
+
+ — Κανένας μουρλός θα είνε, είπεν ο Πολύζος. Ας ιδούμε. Μην είν'
+εκείνος ο Γιάννης της Λέκαινας;
+
+Έκρουσε πάλιν δυνατότερα την θύραν. Είτα ανέβλεψεν ανά τον τοίχον, κ'
+έδειξεν εις ύψος δύο οργυιών σχεδόν τον μικρόν φεγγίτην με την
+χρωματιστήν ύαλον, που έφεγγε τον ναόν από την δεξιάν πλευράν.
+
+ — Να μπορούσα ν' ανεβώ 'κεί απάνω, είπεν. Έλα, βόηθα, Μαλαμμώ, να
+σωρέψουμε πέτρες πολλές, να της στερεώσουμε, για ν' ανεβώ ως εκεί.
+
+ — Δεν φωνάζουμε μια, είπε το Μαλαμμώ, αλλά δεν υπήρξε φωνή και
+ακρόασις.
+
+Ήρχισαν ν' αποκόπτουν λίθους από τα ερείπια των παλαιών οικιών εδώθεν
+κ' εκείθεν. Όταν συνέλεξαν λίθους αρκετούς, ήρχισεν ο Πολύζος να τους
+στοιβάζη εις σωρόν. Πλην τότε παρ' ελπίδα ηκούσθη κρότος μανδάλου ή
+μοχλίου αποσυρομένου και οξύς γέλως ήχησεν εις το χάσμα της
+διανοιγείσης θύρας.
+
+Ήτο τωόντι ο Γιάννης του Λέκα. Υπεδέχετο με παιδικούς καγχασμούς την
+γυναίκα και τον άνδρα της.
+
+ — Α! Εσύ 'σαι λοχεμμένε! είπε η Μαλαμμώ — γιατί δεν ακούς τόσην ώρα
+που σε φωνάζουμε;
+
+Ο Γιάννης απήντησε διά νέου καγχασμού. Εστράφησαν προς την θύραν, και
+είδον τα εντός.
+
+Ο Γιάννης είχεν ανάψει διά μαναλίου όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί
+εκεί, είχε χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το
+λαδικόν, που εύρεν εις το ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε
+κατορθώσει να τ' ανάψη ως πυροφάνι, μόνον δύο κανδήλια εκ των επτά ή
+οκτώ των προ του Τέμπλου και του προσκυνητηρίου, και ηυφραίνετο
+ψάλλων το «&Χριστός Ανέστη&, όπως αυτός ήξευρεν. Είχε βαρεθή την
+σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το προεορτάζη.
+
+Αφού εγέλασεν αρκετά, η Μαλαμμώ έσβυσε τ' απόκηρα, επροσπάθησε να
+σκουπίση τα χυμένα λάδια, και είτα εμελέτα ν' αρχίση το ασβέτωμα.
+Ελησμόνει ήδη τα χαμένα σανίδια. Αλλ' ο Πολύζος είπε:
+
+ — Και πούν' τα σανίδια, Μαλαμμώ;
+
+ — Πούν' τα, μαθές, επανέλαβεν η γυνή.
+
+Τυχαίως και στον βρόντον η γυνή εστράφη προς τον πτωχόν νέον, και τον
+ηρώτησε:
+
+ — Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά;
+
+Ο άκακος νέος απήντησε μόνον:
+
+ — Κουβάλας.
+
+Ο περί ου ο λόγος τωόντι είχε συναντήσει τον Γιάννην κατά την
+προχθές, την ώραν οπού εκουβάλα τα κλοπιμαία. Του έδωκε δύο ξυλειές
+ως αρραβώνα, και τον εφοβέρισε να μη μαρτυρήση τίποτε. Ο Γιάννης
+απήντησε με το παγωμένον γέλοιο του.
+
+Είχε ξεχάσει της ξυλειές, ως και την φοβέραν. Την επαύριον ανεύρε τα
+κλοπιμαία η Μαλαμμώ.
+
+
+
+Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ
+
+
+
+Ότ' είχε βασιλέψ' ο ήλιος. Κατεβαίναμε τo στενό καλδερίμι, τον
+κατήφορο. Ζερβά μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παληού σπιτιού του
+Γιάννου τ' Αγιώτη (μια φορά ήταν του Γιάννου τ' Αγιώτη, όταν ο
+μακαρίτης εζούσε κ' εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν ξέρω πλια τίνος είνε,
+γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι, με τη
+ρόκα της, με ταδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι' άλεθε η γλώσσα της.
+Την στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ' το στόμα
+της.
+
+ — Τρεις όπ' σ' έχω, άντρα, και τρεις όπ' μ' έχεις έξη· και τρεις του
+παιδιού, εννιά...
+
+Εκείνο το δειλινό είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νειόνυφη, η
+γυναίκα του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Έξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ'
+το γάμο. Η θεια Μορισώ εσκολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο,
+το 'φταμηνίτικο ή το πρωιμάδι, που είχεν έρθη στον κόσμον αυτόν.
+
+Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν
+είχαν γείνη ακόμα, έτσι τα εσκόλιαζε. Δεν άφινε καμμιά κουβέντα,
+κανένα μαντάτο, κανένα «λακριντί», που να μην τ' αποσώση. Μ' αυτά,
+και με τη ρόκα της, περνούσε την ώρα της, κ' έκανε να περάσουν και
+των άλλων γυναικών η ώρες. Αλλοιώς, τι θα γινότανε, 'ς αυτόν τον
+παληόκοσμο;
+
+Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο
+αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιός της ο μεγάλος, από
+τριάντα χρόνια τώρα, είχε πάρη μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γείνη, και
+δεν ακούστηκε πλια. Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον
+στην Αμέρικα χρόνια, της έγραφε πως θάρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη
+της, την είχε καλοπαντρέψη, μα δεν είχε τύχη να ζήση· πέθανε στη
+γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν' αποκτήση το δικαίωμα ο
+πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ' ύστερα, στους πέντε
+μήνες, ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήταν ο μεγαλείτερος καϋμός της θεια-
+Μορισίνας!
+
+Για να μαλακώση, η ταλαίπωρη, τον πόνο της, έκαμε στην αρχή να πέση
+στα θεία και σε αγαθοεργίες. Θέλησε να πάρη ψυχοκόριτσο έν' αρφανό,
+πού κανείς δεν ήξερε τον πατέρα του. Επειδή όμως ήτον πολύ αράθυμη,
+και όταν θα θύμωνε, θα φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!», για να μην
+κολάζη την ψυχή της, έκαμε καλύτερα να το διώξη, ύστερ' από τρεις
+'μέραις αφού το πήρε στο σπίτι της.
+
+Καμπόσες φορές είχε κάμη κόλλυβα και λειτουργιές για τους
+πεθαμμένους. Ύστερ' απ' ολίγο, τα έφερε ο διάολος να μαλλώση με τον
+ένα, έπειτα με τον άλλον, παπά της Εκκλησιάς· τότε κι' αυτή, για να
+μην τους τα χαραμίζη, και κολάζη την ψυχή της, έπαψε της προσφορές
+και τα μνημόσυνα.
+
+Μόνο επήγαινε ακόμα στην Εκκλησιά, κ' εκολλούσε κεράκια στους Αγίους.
+Ύστερα, επειδή μέφτηκε τον επίτροπο, πως έκλεψε τάχα απ' το παγγάρι,
+έπαψε ν' αγοράζη απ' την Εκκλησιά, κ' έπαιρνε απ' τον μπακάλη. Έπειτα
+ο παπάς, οπού δε τάχε ακόμα καλά μαζί της, της είπε να μη φέρνη
+νοθεμμένα κεριά, μόνε να ψωνίζη απ' το παγγάρι. Τότε κι' αυτή έπαψε
+να κολλά κεριά.
+
+Ωστόσο, επήγαινε ακόμα στην Εκκλησία. Ύστερα, επειδή έβλεπε καμπόσες
+γυναίκες, οπού αυτή της είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να
+έρχωνται κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακρινούς
+σταυρούς και στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια
+στην Εκκλησιά, για καμπόσον καιρό.
+
+Τόσο κακότυχη που έμεινε, για να έχη μια παρηγοριά στη μονοτονία της
+ζωής της, αποφάσισε και δεύτερη φορά να πάρη ένα ψυχοπαίδι, που να
+είνε από μάννα και πατέρα, για να μην την βάζη ο πειρασμός, στο θυμό
+της απάνω, να το φωνάζη μπάσταρδο. Ηύρε, αλήθεια, ένα ορφανό, που
+ήτον κι' από μακρινή γενιά της. Το πήρε, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε.
+Κείνο βγήκε πολύ θεληματάρικο, απαιτούσε πάντοτε «το δικό του να
+γένη». Αυτή ήτον πολύ αψίθυμη, και δεν έκαναν καλό χωριό οι δυο τους.
+Τέλος, το παιδί μπαρκάρησε, «πήρε τα μάτια του κ' έφυγε», και τον
+δεύτερο χρόνο επνίγη μ' ένα καΐκι που αρμένιζε. Και πάλι η θεια
+Μορισίνα απέμεινεν έρμη και μοναχή.
+
+Και τώρα εγήραζε, κ' εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες
+τοίχους του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη
+πατριωτάκι, μα ξένο, για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ' ένα
+κορίτσι από ξένα μέρη, απ' τη στεριά την αντικρινή, φτωχό, έρμο και
+σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε. Αυτό, σαν έγεινε
+δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ' ένα νέον στη γειτονιά και μια βραδειά, τη
+σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε
+ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε
+«ξεχωρισμένη» κι' «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ'
+έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή θα με πάρης, ή θα χαθώ».
+
+Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ' το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να
+την πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ
+«τα ηύρε σκούρα». Οι δικολάβοι, όπου δεν λείπουν από κανένα μικρό
+χωριό, υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από
+το σπίτι. Η θεια το Γιαλινάκι επήγε 'ς ένα ξάδερφό της, που ήτον
+κάπως μεγάλος και τρανός, ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι' αυτός
+την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την
+αφήση να πεθάνη απ' το κρύο, κι' από το άλλο μέρος, να του κάμη το
+σπίτι απάνω του, &οικονομικά&, καθώς το ξανάλεγε ύστερα η θεια
+Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και του
+έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ' έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες
+μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι' άρχισαν να κατεβάζουν τα
+κεραμίδια...
+
+Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι' άρχισε
+να χύνη τόσα δάκρυα απ' τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη
+στέρνα βουλλωμένη, που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε
+να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον
+επαρακάλεσε να της χαλάση το έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος όμως
+δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ'
+είπε πως το σπίτι ήτον δικό του...
+
+Αφού είδε κι' αποείδε, η γρηά Μορισίνα, ότι καμμιά δουλειά, κανένα
+έργο, ό,τι κι' αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα
+υστερνά της βάλθηκε κι' αυτή ν' αποσάνη της κουβέντες, τα μαντάτα,
+και της δουλειές των αλλονών. Κ' επέρναε τον καιρό της να κρένη και
+να ξεστομίζη σκόλια για κάθε τι. Η μεγαλείτερη δουλειά της ήτον να
+λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκόμια για τον καθένα.
+
+Άμα έβγαινε το πουρνό απ' την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε
+ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων' εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά
+απ' το σπίτι της, κ' έπιανε λακριντί με της γειτόνισσες. Της
+καθημερινές έκανε και τη ρόκα της, εδούλευε κ' η γλώσσα της, σαν να
+έκαναν ζευγάρι τα δυο. Της Κυριακές, που έβλεπε και πλειότερον κόσμο
+(γιατί το στερνό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο σοκάκι κατά το
+γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της.
+
+Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια
+γιαλιστερή βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε:
+«Κόρδα και φούντα, και τάσπρα, πούν' τα;»
+
+Αν επερνούσε καμμιά νειόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια,
+που η κορμοστασιά της δεν της εφαίνοταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι
+ανέμη, θα 'πω; κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!..»
+
+Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν' τούτο, μαθές; πώς δεν
+την εξεδίπλωσε η μάννα της; ...»
+
+Αν ήτον καμμιά ψηλή κ' άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη
+λαμπάδα σπασμένη.... που το πάει ο μπάρμπ' Αναγνώστης μπροστά απ' τον
+παπά, που θα πη το «Σοφία, ορθοί»;
+
+Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου
+Άραμ 'ς (παραγκώμι ενός βαφειά του τόπου).
+
+Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να
+χτίση άλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός (παρατσούκκλι
+του πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια).
+
+Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια τάπαιρνε «κουτουριάρικα», και
+τάχε σχεδόν μονοπώλιο, η γρηά Μορισίνα. Εκείν' η παροιμία που
+ακούσαμε απ' το στόμα της: «Τρεις οπ' σ' έχω...κτλ.», ήτον μόνο
+συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο πριν, όταν είχε γείνη ο αρρεβώνας,
+του ίδιου ταντρόγυνου, είχε 'πή: «Τα όρνια παντρεύουνται, και τα
+στοιχειά βλογιούνται.... »
+
+Μια βραδειά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι
+αρρεβωνιασμένων, οπού η μανάδες και των δυο κάτι παληά ψεγάδια είχαν,
+φαίνεται, στην υπόληψί τους, η γρηά έξαφνα είχε ξεφωνίση:
+
+ — Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ' πω!
+
+ — Σε τι είνε ταιριασμένο, θεια Μορισώ; την ερώτησαν.
+
+ — Να, πλειά π......ς γυιός, και π.....ς θυγατέρα· απήντησεν η
+γερόντισσα.
+
+Μια χρονιά, είνε τώρα πολύς καιρός, ο καινούριος δήμαρχος που είχε
+γείνη στο χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του
+Δήμου του φτωχού, για να κάμη λέει, «αρτεσιανά φρέατα».
+
+Ύστερ' απ' ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ' έγειναν άχρηστα.
+Η θεια Μορισίνα πήγ' ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της 'ς έν' απ'
+αυτά, και δεν ηύρε νερό στάλα.
+
+ — Παλαβώσανε και τα φτιάσανε, παλαβώσανε και τα χαλάσανε, είπε.
+
+Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ' απ' ολίγο
+σχωρέθηκε.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λαογράφους μας
+
+ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ εις 120 τόμους δεμένους αξίας
+δραχ. 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα
+
+ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
+
+ΑΙΣΧΥΛΟΥ
+Πέρσαι, Μετάφρ. Ιωάννου Ζερβού 1.50
+Αγαμέμνων, Μετάφρ. Ι. Γρυπάρη 1.50
+Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1.50
+Χοηφόροι, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50
+Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1.50
+Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1.50
+Ικέτιδες, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50
+Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10.50
+
+ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
+Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1.50
+Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50
+Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1.50
+Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50
+Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1.50
+Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50
+Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1.50
+Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10.50
+
+ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
+Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1.50
+Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1.50
+Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50
+Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
+Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50
+Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50
+Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50
+Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
+Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1.50
+Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
+Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50
+Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1.50
+Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1.50
+Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50
+Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
+Ελένη, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
+Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.50
+Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1.50
+Τρωάδες, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
+Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 23.50
+
+ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
+Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2. —
+
+ΟΜΗΡΟΥ
+Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τόμ. 6 6. —
+Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τόμ. 6 6. —
+
+ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
+Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2. —
+Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3. —
+Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 5. —
+Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. —
+Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. —
+Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. 27. —
+
+ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
+Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη 2.50
+Κύρου Ανάβασις, Μ. Δ. Αναστασ. τόμ. 2 5. —
+
+ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ
+Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου 1. —
+
+ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
+Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβού, τ. 4 10. —
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+Άπαντα, Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμ. 6 13. —
+
+ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
+Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού 3. —
+Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα 5. —
+Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. —
+Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου 3. —
+
+ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
+Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλ. 1. —
+Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλ. 2. —
+Οι τέσσαρες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλ. 1.50. —
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου 1.20. —
+Απολογία Σωκράτ. Μτ. Α. Μωραϊτίδου 1.50. —
+Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου 0.80. —
+Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου 2.50. —
+Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 3. —
+Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 2. —
+Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου 2.50
+Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη 2. —
+Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη 2.50. —
+Ίππαρχος — Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου 0.80. —
+Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. —
+Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1. —
+Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. —
+Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50. —
+Πρωταγόρας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 2. —
+Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως 3. —
+Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου 1.50. —
+Ιππίας μείζων και ελάσσων, Μτ. Ζάμπα 2.50
+Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1. —
+Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2 6. —
+Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. —
+Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 1. —
+Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα, τόμ. 2 8. —
+Ερυξίας — Αξίοχος — Αλκυών, Μτ. Μάνεση 1. —
+Δημόδοκος — Σίσυφος — Κλειτοφών —
+Ίων — Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη 2. —
+Θεάγης — περί Δικαίου — περί Αρετής,
+Μετάφρασις Λιμπεροπούλου 0.80. —
+Επιστολαί και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα 2. —
+Ολόκληρος ο Πλάτων εις 38 τόμους 65.70. —
+
+ΗΡΟΔΟΤΟΥ
+Μούσαι, Μετ. Α. Σκαλίδου, τόμ. 4 12. —
+
+ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
+Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή, τ. 10 30. —
+
+ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ
+Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη 0.80. —
+
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+Εκδιδομένη υπό την διεύθυνσιν του Δρος Ι. ΖΕΡΒΟΥ
+
+
+
+G. d'Annunzio
+Όνειρον εαρινής πρωίας (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.60. —
+
+Ed. de Amicis
+Σκηναί τον στρατιωτικού βίου. 2. —
+
+Σ. Βασιλειάδου
+Αττικαί νύχτες 6. —
+
+Αρ. Βαλαωρίτου
+Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 5. —
+
+Γ. Βιζυηνού
+Το αμάρτημα της μητρός μου. 3. —
+
+G. Chantepleure
+Τα Ιωάννινα πολιορκημένα 3. —
+
+W. Goethe (Γκαίτε)
+Φάουστ. Μετ. Μ. Αυγέρη 4. —
+Βέρθερος. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 2. —
+
+Ειρ. Π. Δημητρακοπούλου
+Η Υιοθετημένη. Μυθιστόρημα 3. —
+
+Η. Van Dyke
+Διηγήματα. Μετ. Α. Μαρπουτσόγλου 2.50. —
+
+Emerson
+Λόγια τον κόσμου. Μετάφρασις Θ. Χ. Φλωρά. 3. —
+
+Η. Eckermann
+Συνομιλίαι Έκκερμαν με τον Γκαίτε. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. —
+
+Επικτήτου
+Έγχειρίδιον. Μετ. Α. Καμπάνη. 0.80. —
+
+Αρ. Εφταλιώτη
+Νησιώτικες Ιστορίες 3. —
+
+G. Flaubert
+Ο πειρασμός του Αγ. Αντωνίου. Μετ. Κ. Βάρναλη. 3. —
+
+Ιω. Ζερβού
+Μύθοι της Ζωής 3. —
+Ιστορία της ιδέας. Γαβατάμας — Αστάρης 4. —
+
+Ε. Zola
+Η Ταβέρνα. Μετ. Χ. Νεοκλέους. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 4.50. —
+Η Γη. Μετ. Μπ. Αννίνου. (εκδ. επί κοινού χάρτου) 4.50. —
+
+Λουκίας Ζαδέ
+Όταν ήμουν στον πόλεμο 1.50. —
+
+Γ. Ζαλοκώστα
+Τα άπαντα (εκδ. επί κοιν. χάρτου). 3.50. —
+
+Θεοφράστου
+Χαρακτήρες. Μετ. Μ. Σιγούρου. 1. —
+
+Θεοκρίτου
+Ειδύλλια. Μετ. Ιω. Πολέμη 2. —
+
+V. Hugo
+Φιλοσοφία και Φιλολογία. Μετ. Γερ. Βουτσινά 2.50. —
+
+Η. Ibsen (Ίψεν)
+Οι βρυκόλακες. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. —
+Το σπίτι της κούκλας. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.40. —
+
+Ν. Καρβούνη
+Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας 4. —
+
+Ι. Κονδυλάκη
+Ο Πατούχας. 3. —
+
+Διον. Κοκκίνου
+Γρίμποβο, Μπιζάνι, Γιάννενα 3. —
+
+Ανδρ. Κάλβου
+Η Λύρα.2. —
+
+P. Calderon
+Ο Αλκάδης της Θαλαμέας.(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. —
+Το στοιχειό. (επί κοινού χάρτου). 1. —
+
+Δ. Καμπούρογλου
+Αναδρομάρης.3. —
+Θρύψαλα.2. —
+
+Λουκιανού
+Άπαντα. Τόμ. 6. Μετ. Ιω. Κονδυλάκη.18. —
+
+G. Leopardi
+Ηθικά έργα. Μετ. Α. Καμπάνη. 3. —
+
+Μ. Λιδωρίκη
+Πολεμικοί εντυπώσεις ευζώνου. 3. —
+
+Μ. Maeterlineq (Μέτερλινγκ)
+Ο θησαυρός των ταπεινών. Μετ. Ν. Καζαντζάκη . 3. —
+
+Μουσαίου
+Ηρώ και Λέανδρος. Μετάφρασις Σίμου Μενάρδου 0.70. —
+
+Molière (Μολιέρου)
+Τα ερωτικά πείσματα, Μετ. Ν. Ποριώτη.1.50. —
+Ταρτούφος. Μετ. Ιω. Σκυλίτση (έκδοσις επί κοινού χάρτου. 1.20. —
+Αγαθόπουλος ο Ξηροχωρίτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.80. —
+Αρχοντοχωριάτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 1. —
+
+ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
+
+Σ. Μελά Το άσπρο και το μαύρο. Δράμα. 1.50. —
+Πολεμικαί σελίδες, από τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον 1912. 5. —
+
+Π. Νιρβάνα
+Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια. 2. —
+
+Fr. Nietzsche (Nίτσε)
+Η γέννησις της τραγωδίας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. —
+Ο Ζαρατούστρας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 4.50. —
+Γνώμαι και περικοπαί. Μτ. Ι. Ζερβού 3. —
+
+Γρ. Ξενοπούλου
+Στέλλα Βιολάντη 3. —
+Ο κακός δρόμος, κι' άλλα καινούργια διηγήματα 3. —
+
+Κ. Παλαμά
+Τα Πρώτα Κριτικά. 3.50. —
+Οι Καημοί της Λιμνοθάλασοας και τα Σατυρικά Γυμνάσματα. 2. —
+
+Αλεξ. Παπαδιαμάντη
+Η Γυφτοπούλα. 4. —
+Η Φόνισσα. 3. —
+Η Μάγισσες. 3. —
+Πασχαλινά διηγήματα. 1. —
+Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. 1. —
+Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα 1. —
+Ο Πεντάρφανος 3. —
+Τα ρόδιν' ακρογιάλια. 2.50. —
+Η χολεριασμένη. 2.50. —
+Η νοσταλγός. 2. —
+Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη. 3. —
+Τα άπαντα 26. —
+
+Renè Pyaux
+Η δυστυχισμένη Ήπειρος 3. —
+
+Edgar Poe
+Ιστορίες αλλόκοτες. Μετάφρασις Ν. Σπανδωνή. 3. —
+
+Π. Ροδοκανάκη
+Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο 2. —
+
+Ernest Renan
+Οι Απόστολοι. Μετ. Μπάμπη Αννίνου. 5. —
+Βίος του Ιησού. Μετάφρασις Α. Καμπάνη.
+Ο Αντίχριστος. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. —
+
+Εμμ. Ροΐδου
+Συριανά διηγήματα. 3. —
+Διηγήματα. 3. —
+Κριτικαί μελέται. 3. —
+Είδωλα. 4. —
+Μελέται φιλολογικαί, καλλιτεχνικαί, φιλοσοφικαί. 4. —
+Πάρεργα και παραλειπόμενα. 4. —
+Το πνεύμα τον Ροΐδου. 3. —
+Τα άπαντα. Δραχ. 24. —
+
+Jean Richepin
+Ισπανικά παραμύθια. Μετ. Ν. Ποριώτη. 3. —
+
+Σιεγκίεβιτς
+Quo vadis ? (Πού υπάγεις;). 5. —
+
+Σαιξπήρου
+Κοριολανός. Μετ. Μ. Δαμιράλη. 2. —
+Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Μετ. Μ. Δαμιράλη 2. —
+
+Δ. Σολωμού
+Τα Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 2.50. —
+
+Α. Schopenhauer
+Συγγραφείς και ύφος. Μετ. Α. Ζάρκου.3. —
+
+Η. Taine Φιλοσοφία της τέχνης εν Ελλάδι. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50 —
+Φιλοσοφία της τέχνης εν Ιταλία. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50. —
+
+L. Tolstoi
+Η Αναγέννησις. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. —
+Η Νέα ζωή. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. —
+Σονάτα Κρόϋτζερ. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2. —
+Η Ανάστασις. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. —
+
+Γ. Τσοκοπούλου
+Η Θεατρίνα. 3. —
+
+I. Turghenieff
+Το ξένο ψωμί. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. —
+
+Δ. Ταγκοπούλου
+Σκόρπιες μολυβιές. 2. —
+
+Κ. Χρηστομάνου
+Η Κερένια κούκλα. 3. —
+
+
+
+Τιμάται Δραχ. 2,50. —
+
+
+***
+
+
+
+ 1)Το δεύτερον συνθετικόν της δικαστικής εννοίας αυτού — βοηθού ή
+γραφέως αρχείου — «κλερκ» είνε παρεφθαρμένον εκ της ελληνικής λέξεως
+κληρικός. Αρχήθεν η λέξις εσήμαινε τον βοηθόν ή ψάλτην.
+
+ 2) Όρα το διήγημα &η Γλυκοκαρδούσα&, εις τον β' τόμον των &Οψίμων
+(;)&
+
+ 3) Ο Κάρολος Λεβέκ εν τη «Επιστήμη του Καλού».
+
+ 4) Η έννοια του αρχαίου επιγράμματος είνε: Ειπέ ότι την αγαπώ — θα
+το πω.
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA ***
+
+***** This file should be named 33354-0.txt or 33354-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33354/
+
+Produced by Sophia Canoni and George Canonis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/33354-0.zip b/33354-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..3d19bbf
--- /dev/null
+++ b/33354-0.zip
Binary files differ
diff --git a/33354-h.zip b/33354-h.zip
new file mode 100644
index 0000000..92dd9d1
--- /dev/null
+++ b/33354-h.zip
Binary files differ
diff --git a/33354-h/33354-h.htm b/33354-h/33354-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..c768b52
--- /dev/null
+++ b/33354-h/33354-h.htm
@@ -0,0 +1,5454 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η Χολεριασμένη, Ο γάμος του Καραχμέτη, Μάννα και κόρη, Δημαρχίνα νύφη, Οι Κανταραίοι. τ'μπουφ του π'λι, Ο χαραμάδος, Ο γείτονας με το λαγούτο, Η έννποια του θεού και ο υλισμός, τα αμύρα κούτσουρα, τ' αγγέλιασμα, τραγούδι του θεού, τα συμβάντα στον μύλο, τα βενετικά, το χ.α. του . . ., " />
+<title>Τα μετά θάνατον - Η χολεριασμένη</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 30px;
+}
+</style>
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Sick from Cholera
+ Published after death
+
+Author: Alexandros Papadiamantis
+
+Posting Date: March 29, 2012 [EBook #33354]
+First Posted: August 5, 2010
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni and George Canonis
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The
+spelling of the book has not been changed otherwise. Square brackets [] or question
+mark indications (;) of the original have been kept. Some footnotes have been
+placed at the end of the book.</p>
+
+<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι αγκύλες [] και τα
+ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου. Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου
+έχουν τεθεί στο τέλος του.</p>
+
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="445"
+height="674"
+alt="text" border="2" /><br /></p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ<br />
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ<br />
+ΦΕΞΗ</h4>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ</h2>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ</h1>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ</h2>
+
+<h4 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΕΝ
+ΑΘΗΝΑΙΣ&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<br />
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<br />
+1912&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;</h4>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 9em">Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ</h3>
+
+<p>
+<br />
+Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο
+δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια
+διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της οικογενείας του
+μετά τον θάνατόν του.</p>
+
+<p>Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την έμπνευσιν
+και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του μεγάλου
+διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν θέλγητρον, το ότι
+μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την αφανή επιμέλειάν του περί
+την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως,
+όπως π. χ. εις το δεύτερον της σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά
+δύο παραλλάσσοντας τρόπους.</p>
+
+<p>Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα,
+όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή φράσις
+αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που μας επέβαλε την
+έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων του Παπαδιαμάντη και
+όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των
+έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς
+το κοινόν. — Αι κατ' εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν
+φιλολογικήν συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν,
+γίνονται αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της
+παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή και
+μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν.</p>
+
+<p style="text-align: right;">I. Ζ.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 9em">
+Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+<br />
+Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα της
+Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά Ρήνη
+Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.</p>
+
+<p>«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο αδερφός
+μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις που
+κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλείτερος από
+μένα.</p>
+
+<p>Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών.
+Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες. Θα ήταν τριαντάρης
+τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.</p>
+
+<p>Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη
+χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου Φιλίππου, ύστερα
+από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με τους παπάδες, με τα
+εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον
+βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να
+παρηγορή τον λαό έβγαινε — και δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα
+και το θανατικό. Κ' έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ,
+καβαλλαρία, Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια
+και τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι φοβεροί,
+θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που φορούσαν κάτι σαν
+φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ' εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον
+εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε
+το λαό κ' εσκορπούσε ελέη και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι.</p>
+
+<p>Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια
+μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει. Θα
+ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η στεφάνωσι.
+Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.</p>
+
+<p>Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους μήνες
+μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν μ' έπιασαν οι
+εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά από σας — ο
+Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε άφαντος. Πέρασαν πολλές
+ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος, κι' αυτός, ούτε θέλησε να με
+ζυγώση.</p>
+
+<p>Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην
+Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα απ' τους
+πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά.</p>
+
+<p>Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας δεν
+ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην εξοχή, κι' άλλες
+έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.</p>
+
+<p>Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του απ' το
+παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να μου φέρη νερό.
+Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά, ή φόβος τον έπιασε και δεν
+ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση.</p>
+
+<p>Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα δέκα
+σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.</p>
+
+<p>Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι. Σηκώθηκα,
+επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν καλλίτερα μου φάνηκε να
+ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ' έψησα δυο-τρία και τάφαγα.</p>
+
+<p>Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα.</p>
+
+<p>Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα. Ύστερα
+πάλι εδίψασα χειρότερα.</p>
+
+<p>Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά έρημη. Ο
+κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα κλειδομανταλωμένα. Ψυχή
+δεν εφαίνετο πουθενά.</p>
+
+<p>Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα, με
+μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα της
+βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή.</p>
+
+<p>Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει μαζί
+μου το κορίτσι μου από την κούνια...»</p>
+
+<p>Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα
+επανέλαβε·</p>
+
+<p>«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το ένα πρώτο
+για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα γνώριμο... να τον
+αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο, είχα σκοπό να γυρίσω πίσω
+στο σπιτάκι μου.</p>
+
+
+<p>Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν
+μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους
+Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε παρέκει,
+σε μια γωνιά του δρόμου.</p>
+
+<p>Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η κλησιάρισσα. Σαν
+με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από μέσα. Θα κατάλαβε απ' την
+όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την πόρτα, φωνάζω·</p>
+
+<p>&nbsp;— Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί;</p>
+
+<p>Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά στο
+παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται να είχε λίγο
+νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε·</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάμε της χούφτες σου.</p>
+
+<p>Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου έρριχνε
+απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε σαν αγιασμός.
+Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη στάμνα μέσα, έκαμε πάλι
+να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ' έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το
+φύλλο της πόρτας, κ' είπα·</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάνουν μέσα;</p>
+
+<p>Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον
+στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη.</p>
+
+<p>Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή. Εκεί
+μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο Λευθέρης, ο άνδρας
+μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει
+ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη
+κόρη που του είχε κάμει η γυναίκα του η νιόνυφη.</p>
+
+<p>Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της
+καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί.</p>
+
+<p>Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα
+περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας μου, που
+έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους. Πριν φύγουν,
+ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό τους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το
+παιδί;</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω.</p>
+
+<p>Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι και δεν
+έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.</p>
+
+<p>Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια μου.
+Ετοιμάζοντο για να φύγουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό
+του χεριού επάνω στην παλάμη μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάμε μαζί, του λέω.</p>
+
+<p>Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς τίποτε,
+άρχισε να φέρνη δυσκολίες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου
+δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι
+τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα.</p>
+
+<p>Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να του
+πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...»</p>
+
+<p>Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο κυρ
+Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της μανδήλας μου. Σαν
+άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά μένα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ'
+εμένα μαζί.</p>
+
+<p>Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν
+χολεριασμένη.</p>
+
+<p>Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί.</p>
+
+<p>Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα κ' είπα
+με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι γίνεται». Μα ο
+αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το κρύψω, το ένα μέσ' την
+παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δέκα, είπα εγώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.</p>
+
+<p>Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε·</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί,
+εσάς τι σας μέλει;</p>
+
+<p>Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται να είχε
+σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού έρριξε μια ματιά,
+σαν να μ' ελυπήθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.</p>
+
+<p>Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του ως
+το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε και ολίγα
+ρουχικά μαζί.</p>
+
+<p>Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα.</p>
+
+<p>Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής
+συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη.</p>
+
+<p>Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους έπλυνα τα
+ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι μου, την Κατήγκω
+μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση. Την εχάδευαν κ' έλεγαν·
+«Πίκκολο! πίκκολο!»</p>
+
+<p>Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες τους,
+εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι' αυτοί καλοί
+άνθρωποι.</p>
+
+<p>Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε στο
+σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ' εκαθίσαμε με αγάπη
+και ειρήνη.</p>
+
+<p>Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από της
+υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην Αθήνα, μέσα,
+είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.</p>
+
+<p>Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά στον
+καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το δεκαπλάσιο».</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την αρμάδα του εις
+τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του Βορρηά, όπου εξέσπων τ'
+άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον εις το τέρμα Αλίμενον,
+θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα
+μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα
+μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον
+κόλπον. Επάνω στα πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι,
+Μαυροθαλασσίται, Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες,
+Βαρβαρέζοι, Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη
+αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και άλλοι
+τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων.</p>
+
+<p>Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις
+δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους προς
+αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως γραμματέα του επί της
+φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν
+εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα
+νησιά του Καστριού και τα Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον
+Μικρόν Γιαλόν — ... και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον
+Σώστην εις την δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα
+μελτέμι δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις την
+ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του χωρίου, ο
+Κουμπής Νικολάου........</p>
+
+<p>(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους τρεις
+επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον.</p>
+
+<p>Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον Μέγαν
+Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο υγρός, εμαύρισε όλ' η
+θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια, και περί την ακτήν του
+Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα
+μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο
+ημερώτερος, εις το απάγγιο, όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα
+μελτέμια τας ημέρας εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε
+μελτέμι εις την δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος
+αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα κύματα
+εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι δειλινού — εις
+όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια και τον Όλυμπον, τον
+Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις έφθαναν εις το τέρμα διά να
+ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι
+χίλιοι τόσοι κάτοικοι του Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν
+κατά το βράδυ στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του
+Καστριού, κ' εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα
+πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν αράξει, κατ'
+ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου μας, εις τα πετρώδη
+(πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και
+φαντάσματα.</p>
+
+<p>Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην υγράν
+άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους θαλασσίους,
+οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι γυναίκες μυρολογίστρες
+επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα,
+γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας,
+ατίμητα, γλυκά αθύρματα των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά
+επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν το θείον
+κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί, — Ελάτε, ελάτε! —
+αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι'
+αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του
+πληρώματος, ύστερ' από Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους,
+Τουνεζηνούς και Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι
+περί τους 150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι
+Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που επεσκέφθη επισήμως
+τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος προεστώς του χωρίου, ο
+Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.</p>
+
+<p>Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις
+δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον είχεν
+υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως γραμματέα. Ο
+έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον αφέντην του, όσον πας
+τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε.</p>
+
+<p>Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με τας
+κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του, προήδρευε συνήθως
+εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι' αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς
+Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο
+συνήθως οι προεστοί. Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η
+γνώμη του ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να
+πειθαναγκάζη τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής.
+Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και εγίνετο
+σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την κολακείαν, αλλ' ήτο
+απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους Αγάδες.</p>
+
+<p>Εν τούτοις, <b>κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς</b> ο Κουμπής. Την
+χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει <b>στον νουν του Κουμπή</b>, ότι έπρεπε να
+χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του είχε κάμει
+παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και μοιχούς κρινεί ο
+Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να
+υιοθέτηση ξένον γέννημα (<b>ξένο κρειάς να μη θρέψης,</b> έλεγε χυδαία τις
+παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους
+απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά
+την τελευτήν του, ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του
+κάμουν τα ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του;
+Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς». Αλλά κ' οι
+καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί περιμένουν πότε να πωλήση άλλος
+τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και
+διεκδικούν λυσσωδώς «τα κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και
+γουρουνόπουλα ο Δεσπότης, ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι
+άλλοι.</p>
+
+<p>Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του, να
+μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον αυστηρός
+άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη μικρόν νινί, χαριτωμένον,
+αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα
+χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15 περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε
+κουτάβι, ούτε 'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η
+αντικρυνή του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή,
+ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον θείον
+είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση.</p>
+
+<p>Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον βιάση
+με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους Τούρκους — να τους
+στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο; Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το
+στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν'
+αποκτήση, αν θέλη ο Θεός, κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να
+καταπλεύση ο Πασάς με την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε.</p>
+
+<p>Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του Αχμέτη
+Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν εκδούλευσιν, και ο Τούρκος
+ναύαρχος του υπεσχέθη.</p>
+
+<p>Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με έξ
+κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν άνθρωποί
+του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι τον ανήφορον —
+υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν εις το Κάστρον,
+υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον αγριόξυλον, παρά το χάσμα,
+όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και
+σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς
+κατέβαινεν από τον κρεμαστόν σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα
+πανοβράκια, με τας κεντητάς βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το
+πρωινόν σερμπέτι του. Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον
+είχε φέρει πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός,
+εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο
+εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι να
+νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον είχε
+συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς, Κουμπίνα; Το
+βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ' Άι-Προκοπίου, κάτω στο
+ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα
+πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή
+γειτόνισά μας την Λελούδα, επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη
+παρηγοριά από σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να
+σεργιανήσετε κι' όλας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το
+Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η αρμάδα.
+Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να πάρουν αράδα της
+αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να 'ρθή μαζί μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου.
+Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας είνε και
+διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ' αγάδες; Έχουν άλλοι από
+μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να
+σας πειράξη;</p>
+
+<p>Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν που
+της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του συζύγου της. Ήτο
+απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται, τον άνδρα». Της γίδας τα
+κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής, φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της
+κόττας η λοφιά είνε αμαυρά και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και
+εξηρμένη, και όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η
+υποταγή της θηλείας εις τον άρρενα.</p>
+
+<p>Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την
+παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου, επειδή
+ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον αέρα, ύστερ' από
+πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν καλύβι της, επείσθη. Η
+Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν τους Τούρκους, καθότι μέσα στα
+καράβια ήσαν και πολλοί ναύται χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν
+και Τούρκοι, οπού δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο
+αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη
+μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και τα είχε
+καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και δεν ετολμούσαν να
+πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με
+μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι «μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ
+της να ελπίση ότι θα εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά
+τσαπράκια χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το
+λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και μικρό
+προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε την
+Κουμπίναν.</p>
+
+<p>O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου
+ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα
+πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα.</p>
+
+<p>Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο
+γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο λοστρόμος
+Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη φεργάδα είνε το ένα
+τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ' επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι-
+Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί
+σου, γιατί θα χρειασθή, θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που
+είνε άρρωστος από μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει.</p>
+
+<p>Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα
+προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον παπά-
+Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω ορισμόν απ' τον
+Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι (τάλληρον), και παραπάνω.
+Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με σας τους παπάδες, πως δεν του
+έκαμα τον λόγον του.</p>
+
+<p>Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον Προκόπιον,
+όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και σκότος ήρχισε ν'
+απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς δυσμάς, εφαίνοντο φώτα
+εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία.
+Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι
+[εκείνο], και κατόπιν είχον μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι
+εκατηφόριζε αποτόμως προς το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του
+Αγίου, κ' έβαινον εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε
+πλαγινά βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί
+που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα μοναξιά, δεν
+εφαίνετο ψυχή ζώσα.</p>
+
+<p>Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την Κουμπίναν, και
+διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο γυναίκες! — εις το μέρος
+αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν βράχου, εις τον όχθον του δρόμου,
+ωμίλησαν ελληνιστί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σταθήτε! μη φοβάσθε...</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου!</p>
+
+<p>Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν, ο
+Κουμπής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα
+μαζί μας, Λελούδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η
+Κουμπίνα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. —
+Λελούδα, έλα θα πάμε στην φεργάδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα.</p>
+
+<p>Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή ότι
+προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της απαγωγής. Η
+Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή και εγκαρτερούσα,
+επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των εικόνων και προσηυχήθη. Εις
+μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η
+Λελούδα και διατί δεν επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη
+[απηλογήθη].</p>
+
+<p>&nbsp;— Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε
+κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ' τον
+Κουμπή.</p>
+
+<p>Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του θαλασσοκτισμένου
+Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον πατημένον βράχον, σχηματίζοντα
+φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος, τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον
+του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια
+των ώτων, εκστατικός, φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ
+κωπηλάται, όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά,
+τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω, επεβιβάσθη,
+υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες ήσαν συνεργοί της
+αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν επί της πρώρας, και ο έτερος
+ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις το πηδάλιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής.</p>
+
+<p>Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους
+οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα έφθασε παρά
+το πλευρόν της ναυαρχίδος.</p>
+
+<p>Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον
+θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί τρία λεπτά,
+πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον αλλήλους, εκύτταζον
+τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά κατάρτια και τα πολυσύνθετα
+άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων κρεμαμένων προς τα κάτω επί του
+πρυμναίου ιστού.</p>
+
+<p>Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον συνήθη
+τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί του βαθμού όπου
+είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο
+Καπετάν Πασάς επένευσε και παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον
+αντιπροσωπεύση.</p>
+
+<p>Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του
+θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να συνέρχεται
+βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την Παναγίαν με τον
+Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον, ιεράρχην με πολιά στρογγύλα
+γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ' ευλογούντα.</p>
+
+<p>Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους επισκέπτας, εξ
+ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης έβηξε, κ' έλαβε τον
+λόγον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε
+το βιβλίο σου.</p>
+
+<p>Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν της
+καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας. Ενεχείρισεν εις τον
+Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής.</p>
+
+<p>Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει, φαίνεται
+λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει να υπάγη στον Άι-
+Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο κληματίδας λεπτάς απ' την
+πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν
+επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της
+γυναικός του, περίσσευμα από στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα
+τοιαύτα κοινωνικά χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά
+εις βρέφη — ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με
+το λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να στεφανώση τα
+νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή.</p>
+
+<p>Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας εικόνος,
+έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έλα, αγάπη μου.</p>
+
+<p>Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή.</p>
+
+<p>Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ'
+εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν
+αμοιβαίως.</p>
+
+<p>Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον
+γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού
+βρίσκεται.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο
+Κουμπής.</p>
+
+<p>Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο.</p>
+
+<p>Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης εστάθη
+όπισθεν του ζεύγους.</p>
+
+<p>Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που
+εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της ανομβρίας.</p>
+
+<p>Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ'
+επεμβήκε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες
+βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου.</p>
+
+<p>Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν ήρχισε
+να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν την φοράν την
+Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους
+μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν.</p>
+
+<p>Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν;</p>
+
+<p>&nbsp;— Την θέλω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;...</p>
+
+<p>Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με απλήν
+και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε την κεφαλήν της
+νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και περισσότερον είχε την αφωνίαν
+του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του
+στεφανώματος.</p>
+
+<p>Ο Ιερεύς είπεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον.</p>
+
+<p>Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον
+γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο
+ιερεύς.</p>
+
+<p>Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να
+κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις. Το βέβαιον
+είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.)</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον.</p>
+
+<p>Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο Κουμπής
+είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους του. Εχρειάσθησαν εξ
+αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον παράμεσον και έν εις τον μικρόν
+δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν του στεφάνου, χωρίς να είπη:
+<b>Ευλογημένη η βασιλεία</b>. Άρχισε να διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά,
+όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα
+ευλόγησε τα στέφανα και υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα
+στέφανα.</p>
+
+<p>Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί τους
+τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο Φαναριώτης ήλλαζε
+τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις μεγάλες κανονιές
+εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του πλοίου. Όλον το πέλαγος
+εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και ήλθεν από τον κρότον και τον
+κλόνον.</p>
+
+<p>Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την
+βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν υπό την
+πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η σελήνη (ήτο ως επτά
+ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον σταυρόν του και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν
+ραμαζάνι;</p>
+
+<p>Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο,
+πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη εις έν
+κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε βλέμμα έξω, κ'
+ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι θα πη ραμαζάνι;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός).</p>
+
+<p>Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα, και δεν
+ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που του έλεγεν η
+μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του
+Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά, στους βράχους και στα άντρα.</p>
+
+<p>Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού, η
+Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους κανονοβολισμούς,
+και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με
+γυιους, Κουμπή.</p>
+
+<p>Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι, εντός δύο
+ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι δεν θα ήτο πιθανόν
+να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να
+ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός
+αντικρύ, εις το μικρό σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει
+η Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου
+ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα εικονίσματα. Η
+Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του κανδηλίου.</p>
+
+<p>Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε: «Καλύτερα,
+ας έλθη, να της το ζητήσω».</p>
+
+<p>Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή το
+ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά
+πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου, είχε
+προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε σπουδαίαν
+υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά την νύκτα. Όθεν ήτο
+ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν τας πύλας του φρουρίου.</p>
+
+<p>Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά,
+υπομειδιώσα και τους ευχήθη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή...</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς ξέρεις;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε.</p>
+
+<p>Εστράφη προς την Λελούδαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε;</p>
+
+<p>Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να με σχωρέσης!</p>
+
+<p>&nbsp;— Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην
+Κουμπίνα.</p>
+
+<p>Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας του
+πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα
+σου, τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις και σύρε
+να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα στείλω μαστόρους να το
+μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης
+καλά με την Κουμπίνα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την
+Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης να
+καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη
+δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του.</p>
+
+<p>Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ του
+στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται μέχρι σήμερον
+Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα ανέθρεψε, τον Κονόμον
+(Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον Θωμάν και άλλας τόσας
+θυγατέρας.</p>
+
+<p>Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν
+επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν πρωί, να
+υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του είχε παραθέσει επί του
+καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ' επάνω εις την βίαν και τον
+φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα
+του Κουμπή, αντί να βάλη ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με
+πλατείας κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι δημογέροντες]
+έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής το εφόρεσεν εις το
+θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη
+όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν
+του, και εξήλθεν.</p>
+
+<p>Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το λάθος.
+Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες υπεψιθύρισαν, κ'
+εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν.</p>
+
+<p>Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν και
+τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν.</p>
+
+<p>Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση την
+Λελούδα.</p>
+
+<p>Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και
+ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον γάμον της, κ'
+ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν.</p>
+
+<p>Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν.</p>
+
+<p>Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον της
+Λελούδας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παληοβρώμα!...</p>
+
+<p>Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας
+του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω
+στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα συστήματά σου,
+Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου, σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή
+μου, έλεος!</p>
+
+<p>Ο Κουμπής εκάμφθη.</p>
+
+<p>Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα τέκνα
+του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου Δημητρίου, σιμά
+εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον τεράστιον σχοίνον, κυρτόν
+εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και
+τόσον ζωηράν εικόνα του Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού.</p>
+
+<p>Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων της,
+λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα, ανήλθεν εις τους
+μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της Λελούδας και δύο άλλων
+παρισταμένων γυναικών.</p>
+
+<p>Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+<br />
+Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με το βορεινόν
+παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν πενιχράν, καθάριον οικίαν,
+όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως, πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του
+Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν
+επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα
+πλάσις δι' εμέ.</p>
+
+<p>Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον
+χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων, η φωνή
+της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης, ψαλλούσης με
+παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Καράβι, καραβάκι, πού πας
+γυαλό-γυαλό, <br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό
+σταυρό.</p>
+
+<p>Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει, όχι μόνον
+αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και τώρα, ύστερον από
+τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα όσα μυθολογεί ο θείος
+Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον Πίνδαρον — μία μικροσκοπική,
+αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα
+σαρκός ή χώματος και να μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα·
+και να σηκώνεται λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά
+μαλλιά, και να ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα
+κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να τραγουδή:
+«Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;»</p>
+
+<p>Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες ότι η
+θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των παλαιών αμαρτιών
+την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις
+τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν
+μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά μόνον αναμιμνήσκεται;</p>
+
+<p>Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν απέθανεν έν
+αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον εγοητεύθη από το θέαμα
+των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και θυμιατών, και των πολλών ιερέων με
+τας στολάς των και του πλήθους του λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον
+ανέκραξε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον
+Παναγάκην!</p>
+
+<p>Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον είχον
+παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του χειμερινού
+θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις την αυτήν εκείνην οικίαν
+με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα,
+μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν' αποσείσω τον πρωινόν ύπνον.</p>
+
+<p>Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του παιδιού
+εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον του έτους 188..., μίαν
+πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη τας χιόνας. Η μητέρα της, η
+Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα
+υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον
+κατέλθει νήπια εις τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν·
+τελευταίον έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου
+ο λόγος.</p>
+
+<p>Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος εις το
+«Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν ήδη την τέχνην
+του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα σήμερον της Ξενούλας και δύο
+άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο
+μάστρο-Παναγής, όταν είχε δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν
+ημεροκάματον, πλην είχε περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η
+αρρώστειες, οι γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με
+πολλά βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το
+υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το παιδίον ήτο
+αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως ήρχισαν τα
+κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν, βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν
+επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία,
+στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως.</p>
+
+<p>Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει από
+της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον αρχόντισσα
+παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη· μία ήτο πλουσία εν
+ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και αυτή. Και όμως αύται την
+εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την
+Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται
+χρήσιμος προς αυτήν και της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η
+τωρινή, την απέπεμψε με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της.</p>
+
+<p>Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας
+κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά εμάλωναν κάθε
+μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον
+τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις
+ήθελαν το καλό, αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν
+μάγια.</p>
+
+<p>Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον σεβασμίου
+ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας· έπειτα ελογομάχησαν
+με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν πόλεμον εναντίον εις την άλλην
+αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον
+επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός τόσων τέκνων, της Ζουγράφως.</p>
+
+<p>Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν και
+ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ, μεσημέρι και
+βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας τους, κ' εξεσκουφώνοντο,
+κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο «να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά.
+Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . ..
+ποδαρούσα, την άλλην εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην
+αναρούσα, [ξωτικό] την άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον
+ονοματολόγιον. Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι,
+χωρίς να τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό
+σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις τo
+Λεξικόν των αθησαυρίστων.</p>
+
+<p>Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς
+γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί άλλοι εκ
+της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της ξετρελλαίνουν περισσότερον.
+Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω, ανέβησαν εις το δώμα, κατά την
+συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να
+εκκοκκίζουν και το κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ'
+τσ', Παναϊά μ', τα μάτια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η
+γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί.</p>
+
+<p>Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν, ήτις
+πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο ματάκια είχεν,
+αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον Γιάννην και τον μικρόν
+Στέλιον.</p>
+
+<p>Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το άρρωστον
+μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της Ζουγράφως, έτρεξε με όσα
+ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν
+τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο
+αργά· δεν ίσχυσε να σώση το παιδίον.</p>
+
+<p>Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την πρωίαν του
+Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η Πλουσία, η δευτερότοκος
+αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη. Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο
+νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από
+πάμπτωχον οικογένειαν. Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην,
+πλουσία κατά την υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας
+γυναικείας τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189... όταν
+είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη αντειρωνείαν
+της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος και ευκατάστατος, όστις
+της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της περιουσίας του.</p>
+
+<p>Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την μαρανθείσαν
+νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον ξενιτευμόν των αρρένων
+αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι'
+ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ' έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το
+οποίον ήλθε να παραλάβη είς ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να
+το προπέμψη· την δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την
+ελαφράν εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου
+όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από τον
+Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν τα ουράνια
+αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας».</p>
+
+<p>Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε κτισμένη επί
+των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις υπέροχον λοφιάν
+υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν
+εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη
+τραγουδεί το «καράβι- καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα
+τα μαλλιά της η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία
+καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας, και μέχρι
+των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον και από πέτραν
+ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το πικραμμένον χλωμόν στόμα
+της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο, κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος
+των βράχων, κατακυριεύον όλας τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον
+καρδίας και όμματα, καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας.</p>
+
+<p>Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά
+Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον ξύλινον της
+Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο μάστρο Κ... ο πατήρ του
+εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας, όστις τον είχε φέρει, αφού
+παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά, τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της
+πεζούλας εις την βάσιν ενός γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την
+πενιχρότητα της παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του)
+κ' επήγε να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια.</p>
+
+<p>Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον
+μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην, επάνω εις το
+ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα της ημέρας, ως στήλαι
+ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία μαυροφόρα, και μία με πολίτικην
+μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος «λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η
+Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν
+της προς τα άνω, και ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία
+πικρόν μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών
+ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και
+επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι της
+Ζουγράφως.</p>
+
+<p>Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το Κοιμητήριον
+της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα το διηγηθώ παρακάτω
+όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από πολλών χρόνων, είχον
+προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των αγνώστων. Είχον <b>εξιπασθή</b>,
+επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το
+Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα». Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο-
+Σταύρος ο Κακαβάρης, αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις
+τον τόπον από την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την
+αρχήν του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά την
+αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ γονέων
+καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την μεγάλην ήπειρον,
+αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων μεταξύ ερειπίων και
+συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των Τούρκους αγάδες, πλούτου
+κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν τας αδελφάς των Σουλτάνες,
+χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο-
+Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του
+πενθερού του, αγροίκου βοσκού εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η
+θύελλα και ενυμφεύθη την σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε
+τον αδελφόν του όχι Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά
+το Αιγαίον. Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη
+ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του πάππου του
+του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το Πανεπιστήμιο.</p>
+
+<p>Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη, υπερηφανεύθη
+και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο της τρέλλας μετεδόθη
+βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η γραία είχεν αντισταθή εις το
+μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε και αυτή.</p>
+
+<p>Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα
+πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι ο
+Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα ήρχετο να την
+ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι του Διαδόχου του
+Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά και τα εξέφεραν
+μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι μεν νέοι και τα κοράσια
+εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε γεροντότεραι και φρονιμώτεραι
+γειτόνισσαι τας επετίμων, συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας.
+Διάφοροι άνθρωποι αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν
+ταύτην, διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν
+αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και
+πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία γράμματα,
+τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς είσπραξιν
+εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ των γειτόνων η γραία
+Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν αυτά, αλλ' εκείναι
+ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί με όλην την γειτονιάν και με
+όλον τον κόσμον.</p>
+
+<p>Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από τας
+Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον Διάδοχον, εθύμωσαν
+και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε μανία των επετάθη, όταν έμαθον
+ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το
+δόγμα καταγομένην εκ Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος,
+χαΐρι και προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ
+(εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της
+χελώνες.</p>
+
+<p>Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει και
+άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την οικίαν μάντεις και
+τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν. Είχον υπάγει εις μάγισσες, να
+κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην.
+Είχον απομακρυνθή από τα θεία και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν
+ηθέλησαν να κάμουν μίαν λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν
+σηκωθή, εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον
+μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον παπάν να μη
+λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο ότι συνήντησαν καθ'
+οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη
+κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται».</p>
+
+<p>Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους βρυκόλακας.
+Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα καθήκοντά του ως
+πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε πολιτοφυλακής ταύτης τα
+καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της 10ης και του μεσονυκτίου ανά τας
+συνοικίας της μικράς πολίχνης, και εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του
+μεσονυκτίου και της πρώτης ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς,
+επί της κτιστής μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω,
+μετά την διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του,
+ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον προς
+δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον ημίονόν του, διά να
+ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν
+επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν είχε λάβει αφ' εσπέρας από την
+δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν, αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως.
+Ήτο την νύκτα της τετάρτης, περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν
+του μικρού Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα
+αυτού δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν δύο
+γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της νυκτός, εις το
+οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της.</p>
+
+<p>Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από απορίαν
+παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς το μέρος όπου
+είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε πλησίον του
+νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη φθίνουσα έμελλε προς
+όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον
+εις τον περίβολον, να ίστανται προς στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο
+Γιάννης της Στάμαινας εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης
+λοφιάς του υψώματος και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν.</p>
+
+<p>Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον τοίχον-
+τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της στερεάς. Η άλλη η
+δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος ο περίβολος των νεκρών
+έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς, όπου προς το νότιον μέρος
+εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον
+ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς
+υπήρχεν εντός, [Ούτε οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί
+υψηλοτέρου οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του
+ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον) εξυπνήση
+τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος και φρικίασιν εις τα
+οστά του τολμητίου.</p>
+
+<p>Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο Γιάννης της
+Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ' ολίγα βήματα τας
+αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα. Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν
+βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα εστάθησαν.</p>
+
+<p>Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο χαμηλότερον,
+φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ το άλλο κτίριον
+έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και κονία είχον εκπέσει από την
+κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή
+άνθρωπος και να εισέλθη.</p>
+
+<p>Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*)</p>
+
+<p>*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ,
+ατελές.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">
+ΔHΜΑΡΧΙΝΑ ΝΥΦΗ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+<br />
+Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα μεγάλα
+βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και χωριστά άλλα
+μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης,
+όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν, δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν
+όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν
+δίστιχον:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ήρθαν τ' ανθρωπάκια <br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ' τα καραβάκια.</p>
+
+<p>Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι, Γιακουμπαίοι,
+Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο διηγούμενος ταύτα
+επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι, Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι,
+Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να
+εκλεχθή εξ άπαντος, εις την επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος
+Αγγούδης, νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος,
+φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε «κριθάρα»,
+κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών υποστηρικτών του), και ο
+μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο,
+με τόσην φοβεράν επιστρατίαν ναυστολικού και πληρωμάτων.</p>
+
+<p>Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην αυτήν
+των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν εν χορώ να
+τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο ιστιοφορικός στολίσκος
+της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο καράβι, του καπετάν Αλέξη
+Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο εις την συνάντησιν των σκαφών των
+ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι'
+όλου του εκλογικού αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν
+ούτε εις τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν.</p>
+
+<p>Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε
+πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις τους δύο
+[τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την στέγην, και ίστατο
+εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα, αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος,
+εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους
+μεμακρυσμένους βράχους και τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά,
+ούτε ως πτερόν γλάρου, ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον
+καλλικατζούνας· ούτε όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας,
+ούτε εκείθεν του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν
+ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και κατέθετε το κιάλι
+το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν συντριβή και ανεκλίνετο εις τον
+σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η
+Αρχόντω, αυτή και η εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν
+υιοθετήσει, μη έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον
+Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή οικία,
+μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις τα Σχιναδέικα, επί
+αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς
+δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί
+των οποίων ανεγινώσκοντο ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα
+γράμματα του Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος
+αυτούς ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν
+Ελλάδα, την μητέρα των.</p>
+
+<p>Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού ήτο
+εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι, είχε δώσει
+υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή, εξημέρωνε το Σάββατον,
+την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των εκλογών, και το καράβι δεν
+εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και
+βαρειαναστέναζε».</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της.
+Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα...</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν,
+ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω.</p>
+
+<p>Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε.</p>
+
+<p>Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η
+καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση, αίφνης
+της λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε
+καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να πάρη την
+Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα μάτια της η
+καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η Γκότσαινα της λέει· κι' αν
+φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ' ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα
+χρονών να είνε, κατέβασ' ένα 'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να
+το κρατή ώρα πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε
+στιγμή απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ' αρωτήσης,
+τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή
+αβούλιαχτο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η
+Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως ένδεκα
+χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε το 'κόνισμα στα
+χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ' ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της
+είπε· βλέπω το καράβι που αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα,
+κι' ο καπετάνιος στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις,
+ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε.</p>
+
+<p>Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πας να την φωνάξης;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι.</p>
+
+<p>-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις πόρτες
+παραπέρα είνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας πάω.</p>
+
+<p>Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον και την
+ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού εκάλει την κόρην του
+καπετάν Λυμπέρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χ. Έ, Χ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είνε; Ποιος φωνάζει;</p>
+
+<p>&nbsp;— Κατέβα να σου πω.</p>
+
+<p>Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον δρόμον,
+της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν παραγγελίαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα.</p>
+
+<p>Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα σκαλοπάτια της
+οικίας του καπετάν Αλέξη.</p>
+
+<p>Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον.</p>
+
+<p>Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν
+εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η Λυμπέραινα, είτε
+διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας του θυγατρίου, είτε μάλλον
+διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα εις την διεξαγωγήν της μαντείας,
+έφθασεν εις την οικίαν της Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα,
+καθημένη αντικρύ της μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από
+κούρασιν ή ζάλην, την ερωτά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι βλέπεις;</p>
+
+<p>&nbsp;— Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά,
+θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα κύματα,
+που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η
+Αρχόντω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις
+νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως τρεις
+δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω στα βράχια, που
+πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα, πάλι τους πετά εμπρός,
+τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι,
+μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι
+έγειναν... Οι δύο επήγαν στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα
+μάτια, φαίνεται σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά,
+ως τρεις πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς).</p>
+
+<p>Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας επήρε
+το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον άλλοτε και
+ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα επινίκια. Χαρά και
+αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα
+Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός
+στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με
+κλαρινέττα, φυσώντες και χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν,
+προεξάρχοντες της βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των,
+και παιδιά ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια
+[τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας (αγέλης).</p>
+
+<p>Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως
+έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της Χαλκίδος, κ'
+εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και μεγάλα έργα. Εν
+πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την βρύσιν του Προφήτου
+Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν. Είκοσι χιλιάδας δραχμών
+εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος· πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα
+εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον
+οι εκλογείς του πίνοντες νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν
+υγιεινά. Τι θα του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας
+χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν εις τον
+τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς τούτο όλοι οι
+πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα έχανεν ο άνθρωπος την
+πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου) προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών
+εις χείρας του. Και η μεν «Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του
+Προφήτου Ηλιού έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη
+Χάνεσαι» εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν.
+Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων η μία
+άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν Ελλάδα, κ' η τρίτη
+εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την πόλιν διά δεκατριών φανών, διά
+να βλέπουν την νύκτα όλοι οι νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν
+όλοι οι εργατικοί, όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον
+των.</p>
+
+<p>Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν του
+κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον πλούσιαι νύμφαι.
+Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους
+και παννυχίδας με την νεολαίαν του τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν»,
+καθώς έλεγεν ο Διοματάρης, κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή
+πλουσία δεν ημπόρεσε να βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και
+μετ' ολίγον καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος.</p>
+
+<p>Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε τον
+σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας προκαταβολάς των. Και
+πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά.
+Ολίγον κατ' ολίγον, αφού συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης
+μετεκόμισε την δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις
+την πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να κατεβάζη
+από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">
+ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+<br />
+«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία, επιθέσει και
+απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ. Κανταραίου επί
+καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις Κωνστ. Στ. Κανταραίου,
+κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή».
+Όλ' αυτά τα έγγραφα και πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο
+Ζηρείτης, πρώην ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών,
+<b>ταουνκλέρκ</b>
+(<sup><a href="#fn1" id="ref1">1</a></sup>)
+, όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν
+εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ' αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και
+χωρίς να προσέξη εις το πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον
+πολλοί, (καθότι ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν
+εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των αγροζημιών των
+γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και ακουσίως ανεπόλει τον
+Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη, μεγαλοβοσκόν, με αγέλην
+επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα· αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα
+έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς
+μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός
+έμελλε να γείνη ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν,
+επαρουσίαζε πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου
+τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και να τα
+συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ είμαστε».</p>
+
+<p>Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του, τον
+Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον είχε στεφανώσει.
+Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου μας, ο αλησμόνητος
+Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος, είρων, με το τσιμπούκι του και
+θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα
+Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου
+είχεν αρχίσει να μαθητεύη ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή
+και «γλυκόκαρδη», <b>σουήτχαρτ</b>. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά
+τρία έτη να λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της
+(<sup><a href="#fn2" id="ref2">2</a></sup>)
+ χείρας, πριν γείνη ακόμη είκοσιν ετών;</p>
+
+<p>Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους μηνύσεις,
+τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια θεσπίσματα», και τας
+κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον.
+Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν
+απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι. Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους
+κάμπους της νήσου [γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και
+αμπέλους και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις
+μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας χλοεράς
+τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την Καναπίτσαν, εις τον
+Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της Κουκουναριές, το ωραίον άλσος
+των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα
+του δήμου, την οποίαν αυτοί πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον,
+λέγω, είχον πληθυνθή, ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός
+κακήν μανίαν και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς
+μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των, δεν
+έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι και ανεψιοί,
+εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο Κανταρόπουλα· δεν
+κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας είχον διά να καταπατήσουν σιμά
+στα σύνορά των, — τους Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους
+και Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου. Αν
+τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον θείον και
+καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την ευχήν ή την κατάραν του
+Δημάρχου.</p>
+
+<p>Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία
+οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον Προφήτην
+Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα έτη προ του 21, σιμά
+εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα
+του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και
+εξωμερίτης, ήτοι γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον
+λείψανον της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων.</p>
+
+<p>Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως
+αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το «εν τη
+μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά τις την κάπαν του,
+ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί
+διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι
+προεστοί κ' οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι
+δήμαρχοι.</p>
+
+<p>Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να
+«κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης και
+θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον, γεμάτον, την
+κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν σου κυρτήν,
+αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα
+κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι σχεδόν καλοί δουλευταί κ'
+ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους εισπράκτορας και καταπροδίδοντες
+αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η <b>αμάχη</b>, η οργή και κατάρα του Θεού.
+Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον
+Κάνταρον με το τουφέκι εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος
+παρεμόνευε τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον
+τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με την πάλαν
+και τον έρριπτε κάτω.</p>
+
+<p>Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από την
+πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον καιρόν εκείνον,
+δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος,
+σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών,
+ίσως διότι έκριναν ότι υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν,
+ο νεώτερος εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν
+της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και τον έφαγε με
+το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ, αλλ' αντιστρόφως ως
+προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν τον βρόντον και τον
+συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο
+σταθμός του Τούρκου, του <b>Γιαορκητζή</b>, ή τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο
+νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον. Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος
+πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε
+προς την ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την
+θάλασσαν.</p>
+
+<p>Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του πελάγους, θ'
+απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον υγρόν διάστημα; Πότε
+να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ' ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ'
+ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ. — του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν.
+Πλην δεν έλειπαν η ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν
+αποκάμει, κ' είχε πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον
+πλοίον ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και
+όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων.</p>
+
+<p>Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της
+λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον — ότι ήτο
+άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και μερικοί χριστιανοί
+προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο με τους αρματωλούς και τους
+κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν
+είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά
+τολμηρός τόσον πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως
+τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι.</p>
+
+<p>Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το
+πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις το άλσος των
+πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν αφήσει πολλάς θείας,
+εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς, οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε
+ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον
+ευπορίαν αγροτικήν και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους,
+συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων.</p>
+
+<p>Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο-
+Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε κλέμματα και
+αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ και ήτο πολύ
+προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην του, και θα ηδύνατο
+και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό».
+«Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν
+κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της
+προικός την οποίαν στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε
+κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα εκαλλιέργησε.
+Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν υιούς, τον Στάμον και τον
+Δημήτριον, και θυγατέρα, την Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης.</p>
+
+<p>Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του</p>
+
+<p>(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">
+Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+<br />
+Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο όλα βολικά
+εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον τυχερός, όσον αυτός.
+Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως
+αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν
+μεγίστης χωρητικότητος — επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν
+ως σκούνες και τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι
+είχε συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να βάζη
+την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα, κι' αυτός ν'
+ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς γείτων, διαβασμένος
+κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης
+απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή.
+«Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον
+πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον
+συνήθιζε κατά κόρον ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το
+πλιάτσικο, ο βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το
+πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν είδος, το οποίον
+ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή ξύλον, το μετεχειρίζετο ως
+λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να
+είπωμεν την μαύρην αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον
+αυτή η στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως
+ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την κεφαλήν,
+από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον όμως η κλεψιά του
+έβγαινεν εις καλόν.</p>
+
+<p>Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και εις την
+πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα καπετανόπουλα του
+τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε παραγκώμι και αναγόρευμα, το
+οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα. Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή
+«μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι». Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον
+εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις
+γέλωτα και εις παραβολήν;»</p>
+
+<p>Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την εθεωρούσαν ως
+πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην, κοκκινομαλλούν, χονδρήν
+ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν διαρκώς επί του κατωφλίου της
+εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν
+«απαστύλωτη» «αναφάνταλη», «αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ'
+ακόμα, σχεδόν πενηντάρα, να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα
+έβαπτε μικράς κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως
+θα ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι, ποτέ
+δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε. Έλεγε μόνον:
+«Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται δεξιά».</p>
+
+<p>Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται όλα δεξιά, αφού
+ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και την επήρε
+χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως τον δέκατον μήνα
+μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά να κυοφορήση, να φέρη έν
+βρέφος εις τον κόσμον και ν' αποθάνη λεχώ), η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς
+έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν νύκτα, να ανοίξη το έρημο κι' άχαρο σπήτι της
+μακαρίτισσας, (το οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος διότι επέζησε το νεογνόν), να
+κλέψη τα νυφιάτικα ρούχα της νεκράς και να τα φορέση; Απ' εδώ φαίνεται ότι δεν
+είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στο νου της, και της
+ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό ποδαρικό» διά τον
+σύζυγόν της.</p>
+
+<p>Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχαν ξεχάσει πλέον όλα τα
+παλαιά παραγκώμια και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το όρνεον εκείνο,
+ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν τ' άλλα αρπακτικά,
+κάθηται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη μορφή του συγχέεται και γίνεται
+έν με το βάθρον και με την σκοπιάν του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και
+λαίμαργον στόμα του, και τα καϋμένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα
+γνόφον, καθώς πλέουν εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το
+χάσκον, το σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι
+επιχειρήσεις του Στέφου. «Σαν τ'μπούφ του π'λί». Όπως στον μπούφον το
+πουλί.</p>
+
+<p>Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή τους λιμένας του
+Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε ναύλον.</p>
+
+<p>Άλλοι ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον τους
+καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι άλλοι
+εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι άλλοι δεν
+εγλύτωναν από «σταλία», την άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός εξεφόρτωνεν
+αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις την ανάγκην να
+κάμουν αβαρίαν, εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη.</p>
+
+<p>Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον,
+ξωριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της νήσου.
+Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των Ναυαγίων επιτροπή το
+έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το επεριφρόνησαν και μόνος ο Στέφος
+προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως
+καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος
+γριπάρης, και προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το
+ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη εις τον
+καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού το παρέλαβε, το
+έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας του χειμώνος εκείνου
+συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο
+καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το
+πλάγι ενός βουνού, εις το μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος έδωκε
+τρεις λίρας εις πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να
+καλλιεργήσουν το κτήμα και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάληψαν άφθονον
+βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης δεν είχε παύσει ν'
+ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του δεν έτυχε να κτυπήση εις την
+θαυματουργόν φλέβα! — Τινές είπον, ότι ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του
+αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως ήτο υπερθεματισμός.</p>
+
+<p>Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό της
+ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα, διηγείτο τον βίον
+και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κλεφτρίνες, πλειο, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'! Τ' ακούς εσύ, όποτε
+έφερνε μπόρα, κι' όλες η νοικοκυράδες κι' η αργατίνες η παρακατινές, που μάζευαν
+της εληές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το
+χωριό, αυτές η δυο μαυροφόρες, η Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα, η μάνα της, έπαιρναν
+της κόφες τους κ' έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλειο....</p>
+
+<p>Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάνα του, κ' η κυρούλα του. Από
+αυτάς είχε λάβει, ως φαίνεται, το μυστικόν περίαπτον της ευτυχίας.</p>
+
+<p>Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τες παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν εκτεθή εις
+το καφενείον Λασκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μίαν εικών (αυτοφυούς ζωγράφου,
+μάλλον χρωματιστού), ναύτου, ήτις παρίστανεν επί μακράς οθόνης τεραστίαν
+σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί των κεραιών της εφαίνετο μία
+περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις
+την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων πτερωτών, τα όποια έπιπτον εις το χάσκον
+στόμα.</p>
+
+<p>Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγένοντο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα είνε τελώνιο, που εκάθισε στα πινά της σκούνας, έλεγεν ο είς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα είνε θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε θαλασσαετός!.... είνε σακκάς, πελεκάνος!....</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε γλάρος!...</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ είνε μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο;</p>
+
+<p>Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής επεριμένετο να φθάση, διά να
+κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν εφάνη. Η μεγάλη
+σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' απ' τα δυο νησιά να εισέλθη εις τον λιμένα. Τι
+έγεινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν Στέφος κ' επόδισε πουθενά; Θα ήτο
+απίστευτον.</p>
+
+<p>Όλοι ανησύχησαν μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν
+ανησυχίαν. Είχε νυκτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα μεσάνυχτα
+άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς εσύριζεν.</p>
+
+<p>Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο εις τον
+λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα φανόν, απεσπάσθη
+από τον μέγαν όγκον, κ' επλησίασε με βαρείαν κωπηλασίαν εις την
+προκυμαίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς σ' ηύρα, καπιτάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς την αγάπη μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού,
+αναγνωρίσασα την φωνήν του συζύγου της.</p>
+
+<p>Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος μεταξύ
+των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός είχε δώσει νύξιν
+εις τον χρωματιστήν, πώς να ζωγραφίση) καθήμενον ως επί κλάδου, επί της
+κεραίας και των αξαρτίων του ιδίου πλοίου του με κεφαλήν μπούφου και με
+ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν πήχυν το στόμα και μέσα εις το
+μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και
+αργυρά νομίσματα.</p>
+
+<p>Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ' εσχεδίασε μεγάλην
+σκούναν ν' αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον
+εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της
+κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του, το χάσκον ως άδης,
+βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον αμέτρητον πλήθος
+ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά, ρηγγίνες και κολωνάτα.</p>
+
+<p>Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα
+ρακί!</p>
+
+<p>Και έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Ο XAPAΜΑΔΟΣ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+<br />
+Τι Χριστούγεννα έμελλαν να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν βραχοκτισμένον
+θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως μαινομένου πελάγους, εις
+[προς] τα κράτη του Βορρά;</p>
+
+<p>Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν ψοφήσει
+από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμάδια των ποιμένων και
+βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα πρώιμα, όπου εσκέπασαν τους
+λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας, το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον,
+ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ' αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει· άγνωστος
+πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει τα σταφύλια.</p>
+
+<p>Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον νεροπλυμένον,
+το οποίον είχαν κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει προ-δύο τριών ημερών ο
+Νικολός το Πιτς, και ο αχώριστος φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το
+καπηλείον του Γιαννιού της Στέργαινας· και τώρα, όταν [όπου] εξημέρωναν
+Χριστούγεννα, με τον ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν
+καπηλείον, το σύνθετον και από [με] καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν
+εξαιρετικώς την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ' ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος
+και η Λειτουργία των Χριστουγέννων.</p>
+
+<p>Πού η εποχή εκείνη, καθ' ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί, Γενοβέζοι,
+περιεκάθιζον εις το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον, — και όμως οι τότε
+άνθρωποι ήσαν ευτυχείς χωρίς να το ηξεύρουν! Η σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η
+κινητή γέφυρα ανεβασμένη· είχον αφθόνους τροφάς, κ' έπινον νερόν από μίαν
+στέρναν κ' επειδή εφείδοντο του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή
+μικρά καλύβη, κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί — καθώς διηγούντο οι
+γεροντότεροι — και αυτοί το είχον εξ ακοής — και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν.
+Πού η αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; ευλογημένος καιρός!</p>
+
+<p>Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας,
+ησθάνοντο ξηρόν τον φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια μεγάλη και φαιδρά εορτή,
+χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να περιφέρωνται, και τα παιδία που
+έψαλλον τα «Χριστούγεννα-Πρωτόγεννα» επήγαν να κοιμηθούν, κ' εσβύσθησαν
+όλα τα φώτα και ο βορράς εμαίνετο και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων
+κάτωθεν του βράχου, έμεινε το καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας
+του, με την θύραν βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος, όπου ίστατο το
+παμμέγιστον «Κανόνι της Αναγκιάς» κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου.</p>
+
+<p>Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ' ενύσταζον· ο
+κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν. Ο Νικολός το Πιτς κι'
+ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν' αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της
+Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους ηκολούθησε μετ' ολίγον διά να ξενυστάξη κι' ο ίδιος ο
+καφετζής.</p>
+
+<p>Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το χάος, ο
+Νικολός κι' ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φως μικρόν, ως λαμπυρίς, να σείεται, ν'
+αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον πλοίον αγωνιούσε κ' επαράδερνεν εκεί
+εις το μαύρον πέλαγος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καράβι μεγάλο είνε! είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μεγάλο, μικρό... η φορτούνα το σπρώχνει κατά 'δώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος μπορεί να διακρίνη;</p>
+
+<p>Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας. Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να έχη
+κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θε μου, και να ήτον φορτωμένο
+κρασιά; ...ο Χριστός το στέλνει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να έχη και τίποτε ξεροτύρια, στ' αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης
+της Γαλοντζίτσας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο!
+προσέθεσεν ο Γιαννιός της Στέργαινας.</p>
+
+<p>Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπης, με την ωραίαν μεγάλην
+σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, διά να εκφορτώση έν
+υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού φορτίου του εις ένα δυτικόν
+αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας εντός του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί
+του πλοίου του ένα ή δύο Εβραίους βοηθούς διά την εκφόρτωσιν, επειδή η
+επιχείρησις εγένετο από μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης.</p>
+
+<p>Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον
+γρήγορα εις το τέρμα του πλου. Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας, και ο
+καπετάν Ηρακλής επέμενε ν' αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις.</p>
+
+<p>Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά πάσαν
+νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον.</p>
+
+<p>Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος και τα
+κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξοριάσουν το πλοίον, και τότε... καλό
+ξεπλάτισμα! — όπως λέγουν οι ναυτικοί.</p>
+
+<p>Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου. Δεν
+ήξευρεν ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και δεν ήξευρεν ότι
+«Κύριος εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». Ήξευρε μόνον να σώζεται,
+με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν ημέρα Σαββάτου.</p>
+
+<p>Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν καταμεσής
+στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, διά να μη αρμενίζουν το Σάββατον;
+Άλλως και διά να αράξουν μόνον εχρειάζετο κόπος, εργασία. [Αλλά ήτο, ως
+φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων, οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και
+κατέπινον την κάμηλον].</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως
+παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε διά της βίας να
+εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε.</p>
+
+<p>Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου ο καπετάν Ηρακλής,
+προερχόμενος από τα Μπογάζια και το Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα εξαίρετα
+κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν ωραία κοκκινωπά
+κρασιά, κ' έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην.</p>
+
+<p>Η Εβραϊκή κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα οποία
+ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους τους εργάτης
+της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή όχι, να συντελέσωσιν εις
+την εκφόρτωσιν.</p>
+
+<p>Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε δι' ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν έως
+εφέτος. Εν τω μεταξύ η κοινότης τον είχε κάμει <b>χαραμάδον</b>, ήτοι
+αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων.</p>
+
+<p>Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησεν ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το προξενείον
+να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα, δεν εμελέτα μεν να πλεύση εις την
+γενέθλιον νήσον του, διά να εορτάση, αλλ' ενδομύχως ηύχετο να έστελλεν ο Θεός
+ένα καλόν βορράν, διά να πουλήση τα κρασιά οπουδήποτε, (τα οποία ήξευρεν ότι
+εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν του), και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν διά να
+ποδίση και μεταβή εις την πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε
+λάβει γράμματα εκείθεν, ότι ακριβώς διά το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός
+του υπήρξε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των
+νυκτερινών θαμώνων του καπηλειού, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς — εκεί ήτο
+η πατρίς του.</p>
+
+<p>Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η κατάρα
+των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» <b>Διασκέδασον την βουλήν του
+Αρχιτόφιλ,</b> Κύριε ο Θεός μου!</p>
+
+<p>Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από
+αρνία πρώιμα κ' ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια.</p>
+
+<p>Όπως ηυχήθη, ούτω σχεδόν έγεινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός ελαφρόν
+βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσε σφοδρός νότιος.</p>
+
+<p>Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και
+θαλασσοδαρμένον Κάστρον.</p>
+
+<p>Άμα εξημέρωσε και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια αρνία
+και ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ' επώλησε προς είκοσι λεπτά την οκάν το
+κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν.</p>
+
+<p>Κ' έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του, κι' ο
+Νικολός το Πιτς, κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι' ο Γιαννιός της Στέργαινας, και
+όλοι οι κάτοικοι των βορεινών θαλασσοδαρμένων χωρίων.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+<br />
+Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, κυρτός,
+μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά να ξεκλειδώση
+την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον έψαυε το έδαφος.</p>
+
+<p>Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, πότε
+πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κ' εκοιμάτο την ημέραν. Πότε ήτον
+νηστικός, πότε εφαίνετο να είνε «αποκαής». Δεν είνε βέβαιον αν έπινε χασίς,
+φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. Ωνομάζετο Βαγγέλης.</p>
+
+<p>Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα παμπάλαια,
+τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους τοίχους, κατείχοντο
+από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξ
+παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το
+φαινόμενον ολομόναχη· και το μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η
+σπιτονοικοκυρά κυρά Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η
+μάνδρα με τα πενιχρά οικήματα έκειτο είς τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και
+στου Τάτση.</p>
+
+<p>Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάση το
+δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζη μοναχός του. Ύστερ'
+από λίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα και σκέπτεται να την
+φέρη εδώ. Η κυρά Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, ότι θα είχε καμμίαν
+«λεγάμενη».</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτά δεν τ' ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ' εργένης· για
+εργένη σ' έβαλα. Αν εννοής να μου φέρης εδώ καμμιά παστρικιά, πολύ σε
+παρακαλώ να μου αδειάσης την κάμαρα... σαν τελειώση ο μήνας που έχεις
+πληρώσει.</p>
+
+<p>Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ' ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως δεν
+είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεββάτι κ'
+ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Βασίλω μ', κάτσε φρόνιμα,<br
+/>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν τ' άλλα τα κορίτσια ...</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ρήνα μου, Κατερίνα, μη
+φαρμακώνεσαι,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σου δίνω το βοτάνι....</p>
+
+<p>Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις
+κατώρθουν ν' ακούουν οι γείτονες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ κόσμος, ντουνιάς!... μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος...</p>
+
+<p>Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; .. Σ' ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε σεις, και
+τι κάνετε σεις; ...Ο κόσμος είνε τροχός, ρόδα που γυρίζει, κυρά μου... <b>μπου
+ντουνιά τοαρκ φελέκ!...</b> Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε σ' αφήνω, δε σ' απαρατάω·
+<b>εσκί ντος ντουσμάν ολφάς!...</b> Παληός φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου,
+κ' η τιμή τιμή δεν έχει... Είνε τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου... Κ' έχει
+τιμολόγιο, μαθές, η τιμή; Μία γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια
+λίρα, ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα εικοσιπεντάρικο,
+ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει;... Να σου πω εγώ πόσα έχει... Εκατό
+χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η
+αρχόντισσα της Πόλης η πιο μεγάλη χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η
+εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια η Σουλτάνα...</p>
+
+<p>Αυτό είνε το τιμολόγιο!...</p>
+
+<p>Επί τινα λεπτά έπαυε ν' ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να
+μονολογή:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχουν αξία όλα τ' άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που
+μόνον οι παράδες έχουν τιμή;... Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις χτύπημα στον τοίχο
+αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτόν το μουχλιασμένο, το βρώμικο... Πότε θα
+βάλης γνώσι;... Έπρεπε να ζη διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να
+μπορέση να καταλάβη καλά τον κόσμο... Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και
+καμαρώνω... Καλά το λεν οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τάγια χώματα;...
+Του Ρωμηού η γνώση ύστερα έρχεται... <b>Γιουννανίν ακίλ σουραντάν
+γκελίορ!</b></p>
+
+<p>Μίαν πρωίαν η κυρά Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να ξεμυτίζη απ'
+την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με κάτι κορδέλλες και
+φιόγκους στα μαλλιά, ν' ανεμίζη ένα φουστανάκι, και να γλυστράη εις το
+χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγη ως αστραπή. Της εφάνη να ήτον
+μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος, σχεδόν γρηούλα.</p>
+
+<p>Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της
+χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθή στη γειτονιά το σπήτι της.
+Και θα της κάμη την χάρι να της αδειάση την γωνιά.</p>
+
+<p>Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου,
+καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κ' ελεύθερη γυναίκα. Είχεν
+αρχίσει να χωρατεύη ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον πειράζη. Μίαν πρωίαν,
+καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το
+λαγούτο, το ακούμβησεν επί του βραχίονός της, κ' εδοκίμαζε με το πλήκτρον να
+βγάλη φωνάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! καϋμένε, κυρ Βαγγέλη!... δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής ...δεν
+σ' ακούσαμε καμμιά βραδυά να μας παίξης κ' εδώ τίποτα... Είνε καμπόσοι
+βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλλίτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους
+έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ησύχασε, κυρά μου, κι' ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει ποτέ!...
+Εδώ η κυρά Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα λαλούμενα.</p>
+
+<p>Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κ' έκαμνε τάχα πως
+το παίζει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! ...Δεν είνε για τα χεράκια
+σου...</p>
+
+<p>Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει πολύ ρακί
+και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την Κατερνιώ, την
+ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την οποίαν ήθελε να δώση
+σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.</p>
+
+<p>Επανήλθε διά να κοιμηθή την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς εμβήκεν από την
+αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ' αρχάς εγρουτσάνισε δύο ή
+τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου, είτα με τους όνυχας, ήρχισε να
+γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άνοιξε, Μαριώ μ', την πόρτα!... Ε! Κατερνιώ μ'! άνοιξε.</p>
+
+<p>Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο Βαγγέλης
+ήρχισε να μονολογή έξωθεν της θύρας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξένοι στα ξένα, κυρά μ'! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να
+ξενυχτίσω;»... Αχ! είνε κακός ο κόσμος, κυρά μ'! δεν μπορεί να πη κανείς τον πόνον
+του! ...Σεβντάς, άχτι, καϋμός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά μ'! ...«Σ' αφίνω
+την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! και στ' όνειρό σου!...»</p>
+
+<p>Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν ήνοιξε την ιδίαν θύραν
+του, δύο πόρτες παραπέρα, κ' έμεινεν άγρυπνος, μονολογών, μορμυρίζων και
+σιγοτραγουδών, ως το πρωί.</p>
+
+<p>Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν ήκουσε την Κατερνιώ απ' έξω
+να διακωδωνίζη προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός, ως
+κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι κανείς άλλος
+δεν είχεν ακούσει, είνε αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.</p>
+
+<p>Αλλ' η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είνε κακός», την έκαμνον να
+θορυβή.</p>
+
+<p>Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις
+διεμαρτύρετο λέγουσα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και ποια είμ' εγώ! ...Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του,
+ο χαμένος! ...Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και κούφιο
+και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.</p>
+
+<p>Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον κ'
+εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε πλέον φωνάς,
+ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να εξέλθη.</p>
+
+<p>Η κυρά Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και του
+λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αύριο, το δίχως άλλο, να βρης κάμερα, να κουβαλιστής!...</p>
+
+<p>Ας μην ετελείωσε κι' ο μήνας! ...καλλίτερα έχω να σου δώσω πίσω τα λεπτά,
+όσα κάνει για της μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ ιστορίες μες στο
+σπήτι μου, ακούς;...</p>
+
+<p>&nbsp;— Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά!...</p>
+
+<p>Δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον, και, πατ, κιούτ! του έρχονται δύο
+κατακεφαλιαίς εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε πλησιάσει εκ
+των νώτων, κ' εννοούσε να εκδικηθή διά την προσβολήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φχαριστώ, κερά μου...μη χερότερα!</p>
+
+<p>Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή δεν
+επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θέλησα να σου κάμω, μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου τo
+ζήτησες... είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν οι
+μερακλήδες. — Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.</p>
+
+<p>Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την απόκρισιν
+ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξιάς.</p>
+
+<p>Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ' όλην την επιούσαν, είτε ηρεύνα,
+είτε όχι διά να εύρη δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού ενύκτωσε,
+παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη οικία, ευρίσκει την
+σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις την αυλήν και λέγει
+«καλησπέρα».</p>
+
+<p>Είτα ερωτά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης;</p>
+
+<p>Η κυρά Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγη, θα κουβαλισθή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Απόψε θα έρθη;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθη να κοιμηθή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; Και πώς γίνεται να μην
+ξέρης; Τρέχει, μαθές, τίποτε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες· είπε λαβούσα τον λόγον η
+Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σώπα συ, την επέπληξεν η μάνα της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νάρθη, είπεν η ξένη. Αι γυναίκες
+δεν απήντησαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ είμ' εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η
+Δημητρούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είπες, κυρά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τίποτε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθήσω εδωδά να τον περιμένω;</p>
+
+<p>Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;</p>
+
+<p>Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του
+οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθησεν εκεί, εις το κατώφλιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μαμά, πες της να πάη από κει πούρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις
+την μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά εδώ της
+ξαδέρφες του!...</p>
+
+<p>Η γραία ήτον συλλογισμένη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείση το νοίκι... Τι να κάμω, ξέρω
+κ' εγώ;... Θέλεις να τρέχουμε στης αστυνομίαις;... Όποιος έχει κάμαραις και
+νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει... έχει να κάμη με λογιών-λογιών ανθρώπους,
+κορίτσι μου...</p>
+
+<p>Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί τέως η
+Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει, κατά συγκυρίαν ίσως
+και χωρίς να ξέρη, ακριβώς πλησίον της κλειστής θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν
+εκάθησεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την δέσμην ταύτην πλησιέστερον προς
+εαυτήν.</p>
+
+<p>Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κ' εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η
+Γιάνναινα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κ' έχεις ρούχα· μην είσαι
+για ξενύχτι απόψε εδώ;.. Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς!... Άλλο να κοπιάσης!... Τον
+εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο αύριο...</p>
+
+<p>Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω κ' εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ' εδώ ή όχι!... Ο ίδιος θα μου
+'πή... Εγώ τάχω αλλού τα ρούχα μου... Αυτά που βλέπεις δεν είνε ρούχα... Να τον
+ιδώ μόνον και μπορεί να με οδηγήση αλλού να φύγω...</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε ρούχα, αμμή, τι είνε; εφώναξεν η Δημητρούλα.</p>
+
+<p>Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή
+γυναίκα. Λυπούμαι αν δεν τάχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;</p>
+
+<p>Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε όρνιθες
+και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα πλατύ ράκος. Την
+στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! ήρθες, βλέπω, με της κόττες σου, κυρά.</p>
+
+<p>Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν του
+νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη, εισελθόντος από
+την αυλόπορταν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα
+αναγνωρίσασα αυτόν.</p>
+
+<p>Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι' ολίγων λέξεων ότι η
+ελθούσα είνε πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάση το δωμάτιον,
+όπου εκατοικούσεν, επειδή είνε διά ταξίδι, αύριον ή μεθαύριον, και η
+σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάση, ότι τα ρούχα της δεμένα τα
+έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι, αφού κι' αυτός, άμα εύρη δωμάτιον θα
+μετοικήση, ας επιτρέψη η κυρά Γιάνναινα να μένη κ' η εξαδέλφη του μίαν νύκτα
+εδώ· εάν πάλιν η κυρά Γιάνναινα επιμένη ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώση
+ο μήνας, αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρη δωμάτιον και θα φύγη, κι' αυτός κ' η
+εξαδέλφη του. Μια βραδυά είν' αυτή.</p>
+
+<p>Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη, αλλά
+δεν ήθελε να το δείξη· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις μίαν οικοκυράν,
+όπου έχει σπήτια κ' ενοικιάζει, να φαίνεται δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους
+οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του
+δρόμου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να κάμουμε, πλέον!... είπε με στρυφνόν τρόπον.</p>
+
+<p>Αλλ' ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε να
+προσθέση:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρεις, απ' το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ αυτά,
+ας είμαι και Τουρκομερίτης... Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω ποιοι και πόσοι
+έρχονται στο σπήτι σου και τι τους έχεις, αν είνε γενειά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις
+και συ να εξετάζης ποιον μπάζω στην κάμαρα, αφού το νοίκι σου τώχω πληρωμένο.
+Μπορείς μόνον έξωσι να μου κάμης, με προθεσμία... Μα εγώ σε παρακαλώ με το
+γλυκό, επειδή πλειότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέει ο λόγος, για νάμαστε
+εξηγημένοι φιλικώς.... Κι' αν εσφάλαμε πάλι κ' εμείς συμπαθάτε μας και Θεός
+σχωρέσ' σας.</p>
+
+<p>Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το σκότος,
+εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η αυλόπορτα, δεν
+ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την γυναικούλαν εκείνην, την μισόγρηαν
+και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να βγαίνη ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι
+της, από την πόρταν του Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η
+κόρη της, ούτε η δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.</p>
+
+<p>Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε την
+επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε έλεγε πως θα
+φύγη αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν. Ωμιλούσε διά τα ρούχα της,
+διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπήτι, και θα
+πάη να τα πάρη, και πού να τα βάλη, και πού να τα κουβαλά... και θα φύγη αύριον
+διά ταξίδι... Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφος» της ο Βαγγέλης.</p>
+
+<p>Η κυρά Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν του υπενθύμιζεν ότι πρέπει να εύρη
+δωμάτιον να φύγη· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν ήρχισεν ο
+δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι δεν πληρώνει,
+επειδή θα μετοικίση, και επιφυλάσσεται να πληρώση μόνον της μέραις όπου θα
+έκαμνον να δίδη την ημέραν, καθ' ην έμελλε να μετακομισθή εις άλλον
+οίκημα.</p>
+
+<p>Κατ' ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό μπόι το
+βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη της κόττες της, να κατιάσουν.
+Είπεν ότι ονομάζεται κυρά Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και
+κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν της νυκτός και της ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και
+μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί. Σχεδόν δεν άφιναν κανέναν νοικάρην να χορτάση
+τον ύπνον, τόσον δυνατά και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κ' η κόττες ανάμεσα
+εκακάριζαν. Κ' οι δύο πετεινοί με της τρεις κόττες ετρέφοντο κ' επάχυναν καλά εκεί
+μέσα.</p>
+
+<p>Η κυρά Σταυρούλα δεν τας άφινε ποτέ να εξέρχωνται εις την αυλήν. Κ' η ιδία
+δεν εξήρχετο ποτέ να κάμη τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να ψωνίση τίποτε
+από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώση καλά την θύραν, και να
+βάλη το κλειδί εις την τσέπην της.</p>
+
+<p>Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η Κατερνιώ η
+ζωντοχήρα, κ' η κυρά Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας παιδιών, έκαμαν
+μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις
+την εξαδερφοσύνην της, την εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είνε κι' αυτή μια «από
+κείνες». Δεν την άφιναν να προκύψη εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν
+αφορμήν καυγά εναντίον της.</p>
+
+<p>Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθή, να τους αδειάση την γωνιά, να ξεβρωμήση
+απ' εκεί αυτή κ' η κόττες της.</p>
+
+<p>Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε
+παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κόσμος είν' αυτός, καλέ;</p>
+
+<p>Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε το
+λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη του ο
+σκύλλος την ουράν.</p>
+
+<p>Μίαν εσπέραν, ότε έγεινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων των
+σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγεινε λίμνη. Όλων τα οθόνια
+εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει το στρώμα και τα
+σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει πικράν επίπληξιν κατά της
+εξαδέλφης του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται;
+είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και το
+παπλωματάκι μου, κύττα, πως έγεινε!</p>
+
+<p>Ευρέθη να έχη πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά της
+κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από άγνωστον μέρος, εν
+τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.</p>
+
+<p>Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του
+Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν αποτόμως να
+φύγη, τέλος πάντων, επειδή κι' αυτός θέλει να φέρη εδώ «την γυναίκα του», να
+ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθή.</p>
+
+<p>Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων
+γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την διώχνει,
+διά να φέρη την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά μεγάλης
+πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον αυτή εκείνη την οποίαν είχεν ιδή να προβάλη
+μίαν πρωίαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγειναν «το ένα τους» μαζί με την
+Σταυρούλαν, κ' εκήρυξαν πόλεμον κατά του Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα
+διά πρώτην φοράν επηγγέλλοντο ότι επίστευον εις την συγγένειαν της
+Σταυρούλας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακούς! να διώχνη, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας
+κουβαλήση εδώ την παληοπατσαβούρα!...</p>
+
+<p>Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν ωφελεί,
+αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την κασσελίτσαν του
+στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κ' επήγε να βρη, «την γυναίκα του,
+να νοικοκυρευθή».</p>
+
+<p>Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη φαίνετο πλέον
+βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η Γιάνναινα κ' η κόρη
+της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως πρόφασιν το σκούπισμα της
+αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή ό,τι δήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην
+καταφοράν εναντίον της ξένης.</p>
+
+<p>Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ' όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις
+κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκκουρού! ...η χαρχαλού, η
+πετειναρού!...η μουρλουλού, η ζουρλουλού!. . .</p>
+
+<p>Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου».</p>
+
+<p>Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία δεν
+μπόρεσε να τον βαστάξη πλησίον της, κ' εκείνος της έφυγε... και καλά που
+έκαμε!</p>
+
+<p>Εν τοσούτω, μετ' ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα άδειασε
+το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας Αθήνας. Δύο ή τρεις
+ημέρας πριν φύγη οι πετεινοί δεν είχον ακουσθή εις την αυλήν. Ολίγον μετά την
+αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν,
+ένα από τους νοικάρηδες της κυρά Γιάνναινας και του λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε... πάει στα χωριά
+του Βώλου... Είδες δα, κ' εκείνη η Γιάνναινα, κ' η άλλαις εκεί, τι κόσμος! Πώς την
+εσκυλλόβριζαν άδικα την καϋμένη.</p>
+
+<p>Τότε μόνον διά πρώτην φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο
+άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! ήτον δασκάλα!... Γι' αυτό είχε τους κοκκόρους! Σε κανένα
+Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">
+Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΥΛΙΣΜΟΣ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+<br />
+Συγγραφεύς τις
+(<sup><a href="#fn3" id="ref3">3</a></sup>)
+ παρατηρεί ότι το ανθρώπινον πνεύμα υπόκειται εις περιοδικάς εκλείψεις. Εις
+τοιαύτην δε έκλειψιν αποδίδει τας υφισταμένας σήμερον αμφιβολίας περί της
+υπάρξεως του Θεού.</p>
+
+<p>Εκλείπει και ο Ήλιος και όμως αναφαίνεται πάλιν λαμπρότερος. Το φωτοβόλον
+άστρον θέλει εξακολουθεί, ενόσω υπάρχει ο κόσμος, να διατρέχη τον ημερήσιον
+δρόμον του, και των θνητών η διάνοια θα στρέφεται αείποτε προς το θείον ως
+προς την μόνην αυτής ανάπαυσιν ή τον μόνον αγώνα.</p>
+
+<p>Τι είναι ο Ήλιος; διά τους μεν αίνιγμα, διά τους δε θαύμα· και η ιδέα του Θεού
+είναι διά τους μεν γρίφος, διά τους δε λαμπάς.</p>
+
+<p>Ο περιώνυμος Λιττρέ, αποθανών προ δύο μηνών εν Παρισίοις, και ο προ αυτού
+Αύγουστος Κοντ «δεν αρνούνται τον Θεόν, αλλά τον θέτουσι κατά μέρος». Εν
+τοσούτω ο Λιττρέ εβαπτίσθη και εκοινώνησε των μυστηρίων κατά τας τελευταίας
+του βίου αυτού στιγμάς.</p>
+
+<p>Λέγουσιν ότι η επίδρασις των κληρικών, της γυναικός και της θυγατρός του
+παρέτρεψεν αυτόν. Τι αποδεικνύει τούτο; ότι ο πενιχρός ούτος ανθρώπινος
+εγκέφαλος είναι ασθενέστερος ή ώστε να επιχειρή να αμφισβήτηση το θείον.</p>
+
+<p>Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι
+απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί· αλλά παρήλθον· προ αυτών ήσαν
+οι πανθεϊσταί, αλλά εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν τη σκιά, αφανίζονται,
+αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και τους φιλαναγνώστας διά περιέργου
+συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε Χριστιανισμός έμεινε και θα μένη.</p>
+
+<p>Το αρνείσθαι την αιτίαν πράγματός τινος είναι τοσούτον άτοπον, όσον και το
+αρνείσθαι αυτό το πράγμα. Ήττον παράλογοι ήσαν οι παραδοξολόγοι εκείνοι
+φιλόσοφοι, οίτινες ηρνήθησαν απλώς την ύπαρξιν του κόσμου. Ο Αναξαγόρας
+όμως, όστις δεν ηδύνατο να συλλάβη τόσον αστείαν ιδέαν, είπε προ δισχιλίων
+ετών, ότι νους εδημιούργησε τα πάντα. Ο δε Σωκράτης, ότε ηρμήνευε προς τον
+Αριστόδημον την θαυμαστήν σκοπιμότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος,
+ουδέν άλλο έπραττε ή έθετε τας βάσεις της εν τη νυν χριστιανική επιστήμη
+λεγομένης <b>τελεολογικής αποδείξεως</b> της υπάρξεως του Θεού.</p>
+
+<p>Πνεύμα ευθύ, διάνοια υψηλή και ευρεία, ο όντως εκείνος φιλόσοφος
+ανεκάλυπτε φως, όπου οι πολλοί ευρίσκουσι σκότος. Μετείχε της ουσίας του
+αληθούς και μετέδιδον αυτής προς πάντας. Ο πόθος της μωράς επιδείξεως, η μανία
+του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος και η οίησις άγουσιν εις τας
+συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, αφ' ων τουναντίον απάγει η ειλικρινής και
+ακραιφνής φιλοσοφική ζήτησις της προ των οφθαλμών ημών κειμένης
+αληθείας.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">
+TΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+<br />
+Σοβαρός και αρχαϊκός, γαλανός και ανοιχτοπρόσωπος, ο κυρ Δημητράκης τ'
+Αγάλλου, με τας πλατείας χειρίδας, την κεντητήν ζώνην, και τα στιλπνά
+πανωβράκια του, εσύχναζε καθ' εκάστην εις το Κιόσκι........εντός της σιδηράς πύλης
+του Κάστρου, και αντικρύ εις το μικρόν τζαμί, το οποίον ευρίσκετο διά τον τύπον
+εκεί, τάχα διά τας θρησκευτικάς ανάγκας του μοναδικού Αγά, όστις ευρίσκετο ως
+σημείον συνδέσμου και υποταγής εφ' όλης της νήσου. Εκεί εσυναθροίζοντο όλοι οι
+προεστοί, πρόκριτοι και δημογέροντες του τόπου, διά να καπνίζουν το μακρόν
+τσιμπούκι, να πίνουν το σερμπέτι, και να συζητούν, ως μεγάλα κεφάλια, τα
+συμφέροντα όλης της κοινότητος. Εσχάτως μόνον το σερμπέτι ήρχισε ν'
+αντικαθιστά ο καφές, τον οποίον εκόμισε πρώτος, επιστρέψας άρτι εκ της Βλαχίας
+και της Κωνσταντινουπόλεως, ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, μεγαλέμπορος και
+πρώτος προεστώς του Κάστρου.</p>
+
+<p>Συνήθως οι προεστοί ήσαν βραχύλογοι. Έσφιγγον τα χείλη, και δυσκόλως
+έφευγε λόγος το έρκος των οδόντων των. Έμεναν πάντοτε αμφίρροποι, και δεν
+εξεφράζοντο ποτέ αρκετά σαφώς διά παν ζήτημα. Ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου
+έλεγε μόνος του εις μίαν ημέραν τόσα λόγια, όσα δεν έλεγαν εις δέκα συνεδριάσεις
+όλοι ομού οι προεστοί. Πλην, με όλην την στωμυλίαν ταύτην, κανέν υποκείμενον
+δεν εσαφηνίζετο. Ούτε ο λέγων εφαίνετο να ηξεύρη ακριβώς τι έλεγεν, ούτε οι
+ακροαταί του ενόουν ευκρινώς τι ήθελεν ο αγορητής να είπη.</p>
+
+<p>Εκείνο το Σάββατον, οπού ο κυρ Δημητράκης επέστρεφεν οίκαδε περί την
+μεσημβρίαν, σοβαρός και γαλήνιος, σκεπτικός εις όλον τον δρόμον, είχε συζητηθή
+θέμα πολύ ευγενές εις το Κιόσκι, εις την συνάθροισιν των προεστών. Επρόκειτο
+περί παίδων αγωγής, και μάλιστα περί της διαγωγής των εφήβων και νεανίσκων,
+εκείνου του καιρού, μεσούντος του ΙΗ' αιώνος. Δύο ή τρεις νέοι, τας ημέρας
+εκείνας, από καλάς οικίας οπωσούν, είχον εκτραπή της ευθείας οδού και είχον
+εξοκείλει εις θορυβώδεις κώμους την νύκτα, με βιολιά και με λαγούτα, και με λίαν
+ζωηρά και ξανοιχτά άσματα. Μίαν λέξιν είχεν ειπεί μετά γενικότητος ο κυρ
+Αλέξανδρος ο Κονόμος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πάμε καλά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξωκείλαμε, επρόσθεσεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπαττάραμε — πέσαμ' όξου, επέφερεν ο καπετάν Πέρρος ο
+Μαυρογιαλής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο φόβος του Θεού έλειψε, συνεπέρανεν ο Σακελλάριος, ο παπά-
+Ζαχαρίας.</p>
+
+<p>Και ο κυρ Δημητράκης ήρχισε στωμύλος ν' αναπτύσση το ζήτημα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αδελφοί και πατέρες, ήρχισε με ύφος σχεδόν καλογηρικόν, πρέπει να
+ξέρουμε πως όλοι 'μείς είμαστε σα μια οικογένεια αγαπημένη, από πατέρα κι' από
+μάννα, όλοι αδέρφια είμαστε. Πατέρας μας είνε ο Θεός, μάνα μας είν' η γης. Και
+λοιπόν, επειδής είμαστε όλοι αδέρφια, με το να έχουμε όλοι ένα πατέρα, τον Θεόν,
+και μίαν μητέρα, την γης, πρέπει να είμεθα αγαπημένοι και τιμημένοι, ωσάν μία
+οικογένεια που είμαστε. Τι λέγει το ιερό Βγαγγέλιο; αγαπήσης τον πλησίο σου ως
+σεαυτόν. Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα
+πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν αδερφός σου,
+σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος,
+μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου, εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος. Πώς
+μπορείς να κάμης κακό στον αδερφό σου, στον σύντροφό σου, στον φίλο σου;
+Ήγουν, διά να καταλάβετε καλά, πατέρες, τι λέγω, θέλεις εσύ νάρχωνται να κάνουν
+πατινάδες αποκάτω στα παράθυρά σου την νύκτα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τα λες και τόσο βαθειά ελληνικά, καταλάβαμε, είπεν ο πρώτος
+λαλήσας, ο Αλέξανδρος ο Κονόμος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αγκαλά, κυρ Δημητράκη, κι' ο γυιος σου, καθώς έμαθα, ο Αγάλλος
+ήταν από διαβάτ' κι' αυτός, είπεν ο Καπετάν Πέρρος, ήταν μαζί με το τσούρμο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιο τσούρμο, καπετάν Πέρρο· στο καράβι είν' ο νους σ';</p>
+
+<p>&nbsp;— Μαζί μ' αυτούς που έκαναν την πατινάδα, ηρμήνευσεν ο παπά-
+Ζαχαρίας. Κ' εγώ τ' άκουσα, κυρ Δημητράκη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες, παπά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Το ναι, ναι, και τo ου, ου, επέμεινεν ο παπάς. Καλλίτερα να τα λέμε
+μπροστά, κυρ Δημητράκη. Να μη γνέφη τινάς οφθαλμώ μετά δόλου, λέγει ο σοφός
+Σολομών. Ο <b>ελέγχων</b> μετά παρρησίας <b>ειρηνοποιεί</b>.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ τώρα τ' ακούω αυτό, επανέλαβε κατηφής ο κυρ
+Δημητράκης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί στερνά τα μαθαίνει όλα κείνος οπού έπρεπε πρώτος να τα ξέρη,
+είπεν ο παπάς. Και <b>έσονται οι πρώτοι έσχατοι.</b></p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! και τι να κάμη, σα σας ακούω και σας! έκραξεν ανυπόμονος ο
+Αλέξανδρος ο Κονόμος. Μπορεί να μνουχίση τον γυιο του;</p>
+
+<p>Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς].</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο
+χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή;</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου
+δίνω τον λόγον μου, παπά μου.</p>
+
+<p>Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και απήλθεν
+ορμητικός.</p>
+
+<p>Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η Δημητράκαινα, προς
+τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ
+Δημητράκης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη Σκόπελο,
+επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος.</p>
+
+<p>Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ του.
+Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον Ποταμόν, εις την
+Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων μηνών, φέρων ολίγας
+εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ
+διά να ευθυμήση με τους φίλους του.</p>
+
+<p>Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την αντικρυνήν
+νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν, λευκήν και σχεδόν
+μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι
+εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων.
+Και ο Αγάλλος είχεν ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν
+διαφανή κόρην.</p>
+
+<p>Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και
+απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο Αγάλλος
+μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με συμπεπλεγμένας
+χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την κεφαλήν, ως να επέθετεν
+οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του συζύγου της.</p>
+
+<p>Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θέλεις νάχης την κατάρα μου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου λέω έδωκα τον λόγο μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η
+Αρετή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν σου είπα, <b>ευχαί γονέων στηρίζουσι</b>.... παιδί μου;
+επανέλαβε δευτέραν φοράν ο γέρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους
+και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή».</p>
+
+<p>Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα σε αποκληρώσω.</p>
+
+<p>Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η
+άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και τον Βόσπορον,
+κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν ευλογίαν, ο κυρ
+Δημητράκης του είπεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης.</p>
+
+<p>Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα χεράκια σου θα με θάψουνε.</p>
+
+<p>Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε να
+επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ, θυγατέρα της
+Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ ευγενών Βενετών
+φυγάδων.</p>
+
+<p>Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν, ως
+συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς τον παπά-
+Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον,
+επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε
+δεκτόν.</p>
+
+<p>Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός είχεν
+επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του και του
+έμεινεν.</p>
+
+<p>Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού, όπου τον
+είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής, και πονήματά τινα
+κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία,
+ζώντος του συγγραφέως.</p>
+
+<p>Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο γάμος. Ο
+Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις την Ύδραν, όπου
+διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και της αρχής του ΙΘ' αιώνος,
+διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε συνήθως Στέφανος (αντί του
+Επιφάνιος) Δημητριάδης.</p>
+
+<p>Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ' έγραφεν ανά
+δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον. Πότε τα γράμματα
+παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του πατρός του. Ο Δημητράκης,
+συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του
+Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο
+Λογιώτατος έλειπε χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν
+έστελλε γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά
+μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας βορεινάς
+νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών, εξ Αγίου Όρους
+ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου Μονύδρια, την
+Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον
+τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον, κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να
+ίδωσι τας εκεί μονάς και τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου
+Σπηλαίου και της Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως.</p>
+
+<p>Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν διά να
+κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν, ηγνόει πολλά
+άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον γάμον του Επιφανίου
+μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν ακούσει ότι είς Λογιώτατος
+καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την
+Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο
+Λογιώτατος εκείνος είχε γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του
+όχι ολίγας εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν.</p>
+
+<p>Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον ωραίον
+τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να μείνη αυτόθι ολίγας
+ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του
+με πάσαν θυσίαν, να τους πείση να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη
+άγων αυτούς πλησίον της μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας
+ευλογίας του Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των
+γονέων, και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων,
+κηδεστών, αγχιστέων και φίλων.</p>
+
+<p>Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην αποβάθραν
+της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την κατεσκεύαζον [την αποβάθραν]
+ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν
+άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν — αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη
+ότι) επεπόλαζεν (επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε
+έτρεχον μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά,
+δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι, φίλοι, ή
+συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με μελαγχολικόν τινα
+τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει,
+ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και
+δύσκαμπτοι, ως παγωμένα σκέλεθρα.</p>
+
+<p>Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε προτιμήσει
+άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως δικόπου μαχαίρας· η μία
+ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη — ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα
+εις την φιλαυτίαν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ Φόλην,
+ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου συγγενής, από την
+παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των οικογενειών των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο-
+Φόλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πέθανε το Γκλεζώ;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει.</p>
+
+<p>Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε
+κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ' έμεινε δύο-
+τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ φιλοτιμίας βοηθούσα τας
+εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του
+ελαίου, εις το πατητήρι, το οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν
+ήκουε τας νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον. Είχεν
+ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του αρραβωνιστικού της, δεν το
+είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις
+τοιαύτας εργασίας, κ' εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν
+και τας ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο
+Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος και
+εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη. Η μήτηρ της,
+ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της πόλεως με τα φάρμακα
+και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη
+εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της
+ανοίξεως (ετρώθη το φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η
+μεταξωτή κόρη. Εις μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το
+περίβλημα, κ' εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα,
+όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ' εμαράνθη.</p>
+
+<p>Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε με
+δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν, συγχρόνως είπε
+μέσα του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την
+ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν ημπόρεσα να
+θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους.</p>
+
+<p>Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του είχαν
+ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να λησμονήση, να
+παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του νεοσκαφούς τάφου. O
+Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις ολίγας ώρας έφθασεν εις την
+γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα·
+εβάδισε δύο ώρας, συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των,
+φέροντας την μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της
+θαλάσσης εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ'
+είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο.
+Το Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω την
+Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου.
+Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες
+εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή.</p>
+
+<p>Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν, εκρέμασε
+το κεφάλι κ' είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται.</p>
+
+<p>Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά μήκος
+τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την υψηλήν βορειοτέραν
+άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να
+καλογερέψω.</p>
+
+<p>Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου
+κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα
+πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον ρόγχον
+των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος μονοκόμματος
+βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής και της κυματοειδούς
+πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος
+παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού, χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να
+κυλισθή ποτέ τον κατήφορον. Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον
+εις την Γλίστραν,</p>
+
+<p>ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα στον
+κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το κατωφερές. Άλλα
+[πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί
+της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα
+της Ηχούς τας αμυδράς και παλμώδεις απαντήσεις:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλτανού!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ου ου ου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχεις παιδιά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Α α α!</p>
+
+<p>(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των
+Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το ειθισμένον παρ'
+άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι).</p>
+
+<p>Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το πέλαγος
+και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν οικίαν, αντικρύ στο
+κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων στροφέων εκ της υγρασίας του
+Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα
+εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε
+το βλέμμα, και είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί
+στιγμήν έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα
+επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των), και
+απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν και πολλάκις
+επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα.</p>
+
+<p>Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και του
+είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε
+κοινώς Μανιά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι άνοιξε
+το παραθύρι κείνο;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε η Λ.... της Μ...</p>
+
+<p>&nbsp;— Πανδρεμμένη;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς αυτό;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί
+είνε πραμματευτής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α!</p>
+
+<p>Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον Δράκον,
+εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το σχολείον του
+Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα κολλυβογράμματα, εκείνος
+δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα
+είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε ξεχάσει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο
+Αγάλλος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ και δέκα χρόνια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και βρίσκεται στο Μισήρι;</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου είπα, στο Μισήρι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;»</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και δεν της στέλνει γράμματα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη
+γράμμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον καρτερεί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ως πότε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η
+γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος.</p>
+
+<p>Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το δικό
+μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το χάσμα
+ανάμεσα στα δυο παράθυρα.</p>
+
+<p>Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε
+προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος απεχαιρέτησε
+την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του, εις την χαμηλήν πτυχήν του
+εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν,
+όπου ήσαν όλα τα αρχοντόσπιτα.</p>
+
+<p>Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της
+Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους συγκωμαστάς
+του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ...</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Από το Κάστρο ως τη
+Βλαχιά<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στης Αναγκιάς το τόπι<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν είνε χώρες και χωριά,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όρη, βουνά και τόποι.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Για σε πονεί η καρδούλα μου,<br
+/>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και στο Μισήρι μη διαβής,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι' ο νους σ' εδώ να μένη,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ψυχή λησμονημένη.</p>
+
+<p>Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων του,
+εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού ελειτουργήθησαν εις τον
+Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του
+θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα,
+εις τ' άνω του ρεύματος, κ' έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ'
+ήρχισαν να λέγουν το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά
+Μανιά. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν'
+ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα, όπου τα
+κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο,
+αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα.</p>
+
+<p>Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή εμβήκεν
+αμέσως εις το νόημα.</p>
+
+<p>Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του πη. Ο
+Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την συντροφιάν
+του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί
+του όχθου, εις τους πόδας του βράχου, κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να
+εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον μοναξίαν.</p>
+
+<p>Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον δρομίσκον
+και τον εντάμωσε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ....</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι της είπες;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα όσα μούπες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν σου είπα να της πης τίποτε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν,
+και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν' άρθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ;</p>
+
+<p>&nbsp;— Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι
+μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της
+γραίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω, αγυρισιά
+του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά.</p>
+
+<p>Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι, πατινάδα
+ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των ψαλέντων ασμάτων ο
+Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Στην Αφρική είν' ένα νερό,<br
+/>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καινούργιο συντριβάνι·<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ποιος έχει αγάπη στην καρδιά<br
+/>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ας πα να πιη να γιάνη.</p>
+
+<p>Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες συμβούλιον των
+προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και μάλιστα περί του άρτι
+παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του
+Φραγκούλη, οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την
+διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη, έμαθαν εκεί
+άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα τα μαθαίνουν και
+στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που
+κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή.
+Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην,
+καθώς λέει ο σοφός Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής.
+Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα παγανίδι
+χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο
+παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε.</p>
+
+<p>Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ Δημητράκην),
+βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά-
+Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν όρκους και
+συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει ο Εκκλησιαστής: «Τον
+καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον
+φάη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός
+μου; — ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το
+αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ...
+είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και της κάνει
+πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει να χαλάση τον
+φράχτη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ
+Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν ηθέλησε να
+πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός γονιός της έδωκα τον
+γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο μεγάλος από την Βλαχία, και
+πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του
+πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η
+συνείδησίς του, ήθελε να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη
+ξεύροντας πως εγώ την είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο
+Αγάλλος για να ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το
+Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ' ήπιαν, και
+στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό την νύκτα. Τώρα, αν
+τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια καποιανής, ελπίζω ότι θα
+πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ' ετραγούδησαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και
+ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε ψηλά, ξέφαντο
+το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν και αναπνεύσουν
+πελαγίσον αέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ
+Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για πιλάγωμα
+το καράβι, στο καρινάγιο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως
+θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη.</p>
+
+<p>Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ'
+έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον αδερφό σου
+τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος.</p>
+
+<p>Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της
+Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία ανώγειος,
+όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά. Ήτο χήρα και
+ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας υποθέσεις, και μάλιστα διά
+πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε ανδρογυνοχωρισιές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλή σπέρα, Μανιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς το παιδί μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια
+καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι, που μου
+είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το πηδήση ένας
+άνδρας;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπορεί.</p>
+
+<p>Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση τρόφιμα
+από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η Μανιά, επί δέκα
+λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν προσοχήν το αντικρυνόν
+παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν.
+Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά
+δόλου. Διά ρήξεως ή κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με
+κλαυθμηράν φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά
+να της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το
+σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση ενωρίς. Η
+Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί της, κ' έμειν' εκεί
+μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού.</p>
+
+<p>Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα και
+λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της Μανιάς είχεν
+απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν εις τον
+αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος την
+εγκατέλειπεν.</p>
+
+<p>Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς
+πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η γραία της
+εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο στόμα της, διά «να
+πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός της» από ένα «σφάχτην»,
+δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα σωθικά της, από το «χουλιαράκι»
+της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι,
+επειδή έκαμνε πολύ ρακί απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα
+της, ήτις δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον
+οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος.</p>
+
+<p>Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο
+Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο φράχτης ήτο
+το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον το Κάστρον εβόησε
+κατά του τολμητίου.</p>
+
+<p>Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει εις την
+συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη να εκθέση
+οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν' αποφασίση οψέποτε
+αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις εμπορεύετο εις την Αίγυπτον
+καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει «πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το
+Γηρακώ, η Μανιά, και είχε γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της
+έστελλε «γράμμα μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το
+Ναι, αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών,
+καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει».</p>
+
+<p>Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει
+άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν, και
+έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο ξενητευμένος
+αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν λιμένα, εις την άλλην
+πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν
+έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να
+πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα
+κατά την δυτικήν πλαγιάν, αριστερόθεν του Κάστρου.</p>
+
+<p>Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος το
+παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την Κυριακήν
+ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει αποκάτω από το
+στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού; Γράφει [λοιπόν] ο Θεός
+δράματα;</p>
+
+<p>Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως όμως
+συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο σκοπός του ήτο
+να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις διά τον ερχομόν του
+Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο
+απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν
+του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την
+είδησιν ακριβώς δέκα λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος.</p>
+
+<p>Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά
+Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης του
+φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς του
+κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο Κάστρον. Όχι
+ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο
+πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως
+κωφή, ήκουε καλά από το έν ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν
+αντικρύ στα κυανά και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε
+πλέον η κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου
+είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να ζεματίζουν
+τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον κόλπον της κι' από τους
+γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα
+δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το
+πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο αγροδίαιτοι νέοι
+είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις εκατάλαβε τι ήθελον να
+είπουν.</p>
+
+<p>Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ'
+εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα λεπτά
+έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν πρόστοον της
+οικίας της Λ...</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο
+Δράκος έφθασε.</p>
+
+<p>Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως απολιθωμένη.</p>
+
+<p>Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο Γιαννάκης δεν
+έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε τα βάρη όλα στον
+Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του ως πιστήν και
+αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός το αναλαμβάνει ως ίδιον
+πταίσμα του.</p>
+
+<p>Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την Αίγυπτον.
+Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να λεπτολογή διά μικρά
+πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην, συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως,
+περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν
+της Πέμπτης (του Γιαννάκη Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει,
+καταμεσής στον Χριστόν, αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν
+φύγη ακόμα ο Αγάλλος διά το Άγιον Όρος.</p>
+
+<p>Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν απήλθον,
+τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από το Όρος ο Αλύπας
+ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα χρόνια εις τα Κατουνάκια,
+κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο
+γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την
+γενέθλιον νήσον του.</p>
+
+<p>Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η γραία
+Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το νεόκτιστον
+σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του Ευαγγελισμού.</p>
+
+<p>Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους κτίτορας
+(ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός του άρχοντος
+Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και μετά τον Φλαβιανόν,
+απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των ανωμαλιών και των περιστάσεων.
+Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός
+περιτέχνως το κατεσκεύαζεν. Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας
+λύπας, τους καϋμούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε,
+και ο γυιός της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός,
+όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις τας
+θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον, όστις είχεν έλθη
+εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον,
+εμοίρασε δε καί τινα εις τους πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του,
+κ' επήγε κ' εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή
+πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και ωνομάσθη
+Δαυίδ.</p>
+
+<p>Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου,
+Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον Άθωνα,
+επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή αργότερα ως
+Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν επαρουσιάσθη εις τον
+θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής, εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος,
+μοναχός.</p>
+
+<p>Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">
+Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+<br />
+Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο
+καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ τας 120
+οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί ακόμη, αρχαί Ιουνίου,
+έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ
+κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον
+άρρωστος υπέρ τα δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και
+ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου.</p>
+
+<p>Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια πλατάνια
+εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην την έκτασιν,
+νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν τούτων εσώζετο ακόμη το
+τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους
+κλάδους και τους ακρέμονας και κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του
+ανάμεσα στους κλώνας κ' εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του
+ανέβαινον ακόμη η μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο,
+μέχρις ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει
+και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι πρόβατα, του
+Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του Βαβήλα, εγκαρδιακού
+αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν ήρχοντο να ποτίσουν τα
+κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός
+λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους
+τους ξένους αγρούς, όσοι εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας
+κατεπάτει τα σύνορα του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας
+κατά του αδελφού του.</p>
+
+<p>Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο μπάρμπα-
+Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν επείθετο ότι ο
+βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος. Άμα έστρεφεν όμως εκείνος
+τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του,
+γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ
+αράπης μελανωμένος την νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον
+Γούμενον, όστις είχεν έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου,
+επειδή ο ξένος καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν
+των κτημάτων της Μονής.</p>
+
+<p>Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά,</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης.
+Πήες και μ' εγκάλεσες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί
+κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης,
+κακόμοιρε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά
+σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο.</p>
+
+<p>Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την στραβολέκαν,
+αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς γηραιός αγροφύλαξ
+σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο
+σκυλαδέλφια).</p>
+
+<p>Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι ανεψύχοντο
+εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν στεναγμόν και εστράφη
+προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας του οποίου είχε περάσει προ
+πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να
+το ελαφρώση από το φόρτωμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης·
+περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την καβάλλα.
+Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι, απάνω,
+στον πάτερ-Γερεμία.</p>
+
+<p>Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το πλευρόν
+του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα θρησκευτικά δώρα, τα
+οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον ηκολούθησεν.</p>
+
+<p>Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις
+εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να κατέλθη εις την
+πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας αμαρτίας της νεότητός του τας
+είχεν ακόμη φορτωμένος εις την συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα
+λοιπά. Ήτο μόλις σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας
+επιχειρήσεις</p>
+
+<p>[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν ανοίξει
+τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι εμποροπλοίαρχοι, και
+είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου.
+Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον,
+επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη, και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα
+αυτά!</p>
+
+<p>Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ'
+έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι προ δύο ετών
+και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον
+επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν, ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με
+άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν
+νερόν; Αυτός έβλεπε το μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την
+χείρα του ναύτου ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια,
+καλόγνωμες, αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι,
+κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς να μη
+πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο, και τον
+ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή;</p>
+
+<p>Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε
+δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε
+«χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε, σκάφη κι'
+άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις την γενέθλιον νήσον.
+Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι είχεν αποκτήσει κτήματα εις την
+πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ' είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας
+Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα χιλάδας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν
+ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας.</p>
+
+<p>Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε.</p>
+
+<p>Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου», πάσχοντα
+ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ
+ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα,
+υπό το προσκέφαλόν του, διά να το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν.</p>
+
+<p>Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι' αναψυκτικόν
+βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι άπαξ παρέβαινε τον
+αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν, ψητόν της σούβλας, εκείνο
+που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το
+καύχημα όλων των Ελλήνων, γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ'
+ευθύς ύστερον επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου
+— ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη την
+κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να γείνη πάλιν
+«γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο Ρότσιλδ, εβραίος
+χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι δυστυχείς.</p>
+
+<p>Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ' ήξιζεν ακόμη
+διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και κάτισχνος. Και την
+πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα
+κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη
+τον αέρα, κ' ο δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου
+έφθασε λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος ομόλογα,
+άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού χάρτου, κ' είχε
+στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς ναύτας, αποζώντας με 12
+δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα
+ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα, και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ'
+είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω.</p>
+
+<p>Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον ευχαρίστησαν, αι
+ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς εκ των γερόντων
+θαλασσινών τον ευχήθη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη
+πολλά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να
+αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως».</p>
+
+<p>Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον, δια
+τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και δεν άφησε τίποτε
+που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά!</p>
+
+<p>Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον τόσον
+δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον πλαγινόν. Ο Ήλιος
+εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη ενδεκάτη και ημίσεια, όταν
+έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν Γεωργάκης.</p>
+
+<p>Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα δάσος των
+δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς και τους βράχους του
+βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το και φρίσσον και αβυσσαλέον και
+γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον, περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας,
+μυγδαλέας, απιδέας και συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ
+των άνω, όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο
+Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με την
+εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των κάτω, όπου
+πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα την κρυφήν πηγήν του
+νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα, να πέση, να πιασθή από σχοίνον
+ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και
+τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του
+κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και
+ευθυμίαν, θα εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο
+Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα εσούβλιζε
+το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά αχνιστά τα τυροπ'τάρια,
+με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών κατασκευασμένα, και ψημένα στον
+φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα
+σπληνάντερα και κοκορέτσι, και πού τα τυροπ' τάρια;</p>
+
+<p>Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης ελαίας
+της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του καλυβιού, κ'
+επήγε να δέση το ζώον.</p>
+
+<p>(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων: — Ας
+έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα λόγον
+πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην από το
+χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την γυναίκα ότι θα υπάγη δι'
+ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι, και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του.
+Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο
+δέκα ετών και απήλθεν. Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ'
+εδέχθη τον γέρο- Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα,
+έλεγεν ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος,
+ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς, με
+πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και τον πώγωνα.
+Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής
+καταγωγής).</p>
+
+<p>Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ' εργαλεία
+γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν Γεωργάκης
+εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί
+όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του,
+τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον αριστερόν ώμον και την κατατομήν του
+προσώπου προς αυτόν νεύουσαν. Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο
+προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην». Ώστε δεν
+υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην πικρανθή, είτε απ'
+την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει: «Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου
+ακράτου... πίονται πάντες οι αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο
+αμαρτωλός απ' το κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού».</p>
+
+<p>Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν. Ο
+γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν:</p>
+
+<p>«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος την
+ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους μυκτήρας σου, και
+το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση τινάς την φωνήν του, κι' αν
+ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα συντριφθή, κ' η φωνή του θα
+λουφάξη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν
+Γεωργάκης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο-
+Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας εκυρίεψε
+όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης: Ίνα τι τιμάσθε
+αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη
+ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ' ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν
+έχουν τα αργύρια; Αφού δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού
+δεν χορταίνωμεν απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα
+χορτάσωμε απ' την αδικία και πλεονεξία ;</p>
+
+<p>Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης την
+στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη αποτόμως, κ'
+ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του γέροντος μοναχού. Ο γέρο-
+Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή
+βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν
+αλλόκοτον φωνήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ήρθες εδώ;</p>
+
+<p>Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα
+επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την ρίζαν
+μιας νεοφύτου ελαίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων
+αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος.</p>
+
+<p>Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με
+κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι' ολόχρυσο
+θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι.</p>
+
+<p>Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ' επροσπάθει να
+καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο καπετάν Γεωργάκης
+κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν αναίσθητος υπό την σκιάν του
+δένδρου.</p>
+
+<p>Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά κάτω
+εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής ώρας δρόμον εις
+το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει κάτω εις τον όρμον, διά να
+φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες,
+συνηθροίσθησαν εις την μικράν έπαυλιν.</p>
+
+<p>Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον
+οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει περί τα
+μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον «έκοψε».</p>
+
+<p>Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ' εδιάβασεν
+όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η γηραιά ήλθε διά
+να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν.</p>
+
+<p>Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας
+δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν και τον
+εκόμισαν <b>(με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς)</b> — πώς να τον βαστάσουν; — εις
+τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι του αιγιαλού κάτω και τον
+επεβίβασαν.</p>
+
+<p>Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων.</p>
+
+<p>Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΘΕΟΥ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+<br />
+Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την οικίαν του την
+ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του προγεύματος περί τας δέκα,
+από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα
+οικιακά, ως έρημος και ξένος στα ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της
+εστίας του, αφού διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους
+σταύλους των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά
+του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του, αμόρφωτος και
+άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός, γεροντοπαλλήκαρον,
+τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, τελεία αντιπρόσωπος της νέας
+γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή
+εις το πρόσωπον και τους τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν,
+πάντοτε μειδιώσαν και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την
+Τοτώ, ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω
+ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της οικογενείας.
+Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα
+δίκτυα κανενός επιχηρευτού και είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της
+δεξαμενής, διά να πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να
+πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα, οπού δεν
+είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και μετεκόμισαν, τις οίδε
+πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν αλλού, κ' εταξείδευσε, κ'
+ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την
+είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε
+[εκείνη] το τέκνον της, κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον
+βρέφος αυτό, ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη
+της.</p>
+
+<p>Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και όμμα
+επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην του Πάσχα,
+όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, ήρχισεν αίφνης να
+κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά μίαν μικράν παράλειψιν. Η
+Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της είπεν απλώς με τον τρόπον και με το
+βλέμμα που αυτή ήξευρε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις.</p>
+
+<p>Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.</p>
+
+<p>Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει τα
+τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και
+αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το <b>Χριστός ανέστη</b> (ο κυρ
+Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου, και
+ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το <b>Αναστάσεως ημέρα</b> το
+αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το τελευταίον το
+δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ' επρόφερα:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αναστάσεως ημέρα,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Λαμπρυνθώμεν λαοί.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...</p>
+
+<p>η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα
+χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα εμόρφασαν
+κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου επροξένησεν
+αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και κάλλος, μαρτυρούμενον η
+«εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα εμπνευσμένα άσματα της αγίας
+Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια.</p>
+
+<p>Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν) του
+φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο
+άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν του
+Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους διαβατικούς, διά τους
+εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η λειτουργία μετά την παννυχίδα εις
+το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου, και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του
+Μπούκη του φίλου μου, ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την
+Αγγελικούλαν, μ' επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι
+έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα ετών, ροδίνη
+και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο
+το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού.</p>
+
+<p>Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς
+«Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά με την
+μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, την ώραν των
+αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ' έκτοτε δεν ήθελε να
+κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην την ημέραν, ήτο 8η
+Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και δούλη Χριστού του Θεού».
+Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα
+σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού
+επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς
+ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το «Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ.
+Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη
+περιιπτάμενος». Και τα Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ.
+Βασιλείου το «Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου
+την φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής
+αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του
+Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το «Ανέτειλε το
+Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της Πεντηκοστής το
+«Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε την υπερένδοξον
+νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, σε την πολυέραστον
+θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το «Προ του Σταυρού σου,
+Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια
+εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε
+χορός των Αποστόλων το θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον
+υιόν χαιρετώσα». Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη
+των βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και τα
+εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού.</p>
+
+<p>Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους
+[μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει, εκ μικρών
+διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με είχον βαρυνθή κ' εκεί,
+ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα
+ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν βαρετός εις τους φίλους μου.</p>
+
+<p>Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν πρωίαν
+να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα; Η μικρά
+Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο άρρωστη βαρειά. Είχε
+δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι ήτο κακός πυρετός, ίσως
+τυφοειδούς φύσεως.</p>
+
+<p>Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας, διά
+να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την ηγάπα ως να
+ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου έδειξε την κλίνην, και
+η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή,
+κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την
+μητέρα τα συνήθη λόγια της παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας
+εκεί. Είτα επανήλθα πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η
+Κούλα έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως [η
+υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να της
+ομιλήσω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα
+θεία... τραγούδια;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον
+Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ...</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ!</p>
+
+<p>Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι είχε
+πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ εστέναξε.
+Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της έφεραν χρίσμα, έλαιον
+από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας αισθήσεις της, κ'
+εψιθύρισε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά.</p>
+
+<p>Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί ιερείς
+κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως τον Τελευταίον
+ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης,
+εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν, εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά
+του εφαίνοντο δακρυσμένα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου,
+όπου είχεν ακκουμβήσει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας.
+Εις αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.</p>
+
+<p>Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή εκείνην
+την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα μέσα μου τα
+τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν άγευστον...», και «ως
+καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς επουρανίους έσωσας», και «του
+Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο
+δι' ημάς νηπιάσας» και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς
+σε».</p>
+
+<p>Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι βρέφος
+άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος επέτασας». Και
+ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του Θεού, τα οποία προ
+τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο να τ' ακούση, το «Άλλος τω
+Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν
+εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να
+ακούη εκεί γύρω;</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+<br />
+Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα, οπού είνε
+πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο Καρδοπάκης. Ήτο
+φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά» του χωριού. Ήξευρεν
+εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια, όνειρα, παραμύθια. Παντού τον
+εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια, στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα
+καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες, και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να
+πάη μίαν ώραν δρόμον, διά θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν
+προς τα επάνω, είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα
+Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του έτους. Κ'
+εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα μαντάτα στα δύο κορίτσια,
+στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι
+δύο χαριτωμέναι κόραι τον εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν
+στέγην, εις τον μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις
+μύλον είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ τριών
+ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον ανατραφή εις άλλον
+τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος. Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν
+επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα
+χρόνων, καλοκαμωμένος και ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν,
+αν και δεν τον ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε
+σύνταξιν από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις
+εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν εις την
+πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και καταπατημένα, κ'
+εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός,
+όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του
+εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο
+Αγάλλος πανδρειά.</p>
+
+<p>Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν όλα,
+μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο μακαρίτης. Εκεί
+έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο αδελφαί. Εις την αρχήν
+είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς.
+Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του
+Μανιάτη. Αλλ' αι εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον
+περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν πάντοτε
+εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι συγγενείς του
+Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να καταλάβωσι την οικίαν, κ'
+ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και
+των δωροφάγων, έμενεν ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να
+κλεισθούν εις τον μύλον.</p>
+
+<p>Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε μάθει, τον
+εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ' επήραν το «εξάγι»
+από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να δειπνήσουν εληές, τυρί και
+πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν
+υπαίθρω, ως είδος εστίας ή καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία.
+Κατόπιν ο μικρός γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη
+αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το στέρνον, τον ήκουον
+με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα,
+διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και αποσπάση τον νουν των από την
+τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του
+μακαρίτου, και άλλαι ακόμη σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης
+ενύσταξεν· αι δύο αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την
+προσευχήν των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την
+Παναγίαν και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί
+εις την ερημικήν φωλεάν των.</p>
+
+<p>Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού
+σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος. Αυταί
+επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί του ιδίου
+δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε πλησιέστερα εις την έξω
+θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή
+εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των
+κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος.
+Υποκάτω του πατώματος ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον,
+δυτικά, εις το ρεύμα.</p>
+
+<p>Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους τους
+έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή αύρα, κ' ηκούετο
+από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός χείμαρρος κατήρχετο
+μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν, παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα
+του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις
+τους βράχους και τους θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με
+ορμήν, πότε εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των
+χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την ημέραν
+ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις εκεί την νύκτα,
+και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των κλάδων, και καρποί
+μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να δίδεται τροφή εις όλα τα
+πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το όνομα του Κυρίου. Και θνητός
+άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ να καταβή, εκτός αν ήτον
+ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ, ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω
+εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς
+διφορουμένους χρησμούς της. «Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως <b>ερώ</b> —
+ερώ».
+(<sup><a href="#fn4" id="ref4">4</a></sup>)
+ Και τα άστρα κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ'
+η Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι εβασίλευον
+πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα ανάβαθρον του ουρανού,
+το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και
+κατήρχετο εις το ρεύμα, κ' εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε
+τον πέπλον, κ' ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν
+του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι βλαστοί
+της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά εις τα δένδρα,
+και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της καλλονής εκεί εις το σκότος. Και
+τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να
+επαναλάβη: Ερώ, ερώ.</p>
+
+<p>Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά τα
+μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε λάβει)
+πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα όμματα, διότι ήτο
+μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα πάθη και τα βάσανα. Εις τας
+ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής, όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει
+να πνέη και άνεμος όρθριος δεν εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του
+ύπνου — και τα άστρα, ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το
+άπειρον — τότε ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της
+Σοφίας. Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν
+ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον βραχίονα
+την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της εφάνηκαν πράγματι
+υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την εγέλων τα ώτα της.</p>
+
+<p>Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το δειλινόν
+εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του χωρίου, όπου απείχε
+μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο καταφύγιον και τόπος συναντήσεως
+δια τους (γύρω στον μύλον της Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς
+βοσκούς της νέας γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά
+ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις
+«εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν ηπατήθη, ή δεν
+ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το πέρασμά του, σχέδια και
+μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ
+συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι
+επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να
+κλέψουν ή την Σοφιά ή τη Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής
+της μίας των δύο αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα
+συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των νεωτέρων
+συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο μάλλον θετός
+υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και χρηματικώς και ερωτικώς
+ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του
+Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης, «είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη
+βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να
+καταφάγουν αυτοί την κληρονομίαν.</p>
+
+<p>Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο ευκρινέστεροι. Τότε
+εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν
+συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά τον τοίχον.</p>
+
+<p>Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία. Εστράφη,
+κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον γλυκύ φως του
+κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα
+επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν
+ρεβόλβερ.</p>
+
+<p>Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε νυμφευθή
+από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία το εζύγισεν εις την
+χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να
+ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν
+αποκοιμηθή προ μικρού.</p>
+
+<p>Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της οποίας
+έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον έσεισεν. Ο γέρων
+έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να
+στραφή από το άλλο πλευρόν, κ' εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα, μοιρολόησα
+απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά τραγούδια.</p>
+
+<p>Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ επτά
+ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας
+περικύκλωσαν απόξω.</p>
+
+<p>Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε τα
+όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν, σκληρόν
+προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα
+είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος
+εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ' αποχτήσης ποτέ
+σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η
+Σοφία.</p>
+
+<p>Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν, αλλά
+και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να
+μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω, να ιδούμε τι
+θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη.</p>
+
+<p>Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και
+είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να
+νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον
+ψόφιο, μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να
+φερθούμε...</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και
+ανεπήδησεν από την στρωμνήν του.</p>
+
+<p>Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις καθ' ύπνον
+εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα μάτια της, κ' είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τρέχει;</p>
+
+<p>Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν είχεν
+απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ.,
+ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π., δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας
+εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία
+των φίλων του, τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την
+στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από την
+κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο δεύτερος, όστις ήτο
+συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο να επινεύη εις το σχέδιον
+τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση την Σοφίαν, διά να «το κάμη
+χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν
+πως κλέπτονται τα κορίτσια.</p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και
+μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την θύραν, εφαίνετο
+ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο πρόθυμος να επαναλάβη τον
+κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος
+ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος.</p>
+
+<p>Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας ακοάς.
+Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε τον λύκον.</p>
+
+<p>Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των οι
+πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν αλλόκοτος,
+ασυνήθης κρότος.</p>
+
+<p>Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη
+μυλότρυπα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης.</p>
+
+<p>Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν
+φωνήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας
+φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε το
+παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!..</p>
+
+<p>Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο δημοδιδάσκαλος
+έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη ο συγγενής του
+μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι απεμονώθη, ο Κ., ο
+επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως
+πάντοτε, το Ευαγγελικόν: <b>Και Έσονται οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι
+πρώτοι.</b></p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+<br />
+Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του Αγιώτη κ' εγώ,
+επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει μέσα, εκτός από τα μικρά
+οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε
+εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας
+αυτής, κ' εκινήσαμεν εις μελετημένην εκδρομήν.</p>
+
+<p>Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του πατρός του,
+εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του 187..., ο γέρο-Αγιώτης
+είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι
+καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση
+εις την εστίαν του. Ο ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον
+προ τριών χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς
+τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός επανήρχετο
+σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν αρμενίσει διηγείτο εις ημάς
+τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου, όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα
+όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων
+της χρονιάς εις έν των μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας
+σλαβωνικάς λέξεις, και τον στίχον τούτον:</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Χιλιαντάρα μοναστήρα<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ντόμπρα ντόμπρα
+κουκουλτίτσα.</p>
+
+<p>Είχεν ακούσει προσέτι και το <b>Άξιόν εστιν</b> εις την γλώσσαν εκείνην:
+«Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την Σαλονίκην
+πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο πώς ένα χωριατόπουλο,
+πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν
+ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες
+ενέπαιζον την ακακίαν του παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν
+υπόκλισιν, και λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ'
+άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες περιπαθείς
+πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις την Αγίαν Φωτεινήν την
+ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης».</p>
+
+<p>Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως δεκαννέα
+ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν προς εμέ, μου
+ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι αι διηγήσεις αύται κατ'
+εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος
+τόσα χρόνια, εξόριστος εις την Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή
+δραπέτης, έτυχε να συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά
+νήσον του Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του
+διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του Καρατάσου, είχε
+ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά· με χαμηλήν φωνήν, και μ'
+εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο
+του Βοριά, εκεί που αγριεύει και πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η
+ρεμματιές και αντιλαλούν τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά
+το ρέμμα και τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι,
+οπού το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα γρόσια,
+φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα κτυπήση την κορυφήν
+του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί ακριβώς οπού πέφτει ο
+ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν — αχ! να μπορούσε ο γέρο-
+λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην
+τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα — και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια.</p>
+
+<p>Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός Νικολός
+εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η γολέττα, και
+τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε
+να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον της επιχειρήσεως. Χάριν
+μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και
+άλλα εγχώρια θρυλήματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο
+παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά του, δεν
+ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα βενέτικα, στην
+αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την μεγάλη, που το έχει τώρα ο
+γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα —
+δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά... δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή
+πιθαράκι) γεμάτη φλουριά, στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να
+την ξαναφτιάση;... Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη
+να σκάψη στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη
+Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το
+μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν του γέρο-
+Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια, ο Γιάννης ο Σκοινάς;
+Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά, κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα.
+Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το
+δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη
+δουλειά του, κι' ο Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο
+κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει, εκεί ο
+εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να ήθελε να το κρύψη
+δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά του. «Αφεντικό, του λέει,
+κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ'
+είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και έλεγε σαν αλήθεια, γιατί <b>του έπεσε</b>
+πράγματι στον λαχνό... «Καλά, είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και
+τώβαλε στην τσέπη. Αλλά την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να
+μην τον καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος, μεγάλο
+δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε, δεν έβαλε ο νους
+του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η
+μοίρα του ήτον να σκύφτη και να σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο
+αναπαυτικά με το τσιμπούκι του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω,
+στον πεύκο. Και τι βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο,
+εκρέματο ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα.
+Ο ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη στεριά την
+αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους τρεις ή τέσσερες νομάτους
+οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι: «Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο,
+παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα
+μείνω παραπίσω· θέλω να κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και
+μπορεί να σας φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα
+σύνεργα, να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα,
+και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη ράχη, κι'
+ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο, κι' αυτός εκρύφθη
+μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους, κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο
+στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι, αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο
+δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν
+δισάκκι αραχνιασμένο, μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα
+κολοννάτα πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο
+γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε άρμενα.
+Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα βρεθίκια πού του
+έταξε.</p>
+
+<p>Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ
+πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της
+Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις την
+διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών θάμνων κάπου
+το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να εξαφνίζετο και να εφάνταζε
+κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως
+ράβδον, κ' εκείνος είχε το σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου
+ξανάλεγε στον δρόμον πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του
+αγκίστρια δεμένα όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν.</p>
+
+<p>Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός περί ου
+ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις την Παναγίαν της
+Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά την μικρήν πόρταν, σύρριζα
+εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον
+έρημον από πολλού. Και αντικρύ εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που
+θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο
+Νικολός, αλλά δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να
+εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το στηλιάρι
+της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο θα έπρεπε να
+χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες επιθυμούντες χρήματα
+(λέγει ο Δαυίδ: <b>επιθυμία αμαρτωλού απωλείται</b>, και ο Σολομών λέγει:
+<b>επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι</b>) δεν εβλέπαμεν εμπρός μας την προς τούτο
+άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι, και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν,
+εργασία, οικονομία κατ' αρχάς, είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων
+των άλλων ανθρώπων — εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά,
+εκεί έπρεπε να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα.</p>
+
+<p>Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν τα
+πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά πηγή.
+Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να κατέλθωμεν τον
+κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν δρόμον ακόμα. Ο
+Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος του ροπάλου μου, κ'
+αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας αντηχεί γνώριμος φωνή:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα.</p>
+
+<p>Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου ο
+Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, έχων δύο
+βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον».</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα.</p>
+
+<p>«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας
+Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και οι αδελφοί
+του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω.</p>
+
+<p>Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα, εψάρευε
+κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα. Ύστερον ηγόραζεν απ'
+αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν, εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ'
+ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να
+σώση το Γένος. Τότε του εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος,
+όστις εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους
+θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας τοποθεσίας. Toν
+επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις ολίγον καιρόν του έγεινεν
+αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν. Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα,
+εφόρεσε πανωβράκια και Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν
+αναριθμήτους ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα.
+Έπινε τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και στο
+γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν. Εις την
+Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις το
+Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα με την
+ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν, έτρεχεν ως τροχός
+κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά, τελώνια, από φθόνον τον
+έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως
+έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου
+και αν έφευγε, θα τον έπιαναν μίαν ημέραν.</p>
+
+<p>Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος τώρα
+επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν έπρεπε να
+νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να πλουτίση το Έθνος δεν
+επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν,
+τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον κουκουλώση, να τον προικίση και τον
+αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις
+το γήρας του· διότι δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα
+απέθετον τον θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν;
+Εις χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του, δεν
+έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν είχεν άλλην
+κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν οικίαν, κατά το έθος
+του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ
+και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος
+βενέτικα.</p>
+
+<p>Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με μίαν
+ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον Μαλάκιαν.
+Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα αγκαλιαστά, μοσχάτο
+κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις το μικρόν χωρίον, και είς
+αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων
+εκόλλησε το εξής τετράστιχον:</p>
+
+<p>.....................................................<br />
+.....................................................<br />
+.....................................................<br />
+.....................................................</p>
+
+<p>Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου Κωνσταντίνος
+Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την αυθαιρεσίαν, κατά
+παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε «σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον
+εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το
+Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ
+ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της «Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε
+φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από
+την Άτην την <b>σθεναρήν</b> και <b>αρτίποδα</b>, ήτις <b>πάντας
+ανθρώπους</b> αάται, ώστε μόνον το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον».</p>
+
+<p>Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο
+εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον ήτον
+ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν του Γένους, και
+ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας ταύτης. Αφού δεν
+ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του πλοιάρχου της
+«Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν ιστορίαν θησαυρού, και δεν
+ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις
+τον Νικολόν πλην ο φίλος μου δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και
+έως σήμερον ακόμη δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του
+θησαυρού της Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον
+νέος, εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ διά
+την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν ανοικτόκαρδος, να
+μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με αυτόν, και με πάντα άλλον.</p>
+
+<p>Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν
+πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην. Είχε
+βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε μεγάλως την
+εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής νέος οπού ήτον, ότι
+η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον αγαθή συγκυρία, διότι πάσα
+καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται.
+Όπως λ. χ. την πρωίαν της Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το
+Ευαγγέλιον της Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον
+έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της παιδιά) διά
+να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο Θεός το κατόπιν τέκνον
+της.</p>
+
+<p>Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος, παλαιός,
+με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του εώρταζε την
+Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν, επροσκυνήσαμεν τας
+εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια. Μέσα εις το ζεμπίλι του,
+χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν μολύβδινον παγούρι με έλαιον.</p>
+
+<p>Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι κλιτύες και
+τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την χρονιάν εκείνην δεν
+υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως,
+ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη
+εκείνα.</p>
+
+<p>Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο από
+παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια. Ίσως δύο εξ
+αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν ηκούσαμεν κρότον, ουδέ
+ψυχήν είδομεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός,
+όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και λες να είναι κανένας εδώ;</p>
+
+<p>&nbsp;— Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η
+Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό. Αποδώ
+αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά κάποτε εδώ στο
+ρέμμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες,
+νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά στην
+βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό, κ'
+ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς καλές
+κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια.</p>
+
+<p>Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ κάπου
+ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες», όπου έλεγεν ο
+Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του παλαιού μονυδρίου, και οι
+δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την τοποθεσίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος,
+τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού φθάνει.</p>
+
+<p>Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα του, το
+προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι' άρχισε να σκάπτη.
+Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα εστάθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι.</p>
+
+<p>Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην ώραν,
+επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν.</p>
+
+<p>Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν ηδυνήθην
+να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός.</p>
+
+<p>Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την
+γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του μοναστηρίου,
+ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω προς το ρέμμα. Εκεί
+<b>εβίγλιζα</b>, ήτοι ήμην <b>καραούλι</b>· είχα δηλαδή σκοπιάν, μήπως φανή
+που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος, ώστε να τους δώσω
+εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν ευπρόσωποι προς το μέρος που
+εκαθήμην.</p>
+
+<p>Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο ιδρώς
+περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των.</p>
+
+<p>Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να
+φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και
+πάω εγώ με τον Αλέξανδρον. Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν
+θα φάμε κι' όλα, κάτω στην βρύσι;</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε
+αυτά εδώ;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το
+μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα μέσ' τα
+χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να κολατσίσουμε.</p>
+
+<p>Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να
+κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν αρχίση
+ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της κοιλάδος, οπού
+εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας
+ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή. Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το
+γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα
+αυγά, κι' ο Γιαννιός από έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν
+ράκος μέσα στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες
+πέρκες τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ'
+εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις τα
+όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα επάνω, προς
+την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται από το κάτω ρέμμα, το
+γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου έλεγεν ο Νικολός: — Να η
+Νεράιδες!</p>
+
+<p>Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με
+εξήγαγεν από την πλάνην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας
+της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα φουστανάκια. Είνε
+όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο Νικολός.</p>
+
+<p>Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν ούτ'
+εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο Γιαννιός έκραξε με
+πραείαν φωνήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από
+στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια εγέλασαν οξύν
+αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω
+στο μύλο;</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα
+εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εκεί κάτω είνε η μαννού σου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Εκεί είνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε
+γενιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μετά χαράς.</p>
+
+<p>Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η
+λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή εξαδέλφαι
+της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη τους κόλπους «ως
+νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε χροιά του προσώπου των
+ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν'
+απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις ήρχετο να
+παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει παραγγελία η
+μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς και τ' ανάψαμε —
+βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω.</p>
+
+<p>Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός να
+κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το είπα εγώ».
+Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το είπε ο Αλέξανδρος».
+Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα. <b>Μάταιοι οι υιοί των
+ανθρώπων</b>.</p>
+
+<p>Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν. Τώρα
+ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του λάκκου, κ' έκαιε πολύ.
+Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε
+ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας
+δράκας. Η γη εγίνετο σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και
+πόνος.</p>
+
+<p>Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος.</p>
+
+<p>Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των
+δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του
+μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους επρόβαλεν
+έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις τον ώμον, βέργαν
+εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί την μέσην του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά.</p>
+
+<p>Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν εχάρην
+μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα.</p>
+
+<p>Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από νηπιόθεν
+τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της κουμπούρες και με τα
+χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο,
+αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και
+ήτο ευμενής. — Τι σας ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες
+τώρα να χαρώ τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο
+ώρες; Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός ορνιού,
+κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο
+Νικολός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε
+και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι' ο Γιάννης ο
+Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι, κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης,
+κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ' εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για
+γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα,
+και σε κάθε ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ'
+Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα.</p>
+
+<p>Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είνε,
+πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε αυτός μ' ένα μάτι,
+δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να καταπιή χωράφια, να βουλιάξη
+καράβια, με τριανταέξ τα εκατό, θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο
+γέρο-Μαμούκος, ας έχη ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος.
+Τακούς;</p>
+
+<p>Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου,
+ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να
+ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί μου,
+που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα
+βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον κατά το ρέμμα.
+Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον ανήφορον, επιστρέφοντες εις
+το χωρίον.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">TO X. Α. TOY...</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+Όπως το διηγούνται, όσοι το έφθασαν, εν ηλικία όντες εις Αθήνας τω 1870, ο
+νεκρός του ενός των ληστών του Δηλεσίου, κομισθέντων εις Αθήνας κατά Μάιον,
+είχε το πρόσωπον παραδόξως φαιδρόν και γελαστόν. Την ώραν πού τους
+ετουφεκοβολούσαν τ' αποσπάσματα, ελλοχεύον όπισθεν πυκνών θάμνων και
+βράχων το παλληκάρι εκείνο της Ρούμελης, ίσως διότι το ταμπούρι του τού
+εφαίνετο πολύ ασφαλές, τις οίδε τι είχε σκεφθή, ή τι σοβαρόν είδεν, ή τι αστείον
+ήκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ' εγέλασεν, όπως οι άνθρωποι
+γελούν. Συγχρόνως, εν ακαρεί, του ήλθε το βόλι. Τον ηύρε καίριον εις τον λαιμόν,
+και τον αφήκεν εις τον τόπον.</p>
+
+<p>Μετά δυο ημέρας οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξ τον αριθμόν, εκομίζοντο εις
+Αθήνας. Εις το πρόσωπον του νέου εκείνου όλοι οι φρικώδεις περίεργοι είδον
+εντυπωμένον, πιστωμένον τον γέλωτα. Ούτ' επρόφθασεν, ο ευτυχής άνθρωπος, να
+αισθανθή την πικρίαν του βέλους, αλλ' ο θάνατος του ήλθε μυστηριώδης, γλυκύς,
+προ της αλγηδόνος.</p>
+
+<p>Ο Γιάννης του Λέκα, νέος εικοσαετής, εφαίνετο ότι έχαιρε μεγάλην χαράν
+σφόδρα, όταν του έλεγαν ότι θα ήρχετο εκείνον τον χρόνον, διά να τον πάρη
+στρατιώτην, το περιοδεύον Στρατιωτικόν συμβούλιον. Άρχιζεν αμέσως να κάμνη
+βήματα, προφέρων: έν γυό, έν γυό, κ' ήτον όλος γέλοια και χαρά. Πλην, όταν ήλθε
+πράγματι η Στρατολογική Επιτροπή, προς μεγάλην χαράν του Δημάρχου, και
+κατέλυσαν άλλοι εις την Δημαρχίαν, άλλοι στο οιονεί ξενοδοχείον, κι' άλλοι στα
+σπήτια μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να παύση τα γέλοια, η ενδόμυχος ευθυμία και το
+θάρρος του έφυγαν, κ' ηρνήθη αποτόμως να παρουσιασθή ενώπιον της Επιτροπής.
+Εστήλωνε τα πόδια του, αντεστήλωνε το κορμί του, έκλαιε, κ' εφώναζε: «δεν πάω,
+δεν πάω». Όταν δε ο υπίατρος οδηγήθη στο σπητάκι της Λέκαινας, κ' εδοκίμασε να
+ιδή και να εξετάση τον κληρούχον, ο Γιάννης έπεσεν εις μίαν γωνίαν, εμαζώχθη,
+εκουβαριάσθη, εσταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλόν του, έκαμψε
+τους πόδας του με τα γόνατα έως τον αφαλόν, και ηρνήθη να υποστή την εξέτασιν
+του ιατρού. Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη «βλάκα», και τον απήλξε
+πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως.</p>
+
+<p>Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα εξωκκλήσια,
+όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την ανατολήν του έαρος έως το
+βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο
+χειμών. Πρώτον εις την Παναγίαν της Αγαλλιανούς, όπου η ψυχή μας
+εμοσχοβολούσε ία και ναρκίσσους και λευκά άνθη της αγραμπελιάς. Είτα εις την
+Παναγίαν την........., όπου έτρεχε με μόρμυρον και ρόχθον το ρεύμα της Ζωοδόχου,
+κάτω εις τους μυστηριώδεις καταρράκτας με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους
+ανέρποντας κισσούς ανά τους υγρούς βράχους εις τα κυρτά υλομανούντα δένδρα.
+Και στον Άι-Γεώργην, όπου αι τόσαι νύμφαι του χωρίου ελιτάνευον στολισμέναι με
+τα πεποικιλμένα μανίκια, τας μεταξωτάς ποδίας και τα χρυσά ποδογύριά των,
+ερχόμεναι άλλαι με της βάρκες και άλλαι διά ξηράς. Και εις τα Πέντ' Αδέλφια, όπου
+τα αγκαλιασμένα γηραιά δένδρα καλύπτουν την βρύσιν και στεγάζουν τον πενιχρόν
+ναόν με το θεσπέσιον άλσος των. Κ' εις τον Άι-Γιάννην τον <b>Μυρωδίτην</b>,
+όπου τα τελευταία αηδόνια εκαλούσαν εις διαδοχήν τα κοσσύφια ανά το .....
+.................................. από το ύψος των................... έως τον γιαλόν....
+.........................., και το κελαρύζον νερόν του βαθέος, ανερχομένου Διακαλιού
+ανέβλυζεν από την ρίζαν της γηραιάς δρυός, όπου με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των
+<b>φυλλομανούντων</b> κλώνων της διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων. Πόσαι
+οικογενειακαί θαλίαι είχον τελεσθή το πάλαι υπό τους βαθυφύλλους κλάδους της,
+πόσα άκακα ερωτικά ζεύγη είχον εύρη ποτέ καταφύγιον εις την σκιάν της. Και είτα
+εις τον Άγ. Ηλίαν και εις τον Άγ. Παντελεήμονα, κ' εις την Παναγίαν την Πρέκλαν, κ'
+εις την Παναγίαν του Καρδάση κ' εις την άλλην Παναγίαν του Αραδιά, κ' εις τον Άι-
+Γιάννην του Κάστρου, κ' εις τον άλλον Άι-Γιάννην του Μετοχιού, κ' εις τον Άι-
+Δημήτρην, κ' εις τον Άι-Ασώματον τ' Αγγελή, και τέλος εις την Παναγίαν την
+Καστριώτισσαν, όπου πάσα σεμνότης και πάσα χάρις εν γαλήνη συνηνούντο, και
+πας γόνυ έκλινεν ενώπιον της θείας (εν γαλήνη) Πολιούχου: «Διανέμοις των
+χαρισμάτων την σην γαλήνην, Θεοτόκε, τη ψυχή μου».</p>
+
+<p>Όλα ευωδίαζον άνοιξιν και απλότητα και χαράν. Ο Γιάννης έμβαινεν εις το
+παρεκκλήσι γελών, τον ωδηγούσεν η μάννα του, χήρα έχουσα αυτόν ως
+μοναχογυιόν, να «χαιρετίση», δηλ. να ασπασθή την εικόνα στο προσκυνητάρι, την
+ησπάζετο γελών, είτα επήγαινε στ' αριστερά του χορού, κ' έστεκε δίπλα εις το
+άκρον ανατολικόν στασίδι, δύο βήματα από την βορείαν πύλην, όπου αι γυναίκες
+έφερον τυλιγμένας με προσόψια τας προσφοράς, και έγραφαν τα ονόματα, δηλ. τα
+έγραφεν ο παπάς καθ' υπαγόρευρευσιν ιστάμενος εις το χάσμα της θύρας, με το
+μολυβδοκόνδυλον, κρατών φύλλα διπλωμένα χάρτου επί του βιβλίου των
+Αποστόλων ή των Ψαλτηρίων· «Γεωργό, Γεωργό και του πλι» (δηλ. το πλοίον) μετά
+των συμπλεόντων αυτώ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς έγραφε, Ν. Ν.),
+Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ. Κ.),
+συμβίας, τέκνων, γονέων και αδελφών αυτών».</p>
+
+<p>Εκεί έστεκεν ο Γιάννης, και ήκουε γελών τα υπαγορεύματα των γυναικών, τας
+απηχήσεις και τους <b>ασπασμούς</b> του παπά. Τέλος, όταν ήρχιζεν η
+ψαλμωδία, ο Γιάννης εξηκολούθει να γελά προς τας αντιφωνίας των διαφόρων
+νεαρών ψαλτών και τας οξυφωνίας του παπά. Συνήθως αντείχεν όρθιος επί ώρας,
+είτα εκάθητο εις το σκαλοπάτι του βήματος κάτωθεν της τελευταίας αριστερά
+εικόνος (ήτις ήτο συνήθως του Αγίου του ναού). Η μάννα του, επειδή τον είχε
+μονογενή, συχνά έταζε και παρεκάλει τους Αγίους «να τον κάμουν καλά». Πλην
+φαίνεται ότι αυτός ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και
+οι Άγιοι δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του
+ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει.</p>
+
+<p>Η ψαλμωδία εξηκολούθει δι' όλης της νυκτός. Πενήντα ή εκατόν άνδρες και
+παιδιά — συνήθως είχον παραφάγη καί παραπίη — εκοιμώντο έξω, ανάμεσα στους
+σχοίνους, και οκτώ ή δώδεκα γυναίκες, και τρεις γέροι, εις τα στασίδια ή στας
+πλάκας του ναού εκοιμώντο καθήμενοι. Ενίοτε ηκούετο το ρογχάλισμα του ιερέως
+μέσα απ' το Άι-Βήμα. Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο
+στασίδι, κι' ο γέρο- Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των
+εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε
+«δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης άγρυπνος δεν έπαυε να γελά.</p>
+
+<p>Κάτω εις την πολίχνην, όπου ο Γιάννης ήτο ευθυμία και χαρά των σπητιών, ο
+ίδιος εγέλα θορυβωδέστερον όταν συνήντα ένα από τους περιπλανωμένους του
+χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του, ή τον Ζαχαρίαν τον Κούκον, ή τον Τάσον τον
+Νικολήν, ή τον Ματώ απ' τον Απάνω Μαχαλάν. Τότε άνοιγε πράγματι η καρδιά του.
+Εγέλα ακρατήτως, και δεν ημπορούσε «να μαζώξη το στόμα του». Ήτο ως να έλεγε:
+«Χαίρομαι, αδελφέ μου, πού σε βλέπω τέτοιον· οι άλλοι που μας γελούν είνε πολύ
+χειρότεροι».</p>
+
+<p>Κ' εις τα ξωκκλήσια, κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας, συνήθως ήρχετο μετά
+τα μεσάνυχτα πάντοτε, ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο νυχτοβάτης, ή ο πάτερ-
+Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος και ξεσκούφωτος. Όταν τον
+έβλεπεν ο Γιάννης, τότε ησθάνετο άκραν ευθυμίαν, κ' ενετρύφα εις την θέαν του. Ο
+Ιωακείμ ίστατο εις την άλλην γωνίαν του Τέμπλου δεξιά και συνήθως του έδιδον οι
+ψάλται να διαβάση το ψαλτήρι. Ο Γιάννης δεν εχόρταινε να τον κυττάζη, κ' εγέλα,
+εγέλα με ηδονήν άρρητον.</p>
+
+<p>Και όταν δεν ήτο πανηγύρι ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως εις την
+εξοχήν. Είχεν η μάννα του μικρούς ελαιώνας και χωραφάκια, κι' ο πτωχός νέος
+φαίνεται ότι κάτι έκαμνεν εις γεωργικάς αγγαρείας και βοηθητικά έργα, με όλην
+την αδυναμίαν του. Αλλά και τότε, όταν επέρνα από εξωκκλήσι, επέζευεν, έδενεν
+εις την ρίζαν θύμου το γαϊδούρι, και εισήρχετο εις τον ναΐσκον. Εκεί έβγαζεν
+ατάκτους φωνάς, θέλων να μιμηθή τους ψάλτας, και κάποτε έβαλλε χείρα εις
+εικονίσματα και τα κατεβίβαζε κάτω διά να τα ξεσκονίση, όπως εφρόνει· άλλοτε
+έβγαζε τα θυρόφυλλα της Αγίας Πύλης, κι' άρχιζε να τα πελεκά με το μικρόν
+κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα επανέφερεν εις την θέσιν των, και πότε τ' άφινε κάτω
+εις το έδαφος, όπου έτυχε.</p>
+
+<p>Η Μαλαμμώ του μπάρμπα Δημητρού, συμβία του Γιώργη του Πολύζου, ήτο
+απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν. Άλλη δεν ήτον ως αυτή να τρέχη
+διαρκώς σ' όλα τα ξωκκλήσια, να τ' ασβεστώνη, να τα καλλωπίζη. ν' ανάφτη τα
+κανδήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων γυναικών ευποροτέρων
+της.</p>
+
+<p>Είχε μετακομίση στης πλάτες της πέντε ή έξ παληοσάνιδα, τα οποία της
+έδωκαν, διά να επισκευάση την στέγην του ναού του Χριστού στο Κάστρον. Η
+Μαλαμμώ, χάριν ευκολίας, τα απέθεσε προσωρινώς έξωθεν του Κάστρου, προ
+φοβερού χάσματος της παλαιάς γεφύρας, κ' εις την κάτω βαθμίδα της ιλιγγιώδους,
+μεγαλοβάθρου, κυκλοτερούς και πλατείας σκάλας. Ήτο μεσοβδόμαδα. Η Μαλαμμώ
+έλεγε μέσα της «Χριστιανός δεν θα βρεθή να τα κλέψη». Και όμως ευρέθη. Υψηλά
+από το μικρόν σαθρόν καλύβι, όπου ήτο έν παληοχώραφον ανάμεσα εις τα
+ορμάνια, όπου έβοσκε πέντε ή έξ ψωραλέας αίγας ο Νικολός ο Μπασιόλης,
+μακρόθεν επί πολλήν ώραν ετηλεσκόπει την Μαλαμμώ, ώστε είχε αποκάμει στα
+μάτια να την κυττάξη, κ' εμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ' τα δόντια του: «Πού τα
+πάει αυτή, τρομάρα της, τα παληοσάδια;»</p>
+
+<p>Την υστεραίαν η Μαλαμμώ είχε δουλειά στο σπήτι της, κάτω στο χωρίον, τρεις
+ώρας δρόμον. Την τρίτην ημέραν δεν ευκαιρούσεν ο σύζυγός της, όπου ήτο ολίγον
+κτίστης, αλλά και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλην ήτο Σάββατον, κ' η Μαλαμμώ
+εκατάφερε τον σύζυγόν της να υπάγουν μαζί και το μουλάρι, να κουβαλήση αυτός
+άμμον κι' ασβέστην από μίαν ανεμιαίαν έπαυλιν, όχι πολύ μακράν του Κάστρου, να
+εισέλθουν φέροντες και τα σανίδια τ' αποτειθεμένα έξω, να φθάσουν εις τον ναόν
+του Σωτήρος, κι' αυτή ν' ασβεστώση, κ' εκείνος ν' ανεβή στον τοίχον, πατών ως εις
+σκαλωσιές εις τα λιποπετρούντα τοιχία τα πλαγινά, να καρφώση τα σανίδια εις το
+ελλιπές μέρος της στέγης, να τα επιχρίση με την κονίαν που θα εζύμωνε με τα
+υλικά που έμελλε να μετακομίση (εκείνη ν' ασβεστώση τους τοίχους ή την θύραν
+και τα παράθυρα, κι' αυτός ν' αναβή στην στέγην, πατών ως εις σκαλωσιές επάνω
+εις τα ερειπωμένα και σεισμοπετρούντα τοιχία τα πλαγινά και να την
+επισκευάση).</p>
+
+<p>Φθάνουν εις τα πρόθυρα του Κάστρου, κάτω εις το βαραθρώδες του χάσματος,
+κυττάζει η Μαλαμμώ. Τα σανίδια έλειπαν. Έκαμε πολλούς σταυρούς, ηπόρησεν,
+ηγανάκτησε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το λοιπόν, πού τάχεις βάλη τα σανίδια; ηρώτησεν ο Πολύζος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ' ακούμπησα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού είνε τα, το λοιπόν;</p>
+
+<p>&nbsp;— Πούν' τα; Να κοπή το χεράκι του όποιος τα πήρε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν σούπα εγώ, βλοημένη, να μην κάνης μισές δουλειές; Ή να
+καρτερέσης έπρεπε ν' αδειάσω, να τα κουβαλήσουμε το μουλάρι, ή, αφού
+τάφερες, νάκανες ακόμα έναν κόπον να τα πας ως μέσα στην Εκκλησιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και ποιος ξέρει, αν δεν θα τα βρούμε μέσ' στην Εκκλησιά, είπε το
+Μαλαμμώ με εύκολον θάρρος και προς ιδίαν της παρηγορίαν. Έλα, Χριστέ μου,
+καμμιά καλή Χριστιανή θα ήρθε χτες-προχτές ν' ανάψη τα κανδήλια, και την
+εφώτισ' ο Θεός και τα κουβάλησε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άμποτε!</p>
+
+<p>Ο Πολύζος εξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώον, έδεσε το ζώον του, ανέβασε με
+πολύν κόπον πρώτον τον σάκκον της άμμου, είτα την κοπάναν με τον ασβέστην ανά
+την υψηλήν φοβεράν σκάλαν, η γυνή ανήλθε με το καλαθάκι της, όπου είχε λάδι,
+κηρία, ως και μικράν προμήθειαν τροφίμων. Είτα εφορτώθη αυτή τον ασβέστην, ο
+ανήρ της επήρε την άμμον και το καλαθάκι, υπερέβησαν την σιδηράν πύλην, και
+εισήλθον εις το παλαιόν έρημον χωρίον. Μετά δέκα λεπτά έφθασαν προ του ναού.
+Εξεφορτώθησαν, εκάθισαν να ξαποστάσουν. Της εφάνη της Μαλαμμώς ότι ήκουε
+κάτι ως χαλαράν και άρρυθμον ψαλμωδίαν έσωθεν του ναού. Δεν επίστευσε τ'
+αυτιά της. Επλησίασεν εις την θύραν, την ώθησεν. Η θύρα ήτο κλεισμένη ένδοθεν.
+Ηκούοντο τώρα ευκρινέστερον αι άμουσοι ψαλμωδίαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ, Θε μου, τι να είνε, είπε το Μαλαμμώ. Έλα, Πολύζο, να ιδής και ν'
+ακούσης. Η πόρτα είνε κλειδωμένη από μέσα.</p>
+
+<p>Επλησίασεν ο άνθρωπος, έκρουσεν, ώθησεν ισχυρώς. Εις μάτην. Η θύρα ήτο
+πράγματι μανδαλωμένη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι πειρασμός είνε αυτός, έκραξε το Μαλαμμώ, συνάπτουσα τας
+χείρας. Τα σανίδια λείπουν απ' έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη, κι'
+ουρλιάσματα άχαρα ακούονται μέσα. Τι νάν' αυτό; Μπαίνουν τάχα και στης
+εκκλησιές πειρασμικά πράγματα;</p>
+
+<p>Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου η ακοή των
+αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις «Χριστός Ανέστη».</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός Ανέστη, επανέλαβεν η Μαλαμμώ. Κι' ακόμα τώρα πέρασε το
+μεσοσαράκοστο.</p>
+
+<p>Ήτο τωόντι σάββατον της Δ' εβδομάδος των Νηστειών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μην πηαίνη αλλά φράγκα ούτος που είνε μέσα; είπεν ο Πολύζος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στοιχειό θα είνε· ξορκισμένος οξαποδώ, απήντησεν η Μαλαμμώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κανένας μουρλός θα είνε, είπεν ο Πολύζος. Ας ιδούμε. Μην είν'
+εκείνος ο Γιάννης της Λέκαινας;</p>
+
+<p>Έκρουσε πάλιν δυνατότερα την θύραν. Είτα ανέβλεψεν ανά τον τοίχον, κ'
+έδειξεν εις ύψος δύο οργυιών σχεδόν τον μικρόν φεγγίτην με την χρωματιστήν
+ύαλον, που έφεγγε τον ναόν από την δεξιάν πλευράν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μπορούσα ν' ανεβώ 'κεί απάνω, είπεν. Έλα, βόηθα, Μαλαμμώ, να
+σωρέψουμε πέτρες πολλές, να της στερεώσουμε, για ν' ανεβώ ως εκεί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν φωνάζουμε μια, είπε το Μαλαμμώ, αλλά δεν υπήρξε φωνή και
+ακρόασις.</p>
+
+<p>Ήρχισαν ν' αποκόπτουν λίθους από τα ερείπια των παλαιών οικιών εδώθεν κ'
+εκείθεν. Όταν συνέλεξαν λίθους αρκετούς, ήρχισεν ο Πολύζος να τους στοιβάζη εις
+σωρόν. Πλην τότε παρ' ελπίδα ηκούσθη κρότος μανδάλου ή μοχλίου
+αποσυρομένου και οξύς γέλως ήχησεν εις το χάσμα της διανοιγείσης θύρας.</p>
+
+<p>Ήτο τωόντι ο Γιάννης του Λέκα. Υπεδέχετο με παιδικούς καγχασμούς την
+γυναίκα και τον άνδρα της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Εσύ 'σαι λοχεμμένε! είπε η Μαλαμμώ — γιατί δεν ακούς τόσην
+ώρα που σε φωνάζουμε;</p>
+
+<p>Ο Γιάννης απήντησε διά νέου καγχασμού. Εστράφησαν προς την θύραν, και
+είδον τα εντός.</p>
+
+<p>Ο Γιάννης είχεν ανάψει διά μαναλίου όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί εκεί, είχε
+χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το λαδικόν, που εύρεν εις το
+ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε κατορθώσει να τ' ανάψη ως πυροφάνι,
+μόνον δύο κανδήλια εκ των επτά ή οκτώ των προ του Τέμπλου και του
+προσκυνητηρίου, και ηυφραίνετο ψάλλων το «<b>Χριστός Ανέστη</b>, όπως αυτός
+ήξευρεν. Είχε βαρεθή την σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το
+προεορτάζη.</p>
+
+<p>Αφού εγέλασεν αρκετά, η Μαλαμμώ έσβυσε τ' απόκηρα, επροσπάθησε να
+σκουπίση τα χυμένα λάδια, και είτα εμελέτα ν' αρχίση το ασβέτωμα. Ελησμόνει
+ήδη τα χαμένα σανίδια. Αλλ' ο Πολύζος είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και πούν' τα σανίδια, Μαλαμμώ;</p>
+
+<p>&nbsp;— Πούν' τα, μαθές, επανέλαβεν η γυνή.</p>
+
+<p>Τυχαίως και στον βρόντον η γυνή εστράφη προς τον πτωχόν νέον, και τον
+ηρώτησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά;</p>
+
+<p>Ο άκακος νέος απήντησε μόνον:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κουβάλας.</p>
+
+<p>Ο περί ου ο λόγος τωόντι είχε συναντήσει τον Γιάννην κατά την προχθές, την
+ώραν οπού εκουβάλα τα κλοπιμαία. Του έδωκε δύο ξυλειές ως αρραβώνα, και τον
+εφοβέρισε να μη μαρτυρήση τίποτε. Ο Γιάννης απήντησε με το παγωμένον γέλοιο
+του.</p>
+
+<p>Είχε ξεχάσει της ξυλειές, ως και την φοβέραν. Την επαύριον ανεύρε τα
+κλοπιμαία η Μαλαμμώ.</p>
+
+<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ</h3>
+
+<p style="margin-top: 3em">
+
+<br />
+Ότ' είχε βασιλέψ' ο ήλιος. Κατεβαίναμε τo στενό καλδερίμι, τον κατήφορο. Ζερβά
+μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παληού σπιτιού του Γιάννου τ' Αγιώτη (μια φορά
+ήταν του Γιάννου τ' Αγιώτη, όταν ο μακαρίτης εζούσε κ' εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν
+ξέρω πλια τίνος είνε, γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι,
+με τη ρόκα της, με ταδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι' άλεθε η γλώσσα της. Την
+στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ' το στόμα της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τρεις όπ' σ' έχω, άντρα, και τρεις όπ' μ' έχεις έξη· και τρεις του
+παιδιού, εννιά...</p>
+
+<p>Εκείνο το δειλινό είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νειόνυφη, η γυναίκα
+του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Έξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ' το γάμο. Η θεια
+Μορισώ εσκολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο, το 'φταμηνίτικο ή το
+πρωιμάδι, που είχεν έρθη στον κόσμον αυτόν.</p>
+
+<p>Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν είχαν
+γείνη ακόμα, έτσι τα εσκόλιαζε. Δεν άφινε καμμιά κουβέντα, κανένα μαντάτο,
+κανένα «λακριντί», που να μην τ' αποσώση. Μ' αυτά, και με τη ρόκα της, περνούσε
+την ώρα της, κ' έκανε να περάσουν και των άλλων γυναικών η ώρες. Αλλοιώς, τι θα
+γινότανε, 'ς αυτόν τον παληόκοσμο;</p>
+
+<p>Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο
+αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιός της ο μεγάλος, από τριάντα
+χρόνια τώρα, είχε πάρη μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γείνη, και δεν ακούστηκε πλια.
+Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον στην Αμέρικα χρόνια, της
+έγραφε πως θάρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη της, την είχε καλοπαντρέψη, μα
+δεν είχε τύχη να ζήση· πέθανε στη γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν' αποκτήση το
+δικαίωμα ο πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ' ύστερα, στους πέντε
+μήνες, ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήταν ο μεγαλείτερος καϋμός της θεια-
+Μορισίνας!</p>
+
+<p>Για να μαλακώση, η ταλαίπωρη, τον πόνο της, έκαμε στην αρχή να πέση στα
+θεία και σε αγαθοεργίες. Θέλησε να πάρη ψυχοκόριτσο έν' αρφανό, πού κανείς δεν
+ήξερε τον πατέρα του. Επειδή όμως ήτον πολύ αράθυμη, και όταν θα θύμωνε, θα
+φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!», για να μην κολάζη την ψυχή της, έκαμε
+καλύτερα να το διώξη, ύστερ' από τρεις 'μέραις αφού το πήρε στο σπίτι της.</p>
+
+<p>Καμπόσες φορές είχε κάμη κόλλυβα και λειτουργιές για τους πεθαμμένους.
+Ύστερ' απ' ολίγο, τα έφερε ο διάολος να μαλλώση με τον ένα, έπειτα με τον άλλον,
+παπά της Εκκλησιάς· τότε κι' αυτή, για να μην τους τα χαραμίζη, και κολάζη την
+ψυχή της, έπαψε της προσφορές και τα μνημόσυνα.</p>
+
+<p>Μόνο επήγαινε ακόμα στην Εκκλησιά, κ' εκολλούσε κεράκια στους Αγίους.
+Ύστερα, επειδή μέφτηκε τον επίτροπο, πως έκλεψε τάχα απ' το παγγάρι, έπαψε ν'
+αγοράζη απ' την Εκκλησιά, κ' έπαιρνε απ' τον μπακάλη. Έπειτα ο παπάς, οπού δε
+τάχε ακόμα καλά μαζί της, της είπε να μη φέρνη νοθεμμένα κεριά, μόνε να ψωνίζη
+απ' το παγγάρι. Τότε κι' αυτή έπαψε να κολλά κεριά.</p>
+
+<p>Ωστόσο, επήγαινε ακόμα στην Εκκλησία. Ύστερα, επειδή έβλεπε καμπόσες
+γυναίκες, οπού αυτή της είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να έρχωνται
+κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακρινούς σταυρούς και
+στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια στην Εκκλησιά, για
+καμπόσον καιρό.</p>
+
+<p>Τόσο κακότυχη που έμεινε, για να έχη μια παρηγοριά στη μονοτονία της ζωής
+της, αποφάσισε και δεύτερη φορά να πάρη ένα ψυχοπαίδι, που να είνε από μάννα
+και πατέρα, για να μην την βάζη ο πειρασμός, στο θυμό της απάνω, να το φωνάζη
+μπάσταρδο. Ηύρε, αλήθεια, ένα ορφανό, που ήτον κι' από μακρινή γενιά της. Το
+πήρε, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε. Κείνο βγήκε πολύ θεληματάρικο, απαιτούσε
+πάντοτε «το δικό του να γένη». Αυτή ήτον πολύ αψίθυμη, και δεν έκαναν καλό
+χωριό οι δυο τους. Τέλος, το παιδί μπαρκάρησε, «πήρε τα μάτια του κ' έφυγε», και
+τον δεύτερο χρόνο επνίγη μ' ένα καΐκι που αρμένιζε. Και πάλι η θεια Μορισίνα
+απέμεινεν έρμη και μοναχή.</p>
+
+<p>Και τώρα εγήραζε, κ' εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες τοίχους
+του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη πατριωτάκι, μα ξένο,
+για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ' ένα κορίτσι από ξένα μέρη, απ' τη στεριά
+την αντικρινή, φτωχό, έρμο και σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε.
+Αυτό, σαν έγεινε δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ' ένα νέον στη γειτονιά και μια
+βραδειά, τη σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε
+ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε «ξεχωρισμένη»
+κι' «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ' έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή
+θα με πάρης, ή θα χαθώ».</p>
+
+<p>Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ' το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να την
+πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ «τα ηύρε
+σκούρα». Οι δικολάβοι, όπου δεν λείπουν από κανένα μικρό χωριό,
+υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από το σπίτι. Η
+θεια το Γιαλινάκι επήγε 'ς ένα ξάδερφό της, που ήτον κάπως μεγάλος και τρανός,
+ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι' αυτός την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους
+να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την αφήση να πεθάνη απ' το κρύο, κι' από το άλλο
+μέρος, να του κάμη το σπίτι απάνω του, <b>οικονομικά</b>, καθώς το ξανάλεγε
+ύστερα η θεια Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και
+του έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ' έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες
+μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι' άρχισαν να κατεβάζουν τα κεραμίδια...</p>
+
+<p>Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι' άρχισε να χύνη
+τόσα δάκρυα απ' τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη στέρνα βουλλωμένη,
+που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το
+μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον επαρακάλεσε να της χαλάση το
+έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος όμως δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά
+μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ' είπε πως το σπίτι ήτον δικό του...</p>
+
+<p>Αφού είδε κι' αποείδε, η γρηά Μορισίνα, ότι καμμιά δουλειά, κανένα έργο, ό,τι
+κι' αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα υστερνά της βάλθηκε κι'
+αυτή ν' αποσάνη της κουβέντες, τα μαντάτα, και της δουλειές των αλλονών. Κ'
+επέρναε τον καιρό της να κρένη και να ξεστομίζη σκόλια για κάθε τι. Η μεγαλείτερη
+δουλειά της ήτον να λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκόμια για τον καθένα.</p>
+
+<p>Άμα έβγαινε το πουρνό απ' την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε
+ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων' εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά απ' το σπίτι
+της, κ' έπιανε λακριντί με της γειτόνισσες. Της καθημερινές έκανε και τη ρόκα της,
+εδούλευε κ' η γλώσσα της, σαν να έκαναν ζευγάρι τα δυο. Της Κυριακές, που
+έβλεπε και πλειότερον κόσμο (γιατί το στερνό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο
+σοκάκι κατά το γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της.</p>
+
+<p>Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια γιαλιστερή
+βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε: «Κόρδα και φούντα, και
+τάσπρα, πούν' τα;»</p>
+
+<p>Αν επερνούσε καμμιά νειόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια, που η
+κορμοστασιά της δεν της εφαίνοταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι ανέμη, θα 'πω;
+κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!..»</p>
+
+<p>Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν' τούτο, μαθές; πώς δεν την
+εξεδίπλωσε η μάννα της; ...»</p>
+
+<p>Αν ήτον καμμιά ψηλή κ' άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη λαμπάδα
+σπασμένη.... που το πάει ο μπάρμπ' Αναγνώστης μπροστά απ' τον παπά, που θα πη
+το «Σοφία, ορθοί»;</p>
+
+<p>Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου
+Άραμ 'ς (παραγκώμι ενός βαφειά του τόπου).</p>
+
+<p>Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να χτίση
+άλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός (παρατσούκκλι του
+πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια).</p>
+
+<p>Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια τάπαιρνε «κουτουριάρικα», και τάχε
+σχεδόν μονοπώλιο, η γρηά Μορισίνα. Εκείν' η παροιμία που ακούσαμε απ' το
+στόμα της: «Τρεις οπ' σ' έχω...κτλ.», ήτον μόνο συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο
+πριν, όταν είχε γείνη ο αρρεβώνας, του ίδιου ταντρόγυνου, είχε 'πή: «Τα όρνια
+παντρεύουνται, και τα στοιχειά βλογιούνται.... »</p>
+
+<p>Μια βραδειά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι
+αρρεβωνιασμένων, οπού η μανάδες και των δυο κάτι παληά ψεγάδια είχαν,
+φαίνεται, στην υπόληψί τους, η γρηά έξαφνα είχε ξεφωνίση:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ' πω!</p>
+
+<p>&nbsp;— Σε τι είνε ταιριασμένο, θεια Μορισώ; την ερώτησαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, πλειά π......ς γυιός, και π.....ς θυγατέρα· απήντησεν η
+γερόντισσα.</p>
+
+<p>Μια χρονιά, είνε τώρα πολύς καιρός, ο καινούριος δήμαρχος που είχε γείνη στο
+χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του Δήμου του φτωχού, για
+να κάμη λέει, «αρτεσιανά φρέατα».</p>
+
+<p>Ύστερ' απ' ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ' έγειναν άχρηστα. Η
+θεια Μορισίνα πήγ' ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της 'ς έν' απ' αυτά, και δεν
+ηύρε νερό στάλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παλαβώσανε και τα φτιάσανε, παλαβώσανε και τα χαλάσανε,
+είπε.</p>
+
+<p>Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ' απ' ολίγο
+σχωρέθηκε.</p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΕΛΟΣ</h3>
+
+<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λαογράφους μας<br />
+
+ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ<br />
+εις 120 τόμους δεμένους αξίας δραχ. 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα</h5>
+
+<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ</h5>
+
+<p>ΑΙΣΧΥΛΟΥ<br /><br />Πέρσαι, Μετάφρ. Ιωάννου Ζερβού 1.50<br />Αγαμέμνων,
+Μετάφρ. Ι. Γρυπάρη 1.50<br />Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1.50<br />Χοηφόροι,
+Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50<br />Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1.50<br />Επτά επί
+Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1.50<br />Ικέτιδες, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50<br /><br />Ολόκληρος ο
+Αισχύλος εις 7 τόμους 10.50</p>
+
+<p>ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ<br /><br />Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1.50<br />Τραχίνιαι,
+Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50<br />Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1.50<br />Φιλοκτήτης,
+Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50<br />Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1.50<br />Ηλέκτρα, Μετάφρ.
+Μ. Αυγέρη 1.50<br />Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1.50<br /><br />Ολόκληρος ο Σοφοκλής
+εις 7 τόμους 10.50</p>
+
+<p>ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ<br /><br />Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1.50<br />Ιππόλυτος ο
+Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1.50<br />Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50<br />Άλκηστις,
+Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50<br />Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50<br />Μήδεια, Μετάφρ.
+Α. Τανάγρα 1.50 <br />Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50<br />Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ.
+Τσοκοπούλου 1.50<br />Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1.50<br />Ανδρομάχη, Μετάφρ.
+Γ. Τσοκοπούλου 1.50<br />Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50<br />Ηρακλής μαινόμενος,
+Μετ. Κ. Βάρναλη 1.50<br />Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1.50<br />Ηρακλείδαι,
+Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50<br />Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50<br />Ελένη, Μετάφρασις
+Α. Καμπάνη 1.50<br />Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.50<br />Εκάβη, Μετάφρασις Ν.
+Ποριώτη 1.50<br />Τρωάδες, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50<br /><br />Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις
+19 τόμους 23.50</p>
+
+<p>ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ<br /><br />Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2. </p>
+
+<p>ΟΜΗΡΟΥ<br /><br />Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τόμ. 6 6. <br />Οδύσσεια, Μτ.
+έμμ. Ι. Πολυλά, τόμ. 6 6. </p>
+
+<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ<br /><br />Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2. <br />Όρνιθες,
+Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3. <br />Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 5. <br />
+Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. <br />Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου
+2. <br />Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2.50. <br />Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. <br />
+Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. <br />Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. <br />
+Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50<br />Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη
+2.50. <br /><br />Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. 27. </p>
+
+<p>ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ<br /><br />Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη 2.50<br />Κύρου
+Ανάβασις, Μ. Δ. Αναστασ. τόμ. 2 5. </p>
+
+<p>ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ<br /><br />Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου 1. </p>
+
+<p>ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ<br /><br />Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβού, τ. 4 10. </p>
+
+<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ<br /><br />Άπαντα, Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμ. 6 13. </p>
+
+<p>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ<br /><br />Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού 3. <br />Ηθικά
+Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα 5. <br />Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. <br />Μικρά
+Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου 3. </p>
+
+<p>ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ<br /><br />Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλ. 1. <br />Ο περί
+στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλ. 2. <br />Οι τέσσαρες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλ. 1.50.
+</p>
+
+<p>ΠΛΑΤΩΝΟΣ<br /><br />Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου 1.20<br />Απολογία
+Σωκράτ. Μτ. Α. Μωραϊτίδου 1.50<br />Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου 0.80<br />
+Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου 2.50<br />Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br />
+Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 3. <br />Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br />
+Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br />Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 2.
+<br />Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br />Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου
+2.50<br />Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη 2. <br />Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη
+2.50<br />Ίππαρχος Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου 0.80<br />
+Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80<br />Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.
+<br />Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80<br />Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50<br />
+Πρωταγόρας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 2. <br />Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως 3.
+<br />Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου 1.50<br />Ιππίας μείζων και ελάσσων, Μτ.
+Ζάμπα 2.50<br />Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1. <br />Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη,
+τόμοι 2 6. <br />Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. <br />Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου
+1. <br />Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα, τόμ. 2 8. <br />Ερυξίας Αξίοχος Αλκυών,
+Μτ. Μάνεση 1. <br />Δημόδοκος Σίσυφος Κλειτοφών Ίων Μίνως, Μετ. Ν.
+Καζαντζάκη 2. <br />Θεάγης περί Δικαίου περί Αρετής, Μετάφρασις
+Λιμπεροπούλου 0.80<br />Επιστολαί και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα 2. <br /><br />Ολόκληρος ο
+Πλάτων εις 38 τόμους 65.70. </p>
+
+<p>ΗΡΟΔΟΤΟΥ<br /><br />Μούσαι, Μετ. Α. Σκαλίδου, τόμ. 4 12. </p>
+
+<p>ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ<br /><br />Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή, τ. 10 30. </p>
+
+<p>ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ<br /><br />Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη 0.80. </p>
+
+<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<br />
+Εκδιδομένη υπό την διεύθυνσιν του Δρος Ι. ΖΕΡΒΟΥ</h5>
+
+<p>
+<br />
+G. d'Annunzio<br /><br />Όνειρον εαρινής πρωίας (έκδοσις επί κοινού χάρτου).
+0.60. </p>
+
+<p>Ed. de Amicis<br /><br />Σκηναί τον στρατιωτικού βίου. 2. </p>
+
+<p>Σ. Βασιλειάδου<br /><br />Αττικαί νύχτες 6. </p>
+
+<p>Αρ. Βαλαωρίτου<br /><br />Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 5. </p>
+
+<p>Γ. Βιζυηνού<br /><br />Το αμάρτημα της μητρός μου. 3. </p>
+
+<p>G. Chantepleure<br /><br />Τα Ιωάννινα πολιορκημένα 3. </p>
+
+<p>W. Goethe (Γκαίτε)<br /><br />Φάουστ. Μετ. Μ. Αυγέρη 4. <br />Βέρθερος.
+(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 2. </p>
+
+<p>Ειρ. Π. Δημητρακοπούλου<br /><br />Η Υιοθετημένη. Μυθιστόρημα 3. </p>
+
+<p>Η. Van Dyke<br /><br />Διηγήματα. Μετ. Α. Μαρπουτσόγλου 2.50. </p>
+
+<p>Emerson<br /><br />Λόγια τον κόσμου. Μετάφρασις Θ. Χ. Φλωρά. 3. </p>
+
+<p>Η. Eckermann<br /><br />Συνομιλίαι Έκκερμαν με τον Γκαίτε. Μετ. Ν.
+Καζαντζάκη. 3. <br />Επικτήτου Έγχειρίδιον. Μετ. Α. Καμπάνη. 0.80. </p>
+
+<p>Αρ. Εφταλιώτη<br /><br />Νησιώτικες Ιστορίες 3. </p>
+
+<p>G. Flaubert<br /><br />Ο πειρασμός του Αγ. Αντωνίου. Μετ. Κ. Βάρναλη. 3.
+</p>
+
+<p>Ιω. Ζερβού<br /><br />Μύθοι της Ζωής 3. Ιστορία της ιδέας. Γαβατάμας
+Αστάρης 4. </p>
+
+<p>Ε. Zola<br /><br />Η Ταβέρνα. Μετ. Χ. Νεοκλέους. (έκδοσις επί κοινού χάρτου)
+4.50.<br /> Η Γη. Μετ. Μπ. Αννίνου. (εκδ. επί κοινού χάρτου) 4.50</p>
+
+<p>Λουκίας Ζαδέ<br /><br />Όταν ήμουν στον πόλεμο 1.50. </p>
+
+<p>Γ. Ζαλοκώστα<br /><br />Τα άπαντα (εκδ. επί κοιν. χάρτου). 3.50. </p>
+
+<p>Θεοφράστου<br /><br />Χαρακτήρες. Μετ. Μ. Σιγούρου. 1. </p>
+
+<p>Θεοκρίτου<br /><br />Ειδύλλια. Μετ. Ιω. Πολέμη 2. </p>
+
+<p>V. Hugo<br /><br />Φιλοσοφία και Φιλολογία. Μετ. Γερ. Βουτσινά 2.50. </p>
+
+<p>Η. Ibsen (Ίψεν)<br /><br />Οι βρυκόλακες. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. <br />Το
+σπίτι της κούκλας. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.40. </p>
+
+<p>Ν. Καρβούνη<br /><br />Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας 4. </p>
+
+<p>Ι. Κονδυλάκη<br /><br />Ο Πατούχας. 3. </p>
+
+<p>Διον. Κοκκίνου<br /><br />Γρίμποβο, Μπιζάνι, Γιάννενα 3. </p>
+
+<p>Ανδρ. Κάλβου<br /><br />Η Λύρα.2. </p>
+
+<p>P. Calderon<br /><br />Ο Αλκάδης της Θαλαμέας.(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.
+<br />Το στοιχειό. (επί κοινού χάρτου). 1. </p>
+
+<p>Δ. Καμπούρογλου<br /><br />Αναδρομάρης.3. Θρύψαλα.2. </p>
+
+<p>Λουκιανού<br /><br />Άπαντα. Τόμ. 6. Μετ. Ιω. Κονδυλάκη.18. </p>
+
+<p>G. Leopardi<br /><br />Ηθικά έργα. Μετ. Α. Καμπάνη. 3. </p>
+
+<p>Μ. Λιδωρίκη<br /><br />Πολεμικοί εντυπώσεις ευζώνου. 3. </p>
+
+<p>Μ. Maeterlineq (Μέτερλινγκ)<br /><br />Ο θησαυρός των ταπεινών. Μετ. Ν.
+Καζαντζάκη . 3. </p>
+
+<p>Μουσαίου<br /><br />Ηρώ και Λέανδρος. Μετάφρασις Σίμου Μενάρδου 0.70.
+</p>
+
+<p>Moliere (Μολιέρου)<br /><br />Τα ερωτικά πείσματα, Μετ. Ν. Ποριώτη.1.50.<br />
+Ταρτούφος. Μετ. Ιω. Σκυλίτση (έκδοσις επί κοινού χάρτου. 1.20.<br /> Αγαθόπουλος ο
+Ξηροχωρίτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.80.<br /> Αρχοντοχωριάτης. (έκδοσις επί
+κοινού χάρτου). 1. </p>
+
+<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ</h5>
+
+<p>Σ. Μελά<br /><br />Το άσπρο και το μαύρο. Δράμα. 1.50.<br /> Πολεμικαί σελίδες,
+από τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον 1912. 5. </p>
+
+<p>Π. Νιρβάνα<br /><br />Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια. 2. </p>
+
+<p>Fr. Nietzsche (Nίτσε)<br /><br />Η γέννησις της τραγωδίας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη.
+3. <br />Ο Ζαρατούστρας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 4.50.<br /> Γνώμαι και περικοπαί. Μτ. Ι.
+Ζερβού 3. </p>
+
+<p>Γρ. Ξενοπούλου<br /><br />Στέλλα Βιολάντη 3. <br />Ο κακός δρόμος, κι' άλλα
+καινούργια διηγήματα 3. </p>
+
+<p>Κ. Παλαμά<br /><br />Τα Πρώτα Κριτικά. 3.50.<br />Οι Καημοί της
+Λιμνοθάλασοας και τα Σατυρικά Γυμνάσματα. 2. </p>
+
+<p>Αλεξ. Παπαδιαμάντη<br /><br />Η Γυφτοπούλα. 4. <br />Η Φόνισσα. 3. <br />Η
+Μάγισσες. 3. <br />Πασχαλινά διηγήματα. 1. <br />Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. 1.
+<br />Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα 1. <br />Ο Πεντάρφανος 3. <br />α ρόδιν' ακρογιάλια. 2.50.
+<br />Η χολεριασμένη. 2.50. <br />Η νοσταλγός. 2. <br />Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη. 3.
+<br /><br />Τα άπαντα 26. </p>
+
+<p>Rene Pyaux<br /><br />Η δυστυχισμένη Ήπειρος 3. </p>
+
+<p>Edgar Poe<br /><br />Ιστορίες αλλόκοτες. Μετάφρασις Ν. Σπανδωνή. 3. </p>
+
+<p>Π. Ροδοκανάκη<br /><br />Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο 2. </p>
+
+<p>Ernest Renan<br /><br />Οι Απόστολοι. Μετ. Μπάμπη Αννίνου. 5. <br />Βίος του
+Ιησού. Μετάφρασις Α. Καμπάνη.<br />Ο Αντίχριστος. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3.
+</p>
+
+<p>Εμμ. Ροΐδου<br /><br />Συριανά διηγήματα. 3. <br />Διηγήματα. 3. <br />Κριτικαί
+μελέται. 3. <br />Είδωλα. 4. <br />Μελέται φιλολογικαί, καλλιτεχνικαί, φιλοσοφικαί. 4.
+<br />Πάρεργα και παραλειπόμενα. 4. <br />Το πνεύμα τον Ροΐδου. 3. <br /><br />Τα άπαντα. Δραχ.
+24. </p>
+
+<p>Jean Richepin<br /><br />Ισπανικά παραμύθια. Μετ. Ν. Ποριώτη. 3. </p>
+
+<p>Σιεγκίεβιτς<br /><br />Quo vadis ? (Πού υπάγεις;). 5. </p>
+
+<p>Σαιξπήρου<br /><br />Κοριολανός. Μετ. Μ. Δαμιράλη. 2. <br />Αντώνιος και
+Κλεοπάτρα. Μετ. Μ. Δαμιράλη 2. </p>
+
+<p>Δ. Σολωμού<br /><br />Τα Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 2.50. </p>
+
+<p>Α. Schopenhauer<br /><br />Συγγραφείς και ύφος. Μετ. Α. Ζάρκου.3. </p>
+
+<p>Η. Taine<br /><br />Φιλοσοφία της τέχνης εν Ελλάδι. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50
+<br />Φιλοσοφία της τέχνης εν Ιταλία. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50. </p>
+
+<p>L. Tolstoi<br /><br />Η Αναγέννησις. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. <br />Η Νέα
+ζωή. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. <br />Σονάτα Κρόϋτζερ. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.
+ Η Ανάστασις. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. </p>
+
+<p>Γ. Τσοκοπούλου<br /><br />Η Θεατρίνα. 3. </p>
+
+<p>I. Turghenieff<br /><br />Το ξένο ψωμί. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. </p>
+
+<p>Δ. Ταγκοπούλου<br /><br />Σκόρπιες μολυβιές. 2. </p>
+
+<p>Κ. Χρηστομάνου<br /><br />Η Κερένια κούκλα. 3. </p>
+
+<p>
+<br />
+Τιμάται Δραχ. 2,50. </p>
+
+<hr></hr>
+
+<p id="fn1">1)Το δεύτερον συνθετικόν της δικαστικής εννοίας αυτού βοηθού ή
+γραφέως αρχείου «κλερκ» είνε παρεφθαρμένον εκ της ελληνικής λέξεως
+κληρικός. Αρχήθεν η λέξις εσήμαινε τον βοηθόν ή ψάλτην.<a href="#ref1"
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn2">2) Όρα το διήγημα <b>η Γλυκοκαρδούσα</b>, εις τον β' τόμον των
+<b>Οψίμων (;)</b><a href="#ref2" title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn3">3) Ο Κάρολος Λεβέκ εν τη «Επιστήμη του Καλού».<a href="#ref3"
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id="fn4">4) Η έννοια του αρχαίου επιγράμματος είνε: Ειπέ ότι την αγαπώ θα
+το πω.<a href="#ref4" title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>&nbsp;</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA ***
+
+***** This file should be named 33354-h.htm or 33354-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33354/
+
+Produced by Sophia Canoni and George Canonis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
diff --git a/33354-h/images/cover.jpg b/33354-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..25a586f
--- /dev/null
+++ b/33354-h/images/cover.jpg
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..57081a1
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #33354 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33354)
diff --git a/old/20100805-33354-0.txt b/old/20100805-33354-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..95943b3
--- /dev/null
+++ b/old/20100805-33354-0.txt
@@ -0,0 +1,5838 @@
+The Project Gutenberg EBook of Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Sick from Cholera
+ Published after death
+
+Author: Alexandros Papadiamantis
+
+Release Date: August 5, 2010 [EBook #33354]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni and George Canonis
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been
+changed otherwise. Words in bold characters are included in &.
+Square brackets [] or question mark indications (;) of the
+original have been kept. Some footnotes have been placed
+at the end of the book.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό.
+Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
+ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+Οι αγκύλες [] και τα ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου.
+Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου έχουν τεθεί στο τέλος του.
+
+
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+
+
+
+Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
+
+
+
+ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ
+Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915
+
+
+
+Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ
+
+
+
+Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο
+δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια
+διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της
+οικογενείας του μετά τον θάνατόν του.
+
+Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την
+έμπνευσιν και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του
+μεγάλου διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν
+θέλγητρον, το ότι μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την
+αφανή επιμέλειάν του περί την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του
+διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως, όπως π. χ. εις το δεύτερον της
+σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά δύο παραλλάσσοντας
+τρόπους.
+
+Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα,
+όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή
+φράσις αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που
+μας επέβαλε την έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων
+του Παπαδιαμάντη και όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί
+πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον
+ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς το κοινόν. — Αι κατ'
+εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν φιλολογικήν
+συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν, γίνονται
+αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της
+παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή
+και μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν.
+
+I. Ζ.
+
+
+
+Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH
+
+
+
+Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα
+της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά
+Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.
+
+«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο
+αδερφός μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που
+βλέπεις που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια
+μεγαλείτερος από μένα.
+
+Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών
+χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες.
+Θα ήταν τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.
+
+Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη
+χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου
+Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με
+τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι
+Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον
+κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε — και
+δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα και το θανατικό. Κ'
+έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλλαρία,
+Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια και
+τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι
+φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που
+φορούσαν κάτι σαν φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ'
+εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον
+αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε το λαό κ' εσκορπούσε ελέη
+και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι.
+
+Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια
+μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει.
+Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η
+στεφάνωσι. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.
+
+Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους
+μήνες μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν
+μ' έπιασαν οι εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά
+από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε
+άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος,
+κι' αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώση.
+
+Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην
+Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα
+απ' τους πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά.
+
+Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας
+δεν ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην
+εξοχή, κι' άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.
+
+Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του
+απ' το παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να
+μου φέρη νερό. Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά,
+ή φόβος τον έπιασε και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση.
+
+Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα
+δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.
+
+Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι.
+Σηκώθηκα, επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν
+καλλίτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ'
+έψησα δυο-τρία και τάφαγα.
+
+Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα.
+
+Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα.
+Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα.
+
+Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά
+έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα
+κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά.
+
+Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα,
+με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα
+της βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή.
+
+Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει
+μαζί μου το κορίτσι μου από την κούνια...»
+
+Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα
+επανέλαβε·
+
+«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το
+ένα πρώτο για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα
+γνώριμο... να τον αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο,
+είχα σκοπό να γυρίσω πίσω στο σπιτάκι μου.
+
+Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν
+μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους
+Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε
+παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου.
+
+Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η
+κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από
+μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την
+πόρτα, φωνάζω·
+
+ — Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί;
+
+Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά
+στο παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται
+να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε·
+
+ — Κάμε της χούφτες σου.
+
+Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου
+έρριχνε απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε
+σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη
+στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ'
+έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας, κ' είπα·
+
+ — Τι κάνουν μέσα;
+
+Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.
+
+ — Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον
+στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη.
+
+Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή.
+Εκεί μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο
+Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η
+ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση
+και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η
+γυναίκα του η νιόνυφη.
+
+Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της
+καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί.
+
+Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα
+περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας
+μου, που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους.
+Πριν φύγουν, ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό
+τους.
+
+ — Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το
+παιδί;
+
+ — Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω.
+
+Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι
+και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.
+
+Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια
+μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν.
+
+ — Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του
+χεριού επάνω στην παλάμη μου.
+
+ — Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.
+
+ — Πάμε μαζί, του λέω.
+
+Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς
+τίποτε, άρχισε να φέρνη δυσκολίες.
+
+ — Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου
+δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι
+τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα.
+
+Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να
+του πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...»
+
+Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο
+κυρ Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της
+μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά
+μένα.
+
+ — Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ'
+εμένα μαζί.
+
+Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν
+χολεριασμένη.
+
+Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.
+
+ — Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί.
+
+Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα
+κ' είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι
+γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το
+κρύψω, το ένα μέσ' την παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.
+
+ — Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω.
+
+ — Δέκα, είπα εγώ.
+
+ — Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.
+
+Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε·
+
+ — Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;
+
+ — Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί,
+εσάς τι σας μέλει;
+
+Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται
+να είχε σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού
+έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη.
+
+ — Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.
+
+Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του
+ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε
+και ολίγα ρουχικά μαζί.
+
+Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα.
+
+Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής
+συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη.
+
+Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους
+έπλυνα τα ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι
+μου, την Κατήγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση.
+Την εχάδευαν κ' έλεγαν· «Πίκκολο! πίκκολο!»
+
+Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες
+τους, εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι'
+αυτοί καλοί άνθρωποι.
+
+Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε
+στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ'
+εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη.
+
+Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από
+της υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην
+Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.
+
+Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά
+στον καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το
+δεκαπλάσιο».
+
+
+
+Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ
+
+
+
+Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την
+αρμάδα του εις τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του
+Βορρηά, όπου εξέσπων τ' άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον
+εις το τέρμα Αλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο
+γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα
+τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν
+επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον κόλπον. Επάνω στα
+πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, Μαυροθαλασσίται,
+Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, Βαρβαρέζοι,
+Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη
+αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και
+άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων.
+
+Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις
+δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους
+προς αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως
+γραμματέα του επί της φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον
+αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο
+στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα νησιά του Καστριού και τα
+Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον Μικρόν Γιαλόν — ...
+και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον Σώστην εις την
+δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα μελτέμι
+δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις
+την ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του
+χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου........
+
+(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους
+τρεις επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον.
+
+Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον
+Μέγαν Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο
+υγρός, εμαύρισε όλ' η θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια,
+και περί την ακτήν του Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα
+λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις
+τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο ημερώτερος, εις το απάγγιο,
+όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα μελτέμια τας ημέρας
+εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε μελτέμι εις την
+δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος
+αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα
+κύματα εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι
+δειλινού — εις όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια
+και τον Όλυμπον, τον Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις
+έφθαναν εις το τέρμα διά να ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του
+Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του
+Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν κατά το βράδυ
+στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του Καστριού, κ'
+εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα
+πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν
+αράξει, κατ' ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου
+μας, εις τα πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου
+εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα.
+
+Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην
+υγράν άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους
+θαλασσίους, οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι
+γυναίκες μυρολογίστρες επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του
+γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι
+λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά αθύρματα
+των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου.
+
+ — Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά
+επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν
+το θείον κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί,
+— Ελάτε, ελάτε! — αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή
+εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η
+ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του πληρώματος, ύστερ' από
+Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, Τουνεζηνούς και
+Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι περί τους
+150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι
+Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που
+επεσκέφθη επισήμως τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος
+προεστώς του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.
+
+Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις
+δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον
+είχεν υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως
+γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον
+αφέντην του, όσον πας τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε.
+
+Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με
+τας κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του,
+προήδρευε συνήθως εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι'
+αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν
+κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο συνήθως οι προεστοί.
+Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του
+ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να πειθαναγκάζη
+τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής.
+Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και
+εγίνετο σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την
+κολακείαν, αλλ' ήτο απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους
+Αγάδες.
+
+Εν τούτοις, &κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς& ο Κουμπής. Την
+χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει &στον νουν του Κουμπή&, ότι έπρεπε να
+χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του
+είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και
+μοιχούς κρινεί ο Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την
+Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να υιοθέτηση ξένον γέννημα (&ξένο κρειάς να
+μη θρέψης,& έλεγε χυδαία τις παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια
+μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το
+βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά την τελευτήν του,
+ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα
+ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του;
+Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς».
+Αλλά κ' οι καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί
+περιμένουν πότε να πωλήση άλλος τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα
+χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα
+κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης,
+ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι άλλοι.
+
+Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του,
+να μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον
+αυστηρός άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη
+μικρόν νινί, χαριτωμένον, αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα
+γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15
+περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε
+'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η αντικρυνή
+του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή,
+ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον
+θείον είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση.
+
+Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον
+βιάση με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους
+Τούρκους — να τους στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο;
+Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και
+μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' αποκτήση, αν θέλη ο Θεός,
+κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να καταπλεύση ο Πασάς με
+την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε.
+
+Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του
+Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν
+εκδούλευσιν, και ο Τούρκος ναύαρχος του υπεσχέθη.
+
+Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με
+έξ κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν
+άνθρωποί του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι
+τον ανήφορον — υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν
+εις το Κάστρον, υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον
+αγριόξυλον, παρά το χάσμα, όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου
+έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την
+Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς κατέβαινεν από τον κρεμαστόν
+σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα πανοβράκια, με τας κεντητάς
+βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το πρωινόν σερμπέτι του.
+Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον είχε φέρει
+πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός,
+εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο
+εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι
+να νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον
+είχε συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς,
+Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ'
+Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε
+η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν
+χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή γειτόνισά μας την Λελούδα,
+επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη παρηγοριά από
+σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να
+σεργιανήσετε κι' όλας.
+
+ — Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το
+Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η
+αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να
+πάρουν αράδα της αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να
+'ρθή μαζί μου.
+
+ — Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου.
+Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας
+είνε και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ'
+αγάδες; Έχουν άλλοι από μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ
+είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να σας πειράξη;
+
+Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν
+που της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του
+συζύγου της. Ήτο απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται,
+τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής,
+φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της κόττας η λοφιά είνε αμαυρά
+και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και
+όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της
+θηλείας εις τον άρρενα.
+
+Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την
+παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου,
+επειδή ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον
+αέρα, ύστερ' από πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν
+καλύβι της, επείσθη. Η Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν
+τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήσαν και πολλοί ναύται
+χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν και Τούρκοι, οπού
+δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο
+αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη
+μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και
+τα είχε καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και
+δεν ετολμούσαν να πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα
+πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι
+«μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ της να ελπίση ότι θα
+εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια
+χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το
+λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και
+μικρό προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε
+την Κουμπίναν.
+
+O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου
+ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε:
+
+ — Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα
+πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα.
+
+Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν.
+
+ — Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο
+γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο
+λοστρόμος Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη
+φεργάδα είνε το ένα τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ'
+επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι-Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την
+Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατί θα χρειασθή,
+θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που είνε άρρωστος από
+μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει.
+
+Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν:
+
+ — Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα
+προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον
+παπά-Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω
+ορισμόν απ' τον Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι
+(τάλληρον), και παραπάνω. Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με
+σας τους παπάδες, πως δεν του έκαμα τον λόγον του.
+
+Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον
+Προκόπιον, όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και
+σκότος ήρχισε ν' απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς
+δυσμάς, εφαίνοντο φώτα εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα
+είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία. Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή
+προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι [εκείνο], και κατόπιν είχον
+μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι εκατηφόριζε αποτόμως προς
+το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του Αγίου, κ' έβαινον
+εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε πλαγινά
+βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί
+που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα
+μοναξιά, δεν εφαίνετο ψυχή ζώσα.
+
+Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την
+Κουμπίναν, και διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο
+γυναίκες! — εις το μέρος αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν
+βράχου, εις τον όχθον του δρόμου, ωμίλησαν ελληνιστί.
+
+ — Σταθήτε! μη φοβάσθε...
+
+ — Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου!
+
+Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν,
+ο Κουμπής.
+
+ — Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα μαζί
+μας, Λελούδα.
+
+ — Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η
+Κουμπίνα.
+
+ — Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. — Λελούδα,
+έλα θα πάμε στην φεργάδα.
+
+ — Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα.
+
+Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή
+ότι προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της
+απαγωγής. Η Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή
+και εγκαρτερούσα, επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των
+εικόνων και προσηυχήθη. Εις μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν
+αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η Λελούδα και διατί δεν
+επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη [απηλογήθη].
+
+ — Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε
+κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ'
+τον Κουμπή.
+
+Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του
+θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον
+πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος,
+τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι
+του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια των ώτων, εκστατικός,
+φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ κωπηλάται,
+όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά,
+τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω,
+επεβιβάσθη, υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες
+ήσαν συνεργοί της αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν
+επί της πρώρας, και ο έτερος ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις
+το πηδάλιον.
+
+ — Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής.
+
+Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους
+οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα
+έφθασε παρά το πλευρόν της ναυαρχίδος.
+
+Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον
+θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί
+τρία λεπτά, πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον
+αλλήλους, εκύτταζον τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά
+κατάρτια και τα πολυσύνθετα άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων
+κρεμαμένων προς τα κάτω επί του πρυμναίου ιστού.
+
+Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον
+συνήθη τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί
+του βαθμού όπου είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την
+εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο Καπετάν Πασάς επένευσε και
+παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον αντιπροσωπεύση.
+
+Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του
+θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να
+συνέρχεται βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την
+Παναγίαν με τον Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον,
+ιεράρχην με πολιά στρογγύλα γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ'
+ευλογούντα.
+
+Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους
+επισκέπτας, εξ ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης
+έβηξε, κ' έλαβε τον λόγον.
+
+ — Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε
+το βιβλίο σου.
+
+Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν
+της καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας.
+Ενεχείρισεν εις τον Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού
+προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές.
+
+ — Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν.
+
+ — Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής.
+
+Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει,
+φαίνεται λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει
+να υπάγη στον Άι-Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο
+κληματίδας λεπτάς απ' την πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε
+τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον
+εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της γυναικός του, περίσσευμα από
+στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα τοιαύτα κοινωνικά
+χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά εις βρέφη
+— ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με το
+λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να
+στεφανώση τα νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή.
+
+Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας
+εικόνος, έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν.
+
+ — Έλα, αγάπη μου.
+
+Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή.
+
+Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος.
+
+ — Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ'
+εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν
+αμοιβαίως.
+
+Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής.
+
+ — Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου.
+
+ — Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον
+γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου.
+
+ — Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού
+βρίσκεται.
+
+ — Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο
+Κουμπής.
+
+Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε.
+
+ — Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο.
+
+Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης
+εστάθη όπισθεν του ζεύγους.
+
+Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που
+εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της
+ανομβρίας.
+
+Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ'
+επεμβήκε.
+
+ — Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες
+βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου.
+
+Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν
+ήρχισε να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν
+την φοράν την Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας.
+
+ — Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους
+μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν.
+
+Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς:
+
+ — Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν;
+
+ — Την θέλω.
+
+ — Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;...
+
+Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με
+απλήν και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε
+την κεφαλήν της νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και
+περισσότερον είχε την αφωνίαν του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν.
+
+ — Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του
+στεφανώματος.
+
+Ο Ιερεύς είπεν:
+
+ — Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον.
+
+Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε:
+
+ — Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον
+γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα.
+
+ — Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο
+ιερεύς.
+
+Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να
+κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις.
+Το βέβαιον είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.)
+
+ — Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον.
+
+Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο
+Κουμπής είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους
+του. Εχρειάσθησαν εξ αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον
+παράμεσον και έν εις τον μικρόν δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν
+του στεφάνου, χωρίς να είπη: &Ευλογημένη η βασιλεία&. Άρχισε να
+διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά, όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως
+αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα ευλόγησε τα στέφανα και
+υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα στέφανα.
+
+Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί
+τους τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο
+Φαναριώτης ήλλαζε τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις
+μεγάλες κανονιές εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του
+πλοίου. Όλον το πέλαγος εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και
+ήλθεν από τον κρότον και τον κλόνον.
+
+Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την
+βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν
+υπό την πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η
+σελήνη (ήτο ως επτά ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον
+σταυρόν του και είπε:
+
+ — Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν ραμαζάνι;
+
+Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο,
+πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη
+εις έν κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε
+βλέμμα έξω, κ' ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει.
+
+ — Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος.
+
+ — Και τι θα πη ραμαζάνι;
+
+ — Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός).
+
+Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα,
+και δεν ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που
+του έλεγεν η μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν
+όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά,
+στους βράχους και στα άντρα.
+
+Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού,
+η Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους
+κανονοβολισμούς, και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν
+των.
+
+ — Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με
+γυιους, Κουμπή.
+
+Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι,
+εντός δύο ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι
+δεν θα ήτο πιθανόν να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της
+ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να
+υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός αντικρύ, εις το μικρό
+σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει η
+Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου
+ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα
+εικονίσματα. Η Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του
+κανδηλίου.
+
+Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε:
+«Καλύτερα, ας έλθη, να της το ζητήσω».
+
+Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή
+το ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά
+πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου,
+είχε προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε
+σπουδαίαν υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά
+την νύκτα. Όθεν ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν
+τας πύλας του φρουρίου.
+
+Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά,
+υπομειδιώσα και τους ευχήθη:
+
+ — Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή...
+
+ — Πώς ξέρεις;
+
+ — Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε.
+
+Εστράφη προς την Λελούδαν.
+
+ — Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε;
+
+Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε:
+
+ — Να με σχωρέσης!
+
+ — Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην
+Κουμπίνα.
+
+Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας
+του πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε:
+
+ — Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα σου,
+τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις
+και σύρε να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα
+στείλω μαστόρους να το μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε
+περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης καλά με την Κουμπίνα.
+
+ — Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την
+Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης
+να καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης.
+
+ — Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη
+δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του.
+
+Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ
+του στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται
+μέχρι σήμερον Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα
+ανέθρεψε, τον Κονόμον (Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον
+Θωμάν και άλλας τόσας θυγατέρας.
+
+Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν
+επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν
+πρωί, να υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του
+είχε παραθέσει επί του καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ'
+επάνω εις την βίαν και τον φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα
+έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα του Κουμπή, αντί να βάλη
+ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με πλατείας
+κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι
+δημογέροντες] έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής
+το εφόρεσεν εις το θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του
+κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό
+ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν του, και εξήλθεν.
+
+Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το
+λάθος. Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες
+υπεψιθύρισαν, κ' εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν.
+
+Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν
+και τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν.
+
+Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση
+την Λελούδα.
+
+Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και
+ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον
+γάμον της, κ' ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν.
+
+Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν.
+
+Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον
+της Λελούδας.
+
+ — Παληοβρώμα!...
+
+Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας
+του.
+
+ — Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω
+στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα
+συστήματά σου, Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου,
+σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή μου, έλεος!
+
+Ο Κουμπής εκάμφθη.
+
+Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα
+τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου
+Δημητρίου, σιμά εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον
+τεράστιον σχοίνον, κυρτόν εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ
+λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και τόσον ζωηράν εικόνα του
+Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού.
+
+Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων
+της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα,
+ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της
+Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών.
+
+Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει.
+
+
+
+ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ
+
+
+
+Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με
+το βορεινόν παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν
+πενιχράν, καθάριον οικίαν, όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως,
+πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις
+τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί
+εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα πλάσις δι' εμέ.
+
+Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον
+χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων,
+η φωνή της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης,
+ψαλλούσης με παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον:
+
+ Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό,
+ με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό σταυρό.
+
+Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει,
+όχι μόνον αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και
+τώρα, ύστερον από τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα
+όσα μυθολογεί ο θείος Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον
+Πίνδαρον — μία μικροσκοπική, αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός
+ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα σαρκός ή χώματος και να
+μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα· και να σηκώνεται
+λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά μαλλιά, και να
+ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα
+κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να
+τραγουδή: «Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;»
+
+Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες
+ότι η θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των
+παλαιών αμαρτιών την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας
+ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και
+ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά
+μόνον αναμιμνήσκεται;
+
+Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν
+απέθανεν έν αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον
+εγοητεύθη από το θέαμα των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και
+θυμιατών, και των πολλών ιερέων με τας στολάς των και του πλήθους του
+λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον ανέκραξε:
+
+ — Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον
+Παναγάκην!
+
+Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον
+είχον παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του
+χειμερινού θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις
+την αυτήν εκείνην οικίαν με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί
+ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα, μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν'
+αποσείσω τον πρωινόν ύπνον.
+
+Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του
+παιδιού εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον
+του έτους 188..., μίαν πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη
+τας χιόνας. Η μητέρα της, η Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η
+Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά
+σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον κατέλθει νήπια εις
+τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν· τελευταίον
+έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου
+ο λόγος.
+
+Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος
+εις το «Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν
+ήδη την τέχνην του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα
+σήμερον της Ξενούλας και δύο άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το
+παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο μάστρο-Παναγής, όταν είχε
+δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν ημεροκάματον, πλην είχε
+περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η αρρώστειες, οι
+γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με πολλά
+βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το
+υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το
+παιδίον ήτο αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως
+ήρχισαν τα κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν,
+βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα
+εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία, στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο
+Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως.
+
+Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει
+από της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον
+αρχόντισσα παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη·
+μία ήτο πλουσία εν ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και
+αυτή. Και όμως αύται την εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η
+αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά
+πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται χρήσιμος προς αυτήν και
+της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η τωρινή, την απέπεμψε
+με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της.
+
+Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας
+κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά
+εμάλωναν κάθε μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν
+δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις
+εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις ήθελαν το καλό,
+αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν
+μάγια.
+
+Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον
+σεβασμίου ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας·
+έπειτα ελογομάχησαν με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν
+πόλεμον εναντίον εις την άλλην αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με
+την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός
+τόσων τέκνων, της Ζουγράφως.
+
+Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν
+και ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ,
+μεσημέρι και βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας
+τους, κ' εξεσκουφώνοντο, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο
+«να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά. Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το
+παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . .. ποδαρούσα, την άλλην
+εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην αναρούσα, [ξωτικό] την
+άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον ονοματολόγιον.
+Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι, χωρίς να
+τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό
+σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις
+τo Λεξικόν των αθησαυρίστων.
+
+Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς
+γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί
+άλλοι εκ της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της
+ξετρελλαίνουν περισσότερον. Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω,
+ανέβησαν εις το δώμα, κατά την συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά
+τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να εκκοκκίζουν και το
+κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των.
+
+ — Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ'
+τσ', Παναϊά μ', τα μάτια.
+
+ — Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η
+γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί.
+
+Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν,
+ήτις πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο
+ματάκια είχεν, αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον
+Γιάννην και τον μικρόν Στέλιον.
+
+Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το
+άρρωστον μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της
+Ζουγράφως, έτρεξε με όσα ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η
+γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο
+γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο αργά· δεν ίσχυσε να
+σώση το παιδίον.
+
+Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την
+πρωίαν του Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η
+Πλουσία, η δευτερότοκος αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη.
+Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της
+ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από πάμπτωχον οικογένειαν.
+Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην, πλουσία κατά την
+υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας γυναικείας
+τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189...
+όταν είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη
+αντειρωνείαν της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος
+και ευκατάστατος, όστις της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της
+περιουσίας του.
+
+Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την
+μαρανθείσαν νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον
+ξενιτευμόν των αρρένων αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά
+μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι' ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ'
+έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το οποίον ήλθε να παραλάβη είς
+ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να το προπέμψη· την
+δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την ελαφράν
+εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου
+όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από
+τον Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν
+τα ουράνια αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας».
+
+Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε
+κτισμένη επί των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις
+υπέροχον λοφιάν υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας
+ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής
+όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη τραγουδεί το «καράβι-
+καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα τα μαλλιά της
+η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία
+καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας,
+και μέχρι των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον
+και από πέτραν ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το
+πικραμμένον χλωμόν στόμα της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο,
+κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος των βράχων, κατακυριεύον όλας
+τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον καρδίας και όμματα,
+καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας.
+
+Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά
+Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον
+ξύλινον της Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο
+μάστρο Κ... ο πατήρ του εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας,
+όστις τον είχε φέρει, αφού παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά,
+τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της πεζούλας εις την βάσιν ενός
+γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την πενιχρότητα της
+παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του) κ' επήγε
+να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια.
+
+Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον
+μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην,
+επάνω εις το ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα
+της ημέρας, ως στήλαι ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία
+μαυροφόρα, και μία με πολίτικην μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος
+«λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν
+γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν της προς τα άνω, και
+ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία πικρόν
+μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών
+ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και
+επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι
+της Ζουγράφως.
+
+Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το
+Κοιμητήριον της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα
+το διηγηθώ παρακάτω όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από
+πολλών χρόνων, είχον προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των
+αγνώστων. Είχον &εξιπασθή&, επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της
+δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα».
+Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο-Σταύρος ο Κακαβάρης,
+αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις τον τόπον από
+την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την αρχήν
+του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά
+την αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ
+γονέων καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την
+μεγάλην ήπειρον, αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων
+μεταξύ ερειπίων και συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των
+Τούρκους αγάδες, πλούτου κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν
+τας αδελφάς των Σουλτάνες, χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των
+αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο-Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον
+προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του πενθερού του, αγροίκου βοσκού
+εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η θύελλα και ενυμφεύθη την
+σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε τον αδελφόν του όχι
+Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά το Αιγαίον.
+Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη
+ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του
+πάππου του του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το
+Πανεπιστήμιο.
+
+Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη,
+υπερηφανεύθη και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο
+της τρέλλας μετεδόθη βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η
+γραία είχεν αντισταθή εις το μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε
+και αυτή.
+
+Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα
+πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι
+ο Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα
+ήρχετο να την ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι
+του Διαδόχου του Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά
+και τα εξέφεραν μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι
+μεν νέοι και τα κοράσια εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε
+γεροντότεραι και φρονιμώτεραι γειτόνισσαι τας επετίμων,
+συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας. Διάφοροι άνθρωποι
+αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν ταύτην,
+διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν
+αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και
+πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία
+γράμματα, τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς
+είσπραξιν εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ
+των γειτόνων η γραία Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν
+αυτά, αλλ' εκείναι ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί
+με όλην την γειτονιάν και με όλον τον κόσμον.
+
+Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από
+τας Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον
+Διάδοχον, εθύμωσαν και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε
+μανία των επετάθη, όταν έμαθον ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας
+Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το δόγμα καταγομένην εκ
+Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος, χαΐρι και
+προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη!
+
+ — Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ
+(εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της
+χελώνες.
+
+Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει
+και άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την
+οικίαν μάντεις και τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν.
+Είχον υπάγει εις μάγισσες, να κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον
+Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην. Είχον απομακρυνθή από τα θεία
+και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν ηθέλησαν να κάμουν μίαν
+λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν σηκωθή,
+εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον
+μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον
+παπάν να μη λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο
+ότι συνήντησαν καθ' οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού
+καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται».
+
+Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους
+βρυκόλακας. Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα
+καθήκοντά του ως πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε
+πολιτοφυλακής ταύτης τα καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της
+10ης και του μεσονυκτίου ανά τας συνοικίας της μικράς πολίχνης, και
+εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του μεσονυκτίου και της πρώτης
+ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς, επί της κτιστής
+μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω, μετά την
+διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του,
+ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον
+προς δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον
+ημίονόν του, διά να ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από
+το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν
+είχε λάβει αφ' εσπέρας από την δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν,
+αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως. Ήτο την νύκτα της τετάρτης,
+περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν του μικρού
+Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα αυτού
+δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν
+δύο γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της
+νυκτός, εις το οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της.
+
+Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από
+απορίαν παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς
+το μέρος όπου είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε
+πλησίον του νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη
+φθίνουσα έμελλε προς όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο
+μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον εις τον περίβολον, να ίστανται προς
+στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο Γιάννης της Στάμαινας
+εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης λοφιάς του υψώματος
+και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν.
+
+Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον
+τοίχον-τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της
+στερεάς. Η άλλη η δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος
+ο περίβολος των νεκρών έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς,
+όπου προς το νότιον μέρος εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την
+θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν
+ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς υπήρχεν εντός, [Ούτε
+οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί υψηλοτέρου
+οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του
+ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον)
+εξυπνήση τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος
+και φρικίασιν εις τα οστά του τολμητίου.
+
+Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο
+Γιάννης της Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ'
+ολίγα βήματα τας αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα.
+Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα
+εστάθησαν.
+
+Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο
+χαμηλότερον, φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ
+το άλλο κτίριον έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και
+κονία είχον εκπέσει από την κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο
+και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή άνθρωπος και να εισέλθη.
+
+Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*)
+
+*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ,
+ατελές.
+
+
+
+ΔHΜΑΡΧΙΝΑ ΝΥΦΗ
+
+
+
+Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα
+μεγάλα βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και
+χωριστά άλλα μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο
+μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης, όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν,
+δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε
+πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν δίστιχον:
+
+ Ήρθαν τ' ανθρωπάκια
+ απ' τα καραβάκια.
+
+Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι,
+Γιακουμπαίοι, Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο
+διηγούμενος ταύτα επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι,
+Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι, Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και
+λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να εκλεχθή εξ άπαντος, εις την
+επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος Αγγούδης,
+νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος,
+φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε
+«κριθάρα», κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών
+υποστηρικτών του), και ο μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και
+ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, με τόσην φοβεράν επιστρατίαν
+ναυστολικού και πληρωμάτων.
+
+Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην
+αυτήν των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν
+εν χορώ να τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο
+ιστιοφορικός στολίσκος της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο
+καράβι, του καπετάν Αλέξη Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο
+εις την συνάντησιν των σκαφών των ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας
+εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι' όλου του εκλογικού
+αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν ούτε εις
+τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν.
+
+Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε
+πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις
+τους δύο [τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την
+στέγην, και ίστατο εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα,
+αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα
+με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους μεμακρυσμένους βράχους και
+τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, ούτε ως πτερόν γλάρου,
+ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον καλλικατζούνας· ούτε
+όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας, ούτε εκείθεν
+του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν
+ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και
+κατέθετε το κιάλι το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν
+συντριβή και ανεκλίνετο εις τον σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και
+ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η Αρχόντω, αυτή και η
+εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, μη
+έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον
+Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή
+οικία, μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις
+τα Σχιναδέικα, επί αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω
+Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού
+μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί των οποίων ανεγινώσκοντο
+ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα γράμματα του
+Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος αυτούς
+ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν
+Ελλάδα, την μητέρα των.
+
+Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού
+ήτο εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι,
+είχε δώσει υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή,
+εξημέρωνε το Σάββατον, την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των
+εκλογών, και το καράβι δεν εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το
+παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και βαρειαναστέναζε».
+
+ — Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της.
+Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα...
+
+ — Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω!
+
+ — Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν,
+ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση.
+
+ — Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω.
+
+Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε.
+
+Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η
+καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση,
+αίφνης της λέγει:
+
+ — Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα;
+
+ — Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε
+καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να
+πάρη την Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα
+μάτια της η καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η
+Γκότσαινα της λέει· κι' αν φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ'
+ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα χρονών να είνε, κατέβασ' ένα
+'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να το κρατή ώρα
+πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε στιγμή
+απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ'
+αρωτήσης, τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή
+βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή αβούλιαχτο.
+
+ — Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω.
+
+ — Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η
+Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως
+ένδεκα χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε
+το 'κόνισμα στα χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ'
+ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της είπε· βλέπω το καράβι που
+αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, κι' ο καπετάνιος
+στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις,
+ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε.
+
+Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε:
+
+ — Πας να την φωνάξης;
+
+ — Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται;
+
+ — Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν.
+
+ — Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι.
+
+-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις
+πόρτες παραπέρα είνε.
+
+ — Ας πάω.
+
+Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον
+και την ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού
+εκάλει την κόρην του καπετάν Λυμπέρη.
+
+ — Χ. Έ, Χ.
+
+ — Τι είνε; Ποιος φωνάζει;
+
+ — Κατέβα να σου πω.
+
+Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον
+δρόμον, της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν
+παραγγελίαν:
+
+ — Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα.
+
+Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα
+σκαλοπάτια της οικίας του καπετάν Αλέξη.
+
+Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον.
+
+Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν
+εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η
+Λυμπέραινα, είτε διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας
+του θυγατρίου, είτε μάλλον διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα
+εις την διεξαγωγήν της μαντείας, έφθασεν εις την οικίαν της
+Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, καθημένη αντικρύ της
+μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από κούρασιν ή ζάλην,
+την ερωτά:
+
+ — Τι βλέπεις;
+
+ — Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά,
+θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα
+κύματα, που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά.
+
+ — Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η Αρχόντω.
+
+ — Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις
+νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως
+τρεις δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω
+στα βράχια, που πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα,
+πάλι τους πετά εμπρός, τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι
+νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι, μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να
+πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι έγειναν... Οι δύο επήγαν
+στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, φαίνεται
+σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά, ως τρεις
+πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς).
+
+Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας
+επήρε το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον
+άλλοτε και ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα
+επινίκια. Χαρά και αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την
+αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως
+τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα
+λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με κλαρινέττα, φυσώντες και
+χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν, προεξάρχοντες της
+βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των, και παιδιά
+ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια
+[τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας
+(αγέλης).
+
+Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως
+έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της
+Χαλκίδος, κ' εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και
+μεγάλα έργα. Εν πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την
+βρύσιν του Προφήτου Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν.
+Είκοσι χιλιάδας δραχμών εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος·
+πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το
+μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον οι εκλογείς του πίνοντες
+νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν υγιεινά. Τι θα
+του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας
+χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν
+εις τον τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς
+τούτο όλοι οι πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα
+έχανεν ο άνθρωπος την πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου)
+προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών εις χείρας του. Και η μεν
+«Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του Προφήτου Ηλιού
+έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη Χάνεσαι»
+εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν.
+Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων
+η μία άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν
+Ελλάδα, κ' η τρίτη εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την
+πόλιν διά δεκατριών φανών, διά να βλέπουν την νύκτα όλοι οι
+νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν όλοι οι εργατικοί,
+όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον των.
+
+Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν
+του κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον
+πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως
+κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους και παννυχίδας με την νεολαίαν του
+τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν», καθώς έλεγεν ο Διοματάρης,
+κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή πλουσία δεν ημπόρεσε να
+βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και μετ' ολίγον
+καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος.
+
+Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε
+τον σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας
+προκαταβολάς των. Και πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον
+αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά. Ολίγον κατ' ολίγον, αφού
+συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης μετεκόμισε την
+δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις την
+πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να
+κατεβάζη από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού.
+
+
+
+ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ
+
+
+
+«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία,
+επιθέσει και απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ.
+Κανταραίου επί καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις
+Κωνστ. Στ. Κανταραίου, κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει
+οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή». Όλ' αυτά τα έγγραφα και
+πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, πρώην
+ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών,
+&ταουνκλέρκ& (1), όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της
+Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ'
+αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και χωρίς να προσέξη εις το
+πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον πολλοί, (καθότι
+ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν
+εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των
+αγροζημιών των γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και
+ακουσίως ανεπόλει τον Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη,
+μεγαλοβοσκόν, με αγέλην επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα·
+αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις
+απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος
+ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός έμελλε να γείνη
+ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν, επαρουσίαζε
+πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου
+τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και
+να τα συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ
+είμαστε».
+
+Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του,
+τον Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον
+είχε στεφανώσει. Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου
+μας, ο αλησμόνητος Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος,
+είρων, με το τσιμπούκι του και θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του
+ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν
+υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου είχεν αρχίσει να μαθητεύη
+ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή και «γλυκόκαρδη»,
+&σουήτχαρτ&. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά τρία έτη να
+λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της (2) χείρας, πριν γείνη
+ακόμη είκοσιν ετών;
+
+Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους
+μηνύσεις, τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια
+θεσπίσματα», και τας κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι
+υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον. Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν
+κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι.
+Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους κάμπους της νήσου
+[γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και αμπέλους
+και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις
+μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας
+χλοεράς τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την
+Καναπίτσαν, εις τον Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της
+Κουκουναριές, το ωραίον άλσος των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η
+ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα του δήμου, την οποίαν αυτοί
+πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον, λέγω, είχον πληθυνθή,
+ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός κακήν μανίαν
+και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς
+μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των,
+δεν έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι
+και ανεψιοί, εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο
+Κανταρόπουλα· δεν κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας
+είχον διά να καταπατήσουν σιμά στα σύνορά των, — τους
+Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους και
+Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου.
+Αν τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον
+θείον και καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την
+ευχήν ή την κατάραν του Δημάρχου.
+
+Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία
+οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον
+Προφήτην Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα
+έτη προ του 21, σιμά εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος
+ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη
+εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και εξωμερίτης, ήτοι
+γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον λείψανον
+της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων.
+
+Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως
+αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το
+«εν τη μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά
+τις την κάπαν του, ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και
+στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες
+διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι
+«γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι.
+
+Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να
+«κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης
+και θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον,
+γεμάτον, την κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν
+σου κυρτήν, αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον
+πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι
+σχεδόν καλοί δουλευταί κ' ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους
+εισπράκτορας και καταπροδίδοντες αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η
+&αμάχη&, η οργή και κατάρα του Θεού. Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν
+αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον Κάνταρον με το τουφέκι
+εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος παρεμόνευε
+τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον
+τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με
+την πάλαν και τον έρριπτε κάτω.
+
+Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από
+την πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον
+καιρόν εκείνον, δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο
+Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος, σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο
+Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών, ίσως διότι έκριναν ότι
+υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν, ο νεώτερος
+εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν
+της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και
+τον έφαγε με το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ,
+αλλ' αντιστρόφως ως προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν
+τον βρόντον και τον συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το
+θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο σταθμός του Τούρκου, του &Γιαορκητζή&, ή
+τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον.
+Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον
+κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε προς την
+ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την
+θάλασσαν.
+
+Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του
+πελάγους, θ' απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον
+υγρόν διάστημα; Πότε να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ'
+ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ' ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ.
+— του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν. Πλην δεν έλειπαν η
+ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν αποκάμει, κ' είχε
+πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον πλοίον
+ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και
+όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων.
+
+Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της
+λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον
+— ότι ήτο άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και
+μερικοί χριστιανοί προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο
+με τους αρματωλούς και τους κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι
+άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη
+τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά τολμηρός τόσον
+πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως
+τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι.
+
+Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το
+πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις
+το άλσος των πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν
+αφήσει πολλάς θείας, εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς,
+οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον
+γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον ευπορίαν αγροτικήν
+και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους,
+συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων.
+
+Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο-
+Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε
+κλέμματα και αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ
+και ήτο πολύ προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην
+του, και θα ηδύνατο και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον
+Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό». «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος
+ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού
+του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της προικός την οποίαν
+στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε
+κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα
+εκαλλιέργησε. Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν
+υιούς, τον Στάμον και τον Δημήτριον, και θυγατέρα, την
+Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης.
+
+Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του
+
+(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές
+
+
+
+Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ
+
+
+
+Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο
+όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον
+τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή
+κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας
+του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος —
+επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν ως σκούνες και
+τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι είχε
+συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να
+βάζη την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα,
+κι' αυτός ν' ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς
+γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο
+παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν
+αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος
+ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν
+ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον συνήθιζε κατά κόρον
+ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο
+βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το
+πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν
+είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή
+ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το
+συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να είπωμεν την μαύρην
+αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον αυτή η
+στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως
+ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την
+κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον
+όμως η κλεψιά του έβγαινεν εις καλόν.
+
+Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και
+εις την πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα
+καπετανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε
+παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα.
+Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή «μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι».
+Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι
+προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις
+παραβολήν;»
+
+Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την
+εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην,
+κοκκινομαλλούν, χονδρήν ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν
+διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη
+τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απαστύλωτη» «αναφάνταλη»,
+«αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ' ακόμα, σχεδόν πενηντάρα,
+να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς
+κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως θα
+ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι,
+ποτέ δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε.
+Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται
+δεξιά».
+
+Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται όλα δεξιά,
+αφού ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και
+την επήρε χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως
+τον δέκατον μήνα μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά
+να κυοφορήση, να φέρη έν βρέφος εις τον κόσμον και ν' αποθάνη λεχώ),
+η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν
+νύκτα, να ανοίξη το έρημο κι' άχαρο σπήτι της μακαρίτισσας, (το
+οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος διότι επέζησε το νεογνόν), να κλέψη τα
+νυφιάτικα ρούχα της νεκράς και να τα φορέση; Απ' εδώ φαίνεται ότι δεν
+είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στο νου της, και
+της ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό
+ποδαρικό» διά τον σύζυγόν της.
+
+Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχαν ξεχάσει πλέον
+όλα τα παλαιά παραγκώμια και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το
+όρνεον εκείνο, ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν
+τ' άλλα αρπακτικά, κάθηται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη
+μορφή του συγχέεται και γίνεται έν με το βάθρον και με την σκοπιάν
+του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα του, και τα
+καϋμένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν
+εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το
+σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι
+επιχειρήσεις του Στέφου. «Σαν τ'μπούφ του π'λί». Όπως στον μπούφον το
+πουλί.
+
+Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή τους
+λιμένας του Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε
+ναύλον.
+
+Άλλοι ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον
+τους καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι
+άλλοι εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι
+άλλοι δεν εγλύτωναν από «σταλία», την άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός
+εξεφόρτωνεν αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις
+την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν, εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη.
+
+Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον,
+ξωριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της
+νήσου. Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των
+Ναυαγίων επιτροπή το έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το
+επεριφρόνησαν και μόνος ο Στέφος προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν
+αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην
+ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος γριπάρης, και
+προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το
+ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη
+εις τον καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού
+το παρέλαβε, το έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας
+του χειμώνος εκείνου συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους
+αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του
+επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το πλάγι ενός βουνού, εις το
+μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος έδωκε τρεις λίρας εις
+πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να
+καλλιεργήσουν το κτήμα και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάληψαν
+άφθονον βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης
+δεν είχε παύσει ν' ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του
+δεν έτυχε να κτυπήση εις την θαυματουργόν φλέβα! — Τινές είπον, ότι
+ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως
+ήτο υπερθεματισμός.
+
+Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό
+της ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα,
+διηγείτο τον βίον και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων
+της.
+
+ — Κλεφτρίνες, πλειο, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'! Τ' ακούς εσύ,
+όποτε έφερνε μπόρα, κι' όλες η νοικοκυράδες κι' η αργατίνες η
+παρακατινές, που μάζευαν της εληές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά
+τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το χωριό, αυτές η δυο μαυροφόρες, η
+Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα, η μάνα της, έπαιρναν της κόφες τους κ'
+έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλειο....
+
+Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάνα του, κ' η κυρούλα του.
+Από αυτάς είχε λάβει, ως φαίνεται, το μυστικόν περίαπτον της
+ευτυχίας.
+
+Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τες παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν
+εκτεθή εις το καφενείον Λασκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μίαν εικών
+(αυτοφυούς ζωγράφου, μάλλον χρωματιστού), ναύτου, ήτις παρίστανεν επί
+μακράς οθόνης τεραστίαν σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί
+των κεραιών της εφαίνετο μία περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου
+με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων
+πτερωτών, τα όποια έπιπτον εις το χάσκον στόμα.
+
+Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγένοντο.
+
+ — Θα είνε τελώνιο, που εκάθισε στα πινά της σκούνας, έλεγεν ο είς.
+
+ — Θα είνε θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος.
+
+ — Είνε θαλασσαετός!.... είνε σακκάς, πελεκάνος!....
+
+ — Είνε γλάρος!...
+
+ — Μωρέ είνε μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός.
+
+ — Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο;
+
+Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής επεριμένετο να φθάση,
+διά να κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν
+εφάνη. Η μεγάλη σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' απ' τα δυο νησιά να
+εισέλθη εις τον λιμένα. Τι έγεινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν
+Στέφος κ' επόδισε πουθενά; Θα ήτο απίστευτον.
+
+Όλοι ανησύχησαν μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν
+ανησυχίαν. Είχε νυκτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα
+μεσάνυχτα άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς
+εσύριζεν.
+
+Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο
+εις τον λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα
+φανόν, απεσπάσθη από τον μέγαν όγκον, κ' επλησίασε με βαρείαν
+κωπηλασίαν εις την προκυμαίαν.
+
+ — Καλώς σ' ηύρα, καπιτάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν.
+
+ — Καλώς την αγάπη μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, αναγνωρίσασα
+την φωνήν του συζύγου της.
+
+Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος
+μεταξύ των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός
+είχε δώσει νύξιν εις τον χρωματιστήν, πώς να ζωγραφίση) καθήμενον ως
+επί κλάδου, επί της κεραίας και των αξαρτίων του ιδίου πλοίου του με
+κεφαλήν μπούφου και με ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν
+πήχυν το στόμα και μέσα εις το μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν
+πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και αργυρά νομίσματα.
+
+Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ' εσχεδίασε μεγάλην
+σκούναν ν' αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον
+εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της
+κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του, το
+χάσκον ως άδης, βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον
+αμέτρητον πλήθος ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά,
+ρηγγίνες και κολωνάτα.
+
+Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε.
+
+ — Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα
+ρακί!
+
+Και έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι.
+
+
+
+Ο XAPAΜΑΔΟΣ
+
+
+
+Τι Χριστούγεννα έμελλαν να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν
+βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως
+μαινομένου πελάγους, εις [προς] τα κράτη του Βορρά;
+
+Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν
+ψοφήσει από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμάδια
+των ποιμένων και βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα
+πρώιμα, όπου εσκέπασαν τους λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας,
+το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ'
+αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει· άγνωστος πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει
+τα σταφύλια.
+
+Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον
+νεροπλυμένον, το οποίον είχαν κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει
+προ-δύο τριών ημερών ο Νικολός το Πιτς, και ο αχώριστος φίλος του, ο
+Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το καπηλείον του Γιαννιού της
+Στέργαινας· και τώρα, όταν [όπου] εξημέρωναν Χριστούγεννα, με τον
+ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν καπηλείον, το
+σύνθετον και από [με] καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν εξαιρετικώς
+την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ' ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος
+και η Λειτουργία των Χριστουγέννων.
+
+Πού η εποχή εκείνη, καθ' ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί,
+Γενοβέζοι, περιεκάθιζον εις το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον, — και
+όμως οι τότε άνθρωποι ήσαν ευτυχείς χωρίς να το ηξεύρουν! Η
+σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η κινητή γέφυρα ανεβασμένη· είχον
+αφθόνους τροφάς, κ' έπινον νερόν από μίαν στέρναν κ' επειδή εφείδοντο
+του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή μικρά καλύβη,
+κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί — καθώς διηγούντο οι γεροντότεροι —
+και αυτοί το είχον εξ ακοής — και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. Πού η
+αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; ευλογημένος καιρός!
+
+Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της
+Γαλοντζίτσας, ησθάνοντο ξηρόν τον φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια
+μεγάλη και φαιδρά εορτή, χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να
+περιφέρωνται, και τα παιδία που έψαλλον τα «Χριστούγεννα-Πρωτόγεννα»
+επήγαν να κοιμηθούν, κ' εσβύσθησαν όλα τα φώτα και ο βορράς εμαίνετο
+και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων κάτωθεν του βράχου, έμεινε το
+καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας του, με την θύραν
+βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος, όπου ίστατο το παμμέγιστον
+«Κανόνι της Αναγκιάς» κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου.
+
+Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ'
+ενύσταζον· ο κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν.
+Ο Νικολός το Πιτς κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν'
+αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους
+ηκολούθησε μετ' ολίγον διά να ξενυστάξη κι' ο ίδιος ο καφετζής.
+
+Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το
+χάος, ο Νικολός κι' ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φως μικρόν, ως
+λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον
+πλοίον αγωνιούσε κ' επαράδερνεν εκεί εις το μαύρον πέλαγος.
+
+ — Να, ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς.
+
+ — Καράβι μεγάλο είνε! είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας.
+
+ — Μεγάλο, μικρό... η φορτούνα το σπρώχνει κατά 'δώ.
+
+ — Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος.
+
+ — Ποιος μπορεί να διακρίνη;
+
+Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας. Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να
+έχη κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως.
+
+ — Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θε μου, και να ήτον φορτωμένο
+κρασιά; ...ο Χριστός το στέλνει.
+
+ — Να έχη και τίποτε ξεροτύρια, στ' αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης
+της Γαλοντζίτσας.
+
+ — Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! προσέθεσεν
+ο Γιαννιός της Στέργαινας.
+
+Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπης, με την ωραίαν
+μεγάλην σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, διά να
+εκφορτώση έν υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού
+φορτίου του εις ένα δυτικόν αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας εντός
+του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί του πλοίου του ένα ή δύο
+Εβραίους βοηθούς διά την εκφόρτωσιν, επειδή η επιχείρησις εγένετο από
+μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης.
+
+Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον
+γρήγορα εις το τέρμα του πλου. Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας,
+και ο καπετάν Ηρακλής επέμενε ν' αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις.
+
+Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά
+πάσαν νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον.
+
+Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος
+και τα κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξοριάσουν το πλοίον, και
+τότε... καλό ξεπλάτισμα! — όπως λέγουν οι ναυτικοί.
+
+Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου.
+Δεν ήξευρεν ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και
+δεν ήξευρεν ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου».
+Ήξευρε μόνον να σώζεται, με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν
+ημέρα Σαββάτου.
+
+Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν
+καταμεσής στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, διά να μη
+αρμενίζουν το Σάββατον; Άλλως και διά να αράξουν μόνον εχρειάζετο
+κόπος, εργασία. [Αλλά ήτο, ως φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων,
+οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και κατέπινον την κάμηλον].
+
+Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως
+παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε διά της
+βίας να εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε.
+
+Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου ο καπετάν Ηρακλής,
+προερχόμενος από τα Μπογάζια και το Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα
+εξαίρετα κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν
+ωραία κοκκινωπά κρασιά, κ' έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην.
+
+Η Εβραϊκή κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα
+οποία ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους
+τους εργάτης της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή
+όχι, να συντελέσωσιν εις την εκφόρτωσιν.
+
+Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε δι' ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν
+έως εφέτος. Εν τω μεταξύ η κοινότης τον είχε κάμει &χαραμάδον&, ήτοι
+αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων.
+
+Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησεν ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το
+προξενείον να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα, δεν εμελέτα μεν
+να πλεύση εις την γενέθλιον νήσον του, διά να εορτάση, αλλ' ενδομύχως
+ηύχετο να έστελλεν ο Θεός ένα καλόν βορράν, διά να πουλήση τα κρασιά
+οπουδήποτε, (τα οποία ήξευρεν ότι εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν
+του), και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν διά να ποδίση και μεταβή εις την
+πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε λάβει γράμματα
+εκείθεν, ότι ακριβώς διά το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός του
+υπήρξε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των
+νυκτερινών θαμώνων του καπηλειού, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς —
+εκεί ήτο η πατρίς του.
+
+Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η
+κατάρα των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» &Διασκέδασον την βουλήν
+του Αρχιτόφιλ,& Κύριε ο Θεός μου!
+
+Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από
+αρνία πρώιμα κ' ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια.
+
+Όπως ηυχήθη, ούτω σχεδόν έγεινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός
+ελαφρόν βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσε σφοδρός νότιος.
+
+Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και
+θαλασσοδαρμένον Κάστρον.
+
+Άμα εξημέρωσε και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια
+αρνία και ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ' επώλησε προς είκοσι
+λεπτά την οκάν το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν.
+
+Κ' έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του,
+κι' ο Νικολός το Πιτς, κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι' ο Γιαννιός
+της Στέργαινας, και όλοι οι κάτοικοι των βορεινών θαλασσοδαρμένων
+χωρίων.
+
+
+
+Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ
+
+
+
+Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός,
+κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά
+να ξεκλειδώση την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον
+έψαυε το έδαφος.
+
+Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς,
+πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κ' εκοιμάτο την ημέραν.
+Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είνε «αποκαής». Δεν είνε βέβαιον
+αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης.
+Ωνομάζετο Βαγγέλης.
+
+Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα
+παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους
+τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες,
+μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, Κατερνιώ η
+Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το
+μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρά
+Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα
+πενιχρά οικήματα έκειτο είς τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου
+Τάτση.
+
+Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάση
+το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζη μοναχός
+του. Ύστερ' από λίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα
+και σκέπτεται να την φέρη εδώ. Η κυρά Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν,
+ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη».
+
+ — Αυτά δεν τ' ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ' εργένης·
+για εργένη σ' έβαλα. Αν εννοής να μου φέρης εδώ καμμιά παστρικιά,
+πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσης την κάμαρα... σαν τελειώση ο μήνας
+που έχεις πληρώσει.
+
+Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ' ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως
+δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεββάτι
+κ' ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:
+
+ Βασίλω μ', κάτσε φρόνιμα,
+ σαν τ' άλλα τα κορίτσια ...
+
+ Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,
+ σου δίνω το βοτάνι....
+
+Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις
+κατώρθουν ν' ακούουν οι γείτονες.
+
+ — Μωρέ κόσμος, ντουνιάς!... μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος...
+
+Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; .. Σ' ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε
+σεις, και τι κάνετε σεις; ...Ο κόσμος είνε τροχός, ρόδα που γυρίζει,
+κυρά μου... &μπου ντουνιά τοαρκ φελέκ!...& Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε
+σ' αφήνω, δε σ' απαρατάω· &εσκί ντος ντουσμάν ολφάς!...& Παληός
+φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κ' η τιμή τιμή δεν έχει... Είνε
+τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου... Κ' έχει τιμολόγιο, μαθές, η
+τιμή; Μία γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα,
+ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα
+εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει;... Να σου πω
+εγώ πόσα έχει... Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της
+Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης η πιο μεγάλη
+χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια
+η Σουλτάνα...
+
+Αυτό είνε το τιμολόγιο!...
+
+Επί τινα λεπτά έπαυε ν' ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να
+μονολογή:
+
+ — Έχουν αξία όλα τ' άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που
+μόνον οι παράδες έχουν τιμή;... Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις
+χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτόν το
+μουχλιασμένο, το βρώμικο... Πότε θα βάλης γνώσι;... Έπρεπε να ζη
+διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέση να καταλάβη
+καλά τον κόσμο... Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω... Καλά το λεν
+οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τάγια χώματα;... Του Ρωμηού η
+γνώση ύστερα έρχεται... &Γιουννανίν ακίλ σουραντάν γκελίορ!&
+
+Μίαν πρωίαν η κυρά Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να
+ξεμυτίζη απ' την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με
+κάτι κορδέλλες και φιόγκους στα μαλλιά, ν' ανεμίζη ένα φουστανάκι,
+και να γλυστράη εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγη ως
+αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος,
+σχεδόν γρηούλα.
+
+Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της
+χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθή στη γειτονιά το
+σπήτι της. Και θα της κάμη την χάρι να της αδειάση την γωνιά.
+
+Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου,
+καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κ' ελεύθερη γυναίκα.
+Είχεν αρχίσει να χωρατεύη ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον
+πειράζη. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την
+κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του
+βραχίονός της, κ' εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλη φωνάς.
+
+ — Ε! καϋμένε, κυρ Βαγγέλη!... δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής
+...δεν σ' ακούσαμε καμμιά βραδυά να μας παίξης κ' εδώ τίποτα... Είνε
+καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλλίτερα παίζουν μονάχοι
+τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι
+παράδες.
+
+ — Ησύχασε, κυρά μου, κι' ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει
+ποτέ!... Εδώ η κυρά Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα
+λαλούμενα.
+
+Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κ' έκαμνε
+τάχα πως το παίζει.
+
+ — Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! ...Δεν είνε για τα χεράκια
+σου...
+
+Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει
+πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την
+Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την
+οποίαν ήθελε να δώση σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.
+
+Επανήλθε διά να κοιμηθή την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς εμβήκεν από
+την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ' αρχάς
+εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου,
+είτα με τους όνυχας, ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.
+
+ — Άνοιξε, Μαριώ μ', την πόρτα!... Ε! Κατερνιώ μ'! άνοιξε.
+
+Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο
+Βαγγέλης ήρχισε να μονολογή έξωθεν της θύρας:
+
+ — Ξένοι στα ξένα, κυρά μ'! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να
+ξενυχτίσω;»... Αχ! είνε κακός ο κόσμος, κυρά μ'! δεν μπορεί να πη
+κανείς τον πόνον του! ...Σεβντάς, άχτι, καϋμός, μαράζι, ντέρτι,
+μεράκι, βάσανο, κυρά μ'! ...«Σ' αφίνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά
+κοιμήσου! και στ' όνειρό σου!...»
+
+Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν ήνοιξε την ιδίαν
+θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κ' έμεινεν άγρυπνος, μονολογών,
+μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί.
+
+Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν ήκουσε την Κατερνιώ απ'
+έξω να διακωδωνίζη προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός,
+ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι
+κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είνε αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.
+
+Αλλ' η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είνε κακός», την
+έκαμνον να θορυβή.
+
+Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις
+διεμαρτύρετο λέγουσα:
+
+ — Και ποια είμ' εγώ! ...Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του,
+ο χαμένος! ...Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και
+κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.
+
+Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον
+κ' εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε
+πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να
+εξέλθη.
+
+Η κυρά Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και
+του λέγει:
+
+ — Αύριο, το δίχως άλλο, να βρης κάμερα, να κουβαλιστής!...
+
+Ας μην ετελείωσε κι' ο μήνας! ...καλλίτερα έχω να σου δώσω πίσω τα
+λεπτά, όσα κάνει για της μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ
+ιστορίες μες στο σπήτι μου, ακούς;...
+
+ — Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά!...
+
+Δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον, και, πατ, κιούτ! του έρχονται
+δύο κατακεφαλιαίς εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε
+πλησιάσει εκ των νώτων, κ' εννοούσε να εκδικηθή διά την προσβολήν.
+
+ — Φχαριστώ, κερά μου...μη χερότερα!
+
+Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή
+δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.
+
+ — Θέλησα να σου κάμω, μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου τo
+ζήτησες... είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν
+οι μερακλήδες. — Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.
+
+Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την
+απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξιάς.
+
+Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ' όλην την επιούσαν, είτε
+ηρεύνα, είτε όχι διά να εύρη δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού
+ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη
+οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις
+την αυλήν και λέγει «καλησπέρα».
+
+Είτα ερωτά:
+
+ — Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης;
+
+Η κυρά Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:
+
+ — Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγη, θα κουβαλισθή.
+
+ — Απόψε θα έρθη;
+
+ — Δεν ξέρω.
+
+ — Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθη να κοιμηθή.
+
+ — Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.
+
+ — Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; Και πώς γίνεται να μην
+ξέρης; Τρέχει, μαθές, τίποτε;
+
+ — Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες· είπε λαβούσα τον λόγον η
+Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.
+
+ — Σώπα συ, την επέπληξεν η μάνα της.
+
+ — Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νάρθη, είπεν η ξένη. Αι γυναίκες
+δεν απήντησαν.
+
+ — Εγώ είμ' εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.
+
+ — Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα.
+
+ — Τι είπες, κυρά;
+
+ — Τίποτε.
+
+ — Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθήσω εδωδά να τον περιμένω;
+
+Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.
+
+ — Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;
+
+Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του
+οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθησεν εκεί, εις το κατώφλιον.
+
+ — Μαμά, πες της να πάη από κει πούρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την
+μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά
+εδώ της ξαδέρφες του!...
+
+Η γραία ήτον συλλογισμένη.
+
+ — Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείση το νοίκι... Τι να κάμω,
+ξέρω κ' εγώ;... Θέλεις να τρέχουμε στης αστυνομίαις;... Όποιος έχει
+κάμαραις και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει... έχει να κάμη με
+λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου...
+
+Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί
+τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει,
+κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξέρη, ακριβώς πλησίον της κλειστής
+θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθησεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την
+δέσμην ταύτην πλησιέστερον προς εαυτήν.
+
+Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κ' εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η
+Γιάνναινα:
+
+ — Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κ' έχεις ρούχα· μην είσαι
+για ξενύχτι απόψε εδώ;.. Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς!... Άλλο να
+κοπιάσης!... Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο
+αύριο...
+
+Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε:
+
+ — Δεν ξέρω κ' εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ' εδώ ή όχι!... Ο ίδιος θα μου
+'πή... Εγώ τάχω αλλού τα ρούχα μου... Αυτά που βλέπεις δεν είνε
+ρούχα... Να τον ιδώ μόνον και μπορεί να με οδηγήση αλλού να
+φύγω...
+
+ — Δεν είνε ρούχα, αμμή, τι είνε; εφώναξεν η Δημητρούλα.
+
+Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:
+
+ — Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα.
+Λυπούμαι αν δεν τάχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;
+
+Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε
+όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα
+πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.
+
+ — Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.
+
+ — Α! ήρθες, βλέπω, με της κόττες σου, κυρά.
+
+Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν
+του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη,
+εισελθόντος από την αυλόπορταν.
+
+ — Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα
+αυτόν.
+
+Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι' ολίγων λέξεων
+ότι η ελθούσα είνε πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάση
+το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είνε διά ταξίδι, αύριον ή
+μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάση,
+ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι,
+αφού κι' αυτός, άμα εύρη δωμάτιον θα μετοικήση, ας επιτρέψη η κυρά
+Γιάνναινα να μένη κ' η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρά
+Γιάνναινα επιμένη ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώση ο μήνας,
+αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρη δωμάτιον και θα φύγη, κι' αυτός κ' η
+εξαδέλφη του. Μια βραδυά είν' αυτή.
+
+Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη,
+αλλά δεν ήθελε να το δείξη· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις
+μίαν οικοκυράν, όπου έχει σπήτια κ' ενοικιάζει, να φαίνεται
+δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο
+μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου.
+
+ — Τι να κάμουμε, πλέον!... είπε με στρυφνόν τρόπον.
+
+Αλλ' ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε
+να προσθέση:
+
+ — Ξέρεις, απ' το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ
+αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης... Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω
+ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπήτι σου και τι τους έχεις, αν είνε
+γενειά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζης ποιον μπάζω στην
+κάμαρα, αφού το νοίκι σου τώχω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωσι να μου
+κάμης, με προθεσμία... Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή
+πλειότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέει ο λόγος, για νάμαστε
+εξηγημένοι φιλικώς.... Κι' αν εσφάλαμε πάλι κ' εμείς συμπαθάτε μας
+και Θεός σχωρέσ' σας.
+
+Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το
+σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η
+αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την
+γυναικούλαν εκείνην, την μισόγρηαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να
+βγαίνη ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του
+Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε η
+δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.
+
+Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε
+την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε
+έλεγε πως θα φύγη αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν.
+Ωμιλούσε διά τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν
+ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπήτι, και θα πάη να τα πάρη, και πού
+να τα βάλη, και πού να τα κουβαλά... και θα φύγη αύριον διά ταξίδι...
+Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφος» της ο Βαγγέλης.
+
+Η κυρά Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν του υπενθύμιζεν ότι πρέπει να
+εύρη δωμάτιον να φύγη· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν
+ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι
+δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικίση, και επιφυλάσσεται να πληρώση μόνον
+της μέραις όπου θα έκαμνον να δίδη την ημέραν, καθ' ην έμελλε να
+μετακομισθή εις άλλον οίκημα.
+
+Κατ' ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό
+μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη της κόττες
+της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρά Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε
+βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν της νυκτός και
+της ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί.
+Σχεδόν δεν άφιναν κανέναν νοικάρην να χορτάση τον ύπνον, τόσον δυνατά
+και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κ' η κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κ' οι δύο
+πετεινοί με της τρεις κόττες ετρέφοντο κ' επάχυναν καλά εκεί μέσα.
+
+Η κυρά Σταυρούλα δεν τας άφινε ποτέ να εξέρχωνται εις την αυλήν. Κ' η
+ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμη τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να
+ψωνίση τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώση καλά
+την θύραν, και να βάλη το κλειδί εις την τσέπην της.
+
+Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η
+Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κ' η κυρά Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας
+παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της
+Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την
+εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είνε κι' αυτή μια «από κείνες». Δεν την
+άφιναν να προκύψη εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν
+καυγά εναντίον της.
+
+Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθή, να τους αδειάση την γωνιά, να
+ξεβρωμήση απ' εκεί αυτή κ' η κόττες της.
+
+Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε
+παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.
+
+ — Τι κόσμος είν' αυτός, καλέ;
+
+Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε
+το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη
+του ο σκύλλος την ουράν.
+
+Μίαν εσπέραν, ότε έγεινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων
+των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγεινε λίμνη. Όλων τα
+οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει
+το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει
+πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του.
+
+ — Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται;
+είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και
+το παπλωματάκι μου, κύττα, πως έγεινε!
+
+Ευρέθη να έχη πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά
+της κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από
+άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.
+
+Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του
+Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν
+αποτόμως να φύγη, τέλος πάντων, επειδή κι' αυτός θέλει να φέρη εδώ
+«την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθή.
+
+Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων
+γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την
+διώχνει, διά να φέρη την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά
+μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον αυτή εκείνη την οποίαν είχεν
+ιδή να προβάλη μίαν πρωίαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγειναν «το
+ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κ' εκήρυξαν πόλεμον κατά του
+Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλλοντο ότι
+επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας.
+
+ — Ακούς! να διώχνη, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας
+κουβαλήση εδώ την παληοπατσαβούρα!...
+
+Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν
+ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την
+κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κ' επήγε
+να βρη, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθή».
+
+Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη φαίνετο
+πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η
+Γιάνναινα κ' η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως
+πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή ό,τι
+δήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης.
+
+Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ' όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον
+εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.
+
+ — Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκκουρού! ...η χαρχαλού, η
+πετειναρού!...η μουρλουλού, η ζουρλουλού!. . .
+
+Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου».
+
+Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία
+δεν μπόρεσε να τον βαστάξη πλησίον της, κ' εκείνος της έφυγε... και
+καλά που έκαμε!
+
+Εν τοσούτω, μετ' ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα
+άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας
+Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγη οι πετεινοί δεν είχον ακουσθή
+εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης
+πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες
+της κυρά Γιάνναινας και του λέγει:
+
+ — Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε... πάει στα χωριά
+του Βώλου... Είδες δα, κ' εκείνη η Γιάνναινα, κ' η άλλαις εκεί, τι
+κόσμος! Πώς την εσκυλλόβριζαν άδικα την καϋμένη.
+
+Τότε μόνον διά πρώτην φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο
+άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του:
+
+ — Α! ήτον δασκάλα!... Γι' αυτό είχε τους κοκκόρους! Σε κανένα
+Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.
+
+
+
+Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
+ΚΑΙ Ο ΥΛΙΣΜΟΣ
+
+
+
+Συγγραφεύς τις (3) παρατηρεί ότι το ανθρώπινον πνεύμα υπόκειται εις
+περιοδικάς εκλείψεις. Εις τοιαύτην δε έκλειψιν αποδίδει τας
+υφισταμένας σήμερον αμφιβολίας περί της υπάρξεως του Θεού.
+
+Εκλείπει και ο Ήλιος και όμως αναφαίνεται πάλιν λαμπρότερος. Το
+φωτοβόλον άστρον θέλει εξακολουθεί, ενόσω υπάρχει ο κόσμος, να
+διατρέχη τον ημερήσιον δρόμον του, και των θνητών η διάνοια θα
+στρέφεται αείποτε προς το θείον ως προς την μόνην αυτής ανάπαυσιν ή
+τον μόνον αγώνα.
+
+Τι είναι ο Ήλιος; διά τους μεν αίνιγμα, διά τους δε θαύμα·
+και η ιδέα του Θεού είναι διά τους μεν γρίφος, διά τους δε
+λαμπάς.
+
+Ο περιώνυμος Λιττρέ, αποθανών προ δύο μηνών εν Παρισίοις, και ο προ
+αυτού Αύγουστος Κοντ «δεν αρνούνται τον Θεόν, αλλά τον θέτουσι κατά
+μέρος». Εν τοσούτω ο Λιττρέ εβαπτίσθη και εκοινώνησε των μυστηρίων
+κατά τας τελευταίας του βίου αυτού στιγμάς.
+
+Λέγουσιν ότι η επίδρασις των κληρικών, της γυναικός και της θυγατρός
+του παρέτρεψεν αυτόν. Τι αποδεικνύει τούτο; ότι ο πενιχρός ούτος
+ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ασθενέστερος ή ώστε να επιχειρή να
+αμφισβήτηση το θείον.
+
+Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι
+απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί· αλλά παρήλθον· προ
+αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλά εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν
+τη σκιά, αφανίζονται, αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και
+τους φιλαναγνώστας διά περιέργου συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε
+Χριστιανισμός έμεινε και θα μένη.
+
+Το αρνείσθαι την αιτίαν πράγματός τινος είναι τοσούτον άτοπον, όσον
+και το αρνείσθαι αυτό το πράγμα. Ήττον παράλογοι ήσαν οι
+παραδοξολόγοι εκείνοι φιλόσοφοι, οίτινες ηρνήθησαν απλώς την ύπαρξιν
+του κόσμου. Ο Αναξαγόρας όμως, όστις δεν ηδύνατο να συλλάβη τόσον
+αστείαν ιδέαν, είπε προ δισχιλίων ετών, ότι νους εδημιούργησε τα
+πάντα. Ο δε Σωκράτης, ότε ηρμήνευε προς τον Αριστόδημον την θαυμαστήν
+σκοπιμότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, ουδέν άλλο έπραττε ή
+έθετε τας βάσεις της εν τη νυν χριστιανική επιστήμη λεγομένης
+&τελεολογικής αποδείξεως& της υπάρξεως του Θεού.
+
+Πνεύμα ευθύ, διάνοια υψηλή και ευρεία, ο όντως εκείνος φιλόσοφος
+ανεκάλυπτε φως, όπου οι πολλοί ευρίσκουσι σκότος. Μετείχε της ουσίας
+του αληθούς και μετέδιδον αυτής προς πάντας. Ο πόθος της μωράς
+επιδείξεως, η μανία του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος
+και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, αφ' ων
+τουναντίον απάγει η ειλικρινής και ακραιφνής φιλοσοφική ζήτησις της
+προ των οφθαλμών ημών κειμένης αληθείας.
+
+
+
+TΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ
+
+
+
+Σοβαρός και αρχαϊκός, γαλανός και ανοιχτοπρόσωπος, ο κυρ Δημητράκης
+τ' Αγάλλου, με τας πλατείας χειρίδας, την κεντητήν ζώνην, και τα
+στιλπνά πανωβράκια του, εσύχναζε καθ' εκάστην εις το
+Κιόσκι........εντός της σιδηράς πύλης του Κάστρου, και αντικρύ εις το
+μικρόν τζαμί, το οποίον ευρίσκετο διά τον τύπον εκεί, τάχα διά τας
+θρησκευτικάς ανάγκας του μοναδικού Αγά, όστις ευρίσκετο ως σημείον
+συνδέσμου και υποταγής εφ' όλης της νήσου. Εκεί εσυναθροίζοντο όλοι
+οι προεστοί, πρόκριτοι και δημογέροντες του τόπου, διά να καπνίζουν
+το μακρόν τσιμπούκι, να πίνουν το σερμπέτι, και να συζητούν, ως
+μεγάλα κεφάλια, τα συμφέροντα όλης της κοινότητος. Εσχάτως μόνον το
+σερμπέτι ήρχισε ν' αντικαθιστά ο καφές, τον οποίον εκόμισε πρώτος,
+επιστρέψας άρτι εκ της Βλαχίας και της Κωνσταντινουπόλεως, ο κυρ
+Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, μεγαλέμπορος και πρώτος προεστώς του
+Κάστρου.
+
+Συνήθως οι προεστοί ήσαν βραχύλογοι. Έσφιγγον τα χείλη, και δυσκόλως
+έφευγε λόγος το έρκος των οδόντων των. Έμεναν πάντοτε αμφίρροποι, και
+δεν εξεφράζοντο ποτέ αρκετά σαφώς διά παν ζήτημα. Ο κυρ Δημητράκης τ'
+Αγάλλου έλεγε μόνος του εις μίαν ημέραν τόσα λόγια, όσα δεν έλεγαν
+εις δέκα συνεδριάσεις όλοι ομού οι προεστοί. Πλην, με όλην την
+στωμυλίαν ταύτην, κανέν υποκείμενον δεν εσαφηνίζετο. Ούτε ο λέγων
+εφαίνετο να ηξεύρη ακριβώς τι έλεγεν, ούτε οι ακροαταί του ενόουν
+ευκρινώς τι ήθελεν ο αγορητής να είπη.
+
+Εκείνο το Σάββατον, οπού ο κυρ Δημητράκης επέστρεφεν οίκαδε περί την
+μεσημβρίαν, σοβαρός και γαλήνιος, σκεπτικός εις όλον τον δρόμον, είχε
+συζητηθή θέμα πολύ ευγενές εις το Κιόσκι, εις την συνάθροισιν των
+προεστών. Επρόκειτο περί παίδων αγωγής, και μάλιστα περί της διαγωγής
+των εφήβων και νεανίσκων, εκείνου του καιρού, μεσούντος του ΙΗ'
+αιώνος. Δύο ή τρεις νέοι, τας ημέρας εκείνας, από καλάς οικίας
+οπωσούν, είχον εκτραπή της ευθείας οδού και είχον εξοκείλει εις
+θορυβώδεις κώμους την νύκτα, με βιολιά και με λαγούτα, και με λίαν
+ζωηρά και ξανοιχτά άσματα. Μίαν λέξιν είχεν ειπεί μετά γενικότητος ο
+κυρ Αλέξανδρος ο Κονόμος.
+
+ — Δεν πάμε καλά.
+
+ — Ξωκείλαμε, επρόσθεσεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη.
+
+ — Μπαττάραμε — πέσαμ' όξου, επέφερεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής.
+
+ — Ο φόβος του Θεού έλειψε, συνεπέρανεν ο Σακελλάριος, ο παπά-
+Ζαχαρίας.
+
+Και ο κυρ Δημητράκης ήρχισε στωμύλος ν' αναπτύσση το ζήτημα.
+
+ — Αδελφοί και πατέρες, ήρχισε με ύφος σχεδόν καλογηρικόν, πρέπει να
+ξέρουμε πως όλοι 'μείς είμαστε σα μια οικογένεια αγαπημένη, από
+πατέρα κι' από μάννα, όλοι αδέρφια είμαστε. Πατέρας μας είνε ο Θεός,
+μάνα μας είν' η γης. Και λοιπόν, επειδής είμαστε όλοι αδέρφια, με το
+να έχουμε όλοι ένα πατέρα, τον Θεόν, και μίαν μητέρα, την γης, πρέπει
+να είμεθα αγαπημένοι και τιμημένοι, ωσάν μία οικογένεια που είμαστε.
+Τι λέγει το ιερό Βγαγγέλιο; αγαπήσης τον πλησίο σου ως σεαυτόν.
+Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα
+πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν
+αδερφός σου, σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς
+ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος, μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου,
+εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος. Πώς μπορείς να κάμης κακό στον
+αδερφό σου, στον σύντροφό σου, στον φίλο σου; Ήγουν, διά να
+καταλάβετε καλά, πατέρες, τι λέγω, θέλεις εσύ νάρχωνται να κάνουν
+πατινάδες αποκάτω στα παράθυρά σου την νύκτα;
+
+ — Δεν τα λες και τόσο βαθειά ελληνικά, καταλάβαμε, είπεν ο πρώτος
+λαλήσας, ο Αλέξανδρος ο Κονόμος.
+
+ — Αγκαλά, κυρ Δημητράκη, κι' ο γυιος σου, καθώς έμαθα, ο Αγάλλος
+ήταν από διαβάτ' κι' αυτός, είπεν ο Καπετάν Πέρρος, ήταν μαζί με το
+τσούρμο.
+
+ — Ποιο τσούρμο, καπετάν Πέρρο· στο καράβι είν' ο νους σ';
+
+ — Μαζί μ' αυτούς που έκαναν την πατινάδα, ηρμήνευσεν ο παπά-
+Ζαχαρίας. Κ' εγώ τ' άκουσα, κυρ Δημητράκη.
+
+ — Τι λες, παπά;
+
+ — Το ναι, ναι, και τo ου, ου, επέμεινεν ο παπάς. Καλλίτερα να τα
+λέμε μπροστά, κυρ Δημητράκη. Να μη γνέφη τινάς οφθαλμώ μετά δόλου,
+λέγει ο σοφός Σολομών. Ο &ελέγχων& μετά παρρησίας &ειρηνοποιεί&.
+
+ — Εγώ τώρα τ' ακούω αυτό, επανέλαβε κατηφής ο κυρ Δημητράκης.
+
+ — Γιατί στερνά τα μαθαίνει όλα κείνος οπού έπρεπε πρώτος να τα ξέρη,
+είπεν ο παπάς. Και &έσονται οι πρώτοι έσχατοι.&
+
+ — Ε! και τι να κάμη, σα σας ακούω και σας! έκραξεν ανυπόμονος ο
+Αλέξανδρος ο Κονόμος. Μπορεί να μνουχίση τον γυιο του;
+
+Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς].
+
+ — Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο
+χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή;
+
+ — Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος.
+
+ — Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου
+δίνω τον λόγον μου, παπά μου.
+
+Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και
+απήλθεν ορμητικός.
+
+Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η
+Δημητράκαινα, προς τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον.
+
+ — Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ
+Δημητράκης.
+
+ — Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη
+Σκόπελο, επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος.
+
+Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ
+του. Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον
+Ποταμόν, εις την Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων
+μηνών, φέρων ολίγας εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους
+γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ διά να ευθυμήση με τους φίλους
+του.
+
+Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την
+αντικρυνήν νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν,
+λευκήν και σχεδόν μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε
+πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι
+μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων. Και ο Αγάλλος είχεν
+ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν διαφανή κόρην.
+
+Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και
+απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο
+Αγάλλος μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με
+συμπεπλεγμένας χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την
+κεφαλήν, ως να επέθετεν οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του
+συζύγου της.
+
+Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε:
+
+ — Θέλεις νάχης την κατάρα μου;
+
+ — Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος.
+
+ — Σου λέω έδωκα τον λόγο μου.
+
+ — Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου.
+
+ — Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η
+Αρετή.
+
+ — Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη.
+
+ — Δεν σου είπα, &ευχαί γονέων στηρίζουσι&.... παιδί μου; επανέλαβε
+δευτέραν φοράν ο γέρος.
+
+ — Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους
+και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή».
+
+Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά.
+
+ — Θα σε αποκληρώσω.
+
+Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η
+άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και
+τον Βόσπορον, κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν
+ευλογίαν, ο κυρ Δημητράκης του είπεν:
+
+ — Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης.
+
+Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε:
+
+ — Τα χεράκια σου θα με θάψουνε.
+
+Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε
+να επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ,
+θυγατέρα της Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ
+ευγενών Βενετών φυγάδων.
+
+Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν,
+ως συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς
+τον παπά-Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε:
+
+ — Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον,
+επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση.
+
+ — Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε
+δεκτόν.
+
+Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός
+είχεν επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του
+και του έμεινεν.
+
+Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού,
+όπου τον είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής,
+και πονήματά τινα κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον
+φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία, ζώντος του συγγραφέως.
+
+Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο
+γάμος. Ο Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις
+την Ύδραν, όπου διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και
+της αρχής του ΙΘ' αιώνος, διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε
+συνήθως Στέφανος (αντί του Επιφάνιος) Δημητριάδης.
+
+Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ'
+έγραφεν ανά δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον.
+Πότε τα γράμματα παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του
+πατρός του. Ο Δημητράκης, συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι
+είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον
+γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο Λογιώτατος έλειπε
+χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν έστελλε
+γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά
+μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας
+βορεινάς νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών,
+εξ Αγίου Όρους ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου
+Μονύδρια, την Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την
+Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον,
+κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να ίδωσι τας εκεί μονάς και
+τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου Σπηλαίου και της
+Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως.
+
+Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν
+διά να κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν,
+ηγνόει πολλά άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον
+γάμον του Επιφανίου μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν
+ακούσει ότι είς Λογιώτατος καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον
+προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά
+φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο Λογιώτατος εκείνος είχε
+γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του όχι ολίγας
+εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν.
+
+Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον
+ωραίον τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να
+μείνη αυτόθι ολίγας ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του
+αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του με πάσαν θυσίαν, να τους πείση
+να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη άγων αυτούς πλησίον της
+μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας ευλογίας του
+Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των γονέων,
+και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων,
+κηδεστών, αγχιστέων και φίλων.
+
+Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην
+αποβάθραν της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την
+κατεσκεύαζον [την αποβάθραν] ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα
+του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν —
+αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη ότι) επεπόλαζεν
+(επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε έτρεχον
+μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά,
+δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι,
+φίλοι, ή συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με
+μελαγχολικόν τινα τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε
+έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει, ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και
+όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και δύσκαμπτοι, ως
+παγωμένα σκέλεθρα.
+
+Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε
+προτιμήσει άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως
+δικόπου μαχαίρας· η μία ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη —
+ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα εις την φιλαυτίαν του.
+
+ — Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ
+Φόλην, ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου
+συγγενής, από την παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των
+οικογενειών των.
+
+ — Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο-
+Φόλης.
+
+ — Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος.
+
+ — Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης.
+
+ — Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει;
+
+ — Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος.
+
+ — Πέθανε το Γκλεζώ;
+
+ — Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει.
+
+Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε
+κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ'
+έμεινε δύο-τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ
+φιλοτιμίας βοηθούσα τας εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα
+και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του ελαίου, εις το πατητήρι, το
+οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν ήκουε τας
+νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον.
+Είχεν ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του
+αρραβωνιστικού της, δεν το είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των
+καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις τοιαύτας εργασίας, κ'
+εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν και τας
+ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο
+Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος
+και εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη.
+Η μήτηρ της, ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της
+πόλεως με τα φάρμακα και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η
+φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και
+ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της ανοίξεως (ετρώθη το
+φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η μεταξωτή κόρη. Εις
+μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το περίβλημα, κ'
+εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα,
+όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ'
+εμαράνθη.
+
+Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε
+με δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν,
+συγχρόνως είπε μέσα του:
+
+ — Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την
+ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν
+ημπόρεσα να θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους.
+
+Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του
+είχαν ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να
+λησμονήση, να παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του
+νεοσκαφούς τάφου. O Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις
+ολίγας ώρας έφθασεν εις την γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το
+Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα· εβάδισε δύο ώρας,
+συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των, φέροντας την
+μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της θαλάσσης
+εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ'
+είπε:
+
+ — Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο. Το
+Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω
+την Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα.
+
+ — Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου.
+Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου.
+
+ — Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα;
+
+ — Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες
+εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή.
+
+Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν,
+εκρέμασε το κεφάλι κ' είπε:
+
+ — Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται.
+
+Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά
+μήκος τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την
+υψηλήν βορειοτέραν άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε:
+
+ — Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να καλογερέψω.
+
+Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου
+κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα
+πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον
+ρόγχον των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος
+μονοκόμματος βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής
+και της κυματοειδούς πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της
+θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού,
+χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να κυλισθή ποτέ τον κατήφορον.
+Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον εις την Γλίστραν,
+ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα
+στον κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το
+κατωφερές. Άλλα [πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη
+Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας
+ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα της Ηχούς τας αμυδράς και
+παλμώδεις απαντήσεις:
+
+ — Αλτανού!
+
+ — Ου ου ου;
+
+ — Έχεις παιδιά;
+
+ — Α α α!
+
+(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των
+Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το
+ειθισμένον παρ' άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι).
+
+Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το
+πέλαγος και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν
+οικίαν, αντικρύ στο κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων
+στροφέων εκ της υγρασίας του Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης
+των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς
+διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε το βλέμμα, και
+είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί στιγμήν
+έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα
+επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των),
+και απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν
+και πολλάκις επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα.
+
+Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και
+του είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη.
+
+ — Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε
+κοινώς Μανιά;
+
+ — Ναι.
+
+ — Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι
+άνοιξε το παραθύρι κείνο;
+
+ — Είνε η Λ.... της Μ...
+
+ — Πανδρεμμένη;
+
+ — Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια.
+
+ — Πώς αυτό;
+
+ — Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί
+είνε πραμματευτής.
+
+ — Α!
+
+Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον
+Δράκον, εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το
+σχολείον του Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα
+κολλυβογράμματα, εκείνος δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα
+είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε
+ξεχάσει.
+
+ — Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο Αγάλλος.
+
+ — Εδώ και δέκα χρόνια.
+
+ — Και βρίσκεται στο Μισήρι;
+
+ — Σου είπα, στο Μισήρι.
+
+ — Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;»
+
+ — Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'.
+
+ — Και δεν της στέλνει γράμματα;
+
+ — Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη
+γράμμα.
+
+ — Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα;
+
+ — Τον καρτερεί.
+
+ — Ως πότε;
+
+ — Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η
+γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα.
+
+ — Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος.
+
+Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε:
+
+ — Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά;
+
+ — Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το
+δικό μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το
+χάσμα ανάμεσα στα δυο παράθυρα.
+
+Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε
+προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος
+απεχαιρέτησε την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του,
+εις την χαμηλήν πτυχήν του εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την
+Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν, όπου ήσαν όλα τα
+αρχοντόσπιτα.
+
+Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της
+Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους
+συγκωμαστάς του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ...
+
+ Από το Κάστρο ως τη Βλαχιά
+ στης Αναγκιάς το τόπι
+ δεν είνε χώρες και χωριά,
+ όρη, βουνά και τόποι.
+ Για σε πονεί η καρδούλα μου,
+ και στο Μισήρι μη διαβής,
+ κι' ο νους σ' εδώ να μένη,
+ ψυχή λησμονημένη.
+
+Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων
+του, εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού
+ελειτουργήθησαν εις τον Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι
+του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της
+Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα, εις τ' άνω του ρεύματος, κ'
+έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ' ήρχισαν να λέγουν
+το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά Μανιά.
+Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν'
+ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα,
+όπου τα κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β.
+
+ — Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο,
+αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα.
+
+Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου.
+
+ — Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή
+εμβήκεν αμέσως εις το νόημα.
+
+Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του
+πη. Ο Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την
+συντροφιάν του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν
+ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί του όχθου, εις τους πόδας του βράχου,
+κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον
+μοναξίαν.
+
+Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον
+δρομίσκον και τον εντάμωσε.
+
+ — Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ....
+
+ — Τι της είπες;
+
+ — Τα όσα μούπες.
+
+ — Δεν σου είπα να της πης τίποτε.
+
+ — Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν,
+και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν'
+άρθη.
+
+ — Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ;
+
+ — Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι
+μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς.
+
+ — Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της γραίας.
+
+ — Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω,
+αγυρισιά του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά.
+
+Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι,
+πατινάδα ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των
+ψαλέντων ασμάτων ο Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής:
+
+ Στην Αφρική είν' ένα νερό,
+ καινούργιο συντριβάνι·
+ ποιος έχει αγάπη στην καρδιά
+ ας πα να πιη να γιάνη.
+
+Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες
+συμβούλιον των προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και
+μάλιστα περί του άρτι παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη.
+
+ — Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη,
+οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την
+διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη,
+έμαθαν εκεί άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα
+τα μαθαίνουν και στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα
+θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια
+τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή. Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον
+ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην, καθώς λέει ο σοφός
+Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι.
+
+ — Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής.
+Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα
+παγανίδι χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση.
+
+ — Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο
+παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε.
+
+Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ
+Δημητράκην), βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση.
+
+ — Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά-
+Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν
+όρκους και συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει
+ο Εκκλησιαστής: «Τον καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος
+χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον φάη.
+
+ — Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός μου;
+— ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το
+αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου.
+
+ — Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ...
+είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και
+της κάνει πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει
+να χαλάση τον φράχτη.
+
+ — Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ
+Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν
+ηθέλησε να πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός
+γονιός της έδωκα τον γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο
+μεγάλος από την Βλαχία, και πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην
+που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος
+μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η συνείδησίς του, ήθελε
+να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη ξεύροντας πως εγώ την
+είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο Αγάλλος για να
+ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το
+Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ'
+ήπιαν, και στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό
+την νύκτα. Τώρα, αν τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια
+καποιανής, ελπίζω ότι θα πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ'
+ετραγούδησαν.
+
+ — Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και
+ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε
+ψηλά, ξέφαντο το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν
+και αναπνεύσουν πελαγίσον αέρα.
+
+ — Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ
+Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για
+πιλάγωμα το καράβι, στο καρινάγιο.
+
+ — Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως
+θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη.
+
+Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε:
+
+ — Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ'
+έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον
+αδερφό σου τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης.
+
+ — Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος.
+
+Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της
+Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία
+ανώγειος, όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά.
+Ήτο χήρα και ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας
+υποθέσεις, και μάλιστα διά πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε
+ανδρογυνοχωρισιές.
+
+ — Καλή σπέρα, Μανιά.
+
+ — Καλώς το παιδί μου.
+
+ — Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες;
+
+ — Ναι.
+
+ — Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση;
+
+ — Αυτό.
+
+ — Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια
+καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι,
+που μου είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το
+πηδήση ένας άνδρας;
+
+ — Μπορεί.
+
+Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση
+τρόφιμα από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η
+Μανιά, επί δέκα λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν
+προσοχήν το αντικρυνόν παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο
+οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν. Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε
+πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά δόλου. Διά ρήξεως ή
+κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με κλαυθμηράν
+φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά να
+της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το
+σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση
+ενωρίς. Η Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί
+της, κ' έμειν' εκεί μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού.
+
+Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα
+και λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της
+Μανιάς είχεν απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν
+εις τον αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος
+την εγκατέλειπεν.
+
+Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς
+πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η
+γραία της εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο
+στόμα της, διά «να πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός
+της» από ένα «σφάχτην», δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα
+σωθικά της, από το «χουλιαράκι» της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της
+ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι, επειδή έκαμνε πολύ ρακί
+απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα της, ήτις
+δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον
+οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος.
+
+Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο
+Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο
+φράχτης ήτο το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον
+το Κάστρον εβόησε κατά του τολμητίου.
+
+Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει
+εις την συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη
+να εκθέση οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν'
+αποφασίση οψέποτε αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις
+εμπορεύετο εις την Αίγυπτον καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει
+«πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το Γηρακώ, η Μανιά, και είχε
+γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της έστελλε «γράμμα
+μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το Ναι,
+αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών,
+καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει».
+
+Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει
+άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν,
+και έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο
+ξενητευμένος αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν
+λιμένα, εις την άλλην πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα
+νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του
+Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις
+ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα κατά την δυτικήν πλαγιάν,
+αριστερόθεν του Κάστρου.
+
+Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος
+το παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την
+Κυριακήν ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει
+αποκάτω από το στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού;
+Γράφει [λοιπόν] ο Θεός δράματα;
+
+Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως
+όμως συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο
+σκοπός του ήτο να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις
+διά τον ερχομόν του Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση
+στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και
+αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και
+τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την είδησιν ακριβώς δέκα
+λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος.
+
+Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά
+Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης
+του φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς
+του κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο
+Κάστρον. Όχι ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το
+ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον
+οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως κωφή, ήκουε καλά από το έν
+ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν αντικρύ στα κυανά
+και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε πλέον η
+κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου
+είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να
+ζεματίζουν τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον
+κόλπον της κι' από τους γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν
+σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον
+γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν.
+
+ — Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το
+πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο
+αγροδίαιτοι νέοι είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις
+εκατάλαβε τι ήθελον να είπουν.
+
+Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ'
+εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα
+λεπτά έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν
+πρόστοον της οικίας της Λ...
+
+ — Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο
+Δράκος έφθασε.
+
+Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως
+απολιθωμένη.
+
+Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο
+Γιαννάκης δεν έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε
+τα βάρη όλα στον Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του
+ως πιστήν και αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός
+το αναλαμβάνει ως ίδιον πταίσμα του.
+
+Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την
+Αίγυπτον. Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να
+λεπτολογή διά μικρά πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην,
+συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως, περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς
+νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν της Πέμπτης (του Γιαννάκη
+Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει, καταμεσής στον Χριστόν,
+αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν φύγη ακόμα ο
+Αγάλλος διά το Άγιον Όρος.
+
+Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν
+απήλθον, τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από
+το Όρος ο Αλύπας ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα
+χρόνια εις τα Κατουνάκια, κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του
+Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την
+ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την γενέθλιον νήσον του.
+
+Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η
+γραία Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το
+νεόκτιστον σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του
+Ευαγγελισμού.
+
+Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους
+κτίτορας (ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός
+του άρχοντος Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και
+μετά τον Φλαβιανόν, απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των
+ανωμαλιών και των περιστάσεων. Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη
+μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως το κατεσκεύαζεν.
+Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας λύπας, τους καϋμούς
+και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε, και ο γυιός
+της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός,
+όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις
+τας θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον,
+όστις είχεν έλθη εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το
+διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον, εμοίρασε δε καί τινα εις τους
+πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του, κ' επήγε κ'
+εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή
+πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και
+ωνομάσθη Δαυίδ.
+
+Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου,
+Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον
+Άθωνα, επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή
+αργότερα ως Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν
+επαρουσιάσθη εις τον θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής,
+εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος, μοναχός.
+
+Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε:
+
+ — Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ.
+
+
+
+Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ
+
+
+
+Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο
+καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ
+τας 120 οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί
+ακόμη, αρχαί Ιουνίου, έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε
+τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως
+εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον άρρωστος υπέρ τα
+δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και
+ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου.
+
+Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια
+πλατάνια εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην
+την έκτασιν, νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν
+τούτων εσώζετο ακόμη το τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και
+σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους κλάδους και τους ακρέμονας και
+κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του ανάμεσα στους κλώνας κ'
+εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του ανέβαινον ακόμη η
+μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο, μέχρις
+ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει
+και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι
+πρόβατα, του Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του
+Βαβήλα, εγκαρδιακού αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν
+ήρχοντο να ποτίσουν τα κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο
+νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν
+όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους τους ξένους αγρούς, όσοι
+εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας κατεπάτει τα σύνορα
+του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας κατά του
+αδελφού του.
+
+Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο
+μπάρμπα-Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν
+επείθετο ότι ο βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος.
+Άμα έστρεφεν όμως εκείνος τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα
+χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του, γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο
+Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ αράπης μελανωμένος την
+νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον Γούμενον, όστις είχεν
+έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου, επειδή ο ξένος
+καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν των
+κτημάτων της Μονής.
+
+Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά,
+
+ — Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης.
+Πήες και μ' εγκάλεσες.
+
+ — Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί
+κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια.
+
+ — Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης,
+κακόμοιρε.
+
+ — Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά
+σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης.
+
+ — Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο!
+
+ — Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο.
+
+Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την
+στραβολέκαν, αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς
+γηραιός αγροφύλαξ σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους
+δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο σκυλαδέλφια).
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι
+ανεψύχοντο εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν
+στεναγμόν και εστράφη προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας
+του οποίου είχε περάσει προ πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το
+ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να το ελαφρώση από το φόρτωμα.
+
+ — Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης·
+περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την
+καβάλλα. Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην:
+
+ — Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι,
+απάνω, στον πάτερ-Γερεμία.
+
+Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το
+πλευρόν του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα
+θρησκευτικά δώρα, τα οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον
+ηκολούθησεν.
+
+Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις
+εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να
+κατέλθη εις την πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας
+αμαρτίας της νεότητός του τας είχεν ακόμη φορτωμένος εις την
+συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα λοιπά. Ήτο μόλις
+σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας επιχειρήσεις
+[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν
+ανοίξει τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι
+εμποροπλοίαρχοι, και είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την
+φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου. Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του
+πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον, επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη,
+και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα αυτά!
+
+Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ'
+έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι
+προ δύο ετών και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι
+καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν,
+ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με
+γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν νερόν; Αυτός έβλεπε το
+μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την χείρα του ναύτου
+ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια, καλόγνωμες,
+αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι,
+κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς
+να μη πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο,
+και τον ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή;
+
+Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε
+δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε
+«χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε,
+σκάφη κι' άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις
+την γενέθλιον νήσον. Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι
+είχεν αποκτήσει κτήματα εις την πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ'
+είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα
+χιλάδας.
+
+ — Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν
+ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας.
+
+Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε.
+
+Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου»,
+πάσχοντα ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της
+τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος
+εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα, υπό το προσκέφαλόν του, διά να
+το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν.
+
+Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι'
+αναψυκτικόν βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι
+άπαξ παρέβαινε τον αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν,
+ψητόν της σούβλας, εκείνο που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά
+παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το καύχημα όλων των Ελλήνων,
+γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ' ευθύς ύστερον
+επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου —
+ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη
+την κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να
+γείνη πάλιν «γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο
+Ρότσιλδ, εβραίος χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι
+δυστυχείς.
+
+Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ'
+ήξιζεν ακόμη διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και
+κάτισχνος. Και την πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της
+ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου
+είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη τον αέρα, κ' ο
+δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου έφθασε
+λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος
+ομόλογα, άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού
+χάρτου, κ' είχε στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς
+ναύτας, αποζώντας με 12 δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα
+ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα,
+και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ' είπε:
+
+ — Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω.
+
+Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον
+ευχαρίστησαν, αι ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς
+εκ των γερόντων θαλασσινών τον ευχήθη:
+
+ — Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη πολλά.
+
+ — Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να
+αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως».
+
+Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον,
+δια τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και
+δεν άφησε τίποτε που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά!
+
+Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον
+τόσον δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον
+πλαγινόν. Ο Ήλιος εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη
+ενδεκάτη και ημίσεια, όταν έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν
+Γεωργάκης.
+
+Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα
+δάσος των δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς
+και τους βράχους του βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το
+και φρίσσον και αβυσσαλέον και γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον,
+περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας, μυγδαλέας, απιδέας και
+συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ των άνω,
+όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο
+Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με
+την εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των
+κάτω, όπου πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα
+την κρυφήν πηγήν του νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα,
+να πέση, να πιασθή από σχοίνον ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην
+του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την
+βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως
+είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και ευθυμίαν, θα
+εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο
+Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα
+εσούβλιζε το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά
+αχνιστά τα τυροπ'τάρια, με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών
+κατασκευασμένα, και ψημένα στον φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ
+στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα σπληνάντερα και κοκορέτσι, και
+πού τα τυροπ' τάρια;
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης
+ελαίας της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του
+καλυβιού, κ' επήγε να δέση το ζώον.
+
+(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων:
+— Ας έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα
+λόγον πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην
+από το χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την
+γυναίκα ότι θα υπάγη δι' ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι,
+και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του. Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα
+τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο δέκα ετών και απήλθεν.
+Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ' εδέχθη τον γέρο-
+Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα, έλεγεν
+ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος,
+ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς,
+με πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και
+τον πώγωνα. Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν
+Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής καταγωγής).
+
+Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ'
+εργαλεία γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν
+Γεωργάκης εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του
+δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο
+γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του, τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον
+αριστερόν ώμον και την κατατομήν του προσώπου προς αυτόν νεύουσαν.
+Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν.
+
+ — Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο
+προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην».
+Ώστε δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην
+πικρανθή, είτε απ' την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει:
+«Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου... πίονται πάντες οι
+αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο αμαρτωλός απ' το
+κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού».
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν.
+Ο γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν:
+
+«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος
+την ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους
+μυκτήρας σου, και το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση
+τινάς την φωνήν του, κι' αν ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα
+συντριφθή, κ' η φωνή του θα λουφάξη.
+
+ — Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν Γεωργάκης.
+
+ — Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο-
+Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας
+εκυρίεψε όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης:
+Ίνα τι τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις
+πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ'
+ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν έχουν τα αργύρια; Αφού
+δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού δεν χορταίνωμεν
+απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα χορτάσωμε απ'
+την αδικία και πλεονεξία ;
+
+Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης
+την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη
+αποτόμως, κ' ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του
+γέροντος μοναχού. Ο γέρο-Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον
+είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της
+κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν αλλόκοτον φωνήν:
+
+ — Τι ήρθες εδώ;
+
+Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα
+επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την
+ρίζαν μιας νεοφύτου ελαίας.
+
+ — Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος.
+
+ — Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων
+αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος.
+
+Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του.
+
+ — Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε.
+
+ — Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με
+κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι'
+ολόχρυσο θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι.
+
+Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ'
+επροσπάθει να καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο
+καπετάν Γεωργάκης κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν
+αναίσθητος υπό την σκιάν του δένδρου.
+
+Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά
+κάτω εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής
+ώρας δρόμον εις το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει
+κάτω εις τον όρμον, διά να φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται
+και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες, συνηθροίσθησαν εις την μικράν
+έπαυλιν.
+
+Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον
+οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει
+περί τα μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον
+«έκοψε».
+
+Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ'
+εδιάβασεν όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η
+γηραιά ήλθε διά να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν.
+
+Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας
+δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν
+και τον εκόμισαν &(με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς)& — πώς να τον
+βαστάσουν; — εις τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι
+του αιγιαλού κάτω και τον επεβίβασαν.
+
+Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων.
+
+Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην.
+
+
+
+ΤΡΑΓΟΥΔΙ
+TOY ΘΕΟΥ
+
+
+
+Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την
+οικίαν του την ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του
+προγεύματος περί τας δέκα, από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να
+κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα οικιακά, ως έρημος και ξένος στα
+ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της εστίας του, αφού
+διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους σταύλους
+των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά
+του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του,
+αμόρφωτος και άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός,
+γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα,
+τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και
+θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή εις το πρόσωπον και τους
+τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, πάντοτε μειδιώσαν
+και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την Τοτώ,
+ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω
+ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της
+οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή
+διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα δίκτυα κανενός επιχηρευτού και
+είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της δεξαμενής, διά να
+πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να
+πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα,
+οπού δεν είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και
+μετεκόμισαν, τις οίδε πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν
+αλλού, κ' εταξείδευσε, κ' ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις
+τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο
+πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε [εκείνη] το τέκνον της,
+κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον βρέφος αυτό,
+ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη της.
+
+Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και
+όμμα επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην
+του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου,
+ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά
+μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της
+είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε:
+
+ — Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις.
+
+Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.
+
+Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει
+τα τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και
+πτήσις και αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το &Χριστός ανέστη&
+(ο κυρ Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου,
+και ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το &Αναστάσεως ημέρα& το
+αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το
+τελευταίον το δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ'
+επρόφερα:
+
+ Αναστάσεως ημέρα,
+ Λαμπρυνθώμεν λαοί.
+ Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...
+
+η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα
+χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα
+εμόρφασαν κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου
+επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και
+κάλλος, μαρτυρούμενον η «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα
+εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με
+παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν:
+
+ — Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε.
+
+ — Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα.
+
+ — Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια.
+
+Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν)
+του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο
+άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν
+του Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους
+διαβατικούς, διά τους εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η
+λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου,
+και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου,
+ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την Αγγελικούλαν, μ'
+επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι
+έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα
+ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το
+βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το
+ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει:
+
+ — Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού.
+
+Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς
+«Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά
+με την μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην,
+την ώραν των αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ'
+έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην
+την ημέραν, ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και
+δούλη Χριστού του Θεού». Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω
+το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου
+έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου
+έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το
+«Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ. Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον
+πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα
+Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ. Βασιλείου το
+«Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την
+φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής
+αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του
+Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το
+«Ανέτειλε το Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της
+Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε
+την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων,
+σε την πολυέραστον θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το
+«Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην
+της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη»
+και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων το
+θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον υιόν χαιρετώσα».
+Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των
+βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και
+τα εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού.
+
+Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους
+[μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει,
+εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με
+είχον βαρυνθή κ' εκεί, ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την
+πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν
+βαρετός εις τους φίλους μου.
+
+Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν
+πρωίαν να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα;
+Η μικρά Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο
+άρρωστη βαρειά. Είχε δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι
+ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως.
+
+Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας,
+διά να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την
+ηγάπα ως να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου
+έδειξε την κλίνην, και η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου
+έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν
+αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την μητέρα τα συνήθη λόγια της
+παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας εκεί. Είτα επανήλθα
+πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η Κούλα
+έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως
+[η υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να
+της ομιλήσω.
+
+ — Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.
+
+ — Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα
+θεία... τραγούδια;
+
+ — Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον
+Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω.
+
+ — Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω;
+
+ — Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ...
+
+ — Ωχ!
+
+Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι
+είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ
+εστέναξε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της
+έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας
+αισθήσεις της, κ' εψιθύρισε:
+
+ — Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά.
+
+Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί
+ιερείς κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως
+τον Τελευταίον ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του
+Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν,
+εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.
+
+ — Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου,
+όπου είχεν ακκουμβήσει.
+
+ — Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας. Εις
+αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.
+
+Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή
+εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα
+μέσα μου τα τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν
+άγευστον...», και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς
+επουρανίους έσωσας», και «του Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις
+ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο δι' ημάς νηπιάσας»
+και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς σε».
+
+Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι
+βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος
+επέτασας». Και ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του
+Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο
+να τ' ακούση, το «Άλλος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις
+πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή
+ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να ακούη εκεί γύρω;
+
+
+
+ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
+ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ
+
+
+
+Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα,
+οπού είνε πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο
+Καρδοπάκης. Ήτο φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά»
+του χωριού. Ήξευρεν εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια,
+όνειρα, παραμύθια. Παντού τον εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια,
+στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες,
+και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να πάη μίαν ώραν δρόμον, διά
+θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν προς τα επάνω,
+είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα
+Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του
+έτους. Κ' εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα
+μαντάτα στα δύο κορίτσια, στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την
+Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι δύο χαριτωμέναι κόραι τον
+εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν στέγην, εις τον
+μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις μύλον
+είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ
+τριών ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον
+ανατραφή εις άλλον τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος.
+Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν
+ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα χρόνων, καλοκαμωμένος και
+ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν, αν και δεν τον
+ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε σύνταξιν
+από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις
+εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν
+εις την πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και
+καταπατημένα, κ' εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα
+καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός, όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της
+τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά
+τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο Αγάλλος πανδρειά.
+
+Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν
+όλα, μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο
+μακαρίτης. Εκεί έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο
+αδελφαί. Εις την αρχήν είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι
+νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς. Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος
+της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του Μανιάτη. Αλλ' αι
+εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον
+περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν
+πάντοτε εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι
+συγγενείς του Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να
+καταλάβωσι την οικίαν, κ' ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η
+υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και των δωροφάγων, έμενεν
+ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να κλεισθούν εις τον
+μύλον.
+
+Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε
+μάθει, τον εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ'
+επήραν το «εξάγι» από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να
+δειπνήσουν εληές, τυρί και πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει
+εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν υπαίθρω, ως είδος εστίας ή
+καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία. Κατόπιν ο μικρός
+γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη
+αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το
+στέρνον, τον ήκουον με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης
+έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και
+αποσπάση τον νουν των από την τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός
+εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του μακαρίτου, και άλλαι ακόμη
+σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης ενύσταξεν· αι δύο
+αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την προσευχήν
+των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την Παναγίαν
+και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί
+εις την ερημικήν φωλεάν των.
+
+Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού
+σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος.
+Αυταί επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί
+του ιδίου δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε
+πλησιέστερα εις την έξω θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον
+μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και
+τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό
+πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. Υποκάτω του πατώματος
+ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον, δυτικά, εις το
+ρεύμα.
+
+Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους
+τους έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή
+αύρα, κ' ηκούετο από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός
+χείμαρρος κατήρχετο μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν,
+παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της
+Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις τους βράχους και τους
+θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με ορμήν, πότε
+εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των
+χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την
+ημέραν ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις
+εκεί την νύκτα, και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των
+κλάδων, και καρποί μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να
+δίδεται τροφή εις όλα τα πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το
+όνομα του Κυρίου. Και θνητός άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ
+να καταβή, εκτός αν ήτον ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ,
+ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις
+το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς διφορουμένους χρησμούς της.
+«Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως &ερώ& — ερώ». (4) Και τα άστρα
+κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ' η
+Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι
+εβασίλευον πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα
+ανάβαθρον του ουρανού, το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά
+βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και κατήρχετο εις το ρεύμα, κ'
+εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε τον πέπλον, κ'
+ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν
+του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι
+βλαστοί της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά
+εις τα δένδρα, και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της
+καλλονής εκεί εις το σκότος. Και τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το
+πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να επαναλάβη: Ερώ, ερώ.
+
+Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά
+τα μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε
+λάβει) πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα
+όμματα, διότι ήτο μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα
+πάθη και τα βάσανα. Εις τας ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής,
+όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει να πνέη και άνεμος όρθριος δεν
+εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του ύπνου — και τα άστρα,
+ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το άπειρον — τότε
+ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της Σοφίας.
+Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν
+ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον
+βραχίονα την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της
+εφάνηκαν πράγματι υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την
+εγέλων τα ώτα της.
+
+Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το
+δειλινόν εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του
+χωρίου, όπου απείχε μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο
+καταφύγιον και τόπος συναντήσεως δια τους (γύρω στον μύλον της
+Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς βοσκούς της νέας
+γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά
+ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις
+«εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν
+ηπατήθη, ή δεν ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το
+πέρασμά του, σχέδια και μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων
+αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα
+την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των
+όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να κλέψουν ή την Σοφιά ή τη
+Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής της μίας των δύο
+αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα
+συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των
+νεωτέρων συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο
+μάλλον θετός υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και
+χρηματικώς και ερωτικώς ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την
+υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης,
+«είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν
+συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να καταφάγουν αυτοί την
+κληρονομίαν.
+
+Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο
+ευκρινέστεροι. Τότε εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο
+βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά
+τον τοίχον.
+
+Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία.
+Εστράφη, κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον
+γλυκύ φως του κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις
+διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την
+χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν ρεβόλβερ.
+
+Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε
+νυμφευθή από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία
+το εζύγισεν εις την χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο
+γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να
+ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν αποκοιμηθή προ μικρού.
+
+Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της
+οποίας έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον
+έσεισεν. Ο γέρων έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις
+ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να στραφή από το άλλο πλευρόν, κ'
+εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν:
+
+ — Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα,
+μοιρολόησα απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά
+τραγούδια.
+
+Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ
+επτά ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της.
+
+ — Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας περικύκλωσαν
+απόξω.
+
+Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε
+τα όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν,
+σκληρόν προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε.
+
+ — Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή.
+
+ — Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα
+είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη!
+
+ — Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος
+εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ'
+αποχτήσης ποτέ σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι.
+
+ — Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η
+Σοφία.
+
+Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν,
+αλλά και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε:
+
+ — Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να
+μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω,
+να ιδούμε τι θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη.
+
+Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και
+είπε:
+
+ — Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να
+νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς.
+
+ — Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον ψόφιο,
+μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να
+φερθούμε...
+
+ — Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και
+ανεπήδησεν από την στρωμνήν του.
+
+Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις
+καθ' ύπνον εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα
+μάτια της, κ' είπε:
+
+ — Τι τρέχει;
+
+Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν
+είχεν απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες
+τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π.,
+δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος
+ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία των φίλων του,
+τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την
+στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από
+την κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο
+δεύτερος, όστις ήτο συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο
+να επινεύη εις το σχέδιον τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση
+την Σοφίαν, διά να «το κάμη χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο
+απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν πως κλέπτονται τα κορίτσια.
+
+Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και
+μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την
+θύραν, εφαίνετο ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο
+πρόθυμος να επαναλάβη τον κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν
+τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος.
+
+Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας
+ακοάς. Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε
+τον λύκον.
+
+Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των
+οι πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν
+αλλόκοτος, ασυνήθης κρότος.
+
+Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε.
+
+ — Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη μυλότρυπα.
+
+ — Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης.
+
+Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν
+φωνήν:
+
+ — Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας
+φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε
+το παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!..
+
+Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο
+δημοδιδάσκαλος έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη
+ο συγγενής του μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι
+απεμονώθη, ο Κ., ο επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και
+ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως πάντοτε, το Ευαγγελικόν: &Και Έσονται
+οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι.&
+
+
+
+ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ
+
+
+
+Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του
+Αγιώτη κ' εγώ, επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει
+μέσα, εκτός από τα μικρά οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το
+σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον
+οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας αυτής, κ' εκινήσαμεν
+εις μελετημένην εκδρομήν.
+
+Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του
+πατρός του, εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του
+187..., ο γέρο-Αγιώτης είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν
+της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις
+τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση εις την εστίαν του. Ο
+ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον προ τριών
+χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς
+τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός
+επανήρχετο σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν
+αρμενίσει διηγείτο εις ημάς τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου,
+όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου
+είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων της χρονιάς εις έν των
+μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας σλαβωνικάς
+λέξεις, και τον στίχον τούτον:
+
+ Χιλιαντάρα μοναστήρα
+ ντόμπρα ντόμπρα κουκουλτίτσα.
+
+Είχεν ακούσει προσέτι και το &Άξιόν εστιν& εις την γλώσσαν εκείνην:
+«Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την
+Σαλονίκην πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο
+πώς ένα χωριατόπουλο, πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά
+ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη
+μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες ενέπαιζον την ακακίαν του
+παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν υπόκλισιν, και
+λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ'
+άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες
+περιπαθείς πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις
+την Αγίαν Φωτεινήν την ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης».
+
+Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως
+δεκαννέα ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν
+προς εμέ, μου ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι
+αι διηγήσεις αύται κατ' εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός
+κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος τόσα χρόνια, εξόριστος εις την
+Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή δραπέτης, έτυχε να
+συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά νήσον του
+Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του
+διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του
+Καρατάσου, είχε ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά·
+με χαμηλήν φωνήν, και μ' εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις
+ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο του Βοριά, εκεί που αγριεύει και
+πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η ρεμματιές και αντιλαλούν
+τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά το ρέμμα και
+τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι, οπού
+το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα
+γρόσια, φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα
+κτυπήση την κορυφήν του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί
+ακριβώς οπού πέφτει ο ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν
+— αχ! να μπορούσε ο γέρο-λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να
+βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα
+— και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια.
+
+Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός
+Νικολός εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η
+γολέττα, και τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα
+ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον
+της επιχειρήσεως. Χάριν μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων
+οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και άλλα εγχώρια θρυλήματα.
+
+ — Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο
+παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά
+του, δεν ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα
+βενέτικα, στην αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την
+μεγάλη, που το έχει τώρα ο γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο
+γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα — δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά...
+δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή πιθαράκι) γεμάτη φλουριά,
+στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να την ξαναφτιάση;...
+Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη να σκάψη
+στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη
+Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το
+μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν
+του γέρο-Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια,
+ο Γιάννης ο Σκοινάς; Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά,
+κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα. Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα
+ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη
+ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη δουλειά του, κι' ο
+Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο
+κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει,
+εκεί ο εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να
+ήθελε να το κρύψη δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά
+του. «Αφεντικό, του λέει, κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης
+έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ' είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και
+έλεγε σαν αλήθεια, γιατί &του έπεσε& πράγματι στον λαχνό... «Καλά,
+είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και τώβαλε στην τσέπη. Αλλά
+την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να μην τον
+καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος,
+μεγάλο δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε,
+δεν έβαλε ο νους του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο
+κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η μοίρα του ήτον να σκύφτη και να
+σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο αναπαυτικά με το τσιμπούκι
+του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω, στον πεύκο. Και τι
+βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο, εκρέματο
+ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα. Ο
+ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη
+στεριά την αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους
+τρεις ή τέσσερες νομάτους οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι:
+«Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο, παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν
+πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα μείνω παραπίσω· θέλω να
+κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και μπορεί να σας
+φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα σύνεργα,
+να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα,
+και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη
+ράχη, κι' ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο,
+κι' αυτός εκρύφθη μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους,
+κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι,
+αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους
+κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν δισάκκι αραχνιασμένο,
+μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα κολοννάτα
+πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο
+γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε
+άρμενα. Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα
+βρεθίκια πού του έταξε.
+
+Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ
+πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της
+Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις
+την διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών
+θάμνων κάπου το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να
+εξαφνίζετο και να εφάνταζε κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ
+εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως ράβδον, κ' εκείνος είχε το
+σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου ξανάλεγε στον δρόμον
+πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του αγκίστρια δεμένα
+όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν.
+
+Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός
+περί ου ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις
+την Παναγίαν της Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά
+την μικρήν πόρταν, σύρριζα εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη
+κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον έρημον από πολλού. Και αντικρύ
+εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο
+κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο Νικολός, αλλά
+δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να
+εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το
+στηλιάρι της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο
+θα έπρεπε να χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες
+επιθυμούντες χρήματα (λέγει ο Δαυίδ: &επιθυμία αμαρτωλού απωλείται&,
+και ο Σολομών λέγει: &επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι&) δεν εβλέπαμεν
+εμπρός μας την προς τούτο άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι,
+και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν, εργασία, οικονομία κατ' αρχάς,
+είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων των άλλων ανθρώπων —
+εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά, εκεί έπρεπε
+να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα.
+
+Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν
+τα πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά
+πηγή. Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να
+κατέλθωμεν τον κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν
+δρόμον ακόμα. Ο Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος
+του ροπάλου μου, κ' αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας
+αντηχεί γνώριμος φωνή:
+
+ — Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα.
+
+Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου
+ο Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας,
+έχων δύο βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον».
+
+ — Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα.
+
+«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας
+Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και
+οι αδελφοί του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας.
+
+ — Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός.
+
+ — Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω.
+
+Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα,
+εψάρευε κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα.
+Ύστερον ηγόραζεν απ' αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν,
+εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ' ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε
+μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να σώση το Γένος. Τότε του
+εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος, όστις
+εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους
+θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας
+τοποθεσίας. Toν επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις
+ολίγον καιρόν του έγεινεν αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν.
+Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα, εφόρεσε πανωβράκια και
+Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν αναριθμήτους
+ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα. Έπινε
+τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και
+στο γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν.
+Εις την Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις
+το Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα
+με την ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν,
+έτρεχεν ως τροχός κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά,
+τελώνια, από φθόνον τον έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον
+έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά
+δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου και αν έφευγε, θα τον
+έπιαναν μίαν ημέραν.
+
+Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος
+τώρα επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν
+έπρεπε να νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να
+πλουτίση το Έθνος δεν επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να
+φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν, τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον
+κουκουλώση, να τον προικίση και τον αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε
+κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις το γήρας του· διότι
+δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα απέθετον τον
+θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν; Εις
+χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του,
+δεν έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν
+είχεν άλλην κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν
+οικίαν, κατά το έθος του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον
+θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να
+τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος βενέτικα.
+
+Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με
+μίαν ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον
+Μαλάκιαν. Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα
+αγκαλιαστά, μοσχάτο κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις
+το μικρόν χωρίον, και είς αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου
+Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων εκόλλησε το εξής τετράστιχον:
+
+.....................................................
+.....................................................
+.....................................................
+.....................................................
+
+Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου
+Κωνσταντίνος Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την
+αυθαιρεσίαν, κατά παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε
+«σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από
+τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον
+καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της
+«Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η
+μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από την Άτην την
+&σθεναρήν& και &αρτίποδα&, ήτις &πάντας ανθρώπους& αάται, ώστε μόνον
+το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον».
+
+Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο
+εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον
+ήτον ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν
+του Γένους, και ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας
+ταύτης. Αφού δεν ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του
+πλοιάρχου της «Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν
+ιστορίαν θησαυρού, και δεν ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε
+άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις τον Νικολόν πλην ο φίλος μου
+δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και έως σήμερον ακόμη
+δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του θησαυρού της
+Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον νέος,
+εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ
+διά την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν
+ανοικτόκαρδος, να μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με
+αυτόν, και με πάντα άλλον.
+
+Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν
+πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην.
+Είχε βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε
+μεγάλως την εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής
+νέος οπού ήτον, ότι η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον
+αγαθή συγκυρία, διότι πάσα καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον
+κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται. Όπως λ. χ. την πρωίαν της
+Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το Ευαγγέλιον της
+Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον
+έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της
+παιδιά) διά να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο
+Θεός το κατόπιν τέκνον της.
+
+Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος,
+παλαιός, με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του
+εώρταζε την Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν,
+επροσκυνήσαμεν τας εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια.
+Μέσα εις το ζεμπίλι του, χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν
+μολύβδινον παγούρι με έλαιον.
+
+Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι
+κλιτύες και τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την
+χρονιάν εκείνην δεν υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι
+εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως, ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος
+θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη εκείνα.
+
+Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο
+από παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια.
+Ίσως δύο εξ αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν
+ηκούσαμεν κρότον, ουδέ ψυχήν είδομεν.
+
+ — Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός.
+
+ — Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός,
+όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη.
+
+ — Και λες να είναι κανένας εδώ;
+
+ — Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η
+Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό.
+Αποδώ αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά
+κάποτε εδώ στο ρέμμα.
+
+ — Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ.
+
+ — Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες,
+νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά
+στην βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό,
+κ' ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς
+καλές κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια.
+
+Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ
+κάπου ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες»,
+όπου έλεγεν ο Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του
+παλαιού μονυδρίου, και οι δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την
+τοποθεσίαν.
+
+ — Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος,
+τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού
+φθάνει.
+
+Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα
+του, το προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι'
+άρχισε να σκάπτη. Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα
+εστάθη.
+
+ — Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι.
+
+Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην
+ώραν, επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν.
+
+Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν
+ηδυνήθην να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών.
+
+ — Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός.
+
+ — Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός.
+
+Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την
+γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του
+μοναστηρίου, ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω
+προς το ρέμμα. Εκεί &εβίγλιζα&, ήτοι ήμην &καραούλι&· είχα δηλαδή
+σκοπιάν, μήπως φανή που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος,
+ώστε να τους δώσω εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν
+ευπρόσωποι προς το μέρος που εκαθήμην.
+
+Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο
+ιδρώς περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των.
+
+Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη.
+
+ — Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να
+φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου;
+
+ — Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και
+πάω εγώ με τον Αλέξανδρον.
+
+Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν θα φάμε κι' όλα,
+κάτω στην βρύσι;
+
+ — Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε
+αυτά εδώ;
+
+ — Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το
+μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα
+μέσ' τα χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να
+κολατσίσουμε.
+
+Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να
+κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν
+αρχίση ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της
+κοιλάδος, οπού εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον
+φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή.
+Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε
+της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα αυγά, κι' ο Γιαννιός από
+έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν ράκος μέσα
+στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες πέρκες
+τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ'
+εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις
+τα όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα
+επάνω, προς την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται
+από το κάτω ρέμμα, το γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου
+έλεγεν ο Νικολός: — Να η Νεράιδες!
+
+Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με
+εξήγαγεν από την πλάνην.
+
+ — Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας
+της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα
+φουστανάκια. Είνε όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο
+Νικολός.
+
+Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν
+ούτ' εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο
+Γιαννιός έκραξε με πραείαν φωνήν:
+
+ — Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από
+στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια
+εγέλασαν οξύν αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες.
+
+ — Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω
+στο μύλο;
+
+ — Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα
+εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ.
+
+ — Εκεί κάτω είνε η μαννού σου;
+
+ — Εκεί είνε.
+
+ — Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε
+γενιά.
+
+ — Μετά χαράς.
+
+Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η
+λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή
+εξαδέλφαι της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη
+τους κόλπους «ως νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε
+χροιά του προσώπου των ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον.
+
+ — Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν'
+απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις
+ήρχετο να παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει
+παραγγελία η μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς
+και τ' ανάψαμε — βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω.
+
+Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός
+να κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το
+είπα εγώ». Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το
+είπε ο Αλέξανδρος». Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα.
+&Μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων&.
+
+Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν.
+Τώρα ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του
+λάκκου, κ' έκαιε πολύ. Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω
+έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον
+δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας δράκας. Η γη εγίνετο
+σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και πόνος.
+
+Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος.
+
+Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των
+δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του
+μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους
+επρόβαλεν έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις
+τον ώμον, βέργαν εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί
+την μέσην του.
+
+ — Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά.
+
+Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν
+εχάρην μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα.
+
+Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από
+νηπιόθεν τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της
+κουμπούρες και με τα χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν
+εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο, αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της
+Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και ήτο ευμενής. — Τι σας
+ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες τώρα να χαρώ
+τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο ώρες;
+Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός
+ορνιού, κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο.
+
+ — Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο Νικολός.
+
+ — Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε
+και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι'
+ο Γιάννης ο Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι,
+κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης, κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ'
+εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και
+στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα, και σε κάθε
+ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ'
+Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα.
+
+Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν:
+
+ — Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν
+είνε, πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε
+αυτός μ' ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να
+καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό,
+θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο γέρο-Μαμούκος, ας έχη
+ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος. Τακούς;
+
+Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν.
+
+ — Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε.
+
+ — Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου,
+ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να
+ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες.
+
+ — Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί
+μου, που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους.
+
+ — Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα
+βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον
+κατά το ρέμμα. Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον
+ανήφορον, επιστρέφοντες εις το χωρίον.
+
+
+
+TO X. Α. TOY...
+
+
+Όπως το διηγούνται, όσοι το έφθασαν, εν ηλικία όντες εις Αθήνας τω
+1870, ο νεκρός του ενός των ληστών του Δηλεσίου, κομισθέντων εις
+Αθήνας κατά Μάιον, είχε το πρόσωπον παραδόξως φαιδρόν και γελαστόν.
+Την ώραν πού τους ετουφεκοβολούσαν τ' αποσπάσματα, ελλοχεύον όπισθεν
+πυκνών θάμνων και βράχων το παλληκάρι εκείνο της Ρούμελης, ίσως διότι
+το ταμπούρι του τού εφαίνετο πολύ ασφαλές, τις οίδε τι είχε σκεφθή, ή
+τι σοβαρόν είδεν, ή τι αστείον ήκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου
+του, κ' εγέλασεν, όπως οι άνθρωποι γελούν. Συγχρόνως, εν ακαρεί, του
+ήλθε το βόλι. Τον ηύρε καίριον εις τον λαιμόν, και τον αφήκεν εις τον
+τόπον.
+
+Μετά δυο ημέρας οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξ τον αριθμόν, εκομίζοντο εις
+Αθήνας. Εις το πρόσωπον του νέου εκείνου όλοι οι φρικώδεις περίεργοι
+είδον εντυπωμένον, πιστωμένον τον γέλωτα. Ούτ' επρόφθασεν, ο ευτυχής
+άνθρωπος, να αισθανθή την πικρίαν του βέλους, αλλ' ο θάνατος του ήλθε
+μυστηριώδης, γλυκύς, προ της αλγηδόνος.
+
+Ο Γιάννης του Λέκα, νέος εικοσαετής, εφαίνετο ότι έχαιρε μεγάλην
+χαράν σφόδρα, όταν του έλεγαν ότι θα ήρχετο εκείνον τον χρόνον, διά
+να τον πάρη στρατιώτην, το περιοδεύον Στρατιωτικόν συμβούλιον.
+Άρχιζεν αμέσως να κάμνη βήματα, προφέρων: έν γυό, έν γυό, κ' ήτον
+όλος γέλοια και χαρά. Πλην, όταν ήλθε πράγματι η Στρατολογική
+Επιτροπή, προς μεγάλην χαράν του Δημάρχου, και κατέλυσαν άλλοι εις
+την Δημαρχίαν, άλλοι στο οιονεί ξενοδοχείον, κι' άλλοι στα σπήτια
+μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να παύση τα γέλοια, η ενδόμυχος ευθυμία και
+το θάρρος του έφυγαν, κ' ηρνήθη αποτόμως να παρουσιασθή ενώπιον της
+Επιτροπής. Εστήλωνε τα πόδια του, αντεστήλωνε το κορμί του, έκλαιε,
+κ' εφώναζε: «δεν πάω, δεν πάω». Όταν δε ο υπίατρος οδηγήθη στο
+σπητάκι της Λέκαινας, κ' εδοκίμασε να ιδή και να εξετάση τον
+κληρούχον, ο Γιάννης έπεσεν εις μίαν γωνίαν, εμαζώχθη, εκουβαριάσθη,
+εσταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλόν του, έκαμψε τους
+πόδας του με τα γόνατα έως τον αφαλόν, και ηρνήθη να υποστή την
+εξέτασιν του ιατρού. Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη
+«βλάκα», και τον απήλξε πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως.
+
+Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα
+εξωκκλήσια, όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την
+ανατολήν του έαρος έως το βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του
+φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο χειμών. Πρώτον εις την Παναγίαν της
+Αγαλλιανούς, όπου η ψυχή μας εμοσχοβολούσε ία και ναρκίσσους και
+λευκά άνθη της αγραμπελιάς. Είτα εις την Παναγίαν την........., όπου
+έτρεχε με μόρμυρον και ρόχθον το ρεύμα της Ζωοδόχου, κάτω εις τους
+μυστηριώδεις καταρράκτας με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους
+ανέρποντας κισσούς ανά τους υγρούς βράχους εις τα κυρτά υλομανούντα
+δένδρα. Και στον Άι-Γεώργην, όπου αι τόσαι νύμφαι του χωρίου
+ελιτάνευον στολισμέναι με τα πεποικιλμένα μανίκια, τας μεταξωτάς
+ποδίας και τα χρυσά ποδογύριά των, ερχόμεναι άλλαι με της βάρκες και
+άλλαι διά ξηράς. Και εις τα Πέντ' Αδέλφια, όπου τα αγκαλιασμένα
+γηραιά δένδρα καλύπτουν την βρύσιν και στεγάζουν τον πενιχρόν ναόν με
+το θεσπέσιον άλσος των. Κ' εις τον Άι-Γιάννην τον &Μυρωδίτην&, όπου
+τα τελευταία αηδόνια εκαλούσαν εις διαδοχήν τα κοσσύφια ανά το .....
+.................................. από το ύψος των...................
+έως τον γιαλόν.... .........................., και το κελαρύζον νερόν
+του βαθέος, ανερχομένου Διακαλιού ανέβλυζεν από την ρίζαν της γηραιάς
+δρυός, όπου με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των &φυλλομανούντων& κλώνων της
+διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων. Πόσαι οικογενειακαί θαλίαι είχον
+τελεσθή το πάλαι υπό τους βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα άκακα ερωτικά
+ζεύγη είχον εύρη ποτέ καταφύγιον εις την σκιάν της. Και είτα εις τον
+Άγ. Ηλίαν και εις τον Άγ. Παντελεήμονα, κ' εις την Παναγίαν την
+Πρέκλαν, κ' εις την Παναγίαν του Καρδάση κ' εις την άλλην Παναγίαν του
+Αραδιά, κ' εις τον Άι-Γιάννην του Κάστρου, κ' εις τον άλλον Άι-Γιάννην
+του Μετοχιού, κ' εις τον Άι-Δημήτρην, κ' εις τον Άι-Ασώματον τ' Αγγελή,
+και τέλος εις την Παναγίαν την Καστριώτισσαν, όπου πάσα σεμνότης και
+πάσα χάρις εν γαλήνη συνηνούντο, και πας γόνυ έκλινεν ενώπιον της
+θείας (εν γαλήνη) Πολιούχου: «Διανέμοις των χαρισμάτων την σην γαλήνην,
+Θεοτόκε, τη ψυχή μου».
+
+Όλα ευωδίαζον άνοιξιν και απλότητα και χαράν. Ο Γιάννης έμβαινεν εις
+το παρεκκλήσι γελών, τον ωδηγούσεν η μάννα του, χήρα έχουσα αυτόν ως
+μοναχογυιόν, να «χαιρετίση», δηλ. να ασπασθή την εικόνα στο
+προσκυνητάρι, την ησπάζετο γελών, είτα επήγαινε στ' αριστερά του
+χορού, κ' έστεκε δίπλα εις το άκρον ανατολικόν στασίδι, δύο βήματα
+από την βορείαν πύλην, όπου αι γυναίκες έφερον τυλιγμένας με προσόψια
+τας προσφοράς, και έγραφαν τα ονόματα, δηλ. τα έγραφεν ο παπάς καθ'
+υπαγόρευρευσιν ιστάμενος εις το χάσμα της θύρας, με το
+μολυβδοκόνδυλον, κρατών φύλλα διπλωμένα χάρτου επί του βιβλίου των
+Αποστόλων ή των Ψαλτηρίων· «Γεωργό, Γεωργό και του πλι» (δηλ. το
+πλοίον) μετά των συμπλεόντων αυτώ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς
+έγραφε, Ν. Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.),
+Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ. Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων και αδελφών
+αυτών».
+
+Εκεί έστεκεν ο Γιάννης, και ήκουε γελών τα υπαγορεύματα των γυναικών,
+τας απηχήσεις και τους &ασπασμούς& του παπά. Τέλος, όταν ήρχιζεν η
+ψαλμωδία, ο Γιάννης εξηκολούθει να γελά προς τας αντιφωνίας των
+διαφόρων νεαρών ψαλτών και τας οξυφωνίας του παπά. Συνήθως αντείχεν
+όρθιος επί ώρας, είτα εκάθητο εις το σκαλοπάτι του βήματος κάτωθεν
+της τελευταίας αριστερά εικόνος (ήτις ήτο συνήθως του Αγίου του
+ναού). Η μάννα του, επειδή τον είχε μονογενή, συχνά έταζε και
+παρεκάλει τους Αγίους «να τον κάμουν καλά». Πλην φαίνεται ότι αυτός
+ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και οι Άγιοι
+δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του
+ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει.
+
+Η ψαλμωδία εξηκολούθει δι' όλης της νυκτός. Πενήντα ή εκατόν άνδρες
+και παιδιά — συνήθως είχον παραφάγη καί παραπίη — εκοιμώντο έξω,
+ανάμεσα στους σχοίνους, και οκτώ ή δώδεκα γυναίκες, και τρεις γέροι,
+εις τα στασίδια ή στας πλάκας του ναού εκοιμώντο καθήμενοι. Ενίοτε
+ηκούετο το ρογχάλισμα του ιερέως μέσα απ' το Άι-Βήμα. Ο ψάλτης
+υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο-
+Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο
+νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο
+τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης άγρυπνος δεν έπαυε να γελά.
+
+Κάτω εις την πολίχνην, όπου ο Γιάννης ήτο ευθυμία και χαρά των
+σπητιών, ο ίδιος εγέλα θορυβωδέστερον όταν συνήντα ένα από τους
+περιπλανωμένους του χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του, ή τον Ζαχαρίαν τον
+Κούκον, ή τον Τάσον τον Νικολήν, ή τον Ματώ απ' τον Απάνω Μαχαλάν.
+Τότε άνοιγε πράγματι η καρδιά του. Εγέλα ακρατήτως, και δεν ημπορούσε
+«να μαζώξη το στόμα του». Ήτο ως να έλεγε: «Χαίρομαι, αδελφέ μου, πού
+σε βλέπω τέτοιον· οι άλλοι που μας γελούν είνε πολύ χειρότεροι».
+
+Κ' εις τα ξωκκλήσια, κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας, συνήθως ήρχετο
+μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε, ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο
+νυχτοβάτης, ή ο πάτερ-Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος
+και ξεσκούφωτος. Όταν τον έβλεπεν ο Γιάννης, τότε ησθάνετο άκραν
+ευθυμίαν, κ' ενετρύφα εις την θέαν του. Ο Ιωακείμ ίστατο εις την
+άλλην γωνίαν του Τέμπλου δεξιά και συνήθως του έδιδον οι ψάλται να
+διαβάση το ψαλτήρι. Ο Γιάννης δεν εχόρταινε να τον κυττάζη, κ' εγέλα,
+εγέλα με ηδονήν άρρητον.
+
+Και όταν δεν ήτο πανηγύρι ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως
+εις την εξοχήν. Είχεν η μάννα του μικρούς ελαιώνας και χωραφάκια, κι'
+ο πτωχός νέος φαίνεται ότι κάτι έκαμνεν εις γεωργικάς αγγαρείας και
+βοηθητικά έργα, με όλην την αδυναμίαν του. Αλλά και τότε, όταν επέρνα
+από εξωκκλήσι, επέζευεν, έδενεν εις την ρίζαν θύμου το γαϊδούρι, και
+εισήρχετο εις τον ναΐσκον. Εκεί έβγαζεν ατάκτους φωνάς, θέλων να
+μιμηθή τους ψάλτας, και κάποτε έβαλλε χείρα εις εικονίσματα και τα
+κατεβίβαζε κάτω διά να τα ξεσκονίση, όπως εφρόνει· άλλοτε έβγαζε τα
+θυρόφυλλα της Αγίας Πύλης, κι' άρχιζε να τα πελεκά με το μικρόν
+κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα επανέφερεν εις την θέσιν των, και πότε
+τ' άφινε κάτω εις το έδαφος, όπου έτυχε.
+
+Η Μαλαμμώ του μπάρμπα Δημητρού, συμβία του Γιώργη του Πολύζου, ήτο
+απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν. Άλλη δεν ήτον ως αυτή να
+τρέχη διαρκώς σ' όλα τα ξωκκλήσια, να τ' ασβεστώνη, να τα καλλωπίζη.
+ν' ανάφτη τα κανδήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων
+γυναικών ευποροτέρων της.
+
+Είχε μετακομίση στης πλάτες της πέντε ή έξ παληοσάνιδα, τα οποία της
+έδωκαν, διά να επισκευάση την στέγην του ναού του Χριστού στο
+Κάστρον. Η Μαλαμμώ, χάριν ευκολίας, τα απέθεσε προσωρινώς έξωθεν του
+Κάστρου, προ φοβερού χάσματος της παλαιάς γεφύρας, κ' εις την κάτω
+βαθμίδα της ιλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτερούς και πλατείας
+σκάλας. Ήτο μεσοβδόμαδα. Η Μαλαμμώ έλεγε μέσα της «Χριστιανός δεν θα
+βρεθή να τα κλέψη». Και όμως ευρέθη. Υψηλά από το μικρόν σαθρόν
+καλύβι, όπου ήτο έν παληοχώραφον ανάμεσα εις τα ορμάνια, όπου έβοσκε
+πέντε ή έξ ψωραλέας αίγας ο Νικολός ο Μπασιόλης, μακρόθεν επί πολλήν
+ώραν ετηλεσκόπει την Μαλαμμώ, ώστε είχε αποκάμει στα μάτια να την
+κυττάξη, κ' εμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ' τα δόντια του: «Πού τα πάει
+αυτή, τρομάρα της, τα παληοσάδια;»
+
+Την υστεραίαν η Μαλαμμώ είχε δουλειά στο σπήτι της, κάτω στο χωρίον,
+τρεις ώρας δρόμον. Την τρίτην ημέραν δεν ευκαιρούσεν ο σύζυγός της,
+όπου ήτο ολίγον κτίστης, αλλά και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλην
+ήτο Σάββατον, κ' η Μαλαμμώ εκατάφερε τον σύζυγόν της να υπάγουν μαζί
+και το μουλάρι, να κουβαλήση αυτός άμμον κι' ασβέστην από μίαν
+ανεμιαίαν έπαυλιν, όχι πολύ μακράν του Κάστρου, να εισέλθουν φέροντες
+και τα σανίδια τ' αποτειθεμένα έξω, να φθάσουν εις τον ναόν του
+Σωτήρος, κι' αυτή ν' ασβεστώση, κ' εκείνος ν' ανεβή στον τοίχον,
+πατών ως εις σκαλωσιές εις τα λιποπετρούντα τοιχία τα πλαγινά, να
+καρφώση τα σανίδια εις το ελλιπές μέρος της στέγης, να τα επιχρίση με
+την κονίαν που θα εζύμωνε με τα υλικά που έμελλε να μετακομίση
+(εκείνη ν' ασβεστώση τους τοίχους ή την θύραν και τα παράθυρα, κι'
+αυτός ν' αναβή στην στέγην, πατών ως εις σκαλωσιές επάνω εις τα
+ερειπωμένα και σεισμοπετρούντα τοιχία τα πλαγινά και να την
+επισκευάση).
+
+Φθάνουν εις τα πρόθυρα του Κάστρου, κάτω εις το βαραθρώδες του
+χάσματος, κυττάζει η Μαλαμμώ. Τα σανίδια έλειπαν. Έκαμε πολλούς
+σταυρούς, ηπόρησεν, ηγανάκτησε.
+
+ — Το λοιπόν, πού τάχεις βάλη τα σανίδια; ηρώτησεν ο Πολύζος.
+
+ — Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ' ακούμπησα.
+
+ — Πού είνε τα, το λοιπόν;
+
+ — Πούν' τα; Να κοπή το χεράκι του όποιος τα πήρε.
+
+ — Δεν σούπα εγώ, βλοημένη, να μην κάνης μισές δουλειές; Ή να
+καρτερέσης έπρεπε ν' αδειάσω, να τα κουβαλήσουμε το μουλάρι, ή, αφού
+τάφερες, νάκανες ακόμα έναν κόπον να τα πας ως μέσα στην Εκκλησιά.
+
+ — Και ποιος ξέρει, αν δεν θα τα βρούμε μέσ' στην Εκκλησιά, είπε το
+Μαλαμμώ με εύκολον θάρρος και προς ιδίαν της παρηγορίαν. Έλα, Χριστέ
+μου, καμμιά καλή Χριστιανή θα ήρθε χτες-προχτές ν' ανάψη τα κανδήλια,
+και την εφώτισ' ο Θεός και τα κουβάλησε.
+
+ — Άμποτε!
+
+Ο Πολύζος εξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώον, έδεσε το ζώον του, ανέβασε
+με πολύν κόπον πρώτον τον σάκκον της άμμου, είτα την κοπάναν με τον
+ασβέστην ανά την υψηλήν φοβεράν σκάλαν, η γυνή ανήλθε με το καλαθάκι
+της, όπου είχε λάδι, κηρία, ως και μικράν προμήθειαν τροφίμων. Είτα
+εφορτώθη αυτή τον ασβέστην, ο ανήρ της επήρε την άμμον και το
+καλαθάκι, υπερέβησαν την σιδηράν πύλην, και εισήλθον εις το παλαιόν
+έρημον χωρίον. Μετά δέκα λεπτά έφθασαν προ του ναού. Εξεφορτώθησαν,
+εκάθισαν να ξαποστάσουν. Της εφάνη της Μαλαμμώς ότι ήκουε κάτι ως
+χαλαράν και άρρυθμον ψαλμωδίαν έσωθεν του ναού. Δεν επίστευσε τ'
+αυτιά της. Επλησίασεν εις την θύραν, την ώθησεν. Η θύρα ήτο κλεισμένη
+ένδοθεν. Ηκούοντο τώρα ευκρινέστερον αι άμουσοι ψαλμωδίαι.
+
+ — Ωχ, Θε μου, τι να είνε, είπε το Μαλαμμώ. Έλα, Πολύζο, να ιδής και
+ν' ακούσης. Η πόρτα είνε κλειδωμένη από μέσα.
+
+Επλησίασεν ο άνθρωπος, έκρουσεν, ώθησεν ισχυρώς. Εις μάτην. Η θύρα
+ήτο πράγματι μανδαλωμένη.
+
+ — Τι πειρασμός είνε αυτός, έκραξε το Μαλαμμώ, συνάπτουσα τας χείρας.
+Τα σανίδια λείπουν απ' έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη, κι'
+ουρλιάσματα άχαρα ακούονται μέσα. Τι νάν' αυτό; Μπαίνουν τάχα και
+στης εκκλησιές πειρασμικά πράγματα;
+
+Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου η ακοή των
+αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις «Χριστός Ανέστη».
+
+ — Χριστός Ανέστη, επανέλαβεν η Μαλαμμώ. Κι' ακόμα τώρα πέρασε το
+μεσοσαράκοστο.
+
+Ήτο τωόντι σάββατον της Δ' εβδομάδος των Νηστειών.
+
+ — Μην πηαίνη αλλά φράγκα ούτος που είνε μέσα; είπεν ο Πολύζος.
+
+ — Στοιχειό θα είνε· ξορκισμένος οξαποδώ, απήντησεν η Μαλαμμώ.
+
+ — Κανένας μουρλός θα είνε, είπεν ο Πολύζος. Ας ιδούμε. Μην είν'
+εκείνος ο Γιάννης της Λέκαινας;
+
+Έκρουσε πάλιν δυνατότερα την θύραν. Είτα ανέβλεψεν ανά τον τοίχον, κ'
+έδειξεν εις ύψος δύο οργυιών σχεδόν τον μικρόν φεγγίτην με την
+χρωματιστήν ύαλον, που έφεγγε τον ναόν από την δεξιάν πλευράν.
+
+ — Να μπορούσα ν' ανεβώ 'κεί απάνω, είπεν. Έλα, βόηθα, Μαλαμμώ, να
+σωρέψουμε πέτρες πολλές, να της στερεώσουμε, για ν' ανεβώ ως εκεί.
+
+ — Δεν φωνάζουμε μια, είπε το Μαλαμμώ, αλλά δεν υπήρξε φωνή και
+ακρόασις.
+
+Ήρχισαν ν' αποκόπτουν λίθους από τα ερείπια των παλαιών οικιών εδώθεν
+κ' εκείθεν. Όταν συνέλεξαν λίθους αρκετούς, ήρχισεν ο Πολύζος να τους
+στοιβάζη εις σωρόν. Πλην τότε παρ' ελπίδα ηκούσθη κρότος μανδάλου ή
+μοχλίου αποσυρομένου και οξύς γέλως ήχησεν εις το χάσμα της
+διανοιγείσης θύρας.
+
+Ήτο τωόντι ο Γιάννης του Λέκα. Υπεδέχετο με παιδικούς καγχασμούς την
+γυναίκα και τον άνδρα της.
+
+ — Α! Εσύ 'σαι λοχεμμένε! είπε η Μαλαμμώ — γιατί δεν ακούς τόσην ώρα
+που σε φωνάζουμε;
+
+Ο Γιάννης απήντησε διά νέου καγχασμού. Εστράφησαν προς την θύραν, και
+είδον τα εντός.
+
+Ο Γιάννης είχεν ανάψει διά μαναλίου όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί
+εκεί, είχε χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το
+λαδικόν, που εύρεν εις το ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε
+κατορθώσει να τ' ανάψη ως πυροφάνι, μόνον δύο κανδήλια εκ των επτά ή
+οκτώ των προ του Τέμπλου και του προσκυνητηρίου, και ηυφραίνετο
+ψάλλων το «&Χριστός Ανέστη&, όπως αυτός ήξευρεν. Είχε βαρεθή την
+σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το προεορτάζη.
+
+Αφού εγέλασεν αρκετά, η Μαλαμμώ έσβυσε τ' απόκηρα, επροσπάθησε να
+σκουπίση τα χυμένα λάδια, και είτα εμελέτα ν' αρχίση το ασβέτωμα.
+Ελησμόνει ήδη τα χαμένα σανίδια. Αλλ' ο Πολύζος είπε:
+
+ — Και πούν' τα σανίδια, Μαλαμμώ;
+
+ — Πούν' τα, μαθές, επανέλαβεν η γυνή.
+
+Τυχαίως και στον βρόντον η γυνή εστράφη προς τον πτωχόν νέον, και τον
+ηρώτησε:
+
+ — Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά;
+
+Ο άκακος νέος απήντησε μόνον:
+
+ — Κουβάλας.
+
+Ο περί ου ο λόγος τωόντι είχε συναντήσει τον Γιάννην κατά την
+προχθές, την ώραν οπού εκουβάλα τα κλοπιμαία. Του έδωκε δύο ξυλειές
+ως αρραβώνα, και τον εφοβέρισε να μη μαρτυρήση τίποτε. Ο Γιάννης
+απήντησε με το παγωμένον γέλοιο του.
+
+Είχε ξεχάσει της ξυλειές, ως και την φοβέραν. Την επαύριον ανεύρε τα
+κλοπιμαία η Μαλαμμώ.
+
+
+
+Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ
+
+
+
+Ότ' είχε βασιλέψ' ο ήλιος. Κατεβαίναμε τo στενό καλδερίμι, τον
+κατήφορο. Ζερβά μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παληού σπιτιού του
+Γιάννου τ' Αγιώτη (μια φορά ήταν του Γιάννου τ' Αγιώτη, όταν ο
+μακαρίτης εζούσε κ' εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν ξέρω πλια τίνος είνε,
+γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι, με τη
+ρόκα της, με ταδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι' άλεθε η γλώσσα της.
+Την στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ' το στόμα
+της.
+
+ — Τρεις όπ' σ' έχω, άντρα, και τρεις όπ' μ' έχεις έξη· και τρεις του
+παιδιού, εννιά...
+
+Εκείνο το δειλινό είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νειόνυφη, η
+γυναίκα του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Έξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ'
+το γάμο. Η θεια Μορισώ εσκολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο,
+το 'φταμηνίτικο ή το πρωιμάδι, που είχεν έρθη στον κόσμον αυτόν.
+
+Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν
+είχαν γείνη ακόμα, έτσι τα εσκόλιαζε. Δεν άφινε καμμιά κουβέντα,
+κανένα μαντάτο, κανένα «λακριντί», που να μην τ' αποσώση. Μ' αυτά,
+και με τη ρόκα της, περνούσε την ώρα της, κ' έκανε να περάσουν και
+των άλλων γυναικών η ώρες. Αλλοιώς, τι θα γινότανε, 'ς αυτόν τον
+παληόκοσμο;
+
+Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο
+αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιός της ο μεγάλος, από
+τριάντα χρόνια τώρα, είχε πάρη μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γείνη, και
+δεν ακούστηκε πλια. Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον
+στην Αμέρικα χρόνια, της έγραφε πως θάρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη
+της, την είχε καλοπαντρέψη, μα δεν είχε τύχη να ζήση· πέθανε στη
+γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν' αποκτήση το δικαίωμα ο
+πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ' ύστερα, στους πέντε
+μήνες, ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήταν ο μεγαλείτερος καϋμός της θεια-
+Μορισίνας!
+
+Για να μαλακώση, η ταλαίπωρη, τον πόνο της, έκαμε στην αρχή να πέση
+στα θεία και σε αγαθοεργίες. Θέλησε να πάρη ψυχοκόριτσο έν' αρφανό,
+πού κανείς δεν ήξερε τον πατέρα του. Επειδή όμως ήτον πολύ αράθυμη,
+και όταν θα θύμωνε, θα φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!», για να μην
+κολάζη την ψυχή της, έκαμε καλύτερα να το διώξη, ύστερ' από τρεις
+'μέραις αφού το πήρε στο σπίτι της.
+
+Καμπόσες φορές είχε κάμη κόλλυβα και λειτουργιές για τους
+πεθαμμένους. Ύστερ' απ' ολίγο, τα έφερε ο διάολος να μαλλώση με τον
+ένα, έπειτα με τον άλλον, παπά της Εκκλησιάς· τότε κι' αυτή, για να
+μην τους τα χαραμίζη, και κολάζη την ψυχή της, έπαψε της προσφορές
+και τα μνημόσυνα.
+
+Μόνο επήγαινε ακόμα στην Εκκλησιά, κ' εκολλούσε κεράκια στους Αγίους.
+Ύστερα, επειδή μέφτηκε τον επίτροπο, πως έκλεψε τάχα απ' το παγγάρι,
+έπαψε ν' αγοράζη απ' την Εκκλησιά, κ' έπαιρνε απ' τον μπακάλη. Έπειτα
+ο παπάς, οπού δε τάχε ακόμα καλά μαζί της, της είπε να μη φέρνη
+νοθεμμένα κεριά, μόνε να ψωνίζη απ' το παγγάρι. Τότε κι' αυτή έπαψε
+να κολλά κεριά.
+
+Ωστόσο, επήγαινε ακόμα στην Εκκλησία. Ύστερα, επειδή έβλεπε καμπόσες
+γυναίκες, οπού αυτή της είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να
+έρχωνται κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακρινούς
+σταυρούς και στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια
+στην Εκκλησιά, για καμπόσον καιρό.
+
+Τόσο κακότυχη που έμεινε, για να έχη μια παρηγοριά στη μονοτονία της
+ζωής της, αποφάσισε και δεύτερη φορά να πάρη ένα ψυχοπαίδι, που να
+είνε από μάννα και πατέρα, για να μην την βάζη ο πειρασμός, στο θυμό
+της απάνω, να το φωνάζη μπάσταρδο. Ηύρε, αλήθεια, ένα ορφανό, που
+ήτον κι' από μακρινή γενιά της. Το πήρε, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε.
+Κείνο βγήκε πολύ θεληματάρικο, απαιτούσε πάντοτε «το δικό του να
+γένη». Αυτή ήτον πολύ αψίθυμη, και δεν έκαναν καλό χωριό οι δυο τους.
+Τέλος, το παιδί μπαρκάρησε, «πήρε τα μάτια του κ' έφυγε», και τον
+δεύτερο χρόνο επνίγη μ' ένα καΐκι που αρμένιζε. Και πάλι η θεια
+Μορισίνα απέμεινεν έρμη και μοναχή.
+
+Και τώρα εγήραζε, κ' εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες
+τοίχους του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη
+πατριωτάκι, μα ξένο, για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ' ένα
+κορίτσι από ξένα μέρη, απ' τη στεριά την αντικρινή, φτωχό, έρμο και
+σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε. Αυτό, σαν έγεινε
+δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ' ένα νέον στη γειτονιά και μια βραδειά, τη
+σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε
+ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε
+«ξεχωρισμένη» κι' «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ'
+έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή θα με πάρης, ή θα χαθώ».
+
+Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ' το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να
+την πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ
+«τα ηύρε σκούρα». Οι δικολάβοι, όπου δεν λείπουν από κανένα μικρό
+χωριό, υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από
+το σπίτι. Η θεια το Γιαλινάκι επήγε 'ς ένα ξάδερφό της, που ήτον
+κάπως μεγάλος και τρανός, ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι' αυτός
+την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την
+αφήση να πεθάνη απ' το κρύο, κι' από το άλλο μέρος, να του κάμη το
+σπίτι απάνω του, &οικονομικά&, καθώς το ξανάλεγε ύστερα η θεια
+Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και του
+έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ' έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες
+μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι' άρχισαν να κατεβάζουν τα
+κεραμίδια...
+
+Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι' άρχισε
+να χύνη τόσα δάκρυα απ' τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη
+στέρνα βουλλωμένη, που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε
+να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον
+επαρακάλεσε να της χαλάση το έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος όμως
+δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ'
+είπε πως το σπίτι ήτον δικό του...
+
+Αφού είδε κι' αποείδε, η γρηά Μορισίνα, ότι καμμιά δουλειά, κανένα
+έργο, ό,τι κι' αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα
+υστερνά της βάλθηκε κι' αυτή ν' αποσάνη της κουβέντες, τα μαντάτα,
+και της δουλειές των αλλονών. Κ' επέρναε τον καιρό της να κρένη και
+να ξεστομίζη σκόλια για κάθε τι. Η μεγαλείτερη δουλειά της ήτον να
+λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκόμια για τον καθένα.
+
+Άμα έβγαινε το πουρνό απ' την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε
+ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων' εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά
+απ' το σπίτι της, κ' έπιανε λακριντί με της γειτόνισσες. Της
+καθημερινές έκανε και τη ρόκα της, εδούλευε κ' η γλώσσα της, σαν να
+έκαναν ζευγάρι τα δυο. Της Κυριακές, που έβλεπε και πλειότερον κόσμο
+(γιατί το στερνό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο σοκάκι κατά το
+γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της.
+
+Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια
+γιαλιστερή βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε:
+«Κόρδα και φούντα, και τάσπρα, πούν' τα;»
+
+Αν επερνούσε καμμιά νειόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια,
+που η κορμοστασιά της δεν της εφαίνοταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι
+ανέμη, θα 'πω; κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!..»
+
+Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν' τούτο, μαθές; πώς δεν
+την εξεδίπλωσε η μάννα της; ...»
+
+Αν ήτον καμμιά ψηλή κ' άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη
+λαμπάδα σπασμένη.... που το πάει ο μπάρμπ' Αναγνώστης μπροστά απ' τον
+παπά, που θα πη το «Σοφία, ορθοί»;
+
+Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου
+Άραμ 'ς (παραγκώμι ενός βαφειά του τόπου).
+
+Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να
+χτίση άλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός (παρατσούκκλι
+του πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια).
+
+Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια τάπαιρνε «κουτουριάρικα», και
+τάχε σχεδόν μονοπώλιο, η γρηά Μορισίνα. Εκείν' η παροιμία που
+ακούσαμε απ' το στόμα της: «Τρεις οπ' σ' έχω...κτλ.», ήτον μόνο
+συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο πριν, όταν είχε γείνη ο αρρεβώνας,
+του ίδιου ταντρόγυνου, είχε 'πή: «Τα όρνια παντρεύουνται, και τα
+στοιχειά βλογιούνται.... »
+
+Μια βραδειά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι
+αρρεβωνιασμένων, οπού η μανάδες και των δυο κάτι παληά ψεγάδια είχαν,
+φαίνεται, στην υπόληψί τους, η γρηά έξαφνα είχε ξεφωνίση:
+
+ — Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ' πω!
+
+ — Σε τι είνε ταιριασμένο, θεια Μορισώ; την ερώτησαν.
+
+ — Να, πλειά π......ς γυιός, και π.....ς θυγατέρα· απήντησεν η
+γερόντισσα.
+
+Μια χρονιά, είνε τώρα πολύς καιρός, ο καινούριος δήμαρχος που είχε
+γείνη στο χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του
+Δήμου του φτωχού, για να κάμη λέει, «αρτεσιανά φρέατα».
+
+Ύστερ' απ' ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ' έγειναν άχρηστα.
+Η θεια Μορισίνα πήγ' ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της 'ς έν' απ'
+αυτά, και δεν ηύρε νερό στάλα.
+
+ — Παλαβώσανε και τα φτιάσανε, παλαβώσανε και τα χαλάσανε, είπε.
+
+Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ' απ' ολίγο
+σχωρέθηκε.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λαογράφους μας
+
+ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ εις 120 τόμους δεμένους αξίας
+δραχ. 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα
+
+ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
+
+ΑΙΣΧΥΛΟΥ
+Πέρσαι, Μετάφρ. Ιωάννου Ζερβού 1.50
+Αγαμέμνων, Μετάφρ. Ι. Γρυπάρη 1.50
+Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1.50
+Χοηφόροι, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50
+Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1.50
+Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1.50
+Ικέτιδες, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50
+Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10.50
+
+ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
+Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1.50
+Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50
+Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1.50
+Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50
+Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1.50
+Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50
+Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1.50
+Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10.50
+
+ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
+Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1.50
+Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1.50
+Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50
+Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
+Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50
+Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50
+Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50
+Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
+Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1.50
+Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50
+Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50
+Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1.50
+Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1.50
+Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50
+Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
+Ελένη, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
+Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.50
+Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1.50
+Τρωάδες, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50
+Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 23.50
+
+ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
+Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2. —
+
+ΟΜΗΡΟΥ
+Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τόμ. 6 6. —
+Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τόμ. 6 6. —
+
+ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
+Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2. —
+Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3. —
+Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 5. —
+Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. —
+Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. —
+Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2.50. —
+Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. 27. —
+
+ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
+Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη 2.50
+Κύρου Ανάβασις, Μ. Δ. Αναστασ. τόμ. 2 5. —
+
+ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ
+Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου 1. —
+
+ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
+Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβού, τ. 4 10. —
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+Άπαντα, Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμ. 6 13. —
+
+ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
+Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού 3. —
+Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα 5. —
+Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. —
+Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου 3. —
+
+ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
+Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλ. 1. —
+Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλ. 2. —
+Οι τέσσαρες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλ. 1.50. —
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου 1.20. —
+Απολογία Σωκράτ. Μτ. Α. Μωραϊτίδου 1.50. —
+Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου 0.80. —
+Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου 2.50. —
+Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 3. —
+Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 2. —
+Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. —
+Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου 2.50
+Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη 2. —
+Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη 2.50. —
+Ίππαρχος — Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου 0.80. —
+Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. —
+Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1. —
+Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. —
+Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50. —
+Πρωταγόρας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 2. —
+Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως 3. —
+Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου 1.50. —
+Ιππίας μείζων και ελάσσων, Μτ. Ζάμπα 2.50
+Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1. —
+Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2 6. —
+Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. —
+Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 1. —
+Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα, τόμ. 2 8. —
+Ερυξίας — Αξίοχος — Αλκυών, Μτ. Μάνεση 1. —
+Δημόδοκος — Σίσυφος — Κλειτοφών —
+Ίων — Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη 2. —
+Θεάγης — περί Δικαίου — περί Αρετής,
+Μετάφρασις Λιμπεροπούλου 0.80. —
+Επιστολαί και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα 2. —
+Ολόκληρος ο Πλάτων εις 38 τόμους 65.70. —
+
+ΗΡΟΔΟΤΟΥ
+Μούσαι, Μετ. Α. Σκαλίδου, τόμ. 4 12. —
+
+ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
+Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή, τ. 10 30. —
+
+ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ
+Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη 0.80. —
+
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+Εκδιδομένη υπό την διεύθυνσιν του Δρος Ι. ΖΕΡΒΟΥ
+
+
+
+G. d'Annunzio
+Όνειρον εαρινής πρωίας (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.60. —
+
+Ed. de Amicis
+Σκηναί τον στρατιωτικού βίου. 2. —
+
+Σ. Βασιλειάδου
+Αττικαί νύχτες 6. —
+
+Αρ. Βαλαωρίτου
+Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 5. —
+
+Γ. Βιζυηνού
+Το αμάρτημα της μητρός μου. 3. —
+
+G. Chantepleure
+Τα Ιωάννινα πολιορκημένα 3. —
+
+W. Goethe (Γκαίτε)
+Φάουστ. Μετ. Μ. Αυγέρη 4. —
+Βέρθερος. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 2. —
+
+Ειρ. Π. Δημητρακοπούλου
+Η Υιοθετημένη. Μυθιστόρημα 3. —
+
+Η. Van Dyke
+Διηγήματα. Μετ. Α. Μαρπουτσόγλου 2.50. —
+
+Emerson
+Λόγια τον κόσμου. Μετάφρασις Θ. Χ. Φλωρά. 3. —
+
+Η. Eckermann
+Συνομιλίαι Έκκερμαν με τον Γκαίτε. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. —
+
+Επικτήτου
+Έγχειρίδιον. Μετ. Α. Καμπάνη. 0.80. —
+
+Αρ. Εφταλιώτη
+Νησιώτικες Ιστορίες 3. —
+
+G. Flaubert
+Ο πειρασμός του Αγ. Αντωνίου. Μετ. Κ. Βάρναλη. 3. —
+
+Ιω. Ζερβού
+Μύθοι της Ζωής 3. —
+Ιστορία της ιδέας. Γαβατάμας — Αστάρης 4. —
+
+Ε. Zola
+Η Ταβέρνα. Μετ. Χ. Νεοκλέους. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 4.50. —
+Η Γη. Μετ. Μπ. Αννίνου. (εκδ. επί κοινού χάρτου) 4.50. —
+
+Λουκίας Ζαδέ
+Όταν ήμουν στον πόλεμο 1.50. —
+
+Γ. Ζαλοκώστα
+Τα άπαντα (εκδ. επί κοιν. χάρτου). 3.50. —
+
+Θεοφράστου
+Χαρακτήρες. Μετ. Μ. Σιγούρου. 1. —
+
+Θεοκρίτου
+Ειδύλλια. Μετ. Ιω. Πολέμη 2. —
+
+V. Hugo
+Φιλοσοφία και Φιλολογία. Μετ. Γερ. Βουτσινά 2.50. —
+
+Η. Ibsen (Ίψεν)
+Οι βρυκόλακες. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. —
+Το σπίτι της κούκλας. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.40. —
+
+Ν. Καρβούνη
+Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας 4. —
+
+Ι. Κονδυλάκη
+Ο Πατούχας. 3. —
+
+Διον. Κοκκίνου
+Γρίμποβο, Μπιζάνι, Γιάννενα 3. —
+
+Ανδρ. Κάλβου
+Η Λύρα.2. —
+
+P. Calderon
+Ο Αλκάδης της Θαλαμέας.(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. —
+Το στοιχειό. (επί κοινού χάρτου). 1. —
+
+Δ. Καμπούρογλου
+Αναδρομάρης.3. —
+Θρύψαλα.2. —
+
+Λουκιανού
+Άπαντα. Τόμ. 6. Μετ. Ιω. Κονδυλάκη.18. —
+
+G. Leopardi
+Ηθικά έργα. Μετ. Α. Καμπάνη. 3. —
+
+Μ. Λιδωρίκη
+Πολεμικοί εντυπώσεις ευζώνου. 3. —
+
+Μ. Maeterlineq (Μέτερλινγκ)
+Ο θησαυρός των ταπεινών. Μετ. Ν. Καζαντζάκη . 3. —
+
+Μουσαίου
+Ηρώ και Λέανδρος. Μετάφρασις Σίμου Μενάρδου 0.70. —
+
+Molière (Μολιέρου)
+Τα ερωτικά πείσματα, Μετ. Ν. Ποριώτη.1.50. —
+Ταρτούφος. Μετ. Ιω. Σκυλίτση (έκδοσις επί κοινού χάρτου. 1.20. —
+Αγαθόπουλος ο Ξηροχωρίτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.80. —
+Αρχοντοχωριάτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 1. —
+
+ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
+
+Σ. Μελά Το άσπρο και το μαύρο. Δράμα. 1.50. —
+Πολεμικαί σελίδες, από τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον 1912. 5. —
+
+Π. Νιρβάνα
+Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια. 2. —
+
+Fr. Nietzsche (Nίτσε)
+Η γέννησις της τραγωδίας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. —
+Ο Ζαρατούστρας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 4.50. —
+Γνώμαι και περικοπαί. Μτ. Ι. Ζερβού 3. —
+
+Γρ. Ξενοπούλου
+Στέλλα Βιολάντη 3. —
+Ο κακός δρόμος, κι' άλλα καινούργια διηγήματα 3. —
+
+Κ. Παλαμά
+Τα Πρώτα Κριτικά. 3.50. —
+Οι Καημοί της Λιμνοθάλασοας και τα Σατυρικά Γυμνάσματα. 2. —
+
+Αλεξ. Παπαδιαμάντη
+Η Γυφτοπούλα. 4. —
+Η Φόνισσα. 3. —
+Η Μάγισσες. 3. —
+Πασχαλινά διηγήματα. 1. —
+Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. 1. —
+Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα 1. —
+Ο Πεντάρφανος 3. —
+Τα ρόδιν' ακρογιάλια. 2.50. —
+Η χολεριασμένη. 2.50. —
+Η νοσταλγός. 2. —
+Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη. 3. —
+Τα άπαντα 26. —
+
+Renè Pyaux
+Η δυστυχισμένη Ήπειρος 3. —
+
+Edgar Poe
+Ιστορίες αλλόκοτες. Μετάφρασις Ν. Σπανδωνή. 3. —
+
+Π. Ροδοκανάκη
+Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο 2. —
+
+Ernest Renan
+Οι Απόστολοι. Μετ. Μπάμπη Αννίνου. 5. —
+Βίος του Ιησού. Μετάφρασις Α. Καμπάνη.
+Ο Αντίχριστος. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. —
+
+Εμμ. Ροΐδου
+Συριανά διηγήματα. 3. —
+Διηγήματα. 3. —
+Κριτικαί μελέται. 3. —
+Είδωλα. 4. —
+Μελέται φιλολογικαί, καλλιτεχνικαί, φιλοσοφικαί. 4. —
+Πάρεργα και παραλειπόμενα. 4. —
+Το πνεύμα τον Ροΐδου. 3. —
+Τα άπαντα. Δραχ. 24. —
+
+Jean Richepin
+Ισπανικά παραμύθια. Μετ. Ν. Ποριώτη. 3. —
+
+Σιεγκίεβιτς
+Quo vadis ? (Πού υπάγεις;). 5. —
+
+Σαιξπήρου
+Κοριολανός. Μετ. Μ. Δαμιράλη. 2. —
+Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Μετ. Μ. Δαμιράλη 2. —
+
+Δ. Σολωμού
+Τα Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 2.50. —
+
+Α. Schopenhauer
+Συγγραφείς και ύφος. Μετ. Α. Ζάρκου.3. —
+
+Η. Taine Φιλοσοφία της τέχνης εν Ελλάδι. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50 —
+Φιλοσοφία της τέχνης εν Ιταλία. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50. —
+
+L. Tolstoi
+Η Αναγέννησις. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. —
+Η Νέα ζωή. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. —
+Σονάτα Κρόϋτζερ. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2. —
+Η Ανάστασις. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. —
+
+Γ. Τσοκοπούλου
+Η Θεατρίνα. 3. —
+
+I. Turghenieff
+Το ξένο ψωμί. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. —
+
+Δ. Ταγκοπούλου
+Σκόρπιες μολυβιές. 2. —
+
+Κ. Χρηστομάνου
+Η Κερένια κούκλα. 3. —
+
+
+
+Τιμάται Δραχ. 2,50. —
+
+
+***
+
+
+
+ 1)Το δεύτερον συνθετικόν της δικαστικής εννοίας αυτού — βοηθού ή
+γραφέως αρχείου — «κλερκ» είνε παρεφθαρμένον εκ της ελληνικής λέξεως
+κληρικός. Αρχήθεν η λέξις εσήμαινε τον βοηθόν ή ψάλτην.
+
+ 2) Όρα το διήγημα &η Γλυκοκαρδούσα&, εις τον β' τόμον των &Οψίμων
+(;)&
+
+ 3) Ο Κάρολος Λεβέκ εν τη «Επιστήμη του Καλού».
+
+ 4) Η έννοια του αρχαίου επιγράμματος είνε: Ειπέ ότι την αγαπώ — θα
+το πω.
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA ***
+
+***** This file should be named 33354-0.txt or 33354-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33354/
+
+Produced by Sophia Canoni and George Canonis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20100805-33354-0.zip b/old/20100805-33354-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..46008b3
--- /dev/null
+++ b/old/20100805-33354-0.zip
Binary files differ