diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:59:22 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:59:22 -0700 |
| commit | 8a9e5ca1cb90dcfc8b87c6157491ecea67ce26b5 (patch) | |
| tree | 2ec186ddb9cd2df6b316dcef6d39153e56f0c27d | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 33351-0.txt | 5064 | ||||
| -rw-r--r-- | 33351-0.zip | bin | 0 -> 106323 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 5080 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/33351-0.txt b/33351-0.txt new file mode 100644 index 0000000..1c8469e --- /dev/null +++ b/33351-0.txt @@ -0,0 +1,5064 @@ +The Project Gutenberg EBook of Gerostathis, by Leon Melas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Gerostathis + or Memories of my childhood + +Author: Leon Melas + +Release Date: August 5, 2010 [EBook #33351] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEROSTATHIS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been +changed otherwise. Words in italics are included in _ . + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. +Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει +ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _ . + + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ +ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ +ΣΥΛΛΟΓΟΥ (Αριθ. 38). + + + +Ο ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ +Ή +ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔIΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ +ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ + + + «Κειμήλια εσθλά και νέοισι χρήσιμα». + (Ευριπίδου). + + +ΥΠΟ +ΛΕΟΝΤΟΣ ΜΕΛΑ + +ΠΙ. + + +ΣΥΛΛΟΓΟΣ +ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ +ΤΩΝ +ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ +ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΟΥ +63 Οδός Ερμού Οδός Νίκης 14 + + +1892 + + + +ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ +ΤΗΣ +ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ + + +ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ. + + +ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. + + + +Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ. + + + + « Τοιούτος γίνου περί τους γονείς + οίους αν εύξαιο περί σεαυτόν γε- + νέσθαι τους σεαυτού παίδας » + (Ισοκράτους.) + +Ήτο Κυριακή των Βαΐων ότε, επισκεφθέντες τον Γεροστάθην, εύρομεν +αυτόν συνομιλούντα μετά του συμμαθητού μας Κωνσταντίνου, τον +οποίον, αγαπήσας δια την φιλομάθειάν του, είχε προσλάβει ως +ψυχοϋιόν. + +Ο πατήρ του Κωνσταντίνου είχε μετοικήσει μετά της λοιπής +οικογενείας του εις Σκόδραν. Ο δε Κωνσταντίνος, υπηρετών έκτοτε +τον Γεροστάθην, εξηκολούθει συγχρόνως μετ' άκρας επιμελείας και +τα μαθήματα του σχολείου. + +Ότε εισήλθομεν εις το δωμάτιον, η ομιλία διεκόπη· παρετηρήσαμεν +δε τον Κωνσταντίνον σπρώχνοντα προς το μέρος, όπου εκάθητο ο +γέρων, χρήματά τινα, τα οποία ήσαν επί της τραπέζης. + +Ο Γεροστάθης, άμα ιδών ημάς ερχομένους, — Εις καλήν ώραν ήλθετε, +φίλοι μου, μας είπεν· έχω να σας κοινοποιήσω αγγελίαν, ήτις +βεβαίως θέλει σας χαροποιήσει, και αυξήσει την προς τον +Κωνσταντίνον αγάπην σας. + +Ο Κωνσταντίνος άμα ακούσας το όνομά του, συσταλείς εξήλθε του +δωματίου. + + — Εξεύρετε, παιδία μου, μας είπε τότε ο γέρων, ότι την προσεχή +Κυριακήν θέλομεν εορτάσει την Ανάστασιν του Σωτήρος ημών. +Γνωρίζετε προσέτι με πόσην προθυμίαν με υπηρετεί ο Κωνσταντίνος. +Ενόμισα λοιπόν σήμερον δίκαιον να τω δώσω ολίγα χρήματα, διά να +προμηθευτή ενδύματα νέα διά το Πάσχα· αλλ' απεποιήθη να λάβη +αυτά, επί λόγω ότι επί του παρόντος δεν έχει ανάγκην νέων +ενδυμάτων. Ότε δε εγώ επέμεινα, εξεύρετε τι με είπεν; — Υπακούω, +τα λαμβάνω, και σας ευχαριστώ· αλλά σας παρακαλώ θερμώς να τα +στείλητε εκ μέρους μου προς τους πτωχούς γονείς μου, διότι, ότε +αυτοί ήσαν εδώ, εβοήθουν τον πατέρα μου εις το επάγγελμά του· +αλλά κατά το παρόν ουδεμίαν άλλην βοήθειαν δύναμαι να τω δώσω. +Και τους λόγους αυτούς συνώδευσαν δάκρυα καρδίας, συναισθανομένης +βαθύτατα το ιερόν αίσθημα της υικής αγάπης. + +Οι λόγοι του Κωνσταντίνου μ' ενθύμισαν την νεότητά μου, τους +γονείς μου, συνεκίνησαν δε και την ιδικήν μου γεροντικήν καρδίαν. +Πόσον ηγάπων και εγώ τους γονείς μου, πόσον τους εσεβόμην, πόσον +ευτυχής ήμην οσάκις ημπόρουν να τους ευχαριστώ! Ανέκφραστος ήτο η +χαρά, την οποίαν ησθάνθην, ότε εις την ξενητείαν μου ηξιώθην διά +των πρώτων μου κόπων να κερδήσω μικρόν χρηματικόν ποσόν, και εξ +αυτού να στείλω μέρος προς την καλήν μητέρα μου, ως σημείον της +προς αυτήν αγάπης και ευγνωμοσύνης μου. Αι ευχαί και αι ευλογίαι +της με κατέστησαν έκτοτε ευτυχή! + +Μιμούμενοι τον αγαθόν Κωνσταντίνον προσπαθήσατε και σεις, φίλοι +μου, να κατασταθήτε άξιοι των ευχών και ευλογιών των γονέων σας. +Εις αυτούς, μετά τον Θεόν, χρεωστείτε την ύπαρξίν σας, το +παρελθόν, το παρόν, το μέλλον σας, εν ενί λόγω το παν. + +Βρέφη γυμνά, πεινώντα, και αδύνατα, η μήτηρ σας πρώτη θερμώς σας +ενέδυσε, και με το γάλα της σας έθρεψε, και εις τας αγκάλας της +σας περιέθαλψε, και διά των φιλοστόργων φροντίδων της την +αδυναμίαν σας επροστάτευσεν. + +Ασθενή και πάσχοντα η μήτηρ σας εφρόντισε να σας θεραπεύση, +νύκτας ολοκλήρους αγρυπνούσα εις το προσκέφαλόν σας, με την μίαν +χείρα το ιατρικόν κρατούσα, και με την άλλην τα σιωπηλά της +δάκρυα σπογγίζουσα. + +Κλονιζόμενα επί των αδυνάτων ποδών σας αυτή σας υπεστήριξε, και +σας ενεθάρρυνεν εις τα πρώτα αβέβαια βήματά σας. + +Ψελλίζοντα φωνάς ανάρθρους, αυτή πρώτη σας εδίδαξε την γλώσσαν, +την οποίαν δι' αυτό και μητρικήν αποκαλείτε. + +Εγειρόμενα δε την αυγήν εκ της κλίνης, η μήτηρ σας πρώτη σας +εδίδαξε την ύπαρξιν του αληθούς Θεού, και σταυρόνουσα με σέβας +τας χείρας επί του αθώου σας στήθους, αυτή πρώτη σας ωδήγησε, +προς ανατολάς στρεφόμενα, να επικαλήσθε την εξ ύψους βοήθειαν. + +Το παν, το παν, παιδία μου, χρεωστείτε εις τους καλούς γονείς +σας· αυτοί εκοπίασαν διά το παρελθόν, και κοπιάζουν διά το παρόν +σας, αγωνιζόμενοι πάντοτε όπως προετοιμάσωσι και το μέλλον σας +ευχάριστον και ευτυχές. + +Τέκνα, τα οποία δεν αγαπώσι, δεν σέβονται, δεν τιμώσι τους γονείς +των, και τα οποία επομένως δεν προσπαθούν να δείξωσι την προς +αυτούς ευγνωμοσύνην των, υπακούοντα εις τας θελήσεις των, και +περιθάλποντα τας ανάγκας, τας αδυναμίας, την ασθένειαν, το γήρας +αυτών, είναι θηρία, είναι εκτρώματα· έχοντα δε καρδίαν +ανεπίδεκτον αγάπης και ευγνωμοσύνης, θέλουν ζήσει βεβαίως δυστυχή +και άθλια. + +Οι αρχαίοι Αθηναίοι τόσον επικινδύνους εθεώρουν τους αχαρίστους +υιούς, ώστε ούτε άρχοντας της πόλεως διώριζον εξ αυτών, ούτε επί +του βήματος εσυγχώρουν αυτούς ν' αναβώσιν όπως αγορεύσωσι περί +των κοινών συμφερόντων· διότι όστις δεν αγαπά τους γονείς του, +ούτε την γεννήσασαν αυτόν πατρίδα δύναταί ποτε ν' αγαπήση, και +επομένως ούτε διά των έργων ή διά των λόγων του δύναταί ποτε να +ωφελήση αυτήν. + +«_Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται,_» +λέγει μία των δέκα εντολών του Υψίστου. + +«Υπακούετε τοις γονεύσιν υμών κατά πάντα, τούτο γαρ εστίν +ευάρεστον τω Κυρίω» λέγει ο Απόστολος Παύλος. + +«_Ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων_» μας λέγουν τα ιερά +βιβλία. + +Ο δε θεάνθρωπος Ιησούς διά να μας διδάξη διά του θείου αυτού +παραδείγματος την προς τους γονείς υπακοήν και αφοσίωσιν, και +κατά τας αρχάς της επί της γης παρουσίας του προθύμως και άνευ +αντιλογίας εξήλθε του ιερού, και ηκολούθησε την μητέρα του και +τον Ιωσήφ εις την Ναζαρέτ, _ων υποτασσόμενος αυτοίς_, ως λέγει το +Ευαγγέλιον, και ότε επρόκειτο ν' αποχωρισθή την μητέρα του και +επί του σταυρού να εκπνεύση, εις τον επιστήθιον φίλον του Ιωάννην +θερμώς την εσύστησε. + +Και ο ουρανός λοιπόν και η γη αποστρέφονται τα άστοργα, τα +απειθή, τα αγνώμονα τέκνα. + +Ο δε σοφός Πιττακός δικαίως έλεγεν ότι οποίας προσφοράς +προσφέρομεν προς τους γονείς, τοιαύτας πρέπει να περιμένωμεν και +ημείς εις τα γηρατειά από τα τέκνα ημών· «_Οίους εράνους +εισενέγκης τοις γονεύσι, τοιούτους αυτός εν τω γήρα παρά των +τέκνων προσδέχου._» + +Προς βεβαίωσιν δε τούτου διηγήθη ο Γεροστάθης περιστατικόν τι +συμβάν εσχάτως εις την Αγγλίαν. + + + +Ο ΠΑΠΠΟΣ, Ο ΓΙΟΣ, ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΩΜΑΣ. + + + +Πτωχός γέρων συνέζη μετά της οικογενείας του μονογενούς υιού του, +παρά του οποίου ήλπιζε περίθαλψιν και παρηγορίαν εις τα έσχατα +και ασθενή γηρατειά του. + +Αλλ' αφού επί τινα καιρόν διέθρεψεν ο υιός τον γέροντα πατέρα +του, δυσαρεστηθείς ημέραν τινά του χειμώνος κατ' αυτού, τω λέγει +ότι πρέπει ν' αναχωρήση εκ της οικίας του, διότι δεν δύναται +πλέον να τον διατηρή. + + — Και πώς θέλω ζήσει; ερωτά αυτόν ο δυστυχής γέρων. + + — Ζητών ελεημοσύνην, τω απαντά ο σκληροκάρδιος υιός. + +Η ομιλία αύτη εγένετο ενώπιον του οκταετούς Θωμά, όστις αγαπών +τον πάππον του, επερίμενε τεθλιμμένος να ίδη οποία θέλει είσθαι η +έκβασις των σκληρών λόγων του πατρός του. + +Ο γέρων εστέναξε βαθέως, εδάκρυσε, και παρεκάλεσε τον εγγονόν του +Θωμάν να τω φέρη εκ του παρακειμένου δωματίου έν μάλλινον +κάλλυμα, διά να έχη αυτό ως στρώμα και εφάπλωμα εις την +πλανητικήν και ύπαιθρον ζωήν του. + +Ο Θωμάς έτρεξεν αμέσως προς εκτέλεσιν της διαταγής του πάππου +του· αλλά φέρων το περικάλλυμα, αντί να δώση αυτό εις τον πάππον, +το έδωκεν εις τον πατέρα του, προς τον οποίον, με τα δάκρυα εις +τους οφθαλμούς, είπε να κόψη αυτό εις δύο. — Και διατί; τον +ηρώτησεν ο πατήρ του. + + — Διότι είναι πολύ μεγάλον, απήντησεν ο Θωμάς· το ήμισυ θέλει +είσθαι αρκετόν διά τον πάππον μου· το δε άλλο ήμισυ ίσως +χρειασθής συ, πάτερ, όταν και συ γηράσης, και εγώ σε διώξω τότε +εκ της οικίας μου, καθώς συ διώκεις σήμερον τον γέροντα πατέρα +σου. + +Οι αφελείς ούτοι λόγοι βαθυτάτην εντύπωσιν επροξένησαν εις τον +αχάριστον και σκληροκάρδιον υιόν. Συνελθών δε εις εαυτόν, έπεσε +γονυπετής ενώπιον του γέροντος πατρός του, και χύνων δάκρυα +μετανοίας εζήτει συγγνώμην. + +Σωφρονισθείς δε έκτοτε υπό των ανωτέρω λόγων του παιδός του, +εξηκολούθησε διατρέφων και περιθάλπων τον ασθενή πατέρα του, +μέχρις ου ο γέρων μετέβη εις την άλλην ζωήν, ευλογών και τον +μετανοήσαντα υιόν του και τον αγαπητόν του Θωμάν. + +Πόσον διάφορος του αχαρίστου τούτου υιού ήτο ο αρχαίος Αινείας! +επρόσθεσεν ο Γεροστάθης. + + + +Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΤΟΥ. + + + +Ο Αινείας ήτο είς των σημαντικωτέρων ηρώων, οίτινες μετά του +Έκτορος γενναίως υπεράσπισαν την Τρωάδα κατά της δεκαετούς +πολιορκίας των Ελλήνων. Διηγούνται δε ότι, αφού εκυρίευσαν επί +τέλους την Τρωάδα οι Έλληνες, ευσπλαγχνισθέντες την δυστυχίαν των +νικηθέντων, εκήρυξαν ότι έκαστος αυτών ηδύνατο να λάβη μεθ' +εαυτού έν των πολυτιμοτέρων του και ν' αναχωρήση. + +Ο Αινείας, παραβλέψας παν άλλο, έλαβεν ανά χείρας το άγαλμα της +Εφεστίου Θεότητός του, όπως έχη αυτήν βοηθόν, και ητοιμάζετο να +εξέλθη. + +Αλλ' οι Έλληνες, ευχαριστηθέντες διά την ευσέβειαν του ανδρός, +εσυγχώρησαν τότε εις αυτόν να λάβη και δεύτερον των πολυτιμοτέρων +αντικειμένων του. Ο δε Αινείας, αγαπών μετά τον Θεόν τον πατέρα +του Αγχίσην, όντα υπέργηρων, ασθενή, και τυφλόν, έλαβεν αμέσως +και αυτόν επί των ώμων του και εκίνησε, παραβλέψας πάντα άλλον +θησαυρόν. Τόσον δε εθέλχθησαν οι Έλληνες από την αρετήν ταύτην +του Αινείου, ώστε τω απέδωκαν αμέσως όλην την πολύτιμόν του +περιουσίαν, αποδείξαντες ούτως ότι τους ευσεβείς και φιλοστόργους +υιούς και αυτοί οι εχθροί των τιμώσι και σέβονται. + +Μεταξύ των αρχαίων προγόνων μας, εξηκολούθησε λέγων ο γέρων, οι +Σπαρτιάται διεκρίνοντο διά το προς τους γονείς και εν γένει διά +το προς τους γέροντας σέβας των· και διά τούτο οι Σπαρτιάται ήσαν +και περισσότερον παντός άλλου λαού αφωσιωμένοι εις την πατρίδα +των. + +Η προς τους γονείς αγάπη είναι η πρώτη αγάπη, την οποίαν ο +άνθρωπος αισθάνεται επί της γης, είναι δε και το πρώτον δείγμα +της αγαθής, της ευαισθήτου, και εναρέτου καρδίας. Ο αγαπών τους +γονείς του δύναται ν' αγαπήση και τους αδελφούς, και τους +συγγενείς, και τους φίλους, και τους συμπολίτας του, και την +κοινήν μητέρα, την πατρίδα. Αλλ' ο μη αισθανόμενος ευγνωμοσύνην, +σέβας, και αγάπην προς τους γεννήσαντας και αναθρέψαντας αυτόν +γονείς, πώς είναι ποτέ δυνατόν ν' αγαπήση άλλους, να ευγνωμονήση +προς τους ευεργέτας, να σεβασθή ανωτέρους, και ν' αφοσιωθή εις +την πατρίδα; + +Ο Πλούταρχος αναφέρει το εξής ωραίον παράδειγμα της προς τους +γονείς Σπαρτιατικής αφοσιώσεως. + + + +Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣ ΧΕΙΛΩΝΙΣ. + + + +Εβασίλευέ ποτε εις την αρχαίαν Σπάρτην ο Λεωνίδας, ομώνυμος του +ενδόξου ήρωος των Θερμοπυλών, έχων δε θυγατέρα, ονομαζομένην +Χειλωνίδα, ενύμφευσεν αυτήν μετά του Κλεομβρότου, καταγομένου +επίσης εκ γένους βασιλικού. + +Αλλ' ο Κλεόμβροτος, ων δοξομανής, ενήργησεν ώστε ο Λεωνίδας να +στερηθή το βασιλικόν του αξίωμα, και αντ' εκείνου ν' αναβή αυτός +επί του θρόνου της Σπάρτης. + +Ο Λεωνίδας, φοβηθείς τότε την καταδρομήν των εχθρών του, +κατέφυγεν ικέτης εις τον εν Σπάρτη ναόν της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Η +δε Χειλωνίς τόσον ηγάπα τον γέροντα πατέρα της, και τόσον +συνεκινήθη υπό της δυστυχίας αυτού, ώστε απεφάσισεν αμέσως να +εγκαταλείψη και τον βασιλέα σύζυγόν της, και όλας τας βασιλικάς +τιμάς, πενθηφορούσα δε και με λυμένην κόμην να τρέξη εις τον +ναόν, διά να συνικετεύση μετά του πατρός της και παρηγορήση αυτόν +εις την δυστυχίαν και απομόνωσίν του. + +Ότε δε ο Λεωνίδας ηναγκάσθη να φύγη εκ του ναού μακράν της +Σπάρτης, η θυγάτηρ του Χειλωνίς προθύμως συνώδευσεν αυτόν εις την +εξορίαν του, προτιμήσασα να συμμερισθή την δυστυχίαν του +εξορίστου πατρός της, παρά την δόξαν του βασιλέως συζύγου της. + +Μετά τινα καιρόν οι φίλοι του εξορίστου Λεωνίδου κατόρθωσαν ν' +ανακηρύξωσιν αυτόν πάλιν βασιλέα της Σπάρτης. + +Ότε δε ο Λεωνίδας και η θυγάτηρ του επανήλθον εις την Σπάρτην, ο +Κλεόμβροτος κατέφυγεν ικέτης εις τον ναόν του Ποσειδώνος. + +Ο δε βασιλεύς Λεωνίδας, λαβών στρατιώτας, διευθύνθη προς τον +ναόν, όπως τιμωρήση τον επίβουλον Κλεόμβροτον. + +Αλλά μεγίστη υπήρξεν η έκπληξις και του Λεωνίδου και όλων των +Σπαρτιατών, ότε, εμβάντες εις τον ναόν, εύρον εκεί την Χειλωνίδα +πενθηφορούσαν πάλιν και κλαίουσαν, εναγκαλιζομένην τον ικέτην +σύζυγόν της, και πλησίον της έχουσαν τα δύο αθώα της τέκνα. + +Η Χειλωνίς, αναφανείσα άπαξ φιλόστοργος και ευαίσθητος θυγάτηρ, +ανεφάνη και σύζυγος αφωσιωμένη. Ήρχισε λοιπόν να παρακαλή θερμώς +τον βασιλέα πατέρα της υπέρ της ζωής του δυστυχούς συζύγου της. + +Άπαντες δε συνεκινήθησαν και εδάκρυσαν, και πάντες εθαύμασαν την +αρετήν της Χειλωνίδος. + +Ο δε πατήρ της Λεωνίδας τον μεν Κλεόμβροτον διέταξε να φύγη +αμέσως μακράν της Σπάρτης, την δε θυγατέρα του προσεκάλεσεν εις +την Σπάρτην, διά να συμμερισθή, μετ' αυτού τας τιμάς του θρόνου. + +Αλλ' η ενάρετος Χειλωνίς, προτιμήσασα και τότε να συμμερισθή την +δυστυχίαν του συζύγου της παρά την δόξαν του πατρός της, έθεσεν +εις τας αγκάλας του Κλεομβρότου το έν των τέκνων της, λαβούσα δε +και αυτή εις τας ιδικάς της το άλλο, με βήμα σταθερόν ηκολούθησε +τον σύζυγόν της εις την εξορίαν του. + +Όλοι οι ένδοξοι και αληθώς μεγάλοι άνδρες διεκρίθησαν διά την +προς τους γονείς των αγάπην. Οσάκις καρδία, συναισθανομένη ζωηρώς +το ιερόν αίσθημα της υιικής αγάπης, διευθύνη τον βίον, η αγάπη +των συγχρόνων και μεταγενεστέρων βεβαίως συνοδεύει αυτήν, ο δε +βίος ευκόλως τότε αποκαθίσταται ευδαίμων και ένδοξος. + + + +Ο ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ. + + + +Ο Επαμεινώνδας, αυτός ο μέγας πολίτης και ευεργέτης των Θηβών, +διεκρίθη διά την προς τους γονείς του αγάπην, χαίρων οσάκις +εκείνοι έχαιρον, και ευτυχών οσάκις εκείνοι ευτύχουν. + +Ότε εις τα Λεύκτρα της Βοιωτίας ενίκησε την λαμπράν κατά των +Σπαρτιατών νίκην, στραφείς προς τους φίλους του είπεν ότι «κατά +την ημέραν εκείνην ήτο ευδαίμων, ουχί διότι ενίκησεν, αλλά διότι +θέλουν χαρή οι γέροντες γονείς του, μανθάνοντες την νίκην του +υιού των.» + +Οι λόγοι αυτοί αποδεικνύουν πόσον τρυφερά ήτο η καρδία του προς +τους γεννήσαντας και αναθρέψαντας αυτόν. Αν ο Επαμεινώνδας ήτο +σκληροκάρδιος προς τους γονείς του, δεν ήθελε βεβαίως αναφανή +ευεργέτης και προστάτης όλων των πτωχών και δυστυχών συμπολιτών +του· ούτε ήθελεν αναδειχθή τέκνον αφωσιωμένον εις την πατρίδα +του, την οποίαν, ως ουδείς άλλος, διά της αρετής και της ανδρίας +του εδόξασε, και υπέρ της οποίας και αυτήν την ζωήν του εις την +Μαντίνειαν ηρωικώς εθυσίασεν. + + + +Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΟΛΥΜΠΙΑΣ. + + + +Και ο μέγας Αλέξανδρος, μας είπεν ο Γεροστάθης, διεκρίθη διά την +προς την μητέρα του Ολυμπιάδα αγάπην και αφοσίωσίν του. + +Η Ολυμπιάς ήτο δυστυχώς χαρακτήρος δυστρόπου και αυστηρού· +επεθύμει να επεμβαίνη εις τα της βασιλείας του υιού της +Αλεξάνδρου. Και όμως ο μέγας Αλέξανδρος, ως καλός υιός, υπέφερε +πράως και τας δυστροπίας, και τας επεμβάσεις της μητρός του. + +Ότε ο Αντίπατρος, τον οποίον είχεν αφήσει τοποτηρητήν του εις την +Μακεδονίαν, τω έγραψεν εις την Ασίαν επιστολήν εκτεταμένην και +πλήρη παραπόνων κατά της Ολυμπιάδος, ο Αλέξανδρος, αναγνούς την +επιστολήν, είπε «δεν γνωρίζει ο Αντίπατρος ότι έν μόνον δάκρυον +της μητρός μου αρκεί να σβύση μυρίας τοιαύτας επιστολάς.» + +Πολλά δε δώρα και πολλά εκ των πολυτίμων λαφύρων, τα οποία +εκυρίευεν εις τους κατά την Ασίαν αγώνας του, απέστελλε προς την +μητέρα του, δεικνύων ούτως ότι ποτέ δεν έπαυεν ενθυμούμενος και +αγαπών αυτήν. + +Τοιαύτα προς την μητέρα του αισθήματα έχων ο μέγας Αλέξανδρος, +ανατραφείς δε εναρέτως υπό του παιδαγωγού του Λεωνίδου και του +σοφού Αριστοτέλους, ανεφάνη ανήρ ευαίσθητος, ευγνώμων, +ευεργετικός, και μεγαλόδωρος, ουχί μόνον προς τους διδασκάλους +και τους φίλους αυτού, αλλά και προς τους αιχμαλώτους του· ώστε +εάν η ανδρία και η έξοχος στρατηγική ικανότης κατέστησαν μέγαν +τον Αλέξανδρον, η αγαθότης της ψυχής του κατέστησεν αυτόν +αγαπητόν και ζώντα και μετά θάνατον. + + + +Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ. + + + +Ο Γεροστάθης μετά τας ανωτέρω διηγήσεις μας ωδήγησεν εις τον +κήπον του, διά να μας δείξη τας γεωργικάς προόδους του συμμαθητού +μας Ιωάννου. + +Μας έδειξε δε διάφορα νεόφυτα δένδρα υγιέστατα και ανθισμένα, +διάφορα ωραιότατα άνθη, και άλλα αξιόλογα προϊόντα, τα πάντα +καλλιεργηθέντα υπό του φίλου μας Ιωάννου. Παρών δε ο Ιωάννης +παρετήρει μειδιών και χαίρων τα έργα του, καθώς μειδιά και χαίρει +φιλόστοργος πατήρ, οσάκις τρυφερώς ατενίζη τους οφθαλμούς επί των +καλώς ανατεθραμμένων τέκνων του. + +Ο Γεροστάθης, βλέπων ημάς θαυμάζοντας τας ωραιότητας του κήπου, +μας ηρώτησεν αν ευρίσκωμεν ομοιότητά τινα μεταξύ του κήπου του +και του μεγάλου Αλεξάνδρου. + +Ημείς δε με απορίαν αντηρωτήσαμεν ποία ποτέ ομοιότης δύναται να +υπάρξη μεταξύ ενός κήπου και ενός ανθρώπου ; + + — Μεγάλη, απήντησεν ο Γεροστάθης. Αι καλαί και ενάρετοι +πράξεις, αίτινες στολίζουν την ζωήν των ανθρώπων, είναι τα καλά +προϊόντα και τα ωραία άνθη τα στολίζοντα τους κήπους. Και καθώς, +εάν τι έδαφος του κήπου ήναι αμμώδες ή πετρώδες, ο κήπος δεν +ευδοκιμεί, τοιουτοτρόπως και ο έχων καρδίαν σκληράν και +αναίσθητον δεν δύναται να ευδοκιμήση, και αληθώς να ευτυχήση. +Καθώς δε όσον εύφορος και ευγνώμων και αν ήναι η γη του κήπου, ο +κήπος δεν προοδεύει, αν κηπουρός άξιος δεν επιμεληθή και +καλλιεργήση αυτόν, τοιουτοτρόπως δύναται τις να έχη μεν εκ φύσεως +καρδίαν αγαθήν, και όμως να μη διαπρέψη εις το στάδιον του βίου +του, διότι δυστυχώς παρημέλησε την προσήκουσαν καλλιέργειαν και +εκπαίδευσιν της ψυχής του. + +Η καρδία του μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς το απέδειξεν η προς την +Ολυμπιάδα αγάπη του, ήτο φύσει ευαίσθητος και καλή, όσον καλή και +εύφορος είναι η γη του κήπου μου. + +Καθώς δε ο κήπος μου επέτυχε δύο επιμελείς κηπουρούς, εμέ και τον +Ιωάννην, ούτω και ο Αλέξανδρος επέτυχε, νέος ων, δύο αξιολόγους +κηπουρούς, τον Λεωνίδαν και τον Αριστοτέλην, προς καλλιέργειαν +και μόρφωσιν του νοός και της καρδίας του. + +Καθώς δε η φυσική ευφορία και η καλλιέργεια του κήπου μου +παρήγαγον αυτά τα ποικίλα άνθη, τα θάλλοντα δένδρα, και τα ωραία +προϊόντα, τοιουτοτρόπως και η εκ φύσεως αγαθή ψυχή του +Αλεξάνδρου, εκπαιδευθείσα υπό του παιδαγωγού και του διδασκάλου +του, παρήγαγε τας ευεργετικάς, τας εναρέτους, τας φιλάνθρωπους +πράξεις, αίτινες καθωραΐζουν τον βίον αυτού. + +Ιδού, φίλοι μου, η ομοιότης, την οποίαν εγώ ευρίσκω μεταξύ του +κήπου μου και του μεγάλου Αλεξάνδρου, Αλλ' υπάρχει μεταξύ αυτών +και διαφορά ουσιώδης· διότι η μεν καλλονή του κήπου μου είναι +φθαρτή και πρόσκαιρος, το δε κάλλος των εναρέτων πράξεων του +Αλεξάνδρου θέλει διαμένει αμάραντον και αθάνατον. + +Εκ των ανωτέρω λόγων του Γεροστάθου ο συμμαθητής μας Αθανάσιος +εξήγαγε το ακόλουθον συμπέρασμα — Λοιπόν δεν αρκεί ν' αγαπά τις +τους γονείς του, και να έχη εκ φύσεως καλήν καρδίαν, διά να +ευτυχήση. + + — Όχι βέβαια, απήντησεν ο Γεροστάθης, δεν αρκεί μόνον καλή γη +διά να υπάρξη και καλός κήπος, απαιτείται και καλλιέργεια της +καλής γης. Τούτο δε μας αποδεικνύει ο βίος του Ρωμαίου +Κοριολάνου. + + + +Ο ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ. + + + +Ο Κοριολάνος κατήγετο εξ ευγενούς οικογενείας της αρχαίας Ρώμης. +Εκ νεανικής ηλικίας ησπάσθη το στρατιωτικόν στάδιον· εθαυμάζετο +δε διά την αποχήν του από τας ηδονάς και την φιλοχρηματίαν, διά +την καρτερίαν του εις τους κόπους, διά την ανδρίαν του, και ιδίως +διά την προς την μητέρα μεγίστην αγάπην του. + +Οσάκις η μήτηρ του επαινούμενον ή εστεφανωμένον, με δάκρυα χαράς, +έσφιγγεν αυτόν εις τας αγκάλας, ο Κοριολάνος εθεώρει εαυτόν +αληθώς ευτυχή. + +Εφρόντιζε δε, ως καλός υιός, να διπλασιάζη το προς την μητέρα του +σέβας και την προς αυτήν αγάπην και υπακοήν του, προσφέρων εις +αυτήν και το σέβας, και την αγάπην, και την υπακοήν, την οποίαν +προς τον αποθανόντα πατέρα του εχρεώστει. + +Ο Κοριολάνος ενυμφεύθη, διότι η μήτηρ του το ηθέλησεν. Αλλά, και +αφού έγινε σύζυγος και πατήρ, εξηκολούθησε συνοικών μετά της +μητρός του, και περιποιούμενος αυτήν μεθ' όλης της υικής +τρυφερότητος. + +Εξ όλων αυτών προκύπτει ότι η καρδία του Κοριολάνου δεν ήτο κακή· +αλλά δυστυχώς εκ νεαράς ηλικίας έμεινεν άνευ ανατροφής και +παιδείας· ώστε μετά των προτερημάτων, τα οποία η φύσις τω +εχάρισε, τω έμειναν και πολλά ελαττώματα· ωμοίαζε λοιπόν γην +εύφορον μεν, αλλ' ακαλλιέργητον, ήτις μεταξύ των αυτοφυών ωραίων +ανθέων παρουσιάζει και ακάνθας και τριβόλους. + +Ο Κοριολάνος υπέκειτο εις το ολέθριον πάθος του θυμού, ώστε +απέκτησε πολλούς εχθρούς· ηγάπα τας πεισματώδεις φιλονεικίας, και +επομένως οι συμπολίται του τον απέφευγον· εκαυχάτο διά την ευγενή +καταγωγήν του, αγνοών ότι ουχί η _καταγωγή_, αλλ' η _διαγωγή_ +τιμά ή ατιμάζει· επί τέλους υπερηφανευόμενος διά τας ανδραγαθίας +του, περιεφρόνει τους συμπολίτας του, αγνοών ότι διά της +υπεροψίας καθίστατο μισητός, ενώ διά της ταπεινοφροσύνης ήθελε +προσελκύσει την εύνοιαν του λαού. + +Εάν ο Κοριολάνος εκ της παιδικής ηλικίας ανετρέφετο πρεπόντως, +ίσως ενήλιξ δεν ήθελεν έχει τα ελαττώματα ταύτα, τα οποία επί +τέλους εκορύφωσαν την κατ' αυτού αγανάκτησιν του Ρωμαϊκού λαού, +και επροκάλεσαν την εκ της Ρώμης εξορίαν του. + +Εξορισθείς δε από την Ρώμην, ούτε τον Θεμιστοκλέα ούτε τον +Αριστείδην εμιμήθη. + +Ο οργίλος και υπερήφανος χαρακτήρ του επροκάλεσε το βδελυρόν +πάθος της εκδικήσεως. Προσφυγών εις τους Βουλούσκους, εχθρούς των +Ρωμαίων, και τεθείς επί κεφαλής αυτών, εξεστράτευσε κατά της +πατρίδος του! Ότε δε έφθασεν ενώπιον της Ρώμης και επαπείλει την +καταστροφήν αυτής, οι Ρωμαίοι έντρομοι τω απέστειλαν διαφόρους +πρεσβείας αλλ' ο Κοριολάνος επέμενεν άκαμπτος εις την εκπόρθησιν +της ιδίας αυτού πατρίδος. + +Τότε η μήτηρ του, παραλαβούσα μεθ' εαυτής την σύζυγον και τα δύο +τέκνα του Κοριολάνου, και τεθείσα επί κεφαλής των σημαντικωτέρων +γυναικών της Ρώμης, εξήλθε των τειχών· παρουσιασθείσα δε εις το +εχθρικόν στρατόπεδον, είπε προς τον υιόν της + + — Κοριολάνε, εάν επιμείνης να εισέλθης εχθρικώς εις την Ρώμην. +θέλεις πατήσει πρότερον επί του πτώματος της μητρός σου· διότι +βεβαίως δεν θέλω υποφέρει ποτέ να ζήσω και να ίδω την ημέραν, +καθ' ην ο υιός μου θέλει θριαμβεύσει κατά της ιδίας αυτού +πατρίδος. Συλλογίσθητι ότι δεν είναι ίδιον αγαθού ανδρός ν' +αποκαθίσταται δούλος της οργής του, της μνησικακίας του, των +παθών του. Εάν δε ήσαι φιλόστοργον τέκνον μου, σεβάσθητι την +μητέρα σου, και υπάκουσον εις αυτήν, ικετεύουσαν υπέρ της Ρώμης, +της μεγάλης μητρός σου. + +Γονυπετείς δε έπεσαν εις τους πόδας του Κοριολάνου και η μήτηρ +και η σύζυγος και τα τέκνα του. + +Ο Κοριολάνος τότε εγείρων την μητέρα του, και σφίγγων την δεξιάν +της, — Ενίκησας, είπεν, ω μήτερ, νίκην ευτυχή διά την πατρίδα, +αλλ' ολεθρίαν εις τον υιόν σου· αναχωρώ, επρόσθεσε, μακράν της +Ρώμης, νικημένος υπό της μητρός μου. Και η πολιορκία διελύθη +αμέσως. + +Τοιουτοτρόπως η αγάπη και το σέβας του Κοριολάνου προς την μητέρα +του έσωσαν και την Ρώμην από την καταστροφήν της, και τον +Κοριολάνον από το αιώνιον αίσχος, το οποίον ήθελε περικαλύψει την +μνήμην του, αν ήθελον εκτελεσθή οι κατά της πατρίδος πατροκτόνοι +σκοποί, τους οποίους ως εκ της απαιδευσίας και της κακής +ανατροφής είχε συλλάβει. + + + +Ο ΒΑΣΙΓΚΤΩΝ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ. + + + +Και ο μέγας πολίτης της Αμερικής Βάσιγκτων, επρόσθεσεν ο +Γεροστάθης, έδωκε δείγματα της προς την μητέρα του αγάπης και +υπακοής. + +Περί το δέκατον τέταρτον έτος της ηλικίας του επεθύμησε ν' +αφιερωθή εις το ναυτικόν στάδιον, το οποίον χωρίς ποτε να γνωρίση +υπερβολικά ηγάπησεν. + +Η μήτηρ του, ήτις και τον υιόν της δεν ήθελε ν' αποχωρισθη, και +τους κινδύνους και τα δεινά του ναυτικού βίου κάλλιον του απείρου +υιού της εγνώριζεν, απέκρουε τα σχέδια του νέου Βασιγκτώνος· αλλ' +αυτός επιμένων, συμφωνεί μετά τινος πλοιάρχου όπως παραλάβη αυτόν +εις το πλοίον του, έτοιμον ήδη προς απόπλουν· μετακομίσας δε το +μικρόν κιβώτιόν του εις την λέμβον, παρουσιάσθη ενώπιον της +μητρός του διά ν' αποχαιρετίση αυτήν, και λάβη την ευχήν της. +Αλλ' η μήτηρ του σιωπώσα ήρχισε να κλαίη. + +Τα σιωπηλά αυτά δάκρυα τόσην εντύπωσιν επροξένησαν εις την +ευαίσθητον ψυχήν του νέου Βασιγκτώνος, ώστε αμέσως επαναφέρει το +κιβώτιον από την λέμβον εις την οικίαν, και θυσιάζει προθύμως τον +ναυτικόν έρωτά του ενώπιον της υιικής του αγάπης. + +Η θυσία αύτη του ευαισθήτου υιού, και επομένως η ευλογία και αι +ευχαί της μητρός του ηξίωσαν επί τέλους τον Βασιγκτώνα ν' αναφανή +ο πρώτος πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών, και να επονομασθή _πατήρ +της πατρίδος_. + +Αν ο νέος Βάσιγκτων, μη αγαπών την μητέρα του, δεν υπήκουεν εις +τα μητρικά δάκρυα της, αλλ' ησπάζετο το ριψοκίνδυνον στάδιον του +ναύτου, και βίον ίσως άσημον και δυστυχή ήθελε ζήσει, και +δυστυχέστερον ίσως θάνατον εντός των κυμάτων ήθελεν ευρεί, και +την πατρίδα του δεν ήθελεν ελευθερώσει, και το όνομά του δεν +ήθελεν απαθανατίσει. + +Αγαπάτε λοιπόν και σεις, παιδία μου, τους γονείς σας. Η αγάπη σας +όμως ας μη ήναι νεκρά, αλλά ζωηράν και ακμαίαν διατηρείτε αυτήν +διά της καλής διαγωγής και των καλών σας έργων. + +Ο συμμαθητής σας Κωνσταντίνος _δι' έργου_ απέδειξε σήμερον την +προς τους πτωχούς γονείς του αγάπην του. Δι' έργων λοιπόν και +σεις προσπαθήσατε ν' αναφανήτε υιοί καλοί και φιλόστοργοι, άξιοι +των ευχών των γονέων σας και των ευλογιών του Υψίστου. + +Έχετε δε πάντοτε κατά νουν ότι οι γονείς σας, διατρέχοντες ήδη +προ καιρού την οδόν της ζωής, εις την οποίαν σεις τώρα εμβαίνετε, +γνωρίζουν πολύ κάλλιον υμών τους κινδύνους, τα βάραθρα και τους +κρημνούς της δυσκόλου ταύτης οδού. Όθεν προθύμως υπακούετε εις +τας συμβουλάς των, όπως φωτίζητε την νεανικήν απειρίαν σας διά +της πείρας εκείνων· ούτω δε θέλετε διατρέξει ασφαλέστερον το +δύσβατον και κινδυνώδες στάδιον του βίου. + +Ο αγαθός γέρων μας υπηγόρευσεν ακολούθως τους εξής στίχους. + + Οι πρώτοι ευεργέται μας είν' οι καλοί γονείς μας· + Ας αγαπήσωμετ αυτούς εξ όλης της ψυχής μας· + Διά της πείρας οι γονείς, διά των συμβουλών των + Την απειρίαν σώζουσι των ευπειθών υιών των. + Λοιπόν ας υπακούωμεν, και ας ευγνωμονώμεν, + Δι' έργων δε ας δείχνωμετ ότι αυτούς τιμώμεν. + +* * * + + + +ΜΙΑ ΨΥΧΗ ΕΙΣ ΔΥΟ ΣΩΜΑΤΑ. + + «Φίλοις ευτυχούσι και ατυ- + χούσιν ο αυτός ίσθι.» + (Περιάνδρου.) + + + +Κατά τας αρχάς της συστάσεως του σχολείου μας συχνάκις συνέβαινον +μεταξύ των μαθητών λογομαχίαι, ύβρεις, ξυλοκοπήματα, και +λιθοβολισμοί. Τούτων δε συνέπειαι δυσάρεστοι ήσαν ενδύματα +εσχισμένα, βιβλία μελανωμένα, μύται αιματωμέναι, οφθαλμοί +φλογισμένοι, κεφαλαί πληγωμέναι, και επομένως πάθη, έχθραι, +εκδικήσεις και αντεκδικήσεις. + +Αλλ' ο αγαθός προστάτης μας Γεροστάθης διά των φρονίμων συμβουλών +του, και διά της πραότητος του χαρακτήρος του επροσπάθησε να +εμπνεύση μεταξύ όλων ημών την αγάπην, την ομόνοιαν και την +αρμονίαν. + +Ποτέ δεν είδομεν τον Γεροστάθην ωργισμένον, εξημμένον, ή σκληρόν +πρός τινα εξ ημών· αλλά με υπομονήν, με φρόνησιν και με ησυχίαν +μας εξήγει τα σφάλματά μας και τας δυσαρέστους συνεπείας αυτών, +προσπαθών να εμπνεύση εις τον νουν και εις την καρδίαν μας την +μετάνοιαν και την επιθυμίαν της διορθώσεως. + +Διά του _λόγου_, έλεγεν, εκριζόνονται διά παντός, ενώ διά του +_τρόμου_ μόνον προσωρινώς καταθλίβονται τα σπέρματα της κακής +διαγωγής. Όθεν, κεντών ευστόχως την φιλοτιμίαν μας προς την +αρετήν, ποτέ δεν μας απεύθυνεν ύβρεις, κακολογίας, ή ραβδισμούς. + +Εγνώριζεν ο αγαθός γέρων ότι η καρδία των παιδίων ομοιάζει το +μαλακόν κηρίον, το οποίον ευκόλως λαμβάνει πάσαν εξωτερικήν +εντύπωσιν· και ότι ως εκ τούτου αι παιδικαί καρδίαι σχηματίζονται +κατά τα καλά ή κακά παραδείγματα, τα οποία ενώπιόν των έχουν. + +Όθεν ο Γεροστάθης όχι μόνον απέφευγε του να μας δίδη αφορμάς +κακών έξεων, θυμόνων, υβρίζων ή ξυλοκοπών, αλλά, επισφραγίζων τας +συμβουλάς του διά του καλού παραδείγματός του, καθίστανεν +αποτελεσματικωτέραν την ηθικήν μας βελτίωσιν. + +Πολλάκις μας υπενθύμιζεν ο γέρων τας δύο μεγάλας εντολάς, εντός +των οποίων, ως είπεν ο Ιησούς, εμπεριέχονται όλα τα χρέη του +αληθούς χριστιανού «_Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης +καρδίας — Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν._» Την διπλήν δε +ταύτην αγάπην μας έλεγεν ότι πρέπει να δεικνύωμεν διά της +καθημερινής διαγωγής και των καθημερινών έργων μας. + +Δεν αρκεί, έλεγε, να παρευρίσκησθε εις την θείαν λειτουργίαν, ή +εξ απλής συνήθειας, ή διότι οι γονείς και οι διδάσκαλοι σας +παρήγγειλαν να εκκλησιάζησθε· αλλ' απαιτείται να εισέρχησθε εις +τον ναόν με την επιθυμίαν του να εξέλθητε ηθικώτεροι και +χριστιανικώτεροι· προς τον σκοπόν δε τούτον απαιτείται να +προσέχητε εις τους θείους λόγους, τους οποίους εκεί ακροάζεσθε, +και κατά τους θείους αυτούς λόγους να κανονίζητε την καθημερινήν +διαγωγήν σας, τας καθημερινάς πράξεις σας. + +Εάν λοιπόν προσέχητε εις την θείαν λειτουργίαν, θέλετε ακούει τον +ιερέα του Υψίστου υπενθυμίζοντα πάντοτε το θείον θέλημα, και +λέγοντα προς ημάς «_Αγαπήσωμεν αλλήλους, — Ειρήνη πάσιν._» Ας +αγαπώμεθα λοιπόν αμοιβαίως, ας ζώμεν εν αδελφική ειρήνη και +ομονοία, εάν θέλωμεν ουχί μόνον να ονομαζώμεθα, αλλά και +πραγματικώς να ήμεθα χριστιανοί. + +Αυτά συχνάκις επανελάμβανεν ο Γεροστάθης μ' όλην την +χαρακτηρίζουσαν αυτόν πραότητα και γλυκυτάτην εκφραστικότητα. + + + +Ο ΚΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΜΑΤΙΟΝ. + + + +Ημέραν τινά, περιδιαβάζοντες μετά του Γεροστάθου εις την εξοχήν, +είδομεν γέροντα, όστις έκοπτε κλώνους ιτέας. + +Ο Γεροστάθης μας ωδήγησε προς τον γέροντα, τον οποίον χαιρετίσας +φιλοφρόνως ηρώτησεν εις τι καταγίνεται. + + — Κόπτω κλώνους διά να πλέξω καλάθια, απεκρίθη ο γέρων. + + — Πολύ φρόνιμα κάμνεις, τω είπεν ο Γεροστάθης· εις αυτόν τον +κόσμον όστις δεν εργάζεται ή αποθνήσκει της πείνης, ή ζη ατίμως· +ο δε άτιμος βίος είναι πολύ χειρότερος του θανάτου. + +Λαβών δε την άδειαν του γέροντος επήρεν ένα εκ των λεπτών κλώνων, +και παρουσιάσας αυτόν εις ημάς ηρώτησεν αν δυνάμεθα να τον +σπάσωμεν. + +Εγελάσαμεν διά την παράδοξον ταύτην ερώτησιν του Γεροστάθου και +λαβών τις εξ ημών τον κλώνον, έσπασεν αυτόν αμέσως διά των δύο +δακτύλων του. + +Τότε ο Γεροστάθης επήρεν εις την παλάμην του πολλούς κλώνους, +τους οποίους αφού περιέδεσε διά λεπτού σχοινίου, μας ηρώτησεν αν +δυνάμεθα να σπάσωμεν και το δεμάτιον τούτο. + + — Όχι βέβαια, απεκρίθημεν, πώς είναι δυνατόν να σπάσωμεν +αυτούς, ηνωμένους όλους ομού; + + — Ιδού, μας είπε τότε ο γέρων, το αποτέλεσμα της _ενότητος_, +της _αγάπης_, της _ομονοίας_. + +Εάν οι αδελφοί, οι συγγενείς, οι συμμαθηταί, οι συμπολίται, οι +ομοεθνείς, οι ομόφυλοι ήναι ηνωμένοι, αγαπώμενοι αμοιβαίως και +ομονοούντες, βεβαίως θέλουν κατασταθή δυνατοί και άθραυστοι ως +αυτοί οι λεπτοί κλώνοι, συνενωθέντες εις το δεμάτιον τούτο· όντες +δε τότε ισχυροί, ευκόλως θέλουν ανθέξει εις τας καταδρομάς της +τύχης ή των ανθρώπων, και θέλουν θριαμβεύσει, και θέλουν +ευδαιμονήσει. + +Αλλ' εάν δυστυχώς η διχόνοια, η ζηλοτυπία, το μίσος, η +φιλοπρωτία, ο φθόνος, η ψευδοφιλοτιμία, η ιδιοτέλεια διαχωρίζωσι +και απομονόνωσιν αυτούς, ευκόλως τότε έκαστος θέλει +κατασυντριφθή, ως διά των δύο δακτύλων σας εσυντρίφθη ο +μεμονωμένος κλώνος. + +Η ένωσις λοιπόν, και επομένως η αγάπη, η ομόνοια, η σύμπραξις +αυξάνει τας δυνάμεις· ο δε διαχωρισμός, η διχόνοια, η +αντενέργεια, η απομόνωσις ελαττόνει και καταστρέφει αυτάς. Όσον +δε αι ηθικαί και φυσικαί δυνάμεις έθνους τινός αυξάνουν, τόσον +μεγαλήτερα και επωφελέστερα είναι τα έργα του, και βεβαιοτέρα η +ευδαιμονία του. + +Ο Γεροστάθης μετά τους λόγους αυτούς παρήγγειλε τον γέροντα να τω +στείλη εις την οικίαν δύο καλάθια. + +Εν τούτοις το εύθραυστον του κλώνου, το άθραυστον του δεματίου, +οι χριστιανικοί λόγοι του Γεροστάθου, και κυρίως η ζώσα πραότης +του ανδρός, κατέστησαν βαθμηδόν και ημάς πράους, ειρηνικούς, +ευπροσηγόρους και ως αδελφούς ηγαπημένους. + +Αλλ' αν και πάντες ως καλοί αδελφοί ηγαπώμεθα, δύο όμως των +συμμαθητών μας, ο Φίλιππος και ο Ανδρέας, διεκρίνοντο διά την +μεγίστην φιλίαν, ήτις συνέδεε τας τρυφεράς των καρδίας· Περί +αυτών δε θέλω εκθέσει ολίγα τινά. + + + +ΟΙ ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΙ ΦΙΛΟΙ + + + +Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας ήσαν συμμαθηταί και σχεδόν συνομήλικες. +Οι γονείς των, πτωχοί αλλά τίμιοι και αληθείς χριστιανοί, ήσαν +γείτονες, ώστε τα τέκνα των εξ απαλών ονύχων εσχετίσθησαν και +ηγαπήθησαν. + +Εις τα ήμερα και ιλαρά πρόσωπά των εφαίνετο η πραότης και η +αγαθότης των καρδιών των. Πληρεστάτη αρμονία φρονημάτων και +επιθυμιών υπήρχε πάντοτε μεταξύ αυτών, αδελφική δε αγάπη και +στενή φιλία διαρκώς συνήνονεν αυτούς. + +Πολλά δε δείγματα αληθούς φιλίας έδιδον αμοιβαίως οι δύο αυτοί +συμμαθηταί μας, των οποίων αι καρδίαι ήσαν βεβαίως ευγενείς, +διότι το ιερόν αίσθημα της φιλίας, ως ο Γεροστάθης έλεγε, μόνον +αι ευγενείς και ενάρετοι καρδίαι δύνανται να αισθανθώσι. + +Δεν επερίμενεν ο Φίλιππος να λάβη χάριν παρά του Ανδρέου διά ν' +ανταποδώση αυτήν· αλλ' ούτε ο Ανδρέας επερίμενέ ποτε την +ανταπόδοσιν της χάριτός του, διά να προβή εις άλλην νέαν χάριν. +Τοιούτους λεπτούς υπολογισμούς δεν γνωρίζει η αληθής φιλία. + +Ο αληθής φίλος προσέτι αισθάνεται τας δυστυχίας του φίλου του +πολύ ζωηροτέρας παρά τας ιδίας αυτού· και διά τούτο προθύμως +θυσιάζεται υπέρ του δυστυχούντος φίλου. Τοιούτοι δε φίλοι ήσαν ο +Ανδρέας και ο Φίλιππος. + +Ημέραν τινά, ότε εξήλθομεν μετά του Γεροστάθου εις περίπατον, ο +Φίλιππος και ο Ανδρέας, συνδιαλεγόμενοι και βραδέως +περιπατούντες, έμειναν όπισθεν ημών, οίτινες προχωρήσαντες +είχομεν αναβή επί της κορυφής ωραίου λόφου. + +Εκείθεν στρέψαντες τους οφθαλμούς διά να ίδωμεν την τερπνοτάτην +θέαν της πεδιάδος, διεκρίναμεν τον μεν Ανδρέαν αναβαίνοντα επί +υψηλού δένδρου, τον δε Φίλιππον προχωρούντα πρός τινα μάνδραν. +Αλλά μετ' ολίγον βλέπομεν τον Φίλιππον οπισθοδρομούντα δρομαίως, +και εντρόμως κραυγάζοντα, διότι κατόπιν αυτού τρέχων μέγας σκύλος +οργίλως εγαύγιζε. Συγχρόνως δε βλέπομεν τον Ανδρέαν πίπτοντα με +την ταχύτητα της αστραπής εκ του δένδρου, και τρέχοντα μεταξύ του +φίλου του και του σκύλου. Εκεί δε σταθείς, ατενίζει θαρραλέως τον +σκύλον, και σκύπτει διά να λάβη λίθον κατ' αυτού· αλλ' ο σκύλος, +άμα ιδών τον νέον τούτον εχθρόν οπλιζόμενον, στρέφει τα νώτα, και +κατησχυμένος επανέρχεται εις την μάνδραν του. + +Ενώ δε ταύτα εγίνοντο, ο Γεροστάθης ήρχισε να καταβαίνη τον +λόφον, τρέχων προς βοήθειαν των μικρών αυτών φίλων, και +παρακολουθούμενος παρ' όλων ημών. Αλλ' ότε είδομεν τον θρίαμβον +του Ανδρέου, και την σωτηρίαν του Φιλίππου, ο Γεροστάθης +χειροκροτών εφώναξεν — Εύγε! Εύγε, Ανδρέα! ημείς δε πλήρεις +χαράς ετρέξαμεν προς τον Ανδρέαν και τον Φίλιππον. + +Πλησιάσας και ο αγαθός γέρων έσφιγξε την χείρα του Ανδρέου, και +τω είπε — Σήμερον ανεφάνης, φίλτατε Ανδρέα, και φίλος αληθής, +και Έλλην γενναίος· ενώ ήσο ασφαλέστατος επί του δένδρου, +επροτίμησας να κινδυνεύσης διά να σώσης τον φίλον σου! Ιδού, +παιδία μου, επρόσθεσε, τα αποτελέσματα της ενώσεως και του +διαχωρισμού. Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας χωρισθέντες από ημάς, +διεκινδύνευσαν να κακοπάθωσιν· αφ' ετέρου δε η φιλία, ήτις +συνενόνει αυτούς, έσωσε τον Φίλιππον. Η ημέρα αύτη ας διαμένη εις +την μνήμην σας, όπως αγαπάτε πάντοτε την ένωσιν και την ομόνοιαν, +αποστραφήτε δε την διαίρεσιν και τας διχονοίας. + +Επειδή δε πρέπει να τιμώμεν την αρετήν και αυτών των εχθρών, +πολλώ δε μάλλον των φίλων μας, σας προτείνω να πλέξητε δύο +στεφάνους, τον μεν από κλάδους δρυός, τον δε από κλάδους +μυρσίνης, διά να προσφέρωμεν αυτούς προς τον Ανδρέαν, τον μεν +προς τιμήν της ανδρίας του, τον δε προς τιμήν της φιλίας, την +οποίαν απέδειξε σήμερον προς τον Φίλιππον. — Ναι, ναι, +εφωνάξαμεν άπαντες, και αμέσως ετρέξαμεν προς ανεύρεσιν κλάδων +δρυός και μυρσίνης. + +Ο Γεροστάθης και εις την περίστασιν ταύτην, καθώς και εις άλλας +πολλάς, επροσπάθει να μας συνειθίση ν' αναγνωρίζωμεν και να +τιμώμεν τους καλλιτέρους ημών, σβύνων εις τας απαλάς καρδίας μας +πάντα σπινθήρα ψευδοφιλοτιμίας, φθόνου, και αντιζηλίας. + +Πολλάκις μας ανέφερεν ότι η κυριωτέρα αιτία, ήτις κατέστρεψε την +ελευθερίαν, την δόξαν, και την ευδαιμονίαν της αρχαίας Ελλάδος, +ήτο η αντιζηλία, ο φθόνος, η διχόνοια, και η διαίρεσις των +προγόνων μας. Οσάκις έξοχοι άνδρες παρουσιάζοντο, αμέσως +αντιζηλίαι, φθόνοι, και καταδρομαί παρηκολούθουν αυτούς. Αλλ' +όπου οι διά την αρετήν και την ικανότητά των εξέχοντες, αντί να +ενισχύωνται, κατατρέχονται υπό των φθονερών και ιδιοτελών, εκεί +βεβαίως η πατρίς δυστυχεί και καταρρέει. + +Εν τούτοις ητοιμάσαμεν τους δύο στεφάνους, και εφέραμεν αυτούς +προς τον Γεροστάθην, όστις εν ονόματι όλων ημών τους επρόσφερε +προς τον Ανδρέαν. + +Ο Ανδρέας μετά συστολής και συγκινήσεως ευχαρίστησε τον γέροντα +και όλους ημάς λαβών δε μόνον τον εκ δρυός στέφανον, είπε προς +τον Γεροστάθην Ο στέφανος της φιλίας δεν ανήκει εις εμέ, αλλ' εις +τον Φίλιππον· διότι, αν εγώ αισθάνωμαι φιλίαν προς αυτόν, την +φιλίαν ταύτην χρεωστώ εις την καλήν καρδίαν και τον γλυκύτατον +χαρακτήρα του Φιλίππου. Ο Φίλιππος είναι η πρώτη αιτία της +φιλίας, ήτις μας συνδέει, και εις αυτόν επομένως ανήκει ο +στέφανος της μυρσίνης. + +Οι λόγοι αυτοί του Ανδρέου εις άκρον εχαροποίησαν τον Γεροστάθην· +προθύμως δε επρόσφερε τον άλλον στέφανον προς τον Φίλιππον. +Τοιουτοτρόπως δε ευχαριστήθη η ευγενής επιθυμία του Ανδρέου, +όστις ως αληθής φίλος επεθύμει να συμμερισθή μετά του Φιλίππου +του την δόξαν της ημέρας εκείνης. + +Ο Γεροστάθης, αφού επήνεσε τον Ανδρέαν διά την αγαθήν του ψυχήν, +επρόσθεσεν ότι η προς τον Φίλιππον διαγωγή του Ανδρέου ομοιάζει +πολύ την διαγωγήν του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην εις την μάχην +της Ποτιδαίας, και διηγήθη τα εξής. + + + +Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΑΙ Ο ΞΕΝΟΦΩΝ. + + + +Ο ενάρετος Σωκράτης πολλάκις έλεγεν, ότι _το πολυτιμότερον και +χρησιμώτερον αφ' όσα κτήματα δύναταί τις ν' αποκτήση επί της γης +είναι ειλικρινής και πιστός φίλος_. Πολλάκις δε παρεκίνει τους +ακροατάς του να προσπαθώσι διά της αρετής και των αγαθοεργιών των +την απόκτησιν και διατήρησιν τοιούτου πολυτίμου θησαυρού. + +Αλλ' ο Σωκράτης δεν ήτο εκ των πολλών εκείνων, οίτινες άλλα +διδάσκουν και άλλα πράττουν. Δεν ήτο εξ εκείνων, οίτινες, κατά το +ιερόν Ευαγγέλιον, θέλουν κληθή ελάχιστοι εν τη βασιλεία των +ουρανών, διδάσκοντες τας εντολάς, αλλά μη φυλάττοντες αυτάς. Απ' +εναντίας ο Σωκράτης ήτο εκ των μεγάλων εκείνων ανδρών, οίτινες +ουχί μόνον διδάσκουν, αλλά και πράττουν το αγαθόν, και περί των +οποίων ο Ιησούς είπεν «_Ος δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας +κληθήσεται._» + +Τοιούτος ων ο Σωκράτης, ενίσχυε πάντοτε τας διδασκαλίας του διά +του παραδείγματος και των έργων αυτού. + +Όθεν και την περί φιλίας διδασκαλίαν του επεσφράγισε διά της +διαγωγής του· διότι διά της πραότητος του χαρακτήρος του, διά της +εναρέτου αφιλοκερδείας του, και διά των ωφελίμων συμβουλών του +κατώρθωσε ν' αποκτήση φίλους πολλούς. + +Μεταξύ των άλλων προσοικειώθη και τον νέον Αλκιβιάδην, όπως +καταστήση αυτόν χρήσιμον εις την πατρίδα, διορθόνων τα ελαττώματα +της πολυτελείας, της υπερηφανίας, της δοξομανίας, και της +αστασίας, τα οποία δυστυχώς εχαρακτήριζον τον βίον του ευφυούς +και ζωηρού τούτου νέου των Αθηνών. + +Ότε δε οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν εις την Ποτίδαιαν, πόλιν της +Μακεδονίας, συνεξεστράτευσε και ο Σωκράτης μετά του φίλου του +Αλκιβιάδου. Αμφότεροι κατά την μάχην ηνδραγάθησαν· αλλ' ο νέος +Αλκιβιάδης πληγωθείς έπεσεν· οι δε εχθροί βεβαίως ήθελον +αιχμαλωτίσει ή φονεύσει αυτόν, αν ο Σωκράτης γενναίως δεν +διεκινδύνευε την ιδίαν αυτού ζωήν προς σωτηρίαν του φίλου του. + +Καθ' ην δε ημέραν επρόκειτο να δώσωσιν οι στρατηγοί τα βραβεία +της ανδρίας εις τον αριστεύσαντα κατά την μάχην ταύτην, πρώτος ο +Σωκράτης εμαρτύρει υπέρ της ανδρίας του Αλκιβιάδου, όπως δοθώσιν +εις τον νέον αυτόν ο στέφανος και η πανοπλία, ενώ ταύτα +δικαιωματικώς εις τον Σωκράτην ανήκον. Αλλ' ο Σωκράτης επεθύμει +διά της βραβεύσεως ν' αυξήση την φιλοτιμίαν και τον ζήλον του +Αλκιβιάδου εις τα υπέρ πατρίδος καλά έργα· ως αληθής δε φίλος +πάσαν ευτυχίαν των φίλων του ως ιδίαν αυτού ευτυχίαν εθεώρει. + +Βλέπετε λοιπόν ότι η διαγωγή του Ανδρέου προς τον Φίλιππον +δικαίως μ' ενθύμισε την διαγωγήν του Σωκράτους προς τον +Αλκιβιάδην. + +Αλλ' ο Σωκράτης και προς τον μαθητήν του Ξενοφώντα τα αυτά +γενναία και φιλικά αισθήματα απέδειξεν. + +Εις την μάχην, την συγκροτηθείσαν μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών εις +το Δήλιον, πόλιν της Βοιωτίας, παρευρέθη και ο Σωκράτης μετά του +Ξενοφώντος. Ότε δε οι Αθηναίοι νικηθέντες ετράπησαν εις φυγήν, +καταδιωκόμενος μετά των άλλων και ο Ξενοφών έπεσεν εκ του ίππου +του, και εκινδύνευε να αιχμαλωτισθή ή να φονευθή. Αλλ' ο +Σωκράτης, αν και πεζός, ορμά γενναίως προς βοήθειαν του +κινδυνεύοντος φίλου του, αρπάζει αυτόν επί των ώμων του, και +τρέχων δρομαίως διασώζει μακράν των εχθρών τον φίλον του +Ξενοφώντα. + +Διά τοιούτων γενναίων έργων, διά τοιαύτης αυταπαρνήσεως, +επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, διακρίνονται οι αληθείς φίλοι. Αλλά +τοιούτους φίλους σπανίως κατά δυστυχίαν μας αναφέρει η ιστορία. +Εκ των σπανίων δε τούτων φίλων ήσαν και οι Θηβαίοι Επαμεινώνδας +και Πελοπίδας. + + + +Η ΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΟΥ ΚΑΙ ΠΕΛΟΠΙΔΟΥ. + + + +Ο γέρων Πλούταρχος, λυπούμενος διά τας διχονοίας, τας ζηλοτυπίας, +και τους φθόνους, οίτινες δυστυχώς διεχώρισαν τους πλείστους +πολιτικούς και στρατιωτικούς άνδρας της αρχαίας Ελλάδος, δικαίως +επαινεί και αγαλλόμενος θαυμάζει την ευγενή φιλίαν, ήτις, επ' +αγαθώ των Θηβαίων, ήνωσε τον Πελοπίδαν και Επαμεινώνδαν καθ' όλην +την διάρκειαν του βίου των. + +Ο Πελοπίδας και ο Επαμεινώνδας, ασπασθέντες εκ νεαράς ηλικίας την +αρετήν, και υπό του θείου έρωτος της πατρίδος αμφότεροι +εμπνεόμενοι, δεν ηγωνίζοντο υπέρ ατομικών, αλλ' υπέρ των κοινών +της πατρίδος συμφερόντων· ούτω δε ηδυνήθησαν να ζήσωσι πάντοτε +φίλοι ειλικρινείς και αχώριστοι, συστρατηγοί ομονοούντες, και +συνάρχοντες συμφωνότατοι· επέτυχον δε ούτω να ίδωσι την πατρίδα +των ελευθέραν και ευδαίμονα, και πρώτην των Ελληνίδων πόλεων. + +Διηγούνται ότι είς τινα μάχην ο Πελοπίδας, λαβών επτά πληγάς, +έπεσεν εντός σωρού πληγωμένων. Αλλ' ο Επαμεινώνδας, αν και +εθεώρει φονευμένον τον επτάκις ήδη πληγωθέντα Πελοπίδαν, τρέχει +όμως αμέσως προς υπεράσπισιν του σώματος και των όπλων του +συμπολίτου και συστρατιώτου του. Αγωνίζεται δε γενναίως, +πληγόνεται και αυτός εις μεν το στήθος διά λόγχης, εις δε τον +βραχίονα διά ξίφους, αλλ' επιμένει, και επί τέλους σώζει ουχί +μόνον το σώμα και τα όπλα, αλλά και αυτήν την ζωήν του ενδόξου +Πελοπίδου. + +Τινές λέγουσιν ότι το περιστατικόν τούτο έδωκεν αφορμήν εις την +παραδειγματικήν φιλίαν των δύο τούτων μεγάλων ανδρών. Αλλά το +βέβαιον είναι ότι, αν αμφότεροι δεν είχαν καρδίας εναρέτους και +ευγενείς, και υπό αληθούς φιλοπατρίας φλογιζομένας, ούτε ο +Επαμεινώνδας ήθελε διακινδυνεύσει γενναίως υπέρ του Πελοπίδου, +ούτε ο Πελοπίδας ήθελεν αναφανή φίλος σταθερός και ειλικρινής του +μεγάλου Επαμεινώνδου. + +Εις τους μυθικούς και ηρωικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδος, μας +είπεν ο Γεροστάθης, αναφέρονται παραδείγματα φίλων πιστών +συχνότερα παρά εις την μεταγενεστέραν ιστορικήν εποχήν της +Ελλάδος. Εκ τούτου δε εσυμπέρανεν ότι όσον τα ήθη φθείρονται, +τόσω σπανιώτερον αποκαθίσταται το ωραίον φαινόμενον της αληθούς +φιλίας. + +Εις τους αρχαιοτάτους χρόνους της Ελλάδος ως ζεύγη +παραδειγματικής φιλίας μνημονεύονται ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης, ο +Θησεύς και ο Πειρίθους, ο Αχιλλεύς και ο Πάτροκλος, ο Ορέστης και +ο Πυλάδης. + +Η δε Ελληνική ιστορία ως παραδειγματικήν αναφέρει και την φιλίαν, +ήτις ήνωσε τον Δάμωνα μετά του Φιντίου· και περί αυτών μας +διηγήθη τα εξής. + + + +ΔΑΜΩΝ ΚΑΙ ΦΙΝΤΙΑΣ. + + + +Ο Δάμων και ο Φιντίας ήσαν μαθηταί της Πυθαγορικής Σχολής· έζων +δε εις τας Συρακούσας, πρωτεύουσαν της νήσου Σικελίας. + +Ο Φιντίας, κατηγορηθείς ως ένοχος συνωμοσίας κατά του Διονυσίου, +τυράννου των Συρακουσών, κατεδικάσθη εις την ποινήν του θανάτου. +Αλλ' έχων ανάγκην να διαθέση τα οικογενειακά του συμφέροντα, +εζήτησε την άδειαν παρά του Διονυσίου ν' απομακρυνθή επί τινας +ημέρας των Συρακουσών προς επίσκεψιν της οικογενείας του. +Υπεσχέθη δε να παρουσιάση αντ' αυτού άλλον εις το δεσμωτήριον, +αναδεχόμενον να θανατωθή, αν αυτός κατά την προσδιορισθησομένην +ημέραν δεν ήθελεν εμφανισθή. + +Ο τύραννος, του οποίου η καρδία δεν εγνώριζεν ειμή το αίσθημα του +εγωισμού και του φόβου, ήτο πεπεισμένος ότι τοιούτον εγγυητήν ήτο +αδύνατον να εύρη ο Φιντίας· επί τη πεποιθήσει δε ταύτη είπεν ότι +τω παραχωρεί την ζητηθείσαν άδειαν, αν παρουσιάση άλλον +αναδεχόμενον την καταδίκην εν ελλείψει αυτού. + +Μεγίστη δε υπήρξε του Διονυσίου η έκπληξις, ότε είδε +παρουσιαζόμενον εις το δεσμωτήριον τον Δάμωνα, προθύμως +αναδεχόμενον την θέσιν του φίλου του. + +Ο Φιντίας επομένως αποφυλακίζεται, και ελεύθερος αναχωρεί προς +αντάμωσιν της οικογενείας του· τα δε δεσμά του ευχαρίστως +αναλαμβάνει ο φίλος του Δάμων. + +Αλλ' η προσδιορισμένη διά την εκτέλεσιν της θανατικής ποινής +ημέρα φθάνει, και ο Φιντίας δεν φαίνεται. Όθεν, ότε η ώρα της +εκτελέσεως επλησίασεν, αντί του Φιντίου, απάγεται ο Δάμων +σιδηροδέσμιος εις τον τόπον της καταδίκης. + +Όλος ο λαός τον Συρακουσών αγανακτεί τότε και φρυάττει κατά της +αισχράς προδοσίας του Φιντίου, βλέπων τον πέλεκυν του δημίου +έτοιμον ήδη να πέση επί του αθώου τραχήλου του Δάμωνος. Ο δε +τύραννος σαρκαστικώς μειδιά, εμπαίζων και την μωρίαν του Δάμωνος +και την ψευδοφιλίαν του Φιντίου. + +Μόνος ο Δάμων ατάραχος και φαιδρός βλέπει πλησιάζουσαν την +στιγμήν, καθ' ην διά της ιδικής του ζωής ήλπιζε να σώση την ζωήν +του φίλου του· αλλ' η χαρά του δεν ήτο πλήρης, διότι, γνωρίζων +καλώς την αρετήν του Φιντίου, από στιγμής εις στιγμήν επερίμενε +την εμφάνισίν του. + +Επί τέλους ο δήμιος ετοιμάζεται, και λαμβάνει ανά χείρας τον +πέλεκυν, η δε τρομερά στιγμή επίκειται, ότε εξαίφνης κραυγαί +θορυβώδεις ακούονται, λέγουσαι — Ο Φιντίας! ο Φιντίας! Συγχρόνως +δε ασθμαίνων και δρομαίος διασχίζει ο Φιντίας τα πλήθη, και μετά +δακρύων πίπτει εις τας αγκάλας του φίλου του Δάμωνος, και ζητεί +να λάβη την θέσιν του υπό τον πέλεκυν του δημίου αλλ' ο Δάμων +διαφιλονεικεί την θέσιν ταύτην ως ανήκουσαν ήδη εις αυτόν. Ο +Φιντίας τότε επαναλαμβάνει ζωηρότερον την απαίτησίν του, ο δε +Δάμων επιμένει σταθερώς εις την άρνησίν του. + +Έκθαμβοι και δακρυρροούντες θεωρούν πάντες το μέγα και υψηλόν +τούτο θέαμα της περί θανάτου πάλης των δύο φίλων. Και αυτός δε ο +σκληροκάρδιος τύραννος συγκινείται επί τέλους, και θαυμάζει το +ύψος και το μεγαλείον της αληθούς φιλίας, της οποίας την δύναμιν +ουδέποτε είχεν αισθανθή, ουδέποτε είχε φαντασθή. Αναγκάζεται +λοιπόν να σεβασθή την ύπαρξιν τοιούτου ιερού δεσμού, τον οποίον ο +πέλεκυς του δημίου του επρόκειτο να διαρρήξη, και επομένως +χαρίζων την ζωήν εις τον Φιντίαν, και τον Φιντίαν εις τον Δάμωνα, +καταπαύει την ευγενή των πάλην, και ζητεί ως χάριν να +συμπαραλάβωσι του λοιπού και αυτόν εντός του ιερού δεσμού της +φιλίας των, ήτις απετέλει τας δύο εναρέτους ψυχάε των ψυχήν μίαν +εντός δύο σωμάτων. + +Το ανωτέρω διήγημα εις άκρον ευηρέστησε τας νεανικάς μας καρδίας· +έκτοτε δε έκαστος ημών θερμώς επεθύμησε ν' αποκτήση, ει δυνατόν, +φίλον αληθή ως τον Σωκράτην, τον Επαμεινώνδαν, ή τον Δάμωνα. + +Πολλάκις δε ηκούσαμεν παρά του Γεροστάθου και τα εξής περί +φιλίας. + +«Είναι ανάξιος φιλίας όστις αλλάζει τους φίλους του συχνά ως τα +υποκάμισά του. + +Πριν συνδέσης μετά τινος φιλικάς σχέσεις, σπούδασον μετά προσοχής +τας διαθέσεις αυτού, ίνα μη, αντί φίλου αληθούς, αποκτήσης +ιδιοτελή τινα κόλακα, ή κακοήθη σύντροφον. + +Βραδέως μεν απόκτα φίλον, αλλ' η φιλία σου ας διαμένη σταθερά και +διαρκής. + +Εις τας δυστυχίας των φίλων των δοκιμάζονται οι αληθείς φίλοι. + +Τίμα την περιουσίαν σου, ίνα βοηθήσης φίλον δυστυχούντα.» + +Εις τον Γεροστάθην δε οφείλω και τον ακόλουθον περί φιλίας +αληθέστατον στίχον, + + «Δώρον Θεού πολύτιμος είν' η πιστή φιλία· + Εις τους χαζούς δεν δίδεται τοιαύτη ευτυχία.» + + + +ΗΔΟΝΗ ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ. + + + + + «Ακολουθεί ελευθεριότητι + η φιλανθρωπία και το + ελεητικόν είναι.» + (Αριστοτέλους.) + +ΑΥΓΗΝ τινα του Μαΐου επρόκειτο ο Γεροστάθης να μας οδηγήση εις +πλησιόχωρον εξοχήν, γέμουσαν αγρίων τριανταφύλλων. Πάντες δε κατά +την ωρισμένην ώραν ήμεθα παρόντες εις την οικίαν του, εκτός του +συμμαθητού μας Πέτρου, όστις δεν εφαίνετο. + + — Παράδοξος η αργοπορία του Πέτρου, είπεν ο γέρων. Αυτός +εγείρεται πάντοτε τόσον ενωρίς, ώστε είναι και ο υγιέστερος του +σχολείου. Αλλά σήμερον φαίνεται τον εγέλασεν ο δόλιος ύπνος της +ανοίξεως. Εντούτοις ας υπάγωμεν, και διαβαίνοντες από την +κατοικίαν του τον εξυπνούμεν, και τον υπενθυμίζομεν ότι ο πολύς +και μάλιστα ο πρωινός ύπνος χαυνόνει και το σώμα και τον νουν. + +Εξήλθομεν λοιπόν διευθυνόμενοι εις την οικίαν του Πέτρου· αλλά, +διαβαίνοντες έμπροσθεν της Εκκλησίας, παρετηρήσαμεν ότι η θύρα +της ήτο ημίκλειστος· συγχρόνως δε ηκούσαμεν την φωνήν του Πέτρου. +Πλησιάσαντες τότε εν σιωπή και ησυχία περί την θύραν, διεκρίναμεν +ότι ο Πέτρος εδίδασκέ τινα να συλλαβίζη. Ο Γεροστάθης, αφού +χαμογελών ηκροάσθη ολίγον την διδασκαλίαν του Πέτρου, έσπρωξε την +θύραν και εισήλθε παρακολουθούμενος παρ' ημών. + +Ο Πέτρος έκλεισε τεταραγμένος την οποίαν εκράτει φυλλάδα, +εσηκώθη, και μετά συστολής εζήτησε συγχώρησιν διότι εβράδυνε να +έλθη, μη εννοήσας ότι παρήλθεν η ώρα. + + — Και ημείς, είπεν ο Γεροστάθης, ενομίζομεν ότι ακόμη +κοιμάσαι. + + — Όχι, απεκρίθη, είμαι έξυπνος προ δύο ωρών. Πλησίον δε του +Πέτρου ίστατο μικρόν παιδίον, του οποίου η φυσιογνωμία δεν μας +ήτο άγνωστος. + + — Και ποίον είναι αυτό το καλόν παιδίον; ηρώτησεν ο +Γεροστάθης. + +Ο δε Πέτρος απήντησε + + — Δεν ενθυμείσθε τον Κώσταν, όστις έσωσε τον Αρτινόν Θεόδωρον, +ότε έπεσεν εντός του χάνδακος και εχώθη, εις την λάσπην ; + +Ήτο τω όντι πολύ δύσκολον ν' αναγνωρίσωμεν τον μικρόν Κώσταν, +διότι, καθ' ην ημέραν τον είχομεν ιδεί κλαίοντα και ακολουθούντα +το υπερήφανον αρχοντόπουλον, είχε και το πρόσωπον και το σώμα του +καταλασπωμένα, γυμνούς τους πόδας, ενδύματα δε ρυπαρά και +εσχισμένα· ενώ ο μικρός μαθητής του Πέτρου ήτο ήδη καθ' όλα +καθαρώτατος· ούτε ανυπόδητος ήτο πλέον, αλλ' ούτε ρακενδύτης. + +Εξήλθομεν εντούτοις εκ της Εκκλησίας και επροχωρήσαμεν προς την +εξοχήν· διαφόρους δε καθ' οδόν ερωτήσεις περί του Κώστα απηύθυνεν +ο Γεροστάθης προς τον Πέτρον· θέλω δε διηγηθή εν περιλήψει το +εξαγόμενον της συνομιλίας των. + + + +Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΤΩΧΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ. + + + +Ανέφερα προηγουμένως την μεταξύ του υπερηφάνου Θεοδώρου και του +πτωχού Κώστα σκηνήν, καθ' ην, ενώ ο Θεόδωρος ουχί μόνον εξύβρισε +βαρβαρικώς τον Κώσταν, αλλά και να τον ξυλοκοπήσει ηθέλησεν, ο +Κώστας, άμα ιδών αυτόν πεσόντα και κινδυνεύοντα εντός της λάσπης, +αμέσως έτρεξε προς βοήθειάν του, και να τον σώση κατώρθωσεν. + +Η χριστιανική αύτη διαγωγή του μικρού Κώστα, και η αφέλεια, με +την οποίαν εβεβαίωσε τότε τον Γεροστάθην ότι κατά συμβουλήν της +μητρός του _ποτέ δεν λέγει ψεύματα_, επέσυραν την προς αυτόν +συμπάθειαν του αγαθού Πέτρου. + +Άμα λοιπόν ακούσας ότι ο πτωχός Κώστας δεν είχεν άλλα ενδύματα, +εκτός των λασπωμένων και εσχισμένων, τα οποία εφόρει, ωδήγησεν +αυτόν ο Πέτρος εις την οικίαν του, και παρεκάλεσε τους καλούς του +γονείς να δώσωσιν εις τον Κώσταν τινά εκ των ιδικών του +ενδυμάτων. + +Οι γονείς του ευσπλαχνικού Πέτρου προθύμως εισήκουσαν την +παράκλησίν του. Ο δε Πέτρος, αφού εφρόντισε να νιφθή ο Κώστας, +τον ενέδυσε τα καθαρά του φορέματα, τω εσύστησε στενώς την +καθαριότητα, τω έδωκε και έν ψωμίον με την άδειαν του πατρός του, +και ακολούθως συνώδευσεν αυτόν εις την πτωχικήν του καλύβην. + +Η καλή μήτηρ του Κώστα, ιδούσα τον υιόν της ούτω μεταμορφωμένον, +και μαθούσα παρ' αυτού τα διατρέξαντα, έχυσε δάκρυα χαράς και +ευγνωμοσύνης· ευχαρίστησε τον Ύψιστον, και ευχήθη παν αγαθόν και +πάσαν ευτυχίαν εις τον καλόν Πέτρον. Τα δε μικρά της παιδία, άμα +ιδόντα τον Κώσταν κρατούντα το ψωμίον, περιεκύκλωσαν πηδώντα και +χαίροντα τον αδελφόν των, και τω εζήτουν ανά έν τεμάχιον. + + — Ποτέ, έλεγεν ο Πέτρος, η καρδία μου δεν ησθάνθη ηδονήν +γλυκυτέραν από το γλυκύτατον και ηδονικώτατον αίσθημα, το οποίον +μοι επροξένησεν η διαγωγή μου της ημέρας εκείνης. + +Επιστρέψας ο Πέτρος εις την οικίαν του, διηγήθη εις την μητέρα +και τον πατέρα του την κατανυκτικήν σκηνήν της καλύβης, την +αγαθότητα της πτωχής γυναικός, τας εγκαρδίους ευχάς και ευλογίας +της, τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης της, και την ζωηράν χαράν των +πειναλέων τέκνων της, ότε είδον τον Κώσταν φέροντα το ψωμίον. + +Ακολούθως δε παρεκάλεσε τους γονείς του να στέλλωσι δι' αυτού +καθ' ημέραν εις την μητέρα του Κώστα έν ψωμίον, υποσχόμενος ότι +αυτός θέλει τρώγει εις το εξής ολιγώτερον, και ότι συγχρόνως +θέλει προσέχει τα ενδύματά του περισσότερον, όπως οικονομώσι +τοιουτοτρόπως οι γονείς του το ψωμίον της πτωχής οικογενείας. + +Ο αγαθός ιερεύς και η φιλάνθρωπος σύζυγός του συνεκινήθησαν, +κατεφίλησαν αυτόν, και τω υπεσχέθησαν το ζητηθέν ψωμίον. + +Αλλ' η αγαθή καρδία του Πέτρου δεν υπέφερε να βλέπη τον Κώσταν +αργόν και αγράμματον. Όθεν επρότεινεν εις αυτόν ότι αναδέχεται +ευχαρίστως να τον μάθη ν' αναγινώσκη και να γράφη, αν και εκείνος +ανεδέχετο να βοηθή τακτικώς τον κανδυλανάπτην εις την καθαριότητα +της Εκκλησίας και εις τα λοιπά έργα αυτού. + +Ο Κώστας προθύμως εδέχθη και επραγματοποίησε την πρότασιν ταύτην. +Έκτοτε δε τακτικώτατα και μετά του κανδυλανάπτου ειργάζετο εις τα +της Εκκλησίας, και εις τον νάρθηκα καθ' εκάστην αυγήν υπό του +Πέτρου εδιδάσκετο. Ουδείς δ' εγνώριζε την μυστικήν ταύτην +ελεημοσύνην του Πέτρου, μέχρις ου τυχαίως μετά του Γεροστάθου +ανεκαλύψαμεν αυτήν κατά την ημέραν εκείνην. + +Η τοιαύτη προς τον Κώσταν και την οικογένειάν του διαγωγή του +Πέτρου εις άκρον ευχαρίστησε τον φιλάνθρωπον Γεροστάθην και ημείς +δε έκτοτε εδιπλασιάσαμεν την προς τον αγαθόν Πέτρον αγάπην μας· +επεριμένομεν δε ανυπομόνως να παρουσιασθή περίστασις κατάλληλος, +όπως μιμηθώμεν το καλόν παράδειγμα, το οποίον ο Πέτρος μας +έδωκεν. + +Ο Γεροστάθης εν τούτοις επήνεσε τον Πέτρον διά τα ελεήμονα +αισθήματά του, και τον εβεβαίωσεν ότι, αν εξακολουθήση να έχη +πάντοτε την αυτήν προς τους πτωχούς ευσπλαχνικήν διάθεσιν, θέλει +αποκατασταθή άνθρωπος τέλειος. + +Ιδού δε, μας είπε, ποίον ο Ιησούς θεωρεί άνθρωπον τέλειον. + + + + — Ο ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΕΛΕΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. + + + +Ημέραν τινά, κατά τον ευαγγελιστήν Ματθαίον, παιδία ωδηγήθησαν +εις τον Ιησούν, όπως ευλογήση αυτά. Ο Ιησούς ευλογήσας αυτά είπεν +«ότι των τοιούτων είναι η βασιλεία των ουρανών,» διότι αι καρδίαι +των παιδίων είναι καθαραί και αμίαντοι από τας κακίας και τα +πάθη, και επομένως άξιαι της θείας αγάπης. + +Κατά την αυτήν ημέραν παρουσιάσθη και νεανίσκος, όστις ηρώτησε +τον Ιησούν — _Τι αγαθόν να πράξω διά να έχω ζωήν αιώνιον_; + +Ο δε Ιησούς τω απήντησεν — _Εάν θέλης να εισέλθης εις την +αιώνιον ζωήν, φύλαξον τας εντολάς του Θεού._ + + — Όλας εκ νεότητός μου εφύλαξα, απεκρίθη ο νέος, τι άλλο λοιπόν +μοι μένει; + +Και ο Ιησούς απεκρίθη — _Εάν θέλης να γίνης τέλειος, ύπαγε +πώλησον τα υπάρχοντά σον, και δος εις τους πτωχούς, και αντί των +επιγείων αυτών υπαρχόντων θέλεις αποχτήσει θησαυρόν αιώνιον και +άφθαρτον εις τους ουρανούς._ + +Βοηθούντες λοιπόν τους πτωχούς, ουχί μόνον αισθανόμεθα ηδονήν +γλυκυτάτην, αλλά και τέλειοι γινόμεθα, διότι διά της ελεημοσύνης +αποκτώμεν θησαυρόν αιώνιον, ο δε θησαυρός ούτος είναι η Θεία +αγάπη, το Θείον έλεος. + +_Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν_ είπεν ο σοφός Σολομών·_ ο δε Ιησούς +μας λέγει _Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται_. Όλον δε +τον επί της γης βίον του διήλθεν ο Ιησούς ελεών και αγαθοποιών +τους πτωχούς, τους πάσχοντας, τους ασθενείς, όπως και διά του +παραδείγματός του μας διδάξη την προς τον πλησίον αγάπην και +ελεημοσύνην. + +Τινές νομίζουν ότι απαιτείται να ήναί τις πλούσιος διά να ήναι +και ελεήμων. Αλλ' η τοιαύτη ιδέα είναι εσφαλμένη. Οι πλούσιοι, +έχοντες περισσότερα μέσα, έπρεπε βεβαίως να ενεργώσι και +περισσοτέρας ελεημοσύνας, ενώ αυτοί συνήθως κάμνουν τας +ολιγωτέρας· διότι ο πλούτος, καθώς και άλλοτε σάς είπον, ως επί +το πλείστον σκληρύνει την καρδίαν. Όσον ολιγώτερον δε πλούσιος +είναι τις, και όσον πλησιέστερα εις την πτωχείαν ευρίσκεται, τόσω +ευκολώτερον αισθάνεται τα δεινά της ενδείας, τόσω δε +επιρρεπεστέρα εις την ελεημοσύνην καθίσταται η καρδία του. + +Ο Πέτρος βεβαίως δεν είναι πλούσιος, αλλά κατώρθωσε να περιθάλψη +ολόκληρον πτωχήν οικογένειαν διά της φιλανθρώπου και ελεήμονος +καρδίας του. Η ελεημοσύνη δεν ενεργείται μόνον διά του χρήματος, +του διδομένου εις τον πτωχόν. Πολλάκις μία συμβουλή ωφέλιμος, μία +καλή διάθεσις, μία σύστασις, μία φροντίς φιλάνθρωπος, μία +διδασκαλία, έν εργόχειρον, είναι ελεημοσύναι πολύτιμοι, μη +απαιτούσαι πλούτη και χρηματικάς θυσίας, αλλά μόνον χριστιανικήν +ευαίσθητον καρδίαν. + +Αν μόνον οι πλούσιοι ηδύναντο να ελεώσιν, ο Θεός δεν ήθελεν +επιβάλλει την ελεημοσύνην ως γενικόν χρέος παντός χριστιανού, +είτε πλουσίου, είτε πτωχού. + +Τότε ο Γεροστάθης διηγήθη το εξής Αγγλικόν ανέκδοτον, διά να μας +δείξη πόσον φιλελεήμων είναι η ψυχή των πτωχών. + + + +Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΤΥΦΛΗΣ. + + + +Είς τινα πόλιν της Αγγλίας, εις την οποίαν ο αριθμός των πτωχών +είχε πλεονάσει, ο ιερεύς ωμίλησεν επ' άμβωνος περί ελεημοσύνης, +και παρεκίνησε τους ακροατάς του να συνεισφέρωσιν έκαστος κατά +δύναμιν προς περίθαλψιν των δυστυχούντων. + +Μετά την διδαχήν πολλοί προσήλθον εις τον ιερέα, προσφέροντες τον +οβολόν της ελεημοσύνης των. Μεταξύ αυτών παρετήρησεν ο ιερεύς +νεανίδα τυφλήν, πτωχικώς ενδεδυμένην, οδηγηθείσαν πλησίον του, +και προσφέρουσαν ποσόν ανώτερον παντός άλλου. + + — Όχι, κόρη μου, τη είπεν ο ιερεύς, είσαι πτωχή και αόμματος· +η προσφορά σου είναι μεγάλη· δεν δέχομαι παρά το ήμισυ αυτής. + + — Είναι αληθές, πάτερ, απήντησεν η νεάνις, είμαι τυφλή εκ +γενετής, αλλά πτωχή τώρα δεν είμαι. Εις το κατάστημα των τυφλών +έμαθον να πλέκω καλάθια, και ήδη διά της εργασίας απολαμβάνω τα +αναγκαία μου. Η προσφορά μου είναι η εκ του λύχνου οικονομία μου. +Παρακαλώ λοιπόν, δέχθητι αυτήν. Γνωρίζω τι εστι πτώχεια. Πριν +έμβω εις το κατάστημα, εγύριζον νυχθημερόν ζητεύουσα· ενθυμούμαι +δε κάλλιστα και τας περιφρονήσεις των διαβατών, και τους πικρούς +των λόγους, και τας ψυχράς νύκτας, τας οποίας ημίγυμνος και +ανυπόδητος, τρέμουσα και πεινώσα, διήλθον άυπνος εις τας +δημοσίους οδούς. Η καρδία μου κλαίει οσάκις περί πτωχών ακούω, +παρηγορείται δε και ευφραίνεται οσάκις δύναμαι να τοις προσφέρω +μικράν βοήθειαν. + +Άπαντες εθαύμασαν την χριστιανικήν αρετήν της τυφλής νεανίδος, ο +δε ιερεύς εν τω μέσω του γενικού θαυμασμού εφώναξεν — Ιδού, +φίλτατοι αδελφοί, διατί ο Ιησούς μας είπεν ότι των πτωχών εστίν η +βασιλεία των Ουρανών! + +Το παράδειγμα της αομμάτου κόρης, και οι κατανυκτικοί προς τον +ιερέα λόγοι της διήγειραν τα συμπαθητικά αισθήματα των +παρευρεθέντων, ώστε αμέσως αι συνεισφοραί επολλαπλασιάσθησαν, και +οι πτωχοί της πόλεως εξοικονομηθέντες ηυλόγουν τους ευεργέτας +των, επί κεφαλής δε αυτών την τυφλήν νεανίδα. + +Αι εφημερίδες εξύμνησαν την φιλελεήμονα καλαθοποιόν. Πανταχόθεν +δε συνέρρεον εις την κατοικίαν της όπως την γνωρίσωσι και +προσωπικώς, αγοράσωσι δε και καλάθιόν τι εκ των χειρών της. + +Τοιουτοτρόπως η ελεήμων τυφλή ουχί μόνον εις την μέλλουσαν, αλλά +και εις την παρούσαν ζωήν πλουσιοπαρόχως ελεήθη παρά του Υψίστου· +διότι τιμωμένη και αγαπωμένη παρά πάντων έζησεν εν ανέσει, +εξακολουθούσα πάντοτε διά της ελεημοσύνης να παρηγορή τους +πτωχούς, να ηδύνη την ψυχήν της, και να ευαρεστή τον πλάστην της. + +Μετά την διήγησιν ταύτην ο Αθανάσιος είπε προς τον γέροντα — +Άλλοτε, νομίζω, μας είπετε ότι δίδοντες ελεημοσύνην ενθαρρύνομεν +την αργίαν και την οκνηρίαν. + +Ο δε Γεροστάθης απήντησεν — Οσάκις τις καταφεύγη εις την ζητείαν +ως εκ της αργίας και οκνηρίας του, βεβαίως είναι ανάξιος +ελεημοσύνης. + +Ο τρέφων τους αργούς και οκνηρούς δεν ελεεί, αλλ' αμαρτάνει, +παραβιάζων την παραγγελίαν του Αποστόλου Παύλου, κατά τον οποίον +«_οι μη βουλόμενοι εργάζεσθαι μη εσθιέτωσαν._» + +Ελεημοσύνη διδομένη εις τους οκνηρούς είναι άδικος ζημία των +αληθώς αξίων ελεημοσύνης. + +Η μόνη κατάλληλος προς τους αργούς ελεημοσύνη είναι η προς αυτούς +χορήγησις, ουχί χρημάτων ή τροφής, αλλ' εργασίας, όπως δι' αυτής +κερδίζωσι τα προς το ζην. + +Αλλ' είναι και πολλοί πτωχοί, οίτινες, αν και εργάζωνται +επιμελώς, δεν επαρκούν οι δυστυχείς εις τα έξοδα των οικογενειών +των. Υπάρχουν και άλλοι, οίτινες ως εκ του γήρατος, ή της +ασθενούς ή αναπήρου σωματικής καταστάσεώς των είναι φυσικώς +ανίκανοι προς εργασίαν. Οι τοιούτοι αναντιρρήτως είναι άξιοι +συμπαθείας και περιθάλψεως. + +Αυτά μ' έλεγε φίλος μου ιερεύς της Μόσχας, του οποίου τας +αξιομιμήτους ελεημοσύνας ευχαρίστως θέλω σας διηγηθή. + + + +Ο ΙΕΡΕΥΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ. + + + +Εις την Μόσχαν της Ρωσσίας εγνώρισα ιερέα σεβάσμιον διά την +χριστιανικήν αρετήν και παιδείαν του, διακρινόμενον δε ιδίως διά +την ελεήμονα ψυχήν του. + +Ποτέ πτωχός άξιος ελέους δεν παρουσιάσθη ενώπιον του εναρέτου +εκείνου ιερέως χωρίς να ελεηθή. + +Οι παρηγορητικοί μάλιστα λόγοι, αι χριστιανικαί συμβουλαί, μετά +των οποίων συνώδευε τας ελεημοσύνας του, εδιπλασίαζον την αξίαν +αυτών. + +Αλλ' οσάκις πτωχός, δυνάμενος οπωσδήποτε να εργασθή, παρουσιάζετο +ζητών ελεημοσύνην, — _Διατί δεν εργάζεσαι_; ήσαν οι πρώτοι λόγοι +του ιερέως. Μετ' αυτούς δε αμέσως επρόσθετεν — _ο δυνάμενος και +μη θέλων να εργασθή είναι ανάξιος ελεημοσύνης_. + + — Δεν ευρίσκω εργασίαν, ήτο η πρόχειρος απάντησις των πτωχών. — +Λοιπόν, τοις έλεγε τότε, αντί να σοι δώσω ελεημοσύνην, πρέπει να +σοι εύρω εργασίαν, όπως διά του κόπου και του ιδρώτος του +προσώπου σου κερδήσης και φάγης τον άρτον σου. Επομένως άλλους +μεν παρήγγελλε να σχίζωσι ξύλα, άλλους να σπάνωσι πέτρας, άλλους +να μεταφέρωσιν ύδωρ, άλλους ν' ανοίγωσιν αύλακας, άλλους να +κόπτωσι ξηρά δένδρα, και μετά τας εργασίας των ταύτας +πλουσιοπαρόχως αντήμειβε τους κόπους αυτών. + +Ημέραν τινά, ενθυμούμαι, μη έχων πρόχειρον εργασίαν να δώση αντί +ελεημοσύνης εις πτωχόν υγιά και δυνάμενο να εργασθή, παρήγγειλεν +αυτόν να μεταφέρη από την μίαν γωνίαν της αυλής του εις την άλλην +σωρόν καυσίμων ξύλων. + +Αφού ο πτωχός μετέφερε τα ξύλα και έλαβε παρά του ιερέως ως +ανταμοιβήν του κόπου του έν ρούβλιον, ηρώτησεν αυτόν αν έχη και +άλλην εργασίαν να τω δώση· Ο δε αγαθός ιερεύς μη έχων εργασίαν, +αλλ' επιθυμών να ενισχύση την εργατικήν διάθεσιν του πτωχού, +διέταξεν αυτόν, επί λόγω ότι μετενόησε διά την μεταφοράν των +ξύλων του, να επαναφέρη αυτά εις την προτέραν των θέσιν· και μετά +την δευτέραν αυτήν μεταφοράν έδωκε και δεύτερον ρούβλιον εις τον +πτωχόν. + +Αλλά δεν περιωρίζετο ο ενάρετος ιερεύς εις τας τοιαύτας εφημέρους +και διαβατικάς ελεημοσύνας. Ιδίως εφρόντιζε να ευρίσκη μονίμους +και διαρκείς εργασίας προς αποκατάστασιν των πτωχών. + +Ο Γεροστάθης τότε επρόσθεσεν ότι, εάν οι κάτοικοι των πόλεων, των +κωμοπόλεων, και των χωρίων εμιμούντο το χριστιανικόν παράδειγμα +του ιερέως της Μόσχας, ο αριθμός των πτωχών, των επαιτών, των +αργών ήθελε βεβαίως σμικρυνθή ουσιωδώς, και το κοινωνικόν σώμα +ήθελεν απαλλαγή από αυτάς τας επικινδύνους πληγάς του. + +Προς αποφυγήν δε και θεραπείαν των κοινωνικών αυτών πληγών, μας +είπεν, ότι εις τα πεπολιτισμένα έθνη οι εύποροι πολίται +συνεισφέρουν και συσταίνουν νοσοκομεία προς νοσήλευσιν των +ασθενών, πτωχοκομεία προς περίθαλψιν και ενασχόλησιν των απόρων, +ορφανοτροφεία, καταστήματα διανέμοντα τροφήν εις ενδεείς +οικογενείας, καταστήματα των τυφλών και αλάλων, γεροντοκομεία, +εργοστάσια των πτωχών, και άλλα τοιαύτα θεάρεστα καταστήματα. + +Αλλ' επειδή ο λόγος περί ελεημοσύνης, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν +πρέπει να λησμονήσωμεν και τον προπάτορα ημών, τον ένδοξον και +ελεήμονα Κίμωνα. + + + +Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ. + + +Αφού ο Μιλτιάδης εις τον Μαραθώνα, ο Θεμιστοκλής εις την +Σαλαμίνα, και ο Αριστείδης εις τας Πλαταιάς απέκρουσαν τους +εισβαλόντας εις την Ελλάδα βαρβάρους, ανεφάνη εις τας Αθήνας ο +Κίμων, όστις συνήνωσεν εις εαυτόν και την στρατηγικήν ικανότητα +του πατρός του Μιλτιάδου, και την πολιτικήν φρόνησιν του +Θεμιστοκλέους, και την αρετήν του Αριστείδου. + +Ο Κίμων, τον οποίον περιγράφουν ευειδή το πρόσωπον, υψηλού +αναστήματος, και με κόμην μακράν και ούλην, είχε χαρακτήρα +γλυκύτατον, διάθεσιν ευεργετικήν, και ένθερμον φιλοπατρίαν. + +Εις τας εκβολάς του Ευρυμέδοντος, ποταμού της μικράς Ασίας, μετά +την ναυμαχίαν της Σαλαμίνος εντός μιας και της αυτής ημέρας, και +τα λείψανα του μεγάλου Περσικού στόλου κατέστρεψε, κυριεύσας +διακόσια εχθρικά πλοία, και τα λείψανα του Περσικού στρατού +εξωλόθρευσεν, αποβιβάσας αυθημερόν εις την ξηράν τα στρατεύματά +του. + +Η διπλή αύτη νίκη του Κίμωνος δικαίως εθεωρήθη λαμπροτέρα και της +εν Σαλαμίνι ναυμαχίας και της πεζομαχίας των Πλαταιών. + +Εκ των αλλεπαλλήλων δε κατά των βαρβάρων νικών του απέκτησεν, +ουχί δι' εαυτόν, αλλ' επ' αγαθώ της πατρίδος και των συμπολιτών +του, χρήματα ικανά, διά των οποίων και το νότιον τείχος της +Ακροπόλεως κατετεφύτευσε, και την Αγοράν φιλοκάλως με πλατάνους +κατεφύτευσε, και την Ακαδημίαν με ύδατα και συσκίους περιπάτους +κατεστόλισε. + +Πρώτος δε αυτός εις τας Αθήνας ανεφάνη προστάτης των ωραίων +τεχνών, αίτινες, οσάκις συνειθίζωσι τα αισθητήρια και την ψυχήν +εις το αίσθημα του υψηλού και αληθώς ωραίου, εξημερόνουν και +εξωραΐζουν και τον νουν και την καρδίαν των εθνών. + +Ουδέποτε ο Κίμων ηθέλησε ν' αποκτήση αδίκως χρήματα· όσα δε +απέκτησε, τα απέκτησε διά να τα μεταχειρίζηται· τα μετεχειρίζετο +δε διά να τιμάται, ευεργετών τους συμπολίτας του. «_Κτάσθαι μεν +τα χρήματα ως χρώτο, χρήσθαι δε ως τιμώτο,_» δικαίως έλεγε περί +αυτού Γοργίας ο Λεοντίνος. + +Εκ νεότητός του εγεύθη την πικρίαν της πτωχείας, διότι και τον +πατέρα του Μιλτιάδην είδε ν' αποθάνη εν τη φυλακή, μη έχοντα ως +εκ της εντίμου πενίας του να πληρώση πεντήκοντα τάλαντα, εις τα +οποία είχε καταδικασθή, και αυτός, ων ενδεής, ηναγκάσθη να +διαδεχθή εις την φυλακήν τον αποθανόντα πατέρα του, μέχρις ου ο +γαμβρός του Καλλίας τον ηλευθέρωσε, πληρώσας αντ' αυτού το +πατρικόν του χρέος. + +Τα παθήματα ταύτα αφ' ενός, και η γλυκύτης της προς αυτόν +ευεργεσίας του Καλλίου αφ' ετέρου ήνοιξαν την θύραν της +ελεημοσύνης εις την ευαίσθητον καρδίαν του νέου Κίμωνος. + +Όθεν και τους αγρούς και τους κήπους του είχεν ανοικτούς εις τε +τους συμπολίτας του και τους ξένους, όπως οι πτωχοί ελευθέρως +λαμβάνωσιν εκ των καρπών και οπωρικών του· και καθ' ημέραν εις +τον οίκον του είχε δείπνον λιτόν μεν, αλλ' άφθονον, όστις δε των +πτωχών συνδημοτών του ήθελεν, ελευθέρως εισήρχετο και ανεξόδως +εδείπνει. + +Οσάκις δε εξήρχετο της οικίας του συνωδεύετο υπό υπηρετών, δι' +αυτών δε και ενδύματα εχορήγει εις τους ρακενδύτας γέροντας, και +χρήματα σιωπηλώς αλλά γενναίως διένειμεν εις τους αναξιοπαθούντας +συμπολίτας του. + +Τοιούτος ήτο ο Κίμων, ώστε δικαίως ο Πλούταρχος, θαυμάζων και +επαινών την ελευθεριότητα του ανδρός, λέγει ότι _διά των +αγαθοεργιών του επανέφερεν εις τας Αθήνας τον μυθολογούμενον +χρυσούν αιώνα του Κρόνου_. + +Αλλ' εγώ, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, θαυμάζω τον Κίμωνα και δι' +άλλον λόγον, όστις ίσως σας φανή παράδοξος. Τον θαυμάζω, διότι, +ενώ ήτο υιός ενδόξου πατρός, του Μιλτιάδου, ανεφάνη υιός +ενδοξότερος του πατρός του. + + — Αλλά τούτο ήτο πολύ φυσικόν, παρετήρησέ τις εξ ημών. +Παράδοξον ήθελεν είσθαι αν, έχων πατέρα τοιούτον, δεν ανεφαίνετο +υιός άξιος του πατρός του. + + — Ούτως έπρεπε να ήναι, απήντησεν ο γέρων, και όμως, εάν +εξαιρέσωμεν τον Κίμωνα του Μιλτιάδου, δεν ενθυμούμαι άλλον υιόν +ενδόξου πατρός, αναφανέντα άξιον του πατρός του. + +Ο Φωκίων αποθανών αφήκεν υιόν τον Φώκον, ο Αριστείδης τον +Λυσίμαχον, ο Θεμιστοκλής και ο Σωκράτης αφήκαν επίσης υιούς· αλλ' +ουδείς αυτών διεκρίθη, ουδείς ανεδείχθη ανώτερος ή ίσος του +πατρός του. Θέλετε και άλλο πρόχειρον παράδειγμα ; Ενθυμήθητε +ποίων ενδόξων προγόνων τέκνα είμεθα ημείς οι σημερινοί Έλληνες· +και όμως τοσούτον κατωτέρους και διαφέροντας εκείνων μας +ευρίσκουν τινές, ώστε και αυτήν την γνησιότητα της καταγωγής μας +ετόλμησαν να διαφιλονεικήσωσι. + +Τα αναφυόμενα υπό την σκιάν μεγάλων δένδρων φυτά δυσκόλως +ευδοκιμούν, διότι τα μεγάλα δένδρα και την υγρασίαν της γης +απορροφώσι διά των μεγάλων ριζών των, και τας ζωογόνους ακτίνας +του ηλίου εμποδίζουν διά της μεγάλης σκιάς των. + +Παρόμοιόν τι συμβαίνει και εις τους υιούς μεγάλων πατέρων. +Επαναπαύονται συνήθως οι τοιούτοι υπό την σκιάν των πατραγαθιών +των· νομίζουν ότι η προσωπική δόξα των πατέρων των είναι ικανή να +λαμπρύνη και την προσωπικήν αυτών αδοξίαν· επομένως γινόμενοι +οιηματίαι και υπερήφανοι, αντί να προσπαθήσωσιν όπως δι' ιδίων +αγώνων και έργων, δι' ιδίων προς την πατρίδα ευεργεσιών και +εκδουλεύσεων διακριθώσι και αυτοί, ως διεκρίθησαν οι πατέρες +αυτών, διάγουν μεν βίον αμελή και άδοξον, αποθνήσκουν δε θάνατον +πολύ αδοξότερον. + +Μόνον το λαμπρόν και άφθονον φως του ηλίου δύναται, +αντανακλώμενον επί της σελήνης και των άλλων σκοτεινών ουρανίων +σωμάτων, να φωτίζη και να λαμπρύνη αυτά. Αλλ' η λάμψις των γονέων +δεν δύναται δυστυχώς να λαμπρύνη σκοτεινά και άδοξα τέκνα· απ' +εναντίας έτι μάλλον σκοτεινοτέραν αναδεικνύει την αδοξίαν αυτών. + +Ας μη επαναπαυώμεθα λοιπόν και ημείς εις πατραγαθίας· ας μη ζώμεν +μόνον καυχώμενοι εις της αρχαίας Ελληνικής ανδρίας, διανοίας, και +τέχνης τα έξοχα έργα· ας μη ελπίζωμεν ότι η δόξα των προγόνων +θέλει δοξάσει και ημάς, ζώντας αδόξως. Αλλά κατά το ωραίον +παράδειγμα του Κίμωνος, ας προσπαθήσωμεν δι' ιδίων έργων, δι' +ιδίων κόπων, αγώνων, και αρετών, ν' αναφανώμεν ένδοξα τέκνα +ενδόξων προγόνων. + +Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν + + — Αλλά απανταχού και πάντοτε υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι +κακώς ανατεθραμμένοι, οίτινες μη θέλοντες ή μη δυνάμενοι να +πράξωσιν έργα καλά, φθονούν, διαβάλλουν, εμπαίζουν, κακολογούν +τας αγαθοεργίας των άλλων. Τοιούτοι φθονεροί και κακεντρεχείς +είπον και περί του Κίμωνος ότι κατέφευγεν εις αγαθοεργίας, όπως +δι' αυτών, περιποιούμενος και κολακεύων τον λαών, απολαμβάνη την +εύνοιαν αυτού. + +Ο αγαθός όμως Πλούταρχος, διά ν' αποδείξη ότι αι ελεημοσύναι του +Κίμωνος ήσαν απόρροια της φιλανθρώπου ψυχής του, και ουχί μέσον +κολακείας και δημαγωγίας, ορθότατα μας υπενθυμίζει ότι ο Κίμων +δεν ανήκεν εις το δημοκρατικόν, αλλ' εις το αριστοκρατικόν κόμμα +των Αθηνών, ων φανερά κηρυγμένος υπέρ του Σπαρτιατικού +πολιτεύματος, κατά το οποίον ουχί ο άπειρος και αμαθής λαός, αλλά +οι _άριστοι και εκλεκτοί των πολιτών εκυβέρνων την Σπάρτην._ + +Αλλ' εγώ, είπε τότε τις εξ ημών εις τον Γεροστάθην, αν ήμην +πλούσιος, ήθελον μεν ευχαρίστως δίδει ελεημοσύνας, ουχί όμως +φανερά ως ο Κίμων. + +Εύγε, φίλε, απεκρίθη ο γέρων. Συ όμως είσαι Χριστιανός, και ο +Πέτρος, όστις εις τον νάρθηκα _κρυφίως_ εδίδασκε τον πτωχόν +Κώσταν, είναι επίσης Χριστιανός, και μάλιστα υιός σεβασμίου +ιερέως του Χριστού· αλλ' ο Κίμων, γεννηθείς πολλά έτη προ +Χριστού, δεν ηδύνατο να γνωρίζη τας εξής χριστιανικάς παραγγελίας + +«_Προσέχετε την ελεημοσύνην υμών μη ποιείν έμπροσθεν των ανθρώπων +προς το θεαθήναι. — Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η +αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. — Η ελεημοσύνη σου εν τω +κρυπτώ, και ο Πατήρ σου, ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αυτός αποδώσει +σοι εν τω φανερώ._» + +Όστις δίδει την ελεημοσύνην του φανερά διά να φαίνηται και +θαυμάζηται ως ελεήμων, αυτός βεβαίως ουδεμίαν αξίαν έχει ούτε +ενώπιον των ανθρώπων ούτε ενώπιον του Θεού. Ο τοιούτος δεν αγαπά +τον πτωχόν, αλλά εαυτόν· δεν αγαπά την ελεημοσύνην ως +χριστιανικήν αρετήν, αλλ' ως μέσον επιδείξεως και κομπασμού. Πάσα +δε καλή πράξις, οσάκις χρησιμεύη ως μέσον ιδιοτελών και +κατακριτέων σκοπών, παύει αμέσως του να ήναι ενάρετος, βεβηλούται +και εις κακίαν μεταμορφόνεται. Αληθής ενάρετος είναι μόνον όστις +ενεργεί σταθερώς την αρετήν διά την αγνήν αγάπην αυτής. + +Αυτά μας είπε κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός Γεροστάθης, +επιθυμών να εμπνεύση εις τας ψυχάς ημών την χριστιανικήν και +προπατορικήν συγχρόνως αρετήν της ελεημοσύνης. + +Ενθυμούμαι δε και τους ακολούθους στίχους του γέροντος περί των +τριών χαρίτων της αρετής ταύτης. + + «_Τρεις είν' αι θείαι χάριτες της ελεημοσύνης, + »Κ' αι τρεις ωραίαι ως το φως της ιλαράς σελήνης. + »Παρηγορία του πτωχού, και ηδονή γλυκεία + »Του ελεούντος, και Θεού εξ ύψους ευλογία.» + +-------------------- + + «Τον μηδέν ευ πράττοντα ούτε + χρήσιμον ούτε θεοφιλή είναι, + έφη Σωκράτης.» + (Ξενοφώντος.) + +Ήτο ημέρα Σαββάτου ότε, τελειώσαντες ενωρίς τα μαθήματα του +σχολείου, απήλθομεν εις την οικίαν του αγαθού Γεροστάθου. + +Αλλά κατά την ημέραν εκείνην, αντί ν' ακροασθώμεν ημείς τον +Γεροστάθην, ηθέλησεν αυτός πρώτος ν' ακροασθή ημάς. Εγνώριζεν ότι +κατά Σάββατον παρουσιάζομεν εις τον διδάσκαλον συνθέσεις, και ότι +η καλλιτέρα κατά τε την καλλιγραφίαν, καλλιέπειαν, ορθογραφίαν +και σύνταξιν εβραβεύετο. + +Αφού λοιπόν με τον συνήθη του φιλόφρονα τρόπον μας υπεδέχθη, — +Τίνος σύνθεσης εβραβεύθη σήμερον; μας ηρώτησε. + + — Του Γεωργίου, απεκρίθημεν. + + — Και περί τίνος εγράψατε; ηρώτησεν ο Γεροστάθης τον Γεώργιον. + + — Περί του Θησέως, απεκρίθη αυτός. Κατ' αίτησιν δε του +Γεροστάθου ανέγνωσε μετά συστολής την ακόλουθον σύνθεσίν του, της +οποίας αντίγραφον διετήρησα, διότι άπαντες αντεγράφομεν τας +βραβευομένας συνθέσεις. + + + +Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΘΗΣΕΩΣ. + + + +Ο Θησεύς, υιός της Αίθρας και του Αιγέως, βασιλέως των Αθηνών, +εγεννήθη εις την Τροιζήνα της Πελοποννήσου. Νέος ων έτι ανετράφη +υπό του λογίου πάππου του Πιτθέως. Αλλ' η δόξα του Ηρακλέους +κατέκαιε την φιλότιμον ψυχήν του νέου Θησέως· προθύμως και μετά +προσοχής ηκροάζετο πάντοτε όσους διηγούντο τα περί της αρετής και +των άθλων του Ηρακλέους· νύκτα δε και ημέραν ουδέν άλλο +εσκέπτετο, ειμή πώς να δοξασθή και αυτός, ως εκείνος, δι' έργων +καλών και μεγάλων. + +Κατά τους αρχαιοτάτους εκείνους χρόνους το βάρβαρον και αισχρόν +έγκλημα της ληστείας εμόλυνε δυστυχώς και την Πελοπόννησον και +την στερεάν Ελλάδα. Ο δε νέος Θησεύς, αποφασίσας να μεταβή εκ +Τροιζήνος, όπου ανετρέφετο, εις τας Αθήνας, όπου ο πατήρ του +εβασίλευεν, έβαλε κατά νουν να εξολοθρεύση όλους τους καθ' οδόν +ληστάς επ' αγαθώ της Ελλάδος. + +Η μήτηρ του και ο πάππος του, φοβούμενοι τους κινδύνους του διά +ξηράς ταξειδίου, παρεκίνουν αυτόν να μεταβή διά θαλάσσης εις +Αθήνας. Αλλ' ο γενναίος Θησεύς, επιθυμών ν' αναφανή εφάμιλλος του +Ηρακλέους, ανεχώρησε διά ξηράς. Εις δε την Επίδαυρον κατέστρεψε +τον ληστήν Περιφήτην· εις τον ισθμόν τον απάνθρωπον Σίνιν, τον +και Πιτυοκάμπτην επονομασθέντα· εις τα Μέγαρα τον άσπλαγχνον +Σκίρωνα· εις την Ελευσίνα τον Κερκύονα· επί τέλους δε +εξολοθρεύσας και τον ληστήν Προκρούστην, ενδόξως εισήλθεν εις τας +Αθήνας. + +Εκεί μανθάνει ότι ταύρος άγριος, Μαραθώνιος καλούμενος, εζημίονε +και κατέστρεφε καθ' ημέραν τους κατοίκους της Αττικής. Εξέρχεται +λοιπόν προς καταδίωξιν αυτού, τον συλλαμβάνει ζώντα, και +υποχείριον τον φέρει εντός των Αθηνών· εν τω μέσω δε των +ανευφημιών του λαού θυσιάζει αυτόν εις τον Απόλλωνα. + +Τότε είχον έλθει εις τας Αθήνας και οι απεσταλμένοι της Κρήτης, +διά να λάβωσι τον φόρον των επτά νέων και των επτά παρθένων. Εις +τον σκληρόν αυτόν φόρον είχε καθυποβάλει τους Αθηναίους ο Μίνως, +ο βασιλεύς της Κρήτης, διά να τιμωρήση την εις Αθήνας συμβάσαν +δολοφονίαν του υιού του Ανδρόγεω. + +Οι επτά ούτοι νέοι και αι επτά παρθένοι, απαγόμενοι εις Κρήτην, +κατεκλείοντο εντός του εκεί λαβυρίνθου, όπου κατά τας μυθικάς +διηγήσεις κατετρώγοντο υπό του Μινωταύρου, κατοικούντος εντός του +λαβυρίνθου. + +Τα δεκατέσσαρα αυτά θύματα προσδιωρίζοντο εις τας Αθήνας διά +κλήρου. Ότε δε ο Θησεύς είδε κατά την κλήρωσιν τα δάκρυα των +δυστυχών τέκνων, και την απελπισίαν των δυστυχεστέρων γονέων, +τόσον συνεκινήθη, ώστε αυθορμήτως εζήτησε να λάβη την θέσιν ενός +των κληρωθέντων, επ' ελπίδι ότι ήθελε κατορθώσει να φονεύση εντός +του λαβυρίνθου τον Μινώταυρον, και ούτω να ελευθερώση τους +συμπολίτας του από τον πικρότατον αυτόν φόρον. + +Άπαντες οι Αθηναίοι εθαύμασαν και ηγάπησαν τον νέον Θησέα διά την +γενναίαν αυτήν πρότασίν του· ο δε Αιγεύς, ότε είδε τον υιόν του +σταθερόν εις την επικίνδυνον αλλά φιλάνθρωπον απόφασίν του, +ευχηθείς εις αυτόν επιτυχίαν, τον παρήγγειλεν, αν επανέλθη ζων εκ +της Κρήτης, αντί του μαύρου πανίου, το οποίον είχε πάντοτε το +πλοίον το φέρον τα θύματα, να υψώση πανίον λευκόν, ως σημείον της +σωτηρίας των. + +Ο Θησεύς, φθάσας εις Κρήτην, εφόνευσεν ευτυχώς τον Μινώταυρον, +και επανήλθε σώος εις τας Αθήνας μετά των διασωθέντων και +ευγνωμονούντων συντρόφων του. Αλλ' εν τω μέσω της χαράς των +λησμονούν να υψώσωσι το λευκόν αντί του μαύρου πανίου. Ιδών δε +τούτο μακρόθεν ο Αιγεύς, και νομίσας ότι ο υιός του εχάθη, έπεσε +και επνίγη εις την θάλασσαν, ήτις έκτοτε ωνομάσθη _Αιγαίον +Πέλαγος_. + +Τον Θησέα και ζώντα και μετά θάνατον ετίμησαν οι Αθηναίοι και +πάντες οι Έλληνες, κατατάξαντες αυτόν μεταξύ των μεγάλων ηρώων +της αρχαίας Ελλάδος. + +Ο Κίμων μετά πολλούς χρόνους μετέφερεν εις τας Αθήνας από την +νήσον Σκύρον, όπου ο Θησεύς είχεν αποθάνει, τα οστά και τα όπλα +του. + +Οι δε Αθηναίοι μετά λαμπράς πομπής υπεδέχθησαν και έθαψαν αυτά, +καθιερώσαντες και θυσίας και εορτάς προς τιμήν του Θησέως· προς +διαιώνισιν δε της μνήμης του ενδόξου αυτού ήρωος, του ευεργέτου +και βασιλέως των, ανήγειραν εις τας Αθήνας και το μέχρι τούδε +σωζόμενον _Θησείον_. + + — Εύγε, είπεν ο Γεροστάθης, προς τον Γεώργιον, δικαίως +εβραβεύθη η σύνθεσίς σου. + +Ο Γεώργιος ερυθριάσας απεκρίθη με την συνήθη του ειλικρίνειαν και +μετριοφροσύνην ότι η σύνθεσις, την οποίαν ανέγνωσε, δεν ήτο οποία +αυτός κατά πρώτον την έγραψεν, αλλ' οποία διωρθώθη υπό του +διδασκάλου. + +Ο Γεροστάθης έλαβε τότε ανά χείρας την σύνθεσιν του Γεωργίου, διά +να ίδη τας διορθώσεις, αφού δε την διέτρεξε μας είπε· + + — Σκληρός τω όντι και αποτρόπαιος ήτο ο φόρος των επτά νέων και +των επτά νεανίδων, τον οποίον επροκάλεσεν η εν Αθήναις συμβάσα +δολοφονία του Ανδρόγεω. Η εγκληματική αρπαγή της Ελένης από του +Πάριδος κατέστρεψε την Τρωάδα, και η εγκληματική δολοφονία του +Ανδρόγεω κατήσχυνε τας Αθήνας, κατεπίκρανε τόσους γονείς, +κατέστρεψε τόσους νέους και τόσας νεανίδας των Αθηνών. Μακράν, +μακράν, παιδία μου, από τας αδικίας και τα εγκλήματα, διότι αι +συνέπειαί των είναι τρομεραί, είναι ακαταλόγιστοι. + + — Αλλά ποία ήτο η αιτία, μας ηρώτησεν ο γέρων, διά την οποίαν ο +Θησεύς και ζων και μετά θάνατον ηγαπήθη και εδοξάσθη υπό των +Αθηναίων και όλων των Ελλήνων; + + — Η μεγάλη ανδρία του, απήντησεν αμέσως είς εξ ημών, ενώ οι +άλλοι εσυλλογιζόμεθα οποίαν απάντησιν να δώσωμεν. + + — Και νομίζεις, φίλε, επρόσθεσεν ο γέρων, ότι δύναταί ποτε μόνη +η σωματική ανδρία, όσον μεγάλη και αν ήναι, να επισύρη αγάπην, +τιμήν, και δόξαν αληθή; + +Η σωματική ανδρία είναι, καθώς και ο πλούτος, μέσον, διά του +οποίου εκτελούνται μεγάλα έργα, μεγάλαι ευεργεσίαι· αλλ' οσάκις +έχων τις τα μέσα ταύτα δεν μεταχειρίζηται αυτά πρεπόντως, ουχί +μόνον δεν αγαπάται και δεν τιμάται, αλλά και βδελυκτός πολλάκις +αποκαθίσταται. + +Ο Θησεύς λοιπόν ηγαπήθη και ετιμήθη ουχί διά την ανδρίαν του, +αλλά διά την _φιλανθρωπικήν του διάθεσιν_, ήτις, μεταχειρισθείσα +την ανδρίαν του επ' αγαθώ των συμπατριωτών του, και από τα θηρία +και από τους ληστάς και από τον αισχρόν φόρον του Μινωταύρου +γενναίως ηλευθέρωσεν αυτούς. + +Καθώς δε το παράδειγμα του Ηρακλέους ανέδειξε τον Θησέα ήρωα και +ευεργέτην των συμπολιτών του· καθώς το Μαραθώνιον τρόπαιον του +Μιλτιάδου ανέδειξεν επίσης ένδοξον εις την Σαλαμίνα τον φιλότιμον +Θεμιστοκλέα· καθώς οι Ομηρικοί έπαινοι του ανδρείου Αχιλλέως +ανέδειξαν μέγαν τον Αλέξανδρον της Μακεδονίας· καθώς τα ένδοξα +στρατηγικά έργα του μεγάλου Αλεξάνδρου εφιλοτίμησαν και μέγαν +στρατηγόν της Ρώμης ανέδειξαν τον Ιούλιον Καίσαρα· τοιουτοτρόπως +τα λαμπρά παραδείγματα των προγόνων μας ας ανάπτωσι και εις τας +ψυχάς ημών τους σπινθήρας της Ελληνικής φιλοτιμίας, όπως και +ημείς, ως εκείνοι, προθύμως ευεργετώμεν τους συμπολίτας και την +πατρίδα διά της ανδρίας, διά της αρετής, διά της παιδείας, διά +των χρημάτων, διά των κόπων, και ιδίως διά του καλού +παραδείγματος, το οποίον πας αγαθός πολίτης οφείλει και εις τους +συγχρόνους και εις τους μεταγενεστέρους αυτού. + +Ο Κίμων, ο Σωκράτης, ο Επαμεινώνδας, ο Πελοπίδας, ο μέγας +Αλέξανδρος διά των φιλανθρωπικών αισθημάτων, διά της ευεργετικής +ελευθεριότητός των, διά των αξιεπαίνων αγώνων των ωφέλησαν τους +φίλους, τους συμπολίτας, και την πατρίδα των, και δι' αυτό +εδοξάσθησαν και απηθανατίσθησαν. + +Διά της _φιλανθρωπίας_ ηθέλησεν ιδίως να διακριθή και ο μέγας +πολίτης των Αθηνών, ο ένδοξος Περικλής, περί του οποίου ο +Γεροστάθης διηγήθη τα εξής. + + + +ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ. + + + +Ο Περικλής, ο ικανώτερος πολιτικός ανήρ των αρχαίων Αθηνών, +ανετράφη υπό του Ζήνωνος του Ελεάτου, φιλοσόφου φιλοπάτριδος, και +υπό του σοφού Αναξαγόρου, τον οποίον διά την μεγίστην σύνεσίν του +_Νουν_ επωνόμασαν οι Έλληνες. | + +Τεσσαράκοντα ολόκληρα έτη κατώρθωσεν ο Περικλής διά της πολιτικής +φρονήσεως και ικανότητός του να διευθύνη τα δημόσια πράγματα της +πατρίδος του, διασώζων τοιουτοτρόπως αυτήν από την καταστροφήν, +εις την οποίαν ανηλεώς ωθείτο υπό των διεφθαρμένων και εμπαθών +δημοκόπων. + +Αλλ' ο Περικλής και ως στρατηγός πολλάκις ωδήγησε τους συμπολίτας +του εις διαφόρους μάχας, και πολλάκις νικηφόρος επανήλθεν εις τας +Αθήνας, εννέα τρόπαια στήσας κατά των εχθρών της πατρίδος του. + +Αλλ' ούτε εις την πολιτικήν και στρατηγικήν ικανότητά του, ούτε +εις τας νίκας και τα πολλά τρόπαιά του επαίρετο ο έμφρων +Περικλής. Προτέρημα μεγαλήτερον όλων αυτών εθεώρει την +φιλανθρωπίαν της ψυχής του, την προς τους συμπολίτας αγάπην του, +την και προς αυτούς τους εχθρούς του ημερότητα και επιείκειάν +του. + +Ότε ήρχισεν ο δυστυχής εμφύλιος Πελοποννησιακός πόλεμος, λοιμός +θανατηφόρος ενέσκηψεν εις τας Αθήνας. Ίσως διά του λοιμού τούτου +ηθέλησεν ο θεός της ειρήνης και της ομονοίας να τιμωρήση την +αδελφικήν εκείνην αλληλοσφαγίαν των Ελλήνων. + +Προσβληθείς τότε και ο Περικλής έκειτο κλινήρης και έπνεε τα +λοίσθια· οι δε φίλοι του, παρακαθήμενοι εις την κλίνην του, και +νομίζοντες αυτόν αναισθητούντα, αριθμούντες τας εκστρατείας και +τα τρόπαιά του, συνελυπούντο και εαυτούς και την πατρίδα διά την +στέρησιν τοιούτου ανδρός. + +Αλλ' αυτός, ακούσας εντός του βύθους του τα παρά των φίλων του +λεγόμενα, τοις είπεν — _Αι νίκαι και τα τρόπαια είναι πολλάκις +δώρα της τύχης· ουδείς Αθηναίος εφόρεσέ ποτε εξ αιτίας μου μαύρον +ιμάτιον. Ιδού το μόνον αληθές προτέρημά μου!_ + +Την προς τους συμπολίτας του αγάπην εθεώρει λοιπόν ο Περικλής ως +την μεγίστην των αρετών, και διά των τελευταίων του λόγων, ως διά +διαθήκης, αυτήν εσύστησεν εις τους συγχρόνους και μεταγενεστέρους +αυτού. + +Αν και ο Περικλής είχεν εις τας Αθήνας δύναμιν ανωτέραν πολλών +βασιλέων, αν και διεχειρίσθη μεγάλας χρηματικάς ποσότητας διά τε +τας εκστρατείας και τας δημοσίους οικοδομάς της πόλεως, τόσον +τίμιος όμως ανεφάνη, ώστε _ούτε μίαν δραχμήν_, ως βεβαιοί ο +Πλούταρχος, _κατεδέχθη ποτέ να προσθέση εκ του δημοσίου εις την +ιδίαν αυτού περιουσίαν_. Απ' εναντίας ζων μετ' οικονομίας και +αποστρεφόμενος την σπατάλην και την πολυτέλειαν, προθύμως +περιέθαλπεν εξ ιδίων τους πτωχούς αυτού συμπολίτας. + +Επιθυμών δε διά της εργασίας να ωφελήση τους συμπολίτας του, και +συγχρόνως να προαγάγη τας κοινάς και τας ωραίας τέχνας, +επεχείρησε και ανήγειρεν εις τας Αθήνας διά των αρίστων +καλλιτεχνών της εποχής του τα αμίμητα έργα του Παρθενώνος, των +Προπυλαίων και του Ωδείου, συστήσας εις το μεγαλοπρεπές αυτό +θέατρον και αγώνας Μουσικής. + +Είναι ομολογούμενον ότι η Ζωγραφία, η Γλυπτική, η Αρχιτεκτονική, +η Ποίησις, και η Μουσική, οσάκις διά του αισθήματος του αληθώς +ωραίου και καλού κρούωσι τας υψηλάς και ευγενείς χορδάς της +ψυχής, ανυψόνουν το φρόνημα, εξευγενίζουν την καρδίαν, και +πολιτίζουν τα έθνη. Αλλ' οσάκις αι ωραίαι αύται τέχναι, +λησμονούσαι την ευγενή αποστολήν, την οποίαν προς ηθοποίησιν και +ανύψωσιν των εθνών έχουν, περιορίζωνται εις το να καθηδύνωσι τα +αισθητήρια μόνον, και να υποθάλπωσι την φιληδονίαν και τα αισχρά +πάθη, αντί ωραίων δυσειδείς αποκαθίστανται. + +Όταν ο θρησκευτικός ύμνος και το ηρωικόν άσμα μεταβάλλονται εις +βακχικάς ή ερωτικάς ωδάς, η δε υψηλή τραγωδία και ηθοποιός +κωμωδία εις κακοήθη δράματα, εις φθοροποιά μυθιστορήματα και εις +θηλυπρεπή μελοδράματα· όταν το σεμνόν άγαλμα της παρθένου Αθηνάς +αντικαθίσταται υπό τινος ασέμνου Αφροδίτης, η δε εικών του +ακολάστου Πάριδος αντικαθιστά τας εικόνας του Μιλτιάδου και του +Λεωνίδου, τότε βεβαίως και τα φρονήματα εκφαυλίζονται, και αι +καρδίαι αποχαυνούνται, και τα ήθη φθείρονται, και τα έθνη +παρακμάζουν, παραλύουν, και καταπίπτουν. + +Αλλ' ο έμφρων Περικλής διά του σεμνού και μεγαλοπρεπούς αγάλματος +της Αθηνάς, διά του σεβαστού Παρθενώνος, και διά των επί των +μετώπων αυτού αμιμήτων _θρησκευτικών_ και _ηρωικών_ αναγλύφων του +Φειδίου, ηθέλησε και των συγχρόνων του το φρόνημα και το αίσθημα +προς τον Θεόν και την Πατρίδα ν' ανυψώση, και των μεταγενεστέρων +το σέβας και την αγάπην προς τον Ελληνισμόν να διαιωνίση. + +Ο Περικλής προσέτι εθαυμάσθη και διά την έξοχον αυτού ευγλωττίαν. +Εκφωνών ποτε επιτάφιον λόγον προς έπαινον των υπέρ πατρίδος +πεσόντων, ωνόμασεν αυτούς _αθανάτους_, ως τους θεούς, διότι, +πεσόντες επ' αγαθώ της πατρίδος, κατέστησαν άξιοι να τιμώνται ως +οι ευεργετούντες την ανθρωπότητα αθάνατοι θεοί. + +Ενώ δε ο Γεροστάθης ετελείονε τα ανωτέρω περί Περικλέους, εισήλθε +προς επίσκεψίν του ο ιερεύς της κωμοπόλεως, τον οποίον με σέβας +και με φιλοφροσύνην υπεδέχθη ο γέρων· άπαντες δε επροσηκώθημεν +αμέσως προς χαιρετισμόν του αγαθού διδασκάλου μας. + + + +Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΤΗΣ ΚΩΜΟΠΟΛΕΩΣ. + + + +Ήτο ο ιερεύς ούτος ανήρ αγαθός, ενάρετος, σεβάσμιος, και κατά +πάντα άξιος της εκλογής του Γεροστάθου, όστις ως εφημέριον και +συγχρόνως ως διδάσκαλον είχε προσκαλέσει αυτόν εις την κωμόπολιν. + +Ήτο πάντοτε καθαρός και κόσμιος κατά τε το σώμα και τα ενδύματα, +γλυκύς και ευπροσήγορος, μετριόφρων και ταπεινός, ολιγαρκής και +λιτότατος, φιλάνθρωπος και αφιλοχρήματος, ελεήμων και +ευεργετικός, παρήγορος των δυστυχούντων, συνδιαλλακτής των +διχονοούντων, σύμβουλος δε και οδηγός παντός παρεκτρεπομένου από +την οδόν, την οποίαν επί της γης μας εχάραξεν ο θεάνθρωπος +Ιησούς· εν ενί λόγω συνησθάνετο πληρέστατα την θείαν και υψηλήν +αποστολήν, την οποίαν πας ιερεύς του Υψίστου εν τω μέσω του +λογικού ποιμνίου του έχει. + +Καθ' εκάστην Κυριακήν απήγγελλεν εις την Εκκλησίαν συντόμους, +καθαρούς, και γλυκυτάτους λόγους, δι' ων ανέπτυσσε και εσύσταινε +τας ωραιότητας των χριστιανικών αρετών, εκθέτων συγχρόνως και τας +ασχημίας των αντιθέτων κακιών. Επροσπάθει δε πάντοτε να ενσπείρη +εντός του πρακτικού βίου τας θείας αρχάς του χριστιανισμού, όπως +οι ακροαταί του διάγωσι χριστιανικώς και εν τω μέσω των +καθημερινών ασχολιών του βίου των. + +Και εις το σχολείον δε διά των παραδόσεων του υπέρ της ηθικής +βελτιώσεως ημών ηγωνίζετο, προσπαθών να εγχαράξη τας θείας +εντολάς και την χριστιανικήν ηθικήν εις τας νεανικάς ημών +καρδίας. + +Αλλ' ούτε διά των διδαχών του, ούτε διά των παραδόσεών του ωφέλει +τόσον, όσον διά του καλού παραδείγματός του· διότι, προσελκύων +διά της αμέμπτου και ευεργετικής διαγωγής του το σέβας και την +αγάπην μικρών τε και μεγάλων, εδείκνυεν ούτω και διευκόλυνεν εις +πάντας την οδόν του χριστιανικού βίου. + +Ευτυχείς αι κοινωνίαι, εις τας οποίας οι άρχοντες, οι γονείς, οι +ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι συγγραφείς, οι ποιηταί, οι καλλιτέχναι +και τα θέατρα δεν παρουσιάζουν ειμή υποδείγματα αρετής και +φρονήσεως! + +Αφού δε ο σεβάσμιος ούτος εφημέριος εκάθησεν, ερώτησε τον +Γεροστάθην περί τίνος ήτο ο λόγος. + + — Διηγούμην εις τους μικρούς μου φίλους, τω απεκρίθη ο γέρων, +του Περικλέους τας ευεργετικάς πράξεις. + +Ο δε ιερεύς επρόσθεσε τα εξής + + + +Η ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΓΑΠΗ. + + + +Πόσον τω όντι ευτυχέστεροι των άλλων χριστιανών είμεθα ημείς οι +Έλληνες, έχοντες _διπλούν κέντρον_ προς την ηθικήν ημών +βελτίωσιν, τας αρετάς των προγόνων αφ' ενός, και τας θείας +διδασκαλίας του Ιησού αφ' ετέρου. + +Πώς να μη γίνωμεν φιλάνθρωποι και ευεργετικοί, εάν αληθώς είμεθα +και Έλληνες και Χριστιανοί; + +Οι ένδοξοι πρόγονοί μας, Περικλής, Κίμων, Σωκράτης, Επαμεινώνδας, +την αγαθοποιίαν μας διδάσκουν. Ο δε φιλάνθρωπος Ιησούς και διά +των πράξεών του και διά των θείων του λόγων την _αγάπην του +πλησίον_ κυρίως μας παραγγέλλει, ως τον μέγαν και θείον νόμον, εκ +του οποίου πηγάζουν όλα τα λοιπά χριστιανικά καθήκοντα και +αρεταί· διότι ο αγαπών αληθώς τον πλησίον του αναφαίνεται και +ευπροσήγορος, και αγαθός, και δίκαιος, και ελεήμων, και +ευεργετικός, και φιλόπατρις. + +«_Πάντες υμείς αδελφοί εστέ. — Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως +σεαυτόν,_» μας λέγει ο Ιησούς εις το ιερόν Ευαγγέλιον. Ότε δε +επλησίαζε να θυσιασθή επί του σταυρού διά την αγάπην και σωτηρίαν +μας, την αυτήν παραγγελίαν, ως τελευταίαν διαθήκην του, +επανέλαβεν, ειπών εις τους μαθητάς του «_Ταύτα εντέλλομαι υμίν +ίνα αγαπάτε αλλήλους._» + +Αλλ' η αγάπη του πλησίον δεν συνίσταται μόνον εις το «_ο συ +μισείς, ετέρω μη ποιήσης_» δηλαδή εις το να μη πράττωμεν προς +τους άλλους ό,τι δεν θέλομεν οι άλλοι να πράττωσι προς ημάς· διά +να ήναι πλήρης και αληθής η προς τον πλησίον αγάπη, απαιτείται +προσέτι και να πράττωμεν προς τους άλλους παν ό,τι θέλομεν να +πράττωσιν οι άλλοι προς ημάς. «_Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι +άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς_» είπεν ο Ιησούς. + +Δεν αρκούν λοιπόν αι αρνητικαί αρεταί διά να μας καταστήσωσιν +αληθείς χριστιανούς. Δεν αρκεί η αποχή από την αδικίαν, την +ψευδολογίαν, την απάτην, και τας λοιπάς κακίας· απαιτείται δι' +_έργων θετικών_ να δεικνύωμεν την προς τον πλησίον αγάπην. «_Ο +ποιών το θέλημα του πατρός μου_, είπεν ο Ιησούς, εισελεύσεται εν +τη βασιλεία των ουρανών. — _Αδελφοί μου δε εισίν_ οι το θέλημα +του Θεού ακούοντες και ποιούντες » ουχί δε οι ακούοντες και μη +ποιούντες, ή οι διδάσκοντες και μη εκτελούντες. + +Έργα λοιπόν καλά προς τον πλησίον απαιτεί παρ' ημών ο Ιησούς και +ουχί νεκράν αγάπην. Και διά τούτο λέγει ότι « Παν δένδρον, το +οποίον δεν κάμνει καλούς καρπούς, εκκόπτεται και εις το πυρ +ρίπτεται·» διά τούτο δε αποστέλλων και τους Αποστόλους του εις +τον κόσμον _αγαθοποιίας_ παρήγγειλεν αυτούς. + +Ο Γεροστάθης μετά πολλής ευχαριστήσεως ηκροάζετο τον ιερέα. Ότε +δε ο ιερεύς ετελείωσεν, είπε τα εξής. + +Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία ουχί μόνον τον Θεόν +ευαρεστεί και τον ευεργετούμενον ευφραίνει, αλλά και αυτόν τον +ευεργετούντα καθηδύνει. + +Πολλάκις δε η ευγενής ηδονή, την οποίαν η ευεργεσία προξενεί εις +την ψυχήν του ευεργετούντος, είναι τόσον μεγάλη, ώστε χάριν αυτής +και χρήματα θυσιάζει, και αυτήν την ύπαρξίν του προθύμως +διακινδυνεύει επ' αγαθώ του πλησίον του. Διηγήθη δε τότε ο γέρων +το εξής ανέκδοτον. + + + +Ο ΧΩΡΙΚΟΣ, Ο ΕΠΟΝΟΜΑΣΘΕΙΣ ΣΩΤΗΡ. + + + +Επλημμύρησέ ποτε ο ποταμός της Ιταλίας Αδίγης, και διά του +ορμητικού ρεύματός του κατεκρήμνισε τας δύο άκρας της γεφύρας της +πόλεως Βερόνης, κειμένης εις τας όχθας του ποταμού τούτου. Έμενε +δε εν τω μέσω του ποταμού σαλευόμενος ο μέσος θόλος της γεφύρας, +επί του οποίου έκειτο μικρά καλύβη, κατοικουμένη υπό πτωχής +οικογενείας. + +Απομονωθείσα ούτως εν τω μέσω του ποταμού η δυστυχής οικογένεια, +επερίμενεν από στιγμής εις στιγμήν αγωνιώσα την κατακρήμνισιν του +θόλου, και επομένως τον όλεθρόν της· όθεν διά κραυγών, οδυρμών, +και απελπιστικών κινημάτων επεκαλείτο βοήθειαν εκ της όχθης. + +Πολλοί κάτοικοι της Βερόνης, συναθροισθέντες εις τας όχθας του +ποταμού, έβλεπον περίλυποι την δεινήν αυτήν θέσιν της +οικογενείας. Αλλ' ουδείς ετόλμα να έμβη εις πλοιάριον, και να +τρέξη προς σωτηρίαν των κινδυνευόντων. Η ορμή και τα κύματα του +ποταμού ήσαν τρομερά, και μέγας ο κίνδυνος του πλοιαρίου, το +οποίον ήθελε τολμήσει να πλησιάση τον ήδη κλονιζόμενον και +κινδυνεύοντα θόλον. + +Εις μάτην πλούσιος κάτοικος της Βερόνης επροκήρυξεν αμέσως +βραβείον εκατόν φλωρίων εις όντινα ήθελε σώσει την κινδυνεύουσαν +οικογένειαν. + +Ούτε το βραβείον αυτό, αλλ' ούτε ο ολονέν αυξάνων κίνδυνος +παρεκίνησάν τινα των περιεστώτων να διακινδυνεύση την ζωήν του +προς διάσωσιν των πτωχών εκείνων. + +Αλλ' οι γενναίοι και ευεργετικοί άνδρες, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, +αν και σπάνιοι, ποτέ όμως δεν έλειψαν από την γην· ο πανάγαθος +Θεός τους αποστέλλει εν τω μέσω ημών, όπως μας υπενθυμίζωσι την +θείαν φιλανθρωπίαν του· και δι' αυτών, ως διά φωτεινών λύχνων, +μας οδηγεί εις την οδόν της αγαθοποιίας και της αυταπαρνήσεως. + +Χωρικός τις έτυχε διαβαίνων εκείθεν· ιδών δε τον κόσμον +συνηθροισμένον, ερώτησε την αιτίαν της συρροής ταύτης· ότε δε τω +έδειξαν τον κίνδυνον της οικογενείας, και τω είπον το τεθέν υπέρ +της σωτηρίας αυτής βραβείον, πηδά αμέσως εντός πλοιαρίου, +λαμβάνων δε τα κωπία εις τας στιβαράς του χείρας, αρχίζει ν' +αντικρούη τα ορμητικά του ρεύματος κύματα, προσπαθών μετά μεγάλου +αγώνος και κόπου να πλησιάση τον σαλευόμενον θόλον. + +Οι θεαταί εν τούτοις εταλάνιζον τον δυστυχή χωρικόν, όστις δι' +εκατόν φλωρία, ως έλεγον, απεφάσισε να διακινδυνεύση την ζωήν +του. + +Αλλ' ο γενναίος χωρικός μετά πολύν αγώνα και κίνδυνον κατορθόνει +να παραλάβη εντός του πλοιαρίου την οικογένειαν, και σώαν ν' +αποβιβάση αυτήν εις την όχθην εν τω μέσω της γενικής χαράς των +περιεστώτων. + +Πάντες θαυμάζουν και συγχαίρουν τότε τον φιλάνθρωπον χωρικόν· ο +δε προτείνας το βραβείον των εκατόν φλωρίων προθύμως προσφέρει +αυτά εις τον σωτήρα της δυστυχούς οικογενείας· αλλ' αυτός — Δεν +πωλώ, λέγει, κύριε, την ζωήν μου διά χρήματα· είμαι χριστιανός, +και ως τοιούτος εξεπλήρωσα το χριστιανικόν καθήκον της προς τον +πλησίον αγάπης. Αρκετή αμοιβή μοι είναι η ευχαρίστησις, την +οποίαν η πράξις μου μοι επροξένησεν. Είμαι μεν πτωχός, αλλά διά +των κόπων και της εργασίας μου εξοικονομώ τας ανάγκας μου. Δος +λοιπόν, παρακαλώ, τα εκατόν φλωρία σου εις αυτήν την πτωχήν +οικογένειαν, ήτις έχει μεγαλητέραν ανάγκην αυτών. + +Τα φλωρία εδόθησαν αμέσως εις την πτωχήν οικογένειαν· ο χωρικός +επωνομάσθη έκτοτε _Σωτήρ_, αι δε ευχαί και ευλογίαι της +ευγνωμονούσης οικογενείας συνώδευσαν αυτόν καθ' όλην την +διάρκειαν του βίου του. + +Πάντες εθαυμάσαμεν και ηγαπήσαμεν τον Σωτήρα, και πάντες +ηυχήθημεν εις ομοίαν περίστασιν να μιμηθώμεν το ωραίον παράδειγμα +της φιλανθρωπίας, της αυταπαρνήσεως, και της αφιλοχρηματίας +αυτού. + +Αλλ' ο μη ευεργετών τον πλησίον του, επρόσθεσεν ο αγαθός γέρων, +ουχί μόνον την γλυκυτάτην ηδονήν της ευεργεσίας στερείται, αλλά +πολλάκις βλάπτει και τον ίδιον εαυτόν του, καθώς μας διδάσκει ο +μύθος του Αισώπου περί του σκληροκαρδίου ίππου, όστις, μη θελήσας +να λάβη εγκαίρως μέρος του φορτίου του συνοδοιπόρου του όνου, +όπως ελαφρώση αυτόν, επροκάλεσε τον θάνατον του όνου, και τότε +ηναγκάσθη παρά του κυρίου των να λάβη, ουχί μόνον ολόκληρον το +βαρύ φορτίον, του όνου, αλλά και το δέρμα αυτού. + +Οσάκις λοιπόν δύνασθε να συνδράμητε, να παρηγορήσητε, να +ευεργετήσητέ τινα μη το αμελείτε, διά να μη μετανοήσητε, ως +μετενόησεν ο σκληροκάρδιος ίππος. Έστε δε βέβαιοι ότι, βοηθούντες +τους πάσχοντας, βοηθείτε υμάς αυτούς. Ακούσατε το ακόλουθον +ανέκδοτον, το οποίον μοι διηγήθησαν ότε διέτριβον εις την Μόσχαν. + + + +Ο ΧΩΡΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΒΑΝ. + + + +Πτωχός, αλλ' αγαθός οικογενειάρχης Ρώσσος, εκατοίκει μικράν +καλύβην χωρίου τινός πλησίον της Μόσχας. + +Ενώ δε εσπέραν τινά κατεγίνετο περιποιούμενος την πάσχουσαν +σύζυγόν του και τα έξ μικρά τέκνα του, ακούει κτύπους εις την +θύραν της καλύβης του. Ανοίγει αμέσως· άνθρωπος δε άγνωστος και +πενιχρά ενδεδυμένος παρουσιάζεται ζητών φιλοξενίαν. + + — Εις κακήν ώραν ήλθες, φίλε, τω απαντά ο πτωχός χωρικός· η +σύζυγός μου πάσχει βαρέως, η δε καλύβη μου δεν έχει παρά δύο +δωμάτια· εις το έν κοίτεται η σύζυγός μου, το δε άλλο κατέχεται +από τα έξ παιδία μου. Είσελθε όμως, και θέλω προσπαθήσει να σε +εξοικονομήσω. Ο μακαρίτης πατήρ μου μ' έλεγε πάντοτε «_κάμνε +καλόν, και ο Θεός μετά σου_. » + +Ο χωρικός ωδήγησε τότε τον ξένον του εις το δωμάτιον, όπου +ητοιμάζοντο να κοιμηθώσι τα τέκνα του· τον παρεκάλεσε δε να +περιμείνη μίαν στιγμήν, και αμέσως έτρεξε να ίδη, πώς είναι η +πάσχουσα σύζυγός του· μετ' ολίγον δε επανήλθε φέρων προς τον +ξένον άρτον και λάχανα ξυνά, μη έχων καλλιτέραν τροφήν να τω +προσφέρη. + +Ενώ δε ο ξένος εδείπνει, ο χωρικός έβαλε τα τέκνα του να +προσευχηθώσι, και ακολούθως να κοιμηθώσι πλησιέστερα παρά το +σύνηθες, όπως οικονομήση τόπον και διά τον ξένον του· δείξας δε +προς αυτόν την οποίαν τω ητοίμασε κλίνην, έτρεξε πάλιν προς την +ασθενή σύζυγόν του. + +Ο δε ξένος έπεσεν επί της κλίνης, διαλογιζόμενος την προς αυτόν +φιλοφροσύνην του πτωχού οικοδεσπότου, την προς τα τέκνα του +τρυφερότητά του, την ανησυχίαν του διά την πάσχουσαν σύζυγόν του, +την καθαριότητα και τάξιν της πτωχής καλύβης, και τον ήσυχον +ύπνον των έξ πλησίον του αθώων παιδίων. + +Εγερθείς δε την αυγήν και ετοιμαζόμενος ν' αναχωρήση, βλέπει +εισερχόμενον τον χωρικόν, κρατούντα βρέφος νεογέννητον, και +λέγοντα προς αυτόν — ιδού, φίλε, νέος υιός, τον οποίον ο Θεός +μοι απέστειλε κατά την νύκτα ταύτην· ευχήθητι υπέρ της ζωής και +της ευτυχίας αυτού. + +Ο ξένος, λαβών το βρέφος εις τας χείρας και παρατηρήσας αυτό, +εβεβαίωσε τον πατέρα μετά προφητικής πεποιθήσεως, ότι το +νεογέννητον εντός ολίγου θέλει φέρει ευδαιμονίαν εις την +οικογένειαν. Αναχωρών δε εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του προς τον +χωρικόν, και προς αμοιβήν τω υπεσχέθη ότι θέλει τω προμηθεύσει +ανάδοχον. + +Αλλά την επιούσαν ο χωρικός, λησμονήσας και τον ξένον, και τας +προφητείας, και τας υποσχέσεις του, ητοιμάζετο να μεταβή εις τον +ναόν του χωρίου, όπως βαπτίση το βρέφος του. + +Εξαίφνης όμως η Αυτοκρατορική φρουρά παρουσιάζεται ενώπιον της +καλύβης, και μετ' ολίγον ο Αυτοκράτωρ Ιβάν μετά λαμπράς συνοδείας +εμφανίζεται, ζητών παρά του εκπεπληγμένου χωρικού το βρέφος διά +να βαπτίση αυτό. + + — Εγώ είμαι, φίλε, λέγει ο Αυτοκράτωρ προς τον χωρικόν, ο +χθεσινός σου ξένος. Σε υπεσχέθην ανάδοχον, και ιδού εκπληρώ την +υπόσχεσίν μου. + + — Όπως γνωρίσω τα αισθήματα των κατοίκων του χωρίου τούτου, +πολλών θύρας έκρουσα ζητών τροφήν και άσυλον, αλλά συ μόνος +εξεπλήρωσας το χριστιανικόν χρέος της προς τον πλησίον αγάπης· +όθεν ανταποδίδων σήμερον την αρετήν σου, εκπληρώ το πλέον +ευάρεστον των ηγεμονικών καθηκόντων μου. Το νεογέννητον τέκνον +σου θέλω βαπτίσει και θέλω αναθρέψει δι' εξόδων μου, και αν, ως +ελπίζω, αναδειχθή άξιος και τίμιος νέος, θέλω τον προβιβάσει εις +τα ανώτερα αξιώματα της αυλής μου. Συ δε θέλεις έχει και οικίαν +ευρυχωροτέραν, και κτήματα και ποίμνια, όπως ευκολώτερον εξασκής +τα φιλάνθρωπα αισθήματα της καλής σου καρδίας. Τοιουτοτρόπως, +επρόσθεσεν ο Αυτοκράτωρ χαμογελών, πραγματοποιείται η χθεσινή μου +προφητεία. + +Φαντάσθητε την χαράν και την έκπληξιν του πτωχού χωρικού, όστις +βεβαίως ενόμιζεν ότι ωνειρεύετο. Αλλά το γλυκύ όνειρόν του +προσεχώς επραγματοποιήθη πληρέστατα, διότι και ο υιός του +εβαπτίσθη υπό του Αυτοκράτορος, και κτήματα και ποίμνια πολλά, +και κατοικίαν ευρύχωρον απέκτησε. + +Τοιουτοτρόπως και η προς τον πλησίον αγάπη του χωρικού +πλουσιοπάροχον αμοιβήν έλαβε, και προς τους σκληροκαρδίους +χωρικούς διδακτικώτατον μάθημα εδόθη. + +Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία, παρετήρησεν ακολούθως ο +Γεροστάθης, γεννά και άλλο επίσης ευγενές και ωραίον αίσθημα, το +αίσθημα της ευγνωμοσύνης, ήτις και τον ευεργετηθέντα τιμά, και +τον ευεργέτην ευχαριστεί. + +Εάν δε η αγάπη και η αγαθοποιία του πλησίον ήναι χρέος ιερόν +παντός ανθρώπου, ασυγκρίτως ιερώτερον χρέος είναι βεβαίως η +αγάπη, το σέβας, η ευγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τους +ευεργέτας αυτών. + +Και αυτά τα άλογα ζώα, και αυτά τα άγρια θηρία αισθάνονται το +αίσθημα της ευγνωμοσύνης· οι αγνώμονες λοιπόν είναι θηριωδέστεροι +και αυτών των αγρίων θηρίων. + +Τότε δε ο αγαθός γέρων διηγήθη το εξής. + + + +Ο ΛΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ. + + + +Ο Ανδροκλής ήτο δούλος πλουσίου Ρωμαίου, διατρίβοντος εις την +Αφρικήν· αλλά, μη δυνάμενος να υποφέρη τας μαστιγώσεις και τα +βασανιστήρια του σκληρού κυρίου του, εδραπέτευσεν εκ της οικίας +του, διά ν' αναπνεύση ελεύθερον αέρα εις τα δάση, εις τα σπήλαια, +και εις τας ερήμους της Αφρικής. + +Ενώ δε ημέραν τινά ανεπαύετο ο δραπέτης Ανδροκλής υπό την +δροσεράν σκιάν σπηλαίου τινός, έντρομος βλέπει λέοντα +εισερχόμενον εντός του σπηλαίου. — Τετέλεσται! είπε τότε καθ' +εαυτόν, και απνευστί επερίμενε την στιγμήν, καθ' ην επρόκειτο να +κατασπαραχθη υπό του τρομερού θηρίου. + +Αλλ' ο λέων χωλαίνων πλησιάζει ησύχως τον Ανδροκλήν, και υψόνων +τον πόδα του δεικνύει αυτόν, ως να εζήτει βοήθειαν. + +Ο Ανδροκλής, παρατηρήσας άκανθαν εμπηγμένην εις τον πόδα του +λέοντος, με τρέμουσαν χείρα αποσπά αυτήν, και ούτως ελευθερόνει +τον λέοντα από τους οποίους υπέφερε πόνους. + +Ο δε λέων, διά να εκφράση την προς τον ευεργέτην ευγνωμοσύνην +του, ήρχισε να γλύφη αυτόν ημέρως διά της γλώσσης του. Ο +Ανδροκλής, συνελθών ολίγον κατ' ολίγον, συνοικειώθη βαθμηδόν μετά +του ευγνώμονος θηρίου, και επί τινας ημέρας συνέζησε και +συνετράφη μετ' αυτού εντός του σπηλαίου + +Αλλ' αυγήν τινα, εξελθών προς ανεύρεσιν τροφής, συλλαμβάνεται υπό +Ρωμαίων στρατιωτών, και δέσμιος απάγεται εις την Ρώμην, όπου +είχεν ήδη μεταβή ο κύριός του. Εκεί δε καταδικάζεται να γίνη βορά +των θηρίων. + +Καθώς η ταυρομαχία διασκεδάζει τους Ισπανούς, τοιουτοτρόπως το +αποτρόπαιον θέαμα της θηριομαχίας διεσκέδαζέ ποτε τον Ρωμαϊκόν +λαόν. Αλλ' η σκληρά αύτη πάλη μεταξύ αγρίων θηρίων και δυστυχών +ανθρώπων, ευαρεστούσα τους Ρωμαίαυς, ουχί μόνον το σκληροκάρδιον +αυτών απεδείκνυεν, αλλά και την θηριωδίαν εδίδασκεν αυτούς. + +Ενώπιον λοιπόν του περιεστώτος Ρωμαϊκού λαού ο κατάδικος +Ανδροκλής εκτίθεται εις της θηριομαχίας το αμφιθέατρον· αφ' +ετέρου δε πειναλέος και άγριος λέων απολύεται κατά του τρέμοντος +και ημιθανούς ήδη καταδίκου. Ορμά τότε ο λέων όπως κατασπαράξη το +θύμα του και χορτάση την πείναν του· αλλ' άμα πλησιάσας τον +Ανδροκλήν, παρατηρεί αυτόν μετά προσοχής, οπισθοδρομεί, +καταπραΰνει το άγριον ύφος του, και μετ' ολίγον πλησιάζει πάλιν +αυτόν, ουχί πλέον διά να κατασπαράξη, αλλά διά να ασπασθη τον +παλαιόν του φίλον και ευεργέτην. + +Οι θεαταί δικαίως εκπλήττονται ενώπιον του παραδόξου τούτου +θεάματος. Ο δε Ανδροκλής, αναγνωρίζων τον ευγνώμονα της Αφρικής +φίλον του, αφόβως εναγκαλίζεται αυτόν, και διηγείται εις τους +εκπεπληγμένους θεατάς τα μεταξύ αυτού και του λέοντος εν τω +σπηλαίω της Αφρικής διατρέξαντα. + +Οι Ρωμαίοι, συμμερισθέντες τότε την ευσπλαγχνίαν του ευγνώμονος +θηρίου, εχάρισαν εις τον Ανδροκλήν την ζωήν, ομού δε με αυτήν τω +εχάρισαν και τον φίλον του λέοντα. + +Οποίον αίσχος, εφώναξεν ο Γεροστάθης, θηρίον να διδάσκη +ευσπλαγχνίαν εις λογικούς και πεπολιτισμένους ανθρώπους! + +Οποία δε θηριωδία πρέπει να εμφωλεύη εις τας αγνώμονας ψυχάς, +όταν και αυτά τα θηρία της Αφρικής αναφαίνωνται τόσον ευγνώμονα! + +Το διήγημα τούτο, ως μας είπεν ο γέρων, δεν είναι μύθος, αλλ' +ιστορική αλήθεια. Ο Πλειστονίκης, μάρτυς αυτόπτης του συμβάντος, +διηγήθη αυτό εις τον Αύλον Γέλλιον, συγγραφέα της Ρώμης. + +Αλλ' οι σοφοί προγονοί μας εφρόνουν ότι, αν ο _ευεργετούμενος +πρέπη να ενθυμήται την ευεργεσίαν, ο ευεργετών απ' εναντίας +πρέπει να λησμονή αυτήν._ + +Όσω ευκολώτερα λησμονεί ο ευεργετών την ευεργεσίαν, τόσω η αξία +αυτής αυξάνει, και τόσω ζωηρότερα συναισθάνεται αυτήν ο +ευεργετούμενος. + +Απ' εναντίας, εάν ο ευεργετών ενθυμήται και αναφέρη τας +ευεργεσίας του, καυχώμενος δι' αυτάς, και των ευεργεσιών η αξία +εξαφανίζεται, και της ευγνωμοσύνης το αίσθημα εξασθενεί και +εκπνέει. + +Τοιουτοτρόπως ίσως εξηγείται, παιδία μου, μας είπεν ο αγαθός +γέρων, η προς το έθνος ημών αδιαφορία και ψυχρότης, διά να μη +είπω αποστροφή και καταφορά πολλών Ευρωπαίων. Πολλάκις διά να +εξυπνίσωμεν την υπέρ ημών συμπάθειάν των, υπενθυμίζομεν αυτούς +ότι εις τα αθάνατα συγγράμματα των προγόνων μας χρεωστούν τα φώτα +και τον πολιτισμόν των, και ότι διά της ωραίας Ελληνικής γλώσσης +εδιδάχθησαν την θείαν και αληθή του Χριστού θρησκείαν.. Αλλ' +υπενθυμίζοντες τας παρελθούσας ταύτας ευεργεσίας, αντί να +διεγείρωμεν φιλελληνισμόν, προσβάλλομεν την φιλαυτίαν αυτών, και +εξάπτομεν την προς ημάς αποστροφήν των. + +Ας αποσιωπώμεν λοιπόν τας παρελθούσας ευεργεσίας, τοσούτω μάλλον +καθόσον ουχί ημείς, αλλ' οι προπάτορες ημών επρόσφεραν αυτάς εις +την Ευρώπην. + +Ας προσπαθήσωμεν δε ουχί διά των πατραγαθιών, αλλά διά της ιδίας +ημών διαγωγής να προσελκύσωμεν την αγάπην, την υπόληψιν, το +σέβας, και την ευγενή συνδρομήν των χριστιανικών λαών και +κυβερνήσεων. + +Δύσκολον είναι το έργον, επρόσθεσε στενάζων ο Γεροστάθης· αλλ' ο +Δημοσθένης μας εδίδαξεν ότι δεν υπάρχει δυσκολία, την οποίαν η +σταθερά θέλησις και η φιλοπονία δεν δύνανται να υπερνικήσωσιν. + +Ας φωτίζωμεν εν τούτοις και ας αυξάνωμεν τας διανοητικάς και +σωματικάς ημών δυνάμεις. Ας αγαπήσωμεν τους κόπους και την +εργασίαν. Ας εξευγενίζωμεν και ας ανυψόνωμεν το αίσθημα διά του +Ελληνισμού. Ας εξημερόνωμεν την ψυχήν διά του Χριστιανισμού, και +ιδίως διά του Θείου Νόμου της αγάπης. Ναι, ας αγαπήσωμεν +αλλήλους, και τότε η ευδαιμονία και ημών αυτών και της φίλης +πατρίδος θέλει είσθαι βεβαία. + +Καθώς ο Θεός επέχυσε το θερμαντικόν εις την φύσιν, όπως δι' αυτού +ζωογονήται ο υλικός κόσμος, τοιουτοτρόπως επέβαλε και εις τον +ηθικόν κόσμον την αμοιβαίαν αγάπην, όπως ζωογονούμενοι δι' αυτής +ζώμεν ευδαίμονες. Καθώς δε το παγετώδες ψύχος απονεκρόνει άπασαν +την περί τους πόλους φύσιν, ούτω και ο εγωισμός, αυτός ο ψυχρός +αντίπους της προς τον πλησίον αγάπης, απομονόνει και καταστρέφει +και άτομα και έθνη. + +Αλλ' αγαπώντες τον πλησίον, εξ ανάγκης πρέπει ν' αγαπώμεν και τας +δύο σεμνάς θυγατέρας της _Αγάπης_, ήτοι την _Ευεργεσίαν_ και την +_Δικαιοσύνην_. + + + +Ο ΑΓΑΘΟΣ ΤΙΤΟΣ + + + +Ο Αυτοκράτωρ της Ρώμης Τίτος τόσην αγαθότητα και φιλανθρωπίαν +είχεν, ώστε, υπάγων εσπέραν τινά εις την κλίνην του, λυπούμενος +έλεγεν — Η σημερινή μου ημέρα εχάθη επί ματαίω· ουδεμίαν αφορμήν +ευεργεσίας τινός έλαβον σήμερον._!! + +Ας μη προφασιζώμεθα δε λέγοντες ότι ημείς δεν είμεθα +Αυτοκράτορες, ούτε πλούσιοι, ούτε ισχυροί, και επομένως δεν +δυνάμεθα να ευεργετώμεν. + +Εάν η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία δεν ήτο ευκολωτάτη +εις πάντα άνθρωπον, ο δίκαιος και προνοητικός Θεός βεβαίως δεν +ήθελεν επιβάλει αυτήν ως απαραίτητον χρέος _παντός χριστιανού_. + +Μέσα ευεργεσίας δεν είναι μόνον ο πλούτος και η δύναμις. Μυρία +άλλα μέσα αγαθοποιίας μας εχάρισεν ο πανάγαθος. Μυρίας δε +ευεργεσίας επιδαψιλεύει καθ' εκάστην εις ημάς, όπως και ημείς, +μιμούμενοι το θείον παράδειγμά του, προθύμως ευεργετώμεν +αλλήλους. + +Ήθελε δε είσθαι μωρία ασυγχώρητος εν τω μέσω αυτού του +ευμεταβλήτου κόσμου να είπη τις, όσον πλούσιος, όσον ευτυχής, +όσον μέγας και αν ήναι, ότι δεν έχει ούτε θέλει λάβει ποτέ +ανάγκην βοηθείας, και ότι περιττόν επομένως είναι να βοηθή +άλλους. + +Άπειροι είναι αι περιπέτειαι του ανθρωπίνου βίου, και ατελεύτητοι +αι αμοιβαίαι των ανθρώπων ανάγκαι. Αλλά δύο είναι αι μεγάλαι και +διαρκείς ανάγκαι παντός ανθρώπου, η ευάρεστος συναίσθησις της +ιδίας αυτού συνειδήσεως, και η παρά των άλλων αγάπη. Μόνον δε +ευεργετούντες, δυνάμεθα να θεραπεύσωμεν τας δύο ταύτας μεγάλας +ανάγκας. + +Ας λυπώμεθα λοιπόν και ημείς, ως ο αγαθός Τίτος, οσάκις, +υπάγοντες εις την κλίνην, ενθυμώμεθα ότι εχάσαμεν την ημέραν άνευ +τινός αγαθοποιίας. + +Αλλά διά ν' ασπασθώμεν την αγαθοποιίαν, μας είπεν ο Γεροστάθης, +πρέπει προηγουμένως ν' αγαπήσωμεν την δικαιοσύνην. «_Το μηδέν +αδικείν και φιλανθρώπους ποιεί_ » έλεγον οι αρχαίοι σοφοί μας. Το +πρώτον βήμα της αγάπης είναι βεβαίως η δικαιοσύνη, το δε δεύτερον +η ευεργεσία. Άνθρωπος, όστις δεν σέβεται ως ιερά και απαραβίαστα +το πρόσωπον, την ιδιοκτησίαν, την τιμήν, την υγείαν, και την ζωήν +των ομοίων του, άνθρωπος εν ενί λόγω άδικος και ικανός να +κακοποιήση, βεβαίως ούτε φιλάνθρωπος ούτε ευεργετικός δύναταί +ποτε να ήναι. + +Διά τούτο και ο Ιησούς προς μεν τους αδίκους είπεν «Αποχωρείτε +απ' εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν,» περί δε των δικαίων +«_Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί +χορτασθήσονται._» + +Άνευ χρηστών ηθών, άνευ αγάπης, άνευ δικαιοσύνης, και αυτή η +ζωογονούσα τα έθνη ελευθερία μεταβάλλεται εις ακολασίαν, ήτις επί +τέλους φέρει την κακοδαιμονίαν ή της εσωτερικής τυραννίας, ή διά +της εξωτερικής υποδουλώσεως. + +Ο Γεροστάθης ενθυμήθη τότε τους τριάκοντα τυράννους των Αθηνών, +την αρετήν του Σωκράτους, και την δικαιοσύνην του Αριστείδου. +Ιδού δε όσα περί αυτών μας είπεν. + + + +ΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ. + + + +Μετά τον δυστυχή Πελοποννησιακόν πόλεμον οι Αθηναίοι, απολέσαντες +την αρχαίαν των αρετήν, συναπώλεσαν και την ελευθερίαν των, υπό +τον ζυγόν τριάκοντα σκληρών τυράννων υποβληθέντες. + +Άπας σχεδόν ο λαός των Αθηνών είχε τότε εξαχρειωθή· αλλ' ο +ενάρετος Σωκράτης ανεφάνη διαμαρτύρησις ζώσα και κατά της +διαφθοράς των συγχρόνων του, και κατά της απανθρωπίας των +τριάκοντα. + +Θέλοντες οι τύραννοι να συλλάβωσι και να φονεύσωσιν αδίκως μεταξύ +άλλων καί τινα Λέοντα Σαλαμίνιον, διέταξαν τον Σωκράτην και +άλλους τέσσαρας Αθηναίους να μεταβώσιν εις Σαλαμίνα προς +εκτέλεσιν της παρανόμου συλλήψεως του Λέοντος. + +Και οι μεν τέσσαρες Αθηναίοι υπείκοντες μετέβησαν αμέσως· αλλ' ο +ενάρετος Σωκράτης δεν ηθέλησε να συνεργήση εις παρανόμους +πράξεις, καταφρονήσας γενναίως και την οργήν και τας απειλάς των +αιμοβόρων τυράννων· επροτίμησε δε να διακινδυνεύση και αυτήν την +ύπαρξίν του παρά να γίνη όργανον αδικίας και παρανομίας. + +Τοιαύτην μεγαλοψυχίαν και αυταπάρνησιν εμπνέει εις τας ευγενείς +ψυχάς το ιερόν αίσθημα της δικαιοσύνης! + +Την αυτήν δε μεγαλοψυχίαν ανέδειξεν ο φιλοδίκαιος Σωκράτης και +ότε, ων μέλος της Βουλής των Πεντακοσίων, επρόκειτο να δικάση +τους στρατηγούς των Αθηνών, οίτινες είχον κατατροπώσει τον +εχθρικόν στόλον των Λακεδαιμονίων εις τας Αργινούσας πλησίον της +Μυτιλήνης. + +Ο παράφορος όχλος, εξαπτόμενος υπό των ραδιούργων και +κακοηθεστάτων δημαγωγών, απήτει την θανατικήν καταδίκην των +στρατηγών, επί τη προφάσει ότι δεν εφρόντισαν να διασώσωσι μετά +την ναυμαχίαν τους πεσόντας εις την θάλασσαν. + +Εις μάτην οι στρατηγοί επεκαλούντο την τρομεράν τρικυμίαν, ήτις +είχε καταστήσει αδύνατον την διάσωσιν των πεσόντων. Οι Βουλευταί +έντρομοι υπέκυψαν εις την παραφοράν και εις τας απειλάς του +όχλου. Μόνος ο βουλευτής Σωκράτης ατρόμητος ανέκραξεν ότι ενόσω +ζη βεβαίως δεν θέλει μολύνει διά της αδικίας την συνείδησίν του, +διακινδυνεύσας και πάλιν την ζωήν του χάριν της δικαιοσύνης. + +Οι στρατηγοί εντούτοις κατεδικάσθησαν εις την ποινήν του θανάτου· +αλλά μετά τινας χρόνους, μετανοήσαντες οι Αθηναίοι διά την άδικον +καταδίκην, εδικαίωσαν τον Σωκράτην, τιμωρήσαντες τους κατηγόρους +των θανατωθέντων στρατηγών. + +Τοιουτοτρόπως μετανοήσαντες κατεδίωξαν και τους κατηγόρους του +Σωκράτους, αφού και αυτόν εν τη φυλακή επότισαν το κώνειον του +θανάτου. + +Αλλ' αι τοιαύται παράκαιροι και ανωφελείς μετάνοιαι δεν +αποπλύνουν το αιώνιον αίσχος των πολιτικών αδικημάτων. Το +κυριώτερον χαρακτηριστικόν της φρονήσεως είναι η πρόνοια· η δε +μετάνοια δεν αποδεικνύει ειμή την παρελθούσαν αφροσύνην. + +Αλλ' εάν η τότε αφροσύνη, η τότε διαφθορά των Αθηναίων +κατεπίκρανε τα σπλάγχνα της Ελλάδος, η εμφάνισις όμως του +Σωκράτους επί του Ελληνικού ορίζοντος παρηγόρησε την Πατρίδα, και +συνεκάλυψε την αδοξίαν αυτής. + +Περί δε του δικαίου Αριστείδου μας διηγήθη τα εξής· + + + +Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ. + + + +Ο Αριστείδης εκ νεαράς ηλικίας ανέδειξε χαρακτήρα σεμνόν και +σταθερόν, αγάπην ένθερμον προς την αρετήν και την δικαιοσύνην, +και αποστροφήν κατά της ψευδολογίας, της απάτης, και της +κολακείας. Ούτε χάριν αστεϊσμού δεν κατεδέχετο, ως λέγει ο +Πλούταρχος, να προσφύγη ποτέ εις τα δυσειδή ταύτα ελαττώματα. + +Το πολιτικόν αξίωμα, το οποίον καθ' όλην την διάρκειαν του βίου +του σταθερώς ησπάσθη, ήτο ότι _ο αγαθός πολίτης πρέπει να λέγη +και να πράττη μόνον τα χρηστά και τα δίκαια_. Τοιουτοτρόπως δε +ηξιώθη της θείας επωνυμίας του _Δικαίου_. + +Διηγούνται ότι ενήγαγε ποτέ τινα ενώπιον του δικαστηρίου. Ο δε +δικαστής, άμα ακούσας τον Αριστείδην, γνωρίζων την φιλαλήθειαν +και το φιλοδίκαιον αυτού, ηθέλησεν αμέσως να καταδικάση τον +αντίδικόν του άνευ τινός απολογίας. Αλλ' ο Αριστείδης θερμώς +παρεκάλεσε τον δικαστήν να μη εκδώση απόφασιν, πριν ή ακούση και +τους λόγους του αντιδίκου του. Τοιαύτη ήτο η προς την δικαιοσύνην +αγάπη του! Δεν ανείχετο να ενεργηθή ούτε παρ' αυτού, ούτε παρ' +άλλων αδικία και κατ' αυτών των εναντίων του· αδικία δε μεγίστη +βεβαίως ήθελεν είσθαι να καταδικάση ο δικαστής άνθρωπον χωρίς +προηγουμένως ν' ακούση αυτόν. + +«_Τίμιος μεν και ο μηδέν αδικών,_ είπεν ο Πλάτων, _αλλ' ο μη +επιτρέπων τοις αδικούσιν αδικείν, πλέον ή διπλασίας τιμής άξιος +εκείνου._» Διπλασίας τιμής άξιος ήτο λοιπόν και ο Αριστείδης, +διότι και αυτός δεν ηδίκει, και τους άλλους απέτρεπεν από τας +αδικίας. + +Τόσην δε υπόληψιν και σέβας έτρεφον προς αυτόν οι συμπολίταί του +διά τον φιλοδίκαιον χαρακτήρα του, ώςτε, αντί να προσφεύγωσιν εις +τα δικαστήρια, έτρεχον εις τον Αριστείδην προς διάλυσιν των +διαφορών των. + +Ενώ δε ημέραν τινά εδίκαζε δύο πολίτας, ο είς εξ αυτών, όπως τον +ερεθίση κατά του αντιδίκου του, ανέφερεν ότι πολλάκις ο αντίδικός +του ηδίκησε και τον Αριστείδην. Αλλ' αυτός, κατασιγάζων ενώπιον +της δικαιοσύνης παν ιδιαίτερον αυτού πάθος, είπε προς τον +δικαζόμενον «_Αντί ν' αναφέρης τας προς εμέ αδικίας του αντιδίκου +σου, ειπέ κάλλιον ποίαν αδικίαν έπραξεν αυτός προς σε, διότι +σήμερον ο αντίδικός σου δεν δικάζεται μετ' εμού, αλλά μετά σου._» + +Δικαίως λοιπόν, ότε εις το θέατρον των Αθηνών παριστάνετο η +τραγωδία των επτά επί Θήβας του ποιητού Αισχύλου, και είς των +υποκριτών είπεν ότι ο Αμφιάραος + +«_Ου γαρ δοκείν δίκαιος, αλλ' είναι θέλει,_» πάντες έστρεψαν τα +βλέμματα προς τον Αριστείδην, δεικνύοντες ούτως ότι εις αυτόν +μάλιστα ήρμοζεν ο στίχος του Αισχύλου. + +Το φιλοδίκαιον του Αριστείδου ανεφάνη και ότε ο Θεμιστοκλής +επρότεινεν εις τους Αθηναίους ότι συνέλαβε σχέδιον, το οποίον, αν +τω επέτρεπον να εκτελέση, ήθελεν αποβή ωφελιμώτατον εις τας +Αθήνας. + +Ο Αριστείδης, μαθών παρά του Θεμιστοκλέους ότι το σχέδιον τούτο +συνίστατο εις το να καύσωσιν εξαίφνης τους στόλους όλων των άλλων +Ελληνίδων πόλεων, και ούτω να μείνωσιν οι Αθηναίοι +θαλασσοκράτορες και κύριοι της Ελλάδος όλης, είπε προς τους +Αθηναίους, ότι _το σχέδιον φαίνεται μεν ωφελιμώτατον, αλλ' είναι +αδικώτατον. Οι δε Αθηναίοι, ενάρετοι τότε όντες και φιλοδίκαιοι, +αποστρεφόμενοι δε τας εξ αδικιών ωφελείας και τα επί αδικημάτων +στηριζόμενα μεγαλεία, απέκρουσαν αμέσως το σχέδιον του +Θεμιστοκλέους. + +_Η δικαιοσύνη ανυψοί τα έθνη_, είπεν ο σοφός Σολομών, και η +αδικία καταστρέφει αυτά. Είθε η μεγάλη αύτη αλήθεια να οδηγή +πάντοτε και λαούς και κυβερνώντας! + +Δι' αδικιών, δι' αρπαγών, διά δολιοτήτων δύνανται βεβαίως να +ωφεληθώσι και να μεγαλυνθώσι προς ώραν και άτομα και έθνη· αλλά +της κακίας η τιμωρία δεν βραδύνει. Η αδικία γεννά τύψεις +συνειδότος, εχθρούς, απομόνωσιν, αντεκδικήσεις, και επί τέλους +καταστροφήν. Μόνα τα διά της φιλοπονίας, της αγαθοεργίας, και της +δικαιοσύνης αποκτώμενα ωφελήματα και μεγαλεία είναι αληθή, διαρκή +και ευάρεστα. + +Διά τούτο και ο μέγας διδάσκαλος της αρετής, ο Σωκράτης, +εδίδασκεν _ότι ποτέ πράξις άδικος δεν δύναται να ήναι και αληθώς +ωφέλιμος, αλλ' ότι μόνον το δίκαιον είναι και πραγματικώς +ωφέλιμον_. Ενόσω οι Αθηναίοι ηκολούθουν τας αναλλοιώτους ταύτας +αρχάς της αρετής, και ως κόρην οφθαλμού εφύλαττον τους νόμους του +Σόλωνος, η ελευθερία συνεβασίλευε μετά της ευνομίας και της +αρετής. Αλλ' ότε η αρετή εξέλιπε, τότε και η ελευθερία εξέκλινεν +εις ακολασίαν, η δε τυραννία διεδέχθη την ελευθερίαν, και η +αδικία την δικαιοσύνην· τότε δε και τους νικηφόρους στρατηγούς +των αδίκως κατεδίκαζον εις θάνατον, και τον ενάρετον Σωκράτην και +τον χρηστόν Φωκίωνα απανθρώπως επότιζον το κώνειον. + +Έκτοτε, παιδία μου, επρόσθεσε τεθλιμμένος ο γέρων, ημέραν καλήν +δεν είδε πλέον η δυστυχής Ελλάς, συμποτισθείσα και αυτή μετά των +φιλτάτων της τέκνων Σωκράτους και Φωκίωνος το κώνειον της +κακοδαιμονίας. + +Προσπαθήσατε λοιπόν σεις, τα νέα τέκνα της, αι νέαι ελπίδες της, +ανατρεφόμενοι και ζώντες χριστιανικώς και εναρέτως, να φέρητε εις +τους κόλπους αυτής την αρετήν, την δικαιοσύνην, και την αγάπην, +όπως ζήση πάλιν ένδοξος και ευδαίμων η σήμερον τεθλιμμένη πατρίς. + +Εγχαράξατε επομένως εις τα βάθη της καρδίας σας τους ακολούθους +στίχους + +«_Αγάπα τον πλησίον σου, ποτέ μη αδικήσης, +« Και έσο ευεργετικός, διά να ευτυχήσης._» +~~~~~~~~~~ + + « Ούτε αντιδικείν δει, ούτε κακώς + ποιείν ουδένα, ουδ' αν οτιούν πά- + σχω υπ' αυτών. » + (Σωκράτους.). + +ΕΝΩ ημέραν τινά ήμεθα όλοι συνηγμένοι εις την αυλήν του σχολείου, +και εγυμναζόμεθα, παρόντων των διδασκάλων και του αγαθού +Γεροστάθου, συνέβησαν τα ακόλουθα μεταξύ του συμμαθητού μας +Παύλου και της αδελφής του Ευφροσύνης. + + + +Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ. + + + +Ο οκταετής Παύλος ήτο έξυπνος και ζωηρός, είχε δε καλήν και +ευαίσθητον καρδίαν, αλλ' ενίοτε ως εκ της ζωηρότητός του +παρεξετρέπετο εις πράξεις ατόπους, διά τας οποίας ακολούθως έχυνε +δάκρυα μετανοίας και λύπης. + +Η αδελφή του Ευφροσύνη, νεάνις δεκαετής, γλυκεία και φιλάδελφος, +ήρχετο τακτικώτατα κατά την ώραν της γυμναστικής, όπως μετά την +σωμασκίαν του αδελφού της συνοδεύη αυτόν εις την πατρικήν των +οικίαν. + +Ενώ δε επερίμενεν ημέραν τινά εις την αυλήν του σχολείου, +θεωρούσα τας διαφόρους γυμνάσεις, ο Παύλος, αποτυχών είς τινα επί +του μονοζύγου στροφήν, έπεσεν επί της άμμου. Η αποτυχία και η +πτώσις του επροκάλεσαν τον γέλωτα όλων ημών, τον οποίον +συνεμερίσθη και η αδελφή του. + +Αλλ' ο Παύλος, εντραπείς διά την αποτυχίαν του, και θυμώσας διά +τον γέλωτα, πλησιάζει την Ευφροσύνην εισέτι γελώσαν, και οργίλως +καταφέρει κατά του προσώπου της σφοδρόν γρόνθον, όστις και πόνον +και αιμορραγίαν τη επροξένησεν. + +Κρατούσαν τότε το αιμοσταγές πρόσωπόν της, τρέχει κατόπιν του +φεύγοντος Παύλου διά να κτυπήση αυτόν. + +Αλλ' ο Γεροστάθης προφθάνει, και συλλαμβάνων αυτήν από την χείρα +λέγει προς αυτήν — Αν θέλης να τιμωρήσης, κόρη μου, τον Παύλον, +και να εκδικηθής, πρέπει να φιλήσης, και ουχί να κτυπήσης αυτόν. + +Η Ευφροσύνη, στρέφουσα με απορίαν και θαυμασμόν τα βλέμματα προς +τον Γεροστάθην — Να τον φιλήσω! λέγει, ενώ αυτός τόσον δυνατά μ' +εκτύπησε! + + — Ναι! να τον φιλήσης, επαναλαμβάνει ο γέρων. Αν τον κτυπήσης, +θ' αναφανής και συ κακή ως αυτός· αντί δε να τον διορθώσης διά +του κτυπήματος, θέλεις τον εξάψει έτι μάλλον, και εις την έξαψίν +του ίσως σε κακοποιήση έτι περισσότερον. Αν τον κτυπήσης, αντί να +τον κάμης να σ' αγαπήση και να φέρηται αδελφικώς προς σε, θέλεις +αυξήσει την αποστροφήν του, και θέλεις χειροτερεύσει την κακήν +του διαγωγήν. + +Αν όμως, Ευφροσύνη μου, τον φιλήσης, θ' αναφανής συ καλλιτέρα +εκείνου· διά του καλού σου παραδείγματος θέλεις τον σωφρονίσει, +διά της πραότητος και γλυκύτητός σου θέλεις τον κάμει να +συναισθανθή το σφάλμα του, να μετανοήση, και να σε αγαπήση, +γινόμενος και εκείνος γλυκύς και πράος. Ιδέ τον με πόσην λύπην +παρατηρεί το αιματωμένον πρόσωπόν σου! ήρχισεν ήδη να μετανοή! +τρέξε λοιπόν και φίλησέ τον, _δος καλόν αντί κακού, φίλημα αντί +κτυπήματος_, και ούτω θέλεις θριαμβεύσει. + +Ενόσω ο Γεροστάθης ωμίλει, ο θυμός της μικράς Ευφροσύνης βαθμηδόν +επραΰνετο· μόλις δε ο γέρων ετελείωσε, και η Ευφροσύνη τρέχει, +εναγκαλίζεται, και καταφιλεί τον αδελφόν της. + +Το αγαθόν αυτό φίλημα προκαλεί εις τους οφθαλμούς του Παύλου +δάκρυα μετανοίας, και συγχρόνως αδελφικώτατον αντιφίλημα· η δε +Ευφροσύνη, σπογγίζουσα τα δάκρυά του, παρεκάλει αυτόν να μη +κλαίη, λέγουσα ότι δεν πονεί πλέον. + +Ο Γεροστάθης τότε ένιψε το πρόσωπον της Ευφροσύνης διά ψυχρού +ύδατος, όπως παύση το στάζον αίμα· η δε Ευφροσύνη, λαβούσα την +δεξιάν του άδελφού της, διευθύνθη μετ' αυτού εις την οικίαν των. +Άπαντες δε εθαυμάσαμεν, ιδόντες ιδίοις οφθαλμοίς πόσην δύναμιν, +πόσον ύψος, και πόσον ωραία αποτελέσματα έχει η ανταπόδοσις +_καλού αντί κακού._ + +Ότε δε μετά την γυμναστικήν εξήλθομεν εις περίπατον μετά του +Γεροστάθου, είς εξ ημών τω είπεν ότι πολύ ωραίον ήτο το προς την +Ευφροσύνην μάθημά του· ο δε αγαθός γέρων απήντησε τα εξής. + + + +ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΜΑΘΗΜΑ. + + + + — _Το καλόν αντί κακού δεν είναι ιδικόν μου μάθημα· είναι +μάθημα σωτήριον του Σωτήρος ημών, είναι η θειοτέρα παραγγελία αφ' +όσας μας έδωκεν ο θεάνθρωπος Ιησούς. Και όμως πόσοι, ονομαζόμενοι +χριστιανοί, τυφλωμένοι από τα πάθη, λησμονούν και παραβιάζουν την +θείαν ταύτην εντολήν, την οποίαν ο Χριστός μας έδωκεν! + +«Εγώ λέγω υμίν αγαπάτε τους εχθρούς υμών, αγαθοποιείτε τους +μισούντας υμάς, και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και +καταδιωκόντων υμάς. Εάν αγαπάτε μόνον τους αγαπώντας υμάς, ποίος +θέλει είσθαι ο μισθός υμών; Αγαπάτε και ευεργετείτε τους εχθρούς +υμών, όπως γίνητε τέλειοι ως ο Θεός, ο Πατήρ υμών.» + +Τους δε θείους αυτούς λόγους επεσφράγισεν ο Ιησούς και δια του +θείου αυτού παραδείγματος· διότι, ότε ο όχλος των Ιουδαίων εν τη +μανιώδει παραφορά του κατεδίωξε τον Σωτήρα ημών, τον +εσυκοφάντησε, τον ενέπαιξε, και επί του Γολγοθά τον εσταύρωσε, +δεν ηγανάκτησεν ο θεάνθρωπος κατά των θανασίμων αυτών εχθρών του, +δεν επεθύμησεν εκδίκησιν, δεν επεκαλέσθη την τιμωρίαν των φονέων +του παρά του παντοδυνάμου Πατρός του· αλλ' εν τη θεία αυτού +αγαθότητι παρεκάλεσε τον Ύψιστον να συγχωρήση τους φονείς του, +διότι δεν εξεύρουν τι κάμνουν. «_Πάτερ, είπεν, άφες αυτοίς· ου +γαρ οίδασι τι ποιούσιν._» + +Ιδού η υπερτάτη αρετή, την οποίαν μας διδάσκει η γλυκυτάτη +θρησκεία μας. Προσπαθήσατε εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας σας να +αισθανθήτε το θείον κάλλος της αρετής ταύτης, και επομένως να +εγκολπωθήτε αυτήν καθ' όλον το στάδιον του βίου σας. + +Τα αποτρόπαια πάθη του μίσους και της εκδικήσεως είναι όλως +ασυμβίβαστα με την θρησκείαν του χριστιανού και με την +ευδαιμονίαν του ανθρώπου. Γλυκεία ίσως, αλλά βραχυτάτη είναι η +ηδονή της εκδικήσεως· πικρόταται όμως, διαρκείς, και +ακαταλόγιστοι είναι αι συνέπειαι αυτής. + +«_Εάν πεινά ο εχθρός σου ψώμιζε αυτόν· εάν διψά πότιζε αυτόν,_» +μας είπε και ο σοφός Σολομών. + +Αλλά και υπό το κράτος της ειδωλολατρείας και της πολυθεΐας +ανεφάνησαν άνδρες γλυκείς, πράοι, και αμνησίκακοι, οίτινες +ανταπέδωκαν καλόν αντί κακού. + +Μας διηγήθη δε τότε ο γέρων διάφορα Ελληνικά ανέκδοτα, εξ ων θέλω +εκθέσει ενταύθα όσα διετήρησεν η μνήμη μου. + + + +Ο ΛΥΚΟΥΡΓ0Σ ΚΑΙ Ο ΑΛΚΑΝΔΡΟΣ. + + + +Ενώ ο νομοθέτης της Σπάρτης Λυκούργος ευρίσκετο ημέραν τινά εις +την αγοράν, νεανίας οξύθυμος και αυθάδης, Άλκανδρος καλούμενος, +επιπίπτει κατ' αυτού και διά της βακτηρίας του εξορύττει ένα των +οφθαλμών του. + +Δεν εξήφθη ο έμφρων Λυκούργος, δεν ηγανάκτησεν, ουδέ την +βακτηρίαν του ύψωσε διά ν' ανταποδώση κτύπημα αντί κτυπήματος, +οφθαλμόν αντί οφθαλμού· αλλ' ατάραχος, παρουσιασθείς ενώπιον του +λαού, έδειξε το καθημαγμένον πρόσωπόν του και το τυφλωμένον όμμα +του. + +Η αταραξία αύτη και η πραότης του Λυκούργου συνεκίνησαν και +αυτούς τους εχθρούς του· όθεν παρεδόθη αμέσως εις τας χείρας του +ο νέος Άλκανδρος, όπως τιμωρήση αυτόν κατ' αρέσκειαν. + +Ευχαρίστως ο Λυκούργος παρέλαβεν εις την οικίαν του τον +Άλκανδρον· αλλά, καθώς μας βεβαιόνει ο Πλούταρχος, ουχί μόνον δεν +εκακοποίησεν αυτόν, αλλ' ουδέ λόγον ψυχρόν τω απεύθυνεν. Απ' +εναντίας, καταστήσας τον εχθρόν του φίλον επιστήθιον διά των +περιποιήσεων και συμβουλών του, απέδωκεν αυτόν εις την πατρίδα +πολίτην ενάρετον και σωφρονέστατον. + +Ιδού αμνησικακία, ιδού αρετή! Αλλ' αν ο Λυκούργος, ων +εκδικητικός, ηγανάκτει κατά του αυθάδους Αλκάνδρου και εκτύπα +αυτόν, ο Άλκανδρος βεβαίως ήθελε κατασταθή αυθαδέστερος, ο δε +Λυκούργος ίσως έχανε και τον έτερον οφθαλμόν ή και αυτήν την ζωήν +του. Η πραότης όμως, και η ανταπόδοσις καλού αντί κακού και τον +Άλκανδρον εσωφρόνισε, και τον Λυκούργον ανέδειξεν αξιαγάπητον και +αξιοσέβαστον. + + + +Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. + + + +Ότε εις τον Πελοπίδαν, τον στρατηγόν των Θηβαίων, κατεμήνυσαν ότι +εχθρός του στρατιώτης εκακολόγει αυτόν, αντί ν' αγανακτήση και να +τιμωρήση τον υβριστήν, ιδού τι απήντησεν. + + — « Ούτε τας κακολογίας, ούτε τας κατ' εμού ύβρεις του +στρατιώτου ήκουσά ποτε διά να τιμωρήσω αυτόν· αλλά τας υπέρ της +πατρίδος ανδραγαθίας αυτού είδον ιδίοις οφθαλμοίς εις το πεδίον +της μάχης, και επομένως δεν δύναμαι παρά να θαυμάζω και ν' αγαπώ +τοιούτον στρατιώτην. » + +Διά της γενναίας δε ταύτης απαντήσεώς του, ανταποδόσας έπαινον +αντί ύβρεως, και την αγάπην και το σέβας του στρατιώτου +προσείλκυσε, και τας κακολογίας αυτού διά παντός κατέπαυσεν. + + + +Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΥΒΡΙΖΟΜΕΝΟΣ. + + + +Ημέραν τινά εις την αγοράν των Αθηνών, ενώ ο Περικλής κατεγίνετο +εις τα έργα του, άνθρωπος κακοήθης ήρχισε να εξυβρίζη αυτόν· αλλ' +ο Περικλής, αταράχως και σιωπηλώς ακούων τας ύβρεις, +εξηκολούθησεν εργαζόμενος. + +Ότε δε ενύκτωσε, και ο Περικλής επέστρεφεν εις την οικίαν του, ο +αυθάδης εκείνος παρηκολούθησεν αυτόν υβρίζων και κακολογών. Αλλ' +ο Περικλής δεν εθύμωσεν, ούτε την τιμωρίαν του υβριστού +επροκάλεσεν. Απ' εναντίας, εισελθών εις την οικίαν του, +παρήγγειλεν ένα των υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύση τον +υβριστήν μέχρι της κατοικίας του, ίνα μη κακοπάθη εις το σκότος +της νυκτός. + +«_Συγγνώμη τιμωρίας αμείνων· το μεν γαρ ημέρου φύσεως, το δε +θηριώδους,_» είπεν ορθότατα ο σοφός Πιττακός· η δε φύσις του +Περικλέους, ούσα τω όντι ημερωτάτη και ουχί θηριώδης, επροτίμησε +την συγγνώμην από την εκδίκησιν. + +Προσπαθήσατε, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, διά της φιλεργίας, της +τιμιότητος, και της αρετής να κατασταθήτε άτρωτοι από τα βέλη της +κακολογίας, της ύβρεως, και της διαβολής· τότε δε και η +γενναιότης, και η αμνησικακία, και η συγγνώμη, και η ανταπόδοσις +καλού αντί κακού ευκολώτερα θέλουν στολίσει τον βίον σας. + + + +Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΠΡΟΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. + + + +Και ο Σωκράτης εδίδασκεν ότι ποτέ δεν πρέπει ν' ανταποδίδωμεν +κακόν αντί κακού, αδικίαν αντί αδικίας, βλάβην αντί βλάβης. — +Όταν κακοποιής τον πλησίον σου είσαι άδικος, έλεγεν ο Σωκράτης, +οποιονδήποτε κακόν ή αδικίαν και αν υπέφερες παρ' αυτού. + +Αλλ' ο Σωκράτης, όσα διά των λόγων του εδίδασκε, και διά των +έργων του πάντοτε επεσφράγιζε. + +Η κακή τύχη τω έδωκε σύζυγον την Ξανθίππην, γυναίκα εις άκρον +οξύθυμον και διεστραμμένην, πολλάκις αυθαδιάζουσαν και βαναύσως +φερομένην κατά του σεβασμίου εκείνου ανδρός· αλλά μετά πραότητος +υποφέρων τα πάντα ο Σωκράτης, ουδέποτε ηθέλησε να εκδικηθή κατ' +αυτής, και ν' ανταποδώση ύβριν αντί ύβρεως, κακόν αντί κακού. + +Ημέραν τινά, ενώ η παράφορος γυνή μανιωδώς εκραύγαζε και +βροντοφώνως εξύβριζε τον αγαθόν σύζυγόν της, αυτός ατάραχος +εξήρχετο της οικίας. Η Ξανθίππη τότε, λαβούσα αγγείον πλήρες, +εκένωσεν αυτό επί της κεφαλής του συζύγου της. Αλλ' ο Σωκράτης, +αντί ν' αγανακτήση, γελών είπε «_μετά τας βροντάς επέρχεται +βροχή,_» διδάσκων ούτω την υπομονήν, την πραότητα, την +αμνησικακίαν. + +Άλλοτε κακοήθης τις εκτύπησε σφοδρώς τον Σωκράτην κατά πρόσωπον, +ώστε και κατεπληγώθη και εξωγκώθη το πρόσωπόν του· ο δε Σωκράτης, +αφού αταράχως υπέφερε την προσβολήν, έγραψεν επί του προσώπου του +το όνομα του κακοήθους εκείνου, ως επί των ανδριάντων γράφεται το +όνομα του γλύπτου, και αυτή ήτο η μόνη εκδίκησις του εναρέτου +ανδρός. + +Ότε δε ο κωμικός Ποιητής των Αθηνών Αριστοφάνης, θέλων να εμπαίξη +τους σοφιστάς, εισήγαγε το πρόσωπον του Σωκράτους εις την +κωμωδίαν του την επιγραφομένην Νεφέλας, ο Σωκράτης, παρευρεθείς +εις το θέατρον, ουχί μόνον αταράχως εθεώρει το πρόσωπόν του +αδίκως εμπαιζόμενον υπό του κωμικού, αλλ' άμα εννοήσας ότι ξένοι +τινές θεαταί επεθύμουν να γνωρίσωσι προσωπικώς τον επί της σκηνής +κωμωδούμενον Σωκράτην, ηγέρθη εις την θέσιν του, όπως ευκολώτερα +τον ίδωσιν οι περίεργοι ξένοι, αποδείξας τοιουτοτρόπως ότι η +αληθής αρετή είναι ανωτέρα πάσης ύβρεως και παντός εμπαιγμού. + +Ότε δε οι διεφθαρμένοι συμπολίταί του, μη ανεχόμενοι αυτόν +στηλιτεύοντα την κακίαν και διδάσκοντα την αρετήν, τον +κατεδίκασαν να πίη το κώνειον, «_ουδέν πάθος,_ είπεν ο Σωκράτης, +_ουδέν αίσθημα εκδικήσεως αισθάνομαι κατά των κατηγόρων και +δικαστών μου· ούτε ν' αντιδικώμεν, ούτε να κακοποιώμεν πρέπει +τινά, ό,τι δήποτε και αν πάσχωμεν υπ' αυτών._» Και διά των +χριστιανικωτάτων αυτών λόγων επεσφράγισεν εν τη φυλακή τον +ενάρετον αυτού βίον. + +Όρθότατα λοιπόν είπον ότι, αν ο Σωκράτης δεν ευτύχησε να γεννηθή +χριστιανός, ανεφάνη όμως αληθής _προαπόστολος του χριστιανισμού_, +διότι διά της εναρέτου διδασκαλίας και διαγωγής του προητοίμασε +τα πνεύματα προς ευκολωτέραν παραδοχήν των θείων του +χριστιανισμού αρχών. + + + +Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΩΚΙΩΝΟΣ. + + + +Το κώνειον του Σωκράτους, μας είπε τότε ο Γεροστάθης, μ' +ενθυμίζει το κώνειον του Φωκίωνος· διότι και αυτός ο χρηστός +πολίτης των Αθηνών διά του κωνείου απέθανεν εις την φυλακήν. + +Ποτέ ο Φωκίων δεν εκακοποίησε συμπολίτην του, αλλ' ούτε εθεώρησέ +ποτέ τινα ως εχθρόν του· πολλάκις μάλιστα, ως βεβαιόνει ο +Πλούταρχος, εβοήθησε και γενναίως επροστάτευσεν ανθρώπους, +οίτινες τον είχον βλάψει. + +Ότε εις τας Αθήνας έφθασεν η είδησις του θανάτου του Φιλίππου, +βασιλέως της Μακεδονίας, ο λαός των Αθηνών τόσον εχάρη, ώστε +ητοιμάζετο να προσφέρη θυσίας εις τους θεούς. Αλλ' ο έμφρων +Φωκίων τους εμπόδισεν, ειπών ότι είναι αγενές να επιχαίρωσιν εις +τον θάνατον ενός εχθρού. + +Πιστός δε οπαδός του Σωκράτους ηγάπα να λέγη εις τους συμπολίτας +του την αλήθειαν, όσον πικρά και αν ήτο αύτη. Ενώπιον δε της +αληθείας και αυτήν την ζωήν του προθύμως εθυσίαζε. + +Συμβουλεύων ποτέ τους Αθηναίους και βλέπων αυτούς +δυσαρεστουμένους και θορυβούντας, είπε προς αυτούς «_Δύνασθε μεν, +ω Αθηναίοι, να με βιάσητε να πράξω ό,τι δεν θέλω· αλλά ποτέ δεν +θέλετε δυνηθή να με αναγκάσητε να σας ομιλήσω εναντίον της +πεποιθήσεώς μου._» + +Ότε δε ο ρήτωρ των Αθηνών Υπερίδης ηρώτησε δημοσίως τον ειρηνικόν +Φωκίωνα, πότε θέλει αποφασίσει να συμβουλεύση εις τους Αθηναίους +τον πόλεμον, ο Φωκίων μ' όλην την παρρησίαν απήντησεν «_Όταν ίδω +τους μεν νέους ανδρείους και φίλους της πειθαρχίας, τους δε +πλουσίους προθύμως συνεισφέροντας υπέρ πατρίδος, και τους +πολιτικούς μη κλέπτοντας τα δημόσια._» + +Ο Φωκίων συνήνονε την γλυκύτητα και ημερότητα του χαρακτήρος με +ύφος αυστηρόν κατά των διεφθαρμένων συμπολιτών του· ευφυώς δε +λέγει ο Πλούταρχος ότι ωμοίαζε γλυκύν αλλά δυνατόν οίνον, όστις +και ευαρεστεί και ωφελεί τους πίνοντας· ενώ οι γλυκείς και +αδύνατοι οίνοι συνήθως είναι επιβλαβείς, ως οι κόλακες και οι +δημαγωγοί. + +Αλλά καθώς οι μεθύοντες δεν αισθάνονται εν τη μέθη των την +ποιότητα του οίνου, τον οποίον πίνουν, τοιουτοτρόπως και οι +Αθηναίοι τότε, εν τη μέθη της διαφθοράς των, δεν ηδύναντο να +εκτιμήσωσι την φρόνησιν των συμβουλών του Φωκίωνος. Αι αλήθειαι +μάλιστα, τας οποίας έλεγε προς αυτούς, παρώξυνον κατ' αυτού τους +διεφθαρμένους συμπολίτας του, απαράλλακτα καθώς το μέλι παροξύνει +τας πληγάς, το δε φως τους πάσχοντας οφθαλμούς. + +Όθεν οι Αθηναίοι, κακώς διατεθειμένοι κατά του χρηστού Φωκίωνος, +και ραδιουργούμενοι υπό των εγχωρίων και ξένων εχθρών του, +οίτινες ούτε την αρετήν ούτε την φιλαπατρίαν του ανδρός +ανείχοντο, κατεδίκασεν επί τέλους αυτόν εις την ποινήν του +θανάτου. + +Ότε δε επρόκειτο να πίη το κώνειον και ν' αποθάνη, ερωτηθείς ποία +ήτο η τελευταία αυτού παραγγελία προς τον υιόν του Φώκον, είπε +«_Να μη μνησικακήση ποτέ κατά των Αθηναίων διά τον άδικον θάνατόν +μου,_» και διά της χρηστής ταύτης παραγγελίας ετελείωσε τον +ένδοξον βίον του. + +Τοιαύτη ήτο η χρηστότης και η φιλοπατρία του, ώστε ουχί μόνον +αυτός δεν αγανάκτησε κατά των φονέων του, αλλά και προς τον υιόν +του αποθνήσκων αμνησικακίαν εσύστησε. + +Τα αισχρά, τα ολέθρια, τα αντιχριστιανικά πάθη της μνησικακίας, +του μίσους, και της εκδικήσεως, τα οποία ποτέ δεν εμόλυναν την +ωραίαν ψυχήν του Φωκίωνος, ποτέ, παιδία μου, μας είπε ζωηρώς ο +Γεροστάθης, ποτέ ας μη μολύνωσι και τας ιδικάς σας καρδίας, ό,τι +δήποτε και αν υποφέρητε από την κακίαν των ανθρώπων. + + + +Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΟΝ ΓΑΛΑ + + + +Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν ότι ο Φωκίων τον +ενθύμισε τον σύγχρονόν του Δημοσθένην, τον μέγαν ρήτορα των +Αθηνών, όστις πλήρης ζωηράς φιλοπατρίας, ενδόξως ηγωνίσθη διά της +ανδρικής αυτού ευγλωττίας υπέρ της ελληνικής ελευθερίας κατά των +κατακτητικών σχεδίων του Φιλίππου. + +Κατηγορηθείς και ο Δημοσθένης υπό των εχθρών του και +καταδικασθείς, ηναγκάσθη να φύγη από τας Αθήνας και να ζη εις τα +ξένα. + +Αλλ' αν και το σώμα του ήτο μακράν της πατρίδος του, ο νους όμως +και η καρδία του ήσαν πάντοτε εις τας Αθήνας. Πολλάκις δε, ως +βεβαιόνει ο Πλούταρχος, εκ της Τροιζήνος και της Αιγίνης, όπου +έζη εξόριστος, έστρεφε τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων προς την +καταδικάσασαν αυτόν πατρίδα. + +Ενώ διήρκει η εξορία του, έφθασεν εις τας Αθήνας η είδησις του +θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ενθαρρυνθέντες δε εκ της ειδήσεως +ταύτης οι Αθηναίοι ηθέλησαν ν' αναστατώσωσι τας ελληνικάς πόλεις +κατά της Μακεδονικής δυναστείας, και προς τον σκοπόν τούτον +έστειλαν πρέσβεις εις διαφόρους πόλεις. + +Ο δε φιλόπατρις Δημοσθένης, λησμονών την κατ' αυτού καταφοράν των +συμπολιτών του, έτρεξε προθύμως προς ενίσχυσιν των πρέσβεων της +πατρίδος του. + +Εις την Αρκαδίαν τότε ο Πυθέας αντικρούων τους πρέσβεις των +Αθηνών είπε μεταξύ άλλων ότι «_καθώς είναι αξιολύπητος οικία τις, +εις την οποίαν βλέπομεν εισαγόμενον το γάλα της όνου, το οποίον +προς τροφήν των φθισιώντων δίδεται, επίσης αξιολύπητοι είναι και +αι πόλεις, εις τας οποίας βλέπομεν εισερχομένους τους πρέσβεις εξ +Αθηνών._» + +Ο δε εξόριστος Δημοσθένης, απαντών εις τον Πυθέαν, και +υπερασπιζόμενος τους συμπολίτας του, ευφυώς και πατριωτικώτατα +είπε τα εξής, «_καθώς το όνειον γάλα εισάγεται εις τας οικίας +προς θεραπείαν των ασθενούντων, τοιουτοτρόπως και οι πρέσβεις των +Αθηναίων εισέρχονται εις τας ελληνικάς πόλεις προς σωτηρίαν +αυτών._» + +Ότε δε οι Αθηναίοι έμαθον τους πατριωτικούς αυτούς λόγους, αμέσως +απεφάσισαν την ανάκλησίν του, και έστειλαν επίτηδες τριήρη, διά +να επαναφέρη αυτόν εις την πατρίδα του. + +Καθ' ην δε ημέραν ο εξόριστος εφθασεν εις Πειραιά, όλη η πόλις +των Αθηνών κατέβη εις τον λιμένα προς υποδοχήν του Δημοσθένους· +ανατείνας δε τας χείρας εις τον ουρανόν, ανέκραξεν ότι «_η ημέρα +εκείνη ήτο η ευτυχεστέρα της ζωής του._» + +Ιδού η αμοιβή, η δόξα, και ο θρίαμβος της αμνησικακίας και της +φιλοπατρίας! + +Εν τούτοις η ώρα είχε παρέλθει, και ο Γεροστάθης ηθέλησε να +επανέλθωμεν εις την κωμόπολιν. Ενώ δε επεστρέφομεν μας διηγήθη +και τα εξής περί Αριστείδου και Κίμωνος. + + + +Η ΑΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. + + + +Ωραίον παράδειγμα αμνησικακίας και πραότητος παρουσιάζει, παιδία +μου, και ο βίος του δικαίου Αριστείδου. + +Ο Αριστείδης διά της δικαιοσύνης, της αφιλοχρηματίας, της +φρονήσεως, και της φιλοπατρίας του μεγίστην υπόληψιν και επιρροήν +είχεν αποκτήσει εντός των Αθηνών· αλλά τινες παρέστησαν ως +επικίνδυνον εις το δημοκρατικόν πολίτευμα την τοιαύτην του +Αριστείδου υπεροχήν, και ούτω κατέπεισαν τον λαόν να εξοστρακίση +τον δίκαιον αυτόν άνδρα επί δεκαετίαν μακράν των Αθηνών. + +Ότε δε οι επιθυμούντες την εξορίαν του έγραφον επί των οστράκων +το όνομά του, διά να δώσωσι την κατ' αυτού ψήφον των, χωρικός τις +αγράμματος επλησίασεν αυτόν, και παρουσιάσας το όστρακόν του, τον +παρεκάλεσε να γράψη επ' αυτού το όνομα _Αριστείδης_. + + — Και τι κακόν έπαθες υπό του Αριστείδου ; ηρώτησε τότε τον +χωρικόν ο Αριστείδης· + + — Ουδέν, απεκρίθη ο χωρικός, ουδέ γνωρίζω τον άνθρωπον· αλλ' +ενοχλούμαι ακούων απανταχού ονομαζόμενον αυτόν Δίκαιον. + +Ο Αριστείδης δεν ηγανάκτησε κατά του χωρικού· ουδέ να μεταβάλη +την γνώμην αυτού κατεδέχθη· αλλά σεβασθείς την ελευθερίαν της +ψήφου, έγραψεν αμέσως επί του οστράκου το όνομά του, και +επέστρεψεν αυτό εις τον χωρικόν. + +Εξερχόμενος δε εξόριστος από τας Αθήνας, ύψωσε τας χείρας εις τον +ουρανόν, ουχί διά να επικαλεσθή την οργήν των θεών κατά των +αχαρίστων συμπολιτών του, αλλά διά να ευχηθή διαρκή και μόνιμον +ευτυχίαν εις την εξορίζουσαν αυτόν πατρίδα. « Είθε, είπεν, οι +συμπολίται μου, ευτυχούντες πάντοτε, να μη αναγκασθώσι ποτέ να +ενθυμηθώσι τον Αριστείδην!_» + +Τοιαύται χριστιανικαί τωόντι ευχαί μόνον από καρδίας ευγενείς, +αμνησικάκους, και φιλοπάτριδας δύνανται να εξέλθωσιν. + +Αν και ημείς, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, δεν μορφώσωμεν τοιαύτας +τας καρδίας, οι μεν εχθροί δικαίως θέλουν μας αποκαλεί αναξίους +απογόνους των ενδόξων προγόνων μας, η δε πατρίς ματαίως θέλει +περιμένει ημέρας νέας δόξης και ευτυχίας. + +Ουχί δε μόνον διά των λόγων και των ευχών του, αλλά και δι' έργων +απέδειξεν ο Αριστείδης την αμνησικακίαν της εναρέτου ψυχής του· + +Ότε, ευρισκόμενος εξόριστος εις Αίγιναν, είδεν εκείθεν τον +Περσικόν στόλον πλησιάζοντα εις την Σαλαμίνα, φοβηθής μήπως οι +συμπολίται του, κατακλειόμενοι εξαίφνης, καταστραφώσιν, +αποφασίζει αμέσως να διακινδυνεύση και αυτήν την ιδίαν του ζωήν +προς σωτηρίαν των Αθηναίων, και του αντιπάλου του Θεμιστοκλέους. +Εμβαίνει λοιπόν εις πλοιάριον, και βοηθούμενος υπό του σκότους +της νυκτός, ατρόμητος διαπλέει εν τω μέσω του εχθρικού στόλου· +φθάνων δε εις την Σαλαμίνα ανακοινόνει αμέσως προς τον εχθρόν του +Θεμιστοκλέα την προσέγγισιν του Περσικού στόλου και τον +επικείμενον κίνδυνον, όπως ως ναύαρχος διατάξη τα δέοντα. + +Ότε δε ο Θεμιστοκλής εξήγησε προς αυτόν ότι η προσέγγισις των +Περσών ήτο ίδιον αυτού στρατήγημα, όπως αναγκάση αυτούς να +πολεμήσωσιν εντός των στενών, ο Αριστείδης παρεδέχθη ως ορθότατον +το σχέδιον του Θεμιστοκλέως, αν και σχέδιον του αντιζήλου και +αντιπάλου του, και υπεστήριξεν αυτό όλαις δυνάμεσιν ενώπιον των +Ελλήνων. Τα ποταπά και ολέθρια αισθήματα της αντιζηλίας, της +ψευδοφιλοτιμίας, και του φθόνου ήσαν όλως άγνωστα εις την ευγενή +ψυχήν του Αριστείδου. + +Τείνας δε τότε την δεξιάν του προς τον Θεμιστοκλέα, είπε τους +εκείνους λόγους, τους οποίους πας αληθής Έλλην πρέπει να διατηρή +ζωηρούς εις την μνήμην του, οσάκις περί πατρίδος πρόκηται· «_Ας +αφήσωμεν κατά μέρος, ω Θεμιστόκλεις, τας ματαίας και νεανικάς +αντιζηλίας· ας σωφρονισθώμεν· ας θυσιάσωμεν προθύμως τα πάθη μας +ενώπιον της πατρίδος, και ας φιλοτιμηθώμεν να συντελέσωμεν +αμφότεροι εις την σωτηρίαν αυτής, συ μεν στρατηγών εγώ δε +προθύμως υπακούων και συμβουλεύων._» + +Ο Θεμιστοκλής συγκινηθείς ησπάσθη τον αντίπαλόν του, και +ωφεληθείς από την ανδρίαν, από την ειλικρινή συνδρομήν, και από +τας φρονίμους συμβουλάς του, κατώρθωσε την λαμπράν εκείνην +ναυμαχίαν της Σαλαμίνος, ήτις και την Ελλάδα έσωσε, και τον +Θεμιστοκλέα απηθανάτισεν. + +Ο εξόριστος λοιπόν Αριστείδης, ουχί μόνον κακόν αντί κακού δεν +ανταπέδωκεν, αλλά και αυτήν την ζωήν του διεκινδύνευσε, και +ανδρείως ηγωνίσθη προς σωτηρίαν της πατρίδος του και προς δόξαν +του εχθρού του Θεμιστοκλέους. + +Αν δεν αποκτήσωμεν και ημείς, επρόσθεσεν ο γέρων, τοιούτους +εναρέτους, φιλοπάτριδας, και αμνησικάκους άνδρας, θυσιάζοντας +προθύμως τα ιδιαίτερα πάθη των εις τον βωμόν της πατρίδος, ας μη +ελπίζωμεν, παιδία μου, εθνικήν αναγέννησιν και εθνικήν ευημερίαν + + + +Η ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ. + + + +Καθώς ο Αριστείδης εξωρίσθη υπό των Αθηναίων διά την αρετήν και +την δικαιοσύνην του, τοιουτοτρόπως μετά τινας χρόνους εξωρίσθη +και ο ένδοξος Κίμων επί λόγω ότι ήτο φίλος των Σπαρτιατών, και +επομένως επικίνδυνος εις τας Αθήνας. + +Καθώς δε ο Αριστείδης, ουχί μόνον δεν ηγανάκτησε κατά της +πατρίδος του εξορισθείς, αλλ' ηυχήθη, ηγωνίσθη, και διεκινδύνευσε +προς σωτηρίαν αυτής, τοιουτοτρόπως και ο Κίμων, μιμούμενος το +αξιότιμον παράδειγμα του εναρέτου εκείνου ανδρός και προσωπικού +φίλου του, δεν εμνησικάκησε κατά των συμπολιτών του, αλλά και +αυτός καλόν αντί κακού ηθέλησε να τοις ανταποδώση. + +Ενώ ήτο εξόριστος, μάχη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών επρόκειτο +να συγκροτηθή εις την Βοιωτίαν. + +Ιδού περίστασις αρμοδία προς εκδίκησιν είπεν ο Κίμων· και +ενδυθείς αμέσως την πανοπλίαν του, τρέχει εις το στρατόπεδον, +ουχί των φίλων του Σπαρτιατών, αλλά των εχθρών του Αθηναίων, όπως +συναγωνισθή και θυσιασθή μετ' αυτών υπέρ πατρίδος. + +Οι Αθηναίοι όμως απέκρουσαν την αυθόρμητον ταύτην και γενναίαν +συνδρομήν του εξορίστου Κίμωνος, και διέταξαν αυτόν ν' +απομακρυνθή του στρατοπέδου. + +Αλλά και τότε ο Κίμων δεν αγανακτεί κατά των δυσπίστων συμπολιτών +του· απ' εναντίας παρακαλεί θερμώς εκατόν πιστούς και +αφοσιωμένους εις αυτόν φίλους του ν' αγωνισθώσι γενναίως, όπως η +πατρίς θριαμβεύση + +Οι εκατόν αυτοί φίλοι του, υπακούσαντες εις την φωνήν του +Κίμωνος, και αγωνισθέντες ανδρείως, έπεσαν άπαντες εις την μάχην +θύματα ένδοξα της φιλοπατρίας των. + +Οι δε Αθηναίοι αμέσως τότε διέταξαν την εις Αθήνας επάνοδον του +Κίμωνος, εννοήσαντες ότι, αν ο Κίμων ηγάπα την αρετήν και τα +αυστηρά ήθη των Σπαρτιατών, την πατρίδα του όμως ελάτρευεν υπέρ +παν άλλο επίγειον αγαθόν. + +Οποία διαφορά μεταξύ Κίμωνος, Αριστείδου, Φωκίωνος, και +Δημοσθένους, καί τινων εκδικητικών ανδραρίων, τα οποία, τυφλωμένα +από φιλαρχίαν, φιλοχρηματίαν, και φθόνον, διά να ευχαριστήσωσι τα +μοχθηρά των πάθη, εξυβρίζουν εν τη παραφορά των, συκοφαντούν, +προδίδουν, ληστεύουν, και δολοφονούν ουχί μόνον τους αντιπάλους, +αλλά και ολόκληρον το έθνος αυτών! + +Διά του ακολούθου δε διστίχου μας εκαλονύκτισεν ο γέρων κατά την +εσπέραν εκείνην. + + »Έσο γενναίος πάντοτε, μνησίκακος μη είσαι. + » Δίδε καλόν αντί κακόν, και όντως εκδικείσαι.» +~~~~~~~~~~ + + + +Ο ΙΕΡΩΤΕΡΟΣ ΕΡΩΣ. + « Και μείζον' όστις αντί της + « αυτού πάτρας φίλον νομίζει, + « τούτον ουδαμού λέγω. » + (Σοφοκλέους.) + + + +ΚΑΤΑ την εικοστήν πέμπτην Μαρτίου 1820, ημέραν του Ευαγγελισμού, +προσεκάλεσεν ο Γεροστάθης μετά την θείαν λειτουργίαν εις το γεύμα +του τους δέκα μεγαλυτέρους μαθητάς του σχολείου· μεταξύ δε αυτών +συνηριθμείτο ευτυχώς και ο γράφων τας παρούσας αναμνήσεις. + +Πολλά διηγήθη κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός γέρων, και μάλιστα +περί του ενδόξου παρελθόντος, της παρακμής, και της θλιβεράς +πτώσεως του έθνους ημών. + +Η αρετή και η φιλοπατρία, μας είπεν, εδόξασαν και ανύψωσαν την +αρχαίαν Ελλάδα. Η πολυτέλεια, η φιλοπρωτία, και η διαφθορά +επέφεραν την παρακμήν της. Η διχόνοια και οι εμφύλιοι σπαραγμοί +επροκάλεσαν τας εξωτερικάς επεμβάσεις, και επομένως την υπό τους +Ρωμαίους υποδούλωσιν αυτής. + +Ο Ελληνισμός όμως κατέκτησε βαθμηδόν τους Ρωμαίους κατακτητάς, +και εξελληνίσας την εν Κωνσταντινουπόλει συσταθείσαν _Ρωμαϊκήν +Αυτοκρατορίαν, Ελληνικήν_ επί τέλους ανέδειξεν αυτήν. + +Αλλά δυστυχώς η Ελληνική Αυτοκρατορία, παραμελήσασα και των +εθνικών δυνάμεων την εξάσκησιν, και του εθνικού φρονήματος την +ανύψωσιν, και της φιλοπατρίας τα ζώπυρα, παρήκμασεν, εξησθένησε, +και κατεστράφη. + + — Αλλ' η πατρίς, παιδία μου, είπεν ο γέρων, είναι μήτηρ +φιλόστοργος, την οποίαν και δούλην και ελευθέραν και ευτυχούσαν +και δυστυχούσαν οφείλομεν ν' αγαπώμεν, το παν προθύμως υπέρ αυτής +θυσιάζοντες, + + «_Αυτήν ας έχωμεν 'ς τον νουν, αυτήν ας αγαπώμεν, + «Και όπου αν υπάγωμεν, ας μη την λησμονώμεν._» + +Γλυκύτατον και εκφραστικώτατον είναι τω όντι το όνομα της +_πατρίδος_. Η αρχή της λέξεως ταύτης μας ενθυμίζει τον πατέρα, η +δε κατάληξις, θηλυκή ούσα, μας υπενθυμίζει την μητέρα. Εάν λοιπόν +οφείλωμεν ν' αγαπώμεν και τον πατέρα και την μητέρα μας, +διπλασίαν αγάπην οφείλομεν προς την πατρίδα, ήτις εντός εαυτής +συνενόνει αμφοτέρους τους γονείς, και μετ' αυτών όλους τους +προγόνους, όλους τους συγγενείς, όλους τους φίλους, όλους τους +συμπολίτας, όλον το παρελθόν, και όλον το μέλλον ημών. + +Αλλ' όταν λέγω πατρίδα, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν εννοώ την +κωμόπολιν, ή το χωρίον, ή την πόλιν, ή την επαρχίαν, εις την +οποίαν εγεννήθημεν. Τα μήλα της μηλέας δεν είναι προϊόντα τούτου +ή εκείνου του κλώνου ή του κλάδου αυτής· είναι καρποί ενός και +του αυτού δένδρου, όσον πολλαί και αν ήναι αι ρίζαι, αίτινες τα +τρέφουν, όσον διάφοροι και αν ήναι οι κλάδοι ή οι κλώνοι, οίτινες +τα φέρουν. Τοιουτοτρόπως και άπαντες οι Έλληνες είναι καρποί ενός +και του αυτού δένδρου, τέκνα μιας και της αυτής μεγάλης μητρός, +και επομένως αδελφοί αδιάσπαστοι. + +Η προς την κοινήν δε ταύτην μητέρα, η προς την μεγάλην πατρίδα +αφοσίωσις και αγάπη αποτελεί την ευγενή και υψηλήν αρετήν της +φιλοπατρίας. + +Αλλά καθώς δεν είναι αληθής χριστιανός όστις, πιστεύων εις +Χριστόν, δεν αποδεικνύει την πίστιν του ταύτην διά των +χριστιανικών του έργων, τοιουτοτρόπως ούτε φιλόπατρις είναι +όστις, λέγων ότι αγαπά την πατρίδα, δεν προσπαθεί διά πατριωτικών +έργων ν' αποδείξη την αγάπην του ταύτην. + +Ο αληθώς φιλόπατρις χρεωστεί ουχί μόνον να μη βλάπτη την πατρίδα +του διά της κακοηθείας και των παθών του, αλλά και διά της +αρετής, των κόπων, των αγώνων, και των θυσιών του χρεωστεί ν' +αποκαθίσταται πάντοτε ωφέλιμος εις αυτήν. + +Οι ένδοξοι πρόγονοί μας εκληροδότησαν εις ημάς παραδείγματα +αξιοθαύμαστα και αξιομίμητα αληθούς φιλοπατρίας. + +Διά να θαυμάσητε δε το ύψος και το κάλλος της φιλοπατρίας των, +θέλω σας διηγηθή τινα εκ των παραδειγμάτων τούτων, εύελπις ότι το +ιερόν πυρ, το οποίον εθέρμανε τας καρδίας των προγόνων μας προς +δόξαν της αρχαίας Ελλάδος, θέλει θερμάνει και τας ιδικάς σας +καρδίας προς παρηγορίαν της φίλης πατρίδος. + + + +Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΔΡΟΥ. + + + +Κατά τους αρχαίους χρόνους οι Αθηναίοι, πριν ή δημοκρατηθώσιν, +έζων υπό βασιλείς. Ότε δε εβασίλευεν εις Αθήνας ο Κόδρος, οι +Δωριείς, εισβαλόντες εκ της Πελοποννήσου και κυριεύσαντες τα +Μέγαρα, επαπείλουν και τας Αθήνας. Ο δε χρησμός υπέσχετο εις +αυτούς επιτυχίαν και θρίαμβον κατά των Αθηναίων, αν ήθελον +διαφυλάξει την ζωήν του βασιλέως Κόδρου. + +Ο Κόδρος, μαθών τον χρησμόν, αποφασίζει αμέσως να θυσιάση και +θρόνον και ζωήν προς σωτηρίαν της φίλης πατρίδος του. + +Όθεν ενδυθείς ως χωρικός προσέρχεται άγνωστος εις το στρατόπεδον +των εχθρών· εκεί δε διερεθίζων και προκαλών τους στρατιώτας, +κατορθόνει επί τέλους να πληγωθή καιρίως υπ' αυτών, και ούτω ν' +αποθάνη τον υπέρ πατρίδος θάνατον, τον ενδοξότερον και γλυκύτερον +παντός άλλου θανάτου. + +Οι Δωριείς, άμα πληροφορηθέντες ότι ο φονευθείς χωρικός ήτο ο +βασιλεύς Κόδρος, και ότι ο κατά τον χρησμόν όρος της επιτυχίας +των εματαιώθη, απηλπίσθησαν και ανεχώρησαν, αι δε Αθήναι +εσώθησαν. + +Μεγίστη είναι, παιδία μου, επρόσθεσεν ο γέρων, η δύναμις του +καλού παραδείγματος! Και διά τούτο πιστεύω ότι την ευγενή +φιλοπατρίαν του Κόδρου και την υπέρ πατρίδος γενναίαν θυσίαν της +ζωής του επροκάλεσεν η προ αυτού πατριωτική θυσία της Αγραύλου. + +Τις ήτο η Άγραυλος, και ποία η πατριωτική της θυσία ; ηρωτήσαμεν +τότε τον Γεροστάθην. Αυτός δε μας απεκρίθη τα εξής + + + +Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΑΥΛΟΥ. + + + +Η Άγραυλος ήτο θυγάτηρ του Κέκροπος, του πρώτου θεμελιωτού και +βασιλέως των Αθηνών. Ενώ δε αύτη έζη εις τας Αθήνας, εχθροί +κατεπολέμουν την πόλιν οι δε Αθηναίοι κινδυνεύοντες ηρώτησαν το +μαντείον τι πρέπει να πράξωσιν όπως νικήσωσι και σωθώσι. + +Το δε μαντείον απήντησεν ότι τότε μόνον θέλουν νικήσει και σωθή +οι Αθηναίοι, όταν αυθορμήτως θυσιασθή τις εξ αυτών υπέρ πατρίδος. + +Η ευγενής βασιλόπαις Άγραυλος, συναισθανομένη σφοδρόν τον έρωτα +της πατρίδος, γενναίως αποφασίζει να εκπληρώση τον ειρημένον +χρησμόν, και να θυσιάση αυθορμήτως την ζωήν της προς σωτηρίαν της +κινδυνευούσης πατρίδος. Αναβαίνει λοιπόν επί της Ακροπόλεως των +Αθηνών, και εκ του ύψους αυτής αφόβως κατακρημνίζεται, όπως διά +του θανάτου της δώση ζωήν και νίκην εις την φίλην πατρίδα της. + +Ευγνωμονούντες οι Αθηναίοι διά την ηρωικήν ταύτην θυσίαν της +Αγραύλου, και επιθυμούντες να διαιωνίσωσι την μνήμην της, +εσύστησαν και εώρταζαν έκτοτε εις τας Αθήνας εορτήν δημόσιον, +_Αγραύλια_ καλουμένην. Ανήγειραν δε προς τιμήν της φιλοπάτριδος +ηρωίδος εν τη Ακροπόλει και ναυν, εντός του οποίου όλοι οι νέοι +των Αθηνών ωρκίζοντο ότι θέλουν υπερασπίζει μέχρι τελευταίας +αναπνοής τους συμπολίτας των, την θρησκείαν των, την πατρίδα των, +και τους νόμους αυτής. + + + +Ο ΟΡΚΟΣ ΤΟΝ ΝΕΩΝ. + + + +Ο Γεροστάθης τότε, λαβών εκ της βιβλιοθήκης του βιβλίον, μας +ανέγνωσεν ελληνιστί, και ακολούθως μας εξήγησε τον όρκον, τον +οποίον εις τας Αθήνας οι παίδες, γινόμενοι έφηβοι, ωρκίζοντο. +ιδού δε καθ' όσον ενθυμούμαι τα διαλαμβανόμενα εντός του όρκου +τούτου· + +«Δεν θέλω ποτέ καταισχύνει τα όπλα της πατρίδος. Δεν θέλω ποτέ +εγκαταλείψει εις την μάχην την τάξιν και τον παραστάτην μου. Θέλω +αγωνίζεσθαι πάντοτε υπέρ του μεγαλείου και της βελτιώσεως της +πατρίδος. Θέλω τιμά και υπερασπίζει τα ιερά και τα όσια της +πατρίδος. Θέλω υπακούει προθύμως εις τους εμφρόνως κρίνοντας, και +θέλω είσθαι ευπειθής εις της πατρίδος τους νόμους, καταδιώκων +πάντα παραβάτην αυτών. Οι δε Θεοί έστωσαν μάρτυρες τούτων!_» + +Τοιούτον όρκον, τοιαύτας ιεράς υποσχέσεις χρεωστείτε εις την +πατρίδα και υμείς, φίλτατοι νέοι, μας είπεν ο Γεροστάθης. +Υποσχέθητε και σεις ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι θέλετε αγαπά +πάντοτε την πατρίδα και την θρησκείαν υμών. Υποσχέθητε ότι προς +υπεράσπισιν αυτών προθύμως θέλετε θυσιάσει και αυτήν την ζωήν +υμών. Ύποσχέθητε ότι προθύμως θέλετε και σεις υπακούει εις τους +ικανωτέρους υμών. Έστε δε βέβαιοι ότι εάν τηρήσητε τας υποσχέσεις +σας ταύτας, δεν θέλει βραδύνει να ευδαιμονήση και να δοξασθή η +σήμερον τεθλιμμένη πατρίς. + +Μετά τους λόγους αυτούς μεγαλοφώνως τον όρκον των νέων ωρκίσθημεν +πάντες, και την γενναιότητα της Αγραύλου δεν επαύσαμεν +θαυμάζοντες. + +Ο δε Γεροστάθης επρόσθεσεν ότι και άλλαι Ελληνίδες, εμπνεόμεναι +υπό του ευγενούς και υψηλού αισθήματος της φιλοπατρίας, και την +αρχαίαν Ελλάδα και το γυναικείον φύλον ετίμησαν και εδόξασαν. Μας +διηγήθη δε τα εξής περί της Τελεσίλλας, της Αρχιδαμίας, και της +Κρατησικλείας. + + + +Η ΑΡΓΕΙΑ ΤΕΛΕΣΙΛΛΑ. + + + +Η Τελέσιλλα, λυρική ποιήτρια εξ Άργους, είχε καρδίαν ευαίσθητον, +εξευγενισθείσαν διά της αρετής και της μαθήσεως· έχουσα δε +τοιαύτην καρδίαν ηγάπα θερμώς την πατρίδα της. Όθεν, ότε οι +Αργείοι είχον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών, η Τελέσιλλα κατώρθωσε +να σχηματίση τάγμα εξ Αργείων γυναικών, και τεθείσα επί κεφαλής +αυτού, συνηγωνίσθη ανδρείως μετά των συμπολιτών της, εξάπτουσα +την φιλοπατρίαν και την γενναιότητα αυτών διά τε της ποιητικής +λύρας και διά του ιδίου αυτής παραδείγματος. + +Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται ενικήθησαν, και εις την Τελέσιλλαν +προσεφέρθη ο στέφανος της νίκης. Εντός δε του ναού της Αφροδίτης +ανήγειραν οι Αργείοι το άγαλμα της ηρωίδος, φέρον τα εμβλήματα +της ποιήσεως και της ηρωικής φιλοπατρίας. + +Ορθότατα έλεγεν ο σοφός Σόλων, ότι «_εκείναι αι πόλεις +ευδαιμονούν, εις τας οποίας οι μεν αγαθοί τιμώνται, οι δε κακοί +τιμωρούνται._» Ενόσω οι Έλληνες ετίμων την αρετήν και την +φιλοπατρίαν, απαθανατίζοντες δι' εικόνων και ανδριάντων τας +Τελεσίλλας και τους άλλους ευεργέτας της πατρίδος, η Ελλάς +ηυτύχει και εδοξάζετο· παρήκμασε δε και κατεστράφη ότε οι μεν +μοχθηροί και διεφθαρμένοι, οι αμαθείς και οι άρπαγες Κλέωνες και +Δημάδαι ετιμήθησαν, οι δε ενάρετοι Σωκράται και Φωκίωνες έπινον +εν τω δεσμωτηρίω το κώνειον. + + + +ΑΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ. + + + +Ο Πύρρος, όστις εβασίλευεν εις την Ήπειρον περί τα 300 έτη προ +Χριστού, ανεφάνη ο μεγαλύτερος στρατιωτικός ανήρ της εποχής του. +Δις ενίκησε τους Μακεδόνας, και επί της Μακεδονίας εβασίλευσε. + + +Μεταβάς δε μετά των στρατών του εις την Ιταλίαν, εις διαφόρους +μάχας κατετρόπωσε τους Ρωμαίους· αλλ' επί τέλους ηναγκάσθη να +επανέλθη εις την Ήπειρον, και τότε εξεστράτευσεν εις την +Πελοπόννησον· πολιορκήσας δε την Σπάρτην, επαπείλει έφοδον κατ' +αυτής. + +Τότε αι γυναίκες της Σπάρτης, μαθούσαι ότι η Γερουσία επρόκειτο +να διασώση αυτάς εις την Κρήτην, όλαι μετ' αγανακτήσεως +απέκρουσαν την τοιαύτην απόφασιν. Η δε Αρχιδαμία επί κεφαλής +αυτών, και ξίφος κρατούσα, παρουσιάσθη ενώπιον της Γερουσίας, και +εβεβαίωσεν αυτήν ότι, _εάν η Σπάρτη πρόκηται να χαθή, ουδεμία +Σπαρτιάτις θέλει να επιζήση_. Αμέσως δε μικραί και μεγάλαι, +παρθένοι και σύζυγοι μετέβησαν εις τα προχώματα της Σπάρτης, όπου +οι στρατιώται είχον αρχίσει να κατασκευάζωσι τάφρον μεγάλην προς +αντίκρουσιν της περιμενομένης εφόδου του Πύρρου· εργασθείσαι δε +καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός δραστηρίως, απεπεράτωσαν αυταί +την τάφρον, όπως δώσωσιν εις τους άνδρας καιρόν αναπαύσεως προς +ανάκτησιν των δυνάμεων των κατά την ώραν της εφόδου. + +Ότε δε την αυγήν η έφοδος ήρχισεν, αι Σπαρτιάτιδες, μένουσαι εις +την μάχην πλησίον των στρατιωτών, υπηρέτουν αυτούς, προσφέρουσαι +βέλη, ακόντια, τροφήν, και ύδωρ· συγχρόνως δε επεριποιούντο τους +πληγωμένους, και ενεψύχονον τους μαχομένους, λέγουσαι προς +αυτούς. « Ένδοξος θέλει είσθαι η νίκη σας, εάν μαχόμενοι νικήσητε +ενώπιον της Σπάρτης, υπό τους οφθαλμούς της πατρίδος· γλυκύτατος +δε θέλει είσθαι ο θάνατός σας, εάν μαχόμενοι υπέρ πατρίδος πέσητε +εις τας αγκάλας των μητέρων, των γυναικών, και των θυγατέρων +σας.» + +Τοιουτοτρόπως η Σπάρτη εσώθη διά της μεγαλοψυχίας και της +φιλοπατρίας των γυναικών της· ο δε Πύρρος αποκρουσθείς ηναγκάσθη +ν' αναχωρήση. + +Τόσον θαυμάσια είναι η δύναμις της φιλοπατρίας, ώστε και αυτάς +τας γυναίκας αναδεικνύει ανδρείας, μεγαλοψύχους, και της πατρίδος +σωτείρας! + +Μετά τα ανωτέρω διηγήθη ο γέρων και τα εξής· + + + +Η ΚΡΑΤΗΣΙΚΛΕΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟΝ. + + + +Ότε η Σπάρτη επολέμει κατά της Αχαϊκής συμμαχίας και κατά του +Αντιγόνου, βασιλέως της Μακεδονίας, ο βασιλεύς της Σπάρτης +Κλεομένης ηναγκάσθη να επικαλεσθή την συμμαχίαν του Πτολεμαίου, +βασιλέως της Αιγύπτου. + +Ο δε Πτολεμαίος υπεσχέθη μεν βοήθειαν εις τον Κλεομένην, αλλ' υπό +τον όρον του να τω στείλη εις την Αίγυπτον ομήρους τα τέκνα και +την μητέρα του Κρατησίκλειαν. + +Εσυστέλλετο επί τινα καιρόν ο Κλεομένης να κοινοποιήση εις την +γραίαν μητέρα του την πρότασιν του Πτολεμαίου. Πολλάκις εισήλθεν +εις το δωμάτιον της Κρατησικλείας διά να τη ανακοινώση οποίαν +θυσίαν απαιτεί παρ' αυτής το συμφέρον της Σπάρτης· αλλ' η προς +την μητέρα του αγάπη τω επέβαλλε σιωπήν. + +Επί τέλους όμως ο έρως της πατρίδος υπερίσχυσε, και ο Κλεομένης +εκοινοποίησεν εις την Κρατησίκλειαν την πρότασιν του Πτολεμαίου. + +Η δε φιλόπατρις Σπαρτιάτις απήντησεν « Εάν αυτό το σώμα μου, +στελλόμενον εις την Αίγυπτον ή αλλαχού, δύναται να ωφελήση την +Σπάρτην, στείλε το, στείλε το το ταχύτερον, πριν ή διαλυθή υπό +του γήρατος, μένον ενταύθα άχρηστον και ανωφελές εις την πατρίδα +του._» + +Ότε δε η Κρατησίκλεια, μεταβάσα εις την Αίγυπτον, επληροφορήθη +ότι ο Κλεομένης δεν ετόλμα να συμβιβασθή μετά των Αχαιών, +φοβούμενος μήπως η μήτηρ και τα τέκνα του κακοποιηθώσιν υπό του +Πτολεμαίου, έγραψεν αμέσως προς τον Κλεομένην τα αξιοθαύμαστα +ταύτα λόγια « Πράξον τα πρέποντα και τα συμφέροντα εις την +Σπάρτην· μη καταδεχθής δε ποτέ να βλαφθή η πατρίς χάριν μιας +γραίας καί τινων παιδαρίων._» + +Τοιαύται ήσαν αι αρχαίαι Ελληνίδες! Έχοντες δε οι προπάτορες ημών +τοιαύτας μητέρας, δικαίως διεκρίθησαν υπέρ παν άλλο έθνος διά την +μεγίστην φιλοπατρίαν των. + +Αι μητέρες, ουχί μόνον νήπια τρέφουν τα τέκνα των, αλλά και +πρώτοι διδάσκαλοι, και πρώτοι παιδαγωγοί αυτών είναι. Αι δε +πρώται εντυπώσεις, τας οποίας εις την τρυφερωτέραν ηλικίαν λάβωσι +τα παιδία, κανονίζουν ολόκληρον τον βίον αυτών. + +Ευτυχείς λοιπόν αι κοινωνίαι, εις τας οποίας αι μητέρες, αφού με +το γλυκύ γάλα του στήθους των θρέψωσι τα τέκνα των, ποτίζουσιν +ακολούθως αυτά και με το έτι γλυκύτερον γάλα της αρετής, της +χριστιανικής αγάπης και της φιλοπατρίας! + +Ακολούθως διηγήθη τα εξής περί του Θρασυβούλου και Πελοπίδου. + + + +Ο ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΩΝ. + + + +Ενθυμείσθε βεβαίως από το μάθημα της Ελληνικής Ιστορίας πώς +ετελείωσεν ο ολέθριος Πελοποννησιακός πόλεμος. + +Ο στρατηγός της Σπάρτης Λύσανδρος, αφού κατέστρεψε τον Αθηναϊκόν +στόλον, εκυρίευσε τον Πειραιά, κατηδάφισε τα μακρά τείχη, και +καταλύσας το ελεύθερον πολίτευμα των Αθηναίων, καθυπέταξεν αυτούς +υπό τον σκληρόν ζυγόν των Τριάκοντα Τυράννων. + +Αλλ' ο Θρασύβουλος, μη ανεχόμενος να έχη πατρίδα δούλην και υπό +αιμοβόρων τυράννων κατασπαραττομένην, αποφασίζει γενναίως την +απελευθέρωσιν αυτής. + +Όθεν συνεννοείται μυστικώς μετ' άλλων φυγάδων, και συγχρόνως μετά +των εν Αθήναις συμπολιτών του· προσελκύσας δε και την αγάπην και +την συνδρομήν Θηβαίων τινών, κυριεύει εξαίφνης την Φυλήν, χωρίον +οχυρόν της Αττικής. Αποκρούων δε γενναίως τους μισθωτούς +στρατιώτας των Τριάκοντα, μεταβαίνει εις τον Πειραιά και +οχυρόνεται εις την Μουνυχίαν, επαπειλών εκείθεν τους Τριάκοντα +Τυράννους. Αλλ' οι Τύραννοι, ως επί το πλείστον θρασύδειλοι, +φεύγουν τότε έντρομοι μακράν των Αθηνών, και ούτως ο Θρασύβουλος +επαναφέρει την αυτονομίαν και την ελευθερίαν εις την πατρίδα του, +απαλλάττων αυτήν από τα δεινά και τα βάσανα της τυραννίας. + + + +Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝΩΝ ΤΑΣ ΘΗΒΑΣ. + + + +Το αξιομίμητον παράδειγμα του φιλοπάτριδος Θρασυβούλου εμιμήθη +και ο μέγας πολίτης των Θηβών Πελοπίδας. + +Δοξομανής, αλλ' αφιλότιμος, ο Θηβαίος Λεοντίδας εθυσίασεν ενώπιον +της φιλαρχίας του την τιμήν της πατρίδος του και δια προδοσίας +αισχράς παρέδωκε το φρούριον των Θηβών, την Καδμίαν, εις +Σπαρτιατικήν φρουράν. + +Στηριζόμενος δε επί της Σπαρτιατικής ταύτης κατοχής, εκυβέρνα +ατίμως και παρανόμως την πατρίδα του. + +Ο Πελοπίδας καί τινες άλλοι φιλοπάτριδες Θηβαίοι, μη υποφέροντες +το αίσχος τούτο της Σπαρτιατικής κατοχής, εγκατέλιπον τας Θήβας +και προσέφυγον εις τας Αθήνας. + +Αν και νέος τότε ο Πελοπίδας, φλεγόμενος όμως υπό του ιερού της +πατρίδος έρωτος, απεφάσισε το παν να διακινδυνεύση προς +απελευθέρωσιν των Θηβών. + +Όθεν, ποτέ μεν υπενθυμίζων εις τους συμπολίτας του το ένδοξον του +Θρασυβούλου ανδραγάθημα, ποτέ δε λέγων προς αυτούς _ότι αισχρόν +και ανόσιον είναι να παραμελή ο πολίτης την πατρίδα του +ατιμαζομένην υπό ξένων όπλων_, και άλλοτε ότι _προτιμότερος ο +έντιμος θάνατος παρά την άτιμον ζωήν_, δεν έπαυε προετοιμάζων και +εξάπτων καθ' ημέραν τους Θηβαίους προς απελευθέρωσιν της δούλης +πατρίδος των. + +Ότε δε τα πατριωτικά του σχέδια ωρίμασαν, μεταβάς μετά των φίλων +του εις τας Θήβας, κατώρθωσε και τον αισχρόν προδότην Λεοντίδαν +να καταστρέψη, και την Σπαρτιατικήν φρουράν ν' αποδιώξη, και την +τιμήν και την ελευθερίαν να επαναφέρη εις την φίλην πατρίδα του. + +Δικαίως λοιπόν οι Έλληνες ωνόμαζον την λαμπράν ταύτην και +πατριωτικήν πράξιν του Πελοπίδου _αδελφήν της του Θρασυβούλου_. + +Έκτοτε ο Πελοπίδας δεν έπαυσεν αγωνιζόμενος και διακινδυνεύων +μετά του επιστηθίου φίλου του Επαμεινώνδου υπέρ της δόξης και της +ευδαιμονίας της φιλτάτης πατρίδος του. + +Τοιαύτη δε ήτο η φιλοπατρία και η αυταπάρνησίς του, ώστε ότε ποτέ +η σύζυγός του μετά δακρύων παρεκάλει αυτόν, εξερχόμενον εις +εκστρατείαν, να προσέχη την ζωήν του, «_ω γύναι_, είπε προς +αυτήν, _χρέος των αρχηγών είναι να φροντίζωσι περί της ζωής των +άλλων και ουχί περί της ιδικής των._» + +Ακολούθως ο Γεροστάθης μας ωμίλησε και περί του θανάτου του +Σωκράτους, τον οποίον τοσούτω μάλλον πατριωτικόν εθεώρει, καθ' +όσον ο ενάρετος ούτος ανήρ δεν απέθανεν εις τον ενθουσιώδη +βρασμόν μάχης τινός, αλλ' ησύχως και εσκεμμένως εντός της φυλακής +επροτίμησε να πίη το κώνειον, παρά να βλάψη την φιλτάτην πατρίδα +του, δίδων παράδειγμα ασεβείας προς τους νόμους αυτής διά της +δραπετεύσεώς του. + +Ιδού δε όσα περί αυτού διηγήθη. + + + +Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΝ ΤΩ ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΩ. + + + +Ενώ ο Σωκράτης, καταδικασμένος εις θάνατον, επερίμενεν αταράχως +εν τω δεσμωτηρίω την ημέραν, καθ' ην επρόκειτο να πίη το +θανατηφόρον κώνειον, οι φίλοι και μαθηταί του, μη υποφέροντες να +ίδωσι τον ενάρετον διδάσκαλόν των αποθνήσκοντα αδίκως, +προητοίμασαν εν αγνοία του όλα τα μέσα της δραπετεύσεώς του, και +της εις την Θεσσαλίαν ασφαλούς διασώσεως αυτού. + +Αυγήν τινα εγειρόμενος ο Σωκράτης εν τη φυλακή από τον ήσυχον +ύπνον, τον οποίον μόνον οι ενάρετοι και ευσυνείδητοι άνδρες και +κατ' αυτήν την παραμονήν του θανάτου των δύνανται να κοιμώνται, +βλέπει καθήμενον πλησίον της κλίνης του τον φίλτατον μαθητήν του +Κρίτωνα, όστις από τα χαράγματα είχεν εισέλθει εις το +δεσμωτήριον, διά να κοινοποιήση εις τον διδάσκαλόν του ότι την +επιούσαν επρόκειτο να τω δώσωσι το κώνειον, και συγχρόνως διά να +καταπείση αυτόν να φύγη εκ της φυλακής, καθόσον τα πάντα ήσαν ήδη +προς τούτο έτοιμα. + +Αλλ' ο Σωκράτης, ενώ αφ' ενός ακούει με αταραξίαν την αγγελίαν +του επικειμένου θανάτου του, αποκρούει αφ' ετέρου την ιδέαν της +δραπετεύσεως και τας παρακλήσεις του Κρίτωνος. + +Η ευπείθεια εις τους νόμους της πατρίδος και εις τας αποφάσεις +των δικαστηρίων ήτο, κατά τον Σωκράτην, το ιερώτερον χρέος παντός +πολίτου, αγαπώντος αληθώς την πατρίδα του· επροτίμησε λοιπόν να +μείνη εν τη φυλακή και να θυσιάση την ζωήν του, παρά να +δραπετεύση παραβιάζων ούτω τους νόμους της πατρίδος και το +καθήκον του αγαθού πολίτου. + +Διά να καταπείση δε περί τούτου και τον φίλον του Κρίτωνα, όστις +επέμενεν επιθυμών την διάσωσιν του διδασκάλου του, είπε προς +αυτόν τα εξής· + +«Εάν, φίλε Κρίτων, ήθελον αποφασίσει να δρεπετεύσω εκ της +φυλακής, οι _Νόμοι_ και η _Πατρίς_ ήθελον παρουσιασθή ενώπιόν μου +και ήθελον με ειπεί + +« Τι κάμνεις, ω Σώκρατες; Απεφάσισας να μας καταστρέψης ; Δεν +γνωρίζεις ότι είναι αδύνατον να υπάρξη πόλις, όταν οι νόμοι της +δεν φυλάττωνται, όταν αι αποφάσεις των δικαστηρίων της δεν +εκτελώνται; Φρονείς ίσως ότι σε ηδικήσαμεν, και δι' αυτό θέλεις +να μας παραβιάσης ; Αλλ' ελησμόνησας την διδασκαλίαν σου _μη +κακόν αντί κακού_; Η Πατρίς, ω Σώκρατες, διά τον νόμων της και +διά των φροντίδων της εγέννησεν, έθρεψεν, εξεπαίδευσε και σε και +τους γονείς σου και τους προγόνους σου. Είσαι τέκνον μου, είσαι +θρέμμα μου· πώς λοιπόν τολμάς να με βλάψης; Εάν ο πατήρ σου ή ο +διδάσκαλός σου σε ραπίσωσιν, ή άλλως πως σε κακοποιήσωσιν, έχεις +ποτέ δικαίωμα να επιστρέψης κατ' αυτών το ράπισμα ή την +κακοποιίαν; Ουχί βεβαίως. _Αλλά δεν γνωρίζεις ότι η Πατρίς είναι +πολύ τιμιώτερον και σεμνότερον και αγιώτερον και από την μητέρα +και από τον πατέρα και από όλους τους προγόνους σου· ότι πρέπει +να σέβησαι και να περιποιήσαι αυτήν, καί τοι θυμωμένην και +άδικον, και ότι ευπειθώς χρεωστείς να πράττης παν ό,τι η Πατρίς +διατάττει, και να πληγωθής εις την μάχην, ή και ν' αποθάνης υπέρ +αυτής ; Δεν γνωρίζεις ότι, εάν δεν ήναι όσιον να παραβιάζη τις +τους γονείς και τας διαταγάς αυτών, πολύ ολιγώτερον όσιον είναι +να παραβιάζη τις την πατρίδα και τους νόμους αυτής ; » + + — Τι ηδυνάμην, ω φίλε Κρίτων, ν' απαντήσω εις τας σοβαράς αυτάς +ερωτήσεις της πατρίδος ; επρόσθεσεν επί τέλους ο Σωκράτης. Ο δε +Κρίτων, μη έχων τι ν' απαντήση, παρεδέχθη, αν και λυπούμενος, ως +ορθήν την απόφασιν του διδασκάλου του, και έπαυσε παρακαλών αυτόν +να δραπετεύση. + +Τοιουτοτρόπως δε ο φιλόπατρις Σωκράτης έπιε την επιούσαν το +κώνειον, και μετέβη εις την άλλην ζωήν μάρτυς της αρετής, της +φιλονομίας, και της φιλοπατρίας του. + +Ακολούθως διηγήθη ο γέρων εκ της Ρωμαϊκής Ιστορίας το εξής +ωραιότατον παράδειγμα πολιτικής αρετής και αληθούς φιλοπατρίας. + + + +Ο ΜΑΡΚΟΣ ΡΗΓΟΥΛΟΣ. + + + +Περί τα 256 προ Χριστού, ότε διήρκει ο πρώτος πόλεμος μεταξύ +Ρωμαίων και Καρχηδονίων, ο Μάρκος Ρήγουλος, ων ύπατος της Ρώμης, +εξεστράτευσεν επί κεφαλής μεγάλων στρατών εις την Αφρικήν κατά +της Καρχηδόνος. + +Κατ' αρχάς ενίκησεν εις διαφόρους μάχας τους εχθρούς της Ρώμης· +αλλ' ότε οι Καρχηδόνιοι έκλεξαν ως στρατηγόν των Λακεδαιμόνιόν +τινα, Ξάνθιππον καλούμενον, κατώρθωσαν και τον στρατόν του Μάρκου +να καταστρέψωσι, και αυτόν μετ' άλλων πεντακοσίων Ρωμαίων να +αιχμαλωτίσωσι. + +Πέντε ολόκληρα έτη έμεινεν αιχμάλωτος ο Ρήγουλος εντός της +Καρχηδόνος. Ότε δε οι Καρχηδόνιοι, νικηθέντες υπό του Μετέλλου, +έστειλαν πρέσβεις εις την Ρώμην διά να προτείνωσιν ειρήνην και +την ανταλλαγήν των αιχμαλώτων, συναπέστειλαν και τον Ρήγουλον, +λαβόντες παρ' αυτού υπόσχεσιν ότι θέλει επανέλθει εις τα δεσμά +της αιχμαλωσίας του, αν η Ρώμη απορρίψη τας προτάσεις των. +Συναποστέλλοντες δε και τον Ρήγουλον, ήλπιζον ότι ήθελεν +υποστηρίξει τας προτάσεις των πρέσβεών των, όπως ελευθερωθή και +αυτός από τα δεινά της αιχμαλωσίας. + +Αλλ' οποία η έκπληξις και των Καρχηδονίων πρέσβεων και αυτών των +Ρωμαίων, ότε, παρουσιασθείς ενώπιον της Ρωμαϊκής Γερουσίας, αντί +να υποστηρίξη τας Καρχηδονικάς προτάσεις, κατεπολέμησεν ενθέρμως +αυτάς, ως αντιβαινούσας εις τα αληθή συμφέροντα της Ρώμης, +θυσιάζων ούτως ενώπιον του ιερού έρωτος της πατρίδος του παν +ατομικόν αυτού συμφέρον. + +Η Γερουσία της Ρώμης, πεισθείσα υπό των λόγων του φιλοπάτριδος +Μάρκου, απέρριψεν όλας τας προτάσεις των Καρχηδονίων, και +παρεδέχθη την εξακολούθησιν του πολέμου. + +Τότε δε οι φίλοι του Ρηγούλου επροσπάθησαν να κρατήσωσιν αυτόν +εις την Ρώμην, προβλέποντες ότι, αν κατά την υπόσχεσίν του ήθελεν +επανέλθει εις την Καρχηδόνα, ο θάνατός του ήθελεν είσθαι βέβαιος. + +Αλλά φιλοπατρία αληθής άνευ μεγάλης αρετής δεν δύναται να υπάρξη. +Ο δε Ρήγουλος, ων φιλόπατρις, αναγκαίως ήτο και ενάρετος, φίλος +της τιμής, και επομένως φύλαξ πιστός των υποσχέσεών του. Όθεν, +αποκρούσας τας παρακλήσεις και προτροπάς των συμπολιτών του, +επανήλθε μετά των πρέσβεων εις την Καρχηδόνα, όπου μαρτυρικός +θάνατος επεσφράγισε τον βίον του ενδόξου τούτου πολίτου της +αρχαίας Ρώμης. + +Έθνη, των οποίων οι πολίται δεν είναι άξιοι ν' αποθάνωσι γενναίως +υπέρ πατρίδος, είναι έθνη χαμερπή και χαύνα, ανάξια ελευθερίας, +ανάξια ευγενούς υπάρξεως. + +Η ελευθερία και η πολιτική ευδαιμονία δεν δύνανται ν' αποκτηθώσι, +και πολύ ολιγώτερον να διατηρηθώσιν, εάν έκαστος πολίτης δεν ήναι +πάντοτε ικανός και έτοιμος να θυσιασθή υπέρ πατρίδος. + +Δεν είναι δε, μας είπεν ο γέρων, ούτε αδύνατον, ούτε δύσκολον να +μορφωθώσι τοιούτοι οι πολίται. Ο Σόλων εις τας Αθήνας, και ο +Λυκούργος εις την Σπάρτην μας απέδειξαν πόσον θαυματουργός είναι +η _παιδιόθεν_ έμφρων και σκόπιμος ανατροφή των πολιτών. + +Διατηρήσατε λοιπόν, φίλοι μου, κατά το παράδειγμα των αρχαίων +Ελληνοπαίδων, ζωηράν και ακμαίαν την υγείαν σας διά της +εγκρατείας, της λιτότητος, και της σωφροσύνης. + +Ενισχύσατε, ως εκείνοι, διά της τακτικής σωμασκίας και των κόπων +τας σωματικάς σας δυνάμεις. + +Ασπάσθητε εκ νεαράς ηλικίας την φιλοτιμίαν, τα γράμματα, την +αρετήν, την σεμνότητα, και την εργασίαν. + +Αγαπήσατε, ως τέκνα του χριστιανισμού, την γλυκυτάτην θρησκείαν +των γονέων σας, και εκτελείτε πάντοτε τα θεία αυτής παραγγέλματα. + +Εμπνεύσθητε δε, ως οι πρόγονοί σας, υπό ευγενούς φιλοπατρίας. Και +τότε μη αμφιβάλλετε ότι θέλετε αναφανή και υμείς πολίται άξιοι +μεγάλης και ενδόξου πατρίδος. + +Βεβαίως το πολυτιμότερον κτήμα του ανθρώπου μετά την τιμήν είναι +η ζωή. Όσοι λοιπόν, εκφωνούντες μετ' ενθουσιασμού + + «_Θάνατος υπέρ πατρίδος είν' αθάνατος ζωή, + » Είναι, δόξα αιωνία και ηρωική τιμή,_» + +θυσιάζουν την ύπαρξίν των εις τον βωμόν της πατρίδος, είναι +αναντιρρήτως τα πολυτιμότερα τέκνα αυτής· αλλ' ουχ ήττον +φιλοπάτριδες είναι και όσοι δι' αγάπην της πατρίδος υποκύπτουν +προθύμως εις άλλας θυσίας. + + + +Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΕΚΟΥΣΙΩΣ ΕΞΟΡΙΖΟΜΕΝΟΣ. + + + +Ο Λυκούργος, ερωτήσας το μαντείον περί της νομοθεσίας του, +ευχαρίστως ήκουσε παρ' αυτού ότι οι νόμοι του ήσαν καταλληλότατοι +όπως προαγάγωσι την αρετήν και την δόξαν της Σπάρτης, αν οι +Σπαρτιάται εξακολουθήσωσι τηρούντες αυτούς. + +Την απόκρισιν ταύτην του μαντείου απέστειλεν αμέσως εις την +Σπάρτην· αποχαιρετίσας δε και συγγενείς και φίλους, απεφάσισε να +μη επανέλθη ποτέ εις την φίλην πατρίδα του, φοβούμενος μη λυθή +διά της επανόδου του ο όρκος των συμπολιτών του, και καταργηθώσιν +οι νόμοι του προς βλάβην της Σπάρτης· διότι οι Σπαρτιάται είχον +ορκισθή ότι θέλουν φυλάξει αυτούς μέχρι της επιστροφής του. + +Τοιαύτη ήτο η φιλοπατρία του μεγάλου τούτου ανδρός! Αν και κατά +τον Ευριπίδην _ουδέν φίλτερον της πατρώας γης, μακάριος δε όστις +ευτυχών μένει εν τη ιδία αυτού πατρίδι_, ο Λυκούργος όμως διά την +αγάπην της Σπάρτης εθυσίασε την γλυκυτάτην ταύτην μακαριότητα, +και εκουσίως υπεβλήθη εις όλας τας στερήσεις και τας πικρίας, τας +οποίας η ξενητεία καθ' ημέραν ποτίζει τους ξένους. + +Διά της θυσίας του δε ταύτης οι Σπαρτιάται, διατηρήσαντες τας +σοφάς αυτού διατάξεις πεντακόσια ολόκληρα έτη, εξηκολούθησαν +ζώντες ευτυχείς και ένδοξοι. Προς ανάμνησιν δε του μεγάλου τούτου +πολίτου ανήγειραν ιερόν, εντός του οποίου κατ' έτος εθυσίαζον, +τιμώντες τον Λυκούργον ως άλλον ευεργέτην θεόν. + + + +Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΤΑΞΕΡΞΗΣ. + + + +Ο Ιπποκράτης, μας είπεν ακολούθως ο Γεροστάθης, ο μέγας ιατρός +της αρχαίας Ελλάδος, εγεννήθη εις την νήσον Κω, επωνομάσθη δε +πατήρ της ιατρικής, καθώς ο Όμηρος πατήρ της ποιήσεως, και ο +Ηρόδοτος πατήρ της ιστορίας. + +Διηγούνται δε ότι ο Αρταξέρξης, γνωρίζων εκ φήμης την μεγάλην +ιατρικήν ικανότητα του Έλληνος ιατρού Ιπποκράτους, προσεκάλεσεν +αυτόν εις την Ασίαν, προσφέρων πλουσιώτατα δώρα και θησαυρούς +μεγάλους. Αλλ' ο Ιπποκράτης απέβαλε και τα δώρα και τους +θησαυρούς του βασιλέως της Περσίας, και ευχαρίστως εθυσίασε το +ατομικόν του συμφέρον, προτιμήσας να τρέξη εις τας Αθήνας προς +βοήθειαν των ομοεθνών του, καταμαστιζομένων περί τας αρχάς του +Πελοποννησιακού πολέμου υπό θανατηφόρου λοιμού. + + + +Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΓΕΙΡΑ. + + + +Παρομοίαν ευγενή θυσίαν των ατομικών αυτού συμφερόντων χάριν της +καταστραφείσης πατρίδος του έκαμε και ο εκ Σταγείρων της +Μακεδονίας Φιλόσοφος Αριστοτέλης. + +Ότε ο βασιλεύς Φίλιππος, θέλων ν' ανταμείψη αυτόν διά τους υπέρ +του Αλεξάνδρου κόπους του, ηρώτησεν αυτόν ποίον δώρον, ποίαν +χάριν επιθυμεί; «_ουδεμίαν άλλην_, απεκρίθη ο φιλόπατρις +Αριστοτέλης, _παρά την ανάστασιν της πατρίδος μου._» + +Κατά το παράδειγμα δε του σοφού Αριστοτέλους, επρόσθεσεν ο +Γεροστάθης, η πρωτίστη των επιθυμιών μας, η μεγίστη των ευτυχιών +μας ας ήναι η ανάστασις, η ευδαιμονία, η δόξα της πατρίδος. Πάσα +δε άλλη επιθυμία ας ήναι δευτερεύουσα και υποτελής εις εκείνην. + + + +ΘΥΣΙΑ ΠΑΘΩΝ. + + + +Αλλά δεν είναι φιλοπάτριδες μόνον οι θυσιάζοντες την ζωήν ή την +περιουσίαν των ή τα συμφέροντά των εις τον βωμόν της πατρίδος. +Φιλοπάτριδες θέλετε ονομασθή, μας είπεν ο γέρων, αν θυσιάζητε και +τα πάθη σας επ' αγαθώ της πατρίδος. + +Ψυχή εμπαθής και κακοήθης δεν δύναται να αισθανθή τον ιερόν της +πατρίδος έρωτα. Άνθρωποι υπό παθών κυριευόμενοι, ουχί μόνον +ανωφελείς, αλλά και ολέθριοι εις την πατρίδα αποκαθίστανται· +μόνον μετά της αρετής δύναται να συζήση η φιλοπατρία! + +Εάν ο Θεμιστοκλής μετά το Μαραθώνιον τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν +εθυσίαζε τα προς τας ηδονάς και τας διασκεδάσεις νεανικά του +πάθη, βεβαίως δεν ήθελεν αναφανή ευεργέτης της Ελλάδος. Εάν εις +την Σαλαμίνα δεν εκυρίευε τον θυμόν του, και δεν εθυσίαζε +γενναίως την κατά του Ευρυβιάδου αγανάκτησίν του, βεβαίως δεν +ήθελεν αναδειχθή σωτήρ της Ελλάδος. + +Ο δε Αριστείδης, θυσιάζων ευγενώς παν αίσθημα φιλοπρωτίας και +εγωισμού, εις μεν τον Μαραθώνα εδόξασε τας Αθήνας, παραχωρήσας +την αρχηγίαν εις τον Μιλτιάδην, εις δε την Σαλαμίνα μεγάλως +συνετέλεσεν εις την σωτηρίαν της Ελλάδος, τεθείς αυθορμήτως υπό +τας διαταγάς του αντιζήλου του Θεμιστοκλέους, εις δε τας Πλαταιές +επεσφράγισε την Ελληνικήν ελευθερίαν, παραχωρήσας εις τους +Τεγεάτας την θέσιν της τιμής. + +Αλλ' ο _Αλκιβιάδης_ ο Αθηναίος, κυριευόμενος υπό του πάθους της +δοξομανίας, επροκάλεσε την κατά της Σικελίας παράφρονα +εκστρατείαν, και δι' αυτής κατέστρεψε την δόξαν της πατρίδος του. + +Ο δε _Παυσανίας_, υποχωρών εις τα αισχρά πάθη της φιλοχρηματίας +και φιλαρχίας, κατήντησεν αισχρός της Ελλάδος προδότης, και +απέθανεν άξιον της προδοσίας του θάνατον. + +Ο δε _Άνυτος_ και _Μίλητος_ και _Λύκων_, αυτοί οι τρεις κατήγοροι +του Σωκράτους, όντες πολίται εμπαθείς, φθονεροί, και εκδικητικοί, +επροκάλεσαν την θανατικήν καταδίκην του εναρέτου ανδρός, και +εστέρησαν την πατρίδα των από το πολυτιμότερον και ωφελιμώτερον +τέκνον της. + +Εάν λοιπόν τα πάθη ήναι όλως ασυμβίβαστα με την φιλοπατρίαν, +προσπαθήσατε, αγαπητοί μου φίλοι, εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας +σας να ελευθερωθήτε από παν ελάττωμα, από πάσαν κακήν έξιν, από +πάσαν αξιοκατάκριτον διάθεσιν, την οποίαν τυχόν ανακαλύπτετε εις +την ψυχήν σας. Τα παραμικρότερα ελαττώματα παραμελούμενα, +αυξάνουν, προχωρούν, και επί τέλους καταντώσι πάθη τρομερά και +εις την πατρίδα ολέθρια· απαράλλακτα ως τα μικρά και ήσυχα +ρυάκια, τα οποία προχωρούντα αυξάνουν και μεγαλύνονται, +μεταβαλλόμενα επί τέλους εις πλατυτάτους, ορμητικούς, και +επικινδύνους ποταμούς. + +Εάν δε, ως τέκνα φιλόστοργα, αισθάνησθε από τούδε πόθον του ν' +αναφανήτε χρήσιμα και ωφέλιμα εις τους γέροντας γονείς σας, τον +αυτόν ευγενή πόθον προσπαθήσατε από τούδε να αισθάνηται η ψυχή +σας και προς την μεγάλην μητέρα, την φίλην πατρίδα σας. Και ο +Θεός τότε θέλει ευλογήσει τους αγώνας, τας σπουδάς, τους κόπους, +και τα έργα σας· ο δε ευγενής πόθος της ψυχής σας θέλει βεβαίως +εκπληρωθή. + +Όστις δε αγαπά την πατρίδα του, ας ομονοή, μετά των συμπολιτών +του, ενθυμούμενος τον Αριστείδην εις την Σαλαμίνα, προσφέροντα +φιλικήν την δεξιάν του εις τον εχθρόν του Θεμιστοκλέα. + +Ας μη φθονώμεν, ας μη αντιπράττωμεν ποτέ τους ικανωτέρους, τους +εμπειροτέρους, τους εμφρονεστέρους ημών· αλλά προθύμως +συντρέχοντες αυτούς, ας ωφελώμεθα και ημείς και η πατρίς υπό της +ικανότητος και της πείρας αυτών. + +Τους δε κατωτέρους ας μη περιφρονώμεν, αλλά φιλικήν και +ενθαρρυντικήν χείρα ας τείνωμεν προς αυτούς. + +Καθώς δε πρέπει να ήμεθα πάντοτε πρόθυμοι προς γενναίαν +αντίκρουσιν παντός εξωτερικού εχθρού της πατρίδος, τοιουτοτρόπως +οφείλομεν προθύμως να καταπολεμώμεν και πάντας τους εσωτερικούς +εχθρούς αυτής. + +Οι εσωτερικοί δε ούτοι εχθροί είναι, παιδία μου, η οκνηρία, η +κακοήθεια, η πολυτέλεια, η διαφθορά, η αδικία, και το έγκλημα. + +Οσάκις δε έργον τι αγαθόν και κοινωφελές προτείνεται ή εκτελείται +υπό τινος των συμπολιτών μας, ας μη ζηλεύωμεν, ας μη φθονώμεν, ας +μη αντενεργώμεν, ας μη συκοφαντώμεν· αλλ' ολοψύχως ας +υποστηρίζωμεν αυτό, και υπ' αυτού του ασπονδοτέρου εχθρού μας αν +έγινεν η πρότασις ή η πράξις. Τοιουτοτρόπως και την πρόοδον της +πατρίδος δεν εμποδίζομεν, και ημείς μετ' αυτής συνωφελούμεθα και +τιμώμεθα. + + « Όταν η μήτηρ ευτυχή, όλοι συνευτυχούμεν, + » Και όταν ήναι ένδοξος, όλοι συνευδοξούμεν. + » Αλλ' όταν πέση εις αυτήν σκότος και δυστυχία, + » Φευ! άδοξα και δυστυχή είναι και τα παιδία! » + +Η δόξα λοιπόν των συμπολιτών μας αντί να φαρμακεύη, απ' εναντίας +ας ευφραίνη την καρδίαν ημών· διότι συνήθως η δόξα ολίγων ατόμων +αποτελεί την δόξαν και την ευδαιμονίαν ολοκλήρου του έθνους. +Εντός δε της εθνικής δόξης και ευδαιμονίας επαναπαύεται η +φιλοτιμία, και ανευρίσκεται η ευτυχία εκάστου πολίτου. + +Ο Αριστείδης συντελέσας εις την δόξαν του αντιπάλου του, +υποστηρίξας τα ορθά σχέδιά του, και συναγωνισθείς υπ' αυτόν, δεν +εδόξασε μόνον τον Θεμιστοκλέα, αλλά και εαυτόν συνεδόξασε, και +ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος εις την Σαλαμίνα διέσωσεν. + + + +Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΠΟΝΟΣ. + + + +Φιλοπατρία άνευ φιλοπονίας δεν δύναται να υπάρξη, μας είπεν +ακολούθως ο Γεροστάθης. Ουδείς δύναται να ονομασθή φιλόπατρις, αν +διά των αγώνων, διά της παιδείας, διά των χρημάτων ή διά της +αρετής του δεν αναφανή ωφέλιμος εις την πατρίδα· αλλ' ούτε η +στρατιωτική πείρα, ούτε τα χρήματα και η παιδεία, ούτε η αρετή +δύνανταί ποτε ν' αποκτηθώσιν εις τους κόλπους της αργίας και της +οκνηρίας. + +Πολίται διάγοντες βίον άεργον και οκνηρόν, άνευ τινός ωφελίμου +ενασχολήσεως, και επομένως αναιδώς επιβαρύνοντες και συμπολίτας +και πατρίδα, βεβαίως ουχί μόνον ανωφελείς, αλλά και επικίνδυνοι +και αποτρόπαιοι και επιβλαβείς εις την πατρίδα αποκαθίστανται. + +Διά την αγάπην λοιπόν της πατρίδος κοπιάσατε, φίλοι μου, ενόσω +είσθε νέοι, ουχί μόνον τον νουν και την καρδίαν διά των γραμμάτων +όπως καλλιεργήσητε, αλλά και πόρον ζωής σταθερόν όπως αποκτήσητε. + +Αισχρόν και άτοπον θέλει είσθαι, αν ημέραν τινά παρουσιασθήτε +ενώπιον της μεγάλης μητρός, ουχί προσφέροντες εις αυτήν ως +φιλόστοργα τέκνα τας απαρχάς των κόπων σας, αλλά ζητούντες παρ' +αυτής, ως οκνηροί ή άσωτοι υιοί, τροφήν και περίθαλψιν. + +Ασυγκρίτως δ' αισχρότερον και αναιδέστερον θέλει είσθαι αν, ο μη +γένοιτο, δι' έλλειψιν ιδίων καταντήσητέ ποτε σφετεριζόμενοι τα +της πατρίδος. + +Η εργασία, καθώς και άλλοτε σας είπον, ούτε τους σοφούς, ούτε +τους πολιτικούς, ούτε τους στρατιωτικούς δύναταί ποτε ν' ατιμάση. + +Ο Σωκράτης ήτο αγαλματοποιός. Ο Σόλων, ο Θαλής, ο Πλάτων μετήλθον +την εμπορίαν. Ο Κιγκινάτος, ο σωτήρ της Ρώμης, και ο Φιλοποίμην, +ο τελευταίος ένδοξος στρατηγός της Ελλάδος, ιδίαις χερσίν +εκαλλιέργουν τους αγρούς των. Ιδίαις χερσί και ο Φωκίων ήντλει το +ύδωρ, ενώ η ενάρετος σύζυγός του εζύμονε τον άρτον του οίκου της. + +Εάν αγαπάτε λοιπόν την πατρίδα, αγαπήσατε εκ νεότητός σας και την +εργασίαν. Αποστράφητε δε την αργίαν, δια να μη αποστραφή υμάς η +πατρίς. + + + +ΑΜΟΙΒΑΙ ΚΑΙ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ + + + +Εάν δέ ποτε υπό του ιερού έρωτος της πατρίδος εμπνεόμενοι, +εξακολούθησε λέγων ο Γεροστάθης, υποκύψητε εις αγώνας και θυσίας, +μη καταδεχθήτε να ζητήσητε αμοιβάς και τιμάς. + +Αι αμοιβαί και αι τιμαί, χορηγούμεναι δικαίως και αυθορμήτως υπό +της πατρίδος, στολίζουν βέβαια και ενθαρρύνουν τα αγαθά τέκνα +αυτής· αλλά _ζητούμεναι_ αμαυρόνουν και εξευτελίζουν και τους +επαιτούντας αυτάς, και τα έργα αυτών. + +Η μόνη ωραία αμοιβή των υπέρ πατρίδος θυσιών και αγώνων σας ας +ήναι η γλυκυτάτη συναίσθησις της εκπληρώσεως των προς αυτήν υικών +καθηκόντων σας. + +Ο Μιλτιάδης, ο Κίμων, ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Σωκράτης, ο +Φωκίων, ο Επαμεινώνδας, και ο Πελοπίδας, ουχί διά τιμών και +ανδριάντων, αλλά διά των έργων αυτών ενδόξως απηθανατίσθησαν. +«_Ει υπό της Ελλάδος πάσης επ' αρετή θαυμάζεσθαι επιθυμείς, την +Ελλάδα πειρατέον ευ ποιείν_» έλεγεν η Αρετή προς τον νέον +Ηρακλέα. + +Αν δέ ποτε η πατρίς, καί τοι ευεργετηθείσα παρ' υμών, φανή +αχάριστος, μη αδημονήσητε, μη αγανακτήσητε· αλλ' ενθυμήθητε τον +Αριστείδην εξοριζόμενον, και όμως ευχόμενον υπέρ της πατρίδος +του· τον Κίμωνα εξωστρακισμένον, αλλά τρέχοντα προθύμως όπως +συναγωνισθή μετά των συμπολιτών του· τον Δημοσθένην εις την +εξορίαν του, αγορεύοντα υπέρ των Αθηνών· τον Σωκράτην και τον +Φωκίωνα εις την φυλακήν πίνοντας το κώνειον, αλλ' ευπείθειαν εις +τους νόμους και αμνησικακίαν υπέρ των φονέων των συνιστώντας. + +Ποτέ δε μη ταυτίσητε τους προσωπικούς αντιπάλους και τους +ατομικούς εχθρούς σας με το ιερόν πρόσωπον της πατρίδος· και +επομένως ποτέ μη ανεχθήτε ως εκ των ατομικών παθών σας να βλαφθή +οπωςδήποτε η πατρίς. + +Αυτά, καθ' όσον ενθυμούμαι, μας είπε κατά την ημέραν εκείνην του +Ευαγγελισμού ο αγαθός γέρων. + +Οι δε οφθαλμοί του ήστραπτον, αι παρειαί του εφλόγιζον, αι +χειρονομίαι του ήσαν εκφραστικώταται, και η φωνή του μελωδική. + +Σέβας και ενθουσιασμός εκυρίευον τον Γεροστάθην οσάκις περί της +φιλοπατρίας των προγόνων μας επρόκειτο· λύπη δε και μελαγχολία +εζωγραφίζοντο επί του προσώπου του, ότε περί των δεινών της +πατρίδος ανέφερεν. Αλλ' ότε περί του μέλλοντος αυτής ωμίλει, +γλυκύ μειδίαμα εφαίνετο εις τα χείλη του, και ακτίνες ελπίδος +έλαμπον επί του μεγάλου μετώπου του. + +Ποτέ, ποτέ δεν θέλω λησμονήσει τον Γεροστάθην της ημέρας εκείνης! +ήτο θείος! και θείον αίσθημα ενεφύσησεν εις τας νεανικάς μας +καρδίας. + +Ότε προς την εσπέραν απεχωρίσθημεν, μας έδωκε τους ακολούθους +στίχους, γεγραμμένους ιδιοχείρως επί τεμαχίου χάρτου, το οποίον +εισέτι διατηρώ ως το πολυτιμότερον των κειμηλίων μου. + + »Των τέκνων σου αι αρεταί και η φιλοπατρία + »Πάλαι ποτέ σ' εδόξασαν, Πατρίς μου σεβασμία! + »Αυτάς λοιπόν ας ασπασθώ ως τέκνον γνήσιόν σου, + »Και ας προσφέρω πρόθυμος το παν εις τον βωμόν σου!» + + + +Η ΔΥΣΙΣ. + + + + « Ουκ έστιν ανδρί αγαθώ + ουδέν κακόν ούτε ζώντι + ούτε τελευτήσαντι. » + (Πλάτωνος.) + +ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗΝ τινα εσπέραν του 1820 έτους, διά να μας δείξη ο +Γεροστάθης την μεγαλοπρεπή δύσιν του ηλίου, μας ωδήγησεν επί του +λόφου εκείνου, όπου προ δύο περίπου ετών είχομεν θαυμάσει μετ' +αυτού τον ήλιον μεγαλοπρεπώς ανατέλλοντα. + +Οποία παράδοξος σύμπτωσις! Επί του λόφου, όπου πρώτην φοράν +είδομεν τον ήλιον ανατέλλοντα, ανέτειλαν και αι πρώται +ευεργετικαί ακτίνες της μετά του γέροντος φιλίας ημών. + +Ότε δε επί του ιδίου λόφου είδομεν μετ' αυτού τον ήλιον δύοντα, +έδυσαν και αι γλυκείαι ακτίνες, τας οποίας η αγαθότης του ανδρός +εις τας ψυχάς μας απέπεμπεν. + +Έκτοτε πλέον δεν συνεπεριδιαβάσαμεν μετ' αυτού! εκείνος ήτο ο +τελευταίος μετά του Γεροστάθου περίπατος! + +Ο λόφος ήτο υψηλός και ανωφερής· ο δε γέρων πολύ εκοπίασε και +εθερμάνθη αναβαίνων αυτόν. + +Η ημέρα ήτο μάλλον δροσερά ως εκ του πνέοντος βορείου ανέμου· επί +της κορυφής δε του λόφου ο βορέας εφύσα μάλλον ψυχρός, και την +προσέγγισιν του χειμώνος αισθαντικώς υπενθύμιζεν. + +Ότε επί του λόφου εφθάσαμεν, ο λαμπρός δίσκος του ηλίου επλησίαζε +να κρυφθή υπό τον ορίζοντα, ο δε Γεροστάθης επροκάλεσε την +προσοχήν μας επί του μεγαλοπρεπούς τούτου φαινομένου. + +Βραδέως και βαθμηδόν κατήρχετο το μεγαλοπρεπές άστρον της ημέρας· +λαμπρός δε και αξιοθαύμαστος ήτο ο ποικίλος χρωματισμός των πέριξ +συννέφων· άλλα εξ αυτών εφαίνοντο ολόχρυσα, άλλα κατακόκκινα και +φλογώδη, και άλλα ιοειδή· ωραιοτάτη δε ήτο και η λεπτή +επιχρύσωσις, την οποίαν αι δύουσαι ακτίνες επροξένουν εις τας +κορυφάς των πέριξ ερυθριώντων βουνών. + +Μετ' ολίγον ο ήλιος εχάθη υπό τον ορίζοντα, η επιχρύσωσις +εσβέσθη, η ποικιλία των ουρανίων χρωμάτων βαθμηδόν εξηλείφθη, και +σοβαρά μελαγχολία εκάλυψεν άπασαν την φύσιν. + + — Τοιουτοτρόπως, μας είπε τότε ο γέρων, έδυσε και το λαμπρόν +άστρον της αρχαίας Ελλάδος, και μετ' αυτού εσβέσθη επί του +Ελληνικού ορίζοντος και ο πολιτισμός, και η σοφία, και η αρετή, +και η ελευθερία, και η δόξα. Υπό την αχλύν δε της απαιδευσίας +σκότος και αθυμία περιεκάλυψαν άπασαν την Ελληνικήν φυλήν. + +Αλλ' ο ήλιος, όστις ήδη έδυσεν, επρόσθεσεν ο γέρων, λαμπρός πάλιν +θέλει ανατείλει αύριον, διά να φωτίση και ζωογονήση και ημάς και +όλην την φύσιν. Τις εξεύρει αν εις τας βουλάς του Υψίστου δεν +ήναι αποφασισμένον ώστε και το Ελληνικόν άστρον ν' ανατείλη +πάλιν, και μετ' αυτού να επανέλθωσιν επί του Ελληνικού ορίζοντος +η ελευθερία, η ευνομία, τα γράμματα, και τέχναι, αι προγονικαί +αρεταί, και άπασα η αρχαία δόξα και λαμπρότης ; + +Την ποθητήν ταύτην ανατολήν του Ελληνικού αστέρος ας ευχώμεθα +πάντες από καρδίας, παιδία μου, οσάκις αυγήν και εσπέραν προς +ανατολάς εστραμμένοι απευθύνωμεν προς τον ελεήμονα Θεόν τας +παρακλήσεις ημών. + +Εκ των χριστιανικών αρετών μία είναι και η _ελπίς_· ως χριστιανοί +λοιπόν ας ελπίζωμεν την ανατολήν ταύτην. Αλλά προς +πραγματοποίησιν της γλυκυτάτης αυτής ελπίδος, ας μη παύωμεν και +την αρετήν σταθερώς εργαζόμενοι, και διά της παιδείας και της +φιλοπονίας εξασκούντες και αυξάνοντες τας δυνάμεις ημών επ' αγαθώ +της φίλης πατρίδος. + +Εν τούτοις ο βορέας εξηκολούθει πνέων σφοδρότερος, και το ψύχος +εγίνετο δριμύτερον. Συναισθανθείς δε αυτό ο Γεροστάθης +συνεκαλύφθη, και ήρχισε να καταβαίνη τον λόφον, ημείς δε +ηκολουθήσαμεν τον γέροντα μέχρι της οικίας του, όπου τω ηυχήθημεν +καλήν νύκτα, και απεχωρίσθημεν. + + + +Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ. + + + +Αλλ' αι καλονυκτικαί ευχαί μας δυστυχώς δεν εισηκούσθησαν, διότι +ο Γεροστάθης διήλθε νύκτα κακίστην. Την επιούσαν δεν είδομεν +αυτόν· εμάθομεν δε ότι, έχων θέρμην και βήχα σφοδρότατον, +προσεκάλεσε προς επίσκεψίν του τον ιατρόν της κωμοπόλεως. + +Ατυχώς η κωμόπολις δεν είχεν εισέτι παρά ένα και μόνον ιατρόν και +αυτόν _εμπειρικόν_. Το δε ζεστόν χαμαίμηλον και η θερμολουσία, τα +οποία διέταξε, δεν απήλλαξαν τον Γεροστάθην από τα δεινά του, αν +και προς ώραν ελάφρωσαν ολίγον αυτόν. Την επιούσαν η θέρμη +επανήλθε σφοδροτέρα, και υπό του σκληρού του βηχός έτι μάλλον +ηνωχλήθη. + +Ολόκληρον την κωμόπολιν κατετάραξεν η ασθένεια αύτη του αγαθού +γέροντος. Οι δε προεστώτες, βλέποντες την χειροτέρευσιν του +ασθενούς, έστειλαν αμέσως εις Ιωάννινα έφιππον, διά να +προσκαλέσωσιν εκείθεν τον επιστήμονα και ευυπόληπτον ιατρόν Ι. Τ. + +Ο ιατρός Ι. Τ., όστις εκ φήμης εγνώριζε τον αξιότιμον Γεροστάθην, +έσπευσεν άνευ αναβολής να έλθη. Η δε εμφάνισις αυτού ενέπλησεν +όλους χαράς και ελπίδος. + +Ματαία όμως και διαβατική ανεφάνη και η ελπίς και η χαρά μας. +Κατηφής και περίλυπος εξελθών εκ του δωματίου του ασθενούς ο +ιατρός, είπε προς τους προεστώτας — Λυπούμαι, διότι πολύ αργά +έφθασα· η ασθένεια είναι σφοδρά περιπνευμονία, η φλόγωσις +εκορυφώθη, και μικροτάτη ελπίς θεραπείας μένει πλέον εις την +επιστήμην. + +Απόπληκτοι εμείναμεν όλοι, ότε ηκούσαμεν τους απελπιστικούς +αυτούς λόγους του ιατρού. + +Το Σχολείον κατά τας ημέρας εκείνας είχεν ερημώσει. Από τα +χαράγματα δε μέχρι της νυκτός περίλυποι και σκυθρωποί +εσυσσωρευόμεθα έμπροσθεν της οικίας του ασθενούς, περιμένοντες να +μάθωμεν ευχάριστόν τι περί της υγείας αυτού. + +Οι δε πατέρες και αι μητέρες ημών, εγκαταλιπόντες και τας οικίας +και τα έργα των, δεν έπαυον ημέραν και νύκτα περιποιούμενοι +φιλοφρόνως τον ασθενή. + +Αξιοθαύμαστος ήτο η αγάπη και η αφοσίωσις, την οποίαν είχεν +εμπνεύσει εις τας ψυχάς όλων ανεξαιρέτως η αγαθότης του σεβασμίου +ανδρός. Μεγίστη τω όντι και μαγική η δύναμις της αρετής και της +αγαθοεργίας! + +Εν τούτοις ο ιατρός, άμα επισκεφθείς τον Γεροστάθην, διέταξε +διπλήν φλεβοτομίαν και επίθεσιν αφθόνων βδελλών, τω έδωκε δε καί +τινα ιατρικά, τα οποία μεθ' εαυτού είχε φέρει εξ Ιωαννίνων. + + + +Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ. + + + +Την επιούσαν ευχαρίστως εμάθομεν ότι ο Γεροστάθης, ων ολίγον +καλλίτερα, επεθύμει να μας ίδη· σιωπηλοί λοιπόν εισήλθομεν εις +τον κοιτώνα του ασθενούς. + + — Καλώς ήλθετε, μικροί μου φίλοι, με φωνήν βραγχνήν και +αδύνατον μας είπεν ο γέρων, πολύ επεθύμουν να σας αποχαιρετίσω +πριν διά παντός σας αποχωρισθώ· ευχαριστώ τον Πανάγαθον, όστις +εισήκουσε και την τελευταίαν ταύτην ευχήν μου. + +Υπό σφοδρού βηχός διεκόπη η ομιλία του γέροντος· Ημείς δε, +ακούσαντες περί αποχωρισμού, ηρχίσαμεν να οδυρώμεθα, ενώ εκείνος +αγωνιών έβηχε. + + — Μη κλαίετε, παιδία μου, επανέλαβε μετ' ολίγον ο γέρων, όλοι +εγεννήθημεν διά ν' αποθάνωμεν· ευτυχής δε ο αποθνήσκων εν τω μέσω +τόσων φίλων. Μη κλαίετε, φίλοι μου, μη φοβείσθε τον θάνατον. Διά +του θανάτου ο ελεήμων Θεός πολλάκις παρηγορεί τους δυστυχούντας, +πολλάκις δε και από μελλούσας δυστυχίας απαλλάττει τα αγαπητά +πλάσματά του. Του χριστιανού ο θάνατος δεν είναι καταστροφή, δεν +είναι εξόντωσις· είναι ελπίς ιλαρωτέρου φωτός, είναι αρχή νέας +υπάρξεως, είναι αθανασία ατελεύτητος, ή, καθώς έλεγεν ο Σωκράτης, +_ο θάνατος είναι μετοίκησις της ψυχής από την επίγειον εις την +ουρανίαν ζωήν._ Όλοι αργά ή ογλίγωρα θέλομεν υποβληθή εις την +μετοίκησιν ταύτην. + +Εις την παρούσαν δε πρόσκαιρον επί της γης ύπαρξιν εισερχόμεθα, +όπως δοκιμασθώσιν αι ψυχαί ημών. Ευτυχείς δε και μακάριαι όσαι +δυνηθώσι να εξέλθωσιν ακηλίδωτοι και ανεπηρέαστοι από τους +πειρασμούς της φθαρτής ταύτης ύλης, των παθών, και των υλικών +συμφερόντων. + +Εάν εν κακίαις και αμαρτίαις ήθελον διέλθει τον βίον, εν τη +εσχάτη μου ταύτη ώρα βεβαίως ήθελον θρηνεί, αναλογιζόμενος την +δικαιοσύνην του Υψίστου· και σεις δε τότε δικαίως ηθέλετε κλαίει +μετ' εμού. + +Αλλ' όστις, παιδία μου, αποθνήσκει με την γλυκυτάτην συναίσθησιν +ότι εξεπλήρωσε κατά δύναμιν τα προς τον Θεόν και τον πλησίον +καθήκοντά του· όστις, αφίνων την γην, αφίνει συγχρόνως επ' αυτής +μνήμην αγαθήν, αυτός δεν πρέπει να τρέμη, ουδέ να λυπήται +μεταβαίνων εις την αιωνιότητα· απ' εναντίας ας χαίρη και ας +αγάλληται, διότι προς αυτόν ο δίκαιος Κριτής φωνάζει «_Ευ, δούλε +αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την αιώνιον χαράν τον Κυρίου σου._» + + + +Η ΛΥΣΙΣ. + + + +Μη κλαίετε λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι· αν τα φθαρτά σώματά μας +πρόκηται ν' αποχωρισθώσιν, αι αθάνατοι όμως ψυχαί μας ποτέ δεν +θέλουν αποχωρισθή. Η ιδική μου, μεταβαίνουσα εις την άλλην ζωήν, +θέλει καθικετεύει τον Ύψιστον όπως σας φωτίζη και καθοδηγή +πάντοτε εις την οδόν της αρετής και του καθήκοντος, και +τοιουτοτρόπως θέλει είσθαι πάντοτε μεθ' υμών. Σεις δε θέλετε +είσθαι επίσης μετ' εμού, εάν, ως ελπίζω, εξακολουθήσητε πάντοτε +αγαπώντες και ενθυμούμενοι τον φίλον της νεότητός σας, τους +λόγους του, τας διηγήσεις του, συλλογιζόμενοι εις παν βήμα της +ζωής σας τι ήθελεν ειπεί περί αυτού ο γέρων Γεροστάθης. + +Οι λόγοι αυτοί, αντί να καταπαύσωσιν, ηύξησαν έτι μάλλον τα +δάκρυα και τους οδυρμούς ημών, και καταφιλούντες τας θερμάς +χείρας του γέροντος, κατεβρέχομεν αυτάς με τα θερμότερα δάκρυά +μας. + +Συνεκινήθη τότε και ο γέρων, εδάκρυσε, μας ησπάσθη, και μας +ηυλόγησεν· η δε συγκίνησις αύτη τω επέβαλεν επί τινα ώραν σιωπήν, +την οποίαν επί τέλους διέκοψε διά των ακολούθων λόγων, οίτινες +βαθέως έμειναν εντυπωμένοι εις την ψυχήν μου, και ζωηροί πάντοτε +επανέρχονται εις τα ώτα μου. + + — Ζήσετε, φίλοι μου, πιστοί πάντοτε εις των πατέρων σας την +θρησκείαν· αυτή εν τω μέσω των δεινών της πολυχρονίου δουλείας +μας παρηγόρησεν· αυτή μας εδίδαξε με καρτερίαν και με ελπίδα να +υποφέρωμεν τα δεινά μας· αυτή διετήρησε την εθνικήν ενότητά μας, +την ωραίαν μας γλώσσαν, και τον ένδοξον ελληνισμόν μας. Υπό +οποιαςδήποτε περιστάσεις, υπό οποιουςδήποτε καταδιωγμούς ή +σατανικάς ξένων ραδιουργίας και αν ευρεθήτε, μείνατε πάντοτε +πιστοί, ηνωμένοι και ακράδαντοι υπό την αγίαν σημαίαν της, όπως +διατηρηθή ούτω το πολυπαθές Εθνος ημών πάντοτε έν και αδιαίρετον. + +Μετά Θεόν δε αγαπήσατε την πατρίδα και τους γονείς σας· διά της +φιλοπονίας δε, της αρετής, και της ευγενούς θυσίας των παθών σας +αναδείχθητε προσφιλή τέκνα και της πατρίδος και των γονέων υμών. + +Προσέχετε επομένως την υγείαν σας, φωτίζετε την ψυχήν σας, +εξευγενίζετε την καρδίαν σας, ασπάσθητε τας χριστιανικάς και +προγονικάς αρετάς, και αποφεύγετε παν αισχρόν και άτιμον. Έχοντες +δε κατά νου ότι το μεν γήινον σώμα σας θέλει επανέλθει εις την +γην, η δε αθάνατος ψυχή σας θέλει μεταβή εις την αιωνιότητα, μη +παύσητε αγωνιζόμενοι και επί της γης μνήμην αγαθήν ν' αφήσητε, +και εις τον ουρανόν ενώπιον του Πλάστου φαιδροί να παρουσιασθήτε. + +Εις τον λαβύρινθον του κόσμου εμβαίνοντες, πολλάς κακίας και πάθη +δυσειδή θέλετε απαντήσει, παιδία μου· εις πολλάς δε δυστυχίας +απροσδοκήτως ίσως θέλετε εκτεθή. + +Και τας μεν δυστυχίας γενναίως υπομείνατε, αναλογιζόμενοι ότι +υπάρχουν και άλλαι ασυγκρίτως μεγαλήτεραι, τας οποίας μη έχοντες +ευχαριστείτε και δοξάζετε τον Θεόν. + +Ενώπιον δε της κακίας και των αισχρών παθών μη απελπισθήτε, διά +να μη καταντήσητε μισάνθρωποι, και επομένως όντα περιττά και +άχρηστα επί της γης. Μη δειλιάσητε δε, διά να μη καταστραφήτε υπ' +αυτών· αλλά γενναίως και εμφρόνως παλαίσατε, όπως η αρετή αναφανή +νικηφόρος. + +Ουδείς Ολυμπιονίκης άνευ αγώνων· αγώνων δε και μαχών στάδιον +είναι δυστυχώς το στάδιον του βίου. Ευτυχείς αν εξέλθητε νικηταί +και τροπαιούχοι, ως εκ του λαβυρίνθου της Κρήτης εξήλθε ποτέ ο +Θησεύς. + +Μη παραμελήσητε δε το παρόν, επηρεαζόμενοι από το παρελθόν, ή +επαναπαυόμενοι εις το μέλλον. Το παρελθόν παρήλθε, το δε μέλλον +άδηλον και αβέβαιον. + +Μη παύετε λοιπόν εργαζόμενοι πάντοτε εντός του παρόντος, +ωφελούμενοι από τα μαθήματα του παρελθόντος, και την βελτίωσιν +του μέλλοντος προσπαθούντες. + +Τοιουτοτρόπως η αύριον θέλει σας ευρίσκει πάντοτε καλλιτέρους και +ευτυχέστερους. Όταν δε από την παρούσαν μεταβήτε εις την άλλην +ζωήν, είθε ν' αφήσητε επί της γης ίχνη τινά διακεκριμένα, άτινα +θέλουν καθοδηγήσει και παρηγορήσει όσους κατόπιν υμών εισέλθωσιν +εις τον κινδυνώδη του βίου λαβύρινθον. + +Υπάγετε τώρα, παιδία μου, ησυχάσατε... μη κλαίετε πλέον... +θέλομεν ανταμωθή πάλιν... αν όχι επί της γης... βεβαίως όμως εις +τον ουρανόν. » + +Ταύτα ειπών εσιώπησεν· ημείς δε οδυρόμενοι επέσαμεν επί της +κλίνης του, καταφιλούντες τας χείρας του· ο δε γέρων και πάλιν +μας ησπάζετο και μας ηυλόγει. + +Αλλ' εισελθών ο ιατρός, και ιδών την συγκινητικήν εκείνην σκηνήν, +μας προσεκάλεσε να εξέλθωμεν. + +Εκείνη ήτο η τελευταία μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας· +έκτοτε πλέον δεν ηκούσαμεν την γλυκείαν φωνήν του! + + + +ΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΙ ΣΤΙΓΜΑΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΣΤΑΘΟΥ. + + + +Η πρωινή μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας συνετάραξεν αυτόν, +και εχειροτέρευσε την ασθένειάν του. Ο ιατρός επανέλαβε τας +φλεβοτομίας· αλλά μικρά βελτίωσις ανεφάνη. Ο γέρων εζήτησε τότε +ν' αποχαιρετίση και ευχαριστήση τους προεστώτας διά τας υπέρ +αυτού φροντίδας των. Ακολούθως εζήτησε τους διδασκάλους, και μετ' +αυτούς τον ιερέα διά να εξομολογηθή και κοινωνήση των αχράντων +μυστηρίων. + +Μετά την εκπλήρωσιν δε και του τελευταίου τούτου χριστιανικού +καθήκοντος συνωμίλησε μετά των διδασκάλων και του ιερέως περί των +θείων καλλονών του χριστιανισμού, και ιδίως περί της αγαλλιάσεως, +την οποίαν αισθάνεται ο αληθής χριστιανός κατά τε την διάρκειαν +του βίου του, και κατά τας ώρας του θανάτου του. + +Ηθέλησε τότε ν' αποχαιρετίση και τον αγαπητόν του κήπον. Ότε δε +ήνοιξαν το παραπέτασμα του παραθύρου, βλέμμα μελαγχολικόν έρριψεν +ο γέρων εις τα άνθη και εις τα δένδρα του κήπου του. + +Και τα μεν άνθη μαραμμένα παρουσιάσθησαν εις τους οφθαλμούς του· +κατάχλωμα δε τα φθινοπωρινά φύλλα το έν μετά το άλλο έπιπτον κατά +γης. + + Ούτως, είπε τότε ο γέρων, πίπτουν και οι άνθρωποι από το δένδρον +της ζωής, σήμερον ο είς και αύριον ο άλλος. Και τα άνθη του κήπου +μου εμαράνθησαν και παρήλθον! αλλ' οι σπόροι, τους οποίους εις +τας απαλάς καρδίας των μικρών μου φίλων επροσπάθησα να ενσπείρω, +είθε να μη μαρανθώσι ποτέ! Είθε ημέραν τινά να βλαστήσωσι, και +αμάραντον δόξαν εις την πατρίδα να καρποφορήσωσιν! Αύτη είναι η +θερμότερα ευχή της ψυχής μου. Εις Σε δε, πάτερ αγαθέ, και εις +τους συναδέλφους σου διδασκάλους αναθέτω την πραγματοποίησιν της +εγκαρδίου μου ταύτης ευχής. + +Εξακολουθήσατε φωτίζοντες μετά ζήλου δι' ωφελίμων και βιοτικών +γνώσεων τον νουν των μικρών μαθητών σας. Γυμνάζετε και ενισχύετε +ιδίως την κρίσιν, την καλλιαισθησίαν, και το προς την αρετήν +αίσθημά των. Συνειθίζετε αυτούς εις την σεμνότητα, το σέβας, την +υπομονήν, και την φιλοπονίαν και μη επιτρέπετέ ποτε εις αυτούς ν' +αγαπώσι το φθαρτόν σώμα των περισσότερον της αθανάτου ψυχής των. +_Η κατά Χριστόν και επ' αγαθώ της πατρίδος διάπλασις των +Ελληνοπαίδων ας ήναι ο κύριος και τελικός σκοπός όλων των αγώνων +και όλων των διδασκαλιών σας_. + +Αυτά αγωνιών και πυρέσσων είπεν ο Γεροστάθης, διακοπτόμενος υπό +σφοδροτάτου βηχός, ως ακολούθως μας έλεγον οι διδάσκαλοι. Μετά +τινα δε διακοπήν έστρεψε πάλιν προς τον κήπον τους θνήσκοντας +οφθαλμούς του, υψώσας δ' έπειτα προς τον ουρανόν μελαγχολικόν +βλέμμα, «_Θεέ μου, είπε, πόσα δένδρα ηξιώθην να ίδω +ανεστημένα!... αλλά την ανάστασιν της πατρίδος.._» Και με της +πατρίδος το γλυκύτατον όνομα εις τα χείλη μετέβη από την επίγειον +εις την ουρανίαν ζωήν. + +Περί την δύσιν της ημέρας εκείνης έδυσε και ο βίος του αγαθού +γέροντος. Η δε ψυχή του, εξαγιασθείσα διά της θρησκείας και της +αρετής, αφήκε τα γήινα δεσμά της, και αγαλλομένη επανήλθεν εις +τας αγκάλας του Πλάστου. + + + +Η ΔΙΑΘΗΚΗ + + + +Οι προεστώτες, οι διδάσκαλοι, και ο ιερεύς συνήλθον μετά τον +θάνατον του Γεροστάθου εις την οικίαν αυτού, διά να εξετάσωσιν αν +αφήκε διαθήκην, και συγχρόνως διά να εξασφαλίσωσιν όλα τα της +οικίας του. + +Και κατά πρώτον ήνοιξαν το συρτάριον της τραπέζης, επί της οποίας +συνήθως έγραφε. Μεταξύ δε διαφόρων εγγράφων, τα οποία εντός αυτού +υπήρχον, εύρον περικάλυμμα, φέρον την επιγραφήν «_Η διαθήκη +μου._» + +Ο ιερεύς, ανοίξας το περικάλυμμα, ανέγνωσε μεγαλοφώνως το εν αυτώ +έγγραφον, το οποίον πραγματικώς ήτο η ιδιόχειρος διαθήκη του +γέροντος. + +Της διαθήκης ταύτης ούτε το πρωτότυπον διεσώθη, ούτε αντίγραφον +αυτής ελήφθη ποτέ· ώστε μη δυνάμενος να καταχωρήσω αυτήν ενταύθα, +θέλω αναφέρει όσας εκ των διατάξεών της διετήρησεν η μνήμη μου. + +Κατ' αρχάς εζήτει συγχώρησιν παρά πάντων, όπως και ο +πολυεύσπλαχνος Θεός συγχωρήση τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα +αυτού. + +Ακολούθως έλεγεν ότι, μη έχων ίδια τέκνα, ουδέ συγγενείς, +υιοθετεί και κληρονόμους του αποκαθιστά, όλα τα παρόντα και +μέλλοντα τέκνα της πατρίδος του. + +Αλλ' επειδή, επρόσθετεν, εκτός της αρετής και της παιδείας τα +πάντα επί της γης είναι φθαρτά, διέταττε να μένωσι τα χρήματά του +διαρκώς είς τινα Τράπεζαν· διά δε των ετησίων τόκων να εξακολουθή +η διατήρησις του σχολείου, όπως εξ αυτού οι κληρονόμοι του +απολαμβάνωσι τα μόνα άφθαρτα και αληθώς πολύτιμα κτήματα της +αρετής και παιδείας. + +Την επιμέλειαν και επικαρπίαν του κήπου του ανέθεσεν εις τον +συμμαθητήν μας Ιωάννην· διέταττε δε όταν επανέλθη εξ Ιταλίας ο +αποσταλείς παρ' αυτού προς εκμάθησιν της ιατρικής, να μεταβή αντ' +αυτού ο Ιωάννης όπως σπουδάση την γεωπονίαν, και επανερχόμενος +εις την πατρίδα διδάσκη αυτήν εις τα τέκνα των κτηματιών. + +Προς αμοιβήν δε των υπέρ αυτού κόπων και υπηρεσιών του συμμαθητού +μας Κωνσταντίνου προσδιώριζε ποσόν χρηματικόν, όπως μεταβή και ο +νέος αυτός είς τι Ευρωπαϊκόν οπλουργείον προς εκμάθησιν της +οπλοποιίας και των άλλων σιδηρουργικών τεχνών. + +Την υπέρ του Κωνσταντίνου διάταξίν του ετελείονεν εκφράζων λύπην +ενδόμυχον διά την ανάγκην των όπλων· Ηύχετο δε να μη βραδύνη η +θεία εποχή, καθ' ην εν χριστιανική αγάπη και αρετή άπαντες ως +αδελφοί φιλάδελφοι ζώντες, θέλουν αποτελέσει επί της γης _μίαν +ποίμνην υπό ένα ποιμένα_. + +Ακολούθως η διαθήκη προσδιώριζε χρηματικάς χορηγήσεις προς +περίθαλψιν δυστυχών τινων γερόντων, ορφανών, και αδυνάτων χηρών. + +Επί τέλους ωνόμαζεν εκτελεστάς της διαθήκης του ταύτης άνδρας +ακεραίους και αξιοσεβάστους, και επρόβλεπεν όσον ένεστι +προνοητικώτερον περί της διαρκούς υπάρξεως τοιούτων εκτελεστών +προς ακριβή εκτέλεσιν της τελευταίας θελήσεώς του. + +Ότε δε εγένοντο γνωστά εις την κωμόπολιν τα της διαθήκης, έτι +μάλλον αξιαγάπητος κατέστη η μνήμη του αγαθού Γεροστάθου· διότι +εκ της διαθήκης αυτού ανεφάνη ότι ουχί μόνον ζων, αλλά και μετά +θάνατον ηθέλησε να εξακολουθήση ευεργετών τους συμπολίτας αυτού. + + + +Η ΚΗΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ + + + +Την κηδείαν του Γεροστάθου δεν συνώδευσαν ούτε τύμπανα και +μουσικαί, ούτε αρχιερείς και ιερέων στίφη, ούτε στρατιώται και +νεκρικοί πυροβολισμοί. + +Γενική όμως κατήφεια, βαθυτάτη θλίψις, στεναγμοί, και δάκρυα +συνώδευσαν τον νεκρόν εις το τελευταίον κατοικητήριόν του. + +Μαθηταί, χήραι, γέροντες, πτωχοί, ορφανά, και πάντες εν γένει οι +κάτοικοι της κωμοπόλεως θρηνούντες παρηκολούθουν το λείψανον του +ευεργέτου αυτών. + +Και οι μεν θλιβεροί παλμοί των καρδιών μας ήσαν οι νεκρώσιμοι της +κηδείας τυμπανισμοί, ο δε θρήνος των παρακολουθούντων ήτο η +κατανυκτική μελωδία, δι' ης του παραδείσου αι πύλαι ηνοίγοντο εις +την ψυχήν του Γεροστάθου. + +Τοιαύτας κηδείας μόνον οι ενάρετοι, οι φιλάνθρωποι, και οι +φιλοπάτριδες απολαμβάνουν επί της γης, ενώ αι ψυχαί των +αγαλλόμεναι αναβαίνουν εις τους ουρανούς. + +Εις τον ναόν του Υψίστου ο διδάσκαλος των Ελληνικών εξεφώνησε +λόγον επιτάφιον γλαφυρόν και διδακτικώτατον· είχε δε και το μέγα +αλλά σπάνιον προτέρημα της συντομίας, ώστε, ότε ο ρήτωρ έπαυσεν, +οι ακροαταί, αντί να ευχαριστηθώσιν, ελυπήθησαν, παύσαντες +ακροαζόμενοι έργα ωραία κομψώς εξιστορούμενα. + +Το ρητόν, διά του οποίου ο διδάσκαλος επροοιμίασεν, ήτο το του +Ευαγγελίου «ος δ' αν ποιήση και διδάξη ούτος μέγας κληθήσεται εν +τη βασιλεία των ουρανών.» + +Διατηρήσας δε αντίγραφον του επιτυμβίου, του χαραχθέντος επί του +τάφου του γέροντος, ευχαρίστως καταχωρώ τούτο ενταύθα είχε δε +ούτως· + +ΕΝΤΑΥΘΑ ΚΕΙΤΑΙ Ο +ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ +ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΝΑΡΕΤΟΣ +ΚΑΙ +ΕΛΛΗΝ ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ +ΟΣ +ΚΥΡΙΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΕΞ ΟΛΗΣ ΨΥΧΗΣ +ΚΑΙ +ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΩΣ ΕΑΥΤΟΝ +ΑΓΑΠΗΣΑΣ, ΑΥΤΟΣ ΤΕ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΗΝ, ΚΑΙ +ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΕΠΙ ΚΑΛΟΚΑΓΑΘΙΑΝ ΗΓΕΝ + +Οι συντάξαντες το επιτύμβιον τούτο συνένωσαν εντός αυτού τα δύο +μεγάλα παραγγέλματα του Ευαγγελίου μετά των περί Σωκράτους λόγων +του Ξενοφώντος. Φαίνεται δε ότι ηθέλησαν ούτω ν' αποδείξωσιν ότι +εις την καρδίαν του Γεροστάθου συνηνούτο ο Χριστιανισμός μετά του +Ελληνισμού, ως συνήνονεν αυτούς το επί του τάφου του μάρμαρον. + +Μετά πολυχρόνιον αποδημίαν περιηγηθείς εσχάτως την Ήπειρον, +μετέβην και εις την κωμόπολιν του Γεροστάθου, όπου τόσαι γλυκείαι +αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας θερμώς μ' επροσκάλουν. + +Αλλά την μεν κωμόπολιν εύρον σχεδόν έρημον ζητήσας δε με +πάλλουσαν καρδίαν το σχολείον και την οικίαν του γέροντος, δεν +εύρον ειμή ερείπια. + +Περίλυπος μετέβην τότε από το κοιμητήριον αυτό των ζώντων εις το +κοιμητήριον των αποθανόντων, όπως ασπασθώ τον τάφον του ευεργέτου +μου, και επ' αυτού κλαύσω την ερήμωσιν της πατρίδος. Αλλ' ουδέ +ίχνος του τάφου του υπήρχε πλέον! + +Δυστυχεστάτη πατρίς! ανέκραξα τότε στενάζων βαθέως, δεν θέλει +λοιπόν παρέλθει η οργή του Κυρίου από σου, + +Αλλ' όχι! χριστιανισμός και απελπισία είναι αντίφασις, είναι +αμάρτημα. Ας εξακολουθώμεν λοιπόν ελπίζοντες πάντοτε· διά της +παιδείας δε, της φιλοπονίας, και αρετής ας ενισχύωμεν, ας +αναπτύσσωμεν, ας πολλαπλασιάζωμεν τας δυνάμεις ημών, και αι +γλυκείαι ημών ελπίδες βεβαίως θέλουν πραγματοποιηθή. + +Το τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν άφινε να κοιμηθή τον νέον +Θεμιστοκλέα· τοιουτοτρόπως και η προγονική εύκλεια ας μη αφίνη +τους νέους ημάς Έλληνας να κοιμώμεθα ήσυχον ύπνον αλλ' +αδιαλείπτως ας αγωνιζώμεθα όπως αξιωθώμεν ν' αποτινάξωμεν την +εθνικήν κακοδαιμονίαν, επαναφέροντες άπασαν την Ελληνικήν φυλήν +εις την χορείαν των ευδαιμόνων εθνών! + +Κατά την θλιβεράν δ' εκείνην ημέραν απεφάσισα να εκδώσω τας +αναμνήσεις μου ταύτας, όπως διά των ιδίων έργων και λόγων του +αγαθού Γεροστάθου ανεγείρω εις αυτόν, αντί του καταστραφέντος, +μνημείον άλλο διαρκέστερον ίσως εκείνου, σύμφωνον δε με τας +ευγενείς του ανδρός διαθέσεις. + +« Γαίαν έχοις ελαφράν, φίλτατε φίλων! » + + + +Τ Ε Λ Ο Σ. + + + +ΠΙΝΑΞ +ΤΟΥ +ΤΡΙΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ + + + +Η πρώτη αγάπη....... + Ο πάππος, ο υιός, και ο μικρός Θωμάς + Ο Αινείας και ο πατήρ του.. + Η Σπαρτιάτις Χειλωνίς.... + Ο Επαμεινώνδας και οι γονείς του + Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Ολυμπιάς + Ο κήπος και η καρδία... + Ο Κοριολάνος και η μήτηρ του + Ο Βάσιγκτων και η μήτηρ του +Μία ψυχή εις δύο σώματα + Ο κλώνος και το δεμάτιον. + Οι δύο μικροί φίλοι... + Ο Σωκράτης, ο Αλκιβιάδης, και ο Ξενοφών + Η φιλία του Επαμεινώνδου και Πελοπίδου + Δάμων και Φιντίας... Ηδονή γλυκυτάτη... + Ο Πέτρος και ο πτωχός μαθητής του + Ο κατά το Ευαγγέλιον τέλειος άνθρωπος + Η ελεημοσύνη της τυφλής + Ο ιερεύς της Μόσχας + Η ελευθεριότης του Κίμωνος +Ο Θείος νόμος + Η φιλανθρωπία του Θησέως + Το αληθές προτέρημα του Περικλέους + Ο εφημέριος της κωμοπόλεως + Η προς τον πλησίον αγάπη + Ο χωρικός, ο επονομασθείς Σωτήρ + Ο χωρικός και ο αυτοκράτωρ Ιβάν + Ο λέων και ο Ανδροκλής + Ο αγαθός Τίτος + Οι τριάκοντα Τύραννοι και ο Σωκράτης + Ο δίκαιος Αριστείδης +Η υπερτάτη αρετή + Ο Παύλος και η Ευφροσύνη + Σωτήριον μάθημα + Ο Λυκούργος και ο Άλκανδρος + Ο Πελοπίδας και ο στρατιώτης + Ο Περικλής υβριζόμενος + Ο Σωκράτης προαπόστολος + Η τελευταία παραγγελία του Φωκίωνος + Ο Δημοσθένης και το όνειον γάλα + Η αμνησικακία του Αριστείδου + Η εκδίκησις του εξορίστου Κίμωνος +Ο ιερώτερος έρως + Ο θάνατος του Κόδρου + Η θυσία της Αγραύλου + Ο όρκος των νέων + Η Αργεία Τελέσιλλα + Αι Σπαρτιάτιδες κατά του Πύρρου + Η Κρατησίκλεια εις την Αίγυπτον + Ο Θρασύβουλος κατά των τριάκοντα Τυράννων + Ο Πελοπίδας ελευθερόνων τας Θήβας + Ο Σωκράτης εν τω δεσμωτηρίω + Ο Μάρκος Ρήγουλος + Ο Λυκούργος εκουσίως εξοριζόμενος + Ο Ιπποκράτης και ο Αρταξέρξης + Ο Αριστοτέλης και τα Στάγειρα + Θυσία παθών + Ο φιλόπατρις και φιλόπονος + Αμοιβαί και αχαριστία +Η δύσις + Η ασθένεια + Η τελευταία επίσκεψις + Αι τελευταίαι στιγμαί του Γεροστάθου + Η διαθήκη + Η κηδεία και το επιτύμβιον + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Gerostathis, by Leon Melas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEROSTATHIS *** + +***** This file should be named 33351-0.txt or 33351-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33351/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/33351-0.zip b/33351-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..3b0d42f --- /dev/null +++ b/33351-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..882d8f3 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #33351 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33351) |
