diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 33354-0.txt | 5848 | ||||
| -rw-r--r-- | 33354-0.zip | bin | 0 -> 144233 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 33354-h.zip | bin | 0 -> 246786 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 33354-h/33354-h.htm | 5454 | ||||
| -rw-r--r-- | 33354-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 105960 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20100805-33354-0.txt | 5838 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20100805-33354-0.zip | bin | 0 -> 144205 bytes |
10 files changed, 17156 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/33354-0.txt b/33354-0.txt new file mode 100644 index 0000000..f241263 --- /dev/null +++ b/33354-0.txt @@ -0,0 +1,5848 @@ +The Project Gutenberg EBook of Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Sick from Cholera + Published after death + +Author: Alexandros Papadiamantis + +Posting Date: March 29, 2012 [EBook #33354] +First Posted: August 5, 2010 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA *** + + + + +Produced by Sophia Canoni and George Canonis + + + + + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been +changed otherwise. Words in bold characters are included in &. +Square brackets [] or question mark indications (;) of the +original have been kept. Some footnotes have been placed +at the end of the book. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. +Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει +ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. +Οι αγκύλες [] και τα ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου. +Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου έχουν τεθεί στο τέλος του. + + + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ + + + +Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ + + + +ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ +Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915 + + + +Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ + + + +Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο +δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια +διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της +οικογενείας του μετά τον θάνατόν του. + +Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την +έμπνευσιν και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του +μεγάλου διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν +θέλγητρον, το ότι μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την +αφανή επιμέλειάν του περί την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του +διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως, όπως π. χ. εις το δεύτερον της +σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά δύο παραλλάσσοντας +τρόπους. + +Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα, +όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή +φράσις αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που +μας επέβαλε την έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων +του Παπαδιαμάντη και όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί +πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον +ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς το κοινόν. — Αι κατ' +εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν φιλολογικήν +συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν, γίνονται +αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της +παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή +και μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν. + +I. Ζ. + + + +Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH + + + +Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα +της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά +Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία. + +«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο +αδερφός μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που +βλέπεις που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια +μεγαλείτερος από μένα. + +Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών +χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες. +Θα ήταν τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα. + +Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη +χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου +Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με +τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι +Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον +κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε — και +δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα και το θανατικό. Κ' +έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλλαρία, +Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια και +τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι +φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που +φορούσαν κάτι σαν φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ' +εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον +αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε το λαό κ' εσκορπούσε ελέη +και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι. + +Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια +μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει. +Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η +στεφάνωσι. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα. + +Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους +μήνες μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν +μ' έπιασαν οι εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά +από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε +άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος, +κι' αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώση. + +Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην +Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα +απ' τους πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά. + +Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας +δεν ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην +εξοχή, κι' άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν. + +Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του +απ' το παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να +μου φέρη νερό. Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά, +ή φόβος τον έπιασε και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση. + +Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα +δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό. + +Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι. +Σηκώθηκα, επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν +καλλίτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ' +έψησα δυο-τρία και τάφαγα. + +Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα. + +Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα. +Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα. + +Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά +έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα +κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά. + +Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα, +με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα +της βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή. + +Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει +μαζί μου το κορίτσι μου από την κούνια...» + +Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα +επανέλαβε· + +«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το +ένα πρώτο για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα +γνώριμο... να τον αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο, +είχα σκοπό να γυρίσω πίσω στο σπιτάκι μου. + +Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν +μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους +Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε +παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου. + +Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η +κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από +μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την +πόρτα, φωνάζω· + + — Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί; + +Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά +στο παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται +να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε· + + — Κάμε της χούφτες σου. + +Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου +έρριχνε απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε +σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη +στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ' +έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας, κ' είπα· + + — Τι κάνουν μέσα; + +Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά. + + — Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον +στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη. + +Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή. +Εκεί μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο +Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η +ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση +και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η +γυναίκα του η νιόνυφη. + +Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της +καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί. + +Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα +περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας +μου, που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους. +Πριν φύγουν, ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό +τους. + + — Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το +παιδί; + + — Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω. + +Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι +και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος. + +Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια +μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν. + + — Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του +χεριού επάνω στην παλάμη μου. + + — Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου. + + — Πάμε μαζί, του λέω. + +Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς +τίποτε, άρχισε να φέρνη δυσκολίες. + + — Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου +δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι +τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα. + +Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να +του πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...» + +Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο +κυρ Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της +μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά +μένα. + + — Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ' +εμένα μαζί. + +Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν +χολεριασμένη. + +Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα. + + — Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί. + +Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα +κ' είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι +γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το +κρύψω, το ένα μέσ' την παλάμη μου, μα εκείνος το είδε. + + — Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω. + + — Δέκα, είπα εγώ. + + — Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς. + +Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε· + + — Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί; + + — Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί, +εσάς τι σας μέλει; + +Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται +να είχε σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού +έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη. + + — Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της. + +Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του +ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε +και ολίγα ρουχικά μαζί. + +Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα. + +Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής +συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη. + +Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους +έπλυνα τα ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι +μου, την Κατήγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση. +Την εχάδευαν κ' έλεγαν· «Πίκκολο! πίκκολο!» + +Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες +τους, εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι' +αυτοί καλοί άνθρωποι. + +Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε +στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ' +εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη. + +Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από +της υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην +Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια. + +Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά +στον καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το +δεκαπλάσιο». + + + +Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ + + + +Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την +αρμάδα του εις τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του +Βορρηά, όπου εξέσπων τ' άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον +εις το τέρμα Αλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο +γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα +τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν +επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον κόλπον. Επάνω στα +πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, Μαυροθαλασσίται, +Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, Βαρβαρέζοι, +Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη +αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και +άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων. + +Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις +δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους +προς αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως +γραμματέα του επί της φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον +αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο +στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα νησιά του Καστριού και τα +Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον Μικρόν Γιαλόν — ... +και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον Σώστην εις την +δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα μελτέμι +δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις +την ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του +χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου........ + +(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους +τρεις επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον. + +Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον +Μέγαν Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο +υγρός, εμαύρισε όλ' η θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια, +και περί την ακτήν του Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα +λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις +τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο ημερώτερος, εις το απάγγιο, +όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα μελτέμια τας ημέρας +εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε μελτέμι εις την +δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος +αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα +κύματα εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι +δειλινού — εις όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια +και τον Όλυμπον, τον Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις +έφθαναν εις το τέρμα διά να ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του +Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του +Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν κατά το βράδυ +στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του Καστριού, κ' +εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα +πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν +αράξει, κατ' ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου +μας, εις τα πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου +εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα. + +Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην +υγράν άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους +θαλασσίους, οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι +γυναίκες μυρολογίστρες επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του +γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι +λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά αθύρματα +των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου. + + — Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά +επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν +το θείον κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί, +— Ελάτε, ελάτε! — αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή +εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η +ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του πληρώματος, ύστερ' από +Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, Τουνεζηνούς και +Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι περί τους +150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι +Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που +επεσκέφθη επισήμως τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος +προεστώς του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του. + +Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις +δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον +είχεν υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως +γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον +αφέντην του, όσον πας τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε. + +Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με +τας κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του, +προήδρευε συνήθως εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι' +αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν +κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο συνήθως οι προεστοί. +Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του +ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να πειθαναγκάζη +τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής. +Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και +εγίνετο σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την +κολακείαν, αλλ' ήτο απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους +Αγάδες. + +Εν τούτοις, &κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς& ο Κουμπής. Την +χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει &στον νουν του Κουμπή&, ότι έπρεπε να +χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του +είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και +μοιχούς κρινεί ο Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την +Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να υιοθέτηση ξένον γέννημα (&ξένο κρειάς να +μη θρέψης,& έλεγε χυδαία τις παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια +μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το +βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά την τελευτήν του, +ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα +ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του; +Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς». +Αλλά κ' οι καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί +περιμένουν πότε να πωλήση άλλος τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα +χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα +κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης, +ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι άλλοι. + +Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του, +να μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον +αυστηρός άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη +μικρόν νινί, χαριτωμένον, αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα +γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15 +περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε +'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η αντικρυνή +του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή, +ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον +θείον είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση. + +Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον +βιάση με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους +Τούρκους — να τους στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο; +Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και +μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' αποκτήση, αν θέλη ο Θεός, +κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να καταπλεύση ο Πασάς με +την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε. + +Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του +Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν +εκδούλευσιν, και ο Τούρκος ναύαρχος του υπεσχέθη. + +Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με +έξ κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν +άνθρωποί του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι +τον ανήφορον — υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν +εις το Κάστρον, υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον +αγριόξυλον, παρά το χάσμα, όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου +έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την +Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς κατέβαινεν από τον κρεμαστόν +σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα πανοβράκια, με τας κεντητάς +βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το πρωινόν σερμπέτι του. +Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον είχε φέρει +πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός, +εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο +εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι +να νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον +είχε συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς, +Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ' +Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε +η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν +χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή γειτόνισά μας την Λελούδα, +επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη παρηγοριά από +σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να +σεργιανήσετε κι' όλας. + + — Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το +Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η +αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να +πάρουν αράδα της αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να +'ρθή μαζί μου. + + — Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου. +Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας +είνε και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ' +αγάδες; Έχουν άλλοι από μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ +είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να σας πειράξη; + +Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν +που της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του +συζύγου της. Ήτο απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται, +τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής, +φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της κόττας η λοφιά είνε αμαυρά +και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και +όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της +θηλείας εις τον άρρενα. + +Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την +παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου, +επειδή ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον +αέρα, ύστερ' από πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν +καλύβι της, επείσθη. Η Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν +τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήσαν και πολλοί ναύται +χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν και Τούρκοι, οπού +δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο +αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη +μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και +τα είχε καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και +δεν ετολμούσαν να πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα +πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι +«μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ της να ελπίση ότι θα +εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια +χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το +λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και +μικρό προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε +την Κουμπίναν. + +O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου +ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε: + + — Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα +πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα. + +Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν. + + — Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο +γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο +λοστρόμος Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη +φεργάδα είνε το ένα τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ' +επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι-Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την +Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατί θα χρειασθή, +θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που είνε άρρωστος από +μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει. + +Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν: + + — Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα +προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον +παπά-Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω +ορισμόν απ' τον Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι +(τάλληρον), και παραπάνω. Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με +σας τους παπάδες, πως δεν του έκαμα τον λόγον του. + +Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον +Προκόπιον, όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και +σκότος ήρχισε ν' απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς +δυσμάς, εφαίνοντο φώτα εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα +είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία. Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή +προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι [εκείνο], και κατόπιν είχον +μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι εκατηφόριζε αποτόμως προς +το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του Αγίου, κ' έβαινον +εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε πλαγινά +βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί +που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα +μοναξιά, δεν εφαίνετο ψυχή ζώσα. + +Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την +Κουμπίναν, και διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο +γυναίκες! — εις το μέρος αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν +βράχου, εις τον όχθον του δρόμου, ωμίλησαν ελληνιστί. + + — Σταθήτε! μη φοβάσθε... + + — Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου! + +Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν, +ο Κουμπής. + + — Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα μαζί +μας, Λελούδα. + + — Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η +Κουμπίνα. + + — Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. — Λελούδα, +έλα θα πάμε στην φεργάδα. + + — Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα. + +Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή +ότι προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της +απαγωγής. Η Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή +και εγκαρτερούσα, επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των +εικόνων και προσηυχήθη. Εις μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν +αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η Λελούδα και διατί δεν +επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη [απηλογήθη]. + + — Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε +κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ' +τον Κουμπή. + +Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του +θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον +πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος, +τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι +του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια των ώτων, εκστατικός, +φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ κωπηλάται, +όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά, +τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω, +επεβιβάσθη, υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες +ήσαν συνεργοί της αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν +επί της πρώρας, και ο έτερος ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις +το πηδάλιον. + + — Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής. + +Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους +οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα +έφθασε παρά το πλευρόν της ναυαρχίδος. + +Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον +θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί +τρία λεπτά, πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον +αλλήλους, εκύτταζον τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά +κατάρτια και τα πολυσύνθετα άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων +κρεμαμένων προς τα κάτω επί του πρυμναίου ιστού. + +Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον +συνήθη τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί +του βαθμού όπου είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την +εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο Καπετάν Πασάς επένευσε και +παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον αντιπροσωπεύση. + +Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του +θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να +συνέρχεται βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την +Παναγίαν με τον Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον, +ιεράρχην με πολιά στρογγύλα γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ' +ευλογούντα. + +Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους +επισκέπτας, εξ ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης +έβηξε, κ' έλαβε τον λόγον. + + — Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε +το βιβλίο σου. + +Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν +της καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας. +Ενεχείρισεν εις τον Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού +προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές. + + — Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν. + + — Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής. + +Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει, +φαίνεται λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει +να υπάγη στον Άι-Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο +κληματίδας λεπτάς απ' την πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε +τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον +εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της γυναικός του, περίσσευμα από +στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα τοιαύτα κοινωνικά +χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά εις βρέφη +— ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με το +λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να +στεφανώση τα νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή. + +Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας +εικόνος, έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν. + + — Έλα, αγάπη μου. + +Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή. + +Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος. + + — Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ' +εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν +αμοιβαίως. + +Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής. + + — Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου. + + — Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον +γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου. + + — Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού +βρίσκεται. + + — Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο +Κουμπής. + +Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε. + + — Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο. + +Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης +εστάθη όπισθεν του ζεύγους. + +Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που +εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της +ανομβρίας. + +Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ' +επεμβήκε. + + — Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες +βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου. + +Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν +ήρχισε να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν +την φοράν την Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας. + + — Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους +μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν. + +Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς: + + — Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν; + + — Την θέλω. + + — Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;... + +Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με +απλήν και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε +την κεφαλήν της νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και +περισσότερον είχε την αφωνίαν του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν. + + — Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του +στεφανώματος. + +Ο Ιερεύς είπεν: + + — Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον. + +Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε: + + — Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον +γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα. + + — Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο +ιερεύς. + +Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να +κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις. +Το βέβαιον είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.) + + — Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον. + +Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο +Κουμπής είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους +του. Εχρειάσθησαν εξ αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον +παράμεσον και έν εις τον μικρόν δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν +του στεφάνου, χωρίς να είπη: &Ευλογημένη η βασιλεία&. Άρχισε να +διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά, όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως +αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα ευλόγησε τα στέφανα και +υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα στέφανα. + +Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί +τους τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο +Φαναριώτης ήλλαζε τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις +μεγάλες κανονιές εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του +πλοίου. Όλον το πέλαγος εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και +ήλθεν από τον κρότον και τον κλόνον. + +Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την +βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν +υπό την πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η +σελήνη (ήτο ως επτά ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον +σταυρόν του και είπε: + + — Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν ραμαζάνι; + +Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο, +πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη +εις έν κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε +βλέμμα έξω, κ' ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει. + + — Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος. + + — Και τι θα πη ραμαζάνι; + + — Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός). + +Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα, +και δεν ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που +του έλεγεν η μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν +όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά, +στους βράχους και στα άντρα. + +Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού, +η Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους +κανονοβολισμούς, και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν +των. + + — Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με +γυιους, Κουμπή. + +Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι, +εντός δύο ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι +δεν θα ήτο πιθανόν να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της +ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να +υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός αντικρύ, εις το μικρό +σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει η +Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου +ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα +εικονίσματα. Η Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του +κανδηλίου. + +Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε: +«Καλύτερα, ας έλθη, να της το ζητήσω». + +Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή +το ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά +πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου, +είχε προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε +σπουδαίαν υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά +την νύκτα. Όθεν ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν +τας πύλας του φρουρίου. + +Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά, +υπομειδιώσα και τους ευχήθη: + + — Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή... + + — Πώς ξέρεις; + + — Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε. + +Εστράφη προς την Λελούδαν. + + — Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε; + +Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε: + + — Να με σχωρέσης! + + — Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην +Κουμπίνα. + +Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας +του πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε: + + — Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα σου, +τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις +και σύρε να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα +στείλω μαστόρους να το μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε +περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης καλά με την Κουμπίνα. + + — Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την +Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης +να καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης. + + — Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη +δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του. + +Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ +του στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται +μέχρι σήμερον Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα +ανέθρεψε, τον Κονόμον (Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον +Θωμάν και άλλας τόσας θυγατέρας. + +Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν +επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν +πρωί, να υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του +είχε παραθέσει επί του καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ' +επάνω εις την βίαν και τον φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα +έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα του Κουμπή, αντί να βάλη +ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με πλατείας +κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι +δημογέροντες] έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής +το εφόρεσεν εις το θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του +κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό +ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν του, και εξήλθεν. + +Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το +λάθος. Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες +υπεψιθύρισαν, κ' εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν. + +Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν +και τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν. + +Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση +την Λελούδα. + +Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και +ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον +γάμον της, κ' ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν. + +Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν. + +Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον +της Λελούδας. + + — Παληοβρώμα!... + +Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας +του. + + — Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω +στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα +συστήματά σου, Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου, +σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή μου, έλεος! + +Ο Κουμπής εκάμφθη. + +Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα +τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου +Δημητρίου, σιμά εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον +τεράστιον σχοίνον, κυρτόν εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ +λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και τόσον ζωηράν εικόνα του +Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού. + +Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων +της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα, +ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της +Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών. + +Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει. + + + +ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ + + + +Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με +το βορεινόν παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν +πενιχράν, καθάριον οικίαν, όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως, +πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις +τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί +εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα πλάσις δι' εμέ. + +Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον +χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων, +η φωνή της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης, +ψαλλούσης με παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον: + + Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό, + με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό σταυρό. + +Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει, +όχι μόνον αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και +τώρα, ύστερον από τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα +όσα μυθολογεί ο θείος Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον +Πίνδαρον — μία μικροσκοπική, αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός +ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα σαρκός ή χώματος και να +μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα· και να σηκώνεται +λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά μαλλιά, και να +ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα +κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να +τραγουδή: «Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;» + +Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες +ότι η θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των +παλαιών αμαρτιών την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας +ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και +ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά +μόνον αναμιμνήσκεται; + +Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν +απέθανεν έν αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον +εγοητεύθη από το θέαμα των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και +θυμιατών, και των πολλών ιερέων με τας στολάς των και του πλήθους του +λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον ανέκραξε: + + — Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον +Παναγάκην! + +Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον +είχον παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του +χειμερινού θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις +την αυτήν εκείνην οικίαν με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί +ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα, μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν' +αποσείσω τον πρωινόν ύπνον. + +Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του +παιδιού εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον +του έτους 188..., μίαν πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη +τας χιόνας. Η μητέρα της, η Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η +Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά +σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον κατέλθει νήπια εις +τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν· τελευταίον +έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου +ο λόγος. + +Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος +εις το «Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν +ήδη την τέχνην του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα +σήμερον της Ξενούλας και δύο άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το +παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο μάστρο-Παναγής, όταν είχε +δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν ημεροκάματον, πλην είχε +περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η αρρώστειες, οι +γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με πολλά +βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το +υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το +παιδίον ήτο αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως +ήρχισαν τα κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν, +βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα +εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία, στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο +Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως. + +Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει +από της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον +αρχόντισσα παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη· +μία ήτο πλουσία εν ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και +αυτή. Και όμως αύται την εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η +αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά +πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται χρήσιμος προς αυτήν και +της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η τωρινή, την απέπεμψε +με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της. + +Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας +κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά +εμάλωναν κάθε μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν +δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις +εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις ήθελαν το καλό, +αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν +μάγια. + +Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον +σεβασμίου ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας· +έπειτα ελογομάχησαν με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν +πόλεμον εναντίον εις την άλλην αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με +την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός +τόσων τέκνων, της Ζουγράφως. + +Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν +και ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ, +μεσημέρι και βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας +τους, κ' εξεσκουφώνοντο, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο +«να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά. Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το +παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . .. ποδαρούσα, την άλλην +εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην αναρούσα, [ξωτικό] την +άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον ονοματολόγιον. +Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι, χωρίς να +τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό +σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις +τo Λεξικόν των αθησαυρίστων. + +Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς +γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί +άλλοι εκ της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της +ξετρελλαίνουν περισσότερον. Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω, +ανέβησαν εις το δώμα, κατά την συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά +τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να εκκοκκίζουν και το +κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των. + + — Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ' +τσ', Παναϊά μ', τα μάτια. + + — Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η +γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί. + +Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν, +ήτις πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο +ματάκια είχεν, αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον +Γιάννην και τον μικρόν Στέλιον. + +Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το +άρρωστον μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της +Ζουγράφως, έτρεξε με όσα ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η +γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο +γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο αργά· δεν ίσχυσε να +σώση το παιδίον. + +Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την +πρωίαν του Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η +Πλουσία, η δευτερότοκος αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη. +Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της +ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από πάμπτωχον οικογένειαν. +Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην, πλουσία κατά την +υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας γυναικείας +τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189... +όταν είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη +αντειρωνείαν της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος +και ευκατάστατος, όστις της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της +περιουσίας του. + +Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την +μαρανθείσαν νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον +ξενιτευμόν των αρρένων αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά +μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι' ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ' +έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το οποίον ήλθε να παραλάβη είς +ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να το προπέμψη· την +δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την ελαφράν +εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου +όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από +τον Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν +τα ουράνια αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας». + +Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε +κτισμένη επί των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις +υπέροχον λοφιάν υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας +ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής +όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη τραγουδεί το «καράβι- +καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα τα μαλλιά της +η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία +καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας, +και μέχρι των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον +και από πέτραν ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το +πικραμμένον χλωμόν στόμα της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο, +κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος των βράχων, κατακυριεύον όλας +τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον καρδίας και όμματα, +καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας. + +Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά +Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον +ξύλινον της Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο +μάστρο Κ... ο πατήρ του εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας, +όστις τον είχε φέρει, αφού παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά, +τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της πεζούλας εις την βάσιν ενός +γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την πενιχρότητα της +παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του) κ' επήγε +να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια. + +Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον +μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην, +επάνω εις το ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα +της ημέρας, ως στήλαι ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία +μαυροφόρα, και μία με πολίτικην μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος +«λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν +γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν της προς τα άνω, και +ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία πικρόν +μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών +ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και +επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι +της Ζουγράφως. + +Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το +Κοιμητήριον της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα +το διηγηθώ παρακάτω όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από +πολλών χρόνων, είχον προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των +αγνώστων. Είχον &εξιπασθή&, επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της +δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα». +Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο-Σταύρος ο Κακαβάρης, +αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις τον τόπον από +την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την αρχήν +του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά +την αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ +γονέων καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την +μεγάλην ήπειρον, αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων +μεταξύ ερειπίων και συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των +Τούρκους αγάδες, πλούτου κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν +τας αδελφάς των Σουλτάνες, χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των +αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο-Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον +προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του πενθερού του, αγροίκου βοσκού +εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η θύελλα και ενυμφεύθη την +σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε τον αδελφόν του όχι +Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά το Αιγαίον. +Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη +ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του +πάππου του του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το +Πανεπιστήμιο. + +Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη, +υπερηφανεύθη και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο +της τρέλλας μετεδόθη βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η +γραία είχεν αντισταθή εις το μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε +και αυτή. + +Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα +πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι +ο Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα +ήρχετο να την ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι +του Διαδόχου του Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά +και τα εξέφεραν μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι +μεν νέοι και τα κοράσια εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε +γεροντότεραι και φρονιμώτεραι γειτόνισσαι τας επετίμων, +συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας. Διάφοροι άνθρωποι +αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν ταύτην, +διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν +αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και +πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία +γράμματα, τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς +είσπραξιν εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ +των γειτόνων η γραία Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν +αυτά, αλλ' εκείναι ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί +με όλην την γειτονιάν και με όλον τον κόσμον. + +Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από +τας Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον +Διάδοχον, εθύμωσαν και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε +μανία των επετάθη, όταν έμαθον ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας +Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το δόγμα καταγομένην εκ +Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος, χαΐρι και +προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη! + + — Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ +(εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της +χελώνες. + +Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει +και άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την +οικίαν μάντεις και τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν. +Είχον υπάγει εις μάγισσες, να κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον +Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην. Είχον απομακρυνθή από τα θεία +και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν ηθέλησαν να κάμουν μίαν +λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν σηκωθή, +εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον +μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον +παπάν να μη λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο +ότι συνήντησαν καθ' οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού +καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται». + +Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους +βρυκόλακας. Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα +καθήκοντά του ως πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε +πολιτοφυλακής ταύτης τα καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της +10ης και του μεσονυκτίου ανά τας συνοικίας της μικράς πολίχνης, και +εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του μεσονυκτίου και της πρώτης +ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς, επί της κτιστής +μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω, μετά την +διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του, +ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον +προς δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον +ημίονόν του, διά να ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από +το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν +είχε λάβει αφ' εσπέρας από την δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν, +αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως. Ήτο την νύκτα της τετάρτης, +περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν του μικρού +Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα αυτού +δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν +δύο γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της +νυκτός, εις το οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της. + +Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από +απορίαν παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς +το μέρος όπου είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε +πλησίον του νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη +φθίνουσα έμελλε προς όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο +μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον εις τον περίβολον, να ίστανται προς +στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο Γιάννης της Στάμαινας +εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης λοφιάς του υψώματος +και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν. + +Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον +τοίχον-τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της +στερεάς. Η άλλη η δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος +ο περίβολος των νεκρών έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς, +όπου προς το νότιον μέρος εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την +θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν +ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς υπήρχεν εντός, [Ούτε +οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί υψηλοτέρου +οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του +ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον) +εξυπνήση τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος +και φρικίασιν εις τα οστά του τολμητίου. + +Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο +Γιάννης της Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ' +ολίγα βήματα τας αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα. +Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα +εστάθησαν. + +Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο +χαμηλότερον, φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ +το άλλο κτίριον έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και +κονία είχον εκπέσει από την κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο +και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή άνθρωπος και να εισέλθη. + +Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*) + +*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ, +ατελές. + + + +ΔHΜΑΡΧΙΝΑ ΝΥΦΗ + + + +Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα +μεγάλα βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και +χωριστά άλλα μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο +μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης, όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν, +δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε +πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν δίστιχον: + + Ήρθαν τ' ανθρωπάκια + απ' τα καραβάκια. + +Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι, +Γιακουμπαίοι, Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο +διηγούμενος ταύτα επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι, +Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι, Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και +λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να εκλεχθή εξ άπαντος, εις την +επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος Αγγούδης, +νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος, +φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε +«κριθάρα», κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών +υποστηρικτών του), και ο μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και +ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, με τόσην φοβεράν επιστρατίαν +ναυστολικού και πληρωμάτων. + +Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην +αυτήν των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν +εν χορώ να τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο +ιστιοφορικός στολίσκος της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο +καράβι, του καπετάν Αλέξη Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο +εις την συνάντησιν των σκαφών των ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας +εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι' όλου του εκλογικού +αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν ούτε εις +τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν. + +Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε +πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις +τους δύο [τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την +στέγην, και ίστατο εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα, +αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα +με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους μεμακρυσμένους βράχους και +τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, ούτε ως πτερόν γλάρου, +ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον καλλικατζούνας· ούτε +όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας, ούτε εκείθεν +του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν +ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και +κατέθετε το κιάλι το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν +συντριβή και ανεκλίνετο εις τον σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και +ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η Αρχόντω, αυτή και η +εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, μη +έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον +Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή +οικία, μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις +τα Σχιναδέικα, επί αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω +Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού +μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί των οποίων ανεγινώσκοντο +ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα γράμματα του +Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος αυτούς +ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν +Ελλάδα, την μητέρα των. + +Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού +ήτο εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι, +είχε δώσει υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή, +εξημέρωνε το Σάββατον, την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των +εκλογών, και το καράβι δεν εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το +παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και βαρειαναστέναζε». + + — Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της. +Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα... + + — Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω! + + — Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν, +ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση. + + — Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω. + +Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε. + +Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η +καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση, +αίφνης της λέγει: + + — Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα; + + — Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε +καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να +πάρη την Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα +μάτια της η καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η +Γκότσαινα της λέει· κι' αν φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ' +ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα χρονών να είνε, κατέβασ' ένα +'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να το κρατή ώρα +πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε στιγμή +απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ' +αρωτήσης, τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή +βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή αβούλιαχτο. + + — Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω. + + — Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η +Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως +ένδεκα χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε +το 'κόνισμα στα χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ' +ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της είπε· βλέπω το καράβι που +αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, κι' ο καπετάνιος +στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις, +ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε. + +Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε: + + — Πας να την φωνάξης; + + — Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται; + + — Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν. + + — Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι. + +-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις +πόρτες παραπέρα είνε. + + — Ας πάω. + +Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον +και την ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού +εκάλει την κόρην του καπετάν Λυμπέρη. + + — Χ. Έ, Χ. + + — Τι είνε; Ποιος φωνάζει; + + — Κατέβα να σου πω. + +Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον +δρόμον, της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν +παραγγελίαν: + + — Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα. + +Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα +σκαλοπάτια της οικίας του καπετάν Αλέξη. + +Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον. + +Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν +εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η +Λυμπέραινα, είτε διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας +του θυγατρίου, είτε μάλλον διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα +εις την διεξαγωγήν της μαντείας, έφθασεν εις την οικίαν της +Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, καθημένη αντικρύ της +μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από κούρασιν ή ζάλην, +την ερωτά: + + — Τι βλέπεις; + + — Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά, +θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα +κύματα, που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά. + + — Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η Αρχόντω. + + — Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις +νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως +τρεις δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω +στα βράχια, που πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα, +πάλι τους πετά εμπρός, τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι +νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι, μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να +πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι έγειναν... Οι δύο επήγαν +στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, φαίνεται +σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά, ως τρεις +πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς). + +Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας +επήρε το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον +άλλοτε και ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα +επινίκια. Χαρά και αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την +αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως +τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα +λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με κλαρινέττα, φυσώντες και +χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν, προεξάρχοντες της +βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των, και παιδιά +ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια +[τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας +(αγέλης). + +Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως +έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της +Χαλκίδος, κ' εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και +μεγάλα έργα. Εν πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την +βρύσιν του Προφήτου Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν. +Είκοσι χιλιάδας δραχμών εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος· +πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το +μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον οι εκλογείς του πίνοντες +νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν υγιεινά. Τι θα +του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας +χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν +εις τον τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς +τούτο όλοι οι πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα +έχανεν ο άνθρωπος την πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου) +προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών εις χείρας του. Και η μεν +«Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του Προφήτου Ηλιού +έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη Χάνεσαι» +εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν. +Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων +η μία άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν +Ελλάδα, κ' η τρίτη εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την +πόλιν διά δεκατριών φανών, διά να βλέπουν την νύκτα όλοι οι +νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν όλοι οι εργατικοί, +όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον των. + +Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν +του κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον +πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως +κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους και παννυχίδας με την νεολαίαν του +τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν», καθώς έλεγεν ο Διοματάρης, +κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή πλουσία δεν ημπόρεσε να +βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και μετ' ολίγον +καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος. + +Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε +τον σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας +προκαταβολάς των. Και πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον +αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά. Ολίγον κατ' ολίγον, αφού +συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης μετεκόμισε την +δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις την +πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να +κατεβάζη από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού. + + + +ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ + + + +«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία, +επιθέσει και απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ. +Κανταραίου επί καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις +Κωνστ. Στ. Κανταραίου, κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει +οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή». Όλ' αυτά τα έγγραφα και +πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, πρώην +ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών, +&ταουνκλέρκ& (1), όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της +Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ' +αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και χωρίς να προσέξη εις το +πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον πολλοί, (καθότι +ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν +εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των +αγροζημιών των γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και +ακουσίως ανεπόλει τον Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη, +μεγαλοβοσκόν, με αγέλην επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα· +αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις +απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος +ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός έμελλε να γείνη +ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν, επαρουσίαζε +πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου +τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και +να τα συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ +είμαστε». + +Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του, +τον Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον +είχε στεφανώσει. Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου +μας, ο αλησμόνητος Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος, +είρων, με το τσιμπούκι του και θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του +ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν +υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου είχεν αρχίσει να μαθητεύη +ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή και «γλυκόκαρδη», +&σουήτχαρτ&. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά τρία έτη να +λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της (2) χείρας, πριν γείνη +ακόμη είκοσιν ετών; + +Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους +μηνύσεις, τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια +θεσπίσματα», και τας κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι +υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον. Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν +κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι. +Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους κάμπους της νήσου +[γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και αμπέλους +και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις +μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας +χλοεράς τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την +Καναπίτσαν, εις τον Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της +Κουκουναριές, το ωραίον άλσος των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η +ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα του δήμου, την οποίαν αυτοί +πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον, λέγω, είχον πληθυνθή, +ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός κακήν μανίαν +και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς +μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των, +δεν έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι +και ανεψιοί, εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο +Κανταρόπουλα· δεν κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας +είχον διά να καταπατήσουν σιμά στα σύνορά των, — τους +Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους και +Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου. +Αν τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον +θείον και καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την +ευχήν ή την κατάραν του Δημάρχου. + +Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία +οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον +Προφήτην Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα +έτη προ του 21, σιμά εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος +ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη +εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και εξωμερίτης, ήτοι +γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον λείψανον +της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων. + +Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως +αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το +«εν τη μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά +τις την κάπαν του, ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και +στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες +διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι +«γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι. + +Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να +«κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης +και θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον, +γεμάτον, την κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν +σου κυρτήν, αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον +πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι +σχεδόν καλοί δουλευταί κ' ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους +εισπράκτορας και καταπροδίδοντες αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η +&αμάχη&, η οργή και κατάρα του Θεού. Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν +αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον Κάνταρον με το τουφέκι +εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος παρεμόνευε +τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον +τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με +την πάλαν και τον έρριπτε κάτω. + +Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από +την πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον +καιρόν εκείνον, δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο +Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος, σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο +Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών, ίσως διότι έκριναν ότι +υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν, ο νεώτερος +εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν +της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και +τον έφαγε με το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ, +αλλ' αντιστρόφως ως προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν +τον βρόντον και τον συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το +θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο σταθμός του Τούρκου, του &Γιαορκητζή&, ή +τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον. +Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον +κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε προς την +ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την +θάλασσαν. + +Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του +πελάγους, θ' απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον +υγρόν διάστημα; Πότε να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ' +ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ' ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ. +— του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν. Πλην δεν έλειπαν η +ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν αποκάμει, κ' είχε +πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον πλοίον +ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και +όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων. + +Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της +λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον +— ότι ήτο άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και +μερικοί χριστιανοί προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο +με τους αρματωλούς και τους κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι +άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη +τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά τολμηρός τόσον +πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως +τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι. + +Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το +πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις +το άλσος των πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν +αφήσει πολλάς θείας, εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς, +οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον +γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον ευπορίαν αγροτικήν +και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους, +συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων. + +Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο- +Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε +κλέμματα και αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ +και ήτο πολύ προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην +του, και θα ηδύνατο και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον +Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό». «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος +ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού +του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της προικός την οποίαν +στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε +κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα +εκαλλιέργησε. Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν +υιούς, τον Στάμον και τον Δημήτριον, και θυγατέρα, την +Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης. + +Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του + +(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές + + + +Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ + + + +Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο +όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον +τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή +κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας +του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος — +επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν ως σκούνες και +τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι είχε +συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να +βάζη την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα, +κι' αυτός ν' ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς +γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο +παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν +αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος +ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν +ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον συνήθιζε κατά κόρον +ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο +βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το +πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν +είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή +ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το +συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να είπωμεν την μαύρην +αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον αυτή η +στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως +ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την +κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον +όμως η κλεψιά του έβγαινεν εις καλόν. + +Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και +εις την πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα +καπετανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε +παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα. +Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή «μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι». +Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι +προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις +παραβολήν;» + +Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την +εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην, +κοκκινομαλλούν, χονδρήν ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν +διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη +τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απαστύλωτη» «αναφάνταλη», +«αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ' ακόμα, σχεδόν πενηντάρα, +να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς +κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως θα +ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι, +ποτέ δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε. +Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται +δεξιά». + +Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται όλα δεξιά, +αφού ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και +την επήρε χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως +τον δέκατον μήνα μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά +να κυοφορήση, να φέρη έν βρέφος εις τον κόσμον και ν' αποθάνη λεχώ), +η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν +νύκτα, να ανοίξη το έρημο κι' άχαρο σπήτι της μακαρίτισσας, (το +οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος διότι επέζησε το νεογνόν), να κλέψη τα +νυφιάτικα ρούχα της νεκράς και να τα φορέση; Απ' εδώ φαίνεται ότι δεν +είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στο νου της, και +της ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό +ποδαρικό» διά τον σύζυγόν της. + +Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχαν ξεχάσει πλέον +όλα τα παλαιά παραγκώμια και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το +όρνεον εκείνο, ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν +τ' άλλα αρπακτικά, κάθηται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη +μορφή του συγχέεται και γίνεται έν με το βάθρον και με την σκοπιάν +του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα του, και τα +καϋμένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν +εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το +σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι +επιχειρήσεις του Στέφου. «Σαν τ'μπούφ του π'λί». Όπως στον μπούφον το +πουλί. + +Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή τους +λιμένας του Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε +ναύλον. + +Άλλοι ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον +τους καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι +άλλοι εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι +άλλοι δεν εγλύτωναν από «σταλία», την άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός +εξεφόρτωνεν αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις +την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν, εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη. + +Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον, +ξωριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της +νήσου. Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των +Ναυαγίων επιτροπή το έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το +επεριφρόνησαν και μόνος ο Στέφος προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν +αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην +ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος γριπάρης, και +προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το +ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη +εις τον καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού +το παρέλαβε, το έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας +του χειμώνος εκείνου συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους +αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του +επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το πλάγι ενός βουνού, εις το +μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος έδωκε τρεις λίρας εις +πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να +καλλιεργήσουν το κτήμα και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάληψαν +άφθονον βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης +δεν είχε παύσει ν' ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του +δεν έτυχε να κτυπήση εις την θαυματουργόν φλέβα! — Τινές είπον, ότι +ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως +ήτο υπερθεματισμός. + +Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό +της ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα, +διηγείτο τον βίον και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων +της. + + — Κλεφτρίνες, πλειο, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'! Τ' ακούς εσύ, +όποτε έφερνε μπόρα, κι' όλες η νοικοκυράδες κι' η αργατίνες η +παρακατινές, που μάζευαν της εληές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά +τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το χωριό, αυτές η δυο μαυροφόρες, η +Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα, η μάνα της, έπαιρναν της κόφες τους κ' +έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλειο.... + +Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάνα του, κ' η κυρούλα του. +Από αυτάς είχε λάβει, ως φαίνεται, το μυστικόν περίαπτον της +ευτυχίας. + +Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τες παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν +εκτεθή εις το καφενείον Λασκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μίαν εικών +(αυτοφυούς ζωγράφου, μάλλον χρωματιστού), ναύτου, ήτις παρίστανεν επί +μακράς οθόνης τεραστίαν σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί +των κεραιών της εφαίνετο μία περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου +με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων +πτερωτών, τα όποια έπιπτον εις το χάσκον στόμα. + +Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγένοντο. + + — Θα είνε τελώνιο, που εκάθισε στα πινά της σκούνας, έλεγεν ο είς. + + — Θα είνε θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος. + + — Είνε θαλασσαετός!.... είνε σακκάς, πελεκάνος!.... + + — Είνε γλάρος!... + + — Μωρέ είνε μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός. + + — Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο; + +Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής επεριμένετο να φθάση, +διά να κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν +εφάνη. Η μεγάλη σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' απ' τα δυο νησιά να +εισέλθη εις τον λιμένα. Τι έγεινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν +Στέφος κ' επόδισε πουθενά; Θα ήτο απίστευτον. + +Όλοι ανησύχησαν μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν +ανησυχίαν. Είχε νυκτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα +μεσάνυχτα άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς +εσύριζεν. + +Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο +εις τον λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα +φανόν, απεσπάσθη από τον μέγαν όγκον, κ' επλησίασε με βαρείαν +κωπηλασίαν εις την προκυμαίαν. + + — Καλώς σ' ηύρα, καπιτάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν. + + — Καλώς την αγάπη μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, αναγνωρίσασα +την φωνήν του συζύγου της. + +Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος +μεταξύ των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός +είχε δώσει νύξιν εις τον χρωματιστήν, πώς να ζωγραφίση) καθήμενον ως +επί κλάδου, επί της κεραίας και των αξαρτίων του ιδίου πλοίου του με +κεφαλήν μπούφου και με ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν +πήχυν το στόμα και μέσα εις το μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν +πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και αργυρά νομίσματα. + +Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ' εσχεδίασε μεγάλην +σκούναν ν' αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον +εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της +κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του, το +χάσκον ως άδης, βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον +αμέτρητον πλήθος ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά, +ρηγγίνες και κολωνάτα. + +Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε. + + — Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα +ρακί! + +Και έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι. + + + +Ο XAPAΜΑΔΟΣ + + + +Τι Χριστούγεννα έμελλαν να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν +βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως +μαινομένου πελάγους, εις [προς] τα κράτη του Βορρά; + +Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν +ψοφήσει από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμάδια +των ποιμένων και βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα +πρώιμα, όπου εσκέπασαν τους λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας, +το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ' +αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει· άγνωστος πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει +τα σταφύλια. + +Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον +νεροπλυμένον, το οποίον είχαν κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει +προ-δύο τριών ημερών ο Νικολός το Πιτς, και ο αχώριστος φίλος του, ο +Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το καπηλείον του Γιαννιού της +Στέργαινας· και τώρα, όταν [όπου] εξημέρωναν Χριστούγεννα, με τον +ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν καπηλείον, το +σύνθετον και από [με] καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν εξαιρετικώς +την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ' ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος +και η Λειτουργία των Χριστουγέννων. + +Πού η εποχή εκείνη, καθ' ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί, +Γενοβέζοι, περιεκάθιζον εις το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον, — και +όμως οι τότε άνθρωποι ήσαν ευτυχείς χωρίς να το ηξεύρουν! Η +σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η κινητή γέφυρα ανεβασμένη· είχον +αφθόνους τροφάς, κ' έπινον νερόν από μίαν στέρναν κ' επειδή εφείδοντο +του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή μικρά καλύβη, +κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί — καθώς διηγούντο οι γεροντότεροι — +και αυτοί το είχον εξ ακοής — και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. Πού η +αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; ευλογημένος καιρός! + +Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της +Γαλοντζίτσας, ησθάνοντο ξηρόν τον φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια +μεγάλη και φαιδρά εορτή, χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να +περιφέρωνται, και τα παιδία που έψαλλον τα «Χριστούγεννα-Πρωτόγεννα» +επήγαν να κοιμηθούν, κ' εσβύσθησαν όλα τα φώτα και ο βορράς εμαίνετο +και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων κάτωθεν του βράχου, έμεινε το +καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας του, με την θύραν +βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος, όπου ίστατο το παμμέγιστον +«Κανόνι της Αναγκιάς» κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου. + +Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ' +ενύσταζον· ο κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν. +Ο Νικολός το Πιτς κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν' +αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους +ηκολούθησε μετ' ολίγον διά να ξενυστάξη κι' ο ίδιος ο καφετζής. + +Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το +χάος, ο Νικολός κι' ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φως μικρόν, ως +λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον +πλοίον αγωνιούσε κ' επαράδερνεν εκεί εις το μαύρον πέλαγος. + + — Να, ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς. + + — Καράβι μεγάλο είνε! είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας. + + — Μεγάλο, μικρό... η φορτούνα το σπρώχνει κατά 'δώ. + + — Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος. + + — Ποιος μπορεί να διακρίνη; + +Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας. Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να +έχη κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως. + + — Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θε μου, και να ήτον φορτωμένο +κρασιά; ...ο Χριστός το στέλνει. + + — Να έχη και τίποτε ξεροτύρια, στ' αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης +της Γαλοντζίτσας. + + — Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! προσέθεσεν +ο Γιαννιός της Στέργαινας. + +Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπης, με την ωραίαν +μεγάλην σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, διά να +εκφορτώση έν υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού +φορτίου του εις ένα δυτικόν αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας εντός +του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί του πλοίου του ένα ή δύο +Εβραίους βοηθούς διά την εκφόρτωσιν, επειδή η επιχείρησις εγένετο από +μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης. + +Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον +γρήγορα εις το τέρμα του πλου. Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας, +και ο καπετάν Ηρακλής επέμενε ν' αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις. + +Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά +πάσαν νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον. + +Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος +και τα κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξοριάσουν το πλοίον, και +τότε... καλό ξεπλάτισμα! — όπως λέγουν οι ναυτικοί. + +Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου. +Δεν ήξευρεν ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και +δεν ήξευρεν ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». +Ήξευρε μόνον να σώζεται, με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν +ημέρα Σαββάτου. + +Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν +καταμεσής στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, διά να μη +αρμενίζουν το Σάββατον; Άλλως και διά να αράξουν μόνον εχρειάζετο +κόπος, εργασία. [Αλλά ήτο, ως φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων, +οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και κατέπινον την κάμηλον]. + +Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως +παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε διά της +βίας να εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε. + +Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου ο καπετάν Ηρακλής, +προερχόμενος από τα Μπογάζια και το Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα +εξαίρετα κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν +ωραία κοκκινωπά κρασιά, κ' έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην. + +Η Εβραϊκή κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα +οποία ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους +τους εργάτης της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή +όχι, να συντελέσωσιν εις την εκφόρτωσιν. + +Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε δι' ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν +έως εφέτος. Εν τω μεταξύ η κοινότης τον είχε κάμει &χαραμάδον&, ήτοι +αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων. + +Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησεν ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το +προξενείον να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα, δεν εμελέτα μεν +να πλεύση εις την γενέθλιον νήσον του, διά να εορτάση, αλλ' ενδομύχως +ηύχετο να έστελλεν ο Θεός ένα καλόν βορράν, διά να πουλήση τα κρασιά +οπουδήποτε, (τα οποία ήξευρεν ότι εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν +του), και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν διά να ποδίση και μεταβή εις την +πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε λάβει γράμματα +εκείθεν, ότι ακριβώς διά το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός του +υπήρξε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των +νυκτερινών θαμώνων του καπηλειού, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς — +εκεί ήτο η πατρίς του. + +Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η +κατάρα των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» &Διασκέδασον την βουλήν +του Αρχιτόφιλ,& Κύριε ο Θεός μου! + +Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από +αρνία πρώιμα κ' ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια. + +Όπως ηυχήθη, ούτω σχεδόν έγεινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός +ελαφρόν βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσε σφοδρός νότιος. + +Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και +θαλασσοδαρμένον Κάστρον. + +Άμα εξημέρωσε και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια +αρνία και ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ' επώλησε προς είκοσι +λεπτά την οκάν το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν. + +Κ' έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του, +κι' ο Νικολός το Πιτς, κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι' ο Γιαννιός +της Στέργαινας, και όλοι οι κάτοικοι των βορεινών θαλασσοδαρμένων +χωρίων. + + + +Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ + + + +Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, +κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά +να ξεκλειδώση την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον +έψαυε το έδαφος. + +Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, +πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κ' εκοιμάτο την ημέραν. +Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είνε «αποκαής». Δεν είνε βέβαιον +αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. +Ωνομάζετο Βαγγέλης. + +Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα +παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους +τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, +μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, Κατερνιώ η +Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το +μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρά +Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα +πενιχρά οικήματα έκειτο είς τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου +Τάτση. + +Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάση +το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζη μοναχός +του. Ύστερ' από λίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα +και σκέπτεται να την φέρη εδώ. Η κυρά Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, +ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη». + + — Αυτά δεν τ' ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ' εργένης· +για εργένη σ' έβαλα. Αν εννοής να μου φέρης εδώ καμμιά παστρικιά, +πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσης την κάμαρα... σαν τελειώση ο μήνας +που έχεις πληρώσει. + +Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ' ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως +δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεββάτι +κ' ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα: + + Βασίλω μ', κάτσε φρόνιμα, + σαν τ' άλλα τα κορίτσια ... + + Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι, + σου δίνω το βοτάνι.... + +Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις +κατώρθουν ν' ακούουν οι γείτονες. + + — Μωρέ κόσμος, ντουνιάς!... μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος... + +Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; .. Σ' ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε +σεις, και τι κάνετε σεις; ...Ο κόσμος είνε τροχός, ρόδα που γυρίζει, +κυρά μου... &μπου ντουνιά τοαρκ φελέκ!...& Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε +σ' αφήνω, δε σ' απαρατάω· &εσκί ντος ντουσμάν ολφάς!...& Παληός +φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κ' η τιμή τιμή δεν έχει... Είνε +τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου... Κ' έχει τιμολόγιο, μαθές, η +τιμή; Μία γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα, +ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα +εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει;... Να σου πω +εγώ πόσα έχει... Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της +Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης η πιο μεγάλη +χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια +η Σουλτάνα... + +Αυτό είνε το τιμολόγιο!... + +Επί τινα λεπτά έπαυε ν' ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να +μονολογή: + + — Έχουν αξία όλα τ' άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που +μόνον οι παράδες έχουν τιμή;... Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις +χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτόν το +μουχλιασμένο, το βρώμικο... Πότε θα βάλης γνώσι;... Έπρεπε να ζη +διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέση να καταλάβη +καλά τον κόσμο... Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω... Καλά το λεν +οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τάγια χώματα;... Του Ρωμηού η +γνώση ύστερα έρχεται... &Γιουννανίν ακίλ σουραντάν γκελίορ!& + +Μίαν πρωίαν η κυρά Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να +ξεμυτίζη απ' την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με +κάτι κορδέλλες και φιόγκους στα μαλλιά, ν' ανεμίζη ένα φουστανάκι, +και να γλυστράη εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγη ως +αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος, +σχεδόν γρηούλα. + +Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της +χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθή στη γειτονιά το +σπήτι της. Και θα της κάμη την χάρι να της αδειάση την γωνιά. + +Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου, +καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κ' ελεύθερη γυναίκα. +Είχεν αρχίσει να χωρατεύη ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον +πειράζη. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την +κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του +βραχίονός της, κ' εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλη φωνάς. + + — Ε! καϋμένε, κυρ Βαγγέλη!... δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής +...δεν σ' ακούσαμε καμμιά βραδυά να μας παίξης κ' εδώ τίποτα... Είνε +καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλλίτερα παίζουν μονάχοι +τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι +παράδες. + + — Ησύχασε, κυρά μου, κι' ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει +ποτέ!... Εδώ η κυρά Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα +λαλούμενα. + +Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κ' έκαμνε +τάχα πως το παίζει. + + — Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! ...Δεν είνε για τα χεράκια +σου... + +Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει +πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την +Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την +οποίαν ήθελε να δώση σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης. + +Επανήλθε διά να κοιμηθή την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς εμβήκεν από +την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ' αρχάς +εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου, +είτα με τους όνυχας, ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας. + + — Άνοιξε, Μαριώ μ', την πόρτα!... Ε! Κατερνιώ μ'! άνοιξε. + +Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο +Βαγγέλης ήρχισε να μονολογή έξωθεν της θύρας: + + — Ξένοι στα ξένα, κυρά μ'! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να +ξενυχτίσω;»... Αχ! είνε κακός ο κόσμος, κυρά μ'! δεν μπορεί να πη +κανείς τον πόνον του! ...Σεβντάς, άχτι, καϋμός, μαράζι, ντέρτι, +μεράκι, βάσανο, κυρά μ'! ...«Σ' αφίνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά +κοιμήσου! και στ' όνειρό σου!...» + +Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν ήνοιξε την ιδίαν +θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κ' έμεινεν άγρυπνος, μονολογών, +μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί. + +Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν ήκουσε την Κατερνιώ απ' +έξω να διακωδωνίζη προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός, +ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι +κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είνε αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε. + +Αλλ' η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είνε κακός», την +έκαμνον να θορυβή. + +Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις +διεμαρτύρετο λέγουσα: + + — Και ποια είμ' εγώ! ...Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του, +ο χαμένος! ...Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και +κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ. + +Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον +κ' εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε +πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να +εξέλθη. + +Η κυρά Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και +του λέγει: + + — Αύριο, το δίχως άλλο, να βρης κάμερα, να κουβαλιστής!... + +Ας μην ετελείωσε κι' ο μήνας! ...καλλίτερα έχω να σου δώσω πίσω τα +λεπτά, όσα κάνει για της μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ +ιστορίες μες στο σπήτι μου, ακούς;... + + — Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά!... + +Δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον, και, πατ, κιούτ! του έρχονται +δύο κατακεφαλιαίς εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε +πλησιάσει εκ των νώτων, κ' εννοούσε να εκδικηθή διά την προσβολήν. + + — Φχαριστώ, κερά μου...μη χερότερα! + +Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή +δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην. + + — Θέλησα να σου κάμω, μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου τo +ζήτησες... είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν +οι μερακλήδες. — Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι. + +Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την +απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξιάς. + +Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ' όλην την επιούσαν, είτε +ηρεύνα, είτε όχι διά να εύρη δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού +ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη +οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις +την αυλήν και λέγει «καλησπέρα». + +Είτα ερωτά: + + — Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης; + +Η κυρά Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν: + + — Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγη, θα κουβαλισθή. + + — Απόψε θα έρθη; + + — Δεν ξέρω. + + — Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθη να κοιμηθή. + + — Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του. + + — Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; Και πώς γίνεται να μην +ξέρης; Τρέχει, μαθές, τίποτε; + + — Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες· είπε λαβούσα τον λόγον η +Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας. + + — Σώπα συ, την επέπληξεν η μάνα της. + + — Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νάρθη, είπεν η ξένη. Αι γυναίκες +δεν απήντησαν. + + — Εγώ είμ' εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα. + + — Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα. + + — Τι είπες, κυρά; + + — Τίποτε. + + — Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθήσω εδωδά να τον περιμένω; + +Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους. + + — Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ; + +Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του +οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθησεν εκεί, εις το κατώφλιον. + + — Μαμά, πες της να πάη από κει πούρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την +μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά +εδώ της ξαδέρφες του!... + +Η γραία ήτον συλλογισμένη. + + — Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείση το νοίκι... Τι να κάμω, +ξέρω κ' εγώ;... Θέλεις να τρέχουμε στης αστυνομίαις;... Όποιος έχει +κάμαραις και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει... έχει να κάμη με +λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου... + +Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί +τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει, +κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξέρη, ακριβώς πλησίον της κλειστής +θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθησεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την +δέσμην ταύτην πλησιέστερον προς εαυτήν. + +Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κ' εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η +Γιάνναινα: + + — Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κ' έχεις ρούχα· μην είσαι +για ξενύχτι απόψε εδώ;.. Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς!... Άλλο να +κοπιάσης!... Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο +αύριο... + +Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε: + + — Δεν ξέρω κ' εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ' εδώ ή όχι!... Ο ίδιος θα μου +'πή... Εγώ τάχω αλλού τα ρούχα μου... Αυτά που βλέπεις δεν είνε +ρούχα... Να τον ιδώ μόνον και μπορεί να με οδηγήση αλλού να +φύγω... + + — Δεν είνε ρούχα, αμμή, τι είνε; εφώναξεν η Δημητρούλα. + +Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν: + + — Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα. +Λυπούμαι αν δεν τάχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ; + +Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε +όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα +πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων. + + — Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα. + + — Α! ήρθες, βλέπω, με της κόττες σου, κυρά. + +Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν +του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη, +εισελθόντος από την αυλόπορταν. + + — Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα +αυτόν. + +Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι' ολίγων λέξεων +ότι η ελθούσα είνε πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάση +το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είνε διά ταξίδι, αύριον ή +μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάση, +ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι, +αφού κι' αυτός, άμα εύρη δωμάτιον θα μετοικήση, ας επιτρέψη η κυρά +Γιάνναινα να μένη κ' η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρά +Γιάνναινα επιμένη ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώση ο μήνας, +αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρη δωμάτιον και θα φύγη, κι' αυτός κ' η +εξαδέλφη του. Μια βραδυά είν' αυτή. + +Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη, +αλλά δεν ήθελε να το δείξη· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις +μίαν οικοκυράν, όπου έχει σπήτια κ' ενοικιάζει, να φαίνεται +δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο +μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου. + + — Τι να κάμουμε, πλέον!... είπε με στρυφνόν τρόπον. + +Αλλ' ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε +να προσθέση: + + — Ξέρεις, απ' το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ +αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης... Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω +ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπήτι σου και τι τους έχεις, αν είνε +γενειά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζης ποιον μπάζω στην +κάμαρα, αφού το νοίκι σου τώχω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωσι να μου +κάμης, με προθεσμία... Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή +πλειότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέει ο λόγος, για νάμαστε +εξηγημένοι φιλικώς.... Κι' αν εσφάλαμε πάλι κ' εμείς συμπαθάτε μας +και Θεός σχωρέσ' σας. + +Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το +σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η +αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την +γυναικούλαν εκείνην, την μισόγρηαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να +βγαίνη ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του +Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε η +δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της. + +Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε +την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε +έλεγε πως θα φύγη αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν. +Ωμιλούσε διά τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν +ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπήτι, και θα πάη να τα πάρη, και πού +να τα βάλη, και πού να τα κουβαλά... και θα φύγη αύριον διά ταξίδι... +Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφος» της ο Βαγγέλης. + +Η κυρά Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν του υπενθύμιζεν ότι πρέπει να +εύρη δωμάτιον να φύγη· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν +ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι +δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικίση, και επιφυλάσσεται να πληρώση μόνον +της μέραις όπου θα έκαμνον να δίδη την ημέραν, καθ' ην έμελλε να +μετακομισθή εις άλλον οίκημα. + +Κατ' ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό +μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη της κόττες +της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρά Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε +βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν της νυκτός και +της ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί. +Σχεδόν δεν άφιναν κανέναν νοικάρην να χορτάση τον ύπνον, τόσον δυνατά +και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κ' η κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κ' οι δύο +πετεινοί με της τρεις κόττες ετρέφοντο κ' επάχυναν καλά εκεί μέσα. + +Η κυρά Σταυρούλα δεν τας άφινε ποτέ να εξέρχωνται εις την αυλήν. Κ' η +ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμη τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να +ψωνίση τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώση καλά +την θύραν, και να βάλη το κλειδί εις την τσέπην της. + +Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η +Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κ' η κυρά Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας +παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της +Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την +εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είνε κι' αυτή μια «από κείνες». Δεν την +άφιναν να προκύψη εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν +καυγά εναντίον της. + +Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθή, να τους αδειάση την γωνιά, να +ξεβρωμήση απ' εκεί αυτή κ' η κόττες της. + +Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε +παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών. + + — Τι κόσμος είν' αυτός, καλέ; + +Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε +το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη +του ο σκύλλος την ουράν. + +Μίαν εσπέραν, ότε έγεινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων +των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγεινε λίμνη. Όλων τα +οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει +το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει +πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του. + + — Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται; +είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και +το παπλωματάκι μου, κύττα, πως έγεινε! + +Ευρέθη να έχη πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά +της κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από +άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα. + +Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του +Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν +αποτόμως να φύγη, τέλος πάντων, επειδή κι' αυτός θέλει να φέρη εδώ +«την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθή. + +Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων +γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την +διώχνει, διά να φέρη την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά +μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον αυτή εκείνη την οποίαν είχεν +ιδή να προβάλη μίαν πρωίαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγειναν «το +ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κ' εκήρυξαν πόλεμον κατά του +Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλλοντο ότι +επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας. + + — Ακούς! να διώχνη, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας +κουβαλήση εδώ την παληοπατσαβούρα!... + +Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν +ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την +κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κ' επήγε +να βρη, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθή». + +Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη φαίνετο +πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η +Γιάνναινα κ' η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως +πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή ό,τι +δήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης. + +Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ' όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον +εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα. + + — Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκκουρού! ...η χαρχαλού, η +πετειναρού!...η μουρλουλού, η ζουρλουλού!. . . + +Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου». + +Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία +δεν μπόρεσε να τον βαστάξη πλησίον της, κ' εκείνος της έφυγε... και +καλά που έκαμε! + +Εν τοσούτω, μετ' ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα +άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας +Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγη οι πετεινοί δεν είχον ακουσθή +εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης +πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες +της κυρά Γιάνναινας και του λέγει: + + — Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε... πάει στα χωριά +του Βώλου... Είδες δα, κ' εκείνη η Γιάνναινα, κ' η άλλαις εκεί, τι +κόσμος! Πώς την εσκυλλόβριζαν άδικα την καϋμένη. + +Τότε μόνον διά πρώτην φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο +άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του: + + — Α! ήτον δασκάλα!... Γι' αυτό είχε τους κοκκόρους! Σε κανένα +Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε. + + + +Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ +ΚΑΙ Ο ΥΛΙΣΜΟΣ + + + +Συγγραφεύς τις (3) παρατηρεί ότι το ανθρώπινον πνεύμα υπόκειται εις +περιοδικάς εκλείψεις. Εις τοιαύτην δε έκλειψιν αποδίδει τας +υφισταμένας σήμερον αμφιβολίας περί της υπάρξεως του Θεού. + +Εκλείπει και ο Ήλιος και όμως αναφαίνεται πάλιν λαμπρότερος. Το +φωτοβόλον άστρον θέλει εξακολουθεί, ενόσω υπάρχει ο κόσμος, να +διατρέχη τον ημερήσιον δρόμον του, και των θνητών η διάνοια θα +στρέφεται αείποτε προς το θείον ως προς την μόνην αυτής ανάπαυσιν ή +τον μόνον αγώνα. + +Τι είναι ο Ήλιος; διά τους μεν αίνιγμα, διά τους δε θαύμα· +και η ιδέα του Θεού είναι διά τους μεν γρίφος, διά τους δε +λαμπάς. + +Ο περιώνυμος Λιττρέ, αποθανών προ δύο μηνών εν Παρισίοις, και ο προ +αυτού Αύγουστος Κοντ «δεν αρνούνται τον Θεόν, αλλά τον θέτουσι κατά +μέρος». Εν τοσούτω ο Λιττρέ εβαπτίσθη και εκοινώνησε των μυστηρίων +κατά τας τελευταίας του βίου αυτού στιγμάς. + +Λέγουσιν ότι η επίδρασις των κληρικών, της γυναικός και της θυγατρός +του παρέτρεψεν αυτόν. Τι αποδεικνύει τούτο; ότι ο πενιχρός ούτος +ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ασθενέστερος ή ώστε να επιχειρή να +αμφισβήτηση το θείον. + +Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι +απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί· αλλά παρήλθον· προ +αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλά εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν +τη σκιά, αφανίζονται, αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και +τους φιλαναγνώστας διά περιέργου συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε +Χριστιανισμός έμεινε και θα μένη. + +Το αρνείσθαι την αιτίαν πράγματός τινος είναι τοσούτον άτοπον, όσον +και το αρνείσθαι αυτό το πράγμα. Ήττον παράλογοι ήσαν οι +παραδοξολόγοι εκείνοι φιλόσοφοι, οίτινες ηρνήθησαν απλώς την ύπαρξιν +του κόσμου. Ο Αναξαγόρας όμως, όστις δεν ηδύνατο να συλλάβη τόσον +αστείαν ιδέαν, είπε προ δισχιλίων ετών, ότι νους εδημιούργησε τα +πάντα. Ο δε Σωκράτης, ότε ηρμήνευε προς τον Αριστόδημον την θαυμαστήν +σκοπιμότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, ουδέν άλλο έπραττε ή +έθετε τας βάσεις της εν τη νυν χριστιανική επιστήμη λεγομένης +&τελεολογικής αποδείξεως& της υπάρξεως του Θεού. + +Πνεύμα ευθύ, διάνοια υψηλή και ευρεία, ο όντως εκείνος φιλόσοφος +ανεκάλυπτε φως, όπου οι πολλοί ευρίσκουσι σκότος. Μετείχε της ουσίας +του αληθούς και μετέδιδον αυτής προς πάντας. Ο πόθος της μωράς +επιδείξεως, η μανία του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος +και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, αφ' ων +τουναντίον απάγει η ειλικρινής και ακραιφνής φιλοσοφική ζήτησις της +προ των οφθαλμών ημών κειμένης αληθείας. + + + +TΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ + + + +Σοβαρός και αρχαϊκός, γαλανός και ανοιχτοπρόσωπος, ο κυρ Δημητράκης +τ' Αγάλλου, με τας πλατείας χειρίδας, την κεντητήν ζώνην, και τα +στιλπνά πανωβράκια του, εσύχναζε καθ' εκάστην εις το +Κιόσκι........εντός της σιδηράς πύλης του Κάστρου, και αντικρύ εις το +μικρόν τζαμί, το οποίον ευρίσκετο διά τον τύπον εκεί, τάχα διά τας +θρησκευτικάς ανάγκας του μοναδικού Αγά, όστις ευρίσκετο ως σημείον +συνδέσμου και υποταγής εφ' όλης της νήσου. Εκεί εσυναθροίζοντο όλοι +οι προεστοί, πρόκριτοι και δημογέροντες του τόπου, διά να καπνίζουν +το μακρόν τσιμπούκι, να πίνουν το σερμπέτι, και να συζητούν, ως +μεγάλα κεφάλια, τα συμφέροντα όλης της κοινότητος. Εσχάτως μόνον το +σερμπέτι ήρχισε ν' αντικαθιστά ο καφές, τον οποίον εκόμισε πρώτος, +επιστρέψας άρτι εκ της Βλαχίας και της Κωνσταντινουπόλεως, ο κυρ +Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, μεγαλέμπορος και πρώτος προεστώς του +Κάστρου. + +Συνήθως οι προεστοί ήσαν βραχύλογοι. Έσφιγγον τα χείλη, και δυσκόλως +έφευγε λόγος το έρκος των οδόντων των. Έμεναν πάντοτε αμφίρροποι, και +δεν εξεφράζοντο ποτέ αρκετά σαφώς διά παν ζήτημα. Ο κυρ Δημητράκης τ' +Αγάλλου έλεγε μόνος του εις μίαν ημέραν τόσα λόγια, όσα δεν έλεγαν +εις δέκα συνεδριάσεις όλοι ομού οι προεστοί. Πλην, με όλην την +στωμυλίαν ταύτην, κανέν υποκείμενον δεν εσαφηνίζετο. Ούτε ο λέγων +εφαίνετο να ηξεύρη ακριβώς τι έλεγεν, ούτε οι ακροαταί του ενόουν +ευκρινώς τι ήθελεν ο αγορητής να είπη. + +Εκείνο το Σάββατον, οπού ο κυρ Δημητράκης επέστρεφεν οίκαδε περί την +μεσημβρίαν, σοβαρός και γαλήνιος, σκεπτικός εις όλον τον δρόμον, είχε +συζητηθή θέμα πολύ ευγενές εις το Κιόσκι, εις την συνάθροισιν των +προεστών. Επρόκειτο περί παίδων αγωγής, και μάλιστα περί της διαγωγής +των εφήβων και νεανίσκων, εκείνου του καιρού, μεσούντος του ΙΗ' +αιώνος. Δύο ή τρεις νέοι, τας ημέρας εκείνας, από καλάς οικίας +οπωσούν, είχον εκτραπή της ευθείας οδού και είχον εξοκείλει εις +θορυβώδεις κώμους την νύκτα, με βιολιά και με λαγούτα, και με λίαν +ζωηρά και ξανοιχτά άσματα. Μίαν λέξιν είχεν ειπεί μετά γενικότητος ο +κυρ Αλέξανδρος ο Κονόμος. + + — Δεν πάμε καλά. + + — Ξωκείλαμε, επρόσθεσεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη. + + — Μπαττάραμε — πέσαμ' όξου, επέφερεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής. + + — Ο φόβος του Θεού έλειψε, συνεπέρανεν ο Σακελλάριος, ο παπά- +Ζαχαρίας. + +Και ο κυρ Δημητράκης ήρχισε στωμύλος ν' αναπτύσση το ζήτημα. + + — Αδελφοί και πατέρες, ήρχισε με ύφος σχεδόν καλογηρικόν, πρέπει να +ξέρουμε πως όλοι 'μείς είμαστε σα μια οικογένεια αγαπημένη, από +πατέρα κι' από μάννα, όλοι αδέρφια είμαστε. Πατέρας μας είνε ο Θεός, +μάνα μας είν' η γης. Και λοιπόν, επειδής είμαστε όλοι αδέρφια, με το +να έχουμε όλοι ένα πατέρα, τον Θεόν, και μίαν μητέρα, την γης, πρέπει +να είμεθα αγαπημένοι και τιμημένοι, ωσάν μία οικογένεια που είμαστε. +Τι λέγει το ιερό Βγαγγέλιο; αγαπήσης τον πλησίο σου ως σεαυτόν. +Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα +πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν +αδερφός σου, σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς +ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος, μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου, +εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος. Πώς μπορείς να κάμης κακό στον +αδερφό σου, στον σύντροφό σου, στον φίλο σου; Ήγουν, διά να +καταλάβετε καλά, πατέρες, τι λέγω, θέλεις εσύ νάρχωνται να κάνουν +πατινάδες αποκάτω στα παράθυρά σου την νύκτα; + + — Δεν τα λες και τόσο βαθειά ελληνικά, καταλάβαμε, είπεν ο πρώτος +λαλήσας, ο Αλέξανδρος ο Κονόμος. + + — Αγκαλά, κυρ Δημητράκη, κι' ο γυιος σου, καθώς έμαθα, ο Αγάλλος +ήταν από διαβάτ' κι' αυτός, είπεν ο Καπετάν Πέρρος, ήταν μαζί με το +τσούρμο. + + — Ποιο τσούρμο, καπετάν Πέρρο· στο καράβι είν' ο νους σ'; + + — Μαζί μ' αυτούς που έκαναν την πατινάδα, ηρμήνευσεν ο παπά- +Ζαχαρίας. Κ' εγώ τ' άκουσα, κυρ Δημητράκη. + + — Τι λες, παπά; + + — Το ναι, ναι, και τo ου, ου, επέμεινεν ο παπάς. Καλλίτερα να τα +λέμε μπροστά, κυρ Δημητράκη. Να μη γνέφη τινάς οφθαλμώ μετά δόλου, +λέγει ο σοφός Σολομών. Ο &ελέγχων& μετά παρρησίας &ειρηνοποιεί&. + + — Εγώ τώρα τ' ακούω αυτό, επανέλαβε κατηφής ο κυρ Δημητράκης. + + — Γιατί στερνά τα μαθαίνει όλα κείνος οπού έπρεπε πρώτος να τα ξέρη, +είπεν ο παπάς. Και &έσονται οι πρώτοι έσχατοι.& + + — Ε! και τι να κάμη, σα σας ακούω και σας! έκραξεν ανυπόμονος ο +Αλέξανδρος ο Κονόμος. Μπορεί να μνουχίση τον γυιο του; + +Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς]. + + — Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο +χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή; + + — Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος. + + — Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου +δίνω τον λόγον μου, παπά μου. + +Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και +απήλθεν ορμητικός. + +Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η +Δημητράκαινα, προς τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον. + + — Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ +Δημητράκης. + + — Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη +Σκόπελο, επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος. + +Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ +του. Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον +Ποταμόν, εις την Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων +μηνών, φέρων ολίγας εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους +γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ διά να ευθυμήση με τους φίλους +του. + +Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την +αντικρυνήν νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν, +λευκήν και σχεδόν μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε +πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι +μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων. Και ο Αγάλλος είχεν +ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν διαφανή κόρην. + +Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και +απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο +Αγάλλος μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με +συμπεπλεγμένας χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την +κεφαλήν, ως να επέθετεν οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του +συζύγου της. + +Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε: + + — Θέλεις νάχης την κατάρα μου; + + — Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος. + + — Σου λέω έδωκα τον λόγο μου. + + — Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου. + + — Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η +Αρετή. + + — Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη. + + — Δεν σου είπα, &ευχαί γονέων στηρίζουσι&.... παιδί μου; επανέλαβε +δευτέραν φοράν ο γέρος. + + — Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους +και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή». + +Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά. + + — Θα σε αποκληρώσω. + +Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η +άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και +τον Βόσπορον, κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν +ευλογίαν, ο κυρ Δημητράκης του είπεν: + + — Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης. + +Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε: + + — Τα χεράκια σου θα με θάψουνε. + +Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε +να επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ, +θυγατέρα της Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ +ευγενών Βενετών φυγάδων. + +Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν, +ως συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς +τον παπά-Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε: + + — Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον, +επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση. + + — Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε +δεκτόν. + +Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός +είχεν επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του +και του έμεινεν. + +Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού, +όπου τον είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής, +και πονήματά τινα κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον +φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία, ζώντος του συγγραφέως. + +Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο +γάμος. Ο Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις +την Ύδραν, όπου διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και +της αρχής του ΙΘ' αιώνος, διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε +συνήθως Στέφανος (αντί του Επιφάνιος) Δημητριάδης. + +Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ' +έγραφεν ανά δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον. +Πότε τα γράμματα παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του +πατρός του. Ο Δημητράκης, συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι +είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον +γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο Λογιώτατος έλειπε +χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν έστελλε +γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά +μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας +βορεινάς νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών, +εξ Αγίου Όρους ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου +Μονύδρια, την Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την +Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον, +κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να ίδωσι τας εκεί μονάς και +τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου Σπηλαίου και της +Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως. + +Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν +διά να κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν, +ηγνόει πολλά άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον +γάμον του Επιφανίου μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν +ακούσει ότι είς Λογιώτατος καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον +προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά +φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο Λογιώτατος εκείνος είχε +γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του όχι ολίγας +εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν. + +Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον +ωραίον τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να +μείνη αυτόθι ολίγας ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του +αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του με πάσαν θυσίαν, να τους πείση +να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη άγων αυτούς πλησίον της +μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας ευλογίας του +Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των γονέων, +και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων, +κηδεστών, αγχιστέων και φίλων. + +Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην +αποβάθραν της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την +κατεσκεύαζον [την αποβάθραν] ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα +του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν — +αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη ότι) επεπόλαζεν +(επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε έτρεχον +μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά, +δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι, +φίλοι, ή συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με +μελαγχολικόν τινα τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε +έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει, ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και +όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και δύσκαμπτοι, ως +παγωμένα σκέλεθρα. + +Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε +προτιμήσει άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως +δικόπου μαχαίρας· η μία ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη — +ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα εις την φιλαυτίαν του. + + — Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ +Φόλην, ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου +συγγενής, από την παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των +οικογενειών των. + + — Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο- +Φόλης. + + — Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος. + + — Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης. + + — Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει; + + — Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος. + + — Πέθανε το Γκλεζώ; + + — Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει. + +Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε +κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ' +έμεινε δύο-τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ +φιλοτιμίας βοηθούσα τας εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα +και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του ελαίου, εις το πατητήρι, το +οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν ήκουε τας +νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον. +Είχεν ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του +αρραβωνιστικού της, δεν το είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των +καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις τοιαύτας εργασίας, κ' +εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν και τας +ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο +Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος +και εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη. +Η μήτηρ της, ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της +πόλεως με τα φάρμακα και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η +φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και +ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της ανοίξεως (ετρώθη το +φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η μεταξωτή κόρη. Εις +μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το περίβλημα, κ' +εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα, +όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ' +εμαράνθη. + +Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε +με δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν, +συγχρόνως είπε μέσα του: + + — Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την +ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν +ημπόρεσα να θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους. + +Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του +είχαν ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να +λησμονήση, να παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του +νεοσκαφούς τάφου. O Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις +ολίγας ώρας έφθασεν εις την γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το +Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα· εβάδισε δύο ώρας, +συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των, φέροντας την +μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της θαλάσσης +εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ' +είπε: + + — Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο. Το +Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω +την Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα. + + — Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου. +Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου. + + — Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα; + + — Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες +εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή. + +Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν, +εκρέμασε το κεφάλι κ' είπε: + + — Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται. + +Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά +μήκος τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την +υψηλήν βορειοτέραν άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε: + + — Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να καλογερέψω. + +Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου +κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα +πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον +ρόγχον των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος +μονοκόμματος βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής +και της κυματοειδούς πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της +θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού, +χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να κυλισθή ποτέ τον κατήφορον. +Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον εις την Γλίστραν, +ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα +στον κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το +κατωφερές. Άλλα [πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη +Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας +ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα της Ηχούς τας αμυδράς και +παλμώδεις απαντήσεις: + + — Αλτανού! + + — Ου ου ου; + + — Έχεις παιδιά; + + — Α α α! + +(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των +Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το +ειθισμένον παρ' άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι). + +Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το +πέλαγος και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν +οικίαν, αντικρύ στο κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων +στροφέων εκ της υγρασίας του Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης +των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς +διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε το βλέμμα, και +είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί στιγμήν +έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα +επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των), +και απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν +και πολλάκις επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα. + +Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και +του είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη. + + — Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε +κοινώς Μανιά; + + — Ναι. + + — Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι +άνοιξε το παραθύρι κείνο; + + — Είνε η Λ.... της Μ... + + — Πανδρεμμένη; + + — Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια. + + — Πώς αυτό; + + — Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί +είνε πραμματευτής. + + — Α! + +Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον +Δράκον, εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το +σχολείον του Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα +κολλυβογράμματα, εκείνος δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα +είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε +ξεχάσει. + + — Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο Αγάλλος. + + — Εδώ και δέκα χρόνια. + + — Και βρίσκεται στο Μισήρι; + + — Σου είπα, στο Μισήρι. + + — Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;» + + — Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'. + + — Και δεν της στέλνει γράμματα; + + — Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη +γράμμα. + + — Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα; + + — Τον καρτερεί. + + — Ως πότε; + + — Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η +γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα. + + — Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος. + +Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε: + + — Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά; + + — Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το +δικό μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το +χάσμα ανάμεσα στα δυο παράθυρα. + +Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε +προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος +απεχαιρέτησε την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του, +εις την χαμηλήν πτυχήν του εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την +Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν, όπου ήσαν όλα τα +αρχοντόσπιτα. + +Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της +Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους +συγκωμαστάς του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ... + + Από το Κάστρο ως τη Βλαχιά + στης Αναγκιάς το τόπι + δεν είνε χώρες και χωριά, + όρη, βουνά και τόποι. + Για σε πονεί η καρδούλα μου, + και στο Μισήρι μη διαβής, + κι' ο νους σ' εδώ να μένη, + ψυχή λησμονημένη. + +Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων +του, εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού +ελειτουργήθησαν εις τον Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι +του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της +Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα, εις τ' άνω του ρεύματος, κ' +έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ' ήρχισαν να λέγουν +το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά Μανιά. +Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν' +ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα, +όπου τα κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β. + + — Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο, +αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα. + +Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου. + + — Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή +εμβήκεν αμέσως εις το νόημα. + +Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του +πη. Ο Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την +συντροφιάν του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν +ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί του όχθου, εις τους πόδας του βράχου, +κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον +μοναξίαν. + +Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον +δρομίσκον και τον εντάμωσε. + + — Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ.... + + — Τι της είπες; + + — Τα όσα μούπες. + + — Δεν σου είπα να της πης τίποτε. + + — Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν, +και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν' +άρθη. + + — Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ; + + — Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι +μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς. + + — Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της γραίας. + + — Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω, +αγυρισιά του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά. + +Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι, +πατινάδα ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των +ψαλέντων ασμάτων ο Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής: + + Στην Αφρική είν' ένα νερό, + καινούργιο συντριβάνι· + ποιος έχει αγάπη στην καρδιά + ας πα να πιη να γιάνη. + +Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες +συμβούλιον των προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και +μάλιστα περί του άρτι παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη. + + — Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη, +οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την +διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη, +έμαθαν εκεί άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα +τα μαθαίνουν και στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα +θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια +τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή. Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον +ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην, καθώς λέει ο σοφός +Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι. + + — Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής. +Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα +παγανίδι χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση. + + — Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο +παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε. + +Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ +Δημητράκην), βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση. + + — Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά- +Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν +όρκους και συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει +ο Εκκλησιαστής: «Τον καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος +χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον φάη. + + — Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός μου; +— ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το +αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου. + + — Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ... +είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και +της κάνει πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει +να χαλάση τον φράχτη. + + — Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ +Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν +ηθέλησε να πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός +γονιός της έδωκα τον γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο +μεγάλος από την Βλαχία, και πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην +που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος +μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η συνείδησίς του, ήθελε +να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη ξεύροντας πως εγώ την +είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο Αγάλλος για να +ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το +Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ' +ήπιαν, και στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό +την νύκτα. Τώρα, αν τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια +καποιανής, ελπίζω ότι θα πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ' +ετραγούδησαν. + + — Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και +ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε +ψηλά, ξέφαντο το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν +και αναπνεύσουν πελαγίσον αέρα. + + — Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ +Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για +πιλάγωμα το καράβι, στο καρινάγιο. + + — Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως +θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη. + +Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε: + + — Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ' +έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον +αδερφό σου τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης. + + — Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος. + +Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της +Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία +ανώγειος, όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά. +Ήτο χήρα και ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας +υποθέσεις, και μάλιστα διά πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε +ανδρογυνοχωρισιές. + + — Καλή σπέρα, Μανιά. + + — Καλώς το παιδί μου. + + — Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες; + + — Ναι. + + — Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση; + + — Αυτό. + + — Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια +καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι, +που μου είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το +πηδήση ένας άνδρας; + + — Μπορεί. + +Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση +τρόφιμα από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η +Μανιά, επί δέκα λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν +προσοχήν το αντικρυνόν παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο +οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν. Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε +πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά δόλου. Διά ρήξεως ή +κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με κλαυθμηράν +φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά να +της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το +σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση +ενωρίς. Η Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί +της, κ' έμειν' εκεί μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού. + +Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα +και λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της +Μανιάς είχεν απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν +εις τον αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος +την εγκατέλειπεν. + +Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς +πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η +γραία της εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο +στόμα της, διά «να πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός +της» από ένα «σφάχτην», δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα +σωθικά της, από το «χουλιαράκι» της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της +ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι, επειδή έκαμνε πολύ ρακί +απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα της, ήτις +δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον +οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος. + +Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο +Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο +φράχτης ήτο το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον +το Κάστρον εβόησε κατά του τολμητίου. + +Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει +εις την συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη +να εκθέση οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν' +αποφασίση οψέποτε αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις +εμπορεύετο εις την Αίγυπτον καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει +«πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το Γηρακώ, η Μανιά, και είχε +γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της έστελλε «γράμμα +μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το Ναι, +αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών, +καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει». + +Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει +άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν, +και έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο +ξενητευμένος αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν +λιμένα, εις την άλλην πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα +νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του +Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις +ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα κατά την δυτικήν πλαγιάν, +αριστερόθεν του Κάστρου. + +Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος +το παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την +Κυριακήν ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει +αποκάτω από το στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού; +Γράφει [λοιπόν] ο Θεός δράματα; + +Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως +όμως συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο +σκοπός του ήτο να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις +διά τον ερχομόν του Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση +στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και +αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και +τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την είδησιν ακριβώς δέκα +λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος. + +Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά +Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης +του φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς +του κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο +Κάστρον. Όχι ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το +ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον +οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως κωφή, ήκουε καλά από το έν +ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν αντικρύ στα κυανά +και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε πλέον η +κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου +είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να +ζεματίζουν τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον +κόλπον της κι' από τους γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν +σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον +γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν. + + — Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το +πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο +αγροδίαιτοι νέοι είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις +εκατάλαβε τι ήθελον να είπουν. + +Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ' +εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα +λεπτά έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν +πρόστοον της οικίας της Λ... + + — Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο +Δράκος έφθασε. + +Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως +απολιθωμένη. + +Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο +Γιαννάκης δεν έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε +τα βάρη όλα στον Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του +ως πιστήν και αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός +το αναλαμβάνει ως ίδιον πταίσμα του. + +Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την +Αίγυπτον. Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να +λεπτολογή διά μικρά πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην, +συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως, περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς +νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν της Πέμπτης (του Γιαννάκη +Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει, καταμεσής στον Χριστόν, +αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν φύγη ακόμα ο +Αγάλλος διά το Άγιον Όρος. + +Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν +απήλθον, τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από +το Όρος ο Αλύπας ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα +χρόνια εις τα Κατουνάκια, κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του +Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την +ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την γενέθλιον νήσον του. + +Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η +γραία Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το +νεόκτιστον σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του +Ευαγγελισμού. + +Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους +κτίτορας (ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός +του άρχοντος Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και +μετά τον Φλαβιανόν, απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των +ανωμαλιών και των περιστάσεων. Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη +μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως το κατεσκεύαζεν. +Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας λύπας, τους καϋμούς +και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε, και ο γυιός +της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός, +όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις +τας θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον, +όστις είχεν έλθη εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το +διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον, εμοίρασε δε καί τινα εις τους +πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του, κ' επήγε κ' +εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή +πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και +ωνομάσθη Δαυίδ. + +Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου, +Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον +Άθωνα, επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή +αργότερα ως Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν +επαρουσιάσθη εις τον θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής, +εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος, μοναχός. + +Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε: + + — Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ. + + + +Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ + + + +Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο +καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ +τας 120 οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί +ακόμη, αρχαί Ιουνίου, έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε +τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως +εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον άρρωστος υπέρ τα +δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και +ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου. + +Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια +πλατάνια εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην +την έκτασιν, νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν +τούτων εσώζετο ακόμη το τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και +σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους κλάδους και τους ακρέμονας και +κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του ανάμεσα στους κλώνας κ' +εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του ανέβαινον ακόμη η +μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο, μέχρις +ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει +και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι +πρόβατα, του Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του +Βαβήλα, εγκαρδιακού αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν +ήρχοντο να ποτίσουν τα κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο +νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν +όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους τους ξένους αγρούς, όσοι +εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας κατεπάτει τα σύνορα +του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας κατά του +αδελφού του. + +Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο +μπάρμπα-Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν +επείθετο ότι ο βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος. +Άμα έστρεφεν όμως εκείνος τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα +χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του, γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο +Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ αράπης μελανωμένος την +νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον Γούμενον, όστις είχεν +έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου, επειδή ο ξένος +καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν των +κτημάτων της Μονής. + +Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά, + + — Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης. +Πήες και μ' εγκάλεσες. + + — Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί +κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια. + + — Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης, +κακόμοιρε. + + — Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά +σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης. + + — Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο! + + — Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο. + +Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την +στραβολέκαν, αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς +γηραιός αγροφύλαξ σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους +δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο σκυλαδέλφια). + +Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι +ανεψύχοντο εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν +στεναγμόν και εστράφη προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας +του οποίου είχε περάσει προ πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το +ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να το ελαφρώση από το φόρτωμα. + + — Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης· +περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την +καβάλλα. Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην: + + — Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι, +απάνω, στον πάτερ-Γερεμία. + +Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το +πλευρόν του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα +θρησκευτικά δώρα, τα οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον +ηκολούθησεν. + +Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις +εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να +κατέλθη εις την πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας +αμαρτίας της νεότητός του τας είχεν ακόμη φορτωμένος εις την +συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα λοιπά. Ήτο μόλις +σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας επιχειρήσεις +[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν +ανοίξει τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι +εμποροπλοίαρχοι, και είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την +φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου. Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του +πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον, επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη, +και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα αυτά! + +Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ' +έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι +προ δύο ετών και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι +καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν, +ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με +γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν νερόν; Αυτός έβλεπε το +μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την χείρα του ναύτου +ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια, καλόγνωμες, +αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι, +κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς +να μη πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο, +και τον ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή; + +Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε +δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε +«χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε, +σκάφη κι' άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις +την γενέθλιον νήσον. Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι +είχεν αποκτήσει κτήματα εις την πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ' +είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα +χιλάδας. + + — Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν +ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας. + +Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε. + +Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου», +πάσχοντα ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της +τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος +εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα, υπό το προσκέφαλόν του, διά να +το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν. + +Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι' +αναψυκτικόν βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι +άπαξ παρέβαινε τον αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν, +ψητόν της σούβλας, εκείνο που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά +παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το καύχημα όλων των Ελλήνων, +γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ' ευθύς ύστερον +επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου — +ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη +την κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να +γείνη πάλιν «γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο +Ρότσιλδ, εβραίος χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι +δυστυχείς. + +Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ' +ήξιζεν ακόμη διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και +κάτισχνος. Και την πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της +ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου +είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη τον αέρα, κ' ο +δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου έφθασε +λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος +ομόλογα, άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού +χάρτου, κ' είχε στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς +ναύτας, αποζώντας με 12 δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα +ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα, +και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ' είπε: + + — Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω. + +Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον +ευχαρίστησαν, αι ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς +εκ των γερόντων θαλασσινών τον ευχήθη: + + — Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη πολλά. + + — Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να +αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως». + +Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον, +δια τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και +δεν άφησε τίποτε που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά! + +Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον +τόσον δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον +πλαγινόν. Ο Ήλιος εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη +ενδεκάτη και ημίσεια, όταν έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν +Γεωργάκης. + +Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα +δάσος των δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς +και τους βράχους του βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το +και φρίσσον και αβυσσαλέον και γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον, +περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας, μυγδαλέας, απιδέας και +συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ των άνω, +όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο +Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με +την εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των +κάτω, όπου πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα +την κρυφήν πηγήν του νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα, +να πέση, να πιασθή από σχοίνον ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην +του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την +βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως +είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και ευθυμίαν, θα +εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο +Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα +εσούβλιζε το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά +αχνιστά τα τυροπ'τάρια, με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών +κατασκευασμένα, και ψημένα στον φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ +στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα σπληνάντερα και κοκορέτσι, και +πού τα τυροπ' τάρια; + +Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης +ελαίας της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του +καλυβιού, κ' επήγε να δέση το ζώον. + +(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων: +— Ας έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα +λόγον πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην +από το χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την +γυναίκα ότι θα υπάγη δι' ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι, +και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του. Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα +τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο δέκα ετών και απήλθεν. +Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ' εδέχθη τον γέρο- +Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα, έλεγεν +ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος, +ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς, +με πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και +τον πώγωνα. Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν +Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής καταγωγής). + +Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ' +εργαλεία γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν +Γεωργάκης εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του +δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο +γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του, τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον +αριστερόν ώμον και την κατατομήν του προσώπου προς αυτόν νεύουσαν. +Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν. + + — Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο +προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην». +Ώστε δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην +πικρανθή, είτε απ' την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει: +«Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου... πίονται πάντες οι +αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο αμαρτωλός απ' το +κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού». + +Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν. +Ο γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν: + +«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος +την ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους +μυκτήρας σου, και το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση +τινάς την φωνήν του, κι' αν ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα +συντριφθή, κ' η φωνή του θα λουφάξη. + + — Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν Γεωργάκης. + + — Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο- +Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας +εκυρίεψε όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης: +Ίνα τι τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις +πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ' +ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν έχουν τα αργύρια; Αφού +δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού δεν χορταίνωμεν +απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα χορτάσωμε απ' +την αδικία και πλεονεξία ; + +Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης +την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη +αποτόμως, κ' ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του +γέροντος μοναχού. Ο γέρο-Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον +είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της +κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν αλλόκοτον φωνήν: + + — Τι ήρθες εδώ; + +Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα +επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την +ρίζαν μιας νεοφύτου ελαίας. + + — Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος. + + — Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων +αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος. + +Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του. + + — Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε. + + — Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με +κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι' +ολόχρυσο θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι. + +Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ' +επροσπάθει να καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο +καπετάν Γεωργάκης κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν +αναίσθητος υπό την σκιάν του δένδρου. + +Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά +κάτω εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής +ώρας δρόμον εις το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει +κάτω εις τον όρμον, διά να φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται +και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες, συνηθροίσθησαν εις την μικράν +έπαυλιν. + +Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον +οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει +περί τα μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον +«έκοψε». + +Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ' +εδιάβασεν όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η +γηραιά ήλθε διά να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν. + +Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας +δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν +και τον εκόμισαν &(με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς)& — πώς να τον +βαστάσουν; — εις τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι +του αιγιαλού κάτω και τον επεβίβασαν. + +Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων. + +Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην. + + + +ΤΡΑΓΟΥΔΙ +TOY ΘΕΟΥ + + + +Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την +οικίαν του την ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του +προγεύματος περί τας δέκα, από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να +κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα οικιακά, ως έρημος και ξένος στα +ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της εστίας του, αφού +διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους σταύλους +των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά +του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του, +αμόρφωτος και άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός, +γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, +τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και +θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή εις το πρόσωπον και τους +τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, πάντοτε μειδιώσαν +και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την Τοτώ, +ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω +ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της +οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή +διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα δίκτυα κανενός επιχηρευτού και +είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της δεξαμενής, διά να +πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να +πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα, +οπού δεν είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και +μετεκόμισαν, τις οίδε πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν +αλλού, κ' εταξείδευσε, κ' ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις +τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο +πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε [εκείνη] το τέκνον της, +κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον βρέφος αυτό, +ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη της. + +Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και +όμμα επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην +του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, +ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά +μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της +είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε: + + — Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις. + +Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος. + +Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει +τα τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και +πτήσις και αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το &Χριστός ανέστη& +(ο κυρ Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου, +και ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το &Αναστάσεως ημέρα& το +αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το +τελευταίον το δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ' +επρόφερα: + + Αναστάσεως ημέρα, + Λαμπρυνθώμεν λαοί. + Πάσχα Κυρίου, Πάσχα... + +η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα +χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα +εμόρφασαν κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου +επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και +κάλλος, μαρτυρούμενον η «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα +εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με +παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν: + + — Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε. + + — Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα. + + — Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια. + +Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν) +του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο +άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν +του Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους +διαβατικούς, διά τους εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η +λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου, +και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου, +ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την Αγγελικούλαν, μ' +επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι +έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα +ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το +βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το +ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει: + + — Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού. + +Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς +«Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά +με την μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, +την ώραν των αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ' +έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην +την ημέραν, ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και +δούλη Χριστού του Θεού». Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω +το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου +έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου +έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το +«Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ. Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον +πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα +Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ. Βασιλείου το +«Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την +φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής +αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του +Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το +«Ανέτειλε το Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της +Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε +την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, +σε την πολυέραστον θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το +«Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην +της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» +και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων το +θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον υιόν χαιρετώσα». +Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των +βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και +τα εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού. + +Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους +[μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει, +εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με +είχον βαρυνθή κ' εκεί, ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την +πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν +βαρετός εις τους φίλους μου. + +Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν +πρωίαν να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα; +Η μικρά Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο +άρρωστη βαρειά. Είχε δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι +ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως. + +Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας, +διά να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την +ηγάπα ως να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου +έδειξε την κλίνην, και η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου +έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν +αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την μητέρα τα συνήθη λόγια της +παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας εκεί. Είτα επανήλθα +πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η Κούλα +έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως +[η υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να +της ομιλήσω. + + — Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου. + + — Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα +θεία... τραγούδια; + + — Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον +Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω. + + — Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω; + + — Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ... + + — Ωχ! + +Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι +είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ +εστέναξε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της +έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας +αισθήσεις της, κ' εψιθύρισε: + + — Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά. + +Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί +ιερείς κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως +τον Τελευταίον ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του +Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν, +εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα. + + — Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου, +όπου είχεν ακκουμβήσει. + + — Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας. Εις +αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων. + +Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή +εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα +μέσα μου τα τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν +άγευστον...», και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς +επουρανίους έσωσας», και «του Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις +ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο δι' ημάς νηπιάσας» +και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς σε». + +Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι +βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος +επέτασας». Και ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του +Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο +να τ' ακούση, το «Άλλος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις +πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή +ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να ακούη εκεί γύρω; + + + +ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ +ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ + + + +Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα, +οπού είνε πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο +Καρδοπάκης. Ήτο φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά» +του χωριού. Ήξευρεν εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια, +όνειρα, παραμύθια. Παντού τον εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια, +στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες, +και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να πάη μίαν ώραν δρόμον, διά +θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν προς τα επάνω, +είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα +Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του +έτους. Κ' εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα +μαντάτα στα δύο κορίτσια, στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την +Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι δύο χαριτωμέναι κόραι τον +εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν στέγην, εις τον +μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις μύλον +είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ +τριών ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον +ανατραφή εις άλλον τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος. +Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν +ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα χρόνων, καλοκαμωμένος και +ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν, αν και δεν τον +ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε σύνταξιν +από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις +εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν +εις την πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και +καταπατημένα, κ' εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα +καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός, όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της +τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά +τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο Αγάλλος πανδρειά. + +Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν +όλα, μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο +μακαρίτης. Εκεί έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο +αδελφαί. Εις την αρχήν είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι +νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς. Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος +της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του Μανιάτη. Αλλ' αι +εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον +περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν +πάντοτε εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι +συγγενείς του Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να +καταλάβωσι την οικίαν, κ' ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η +υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και των δωροφάγων, έμενεν +ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να κλεισθούν εις τον +μύλον. + +Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε +μάθει, τον εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ' +επήραν το «εξάγι» από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να +δειπνήσουν εληές, τυρί και πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει +εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν υπαίθρω, ως είδος εστίας ή +καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία. Κατόπιν ο μικρός +γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη +αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το +στέρνον, τον ήκουον με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης +έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και +αποσπάση τον νουν των από την τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός +εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του μακαρίτου, και άλλαι ακόμη +σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης ενύσταξεν· αι δύο +αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την προσευχήν +των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την Παναγίαν +και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί +εις την ερημικήν φωλεάν των. + +Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού +σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος. +Αυταί επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί +του ιδίου δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε +πλησιέστερα εις την έξω θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον +μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και +τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό +πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. Υποκάτω του πατώματος +ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον, δυτικά, εις το +ρεύμα. + +Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους +τους έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή +αύρα, κ' ηκούετο από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός +χείμαρρος κατήρχετο μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν, +παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της +Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις τους βράχους και τους +θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με ορμήν, πότε +εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των +χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την +ημέραν ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις +εκεί την νύκτα, και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των +κλάδων, και καρποί μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να +δίδεται τροφή εις όλα τα πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το +όνομα του Κυρίου. Και θνητός άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ +να καταβή, εκτός αν ήτον ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ, +ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις +το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς διφορουμένους χρησμούς της. +«Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως &ερώ& — ερώ». (4) Και τα άστρα +κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ' η +Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι +εβασίλευον πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα +ανάβαθρον του ουρανού, το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά +βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και κατήρχετο εις το ρεύμα, κ' +εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε τον πέπλον, κ' +ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν +του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι +βλαστοί της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά +εις τα δένδρα, και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της +καλλονής εκεί εις το σκότος. Και τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το +πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να επαναλάβη: Ερώ, ερώ. + +Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά +τα μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε +λάβει) πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα +όμματα, διότι ήτο μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα +πάθη και τα βάσανα. Εις τας ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής, +όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει να πνέη και άνεμος όρθριος δεν +εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του ύπνου — και τα άστρα, +ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το άπειρον — τότε +ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της Σοφίας. +Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν +ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον +βραχίονα την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της +εφάνηκαν πράγματι υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την +εγέλων τα ώτα της. + +Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το +δειλινόν εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του +χωρίου, όπου απείχε μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο +καταφύγιον και τόπος συναντήσεως δια τους (γύρω στον μύλον της +Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς βοσκούς της νέας +γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά +ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις +«εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν +ηπατήθη, ή δεν ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το +πέρασμά του, σχέδια και μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων +αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα +την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των +όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να κλέψουν ή την Σοφιά ή τη +Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής της μίας των δύο +αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα +συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των +νεωτέρων συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο +μάλλον θετός υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και +χρηματικώς και ερωτικώς ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την +υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης, +«είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν +συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να καταφάγουν αυτοί την +κληρονομίαν. + +Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο +ευκρινέστεροι. Τότε εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο +βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά +τον τοίχον. + +Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία. +Εστράφη, κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον +γλυκύ φως του κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις +διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την +χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν ρεβόλβερ. + +Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε +νυμφευθή από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία +το εζύγισεν εις την χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο +γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να +ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν αποκοιμηθή προ μικρού. + +Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της +οποίας έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον +έσεισεν. Ο γέρων έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις +ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να στραφή από το άλλο πλευρόν, κ' +εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν: + + — Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα, +μοιρολόησα απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά +τραγούδια. + +Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ +επτά ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της. + + — Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας περικύκλωσαν +απόξω. + +Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε +τα όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν, +σκληρόν προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε. + + — Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή. + + — Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα +είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη! + + — Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος +εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ' +αποχτήσης ποτέ σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι. + + — Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η +Σοφία. + +Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν, +αλλά και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε: + + — Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να +μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω, +να ιδούμε τι θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη. + +Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και +είπε: + + — Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να +νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς. + + — Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον ψόφιο, +μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να +φερθούμε... + + — Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και +ανεπήδησεν από την στρωμνήν του. + +Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις +καθ' ύπνον εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα +μάτια της, κ' είπε: + + — Τι τρέχει; + +Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν +είχεν απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες +τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π., +δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος +ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία των φίλων του, +τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την +στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από +την κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο +δεύτερος, όστις ήτο συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο +να επινεύη εις το σχέδιον τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση +την Σοφίαν, διά να «το κάμη χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο +απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν πως κλέπτονται τα κορίτσια. + +Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και +μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την +θύραν, εφαίνετο ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο +πρόθυμος να επαναλάβη τον κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν +τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος. + +Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας +ακοάς. Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε +τον λύκον. + +Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των +οι πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν +αλλόκοτος, ασυνήθης κρότος. + +Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε. + + — Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη μυλότρυπα. + + — Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης. + +Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν +φωνήν: + + — Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας +φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε +το παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!.. + +Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο +δημοδιδάσκαλος έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη +ο συγγενής του μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι +απεμονώθη, ο Κ., ο επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και +ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως πάντοτε, το Ευαγγελικόν: &Και Έσονται +οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι.& + + + +ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ + + + +Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του +Αγιώτη κ' εγώ, επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει +μέσα, εκτός από τα μικρά οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το +σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον +οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας αυτής, κ' εκινήσαμεν +εις μελετημένην εκδρομήν. + +Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του +πατρός του, εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του +187..., ο γέρο-Αγιώτης είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν +της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις +τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση εις την εστίαν του. Ο +ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον προ τριών +χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς +τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός +επανήρχετο σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν +αρμενίσει διηγείτο εις ημάς τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου, +όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου +είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων της χρονιάς εις έν των +μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας σλαβωνικάς +λέξεις, και τον στίχον τούτον: + + Χιλιαντάρα μοναστήρα + ντόμπρα ντόμπρα κουκουλτίτσα. + +Είχεν ακούσει προσέτι και το &Άξιόν εστιν& εις την γλώσσαν εκείνην: +«Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την +Σαλονίκην πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο +πώς ένα χωριατόπουλο, πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά +ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη +μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες ενέπαιζον την ακακίαν του +παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν υπόκλισιν, και +λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ' +άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες +περιπαθείς πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις +την Αγίαν Φωτεινήν την ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης». + +Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως +δεκαννέα ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν +προς εμέ, μου ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι +αι διηγήσεις αύται κατ' εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός +κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος τόσα χρόνια, εξόριστος εις την +Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή δραπέτης, έτυχε να +συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά νήσον του +Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του +διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του +Καρατάσου, είχε ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά· +με χαμηλήν φωνήν, και μ' εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις +ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο του Βοριά, εκεί που αγριεύει και +πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η ρεμματιές και αντιλαλούν +τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά το ρέμμα και +τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι, οπού +το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα +γρόσια, φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα +κτυπήση την κορυφήν του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί +ακριβώς οπού πέφτει ο ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν +— αχ! να μπορούσε ο γέρο-λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να +βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα +— και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια. + +Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός +Νικολός εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η +γολέττα, και τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα +ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον +της επιχειρήσεως. Χάριν μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων +οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και άλλα εγχώρια θρυλήματα. + + — Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο +παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά +του, δεν ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα +βενέτικα, στην αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την +μεγάλη, που το έχει τώρα ο γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο +γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα — δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά... +δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή πιθαράκι) γεμάτη φλουριά, +στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να την ξαναφτιάση;... +Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη να σκάψη +στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη +Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το +μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν +του γέρο-Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια, +ο Γιάννης ο Σκοινάς; Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά, +κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα. Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα +ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη +ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη δουλειά του, κι' ο +Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο +κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει, +εκεί ο εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να +ήθελε να το κρύψη δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά +του. «Αφεντικό, του λέει, κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης +έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ' είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και +έλεγε σαν αλήθεια, γιατί &του έπεσε& πράγματι στον λαχνό... «Καλά, +είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και τώβαλε στην τσέπη. Αλλά +την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να μην τον +καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος, +μεγάλο δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε, +δεν έβαλε ο νους του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο +κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η μοίρα του ήτον να σκύφτη και να +σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο αναπαυτικά με το τσιμπούκι +του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω, στον πεύκο. Και τι +βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο, εκρέματο +ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα. Ο +ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη +στεριά την αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους +τρεις ή τέσσερες νομάτους οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι: +«Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο, παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν +πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα μείνω παραπίσω· θέλω να +κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και μπορεί να σας +φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα σύνεργα, +να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα, +και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη +ράχη, κι' ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο, +κι' αυτός εκρύφθη μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους, +κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι, +αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους +κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν δισάκκι αραχνιασμένο, +μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα κολοννάτα +πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο +γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε +άρμενα. Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα +βρεθίκια πού του έταξε. + +Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ +πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της +Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις +την διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών +θάμνων κάπου το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να +εξαφνίζετο και να εφάνταζε κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ +εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως ράβδον, κ' εκείνος είχε το +σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου ξανάλεγε στον δρόμον +πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του αγκίστρια δεμένα +όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν. + +Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός +περί ου ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις +την Παναγίαν της Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά +την μικρήν πόρταν, σύρριζα εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη +κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον έρημον από πολλού. Και αντικρύ +εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο +κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο Νικολός, αλλά +δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να +εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το +στηλιάρι της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο +θα έπρεπε να χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες +επιθυμούντες χρήματα (λέγει ο Δαυίδ: &επιθυμία αμαρτωλού απωλείται&, +και ο Σολομών λέγει: &επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι&) δεν εβλέπαμεν +εμπρός μας την προς τούτο άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι, +και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν, εργασία, οικονομία κατ' αρχάς, +είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων των άλλων ανθρώπων — +εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά, εκεί έπρεπε +να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα. + +Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν +τα πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά +πηγή. Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να +κατέλθωμεν τον κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν +δρόμον ακόμα. Ο Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος +του ροπάλου μου, κ' αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας +αντηχεί γνώριμος φωνή: + + — Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα. + +Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου +ο Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, +έχων δύο βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον». + + — Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα. + +«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας +Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και +οι αδελφοί του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας. + + — Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός. + + — Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω. + +Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα, +εψάρευε κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα. +Ύστερον ηγόραζεν απ' αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν, +εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ' ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε +μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να σώση το Γένος. Τότε του +εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος, όστις +εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους +θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας +τοποθεσίας. Toν επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις +ολίγον καιρόν του έγεινεν αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν. +Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα, εφόρεσε πανωβράκια και +Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν αναριθμήτους +ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα. Έπινε +τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και +στο γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν. +Εις την Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις +το Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα +με την ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν, +έτρεχεν ως τροχός κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά, +τελώνια, από φθόνον τον έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον +έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά +δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου και αν έφευγε, θα τον +έπιαναν μίαν ημέραν. + +Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος +τώρα επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν +έπρεπε να νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να +πλουτίση το Έθνος δεν επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να +φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν, τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον +κουκουλώση, να τον προικίση και τον αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε +κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις το γήρας του· διότι +δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα απέθετον τον +θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν; Εις +χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του, +δεν έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν +είχεν άλλην κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν +οικίαν, κατά το έθος του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον +θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να +τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος βενέτικα. + +Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με +μίαν ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον +Μαλάκιαν. Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα +αγκαλιαστά, μοσχάτο κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις +το μικρόν χωρίον, και είς αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου +Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων εκόλλησε το εξής τετράστιχον: + +..................................................... +..................................................... +..................................................... +..................................................... + +Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου +Κωνσταντίνος Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την +αυθαιρεσίαν, κατά παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε +«σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από +τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον +καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της +«Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η +μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από την Άτην την +&σθεναρήν& και &αρτίποδα&, ήτις &πάντας ανθρώπους& αάται, ώστε μόνον +το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον». + +Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο +εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον +ήτον ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν +του Γένους, και ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας +ταύτης. Αφού δεν ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του +πλοιάρχου της «Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν +ιστορίαν θησαυρού, και δεν ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε +άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις τον Νικολόν πλην ο φίλος μου +δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και έως σήμερον ακόμη +δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του θησαυρού της +Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον νέος, +εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ +διά την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν +ανοικτόκαρδος, να μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με +αυτόν, και με πάντα άλλον. + +Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν +πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην. +Είχε βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε +μεγάλως την εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής +νέος οπού ήτον, ότι η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον +αγαθή συγκυρία, διότι πάσα καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον +κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται. Όπως λ. χ. την πρωίαν της +Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το Ευαγγέλιον της +Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον +έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της +παιδιά) διά να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο +Θεός το κατόπιν τέκνον της. + +Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος, +παλαιός, με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του +εώρταζε την Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν, +επροσκυνήσαμεν τας εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια. +Μέσα εις το ζεμπίλι του, χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν +μολύβδινον παγούρι με έλαιον. + +Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι +κλιτύες και τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την +χρονιάν εκείνην δεν υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι +εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως, ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος +θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη εκείνα. + +Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο +από παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια. +Ίσως δύο εξ αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν +ηκούσαμεν κρότον, ουδέ ψυχήν είδομεν. + + — Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός. + + — Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός, +όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη. + + — Και λες να είναι κανένας εδώ; + + — Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η +Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό. +Αποδώ αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά +κάποτε εδώ στο ρέμμα. + + — Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ. + + — Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες, +νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά +στην βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό, +κ' ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς +καλές κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια. + +Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ +κάπου ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες», +όπου έλεγεν ο Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του +παλαιού μονυδρίου, και οι δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την +τοποθεσίαν. + + — Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος, +τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού +φθάνει. + +Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα +του, το προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι' +άρχισε να σκάπτη. Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα +εστάθη. + + — Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι. + +Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην +ώραν, επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν. + +Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν +ηδυνήθην να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών. + + — Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός. + + — Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός. + +Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την +γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του +μοναστηρίου, ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω +προς το ρέμμα. Εκεί &εβίγλιζα&, ήτοι ήμην &καραούλι&· είχα δηλαδή +σκοπιάν, μήπως φανή που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος, +ώστε να τους δώσω εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν +ευπρόσωποι προς το μέρος που εκαθήμην. + +Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο +ιδρώς περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των. + +Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη. + + — Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να +φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου; + + — Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και +πάω εγώ με τον Αλέξανδρον. + +Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν θα φάμε κι' όλα, +κάτω στην βρύσι; + + — Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε +αυτά εδώ; + + — Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το +μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα +μέσ' τα χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να +κολατσίσουμε. + +Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να +κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν +αρχίση ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της +κοιλάδος, οπού εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον +φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή. +Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε +της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα αυγά, κι' ο Γιαννιός από +έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν ράκος μέσα +στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες πέρκες +τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ' +εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις +τα όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα +επάνω, προς την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται +από το κάτω ρέμμα, το γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου +έλεγεν ο Νικολός: — Να η Νεράιδες! + +Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με +εξήγαγεν από την πλάνην. + + — Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας +της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα +φουστανάκια. Είνε όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο +Νικολός. + +Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν +ούτ' εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο +Γιαννιός έκραξε με πραείαν φωνήν: + + — Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από +στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια +εγέλασαν οξύν αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες. + + — Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω +στο μύλο; + + — Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα +εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ. + + — Εκεί κάτω είνε η μαννού σου; + + — Εκεί είνε. + + — Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε +γενιά. + + — Μετά χαράς. + +Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η +λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή +εξαδέλφαι της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη +τους κόλπους «ως νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε +χροιά του προσώπου των ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον. + + — Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν' +απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις +ήρχετο να παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει +παραγγελία η μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς +και τ' ανάψαμε — βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω. + +Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός +να κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το +είπα εγώ». Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το +είπε ο Αλέξανδρος». Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα. +&Μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων&. + +Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν. +Τώρα ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του +λάκκου, κ' έκαιε πολύ. Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω +έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον +δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας δράκας. Η γη εγίνετο +σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και πόνος. + +Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος. + +Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των +δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του +μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους +επρόβαλεν έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις +τον ώμον, βέργαν εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί +την μέσην του. + + — Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά. + +Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν +εχάρην μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα. + +Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από +νηπιόθεν τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της +κουμπούρες και με τα χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν +εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο, αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της +Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και ήτο ευμενής. — Τι σας +ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες τώρα να χαρώ +τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο ώρες; +Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός +ορνιού, κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο. + + — Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο Νικολός. + + — Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε +και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι' +ο Γιάννης ο Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι, +κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης, κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ' +εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και +στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα, και σε κάθε +ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ' +Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα. + +Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν: + + — Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν +είνε, πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε +αυτός μ' ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να +καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό, +θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο γέρο-Μαμούκος, ας έχη +ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος. Τακούς; + +Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν. + + — Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε. + + — Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου, +ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να +ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες. + + — Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί +μου, που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους. + + — Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα +βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον +κατά το ρέμμα. Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον +ανήφορον, επιστρέφοντες εις το χωρίον. + + + +TO X. Α. TOY... + + +Όπως το διηγούνται, όσοι το έφθασαν, εν ηλικία όντες εις Αθήνας τω +1870, ο νεκρός του ενός των ληστών του Δηλεσίου, κομισθέντων εις +Αθήνας κατά Μάιον, είχε το πρόσωπον παραδόξως φαιδρόν και γελαστόν. +Την ώραν πού τους ετουφεκοβολούσαν τ' αποσπάσματα, ελλοχεύον όπισθεν +πυκνών θάμνων και βράχων το παλληκάρι εκείνο της Ρούμελης, ίσως διότι +το ταμπούρι του τού εφαίνετο πολύ ασφαλές, τις οίδε τι είχε σκεφθή, ή +τι σοβαρόν είδεν, ή τι αστείον ήκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου +του, κ' εγέλασεν, όπως οι άνθρωποι γελούν. Συγχρόνως, εν ακαρεί, του +ήλθε το βόλι. Τον ηύρε καίριον εις τον λαιμόν, και τον αφήκεν εις τον +τόπον. + +Μετά δυο ημέρας οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξ τον αριθμόν, εκομίζοντο εις +Αθήνας. Εις το πρόσωπον του νέου εκείνου όλοι οι φρικώδεις περίεργοι +είδον εντυπωμένον, πιστωμένον τον γέλωτα. Ούτ' επρόφθασεν, ο ευτυχής +άνθρωπος, να αισθανθή την πικρίαν του βέλους, αλλ' ο θάνατος του ήλθε +μυστηριώδης, γλυκύς, προ της αλγηδόνος. + +Ο Γιάννης του Λέκα, νέος εικοσαετής, εφαίνετο ότι έχαιρε μεγάλην +χαράν σφόδρα, όταν του έλεγαν ότι θα ήρχετο εκείνον τον χρόνον, διά +να τον πάρη στρατιώτην, το περιοδεύον Στρατιωτικόν συμβούλιον. +Άρχιζεν αμέσως να κάμνη βήματα, προφέρων: έν γυό, έν γυό, κ' ήτον +όλος γέλοια και χαρά. Πλην, όταν ήλθε πράγματι η Στρατολογική +Επιτροπή, προς μεγάλην χαράν του Δημάρχου, και κατέλυσαν άλλοι εις +την Δημαρχίαν, άλλοι στο οιονεί ξενοδοχείον, κι' άλλοι στα σπήτια +μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να παύση τα γέλοια, η ενδόμυχος ευθυμία και +το θάρρος του έφυγαν, κ' ηρνήθη αποτόμως να παρουσιασθή ενώπιον της +Επιτροπής. Εστήλωνε τα πόδια του, αντεστήλωνε το κορμί του, έκλαιε, +κ' εφώναζε: «δεν πάω, δεν πάω». Όταν δε ο υπίατρος οδηγήθη στο +σπητάκι της Λέκαινας, κ' εδοκίμασε να ιδή και να εξετάση τον +κληρούχον, ο Γιάννης έπεσεν εις μίαν γωνίαν, εμαζώχθη, εκουβαριάσθη, +εσταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλόν του, έκαμψε τους +πόδας του με τα γόνατα έως τον αφαλόν, και ηρνήθη να υποστή την +εξέτασιν του ιατρού. Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη +«βλάκα», και τον απήλξε πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως. + +Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα +εξωκκλήσια, όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την +ανατολήν του έαρος έως το βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του +φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο χειμών. Πρώτον εις την Παναγίαν της +Αγαλλιανούς, όπου η ψυχή μας εμοσχοβολούσε ία και ναρκίσσους και +λευκά άνθη της αγραμπελιάς. Είτα εις την Παναγίαν την........., όπου +έτρεχε με μόρμυρον και ρόχθον το ρεύμα της Ζωοδόχου, κάτω εις τους +μυστηριώδεις καταρράκτας με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους +ανέρποντας κισσούς ανά τους υγρούς βράχους εις τα κυρτά υλομανούντα +δένδρα. Και στον Άι-Γεώργην, όπου αι τόσαι νύμφαι του χωρίου +ελιτάνευον στολισμέναι με τα πεποικιλμένα μανίκια, τας μεταξωτάς +ποδίας και τα χρυσά ποδογύριά των, ερχόμεναι άλλαι με της βάρκες και +άλλαι διά ξηράς. Και εις τα Πέντ' Αδέλφια, όπου τα αγκαλιασμένα +γηραιά δένδρα καλύπτουν την βρύσιν και στεγάζουν τον πενιχρόν ναόν με +το θεσπέσιον άλσος των. Κ' εις τον Άι-Γιάννην τον &Μυρωδίτην&, όπου +τα τελευταία αηδόνια εκαλούσαν εις διαδοχήν τα κοσσύφια ανά το ..... +.................................. από το ύψος των................... +έως τον γιαλόν.... .........................., και το κελαρύζον νερόν +του βαθέος, ανερχομένου Διακαλιού ανέβλυζεν από την ρίζαν της γηραιάς +δρυός, όπου με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των &φυλλομανούντων& κλώνων της +διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων. Πόσαι οικογενειακαί θαλίαι είχον +τελεσθή το πάλαι υπό τους βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα άκακα ερωτικά +ζεύγη είχον εύρη ποτέ καταφύγιον εις την σκιάν της. Και είτα εις τον +Άγ. Ηλίαν και εις τον Άγ. Παντελεήμονα, κ' εις την Παναγίαν την +Πρέκλαν, κ' εις την Παναγίαν του Καρδάση κ' εις την άλλην Παναγίαν του +Αραδιά, κ' εις τον Άι-Γιάννην του Κάστρου, κ' εις τον άλλον Άι-Γιάννην +του Μετοχιού, κ' εις τον Άι-Δημήτρην, κ' εις τον Άι-Ασώματον τ' Αγγελή, +και τέλος εις την Παναγίαν την Καστριώτισσαν, όπου πάσα σεμνότης και +πάσα χάρις εν γαλήνη συνηνούντο, και πας γόνυ έκλινεν ενώπιον της +θείας (εν γαλήνη) Πολιούχου: «Διανέμοις των χαρισμάτων την σην γαλήνην, +Θεοτόκε, τη ψυχή μου». + +Όλα ευωδίαζον άνοιξιν και απλότητα και χαράν. Ο Γιάννης έμβαινεν εις +το παρεκκλήσι γελών, τον ωδηγούσεν η μάννα του, χήρα έχουσα αυτόν ως +μοναχογυιόν, να «χαιρετίση», δηλ. να ασπασθή την εικόνα στο +προσκυνητάρι, την ησπάζετο γελών, είτα επήγαινε στ' αριστερά του +χορού, κ' έστεκε δίπλα εις το άκρον ανατολικόν στασίδι, δύο βήματα +από την βορείαν πύλην, όπου αι γυναίκες έφερον τυλιγμένας με προσόψια +τας προσφοράς, και έγραφαν τα ονόματα, δηλ. τα έγραφεν ο παπάς καθ' +υπαγόρευρευσιν ιστάμενος εις το χάσμα της θύρας, με το +μολυβδοκόνδυλον, κρατών φύλλα διπλωμένα χάρτου επί του βιβλίου των +Αποστόλων ή των Ψαλτηρίων· «Γεωργό, Γεωργό και του πλι» (δηλ. το +πλοίον) μετά των συμπλεόντων αυτώ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς +έγραφε, Ν. Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), +Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ. Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων και αδελφών +αυτών». + +Εκεί έστεκεν ο Γιάννης, και ήκουε γελών τα υπαγορεύματα των γυναικών, +τας απηχήσεις και τους &ασπασμούς& του παπά. Τέλος, όταν ήρχιζεν η +ψαλμωδία, ο Γιάννης εξηκολούθει να γελά προς τας αντιφωνίας των +διαφόρων νεαρών ψαλτών και τας οξυφωνίας του παπά. Συνήθως αντείχεν +όρθιος επί ώρας, είτα εκάθητο εις το σκαλοπάτι του βήματος κάτωθεν +της τελευταίας αριστερά εικόνος (ήτις ήτο συνήθως του Αγίου του +ναού). Η μάννα του, επειδή τον είχε μονογενή, συχνά έταζε και +παρεκάλει τους Αγίους «να τον κάμουν καλά». Πλην φαίνεται ότι αυτός +ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και οι Άγιοι +δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του +ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει. + +Η ψαλμωδία εξηκολούθει δι' όλης της νυκτός. Πενήντα ή εκατόν άνδρες +και παιδιά — συνήθως είχον παραφάγη καί παραπίη — εκοιμώντο έξω, +ανάμεσα στους σχοίνους, και οκτώ ή δώδεκα γυναίκες, και τρεις γέροι, +εις τα στασίδια ή στας πλάκας του ναού εκοιμώντο καθήμενοι. Ενίοτε +ηκούετο το ρογχάλισμα του ιερέως μέσα απ' το Άι-Βήμα. Ο ψάλτης +υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο- +Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο +νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο +τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης άγρυπνος δεν έπαυε να γελά. + +Κάτω εις την πολίχνην, όπου ο Γιάννης ήτο ευθυμία και χαρά των +σπητιών, ο ίδιος εγέλα θορυβωδέστερον όταν συνήντα ένα από τους +περιπλανωμένους του χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του, ή τον Ζαχαρίαν τον +Κούκον, ή τον Τάσον τον Νικολήν, ή τον Ματώ απ' τον Απάνω Μαχαλάν. +Τότε άνοιγε πράγματι η καρδιά του. Εγέλα ακρατήτως, και δεν ημπορούσε +«να μαζώξη το στόμα του». Ήτο ως να έλεγε: «Χαίρομαι, αδελφέ μου, πού +σε βλέπω τέτοιον· οι άλλοι που μας γελούν είνε πολύ χειρότεροι». + +Κ' εις τα ξωκκλήσια, κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας, συνήθως ήρχετο +μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε, ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο +νυχτοβάτης, ή ο πάτερ-Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος +και ξεσκούφωτος. Όταν τον έβλεπεν ο Γιάννης, τότε ησθάνετο άκραν +ευθυμίαν, κ' ενετρύφα εις την θέαν του. Ο Ιωακείμ ίστατο εις την +άλλην γωνίαν του Τέμπλου δεξιά και συνήθως του έδιδον οι ψάλται να +διαβάση το ψαλτήρι. Ο Γιάννης δεν εχόρταινε να τον κυττάζη, κ' εγέλα, +εγέλα με ηδονήν άρρητον. + +Και όταν δεν ήτο πανηγύρι ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως +εις την εξοχήν. Είχεν η μάννα του μικρούς ελαιώνας και χωραφάκια, κι' +ο πτωχός νέος φαίνεται ότι κάτι έκαμνεν εις γεωργικάς αγγαρείας και +βοηθητικά έργα, με όλην την αδυναμίαν του. Αλλά και τότε, όταν επέρνα +από εξωκκλήσι, επέζευεν, έδενεν εις την ρίζαν θύμου το γαϊδούρι, και +εισήρχετο εις τον ναΐσκον. Εκεί έβγαζεν ατάκτους φωνάς, θέλων να +μιμηθή τους ψάλτας, και κάποτε έβαλλε χείρα εις εικονίσματα και τα +κατεβίβαζε κάτω διά να τα ξεσκονίση, όπως εφρόνει· άλλοτε έβγαζε τα +θυρόφυλλα της Αγίας Πύλης, κι' άρχιζε να τα πελεκά με το μικρόν +κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα επανέφερεν εις την θέσιν των, και πότε +τ' άφινε κάτω εις το έδαφος, όπου έτυχε. + +Η Μαλαμμώ του μπάρμπα Δημητρού, συμβία του Γιώργη του Πολύζου, ήτο +απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν. Άλλη δεν ήτον ως αυτή να +τρέχη διαρκώς σ' όλα τα ξωκκλήσια, να τ' ασβεστώνη, να τα καλλωπίζη. +ν' ανάφτη τα κανδήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων +γυναικών ευποροτέρων της. + +Είχε μετακομίση στης πλάτες της πέντε ή έξ παληοσάνιδα, τα οποία της +έδωκαν, διά να επισκευάση την στέγην του ναού του Χριστού στο +Κάστρον. Η Μαλαμμώ, χάριν ευκολίας, τα απέθεσε προσωρινώς έξωθεν του +Κάστρου, προ φοβερού χάσματος της παλαιάς γεφύρας, κ' εις την κάτω +βαθμίδα της ιλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτερούς και πλατείας +σκάλας. Ήτο μεσοβδόμαδα. Η Μαλαμμώ έλεγε μέσα της «Χριστιανός δεν θα +βρεθή να τα κλέψη». Και όμως ευρέθη. Υψηλά από το μικρόν σαθρόν +καλύβι, όπου ήτο έν παληοχώραφον ανάμεσα εις τα ορμάνια, όπου έβοσκε +πέντε ή έξ ψωραλέας αίγας ο Νικολός ο Μπασιόλης, μακρόθεν επί πολλήν +ώραν ετηλεσκόπει την Μαλαμμώ, ώστε είχε αποκάμει στα μάτια να την +κυττάξη, κ' εμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ' τα δόντια του: «Πού τα πάει +αυτή, τρομάρα της, τα παληοσάδια;» + +Την υστεραίαν η Μαλαμμώ είχε δουλειά στο σπήτι της, κάτω στο χωρίον, +τρεις ώρας δρόμον. Την τρίτην ημέραν δεν ευκαιρούσεν ο σύζυγός της, +όπου ήτο ολίγον κτίστης, αλλά και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλην +ήτο Σάββατον, κ' η Μαλαμμώ εκατάφερε τον σύζυγόν της να υπάγουν μαζί +και το μουλάρι, να κουβαλήση αυτός άμμον κι' ασβέστην από μίαν +ανεμιαίαν έπαυλιν, όχι πολύ μακράν του Κάστρου, να εισέλθουν φέροντες +και τα σανίδια τ' αποτειθεμένα έξω, να φθάσουν εις τον ναόν του +Σωτήρος, κι' αυτή ν' ασβεστώση, κ' εκείνος ν' ανεβή στον τοίχον, +πατών ως εις σκαλωσιές εις τα λιποπετρούντα τοιχία τα πλαγινά, να +καρφώση τα σανίδια εις το ελλιπές μέρος της στέγης, να τα επιχρίση με +την κονίαν που θα εζύμωνε με τα υλικά που έμελλε να μετακομίση +(εκείνη ν' ασβεστώση τους τοίχους ή την θύραν και τα παράθυρα, κι' +αυτός ν' αναβή στην στέγην, πατών ως εις σκαλωσιές επάνω εις τα +ερειπωμένα και σεισμοπετρούντα τοιχία τα πλαγινά και να την +επισκευάση). + +Φθάνουν εις τα πρόθυρα του Κάστρου, κάτω εις το βαραθρώδες του +χάσματος, κυττάζει η Μαλαμμώ. Τα σανίδια έλειπαν. Έκαμε πολλούς +σταυρούς, ηπόρησεν, ηγανάκτησε. + + — Το λοιπόν, πού τάχεις βάλη τα σανίδια; ηρώτησεν ο Πολύζος. + + — Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ' ακούμπησα. + + — Πού είνε τα, το λοιπόν; + + — Πούν' τα; Να κοπή το χεράκι του όποιος τα πήρε. + + — Δεν σούπα εγώ, βλοημένη, να μην κάνης μισές δουλειές; Ή να +καρτερέσης έπρεπε ν' αδειάσω, να τα κουβαλήσουμε το μουλάρι, ή, αφού +τάφερες, νάκανες ακόμα έναν κόπον να τα πας ως μέσα στην Εκκλησιά. + + — Και ποιος ξέρει, αν δεν θα τα βρούμε μέσ' στην Εκκλησιά, είπε το +Μαλαμμώ με εύκολον θάρρος και προς ιδίαν της παρηγορίαν. Έλα, Χριστέ +μου, καμμιά καλή Χριστιανή θα ήρθε χτες-προχτές ν' ανάψη τα κανδήλια, +και την εφώτισ' ο Θεός και τα κουβάλησε. + + — Άμποτε! + +Ο Πολύζος εξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώον, έδεσε το ζώον του, ανέβασε +με πολύν κόπον πρώτον τον σάκκον της άμμου, είτα την κοπάναν με τον +ασβέστην ανά την υψηλήν φοβεράν σκάλαν, η γυνή ανήλθε με το καλαθάκι +της, όπου είχε λάδι, κηρία, ως και μικράν προμήθειαν τροφίμων. Είτα +εφορτώθη αυτή τον ασβέστην, ο ανήρ της επήρε την άμμον και το +καλαθάκι, υπερέβησαν την σιδηράν πύλην, και εισήλθον εις το παλαιόν +έρημον χωρίον. Μετά δέκα λεπτά έφθασαν προ του ναού. Εξεφορτώθησαν, +εκάθισαν να ξαποστάσουν. Της εφάνη της Μαλαμμώς ότι ήκουε κάτι ως +χαλαράν και άρρυθμον ψαλμωδίαν έσωθεν του ναού. Δεν επίστευσε τ' +αυτιά της. Επλησίασεν εις την θύραν, την ώθησεν. Η θύρα ήτο κλεισμένη +ένδοθεν. Ηκούοντο τώρα ευκρινέστερον αι άμουσοι ψαλμωδίαι. + + — Ωχ, Θε μου, τι να είνε, είπε το Μαλαμμώ. Έλα, Πολύζο, να ιδής και +ν' ακούσης. Η πόρτα είνε κλειδωμένη από μέσα. + +Επλησίασεν ο άνθρωπος, έκρουσεν, ώθησεν ισχυρώς. Εις μάτην. Η θύρα +ήτο πράγματι μανδαλωμένη. + + — Τι πειρασμός είνε αυτός, έκραξε το Μαλαμμώ, συνάπτουσα τας χείρας. +Τα σανίδια λείπουν απ' έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη, κι' +ουρλιάσματα άχαρα ακούονται μέσα. Τι νάν' αυτό; Μπαίνουν τάχα και +στης εκκλησιές πειρασμικά πράγματα; + +Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου η ακοή των +αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις «Χριστός Ανέστη». + + — Χριστός Ανέστη, επανέλαβεν η Μαλαμμώ. Κι' ακόμα τώρα πέρασε το +μεσοσαράκοστο. + +Ήτο τωόντι σάββατον της Δ' εβδομάδος των Νηστειών. + + — Μην πηαίνη αλλά φράγκα ούτος που είνε μέσα; είπεν ο Πολύζος. + + — Στοιχειό θα είνε· ξορκισμένος οξαποδώ, απήντησεν η Μαλαμμώ. + + — Κανένας μουρλός θα είνε, είπεν ο Πολύζος. Ας ιδούμε. Μην είν' +εκείνος ο Γιάννης της Λέκαινας; + +Έκρουσε πάλιν δυνατότερα την θύραν. Είτα ανέβλεψεν ανά τον τοίχον, κ' +έδειξεν εις ύψος δύο οργυιών σχεδόν τον μικρόν φεγγίτην με την +χρωματιστήν ύαλον, που έφεγγε τον ναόν από την δεξιάν πλευράν. + + — Να μπορούσα ν' ανεβώ 'κεί απάνω, είπεν. Έλα, βόηθα, Μαλαμμώ, να +σωρέψουμε πέτρες πολλές, να της στερεώσουμε, για ν' ανεβώ ως εκεί. + + — Δεν φωνάζουμε μια, είπε το Μαλαμμώ, αλλά δεν υπήρξε φωνή και +ακρόασις. + +Ήρχισαν ν' αποκόπτουν λίθους από τα ερείπια των παλαιών οικιών εδώθεν +κ' εκείθεν. Όταν συνέλεξαν λίθους αρκετούς, ήρχισεν ο Πολύζος να τους +στοιβάζη εις σωρόν. Πλην τότε παρ' ελπίδα ηκούσθη κρότος μανδάλου ή +μοχλίου αποσυρομένου και οξύς γέλως ήχησεν εις το χάσμα της +διανοιγείσης θύρας. + +Ήτο τωόντι ο Γιάννης του Λέκα. Υπεδέχετο με παιδικούς καγχασμούς την +γυναίκα και τον άνδρα της. + + — Α! Εσύ 'σαι λοχεμμένε! είπε η Μαλαμμώ — γιατί δεν ακούς τόσην ώρα +που σε φωνάζουμε; + +Ο Γιάννης απήντησε διά νέου καγχασμού. Εστράφησαν προς την θύραν, και +είδον τα εντός. + +Ο Γιάννης είχεν ανάψει διά μαναλίου όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί +εκεί, είχε χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το +λαδικόν, που εύρεν εις το ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε +κατορθώσει να τ' ανάψη ως πυροφάνι, μόνον δύο κανδήλια εκ των επτά ή +οκτώ των προ του Τέμπλου και του προσκυνητηρίου, και ηυφραίνετο +ψάλλων το «&Χριστός Ανέστη&, όπως αυτός ήξευρεν. Είχε βαρεθή την +σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το προεορτάζη. + +Αφού εγέλασεν αρκετά, η Μαλαμμώ έσβυσε τ' απόκηρα, επροσπάθησε να +σκουπίση τα χυμένα λάδια, και είτα εμελέτα ν' αρχίση το ασβέτωμα. +Ελησμόνει ήδη τα χαμένα σανίδια. Αλλ' ο Πολύζος είπε: + + — Και πούν' τα σανίδια, Μαλαμμώ; + + — Πούν' τα, μαθές, επανέλαβεν η γυνή. + +Τυχαίως και στον βρόντον η γυνή εστράφη προς τον πτωχόν νέον, και τον +ηρώτησε: + + — Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά; + +Ο άκακος νέος απήντησε μόνον: + + — Κουβάλας. + +Ο περί ου ο λόγος τωόντι είχε συναντήσει τον Γιάννην κατά την +προχθές, την ώραν οπού εκουβάλα τα κλοπιμαία. Του έδωκε δύο ξυλειές +ως αρραβώνα, και τον εφοβέρισε να μη μαρτυρήση τίποτε. Ο Γιάννης +απήντησε με το παγωμένον γέλοιο του. + +Είχε ξεχάσει της ξυλειές, ως και την φοβέραν. Την επαύριον ανεύρε τα +κλοπιμαία η Μαλαμμώ. + + + +Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ + + + +Ότ' είχε βασιλέψ' ο ήλιος. Κατεβαίναμε τo στενό καλδερίμι, τον +κατήφορο. Ζερβά μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παληού σπιτιού του +Γιάννου τ' Αγιώτη (μια φορά ήταν του Γιάννου τ' Αγιώτη, όταν ο +μακαρίτης εζούσε κ' εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν ξέρω πλια τίνος είνε, +γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι, με τη +ρόκα της, με ταδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι' άλεθε η γλώσσα της. +Την στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ' το στόμα +της. + + — Τρεις όπ' σ' έχω, άντρα, και τρεις όπ' μ' έχεις έξη· και τρεις του +παιδιού, εννιά... + +Εκείνο το δειλινό είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νειόνυφη, η +γυναίκα του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Έξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ' +το γάμο. Η θεια Μορισώ εσκολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο, +το 'φταμηνίτικο ή το πρωιμάδι, που είχεν έρθη στον κόσμον αυτόν. + +Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν +είχαν γείνη ακόμα, έτσι τα εσκόλιαζε. Δεν άφινε καμμιά κουβέντα, +κανένα μαντάτο, κανένα «λακριντί», που να μην τ' αποσώση. Μ' αυτά, +και με τη ρόκα της, περνούσε την ώρα της, κ' έκανε να περάσουν και +των άλλων γυναικών η ώρες. Αλλοιώς, τι θα γινότανε, 'ς αυτόν τον +παληόκοσμο; + +Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο +αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιός της ο μεγάλος, από +τριάντα χρόνια τώρα, είχε πάρη μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γείνη, και +δεν ακούστηκε πλια. Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον +στην Αμέρικα χρόνια, της έγραφε πως θάρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη +της, την είχε καλοπαντρέψη, μα δεν είχε τύχη να ζήση· πέθανε στη +γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν' αποκτήση το δικαίωμα ο +πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ' ύστερα, στους πέντε +μήνες, ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήταν ο μεγαλείτερος καϋμός της θεια- +Μορισίνας! + +Για να μαλακώση, η ταλαίπωρη, τον πόνο της, έκαμε στην αρχή να πέση +στα θεία και σε αγαθοεργίες. Θέλησε να πάρη ψυχοκόριτσο έν' αρφανό, +πού κανείς δεν ήξερε τον πατέρα του. Επειδή όμως ήτον πολύ αράθυμη, +και όταν θα θύμωνε, θα φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!», για να μην +κολάζη την ψυχή της, έκαμε καλύτερα να το διώξη, ύστερ' από τρεις +'μέραις αφού το πήρε στο σπίτι της. + +Καμπόσες φορές είχε κάμη κόλλυβα και λειτουργιές για τους +πεθαμμένους. Ύστερ' απ' ολίγο, τα έφερε ο διάολος να μαλλώση με τον +ένα, έπειτα με τον άλλον, παπά της Εκκλησιάς· τότε κι' αυτή, για να +μην τους τα χαραμίζη, και κολάζη την ψυχή της, έπαψε της προσφορές +και τα μνημόσυνα. + +Μόνο επήγαινε ακόμα στην Εκκλησιά, κ' εκολλούσε κεράκια στους Αγίους. +Ύστερα, επειδή μέφτηκε τον επίτροπο, πως έκλεψε τάχα απ' το παγγάρι, +έπαψε ν' αγοράζη απ' την Εκκλησιά, κ' έπαιρνε απ' τον μπακάλη. Έπειτα +ο παπάς, οπού δε τάχε ακόμα καλά μαζί της, της είπε να μη φέρνη +νοθεμμένα κεριά, μόνε να ψωνίζη απ' το παγγάρι. Τότε κι' αυτή έπαψε +να κολλά κεριά. + +Ωστόσο, επήγαινε ακόμα στην Εκκλησία. Ύστερα, επειδή έβλεπε καμπόσες +γυναίκες, οπού αυτή της είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να +έρχωνται κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακρινούς +σταυρούς και στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια +στην Εκκλησιά, για καμπόσον καιρό. + +Τόσο κακότυχη που έμεινε, για να έχη μια παρηγοριά στη μονοτονία της +ζωής της, αποφάσισε και δεύτερη φορά να πάρη ένα ψυχοπαίδι, που να +είνε από μάννα και πατέρα, για να μην την βάζη ο πειρασμός, στο θυμό +της απάνω, να το φωνάζη μπάσταρδο. Ηύρε, αλήθεια, ένα ορφανό, που +ήτον κι' από μακρινή γενιά της. Το πήρε, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε. +Κείνο βγήκε πολύ θεληματάρικο, απαιτούσε πάντοτε «το δικό του να +γένη». Αυτή ήτον πολύ αψίθυμη, και δεν έκαναν καλό χωριό οι δυο τους. +Τέλος, το παιδί μπαρκάρησε, «πήρε τα μάτια του κ' έφυγε», και τον +δεύτερο χρόνο επνίγη μ' ένα καΐκι που αρμένιζε. Και πάλι η θεια +Μορισίνα απέμεινεν έρμη και μοναχή. + +Και τώρα εγήραζε, κ' εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες +τοίχους του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη +πατριωτάκι, μα ξένο, για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ' ένα +κορίτσι από ξένα μέρη, απ' τη στεριά την αντικρινή, φτωχό, έρμο και +σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε. Αυτό, σαν έγεινε +δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ' ένα νέον στη γειτονιά και μια βραδειά, τη +σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε +ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε +«ξεχωρισμένη» κι' «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ' +έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή θα με πάρης, ή θα χαθώ». + +Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ' το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να +την πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ +«τα ηύρε σκούρα». Οι δικολάβοι, όπου δεν λείπουν από κανένα μικρό +χωριό, υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από +το σπίτι. Η θεια το Γιαλινάκι επήγε 'ς ένα ξάδερφό της, που ήτον +κάπως μεγάλος και τρανός, ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι' αυτός +την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την +αφήση να πεθάνη απ' το κρύο, κι' από το άλλο μέρος, να του κάμη το +σπίτι απάνω του, &οικονομικά&, καθώς το ξανάλεγε ύστερα η θεια +Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και του +έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ' έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες +μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι' άρχισαν να κατεβάζουν τα +κεραμίδια... + +Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι' άρχισε +να χύνη τόσα δάκρυα απ' τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη +στέρνα βουλλωμένη, που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε +να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον +επαρακάλεσε να της χαλάση το έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος όμως +δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ' +είπε πως το σπίτι ήτον δικό του... + +Αφού είδε κι' αποείδε, η γρηά Μορισίνα, ότι καμμιά δουλειά, κανένα +έργο, ό,τι κι' αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα +υστερνά της βάλθηκε κι' αυτή ν' αποσάνη της κουβέντες, τα μαντάτα, +και της δουλειές των αλλονών. Κ' επέρναε τον καιρό της να κρένη και +να ξεστομίζη σκόλια για κάθε τι. Η μεγαλείτερη δουλειά της ήτον να +λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκόμια για τον καθένα. + +Άμα έβγαινε το πουρνό απ' την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε +ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων' εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά +απ' το σπίτι της, κ' έπιανε λακριντί με της γειτόνισσες. Της +καθημερινές έκανε και τη ρόκα της, εδούλευε κ' η γλώσσα της, σαν να +έκαναν ζευγάρι τα δυο. Της Κυριακές, που έβλεπε και πλειότερον κόσμο +(γιατί το στερνό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο σοκάκι κατά το +γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της. + +Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια +γιαλιστερή βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε: +«Κόρδα και φούντα, και τάσπρα, πούν' τα;» + +Αν επερνούσε καμμιά νειόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια, +που η κορμοστασιά της δεν της εφαίνοταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι +ανέμη, θα 'πω; κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!..» + +Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν' τούτο, μαθές; πώς δεν +την εξεδίπλωσε η μάννα της; ...» + +Αν ήτον καμμιά ψηλή κ' άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη +λαμπάδα σπασμένη.... που το πάει ο μπάρμπ' Αναγνώστης μπροστά απ' τον +παπά, που θα πη το «Σοφία, ορθοί»; + +Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου +Άραμ 'ς (παραγκώμι ενός βαφειά του τόπου). + +Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να +χτίση άλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός (παρατσούκκλι +του πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια). + +Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια τάπαιρνε «κουτουριάρικα», και +τάχε σχεδόν μονοπώλιο, η γρηά Μορισίνα. Εκείν' η παροιμία που +ακούσαμε απ' το στόμα της: «Τρεις οπ' σ' έχω...κτλ.», ήτον μόνο +συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο πριν, όταν είχε γείνη ο αρρεβώνας, +του ίδιου ταντρόγυνου, είχε 'πή: «Τα όρνια παντρεύουνται, και τα +στοιχειά βλογιούνται.... » + +Μια βραδειά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι +αρρεβωνιασμένων, οπού η μανάδες και των δυο κάτι παληά ψεγάδια είχαν, +φαίνεται, στην υπόληψί τους, η γρηά έξαφνα είχε ξεφωνίση: + + — Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ' πω! + + — Σε τι είνε ταιριασμένο, θεια Μορισώ; την ερώτησαν. + + — Να, πλειά π......ς γυιός, και π.....ς θυγατέρα· απήντησεν η +γερόντισσα. + +Μια χρονιά, είνε τώρα πολύς καιρός, ο καινούριος δήμαρχος που είχε +γείνη στο χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του +Δήμου του φτωχού, για να κάμη λέει, «αρτεσιανά φρέατα». + +Ύστερ' απ' ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ' έγειναν άχρηστα. +Η θεια Μορισίνα πήγ' ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της 'ς έν' απ' +αυτά, και δεν ηύρε νερό στάλα. + + — Παλαβώσανε και τα φτιάσανε, παλαβώσανε και τα χαλάσανε, είπε. + +Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ' απ' ολίγο +σχωρέθηκε. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λαογράφους μας + +ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ εις 120 τόμους δεμένους αξίας +δραχ. 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα + +ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ + +ΑΙΣΧΥΛΟΥ +Πέρσαι, Μετάφρ. Ιωάννου Ζερβού 1.50 +Αγαμέμνων, Μετάφρ. Ι. Γρυπάρη 1.50 +Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1.50 +Χοηφόροι, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50 +Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1.50 +Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1.50 +Ικέτιδες, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50 +Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10.50 + +ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ +Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1.50 +Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50 +Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1.50 +Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50 +Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1.50 +Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50 +Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1.50 +Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10.50 + +ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ +Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1.50 +Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1.50 +Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50 +Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50 +Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50 +Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50 +Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50 +Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50 +Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1.50 +Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50 +Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50 +Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1.50 +Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1.50 +Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50 +Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50 +Ελένη, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50 +Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.50 +Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1.50 +Τρωάδες, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50 +Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 23.50 + +ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ +Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2. — + +ΟΜΗΡΟΥ +Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τόμ. 6 6. — +Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τόμ. 6 6. — + +ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ +Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2. — +Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3. — +Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 5. — +Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. — +Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. — +Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2.50. — +Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2.50. — +Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. 27. — + +ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ +Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη 2.50 +Κύρου Ανάβασις, Μ. Δ. Αναστασ. τόμ. 2 5. — + +ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ +Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου 1. — + +ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ +Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβού, τ. 4 10. — + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ +Άπαντα, Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμ. 6 13. — + +ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ +Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού 3. — +Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα 5. — +Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. — +Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου 3. — + +ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ +Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλ. 1. — +Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλ. 2. — +Οι τέσσαρες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλ. 1.50. — + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου 1.20. — +Απολογία Σωκράτ. Μτ. Α. Μωραϊτίδου 1.50. — +Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου 0.80. — +Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου 2.50. — +Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 3. — +Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 2. — +Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου 2.50 +Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη 2. — +Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη 2.50. — +Ίππαρχος — Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου 0.80. — +Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. — +Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1. — +Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. — +Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50. — +Πρωταγόρας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 2. — +Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως 3. — +Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου 1.50. — +Ιππίας μείζων και ελάσσων, Μτ. Ζάμπα 2.50 +Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1. — +Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2 6. — +Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. — +Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 1. — +Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα, τόμ. 2 8. — +Ερυξίας — Αξίοχος — Αλκυών, Μτ. Μάνεση 1. — +Δημόδοκος — Σίσυφος — Κλειτοφών — +Ίων — Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη 2. — +Θεάγης — περί Δικαίου — περί Αρετής, +Μετάφρασις Λιμπεροπούλου 0.80. — +Επιστολαί και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα 2. — +Ολόκληρος ο Πλάτων εις 38 τόμους 65.70. — + +ΗΡΟΔΟΤΟΥ +Μούσαι, Μετ. Α. Σκαλίδου, τόμ. 4 12. — + +ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ +Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή, τ. 10 30. — + +ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ +Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη 0.80. — + + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +Εκδιδομένη υπό την διεύθυνσιν του Δρος Ι. ΖΕΡΒΟΥ + + + +G. d'Annunzio +Όνειρον εαρινής πρωίας (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.60. — + +Ed. de Amicis +Σκηναί τον στρατιωτικού βίου. 2. — + +Σ. Βασιλειάδου +Αττικαί νύχτες 6. — + +Αρ. Βαλαωρίτου +Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 5. — + +Γ. Βιζυηνού +Το αμάρτημα της μητρός μου. 3. — + +G. Chantepleure +Τα Ιωάννινα πολιορκημένα 3. — + +W. Goethe (Γκαίτε) +Φάουστ. Μετ. Μ. Αυγέρη 4. — +Βέρθερος. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 2. — + +Ειρ. Π. Δημητρακοπούλου +Η Υιοθετημένη. Μυθιστόρημα 3. — + +Η. Van Dyke +Διηγήματα. Μετ. Α. Μαρπουτσόγλου 2.50. — + +Emerson +Λόγια τον κόσμου. Μετάφρασις Θ. Χ. Φλωρά. 3. — + +Η. Eckermann +Συνομιλίαι Έκκερμαν με τον Γκαίτε. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. — + +Επικτήτου +Έγχειρίδιον. Μετ. Α. Καμπάνη. 0.80. — + +Αρ. Εφταλιώτη +Νησιώτικες Ιστορίες 3. — + +G. Flaubert +Ο πειρασμός του Αγ. Αντωνίου. Μετ. Κ. Βάρναλη. 3. — + +Ιω. Ζερβού +Μύθοι της Ζωής 3. — +Ιστορία της ιδέας. Γαβατάμας — Αστάρης 4. — + +Ε. Zola +Η Ταβέρνα. Μετ. Χ. Νεοκλέους. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 4.50. — +Η Γη. Μετ. Μπ. Αννίνου. (εκδ. επί κοινού χάρτου) 4.50. — + +Λουκίας Ζαδέ +Όταν ήμουν στον πόλεμο 1.50. — + +Γ. Ζαλοκώστα +Τα άπαντα (εκδ. επί κοιν. χάρτου). 3.50. — + +Θεοφράστου +Χαρακτήρες. Μετ. Μ. Σιγούρου. 1. — + +Θεοκρίτου +Ειδύλλια. Μετ. Ιω. Πολέμη 2. — + +V. Hugo +Φιλοσοφία και Φιλολογία. Μετ. Γερ. Βουτσινά 2.50. — + +Η. Ibsen (Ίψεν) +Οι βρυκόλακες. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. — +Το σπίτι της κούκλας. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.40. — + +Ν. Καρβούνη +Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας 4. — + +Ι. Κονδυλάκη +Ο Πατούχας. 3. — + +Διον. Κοκκίνου +Γρίμποβο, Μπιζάνι, Γιάννενα 3. — + +Ανδρ. Κάλβου +Η Λύρα.2. — + +P. Calderon +Ο Αλκάδης της Θαλαμέας.(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. — +Το στοιχειό. (επί κοινού χάρτου). 1. — + +Δ. Καμπούρογλου +Αναδρομάρης.3. — +Θρύψαλα.2. — + +Λουκιανού +Άπαντα. Τόμ. 6. Μετ. Ιω. Κονδυλάκη.18. — + +G. Leopardi +Ηθικά έργα. Μετ. Α. Καμπάνη. 3. — + +Μ. Λιδωρίκη +Πολεμικοί εντυπώσεις ευζώνου. 3. — + +Μ. Maeterlineq (Μέτερλινγκ) +Ο θησαυρός των ταπεινών. Μετ. Ν. Καζαντζάκη . 3. — + +Μουσαίου +Ηρώ και Λέανδρος. Μετάφρασις Σίμου Μενάρδου 0.70. — + +Molière (Μολιέρου) +Τα ερωτικά πείσματα, Μετ. Ν. Ποριώτη.1.50. — +Ταρτούφος. Μετ. Ιω. Σκυλίτση (έκδοσις επί κοινού χάρτου. 1.20. — +Αγαθόπουλος ο Ξηροχωρίτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.80. — +Αρχοντοχωριάτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 1. — + +ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ + +Σ. Μελά Το άσπρο και το μαύρο. Δράμα. 1.50. — +Πολεμικαί σελίδες, από τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον 1912. 5. — + +Π. Νιρβάνα +Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια. 2. — + +Fr. Nietzsche (Nίτσε) +Η γέννησις της τραγωδίας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. — +Ο Ζαρατούστρας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 4.50. — +Γνώμαι και περικοπαί. Μτ. Ι. Ζερβού 3. — + +Γρ. Ξενοπούλου +Στέλλα Βιολάντη 3. — +Ο κακός δρόμος, κι' άλλα καινούργια διηγήματα 3. — + +Κ. Παλαμά +Τα Πρώτα Κριτικά. 3.50. — +Οι Καημοί της Λιμνοθάλασοας και τα Σατυρικά Γυμνάσματα. 2. — + +Αλεξ. Παπαδιαμάντη +Η Γυφτοπούλα. 4. — +Η Φόνισσα. 3. — +Η Μάγισσες. 3. — +Πασχαλινά διηγήματα. 1. — +Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. 1. — +Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα 1. — +Ο Πεντάρφανος 3. — +Τα ρόδιν' ακρογιάλια. 2.50. — +Η χολεριασμένη. 2.50. — +Η νοσταλγός. 2. — +Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη. 3. — +Τα άπαντα 26. — + +Renè Pyaux +Η δυστυχισμένη Ήπειρος 3. — + +Edgar Poe +Ιστορίες αλλόκοτες. Μετάφρασις Ν. Σπανδωνή. 3. — + +Π. Ροδοκανάκη +Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο 2. — + +Ernest Renan +Οι Απόστολοι. Μετ. Μπάμπη Αννίνου. 5. — +Βίος του Ιησού. Μετάφρασις Α. Καμπάνη. +Ο Αντίχριστος. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. — + +Εμμ. Ροΐδου +Συριανά διηγήματα. 3. — +Διηγήματα. 3. — +Κριτικαί μελέται. 3. — +Είδωλα. 4. — +Μελέται φιλολογικαί, καλλιτεχνικαί, φιλοσοφικαί. 4. — +Πάρεργα και παραλειπόμενα. 4. — +Το πνεύμα τον Ροΐδου. 3. — +Τα άπαντα. Δραχ. 24. — + +Jean Richepin +Ισπανικά παραμύθια. Μετ. Ν. Ποριώτη. 3. — + +Σιεγκίεβιτς +Quo vadis ? (Πού υπάγεις;). 5. — + +Σαιξπήρου +Κοριολανός. Μετ. Μ. Δαμιράλη. 2. — +Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Μετ. Μ. Δαμιράλη 2. — + +Δ. Σολωμού +Τα Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 2.50. — + +Α. Schopenhauer +Συγγραφείς και ύφος. Μετ. Α. Ζάρκου.3. — + +Η. Taine Φιλοσοφία της τέχνης εν Ελλάδι. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50 — +Φιλοσοφία της τέχνης εν Ιταλία. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50. — + +L. Tolstoi +Η Αναγέννησις. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. — +Η Νέα ζωή. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. — +Σονάτα Κρόϋτζερ. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2. — +Η Ανάστασις. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. — + +Γ. Τσοκοπούλου +Η Θεατρίνα. 3. — + +I. Turghenieff +Το ξένο ψωμί. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. — + +Δ. Ταγκοπούλου +Σκόρπιες μολυβιές. 2. — + +Κ. Χρηστομάνου +Η Κερένια κούκλα. 3. — + + + +Τιμάται Δραχ. 2,50. — + + +*** + + + + 1)Το δεύτερον συνθετικόν της δικαστικής εννοίας αυτού — βοηθού ή +γραφέως αρχείου — «κλερκ» είνε παρεφθαρμένον εκ της ελληνικής λέξεως +κληρικός. Αρχήθεν η λέξις εσήμαινε τον βοηθόν ή ψάλτην. + + 2) Όρα το διήγημα &η Γλυκοκαρδούσα&, εις τον β' τόμον των &Οψίμων +(;)& + + 3) Ο Κάρολος Λεβέκ εν τη «Επιστήμη του Καλού». + + 4) Η έννοια του αρχαίου επιγράμματος είνε: Ειπέ ότι την αγαπώ — θα +το πω. + + + + + + + + + + + +End of Project Gutenberg's Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA *** + +***** This file should be named 33354-0.txt or 33354-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33354/ + +Produced by Sophia Canoni and George Canonis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/33354-0.zip b/33354-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..3d19bbf --- /dev/null +++ b/33354-0.zip diff --git a/33354-h.zip b/33354-h.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..92dd9d1 --- /dev/null +++ b/33354-h.zip diff --git a/33354-h/33354-h.htm b/33354-h/33354-h.htm new file mode 100644 index 0000000..c768b52 --- /dev/null +++ b/33354-h/33354-h.htm @@ -0,0 +1,5454 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η Χολεριασμένη, Ο γάμος του Καραχμέτη, Μάννα και κόρη, Δημαρχίνα νύφη, Οι Κανταραίοι. τ'μπουφ του π'λι, Ο χαραμάδος, Ο γείτονας με το λαγούτο, Η έννποια του θεού και ο υλισμός, τα αμύρα κούτσουρα, τ' αγγέλιασμα, τραγούδι του θεού, τα συμβάντα στον μύλο, τα βενετικά, το χ.α. του . . ., " /> +<title>Τα μετά θάνατον - Η χολεριασμένη</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 30px; +} +</style> +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Sick from Cholera + Published after death + +Author: Alexandros Papadiamantis + +Posting Date: March 29, 2012 [EBook #33354] +First Posted: August 5, 2010 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA *** + + + + +Produced by Sophia Canoni and George Canonis + + + + + +</pre> + + +<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The +spelling of the book has not been changed otherwise. Square brackets [] or question +mark indications (;) of the original have been kept. Some footnotes have been +placed at the end of the book.</p> + +<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η +ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι αγκύλες [] και τα +ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου. Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου +έχουν τεθεί στο τέλος του.</p> + +<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="445" +height="674" +alt="text" border="2" /><br /></p> + +<p> +</p> + +<h4 style="margin-top: 5em">ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ<br /> +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ<br /> +ΦΕΞΗ</h4> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ</h2> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ</h1> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ</h2> + +<h4 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΕΝ +ΑΘΗΝΑΙΣ + + <br /> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ <br /> +1912 + + </h4> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 9em">Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ</h3> + +<p> +<br /> +Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο +δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια +διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της οικογενείας του +μετά τον θάνατόν του.</p> + +<p>Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την έμπνευσιν +και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του μεγάλου +διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν θέλγητρον, το ότι +μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την αφανή επιμέλειάν του περί +την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως, +όπως π. χ. εις το δεύτερον της σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά +δύο παραλλάσσοντας τρόπους.</p> + +<p>Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα, +όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή φράσις +αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που μας επέβαλε την +έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων του Παπαδιαμάντη και +όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των +έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς +το κοινόν. — Αι κατ' εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν +φιλολογικήν συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν, +γίνονται αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της +παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή και +μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν.</p> + +<p style="text-align: right;">I. Ζ.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 9em"> +Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> +<br /> +Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα της +Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά Ρήνη +Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.</p> + +<p>«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο αδερφός +μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις που +κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλείτερος από +μένα.</p> + +<p>Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών. +Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες. Θα ήταν τριαντάρης +τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.</p> + +<p>Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη +χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου Φιλίππου, ύστερα +από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με τους παπάδες, με τα +εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον +βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να +παρηγορή τον λαό έβγαινε — και δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα +και το θανατικό. Κ' έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, +καβαλλαρία, Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια +και τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι φοβεροί, +θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που φορούσαν κάτι σαν +φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ' εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον +εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε +το λαό κ' εσκορπούσε ελέη και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι.</p> + +<p>Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια +μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει. Θα +ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η στεφάνωσι. +Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.</p> + +<p>Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους μήνες +μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν μ' έπιασαν οι +εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά από σας — ο +Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε άφαντος. Πέρασαν πολλές +ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος, κι' αυτός, ούτε θέλησε να με +ζυγώση.</p> + +<p>Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην +Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα απ' τους +πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά.</p> + +<p>Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας δεν +ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην εξοχή, κι' άλλες +έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.</p> + +<p>Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του απ' το +παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να μου φέρη νερό. +Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά, ή φόβος τον έπιασε και δεν +ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση.</p> + +<p>Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα δέκα +σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.</p> + +<p>Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι. Σηκώθηκα, +επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν καλλίτερα μου φάνηκε να +ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ' έψησα δυο-τρία και τάφαγα.</p> + +<p>Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα.</p> + +<p>Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα. Ύστερα +πάλι εδίψασα χειρότερα.</p> + +<p>Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά έρημη. Ο +κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα κλειδομανταλωμένα. Ψυχή +δεν εφαίνετο πουθενά.</p> + +<p>Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα, με +μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα της +βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή.</p> + +<p>Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει μαζί +μου το κορίτσι μου από την κούνια...»</p> + +<p>Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα +επανέλαβε·</p> + +<p>«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το ένα πρώτο +για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα γνώριμο... να τον +αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο, είχα σκοπό να γυρίσω πίσω +στο σπιτάκι μου.</p> + + +<p>Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν +μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους +Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε παρέκει, +σε μια γωνιά του δρόμου.</p> + +<p>Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η κλησιάρισσα. Σαν +με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από μέσα. Θα κατάλαβε απ' την +όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την πόρτα, φωνάζω·</p> + +<p> — Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί;</p> + +<p>Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά στο +παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται να είχε λίγο +νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε·</p> + +<p> — Κάμε της χούφτες σου.</p> + +<p>Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου έρριχνε +απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε σαν αγιασμός. +Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη στάμνα μέσα, έκαμε πάλι +να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ' έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το +φύλλο της πόρτας, κ' είπα·</p> + +<p> — Τι κάνουν μέσα;</p> + +<p>Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.</p> + +<p> — Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον +στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη.</p> + +<p>Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή. Εκεί +μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο Λευθέρης, ο άνδρας +μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει +ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη +κόρη που του είχε κάμει η γυναίκα του η νιόνυφη.</p> + +<p>Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της +καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί.</p> + +<p>Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα +περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας μου, που +έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους. Πριν φύγουν, +ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό τους.</p> + +<p> — Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το +παιδί;</p> + +<p> — Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω.</p> + +<p>Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι και δεν +έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.</p> + +<p>Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια μου. +Ετοιμάζοντο για να φύγουν.</p> + +<p> — Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό +του χεριού επάνω στην παλάμη μου.</p> + +<p> — Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.</p> + +<p> — Πάμε μαζί, του λέω.</p> + +<p>Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς τίποτε, +άρχισε να φέρνη δυσκολίες.</p> + +<p> — Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου +δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι +τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα.</p> + +<p>Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να του +πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...»</p> + +<p>Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο κυρ +Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της μανδήλας μου. Σαν +άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά μένα.</p> + +<p> — Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ' +εμένα μαζί.</p> + +<p>Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν +χολεριασμένη.</p> + +<p>Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.</p> + +<p> — Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί.</p> + +<p>Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα κ' είπα +με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι γίνεται». Μα ο +αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το κρύψω, το ένα μέσ' την +παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.</p> + +<p> — Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω.</p> + +<p> — Δέκα, είπα εγώ.</p> + +<p> — Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.</p> + +<p>Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε·</p> + +<p> — Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;</p> + +<p> — Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί, +εσάς τι σας μέλει;</p> + +<p>Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται να είχε +σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού έρριξε μια ματιά, +σαν να μ' ελυπήθη.</p> + +<p> — Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.</p> + +<p>Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του ως +το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε και ολίγα +ρουχικά μαζί.</p> + +<p>Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα.</p> + +<p>Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής +συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη.</p> + +<p>Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους έπλυνα τα +ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι μου, την Κατήγκω +μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση. Την εχάδευαν κ' έλεγαν· +«Πίκκολο! πίκκολο!»</p> + +<p>Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες τους, +εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι' αυτοί καλοί +άνθρωποι.</p> + +<p>Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε στο +σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ' εκαθίσαμε με αγάπη +και ειρήνη.</p> + +<p>Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από της +υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην Αθήνα, μέσα, +είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.</p> + +<p>Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά στον +καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το δεκαπλάσιο».</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την αρμάδα του εις +τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του Βορρηά, όπου εξέσπων τ' +άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον εις το τέρμα Αλίμενον, +θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα +μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα +μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον +κόλπον. Επάνω στα πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, +Μαυροθαλασσίται, Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, +Βαρβαρέζοι, Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη +αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και άλλοι +τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων.</p> + +<p>Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις +δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους προς +αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως γραμματέα του επί της +φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν +εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα +νησιά του Καστριού και τα Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον +Μικρόν Γιαλόν — ... και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον +Σώστην εις την δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα +μελτέμι δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις την +ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του χωρίου, ο +Κουμπής Νικολάου........</p> + +<p>(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους τρεις +επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον.</p> + +<p>Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον Μέγαν +Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο υγρός, εμαύρισε όλ' η +θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια, και περί την ακτήν του +Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα +μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο +ημερώτερος, εις το απάγγιο, όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα +μελτέμια τας ημέρας εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε +μελτέμι εις την δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος +αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα κύματα +εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι δειλινού — εις +όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια και τον Όλυμπον, τον +Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις έφθαναν εις το τέρμα διά να +ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι +χίλιοι τόσοι κάτοικοι του Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν +κατά το βράδυ στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του +Καστριού, κ' εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα +πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν αράξει, κατ' +ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου μας, εις τα πετρώδη +(πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και +φαντάσματα.</p> + +<p>Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην υγράν +άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους θαλασσίους, +οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι γυναίκες μυρολογίστρες +επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, +γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, +ατίμητα, γλυκά αθύρματα των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου.</p> + +<p> — Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά +επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν το θείον +κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί, — Ελάτε, ελάτε! — +αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' +αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του +πληρώματος, ύστερ' από Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, +Τουνεζηνούς και Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι +περί τους 150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι +Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που επεσκέφθη επισήμως +τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος προεστώς του χωρίου, ο +Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.</p> + +<p>Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις +δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον είχεν +υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως γραμματέα. Ο +έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον αφέντην του, όσον πας +τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε.</p> + +<p>Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με τας +κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του, προήδρευε συνήθως +εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι' αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς +Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο +συνήθως οι προεστοί. Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η +γνώμη του ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να +πειθαναγκάζη τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής. +Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και εγίνετο +σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την κολακείαν, αλλ' ήτο +απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους Αγάδες.</p> + +<p>Εν τούτοις, <b>κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς</b> ο Κουμπής. Την +χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει <b>στον νουν του Κουμπή</b>, ότι έπρεπε να +χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του είχε κάμει +παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και μοιχούς κρινεί ο +Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να +υιοθέτηση ξένον γέννημα (<b>ξένο κρειάς να μη θρέψης,</b> έλεγε χυδαία τις +παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους +απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά +την τελευτήν του, ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του +κάμουν τα ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του; +Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς». Αλλά κ' οι +καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί περιμένουν πότε να πωλήση άλλος +τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και +διεκδικούν λυσσωδώς «τα κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και +γουρουνόπουλα ο Δεσπότης, ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι +άλλοι.</p> + +<p>Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του, να +μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον αυστηρός +άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη μικρόν νινί, χαριτωμένον, +αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα +χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15 περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε +κουτάβι, ούτε 'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η +αντικρυνή του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή, +ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον θείον +είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση.</p> + +<p>Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον βιάση +με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους Τούρκους — να τους +στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο; Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το +στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' +αποκτήση, αν θέλη ο Θεός, κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να +καταπλεύση ο Πασάς με την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε.</p> + +<p>Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του Αχμέτη +Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν εκδούλευσιν, και ο Τούρκος +ναύαρχος του υπεσχέθη.</p> + +<p>Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με έξ +κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν άνθρωποί +του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι τον ανήφορον — +υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν εις το Κάστρον, +υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον αγριόξυλον, παρά το χάσμα, +όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και +σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς +κατέβαινεν από τον κρεμαστόν σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα +πανοβράκια, με τας κεντητάς βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το +πρωινόν σερμπέτι του. Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον +είχε φέρει πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός, +εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο +εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι να +νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον είχε +συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς, Κουμπίνα; Το +βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ' Άι-Προκοπίου, κάτω στο +ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα +πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή +γειτόνισά μας την Λελούδα, επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη +παρηγοριά από σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να +σεργιανήσετε κι' όλας.</p> + +<p> — Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το +Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η αρμάδα. +Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να πάρουν αράδα της +αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να 'ρθή μαζί μου.</p> + +<p> — Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου. +Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας είνε και +διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ' αγάδες; Έχουν άλλοι από +μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να +σας πειράξη;</p> + +<p>Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν που +της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του συζύγου της. Ήτο +απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται, τον άνδρα». Της γίδας τα +κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής, φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της +κόττας η λοφιά είνε αμαυρά και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και +εξηρμένη, και όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η +υποταγή της θηλείας εις τον άρρενα.</p> + +<p>Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την +παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου, επειδή +ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον αέρα, ύστερ' από +πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν καλύβι της, επείσθη. Η +Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν τους Τούρκους, καθότι μέσα στα +καράβια ήσαν και πολλοί ναύται χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν +και Τούρκοι, οπού δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο +αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη +μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και τα είχε +καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και δεν ετολμούσαν να +πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με +μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι «μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ +της να ελπίση ότι θα εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά +τσαπράκια χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το +λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και μικρό +προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε την +Κουμπίναν.</p> + +<p>O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου +ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε:</p> + +<p> — Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα +πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα.</p> + +<p>Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν.</p> + +<p> — Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο +γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο λοστρόμος +Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη φεργάδα είνε το ένα +τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ' επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι- +Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί +σου, γιατί θα χρειασθή, θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που +είνε άρρωστος από μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει.</p> + +<p>Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν:</p> + +<p> — Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα +προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον παπά- +Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω ορισμόν απ' τον +Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι (τάλληρον), και παραπάνω. +Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με σας τους παπάδες, πως δεν του +έκαμα τον λόγον του.</p> + +<p>Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον Προκόπιον, +όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και σκότος ήρχισε ν' +απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς δυσμάς, εφαίνοντο φώτα +εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία. +Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι +[εκείνο], και κατόπιν είχον μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι +εκατηφόριζε αποτόμως προς το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του +Αγίου, κ' έβαινον εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε +πλαγινά βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί +που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα μοναξιά, δεν +εφαίνετο ψυχή ζώσα.</p> + +<p>Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την Κουμπίναν, και +διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο γυναίκες! — εις το μέρος +αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν βράχου, εις τον όχθον του δρόμου, +ωμίλησαν ελληνιστί.</p> + +<p> — Σταθήτε! μη φοβάσθε...</p> + +<p> — Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου!</p> + +<p>Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν, ο +Κουμπής.</p> + +<p> — Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα +μαζί μας, Λελούδα.</p> + +<p> — Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η +Κουμπίνα.</p> + +<p> — Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. — +Λελούδα, έλα θα πάμε στην φεργάδα.</p> + +<p> — Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα.</p> + +<p>Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή ότι +προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της απαγωγής. Η +Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή και εγκαρτερούσα, +επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των εικόνων και προσηυχήθη. Εις +μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η +Λελούδα και διατί δεν επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη +[απηλογήθη].</p> + +<p> — Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε +κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ' τον +Κουμπή.</p> + +<p>Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του θαλασσοκτισμένου +Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον πατημένον βράχον, σχηματίζοντα +φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος, τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον +του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια +των ώτων, εκστατικός, φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ +κωπηλάται, όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά, +τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω, επεβιβάσθη, +υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες ήσαν συνεργοί της +αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν επί της πρώρας, και ο έτερος +ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις το πηδάλιον.</p> + +<p> — Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής.</p> + +<p>Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους +οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα έφθασε παρά +το πλευρόν της ναυαρχίδος.</p> + +<p>Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον +θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί τρία λεπτά, +πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον αλλήλους, εκύτταζον +τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά κατάρτια και τα πολυσύνθετα +άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων κρεμαμένων προς τα κάτω επί του +πρυμναίου ιστού.</p> + +<p>Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον συνήθη +τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί του βαθμού όπου +είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο +Καπετάν Πασάς επένευσε και παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον +αντιπροσωπεύση.</p> + +<p>Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του +θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να συνέρχεται +βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την Παναγίαν με τον +Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον, ιεράρχην με πολιά στρογγύλα +γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ' ευλογούντα.</p> + +<p>Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους επισκέπτας, εξ +ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης έβηξε, κ' έλαβε τον +λόγον.</p> + +<p> — Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε +το βιβλίο σου.</p> + +<p>Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν της +καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας. Ενεχείρισεν εις τον +Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές.</p> + +<p> — Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν.</p> + +<p> — Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής.</p> + +<p>Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει, φαίνεται +λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει να υπάγη στον Άι- +Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο κληματίδας λεπτάς απ' την +πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν +επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της +γυναικός του, περίσσευμα από στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα +τοιαύτα κοινωνικά χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά +εις βρέφη — ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με +το λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να στεφανώση τα +νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή.</p> + +<p>Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας εικόνος, +έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν.</p> + +<p> — Έλα, αγάπη μου.</p> + +<p>Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή.</p> + +<p>Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος.</p> + +<p> — Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ' +εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν +αμοιβαίως.</p> + +<p>Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής.</p> + +<p> — Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου.</p> + +<p> — Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον +γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου.</p> + +<p> — Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού +βρίσκεται.</p> + +<p> — Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο +Κουμπής.</p> + +<p>Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε.</p> + +<p> — Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο.</p> + +<p>Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης εστάθη +όπισθεν του ζεύγους.</p> + +<p>Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που +εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της ανομβρίας.</p> + +<p>Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ' +επεμβήκε.</p> + +<p> — Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες +βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου.</p> + +<p>Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν ήρχισε +να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν την φοράν την +Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας.</p> + +<p> — Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους +μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν.</p> + +<p>Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς:</p> + +<p> — Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν;</p> + +<p> — Την θέλω.</p> + +<p> — Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;...</p> + +<p>Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με απλήν +και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε την κεφαλήν της +νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και περισσότερον είχε την αφωνίαν +του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν.</p> + +<p> — Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του +στεφανώματος.</p> + +<p>Ο Ιερεύς είπεν:</p> + +<p> — Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον.</p> + +<p>Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε:</p> + +<p> — Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον +γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα.</p> + +<p> — Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο +ιερεύς.</p> + +<p>Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να +κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις. Το βέβαιον +είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.)</p> + +<p> — Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον.</p> + +<p>Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο Κουμπής +είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους του. Εχρειάσθησαν εξ +αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον παράμεσον και έν εις τον μικρόν +δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν του στεφάνου, χωρίς να είπη: +<b>Ευλογημένη η βασιλεία</b>. Άρχισε να διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά, +όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα +ευλόγησε τα στέφανα και υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα +στέφανα.</p> + +<p>Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί τους +τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο Φαναριώτης ήλλαζε +τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις μεγάλες κανονιές +εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του πλοίου. Όλον το πέλαγος +εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και ήλθεν από τον κρότον και τον +κλόνον.</p> + +<p>Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την +βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν υπό την +πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η σελήνη (ήτο ως επτά +ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον σταυρόν του και είπε:</p> + +<p> — Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν +ραμαζάνι;</p> + +<p>Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο, +πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη εις έν +κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε βλέμμα έξω, κ' +ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει.</p> + +<p> — Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος.</p> + +<p> — Και τι θα πη ραμαζάνι;</p> + +<p> — Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός).</p> + +<p>Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα, και δεν +ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που του έλεγεν η +μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του +Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά, στους βράχους και στα άντρα.</p> + +<p>Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού, η +Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους κανονοβολισμούς, +και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν των.</p> + +<p> — Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με +γυιους, Κουμπή.</p> + +<p>Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι, εντός δύο +ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι δεν θα ήτο πιθανόν +να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να +ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός +αντικρύ, εις το μικρό σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει +η Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου +ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα εικονίσματα. Η +Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του κανδηλίου.</p> + +<p>Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε: «Καλύτερα, +ας έλθη, να της το ζητήσω».</p> + +<p>Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή το +ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά +πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου, είχε +προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε σπουδαίαν +υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά την νύκτα. Όθεν ήτο +ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν τας πύλας του φρουρίου.</p> + +<p>Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά, +υπομειδιώσα και τους ευχήθη:</p> + +<p> — Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή...</p> + +<p> — Πώς ξέρεις;</p> + +<p> — Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε.</p> + +<p>Εστράφη προς την Λελούδαν.</p> + +<p> — Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε;</p> + +<p>Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε:</p> + +<p> — Να με σχωρέσης!</p> + +<p> — Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην +Κουμπίνα.</p> + +<p>Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας του +πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε:</p> + +<p> — Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα +σου, τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις και σύρε +να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα στείλω μαστόρους να το +μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης +καλά με την Κουμπίνα.</p> + +<p> — Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την +Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης να +καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης.</p> + +<p> — Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη +δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του.</p> + +<p>Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ του +στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται μέχρι σήμερον +Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα ανέθρεψε, τον Κονόμον +(Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον Θωμάν και άλλας τόσας +θυγατέρας.</p> + +<p>Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν +επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν πρωί, να +υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του είχε παραθέσει επί του +καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ' επάνω εις την βίαν και τον +φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα +του Κουμπή, αντί να βάλη ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με +πλατείας κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι δημογέροντες] +έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής το εφόρεσεν εις το +θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη +όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν +του, και εξήλθεν.</p> + +<p>Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το λάθος. +Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες υπεψιθύρισαν, κ' +εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν.</p> + +<p>Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν και +τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν.</p> + +<p>Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση την +Λελούδα.</p> + +<p>Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και +ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον γάμον της, κ' +ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν.</p> + +<p>Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν.</p> + +<p>Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον της +Λελούδας.</p> + +<p> — Παληοβρώμα!...</p> + +<p>Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας +του.</p> + +<p> — Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω +στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα συστήματά σου, +Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου, σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή +μου, έλεος!</p> + +<p>Ο Κουμπής εκάμφθη.</p> + +<p>Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα τέκνα +του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου Δημητρίου, σιμά +εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον τεράστιον σχοίνον, κυρτόν +εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και +τόσον ζωηράν εικόνα του Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού.</p> + +<p>Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων της, +λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα, ανήλθεν εις τους +μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της Λελούδας και δύο άλλων +παρισταμένων γυναικών.</p> + +<p>Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +<br /> +Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με το βορεινόν +παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν πενιχράν, καθάριον οικίαν, +όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως, πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του +Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν +επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα +πλάσις δι' εμέ.</p> + +<p>Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον +χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων, η φωνή +της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης, ψαλλούσης με +παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον:</p> + +<p> Καράβι, καραβάκι, πού πας +γυαλό-γυαλό, <br /> + με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό +σταυρό.</p> + +<p>Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει, όχι μόνον +αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και τώρα, ύστερον από +τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα όσα μυθολογεί ο θείος +Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον Πίνδαρον — μία μικροσκοπική, +αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα +σαρκός ή χώματος και να μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα· +και να σηκώνεται λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά +μαλλιά, και να ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα +κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να τραγουδή: +«Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;»</p> + +<p>Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες ότι η +θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των παλαιών αμαρτιών +την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις +τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν +μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά μόνον αναμιμνήσκεται;</p> + +<p>Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν απέθανεν έν +αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον εγοητεύθη από το θέαμα +των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και θυμιατών, και των πολλών ιερέων με +τας στολάς των και του πλήθους του λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον +ανέκραξε:</p> + +<p> — Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον +Παναγάκην!</p> + +<p>Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον είχον +παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του χειμερινού +θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις την αυτήν εκείνην οικίαν +με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα, +μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν' αποσείσω τον πρωινόν ύπνον.</p> + +<p>Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του παιδιού +εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον του έτους 188..., μίαν +πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη τας χιόνας. Η μητέρα της, η +Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα +υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον +κατέλθει νήπια εις τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν· +τελευταίον έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου +ο λόγος.</p> + +<p>Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος εις το +«Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν ήδη την τέχνην +του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα σήμερον της Ξενούλας και δύο +άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο +μάστρο-Παναγής, όταν είχε δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν +ημεροκάματον, πλην είχε περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η +αρρώστειες, οι γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με +πολλά βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το +υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το παιδίον ήτο +αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως ήρχισαν τα +κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν, βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν +επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία, +στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως.</p> + +<p>Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει από +της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον αρχόντισσα +παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη· μία ήτο πλουσία εν +ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και αυτή. Και όμως αύται την +εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την +Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται +χρήσιμος προς αυτήν και της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η +τωρινή, την απέπεμψε με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της.</p> + +<p>Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας +κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά εμάλωναν κάθε +μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον +τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις +ήθελαν το καλό, αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν +μάγια.</p> + +<p>Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον σεβασμίου +ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας· έπειτα ελογομάχησαν +με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν πόλεμον εναντίον εις την άλλην +αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον +επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός τόσων τέκνων, της Ζουγράφως.</p> + +<p>Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν και +ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ, μεσημέρι και +βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας τους, κ' εξεσκουφώνοντο, +κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο «να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά. +Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . .. +ποδαρούσα, την άλλην εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην +αναρούσα, [ξωτικό] την άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον +ονοματολόγιον. Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι, +χωρίς να τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό +σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις τo +Λεξικόν των αθησαυρίστων.</p> + +<p>Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς +γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί άλλοι εκ +της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της ξετρελλαίνουν περισσότερον. +Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω, ανέβησαν εις το δώμα, κατά την +συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να +εκκοκκίζουν και το κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των.</p> + +<p> — Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ' +τσ', Παναϊά μ', τα μάτια.</p> + +<p> — Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η +γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί.</p> + +<p>Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν, ήτις +πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο ματάκια είχεν, +αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον Γιάννην και τον μικρόν +Στέλιον.</p> + +<p>Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το άρρωστον +μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της Ζουγράφως, έτρεξε με όσα +ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν +τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο +αργά· δεν ίσχυσε να σώση το παιδίον.</p> + +<p>Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την πρωίαν του +Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η Πλουσία, η δευτερότοκος +αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη. Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο +νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από +πάμπτωχον οικογένειαν. Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην, +πλουσία κατά την υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας +γυναικείας τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189... όταν +είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη αντειρωνείαν +της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος και ευκατάστατος, όστις +της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της περιουσίας του.</p> + +<p>Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την μαρανθείσαν +νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον ξενιτευμόν των αρρένων +αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι' +ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ' έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το +οποίον ήλθε να παραλάβη είς ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να +το προπέμψη· την δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την +ελαφράν εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου +όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από τον +Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν τα ουράνια +αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας».</p> + +<p>Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε κτισμένη επί +των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις υπέροχον λοφιάν +υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν +εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη +τραγουδεί το «καράβι- καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα +τα μαλλιά της η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία +καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας, και μέχρι +των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον και από πέτραν +ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το πικραμμένον χλωμόν στόμα +της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο, κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος +των βράχων, κατακυριεύον όλας τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον +καρδίας και όμματα, καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας.</p> + +<p>Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά +Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον ξύλινον της +Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο μάστρο Κ... ο πατήρ του +εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας, όστις τον είχε φέρει, αφού +παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά, τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της +πεζούλας εις την βάσιν ενός γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την +πενιχρότητα της παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του) +κ' επήγε να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια.</p> + +<p>Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον +μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην, επάνω εις το +ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα της ημέρας, ως στήλαι +ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία μαυροφόρα, και μία με πολίτικην +μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος «λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η +Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν +της προς τα άνω, και ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία +πικρόν μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών +ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και +επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι της +Ζουγράφως.</p> + +<p>Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το Κοιμητήριον +της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα το διηγηθώ παρακάτω +όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από πολλών χρόνων, είχον +προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των αγνώστων. Είχον <b>εξιπασθή</b>, +επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το +Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα». Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο- +Σταύρος ο Κακαβάρης, αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις +τον τόπον από την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την +αρχήν του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά την +αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ γονέων +καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την μεγάλην ήπειρον, +αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων μεταξύ ερειπίων και +συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των Τούρκους αγάδες, πλούτου +κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν τας αδελφάς των Σουλτάνες, +χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο- +Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του +πενθερού του, αγροίκου βοσκού εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η +θύελλα και ενυμφεύθη την σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε +τον αδελφόν του όχι Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά +το Αιγαίον. Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη +ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του πάππου του +του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το Πανεπιστήμιο.</p> + +<p>Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη, υπερηφανεύθη +και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο της τρέλλας μετεδόθη +βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η γραία είχεν αντισταθή εις το +μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε και αυτή.</p> + +<p>Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα +πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι ο +Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα ήρχετο να την +ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι του Διαδόχου του +Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά και τα εξέφεραν +μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι μεν νέοι και τα κοράσια +εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε γεροντότεραι και φρονιμώτεραι +γειτόνισσαι τας επετίμων, συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας. +Διάφοροι άνθρωποι αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν +ταύτην, διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν +αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και +πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία γράμματα, +τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς είσπραξιν +εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ των γειτόνων η γραία +Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν αυτά, αλλ' εκείναι +ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί με όλην την γειτονιάν και με +όλον τον κόσμον.</p> + +<p>Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από τας +Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον Διάδοχον, εθύμωσαν +και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε μανία των επετάθη, όταν έμαθον +ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το +δόγμα καταγομένην εκ Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος, +χαΐρι και προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη!</p> + +<p> — Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ +(εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της +χελώνες.</p> + +<p>Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει και +άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την οικίαν μάντεις και +τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν. Είχον υπάγει εις μάγισσες, να +κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην. +Είχον απομακρυνθή από τα θεία και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν +ηθέλησαν να κάμουν μίαν λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν +σηκωθή, εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον +μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον παπάν να μη +λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο ότι συνήντησαν καθ' +οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη +κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται».</p> + +<p>Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους βρυκόλακας. +Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα καθήκοντά του ως +πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε πολιτοφυλακής ταύτης τα +καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της 10ης και του μεσονυκτίου ανά τας +συνοικίας της μικράς πολίχνης, και εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του +μεσονυκτίου και της πρώτης ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς, +επί της κτιστής μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω, +μετά την διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του, +ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον προς +δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον ημίονόν του, διά να +ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν +επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν είχε λάβει αφ' εσπέρας από την +δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν, αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως. +Ήτο την νύκτα της τετάρτης, περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν +του μικρού Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα +αυτού δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν δύο +γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της νυκτός, εις το +οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της.</p> + +<p>Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από απορίαν +παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς το μέρος όπου +είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε πλησίον του +νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη φθίνουσα έμελλε προς +όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον +εις τον περίβολον, να ίστανται προς στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο +Γιάννης της Στάμαινας εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης +λοφιάς του υψώματος και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν.</p> + +<p>Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον τοίχον- +τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της στερεάς. Η άλλη η +δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος ο περίβολος των νεκρών +έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς, όπου προς το νότιον μέρος +εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον +ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς +υπήρχεν εντός, [Ούτε οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί +υψηλοτέρου οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του +ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον) εξυπνήση +τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος και φρικίασιν εις τα +οστά του τολμητίου.</p> + +<p>Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο Γιάννης της +Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ' ολίγα βήματα τας +αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα. Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν +βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα εστάθησαν.</p> + +<p>Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο χαμηλότερον, +φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ το άλλο κτίριον +έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και κονία είχον εκπέσει από την +κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή +άνθρωπος και να εισέλθη.</p> + +<p>Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*)</p> + +<p>*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ, +ατελές.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em"> +ΔHΜΑΡΧΙΝΑ ΝΥΦΗ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> +<br /> +Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα μεγάλα +βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και χωριστά άλλα +μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης, +όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν, δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν +όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν +δίστιχον:</p> + +<p> Ήρθαν τ' ανθρωπάκια <br /> + απ' τα καραβάκια.</p> + +<p>Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι, Γιακουμπαίοι, +Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο διηγούμενος ταύτα +επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι, Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι, +Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να +εκλεχθή εξ άπαντος, εις την επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος +Αγγούδης, νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος, +φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε «κριθάρα», +κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών υποστηρικτών του), και ο +μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, +με τόσην φοβεράν επιστρατίαν ναυστολικού και πληρωμάτων.</p> + +<p>Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην αυτήν +των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν εν χορώ να +τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο ιστιοφορικός στολίσκος +της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο καράβι, του καπετάν Αλέξη +Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο εις την συνάντησιν των σκαφών των +ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι' +όλου του εκλογικού αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν +ούτε εις τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν.</p> + +<p>Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε +πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις τους δύο +[τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την στέγην, και ίστατο +εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα, αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, +εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους +μεμακρυσμένους βράχους και τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, +ούτε ως πτερόν γλάρου, ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον +καλλικατζούνας· ούτε όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας, +ούτε εκείθεν του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν +ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και κατέθετε το κιάλι +το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν συντριβή και ανεκλίνετο εις τον +σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η +Αρχόντω, αυτή και η εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν +υιοθετήσει, μη έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον +Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή οικία, +μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις τα Σχιναδέικα, επί +αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς +δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί +των οποίων ανεγινώσκοντο ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα +γράμματα του Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος +αυτούς ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν +Ελλάδα, την μητέρα των.</p> + +<p>Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού ήτο +εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι, είχε δώσει +υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή, εξημέρωνε το Σάββατον, +την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των εκλογών, και το καράβι δεν +εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και +βαρειαναστέναζε».</p> + +<p> — Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της. +Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα...</p> + +<p> — Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω!</p> + +<p> — Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν, +ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση.</p> + +<p> — Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω.</p> + +<p>Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε.</p> + +<p>Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η +καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση, αίφνης +της λέγει:</p> + +<p> — Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα;</p> + +<p> — Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε +καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να πάρη την +Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα μάτια της η +καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η Γκότσαινα της λέει· κι' αν +φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ' ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα +χρονών να είνε, κατέβασ' ένα 'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να +το κρατή ώρα πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε +στιγμή απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ' αρωτήσης, +τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή +αβούλιαχτο.</p> + +<p> — Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω.</p> + +<p> — Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η +Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως ένδεκα +χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε το 'κόνισμα στα +χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ' ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της +είπε· βλέπω το καράβι που αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, +κι' ο καπετάνιος στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις, +ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε.</p> + +<p>Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε:</p> + +<p> — Πας να την φωνάξης;</p> + +<p> — Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται;</p> + +<p> — Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν.</p> + +<p> — Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι.</p> + +<p>-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις πόρτες +παραπέρα είνε.</p> + +<p> — Ας πάω.</p> + +<p>Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον και την +ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού εκάλει την κόρην του +καπετάν Λυμπέρη.</p> + +<p> — Χ. Έ, Χ.</p> + +<p> — Τι είνε; Ποιος φωνάζει;</p> + +<p> — Κατέβα να σου πω.</p> + +<p>Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον δρόμον, +της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν παραγγελίαν:</p> + +<p> — Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα.</p> + +<p>Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα σκαλοπάτια της +οικίας του καπετάν Αλέξη.</p> + +<p>Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον.</p> + +<p>Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν +εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η Λυμπέραινα, είτε +διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας του θυγατρίου, είτε μάλλον +διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα εις την διεξαγωγήν της μαντείας, +έφθασεν εις την οικίαν της Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, +καθημένη αντικρύ της μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από +κούρασιν ή ζάλην, την ερωτά:</p> + +<p> — Τι βλέπεις;</p> + +<p> — Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά, +θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα κύματα, +που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά.</p> + +<p> — Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η +Αρχόντω.</p> + +<p> — Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις +νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως τρεις +δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω στα βράχια, που +πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα, πάλι τους πετά εμπρός, +τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι, +μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι +έγειναν... Οι δύο επήγαν στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα +μάτια, φαίνεται σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά, +ως τρεις πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς).</p> + +<p>Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας επήρε +το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον άλλοτε και +ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα επινίκια. Χαρά και +αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα +Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός +στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με +κλαρινέττα, φυσώντες και χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν, +προεξάρχοντες της βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των, +και παιδιά ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια +[τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας (αγέλης).</p> + +<p>Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως +έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της Χαλκίδος, κ' +εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και μεγάλα έργα. Εν +πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την βρύσιν του Προφήτου +Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν. Είκοσι χιλιάδας δραχμών +εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος· πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα +εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον +οι εκλογείς του πίνοντες νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν +υγιεινά. Τι θα του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας +χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν εις τον +τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς τούτο όλοι οι +πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα έχανεν ο άνθρωπος την +πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου) προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών +εις χείρας του. Και η μεν «Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του +Προφήτου Ηλιού έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη +Χάνεσαι» εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν. +Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων η μία +άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν Ελλάδα, κ' η τρίτη +εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την πόλιν διά δεκατριών φανών, διά +να βλέπουν την νύκτα όλοι οι νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν +όλοι οι εργατικοί, όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον +των.</p> + +<p>Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν του +κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον πλούσιαι νύμφαι. +Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους +και παννυχίδας με την νεολαίαν του τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν», +καθώς έλεγεν ο Διοματάρης, κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή +πλουσία δεν ημπόρεσε να βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και +μετ' ολίγον καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος.</p> + +<p>Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε τον +σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας προκαταβολάς των. Και +πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά. +Ολίγον κατ' ολίγον, αφού συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης +μετεκόμισε την δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις +την πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να κατεβάζη +από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em"> +ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> +<br /> +«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία, επιθέσει και +απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ. Κανταραίου επί +καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις Κωνστ. Στ. Κανταραίου, +κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή». +Όλ' αυτά τα έγγραφα και πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο +Ζηρείτης, πρώην ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών, +<b>ταουνκλέρκ</b> +(<sup><a href="#fn1" id="ref1">1</a></sup>) +, όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν +εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ' αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και +χωρίς να προσέξη εις το πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον +πολλοί, (καθότι ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν +εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των αγροζημιών των +γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και ακουσίως ανεπόλει τον +Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη, μεγαλοβοσκόν, με αγέλην +επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα· αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα +έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς +μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός +έμελλε να γείνη ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν, +επαρουσίαζε πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου +τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και να τα +συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ είμαστε».</p> + +<p>Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του, τον +Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον είχε στεφανώσει. +Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου μας, ο αλησμόνητος +Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος, είρων, με το τσιμπούκι του και +θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα +Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου +είχεν αρχίσει να μαθητεύη ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή +και «γλυκόκαρδη», <b>σουήτχαρτ</b>. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά +τρία έτη να λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της +(<sup><a href="#fn2" id="ref2">2</a></sup>) + χείρας, πριν γείνη ακόμη είκοσιν ετών;</p> + +<p>Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους μηνύσεις, +τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια θεσπίσματα», και τας +κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον. +Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν +απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι. Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους +κάμπους της νήσου [γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και +αμπέλους και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις +μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας χλοεράς +τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την Καναπίτσαν, εις τον +Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της Κουκουναριές, το ωραίον άλσος +των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα +του δήμου, την οποίαν αυτοί πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον, +λέγω, είχον πληθυνθή, ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός +κακήν μανίαν και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς +μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των, δεν +έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι και ανεψιοί, +εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο Κανταρόπουλα· δεν +κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας είχον διά να καταπατήσουν σιμά +στα σύνορά των, — τους Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους +και Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου. Αν +τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον θείον και +καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την ευχήν ή την κατάραν του +Δημάρχου.</p> + +<p>Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία +οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον Προφήτην +Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα έτη προ του 21, σιμά +εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα +του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και +εξωμερίτης, ήτοι γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον +λείψανον της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων.</p> + +<p>Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως +αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το «εν τη +μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά τις την κάπαν του, +ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί +διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι +προεστοί κ' οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι +δήμαρχοι.</p> + +<p>Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να +«κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης και +θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον, γεμάτον, την +κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν σου κυρτήν, +αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα +κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι σχεδόν καλοί δουλευταί κ' +ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους εισπράκτορας και καταπροδίδοντες +αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η <b>αμάχη</b>, η οργή και κατάρα του Θεού. +Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον +Κάνταρον με το τουφέκι εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος +παρεμόνευε τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον +τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με την πάλαν +και τον έρριπτε κάτω.</p> + +<p>Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από την +πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον καιρόν εκείνον, +δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος, +σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών, +ίσως διότι έκριναν ότι υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν, +ο νεώτερος εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν +της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και τον έφαγε με +το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ, αλλ' αντιστρόφως ως +προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν τον βρόντον και τον +συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο +σταθμός του Τούρκου, του <b>Γιαορκητζή</b>, ή τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο +νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον. Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος +πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε +προς την ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την +θάλασσαν.</p> + +<p>Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του πελάγους, θ' +απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον υγρόν διάστημα; Πότε +να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ' ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ' +ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ. — του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν. +Πλην δεν έλειπαν η ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν +αποκάμει, κ' είχε πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον +πλοίον ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και +όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων.</p> + +<p>Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της +λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον — ότι ήτο +άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και μερικοί χριστιανοί +προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο με τους αρματωλούς και τους +κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν +είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά +τολμηρός τόσον πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως +τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι.</p> + +<p>Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το +πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις το άλσος των +πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν αφήσει πολλάς θείας, +εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς, οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε +ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον +ευπορίαν αγροτικήν και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους, +συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων.</p> + +<p>Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο- +Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε κλέμματα και +αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ και ήτο πολύ +προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην του, και θα ηδύνατο +και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό». +«Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν +κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της +προικός την οποίαν στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε +κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα εκαλλιέργησε. +Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν υιούς, τον Στάμον και τον +Δημήτριον, και θυγατέρα, την Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης.</p> + +<p>Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του</p> + +<p>(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em"> +Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> +<br /> +Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο όλα βολικά +εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον τυχερός, όσον αυτός. +Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως +αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν +μεγίστης χωρητικότητος — επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν +ως σκούνες και τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι +είχε συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να βάζη +την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα, κι' αυτός ν' +ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς γείτων, διαβασμένος +κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης +απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή. +«Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον +πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον +συνήθιζε κατά κόρον ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το +πλιάτσικο, ο βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το +πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν είδος, το οποίον +ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή ξύλον, το μετεχειρίζετο ως +λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να +είπωμεν την μαύρην αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον +αυτή η στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως +ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την κεφαλήν, +από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον όμως η κλεψιά του +έβγαινεν εις καλόν.</p> + +<p>Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και εις την +πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα καπετανόπουλα του +τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε παραγκώμι και αναγόρευμα, το +οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα. Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή +«μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι». Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον +εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις +γέλωτα και εις παραβολήν;»</p> + +<p>Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την εθεωρούσαν ως +πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην, κοκκινομαλλούν, χονδρήν +ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν διαρκώς επί του κατωφλίου της +εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν +«απαστύλωτη» «αναφάνταλη», «αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ' +ακόμα, σχεδόν πενηντάρα, να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα +έβαπτε μικράς κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως +θα ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι, ποτέ +δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε. Έλεγε μόνον: +«Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται δεξιά».</p> + +<p>Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται όλα δεξιά, αφού +ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και την επήρε +χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως τον δέκατον μήνα +μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά να κυοφορήση, να φέρη έν +βρέφος εις τον κόσμον και ν' αποθάνη λεχώ), η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς +έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν νύκτα, να ανοίξη το έρημο κι' άχαρο σπήτι της +μακαρίτισσας, (το οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος διότι επέζησε το νεογνόν), να +κλέψη τα νυφιάτικα ρούχα της νεκράς και να τα φορέση; Απ' εδώ φαίνεται ότι δεν +είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στο νου της, και της +ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό ποδαρικό» διά τον +σύζυγόν της.</p> + +<p>Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχαν ξεχάσει πλέον όλα τα +παλαιά παραγκώμια και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το όρνεον εκείνο, +ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν τ' άλλα αρπακτικά, +κάθηται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη μορφή του συγχέεται και γίνεται +έν με το βάθρον και με την σκοπιάν του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και +λαίμαργον στόμα του, και τα καϋμένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα +γνόφον, καθώς πλέουν εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το +χάσκον, το σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι +επιχειρήσεις του Στέφου. «Σαν τ'μπούφ του π'λί». Όπως στον μπούφον το +πουλί.</p> + +<p>Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή τους λιμένας του +Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε ναύλον.</p> + +<p>Άλλοι ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον τους +καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι άλλοι +εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι άλλοι δεν +εγλύτωναν από «σταλία», την άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός εξεφόρτωνεν +αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις την ανάγκην να +κάμουν αβαρίαν, εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη.</p> + +<p>Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον, +ξωριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της νήσου. +Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των Ναυαγίων επιτροπή το +έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το επεριφρόνησαν και μόνος ο Στέφος +προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως +καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος +γριπάρης, και προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το +ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη εις τον +καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού το παρέλαβε, το +έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας του χειμώνος εκείνου +συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο +καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το +πλάγι ενός βουνού, εις το μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος έδωκε +τρεις λίρας εις πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να +καλλιεργήσουν το κτήμα και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάληψαν άφθονον +βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης δεν είχε παύσει ν' +ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του δεν έτυχε να κτυπήση εις την +θαυματουργόν φλέβα! — Τινές είπον, ότι ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του +αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως ήτο υπερθεματισμός.</p> + +<p>Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό της +ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα, διηγείτο τον βίον +και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων της.</p> + +<p> — Κλεφτρίνες, πλειο, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'! Τ' ακούς εσύ, όποτε +έφερνε μπόρα, κι' όλες η νοικοκυράδες κι' η αργατίνες η παρακατινές, που μάζευαν +της εληές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το +χωριό, αυτές η δυο μαυροφόρες, η Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα, η μάνα της, έπαιρναν +της κόφες τους κ' έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλειο....</p> + +<p>Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάνα του, κ' η κυρούλα του. Από +αυτάς είχε λάβει, ως φαίνεται, το μυστικόν περίαπτον της ευτυχίας.</p> + +<p>Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τες παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν εκτεθή εις +το καφενείον Λασκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μίαν εικών (αυτοφυούς ζωγράφου, +μάλλον χρωματιστού), ναύτου, ήτις παρίστανεν επί μακράς οθόνης τεραστίαν +σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί των κεραιών της εφαίνετο μία +περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις +την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων πτερωτών, τα όποια έπιπτον εις το χάσκον +στόμα.</p> + +<p>Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγένοντο.</p> + +<p> — Θα είνε τελώνιο, που εκάθισε στα πινά της σκούνας, έλεγεν ο είς.</p> + +<p> — Θα είνε θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος.</p> + +<p> — Είνε θαλασσαετός!.... είνε σακκάς, πελεκάνος!....</p> + +<p> — Είνε γλάρος!...</p> + +<p> — Μωρέ είνε μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός.</p> + +<p> — Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο;</p> + +<p>Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής επεριμένετο να φθάση, διά να +κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν εφάνη. Η μεγάλη +σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' απ' τα δυο νησιά να εισέλθη εις τον λιμένα. Τι +έγεινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν Στέφος κ' επόδισε πουθενά; Θα ήτο +απίστευτον.</p> + +<p>Όλοι ανησύχησαν μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν +ανησυχίαν. Είχε νυκτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα μεσάνυχτα +άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς εσύριζεν.</p> + +<p>Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο εις τον +λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα φανόν, απεσπάσθη +από τον μέγαν όγκον, κ' επλησίασε με βαρείαν κωπηλασίαν εις την +προκυμαίαν.</p> + +<p> — Καλώς σ' ηύρα, καπιτάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν.</p> + +<p> — Καλώς την αγάπη μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, +αναγνωρίσασα την φωνήν του συζύγου της.</p> + +<p>Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος μεταξύ +των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός είχε δώσει νύξιν +εις τον χρωματιστήν, πώς να ζωγραφίση) καθήμενον ως επί κλάδου, επί της +κεραίας και των αξαρτίων του ιδίου πλοίου του με κεφαλήν μπούφου και με +ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν πήχυν το στόμα και μέσα εις το +μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και +αργυρά νομίσματα.</p> + +<p>Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ' εσχεδίασε μεγάλην +σκούναν ν' αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον +εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της +κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του, το χάσκον ως άδης, +βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον αμέτρητον πλήθος +ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά, ρηγγίνες και κολωνάτα.</p> + +<p>Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε.</p> + +<p> — Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα +ρακί!</p> + +<p>Και έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Ο XAPAΜΑΔΟΣ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> +<br /> +Τι Χριστούγεννα έμελλαν να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν βραχοκτισμένον +θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως μαινομένου πελάγους, εις +[προς] τα κράτη του Βορρά;</p> + +<p>Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν ψοφήσει +από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμάδια των ποιμένων και +βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα πρώιμα, όπου εσκέπασαν τους +λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας, το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, +ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ' αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει· άγνωστος +πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει τα σταφύλια.</p> + +<p>Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον νεροπλυμένον, +το οποίον είχαν κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει προ-δύο τριών ημερών ο +Νικολός το Πιτς, και ο αχώριστος φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το +καπηλείον του Γιαννιού της Στέργαινας· και τώρα, όταν [όπου] εξημέρωναν +Χριστούγεννα, με τον ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν +καπηλείον, το σύνθετον και από [με] καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν +εξαιρετικώς την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ' ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος +και η Λειτουργία των Χριστουγέννων.</p> + +<p>Πού η εποχή εκείνη, καθ' ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί, Γενοβέζοι, +περιεκάθιζον εις το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον, — και όμως οι τότε +άνθρωποι ήσαν ευτυχείς χωρίς να το ηξεύρουν! Η σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η +κινητή γέφυρα ανεβασμένη· είχον αφθόνους τροφάς, κ' έπινον νερόν από μίαν +στέρναν κ' επειδή εφείδοντο του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή +μικρά καλύβη, κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί — καθώς διηγούντο οι +γεροντότεροι — και αυτοί το είχον εξ ακοής — και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. +Πού η αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; ευλογημένος καιρός!</p> + +<p>Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, +ησθάνοντο ξηρόν τον φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια μεγάλη και φαιδρά εορτή, +χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να περιφέρωνται, και τα παιδία που +έψαλλον τα «Χριστούγεννα-Πρωτόγεννα» επήγαν να κοιμηθούν, κ' εσβύσθησαν +όλα τα φώτα και ο βορράς εμαίνετο και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων +κάτωθεν του βράχου, έμεινε το καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας +του, με την θύραν βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος, όπου ίστατο το +παμμέγιστον «Κανόνι της Αναγκιάς» κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου.</p> + +<p>Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ' ενύσταζον· ο +κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν. Ο Νικολός το Πιτς κι' +ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν' αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της +Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους ηκολούθησε μετ' ολίγον διά να ξενυστάξη κι' ο ίδιος ο +καφετζής.</p> + +<p>Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το χάος, ο +Νικολός κι' ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φως μικρόν, ως λαμπυρίς, να σείεται, ν' +αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον πλοίον αγωνιούσε κ' επαράδερνεν εκεί +εις το μαύρον πέλαγος.</p> + +<p> — Να, ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς.</p> + +<p> — Καράβι μεγάλο είνε! είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας.</p> + +<p> — Μεγάλο, μικρό... η φορτούνα το σπρώχνει κατά 'δώ.</p> + +<p> — Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος.</p> + +<p> — Ποιος μπορεί να διακρίνη;</p> + +<p>Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας. Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να έχη +κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως.</p> + +<p> — Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θε μου, και να ήτον φορτωμένο +κρασιά; ...ο Χριστός το στέλνει.</p> + +<p> — Να έχη και τίποτε ξεροτύρια, στ' αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης +της Γαλοντζίτσας.</p> + +<p> — Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! +προσέθεσεν ο Γιαννιός της Στέργαινας.</p> + +<p>Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπης, με την ωραίαν μεγάλην +σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, διά να εκφορτώση έν +υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού φορτίου του εις ένα δυτικόν +αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας εντός του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί +του πλοίου του ένα ή δύο Εβραίους βοηθούς διά την εκφόρτωσιν, επειδή η +επιχείρησις εγένετο από μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης.</p> + +<p>Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον +γρήγορα εις το τέρμα του πλου. Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας, και ο +καπετάν Ηρακλής επέμενε ν' αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις.</p> + +<p>Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά πάσαν +νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον.</p> + +<p>Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος και τα +κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξοριάσουν το πλοίον, και τότε... καλό +ξεπλάτισμα! — όπως λέγουν οι ναυτικοί.</p> + +<p>Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου. Δεν +ήξευρεν ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και δεν ήξευρεν ότι +«Κύριος εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». Ήξευρε μόνον να σώζεται, +με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν ημέρα Σαββάτου.</p> + +<p>Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν καταμεσής +στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, διά να μη αρμενίζουν το Σάββατον; +Άλλως και διά να αράξουν μόνον εχρειάζετο κόπος, εργασία. [Αλλά ήτο, ως +φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων, οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και +κατέπινον την κάμηλον].</p> + +<p>Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως +παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε διά της βίας να +εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε.</p> + +<p>Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου ο καπετάν Ηρακλής, +προερχόμενος από τα Μπογάζια και το Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα εξαίρετα +κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν ωραία κοκκινωπά +κρασιά, κ' έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην.</p> + +<p>Η Εβραϊκή κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα οποία +ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους τους εργάτης +της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή όχι, να συντελέσωσιν εις +την εκφόρτωσιν.</p> + +<p>Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε δι' ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν έως +εφέτος. Εν τω μεταξύ η κοινότης τον είχε κάμει <b>χαραμάδον</b>, ήτοι +αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων.</p> + +<p>Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησεν ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το προξενείον +να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα, δεν εμελέτα μεν να πλεύση εις την +γενέθλιον νήσον του, διά να εορτάση, αλλ' ενδομύχως ηύχετο να έστελλεν ο Θεός +ένα καλόν βορράν, διά να πουλήση τα κρασιά οπουδήποτε, (τα οποία ήξευρεν ότι +εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν του), και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν διά να +ποδίση και μεταβή εις την πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε +λάβει γράμματα εκείθεν, ότι ακριβώς διά το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός +του υπήρξε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των +νυκτερινών θαμώνων του καπηλειού, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς — εκεί ήτο +η πατρίς του.</p> + +<p>Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η κατάρα +των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» <b>Διασκέδασον την βουλήν του +Αρχιτόφιλ,</b> Κύριε ο Θεός μου!</p> + +<p>Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από +αρνία πρώιμα κ' ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια.</p> + +<p>Όπως ηυχήθη, ούτω σχεδόν έγεινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός ελαφρόν +βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσε σφοδρός νότιος.</p> + +<p>Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και +θαλασσοδαρμένον Κάστρον.</p> + +<p>Άμα εξημέρωσε και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια αρνία +και ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ' επώλησε προς είκοσι λεπτά την οκάν το +κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν.</p> + +<p>Κ' έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του, κι' ο +Νικολός το Πιτς, κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι' ο Γιαννιός της Στέργαινας, και +όλοι οι κάτοικοι των βορεινών θαλασσοδαρμένων χωρίων.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +<br /> +Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, κυρτός, +μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά να ξεκλειδώση +την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον έψαυε το έδαφος.</p> + +<p>Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, πότε +πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κ' εκοιμάτο την ημέραν. Πότε ήτον +νηστικός, πότε εφαίνετο να είνε «αποκαής». Δεν είνε βέβαιον αν έπινε χασίς, +φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. Ωνομάζετο Βαγγέλης.</p> + +<p>Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα παμπάλαια, +τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους τοίχους, κατείχοντο +από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξ +παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το +φαινόμενον ολομόναχη· και το μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η +σπιτονοικοκυρά κυρά Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η +μάνδρα με τα πενιχρά οικήματα έκειτο είς τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και +στου Τάτση.</p> + +<p>Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάση το +δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζη μοναχός του. Ύστερ' +από λίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα και σκέπτεται να την +φέρη εδώ. Η κυρά Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, ότι θα είχε καμμίαν +«λεγάμενη».</p> + +<p> — Αυτά δεν τ' ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ' εργένης· για +εργένη σ' έβαλα. Αν εννοής να μου φέρης εδώ καμμιά παστρικιά, πολύ σε +παρακαλώ να μου αδειάσης την κάμαρα... σαν τελειώση ο μήνας που έχεις +πληρώσει.</p> + +<p>Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ' ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως δεν +είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεββάτι κ' +ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:</p> + +<p> Βασίλω μ', κάτσε φρόνιμα,<br +/> + σαν τ' άλλα τα κορίτσια ...</p> + +<p> Ρήνα μου, Κατερίνα, μη +φαρμακώνεσαι,<br /> + σου δίνω το βοτάνι....</p> + +<p>Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις +κατώρθουν ν' ακούουν οι γείτονες.</p> + +<p> — Μωρέ κόσμος, ντουνιάς!... μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος...</p> + +<p>Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; .. Σ' ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε σεις, και +τι κάνετε σεις; ...Ο κόσμος είνε τροχός, ρόδα που γυρίζει, κυρά μου... <b>μπου +ντουνιά τοαρκ φελέκ!...</b> Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε σ' αφήνω, δε σ' απαρατάω· +<b>εσκί ντος ντουσμάν ολφάς!...</b> Παληός φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, +κ' η τιμή τιμή δεν έχει... Είνε τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου... Κ' έχει +τιμολόγιο, μαθές, η τιμή; Μία γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια +λίρα, ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα εικοσιπεντάρικο, +ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει;... Να σου πω εγώ πόσα έχει... Εκατό +χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η +αρχόντισσα της Πόλης η πιο μεγάλη χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η +εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια η Σουλτάνα...</p> + +<p>Αυτό είνε το τιμολόγιο!...</p> + +<p>Επί τινα λεπτά έπαυε ν' ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να +μονολογή:</p> + +<p> — Έχουν αξία όλα τ' άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που +μόνον οι παράδες έχουν τιμή;... Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις χτύπημα στον τοίχο +αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτόν το μουχλιασμένο, το βρώμικο... Πότε θα +βάλης γνώσι;... Έπρεπε να ζη διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να +μπορέση να καταλάβη καλά τον κόσμο... Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και +καμαρώνω... Καλά το λεν οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τάγια χώματα;... +Του Ρωμηού η γνώση ύστερα έρχεται... <b>Γιουννανίν ακίλ σουραντάν +γκελίορ!</b></p> + +<p>Μίαν πρωίαν η κυρά Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να ξεμυτίζη απ' +την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με κάτι κορδέλλες και +φιόγκους στα μαλλιά, ν' ανεμίζη ένα φουστανάκι, και να γλυστράη εις το +χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγη ως αστραπή. Της εφάνη να ήτον +μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος, σχεδόν γρηούλα.</p> + +<p>Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της +χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθή στη γειτονιά το σπήτι της. +Και θα της κάμη την χάρι να της αδειάση την γωνιά.</p> + +<p>Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου, +καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κ' ελεύθερη γυναίκα. Είχεν +αρχίσει να χωρατεύη ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον πειράζη. Μίαν πρωίαν, +καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το +λαγούτο, το ακούμβησεν επί του βραχίονός της, κ' εδοκίμαζε με το πλήκτρον να +βγάλη φωνάς.</p> + +<p> — Ε! καϋμένε, κυρ Βαγγέλη!... δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής ...δεν +σ' ακούσαμε καμμιά βραδυά να μας παίξης κ' εδώ τίποτα... Είνε καμπόσοι +βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλλίτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους +έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες.</p> + +<p> — Ησύχασε, κυρά μου, κι' ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει ποτέ!... +Εδώ η κυρά Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα λαλούμενα.</p> + +<p>Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κ' έκαμνε τάχα πως +το παίζει.</p> + +<p> — Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! ...Δεν είνε για τα χεράκια +σου...</p> + +<p>Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει πολύ ρακί +και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την Κατερνιώ, την +ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την οποίαν ήθελε να δώση +σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.</p> + +<p>Επανήλθε διά να κοιμηθή την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς εμβήκεν από την +αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ' αρχάς εγρουτσάνισε δύο ή +τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου, είτα με τους όνυχας, ήρχισε να +γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.</p> + +<p> — Άνοιξε, Μαριώ μ', την πόρτα!... Ε! Κατερνιώ μ'! άνοιξε.</p> + +<p>Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο Βαγγέλης +ήρχισε να μονολογή έξωθεν της θύρας:</p> + +<p> — Ξένοι στα ξένα, κυρά μ'! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να +ξενυχτίσω;»... Αχ! είνε κακός ο κόσμος, κυρά μ'! δεν μπορεί να πη κανείς τον πόνον +του! ...Σεβντάς, άχτι, καϋμός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά μ'! ...«Σ' αφίνω +την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! και στ' όνειρό σου!...»</p> + +<p>Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν ήνοιξε την ιδίαν θύραν +του, δύο πόρτες παραπέρα, κ' έμεινεν άγρυπνος, μονολογών, μορμυρίζων και +σιγοτραγουδών, ως το πρωί.</p> + +<p>Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν ήκουσε την Κατερνιώ απ' έξω +να διακωδωνίζη προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός, ως +κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι κανείς άλλος +δεν είχεν ακούσει, είνε αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.</p> + +<p>Αλλ' η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είνε κακός», την έκαμνον να +θορυβή.</p> + +<p>Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις +διεμαρτύρετο λέγουσα:</p> + +<p> — Και ποια είμ' εγώ! ...Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του, +ο χαμένος! ...Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και κούφιο +και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.</p> + +<p>Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον κ' +εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε πλέον φωνάς, +ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να εξέλθη.</p> + +<p>Η κυρά Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και του +λέγει:</p> + +<p> — Αύριο, το δίχως άλλο, να βρης κάμερα, να κουβαλιστής!...</p> + +<p>Ας μην ετελείωσε κι' ο μήνας! ...καλλίτερα έχω να σου δώσω πίσω τα λεπτά, +όσα κάνει για της μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ ιστορίες μες στο +σπήτι μου, ακούς;...</p> + +<p> — Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά!...</p> + +<p>Δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον, και, πατ, κιούτ! του έρχονται δύο +κατακεφαλιαίς εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε πλησιάσει εκ +των νώτων, κ' εννοούσε να εκδικηθή διά την προσβολήν.</p> + +<p> — Φχαριστώ, κερά μου...μη χερότερα!</p> + +<p>Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή δεν +επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.</p> + +<p> — Θέλησα να σου κάμω, μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου τo +ζήτησες... είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν οι +μερακλήδες. — Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.</p> + +<p>Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την απόκρισιν +ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξιάς.</p> + +<p>Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ' όλην την επιούσαν, είτε ηρεύνα, +είτε όχι διά να εύρη δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού ενύκτωσε, +παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη οικία, ευρίσκει την +σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις την αυλήν και λέγει +«καλησπέρα».</p> + +<p>Είτα ερωτά:</p> + +<p> — Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης;</p> + +<p>Η κυρά Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:</p> + +<p> — Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγη, θα κουβαλισθή.</p> + +<p> — Απόψε θα έρθη;</p> + +<p> — Δεν ξέρω.</p> + +<p> — Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθη να κοιμηθή.</p> + +<p> — Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.</p> + +<p> — Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; Και πώς γίνεται να μην +ξέρης; Τρέχει, μαθές, τίποτε;</p> + +<p> — Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες· είπε λαβούσα τον λόγον η +Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.</p> + +<p> — Σώπα συ, την επέπληξεν η μάνα της.</p> + +<p> — Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νάρθη, είπεν η ξένη. Αι γυναίκες +δεν απήντησαν.</p> + +<p> — Εγώ είμ' εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.</p> + +<p> — Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η +Δημητρούλα.</p> + +<p> — Τι είπες, κυρά;</p> + +<p> — Τίποτε.</p> + +<p> — Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθήσω εδωδά να τον περιμένω;</p> + +<p>Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.</p> + +<p> — Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;</p> + +<p>Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του +οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθησεν εκεί, εις το κατώφλιον.</p> + +<p> — Μαμά, πες της να πάη από κει πούρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις +την μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά εδώ της +ξαδέρφες του!...</p> + +<p>Η γραία ήτον συλλογισμένη.</p> + +<p> — Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείση το νοίκι... Τι να κάμω, ξέρω +κ' εγώ;... Θέλεις να τρέχουμε στης αστυνομίαις;... Όποιος έχει κάμαραις και +νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει... έχει να κάμη με λογιών-λογιών ανθρώπους, +κορίτσι μου...</p> + +<p>Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί τέως η +Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει, κατά συγκυρίαν ίσως +και χωρίς να ξέρη, ακριβώς πλησίον της κλειστής θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν +εκάθησεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την δέσμην ταύτην πλησιέστερον προς +εαυτήν.</p> + +<p>Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κ' εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η +Γιάνναινα:</p> + +<p> — Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κ' έχεις ρούχα· μην είσαι +για ξενύχτι απόψε εδώ;.. Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς!... Άλλο να κοπιάσης!... Τον +εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο αύριο...</p> + +<p>Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε:</p> + +<p> — Δεν ξέρω κ' εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ' εδώ ή όχι!... Ο ίδιος θα μου +'πή... Εγώ τάχω αλλού τα ρούχα μου... Αυτά που βλέπεις δεν είνε ρούχα... Να τον +ιδώ μόνον και μπορεί να με οδηγήση αλλού να φύγω...</p> + +<p> — Δεν είνε ρούχα, αμμή, τι είνε; εφώναξεν η Δημητρούλα.</p> + +<p>Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:</p> + +<p> — Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή +γυναίκα. Λυπούμαι αν δεν τάχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;</p> + +<p>Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε όρνιθες +και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα πλατύ ράκος. Την +στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.</p> + +<p> — Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.</p> + +<p> — Α! ήρθες, βλέπω, με της κόττες σου, κυρά.</p> + +<p>Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν του +νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη, εισελθόντος από +την αυλόπορταν.</p> + +<p> — Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα +αναγνωρίσασα αυτόν.</p> + +<p>Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι' ολίγων λέξεων ότι η +ελθούσα είνε πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάση το δωμάτιον, +όπου εκατοικούσεν, επειδή είνε διά ταξίδι, αύριον ή μεθαύριον, και η +σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάση, ότι τα ρούχα της δεμένα τα +έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι, αφού κι' αυτός, άμα εύρη δωμάτιον θα +μετοικήση, ας επιτρέψη η κυρά Γιάνναινα να μένη κ' η εξαδέλφη του μίαν νύκτα +εδώ· εάν πάλιν η κυρά Γιάνναινα επιμένη ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώση +ο μήνας, αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρη δωμάτιον και θα φύγη, κι' αυτός κ' η +εξαδέλφη του. Μια βραδυά είν' αυτή.</p> + +<p>Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη, αλλά +δεν ήθελε να το δείξη· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις μίαν οικοκυράν, +όπου έχει σπήτια κ' ενοικιάζει, να φαίνεται δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους +οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του +δρόμου.</p> + +<p> — Τι να κάμουμε, πλέον!... είπε με στρυφνόν τρόπον.</p> + +<p>Αλλ' ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε να +προσθέση:</p> + +<p> — Ξέρεις, απ' το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ αυτά, +ας είμαι και Τουρκομερίτης... Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω ποιοι και πόσοι +έρχονται στο σπήτι σου και τι τους έχεις, αν είνε γενειά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις +και συ να εξετάζης ποιον μπάζω στην κάμαρα, αφού το νοίκι σου τώχω πληρωμένο. +Μπορείς μόνον έξωσι να μου κάμης, με προθεσμία... Μα εγώ σε παρακαλώ με το +γλυκό, επειδή πλειότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέει ο λόγος, για νάμαστε +εξηγημένοι φιλικώς.... Κι' αν εσφάλαμε πάλι κ' εμείς συμπαθάτε μας και Θεός +σχωρέσ' σας.</p> + +<p>Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το σκότος, +εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η αυλόπορτα, δεν +ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την γυναικούλαν εκείνην, την μισόγρηαν +και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να βγαίνη ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι +της, από την πόρταν του Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η +κόρη της, ούτε η δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.</p> + +<p>Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε την +επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε έλεγε πως θα +φύγη αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν. Ωμιλούσε διά τα ρούχα της, +διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπήτι, και θα +πάη να τα πάρη, και πού να τα βάλη, και πού να τα κουβαλά... και θα φύγη αύριον +διά ταξίδι... Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφος» της ο Βαγγέλης.</p> + +<p>Η κυρά Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν του υπενθύμιζεν ότι πρέπει να εύρη +δωμάτιον να φύγη· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν ήρχισεν ο +δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι δεν πληρώνει, +επειδή θα μετοικίση, και επιφυλάσσεται να πληρώση μόνον της μέραις όπου θα +έκαμνον να δίδη την ημέραν, καθ' ην έμελλε να μετακομισθή εις άλλον +οίκημα.</p> + +<p>Κατ' ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό μπόι το +βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη της κόττες της, να κατιάσουν. +Είπεν ότι ονομάζεται κυρά Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και +κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν της νυκτός και της ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και +μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί. Σχεδόν δεν άφιναν κανέναν νοικάρην να χορτάση +τον ύπνον, τόσον δυνατά και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κ' η κόττες ανάμεσα +εκακάριζαν. Κ' οι δύο πετεινοί με της τρεις κόττες ετρέφοντο κ' επάχυναν καλά εκεί +μέσα.</p> + +<p>Η κυρά Σταυρούλα δεν τας άφινε ποτέ να εξέρχωνται εις την αυλήν. Κ' η ιδία +δεν εξήρχετο ποτέ να κάμη τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να ψωνίση τίποτε +από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώση καλά την θύραν, και να +βάλη το κλειδί εις την τσέπην της.</p> + +<p>Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η Κατερνιώ η +ζωντοχήρα, κ' η κυρά Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας παιδιών, έκαμαν +μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις +την εξαδερφοσύνην της, την εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είνε κι' αυτή μια «από +κείνες». Δεν την άφιναν να προκύψη εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν +αφορμήν καυγά εναντίον της.</p> + +<p>Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθή, να τους αδειάση την γωνιά, να ξεβρωμήση +απ' εκεί αυτή κ' η κόττες της.</p> + +<p>Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε +παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.</p> + +<p> — Τι κόσμος είν' αυτός, καλέ;</p> + +<p>Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε το +λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη του ο +σκύλλος την ουράν.</p> + +<p>Μίαν εσπέραν, ότε έγεινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων των +σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγεινε λίμνη. Όλων τα οθόνια +εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει το στρώμα και τα +σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει πικράν επίπληξιν κατά της +εξαδέλφης του.</p> + +<p> — Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται; +είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και το +παπλωματάκι μου, κύττα, πως έγεινε!</p> + +<p>Ευρέθη να έχη πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά της +κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από άγνωστον μέρος, εν +τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.</p> + +<p>Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του +Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν αποτόμως να +φύγη, τέλος πάντων, επειδή κι' αυτός θέλει να φέρη εδώ «την γυναίκα του», να +ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθή.</p> + +<p>Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων +γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την διώχνει, +διά να φέρη την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά μεγάλης +πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον αυτή εκείνη την οποίαν είχεν ιδή να προβάλη +μίαν πρωίαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγειναν «το ένα τους» μαζί με την +Σταυρούλαν, κ' εκήρυξαν πόλεμον κατά του Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα +διά πρώτην φοράν επηγγέλλοντο ότι επίστευον εις την συγγένειαν της +Σταυρούλας.</p> + +<p> — Ακούς! να διώχνη, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας +κουβαλήση εδώ την παληοπατσαβούρα!...</p> + +<p>Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν ωφελεί, +αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την κασσελίτσαν του +στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κ' επήγε να βρη, «την γυναίκα του, +να νοικοκυρευθή».</p> + +<p>Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη φαίνετο πλέον +βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η Γιάνναινα κ' η κόρη +της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως πρόφασιν το σκούπισμα της +αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή ό,τι δήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην +καταφοράν εναντίον της ξένης.</p> + +<p>Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ' όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις +κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.</p> + +<p> — Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκκουρού! ...η χαρχαλού, η +πετειναρού!...η μουρλουλού, η ζουρλουλού!. . .</p> + +<p>Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου».</p> + +<p>Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία δεν +μπόρεσε να τον βαστάξη πλησίον της, κ' εκείνος της έφυγε... και καλά που +έκαμε!</p> + +<p>Εν τοσούτω, μετ' ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα άδειασε +το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας Αθήνας. Δύο ή τρεις +ημέρας πριν φύγη οι πετεινοί δεν είχον ακουσθή εις την αυλήν. Ολίγον μετά την +αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, +ένα από τους νοικάρηδες της κυρά Γιάνναινας και του λέγει:</p> + +<p> — Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε... πάει στα χωριά +του Βώλου... Είδες δα, κ' εκείνη η Γιάνναινα, κ' η άλλαις εκεί, τι κόσμος! Πώς την +εσκυλλόβριζαν άδικα την καϋμένη.</p> + +<p>Τότε μόνον διά πρώτην φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο +άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του:</p> + +<p> — Α! ήτον δασκάλα!... Γι' αυτό είχε τους κοκκόρους! Σε κανένα +Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em"> +Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΥΛΙΣΜΟΣ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> +<br /> +Συγγραφεύς τις +(<sup><a href="#fn3" id="ref3">3</a></sup>) + παρατηρεί ότι το ανθρώπινον πνεύμα υπόκειται εις περιοδικάς εκλείψεις. Εις +τοιαύτην δε έκλειψιν αποδίδει τας υφισταμένας σήμερον αμφιβολίας περί της +υπάρξεως του Θεού.</p> + +<p>Εκλείπει και ο Ήλιος και όμως αναφαίνεται πάλιν λαμπρότερος. Το φωτοβόλον +άστρον θέλει εξακολουθεί, ενόσω υπάρχει ο κόσμος, να διατρέχη τον ημερήσιον +δρόμον του, και των θνητών η διάνοια θα στρέφεται αείποτε προς το θείον ως +προς την μόνην αυτής ανάπαυσιν ή τον μόνον αγώνα.</p> + +<p>Τι είναι ο Ήλιος; διά τους μεν αίνιγμα, διά τους δε θαύμα· και η ιδέα του Θεού +είναι διά τους μεν γρίφος, διά τους δε λαμπάς.</p> + +<p>Ο περιώνυμος Λιττρέ, αποθανών προ δύο μηνών εν Παρισίοις, και ο προ αυτού +Αύγουστος Κοντ «δεν αρνούνται τον Θεόν, αλλά τον θέτουσι κατά μέρος». Εν +τοσούτω ο Λιττρέ εβαπτίσθη και εκοινώνησε των μυστηρίων κατά τας τελευταίας +του βίου αυτού στιγμάς.</p> + +<p>Λέγουσιν ότι η επίδρασις των κληρικών, της γυναικός και της θυγατρός του +παρέτρεψεν αυτόν. Τι αποδεικνύει τούτο; ότι ο πενιχρός ούτος ανθρώπινος +εγκέφαλος είναι ασθενέστερος ή ώστε να επιχειρή να αμφισβήτηση το θείον.</p> + +<p>Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι +απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί· αλλά παρήλθον· προ αυτών ήσαν +οι πανθεϊσταί, αλλά εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν τη σκιά, αφανίζονται, +αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και τους φιλαναγνώστας διά περιέργου +συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε Χριστιανισμός έμεινε και θα μένη.</p> + +<p>Το αρνείσθαι την αιτίαν πράγματός τινος είναι τοσούτον άτοπον, όσον και το +αρνείσθαι αυτό το πράγμα. Ήττον παράλογοι ήσαν οι παραδοξολόγοι εκείνοι +φιλόσοφοι, οίτινες ηρνήθησαν απλώς την ύπαρξιν του κόσμου. Ο Αναξαγόρας +όμως, όστις δεν ηδύνατο να συλλάβη τόσον αστείαν ιδέαν, είπε προ δισχιλίων +ετών, ότι νους εδημιούργησε τα πάντα. Ο δε Σωκράτης, ότε ηρμήνευε προς τον +Αριστόδημον την θαυμαστήν σκοπιμότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, +ουδέν άλλο έπραττε ή έθετε τας βάσεις της εν τη νυν χριστιανική επιστήμη +λεγομένης <b>τελεολογικής αποδείξεως</b> της υπάρξεως του Θεού.</p> + +<p>Πνεύμα ευθύ, διάνοια υψηλή και ευρεία, ο όντως εκείνος φιλόσοφος +ανεκάλυπτε φως, όπου οι πολλοί ευρίσκουσι σκότος. Μετείχε της ουσίας του +αληθούς και μετέδιδον αυτής προς πάντας. Ο πόθος της μωράς επιδείξεως, η μανία +του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος και η οίησις άγουσιν εις τας +συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, αφ' ων τουναντίον απάγει η ειλικρινής και +ακραιφνής φιλοσοφική ζήτησις της προ των οφθαλμών ημών κειμένης +αληθείας.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em"> +TΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +<br /> +Σοβαρός και αρχαϊκός, γαλανός και ανοιχτοπρόσωπος, ο κυρ Δημητράκης τ' +Αγάλλου, με τας πλατείας χειρίδας, την κεντητήν ζώνην, και τα στιλπνά +πανωβράκια του, εσύχναζε καθ' εκάστην εις το Κιόσκι........εντός της σιδηράς πύλης +του Κάστρου, και αντικρύ εις το μικρόν τζαμί, το οποίον ευρίσκετο διά τον τύπον +εκεί, τάχα διά τας θρησκευτικάς ανάγκας του μοναδικού Αγά, όστις ευρίσκετο ως +σημείον συνδέσμου και υποταγής εφ' όλης της νήσου. Εκεί εσυναθροίζοντο όλοι οι +προεστοί, πρόκριτοι και δημογέροντες του τόπου, διά να καπνίζουν το μακρόν +τσιμπούκι, να πίνουν το σερμπέτι, και να συζητούν, ως μεγάλα κεφάλια, τα +συμφέροντα όλης της κοινότητος. Εσχάτως μόνον το σερμπέτι ήρχισε ν' +αντικαθιστά ο καφές, τον οποίον εκόμισε πρώτος, επιστρέψας άρτι εκ της Βλαχίας +και της Κωνσταντινουπόλεως, ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, μεγαλέμπορος και +πρώτος προεστώς του Κάστρου.</p> + +<p>Συνήθως οι προεστοί ήσαν βραχύλογοι. Έσφιγγον τα χείλη, και δυσκόλως +έφευγε λόγος το έρκος των οδόντων των. Έμεναν πάντοτε αμφίρροποι, και δεν +εξεφράζοντο ποτέ αρκετά σαφώς διά παν ζήτημα. Ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου +έλεγε μόνος του εις μίαν ημέραν τόσα λόγια, όσα δεν έλεγαν εις δέκα συνεδριάσεις +όλοι ομού οι προεστοί. Πλην, με όλην την στωμυλίαν ταύτην, κανέν υποκείμενον +δεν εσαφηνίζετο. Ούτε ο λέγων εφαίνετο να ηξεύρη ακριβώς τι έλεγεν, ούτε οι +ακροαταί του ενόουν ευκρινώς τι ήθελεν ο αγορητής να είπη.</p> + +<p>Εκείνο το Σάββατον, οπού ο κυρ Δημητράκης επέστρεφεν οίκαδε περί την +μεσημβρίαν, σοβαρός και γαλήνιος, σκεπτικός εις όλον τον δρόμον, είχε συζητηθή +θέμα πολύ ευγενές εις το Κιόσκι, εις την συνάθροισιν των προεστών. Επρόκειτο +περί παίδων αγωγής, και μάλιστα περί της διαγωγής των εφήβων και νεανίσκων, +εκείνου του καιρού, μεσούντος του ΙΗ' αιώνος. Δύο ή τρεις νέοι, τας ημέρας +εκείνας, από καλάς οικίας οπωσούν, είχον εκτραπή της ευθείας οδού και είχον +εξοκείλει εις θορυβώδεις κώμους την νύκτα, με βιολιά και με λαγούτα, και με λίαν +ζωηρά και ξανοιχτά άσματα. Μίαν λέξιν είχεν ειπεί μετά γενικότητος ο κυρ +Αλέξανδρος ο Κονόμος.</p> + +<p> — Δεν πάμε καλά.</p> + +<p> — Ξωκείλαμε, επρόσθεσεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη.</p> + +<p> — Μπαττάραμε — πέσαμ' όξου, επέφερεν ο καπετάν Πέρρος ο +Μαυρογιαλής.</p> + +<p> — Ο φόβος του Θεού έλειψε, συνεπέρανεν ο Σακελλάριος, ο παπά- +Ζαχαρίας.</p> + +<p>Και ο κυρ Δημητράκης ήρχισε στωμύλος ν' αναπτύσση το ζήτημα.</p> + +<p> — Αδελφοί και πατέρες, ήρχισε με ύφος σχεδόν καλογηρικόν, πρέπει να +ξέρουμε πως όλοι 'μείς είμαστε σα μια οικογένεια αγαπημένη, από πατέρα κι' από +μάννα, όλοι αδέρφια είμαστε. Πατέρας μας είνε ο Θεός, μάνα μας είν' η γης. Και +λοιπόν, επειδής είμαστε όλοι αδέρφια, με το να έχουμε όλοι ένα πατέρα, τον Θεόν, +και μίαν μητέρα, την γης, πρέπει να είμεθα αγαπημένοι και τιμημένοι, ωσάν μία +οικογένεια που είμαστε. Τι λέγει το ιερό Βγαγγέλιο; αγαπήσης τον πλησίο σου ως +σεαυτόν. Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα +πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν αδερφός σου, +σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος, +μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου, εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος. Πώς +μπορείς να κάμης κακό στον αδερφό σου, στον σύντροφό σου, στον φίλο σου; +Ήγουν, διά να καταλάβετε καλά, πατέρες, τι λέγω, θέλεις εσύ νάρχωνται να κάνουν +πατινάδες αποκάτω στα παράθυρά σου την νύκτα;</p> + +<p> — Δεν τα λες και τόσο βαθειά ελληνικά, καταλάβαμε, είπεν ο πρώτος +λαλήσας, ο Αλέξανδρος ο Κονόμος.</p> + +<p> — Αγκαλά, κυρ Δημητράκη, κι' ο γυιος σου, καθώς έμαθα, ο Αγάλλος +ήταν από διαβάτ' κι' αυτός, είπεν ο Καπετάν Πέρρος, ήταν μαζί με το τσούρμο.</p> + +<p> — Ποιο τσούρμο, καπετάν Πέρρο· στο καράβι είν' ο νους σ';</p> + +<p> — Μαζί μ' αυτούς που έκαναν την πατινάδα, ηρμήνευσεν ο παπά- +Ζαχαρίας. Κ' εγώ τ' άκουσα, κυρ Δημητράκη.</p> + +<p> — Τι λες, παπά;</p> + +<p> — Το ναι, ναι, και τo ου, ου, επέμεινεν ο παπάς. Καλλίτερα να τα λέμε +μπροστά, κυρ Δημητράκη. Να μη γνέφη τινάς οφθαλμώ μετά δόλου, λέγει ο σοφός +Σολομών. Ο <b>ελέγχων</b> μετά παρρησίας <b>ειρηνοποιεί</b>.</p> + +<p> — Εγώ τώρα τ' ακούω αυτό, επανέλαβε κατηφής ο κυρ +Δημητράκης.</p> + +<p> — Γιατί στερνά τα μαθαίνει όλα κείνος οπού έπρεπε πρώτος να τα ξέρη, +είπεν ο παπάς. Και <b>έσονται οι πρώτοι έσχατοι.</b></p> + +<p> — Ε! και τι να κάμη, σα σας ακούω και σας! έκραξεν ανυπόμονος ο +Αλέξανδρος ο Κονόμος. Μπορεί να μνουχίση τον γυιο του;</p> + +<p>Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς].</p> + +<p> — Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο +χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή;</p> + +<p> — Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος.</p> + +<p> — Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου +δίνω τον λόγον μου, παπά μου.</p> + +<p>Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και απήλθεν +ορμητικός.</p> + +<p>Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η Δημητράκαινα, προς +τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον.</p> + +<p> — Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ +Δημητράκης.</p> + +<p> — Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη Σκόπελο, +επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος.</p> + +<p>Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ του. +Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον Ποταμόν, εις την +Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων μηνών, φέρων ολίγας +εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ +διά να ευθυμήση με τους φίλους του.</p> + +<p>Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την αντικρυνήν +νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν, λευκήν και σχεδόν +μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι +εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων. +Και ο Αγάλλος είχεν ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν +διαφανή κόρην.</p> + +<p>Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και +απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο Αγάλλος +μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με συμπεπλεγμένας +χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την κεφαλήν, ως να επέθετεν +οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του συζύγου της.</p> + +<p>Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε:</p> + +<p> — Θέλεις νάχης την κατάρα μου;</p> + +<p> — Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος.</p> + +<p> — Σου λέω έδωκα τον λόγο μου.</p> + +<p> — Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου.</p> + +<p> — Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η +Αρετή.</p> + +<p> — Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη.</p> + +<p> — Δεν σου είπα, <b>ευχαί γονέων στηρίζουσι</b>.... παιδί μου; +επανέλαβε δευτέραν φοράν ο γέρος.</p> + +<p> — Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους +και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή».</p> + +<p>Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά.</p> + +<p> — Θα σε αποκληρώσω.</p> + +<p>Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η +άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και τον Βόσπορον, +κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν ευλογίαν, ο κυρ +Δημητράκης του είπεν:</p> + +<p> — Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης.</p> + +<p>Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε:</p> + +<p> — Τα χεράκια σου θα με θάψουνε.</p> + +<p>Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε να +επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ, θυγατέρα της +Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ ευγενών Βενετών +φυγάδων.</p> + +<p>Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν, ως +συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς τον παπά- +Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε:</p> + +<p> — Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον, +επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση.</p> + +<p> — Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε +δεκτόν.</p> + +<p>Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός είχεν +επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του και του +έμεινεν.</p> + +<p>Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού, όπου τον +είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής, και πονήματά τινα +κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία, +ζώντος του συγγραφέως.</p> + +<p>Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο γάμος. Ο +Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις την Ύδραν, όπου +διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και της αρχής του ΙΘ' αιώνος, +διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε συνήθως Στέφανος (αντί του +Επιφάνιος) Δημητριάδης.</p> + +<p>Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ' έγραφεν ανά +δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον. Πότε τα γράμματα +παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του πατρός του. Ο Δημητράκης, +συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του +Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο +Λογιώτατος έλειπε χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν +έστελλε γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά +μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας βορεινάς +νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών, εξ Αγίου Όρους +ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου Μονύδρια, την +Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον +τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον, κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να +ίδωσι τας εκεί μονάς και τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου +Σπηλαίου και της Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως.</p> + +<p>Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν διά να +κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν, ηγνόει πολλά +άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον γάμον του Επιφανίου +μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν ακούσει ότι είς Λογιώτατος +καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την +Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο +Λογιώτατος εκείνος είχε γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του +όχι ολίγας εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν.</p> + +<p>Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον ωραίον +τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να μείνη αυτόθι ολίγας +ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του +με πάσαν θυσίαν, να τους πείση να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη +άγων αυτούς πλησίον της μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας +ευλογίας του Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των +γονέων, και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων, +κηδεστών, αγχιστέων και φίλων.</p> + +<p>Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην αποβάθραν +της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την κατεσκεύαζον [την αποβάθραν] +ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν +άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν — αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη +ότι) επεπόλαζεν (επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε +έτρεχον μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά, +δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι, φίλοι, ή +συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με μελαγχολικόν τινα +τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει, +ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και +δύσκαμπτοι, ως παγωμένα σκέλεθρα.</p> + +<p>Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε προτιμήσει +άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως δικόπου μαχαίρας· η μία +ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη — ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα +εις την φιλαυτίαν του.</p> + +<p> — Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ Φόλην, +ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου συγγενής, από την +παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των οικογενειών των.</p> + +<p> — Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο- +Φόλης.</p> + +<p> — Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος.</p> + +<p> — Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης.</p> + +<p> — Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει;</p> + +<p> — Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος.</p> + +<p> — Πέθανε το Γκλεζώ;</p> + +<p> — Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει.</p> + +<p>Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε +κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ' έμεινε δύο- +τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ φιλοτιμίας βοηθούσα τας +εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του +ελαίου, εις το πατητήρι, το οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν +ήκουε τας νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον. Είχεν +ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του αρραβωνιστικού της, δεν το +είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις +τοιαύτας εργασίας, κ' εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν +και τας ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο +Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος και +εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη. Η μήτηρ της, +ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της πόλεως με τα φάρμακα +και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη +εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της +ανοίξεως (ετρώθη το φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η +μεταξωτή κόρη. Εις μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το +περίβλημα, κ' εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα, +όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ' εμαράνθη.</p> + +<p>Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε με +δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν, συγχρόνως είπε +μέσα του:</p> + +<p> — Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την +ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν ημπόρεσα να +θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους.</p> + +<p>Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του είχαν +ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να λησμονήση, να +παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του νεοσκαφούς τάφου. O +Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις ολίγας ώρας έφθασεν εις την +γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα· +εβάδισε δύο ώρας, συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των, +φέροντας την μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της +θαλάσσης εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ' +είπε:</p> + +<p> — Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο. +Το Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω την +Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα.</p> + +<p> — Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου. +Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου.</p> + +<p> — Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα;</p> + +<p> — Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες +εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή.</p> + +<p>Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν, εκρέμασε +το κεφάλι κ' είπε:</p> + +<p> — Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται.</p> + +<p>Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά μήκος +τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την υψηλήν βορειοτέραν +άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε:</p> + +<p> — Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να +καλογερέψω.</p> + +<p>Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου +κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα +πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον ρόγχον +των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος μονοκόμματος +βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής και της κυματοειδούς +πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος +παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού, χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να +κυλισθή ποτέ τον κατήφορον. Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον +εις την Γλίστραν,</p> + +<p>ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα στον +κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το κατωφερές. Άλλα +[πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί +της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα +της Ηχούς τας αμυδράς και παλμώδεις απαντήσεις:</p> + +<p> — Αλτανού!</p> + +<p> — Ου ου ου;</p> + +<p> — Έχεις παιδιά;</p> + +<p> — Α α α!</p> + +<p>(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των +Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το ειθισμένον παρ' +άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι).</p> + +<p>Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το πέλαγος +και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν οικίαν, αντικρύ στο +κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων στροφέων εκ της υγρασίας του +Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα +εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε +το βλέμμα, και είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί +στιγμήν έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα +επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των), και +απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν και πολλάκις +επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα.</p> + +<p>Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και του +είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη.</p> + +<p> — Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε +κοινώς Μανιά;</p> + +<p> — Ναι.</p> + +<p> — Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι άνοιξε +το παραθύρι κείνο;</p> + +<p> — Είνε η Λ.... της Μ...</p> + +<p> — Πανδρεμμένη;</p> + +<p> — Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια.</p> + +<p> — Πώς αυτό;</p> + +<p> — Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί +είνε πραμματευτής.</p> + +<p> — Α!</p> + +<p>Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον Δράκον, +εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το σχολείον του +Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα κολλυβογράμματα, εκείνος +δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα +είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε ξεχάσει.</p> + +<p> — Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο +Αγάλλος.</p> + +<p> — Εδώ και δέκα χρόνια.</p> + +<p> — Και βρίσκεται στο Μισήρι;</p> + +<p> — Σου είπα, στο Μισήρι.</p> + +<p> — Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;»</p> + +<p> — Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'.</p> + +<p> — Και δεν της στέλνει γράμματα;</p> + +<p> — Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη +γράμμα.</p> + +<p> — Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα;</p> + +<p> — Τον καρτερεί.</p> + +<p> — Ως πότε;</p> + +<p> — Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η +γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα.</p> + +<p> — Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος.</p> + +<p>Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε:</p> + +<p> — Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά;</p> + +<p> — Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το δικό +μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το χάσμα +ανάμεσα στα δυο παράθυρα.</p> + +<p>Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε +προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος απεχαιρέτησε +την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του, εις την χαμηλήν πτυχήν του +εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν, +όπου ήσαν όλα τα αρχοντόσπιτα.</p> + +<p>Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της +Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους συγκωμαστάς +του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ...</p> + +<p> Από το Κάστρο ως τη +Βλαχιά<br /> + στης Αναγκιάς το τόπι<br /> + δεν είνε χώρες και χωριά,<br /> + όρη, βουνά και τόποι.<br /> + Για σε πονεί η καρδούλα μου,<br +/> + και στο Μισήρι μη διαβής,<br /> + κι' ο νους σ' εδώ να μένη,<br /> + ψυχή λησμονημένη.</p> + +<p>Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων του, +εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού ελειτουργήθησαν εις τον +Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του +θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα, +εις τ' άνω του ρεύματος, κ' έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ' +ήρχισαν να λέγουν το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά +Μανιά. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν' +ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα, όπου τα +κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β.</p> + +<p> — Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο, +αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα.</p> + +<p>Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου.</p> + +<p> — Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή εμβήκεν +αμέσως εις το νόημα.</p> + +<p>Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του πη. Ο +Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την συντροφιάν +του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί +του όχθου, εις τους πόδας του βράχου, κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να +εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον μοναξίαν.</p> + +<p>Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον δρομίσκον +και τον εντάμωσε.</p> + +<p> — Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ....</p> + +<p> — Τι της είπες;</p> + +<p> — Τα όσα μούπες.</p> + +<p> — Δεν σου είπα να της πης τίποτε.</p> + +<p> — Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν, +και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν' άρθη.</p> + +<p> — Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ;</p> + +<p> — Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι +μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς.</p> + +<p> — Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της +γραίας.</p> + +<p> — Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω, αγυρισιά +του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά.</p> + +<p>Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι, πατινάδα +ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των ψαλέντων ασμάτων ο +Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής:</p> + +<p> Στην Αφρική είν' ένα νερό,<br +/> + καινούργιο συντριβάνι·<br /> + ποιος έχει αγάπη στην καρδιά<br +/> + ας πα να πιη να γιάνη.</p> + +<p>Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες συμβούλιον των +προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και μάλιστα περί του άρτι +παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη.</p> + +<p> — Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του +Φραγκούλη, οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την +διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη, έμαθαν εκεί +άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα τα μαθαίνουν και +στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που +κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή. +Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην, +καθώς λέει ο σοφός Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι.</p> + +<p> — Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής. +Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα παγανίδι +χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση.</p> + +<p> — Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο +παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε.</p> + +<p>Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ Δημητράκην), +βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση.</p> + +<p> — Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά- +Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν όρκους και +συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει ο Εκκλησιαστής: «Τον +καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον +φάη.</p> + +<p> — Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός +μου; — ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το +αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου.</p> + +<p> — Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ... +είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και της κάνει +πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει να χαλάση τον +φράχτη.</p> + +<p> — Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ +Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν ηθέλησε να +πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός γονιός της έδωκα τον +γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο μεγάλος από την Βλαχία, και +πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του +πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η +συνείδησίς του, ήθελε να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη +ξεύροντας πως εγώ την είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο +Αγάλλος για να ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το +Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ' ήπιαν, και +στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό την νύκτα. Τώρα, αν +τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια καποιανής, ελπίζω ότι θα +πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ' ετραγούδησαν.</p> + +<p> — Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και +ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε ψηλά, ξέφαντο +το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν και αναπνεύσουν +πελαγίσον αέρα.</p> + +<p> — Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ +Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για πιλάγωμα +το καράβι, στο καρινάγιο.</p> + +<p> — Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως +θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη.</p> + +<p>Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε:</p> + +<p> — Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ' +έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον αδερφό σου +τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης.</p> + +<p> — Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος.</p> + +<p>Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της +Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία ανώγειος, +όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά. Ήτο χήρα και +ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας υποθέσεις, και μάλιστα διά +πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε ανδρογυνοχωρισιές.</p> + +<p> — Καλή σπέρα, Μανιά.</p> + +<p> — Καλώς το παιδί μου.</p> + +<p> — Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες;</p> + +<p> — Ναι.</p> + +<p> — Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση;</p> + +<p> — Αυτό.</p> + +<p> — Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια +καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι, που μου +είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το πηδήση ένας +άνδρας;</p> + +<p> — Μπορεί.</p> + +<p>Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση τρόφιμα +από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η Μανιά, επί δέκα +λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν προσοχήν το αντικρυνόν +παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν. +Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά +δόλου. Διά ρήξεως ή κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με +κλαυθμηράν φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά +να της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το +σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση ενωρίς. Η +Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί της, κ' έμειν' εκεί +μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού.</p> + +<p>Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα και +λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της Μανιάς είχεν +απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν εις τον +αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος την +εγκατέλειπεν.</p> + +<p>Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς +πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η γραία της +εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο στόμα της, διά «να +πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός της» από ένα «σφάχτην», +δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα σωθικά της, από το «χουλιαράκι» +της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι, +επειδή έκαμνε πολύ ρακί απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα +της, ήτις δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον +οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος.</p> + +<p>Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο +Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο φράχτης ήτο +το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον το Κάστρον εβόησε +κατά του τολμητίου.</p> + +<p>Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει εις την +συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη να εκθέση +οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν' αποφασίση οψέποτε +αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις εμπορεύετο εις την Αίγυπτον +καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει «πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το +Γηρακώ, η Μανιά, και είχε γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της +έστελλε «γράμμα μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το +Ναι, αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών, +καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει».</p> + +<p>Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει +άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν, και +έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο ξενητευμένος +αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν λιμένα, εις την άλλην +πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν +έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να +πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα +κατά την δυτικήν πλαγιάν, αριστερόθεν του Κάστρου.</p> + +<p>Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος το +παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την Κυριακήν +ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει αποκάτω από το +στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού; Γράφει [λοιπόν] ο Θεός +δράματα;</p> + +<p>Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως όμως +συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο σκοπός του ήτο +να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις διά τον ερχομόν του +Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο +απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν +του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την +είδησιν ακριβώς δέκα λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος.</p> + +<p>Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά +Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης του +φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς του +κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο Κάστρον. Όχι +ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο +πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως +κωφή, ήκουε καλά από το έν ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν +αντικρύ στα κυανά και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε +πλέον η κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου +είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να ζεματίζουν +τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον κόλπον της κι' από τους +γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα +δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν.</p> + +<p> — Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το +πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο αγροδίαιτοι νέοι +είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις εκατάλαβε τι ήθελον να +είπουν.</p> + +<p>Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ' +εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα λεπτά +έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν πρόστοον της +οικίας της Λ...</p> + +<p> — Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο +Δράκος έφθασε.</p> + +<p>Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως απολιθωμένη.</p> + +<p>Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο Γιαννάκης δεν +έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε τα βάρη όλα στον +Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του ως πιστήν και +αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός το αναλαμβάνει ως ίδιον +πταίσμα του.</p> + +<p>Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την Αίγυπτον. +Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να λεπτολογή διά μικρά +πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην, συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως, +περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν +της Πέμπτης (του Γιαννάκη Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει, +καταμεσής στον Χριστόν, αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν +φύγη ακόμα ο Αγάλλος διά το Άγιον Όρος.</p> + +<p>Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν απήλθον, +τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από το Όρος ο Αλύπας +ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα χρόνια εις τα Κατουνάκια, +κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο +γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την +γενέθλιον νήσον του.</p> + +<p>Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η γραία +Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το νεόκτιστον +σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του Ευαγγελισμού.</p> + +<p>Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους κτίτορας +(ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός του άρχοντος +Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και μετά τον Φλαβιανόν, +απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των ανωμαλιών και των περιστάσεων. +Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός +περιτέχνως το κατεσκεύαζεν. Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας +λύπας, τους καϋμούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε, +και ο γυιός της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός, +όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις τας +θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον, όστις είχεν έλθη +εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον, +εμοίρασε δε καί τινα εις τους πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του, +κ' επήγε κ' εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή +πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και ωνομάσθη +Δαυίδ.</p> + +<p>Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου, +Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον Άθωνα, +επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή αργότερα ως +Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν επαρουσιάσθη εις τον +θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής, εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος, +μοναχός.</p> + +<p>Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε:</p> + +<p> — Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em"> +Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> +<br /> +Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο +καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ τας 120 +οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί ακόμη, αρχαί Ιουνίου, +έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ +κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον +άρρωστος υπέρ τα δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και +ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου.</p> + +<p>Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια πλατάνια +εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην την έκτασιν, +νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν τούτων εσώζετο ακόμη το +τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους +κλάδους και τους ακρέμονας και κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του +ανάμεσα στους κλώνας κ' εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του +ανέβαινον ακόμη η μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο, +μέχρις ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει +και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι πρόβατα, του +Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του Βαβήλα, εγκαρδιακού +αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν ήρχοντο να ποτίσουν τα +κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός +λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους +τους ξένους αγρούς, όσοι εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας +κατεπάτει τα σύνορα του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας +κατά του αδελφού του.</p> + +<p>Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο μπάρμπα- +Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν επείθετο ότι ο +βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος. Άμα έστρεφεν όμως εκείνος +τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του, +γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ +αράπης μελανωμένος την νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον +Γούμενον, όστις είχεν έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου, +επειδή ο ξένος καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν +των κτημάτων της Μονής.</p> + +<p>Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά,</p> + +<p> — Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης. +Πήες και μ' εγκάλεσες.</p> + +<p> — Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί +κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια.</p> + +<p> — Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης, +κακόμοιρε.</p> + +<p> — Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά +σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης.</p> + +<p> — Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο!</p> + +<p> — Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο.</p> + +<p>Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την στραβολέκαν, +αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς γηραιός αγροφύλαξ +σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο +σκυλαδέλφια).</p> + +<p>Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι ανεψύχοντο +εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν στεναγμόν και εστράφη +προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας του οποίου είχε περάσει προ +πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να +το ελαφρώση από το φόρτωμα.</p> + +<p> — Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης· +περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την καβάλλα. +Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην:</p> + +<p> — Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι, απάνω, +στον πάτερ-Γερεμία.</p> + +<p>Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το πλευρόν +του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα θρησκευτικά δώρα, τα +οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον ηκολούθησεν.</p> + +<p>Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις +εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να κατέλθη εις την +πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας αμαρτίας της νεότητός του τας +είχεν ακόμη φορτωμένος εις την συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα +λοιπά. Ήτο μόλις σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας +επιχειρήσεις</p> + +<p>[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν ανοίξει +τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι εμποροπλοίαρχοι, και +είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου. +Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον, +επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη, και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα +αυτά!</p> + +<p>Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ' +έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι προ δύο ετών +και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον +επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν, ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με +άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν +νερόν; Αυτός έβλεπε το μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την +χείρα του ναύτου ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια, +καλόγνωμες, αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι, +κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς να μη +πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο, και τον +ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή;</p> + +<p>Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε +δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε +«χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε, σκάφη κι' +άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις την γενέθλιον νήσον. +Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι είχεν αποκτήσει κτήματα εις την +πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ' είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας +Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα χιλάδας.</p> + +<p> — Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν +ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας.</p> + +<p>Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε.</p> + +<p>Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου», πάσχοντα +ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ +ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα, +υπό το προσκέφαλόν του, διά να το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν.</p> + +<p>Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι' αναψυκτικόν +βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι άπαξ παρέβαινε τον +αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν, ψητόν της σούβλας, εκείνο +που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το +καύχημα όλων των Ελλήνων, γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ' +ευθύς ύστερον επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου +— ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη την +κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να γείνη πάλιν +«γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο Ρότσιλδ, εβραίος +χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι δυστυχείς.</p> + +<p>Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ' ήξιζεν ακόμη +διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και κάτισχνος. Και την +πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα +κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη +τον αέρα, κ' ο δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου +έφθασε λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος ομόλογα, +άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού χάρτου, κ' είχε +στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς ναύτας, αποζώντας με 12 +δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα +ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα, και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ' +είπε:</p> + +<p> — Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω.</p> + +<p>Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον ευχαρίστησαν, αι +ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς εκ των γερόντων +θαλασσινών τον ευχήθη:</p> + +<p> — Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη +πολλά.</p> + +<p> — Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να +αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως».</p> + +<p>Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον, δια +τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και δεν άφησε τίποτε +που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά!</p> + +<p>Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον τόσον +δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον πλαγινόν. Ο Ήλιος +εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη ενδεκάτη και ημίσεια, όταν +έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν Γεωργάκης.</p> + +<p>Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα δάσος των +δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς και τους βράχους του +βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το και φρίσσον και αβυσσαλέον και +γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον, περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας, +μυγδαλέας, απιδέας και συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ +των άνω, όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο +Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με την +εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των κάτω, όπου +πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα την κρυφήν πηγήν του +νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα, να πέση, να πιασθή από σχοίνον +ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και +τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του +κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και +ευθυμίαν, θα εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο +Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα εσούβλιζε +το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά αχνιστά τα τυροπ'τάρια, +με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών κατασκευασμένα, και ψημένα στον +φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα +σπληνάντερα και κοκορέτσι, και πού τα τυροπ' τάρια;</p> + +<p>Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης ελαίας +της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του καλυβιού, κ' +επήγε να δέση το ζώον.</p> + +<p>(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων: — Ας +έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα λόγον +πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην από το +χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την γυναίκα ότι θα υπάγη δι' +ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι, και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του. +Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο +δέκα ετών και απήλθεν. Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ' +εδέχθη τον γέρο- Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα, +έλεγεν ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος, +ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς, με +πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και τον πώγωνα. +Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής +καταγωγής).</p> + +<p>Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ' εργαλεία +γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν Γεωργάκης +εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί +όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του, +τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον αριστερόν ώμον και την κατατομήν του +προσώπου προς αυτόν νεύουσαν. Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν.</p> + +<p> — Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο +προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην». Ώστε δεν +υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην πικρανθή, είτε απ' +την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει: «Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου +ακράτου... πίονται πάντες οι αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο +αμαρτωλός απ' το κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού».</p> + +<p>Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν. Ο +γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν:</p> + +<p>«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος την +ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους μυκτήρας σου, και +το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση τινάς την φωνήν του, κι' αν +ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα συντριφθή, κ' η φωνή του θα +λουφάξη.</p> + +<p> — Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν +Γεωργάκης.</p> + +<p> — Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο- +Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας εκυρίεψε +όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης: Ίνα τι τιμάσθε +αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη +ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ' ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν +έχουν τα αργύρια; Αφού δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού +δεν χορταίνωμεν απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα +χορτάσωμε απ' την αδικία και πλεονεξία ;</p> + +<p>Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης την +στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη αποτόμως, κ' +ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του γέροντος μοναχού. Ο γέρο- +Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή +βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν +αλλόκοτον φωνήν:</p> + +<p> — Τι ήρθες εδώ;</p> + +<p>Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα +επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την ρίζαν +μιας νεοφύτου ελαίας.</p> + +<p> — Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος.</p> + +<p> — Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων +αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος.</p> + +<p>Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του.</p> + +<p> — Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε.</p> + +<p> — Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με +κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι' ολόχρυσο +θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι.</p> + +<p>Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ' επροσπάθει να +καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο καπετάν Γεωργάκης +κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν αναίσθητος υπό την σκιάν του +δένδρου.</p> + +<p>Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά κάτω +εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής ώρας δρόμον εις +το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει κάτω εις τον όρμον, διά να +φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες, +συνηθροίσθησαν εις την μικράν έπαυλιν.</p> + +<p>Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον +οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει περί τα +μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον «έκοψε».</p> + +<p>Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ' εδιάβασεν +όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η γηραιά ήλθε διά +να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν.</p> + +<p>Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας +δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν και τον +εκόμισαν <b>(με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς)</b> — πώς να τον βαστάσουν; — εις +τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι του αιγιαλού κάτω και τον +επεβίβασαν.</p> + +<p>Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων.</p> + +<p>Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΘΕΟΥ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +<br /> +Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την οικίαν του την +ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του προγεύματος περί τας δέκα, +από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα +οικιακά, ως έρημος και ξένος στα ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της +εστίας του, αφού διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους +σταύλους των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά +του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του, αμόρφωτος και +άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός, γεροντοπαλλήκαρον, +τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, τελεία αντιπρόσωπος της νέας +γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή +εις το πρόσωπον και τους τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, +πάντοτε μειδιώσαν και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την +Τοτώ, ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω +ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της οικογενείας. +Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα +δίκτυα κανενός επιχηρευτού και είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της +δεξαμενής, διά να πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να +πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα, οπού δεν +είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και μετεκόμισαν, τις οίδε +πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν αλλού, κ' εταξείδευσε, κ' +ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την +είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε +[εκείνη] το τέκνον της, κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον +βρέφος αυτό, ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη +της.</p> + +<p>Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και όμμα +επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην του Πάσχα, +όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, ήρχισεν αίφνης να +κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά μίαν μικράν παράλειψιν. Η +Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της είπεν απλώς με τον τρόπον και με το +βλέμμα που αυτή ήξευρε:</p> + +<p> — Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις.</p> + +<p>Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.</p> + +<p>Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει τα +τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και +αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το <b>Χριστός ανέστη</b> (ο κυρ +Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου, και +ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το <b>Αναστάσεως ημέρα</b> το +αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το τελευταίον το +δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ' επρόφερα:</p> + +<p> Αναστάσεως ημέρα,<br /> + Λαμπρυνθώμεν λαοί.<br /> + Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...</p> + +<p>η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα +χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα εμόρφασαν +κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου επροξένησεν +αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και κάλλος, μαρτυρούμενον η +«εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα εμπνευσμένα άσματα της αγίας +Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν:</p> + +<p> — Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε.</p> + +<p> — Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα.</p> + +<p> — Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια.</p> + +<p>Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν) του +φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο +άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν του +Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους διαβατικούς, διά τους +εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η λειτουργία μετά την παννυχίδα εις +το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου, και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του +Μπούκη του φίλου μου, ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την +Αγγελικούλαν, μ' επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι +έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα ετών, ροδίνη +και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο +το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει:</p> + +<p> — Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού.</p> + +<p>Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς +«Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά με την +μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, την ώραν των +αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ' έκτοτε δεν ήθελε να +κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην την ημέραν, ήτο 8η +Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και δούλη Χριστού του Θεού». +Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα +σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού +επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς +ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το «Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ. +Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη +περιιπτάμενος». Και τα Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ. +Βασιλείου το «Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου +την φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής +αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του +Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το «Ανέτειλε το +Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της Πεντηκοστής το +«Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε την υπερένδοξον +νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, σε την πολυέραστον +θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το «Προ του Σταυρού σου, +Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια +εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε +χορός των Αποστόλων το θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον +υιόν χαιρετώσα». Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη +των βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και τα +εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού.</p> + +<p>Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους +[μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει, εκ μικρών +διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με είχον βαρυνθή κ' εκεί, +ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα +ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν βαρετός εις τους φίλους μου.</p> + +<p>Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν πρωίαν +να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα; Η μικρά +Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο άρρωστη βαρειά. Είχε +δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι ήτο κακός πυρετός, ίσως +τυφοειδούς φύσεως.</p> + +<p>Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας, διά +να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την ηγάπα ως να +ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου έδειξε την κλίνην, και +η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή, +κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την +μητέρα τα συνήθη λόγια της παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας +εκεί. Είτα επανήλθα πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η +Κούλα έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως [η +υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να της +ομιλήσω.</p> + +<p> — Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.</p> + +<p> — Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα +θεία... τραγούδια;</p> + +<p> — Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον +Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω.</p> + +<p> — Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω;</p> + +<p> — Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ...</p> + +<p> — Ωχ!</p> + +<p>Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι είχε +πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ εστέναξε. +Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της έφεραν χρίσμα, έλαιον +από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας αισθήσεις της, κ' +εψιθύρισε:</p> + +<p> — Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά.</p> + +<p>Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί ιερείς +κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως τον Τελευταίον +ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, +εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν, εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά +του εφαίνοντο δακρυσμένα.</p> + +<p> — Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου, +όπου είχεν ακκουμβήσει.</p> + +<p> — Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας. +Εις αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.</p> + +<p>Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή εκείνην +την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα μέσα μου τα +τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν άγευστον...», και «ως +καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς επουρανίους έσωσας», και «του +Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο +δι' ημάς νηπιάσας» και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς +σε».</p> + +<p>Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι βρέφος +άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος επέτασας». Και +ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του Θεού, τα οποία προ +τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο να τ' ακούση, το «Άλλος τω +Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν +εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να +ακούη εκεί γύρω;</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +<br /> +Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα, οπού είνε +πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο Καρδοπάκης. Ήτο +φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά» του χωριού. Ήξευρεν +εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια, όνειρα, παραμύθια. Παντού τον +εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια, στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα +καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες, και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να +πάη μίαν ώραν δρόμον, διά θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν +προς τα επάνω, είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα +Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του έτους. Κ' +εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα μαντάτα στα δύο κορίτσια, +στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι +δύο χαριτωμέναι κόραι τον εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν +στέγην, εις τον μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις +μύλον είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ τριών +ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον ανατραφή εις άλλον +τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος. Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν +επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα +χρόνων, καλοκαμωμένος και ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν, +αν και δεν τον ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε +σύνταξιν από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις +εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν εις την +πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και καταπατημένα, κ' +εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός, +όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του +εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο +Αγάλλος πανδρειά.</p> + +<p>Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν όλα, +μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο μακαρίτης. Εκεί +έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο αδελφαί. Εις την αρχήν +είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς. +Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του +Μανιάτη. Αλλ' αι εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον +περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν πάντοτε +εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι συγγενείς του +Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να καταλάβωσι την οικίαν, κ' +ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και +των δωροφάγων, έμενεν ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να +κλεισθούν εις τον μύλον.</p> + +<p>Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε μάθει, τον +εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ' επήραν το «εξάγι» +από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να δειπνήσουν εληές, τυρί και +πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν +υπαίθρω, ως είδος εστίας ή καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία. +Κατόπιν ο μικρός γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη +αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το στέρνον, τον ήκουον +με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, +διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και αποσπάση τον νουν των από την +τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του +μακαρίτου, και άλλαι ακόμη σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης +ενύσταξεν· αι δύο αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την +προσευχήν των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την +Παναγίαν και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί +εις την ερημικήν φωλεάν των.</p> + +<p>Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού +σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος. Αυταί +επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί του ιδίου +δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε πλησιέστερα εις την έξω +θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή +εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των +κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. +Υποκάτω του πατώματος ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον, +δυτικά, εις το ρεύμα.</p> + +<p>Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους τους +έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή αύρα, κ' ηκούετο +από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός χείμαρρος κατήρχετο +μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν, παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα +του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις +τους βράχους και τους θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με +ορμήν, πότε εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των +χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την ημέραν +ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις εκεί την νύκτα, +και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των κλάδων, και καρποί +μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να δίδεται τροφή εις όλα τα +πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το όνομα του Κυρίου. Και θνητός +άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ να καταβή, εκτός αν ήτον +ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ, ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω +εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς +διφορουμένους χρησμούς της. «Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως <b>ερώ</b> — +ερώ». +(<sup><a href="#fn4" id="ref4">4</a></sup>) + Και τα άστρα κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ' +η Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι εβασίλευον +πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα ανάβαθρον του ουρανού, +το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και +κατήρχετο εις το ρεύμα, κ' εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε +τον πέπλον, κ' ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν +του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι βλαστοί +της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά εις τα δένδρα, +και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της καλλονής εκεί εις το σκότος. Και +τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να +επαναλάβη: Ερώ, ερώ.</p> + +<p>Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά τα +μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε λάβει) +πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα όμματα, διότι ήτο +μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα πάθη και τα βάσανα. Εις τας +ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής, όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει +να πνέη και άνεμος όρθριος δεν εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του +ύπνου — και τα άστρα, ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το +άπειρον — τότε ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της +Σοφίας. Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν +ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον βραχίονα +την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της εφάνηκαν πράγματι +υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την εγέλων τα ώτα της.</p> + +<p>Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το δειλινόν +εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του χωρίου, όπου απείχε +μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο καταφύγιον και τόπος συναντήσεως +δια τους (γύρω στον μύλον της Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς +βοσκούς της νέας γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά +ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις +«εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν ηπατήθη, ή δεν +ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το πέρασμά του, σχέδια και +μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ +συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι +επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να +κλέψουν ή την Σοφιά ή τη Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής +της μίας των δύο αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα +συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των νεωτέρων +συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο μάλλον θετός +υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και χρηματικώς και ερωτικώς +ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του +Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης, «είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη +βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να +καταφάγουν αυτοί την κληρονομίαν.</p> + +<p>Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο ευκρινέστεροι. Τότε +εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν +συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά τον τοίχον.</p> + +<p>Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία. Εστράφη, +κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον γλυκύ φως του +κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα +επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν +ρεβόλβερ.</p> + +<p>Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε νυμφευθή +από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία το εζύγισεν εις την +χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να +ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν +αποκοιμηθή προ μικρού.</p> + +<p>Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της οποίας +έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον έσεισεν. Ο γέρων +έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να +στραφή από το άλλο πλευρόν, κ' εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν:</p> + +<p> — Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα, μοιρολόησα +απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά τραγούδια.</p> + +<p>Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ επτά +ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της.</p> + +<p> — Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας +περικύκλωσαν απόξω.</p> + +<p>Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε τα +όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν, σκληρόν +προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε.</p> + +<p> — Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή.</p> + +<p> — Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα +είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη!</p> + +<p> — Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος +εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ' αποχτήσης ποτέ +σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι.</p> + +<p> — Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η +Σοφία.</p> + +<p>Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν, αλλά +και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε:</p> + +<p> — Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να +μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω, να ιδούμε τι +θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη.</p> + +<p>Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και +είπε:</p> + +<p> — Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να +νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς.</p> + +<p> — Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον +ψόφιο, μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να +φερθούμε...</p> + +<p> — Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και +ανεπήδησεν από την στρωμνήν του.</p> + +<p>Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις καθ' ύπνον +εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα μάτια της, κ' είπε:</p> + +<p> — Τι τρέχει;</p> + +<p>Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν είχεν +απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., +ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π., δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας +εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία +των φίλων του, τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την +στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από την +κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο δεύτερος, όστις ήτο +συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο να επινεύη εις το σχέδιον +τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση την Σοφίαν, διά να «το κάμη +χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν +πως κλέπτονται τα κορίτσια.</p> + +<p>Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και +μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την θύραν, εφαίνετο +ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο πρόθυμος να επαναλάβη τον +κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος +ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος.</p> + +<p>Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας ακοάς. +Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε τον λύκον.</p> + +<p>Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των οι +πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν αλλόκοτος, +ασυνήθης κρότος.</p> + +<p>Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε.</p> + +<p> — Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη +μυλότρυπα.</p> + +<p> — Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης.</p> + +<p>Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν +φωνήν:</p> + +<p> — Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας +φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε το +παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!..</p> + +<p>Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο δημοδιδάσκαλος +έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη ο συγγενής του +μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι απεμονώθη, ο Κ., ο +επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως +πάντοτε, το Ευαγγελικόν: <b>Και Έσονται οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι +πρώτοι.</b></p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +<br /> +Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του Αγιώτη κ' εγώ, +επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει μέσα, εκτός από τα μικρά +οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε +εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας +αυτής, κ' εκινήσαμεν εις μελετημένην εκδρομήν.</p> + +<p>Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του πατρός του, +εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του 187..., ο γέρο-Αγιώτης +είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι +καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση +εις την εστίαν του. Ο ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον +προ τριών χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς +τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός επανήρχετο +σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν αρμενίσει διηγείτο εις ημάς +τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου, όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα +όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων +της χρονιάς εις έν των μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας +σλαβωνικάς λέξεις, και τον στίχον τούτον:</p> + +<p> Χιλιαντάρα μοναστήρα<br /> + ντόμπρα ντόμπρα +κουκουλτίτσα.</p> + +<p>Είχεν ακούσει προσέτι και το <b>Άξιόν εστιν</b> εις την γλώσσαν εκείνην: +«Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την Σαλονίκην +πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο πώς ένα χωριατόπουλο, +πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν +ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες +ενέπαιζον την ακακίαν του παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν +υπόκλισιν, και λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ' +άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες περιπαθείς +πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις την Αγίαν Φωτεινήν την +ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης».</p> + +<p>Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως δεκαννέα +ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν προς εμέ, μου +ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι αι διηγήσεις αύται κατ' +εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος +τόσα χρόνια, εξόριστος εις την Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή +δραπέτης, έτυχε να συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά +νήσον του Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του +διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του Καρατάσου, είχε +ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά· με χαμηλήν φωνήν, και μ' +εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο +του Βοριά, εκεί που αγριεύει και πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η +ρεμματιές και αντιλαλούν τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά +το ρέμμα και τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι, +οπού το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα γρόσια, +φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα κτυπήση την κορυφήν +του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί ακριβώς οπού πέφτει ο +ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν — αχ! να μπορούσε ο γέρο- +λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην +τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα — και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια.</p> + +<p>Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός Νικολός +εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η γολέττα, και +τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε +να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον της επιχειρήσεως. Χάριν +μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και +άλλα εγχώρια θρυλήματα.</p> + +<p> — Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο +παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά του, δεν +ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα βενέτικα, στην +αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την μεγάλη, που το έχει τώρα ο +γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα — +δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά... δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή +πιθαράκι) γεμάτη φλουριά, στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να +την ξαναφτιάση;... Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη +να σκάψη στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη +Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το +μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν του γέρο- +Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια, ο Γιάννης ο Σκοινάς; +Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά, κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα. +Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το +δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη +δουλειά του, κι' ο Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο +κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει, εκεί ο +εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να ήθελε να το κρύψη +δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά του. «Αφεντικό, του λέει, +κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ' +είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και έλεγε σαν αλήθεια, γιατί <b>του έπεσε</b> +πράγματι στον λαχνό... «Καλά, είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και +τώβαλε στην τσέπη. Αλλά την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να +μην τον καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος, μεγάλο +δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε, δεν έβαλε ο νους +του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η +μοίρα του ήτον να σκύφτη και να σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο +αναπαυτικά με το τσιμπούκι του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω, +στον πεύκο. Και τι βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο, +εκρέματο ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα. +Ο ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη στεριά την +αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους τρεις ή τέσσερες νομάτους +οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι: «Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο, +παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα +μείνω παραπίσω· θέλω να κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και +μπορεί να σας φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα +σύνεργα, να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα, +και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη ράχη, κι' +ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο, κι' αυτός εκρύφθη +μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους, κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο +στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι, αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο +δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν +δισάκκι αραχνιασμένο, μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα +κολοννάτα πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο +γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε άρμενα. +Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα βρεθίκια πού του +έταξε.</p> + +<p>Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ +πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της +Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις την +διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών θάμνων κάπου +το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να εξαφνίζετο και να εφάνταζε +κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως +ράβδον, κ' εκείνος είχε το σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου +ξανάλεγε στον δρόμον πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του +αγκίστρια δεμένα όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν.</p> + +<p>Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός περί ου +ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις την Παναγίαν της +Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά την μικρήν πόρταν, σύρριζα +εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον +έρημον από πολλού. Και αντικρύ εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που +θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο +Νικολός, αλλά δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να +εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το στηλιάρι +της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο θα έπρεπε να +χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες επιθυμούντες χρήματα +(λέγει ο Δαυίδ: <b>επιθυμία αμαρτωλού απωλείται</b>, και ο Σολομών λέγει: +<b>επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι</b>) δεν εβλέπαμεν εμπρός μας την προς τούτο +άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι, και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν, +εργασία, οικονομία κατ' αρχάς, είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων +των άλλων ανθρώπων — εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά, +εκεί έπρεπε να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα.</p> + +<p>Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν τα +πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά πηγή. +Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να κατέλθωμεν τον +κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν δρόμον ακόμα. Ο +Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος του ροπάλου μου, κ' +αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας αντηχεί γνώριμος φωνή:</p> + +<p> — Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα.</p> + +<p>Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου ο +Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, έχων δύο +βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον».</p> + +<p> — Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα.</p> + +<p>«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας +Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και οι αδελφοί +του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας.</p> + +<p> — Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός.</p> + +<p> — Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω.</p> + +<p>Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα, εψάρευε +κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα. Ύστερον ηγόραζεν απ' +αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν, εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ' +ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να +σώση το Γένος. Τότε του εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος, +όστις εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους +θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας τοποθεσίας. Toν +επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις ολίγον καιρόν του έγεινεν +αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν. Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα, +εφόρεσε πανωβράκια και Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν +αναριθμήτους ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα. +Έπινε τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και στο +γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν. Εις την +Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις το +Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα με την +ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν, έτρεχεν ως τροχός +κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά, τελώνια, από φθόνον τον +έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως +έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου +και αν έφευγε, θα τον έπιαναν μίαν ημέραν.</p> + +<p>Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος τώρα +επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν έπρεπε να +νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να πλουτίση το Έθνος δεν +επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν, +τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον κουκουλώση, να τον προικίση και τον +αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις +το γήρας του· διότι δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα +απέθετον τον θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν; +Εις χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του, δεν +έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν είχεν άλλην +κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν οικίαν, κατά το έθος +του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ +και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος +βενέτικα.</p> + +<p>Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με μίαν +ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον Μαλάκιαν. +Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα αγκαλιαστά, μοσχάτο +κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις το μικρόν χωρίον, και είς +αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων +εκόλλησε το εξής τετράστιχον:</p> + +<p>.....................................................<br /> +.....................................................<br /> +.....................................................<br /> +.....................................................</p> + +<p>Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου Κωνσταντίνος +Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την αυθαιρεσίαν, κατά +παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε «σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον +εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το +Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ +ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της «Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε +φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από +την Άτην την <b>σθεναρήν</b> και <b>αρτίποδα</b>, ήτις <b>πάντας +ανθρώπους</b> αάται, ώστε μόνον το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον».</p> + +<p>Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο +εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον ήτον +ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν του Γένους, και +ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας ταύτης. Αφού δεν +ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του πλοιάρχου της +«Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν ιστορίαν θησαυρού, και δεν +ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις +τον Νικολόν πλην ο φίλος μου δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και +έως σήμερον ακόμη δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του +θησαυρού της Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον +νέος, εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ διά +την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν ανοικτόκαρδος, να +μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με αυτόν, και με πάντα άλλον.</p> + +<p>Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν +πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην. Είχε +βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε μεγάλως την +εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής νέος οπού ήτον, ότι +η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον αγαθή συγκυρία, διότι πάσα +καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται. +Όπως λ. χ. την πρωίαν της Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το +Ευαγγέλιον της Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον +έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της παιδιά) διά +να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο Θεός το κατόπιν τέκνον +της.</p> + +<p>Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος, παλαιός, +με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του εώρταζε την +Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν, επροσκυνήσαμεν τας +εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια. Μέσα εις το ζεμπίλι του, +χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν μολύβδινον παγούρι με έλαιον.</p> + +<p>Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι κλιτύες και +τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την χρονιάν εκείνην δεν +υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως, +ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη +εκείνα.</p> + +<p>Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο από +παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια. Ίσως δύο εξ +αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν ηκούσαμεν κρότον, ουδέ +ψυχήν είδομεν.</p> + +<p> — Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός.</p> + +<p> — Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός, +όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη.</p> + +<p> — Και λες να είναι κανένας εδώ;</p> + +<p> — Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η +Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό. Αποδώ +αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά κάποτε εδώ στο +ρέμμα.</p> + +<p> — Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ.</p> + +<p> — Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες, +νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά στην +βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό, κ' +ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς καλές +κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια.</p> + +<p>Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ κάπου +ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες», όπου έλεγεν ο +Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του παλαιού μονυδρίου, και οι +δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την τοποθεσίαν.</p> + +<p> — Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος, +τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού φθάνει.</p> + +<p>Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα του, το +προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι' άρχισε να σκάπτη. +Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα εστάθη.</p> + +<p> — Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι.</p> + +<p>Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην ώραν, +επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν.</p> + +<p>Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν ηδυνήθην +να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών.</p> + +<p> — Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός.</p> + +<p> — Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός.</p> + +<p>Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την +γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του μοναστηρίου, +ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω προς το ρέμμα. Εκεί +<b>εβίγλιζα</b>, ήτοι ήμην <b>καραούλι</b>· είχα δηλαδή σκοπιάν, μήπως φανή +που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος, ώστε να τους δώσω +εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν ευπρόσωποι προς το μέρος που +εκαθήμην.</p> + +<p>Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο ιδρώς +περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των.</p> + +<p>Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη.</p> + +<p> — Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να +φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου;</p> + +<p> — Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και +πάω εγώ με τον Αλέξανδρον. Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν +θα φάμε κι' όλα, κάτω στην βρύσι;</p> + +<p> — Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε +αυτά εδώ;</p> + +<p> — Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το +μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα μέσ' τα +χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να κολατσίσουμε.</p> + +<p>Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να +κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν αρχίση +ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της κοιλάδος, οπού +εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας +ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή. Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το +γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα +αυγά, κι' ο Γιαννιός από έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν +ράκος μέσα στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες +πέρκες τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ' +εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις τα +όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα επάνω, προς +την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται από το κάτω ρέμμα, το +γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου έλεγεν ο Νικολός: — Να η +Νεράιδες!</p> + +<p>Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με +εξήγαγεν από την πλάνην.</p> + +<p> — Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας +της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα φουστανάκια. Είνε +όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο Νικολός.</p> + +<p>Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν ούτ' +εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο Γιαννιός έκραξε με +πραείαν φωνήν:</p> + +<p> — Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από +στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια εγέλασαν οξύν +αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες.</p> + +<p> — Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω +στο μύλο;</p> + +<p> — Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα +εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ.</p> + +<p> — Εκεί κάτω είνε η μαννού σου;</p> + +<p> — Εκεί είνε.</p> + +<p> — Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε +γενιά.</p> + +<p> — Μετά χαράς.</p> + +<p>Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η +λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή εξαδέλφαι +της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη τους κόλπους «ως +νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε χροιά του προσώπου των +ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον.</p> + +<p> — Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν' +απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις ήρχετο να +παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει παραγγελία η +μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς και τ' ανάψαμε — +βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω.</p> + +<p>Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός να +κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το είπα εγώ». +Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το είπε ο Αλέξανδρος». +Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα. <b>Μάταιοι οι υιοί των +ανθρώπων</b>.</p> + +<p>Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν. Τώρα +ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του λάκκου, κ' έκαιε πολύ. +Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε +ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας +δράκας. Η γη εγίνετο σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και +πόνος.</p> + +<p>Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος.</p> + +<p>Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των +δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του +μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους επρόβαλεν +έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις τον ώμον, βέργαν +εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί την μέσην του.</p> + +<p> — Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά.</p> + +<p>Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν εχάρην +μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα.</p> + +<p>Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από νηπιόθεν +τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της κουμπούρες και με τα +χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο, +αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και +ήτο ευμενής. — Τι σας ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες +τώρα να χαρώ τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο +ώρες; Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός ορνιού, +κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο.</p> + +<p> — Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο +Νικολός.</p> + +<p> — Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε +και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι' ο Γιάννης ο +Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι, κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης, +κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ' εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για +γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα, +και σε κάθε ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ' +Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα.</p> + +<p>Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν:</p> + +<p> — Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είνε, +πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε αυτός μ' ένα μάτι, +δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να καταπιή χωράφια, να βουλιάξη +καράβια, με τριανταέξ τα εκατό, θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο +γέρο-Μαμούκος, ας έχη ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος. +Τακούς;</p> + +<p>Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν.</p> + +<p> — Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε.</p> + +<p> — Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου, +ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να +ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες.</p> + +<p> — Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί μου, +που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους.</p> + +<p> — Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα +βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον κατά το ρέμμα. +Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον ανήφορον, επιστρέφοντες εις +το χωρίον.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">TO X. Α. TOY...</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +Όπως το διηγούνται, όσοι το έφθασαν, εν ηλικία όντες εις Αθήνας τω 1870, ο +νεκρός του ενός των ληστών του Δηλεσίου, κομισθέντων εις Αθήνας κατά Μάιον, +είχε το πρόσωπον παραδόξως φαιδρόν και γελαστόν. Την ώραν πού τους +ετουφεκοβολούσαν τ' αποσπάσματα, ελλοχεύον όπισθεν πυκνών θάμνων και +βράχων το παλληκάρι εκείνο της Ρούμελης, ίσως διότι το ταμπούρι του τού +εφαίνετο πολύ ασφαλές, τις οίδε τι είχε σκεφθή, ή τι σοβαρόν είδεν, ή τι αστείον +ήκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ' εγέλασεν, όπως οι άνθρωποι +γελούν. Συγχρόνως, εν ακαρεί, του ήλθε το βόλι. Τον ηύρε καίριον εις τον λαιμόν, +και τον αφήκεν εις τον τόπον.</p> + +<p>Μετά δυο ημέρας οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξ τον αριθμόν, εκομίζοντο εις +Αθήνας. Εις το πρόσωπον του νέου εκείνου όλοι οι φρικώδεις περίεργοι είδον +εντυπωμένον, πιστωμένον τον γέλωτα. Ούτ' επρόφθασεν, ο ευτυχής άνθρωπος, να +αισθανθή την πικρίαν του βέλους, αλλ' ο θάνατος του ήλθε μυστηριώδης, γλυκύς, +προ της αλγηδόνος.</p> + +<p>Ο Γιάννης του Λέκα, νέος εικοσαετής, εφαίνετο ότι έχαιρε μεγάλην χαράν +σφόδρα, όταν του έλεγαν ότι θα ήρχετο εκείνον τον χρόνον, διά να τον πάρη +στρατιώτην, το περιοδεύον Στρατιωτικόν συμβούλιον. Άρχιζεν αμέσως να κάμνη +βήματα, προφέρων: έν γυό, έν γυό, κ' ήτον όλος γέλοια και χαρά. Πλην, όταν ήλθε +πράγματι η Στρατολογική Επιτροπή, προς μεγάλην χαράν του Δημάρχου, και +κατέλυσαν άλλοι εις την Δημαρχίαν, άλλοι στο οιονεί ξενοδοχείον, κι' άλλοι στα +σπήτια μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να παύση τα γέλοια, η ενδόμυχος ευθυμία και το +θάρρος του έφυγαν, κ' ηρνήθη αποτόμως να παρουσιασθή ενώπιον της Επιτροπής. +Εστήλωνε τα πόδια του, αντεστήλωνε το κορμί του, έκλαιε, κ' εφώναζε: «δεν πάω, +δεν πάω». Όταν δε ο υπίατρος οδηγήθη στο σπητάκι της Λέκαινας, κ' εδοκίμασε να +ιδή και να εξετάση τον κληρούχον, ο Γιάννης έπεσεν εις μίαν γωνίαν, εμαζώχθη, +εκουβαριάσθη, εσταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλόν του, έκαμψε +τους πόδας του με τα γόνατα έως τον αφαλόν, και ηρνήθη να υποστή την εξέτασιν +του ιατρού. Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη «βλάκα», και τον απήλξε +πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως.</p> + +<p>Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα εξωκκλήσια, +όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την ανατολήν του έαρος έως το +βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο +χειμών. Πρώτον εις την Παναγίαν της Αγαλλιανούς, όπου η ψυχή μας +εμοσχοβολούσε ία και ναρκίσσους και λευκά άνθη της αγραμπελιάς. Είτα εις την +Παναγίαν την........., όπου έτρεχε με μόρμυρον και ρόχθον το ρεύμα της Ζωοδόχου, +κάτω εις τους μυστηριώδεις καταρράκτας με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους +ανέρποντας κισσούς ανά τους υγρούς βράχους εις τα κυρτά υλομανούντα δένδρα. +Και στον Άι-Γεώργην, όπου αι τόσαι νύμφαι του χωρίου ελιτάνευον στολισμέναι με +τα πεποικιλμένα μανίκια, τας μεταξωτάς ποδίας και τα χρυσά ποδογύριά των, +ερχόμεναι άλλαι με της βάρκες και άλλαι διά ξηράς. Και εις τα Πέντ' Αδέλφια, όπου +τα αγκαλιασμένα γηραιά δένδρα καλύπτουν την βρύσιν και στεγάζουν τον πενιχρόν +ναόν με το θεσπέσιον άλσος των. Κ' εις τον Άι-Γιάννην τον <b>Μυρωδίτην</b>, +όπου τα τελευταία αηδόνια εκαλούσαν εις διαδοχήν τα κοσσύφια ανά το ..... +.................................. από το ύψος των................... έως τον γιαλόν.... +.........................., και το κελαρύζον νερόν του βαθέος, ανερχομένου Διακαλιού +ανέβλυζεν από την ρίζαν της γηραιάς δρυός, όπου με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των +<b>φυλλομανούντων</b> κλώνων της διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων. Πόσαι +οικογενειακαί θαλίαι είχον τελεσθή το πάλαι υπό τους βαθυφύλλους κλάδους της, +πόσα άκακα ερωτικά ζεύγη είχον εύρη ποτέ καταφύγιον εις την σκιάν της. Και είτα +εις τον Άγ. Ηλίαν και εις τον Άγ. Παντελεήμονα, κ' εις την Παναγίαν την Πρέκλαν, κ' +εις την Παναγίαν του Καρδάση κ' εις την άλλην Παναγίαν του Αραδιά, κ' εις τον Άι- +Γιάννην του Κάστρου, κ' εις τον άλλον Άι-Γιάννην του Μετοχιού, κ' εις τον Άι- +Δημήτρην, κ' εις τον Άι-Ασώματον τ' Αγγελή, και τέλος εις την Παναγίαν την +Καστριώτισσαν, όπου πάσα σεμνότης και πάσα χάρις εν γαλήνη συνηνούντο, και +πας γόνυ έκλινεν ενώπιον της θείας (εν γαλήνη) Πολιούχου: «Διανέμοις των +χαρισμάτων την σην γαλήνην, Θεοτόκε, τη ψυχή μου».</p> + +<p>Όλα ευωδίαζον άνοιξιν και απλότητα και χαράν. Ο Γιάννης έμβαινεν εις το +παρεκκλήσι γελών, τον ωδηγούσεν η μάννα του, χήρα έχουσα αυτόν ως +μοναχογυιόν, να «χαιρετίση», δηλ. να ασπασθή την εικόνα στο προσκυνητάρι, την +ησπάζετο γελών, είτα επήγαινε στ' αριστερά του χορού, κ' έστεκε δίπλα εις το +άκρον ανατολικόν στασίδι, δύο βήματα από την βορείαν πύλην, όπου αι γυναίκες +έφερον τυλιγμένας με προσόψια τας προσφοράς, και έγραφαν τα ονόματα, δηλ. τα +έγραφεν ο παπάς καθ' υπαγόρευρευσιν ιστάμενος εις το χάσμα της θύρας, με το +μολυβδοκόνδυλον, κρατών φύλλα διπλωμένα χάρτου επί του βιβλίου των +Αποστόλων ή των Ψαλτηρίων· «Γεωργό, Γεωργό και του πλι» (δηλ. το πλοίον) μετά +των συμπλεόντων αυτώ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς έγραφε, Ν. Ν.), +Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ. Κ.), +συμβίας, τέκνων, γονέων και αδελφών αυτών».</p> + +<p>Εκεί έστεκεν ο Γιάννης, και ήκουε γελών τα υπαγορεύματα των γυναικών, τας +απηχήσεις και τους <b>ασπασμούς</b> του παπά. Τέλος, όταν ήρχιζεν η +ψαλμωδία, ο Γιάννης εξηκολούθει να γελά προς τας αντιφωνίας των διαφόρων +νεαρών ψαλτών και τας οξυφωνίας του παπά. Συνήθως αντείχεν όρθιος επί ώρας, +είτα εκάθητο εις το σκαλοπάτι του βήματος κάτωθεν της τελευταίας αριστερά +εικόνος (ήτις ήτο συνήθως του Αγίου του ναού). Η μάννα του, επειδή τον είχε +μονογενή, συχνά έταζε και παρεκάλει τους Αγίους «να τον κάμουν καλά». Πλην +φαίνεται ότι αυτός ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και +οι Άγιοι δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του +ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει.</p> + +<p>Η ψαλμωδία εξηκολούθει δι' όλης της νυκτός. Πενήντα ή εκατόν άνδρες και +παιδιά — συνήθως είχον παραφάγη καί παραπίη — εκοιμώντο έξω, ανάμεσα στους +σχοίνους, και οκτώ ή δώδεκα γυναίκες, και τρεις γέροι, εις τα στασίδια ή στας +πλάκας του ναού εκοιμώντο καθήμενοι. Ενίοτε ηκούετο το ρογχάλισμα του ιερέως +μέσα απ' το Άι-Βήμα. Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο +στασίδι, κι' ο γέρο- Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των +εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε +«δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης άγρυπνος δεν έπαυε να γελά.</p> + +<p>Κάτω εις την πολίχνην, όπου ο Γιάννης ήτο ευθυμία και χαρά των σπητιών, ο +ίδιος εγέλα θορυβωδέστερον όταν συνήντα ένα από τους περιπλανωμένους του +χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του, ή τον Ζαχαρίαν τον Κούκον, ή τον Τάσον τον +Νικολήν, ή τον Ματώ απ' τον Απάνω Μαχαλάν. Τότε άνοιγε πράγματι η καρδιά του. +Εγέλα ακρατήτως, και δεν ημπορούσε «να μαζώξη το στόμα του». Ήτο ως να έλεγε: +«Χαίρομαι, αδελφέ μου, πού σε βλέπω τέτοιον· οι άλλοι που μας γελούν είνε πολύ +χειρότεροι».</p> + +<p>Κ' εις τα ξωκκλήσια, κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας, συνήθως ήρχετο μετά +τα μεσάνυχτα πάντοτε, ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο νυχτοβάτης, ή ο πάτερ- +Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος και ξεσκούφωτος. Όταν τον +έβλεπεν ο Γιάννης, τότε ησθάνετο άκραν ευθυμίαν, κ' ενετρύφα εις την θέαν του. Ο +Ιωακείμ ίστατο εις την άλλην γωνίαν του Τέμπλου δεξιά και συνήθως του έδιδον οι +ψάλται να διαβάση το ψαλτήρι. Ο Γιάννης δεν εχόρταινε να τον κυττάζη, κ' εγέλα, +εγέλα με ηδονήν άρρητον.</p> + +<p>Και όταν δεν ήτο πανηγύρι ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως εις την +εξοχήν. Είχεν η μάννα του μικρούς ελαιώνας και χωραφάκια, κι' ο πτωχός νέος +φαίνεται ότι κάτι έκαμνεν εις γεωργικάς αγγαρείας και βοηθητικά έργα, με όλην +την αδυναμίαν του. Αλλά και τότε, όταν επέρνα από εξωκκλήσι, επέζευεν, έδενεν +εις την ρίζαν θύμου το γαϊδούρι, και εισήρχετο εις τον ναΐσκον. Εκεί έβγαζεν +ατάκτους φωνάς, θέλων να μιμηθή τους ψάλτας, και κάποτε έβαλλε χείρα εις +εικονίσματα και τα κατεβίβαζε κάτω διά να τα ξεσκονίση, όπως εφρόνει· άλλοτε +έβγαζε τα θυρόφυλλα της Αγίας Πύλης, κι' άρχιζε να τα πελεκά με το μικρόν +κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα επανέφερεν εις την θέσιν των, και πότε τ' άφινε κάτω +εις το έδαφος, όπου έτυχε.</p> + +<p>Η Μαλαμμώ του μπάρμπα Δημητρού, συμβία του Γιώργη του Πολύζου, ήτο +απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν. Άλλη δεν ήτον ως αυτή να τρέχη +διαρκώς σ' όλα τα ξωκκλήσια, να τ' ασβεστώνη, να τα καλλωπίζη. ν' ανάφτη τα +κανδήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων γυναικών ευποροτέρων +της.</p> + +<p>Είχε μετακομίση στης πλάτες της πέντε ή έξ παληοσάνιδα, τα οποία της +έδωκαν, διά να επισκευάση την στέγην του ναού του Χριστού στο Κάστρον. Η +Μαλαμμώ, χάριν ευκολίας, τα απέθεσε προσωρινώς έξωθεν του Κάστρου, προ +φοβερού χάσματος της παλαιάς γεφύρας, κ' εις την κάτω βαθμίδα της ιλιγγιώδους, +μεγαλοβάθρου, κυκλοτερούς και πλατείας σκάλας. Ήτο μεσοβδόμαδα. Η Μαλαμμώ +έλεγε μέσα της «Χριστιανός δεν θα βρεθή να τα κλέψη». Και όμως ευρέθη. Υψηλά +από το μικρόν σαθρόν καλύβι, όπου ήτο έν παληοχώραφον ανάμεσα εις τα +ορμάνια, όπου έβοσκε πέντε ή έξ ψωραλέας αίγας ο Νικολός ο Μπασιόλης, +μακρόθεν επί πολλήν ώραν ετηλεσκόπει την Μαλαμμώ, ώστε είχε αποκάμει στα +μάτια να την κυττάξη, κ' εμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ' τα δόντια του: «Πού τα +πάει αυτή, τρομάρα της, τα παληοσάδια;»</p> + +<p>Την υστεραίαν η Μαλαμμώ είχε δουλειά στο σπήτι της, κάτω στο χωρίον, τρεις +ώρας δρόμον. Την τρίτην ημέραν δεν ευκαιρούσεν ο σύζυγός της, όπου ήτο ολίγον +κτίστης, αλλά και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλην ήτο Σάββατον, κ' η Μαλαμμώ +εκατάφερε τον σύζυγόν της να υπάγουν μαζί και το μουλάρι, να κουβαλήση αυτός +άμμον κι' ασβέστην από μίαν ανεμιαίαν έπαυλιν, όχι πολύ μακράν του Κάστρου, να +εισέλθουν φέροντες και τα σανίδια τ' αποτειθεμένα έξω, να φθάσουν εις τον ναόν +του Σωτήρος, κι' αυτή ν' ασβεστώση, κ' εκείνος ν' ανεβή στον τοίχον, πατών ως εις +σκαλωσιές εις τα λιποπετρούντα τοιχία τα πλαγινά, να καρφώση τα σανίδια εις το +ελλιπές μέρος της στέγης, να τα επιχρίση με την κονίαν που θα εζύμωνε με τα +υλικά που έμελλε να μετακομίση (εκείνη ν' ασβεστώση τους τοίχους ή την θύραν +και τα παράθυρα, κι' αυτός ν' αναβή στην στέγην, πατών ως εις σκαλωσιές επάνω +εις τα ερειπωμένα και σεισμοπετρούντα τοιχία τα πλαγινά και να την +επισκευάση).</p> + +<p>Φθάνουν εις τα πρόθυρα του Κάστρου, κάτω εις το βαραθρώδες του χάσματος, +κυττάζει η Μαλαμμώ. Τα σανίδια έλειπαν. Έκαμε πολλούς σταυρούς, ηπόρησεν, +ηγανάκτησε.</p> + +<p> — Το λοιπόν, πού τάχεις βάλη τα σανίδια; ηρώτησεν ο Πολύζος.</p> + +<p> — Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ' ακούμπησα.</p> + +<p> — Πού είνε τα, το λοιπόν;</p> + +<p> — Πούν' τα; Να κοπή το χεράκι του όποιος τα πήρε.</p> + +<p> — Δεν σούπα εγώ, βλοημένη, να μην κάνης μισές δουλειές; Ή να +καρτερέσης έπρεπε ν' αδειάσω, να τα κουβαλήσουμε το μουλάρι, ή, αφού +τάφερες, νάκανες ακόμα έναν κόπον να τα πας ως μέσα στην Εκκλησιά.</p> + +<p> — Και ποιος ξέρει, αν δεν θα τα βρούμε μέσ' στην Εκκλησιά, είπε το +Μαλαμμώ με εύκολον θάρρος και προς ιδίαν της παρηγορίαν. Έλα, Χριστέ μου, +καμμιά καλή Χριστιανή θα ήρθε χτες-προχτές ν' ανάψη τα κανδήλια, και την +εφώτισ' ο Θεός και τα κουβάλησε.</p> + +<p> — Άμποτε!</p> + +<p>Ο Πολύζος εξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώον, έδεσε το ζώον του, ανέβασε με +πολύν κόπον πρώτον τον σάκκον της άμμου, είτα την κοπάναν με τον ασβέστην ανά +την υψηλήν φοβεράν σκάλαν, η γυνή ανήλθε με το καλαθάκι της, όπου είχε λάδι, +κηρία, ως και μικράν προμήθειαν τροφίμων. Είτα εφορτώθη αυτή τον ασβέστην, ο +ανήρ της επήρε την άμμον και το καλαθάκι, υπερέβησαν την σιδηράν πύλην, και +εισήλθον εις το παλαιόν έρημον χωρίον. Μετά δέκα λεπτά έφθασαν προ του ναού. +Εξεφορτώθησαν, εκάθισαν να ξαποστάσουν. Της εφάνη της Μαλαμμώς ότι ήκουε +κάτι ως χαλαράν και άρρυθμον ψαλμωδίαν έσωθεν του ναού. Δεν επίστευσε τ' +αυτιά της. Επλησίασεν εις την θύραν, την ώθησεν. Η θύρα ήτο κλεισμένη ένδοθεν. +Ηκούοντο τώρα ευκρινέστερον αι άμουσοι ψαλμωδίαι.</p> + +<p> — Ωχ, Θε μου, τι να είνε, είπε το Μαλαμμώ. Έλα, Πολύζο, να ιδής και ν' +ακούσης. Η πόρτα είνε κλειδωμένη από μέσα.</p> + +<p>Επλησίασεν ο άνθρωπος, έκρουσεν, ώθησεν ισχυρώς. Εις μάτην. Η θύρα ήτο +πράγματι μανδαλωμένη.</p> + +<p> — Τι πειρασμός είνε αυτός, έκραξε το Μαλαμμώ, συνάπτουσα τας +χείρας. Τα σανίδια λείπουν απ' έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη, κι' +ουρλιάσματα άχαρα ακούονται μέσα. Τι νάν' αυτό; Μπαίνουν τάχα και στης +εκκλησιές πειρασμικά πράγματα;</p> + +<p>Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου η ακοή των +αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις «Χριστός Ανέστη».</p> + +<p> — Χριστός Ανέστη, επανέλαβεν η Μαλαμμώ. Κι' ακόμα τώρα πέρασε το +μεσοσαράκοστο.</p> + +<p>Ήτο τωόντι σάββατον της Δ' εβδομάδος των Νηστειών.</p> + +<p> — Μην πηαίνη αλλά φράγκα ούτος που είνε μέσα; είπεν ο Πολύζος.</p> + +<p> — Στοιχειό θα είνε· ξορκισμένος οξαποδώ, απήντησεν η Μαλαμμώ.</p> + +<p> — Κανένας μουρλός θα είνε, είπεν ο Πολύζος. Ας ιδούμε. Μην είν' +εκείνος ο Γιάννης της Λέκαινας;</p> + +<p>Έκρουσε πάλιν δυνατότερα την θύραν. Είτα ανέβλεψεν ανά τον τοίχον, κ' +έδειξεν εις ύψος δύο οργυιών σχεδόν τον μικρόν φεγγίτην με την χρωματιστήν +ύαλον, που έφεγγε τον ναόν από την δεξιάν πλευράν.</p> + +<p> — Να μπορούσα ν' ανεβώ 'κεί απάνω, είπεν. Έλα, βόηθα, Μαλαμμώ, να +σωρέψουμε πέτρες πολλές, να της στερεώσουμε, για ν' ανεβώ ως εκεί.</p> + +<p> — Δεν φωνάζουμε μια, είπε το Μαλαμμώ, αλλά δεν υπήρξε φωνή και +ακρόασις.</p> + +<p>Ήρχισαν ν' αποκόπτουν λίθους από τα ερείπια των παλαιών οικιών εδώθεν κ' +εκείθεν. Όταν συνέλεξαν λίθους αρκετούς, ήρχισεν ο Πολύζος να τους στοιβάζη εις +σωρόν. Πλην τότε παρ' ελπίδα ηκούσθη κρότος μανδάλου ή μοχλίου +αποσυρομένου και οξύς γέλως ήχησεν εις το χάσμα της διανοιγείσης θύρας.</p> + +<p>Ήτο τωόντι ο Γιάννης του Λέκα. Υπεδέχετο με παιδικούς καγχασμούς την +γυναίκα και τον άνδρα της.</p> + +<p> — Α! Εσύ 'σαι λοχεμμένε! είπε η Μαλαμμώ — γιατί δεν ακούς τόσην +ώρα που σε φωνάζουμε;</p> + +<p>Ο Γιάννης απήντησε διά νέου καγχασμού. Εστράφησαν προς την θύραν, και +είδον τα εντός.</p> + +<p>Ο Γιάννης είχεν ανάψει διά μαναλίου όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί εκεί, είχε +χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το λαδικόν, που εύρεν εις το +ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε κατορθώσει να τ' ανάψη ως πυροφάνι, +μόνον δύο κανδήλια εκ των επτά ή οκτώ των προ του Τέμπλου και του +προσκυνητηρίου, και ηυφραίνετο ψάλλων το «<b>Χριστός Ανέστη</b>, όπως αυτός +ήξευρεν. Είχε βαρεθή την σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το +προεορτάζη.</p> + +<p>Αφού εγέλασεν αρκετά, η Μαλαμμώ έσβυσε τ' απόκηρα, επροσπάθησε να +σκουπίση τα χυμένα λάδια, και είτα εμελέτα ν' αρχίση το ασβέτωμα. Ελησμόνει +ήδη τα χαμένα σανίδια. Αλλ' ο Πολύζος είπε:</p> + +<p> — Και πούν' τα σανίδια, Μαλαμμώ;</p> + +<p> — Πούν' τα, μαθές, επανέλαβεν η γυνή.</p> + +<p>Τυχαίως και στον βρόντον η γυνή εστράφη προς τον πτωχόν νέον, και τον +ηρώτησε:</p> + +<p> — Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά;</p> + +<p>Ο άκακος νέος απήντησε μόνον:</p> + +<p> — Κουβάλας.</p> + +<p>Ο περί ου ο λόγος τωόντι είχε συναντήσει τον Γιάννην κατά την προχθές, την +ώραν οπού εκουβάλα τα κλοπιμαία. Του έδωκε δύο ξυλειές ως αρραβώνα, και τον +εφοβέρισε να μη μαρτυρήση τίποτε. Ο Γιάννης απήντησε με το παγωμένον γέλοιο +του.</p> + +<p>Είχε ξεχάσει της ξυλειές, ως και την φοβέραν. Την επαύριον ανεύρε τα +κλοπιμαία η Μαλαμμώ.</p> + +<h3 style="text-align: right; margin-top: 3em">Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ</h3> + +<p style="margin-top: 3em"> + +<br /> +Ότ' είχε βασιλέψ' ο ήλιος. Κατεβαίναμε τo στενό καλδερίμι, τον κατήφορο. Ζερβά +μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παληού σπιτιού του Γιάννου τ' Αγιώτη (μια φορά +ήταν του Γιάννου τ' Αγιώτη, όταν ο μακαρίτης εζούσε κ' εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν +ξέρω πλια τίνος είνε, γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι, +με τη ρόκα της, με ταδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι' άλεθε η γλώσσα της. Την +στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ' το στόμα της.</p> + +<p> — Τρεις όπ' σ' έχω, άντρα, και τρεις όπ' μ' έχεις έξη· και τρεις του +παιδιού, εννιά...</p> + +<p>Εκείνο το δειλινό είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νειόνυφη, η γυναίκα +του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Έξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ' το γάμο. Η θεια +Μορισώ εσκολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο, το 'φταμηνίτικο ή το +πρωιμάδι, που είχεν έρθη στον κόσμον αυτόν.</p> + +<p>Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν είχαν +γείνη ακόμα, έτσι τα εσκόλιαζε. Δεν άφινε καμμιά κουβέντα, κανένα μαντάτο, +κανένα «λακριντί», που να μην τ' αποσώση. Μ' αυτά, και με τη ρόκα της, περνούσε +την ώρα της, κ' έκανε να περάσουν και των άλλων γυναικών η ώρες. Αλλοιώς, τι θα +γινότανε, 'ς αυτόν τον παληόκοσμο;</p> + +<p>Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο +αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιός της ο μεγάλος, από τριάντα +χρόνια τώρα, είχε πάρη μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γείνη, και δεν ακούστηκε πλια. +Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον στην Αμέρικα χρόνια, της +έγραφε πως θάρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη της, την είχε καλοπαντρέψη, μα +δεν είχε τύχη να ζήση· πέθανε στη γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν' αποκτήση το +δικαίωμα ο πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ' ύστερα, στους πέντε +μήνες, ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήταν ο μεγαλείτερος καϋμός της θεια- +Μορισίνας!</p> + +<p>Για να μαλακώση, η ταλαίπωρη, τον πόνο της, έκαμε στην αρχή να πέση στα +θεία και σε αγαθοεργίες. Θέλησε να πάρη ψυχοκόριτσο έν' αρφανό, πού κανείς δεν +ήξερε τον πατέρα του. Επειδή όμως ήτον πολύ αράθυμη, και όταν θα θύμωνε, θα +φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!», για να μην κολάζη την ψυχή της, έκαμε +καλύτερα να το διώξη, ύστερ' από τρεις 'μέραις αφού το πήρε στο σπίτι της.</p> + +<p>Καμπόσες φορές είχε κάμη κόλλυβα και λειτουργιές για τους πεθαμμένους. +Ύστερ' απ' ολίγο, τα έφερε ο διάολος να μαλλώση με τον ένα, έπειτα με τον άλλον, +παπά της Εκκλησιάς· τότε κι' αυτή, για να μην τους τα χαραμίζη, και κολάζη την +ψυχή της, έπαψε της προσφορές και τα μνημόσυνα.</p> + +<p>Μόνο επήγαινε ακόμα στην Εκκλησιά, κ' εκολλούσε κεράκια στους Αγίους. +Ύστερα, επειδή μέφτηκε τον επίτροπο, πως έκλεψε τάχα απ' το παγγάρι, έπαψε ν' +αγοράζη απ' την Εκκλησιά, κ' έπαιρνε απ' τον μπακάλη. Έπειτα ο παπάς, οπού δε +τάχε ακόμα καλά μαζί της, της είπε να μη φέρνη νοθεμμένα κεριά, μόνε να ψωνίζη +απ' το παγγάρι. Τότε κι' αυτή έπαψε να κολλά κεριά.</p> + +<p>Ωστόσο, επήγαινε ακόμα στην Εκκλησία. Ύστερα, επειδή έβλεπε καμπόσες +γυναίκες, οπού αυτή της είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να έρχωνται +κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακρινούς σταυρούς και +στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια στην Εκκλησιά, για +καμπόσον καιρό.</p> + +<p>Τόσο κακότυχη που έμεινε, για να έχη μια παρηγοριά στη μονοτονία της ζωής +της, αποφάσισε και δεύτερη φορά να πάρη ένα ψυχοπαίδι, που να είνε από μάννα +και πατέρα, για να μην την βάζη ο πειρασμός, στο θυμό της απάνω, να το φωνάζη +μπάσταρδο. Ηύρε, αλήθεια, ένα ορφανό, που ήτον κι' από μακρινή γενιά της. Το +πήρε, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε. Κείνο βγήκε πολύ θεληματάρικο, απαιτούσε +πάντοτε «το δικό του να γένη». Αυτή ήτον πολύ αψίθυμη, και δεν έκαναν καλό +χωριό οι δυο τους. Τέλος, το παιδί μπαρκάρησε, «πήρε τα μάτια του κ' έφυγε», και +τον δεύτερο χρόνο επνίγη μ' ένα καΐκι που αρμένιζε. Και πάλι η θεια Μορισίνα +απέμεινεν έρμη και μοναχή.</p> + +<p>Και τώρα εγήραζε, κ' εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες τοίχους +του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη πατριωτάκι, μα ξένο, +για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ' ένα κορίτσι από ξένα μέρη, απ' τη στεριά +την αντικρινή, φτωχό, έρμο και σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε. +Αυτό, σαν έγεινε δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ' ένα νέον στη γειτονιά και μια +βραδειά, τη σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε +ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε «ξεχωρισμένη» +κι' «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ' έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή +θα με πάρης, ή θα χαθώ».</p> + +<p>Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ' το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να την +πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ «τα ηύρε +σκούρα». Οι δικολάβοι, όπου δεν λείπουν από κανένα μικρό χωριό, +υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από το σπίτι. Η +θεια το Γιαλινάκι επήγε 'ς ένα ξάδερφό της, που ήτον κάπως μεγάλος και τρανός, +ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι' αυτός την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους +να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την αφήση να πεθάνη απ' το κρύο, κι' από το άλλο +μέρος, να του κάμη το σπίτι απάνω του, <b>οικονομικά</b>, καθώς το ξανάλεγε +ύστερα η θεια Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και +του έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ' έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες +μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι' άρχισαν να κατεβάζουν τα κεραμίδια...</p> + +<p>Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι' άρχισε να χύνη +τόσα δάκρυα απ' τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη στέρνα βουλλωμένη, +που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το +μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον επαρακάλεσε να της χαλάση το +έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος όμως δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά +μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ' είπε πως το σπίτι ήτον δικό του...</p> + +<p>Αφού είδε κι' αποείδε, η γρηά Μορισίνα, ότι καμμιά δουλειά, κανένα έργο, ό,τι +κι' αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα υστερνά της βάλθηκε κι' +αυτή ν' αποσάνη της κουβέντες, τα μαντάτα, και της δουλειές των αλλονών. Κ' +επέρναε τον καιρό της να κρένη και να ξεστομίζη σκόλια για κάθε τι. Η μεγαλείτερη +δουλειά της ήτον να λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκόμια για τον καθένα.</p> + +<p>Άμα έβγαινε το πουρνό απ' την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε +ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων' εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά απ' το σπίτι +της, κ' έπιανε λακριντί με της γειτόνισσες. Της καθημερινές έκανε και τη ρόκα της, +εδούλευε κ' η γλώσσα της, σαν να έκαναν ζευγάρι τα δυο. Της Κυριακές, που +έβλεπε και πλειότερον κόσμο (γιατί το στερνό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο +σοκάκι κατά το γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της.</p> + +<p>Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια γιαλιστερή +βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε: «Κόρδα και φούντα, και +τάσπρα, πούν' τα;»</p> + +<p>Αν επερνούσε καμμιά νειόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια, που η +κορμοστασιά της δεν της εφαίνοταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι ανέμη, θα 'πω; +κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!..»</p> + +<p>Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν' τούτο, μαθές; πώς δεν την +εξεδίπλωσε η μάννα της; ...»</p> + +<p>Αν ήτον καμμιά ψηλή κ' άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη λαμπάδα +σπασμένη.... που το πάει ο μπάρμπ' Αναγνώστης μπροστά απ' τον παπά, που θα πη +το «Σοφία, ορθοί»;</p> + +<p>Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου +Άραμ 'ς (παραγκώμι ενός βαφειά του τόπου).</p> + +<p>Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να χτίση +άλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός (παρατσούκκλι του +πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια).</p> + +<p>Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια τάπαιρνε «κουτουριάρικα», και τάχε +σχεδόν μονοπώλιο, η γρηά Μορισίνα. Εκείν' η παροιμία που ακούσαμε απ' το +στόμα της: «Τρεις οπ' σ' έχω...κτλ.», ήτον μόνο συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο +πριν, όταν είχε γείνη ο αρρεβώνας, του ίδιου ταντρόγυνου, είχε 'πή: «Τα όρνια +παντρεύουνται, και τα στοιχειά βλογιούνται.... »</p> + +<p>Μια βραδειά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι +αρρεβωνιασμένων, οπού η μανάδες και των δυο κάτι παληά ψεγάδια είχαν, +φαίνεται, στην υπόληψί τους, η γρηά έξαφνα είχε ξεφωνίση:</p> + +<p> — Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ' πω!</p> + +<p> — Σε τι είνε ταιριασμένο, θεια Μορισώ; την ερώτησαν.</p> + +<p> — Να, πλειά π......ς γυιός, και π.....ς θυγατέρα· απήντησεν η +γερόντισσα.</p> + +<p>Μια χρονιά, είνε τώρα πολύς καιρός, ο καινούριος δήμαρχος που είχε γείνη στο +χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του Δήμου του φτωχού, για +να κάμη λέει, «αρτεσιανά φρέατα».</p> + +<p>Ύστερ' απ' ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ' έγειναν άχρηστα. Η +θεια Μορισίνα πήγ' ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της 'ς έν' απ' αυτά, και δεν +ηύρε νερό στάλα.</p> + +<p> — Παλαβώσανε και τα φτιάσανε, παλαβώσανε και τα χαλάσανε, +είπε.</p> + +<p>Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ' απ' ολίγο +σχωρέθηκε.</p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΕΛΟΣ</h3> + +<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λαογράφους μας<br /> + +ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ<br /> +εις 120 τόμους δεμένους αξίας δραχ. 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα</h5> + +<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ</h5> + +<p>ΑΙΣΧΥΛΟΥ<br /><br />Πέρσαι, Μετάφρ. Ιωάννου Ζερβού 1.50<br />Αγαμέμνων, +Μετάφρ. Ι. Γρυπάρη 1.50<br />Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1.50<br />Χοηφόροι, +Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50<br />Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1.50<br />Επτά επί +Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1.50<br />Ικέτιδες, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50<br /><br />Ολόκληρος ο +Αισχύλος εις 7 τόμους 10.50</p> + +<p>ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ<br /><br />Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1.50<br />Τραχίνιαι, +Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50<br />Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1.50<br />Φιλοκτήτης, +Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50<br />Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1.50<br />Ηλέκτρα, Μετάφρ. +Μ. Αυγέρη 1.50<br />Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1.50<br /><br />Ολόκληρος ο Σοφοκλής +εις 7 τόμους 10.50</p> + +<p>ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ<br /><br />Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1.50<br />Ιππόλυτος ο +Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1.50<br />Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50<br />Άλκηστις, +Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50<br />Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50<br />Μήδεια, Μετάφρ. +Α. Τανάγρα 1.50 <br />Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50<br />Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. +Τσοκοπούλου 1.50<br />Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1.50<br />Ανδρομάχη, Μετάφρ. +Γ. Τσοκοπούλου 1.50<br />Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50<br />Ηρακλής μαινόμενος, +Μετ. Κ. Βάρναλη 1.50<br />Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1.50<br />Ηρακλείδαι, +Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50<br />Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50<br />Ελένη, Μετάφρασις +Α. Καμπάνη 1.50<br />Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.50<br />Εκάβη, Μετάφρασις Ν. +Ποριώτη 1.50<br />Τρωάδες, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50<br /><br />Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις +19 τόμους 23.50</p> + +<p>ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ<br /><br />Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2. </p> + +<p>ΟΜΗΡΟΥ<br /><br />Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τόμ. 6 6. <br />Οδύσσεια, Μτ. +έμμ. Ι. Πολυλά, τόμ. 6 6. </p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ<br /><br />Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2. <br />Όρνιθες, +Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3. <br />Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 5. <br /> +Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. <br />Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου +2. <br />Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2.50. <br />Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. <br /> +Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. <br />Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. <br /> +Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50<br />Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη +2.50. <br /><br />Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. 27. </p> + +<p>ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ<br /><br />Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη 2.50<br />Κύρου +Ανάβασις, Μ. Δ. Αναστασ. τόμ. 2 5. </p> + +<p>ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ<br /><br />Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου 1. </p> + +<p>ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ<br /><br />Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβού, τ. 4 10. </p> + +<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ<br /><br />Άπαντα, Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμ. 6 13. </p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ<br /><br />Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού 3. <br />Ηθικά +Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα 5. <br />Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. <br />Μικρά +Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου 3. </p> + +<p>ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ<br /><br />Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλ. 1. <br />Ο περί +στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλ. 2. <br />Οι τέσσαρες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλ. 1.50. +</p> + +<p>ΠΛΑΤΩΝΟΣ<br /><br />Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου 1.20<br />Απολογία +Σωκράτ. Μτ. Α. Μωραϊτίδου 1.50<br />Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου 0.80<br /> +Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου 2.50<br />Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br /> +Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 3. <br />Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br /> +Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br />Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 2. +<br />Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50<br />Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου +2.50<br />Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη 2. <br />Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη +2.50<br />Ίππαρχος Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου 0.80<br /> +Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80<br />Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1. +<br />Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80<br />Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50<br /> +Πρωταγόρας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 2. <br />Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως 3. +<br />Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου 1.50<br />Ιππίας μείζων και ελάσσων, Μτ. +Ζάμπα 2.50<br />Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1. <br />Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, +τόμοι 2 6. <br />Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. <br />Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου +1. <br />Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα, τόμ. 2 8. <br />Ερυξίας Αξίοχος Αλκυών, +Μτ. Μάνεση 1. <br />Δημόδοκος Σίσυφος Κλειτοφών Ίων Μίνως, Μετ. Ν. +Καζαντζάκη 2. <br />Θεάγης περί Δικαίου περί Αρετής, Μετάφρασις +Λιμπεροπούλου 0.80<br />Επιστολαί και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα 2. <br /><br />Ολόκληρος ο +Πλάτων εις 38 τόμους 65.70. </p> + +<p>ΗΡΟΔΟΤΟΥ<br /><br />Μούσαι, Μετ. Α. Σκαλίδου, τόμ. 4 12. </p> + +<p>ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ<br /><br />Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή, τ. 10 30. </p> + +<p>ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ<br /><br />Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη 0.80. </p> + +<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<br /> +Εκδιδομένη υπό την διεύθυνσιν του Δρος Ι. ΖΕΡΒΟΥ</h5> + +<p> +<br /> +G. d'Annunzio<br /><br />Όνειρον εαρινής πρωίας (έκδοσις επί κοινού χάρτου). +0.60. </p> + +<p>Ed. de Amicis<br /><br />Σκηναί τον στρατιωτικού βίου. 2. </p> + +<p>Σ. Βασιλειάδου<br /><br />Αττικαί νύχτες 6. </p> + +<p>Αρ. Βαλαωρίτου<br /><br />Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 5. </p> + +<p>Γ. Βιζυηνού<br /><br />Το αμάρτημα της μητρός μου. 3. </p> + +<p>G. Chantepleure<br /><br />Τα Ιωάννινα πολιορκημένα 3. </p> + +<p>W. Goethe (Γκαίτε)<br /><br />Φάουστ. Μετ. Μ. Αυγέρη 4. <br />Βέρθερος. +(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 2. </p> + +<p>Ειρ. Π. Δημητρακοπούλου<br /><br />Η Υιοθετημένη. Μυθιστόρημα 3. </p> + +<p>Η. Van Dyke<br /><br />Διηγήματα. Μετ. Α. Μαρπουτσόγλου 2.50. </p> + +<p>Emerson<br /><br />Λόγια τον κόσμου. Μετάφρασις Θ. Χ. Φλωρά. 3. </p> + +<p>Η. Eckermann<br /><br />Συνομιλίαι Έκκερμαν με τον Γκαίτε. Μετ. Ν. +Καζαντζάκη. 3. <br />Επικτήτου Έγχειρίδιον. Μετ. Α. Καμπάνη. 0.80. </p> + +<p>Αρ. Εφταλιώτη<br /><br />Νησιώτικες Ιστορίες 3. </p> + +<p>G. Flaubert<br /><br />Ο πειρασμός του Αγ. Αντωνίου. Μετ. Κ. Βάρναλη. 3. +</p> + +<p>Ιω. Ζερβού<br /><br />Μύθοι της Ζωής 3. Ιστορία της ιδέας. Γαβατάμας +Αστάρης 4. </p> + +<p>Ε. Zola<br /><br />Η Ταβέρνα. Μετ. Χ. Νεοκλέους. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) +4.50.<br /> Η Γη. Μετ. Μπ. Αννίνου. (εκδ. επί κοινού χάρτου) 4.50</p> + +<p>Λουκίας Ζαδέ<br /><br />Όταν ήμουν στον πόλεμο 1.50. </p> + +<p>Γ. Ζαλοκώστα<br /><br />Τα άπαντα (εκδ. επί κοιν. χάρτου). 3.50. </p> + +<p>Θεοφράστου<br /><br />Χαρακτήρες. Μετ. Μ. Σιγούρου. 1. </p> + +<p>Θεοκρίτου<br /><br />Ειδύλλια. Μετ. Ιω. Πολέμη 2. </p> + +<p>V. Hugo<br /><br />Φιλοσοφία και Φιλολογία. Μετ. Γερ. Βουτσινά 2.50. </p> + +<p>Η. Ibsen (Ίψεν)<br /><br />Οι βρυκόλακες. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. <br />Το +σπίτι της κούκλας. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.40. </p> + +<p>Ν. Καρβούνη<br /><br />Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας 4. </p> + +<p>Ι. Κονδυλάκη<br /><br />Ο Πατούχας. 3. </p> + +<p>Διον. Κοκκίνου<br /><br />Γρίμποβο, Μπιζάνι, Γιάννενα 3. </p> + +<p>Ανδρ. Κάλβου<br /><br />Η Λύρα.2. </p> + +<p>P. Calderon<br /><br />Ο Αλκάδης της Θαλαμέας.(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. +<br />Το στοιχειό. (επί κοινού χάρτου). 1. </p> + +<p>Δ. Καμπούρογλου<br /><br />Αναδρομάρης.3. Θρύψαλα.2. </p> + +<p>Λουκιανού<br /><br />Άπαντα. Τόμ. 6. Μετ. Ιω. Κονδυλάκη.18. </p> + +<p>G. Leopardi<br /><br />Ηθικά έργα. Μετ. Α. Καμπάνη. 3. </p> + +<p>Μ. Λιδωρίκη<br /><br />Πολεμικοί εντυπώσεις ευζώνου. 3. </p> + +<p>Μ. Maeterlineq (Μέτερλινγκ)<br /><br />Ο θησαυρός των ταπεινών. Μετ. Ν. +Καζαντζάκη . 3. </p> + +<p>Μουσαίου<br /><br />Ηρώ και Λέανδρος. Μετάφρασις Σίμου Μενάρδου 0.70. +</p> + +<p>Moliere (Μολιέρου)<br /><br />Τα ερωτικά πείσματα, Μετ. Ν. Ποριώτη.1.50.<br /> +Ταρτούφος. Μετ. Ιω. Σκυλίτση (έκδοσις επί κοινού χάρτου. 1.20.<br /> Αγαθόπουλος ο +Ξηροχωρίτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.80.<br /> Αρχοντοχωριάτης. (έκδοσις επί +κοινού χάρτου). 1. </p> + +<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ</h5> + +<p>Σ. Μελά<br /><br />Το άσπρο και το μαύρο. Δράμα. 1.50.<br /> Πολεμικαί σελίδες, +από τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον 1912. 5. </p> + +<p>Π. Νιρβάνα<br /><br />Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια. 2. </p> + +<p>Fr. Nietzsche (Nίτσε)<br /><br />Η γέννησις της τραγωδίας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. +3. <br />Ο Ζαρατούστρας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 4.50.<br /> Γνώμαι και περικοπαί. Μτ. Ι. +Ζερβού 3. </p> + +<p>Γρ. Ξενοπούλου<br /><br />Στέλλα Βιολάντη 3. <br />Ο κακός δρόμος, κι' άλλα +καινούργια διηγήματα 3. </p> + +<p>Κ. Παλαμά<br /><br />Τα Πρώτα Κριτικά. 3.50.<br />Οι Καημοί της +Λιμνοθάλασοας και τα Σατυρικά Γυμνάσματα. 2. </p> + +<p>Αλεξ. Παπαδιαμάντη<br /><br />Η Γυφτοπούλα. 4. <br />Η Φόνισσα. 3. <br />Η +Μάγισσες. 3. <br />Πασχαλινά διηγήματα. 1. <br />Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. 1. +<br />Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα 1. <br />Ο Πεντάρφανος 3. <br />α ρόδιν' ακρογιάλια. 2.50. +<br />Η χολεριασμένη. 2.50. <br />Η νοσταλγός. 2. <br />Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη. 3. +<br /><br />Τα άπαντα 26. </p> + +<p>Rene Pyaux<br /><br />Η δυστυχισμένη Ήπειρος 3. </p> + +<p>Edgar Poe<br /><br />Ιστορίες αλλόκοτες. Μετάφρασις Ν. Σπανδωνή. 3. </p> + +<p>Π. Ροδοκανάκη<br /><br />Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο 2. </p> + +<p>Ernest Renan<br /><br />Οι Απόστολοι. Μετ. Μπάμπη Αννίνου. 5. <br />Βίος του +Ιησού. Μετάφρασις Α. Καμπάνη.<br />Ο Αντίχριστος. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. +</p> + +<p>Εμμ. Ροΐδου<br /><br />Συριανά διηγήματα. 3. <br />Διηγήματα. 3. <br />Κριτικαί +μελέται. 3. <br />Είδωλα. 4. <br />Μελέται φιλολογικαί, καλλιτεχνικαί, φιλοσοφικαί. 4. +<br />Πάρεργα και παραλειπόμενα. 4. <br />Το πνεύμα τον Ροΐδου. 3. <br /><br />Τα άπαντα. Δραχ. +24. </p> + +<p>Jean Richepin<br /><br />Ισπανικά παραμύθια. Μετ. Ν. Ποριώτη. 3. </p> + +<p>Σιεγκίεβιτς<br /><br />Quo vadis ? (Πού υπάγεις;). 5. </p> + +<p>Σαιξπήρου<br /><br />Κοριολανός. Μετ. Μ. Δαμιράλη. 2. <br />Αντώνιος και +Κλεοπάτρα. Μετ. Μ. Δαμιράλη 2. </p> + +<p>Δ. Σολωμού<br /><br />Τα Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 2.50. </p> + +<p>Α. Schopenhauer<br /><br />Συγγραφείς και ύφος. Μετ. Α. Ζάρκου.3. </p> + +<p>Η. Taine<br /><br />Φιλοσοφία της τέχνης εν Ελλάδι. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50 +<br />Φιλοσοφία της τέχνης εν Ιταλία. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50. </p> + +<p>L. Tolstoi<br /><br />Η Αναγέννησις. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. <br />Η Νέα +ζωή. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. <br />Σονάτα Κρόϋτζερ. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2. + Η Ανάστασις. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. </p> + +<p>Γ. Τσοκοπούλου<br /><br />Η Θεατρίνα. 3. </p> + +<p>I. Turghenieff<br /><br />Το ξένο ψωμί. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. </p> + +<p>Δ. Ταγκοπούλου<br /><br />Σκόρπιες μολυβιές. 2. </p> + +<p>Κ. Χρηστομάνου<br /><br />Η Κερένια κούκλα. 3. </p> + +<p> +<br /> +Τιμάται Δραχ. 2,50. </p> + +<hr></hr> + +<p id="fn1">1)Το δεύτερον συνθετικόν της δικαστικής εννοίας αυτού βοηθού ή +γραφέως αρχείου «κλερκ» είνε παρεφθαρμένον εκ της ελληνικής λέξεως +κληρικός. Αρχήθεν η λέξις εσήμαινε τον βοηθόν ή ψάλτην.<a href="#ref1" +title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id="fn2">2) Όρα το διήγημα <b>η Γλυκοκαρδούσα</b>, εις τον β' τόμον των +<b>Οψίμων (;)</b><a href="#ref2" title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id="fn3">3) Ο Κάρολος Λεβέκ εν τη «Επιστήμη του Καλού».<a href="#ref3" +title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id="fn4">4) Η έννοια του αρχαίου επιγράμματος είνε: Ειπέ ότι την αγαπώ θα +το πω.<a href="#ref4" title='πίσω'>↩</a></p> + +<p> +</p> + +<p> </p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of Project Gutenberg's Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA *** + +***** This file should be named 33354-h.htm or 33354-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33354/ + +Produced by Sophia Canoni and George Canonis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + diff --git a/33354-h/images/cover.jpg b/33354-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..25a586f --- /dev/null +++ b/33354-h/images/cover.jpg diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..57081a1 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #33354 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33354) diff --git a/old/20100805-33354-0.txt b/old/20100805-33354-0.txt new file mode 100644 index 0000000..95943b3 --- /dev/null +++ b/old/20100805-33354-0.txt @@ -0,0 +1,5838 @@ +The Project Gutenberg EBook of Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Sick from Cholera + Published after death + +Author: Alexandros Papadiamantis + +Release Date: August 5, 2010 [EBook #33354] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA *** + + + + +Produced by Sophia Canoni and George Canonis + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been +changed otherwise. Words in bold characters are included in &. +Square brackets [] or question mark indications (;) of the +original have been kept. Some footnotes have been placed +at the end of the book. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. +Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει +ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. +Οι αγκύλες [] και τα ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου. +Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου έχουν τεθεί στο τέλος του. + + + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ + + + +Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ + + + +ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ +Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915 + + + +Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ + + + +Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο +δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια +διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της +οικογενείας του μετά τον θάνατόν του. + +Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την +έμπνευσιν και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του +μεγάλου διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν +θέλγητρον, το ότι μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την +αφανή επιμέλειάν του περί την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του +διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως, όπως π. χ. εις το δεύτερον της +σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά δύο παραλλάσσοντας +τρόπους. + +Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα, +όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή +φράσις αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που +μας επέβαλε την έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων +του Παπαδιαμάντη και όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί +πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον +ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς το κοινόν. — Αι κατ' +εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν φιλολογικήν +συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν, γίνονται +αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της +παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή +και μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν. + +I. Ζ. + + + +Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH + + + +Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα +της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά +Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία. + +«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο +αδερφός μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που +βλέπεις που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια +μεγαλείτερος από μένα. + +Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών +χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες. +Θα ήταν τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα. + +Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη +χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου +Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με +τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι +Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον +κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε — και +δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα και το θανατικό. Κ' +έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλλαρία, +Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια και +τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι +φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που +φορούσαν κάτι σαν φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ' +εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον +αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε το λαό κ' εσκορπούσε ελέη +και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι. + +Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια +μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει. +Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η +στεφάνωσι. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα. + +Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους +μήνες μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν +μ' έπιασαν οι εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά +από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε +άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος, +κι' αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώση. + +Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην +Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα +απ' τους πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά. + +Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας +δεν ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην +εξοχή, κι' άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν. + +Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του +απ' το παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να +μου φέρη νερό. Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά, +ή φόβος τον έπιασε και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση. + +Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα +δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό. + +Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι. +Σηκώθηκα, επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν +καλλίτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ' +έψησα δυο-τρία και τάφαγα. + +Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα. + +Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα. +Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα. + +Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά +έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα +κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά. + +Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα, +με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα +της βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή. + +Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει +μαζί μου το κορίτσι μου από την κούνια...» + +Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα +επανέλαβε· + +«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το +ένα πρώτο για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα +γνώριμο... να τον αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο, +είχα σκοπό να γυρίσω πίσω στο σπιτάκι μου. + +Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν +μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους +Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε +παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου. + +Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η +κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από +μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την +πόρτα, φωνάζω· + + — Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί; + +Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά +στο παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται +να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε· + + — Κάμε της χούφτες σου. + +Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου +έρριχνε απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε +σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη +στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ' +έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας, κ' είπα· + + — Τι κάνουν μέσα; + +Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά. + + — Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον +στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη. + +Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή. +Εκεί μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο +Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η +ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση +και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η +γυναίκα του η νιόνυφη. + +Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της +καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί. + +Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα +περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας +μου, που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους. +Πριν φύγουν, ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό +τους. + + — Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το +παιδί; + + — Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω. + +Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι +και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος. + +Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια +μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν. + + — Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του +χεριού επάνω στην παλάμη μου. + + — Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου. + + — Πάμε μαζί, του λέω. + +Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς +τίποτε, άρχισε να φέρνη δυσκολίες. + + — Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου +δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι +τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα. + +Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να +του πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...» + +Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο +κυρ Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της +μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά +μένα. + + — Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ' +εμένα μαζί. + +Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν +χολεριασμένη. + +Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα. + + — Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί. + +Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα +κ' είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι +γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το +κρύψω, το ένα μέσ' την παλάμη μου, μα εκείνος το είδε. + + — Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω. + + — Δέκα, είπα εγώ. + + — Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς. + +Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε· + + — Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί; + + — Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί, +εσάς τι σας μέλει; + +Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται +να είχε σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού +έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη. + + — Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της. + +Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του +ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε +και ολίγα ρουχικά μαζί. + +Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα. + +Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής +συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη. + +Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους +έπλυνα τα ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι +μου, την Κατήγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση. +Την εχάδευαν κ' έλεγαν· «Πίκκολο! πίκκολο!» + +Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες +τους, εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι' +αυτοί καλοί άνθρωποι. + +Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε +στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ' +εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη. + +Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από +της υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην +Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια. + +Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά +στον καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το +δεκαπλάσιο». + + + +Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ + + + +Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την +αρμάδα του εις τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του +Βορρηά, όπου εξέσπων τ' άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον +εις το τέρμα Αλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο +γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα +τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν +επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον κόλπον. Επάνω στα +πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, Μαυροθαλασσίται, +Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, Βαρβαρέζοι, +Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη +αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και +άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων. + +Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις +δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους +προς αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως +γραμματέα του επί της φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον +αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο +στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα νησιά του Καστριού και τα +Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον Μικρόν Γιαλόν — ... +και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον Σώστην εις την +δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα μελτέμι +δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις +την ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του +χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου........ + +(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους +τρεις επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον. + +Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον +Μέγαν Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο +υγρός, εμαύρισε όλ' η θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια, +και περί την ακτήν του Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα +λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις +τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο ημερώτερος, εις το απάγγιο, +όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα μελτέμια τας ημέρας +εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε μελτέμι εις την +δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος +αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα +κύματα εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι +δειλινού — εις όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια +και τον Όλυμπον, τον Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις +έφθαναν εις το τέρμα διά να ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του +Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του +Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν κατά το βράδυ +στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του Καστριού, κ' +εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα +πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν +αράξει, κατ' ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου +μας, εις τα πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου +εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα. + +Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην +υγράν άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους +θαλασσίους, οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι +γυναίκες μυρολογίστρες επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του +γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι +λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά αθύρματα +των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου. + + — Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά +επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν +το θείον κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί, +— Ελάτε, ελάτε! — αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή +εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η +ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του πληρώματος, ύστερ' από +Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, Τουνεζηνούς και +Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι περί τους +150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι +Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που +επεσκέφθη επισήμως τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος +προεστώς του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του. + +Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις +δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον +είχεν υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως +γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον +αφέντην του, όσον πας τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε. + +Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με +τας κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του, +προήδρευε συνήθως εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι' +αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν +κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο συνήθως οι προεστοί. +Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του +ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να πειθαναγκάζη +τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής. +Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και +εγίνετο σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την +κολακείαν, αλλ' ήτο απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους +Αγάδες. + +Εν τούτοις, &κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς& ο Κουμπής. Την +χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει &στον νουν του Κουμπή&, ότι έπρεπε να +χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του +είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και +μοιχούς κρινεί ο Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την +Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να υιοθέτηση ξένον γέννημα (&ξένο κρειάς να +μη θρέψης,& έλεγε χυδαία τις παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια +μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το +βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά την τελευτήν του, +ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα +ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του; +Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς». +Αλλά κ' οι καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί +περιμένουν πότε να πωλήση άλλος τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα +χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα +κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης, +ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι άλλοι. + +Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του, +να μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον +αυστηρός άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη +μικρόν νινί, χαριτωμένον, αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα +γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15 +περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε +'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η αντικρυνή +του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή, +ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον +θείον είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση. + +Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον +βιάση με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους +Τούρκους — να τους στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο; +Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και +μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' αποκτήση, αν θέλη ο Θεός, +κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να καταπλεύση ο Πασάς με +την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε. + +Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του +Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν +εκδούλευσιν, και ο Τούρκος ναύαρχος του υπεσχέθη. + +Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με +έξ κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν +άνθρωποί του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι +τον ανήφορον — υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν +εις το Κάστρον, υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον +αγριόξυλον, παρά το χάσμα, όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου +έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την +Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς κατέβαινεν από τον κρεμαστόν +σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα πανοβράκια, με τας κεντητάς +βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το πρωινόν σερμπέτι του. +Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον είχε φέρει +πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός, +εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο +εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι +να νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον +είχε συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς, +Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ' +Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε +η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν +χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή γειτόνισά μας την Λελούδα, +επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη παρηγοριά από +σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να +σεργιανήσετε κι' όλας. + + — Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το +Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η +αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να +πάρουν αράδα της αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να +'ρθή μαζί μου. + + — Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου. +Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας +είνε και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ' +αγάδες; Έχουν άλλοι από μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ +είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να σας πειράξη; + +Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν +που της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του +συζύγου της. Ήτο απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται, +τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής, +φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της κόττας η λοφιά είνε αμαυρά +και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και +όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της +θηλείας εις τον άρρενα. + +Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την +παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου, +επειδή ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον +αέρα, ύστερ' από πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν +καλύβι της, επείσθη. Η Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν +τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήσαν και πολλοί ναύται +χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν και Τούρκοι, οπού +δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο +αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη +μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και +τα είχε καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και +δεν ετολμούσαν να πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα +πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι +«μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ της να ελπίση ότι θα +εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια +χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το +λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και +μικρό προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε +την Κουμπίναν. + +O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου +ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε: + + — Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα +πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα. + +Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν. + + — Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο +γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο +λοστρόμος Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη +φεργάδα είνε το ένα τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ' +επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι-Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την +Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατί θα χρειασθή, +θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που είνε άρρωστος από +μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει. + +Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν: + + — Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα +προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον +παπά-Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω +ορισμόν απ' τον Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι +(τάλληρον), και παραπάνω. Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με +σας τους παπάδες, πως δεν του έκαμα τον λόγον του. + +Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον +Προκόπιον, όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και +σκότος ήρχισε ν' απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς +δυσμάς, εφαίνοντο φώτα εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα +είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία. Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή +προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι [εκείνο], και κατόπιν είχον +μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι εκατηφόριζε αποτόμως προς +το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του Αγίου, κ' έβαινον +εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε πλαγινά +βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί +που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα +μοναξιά, δεν εφαίνετο ψυχή ζώσα. + +Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την +Κουμπίναν, και διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο +γυναίκες! — εις το μέρος αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν +βράχου, εις τον όχθον του δρόμου, ωμίλησαν ελληνιστί. + + — Σταθήτε! μη φοβάσθε... + + — Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου! + +Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν, +ο Κουμπής. + + — Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα μαζί +μας, Λελούδα. + + — Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η +Κουμπίνα. + + — Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. — Λελούδα, +έλα θα πάμε στην φεργάδα. + + — Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα. + +Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή +ότι προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της +απαγωγής. Η Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή +και εγκαρτερούσα, επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των +εικόνων και προσηυχήθη. Εις μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν +αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η Λελούδα και διατί δεν +επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη [απηλογήθη]. + + — Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε +κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ' +τον Κουμπή. + +Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του +θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον +πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος, +τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι +του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια των ώτων, εκστατικός, +φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ κωπηλάται, +όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά, +τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω, +επεβιβάσθη, υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες +ήσαν συνεργοί της αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν +επί της πρώρας, και ο έτερος ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις +το πηδάλιον. + + — Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής. + +Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους +οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα +έφθασε παρά το πλευρόν της ναυαρχίδος. + +Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον +θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί +τρία λεπτά, πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον +αλλήλους, εκύτταζον τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά +κατάρτια και τα πολυσύνθετα άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων +κρεμαμένων προς τα κάτω επί του πρυμναίου ιστού. + +Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον +συνήθη τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί +του βαθμού όπου είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την +εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο Καπετάν Πασάς επένευσε και +παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον αντιπροσωπεύση. + +Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του +θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να +συνέρχεται βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την +Παναγίαν με τον Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον, +ιεράρχην με πολιά στρογγύλα γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ' +ευλογούντα. + +Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους +επισκέπτας, εξ ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης +έβηξε, κ' έλαβε τον λόγον. + + — Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε +το βιβλίο σου. + +Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν +της καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας. +Ενεχείρισεν εις τον Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού +προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές. + + — Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν. + + — Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής. + +Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει, +φαίνεται λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει +να υπάγη στον Άι-Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο +κληματίδας λεπτάς απ' την πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε +τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον +εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της γυναικός του, περίσσευμα από +στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα τοιαύτα κοινωνικά +χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά εις βρέφη +— ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με το +λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να +στεφανώση τα νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή. + +Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας +εικόνος, έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν. + + — Έλα, αγάπη μου. + +Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή. + +Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος. + + — Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ' +εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν +αμοιβαίως. + +Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής. + + — Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου. + + — Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον +γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου. + + — Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού +βρίσκεται. + + — Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο +Κουμπής. + +Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε. + + — Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο. + +Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης +εστάθη όπισθεν του ζεύγους. + +Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που +εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της +ανομβρίας. + +Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ' +επεμβήκε. + + — Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες +βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου. + +Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν +ήρχισε να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν +την φοράν την Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας. + + — Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους +μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν. + +Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς: + + — Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν; + + — Την θέλω. + + — Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;... + +Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με +απλήν και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε +την κεφαλήν της νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και +περισσότερον είχε την αφωνίαν του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν. + + — Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του +στεφανώματος. + +Ο Ιερεύς είπεν: + + — Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον. + +Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε: + + — Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον +γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα. + + — Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο +ιερεύς. + +Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να +κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις. +Το βέβαιον είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.) + + — Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον. + +Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο +Κουμπής είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους +του. Εχρειάσθησαν εξ αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον +παράμεσον και έν εις τον μικρόν δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν +του στεφάνου, χωρίς να είπη: &Ευλογημένη η βασιλεία&. Άρχισε να +διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά, όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως +αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα ευλόγησε τα στέφανα και +υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα στέφανα. + +Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί +τους τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο +Φαναριώτης ήλλαζε τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις +μεγάλες κανονιές εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του +πλοίου. Όλον το πέλαγος εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και +ήλθεν από τον κρότον και τον κλόνον. + +Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την +βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν +υπό την πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η +σελήνη (ήτο ως επτά ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον +σταυρόν του και είπε: + + — Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν ραμαζάνι; + +Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο, +πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη +εις έν κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε +βλέμμα έξω, κ' ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει. + + — Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος. + + — Και τι θα πη ραμαζάνι; + + — Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός). + +Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα, +και δεν ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που +του έλεγεν η μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν +όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά, +στους βράχους και στα άντρα. + +Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού, +η Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους +κανονοβολισμούς, και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν +των. + + — Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με +γυιους, Κουμπή. + +Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι, +εντός δύο ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι +δεν θα ήτο πιθανόν να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της +ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να +υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός αντικρύ, εις το μικρό +σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει η +Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου +ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα +εικονίσματα. Η Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του +κανδηλίου. + +Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε: +«Καλύτερα, ας έλθη, να της το ζητήσω». + +Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή +το ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά +πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου, +είχε προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε +σπουδαίαν υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά +την νύκτα. Όθεν ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν +τας πύλας του φρουρίου. + +Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά, +υπομειδιώσα και τους ευχήθη: + + — Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή... + + — Πώς ξέρεις; + + — Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε. + +Εστράφη προς την Λελούδαν. + + — Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε; + +Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε: + + — Να με σχωρέσης! + + — Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην +Κουμπίνα. + +Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας +του πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε: + + — Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα σου, +τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις +και σύρε να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα +στείλω μαστόρους να το μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε +περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης καλά με την Κουμπίνα. + + — Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την +Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης +να καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης. + + — Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη +δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του. + +Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ +του στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται +μέχρι σήμερον Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα +ανέθρεψε, τον Κονόμον (Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον +Θωμάν και άλλας τόσας θυγατέρας. + +Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν +επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν +πρωί, να υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του +είχε παραθέσει επί του καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ' +επάνω εις την βίαν και τον φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα +έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα του Κουμπή, αντί να βάλη +ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με πλατείας +κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι +δημογέροντες] έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής +το εφόρεσεν εις το θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του +κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό +ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν του, και εξήλθεν. + +Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το +λάθος. Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες +υπεψιθύρισαν, κ' εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν. + +Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν +και τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν. + +Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση +την Λελούδα. + +Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και +ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον +γάμον της, κ' ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν. + +Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν. + +Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον +της Λελούδας. + + — Παληοβρώμα!... + +Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας +του. + + — Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω +στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα +συστήματά σου, Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου, +σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή μου, έλεος! + +Ο Κουμπής εκάμφθη. + +Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα +τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου +Δημητρίου, σιμά εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον +τεράστιον σχοίνον, κυρτόν εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ +λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και τόσον ζωηράν εικόνα του +Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού. + +Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων +της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα, +ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της +Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών. + +Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει. + + + +ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ + + + +Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με +το βορεινόν παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν +πενιχράν, καθάριον οικίαν, όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως, +πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις +τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί +εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα πλάσις δι' εμέ. + +Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον +χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων, +η φωνή της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης, +ψαλλούσης με παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον: + + Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό, + με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό σταυρό. + +Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει, +όχι μόνον αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και +τώρα, ύστερον από τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα +όσα μυθολογεί ο θείος Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον +Πίνδαρον — μία μικροσκοπική, αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός +ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα σαρκός ή χώματος και να +μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα· και να σηκώνεται +λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά μαλλιά, και να +ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα +κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να +τραγουδή: «Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;» + +Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες +ότι η θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των +παλαιών αμαρτιών την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας +ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και +ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά +μόνον αναμιμνήσκεται; + +Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν +απέθανεν έν αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον +εγοητεύθη από το θέαμα των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και +θυμιατών, και των πολλών ιερέων με τας στολάς των και του πλήθους του +λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον ανέκραξε: + + — Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον +Παναγάκην! + +Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον +είχον παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του +χειμερινού θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις +την αυτήν εκείνην οικίαν με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί +ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα, μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν' +αποσείσω τον πρωινόν ύπνον. + +Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του +παιδιού εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον +του έτους 188..., μίαν πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη +τας χιόνας. Η μητέρα της, η Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η +Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά +σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον κατέλθει νήπια εις +τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν· τελευταίον +έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου +ο λόγος. + +Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος +εις το «Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν +ήδη την τέχνην του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα +σήμερον της Ξενούλας και δύο άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το +παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο μάστρο-Παναγής, όταν είχε +δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν ημεροκάματον, πλην είχε +περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η αρρώστειες, οι +γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με πολλά +βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το +υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το +παιδίον ήτο αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως +ήρχισαν τα κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν, +βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα +εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία, στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο +Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως. + +Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει +από της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον +αρχόντισσα παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη· +μία ήτο πλουσία εν ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και +αυτή. Και όμως αύται την εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η +αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά +πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται χρήσιμος προς αυτήν και +της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η τωρινή, την απέπεμψε +με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της. + +Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας +κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά +εμάλωναν κάθε μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν +δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις +εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις ήθελαν το καλό, +αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν +μάγια. + +Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον +σεβασμίου ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας· +έπειτα ελογομάχησαν με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν +πόλεμον εναντίον εις την άλλην αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με +την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός +τόσων τέκνων, της Ζουγράφως. + +Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν +και ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ, +μεσημέρι και βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας +τους, κ' εξεσκουφώνοντο, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο +«να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά. Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το +παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . .. ποδαρούσα, την άλλην +εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην αναρούσα, [ξωτικό] την +άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον ονοματολόγιον. +Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι, χωρίς να +τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό +σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις +τo Λεξικόν των αθησαυρίστων. + +Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς +γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί +άλλοι εκ της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της +ξετρελλαίνουν περισσότερον. Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω, +ανέβησαν εις το δώμα, κατά την συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά +τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να εκκοκκίζουν και το +κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των. + + — Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ' +τσ', Παναϊά μ', τα μάτια. + + — Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η +γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί. + +Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν, +ήτις πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο +ματάκια είχεν, αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον +Γιάννην και τον μικρόν Στέλιον. + +Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το +άρρωστον μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της +Ζουγράφως, έτρεξε με όσα ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η +γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο +γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο αργά· δεν ίσχυσε να +σώση το παιδίον. + +Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την +πρωίαν του Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η +Πλουσία, η δευτερότοκος αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη. +Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της +ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από πάμπτωχον οικογένειαν. +Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην, πλουσία κατά την +υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας γυναικείας +τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189... +όταν είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη +αντειρωνείαν της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος +και ευκατάστατος, όστις της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της +περιουσίας του. + +Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την +μαρανθείσαν νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον +ξενιτευμόν των αρρένων αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά +μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι' ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ' +έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το οποίον ήλθε να παραλάβη είς +ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να το προπέμψη· την +δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την ελαφράν +εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου +όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από +τον Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν +τα ουράνια αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας». + +Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε +κτισμένη επί των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις +υπέροχον λοφιάν υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας +ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής +όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη τραγουδεί το «καράβι- +καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα τα μαλλιά της +η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία +καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας, +και μέχρι των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον +και από πέτραν ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το +πικραμμένον χλωμόν στόμα της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο, +κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος των βράχων, κατακυριεύον όλας +τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον καρδίας και όμματα, +καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας. + +Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά +Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον +ξύλινον της Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο +μάστρο Κ... ο πατήρ του εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας, +όστις τον είχε φέρει, αφού παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά, +τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της πεζούλας εις την βάσιν ενός +γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την πενιχρότητα της +παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του) κ' επήγε +να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια. + +Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον +μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην, +επάνω εις το ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα +της ημέρας, ως στήλαι ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία +μαυροφόρα, και μία με πολίτικην μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος +«λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν +γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν της προς τα άνω, και +ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία πικρόν +μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών +ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και +επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι +της Ζουγράφως. + +Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το +Κοιμητήριον της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα +το διηγηθώ παρακάτω όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από +πολλών χρόνων, είχον προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των +αγνώστων. Είχον &εξιπασθή&, επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της +δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα». +Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο-Σταύρος ο Κακαβάρης, +αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις τον τόπον από +την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την αρχήν +του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά +την αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ +γονέων καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την +μεγάλην ήπειρον, αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων +μεταξύ ερειπίων και συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των +Τούρκους αγάδες, πλούτου κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν +τας αδελφάς των Σουλτάνες, χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των +αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο-Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον +προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του πενθερού του, αγροίκου βοσκού +εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η θύελλα και ενυμφεύθη την +σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε τον αδελφόν του όχι +Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά το Αιγαίον. +Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη +ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του +πάππου του του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το +Πανεπιστήμιο. + +Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη, +υπερηφανεύθη και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο +της τρέλλας μετεδόθη βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η +γραία είχεν αντισταθή εις το μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε +και αυτή. + +Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα +πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι +ο Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα +ήρχετο να την ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι +του Διαδόχου του Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά +και τα εξέφεραν μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι +μεν νέοι και τα κοράσια εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε +γεροντότεραι και φρονιμώτεραι γειτόνισσαι τας επετίμων, +συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας. Διάφοροι άνθρωποι +αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν ταύτην, +διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν +αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και +πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία +γράμματα, τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς +είσπραξιν εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ +των γειτόνων η γραία Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν +αυτά, αλλ' εκείναι ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί +με όλην την γειτονιάν και με όλον τον κόσμον. + +Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από +τας Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον +Διάδοχον, εθύμωσαν και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε +μανία των επετάθη, όταν έμαθον ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας +Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το δόγμα καταγομένην εκ +Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος, χαΐρι και +προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη! + + — Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ +(εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της +χελώνες. + +Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει +και άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την +οικίαν μάντεις και τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν. +Είχον υπάγει εις μάγισσες, να κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον +Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην. Είχον απομακρυνθή από τα θεία +και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν ηθέλησαν να κάμουν μίαν +λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν σηκωθή, +εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον +μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον +παπάν να μη λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο +ότι συνήντησαν καθ' οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού +καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται». + +Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους +βρυκόλακας. Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα +καθήκοντά του ως πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε +πολιτοφυλακής ταύτης τα καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της +10ης και του μεσονυκτίου ανά τας συνοικίας της μικράς πολίχνης, και +εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του μεσονυκτίου και της πρώτης +ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς, επί της κτιστής +μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω, μετά την +διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του, +ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον +προς δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον +ημίονόν του, διά να ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από +το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν +είχε λάβει αφ' εσπέρας από την δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν, +αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως. Ήτο την νύκτα της τετάρτης, +περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν του μικρού +Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα αυτού +δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν +δύο γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της +νυκτός, εις το οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της. + +Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από +απορίαν παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς +το μέρος όπου είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε +πλησίον του νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη +φθίνουσα έμελλε προς όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο +μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον εις τον περίβολον, να ίστανται προς +στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο Γιάννης της Στάμαινας +εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης λοφιάς του υψώματος +και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν. + +Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον +τοίχον-τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της +στερεάς. Η άλλη η δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος +ο περίβολος των νεκρών έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς, +όπου προς το νότιον μέρος εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την +θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν +ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς υπήρχεν εντός, [Ούτε +οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί υψηλοτέρου +οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του +ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον) +εξυπνήση τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος +και φρικίασιν εις τα οστά του τολμητίου. + +Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο +Γιάννης της Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ' +ολίγα βήματα τας αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα. +Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα +εστάθησαν. + +Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο +χαμηλότερον, φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ +το άλλο κτίριον έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και +κονία είχον εκπέσει από την κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο +και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή άνθρωπος και να εισέλθη. + +Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*) + +*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ, +ατελές. + + + +ΔHΜΑΡΧΙΝΑ ΝΥΦΗ + + + +Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα +μεγάλα βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και +χωριστά άλλα μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο +μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης, όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν, +δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε +πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν δίστιχον: + + Ήρθαν τ' ανθρωπάκια + απ' τα καραβάκια. + +Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι, +Γιακουμπαίοι, Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο +διηγούμενος ταύτα επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι, +Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι, Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και +λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να εκλεχθή εξ άπαντος, εις την +επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος Αγγούδης, +νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος, +φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε +«κριθάρα», κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών +υποστηρικτών του), και ο μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και +ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, με τόσην φοβεράν επιστρατίαν +ναυστολικού και πληρωμάτων. + +Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην +αυτήν των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν +εν χορώ να τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο +ιστιοφορικός στολίσκος της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο +καράβι, του καπετάν Αλέξη Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο +εις την συνάντησιν των σκαφών των ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας +εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι' όλου του εκλογικού +αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν ούτε εις +τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν. + +Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε +πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις +τους δύο [τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την +στέγην, και ίστατο εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα, +αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα +με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους μεμακρυσμένους βράχους και +τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, ούτε ως πτερόν γλάρου, +ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον καλλικατζούνας· ούτε +όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας, ούτε εκείθεν +του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν +ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και +κατέθετε το κιάλι το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν +συντριβή και ανεκλίνετο εις τον σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και +ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η Αρχόντω, αυτή και η +εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, μη +έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον +Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή +οικία, μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις +τα Σχιναδέικα, επί αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω +Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού +μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί των οποίων ανεγινώσκοντο +ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα γράμματα του +Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος αυτούς +ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν +Ελλάδα, την μητέρα των. + +Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού +ήτο εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι, +είχε δώσει υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή, +εξημέρωνε το Σάββατον, την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των +εκλογών, και το καράβι δεν εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το +παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και βαρειαναστέναζε». + + — Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της. +Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα... + + — Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω! + + — Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν, +ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση. + + — Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω. + +Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε. + +Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η +καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση, +αίφνης της λέγει: + + — Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα; + + — Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε +καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να +πάρη την Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα +μάτια της η καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η +Γκότσαινα της λέει· κι' αν φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ' +ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα χρονών να είνε, κατέβασ' ένα +'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να το κρατή ώρα +πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε στιγμή +απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ' +αρωτήσης, τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή +βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή αβούλιαχτο. + + — Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω. + + — Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η +Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως +ένδεκα χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε +το 'κόνισμα στα χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ' +ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της είπε· βλέπω το καράβι που +αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, κι' ο καπετάνιος +στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις, +ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε. + +Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε: + + — Πας να την φωνάξης; + + — Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται; + + — Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν. + + — Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι. + +-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις +πόρτες παραπέρα είνε. + + — Ας πάω. + +Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον +και την ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού +εκάλει την κόρην του καπετάν Λυμπέρη. + + — Χ. Έ, Χ. + + — Τι είνε; Ποιος φωνάζει; + + — Κατέβα να σου πω. + +Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον +δρόμον, της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν +παραγγελίαν: + + — Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα. + +Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα +σκαλοπάτια της οικίας του καπετάν Αλέξη. + +Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον. + +Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν +εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η +Λυμπέραινα, είτε διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας +του θυγατρίου, είτε μάλλον διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα +εις την διεξαγωγήν της μαντείας, έφθασεν εις την οικίαν της +Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, καθημένη αντικρύ της +μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από κούρασιν ή ζάλην, +την ερωτά: + + — Τι βλέπεις; + + — Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά, +θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα +κύματα, που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά. + + — Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η Αρχόντω. + + — Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις +νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως +τρεις δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω +στα βράχια, που πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα, +πάλι τους πετά εμπρός, τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι +νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι, μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να +πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι έγειναν... Οι δύο επήγαν +στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, φαίνεται +σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά, ως τρεις +πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς). + +Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας +επήρε το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον +άλλοτε και ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα +επινίκια. Χαρά και αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την +αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως +τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα +λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με κλαρινέττα, φυσώντες και +χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν, προεξάρχοντες της +βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των, και παιδιά +ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια +[τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας +(αγέλης). + +Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως +έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της +Χαλκίδος, κ' εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και +μεγάλα έργα. Εν πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την +βρύσιν του Προφήτου Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν. +Είκοσι χιλιάδας δραχμών εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος· +πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το +μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον οι εκλογείς του πίνοντες +νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν υγιεινά. Τι θα +του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας +χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν +εις τον τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς +τούτο όλοι οι πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα +έχανεν ο άνθρωπος την πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου) +προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών εις χείρας του. Και η μεν +«Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του Προφήτου Ηλιού +έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη Χάνεσαι» +εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν. +Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων +η μία άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν +Ελλάδα, κ' η τρίτη εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την +πόλιν διά δεκατριών φανών, διά να βλέπουν την νύκτα όλοι οι +νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν όλοι οι εργατικοί, +όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον των. + +Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν +του κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον +πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως +κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους και παννυχίδας με την νεολαίαν του +τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν», καθώς έλεγεν ο Διοματάρης, +κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή πλουσία δεν ημπόρεσε να +βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και μετ' ολίγον +καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος. + +Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε +τον σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας +προκαταβολάς των. Και πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον +αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά. Ολίγον κατ' ολίγον, αφού +συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης μετεκόμισε την +δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις την +πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να +κατεβάζη από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού. + + + +ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ + + + +«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία, +επιθέσει και απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ. +Κανταραίου επί καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις +Κωνστ. Στ. Κανταραίου, κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει +οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή». Όλ' αυτά τα έγγραφα και +πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, πρώην +ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών, +&ταουνκλέρκ& (1), όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της +Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ' +αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και χωρίς να προσέξη εις το +πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον πολλοί, (καθότι +ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν +εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των +αγροζημιών των γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και +ακουσίως ανεπόλει τον Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη, +μεγαλοβοσκόν, με αγέλην επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα· +αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις +απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος +ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός έμελλε να γείνη +ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν, επαρουσίαζε +πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου +τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και +να τα συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ +είμαστε». + +Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του, +τον Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον +είχε στεφανώσει. Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου +μας, ο αλησμόνητος Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος, +είρων, με το τσιμπούκι του και θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του +ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν +υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου είχεν αρχίσει να μαθητεύη +ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή και «γλυκόκαρδη», +&σουήτχαρτ&. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά τρία έτη να +λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της (2) χείρας, πριν γείνη +ακόμη είκοσιν ετών; + +Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους +μηνύσεις, τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια +θεσπίσματα», και τας κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι +υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον. Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν +κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι. +Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους κάμπους της νήσου +[γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και αμπέλους +και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις +μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας +χλοεράς τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την +Καναπίτσαν, εις τον Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της +Κουκουναριές, το ωραίον άλσος των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η +ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα του δήμου, την οποίαν αυτοί +πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον, λέγω, είχον πληθυνθή, +ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός κακήν μανίαν +και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς +μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των, +δεν έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι +και ανεψιοί, εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο +Κανταρόπουλα· δεν κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας +είχον διά να καταπατήσουν σιμά στα σύνορά των, — τους +Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους και +Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου. +Αν τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον +θείον και καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την +ευχήν ή την κατάραν του Δημάρχου. + +Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία +οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον +Προφήτην Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα +έτη προ του 21, σιμά εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος +ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη +εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και εξωμερίτης, ήτοι +γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον λείψανον +της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων. + +Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως +αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το +«εν τη μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά +τις την κάπαν του, ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και +στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες +διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι +«γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι. + +Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να +«κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης +και θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον, +γεμάτον, την κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν +σου κυρτήν, αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον +πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι +σχεδόν καλοί δουλευταί κ' ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους +εισπράκτορας και καταπροδίδοντες αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η +&αμάχη&, η οργή και κατάρα του Θεού. Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν +αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον Κάνταρον με το τουφέκι +εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος παρεμόνευε +τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον +τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με +την πάλαν και τον έρριπτε κάτω. + +Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από +την πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον +καιρόν εκείνον, δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο +Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος, σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο +Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών, ίσως διότι έκριναν ότι +υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν, ο νεώτερος +εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν +της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και +τον έφαγε με το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ, +αλλ' αντιστρόφως ως προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν +τον βρόντον και τον συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το +θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο σταθμός του Τούρκου, του &Γιαορκητζή&, ή +τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον. +Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον +κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε προς την +ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την +θάλασσαν. + +Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του +πελάγους, θ' απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον +υγρόν διάστημα; Πότε να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ' +ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ' ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ. +— του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν. Πλην δεν έλειπαν η +ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν αποκάμει, κ' είχε +πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον πλοίον +ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και +όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων. + +Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της +λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον +— ότι ήτο άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και +μερικοί χριστιανοί προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο +με τους αρματωλούς και τους κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι +άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη +τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά τολμηρός τόσον +πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως +τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι. + +Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το +πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις +το άλσος των πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν +αφήσει πολλάς θείας, εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς, +οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον +γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον ευπορίαν αγροτικήν +και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους, +συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων. + +Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο- +Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε +κλέμματα και αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ +και ήτο πολύ προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην +του, και θα ηδύνατο και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον +Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό». «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος +ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού +του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της προικός την οποίαν +στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε +κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα +εκαλλιέργησε. Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν +υιούς, τον Στάμον και τον Δημήτριον, και θυγατέρα, την +Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης. + +Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του + +(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές + + + +Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ + + + +Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο +όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον +τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή +κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας +του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος — +επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν ως σκούνες και +τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι είχε +συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να +βάζη την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα, +κι' αυτός ν' ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς +γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο +παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν +αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος +ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν +ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον συνήθιζε κατά κόρον +ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο +βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το +πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν +είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή +ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το +συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να είπωμεν την μαύρην +αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον αυτή η +στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως +ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την +κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον +όμως η κλεψιά του έβγαινεν εις καλόν. + +Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και +εις την πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα +καπετανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε +παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα. +Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή «μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι». +Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι +προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις +παραβολήν;» + +Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την +εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην, +κοκκινομαλλούν, χονδρήν ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν +διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη +τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απαστύλωτη» «αναφάνταλη», +«αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ' ακόμα, σχεδόν πενηντάρα, +να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς +κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως θα +ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι, +ποτέ δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε. +Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται +δεξιά». + +Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται όλα δεξιά, +αφού ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και +την επήρε χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως +τον δέκατον μήνα μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά +να κυοφορήση, να φέρη έν βρέφος εις τον κόσμον και ν' αποθάνη λεχώ), +η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν +νύκτα, να ανοίξη το έρημο κι' άχαρο σπήτι της μακαρίτισσας, (το +οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος διότι επέζησε το νεογνόν), να κλέψη τα +νυφιάτικα ρούχα της νεκράς και να τα φορέση; Απ' εδώ φαίνεται ότι δεν +είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στο νου της, και +της ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό +ποδαρικό» διά τον σύζυγόν της. + +Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχαν ξεχάσει πλέον +όλα τα παλαιά παραγκώμια και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το +όρνεον εκείνο, ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν +τ' άλλα αρπακτικά, κάθηται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη +μορφή του συγχέεται και γίνεται έν με το βάθρον και με την σκοπιάν +του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα του, και τα +καϋμένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν +εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το +σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι +επιχειρήσεις του Στέφου. «Σαν τ'μπούφ του π'λί». Όπως στον μπούφον το +πουλί. + +Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή τους +λιμένας του Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε +ναύλον. + +Άλλοι ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον +τους καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι +άλλοι εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι +άλλοι δεν εγλύτωναν από «σταλία», την άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός +εξεφόρτωνεν αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις +την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν, εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη. + +Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον, +ξωριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της +νήσου. Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των +Ναυαγίων επιτροπή το έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το +επεριφρόνησαν και μόνος ο Στέφος προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν +αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην +ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος γριπάρης, και +προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το +ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη +εις τον καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού +το παρέλαβε, το έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας +του χειμώνος εκείνου συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους +αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του +επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το πλάγι ενός βουνού, εις το +μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος έδωκε τρεις λίρας εις +πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να +καλλιεργήσουν το κτήμα και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάληψαν +άφθονον βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης +δεν είχε παύσει ν' ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του +δεν έτυχε να κτυπήση εις την θαυματουργόν φλέβα! — Τινές είπον, ότι +ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως +ήτο υπερθεματισμός. + +Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό +της ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα, +διηγείτο τον βίον και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων +της. + + — Κλεφτρίνες, πλειο, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'! Τ' ακούς εσύ, +όποτε έφερνε μπόρα, κι' όλες η νοικοκυράδες κι' η αργατίνες η +παρακατινές, που μάζευαν της εληές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά +τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το χωριό, αυτές η δυο μαυροφόρες, η +Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα, η μάνα της, έπαιρναν της κόφες τους κ' +έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλειο.... + +Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάνα του, κ' η κυρούλα του. +Από αυτάς είχε λάβει, ως φαίνεται, το μυστικόν περίαπτον της +ευτυχίας. + +Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τες παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν +εκτεθή εις το καφενείον Λασκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μίαν εικών +(αυτοφυούς ζωγράφου, μάλλον χρωματιστού), ναύτου, ήτις παρίστανεν επί +μακράς οθόνης τεραστίαν σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί +των κεραιών της εφαίνετο μία περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου +με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων +πτερωτών, τα όποια έπιπτον εις το χάσκον στόμα. + +Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγένοντο. + + — Θα είνε τελώνιο, που εκάθισε στα πινά της σκούνας, έλεγεν ο είς. + + — Θα είνε θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος. + + — Είνε θαλασσαετός!.... είνε σακκάς, πελεκάνος!.... + + — Είνε γλάρος!... + + — Μωρέ είνε μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός. + + — Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο; + +Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής επεριμένετο να φθάση, +διά να κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν +εφάνη. Η μεγάλη σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' απ' τα δυο νησιά να +εισέλθη εις τον λιμένα. Τι έγεινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν +Στέφος κ' επόδισε πουθενά; Θα ήτο απίστευτον. + +Όλοι ανησύχησαν μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν +ανησυχίαν. Είχε νυκτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα +μεσάνυχτα άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς +εσύριζεν. + +Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο +εις τον λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα +φανόν, απεσπάσθη από τον μέγαν όγκον, κ' επλησίασε με βαρείαν +κωπηλασίαν εις την προκυμαίαν. + + — Καλώς σ' ηύρα, καπιτάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν. + + — Καλώς την αγάπη μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, αναγνωρίσασα +την φωνήν του συζύγου της. + +Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος +μεταξύ των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός +είχε δώσει νύξιν εις τον χρωματιστήν, πώς να ζωγραφίση) καθήμενον ως +επί κλάδου, επί της κεραίας και των αξαρτίων του ιδίου πλοίου του με +κεφαλήν μπούφου και με ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν +πήχυν το στόμα και μέσα εις το μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν +πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και αργυρά νομίσματα. + +Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ' εσχεδίασε μεγάλην +σκούναν ν' αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον +εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της +κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του, το +χάσκον ως άδης, βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον +αμέτρητον πλήθος ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά, +ρηγγίνες και κολωνάτα. + +Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε. + + — Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα +ρακί! + +Και έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι. + + + +Ο XAPAΜΑΔΟΣ + + + +Τι Χριστούγεννα έμελλαν να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν +βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως +μαινομένου πελάγους, εις [προς] τα κράτη του Βορρά; + +Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν +ψοφήσει από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμάδια +των ποιμένων και βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα +πρώιμα, όπου εσκέπασαν τους λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας, +το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ' +αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει· άγνωστος πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει +τα σταφύλια. + +Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον +νεροπλυμένον, το οποίον είχαν κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει +προ-δύο τριών ημερών ο Νικολός το Πιτς, και ο αχώριστος φίλος του, ο +Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το καπηλείον του Γιαννιού της +Στέργαινας· και τώρα, όταν [όπου] εξημέρωναν Χριστούγεννα, με τον +ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν καπηλείον, το +σύνθετον και από [με] καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν εξαιρετικώς +την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ' ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος +και η Λειτουργία των Χριστουγέννων. + +Πού η εποχή εκείνη, καθ' ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί, +Γενοβέζοι, περιεκάθιζον εις το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον, — και +όμως οι τότε άνθρωποι ήσαν ευτυχείς χωρίς να το ηξεύρουν! Η +σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η κινητή γέφυρα ανεβασμένη· είχον +αφθόνους τροφάς, κ' έπινον νερόν από μίαν στέρναν κ' επειδή εφείδοντο +του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή μικρά καλύβη, +κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί — καθώς διηγούντο οι γεροντότεροι — +και αυτοί το είχον εξ ακοής — και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. Πού η +αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; ευλογημένος καιρός! + +Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της +Γαλοντζίτσας, ησθάνοντο ξηρόν τον φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια +μεγάλη και φαιδρά εορτή, χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να +περιφέρωνται, και τα παιδία που έψαλλον τα «Χριστούγεννα-Πρωτόγεννα» +επήγαν να κοιμηθούν, κ' εσβύσθησαν όλα τα φώτα και ο βορράς εμαίνετο +και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων κάτωθεν του βράχου, έμεινε το +καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας του, με την θύραν +βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος, όπου ίστατο το παμμέγιστον +«Κανόνι της Αναγκιάς» κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου. + +Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ' +ενύσταζον· ο κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν. +Ο Νικολός το Πιτς κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν' +αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους +ηκολούθησε μετ' ολίγον διά να ξενυστάξη κι' ο ίδιος ο καφετζής. + +Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το +χάος, ο Νικολός κι' ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φως μικρόν, ως +λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον +πλοίον αγωνιούσε κ' επαράδερνεν εκεί εις το μαύρον πέλαγος. + + — Να, ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς. + + — Καράβι μεγάλο είνε! είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας. + + — Μεγάλο, μικρό... η φορτούνα το σπρώχνει κατά 'δώ. + + — Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος. + + — Ποιος μπορεί να διακρίνη; + +Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας. Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να +έχη κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως. + + — Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θε μου, και να ήτον φορτωμένο +κρασιά; ...ο Χριστός το στέλνει. + + — Να έχη και τίποτε ξεροτύρια, στ' αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης +της Γαλοντζίτσας. + + — Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! προσέθεσεν +ο Γιαννιός της Στέργαινας. + +Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπης, με την ωραίαν +μεγάλην σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, διά να +εκφορτώση έν υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού +φορτίου του εις ένα δυτικόν αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας εντός +του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί του πλοίου του ένα ή δύο +Εβραίους βοηθούς διά την εκφόρτωσιν, επειδή η επιχείρησις εγένετο από +μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης. + +Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον +γρήγορα εις το τέρμα του πλου. Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας, +και ο καπετάν Ηρακλής επέμενε ν' αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις. + +Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά +πάσαν νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον. + +Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος +και τα κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξοριάσουν το πλοίον, και +τότε... καλό ξεπλάτισμα! — όπως λέγουν οι ναυτικοί. + +Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου. +Δεν ήξευρεν ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και +δεν ήξευρεν ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». +Ήξευρε μόνον να σώζεται, με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν +ημέρα Σαββάτου. + +Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν +καταμεσής στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, διά να μη +αρμενίζουν το Σάββατον; Άλλως και διά να αράξουν μόνον εχρειάζετο +κόπος, εργασία. [Αλλά ήτο, ως φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων, +οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και κατέπινον την κάμηλον]. + +Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως +παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε διά της +βίας να εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε. + +Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου ο καπετάν Ηρακλής, +προερχόμενος από τα Μπογάζια και το Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα +εξαίρετα κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν +ωραία κοκκινωπά κρασιά, κ' έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην. + +Η Εβραϊκή κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα +οποία ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους +τους εργάτης της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή +όχι, να συντελέσωσιν εις την εκφόρτωσιν. + +Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε δι' ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν +έως εφέτος. Εν τω μεταξύ η κοινότης τον είχε κάμει &χαραμάδον&, ήτοι +αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων. + +Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησεν ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το +προξενείον να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα, δεν εμελέτα μεν +να πλεύση εις την γενέθλιον νήσον του, διά να εορτάση, αλλ' ενδομύχως +ηύχετο να έστελλεν ο Θεός ένα καλόν βορράν, διά να πουλήση τα κρασιά +οπουδήποτε, (τα οποία ήξευρεν ότι εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν +του), και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν διά να ποδίση και μεταβή εις την +πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε λάβει γράμματα +εκείθεν, ότι ακριβώς διά το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός του +υπήρξε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των +νυκτερινών θαμώνων του καπηλειού, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς — +εκεί ήτο η πατρίς του. + +Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η +κατάρα των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» &Διασκέδασον την βουλήν +του Αρχιτόφιλ,& Κύριε ο Θεός μου! + +Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από +αρνία πρώιμα κ' ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια. + +Όπως ηυχήθη, ούτω σχεδόν έγεινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός +ελαφρόν βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσε σφοδρός νότιος. + +Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και +θαλασσοδαρμένον Κάστρον. + +Άμα εξημέρωσε και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια +αρνία και ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ' επώλησε προς είκοσι +λεπτά την οκάν το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν. + +Κ' έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του, +κι' ο Νικολός το Πιτς, κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι' ο Γιαννιός +της Στέργαινας, και όλοι οι κάτοικοι των βορεινών θαλασσοδαρμένων +χωρίων. + + + +Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ + + + +Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, +κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά +να ξεκλειδώση την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον +έψαυε το έδαφος. + +Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, +πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κ' εκοιμάτο την ημέραν. +Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είνε «αποκαής». Δεν είνε βέβαιον +αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. +Ωνομάζετο Βαγγέλης. + +Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα +παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους +τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, +μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, Κατερνιώ η +Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το +μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρά +Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα +πενιχρά οικήματα έκειτο είς τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου +Τάτση. + +Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάση +το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζη μοναχός +του. Ύστερ' από λίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα +και σκέπτεται να την φέρη εδώ. Η κυρά Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, +ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη». + + — Αυτά δεν τ' ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ' εργένης· +για εργένη σ' έβαλα. Αν εννοής να μου φέρης εδώ καμμιά παστρικιά, +πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσης την κάμαρα... σαν τελειώση ο μήνας +που έχεις πληρώσει. + +Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ' ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως +δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεββάτι +κ' ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα: + + Βασίλω μ', κάτσε φρόνιμα, + σαν τ' άλλα τα κορίτσια ... + + Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι, + σου δίνω το βοτάνι.... + +Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις +κατώρθουν ν' ακούουν οι γείτονες. + + — Μωρέ κόσμος, ντουνιάς!... μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος... + +Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; .. Σ' ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε +σεις, και τι κάνετε σεις; ...Ο κόσμος είνε τροχός, ρόδα που γυρίζει, +κυρά μου... &μπου ντουνιά τοαρκ φελέκ!...& Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε +σ' αφήνω, δε σ' απαρατάω· &εσκί ντος ντουσμάν ολφάς!...& Παληός +φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κ' η τιμή τιμή δεν έχει... Είνε +τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου... Κ' έχει τιμολόγιο, μαθές, η +τιμή; Μία γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα, +ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα +εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει;... Να σου πω +εγώ πόσα έχει... Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της +Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης η πιο μεγάλη +χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια +η Σουλτάνα... + +Αυτό είνε το τιμολόγιο!... + +Επί τινα λεπτά έπαυε ν' ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να +μονολογή: + + — Έχουν αξία όλα τ' άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που +μόνον οι παράδες έχουν τιμή;... Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις +χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτόν το +μουχλιασμένο, το βρώμικο... Πότε θα βάλης γνώσι;... Έπρεπε να ζη +διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέση να καταλάβη +καλά τον κόσμο... Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω... Καλά το λεν +οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τάγια χώματα;... Του Ρωμηού η +γνώση ύστερα έρχεται... &Γιουννανίν ακίλ σουραντάν γκελίορ!& + +Μίαν πρωίαν η κυρά Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να +ξεμυτίζη απ' την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με +κάτι κορδέλλες και φιόγκους στα μαλλιά, ν' ανεμίζη ένα φουστανάκι, +και να γλυστράη εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγη ως +αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος, +σχεδόν γρηούλα. + +Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της +χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθή στη γειτονιά το +σπήτι της. Και θα της κάμη την χάρι να της αδειάση την γωνιά. + +Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου, +καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κ' ελεύθερη γυναίκα. +Είχεν αρχίσει να χωρατεύη ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον +πειράζη. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την +κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του +βραχίονός της, κ' εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλη φωνάς. + + — Ε! καϋμένε, κυρ Βαγγέλη!... δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής +...δεν σ' ακούσαμε καμμιά βραδυά να μας παίξης κ' εδώ τίποτα... Είνε +καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλλίτερα παίζουν μονάχοι +τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι +παράδες. + + — Ησύχασε, κυρά μου, κι' ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει +ποτέ!... Εδώ η κυρά Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα +λαλούμενα. + +Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κ' έκαμνε +τάχα πως το παίζει. + + — Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! ...Δεν είνε για τα χεράκια +σου... + +Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει +πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την +Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την +οποίαν ήθελε να δώση σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης. + +Επανήλθε διά να κοιμηθή την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς εμβήκεν από +την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ' αρχάς +εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου, +είτα με τους όνυχας, ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας. + + — Άνοιξε, Μαριώ μ', την πόρτα!... Ε! Κατερνιώ μ'! άνοιξε. + +Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο +Βαγγέλης ήρχισε να μονολογή έξωθεν της θύρας: + + — Ξένοι στα ξένα, κυρά μ'! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να +ξενυχτίσω;»... Αχ! είνε κακός ο κόσμος, κυρά μ'! δεν μπορεί να πη +κανείς τον πόνον του! ...Σεβντάς, άχτι, καϋμός, μαράζι, ντέρτι, +μεράκι, βάσανο, κυρά μ'! ...«Σ' αφίνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά +κοιμήσου! και στ' όνειρό σου!...» + +Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν ήνοιξε την ιδίαν +θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κ' έμεινεν άγρυπνος, μονολογών, +μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί. + +Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν ήκουσε την Κατερνιώ απ' +έξω να διακωδωνίζη προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός, +ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι +κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είνε αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε. + +Αλλ' η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είνε κακός», την +έκαμνον να θορυβή. + +Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις +διεμαρτύρετο λέγουσα: + + — Και ποια είμ' εγώ! ...Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του, +ο χαμένος! ...Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και +κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ. + +Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον +κ' εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε +πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να +εξέλθη. + +Η κυρά Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και +του λέγει: + + — Αύριο, το δίχως άλλο, να βρης κάμερα, να κουβαλιστής!... + +Ας μην ετελείωσε κι' ο μήνας! ...καλλίτερα έχω να σου δώσω πίσω τα +λεπτά, όσα κάνει για της μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ +ιστορίες μες στο σπήτι μου, ακούς;... + + — Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά!... + +Δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον, και, πατ, κιούτ! του έρχονται +δύο κατακεφαλιαίς εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε +πλησιάσει εκ των νώτων, κ' εννοούσε να εκδικηθή διά την προσβολήν. + + — Φχαριστώ, κερά μου...μη χερότερα! + +Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή +δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην. + + — Θέλησα να σου κάμω, μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου τo +ζήτησες... είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν +οι μερακλήδες. — Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι. + +Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την +απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξιάς. + +Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ' όλην την επιούσαν, είτε +ηρεύνα, είτε όχι διά να εύρη δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού +ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη +οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις +την αυλήν και λέγει «καλησπέρα». + +Είτα ερωτά: + + — Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης; + +Η κυρά Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν: + + — Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγη, θα κουβαλισθή. + + — Απόψε θα έρθη; + + — Δεν ξέρω. + + — Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθη να κοιμηθή. + + — Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του. + + — Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; Και πώς γίνεται να μην +ξέρης; Τρέχει, μαθές, τίποτε; + + — Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες· είπε λαβούσα τον λόγον η +Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας. + + — Σώπα συ, την επέπληξεν η μάνα της. + + — Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νάρθη, είπεν η ξένη. Αι γυναίκες +δεν απήντησαν. + + — Εγώ είμ' εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα. + + — Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα. + + — Τι είπες, κυρά; + + — Τίποτε. + + — Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθήσω εδωδά να τον περιμένω; + +Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους. + + — Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ; + +Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του +οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθησεν εκεί, εις το κατώφλιον. + + — Μαμά, πες της να πάη από κει πούρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την +μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά +εδώ της ξαδέρφες του!... + +Η γραία ήτον συλλογισμένη. + + — Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείση το νοίκι... Τι να κάμω, +ξέρω κ' εγώ;... Θέλεις να τρέχουμε στης αστυνομίαις;... Όποιος έχει +κάμαραις και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει... έχει να κάμη με +λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου... + +Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί +τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει, +κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξέρη, ακριβώς πλησίον της κλειστής +θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθησεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την +δέσμην ταύτην πλησιέστερον προς εαυτήν. + +Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κ' εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η +Γιάνναινα: + + — Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κ' έχεις ρούχα· μην είσαι +για ξενύχτι απόψε εδώ;.. Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς!... Άλλο να +κοπιάσης!... Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο +αύριο... + +Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε: + + — Δεν ξέρω κ' εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ' εδώ ή όχι!... Ο ίδιος θα μου +'πή... Εγώ τάχω αλλού τα ρούχα μου... Αυτά που βλέπεις δεν είνε +ρούχα... Να τον ιδώ μόνον και μπορεί να με οδηγήση αλλού να +φύγω... + + — Δεν είνε ρούχα, αμμή, τι είνε; εφώναξεν η Δημητρούλα. + +Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν: + + — Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα. +Λυπούμαι αν δεν τάχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ; + +Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε +όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα +πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων. + + — Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα. + + — Α! ήρθες, βλέπω, με της κόττες σου, κυρά. + +Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν +του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη, +εισελθόντος από την αυλόπορταν. + + — Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα +αυτόν. + +Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι' ολίγων λέξεων +ότι η ελθούσα είνε πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάση +το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είνε διά ταξίδι, αύριον ή +μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάση, +ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι, +αφού κι' αυτός, άμα εύρη δωμάτιον θα μετοικήση, ας επιτρέψη η κυρά +Γιάνναινα να μένη κ' η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρά +Γιάνναινα επιμένη ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώση ο μήνας, +αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρη δωμάτιον και θα φύγη, κι' αυτός κ' η +εξαδέλφη του. Μια βραδυά είν' αυτή. + +Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη, +αλλά δεν ήθελε να το δείξη· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις +μίαν οικοκυράν, όπου έχει σπήτια κ' ενοικιάζει, να φαίνεται +δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο +μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου. + + — Τι να κάμουμε, πλέον!... είπε με στρυφνόν τρόπον. + +Αλλ' ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε +να προσθέση: + + — Ξέρεις, απ' το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ +αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης... Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω +ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπήτι σου και τι τους έχεις, αν είνε +γενειά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζης ποιον μπάζω στην +κάμαρα, αφού το νοίκι σου τώχω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωσι να μου +κάμης, με προθεσμία... Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή +πλειότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέει ο λόγος, για νάμαστε +εξηγημένοι φιλικώς.... Κι' αν εσφάλαμε πάλι κ' εμείς συμπαθάτε μας +και Θεός σχωρέσ' σας. + +Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το +σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η +αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την +γυναικούλαν εκείνην, την μισόγρηαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να +βγαίνη ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του +Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε η +δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της. + +Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε +την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε +έλεγε πως θα φύγη αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν. +Ωμιλούσε διά τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν +ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπήτι, και θα πάη να τα πάρη, και πού +να τα βάλη, και πού να τα κουβαλά... και θα φύγη αύριον διά ταξίδι... +Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφος» της ο Βαγγέλης. + +Η κυρά Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν του υπενθύμιζεν ότι πρέπει να +εύρη δωμάτιον να φύγη· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν +ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι +δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικίση, και επιφυλάσσεται να πληρώση μόνον +της μέραις όπου θα έκαμνον να δίδη την ημέραν, καθ' ην έμελλε να +μετακομισθή εις άλλον οίκημα. + +Κατ' ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό +μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη της κόττες +της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρά Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε +βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν της νυκτός και +της ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί. +Σχεδόν δεν άφιναν κανέναν νοικάρην να χορτάση τον ύπνον, τόσον δυνατά +και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κ' η κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κ' οι δύο +πετεινοί με της τρεις κόττες ετρέφοντο κ' επάχυναν καλά εκεί μέσα. + +Η κυρά Σταυρούλα δεν τας άφινε ποτέ να εξέρχωνται εις την αυλήν. Κ' η +ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμη τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να +ψωνίση τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώση καλά +την θύραν, και να βάλη το κλειδί εις την τσέπην της. + +Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η +Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κ' η κυρά Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας +παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της +Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την +εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είνε κι' αυτή μια «από κείνες». Δεν την +άφιναν να προκύψη εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν +καυγά εναντίον της. + +Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθή, να τους αδειάση την γωνιά, να +ξεβρωμήση απ' εκεί αυτή κ' η κόττες της. + +Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε +παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών. + + — Τι κόσμος είν' αυτός, καλέ; + +Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε +το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη +του ο σκύλλος την ουράν. + +Μίαν εσπέραν, ότε έγεινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων +των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγεινε λίμνη. Όλων τα +οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει +το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει +πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του. + + — Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται; +είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και +το παπλωματάκι μου, κύττα, πως έγεινε! + +Ευρέθη να έχη πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά +της κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από +άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα. + +Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του +Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν +αποτόμως να φύγη, τέλος πάντων, επειδή κι' αυτός θέλει να φέρη εδώ +«την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθή. + +Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων +γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την +διώχνει, διά να φέρη την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά +μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον αυτή εκείνη την οποίαν είχεν +ιδή να προβάλη μίαν πρωίαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγειναν «το +ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κ' εκήρυξαν πόλεμον κατά του +Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλλοντο ότι +επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας. + + — Ακούς! να διώχνη, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας +κουβαλήση εδώ την παληοπατσαβούρα!... + +Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν +ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την +κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κ' επήγε +να βρη, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθή». + +Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη φαίνετο +πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η +Γιάνναινα κ' η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως +πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή ό,τι +δήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης. + +Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ' όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον +εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα. + + — Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκκουρού! ...η χαρχαλού, η +πετειναρού!...η μουρλουλού, η ζουρλουλού!. . . + +Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου». + +Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία +δεν μπόρεσε να τον βαστάξη πλησίον της, κ' εκείνος της έφυγε... και +καλά που έκαμε! + +Εν τοσούτω, μετ' ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα +άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας +Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγη οι πετεινοί δεν είχον ακουσθή +εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης +πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες +της κυρά Γιάνναινας και του λέγει: + + — Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε... πάει στα χωριά +του Βώλου... Είδες δα, κ' εκείνη η Γιάνναινα, κ' η άλλαις εκεί, τι +κόσμος! Πώς την εσκυλλόβριζαν άδικα την καϋμένη. + +Τότε μόνον διά πρώτην φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο +άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του: + + — Α! ήτον δασκάλα!... Γι' αυτό είχε τους κοκκόρους! Σε κανένα +Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε. + + + +Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ +ΚΑΙ Ο ΥΛΙΣΜΟΣ + + + +Συγγραφεύς τις (3) παρατηρεί ότι το ανθρώπινον πνεύμα υπόκειται εις +περιοδικάς εκλείψεις. Εις τοιαύτην δε έκλειψιν αποδίδει τας +υφισταμένας σήμερον αμφιβολίας περί της υπάρξεως του Θεού. + +Εκλείπει και ο Ήλιος και όμως αναφαίνεται πάλιν λαμπρότερος. Το +φωτοβόλον άστρον θέλει εξακολουθεί, ενόσω υπάρχει ο κόσμος, να +διατρέχη τον ημερήσιον δρόμον του, και των θνητών η διάνοια θα +στρέφεται αείποτε προς το θείον ως προς την μόνην αυτής ανάπαυσιν ή +τον μόνον αγώνα. + +Τι είναι ο Ήλιος; διά τους μεν αίνιγμα, διά τους δε θαύμα· +και η ιδέα του Θεού είναι διά τους μεν γρίφος, διά τους δε +λαμπάς. + +Ο περιώνυμος Λιττρέ, αποθανών προ δύο μηνών εν Παρισίοις, και ο προ +αυτού Αύγουστος Κοντ «δεν αρνούνται τον Θεόν, αλλά τον θέτουσι κατά +μέρος». Εν τοσούτω ο Λιττρέ εβαπτίσθη και εκοινώνησε των μυστηρίων +κατά τας τελευταίας του βίου αυτού στιγμάς. + +Λέγουσιν ότι η επίδρασις των κληρικών, της γυναικός και της θυγατρός +του παρέτρεψεν αυτόν. Τι αποδεικνύει τούτο; ότι ο πενιχρός ούτος +ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ασθενέστερος ή ώστε να επιχειρή να +αμφισβήτηση το θείον. + +Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι +απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί· αλλά παρήλθον· προ +αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλά εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν +τη σκιά, αφανίζονται, αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και +τους φιλαναγνώστας διά περιέργου συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε +Χριστιανισμός έμεινε και θα μένη. + +Το αρνείσθαι την αιτίαν πράγματός τινος είναι τοσούτον άτοπον, όσον +και το αρνείσθαι αυτό το πράγμα. Ήττον παράλογοι ήσαν οι +παραδοξολόγοι εκείνοι φιλόσοφοι, οίτινες ηρνήθησαν απλώς την ύπαρξιν +του κόσμου. Ο Αναξαγόρας όμως, όστις δεν ηδύνατο να συλλάβη τόσον +αστείαν ιδέαν, είπε προ δισχιλίων ετών, ότι νους εδημιούργησε τα +πάντα. Ο δε Σωκράτης, ότε ηρμήνευε προς τον Αριστόδημον την θαυμαστήν +σκοπιμότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, ουδέν άλλο έπραττε ή +έθετε τας βάσεις της εν τη νυν χριστιανική επιστήμη λεγομένης +&τελεολογικής αποδείξεως& της υπάρξεως του Θεού. + +Πνεύμα ευθύ, διάνοια υψηλή και ευρεία, ο όντως εκείνος φιλόσοφος +ανεκάλυπτε φως, όπου οι πολλοί ευρίσκουσι σκότος. Μετείχε της ουσίας +του αληθούς και μετέδιδον αυτής προς πάντας. Ο πόθος της μωράς +επιδείξεως, η μανία του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος +και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, αφ' ων +τουναντίον απάγει η ειλικρινής και ακραιφνής φιλοσοφική ζήτησις της +προ των οφθαλμών ημών κειμένης αληθείας. + + + +TΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ + + + +Σοβαρός και αρχαϊκός, γαλανός και ανοιχτοπρόσωπος, ο κυρ Δημητράκης +τ' Αγάλλου, με τας πλατείας χειρίδας, την κεντητήν ζώνην, και τα +στιλπνά πανωβράκια του, εσύχναζε καθ' εκάστην εις το +Κιόσκι........εντός της σιδηράς πύλης του Κάστρου, και αντικρύ εις το +μικρόν τζαμί, το οποίον ευρίσκετο διά τον τύπον εκεί, τάχα διά τας +θρησκευτικάς ανάγκας του μοναδικού Αγά, όστις ευρίσκετο ως σημείον +συνδέσμου και υποταγής εφ' όλης της νήσου. Εκεί εσυναθροίζοντο όλοι +οι προεστοί, πρόκριτοι και δημογέροντες του τόπου, διά να καπνίζουν +το μακρόν τσιμπούκι, να πίνουν το σερμπέτι, και να συζητούν, ως +μεγάλα κεφάλια, τα συμφέροντα όλης της κοινότητος. Εσχάτως μόνον το +σερμπέτι ήρχισε ν' αντικαθιστά ο καφές, τον οποίον εκόμισε πρώτος, +επιστρέψας άρτι εκ της Βλαχίας και της Κωνσταντινουπόλεως, ο κυρ +Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, μεγαλέμπορος και πρώτος προεστώς του +Κάστρου. + +Συνήθως οι προεστοί ήσαν βραχύλογοι. Έσφιγγον τα χείλη, και δυσκόλως +έφευγε λόγος το έρκος των οδόντων των. Έμεναν πάντοτε αμφίρροποι, και +δεν εξεφράζοντο ποτέ αρκετά σαφώς διά παν ζήτημα. Ο κυρ Δημητράκης τ' +Αγάλλου έλεγε μόνος του εις μίαν ημέραν τόσα λόγια, όσα δεν έλεγαν +εις δέκα συνεδριάσεις όλοι ομού οι προεστοί. Πλην, με όλην την +στωμυλίαν ταύτην, κανέν υποκείμενον δεν εσαφηνίζετο. Ούτε ο λέγων +εφαίνετο να ηξεύρη ακριβώς τι έλεγεν, ούτε οι ακροαταί του ενόουν +ευκρινώς τι ήθελεν ο αγορητής να είπη. + +Εκείνο το Σάββατον, οπού ο κυρ Δημητράκης επέστρεφεν οίκαδε περί την +μεσημβρίαν, σοβαρός και γαλήνιος, σκεπτικός εις όλον τον δρόμον, είχε +συζητηθή θέμα πολύ ευγενές εις το Κιόσκι, εις την συνάθροισιν των +προεστών. Επρόκειτο περί παίδων αγωγής, και μάλιστα περί της διαγωγής +των εφήβων και νεανίσκων, εκείνου του καιρού, μεσούντος του ΙΗ' +αιώνος. Δύο ή τρεις νέοι, τας ημέρας εκείνας, από καλάς οικίας +οπωσούν, είχον εκτραπή της ευθείας οδού και είχον εξοκείλει εις +θορυβώδεις κώμους την νύκτα, με βιολιά και με λαγούτα, και με λίαν +ζωηρά και ξανοιχτά άσματα. Μίαν λέξιν είχεν ειπεί μετά γενικότητος ο +κυρ Αλέξανδρος ο Κονόμος. + + — Δεν πάμε καλά. + + — Ξωκείλαμε, επρόσθεσεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη. + + — Μπαττάραμε — πέσαμ' όξου, επέφερεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής. + + — Ο φόβος του Θεού έλειψε, συνεπέρανεν ο Σακελλάριος, ο παπά- +Ζαχαρίας. + +Και ο κυρ Δημητράκης ήρχισε στωμύλος ν' αναπτύσση το ζήτημα. + + — Αδελφοί και πατέρες, ήρχισε με ύφος σχεδόν καλογηρικόν, πρέπει να +ξέρουμε πως όλοι 'μείς είμαστε σα μια οικογένεια αγαπημένη, από +πατέρα κι' από μάννα, όλοι αδέρφια είμαστε. Πατέρας μας είνε ο Θεός, +μάνα μας είν' η γης. Και λοιπόν, επειδής είμαστε όλοι αδέρφια, με το +να έχουμε όλοι ένα πατέρα, τον Θεόν, και μίαν μητέρα, την γης, πρέπει +να είμεθα αγαπημένοι και τιμημένοι, ωσάν μία οικογένεια που είμαστε. +Τι λέγει το ιερό Βγαγγέλιο; αγαπήσης τον πλησίο σου ως σεαυτόν. +Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα +πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν +αδερφός σου, σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς +ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος, μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου, +εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος. Πώς μπορείς να κάμης κακό στον +αδερφό σου, στον σύντροφό σου, στον φίλο σου; Ήγουν, διά να +καταλάβετε καλά, πατέρες, τι λέγω, θέλεις εσύ νάρχωνται να κάνουν +πατινάδες αποκάτω στα παράθυρά σου την νύκτα; + + — Δεν τα λες και τόσο βαθειά ελληνικά, καταλάβαμε, είπεν ο πρώτος +λαλήσας, ο Αλέξανδρος ο Κονόμος. + + — Αγκαλά, κυρ Δημητράκη, κι' ο γυιος σου, καθώς έμαθα, ο Αγάλλος +ήταν από διαβάτ' κι' αυτός, είπεν ο Καπετάν Πέρρος, ήταν μαζί με το +τσούρμο. + + — Ποιο τσούρμο, καπετάν Πέρρο· στο καράβι είν' ο νους σ'; + + — Μαζί μ' αυτούς που έκαναν την πατινάδα, ηρμήνευσεν ο παπά- +Ζαχαρίας. Κ' εγώ τ' άκουσα, κυρ Δημητράκη. + + — Τι λες, παπά; + + — Το ναι, ναι, και τo ου, ου, επέμεινεν ο παπάς. Καλλίτερα να τα +λέμε μπροστά, κυρ Δημητράκη. Να μη γνέφη τινάς οφθαλμώ μετά δόλου, +λέγει ο σοφός Σολομών. Ο &ελέγχων& μετά παρρησίας &ειρηνοποιεί&. + + — Εγώ τώρα τ' ακούω αυτό, επανέλαβε κατηφής ο κυρ Δημητράκης. + + — Γιατί στερνά τα μαθαίνει όλα κείνος οπού έπρεπε πρώτος να τα ξέρη, +είπεν ο παπάς. Και &έσονται οι πρώτοι έσχατοι.& + + — Ε! και τι να κάμη, σα σας ακούω και σας! έκραξεν ανυπόμονος ο +Αλέξανδρος ο Κονόμος. Μπορεί να μνουχίση τον γυιο του; + +Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς]. + + — Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο +χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή; + + — Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος. + + — Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου +δίνω τον λόγον μου, παπά μου. + +Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και +απήλθεν ορμητικός. + +Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η +Δημητράκαινα, προς τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον. + + — Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ +Δημητράκης. + + — Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη +Σκόπελο, επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος. + +Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ +του. Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον +Ποταμόν, εις την Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων +μηνών, φέρων ολίγας εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους +γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ διά να ευθυμήση με τους φίλους +του. + +Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την +αντικρυνήν νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν, +λευκήν και σχεδόν μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε +πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι +μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων. Και ο Αγάλλος είχεν +ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν διαφανή κόρην. + +Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και +απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο +Αγάλλος μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με +συμπεπλεγμένας χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την +κεφαλήν, ως να επέθετεν οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του +συζύγου της. + +Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε: + + — Θέλεις νάχης την κατάρα μου; + + — Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος. + + — Σου λέω έδωκα τον λόγο μου. + + — Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου. + + — Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η +Αρετή. + + — Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη. + + — Δεν σου είπα, &ευχαί γονέων στηρίζουσι&.... παιδί μου; επανέλαβε +δευτέραν φοράν ο γέρος. + + — Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους +και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή». + +Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά. + + — Θα σε αποκληρώσω. + +Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η +άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και +τον Βόσπορον, κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν +ευλογίαν, ο κυρ Δημητράκης του είπεν: + + — Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης. + +Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε: + + — Τα χεράκια σου θα με θάψουνε. + +Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε +να επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ, +θυγατέρα της Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ +ευγενών Βενετών φυγάδων. + +Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν, +ως συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς +τον παπά-Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε: + + — Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον, +επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση. + + — Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε +δεκτόν. + +Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός +είχεν επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του +και του έμεινεν. + +Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού, +όπου τον είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής, +και πονήματά τινα κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον +φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία, ζώντος του συγγραφέως. + +Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο +γάμος. Ο Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις +την Ύδραν, όπου διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και +της αρχής του ΙΘ' αιώνος, διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε +συνήθως Στέφανος (αντί του Επιφάνιος) Δημητριάδης. + +Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ' +έγραφεν ανά δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον. +Πότε τα γράμματα παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του +πατρός του. Ο Δημητράκης, συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι +είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον +γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο Λογιώτατος έλειπε +χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν έστελλε +γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά +μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας +βορεινάς νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών, +εξ Αγίου Όρους ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου +Μονύδρια, την Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την +Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον, +κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να ίδωσι τας εκεί μονάς και +τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου Σπηλαίου και της +Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως. + +Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν +διά να κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν, +ηγνόει πολλά άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον +γάμον του Επιφανίου μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν +ακούσει ότι είς Λογιώτατος καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον +προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά +φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο Λογιώτατος εκείνος είχε +γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του όχι ολίγας +εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν. + +Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον +ωραίον τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να +μείνη αυτόθι ολίγας ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του +αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του με πάσαν θυσίαν, να τους πείση +να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη άγων αυτούς πλησίον της +μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας ευλογίας του +Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των γονέων, +και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων, +κηδεστών, αγχιστέων και φίλων. + +Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην +αποβάθραν της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την +κατεσκεύαζον [την αποβάθραν] ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα +του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν — +αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη ότι) επεπόλαζεν +(επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε έτρεχον +μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά, +δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι, +φίλοι, ή συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με +μελαγχολικόν τινα τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε +έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει, ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και +όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και δύσκαμπτοι, ως +παγωμένα σκέλεθρα. + +Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε +προτιμήσει άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως +δικόπου μαχαίρας· η μία ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη — +ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα εις την φιλαυτίαν του. + + — Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ +Φόλην, ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου +συγγενής, από την παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των +οικογενειών των. + + — Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο- +Φόλης. + + — Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος. + + — Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης. + + — Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει; + + — Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος. + + — Πέθανε το Γκλεζώ; + + — Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει. + +Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε +κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ' +έμεινε δύο-τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ +φιλοτιμίας βοηθούσα τας εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα +και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του ελαίου, εις το πατητήρι, το +οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν ήκουε τας +νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον. +Είχεν ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του +αρραβωνιστικού της, δεν το είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των +καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις τοιαύτας εργασίας, κ' +εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν και τας +ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο +Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος +και εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη. +Η μήτηρ της, ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της +πόλεως με τα φάρμακα και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η +φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και +ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της ανοίξεως (ετρώθη το +φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η μεταξωτή κόρη. Εις +μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το περίβλημα, κ' +εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα, +όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ' +εμαράνθη. + +Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε +με δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν, +συγχρόνως είπε μέσα του: + + — Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την +ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν +ημπόρεσα να θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους. + +Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του +είχαν ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να +λησμονήση, να παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του +νεοσκαφούς τάφου. O Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις +ολίγας ώρας έφθασεν εις την γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το +Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα· εβάδισε δύο ώρας, +συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των, φέροντας την +μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της θαλάσσης +εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ' +είπε: + + — Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο. Το +Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω +την Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα. + + — Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου. +Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου. + + — Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα; + + — Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες +εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή. + +Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν, +εκρέμασε το κεφάλι κ' είπε: + + — Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται. + +Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά +μήκος τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την +υψηλήν βορειοτέραν άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε: + + — Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να καλογερέψω. + +Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου +κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα +πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον +ρόγχον των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος +μονοκόμματος βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής +και της κυματοειδούς πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της +θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού, +χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να κυλισθή ποτέ τον κατήφορον. +Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον εις την Γλίστραν, +ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα +στον κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το +κατωφερές. Άλλα [πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη +Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας +ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα της Ηχούς τας αμυδράς και +παλμώδεις απαντήσεις: + + — Αλτανού! + + — Ου ου ου; + + — Έχεις παιδιά; + + — Α α α! + +(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των +Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το +ειθισμένον παρ' άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι). + +Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το +πέλαγος και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν +οικίαν, αντικρύ στο κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων +στροφέων εκ της υγρασίας του Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης +των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς +διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε το βλέμμα, και +είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί στιγμήν +έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα +επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των), +και απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν +και πολλάκις επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα. + +Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και +του είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη. + + — Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε +κοινώς Μανιά; + + — Ναι. + + — Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι +άνοιξε το παραθύρι κείνο; + + — Είνε η Λ.... της Μ... + + — Πανδρεμμένη; + + — Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια. + + — Πώς αυτό; + + — Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί +είνε πραμματευτής. + + — Α! + +Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον +Δράκον, εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το +σχολείον του Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα +κολλυβογράμματα, εκείνος δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα +είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε +ξεχάσει. + + — Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο Αγάλλος. + + — Εδώ και δέκα χρόνια. + + — Και βρίσκεται στο Μισήρι; + + — Σου είπα, στο Μισήρι. + + — Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;» + + — Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'. + + — Και δεν της στέλνει γράμματα; + + — Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη +γράμμα. + + — Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα; + + — Τον καρτερεί. + + — Ως πότε; + + — Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η +γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα. + + — Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος. + +Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε: + + — Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά; + + — Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το +δικό μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το +χάσμα ανάμεσα στα δυο παράθυρα. + +Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε +προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος +απεχαιρέτησε την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του, +εις την χαμηλήν πτυχήν του εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την +Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν, όπου ήσαν όλα τα +αρχοντόσπιτα. + +Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της +Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους +συγκωμαστάς του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ... + + Από το Κάστρο ως τη Βλαχιά + στης Αναγκιάς το τόπι + δεν είνε χώρες και χωριά, + όρη, βουνά και τόποι. + Για σε πονεί η καρδούλα μου, + και στο Μισήρι μη διαβής, + κι' ο νους σ' εδώ να μένη, + ψυχή λησμονημένη. + +Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων +του, εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού +ελειτουργήθησαν εις τον Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι +του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της +Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα, εις τ' άνω του ρεύματος, κ' +έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ' ήρχισαν να λέγουν +το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά Μανιά. +Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν' +ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα, +όπου τα κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β. + + — Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο, +αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα. + +Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου. + + — Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή +εμβήκεν αμέσως εις το νόημα. + +Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του +πη. Ο Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την +συντροφιάν του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν +ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί του όχθου, εις τους πόδας του βράχου, +κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον +μοναξίαν. + +Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον +δρομίσκον και τον εντάμωσε. + + — Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ.... + + — Τι της είπες; + + — Τα όσα μούπες. + + — Δεν σου είπα να της πης τίποτε. + + — Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν, +και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν' +άρθη. + + — Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ; + + — Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι +μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς. + + — Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της γραίας. + + — Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω, +αγυρισιά του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά. + +Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι, +πατινάδα ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των +ψαλέντων ασμάτων ο Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής: + + Στην Αφρική είν' ένα νερό, + καινούργιο συντριβάνι· + ποιος έχει αγάπη στην καρδιά + ας πα να πιη να γιάνη. + +Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες +συμβούλιον των προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και +μάλιστα περί του άρτι παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη. + + — Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη, +οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την +διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη, +έμαθαν εκεί άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα +τα μαθαίνουν και στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα +θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια +τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή. Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον +ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην, καθώς λέει ο σοφός +Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι. + + — Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής. +Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα +παγανίδι χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση. + + — Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο +παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε. + +Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ +Δημητράκην), βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση. + + — Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά- +Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν +όρκους και συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει +ο Εκκλησιαστής: «Τον καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος +χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον φάη. + + — Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός μου; +— ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το +αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου. + + — Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ... +είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και +της κάνει πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει +να χαλάση τον φράχτη. + + — Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ +Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν +ηθέλησε να πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός +γονιός της έδωκα τον γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο +μεγάλος από την Βλαχία, και πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην +που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος +μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η συνείδησίς του, ήθελε +να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη ξεύροντας πως εγώ την +είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο Αγάλλος για να +ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το +Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ' +ήπιαν, και στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό +την νύκτα. Τώρα, αν τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια +καποιανής, ελπίζω ότι θα πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ' +ετραγούδησαν. + + — Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και +ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε +ψηλά, ξέφαντο το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν +και αναπνεύσουν πελαγίσον αέρα. + + — Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ +Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για +πιλάγωμα το καράβι, στο καρινάγιο. + + — Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως +θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη. + +Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε: + + — Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ' +έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον +αδερφό σου τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης. + + — Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος. + +Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της +Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία +ανώγειος, όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά. +Ήτο χήρα και ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας +υποθέσεις, και μάλιστα διά πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε +ανδρογυνοχωρισιές. + + — Καλή σπέρα, Μανιά. + + — Καλώς το παιδί μου. + + — Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες; + + — Ναι. + + — Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση; + + — Αυτό. + + — Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια +καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι, +που μου είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το +πηδήση ένας άνδρας; + + — Μπορεί. + +Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση +τρόφιμα από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η +Μανιά, επί δέκα λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν +προσοχήν το αντικρυνόν παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο +οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν. Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε +πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά δόλου. Διά ρήξεως ή +κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με κλαυθμηράν +φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά να +της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το +σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση +ενωρίς. Η Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί +της, κ' έμειν' εκεί μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού. + +Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα +και λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της +Μανιάς είχεν απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν +εις τον αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος +την εγκατέλειπεν. + +Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς +πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η +γραία της εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο +στόμα της, διά «να πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός +της» από ένα «σφάχτην», δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα +σωθικά της, από το «χουλιαράκι» της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της +ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι, επειδή έκαμνε πολύ ρακί +απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα της, ήτις +δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον +οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος. + +Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο +Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο +φράχτης ήτο το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον +το Κάστρον εβόησε κατά του τολμητίου. + +Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει +εις την συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη +να εκθέση οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν' +αποφασίση οψέποτε αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις +εμπορεύετο εις την Αίγυπτον καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει +«πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το Γηρακώ, η Μανιά, και είχε +γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της έστελλε «γράμμα +μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το Ναι, +αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών, +καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει». + +Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει +άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν, +και έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο +ξενητευμένος αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν +λιμένα, εις την άλλην πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα +νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του +Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις +ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα κατά την δυτικήν πλαγιάν, +αριστερόθεν του Κάστρου. + +Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος +το παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την +Κυριακήν ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει +αποκάτω από το στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού; +Γράφει [λοιπόν] ο Θεός δράματα; + +Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως +όμως συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο +σκοπός του ήτο να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις +διά τον ερχομόν του Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση +στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και +αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και +τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την είδησιν ακριβώς δέκα +λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος. + +Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά +Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης +του φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς +του κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο +Κάστρον. Όχι ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το +ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον +οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως κωφή, ήκουε καλά από το έν +ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν αντικρύ στα κυανά +και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε πλέον η +κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου +είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να +ζεματίζουν τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον +κόλπον της κι' από τους γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν +σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον +γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν. + + — Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το +πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο +αγροδίαιτοι νέοι είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις +εκατάλαβε τι ήθελον να είπουν. + +Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ' +εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα +λεπτά έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν +πρόστοον της οικίας της Λ... + + — Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο +Δράκος έφθασε. + +Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως +απολιθωμένη. + +Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο +Γιαννάκης δεν έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε +τα βάρη όλα στον Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του +ως πιστήν και αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός +το αναλαμβάνει ως ίδιον πταίσμα του. + +Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την +Αίγυπτον. Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να +λεπτολογή διά μικρά πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην, +συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως, περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς +νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν της Πέμπτης (του Γιαννάκη +Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει, καταμεσής στον Χριστόν, +αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν φύγη ακόμα ο +Αγάλλος διά το Άγιον Όρος. + +Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν +απήλθον, τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από +το Όρος ο Αλύπας ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα +χρόνια εις τα Κατουνάκια, κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του +Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την +ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την γενέθλιον νήσον του. + +Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η +γραία Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το +νεόκτιστον σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του +Ευαγγελισμού. + +Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους +κτίτορας (ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός +του άρχοντος Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και +μετά τον Φλαβιανόν, απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των +ανωμαλιών και των περιστάσεων. Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη +μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως το κατεσκεύαζεν. +Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας λύπας, τους καϋμούς +και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε, και ο γυιός +της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός, +όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις +τας θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον, +όστις είχεν έλθη εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το +διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον, εμοίρασε δε καί τινα εις τους +πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του, κ' επήγε κ' +εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή +πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και +ωνομάσθη Δαυίδ. + +Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου, +Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον +Άθωνα, επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή +αργότερα ως Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν +επαρουσιάσθη εις τον θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής, +εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος, μοναχός. + +Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε: + + — Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ. + + + +Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ + + + +Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο +καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ +τας 120 οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί +ακόμη, αρχαί Ιουνίου, έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε +τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως +εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον άρρωστος υπέρ τα +δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και +ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου. + +Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια +πλατάνια εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην +την έκτασιν, νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν +τούτων εσώζετο ακόμη το τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και +σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους κλάδους και τους ακρέμονας και +κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του ανάμεσα στους κλώνας κ' +εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του ανέβαινον ακόμη η +μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο, μέχρις +ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει +και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι +πρόβατα, του Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του +Βαβήλα, εγκαρδιακού αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν +ήρχοντο να ποτίσουν τα κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο +νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν +όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους τους ξένους αγρούς, όσοι +εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας κατεπάτει τα σύνορα +του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας κατά του +αδελφού του. + +Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο +μπάρμπα-Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν +επείθετο ότι ο βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος. +Άμα έστρεφεν όμως εκείνος τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα +χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του, γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο +Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ αράπης μελανωμένος την +νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον Γούμενον, όστις είχεν +έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου, επειδή ο ξένος +καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν των +κτημάτων της Μονής. + +Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά, + + — Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης. +Πήες και μ' εγκάλεσες. + + — Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί +κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια. + + — Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης, +κακόμοιρε. + + — Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά +σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης. + + — Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο! + + — Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο. + +Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την +στραβολέκαν, αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς +γηραιός αγροφύλαξ σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους +δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο σκυλαδέλφια). + +Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι +ανεψύχοντο εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν +στεναγμόν και εστράφη προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας +του οποίου είχε περάσει προ πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το +ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να το ελαφρώση από το φόρτωμα. + + — Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης· +περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την +καβάλλα. Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην: + + — Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι, +απάνω, στον πάτερ-Γερεμία. + +Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το +πλευρόν του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα +θρησκευτικά δώρα, τα οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον +ηκολούθησεν. + +Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις +εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να +κατέλθη εις την πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας +αμαρτίας της νεότητός του τας είχεν ακόμη φορτωμένος εις την +συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα λοιπά. Ήτο μόλις +σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας επιχειρήσεις +[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν +ανοίξει τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι +εμποροπλοίαρχοι, και είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την +φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου. Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του +πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον, επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη, +και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα αυτά! + +Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ' +έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι +προ δύο ετών και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι +καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν, +ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με +γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν νερόν; Αυτός έβλεπε το +μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την χείρα του ναύτου +ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια, καλόγνωμες, +αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι, +κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς +να μη πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο, +και τον ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή; + +Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε +δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε +«χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε, +σκάφη κι' άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις +την γενέθλιον νήσον. Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι +είχεν αποκτήσει κτήματα εις την πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ' +είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα +χιλάδας. + + — Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν +ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας. + +Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε. + +Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου», +πάσχοντα ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της +τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος +εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα, υπό το προσκέφαλόν του, διά να +το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν. + +Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι' +αναψυκτικόν βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι +άπαξ παρέβαινε τον αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν, +ψητόν της σούβλας, εκείνο που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά +παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το καύχημα όλων των Ελλήνων, +γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ' ευθύς ύστερον +επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου — +ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη +την κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να +γείνη πάλιν «γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο +Ρότσιλδ, εβραίος χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι +δυστυχείς. + +Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ' +ήξιζεν ακόμη διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και +κάτισχνος. Και την πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της +ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου +είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη τον αέρα, κ' ο +δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου έφθασε +λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος +ομόλογα, άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού +χάρτου, κ' είχε στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς +ναύτας, αποζώντας με 12 δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα +ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα, +και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ' είπε: + + — Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω. + +Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον +ευχαρίστησαν, αι ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς +εκ των γερόντων θαλασσινών τον ευχήθη: + + — Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη πολλά. + + — Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να +αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως». + +Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον, +δια τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και +δεν άφησε τίποτε που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά! + +Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον +τόσον δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον +πλαγινόν. Ο Ήλιος εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη +ενδεκάτη και ημίσεια, όταν έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν +Γεωργάκης. + +Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα +δάσος των δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς +και τους βράχους του βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το +και φρίσσον και αβυσσαλέον και γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον, +περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας, μυγδαλέας, απιδέας και +συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ των άνω, +όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο +Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με +την εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των +κάτω, όπου πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα +την κρυφήν πηγήν του νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα, +να πέση, να πιασθή από σχοίνον ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην +του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την +βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως +είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και ευθυμίαν, θα +εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο +Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα +εσούβλιζε το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά +αχνιστά τα τυροπ'τάρια, με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών +κατασκευασμένα, και ψημένα στον φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ +στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα σπληνάντερα και κοκορέτσι, και +πού τα τυροπ' τάρια; + +Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης +ελαίας της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του +καλυβιού, κ' επήγε να δέση το ζώον. + +(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων: +— Ας έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα +λόγον πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην +από το χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την +γυναίκα ότι θα υπάγη δι' ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι, +και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του. Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα +τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο δέκα ετών και απήλθεν. +Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ' εδέχθη τον γέρο- +Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα, έλεγεν +ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος, +ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς, +με πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και +τον πώγωνα. Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν +Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής καταγωγής). + +Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ' +εργαλεία γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν +Γεωργάκης εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του +δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο +γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του, τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον +αριστερόν ώμον και την κατατομήν του προσώπου προς αυτόν νεύουσαν. +Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν. + + — Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο +προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην». +Ώστε δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην +πικρανθή, είτε απ' την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει: +«Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου... πίονται πάντες οι +αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο αμαρτωλός απ' το +κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού». + +Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν. +Ο γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν: + +«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος +την ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους +μυκτήρας σου, και το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση +τινάς την φωνήν του, κι' αν ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα +συντριφθή, κ' η φωνή του θα λουφάξη. + + — Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν Γεωργάκης. + + — Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο- +Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας +εκυρίεψε όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης: +Ίνα τι τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις +πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ' +ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν έχουν τα αργύρια; Αφού +δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού δεν χορταίνωμεν +απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα χορτάσωμε απ' +την αδικία και πλεονεξία ; + +Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης +την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη +αποτόμως, κ' ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του +γέροντος μοναχού. Ο γέρο-Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον +είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της +κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν αλλόκοτον φωνήν: + + — Τι ήρθες εδώ; + +Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα +επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την +ρίζαν μιας νεοφύτου ελαίας. + + — Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος. + + — Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων +αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος. + +Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του. + + — Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε. + + — Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με +κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι' +ολόχρυσο θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι. + +Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ' +επροσπάθει να καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο +καπετάν Γεωργάκης κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν +αναίσθητος υπό την σκιάν του δένδρου. + +Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά +κάτω εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής +ώρας δρόμον εις το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει +κάτω εις τον όρμον, διά να φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται +και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες, συνηθροίσθησαν εις την μικράν +έπαυλιν. + +Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον +οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει +περί τα μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον +«έκοψε». + +Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ' +εδιάβασεν όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η +γηραιά ήλθε διά να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν. + +Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας +δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν +και τον εκόμισαν &(με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς)& — πώς να τον +βαστάσουν; — εις τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι +του αιγιαλού κάτω και τον επεβίβασαν. + +Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων. + +Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην. + + + +ΤΡΑΓΟΥΔΙ +TOY ΘΕΟΥ + + + +Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την +οικίαν του την ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του +προγεύματος περί τας δέκα, από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να +κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα οικιακά, ως έρημος και ξένος στα +ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της εστίας του, αφού +διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους σταύλους +των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά +του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του, +αμόρφωτος και άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός, +γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, +τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και +θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή εις το πρόσωπον και τους +τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, πάντοτε μειδιώσαν +και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την Τοτώ, +ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω +ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της +οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή +διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα δίκτυα κανενός επιχηρευτού και +είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της δεξαμενής, διά να +πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να +πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα, +οπού δεν είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και +μετεκόμισαν, τις οίδε πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν +αλλού, κ' εταξείδευσε, κ' ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις +τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο +πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε [εκείνη] το τέκνον της, +κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον βρέφος αυτό, +ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη της. + +Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και +όμμα επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην +του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, +ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά +μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της +είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε: + + — Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις. + +Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος. + +Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει +τα τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και +πτήσις και αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το &Χριστός ανέστη& +(ο κυρ Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου, +και ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το &Αναστάσεως ημέρα& το +αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το +τελευταίον το δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ' +επρόφερα: + + Αναστάσεως ημέρα, + Λαμπρυνθώμεν λαοί. + Πάσχα Κυρίου, Πάσχα... + +η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα +χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα +εμόρφασαν κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου +επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και +κάλλος, μαρτυρούμενον η «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα +εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με +παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν: + + — Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε. + + — Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα. + + — Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια. + +Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν) +του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο +άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν +του Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους +διαβατικούς, διά τους εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η +λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου, +και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου, +ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την Αγγελικούλαν, μ' +επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι +έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα +ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το +βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το +ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει: + + — Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού. + +Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς +«Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά +με την μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, +την ώραν των αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ' +έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην +την ημέραν, ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και +δούλη Χριστού του Θεού». Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω +το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου +έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου +έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το +«Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ. Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον +πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα +Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ. Βασιλείου το +«Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την +φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής +αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του +Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το +«Ανέτειλε το Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της +Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε +την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, +σε την πολυέραστον θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το +«Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην +της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» +και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων το +θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον υιόν χαιρετώσα». +Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των +βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και +τα εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού. + +Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους +[μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει, +εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με +είχον βαρυνθή κ' εκεί, ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την +πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν +βαρετός εις τους φίλους μου. + +Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν +πρωίαν να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα; +Η μικρά Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο +άρρωστη βαρειά. Είχε δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι +ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως. + +Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας, +διά να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την +ηγάπα ως να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου +έδειξε την κλίνην, και η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου +έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν +αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την μητέρα τα συνήθη λόγια της +παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας εκεί. Είτα επανήλθα +πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η Κούλα +έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως +[η υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να +της ομιλήσω. + + — Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου. + + — Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα +θεία... τραγούδια; + + — Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον +Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω. + + — Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω; + + — Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ... + + — Ωχ! + +Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι +είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ +εστέναξε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της +έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας +αισθήσεις της, κ' εψιθύρισε: + + — Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά. + +Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί +ιερείς κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως +τον Τελευταίον ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του +Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν, +εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα. + + — Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου, +όπου είχεν ακκουμβήσει. + + — Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας. Εις +αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων. + +Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή +εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα +μέσα μου τα τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν +άγευστον...», και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς +επουρανίους έσωσας», και «του Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις +ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο δι' ημάς νηπιάσας» +και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς σε». + +Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι +βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος +επέτασας». Και ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του +Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο +να τ' ακούση, το «Άλλος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις +πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή +ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να ακούη εκεί γύρω; + + + +ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ +ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ + + + +Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα, +οπού είνε πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο +Καρδοπάκης. Ήτο φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά» +του χωριού. Ήξευρεν εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια, +όνειρα, παραμύθια. Παντού τον εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια, +στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες, +και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να πάη μίαν ώραν δρόμον, διά +θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν προς τα επάνω, +είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα +Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του +έτους. Κ' εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα +μαντάτα στα δύο κορίτσια, στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την +Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι δύο χαριτωμέναι κόραι τον +εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν στέγην, εις τον +μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις μύλον +είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ +τριών ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον +ανατραφή εις άλλον τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος. +Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν +ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα χρόνων, καλοκαμωμένος και +ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν, αν και δεν τον +ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε σύνταξιν +από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις +εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν +εις την πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και +καταπατημένα, κ' εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα +καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός, όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της +τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά +τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο Αγάλλος πανδρειά. + +Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν +όλα, μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο +μακαρίτης. Εκεί έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο +αδελφαί. Εις την αρχήν είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι +νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς. Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος +της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του Μανιάτη. Αλλ' αι +εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον +περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν +πάντοτε εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι +συγγενείς του Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να +καταλάβωσι την οικίαν, κ' ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η +υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και των δωροφάγων, έμενεν +ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να κλεισθούν εις τον +μύλον. + +Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε +μάθει, τον εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ' +επήραν το «εξάγι» από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να +δειπνήσουν εληές, τυρί και πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει +εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν υπαίθρω, ως είδος εστίας ή +καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία. Κατόπιν ο μικρός +γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη +αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το +στέρνον, τον ήκουον με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης +έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και +αποσπάση τον νουν των από την τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός +εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του μακαρίτου, και άλλαι ακόμη +σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης ενύσταξεν· αι δύο +αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την προσευχήν +των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την Παναγίαν +και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί +εις την ερημικήν φωλεάν των. + +Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού +σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος. +Αυταί επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί +του ιδίου δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε +πλησιέστερα εις την έξω θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον +μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και +τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό +πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. Υποκάτω του πατώματος +ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον, δυτικά, εις το +ρεύμα. + +Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους +τους έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή +αύρα, κ' ηκούετο από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός +χείμαρρος κατήρχετο μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν, +παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της +Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις τους βράχους και τους +θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με ορμήν, πότε +εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των +χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την +ημέραν ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις +εκεί την νύκτα, και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των +κλάδων, και καρποί μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να +δίδεται τροφή εις όλα τα πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το +όνομα του Κυρίου. Και θνητός άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ +να καταβή, εκτός αν ήτον ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ, +ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις +το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς διφορουμένους χρησμούς της. +«Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως &ερώ& — ερώ». (4) Και τα άστρα +κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ' η +Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι +εβασίλευον πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα +ανάβαθρον του ουρανού, το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά +βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και κατήρχετο εις το ρεύμα, κ' +εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε τον πέπλον, κ' +ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν +του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι +βλαστοί της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά +εις τα δένδρα, και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της +καλλονής εκεί εις το σκότος. Και τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το +πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να επαναλάβη: Ερώ, ερώ. + +Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά +τα μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε +λάβει) πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα +όμματα, διότι ήτο μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα +πάθη και τα βάσανα. Εις τας ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής, +όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει να πνέη και άνεμος όρθριος δεν +εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του ύπνου — και τα άστρα, +ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το άπειρον — τότε +ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της Σοφίας. +Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν +ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον +βραχίονα την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της +εφάνηκαν πράγματι υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την +εγέλων τα ώτα της. + +Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το +δειλινόν εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του +χωρίου, όπου απείχε μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο +καταφύγιον και τόπος συναντήσεως δια τους (γύρω στον μύλον της +Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς βοσκούς της νέας +γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά +ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις +«εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν +ηπατήθη, ή δεν ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το +πέρασμά του, σχέδια και μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων +αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα +την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των +όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να κλέψουν ή την Σοφιά ή τη +Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής της μίας των δύο +αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα +συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των +νεωτέρων συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο +μάλλον θετός υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και +χρηματικώς και ερωτικώς ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την +υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης, +«είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν +συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να καταφάγουν αυτοί την +κληρονομίαν. + +Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο +ευκρινέστεροι. Τότε εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο +βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά +τον τοίχον. + +Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία. +Εστράφη, κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον +γλυκύ φως του κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις +διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την +χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν ρεβόλβερ. + +Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε +νυμφευθή από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία +το εζύγισεν εις την χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο +γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να +ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν αποκοιμηθή προ μικρού. + +Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της +οποίας έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον +έσεισεν. Ο γέρων έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις +ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να στραφή από το άλλο πλευρόν, κ' +εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν: + + — Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα, +μοιρολόησα απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά +τραγούδια. + +Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ +επτά ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της. + + — Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας περικύκλωσαν +απόξω. + +Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε +τα όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν, +σκληρόν προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε. + + — Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή. + + — Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα +είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη! + + — Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος +εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ' +αποχτήσης ποτέ σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι. + + — Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η +Σοφία. + +Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν, +αλλά και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε: + + — Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να +μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω, +να ιδούμε τι θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη. + +Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και +είπε: + + — Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να +νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς. + + — Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον ψόφιο, +μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να +φερθούμε... + + — Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και +ανεπήδησεν από την στρωμνήν του. + +Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις +καθ' ύπνον εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα +μάτια της, κ' είπε: + + — Τι τρέχει; + +Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν +είχεν απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες +τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π., +δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος +ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία των φίλων του, +τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την +στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από +την κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο +δεύτερος, όστις ήτο συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο +να επινεύη εις το σχέδιον τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση +την Σοφίαν, διά να «το κάμη χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο +απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν πως κλέπτονται τα κορίτσια. + +Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και +μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την +θύραν, εφαίνετο ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο +πρόθυμος να επαναλάβη τον κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν +τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος. + +Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας +ακοάς. Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε +τον λύκον. + +Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των +οι πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν +αλλόκοτος, ασυνήθης κρότος. + +Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε. + + — Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη μυλότρυπα. + + — Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης. + +Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν +φωνήν: + + — Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας +φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε +το παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!.. + +Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο +δημοδιδάσκαλος έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη +ο συγγενής του μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι +απεμονώθη, ο Κ., ο επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και +ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως πάντοτε, το Ευαγγελικόν: &Και Έσονται +οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι.& + + + +ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ + + + +Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του +Αγιώτη κ' εγώ, επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει +μέσα, εκτός από τα μικρά οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το +σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον +οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας αυτής, κ' εκινήσαμεν +εις μελετημένην εκδρομήν. + +Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του +πατρός του, εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του +187..., ο γέρο-Αγιώτης είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν +της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις +τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση εις την εστίαν του. Ο +ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον προ τριών +χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς +τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός +επανήρχετο σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν +αρμενίσει διηγείτο εις ημάς τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου, +όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου +είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων της χρονιάς εις έν των +μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας σλαβωνικάς +λέξεις, και τον στίχον τούτον: + + Χιλιαντάρα μοναστήρα + ντόμπρα ντόμπρα κουκουλτίτσα. + +Είχεν ακούσει προσέτι και το &Άξιόν εστιν& εις την γλώσσαν εκείνην: +«Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την +Σαλονίκην πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο +πώς ένα χωριατόπουλο, πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά +ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη +μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες ενέπαιζον την ακακίαν του +παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν υπόκλισιν, και +λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ' +άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες +περιπαθείς πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις +την Αγίαν Φωτεινήν την ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης». + +Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως +δεκαννέα ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν +προς εμέ, μου ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι +αι διηγήσεις αύται κατ' εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός +κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος τόσα χρόνια, εξόριστος εις την +Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή δραπέτης, έτυχε να +συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά νήσον του +Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του +διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του +Καρατάσου, είχε ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά· +με χαμηλήν φωνήν, και μ' εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις +ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο του Βοριά, εκεί που αγριεύει και +πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η ρεμματιές και αντιλαλούν +τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά το ρέμμα και +τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι, οπού +το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα +γρόσια, φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα +κτυπήση την κορυφήν του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί +ακριβώς οπού πέφτει ο ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν +— αχ! να μπορούσε ο γέρο-λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να +βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα +— και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια. + +Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός +Νικολός εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η +γολέττα, και τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα +ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον +της επιχειρήσεως. Χάριν μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων +οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και άλλα εγχώρια θρυλήματα. + + — Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο +παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά +του, δεν ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα +βενέτικα, στην αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την +μεγάλη, που το έχει τώρα ο γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο +γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα — δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά... +δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή πιθαράκι) γεμάτη φλουριά, +στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να την ξαναφτιάση;... +Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη να σκάψη +στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη +Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το +μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν +του γέρο-Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια, +ο Γιάννης ο Σκοινάς; Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά, +κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα. Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα +ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη +ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη δουλειά του, κι' ο +Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο +κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει, +εκεί ο εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να +ήθελε να το κρύψη δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά +του. «Αφεντικό, του λέει, κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης +έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ' είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και +έλεγε σαν αλήθεια, γιατί &του έπεσε& πράγματι στον λαχνό... «Καλά, +είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και τώβαλε στην τσέπη. Αλλά +την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να μην τον +καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος, +μεγάλο δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε, +δεν έβαλε ο νους του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο +κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η μοίρα του ήτον να σκύφτη και να +σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο αναπαυτικά με το τσιμπούκι +του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω, στον πεύκο. Και τι +βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο, εκρέματο +ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα. Ο +ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη +στεριά την αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους +τρεις ή τέσσερες νομάτους οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι: +«Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο, παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν +πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα μείνω παραπίσω· θέλω να +κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και μπορεί να σας +φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα σύνεργα, +να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα, +και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη +ράχη, κι' ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο, +κι' αυτός εκρύφθη μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους, +κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι, +αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους +κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν δισάκκι αραχνιασμένο, +μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα κολοννάτα +πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο +γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε +άρμενα. Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα +βρεθίκια πού του έταξε. + +Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ +πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της +Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις +την διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών +θάμνων κάπου το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να +εξαφνίζετο και να εφάνταζε κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ +εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως ράβδον, κ' εκείνος είχε το +σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου ξανάλεγε στον δρόμον +πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του αγκίστρια δεμένα +όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν. + +Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός +περί ου ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις +την Παναγίαν της Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά +την μικρήν πόρταν, σύρριζα εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη +κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον έρημον από πολλού. Και αντικρύ +εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο +κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο Νικολός, αλλά +δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να +εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το +στηλιάρι της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο +θα έπρεπε να χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες +επιθυμούντες χρήματα (λέγει ο Δαυίδ: &επιθυμία αμαρτωλού απωλείται&, +και ο Σολομών λέγει: &επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι&) δεν εβλέπαμεν +εμπρός μας την προς τούτο άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι, +και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν, εργασία, οικονομία κατ' αρχάς, +είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων των άλλων ανθρώπων — +εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά, εκεί έπρεπε +να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα. + +Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν +τα πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά +πηγή. Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να +κατέλθωμεν τον κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν +δρόμον ακόμα. Ο Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος +του ροπάλου μου, κ' αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας +αντηχεί γνώριμος φωνή: + + — Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα. + +Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου +ο Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, +έχων δύο βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον». + + — Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα. + +«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας +Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και +οι αδελφοί του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας. + + — Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός. + + — Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω. + +Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα, +εψάρευε κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα. +Ύστερον ηγόραζεν απ' αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν, +εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ' ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε +μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να σώση το Γένος. Τότε του +εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος, όστις +εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους +θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας +τοποθεσίας. Toν επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις +ολίγον καιρόν του έγεινεν αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν. +Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα, εφόρεσε πανωβράκια και +Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν αναριθμήτους +ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα. Έπινε +τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και +στο γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν. +Εις την Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις +το Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα +με την ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν, +έτρεχεν ως τροχός κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά, +τελώνια, από φθόνον τον έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον +έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά +δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου και αν έφευγε, θα τον +έπιαναν μίαν ημέραν. + +Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος +τώρα επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν +έπρεπε να νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να +πλουτίση το Έθνος δεν επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να +φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν, τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον +κουκουλώση, να τον προικίση και τον αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε +κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις το γήρας του· διότι +δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα απέθετον τον +θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν; Εις +χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του, +δεν έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν +είχεν άλλην κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν +οικίαν, κατά το έθος του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον +θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να +τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος βενέτικα. + +Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με +μίαν ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον +Μαλάκιαν. Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα +αγκαλιαστά, μοσχάτο κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις +το μικρόν χωρίον, και είς αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου +Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων εκόλλησε το εξής τετράστιχον: + +..................................................... +..................................................... +..................................................... +..................................................... + +Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου +Κωνσταντίνος Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την +αυθαιρεσίαν, κατά παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε +«σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από +τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον +καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της +«Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η +μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από την Άτην την +&σθεναρήν& και &αρτίποδα&, ήτις &πάντας ανθρώπους& αάται, ώστε μόνον +το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον». + +Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο +εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον +ήτον ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν +του Γένους, και ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας +ταύτης. Αφού δεν ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του +πλοιάρχου της «Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν +ιστορίαν θησαυρού, και δεν ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε +άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις τον Νικολόν πλην ο φίλος μου +δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και έως σήμερον ακόμη +δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του θησαυρού της +Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον νέος, +εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ +διά την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν +ανοικτόκαρδος, να μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με +αυτόν, και με πάντα άλλον. + +Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν +πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην. +Είχε βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε +μεγάλως την εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής +νέος οπού ήτον, ότι η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον +αγαθή συγκυρία, διότι πάσα καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον +κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται. Όπως λ. χ. την πρωίαν της +Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το Ευαγγέλιον της +Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον +έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της +παιδιά) διά να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο +Θεός το κατόπιν τέκνον της. + +Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος, +παλαιός, με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του +εώρταζε την Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν, +επροσκυνήσαμεν τας εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια. +Μέσα εις το ζεμπίλι του, χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν +μολύβδινον παγούρι με έλαιον. + +Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι +κλιτύες και τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την +χρονιάν εκείνην δεν υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι +εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως, ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος +θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη εκείνα. + +Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο +από παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια. +Ίσως δύο εξ αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν +ηκούσαμεν κρότον, ουδέ ψυχήν είδομεν. + + — Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός. + + — Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός, +όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη. + + — Και λες να είναι κανένας εδώ; + + — Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η +Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό. +Αποδώ αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά +κάποτε εδώ στο ρέμμα. + + — Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ. + + — Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες, +νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά +στην βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό, +κ' ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς +καλές κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια. + +Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ +κάπου ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες», +όπου έλεγεν ο Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του +παλαιού μονυδρίου, και οι δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την +τοποθεσίαν. + + — Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος, +τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού +φθάνει. + +Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα +του, το προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι' +άρχισε να σκάπτη. Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα +εστάθη. + + — Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι. + +Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην +ώραν, επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν. + +Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν +ηδυνήθην να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών. + + — Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός. + + — Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός. + +Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την +γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του +μοναστηρίου, ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω +προς το ρέμμα. Εκεί &εβίγλιζα&, ήτοι ήμην &καραούλι&· είχα δηλαδή +σκοπιάν, μήπως φανή που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος, +ώστε να τους δώσω εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν +ευπρόσωποι προς το μέρος που εκαθήμην. + +Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο +ιδρώς περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των. + +Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη. + + — Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να +φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου; + + — Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και +πάω εγώ με τον Αλέξανδρον. + +Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν θα φάμε κι' όλα, +κάτω στην βρύσι; + + — Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε +αυτά εδώ; + + — Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το +μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα +μέσ' τα χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να +κολατσίσουμε. + +Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να +κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν +αρχίση ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της +κοιλάδος, οπού εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον +φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή. +Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε +της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα αυγά, κι' ο Γιαννιός από +έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν ράκος μέσα +στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες πέρκες +τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ' +εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις +τα όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα +επάνω, προς την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται +από το κάτω ρέμμα, το γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου +έλεγεν ο Νικολός: — Να η Νεράιδες! + +Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με +εξήγαγεν από την πλάνην. + + — Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας +της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα +φουστανάκια. Είνε όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο +Νικολός. + +Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν +ούτ' εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο +Γιαννιός έκραξε με πραείαν φωνήν: + + — Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από +στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια +εγέλασαν οξύν αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες. + + — Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω +στο μύλο; + + — Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα +εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ. + + — Εκεί κάτω είνε η μαννού σου; + + — Εκεί είνε. + + — Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε +γενιά. + + — Μετά χαράς. + +Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η +λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή +εξαδέλφαι της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη +τους κόλπους «ως νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε +χροιά του προσώπου των ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον. + + — Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν' +απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις +ήρχετο να παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει +παραγγελία η μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς +και τ' ανάψαμε — βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω. + +Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός +να κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το +είπα εγώ». Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το +είπε ο Αλέξανδρος». Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα. +&Μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων&. + +Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν. +Τώρα ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του +λάκκου, κ' έκαιε πολύ. Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω +έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον +δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας δράκας. Η γη εγίνετο +σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και πόνος. + +Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος. + +Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των +δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του +μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους +επρόβαλεν έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις +τον ώμον, βέργαν εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί +την μέσην του. + + — Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά. + +Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν +εχάρην μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα. + +Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από +νηπιόθεν τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της +κουμπούρες και με τα χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν +εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο, αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της +Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και ήτο ευμενής. — Τι σας +ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες τώρα να χαρώ +τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο ώρες; +Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός +ορνιού, κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο. + + — Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο Νικολός. + + — Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε +και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι' +ο Γιάννης ο Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι, +κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης, κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ' +εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και +στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα, και σε κάθε +ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ' +Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα. + +Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν: + + — Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν +είνε, πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε +αυτός μ' ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να +καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό, +θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο γέρο-Μαμούκος, ας έχη +ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος. Τακούς; + +Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν. + + — Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε. + + — Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου, +ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να +ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες. + + — Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί +μου, που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους. + + — Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα +βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον +κατά το ρέμμα. Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον +ανήφορον, επιστρέφοντες εις το χωρίον. + + + +TO X. Α. TOY... + + +Όπως το διηγούνται, όσοι το έφθασαν, εν ηλικία όντες εις Αθήνας τω +1870, ο νεκρός του ενός των ληστών του Δηλεσίου, κομισθέντων εις +Αθήνας κατά Μάιον, είχε το πρόσωπον παραδόξως φαιδρόν και γελαστόν. +Την ώραν πού τους ετουφεκοβολούσαν τ' αποσπάσματα, ελλοχεύον όπισθεν +πυκνών θάμνων και βράχων το παλληκάρι εκείνο της Ρούμελης, ίσως διότι +το ταμπούρι του τού εφαίνετο πολύ ασφαλές, τις οίδε τι είχε σκεφθή, ή +τι σοβαρόν είδεν, ή τι αστείον ήκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου +του, κ' εγέλασεν, όπως οι άνθρωποι γελούν. Συγχρόνως, εν ακαρεί, του +ήλθε το βόλι. Τον ηύρε καίριον εις τον λαιμόν, και τον αφήκεν εις τον +τόπον. + +Μετά δυο ημέρας οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξ τον αριθμόν, εκομίζοντο εις +Αθήνας. Εις το πρόσωπον του νέου εκείνου όλοι οι φρικώδεις περίεργοι +είδον εντυπωμένον, πιστωμένον τον γέλωτα. Ούτ' επρόφθασεν, ο ευτυχής +άνθρωπος, να αισθανθή την πικρίαν του βέλους, αλλ' ο θάνατος του ήλθε +μυστηριώδης, γλυκύς, προ της αλγηδόνος. + +Ο Γιάννης του Λέκα, νέος εικοσαετής, εφαίνετο ότι έχαιρε μεγάλην +χαράν σφόδρα, όταν του έλεγαν ότι θα ήρχετο εκείνον τον χρόνον, διά +να τον πάρη στρατιώτην, το περιοδεύον Στρατιωτικόν συμβούλιον. +Άρχιζεν αμέσως να κάμνη βήματα, προφέρων: έν γυό, έν γυό, κ' ήτον +όλος γέλοια και χαρά. Πλην, όταν ήλθε πράγματι η Στρατολογική +Επιτροπή, προς μεγάλην χαράν του Δημάρχου, και κατέλυσαν άλλοι εις +την Δημαρχίαν, άλλοι στο οιονεί ξενοδοχείον, κι' άλλοι στα σπήτια +μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να παύση τα γέλοια, η ενδόμυχος ευθυμία και +το θάρρος του έφυγαν, κ' ηρνήθη αποτόμως να παρουσιασθή ενώπιον της +Επιτροπής. Εστήλωνε τα πόδια του, αντεστήλωνε το κορμί του, έκλαιε, +κ' εφώναζε: «δεν πάω, δεν πάω». Όταν δε ο υπίατρος οδηγήθη στο +σπητάκι της Λέκαινας, κ' εδοκίμασε να ιδή και να εξετάση τον +κληρούχον, ο Γιάννης έπεσεν εις μίαν γωνίαν, εμαζώχθη, εκουβαριάσθη, +εσταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλόν του, έκαμψε τους +πόδας του με τα γόνατα έως τον αφαλόν, και ηρνήθη να υποστή την +εξέτασιν του ιατρού. Τέλος η Επιτροπή απεφάσισε να τον κηρύξη +«βλάκα», και τον απήλξε πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως. + +Αλλ' όμως ο Γιάννης δεν έλλειπε ποτέ από καμμίαν αγρυνίαν εις τα +εξωκκλήσια, όταν επηγαίναμεν στα πανηγύρια, αρχόμενος από την +ανατολήν του έαρος έως το βασίλεμα του θέρους, έως την στρώσιν του +φθινοπώρου, και πριν εισβάλη ο χειμών. Πρώτον εις την Παναγίαν της +Αγαλλιανούς, όπου η ψυχή μας εμοσχοβολούσε ία και ναρκίσσους και +λευκά άνθη της αγραμπελιάς. Είτα εις την Παναγίαν την........., όπου +έτρεχε με μόρμυρον και ρόχθον το ρεύμα της Ζωοδόχου, κάτω εις τους +μυστηριώδεις καταρράκτας με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους +ανέρποντας κισσούς ανά τους υγρούς βράχους εις τα κυρτά υλομανούντα +δένδρα. Και στον Άι-Γεώργην, όπου αι τόσαι νύμφαι του χωρίου +ελιτάνευον στολισμέναι με τα πεποικιλμένα μανίκια, τας μεταξωτάς +ποδίας και τα χρυσά ποδογύριά των, ερχόμεναι άλλαι με της βάρκες και +άλλαι διά ξηράς. Και εις τα Πέντ' Αδέλφια, όπου τα αγκαλιασμένα +γηραιά δένδρα καλύπτουν την βρύσιν και στεγάζουν τον πενιχρόν ναόν με +το θεσπέσιον άλσος των. Κ' εις τον Άι-Γιάννην τον &Μυρωδίτην&, όπου +τα τελευταία αηδόνια εκαλούσαν εις διαδοχήν τα κοσσύφια ανά το ..... +.................................. από το ύψος των................... +έως τον γιαλόν.... .........................., και το κελαρύζον νερόν +του βαθέος, ανερχομένου Διακαλιού ανέβλυζεν από την ρίζαν της γηραιάς +δρυός, όπου με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των &φυλλομανούντων& κλώνων της +διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων. Πόσαι οικογενειακαί θαλίαι είχον +τελεσθή το πάλαι υπό τους βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα άκακα ερωτικά +ζεύγη είχον εύρη ποτέ καταφύγιον εις την σκιάν της. Και είτα εις τον +Άγ. Ηλίαν και εις τον Άγ. Παντελεήμονα, κ' εις την Παναγίαν την +Πρέκλαν, κ' εις την Παναγίαν του Καρδάση κ' εις την άλλην Παναγίαν του +Αραδιά, κ' εις τον Άι-Γιάννην του Κάστρου, κ' εις τον άλλον Άι-Γιάννην +του Μετοχιού, κ' εις τον Άι-Δημήτρην, κ' εις τον Άι-Ασώματον τ' Αγγελή, +και τέλος εις την Παναγίαν την Καστριώτισσαν, όπου πάσα σεμνότης και +πάσα χάρις εν γαλήνη συνηνούντο, και πας γόνυ έκλινεν ενώπιον της +θείας (εν γαλήνη) Πολιούχου: «Διανέμοις των χαρισμάτων την σην γαλήνην, +Θεοτόκε, τη ψυχή μου». + +Όλα ευωδίαζον άνοιξιν και απλότητα και χαράν. Ο Γιάννης έμβαινεν εις +το παρεκκλήσι γελών, τον ωδηγούσεν η μάννα του, χήρα έχουσα αυτόν ως +μοναχογυιόν, να «χαιρετίση», δηλ. να ασπασθή την εικόνα στο +προσκυνητάρι, την ησπάζετο γελών, είτα επήγαινε στ' αριστερά του +χορού, κ' έστεκε δίπλα εις το άκρον ανατολικόν στασίδι, δύο βήματα +από την βορείαν πύλην, όπου αι γυναίκες έφερον τυλιγμένας με προσόψια +τας προσφοράς, και έγραφαν τα ονόματα, δηλ. τα έγραφεν ο παπάς καθ' +υπαγόρευρευσιν ιστάμενος εις το χάσμα της θύρας, με το +μολυβδοκόνδυλον, κρατών φύλλα διπλωμένα χάρτου επί του βιβλίου των +Αποστόλων ή των Ψαλτηρίων· «Γεωργό, Γεωργό και του πλι» (δηλ. το +πλοίον) μετά των συμπλεόντων αυτώ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς +έγραφε, Ν. Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), +Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ. Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων και αδελφών +αυτών». + +Εκεί έστεκεν ο Γιάννης, και ήκουε γελών τα υπαγορεύματα των γυναικών, +τας απηχήσεις και τους &ασπασμούς& του παπά. Τέλος, όταν ήρχιζεν η +ψαλμωδία, ο Γιάννης εξηκολούθει να γελά προς τας αντιφωνίας των +διαφόρων νεαρών ψαλτών και τας οξυφωνίας του παπά. Συνήθως αντείχεν +όρθιος επί ώρας, είτα εκάθητο εις το σκαλοπάτι του βήματος κάτωθεν +της τελευταίας αριστερά εικόνος (ήτις ήτο συνήθως του Αγίου του +ναού). Η μάννα του, επειδή τον είχε μονογενή, συχνά έταζε και +παρεκάλει τους Αγίους «να τον κάμουν καλά». Πλην φαίνεται ότι αυτός +ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και οι Άγιοι +δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του +ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει. + +Η ψαλμωδία εξηκολούθει δι' όλης της νυκτός. Πενήντα ή εκατόν άνδρες +και παιδιά — συνήθως είχον παραφάγη καί παραπίη — εκοιμώντο έξω, +ανάμεσα στους σχοίνους, και οκτώ ή δώδεκα γυναίκες, και τρεις γέροι, +εις τα στασίδια ή στας πλάκας του ναού εκοιμώντο καθήμενοι. Ενίοτε +ηκούετο το ρογχάλισμα του ιερέως μέσα απ' το Άι-Βήμα. Ο ψάλτης +υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο- +Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο +νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο +τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης άγρυπνος δεν έπαυε να γελά. + +Κάτω εις την πολίχνην, όπου ο Γιάννης ήτο ευθυμία και χαρά των +σπητιών, ο ίδιος εγέλα θορυβωδέστερον όταν συνήντα ένα από τους +περιπλανωμένους του χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του, ή τον Ζαχαρίαν τον +Κούκον, ή τον Τάσον τον Νικολήν, ή τον Ματώ απ' τον Απάνω Μαχαλάν. +Τότε άνοιγε πράγματι η καρδιά του. Εγέλα ακρατήτως, και δεν ημπορούσε +«να μαζώξη το στόμα του». Ήτο ως να έλεγε: «Χαίρομαι, αδελφέ μου, πού +σε βλέπω τέτοιον· οι άλλοι που μας γελούν είνε πολύ χειρότεροι». + +Κ' εις τα ξωκκλήσια, κατά την διάρκειαν της αγρυπνίας, συνήθως ήρχετο +μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε, ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο +νυχτοβάτης, ή ο πάτερ-Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος +και ξεσκούφωτος. Όταν τον έβλεπεν ο Γιάννης, τότε ησθάνετο άκραν +ευθυμίαν, κ' ενετρύφα εις την θέαν του. Ο Ιωακείμ ίστατο εις την +άλλην γωνίαν του Τέμπλου δεξιά και συνήθως του έδιδον οι ψάλται να +διαβάση το ψαλτήρι. Ο Γιάννης δεν εχόρταινε να τον κυττάζη, κ' εγέλα, +εγέλα με ηδονήν άρρητον. + +Και όταν δεν ήτο πανηγύρι ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως +εις την εξοχήν. Είχεν η μάννα του μικρούς ελαιώνας και χωραφάκια, κι' +ο πτωχός νέος φαίνεται ότι κάτι έκαμνεν εις γεωργικάς αγγαρείας και +βοηθητικά έργα, με όλην την αδυναμίαν του. Αλλά και τότε, όταν επέρνα +από εξωκκλήσι, επέζευεν, έδενεν εις την ρίζαν θύμου το γαϊδούρι, και +εισήρχετο εις τον ναΐσκον. Εκεί έβγαζεν ατάκτους φωνάς, θέλων να +μιμηθή τους ψάλτας, και κάποτε έβαλλε χείρα εις εικονίσματα και τα +κατεβίβαζε κάτω διά να τα ξεσκονίση, όπως εφρόνει· άλλοτε έβγαζε τα +θυρόφυλλα της Αγίας Πύλης, κι' άρχιζε να τα πελεκά με το μικρόν +κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα επανέφερεν εις την θέσιν των, και πότε +τ' άφινε κάτω εις το έδαφος, όπου έτυχε. + +Η Μαλαμμώ του μπάρμπα Δημητρού, συμβία του Γιώργη του Πολύζου, ήτο +απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν. Άλλη δεν ήτον ως αυτή να +τρέχη διαρκώς σ' όλα τα ξωκκλήσια, να τ' ασβεστώνη, να τα καλλωπίζη. +ν' ανάφτη τα κανδήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων +γυναικών ευποροτέρων της. + +Είχε μετακομίση στης πλάτες της πέντε ή έξ παληοσάνιδα, τα οποία της +έδωκαν, διά να επισκευάση την στέγην του ναού του Χριστού στο +Κάστρον. Η Μαλαμμώ, χάριν ευκολίας, τα απέθεσε προσωρινώς έξωθεν του +Κάστρου, προ φοβερού χάσματος της παλαιάς γεφύρας, κ' εις την κάτω +βαθμίδα της ιλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτερούς και πλατείας +σκάλας. Ήτο μεσοβδόμαδα. Η Μαλαμμώ έλεγε μέσα της «Χριστιανός δεν θα +βρεθή να τα κλέψη». Και όμως ευρέθη. Υψηλά από το μικρόν σαθρόν +καλύβι, όπου ήτο έν παληοχώραφον ανάμεσα εις τα ορμάνια, όπου έβοσκε +πέντε ή έξ ψωραλέας αίγας ο Νικολός ο Μπασιόλης, μακρόθεν επί πολλήν +ώραν ετηλεσκόπει την Μαλαμμώ, ώστε είχε αποκάμει στα μάτια να την +κυττάξη, κ' εμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ' τα δόντια του: «Πού τα πάει +αυτή, τρομάρα της, τα παληοσάδια;» + +Την υστεραίαν η Μαλαμμώ είχε δουλειά στο σπήτι της, κάτω στο χωρίον, +τρεις ώρας δρόμον. Την τρίτην ημέραν δεν ευκαιρούσεν ο σύζυγός της, +όπου ήτο ολίγον κτίστης, αλλά και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλην +ήτο Σάββατον, κ' η Μαλαμμώ εκατάφερε τον σύζυγόν της να υπάγουν μαζί +και το μουλάρι, να κουβαλήση αυτός άμμον κι' ασβέστην από μίαν +ανεμιαίαν έπαυλιν, όχι πολύ μακράν του Κάστρου, να εισέλθουν φέροντες +και τα σανίδια τ' αποτειθεμένα έξω, να φθάσουν εις τον ναόν του +Σωτήρος, κι' αυτή ν' ασβεστώση, κ' εκείνος ν' ανεβή στον τοίχον, +πατών ως εις σκαλωσιές εις τα λιποπετρούντα τοιχία τα πλαγινά, να +καρφώση τα σανίδια εις το ελλιπές μέρος της στέγης, να τα επιχρίση με +την κονίαν που θα εζύμωνε με τα υλικά που έμελλε να μετακομίση +(εκείνη ν' ασβεστώση τους τοίχους ή την θύραν και τα παράθυρα, κι' +αυτός ν' αναβή στην στέγην, πατών ως εις σκαλωσιές επάνω εις τα +ερειπωμένα και σεισμοπετρούντα τοιχία τα πλαγινά και να την +επισκευάση). + +Φθάνουν εις τα πρόθυρα του Κάστρου, κάτω εις το βαραθρώδες του +χάσματος, κυττάζει η Μαλαμμώ. Τα σανίδια έλειπαν. Έκαμε πολλούς +σταυρούς, ηπόρησεν, ηγανάκτησε. + + — Το λοιπόν, πού τάχεις βάλη τα σανίδια; ηρώτησεν ο Πολύζος. + + — Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ' ακούμπησα. + + — Πού είνε τα, το λοιπόν; + + — Πούν' τα; Να κοπή το χεράκι του όποιος τα πήρε. + + — Δεν σούπα εγώ, βλοημένη, να μην κάνης μισές δουλειές; Ή να +καρτερέσης έπρεπε ν' αδειάσω, να τα κουβαλήσουμε το μουλάρι, ή, αφού +τάφερες, νάκανες ακόμα έναν κόπον να τα πας ως μέσα στην Εκκλησιά. + + — Και ποιος ξέρει, αν δεν θα τα βρούμε μέσ' στην Εκκλησιά, είπε το +Μαλαμμώ με εύκολον θάρρος και προς ιδίαν της παρηγορίαν. Έλα, Χριστέ +μου, καμμιά καλή Χριστιανή θα ήρθε χτες-προχτές ν' ανάψη τα κανδήλια, +και την εφώτισ' ο Θεός και τα κουβάλησε. + + — Άμποτε! + +Ο Πολύζος εξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώον, έδεσε το ζώον του, ανέβασε +με πολύν κόπον πρώτον τον σάκκον της άμμου, είτα την κοπάναν με τον +ασβέστην ανά την υψηλήν φοβεράν σκάλαν, η γυνή ανήλθε με το καλαθάκι +της, όπου είχε λάδι, κηρία, ως και μικράν προμήθειαν τροφίμων. Είτα +εφορτώθη αυτή τον ασβέστην, ο ανήρ της επήρε την άμμον και το +καλαθάκι, υπερέβησαν την σιδηράν πύλην, και εισήλθον εις το παλαιόν +έρημον χωρίον. Μετά δέκα λεπτά έφθασαν προ του ναού. Εξεφορτώθησαν, +εκάθισαν να ξαποστάσουν. Της εφάνη της Μαλαμμώς ότι ήκουε κάτι ως +χαλαράν και άρρυθμον ψαλμωδίαν έσωθεν του ναού. Δεν επίστευσε τ' +αυτιά της. Επλησίασεν εις την θύραν, την ώθησεν. Η θύρα ήτο κλεισμένη +ένδοθεν. Ηκούοντο τώρα ευκρινέστερον αι άμουσοι ψαλμωδίαι. + + — Ωχ, Θε μου, τι να είνε, είπε το Μαλαμμώ. Έλα, Πολύζο, να ιδής και +ν' ακούσης. Η πόρτα είνε κλειδωμένη από μέσα. + +Επλησίασεν ο άνθρωπος, έκρουσεν, ώθησεν ισχυρώς. Εις μάτην. Η θύρα +ήτο πράγματι μανδαλωμένη. + + — Τι πειρασμός είνε αυτός, έκραξε το Μαλαμμώ, συνάπτουσα τας χείρας. +Τα σανίδια λείπουν απ' έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη, κι' +ουρλιάσματα άχαρα ακούονται μέσα. Τι νάν' αυτό; Μπαίνουν τάχα και +στης εκκλησιές πειρασμικά πράγματα; + +Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου η ακοή των +αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις «Χριστός Ανέστη». + + — Χριστός Ανέστη, επανέλαβεν η Μαλαμμώ. Κι' ακόμα τώρα πέρασε το +μεσοσαράκοστο. + +Ήτο τωόντι σάββατον της Δ' εβδομάδος των Νηστειών. + + — Μην πηαίνη αλλά φράγκα ούτος που είνε μέσα; είπεν ο Πολύζος. + + — Στοιχειό θα είνε· ξορκισμένος οξαποδώ, απήντησεν η Μαλαμμώ. + + — Κανένας μουρλός θα είνε, είπεν ο Πολύζος. Ας ιδούμε. Μην είν' +εκείνος ο Γιάννης της Λέκαινας; + +Έκρουσε πάλιν δυνατότερα την θύραν. Είτα ανέβλεψεν ανά τον τοίχον, κ' +έδειξεν εις ύψος δύο οργυιών σχεδόν τον μικρόν φεγγίτην με την +χρωματιστήν ύαλον, που έφεγγε τον ναόν από την δεξιάν πλευράν. + + — Να μπορούσα ν' ανεβώ 'κεί απάνω, είπεν. Έλα, βόηθα, Μαλαμμώ, να +σωρέψουμε πέτρες πολλές, να της στερεώσουμε, για ν' ανεβώ ως εκεί. + + — Δεν φωνάζουμε μια, είπε το Μαλαμμώ, αλλά δεν υπήρξε φωνή και +ακρόασις. + +Ήρχισαν ν' αποκόπτουν λίθους από τα ερείπια των παλαιών οικιών εδώθεν +κ' εκείθεν. Όταν συνέλεξαν λίθους αρκετούς, ήρχισεν ο Πολύζος να τους +στοιβάζη εις σωρόν. Πλην τότε παρ' ελπίδα ηκούσθη κρότος μανδάλου ή +μοχλίου αποσυρομένου και οξύς γέλως ήχησεν εις το χάσμα της +διανοιγείσης θύρας. + +Ήτο τωόντι ο Γιάννης του Λέκα. Υπεδέχετο με παιδικούς καγχασμούς την +γυναίκα και τον άνδρα της. + + — Α! Εσύ 'σαι λοχεμμένε! είπε η Μαλαμμώ — γιατί δεν ακούς τόσην ώρα +που σε φωνάζουμε; + +Ο Γιάννης απήντησε διά νέου καγχασμού. Εστράφησαν προς την θύραν, και +είδον τα εντός. + +Ο Γιάννης είχεν ανάψει διά μαναλίου όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί +εκεί, είχε χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το +λαδικόν, που εύρεν εις το ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε +κατορθώσει να τ' ανάψη ως πυροφάνι, μόνον δύο κανδήλια εκ των επτά ή +οκτώ των προ του Τέμπλου και του προσκυνητηρίου, και ηυφραίνετο +ψάλλων το «&Χριστός Ανέστη&, όπως αυτός ήξευρεν. Είχε βαρεθή την +σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το προεορτάζη. + +Αφού εγέλασεν αρκετά, η Μαλαμμώ έσβυσε τ' απόκηρα, επροσπάθησε να +σκουπίση τα χυμένα λάδια, και είτα εμελέτα ν' αρχίση το ασβέτωμα. +Ελησμόνει ήδη τα χαμένα σανίδια. Αλλ' ο Πολύζος είπε: + + — Και πούν' τα σανίδια, Μαλαμμώ; + + — Πούν' τα, μαθές, επανέλαβεν η γυνή. + +Τυχαίως και στον βρόντον η γυνή εστράφη προς τον πτωχόν νέον, και τον +ηρώτησε: + + — Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά; + +Ο άκακος νέος απήντησε μόνον: + + — Κουβάλας. + +Ο περί ου ο λόγος τωόντι είχε συναντήσει τον Γιάννην κατά την +προχθές, την ώραν οπού εκουβάλα τα κλοπιμαία. Του έδωκε δύο ξυλειές +ως αρραβώνα, και τον εφοβέρισε να μη μαρτυρήση τίποτε. Ο Γιάννης +απήντησε με το παγωμένον γέλοιο του. + +Είχε ξεχάσει της ξυλειές, ως και την φοβέραν. Την επαύριον ανεύρε τα +κλοπιμαία η Μαλαμμώ. + + + +Η ΑΠΟΣΩΣΤΡΑ + + + +Ότ' είχε βασιλέψ' ο ήλιος. Κατεβαίναμε τo στενό καλδερίμι, τον +κατήφορο. Ζερβά μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παληού σπιτιού του +Γιάννου τ' Αγιώτη (μια φορά ήταν του Γιάννου τ' Αγιώτη, όταν ο +μακαρίτης εζούσε κ' εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν ξέρω πλια τίνος είνε, +γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθόταν η Μορισώ, το Γιαλινάκι, με τη +ρόκα της, με ταδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι' άλεθε η γλώσσα της. +Την στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ' το στόμα +της. + + — Τρεις όπ' σ' έχω, άντρα, και τρεις όπ' μ' έχεις έξη· και τρεις του +παιδιού, εννιά... + +Εκείνο το δειλινό είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νειόνυφη, η +γυναίκα του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Έξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ' +το γάμο. Η θεια Μορισώ εσκολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο, +το 'φταμηνίτικο ή το πρωιμάδι, που είχεν έρθη στον κόσμον αυτόν. + +Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν +είχαν γείνη ακόμα, έτσι τα εσκόλιαζε. Δεν άφινε καμμιά κουβέντα, +κανένα μαντάτο, κανένα «λακριντί», που να μην τ' αποσώση. Μ' αυτά, +και με τη ρόκα της, περνούσε την ώρα της, κ' έκανε να περάσουν και +των άλλων γυναικών η ώρες. Αλλοιώς, τι θα γινότανε, 'ς αυτόν τον +παληόκοσμο; + +Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο +αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιός της ο μεγάλος, από +τριάντα χρόνια τώρα, είχε πάρη μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γείνη, και +δεν ακούστηκε πλια. Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον +στην Αμέρικα χρόνια, της έγραφε πως θάρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη +της, την είχε καλοπαντρέψη, μα δεν είχε τύχη να ζήση· πέθανε στη +γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν' αποκτήση το δικαίωμα ο +πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ' ύστερα, στους πέντε +μήνες, ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήταν ο μεγαλείτερος καϋμός της θεια- +Μορισίνας! + +Για να μαλακώση, η ταλαίπωρη, τον πόνο της, έκαμε στην αρχή να πέση +στα θεία και σε αγαθοεργίες. Θέλησε να πάρη ψυχοκόριτσο έν' αρφανό, +πού κανείς δεν ήξερε τον πατέρα του. Επειδή όμως ήτον πολύ αράθυμη, +και όταν θα θύμωνε, θα φώναζε το κορίτσι «μπαστάρδικο!», για να μην +κολάζη την ψυχή της, έκαμε καλύτερα να το διώξη, ύστερ' από τρεις +'μέραις αφού το πήρε στο σπίτι της. + +Καμπόσες φορές είχε κάμη κόλλυβα και λειτουργιές για τους +πεθαμμένους. Ύστερ' απ' ολίγο, τα έφερε ο διάολος να μαλλώση με τον +ένα, έπειτα με τον άλλον, παπά της Εκκλησιάς· τότε κι' αυτή, για να +μην τους τα χαραμίζη, και κολάζη την ψυχή της, έπαψε της προσφορές +και τα μνημόσυνα. + +Μόνο επήγαινε ακόμα στην Εκκλησιά, κ' εκολλούσε κεράκια στους Αγίους. +Ύστερα, επειδή μέφτηκε τον επίτροπο, πως έκλεψε τάχα απ' το παγγάρι, +έπαψε ν' αγοράζη απ' την Εκκλησιά, κ' έπαιρνε απ' τον μπακάλη. Έπειτα +ο παπάς, οπού δε τάχε ακόμα καλά μαζί της, της είπε να μη φέρνη +νοθεμμένα κεριά, μόνε να ψωνίζη απ' το παγγάρι. Τότε κι' αυτή έπαψε +να κολλά κεριά. + +Ωστόσο, επήγαινε ακόμα στην Εκκλησία. Ύστερα, επειδή έβλεπε καμπόσες +γυναίκες, οπού αυτή της είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να +έρχωνται κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακρινούς +σταυρούς και στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια +στην Εκκλησιά, για καμπόσον καιρό. + +Τόσο κακότυχη που έμεινε, για να έχη μια παρηγοριά στη μονοτονία της +ζωής της, αποφάσισε και δεύτερη φορά να πάρη ένα ψυχοπαίδι, που να +είνε από μάννα και πατέρα, για να μην την βάζη ο πειρασμός, στο θυμό +της απάνω, να το φωνάζη μπάσταρδο. Ηύρε, αλήθεια, ένα ορφανό, που +ήτον κι' από μακρινή γενιά της. Το πήρε, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε. +Κείνο βγήκε πολύ θεληματάρικο, απαιτούσε πάντοτε «το δικό του να +γένη». Αυτή ήτον πολύ αψίθυμη, και δεν έκαναν καλό χωριό οι δυο τους. +Τέλος, το παιδί μπαρκάρησε, «πήρε τα μάτια του κ' έφυγε», και τον +δεύτερο χρόνο επνίγη μ' ένα καΐκι που αρμένιζε. Και πάλι η θεια +Μορισίνα απέμεινεν έρμη και μοναχή. + +Και τώρα εγήραζε, κ' εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες +τοίχους του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη +πατριωτάκι, μα ξένο, για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ' ένα +κορίτσι από ξένα μέρη, απ' τη στεριά την αντικρινή, φτωχό, έρμο και +σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε. Αυτό, σαν έγεινε +δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ' ένα νέον στη γειτονιά και μια βραδειά, τη +σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε +ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε +«ξεχωρισμένη» κι' «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ' +έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή θα με πάρης, ή θα χαθώ». + +Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ' το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να +την πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ +«τα ηύρε σκούρα». Οι δικολάβοι, όπου δεν λείπουν από κανένα μικρό +χωριό, υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από +το σπίτι. Η θεια το Γιαλινάκι επήγε 'ς ένα ξάδερφό της, που ήτον +κάπως μεγάλος και τρανός, ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι' αυτός +την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την +αφήση να πεθάνη απ' το κρύο, κι' από το άλλο μέρος, να του κάμη το +σπίτι απάνω του, &οικονομικά&, καθώς το ξανάλεγε ύστερα η θεια +Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και του +έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ' έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες +μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι' άρχισαν να κατεβάζουν τα +κεραμίδια... + +Τότε, άξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι' άρχισε +να χύνη τόσα δάκρυα απ' τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη +στέρνα βουλλωμένη, που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε +να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον +επαρακάλεσε να της χαλάση το έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος όμως +δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ' +είπε πως το σπίτι ήτον δικό του... + +Αφού είδε κι' αποείδε, η γρηά Μορισίνα, ότι καμμιά δουλειά, κανένα +έργο, ό,τι κι' αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα +υστερνά της βάλθηκε κι' αυτή ν' αποσάνη της κουβέντες, τα μαντάτα, +και της δουλειές των αλλονών. Κ' επέρναε τον καιρό της να κρένη και +να ξεστομίζη σκόλια για κάθε τι. Η μεγαλείτερη δουλειά της ήτον να +λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκόμια για τον καθένα. + +Άμα έβγαινε το πουρνό απ' την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε +ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων' εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά +απ' το σπίτι της, κ' έπιανε λακριντί με της γειτόνισσες. Της +καθημερινές έκανε και τη ρόκα της, εδούλευε κ' η γλώσσα της, σαν να +έκαναν ζευγάρι τα δυο. Της Κυριακές, που έβλεπε και πλειότερον κόσμο +(γιατί το στερνό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο σοκάκι κατά το +γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της. + +Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια +γιαλιστερή βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε: +«Κόρδα και φούντα, και τάσπρα, πούν' τα;» + +Αν επερνούσε καμμιά νειόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια, +που η κορμοστασιά της δεν της εφαίνοταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι +ανέμη, θα 'πω; κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!..» + +Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν' τούτο, μαθές; πώς δεν +την εξεδίπλωσε η μάννα της; ...» + +Αν ήτον καμμιά ψηλή κ' άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη +λαμπάδα σπασμένη.... που το πάει ο μπάρμπ' Αναγνώστης μπροστά απ' τον +παπά, που θα πη το «Σοφία, ορθοί»; + +Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου +Άραμ 'ς (παραγκώμι ενός βαφειά του τόπου). + +Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να +χτίση άλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός (παρατσούκκλι +του πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια). + +Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια τάπαιρνε «κουτουριάρικα», και +τάχε σχεδόν μονοπώλιο, η γρηά Μορισίνα. Εκείν' η παροιμία που +ακούσαμε απ' το στόμα της: «Τρεις οπ' σ' έχω...κτλ.», ήτον μόνο +συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο πριν, όταν είχε γείνη ο αρρεβώνας, +του ίδιου ταντρόγυνου, είχε 'πή: «Τα όρνια παντρεύουνται, και τα +στοιχειά βλογιούνται.... » + +Μια βραδειά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι +αρρεβωνιασμένων, οπού η μανάδες και των δυο κάτι παληά ψεγάδια είχαν, +φαίνεται, στην υπόληψί τους, η γρηά έξαφνα είχε ξεφωνίση: + + — Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ' πω! + + — Σε τι είνε ταιριασμένο, θεια Μορισώ; την ερώτησαν. + + — Να, πλειά π......ς γυιός, και π.....ς θυγατέρα· απήντησεν η +γερόντισσα. + +Μια χρονιά, είνε τώρα πολύς καιρός, ο καινούριος δήμαρχος που είχε +γείνη στο χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του +Δήμου του φτωχού, για να κάμη λέει, «αρτεσιανά φρέατα». + +Ύστερ' απ' ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ' έγειναν άχρηστα. +Η θεια Μορισίνα πήγ' ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της 'ς έν' απ' +αυτά, και δεν ηύρε νερό στάλα. + + — Παλαβώσανε και τα φτιάσανε, παλαβώσανε και τα χαλάσανε, είπε. + +Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ' απ' ολίγο +σχωρέθηκε. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λαογράφους μας + +ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ εις 120 τόμους δεμένους αξίας +δραχ. 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα + +ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ + +ΑΙΣΧΥΛΟΥ +Πέρσαι, Μετάφρ. Ιωάννου Ζερβού 1.50 +Αγαμέμνων, Μετάφρ. Ι. Γρυπάρη 1.50 +Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1.50 +Χοηφόροι, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50 +Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1.50 +Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1.50 +Ικέτιδες, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50 +Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10.50 + +ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ +Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1.50 +Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50 +Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1.50 +Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1.50 +Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1.50 +Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1.50 +Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1.50 +Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10.50 + +ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ +Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1.50 +Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1.50 +Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50 +Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50 +Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50 +Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50 +Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1.50 +Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50 +Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1.50 +Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1.50 +Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1.50 +Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1.50 +Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1.50 +Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1.50 +Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50 +Ελένη, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50 +Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1.50 +Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1.50 +Τρωάδες, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1.50 +Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 23.50 + +ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ +Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2. — + +ΟΜΗΡΟΥ +Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τόμ. 6 6. — +Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τόμ. 6 6. — + +ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ +Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2. — +Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3. — +Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 5. — +Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. — +Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2. — +Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2.50. — +Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2.50. — +Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2.50. — +Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. 27. — + +ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ +Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη 2.50 +Κύρου Ανάβασις, Μ. Δ. Αναστασ. τόμ. 2 5. — + +ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ +Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου 1. — + +ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ +Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβού, τ. 4 10. — + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ +Άπαντα, Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμ. 6 13. — + +ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ +Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού 3. — +Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα 5. — +Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. — +Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου 3. — + +ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ +Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλ. 1. — +Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλ. 2. — +Οι τέσσαρες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλ. 1.50. — + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου 1.20. — +Απολογία Σωκράτ. Μτ. Α. Μωραϊτίδου 1.50. — +Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου 0.80. — +Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου 2.50. — +Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 3. — +Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 2. — +Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα 2.50. — +Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου 2.50 +Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη 2. — +Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη 2.50. — +Ίππαρχος — Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου 0.80. — +Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. — +Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1. — +Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 0.80. — +Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη 1.50. — +Πρωταγόρας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 2. — +Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως 3. — +Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου 1.50. — +Ιππίας μείζων και ελάσσων, Μτ. Ζάμπα 2.50 +Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1. — +Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2 6. — +Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου 3. — +Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου 1. — +Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα, τόμ. 2 8. — +Ερυξίας — Αξίοχος — Αλκυών, Μτ. Μάνεση 1. — +Δημόδοκος — Σίσυφος — Κλειτοφών — +Ίων — Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη 2. — +Θεάγης — περί Δικαίου — περί Αρετής, +Μετάφρασις Λιμπεροπούλου 0.80. — +Επιστολαί και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα 2. — +Ολόκληρος ο Πλάτων εις 38 τόμους 65.70. — + +ΗΡΟΔΟΤΟΥ +Μούσαι, Μετ. Α. Σκαλίδου, τόμ. 4 12. — + +ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ +Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή, τ. 10 30. — + +ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ +Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη 0.80. — + + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +Εκδιδομένη υπό την διεύθυνσιν του Δρος Ι. ΖΕΡΒΟΥ + + + +G. d'Annunzio +Όνειρον εαρινής πρωίας (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.60. — + +Ed. de Amicis +Σκηναί τον στρατιωτικού βίου. 2. — + +Σ. Βασιλειάδου +Αττικαί νύχτες 6. — + +Αρ. Βαλαωρίτου +Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 5. — + +Γ. Βιζυηνού +Το αμάρτημα της μητρός μου. 3. — + +G. Chantepleure +Τα Ιωάννινα πολιορκημένα 3. — + +W. Goethe (Γκαίτε) +Φάουστ. Μετ. Μ. Αυγέρη 4. — +Βέρθερος. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 2. — + +Ειρ. Π. Δημητρακοπούλου +Η Υιοθετημένη. Μυθιστόρημα 3. — + +Η. Van Dyke +Διηγήματα. Μετ. Α. Μαρπουτσόγλου 2.50. — + +Emerson +Λόγια τον κόσμου. Μετάφρασις Θ. Χ. Φλωρά. 3. — + +Η. Eckermann +Συνομιλίαι Έκκερμαν με τον Γκαίτε. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. — + +Επικτήτου +Έγχειρίδιον. Μετ. Α. Καμπάνη. 0.80. — + +Αρ. Εφταλιώτη +Νησιώτικες Ιστορίες 3. — + +G. Flaubert +Ο πειρασμός του Αγ. Αντωνίου. Μετ. Κ. Βάρναλη. 3. — + +Ιω. Ζερβού +Μύθοι της Ζωής 3. — +Ιστορία της ιδέας. Γαβατάμας — Αστάρης 4. — + +Ε. Zola +Η Ταβέρνα. Μετ. Χ. Νεοκλέους. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 4.50. — +Η Γη. Μετ. Μπ. Αννίνου. (εκδ. επί κοινού χάρτου) 4.50. — + +Λουκίας Ζαδέ +Όταν ήμουν στον πόλεμο 1.50. — + +Γ. Ζαλοκώστα +Τα άπαντα (εκδ. επί κοιν. χάρτου). 3.50. — + +Θεοφράστου +Χαρακτήρες. Μετ. Μ. Σιγούρου. 1. — + +Θεοκρίτου +Ειδύλλια. Μετ. Ιω. Πολέμη 2. — + +V. Hugo +Φιλοσοφία και Φιλολογία. Μετ. Γερ. Βουτσινά 2.50. — + +Η. Ibsen (Ίψεν) +Οι βρυκόλακες. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. — +Το σπίτι της κούκλας. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1.40. — + +Ν. Καρβούνη +Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας 4. — + +Ι. Κονδυλάκη +Ο Πατούχας. 3. — + +Διον. Κοκκίνου +Γρίμποβο, Μπιζάνι, Γιάννενα 3. — + +Ανδρ. Κάλβου +Η Λύρα.2. — + +P. Calderon +Ο Αλκάδης της Θαλαμέας.(έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. — +Το στοιχειό. (επί κοινού χάρτου). 1. — + +Δ. Καμπούρογλου +Αναδρομάρης.3. — +Θρύψαλα.2. — + +Λουκιανού +Άπαντα. Τόμ. 6. Μετ. Ιω. Κονδυλάκη.18. — + +G. Leopardi +Ηθικά έργα. Μετ. Α. Καμπάνη. 3. — + +Μ. Λιδωρίκη +Πολεμικοί εντυπώσεις ευζώνου. 3. — + +Μ. Maeterlineq (Μέτερλινγκ) +Ο θησαυρός των ταπεινών. Μετ. Ν. Καζαντζάκη . 3. — + +Μουσαίου +Ηρώ και Λέανδρος. Μετάφρασις Σίμου Μενάρδου 0.70. — + +Molière (Μολιέρου) +Τα ερωτικά πείσματα, Μετ. Ν. Ποριώτη.1.50. — +Ταρτούφος. Μετ. Ιω. Σκυλίτση (έκδοσις επί κοινού χάρτου. 1.20. — +Αγαθόπουλος ο Ξηροχωρίτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 0.80. — +Αρχοντοχωριάτης. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 1. — + +ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ + +Σ. Μελά Το άσπρο και το μαύρο. Δράμα. 1.50. — +Πολεμικαί σελίδες, από τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον 1912. 5. — + +Π. Νιρβάνα +Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια. 2. — + +Fr. Nietzsche (Nίτσε) +Η γέννησις της τραγωδίας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 3. — +Ο Ζαρατούστρας. Μετ. Ν. Καζαντζάκη. 4.50. — +Γνώμαι και περικοπαί. Μτ. Ι. Ζερβού 3. — + +Γρ. Ξενοπούλου +Στέλλα Βιολάντη 3. — +Ο κακός δρόμος, κι' άλλα καινούργια διηγήματα 3. — + +Κ. Παλαμά +Τα Πρώτα Κριτικά. 3.50. — +Οι Καημοί της Λιμνοθάλασοας και τα Σατυρικά Γυμνάσματα. 2. — + +Αλεξ. Παπαδιαμάντη +Η Γυφτοπούλα. 4. — +Η Φόνισσα. 3. — +Η Μάγισσες. 3. — +Πασχαλινά διηγήματα. 1. — +Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. 1. — +Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα 1. — +Ο Πεντάρφανος 3. — +Τα ρόδιν' ακρογιάλια. 2.50. — +Η χολεριασμένη. 2.50. — +Η νοσταλγός. 2. — +Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη. 3. — +Τα άπαντα 26. — + +Renè Pyaux +Η δυστυχισμένη Ήπειρος 3. — + +Edgar Poe +Ιστορίες αλλόκοτες. Μετάφρασις Ν. Σπανδωνή. 3. — + +Π. Ροδοκανάκη +Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο 2. — + +Ernest Renan +Οι Απόστολοι. Μετ. Μπάμπη Αννίνου. 5. — +Βίος του Ιησού. Μετάφρασις Α. Καμπάνη. +Ο Αντίχριστος. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. — + +Εμμ. Ροΐδου +Συριανά διηγήματα. 3. — +Διηγήματα. 3. — +Κριτικαί μελέται. 3. — +Είδωλα. 4. — +Μελέται φιλολογικαί, καλλιτεχνικαί, φιλοσοφικαί. 4. — +Πάρεργα και παραλειπόμενα. 4. — +Το πνεύμα τον Ροΐδου. 3. — +Τα άπαντα. Δραχ. 24. — + +Jean Richepin +Ισπανικά παραμύθια. Μετ. Ν. Ποριώτη. 3. — + +Σιεγκίεβιτς +Quo vadis ? (Πού υπάγεις;). 5. — + +Σαιξπήρου +Κοριολανός. Μετ. Μ. Δαμιράλη. 2. — +Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Μετ. Μ. Δαμιράλη 2. — + +Δ. Σολωμού +Τα Έργα. (έκδοσις επί κοινού χάρτου). 2.50. — + +Α. Schopenhauer +Συγγραφείς και ύφος. Μετ. Α. Ζάρκου.3. — + +Η. Taine Φιλοσοφία της τέχνης εν Ελλάδι. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50 — +Φιλοσοφία της τέχνης εν Ιταλία. Μετ. Α. Αγαθονίκου 2.50. — + +L. Tolstoi +Η Αναγέννησις. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. — +Η Νέα ζωή. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2.50. — +Σονάτα Κρόϋτζερ. Μετ. Σ. Φραγκοπούλου. 2. — +Η Ανάστασις. Μετάφρ. Ηλ. Οικονομοπούλου 3. — + +Γ. Τσοκοπούλου +Η Θεατρίνα. 3. — + +I. Turghenieff +Το ξένο ψωμί. (έκδοσις επί κοινού χάρτου) 1. — + +Δ. Ταγκοπούλου +Σκόρπιες μολυβιές. 2. — + +Κ. Χρηστομάνου +Η Κερένια κούκλα. 3. — + + + +Τιμάται Δραχ. 2,50. — + + +*** + + + + 1)Το δεύτερον συνθετικόν της δικαστικής εννοίας αυτού — βοηθού ή +γραφέως αρχείου — «κλερκ» είνε παρεφθαρμένον εκ της ελληνικής λέξεως +κληρικός. Αρχήθεν η λέξις εσήμαινε τον βοηθόν ή ψάλτην. + + 2) Όρα το διήγημα &η Γλυκοκαρδούσα&, εις τον β' τόμον των &Οψίμων +(;)& + + 3) Ο Κάρολος Λεβέκ εν τη «Επιστήμη του Καλού». + + 4) Η έννοια του αρχαίου επιγράμματος είνε: Ειπέ ότι την αγαπώ — θα +το πω. + + + + + + + +End of Project Gutenberg's Sick from Cholera, by Alexandros Papadiamantis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SICK FROM CHOLERA *** + +***** This file should be named 33354-0.txt or 33354-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33354/ + +Produced by Sophia Canoni and George Canonis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20100805-33354-0.zip b/old/20100805-33354-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..46008b3 --- /dev/null +++ b/old/20100805-33354-0.zip |
