summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:59:22 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:59:22 -0700
commit8a9e5ca1cb90dcfc8b87c6157491ecea67ce26b5 (patch)
tree2ec186ddb9cd2df6b316dcef6d39153e56f0c27d
initial commit of ebook 33351HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--33351-0.txt5064
-rw-r--r--33351-0.zipbin0 -> 106323 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 5080 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/33351-0.txt b/33351-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..1c8469e
--- /dev/null
+++ b/33351-0.txt
@@ -0,0 +1,5064 @@
+The Project Gutenberg EBook of Gerostathis, by Leon Melas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Gerostathis
+ or Memories of my childhood
+
+Author: Leon Melas
+
+Release Date: August 5, 2010 [EBook #33351]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEROSTATHIS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been
+changed otherwise. Words in italics are included in _ .
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό.
+Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
+ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _ .
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
+ΣΥΛΛΟΓΟΥ (Αριθ. 38).
+
+
+
+Ο ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ
+ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔIΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ
+ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ
+
+
+ «Κειμήλια εσθλά και νέοισι χρήσιμα».
+ (Ευριπίδου).
+
+
+ΥΠΟ
+ΛΕΟΝΤΟΣ ΜΕΛΑ
+
+ΠΙ.
+
+
+ΣΥΛΛΟΓΟΣ
+ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ
+ΤΩΝ
+ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
+ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΟΥ
+63 Οδός Ερμού Οδός Νίκης 14
+
+
+1892
+
+
+
+ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ
+ΤΗΣ
+ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ.
+
+
+ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.
+
+
+
+Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ.
+
+
+
+ « Τοιούτος γίνου περί τους γονείς
+ οίους αν εύξαιο περί σεαυτόν γε-
+ νέσθαι τους σεαυτού παίδας »
+ (Ισοκράτους.)
+
+Ήτο Κυριακή των Βαΐων ότε, επισκεφθέντες τον Γεροστάθην, εύρομεν
+αυτόν συνομιλούντα μετά του συμμαθητού μας Κωνσταντίνου, τον
+οποίον, αγαπήσας δια την φιλομάθειάν του, είχε προσλάβει ως
+ψυχοϋιόν.
+
+Ο πατήρ του Κωνσταντίνου είχε μετοικήσει μετά της λοιπής
+οικογενείας του εις Σκόδραν. Ο δε Κωνσταντίνος, υπηρετών έκτοτε
+τον Γεροστάθην, εξηκολούθει συγχρόνως μετ' άκρας επιμελείας και
+τα μαθήματα του σχολείου.
+
+Ότε εισήλθομεν εις το δωμάτιον, η ομιλία διεκόπη· παρετηρήσαμεν
+δε τον Κωνσταντίνον σπρώχνοντα προς το μέρος, όπου εκάθητο ο
+γέρων, χρήματά τινα, τα οποία ήσαν επί της τραπέζης.
+
+Ο Γεροστάθης, άμα ιδών ημάς ερχομένους, — Εις καλήν ώραν ήλθετε,
+φίλοι μου, μας είπεν· έχω να σας κοινοποιήσω αγγελίαν, ήτις
+βεβαίως θέλει σας χαροποιήσει, και αυξήσει την προς τον
+Κωνσταντίνον αγάπην σας.
+
+Ο Κωνσταντίνος άμα ακούσας το όνομά του, συσταλείς εξήλθε του
+δωματίου.
+
+ — Εξεύρετε, παιδία μου, μας είπε τότε ο γέρων, ότι την προσεχή
+Κυριακήν θέλομεν εορτάσει την Ανάστασιν του Σωτήρος ημών.
+Γνωρίζετε προσέτι με πόσην προθυμίαν με υπηρετεί ο Κωνσταντίνος.
+Ενόμισα λοιπόν σήμερον δίκαιον να τω δώσω ολίγα χρήματα, διά να
+προμηθευτή ενδύματα νέα διά το Πάσχα· αλλ' απεποιήθη να λάβη
+αυτά, επί λόγω ότι επί του παρόντος δεν έχει ανάγκην νέων
+ενδυμάτων. Ότε δε εγώ επέμεινα, εξεύρετε τι με είπεν; — Υπακούω,
+τα λαμβάνω, και σας ευχαριστώ· αλλά σας παρακαλώ θερμώς να τα
+στείλητε εκ μέρους μου προς τους πτωχούς γονείς μου, διότι, ότε
+αυτοί ήσαν εδώ, εβοήθουν τον πατέρα μου εις το επάγγελμά του·
+αλλά κατά το παρόν ουδεμίαν άλλην βοήθειαν δύναμαι να τω δώσω.
+Και τους λόγους αυτούς συνώδευσαν δάκρυα καρδίας, συναισθανομένης
+βαθύτατα το ιερόν αίσθημα της υικής αγάπης.
+
+Οι λόγοι του Κωνσταντίνου μ' ενθύμισαν την νεότητά μου, τους
+γονείς μου, συνεκίνησαν δε και την ιδικήν μου γεροντικήν καρδίαν.
+Πόσον ηγάπων και εγώ τους γονείς μου, πόσον τους εσεβόμην, πόσον
+ευτυχής ήμην οσάκις ημπόρουν να τους ευχαριστώ! Ανέκφραστος ήτο η
+χαρά, την οποίαν ησθάνθην, ότε εις την ξενητείαν μου ηξιώθην διά
+των πρώτων μου κόπων να κερδήσω μικρόν χρηματικόν ποσόν, και εξ
+αυτού να στείλω μέρος προς την καλήν μητέρα μου, ως σημείον της
+προς αυτήν αγάπης και ευγνωμοσύνης μου. Αι ευχαί και αι ευλογίαι
+της με κατέστησαν έκτοτε ευτυχή!
+
+Μιμούμενοι τον αγαθόν Κωνσταντίνον προσπαθήσατε και σεις, φίλοι
+μου, να κατασταθήτε άξιοι των ευχών και ευλογιών των γονέων σας.
+Εις αυτούς, μετά τον Θεόν, χρεωστείτε την ύπαρξίν σας, το
+παρελθόν, το παρόν, το μέλλον σας, εν ενί λόγω το παν.
+
+Βρέφη γυμνά, πεινώντα, και αδύνατα, η μήτηρ σας πρώτη θερμώς σας
+ενέδυσε, και με το γάλα της σας έθρεψε, και εις τας αγκάλας της
+σας περιέθαλψε, και διά των φιλοστόργων φροντίδων της την
+αδυναμίαν σας επροστάτευσεν.
+
+Ασθενή και πάσχοντα η μήτηρ σας εφρόντισε να σας θεραπεύση,
+νύκτας ολοκλήρους αγρυπνούσα εις το προσκέφαλόν σας, με την μίαν
+χείρα το ιατρικόν κρατούσα, και με την άλλην τα σιωπηλά της
+δάκρυα σπογγίζουσα.
+
+Κλονιζόμενα επί των αδυνάτων ποδών σας αυτή σας υπεστήριξε, και
+σας ενεθάρρυνεν εις τα πρώτα αβέβαια βήματά σας.
+
+Ψελλίζοντα φωνάς ανάρθρους, αυτή πρώτη σας εδίδαξε την γλώσσαν,
+την οποίαν δι' αυτό και μητρικήν αποκαλείτε.
+
+Εγειρόμενα δε την αυγήν εκ της κλίνης, η μήτηρ σας πρώτη σας
+εδίδαξε την ύπαρξιν του αληθούς Θεού, και σταυρόνουσα με σέβας
+τας χείρας επί του αθώου σας στήθους, αυτή πρώτη σας ωδήγησε,
+προς ανατολάς στρεφόμενα, να επικαλήσθε την εξ ύψους βοήθειαν.
+
+Το παν, το παν, παιδία μου, χρεωστείτε εις τους καλούς γονείς
+σας· αυτοί εκοπίασαν διά το παρελθόν, και κοπιάζουν διά το παρόν
+σας, αγωνιζόμενοι πάντοτε όπως προετοιμάσωσι και το μέλλον σας
+ευχάριστον και ευτυχές.
+
+Τέκνα, τα οποία δεν αγαπώσι, δεν σέβονται, δεν τιμώσι τους γονείς
+των, και τα οποία επομένως δεν προσπαθούν να δείξωσι την προς
+αυτούς ευγνωμοσύνην των, υπακούοντα εις τας θελήσεις των, και
+περιθάλποντα τας ανάγκας, τας αδυναμίας, την ασθένειαν, το γήρας
+αυτών, είναι θηρία, είναι εκτρώματα· έχοντα δε καρδίαν
+ανεπίδεκτον αγάπης και ευγνωμοσύνης, θέλουν ζήσει βεβαίως δυστυχή
+και άθλια.
+
+Οι αρχαίοι Αθηναίοι τόσον επικινδύνους εθεώρουν τους αχαρίστους
+υιούς, ώστε ούτε άρχοντας της πόλεως διώριζον εξ αυτών, ούτε επί
+του βήματος εσυγχώρουν αυτούς ν' αναβώσιν όπως αγορεύσωσι περί
+των κοινών συμφερόντων· διότι όστις δεν αγαπά τους γονείς του,
+ούτε την γεννήσασαν αυτόν πατρίδα δύναταί ποτε ν' αγαπήση, και
+επομένως ούτε διά των έργων ή διά των λόγων του δύναταί ποτε να
+ωφελήση αυτήν.
+
+«_Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται,_»
+λέγει μία των δέκα εντολών του Υψίστου.
+
+«Υπακούετε τοις γονεύσιν υμών κατά πάντα, τούτο γαρ εστίν
+ευάρεστον τω Κυρίω» λέγει ο Απόστολος Παύλος.
+
+«_Ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων_» μας λέγουν τα ιερά
+βιβλία.
+
+Ο δε θεάνθρωπος Ιησούς διά να μας διδάξη διά του θείου αυτού
+παραδείγματος την προς τους γονείς υπακοήν και αφοσίωσιν, και
+κατά τας αρχάς της επί της γης παρουσίας του προθύμως και άνευ
+αντιλογίας εξήλθε του ιερού, και ηκολούθησε την μητέρα του και
+τον Ιωσήφ εις την Ναζαρέτ, _ων υποτασσόμενος αυτοίς_, ως λέγει το
+Ευαγγέλιον, και ότε επρόκειτο ν' αποχωρισθή την μητέρα του και
+επί του σταυρού να εκπνεύση, εις τον επιστήθιον φίλον του Ιωάννην
+θερμώς την εσύστησε.
+
+Και ο ουρανός λοιπόν και η γη αποστρέφονται τα άστοργα, τα
+απειθή, τα αγνώμονα τέκνα.
+
+Ο δε σοφός Πιττακός δικαίως έλεγεν ότι οποίας προσφοράς
+προσφέρομεν προς τους γονείς, τοιαύτας πρέπει να περιμένωμεν και
+ημείς εις τα γηρατειά από τα τέκνα ημών· «_Οίους εράνους
+εισενέγκης τοις γονεύσι, τοιούτους αυτός εν τω γήρα παρά των
+τέκνων προσδέχου._»
+
+Προς βεβαίωσιν δε τούτου διηγήθη ο Γεροστάθης περιστατικόν τι
+συμβάν εσχάτως εις την Αγγλίαν.
+
+
+
+Ο ΠΑΠΠΟΣ, Ο ΓΙΟΣ, ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΩΜΑΣ.
+
+
+
+Πτωχός γέρων συνέζη μετά της οικογενείας του μονογενούς υιού του,
+παρά του οποίου ήλπιζε περίθαλψιν και παρηγορίαν εις τα έσχατα
+και ασθενή γηρατειά του.
+
+Αλλ' αφού επί τινα καιρόν διέθρεψεν ο υιός τον γέροντα πατέρα
+του, δυσαρεστηθείς ημέραν τινά του χειμώνος κατ' αυτού, τω λέγει
+ότι πρέπει ν' αναχωρήση εκ της οικίας του, διότι δεν δύναται
+πλέον να τον διατηρή.
+
+ — Και πώς θέλω ζήσει; ερωτά αυτόν ο δυστυχής γέρων.
+
+ — Ζητών ελεημοσύνην, τω απαντά ο σκληροκάρδιος υιός.
+
+Η ομιλία αύτη εγένετο ενώπιον του οκταετούς Θωμά, όστις αγαπών
+τον πάππον του, επερίμενε τεθλιμμένος να ίδη οποία θέλει είσθαι η
+έκβασις των σκληρών λόγων του πατρός του.
+
+Ο γέρων εστέναξε βαθέως, εδάκρυσε, και παρεκάλεσε τον εγγονόν του
+Θωμάν να τω φέρη εκ του παρακειμένου δωματίου έν μάλλινον
+κάλλυμα, διά να έχη αυτό ως στρώμα και εφάπλωμα εις την
+πλανητικήν και ύπαιθρον ζωήν του.
+
+Ο Θωμάς έτρεξεν αμέσως προς εκτέλεσιν της διαταγής του πάππου
+του· αλλά φέρων το περικάλλυμα, αντί να δώση αυτό εις τον πάππον,
+το έδωκεν εις τον πατέρα του, προς τον οποίον, με τα δάκρυα εις
+τους οφθαλμούς, είπε να κόψη αυτό εις δύο. — Και διατί; τον
+ηρώτησεν ο πατήρ του.
+
+ — Διότι είναι πολύ μεγάλον, απήντησεν ο Θωμάς· το ήμισυ θέλει
+είσθαι αρκετόν διά τον πάππον μου· το δε άλλο ήμισυ ίσως
+χρειασθής συ, πάτερ, όταν και συ γηράσης, και εγώ σε διώξω τότε
+εκ της οικίας μου, καθώς συ διώκεις σήμερον τον γέροντα πατέρα
+σου.
+
+Οι αφελείς ούτοι λόγοι βαθυτάτην εντύπωσιν επροξένησαν εις τον
+αχάριστον και σκληροκάρδιον υιόν. Συνελθών δε εις εαυτόν, έπεσε
+γονυπετής ενώπιον του γέροντος πατρός του, και χύνων δάκρυα
+μετανοίας εζήτει συγγνώμην.
+
+Σωφρονισθείς δε έκτοτε υπό των ανωτέρω λόγων του παιδός του,
+εξηκολούθησε διατρέφων και περιθάλπων τον ασθενή πατέρα του,
+μέχρις ου ο γέρων μετέβη εις την άλλην ζωήν, ευλογών και τον
+μετανοήσαντα υιόν του και τον αγαπητόν του Θωμάν.
+
+Πόσον διάφορος του αχαρίστου τούτου υιού ήτο ο αρχαίος Αινείας!
+επρόσθεσεν ο Γεροστάθης.
+
+
+
+Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΤΟΥ.
+
+
+
+Ο Αινείας ήτο είς των σημαντικωτέρων ηρώων, οίτινες μετά του
+Έκτορος γενναίως υπεράσπισαν την Τρωάδα κατά της δεκαετούς
+πολιορκίας των Ελλήνων. Διηγούνται δε ότι, αφού εκυρίευσαν επί
+τέλους την Τρωάδα οι Έλληνες, ευσπλαγχνισθέντες την δυστυχίαν των
+νικηθέντων, εκήρυξαν ότι έκαστος αυτών ηδύνατο να λάβη μεθ'
+εαυτού έν των πολυτιμοτέρων του και ν' αναχωρήση.
+
+Ο Αινείας, παραβλέψας παν άλλο, έλαβεν ανά χείρας το άγαλμα της
+Εφεστίου Θεότητός του, όπως έχη αυτήν βοηθόν, και ητοιμάζετο να
+εξέλθη.
+
+Αλλ' οι Έλληνες, ευχαριστηθέντες διά την ευσέβειαν του ανδρός,
+εσυγχώρησαν τότε εις αυτόν να λάβη και δεύτερον των πολυτιμοτέρων
+αντικειμένων του. Ο δε Αινείας, αγαπών μετά τον Θεόν τον πατέρα
+του Αγχίσην, όντα υπέργηρων, ασθενή, και τυφλόν, έλαβεν αμέσως
+και αυτόν επί των ώμων του και εκίνησε, παραβλέψας πάντα άλλον
+θησαυρόν. Τόσον δε εθέλχθησαν οι Έλληνες από την αρετήν ταύτην
+του Αινείου, ώστε τω απέδωκαν αμέσως όλην την πολύτιμόν του
+περιουσίαν, αποδείξαντες ούτως ότι τους ευσεβείς και φιλοστόργους
+υιούς και αυτοί οι εχθροί των τιμώσι και σέβονται.
+
+Μεταξύ των αρχαίων προγόνων μας, εξηκολούθησε λέγων ο γέρων, οι
+Σπαρτιάται διεκρίνοντο διά το προς τους γονείς και εν γένει διά
+το προς τους γέροντας σέβας των· και διά τούτο οι Σπαρτιάται ήσαν
+και περισσότερον παντός άλλου λαού αφωσιωμένοι εις την πατρίδα
+των.
+
+Η προς τους γονείς αγάπη είναι η πρώτη αγάπη, την οποίαν ο
+άνθρωπος αισθάνεται επί της γης, είναι δε και το πρώτον δείγμα
+της αγαθής, της ευαισθήτου, και εναρέτου καρδίας. Ο αγαπών τους
+γονείς του δύναται ν' αγαπήση και τους αδελφούς, και τους
+συγγενείς, και τους φίλους, και τους συμπολίτας του, και την
+κοινήν μητέρα, την πατρίδα. Αλλ' ο μη αισθανόμενος ευγνωμοσύνην,
+σέβας, και αγάπην προς τους γεννήσαντας και αναθρέψαντας αυτόν
+γονείς, πώς είναι ποτέ δυνατόν ν' αγαπήση άλλους, να ευγνωμονήση
+προς τους ευεργέτας, να σεβασθή ανωτέρους, και ν' αφοσιωθή εις
+την πατρίδα;
+
+Ο Πλούταρχος αναφέρει το εξής ωραίον παράδειγμα της προς τους
+γονείς Σπαρτιατικής αφοσιώσεως.
+
+
+
+Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣ ΧΕΙΛΩΝΙΣ.
+
+
+
+Εβασίλευέ ποτε εις την αρχαίαν Σπάρτην ο Λεωνίδας, ομώνυμος του
+ενδόξου ήρωος των Θερμοπυλών, έχων δε θυγατέρα, ονομαζομένην
+Χειλωνίδα, ενύμφευσεν αυτήν μετά του Κλεομβρότου, καταγομένου
+επίσης εκ γένους βασιλικού.
+
+Αλλ' ο Κλεόμβροτος, ων δοξομανής, ενήργησεν ώστε ο Λεωνίδας να
+στερηθή το βασιλικόν του αξίωμα, και αντ' εκείνου ν' αναβή αυτός
+επί του θρόνου της Σπάρτης.
+
+Ο Λεωνίδας, φοβηθείς τότε την καταδρομήν των εχθρών του,
+κατέφυγεν ικέτης εις τον εν Σπάρτη ναόν της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Η
+δε Χειλωνίς τόσον ηγάπα τον γέροντα πατέρα της, και τόσον
+συνεκινήθη υπό της δυστυχίας αυτού, ώστε απεφάσισεν αμέσως να
+εγκαταλείψη και τον βασιλέα σύζυγόν της, και όλας τας βασιλικάς
+τιμάς, πενθηφορούσα δε και με λυμένην κόμην να τρέξη εις τον
+ναόν, διά να συνικετεύση μετά του πατρός της και παρηγορήση αυτόν
+εις την δυστυχίαν και απομόνωσίν του.
+
+Ότε δε ο Λεωνίδας ηναγκάσθη να φύγη εκ του ναού μακράν της
+Σπάρτης, η θυγάτηρ του Χειλωνίς προθύμως συνώδευσεν αυτόν εις την
+εξορίαν του, προτιμήσασα να συμμερισθή την δυστυχίαν του
+εξορίστου πατρός της, παρά την δόξαν του βασιλέως συζύγου της.
+
+Μετά τινα καιρόν οι φίλοι του εξορίστου Λεωνίδου κατόρθωσαν ν'
+ανακηρύξωσιν αυτόν πάλιν βασιλέα της Σπάρτης.
+
+Ότε δε ο Λεωνίδας και η θυγάτηρ του επανήλθον εις την Σπάρτην, ο
+Κλεόμβροτος κατέφυγεν ικέτης εις τον ναόν του Ποσειδώνος.
+
+Ο δε βασιλεύς Λεωνίδας, λαβών στρατιώτας, διευθύνθη προς τον
+ναόν, όπως τιμωρήση τον επίβουλον Κλεόμβροτον.
+
+Αλλά μεγίστη υπήρξεν η έκπληξις και του Λεωνίδου και όλων των
+Σπαρτιατών, ότε, εμβάντες εις τον ναόν, εύρον εκεί την Χειλωνίδα
+πενθηφορούσαν πάλιν και κλαίουσαν, εναγκαλιζομένην τον ικέτην
+σύζυγόν της, και πλησίον της έχουσαν τα δύο αθώα της τέκνα.
+
+Η Χειλωνίς, αναφανείσα άπαξ φιλόστοργος και ευαίσθητος θυγάτηρ,
+ανεφάνη και σύζυγος αφωσιωμένη. Ήρχισε λοιπόν να παρακαλή θερμώς
+τον βασιλέα πατέρα της υπέρ της ζωής του δυστυχούς συζύγου της.
+
+Άπαντες δε συνεκινήθησαν και εδάκρυσαν, και πάντες εθαύμασαν την
+αρετήν της Χειλωνίδος.
+
+Ο δε πατήρ της Λεωνίδας τον μεν Κλεόμβροτον διέταξε να φύγη
+αμέσως μακράν της Σπάρτης, την δε θυγατέρα του προσεκάλεσεν εις
+την Σπάρτην, διά να συμμερισθή, μετ' αυτού τας τιμάς του θρόνου.
+
+Αλλ' η ενάρετος Χειλωνίς, προτιμήσασα και τότε να συμμερισθή την
+δυστυχίαν του συζύγου της παρά την δόξαν του πατρός της, έθεσεν
+εις τας αγκάλας του Κλεομβρότου το έν των τέκνων της, λαβούσα δε
+και αυτή εις τας ιδικάς της το άλλο, με βήμα σταθερόν ηκολούθησε
+τον σύζυγόν της εις την εξορίαν του.
+
+Όλοι οι ένδοξοι και αληθώς μεγάλοι άνδρες διεκρίθησαν διά την
+προς τους γονείς των αγάπην. Οσάκις καρδία, συναισθανομένη ζωηρώς
+το ιερόν αίσθημα της υιικής αγάπης, διευθύνη τον βίον, η αγάπη
+των συγχρόνων και μεταγενεστέρων βεβαίως συνοδεύει αυτήν, ο δε
+βίος ευκόλως τότε αποκαθίσταται ευδαίμων και ένδοξος.
+
+
+
+Ο ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ.
+
+
+
+Ο Επαμεινώνδας, αυτός ο μέγας πολίτης και ευεργέτης των Θηβών,
+διεκρίθη διά την προς τους γονείς του αγάπην, χαίρων οσάκις
+εκείνοι έχαιρον, και ευτυχών οσάκις εκείνοι ευτύχουν.
+
+Ότε εις τα Λεύκτρα της Βοιωτίας ενίκησε την λαμπράν κατά των
+Σπαρτιατών νίκην, στραφείς προς τους φίλους του είπεν ότι «κατά
+την ημέραν εκείνην ήτο ευδαίμων, ουχί διότι ενίκησεν, αλλά διότι
+θέλουν χαρή οι γέροντες γονείς του, μανθάνοντες την νίκην του
+υιού των.»
+
+Οι λόγοι αυτοί αποδεικνύουν πόσον τρυφερά ήτο η καρδία του προς
+τους γεννήσαντας και αναθρέψαντας αυτόν. Αν ο Επαμεινώνδας ήτο
+σκληροκάρδιος προς τους γονείς του, δεν ήθελε βεβαίως αναφανή
+ευεργέτης και προστάτης όλων των πτωχών και δυστυχών συμπολιτών
+του· ούτε ήθελεν αναδειχθή τέκνον αφωσιωμένον εις την πατρίδα
+του, την οποίαν, ως ουδείς άλλος, διά της αρετής και της ανδρίας
+του εδόξασε, και υπέρ της οποίας και αυτήν την ζωήν του εις την
+Μαντίνειαν ηρωικώς εθυσίασεν.
+
+
+
+Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΟΛΥΜΠΙΑΣ.
+
+
+
+Και ο μέγας Αλέξανδρος, μας είπεν ο Γεροστάθης, διεκρίθη διά την
+προς την μητέρα του Ολυμπιάδα αγάπην και αφοσίωσίν του.
+
+Η Ολυμπιάς ήτο δυστυχώς χαρακτήρος δυστρόπου και αυστηρού·
+επεθύμει να επεμβαίνη εις τα της βασιλείας του υιού της
+Αλεξάνδρου. Και όμως ο μέγας Αλέξανδρος, ως καλός υιός, υπέφερε
+πράως και τας δυστροπίας, και τας επεμβάσεις της μητρός του.
+
+Ότε ο Αντίπατρος, τον οποίον είχεν αφήσει τοποτηρητήν του εις την
+Μακεδονίαν, τω έγραψεν εις την Ασίαν επιστολήν εκτεταμένην και
+πλήρη παραπόνων κατά της Ολυμπιάδος, ο Αλέξανδρος, αναγνούς την
+επιστολήν, είπε «δεν γνωρίζει ο Αντίπατρος ότι έν μόνον δάκρυον
+της μητρός μου αρκεί να σβύση μυρίας τοιαύτας επιστολάς.»
+
+Πολλά δε δώρα και πολλά εκ των πολυτίμων λαφύρων, τα οποία
+εκυρίευεν εις τους κατά την Ασίαν αγώνας του, απέστελλε προς την
+μητέρα του, δεικνύων ούτως ότι ποτέ δεν έπαυεν ενθυμούμενος και
+αγαπών αυτήν.
+
+Τοιαύτα προς την μητέρα του αισθήματα έχων ο μέγας Αλέξανδρος,
+ανατραφείς δε εναρέτως υπό του παιδαγωγού του Λεωνίδου και του
+σοφού Αριστοτέλους, ανεφάνη ανήρ ευαίσθητος, ευγνώμων,
+ευεργετικός, και μεγαλόδωρος, ουχί μόνον προς τους διδασκάλους
+και τους φίλους αυτού, αλλά και προς τους αιχμαλώτους του· ώστε
+εάν η ανδρία και η έξοχος στρατηγική ικανότης κατέστησαν μέγαν
+τον Αλέξανδρον, η αγαθότης της ψυχής του κατέστησεν αυτόν
+αγαπητόν και ζώντα και μετά θάνατον.
+
+
+
+Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ.
+
+
+
+Ο Γεροστάθης μετά τας ανωτέρω διηγήσεις μας ωδήγησεν εις τον
+κήπον του, διά να μας δείξη τας γεωργικάς προόδους του συμμαθητού
+μας Ιωάννου.
+
+Μας έδειξε δε διάφορα νεόφυτα δένδρα υγιέστατα και ανθισμένα,
+διάφορα ωραιότατα άνθη, και άλλα αξιόλογα προϊόντα, τα πάντα
+καλλιεργηθέντα υπό του φίλου μας Ιωάννου. Παρών δε ο Ιωάννης
+παρετήρει μειδιών και χαίρων τα έργα του, καθώς μειδιά και χαίρει
+φιλόστοργος πατήρ, οσάκις τρυφερώς ατενίζη τους οφθαλμούς επί των
+καλώς ανατεθραμμένων τέκνων του.
+
+Ο Γεροστάθης, βλέπων ημάς θαυμάζοντας τας ωραιότητας του κήπου,
+μας ηρώτησεν αν ευρίσκωμεν ομοιότητά τινα μεταξύ του κήπου του
+και του μεγάλου Αλεξάνδρου.
+
+Ημείς δε με απορίαν αντηρωτήσαμεν ποία ποτέ ομοιότης δύναται να
+υπάρξη μεταξύ ενός κήπου και ενός ανθρώπου ;
+
+ — Μεγάλη, απήντησεν ο Γεροστάθης. Αι καλαί και ενάρετοι
+πράξεις, αίτινες στολίζουν την ζωήν των ανθρώπων, είναι τα καλά
+προϊόντα και τα ωραία άνθη τα στολίζοντα τους κήπους. Και καθώς,
+εάν τι έδαφος του κήπου ήναι αμμώδες ή πετρώδες, ο κήπος δεν
+ευδοκιμεί, τοιουτοτρόπως και ο έχων καρδίαν σκληράν και
+αναίσθητον δεν δύναται να ευδοκιμήση, και αληθώς να ευτυχήση.
+Καθώς δε όσον εύφορος και ευγνώμων και αν ήναι η γη του κήπου, ο
+κήπος δεν προοδεύει, αν κηπουρός άξιος δεν επιμεληθή και
+καλλιεργήση αυτόν, τοιουτοτρόπως δύναται τις να έχη μεν εκ φύσεως
+καρδίαν αγαθήν, και όμως να μη διαπρέψη εις το στάδιον του βίου
+του, διότι δυστυχώς παρημέλησε την προσήκουσαν καλλιέργειαν και
+εκπαίδευσιν της ψυχής του.
+
+Η καρδία του μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς το απέδειξεν η προς την
+Ολυμπιάδα αγάπη του, ήτο φύσει ευαίσθητος και καλή, όσον καλή και
+εύφορος είναι η γη του κήπου μου.
+
+Καθώς δε ο κήπος μου επέτυχε δύο επιμελείς κηπουρούς, εμέ και τον
+Ιωάννην, ούτω και ο Αλέξανδρος επέτυχε, νέος ων, δύο αξιολόγους
+κηπουρούς, τον Λεωνίδαν και τον Αριστοτέλην, προς καλλιέργειαν
+και μόρφωσιν του νοός και της καρδίας του.
+
+Καθώς δε η φυσική ευφορία και η καλλιέργεια του κήπου μου
+παρήγαγον αυτά τα ποικίλα άνθη, τα θάλλοντα δένδρα, και τα ωραία
+προϊόντα, τοιουτοτρόπως και η εκ φύσεως αγαθή ψυχή του
+Αλεξάνδρου, εκπαιδευθείσα υπό του παιδαγωγού και του διδασκάλου
+του, παρήγαγε τας ευεργετικάς, τας εναρέτους, τας φιλάνθρωπους
+πράξεις, αίτινες καθωραΐζουν τον βίον αυτού.
+
+Ιδού, φίλοι μου, η ομοιότης, την οποίαν εγώ ευρίσκω μεταξύ του
+κήπου μου και του μεγάλου Αλεξάνδρου, Αλλ' υπάρχει μεταξύ αυτών
+και διαφορά ουσιώδης· διότι η μεν καλλονή του κήπου μου είναι
+φθαρτή και πρόσκαιρος, το δε κάλλος των εναρέτων πράξεων του
+Αλεξάνδρου θέλει διαμένει αμάραντον και αθάνατον.
+
+Εκ των ανωτέρω λόγων του Γεροστάθου ο συμμαθητής μας Αθανάσιος
+εξήγαγε το ακόλουθον συμπέρασμα — Λοιπόν δεν αρκεί ν' αγαπά τις
+τους γονείς του, και να έχη εκ φύσεως καλήν καρδίαν, διά να
+ευτυχήση.
+
+ — Όχι βέβαια, απήντησεν ο Γεροστάθης, δεν αρκεί μόνον καλή γη
+διά να υπάρξη και καλός κήπος, απαιτείται και καλλιέργεια της
+καλής γης. Τούτο δε μας αποδεικνύει ο βίος του Ρωμαίου
+Κοριολάνου.
+
+
+
+Ο ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ.
+
+
+
+Ο Κοριολάνος κατήγετο εξ ευγενούς οικογενείας της αρχαίας Ρώμης.
+Εκ νεανικής ηλικίας ησπάσθη το στρατιωτικόν στάδιον· εθαυμάζετο
+δε διά την αποχήν του από τας ηδονάς και την φιλοχρηματίαν, διά
+την καρτερίαν του εις τους κόπους, διά την ανδρίαν του, και ιδίως
+διά την προς την μητέρα μεγίστην αγάπην του.
+
+Οσάκις η μήτηρ του επαινούμενον ή εστεφανωμένον, με δάκρυα χαράς,
+έσφιγγεν αυτόν εις τας αγκάλας, ο Κοριολάνος εθεώρει εαυτόν
+αληθώς ευτυχή.
+
+Εφρόντιζε δε, ως καλός υιός, να διπλασιάζη το προς την μητέρα του
+σέβας και την προς αυτήν αγάπην και υπακοήν του, προσφέρων εις
+αυτήν και το σέβας, και την αγάπην, και την υπακοήν, την οποίαν
+προς τον αποθανόντα πατέρα του εχρεώστει.
+
+Ο Κοριολάνος ενυμφεύθη, διότι η μήτηρ του το ηθέλησεν. Αλλά, και
+αφού έγινε σύζυγος και πατήρ, εξηκολούθησε συνοικών μετά της
+μητρός του, και περιποιούμενος αυτήν μεθ' όλης της υικής
+τρυφερότητος.
+
+Εξ όλων αυτών προκύπτει ότι η καρδία του Κοριολάνου δεν ήτο κακή·
+αλλά δυστυχώς εκ νεαράς ηλικίας έμεινεν άνευ ανατροφής και
+παιδείας· ώστε μετά των προτερημάτων, τα οποία η φύσις τω
+εχάρισε, τω έμειναν και πολλά ελαττώματα· ωμοίαζε λοιπόν γην
+εύφορον μεν, αλλ' ακαλλιέργητον, ήτις μεταξύ των αυτοφυών ωραίων
+ανθέων παρουσιάζει και ακάνθας και τριβόλους.
+
+Ο Κοριολάνος υπέκειτο εις το ολέθριον πάθος του θυμού, ώστε
+απέκτησε πολλούς εχθρούς· ηγάπα τας πεισματώδεις φιλονεικίας, και
+επομένως οι συμπολίται του τον απέφευγον· εκαυχάτο διά την ευγενή
+καταγωγήν του, αγνοών ότι ουχί η _καταγωγή_, αλλ' η _διαγωγή_
+τιμά ή ατιμάζει· επί τέλους υπερηφανευόμενος διά τας ανδραγαθίας
+του, περιεφρόνει τους συμπολίτας του, αγνοών ότι διά της
+υπεροψίας καθίστατο μισητός, ενώ διά της ταπεινοφροσύνης ήθελε
+προσελκύσει την εύνοιαν του λαού.
+
+Εάν ο Κοριολάνος εκ της παιδικής ηλικίας ανετρέφετο πρεπόντως,
+ίσως ενήλιξ δεν ήθελεν έχει τα ελαττώματα ταύτα, τα οποία επί
+τέλους εκορύφωσαν την κατ' αυτού αγανάκτησιν του Ρωμαϊκού λαού,
+και επροκάλεσαν την εκ της Ρώμης εξορίαν του.
+
+Εξορισθείς δε από την Ρώμην, ούτε τον Θεμιστοκλέα ούτε τον
+Αριστείδην εμιμήθη.
+
+Ο οργίλος και υπερήφανος χαρακτήρ του επροκάλεσε το βδελυρόν
+πάθος της εκδικήσεως. Προσφυγών εις τους Βουλούσκους, εχθρούς των
+Ρωμαίων, και τεθείς επί κεφαλής αυτών, εξεστράτευσε κατά της
+πατρίδος του! Ότε δε έφθασεν ενώπιον της Ρώμης και επαπείλει την
+καταστροφήν αυτής, οι Ρωμαίοι έντρομοι τω απέστειλαν διαφόρους
+πρεσβείας αλλ' ο Κοριολάνος επέμενεν άκαμπτος εις την εκπόρθησιν
+της ιδίας αυτού πατρίδος.
+
+Τότε η μήτηρ του, παραλαβούσα μεθ' εαυτής την σύζυγον και τα δύο
+τέκνα του Κοριολάνου, και τεθείσα επί κεφαλής των σημαντικωτέρων
+γυναικών της Ρώμης, εξήλθε των τειχών· παρουσιασθείσα δε εις το
+εχθρικόν στρατόπεδον, είπε προς τον υιόν της
+
+ — Κοριολάνε, εάν επιμείνης να εισέλθης εχθρικώς εις την Ρώμην.
+θέλεις πατήσει πρότερον επί του πτώματος της μητρός σου· διότι
+βεβαίως δεν θέλω υποφέρει ποτέ να ζήσω και να ίδω την ημέραν,
+καθ' ην ο υιός μου θέλει θριαμβεύσει κατά της ιδίας αυτού
+πατρίδος. Συλλογίσθητι ότι δεν είναι ίδιον αγαθού ανδρός ν'
+αποκαθίσταται δούλος της οργής του, της μνησικακίας του, των
+παθών του. Εάν δε ήσαι φιλόστοργον τέκνον μου, σεβάσθητι την
+μητέρα σου, και υπάκουσον εις αυτήν, ικετεύουσαν υπέρ της Ρώμης,
+της μεγάλης μητρός σου.
+
+Γονυπετείς δε έπεσαν εις τους πόδας του Κοριολάνου και η μήτηρ
+και η σύζυγος και τα τέκνα του.
+
+Ο Κοριολάνος τότε εγείρων την μητέρα του, και σφίγγων την δεξιάν
+της, — Ενίκησας, είπεν, ω μήτερ, νίκην ευτυχή διά την πατρίδα,
+αλλ' ολεθρίαν εις τον υιόν σου· αναχωρώ, επρόσθεσε, μακράν της
+Ρώμης, νικημένος υπό της μητρός μου. Και η πολιορκία διελύθη
+αμέσως.
+
+Τοιουτοτρόπως η αγάπη και το σέβας του Κοριολάνου προς την μητέρα
+του έσωσαν και την Ρώμην από την καταστροφήν της, και τον
+Κοριολάνον από το αιώνιον αίσχος, το οποίον ήθελε περικαλύψει την
+μνήμην του, αν ήθελον εκτελεσθή οι κατά της πατρίδος πατροκτόνοι
+σκοποί, τους οποίους ως εκ της απαιδευσίας και της κακής
+ανατροφής είχε συλλάβει.
+
+
+
+Ο ΒΑΣΙΓΚΤΩΝ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ.
+
+
+
+Και ο μέγας πολίτης της Αμερικής Βάσιγκτων, επρόσθεσεν ο
+Γεροστάθης, έδωκε δείγματα της προς την μητέρα του αγάπης και
+υπακοής.
+
+Περί το δέκατον τέταρτον έτος της ηλικίας του επεθύμησε ν'
+αφιερωθή εις το ναυτικόν στάδιον, το οποίον χωρίς ποτε να γνωρίση
+υπερβολικά ηγάπησεν.
+
+Η μήτηρ του, ήτις και τον υιόν της δεν ήθελε ν' αποχωρισθη, και
+τους κινδύνους και τα δεινά του ναυτικού βίου κάλλιον του απείρου
+υιού της εγνώριζεν, απέκρουε τα σχέδια του νέου Βασιγκτώνος· αλλ'
+αυτός επιμένων, συμφωνεί μετά τινος πλοιάρχου όπως παραλάβη αυτόν
+εις το πλοίον του, έτοιμον ήδη προς απόπλουν· μετακομίσας δε το
+μικρόν κιβώτιόν του εις την λέμβον, παρουσιάσθη ενώπιον της
+μητρός του διά ν' αποχαιρετίση αυτήν, και λάβη την ευχήν της.
+Αλλ' η μήτηρ του σιωπώσα ήρχισε να κλαίη.
+
+Τα σιωπηλά αυτά δάκρυα τόσην εντύπωσιν επροξένησαν εις την
+ευαίσθητον ψυχήν του νέου Βασιγκτώνος, ώστε αμέσως επαναφέρει το
+κιβώτιον από την λέμβον εις την οικίαν, και θυσιάζει προθύμως τον
+ναυτικόν έρωτά του ενώπιον της υιικής του αγάπης.
+
+Η θυσία αύτη του ευαισθήτου υιού, και επομένως η ευλογία και αι
+ευχαί της μητρός του ηξίωσαν επί τέλους τον Βασιγκτώνα ν' αναφανή
+ο πρώτος πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών, και να επονομασθή _πατήρ
+της πατρίδος_.
+
+Αν ο νέος Βάσιγκτων, μη αγαπών την μητέρα του, δεν υπήκουεν εις
+τα μητρικά δάκρυα της, αλλ' ησπάζετο το ριψοκίνδυνον στάδιον του
+ναύτου, και βίον ίσως άσημον και δυστυχή ήθελε ζήσει, και
+δυστυχέστερον ίσως θάνατον εντός των κυμάτων ήθελεν ευρεί, και
+την πατρίδα του δεν ήθελεν ελευθερώσει, και το όνομά του δεν
+ήθελεν απαθανατίσει.
+
+Αγαπάτε λοιπόν και σεις, παιδία μου, τους γονείς σας. Η αγάπη σας
+όμως ας μη ήναι νεκρά, αλλά ζωηράν και ακμαίαν διατηρείτε αυτήν
+διά της καλής διαγωγής και των καλών σας έργων.
+
+Ο συμμαθητής σας Κωνσταντίνος _δι' έργου_ απέδειξε σήμερον την
+προς τους πτωχούς γονείς του αγάπην του. Δι' έργων λοιπόν και
+σεις προσπαθήσατε ν' αναφανήτε υιοί καλοί και φιλόστοργοι, άξιοι
+των ευχών των γονέων σας και των ευλογιών του Υψίστου.
+
+Έχετε δε πάντοτε κατά νουν ότι οι γονείς σας, διατρέχοντες ήδη
+προ καιρού την οδόν της ζωής, εις την οποίαν σεις τώρα εμβαίνετε,
+γνωρίζουν πολύ κάλλιον υμών τους κινδύνους, τα βάραθρα και τους
+κρημνούς της δυσκόλου ταύτης οδού. Όθεν προθύμως υπακούετε εις
+τας συμβουλάς των, όπως φωτίζητε την νεανικήν απειρίαν σας διά
+της πείρας εκείνων· ούτω δε θέλετε διατρέξει ασφαλέστερον το
+δύσβατον και κινδυνώδες στάδιον του βίου.
+
+Ο αγαθός γέρων μας υπηγόρευσεν ακολούθως τους εξής στίχους.
+
+ Οι πρώτοι ευεργέται μας είν' οι καλοί γονείς μας·
+ Ας αγαπήσωμετ αυτούς εξ όλης της ψυχής μας·
+ Διά της πείρας οι γονείς, διά των συμβουλών των
+ Την απειρίαν σώζουσι των ευπειθών υιών των.
+ Λοιπόν ας υπακούωμεν, και ας ευγνωμονώμεν,
+ Δι' έργων δε ας δείχνωμετ ότι αυτούς τιμώμεν.
+
+* * *
+
+
+
+ΜΙΑ ΨΥΧΗ ΕΙΣ ΔΥΟ ΣΩΜΑΤΑ.
+
+ «Φίλοις ευτυχούσι και ατυ-
+ χούσιν ο αυτός ίσθι.»
+ (Περιάνδρου.)
+
+
+
+Κατά τας αρχάς της συστάσεως του σχολείου μας συχνάκις συνέβαινον
+μεταξύ των μαθητών λογομαχίαι, ύβρεις, ξυλοκοπήματα, και
+λιθοβολισμοί. Τούτων δε συνέπειαι δυσάρεστοι ήσαν ενδύματα
+εσχισμένα, βιβλία μελανωμένα, μύται αιματωμέναι, οφθαλμοί
+φλογισμένοι, κεφαλαί πληγωμέναι, και επομένως πάθη, έχθραι,
+εκδικήσεις και αντεκδικήσεις.
+
+Αλλ' ο αγαθός προστάτης μας Γεροστάθης διά των φρονίμων συμβουλών
+του, και διά της πραότητος του χαρακτήρος του επροσπάθησε να
+εμπνεύση μεταξύ όλων ημών την αγάπην, την ομόνοιαν και την
+αρμονίαν.
+
+Ποτέ δεν είδομεν τον Γεροστάθην ωργισμένον, εξημμένον, ή σκληρόν
+πρός τινα εξ ημών· αλλά με υπομονήν, με φρόνησιν και με ησυχίαν
+μας εξήγει τα σφάλματά μας και τας δυσαρέστους συνεπείας αυτών,
+προσπαθών να εμπνεύση εις τον νουν και εις την καρδίαν μας την
+μετάνοιαν και την επιθυμίαν της διορθώσεως.
+
+Διά του _λόγου_, έλεγεν, εκριζόνονται διά παντός, ενώ διά του
+_τρόμου_ μόνον προσωρινώς καταθλίβονται τα σπέρματα της κακής
+διαγωγής. Όθεν, κεντών ευστόχως την φιλοτιμίαν μας προς την
+αρετήν, ποτέ δεν μας απεύθυνεν ύβρεις, κακολογίας, ή ραβδισμούς.
+
+Εγνώριζεν ο αγαθός γέρων ότι η καρδία των παιδίων ομοιάζει το
+μαλακόν κηρίον, το οποίον ευκόλως λαμβάνει πάσαν εξωτερικήν
+εντύπωσιν· και ότι ως εκ τούτου αι παιδικαί καρδίαι σχηματίζονται
+κατά τα καλά ή κακά παραδείγματα, τα οποία ενώπιόν των έχουν.
+
+Όθεν ο Γεροστάθης όχι μόνον απέφευγε του να μας δίδη αφορμάς
+κακών έξεων, θυμόνων, υβρίζων ή ξυλοκοπών, αλλά, επισφραγίζων τας
+συμβουλάς του διά του καλού παραδείγματός του, καθίστανεν
+αποτελεσματικωτέραν την ηθικήν μας βελτίωσιν.
+
+Πολλάκις μας υπενθύμιζεν ο γέρων τας δύο μεγάλας εντολάς, εντός
+των οποίων, ως είπεν ο Ιησούς, εμπεριέχονται όλα τα χρέη του
+αληθούς χριστιανού «_Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης
+καρδίας — Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν._» Την διπλήν δε
+ταύτην αγάπην μας έλεγεν ότι πρέπει να δεικνύωμεν διά της
+καθημερινής διαγωγής και των καθημερινών έργων μας.
+
+Δεν αρκεί, έλεγε, να παρευρίσκησθε εις την θείαν λειτουργίαν, ή
+εξ απλής συνήθειας, ή διότι οι γονείς και οι διδάσκαλοι σας
+παρήγγειλαν να εκκλησιάζησθε· αλλ' απαιτείται να εισέρχησθε εις
+τον ναόν με την επιθυμίαν του να εξέλθητε ηθικώτεροι και
+χριστιανικώτεροι· προς τον σκοπόν δε τούτον απαιτείται να
+προσέχητε εις τους θείους λόγους, τους οποίους εκεί ακροάζεσθε,
+και κατά τους θείους αυτούς λόγους να κανονίζητε την καθημερινήν
+διαγωγήν σας, τας καθημερινάς πράξεις σας.
+
+Εάν λοιπόν προσέχητε εις την θείαν λειτουργίαν, θέλετε ακούει τον
+ιερέα του Υψίστου υπενθυμίζοντα πάντοτε το θείον θέλημα, και
+λέγοντα προς ημάς «_Αγαπήσωμεν αλλήλους, — Ειρήνη πάσιν._» Ας
+αγαπώμεθα λοιπόν αμοιβαίως, ας ζώμεν εν αδελφική ειρήνη και
+ομονοία, εάν θέλωμεν ουχί μόνον να ονομαζώμεθα, αλλά και
+πραγματικώς να ήμεθα χριστιανοί.
+
+Αυτά συχνάκις επανελάμβανεν ο Γεροστάθης μ' όλην την
+χαρακτηρίζουσαν αυτόν πραότητα και γλυκυτάτην εκφραστικότητα.
+
+
+
+Ο ΚΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΜΑΤΙΟΝ.
+
+
+
+Ημέραν τινά, περιδιαβάζοντες μετά του Γεροστάθου εις την εξοχήν,
+είδομεν γέροντα, όστις έκοπτε κλώνους ιτέας.
+
+Ο Γεροστάθης μας ωδήγησε προς τον γέροντα, τον οποίον χαιρετίσας
+φιλοφρόνως ηρώτησεν εις τι καταγίνεται.
+
+ — Κόπτω κλώνους διά να πλέξω καλάθια, απεκρίθη ο γέρων.
+
+ — Πολύ φρόνιμα κάμνεις, τω είπεν ο Γεροστάθης· εις αυτόν τον
+κόσμον όστις δεν εργάζεται ή αποθνήσκει της πείνης, ή ζη ατίμως·
+ο δε άτιμος βίος είναι πολύ χειρότερος του θανάτου.
+
+Λαβών δε την άδειαν του γέροντος επήρεν ένα εκ των λεπτών κλώνων,
+και παρουσιάσας αυτόν εις ημάς ηρώτησεν αν δυνάμεθα να τον
+σπάσωμεν.
+
+Εγελάσαμεν διά την παράδοξον ταύτην ερώτησιν του Γεροστάθου και
+λαβών τις εξ ημών τον κλώνον, έσπασεν αυτόν αμέσως διά των δύο
+δακτύλων του.
+
+Τότε ο Γεροστάθης επήρεν εις την παλάμην του πολλούς κλώνους,
+τους οποίους αφού περιέδεσε διά λεπτού σχοινίου, μας ηρώτησεν αν
+δυνάμεθα να σπάσωμεν και το δεμάτιον τούτο.
+
+ — Όχι βέβαια, απεκρίθημεν, πώς είναι δυνατόν να σπάσωμεν
+αυτούς, ηνωμένους όλους ομού;
+
+ — Ιδού, μας είπε τότε ο γέρων, το αποτέλεσμα της _ενότητος_,
+της _αγάπης_, της _ομονοίας_.
+
+Εάν οι αδελφοί, οι συγγενείς, οι συμμαθηταί, οι συμπολίται, οι
+ομοεθνείς, οι ομόφυλοι ήναι ηνωμένοι, αγαπώμενοι αμοιβαίως και
+ομονοούντες, βεβαίως θέλουν κατασταθή δυνατοί και άθραυστοι ως
+αυτοί οι λεπτοί κλώνοι, συνενωθέντες εις το δεμάτιον τούτο· όντες
+δε τότε ισχυροί, ευκόλως θέλουν ανθέξει εις τας καταδρομάς της
+τύχης ή των ανθρώπων, και θέλουν θριαμβεύσει, και θέλουν
+ευδαιμονήσει.
+
+Αλλ' εάν δυστυχώς η διχόνοια, η ζηλοτυπία, το μίσος, η
+φιλοπρωτία, ο φθόνος, η ψευδοφιλοτιμία, η ιδιοτέλεια διαχωρίζωσι
+και απομονόνωσιν αυτούς, ευκόλως τότε έκαστος θέλει
+κατασυντριφθή, ως διά των δύο δακτύλων σας εσυντρίφθη ο
+μεμονωμένος κλώνος.
+
+Η ένωσις λοιπόν, και επομένως η αγάπη, η ομόνοια, η σύμπραξις
+αυξάνει τας δυνάμεις· ο δε διαχωρισμός, η διχόνοια, η
+αντενέργεια, η απομόνωσις ελαττόνει και καταστρέφει αυτάς. Όσον
+δε αι ηθικαί και φυσικαί δυνάμεις έθνους τινός αυξάνουν, τόσον
+μεγαλήτερα και επωφελέστερα είναι τα έργα του, και βεβαιοτέρα η
+ευδαιμονία του.
+
+Ο Γεροστάθης μετά τους λόγους αυτούς παρήγγειλε τον γέροντα να τω
+στείλη εις την οικίαν δύο καλάθια.
+
+Εν τούτοις το εύθραυστον του κλώνου, το άθραυστον του δεματίου,
+οι χριστιανικοί λόγοι του Γεροστάθου, και κυρίως η ζώσα πραότης
+του ανδρός, κατέστησαν βαθμηδόν και ημάς πράους, ειρηνικούς,
+ευπροσηγόρους και ως αδελφούς ηγαπημένους.
+
+Αλλ' αν και πάντες ως καλοί αδελφοί ηγαπώμεθα, δύο όμως των
+συμμαθητών μας, ο Φίλιππος και ο Ανδρέας, διεκρίνοντο διά την
+μεγίστην φιλίαν, ήτις συνέδεε τας τρυφεράς των καρδίας· Περί
+αυτών δε θέλω εκθέσει ολίγα τινά.
+
+
+
+ΟΙ ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΙ ΦΙΛΟΙ
+
+
+
+Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας ήσαν συμμαθηταί και σχεδόν συνομήλικες.
+Οι γονείς των, πτωχοί αλλά τίμιοι και αληθείς χριστιανοί, ήσαν
+γείτονες, ώστε τα τέκνα των εξ απαλών ονύχων εσχετίσθησαν και
+ηγαπήθησαν.
+
+Εις τα ήμερα και ιλαρά πρόσωπά των εφαίνετο η πραότης και η
+αγαθότης των καρδιών των. Πληρεστάτη αρμονία φρονημάτων και
+επιθυμιών υπήρχε πάντοτε μεταξύ αυτών, αδελφική δε αγάπη και
+στενή φιλία διαρκώς συνήνονεν αυτούς.
+
+Πολλά δε δείγματα αληθούς φιλίας έδιδον αμοιβαίως οι δύο αυτοί
+συμμαθηταί μας, των οποίων αι καρδίαι ήσαν βεβαίως ευγενείς,
+διότι το ιερόν αίσθημα της φιλίας, ως ο Γεροστάθης έλεγε, μόνον
+αι ευγενείς και ενάρετοι καρδίαι δύνανται να αισθανθώσι.
+
+Δεν επερίμενεν ο Φίλιππος να λάβη χάριν παρά του Ανδρέου διά ν'
+ανταποδώση αυτήν· αλλ' ούτε ο Ανδρέας επερίμενέ ποτε την
+ανταπόδοσιν της χάριτός του, διά να προβή εις άλλην νέαν χάριν.
+Τοιούτους λεπτούς υπολογισμούς δεν γνωρίζει η αληθής φιλία.
+
+Ο αληθής φίλος προσέτι αισθάνεται τας δυστυχίας του φίλου του
+πολύ ζωηροτέρας παρά τας ιδίας αυτού· και διά τούτο προθύμως
+θυσιάζεται υπέρ του δυστυχούντος φίλου. Τοιούτοι δε φίλοι ήσαν ο
+Ανδρέας και ο Φίλιππος.
+
+Ημέραν τινά, ότε εξήλθομεν μετά του Γεροστάθου εις περίπατον, ο
+Φίλιππος και ο Ανδρέας, συνδιαλεγόμενοι και βραδέως
+περιπατούντες, έμειναν όπισθεν ημών, οίτινες προχωρήσαντες
+είχομεν αναβή επί της κορυφής ωραίου λόφου.
+
+Εκείθεν στρέψαντες τους οφθαλμούς διά να ίδωμεν την τερπνοτάτην
+θέαν της πεδιάδος, διεκρίναμεν τον μεν Ανδρέαν αναβαίνοντα επί
+υψηλού δένδρου, τον δε Φίλιππον προχωρούντα πρός τινα μάνδραν.
+Αλλά μετ' ολίγον βλέπομεν τον Φίλιππον οπισθοδρομούντα δρομαίως,
+και εντρόμως κραυγάζοντα, διότι κατόπιν αυτού τρέχων μέγας σκύλος
+οργίλως εγαύγιζε. Συγχρόνως δε βλέπομεν τον Ανδρέαν πίπτοντα με
+την ταχύτητα της αστραπής εκ του δένδρου, και τρέχοντα μεταξύ του
+φίλου του και του σκύλου. Εκεί δε σταθείς, ατενίζει θαρραλέως τον
+σκύλον, και σκύπτει διά να λάβη λίθον κατ' αυτού· αλλ' ο σκύλος,
+άμα ιδών τον νέον τούτον εχθρόν οπλιζόμενον, στρέφει τα νώτα, και
+κατησχυμένος επανέρχεται εις την μάνδραν του.
+
+Ενώ δε ταύτα εγίνοντο, ο Γεροστάθης ήρχισε να καταβαίνη τον
+λόφον, τρέχων προς βοήθειαν των μικρών αυτών φίλων, και
+παρακολουθούμενος παρ' όλων ημών. Αλλ' ότε είδομεν τον θρίαμβον
+του Ανδρέου, και την σωτηρίαν του Φιλίππου, ο Γεροστάθης
+χειροκροτών εφώναξεν — Εύγε! Εύγε, Ανδρέα! ημείς δε πλήρεις
+χαράς ετρέξαμεν προς τον Ανδρέαν και τον Φίλιππον.
+
+Πλησιάσας και ο αγαθός γέρων έσφιγξε την χείρα του Ανδρέου, και
+τω είπε — Σήμερον ανεφάνης, φίλτατε Ανδρέα, και φίλος αληθής,
+και Έλλην γενναίος· ενώ ήσο ασφαλέστατος επί του δένδρου,
+επροτίμησας να κινδυνεύσης διά να σώσης τον φίλον σου! Ιδού,
+παιδία μου, επρόσθεσε, τα αποτελέσματα της ενώσεως και του
+διαχωρισμού. Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας χωρισθέντες από ημάς,
+διεκινδύνευσαν να κακοπάθωσιν· αφ' ετέρου δε η φιλία, ήτις
+συνενόνει αυτούς, έσωσε τον Φίλιππον. Η ημέρα αύτη ας διαμένη εις
+την μνήμην σας, όπως αγαπάτε πάντοτε την ένωσιν και την ομόνοιαν,
+αποστραφήτε δε την διαίρεσιν και τας διχονοίας.
+
+Επειδή δε πρέπει να τιμώμεν την αρετήν και αυτών των εχθρών,
+πολλώ δε μάλλον των φίλων μας, σας προτείνω να πλέξητε δύο
+στεφάνους, τον μεν από κλάδους δρυός, τον δε από κλάδους
+μυρσίνης, διά να προσφέρωμεν αυτούς προς τον Ανδρέαν, τον μεν
+προς τιμήν της ανδρίας του, τον δε προς τιμήν της φιλίας, την
+οποίαν απέδειξε σήμερον προς τον Φίλιππον. — Ναι, ναι,
+εφωνάξαμεν άπαντες, και αμέσως ετρέξαμεν προς ανεύρεσιν κλάδων
+δρυός και μυρσίνης.
+
+Ο Γεροστάθης και εις την περίστασιν ταύτην, καθώς και εις άλλας
+πολλάς, επροσπάθει να μας συνειθίση ν' αναγνωρίζωμεν και να
+τιμώμεν τους καλλιτέρους ημών, σβύνων εις τας απαλάς καρδίας μας
+πάντα σπινθήρα ψευδοφιλοτιμίας, φθόνου, και αντιζηλίας.
+
+Πολλάκις μας ανέφερεν ότι η κυριωτέρα αιτία, ήτις κατέστρεψε την
+ελευθερίαν, την δόξαν, και την ευδαιμονίαν της αρχαίας Ελλάδος,
+ήτο η αντιζηλία, ο φθόνος, η διχόνοια, και η διαίρεσις των
+προγόνων μας. Οσάκις έξοχοι άνδρες παρουσιάζοντο, αμέσως
+αντιζηλίαι, φθόνοι, και καταδρομαί παρηκολούθουν αυτούς. Αλλ'
+όπου οι διά την αρετήν και την ικανότητά των εξέχοντες, αντί να
+ενισχύωνται, κατατρέχονται υπό των φθονερών και ιδιοτελών, εκεί
+βεβαίως η πατρίς δυστυχεί και καταρρέει.
+
+Εν τούτοις ητοιμάσαμεν τους δύο στεφάνους, και εφέραμεν αυτούς
+προς τον Γεροστάθην, όστις εν ονόματι όλων ημών τους επρόσφερε
+προς τον Ανδρέαν.
+
+Ο Ανδρέας μετά συστολής και συγκινήσεως ευχαρίστησε τον γέροντα
+και όλους ημάς λαβών δε μόνον τον εκ δρυός στέφανον, είπε προς
+τον Γεροστάθην Ο στέφανος της φιλίας δεν ανήκει εις εμέ, αλλ' εις
+τον Φίλιππον· διότι, αν εγώ αισθάνωμαι φιλίαν προς αυτόν, την
+φιλίαν ταύτην χρεωστώ εις την καλήν καρδίαν και τον γλυκύτατον
+χαρακτήρα του Φιλίππου. Ο Φίλιππος είναι η πρώτη αιτία της
+φιλίας, ήτις μας συνδέει, και εις αυτόν επομένως ανήκει ο
+στέφανος της μυρσίνης.
+
+Οι λόγοι αυτοί του Ανδρέου εις άκρον εχαροποίησαν τον Γεροστάθην·
+προθύμως δε επρόσφερε τον άλλον στέφανον προς τον Φίλιππον.
+Τοιουτοτρόπως δε ευχαριστήθη η ευγενής επιθυμία του Ανδρέου,
+όστις ως αληθής φίλος επεθύμει να συμμερισθή μετά του Φιλίππου
+του την δόξαν της ημέρας εκείνης.
+
+Ο Γεροστάθης, αφού επήνεσε τον Ανδρέαν διά την αγαθήν του ψυχήν,
+επρόσθεσεν ότι η προς τον Φίλιππον διαγωγή του Ανδρέου ομοιάζει
+πολύ την διαγωγήν του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην εις την μάχην
+της Ποτιδαίας, και διηγήθη τα εξής.
+
+
+
+Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΑΙ Ο ΞΕΝΟΦΩΝ.
+
+
+
+Ο ενάρετος Σωκράτης πολλάκις έλεγεν, ότι _το πολυτιμότερον και
+χρησιμώτερον αφ' όσα κτήματα δύναταί τις ν' αποκτήση επί της γης
+είναι ειλικρινής και πιστός φίλος_. Πολλάκις δε παρεκίνει τους
+ακροατάς του να προσπαθώσι διά της αρετής και των αγαθοεργιών των
+την απόκτησιν και διατήρησιν τοιούτου πολυτίμου θησαυρού.
+
+Αλλ' ο Σωκράτης δεν ήτο εκ των πολλών εκείνων, οίτινες άλλα
+διδάσκουν και άλλα πράττουν. Δεν ήτο εξ εκείνων, οίτινες, κατά το
+ιερόν Ευαγγέλιον, θέλουν κληθή ελάχιστοι εν τη βασιλεία των
+ουρανών, διδάσκοντες τας εντολάς, αλλά μη φυλάττοντες αυτάς. Απ'
+εναντίας ο Σωκράτης ήτο εκ των μεγάλων εκείνων ανδρών, οίτινες
+ουχί μόνον διδάσκουν, αλλά και πράττουν το αγαθόν, και περί των
+οποίων ο Ιησούς είπεν «_Ος δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας
+κληθήσεται._»
+
+Τοιούτος ων ο Σωκράτης, ενίσχυε πάντοτε τας διδασκαλίας του διά
+του παραδείγματος και των έργων αυτού.
+
+Όθεν και την περί φιλίας διδασκαλίαν του επεσφράγισε διά της
+διαγωγής του· διότι διά της πραότητος του χαρακτήρος του, διά της
+εναρέτου αφιλοκερδείας του, και διά των ωφελίμων συμβουλών του
+κατώρθωσε ν' αποκτήση φίλους πολλούς.
+
+Μεταξύ των άλλων προσοικειώθη και τον νέον Αλκιβιάδην, όπως
+καταστήση αυτόν χρήσιμον εις την πατρίδα, διορθόνων τα ελαττώματα
+της πολυτελείας, της υπερηφανίας, της δοξομανίας, και της
+αστασίας, τα οποία δυστυχώς εχαρακτήριζον τον βίον του ευφυούς
+και ζωηρού τούτου νέου των Αθηνών.
+
+Ότε δε οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν εις την Ποτίδαιαν, πόλιν της
+Μακεδονίας, συνεξεστράτευσε και ο Σωκράτης μετά του φίλου του
+Αλκιβιάδου. Αμφότεροι κατά την μάχην ηνδραγάθησαν· αλλ' ο νέος
+Αλκιβιάδης πληγωθείς έπεσεν· οι δε εχθροί βεβαίως ήθελον
+αιχμαλωτίσει ή φονεύσει αυτόν, αν ο Σωκράτης γενναίως δεν
+διεκινδύνευε την ιδίαν αυτού ζωήν προς σωτηρίαν του φίλου του.
+
+Καθ' ην δε ημέραν επρόκειτο να δώσωσιν οι στρατηγοί τα βραβεία
+της ανδρίας εις τον αριστεύσαντα κατά την μάχην ταύτην, πρώτος ο
+Σωκράτης εμαρτύρει υπέρ της ανδρίας του Αλκιβιάδου, όπως δοθώσιν
+εις τον νέον αυτόν ο στέφανος και η πανοπλία, ενώ ταύτα
+δικαιωματικώς εις τον Σωκράτην ανήκον. Αλλ' ο Σωκράτης επεθύμει
+διά της βραβεύσεως ν' αυξήση την φιλοτιμίαν και τον ζήλον του
+Αλκιβιάδου εις τα υπέρ πατρίδος καλά έργα· ως αληθής δε φίλος
+πάσαν ευτυχίαν των φίλων του ως ιδίαν αυτού ευτυχίαν εθεώρει.
+
+Βλέπετε λοιπόν ότι η διαγωγή του Ανδρέου προς τον Φίλιππον
+δικαίως μ' ενθύμισε την διαγωγήν του Σωκράτους προς τον
+Αλκιβιάδην.
+
+Αλλ' ο Σωκράτης και προς τον μαθητήν του Ξενοφώντα τα αυτά
+γενναία και φιλικά αισθήματα απέδειξεν.
+
+Εις την μάχην, την συγκροτηθείσαν μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών εις
+το Δήλιον, πόλιν της Βοιωτίας, παρευρέθη και ο Σωκράτης μετά του
+Ξενοφώντος. Ότε δε οι Αθηναίοι νικηθέντες ετράπησαν εις φυγήν,
+καταδιωκόμενος μετά των άλλων και ο Ξενοφών έπεσεν εκ του ίππου
+του, και εκινδύνευε να αιχμαλωτισθή ή να φονευθή. Αλλ' ο
+Σωκράτης, αν και πεζός, ορμά γενναίως προς βοήθειαν του
+κινδυνεύοντος φίλου του, αρπάζει αυτόν επί των ώμων του, και
+τρέχων δρομαίως διασώζει μακράν των εχθρών τον φίλον του
+Ξενοφώντα.
+
+Διά τοιούτων γενναίων έργων, διά τοιαύτης αυταπαρνήσεως,
+επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, διακρίνονται οι αληθείς φίλοι. Αλλά
+τοιούτους φίλους σπανίως κατά δυστυχίαν μας αναφέρει η ιστορία.
+Εκ των σπανίων δε τούτων φίλων ήσαν και οι Θηβαίοι Επαμεινώνδας
+και Πελοπίδας.
+
+
+
+Η ΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΟΥ ΚΑΙ ΠΕΛΟΠΙΔΟΥ.
+
+
+
+Ο γέρων Πλούταρχος, λυπούμενος διά τας διχονοίας, τας ζηλοτυπίας,
+και τους φθόνους, οίτινες δυστυχώς διεχώρισαν τους πλείστους
+πολιτικούς και στρατιωτικούς άνδρας της αρχαίας Ελλάδος, δικαίως
+επαινεί και αγαλλόμενος θαυμάζει την ευγενή φιλίαν, ήτις, επ'
+αγαθώ των Θηβαίων, ήνωσε τον Πελοπίδαν και Επαμεινώνδαν καθ' όλην
+την διάρκειαν του βίου των.
+
+Ο Πελοπίδας και ο Επαμεινώνδας, ασπασθέντες εκ νεαράς ηλικίας την
+αρετήν, και υπό του θείου έρωτος της πατρίδος αμφότεροι
+εμπνεόμενοι, δεν ηγωνίζοντο υπέρ ατομικών, αλλ' υπέρ των κοινών
+της πατρίδος συμφερόντων· ούτω δε ηδυνήθησαν να ζήσωσι πάντοτε
+φίλοι ειλικρινείς και αχώριστοι, συστρατηγοί ομονοούντες, και
+συνάρχοντες συμφωνότατοι· επέτυχον δε ούτω να ίδωσι την πατρίδα
+των ελευθέραν και ευδαίμονα, και πρώτην των Ελληνίδων πόλεων.
+
+Διηγούνται ότι είς τινα μάχην ο Πελοπίδας, λαβών επτά πληγάς,
+έπεσεν εντός σωρού πληγωμένων. Αλλ' ο Επαμεινώνδας, αν και
+εθεώρει φονευμένον τον επτάκις ήδη πληγωθέντα Πελοπίδαν, τρέχει
+όμως αμέσως προς υπεράσπισιν του σώματος και των όπλων του
+συμπολίτου και συστρατιώτου του. Αγωνίζεται δε γενναίως,
+πληγόνεται και αυτός εις μεν το στήθος διά λόγχης, εις δε τον
+βραχίονα διά ξίφους, αλλ' επιμένει, και επί τέλους σώζει ουχί
+μόνον το σώμα και τα όπλα, αλλά και αυτήν την ζωήν του ενδόξου
+Πελοπίδου.
+
+Τινές λέγουσιν ότι το περιστατικόν τούτο έδωκεν αφορμήν εις την
+παραδειγματικήν φιλίαν των δύο τούτων μεγάλων ανδρών. Αλλά το
+βέβαιον είναι ότι, αν αμφότεροι δεν είχαν καρδίας εναρέτους και
+ευγενείς, και υπό αληθούς φιλοπατρίας φλογιζομένας, ούτε ο
+Επαμεινώνδας ήθελε διακινδυνεύσει γενναίως υπέρ του Πελοπίδου,
+ούτε ο Πελοπίδας ήθελεν αναφανή φίλος σταθερός και ειλικρινής του
+μεγάλου Επαμεινώνδου.
+
+Εις τους μυθικούς και ηρωικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδος, μας
+είπεν ο Γεροστάθης, αναφέρονται παραδείγματα φίλων πιστών
+συχνότερα παρά εις την μεταγενεστέραν ιστορικήν εποχήν της
+Ελλάδος. Εκ τούτου δε εσυμπέρανεν ότι όσον τα ήθη φθείρονται,
+τόσω σπανιώτερον αποκαθίσταται το ωραίον φαινόμενον της αληθούς
+φιλίας.
+
+Εις τους αρχαιοτάτους χρόνους της Ελλάδος ως ζεύγη
+παραδειγματικής φιλίας μνημονεύονται ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης, ο
+Θησεύς και ο Πειρίθους, ο Αχιλλεύς και ο Πάτροκλος, ο Ορέστης και
+ο Πυλάδης.
+
+Η δε Ελληνική ιστορία ως παραδειγματικήν αναφέρει και την φιλίαν,
+ήτις ήνωσε τον Δάμωνα μετά του Φιντίου· και περί αυτών μας
+διηγήθη τα εξής.
+
+
+
+ΔΑΜΩΝ ΚΑΙ ΦΙΝΤΙΑΣ.
+
+
+
+Ο Δάμων και ο Φιντίας ήσαν μαθηταί της Πυθαγορικής Σχολής· έζων
+δε εις τας Συρακούσας, πρωτεύουσαν της νήσου Σικελίας.
+
+Ο Φιντίας, κατηγορηθείς ως ένοχος συνωμοσίας κατά του Διονυσίου,
+τυράννου των Συρακουσών, κατεδικάσθη εις την ποινήν του θανάτου.
+Αλλ' έχων ανάγκην να διαθέση τα οικογενειακά του συμφέροντα,
+εζήτησε την άδειαν παρά του Διονυσίου ν' απομακρυνθή επί τινας
+ημέρας των Συρακουσών προς επίσκεψιν της οικογενείας του.
+Υπεσχέθη δε να παρουσιάση αντ' αυτού άλλον εις το δεσμωτήριον,
+αναδεχόμενον να θανατωθή, αν αυτός κατά την προσδιορισθησομένην
+ημέραν δεν ήθελεν εμφανισθή.
+
+Ο τύραννος, του οποίου η καρδία δεν εγνώριζεν ειμή το αίσθημα του
+εγωισμού και του φόβου, ήτο πεπεισμένος ότι τοιούτον εγγυητήν ήτο
+αδύνατον να εύρη ο Φιντίας· επί τη πεποιθήσει δε ταύτη είπεν ότι
+τω παραχωρεί την ζητηθείσαν άδειαν, αν παρουσιάση άλλον
+αναδεχόμενον την καταδίκην εν ελλείψει αυτού.
+
+Μεγίστη δε υπήρξε του Διονυσίου η έκπληξις, ότε είδε
+παρουσιαζόμενον εις το δεσμωτήριον τον Δάμωνα, προθύμως
+αναδεχόμενον την θέσιν του φίλου του.
+
+Ο Φιντίας επομένως αποφυλακίζεται, και ελεύθερος αναχωρεί προς
+αντάμωσιν της οικογενείας του· τα δε δεσμά του ευχαρίστως
+αναλαμβάνει ο φίλος του Δάμων.
+
+Αλλ' η προσδιορισμένη διά την εκτέλεσιν της θανατικής ποινής
+ημέρα φθάνει, και ο Φιντίας δεν φαίνεται. Όθεν, ότε η ώρα της
+εκτελέσεως επλησίασεν, αντί του Φιντίου, απάγεται ο Δάμων
+σιδηροδέσμιος εις τον τόπον της καταδίκης.
+
+Όλος ο λαός τον Συρακουσών αγανακτεί τότε και φρυάττει κατά της
+αισχράς προδοσίας του Φιντίου, βλέπων τον πέλεκυν του δημίου
+έτοιμον ήδη να πέση επί του αθώου τραχήλου του Δάμωνος. Ο δε
+τύραννος σαρκαστικώς μειδιά, εμπαίζων και την μωρίαν του Δάμωνος
+και την ψευδοφιλίαν του Φιντίου.
+
+Μόνος ο Δάμων ατάραχος και φαιδρός βλέπει πλησιάζουσαν την
+στιγμήν, καθ' ην διά της ιδικής του ζωής ήλπιζε να σώση την ζωήν
+του φίλου του· αλλ' η χαρά του δεν ήτο πλήρης, διότι, γνωρίζων
+καλώς την αρετήν του Φιντίου, από στιγμής εις στιγμήν επερίμενε
+την εμφάνισίν του.
+
+Επί τέλους ο δήμιος ετοιμάζεται, και λαμβάνει ανά χείρας τον
+πέλεκυν, η δε τρομερά στιγμή επίκειται, ότε εξαίφνης κραυγαί
+θορυβώδεις ακούονται, λέγουσαι — Ο Φιντίας! ο Φιντίας! Συγχρόνως
+δε ασθμαίνων και δρομαίος διασχίζει ο Φιντίας τα πλήθη, και μετά
+δακρύων πίπτει εις τας αγκάλας του φίλου του Δάμωνος, και ζητεί
+να λάβη την θέσιν του υπό τον πέλεκυν του δημίου αλλ' ο Δάμων
+διαφιλονεικεί την θέσιν ταύτην ως ανήκουσαν ήδη εις αυτόν. Ο
+Φιντίας τότε επαναλαμβάνει ζωηρότερον την απαίτησίν του, ο δε
+Δάμων επιμένει σταθερώς εις την άρνησίν του.
+
+Έκθαμβοι και δακρυρροούντες θεωρούν πάντες το μέγα και υψηλόν
+τούτο θέαμα της περί θανάτου πάλης των δύο φίλων. Και αυτός δε ο
+σκληροκάρδιος τύραννος συγκινείται επί τέλους, και θαυμάζει το
+ύψος και το μεγαλείον της αληθούς φιλίας, της οποίας την δύναμιν
+ουδέποτε είχεν αισθανθή, ουδέποτε είχε φαντασθή. Αναγκάζεται
+λοιπόν να σεβασθή την ύπαρξιν τοιούτου ιερού δεσμού, τον οποίον ο
+πέλεκυς του δημίου του επρόκειτο να διαρρήξη, και επομένως
+χαρίζων την ζωήν εις τον Φιντίαν, και τον Φιντίαν εις τον Δάμωνα,
+καταπαύει την ευγενή των πάλην, και ζητεί ως χάριν να
+συμπαραλάβωσι του λοιπού και αυτόν εντός του ιερού δεσμού της
+φιλίας των, ήτις απετέλει τας δύο εναρέτους ψυχάε των ψυχήν μίαν
+εντός δύο σωμάτων.
+
+Το ανωτέρω διήγημα εις άκρον ευηρέστησε τας νεανικάς μας καρδίας·
+έκτοτε δε έκαστος ημών θερμώς επεθύμησε ν' αποκτήση, ει δυνατόν,
+φίλον αληθή ως τον Σωκράτην, τον Επαμεινώνδαν, ή τον Δάμωνα.
+
+Πολλάκις δε ηκούσαμεν παρά του Γεροστάθου και τα εξής περί
+φιλίας.
+
+«Είναι ανάξιος φιλίας όστις αλλάζει τους φίλους του συχνά ως τα
+υποκάμισά του.
+
+Πριν συνδέσης μετά τινος φιλικάς σχέσεις, σπούδασον μετά προσοχής
+τας διαθέσεις αυτού, ίνα μη, αντί φίλου αληθούς, αποκτήσης
+ιδιοτελή τινα κόλακα, ή κακοήθη σύντροφον.
+
+Βραδέως μεν απόκτα φίλον, αλλ' η φιλία σου ας διαμένη σταθερά και
+διαρκής.
+
+Εις τας δυστυχίας των φίλων των δοκιμάζονται οι αληθείς φίλοι.
+
+Τίμα την περιουσίαν σου, ίνα βοηθήσης φίλον δυστυχούντα.»
+
+Εις τον Γεροστάθην δε οφείλω και τον ακόλουθον περί φιλίας
+αληθέστατον στίχον,
+
+ «Δώρον Θεού πολύτιμος είν' η πιστή φιλία·
+ Εις τους χαζούς δεν δίδεται τοιαύτη ευτυχία.»
+
+
+
+ΗΔΟΝΗ ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ.
+
+
+
+
+ «Ακολουθεί ελευθεριότητι
+ η φιλανθρωπία και το
+ ελεητικόν είναι.»
+ (Αριστοτέλους.)
+
+ΑΥΓΗΝ τινα του Μαΐου επρόκειτο ο Γεροστάθης να μας οδηγήση εις
+πλησιόχωρον εξοχήν, γέμουσαν αγρίων τριανταφύλλων. Πάντες δε κατά
+την ωρισμένην ώραν ήμεθα παρόντες εις την οικίαν του, εκτός του
+συμμαθητού μας Πέτρου, όστις δεν εφαίνετο.
+
+ — Παράδοξος η αργοπορία του Πέτρου, είπεν ο γέρων. Αυτός
+εγείρεται πάντοτε τόσον ενωρίς, ώστε είναι και ο υγιέστερος του
+σχολείου. Αλλά σήμερον φαίνεται τον εγέλασεν ο δόλιος ύπνος της
+ανοίξεως. Εντούτοις ας υπάγωμεν, και διαβαίνοντες από την
+κατοικίαν του τον εξυπνούμεν, και τον υπενθυμίζομεν ότι ο πολύς
+και μάλιστα ο πρωινός ύπνος χαυνόνει και το σώμα και τον νουν.
+
+Εξήλθομεν λοιπόν διευθυνόμενοι εις την οικίαν του Πέτρου· αλλά,
+διαβαίνοντες έμπροσθεν της Εκκλησίας, παρετηρήσαμεν ότι η θύρα
+της ήτο ημίκλειστος· συγχρόνως δε ηκούσαμεν την φωνήν του Πέτρου.
+Πλησιάσαντες τότε εν σιωπή και ησυχία περί την θύραν, διεκρίναμεν
+ότι ο Πέτρος εδίδασκέ τινα να συλλαβίζη. Ο Γεροστάθης, αφού
+χαμογελών ηκροάσθη ολίγον την διδασκαλίαν του Πέτρου, έσπρωξε την
+θύραν και εισήλθε παρακολουθούμενος παρ' ημών.
+
+Ο Πέτρος έκλεισε τεταραγμένος την οποίαν εκράτει φυλλάδα,
+εσηκώθη, και μετά συστολής εζήτησε συγχώρησιν διότι εβράδυνε να
+έλθη, μη εννοήσας ότι παρήλθεν η ώρα.
+
+ — Και ημείς, είπεν ο Γεροστάθης, ενομίζομεν ότι ακόμη
+κοιμάσαι.
+
+ — Όχι, απεκρίθη, είμαι έξυπνος προ δύο ωρών. Πλησίον δε του
+Πέτρου ίστατο μικρόν παιδίον, του οποίου η φυσιογνωμία δεν μας
+ήτο άγνωστος.
+
+ — Και ποίον είναι αυτό το καλόν παιδίον; ηρώτησεν ο
+Γεροστάθης.
+
+Ο δε Πέτρος απήντησε
+
+ — Δεν ενθυμείσθε τον Κώσταν, όστις έσωσε τον Αρτινόν Θεόδωρον,
+ότε έπεσεν εντός του χάνδακος και εχώθη, εις την λάσπην ;
+
+Ήτο τω όντι πολύ δύσκολον ν' αναγνωρίσωμεν τον μικρόν Κώσταν,
+διότι, καθ' ην ημέραν τον είχομεν ιδεί κλαίοντα και ακολουθούντα
+το υπερήφανον αρχοντόπουλον, είχε και το πρόσωπον και το σώμα του
+καταλασπωμένα, γυμνούς τους πόδας, ενδύματα δε ρυπαρά και
+εσχισμένα· ενώ ο μικρός μαθητής του Πέτρου ήτο ήδη καθ' όλα
+καθαρώτατος· ούτε ανυπόδητος ήτο πλέον, αλλ' ούτε ρακενδύτης.
+
+Εξήλθομεν εντούτοις εκ της Εκκλησίας και επροχωρήσαμεν προς την
+εξοχήν· διαφόρους δε καθ' οδόν ερωτήσεις περί του Κώστα απηύθυνεν
+ο Γεροστάθης προς τον Πέτρον· θέλω δε διηγηθή εν περιλήψει το
+εξαγόμενον της συνομιλίας των.
+
+
+
+Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΤΩΧΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ.
+
+
+
+Ανέφερα προηγουμένως την μεταξύ του υπερηφάνου Θεοδώρου και του
+πτωχού Κώστα σκηνήν, καθ' ην, ενώ ο Θεόδωρος ουχί μόνον εξύβρισε
+βαρβαρικώς τον Κώσταν, αλλά και να τον ξυλοκοπήσει ηθέλησεν, ο
+Κώστας, άμα ιδών αυτόν πεσόντα και κινδυνεύοντα εντός της λάσπης,
+αμέσως έτρεξε προς βοήθειάν του, και να τον σώση κατώρθωσεν.
+
+Η χριστιανική αύτη διαγωγή του μικρού Κώστα, και η αφέλεια, με
+την οποίαν εβεβαίωσε τότε τον Γεροστάθην ότι κατά συμβουλήν της
+μητρός του _ποτέ δεν λέγει ψεύματα_, επέσυραν την προς αυτόν
+συμπάθειαν του αγαθού Πέτρου.
+
+Άμα λοιπόν ακούσας ότι ο πτωχός Κώστας δεν είχεν άλλα ενδύματα,
+εκτός των λασπωμένων και εσχισμένων, τα οποία εφόρει, ωδήγησεν
+αυτόν ο Πέτρος εις την οικίαν του, και παρεκάλεσε τους καλούς του
+γονείς να δώσωσιν εις τον Κώσταν τινά εκ των ιδικών του
+ενδυμάτων.
+
+Οι γονείς του ευσπλαχνικού Πέτρου προθύμως εισήκουσαν την
+παράκλησίν του. Ο δε Πέτρος, αφού εφρόντισε να νιφθή ο Κώστας,
+τον ενέδυσε τα καθαρά του φορέματα, τω εσύστησε στενώς την
+καθαριότητα, τω έδωκε και έν ψωμίον με την άδειαν του πατρός του,
+και ακολούθως συνώδευσεν αυτόν εις την πτωχικήν του καλύβην.
+
+Η καλή μήτηρ του Κώστα, ιδούσα τον υιόν της ούτω μεταμορφωμένον,
+και μαθούσα παρ' αυτού τα διατρέξαντα, έχυσε δάκρυα χαράς και
+ευγνωμοσύνης· ευχαρίστησε τον Ύψιστον, και ευχήθη παν αγαθόν και
+πάσαν ευτυχίαν εις τον καλόν Πέτρον. Τα δε μικρά της παιδία, άμα
+ιδόντα τον Κώσταν κρατούντα το ψωμίον, περιεκύκλωσαν πηδώντα και
+χαίροντα τον αδελφόν των, και τω εζήτουν ανά έν τεμάχιον.
+
+ — Ποτέ, έλεγεν ο Πέτρος, η καρδία μου δεν ησθάνθη ηδονήν
+γλυκυτέραν από το γλυκύτατον και ηδονικώτατον αίσθημα, το οποίον
+μοι επροξένησεν η διαγωγή μου της ημέρας εκείνης.
+
+Επιστρέψας ο Πέτρος εις την οικίαν του, διηγήθη εις την μητέρα
+και τον πατέρα του την κατανυκτικήν σκηνήν της καλύβης, την
+αγαθότητα της πτωχής γυναικός, τας εγκαρδίους ευχάς και ευλογίας
+της, τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης της, και την ζωηράν χαράν των
+πειναλέων τέκνων της, ότε είδον τον Κώσταν φέροντα το ψωμίον.
+
+Ακολούθως δε παρεκάλεσε τους γονείς του να στέλλωσι δι' αυτού
+καθ' ημέραν εις την μητέρα του Κώστα έν ψωμίον, υποσχόμενος ότι
+αυτός θέλει τρώγει εις το εξής ολιγώτερον, και ότι συγχρόνως
+θέλει προσέχει τα ενδύματά του περισσότερον, όπως οικονομώσι
+τοιουτοτρόπως οι γονείς του το ψωμίον της πτωχής οικογενείας.
+
+Ο αγαθός ιερεύς και η φιλάνθρωπος σύζυγός του συνεκινήθησαν,
+κατεφίλησαν αυτόν, και τω υπεσχέθησαν το ζητηθέν ψωμίον.
+
+Αλλ' η αγαθή καρδία του Πέτρου δεν υπέφερε να βλέπη τον Κώσταν
+αργόν και αγράμματον. Όθεν επρότεινεν εις αυτόν ότι αναδέχεται
+ευχαρίστως να τον μάθη ν' αναγινώσκη και να γράφη, αν και εκείνος
+ανεδέχετο να βοηθή τακτικώς τον κανδυλανάπτην εις την καθαριότητα
+της Εκκλησίας και εις τα λοιπά έργα αυτού.
+
+Ο Κώστας προθύμως εδέχθη και επραγματοποίησε την πρότασιν ταύτην.
+Έκτοτε δε τακτικώτατα και μετά του κανδυλανάπτου ειργάζετο εις τα
+της Εκκλησίας, και εις τον νάρθηκα καθ' εκάστην αυγήν υπό του
+Πέτρου εδιδάσκετο. Ουδείς δ' εγνώριζε την μυστικήν ταύτην
+ελεημοσύνην του Πέτρου, μέχρις ου τυχαίως μετά του Γεροστάθου
+ανεκαλύψαμεν αυτήν κατά την ημέραν εκείνην.
+
+Η τοιαύτη προς τον Κώσταν και την οικογένειάν του διαγωγή του
+Πέτρου εις άκρον ευχαρίστησε τον φιλάνθρωπον Γεροστάθην και ημείς
+δε έκτοτε εδιπλασιάσαμεν την προς τον αγαθόν Πέτρον αγάπην μας·
+επεριμένομεν δε ανυπομόνως να παρουσιασθή περίστασις κατάλληλος,
+όπως μιμηθώμεν το καλόν παράδειγμα, το οποίον ο Πέτρος μας
+έδωκεν.
+
+Ο Γεροστάθης εν τούτοις επήνεσε τον Πέτρον διά τα ελεήμονα
+αισθήματά του, και τον εβεβαίωσεν ότι, αν εξακολουθήση να έχη
+πάντοτε την αυτήν προς τους πτωχούς ευσπλαχνικήν διάθεσιν, θέλει
+αποκατασταθή άνθρωπος τέλειος.
+
+Ιδού δε, μας είπε, ποίον ο Ιησούς θεωρεί άνθρωπον τέλειον.
+
+
+
+ — Ο ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΕΛΕΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
+
+
+
+Ημέραν τινά, κατά τον ευαγγελιστήν Ματθαίον, παιδία ωδηγήθησαν
+εις τον Ιησούν, όπως ευλογήση αυτά. Ο Ιησούς ευλογήσας αυτά είπεν
+«ότι των τοιούτων είναι η βασιλεία των ουρανών,» διότι αι καρδίαι
+των παιδίων είναι καθαραί και αμίαντοι από τας κακίας και τα
+πάθη, και επομένως άξιαι της θείας αγάπης.
+
+Κατά την αυτήν ημέραν παρουσιάσθη και νεανίσκος, όστις ηρώτησε
+τον Ιησούν — _Τι αγαθόν να πράξω διά να έχω ζωήν αιώνιον_;
+
+Ο δε Ιησούς τω απήντησεν — _Εάν θέλης να εισέλθης εις την
+αιώνιον ζωήν, φύλαξον τας εντολάς του Θεού._
+
+ — Όλας εκ νεότητός μου εφύλαξα, απεκρίθη ο νέος, τι άλλο λοιπόν
+μοι μένει;
+
+Και ο Ιησούς απεκρίθη — _Εάν θέλης να γίνης τέλειος, ύπαγε
+πώλησον τα υπάρχοντά σον, και δος εις τους πτωχούς, και αντί των
+επιγείων αυτών υπαρχόντων θέλεις αποχτήσει θησαυρόν αιώνιον και
+άφθαρτον εις τους ουρανούς._
+
+Βοηθούντες λοιπόν τους πτωχούς, ουχί μόνον αισθανόμεθα ηδονήν
+γλυκυτάτην, αλλά και τέλειοι γινόμεθα, διότι διά της ελεημοσύνης
+αποκτώμεν θησαυρόν αιώνιον, ο δε θησαυρός ούτος είναι η Θεία
+αγάπη, το Θείον έλεος.
+
+_Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν_ είπεν ο σοφός Σολομών·_ ο δε Ιησούς
+μας λέγει _Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται_. Όλον δε
+τον επί της γης βίον του διήλθεν ο Ιησούς ελεών και αγαθοποιών
+τους πτωχούς, τους πάσχοντας, τους ασθενείς, όπως και διά του
+παραδείγματός του μας διδάξη την προς τον πλησίον αγάπην και
+ελεημοσύνην.
+
+Τινές νομίζουν ότι απαιτείται να ήναί τις πλούσιος διά να ήναι
+και ελεήμων. Αλλ' η τοιαύτη ιδέα είναι εσφαλμένη. Οι πλούσιοι,
+έχοντες περισσότερα μέσα, έπρεπε βεβαίως να ενεργώσι και
+περισσοτέρας ελεημοσύνας, ενώ αυτοί συνήθως κάμνουν τας
+ολιγωτέρας· διότι ο πλούτος, καθώς και άλλοτε σάς είπον, ως επί
+το πλείστον σκληρύνει την καρδίαν. Όσον ολιγώτερον δε πλούσιος
+είναι τις, και όσον πλησιέστερα εις την πτωχείαν ευρίσκεται, τόσω
+ευκολώτερον αισθάνεται τα δεινά της ενδείας, τόσω δε
+επιρρεπεστέρα εις την ελεημοσύνην καθίσταται η καρδία του.
+
+Ο Πέτρος βεβαίως δεν είναι πλούσιος, αλλά κατώρθωσε να περιθάλψη
+ολόκληρον πτωχήν οικογένειαν διά της φιλανθρώπου και ελεήμονος
+καρδίας του. Η ελεημοσύνη δεν ενεργείται μόνον διά του χρήματος,
+του διδομένου εις τον πτωχόν. Πολλάκις μία συμβουλή ωφέλιμος, μία
+καλή διάθεσις, μία σύστασις, μία φροντίς φιλάνθρωπος, μία
+διδασκαλία, έν εργόχειρον, είναι ελεημοσύναι πολύτιμοι, μη
+απαιτούσαι πλούτη και χρηματικάς θυσίας, αλλά μόνον χριστιανικήν
+ευαίσθητον καρδίαν.
+
+Αν μόνον οι πλούσιοι ηδύναντο να ελεώσιν, ο Θεός δεν ήθελεν
+επιβάλλει την ελεημοσύνην ως γενικόν χρέος παντός χριστιανού,
+είτε πλουσίου, είτε πτωχού.
+
+Τότε ο Γεροστάθης διηγήθη το εξής Αγγλικόν ανέκδοτον, διά να μας
+δείξη πόσον φιλελεήμων είναι η ψυχή των πτωχών.
+
+
+
+Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΤΥΦΛΗΣ.
+
+
+
+Είς τινα πόλιν της Αγγλίας, εις την οποίαν ο αριθμός των πτωχών
+είχε πλεονάσει, ο ιερεύς ωμίλησεν επ' άμβωνος περί ελεημοσύνης,
+και παρεκίνησε τους ακροατάς του να συνεισφέρωσιν έκαστος κατά
+δύναμιν προς περίθαλψιν των δυστυχούντων.
+
+Μετά την διδαχήν πολλοί προσήλθον εις τον ιερέα, προσφέροντες τον
+οβολόν της ελεημοσύνης των. Μεταξύ αυτών παρετήρησεν ο ιερεύς
+νεανίδα τυφλήν, πτωχικώς ενδεδυμένην, οδηγηθείσαν πλησίον του,
+και προσφέρουσαν ποσόν ανώτερον παντός άλλου.
+
+ — Όχι, κόρη μου, τη είπεν ο ιερεύς, είσαι πτωχή και αόμματος·
+η προσφορά σου είναι μεγάλη· δεν δέχομαι παρά το ήμισυ αυτής.
+
+ — Είναι αληθές, πάτερ, απήντησεν η νεάνις, είμαι τυφλή εκ
+γενετής, αλλά πτωχή τώρα δεν είμαι. Εις το κατάστημα των τυφλών
+έμαθον να πλέκω καλάθια, και ήδη διά της εργασίας απολαμβάνω τα
+αναγκαία μου. Η προσφορά μου είναι η εκ του λύχνου οικονομία μου.
+Παρακαλώ λοιπόν, δέχθητι αυτήν. Γνωρίζω τι εστι πτώχεια. Πριν
+έμβω εις το κατάστημα, εγύριζον νυχθημερόν ζητεύουσα· ενθυμούμαι
+δε κάλλιστα και τας περιφρονήσεις των διαβατών, και τους πικρούς
+των λόγους, και τας ψυχράς νύκτας, τας οποίας ημίγυμνος και
+ανυπόδητος, τρέμουσα και πεινώσα, διήλθον άυπνος εις τας
+δημοσίους οδούς. Η καρδία μου κλαίει οσάκις περί πτωχών ακούω,
+παρηγορείται δε και ευφραίνεται οσάκις δύναμαι να τοις προσφέρω
+μικράν βοήθειαν.
+
+Άπαντες εθαύμασαν την χριστιανικήν αρετήν της τυφλής νεανίδος, ο
+δε ιερεύς εν τω μέσω του γενικού θαυμασμού εφώναξεν — Ιδού,
+φίλτατοι αδελφοί, διατί ο Ιησούς μας είπεν ότι των πτωχών εστίν η
+βασιλεία των Ουρανών!
+
+Το παράδειγμα της αομμάτου κόρης, και οι κατανυκτικοί προς τον
+ιερέα λόγοι της διήγειραν τα συμπαθητικά αισθήματα των
+παρευρεθέντων, ώστε αμέσως αι συνεισφοραί επολλαπλασιάσθησαν, και
+οι πτωχοί της πόλεως εξοικονομηθέντες ηυλόγουν τους ευεργέτας
+των, επί κεφαλής δε αυτών την τυφλήν νεανίδα.
+
+Αι εφημερίδες εξύμνησαν την φιλελεήμονα καλαθοποιόν. Πανταχόθεν
+δε συνέρρεον εις την κατοικίαν της όπως την γνωρίσωσι και
+προσωπικώς, αγοράσωσι δε και καλάθιόν τι εκ των χειρών της.
+
+Τοιουτοτρόπως η ελεήμων τυφλή ουχί μόνον εις την μέλλουσαν, αλλά
+και εις την παρούσαν ζωήν πλουσιοπαρόχως ελεήθη παρά του Υψίστου·
+διότι τιμωμένη και αγαπωμένη παρά πάντων έζησεν εν ανέσει,
+εξακολουθούσα πάντοτε διά της ελεημοσύνης να παρηγορή τους
+πτωχούς, να ηδύνη την ψυχήν της, και να ευαρεστή τον πλάστην της.
+
+Μετά την διήγησιν ταύτην ο Αθανάσιος είπε προς τον γέροντα —
+Άλλοτε, νομίζω, μας είπετε ότι δίδοντες ελεημοσύνην ενθαρρύνομεν
+την αργίαν και την οκνηρίαν.
+
+Ο δε Γεροστάθης απήντησεν — Οσάκις τις καταφεύγη εις την ζητείαν
+ως εκ της αργίας και οκνηρίας του, βεβαίως είναι ανάξιος
+ελεημοσύνης.
+
+Ο τρέφων τους αργούς και οκνηρούς δεν ελεεί, αλλ' αμαρτάνει,
+παραβιάζων την παραγγελίαν του Αποστόλου Παύλου, κατά τον οποίον
+«_οι μη βουλόμενοι εργάζεσθαι μη εσθιέτωσαν._»
+
+Ελεημοσύνη διδομένη εις τους οκνηρούς είναι άδικος ζημία των
+αληθώς αξίων ελεημοσύνης.
+
+Η μόνη κατάλληλος προς τους αργούς ελεημοσύνη είναι η προς αυτούς
+χορήγησις, ουχί χρημάτων ή τροφής, αλλ' εργασίας, όπως δι' αυτής
+κερδίζωσι τα προς το ζην.
+
+Αλλ' είναι και πολλοί πτωχοί, οίτινες, αν και εργάζωνται
+επιμελώς, δεν επαρκούν οι δυστυχείς εις τα έξοδα των οικογενειών
+των. Υπάρχουν και άλλοι, οίτινες ως εκ του γήρατος, ή της
+ασθενούς ή αναπήρου σωματικής καταστάσεώς των είναι φυσικώς
+ανίκανοι προς εργασίαν. Οι τοιούτοι αναντιρρήτως είναι άξιοι
+συμπαθείας και περιθάλψεως.
+
+Αυτά μ' έλεγε φίλος μου ιερεύς της Μόσχας, του οποίου τας
+αξιομιμήτους ελεημοσύνας ευχαρίστως θέλω σας διηγηθή.
+
+
+
+Ο ΙΕΡΕΥΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ.
+
+
+
+Εις την Μόσχαν της Ρωσσίας εγνώρισα ιερέα σεβάσμιον διά την
+χριστιανικήν αρετήν και παιδείαν του, διακρινόμενον δε ιδίως διά
+την ελεήμονα ψυχήν του.
+
+Ποτέ πτωχός άξιος ελέους δεν παρουσιάσθη ενώπιον του εναρέτου
+εκείνου ιερέως χωρίς να ελεηθή.
+
+Οι παρηγορητικοί μάλιστα λόγοι, αι χριστιανικαί συμβουλαί, μετά
+των οποίων συνώδευε τας ελεημοσύνας του, εδιπλασίαζον την αξίαν
+αυτών.
+
+Αλλ' οσάκις πτωχός, δυνάμενος οπωσδήποτε να εργασθή, παρουσιάζετο
+ζητών ελεημοσύνην, — _Διατί δεν εργάζεσαι_; ήσαν οι πρώτοι λόγοι
+του ιερέως. Μετ' αυτούς δε αμέσως επρόσθετεν — _ο δυνάμενος και
+μη θέλων να εργασθή είναι ανάξιος ελεημοσύνης_.
+
+ — Δεν ευρίσκω εργασίαν, ήτο η πρόχειρος απάντησις των πτωχών. —
+Λοιπόν, τοις έλεγε τότε, αντί να σοι δώσω ελεημοσύνην, πρέπει να
+σοι εύρω εργασίαν, όπως διά του κόπου και του ιδρώτος του
+προσώπου σου κερδήσης και φάγης τον άρτον σου. Επομένως άλλους
+μεν παρήγγελλε να σχίζωσι ξύλα, άλλους να σπάνωσι πέτρας, άλλους
+να μεταφέρωσιν ύδωρ, άλλους ν' ανοίγωσιν αύλακας, άλλους να
+κόπτωσι ξηρά δένδρα, και μετά τας εργασίας των ταύτας
+πλουσιοπαρόχως αντήμειβε τους κόπους αυτών.
+
+Ημέραν τινά, ενθυμούμαι, μη έχων πρόχειρον εργασίαν να δώση αντί
+ελεημοσύνης εις πτωχόν υγιά και δυνάμενο να εργασθή, παρήγγειλεν
+αυτόν να μεταφέρη από την μίαν γωνίαν της αυλής του εις την άλλην
+σωρόν καυσίμων ξύλων.
+
+Αφού ο πτωχός μετέφερε τα ξύλα και έλαβε παρά του ιερέως ως
+ανταμοιβήν του κόπου του έν ρούβλιον, ηρώτησεν αυτόν αν έχη και
+άλλην εργασίαν να τω δώση· Ο δε αγαθός ιερεύς μη έχων εργασίαν,
+αλλ' επιθυμών να ενισχύση την εργατικήν διάθεσιν του πτωχού,
+διέταξεν αυτόν, επί λόγω ότι μετενόησε διά την μεταφοράν των
+ξύλων του, να επαναφέρη αυτά εις την προτέραν των θέσιν· και μετά
+την δευτέραν αυτήν μεταφοράν έδωκε και δεύτερον ρούβλιον εις τον
+πτωχόν.
+
+Αλλά δεν περιωρίζετο ο ενάρετος ιερεύς εις τας τοιαύτας εφημέρους
+και διαβατικάς ελεημοσύνας. Ιδίως εφρόντιζε να ευρίσκη μονίμους
+και διαρκείς εργασίας προς αποκατάστασιν των πτωχών.
+
+Ο Γεροστάθης τότε επρόσθεσεν ότι, εάν οι κάτοικοι των πόλεων, των
+κωμοπόλεων, και των χωρίων εμιμούντο το χριστιανικόν παράδειγμα
+του ιερέως της Μόσχας, ο αριθμός των πτωχών, των επαιτών, των
+αργών ήθελε βεβαίως σμικρυνθή ουσιωδώς, και το κοινωνικόν σώμα
+ήθελεν απαλλαγή από αυτάς τας επικινδύνους πληγάς του.
+
+Προς αποφυγήν δε και θεραπείαν των κοινωνικών αυτών πληγών, μας
+είπεν, ότι εις τα πεπολιτισμένα έθνη οι εύποροι πολίται
+συνεισφέρουν και συσταίνουν νοσοκομεία προς νοσήλευσιν των
+ασθενών, πτωχοκομεία προς περίθαλψιν και ενασχόλησιν των απόρων,
+ορφανοτροφεία, καταστήματα διανέμοντα τροφήν εις ενδεείς
+οικογενείας, καταστήματα των τυφλών και αλάλων, γεροντοκομεία,
+εργοστάσια των πτωχών, και άλλα τοιαύτα θεάρεστα καταστήματα.
+
+Αλλ' επειδή ο λόγος περί ελεημοσύνης, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν
+πρέπει να λησμονήσωμεν και τον προπάτορα ημών, τον ένδοξον και
+ελεήμονα Κίμωνα.
+
+
+
+Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ.
+
+
+Αφού ο Μιλτιάδης εις τον Μαραθώνα, ο Θεμιστοκλής εις την
+Σαλαμίνα, και ο Αριστείδης εις τας Πλαταιάς απέκρουσαν τους
+εισβαλόντας εις την Ελλάδα βαρβάρους, ανεφάνη εις τας Αθήνας ο
+Κίμων, όστις συνήνωσεν εις εαυτόν και την στρατηγικήν ικανότητα
+του πατρός του Μιλτιάδου, και την πολιτικήν φρόνησιν του
+Θεμιστοκλέους, και την αρετήν του Αριστείδου.
+
+Ο Κίμων, τον οποίον περιγράφουν ευειδή το πρόσωπον, υψηλού
+αναστήματος, και με κόμην μακράν και ούλην, είχε χαρακτήρα
+γλυκύτατον, διάθεσιν ευεργετικήν, και ένθερμον φιλοπατρίαν.
+
+Εις τας εκβολάς του Ευρυμέδοντος, ποταμού της μικράς Ασίας, μετά
+την ναυμαχίαν της Σαλαμίνος εντός μιας και της αυτής ημέρας, και
+τα λείψανα του μεγάλου Περσικού στόλου κατέστρεψε, κυριεύσας
+διακόσια εχθρικά πλοία, και τα λείψανα του Περσικού στρατού
+εξωλόθρευσεν, αποβιβάσας αυθημερόν εις την ξηράν τα στρατεύματά
+του.
+
+Η διπλή αύτη νίκη του Κίμωνος δικαίως εθεωρήθη λαμπροτέρα και της
+εν Σαλαμίνι ναυμαχίας και της πεζομαχίας των Πλαταιών.
+
+Εκ των αλλεπαλλήλων δε κατά των βαρβάρων νικών του απέκτησεν,
+ουχί δι' εαυτόν, αλλ' επ' αγαθώ της πατρίδος και των συμπολιτών
+του, χρήματα ικανά, διά των οποίων και το νότιον τείχος της
+Ακροπόλεως κατετεφύτευσε, και την Αγοράν φιλοκάλως με πλατάνους
+κατεφύτευσε, και την Ακαδημίαν με ύδατα και συσκίους περιπάτους
+κατεστόλισε.
+
+Πρώτος δε αυτός εις τας Αθήνας ανεφάνη προστάτης των ωραίων
+τεχνών, αίτινες, οσάκις συνειθίζωσι τα αισθητήρια και την ψυχήν
+εις το αίσθημα του υψηλού και αληθώς ωραίου, εξημερόνουν και
+εξωραΐζουν και τον νουν και την καρδίαν των εθνών.
+
+Ουδέποτε ο Κίμων ηθέλησε ν' αποκτήση αδίκως χρήματα· όσα δε
+απέκτησε, τα απέκτησε διά να τα μεταχειρίζηται· τα μετεχειρίζετο
+δε διά να τιμάται, ευεργετών τους συμπολίτας του. «_Κτάσθαι μεν
+τα χρήματα ως χρώτο, χρήσθαι δε ως τιμώτο,_» δικαίως έλεγε περί
+αυτού Γοργίας ο Λεοντίνος.
+
+Εκ νεότητός του εγεύθη την πικρίαν της πτωχείας, διότι και τον
+πατέρα του Μιλτιάδην είδε ν' αποθάνη εν τη φυλακή, μη έχοντα ως
+εκ της εντίμου πενίας του να πληρώση πεντήκοντα τάλαντα, εις τα
+οποία είχε καταδικασθή, και αυτός, ων ενδεής, ηναγκάσθη να
+διαδεχθή εις την φυλακήν τον αποθανόντα πατέρα του, μέχρις ου ο
+γαμβρός του Καλλίας τον ηλευθέρωσε, πληρώσας αντ' αυτού το
+πατρικόν του χρέος.
+
+Τα παθήματα ταύτα αφ' ενός, και η γλυκύτης της προς αυτόν
+ευεργεσίας του Καλλίου αφ' ετέρου ήνοιξαν την θύραν της
+ελεημοσύνης εις την ευαίσθητον καρδίαν του νέου Κίμωνος.
+
+Όθεν και τους αγρούς και τους κήπους του είχεν ανοικτούς εις τε
+τους συμπολίτας του και τους ξένους, όπως οι πτωχοί ελευθέρως
+λαμβάνωσιν εκ των καρπών και οπωρικών του· και καθ' ημέραν εις
+τον οίκον του είχε δείπνον λιτόν μεν, αλλ' άφθονον, όστις δε των
+πτωχών συνδημοτών του ήθελεν, ελευθέρως εισήρχετο και ανεξόδως
+εδείπνει.
+
+Οσάκις δε εξήρχετο της οικίας του συνωδεύετο υπό υπηρετών, δι'
+αυτών δε και ενδύματα εχορήγει εις τους ρακενδύτας γέροντας, και
+χρήματα σιωπηλώς αλλά γενναίως διένειμεν εις τους αναξιοπαθούντας
+συμπολίτας του.
+
+Τοιούτος ήτο ο Κίμων, ώστε δικαίως ο Πλούταρχος, θαυμάζων και
+επαινών την ελευθεριότητα του ανδρός, λέγει ότι _διά των
+αγαθοεργιών του επανέφερεν εις τας Αθήνας τον μυθολογούμενον
+χρυσούν αιώνα του Κρόνου_.
+
+Αλλ' εγώ, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, θαυμάζω τον Κίμωνα και δι'
+άλλον λόγον, όστις ίσως σας φανή παράδοξος. Τον θαυμάζω, διότι,
+ενώ ήτο υιός ενδόξου πατρός, του Μιλτιάδου, ανεφάνη υιός
+ενδοξότερος του πατρός του.
+
+ — Αλλά τούτο ήτο πολύ φυσικόν, παρετήρησέ τις εξ ημών.
+Παράδοξον ήθελεν είσθαι αν, έχων πατέρα τοιούτον, δεν ανεφαίνετο
+υιός άξιος του πατρός του.
+
+ — Ούτως έπρεπε να ήναι, απήντησεν ο γέρων, και όμως, εάν
+εξαιρέσωμεν τον Κίμωνα του Μιλτιάδου, δεν ενθυμούμαι άλλον υιόν
+ενδόξου πατρός, αναφανέντα άξιον του πατρός του.
+
+Ο Φωκίων αποθανών αφήκεν υιόν τον Φώκον, ο Αριστείδης τον
+Λυσίμαχον, ο Θεμιστοκλής και ο Σωκράτης αφήκαν επίσης υιούς· αλλ'
+ουδείς αυτών διεκρίθη, ουδείς ανεδείχθη ανώτερος ή ίσος του
+πατρός του. Θέλετε και άλλο πρόχειρον παράδειγμα ; Ενθυμήθητε
+ποίων ενδόξων προγόνων τέκνα είμεθα ημείς οι σημερινοί Έλληνες·
+και όμως τοσούτον κατωτέρους και διαφέροντας εκείνων μας
+ευρίσκουν τινές, ώστε και αυτήν την γνησιότητα της καταγωγής μας
+ετόλμησαν να διαφιλονεικήσωσι.
+
+Τα αναφυόμενα υπό την σκιάν μεγάλων δένδρων φυτά δυσκόλως
+ευδοκιμούν, διότι τα μεγάλα δένδρα και την υγρασίαν της γης
+απορροφώσι διά των μεγάλων ριζών των, και τας ζωογόνους ακτίνας
+του ηλίου εμποδίζουν διά της μεγάλης σκιάς των.
+
+Παρόμοιόν τι συμβαίνει και εις τους υιούς μεγάλων πατέρων.
+Επαναπαύονται συνήθως οι τοιούτοι υπό την σκιάν των πατραγαθιών
+των· νομίζουν ότι η προσωπική δόξα των πατέρων των είναι ικανή να
+λαμπρύνη και την προσωπικήν αυτών αδοξίαν· επομένως γινόμενοι
+οιηματίαι και υπερήφανοι, αντί να προσπαθήσωσιν όπως δι' ιδίων
+αγώνων και έργων, δι' ιδίων προς την πατρίδα ευεργεσιών και
+εκδουλεύσεων διακριθώσι και αυτοί, ως διεκρίθησαν οι πατέρες
+αυτών, διάγουν μεν βίον αμελή και άδοξον, αποθνήσκουν δε θάνατον
+πολύ αδοξότερον.
+
+Μόνον το λαμπρόν και άφθονον φως του ηλίου δύναται,
+αντανακλώμενον επί της σελήνης και των άλλων σκοτεινών ουρανίων
+σωμάτων, να φωτίζη και να λαμπρύνη αυτά. Αλλ' η λάμψις των γονέων
+δεν δύναται δυστυχώς να λαμπρύνη σκοτεινά και άδοξα τέκνα· απ'
+εναντίας έτι μάλλον σκοτεινοτέραν αναδεικνύει την αδοξίαν αυτών.
+
+Ας μη επαναπαυώμεθα λοιπόν και ημείς εις πατραγαθίας· ας μη ζώμεν
+μόνον καυχώμενοι εις της αρχαίας Ελληνικής ανδρίας, διανοίας, και
+τέχνης τα έξοχα έργα· ας μη ελπίζωμεν ότι η δόξα των προγόνων
+θέλει δοξάσει και ημάς, ζώντας αδόξως. Αλλά κατά το ωραίον
+παράδειγμα του Κίμωνος, ας προσπαθήσωμεν δι' ιδίων έργων, δι'
+ιδίων κόπων, αγώνων, και αρετών, ν' αναφανώμεν ένδοξα τέκνα
+ενδόξων προγόνων.
+
+Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν
+
+ — Αλλά απανταχού και πάντοτε υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι
+κακώς ανατεθραμμένοι, οίτινες μη θέλοντες ή μη δυνάμενοι να
+πράξωσιν έργα καλά, φθονούν, διαβάλλουν, εμπαίζουν, κακολογούν
+τας αγαθοεργίας των άλλων. Τοιούτοι φθονεροί και κακεντρεχείς
+είπον και περί του Κίμωνος ότι κατέφευγεν εις αγαθοεργίας, όπως
+δι' αυτών, περιποιούμενος και κολακεύων τον λαών, απολαμβάνη την
+εύνοιαν αυτού.
+
+Ο αγαθός όμως Πλούταρχος, διά ν' αποδείξη ότι αι ελεημοσύναι του
+Κίμωνος ήσαν απόρροια της φιλανθρώπου ψυχής του, και ουχί μέσον
+κολακείας και δημαγωγίας, ορθότατα μας υπενθυμίζει ότι ο Κίμων
+δεν ανήκεν εις το δημοκρατικόν, αλλ' εις το αριστοκρατικόν κόμμα
+των Αθηνών, ων φανερά κηρυγμένος υπέρ του Σπαρτιατικού
+πολιτεύματος, κατά το οποίον ουχί ο άπειρος και αμαθής λαός, αλλά
+οι _άριστοι και εκλεκτοί των πολιτών εκυβέρνων την Σπάρτην._
+
+Αλλ' εγώ, είπε τότε τις εξ ημών εις τον Γεροστάθην, αν ήμην
+πλούσιος, ήθελον μεν ευχαρίστως δίδει ελεημοσύνας, ουχί όμως
+φανερά ως ο Κίμων.
+
+Εύγε, φίλε, απεκρίθη ο γέρων. Συ όμως είσαι Χριστιανός, και ο
+Πέτρος, όστις εις τον νάρθηκα _κρυφίως_ εδίδασκε τον πτωχόν
+Κώσταν, είναι επίσης Χριστιανός, και μάλιστα υιός σεβασμίου
+ιερέως του Χριστού· αλλ' ο Κίμων, γεννηθείς πολλά έτη προ
+Χριστού, δεν ηδύνατο να γνωρίζη τας εξής χριστιανικάς παραγγελίας
+
+«_Προσέχετε την ελεημοσύνην υμών μη ποιείν έμπροσθεν των ανθρώπων
+προς το θεαθήναι. — Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην μη γνώτω η
+αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. — Η ελεημοσύνη σου εν τω
+κρυπτώ, και ο Πατήρ σου, ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αυτός αποδώσει
+σοι εν τω φανερώ._»
+
+Όστις δίδει την ελεημοσύνην του φανερά διά να φαίνηται και
+θαυμάζηται ως ελεήμων, αυτός βεβαίως ουδεμίαν αξίαν έχει ούτε
+ενώπιον των ανθρώπων ούτε ενώπιον του Θεού. Ο τοιούτος δεν αγαπά
+τον πτωχόν, αλλά εαυτόν· δεν αγαπά την ελεημοσύνην ως
+χριστιανικήν αρετήν, αλλ' ως μέσον επιδείξεως και κομπασμού. Πάσα
+δε καλή πράξις, οσάκις χρησιμεύη ως μέσον ιδιοτελών και
+κατακριτέων σκοπών, παύει αμέσως του να ήναι ενάρετος, βεβηλούται
+και εις κακίαν μεταμορφόνεται. Αληθής ενάρετος είναι μόνον όστις
+ενεργεί σταθερώς την αρετήν διά την αγνήν αγάπην αυτής.
+
+Αυτά μας είπε κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός Γεροστάθης,
+επιθυμών να εμπνεύση εις τας ψυχάς ημών την χριστιανικήν και
+προπατορικήν συγχρόνως αρετήν της ελεημοσύνης.
+
+Ενθυμούμαι δε και τους ακολούθους στίχους του γέροντος περί των
+τριών χαρίτων της αρετής ταύτης.
+
+ «_Τρεις είν' αι θείαι χάριτες της ελεημοσύνης,
+ »Κ' αι τρεις ωραίαι ως το φως της ιλαράς σελήνης.
+ »Παρηγορία του πτωχού, και ηδονή γλυκεία
+ »Του ελεούντος, και Θεού εξ ύψους ευλογία.»
+
+--------------------
+
+ «Τον μηδέν ευ πράττοντα ούτε
+ χρήσιμον ούτε θεοφιλή είναι,
+ έφη Σωκράτης.»
+ (Ξενοφώντος.)
+
+Ήτο ημέρα Σαββάτου ότε, τελειώσαντες ενωρίς τα μαθήματα του
+σχολείου, απήλθομεν εις την οικίαν του αγαθού Γεροστάθου.
+
+Αλλά κατά την ημέραν εκείνην, αντί ν' ακροασθώμεν ημείς τον
+Γεροστάθην, ηθέλησεν αυτός πρώτος ν' ακροασθή ημάς. Εγνώριζεν ότι
+κατά Σάββατον παρουσιάζομεν εις τον διδάσκαλον συνθέσεις, και ότι
+η καλλιτέρα κατά τε την καλλιγραφίαν, καλλιέπειαν, ορθογραφίαν
+και σύνταξιν εβραβεύετο.
+
+Αφού λοιπόν με τον συνήθη του φιλόφρονα τρόπον μας υπεδέχθη, —
+Τίνος σύνθεσης εβραβεύθη σήμερον; μας ηρώτησε.
+
+ — Του Γεωργίου, απεκρίθημεν.
+
+ — Και περί τίνος εγράψατε; ηρώτησεν ο Γεροστάθης τον Γεώργιον.
+
+ — Περί του Θησέως, απεκρίθη αυτός. Κατ' αίτησιν δε του
+Γεροστάθου ανέγνωσε μετά συστολής την ακόλουθον σύνθεσίν του, της
+οποίας αντίγραφον διετήρησα, διότι άπαντες αντεγράφομεν τας
+βραβευομένας συνθέσεις.
+
+
+
+Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΘΗΣΕΩΣ.
+
+
+
+Ο Θησεύς, υιός της Αίθρας και του Αιγέως, βασιλέως των Αθηνών,
+εγεννήθη εις την Τροιζήνα της Πελοποννήσου. Νέος ων έτι ανετράφη
+υπό του λογίου πάππου του Πιτθέως. Αλλ' η δόξα του Ηρακλέους
+κατέκαιε την φιλότιμον ψυχήν του νέου Θησέως· προθύμως και μετά
+προσοχής ηκροάζετο πάντοτε όσους διηγούντο τα περί της αρετής και
+των άθλων του Ηρακλέους· νύκτα δε και ημέραν ουδέν άλλο
+εσκέπτετο, ειμή πώς να δοξασθή και αυτός, ως εκείνος, δι' έργων
+καλών και μεγάλων.
+
+Κατά τους αρχαιοτάτους εκείνους χρόνους το βάρβαρον και αισχρόν
+έγκλημα της ληστείας εμόλυνε δυστυχώς και την Πελοπόννησον και
+την στερεάν Ελλάδα. Ο δε νέος Θησεύς, αποφασίσας να μεταβή εκ
+Τροιζήνος, όπου ανετρέφετο, εις τας Αθήνας, όπου ο πατήρ του
+εβασίλευεν, έβαλε κατά νουν να εξολοθρεύση όλους τους καθ' οδόν
+ληστάς επ' αγαθώ της Ελλάδος.
+
+Η μήτηρ του και ο πάππος του, φοβούμενοι τους κινδύνους του διά
+ξηράς ταξειδίου, παρεκίνουν αυτόν να μεταβή διά θαλάσσης εις
+Αθήνας. Αλλ' ο γενναίος Θησεύς, επιθυμών ν' αναφανή εφάμιλλος του
+Ηρακλέους, ανεχώρησε διά ξηράς. Εις δε την Επίδαυρον κατέστρεψε
+τον ληστήν Περιφήτην· εις τον ισθμόν τον απάνθρωπον Σίνιν, τον
+και Πιτυοκάμπτην επονομασθέντα· εις τα Μέγαρα τον άσπλαγχνον
+Σκίρωνα· εις την Ελευσίνα τον Κερκύονα· επί τέλους δε
+εξολοθρεύσας και τον ληστήν Προκρούστην, ενδόξως εισήλθεν εις τας
+Αθήνας.
+
+Εκεί μανθάνει ότι ταύρος άγριος, Μαραθώνιος καλούμενος, εζημίονε
+και κατέστρεφε καθ' ημέραν τους κατοίκους της Αττικής. Εξέρχεται
+λοιπόν προς καταδίωξιν αυτού, τον συλλαμβάνει ζώντα, και
+υποχείριον τον φέρει εντός των Αθηνών· εν τω μέσω δε των
+ανευφημιών του λαού θυσιάζει αυτόν εις τον Απόλλωνα.
+
+Τότε είχον έλθει εις τας Αθήνας και οι απεσταλμένοι της Κρήτης,
+διά να λάβωσι τον φόρον των επτά νέων και των επτά παρθένων. Εις
+τον σκληρόν αυτόν φόρον είχε καθυποβάλει τους Αθηναίους ο Μίνως,
+ο βασιλεύς της Κρήτης, διά να τιμωρήση την εις Αθήνας συμβάσαν
+δολοφονίαν του υιού του Ανδρόγεω.
+
+Οι επτά ούτοι νέοι και αι επτά παρθένοι, απαγόμενοι εις Κρήτην,
+κατεκλείοντο εντός του εκεί λαβυρίνθου, όπου κατά τας μυθικάς
+διηγήσεις κατετρώγοντο υπό του Μινωταύρου, κατοικούντος εντός του
+λαβυρίνθου.
+
+Τα δεκατέσσαρα αυτά θύματα προσδιωρίζοντο εις τας Αθήνας διά
+κλήρου. Ότε δε ο Θησεύς είδε κατά την κλήρωσιν τα δάκρυα των
+δυστυχών τέκνων, και την απελπισίαν των δυστυχεστέρων γονέων,
+τόσον συνεκινήθη, ώστε αυθορμήτως εζήτησε να λάβη την θέσιν ενός
+των κληρωθέντων, επ' ελπίδι ότι ήθελε κατορθώσει να φονεύση εντός
+του λαβυρίνθου τον Μινώταυρον, και ούτω να ελευθερώση τους
+συμπολίτας του από τον πικρότατον αυτόν φόρον.
+
+Άπαντες οι Αθηναίοι εθαύμασαν και ηγάπησαν τον νέον Θησέα διά την
+γενναίαν αυτήν πρότασίν του· ο δε Αιγεύς, ότε είδε τον υιόν του
+σταθερόν εις την επικίνδυνον αλλά φιλάνθρωπον απόφασίν του,
+ευχηθείς εις αυτόν επιτυχίαν, τον παρήγγειλεν, αν επανέλθη ζων εκ
+της Κρήτης, αντί του μαύρου πανίου, το οποίον είχε πάντοτε το
+πλοίον το φέρον τα θύματα, να υψώση πανίον λευκόν, ως σημείον της
+σωτηρίας των.
+
+Ο Θησεύς, φθάσας εις Κρήτην, εφόνευσεν ευτυχώς τον Μινώταυρον,
+και επανήλθε σώος εις τας Αθήνας μετά των διασωθέντων και
+ευγνωμονούντων συντρόφων του. Αλλ' εν τω μέσω της χαράς των
+λησμονούν να υψώσωσι το λευκόν αντί του μαύρου πανίου. Ιδών δε
+τούτο μακρόθεν ο Αιγεύς, και νομίσας ότι ο υιός του εχάθη, έπεσε
+και επνίγη εις την θάλασσαν, ήτις έκτοτε ωνομάσθη _Αιγαίον
+Πέλαγος_.
+
+Τον Θησέα και ζώντα και μετά θάνατον ετίμησαν οι Αθηναίοι και
+πάντες οι Έλληνες, κατατάξαντες αυτόν μεταξύ των μεγάλων ηρώων
+της αρχαίας Ελλάδος.
+
+Ο Κίμων μετά πολλούς χρόνους μετέφερεν εις τας Αθήνας από την
+νήσον Σκύρον, όπου ο Θησεύς είχεν αποθάνει, τα οστά και τα όπλα
+του.
+
+Οι δε Αθηναίοι μετά λαμπράς πομπής υπεδέχθησαν και έθαψαν αυτά,
+καθιερώσαντες και θυσίας και εορτάς προς τιμήν του Θησέως· προς
+διαιώνισιν δε της μνήμης του ενδόξου αυτού ήρωος, του ευεργέτου
+και βασιλέως των, ανήγειραν εις τας Αθήνας και το μέχρι τούδε
+σωζόμενον _Θησείον_.
+
+ — Εύγε, είπεν ο Γεροστάθης, προς τον Γεώργιον, δικαίως
+εβραβεύθη η σύνθεσίς σου.
+
+Ο Γεώργιος ερυθριάσας απεκρίθη με την συνήθη του ειλικρίνειαν και
+μετριοφροσύνην ότι η σύνθεσις, την οποίαν ανέγνωσε, δεν ήτο οποία
+αυτός κατά πρώτον την έγραψεν, αλλ' οποία διωρθώθη υπό του
+διδασκάλου.
+
+Ο Γεροστάθης έλαβε τότε ανά χείρας την σύνθεσιν του Γεωργίου, διά
+να ίδη τας διορθώσεις, αφού δε την διέτρεξε μας είπε·
+
+ — Σκληρός τω όντι και αποτρόπαιος ήτο ο φόρος των επτά νέων και
+των επτά νεανίδων, τον οποίον επροκάλεσεν η εν Αθήναις συμβάσα
+δολοφονία του Ανδρόγεω. Η εγκληματική αρπαγή της Ελένης από του
+Πάριδος κατέστρεψε την Τρωάδα, και η εγκληματική δολοφονία του
+Ανδρόγεω κατήσχυνε τας Αθήνας, κατεπίκρανε τόσους γονείς,
+κατέστρεψε τόσους νέους και τόσας νεανίδας των Αθηνών. Μακράν,
+μακράν, παιδία μου, από τας αδικίας και τα εγκλήματα, διότι αι
+συνέπειαί των είναι τρομεραί, είναι ακαταλόγιστοι.
+
+ — Αλλά ποία ήτο η αιτία, μας ηρώτησεν ο γέρων, διά την οποίαν ο
+Θησεύς και ζων και μετά θάνατον ηγαπήθη και εδοξάσθη υπό των
+Αθηναίων και όλων των Ελλήνων;
+
+ — Η μεγάλη ανδρία του, απήντησεν αμέσως είς εξ ημών, ενώ οι
+άλλοι εσυλλογιζόμεθα οποίαν απάντησιν να δώσωμεν.
+
+ — Και νομίζεις, φίλε, επρόσθεσεν ο γέρων, ότι δύναταί ποτε μόνη
+η σωματική ανδρία, όσον μεγάλη και αν ήναι, να επισύρη αγάπην,
+τιμήν, και δόξαν αληθή;
+
+Η σωματική ανδρία είναι, καθώς και ο πλούτος, μέσον, διά του
+οποίου εκτελούνται μεγάλα έργα, μεγάλαι ευεργεσίαι· αλλ' οσάκις
+έχων τις τα μέσα ταύτα δεν μεταχειρίζηται αυτά πρεπόντως, ουχί
+μόνον δεν αγαπάται και δεν τιμάται, αλλά και βδελυκτός πολλάκις
+αποκαθίσταται.
+
+Ο Θησεύς λοιπόν ηγαπήθη και ετιμήθη ουχί διά την ανδρίαν του,
+αλλά διά την _φιλανθρωπικήν του διάθεσιν_, ήτις, μεταχειρισθείσα
+την ανδρίαν του επ' αγαθώ των συμπατριωτών του, και από τα θηρία
+και από τους ληστάς και από τον αισχρόν φόρον του Μινωταύρου
+γενναίως ηλευθέρωσεν αυτούς.
+
+Καθώς δε το παράδειγμα του Ηρακλέους ανέδειξε τον Θησέα ήρωα και
+ευεργέτην των συμπολιτών του· καθώς το Μαραθώνιον τρόπαιον του
+Μιλτιάδου ανέδειξεν επίσης ένδοξον εις την Σαλαμίνα τον φιλότιμον
+Θεμιστοκλέα· καθώς οι Ομηρικοί έπαινοι του ανδρείου Αχιλλέως
+ανέδειξαν μέγαν τον Αλέξανδρον της Μακεδονίας· καθώς τα ένδοξα
+στρατηγικά έργα του μεγάλου Αλεξάνδρου εφιλοτίμησαν και μέγαν
+στρατηγόν της Ρώμης ανέδειξαν τον Ιούλιον Καίσαρα· τοιουτοτρόπως
+τα λαμπρά παραδείγματα των προγόνων μας ας ανάπτωσι και εις τας
+ψυχάς ημών τους σπινθήρας της Ελληνικής φιλοτιμίας, όπως και
+ημείς, ως εκείνοι, προθύμως ευεργετώμεν τους συμπολίτας και την
+πατρίδα διά της ανδρίας, διά της αρετής, διά της παιδείας, διά
+των χρημάτων, διά των κόπων, και ιδίως διά του καλού
+παραδείγματος, το οποίον πας αγαθός πολίτης οφείλει και εις τους
+συγχρόνους και εις τους μεταγενεστέρους αυτού.
+
+Ο Κίμων, ο Σωκράτης, ο Επαμεινώνδας, ο Πελοπίδας, ο μέγας
+Αλέξανδρος διά των φιλανθρωπικών αισθημάτων, διά της ευεργετικής
+ελευθεριότητός των, διά των αξιεπαίνων αγώνων των ωφέλησαν τους
+φίλους, τους συμπολίτας, και την πατρίδα των, και δι' αυτό
+εδοξάσθησαν και απηθανατίσθησαν.
+
+Διά της _φιλανθρωπίας_ ηθέλησεν ιδίως να διακριθή και ο μέγας
+πολίτης των Αθηνών, ο ένδοξος Περικλής, περί του οποίου ο
+Γεροστάθης διηγήθη τα εξής.
+
+
+
+ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ.
+
+
+
+Ο Περικλής, ο ικανώτερος πολιτικός ανήρ των αρχαίων Αθηνών,
+ανετράφη υπό του Ζήνωνος του Ελεάτου, φιλοσόφου φιλοπάτριδος, και
+υπό του σοφού Αναξαγόρου, τον οποίον διά την μεγίστην σύνεσίν του
+_Νουν_ επωνόμασαν οι Έλληνες. |
+
+Τεσσαράκοντα ολόκληρα έτη κατώρθωσεν ο Περικλής διά της πολιτικής
+φρονήσεως και ικανότητός του να διευθύνη τα δημόσια πράγματα της
+πατρίδος του, διασώζων τοιουτοτρόπως αυτήν από την καταστροφήν,
+εις την οποίαν ανηλεώς ωθείτο υπό των διεφθαρμένων και εμπαθών
+δημοκόπων.
+
+Αλλ' ο Περικλής και ως στρατηγός πολλάκις ωδήγησε τους συμπολίτας
+του εις διαφόρους μάχας, και πολλάκις νικηφόρος επανήλθεν εις τας
+Αθήνας, εννέα τρόπαια στήσας κατά των εχθρών της πατρίδος του.
+
+Αλλ' ούτε εις την πολιτικήν και στρατηγικήν ικανότητά του, ούτε
+εις τας νίκας και τα πολλά τρόπαιά του επαίρετο ο έμφρων
+Περικλής. Προτέρημα μεγαλήτερον όλων αυτών εθεώρει την
+φιλανθρωπίαν της ψυχής του, την προς τους συμπολίτας αγάπην του,
+την και προς αυτούς τους εχθρούς του ημερότητα και επιείκειάν
+του.
+
+Ότε ήρχισεν ο δυστυχής εμφύλιος Πελοποννησιακός πόλεμος, λοιμός
+θανατηφόρος ενέσκηψεν εις τας Αθήνας. Ίσως διά του λοιμού τούτου
+ηθέλησεν ο θεός της ειρήνης και της ομονοίας να τιμωρήση την
+αδελφικήν εκείνην αλληλοσφαγίαν των Ελλήνων.
+
+Προσβληθείς τότε και ο Περικλής έκειτο κλινήρης και έπνεε τα
+λοίσθια· οι δε φίλοι του, παρακαθήμενοι εις την κλίνην του, και
+νομίζοντες αυτόν αναισθητούντα, αριθμούντες τας εκστρατείας και
+τα τρόπαιά του, συνελυπούντο και εαυτούς και την πατρίδα διά την
+στέρησιν τοιούτου ανδρός.
+
+Αλλ' αυτός, ακούσας εντός του βύθους του τα παρά των φίλων του
+λεγόμενα, τοις είπεν — _Αι νίκαι και τα τρόπαια είναι πολλάκις
+δώρα της τύχης· ουδείς Αθηναίος εφόρεσέ ποτε εξ αιτίας μου μαύρον
+ιμάτιον. Ιδού το μόνον αληθές προτέρημά μου!_
+
+Την προς τους συμπολίτας του αγάπην εθεώρει λοιπόν ο Περικλής ως
+την μεγίστην των αρετών, και διά των τελευταίων του λόγων, ως διά
+διαθήκης, αυτήν εσύστησεν εις τους συγχρόνους και μεταγενεστέρους
+αυτού.
+
+Αν και ο Περικλής είχεν εις τας Αθήνας δύναμιν ανωτέραν πολλών
+βασιλέων, αν και διεχειρίσθη μεγάλας χρηματικάς ποσότητας διά τε
+τας εκστρατείας και τας δημοσίους οικοδομάς της πόλεως, τόσον
+τίμιος όμως ανεφάνη, ώστε _ούτε μίαν δραχμήν_, ως βεβαιοί ο
+Πλούταρχος, _κατεδέχθη ποτέ να προσθέση εκ του δημοσίου εις την
+ιδίαν αυτού περιουσίαν_. Απ' εναντίας ζων μετ' οικονομίας και
+αποστρεφόμενος την σπατάλην και την πολυτέλειαν, προθύμως
+περιέθαλπεν εξ ιδίων τους πτωχούς αυτού συμπολίτας.
+
+Επιθυμών δε διά της εργασίας να ωφελήση τους συμπολίτας του, και
+συγχρόνως να προαγάγη τας κοινάς και τας ωραίας τέχνας,
+επεχείρησε και ανήγειρεν εις τας Αθήνας διά των αρίστων
+καλλιτεχνών της εποχής του τα αμίμητα έργα του Παρθενώνος, των
+Προπυλαίων και του Ωδείου, συστήσας εις το μεγαλοπρεπές αυτό
+θέατρον και αγώνας Μουσικής.
+
+Είναι ομολογούμενον ότι η Ζωγραφία, η Γλυπτική, η Αρχιτεκτονική,
+η Ποίησις, και η Μουσική, οσάκις διά του αισθήματος του αληθώς
+ωραίου και καλού κρούωσι τας υψηλάς και ευγενείς χορδάς της
+ψυχής, ανυψόνουν το φρόνημα, εξευγενίζουν την καρδίαν, και
+πολιτίζουν τα έθνη. Αλλ' οσάκις αι ωραίαι αύται τέχναι,
+λησμονούσαι την ευγενή αποστολήν, την οποίαν προς ηθοποίησιν και
+ανύψωσιν των εθνών έχουν, περιορίζωνται εις το να καθηδύνωσι τα
+αισθητήρια μόνον, και να υποθάλπωσι την φιληδονίαν και τα αισχρά
+πάθη, αντί ωραίων δυσειδείς αποκαθίστανται.
+
+Όταν ο θρησκευτικός ύμνος και το ηρωικόν άσμα μεταβάλλονται εις
+βακχικάς ή ερωτικάς ωδάς, η δε υψηλή τραγωδία και ηθοποιός
+κωμωδία εις κακοήθη δράματα, εις φθοροποιά μυθιστορήματα και εις
+θηλυπρεπή μελοδράματα· όταν το σεμνόν άγαλμα της παρθένου Αθηνάς
+αντικαθίσταται υπό τινος ασέμνου Αφροδίτης, η δε εικών του
+ακολάστου Πάριδος αντικαθιστά τας εικόνας του Μιλτιάδου και του
+Λεωνίδου, τότε βεβαίως και τα φρονήματα εκφαυλίζονται, και αι
+καρδίαι αποχαυνούνται, και τα ήθη φθείρονται, και τα έθνη
+παρακμάζουν, παραλύουν, και καταπίπτουν.
+
+Αλλ' ο έμφρων Περικλής διά του σεμνού και μεγαλοπρεπούς αγάλματος
+της Αθηνάς, διά του σεβαστού Παρθενώνος, και διά των επί των
+μετώπων αυτού αμιμήτων _θρησκευτικών_ και _ηρωικών_ αναγλύφων του
+Φειδίου, ηθέλησε και των συγχρόνων του το φρόνημα και το αίσθημα
+προς τον Θεόν και την Πατρίδα ν' ανυψώση, και των μεταγενεστέρων
+το σέβας και την αγάπην προς τον Ελληνισμόν να διαιωνίση.
+
+Ο Περικλής προσέτι εθαυμάσθη και διά την έξοχον αυτού ευγλωττίαν.
+Εκφωνών ποτε επιτάφιον λόγον προς έπαινον των υπέρ πατρίδος
+πεσόντων, ωνόμασεν αυτούς _αθανάτους_, ως τους θεούς, διότι,
+πεσόντες επ' αγαθώ της πατρίδος, κατέστησαν άξιοι να τιμώνται ως
+οι ευεργετούντες την ανθρωπότητα αθάνατοι θεοί.
+
+Ενώ δε ο Γεροστάθης ετελείονε τα ανωτέρω περί Περικλέους, εισήλθε
+προς επίσκεψίν του ο ιερεύς της κωμοπόλεως, τον οποίον με σέβας
+και με φιλοφροσύνην υπεδέχθη ο γέρων· άπαντες δε επροσηκώθημεν
+αμέσως προς χαιρετισμόν του αγαθού διδασκάλου μας.
+
+
+
+Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΤΗΣ ΚΩΜΟΠΟΛΕΩΣ.
+
+
+
+Ήτο ο ιερεύς ούτος ανήρ αγαθός, ενάρετος, σεβάσμιος, και κατά
+πάντα άξιος της εκλογής του Γεροστάθου, όστις ως εφημέριον και
+συγχρόνως ως διδάσκαλον είχε προσκαλέσει αυτόν εις την κωμόπολιν.
+
+Ήτο πάντοτε καθαρός και κόσμιος κατά τε το σώμα και τα ενδύματα,
+γλυκύς και ευπροσήγορος, μετριόφρων και ταπεινός, ολιγαρκής και
+λιτότατος, φιλάνθρωπος και αφιλοχρήματος, ελεήμων και
+ευεργετικός, παρήγορος των δυστυχούντων, συνδιαλλακτής των
+διχονοούντων, σύμβουλος δε και οδηγός παντός παρεκτρεπομένου από
+την οδόν, την οποίαν επί της γης μας εχάραξεν ο θεάνθρωπος
+Ιησούς· εν ενί λόγω συνησθάνετο πληρέστατα την θείαν και υψηλήν
+αποστολήν, την οποίαν πας ιερεύς του Υψίστου εν τω μέσω του
+λογικού ποιμνίου του έχει.
+
+Καθ' εκάστην Κυριακήν απήγγελλεν εις την Εκκλησίαν συντόμους,
+καθαρούς, και γλυκυτάτους λόγους, δι' ων ανέπτυσσε και εσύσταινε
+τας ωραιότητας των χριστιανικών αρετών, εκθέτων συγχρόνως και τας
+ασχημίας των αντιθέτων κακιών. Επροσπάθει δε πάντοτε να ενσπείρη
+εντός του πρακτικού βίου τας θείας αρχάς του χριστιανισμού, όπως
+οι ακροαταί του διάγωσι χριστιανικώς και εν τω μέσω των
+καθημερινών ασχολιών του βίου των.
+
+Και εις το σχολείον δε διά των παραδόσεων του υπέρ της ηθικής
+βελτιώσεως ημών ηγωνίζετο, προσπαθών να εγχαράξη τας θείας
+εντολάς και την χριστιανικήν ηθικήν εις τας νεανικάς ημών
+καρδίας.
+
+Αλλ' ούτε διά των διδαχών του, ούτε διά των παραδόσεών του ωφέλει
+τόσον, όσον διά του καλού παραδείγματός του· διότι, προσελκύων
+διά της αμέμπτου και ευεργετικής διαγωγής του το σέβας και την
+αγάπην μικρών τε και μεγάλων, εδείκνυεν ούτω και διευκόλυνεν εις
+πάντας την οδόν του χριστιανικού βίου.
+
+Ευτυχείς αι κοινωνίαι, εις τας οποίας οι άρχοντες, οι γονείς, οι
+ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι συγγραφείς, οι ποιηταί, οι καλλιτέχναι
+και τα θέατρα δεν παρουσιάζουν ειμή υποδείγματα αρετής και
+φρονήσεως!
+
+Αφού δε ο σεβάσμιος ούτος εφημέριος εκάθησεν, ερώτησε τον
+Γεροστάθην περί τίνος ήτο ο λόγος.
+
+ — Διηγούμην εις τους μικρούς μου φίλους, τω απεκρίθη ο γέρων,
+του Περικλέους τας ευεργετικάς πράξεις.
+
+Ο δε ιερεύς επρόσθεσε τα εξής
+
+
+
+Η ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΓΑΠΗ.
+
+
+
+Πόσον τω όντι ευτυχέστεροι των άλλων χριστιανών είμεθα ημείς οι
+Έλληνες, έχοντες _διπλούν κέντρον_ προς την ηθικήν ημών
+βελτίωσιν, τας αρετάς των προγόνων αφ' ενός, και τας θείας
+διδασκαλίας του Ιησού αφ' ετέρου.
+
+Πώς να μη γίνωμεν φιλάνθρωποι και ευεργετικοί, εάν αληθώς είμεθα
+και Έλληνες και Χριστιανοί;
+
+Οι ένδοξοι πρόγονοί μας, Περικλής, Κίμων, Σωκράτης, Επαμεινώνδας,
+την αγαθοποιίαν μας διδάσκουν. Ο δε φιλάνθρωπος Ιησούς και διά
+των πράξεών του και διά των θείων του λόγων την _αγάπην του
+πλησίον_ κυρίως μας παραγγέλλει, ως τον μέγαν και θείον νόμον, εκ
+του οποίου πηγάζουν όλα τα λοιπά χριστιανικά καθήκοντα και
+αρεταί· διότι ο αγαπών αληθώς τον πλησίον του αναφαίνεται και
+ευπροσήγορος, και αγαθός, και δίκαιος, και ελεήμων, και
+ευεργετικός, και φιλόπατρις.
+
+«_Πάντες υμείς αδελφοί εστέ. — Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως
+σεαυτόν,_» μας λέγει ο Ιησούς εις το ιερόν Ευαγγέλιον. Ότε δε
+επλησίαζε να θυσιασθή επί του σταυρού διά την αγάπην και σωτηρίαν
+μας, την αυτήν παραγγελίαν, ως τελευταίαν διαθήκην του,
+επανέλαβεν, ειπών εις τους μαθητάς του «_Ταύτα εντέλλομαι υμίν
+ίνα αγαπάτε αλλήλους._»
+
+Αλλ' η αγάπη του πλησίον δεν συνίσταται μόνον εις το «_ο συ
+μισείς, ετέρω μη ποιήσης_» δηλαδή εις το να μη πράττωμεν προς
+τους άλλους ό,τι δεν θέλομεν οι άλλοι να πράττωσι προς ημάς· διά
+να ήναι πλήρης και αληθής η προς τον πλησίον αγάπη, απαιτείται
+προσέτι και να πράττωμεν προς τους άλλους παν ό,τι θέλομεν να
+πράττωσιν οι άλλοι προς ημάς. «_Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι
+άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς_» είπεν ο Ιησούς.
+
+Δεν αρκούν λοιπόν αι αρνητικαί αρεταί διά να μας καταστήσωσιν
+αληθείς χριστιανούς. Δεν αρκεί η αποχή από την αδικίαν, την
+ψευδολογίαν, την απάτην, και τας λοιπάς κακίας· απαιτείται δι'
+_έργων θετικών_ να δεικνύωμεν την προς τον πλησίον αγάπην. «_Ο
+ποιών το θέλημα του πατρός μου_, είπεν ο Ιησούς, εισελεύσεται εν
+τη βασιλεία των ουρανών. — _Αδελφοί μου δε εισίν_ οι το θέλημα
+του Θεού ακούοντες και ποιούντες » ουχί δε οι ακούοντες και μη
+ποιούντες, ή οι διδάσκοντες και μη εκτελούντες.
+
+Έργα λοιπόν καλά προς τον πλησίον απαιτεί παρ' ημών ο Ιησούς και
+ουχί νεκράν αγάπην. Και διά τούτο λέγει ότι « Παν δένδρον, το
+οποίον δεν κάμνει καλούς καρπούς, εκκόπτεται και εις το πυρ
+ρίπτεται·» διά τούτο δε αποστέλλων και τους Αποστόλους του εις
+τον κόσμον _αγαθοποιίας_ παρήγγειλεν αυτούς.
+
+Ο Γεροστάθης μετά πολλής ευχαριστήσεως ηκροάζετο τον ιερέα. Ότε
+δε ο ιερεύς ετελείωσεν, είπε τα εξής.
+
+Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία ουχί μόνον τον Θεόν
+ευαρεστεί και τον ευεργετούμενον ευφραίνει, αλλά και αυτόν τον
+ευεργετούντα καθηδύνει.
+
+Πολλάκις δε η ευγενής ηδονή, την οποίαν η ευεργεσία προξενεί εις
+την ψυχήν του ευεργετούντος, είναι τόσον μεγάλη, ώστε χάριν αυτής
+και χρήματα θυσιάζει, και αυτήν την ύπαρξίν του προθύμως
+διακινδυνεύει επ' αγαθώ του πλησίον του. Διηγήθη δε τότε ο γέρων
+το εξής ανέκδοτον.
+
+
+
+Ο ΧΩΡΙΚΟΣ, Ο ΕΠΟΝΟΜΑΣΘΕΙΣ ΣΩΤΗΡ.
+
+
+
+Επλημμύρησέ ποτε ο ποταμός της Ιταλίας Αδίγης, και διά του
+ορμητικού ρεύματός του κατεκρήμνισε τας δύο άκρας της γεφύρας της
+πόλεως Βερόνης, κειμένης εις τας όχθας του ποταμού τούτου. Έμενε
+δε εν τω μέσω του ποταμού σαλευόμενος ο μέσος θόλος της γεφύρας,
+επί του οποίου έκειτο μικρά καλύβη, κατοικουμένη υπό πτωχής
+οικογενείας.
+
+Απομονωθείσα ούτως εν τω μέσω του ποταμού η δυστυχής οικογένεια,
+επερίμενεν από στιγμής εις στιγμήν αγωνιώσα την κατακρήμνισιν του
+θόλου, και επομένως τον όλεθρόν της· όθεν διά κραυγών, οδυρμών,
+και απελπιστικών κινημάτων επεκαλείτο βοήθειαν εκ της όχθης.
+
+Πολλοί κάτοικοι της Βερόνης, συναθροισθέντες εις τας όχθας του
+ποταμού, έβλεπον περίλυποι την δεινήν αυτήν θέσιν της
+οικογενείας. Αλλ' ουδείς ετόλμα να έμβη εις πλοιάριον, και να
+τρέξη προς σωτηρίαν των κινδυνευόντων. Η ορμή και τα κύματα του
+ποταμού ήσαν τρομερά, και μέγας ο κίνδυνος του πλοιαρίου, το
+οποίον ήθελε τολμήσει να πλησιάση τον ήδη κλονιζόμενον και
+κινδυνεύοντα θόλον.
+
+Εις μάτην πλούσιος κάτοικος της Βερόνης επροκήρυξεν αμέσως
+βραβείον εκατόν φλωρίων εις όντινα ήθελε σώσει την κινδυνεύουσαν
+οικογένειαν.
+
+Ούτε το βραβείον αυτό, αλλ' ούτε ο ολονέν αυξάνων κίνδυνος
+παρεκίνησάν τινα των περιεστώτων να διακινδυνεύση την ζωήν του
+προς διάσωσιν των πτωχών εκείνων.
+
+Αλλ' οι γενναίοι και ευεργετικοί άνδρες, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης,
+αν και σπάνιοι, ποτέ όμως δεν έλειψαν από την γην· ο πανάγαθος
+Θεός τους αποστέλλει εν τω μέσω ημών, όπως μας υπενθυμίζωσι την
+θείαν φιλανθρωπίαν του· και δι' αυτών, ως διά φωτεινών λύχνων,
+μας οδηγεί εις την οδόν της αγαθοποιίας και της αυταπαρνήσεως.
+
+Χωρικός τις έτυχε διαβαίνων εκείθεν· ιδών δε τον κόσμον
+συνηθροισμένον, ερώτησε την αιτίαν της συρροής ταύτης· ότε δε τω
+έδειξαν τον κίνδυνον της οικογενείας, και τω είπον το τεθέν υπέρ
+της σωτηρίας αυτής βραβείον, πηδά αμέσως εντός πλοιαρίου,
+λαμβάνων δε τα κωπία εις τας στιβαράς του χείρας, αρχίζει ν'
+αντικρούη τα ορμητικά του ρεύματος κύματα, προσπαθών μετά μεγάλου
+αγώνος και κόπου να πλησιάση τον σαλευόμενον θόλον.
+
+Οι θεαταί εν τούτοις εταλάνιζον τον δυστυχή χωρικόν, όστις δι'
+εκατόν φλωρία, ως έλεγον, απεφάσισε να διακινδυνεύση την ζωήν
+του.
+
+Αλλ' ο γενναίος χωρικός μετά πολύν αγώνα και κίνδυνον κατορθόνει
+να παραλάβη εντός του πλοιαρίου την οικογένειαν, και σώαν ν'
+αποβιβάση αυτήν εις την όχθην εν τω μέσω της γενικής χαράς των
+περιεστώτων.
+
+Πάντες θαυμάζουν και συγχαίρουν τότε τον φιλάνθρωπον χωρικόν· ο
+δε προτείνας το βραβείον των εκατόν φλωρίων προθύμως προσφέρει
+αυτά εις τον σωτήρα της δυστυχούς οικογενείας· αλλ' αυτός — Δεν
+πωλώ, λέγει, κύριε, την ζωήν μου διά χρήματα· είμαι χριστιανός,
+και ως τοιούτος εξεπλήρωσα το χριστιανικόν καθήκον της προς τον
+πλησίον αγάπης. Αρκετή αμοιβή μοι είναι η ευχαρίστησις, την
+οποίαν η πράξις μου μοι επροξένησεν. Είμαι μεν πτωχός, αλλά διά
+των κόπων και της εργασίας μου εξοικονομώ τας ανάγκας μου. Δος
+λοιπόν, παρακαλώ, τα εκατόν φλωρία σου εις αυτήν την πτωχήν
+οικογένειαν, ήτις έχει μεγαλητέραν ανάγκην αυτών.
+
+Τα φλωρία εδόθησαν αμέσως εις την πτωχήν οικογένειαν· ο χωρικός
+επωνομάσθη έκτοτε _Σωτήρ_, αι δε ευχαί και ευλογίαι της
+ευγνωμονούσης οικογενείας συνώδευσαν αυτόν καθ' όλην την
+διάρκειαν του βίου του.
+
+Πάντες εθαυμάσαμεν και ηγαπήσαμεν τον Σωτήρα, και πάντες
+ηυχήθημεν εις ομοίαν περίστασιν να μιμηθώμεν το ωραίον παράδειγμα
+της φιλανθρωπίας, της αυταπαρνήσεως, και της αφιλοχρηματίας
+αυτού.
+
+Αλλ' ο μη ευεργετών τον πλησίον του, επρόσθεσεν ο αγαθός γέρων,
+ουχί μόνον την γλυκυτάτην ηδονήν της ευεργεσίας στερείται, αλλά
+πολλάκις βλάπτει και τον ίδιον εαυτόν του, καθώς μας διδάσκει ο
+μύθος του Αισώπου περί του σκληροκαρδίου ίππου, όστις, μη θελήσας
+να λάβη εγκαίρως μέρος του φορτίου του συνοδοιπόρου του όνου,
+όπως ελαφρώση αυτόν, επροκάλεσε τον θάνατον του όνου, και τότε
+ηναγκάσθη παρά του κυρίου των να λάβη, ουχί μόνον ολόκληρον το
+βαρύ φορτίον, του όνου, αλλά και το δέρμα αυτού.
+
+Οσάκις λοιπόν δύνασθε να συνδράμητε, να παρηγορήσητε, να
+ευεργετήσητέ τινα μη το αμελείτε, διά να μη μετανοήσητε, ως
+μετενόησεν ο σκληροκάρδιος ίππος. Έστε δε βέβαιοι ότι, βοηθούντες
+τους πάσχοντας, βοηθείτε υμάς αυτούς. Ακούσατε το ακόλουθον
+ανέκδοτον, το οποίον μοι διηγήθησαν ότε διέτριβον εις την Μόσχαν.
+
+
+
+Ο ΧΩΡΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΒΑΝ.
+
+
+
+Πτωχός, αλλ' αγαθός οικογενειάρχης Ρώσσος, εκατοίκει μικράν
+καλύβην χωρίου τινός πλησίον της Μόσχας.
+
+Ενώ δε εσπέραν τινά κατεγίνετο περιποιούμενος την πάσχουσαν
+σύζυγόν του και τα έξ μικρά τέκνα του, ακούει κτύπους εις την
+θύραν της καλύβης του. Ανοίγει αμέσως· άνθρωπος δε άγνωστος και
+πενιχρά ενδεδυμένος παρουσιάζεται ζητών φιλοξενίαν.
+
+ — Εις κακήν ώραν ήλθες, φίλε, τω απαντά ο πτωχός χωρικός· η
+σύζυγός μου πάσχει βαρέως, η δε καλύβη μου δεν έχει παρά δύο
+δωμάτια· εις το έν κοίτεται η σύζυγός μου, το δε άλλο κατέχεται
+από τα έξ παιδία μου. Είσελθε όμως, και θέλω προσπαθήσει να σε
+εξοικονομήσω. Ο μακαρίτης πατήρ μου μ' έλεγε πάντοτε «_κάμνε
+καλόν, και ο Θεός μετά σου_. »
+
+Ο χωρικός ωδήγησε τότε τον ξένον του εις το δωμάτιον, όπου
+ητοιμάζοντο να κοιμηθώσι τα τέκνα του· τον παρεκάλεσε δε να
+περιμείνη μίαν στιγμήν, και αμέσως έτρεξε να ίδη, πώς είναι η
+πάσχουσα σύζυγός του· μετ' ολίγον δε επανήλθε φέρων προς τον
+ξένον άρτον και λάχανα ξυνά, μη έχων καλλιτέραν τροφήν να τω
+προσφέρη.
+
+Ενώ δε ο ξένος εδείπνει, ο χωρικός έβαλε τα τέκνα του να
+προσευχηθώσι, και ακολούθως να κοιμηθώσι πλησιέστερα παρά το
+σύνηθες, όπως οικονομήση τόπον και διά τον ξένον του· δείξας δε
+προς αυτόν την οποίαν τω ητοίμασε κλίνην, έτρεξε πάλιν προς την
+ασθενή σύζυγόν του.
+
+Ο δε ξένος έπεσεν επί της κλίνης, διαλογιζόμενος την προς αυτόν
+φιλοφροσύνην του πτωχού οικοδεσπότου, την προς τα τέκνα του
+τρυφερότητά του, την ανησυχίαν του διά την πάσχουσαν σύζυγόν του,
+την καθαριότητα και τάξιν της πτωχής καλύβης, και τον ήσυχον
+ύπνον των έξ πλησίον του αθώων παιδίων.
+
+Εγερθείς δε την αυγήν και ετοιμαζόμενος ν' αναχωρήση, βλέπει
+εισερχόμενον τον χωρικόν, κρατούντα βρέφος νεογέννητον, και
+λέγοντα προς αυτόν — ιδού, φίλε, νέος υιός, τον οποίον ο Θεός
+μοι απέστειλε κατά την νύκτα ταύτην· ευχήθητι υπέρ της ζωής και
+της ευτυχίας αυτού.
+
+Ο ξένος, λαβών το βρέφος εις τας χείρας και παρατηρήσας αυτό,
+εβεβαίωσε τον πατέρα μετά προφητικής πεποιθήσεως, ότι το
+νεογέννητον εντός ολίγου θέλει φέρει ευδαιμονίαν εις την
+οικογένειαν. Αναχωρών δε εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του προς τον
+χωρικόν, και προς αμοιβήν τω υπεσχέθη ότι θέλει τω προμηθεύσει
+ανάδοχον.
+
+Αλλά την επιούσαν ο χωρικός, λησμονήσας και τον ξένον, και τας
+προφητείας, και τας υποσχέσεις του, ητοιμάζετο να μεταβή εις τον
+ναόν του χωρίου, όπως βαπτίση το βρέφος του.
+
+Εξαίφνης όμως η Αυτοκρατορική φρουρά παρουσιάζεται ενώπιον της
+καλύβης, και μετ' ολίγον ο Αυτοκράτωρ Ιβάν μετά λαμπράς συνοδείας
+εμφανίζεται, ζητών παρά του εκπεπληγμένου χωρικού το βρέφος διά
+να βαπτίση αυτό.
+
+ — Εγώ είμαι, φίλε, λέγει ο Αυτοκράτωρ προς τον χωρικόν, ο
+χθεσινός σου ξένος. Σε υπεσχέθην ανάδοχον, και ιδού εκπληρώ την
+υπόσχεσίν μου.
+
+ — Όπως γνωρίσω τα αισθήματα των κατοίκων του χωρίου τούτου,
+πολλών θύρας έκρουσα ζητών τροφήν και άσυλον, αλλά συ μόνος
+εξεπλήρωσας το χριστιανικόν χρέος της προς τον πλησίον αγάπης·
+όθεν ανταποδίδων σήμερον την αρετήν σου, εκπληρώ το πλέον
+ευάρεστον των ηγεμονικών καθηκόντων μου. Το νεογέννητον τέκνον
+σου θέλω βαπτίσει και θέλω αναθρέψει δι' εξόδων μου, και αν, ως
+ελπίζω, αναδειχθή άξιος και τίμιος νέος, θέλω τον προβιβάσει εις
+τα ανώτερα αξιώματα της αυλής μου. Συ δε θέλεις έχει και οικίαν
+ευρυχωροτέραν, και κτήματα και ποίμνια, όπως ευκολώτερον εξασκής
+τα φιλάνθρωπα αισθήματα της καλής σου καρδίας. Τοιουτοτρόπως,
+επρόσθεσεν ο Αυτοκράτωρ χαμογελών, πραγματοποιείται η χθεσινή μου
+προφητεία.
+
+Φαντάσθητε την χαράν και την έκπληξιν του πτωχού χωρικού, όστις
+βεβαίως ενόμιζεν ότι ωνειρεύετο. Αλλά το γλυκύ όνειρόν του
+προσεχώς επραγματοποιήθη πληρέστατα, διότι και ο υιός του
+εβαπτίσθη υπό του Αυτοκράτορος, και κτήματα και ποίμνια πολλά,
+και κατοικίαν ευρύχωρον απέκτησε.
+
+Τοιουτοτρόπως και η προς τον πλησίον αγάπη του χωρικού
+πλουσιοπάροχον αμοιβήν έλαβε, και προς τους σκληροκαρδίους
+χωρικούς διδακτικώτατον μάθημα εδόθη.
+
+Η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία, παρετήρησεν ακολούθως ο
+Γεροστάθης, γεννά και άλλο επίσης ευγενές και ωραίον αίσθημα, το
+αίσθημα της ευγνωμοσύνης, ήτις και τον ευεργετηθέντα τιμά, και
+τον ευεργέτην ευχαριστεί.
+
+Εάν δε η αγάπη και η αγαθοποιία του πλησίον ήναι χρέος ιερόν
+παντός ανθρώπου, ασυγκρίτως ιερώτερον χρέος είναι βεβαίως η
+αγάπη, το σέβας, η ευγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τους
+ευεργέτας αυτών.
+
+Και αυτά τα άλογα ζώα, και αυτά τα άγρια θηρία αισθάνονται το
+αίσθημα της ευγνωμοσύνης· οι αγνώμονες λοιπόν είναι θηριωδέστεροι
+και αυτών των αγρίων θηρίων.
+
+Τότε δε ο αγαθός γέρων διηγήθη το εξής.
+
+
+
+Ο ΛΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ.
+
+
+
+Ο Ανδροκλής ήτο δούλος πλουσίου Ρωμαίου, διατρίβοντος εις την
+Αφρικήν· αλλά, μη δυνάμενος να υποφέρη τας μαστιγώσεις και τα
+βασανιστήρια του σκληρού κυρίου του, εδραπέτευσεν εκ της οικίας
+του, διά ν' αναπνεύση ελεύθερον αέρα εις τα δάση, εις τα σπήλαια,
+και εις τας ερήμους της Αφρικής.
+
+Ενώ δε ημέραν τινά ανεπαύετο ο δραπέτης Ανδροκλής υπό την
+δροσεράν σκιάν σπηλαίου τινός, έντρομος βλέπει λέοντα
+εισερχόμενον εντός του σπηλαίου. — Τετέλεσται! είπε τότε καθ'
+εαυτόν, και απνευστί επερίμενε την στιγμήν, καθ' ην επρόκειτο να
+κατασπαραχθη υπό του τρομερού θηρίου.
+
+Αλλ' ο λέων χωλαίνων πλησιάζει ησύχως τον Ανδροκλήν, και υψόνων
+τον πόδα του δεικνύει αυτόν, ως να εζήτει βοήθειαν.
+
+Ο Ανδροκλής, παρατηρήσας άκανθαν εμπηγμένην εις τον πόδα του
+λέοντος, με τρέμουσαν χείρα αποσπά αυτήν, και ούτως ελευθερόνει
+τον λέοντα από τους οποίους υπέφερε πόνους.
+
+Ο δε λέων, διά να εκφράση την προς τον ευεργέτην ευγνωμοσύνην
+του, ήρχισε να γλύφη αυτόν ημέρως διά της γλώσσης του. Ο
+Ανδροκλής, συνελθών ολίγον κατ' ολίγον, συνοικειώθη βαθμηδόν μετά
+του ευγνώμονος θηρίου, και επί τινας ημέρας συνέζησε και
+συνετράφη μετ' αυτού εντός του σπηλαίου
+
+Αλλ' αυγήν τινα, εξελθών προς ανεύρεσιν τροφής, συλλαμβάνεται υπό
+Ρωμαίων στρατιωτών, και δέσμιος απάγεται εις την Ρώμην, όπου
+είχεν ήδη μεταβή ο κύριός του. Εκεί δε καταδικάζεται να γίνη βορά
+των θηρίων.
+
+Καθώς η ταυρομαχία διασκεδάζει τους Ισπανούς, τοιουτοτρόπως το
+αποτρόπαιον θέαμα της θηριομαχίας διεσκέδαζέ ποτε τον Ρωμαϊκόν
+λαόν. Αλλ' η σκληρά αύτη πάλη μεταξύ αγρίων θηρίων και δυστυχών
+ανθρώπων, ευαρεστούσα τους Ρωμαίαυς, ουχί μόνον το σκληροκάρδιον
+αυτών απεδείκνυεν, αλλά και την θηριωδίαν εδίδασκεν αυτούς.
+
+Ενώπιον λοιπόν του περιεστώτος Ρωμαϊκού λαού ο κατάδικος
+Ανδροκλής εκτίθεται εις της θηριομαχίας το αμφιθέατρον· αφ'
+ετέρου δε πειναλέος και άγριος λέων απολύεται κατά του τρέμοντος
+και ημιθανούς ήδη καταδίκου. Ορμά τότε ο λέων όπως κατασπαράξη το
+θύμα του και χορτάση την πείναν του· αλλ' άμα πλησιάσας τον
+Ανδροκλήν, παρατηρεί αυτόν μετά προσοχής, οπισθοδρομεί,
+καταπραΰνει το άγριον ύφος του, και μετ' ολίγον πλησιάζει πάλιν
+αυτόν, ουχί πλέον διά να κατασπαράξη, αλλά διά να ασπασθη τον
+παλαιόν του φίλον και ευεργέτην.
+
+Οι θεαταί δικαίως εκπλήττονται ενώπιον του παραδόξου τούτου
+θεάματος. Ο δε Ανδροκλής, αναγνωρίζων τον ευγνώμονα της Αφρικής
+φίλον του, αφόβως εναγκαλίζεται αυτόν, και διηγείται εις τους
+εκπεπληγμένους θεατάς τα μεταξύ αυτού και του λέοντος εν τω
+σπηλαίω της Αφρικής διατρέξαντα.
+
+Οι Ρωμαίοι, συμμερισθέντες τότε την ευσπλαγχνίαν του ευγνώμονος
+θηρίου, εχάρισαν εις τον Ανδροκλήν την ζωήν, ομού δε με αυτήν τω
+εχάρισαν και τον φίλον του λέοντα.
+
+Οποίον αίσχος, εφώναξεν ο Γεροστάθης, θηρίον να διδάσκη
+ευσπλαγχνίαν εις λογικούς και πεπολιτισμένους ανθρώπους!
+
+Οποία δε θηριωδία πρέπει να εμφωλεύη εις τας αγνώμονας ψυχάς,
+όταν και αυτά τα θηρία της Αφρικής αναφαίνωνται τόσον ευγνώμονα!
+
+Το διήγημα τούτο, ως μας είπεν ο γέρων, δεν είναι μύθος, αλλ'
+ιστορική αλήθεια. Ο Πλειστονίκης, μάρτυς αυτόπτης του συμβάντος,
+διηγήθη αυτό εις τον Αύλον Γέλλιον, συγγραφέα της Ρώμης.
+
+Αλλ' οι σοφοί προγονοί μας εφρόνουν ότι, αν ο _ευεργετούμενος
+πρέπη να ενθυμήται την ευεργεσίαν, ο ευεργετών απ' εναντίας
+πρέπει να λησμονή αυτήν._
+
+Όσω ευκολώτερα λησμονεί ο ευεργετών την ευεργεσίαν, τόσω η αξία
+αυτής αυξάνει, και τόσω ζωηρότερα συναισθάνεται αυτήν ο
+ευεργετούμενος.
+
+Απ' εναντίας, εάν ο ευεργετών ενθυμήται και αναφέρη τας
+ευεργεσίας του, καυχώμενος δι' αυτάς, και των ευεργεσιών η αξία
+εξαφανίζεται, και της ευγνωμοσύνης το αίσθημα εξασθενεί και
+εκπνέει.
+
+Τοιουτοτρόπως ίσως εξηγείται, παιδία μου, μας είπεν ο αγαθός
+γέρων, η προς το έθνος ημών αδιαφορία και ψυχρότης, διά να μη
+είπω αποστροφή και καταφορά πολλών Ευρωπαίων. Πολλάκις διά να
+εξυπνίσωμεν την υπέρ ημών συμπάθειάν των, υπενθυμίζομεν αυτούς
+ότι εις τα αθάνατα συγγράμματα των προγόνων μας χρεωστούν τα φώτα
+και τον πολιτισμόν των, και ότι διά της ωραίας Ελληνικής γλώσσης
+εδιδάχθησαν την θείαν και αληθή του Χριστού θρησκείαν.. Αλλ'
+υπενθυμίζοντες τας παρελθούσας ταύτας ευεργεσίας, αντί να
+διεγείρωμεν φιλελληνισμόν, προσβάλλομεν την φιλαυτίαν αυτών, και
+εξάπτομεν την προς ημάς αποστροφήν των.
+
+Ας αποσιωπώμεν λοιπόν τας παρελθούσας ευεργεσίας, τοσούτω μάλλον
+καθόσον ουχί ημείς, αλλ' οι προπάτορες ημών επρόσφεραν αυτάς εις
+την Ευρώπην.
+
+Ας προσπαθήσωμεν δε ουχί διά των πατραγαθιών, αλλά διά της ιδίας
+ημών διαγωγής να προσελκύσωμεν την αγάπην, την υπόληψιν, το
+σέβας, και την ευγενή συνδρομήν των χριστιανικών λαών και
+κυβερνήσεων.
+
+Δύσκολον είναι το έργον, επρόσθεσε στενάζων ο Γεροστάθης· αλλ' ο
+Δημοσθένης μας εδίδαξεν ότι δεν υπάρχει δυσκολία, την οποίαν η
+σταθερά θέλησις και η φιλοπονία δεν δύνανται να υπερνικήσωσιν.
+
+Ας φωτίζωμεν εν τούτοις και ας αυξάνωμεν τας διανοητικάς και
+σωματικάς ημών δυνάμεις. Ας αγαπήσωμεν τους κόπους και την
+εργασίαν. Ας εξευγενίζωμεν και ας ανυψόνωμεν το αίσθημα διά του
+Ελληνισμού. Ας εξημερόνωμεν την ψυχήν διά του Χριστιανισμού, και
+ιδίως διά του Θείου Νόμου της αγάπης. Ναι, ας αγαπήσωμεν
+αλλήλους, και τότε η ευδαιμονία και ημών αυτών και της φίλης
+πατρίδος θέλει είσθαι βεβαία.
+
+Καθώς ο Θεός επέχυσε το θερμαντικόν εις την φύσιν, όπως δι' αυτού
+ζωογονήται ο υλικός κόσμος, τοιουτοτρόπως επέβαλε και εις τον
+ηθικόν κόσμον την αμοιβαίαν αγάπην, όπως ζωογονούμενοι δι' αυτής
+ζώμεν ευδαίμονες. Καθώς δε το παγετώδες ψύχος απονεκρόνει άπασαν
+την περί τους πόλους φύσιν, ούτω και ο εγωισμός, αυτός ο ψυχρός
+αντίπους της προς τον πλησίον αγάπης, απομονόνει και καταστρέφει
+και άτομα και έθνη.
+
+Αλλ' αγαπώντες τον πλησίον, εξ ανάγκης πρέπει ν' αγαπώμεν και τας
+δύο σεμνάς θυγατέρας της _Αγάπης_, ήτοι την _Ευεργεσίαν_ και την
+_Δικαιοσύνην_.
+
+
+
+Ο ΑΓΑΘΟΣ ΤΙΤΟΣ
+
+
+
+Ο Αυτοκράτωρ της Ρώμης Τίτος τόσην αγαθότητα και φιλανθρωπίαν
+είχεν, ώστε, υπάγων εσπέραν τινά εις την κλίνην του, λυπούμενος
+έλεγεν — Η σημερινή μου ημέρα εχάθη επί ματαίω· ουδεμίαν αφορμήν
+ευεργεσίας τινός έλαβον σήμερον._!!
+
+Ας μη προφασιζώμεθα δε λέγοντες ότι ημείς δεν είμεθα
+Αυτοκράτορες, ούτε πλούσιοι, ούτε ισχυροί, και επομένως δεν
+δυνάμεθα να ευεργετώμεν.
+
+Εάν η προς τον πλησίον αγάπη και αγαθοποιία δεν ήτο ευκολωτάτη
+εις πάντα άνθρωπον, ο δίκαιος και προνοητικός Θεός βεβαίως δεν
+ήθελεν επιβάλει αυτήν ως απαραίτητον χρέος _παντός χριστιανού_.
+
+Μέσα ευεργεσίας δεν είναι μόνον ο πλούτος και η δύναμις. Μυρία
+άλλα μέσα αγαθοποιίας μας εχάρισεν ο πανάγαθος. Μυρίας δε
+ευεργεσίας επιδαψιλεύει καθ' εκάστην εις ημάς, όπως και ημείς,
+μιμούμενοι το θείον παράδειγμά του, προθύμως ευεργετώμεν
+αλλήλους.
+
+Ήθελε δε είσθαι μωρία ασυγχώρητος εν τω μέσω αυτού του
+ευμεταβλήτου κόσμου να είπη τις, όσον πλούσιος, όσον ευτυχής,
+όσον μέγας και αν ήναι, ότι δεν έχει ούτε θέλει λάβει ποτέ
+ανάγκην βοηθείας, και ότι περιττόν επομένως είναι να βοηθή
+άλλους.
+
+Άπειροι είναι αι περιπέτειαι του ανθρωπίνου βίου, και ατελεύτητοι
+αι αμοιβαίαι των ανθρώπων ανάγκαι. Αλλά δύο είναι αι μεγάλαι και
+διαρκείς ανάγκαι παντός ανθρώπου, η ευάρεστος συναίσθησις της
+ιδίας αυτού συνειδήσεως, και η παρά των άλλων αγάπη. Μόνον δε
+ευεργετούντες, δυνάμεθα να θεραπεύσωμεν τας δύο ταύτας μεγάλας
+ανάγκας.
+
+Ας λυπώμεθα λοιπόν και ημείς, ως ο αγαθός Τίτος, οσάκις,
+υπάγοντες εις την κλίνην, ενθυμώμεθα ότι εχάσαμεν την ημέραν άνευ
+τινός αγαθοποιίας.
+
+Αλλά διά ν' ασπασθώμεν την αγαθοποιίαν, μας είπεν ο Γεροστάθης,
+πρέπει προηγουμένως ν' αγαπήσωμεν την δικαιοσύνην. «_Το μηδέν
+αδικείν και φιλανθρώπους ποιεί_ » έλεγον οι αρχαίοι σοφοί μας. Το
+πρώτον βήμα της αγάπης είναι βεβαίως η δικαιοσύνη, το δε δεύτερον
+η ευεργεσία. Άνθρωπος, όστις δεν σέβεται ως ιερά και απαραβίαστα
+το πρόσωπον, την ιδιοκτησίαν, την τιμήν, την υγείαν, και την ζωήν
+των ομοίων του, άνθρωπος εν ενί λόγω άδικος και ικανός να
+κακοποιήση, βεβαίως ούτε φιλάνθρωπος ούτε ευεργετικός δύναταί
+ποτε να ήναι.
+
+Διά τούτο και ο Ιησούς προς μεν τους αδίκους είπεν «Αποχωρείτε
+απ' εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν,» περί δε των δικαίων
+«_Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί
+χορτασθήσονται._»
+
+Άνευ χρηστών ηθών, άνευ αγάπης, άνευ δικαιοσύνης, και αυτή η
+ζωογονούσα τα έθνη ελευθερία μεταβάλλεται εις ακολασίαν, ήτις επί
+τέλους φέρει την κακοδαιμονίαν ή της εσωτερικής τυραννίας, ή διά
+της εξωτερικής υποδουλώσεως.
+
+Ο Γεροστάθης ενθυμήθη τότε τους τριάκοντα τυράννους των Αθηνών,
+την αρετήν του Σωκράτους, και την δικαιοσύνην του Αριστείδου.
+Ιδού δε όσα περί αυτών μας είπεν.
+
+
+
+ΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ.
+
+
+
+Μετά τον δυστυχή Πελοποννησιακόν πόλεμον οι Αθηναίοι, απολέσαντες
+την αρχαίαν των αρετήν, συναπώλεσαν και την ελευθερίαν των, υπό
+τον ζυγόν τριάκοντα σκληρών τυράννων υποβληθέντες.
+
+Άπας σχεδόν ο λαός των Αθηνών είχε τότε εξαχρειωθή· αλλ' ο
+ενάρετος Σωκράτης ανεφάνη διαμαρτύρησις ζώσα και κατά της
+διαφθοράς των συγχρόνων του, και κατά της απανθρωπίας των
+τριάκοντα.
+
+Θέλοντες οι τύραννοι να συλλάβωσι και να φονεύσωσιν αδίκως μεταξύ
+άλλων καί τινα Λέοντα Σαλαμίνιον, διέταξαν τον Σωκράτην και
+άλλους τέσσαρας Αθηναίους να μεταβώσιν εις Σαλαμίνα προς
+εκτέλεσιν της παρανόμου συλλήψεως του Λέοντος.
+
+Και οι μεν τέσσαρες Αθηναίοι υπείκοντες μετέβησαν αμέσως· αλλ' ο
+ενάρετος Σωκράτης δεν ηθέλησε να συνεργήση εις παρανόμους
+πράξεις, καταφρονήσας γενναίως και την οργήν και τας απειλάς των
+αιμοβόρων τυράννων· επροτίμησε δε να διακινδυνεύση και αυτήν την
+ύπαρξίν του παρά να γίνη όργανον αδικίας και παρανομίας.
+
+Τοιαύτην μεγαλοψυχίαν και αυταπάρνησιν εμπνέει εις τας ευγενείς
+ψυχάς το ιερόν αίσθημα της δικαιοσύνης!
+
+Την αυτήν δε μεγαλοψυχίαν ανέδειξεν ο φιλοδίκαιος Σωκράτης και
+ότε, ων μέλος της Βουλής των Πεντακοσίων, επρόκειτο να δικάση
+τους στρατηγούς των Αθηνών, οίτινες είχον κατατροπώσει τον
+εχθρικόν στόλον των Λακεδαιμονίων εις τας Αργινούσας πλησίον της
+Μυτιλήνης.
+
+Ο παράφορος όχλος, εξαπτόμενος υπό των ραδιούργων και
+κακοηθεστάτων δημαγωγών, απήτει την θανατικήν καταδίκην των
+στρατηγών, επί τη προφάσει ότι δεν εφρόντισαν να διασώσωσι μετά
+την ναυμαχίαν τους πεσόντας εις την θάλασσαν.
+
+Εις μάτην οι στρατηγοί επεκαλούντο την τρομεράν τρικυμίαν, ήτις
+είχε καταστήσει αδύνατον την διάσωσιν των πεσόντων. Οι Βουλευταί
+έντρομοι υπέκυψαν εις την παραφοράν και εις τας απειλάς του
+όχλου. Μόνος ο βουλευτής Σωκράτης ατρόμητος ανέκραξεν ότι ενόσω
+ζη βεβαίως δεν θέλει μολύνει διά της αδικίας την συνείδησίν του,
+διακινδυνεύσας και πάλιν την ζωήν του χάριν της δικαιοσύνης.
+
+Οι στρατηγοί εντούτοις κατεδικάσθησαν εις την ποινήν του θανάτου·
+αλλά μετά τινας χρόνους, μετανοήσαντες οι Αθηναίοι διά την άδικον
+καταδίκην, εδικαίωσαν τον Σωκράτην, τιμωρήσαντες τους κατηγόρους
+των θανατωθέντων στρατηγών.
+
+Τοιουτοτρόπως μετανοήσαντες κατεδίωξαν και τους κατηγόρους του
+Σωκράτους, αφού και αυτόν εν τη φυλακή επότισαν το κώνειον του
+θανάτου.
+
+Αλλ' αι τοιαύται παράκαιροι και ανωφελείς μετάνοιαι δεν
+αποπλύνουν το αιώνιον αίσχος των πολιτικών αδικημάτων. Το
+κυριώτερον χαρακτηριστικόν της φρονήσεως είναι η πρόνοια· η δε
+μετάνοια δεν αποδεικνύει ειμή την παρελθούσαν αφροσύνην.
+
+Αλλ' εάν η τότε αφροσύνη, η τότε διαφθορά των Αθηναίων
+κατεπίκρανε τα σπλάγχνα της Ελλάδος, η εμφάνισις όμως του
+Σωκράτους επί του Ελληνικού ορίζοντος παρηγόρησε την Πατρίδα, και
+συνεκάλυψε την αδοξίαν αυτής.
+
+Περί δε του δικαίου Αριστείδου μας διηγήθη τα εξής·
+
+
+
+Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ.
+
+
+
+Ο Αριστείδης εκ νεαράς ηλικίας ανέδειξε χαρακτήρα σεμνόν και
+σταθερόν, αγάπην ένθερμον προς την αρετήν και την δικαιοσύνην,
+και αποστροφήν κατά της ψευδολογίας, της απάτης, και της
+κολακείας. Ούτε χάριν αστεϊσμού δεν κατεδέχετο, ως λέγει ο
+Πλούταρχος, να προσφύγη ποτέ εις τα δυσειδή ταύτα ελαττώματα.
+
+Το πολιτικόν αξίωμα, το οποίον καθ' όλην την διάρκειαν του βίου
+του σταθερώς ησπάσθη, ήτο ότι _ο αγαθός πολίτης πρέπει να λέγη
+και να πράττη μόνον τα χρηστά και τα δίκαια_. Τοιουτοτρόπως δε
+ηξιώθη της θείας επωνυμίας του _Δικαίου_.
+
+Διηγούνται ότι ενήγαγε ποτέ τινα ενώπιον του δικαστηρίου. Ο δε
+δικαστής, άμα ακούσας τον Αριστείδην, γνωρίζων την φιλαλήθειαν
+και το φιλοδίκαιον αυτού, ηθέλησεν αμέσως να καταδικάση τον
+αντίδικόν του άνευ τινός απολογίας. Αλλ' ο Αριστείδης θερμώς
+παρεκάλεσε τον δικαστήν να μη εκδώση απόφασιν, πριν ή ακούση και
+τους λόγους του αντιδίκου του. Τοιαύτη ήτο η προς την δικαιοσύνην
+αγάπη του! Δεν ανείχετο να ενεργηθή ούτε παρ' αυτού, ούτε παρ'
+άλλων αδικία και κατ' αυτών των εναντίων του· αδικία δε μεγίστη
+βεβαίως ήθελεν είσθαι να καταδικάση ο δικαστής άνθρωπον χωρίς
+προηγουμένως ν' ακούση αυτόν.
+
+«_Τίμιος μεν και ο μηδέν αδικών,_ είπεν ο Πλάτων, _αλλ' ο μη
+επιτρέπων τοις αδικούσιν αδικείν, πλέον ή διπλασίας τιμής άξιος
+εκείνου._» Διπλασίας τιμής άξιος ήτο λοιπόν και ο Αριστείδης,
+διότι και αυτός δεν ηδίκει, και τους άλλους απέτρεπεν από τας
+αδικίας.
+
+Τόσην δε υπόληψιν και σέβας έτρεφον προς αυτόν οι συμπολίταί του
+διά τον φιλοδίκαιον χαρακτήρα του, ώςτε, αντί να προσφεύγωσιν εις
+τα δικαστήρια, έτρεχον εις τον Αριστείδην προς διάλυσιν των
+διαφορών των.
+
+Ενώ δε ημέραν τινά εδίκαζε δύο πολίτας, ο είς εξ αυτών, όπως τον
+ερεθίση κατά του αντιδίκου του, ανέφερεν ότι πολλάκις ο αντίδικός
+του ηδίκησε και τον Αριστείδην. Αλλ' αυτός, κατασιγάζων ενώπιον
+της δικαιοσύνης παν ιδιαίτερον αυτού πάθος, είπε προς τον
+δικαζόμενον «_Αντί ν' αναφέρης τας προς εμέ αδικίας του αντιδίκου
+σου, ειπέ κάλλιον ποίαν αδικίαν έπραξεν αυτός προς σε, διότι
+σήμερον ο αντίδικός σου δεν δικάζεται μετ' εμού, αλλά μετά σου._»
+
+Δικαίως λοιπόν, ότε εις το θέατρον των Αθηνών παριστάνετο η
+τραγωδία των επτά επί Θήβας του ποιητού Αισχύλου, και είς των
+υποκριτών είπεν ότι ο Αμφιάραος
+
+«_Ου γαρ δοκείν δίκαιος, αλλ' είναι θέλει,_» πάντες έστρεψαν τα
+βλέμματα προς τον Αριστείδην, δεικνύοντες ούτως ότι εις αυτόν
+μάλιστα ήρμοζεν ο στίχος του Αισχύλου.
+
+Το φιλοδίκαιον του Αριστείδου ανεφάνη και ότε ο Θεμιστοκλής
+επρότεινεν εις τους Αθηναίους ότι συνέλαβε σχέδιον, το οποίον, αν
+τω επέτρεπον να εκτελέση, ήθελεν αποβή ωφελιμώτατον εις τας
+Αθήνας.
+
+Ο Αριστείδης, μαθών παρά του Θεμιστοκλέους ότι το σχέδιον τούτο
+συνίστατο εις το να καύσωσιν εξαίφνης τους στόλους όλων των άλλων
+Ελληνίδων πόλεων, και ούτω να μείνωσιν οι Αθηναίοι
+θαλασσοκράτορες και κύριοι της Ελλάδος όλης, είπε προς τους
+Αθηναίους, ότι _το σχέδιον φαίνεται μεν ωφελιμώτατον, αλλ' είναι
+αδικώτατον. Οι δε Αθηναίοι, ενάρετοι τότε όντες και φιλοδίκαιοι,
+αποστρεφόμενοι δε τας εξ αδικιών ωφελείας και τα επί αδικημάτων
+στηριζόμενα μεγαλεία, απέκρουσαν αμέσως το σχέδιον του
+Θεμιστοκλέους.
+
+_Η δικαιοσύνη ανυψοί τα έθνη_, είπεν ο σοφός Σολομών, και η
+αδικία καταστρέφει αυτά. Είθε η μεγάλη αύτη αλήθεια να οδηγή
+πάντοτε και λαούς και κυβερνώντας!
+
+Δι' αδικιών, δι' αρπαγών, διά δολιοτήτων δύνανται βεβαίως να
+ωφεληθώσι και να μεγαλυνθώσι προς ώραν και άτομα και έθνη· αλλά
+της κακίας η τιμωρία δεν βραδύνει. Η αδικία γεννά τύψεις
+συνειδότος, εχθρούς, απομόνωσιν, αντεκδικήσεις, και επί τέλους
+καταστροφήν. Μόνα τα διά της φιλοπονίας, της αγαθοεργίας, και της
+δικαιοσύνης αποκτώμενα ωφελήματα και μεγαλεία είναι αληθή, διαρκή
+και ευάρεστα.
+
+Διά τούτο και ο μέγας διδάσκαλος της αρετής, ο Σωκράτης,
+εδίδασκεν _ότι ποτέ πράξις άδικος δεν δύναται να ήναι και αληθώς
+ωφέλιμος, αλλ' ότι μόνον το δίκαιον είναι και πραγματικώς
+ωφέλιμον_. Ενόσω οι Αθηναίοι ηκολούθουν τας αναλλοιώτους ταύτας
+αρχάς της αρετής, και ως κόρην οφθαλμού εφύλαττον τους νόμους του
+Σόλωνος, η ελευθερία συνεβασίλευε μετά της ευνομίας και της
+αρετής. Αλλ' ότε η αρετή εξέλιπε, τότε και η ελευθερία εξέκλινεν
+εις ακολασίαν, η δε τυραννία διεδέχθη την ελευθερίαν, και η
+αδικία την δικαιοσύνην· τότε δε και τους νικηφόρους στρατηγούς
+των αδίκως κατεδίκαζον εις θάνατον, και τον ενάρετον Σωκράτην και
+τον χρηστόν Φωκίωνα απανθρώπως επότιζον το κώνειον.
+
+Έκτοτε, παιδία μου, επρόσθεσε τεθλιμμένος ο γέρων, ημέραν καλήν
+δεν είδε πλέον η δυστυχής Ελλάς, συμποτισθείσα και αυτή μετά των
+φιλτάτων της τέκνων Σωκράτους και Φωκίωνος το κώνειον της
+κακοδαιμονίας.
+
+Προσπαθήσατε λοιπόν σεις, τα νέα τέκνα της, αι νέαι ελπίδες της,
+ανατρεφόμενοι και ζώντες χριστιανικώς και εναρέτως, να φέρητε εις
+τους κόλπους αυτής την αρετήν, την δικαιοσύνην, και την αγάπην,
+όπως ζήση πάλιν ένδοξος και ευδαίμων η σήμερον τεθλιμμένη πατρίς.
+
+Εγχαράξατε επομένως εις τα βάθη της καρδίας σας τους ακολούθους
+στίχους
+
+«_Αγάπα τον πλησίον σου, ποτέ μη αδικήσης,
+« Και έσο ευεργετικός, διά να ευτυχήσης._»
+~~~~~~~~~~
+
+ « Ούτε αντιδικείν δει, ούτε κακώς
+ ποιείν ουδένα, ουδ' αν οτιούν πά-
+ σχω υπ' αυτών. »
+ (Σωκράτους.).
+
+ΕΝΩ ημέραν τινά ήμεθα όλοι συνηγμένοι εις την αυλήν του σχολείου,
+και εγυμναζόμεθα, παρόντων των διδασκάλων και του αγαθού
+Γεροστάθου, συνέβησαν τα ακόλουθα μεταξύ του συμμαθητού μας
+Παύλου και της αδελφής του Ευφροσύνης.
+
+
+
+Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ.
+
+
+
+Ο οκταετής Παύλος ήτο έξυπνος και ζωηρός, είχε δε καλήν και
+ευαίσθητον καρδίαν, αλλ' ενίοτε ως εκ της ζωηρότητός του
+παρεξετρέπετο εις πράξεις ατόπους, διά τας οποίας ακολούθως έχυνε
+δάκρυα μετανοίας και λύπης.
+
+Η αδελφή του Ευφροσύνη, νεάνις δεκαετής, γλυκεία και φιλάδελφος,
+ήρχετο τακτικώτατα κατά την ώραν της γυμναστικής, όπως μετά την
+σωμασκίαν του αδελφού της συνοδεύη αυτόν εις την πατρικήν των
+οικίαν.
+
+Ενώ δε επερίμενεν ημέραν τινά εις την αυλήν του σχολείου,
+θεωρούσα τας διαφόρους γυμνάσεις, ο Παύλος, αποτυχών είς τινα επί
+του μονοζύγου στροφήν, έπεσεν επί της άμμου. Η αποτυχία και η
+πτώσις του επροκάλεσαν τον γέλωτα όλων ημών, τον οποίον
+συνεμερίσθη και η αδελφή του.
+
+Αλλ' ο Παύλος, εντραπείς διά την αποτυχίαν του, και θυμώσας διά
+τον γέλωτα, πλησιάζει την Ευφροσύνην εισέτι γελώσαν, και οργίλως
+καταφέρει κατά του προσώπου της σφοδρόν γρόνθον, όστις και πόνον
+και αιμορραγίαν τη επροξένησεν.
+
+Κρατούσαν τότε το αιμοσταγές πρόσωπόν της, τρέχει κατόπιν του
+φεύγοντος Παύλου διά να κτυπήση αυτόν.
+
+Αλλ' ο Γεροστάθης προφθάνει, και συλλαμβάνων αυτήν από την χείρα
+λέγει προς αυτήν — Αν θέλης να τιμωρήσης, κόρη μου, τον Παύλον,
+και να εκδικηθής, πρέπει να φιλήσης, και ουχί να κτυπήσης αυτόν.
+
+Η Ευφροσύνη, στρέφουσα με απορίαν και θαυμασμόν τα βλέμματα προς
+τον Γεροστάθην — Να τον φιλήσω! λέγει, ενώ αυτός τόσον δυνατά μ'
+εκτύπησε!
+
+ — Ναι! να τον φιλήσης, επαναλαμβάνει ο γέρων. Αν τον κτυπήσης,
+θ' αναφανής και συ κακή ως αυτός· αντί δε να τον διορθώσης διά
+του κτυπήματος, θέλεις τον εξάψει έτι μάλλον, και εις την έξαψίν
+του ίσως σε κακοποιήση έτι περισσότερον. Αν τον κτυπήσης, αντί να
+τον κάμης να σ' αγαπήση και να φέρηται αδελφικώς προς σε, θέλεις
+αυξήσει την αποστροφήν του, και θέλεις χειροτερεύσει την κακήν
+του διαγωγήν.
+
+Αν όμως, Ευφροσύνη μου, τον φιλήσης, θ' αναφανής συ καλλιτέρα
+εκείνου· διά του καλού σου παραδείγματος θέλεις τον σωφρονίσει,
+διά της πραότητος και γλυκύτητός σου θέλεις τον κάμει να
+συναισθανθή το σφάλμα του, να μετανοήση, και να σε αγαπήση,
+γινόμενος και εκείνος γλυκύς και πράος. Ιδέ τον με πόσην λύπην
+παρατηρεί το αιματωμένον πρόσωπόν σου! ήρχισεν ήδη να μετανοή!
+τρέξε λοιπόν και φίλησέ τον, _δος καλόν αντί κακού, φίλημα αντί
+κτυπήματος_, και ούτω θέλεις θριαμβεύσει.
+
+Ενόσω ο Γεροστάθης ωμίλει, ο θυμός της μικράς Ευφροσύνης βαθμηδόν
+επραΰνετο· μόλις δε ο γέρων ετελείωσε, και η Ευφροσύνη τρέχει,
+εναγκαλίζεται, και καταφιλεί τον αδελφόν της.
+
+Το αγαθόν αυτό φίλημα προκαλεί εις τους οφθαλμούς του Παύλου
+δάκρυα μετανοίας, και συγχρόνως αδελφικώτατον αντιφίλημα· η δε
+Ευφροσύνη, σπογγίζουσα τα δάκρυά του, παρεκάλει αυτόν να μη
+κλαίη, λέγουσα ότι δεν πονεί πλέον.
+
+Ο Γεροστάθης τότε ένιψε το πρόσωπον της Ευφροσύνης διά ψυχρού
+ύδατος, όπως παύση το στάζον αίμα· η δε Ευφροσύνη, λαβούσα την
+δεξιάν του άδελφού της, διευθύνθη μετ' αυτού εις την οικίαν των.
+Άπαντες δε εθαυμάσαμεν, ιδόντες ιδίοις οφθαλμοίς πόσην δύναμιν,
+πόσον ύψος, και πόσον ωραία αποτελέσματα έχει η ανταπόδοσις
+_καλού αντί κακού._
+
+Ότε δε μετά την γυμναστικήν εξήλθομεν εις περίπατον μετά του
+Γεροστάθου, είς εξ ημών τω είπεν ότι πολύ ωραίον ήτο το προς την
+Ευφροσύνην μάθημά του· ο δε αγαθός γέρων απήντησε τα εξής.
+
+
+
+ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΜΑΘΗΜΑ.
+
+
+
+ — _Το καλόν αντί κακού δεν είναι ιδικόν μου μάθημα· είναι
+μάθημα σωτήριον του Σωτήρος ημών, είναι η θειοτέρα παραγγελία αφ'
+όσας μας έδωκεν ο θεάνθρωπος Ιησούς. Και όμως πόσοι, ονομαζόμενοι
+χριστιανοί, τυφλωμένοι από τα πάθη, λησμονούν και παραβιάζουν την
+θείαν ταύτην εντολήν, την οποίαν ο Χριστός μας έδωκεν!
+
+«Εγώ λέγω υμίν αγαπάτε τους εχθρούς υμών, αγαθοποιείτε τους
+μισούντας υμάς, και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και
+καταδιωκόντων υμάς. Εάν αγαπάτε μόνον τους αγαπώντας υμάς, ποίος
+θέλει είσθαι ο μισθός υμών; Αγαπάτε και ευεργετείτε τους εχθρούς
+υμών, όπως γίνητε τέλειοι ως ο Θεός, ο Πατήρ υμών.»
+
+Τους δε θείους αυτούς λόγους επεσφράγισεν ο Ιησούς και δια του
+θείου αυτού παραδείγματος· διότι, ότε ο όχλος των Ιουδαίων εν τη
+μανιώδει παραφορά του κατεδίωξε τον Σωτήρα ημών, τον
+εσυκοφάντησε, τον ενέπαιξε, και επί του Γολγοθά τον εσταύρωσε,
+δεν ηγανάκτησεν ο θεάνθρωπος κατά των θανασίμων αυτών εχθρών του,
+δεν επεθύμησεν εκδίκησιν, δεν επεκαλέσθη την τιμωρίαν των φονέων
+του παρά του παντοδυνάμου Πατρός του· αλλ' εν τη θεία αυτού
+αγαθότητι παρεκάλεσε τον Ύψιστον να συγχωρήση τους φονείς του,
+διότι δεν εξεύρουν τι κάμνουν. «_Πάτερ, είπεν, άφες αυτοίς· ου
+γαρ οίδασι τι ποιούσιν._»
+
+Ιδού η υπερτάτη αρετή, την οποίαν μας διδάσκει η γλυκυτάτη
+θρησκεία μας. Προσπαθήσατε εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας σας να
+αισθανθήτε το θείον κάλλος της αρετής ταύτης, και επομένως να
+εγκολπωθήτε αυτήν καθ' όλον το στάδιον του βίου σας.
+
+Τα αποτρόπαια πάθη του μίσους και της εκδικήσεως είναι όλως
+ασυμβίβαστα με την θρησκείαν του χριστιανού και με την
+ευδαιμονίαν του ανθρώπου. Γλυκεία ίσως, αλλά βραχυτάτη είναι η
+ηδονή της εκδικήσεως· πικρόταται όμως, διαρκείς, και
+ακαταλόγιστοι είναι αι συνέπειαι αυτής.
+
+«_Εάν πεινά ο εχθρός σου ψώμιζε αυτόν· εάν διψά πότιζε αυτόν,_»
+μας είπε και ο σοφός Σολομών.
+
+Αλλά και υπό το κράτος της ειδωλολατρείας και της πολυθεΐας
+ανεφάνησαν άνδρες γλυκείς, πράοι, και αμνησίκακοι, οίτινες
+ανταπέδωκαν καλόν αντί κακού.
+
+Μας διηγήθη δε τότε ο γέρων διάφορα Ελληνικά ανέκδοτα, εξ ων θέλω
+εκθέσει ενταύθα όσα διετήρησεν η μνήμη μου.
+
+
+
+Ο ΛΥΚΟΥΡΓ0Σ ΚΑΙ Ο ΑΛΚΑΝΔΡΟΣ.
+
+
+
+Ενώ ο νομοθέτης της Σπάρτης Λυκούργος ευρίσκετο ημέραν τινά εις
+την αγοράν, νεανίας οξύθυμος και αυθάδης, Άλκανδρος καλούμενος,
+επιπίπτει κατ' αυτού και διά της βακτηρίας του εξορύττει ένα των
+οφθαλμών του.
+
+Δεν εξήφθη ο έμφρων Λυκούργος, δεν ηγανάκτησεν, ουδέ την
+βακτηρίαν του ύψωσε διά ν' ανταποδώση κτύπημα αντί κτυπήματος,
+οφθαλμόν αντί οφθαλμού· αλλ' ατάραχος, παρουσιασθείς ενώπιον του
+λαού, έδειξε το καθημαγμένον πρόσωπόν του και το τυφλωμένον όμμα
+του.
+
+Η αταραξία αύτη και η πραότης του Λυκούργου συνεκίνησαν και
+αυτούς τους εχθρούς του· όθεν παρεδόθη αμέσως εις τας χείρας του
+ο νέος Άλκανδρος, όπως τιμωρήση αυτόν κατ' αρέσκειαν.
+
+Ευχαρίστως ο Λυκούργος παρέλαβεν εις την οικίαν του τον
+Άλκανδρον· αλλά, καθώς μας βεβαιόνει ο Πλούταρχος, ουχί μόνον δεν
+εκακοποίησεν αυτόν, αλλ' ουδέ λόγον ψυχρόν τω απεύθυνεν. Απ'
+εναντίας, καταστήσας τον εχθρόν του φίλον επιστήθιον διά των
+περιποιήσεων και συμβουλών του, απέδωκεν αυτόν εις την πατρίδα
+πολίτην ενάρετον και σωφρονέστατον.
+
+Ιδού αμνησικακία, ιδού αρετή! Αλλ' αν ο Λυκούργος, ων
+εκδικητικός, ηγανάκτει κατά του αυθάδους Αλκάνδρου και εκτύπα
+αυτόν, ο Άλκανδρος βεβαίως ήθελε κατασταθή αυθαδέστερος, ο δε
+Λυκούργος ίσως έχανε και τον έτερον οφθαλμόν ή και αυτήν την ζωήν
+του. Η πραότης όμως, και η ανταπόδοσις καλού αντί κακού και τον
+Άλκανδρον εσωφρόνισε, και τον Λυκούργον ανέδειξεν αξιαγάπητον και
+αξιοσέβαστον.
+
+
+
+Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ.
+
+
+
+Ότε εις τον Πελοπίδαν, τον στρατηγόν των Θηβαίων, κατεμήνυσαν ότι
+εχθρός του στρατιώτης εκακολόγει αυτόν, αντί ν' αγανακτήση και να
+τιμωρήση τον υβριστήν, ιδού τι απήντησεν.
+
+ — « Ούτε τας κακολογίας, ούτε τας κατ' εμού ύβρεις του
+στρατιώτου ήκουσά ποτε διά να τιμωρήσω αυτόν· αλλά τας υπέρ της
+πατρίδος ανδραγαθίας αυτού είδον ιδίοις οφθαλμοίς εις το πεδίον
+της μάχης, και επομένως δεν δύναμαι παρά να θαυμάζω και ν' αγαπώ
+τοιούτον στρατιώτην. »
+
+Διά της γενναίας δε ταύτης απαντήσεώς του, ανταποδόσας έπαινον
+αντί ύβρεως, και την αγάπην και το σέβας του στρατιώτου
+προσείλκυσε, και τας κακολογίας αυτού διά παντός κατέπαυσεν.
+
+
+
+Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΥΒΡΙΖΟΜΕΝΟΣ.
+
+
+
+Ημέραν τινά εις την αγοράν των Αθηνών, ενώ ο Περικλής κατεγίνετο
+εις τα έργα του, άνθρωπος κακοήθης ήρχισε να εξυβρίζη αυτόν· αλλ'
+ο Περικλής, αταράχως και σιωπηλώς ακούων τας ύβρεις,
+εξηκολούθησεν εργαζόμενος.
+
+Ότε δε ενύκτωσε, και ο Περικλής επέστρεφεν εις την οικίαν του, ο
+αυθάδης εκείνος παρηκολούθησεν αυτόν υβρίζων και κακολογών. Αλλ'
+ο Περικλής δεν εθύμωσεν, ούτε την τιμωρίαν του υβριστού
+επροκάλεσεν. Απ' εναντίας, εισελθών εις την οικίαν του,
+παρήγγειλεν ένα των υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύση τον
+υβριστήν μέχρι της κατοικίας του, ίνα μη κακοπάθη εις το σκότος
+της νυκτός.
+
+«_Συγγνώμη τιμωρίας αμείνων· το μεν γαρ ημέρου φύσεως, το δε
+θηριώδους,_» είπεν ορθότατα ο σοφός Πιττακός· η δε φύσις του
+Περικλέους, ούσα τω όντι ημερωτάτη και ουχί θηριώδης, επροτίμησε
+την συγγνώμην από την εκδίκησιν.
+
+Προσπαθήσατε, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, διά της φιλεργίας, της
+τιμιότητος, και της αρετής να κατασταθήτε άτρωτοι από τα βέλη της
+κακολογίας, της ύβρεως, και της διαβολής· τότε δε και η
+γενναιότης, και η αμνησικακία, και η συγγνώμη, και η ανταπόδοσις
+καλού αντί κακού ευκολώτερα θέλουν στολίσει τον βίον σας.
+
+
+
+Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΠΡΟΑΠΟΣΤΟΛΟΣ.
+
+
+
+Και ο Σωκράτης εδίδασκεν ότι ποτέ δεν πρέπει ν' ανταποδίδωμεν
+κακόν αντί κακού, αδικίαν αντί αδικίας, βλάβην αντί βλάβης. —
+Όταν κακοποιής τον πλησίον σου είσαι άδικος, έλεγεν ο Σωκράτης,
+οποιονδήποτε κακόν ή αδικίαν και αν υπέφερες παρ' αυτού.
+
+Αλλ' ο Σωκράτης, όσα διά των λόγων του εδίδασκε, και διά των
+έργων του πάντοτε επεσφράγιζε.
+
+Η κακή τύχη τω έδωκε σύζυγον την Ξανθίππην, γυναίκα εις άκρον
+οξύθυμον και διεστραμμένην, πολλάκις αυθαδιάζουσαν και βαναύσως
+φερομένην κατά του σεβασμίου εκείνου ανδρός· αλλά μετά πραότητος
+υποφέρων τα πάντα ο Σωκράτης, ουδέποτε ηθέλησε να εκδικηθή κατ'
+αυτής, και ν' ανταποδώση ύβριν αντί ύβρεως, κακόν αντί κακού.
+
+Ημέραν τινά, ενώ η παράφορος γυνή μανιωδώς εκραύγαζε και
+βροντοφώνως εξύβριζε τον αγαθόν σύζυγόν της, αυτός ατάραχος
+εξήρχετο της οικίας. Η Ξανθίππη τότε, λαβούσα αγγείον πλήρες,
+εκένωσεν αυτό επί της κεφαλής του συζύγου της. Αλλ' ο Σωκράτης,
+αντί ν' αγανακτήση, γελών είπε «_μετά τας βροντάς επέρχεται
+βροχή,_» διδάσκων ούτω την υπομονήν, την πραότητα, την
+αμνησικακίαν.
+
+Άλλοτε κακοήθης τις εκτύπησε σφοδρώς τον Σωκράτην κατά πρόσωπον,
+ώστε και κατεπληγώθη και εξωγκώθη το πρόσωπόν του· ο δε Σωκράτης,
+αφού αταράχως υπέφερε την προσβολήν, έγραψεν επί του προσώπου του
+το όνομα του κακοήθους εκείνου, ως επί των ανδριάντων γράφεται το
+όνομα του γλύπτου, και αυτή ήτο η μόνη εκδίκησις του εναρέτου
+ανδρός.
+
+Ότε δε ο κωμικός Ποιητής των Αθηνών Αριστοφάνης, θέλων να εμπαίξη
+τους σοφιστάς, εισήγαγε το πρόσωπον του Σωκράτους εις την
+κωμωδίαν του την επιγραφομένην Νεφέλας, ο Σωκράτης, παρευρεθείς
+εις το θέατρον, ουχί μόνον αταράχως εθεώρει το πρόσωπόν του
+αδίκως εμπαιζόμενον υπό του κωμικού, αλλ' άμα εννοήσας ότι ξένοι
+τινές θεαταί επεθύμουν να γνωρίσωσι προσωπικώς τον επί της σκηνής
+κωμωδούμενον Σωκράτην, ηγέρθη εις την θέσιν του, όπως ευκολώτερα
+τον ίδωσιν οι περίεργοι ξένοι, αποδείξας τοιουτοτρόπως ότι η
+αληθής αρετή είναι ανωτέρα πάσης ύβρεως και παντός εμπαιγμού.
+
+Ότε δε οι διεφθαρμένοι συμπολίταί του, μη ανεχόμενοι αυτόν
+στηλιτεύοντα την κακίαν και διδάσκοντα την αρετήν, τον
+κατεδίκασαν να πίη το κώνειον, «_ουδέν πάθος,_ είπεν ο Σωκράτης,
+_ουδέν αίσθημα εκδικήσεως αισθάνομαι κατά των κατηγόρων και
+δικαστών μου· ούτε ν' αντιδικώμεν, ούτε να κακοποιώμεν πρέπει
+τινά, ό,τι δήποτε και αν πάσχωμεν υπ' αυτών._» Και διά των
+χριστιανικωτάτων αυτών λόγων επεσφράγισεν εν τη φυλακή τον
+ενάρετον αυτού βίον.
+
+Όρθότατα λοιπόν είπον ότι, αν ο Σωκράτης δεν ευτύχησε να γεννηθή
+χριστιανός, ανεφάνη όμως αληθής _προαπόστολος του χριστιανισμού_,
+διότι διά της εναρέτου διδασκαλίας και διαγωγής του προητοίμασε
+τα πνεύματα προς ευκολωτέραν παραδοχήν των θείων του
+χριστιανισμού αρχών.
+
+
+
+Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΩΚΙΩΝΟΣ.
+
+
+
+Το κώνειον του Σωκράτους, μας είπε τότε ο Γεροστάθης, μ'
+ενθυμίζει το κώνειον του Φωκίωνος· διότι και αυτός ο χρηστός
+πολίτης των Αθηνών διά του κωνείου απέθανεν εις την φυλακήν.
+
+Ποτέ ο Φωκίων δεν εκακοποίησε συμπολίτην του, αλλ' ούτε εθεώρησέ
+ποτέ τινα ως εχθρόν του· πολλάκις μάλιστα, ως βεβαιόνει ο
+Πλούταρχος, εβοήθησε και γενναίως επροστάτευσεν ανθρώπους,
+οίτινες τον είχον βλάψει.
+
+Ότε εις τας Αθήνας έφθασεν η είδησις του θανάτου του Φιλίππου,
+βασιλέως της Μακεδονίας, ο λαός των Αθηνών τόσον εχάρη, ώστε
+ητοιμάζετο να προσφέρη θυσίας εις τους θεούς. Αλλ' ο έμφρων
+Φωκίων τους εμπόδισεν, ειπών ότι είναι αγενές να επιχαίρωσιν εις
+τον θάνατον ενός εχθρού.
+
+Πιστός δε οπαδός του Σωκράτους ηγάπα να λέγη εις τους συμπολίτας
+του την αλήθειαν, όσον πικρά και αν ήτο αύτη. Ενώπιον δε της
+αληθείας και αυτήν την ζωήν του προθύμως εθυσίαζε.
+
+Συμβουλεύων ποτέ τους Αθηναίους και βλέπων αυτούς
+δυσαρεστουμένους και θορυβούντας, είπε προς αυτούς «_Δύνασθε μεν,
+ω Αθηναίοι, να με βιάσητε να πράξω ό,τι δεν θέλω· αλλά ποτέ δεν
+θέλετε δυνηθή να με αναγκάσητε να σας ομιλήσω εναντίον της
+πεποιθήσεώς μου._»
+
+Ότε δε ο ρήτωρ των Αθηνών Υπερίδης ηρώτησε δημοσίως τον ειρηνικόν
+Φωκίωνα, πότε θέλει αποφασίσει να συμβουλεύση εις τους Αθηναίους
+τον πόλεμον, ο Φωκίων μ' όλην την παρρησίαν απήντησεν «_Όταν ίδω
+τους μεν νέους ανδρείους και φίλους της πειθαρχίας, τους δε
+πλουσίους προθύμως συνεισφέροντας υπέρ πατρίδος, και τους
+πολιτικούς μη κλέπτοντας τα δημόσια._»
+
+Ο Φωκίων συνήνονε την γλυκύτητα και ημερότητα του χαρακτήρος με
+ύφος αυστηρόν κατά των διεφθαρμένων συμπολιτών του· ευφυώς δε
+λέγει ο Πλούταρχος ότι ωμοίαζε γλυκύν αλλά δυνατόν οίνον, όστις
+και ευαρεστεί και ωφελεί τους πίνοντας· ενώ οι γλυκείς και
+αδύνατοι οίνοι συνήθως είναι επιβλαβείς, ως οι κόλακες και οι
+δημαγωγοί.
+
+Αλλά καθώς οι μεθύοντες δεν αισθάνονται εν τη μέθη των την
+ποιότητα του οίνου, τον οποίον πίνουν, τοιουτοτρόπως και οι
+Αθηναίοι τότε, εν τη μέθη της διαφθοράς των, δεν ηδύναντο να
+εκτιμήσωσι την φρόνησιν των συμβουλών του Φωκίωνος. Αι αλήθειαι
+μάλιστα, τας οποίας έλεγε προς αυτούς, παρώξυνον κατ' αυτού τους
+διεφθαρμένους συμπολίτας του, απαράλλακτα καθώς το μέλι παροξύνει
+τας πληγάς, το δε φως τους πάσχοντας οφθαλμούς.
+
+Όθεν οι Αθηναίοι, κακώς διατεθειμένοι κατά του χρηστού Φωκίωνος,
+και ραδιουργούμενοι υπό των εγχωρίων και ξένων εχθρών του,
+οίτινες ούτε την αρετήν ούτε την φιλαπατρίαν του ανδρός
+ανείχοντο, κατεδίκασεν επί τέλους αυτόν εις την ποινήν του
+θανάτου.
+
+Ότε δε επρόκειτο να πίη το κώνειον και ν' αποθάνη, ερωτηθείς ποία
+ήτο η τελευταία αυτού παραγγελία προς τον υιόν του Φώκον, είπε
+«_Να μη μνησικακήση ποτέ κατά των Αθηναίων διά τον άδικον θάνατόν
+μου,_» και διά της χρηστής ταύτης παραγγελίας ετελείωσε τον
+ένδοξον βίον του.
+
+Τοιαύτη ήτο η χρηστότης και η φιλοπατρία του, ώστε ουχί μόνον
+αυτός δεν αγανάκτησε κατά των φονέων του, αλλά και προς τον υιόν
+του αποθνήσκων αμνησικακίαν εσύστησε.
+
+Τα αισχρά, τα ολέθρια, τα αντιχριστιανικά πάθη της μνησικακίας,
+του μίσους, και της εκδικήσεως, τα οποία ποτέ δεν εμόλυναν την
+ωραίαν ψυχήν του Φωκίωνος, ποτέ, παιδία μου, μας είπε ζωηρώς ο
+Γεροστάθης, ποτέ ας μη μολύνωσι και τας ιδικάς σας καρδίας, ό,τι
+δήποτε και αν υποφέρητε από την κακίαν των ανθρώπων.
+
+
+
+Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΟΝ ΓΑΛΑ
+
+
+
+Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν ότι ο Φωκίων τον
+ενθύμισε τον σύγχρονόν του Δημοσθένην, τον μέγαν ρήτορα των
+Αθηνών, όστις πλήρης ζωηράς φιλοπατρίας, ενδόξως ηγωνίσθη διά της
+ανδρικής αυτού ευγλωττίας υπέρ της ελληνικής ελευθερίας κατά των
+κατακτητικών σχεδίων του Φιλίππου.
+
+Κατηγορηθείς και ο Δημοσθένης υπό των εχθρών του και
+καταδικασθείς, ηναγκάσθη να φύγη από τας Αθήνας και να ζη εις τα
+ξένα.
+
+Αλλ' αν και το σώμα του ήτο μακράν της πατρίδος του, ο νους όμως
+και η καρδία του ήσαν πάντοτε εις τας Αθήνας. Πολλάκις δε, ως
+βεβαιόνει ο Πλούταρχος, εκ της Τροιζήνος και της Αιγίνης, όπου
+έζη εξόριστος, έστρεφε τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων προς την
+καταδικάσασαν αυτόν πατρίδα.
+
+Ενώ διήρκει η εξορία του, έφθασεν εις τας Αθήνας η είδησις του
+θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ενθαρρυνθέντες δε εκ της ειδήσεως
+ταύτης οι Αθηναίοι ηθέλησαν ν' αναστατώσωσι τας ελληνικάς πόλεις
+κατά της Μακεδονικής δυναστείας, και προς τον σκοπόν τούτον
+έστειλαν πρέσβεις εις διαφόρους πόλεις.
+
+Ο δε φιλόπατρις Δημοσθένης, λησμονών την κατ' αυτού καταφοράν των
+συμπολιτών του, έτρεξε προθύμως προς ενίσχυσιν των πρέσβεων της
+πατρίδος του.
+
+Εις την Αρκαδίαν τότε ο Πυθέας αντικρούων τους πρέσβεις των
+Αθηνών είπε μεταξύ άλλων ότι «_καθώς είναι αξιολύπητος οικία τις,
+εις την οποίαν βλέπομεν εισαγόμενον το γάλα της όνου, το οποίον
+προς τροφήν των φθισιώντων δίδεται, επίσης αξιολύπητοι είναι και
+αι πόλεις, εις τας οποίας βλέπομεν εισερχομένους τους πρέσβεις εξ
+Αθηνών._»
+
+Ο δε εξόριστος Δημοσθένης, απαντών εις τον Πυθέαν, και
+υπερασπιζόμενος τους συμπολίτας του, ευφυώς και πατριωτικώτατα
+είπε τα εξής, «_καθώς το όνειον γάλα εισάγεται εις τας οικίας
+προς θεραπείαν των ασθενούντων, τοιουτοτρόπως και οι πρέσβεις των
+Αθηναίων εισέρχονται εις τας ελληνικάς πόλεις προς σωτηρίαν
+αυτών._»
+
+Ότε δε οι Αθηναίοι έμαθον τους πατριωτικούς αυτούς λόγους, αμέσως
+απεφάσισαν την ανάκλησίν του, και έστειλαν επίτηδες τριήρη, διά
+να επαναφέρη αυτόν εις την πατρίδα του.
+
+Καθ' ην δε ημέραν ο εξόριστος εφθασεν εις Πειραιά, όλη η πόλις
+των Αθηνών κατέβη εις τον λιμένα προς υποδοχήν του Δημοσθένους·
+ανατείνας δε τας χείρας εις τον ουρανόν, ανέκραξεν ότι «_η ημέρα
+εκείνη ήτο η ευτυχεστέρα της ζωής του._»
+
+Ιδού η αμοιβή, η δόξα, και ο θρίαμβος της αμνησικακίας και της
+φιλοπατρίας!
+
+Εν τούτοις η ώρα είχε παρέλθει, και ο Γεροστάθης ηθέλησε να
+επανέλθωμεν εις την κωμόπολιν. Ενώ δε επεστρέφομεν μας διηγήθη
+και τα εξής περί Αριστείδου και Κίμωνος.
+
+
+
+Η ΑΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ.
+
+
+
+Ωραίον παράδειγμα αμνησικακίας και πραότητος παρουσιάζει, παιδία
+μου, και ο βίος του δικαίου Αριστείδου.
+
+Ο Αριστείδης διά της δικαιοσύνης, της αφιλοχρηματίας, της
+φρονήσεως, και της φιλοπατρίας του μεγίστην υπόληψιν και επιρροήν
+είχεν αποκτήσει εντός των Αθηνών· αλλά τινες παρέστησαν ως
+επικίνδυνον εις το δημοκρατικόν πολίτευμα την τοιαύτην του
+Αριστείδου υπεροχήν, και ούτω κατέπεισαν τον λαόν να εξοστρακίση
+τον δίκαιον αυτόν άνδρα επί δεκαετίαν μακράν των Αθηνών.
+
+Ότε δε οι επιθυμούντες την εξορίαν του έγραφον επί των οστράκων
+το όνομά του, διά να δώσωσι την κατ' αυτού ψήφον των, χωρικός τις
+αγράμματος επλησίασεν αυτόν, και παρουσιάσας το όστρακόν του, τον
+παρεκάλεσε να γράψη επ' αυτού το όνομα _Αριστείδης_.
+
+ — Και τι κακόν έπαθες υπό του Αριστείδου ; ηρώτησε τότε τον
+χωρικόν ο Αριστείδης·
+
+ — Ουδέν, απεκρίθη ο χωρικός, ουδέ γνωρίζω τον άνθρωπον· αλλ'
+ενοχλούμαι ακούων απανταχού ονομαζόμενον αυτόν Δίκαιον.
+
+Ο Αριστείδης δεν ηγανάκτησε κατά του χωρικού· ουδέ να μεταβάλη
+την γνώμην αυτού κατεδέχθη· αλλά σεβασθείς την ελευθερίαν της
+ψήφου, έγραψεν αμέσως επί του οστράκου το όνομά του, και
+επέστρεψεν αυτό εις τον χωρικόν.
+
+Εξερχόμενος δε εξόριστος από τας Αθήνας, ύψωσε τας χείρας εις τον
+ουρανόν, ουχί διά να επικαλεσθή την οργήν των θεών κατά των
+αχαρίστων συμπολιτών του, αλλά διά να ευχηθή διαρκή και μόνιμον
+ευτυχίαν εις την εξορίζουσαν αυτόν πατρίδα. « Είθε, είπεν, οι
+συμπολίται μου, ευτυχούντες πάντοτε, να μη αναγκασθώσι ποτέ να
+ενθυμηθώσι τον Αριστείδην!_»
+
+Τοιαύται χριστιανικαί τωόντι ευχαί μόνον από καρδίας ευγενείς,
+αμνησικάκους, και φιλοπάτριδας δύνανται να εξέλθωσιν.
+
+Αν και ημείς, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, δεν μορφώσωμεν τοιαύτας
+τας καρδίας, οι μεν εχθροί δικαίως θέλουν μας αποκαλεί αναξίους
+απογόνους των ενδόξων προγόνων μας, η δε πατρίς ματαίως θέλει
+περιμένει ημέρας νέας δόξης και ευτυχίας.
+
+Ουχί δε μόνον διά των λόγων και των ευχών του, αλλά και δι' έργων
+απέδειξεν ο Αριστείδης την αμνησικακίαν της εναρέτου ψυχής του·
+
+Ότε, ευρισκόμενος εξόριστος εις Αίγιναν, είδεν εκείθεν τον
+Περσικόν στόλον πλησιάζοντα εις την Σαλαμίνα, φοβηθής μήπως οι
+συμπολίται του, κατακλειόμενοι εξαίφνης, καταστραφώσιν,
+αποφασίζει αμέσως να διακινδυνεύση και αυτήν την ιδίαν του ζωήν
+προς σωτηρίαν των Αθηναίων, και του αντιπάλου του Θεμιστοκλέους.
+Εμβαίνει λοιπόν εις πλοιάριον, και βοηθούμενος υπό του σκότους
+της νυκτός, ατρόμητος διαπλέει εν τω μέσω του εχθρικού στόλου·
+φθάνων δε εις την Σαλαμίνα ανακοινόνει αμέσως προς τον εχθρόν του
+Θεμιστοκλέα την προσέγγισιν του Περσικού στόλου και τον
+επικείμενον κίνδυνον, όπως ως ναύαρχος διατάξη τα δέοντα.
+
+Ότε δε ο Θεμιστοκλής εξήγησε προς αυτόν ότι η προσέγγισις των
+Περσών ήτο ίδιον αυτού στρατήγημα, όπως αναγκάση αυτούς να
+πολεμήσωσιν εντός των στενών, ο Αριστείδης παρεδέχθη ως ορθότατον
+το σχέδιον του Θεμιστοκλέως, αν και σχέδιον του αντιζήλου και
+αντιπάλου του, και υπεστήριξεν αυτό όλαις δυνάμεσιν ενώπιον των
+Ελλήνων. Τα ποταπά και ολέθρια αισθήματα της αντιζηλίας, της
+ψευδοφιλοτιμίας, και του φθόνου ήσαν όλως άγνωστα εις την ευγενή
+ψυχήν του Αριστείδου.
+
+Τείνας δε τότε την δεξιάν του προς τον Θεμιστοκλέα, είπε τους
+εκείνους λόγους, τους οποίους πας αληθής Έλλην πρέπει να διατηρή
+ζωηρούς εις την μνήμην του, οσάκις περί πατρίδος πρόκηται· «_Ας
+αφήσωμεν κατά μέρος, ω Θεμιστόκλεις, τας ματαίας και νεανικάς
+αντιζηλίας· ας σωφρονισθώμεν· ας θυσιάσωμεν προθύμως τα πάθη μας
+ενώπιον της πατρίδος, και ας φιλοτιμηθώμεν να συντελέσωμεν
+αμφότεροι εις την σωτηρίαν αυτής, συ μεν στρατηγών εγώ δε
+προθύμως υπακούων και συμβουλεύων._»
+
+Ο Θεμιστοκλής συγκινηθείς ησπάσθη τον αντίπαλόν του, και
+ωφεληθείς από την ανδρίαν, από την ειλικρινή συνδρομήν, και από
+τας φρονίμους συμβουλάς του, κατώρθωσε την λαμπράν εκείνην
+ναυμαχίαν της Σαλαμίνος, ήτις και την Ελλάδα έσωσε, και τον
+Θεμιστοκλέα απηθανάτισεν.
+
+Ο εξόριστος λοιπόν Αριστείδης, ουχί μόνον κακόν αντί κακού δεν
+ανταπέδωκεν, αλλά και αυτήν την ζωήν του διεκινδύνευσε, και
+ανδρείως ηγωνίσθη προς σωτηρίαν της πατρίδος του και προς δόξαν
+του εχθρού του Θεμιστοκλέους.
+
+Αν δεν αποκτήσωμεν και ημείς, επρόσθεσεν ο γέρων, τοιούτους
+εναρέτους, φιλοπάτριδας, και αμνησικάκους άνδρας, θυσιάζοντας
+προθύμως τα ιδιαίτερα πάθη των εις τον βωμόν της πατρίδος, ας μη
+ελπίζωμεν, παιδία μου, εθνικήν αναγέννησιν και εθνικήν ευημερίαν
+
+
+
+Η ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ.
+
+
+
+Καθώς ο Αριστείδης εξωρίσθη υπό των Αθηναίων διά την αρετήν και
+την δικαιοσύνην του, τοιουτοτρόπως μετά τινας χρόνους εξωρίσθη
+και ο ένδοξος Κίμων επί λόγω ότι ήτο φίλος των Σπαρτιατών, και
+επομένως επικίνδυνος εις τας Αθήνας.
+
+Καθώς δε ο Αριστείδης, ουχί μόνον δεν ηγανάκτησε κατά της
+πατρίδος του εξορισθείς, αλλ' ηυχήθη, ηγωνίσθη, και διεκινδύνευσε
+προς σωτηρίαν αυτής, τοιουτοτρόπως και ο Κίμων, μιμούμενος το
+αξιότιμον παράδειγμα του εναρέτου εκείνου ανδρός και προσωπικού
+φίλου του, δεν εμνησικάκησε κατά των συμπολιτών του, αλλά και
+αυτός καλόν αντί κακού ηθέλησε να τοις ανταποδώση.
+
+Ενώ ήτο εξόριστος, μάχη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών επρόκειτο
+να συγκροτηθή εις την Βοιωτίαν.
+
+Ιδού περίστασις αρμοδία προς εκδίκησιν είπεν ο Κίμων· και
+ενδυθείς αμέσως την πανοπλίαν του, τρέχει εις το στρατόπεδον,
+ουχί των φίλων του Σπαρτιατών, αλλά των εχθρών του Αθηναίων, όπως
+συναγωνισθή και θυσιασθή μετ' αυτών υπέρ πατρίδος.
+
+Οι Αθηναίοι όμως απέκρουσαν την αυθόρμητον ταύτην και γενναίαν
+συνδρομήν του εξορίστου Κίμωνος, και διέταξαν αυτόν ν'
+απομακρυνθή του στρατοπέδου.
+
+Αλλά και τότε ο Κίμων δεν αγανακτεί κατά των δυσπίστων συμπολιτών
+του· απ' εναντίας παρακαλεί θερμώς εκατόν πιστούς και
+αφοσιωμένους εις αυτόν φίλους του ν' αγωνισθώσι γενναίως, όπως η
+πατρίς θριαμβεύση
+
+Οι εκατόν αυτοί φίλοι του, υπακούσαντες εις την φωνήν του
+Κίμωνος, και αγωνισθέντες ανδρείως, έπεσαν άπαντες εις την μάχην
+θύματα ένδοξα της φιλοπατρίας των.
+
+Οι δε Αθηναίοι αμέσως τότε διέταξαν την εις Αθήνας επάνοδον του
+Κίμωνος, εννοήσαντες ότι, αν ο Κίμων ηγάπα την αρετήν και τα
+αυστηρά ήθη των Σπαρτιατών, την πατρίδα του όμως ελάτρευεν υπέρ
+παν άλλο επίγειον αγαθόν.
+
+Οποία διαφορά μεταξύ Κίμωνος, Αριστείδου, Φωκίωνος, και
+Δημοσθένους, καί τινων εκδικητικών ανδραρίων, τα οποία, τυφλωμένα
+από φιλαρχίαν, φιλοχρηματίαν, και φθόνον, διά να ευχαριστήσωσι τα
+μοχθηρά των πάθη, εξυβρίζουν εν τη παραφορά των, συκοφαντούν,
+προδίδουν, ληστεύουν, και δολοφονούν ουχί μόνον τους αντιπάλους,
+αλλά και ολόκληρον το έθνος αυτών!
+
+Διά του ακολούθου δε διστίχου μας εκαλονύκτισεν ο γέρων κατά την
+εσπέραν εκείνην.
+
+ »Έσο γενναίος πάντοτε, μνησίκακος μη είσαι.
+ » Δίδε καλόν αντί κακόν, και όντως εκδικείσαι.»
+~~~~~~~~~~
+
+
+
+Ο ΙΕΡΩΤΕΡΟΣ ΕΡΩΣ.
+ « Και μείζον' όστις αντί της
+ « αυτού πάτρας φίλον νομίζει,
+ « τούτον ουδαμού λέγω. »
+ (Σοφοκλέους.)
+
+
+
+ΚΑΤΑ την εικοστήν πέμπτην Μαρτίου 1820, ημέραν του Ευαγγελισμού,
+προσεκάλεσεν ο Γεροστάθης μετά την θείαν λειτουργίαν εις το γεύμα
+του τους δέκα μεγαλυτέρους μαθητάς του σχολείου· μεταξύ δε αυτών
+συνηριθμείτο ευτυχώς και ο γράφων τας παρούσας αναμνήσεις.
+
+Πολλά διηγήθη κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός γέρων, και μάλιστα
+περί του ενδόξου παρελθόντος, της παρακμής, και της θλιβεράς
+πτώσεως του έθνους ημών.
+
+Η αρετή και η φιλοπατρία, μας είπεν, εδόξασαν και ανύψωσαν την
+αρχαίαν Ελλάδα. Η πολυτέλεια, η φιλοπρωτία, και η διαφθορά
+επέφεραν την παρακμήν της. Η διχόνοια και οι εμφύλιοι σπαραγμοί
+επροκάλεσαν τας εξωτερικάς επεμβάσεις, και επομένως την υπό τους
+Ρωμαίους υποδούλωσιν αυτής.
+
+Ο Ελληνισμός όμως κατέκτησε βαθμηδόν τους Ρωμαίους κατακτητάς,
+και εξελληνίσας την εν Κωνσταντινουπόλει συσταθείσαν _Ρωμαϊκήν
+Αυτοκρατορίαν, Ελληνικήν_ επί τέλους ανέδειξεν αυτήν.
+
+Αλλά δυστυχώς η Ελληνική Αυτοκρατορία, παραμελήσασα και των
+εθνικών δυνάμεων την εξάσκησιν, και του εθνικού φρονήματος την
+ανύψωσιν, και της φιλοπατρίας τα ζώπυρα, παρήκμασεν, εξησθένησε,
+και κατεστράφη.
+
+ — Αλλ' η πατρίς, παιδία μου, είπεν ο γέρων, είναι μήτηρ
+φιλόστοργος, την οποίαν και δούλην και ελευθέραν και ευτυχούσαν
+και δυστυχούσαν οφείλομεν ν' αγαπώμεν, το παν προθύμως υπέρ αυτής
+θυσιάζοντες,
+
+ «_Αυτήν ας έχωμεν 'ς τον νουν, αυτήν ας αγαπώμεν,
+ «Και όπου αν υπάγωμεν, ας μη την λησμονώμεν._»
+
+Γλυκύτατον και εκφραστικώτατον είναι τω όντι το όνομα της
+_πατρίδος_. Η αρχή της λέξεως ταύτης μας ενθυμίζει τον πατέρα, η
+δε κατάληξις, θηλυκή ούσα, μας υπενθυμίζει την μητέρα. Εάν λοιπόν
+οφείλωμεν ν' αγαπώμεν και τον πατέρα και την μητέρα μας,
+διπλασίαν αγάπην οφείλομεν προς την πατρίδα, ήτις εντός εαυτής
+συνενόνει αμφοτέρους τους γονείς, και μετ' αυτών όλους τους
+προγόνους, όλους τους συγγενείς, όλους τους φίλους, όλους τους
+συμπολίτας, όλον το παρελθόν, και όλον το μέλλον ημών.
+
+Αλλ' όταν λέγω πατρίδα, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν εννοώ την
+κωμόπολιν, ή το χωρίον, ή την πόλιν, ή την επαρχίαν, εις την
+οποίαν εγεννήθημεν. Τα μήλα της μηλέας δεν είναι προϊόντα τούτου
+ή εκείνου του κλώνου ή του κλάδου αυτής· είναι καρποί ενός και
+του αυτού δένδρου, όσον πολλαί και αν ήναι αι ρίζαι, αίτινες τα
+τρέφουν, όσον διάφοροι και αν ήναι οι κλάδοι ή οι κλώνοι, οίτινες
+τα φέρουν. Τοιουτοτρόπως και άπαντες οι Έλληνες είναι καρποί ενός
+και του αυτού δένδρου, τέκνα μιας και της αυτής μεγάλης μητρός,
+και επομένως αδελφοί αδιάσπαστοι.
+
+Η προς την κοινήν δε ταύτην μητέρα, η προς την μεγάλην πατρίδα
+αφοσίωσις και αγάπη αποτελεί την ευγενή και υψηλήν αρετήν της
+φιλοπατρίας.
+
+Αλλά καθώς δεν είναι αληθής χριστιανός όστις, πιστεύων εις
+Χριστόν, δεν αποδεικνύει την πίστιν του ταύτην διά των
+χριστιανικών του έργων, τοιουτοτρόπως ούτε φιλόπατρις είναι
+όστις, λέγων ότι αγαπά την πατρίδα, δεν προσπαθεί διά πατριωτικών
+έργων ν' αποδείξη την αγάπην του ταύτην.
+
+Ο αληθώς φιλόπατρις χρεωστεί ουχί μόνον να μη βλάπτη την πατρίδα
+του διά της κακοηθείας και των παθών του, αλλά και διά της
+αρετής, των κόπων, των αγώνων, και των θυσιών του χρεωστεί ν'
+αποκαθίσταται πάντοτε ωφέλιμος εις αυτήν.
+
+Οι ένδοξοι πρόγονοί μας εκληροδότησαν εις ημάς παραδείγματα
+αξιοθαύμαστα και αξιομίμητα αληθούς φιλοπατρίας.
+
+Διά να θαυμάσητε δε το ύψος και το κάλλος της φιλοπατρίας των,
+θέλω σας διηγηθή τινα εκ των παραδειγμάτων τούτων, εύελπις ότι το
+ιερόν πυρ, το οποίον εθέρμανε τας καρδίας των προγόνων μας προς
+δόξαν της αρχαίας Ελλάδος, θέλει θερμάνει και τας ιδικάς σας
+καρδίας προς παρηγορίαν της φίλης πατρίδος.
+
+
+
+Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΔΡΟΥ.
+
+
+
+Κατά τους αρχαίους χρόνους οι Αθηναίοι, πριν ή δημοκρατηθώσιν,
+έζων υπό βασιλείς. Ότε δε εβασίλευεν εις Αθήνας ο Κόδρος, οι
+Δωριείς, εισβαλόντες εκ της Πελοποννήσου και κυριεύσαντες τα
+Μέγαρα, επαπείλουν και τας Αθήνας. Ο δε χρησμός υπέσχετο εις
+αυτούς επιτυχίαν και θρίαμβον κατά των Αθηναίων, αν ήθελον
+διαφυλάξει την ζωήν του βασιλέως Κόδρου.
+
+Ο Κόδρος, μαθών τον χρησμόν, αποφασίζει αμέσως να θυσιάση και
+θρόνον και ζωήν προς σωτηρίαν της φίλης πατρίδος του.
+
+Όθεν ενδυθείς ως χωρικός προσέρχεται άγνωστος εις το στρατόπεδον
+των εχθρών· εκεί δε διερεθίζων και προκαλών τους στρατιώτας,
+κατορθόνει επί τέλους να πληγωθή καιρίως υπ' αυτών, και ούτω ν'
+αποθάνη τον υπέρ πατρίδος θάνατον, τον ενδοξότερον και γλυκύτερον
+παντός άλλου θανάτου.
+
+Οι Δωριείς, άμα πληροφορηθέντες ότι ο φονευθείς χωρικός ήτο ο
+βασιλεύς Κόδρος, και ότι ο κατά τον χρησμόν όρος της επιτυχίας
+των εματαιώθη, απηλπίσθησαν και ανεχώρησαν, αι δε Αθήναι
+εσώθησαν.
+
+Μεγίστη είναι, παιδία μου, επρόσθεσεν ο γέρων, η δύναμις του
+καλού παραδείγματος! Και διά τούτο πιστεύω ότι την ευγενή
+φιλοπατρίαν του Κόδρου και την υπέρ πατρίδος γενναίαν θυσίαν της
+ζωής του επροκάλεσεν η προ αυτού πατριωτική θυσία της Αγραύλου.
+
+Τις ήτο η Άγραυλος, και ποία η πατριωτική της θυσία ; ηρωτήσαμεν
+τότε τον Γεροστάθην. Αυτός δε μας απεκρίθη τα εξής
+
+
+
+Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΑΥΛΟΥ.
+
+
+
+Η Άγραυλος ήτο θυγάτηρ του Κέκροπος, του πρώτου θεμελιωτού και
+βασιλέως των Αθηνών. Ενώ δε αύτη έζη εις τας Αθήνας, εχθροί
+κατεπολέμουν την πόλιν οι δε Αθηναίοι κινδυνεύοντες ηρώτησαν το
+μαντείον τι πρέπει να πράξωσιν όπως νικήσωσι και σωθώσι.
+
+Το δε μαντείον απήντησεν ότι τότε μόνον θέλουν νικήσει και σωθή
+οι Αθηναίοι, όταν αυθορμήτως θυσιασθή τις εξ αυτών υπέρ πατρίδος.
+
+Η ευγενής βασιλόπαις Άγραυλος, συναισθανομένη σφοδρόν τον έρωτα
+της πατρίδος, γενναίως αποφασίζει να εκπληρώση τον ειρημένον
+χρησμόν, και να θυσιάση αυθορμήτως την ζωήν της προς σωτηρίαν της
+κινδυνευούσης πατρίδος. Αναβαίνει λοιπόν επί της Ακροπόλεως των
+Αθηνών, και εκ του ύψους αυτής αφόβως κατακρημνίζεται, όπως διά
+του θανάτου της δώση ζωήν και νίκην εις την φίλην πατρίδα της.
+
+Ευγνωμονούντες οι Αθηναίοι διά την ηρωικήν ταύτην θυσίαν της
+Αγραύλου, και επιθυμούντες να διαιωνίσωσι την μνήμην της,
+εσύστησαν και εώρταζαν έκτοτε εις τας Αθήνας εορτήν δημόσιον,
+_Αγραύλια_ καλουμένην. Ανήγειραν δε προς τιμήν της φιλοπάτριδος
+ηρωίδος εν τη Ακροπόλει και ναυν, εντός του οποίου όλοι οι νέοι
+των Αθηνών ωρκίζοντο ότι θέλουν υπερασπίζει μέχρι τελευταίας
+αναπνοής τους συμπολίτας των, την θρησκείαν των, την πατρίδα των,
+και τους νόμους αυτής.
+
+
+
+Ο ΟΡΚΟΣ ΤΟΝ ΝΕΩΝ.
+
+
+
+Ο Γεροστάθης τότε, λαβών εκ της βιβλιοθήκης του βιβλίον, μας
+ανέγνωσεν ελληνιστί, και ακολούθως μας εξήγησε τον όρκον, τον
+οποίον εις τας Αθήνας οι παίδες, γινόμενοι έφηβοι, ωρκίζοντο.
+ιδού δε καθ' όσον ενθυμούμαι τα διαλαμβανόμενα εντός του όρκου
+τούτου·
+
+«Δεν θέλω ποτέ καταισχύνει τα όπλα της πατρίδος. Δεν θέλω ποτέ
+εγκαταλείψει εις την μάχην την τάξιν και τον παραστάτην μου. Θέλω
+αγωνίζεσθαι πάντοτε υπέρ του μεγαλείου και της βελτιώσεως της
+πατρίδος. Θέλω τιμά και υπερασπίζει τα ιερά και τα όσια της
+πατρίδος. Θέλω υπακούει προθύμως εις τους εμφρόνως κρίνοντας, και
+θέλω είσθαι ευπειθής εις της πατρίδος τους νόμους, καταδιώκων
+πάντα παραβάτην αυτών. Οι δε Θεοί έστωσαν μάρτυρες τούτων!_»
+
+Τοιούτον όρκον, τοιαύτας ιεράς υποσχέσεις χρεωστείτε εις την
+πατρίδα και υμείς, φίλτατοι νέοι, μας είπεν ο Γεροστάθης.
+Υποσχέθητε και σεις ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι θέλετε αγαπά
+πάντοτε την πατρίδα και την θρησκείαν υμών. Υποσχέθητε ότι προς
+υπεράσπισιν αυτών προθύμως θέλετε θυσιάσει και αυτήν την ζωήν
+υμών. Ύποσχέθητε ότι προθύμως θέλετε και σεις υπακούει εις τους
+ικανωτέρους υμών. Έστε δε βέβαιοι ότι εάν τηρήσητε τας υποσχέσεις
+σας ταύτας, δεν θέλει βραδύνει να ευδαιμονήση και να δοξασθή η
+σήμερον τεθλιμμένη πατρίς.
+
+Μετά τους λόγους αυτούς μεγαλοφώνως τον όρκον των νέων ωρκίσθημεν
+πάντες, και την γενναιότητα της Αγραύλου δεν επαύσαμεν
+θαυμάζοντες.
+
+Ο δε Γεροστάθης επρόσθεσεν ότι και άλλαι Ελληνίδες, εμπνεόμεναι
+υπό του ευγενούς και υψηλού αισθήματος της φιλοπατρίας, και την
+αρχαίαν Ελλάδα και το γυναικείον φύλον ετίμησαν και εδόξασαν. Μας
+διηγήθη δε τα εξής περί της Τελεσίλλας, της Αρχιδαμίας, και της
+Κρατησικλείας.
+
+
+
+Η ΑΡΓΕΙΑ ΤΕΛΕΣΙΛΛΑ.
+
+
+
+Η Τελέσιλλα, λυρική ποιήτρια εξ Άργους, είχε καρδίαν ευαίσθητον,
+εξευγενισθείσαν διά της αρετής και της μαθήσεως· έχουσα δε
+τοιαύτην καρδίαν ηγάπα θερμώς την πατρίδα της. Όθεν, ότε οι
+Αργείοι είχον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών, η Τελέσιλλα κατώρθωσε
+να σχηματίση τάγμα εξ Αργείων γυναικών, και τεθείσα επί κεφαλής
+αυτού, συνηγωνίσθη ανδρείως μετά των συμπολιτών της, εξάπτουσα
+την φιλοπατρίαν και την γενναιότητα αυτών διά τε της ποιητικής
+λύρας και διά του ιδίου αυτής παραδείγματος.
+
+Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται ενικήθησαν, και εις την Τελέσιλλαν
+προσεφέρθη ο στέφανος της νίκης. Εντός δε του ναού της Αφροδίτης
+ανήγειραν οι Αργείοι το άγαλμα της ηρωίδος, φέρον τα εμβλήματα
+της ποιήσεως και της ηρωικής φιλοπατρίας.
+
+Ορθότατα έλεγεν ο σοφός Σόλων, ότι «_εκείναι αι πόλεις
+ευδαιμονούν, εις τας οποίας οι μεν αγαθοί τιμώνται, οι δε κακοί
+τιμωρούνται._» Ενόσω οι Έλληνες ετίμων την αρετήν και την
+φιλοπατρίαν, απαθανατίζοντες δι' εικόνων και ανδριάντων τας
+Τελεσίλλας και τους άλλους ευεργέτας της πατρίδος, η Ελλάς
+ηυτύχει και εδοξάζετο· παρήκμασε δε και κατεστράφη ότε οι μεν
+μοχθηροί και διεφθαρμένοι, οι αμαθείς και οι άρπαγες Κλέωνες και
+Δημάδαι ετιμήθησαν, οι δε ενάρετοι Σωκράται και Φωκίωνες έπινον
+εν τω δεσμωτηρίω το κώνειον.
+
+
+
+ΑΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ.
+
+
+
+Ο Πύρρος, όστις εβασίλευεν εις την Ήπειρον περί τα 300 έτη προ
+Χριστού, ανεφάνη ο μεγαλύτερος στρατιωτικός ανήρ της εποχής του.
+Δις ενίκησε τους Μακεδόνας, και επί της Μακεδονίας εβασίλευσε.
+
+
+Μεταβάς δε μετά των στρατών του εις την Ιταλίαν, εις διαφόρους
+μάχας κατετρόπωσε τους Ρωμαίους· αλλ' επί τέλους ηναγκάσθη να
+επανέλθη εις την Ήπειρον, και τότε εξεστράτευσεν εις την
+Πελοπόννησον· πολιορκήσας δε την Σπάρτην, επαπείλει έφοδον κατ'
+αυτής.
+
+Τότε αι γυναίκες της Σπάρτης, μαθούσαι ότι η Γερουσία επρόκειτο
+να διασώση αυτάς εις την Κρήτην, όλαι μετ' αγανακτήσεως
+απέκρουσαν την τοιαύτην απόφασιν. Η δε Αρχιδαμία επί κεφαλής
+αυτών, και ξίφος κρατούσα, παρουσιάσθη ενώπιον της Γερουσίας, και
+εβεβαίωσεν αυτήν ότι, _εάν η Σπάρτη πρόκηται να χαθή, ουδεμία
+Σπαρτιάτις θέλει να επιζήση_. Αμέσως δε μικραί και μεγάλαι,
+παρθένοι και σύζυγοι μετέβησαν εις τα προχώματα της Σπάρτης, όπου
+οι στρατιώται είχον αρχίσει να κατασκευάζωσι τάφρον μεγάλην προς
+αντίκρουσιν της περιμενομένης εφόδου του Πύρρου· εργασθείσαι δε
+καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός δραστηρίως, απεπεράτωσαν αυταί
+την τάφρον, όπως δώσωσιν εις τους άνδρας καιρόν αναπαύσεως προς
+ανάκτησιν των δυνάμεων των κατά την ώραν της εφόδου.
+
+Ότε δε την αυγήν η έφοδος ήρχισεν, αι Σπαρτιάτιδες, μένουσαι εις
+την μάχην πλησίον των στρατιωτών, υπηρέτουν αυτούς, προσφέρουσαι
+βέλη, ακόντια, τροφήν, και ύδωρ· συγχρόνως δε επεριποιούντο τους
+πληγωμένους, και ενεψύχονον τους μαχομένους, λέγουσαι προς
+αυτούς. « Ένδοξος θέλει είσθαι η νίκη σας, εάν μαχόμενοι νικήσητε
+ενώπιον της Σπάρτης, υπό τους οφθαλμούς της πατρίδος· γλυκύτατος
+δε θέλει είσθαι ο θάνατός σας, εάν μαχόμενοι υπέρ πατρίδος πέσητε
+εις τας αγκάλας των μητέρων, των γυναικών, και των θυγατέρων
+σας.»
+
+Τοιουτοτρόπως η Σπάρτη εσώθη διά της μεγαλοψυχίας και της
+φιλοπατρίας των γυναικών της· ο δε Πύρρος αποκρουσθείς ηναγκάσθη
+ν' αναχωρήση.
+
+Τόσον θαυμάσια είναι η δύναμις της φιλοπατρίας, ώστε και αυτάς
+τας γυναίκας αναδεικνύει ανδρείας, μεγαλοψύχους, και της πατρίδος
+σωτείρας!
+
+Μετά τα ανωτέρω διηγήθη ο γέρων και τα εξής·
+
+
+
+Η ΚΡΑΤΗΣΙΚΛΕΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟΝ.
+
+
+
+Ότε η Σπάρτη επολέμει κατά της Αχαϊκής συμμαχίας και κατά του
+Αντιγόνου, βασιλέως της Μακεδονίας, ο βασιλεύς της Σπάρτης
+Κλεομένης ηναγκάσθη να επικαλεσθή την συμμαχίαν του Πτολεμαίου,
+βασιλέως της Αιγύπτου.
+
+Ο δε Πτολεμαίος υπεσχέθη μεν βοήθειαν εις τον Κλεομένην, αλλ' υπό
+τον όρον του να τω στείλη εις την Αίγυπτον ομήρους τα τέκνα και
+την μητέρα του Κρατησίκλειαν.
+
+Εσυστέλλετο επί τινα καιρόν ο Κλεομένης να κοινοποιήση εις την
+γραίαν μητέρα του την πρότασιν του Πτολεμαίου. Πολλάκις εισήλθεν
+εις το δωμάτιον της Κρατησικλείας διά να τη ανακοινώση οποίαν
+θυσίαν απαιτεί παρ' αυτής το συμφέρον της Σπάρτης· αλλ' η προς
+την μητέρα του αγάπη τω επέβαλλε σιωπήν.
+
+Επί τέλους όμως ο έρως της πατρίδος υπερίσχυσε, και ο Κλεομένης
+εκοινοποίησεν εις την Κρατησίκλειαν την πρότασιν του Πτολεμαίου.
+
+Η δε φιλόπατρις Σπαρτιάτις απήντησεν « Εάν αυτό το σώμα μου,
+στελλόμενον εις την Αίγυπτον ή αλλαχού, δύναται να ωφελήση την
+Σπάρτην, στείλε το, στείλε το το ταχύτερον, πριν ή διαλυθή υπό
+του γήρατος, μένον ενταύθα άχρηστον και ανωφελές εις την πατρίδα
+του._»
+
+Ότε δε η Κρατησίκλεια, μεταβάσα εις την Αίγυπτον, επληροφορήθη
+ότι ο Κλεομένης δεν ετόλμα να συμβιβασθή μετά των Αχαιών,
+φοβούμενος μήπως η μήτηρ και τα τέκνα του κακοποιηθώσιν υπό του
+Πτολεμαίου, έγραψεν αμέσως προς τον Κλεομένην τα αξιοθαύμαστα
+ταύτα λόγια « Πράξον τα πρέποντα και τα συμφέροντα εις την
+Σπάρτην· μη καταδεχθής δε ποτέ να βλαφθή η πατρίς χάριν μιας
+γραίας καί τινων παιδαρίων._»
+
+Τοιαύται ήσαν αι αρχαίαι Ελληνίδες! Έχοντες δε οι προπάτορες ημών
+τοιαύτας μητέρας, δικαίως διεκρίθησαν υπέρ παν άλλο έθνος διά την
+μεγίστην φιλοπατρίαν των.
+
+Αι μητέρες, ουχί μόνον νήπια τρέφουν τα τέκνα των, αλλά και
+πρώτοι διδάσκαλοι, και πρώτοι παιδαγωγοί αυτών είναι. Αι δε
+πρώται εντυπώσεις, τας οποίας εις την τρυφερωτέραν ηλικίαν λάβωσι
+τα παιδία, κανονίζουν ολόκληρον τον βίον αυτών.
+
+Ευτυχείς λοιπόν αι κοινωνίαι, εις τας οποίας αι μητέρες, αφού με
+το γλυκύ γάλα του στήθους των θρέψωσι τα τέκνα των, ποτίζουσιν
+ακολούθως αυτά και με το έτι γλυκύτερον γάλα της αρετής, της
+χριστιανικής αγάπης και της φιλοπατρίας!
+
+Ακολούθως διηγήθη τα εξής περί του Θρασυβούλου και Πελοπίδου.
+
+
+
+Ο ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΩΝ.
+
+
+
+Ενθυμείσθε βεβαίως από το μάθημα της Ελληνικής Ιστορίας πώς
+ετελείωσεν ο ολέθριος Πελοποννησιακός πόλεμος.
+
+Ο στρατηγός της Σπάρτης Λύσανδρος, αφού κατέστρεψε τον Αθηναϊκόν
+στόλον, εκυρίευσε τον Πειραιά, κατηδάφισε τα μακρά τείχη, και
+καταλύσας το ελεύθερον πολίτευμα των Αθηναίων, καθυπέταξεν αυτούς
+υπό τον σκληρόν ζυγόν των Τριάκοντα Τυράννων.
+
+Αλλ' ο Θρασύβουλος, μη ανεχόμενος να έχη πατρίδα δούλην και υπό
+αιμοβόρων τυράννων κατασπαραττομένην, αποφασίζει γενναίως την
+απελευθέρωσιν αυτής.
+
+Όθεν συνεννοείται μυστικώς μετ' άλλων φυγάδων, και συγχρόνως μετά
+των εν Αθήναις συμπολιτών του· προσελκύσας δε και την αγάπην και
+την συνδρομήν Θηβαίων τινών, κυριεύει εξαίφνης την Φυλήν, χωρίον
+οχυρόν της Αττικής. Αποκρούων δε γενναίως τους μισθωτούς
+στρατιώτας των Τριάκοντα, μεταβαίνει εις τον Πειραιά και
+οχυρόνεται εις την Μουνυχίαν, επαπειλών εκείθεν τους Τριάκοντα
+Τυράννους. Αλλ' οι Τύραννοι, ως επί το πλείστον θρασύδειλοι,
+φεύγουν τότε έντρομοι μακράν των Αθηνών, και ούτως ο Θρασύβουλος
+επαναφέρει την αυτονομίαν και την ελευθερίαν εις την πατρίδα του,
+απαλλάττων αυτήν από τα δεινά και τα βάσανα της τυραννίας.
+
+
+
+Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝΩΝ ΤΑΣ ΘΗΒΑΣ.
+
+
+
+Το αξιομίμητον παράδειγμα του φιλοπάτριδος Θρασυβούλου εμιμήθη
+και ο μέγας πολίτης των Θηβών Πελοπίδας.
+
+Δοξομανής, αλλ' αφιλότιμος, ο Θηβαίος Λεοντίδας εθυσίασεν ενώπιον
+της φιλαρχίας του την τιμήν της πατρίδος του και δια προδοσίας
+αισχράς παρέδωκε το φρούριον των Θηβών, την Καδμίαν, εις
+Σπαρτιατικήν φρουράν.
+
+Στηριζόμενος δε επί της Σπαρτιατικής ταύτης κατοχής, εκυβέρνα
+ατίμως και παρανόμως την πατρίδα του.
+
+Ο Πελοπίδας καί τινες άλλοι φιλοπάτριδες Θηβαίοι, μη υποφέροντες
+το αίσχος τούτο της Σπαρτιατικής κατοχής, εγκατέλιπον τας Θήβας
+και προσέφυγον εις τας Αθήνας.
+
+Αν και νέος τότε ο Πελοπίδας, φλεγόμενος όμως υπό του ιερού της
+πατρίδος έρωτος, απεφάσισε το παν να διακινδυνεύση προς
+απελευθέρωσιν των Θηβών.
+
+Όθεν, ποτέ μεν υπενθυμίζων εις τους συμπολίτας του το ένδοξον του
+Θρασυβούλου ανδραγάθημα, ποτέ δε λέγων προς αυτούς _ότι αισχρόν
+και ανόσιον είναι να παραμελή ο πολίτης την πατρίδα του
+ατιμαζομένην υπό ξένων όπλων_, και άλλοτε ότι _προτιμότερος ο
+έντιμος θάνατος παρά την άτιμον ζωήν_, δεν έπαυε προετοιμάζων και
+εξάπτων καθ' ημέραν τους Θηβαίους προς απελευθέρωσιν της δούλης
+πατρίδος των.
+
+Ότε δε τα πατριωτικά του σχέδια ωρίμασαν, μεταβάς μετά των φίλων
+του εις τας Θήβας, κατώρθωσε και τον αισχρόν προδότην Λεοντίδαν
+να καταστρέψη, και την Σπαρτιατικήν φρουράν ν' αποδιώξη, και την
+τιμήν και την ελευθερίαν να επαναφέρη εις την φίλην πατρίδα του.
+
+Δικαίως λοιπόν οι Έλληνες ωνόμαζον την λαμπράν ταύτην και
+πατριωτικήν πράξιν του Πελοπίδου _αδελφήν της του Θρασυβούλου_.
+
+Έκτοτε ο Πελοπίδας δεν έπαυσεν αγωνιζόμενος και διακινδυνεύων
+μετά του επιστηθίου φίλου του Επαμεινώνδου υπέρ της δόξης και της
+ευδαιμονίας της φιλτάτης πατρίδος του.
+
+Τοιαύτη δε ήτο η φιλοπατρία και η αυταπάρνησίς του, ώστε ότε ποτέ
+η σύζυγός του μετά δακρύων παρεκάλει αυτόν, εξερχόμενον εις
+εκστρατείαν, να προσέχη την ζωήν του, «_ω γύναι_, είπε προς
+αυτήν, _χρέος των αρχηγών είναι να φροντίζωσι περί της ζωής των
+άλλων και ουχί περί της ιδικής των._»
+
+Ακολούθως ο Γεροστάθης μας ωμίλησε και περί του θανάτου του
+Σωκράτους, τον οποίον τοσούτω μάλλον πατριωτικόν εθεώρει, καθ'
+όσον ο ενάρετος ούτος ανήρ δεν απέθανεν εις τον ενθουσιώδη
+βρασμόν μάχης τινός, αλλ' ησύχως και εσκεμμένως εντός της φυλακής
+επροτίμησε να πίη το κώνειον, παρά να βλάψη την φιλτάτην πατρίδα
+του, δίδων παράδειγμα ασεβείας προς τους νόμους αυτής διά της
+δραπετεύσεώς του.
+
+Ιδού δε όσα περί αυτού διηγήθη.
+
+
+
+Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΝ ΤΩ ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΩ.
+
+
+
+Ενώ ο Σωκράτης, καταδικασμένος εις θάνατον, επερίμενεν αταράχως
+εν τω δεσμωτηρίω την ημέραν, καθ' ην επρόκειτο να πίη το
+θανατηφόρον κώνειον, οι φίλοι και μαθηταί του, μη υποφέροντες να
+ίδωσι τον ενάρετον διδάσκαλόν των αποθνήσκοντα αδίκως,
+προητοίμασαν εν αγνοία του όλα τα μέσα της δραπετεύσεώς του, και
+της εις την Θεσσαλίαν ασφαλούς διασώσεως αυτού.
+
+Αυγήν τινα εγειρόμενος ο Σωκράτης εν τη φυλακή από τον ήσυχον
+ύπνον, τον οποίον μόνον οι ενάρετοι και ευσυνείδητοι άνδρες και
+κατ' αυτήν την παραμονήν του θανάτου των δύνανται να κοιμώνται,
+βλέπει καθήμενον πλησίον της κλίνης του τον φίλτατον μαθητήν του
+Κρίτωνα, όστις από τα χαράγματα είχεν εισέλθει εις το
+δεσμωτήριον, διά να κοινοποιήση εις τον διδάσκαλόν του ότι την
+επιούσαν επρόκειτο να τω δώσωσι το κώνειον, και συγχρόνως διά να
+καταπείση αυτόν να φύγη εκ της φυλακής, καθόσον τα πάντα ήσαν ήδη
+προς τούτο έτοιμα.
+
+Αλλ' ο Σωκράτης, ενώ αφ' ενός ακούει με αταραξίαν την αγγελίαν
+του επικειμένου θανάτου του, αποκρούει αφ' ετέρου την ιδέαν της
+δραπετεύσεως και τας παρακλήσεις του Κρίτωνος.
+
+Η ευπείθεια εις τους νόμους της πατρίδος και εις τας αποφάσεις
+των δικαστηρίων ήτο, κατά τον Σωκράτην, το ιερώτερον χρέος παντός
+πολίτου, αγαπώντος αληθώς την πατρίδα του· επροτίμησε λοιπόν να
+μείνη εν τη φυλακή και να θυσιάση την ζωήν του, παρά να
+δραπετεύση παραβιάζων ούτω τους νόμους της πατρίδος και το
+καθήκον του αγαθού πολίτου.
+
+Διά να καταπείση δε περί τούτου και τον φίλον του Κρίτωνα, όστις
+επέμενεν επιθυμών την διάσωσιν του διδασκάλου του, είπε προς
+αυτόν τα εξής·
+
+«Εάν, φίλε Κρίτων, ήθελον αποφασίσει να δρεπετεύσω εκ της
+φυλακής, οι _Νόμοι_ και η _Πατρίς_ ήθελον παρουσιασθή ενώπιόν μου
+και ήθελον με ειπεί
+
+« Τι κάμνεις, ω Σώκρατες; Απεφάσισας να μας καταστρέψης ; Δεν
+γνωρίζεις ότι είναι αδύνατον να υπάρξη πόλις, όταν οι νόμοι της
+δεν φυλάττωνται, όταν αι αποφάσεις των δικαστηρίων της δεν
+εκτελώνται; Φρονείς ίσως ότι σε ηδικήσαμεν, και δι' αυτό θέλεις
+να μας παραβιάσης ; Αλλ' ελησμόνησας την διδασκαλίαν σου _μη
+κακόν αντί κακού_; Η Πατρίς, ω Σώκρατες, διά τον νόμων της και
+διά των φροντίδων της εγέννησεν, έθρεψεν, εξεπαίδευσε και σε και
+τους γονείς σου και τους προγόνους σου. Είσαι τέκνον μου, είσαι
+θρέμμα μου· πώς λοιπόν τολμάς να με βλάψης; Εάν ο πατήρ σου ή ο
+διδάσκαλός σου σε ραπίσωσιν, ή άλλως πως σε κακοποιήσωσιν, έχεις
+ποτέ δικαίωμα να επιστρέψης κατ' αυτών το ράπισμα ή την
+κακοποιίαν; Ουχί βεβαίως. _Αλλά δεν γνωρίζεις ότι η Πατρίς είναι
+πολύ τιμιώτερον και σεμνότερον και αγιώτερον και από την μητέρα
+και από τον πατέρα και από όλους τους προγόνους σου· ότι πρέπει
+να σέβησαι και να περιποιήσαι αυτήν, καί τοι θυμωμένην και
+άδικον, και ότι ευπειθώς χρεωστείς να πράττης παν ό,τι η Πατρίς
+διατάττει, και να πληγωθής εις την μάχην, ή και ν' αποθάνης υπέρ
+αυτής ; Δεν γνωρίζεις ότι, εάν δεν ήναι όσιον να παραβιάζη τις
+τους γονείς και τας διαταγάς αυτών, πολύ ολιγώτερον όσιον είναι
+να παραβιάζη τις την πατρίδα και τους νόμους αυτής ; »
+
+ — Τι ηδυνάμην, ω φίλε Κρίτων, ν' απαντήσω εις τας σοβαράς αυτάς
+ερωτήσεις της πατρίδος ; επρόσθεσεν επί τέλους ο Σωκράτης. Ο δε
+Κρίτων, μη έχων τι ν' απαντήση, παρεδέχθη, αν και λυπούμενος, ως
+ορθήν την απόφασιν του διδασκάλου του, και έπαυσε παρακαλών αυτόν
+να δραπετεύση.
+
+Τοιουτοτρόπως δε ο φιλόπατρις Σωκράτης έπιε την επιούσαν το
+κώνειον, και μετέβη εις την άλλην ζωήν μάρτυς της αρετής, της
+φιλονομίας, και της φιλοπατρίας του.
+
+Ακολούθως διηγήθη ο γέρων εκ της Ρωμαϊκής Ιστορίας το εξής
+ωραιότατον παράδειγμα πολιτικής αρετής και αληθούς φιλοπατρίας.
+
+
+
+Ο ΜΑΡΚΟΣ ΡΗΓΟΥΛΟΣ.
+
+
+
+Περί τα 256 προ Χριστού, ότε διήρκει ο πρώτος πόλεμος μεταξύ
+Ρωμαίων και Καρχηδονίων, ο Μάρκος Ρήγουλος, ων ύπατος της Ρώμης,
+εξεστράτευσεν επί κεφαλής μεγάλων στρατών εις την Αφρικήν κατά
+της Καρχηδόνος.
+
+Κατ' αρχάς ενίκησεν εις διαφόρους μάχας τους εχθρούς της Ρώμης·
+αλλ' ότε οι Καρχηδόνιοι έκλεξαν ως στρατηγόν των Λακεδαιμόνιόν
+τινα, Ξάνθιππον καλούμενον, κατώρθωσαν και τον στρατόν του Μάρκου
+να καταστρέψωσι, και αυτόν μετ' άλλων πεντακοσίων Ρωμαίων να
+αιχμαλωτίσωσι.
+
+Πέντε ολόκληρα έτη έμεινεν αιχμάλωτος ο Ρήγουλος εντός της
+Καρχηδόνος. Ότε δε οι Καρχηδόνιοι, νικηθέντες υπό του Μετέλλου,
+έστειλαν πρέσβεις εις την Ρώμην διά να προτείνωσιν ειρήνην και
+την ανταλλαγήν των αιχμαλώτων, συναπέστειλαν και τον Ρήγουλον,
+λαβόντες παρ' αυτού υπόσχεσιν ότι θέλει επανέλθει εις τα δεσμά
+της αιχμαλωσίας του, αν η Ρώμη απορρίψη τας προτάσεις των.
+Συναποστέλλοντες δε και τον Ρήγουλον, ήλπιζον ότι ήθελεν
+υποστηρίξει τας προτάσεις των πρέσβεών των, όπως ελευθερωθή και
+αυτός από τα δεινά της αιχμαλωσίας.
+
+Αλλ' οποία η έκπληξις και των Καρχηδονίων πρέσβεων και αυτών των
+Ρωμαίων, ότε, παρουσιασθείς ενώπιον της Ρωμαϊκής Γερουσίας, αντί
+να υποστηρίξη τας Καρχηδονικάς προτάσεις, κατεπολέμησεν ενθέρμως
+αυτάς, ως αντιβαινούσας εις τα αληθή συμφέροντα της Ρώμης,
+θυσιάζων ούτως ενώπιον του ιερού έρωτος της πατρίδος του παν
+ατομικόν αυτού συμφέρον.
+
+Η Γερουσία της Ρώμης, πεισθείσα υπό των λόγων του φιλοπάτριδος
+Μάρκου, απέρριψεν όλας τας προτάσεις των Καρχηδονίων, και
+παρεδέχθη την εξακολούθησιν του πολέμου.
+
+Τότε δε οι φίλοι του Ρηγούλου επροσπάθησαν να κρατήσωσιν αυτόν
+εις την Ρώμην, προβλέποντες ότι, αν κατά την υπόσχεσίν του ήθελεν
+επανέλθει εις την Καρχηδόνα, ο θάνατός του ήθελεν είσθαι βέβαιος.
+
+Αλλά φιλοπατρία αληθής άνευ μεγάλης αρετής δεν δύναται να υπάρξη.
+Ο δε Ρήγουλος, ων φιλόπατρις, αναγκαίως ήτο και ενάρετος, φίλος
+της τιμής, και επομένως φύλαξ πιστός των υποσχέσεών του. Όθεν,
+αποκρούσας τας παρακλήσεις και προτροπάς των συμπολιτών του,
+επανήλθε μετά των πρέσβεων εις την Καρχηδόνα, όπου μαρτυρικός
+θάνατος επεσφράγισε τον βίον του ενδόξου τούτου πολίτου της
+αρχαίας Ρώμης.
+
+Έθνη, των οποίων οι πολίται δεν είναι άξιοι ν' αποθάνωσι γενναίως
+υπέρ πατρίδος, είναι έθνη χαμερπή και χαύνα, ανάξια ελευθερίας,
+ανάξια ευγενούς υπάρξεως.
+
+Η ελευθερία και η πολιτική ευδαιμονία δεν δύνανται ν' αποκτηθώσι,
+και πολύ ολιγώτερον να διατηρηθώσιν, εάν έκαστος πολίτης δεν ήναι
+πάντοτε ικανός και έτοιμος να θυσιασθή υπέρ πατρίδος.
+
+Δεν είναι δε, μας είπεν ο γέρων, ούτε αδύνατον, ούτε δύσκολον να
+μορφωθώσι τοιούτοι οι πολίται. Ο Σόλων εις τας Αθήνας, και ο
+Λυκούργος εις την Σπάρτην μας απέδειξαν πόσον θαυματουργός είναι
+η _παιδιόθεν_ έμφρων και σκόπιμος ανατροφή των πολιτών.
+
+Διατηρήσατε λοιπόν, φίλοι μου, κατά το παράδειγμα των αρχαίων
+Ελληνοπαίδων, ζωηράν και ακμαίαν την υγείαν σας διά της
+εγκρατείας, της λιτότητος, και της σωφροσύνης.
+
+Ενισχύσατε, ως εκείνοι, διά της τακτικής σωμασκίας και των κόπων
+τας σωματικάς σας δυνάμεις.
+
+Ασπάσθητε εκ νεαράς ηλικίας την φιλοτιμίαν, τα γράμματα, την
+αρετήν, την σεμνότητα, και την εργασίαν.
+
+Αγαπήσατε, ως τέκνα του χριστιανισμού, την γλυκυτάτην θρησκείαν
+των γονέων σας, και εκτελείτε πάντοτε τα θεία αυτής παραγγέλματα.
+
+Εμπνεύσθητε δε, ως οι πρόγονοί σας, υπό ευγενούς φιλοπατρίας. Και
+τότε μη αμφιβάλλετε ότι θέλετε αναφανή και υμείς πολίται άξιοι
+μεγάλης και ενδόξου πατρίδος.
+
+Βεβαίως το πολυτιμότερον κτήμα του ανθρώπου μετά την τιμήν είναι
+η ζωή. Όσοι λοιπόν, εκφωνούντες μετ' ενθουσιασμού
+
+ «_Θάνατος υπέρ πατρίδος είν' αθάνατος ζωή,
+ » Είναι, δόξα αιωνία και ηρωική τιμή,_»
+
+θυσιάζουν την ύπαρξίν των εις τον βωμόν της πατρίδος, είναι
+αναντιρρήτως τα πολυτιμότερα τέκνα αυτής· αλλ' ουχ ήττον
+φιλοπάτριδες είναι και όσοι δι' αγάπην της πατρίδος υποκύπτουν
+προθύμως εις άλλας θυσίας.
+
+
+
+Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΕΚΟΥΣΙΩΣ ΕΞΟΡΙΖΟΜΕΝΟΣ.
+
+
+
+Ο Λυκούργος, ερωτήσας το μαντείον περί της νομοθεσίας του,
+ευχαρίστως ήκουσε παρ' αυτού ότι οι νόμοι του ήσαν καταλληλότατοι
+όπως προαγάγωσι την αρετήν και την δόξαν της Σπάρτης, αν οι
+Σπαρτιάται εξακολουθήσωσι τηρούντες αυτούς.
+
+Την απόκρισιν ταύτην του μαντείου απέστειλεν αμέσως εις την
+Σπάρτην· αποχαιρετίσας δε και συγγενείς και φίλους, απεφάσισε να
+μη επανέλθη ποτέ εις την φίλην πατρίδα του, φοβούμενος μη λυθή
+διά της επανόδου του ο όρκος των συμπολιτών του, και καταργηθώσιν
+οι νόμοι του προς βλάβην της Σπάρτης· διότι οι Σπαρτιάται είχον
+ορκισθή ότι θέλουν φυλάξει αυτούς μέχρι της επιστροφής του.
+
+Τοιαύτη ήτο η φιλοπατρία του μεγάλου τούτου ανδρός! Αν και κατά
+τον Ευριπίδην _ουδέν φίλτερον της πατρώας γης, μακάριος δε όστις
+ευτυχών μένει εν τη ιδία αυτού πατρίδι_, ο Λυκούργος όμως διά την
+αγάπην της Σπάρτης εθυσίασε την γλυκυτάτην ταύτην μακαριότητα,
+και εκουσίως υπεβλήθη εις όλας τας στερήσεις και τας πικρίας, τας
+οποίας η ξενητεία καθ' ημέραν ποτίζει τους ξένους.
+
+Διά της θυσίας του δε ταύτης οι Σπαρτιάται, διατηρήσαντες τας
+σοφάς αυτού διατάξεις πεντακόσια ολόκληρα έτη, εξηκολούθησαν
+ζώντες ευτυχείς και ένδοξοι. Προς ανάμνησιν δε του μεγάλου τούτου
+πολίτου ανήγειραν ιερόν, εντός του οποίου κατ' έτος εθυσίαζον,
+τιμώντες τον Λυκούργον ως άλλον ευεργέτην θεόν.
+
+
+
+Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΤΑΞΕΡΞΗΣ.
+
+
+
+Ο Ιπποκράτης, μας είπεν ακολούθως ο Γεροστάθης, ο μέγας ιατρός
+της αρχαίας Ελλάδος, εγεννήθη εις την νήσον Κω, επωνομάσθη δε
+πατήρ της ιατρικής, καθώς ο Όμηρος πατήρ της ποιήσεως, και ο
+Ηρόδοτος πατήρ της ιστορίας.
+
+Διηγούνται δε ότι ο Αρταξέρξης, γνωρίζων εκ φήμης την μεγάλην
+ιατρικήν ικανότητα του Έλληνος ιατρού Ιπποκράτους, προσεκάλεσεν
+αυτόν εις την Ασίαν, προσφέρων πλουσιώτατα δώρα και θησαυρούς
+μεγάλους. Αλλ' ο Ιπποκράτης απέβαλε και τα δώρα και τους
+θησαυρούς του βασιλέως της Περσίας, και ευχαρίστως εθυσίασε το
+ατομικόν του συμφέρον, προτιμήσας να τρέξη εις τας Αθήνας προς
+βοήθειαν των ομοεθνών του, καταμαστιζομένων περί τας αρχάς του
+Πελοποννησιακού πολέμου υπό θανατηφόρου λοιμού.
+
+
+
+Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΓΕΙΡΑ.
+
+
+
+Παρομοίαν ευγενή θυσίαν των ατομικών αυτού συμφερόντων χάριν της
+καταστραφείσης πατρίδος του έκαμε και ο εκ Σταγείρων της
+Μακεδονίας Φιλόσοφος Αριστοτέλης.
+
+Ότε ο βασιλεύς Φίλιππος, θέλων ν' ανταμείψη αυτόν διά τους υπέρ
+του Αλεξάνδρου κόπους του, ηρώτησεν αυτόν ποίον δώρον, ποίαν
+χάριν επιθυμεί; «_ουδεμίαν άλλην_, απεκρίθη ο φιλόπατρις
+Αριστοτέλης, _παρά την ανάστασιν της πατρίδος μου._»
+
+Κατά το παράδειγμα δε του σοφού Αριστοτέλους, επρόσθεσεν ο
+Γεροστάθης, η πρωτίστη των επιθυμιών μας, η μεγίστη των ευτυχιών
+μας ας ήναι η ανάστασις, η ευδαιμονία, η δόξα της πατρίδος. Πάσα
+δε άλλη επιθυμία ας ήναι δευτερεύουσα και υποτελής εις εκείνην.
+
+
+
+ΘΥΣΙΑ ΠΑΘΩΝ.
+
+
+
+Αλλά δεν είναι φιλοπάτριδες μόνον οι θυσιάζοντες την ζωήν ή την
+περιουσίαν των ή τα συμφέροντά των εις τον βωμόν της πατρίδος.
+Φιλοπάτριδες θέλετε ονομασθή, μας είπεν ο γέρων, αν θυσιάζητε και
+τα πάθη σας επ' αγαθώ της πατρίδος.
+
+Ψυχή εμπαθής και κακοήθης δεν δύναται να αισθανθή τον ιερόν της
+πατρίδος έρωτα. Άνθρωποι υπό παθών κυριευόμενοι, ουχί μόνον
+ανωφελείς, αλλά και ολέθριοι εις την πατρίδα αποκαθίστανται·
+μόνον μετά της αρετής δύναται να συζήση η φιλοπατρία!
+
+Εάν ο Θεμιστοκλής μετά το Μαραθώνιον τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν
+εθυσίαζε τα προς τας ηδονάς και τας διασκεδάσεις νεανικά του
+πάθη, βεβαίως δεν ήθελεν αναφανή ευεργέτης της Ελλάδος. Εάν εις
+την Σαλαμίνα δεν εκυρίευε τον θυμόν του, και δεν εθυσίαζε
+γενναίως την κατά του Ευρυβιάδου αγανάκτησίν του, βεβαίως δεν
+ήθελεν αναδειχθή σωτήρ της Ελλάδος.
+
+Ο δε Αριστείδης, θυσιάζων ευγενώς παν αίσθημα φιλοπρωτίας και
+εγωισμού, εις μεν τον Μαραθώνα εδόξασε τας Αθήνας, παραχωρήσας
+την αρχηγίαν εις τον Μιλτιάδην, εις δε την Σαλαμίνα μεγάλως
+συνετέλεσεν εις την σωτηρίαν της Ελλάδος, τεθείς αυθορμήτως υπό
+τας διαταγάς του αντιζήλου του Θεμιστοκλέους, εις δε τας Πλαταιές
+επεσφράγισε την Ελληνικήν ελευθερίαν, παραχωρήσας εις τους
+Τεγεάτας την θέσιν της τιμής.
+
+Αλλ' ο _Αλκιβιάδης_ ο Αθηναίος, κυριευόμενος υπό του πάθους της
+δοξομανίας, επροκάλεσε την κατά της Σικελίας παράφρονα
+εκστρατείαν, και δι' αυτής κατέστρεψε την δόξαν της πατρίδος του.
+
+Ο δε _Παυσανίας_, υποχωρών εις τα αισχρά πάθη της φιλοχρηματίας
+και φιλαρχίας, κατήντησεν αισχρός της Ελλάδος προδότης, και
+απέθανεν άξιον της προδοσίας του θάνατον.
+
+Ο δε _Άνυτος_ και _Μίλητος_ και _Λύκων_, αυτοί οι τρεις κατήγοροι
+του Σωκράτους, όντες πολίται εμπαθείς, φθονεροί, και εκδικητικοί,
+επροκάλεσαν την θανατικήν καταδίκην του εναρέτου ανδρός, και
+εστέρησαν την πατρίδα των από το πολυτιμότερον και ωφελιμώτερον
+τέκνον της.
+
+Εάν λοιπόν τα πάθη ήναι όλως ασυμβίβαστα με την φιλοπατρίαν,
+προσπαθήσατε, αγαπητοί μου φίλοι, εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας
+σας να ελευθερωθήτε από παν ελάττωμα, από πάσαν κακήν έξιν, από
+πάσαν αξιοκατάκριτον διάθεσιν, την οποίαν τυχόν ανακαλύπτετε εις
+την ψυχήν σας. Τα παραμικρότερα ελαττώματα παραμελούμενα,
+αυξάνουν, προχωρούν, και επί τέλους καταντώσι πάθη τρομερά και
+εις την πατρίδα ολέθρια· απαράλλακτα ως τα μικρά και ήσυχα
+ρυάκια, τα οποία προχωρούντα αυξάνουν και μεγαλύνονται,
+μεταβαλλόμενα επί τέλους εις πλατυτάτους, ορμητικούς, και
+επικινδύνους ποταμούς.
+
+Εάν δε, ως τέκνα φιλόστοργα, αισθάνησθε από τούδε πόθον του ν'
+αναφανήτε χρήσιμα και ωφέλιμα εις τους γέροντας γονείς σας, τον
+αυτόν ευγενή πόθον προσπαθήσατε από τούδε να αισθάνηται η ψυχή
+σας και προς την μεγάλην μητέρα, την φίλην πατρίδα σας. Και ο
+Θεός τότε θέλει ευλογήσει τους αγώνας, τας σπουδάς, τους κόπους,
+και τα έργα σας· ο δε ευγενής πόθος της ψυχής σας θέλει βεβαίως
+εκπληρωθή.
+
+Όστις δε αγαπά την πατρίδα του, ας ομονοή, μετά των συμπολιτών
+του, ενθυμούμενος τον Αριστείδην εις την Σαλαμίνα, προσφέροντα
+φιλικήν την δεξιάν του εις τον εχθρόν του Θεμιστοκλέα.
+
+Ας μη φθονώμεν, ας μη αντιπράττωμεν ποτέ τους ικανωτέρους, τους
+εμπειροτέρους, τους εμφρονεστέρους ημών· αλλά προθύμως
+συντρέχοντες αυτούς, ας ωφελώμεθα και ημείς και η πατρίς υπό της
+ικανότητος και της πείρας αυτών.
+
+Τους δε κατωτέρους ας μη περιφρονώμεν, αλλά φιλικήν και
+ενθαρρυντικήν χείρα ας τείνωμεν προς αυτούς.
+
+Καθώς δε πρέπει να ήμεθα πάντοτε πρόθυμοι προς γενναίαν
+αντίκρουσιν παντός εξωτερικού εχθρού της πατρίδος, τοιουτοτρόπως
+οφείλομεν προθύμως να καταπολεμώμεν και πάντας τους εσωτερικούς
+εχθρούς αυτής.
+
+Οι εσωτερικοί δε ούτοι εχθροί είναι, παιδία μου, η οκνηρία, η
+κακοήθεια, η πολυτέλεια, η διαφθορά, η αδικία, και το έγκλημα.
+
+Οσάκις δε έργον τι αγαθόν και κοινωφελές προτείνεται ή εκτελείται
+υπό τινος των συμπολιτών μας, ας μη ζηλεύωμεν, ας μη φθονώμεν, ας
+μη αντενεργώμεν, ας μη συκοφαντώμεν· αλλ' ολοψύχως ας
+υποστηρίζωμεν αυτό, και υπ' αυτού του ασπονδοτέρου εχθρού μας αν
+έγινεν η πρότασις ή η πράξις. Τοιουτοτρόπως και την πρόοδον της
+πατρίδος δεν εμποδίζομεν, και ημείς μετ' αυτής συνωφελούμεθα και
+τιμώμεθα.
+
+ « Όταν η μήτηρ ευτυχή, όλοι συνευτυχούμεν,
+ » Και όταν ήναι ένδοξος, όλοι συνευδοξούμεν.
+ » Αλλ' όταν πέση εις αυτήν σκότος και δυστυχία,
+ » Φευ! άδοξα και δυστυχή είναι και τα παιδία! »
+
+Η δόξα λοιπόν των συμπολιτών μας αντί να φαρμακεύη, απ' εναντίας
+ας ευφραίνη την καρδίαν ημών· διότι συνήθως η δόξα ολίγων ατόμων
+αποτελεί την δόξαν και την ευδαιμονίαν ολοκλήρου του έθνους.
+Εντός δε της εθνικής δόξης και ευδαιμονίας επαναπαύεται η
+φιλοτιμία, και ανευρίσκεται η ευτυχία εκάστου πολίτου.
+
+Ο Αριστείδης συντελέσας εις την δόξαν του αντιπάλου του,
+υποστηρίξας τα ορθά σχέδιά του, και συναγωνισθείς υπ' αυτόν, δεν
+εδόξασε μόνον τον Θεμιστοκλέα, αλλά και εαυτόν συνεδόξασε, και
+ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος εις την Σαλαμίνα διέσωσεν.
+
+
+
+Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΠΟΝΟΣ.
+
+
+
+Φιλοπατρία άνευ φιλοπονίας δεν δύναται να υπάρξη, μας είπεν
+ακολούθως ο Γεροστάθης. Ουδείς δύναται να ονομασθή φιλόπατρις, αν
+διά των αγώνων, διά της παιδείας, διά των χρημάτων ή διά της
+αρετής του δεν αναφανή ωφέλιμος εις την πατρίδα· αλλ' ούτε η
+στρατιωτική πείρα, ούτε τα χρήματα και η παιδεία, ούτε η αρετή
+δύνανταί ποτε ν' αποκτηθώσιν εις τους κόλπους της αργίας και της
+οκνηρίας.
+
+Πολίται διάγοντες βίον άεργον και οκνηρόν, άνευ τινός ωφελίμου
+ενασχολήσεως, και επομένως αναιδώς επιβαρύνοντες και συμπολίτας
+και πατρίδα, βεβαίως ουχί μόνον ανωφελείς, αλλά και επικίνδυνοι
+και αποτρόπαιοι και επιβλαβείς εις την πατρίδα αποκαθίστανται.
+
+Διά την αγάπην λοιπόν της πατρίδος κοπιάσατε, φίλοι μου, ενόσω
+είσθε νέοι, ουχί μόνον τον νουν και την καρδίαν διά των γραμμάτων
+όπως καλλιεργήσητε, αλλά και πόρον ζωής σταθερόν όπως αποκτήσητε.
+
+Αισχρόν και άτοπον θέλει είσθαι, αν ημέραν τινά παρουσιασθήτε
+ενώπιον της μεγάλης μητρός, ουχί προσφέροντες εις αυτήν ως
+φιλόστοργα τέκνα τας απαρχάς των κόπων σας, αλλά ζητούντες παρ'
+αυτής, ως οκνηροί ή άσωτοι υιοί, τροφήν και περίθαλψιν.
+
+Ασυγκρίτως δ' αισχρότερον και αναιδέστερον θέλει είσθαι αν, ο μη
+γένοιτο, δι' έλλειψιν ιδίων καταντήσητέ ποτε σφετεριζόμενοι τα
+της πατρίδος.
+
+Η εργασία, καθώς και άλλοτε σας είπον, ούτε τους σοφούς, ούτε
+τους πολιτικούς, ούτε τους στρατιωτικούς δύναταί ποτε ν' ατιμάση.
+
+Ο Σωκράτης ήτο αγαλματοποιός. Ο Σόλων, ο Θαλής, ο Πλάτων μετήλθον
+την εμπορίαν. Ο Κιγκινάτος, ο σωτήρ της Ρώμης, και ο Φιλοποίμην,
+ο τελευταίος ένδοξος στρατηγός της Ελλάδος, ιδίαις χερσίν
+εκαλλιέργουν τους αγρούς των. Ιδίαις χερσί και ο Φωκίων ήντλει το
+ύδωρ, ενώ η ενάρετος σύζυγός του εζύμονε τον άρτον του οίκου της.
+
+Εάν αγαπάτε λοιπόν την πατρίδα, αγαπήσατε εκ νεότητός σας και την
+εργασίαν. Αποστράφητε δε την αργίαν, δια να μη αποστραφή υμάς η
+πατρίς.
+
+
+
+ΑΜΟΙΒΑΙ ΚΑΙ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ
+
+
+
+Εάν δέ ποτε υπό του ιερού έρωτος της πατρίδος εμπνεόμενοι,
+εξακολούθησε λέγων ο Γεροστάθης, υποκύψητε εις αγώνας και θυσίας,
+μη καταδεχθήτε να ζητήσητε αμοιβάς και τιμάς.
+
+Αι αμοιβαί και αι τιμαί, χορηγούμεναι δικαίως και αυθορμήτως υπό
+της πατρίδος, στολίζουν βέβαια και ενθαρρύνουν τα αγαθά τέκνα
+αυτής· αλλά _ζητούμεναι_ αμαυρόνουν και εξευτελίζουν και τους
+επαιτούντας αυτάς, και τα έργα αυτών.
+
+Η μόνη ωραία αμοιβή των υπέρ πατρίδος θυσιών και αγώνων σας ας
+ήναι η γλυκυτάτη συναίσθησις της εκπληρώσεως των προς αυτήν υικών
+καθηκόντων σας.
+
+Ο Μιλτιάδης, ο Κίμων, ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Σωκράτης, ο
+Φωκίων, ο Επαμεινώνδας, και ο Πελοπίδας, ουχί διά τιμών και
+ανδριάντων, αλλά διά των έργων αυτών ενδόξως απηθανατίσθησαν.
+«_Ει υπό της Ελλάδος πάσης επ' αρετή θαυμάζεσθαι επιθυμείς, την
+Ελλάδα πειρατέον ευ ποιείν_» έλεγεν η Αρετή προς τον νέον
+Ηρακλέα.
+
+Αν δέ ποτε η πατρίς, καί τοι ευεργετηθείσα παρ' υμών, φανή
+αχάριστος, μη αδημονήσητε, μη αγανακτήσητε· αλλ' ενθυμήθητε τον
+Αριστείδην εξοριζόμενον, και όμως ευχόμενον υπέρ της πατρίδος
+του· τον Κίμωνα εξωστρακισμένον, αλλά τρέχοντα προθύμως όπως
+συναγωνισθή μετά των συμπολιτών του· τον Δημοσθένην εις την
+εξορίαν του, αγορεύοντα υπέρ των Αθηνών· τον Σωκράτην και τον
+Φωκίωνα εις την φυλακήν πίνοντας το κώνειον, αλλ' ευπείθειαν εις
+τους νόμους και αμνησικακίαν υπέρ των φονέων των συνιστώντας.
+
+Ποτέ δε μη ταυτίσητε τους προσωπικούς αντιπάλους και τους
+ατομικούς εχθρούς σας με το ιερόν πρόσωπον της πατρίδος· και
+επομένως ποτέ μη ανεχθήτε ως εκ των ατομικών παθών σας να βλαφθή
+οπωςδήποτε η πατρίς.
+
+Αυτά, καθ' όσον ενθυμούμαι, μας είπε κατά την ημέραν εκείνην του
+Ευαγγελισμού ο αγαθός γέρων.
+
+Οι δε οφθαλμοί του ήστραπτον, αι παρειαί του εφλόγιζον, αι
+χειρονομίαι του ήσαν εκφραστικώταται, και η φωνή του μελωδική.
+
+Σέβας και ενθουσιασμός εκυρίευον τον Γεροστάθην οσάκις περί της
+φιλοπατρίας των προγόνων μας επρόκειτο· λύπη δε και μελαγχολία
+εζωγραφίζοντο επί του προσώπου του, ότε περί των δεινών της
+πατρίδος ανέφερεν. Αλλ' ότε περί του μέλλοντος αυτής ωμίλει,
+γλυκύ μειδίαμα εφαίνετο εις τα χείλη του, και ακτίνες ελπίδος
+έλαμπον επί του μεγάλου μετώπου του.
+
+Ποτέ, ποτέ δεν θέλω λησμονήσει τον Γεροστάθην της ημέρας εκείνης!
+ήτο θείος! και θείον αίσθημα ενεφύσησεν εις τας νεανικάς μας
+καρδίας.
+
+Ότε προς την εσπέραν απεχωρίσθημεν, μας έδωκε τους ακολούθους
+στίχους, γεγραμμένους ιδιοχείρως επί τεμαχίου χάρτου, το οποίον
+εισέτι διατηρώ ως το πολυτιμότερον των κειμηλίων μου.
+
+ »Των τέκνων σου αι αρεταί και η φιλοπατρία
+ »Πάλαι ποτέ σ' εδόξασαν, Πατρίς μου σεβασμία!
+ »Αυτάς λοιπόν ας ασπασθώ ως τέκνον γνήσιόν σου,
+ »Και ας προσφέρω πρόθυμος το παν εις τον βωμόν σου!»
+
+
+
+Η ΔΥΣΙΣ.
+
+
+
+ « Ουκ έστιν ανδρί αγαθώ
+ ουδέν κακόν ούτε ζώντι
+ ούτε τελευτήσαντι. »
+ (Πλάτωνος.)
+
+ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗΝ τινα εσπέραν του 1820 έτους, διά να μας δείξη ο
+Γεροστάθης την μεγαλοπρεπή δύσιν του ηλίου, μας ωδήγησεν επί του
+λόφου εκείνου, όπου προ δύο περίπου ετών είχομεν θαυμάσει μετ'
+αυτού τον ήλιον μεγαλοπρεπώς ανατέλλοντα.
+
+Οποία παράδοξος σύμπτωσις! Επί του λόφου, όπου πρώτην φοράν
+είδομεν τον ήλιον ανατέλλοντα, ανέτειλαν και αι πρώται
+ευεργετικαί ακτίνες της μετά του γέροντος φιλίας ημών.
+
+Ότε δε επί του ιδίου λόφου είδομεν μετ' αυτού τον ήλιον δύοντα,
+έδυσαν και αι γλυκείαι ακτίνες, τας οποίας η αγαθότης του ανδρός
+εις τας ψυχάς μας απέπεμπεν.
+
+Έκτοτε πλέον δεν συνεπεριδιαβάσαμεν μετ' αυτού! εκείνος ήτο ο
+τελευταίος μετά του Γεροστάθου περίπατος!
+
+Ο λόφος ήτο υψηλός και ανωφερής· ο δε γέρων πολύ εκοπίασε και
+εθερμάνθη αναβαίνων αυτόν.
+
+Η ημέρα ήτο μάλλον δροσερά ως εκ του πνέοντος βορείου ανέμου· επί
+της κορυφής δε του λόφου ο βορέας εφύσα μάλλον ψυχρός, και την
+προσέγγισιν του χειμώνος αισθαντικώς υπενθύμιζεν.
+
+Ότε επί του λόφου εφθάσαμεν, ο λαμπρός δίσκος του ηλίου επλησίαζε
+να κρυφθή υπό τον ορίζοντα, ο δε Γεροστάθης επροκάλεσε την
+προσοχήν μας επί του μεγαλοπρεπούς τούτου φαινομένου.
+
+Βραδέως και βαθμηδόν κατήρχετο το μεγαλοπρεπές άστρον της ημέρας·
+λαμπρός δε και αξιοθαύμαστος ήτο ο ποικίλος χρωματισμός των πέριξ
+συννέφων· άλλα εξ αυτών εφαίνοντο ολόχρυσα, άλλα κατακόκκινα και
+φλογώδη, και άλλα ιοειδή· ωραιοτάτη δε ήτο και η λεπτή
+επιχρύσωσις, την οποίαν αι δύουσαι ακτίνες επροξένουν εις τας
+κορυφάς των πέριξ ερυθριώντων βουνών.
+
+Μετ' ολίγον ο ήλιος εχάθη υπό τον ορίζοντα, η επιχρύσωσις
+εσβέσθη, η ποικιλία των ουρανίων χρωμάτων βαθμηδόν εξηλείφθη, και
+σοβαρά μελαγχολία εκάλυψεν άπασαν την φύσιν.
+
+ — Τοιουτοτρόπως, μας είπε τότε ο γέρων, έδυσε και το λαμπρόν
+άστρον της αρχαίας Ελλάδος, και μετ' αυτού εσβέσθη επί του
+Ελληνικού ορίζοντος και ο πολιτισμός, και η σοφία, και η αρετή,
+και η ελευθερία, και η δόξα. Υπό την αχλύν δε της απαιδευσίας
+σκότος και αθυμία περιεκάλυψαν άπασαν την Ελληνικήν φυλήν.
+
+Αλλ' ο ήλιος, όστις ήδη έδυσεν, επρόσθεσεν ο γέρων, λαμπρός πάλιν
+θέλει ανατείλει αύριον, διά να φωτίση και ζωογονήση και ημάς και
+όλην την φύσιν. Τις εξεύρει αν εις τας βουλάς του Υψίστου δεν
+ήναι αποφασισμένον ώστε και το Ελληνικόν άστρον ν' ανατείλη
+πάλιν, και μετ' αυτού να επανέλθωσιν επί του Ελληνικού ορίζοντος
+η ελευθερία, η ευνομία, τα γράμματα, και τέχναι, αι προγονικαί
+αρεταί, και άπασα η αρχαία δόξα και λαμπρότης ;
+
+Την ποθητήν ταύτην ανατολήν του Ελληνικού αστέρος ας ευχώμεθα
+πάντες από καρδίας, παιδία μου, οσάκις αυγήν και εσπέραν προς
+ανατολάς εστραμμένοι απευθύνωμεν προς τον ελεήμονα Θεόν τας
+παρακλήσεις ημών.
+
+Εκ των χριστιανικών αρετών μία είναι και η _ελπίς_· ως χριστιανοί
+λοιπόν ας ελπίζωμεν την ανατολήν ταύτην. Αλλά προς
+πραγματοποίησιν της γλυκυτάτης αυτής ελπίδος, ας μη παύωμεν και
+την αρετήν σταθερώς εργαζόμενοι, και διά της παιδείας και της
+φιλοπονίας εξασκούντες και αυξάνοντες τας δυνάμεις ημών επ' αγαθώ
+της φίλης πατρίδος.
+
+Εν τούτοις ο βορέας εξηκολούθει πνέων σφοδρότερος, και το ψύχος
+εγίνετο δριμύτερον. Συναισθανθείς δε αυτό ο Γεροστάθης
+συνεκαλύφθη, και ήρχισε να καταβαίνη τον λόφον, ημείς δε
+ηκολουθήσαμεν τον γέροντα μέχρι της οικίας του, όπου τω ηυχήθημεν
+καλήν νύκτα, και απεχωρίσθημεν.
+
+
+
+Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ.
+
+
+
+Αλλ' αι καλονυκτικαί ευχαί μας δυστυχώς δεν εισηκούσθησαν, διότι
+ο Γεροστάθης διήλθε νύκτα κακίστην. Την επιούσαν δεν είδομεν
+αυτόν· εμάθομεν δε ότι, έχων θέρμην και βήχα σφοδρότατον,
+προσεκάλεσε προς επίσκεψίν του τον ιατρόν της κωμοπόλεως.
+
+Ατυχώς η κωμόπολις δεν είχεν εισέτι παρά ένα και μόνον ιατρόν και
+αυτόν _εμπειρικόν_. Το δε ζεστόν χαμαίμηλον και η θερμολουσία, τα
+οποία διέταξε, δεν απήλλαξαν τον Γεροστάθην από τα δεινά του, αν
+και προς ώραν ελάφρωσαν ολίγον αυτόν. Την επιούσαν η θέρμη
+επανήλθε σφοδροτέρα, και υπό του σκληρού του βηχός έτι μάλλον
+ηνωχλήθη.
+
+Ολόκληρον την κωμόπολιν κατετάραξεν η ασθένεια αύτη του αγαθού
+γέροντος. Οι δε προεστώτες, βλέποντες την χειροτέρευσιν του
+ασθενούς, έστειλαν αμέσως εις Ιωάννινα έφιππον, διά να
+προσκαλέσωσιν εκείθεν τον επιστήμονα και ευυπόληπτον ιατρόν Ι. Τ.
+
+Ο ιατρός Ι. Τ., όστις εκ φήμης εγνώριζε τον αξιότιμον Γεροστάθην,
+έσπευσεν άνευ αναβολής να έλθη. Η δε εμφάνισις αυτού ενέπλησεν
+όλους χαράς και ελπίδος.
+
+Ματαία όμως και διαβατική ανεφάνη και η ελπίς και η χαρά μας.
+Κατηφής και περίλυπος εξελθών εκ του δωματίου του ασθενούς ο
+ιατρός, είπε προς τους προεστώτας — Λυπούμαι, διότι πολύ αργά
+έφθασα· η ασθένεια είναι σφοδρά περιπνευμονία, η φλόγωσις
+εκορυφώθη, και μικροτάτη ελπίς θεραπείας μένει πλέον εις την
+επιστήμην.
+
+Απόπληκτοι εμείναμεν όλοι, ότε ηκούσαμεν τους απελπιστικούς
+αυτούς λόγους του ιατρού.
+
+Το Σχολείον κατά τας ημέρας εκείνας είχεν ερημώσει. Από τα
+χαράγματα δε μέχρι της νυκτός περίλυποι και σκυθρωποί
+εσυσσωρευόμεθα έμπροσθεν της οικίας του ασθενούς, περιμένοντες να
+μάθωμεν ευχάριστόν τι περί της υγείας αυτού.
+
+Οι δε πατέρες και αι μητέρες ημών, εγκαταλιπόντες και τας οικίας
+και τα έργα των, δεν έπαυον ημέραν και νύκτα περιποιούμενοι
+φιλοφρόνως τον ασθενή.
+
+Αξιοθαύμαστος ήτο η αγάπη και η αφοσίωσις, την οποίαν είχεν
+εμπνεύσει εις τας ψυχάς όλων ανεξαιρέτως η αγαθότης του σεβασμίου
+ανδρός. Μεγίστη τω όντι και μαγική η δύναμις της αρετής και της
+αγαθοεργίας!
+
+Εν τούτοις ο ιατρός, άμα επισκεφθείς τον Γεροστάθην, διέταξε
+διπλήν φλεβοτομίαν και επίθεσιν αφθόνων βδελλών, τω έδωκε δε καί
+τινα ιατρικά, τα οποία μεθ' εαυτού είχε φέρει εξ Ιωαννίνων.
+
+
+
+Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ.
+
+
+
+Την επιούσαν ευχαρίστως εμάθομεν ότι ο Γεροστάθης, ων ολίγον
+καλλίτερα, επεθύμει να μας ίδη· σιωπηλοί λοιπόν εισήλθομεν εις
+τον κοιτώνα του ασθενούς.
+
+ — Καλώς ήλθετε, μικροί μου φίλοι, με φωνήν βραγχνήν και
+αδύνατον μας είπεν ο γέρων, πολύ επεθύμουν να σας αποχαιρετίσω
+πριν διά παντός σας αποχωρισθώ· ευχαριστώ τον Πανάγαθον, όστις
+εισήκουσε και την τελευταίαν ταύτην ευχήν μου.
+
+Υπό σφοδρού βηχός διεκόπη η ομιλία του γέροντος· Ημείς δε,
+ακούσαντες περί αποχωρισμού, ηρχίσαμεν να οδυρώμεθα, ενώ εκείνος
+αγωνιών έβηχε.
+
+ — Μη κλαίετε, παιδία μου, επανέλαβε μετ' ολίγον ο γέρων, όλοι
+εγεννήθημεν διά ν' αποθάνωμεν· ευτυχής δε ο αποθνήσκων εν τω μέσω
+τόσων φίλων. Μη κλαίετε, φίλοι μου, μη φοβείσθε τον θάνατον. Διά
+του θανάτου ο ελεήμων Θεός πολλάκις παρηγορεί τους δυστυχούντας,
+πολλάκις δε και από μελλούσας δυστυχίας απαλλάττει τα αγαπητά
+πλάσματά του. Του χριστιανού ο θάνατος δεν είναι καταστροφή, δεν
+είναι εξόντωσις· είναι ελπίς ιλαρωτέρου φωτός, είναι αρχή νέας
+υπάρξεως, είναι αθανασία ατελεύτητος, ή, καθώς έλεγεν ο Σωκράτης,
+_ο θάνατος είναι μετοίκησις της ψυχής από την επίγειον εις την
+ουρανίαν ζωήν._ Όλοι αργά ή ογλίγωρα θέλομεν υποβληθή εις την
+μετοίκησιν ταύτην.
+
+Εις την παρούσαν δε πρόσκαιρον επί της γης ύπαρξιν εισερχόμεθα,
+όπως δοκιμασθώσιν αι ψυχαί ημών. Ευτυχείς δε και μακάριαι όσαι
+δυνηθώσι να εξέλθωσιν ακηλίδωτοι και ανεπηρέαστοι από τους
+πειρασμούς της φθαρτής ταύτης ύλης, των παθών, και των υλικών
+συμφερόντων.
+
+Εάν εν κακίαις και αμαρτίαις ήθελον διέλθει τον βίον, εν τη
+εσχάτη μου ταύτη ώρα βεβαίως ήθελον θρηνεί, αναλογιζόμενος την
+δικαιοσύνην του Υψίστου· και σεις δε τότε δικαίως ηθέλετε κλαίει
+μετ' εμού.
+
+Αλλ' όστις, παιδία μου, αποθνήσκει με την γλυκυτάτην συναίσθησιν
+ότι εξεπλήρωσε κατά δύναμιν τα προς τον Θεόν και τον πλησίον
+καθήκοντά του· όστις, αφίνων την γην, αφίνει συγχρόνως επ' αυτής
+μνήμην αγαθήν, αυτός δεν πρέπει να τρέμη, ουδέ να λυπήται
+μεταβαίνων εις την αιωνιότητα· απ' εναντίας ας χαίρη και ας
+αγάλληται, διότι προς αυτόν ο δίκαιος Κριτής φωνάζει «_Ευ, δούλε
+αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την αιώνιον χαράν τον Κυρίου σου._»
+
+
+
+Η ΛΥΣΙΣ.
+
+
+
+Μη κλαίετε λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι· αν τα φθαρτά σώματά μας
+πρόκηται ν' αποχωρισθώσιν, αι αθάνατοι όμως ψυχαί μας ποτέ δεν
+θέλουν αποχωρισθή. Η ιδική μου, μεταβαίνουσα εις την άλλην ζωήν,
+θέλει καθικετεύει τον Ύψιστον όπως σας φωτίζη και καθοδηγή
+πάντοτε εις την οδόν της αρετής και του καθήκοντος, και
+τοιουτοτρόπως θέλει είσθαι πάντοτε μεθ' υμών. Σεις δε θέλετε
+είσθαι επίσης μετ' εμού, εάν, ως ελπίζω, εξακολουθήσητε πάντοτε
+αγαπώντες και ενθυμούμενοι τον φίλον της νεότητός σας, τους
+λόγους του, τας διηγήσεις του, συλλογιζόμενοι εις παν βήμα της
+ζωής σας τι ήθελεν ειπεί περί αυτού ο γέρων Γεροστάθης.
+
+Οι λόγοι αυτοί, αντί να καταπαύσωσιν, ηύξησαν έτι μάλλον τα
+δάκρυα και τους οδυρμούς ημών, και καταφιλούντες τας θερμάς
+χείρας του γέροντος, κατεβρέχομεν αυτάς με τα θερμότερα δάκρυά
+μας.
+
+Συνεκινήθη τότε και ο γέρων, εδάκρυσε, μας ησπάσθη, και μας
+ηυλόγησεν· η δε συγκίνησις αύτη τω επέβαλεν επί τινα ώραν σιωπήν,
+την οποίαν επί τέλους διέκοψε διά των ακολούθων λόγων, οίτινες
+βαθέως έμειναν εντυπωμένοι εις την ψυχήν μου, και ζωηροί πάντοτε
+επανέρχονται εις τα ώτα μου.
+
+ — Ζήσετε, φίλοι μου, πιστοί πάντοτε εις των πατέρων σας την
+θρησκείαν· αυτή εν τω μέσω των δεινών της πολυχρονίου δουλείας
+μας παρηγόρησεν· αυτή μας εδίδαξε με καρτερίαν και με ελπίδα να
+υποφέρωμεν τα δεινά μας· αυτή διετήρησε την εθνικήν ενότητά μας,
+την ωραίαν μας γλώσσαν, και τον ένδοξον ελληνισμόν μας. Υπό
+οποιαςδήποτε περιστάσεις, υπό οποιουςδήποτε καταδιωγμούς ή
+σατανικάς ξένων ραδιουργίας και αν ευρεθήτε, μείνατε πάντοτε
+πιστοί, ηνωμένοι και ακράδαντοι υπό την αγίαν σημαίαν της, όπως
+διατηρηθή ούτω το πολυπαθές Εθνος ημών πάντοτε έν και αδιαίρετον.
+
+Μετά Θεόν δε αγαπήσατε την πατρίδα και τους γονείς σας· διά της
+φιλοπονίας δε, της αρετής, και της ευγενούς θυσίας των παθών σας
+αναδείχθητε προσφιλή τέκνα και της πατρίδος και των γονέων υμών.
+
+Προσέχετε επομένως την υγείαν σας, φωτίζετε την ψυχήν σας,
+εξευγενίζετε την καρδίαν σας, ασπάσθητε τας χριστιανικάς και
+προγονικάς αρετάς, και αποφεύγετε παν αισχρόν και άτιμον. Έχοντες
+δε κατά νου ότι το μεν γήινον σώμα σας θέλει επανέλθει εις την
+γην, η δε αθάνατος ψυχή σας θέλει μεταβή εις την αιωνιότητα, μη
+παύσητε αγωνιζόμενοι και επί της γης μνήμην αγαθήν ν' αφήσητε,
+και εις τον ουρανόν ενώπιον του Πλάστου φαιδροί να παρουσιασθήτε.
+
+Εις τον λαβύρινθον του κόσμου εμβαίνοντες, πολλάς κακίας και πάθη
+δυσειδή θέλετε απαντήσει, παιδία μου· εις πολλάς δε δυστυχίας
+απροσδοκήτως ίσως θέλετε εκτεθή.
+
+Και τας μεν δυστυχίας γενναίως υπομείνατε, αναλογιζόμενοι ότι
+υπάρχουν και άλλαι ασυγκρίτως μεγαλήτεραι, τας οποίας μη έχοντες
+ευχαριστείτε και δοξάζετε τον Θεόν.
+
+Ενώπιον δε της κακίας και των αισχρών παθών μη απελπισθήτε, διά
+να μη καταντήσητε μισάνθρωποι, και επομένως όντα περιττά και
+άχρηστα επί της γης. Μη δειλιάσητε δε, διά να μη καταστραφήτε υπ'
+αυτών· αλλά γενναίως και εμφρόνως παλαίσατε, όπως η αρετή αναφανή
+νικηφόρος.
+
+Ουδείς Ολυμπιονίκης άνευ αγώνων· αγώνων δε και μαχών στάδιον
+είναι δυστυχώς το στάδιον του βίου. Ευτυχείς αν εξέλθητε νικηταί
+και τροπαιούχοι, ως εκ του λαβυρίνθου της Κρήτης εξήλθε ποτέ ο
+Θησεύς.
+
+Μη παραμελήσητε δε το παρόν, επηρεαζόμενοι από το παρελθόν, ή
+επαναπαυόμενοι εις το μέλλον. Το παρελθόν παρήλθε, το δε μέλλον
+άδηλον και αβέβαιον.
+
+Μη παύετε λοιπόν εργαζόμενοι πάντοτε εντός του παρόντος,
+ωφελούμενοι από τα μαθήματα του παρελθόντος, και την βελτίωσιν
+του μέλλοντος προσπαθούντες.
+
+Τοιουτοτρόπως η αύριον θέλει σας ευρίσκει πάντοτε καλλιτέρους και
+ευτυχέστερους. Όταν δε από την παρούσαν μεταβήτε εις την άλλην
+ζωήν, είθε ν' αφήσητε επί της γης ίχνη τινά διακεκριμένα, άτινα
+θέλουν καθοδηγήσει και παρηγορήσει όσους κατόπιν υμών εισέλθωσιν
+εις τον κινδυνώδη του βίου λαβύρινθον.
+
+Υπάγετε τώρα, παιδία μου, ησυχάσατε... μη κλαίετε πλέον...
+θέλομεν ανταμωθή πάλιν... αν όχι επί της γης... βεβαίως όμως εις
+τον ουρανόν. »
+
+Ταύτα ειπών εσιώπησεν· ημείς δε οδυρόμενοι επέσαμεν επί της
+κλίνης του, καταφιλούντες τας χείρας του· ο δε γέρων και πάλιν
+μας ησπάζετο και μας ηυλόγει.
+
+Αλλ' εισελθών ο ιατρός, και ιδών την συγκινητικήν εκείνην σκηνήν,
+μας προσεκάλεσε να εξέλθωμεν.
+
+Εκείνη ήτο η τελευταία μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας·
+έκτοτε πλέον δεν ηκούσαμεν την γλυκείαν φωνήν του!
+
+
+
+ΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΙ ΣΤΙΓΜΑΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΣΤΑΘΟΥ.
+
+
+
+Η πρωινή μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας συνετάραξεν αυτόν,
+και εχειροτέρευσε την ασθένειάν του. Ο ιατρός επανέλαβε τας
+φλεβοτομίας· αλλά μικρά βελτίωσις ανεφάνη. Ο γέρων εζήτησε τότε
+ν' αποχαιρετίση και ευχαριστήση τους προεστώτας διά τας υπέρ
+αυτού φροντίδας των. Ακολούθως εζήτησε τους διδασκάλους, και μετ'
+αυτούς τον ιερέα διά να εξομολογηθή και κοινωνήση των αχράντων
+μυστηρίων.
+
+Μετά την εκπλήρωσιν δε και του τελευταίου τούτου χριστιανικού
+καθήκοντος συνωμίλησε μετά των διδασκάλων και του ιερέως περί των
+θείων καλλονών του χριστιανισμού, και ιδίως περί της αγαλλιάσεως,
+την οποίαν αισθάνεται ο αληθής χριστιανός κατά τε την διάρκειαν
+του βίου του, και κατά τας ώρας του θανάτου του.
+
+Ηθέλησε τότε ν' αποχαιρετίση και τον αγαπητόν του κήπον. Ότε δε
+ήνοιξαν το παραπέτασμα του παραθύρου, βλέμμα μελαγχολικόν έρριψεν
+ο γέρων εις τα άνθη και εις τα δένδρα του κήπου του.
+
+Και τα μεν άνθη μαραμμένα παρουσιάσθησαν εις τους οφθαλμούς του·
+κατάχλωμα δε τα φθινοπωρινά φύλλα το έν μετά το άλλο έπιπτον κατά
+γης.
+
+ Ούτως, είπε τότε ο γέρων, πίπτουν και οι άνθρωποι από το δένδρον
+της ζωής, σήμερον ο είς και αύριον ο άλλος. Και τα άνθη του κήπου
+μου εμαράνθησαν και παρήλθον! αλλ' οι σπόροι, τους οποίους εις
+τας απαλάς καρδίας των μικρών μου φίλων επροσπάθησα να ενσπείρω,
+είθε να μη μαρανθώσι ποτέ! Είθε ημέραν τινά να βλαστήσωσι, και
+αμάραντον δόξαν εις την πατρίδα να καρποφορήσωσιν! Αύτη είναι η
+θερμότερα ευχή της ψυχής μου. Εις Σε δε, πάτερ αγαθέ, και εις
+τους συναδέλφους σου διδασκάλους αναθέτω την πραγματοποίησιν της
+εγκαρδίου μου ταύτης ευχής.
+
+Εξακολουθήσατε φωτίζοντες μετά ζήλου δι' ωφελίμων και βιοτικών
+γνώσεων τον νουν των μικρών μαθητών σας. Γυμνάζετε και ενισχύετε
+ιδίως την κρίσιν, την καλλιαισθησίαν, και το προς την αρετήν
+αίσθημά των. Συνειθίζετε αυτούς εις την σεμνότητα, το σέβας, την
+υπομονήν, και την φιλοπονίαν και μη επιτρέπετέ ποτε εις αυτούς ν'
+αγαπώσι το φθαρτόν σώμα των περισσότερον της αθανάτου ψυχής των.
+_Η κατά Χριστόν και επ' αγαθώ της πατρίδος διάπλασις των
+Ελληνοπαίδων ας ήναι ο κύριος και τελικός σκοπός όλων των αγώνων
+και όλων των διδασκαλιών σας_.
+
+Αυτά αγωνιών και πυρέσσων είπεν ο Γεροστάθης, διακοπτόμενος υπό
+σφοδροτάτου βηχός, ως ακολούθως μας έλεγον οι διδάσκαλοι. Μετά
+τινα δε διακοπήν έστρεψε πάλιν προς τον κήπον τους θνήσκοντας
+οφθαλμούς του, υψώσας δ' έπειτα προς τον ουρανόν μελαγχολικόν
+βλέμμα, «_Θεέ μου, είπε, πόσα δένδρα ηξιώθην να ίδω
+ανεστημένα!... αλλά την ανάστασιν της πατρίδος.._» Και με της
+πατρίδος το γλυκύτατον όνομα εις τα χείλη μετέβη από την επίγειον
+εις την ουρανίαν ζωήν.
+
+Περί την δύσιν της ημέρας εκείνης έδυσε και ο βίος του αγαθού
+γέροντος. Η δε ψυχή του, εξαγιασθείσα διά της θρησκείας και της
+αρετής, αφήκε τα γήινα δεσμά της, και αγαλλομένη επανήλθεν εις
+τας αγκάλας του Πλάστου.
+
+
+
+Η ΔΙΑΘΗΚΗ
+
+
+
+Οι προεστώτες, οι διδάσκαλοι, και ο ιερεύς συνήλθον μετά τον
+θάνατον του Γεροστάθου εις την οικίαν αυτού, διά να εξετάσωσιν αν
+αφήκε διαθήκην, και συγχρόνως διά να εξασφαλίσωσιν όλα τα της
+οικίας του.
+
+Και κατά πρώτον ήνοιξαν το συρτάριον της τραπέζης, επί της οποίας
+συνήθως έγραφε. Μεταξύ δε διαφόρων εγγράφων, τα οποία εντός αυτού
+υπήρχον, εύρον περικάλυμμα, φέρον την επιγραφήν «_Η διαθήκη
+μου._»
+
+Ο ιερεύς, ανοίξας το περικάλυμμα, ανέγνωσε μεγαλοφώνως το εν αυτώ
+έγγραφον, το οποίον πραγματικώς ήτο η ιδιόχειρος διαθήκη του
+γέροντος.
+
+Της διαθήκης ταύτης ούτε το πρωτότυπον διεσώθη, ούτε αντίγραφον
+αυτής ελήφθη ποτέ· ώστε μη δυνάμενος να καταχωρήσω αυτήν ενταύθα,
+θέλω αναφέρει όσας εκ των διατάξεών της διετήρησεν η μνήμη μου.
+
+Κατ' αρχάς εζήτει συγχώρησιν παρά πάντων, όπως και ο
+πολυεύσπλαχνος Θεός συγχωρήση τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα
+αυτού.
+
+Ακολούθως έλεγεν ότι, μη έχων ίδια τέκνα, ουδέ συγγενείς,
+υιοθετεί και κληρονόμους του αποκαθιστά, όλα τα παρόντα και
+μέλλοντα τέκνα της πατρίδος του.
+
+Αλλ' επειδή, επρόσθετεν, εκτός της αρετής και της παιδείας τα
+πάντα επί της γης είναι φθαρτά, διέταττε να μένωσι τα χρήματά του
+διαρκώς είς τινα Τράπεζαν· διά δε των ετησίων τόκων να εξακολουθή
+η διατήρησις του σχολείου, όπως εξ αυτού οι κληρονόμοι του
+απολαμβάνωσι τα μόνα άφθαρτα και αληθώς πολύτιμα κτήματα της
+αρετής και παιδείας.
+
+Την επιμέλειαν και επικαρπίαν του κήπου του ανέθεσεν εις τον
+συμμαθητήν μας Ιωάννην· διέταττε δε όταν επανέλθη εξ Ιταλίας ο
+αποσταλείς παρ' αυτού προς εκμάθησιν της ιατρικής, να μεταβή αντ'
+αυτού ο Ιωάννης όπως σπουδάση την γεωπονίαν, και επανερχόμενος
+εις την πατρίδα διδάσκη αυτήν εις τα τέκνα των κτηματιών.
+
+Προς αμοιβήν δε των υπέρ αυτού κόπων και υπηρεσιών του συμμαθητού
+μας Κωνσταντίνου προσδιώριζε ποσόν χρηματικόν, όπως μεταβή και ο
+νέος αυτός είς τι Ευρωπαϊκόν οπλουργείον προς εκμάθησιν της
+οπλοποιίας και των άλλων σιδηρουργικών τεχνών.
+
+Την υπέρ του Κωνσταντίνου διάταξίν του ετελείονεν εκφράζων λύπην
+ενδόμυχον διά την ανάγκην των όπλων· Ηύχετο δε να μη βραδύνη η
+θεία εποχή, καθ' ην εν χριστιανική αγάπη και αρετή άπαντες ως
+αδελφοί φιλάδελφοι ζώντες, θέλουν αποτελέσει επί της γης _μίαν
+ποίμνην υπό ένα ποιμένα_.
+
+Ακολούθως η διαθήκη προσδιώριζε χρηματικάς χορηγήσεις προς
+περίθαλψιν δυστυχών τινων γερόντων, ορφανών, και αδυνάτων χηρών.
+
+Επί τέλους ωνόμαζεν εκτελεστάς της διαθήκης του ταύτης άνδρας
+ακεραίους και αξιοσεβάστους, και επρόβλεπεν όσον ένεστι
+προνοητικώτερον περί της διαρκούς υπάρξεως τοιούτων εκτελεστών
+προς ακριβή εκτέλεσιν της τελευταίας θελήσεώς του.
+
+Ότε δε εγένοντο γνωστά εις την κωμόπολιν τα της διαθήκης, έτι
+μάλλον αξιαγάπητος κατέστη η μνήμη του αγαθού Γεροστάθου· διότι
+εκ της διαθήκης αυτού ανεφάνη ότι ουχί μόνον ζων, αλλά και μετά
+θάνατον ηθέλησε να εξακολουθήση ευεργετών τους συμπολίτας αυτού.
+
+
+
+Η ΚΗΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ
+
+
+
+Την κηδείαν του Γεροστάθου δεν συνώδευσαν ούτε τύμπανα και
+μουσικαί, ούτε αρχιερείς και ιερέων στίφη, ούτε στρατιώται και
+νεκρικοί πυροβολισμοί.
+
+Γενική όμως κατήφεια, βαθυτάτη θλίψις, στεναγμοί, και δάκρυα
+συνώδευσαν τον νεκρόν εις το τελευταίον κατοικητήριόν του.
+
+Μαθηταί, χήραι, γέροντες, πτωχοί, ορφανά, και πάντες εν γένει οι
+κάτοικοι της κωμοπόλεως θρηνούντες παρηκολούθουν το λείψανον του
+ευεργέτου αυτών.
+
+Και οι μεν θλιβεροί παλμοί των καρδιών μας ήσαν οι νεκρώσιμοι της
+κηδείας τυμπανισμοί, ο δε θρήνος των παρακολουθούντων ήτο η
+κατανυκτική μελωδία, δι' ης του παραδείσου αι πύλαι ηνοίγοντο εις
+την ψυχήν του Γεροστάθου.
+
+Τοιαύτας κηδείας μόνον οι ενάρετοι, οι φιλάνθρωποι, και οι
+φιλοπάτριδες απολαμβάνουν επί της γης, ενώ αι ψυχαί των
+αγαλλόμεναι αναβαίνουν εις τους ουρανούς.
+
+Εις τον ναόν του Υψίστου ο διδάσκαλος των Ελληνικών εξεφώνησε
+λόγον επιτάφιον γλαφυρόν και διδακτικώτατον· είχε δε και το μέγα
+αλλά σπάνιον προτέρημα της συντομίας, ώστε, ότε ο ρήτωρ έπαυσεν,
+οι ακροαταί, αντί να ευχαριστηθώσιν, ελυπήθησαν, παύσαντες
+ακροαζόμενοι έργα ωραία κομψώς εξιστορούμενα.
+
+Το ρητόν, διά του οποίου ο διδάσκαλος επροοιμίασεν, ήτο το του
+Ευαγγελίου «ος δ' αν ποιήση και διδάξη ούτος μέγας κληθήσεται εν
+τη βασιλεία των ουρανών.»
+
+Διατηρήσας δε αντίγραφον του επιτυμβίου, του χαραχθέντος επί του
+τάφου του γέροντος, ευχαρίστως καταχωρώ τούτο ενταύθα είχε δε
+ούτως·
+
+ΕΝΤΑΥΘΑ ΚΕΙΤΑΙ Ο
+ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ
+ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΝΑΡΕΤΟΣ
+ΚΑΙ
+ΕΛΛΗΝ ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ
+ΟΣ
+ΚΥΡΙΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΕΞ ΟΛΗΣ ΨΥΧΗΣ
+ΚΑΙ
+ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΩΣ ΕΑΥΤΟΝ
+ΑΓΑΠΗΣΑΣ, ΑΥΤΟΣ ΤΕ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΗΝ, ΚΑΙ
+ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΕΠΙ ΚΑΛΟΚΑΓΑΘΙΑΝ ΗΓΕΝ
+
+Οι συντάξαντες το επιτύμβιον τούτο συνένωσαν εντός αυτού τα δύο
+μεγάλα παραγγέλματα του Ευαγγελίου μετά των περί Σωκράτους λόγων
+του Ξενοφώντος. Φαίνεται δε ότι ηθέλησαν ούτω ν' αποδείξωσιν ότι
+εις την καρδίαν του Γεροστάθου συνηνούτο ο Χριστιανισμός μετά του
+Ελληνισμού, ως συνήνονεν αυτούς το επί του τάφου του μάρμαρον.
+
+Μετά πολυχρόνιον αποδημίαν περιηγηθείς εσχάτως την Ήπειρον,
+μετέβην και εις την κωμόπολιν του Γεροστάθου, όπου τόσαι γλυκείαι
+αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας θερμώς μ' επροσκάλουν.
+
+Αλλά την μεν κωμόπολιν εύρον σχεδόν έρημον ζητήσας δε με
+πάλλουσαν καρδίαν το σχολείον και την οικίαν του γέροντος, δεν
+εύρον ειμή ερείπια.
+
+Περίλυπος μετέβην τότε από το κοιμητήριον αυτό των ζώντων εις το
+κοιμητήριον των αποθανόντων, όπως ασπασθώ τον τάφον του ευεργέτου
+μου, και επ' αυτού κλαύσω την ερήμωσιν της πατρίδος. Αλλ' ουδέ
+ίχνος του τάφου του υπήρχε πλέον!
+
+Δυστυχεστάτη πατρίς! ανέκραξα τότε στενάζων βαθέως, δεν θέλει
+λοιπόν παρέλθει η οργή του Κυρίου από σου,
+
+Αλλ' όχι! χριστιανισμός και απελπισία είναι αντίφασις, είναι
+αμάρτημα. Ας εξακολουθώμεν λοιπόν ελπίζοντες πάντοτε· διά της
+παιδείας δε, της φιλοπονίας, και αρετής ας ενισχύωμεν, ας
+αναπτύσσωμεν, ας πολλαπλασιάζωμεν τας δυνάμεις ημών, και αι
+γλυκείαι ημών ελπίδες βεβαίως θέλουν πραγματοποιηθή.
+
+Το τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν άφινε να κοιμηθή τον νέον
+Θεμιστοκλέα· τοιουτοτρόπως και η προγονική εύκλεια ας μη αφίνη
+τους νέους ημάς Έλληνας να κοιμώμεθα ήσυχον ύπνον αλλ'
+αδιαλείπτως ας αγωνιζώμεθα όπως αξιωθώμεν ν' αποτινάξωμεν την
+εθνικήν κακοδαιμονίαν, επαναφέροντες άπασαν την Ελληνικήν φυλήν
+εις την χορείαν των ευδαιμόνων εθνών!
+
+Κατά την θλιβεράν δ' εκείνην ημέραν απεφάσισα να εκδώσω τας
+αναμνήσεις μου ταύτας, όπως διά των ιδίων έργων και λόγων του
+αγαθού Γεροστάθου ανεγείρω εις αυτόν, αντί του καταστραφέντος,
+μνημείον άλλο διαρκέστερον ίσως εκείνου, σύμφωνον δε με τας
+ευγενείς του ανδρός διαθέσεις.
+
+« Γαίαν έχοις ελαφράν, φίλτατε φίλων! »
+
+
+
+Τ Ε Λ Ο Σ.
+
+
+
+ΠΙΝΑΞ
+ΤΟΥ
+ΤΡΙΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
+
+
+
+Η πρώτη αγάπη.......
+ Ο πάππος, ο υιός, και ο μικρός Θωμάς
+ Ο Αινείας και ο πατήρ του..
+ Η Σπαρτιάτις Χειλωνίς....
+ Ο Επαμεινώνδας και οι γονείς του
+ Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Ολυμπιάς
+ Ο κήπος και η καρδία...
+ Ο Κοριολάνος και η μήτηρ του
+ Ο Βάσιγκτων και η μήτηρ του
+Μία ψυχή εις δύο σώματα
+ Ο κλώνος και το δεμάτιον.
+ Οι δύο μικροί φίλοι...
+ Ο Σωκράτης, ο Αλκιβιάδης, και ο Ξενοφών
+ Η φιλία του Επαμεινώνδου και Πελοπίδου
+ Δάμων και Φιντίας... Ηδονή γλυκυτάτη...
+ Ο Πέτρος και ο πτωχός μαθητής του
+ Ο κατά το Ευαγγέλιον τέλειος άνθρωπος
+ Η ελεημοσύνη της τυφλής
+ Ο ιερεύς της Μόσχας
+ Η ελευθεριότης του Κίμωνος
+Ο Θείος νόμος
+ Η φιλανθρωπία του Θησέως
+ Το αληθές προτέρημα του Περικλέους
+ Ο εφημέριος της κωμοπόλεως
+ Η προς τον πλησίον αγάπη
+ Ο χωρικός, ο επονομασθείς Σωτήρ
+ Ο χωρικός και ο αυτοκράτωρ Ιβάν
+ Ο λέων και ο Ανδροκλής
+ Ο αγαθός Τίτος
+ Οι τριάκοντα Τύραννοι και ο Σωκράτης
+ Ο δίκαιος Αριστείδης
+Η υπερτάτη αρετή
+ Ο Παύλος και η Ευφροσύνη
+ Σωτήριον μάθημα
+ Ο Λυκούργος και ο Άλκανδρος
+ Ο Πελοπίδας και ο στρατιώτης
+ Ο Περικλής υβριζόμενος
+ Ο Σωκράτης προαπόστολος
+ Η τελευταία παραγγελία του Φωκίωνος
+ Ο Δημοσθένης και το όνειον γάλα
+ Η αμνησικακία του Αριστείδου
+ Η εκδίκησις του εξορίστου Κίμωνος
+Ο ιερώτερος έρως
+ Ο θάνατος του Κόδρου
+ Η θυσία της Αγραύλου
+ Ο όρκος των νέων
+ Η Αργεία Τελέσιλλα
+ Αι Σπαρτιάτιδες κατά του Πύρρου
+ Η Κρατησίκλεια εις την Αίγυπτον
+ Ο Θρασύβουλος κατά των τριάκοντα Τυράννων
+ Ο Πελοπίδας ελευθερόνων τας Θήβας
+ Ο Σωκράτης εν τω δεσμωτηρίω
+ Ο Μάρκος Ρήγουλος
+ Ο Λυκούργος εκουσίως εξοριζόμενος
+ Ο Ιπποκράτης και ο Αρταξέρξης
+ Ο Αριστοτέλης και τα Στάγειρα
+ Θυσία παθών
+ Ο φιλόπατρις και φιλόπονος
+ Αμοιβαί και αχαριστία
+Η δύσις
+ Η ασθένεια
+ Η τελευταία επίσκεψις
+ Αι τελευταίαι στιγμαί του Γεροστάθου
+ Η διαθήκη
+ Η κηδεία και το επιτύμβιον
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Gerostathis, by Leon Melas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GEROSTATHIS ***
+
+***** This file should be named 33351-0.txt or 33351-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/3/3/5/33351/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/33351-0.zip b/33351-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..3b0d42f
--- /dev/null
+++ b/33351-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..882d8f3
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #33351 (https://www.gutenberg.org/ebooks/33351)