diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:57:31 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:57:31 -0700 |
| commit | 3615ae9f73f1735fa43c96e05f169c1da92607fc (patch) | |
| tree | bf9e6816ca361e6514493a65d36f61fea0cbc775 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 32386-0.txt | 6129 | ||||
| -rw-r--r-- | 32386-0.zip | bin | 0 -> 129277 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6145 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/32386-0.txt b/32386-0.txt new file mode 100644 index 0000000..7845558 --- /dev/null +++ b/32386-0.txt @@ -0,0 +1,6129 @@ +The Project Gutenberg EBook of Papa Parthenis' Legendary, by Pavlos Nirvanas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Papa Parthenis' Legendary + and other stories from the islands + +Author: Pavlos Nirvanas + +Release Date: May 15, 2010 [EBook #32386] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PAPA PARTHENIS' LEGENDARY *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been +changed. Bold words have been included in &. A missing line +is marked by [] + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. +Μια γραμμή που λείπει υποδεικνύεται με [] + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ + + +ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ + + +ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ +ΤΟΥ +ΠΑΠΑ-ΠΑΡΘΕΝΗ +ΚΙ' ΑΛΛΕΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1915 + + + +του Παπα-Παρθένη + +που την έσκαζε ήτανε πως ο παπάς με τον κόσμο όλα τάβρισκε + + + + + + +ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΠΑΡΘΕΝΗ + + + +Ο Παπα-Παρθένης, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, ήξερε περισσότερα +πράματα για τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη βασιλεία +των Ουρανών. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελε και να πολυξετάζη τα +μυστήρια του Θεού. «Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος», έλεγε συχνά, +όταν τον ενοχλούσαν οι πιστοί. Έπειτα ήτανε και άνθρωπος +ψυχοπονιάρης, ήξερε πως οι νόμοι της Χριστιανοσύνης ήτανε σκληροί +και όταν διάβαζε το «Πηδάλιο», τον πονούσε η ψυχή του. «Βαρειά η +καλογερική, έλεγε κάποτε στους δικούς του, μα κι' ο λαϊκός, βρε +παιδιά, σα θέλη να ζήση με το Νόμο του Θεού, πρέπει να τυραννισθή +σ' αυτόν τον κόσμο». Ποιος είν' αυτός που ζη σήμερα με το Νόμο του +Θεού; Κανένας. Όλοι μας, για «το πυρ το εξώτερον» είμαστε παπάδες +και λαϊκοί, όλοι πέρα-πέρα. Έτσι του είχε περάσει η ιδέα πως η +σωτηρία του ανθρώπου ήτανε αδύνατη. Μα γι' αυτό ίσα-ίσα δεν του +βαστούσε η καρδιά του να κακοκαρδίζη τους Χριστιανούς. Όταν έβλεπε +τις γρηούλες και τους γέρους στην εκκλησιά, από τον όρθρο, να +σέρνουν ταδύνατα κορμιά τους, να σπάζουν τα γέρικα γόνατά τους +στις μετάνοιες, να λυώνουν στα πόδια για την αγάπη του Θεού και +συλλογιζότανε, πως μ' όλες τις κακοπάθειες, μ' όλες τις νηστείες, +μ' όλα τα βάσανα, πάλι δε φύλαγαν τον νόμο του Θεού, όπως θέλουν +τα Βιβλία, πάλι δύσκολα θάβρισκαν έλεος στη φοβερή ημέρα της +Κρίσεως [λείπει μια γραμμή]και οστά». Μπορεί άνθρωπος να ζήση και +να μη καταλαλήση, να μη ζηλέψη, να μην αδικήση τον πλησίον του, +χωρίς να το θέλη καμμιά φορά, να μη προδώση, να μη βαρυγκομήση για +την τύχη του, να μην «επιθυμήση το πονηρόν» καμμιά φορά σαν +άνθρωπος, και μ' όλα του τα γεράματα; Φοβερές αμαρτίες, συνέργειες +του Σατανά, έργα του Πονηρού είνε όλη μας η ζωή. Τι να σου κάνουν +οι νηστείες; «Ου τα εισερχόμενα, αλλά τα εξερχόμενα», λέει το +χαρτί. Τι να σου κάνουν οι προσευχές; «Ουχί ο κράζων μοι: Κύριε! +Κύριε! εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών», είπε ο +Χριστός. Ο φτωχός ζηλοφθονεί το ξένο καλό. Πώς θέλεις να κρατήση +τον Δεκάλογο; «Ουκ επιθυμήσεις...» Ο πλούσιος είνε πλούσιος. +«Ευκολώτερον εστι κάμηλον διελθείν δια τριμαλιάς βελόνης ή +πλούσιον εισελθείν εις την βασιλείαν των Ουρανών». Όσο για τους +νέους, αλλοίμονο και τρις αλλοίμονο! Ο Σατανάς τους έχει δεμένους +χειροπόδαρα. «Σκεύη του Σατανά». Ασωτείες, παραλυσίες, μοιχείες, +όλα τα κάνουν. Ύστερα έρχονται κι' ανάβουν ένα κερί στην εκκλησιά. +Καλύτερα να μην τάναβαν κι' αυτό. Κι' αυτός ακόμα — μήπως ήθελε να +κρυφθή; — ήτανε άξιος να φέρνη το σχήμα;... + + — Ήμουνα άξιος εγώ να παρουσιάζωμαι στο Θυσιαστήριο του Θεού; Ας +όψωνται αυτοί που με παρακίνησαν, έλεγε στους δικούς του, στην +παπαδιά, σε κάτι ανηψίδια του. Τι να κάνης; «Και παπάς έγινες, +Κώστα; Έτσι τώφερε η κατάρα». Να τρώμε τις προσφορές των +χριστιανών και να ντροπιάζωμε την ιερωσύνη. + + — Πες μου τον καλύτερο! του είπε μια μέρα η παπαδιά. Όλο τον +κατακλυσμό φέρνεις... + + — Αυτά είνε τα σωστά, παπαδιά, είπε ο Παπα-Παρθένης. Σα θέλομε να +γελούμε τον εαυτό μας αλλάζει το πράμα. + +Η παπαδιά δεν πολυχώνευε αυτές τις κουβέντες. Εκείνο που την +έσκαζε ήτανε πώς ο παπάς με τον κόσμο όλα τάβρισκε μέλι-γάλα, +μονάχα στο σπίτι του έφερνε τον κατακλυσμό. + + — Σαν είνε σωστά, του είπε με θυμό, να τα λες στους Χριστιανούς. +Να τους ανοίξης τα μάτια. Να τους βάλης «κανόνα». Ποιος ήλθε να +ξαγορευθή σε σένα και δεν τον άφησες να κοινωνήση; Τώχει να το +κάμη ο κόσμος. Άνθρωποι που δεν κοινώνησαν εδώ και δεκαπέντε +χρόνια, περίμεναν να γίνης παπάς εσύ για να κοινωνήσουν. Βαφτίζεις +και μυρώνεις. Φόρα το πετραχήλι, την ευχή κ' έχει ο Θεός. Όλες οι +φκιασιδούδες, όλες οι πεταλούδες απ' το κελλί σου περνούνε. Ο +κόσμος σου ψάλλει όσα σέρνει η σκούπα. Σύρε να τακούσης! + + — Έχει και το δίκιο της η παπαδιά, είπε ο Παπα-Παρθένης στο +ανηψίδι του, ένα ορφανό της αδελφής του, που τώχε συμμαζέψει στο +σπίτι του. Έχει και το δίκιο της. Μα τι να κάνης, βρε παιδί; Τον +πονεί τον κόσμο η καρδιά μου. Δεν μπορώ να κακοκαρδίσω άνθρωπο. +Όλοι αμαρτωλοί είμαστε. Ο Θεός είνε μεγάλος. Κανένα δε θαφήση να +χαθή. Παιδιά του είμαστε όλοι. Μα πρέπει να λέμε και το σωστό, εδώ +αναμεταξύ μας, που είμαστε, την αλήθεια του θεού πρέπει να τη +λέμε. Κι' ας θυμώνη η παπαδιά... + +Ήτανε απάνω στο τραπέζι. Ο παπάς τραβούσε κι' από μία. Του +βαστούσε το ίσο και το ανηψίδι. Μόνο η παπαδιά δεν έπινε. + + — Αν έπινες και καμμιά, κυρά-παπαδιά, θάσουνε καλύτερη, είπε σε +λίγο, κλείνοντας το μάτι στο ανηψίδι. Απ' το νερό έγινες σα +βατράχι. Πιες ένα δαχτυλάκι, να μη ζωντανέψη ο αστακός μέσα σου. + +Ο παπάς είχε μαγειρέψη μοναχός του ένα πιλάφι με αστακοουρές, σα +Μεγάλη Σαρακοστή που ήτανε. Το πιλάφι του παπά ήτανε ονομαστό σ' +όλο το νησί, κανένας δεν τώφκιανε και «ο φαγών μεμαρτύρηκε». + + — Τράβα μία, το καλό που σου θέλω, ξαναείπε, και της έβαλε στο +ποτήρι της. + +Η παπαδιά έσπρωξε το ποτήρι θυμωμένη: + + — Να το πάρης το κρασί σου στο κελλί, να κερνάς τις προκομμένες +που ξαγορεύεις. Κάλλιο να τους δίνης να πίνουν με την κανάτα, παρά +με το Δισκοπότηρο. Να μην κολάζεσαι κι' όλα. + +Ο Παπα-Παρθένης μαζεύτηκε. Όταν έπαιρνε έτσι το Χερουβικό η +παπαδιά, καλά ξεμπερδέματα. Την βαστούσε ο Πειρασμός μια βδομάδα. +Τα είχε ξεσκολήσει αυτά ο παπάς, μα ήθελε πάλι να τη δοκιμάση. +Άπλωσε το χέρι του να την χαϊδέψη στο μάγουλο... + +Η παπαδιά έγεινε κόκκινη σαν τον αστακό απ' το θυμό της. Καθώς +ήτανε παχειά κ' αιματώδισα, θαρρούσες πως θα σκάση. + + — Κάτω τα ξερά σου. Έχεις και λειτουργία αύριο, γέρο κολασμένε! + + — Ο Θεός είνε μεγάλος, παπαδιά. Άλλες είνε οι αμαρτίες. Η αγάπη +δεν είνε κρίμα. Την έδωκε ο Θεός. + +Η παπαδιά έβραζε μέσα της. Τράβηξε το σκαμνί της και γύρισε απ' +την άλλη μεριά. + + — Έγινε βαπόρι η παπαδιά, είπε ο παπάς στο ανηψίδι του. Μα κ' εγώ +έκανα καπετάνιος. Ξέρω και κυβερνώ βαπόρια, τέτοια και μεγαλύτερα. + +Η παπαδιά δε σήκωνε από αστεία. Τινάχθηκε απάνω, πέταξε με ορμή το +μαχαίρι και το μήλο που καθάριζε κ' έφυγε στην άλλη κάμαρη. + +Ο παπάς έβαλε το δάχτυλο στο στόμα: + + — Τσιμουδιά, είπε στο ανηψίδι του. Μπόρα είνε και θα περάση. + +Με την ώρα άνοιξε κ' η πόρτα και μπήκε ο Θανάσης ο Μελαχροινός, ο +δεξιός ψάλτης του Ευαγγελισμού, ένας ψηλός, ξερακιανός, +μισοκαιρίτης, του Θεού άνθρωπος, καλόφωνος όσο γίνεται και +τεχνίτης, που ερχότανε και συντρόφευε κάποτε τα βράδυα τον παπά, +κουτσοπίνοντας μαζί του ως τα μεσάνυχτα. + +Η παπαδιά δεν τον πολυχώνευε κι' όταν τον άκουγε νανεβαίνη τις +σκάλες, μουρμούριζε πάντα, μπροστά του και πίσω του. Δεν της +άρεσαν πολύ αυτά τα ξενύχτια του παπά. + + — Ξέρεις τι άνθρωπος είν' αυτός; της έλεγε ο παπάς. Αγιορείτης, +άγιος άνθρωπος. Είκοσι χρόνια πάνε, που τον γνώρισα στη μονή του +Βατοπεδίου, σαν πέρασα αποκεί με το μπάρκο. Του Θεού άνθρωπος. + +Ο Θανάσης ο Μελαχροινός καλησπέρισε, φέρνοντας το χέρι στο στήθος, +με το παντοτεινό του χαμόγελο. + + — Την ευχή σου, δέσποτα. + + — Ευλογημένος να είσαι. + + — Και πού είνε — καλή ώρα νάχη — η κυρά παπαδιά; Δεν θα την +ιδούμε απόψε; + +Από μέσα του ήτανε ευχαριστημένος για την απουσία της παπαδιάς και +κάποια ευχαρίστηση φαινότανε ζωγραφισμένη στο στεγνό πρόσωπο του, +που θάμενε μόνος με το φίλο του. Η παπαδιά τους χαλούσε πάντα τη +συζήτησι, με την γκρίνια της, έβαζε παντού το λόγο της, τους +έβγαζε ξυνό το λίγο κρασάκι, που τραβούσαν με την ησυχία τους και +λυπότανε το λάδι που καιότανε στο λυχνάρι. + +Ο Παπα-Παρθένης έκλεισε το δεξί του μάτι στο φίλο του, έκαμε μία +χειρονομία τινάζοντας το ράσο του και υστέρα είπε σοβαρά: + + — Την έπιασε πάλι το κεφάλι της, την ευλογημένη. Υποφέρει πολύ, η +δυστυχισμένη, πάει να πλαγιάση... + +Ο Θανάσης ο Μελαχροινός αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο: + + — Λυπάμαι πολύ, περαστικά της να δώση ο Θεός. Χάσαμε την καλή της +τη συντροφιά. + +Και στρώθηκε στο τραπέζι. Το ανηψίδι τούβαλε ένα ποτήρι μπροστά +του. Ο Παπα-Παρθένης του το γέμισε, προσφέροντας του μια φέτα +μήλο, με την άκρη του μαχαιριού. Σήκωσαν τα ποτήρια τους και +τάφεραν στα χείλια μ' ένα σιγαλό χαιρετισμό, χωρίς να τσουγκρίσουν +τα ποτήρια. Όλ' αυτά έγιναν με μια ησυχία μοναδική, χωρίς ήχον ή +λόγο. Ο Κυρ-Θανάσης ήξερε τα συστήματα της παπαδιάς, όσο κι' ο +ίδιος ο παπάς, ετράβηξε σιγά-σιγά και ρουφηχτά το κρασάκι του, +σηκώνοντας τα μάτια προς τον ουρανό, σαν τα πουλάκια που σηκώνουν +το λαιμό τους να ευχαριστήσουν το Θεό, για το νεράκι που τους +χαρίζει. Ύστερα ακούμπησαν με ησυχία τα ποτήρια τους απάνω στο +τραπέζι. + +Η παπαδιά αναστέναξε από το διπλανό δωμάτιο. + + — Υποφέρει η ευλογημένη, είπε ο Κυρ-Θανάσης. + +Και αλλάζοντας φωνή, ξαναείπε στον Παπα-Παρθένη: + + — Δεν τελειώσαμε, παπά μου, τη χθεσινή συζήτησι. Την αφήσαμε στη +μέση. Όλη τη νύχτα αυτή τη συλλογή είχα και δε μάφησε να κοιμηθώ. +«Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος»... + + — Δε βρίσκεις άκρη, ευλογημένε, είπε ο Παπα-Παρθένης +ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια. + + — Έχεις λοιπόν την ιδέα, Πάτερ-Παρθένιε, πώς θαύρουν έλεος στην +ημέρα της Κρίσεως, όσοι δεν έλαβαν το άγιον βάπτισμα της +Ορθοδοξίας; Εμένα δεν το χωρεί το κεφάλι μου. Η προπατορική +αμαρτία «αποπλύνεται διά του βαπτίσματος». Έτσι μας λένε τα +χαρτιά. + +Ο Παπα-Παρθένης αναστέναξε. + + — Πώς το θέλεις, ευλογημένε; Είνε πάλι δίκιο να χαθούν τόσοι +άνθρωποι, που δεν εγνώρισαν την Αλήθεια; Εκατομμύρια λαός. Να μη +βρη έλεος κανένας; Τόσοι καλοί άνθρωποι, ενάρετοι, ελεήμονες, +θρήσκοι, που δεν έβλαψαν τον πλησίον τους, πλάσματα του Θεού κι' +αυτά σαν κ' εμάς; Εγώ γύρισα Φραγκιά και Ανατολή, γνώρισα λογής- +λογής ανθρώπους, Φράγκους, Λουθηρανούς, Σχισματικούς. Είδα χρυσούς +ανθρώπους. Και Τούρκους ακόμα, Τούρκους μάλαμα, αγίους ανθρώπους, +καλύτερους από μερικούς δικούς μας. Εκατομμύρια κόσμος. + + — Λες λοιπόν, Πάτερ-Παρθένιε, να βρουν έλεος όλοι αυτοί; + + — Τι να σου πω κ' εγώ, ευλογημένε; Ο Θεός είνε μεγάλος, +πολυεύσπλαγχνος. Κυττάζει την καρδιά του ανθρώπου. Δεν το είπε και +ο Απόστολος: «Ουκ ένι Έλλην ή Ιουδαίος, ελεύθερος ή δούλος, αλλά +τα πάντα και εν πάσι Χριστός». + +Ο Κυρ-Θανάσης είχε αρχίσει να πείθεται απ' τη ρητορική και την +καλωσύνη του παπά. Είχαν αδειάσει σιγαλά και το δεύτερο ποτήρι, +κάποια καλωσύνη πλημμυρούσε τις ψυχές τους και είχαν διάθεσι +νανοίξουν τις πόρτες του Παραδείσου και να βάλουν όλο τον κόσμο +μέσα. + + — Ο Θεός είνε μεγάλος, είπαν κ' οι δύο μ' ένα στόμα. + + — Δεν πίνεις και κανένα κρασάσι, ευλογημένε, ξαναείπε δυνατά ο +Παπα-Παρθένης. Στέγνωσε το λαρύγγι μας. Και «οίνος ευφραίνει +καρδίαν ανθρώπου», είπε ο Προφητάναξ. + + — Ευχαριστώ, Πάτερ. Δεν τώχω πολύ διάθεσι. + + — Πάρε, ευλογημένε, δε θα σε πειράξη. + +Τσούγκρισαν δυνατά τα ποτήρια. + + — Υγεία και καλή ψυχή! Περαστικά της παπαδιάς. + + — Ευχαριστώ. Να δώση ο Θεός. + +Με την ομιλία των αβαπτίστων, ο λόγος έπεσε στη Φραγκιά. + +Ο Παπα-Παρθένης άρχισε να λέη για τις ταυρομαχίες, που είχε ιδεί +μια φορά στη Βαρκελώνα. + + — Να ιδής, το αίμα, που λες, να τρέχη ποτάμι. Άντερα να χύνωνται +στο χώμα, σαν τίποτε. Και να βλέπης τις Σπανιόλες, να χτυπάνε τα +χέρια τους, να κάνουν σαν τρελλές. Εβίβα, Κυρ-Θανάση, παιδί μου! + + — Εβίβα, Πάτερ. Βάρβαρα πράματα. + +Οι δύο φίλοι ήσαν ζωηροί, ευχαριστημένοι για τη σωτηρία των +αβαπτίστων. + +Άξαφνα, σαν νάπεσε αστροπελέκι απάνω τους, βουβάθηκαν. + +Η φωνή της παπαδιάς ακούστηκε απ' το διπλανό δωμάτιο: + + — Από τέτοια, ρώτα τον όσο θέλεις· τα ξέρει απόξω. Μόνο για τη +βασιλεία του Ουρανού, μην τον ρωτάς! + + — Η ευλογημένη, με πειράζει πάντα! είπε ο παπάς κατσουφιασμένος. + +Ο Κυρ-Θανάσης δεν είπε λέξι. Έκλεισε το δεξί του μάτι και +σηκώθηκε. + + — Ώρα είνε, Πάτερ, να σαφήσω ναναπαυθής. Είνε κ' η παπαδιά +ανήμπορη και την ανησυχούμε με τις κουβέντες. Καλό ξημέρωμά σας, +περαστικά σας, η ευχή σας. + + — Καλή νύχτα, παιδί μου Θανάση. Να μη μας ξεχνάς. + +Τον έφερε ως τη θύρα. Ο καιρός είχε χαλάσει. Άρχισε να ψιχαλίζη. +Μια σιγανή ανοιξιάτικη βροχή. Από το περιβόλι μια μυρωδιά από +λουλούδια και βρεμμένο χώμα χύθηκε στο σπίτι, μια μυρωδιά που +άνοιγε την καρδιά. Ο Κυρ-Θανάσης άνοιξε την ομβρέλλα του. + + — Φουσκοδεντριές, παπά μου. + +Και κατέβηκε σιγά-σιγά τις σκάλες. + +Ο Παπα-Παρθένης έμεινε στην ανοικτή πόρτα, σα ξεχασμένος, +κυττάζοντας στο υγρό σκοτάδι, με μια βαθειά μελαγχολία. Η μυρωδιά +του βρεμμένου χώματος, το σιγαλό και μονότονο χτύπημα της βροχής +απάνω στα κεραμίδια και το σβισμένο βουητό της θαλάσσης, που +δαρμένη απ' τη φουσκοθαλασσιά της νοτιάς αναστέναζε ακόμα απ' το +μακρυνό περιγιάλι, τον μεθούσαν σα γλυκό κρασί. Γύρισε και κύτταξε +το μαύρο του ράσο, τα μακρυά του γένεια, το πλατύ μεταξωτό ζωνάρι +του και του φάνηκε πως έβλεπ' έναν άλλο άνθρωπο, ξένο, κολλημένο +με τον εαυτό του, από διαβολική συνέργεια. Μια βαρειά στενοχώρια +του πλάκωσε την καρδιά του, το μαύρο εκείνο ρούχο τον έπνιγε, ένας +φόβος παράξενος τον έπιασε, έκλεισε την πόρτα, συμμάζωξε νευρικά +το κομπολόγι μες τη φούχτα του και γύρισε μέσα στην κάμαρη. Κάθησε +πάλι μπροστά στο τραπέζι, μπροστά στάδεια ποτήρια και άνοιξε ένα +Ψαλτήρι, που βρέθηκε μπροστά του. Κάποιους συλλογισμούς ήθελε να +διώξη απ' το κεφάλι του, κάτι ζητούσε, χωρίς να ξέρη κι' ο ίδιος +τι ζητά. Πέρασε τα γυαλιά απ' ταυτιά, ξεφυτίλισε το λύχνο, που +τρεμόσβυνε μ' ένα άσχημο καπνό, κι' άρχισε να διαβάζη στο πρώτο +φύλλο που άνοιξε: «Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου και +κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου...» +Γύρισε άλλο φύλλο: «Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί +σε επιστρέψουσι...» Δεν μπορούσε να προχωρήση· ο νους του έφευγε +από το βιβλίο, η καρδιά του ήτανε βαρειά, ανάρηες σταλαγματιές +βροχής χτυπούσαν, πού και πού, απάνω στα τζάμια, που γύριζαν το +μυαλό του, σαν να του κανοναρχούσαν άλλα λόγια, παράξενα. Γύρισε +πάλι μερικά φύλλα: «Και ήμην, ως στρουθίον επί δώματι και ως +νυκτικόραξ εν οικοπέδω...» Άρπαζε δυο λόγια, μα δεν μπορούσε να +πάη παρακάτω. Γύριζε και κύτταζε κάθε λίγο στο παράθυρο. Οι +σταλαγματιές της βροχής του φαινότανε πως ήταν κάποιο χέρι που του +χτυπούσε το παράθυρο και δεν τον άφινε να διαβάση. «... Ζώα μικρά +μετά μεγάλων, εκεί πλοία διαπορεύονται...» Έκλεισε το βιβλίο και +το πέταξε στο τραπέζι μαζί με τα γυαλιά του, ακούμπησε το κεφάλι +στο χέρι του κ' έκλεισε τα μάτια του. + +Πώς του ήρθε να γίνη παπάς; Ούτ' αυτός δεν το καταλάβαινε. Ό,τι +φέρνει η ώρα δεν το φέρνει ο χρόνος. Ναυτικός άνθρωπος, γεμιτζής +τόσα χρόνια, μαθημένος στο πέλαγο, στην απλοχωριά, ψημένος στις +φουρτούνες, στενόκαρδος πάντα στη στερηά και στα βάσανα του +κόσμου, τι την ήθελε την ιερωσύνη; Να παλαίβη με τη δυστυχία του +κόσμου, να ζη με τα βάσανα της κακομοιριάς, να παραστέκεται στις +συμφορές των ανθρώπων, να βλέπη την Κόλασι μπροστά του μέρα και +νύχτα, στη ζωή και στο θάνατο. Και νάχη και την κακολογιά του +κόσμου, νάχη και την κακολογιά της ίδιας της γυναίκας του. Να μην +ξέρη ο ίδιος πώς να πιαστή και πού ναβρή άκρη. Να πάη με τον +Κανόνα της εκκλησίας, να σφίξη την καρδιά του, να πη σε κληρικούς +και λαϊκούς τη φοβερή αλήθεια, να τους πη πως δεν βρίσκουν έλεος +και σωτηρία, να τους βάλη επιτίμια, νηστείες, μετάνοιες, να τους +στερήση την Αγία Μετάδοσι, τα ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον. Μα η +καρδιά του δε βαστούσε. Ποιος είνε αναμάρτητος; «Ουκ εστίν +άνθρωπος, ος ζήσεται και ουχ αμαρτήσει». Καλύτερα νάπαιρνε αυτός +την αμαρτία απάνω του... Νακολουθήση πάλι το παράδειγμα του +Χριστού, να συχωρέση τους αμαρτωλούς, τις κακές γυναίκες, τους +παραστρατημένους, τη σάρκα την αδύνατη; Αυτό έκανε. Αυτό του έλεγε +η καρδιά του. Τι βγαίνει; Η καταλαλιά του κόσμου τον έπνιγε. +Τούλεγαν πως δεν ήξερε το Νόμο του Θεού, πως ήξερε περισσότερα για +τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη Βασιλεία των Ουρανών. +Πως δεν ήταν για παπάς. Η ίδια του η γυναίκα τον καταλαλούσε: + + — Όσοι είχανε χρόνια να μεταλάβουν περίμεναν να γίνης του λόγου +σου παπάς, για να πάρουν τ' Άγια Μυστήρια. Όλες οι φκιασιδούδες, +όλες οι πεταλούδες, εσένα περίμεναν να τους βάλης το πετραχήλι στο +κεφάλι... + +Ανάθεμα την αρρώστεια, που τον έρριξε στη στερηά! Ας όψεται ο +Δεσπότης, ο μπάρμπας του, που τον έφαγε να γίνη παπάς· ας όψεται η +γυναίκα του, πούθελε από καπετάνισσα να γίνη παπαδιά, για να τον +έχη στο φουστάνι της και να τρώη τις προσφορές του κόσμου. + +Κι' αυτός τους άκουσε. Άκουγε όλον τον κόσμο. Δεν μπορούσε να πη +το όχι. + + — Άκουσε, παιδί μου, του είπε ο Δεσπότης, στην περιοδεία, που τον +είχε μουσαφίρη στο σπίτι. Εσύ δεν είσαι πια για τη θάλασσα. Οι +γιατροί σού το είπανε. Είσαι νέος ακόμα, ξέρεις γράμματα,, έβγαλες +το σχολαρχείο, είσαι ενάρετος άνθρωπος. Η ιερωσύνη ξέπεσε πολύ. +Έχομε ανάγκη από καλούς ιερωμένους. Όλοι οι «εξώλεις και προώλεις» +γινήκανε παπάδες, όλοι οι αγράμματοι, τα ξύλα ταπελέκητα. Ο Παπα- +Δαυλής πάει να λειτουργήση απάνω στον Προφήτη-Ηλία με τους +πιστούς, και αρχίζει τη λειτουργία μισοδρομής, απάνω στο γάιδαρο. +Τα ξέρεις δα! «Ευλογητός ο Θεός...» και τσινάει το γαϊδούρι, +«Ντε... ρημάδι». Κι' όταν φθάση στην εκκλησιά βγάζει τ' Άγια και +γελάει ο κόσμος μαζή του. Τα ξέρεις και του αλλουνού του +προκομμένου της Αγίας Τριάδος, που τον έκαμα αργό... + +Θαρρούσε πως ήταν αυτή η στιγμή που τον δασκάλευε ο Δεσπότης, που +τούλεγε τα κατορθώματα του Παπα-Σωτήρη, που βούιζε πέρα-πέρα το +νησί. Αγαπούσε και ταστεία ο πανιερώτατος και τάλεγε μια χαρά. +«Ανάθεμά τον! Θεέ μου, συχώρεσέ μου! » + + — Τα ξέρεις του προκομμένου. Έβγαζε και λόγο τις μεγάλες ημέρες +στους Χριστιανούς. Μια φορά έβαλε στοίχημα με κάποιον να κάμη τους +μισούς Χριστιανούς να κλαίνε και τους άλλους μισούς να γελούν. Ο +πειρασμός τον έσπρωξε να εμπαίξη τα θεία, χωρίς να το καταλάβη. +Ανέβηκε λοιπόν απάνω στον άμβωνα, γυρίζει προς το Ιερό, κι' +αρχίζει να λέη τα βάσανα που περιμένουν τους αμαρτωλούς στην άλλη +ζωή. Έβγαλε και το μαντύλι του, όπως συνήθιζε, κι' άρχισε να +σκουπίζη τα δάκρυά του. Οι Χριστιανοί, που ήταν απ' το μέρος του +Ιερού, άρχισαν να κλαίνε κι' αυτοί πικρά δάκρυα. Οι άλλοι μισοί +όμως που ήσανε προς τη θύρα ήσανε ξεκαρδισμένοι στα γέλοια, +κρατούσαν τα σηκότια τους. Πώς είχε γίνει αυτό το θαύμα; Να σου το +πω. Ο προκομμένος ο αρχιμανδρίτης εκεί που με το ένα χέρι σκούπιζε +τα δάκρυά του, με το άλλο είχε σηκώσει με τρόπο το ράσο του κ' +έδειχνε στους άλλους μισούς τα πισινά του. Ο θεομπαίχτης! Κι' όταν +τον έκραξα να τον επιτιμήσω, να τον φτύσω στα μούτρα, τι θαρρείς +πως είπε, ο αθεόφοβος: «Αν έδειξα τα πισινά μου, τάδειξα στην +πόρτα και στους κολασμένους, τους αγιογδύτες. Ο Θεός έβλεπε το +πρόσωπό μου». Ορίστε παπάδες, παιδί μου Παρθένη. Έχομε, σου το +είπα, και σου το ξαναλέω, έχομε ανάγκη από ιερωμένους ενάρετους +και σεμνούς. Νακούσης τα λόγια μου και να κάνης αυτό το μυστήριο. + +Τον είχε μισοκαταφέρει ο Δεσπότης. Τον είχε αγγίξει στο φιλότιμο. + +Η γυναίκα του απ' το άλλο μέρος τον έτρωγε: + + — Εσύ δεν είσαι πια για τη θάλασσα. Είναι καιρός να ησυχάσης. Τι +θα κάνης; Ψαράς θα γίνης να μαζεύης πεταλίδες, για περαματζής, να +σε τρώη ο ήλιος κι' ο χειμώνας; Να γίνης παπάς, να σε σέβεται και +να σε προσκυνά ο κόσμος. + +Τον κατάφεραν. Από μικρό παιδί στις εκκλησίες, γραμματισμένος, +κανονάρχος, θρήσκος, ήξερε την τάξη της Εκκλησίας καλύτερα από +τους ιερωμένους. Μια Κυριακή τον χειροτόνησε ο Δεσπότης διάκο, σε +λίγο τον έκανε και παπά. + +Κι' άφησε τη θάλασσα. Άφησε τα πέλαγα, τις δροσιές, το καθαρό +αέρι, απαρνήθηκε τον κόσμο, τις μεγάλες πολιτείες, τη ζωή και τα +καλά της και κλείσθηκε στη φυλακή, μέσα στα λιβάνια, στις +κακομοιριές του κόσμου, στα βάσανα. Ένα μολύβι του πλάκωσε την +καρδιά. Ανάθεμα την αρρώστεια, που τον έρριξε στη στερηά, και τους +γιατρούς που τον πήραν στο λαιμό τους. Τι είχε το κάτω-κάτω της +γραφής; Μια ζαλάδα, μια λιγοψυχιά, απ' τον καιρό που τον είχε +χτυπήσει μια αντένα στο κεφάλι. Ούτε το καταλάβαινε ο ίδιος. Οι +άλλοι του τώλεγαν, πως έπεφτε κάτω και σπάραζε. Οι γιατροί είπανε +τάχα πως ήτανε σεληνιασμός, πως ναυτικός με τέτοια αρρώστεια δε +γίνεται, πως μπορούσε να πέση στη θάλασσα να πνιγή, να πέση απ' το +κατάρτι να σκοτωθή απάνω στην κουβέρτα. Τους άκουσε και φοβήθηκε. +Και να, τώρα· πάνε πέντε χρόνια κ' είνε καλύτερα απ' τον καθένα +τίποτε δεν τον πείραξε. Όλο το κακό ήτανε ναφήση τη θάλασσα, να +μαραζώση στη στερηά, να θάβη τον κόσμο, να γενή παπάς — Θεέ μου, +συχώρεσέ με. Αχ! και να ήτανε ένα πανάκι, να τον πάρη στο γιαλό, +στο πέλαγο, να χόρταση αέρα βάλσαμο, να πιή την αλμύρα με τη +φούχτα του! + + — Ας όψωνται, Θεέ μου, συχώρεσέ με! αναστέναξε.. + +Έσβυσε το λύχνο και τράβηξε να πλαγιάση. Περπατούσε στις μύτες των +ποδαριών να μη ξυπνήση την παπαδιά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. + +Άξαφνα στάθηκε σαν αλαφιασμένος. + + — Τ' είνε πάλι τέτοια ώρα; + +Η πόρτα χτυπούσε δυνατά. Ένα ραβδί έδερνε την πόρτα, νταπ-ντουπ, +ολοένα δυνατώτερα, ανυπόμονα. + + — Ανοίξτε, λέω. Ανοίξτε. Θέλω τον παπά! νταπ! ντουπ! + +Ο παπάς σήκωσε τα χέρια του και μούντζωσε κατά την πόρτα. + + — Κάνε υπομονή, ευλογημένε. Έφτασα. + +Πήγε μόνος κ' έσυρε το μάνταλο της πόρτας. Ο Γιώργης ο Αλυφαντής +χύμηξε μέσα. + + — Παπά μου, για το Θεό, πρόφτασε! Χάνεται ο πεθερός μου. Πρόφτασε +να τον μεταλάβης. Τελειώνει... + +Του κόπηκαν τα γόνατα. Έγινε χλωμός, σαν το κερί. Πέντε μήνες είχε +παπάς και δεν τούχε τύχει στην ενορία του τέτοιο ξαφνικό, νύχτα +ώρα. Υγεία βασίλευε στο νησί. Κάνα δυο γέροι είχαν πεθάνει άξαφνα, +είχανε μείνει στον τόπο, που ούτε πρόφτασαν να τους μεταλάβουν. + + — Τι λες, ευλογημένε; Είμαι κι' ανήμπορος. Με τάραξε θέρμη +σήμερα. Πώς να κινήσω νάρθω, με τέτοιον καιρό; + + — Για το Θεό, παπά μου. Ψυχή άνθρωπου χάνεται. Πρόφτασε! + +Ήξερε πως δε θα το ξεφύγη. Συλλογιζότανε την καταλαλιά του κόσμου, +συλλογιζότανε και την παπαδιά, που θα τούψελνε τον αναβαλλόμενο. +Μα κοντοστεκότανε λίγο· ήθελε να κερδίση καιρό, να χασομερήση. + + — Ποιος ξέρει! Ως που να πάω, ίσως να τον βρω και πεθαμμένο! +έλεγε μέσα του. + +Ο άνθρωπος όμως τον έβιαζε λαχανιασμένος· τον τραβούσε απ' το +ράσο. + + — Καλά, ευλογημένε, έφτασα· μην κάνης έτσι! + +Φόρεσε τα παπούτσια του, σκεπάστηκε μ' ένα μποξά από κεφαλής, +χωρίς καμηλαύκι, άρπαξε ένα κόκκινο μαντύλι με το πετραχήλι του, +κλείδωσε την πόρτα απ' όξω και κατεβήκανε τις σκάλες, μπροστά ο +Αλυφαντής και πίσω ο παπάς. + +Η εκκλησία ήτανε κοντά. Η βροχή είχε πάψει· πού και πού ανάρηες +σταλαγματιές πέφτανε από έναν ουρανό, κατάμαυρο, σαν πίσσα. + + — Σύρε κ' έφτασα. Να πάρω τ' Άγια Μυστήρια. + +Ο Αλυφαντής έστριψε το σοκάκι. + +Ο Παπα-Παρθένης έφτασε στην εκκλησιά, μουρμουρίζοντας· χτύπησε στο +κελλί του εκκλησιάρη, τον ξύπνησε κι' ανοίξανε την εκκλησιά. Ο +εκκλησιάρης ήτανε μαθημένος από τέτοια ξαφνικά· λαγοκοιμώτανε +πάντα. + + — Και είμαι κι' ανήμπορος, που λες, παιδί μου! Τι να κάνης όμως; +Ψυχή ανθρώπου χάνεται! είπε. + +Μπήκανε στην εκκλησιά. Οι χλωμές μορφές των αγίων απάνω στο +τέμπλο, με το φως των καντηλιών, αγρυπνούσαν μέσα στη σιγαλιά, με +ορθάνοιχτα μάτια. Του φάνηκε πως τον κύτταζαν άγρια, με θυμό. Ένα +σύγκρυο τον έπιασε. Χαμήλωσε τα μάτια του και προχώρησε. Όταν +έφτασε μπροστά στο εικονοστάσι τ' Άι-Νικόλα, σήκωσε τα μάτια του +με θάρρος. Ο Άγιος με την άσπρη γενειάδα και το ηλιοκαμμένο +πρόσωπο, γλυκοθώρητος πάντα, τούδωκε θάρρος. Του φάνηκε πως +έβρισκε ένα δικό του άνθρωπο μέσα στην αγριάδα της εκκλησιάς, που +καταλάβαινε το παράπονό του. Είχανε φάει τη θάλασσα μαζή, χρόνια +και χρόνια. Του φαινότανε ακόμα πως ο Άγιος ήτανε κι' αυτός +στενοχωρημένος, μέσα στο κουβούκλιο του, πως λαχταρούσε τη +θάλασσα, πως είχε τον ίδιο καϋμό με το δικό του. Έσκυψε, έκανε το +Σταυρό του κι' ανασπάσθηκε. Πήρε απάνω του λίγο, του φάνηκε πως ο +Άγιος τούρριξε μία ματιά πονετική, σαν να τούλεγε: + + — Μη φοβάσαι, παιδί μου! Εγώ είμαι εδώ... + +Έκανε πάλι το Σταυρό του. + + — Ευχαριστώ, καπετάνιο! είπε μέσα του. + +Τράβηξε κατά το Ιερό. Στάθηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα, +προσκύνησε, είπε κάποια λόγια μέσ' απ' τα χείλια του και σήκωσε τα +Άγια Μυστήρια, ψηλά στο κούτελο. Τα χέρια του τρέμανε. Ο +εκκλησιάρης πήρε το φανάρι και τράβηξε μπροστά. Πίσω ο παπάς. + +Όταν φθάσανε στο σπίτι, ο γέρος ψυχομαχούσε. Πνιγμένες φωνές και +κλάματα πετούσαν ολόγυρά του. Ο Παπα-Παρθένης εζύγωσε με φόβο. Το +δισκοπότηρο έτρεμε στα χέρια του· μια στιγμή φοβήθηκε να μη το +χύση. Αλλοίμονό του. Ο γέρος ήτανε πεσμένος σε βύθος, ανάσαινε +βαρειά, ένα ρουχαλητό πνιγμένο γέμιζε την κάμαρη. Άξαφνα σαν να +πνιγότανε, σαν να ζητούσε μια υστερνή βοήθεια, τινάχθηκε απάνω, +άπλωσε τα χέρια του, σαν να ήθελε να γαντζωθή από κάπου. Όλοι +παραμέρισαν τρομαγμένοι, ένας κρύος τρόμος τους έπιασε, σαν είδαν +τα κοκκαλιάρικα χέρια του να απλώνωνται σαν γάντζοι στον αέρα, +ζητώντας ναρπάξουν κάτι τι στον αέρα, να το συνεπάρουν μαζί τους. +Μια γρηά τον έπιασε απ' τις πλάτες, να του βάλη αντιστύλι. Τα +μάτια του ήτανε ορθάνοιχτα, τα δάκτυλα στρημμένα σαν γάντζοι· +ζητούσε να πάρη μια αναπνοή με βία· το στήθος του έβραζε, το στόμα +του ανοιγόκλεινε, τα χείλια του πιπίλιζαν τον αέρα τρεμουλιαστά. + + — Παπά, πρόφτασε, είπε μια γερόντισσα, ξεψυχάει. + +Ο Παπα-Παρθένης, σαστισμένος, χωρίς να ξέρη κι' ο ίδιος τι κάνει, +εζύγωσε το κουταλάκι, το άδειασε στα διψασμένα χείλια, που +βύζαιναν τον αέρα. Ο γέρος έπεσε ανάσκελα, βαρύς, σαν ένα κομμάτι +πέτρα. + +Είχε τελειώσει. + +Τα πόδια του Παπα-Παρθένη τρέμανε· όλο το κορμί του σάλευε σα +φυλλοκάλαμο. Το στόμα του ήτανε στεγνό και πικρό. Ένας κρύος +ιδρώτας έβρεχε τα μηλίγκιά του. Τουρχότανε σα ζαλάδα, να πέση +κάτω. Έκανε κουράγιο και βγήκε απ' την πόρτα. Ένα αεράκι, που είχε +πάρει απ' τη στερηά, του δρόσισε το βρεμμένο κούτελο του, σα +βάλσαμο· συνέφερε. + + — Δεν είσαι καλά, παπά μου, είπε ο εκκλησιάρης, σαν βγήκαν απ' +την πόρτα. Η όψι σου είναι σαν το αγιοκέρι. + + — Σου το είπα, παιδί μου. Ανήμπορος σηκώθηκα κ' ήρθα. Με είχε +ταράξει θέρμη αποβραδύς. Σύγκρυο. + +Ντρεπότανε να φανή λιγόψυχος. + + — Τι να κάνης, παιδί μου, ξαναείπε. Βαρειά η καλογερική. + +Περπατούσανε απάνω στις λάσπες. Μπροστά ο εκκλησιάρης με το +φανάρι, πίσω ο παπάς, με τα Μυστήρια, υψωμένα απάνω απ' το κεφάλι. +Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Κλειστά όλα τα παράθυρα. Φωνή δεν +ακουγότανε από πουθενά, μόνο πού και πού κάποιες χονδρές +σταλαγματιές χτυπούσαν απάνω στα βρεμμένα καλντερίμια. Το φως του +φαναριού έπεφτε και γυάλιζε πένθιμα απάνω στα νερά. Κάποια +ανατριχίλα χυνότανε γύρω στον σκοτεινό αέρα, κάποιος κρύος φόβος +γλυστρούσε μες στο σκοτάδι. Τα Μυστήρια περνούσαν ψηλά απ' το +γυμνό κεφάλι του παπά, σαν να τάφερνε ο αέρας ανάλαφρα στα φτερά +του. + +Ο παπάς περπατούσε συλλογισμένος. Ο νους του ήθελε να ξεφύγη με +αγωνία από το άγριο θέαμα, που στεκότανε ακόμα μπροστά στα μάτια +του. Ο θάνατος τον έζωνε, τα Μυστήρια του φαινότανε πως έκαιγαν σα +φωτιά το κούτελο του. Είχε ιδεί πολλές φορές τον θάνατο με τα +μάτια του. Ποτέ όμως τόσα άγρια, τόσο κρύα. Μια φορά το κύμα +χύμηξε ζωντανό, αφρισμένο, άρπαξε τον κουνιάδο του απάνω απ' το +κάσσαρο, τον ρούφηξε, τον κατάπιε· πάει, χάθηκε. Αυτά έχει η +θάλασσα. Άλλη φορά, απάνω στη βόλτα, ένα παιδί σαν το κρύο νερό, +απάνω στα ξάρτια, μ' ένα ξεροβόρι δαιμονισμένο, του δίνει μια η +αντέννα στο κεφάλι και το γκρεμίζει μέ στη θάλασσα. Άνοιξε το κύμα +και το κατάπιε. Ούτε σημάδι του δε φάνηκε μες το σκοτάδι. Πάει, +χάθηκε. Πήραν τη βόλτα και τράβηξαν. Ένας λιγώτερος. Τι να κάνης; +Σήμερα αυτός, αύριο εμείς. Ας κλαίνε οι μαννάδες, που τάχουν. +Τράκους, φουρτούνες, θεομηνίες, είχανε ιδεί τα μάτια του. Εκατό +φορές γλύτωσε απ' του χάρου τα δόντια. Μα τέτοιο σύγκρυο δεν +τώννοιωσε ποτέ. + + — Δεν είμαστε εμείς να πεθαίνωμε στη στερηά, είπε μέσα του. Στη +θάλασσα κ' ο χάρος έχει άλλη λεβεντιά. + +Προσπαθούσε να διώξη απ' τα μάτια του την άγρια ζωγραφιά που +στεκότανε καρφωμένη μπροστά του. Η ψυχή του λευθερώθηκε μια στιγμή +και πέταξε με κόπο, σα θαλασσοπούλι με λαβωμένες φτερούγες, +ανοιχτά, κατά το πέλαγο. Κυνήγησε ανάερα τα λευκά πανιά που +φεύγανε ανάμεσα ουρανό και θάλασσα. Είχε ξεχάσει για μια στιγμή +από πού ερχότανε και πού πήγαινε, είχε ξεχάσει και τα Μυστήρια που +κρατούσε ψηλά απάνω απ' το κεφάλι του. Ένας ουρανός χρυσογάλανος +έφεγγε ολόγυρά του. + +Καθώς περνούσε το στενό δρομαλάκι, που έβγαζε στην εκκλησία, +γλυστρώντας απάνω στανηφορικό καλντερίμι, τινάχθηκε ξαφνιασμένος, +σαν να ξύπνησε από όνειρο. Έσφιξε με τα δάχτυλά του το +Δισκοπότηρο, μην του πέση απ' τα χέρια. + + — Καταραμένο ζωντανό! Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! + +Ένα σκυλί, ξαπλωμένο στο κατώφλι μιας θύρας, ξαφνιάσθηκε απ' το +παράξενο πέρασμα του μαύρου ράσου μέσα στο σκοτάδι. Χύμηξε από +πίσω αγριεμμένο κι' άρχισε να γαυγίζη άγρια. Ύστερα, σαν να του +σβύσθηκε η φωνή στο λάρυγγα, σώπασε μονομιάς, έβαλε την ουρά του +κάτω απ' τα σκέλια κ' έφυγε μακρυά. Τ' Άγια Μυστήρια περνούσαν, +ψηλά απ' το κεφάλι του παπά, σαν να τάφερνε στα φτερά του ο αέρας. + +Σε λίγο έφθασε στην εκκλησία. Ο εκκλησιάρης άνοιξε τη θύρα και οι +δύο σκιές με το φανάρι μπροστά γλύστρησαν μέσα. Έπειτα βγήκε ο +Παπα-Παρθένης μοναχός του, κοκουλωμένος από κεφαλής με το βαρύ του +σάλι. Χονδρές σταλαγματιές άρχισαν να πέφτουν απ' τον ουρανό, ένας +αέρας ξαφνικός τίναζε δυνατά τα κλαδιά των δένδρων, η μπόρα ήτανε +έτοιμη να ξεσπάση. Ο Παπα-Παρθένης κατηφόρισε βιαστικά το δρόμο. + +Ένα βράδυ ύστερα από δύο μήνες — η άνοιξις είχε απλωθή περίγυρα σε +ουρανό, γη και θάλασσα — πολλοί συγγενείς και άλλοι δικοί ήσαν +μαζεμμένοι στο σπίτι του παπά. Μαζί μ' αυτούς κι' ο αγιορείτης ο +ψάλτης, ο Θανάσης ο Μελαχροινός, ο πιστός του φίλος. Γελούσαν και +χωράτευαν. Η παπαδιά μόνο δεν είχε διάθεσι· τα είχε κατεβασμένα +κι' από καιρό σε καιρό αναστέναζε βαθειά. Ο παπάς ήτανε κι' αυτός +χλωμός, χαλασμένος, συλλογισμένος, παίζοντας ανήσυχα το κομπολόγι +του, ένα μακρύ κομπολόγι από εληοκούκουτσα του Όρους των Ελαιών, +χάρισμα του φίλου του του Μελαχροινού, που έφθανε ως το πάτωμα. + +Απ' τη βραδειά που είχε πάει να κοινωνήση τον πεθερό του Αλυφαντή, +ο παπάς έπεσε στα ρούχα. Δυνατή θέρμη τον τάραξε, όλη τη νύχτα, +είδε κ' έπαθε να συνεφέρη. + +Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Οι θέρμες δεν τον άφιναν. Όλοι οι +γιατροί κ' οι γιάτρισσες πέρασαν από πάνω του· πήρε του κόσμου τα +κινίνα, τις αψιθιές και τα μαντζούνια κατάλυσε και τις νηστείες, +πήγε ναλλάξη και το αέρι του απάνω στο μοναστήρι του Προδρόμου μα +τίποτε. Η θέρμη δεν τον ξεχνούσε. Κάθε δύο, κάθε τρεις μέρες +σύγκρυο και ζέστη. Έτρεμε σαν το ψάρι, άναβε ύστερα σαν το +κάρβουνο κ' έπειτα πνιγότανε στον ιδρώτα. Είχε γίνει πετσί και +κόκκαλο. Είχαν αδυνατίσει και τα νεύρα του, παραξένεψε, +παραμιλούσε στον ύπνο του και φορές-φορές πεταγότανε να φύγη απ' +τα ρούχα του. + + — Απ' τον καιρό που πάτησα στη στερηά, χαΐρι και προκοπή δεν +είδα, έλεγε. Ας όψεται ο Δεσπότης, Θεέ μου συχώρεσέ με. + +Ο γιατρός σαν είδε κι' απόειδε, είπε μια ημέρα: + + — Άλλη σωτηρία δε γίνεται. Να κάνη κανένα ταξίδι. Ναλλάξη το +αέρι. + +Η παπαδιά στραβομούριασε. Δεν της άρεσε πολύ αυτή η ιδέα. «Είδαμε +και πάθαμε, είπε μέσα της, να τον βγάλωμε απ' τη θάλασσα. Και πάλι +τα ίδια;» Γύρισε και κύτταξε το γιατρό. + + — Με συμπαθάς, γιατρέ μου. Οι χτικιασμένοι ξέρω που πάνε και +ταξιδεύουν. Ο παπάς τέτοιο πράμα, όξω αποδώ, δεν έχει, ο Θεός να +μας φυλάη. Τι να του κάνη το ταξίδι, έτσι πως βρίσκεται; Να πάη να +κρυώση νάχωμε τα χειρότερα; + +Ο γιατρός επέμεινε. + + — Άλλη σωτηρία δεν έχει. Να πάη να ταξιδέψη· ένα μήνα, δυο μήνες, +να βγάλη τις θέρμες αποπάνω του. + + — Κ' εγώ το καταλαβαίνω, είπε ο παπάς. Η θάλασσα θα με σώση. +Εικοσιπέντε χρόνια στη θάλασσα, κεφάλι δεν είπα ποτέ μου. Δε με +σηκώνει η στερηά. + +Με τα πολλά αποφασίστηκε το ταξίδι. Ήτανε να φύγη εκείνο τον καιρό +και το μπάρκο του καπετάν Βεκίλη. Συγγενής και χρυσός άνθρωπος ο +καπετάν Βεκίλης, τι άλλο ήθελε. Τον παρακίνησε κι' ο ίδιος. + + — Η κάμαρή μου, δική σου είνε, παπά. Όλες σου τις αναπαύσεις θα +τις έχης. Απλοχώρια και πάστρα. Οι καιροί εφκιάξανε, άνοιξι, χαρά +θεού. Θα πάω στον Ποταμό να φορτώσω στάρι. Ύστερα θα γυρίσω στον +Περαία. Από κει μπαίνεις στο βαπόρι και ξαναγυρίζεις. Ένα μήνα, +ενάμισυ βία. + + — Ας το δοκιμάσωμε κι' αυτό, είπε η παπαδιά. + +Το ταξίδι αποφασίσθηκε. Η παπαδιά ετοίμασε τον καλό της, τούφκιαξε +τα ρούχα του, του ζύμωσε και παξιμαδάκια με τη ζάχαρι για το +ταξίδι, σαν το παληό καιρό. + + — Ποιος θα μου τώλεγε; είπε. Ύστερα από τόσα χρόνια, να γυρίσω +πάλι στα ίδια. + +Εκείνο το βράδυ ήτανε να φύγη ο παπάς. Όλοι οι δικοί ήσαν +μαζεμμένοι στο σπίτι. Μιλούσαν και χωράτευαν να παρηγορήσουν την +παπαδιά. + +Ένας μήνας είν' αυτός. Ενάμισυ βία. Και πάλι εδώ είμαστε. Θα +πάρουμε πάλι αντίδωρο απ' το χέρι του παπά. + + — Άφησε τα μέλλοντα, είπε ο παπάς. Μην τα μελετάς, ευλογημένε. Να +δώση πρώτα ο Θεός να καβατζάρωμε την αρρώστεια. + + +Ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχροινός έβαλε το λόγο τον. Ήθελε να πειράξη +τον πατά, «που ήσαν φίλοι κι' αδελφοί», είπε — θυσία να γίνη ο +ένας για τον άλλον — μα δεν συμφωνούσαν πάντα στις ιδέες τους. + + — Εκεί στη Φραγκιά που θα πας, να μου χαιρετάς τους αβάφτιστους. +Ό,τι και να μου πης, το κεφάλι μου δεν αλλάζει. Άνθρωπος που δεν +βαφτίστηκε με τους κανόνας της Ορθοδοξίας, δεν θάβρη έλεος, «εν +ημέρα κρίσεως». + + — Δεν ταφίνεις αυτά, ευλογημένε, είπε ο παπάς. Τέτοια ώρα, τέτοια +λόγια. Σαν ξαναγυρίσω τα ξαναλέμε. + +Με την ώρα μπήκε κι' ο καπετάν Βεκίλης. Ψηλός, γεμάτος, +ηλιοκαμμένος με τα στιβάλια ως τα γόνατα. + + — Παπά μου, ώρα να του δίνουμε. Οι στερηές βγάλανε αέρα. Είμαστε +απίκου, να σαλπάρωμε. + +Ύστερα γύρισε και καλησπέρισε τον κόσμο. + + — Καλησπέρα σας και σας αφίνομε γεια. + + — Κάτι βιαστικά, καπετάνιο; + + — Ο καιρός ορίζει. + +Σηκωθήκανε όλοι στο ποδάρι. Ευχές και προβοδίσματα. Φιλήσανε όλοι +το χέρι του παπά. Τα μάτια της παπαδιάς ήτανε βουρκωμένα. Πήρε το +βαρύ το σάλι απ' τον καναπέ και τύλιξε τον παπά από κεφαλής. +Τραβήξανε όλοι κατά τη θύρα. Το ανηψίδι τραβούσε μπροστά, +φορτωμένο το μπαούλο. + + — Να μην αργήσης, παπά. Καλό κατευόδιο. + + — Το θέλημα του Θεού! είπε ο παπάς κατεβαίνοντας τη σκάλα. Καλή +αντάμωσι. + +Σε λίγο η παπαδιά έμεινε μοναχή της. Πήγε να πλαγιάση, μα το +κεφάλι της την πονούσε, τα μηνίγγια της χτυπούσαν. Δεν την εύρισκε +ύπνος... + + Ο Παπα-Παρθένης ταξιδεύει. + Η καπετάνισσα τον καρτερεί. + +Πέρασε ένας μήνας, δυο μήνες. Χρόνια της είχαν φανή της παπαδιάς. + + — Καιρός είνε, που θα καλοδεχτούμε τον παπά, ζύγωσαν οι μέρες, +έλεγαν οι γειτόνισσες που ερχόντανε και τη συντρόφευαν. + +Σε λίγες μέρες ήρθε κάποιο γράμμα απ' τον Πειραιά. Το μπάρκο του +καπετάν Βεκίλη, η «Ευαγγελίστρια», είχε γυρίσει απ' τον Ποταμό. +Την Τετάρτη έφθανε και το βαπόρι. Ίσα-ίσα πρόφθανε ο παπάς να +γυρίση με το βαπόρι. Απ' τον Ποταμό είχε στείλει γράμμα, ήτανε +καλά, οι θέρμες τον αφήσανε, διπλός είχε γίνει. «Η θάλασσα μ' +έσωσε, γυναίκα», έγραφε. Η παπαδιά ήτανε όλο χαρά. Τον γκρίνιαζε +τον παπά μα τον αγαπούσε. Σαν τον είχε κοντά της, τούψηνε το ψάρι +στα χείλια. Σαν έλειπε, τον λαχταρούσε. Έβαλε και πλύνανε το +σπίτι, συγύρισε παντού, τούκανε χαϊμαλιά, να τον καλοδεχτή. Την +Τετάρτη ντύθηκε με τα καλά της και κτενίστηκε. Είχανε μαζευθή κ' +οι συγγενείς στο σπίτι. Από κοντά κι' ο Μελαχροινός. Ώρα την ώρα +προσμένανε το βαπόρι. Το ανηψίδι είχε κατεβή στο γιαλό να φέρη τα +συχαρίκια. + +Σε λίγο έφτασε το ανηψίδι, με κρεμασμένα τα μούτρα: + + — Δεν ήρθε ο παπάς. + + — Βρε μίλα καλά. Άνοιξες τα στραβά σου να ιδής; είπε ο +Μελαχροινός. + + — Δεν ήρθε, σου λέω. Όλοι οι επιβάτες βγήκανε στο μώλο. «Δεν +είχαμε κανένα παπά μέσα», μου είπανε. + +Όλοι πάγωσαν. Η παπαδιά κέρωσε. + + — Ε! ίσως να μην πρόλαβε το βαπόρι, είπε πάλι ο Κυρ-Θανάσης. +Ωστόσο θάχουμε γράμμα. Δε γίνεται. + +Η παπαδιά δεν μιλούσε· σηκώθηκε και πήγε ως το παράθυρο, σαν να +περίμενε ακόμα. Γύρισε και ξανακάθησε. + +Σε λίγο ένα παλληκάρι ανέβηκε δυο-δυο τις σκάλες. + + — Μπα εσύ 'σαι, Μαθιέ; Καλώς ώρισες. Τρομάξαμε να σε γνωρίσουμε. + +Ήτανε ο γυιός του εκκλησιάρη του «Ευαγγελισμού», μούτσος με τα +καράβια. + + — Χαιρετίσματα απ' τον παπά, κυρά παπαδιά. + +Η παπαδιά έγινε κατακόκκινη, σαν να της χάρισαν βασίλειο. Όλοι +πετάχθηκαν απάνω και τον τριγύρισαν. + + — Αμ' τι έγινε, μαθές, ο παπάς; πώς δεν ήρθε; καλά είνε; τον +είδες, παιδί μου; είπε η παπαδιά. + +Δεν ήξερε τι να πρωτορωτήση. + + — Καλά και καλά, άλλος τόσος! Το είδα στον Περαία. + + — Καλότυχε. Αμ' πώς δεν ήρθε, μαθές; δεν πρόφτασε το βαπόρι; + + — Θα σου γράψη, μου είπε, κυρά παπαδιά. Τώρα, λέει, φεύγει πάλι, +να κάνη ένα ταξιδάκι. Το μπάρκο του καπετάν Βεκίλη έκανε ναύλο για +την Αμβέρσα. Θα πάη μαζί να ξεσκάση. Δεν τον άφησαν, λέει, ακόμα +οι θέρμες. + + — Τον ευλογημένο! είπε ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχροινός, κλείνοντας +ζερβιά το μάτι. Να πούμε την αλήθεια σαν να ταρέση καλύτερα η +θάλασσα απ' την καλογερική. + +Τα λόγια του Μελαχροινού εφούρκισαν την παπαδιά. Την είχε αγγίξει +εκεί πούπρεπε. + + — Αμ' γι' αυτό δεν ήθελα να τον αφήσω, η δυστυχισμένη. Παπάς +άνθρωπος, τ' ήθελε μες τα καράβια; Καπετάνιος με τα ράσα; + + — Στα καράβια τ' ήθελε; είπε γελώντας ο μούτσος. Μακάρι να +τούβγαιναν πολύ καπετανέοι μπροστά. Ο καπετάν Βεκίλης τον έχει +δεξί του χέρι. Αυτός του κουμαντάρει το μπάρκο, γι' αυτό τον έφαγε +να τον πάρη στην Αμβέρσα. Και πού να σας λέω και τάλλα. + +Ο μούτσος έγινε κατακόκκινος, τα μάτια του γυάλιζαν, η γλώσσα του +έτρεχε σαν νερό. Θαρρούσε πως ήταν η ώρα που έβλεπε μπροστά του +εκείνα πούθελε να πη. Όλοι τον άκουγαν μ' ανοιχτό το στόμα. Η +παπαδιά είχε αλλάξει εκατό χρώματα. + + — Εγώ ήμουνα, που λες, με τη γολέττα του μπάρμπα μου. Μέσα στα +μπουγάζια της Πόλης μια νύχτα, χαλασμός κόσμου, που μας είχε πάει +η ψυχή στα δόντια, πέσαμε δίπλα σ' ένα μπάρκο. Από λίγο να +τρακάρουμε! Μπήξαμε τις φωνές: «Όρτσα, μωρέ σκυλιά, θα μας +τσακίσετε»·. Πού άκουγαν αυτοί! Καταπάνω μας. Περάσανε ξυστά δίπλα +μας. Θεέ μου, τι ήτανε αυτό που είδανε τα μάτια μας! Στο τιμόνι +απάνω, ένας γέρος ψηλός, με το ράσο, με την άσπρη γενεάδα, που +έφεγγε το πρόσωπό του μες στο σκοτάδι. Μείναμε ξεροί. Κάναμε το +σταυρό μας. Μπήγει μια φωνή ο λοστρόμος: «Μέγας είσαι, Κύριε!» +Σαστίσαμε όλοι· τρέμαμε στα πόδια μας σαν τα καλάμια. «Δεν είδατε +μωρέ το θάμα;» ξαναλέει ο λοστρόμος. «Ο Άη-Νικόλας, κουμαντάρει +το μπάρκο. Σύσσωμος απάνω στο τιμόνι!» Κάναμε το σταυρό μας. +Τέτοιο θάμα δεν τώχαμε ματαϊδή. Ο λοστρόμος τώχε ακουστά απ' τον +πατέρα του. Φτάσαμε στον Περαία μαζί με την «Ευαγγελίστρα». Ξέρετε +ποιος ήτανε ο Άη-Νικόλας; Κύριε Ελέησον. Ήτανε ο Παπα-Παρθένης. + + — Καλότυχο παιδί, πώς ταλές! + +Κι' άρχισαν τα γέλια οι γειτόνισσες. + + — Να με κάψη ο Θεός αν λέω ψέμματα. + + +Η παπαδιά δεν γελούσε· έβραζε μέσα της. + + — Αυτά ήθελε, ο ευλογημένος! Αυτή ήτανε η αρρώστεια του, +μουρμούρισε. Δεν τον σήκωνε η καλογερική. Ήθελε πάλι τα παληά του. + +Και την πήρανε τα κλάματα. + + — Σε καλό σου, κυρά-παπαδιά! Είνε πράμα να κλαις; Δεν το θέλει +ο Θεός, είπε ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχροινός. Ένα μήνα, δύο βία, θα +μας ξανάρθη ο παπάς. Θα πάρουμε, πάλι αντίδωρο απ' τα χέρια του. + +Η παπαδιά έπεσε απάνω στο σοφά. Δεν μιλούσε σε κανένα. + + — Αφήστε με στο χάλι μου, είπε στεγνά. + +Φύγανε όλοι, ένας-ένας, σα μαγκωμένοι. Ο Κυρ-Θανάσης +κοντοστάθηκε να καληνυχτίση, κάτι έκαμε να πη. + +Η παπαδιά δεν του αποκρίθηκε. + +Σαν εβγήκαν όλοι απ' το σπίτι, αναστέναξε βαθειά. + + — Παπαδιά! Δεν με λέτε πάλι καπετάνισσα! είπε ζαρώνοντας άγρια τα +χείλια της, σαν νάκλαιε και να γελούσε μαζί. Τώρα στα γεράματα +πάλι καπετάνισσα. + +Έπειτα την πήρανε πάλι τα κλάματα. Η καρδιά της ήτανε βουρκωμένη. +Κάτι τι της έλεγε μέσα της πως δεν θα τον ξαναϊδή πια τον παπά. + + — Μου τον πήρε η θάλασσα. Δικός της ήτανε και μου τον πήρε... + +Δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα της όλη την ημέρα. Καθότανε απάνω +στο σοφά κ' έκλαιγε. Η νύχτα την βρήκε απάνω στα μαξιλάρια, +μουσκεμμένα απ' τα κλάματα. + +Μια στιγμή έκανε να την πάρη ο ύπνος. Μόλις έκλεισε τα μάτια της +τής φάνηκε πως ήτανε στην εκκλησιά. Ο παπάς στην Αγία Πύλη μοίραζε +το αντίδωρο. Ήτανε χλωμός σαν το κερί, τα γένεια του και τα μαλλιά +του είχαν γίνει κάτασπρα σαν το χιόνι. Ζύγωσε να πάρη κι' αυτή +αντίδωρο, μα δεν μπορούσε· ένας λάκκος βαθύς έχασκε μπροστά της +ανάμεσα στις μαρμαρένιες πλάκες. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη· ένας κρύος +αέρας φυσούσε απάνω της. + +Άνοιξε τα μάτια της. Ένα μπουρίνι δυνατό είχε μπάσει μέσα τα +τζαμόφυλλα του παραθυριού. Σηκώθηκε να κλείση το παράθυρο. Ένα +ράσο του παπά κρεμασμένο στον τοίχο ανέμιζε κι' ανακατευότανε με +τον αέρα, σαν άνθρωπος που σπαρταρούσε μες στο σκοτάδι. Η καρδιά +της έτρεμε σαν ψάρι. Σαν ζύγωσε στο παράθυρο, την έπιασε +ανατριχίλα. Έννοιωσε μαζί με τον αέρα, που ανακάτωνε τα μαλλιά +της, που της ξεσκέπαζε το στήθος της, που έδερνε το πρόσωπο της με +λύσσα, μια παράξενη, ανακατωμένη βοή. Γέλια, τρελλά γέλια, +ξεκαρδισμένα γέλια, έφταναν στ' αυτιά της από μακρυά, όλο +περισσότερα, όλο δυνατώτερα. Γέλια ατέλειωτα, ξεκαρδίσματα, σαν +χάχανα ξελογιασμένης γυναίκας. Ένας κόμπος της ανέβηκε στο λαιμό +να την πνίξη. Τα ήξερε τα γέλια αυτά. Τα ήξεραν όλες οι χήρες του +νησιού. Όταν το κύμα της νοτιάς έσπαζε μες στις κουφάλες του +Σταυρού, κάτω στο γυαλό, τα παράξενα, τα διαβολικά γέλια έφθαναν +στα μισοούρανα. Οι καπετάνισσες τραβούσαν τα μαλλιά τους. + + — Γελάει η Σκρόφα! Γελάει η ξελογιάστρα! + +Έκλεισε με τρομάρα το παράθυρο. Τα γέλια την κυνηγούσαν ακόμα. +Έπεσε στο σοφά σαν πεθαμμένη. + + — Άη-Νικόλα, λυπήσου με! αναστέναξε. + +Μέσα στο βύθος της είδε τότε τον Άγιο με την άσπρη γενειάδα. +Ζύγωσε στο σοφά πονετικός, σήκωσε το χλωμό χέρι του και της έβαλε +τα δάχτυλα απάνω στα μάτια. Μια γλύκα παράξενη χύθηκε σ' όλο της +το κορμί. Αποκοιμήθηκε. + +Η Σκρόφα, η ξελογιάστρα, γελούσε ακόμα, γελούσε ολοένα. Μα δεν την +άκουσε πια, ούτε τώρα, ούτε ύστερα. + + + +ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ +ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ + + + +Αμίλητη και λευκή σα φάντασμα, με το κεφάλι σκυμμένο, τον +συντρόφεψε η Ουρανίτσα ως την αυλόπορτα, φέγγοντας του με το +λυχνάρι, ανάμεσα στανθισμένα δένδρα. Βαστούσε το λυχνάρι ψηλά, σαν +να ήθελε να κρύψη το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι. + + — Αφίνομε υγεία! είπε ο Γιαννιός. Να μη στενοχωριέσαι. Απ' το +πρώτο λιμάνι θα σας κάνω γράμμα. Και πάλε εδώ είμαστε... + +Έσκυψε και τη φίλησε κρυφά στο σκοτάδι, ντροπαλός σα κορίτσι. + + — Καληνύχτα! είπε η Ουρανίτσα ξερά-ξερά. + +Ήθελε να του πη κατευόδιο, καλή αντάμωσι, χίλια λόγια ήθελε να του +πη. + + — Καληνύχτα! ξαναείπε. + +Στάθηκε και τον κύτταξε ως που έστρηψε το σοκάκι. Τα βαρειά του +υποδήματα κτυπούσαν απάνω στα καλντερίμια. Σε λίγο δεν άκουγε +τίποτε, μα στεκότανε ακόμα φέγγοντας με το λυχνάρι στον έρημο +δρόμο. Έπειτα σήκωσε την ποδιά της στα μάτια, πέρασε την αυλή +ανάμεσ' από τα δένδρα και γύρισε στο σπίτι. + +Δεν είχε περάσει μια βδομάδα που άλλαξαν δαχτυλίδια. Ακόμα δεν τον +είχε καλογνωρίσει τον αρραβωνιαστικό της, μα της φαινότανε πως τον +γνώριζε χρόνια, τώρα που τον έχανε. + +«Αυτά έχουνε οι γυναίκες των θαλασσινών της το είχε ειπή η μάννα +της. Και με όλα αυτά θαλασσινόν ήθελε η Ουρανίτσα. Ήταν παιδί της +θάλασσας. Το σώι της ένα σώι μαρινάρων. Πες πως είχε αναστηθή μες +στη θάλασσα. Το σπίτι τους μύριζε κατράμι. Δεν ήταν σπίτι, ήταν +καράβι· μόνο τάρμενα που τούλειπαν. Καθώς ήταν απάνω στο γιαλό, +όταν έπαιρνε η σοροκάδα, σάλεβε αλάκερο σαν να ταξίδευε καταμεσής +του πελάγου. Τα κύματα που έσπαζαν στο μώλο, ξέπλεναν τα ντζάμια +του και θαλάσσωναν το πάτωμα, σαν κουβέρτα καραβιού. Μόνο τάρμενα +που τούλειπαν. + +Η νύχτα δεν περνούσε από την ώρα που άφησε υγεία ο Γιαννιός. Τα +μεσάνυχτα η σοροκάδα είχε δυναμώσει, χαλούσε κόσμο. Η Ουρανίτσα +συντρόφευε τον πατέρα της στο νυχτέρι. + + — Δεν πας να γύρης, βρε κορίτσι; Για μένα κάθεσαι; + + — Σ' αφίνει να κοιμηθής κι' αυτή η τρελλονοτιά; Λες και θα +γκρεμιστή το σπίτι! είπε η Ουρανίτσα. + +Ο καπετάν Λαλεχός, ο πατέρας της, δεν καταλάβαινε από γυναίκειους +καϋμούς. + + — Αμ' σπίτι είνε αυτό, για καράβι; μουρμούρισε. Τέτοιες +φουρτούνες ούτε στο πέλαγο τις απάντησα, πενήντα χρόνων +καπετάνιος. Καλοτάξιδο όμως. Με όλους τους καιρούς ταξιδεύει. +Πάντα πρίμα, δόξα νάχη ο Θεός. + +Κ' έστρηβε ο καπετάν Λαλεχός τις αλογότριχες κ' έβγαιναν οργιές- +οργιές οι πετονιές. Είχε κουράγιο να ξημερωθή στο νυχτέρι. + +Η Ουρανίτσα κεντούσε μια ποδιά δίπλα του. Όλο κεντούσε και ξύλωνε. +Ποτέ δεν έκανε τόσες στραβοβελονιές. + + — Αγάντα, Ουρανίτσα! Ζυγώσαμε στη Βενετία. Φανήκανε τα καμπαναριά +της. Σε λίγο θα φουντάρωμε μες στα κανάλια. Πολιτεία μια φορά! + +Η Ουρανίτσα τα ήξερε απόξω τα χωρατά του γέρου. Γύριζε και κύτταζε +απάνω στον τοίχο, ψηλά-ψηλά, κοντά στο ταβάνι, κρεμασμένα κάτι +κάδρα της Βενετιάς, που τα είχε φέρει στα νηάτα του ο γέρος από τα +ταξίδια του. + + — Είνε ωραία η Βενετιά, πατέρα; + + — Ωραία λέει; Ήτανε εκείνα τα χρόνια. Για κύττα το λεοντάρι του +Σαν-Μάρκου! Πόσες φορές πέρασα από κάτω! Ωραία λέει; Ε! κ' εμείς +είμαστε ωραίοι τότε. Είκοσι χρονών παιδί, καλή ώρα σαν το Γιαννιό +τον αρραβωνιαστικό σου. Ποιο λεβέντης ακόμα. Τον καιρόν εκείνο +είμαστε καλύτεροι από τους σημερινούς. Όσο πάει και ξεπέφτει η +γενηά. Ας είνε... Ας είχα τα χρόνια του κι' ας ήμουνα κ' ο μισός +απ' αυτόν. Γελάς ε; Έτσι γελούσε κ' η μάννα σου σαν της μιλούσαν +για μένα. Καλότυχη! Όμορφη και καλή ήτανε μα κ' οι Βενετσάνες ήταν +ωμορφότερες. Κόντεψε να με χάση εκείνο τον καιρό η μάννα σου. Δεν +τη ρωτάς να σου πη; + +Και σήκωνε ο καπετάν Λαλεχός τα μάτια του ψηλά στα κάδρα, +στρήβοντας το άσπρο του μουστάκι με τα χονδρά χέρια, σαν νάστρηβε +τις αλογότριχες της πετονιάς. + + — Ξενητειά! Μαύρη και σκοτεινή, μα έχει και τα καλά της, ρε +παιδί. Καλά και καλά. Η πλατέα του Σαν-Μάρκου σου λέει ο άλλος! +Θαρρώ πως είνε αυτή η ώρα. Τα περιστέρια κατέβαιναν άσπρα σαν το +χιόνι, ήμερα-ήμερα, κ' ετσιμπούσαν το σταρόσπυρο από τα χέρια +των κοριτσιών. Τι χέρια, Παναγιά μου. Πιο άσπρα κι' από τα +περιστέρια. Δεν ήξερες ποιο έτρωγε και ποιο τάιζε. Κ' έλεγα κ' εγώ +ο χαημένος: νάμουνα περιστέρι να δίπλωνα τα φτερά μου απάνω στις +πλάτες καμμιάς Βενετσάνας, να μείνω όλη μου τη ζωή εκεί απάνω! +Μόνο που το συλλογιζόμουνα και τρέμαν τα φυλλοκάρδια μου. Και σα +γύριζε καμμιά και με γλυκοκύτταζε, ανάμεσα στα περιστέρια, +μαρμάρωνα στα πόδια μου: Ανοίξανε τα ουράνια! καπετάν Λαλεχό! +έλεγα μέσα μου... Χαμένες κουβέντες. Τι να πης να περάση η ώρα!... + +Και άφινε πάλι τις τρίχες του μουστακιού του ο καπετάν Λαλεχός κι' +άρχιζε να στρήβη τις αλογότριχες. Η Ουρανίτσα άκουγε και δεν +άκουγε. Εκατό φορές τις είχε ακούσει τις ίδιες κουβέντες. «Σαν +ξεκουτιάνη ο άνθρωπος όλο και τα παληά του αναθυμάται». Είχε δίκηο +η μάννα της που του τώλεγε. Μα η Ουρανίτσα δεν πολυπρόσεχε κι' όλα +στα λόγια του. Ο νους της ταξίδευε. + +Η νοτιά είχε δαιμονιστή. Το σπίτι κουνιότανε συθέμελο.. Από καιρό +σε καιρό καθώς έσπαζε το κύμα στο μώλο, τα νερά χτυπούσαν τα +ντζάμια σα χαλάζι. Η γρηά ρουχάλιζε δίπλα, στα ρούχα. «Άλλη +σοροκάδα», όπως έλεγε ο γέρος. Ο νους της Ουρανίτσας ταξίδευε. +Όλοι ταξίδευαν εκεί μέσα. Η γρηά με τη σοροκάδα, ταξίδευε κι' αυτή +στον ύπνο της. Κάποτε κάποτε βογγούσε και τιναζότανε στο στρώμα. +«Μ' εμένα τάχει, έλεγε ο καπετάν Λαλεχός, η μάννα σου. Θαρρεί στον +ύπνο της, πως μ' έχει αρπάξει από τα γένεια και με τινάζει, γιατί +τις μιλάω για τα περιστέρια της Βενετιάς». Ο καπετάν Λαλεχός +ταξίδευε κι' αυτός, καθώς έστρηβε τις αλογότριχες. Όλο και στα +κανάλια της Βενετιάς βρισκότανε, όλο και την πλατέα του Σαν- +Μάρκου έβλεπε μπροστά του. Όλο και περιστέρια πετούσαν γύρω του +και τα τάιζαν οι Βενετσάνες στα κάτασπρα χεράκια τους. Μα η +Ουρανίτσα έκανε το χειρότερο ταξίδι από όλους. Ανάμεσα ουρανό και +πέλαγο, κινδύνευε και θαλασσοπνιγότανε. Και το σπίτι ταξίδευε κι' +αυτό, ταξίδευε με το σορόκο, σάλευε αλάκερο, έκανε νερά. Ο καπετάν +Λαλεχός σήκωσε τα μάτια του από την πετονιά σ' ένα τρίξιμο δυνατό +που έκαναν τα πορτοπαράθυρα. + + — Πρίμα ταξιδεύουμε! είπε, δεν έχομε ανάγκη. Ας φυσάη ως που να +σκάση. + +Η Ουρανίτσα γύρισε το πρόσωπό της. Ο πατέρας της αυτή τη στιγμή +της φαινότανε σαν ξένος και σαν εχθρός. Καλά έλεγε η μάννα της: +«Ξεκούτιανε ολότελα». + + — Είνε κακός καιρός στο πέλαγο; είπε σε λίγο χωρίς να γυρίση να +τον κυττάξη. + +Του καπετάν Λαλεχού καρφί δεν του καιγότανε. + + — Καλός-κακός, εμείς πρίμα ταξιδεύομε, είπε πάλι. Τι σε μέλει; +Γύρε να κοιμηθής. + +Η Ουρανίτσα έβραζε μέσα της. Δεν έβγαλε τσιμουδιά κάμποση ώρα. Μα +δεν μπορούσε να βαστάξη. + + — Κινδύνεψες καμμιά φορά, πατέρα, στη θάλασσα; είπε ξερά-ξερά. + +Ο καπετάν Λαλεχος βαρειότανε αυτές τις κουβέντες. + +« Η θάλασσα αυτά έχει. Σαν είσαι θαλασσινός αυτά περιμένεις. +Φουρτούνες και μπουνάτσες για τους θαλασσινούς είνε». + + — Τι τα θέλεις αυτά, παιδί μου, είπε σε λίγο μ' ένα πλατύ +χασμουρητό. Άνθρωπος είσαι, κάθε στιγμή κινδυνεύεις. Στερηά και +θάλασσα ένα πράμα είνε. Κ' η στερηά χειρότερη απ' τη θάλασσα. + +Η Ουρανίτσα δεν ξαναμίλησε. Σηκώθηκε πεισματικά κ' έφυγε χωρίς να +πη καληνύχτα. + +Ο γέρος ούτε πήρε χαμπάρι. Του φάνηκε πως τον καληνύχτησε. + + — Καληνύχτα! Σύρε να ησυχάσης. Εγώ κάθομαι και μοναχός μου. Μη +σκοτίζεσαι για μένα. + +Ο Γιαννιός δεν πνίγηκε και σ' αυτό το ταξίδι. + + — Έτσι πνίγονται οι άνθρωποι; έλεγε ο καπετάν Λαλεχός. Γατιά είνε +μαθές να πνιγούν; + +Ένα γράμμα ήρθε με καιρό: + +«...Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω περί το αίσιον της υγείας σας και +δεύτερον αν ερωτάτε και δι' εμέ καλώς υγιαίνω». + +Τίποτε για ταξίδια και για φουρτούνες. Καλό ταξίδι, κακό ταξίδι +ένα πράγμα είνε για τους ναυτικούς. Άμα πατήσουν τη στερηά τα +ξεχνάνε όλα. + + — Τους τα λέω μα δεν καταλαβαίνουν, έλεγε θυμωμένος ο Καπετάν +Λαλεχός. Γυναικεία μυαλά. Έλαβες γράμμα; Είνε καλά ο άνθρωπος σου; +Τι κάθεσαι και σκοτίζεσαι; Εφημερίδα θα βγάλη να σου τα πη με το +νι και με το σίγμα; + +«... Εγώ μπαρκάρησα τώρα μ' ένα βαπόρι Θειακό για τη Νέαν Υόρκη. +Από κει θα σας γράψω πάλι σα θέλη ο Θεός. Να πήτε μόνο της +Ουρανίτσας να μη στενοχωρεύεται. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Πρώτα ο +Θεός, μαζί θα κάνουμε τούτη τη Λαμπρή». + +Η Ουρανίτσα το είχε μάθει απόξω το γράμμα. Γράμματα δεν ήξερε, μα +σα βρισκότανε μοναχή της, τώβγαζε κρυφά-κρυφά απ' τον κόρφο της +και το διάβαζε χωρίς να ξεχωρίζη τα γράμματα. Τι τα ήθελε τα +γράμματα; Το διάβαζε με την καρδιά της. Η αγάπη της έβαζε μέσα και +λόγια που δεν τα είχε το γράμμα. Μα από μέσα της ήξερε πως το +αληθινό γράμμα ήταν αυτό που διάβαζε μοναχή της, μέσα στο σκοτάδι +της νύχτας. + +«Από κει θα σας γράψω πάλι. Άμα πατήσω το πόδι μου στη στερηά θα +σας γράψω αμέσως. Να πήτε μόνο της Ουρανίτσας μου να μη +στενοχωρεύεται και μου αρρωστήση. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Πρώτα +ο Θεός, μαζί με την Ουρανίτσα μου θα κάνουμε Λαμπρή και τούτη τη +χρονιά. Μόνο να μη στενοχωρεύεται και μου αρρωστήση...» + +Ήρθε και η Λαμπρή μα δε φάνηκε ο Γιαννιός. Ούτε γράμμα ούτε +τίποτε. Ο Γερο-Μαθιός ο γραμματοκομιστής, κάθε φορά που έπιανε +το βαπόρι στο νησί, περνούσε απόξω απ' το σπίτι με στίβα τα +γράμματα. + + — Έχομε τίποτα, Μαθιό; ρωτούσε η Ουρανίτσα απ' το παράθυρο. + +Τον περίμεν' εκεί από το ξημέρωμα του Θεού κάθε Παρασκευή. + + — Τίποτα, μάτια μου. Άμποτε να είχατε να σας το φέρω τρέχοντας. +Δεν έχει, παιδί μου. + +Και φυλλομετρούσε τη στίβα με τα γράμματα από κάτω από το +παράθυρο, σαν να ήθελε να βεβαιωθή τάχα άλλη μια φορά. + + — Δεν έχει, σου είπα, μάτια μου. Κάνετε υπομονή. Με το άλλο έχει +ο Θεός. + +Όλο και με το άλλο. Οι βδομάδες και οι μήνες περνούσαν και πάντα +με το άλλο. + +Μια Παρασκευή πρωί η Ουρανίτσα καρτερούσε πάλι στο παράθυρο. Είχε +γίνει αγνώριστη. + + — Κύττα την πώς έγεινε η γουστερίτσα! έλεγαν τάλλα τα κορίτσια. +Απ' την κακία της κατάντησε έτσι. Θαρρεί πως αυτή είνε κι' άλλη +δεν είνε. + +Εκείνη τη νύχτα είχε δει ένα παράξενο όνειρο. Ένα κάτασπρο +περιστέρι με μια κόκκινη κορδέλλα στο λαιμό — καλή ώρα σαν τα +περιστέρια της Βενετιάς που έλεγε ο πατέρας της — ήρθε κ' εκάθησε +στο παράθυρό της. Και κάτι βαστούσε στη μυτίτσα του. Μα τι +βαστούσε δεν μπορούσε να θυμηθή η Ουρανίτσα. Άμα ξύπνησε το είπε +της μάννας της. + + — Καλό όνειρο, καλότυχη. Γράμμα βαστούσε το περιστέρι στη μυτίτσα +του. Θα μας φέρη γράμμα. Και κόκκινη κορδέλλα. Το κόκκινο γρήγορο +είνε. Θάχωμε γράμμα με το δίχως άλλο σήμερα. Δεν έχει^ σωθήκαν τα +ψέμματα. + +Η Ουρανίτσα έγινε κατακόκκινη σαν το τριαντάφυλλο. Η ωμορφιά της +έλαμψε στην αυγή. Ήταν χαράματα ακόμα. Μα ο ήλιος δεν ήθελε να βγη +εκείνη την ημέρα. Η ώρα δεν ήθελε να περάση. Ποτέ δεν άργησε τόσο +να ξημερώση. + + — Δε γίνεται, σήμερα θάχωμε γράμμα, έλεγε μέσα της. Το όνειρο +ήταν καθαρό και ξάστερο: το κόκκινο θα πη γρήγορο. + +Μα σε λίγο πάλι συννέφιαζε ο λογισμός της. Όλο ξανάφερνε στο νου +της τα λόγια του Λαλεμήτρου. + + — Ο καϋμένος ο Λαλεμήτρος! Αυτός μου λέει την αλήθεια. Όλοι οι +άλλοι με πλανάνε με τα λόγια. + +Απ' τον καιρό που έφυγε ο Γιαννιός, ο Γερο-Λαλεμήτρος είχε βρει +το μήνα που τρέφει τους ένδεκα. Όλο και στου Καπετάν Λαλεχού +τριγύριζε. Και πάντα έφευγε με τον μπόγο γεμάτο. Ένας +γεροφαφούτης, λογάς, ψεύτης, έκοβε κ' έρραβε η γλώσσα του απ' την +αυγή του Θεού ως τη νύχτα. Εκατό φορές καραβοτσακισμένος, έρημος +και σκοτεινός, ζούσε με την ελεημοσύνη των χριστιανών. Μα η γλώσσα +του δούλευε σαν τη ροκάνα. Τον φεύγανε όλοι σαν την ψώρα. «Ό,τι +θέλεις, Λαλεμήτρο, μα λίγες κουβέντες», τούλεγαν όλοι. Τώρα είχε +βρει ταγαθά του Θεού, με την Ουρανίτσα. Η γλώσσα του δούλευε με το +μεροκάματο. Και ο μπόγος γεμάτος σαν έφευγε. + + — Τη μάγεψες, Λαλεμήτρο, τη γουστερίτσα, τούλεγαν τα κορίτσια της +γειτονιάς. Θέλεις να σου κάνουμε τις προξενειές; Και ξεκαρδίζονταν +στα γέλια. + + — Ε! τι να κάνωμε, κορίτσια; έλεγε ο Λαλεμήτρος. Της λέω καμμιά +ιστορία να κάνη χάζι. Σκαλίζω και το περιβολάκι, ποτίζω και τα +δενδράκια. + +Η αλήθεια είνε πως ο Λαλεμήτρος σκάλιζε και το περιβολάκι, πότιζε +και τα δενδράκια, όπως έλεγε, έλεγε και τις ιστορίες του. Ήταν +άξιος να κάνη κάθε δουλειά που βάζει ο νους του ανθρώπου, μα στις +κουβέντες άλλος δεν τούβγαινε. Σαν άρχιζε μάλιστα τα ταξίδια και +τις φουρτούνες του περνούσε και το Σεβάχ θαλασσινό. Η Ουρανίτσα +βρήκε εκείνα πούθελε. + + — Αναποδογυρίζουν τα καράβια, Καπετάν Λαλεμήτρο; + + — Ακούς λέει; καρφωμένα είνε να μη γυρίσουν; Δε με ρωτάς να σου +πω; Πέντε φορές κιντύνεψα να μπατάρω. Αργεί, νομίζεις; Ένα κύμα +δυνατό, άλλο κύμα σε πλάγιασε. Κοιμήθηκε το καράβι. Σα δεν μπορέση +να σηκωθή, άλλο κύμα το βρήκε, το μπατάρησε. Άργητα θέλει; + +Και άρχιζε ατέλειωτες κουβέντες, παραμύθια με το καντάρι. Να μην +ήταν αυτός στο τιμόνι, αλλοίμονο! Θα είχαν χαθή όλα τα καράβια του +κόσμου. + + — Πού καπετανέοι τώρα σαν και μας; έλεγε πάντα στο τέλος της +κουβέντας αναστενάζοντας. + +Και η Ουρανίτσα αναστέναζε μαζί του που χάθηκαν τώρα οι παληοί +καπετανέοι σαν τον Λαλεμήτρο, να μην έχη κι' ο Γιαννιός ένα σαν +κι' αυτόν, να ταξιδεύη στα σίγουρα. + + — Και αν μπατάρη το καράβι, Καπετάν Λαλεμήτρο, πνίγονται οι +ανθρώποι; + + — Νάταν κι' άλλοι, έλεγε ο Λαλεμήτρος. Ούτε κοκκαλάκι δε +βρίσκεται. + +Και σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια. Η Ουρανίτσα +κεντούσε απάνω στο πεζούλι της αλτάνας. + + — Πες μου, Καπετάν Λαλεμήτρο, σα δεν αναποδογυρίζουν τα καράβια, +έχουνε άλλο φόβο στη θάλασσα; + +Ο Λαλεμήτρος έπαιρνε φωτιά. + + — Έχουνε, λέει; Αμ' δε βάζεις τους τράκους; Πού τους αφίνεις τους +τράκους; Ο Θεός να φυλάη! Εκεί που ταξιδεύεις όπως θέλει ο Θεός, +πέφτει ο άλλος σαν το στραβό απάνω σου και σ' έκοψε στα δύο. Τώχει +τίποτε ο Εγγλέζος στο μεθύσι του απάνω να σε κάνη χίλια κομμάτια; +Τι τον μέλει αυτόν; Σ' έκοψε και τραβάει τη δουλειά του. Εγγλέζος +είν' αυτός! + +Η Ουρανίτσα κατάπινε τα λόγια του Λαλεμήτρου σα φαρμάκι. Μα κάτι +την έτρωγε μέσα της, νακούη κι' άλλα. Όρεξι να είχε να λέη ο Γερο +— Λαλεμήτρος κ' η όρεξι δεν τούλειπε. + + — Αμ' οι ξέρες, Καπετάν Λαλεμήτρο; + + — Μην τα γυρεύης, παιδί μου! Σαν ταξιδεύης η ζωή σου σε μεταξωτή +κλωστή κρέμεται. Οι ξέρες! Ούτε το διάβολο ναπαντήσης ούτε το +σταυρό σου να κάνης. Όσο κυττάς να τις ξεφύγης, τόσο πας και +πέφτεις σαν το στραβό πουλί απάνω τους. Θάλασσα είνε αυτή. Τύφλα +νάχουν οι χάρτες και τα φανάρια! Εδώ σκοντάφτεις στο δρόμο που +περπατάς μέρα μεσημέρι. Όχι στη θάλασσα, στα σκοτάδια και στις +καταχνιές. + +Κι' άρχιζε πάλι ατέλειωτες ιστορίες. Τελειωμό δεν είχε. Εκατό +φορές τα είχε πει και ξαναπεί και πάλι άρχιζε ξαναρχής. Και τη +Γοργόνα ακόμη και τη Γοργόνα την είχε δει. + + — Ο Θεός με φώτισε, παιδί μου. Καθόμουνα απάνω στο κάσσαρο. +Ταξιδεύαμε πρίμα. Μια βραδυά χαρά Θεού. Άξαφνα ακούμε μια φωνή από +μακρυά σαν τρόμπα-μαρίνα. Τι φωνή ήταν εκείνη; Ακόμα βουίζουν +ταυτιά μου. «Ζη ο Μέγας Αλέξανδρος;» Κερώσαμε όλοι. Άξαφνα σα +φώτησι Θεού να μου ήρθε. Μια και δυο απάνω στο άλμπουρο. Παίρνω +μια δυνατή ανάσσα και φωνάζω με όλη μου τη δύναμη. «Ζη και +βασιλεύει!» Και πάλι τα ίδια. Τρεις φορές η Γοργόνα, τρεις κ' εγώ. +Και περάσαμε. Ειδεμή αλλοίμονο σε μας· θα μας είχε καταπιεί η +θάλασσα. + +Ο Λαλεμήτρος σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια και ο +μπόγος γεμάτος κάθε βράδυ. Το μερδικό του δεν έλειπε απ' όλα τα +καλά. Μα τα λόγια του κατέβαιναν σα φαρμάκι στην καρδιά της +Ουρανίτσας. Όλη τη νύχτα τράκους και ξέρες ωνειρευότανε. Κι' ο +Γιαννιός της επάλευε με το χάρο, θαλασσοπνιγότανε. Και ζητούσε +βοήθεια. Η Ουρανίτσα ξαφνιζότανε στον ύπνο της, άκουγε τόνομά της +«Ουρανίτσα μου, χάθηκα!» Πεταγότανε από το στρώμα σαν την τρελλή. +Τίποτε. Ήταν όνειρο. Μόνο η νοτιά βούιζε όξω, και τα κύματα, που +σπάζανε στο μώλο, χτυπούσαν στα τζάμια σα χαλάζι. + +...Εκείνο το πρωί σηκώθηκε ήσυχη κ' ευχαριστημένη. Είχε δει καλό +όνειρο. Θαρρούσε πως το έβλεπε ακόμα το άσπρο περιστεράκι με την +κόκκινη κορδελίτσα, που ήρθε και κάθησε στο παράθυρο της +ξαποσταμένο. + +Μα ένα σύννεφο πάλι πέρασε και θόλωσε το λογισμό της. Τα λόγια του +Λαλεμήτρου βουίζαν σταυτιά της. + + — «Σαν ταξιδεύης η ζωή σου σε μεταξωτή κλωστή κρέμεται». Κ' εγώ +περιμένω γράμμα. Στέλνουν γράμματα οι πεθαμένοι στους ζωντανούς; + +Και ωστόσο πρόσμενε στο παραθύρι. Τι πρόσμενε και η ίδια δεν +ήξερε. + +Το βαπόρι ήρθε στην ώρα του. Ο κόσμος ήταν μαζεμμένος κάτω στο +μώλο απόξω από τους καφενέδες. Δυο-τρεις επιβάτες βγήκαν από τις +βάρκες. Μαζί μ' αυτούς κι' ο Μιχαληός ο Καλόγνωμος, χρόνια +φευγάτος στην Αυτραλία. Τον τριγύριζαν με περιέργεια και αγάπη. +Κι' αυτός τους έλεγε, τους έσφιγγε τα χέρια, γελαστός και +πρόσχαρος. Όλοι ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν. Μέσα στις ξεκομμένες, +βιαστικές κουβέντες κάτι παράξενο νέο τους έφερνε. Άλλοι κουνούσαν +το κεφάλι, άλλοι μουρμούριζαν κ' έφευγαν. Κοντά σε όλους και ο +Μαθιός με το φάκελλο του ταχυδρομείου. + +Είχαν χυθή να του τον αρπάξουν από τα χέρια. Ο Μαθιός +αντιστεκότανε. + + — Δεν μπορώ, παιδιά. Θα πάω στο γραφείο. Δεν μπορώ νανοίξω το +φάκελλο. Ό,τι έχετε θα το λάβετε. + +Πολλοί τον ακολούθησαν από πίσω. + +Σε λίγο ο Μαθιός με τη στίβα τα γράμματα στα χέρια ξεκίνησε για τη +διανομή. Στο δρόμο κοντοστάθηκε, δεν ήθελε να περάση από το σπίτι +του Λαλεχού. Φοβότανε τις κακοτοπιές. Μα τι να κάμη; Εκεί δίπλα +είχε να δώση γράμμα. Δεν μπορούσε να κάμη αλλοιώς. Έκαμε κουράγιο +και τράβηξε. Από μακρυά το μάτι του πήρε την Ουρανίτσα στο +παράθυρο. Έκαμε να στρήψη το σοκάκι, μα ήταν αργά. Το πήρε απόφασι +και προχώρησε με αποφασιστικό βήμα. + + — Καλώς το Μαθιό. Άργησες, καλότυχε. Το γράμμα... Φέρε μας το +γράμμα. + +Και άπλωσε το χέρι από το παράθυρο, να πάρη το γράμμα. + +Ο Μαθιός κοντοστάθηκε, ξαφνισμένος. + + — Μακάρι να είχα, παιδί μου. Στο χέρι μου είνε; Με το άλλο, πρώτα +ο Θεός, ελπίζω να σας ευχαριστήσω. Κάνετε υπομονή. + + — Δε γίνεται, είπε η Ουρανίτσα. Το γράμμα τώχω. Ψάξε να το βρης. + +Είχε γίνει χλωμή σαν τη ζαφορά. + + — Θα σε γελάσω, παιδί μου; Δεν έχει σου λέω. + + — Βαριέσαι να ψάξης, Μαθιό. Τόσα γράμματα έχεις στα χέρια σον. Θα +είνε μέσα και το δικό μας. Δε γίνεται... + +Ο Μαθιός έκανε πως ψάχνει τάχα. + + — Δεν ξέρω εγώ, παιδί μου, τι έχω; Να! ορίστε, όλα τα γράμματα. +Δεν έχει, σου λέω. Σαν είχα σας έφερνα. Με το άλλο. + +Η μάννα της Ουρανίτσας, που άκουσε τη λογομαχία, πρόβαλε στο +παράθυρο. Πώς μπορούσε να μην έχη γράμμα; Το όνειρο ήταν καθαρό. +Ποτέ δε λαθεύτηκε. + + — Μαθιό, να ψάξης να βρης το γράμμα. Ο γαμπρός μας μάς έγραψε. Να +ψάξης να το βρης. + +Ο Μαθιός δεν μπορούσε να εξηγήση την επιμονή τους. + + — Σα σας έγραψε θα το λάβετε. Τι να σας πω; Με το άλλο θα το +λάβετε. + + — Δεν έχει άλλο και ξεάλλο. Να ψάξης να βρης το γράμμα. + + — Μη με χασομεράς, κυρά μου, είπε ο Μαθιός. Δεν τώφαγα το γράμμα +σας. Σαν είχα σας τώδινα. + +Το αίμα τού είχε ανεβή στο κεφάλι. Έκαμε να φύγη. + + — Πού πας; Να ψάξης να μας βρης το γράμμα. Σαν τώχασες να πας να +το βρης. + + — Μπορεί και να χάθηκε, είπε πάλι ο Μαθιός. + +Από μέσα του τους λυπότανε κιόλα. + + — Μπορεί και να χάθηκε στα δρόμο. Εδώ ανθρώποι χάνονται. + + — Δε χάθηκε στο δρόμο. Εσύ τώχασες. + + — Δε χάνω γράμματα. Ξεφορτωθήτε με. Ώρα καλή! + +Η γρηά πετάχτηκε η μισή από το παράθυρο. + + — Να συμμαζέψης τη γλώσσα σου, μπεκρούλιακα! Μεθάς και χάνεις τα +γράμματα των χριστιανών. Έννοια σου και θα δης ποια είμ' εγώ. + +Ο Μαθιός είχε γίνει κόκκινος σαν τον αστακό, από το θυμό μου. + + — Πας να με ξεφορτώνεσαι, γρηά στρίγγλα, μουρλή, ξεκουτιάρα; Πρωί +— πρωί. + +Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν μαζευτή ολόγυρα. Οι γειτόνισσες +βγήκαν στις πόρτες και στα παράθυρα. Μεγάλο σούσουρο γινότανε. Η +γρηά ξεφώνιζε σαν τρελλή. Η Ουρανίτσα ήτανε σαν το φλουρί, τα +μάτια της είχαν βουρκώσει. Να σου και φάνηκε από το καντούνι ο +Καπετάν Λαλεχός. Σαν τον είδε η γρηά άρχισε τα κλάματα, +ταναφυλλητά. + + — Τι τρέχει; Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι είνε τούτο το κακό; + +Η γρηά ξεφώνιζε: + + — Ακούς εκεί νοικοκυρά γυναίκα να με πη στρίγγλα! Ο +μπεκρούλιακας! Κ' έκλαιγε σαν το μωρό παιδί. + + — Σα δε συμμαζώνης τη γλώσσα σου; είπε πάλι, πιο μαζεμμένος τώρα, +ο Μαθιός. Άνθρωπος είμαι κ' εγώ. Αίμα έχω στις φλέβες μου. + +Ο Καπετάν Λαλεχός στάθηκε μια στιγμή, ως που να καταλάβη τι +γίνεται, ακουμπώντας στη μαγκούρα του. Οι γυναίκες τριγύρω +μουρμούριζαν από τα παράθυρα. + + — Δεν έκανε καλά. Να βρίση νοικοκυρά γυναίκα. Πού ακούστηκε; Να +την πη στρίγγλα! + +Του Καπετάν Λαλεχού του ανέβηκαν τα αίματα στο κεφάλι. + +Αργούσε να τον πιάση, μα σαν τον έπιανε το μπουρί ο Θεός φυλάξοι. + + — Εσύ βρε έβρισες τη γυναίκα μου; Και γούρλωσε τα μάτια του. + + — Ας μη μ' έβριζε κι' αυτή! είπε ο Μαθιός κ' έκαμε να φύγη. + + — Πού πας, βρε χαμάλη, μπεκρούλιακα!... + +Εσήκωσε τη μαγκούρα και του την κατάφερε κατακέφαλα. + +Το κούτελο του γέμισε αίματα. Τον άρπαξε από το λαιμό. Σε λίγο οι +δύο γέροι κυλιόντουσαν στο χώμα. Οι γυναίκες χαλούσαν τον κόσμο. +Φωνές, κλάματα, ξεφωνητά, στριγγλιές, μαλλιοτραβήγματα. Μπήκαν και +τους χωρίσανε. Ο Μαθιός σηκώθηκε, σκουπίζοντας το κούτελό του. Τα +παιδιά του μάζεψαν τα γράμματα, που είχανε σκορπίσει στα χώματα. Ο +Μαθιός τραβήχτηκε μουρμουρίζοντας φοβέρες. Σαν πήγε λίγο μακρύτερα +κοντοστάθηκε κ' έβαλε τις φωνές, σαν ντελάλης: + + — Φταίω γω που σας λυπήθηκα παληοθηλυκά και δε σας τώλεγα καθαρά +και ξάστερα. Από ποιόνε περιμένετε γράμματα; Ο γαμπρός σας δεν +αδειάζει να σας γράψη... Παντρεύτηκε! Νάταν κι' άλλος. + +Μια νεκρική σιωπή χύθηκε τριγύρω. + +Μια φωνή γυναικεία ακούστηκε έπειτα: + + — Να φας τη γλώσσα σου! Ψεύτη! + +Ο Μαθιός έβαλε μια δυνατώτερη φωνή, καμπανίζοντας τα λόγια του ένα +— ένα, σταράτα, σαν ντελάλης: + + — Εγώ ψεύτης! Σύρτε στο γιαλό να μάθετε τα μαντάτα. Ο Μιχαληός ο +Καλόγνωμος εδώ είνε. Ό,τι έφτασε από την Αουστράλια. Σύρτε να +μάθετε τα μαντάτα. + +Τα λόγια του Μαθιού έπεσαν σαν αστροπελέκι από τον ουρανό. Όλοι +βουβάθηκαν. Και ύστερα τίποτε. Ένα παράθυρο μόνο έκλεισε δυνατά +και ο κόσμος άρχισε να σκορπίζη, μουρμουρίζοντας. + +Δύο κορίτσια πέρασαν μπροστά στο Μαθιό, που σκούπιζε το κούτελο +του απ' τα αίματα. + + — Την είδες την γουστερίτσα πώς έγινε! + +Και βαστούσαν τα γέλια με κουνήματα και σπρωξίματα. + + +Ξημέρωσε η Κυριακή, μαύρη Κυριακή! + + — Να όψεται ο αίτιος, που πήρε το κορίτσι στο λαιμό του. + +Έλεγε ο Παπα-Δημήτρης κάτω στον καφενέ. Όλοι με τα μάτια +βουρκωμένα τον άκουγαν. Κάποιος γύρισε και κύτταξε τον Μαθιό +στριμωγμένο σε μια γωνιά. + + — Σαν την έβαλε ο Πειρασμός και πήγε και πνίγηκε, τι φταίω εγώ; +είπε ο Μαθιός. Και ο Λαλεμήτρος, που τον έβγαλε ο Θεός στη μέση, +ξημερώματα του Θεού, στραβομάρα είχε να τρέξη να την αρπάξη, να +την πάη σπίτι της; Μόνο λέει τώρα πως δεν πήγε ο νους του πως ήταν +η Ουρανίτσα. Καθώς κατέβαινε, λέει, στο γιαλό, ασπροντυμένη, την +πήρε για νεράιδα και σκιάχτηκε. Δεν περπατούσε, λέει. Του φάνηκε +πως περνούσε σιγαλά απάνω στον αέρα, σα φάντασμα. Και την άφησε +και πνίγηκε για το σπολλάτη, για τα καλά που είδε. Να όψεται. + +Είχαν όλοι κατεβασμένα τα μούτρα. Τέτοια συφορά είχε καιρό +νακουστή στο νησί. + + — Η δουλειά σου σένα δεν ήτανε να φέρης τα μαντάτα, είπε ο παπάς. +Να δίνης τα γράμματα σου και να σωπαίνης. + + — Σα με βρίσανε, παπά μου, και με σκοτώσανε, δεν ήξερα κ' εγώ τι +έλεγα. Ο διάβολος μ' έσπρωξε. Τι να πω κ' εγώ; + + — Τι φταίει κι' ο κακομοίρης ο Μαθιός; είπε ο Παντελής ο +καφετζής, ο μπατζανάκης του. Είνε πράμματα να κρυφτούν αυτά; Αν +δεν ήταν σήμερα, θα ήταν αύριο. + + — Ο Πειρασμός την έσπρωξε να χάση την ψυχή της! Ξαναείπε ο +Μαθιός. + + — Φταίει κι' ο πατέρας της, ξαναείπε σε λίγο. Του κοριτσιού του +ήρθε φρένα. Σημαδιακά λόγια τους έλεγε. «Εγώ θα πάω να τονέ βρω, +δεν μπορώ να κάνω μοναχή μου. Θα πάω να τονέ βρω». Έλεγε και καλά +πως ο Γιαννιός πνίγηκε. Δεν ήθελε να πιστέψη πως παντρεύτηκε. +Έλεγε πως τη γελούνε. «Βρε παιδί μου, κάθεσαι και χάνεσαι για έναν +άνθρωπο που σε παράτησε και πήγε και παντρεύτηκε στα ξένα; Δεν +ήταν άνθρωπος για σένα. Γαμπροί άλλο τίποτε. Θα βρης άλλον +καλύτερο, όπως σου αξίζει». Αυτή τίποτε. «Ο Γιαννιός μου πνίγηκε. +Τον πήρε η θάλασσα απ' την κουβέρτα. Τα κοκκαλάκια του στην +αμμουδιά τα δέρνει η θάλασσα. Θα πάω να τονέ βρω». Σημαδιακά +λόγια. Πού είχε τα μάτια του ο Γερο-Λαλεχός; + +Ο Μαθιός ήθελε να βγάλη ένα βάρος απ' την ψυχή του. Μέσα του +θαρρούσε πως κάτι έφταιγε κι' αυτός. Μα πάλι έλεγε με το νου του: +«Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε. Της είπα πως παντρεύτηκε. Αν με +πίστευε δε θα πνιγόταν κι' αυτή. Μα βλέπεις ο Πειρασμός της έβαλε +στο νου πως πνίγηκε. Και πήγε να τονέ βρη». + + — Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε! είπε σε λίγο δυνατά. Ποιος της +είπε πως πνίγηκε; Εγώ της είπα πως παντρεύτηκε!... Άλλο πνιγμένος +στη στερηά κι' άλλο στη θαλασσα. + + — Έχει δίκηο ο Μαθιός! είπε πάλι ο μπατζανάκης του. Μήπως της +είπε πως πνίγηκε; Σα γύρισαν τα μυαλά της, τι φταίει ο Μαθιός; + +Ο Μαθιός πήρε λίγο απάνω του. Άρχιζε να παρηγοριέται και μοναχός +του και οι βρισιές της γρηάς Λαλεχίνας του ήρθαν πάλι στο νου του. + + — Τη γρουσούζεψε κι' αυτή η μάννα της με τη γρίνια της, όπως +έφαγε και τον άντρα της και τον ξεκούτιανε. Τώρα τάβαλε με κείνον. +Όλα ο γέρος τα φταίει. Έτσι, λέει, ήταν κι' αυτός ξελογιασμένος +σαν το γαμπρό που διάλεξε. Προχτές σα γυρίσανε από το λείψανο την +έπιασαν τα δαιμόνιά της. «Από σένα έχασα το κορίτσι μου, του +έλεγε. Πήγες και διάλεξες το γαμπρό σαν τα μούτρα σου». Και καθώς +την πιάνανε τα δαιμόνια άρπαζε κάτι κάδρα της Βενετιάς, που είχε +φερμένα ο γέρος στα νιάτα του, και τα πέταε από το παράθυρο. Τι +της έφταιγαν τα κάδρα; + + — Γυναικεία μυαλά! είπε ο Κυρ-Φώτης ο Πάρεδρος· δεν βρίσκεις +άκρη. + +Έλεγε ο ένας το κοντό του κι' ο άλλος το μακρύ του. Αλλοίμονο σ' +αυτήν που χάθηκε! Η θάλασσα όξω βούιζε. Τα κύματα έσπαζαν στο μώλο +αγριεμμένα. Μέσα στο βουητό της θάλασσας μια φωνή μεθυσμένου +έσχιζε τον αέρα: + + «Μες στον αφρό της θάλασσας η αγάπη μου κοιμάται... + Παρακαλώ σας κύματα μη μου την εξυπνάτε». + +Ο Μαθιός, που είχε τραβήξει δύο-τρία ρόμια για να παρηγορηθή, +κούνησε το κεφάλι του. + + — Να ένας χριστιανός που πήρε την απόφασι να πνιγή στη στερηά, +είπε. Το κακό είνε που, σαν πέση κι' αυτουνού η αγαπητικιά του να +τονέ βρη στη θάλασσα, δε θ' ανταμωθούν ποτέ... + +Κανένας δεν του αποκρίθηκε. Μόνο η βοή της θάλασσας επάλευε με τη +φωνή του μεθυσμένου: + + «Παρακαλώ σας κύματα μη μου την εξυπνάτε». + + + +ΚΡΑΣΟΚΑΤΑΝΥΞΗ + + + +Ως που να γίνη το κρασί κρασάκι περάσανε πενήντα χρόνια. Κι' άλλα +τόσα ως που να γίνη ο Καπετάν Δημήτρης Μπαρμπα-Δημητρός. Νέος +ακόμα ναύτης, λοστρόμος κ' έπειτα καπετάνιος δεν το αγαπούσε το +κρασί. + + — Δεν το θέλω το κρασί. Δεν το κάνω χάζι. Με πειράζει. + +Βία να πιή ένα εκατοσταράκι στο φαγί του. Κι' αυτό με το νερό. +«Βαπτισμένο», όπως έλεγε ο σύγγαμπρός του ο Παπα-Θανάσης. Ο Παπα- +Θανάσης πάλι στο φαγί του δεν έπινε καθόλου, σταλιά. + +Όταν έμπλεκε όμως με παρέες ο Παπα-Θανάσης κατέβαζε τον Ιορδάνη. + + — Πού και πού χρειάζεται, έλεγε. Να ξυπνούν τα αίματα! + +Όταν άφησε τη θάλασσα ο Καπετάν Δημήτρης, καραβοτσακισμένος και +θεόφτωχος, με δώδεκα δραχμές σύνταξι, ύστερ' από πενήντα χρόνια +δούλεψι — τα μισά του τάφαγαν οι καπετανέοι και τα λιμεναρχεία — +χωρίς να το καταλάβη έγινε Μπαρμπα-Δημητρός, επιστάτης για χρόνια +στα σχολεία, με το βούρβουλα στα χέρια, και χωρίς να το καταλάβη +πάλι πήρε τις συνήθειες του μακαρίτη του Παπα-Θανάση, του +σύγγαμπρού του. Στο φαγί του έπινε νερό-νεράκι· στα έκτακτα +κατέβαζε τον Ιορδάνη. Το κρασί έγινε κρασάκι. + + — Η σφαίρα γυρίζει, η πολιτική αλλάζει. Αυτά έχει ο παληόκοσμος! +Το κρασάκι μας έμεινε! + +Και με το δίκηο του ο Μπαρμπα-Δημητρός. Τι είχε να δη στον κόσμο; +Μέσα σε πενήντα χρόνια τα μάτια του είδαν καν και καν. Έχασε ό,τι +είχε και δεν είχε· έχασε τα υπάρχοντά του· τη γρηά του την +πάντρεψε· τα παιδιά του τάστειλε αποκεί που ήρθαν· το φως του +τάφησε το μισό στο πέλαγο και μόνο τα πόδια του πληθύνανε. Από δυο +γινήκανε τρία. + + — Και με τη βοήθεια του Θεού θα ταυγατίσω ακόμα, έλεγε. Να +περπατώ με τέσσερα, να κυνηγάω τα μούλικα στα σοκάκια. + +Η μόνη του παρηγοριά έμεινε το κρασάκι. Πιο πιστό κι' απ' τη +γυναίκα κι' απ' τη θάλασσα, κι' απ' όλα ταγαθά του κόσμου. Ας είνε +καλά ταμπέλια του Θεού. Οι βαρέλλες δεν αδειάζουν ποτέ. Κι' αν +αδειάσουν, ξαναγεμίζουν... + + — Αυτό, που λες, δε θα μαρνηθή ποτέ. Ποτέ δε θα μαρνηθή. Τύφλα +νάχουνε γυναίκες κ' υποστατικά και πλεούμενα και παιδιά και +σκυλιά. Όλα μαρνηθήκανε και φύγανε. Πάνε. Αυτό δε θα μαφήση, αν +δεν ταφήσω. Η ψυχή μου θα βγαίνη κι' ο παπάς θα με δροσίζη με το +κουταλάκι... Αυτά είνε που σου λέω, Καπετάν Βαγγέλη. Και να μακούς +εμένα και να μαγαπάς. + +Ήσαν οι δυο γέροι στην ταβέρνα του Σπανού, κάτω στο γιαλό, στο +κρυφό τραπεζάκι πίσω απ' το τεζάχι. Την είχε τη θέσι χρονικής ο +Μπαρμπα-Δημητρός. Όχι πως ήθελε να κρυφτή απ' τα μάτια του κόσμου. +Μια πεντάρα δεν έδινε. Μα τουρχότανε βολικά εκεί σταπόμερο. Πρώτα +είχε τις βαρέλλες δίπλα του, τις κύτταζε και τις καμάρωνε: το +μοσχάτο, το μπρούσκο, το κοκκινέλι, το λιαστό... Κρασιά και +κρασιά. Να πιή και να μεθύση η Οικουμένη. «Άγια χώματα η πατρίδα. +Ρουφάει το νεράκι του Θεού και σου δίνει εφτά λογιών κρασί». +Έπειτα εύρισκε την ησυχία του εκεί σταπόμερο. Δεν έκανε χάζι τον +κόσμο. Αυτά τα παιδιά, με τα πλατειά ζουνάρια και τα μουστάκια τα +στρημμένα, του χαλούσανε το στομάχι. Ούτε τα φερσίματά τους, ούτε +τα λόγια τους, ούτε τα τραγούδια τους ήθελε να τακούη. Όλο και +σαχλαμάρες. Πολιτική, κουβέρνο, συνδυασμοί, κωλυσιεργίες, ένα σωρό +αηδίες. Αυτές ήταν οι κουβέντες τους. Κ' ύστερα φραγκοτράγουδα, +γκαρίσματα, μπάσα και πρίμα, σωστές πριμαντόνες. Λίγο κρασί και +πολλά φούμαρα. Γυναικοδουλειές, ερωτοδουλειές, ξεράσματα. Εκεί στη +γωνιά του εύρισκε την ησυχία του. Κάλλια μονάχος. Μονάχος ως που +να φανή κανένας άνθρωπος σωστός, του παλαιού καιρού. + +Από το σούρπωμα ήτανε εκεί ο Μπαρμπα-Δημητρός. Αυτό το βράδυ είχ' +αργήσει να φανή η παρέα του. Δηλαδή, να πούμε, ο Καπετάν Βαγγέλης. +Ο Μπαρμπα-Δημητρός τράβηξε ωστόσο τα κρασάκια του, σιγά-σιγά. +Όλο και κύτταζε κατά την πόρτα· μα ψυχή δε φαινότανε. Ήρθανε κάνα +— δυο παρέες. Κάνανε να του πιάσουν κουβέντα: + + — Μπα! μονάχος, Μπαρμπα-Δημητρό! Τι την έκανες την παρέα σου; + +Τίποτε ο Μπαρμπα-Δημητρός. Ούτε γύρισε να τους κυττάξη. «Τι τις +θέλεις τις κουβέντες;» έλεγε μέσα του. «Ας τους να λένε». + +Μπήκε άλλος. + + — Καλημέρα, Μπαρμπα-Δημητρό. + +Ο Μπαρμπα-Δημητρός τίποτε. + + — Είπαμε, καλημέρα! ξαναείπε ο νεόφερτος. + + — Την κακή ψυχρή σου μέρα. + + — Ευχαριστώ! είπε ο νεόφερτος. Δεν του κακοφάνηκε. + + — Τίποτα, τίποτα! μουρμούρισε ο Μπαρμπα-Δημητρός. + +Τράβηξε άλλο ένα κρασάκι. «Έτσι θέλουν αυτοί για να ησυχάσουν», +είπε μέσα του. + +Είχε νυχτώσει. Ότε άναβε το παιδί το φανάρι φάνηκε ο Καπετάν +Βαγγέλης στην πόρτα. Κοντοστάθηκε, έρριξε μια ματιά ολόγυρα και +τράβηξε ολόισα κατά το τεζάχι και κάθησε αντίκρυ στον φίλο του. +Ούτε «καλησπέρα» ούτε «καλή σου σπέρα».. Αγροικηθήκανε με τα +μάτια. + + — Μονομπράτσο το πήρε! είπε κάποιος από τη γειτονική παρέα. +Ύστερα θα πάρη τις βόλτες. + + — Ας τους να λένε! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός. + +Ο Σπανός ξαναγέμισε το εκατοστάρι. Οι γέροι κουτσόπιναν. Ούτε +μιλιά, ούτε λαλιά. Ωστόσο θάλεγες πως αγροικούνταν από μέσα τους, +πως είχανε μεγάλη κουβέντα, μια κουβέντα χωρίς λόγια, που δεν την +έκοβαν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι φωνές, ούτε τα χτυπήματα των +ποτηριών που γέμιζαν την ταβέρνα. Στο τέλος της παράξενης αυτής +κουβέντας ήσανε πάντα σύμφωνοι κ' οι δυο. + + — Έτσι που λες, Καπετάν Βαγγέλη. + + — Έτσι βέβαια. Αμ' πώς; Και τρακάριζαν τα ποτήρια. + +Η κουβέντα αυτή βάσταξε ώρες. Και πάντα σύμφωνοι. + + — Έτσι που λες, + + — Έτσι βέβαια. Αμ' πώς; + +Είχε νυχτώσει. Οι παρέες σιγά-σιγά αδειάσανε το μαγαζί. +Πηγαίνανε και «παρακάτω», να δοκιμάσουνε κι' άλλα κρασιά. «Οι νέοι +μουδιάζουνε γλήγορα στον ίδιον τόπο. Θέλουνε κούνημα... Ο γέρος, +άμα καθήση, κάθησε», έλεγε ο Καπετάν Βαγγέλης. «Ως που να καθήση, +και να μη σηκωθή», επρόσθετε ο Μπαρμπα-Δημητρός. + + — Έτσι δεν είνε; Πώς; + + — Έτσι βέβαια, αμ' πώς; + +Σαν έμειναν μόνοι οι δυο γέροι άρχισαν να μιλούν και φωναχτά. + + — Σαν να πέρασε η ώρα! είπε ο Καπετάν Βαγγέλης. + + — Ώρες κυττάς τώρα! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός. + + — Δεν τις κυττάω εγώ. Τις κυττάει η γερόντισσα, αποκρίθηκε +αναστενάζοντας ο Καπετάν Βαγγέλης. Εσύ την πάντρεψες και ησύχασες. +Ποιος σ' ερωτάει; + +Ο Μπαρμπα-Δημητρός το γύρισε στο μεράκι. + + — Τρομάρα μου. Ώμορφος κατάντησα. Σαν το σκυλί στο δρόμο. Ας είχα +τη γρηούλα κι' ας μούλειπαν τα καλά μου. + +Τον είχε πάρει το παράπονο. + + — Αυτά έχει ο κόσμος, είπε ο Καπετάν Βαγγέλης. Όποιο δεν τάχει, +ταπογυρεύει. + + — Το θυμάσαι το Μοσχαδώ; ρώτησε άξαφνα ο Μπαρμπα-Δημητρός. + +Τα μάτια του γυαλίζανε. Η φωνή του αντρειεύτηκε. + + — Το θυμάμαι, λέει; Σαν νάνε τούτη η ώρα. + + — Θεός σχωρέσ' την. Άγια γυναίκα. + + — Κι' ωμορφούλα, παχουλή, σερπετή. Σου πήρε τα μυαλά. + + — Ωμορφούλα, λέει; + +Η φωνή του Μπαρμπα-Δημητρού όλο και αντρείευε. Έστησε το κορμί του +ολόρθο και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. Έστρηψε και το +μουστάκι με τα δυο δάχτυλα. + + — Άιντε ντε!... Αμ' αν δεν ήτανε τέτοια, δεν έτρωγα τα σίδερα να +την πάρω. Πέντε χρόνια αγάπη. + + — Πέντε, αι; + + — Πέντε σωστά. Μ' έφαγε στο νάζι και στα πεισματικά. Μωρέ το +θυμάσαι το Μοσχαδώ; + + — Ακούς, λέει! + + — Πέντε χρόνια, που λες! Στράγγισα στα πόδια μου. Ανήμερα τα Φώτα +ήτανε, που μου μπήκε ο διάολος μέσα μου Βγήκε απ' τα νερά και μου +μπήκε μέσα στα σωθικά μου. Γύριζα από ταξίδι. Τραβούσα το δρόμο +κατά το σπίτι. Ζούσε ακόμα η συχωρεμένη η μάννα μου. Εκεί κατά το +μαχαλά μας βλέπω κάτι κορίτσια στην πόρτα. Ποιος γύριζε να +κυττάξη; Χορτασμένο το μάτι μας από τέτοια πράμματα. Άξαφνα ακούω +μια φωνή: — «Καλώς ώρισες, καπετάνιο!» — «Καλώς σας βρήκαμε». Βρε +τι ήτανε εκείνο; Με χτύπησε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Έλα Κύριε! +είπα μέσα μου. Τ' είνε τούτο το κακό; Γυρίζω και βλέπω. Θαμπώσανε +τα μάτια μου. Χαμογελούσε και κοκκίνιζε σαν παπαρούνα, οι άλλες +βαστούσανε τα γέλια τους. Κοντοστάθηκα. «Δε με γνωρίζεις, Καπετάν +Δημήτρη;» μου λέει. Λιγώθηκα. Ανοίξανε τα επουράνια! «Πού να σε +γνωρίσω;» της κάνω. Η φωνή μου έτρεμε. Κύριε ελέησον! Τέτοιο +μασκαραλίκι δεν το είχα ματαπάθει. — «Δεν είμ' εγώ το Μοσχαδώ της +Σειραϊνώς, της παπαδιάς;» — «Εσύ είσαι;» Της δίνω το χέρι. Τα +γόνατά μου λυγίσανε. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά! Τέτοιο ρεζιλίκι δεν +τώχα ματαπάθει. «Αμ' πού να σε γνωρίσω; Σάφησα κοριτσόπουλο, και +σε βρίσκω κοπέλλα». Ο κόσμος μου ήρθε γύρω. Τράβηξα στο σπίτι, στη +γρηά. Μην τα ρωτάς ύστερα... + +Πήρε ένα βαρύν αναστεναγμό. Ο σύντροφός του τον κύτταζε στα μάτια. +Τα δυο γέρικα κεφάλια κόντευαν να τρακάρουν. + + — Τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ξαναείπε. + + — Γιατί δεν την έπαιρνες, Δημητρό, να τελείωσης; + + — Γιατί, λέει; Ούτε το διάβολο ναπαντήσης ούτε το σταυρό σου να +κάνης. «Το Μοσχαδώ σ' αγαπάει. Το Μοσχαδώ τρελλαίνεται για σένα», +μου λέγανε η μια κ' η άλλη. Κάτι καταλάβαινα και μοναχός μου. Πάμε +μια Κυριακή με τη γρηά να τους χαιρετίσωμε. «Έλα, Μοσχαδώ, μέσα», +της λέει η μάννα της. «Δεν μπορώ, μάννα. Με πονάει το κεφάλι μου». +— «Έλα που σου λέω». — «Δεν έρχομαι». Κακανογελούσε μέσα με +ταδερφάκια της· τέτοιο πονοκέφαλο είχε. Το στόμα μου έγινε +φαρμάκι. «Πάμε, μάννα, να φύγωμε», λέω στη γρηά μου. Φύγαμε. Μου +ανάψανε τα αίματα. Περνώ την άλλη μέρα· ήτανε στο παραθύρι. — +«Καλησπέρα, καπετάνιο». — «Καλησπέρα». — «Κακιωμένος είσαι;» Μέγας +είσαι, Κύριε, με τούτο το κορίτσι. Έχασα το μπούσουλα. Ζυγώνω στο +παράθυρο. Κόβει ένα κλωνί βασιλικό και μου το δίνει. — «Να μη +κακιώνης άλλοτε». Είχε μια γλύκα η φωνή της. Ύστερ' αναστέναξε. — +«Θα φύγης;» μου είπε. — «Θα φύγω την Κυριακή». — «Γιατί βιάζεσαι +τόσο;» + + — «Έτσι λέω, ποιος ξέρει πάλι!» της είπα. — «Καληνύχτα». + +Έφευγα και δεν μπορούσα να φύγω. Τα πόδια μου κολλήσανε στο χώμα. +Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Πέρασαν δυο-τρεις ημέρες. Δεν την +ξαναείδα. Ούτε στην πόρτα, ούτε στο παράθυρο. Ένα βράδυ, κατά το +σούρπωμα, τη βλέπω στο παράθυρο. Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Ζυγώνω +και την καλησπερίζω. — «Καλησπέρα», μου λέει ξερά. Άπλωσα να της +δώσω το χέρι. Τραβήχτηκε μέσα και μου κλείνει το παράθυρο +κατάμουτρα. Την άκουγα που γελούσε. Το αίμα μου ανέβηκε στο +κεφάλι. Έτσι είσαι, άτιμο θηλυκό;! Τραβάω στο σπίτι μου. — «Μάννα, +να μου ετοιμάσης τα ρούχα μου. Φεύγω το πρωί με το βαπόρι. Πάω να +μπαρκάρω στον Περαία». Βρε αμάν, βρε ζαμάν η γρηά. Τίποτε γω. +Μαύρη πέτρα πίσω μου κ' έφυγα. Στη Μαρσίλια λαβαίνω γράμμα. «Το +Μοσχαδώ αρρώστησε απ' τον καϋμό της». Κύριε ελέησον. Να μην τα +πολυλογούμε, γυρίζω, — τα ίδια πάλι. «Δεν πονηρεύομαι, είμαι μικρή +ακόμα». Ξαναγυρίζω. Πέντε χρόνια κοντολογής. Στέγνωσα στα πόδια +μου. + +Ο Καπετάν Βαγγέλης άκουγε με το στόμα ανοιχτό. Στο τέλος ξέσπασε. + + — Μέγας είσαι, Κύριε, μ' αυτά τα θηλυκά! Καθένα με το διάβολό +του. Εμένα η γρηά μου δε ήξερε τέτοια πράμματα. Απ' ταυτί και στο +δάσκαλο. Καλή της ώρα! + + — Έτσι που λες, γέρο. Ωστόσο έδωκε ο Θεός και ήρθε η ευλογημένη +μέρα. Όταν έπεσε, που λες, στην αγκαλιά μου, έτριβα τα μάτια μου. +«Εσύ 'σαι, μωρέ Δημητρό, που απόλαψες τέτοια δόξα;» Δεν πίστευα +και μοναχός μου. Ανοίξανε τα επουράνια... + +Ένας χτύπος δυνατός ετράνταξε την πόρτα. Οι γέροι τινάχτηκαν +ξαφνιασμένοι, σαν να τους έπιασαν σε καμμιά ντροπή. + + — Ποιος είνε! + +Ξεροβήξανε και τραβήχτηκε ο ένας απ' τον άλλον. + + — Τον κακό σου τον καιρό, μπεκρούλιακα, παραλυμένε!.. + +Μια γυναικεία φωνή ούρλιαζε απέξω. + + — Να τσακιστής ναρθής στο σπίτι. Που σε μαζεύομε από τις +ταβέρνες. + +Ήτανε η γυναίκα του Καπετάν Βαγγέλη. Συνειθισμένη ιστορία στην +ταβέρνα του Σπανού. Ο γέρος σηκώθηκε σα βρεμμένη γάτα. Με +κοντόβολτες, τρεκλίζοντας, έφτασε στην πόρτα. Άνοιξε και βγήκε. Τα +ουρλιάσματα έπαιρναν κ' έδιναν. Από μακρυά φτάνανε οι κατάρες και +ταναθεματίσματα. + +Ο Μπαρμπα-Δημητρός έμεινε μοναχός του. Ήτανε σαν αλαφιασμένος. + + — Φέρε ένα κρασάκι, παιδί. Να πάμε να ησυχάσωμε και μεις. + +Το ήπιε. + +Έπειτα στα καλά καθούμενα τον πήρε το παράπονο. Έσκυψε απάνω στο +τραπέζι κι' άρχισε τα κλάματα. + + — Αχ! Μοσχαδώ! Πού είσαι, Μοσχαδώ μου, έρημο και σκοτεινό μ' +άφηκες. + + — Άιντε να πέσης, γέρο! Ώρα είνε. Άσε τώρα τα κλάματα. + +Μούγκρισε ο Σπανός, ο ταβερνάρης, συμμαζεύοντας τα ποτήρια. + +Ο Μπαρμπα-Δημητρός είχε το κονάκι του στην ταβέρνα. Δίπλα στο +τεζάχι, από πίσω απ' τα βαρέλια, έστρωνε την ανδρομήδα του και τον +έπαιρνε κάθε βράδυ, σαν το πουλάκι. + +Σηκώθηκε άξαφνα απάνω. + + — Καληνύχτα σας! + +Και τράβηξε κατά την πόρτα. + + — Πού πας; Παλάβωσες, γέρο; + + — Πού πάω; Στο σπίτι μου. Πού θες να πάω; + + — Βρε πέσε, γέρο, ψοφολόγα. + + — Καληνύχτα σας, είπα! + + — Ώρα σου καλή. Να μη γυρίσης μονάχα και χτυπάς την πόρτα. Ακούς; + + — Καληνύχτα, καληνύχτα! + +Βγήκε στο δρόμο. Ο Σπανός αμπάρωσε την πόρτα, μουρμουρίζοντας. Πού +πάει τέτοια ώρα ο θεοσκοτωμένος! Τράβηξε τον ανήφορο, γύρισε το +σοκάκι, άφησε δεξιά του την εκκλησιά, πήρε το δρόμο ίσια, με +τρεκλίσματα και βόλτες. Έφτασε κοντά στην παληά δημαρχία. Δίπλα σε +μια μάντρα ήτανε ένα γκρεμισμένο ρημάδι. Χρόνια και χρόνια αποθήκη +με σανά. Χτύπησε την πόρτα με τα χέρια του. + + — Μοσχαδώ· άνοιξε, Μοσχαδώ. + +Ούτε φωνή, ούτε ακρόασι. + +Η βραχνιασμένη φωνή αντήχησε άγρια μέσα στο σκοτάδι. + +Το σοκάκι ήτανε έρημο. + + — Δεν ακούς, Μοσχαδώ; Εγώ είμαι. Άνοιξε. + +Τίποτε. Κανένας δεν αποκρίθηκε. + + — Βρε, κουφαθήκανε σήμερα! Άνοιξε, σου λέω. + +Ένα σκυλί ξαφνιασμένο μες στο σκοτάδι άρχισε να γαυγίζη από μέσα, +ξύνοντας την πόρτα με τα νύχια του. Γαύγιζε αγριεμμένο, έτρωγε το +ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ! + + — Σκασμός, βρε Μπραήμη! Εγώ είμαι. Δε με κατάλαβες; + +Το σκυλί, με το ξένο όνομα, λύσσαξε περισσότερο. Έβγαλε το λαρύγγι +του. + + — Μοσχαδώ, άνοιξε, σου λέω. Κακιωμένη είσαι πάλε. Άνοιξε. + +Η φωνή του είχε γίνει τρυφερώτερη, λιγωμένη: + + — Άνοιξε, Μοσχαδώ. + +Τίποτε. Το σκυλί μονάχα έτρωγε το ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ! +Ο γέρος άρχισε τα κλάματα. Σε λίγο σωριάστηκε κάτω στο χώμα. + +Πηδήματα βαρειά ακούστηκαν από μακρυά στο καλντερίμι. Ο Μπαρμπα- +Δημητρός ανασήκωσε το κεφάλι και ξανάπεσε πάλι. + + — Μοσχαδώ, Μοσχαδώ! βογγούσε με βραχνιασμένη φωνή.. + +Δυο ανθρώποι ζυγώσανε τρομαγμένοι. + + — Μωρέ τ' είν' εδώ; Ποιος βογγάει; + + — Κανένας λαβωμένος! είπε ο ένας στον άλλον. + +Ο ένας άναψε ένα σπίρτο κ' έσκυψε να δη. Σαν έφεξε και είδε, έβαλε +τα γέλια. Σήκωσε το χέρι και φασκέλωσε: + + — Εσύ 'σαι, Μπαρμπα-Δημητρό; Μπα, κακό χρόνο νάχης! + +Και τραβήξανε το δρόμο τους. + + + +ΤΟ ΑΧΤΙ +ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ + + + +Πρωί-πρωί πήγα να τον δω στη φυλακή. Όταν ακούστηκε πως ο +Γιάννης ο Αγάλλος, το αρνάκι του Θεού, που δεν είχε σκοτώσει ούτε +μυρμήγκι στη ζωή του, έκανε φονικό — και τι φονικό! — όλος ο +κόσμος έκανε το σταυρό του με τα δυο του χέρια. «Τι τα θέλεις; μου +είπε, στο δρόμο που με συνέτυχε ο Παπα-Σωφρόνης, ανοίγοντας τα +μικρά του ματάκια, και σουφρώνοντας το μεγάλο του στόμα. Μεγάλο +λόγο δεν πρέπει να πη άνθρωπος. Τι του τρέχει ως τα στερνά του δεν +το ξέρει». Μπήκα μέσα στη φυλακή, ένα σκοτεινό κατώγι της +Αστυνομίας μ' ένα μικρό παραθυράκι κλεισμένο με σιδερένια +κάγκελλα. Ο Γιάννης ο Αγάλλος καθότανε σ' ένα ξύλινο σκαμνί, σε +μια γωνιά, και τραβούσε ήσυχα το τσιμπούκι του, σαν να μην είχε +γίνει τίποτε. Το ροδοκόκκινο πρόσωπό του, με τα λίγα ψαρά γενάκια, +ήτανε φρέσκο-φρέσκο και πρόσχαρο. Τα μεγάλα γαλανά του μάτια +γεμάτα καλωσύνη σαν πάντα. Το ήσυχο χαμόγελο, που χάραζε πάντα +γλυκά στο πρόσωπό του, δεν του απόλειπε ούτε τώρα. Το σκοτεινό και +βρώμικο κατώγι, έπαιρνε έτσι μια ημεράδα παράξενη, που έμοιαζε με +καμαρούλα σπιτιού, που δευλεύουνε μέσα του πρόσχαρες γυναικούλες +και χοροπηδούνε τρελλά παιδάκια. + + — Τ' ήτανε πάλε τούτο το ξαφνικό, Καπεταν Γιάννη! τούπα με +καλωσύνη, δίνοντας του το χέρι Όλο το νησί σταυροκοπιέται.. + +Γύρισε και με κύτταξε. + + — Κάθεσαι λιγάκι; μου είπε. Και τράβηξε το τσιμπούκι του, σαν να +τραβούσε με τον καπνό μαζί όλες τις θύμησες της ζωής του. Ύστερα +φούσκωσε τα μάγουλά του και τίναξε το πυκνό σύννεφο προς τον +ουρανό. + + — Αμ' γι' αυτό ήρθα, του είπα. Να καθήσω. + + — Κάτσε το λοιπόν! ξαναείπε. + +Μας αφήκανε μοναχούς. «Λόγο δεν του παίρνει κανένας, μου είχε πει +στην πόρτα ο αστυνόμος. Έφταιξε, λέει, και ας τον παιδέψη ο Νόμος. +Τίποτ' άλλο. Σα θέλης κάτσε και μοναχός σου να τονέ ρωτήσης». Ο +αστυνόμος είχε την ιδέα πως τρελλάθηκε. Αλλοιώς δεν εξηγιέται το +πράμμα. + +Σαν κάθησα σιμά του γύρισα και τον κύτταξα από πάνω ως κάτω. Είχα +κ' εγώ την ίδιαν ιδέα με τον αστυνόμο. Γυρεύεις; Σα σαλέψη το +μυαλό του ανθρώπου και φονιάς γίνεται και κλέφτης κι' ό,τι βάλης +με το νου σου. Ωστόσο δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτε παράξενο +απάνω του. Ούτε σε λόγια, ούτε σε κουνήματα. Ο άνθρωπος ήτανε στα +συγκαλά του. Με κύτταζε μόνο στα μάτια, σαν να ήθελε εκείνος τώρα +να μου βγάλη κάποιο μυστικό. + + — Πώς τα πέρασες εδώ μέσα, σε τούτο το μπουντρούμι; τον ρώτησα. +Θέλεις τίποτα να σου φέρω; Έχεις καμμιά παραγγελιά για το σπίτι; +Πες μου ό,τι θέλεις ελεύθερα. + + — Να σου πω ένα πράμμα; μου είπε χαμογελώντας. Ποτέ μου δεν +κοιμήθηκα τόσο ήσυχα στο σπίτι μου, όσο σε τούτο το έρημο το +στρωσίδι Το πιστεύεις; + +Και μούδειξε μια παληοκουβέρτα μαζεμμένη σε μια γωνιά! + + — Ο Θεός να με συχωρέση! ξαναείπε. Ούτε στα πούπουλα μέσα δε +θάκανα τέτοιον ύπνο. + +Ο δυστυχισμένος! Μόνος του θέλει να δώση παρηγοριά στον εαυτό του, +έλεγα μέσα μου. + +Με κύτταξε στα μάτια. + + — Ε! πάλι καλά! του είπα. Ο Θεός είνε μεγάλος, πολυεύσπλαχνος, +κανένα δεν αφίνει. Ήσουνα καλός άνθρωπος, Καπετάν Γιάννη, άνθρωπο +ποτέ σου δεν έβλαψες, θα σε συχωρέση ο Θεός. Έκανες το κακό στην +κακή την ώρα, μετανόησες. Κι' αν δεν βρης το δίκηο σου από τους +ανθρώπους, ο Θεός δε θα σαφήση να χαθής... + +Του είπα κι' άλλα. Όσες παρηγοριές μπόρεσα του τις είπα: + + — Σα μετανοήση ο άνθρωπος όλα διορθώνονται. + +Κούνησε το κεφάλι του. + + — Δε μετάνοιωσα, συμπέθερε, μου είπε. Αυτό είνε. Δε μετάνοιωσα. +Δε θα μ' έβλεπες έτσι σα μετάνοιωνα. Η μετάνοια είνε μεγάλη πίκρα. +Μεγάλος καϋμός. + +Καθόμαστε και κυττάζαμε ο ένας τον άλλον. Κανένας μας δεν +καταλάβαινε την καρδιά του αλλουνού. + +Σε λίγο αναστέναξε, τράβηξε πάλι το τσιμπούκι, πέταξε ένα σύννεφο +στο νταβάνι και μου είπε: + + — Άκουσε να σου πω μιαν ιστορία... + + — Άνοιξέ μου την καρδιά σου, Καπετάν Γιάννη. Πες μου τα όλα. +Ποιος το ξέρει; Κι' ο φονιάς έχει καμμιά φορά το δίκηο του. Κ' οι +ένορκοι ανθρώποι είνε σαν εμάς. Μπορεί να σε γλυτώσωμε. + + — Δε θέλω να γλυτώσω, είπε. Έφταιξα, ας με παιδέψη ο Νόμος. Τι να +τηνέ κάνω τη ζωή; Είδα τη γλύκα της. Κι' αυτά που θα σου πω, πάρτα +σαν παραμύθι. Έτσι για να τα θυμάσαι Τίποτ' άλλο... Ένα παραμύθι. + +Έδεσα τα χέρια μου και τον άκουγα. Είμαστε μοναχοί μας μέσα στο +κατώγι Από το χαμηλό παραθύρι περάσανε δυο στρατιώτες, κυττάξανε +μέσα μια ματιά και προσπέρασαν, σαν άνθρωποι συνειθισμένοι από +τέτοια πράμματα. Μια κάτασπρη γατούλα κοντοστάθηκε ύστερα στα +κάγκελλα και νιαούρισε. Ο Καπετάν Γιάννης της πέταξε ένα κομματάκι +ψωμί. Φαινόντουσαν σαν παληοί γνώριμοι Η γατούλα, σαν να ήθελε να +δείξη την ευχαρίστησί της, κουλουριάστηκε κοντά στα κάγκελλα, να +μας συντροφέψη κι' αυτή. Κύτταζε προσεκτικά με τα γαλανά της +ματάκια τον Καπετάν Γιάννη στο στόμα σαν νάκουγε κι' αυτή την +ιστορία του. Σε λίγο βαρέθηκε, σιγόκλεισε τα βλέφαρά της κι' +αποκοιμήθηκε. Ο Καπετάν Γιάννης μιλούσε, με τα μάτια χαμηλωμένα +στο χώμα. + + — Καλός άνθρωπος! Κακό ανθρώπου δεν έκανες! Θυμάσαι τι μούπες; + + — Και το ξαναλέω. Η αλήθεια του Θεού... + + — Ε! λοιπόν, συμπέθερε. Μεγάλο λόγο θα πω, μα δε βαστάω πια. +Ανάθεμα την καλωσύνη! + +Τα μάτια του φουρτούνιασαν. + + — Ανάθεμα την καλωσύνη... Μια γενιά καλωσύνες, μια γενιά με το +δρόμο του Θεού, μια γενιά με το Ευαγγέλιο, με το χαμόγελο, με το +γλυκό το λόγο. Τι απολάψαμε; Μας ξέχασε κι' ο Θεός με την +καλωσύνη. Θυμάσαι τον παππού μου. Πού να τονέ θυμάσαι; Τονέ +θυμάται ο κόσμος. Τι βγαίνει; Ο Άγιος Γιάννης. Έτσι τονέ λέγανε. +Σκόρπισε το βιος του σε δικούς και ξένους. Στη φτώχια, στη +δυστυχία, στην ορφάνια, στην κατεργαριά. Ναι, στην κατεργαριά. Τα +περισσότερα οι κατεργαρέοι του τα φάγανε. Σαν απόμεινε στην ψάθα +χριστιανός δε γύρισε να τονέ δη. Ο Άγιος Γιάννης έγινε ο κουτο- +Γιάννης με τόνομα. Σαν είχε δάνειζε στη φτωχολογιά, δανεικά κι' +αγύριστα, δίχως αμανάτι, δίχως χαρτί, μ' ένα λόγο ξερό, «ο λόγος +στον άνθρωπο!» έλεγε. Σαν έφτασε να μην έχη να φάη κανένας δεν +τούδινε. Έβαλε και το σουρτούκο του αμανάτι Πέθανε στην ψάθα. +Πέντε χριστιανοί πήγανε στο λείψανο του. Κάλλια να μην πηγαίνανε +κι' αυτοί. Ξέρεις ποια ήτανε η παριγοριά τους. «Κ' η μεγάλη +καλωσύνη, θεια Μαχώ, κουταμάρα είνε μαθές». Έτσι λέγανε στη μαννού +μου. Αυτό ήτανε το συχώριο τους. Τακούς, συμπέθερε; + +Κούνησα το κεφάλι μου. + + + + — Τακούω να λες! ξαναείπε. + +Η γατούλα άνοιξε τα ματάκια της απάνω στα κάγκελλα του παραθυριού, +νιαούρισε γλυκά και ξανακοιμήθηκε. Ο φονιάς γύρισε και τηνέ +κύτταξε προσεκτικά, πρόσχαρα. + + — Γατί μαθές. Ένα γατί χωρίς ψυχή τούδωκα ψες το βράδυ και το +γνωρίζει. Κάθεται και μου κάνει συντροφιά. Και το σκοτώνεις το +γατί και λόγο δε δίνεις σε κανένα. Ας είνε. Αναποδιές γεμάτος ο +κόσμος! + +Συλλογίστηκε λιγάκι κ' ύστερα ξανάρχισε: + + — Τι ελέγαμε; Για τις καλωσύνες. Καλωσύνες, π' ανάθεμά τες. +Καλωσύνες. Μια γενιά καλωσύνες, μια γενιά φαρμάκια. Ήρθε ο πατέρας +μου, θεός σχωρέσ' τον. Ένα ορφανό έρημο, παραπεταμένο, κλωτσημένο +απ' τον κόσμο, απ' τον κόσμο πούφαγε ψωμί στο πατρικό του. Μοναχός +του έγινε άνθρωπος. Με τα χέρια του, με τον ιδρώτα του, με τη +δουλειά του. Πρώτος μάστορης στα καράβια. Δικό του ταρσανά, +εργαλεία δικά του, κερεστέ βουνά, δουλευτάδες, κοπέλια. Φαμίλιες +φάγανε ψωμί κοντά του. Καλφάδες καζαντίσανε. Καλός άνθρωπος με +τόνομα. Άγιος κι' αυτός σαν τον πατέρα του. Ψυχικά όσα θέλεις. Το +ψωμί να πάρη απ' τα παιδιά του να το δώση στους ξένους. Στις +εκκλησιές χαρίσματα, στις ορφανές κοπέλλες προικιά, στους +σακάτηδες μισθό κομμένο Πού θα πήγαινε η δουλειά; «Κράτα Μαστρο- +Χαράλαμπε και για τα στερνά σου. Τα παιδιά σου συλλογίσου». Του +λέγανε οι γνωστικοί. «Έχει ο Θεός. Ο Θεός είνε μεγάλος, έλεγ' +εκείνος. Το καλό το βλέπει ο Θεός και το πληρώνει». Ώμορφα του το +πλήρωσε. Με τον καιρό λιγοστέψανε οι δουλειές. Καράβια καινούργια +τίποτε. Και τα λίγα που μένανε, δεμένα στο μώλο. Μπήκε στο χρέος. +Ο Βαγγέλης ο κάλφας του, που τον είχε σαν παιδί του, αυτός μαθές +που συχωρέθηκε ψες το βράδυ (δε θέλησε να πη τίποτε άλλο), βρέθηκε +άρχοντας. Ο πατέρας μου φτωχός, κι' αυτός άρχοντας! Μάλιστα. Ο +παραγυιός να δανείζη τον αφέντη και να του τώχη και για δούλεψι. +Πού τις βρήκε τις σφάντζικες ο κασίδης; Ένας Θεός το ξέρει! Ο +κλέφτης καζαντίζει, βλέπεις· ο τίμιος πεινάει Και δος του δανεικά +ο πατέρας μου ναπαντήση τα έξοδά του. Και δος του ενέχυρα. Ενέχυρα +τα εργαλεία, ενέχυρα ο κερεστές, οι σκάρες, το ένα ύστερ' απ' το +άλλο με τη σειρά τους. Σιγά-σιγά ο παραγυιός έγινε αφέντης και ο +αφέντης παραγυιός. «Το περίμενες ποτέ σου;» Του λέγανε οι +γνωστικοί του πατέρα μου. Εκείνος δε βαρυγνωμούσε. «Έτσι είν' ο +κόσμος. Ένας ανεβαίνει κι' άλλος κατεβαίνει». Ως που κατέβηκε στον +τάφο και μας άφησε στους πέντε δρόμους. Τακούς; + +Τον επόνεσε η καρδιά μου. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτε· + + — Τακούω να λες! ξαναείπε μ' έναν αναστεναγμό. + +Ο φονιάς, με τα γλυκά γαλανά μάτια, με κύτταξε κάμποση ώρα +κατάματα και ξανάρχισε, τινάζοντας το τσιμπούκι του στο χώμα. Τώρα +τα λόγια του ήτανε πιο ζωηρά και το πρόσωπό του κατακόκκινο: + + — Θέλεις τώρα να μάθης πώς έγινε το ξαφνικό; Βέβαια, δεν το +χωράει ο νους σου. Καλός άνθρωπος μαθές, κακό ανθρώπου ποτέ δεν +έβαλα με το νου μου. Μοναχός σου τώπες· Όμως δεν το ξέρω κι' αν +ήμουνα καλός. Πολλοί με βλάψανε, πολλοί μ' αδικήσανε. Είχα μεγάλο +στομάχι και τα κατάπινα. Κ' εγώ δεν ξέρω αν τώκανα από καλωσύνη. +Μα τι το θέλεις; Τον ήξερα τον κόσμο. Και για τους ανθρώπους — πώς +να σου το πω; — ποτέ μου δε γελάστηκα, είχα πάντα χειρότερην ιδέα +από κείνο που είνε. «Ο τάδε σε βρίζει, Καπετάν Γιάννη», μου +λέγανε. Και σα με βρίζη; έλεγα από μέσα μου, πάλι καλά. Μπορούσε +να μου βγάλη και το μάτι Σα δε μου τώβγαλε, πάλι ευχαριστημένος να +είμαι «Ο τάδε σε κλέβει, Καπετάν Γιάννη, και δεν το +καταλαβαίνεις»... Και σα με κλέβη, έλεγα ξανά από μέσα μου, πάλι +καλά. Σα δε με σκότωσε, να του το χρωστάω και χάρι. Κ' έτσι πάντα +ό,τι και να πάθαινα τώπαιρνα για το μικρότερο που μπορούσε να μου +κάνη ο κόσμος. Κι' απομόνεβα. Τι να κάνης; Κ' η απομονή μια +παρηγοριά είνε. Όλα τα περίμενα απ' τον κόσμο και τίποτε δε με +ξάφνιζε. Μα είνε και μερικά πράμματα που δεν τα περιμένεις. + +Κοντοστάθηκε μια στιγμή, γέμισε το τσιμπούκι του και ξανάρχισε: + + — Καλωσύνες! Καλωσύνες! Ανάθεμα την καλωσύνη. Με τα γεράματα +παραξένεψα κι' όλα. Η καλωσύνη μου καθότανε σα βραχνάς στα στήθια. +Νύχτες ολάκερες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ό,τι χώνεψα όλη μου τη +ζωή, ζωντάνευε τώρα μέσα μου και μου στεκότανε μολύβι στο στομάχι +Ψαρεύοντας με τη φελούκα στ' ακρογιάλια, ναπαντήσω το ψωμί μου — +τι να σου κάνουνε δώδεκα δραχμές σύνταξι; — αυτά συλλογιζόμουνα +ολημέρα. Δε μ' έφτανε η κακομοιριά του κόσμου· είχα και την +γκρίνια της γυναίκας μου. Μια ζωήν ολάκερη ζήσαμε αντάμα. Λόγο +κακό δεν της είπα. Όσο της κουβαλούσα καλή ήτανε κι' αυτή. Μέλι +γάλα. Την ώρα που μου χρειάστηκε η καλωσύνη της μ' απόλειψε. +Γυναίκες, βλέπεις. Κόσμος. Ξένοι. Όλοι ξένοι γίνονται σα δεν έχης +τον τρόπο σου. Πάλε καλά, είπα μέσα μου. Σα μου μαγερεύη, και +τρώω, καλωσύνη της. Ας είνε. Τι λέγαμε; Καλωσύνες, καλωσύνες... + +Κοντοστάθηκε πάλι μια στιγμή: + + — Εψές, που λες, γύρισα μεσημέρι στο καλύβι μου. Κακοκαιρίες, +αέρηδες, ούτε μαρίδα τσίμπησε ταγκίστρι μου. Γύρισα με ταδειανά τα +χέρια. Με περίμενε στην πόρτα. «Τι θα φάμε, γυναίκα;» της λέω. +Γλυφότανε. Πάντα κάτι κρυφότρωγε προσμένοντάς με. Λιχούδα γυναίκα, +βλέπεις. Μ' αγριοκύτταξε. «Τι έφερες να φάμε;» μου κάνει. +Ντροπιάστηκα κ' εγώ. «Δεν πειράζει, γυναίκα. Δόξα σοι ο Θεός», της +είπα. «Αυτά ξέρεις του λόγου σου, μου λέει Μα εγώ δουλεύω, δεν +κάθομαι σαν κ' εσένα, θέλω να φάω. Μ' όλη μου την κούρασι πήγα στο +βουνό και σου μάζεψα λίγα ραδίκια. Με τι θα τα βράσω; Τα δάχτυλά +μου νανάψω;» Και βλαστήμησε από μέσα της. «Δίκηο έχεις, γυναίκα, +της λέω. Η τύχη μας τώθελε. Στάσου να πάω ως κάτω τον ταρσανά να +μαζέψω τίποτε ροκανίδια». Παίρνω το τσουβάλι στον ώμο και τραβάω +νηστικός. Ο συχωρεμένος τριγύριζε απάνω κάτω, φουσκωμένος σα γαλί, +κι' απόπαιρνε τους μαστόρους. Ζύγωσα κι' άρχισα να μαζεύω +ροκανίδια. Καθώς ήμουνα σκυφτός, συλλογιζόμουνα μοναχός μου κ' +έκλαιγε η καρδιά μου. Πού κατάντησα, έλεγα. Στο κτήμα του πατέρα +μου μαθές, στα καλά, τα πατρογονικά μου μέσα, να μαζεύω ροκανίδια +σαν το ζητιάνο. Βουρκώσανε και τα μάτια μου και τρέχανε. Άξαφνα +νοιώθω μια κλωτσιά στον ώμο μου. Κυλίστηκα χάμω. + + — Γιατί με κλωτσάς, Μαστρο-Βαγγέλη; του λέω. + + — Για ταντί! μου λέει άγρια, Το κατάλαβες πως μας έγινες φόρτωμα; + +Με πήρε το παράπονο + + — Εγώ σας έγινα φόρτωμα; του κάνω. Εγώ; + + — Εσύ μαθές. Που μπαίνεις εδώ μέσα, σαν να μπαίνης στο ρημάδι +σου, κι' ούτε ρωτάς κανένα. + +Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι + + — Στο βιος μου μέσα μπαίνω. Στου πατέρα μου το βιος, του λέω. Και +με κλωτσάς σαν το σκυλί; Εμένανε κλωτσάς; + +Καθώς έκανα να σηκωθώ σηκώνει το πόδι του και με ματακλωτσάει στο +κεφάλι. + + — Να μάθης, παληόγερε, να κλέβης τα ξένα ροκανίδια. + +Έχασα τον κόσμο από μπροστά μου. Τινάχτηκα απάνω σαν το θηριό. Κ' +εγώ δεν ξέρω τι έγινε. Τραβάω το μαχαίρι και του το μπήγω στην +καρδιά. Ένα μαχαίρι τόσο δα. Το ψωμάκι μου έκοβα με δαύτο μια ζωή. +Το ψωμάκι. Του τώμπηξα στην καρδιά. Σωριάστηκε χάμω το θηρίο. Με +πιάσανε, με σύρανε στη φυλακή. Φονιάς. Φονιάς έγινα στα γεράματα. + + — Με το δίκηο σου, Καπετάν Γιάννη, του είπα. Με το δίκηο σου. + + — Δεν ξέρω δίκηο ξεδίκηο. Ένα πράμμα ξέρω. Ένα μολύβι σηκώθηκε +απ' τα στήθια μου. Ανάσσανα. Ο Θεός να με συχωρέση. Έβγαλα το άχτι +της γενιάς μου. Μιας γενιάς άχτι. + +Μια χαρά παράξενη ήταν ζωγραφισμένη τώρα στο πρόσωπό του. + + — Άκουσε, του λέω, Καπετάν Γιάννη. Όλα τα δίκηα δικά σου είνε. Μη +φοβάσαι Κ' οι ένορκοι ανθρώποι είνε σαν και μας. Θα δούνε το δίκηο +σου και θα κρίνουνε. Δε θα σ' αφήσωμε να χαθής. + +Χαμογέλασε. + + — Τι να την κάνω τη ζωή; είπε. Ας ζήσουνε οι κατεργαρέοι. Γι' +αυτούς είνε ο κόσμος... + +Σώπασε. Σε λίγο σάλεψε πάλι τα χείλια του, σαν να μιλούσε με τον +εαυτό του. + + — Μιας γενιάς άχτι! μουρμούρισε. + +Και δεν ξαναείπε λέξι. + + + + +ΝΥΝ ΑΠΟΛΥΟΙΣ + + + +Ο Στρατής το Στοιχειό — έτσι ακουγότανε τώρα σ' όλο το νησί, +χρόνια και χρόνια — δεν αγαπούσε τον κόσμο και ζούσε πάντ' αλάργα +απ' τους ανθρώπους. Από παιδί μούτσος στα Σκοπελίτικα καράβια και +πιο ύστερα ναύτης και λοστρόμος και καπετάνιος, και τώρ' ακόμα +πούχε παρατήσει τις θάλασσες, γέρος ογδοντάρης, κ' έπιασε τους +γιαλούς, με τη μικρή του ψαρόβαρκα, τη «Μαχώ» — της μοναχοκόρης +του τόνομα — , δεν άλλαζε όλα τα καλά του κόσμου με τη μοναξιά +του. Έτσι του κόλλησε και το παρανόμι. Ο Στρατής το Στοιχειό με +τόνομα. Ωστόσ' ο Στρατής δεν ήτανε και τόσο μονάχος, στη μοναξιά +του. Είχε τους συντρόφους του. Κι' αν δεν τους έβλεπε ο κόσμος, τι +τάχα; Ο Στρατής γελούσε από μέσα του. «Τα μάτια του κόσμου, σα δεν +είνε στραβά, αλλοιθωρίζουν, έλεγε κάποτε με τον εαυτό του. Λίγα +πράμματα βλέπομε με τα μάτια μας. Κι' όσα δε βλέπομε, είνε τα +περισσότερα». Και σαν άκουγε το παρανόμι του έλεγε μέσα του +περήφανος: «Στοιχειό και με τα στοιχειά ζω...» + +Ο Στρατής στη μοναξιά του είχε τους καλύτερους συντρόφους του +κόσμου. Και πώς αλλοιώς; Άνθρωπος δε στάθηκε που να μπορή να ζήση +μοναχός του. Ούτε τα στοιχειά, ταληθινά στοιχειά. Κι' ο πιο έρημος +ακόμα, και στου βουνού την κορφή και στη μέση του πελάγου να τον +βάλης, κάθε ψυχή, κάθε αγρίμι στου λόγγου τα βαθειά, και το +καψαλισμένο δέντρο καταμεσής του κάμπου, βρίσκει τον σύντροφό του. +Πολλές φορές έκανε με το νου του τη συλλογή τούτη ο Στρατής το +Στοιχειό, όταν άκουγε αποπίσω του τα λόγια του κόσμου. Μα ο κόσμος +είνε στραβός, έλεγε. Με ό,τι βλέπει μιλάει. + + — Μοναχά μέσα στους ανθρώπους μπορεί να βρεθή κανένας αληθινά +έρημος, συλλογιζότανε. Τέτοια μοναξιά μπορεί να σου φέρη τρέλλα! +Μακρυά απ' τους ανθρώπους, βρίσκει πάντα κανένας τον σύντροφό του. +Και τάχα μοναχά οι ανθρώποι είνε σύντροφοί μας; Ένα ζωντανό, ένα +σκυλί, ένα γατί, ένα πετούμενο είνε κάποιες φορές καλύτεροι +συντρόφοι απ' τους ανθρώπους. Και μοναχά τούτα; Ένα δέντρο, ένας +βράχος, ένα κούτσουρο ακόμα. Τους μιλάς και σου μιλούνε. Ταγαπάς +και σ' αγαπούνε. Τύφλα νάχουνε οι ανθρώποι και τα καλά τους. + +Ωστόσ' ο Στρατής το Στοιχειό μήτε τέτοιο σύντροφο δεν είχε κανένα, +Ούτε σκυλί, ούτε γατί, ούτε ζωντανό, ούτ' ένα κούτσουρο ακόμα. + +Το κορίτσι του, το Μαχώ, τη μονάκριβή του, την είχε από μικρή σε +μια γερόντισσα, που την είχε αναθρέψει ορφανούλα. Στη χάση και τη +φέξη την έβλεπε, τα πόδια του δε βαστούσανε νανεβαίνη συχνά απάνω +στο χωριό και το ψωμί του ήτανε κάτω στο γιαλό. Μα η αγάπη κ' η +λαχτάρα της ήτανε πάντα μαζί του. Και μ' αυτή βαστειότανε στον +κόσμο. + + — Κ' η έγνοια κ' η αγάπη συντρόφοι μας είνε, έλεγε μοναχός του. +Κ' οι καλύτεροί μας συντρόφοι. Αυτοί κι' ο Στρατής. Τον ξέρω και +με ξέρει. Του μιλώ και μου μιλεί, Μαλλώνομε κι' αγαπίζομε. Ως που +να κλείσωμε τα μάτια και να χωρίσωμε για πάντα. + +Έτσι κάθε βράδυ, σα μαγείρευε κανένα ψαράκι μες στη βάρκα του και +τραβούσε και την τσότρα του, έβαζε κέφι ο Στρατής με τον Στρατή, +και ξαπλωμένος απάνω στο πρυμνιό σκαμνί ανάσκελα, κύτταζε τάστρα +τουρανού κι' άρχιζε την κουβέντα με τον εαυτό του και με τις +έγνοιες του. Περνούσανε οι ώρες χωρίς να τις καταλαβαίνη. Κι' όταν +κατέβαινε γλυκά ο ύπνος από τάστρα και του γλυκοσφαλούσε τα μάτια, +έκανε το σταυρό του κι' αποχαιρετούσε τον φίλο του: «Πολλά είπαμε, +Στρατή. Ώρα για ύπνο, καληνύχτα». Έπαιρνε μια βαθειάν αναπνοή κ' +έχανε τον κόσμο. Τα κυματάκια τον νανουρίζανε με τα φιλιά τους: +«Καληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα....» + +Ένα μαγιάτικο βράδυ, χαρά Θεού, που ταστέρια είχανε πληθύνει στον +ουρανό — μυριάδες άστρα είχανε προβάλλει εκείνο το βράδυ απ' όλες +τις μεριές και στριμώνονταν τρελλά το ένα κοντά στο άλλο, να +χαρούνε την ώμορφη νύχτα — ο Στρατής είχε γλέντι σαν πάντα. Όλη η +τσότρα έγινε θυσία εκείνο το βράδυ. «Τράβα, Στρατή, άλλη μιαν +ακόμα να πάνε τα φαρμάκια κάτω». Και τραβούσανε ο Στρατής με τον +Στρατή. Σαν έστρωσε και ξαπλώθηκε και τράβηξε κ' ένα τσιμπουκάκι, +έδεσε τα χέρια πίσω απ' το κεφάλι κι' άρχισε την κουβέντα: + + — Καλά περάσαμε και σήμερα, Στρατή. + + — Δόξα σοι ο Θεός! + + — Για κύττα ταστέρια, Στρατή. Σμάρι ταστέρια απόψε. Γεμίσανε τα +ουράνια. Κι' όλο φανερώνονται καινούργια. Όλο βγαίνουνε και +τελειωμό δεν έχουνε. + + — Λες κ' έχει πανηγύρι στα ψηλά ο Γερο-Θεός. Όλα του ταστέρια +τάβγαλε όξω, δεν άφησε κανένα απόψε. + + — Καιρός γι' αρμένισμα, Στρατή. Σαν έχης τέτοια αστροφεγγιά, τι +να το κάνης το φεγγάρι; Άπιστο πράμμα. Σου ρίχνει στάχτη στα +μάτια. Σου μπερδεύει τις στερηές, σου ανακατεύει όλα τα πάντα. Λες +και κάνει μάγια απάνω στις θάλασσες και μαγεύει τους μαρνέρους. +Ανάθεμα το! Δυο φορές ναυαγήσαμε με το φεγγάρι Στρατή, το θυμάσαι; + + — Το θυμάμαι, λέει; Η θύμηση μας απόμεινε... Και δεν είνε που θα +σε φάνε τα ψάρια, μόνο θα σου πούνε και τύφλα. + +Και θα γελάη και το φεγγάρι από πάνω σου. Είδες, αλήθεια, πώς +γελάει το φεγγάρι καμμιά φορά; + + — Το φεγγάρι; Δυο πήχες ανοίγει το στόμα του, Στρατή, σα θέλη να +γελάση. + +Ο Στρατής τέντωσε τα χέρια του και ξεραχαμνίστηκε. Θυμήθηκε τα +χρόνια που περάσανε. Μια ζωή απάνω στη θαλασσα, σαράντα τόσα +χρόνια. Έφαγε το σαλάδο με το καντάρι, με το χουλιάρι ήπιε τη +θάλασσα. Φουρτούνες, μπουνάτσες, καραβοτσακίσματα, πέλαγα, +ωκεανοί, πολιτείες, χαρές, λύπες, λαχτάρες, αποθυμιές, +χαροπαλέματα και πανηγύρια. Ένα κουφάρι παλαίβοντας σαράντα τόσα +χρόνια ανάμεσα στερηά και θάλασσα, χωρίς αναπαμό, χωρίς ανάσσα. +Μια ζωή &όρτσα& και &πότζα&. Μια ζωή &σάρπα& και &φούντο&. Τώρα +στην ανατολή και τώρα στη δύση. Να τα συλλογίζεσαι και να σου +γυρίζη το κεφάλι... + + — Και τι απολάψαμε, Στρατή; Τίποτε. + + — Και ποιος απόλαψε τίποτε στον ψευτόκοσμο; Είτε και γυρίζεις σαν +τον άνεμο, είτε και μένεις καρφωμένος στο χώμα, σαν το δεντρί, το +ίδιο απόλαψες. Χαρές και λύπες μια στιγμή ένα γίνονται Και δεν τις +ξεχωρίζεις την μιαν από την άλλη... + + — Σαν παραμύθι, Στρατή, σαν ξένο παραμύθι. + + — Και σαν πάρη τέλος το παραμύθι, τι σου απόμεινε; Ένας καϋμός. +Ένας καϋμός για τα καλά του κόσμου κ' ένας καϋμός για ταχαμνά του. + + — Ως που να κλείσωμε τα μάτια, Στρατή. + + — Πες και πως τάχωμε κλεισμένα. Τι βγαίνει; Ωστόσο, πριν τα +κλείσω, κάτι καρτερώ να δω ακόμα. Δε μ' αξίωσε ο Θεός να το δω. Σα +μ' αξιώση, τότε θα πω κ' εγώ: «Νυν απολύοις τον δούλον σου, +δέσποτα». Θα το πω με την καρδιά μου σαν το Γερο-Συμεών, που +λένε τα γράμματα. + + — Ο Θεός να δώση, Στρατή. + + — Πάει να μαραθή το καϋμένο το κορίτσι! Ένα μου τάφησε η μάννα +του, σαν έφυγε. Μαζί φύγαμε στο ταξίδι. Εγώ ξαναγύρισα κ' εκείνη — +Θεός σχωρέσ' την! — δεν ξαναγύρισε πια. Βρήκε καλύτερα και μας +άφησε. Τι να γένη; Είπα κ' εγώ να μ' αξιώση ο Θεός να το παντρέψω, +να το βλογήσω, να πιάσω παιδί απ' τα χέρια του, να χαρή κ' εκείνη +εκεί που βρίσκεται. Δεν ήτανε το θέλημα του Θεού. Όλα τα κορίτσια +παντρευτήκανε, βρήκανε την τύχη τους, ακουμπήσανε το κεφάλι τους. +Του σχοινιού και του παλουκιού και βρήκανε τον δικό τους. Είχανε +μαννάδες αυτά. Τα ορφανά όμως; Αυτά τα φυλάει, λέει, ο Χριστός για +τον εαυτό του. Ας είνε. Σαν τον κρίνο στη γλάστρα μαράθηκε το +Μαχώ. Κ' η έγνοια του μου δίνει ζωή εμένα. + + — Έχει ο Θεός, Στρατή... Πού ξέρεις ακόμα; Καθένας με την τύχη +του. Μην το βάζης μαράζι «Αργοπαντρεμμένη καλοπαντρεμμένη!» το +λέει κ' η παροιμία... + +Ένας βήχας ξερός ακούστηκε μες στη σιγαλιά της νύχτας. Ένας κόμπος +έπιασε τον Στρατή στο λαιμό, κάτι τι του φάνηκε πως του αποστάθηκε +στο λαρύγγι κ' έβηξε να το πετάξη. Άκουσε μόνος του το βήχα του +μέσα στη σιγαλιά και ξαφνίστηκε. + + — Ποιος έβηξ' έτσι; Χριστός και Παναγιά! + + — Κανένας. Εσύ έβηξες, Στρατή. + + — Αλήθεια, εγώ έβηξα. Και ξαφνίστηκα. Νόμισα πως έβηξε το Μαχώ. +Δεν μπορώ νακούω άνθρωπο να βήχη...Δεν μπορώ. + +Μια σιωπή θανατική έπνιξε το βήχα. Τσιμουδιά δεν αγροικιότανε +τριγύρω. Ταστέρια λαμπυρίζανε βουβά στον ουρανό και τα κυματάκια +που φλοισβίζανε στα πλευρά της βάρκας αποκοιμήθηκαν κι' αυτά. Λες +κι' ο Γερο-Θεός, κουρασμένος απ' την αγρύπνια, είχε κλείσει τα +μάτια του μέσα στα ουράνια κ' οι άγγελοι στάζαν' αφιόνια πάνω σε +στερηά και θάλασσα, καμμιά φωνή να μην ξυπνίση τον Κύριο. + +Ο Στρατής σήκωσε τα μάτια του πονετικά. + + — Η Πούλια έγυρε να βασιλέψη, είπε σιγά-σιγά, κλείνοντας τα +μάτια. Έγνοιες μου κοιμηθήτε, να ξυπνήσωμε πάλι την αυγή... + + — Καληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα. + +Όλη την ημέρα — ανήμερα του Χριστού — η «Μαχώ», η βάρκα του +Στρατή, σάλευε μοναχή της, δεμένη στον ξύλινο μώλο. Ο Στρατής το +Στοιχειό δεν είχε φανή καθόλου στο γιαλό. Δεν ήτανε η μεγάλη σκόλη +που τον κράτησε μακρυά απ' τη βάρκα του. Ούτε απόκρηα, ούτε +Λαμπρή, ούτε άλλη μεγάλη γιορτή τον ξελόγιασε ποτέ του. Μονάχα του +Χάρου τα πανηγύρια τον ξελογιάζανε τον Στρατή. Κ' ήτανε το +τελευταίο τούτο, ανήμερα του Χριστού. + +Βράδυ-βράδυ κατά το σούρπωμα φάνηκε ο Στρατής το Στοιχειό +κατεβαίνοντας στο γιαλό. Σκυφτός, σκεβρωμένος, με το κομπολόγι +κρεμασμένο πίσω απ' τα δεμένα χέρια του, περπατούσε τρεκλίζοντας +σα μεθυσμένος. Με τον κούκο κατεβασμένον ως κάτω στα μάτια, σαν να +μην ήθελε να βλέπη τον κόσμο, μ' ένα μαύρο πουκάμισο που τούπνιγε +σα θηλειά το λαιμό, κατέβαινε παραπατώντας απάνω στα ξερολίθαρα. +Ψυχή δεν ήτανε στην ακρογιαλιά. Ο ήλιος είχε βασιλέψει, αφίνοντας +χρυσάφια πίσω του — ο Στρατής δεν έβλεπε άλλο απ' το μουντό χώμα — +και το φεγγάρι είχε ψηλώσει στον ουρανό, γεμίζοντας τον ένα +γαλάζιο φως. Ένα πανηγύρι κάνανε στον ουρανό τα σμιγμένα χρώματα, +σαν να καλούσανε όλες τις ψυχές στο γλυκό ξεφάντωμα. Ο Στρατής, με +το κεφάλι σκυμμένο κάτω, δεν έβλεπε άλλο απ' το μουντό χώμα. Ένας +λάκκος νεοσκαμμένος δίπλα σ' ένα περιβόλι τούφερε στα ρουθούνια +μια μυρωδιά παράξενη απ' τα σπλάχνα της γης, που του φάνηκε +γλυκειά σαν παρηγοριά και σαν κάλεσμα να πέση και να κοιμηθή έναν +αξύπνητον ύπνο. + +Έφτασε σιγά-σιγά κάτω στο γιαλό και πέρασε την ξύλινη σκάλα. Η +«Μαχώ» η βάρκα του τον περίμενε, γλυκοσαλεύοντας παραπονεμένη +απάνω στα νερά. Σαν πέσανε τα μάτια του απάνω της τούρθανε τα +κλάματα. Στάθηκε και κούνησε το κεφάλι του, το γέρικο κεφάλι με +τάσπρα μακρυά μαλλιά, το κούνησε λυπητερά και κατάπιε μέσα του τα +δάκρυά του. Έλυσε το σχοινί και πήδησε μέσα, όπως έκανε πάντα. +Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε σήμερα τι έκανε. Έπιασε τα κουπιά, +αλαργάρησε λιγάκι και φουντάρησε αρόδου. Σαν έσβυσε ο κρότος της +άγκυρας μέσα στην ησυχία του δειλινού, στάθηκε στη μέση της βάρκας +σα χαμένος. Ποτέ δεν είχε πέσει τόσο βαρειά η άγκυρα στην αγκαλιά +του νερού. Στάθηκε πολλήν ώραν έτσι σαστισμένος. Ύστερα έκανε το +σταυρό του να πέση να κοιμηθή. Μα πάλι του ήρθε να σηκώση την +άγκυρα, να ζυγώση στο μώλο και να βγη στη στερηά. Τον έπνιγε +κάποια στενοχώρια. Πρώτη φορά έννοιωθε πως ήτανε μοναχός του μέσα +στον κόσμο και μοναχός του μέσα στη βάρκα. Αληθινό στοιχειό. Και ο +κόσμος του φάνηκε τώρα δυο φορές πιο μεγάλος κ' η βάρκα του καράβι +τρικάταρτο, που βρισκότανε μέσα μοναχός του κ' έρημος, μικρός, +μικρός, μικρότερος από ένα μαμούνι. Καμμιά φωνή δεν αποκρινότανε +τώρα σαν τις άλλες φορές στους στοχασμούς του. Οι έγνοιες του +είχανε πεθάνει κι' αυτές. Και του ήρθε φόβος. Ξανάκαμε το σταυρό +του και καθώς δεν τον βαστούσανε πια τα πόδια, έγυρε και ξαπλώθηκε +χάμου, σα ζαλισμένος. Τα γέρικα στήθια του ανεβοκατεβαίνανε, σαν +να τα τάραζε φουρτούνα, το κεφάλι του σάλευε, το άσπρο κεφάλι, σ' +ένα μυρολόγι παράξενο χωρίς δάκρυα. + + — Στο καλό, Μαχώ, στο καλό, παιδί μου. Σε βλόγησα και σε +πάντρεψα. Νυφούλα με τάσπρα σε προβόδησα, Μαχώ, με τον γαμπρό τον +καβαλλάρη. Στο καλό, Μαχώ, και στην καλή την ώρα. Αυτό +καρτερούσανε να δούνε τα μάτια μου... + +Ένα ποτάμι δάκρυα χύθηκε ξαφνικά απ' τα μάτια του, σαν μπόρα που +ξεσπάει μέσ' στην άψη της κουφόβρασης. + + — Στο καλό, Μαχώ μου. Σε βλόγησα και σε πάντρεψα. Αυτό +καρτερούσανε τα μάτια μου. Έφυγες και πήρες μαζί σου τις έγνοιες +μου και τις λαχτάρες μου. Το Στρατή μαζί σου τον πήρες. Κι' +απόμεινα ένα ξερό κουφάρι, μονάχος κι' απομόναχος. Ένα κουφάρι για +πέταμα. Που ούτε να το πετάξης δεν αξίζει. Στοιχειό του στοιχειού. +Αυτό καρτερούσανε τα μάτια μου. Ας μου τα κλείση τώρα ο Θεός... + +Έκλεισε τα μάτια του και δεν τάνοιξε πια. Καμμιά φωνή δεν τον +καλονύχτισε τώρα. Κ' οι συντρόφισσές του, οι αχώριστες οι έγνοιες +κ' οι λαχτάρες, τον αφήσανε κι' αυτές και φύγανε μακρυά. Τα +κυματάκια μόνο φλοισβίζανε στα πλευρά της βάρκας: + + — Καληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα... + + + +ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ + + + + — Να τονε. Με τα σκυλιά πάλε θα τα βάλη! Να το δης: + +Είπε ο Καπετάν Γιάννης ο Μελαχροινός, δείχνοντας με το δάχτυλο +κατά το μώλο και ρουφώντας τον ναργιλέ του. Ο Μιχαληός ο Μακαράς +κούνησε το κεφάλι του. + + — Τρομάρα να τούρθη! Είνε και κουνιάδος μου. Δεν τον έπαιρνε +καλύτερα ο Θεός να ησυχάση! είπε σιγαλά μέσα στα δόντια του. + +Κάτω στο μώλο, μέσα στο σούρουπο — είχε πάρει πια να βραδυάση — +φάνηκε ο Αγγελής, με το μακρύ του καπότο, τον κούκο κατεβασμένον +ως τα μάτια, δρασκελίζοντας παράξενα το ίσωμα, σαν να πηδούσε +λιθάρια. + + — Άκου νακούσης τώρα, είπε πάλι ο Γιάννης ο Μελαχροινός. Όπου +νάνε θαρχίση η παράσταση. Δεν απολείπει καθεμέρα. + + — Αμ! τι νακούσω, Καπετάν Γιάννη μου! τούκαμε ο Μιχαληός ο +Μακαράς, παίρνοντας την ανάσσα του σαν να χασμουργιότανε και σαν +ναναστέναζε μαζί. Τι νακούσω, Καπετάν Γιάννη μου; Μια και δυο τάχω +ακουσμένα; Κάλλιο να τον έπαιρνε ο Θεός, σου τώπα, να ησύχαζε κι' +αυτός, κ' οι γονέοι του, κ' οι ξένοι ανθρώποι. + +Απάνω στην κουβέντα, γαβ-γαβ, λυσσάξανε τα σκυλιά στις πρίμες +των καϊκιών. Δυο καΐκια ήτανε δεμένα στο μώλο. Γαβ-γαβ κι' από +τα δύο, πότε τώνα σκυλί, πότε το άλλο. Τρώγανε τα λυσσακά τους να +χυμήξουν όξω απ' το καΐκι, ροκανίζανε το παραπέτο με τα δόντια +τους, όσο βλέπανε τον Αγγελή μπροστά τους. Εκείνος είχε σταματήσει +απάνω στο μώλο και τα φοβέριζε με τα χέρια του, με το κεφάλι του, +με τα πόδια, με όλο του το κορμί. Σηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι. Απ' +τον καφενέ πετάχτηκαν όλοι οι χαζοί και κάνανε γούστο. Τα παράθυρα +της ακρογιαλιάς γεμίσανε γυναίκες και κοριτσόπουλα. Τα παιδιά +τρέχανε με σάλτους και φωνές στο μώλο κ' έσπρωχνε το ένα το άλλο +να ζυγώσουνε, μα δεν κοτούσανε απ' το φόβο τους. + + — Άκου νακούσης, είπε πάλι ο Γιάννης ο Μελαχροινός ρουφώντας τον +ναργιλέ του. Εδώ σε θέλω να ιδής τ' είνε το μυαλό του ανθρώπου. +Αυτός, μάτια μου, έμαθε και τη γλώσσα των σκυλιών. Γαβ-γαβ! +Καταλαβαίνεις του λόγου σου τι λένε; Εκείνος όμως το καταλαβαίνει +και τους μιλάει και τους αποκρένεται Αυτό θα πη να χάσης το +νοικοκύρη... + +Ο Αγγελής έβαλε άξαφνα τις φωνές. Φωνή τα σκυλιά, φωνή κι' αυτός. +Λες και λογομαχούσανε εκατό νοματέοι. Κάπου-κάπου τα σκυλιά +σωπαίνανε βραχνιασμένα, σαν να του δίνανε απόκρισι, σαν να τον +βρίζανε, σαν να τον φοβέριζαν, σαν να τον κοροϊδεύανε. Χαλούσε ο +κόσμος και ο Αγγελής το χαβά του. + + — Δε σας τώπα, μωρέ, χίλιες φορές; Γιατί δε μ' αφίνετε ήσυχο; +Γιατί δε λουφάζετε; Τι σας νοιάζει, μωρέ, εσάς για τις ξένες +έννοιες; Κουμάντο θα σας βάλω στο κεφάλι μου; Ε; + +Τα σκυλιά λυσσάγανε απ' τις κουπαστές. Γαβ-γαβ! Γρρ... γρρ... +Τρώγανε το ξύλο με τα δόντια τους, από τη μάνητα. + + — Εγώ, μωρέ, φοβήθηκα; Εγώ φοβήθηκα τη φουρτούνα; Απάνω στ +άλμπουρο δε με είδατε, μωρέ; Δεν ανοίξατε τα στραβά σας να με +ιδήτε; Τι σκούζετε το λοιπόν σα λυσσασμένα; + +Πρώτος και καλύτερος δεν ήμουνα μαθές στην κουβέρτα, στο τιμόνι, +στις σταύρωσες, απάνω; Εγώ φοβήθηκα; Πέντε φορές δε χύμηξε το κύμα +το ζωντανό να με συνεπάρη απ' την κουβέρτα και πάλαιψα σαν +παλληκάρι; Τι σκούζετε το λοιπόν; Ποιος σας έβαλε και σκούζετε; + +Σταμάτησε λιγάκι βραχνιασμένος. Τα σκυλιά ουρλιάζανε απ' τις +κουπαστές και του δείχνανε τα δόντια τους άγρια και κοροϊδευτικά. +Ο Αγγελής έσκυψε και πήρε ένα λιθάρι + + — Φοβιτσιάρης, ε; Εγώ φοβιτσιάρης; Να σου δείξω εσένα, +κουτσονούρη, ποιόνε λες φοβιτσιάρη! + +Και πέταξε την πέτρα κατά το καΐκι. Τα σκυλιά λυσσάξανε, τα +πλεμόνια τους βράζανε σαν το νερό που κοχλακάει στη φωτιά κ' οι +στριγγλιές τους δεν είχανε τελειωμό. Ο Μιχαληός ο Μακαράς, ο +γαμπρός του, κατέβηκε κάτω στο μώλο να τονέ συμμαζέψη. Τονέ ζύγωσε +και τον άδραξε απ' το μανίκι + + — Δε μαζεύεσαι, βρε αχμάκη; Έγινες μασκαράς των σκυλιών, αλήθεια +κι' απ' αλήθεια, που λέει ο λόγος. Σύρε στο σπίτι! Φτάνει πια. +Βαρέθηκε ο κόσμος να σ' ακούη... + +Και τον έσυρε κατά τον καφενέ. Ο Αγγελής σήκωσε τα μάτια του +παραπονεμένα και κύτταξε τον γαμπρό του. + + — Εγώ να συμμαζευτώ; Τι σας έφταιξα μαθές; Σα με βρίζουνε τι να +κάνω; Φοβιτσιάρης, λέει, κι' άφησα το καράβι και βγήκα στη στερηά +και σεργιανώ στα καλντερίμια και τρώω χαράμι το ψωμί... Κάθε μέρα +τα ίδια μου λένε τα κοπρόσκυλα. Δεν είνε πια ζωή ετούτη, Μιχαληό +μου. + + — Έλα, σύρε στο σπίτι κι' άφησε τις παλαβομάρες, να μη σ' +αναγελάη ο κόσμος. Έλα, το καλό που σου θέλω. + +Ο Μιχαληός τον έσερνε απ' το μανίκι. Εκείνος αντιστεκότανε. + + — Να συμμαζέψουν τα σκυλιά τους ο κόσμος, γιατί θα γίνη μεγάλο +κακό. Αυτό σου λέω μονάχα! είπε σκουπίζοντας τα ματια του απ' το +κακό του. + +Ο Μιχαληός, σαν είδε κι' απόειδε πως δεν τον έκαμε ζάφτι, τον πήρε +με το καλό. + + — Έννοια σου! Αύριο θα πω των καπετανέων να τα συμμαζέψουν. Άιντε +να ησυχάσης τώρα. + +Ο Αγγελής δεν έπαιρνε από λόγια. + + — Και των καπετανέων και των αλλωνών. Όλα τα σκυλιά. Κ' εδώ κι' +απάνω στους μαχαλάδες. Και τα μαντρόσκυλα και τα μικρά τα +κατσαρομάλλικα, τα στρίγγλικα και τα κουτάβια. Όλα να τα +συμμαζέψουνε. Να μη με βρίζουνε σαν πηγαίνω το δρόμο μου. Δεν +κοτάω να περάσω από γειτονιά. Τσουπ! και ξεπροβάλλουν απ' τις +πόρτες κι' απ' τα παραθύρια. «Ο φοβιτσιάρης, ο φοβιτσιάρης!» Εγώ +είμαι φοβιτσιάρης, Μιχαληό; Δεν με ξέρεις του λόγου σου; Στο +μπρίκι σου δε με ταξίδεψες; Σαν έφυγα και σ' άφησα και βγήκα στη +στερηά — εσύ το ξέρεις το γιατί — ας όψεται που με κατάντησε. + +Και τον πήρανε τα κλάματα. Ο Μιχαληός τονέ λυπήθηκε και τον πήρε +με το καλό στο σπίτι. Από πίσω τα σκυλιά ουρλιάζανε ακόμα, τον +κυνηγούσανε με τις φωνές τους, ως που χάθηκε απ' τα μάτια τους. + +Ο Μιχαληός ο Μακαράς ξαναγύρισε στον καφενέ. + + — Κακός μπελλάς! είπε ξαναπαίρνοντας το σκαμνί του δίπλα στον +Καπετάν Γιάννη τον Μελαχροινό. Κακός μπελλάς. Από τότε που +τούστρηψε — πέντε χρόνια πάνε τώρα — πες πως έχουνε λείψανο μες +στο σπίτι του. Καθημερινό λείψανο. + + — Δε σ' αρώτησα ποτές, αλήθεια! είπε ο Καπετάν Γιάννης, πώς του +πρωτοφάνηκε μαθές αυτό το βάσανο; Συγγενάδι σου είνε και στη +δούλεψη σου τον είχες. Πώς του κατέβηκε μαθές ετούτη η πετριά; + + — Βλαστήμα τα! Τι να τα λέμε; είπε κουνώντας το κεφάλι του ο +Μιχαληός. Πώς να το πω κ' εγώ δεν ξέρω. Σα με ρωτάς, εμένα δε μου +βγαίνει απ' το κεφάλι πως το μεράκι του τον έφαγε. Η αγάπη να +πούμε. Άκουσες να τρελλαθή άνθρωπος από αγάπη; Ακουστά τώχα κ' εγώ +στα παραμύθια. Όλοι οι άνθρωποι, βλέπεις, ένα πράμμα δεν είνε. +Άλλος γεννιέται έτσι κι' άλλος γεννιέται αλλοιώς. Με το ζώδιό του +καθένας. Ένας μερακλής και βερεμιάρης, κι' άλλος γλεντζές και +καρφί δεν του καίγεται.. + + — Σωστά τα λες! είπε ο Καπετάν Γιάννης ξερά-ξερά, σκυμμένος +απάνω στο μαρκούτσι του. + + — Έτσι τα κόβει το ξερό μου. Αν είνε αλλοιώς, συμπάθα με. Τον +είχα πάρει, που λες, με το μπρίκι μου. Πήγαμε να φορτώσωμε πυρήνα +στο Βώλο. Καλός γεμιτζής ο Αγγελής και γερό παλληκάρι Σε κείνο το +ταξίδι ωστόσο έγινε άλλος άνθρωπος. Η δουλειά του δουλειά, δε σου +λέω! Μα ούτε να φάη, ούτε να πιή, ούτε να κοιμηθή μαθές. Ζαρωμένος +στην πλώρη, κοντά στο τσιμπούκι, αγνάντευε το πέλαγο σα χαζός. Σε +δέκα μέρες μέσα κιτρίνισε και μαράθηκε κ' έγινε σαν το θειαφοκέρι +«Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου. Τι έπαθες;» Τίποτα αυτός. Τσιμουδιά! +Το χαβά του. Τον πόναγε η ψυχή μου. Κάναμε και κακό ταξίδι, +Γεννάρης μήνας· ποδίσαμε και στη Σκύρο· μας κλείσανε οι καιροί, +μην τα ρωτάς. Τέτοια γρουσουζιά δεν την ματάχα δει. Σα φτάσαμε με +το καλό στο Βώλο, ένα πρωί τονέ χάνω. Αγγελής εδώ, Αγγελής εκεί. +Τίποτα. Δυο μέρες τονέ γυρεύαμε. Πήγε κι' ο νους μου σε κακό, μην +τονέ σκοτώσανε μαθές, μη σκοτώθηκε μοναχός του. Ο λοστρόμος με +λυπήθηκε. «Να ιδής, μου λέει, καπετάνιε, πως μας τώστρηψε ο +Αγγελής. Είνε γυρισμένος στην πατρίδα με το βαπόρι». Δεν έβαλα +προσοχή στα λόγια του. Γιατί μαθές να γυρίση στην πατρίδα; Μήπως +τον κακοπήραμε; μήπως του κακομίλησε κανένας; Εμείς τον είχαμε μη +στάξη και μη βρέξη. Ο λοστρόμος όμως το χαβά του. «Άκου με που σου +μιλάω, καπετάνιο, μου λέει Το παιδί είνε βαρεμένο από αγάπη. Απ' +τη στιγμή που σαλπάραμε, τα μάτια του δεν ξεκολλήσανε απ' το νησί, +και σαν αφήσαμε το νησί πίσω μας, πάλε, με τη μπούσουλα τα μάτια +του εκεί γυρνούσαν μες στο πέλαγο. Κάτι ξέρω που σου μιλάω. Το +ξέρεις το μικρό σπιτάκι απάνω στην Ανάληψι, με την κλιματαριά +απόξω. Εκεί ταξίδευε η καρδούλα του». Έκανα το σταυρό μου. «Βρε +του παπά την κόρη; » του κάνω. «Σωστά, μου λέει. Την παπαδοπούλα +τη μικρή, το Μυγδαλιώ, με τις μακρυές κοτσίδες. Και σα θες να +μάθης και περσότερα, οι κακές γλώσσες λένε πως απαντηθήκανε κρυφά +πολλές φορές μες στις κουμαριές και πως και λόγο έδωκε μαθές της +παπαδιάς για να την πάρη». Έκανα και πάλι το σταυρό μου. «Με γεια +του, με χαρά του, λέω. Μα ποιος τον κυνηγούσε και τόσο βιάστηκε; +Με το καλό θα γυρίζαμε μια μέρα». «Λογαριάζεις, μου λέει, ο +λοστρόμος, καλή του ώρα! Λογαριάζεις με την αγάπη!...» Λες και +ήτανε προφήτης. Όπως τώπε κέγινε. Σα γυρίσαμε μ' ένα μήνα στην +πατρίδα, μάθαμε τα μαντάτα με το νι και με το σίγμα. + +Πήρε λίγο ανάσσα ο Μιχαληός ο Μακαράς, έστρηψε κ' ένα τσιγάρο και +ξανάρχισε, βγάζοντας δυο σύννεφα απ' τα ρουθούνια του. + + — Να μη στα πολυλογώ, σα γύρισε στην πατρίδα με το βαπόρι, μια +και δυο στου παπά. Βρήκε και την ώρα πούλειπε ο παπάς στον +εσπερινό. Η παπαδιά, όπως είπαμε, ήτανε ένα με το κορίτσι και τον +γουστάριζε μαθές για γαμπρό. Σαν τον είδανε ξαφνιστήκανε. «Με το +καλό, πώς έτσι ξαφνικά;» του λέει η παπαδιά. Αυτόνε τονέ πήρανε τα +κλάματα. «Θα την αφήσω τη θάλασσα, λέει, δε βαστάω πια. Δε βαστάω +πια την ξενιτειά». Οι γυναίκες κερώσανε. «Βρε αμάν, βρε ζαμάν, του +λέει η παπαδιά, εδώ παλληκάρια και παλληκάρια, ντουνιάς ολάκερος +στη θάλασσα είδε χαΐρι και προκοπή. Κάνανε βιος και υπόληψη και +πλεούμενα δικά τους και του πουλιού το γάλα, ταγαθά του Θεού +γεμίσανε το σπίτι τους. Κι' ο παπάς μαθές στον καιρό του και +ταδέρφια μου και ταξαδέρφια μου, όλο μας το σώι και το σώι το δικό +σας γεμιτζήδες σταθήκανε. Και μεις μαθές, και γυναίκες και +μαννάδες κι' αδερφάδες, τους απαντέχαμε στην ξενητειά και με το +καλό γυρίζανε πάλι και του κόσμου τα καλά μας φέρνανε. Εσύ πια θα +σταθής μονάχος σημαδιακός;» Τούπε και τούπε η παπαδιά, όσα +κατέβαζε η γλώσσα της. + +Ο Γιάννης ο Μελαχροινός έβαλε το λόγο του: + + — Έτσι είνε οι γυναίκες, είπε. Εκείνους που χαθήκανε δεν τους +λογαριάζουνε. Τα καλά που τους φέρανε αναθυμώνται μονάχα. + + — Ας είνε, ξαναείπε ο Μιχαληός. Αυτός το είχε πάρει απόφαση μωρέ +μάτια μου. «Και τι θα κάνης μαθές εδώ στον τόπο μας;» του ξαναλέει +η παπαδιά. «Ξέρω γω τι θα κάνω! Περιβολάρης θα γενώ να σκαλίζω τα +χώματα, βοσκός να βόσκω τα ζωντανά πάνω στα βουνά, πραμματευτής να +τριγυρνάω στις γειτονιές. Φτάνει μου να βλέπω την αγάπη μου, το +Μυγδαλιώ, να χαίρωνται τα μάτια μου, ως να πεθάνω». Το κορίτσι +κοκκίνησε, που λες, μα δεν είπε λόγο. Μήτε κ' η παπαδιά. +Στραβομουριάσανε κ' οι δυο τους. Έφυγε καμμιά φορά να πάη να ιδή +τους γονιούς του· μα σαν ξαναγύρισε την άλλη την ημέρα, του +κλείσανε την πόρτα. Άλλα περίμενε κι' άλλα βρήκε. Τακούς; + + — Κ' η παπαδοπούλα μαθές τον απαρνήθηκε; ρώτησε Γιάννης ο +Μελαχροινός ξερά-ξερά. + + — Πρώτα αυτή. Παράξενο σου φαίνεται; Γαμπρό δεν ήθελε μαθές +πραμματευτή, ούτε βοσκό στο λόγγο να γυρίζη, να τον τρώη η ψείρα +και η κόνιδα. Παπαδοπούλα ήταν, καπετάνισσα να γένη λαχταρούσε... +Παρακάτω μη ρωτάς και μη γυρεύης. Σαν του κλείσανε την πόρτα τα +πεθερικά, τούβγαλε κι' αβανιές ο κόσμος. Άλλος πως φοβήθηκε τη +θάλασσα, άλλος πως ξερνοβολούσε σαν το γατί, άλλος πως ήτανε +σημειωμένος και μην τα ρωτάς. Νύχτες ολάκερες τριγύριζε στις +κουμαριές, γύρω απ' την Ανάληψη, σαν το στοιχειό και σαν την άδικη +κατάρα, καρτερώντας την κοπέλλα του. Μυαλό είν' αυτό. Δε θέλει και +πολύ για να γυρίση. Σαν του γύρισε, άφησε τους ανθρώπους και +τάβαλε με τα σκυλιά. Πρώτα-πρώτα τάβαλε με το σκυλί της +παπαδιάς. Έλεγε — στοχάσου — πως τον αναγελούσε το σκυλί και +τούλεγε τα χίλια δυο αναμπαίγματα και πως τώχε βαλμένο τάχα η +παπαδιά κ' η κόρη της και τώχαν δασκαλέψει να του λέη μαθές λόγια +σημαδιακά. Αποκεί πήρε δρόμο. Τάβαλε μ' όλα τα σκυλιά της +γειτονιάς, μ' όλα των μαχαλάδων τα σκυλιά και με τα καραβόσκυλα +ακόμα. Βρίσκεις άκρη; Σαν τον μυρίστηκαν κ' εκείνα τον κυνηγάνε +και τον αλυχτούν, όπου βρεθή και — να μην τα πολυλογούμε, Καπετάν +Γιάννη μου — είνε να τονέ κλαις. + +Ο Καπετάν Γιάννης ο Μελαχροινός, πούχε μετρημένα τα λόγια του, +τύλιξε το μαρκούτσι γύρω από τον ναργιλέ και δεν έβγαλε τσιμουδιά. +Είχε πάντα τη γνώμη τη δική του, μα δεν την έλεγε, πάρεξ πότε και +πού. Σε λίγο άνοιξε το στόμα του: + + — Πάμε να πάρωμε καμμιά μπουκιά; Ώρα είνε... είπε. + +Σηκωθήκανε κ' οι δυο και τραβήξανε τον ανήφορο. + +Το άλλο βράδυ, στο ίδιο το τραπέζι, στα ίδια τα σκαμνιά κ' οι δυο +τους. Ο Καπετάν Γιάννης είχε ξεχάσει να παραγγείλη τον ναργιλέ του +κι' ο Μιχαληός δεν είχε το τσίπουρο μπροστά του. Ήτανε κ' οι δυο +σα ζαλισμένοι Γύρω τους ήτανε κι' άλλοι μαζεμμένοι, περιμένοντας +ορθοί να μάθουν τα μαντάτα. + + — Ο Μιχαληός θα μας πη, είπε κάποιος. Του λόγου του θα ξέρη... + +Περιμένανε όλοι με ανοιχτά τα στόματα. Ο Μιχαληός δε μιλούσε. Σε +λίγο άνοιξε το στόμα του. + + — Τι να σας πω κ' εγώ! Τα ξέρετε καλύτερά μου. Για την ώρα δε +βρέθηκε ακόμα, εξόν από τη βάρκα που την έρριξε η θάλασσα απάνω +στον κάβο. Ποιος ξέρει πού ταξιδεύει; Ταξίδι χωρίς μπούσουλα... + + — Δεν είπε μαθές τίποτα στο σπίτι του, σαν έφυγε; Δεν το πήρατε +χαμπάρι το τι μελετούσε; ρώτησε κάποιος απ' την παρέα. + + — Τι να πη; αποκρίθηκε βαριεστισμένος ο Μιχαληός. Τρελλός +άνθρωπος τι να πη;... Μοναχός μου τον πήγα ψες στο σπίτι, του, που +πάλαιβε με τα σκυλιά των καϊκιών. Σαν νύχτωσε, σηκώθηκε στο πόδι. +Πρώτη φορά ήτανε τάχατες που τώκανε; Ποιος να τονέ βαστάξη τρελλόν +άνθρωπο; Έβαλε το σκούφο του και λέει της μάννας του: «Αφίνω γεια, +μάννα. Στη θάλασσα ξαναγυρίζω. Πάλε γεμιτζής. Παληά μας τέχνη +κόσκινο». Κ' έφυγε γελώντας. Πού να βάλη με το νου της κ' η +δυστυχισμένη η μάννα του το τι μελετούσε μέσα του... + + — Να μην τονέ πάρη πάλε χαμπάρι κανένας σαν κατέβηκε στο γιαλό; +είπε μέσ' στα δόντια του ο Γιάννης ο Μελαχροινός. Τυχερό του +ήτανε, βλέπεις. + +Ο Μιχαληός πήρε βαθειάν ανάσσα. Ό,τι και νάλεγε, μέσα του τον +πονούσε η καρδιά του. + + — Τονέ πήρε χαμπάρι ένας μούτσος από το καΐκι. Τι βγαίνει; Παιδί +πράμμα ο μούτσος, δεν πήγε ο νους του σε κακό. Ύστερα και του +τρελλού τα καμώματα τρελλά τα λογαριάζει ο κόσμος και κανείς δε +βάζει την ουρά του. Τον είδε ο μούτσος. Τον είχανε ξυπνίσει τα +σκυλιά. Ανεβαίνει στην κουβέρτα και τονέ βλέπει που πολεμούσε να +λύση τη βάρκα του Μανώλη του Λεϊμονή, πούτανε δεμένη στο μώλο. Σαν +πήδησε μέσα κ' έλυσε το πανί και πήρε στα χέρια του τη σκότα, +άρχισε τις φωνές: «Αφίνω γεια, Μυγδαλιώ. Με το καλό νανταμωθούμε +πάλι. Πάω να σου φέρω απ' την Πόλη τα προικιά, τασημικά σου απ' τη +Μαρσίλια. Κι' από της Βενετιάς τους χρυσικούς πάω να σου φέρω +δαχτυλίδι..» Παλαβά λόγια!... Ορθός στεκότανε στην πρίμη με τη +σκότα στα χέρια. Είχε φρεσκάρει. Οι στερηές βγάζανε αέρα. Λασκάδα +το πανί, πρίμα κατάπριμα τον έβγαλε ο αέρας κατά το πέλαγο. Τι +απόγινε; Πες μου να σου πω. + +Τον πήρανε τα δάκρυα και τα κατάπινε μέσα του.. + + — Ώρα να σας αφήσω, ξαναείπε. Άφησα και τις γυναίκες μοναχές, +ναρθώ να μάθω κανένα μαντάτο. Κανένας δεν ξέρει τίποτε. Όποτε +θέλει η θάλασσα θα μας τον δώση πίσω!... + +Καληνύχτισε και σηκώθηκε. Όλοι βουβοί γύρω, καθένας με τη γνώμη +του. Κάτω απ' το μώλο φτάσανε βραχνά ταλυχτήματα των καραβόσκυλων. +Λες και περνούσε πάλι μπροστά τους, στην ώρα του απάνω, ο Αγγελής, +στοιχειό ενός στοιχειού. Ο Μιχαληός βλαστήμησε από μέσα του: + + — Σκασμός βρωμόσκυλα! Τώρα — που να μην έσωνα — θαρρώ πως +καταλαβαίνω κ' εγώ τη γλώσσα σας. Σκασμός! + + + + +ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ..... + + + +Είχε περάσει τα εξήντα η Ταρσίτσα και περίμενε ακόμα το γαμπρό. +Τον περίμενε ώρα την ώρα, τα σουρουπώματα και το μεσημέρι και το +δειλινό και τη νύχτ' ακόμα, στα βαθειά μεσάνυχτα. Μήπως δε λέη το +τροπάρι: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός;» Ο +ξάδερφός της ο παπάς, στην Αθήνα, της το είχε ξηγήσει κάποτε. +Νυμφίος είνε ο γαμπρός. Ο νυμφίος της Εκκλησίας είνε ο Κύριος ημών +Ιησούς Χριστός. Το τροπάρι θέλει να πη πως κάθε ώρα και στιγμή +πρέπει να τον περιμένωμε, γιατί εκεί που δεν τωλπίζομε, μέσα στα +βαθειά μεσάνυχτα, μπορεί να φανερωθή. Έτσι ξηγούσε ο παπάς το +τροπάρι. Οι παπάδες όμως όλα τα ξηγάνε παπαδίστικα. Η Ταρσίτσα — +Θεέ μου, συχώρεσέ με! — τάπαιρνε ωστόσο αλλοιώτικα τα λόγια του +τροπαριού. Δεν είνε μονάχα η Εκκλησία — έλεγε από μέσα της — που +περιμένει τον «Νυμφίο» της. Κάθε τίμια γυναίκα πρέπει να τον +περιμένη και να τον απαντέχη μέρα και νύχτα, για να γίνη το θέλημα +του Θεού. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Τα λόγια +ήτανε ωραία και τη μεθούσανε. Ανοίγανε μπροστά της ένα μακρινό +δρόμο, και σταπόμακρα του δρόμου, σαν κάτασπρη φαντασία μέσα στο +σκοτάδι, ερχότανε ψηλός και λυγιστός και λεβέντης ο Νυμφίος. Όλο +ερχότανε και κοντοζύγωνε. Τα μάτια του ήτανε καρφωμένα απάνω στο +ψηλό παραθυράκι, που τον περίμενε η Ταρσίτσα χρόνια και χρόνια. +«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται!..» + +Ύστερα η φαντασία σβυνότανε απ' τα μάτια της, τα δένδρα, τα +σπίτια, τα λιακωτά, τριγυρίζανε πάλι και πνίγανε το μικρό σπιτάκι +και κρύβανε τον μεγάλο, τον πλατύ δρόμο με τον ήσκιο του +απονύχτερου διαβάτη. Μα η Ταρσίτσα δεν απόκανε να περιμένη. Ο +γαμπρός δεν ήτανε αγέννητος, δεν ήτανε ονειροφαντασία και ψέμα. +Στο δρόμο βρίσκεται και περπατεί κ' έρχεται ολοένα. Απ' Ανατολή ή +από Δύσι, από κάπου θα φανή. Απ' την Αθήνα ή απ' την Αμέρικα. Είνε +τόποι μακρινοί, που τους χωρίζουνε βουνά και θάλασσες. Και είνε +εμπόδια και αντισκόμματα στο δρόμο. Φουρτούνες, άνεμοι, +νεροποντές, θηρία, αρρώστειες. Μήνες και χρόνια μπορεί να ταξιδεύη +ο άνθρωπος. Όμως θα φτάση μια μέρα εκεί που του τώταξε η Μοίρα. +Και κείνοι που τον απαντέχουν δεν πρέπει ναπελπίζωνται, δεν πρέπει +να τον λησμονάνε, μόνο μέρα και νύχτα να ζούνε με την ελπίδα του +και την απαντοχή του. Έτσι το θέλει ο Θεός. Το τροπάρι είχε και +άλλα παρακάτω. «Και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα, +ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα». Ο παπάς τα είχε ξηγήσει +και τα λόγια τούτα. Χαρά σ' εκείνονε — άντρα ή γυναίκα — που θ' +αγρυπνάη και θα περιμένη· και πάλι, ντροπή σ' εκείνονε, που θα τον +πάρη ο ύπνος και θα κοιμηθή στη μεγάλη την ώρα. Και η Ταρσίτσα +αγρυπνούσε μήνες και χρόνια, γιατί της είχε καρφωθή η ιδέα πως ο +«Νυμφίος» θαρχότανε νύχτα, όπως το λέει το τροπάρι. Και αν +ερχότανε κ' εύρισκε την πόρτα σφαλιστή και το λυχνάρι σβυσμένο και +την καλή του παραδομένη στον ύπνο κ' έστεκε κουρασμένος στην +οξώπορτα, χτυπώντας σαν τον ξένο και τον έρημο, τι θάλεγε από μέσα +του; «Εμένα με φάγανε οι δρόμοι και τα κύματα, εγώ μήνες και +χρόνια ταξιδεύω κ' έρχομαι και μια ψυχή δε βρίσκεται να με +προσμένη». Θα βαρηγκομούσε ο ταξιδιάρης και θάπαιρνε ξανά το δρόμο +και θα τραβούσε κατά τα μάτια του. + +Η έννοια αυτή την έτρωγε την Ταρσίτσα και της έκοβε τον ύπνο και +την ανάπαψη. + +Δεν ήτανε τρελή η Ταρσίτσα. Τον πόνο της δεν τον έλεγε στον κόσμο, +σαν τους άλλους τους τρελλούς. Και μέσα στο σπίτι ακόμα λίγοι +ξέρανε το μυστικό της, «Αυτή την πετριά έχει η κακομοίρα, έλεγε η +ψυχοκόρη της η Αννίτσα. Σ' όλα τα άλλα καλή και άξια, μάλαμα +γυναίκα». Γι' αυτό κ' η Αννίτσα τη συμπονούσε και πήγαινε με τα +νερά της. + +Ένα πρωί, πρώτη του Μαρτιού, η Ταρσίτσα σηκώθηκε χαρούμενη, σαν να +είχε δει καλό όνειρο. Κάτι σιγοτραγούδησε από μέσα της, ύστερα +πήρε κόκκινη κλωνά κ' έπλεξε το «Μάρτη». Ένα για την Αννίτσα, ένα +για τον εαυτό της: + + Οπώχει κόρην ακριβή + του Μάρτη ο ήλιος μην τη δη, + +μουρμούρισε, τυλίγοντας την κλωνά στο δάχτυλό της και στο δάχτυλο +της Αννίτσας. + + — Άκουσε, Αννίτσα, της είπε σε λίγο. Είμαστε για ταξίδι Το +αποφάσισα. Θα πάμε στην Αθήνα. Ο παπάς εκατό φορές μου τώχει +γραμμένο: «Τι κάθεσαι, χριστιανή, έρημη και παντέρημη στο νησί; Τα +γονικά σου αναπαυτήκανε, ταδέρφια σου ξενητευτήκαν, παιδί σκυλί +δεν έχεις σιμά σου. Το ψωροχτήμα που σ' απόμεινε, μεγαλύτερη η +λάτρα του και το έξοδο απ' το καλό του. Φασκέλωσέ το κ' έλα να +φάμε μαζί ένα κομμάτι ψωμί που μας έδωκε ο Θεός. Τα παιδιά +μεγαλώσανε. Ο Λεωνίδας έγινε παλληκάρι, ένα σκανδαλιάρικο, που +πέτρα δεν αφίνει απάνω στην πέτρα. Θα περνάς την ώρα σου μαζί +τους, θα σ' έχη και συντροφιά η παπαδιά». Τέτοια μου γράφει, που +λες, και μου ξαναγράφει ο παπάς. Και να σου πω, θαρρώ, πως έχει +δίκηο. Να μαζέψωμε τα σκουτιά μας και να τραβάμε, πρώτα ο Θεός. Τι +καλό είδαμε σε τούτον τον τόπο; + +Η αλήθεια είνε πως ο παπάς έγραφε και ξανάγραφε στην ξαδέρφισσά +του και την παρακινούσε ολοένα νάρθη μ' αυτά τα λόγια και με άλλα. +Ο παπάς όμως είχε το λογαριασμό του. Η παπαδιά δεν τα κατάφερνε +στη λάτρα του σπιτιού· είχε γεράσει και το σπίτι πες πως έμενε +χωρίς νοικοκυρά. Να πάρη ψυχοπαίδα ο παπάς δεν το αποφάσιζε. Πρώτα +οι δουλειές είχαν λιγοστέψει· οι ανθρώποι μέρα με τη μέρα +μακρύνανε απ' το δρόμο του Θεού, δεν ήτανε ευλαβητικοί σαν πρώτα. +Οι λειτουργιές, οι αγιασμοί, τα πρόσφορα, όλα «τα ελέη του Θεού» +είχανε λιγοστέψει. Πού και πού ένας γάμος, τίποτε βαφτίσια, κάνα +λείψανο· κι' αυτά στη χάσι και στη φέξι. Αν ήτανε στο χέρι των +χριστιανών — έλεγε κάποτε ο παπάς βαρηγκομώντας — θάχανε το +κουράγιο να παντρεύωνται και να πεθαίνουν χωρίς παπά! Πού να +βγούνε λοιπόν τα έξοδα της ψυχοπαίδας; Ύστερα, και το κάτω-κάτω +της γραφής, ταγόρια είχανε μεγαλώσει. Γιατί να βάλη τον πειρασμό +μέσ' στο σπίτι του; «Ουαί τω δι' ου το σκάνδαλον έρχεται». Αυτά +κι' αυτά τον κάνανε τον παπά ν' αποζητάη την Ταρσίτσα. Ένα χέρι +πάντα καλό θα ήτανε για τη λάτρα των παιδιών, για βοήθεια της +παπαδιάς, για συντροφιά στο σπίτι. Ύστερα, κοντά στ' άλλα, η +Ταρσίτσα είχε και το κομπόδεμά της, έξη-εφτά χιλιαδούλες. Καμμιά +μέρα μπορούσε να κλείση τα μάτια και τα λεφτά να πέσουνε στα ξένα +χέρια. Σαν ερχότανε κοντά, το πράμμα άλλαζε. Θ' αγάπιζε τα παιδιά, +θα τα πονούσε και κάτι μπορούσε να τους αφήση. Ο παπάς ήτανε +φρόνιμος άνθρωπος. Ναι μεν ο Θεός δε θέλει την απληστία και την +προσήλωση στα εγκόσμια, αλλά μήπως πάλι το τροπάρι δε λέη: «Τα +καλά και συμφέροντα... παρά του Κυρίου αιτησόμεθα »; Και δος του +γράμματα απάνω σε γράμματα ο παπάς. + +Η Αννίτσα ξαφνίστηκε στην αρχή. Πολλές φορές της είχε πει η +ψυχομάννα της γι' αυτό το ταξίδι, μα πρώτη φορά της μιλούσε τόσο +αποφασιστικά. + + — Να πάμε, παιδί μου, να πάμε. Και για την τύχη τη δική μου και +για τη δική σου την τύχη. Τι καλό είδαμε τόσα χρόνια σε τούτον τον +τόπο; Οι ανθρώποι εδώ απογίνανε, δεν είνε να ζήση κανείς. Όλο και +το συμφέρον, ο παράς κυβερνάει τον τόπο μας. Πρόστυχοι ανθρώποι, +βλέπεις, χωρίς ανατροφή, Χωρίς ευγένεια απάνω τους. Όλες οι +κοπέλλες μένουνε στο ράφι. Ποιος γυρίζει να τις κυττάξη; Όλοι +γυρεύουνε μετρητά, δεν ξετάζουνε τιμή και υπόληψη. + + — Ούτε ωμορφιά, ούτε νιάτα! είπε η Αννίτσα. + + — Σα δεν κυττάζουνε την τιμή και την υπόληψη, πούνε το πρώτο +πράμμα στη γυναίκα, ξαναείπε η Ταρσίτσα, τι γυρεύεις παρακάτω; +Στην Αθήνα είνε άλλος κόσμος. Είνε τριάντα χρόνια τώρα που λείπω, +μα θαρρώ πως είμ' εκεί ακόμα. Άλλοι άντρες, παιδί μου. Όλο καρδιά! +Και αν πης κι' από ευγένεια στις γυναίκες, άλλο τίποτε. Σε κυττάνε +στα μάτια. Έτσι τάφερε η τύχη και γύρισα σε τούτον τον καταραμένο +τόπο — Θεός σχωρέσ' τον πατέρα μου, που τώθελε. Αν είχα μείνει +στην Αθήνα, άλλη κι' άλλη θάμουνα τώρα. + +Τα λόγια αυτά μπήκανε στην καρδιά της Αννίτσας. Η Αθήνα φάνταξε +μπροστά της σαν ένας Παράδεισος γεμάτος αγγέλους, που πέφτουνε στα +πόδια των κοριτσιών και τα προσκυνάνε. Δεν έβλεπε την ώρα πότε να +φύγουνε. + + — Και πότε με το καλό θα φύγωμε, ψυχομάννα; + + — Το γρηγορώτερο, παιδί μου. Την Κυριακή περνάει το βαπόρι. Έχομε +τρεις μέρες ακόμη. Πιάσε να συμμαζέψωμε σιγά-σιγά τα σκουτιά +μας, να βολέψωμε τις δουλειές μας και να ρίξωμε πέτρα πίσω μας. +Σύρε και τη μεγάλη κασσέλα από κάτω απ' το κρεββάτι, να ρίξω μια +ματιά στα ρούχα, να τα τινάξωμε πριν φύγωμε, ν' αλλάξωμε και τις +λεβάντες για το σκόρο... + +Η μεγάλη κασσέλα είχε μέσα τα προικιά της Ταρσίτσας, πλούσια +προικιά, μεταξωτά και νταντέλλες και κεντήματα ξακουστά σ' όλο το +νησί, σαράντα χρόνια τώρα. + +... Φύγανε κ' ήρθανε στην Αθήνα. + +Τρεις μήνες είχε πια η Ταρσίτσα στο σπίτι του παπά. + + — Δεν είνε αυτή η Αθήνα πούξερα μια φορά! Έλεγε στην ψυχοκόρη της +συχνά, την ώρα που πηγαίνανε να κοιμηθούνε. Όλα αλλάξανε. Και +τόπος και ανθρώποι. Χάλασε ο κόσμος! + +Κι' αλήθεια είχε αλλάξει η Αθήνα. Κανένας δε γύριζε να κυττάξη την +Ταρσίτσα, ούτε στο σπίτι, απ' τους φίλους που ερχόντουσαν τις +χρονιάρες μέρες να χαιρετήσουνε τον παπά, ούτε στο παράθυρο, ούτε +στο δρόμο. Όπου καμμιά παρδαλή, όπου καμμιά ξεμυαλισμένη, όπου +καμμιά φτιασιδού, εκεί πέφτανε τα μάτια των αντρών. Κανένας δε +γύριζε να κυττάξη τις κοπέλλες. Η φρονιμάδα κ' η νοικοκυροσύνη δεν +είχανε πια πέρασι, όπως στον παληό καιρό. + +Όμως η Ταρσίτσα είχε κ' ένα παράπονο με τον παπά. Ποτές δε +φρόντισε κι' αυτός σαν καλός συγγενής για την αποκατάστασί της. +Ποτές δεν κούνησε το χέρι του. Είνε άλλοι που σκοτώνονται ν' +αποκαταστήσουν τις ανηψάδες τους, τις κουνιάδες τους, τις ξαδέρφες +τους, τις πιο μακρινές τους συγγενίδισσες. Αυτός, μ' όλες του τις +γνωριμίες, μ' όλη την υπόληψη που είχε στην ενορία, με όλα τα μέσα +του τίποτε δεν έκανε. + +Ένα βράδυ, που καθόντουσαν μόνοι στο τραπέζι, ύστερ' από το φαγί — +η παπαδιά και τα παιδιά είχανε πάει να κοιμηθούνε — η Ταρσίτσα δε +βάσταξε πια. Άνοιξε το στόμα της. + + — Αν ήθελες εσύ, παπά, θα ήμουνα αλλοιώτικα σήμερα. Θα ήμουνα κ' +εγώ σπίτι μου... + +Ο παπάς ρούφηξε την τσιγάρα του, μια τσιγάρα χοντρή σαν το μεγάλο +του δάχτυλο, έπαιξε το κομπολόγι του μια και δυο φορές στη φούχτα +του και της είπε, χαμογελώντας: + + — Ακόμα δεν την έβγαλες, ευλογημένη, αυτή την ιδέα από το μυαλό +σου; Ακόμα τη συλλογίζεσαι την παντρειά; Μπα! που νάχης την ευχή +του Θεού. + +Η Ταρσίτσα πειράχτηκε ως τα κατάβαθα της καρδιάς της. + + — Και γιατί να τηνέ βγάλω, παπά; Είνε καμμιά αμαρτία, μαθές; Το +χρέος κάθε τίμιας γυναίκας είνε ναρθή στον κόσμο, να κάνη το +θέλημα του Θεού, ναναστήση παιδιά στη Χριστιανοσύνη με τη δόξα του +Κυρίου. + + — Καλά και άγια είνε όλ' αυτά, Ταρσίτσα μου, είπε πάλι ο παπάς· +μα κάθε πράμμα στον καιρό του κι' ο κολιός τον Αύγουστο, που λέει +κ' η παροιμία. Γεράσαμε, ξαδέρφισσα, δεν το κατάλαβες; + + — Αυτά είνε λόγια, παπά μου, είπε κουνώντας το κεφάλι, της η +Ταρσίτσα. «Προφάσεις εν αμαρτίαις», που λέει το χαρτί. Εγώ δεν +είπα μαθές πως είμαι καμμιά κοπέλλα, δεν είπα να πάρω κανένα +παλληκαρούδι Όμως είνε κι' ανθρώποι μισοκαιρίτες, που γυρεύουνε να +βρούνε μια νοικοκυρά, με μεστωμένα μυαλά, μια τίμια κι' άξια +γυναίκα, νάχουνε σίγουρο το κεφάλι τους. Εδώ καν και καν +παντρευτήκανε. Μα είχανε κ' έναν προστάτη, θα πης. Σα δεν έχη έναν +προστάτη στον κόσμο η γυναίκα, το αδύνατο το μέρος, βλέπει — καλή +ώρα! — τα καλά που είδε κ' η Ταρσίτσα! + +Τα χείλια της στάζανε φαρμάκι Είχε γίνει χλωμή σα θειαφοκέρι απ' +το κακό της. Ο παπάς άρχισε να τη βαρυέται και χασμουρήθηκε +δυνατά, κάνοντας το σημείο του Σταυρού με το ένα δάχτυλο μπροστά +στα δύο τρία δόντια που τούχανε απομείνει. + + — Και τι καλό είδαν, ευλογημένη, κι' αυτές που παντρευτήκανε; +Πίκρες και βάσανα. Το κάτω-κάτω της γραφής, πού να τον βρούμε το +γαμπρό; Να ξύσωμε τον τοίχο να τον φκιάξωμε; Εδώ είνε κοπέλλες σαν +το κρύο νερό, που δε γυρίζει κανένας να τις γυρέψη. Οι γαμπροί +σήμερα θέλουνε χιλιάδες, πολλές χιλιάδες... + + — Τάζει ο κόσμος, παπά μου. + + — Και σαν τάξωμε, πού θα βρούμε ύστερα να τις μετρήσωμε; + +Η Ταρσίτσα ζύγωσε την καρέκλα της στον παπά. Της φάνηκε πως ήτανε +πιο ήμερος τώρα, πως ερχότανε στο κολάι. + + — Σαν έμπη ο γαμπρός στο σπίτι, είπε, σαν τον πονέση η καρδιά +του, όλα διορθώνονται. Δεν κυττάει πια τις χιλιάδες! + +Ο παπάς έμπηξε τα γέλια, χαϊδεύοντας στον ίδιο καιρό την Ταρσίτσα +στις πλάτες. + + — Γελάς, παπά μου; + + — Αμ' τι να κάμω, ευλογημένη; Γελάω. Είνε να μη γελάσω; Κάλλια +που γελάω εγώ, πάρα να γελάνε οι ξένοι. Καληνύχτα. Έχω και +λειτουργία το πρωί και παρακαθήσαμε με τις κουβέντες. Καληνύχτα, +ξαδέρφισσα, κι' ο Θεός να σε φωτίση ναρθής στα λογικά σου. + +Σηκώθηκε βιαστικά ο παπάς, ξεδιάλυνε τα γένεια με τα δάχτυλά του +και τράβηξε κατά την αντικρινή πόρτα. + +Η Ταρσίτσα έμεινε στον τόπο σαν νεκρωμένη. Ποτέ δεν της είχε +μιλήσει έτσι ο παπάς. Εκείνο το γέλιο του, εκείνα τα λόγια του τα +ξερά και ξεκομμένα, εκείνο το μούτρο που της έκανε, ήτανε σαν ένας +κουβάς κρύο νερό, που της αδειάσανε στο κεφάλι. Για μια στιγμή +συλλογίστηκε πως ο παπάς είχε δίκηο, πως τα λόγια του ήτανε σωστά, +πως έπρεπε να βγάλη απ' το νου της την παντρειά. Όλη η ζωή της +πέρασε τότε για μια στιγμή μπροστά της, καθώς καθότανε μοναχή της, +κάτω από τη μισοσβυσμένη λάμπα, ακουμπησμένη με τους δύο της τους +αγκώνες απάνω στο τραπέζι Θυμήθηκε μια Λαμπρή που ήταν κοπέλλα +δεκάξη χρονών στο νησί, κι' ο πατέρας της τσουγκρίζοντας ταυγό με +τον κουμπάρο του τον Καπετάν Θανάση τον Απίκραντο — μακαρίτες κ' +οι δυο — κάτι γνέψανε ο ένας στον άλλον που το είχε μισοκαταλάβει +η Ταρσίτσα κ' έγινε πιο κόκκινη απ' το αυγό. Κάποιο γαμπρό +μελετούσανε οι δυο γερόντοι. Ύστερα θυμήθηκε μια μέρα του Μαρτίου, +που ρίξανε το καινούργιο καράβι του πατέρα της στη θάλασσα. Το +καράβι είχε τόνομά της: «Ταρσίτσα» κι' αυτό. Ποιος ξέρει πού να +βρίσκωνται τώρα τα μαδέρια του και τα στραβόξυλά του, χρόνια +ναυαγισμένο στη Μαύρη θάλασσα! Εφτά χρονών ήτανε τότες η Ταρσίτσα, +μα το θυμάται σαν και σήμερα. Θυμάται ακόμα και κάποια λόγια που +λέγανε στο σπίτι «Αυτό το καράβι θα φέρη τα προικιά της +Ταρσίτσας». Δεν καταλάβαινε τότε τι θα πη προικιά, μα της έφτανε +πως κάτι θα της έφερνε το καράβι και ταγαπούσε και το καμάρωνε. + +Έτσι ανάκατα και χωρίς τάξη, τα πρώτα υστερνά και τα υστερνά +πρώτα, περνούσανε μπροστά στα μάτια της Ταρσίτσας οι μέρες της +ζωής της. Ύστερα θυμήθηκε μια μέρα, ανήμερα των Ταξιαρχών — στην +Αθήνα. Ο παπάς γιόρταζε και είχανε τραπέζι το βράδυ. Δεν ήτανε πια +κοπέλλα, ούτε νέα καλά — καλά. Είχε πατήσει τα τριάντα. Αφού +φάγανε και ήπιανε, αρχίσανε την ψαλτική, τα τροπάρια. Άλλο +τραγούδι δεν ήθελε ο παπάς στο σπίτι.. Πότε περάσανε τριάντα +χρόνια! Θαρρεί πως είνε τούτη η ώρα που τσουγκρίζανε τα ποτήρια. +«Στις χαρές σου», της είχε πει ο παπάς. «Ευχαριστώ, παπά μου, να +ζήση η παπαδιά», του είχε πει εκείνη. Τώρα όμως θυμάται πως ο παπάς +την είχε ευχηθή με μισή φωνή, χαμογελώντας κάτω απ' τα δασά του τα +μουστάκια. + +Αυτή ήτανε η τελευταία μέρα που θυμήθηκε. Ύστερα όλες οι μέρες — +τριάντα χρόνια στην αράδα — περάσανε μπροστά της ανακατωμένες, +όμοιες, σα μια μέρα μεγάλη, δίχως τέλος. Ένα πράμμα μονάχα +καταλάβαινε: πως η ζωή της είχε σταματήσει εκεί, δεν είχε κάνει +ένα βήμα μπροστά. Όλος ο περασμένος καιρός ήτανε γι' αυτήν σα μια +ξένη ζωή. Γι' αυτό, όταν ο παπάς της είπε: «γεράσαμε, Ταρσίτσα, +δεν το κατάλαβες;» ξαφνίστηκε σαν να μάθαινε πρώτη φορά ένα πράμμα +που δεν τώχε βάλει ο νους της. Είχε γεράσει το λοιπόν η Ταρσίτσα; +Από πότε ως πότε; Η καρδιά της, η ψυχή της, το είναι της όλο δεν +είχαν αλλάξει σε τίποτε. Ούτε άντρα είδε στο πλευρό της, ούτε +σπιτικό έννοιωσε, ούτε παιδιά ανάστησε γύρω της, να της θυμίζουν +πως πέρασαν τα χρόνια. Το κάτω-κάτω της γραφής, ποτέ δε +λογάριαζε τα χρόνια της. Κι' αν έκανε καμμιά φορά να τα λογαριάση, +γρήγορα παρατούσε τον λογαριασμόν αυτόν και τονέ ξέχανε. Δεν είχε +χειμωνιάσει η ψυχή της ακόμα, έλεγε κάποτες ο παπάς. Ένας ήλιος +καλοκαιρινός έφεγγε μέσα της και τηνέ ζέσταινε. Μα τώρα εκείνο το +γέλιο του παπά ήτανε σαν να την ξύπνισε από ένα όνειρο. Καθώς +καθότανε σκυμμένη στο τραπέζι, τα χέρια της, πρώτη φορά, της +φανήκανε ζαρωμένα, ματσιδιασμένα. Έκλεισε τα μάτια της να μην τα +βλέπη. Καθώς έκλεινε τα μάτια της, λίγες τρίχες απ' τα μαλλιά της, +πούχανε ξεφύγει στα μελίγγια της, γυαλίσανε παράξενα στο φως της +λάμπας. Ήτανε κάτασπρες σαν το ασήμι. Έσφιξε τα μάτια της +περισσότερο. Μα και στο σκοτάδι των ματιών της δυο άσπρες κλωνές +σαλέβανε ακόμα λυπητερά. Σηκώθηκε και πήγε να κοιμηθή. Πρώτη φορά +έννοιωθε πως τα πόδια της δεν τη βαστούσανε καλά. + +Πηγαίνοντας στην κάμαρη της να κοιμηθή, είδε φως στο μικρό +καμαράκι που είχε το γιατάκι της η Αννίτσα. + + — Δεν κοιμήθηκες ακόμα; της είπε. + + — Ακόμα, ψυχομάννα, είπε η Αννίτσα με μουδιασμένη φωνή. + +Η Ταρσίτσα έσκυψε στο τζάμι του παραθυριού, που άνοιγε στο στενό +πέρασμα. Την είδε πούπλεκε τα μαλλιά της μπροστά σ' ένα μικρό +στρογγυλό καθρεφτάκι, ακουμπησμένο απάνω στο καντηλιέρι. + + — Χτενίζεσαι τέτοια ώρα; την ρώτησε. + + — Λούστηκα αποβραδύς και συμμαζεύω τα μαλλιά μου, είπε πάλι με +μουδιασμένη φωνή η Αννίτσα. + +Η ψυχομάννα της την καλονύχτησε και πήγε να κοιμηθή. Θαρρούσε πως +άκουγε ακόμα μέσα σταυτιά της το γέλιο του παπά. «Ακόμα δεν την +έβγαλες, ευλογημένη, αυτή την ιδέα από το μυαλό σου;» Αλήθεια. +Ήτανε καιρός πια να τη βγάλη. Και τράβηξε κατά την κάμαρή της, σαν +άνθρωπος που πήρε μια μεγάλη, μα πικρή απόφασι + +Την άλλη μέρα το σπίτι του παπά ήτανε άνω-κάτω. Η Αννίτσα είχε +χαθή από το σπίτι. Αργότερα τους φέρανε τα μαντάτα πως την είχε +κλέψει ο αγαπητικός της, ένα ώμορφο ξανθό παλληκάρι που δούλευε +στο αντικρινό γιαπί. Ζωγράφιζε τα νταβάνια και ζωγραφίζοντας στην +ψηλή τη σκαλωσιά σφύριζε και τραγουδούσε τους καϋμούς της αγάπης. +Και τραγουδώντας πήρε την καρδιά της Αννίτσας. Η Αννίτσα πάλι +κεντούσε κάθε δειλινό στο παραθύρι και, κεντώντας και +βελονιάζοντας, πήρε την καρδιά του Αλέκου με τα χαμηλωμένα μάτια +της. Αποβραδύς λούστηκε και χτενίστηκε. Και νύχτα, βαθειά +μεσάνυχτα, μπήκε κρυφά στο σπίτι ο καλός της και την άρπαξε. + +Ο παπάς δεν πολυσκοτίστηκε και τόσο. «Νέοι είνε κι' ας +παντρεύωνται», είπε. Η παπαδιά, ναι μεν της κακοφάνηκε πούγινε η +ντροπή στο σπίτι της, μα πάλι δεν έκανε και μεγάλο κακό. «Τυχερά +πράμματα», είπε. + +Η Ταρσίτσα δε μίλησε όλην τη μέρα. Μιλιά δεν της βγήκε απ' το +στόμα. Σα σούρπωσε κ' έπεσε η μέρα, την πήρε το παράπονο. «Να +όψεσαι, παπά, που μ' αποκοίμισε. Νύχτα, βαθειά μεσάνυχτα, ήρθ' ο +ταξιδιάρης να με πάρη. Κ' εγώ που τον περίμενα χρόνια και χρόνια, +με πλάκωσε ο βραχνάς στην ώρα τη γραμμένη και δεν τον απείκασα. +Χαρά σ' τηνε που αγαπούσε και περίμενε. Την πήρε κ' έφυγε!» + +Αναστέναξε βαθειά και σταύρωσε τα χέρια της μέσ' στην ποδιά της. + + — Τώρα καιρός είνε να σου σηκώσω το βάρος, παπά μου. Θα γυρίσω +στο νησί! είπε. + + — Τι να κάνης στο νησί; τη ρώτησε φλομωμένος ο παπάς. + + — Αυτό το ξέρω εγώ και η Μοίρα μου! είπε η Ταρσίτσα καταπίνοντας +τα δάκρυά της. Είνε κι' άλλες απελπισμένες, με τη μαύρη τη +μανδήλα, στην Υπαπαντή. + +Σηκώθηκε και τράβηξε στην κάμαρή της, κρατώντας τον τοίχο να μην +πέση. Ο μικρός ο Λεωνίδας, πούχε ακούσει τα μισά της λόγια, γύρισε +και κύτταξε τον πατέρα του. + + — Δε μου λες, πατέρα, τρελλάθηκε η θειά η Ταρσίτσα; Ο παπάς +κούνησε το κεφάλι του: + + — Ή τώρα τρελλάθηκε, παιδί μου, ή τώρα βρήκε τα λογικά της. +«Άδηλα και κρύφια» τα μέσα του ανθρώπου... + + + +ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ + + + +«Μ' έφαε το σκυλί!» + +Δυο πιστολιές ακούστηκαν στο σούρουπο, και καταμεσής στη σκάλα του +λιμανιού, πλημμυρισμένη από κόσμο — ότι ήταν φτασμένο το βαπόρι — +ένας άνθρωπος έφερε βιαστικά την απαλάμη στο στήθος, κλονίστηκε +στα πόδια του κ' έγειρε απάνω σε δυο ξένα χέρια, που απλώθηκαν να +τον βαστήξουν. Ο φονιάς τού την είχε ανάψει από κοντά, στήθος με +στήθος, πριν προφτάση καλά-καλά να τον καταλάβη. + +Ούτε λογοφέρανε, ούτε τίποτε! Κανένας δεν είχε νοιώσει πώς έγινε +το κακό. Σαστισμένοι όλοι γύρω, ντόπιοι και νεοφερμένοι, πριν +προφτάσουν να ιδούν τον άνθρωπο που έπεφτε, και τον άνθρωπο +πούτρεχε σαν τρελλός, σκίζοντας και τσαλαπατώντας τον κόσμο, +αφήκανε το φονιά και χάθηκε. Όλοι μαζευτήκανε ύστερα γύρω από τον +χτυπημένο, με πρόσωπα χλωμά και ξαφνιασμένα, με τις τρίχες +σηκωμένες. Οι λιγοστές γυναίκες, παίρνοντας τα παιδιά τους απ' τα +χέρια, τρέχανε να σωθούνε μακρυά απ' το φονικό, τρέμοντας στη +σάστισή τους περισσότερο τον χτυπημένο απ' το φονιά, που +βρισκότανε μίλια μακρυά — ποιος ξέρει πού — αυτή τη στιγμή. Ένα +οργανέτο έπαιζε ακόμα μπροστά στο καφενεδάκι, τελειώνοντας +βιαστικά κάποιο σκοπό παληάς όπερας, που ξυπνούσε, μέσα στο +σύθαμπο του δειλινού, ξεθωριασμένους πόνους. + + — Κάνετε τόπο, ρε παιδιά, να σηκώσωμε τον άνθρωπο. Θα μας μείνη +στα χέρια... + +Ακούστηκε μια φωνή παρακαλεστική και τρομασμένη μαζί. + + — Δεν είνε τίποτα. Μην κάνετε έτσι.. είπε ο χτυπημένος. + +Η φωνή του όμως ήτανε πνιγμένη κι' αδύνατη. Ο κόσμος παραμέρισε να +κάνη τόπο στους δυο νέους, που με τα γερά τους μπράτσα σηκώνανε, +στερεά και αναπαυτικά, το παραλυμένο κορμί. Δυνατά τα χέρια τους +το δένανε, μα τα πόδια τρέμανε καθώς αργοπατούσαν και πρόβαιναν. +Οι άλλοι ολόγυρα σκύβανε αλαλιασμένοι, να γνωρίσουνε τον +χτυπημένο. + + — Ο Γιώργης ο Πολυζώης δεν είνε; + + — Ο Γιώργης ο καλαφάτης! + + — Καλέ αυτός! Δεν τονέ βλέπεις; Κάνανε το σταυρό τους. + + — Πώς έγινε πάλι τούτο το κακό; + + — Είχε τίποτα με κανένα; Μαλλώσανε; + + — Κύριε ελέησον! Ξέρω κ' εγώ τι να πω; + + — Η δυστυχισμένη η γυναίκα του! Και νειόπαντροι!... + +Ο χτυπημένος ανασήκωσε το κεφάλι του. + + — Δεν αφίνετε, ρε παιδιά, να περάσωμε; Κάντε μας τη χάρι + +Κάνανε τόπο πάλι. + + — Στη σπετσαρία! εμπρός! + + — Ο άνθρωπος έχει σπίτι. Στο σπίτι του να τον πάμε, είπε ένας απ' +τα παιδιά που τον κρατούσανε. + + — Όχι, ρε Μήτσο, είπε ο άλλος. Να μην τον δη έτσι η γυναίκα του. +Άσε να τονέ δέσουνε πρώτα οι γιατροί στη σπετσαρία. + + — Στο σπίτι! Καλύτερα στο σπίτι! είπε ο χτυπημένος. Δεν έχω +τίποτα. Στο σπίτι να με πάτε! + +Τα μάτια του σκορπίσανε μια παράξενη λάμψι. + + — Στο σπίτι σας λέω! ξαναείπε. + + — Μη συχύζεσαι, Γιώργη! είπε ο Μήτσος. Σα θέλης στο σπίτι, στο +σπίτι σε πάμε... + + — Δεν πειράχτηκα! είπε ο Γιώργης με καλωσύνη τώρα. + +Μη με ξεσυνερίζεστε. Στο σπίτι είπα! + +Τα λίγα λόγια που είχε πει τον κουράσανε. Έβαλε την απαλάμη στο +στήθος του κ' έγειρε το κεφάλι του απάνω στο στήθος του φίλου του. + +Ξεκινήσανε. Ο κόσμος πίσω μαζεμμένος τώρα, συντροφιές- +συντροφιές, μιλούσανε ζωηρά και λογοφέρνανε, άλλοι φεύγανε με τα +κεφάλια σκυφτά, κι' άλλοι τους σταματούσανε να μάθουνε το τι +έγινε. Κανένας δεν ήξερε το πώς και τι. + + — Άλλο πράμμα πάλι τούτο! Έτσι, χωρίς λόγο κ' αιτία! + +Ο Μήτσος ο Προκίλης κι' ο Βαγγέλης ο Ζωσιμάς, τα δυο παιδιά που +συντροφεύανε τον χτυπημένο, ήτανε παληοί του φίλοι και +συντεχνίτες. Όταν έπεσε η πιστολιά, καθισμένοι παράμερα σ' ένα +καφενεδάκι, τρέξανε κι' αυτοί με τους άλλους να δούνε τι έγινε. Σα +γνωρίσανε τον Γιώργη τον Πολυζώη μείνανε ξεροί. Ο Γιώργης δεν +ήτανε άνθρωπος για τέτοιες δουλειές. Ησυχος και γλυκομίλητος, με +κανένα δεν είχ' έχθρητα, κι' ούτε πείραξε ποτέ κανένα στη ζωή του. +Πέσανε απάνω του και τον αγκαλιάσανε. + + — Βρε Γιώργη; Τ' είνε τούτο το κακό; του είπε ο Μητσος, σκύβοντας +στο πρόσωπό του με ψυχοπόνια. + + — Γραφτό μου ήτανε! είπε ο Γιώργης. + + — Έννοια σου, δεν έχεις τίποτα· κουράγιο! του ξαναείπε. + + — Το βλέπω κ' εγώ. Θα με πήρε ξυστά! Δεν πονάω... + +Ο Μήτσος τον έψαξε στο στήθος. Δε φαινότανε τίποτε απ' έξω. Σταλιά +αίμα δεν είχε χυθή. + + — Εδώ στο βυζί με χτύπησε! ξαναείπε ο Γιώργης κρατώντας πάντα την +απαλάμη του στην πληγή του. + +Σήκωσε τα μάτια του κατά τον Μήτσο γυρεύοντας θάρρος. + + — Δεν έχεις τίποτα! Δεξιά είνε! είπ' εκείνος. + +Μέσ' στη σάστισί τους κανένας δεν τον ρώτησε ποιος τονέ χτύπησε, +ούτε ο ίδιος είπε τίποτε. + +Καθώς τον ανασηκώνανε, ο Βαγγέλης τον ρώτησε: + + — Τον είδες; Τον πήρε το μάτι σου; Ποιος σε βάρεσε, ρε Γιώργη; + + — Τον είδα! είπε ξερά ο Γιώργης. + + — Ποιος ήτανε; Μίλα, μωρέ! + + — Αυτός ο ψιλικατζής!... + +Δεν είπε τόνομά του. Έκανε μοναχά ένα πικρό χαμόγελο. + + — Του λόγου του! ξαναείπε. Ας είνε! Δίκηο είχε... + +Δε μιλήσανε πλια. Σηκώσανε πιο γερά το φίλο τους και ανηφορήσανε +στο καλντερίμι. + +Ο ψιλικατζής! Ο Σταυρός ο Γιαννακός! Ποιος άλλος να ήτανε; Και να +μη τους τώλεγε, θα το καταλαβαίνανε. Θυμηθήκανε αμέσως τα +χθεσινοβραδυνά στην ταβέρνα του Σωφρόνη. Σκολάζοντας απ' τη +δουλειά τους ο Γιώργης και οι δυο τους, κάτσανε να πιούνε ένα +κρασί για ορεχτικό. Ο Γιώργης μάλιστα δεν ήθελε να κάτση. Ήτανε +από μέρες συλλογισμένος κ' ήθελε και τώρα να πάη στο σπίτι του. + + — Καθήστ' εσείς, ρε παιδιά! Εγώ θα πάω στο σπίτι. Δεν είμαι τόσο +καλά, δεν είμαι στα συγκαλά μου τούτες τις μέρες. + +Εκείνοι τον βιάσανε να κάτση. Ίσια-ίσια για να τ' αλλάξουνε +λιγάκι το κακό κέφι. Ήπιανε ένα κρασί στα βουβά. Ο Γιώργης δε +μιλούσε καθόλου. Εκεί που στρήβανε από ένα τσιγάρο, τους ζύγωσε ο +Σταύρος ο Γιαννακός. + + — Γεια σας! + + — Γεια σου! του είπαν οι άλλοι δύο. Ο Γιώργης έσκυψε και σάλιωσε +το τσιγάρο του δίχως να τον καλησπερίση. + + — Στο χωριό σου δεν καλησπερίζουνε; του είπε προκλητικά ο +Σταύρος. + + — Άσε με ήσυχο! έκανε ο Γιώργης. Δεν έχω όρεξι για κουβέντες... + +Ο Σταύρος τον κύτταξε λοξά, έστρηψε το μουστάκι του, ξερόβηξε και, +κάνοντας ένα γέλιο παράξενο, βγήκε απ' την ταβέρνα σφυρίζοντας +χωρίς να χαιρετήση κανένα. + + — Έχετε τίποτε; ρώτησε ο Μήτσος σε λίγο. + + — Τι νάχωμε; είπε ο Γιώργης· στο σπίτι του μέσα δεν είνε αφέντης +κανένας; + + — Θέλει και ρώτημα; + + — Θέλω να πω, στο σπίτι του μέσα δεν ορίζει κανείς ποιόν να βάλη +και ποιόν να διώξη; Αι λοιπόν, δεν τον ήθελα στο σπίτι μου. Όχι +πως μούκανε τίποτε ο άνθρωπος, μα δεν τον έκανα γούστο... Αυτό +ήτανε! + + — Τον έδιωξες; ρώτησε ο Βαγγέλης. + + — Κι' αν τον έδιωχνα δηλαδή, τι ήτανε; Δεν ορίζω;... + + — Όχι! ρωτάω δηλαδή... + + — Τον έδιωξα. Βέβαια τον έδιωξα. Σα δεν ήθελε να το καταλάβη +μοναχός του. Δεν τώβλεπε τάχα; Άμα γίνεσαι βάρος σ' ένα σπίτι, δεν +το καταλαβαίνεις; Τούδωκα να καταλάβη πως οι συχνοβίζιτες δε μ' +αρέσουνε. Αυτός τίποτε. Πού τον έχανες, πού τον εύρισκες, στο +σπίτι μου. Επί τέλους ανθρώποι είμαστε, θέλει να πη κανείς κ' ένα +λόγο με τη γυναίκα του. Ο ξένος πάντα ξένος είνε. Μια μέρα τ' +αποφάσισα και του μίλησα. «Άκου, Σταύρο, του είπα...» + + — Δε βαρειέσαι! τον έκοψε ο Μήτσος. Λόγο θα δώσης; Δεν τον +ήθελες, τελείωσε... + + — Όχι, έχω να σου πω, ξαναείπε ο Γιώργης, για να καταλάβετε τι +ανθρώποι είνε στον κόσμο. «Άκου, Σταύρο, του λέω λοιπόν, πόσο σε +θέλομε στο σπίτι μας το ξέρεις. Κανένα παράπονο δεν έχω μαθές. Μα +ο κόσμος είνε κακός. Το πολύ έμπα-έβγα σ' ένα σπίτι, +καταλαβαίνεις... Πώς να στο πω; Οι γειτόνοι, ο κόσμος... Δεν είπα +να κόψωμε τις φιλίες, μα μια φορά και τόσο, όπως έρχονται κ' οι +άλλοι φίλοι, νάρχεσαι να μας βλέπης. Μην το πάρης αλλοιώς... Με +συμπαθάς μάλιστα...» Αυτά του είπα. + + — Μωρέ, τέτοια γαϊδούρια σαν κι' αυτόν, έκανε ο Μήτσος, με το +γλυκό θέλουνε, ή να πάρης το στυλιάρι του μποτζαργάτη! + + — Και να τους γκρεμίσης απ' τη σκάλα! αποτελείωσε ο Βαγγέλης. + + — Δεν τώκανα, είπε ο Γιώργης, είμαι μαλακός, βλέπεις.., + + — Αυτός τι σούπε; ρώτησε πάλι ο Μήτσος. + + — Τι να μου πη; Σηκώθηκε, πήρε τη σκούφια του και κίνησε να φύγη, +δίχως να καλονυχτίση. Και στην πόρτα κοντοστάθηκε και μούπε: «Τι +να σου κάνω, κακομοίρη; Ήξερα να σου μιλήσω σαν πρόστυχος που +είσαι και φαίνεσαι. Μα, ας έχης χάρι, που είνε μπροστά η γυναίκα +σου». Και φεύγοντας μουρμούρισε: «... που δε σούπρεπε, +κακομοίρη...» Είπα να σηκωθώ να τον γκρεμίσω, μα βαστήχτηκα πάλι. +Ας πάη στο διάολο, είπα μέσα μου, κι' ας μείνω με τα λόγια του. +Έφυγε. + + — Κ' είχε μούτρα να σε ζυγώση σήμερα! είπε ο Βαγγέλης· χαρά στην +αδιαντροπιά! + + — Τον είδατε! Τι σας να πω... + + — Ας τον να κουρεύεται! είπε ο Μήτσος. Την κουβέντα του θάχωμε +τώρα; Πολύ του πάει. + +Πρόσταξε ένα εκατοστάρι ακόμα. Το ήπιανε και σηκωθήκανε να φύγουν. +Αυτό ήταν όλο! Σαν έγινε το κακό, οι δυο φίλοι θυμηθήκανε τα +χθεσινά. + + — Δε στώλεγα εγώ, Γιώργη μου; Καλύτερα να σε πηγαίναμε στη +σπετσαρία. Τα βλέπεις τώρα; + +Είπε ο Βαγγέλης, καθώς απιθώσανε, με τα πολλά τα βάσανα, τον +χτυπημένο στο κρεββάτι, και κύτταζαν να τον συγυρίσουν. Ήθελε να +πη ο Βαγγέλης για την Ασημίνα τη γυναίκα του, που λιγοθυμισμένη +στο πάτωμα γυρεύανε να τη συνεφέρουνε οι γειτόνισσες. Καθώς είδε +τον άντρα της να τον φέρνουνε στα χέρια, έμπηξε μια ψιλή φωνή και +σωριάστηκε χάμω. Ανασηκώθηκε μια στιγμή, φώναξε, δάρθηκε, έκανε να +πέση απάνω του, μα πάλι ξανασωριάστηκε στο πάτωμα, με μικρά +πνιγμένα βογγητά. Μέσα στη στενή καμαρούλα, γεμάτη από γυναίκες +και παιδιά, με τον χτυπημένο απ' τη μια μεριά, με τη λιγοθυμισμένη +αποκεί, ένα σάστισμα είχε χυθή ολόγυρα, με ξεφωνητά, τρεξίματα κι' +αντάρα. + + — Δε στώλεγα εγώ, Γιώργη μου, ξαναείπε ο Βαγγέλης πασχίζοντας να +ξεκουμπώση τον χτυπημένο. Στη σπετσαρία έπρεπε να σε πάμε. + + — Δεν πειράζει, έκανε ο Γιώργης, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στη +γυναίκα του, που κοίτονταν κατάχαμα. Καλύτερα εδώ... Καλύτερα που +με φέρατε εδώ... + +Ένα χαμόγελο, σα χαρούμενο και κακό μαζί, χάραξε στα χείλια του +και γύρεψε ένα ποτήρι νερό. Στην ώρα έφτασε κι' ο γιατρός. Έσχισε +τον κόσμο βιαστικός και πέρασε ως το κρέββάτι του λαβωμένου. + + — Έννοια σου, παιδί μου, είπε λαχανιασμένος ο αγαθός γέροντας, +σκύβοντας απάνω του. Έννοια σου, και θα σε κάνω καλά εγώ. Κουράγιο +μόνο! Να ιδούμε τώρα τη λαβωματιά σου. + +Του σήκωσε τα ρούχα του, πήρε απ' τα χέρια του παιδιού της +σπετσαρίας, που ήρθε κοντά του, τα χρειαζούμενα, και άρχισε να +πλένη και να καθαρίζη την πληγή. + + — Αίμα σου ήρθε απ' το στόμα; τον ρώτησε. + + — Όχι! είπε ο Γιώργης. + +Κάτι πήγε να πη ακόμα, μα ο γιατρός τούγνεψε να σωπάση. + + — Εσύ να μη μιλάς. Ν' ακούς μονάχα. Ό,τι θέλεις με τα νοήματα να +το γυρεύης. + + — Γιατρέ μου, δεν κυττάς αποδώ και τη γυναίκα; Θα μας μείνη στα +χέρια! ξεφώνισε μια γυναικούλα, + + — Δεν έχουν ανάγκη οι γυναίκες! έκανε ο γιατρός. Να κάνωμε τη +δουλειά μας πρώτα. + +Κ' έσκυψε πάλι απάνω στον χτυπημένο. Έπλυνε καλά τις πληγές, +καθάρισε, συγύρισε τον άρρωστο κ' ύστερα τον χάιδεψε στις πλάτες. + + — Ησυχία τώρα, είπε. Ούτε να μιλάς, ούτε να κουνιέσαι πολύ. Εσύ +παλληκάρι μου, είπε πάλι στο Βαγγέλη, να κάτσης εδώ να τον +προσέχης και να κάνης τα όσα θα σου πω. + +Τον πήρε πάρα πέρα και τον ωρμήνεψε. + + — Τα κρύα πάντα ταχτικά θα του ταλλάζης, το γιατρικό στις ώρες +του θα του δίνης και θάχης το νου σου να μην πατάη κανείς εδώ εξόν +απ' τη γυναίκα του. Και λίγα λόγια. Άκουσες, παιδί μου; Ο άνθρωπος +είνε βαρειά. Απ' τη λάτρα που θα του κάνης κρέμεται να τη γλυτώση. +Και πάλι ο Θεός ξέρει! Από στιγμή σε στιγμή τι μας παρουσιάζεται +δεν το ξέρομε. + +Στην ώρα είχε συνεφέρει κ' η γυναίκα του. Παραπατώντας και +γατζώνοντας απάνω στις γυναίκες που την κρατούσανε, σίμωσε το +γιατρό. + + — Γιατρέ μου, πώς τον βλέπεις; Μίλα μου, γιατρέ μου... + +Κ' έμπηξε ένα ξεφωνητό πάλι + + — Ήσυχα, είπαμε, γιατί θα σε βγάλω και σένα όξω, είπε αυστηρά ο +γέροντας... Να μη μας χαλάς ό,τι φτειάνομε. + +Κατάκιασε λιγάκι και ξαναρώτησε σιγά: + + — Πώς τονέ βλέπεις, γιατρέ μου; + + — Θα γίνη καλά! είπε μασσημένα ο γιατρός. Λάτρα μονάχα θέλει και +προσοχή μεγάλη. Εγώ θα ξαναρθώ το βράδυ. + +Πήρε το καπέλλο του και το μπαστούνι με το κοκκαλένιο χερούλι, +χάιδεψε πάλι τον άρρωστό του στις πλάτες, έγνεψε κάτι στον +Βαγγέλη, που καθότανε δίπλα του, και φεύγοντας παράγγειλε στις +γυναίκες ναδειάσουνε τον τόπο. Εκείνες φύγανε μουρμουρίζοντας κι' +αποπίπω τους ο γιατρός. Η Ασημίνα, σφίγγοντας το κεφάλι της με τα +δυο της τα χέρια, σαν νάθελε να κρατήση τα συλλογικά της, +προχώρησε κατά το κρεββάτι του αντρός της, κάθησε δίπλα του στο +σκαμνί κι' ακούμπησε το πρόσωπό της απάνω στα γόνατα του, +πιάνοντάς του το χέρι. + +Εκείνος της το τράβηξε απρόσεχτα. Ύστερα ανασηκώνοντας το κεφάλι +και κυττάζοντας τον άντρα της με μια σβυσμένη ματιά, αναστέναξε. + + — Τι ήτανε πάλι τούτο, Γιώργη μου; + + — Τι νάτανε! είπε κείνος ξερά και πάσχιζε να χαμογελάση. Μα το +χαμόγελο ανακατώθηκε μ' ένα ζάρωμα πόνου ολόγυρα στα μάτια του. + + — Πώς καταλαβαίνεις τον εαυτό σου τώρα; ξαναείπ' εκείνη δειλά, +πασχίζοντας να του πάρη ένα λόγο, σαν να τον ήθελε για παρηγοριά. + +Εκείνος έκλεισε τα μάτια του. + + — Δε μου μιλάς, Γιώργη μου; + + — Καλά! είπ' εκείνος και γύρισε το κεφάλι του απ' την άλλη μεριά. + +Ο Βαγγέλης έσκυψε και του άλλαζε τα βρεμμένα πανιά. Η Ασημίνα +έγυρε πάλι το πρόσωπό της απάνω στα γόνατά του και το σώμα της +ανεβοκατέβαινε από κάποια βουβά αναφυλλητά. Άλλος δεν ήτανε γύρω +απ' τον άρρωστο παρά οι δυο τους και η Εληά, η σκύλα του, +κουλουριασμένη στα πόδια του κρεββατιού, κρατώντας κι' αυτή την +ανάσσα της, μέσα στη θλιβερή σιγαλιά, σαν να καταλάβαινε το μεγάλο +κακό, πούχε πλακώσει το σπίτι. + +Ο Γιώργης εβάρυνε... Τρία μερόνυχτα τον έδερνε η θέρμη, το +πλάκωμα, η στενοχώρια. Ο γιατρός ερχότανε κ' έφευγε κουνώντας το +κεφάλι του. Ο Βαγγέλης απ' τη μια μεριά του κρεββατιού, η γυναίκα +του από την άλλη, πάντα οι ίδιοι, σκυφτοί κι' αμίλητοι + + — Πέσε, κυρά Ασημίνα, να ξεκουραστής λιγάκι κ' εγώ τον παραστέκω. +Θαρρωστήσης και συ. Πήγαινε, πέσε. + +Ντυμένη έγερνε λιγάκι στον καναπέ η γυναίκα του. Σηκωνότανε, κ' +έπεφτε ο Βαγγέλης. Αυτό γινότανε τρεις μέρες τώρα. + + — Θέλεις τίποτε, Γιώργη μου, Λίγο νεράκι να βρέξης ταχείλι σου; +Πες μου, Γιώργη μου. + + — Τίποτα! Άσε με να ησυχάσω... + +Έκλεινε τα μάτια του κ' έπεφτε σε βύθος. + +Το στήθος του τότε ανεβοκατέβαινε σα φυσαρμόνικα, το κορμί του +σπαραζότανε, τα χέρια του τινάζονταν όξω απ' τα παπλώματα. Έπειτα +τον έπιανε το παραμιλητό. Λόγια, ονόματα, φωνές χωρίς νόημα. Η +Ασημίνα έσκυβε απάνω του, πασχίζοντας να βρη άκρη μέσα +σταταίριαστα λόγια. Κάτι την έτρωγε να καταλάβη τι γινότανε μέσα +στο παραζαλισμένο κεφάλι του αντρός της. Είχε τάχα κανένα παράπονο +μαζί της; Ήξερε τίποτε, που δεν της τώχε πει στα καλά του; Γιατί +πάντα τα λόγια του λίγα ήτανε σαν μπερδεμμένα τώρα τελευταία και +τα παράπονά του πάντα τάπνιγε μέσα του, περήφανος κι' ακατάδεχτος +στον πόνο του. Τρεις μέρες άρρωστος κι' απ' την πρώτη αρχή, που +ήτανε καλύτερα ακόμα, δεν είχε βγάλει λέξι ούτε για το φονιά, ούτε +για τα όσα τρέξανε τον τελευταίο καιρό στο σπίτι του, ούτε για +τίποτε. Τάχα την είχε αποσυχαθή τόσο πολύ, τάχα την εχθρευότανε +από μέσα του, τάχα τούχανε σφυρίξει τίποτε σταυτιά; Μα πάλι, +γιατί, όταν τον χτυπήσανε, γύρευε και καλά να τον φέρουν αμέσως, +στη στιγμή, στο σπίτι του; Ήθελε τώρα η Ασημίνα την αγάπη του και +της έκανε κακό να συλλογίζεται πως φεύγει απ' τον κόσμο ο άντρας +της μ' ένα παράπονο και πως την καταριέται ίσως, χαροπαλεύοντας, η +ψυχή του. Η ιδέα τούτη την τρόμαζε κ' ένοιωθε μέσα της τη λαχτάρα +του φονιά κ' ένα σύγκρυο της περνούσε τα κόκκαλά της. Και +γυρεύοντας να λυτρωθή απ' το σαράκι που την έτρωγε, παρακαλούσε +από μέσα της να ησυχάση μιαν ώραν αρχήτερα, να κλείση τα μάτια του +και να πάρη μαζί του αυτό που την τάραζε και την αγρίευε. Έτσι της +φαινότανε πως εύρισκε το λυτρωμό της. Ύστερα πάλι έφευγε ο νους +της κ' η φαντασία της αλαφροπατούσε δειλά και φοβισμένα, σα +γυναίκα κυνηγημένη, στον άλλον, σ' εκείνον, στο φονιά του αντρός +της. Τάχα πού είνε κρυμμένος; Τάχα τον πιάσανε; Τάχα...; Αχ! Θεέ +μου! + + — Ασημίνα! φώναξε, με ένα τίναγμα στο βύθος του ο άρρωστος. + + — Εδώ είμαι, Γιώργη μου, τι θέλεις, παιδί μου; Άνοιξε τα μάτια +του τρομαγμένα και κύτταξε γύρω του εκείνος. Ύστερα τα ξανάκλεισε +πάλι. + + — Τίποτε. Δε σε φώναξα... + +Η Ασημίνα ένοιωθε πως δεν μπορούσε να βαστάξη πια. Έχανε τον +κόσμο. Σηκώθηκε σιγά-σιγά, σκούντηξε τον Βαγγέλη να σηκωθή κ' +έπεσε στον καναπέ. Ο Βαγγέλης σηκώθηκε και τρίβοντας τα μάτια του +πήγε κ' έκατσε κοντά στον άρρωστο. + + — Εσύ 'σαι, Βαγγέλη; + + — Εγώ, Γιώργη. + + — Να βρέξω το στόμα μου... λίγο νεράκι.. + +Πήγε και τούφερε νερό, του ανασήκωσε το κεφάλι του κεκείνος +ρούφηξε με λαχτάρα σαν τη διψασμένη γη. + + — Δεν κοιμήθηκες ακόμα, Βαγγέλη; Βασανίζεσαι, καϋμένε... + +Είπε αναστενάζοντας με καλωσύνη. + + — Δεν έχω τίποτα. Κοιμήθηκα! Εσύ να γίνης καλά! του αποκρίθηκε ο +Βαγγέλης καταπίνοντας τα δάκρυά του. + +Ένα χαμόγελο χάραξε μια στιγμή κ' έσβυσε γρήγορα στα χείλια του +αρρώστου. + + — Θα γίνω... είπε και ξανάκλεισε τα μάτια του. + +Ο Βαγγέλης καθότανε και τον κύτταζε. Μια στιγμή δεν του φάνηκε +διόλου καλά. «Αγγελοκρούζεται», είπε μέσα του. Σηκώθηκε και ζύγωσε +στη γυναίκα με τρομάρα. + + — Κυρά Ασημίνα... καλέ, κοιμάσαι, καλέ; + + — Τι είνε; έκανε κείνη ξαφνιασμένη και τινάχτηκε απάνω. + + — Δεν τονέ βλέπω καλά. Τον χάνομε. Κουράγιο τώρα. Να σύρω να +μιλήσω στη γειτόνισσα... + +Πήγε να μπήξη τις φωνές εκείνη. Ο Βαγγέλης της έφραξε το στόμα με +το χέρι, μα έτρεμε ολόσωμος κ' εκείνος. Δεν τον περιμένανε τόσο +γρήγορα. + + — Τι κάνεις εκεί; Για το Θεό! τσιμουδιά! + +Ζυγώσανε κ' οι δυο στο κρεββάτι. Ο άρρωστος άνοιξε τα μάτια του +θολά και σαστισμένα σαν να μην ήξερε πού βρίσκεται + + — Δε γνωρίζει!... άσπρισε το μάτι του!... + + — Αλλοίμονο! Δυστυχία μου! + +Κάτι πήγε να πη ο άρρωστος, μα δεν μπορέσανε να ξεχωρίσουνε τι +έλεγε. + +Η Ασημίνα έκανε να μπήξη πάλι τις φωνές. Την έσφιξε απ' το χέρι ο +Βαγγέλης. Ο άρρωστος άπλωσε άξαφνα τα χέρια του με δύναμι σαν ν' +αντρειεύτηκε, άρπαξε τον Βαγγέλη απ' τον ώμο, τινάχτηκε απάνω κι' +ακούμπησε πάλι στα στήθια του φίλου του, τούγνεψε πως θέλει αέρα, +άνοιξε το στόμα του ν' ανασσάνη βαθειά, μα ο αέρας τούλειπε, κι' +ανεβοκατέβαζε τα σαγόνια του με λαχτάρα. + +Η Ασημίνα τον βαστούσε από τις πλάτες αλαφιασμένη, τα δόντια της +χτυπούσανε από το σύγκρυο. + +Ύστερα ησύχασε πάλι μια στιγμή. Το σώμα έγυρε απάνω στα χέρια που +τον κρατούσανε. + + — Μη φοβάσαι, Γιώργη! θα περάση! εδώ είμαστε! κ' η Ασημίνα κ' +εγώ... Κουράγιο!... + +Τα λόγια του Βαγγέλη βγαίνανε τρεμουλιαστά, κομμένα μισά. Ο +άρρωστος γύρισε το κεφάλι του με κόπο σαν να γύρευε κάποιον. + + — Εσένα γυρεύει! φώναξε ο Βαγγέλης στην Ασημίνα. + +Εκείνη έσκυψε μπροστά του πασχίζοντας να χαμογελάση. + + — Τι θέλεις, Γιώργη μου; + +Μα τα μάτια εκείνου ήτανε καρφωμένα στο πάτωμα, δίπλα στο τραπέζι +που κοίτονταν κουλουριασμένη η Εληά. Έκανε να παίξη τα χείλη του +σαν νάθελε να της φωνάξη. Ύστερα γύρισε κατά τον Βαγγέλη: + + — Κανένα κόκκαλο! είπε τραυλίζοντας. Είνε μέρες νηστικό το +κακόμ... + + — Ωχ! παραμιλάει! είπε η Ασημίνα. + + — Το κακόμοιρο! απόσωσε το λόγο του ο Γιώργης. + +Τινάχτηκε πάλι και άπλωσε τα χέρια του σα γάντζους. + +Και μονομιάς έγειρε το κεφάλι του στον ώμο του Βαγγέλη και τα +χέρια του πέσανε ξερά απάνω στο στρώμα... + + — Συχωρέθηκε! είπε ο Βαγγέλης, κ' έβαλε τα δάχτυλα να του κλείση +τα μάτια. + +Η Ασημίνα έμπηξε λεύτερα τώρα τα ξεφωνητά... + + + +Ο ΤΡΑΚΟΣΑΡΗΣ + + + + — Σαν πάρη να σαπίζη το κορμί τα σκουλήκια βγαίνουν να το φάνε. + +Είπε ο Μπαρμπα-Νικόλας, κουνώντας το κεφάλι του, στον καφενέ, και +δείχνοντας με το χέρι του κάτω στο γιαλό. Οι άλλοι σήκωσαν τα +μάτια να ιδούν. Σκυφτός, με τη χοντρή του μαγκούρα περασμένη από +το ένα χέρι, με το κόκκινο μαντήλι από το άλλο, με το μακρύ +σταχτερό σάλι ριγμένο στον ώμο, περνούσε ο Γερο-Τρακοσάρης. Ένα +σάψαλο εκεί, με το ένα πόδι στο λάκκο! + + — ... Τα σκουλήκια μαθές βγαίνουν να το φάνε, ξαναείπε δυνατώτερα +ο Μπαρμπα-Νικόλας. Ανθρώπινα σκουλήκια. Αχόρταγα σκουλήκια. Όλο +τρώνε κι' όλο πεινάνε. + +Του είχε ανεβή το αίμα να τον πνίξη. Δεν μπορούσε να βαστάξη. Κάθε +φορά που περνούσε ο Γερο — Τρακοσάρης από τον καφενέ, του άναβαν +τα αίματα. Το ήξεραν όλοι και δε μιλούσαν. «Ας βγάλη το άχτι του ο +άνθρωπος. Με το δίκηο του...» + + — Σκουλήκια, σκουλήκια! Σκουλήκια 'πά στο ψοφήμι. Πέθανε το νησί +μας· πέθανε, πάει! και βγήκαν τα σκουλήκια να το φάνε. Πέθανε +μαθές, του βγήκε η ψυχή. Για ψέμματα λέω; Πού είνε τα καράβια μας, +δε μου λες; Μπάρκα, μπομπάρδες, γολέττες, μπρίκια, τέτοια μέρα, +ανήμερα τα Φώτα! γεμάτο το λιμάνι τα παληά τα χρόνια... Πού είνε +τώρα, δε μου λες; Βλέπεις πανί απλωμένο στο λιμάνι; Πάνε, ρήμαξαν. +Κ' οι καπετανέοι μας, πού είν' οι καπετανέοι μας με τις χρυσές +καδένες και τα μεταξωτά μαντήλια; Κάθονται στον καφενέ κι' +αγναντεύουν το πέλαγο. Άλλοι γένηκαν μπακάληδες κι' άλλοι +μπαλωματήδες να βγάλουν το ψωμί τους. Ψωμί, ψωμάκι! Κ' οι +καπετάνισσες, πούνε οι καπετάνισσες, με τα μεταξωτά και τα +χρυσάφια; Φουστάνι δεν έχουνε να παν στην εκκλησιά. Πούνε τα +μπερικέτια τα παληά; Πάει, πέθανε το νησί μας, ξεψύχησε. Βγήκαν τα +σκουλήκια να το φάνε. Ανθρώπινα σκουλήκια. Όλο τρώνε κι' όλο +πεινάνε... + +Ο Γερο-Τρακοσάρης πέρασε από κάτω απ' το γιαλό, πήρε τον απάνω +δρόμο και χάθηκε πίσω από τα μαγαζιά, δίχως να γυρίση να κυττάξη +από τους καφενέδες. Ήξερε πως μ' όλα τα καλοπιάσματα τούψαλαν από +πίσω όσα παίρνει η σκούπα. «Δεν πάνε να λένε! έλεγε. Από πίσω και +το βασιληά τονέ βρίζουν». Πεντάρα δεν έδινε. + + — Έτσι που λες, κύριε έφορα! είπε σε λίγο ο Μπάρμπα Νικόλας, +γυρίζοντας κατά τον οικονομικόν έφορο, ένα νεόφερτον υπάλληλο, που +καθότανε στο διπλανό τραπέζι. Τούτο εδώ, κύριε έφορα, τον ξέρουν +τον τόπο μας και μου παίρνουν το δίκηο. Γνωριζόμαστε, βλέπεις, από +πού βαστάει η σκούφια του καθενός· συντοπίτες όλοι. Του λόγου σου +που είσαι νεοφερμένος και δεν ξέρεις τον τόπο μας, να τα μάθης να +τα θυμάσαι. Πάει ο τόπος μας, χάθηκε! Δεν τον γνώρισες στα καλά τα +χρόνια. Η θάλασσα δε μας δίνει πια ψωμί. Κρεμαστήκαμε, βλέπεις, +από τα γένεια του Γερο-Τρακοσάρη. Να μας δώση ο Γερο-Τρακοσάρης να +φάμε... Αυτού καταντήσαμε... + +Ο έφορος, ξένος άνθρωπος, νεοφερμένος στον τόπο, δεν καταλάβαινε +καλά-καλά τι ήθελε να πη ο Μπαρμπα-Νικόλας. Στην αρχή μάλιστα, +σαν έμπηξε τις φωνές και χτυπούσε τα χέρια του στο τραπέζι και +γούρλωνε τα μάτια του, τον πήρε για τρελλό. Γύρισε μια και κύτταξε +ολοτρόγυρα τους άλλους. Καμμιά δεκαριά νομάτοι απ' έξω από τον +καφενέ, άλλοι τραβώντας τον ναργιλέ τους κι' άλλοι σκυμμένοι στα +τάβλια και στα χαρτιά, κουνούσαν το κεφάλι τους, σαν νάλεγαν: +«Σωστά τα λέει ο Μπαρμπα-Νικόλας, μα τι βγαίνει; Έτσι τάφερε η +τύχη» Ο Μπαρμπα-Νικόλας δεν τα σήκωνε τα παράξενα. «Μωρέ θα σκούζω +όσο που να πεθάνω», έλεγε. Ύστερα και με το δίκηο του. Ήταν +καμένος και ζεματισμένος. Και κάθε φορά που τύχαινε κάποιος ξένος, +νεοφερμένος, που δεν ήξερε τον τόπο, εύρισκε αφορμή να βγάλη το +άχτι του, ξαναλέγοντας τα βάσανά του. + + — Έτσι που λες, κύριε έφορα. Κρεμαστήκαμε μαθές από τα γένεια του +Τρακοσάρη. Ένας τόπος αλάκερος, ανθρώποι νοικοκυραίοι, που δε +γύριζαν να φτύσουν, με το συμπάθειο, απάνω του, καπετανέοι που +κουβαλούσαν το χρυσάφι με τα τσουβάλια, καπετάνισσες, που δε +σήκωναν τα μάτια να τον κυττάξουν στις καλές τις μέρες, ένας τόπος +αλάκερος, κύριε έφορα, κρεμαστήκαμε μαθές από τα γένεια του +Τρακοσάρη. + +Ο νεόφερτος υπάλληλος δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβη τι ήθελε να +πη ο Μπαρμπα-Νικόλας. Εκαταλάβαινε πως τα είχε με το γέρο που +πέρασε πρωτήτερα από τον καφενέ, μα πάλι δεν μπορούσε να χωρέση ο +νους του τι είχε να κάμη με τον τόπο το γεροντάκι αυτό, ένα σάψαλο +εκεί με το ένα ποδάρι στο λάκκο. Ο Μπαρμπα-Νικόλας μπήκε στο μυαλό +του ξένου. + + — Θα με παίρνης πως είμαι παλαβός, για αχμάκης, κύριε έφορα, είπε +πάλι Και με το δίκηο σου. Πώς δεν παλάβωσα κ' εγώ είμαι να το +απορήσω. Μα σα μ' ακούσης θα πης: «Δίκηο έχει ο Μπαρμπα-Νικόλας». +Ο Μπαρμπα-Νικόλας, το λέει ο λόγος! Τι είνε ο Μπάρμπα-Νικόλας; +Τίποτα! Ο Μπαρμπα-Νικόλας αύριο θα πεθάνη. Σήμερα είνε και αύριο +δεν είνε. Μπαρμπα-Νικόλας θα πη εσύ, ο άλλος, ο παράλλος, όλο το +νησί πέρα-πέρα. Σα βασανίζομαι εγώ, βασανίζεσαι και συ. Δεν το +καταλαβαίνεις; «Τι σούκανε πάλε ο Τρακοσάρης;» μου λένε κάμποσοι. +«Πάλε τα βάσανά σου λες;» μου λένε άλλοι. Βρε εμένα τι μούκανε; +Εμένα τα βάσανά μου; Τι είμαι εγώ; Τίποτα! Σήμερα είμαι και αύριο +δεν είμαι. Μα δεν είν' έτσι. Εγώ είμαι ο δείνας και ο τάδες, εγώ +είμαι αυτός που κάθεται και ψωμοζητάει και φοβάται ν' ανοίξη και +το στόμα του να φωνάξη το δίκηο του· εγώ είμαι η χήρα που κλαίει +και δέρνεται κλεισμένη μες στο σπίτι της... (ο Μπαρμπα-Νικόλας +είχε σηκωθή τώρα από το σκαμνί του σιγά-σιγά, χωρίς να το +καταλάβη, και η φωνή του έβγαινε βαρειά και τρεμουλιαστή)· εγώ +είμαι τορφανό, ο καραβοτσακισμένος, ο σακάτης, ο +αρχοντοξεπεσμένος... (η φωνή του τώρα έτρεμε από κάποιο παράπονο, +μα καμπάνιζε άγρια και βαρειά σα φοβέρα)· εγώ είμαι ο... Τόπος. +Κατακαϋμένη πατρίδα, με τα καράβια τα αμέτρητα πώς κατάντησες! + +Κ' έπιασε τα γένεια του, κουνώντας λυπητερά το κεφάλι του. Τα +μάτια του ήταν κόκκινα, φωτιά. Ο ξένος είχε μείνει με το στόμα +ανοιχτό και τον άκουγε, με τον ναργιλέ σβυσμένο, με το μαρκούτσι +πεσμένο από τα χέρια του. Οι άλλοι μουρμούριζαν από μέσα τους: +«Καλά τα λες, Μπαρμπα-Νικόλα, μα ποιος σακούει!» + + — Έτσι που λες, κύριε έφορα, ξαναείπε ο Μπαρμπα-Νικόλας, άμα +συνέφερε λιγάκι. Αυτός είνε ο Μπαρμπα-Νικόλας. Ο Μπαρμπα-Νικόλας +είνε το ψοφήμι. Πάει, τούφυγε η ψυχή, το πήρε η βρώμα και βγήκανε +τα σκουλήκια να το φάνε. Ανθρώπινα σκουλήκια! Όλο τρώνε κι' όλο +πεινάνε. Του λόγου του, καλή του ώρα, το καλό το γεροντάκι που +πέρασε πολληώρα από το γιαλό, ο Γερο-Τρακοσάρης. Τον ξέρεις, +κύριε έφορα; Πού να τον ξέρης! Να σου τον μάθω εγώ. Είχε όνομα και +τώχασε. Τρακοσάρη τον ξέρουν όλοι τώρα. Άρχισε από μπακάλης κ' +έγινε τοκιστής. Η οκά του τρακόσια δράμια· ούτε δράμι παραπάνω. +Από τότε τούμεινε τόνομα: Τρακοσάρης. Τρακόσια δράμια η οκά του. +Τι να κάνη ο κόσμος; Τρακόσια; Τρακόσια! Είχε και την ανάγκη του, +βλέπεις. Οι ναυτικοί γυρίζανε να βγάλουν το ψωμί των παιδιών τους. +Οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους πεινούσανε. Ο Τρακοσάρης έκανε +και κρέντιτο. Μα τρακόσια; Τρακόσια τι να γίνη; Ψωμί, ψωμάκι! +Ύστερα να λογαριασμούς ο Τρακοσάρης! Πενήντα δραχμές, εκατό +δραχμές, διακόσιες δραχμές. Πλέρωσε τώρα, καπετάνιο, τα διάφορα, +πλέρωσε και τα ξύγκικα και καλώς ώρισες στην πατρίδα! Πού να +πλερώση ο ναύτης ο άμοιρος! Να πουληθή και πάλε. Θαλασσοπνίγεται +για το καρβέλι. Ο Τρακοσάρης εδώ είνε. Δε βαρειέσαι; Αυτό +στενοχωρεύεσαι; Έχει ο Θεός! Αύριο θαλλάξουν τα πράμματα. Κανέν' +αμανάτι και ο Τρακοσάρης δεν αφίνει κανένα να χαθή. Κανένα +δαχτυλίδι, κανένα σκουλαρίκι, βραχιόλι, κάτι θα βρίσκεται στο +σπίτι. Νησιώτικο σπίτι Σα σωθούν και τα χρυσαφικά και τα πετράδια, +ο Τρακοσάρης δε σου χαλάει το χατήρι. Κανένα ταψί, καμμιά +κατσαρόλα, κάθε γάνωμα με το ζύγι του. Ύστερα στο τέλος δεν έχεις +να μαγερέψης, να ντυθής; Πάλε ο Τρακοσάρης. Μια υποθήκη να σου +βάλη στο σπίτι σου, στο αμπέλι, στο χωράφι και να σηκώσης όσα +πρέπει. Σαν ευκολυθής, πάλε με το κολάι δικά σου είνε. Τα παίρνεις +πίσω. Πού να τα πάρης! Τα διάφορα φάγανε και σπίτια και αμπέλια. +Αχ! κύριε έφορα, όλο το νησί στα χέρια του βρίσκεται· όλο μας το +βιος στα κατώγια του μαζεύτηκε. Να μπης, λένε, στο κατώγι του +Τρακοσάρη και να σου καή η καρδιά σου. Κατακαϋμένη πατρίδα, με τα +καράβια ταμέτρητα, ποιος να σου τώλεγε! Να ρημάζης εσύ να θεριεύη +ο Τρακοσάρης + + — Έτσι που λες, κύριε έφορα, ξαναείπε σε λίγο ο Μπαρμπα-Νικόλας. +Ίσως και να με παίρνης για παλαβό, για αχμάκη, που κάθομαι εδώ και +φωνάζω στους καφενέδες. Στους καφενέδες! Όλοι οι καπετανέοι στους +καφενέδες καταντήσαμε. Τόσα χρόνια πάλεψα με τη θάλασσα, το Χάρο +με τα μάτια μου τον είδα· και η θάλασσα δε μ' έφαγε. Μ' έφαγε η +στερηά και ο Γερο-Τρακοσάρης. Σαν ξέκανα το μπάρκο — τι να το +κάνω; περισσότερη η ζημιά του παρά το καλό του — είπα νάρθω να +τελειώσω τις μέρες μου στο νησί με τα λίγα που είχα. Είχα κ' εγώ +το δικό μου· το σπίτι, λίγες εληές, λίγα κλήματα. Φτωχικά θα +περνούσαμε. Η στερηά δε με σήκωσε. Από αρρώστεια σε αρρώστεια. +Γιατρούς και γιατρικά. Αρρώστησε και το κορίτσι μου το Σεραϊνώ, +Θεός σχωρέσ' την! Μας έπνιξαν τα έξοδα ενάμισυ χρόνο. Κάποιος μου +είπε να σηκώσω από τον Γερο-Τρακοσάρη. Ο καλός ο Τρακοσάρης +κάνει ευκολίες. Πήγα κ' εγώ στον Γερο-Τρακοσάρη. «Παιδί μου +Νικόλα, να σου κάνω την ευκολία σου, μου είπε, γιατί σε λυπούμαι +Για σένα τα κάνω, γιατί είσαι φαμελιάρης. Δεν έχω κ' εγώ. Δώσε δω +και δώσε κει μου φάγανε το βιος μου. Στους δρόμους θα μείνω. Να +σου δώσω διακόσιες δραχμές, να μου δώσης και συ ένα αμανάτι Δεν το +ξέρεις, Νικόλα παιδί μου· ζωή και θάνατος είνε σ' αυτόν τον κόσμο. +Να μου φέρης το αμανάτι και να σου μετρήσω τις διακόσιες δραχμές +να κάνης τη δουλειά σου. Διάφορο δε θέλω από σένα· τον καφέ μου +και τον καπνό μου να μου πλερώνης κάθε μέρα. Μια δεκάρα για τον +καφέ, μια δεκάρα για τον καπνό. Στον καφετζή τον Μπαρμπα-Δημητρό +να τα δίνης, να πίνω τον καφέ στην υγειά σου». Ακούς, κύριε έφορα; +Του πήγα το δαχτυλίδι της γυναίκας μου, μπριλαντένιο δαχτυλίδι, κ' +ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρια. Πεντακόσιες δραχμές μες +στο νερό! Τα κυττάει και μου λέει: «Ας έχης χάρι, Νικόλα παιδί +μου, ούτε διακόσιες δραχμές δεν κάνουνε». Τι να κάνω; Πήρα τις +διακόσιες δραχμές και του είπα και σπολλάτη. Και οι δεκάρες +δεκάρες κάθε μέρα· έξη δραχμές το μήνα, εβδομηνταδυό δραχμές το +χρόνο. Μια μέρα με φωνάζει και μου λέει: «Νικόλα παιδί μου, μου +χρειάζονται τα λεφτά. Χρωστάω κ' εγώ, θα με βάλουν φυλακή!» Βρε +αμάν, βρε ζαμάν, είχα και το κορίτσι που μου πέθανε· να το θάψω +δεν είχα. Τίποτα ο γέρος. Θα το πουλήσω το αμανάτι, Νικόλα παιδί +μου, κι' όσα πιάσω, ας ζημιωθώ κι' όλα!» Είπε πως τα πούλησε, ο +Θεός κ' η ψυχή του. Μου πέθανε και το κορίτσι. Εκεί που το +κλαίγαμε και δεν είχαμε και να το θάψωμε, να σου τον ο γέρος! Με +τα δάκρυα στα μάτια. «Ζωή σε λόγου σας. Τι ήτανε πάλε το κακό που +σ' ευρήκε, Νικόλα παιδί μου: Σε καίγετ' η καρδιά μου!» Με πήρε +στην μπάντα. «Να σου κάνω καμμιά ευκολία, Νικόλα παιδί μου. Από το +ψωμί των παιδιών μου να κόψω, να σου δώσω. Άνθρωποι είμαστε. Αν δε +βοηθήση ο ένας τον άλλον, αλλοίμονο!» Είπα κ' εγώ: ψυχοπονιάρης ο +καϋμένος ο γέρος· φιλάργυρος, μα ψυχοπονιάρης! Εκεινού το μάτι του +δούλευε. Μούκανε την ευκολία να θάψω το κορίτσι, του πήγα κ' εγώ +αμανάτι μια χρυσή καδένα, κάτι γανώματα, ένα ταψί μεγάλο, +πολίτικο. Έγδυσα το σπίτι, τι να κάνω; «Δεν πιάνουν τίποτα, Νικόλα +παιδί μου, μούλεγε. Μισοτιμής να τα πουλήσης και πάλε. Ποιος έχει +παράδες να δώση;» Πάνε κι' αυτά μαζί με τάλλα. Να δουλέψω δεν +μπορούσα^ από αρρώστεια σε αρρώστεια κ' εγώ και το Μυγδαλιώ, η +γυναίκα μου. Έδωκε ο Θεός και μεγάλωσε και το παιδί μου ο +Μιχαληός. «Να φύγω, πατέρα, μούλεγε, να πάω στην Αμέρικα. Προκοπή +δεν έχει ο τόπος μας. Να πάω στην Αμέρικα να σας στείλω λίρες με +το τσουβάλι». Βρε παιδί μου Μιχαληό, τούλεγα, να μας φύγης και συ, +τι θα γίνωμε; Άλλο παιδί δεν έχομε, η μάννα σου θα πεθάνη από τον +καϋμό της!... Αυτός τίποτε. «Να φύγω, πατέρα· δεν μπορώ να σας +βλέπω να πεινάτε. Να βρω το ναύλο μου και να φύγω...» Τώμαθε ο +Γερο-Τρακοσάρης. Μια μέρα με βρίσκει κάτω στο γιαλό. Με αποπήρε. +«Έχεις μυαλά, Νικόλα παιδί μου, ή δεν έχεις; Με τα μυαλά των +γυναικών αρμενίζεις; Γιατί δεν αφίνεις το παιδί να πάη στην +Αμέρικα, να ιδήτε και σεις Θεού πρόσωπο; Τι να τον κάνης εδώ που +τον φυλάς; Δε βλέπεις την κατάντια του νησιού μας;» Να τον στείλω +μαθές, είπα κ' εγώ. Μα δεν έχομε τα έξοδα. «Τα έξοδα βρίσκονται, +μου είπε. Σ' ένα χρόνο μέσα θα τα βγάλης. Ας είνε καλά ο Μιχαληός! +Να σου βρω εγώ, Νικόλα παιδί μου. Δεν έχω κ' εγώ, μα γιατί σ' +αγαπώ και σε λυπάμαι, θα πάρω από το μπατζανάκη μου να σου +δώσω...» Σήκωσα είκοσι λίρες κ' έβαλα το σπίτι υποθήκη. Αυτό +μούμενε. Έφυγε ο Μιχαληός με το καλό. Σε δυο μήνες λαβαίνω ένα +γράμμα από το Κεϊπτάουν με τρεις λίρες. «Δουλειές δεν έχει, +πατέρα, μούγραφε ο Μιχαληός. Κάνω εδώ ένα κουτσοεμπόριο στο πόδι, +όσο για το ψωμί. Ο Θεός ξέρει πώς οικονόμησα αυτές τις τρεις +λίρες. Κάνετε υπομονή και πάλι εδώ είμαι». Πέρασαν μήνες· τίποτε, +ούτε γράμμα, ούτε να μάθωμε αν ζη για πέθανε ο Μιχαληός. Έδωκ' ο +Θεός κ' ήρθε ένας πατριώτης τις προάλλες από τα μέρη αυτά. «Καλά +είνε ο Μιχαληός, μας είπε. Στο Κεϊπτάουν δεν μπόρεσε να πιάση +δουλειά. Μπαρκάρησε θερμαστής μ' ένα εγγλέζικο βαπόρι». Μας έδωκε +και τη σύστασί του, να του γράψουμε σ' ένα &μπορτινχάους&, σα +γυρίση να βρη το γράμμα. Τίποτε! Μήνες πέρασαν, γράμμα σε γράμμα +τούστειλα. Τίποτε! Έρχονται κ' οι πατριώτες και μας λένε ένας το +μακρύ του κι' άλλος το κοντό του. Άλλος μας λέει πως πέθανε κι' +άλλος πως παντρεύτηκε κι' άλλος μας λέει πως τον είδε με τα μάτια +του και πως μπαρκάρησε για την πατρίδα. Η μάννα του πάει να +τρελλαθή από το κακό της. «Να όψεσαι που τώστειλες το παιδί στα +ξένα». Έχομε και τη γκρίνια στο σπίτι Εγώ να όψωμαι για ο Γερο- +Τρακοσάρης; Τον πετυχαίνω τις προάλλες στο παζάρι. Δε βάσταξα: «Να +όψεσαι, του λέω, πούχασα το παιδί μου!» Γυρίζει και μου λέει μέσα +στον κόσμο: «Εγώ να όψωμαι για σεις που κάνετε τα προκομμένα τα +παιδιά; Σαν κάνη ο γυιός σου παραλυσίες και μπεκριλίκια, τι σου +φταίω εγώ;» Άνοιξε η γη να με καταπιή. Με πήρε το παράπονο κι' +άρχισα τα κλάματα καταμεσής στο παζάρι. «Με τα κλάματα δε βγαίνει +τίποτε, γυρίζει πάλε και μου λέει. Να μου φέρης τους παράδες που +μούφαγες, γιατί θα σου βγάλω το ρημάδι σου στο σφυρί...»· Κ' +έφυγε. Μούρθε ζάλη. κ' έχασα τον κόσμο, πήγα να σωριαστώ κάτω. +«Εγώ σούφαγα παράδες;..» πήγα να του πω. Δεν μπόρεσα. Μου πιάστηκε +η φωνή. Με πήρανε και με πήγανε στο σπίτι... Την περασμένη Κυριακή +μούβγαλε το σπίτι στο σφυρί. Στους δρόμους μας πέταξε, να +πεθάνωμε... + +Το παράπονο τον έπνιγε. Έβγαλε το μαντήλι και σκούπισε τα μάτια +του. + + — Ο Θεός να μας λυπηθή να μας αναπάψη. + +Στον καφενέ, αμίλητοι όλοι, είχαν καρφώσει τα μάτια τους απάνω +στον Μπαρμπα-Νικόλα και τον κύτταζαν. Βουρκωμένα τα μάτια ολωνών. +Καθένας συλλογιζότανε τα δικά του τα χάλια. Το σκοτάδι άρχισε να +πέφτη από τον ουρανό. Ο ξένος γύρισε και κύτταξε ολοτρόγυρα. Στο +λιμάνι το έρημο δύο τρεχαντήρια στο μώλο αργοσάλευαν απάνω στα +νερά. Αντίκρυ ο Άη-Παντελέημονας, με το μισό καμπαναριό, +ασοβάντιστος, όπως έμεινε από τον καιρό που έπεσε η δυστυχία στο +νησί, αλειτούργητος, ρημαγμένος, άπλωνε μια λυπητερή σκιά +ολοτρόγυρα. Τα μεγάλα σπίτια, απάνω από το γιαλό, με τα σκοτεινά +παράθυρα, έρημα από χρόνια, του φάνηκαν του ξένου πως του βάραιναν +στο στήθος απάνω σα βουνά. + + — Δυστυχισμένο νησί, είπε κουνώντας το κεφάλι του. Ρήμαξε και +πάει! + +Ο Μπαρμπα-Νικόλας σήκωσε τα μάτια του, κόκκινα φωτιά. + + — Ανάθεμά τον που βασιλεύει μέσα στα ρημάδια! είπε. + +Η φωνή του έτρεμε. Σήκωσε τα χέρια του και μούντζωσε πέρα, κατά το +τρισέκι που είχε χαθή ο γέρος με τη μαγκούρα κρεμασμένη από το ένα +χέρι, με το κόκκινο μαντήλι στο άλλο. + + — Ανάθεμά τον που βασιλεύει μέσα στα ρημάδια!... + + + +ΤΟ ΤΕΛΟΣ +ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΗ + + + + — Αφέντη, σε γυρεύουν, + +Σηκώθηκα και άνοιξα. + + — Ποιος; + + — Ένας κύριος και καλά θέλει να σε ιδή. + +Άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Η υπηρέτρια που μ' άκουσε κάτι να +μουρμουρίζω, κοντοστάθηκε και ξαναείπε δειλά: + + — Μη βιάζεσαι, αφέντη. Αυτός, που σε γυρεύει, δεν είνε και πολύ +κύριος... + +Δε βρήκα ούτε τη δύναμι να γελάσω. Πέρασα βιαστικά τα ρούχα μου +και βγήκα στο γραφείο. + +Προτιμούσα να με είχε ξυπνήσει ο χαλασμός του κόσμου, απ' το +υποκείμενο, που παρουσιάστηκε πρωί-πρωί, μπροστά στα μάτια μου. + + — Εδώ είμαστε πάλι! Καλώς σας βρήκαμε... + + — Να σε πάρη ο Διάβολος! + +Δε βρήκα καλύτερη φιλοφρόνησι να δεχτώ το έκτακτο υποκείμενο, που +με περίμενε στο γραφείο μου από τα ξημερώματα. Αυτό δεν είχε να +κάμη τίποτε. Ο πρωινός μου μουσαφίρης, συνειθισμένος από παρόμοια +δεξίματα, δέχτηκε τη φιλοφρόνησι μου με γέλια και χαρές. + +Απαράλλακτος από τον καιρό που τον πρωτογνώρισα, κακογερασμένος, +με το ίδιο ηλιοκαμένο πρόσωπο, τα λιγοστά ψαρά γένεια του, +κουρεμμένος ως το πετσί πάντα, με τα μεγάλα κιτρινωπά και βρώμικα +δόντια του, σα δόντια αλόγου, παρδαλοντυμένος, είχε όμως πάντα στο +μέτωπο, και στα μικρά, ζωηρά του μάτια, έναν στοχαστικό και +περιγελαστικό μαζί αέρα, πολύ παράξενο. Θάλεγες ένα κεφάλι σοφού! +Όλ' αυτά όμως δε με συγκινούσαν καθόλου. Όπως δε με συγκινούσαν +και οι χειρονομίες του, και τα λόγια του και οι ελληνικούρες του, +η ομιλία του η παράξενη, ένα ανακάτωμα από εκκλησιαστικά ρητά και +καραβίσια λόγια, που θύμιζαν τον παληό μούτσο και το παληό +καλογεροπαίδι του Αγίου Όρους. Τίποτε δε με συγκινούσε. + + — Ποιος Διάβολος σ' έφερε πάλι εδώ; Ποιος Πειρασμός σ' έσπρωξε +πάλι; Μεγάλη Βδομάδα σηκώθηκες κ' έφυγες απ' την πατρίδα; + +Τινάχτηκε από την καρέκλα του, σα δαιμονισμένος. + + — Πατρίδα, λέει; Ποια πατρίδα; Πατρίδα είν' αυτή; Δε λες καλύτερα +γουρουνοστάσι; Μπορεί άνθρωπος να ζήση εκεί κάτω; Μ' αυτούς τους +κλέφτες, τους αγιογδύτες; Μαύρη πέτρα πίσω μου! Εκατό φορές το +είπα, κι' ο Διάβολος μ' έσπρωξε, «Διαβόλου συνέργεια», πάλι να +γυρίσω. Τις έμαθες αγκαλά τις κλεψιές του δημάρχου! Κ' η γυναίκα +του τάψησε μ' ένα στρατιωτικό κ' έφυγε. «Απολωλώς πρόβατο». Κι' ο +βουλευτής, πιο παστρικός κι' αυτός, πιάστηκε τις προάλλες με τον +εργολάβο του μώλου και δαρθήκανε μέρα-μεσημέρι, γιατί δε +συμφώνησαν στη μοιρασιά. Άκου τα του λόγου σου! Αμ' ο παπάς; Ο +παπάς της Μεταμορφώσεως, ένας Άγιος Ονούφριος εκεί, τον πιάσανε +που «κατέλυε» γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα, γιατί του το είπαν, λέει, οι +γιατροί. Μ' όλη την κοιλιά! Δε βάσταξα πια. Τον βρήκα παραόξω, +κατά την «πρύμη της Εκκλησίας» και του λέω: «Παπά μου, κατάλυσα +τράγο σήμερα κι' αύριο θαρθώ να κοινωνήσω». Με στραβοκύτταξε. Ήσαν +κι' άλλοι μπροστά. Τραβάω λίγο «αρόδου» και του λέω κ' εγώ: Σαν +καταλείς εσύ, παπά μου, γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα, εγώ θα καταλύσω +τράγο τη Μεγάλη Παρασκευή...» Σήκωσε το ραβδί του να με χτυπήση, +παπάς άνθρωπος. Να σου και περνούσε κι' ο δήμαρχος. «Δεν +ντρέπεσαι, μου λέει, Νικολάκη, να τα βάζης με τον παπά; Τράβα στη +δουλειά σου!» Μου ανέβηκαν τα αίματα. «Αλλά ρύσαι ημάς από του +πονηρού». Γυρίζω και τον κυττάζω: «Εγώ να ντραπώ; Να ντραπής του +λόγου σου και με τις κλεψιές σου και με τα καμώματα της γυναίκας +σου». Μην τα ρωτάς τι έγινε. Πέσανε να με σκοτώσουν. Μπήκα κ' εγώ +στο βαπόρι κι' άφησα δέκα φάσκελα πίσω μου. Πατρίδα μου λες! Είνε +να ζήση άνθρωπος εκεί κάτω; Εγώ γεννήθηκα σε ξέσκεπο καλύβι. +Συνήθισα να λέω την αλήθεια. Δε με σηκώνει αυτός ο αέρας... +«Επληθύνθησαν αι ανομίαι», παιδί μου. + +Είχε σηκώσει τον κόσμο από τις φωνές. Οι ανθρώποι σταματούσαν και +κύτταζαν στο χαμηλό παράθυρο. + +Έλα, φτάνει πια, Νικολάκη. Μαζεύτηκε ο κόσμος με τις φωνές σου, +του είπα θυμωμένα. Τάχω ακούσει εκατό φορές αυτά... + +Έπεσε λίγο η φόρα του, αναστέναζε μ' ένα βαθύ νόημα και ξαναείπε +σιγαλά τώρα: + + — Και πώς τα καλοπερνάτε εδώ; + +Τελείωσε από κει που έπρεπε ν' αρχίση. Είχε πάντα την πονηρία ν' +αρχίζη με φούριες για να σκεπάζη την παρουσία του, που ήξερε και +μόνος του πως δεν ήταν ευχάριστη, και να τελειώνη με γλύκα και +ταπεινοσύνη. + + — Αν ρωτάς και για μένα, τα ξέρεις τα χάλια μου. Δεν μπορώ να +κρυφτώ. Τα παπούτσια τούτα, που βλέπεις, είνε του προκομμένου του +δημάρχου, «τα ελέη των πονηρών». Το βρακί του αφωρεσμένου του +παπά, η πατατούκα ενός λοστρόμου, που τα τίναξε τις προάλλες, ας +μη τα λέμε από τι, και αυτό το ημίψηλο, που βλέπεις, του παστρικού +μας του βουλευτή! Αυτοί κλέβουν και κάνουνε καινούργια. Εμείς +παίρναμε ταποφόρια τους... + +Τον κύτταξα χωρίς να πω λέξι, όπως βλέπει κανείς όλα τα παράξενα +πράμματα στον κόσμο. + +Η ευγνωμοσύνη ήταν ζωγραφισμένη ανάποδα στο μέτωπό του! Το ημίψηλο +του βουλευτή με τη ναυτική πατατούκα, και το ιερατικό βρακί με τα +δημαρχικά παπούτσια έκαναν μια παράξενη και αξιοθρήνητη αρμονία +απάνω του. Και θυμήθηκα την υπηρέτριά μου: + + — Μη βιάζεσαι, αφέντη· αυτός που σε περιμένει δεν είνε και τόσο +κύριος... + +Κύριος, ξεκύριος, ήταν ένας μεγάλος μπελάς και μια μεγάλη πληγή ο +Νικολάκης ο Γλωσσώτης, ένας μπελάς κληρονομικός. Ο Μακαρίτης ο +πατέρας μου, αφού τράβηξε για πολλά χρόνια το διάβολό του από τον +καλό του πατριώτη, μου τον άφηκε κληρονομιά μαζί με μερικά χρέη +και μερικές δίκες. Τα χρέη πληρώθηκαν, οι δίκες ξεμπέρδεψαν, μα ο +Νικολάκης έμεινε και μένει. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου τον είχε +τσιμπούρι. Όπου πήγαινε, από πίσω του. Στη Ρωσσία ο πατέρας μου, +πίσω του κι' αυτός. Στην Περσία ο πατέρας μου, από κοντά κι' +αυτός. Πίσω στην Ελλάδα εκείνος, πίσω πάλι κι' αυτός. Κι' από κάθε +τόπο πούφευγε, μαύρη πέτρα πίσω του. Όλοι ήταν κλέφτες, άτιμοι, +κάλπηδες. Άνθρωπος που ήταν συνειθισμένος να λέη την αλήθεια, σαν +κι' αυτόν, δεν μπορούσε να ζήση. + +Ο πατέρας μου δεν τον είχε σε πολλή υπόληψι. Συχνά μου έλεγε ο +μακαρίτης πως ήταν τεμπέλης και γλωσσάς. Απ' αυτά τα δύο +ελαττώματα δεν μπορούσε να προκόψη. Τώρα η «αλήθεια» μαζί με την +τεμπελιά και τη γλωσσιά, τι χωριό έκαναν μέσα του, αυτός το ξέρει +μονάχα. Φαίνεται όμως πως δεν ταίριαζαν πολύ καλά. + +Θυμούμαι κάποτε, που ζητούσε από τον πατέρα μου να τον βάλη σε +καμμιά επιστασία, ο πατέρας μου του είπε: + + — Είχες τέχνη στα χέρια σου και την άφησες. Και τώρα ζητάς +επιστασίες. Να κυττάξης να ξαναπιάσης την τέχνη σου. + + — Αυτό θέλω κ' εγώ, είπε. Μα έχω ανάγκη από έξοδα κύριε +Κωνσταντίνε. Να μου δώσης πενήντα δραχμές να πάρω λίγα δέρματα, +κλωνές, βελόνες, να στήσω κ' ένα τραπεζάκι σ' ένα καντούνι, να +κάνω τον τσαγκάρη, να βγάλω τον «επιούσιον». + + — Πρώτα να περιορίσης τη γλώσσα σου, του είπε ο πατέρας μου, +θυμούμαι. Αυτή σ' έφαγε... + +Ύστερα μου διηγήθηκε ο πατέρας μου, πως στα νιάτα του, σαν άφησε +το Άγιον Όρος και τα καράβια, έγινε τσαγκάρης, τωόντι. Και καλός +τεχνίτης! Μα δεν εννοούσε να στρώση ποτέ τον πισινό του. Άφινε στη +μέση πετσιά και σύνεργα, ανασήκωνε την ποδιά και δος του στον +καφενέ. Να βάλη παντού το λόγο του· να διορθώνη την κοινωνία. Σα +δεν πήγαινε στο καφενείο, κάθε λίγο και στο σπίτι του. Να ιδή τι +γίνεται Φαίνεται πως ζήλευε λιγάκι και τη γυναίκα του. Πάντα η +ίδια η ιστορία. Και όπου καυγάς, όπου λογομαχία, όπου πέντε +άνθρωποι μαζεμμένοι, κι' αυτός στη μέση, να ιδή τι τρέχει, να βάλη +το λόγο του, να πη τη γνώμη του. Κ' έτσι πάει το μαγαζί κ' οι +συρμαγιές μαζί. Στη Ρωσσία τα ίδια, στην Περσία τα ίδια και +χειρότερα. Από υπάλληλος ήθελε να γίνη αστυνόμος και ιεροκήρυκας. +Ήθελε να διορθώση κ' εκεί τον κόσμο. Πέντε φορές επί τέλους +αποφάσισε να ξαναπιάση την τέχνη του. Και πέντε φορές έφαγε από +πενήντα δραχμές του πατέρα μου, για ν' αγοράση τα υλικά. Έτρωγε τα +χρήματα και πάλι τα ίδια. + +Έτσι μου τον άφησε κληρονομιά ο πατέρας μου. Τελείωσαν τα βάσανα +του μακαρίτη κι' άρχισαν τα δικά μου. + + — Καμμιά επιστασία, μάτια μου, να συχωρεθή ο γέρος, ο καλός +άνθρωπος. + +Αυτή ήταν η κουβέντα του σε κάθε του επίσκεψι. + +Φρόντισα κάποτε και τον έβαλα σ' ένα εργοστάσιο. Θυρωρός! Δε +μπορούσε να βρεθή καλύτερη θέση γι' αυτόν. Τεμπελιά και κουβέντα. +Ένα πρωί πάλι τον βλέπω άξαφνα. + + — Αι, πώς τα πάμε; + + — Έφυγα. «Ου δύνασαι δυσί κυρίοις δουλεύειν». Με δυο καιρούς δεν +μπορείς ν' αρμενίσης! + +Το περίμενα. Δεν μπορούσα όμως ούτε να θυμώσω μαζί του. Το σακκάκι +του λοστρόμου με τα παπούτσια του βουλευτή που κλαίγανε +μισοτριμμένα και ξεθωριασμένα απάνω του, μου φαινότανε πως μου +λέγαν: «Μην τον ξεσυνερίζεσαι τον άνθρωπο». + + — Μα γιατί, χριστιανέ μου, αν αγαπάς το Χριστό, γιατί; + + — Γιατί, λέει; φώναξε με μια ιερή αγανάκτησι. Αυτό δεν είνε +εργοστάσιο, είνε, με συμπάθειο... (και είπε με όλη του τη δύναμι +έναν άσχημο λόγο.) Άνδρες και γυναίκες ένα πράμμα· Εργολαβίες και +ξεντροπιάσματα. Στέλνει ο κόσμος τα κορίτσια του να βγάλουν το +ψωμί τους και βγάζουν... τα μάτια τους. Τι είδανε τα μάτια μου εγώ +το ξέρω. Με ξέρεις εμένα. Την αλήθεια θα λέω κι' ας με κρεμάσουν. +«Η αλήθεια σώσει υμάς». Το πρωί που ήρθε ο κύριος εργοστασιάρχης +δε βάσταξα πια. + + — «Τι νέα, κυρ Νικολάκη, μου λέει. Καλά είσαι; + + — «Εγώ καλά είμαι, του λέω, μα το εργοστάσιό σου δεν είνε καλά. +«Επληθύνθησαν αι ανομίαι». Δεν αρμενίζομε καλά. + + — «Γιατί; μου κάνει πάλιν σαν απορημένος. + + — «Γιατί αυτό δεν είνε εργοστάσιο, είνε... με συμπάθειο. +»Αντί να μου πη και &σπολλάτη&, θύμωσε... +«Μωραίνει Κύριος...», βλέπεις. + + — «Εσύ να κυττάξης τη δουλειά σου», μου λέει +»Με πήραν τα μπουρίνια. + + — «Η δουλειά μου δεν είνε να βαστάω το φανάρι, του λέω. Σα θέλης +να το βαστάς του λόγου σου, αλλάζει το πράμμα. + +»Η αλήθεια είνε πικρή. Έφυγε μουρμουρίζοντας και μούστειλε την +εξόφλησί μου να φύγω... + +»Τι να του πω; Δεν του είπα τίποτα. + + — Έννοια σου, μου κάνει σε λίγο, μη στενοχωριέσαι. Δε θα σε +φορτωθώ πια. Δεν είνε τόπος για δουλειά εδώ. Σόδομα, και Γόμορρα. +Περιμένω να μου στείλη κανένα λεφτό ο προκομμένος ο γυιός μου (ο +προκομμένος ο γυιός του έμοιαζε σαν τον πρώτο αριθμό του λαχείου, +που πάντα τον περιμένομε και ποτέ δεν έρχεται) να γυρίσω στην +πατρίδα, να ησυχάσω πια με τη γερόντισσα... «Χριστιανά τα τέλη...» + + — Αμήν, να δώση ο Θεός, του είπα. + +Τα παπούτσια του βουλευτού γελούσαν μέσα από τα μεγάλα τους +ανοίγματα. Εγέλασα κ' εγώ. Δέκα φορές είχε ξαναγύρισει στην +πατρίδα να ησυχάση και δέκα φορές ξαναήρθε πάλι. + +Κάμποσον καιρό δεν τον ξαναείδα. Ένα πρωί — πάντα πρωί, ξημερώματα +— να σου τον πάλι. + + — Δεν έφυγες, κυρ Νικολάκη; + + — Πού να φύγω; Έστειλε τίποτα αυτός ο αφωρεσμένος; Πού έξοδα να +φύγω; Να πάω και μ' αδειανά χέρια στην πατρίδα, θα με διώξη η +γερόντισσα. Αν θέλης όμως του λόγου σου με σώνεις. Ένας +γρουσούζης, φαρμακομύτης, που τον είχαν επιστάτη στην πηγάδα, +ψόφησε και πάει στο διάβολο, χθες το βράδυ. Να μου δώσης ένα +γράμμα στο δήμαρχο να με βάλη στη θέσι του. Να φουντάρω για καλά. + +Τούδωκα με τα πολλά το γράμμα κ' έπιασε τόπο. Την άλλη μέρα +διορίστηκε. Για λίγο καιρό βρήκα την ησυχία μου. Ένα πρωί, που τον +συλλογιζόμουν μέσα μου, κ' έλεγα πως ερρίζωσε πια σ' αυτή τη +θέσι, παίρνω την εφημερίδα να διαβάσω, στο κρεββάτι Τινάχτηκα +απάνω. «Παρ' ολίγον πλημμύρα», διαβάζω με μεγάλα γράμματα. Και +παρακάτω: «Εν μέσω μηνί Ιουνίω παρ' ολίγον να μεταβληθή χθες η +πόλις εις Βενετίαν και να θρηνήσωμεν σοβαρά δυστυχήματα. Υπαίτιος +του κακού δεν ήτο ούτε ο θερινός ανέφελος ουρανός, ούτε οι +απεξηραμμένοι χείμαρροι της Αττικής, αλλ' απλώς ο επιστάτης της +δεξαμενής Νικόλαος Γλωσσώτης, όστις, εγκαταλείψας την θέσιν του +και παρακολουθών την χθεσινήν μικροδιαδήλωσιν κατά του Υπουργείου, +ελησμόνησε να κλείση τας στρόφιγγας των μεγάλων τροφοδοτικών +σωλήνων της δεξαμενής. Περί το μεσονύκτιον η δεξαμενή εξεχείλισε, +χείμαρροι δε ύδατος κυλισθέντες από του λόφου της Καστέλλας +εξύπνισαν εντρόμους τους κατοίκους, κατέκλυσαν χαμηλούς τινας +οικίσκους και παρέσυραν κατοικίδια ζώα των περιοίκων. Ο περίφημος +επιστάτης ζητηθείς ανευρέθη εις παρακείμενον οινοπολείον, αγορεύων +κατά της Κυβερνήσεως. Ο κ. δήμαρχος απέλυσεν αμέσως σήμερον την +πρωίαν τον ένοχον υπάλληλον...» + +Η εφημερίδα δεν έλεγε άλλο τίποτε. Ξέχασε το σπουδαιότερο θύμα της +πλημμύρας. + +Το καλοκαίρι εκείνο αποφάσισα να πάω να περάσω κανένα μήνα στην +πατρίδα. Από την εποχή της πλημμύρας δεν είχα ξαναϊδεί τον +περίφημο πατριώτη μου. Ντρεπότανε, φαίνεται, κι' ο ίδιος να με +ιδή. Σαν έμαθε πως είμαι για ταξίδι, ήλθε να μ' ανταμώση, ταπεινός +αύτη τη φορά και συμμαζεμμένος. + + — Είμαι άτυχος άνθρωπος, μου είπε. «Την ανομίαν μου γινώσκω και η +αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διά παντός». Αλλά δε φταίω κ' εγώ. Η +τύχη με κατατρέχει Να με σώσης και τούτη τη φορά. Να με πάρης μαζί +σου, να ησυχάσω, στάγια χώματα. + +Τον πήρα. Δε γλύτωσα την πλημμύρα... + + — Να κυττάξης να ησυχάσης τώρα, του είπα. Να μη σε μέλλη αν κλέβη +ο δήμαρχος κι' αν μαλλώνη ο βουλευτής με τον εργολάβο. Κι' αν θέλη +ο παπάς να φάη γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα και το τι κάνει η γυναίκα +του ενός και ταλλουνού, να μη σκοτίζεσαι. Κύτταζε τη δουλειά σου! + + — Εγώ ν' ανακατευθώ πια; Κομμάτια να γίνουν όλοι τους! είπε +κουνώντας το κεφάλι του. Το καταλαβαίνω και μόνος μου: Η αλήθεια +είνε πικρή. Απ' το Θεό να τώβρουν. «Ουαί τω δι' ου το σκάνδαλον +έρχεται». + +Πέρασα ένα μήνα στο μοναστήρι. Πού και πού ερχότανε κι' ο Κυρ- +Νικολάκης. + + — Αι! πώς τα πάμε, Κυρ-Νικολάκη, του λέω μια μέρα· + + — Πώς να τα πάμε; Σαν τον κάβουρα. Κλεφτότοπος, παραλυσία. +Χάλασαν κ' οι γυναίκες στον τόπο μας. Όλο εργολαβία και +ξετσιπωσιά. «Η ανομία επληνθύνθη». + +Τον αγριοκύτταξα. Δεν άργησε να με καταλάβη. + + — Έννοια σου, παιδί μου. Δεν ανακατεύομαι πια. Εδώ που τα λέμε, ο +Θεός μονάχα μας ακούει και τα ψηλά πλατάνια. Δεν ανακατεύομαι πια. + +Δόξα σοι, ο Θεός, είπα μέσα μου. Καιρός ήτανε πια να ησυχάση κι' +αυτός κ' εγώ. + +Ήλθε η ώρα που τοιμάστηκα να φύγω. Κουβάλησα ένα μουλάρι, ένα +πρωινό, φόρτωσα και τα πράμματά μου και κατέβηκα στη χώρα να πάρω +το εισιτήριό μου. Τον περίμενα να φανή κάτω στο γιαλό, όπως μου +είχε πει: + + — Πρωί-πρωί την Πέμπτη, θα σε περιμένω στο γιαλό, να σου δώσω +ένα χέρι στο μπαρκάρισμα. + +Πουθενά δε φάνηκε. + + — Μην είδατε πουθενά τον Κυρ-Νικολάκη; ρωτώ. + +Οι βαρκάρηδες κ' οι αγωγιάτες σκάσανε στα γέλια. + + — Τον Κυρ-Νικολάκη! Τώρα κι' άλλη μια φορά. Πάει δουλειά του... + + — Πέθανε; + + — Όχι ακόμα. Μα τον χάσαμε. + + — Πού πάει; + + — Λένε πως πάει στο Άγιο Όρος! μου λέει ένας βαρκάρης. + + — Κατά διαβόλου, πες καλύτερα! πετάγεται και μου λέει ένας +αγωγιάτης. + +Δεν μπορούσα να καταλάβω τι τρέχει. Ανάμεσα Αγίου Όρους και +Διαβόλου ήτανε δύσκολο να νοιώσω τι έτρεχε. Τους κύτταζα σα χαζός. + + — Δεν τάμαθες, λοιπόν, αφεντικό; + +Δεν είχα μάθει τίποτε. Ήτανε γραφτό να το μάθω κι' αυτό. + +Δίπλα στο φτωχικό του καθότανε μια χήρα. Η χήρα ήτανε λιγάκι +πεταχτή και γλυκομίλητη. Κάποτε-κάποτε λένε πως άνοιγε κ' η θύρα +της σιγά-σιγά τα μεσάνυχτα. Όρκο δεν έπαιρνε όμως κανένας. Ο Κυρ +— Νικολάκης δεν το χώνευε αυτό. Χήρα γυναίκα και ν' ανοίγη την +πόρτα της τα μεσάνυχτα! Δεν το θέλει ο Θεός! Ένα πρωί που έβγαινε +από το σπίτι, την απάντησε στο κατώφλι. Του ήρθε να τη βάλη σε +θεογνωσία: + + — Δεν κάνεις, καλά, κυρά γειτόνισσα. Ο κόσμος σου σέρνει πολλά. +Χήρα γυναίκα με παιδιά, θα δώσης λόγο στο Θεό. + +Η χήρα άναψε απ' το θυμό της. + + — Και τι σ' έβαλα εγώ; του λέει. Αφέντη στο κεφάλι μου; Να +τσακιστής γρήγορα να φύγης, μη σου τσακίσω το ξερό σου. + +Ο Κυρ-Νικολάκης τα χρειάστηκε. Έκαμε να την καλοπιάση. + + — Μη συχύζεσαι, γειτόνισσα. Καλέ, έτσι χωρατεύω εγώ, δε με +ξέρεις; «Ον αγαπά Κύριος, παιδεύει..» + +Και για να την καλοπιάση τη χάιδεψε στο μάγουλο. + +Τότε ήταν που ήταν. Πονηρό θηλυκό κι' αυτή, μπήζει τις φωνές: + + — Γέρο-κολασμένε, δεν ντρέπεσαι το χρόνια σου, που ήρθες να μου +πιάσης το μάγουλο! Τι μ' επήρες εμένα; Σαν αυτές, που ξέρεις; + +Έβγαλε το πασσούμι της και τον άρχισε στο ξύλο. Πετάχτηκε κ' η +γυναίκα του που άκουσε τα λόγια της γειτόνισσας. Σαν την είδε η +χήρα μπήζει πάλι τις φωνές: + + — Δεν έρχεσαι να συμμαζέψης τον άντρα σου, Κυρα-Νικόλαινα! τι +με πήρε εμένα και ήρθε να μου πιάση το μάγουλο! Ακούς εκεί να μου +πη να του ανοίξω την πόρτα τη νύχτα! Θα τον σκοτώσω... + +Έκανε να μιλήση ο Κυρ-Νικολάκης, μα πού να βρη αράδα. Άφριζε +τώρα κ' η γυναίκα του, άφριζε κ' η ξένη. + + — Είσαι και τέτοιος, παληόγερε; Δε βλέπεις τα χάλια σου που δεν +έχομε ψωμί να φάμε! + + — Σώσε με, γυναίκα, φώναξε ο Κυρ-Νικολάκης. + + — Τώρα να σε σώσω! + +Βγάζει κι' αυτή το πασσούμι της και τον αρχίζει στις κατακεφαλιές. +Μια η χήρα, μια η γυναίκα του. Τέτοιο πράμμα δε μεταστάθηκε στον +τόπο. Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Λες και ήτανε θέατρο. Ένας γέρος +να τον δέρνουν δυο γυναίκες. Είχανε ξεκαρδιστή όλοι από τα γέλια. +Βαστούσαν τα σηκότια τους. Μονάχα ο Κυρ-Νικολάκης έκλαιγε, +έκλαιγε πικρά. Πρώτη φορά τον είχανε ιδεί να κλαίη έτσι. Τον +έπνιγε το άδικο. Έτσι από κλώτσου, κι' από μπάτσου, πήρε τον +κατήφορο. Τα παιδιά τρέχανε από πίσω του με τα γιούχα και τον +κυνηγούσαν. Τράβηξε κατά τα μάτια του, χάθηκε. Κανένας δεν τον +είδε. Άλλοι είπανε πως έπεσε στη θάλασσα, άλλοι πως πήρε τα βουνά, +άλλοι πως πήγε στο Άγιον Όρος να καλογερέψη. + +Το πιστεύω. Δεν έμενε άλλος τόπος γι' αυτόν... + +Ήλθε το βαπόρι και μπαρκάρησα. Μέσα στη βάρκα ένα παιδάκι μούφερε +ένα γράμμα κ' έφυγε. Τώβαλα στην τσέπη μου χωρίς να προσέξω. Σαν +ξεκίνησε το βαπόρι, θυμήθηκα το γράμμα κ' έβγαλα να το διαβάσω. +Ήτανε του Κυρ-Νικολάκη. + +«...Εγώ, παιδί μου, να το ξέρης, πηγαίνω, κατά τα μάτια μου. Ο +κόσμος πολύ με κατάτρεξε. Κανένα δεν έβλαψα. Την αλήθεια του Θεού +έλεγα. Γεννηθήτω το θέλημά του. «Αντί του μάννα χολήν». Αυτός είνε +ο κόσμος! Και πάλι γεννηθήτω +το θέλημά του. Δεν μπορώ πια να ζήσω στον κόσμο. Πηγαίνω στο Όρος +να σώσω τις αμαρτίες μου. Ο Θεός μαζί σου. Εγώ δε θα σ' ενοχλήσω +πια. Σε χαιρετώ και φεύγω. Περίλυπος εστιν η ψυχή μου μέχρι +θανάτου — Νικόλαος». + +Αισθάνθηκα κάτι να μου σφίγγη το στήθος. Πρώτη φορά ήταν που τον +πονούσε η καρδιά μου. Ποτέ δεν τον είχα λυπηθή. Μα τώρα, δεν ξέρω, +μου φαινότανε πως είχε πληρώσει ακριβά τις αμαρτίες του, και του +τα συγχωρούσα όλα, ακόμα και τις ελληνικούρες του, έφτανε μόνον να +μην έβλεπα εκείνο τον πικρό λόγο: «Εγώ δε θα σ' ενοχλήσω πια». Όλα +του τα συγχωρώ. Και ο μακαρίτης ο πατέρας μου, είμαι βέβαιος, πως +αυτή τη στιγμή τον συχωράει κι' αυτός και τον λυπάται.. + +Σα βγήκαμε από το λιμάνι, το Άγιον Όρος εφάνταξε μπροστά μου, +βουρκωμένο, μέσα στην πρωινή καταχνιά. Ήτανε σύννεφο τάχα, για +ήτανε ο δικός σου ο καϋμός, άμοιρε Νικολάκη; + + + +ΣΑΝ ΤΑ ΤΡΥΓΟΝΙΑ + + + +Πώς πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας; + +Καλά-καλά δεν τώμαθε ποτέ κανένας. Ένα πρωί μια ψαρόβαρκα τον +είδε να ταξιδεύη κατά την μπούκα του λιμανιού, μπρούμυτα απάνω στη +θάλασσα, με το πρόσωπο βουτηγμένο στο κύμα και τα μεγάλα του άσπρα +μαλλιά ανακατωμένα με τους αφρούς. Το κυματάκι, ξεψυχισμένο, +έσπρωχνε ολοένα πρίμα κι απαλά το ξυλιασμένο κορμί κατά το πέλαγο, +σα μονόξυλο που ταξίδευε δίχως κουπιά και καπετάνιο, μα που είχε +βαλμένη τη ρότα του και τραβούσε ήσυχα και στοχαστικά το δρόμο +του. Απ' τη βάρκα δεν αργήσανε να τον απεικάσουν, με όλο που δεν +είχε φέξει ακόμα καλά-καλά και μια πηχτή παταχνιά σκέπαζε +ολόγυρα στερηές και θάλασσες. + + — Για πού νάχη βάλει ρότα τούτο το πλεούμενο; είπε ο βαρκάρης στο +μούτσο του, γυρίζοντας κατά το μπροστινό κουπί, που έλαμνε +νυσταγμένα και ανόρεχτα το παιδί, και σιάρισε το δικό του, για να +γυρίση τη βάρκα κατά το κουφάρι, που έπλεε τώρα τρεις-τέσσαρες +οργυιές ζερβιά τους. + + — Ποιο πλεούμενο; είπε το παιδί, που δεν έβλεπε τίποτε μπροστά +του. + +Και κράτησε το κουπί για να κυττάξη καλύτερα. + + — Τράβα το κουπί σου! του είπε ξερά ο καπετάνιος. + +Αυτός σιάριζε ολοένα, ως που βάλανε πλώρη κατά το «πλεούμενο». Με +δυο κουπιές, το διπλαρώσανε. + + — Παναγιά μου! Τι είναι τούτο; Άνθρωπος;... φώναξε το παιδί. + + — Αμ' τι ήθελες νάναι; Σκυλόψαρο;.. έκανε ο καπετάνιος. Από +τέτοια η θάλασσα, άλλο τίποτα, παιδί μου. + +Άρπαξε ένα σκοινί απ' την πρύμη, τώκανε θηλειά κ' έσκυψε στην +κουπαστή να το περάση στο κουφάρι. Καθώς έσκυβε, ένα κύμα +ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι απ' το νερό, που έμοιαζε σαν να είχε +γυρίσει να ιδή ποιος σκύβει από πάνω του. + + — Μπα! έκανε ο βαρκάρης, περνώντας του τη θηλειά στη μέση. Ο +Καπετάν-Πρέκας!... Αυτός δεν είναι; + +Το παιδί έσκυψε απάνω στο κουφάρι και τρέμανε τα κατασάγονά του. + + — Ο Καπετάν-Πρέκας! Δεν τονέ βλέπεις; + +Ο βαρκάρης σέρνοντας το σκοινί, να το δέση στην πρύμη, σήκωσε μια +στιγμή το δεξί του χέρι κ' έκανε, το σταυρό του. + + — Κύριε ελέησον! Τούτο πάλι ήτανε απ' τάγραφα... + +Δεν είπε άλλο λόγο. Σιγουράρησε το σκοινί πίσω στην πρύμη και +ξανακάθησε στο κουπί. + + — Έλα! Τράβα να γυρίσωμε! είπε στο παιδί. Τη δουλειά μας την +κάναμε σήμερα! Πιάσαμε μεγάλο ψάρι.. + +Έβαλε πλώρη κατά το λιμάνι Η καταχνιά είχε αρχίσει να σκορπίζεται +ολόγυρα, ο ήλιος ροδοχρύσωνε τα κύματα, πνοή δε φύσαγε από πουθενά +κ' η ψαρόβαρκα έσχιζε ράθυμα τα κοιμισμένα νερά, σέρνοντας πίσω +της το ασπρειδερό κουφάρι, με τα σκόρπια κάτασπρα μαλλιά, που +φαντάζανε σαν ανάλαφρος αφρός απάνω στην καταγάλανη πλατωσιά, +καθώς τα χάιδευε και τα γαργαλούσε η συρμή του νερού. Άλλες +βάρκες, μέσα στην αυγινή κάλμα, με τα πανιά κρεμασμένα, μάταια +πασχίζανε να βρούνε τον καιρό, αργοσαλεύοντας εδώ κ' εκεί στη +θανατερή γαλήνη, μακραίνοντας με ράθυμα κουπιά κατά τανοιχτά και +καρτερώντας με λαχτάρα ένα καλόβολο σαγανάκι, μέσα στο πηγμένο +πέλαγο. + +Η βάρκα, με το ανεπάντεχο ρυμούλκιο, πόδιζε ολοένα κατά το λιμάνι, +δίχως κανένας θαλασσομάχος να βάζη με το νου του, μέσα στην +πλατειά τη θάλασσα, από μακρυά κι' από σιμά, πως ένα ξόδι τούτη τη +στιγμή έσχιζε, χωρίς παπάδες και ξεφτέρια, τα κύματα. Μόνο, καθώς +περνούσε η βάρκα δίπλα από ένα καΐκι, φορτωμένο με κερεστέ, που +μια φελούκα πάσχιζε σέρνοντας το να το βγάλη απ' τη μπούκα του +λιμανιού, δυο ναύτες σκύψανε απ' το παραπέτο, κάτι ρωτήσανε, +κουνήσανε τα κεφάλια, και γυρίσανε στη δουλειά τους. Και απάνω +στον κερεστέ, ένας μούτσος σκαρφαλωμένος, που έσερν' ένα σανίδι με +κόπο, να το σιγουράρη στο σωρό, άφησε το σανίδι να πέση απ' το +χέρι του, έβγαλε τη σκούφια του κ' έκανε το σταυρό του. Η βάρκα, +με το ανεπάντεχο ρυμούλκιο, έσχιζε σιγά και λυπητερά τα νερά του +λιμανιού, λάμνοντας ολοένα κατά το μώλο... + +Η αστυνομία, που καταπιάσθηκε ανακρίσεις, άμα βγάλανε τον πνιγμένο +στη στερηά, δεν ξεκαθάρισε και πολλά πράμματα. Οι γιατροί, που τον +σχίσανε στο νεκροταφείο, δεν βρήκανε καμμία αιτία απάνω του, ούτε +λαβωματιά, ούτε χτύπημα, ούτε άλλο σημάδι κανένα. Είπανε πως +πνίγηκε, καθαρά και ξάστερα. Απ' τις μαρτυρίες των ανθρώπων, που +δώκανε ανάκριση, δε βγήκε τίποτε παραπάνω. Ο Καπετάν-Πρέκας, +βράδυ-βράδυ, έφυγε απ' το σπίτι του — όπως είπε μια ψυχοπαίδα, +που είχανε στο σπίτι — παίρνοντας μαζί του το αρμίδι του και τα +δολώματά του να πάη να ψαρέψη κάτω στο μώλο, καθώς έκανε χρόνια +τώρα. + + — Απ' τη μέρα, που συχωρέθηκε η ψυχομάννα, πάνε τρεις μέρες τώρα +— είπε η κοπέλλα — δεν είχε βγη από το σπίτι. Εχθές είπε πως +στενοχωρήθηκε μέσα στο σπίτι κ' έφυγε. Μου είπε μάλιστα να φάω και +να πέσω, γιατί θ' αργήση σαν πάντα... + + — Έβαλες κακό στο νου σου, κορίτσι μου; ρώτησε ο αστυνόμος. + + — Γιατί να βάλω; είπε η κοπέλλα. Ο μακαρίτης, και ζώντας η +ψυχομάννα μου, έτσι το συνήθιζε πάντα. Έφευγε αποβραδύς για το +ψάρεμα και γύριζε τα ξημερώματα. Ένας και δυο τάχα τον είχανε +ιδεί, σταυροπόδι στο μώλο, ως τα ξημερώματα του Θεού; Του είχε +κολλήσει μανία. Αυτό δα ήτανε και το παράπονο της μακαρίτισσας... + + — Καλά, παιδί μου, — της έκοψε την κουβέντα ο αστυνόμος — αυτά +δεν μας ενδιαφέρουνε. Για πες μου τώρα! Απ' τον καιρό, που πέθανε +η μακαρίτισσα, είχε δείξει καμμιά διαφορά ο αφέντης σου; Θέλω να +πω, φαινότανε λυπημένος έκλαιγε, είπε τίποτα σημαδιακά λόγια; + +Η κοπέλλα αναστέναξε, χαμογελώντας μαζί. + + — Θεός σχωρέσ' τονε! Έδειχνε ποτέ τίποτες ο χριστιανός; Αμ' αυτός +καλά-καλά, ούτε την έκλαψε, που λέει ο λόγος, τέτοιαν άγια +γυναίκα. Το μάτι του δε δάκρυσε ποτές Σκουντουφλιασμένος, τρεις +μέρες τώρα στην αγκωνή, με το τσιμπούκι στο στόμα, μήπως άνοιξε +καθόλου ταχείλι του να βγάλη λόγο; Αγκαλά, και ζώντας η +μακαρίτισσα, μήπως της είπε ποτέ μια γλυκειά κουβέντα; Αυτό ήτανε +το παράπονο της μακαρίτισσας. «Καλημέρα, καλησπέρα» κι' όξω, στον +καφενέ ή στο ψάρεμα, αυτή ήτανε η ζωή του, κυρ-αστυνόμε μου... + +Ο αστυνόμος άκουγε βαρετά κι' ανόρεχτα, με συχνά χασμουρητά. +Καταλάβαινε πως η ανάκριση ήτανε για τον τύπο. Για έγκλημα ούτε +ιδέα! Νταραβέρια ο Καπετάν-Πρέκας δεν είχε με κανένα, κακό +άνθρωπου δεν είχε κάνει ποτές του και λίγοι μέσα στο νησί ήτανε +τόσο αγαπημένοι και καλοδεχούμενοι παντού σαν κι' αυτόν. Τι ήθελες +να γίνη λοιπόν; Καθώς ήτανε σκυφτός στο μώλο, απάνω στο αρμίδι +του, θα τον πήρε ο ύπνος, θάγυρε το κορμί του μπροστά και θάπεσε +στη θάλασσα. Ψυχή στο μώλο δεν ήτανε τέτοια ώρα. Κάτι άλλα +γεροντάκια που ψαρεύανε πάντα μαζί τον, του κάνανε παρέα κάμποση +ώρα κ' ύστερα φεύγανε. Αυτός πάντα έμενε τελευταίος, Αυτά τα ήξερε +όλο το νησί κι' απ' την ανάκριση, που έγινε, βεβαιωθήκατε. Έπεσε +λοιπόν στη θάλασσα. Ο μώλος ψηλός, ο Καπετάν-Πρέκας γέρος πια +κι' αδύναμος, πάλαιψε, μα δεν μπόρεσε να γλυτώση. Μπορεί να του +ήρθε και συγκοπή, όπως είπε ο γιατρός. Πήγε στον πάτο, ήπιε νερό, +φούσκωσε, ύστερα η θάλασσα τον πέταξε απάνω και το απόγειο της +νύχτας τον έσπρωξε κατά τη μπούκα του λιμανιού, που τον ψάρεψε η +βάρκα. + + — Αυτά λοιπόν, παιδί μου... ξαναείπε ο αστυνόμος στην ψυχοπαίδα, +που την είχανε πάρει τώρα τα κλάματα και σκούπιζε τα μάτια της με +την ποδιά της. + + — Αυτά, κυρ-αστυνόμε! Κακός άνθρωπος δεν μπορώ να το πω πως +ήτανε ο αφέντης. Θα με κολάση ο Θεός! Κι' απ' τον καιρό που +ταξίδευε, όλα τα καλά του κόσμου τάφερνε στην ψυχομάννα μου. Και +στολίδια και διαμαντικά και τζοβαΐρια! Γεμάτο το σπίτι απ' τα καλά +του Θεού. Και τώρα τίποτε δεν μας απόλειψε. Πάντα τα χέρια του +γεμάτα. Τον ψυχρό το λόγο δεν τον ακούσαμε ποτές απ' το στόμα του. +Έτσι μοναχά, που έπεφτε βαρύς, πώς να το πω; αμίλητος... Αυτό +ήτανε και το παράπονο της μακαρίτισσας. Βαρυγκομούσε, βλέπεις, η +γυναίκα, κυρ-αστυνόμε. Έλεγε πως δεν την αγαπάει, πως δεν την +πονεί, μαθές, όπως αγαπάνε και πονούνε οι άλλοι άντροι τις +γυναίκες τους. Θεός σχωρές' τον, μα... + +Η γλώσσα του θηλυκού είχε πάρει δρόμο κ' έκοβε κ' έρραβε. Ο +αστυνόμος την αντίσκοψε. + + — Καλά, παιδί μου! Αυτά δεν μας ενδιαφέρουνε. Φτάνει Σύρε στο +καλό... + +Και γυρίζοντας κατά τον γραμματικό, πούγραφε, του είπε: + + — Περί αυτοκτονίας, ούτε ιδέα! Τι λες κ' εσύ; + + — Σύμφωνος! είπε ο γραμματικός. + +Και οι ανθρώποι της Εξουσίας, ευχαριστημένοι απ' τη δουλειά τους +και ήσυχοι, πως οι σκοτούρες τους τελείωναν ως εδώ, κλείσανε τα +χαρτιά τους, με χασμουρητά, και σηκώθηκαν να κατεβούνε στον +καφενέ. + +Μα και κανένας δεν πολυσκοτίσθηκε να μάθη το πώς και το γιατί +πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας. Λεφτά δεν είχε, ούτε κληρονόμους για +να σκαλίσουν τη δουλειά, να βάλουν υποψίες με το νου τους και να +μαλλιοτραβηχθούν γύρω απ' τον ξαφνικό θάνατό του. Και μια φορά που +η Αστυνομία, που τα ξεψαχνίζει όλα και βγάζει την αλήθεια μέσ' απ' +το πηγάδι, είπε καθαρά και ξάστερα, πως ό,τι γίνηκε, γίνηκε από +κακή ώρα, έλειψε και η περιέργεια του κόσμου και μαζί με τον τάφο +του Καπετάν-Πρέκα κλείσανε και τα στόματα των γυναικών στις +γειτονιές και τους αυλόγυρους. + +Αν ήτανε νέος, παλληκάρι, ο Καπετάν-Πρέκας, θα μπορούσε να πη +κανένας πως ο ξαφνικός του θάνατος, τρεις μέρες ύστερ' απ' το +θάνατο της γυναίκας του, δεν ήτανε, που λέει ο λόγος, από Θεού. +Ποιος ξέρει! Είνε κι' αντρόγυνα που μοιάζουνε σαν τα τρυγόνια... + + — Όμως στον καιρό μας, — όπως έλεγε κ' η Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, +η γρηά η κλησάρισσα του Άη-Παντελεήμονα, φιλόσοφος παρανόμι και +πράμμα, — στον καιρό μας, παιδί μου, τέτοια πράμματα δεν γίνονται +πια. Οι χηρευάμενοι, παιδί μου, τώρα πούγινε άσπρος ο Χάρος, +παχαίνουν και φουσκώνουν, σαν τα καπόνια, κ' οι χήρες, όταν +έρχωνται στην εκκλησιά για τα σαράντα, έχουνε διπλά προγούλια. Στα +κόλυβα του χρόνου πια, μην τα ρωτάς, παιδί μου! Τύφλα νάχουνε όλα +τα μαντζούνια κι' όλα τα κουκουνάρια του κόσμου, μπροστά στη θλίψι +της χηρείας. Μονάχα οι μαννάδες απομείνανε, συφορά τους! να κλαίνε +τα πεθαμμένα τους παιδιά... + +Όσο για τον Καπετάν-Πρέκα ούτε λόγος να γίνεται. Γέρος άνθρωπος, +ένα σάψαλο εκεί, σαράντα χρόνια παντρεμμένος, αυτό τούλειπε. Να +πάη ν' ανταμώση την τρυγόνα του! + + — Άλλα δέκα, άλλα είκοσι χρόνια θα ζούσε ο μακαρίτης, έλεγε η +Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, αν δεν τουρχότανε το ξαφνικό. Ακούστε, +που σας λέω! Απ' όσα του ήτανε γραφτό να ζήση, άλλα τόσα! Μα ο +Χάρος που του μαγείρεψε το μαντζούνι, του το πήρε, βλέπεις, απ' το +στόμα του. Δεν αξιώθηκε να χαρή το μαύρο πουκάμισο ο παληόγερος. +Θεέ μου, συχώρεσέ μου... + +Ωστόσο ο Καπετάν-Πρέκας θάφτηκε δίπλα στη γρηά του, κι' αν δεν +μοιράστηκε μαζί της το υστερνό κρεββάτι, μοιράστηκε τον ήσκιο ενός +γέρικου πεύκου. + + — Κρίμα! είχε πει η γρηά Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, που δεν ήτανε +βολετό ν' ανοίξουνε το λάκκο της γρηάς του και να της τον βάλουνε +στην αγκαλιά της. Να κοιμηθούνε σαν τα τρυγονάκια, τα πουλάκια +μου!... + + — Λοιπόν! νακούσης αυτό που σου λέω εγώ. Ο Καπετάν Πρέκας δεν +πήγε από το θέλημα του Θεού. Σκοτώθηκε μοναχός του! + +Και κτυπούσε τη γροθιά του απάνω στο τραπέζι του μαγαζιού ο +Γιάννης ο Μακαρίτης. Το «Μακαρίτης» ήτανε παρατσούκλι, που τούχε +κολλήσει από χρόνια του Γιάννη του Σκαρπαλέντζου. Κανένας δεν τον +γνώριζε πια με ταληθινό του τόνομα. Ο Γιάννης ο Καλαφάτης κι' ο +Γιάννης ο Μακαρίτης! Έτσι τον ξέρανε. Μα καλαφάτηδες με το ίδιο +τόνομα ήτανε κι' άλλοι. Για να τον βρης έπρεπε να γυρέψης τον +Γιάννη τον Μακαρίτη. Να πούμε την αλήθεια, δεν τούμοιαζε καθόλου +για μακαρίτης. Ολοστρόγγυλος, καλοθρεμμένος, ροδοκόκκινος, με κάτι +μάτια γεμάτα φωτιά και πονηρία ήτανε ζωντανός απ' τους πιο +ζωντανούς. Μα είχε ένα παράξενο κουσούρι Δεν έδινε μια πεντάρα για +τον άλλον άνθρωπο, ούτε τον έπαιρνε ποτέ στο στόμα του, όσο ήτανε +ζωντανός. Ούτε καλό, ούτε κακό είπε ποτέ του για κανέναν. Ό,τι και +να γινότανε στο νησί, ότι και νάκανε άντρας ή γυναίκα, ήτανε καλά +καμωμένο. «Τι να σου κάνη ο άνθρωπος; Έτσι ήτανε...» κ' έκοβε την +κουβέντα. Απ' τη στιγμή όμως πούκλεινε κανένας τα μάτια του, +γινότανε δικός του· Έλεγες πως βαστούσε ανοιχτά δεφτέρια για κάθε +μακαρίτη, κι' άμα τον έβλεπες σε παρέα, ήτανε σίγουρο πως μοίραζε +κόλυβα. Εκεί που καθότανε ο Γιάννης ο Μακαρίτης, για ζωντανό +κουβέντα δε στηνότανε ποτές κι' όποιος ήθελε να μάθη για τα +πεθαμμένα του, ας έπαιρνε σκαμνί να κάτση. + +Λοιπόν! αυτό που σου λέω εγώ... + +Και ξαναχτύπησε τη γροθιά του, κάνοντας να ξεχειλίση μια κανάτα, +γεμάτη μπρούσκο κρασί, απιθωμένη καταμεσής του τραπεζιού. + + — Εβίβα! του είπε ο Ρήγας του Μαθιού, ένας βαρελτζής απ' την +Κούμη, που τον συντρόφευε. Και σήκωσε το ποτήρι του. + + — Γιατί τάχα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης. Σου φαίνεται παράξενο +τάχα; + + — Βρε βάλε να πιούμε, ξαναείπε ο Ρήγας του Μαθιού. Λόγια σαπέρα +θα λέμε τώρα; + +Και χτύπησε το αδειανό του ποτήρι στο τραπέζι, σκουπίζοντας με το +ζερβί του τα δασά του μουστάκια. + + — Καλά, Μαστρο-Ρήγα! έκανε πειραγμένος ο Γιάννης. Με +συμπαθάς... Σα με πήρες για παλαβό, που δεν ξέρω τι λέω... + +Ο Ρήγας του Μαθιού χαμογέλασε πρόσχαρα. + + — Σαν το θέλης, μωρέ μάτια μου, έτσι είναι. Μήπως είπα το +ενάντιο; Θα κακοκαρδίσωμε τώρα για το μακαρίτη τον Πρέκα; Σα +βαρέθηκε τη ζωή του και πήρε βουτιά στο μώλο, λογαριασμός δικός +του! Ας δώση λόγο εκεί που βρίσκεται. Μετρημένα μονάχα τα λόγια +σου, να μην πάνε σταυτιά της Εξουσίας και σε σέρνουνε στην +Ανάκρισι... + + — Την Εξουσία να την απαυτώσω, μουρμούρισε ο Γιάννης, με +συμπάθειο! Η Εξουσία δε βλέπει παραπέρα απ' τη μύτη της...Αν +έβλεπε, θα καταλάβαινε πως ο Καπετάν-Πρέκας πνίγηκε από αγάπη. +Μάλιστα! Λοιπόν σου λέω εγώ και να μ' ακούσης, πως ο Καπετάν- +Πρέκας δεν μπορούσε να βαστάξη τον καϋμό της γρηάς του. Από αγάπη +πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας! + +Ο Ρήγας του Μαθιού έμπηξε τα γέλια. + + — Σου το μήνυσε; είπε. + +Ο Γιάννης ο Μακαρίτης πετάχθηκε απάνω θυμωμένος, έβαλε το χέρι του +στην τσέπη του και τράβηξε ένα μικρό πραμματάκι από μέσα. + + — Το βλέπεις αυτό; + + — Ένα δαχτυλίδι. + + — Το δαχτυλίδι του Καπετάν-Πρέκα. Τι λες τώρα; + + — Πώς βρέθηκε στα χέρια σου; + + — Δική μου δουλειά. Το βρήκα στο μώλο... + + — Γιατί δεν τώδωκες στην Εξουσία; + + — Την Εξουσία σου είπα την έχω απαυτώσει. Το δαχτυλίδι θα πάη +στην εικόνα, που μου παράγγειλε. + +Ο Ρήγας του Μαθιού τον κύτταξε τώρα στα μάτια σα χαζός. + + — Τώξερες λοιπόν, θεοσκοτωμένε; + + — Δεν ήξερα τίποτε, που να ξεραθώ! Εκείνο το βράδυ τον αντάμωσα +που τραβούσε κατά το μώλο. «Άκου, συμπέθερε! μου λέει Πάρε τούτο +το δαχτυλίδι. Εμένα τα δάχτυλά μου φυράνανε κ' εκεί που ψαρεύω με +παίρνει καμμιά φορά ο ύπνος και θα μου πέση στο γιαλό. Φύλαξε το +και μου το δίνεις ταχειά». Μούδωκε το δαχτυλίδι και με +καλονύχτησε. Σε λίγο κοντοστάθηκε: «Άκου, συμπέθερε! Τι να το κάνω +τώρα το δαχτυλίδι, σαν έχασα τον άνθρωπό μου; Αν περάσης από +καμμιά εκκλησία, κρέμασε το της Παναγιάς, για το συχώριο της +Μαριγώς...» Και ως που να καταλάβω, κατηφόρισε βιαστικά. Έκανα να +του μιλήσω, μα δε στάθηκε ν' ακούση... είχε σκυμμένο το κεφάλι του +και κατηφόριζε σαν να τον κυνηγούσαν. + + — Τι λες, βρε παιδί; έκανε ο Ρήγας του Μαθιού, σκυμμένος απάνω +στο δαχτυλίδι, τριμμένο απ' την πολυκαιρία και φτενό-φτενό σα +χαλκαδάκι. + + — Πιστεύεις τώρα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης. + +Ο Ρήγας του Μαθιού έκανε το σταυρό του. + + — Όλα γίνονται στον κόσμο, Γιάννη παιδί μου. Τι να πω κ' εγώ;... +Θα πιούμε άλλο; + +Ο Γιάννης ο Μακαρίτης έσπρωξε το ποτήρι από μπροστά του. + + — Δε θέλω πια. Πάω να κοιμηθώ. Θαρθής μαζί; Πήρε το δαχτυλίδι, το +τύλιξε σ' ένα παληόχαρτο και τώχωσε στην τσέπη του. Σηκωθήκανε κ' +οι δυο μαζί και πήραν τον ανήφορο, τρεκλίζοντας μέσα στα σκοτάδια. + + + +ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΛΑ + + + +Ο Πέτρος Βάγιας πέθανε τα ξημερώματα, μέσα στο μικρό του μαγαζάκι, +πριν προφθάση να ξαναϊδή τον Ήλιο και την Αγάπη του. Μα ούτε ο +Ήλιος, ούτε η Αγάπη του πολυσκοτίστηκαν για το θάνατό του. Ο Ήλιος +πρόβαλε πρόσχαρος στο βουνό κ' η αγάπη του στο παραθύρι Μονάχα +ένας γαλατάς, μ' ένα τουλούμι φορτωμένο σ' ένα γάιδαρο, έρριξε μια +ματιά μέσα και τράβηξε βιαστικά το δρόμο του. + + — Δυο μέρες αλισβερίσι! είπε. Παραβιάστηκε να πεθάνη ο +χριστιανός. + +Ως το βράδυ, το βασίλεμμα, απ' το λεβέντικο κορμί και τη χαρούμενη +καρδιά του Πέτρου δεν είχε απομείνει άλλο μέσα στο μαγαζάκι παρά +ένα όνομα κ' ένας καϋμός. + +Μέσ' απ' τις κλειστές πόρτες του μαγαζιού, πίσω στο μικρό +περιβολάκι, κάτω απ' τη φουντωτή λεύκα, τρεις χαροκόποι κι' ο +παραγυιός του Πέτρου κάνανε την &παρηγοριά&. Ήτανε η τακτική παρέα +του μακαρίτη. Μονάχα γι' αυτούς άνοιξε σήμερα η κάνουλα κι' άναψε +το τετράγωνο φανάρι, κρεμασμένο από ένα κλαδί της λεύκας. Το +σκαμνί του Πέτρου μονάχα ήτανε αδειανό απόψε κ' ένα ποτήρι γεμάτο +στη θέσι του. + + — Ψεύτικος κόσμος, π' ανάθεμά τον! είπε ο Γιαννιός ο Τελεπετέρης +ο μαραγκός. + + — Ό,τι φάη κι' ό,τι πιή κανένας... αναστέναξε ο Θανάσης ο Βιόλας +ο παπλωματάς, σκύβοντας τολοστρόγγυλο κεφάλι του απάνω στην +ολοστρόγγυλλη κοιλιά του. + + — Κι' ό,τι αγαπήση! είπε με ψιλή φωνούλα ο Μαθιός ο γυρολόγος, +τραγουδιστής με τόνομα και μερακλής ακουσμένος. + +Ο παραγυιός ο Ευθύμης, ένα παιδί δεκάξη χρονών, σήκωσε την ποδιά +του και σκούπισε τα μάτια του. + +Η φουντωτή η λεύκα, ακούνητη μες στην απανεμιά, δε σάλεβε ένα +φύλλο της απόψε. Η πυκνή της φυλλωσιά, κατάμαυρη σαν πίσσα, +απλωνότανε σα μαύρο σύννεφο απάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων, +βουρκωμένο σύννεφο έτοιμο να κλάψη. Την είχε φυτέψει με τα χέρια +του ο μακαρίτης και την καμάρωνε σαν παιδί του. Ένα τοσοδά +δεντράκι και σε λίγα χρόνια φούντωσε και θέριεψε κι' αγκάλιασε τον +αέρα και γέμισε πουλιά και τραγούδια και άπλωσε ήσκιους και +δροσιές. + + — Λεβέντικο δέντρο!... έλεγε ο Πέτρος ο Βάγιας, σα γύριζε τα +μάτια και την καμάρωνε. Λες και δυνάμωσαν τα σωθικά του απ' το +ξανθό πιοτό, που το στραγγούν στις ρίζες του οι μερακλήδες. Και +τώρα λες πως το τραβάει η καρδιά του. Σαν νοιώση τη δροσιά του μες +στη ρίζα του, αναγαλλιάζει η φυλλωσιά του και τα κλαδιά του +γλυκοσαλεύουνε και γλυκοτραγουδούνε. Μερακλίδικο δέντρο, μα την +πίστι μου! Μόνο φωνή που δεν έχει να σου μιλήση σαν άνθρωπος. + +Ο Μαθιός ο γυρολόγος σήκωσε, το γεμάτο ποτήρι, που ήτανε στη θέσι +του μακαρίτη, και το άδειασε στη ρίζα του δέντρου. + + — Έτσι συνήθιζε να το κάνη ο καϋμένος ο Πέτρος, είπε. Ας +ευχαριστηθή η ψυχή του εκεί που βρίσκεται. + +Οι άλλοι χαμογελάσανε πικρά. + + — Παράξενο σου φαίνεται; ξαναείπε ο Μαθιός. Άνθρωπος και δέντρο +ένα πράμμα είνε. Όπως συνηθίση κανένας. Άλλα δέντρα διψάνε το νερό +και τούτο διψάει το κρασί. + + — Αλλοίμονο! είπε ο Θανάσης ο Βιόλας. Ο άνθρωπος πάει και τούτο +μένει Ποιος το ξέρει; Όλοι μας θα πάμε και τούτο θα βρίσκεται +ακόμα. Θα ψηλώνη και θα θεριέβη. Άλλοι θαρθούν να πιούνε κι' άλλοι +να τραγουδηθούνε στον ήσκιο του. + +Τσουγκρίσανε τα ποτήρια: «Θεός σχωρέσ' τονε!» + + — Έννοια σου και τίποτε δε θα μείνη σε τούτον τον κόσμο! είπε +σιγά και θλιβερά ο Γιαννιός ο Τελεπετέρης. Έχουνε και τα δέντρα τη +μοίρα τους. Άλλα το τσεκούρι, κι' άλλα ταστροπελέκι, κι' άλλα το +σκουλήκι στη ρίζα. Αυτό είνε το χειρότερο. Ο κρυφός καϋμός... + + — Αυτός τον έφαγε και το μακαρίτη! αναστέναξε ο Μαθιός. Το +σκουλήκι στην καρδιά. + + — Την αγαπούσε το λοιπόν με τα σωστά του; ρώτησε ο Θανάσης. Εγώ +έλεγα πως χωράτευε. + + — Γυρεύεις τώρα; είπε ο Γιαννιός. Εκεί που βρίσκεται, κι αν την +αγαπούσε τηνέ ξέχασε. + + +Πώς το λες αυτό; είπε ο Μαθιός χτυπώντας το ποτήρι του στο τραπέζι +Ξέρεις τι γίνεται μαθές στον άλλον κόσμο; Γύρισε κανένας και +σούφερε τα μαντάτα! + + — Ωχ! καϋμένε! μουρμούρισε ο Γιαννιός. Είσαι μικρός ακόμα και δεν +ξέρεις τον κόσμο. Εδώ ξεχνάνε οι ζωντανοί και τους πεθαμμένους +γυρεύεις; Δε στρήβεις το καντούνι να τηνέ ιδής! Στο παραθύρι +κάθεται και... «μήλο καθαρίζει», που λέει και το τραγούδι. + +Ο Μαθιός σήκωσε το ποτήρι του και τάδειασε ως τον πάτο. Ήτανε σαν +αλαφιασμένος. + + — Και τι με τούτο; είπε. Είσαι του λόγου σου μέσα στην καρδιά του +κοριτσιού; Πού το ξέρεις κι' αν τον αγαπούσε; Κι' αν δεν τον +αγαπούσε ήθελες να τονέ κλαίη τώρα; + + — Συχώρα με, ματάκια μου, είπε πάλι ο Γιαννιός χαμογελώντας κάτω +απ' το μουστάκι του. Σαν είνε έτσι το πράμμα παίρνω πίσω το λόγο +μου. Ο Θεός μονάχα να σου χαρίζη ζωή, να μη σε κλάψη του λόγου +σου. + +Ο Θανάσης ο Βιόλας, που καθότανε σκυφτός, μετρώντας τους κόμπους +του κομπολογιού του, σήκωσε άξαφνα το κεφάλι του και χαμογέλασε. + + — Τι θέλεις να μας πης, Γιαννιό; είπε. Μην τύχη κι' αγαπάη το +Μαθιό το κορίτσι; Κάτι θα ξέρης του λόγου σου. + +Ο Μαθιός κοκκίνησε ως ταυτιά. + + — Δεν ξέρω ποιον αγαπάει! είπε. Την καρδιά της την ορίζει ν' +αγαπήση όποιονε της αρέσει. Κανενός δεν πέφτει λόγος. + + — Δεν ταφίνετε αυτά τώρα; είπε ο Θανάσης. Αλλοί σ' αυτόν που +χάθηκε. + +Πήρε την κανάτα και γέμισε τα ποτήρια. Τσουγκρίσανε πάλι. + + — Θεός σχωρέσ' τονε! + +Πίνανε κάμποσην ώραν αμίλητοι. Πού και πού ένα τραγουδάκι ανέβαινε +ως τα χείλια κανενός και ξεψυχούσε. Δεν ήτανε ημέρα σήμερα για +τραγούδια. Πού και πού κανένας λόγος ξεπετούσε μ' έναν +αναστεναγμό, + + — Ψεύτικος κόσμος! Ας τονε να πάη να χαθή. + +Ο Μαθιός έβραζε απομέσα του. Στριφογύριζε, αναστέναζε, +χασμουριότανε. Τον είχε πιάσει το μεράκι. Ήθελε να τραγουδήση, να +ξεφωνήση, να βγάλη μια φωνή που να φτάση ως τάστρα. Έλεγες πως τον +έπνιγε το τραγούδι στο λαιμό. Άξαφνα έμπηξε μια φωνή. Οι άλλοι +ξαφνιστήκανε: «Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι +τόπος αναπαύσεως». + +Η φωνή του τρεμουλιαστή, διάφανη, κρουσταλλένια, γέμισε τη νύχτα +με μια γλύκαν ασύγκριτη. Έκρυβε τέτοιο παράπονο μέσα της, που +μπορούσε να ραγίση και τα λιθάρια. Ολονών τα μάτια βουρκώσανε. + + — Έτσι ντε! Ψαλτικά μάλιστα, είπε ο Θανάσης. Ναναγαλλιάση κ' η +ψυχή του μακαρίτη, εκεί που βρίσκεται. + +Ο Μαθιός αναστέναξε. Ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι του και +κυττάζοντας κατά τον ουρανό με τα μεγάλα, λιγωμένα μάτια του, +ξανάρχισε με μια φωνή πιο τρεμουλιαστή τώρα, μια φωνή παθιάρα, με +κάτι παραπονετικά παιγνίδια, σα λάλημ' αηδονιού. «Πάντα τέφρα, +πάντα κόνις, πάντα σποδός. Πάντα σκιάς ασθενέστερα. Πάντα ονείρου +απατηλότερα». + +Γυρίσανε όλοι και τονέ κύτταξαν με μάτια βουρκωμένα. Όταν +σταμάτησε λίγο κι' αναστέναξε βαθειά, κανένας δεν έβγαλε +τσιμουδιά. Κρατούσανε την αναπνοή τους. + +Ο Μαθιός πήρε μια βαθειά ανάσσα και ξαναείπε το τροπάρι. Ποτέ η +φωνή του δεν είχε πάρει τέτοια γλύκα σαν και σήμερα. «...Πάντα +ονείρου απατηλότερα». + +Σαν έσβυσε αλαφρά μέσα στη σιγαλιά η τελευταία του νότα, τα δάκρυα +τρέχανε ποτάμι απ' τα μάτια του. Σκούπισε τα δάκρυά του με την +απαλάμη και, σα μεθυσμένος απ' το μεράκι του, σήκωσε πάλι μια φωνή +γλυκειά και κρουσταλλένια: + + «Ωχ! Αγγελικούλα μου!» + +Όλοι κλαίγανε τώρα. Γιατί κλαίγανε κι' αυτοί δεν το ξέρανε. Το +μεγάλο τετράγωνο φανάρι είχε σβύσει ανάμεσα στα κλαδιά. Και το +φουντωτό δεντράκι, που τώχε φυτέψει ο Πέτρος ο Βάγιας με τα χέρια +του, απλωνότανε τώρα σα μαύρο, βουρκωμένο σύννεφο απάνω απ' τα +κεφάλια των χαροκόπων. + + + +ΑΝΤΡΟΓΥΝΟ + + + +Δώδεκα παιδιά είχε αποκτήσει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο +Κουμιώτης, με τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το Μοσχαδώ· έξη +αρσενικά και έξη κορίτσια. Υστερνός από όλους ο Μοναχάκης. Ο +Μοναχάκης ο μικρός, ο χαδούλης, με τόνομα. Ιδιος κι' απαράλλακτος +ο πατέρας του. Είπε και τον έκανε. + + — Τούτο είνε το δικό μου παιδί, έλεγε ο γέρος, χωρατεύοντας +κάποτε τις καλές μέρες, που μαζεύονταν όλοι αρσενικοί και θηλυκοί, +ένα τσούρμο παιδιά και αγγόνια, στο σπίτι του Μαστρο-Αποστόλη. +Κανένας σας μαθές δε μούμοιασε ούτε στη λεβεντιά, ούτε στη γνώμη. +Μοναχάκης και πάλε Μοναχάκης. Καλόγνωμος και στοχαστικός σαν τον +πατέρα του. Τα λόγια του μετρημένα σαν κορίτσι! Τα μάτια σκυμμένα. +Ένα λόγο να του πης κοκκινίζει και γίνεται παπαρούνα. + +Και τον χάιδευε στον ώμο. Ο Μοναχάκης κοκκίνιζε, έσκυβε τα μάτια. +Ο γέρος αναστέναζε. Τάφερνε γύρω για να θυμηθή πάντα τη +μακαρίτισσα τη γυναίκα του. + + — Έτσι ήμουνα κ' εγώ παιδί. Όταν έδωκε ο Θεός και πήρα τη +μακαρίτισσα τη μάννα σας, ντρεπόμουνα να της μιλήσω. Θεός σχωρέσ' +την, μέρα που είνε! Τριάντα χρόνια ζήσαμε μαζί, μονιασμένοι και +αγαπημένοι· ψυχρό λόγο δεν άκουσε ο ένας από τον άλλον. Το Μοσχαδώ +απάνω, το Μοσχαδώ κάτω. Κ' εκείνη τον Αποστόλη της. Άλλος από τον +Αποστόλη δεν ήταν στον κόσμο. Μια μέρα να μη την έβλεπα, έχανα τον +κόσμο. Ο Θεός μας έδωκε με το τσουβάλι τα παιδιά. Γέμισε το σπίτι +παιδιά. Το Μοσχαδώ τίποτε! Πρώτα ο Αποστόλης κ' ύστερα όλα τα +παιδιά. Κ' εγώ πάντα κοντά της. Τη δουλειά μου στο σπίτι την είχα. +Στον αυλόγυρο όλη την ημέρα. Τα βαρέλια εκεί, οι ντούγες, τα +τσέρκια, τα σύνεργα όλα στον αυλόγυρο. Ντακ και ντουκ όλη την +ημέρα. Δεν περνούσε ώρα να μην έρθη το Μοσχαδώ κοντά μου. Όλο και +κάτι εύρισκε να με ρωτήση. Πότε για τα παιδιά, πότε για το φαΐ, +πότε για το ένα, πότε για το άλλο. Εγώ το καταλάβαινα. «Μοσχαδώ, +σου το είπα, στιγμή δεν μπορείς να κάνης χωρίς εμένα». Κ' εκείνη +θύμωνε μαθές, Θεός σχωρέσ' την, μέρα που είνε και μούλεγε: «Την +όρεξί σου έχω...» κ' έφευγε τάχα κακιωμένη. Και πάλι να σου την! +Όταν τελείωνα τη δουλειά, με λυπότανε κάποτε και μούλεγε: «Δεν πας +και συ μαθές, Αποστόλη, στον καφενέ, να ξεσεκλετισθής, να πάρης +τον αέρα σου. Σε βαρέθηκα να σε βλέπω...» Στον καφενέ! Τι να κάνω +στον καφενέ; «Στα καρφιά κάθεται ο Αποστόλης, μου λέγανε στον +καφενέ. Άιντε πήγαινε, Αποστόλη, να μη σε δείρη η γυναίκα σου!...» +Καλότυχοι, τόσο ήξεραν, τόσο έλεγαν... Πάνε κείνα τα χρόνια. Μου +την πήρε ο Θεός, δόξα νάχη τόνομά του. Από τότε δεν είμαι στον +κόσμο τούτο· είμαι από τον άλλον κόσμο. Ζωντανός και πεθαμμένος. +Εγώ σας το είπα, παιδιά μου, σαν πάω ν' ανταμώσω το Μοσχαδώ, χαρά +να τώχετε, κανένας να μη με κλάψη. Κόκκινα ναντυθήτε... + +Και τον έπαιρναν τα κλάματα το γέρο. Τα παιδιά του αγρίευαν: + + — Μέρα που είνε, πάλε τα κλάματα άρχισες, πατέρα; Είνε γρουσουζιά +μαθές τέτοια μέρα. + + — Συμπαθάτε με, παιδιά μου, δεν το θέλω κ' εγώ, έλεγε ο γέρος. Μα +έτσι, σαν κουβεντιάζω για τη μάννα σας, θαρρώ πως την έχομε μαζί +μας στο τραπέζι, μέρα που είνε. + +Και γύριζε πάλε στον Μοναχάκη, σκουπίζοντας τα μάτια του. + + — Να, τούτος, μούμοιασε, ο Μοναχάκης. Ιδιος κι' απαράλλακτος. +Καλόγνωμος και πονετικός σαν κ' εμένα. Χαρά στη γυναίκα που θα τον +πάρη. Όπως έζησα εγώ με τη μακαρίτισσα τη μάννα σας, άμποτε να +ζήση κι' αυτός. Μονοιασμένα κι' αγαπημένα. Ο Θεός μόνο να μη του +δώση το κακά που είδανε τα μάτια μου. Μαζί να ζήσουν και μαζί να +πεθάνουν, να μην ιδούνε χωρισμό τα μάτια τους. + +Ο Μοναχάκης κατέβαζε τα μάτια του. + + — Δεν παντρεύομαι εγώ, πατέρα. Εγώ θα γηροκομήσω με το Κυρατσώ. +Τώχομε ειπωμένα. + +Το Κυρατσώ, η μεγαλύτερή του αδελφή, χηρεμμένη από χρόνια, που τον +είχε αναστήσει στα χέρια της, τον χάιδευε στην πλάτη. + + — Μαζί Μοναχάκη, μαζί θα γηροκομήσωμε. + +Όταν έφυγε ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης ν' ανταμώση τη +μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το κομπόδεμα τάφησε στον Μοναχάκη. +«Ό,τι έχω και δεν έχω για το Μοναχάκη είνε. Τάλλα τα παιδιά πήραν +το δικό τους». Ο Μοναχάκης σαν πήρε το κομπόδεμα, κάμποσα +κολονάτα, ξεμπαρκάρησε από τη μπομπάρδα του γαμπρού του, που ήταν +τσαρμαρισμένος, λοστρόμος άξιος με τόνομα, κ' ένα πρωί μπαρκάρησε +για τη Σκιάθο. + + — Αφίνομε υγεία, είπε στο Κυρατσώ, την αδελφή του. Άλλαξα γνώμη. +Πάω στο Σκιάθο να παντρευτώ. + +Το Κυρατσώ ξαφνίστηκε. Δεν μπορούσε να καταλάβη. Στη Σκιάθο! Γιατί +μαθές στη Σκιάθο; Χαθήκανε τα κορίτσια στη Σκόπελο; + + — Δεν έχομε μαθές, Μοναχάκη, κορίτσια στο Σκόπελο; Οι +Σκιαθίτισσες πλιο σου πήρανε την καρδιά σου; + +Ο Μοναχάκης χαμογέλασε. + + — Καλό και άξιο το Σκόπελο και τα κορίτσια του. Μα το ταίρι που +θέλει ο Μοναχάκης δε βρίσκεται στο Σκόπελο. + +Σα βγήκε στη Σκιάθο ο Μοναχάκης, η καρδιά του λαχτάρησε. Κάτω στο +καρνάγιο καμαρωτό και περήφανο, έτοιμο να πέση στη θάλασσα, με την +αρματωσιά του λεβέντικη, στεκότανε απάνω στα σκαριά, ένα καινούριο +μπρίκι. Έλεγες πως ζητούσε να ξεφύγη μόνο του από τα σκαριά, να +γλυστρήση στο γιαλό και να σχίση τη θάλασσα. Η καρδιά του Μοναχάκη +λαχτάρησε. + + — Νάχω την ευχή του πατέρα μου! Να την η νύφη που μου πρέπει. +Καλή και μπιστεμμένη, άξια και ώμορφη. + +Μια και δυο κίνησε και πήγε στο σπίτι της Μαχούλας της αδελφής +του. Ο γαμπρός του, ο πρώτος μάστορης στη Σκιάθο. Ο Μαστρο- +Γιαλής με τόνομα. Τα καλύτερα καράβια της Σκιάθος από τα χέρια του +περάσανε — ο Μαστρο-Γιαλής με τα χρυσά τα χέρια. Η δόξα του στα +πέλαγα τριγύριζε. Όταν λέγανε οι μαρνέροι, αγναντεύοντας στο +πέλαγο, «σκιαθίτικο καράβι», κολλούσανε τα χείλια τους. Μαστρο- +Γιαλής και πάλε Μαστρο-Γιαλής. Άλλος μάστορης σαν αυτόν δε +στάθηκε. Χρυσά χέρια. Άνθρωπο μονάχα δεν μπορούσε να σκαρώση με τα +χέρια του. Ο Μοναχάκης μια και δυο στην αδελφή του. Τους βρήκε που +τρώγανε ψωμί. Δεν ξέρανε τι να του κάνουν. Ο Μοναχάκης ο +χαϊδεμμένος, ο Μοναχάκης «ο μικρός», όπως τον έλεγαν, ο Μοναχάκης +ο καλόγνωμος! Θυσία τα πάντα για τον Μοναχάκη. Σα φάγανε και +ήπιανε, ο Μοναχάκης στριφογύρισε μια το κομπολόι στον αέρα. + + — Κάτι θα σου πω, Γιαλή, είπε. + + — Ό,τι θέλεις, Μοναχάκη. Χατήρι δικό σου δε χαλάει. + + — Το μπρίκι πούχεις στα σκαριά κάθισε στην καρδιά μου. + + — Το καμαρώνω εγώ που τώκανα, είπε ο Γιαλής. Πετυχημένο καράβι +Όλα δεξιά μου ήρθανε σε τούτο το καράβι Δε βαρυγκώμησα μια στιγμή +απάνω του. Ο κερεστές του τεφαρίκι· τα ξάρτια του βασιλικά· τα +καρφιά του μαλαματένια. Λες και χλιμιντράει σαν το άτι απάνω στα +σκαριά. Καμαρωτό σαν κοπέλλα. Την ξέρεις την παραξενιά μου, καράβι +δεν παίνεσα ως τα τώρα, που βγήκε από τα χέρια μου. Η καλύτερη +κοπέλλα της Σκιάθος δε βγαίνει μπροστά στην «Αθηνά», + + — Άκουσε, Γιαλή, είπε ο Μοναχάκης, μετρώντας στοχαστικά τις +χάντρες του κομπολογιού του. Τηνέ θέλω την «Αθηνά». Για ποιόν την +έχεις σκαρώσει; + +Ο Γιαλής πετάχτηκε από το σκαμνί του. + + — Έλα μαζί, Μοναχάκη. Τυχερό σου θα είνε. Πάμε να βρούμε τα +παιδιά του Καπετάν-Τσοβού. Τον έχεις ακουστά τον Καπετάν- +Τσοβό. Γι' αυτόν την έχω σκαρωμένα. Ο Καπετάν-Τσοβός πέθανε τις +προάλλες, στο τελευταίο του ταξίδι στην Οδέσσα, μέσα στο μεγάλο +του το μπάρκο την «Ευαγγελίστρια». Πούντιασε και πέθανε. Τα παιδιά +του τώχουν ρίξει στο εμπόριο, δεν ανακατεύονται με τη θάλασσα. Μου +φαίνεται πως θέλουν να τα ξεκάνουν τα καράβια. + +Ο Μοναχάκης πετούσε από τη χαρά του. + + — Καλότυχε Μοναχάκη, είπε η Μαχούλα, λες και θα πάρης καμμιά +κοπέλλα! + +Ο Μοναχάκης χαμογέλασε. + + — Κοπέλλα μαθές. Η καλύτερη κοπέλλα της Σκιάθος!.... + +.... Ανήμερα τ' Άη-Γιαννιού η «Αθηνά», καμαρωτή και περήφανη, με +γάπιες και παπαφίγκους, έβγαινε πρίμα από το λιμάνι για το πρώτο +της ταξίδι. Καπετάνιος ο Μοναχάκης ο Κουμιώτης. Όλο το νησί είχε +κατεβή κάτω στο γιαλό. Ο Μαστρο-Γιαλής κάτω στην αμμουδιά +κουνούσε το μεγάλο κόκκινο μαντήλι του. + + — Ώρες καλές! Καλορρίζικα, Μοναχάκη! Την καλύτερη κοπέλλα της +Σκιάθος εσύ την πήρες. Να ζήσετε και να γεράσετε... + +Δεν ήξερε τι έλεγε από τη χαρά του ο Μαστρο-Γιαλής. Τα μάτια του +ήτανε δακρυσμένα και τα σκούπιζε με τη μεγάλη κόκκινη μαντήλα, σαν +ν' αποχαιρετούσε τα παιδιά του. + + — Ώρα καλή, Μοναχάκη, ώρα καλή Αθηνά! + +Σε λίγο, μόνο τα πανιά της «Αθηνάς» ασπρογυάλιζαν μακρυά, στον +πρωινόν ήλιο. Οι κοπέλλες της Σκιάθος από τα παράθυρα και τις +πεζούλες στα ψηλώματα, με τα ωραία μαλλιά, γυιαλιστερά και +κατάμαυρα από το χόχλο, με τα μαύρα παιχνιδιάρικα μάτια, κουνούσαν +με γέλια τα μαντήλια, αποχαιρετώντας τον καπετάνιο. + + — Ο Μοναχάκης ο περήφανος μαθές που δε σήκωνε τα μάτια... + +Τριάντα χρόνια — μια ζωή — κυβέρνησε ο Καπετάν-Μοναχάκης την +«Αθηνά». Ο Καπετάν-Μοναχάκης πάντα άξιος και καλόγνωμνος, η +«Αθηνά» πάντα καλοθάλασση και προκομμένη. Ούτε αδέρφια, ούτε +συγγενείς. Η «Αθηνά» και πάλε «Αθηνά». Πάντα ταξίδια, πάντα +φουρτούνες. Τον Μοναχάκη δεν τον σήκωνε το λιμάνι Σαν καθότανε μια +βδομάδα στο λιμάνι ο Μοναχάκης αρχίζανε να τον τρων τα νύχια του. + + — Με μαράζωσε η στερηά, βρε παιδιά. Δε βαστώ, θα σαλπάρω, + +Ναύλο είχε, ναύλο δεν είχε, δε λογάριαζε. + + — Εγώ θα του δώσω, κι' ό,τι βρέξη ας κατεβάση, έλεγε. Η «Αθηνά» +άρχισε να παραπονεύεται Δεν τη σηκώνει το λιμάνι. Γερόντισσα μα +παλληκάρι, σαν τον καπετάνιο της. + +Οι αδερφάδες του, τανήψια του, τα ξαδέρφια του — δώδεκα παιδιά +είχε κάνει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης, ο πατέρας +του, με τη μακαρίτισσα το Μοσχαδώ τη γυναίκα του — ένα σόι +τρικούβερτο, τον σταύρωναν. + + — Σε καλό σου, Μοναχάκη... Κάτσε να κάνωμε Λαμπρή μαζί, κάτσε να +κάνωμε Χριστούγεννα. + +Αυτός τίποτε. + + — Τι με θέλετ' εμένα; Δόξα σοι ο Θεός, ένα τσούρμο παιδιά και +θυγατέρες έχετε. Τι με θέλετ' εμένα; + +Και πάντα στο καράβι. Εκεί να φάη, εκεί να κοιμηθή. Καμμιά φορά +ξεγελειόταν κ' έτρωγε ψωμί με τους δικούς του. Στα καρφιά +καθότανε. + + — Στρώσε να κοιμηθής, Μοναχάκη. Μέλι μαθές έχει το καράβι; Νύχτα +ώρα, σκοτάδι, που θα πας, χριστιανέ μ', στο λιμάνι; Γέρος άνθρωπος +είσαι· θα πέσης να τσακιστής. + +Αυτός τίποτε. + + — Η γρηά περιμένει Καλή σας νύχτα... κ' έφευγε. + +Η αδερφή του η μεγάλη, το Κυρατσώ, τον πείραζε. + + — Καλά έκανες και δεν παντρεύτηκες, Μοναχάκη. Θα σε χώριζε η +γυναίκα σου... + +Στον καφενέ το ίδιο. Κάτω στο γιαλό ήταν ο καφενές του Καπετάν- +Πεφάνη. Μια φορά, στον καλό καιρό, ήτανε ανεμόμυλος. Με τον καιρό +ρήμαξε, άρχισε να γκρεμίζεται, και μόνο τα πινά του έστεκαν ακόμα, +σα μαδημένες φτερούγες, που γύριζαν ανώφελα και λυπητερά, σα +φυσούσε δυνατός αέρας, απάνω από το χάλασμα. Ο Καπετάν-Πεφάνης, +σαν τσάκισε κανένα δυο γολέττες κι' άλλα τόσα μπρίκια, τσάκισε κι' +αυτός στο τέλος, πρίστηκαν τα πόδια του, πέρασε από την Επιτροπή, +είδαν κ' οι γιατροί τα χάλια του και τον λυπήθηκαν — πήρε τη +σύνταξί του. Κι' από καπετάνιος έγινε καφετζής στον ανεμόμυλο. +Στον καφενέ του μαζευόντουσαν όλα τα γεροντάκια, όλοι οι +καραβοτσακισμένοι Πίνανε τον ναργιλέ τους και τρίβανε τους +ρεμματισμούς τους, θυμάμενοι τα παληά τους. Ο Καπετάν-Πεφάνης +έφκιανε και κάτι μπλάστρια για τους πόνους, με λιβάνι και +τρεμεντίνα, ένα κ' ένα για τους ρεμματισμούς. Κι' από τότε πούβαλε +μπροστά την καινούργια τέχνη, οι δουλειές του πήγαιναν καλά. +Πουλούσε περισσότερα μπλάστρια από καφέδες και λουκούμια. Ο +Καπετάν-Μοναχάκης, όταν τύχαινε στο λιμάνι, κατέβαινε +ταπομεσήμερο στον καφενέ να φουμάρη τον ναργιλέ και ν' ανταμώση +τον ξάδερφο του τον Γιαννιό τον Μελιγκόνη. Μελιγκόνης ήταν το +παρατσούκλι του, γιατί παραπατούσε πάντα σαν τον μέρμηγκα, +παρμένος από το πρωί ως το βράδυ. Ωστόσο τον αγαπούσε ο Καπετάν- +Μοναχάκης και τον έκανε χάζι. Ο Γιαννιός το ίδιο. Σαν τον έβλεπε +και κατέβαινε, άρχιζε τα χωρατά. + + — Ακόμα εδώ είσαι, Μοναχάκη; Παρακάθησες. Πότε θα σαλπάρης; + + — Δε μας σηκώνει η στερηά, Γερο-Μελιγκόνη. Όσο βαστάμε θα +ταξιδεύωμε. + +Ο Γιαννιός τον πείραζε πάλι + + — Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και δεν το κατάλαβες. Με τα +μπλάστρια του Καπετάν-Πεφάνη πολεμάς να βασταχτής. + +Αλήθεια εδώ και λίγα χρόνια ο Μοναχάκης είχε αρχίσει να κάνη +πούλησι του Καπετάν-Πεφάνη. + + — Δίκηο έχεις, Μελιγκόνη, έλεγε ο Μοναχάκης. Τα γεράματα μας +πλάκωσαν κ' εμένα και την «Αθηνά». Και οι δυο με τα μπλάστρια +βαστιόμαστε. Μα τι το θέλεις; Δε μας σηκώνει η στερηά. + +Και καθότανε στα καρφιά. Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Πού τον είδες +πού τον έχασες τον Καπετάν-Μοναχάκη! Φουμάριζε τον ναργιλέ του +και το νου του στο καράβι. Όξω χαλούσε ο Θεός τον κόσμο, ο άνεμος +ξερρίζωνε τα δέντρα, η θάλασσα έβραζε όξω, ο Μοναχάκης χαμπάρι. + + — Αφίνομε υγεία, ξάδερφε. Καιρός να σαλπάρωμε. + +Ο Μελιγκόνης έκανε το σταυρό του. + + — Έλα Χριστέ και Παναγιά. Βρήκες πάλι τον καιρό να ταξιδέψης, με +την ισημερία! + +Ο Καπετάν-Μοναχάκης τίποτε. Δεν είχε βαστημούς. Χαλασμός κόσμου +όξω, μπουρίνι, νεροποντή, σκοτεινιά. Ο Μοναχάκης σαλπάριζε... + +Όταν καμμιά φορά τον έβλεπαν και γύριζε ύστερ' από μήνες, τα +γεροντάκια έκαναν τον σταυρό τους κάτω στον καφενέ. + + — Γερο-Μελιγκόνη, καλώς τα δέχτηκες! Το μπρίκι του ξαδέρφου +σου. + +Ο Μελιγκόνης κουνούσε το κεφάλι του. + + — Τι να σας πω; Έχει μέρες ο Μοναχάκης. Σαν έχης μέρες, στη φωτιά +να πέσης θα γλυτώσης. + +Ο Καπετάν-Μοναχάκης κατέβαινε πάλι στον καφενέ. Ο Γερο- +Μελιγκόνης άρχιζε πάλι. + + — Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και γνώσι δεν έβαλες. + + — Ας είνε καλά τα μπλάστρια του καπετάν-Πεφάνη. Μπλάστρια εγώ +και μπλάστρια η «Αθηνά» καλά βαστειόμαστε για την ώρα. Είμαστε +τώρα και οι δυο φρεσκοπαλαμισμένοι. Την παλάμισα την «Αθηνά» στο +Σκιάθο, με παλάμισε κ' εμένα ο Γερμανός ο γιατρός μ' ένα σπίρτο σ' +όλους τους αρμούς, και ξανανοιώσαμε. Ταχειά πάλε σας αφίνομε +υγεία. + +Και πάλι σάλπα ο Μοναχάκης. + + — Τριάντα χρόνια, μια ζωή! αυτή η δουλειά γίνεται, έλεγε στον +καφενέ ο Γερο-Μελιγκόνης. Ήμουν νιός και γέρασα, θαλασσοπνίγηκα, +τσακίστηκα, παντρεύτηκα και χήρεψα, παιδιά έκανα και παιδιά έθαψα, +τρία καράβια πέρασαν από τα χέρια μου και πάνε κατά διαβόλου, +σπίτια είχα και σπίτια ξέκανα, εληές είχα και ξεράθηκαν, ζωντανά +και ψόφησαν, και ο Μοναχάκης Μοναχάκης και η «Αθηνά» «Αθηνά». Δόξα +νάχη ο Θεός! Να ζήσουνε και να γεράσουνε! + +Τριάντα χρόνια παλέψανε με το χάρο ο Καπετάν-Μοναχάκης με την +«Αθηνά». Μαζί περάσανε φουρτούνες και μπουνάτσες, ημέρες καλές και +μαύρες ημέρες. Μια ζωή ουρανό και θαλασσα. Χίλιες φορές άνοιξε το +κύμα να τους καταπιή και χίλιες φορές χαιρέτησαν με λαχτάρα τα +λιμάνια. Κόσμο και ντουνιά γυρίσανε μαζί. Μπόρες και νεροποντές, +κάλμες και καταχνιές, αστροπελέκια και σύφουνες, όλα μαζί τα +πέρασαν. Των τράκων οι λαχτάρες και της ξέρας τα παραμονέματα και +της φωτιάς η τρεμούλα μαζί τους γέρασαν. Η ξενητειά μαζί τους +μάρανε και η πατρίδα μαζί τους καλωσώρισε. Τριάντα χρόνια μια ζωή! +Κ' έλεγε καμμιά φορά, ολόρθος, πίσω στο κάσσαρο, ο Καπετάν- +Μοναχάκης στριφογυρίζοντας στον αέρα το κομπολόγι του και μασώντας +το μουστάκι του: + + — Αγάντα, καϋμένη Αθηνά. Μαζί γεράσαμε, μαζί θα πεθάνωμε. + +Και η «Αθηνά», σκαμπανεβάζοντας στο κύμα, αναστέναζε από τα +τρίσβαθα των αρμών της. + + — Μαζί θα πεθάνωμε, Μοναχάκη. + +Σιγά-σιγά τους πλάκωσαν τα γεράματα, Στο τελευταίο ταξίδι στη +Μαρσίλια, ο Μοναχάκης αρρώστησε. Τον βγάλανε όξω στα σπιτάλια. Οι +γιατροί του είπαν να μείνη λίγον καιρό να κυτταχθή. Ο Μοναχάκης +δεν τάκουε αυτά. «Την Αθηνά δεν την αφίνω σε ξένα χέρια», έλεγε. +Άμα καλυτέρεψε λιγάκι, τούδωκε δρόμο. Σαλπάρησε για την πατρίδα. +Αφήκανε τη Μαρσίλια με καλόν καιρό. Απόξω από το Σπαρτιβέντο ο +καιρός άρχισε να χαλάη τα μούτρα του, Το γύρισε στη νοτιά. Στην +αρχή ο σορόκος αδύνατος με κουφοθάλασσα. Όσο πήγαινε άρχισε να +δυναμώνη. Η «Αθηνά» ταξίδευε παλληκαρίσια με τις κάτω γάπιες, +καβαλλίκευε το κύμα σαν άτι. Ο καιρός όλο και δυνάμωνε. Την άλλη +μέρα η σοροκάδα έγινε με τα όλα της φωτιά. Ένα μπάρκο και μια +γολέττα Γαλαξειδιώτικη, που τους ακολουθούσαν, τούδωκαν στα πρίμα, +πόδισαν. Ο λοστρόμος άρχισε να τα χρειάζεται. + + — Καπετάνιο, η γολέττα και το μπάρκο, πρωτοτάξιδο μπάρκο! +τούδωκαν, πάνε. + +Ο Καπετάν-Μοναχάκης ακουμπησμένος πάντα πίσω στην κουπαστή, με +τα μάτια καρφωμένα στο πέλαγο σαν να μετρούσε ένα-ένα τα κύματα +να τελειώσουν: «πάει και τούτο, πέρασε κι' αυτό», τα κύματα τα +ατέλειωτα, που καταποδιαστά το ένα κυνηγούσε το άλλο, ξαφνίστηκε +απ' τη φωνή του λοστρόμου, σαν να του χαλούσε το μέτρημα. Γύρισε +και τον κύτταξε. + + — Τη δουλειά σου! είπε. + +Ο λοστρόμος έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε στην πλώρη, γλυστρώντας +απάνω στα νερά, που βρέχανε την κουβέρτα, από σχοινί σε σχοινί, να +βασταχτή από το μπότζι. Τσιμουδιά δεν είπε. Μουρμούρισε μονάχα από +μέσα του, σαλτάροντας χωρίς να το θέλη: + + — Τη δουλειά μου;... τη δουλειά μου. + +Όλη τη νύχτα το βάστηξαν έτσι, με τις κάτω γάπιες, παλεύοντας με +το κύμα και το σκοτάδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης στη θέσι του +μουσκεμμένος ως το μεδούλι, ροκανίζοντας καμμιά γαλέττα στο πόδι, +άγρυπνος τώρα δυο νύχτες. Τα κόκκαλά του αρχίνησαν να τον πονούν. +Κάθε τόσο κατέβαζε τα χέρια του ξαφνικά, σαν να τον τρυπούσαν με +καρφιά, κ' έτριβε μαλακά-μαλακά τα μεριά και τα γόνατα. + + — Δεν πας να γύρης λίγο, καπετάνιο; Θαρρωστήσης, του είπε ο +τιμονιέρης ένα-δυο φορές. + + — Δεν έχω ανάγκη, παιδί μου. Έννοια σου, βαστάω ακόμα, έλεγε ο +Καπετάν-Μοναχάκης. + +Την άλλη μέρα το πρωί ο καιρός έγινε ξόδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης +φώναξε το λοστρόμο. + + — Άκουσε, Γιαννιό! + +Ο λοστρόμος έτρεξε. + + — Να μαζέψωμε τάλλα τα πανιά... Με την τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα +τη γάπια και τη μπούμα θα το κρατήσωμε τραβέρσο. Τραβέρσο, να +ιδούμε ως πότε θα φυσάη ο διαλόκαιρος!... + +Ο λοστρόμος τράβηξε, σαλτάροντας άθελα από το μπότζι, κατά την +πλώρη. Οι ναύτες τρέξανε στους στίγκους, άλλοι στα μαντάρια και +στα μπράτσα. Η φωνή του λοστρόμου πνιγότανε μες στη βοή του +άνεμου. Οι ναύτες είδαν κ' έπαθαν να μαζέψουν τα πανιά, με την +ψυχή στα δόντια. Τέτοιο λυσσασμένον καιρό, χρόνια είχε να ιδή ο +Καπετάν-Μοναχάκης μήνα Σεπτέμβριο. Η θάλασσα βουνό. Ο λοστρόμος +ακουμπησμένος αριστερά στην κουπαστή, γαντζωμένος από ένα σχοινί, +μια έβλεπε τη θάλασσα και μια τον Καπετάν-Μοναχάκη και κουνούσε +το κεφάλι του. Το κρατούσανε τραβέρσο. Ο Μοναχάκης από το κάσσαρο +κύτταζε στο πέλαγο, σαν να μετρούσε ακόμα τα κύματα ένα-ένα, +περιμένοντας το τελευταίο. Το ένα πιο βουνό από τάλλο. Πλάκωναν σα +θερία λυσσασμένα. Ο καπετάν Μοναχάκης έρριχνε πού και πού μια λοξή +ματιά στον τιμονιέρη, που ζητούσε να φυλάξη κάθε κύμα που πλάκωνε. +Ο τιμονιέρης, γεροντάκι και αυτός μα γερό κόκκαλο, στεκότανε +ακούνητος σαν κολώνα, απίκου, προσμένοντας το κύμα, έτοιμος να +ορτσάρη ή να το ποδίση. Εκεί, τραβέρσο το κρατούσανε... Βόηθα, +Παναγία μου! Η «Αθηνά» σηκωνότανε σαν άτι αφρισμένο, σούζα, και +καθώς έπεφτε να βουτήση πάλι, γκοπ! έλεγες πως έπεφτε απάνω σε +βράχο. Τώρα θανοίξη, να κοπή σε δύο, έλεγες. Οι αρμοί της τρίζανε +τρομακτικά στο σκαμπανέβασμα, όλο το καράβι βογγούσε σα θεριό +λαβωμένο. + + — Αγάντα, καϋμένη Αθηνά. Παλληκάρι σαν πάντα... + +Είπε ο Καπετάν-Μοναχάκης με μια φωνή σβυσμένη, σαν να μιλούσε +από μέσα του. Η αλήθεια ήταν πως δε βαστούσε πια κι' αυτός. Έκαμε +να το κρύψη, έκανε να δείξη κουράγιο, μα δε βαστούσε. Η αγρύπνια, +το μούσκεμμα, η νηστεία τον είχαν γονατίσει. Οι ρεμματισμοί +σήκωσαν κεφάλι. Καθώς στεκότανε πίσω στο κάσσαρο με το ψηλό του +κορμί τσακισμένο σε δύο, τάσπρα μαλλιά και τα λίγα ψαρά γένεια +ανακατωμένα από τον άνεμο, με τα μάτια βαθουλωτά και σκαμμένα +ολοτρόγυρα, με τα σαγόνια σφιγμένα από τον πόνο, έννοιωσε κάποιο +βαθύ περόνιασμα στα κόκκαλα. Χλωμός σαν το αγιοκέρι δεν ήταν πια ο +Καπετάν-Μοναχάκης. Αγνώριστος. Το καταλάβαινε και μονάχος του. +«Πάει σωθήκανε τα ψέμματα. Αν δε μας φάη η θαλασσα τούτη τη φορά, +θα μας φάη το στρώμα», είπε από μέσα του... + +Παναγιά, βόηθα! Ένα κύμα θεόρατο στυλώθηκε μπροστά σα βουνό κ' +έκρυψε τον ουρανό. Η ψυχή στα δόντια ολονών. Η «Αθηνά» πετάχτηκε +σαν καρυδόφλουδο στα μισούρανα, έγυρε με τα πανιά γεμάτα κ' +επλάγιασε με την μπάντα. Και ύστερα βουτιά. Μα τι βουτιά, Παναγία +μου! Καταπιόνας άνοιξε η θάλασσα να την ρουφήξη. Με τα μούτρα κάτω +στα τρίσβαθα. Ένα γκοπ! τρομακτικό ακούστηκε, το καράβι σείστηκε +συθέμελο και οι αρμοί του σαν να γινόντανε χίλια κομμάτια, τρίξανε +με μιας από πλώρη σε πρύμη, από κουβέρτα σε καρένα, ένα τρίξιμο +χαμού. Πρώτη φορά τα χρειάστηκε ο Καπετάν-Μοναχάκης. Έδωκε ο +Θεός και δεν κοιμήθηκε το καράβι. Δεύτερο κύμα ζωντανό χύθηκε από +τη μάσκα κ' έλουσε πρύμα-πλώρα το καράβι. Ο λοστρόμος αρπάχτηκε +απ' την αρμαδούρα· λίγο και τον έπαιρνε η θάλασσα. — Όρτσα! φώναξε +στον τιμονιέρη μουσκεμμένος. Η «Αθηνά» τινάχτηκε πάλι σαν +παλληκάρι. Σακατεμένη ετούτη τη φορά. Ο Καπετάν-Μοναχάκης το +καταλάβαινε. Οι πόνοι τον σουβλούσαν κι' αυτόν σαν καρφιά. + + — Πάει, κ' οι δυο σακατευτήκαμε, είπε τρίβοντας τη μέση του. +Σώθηκαν τα ψέματα. Ο Θεός να βάλη το χέρι του. + +Από το αμπάρι άξαφνα πρόβαλε ένα κεφάλι με γουρλωμένα μάτια. +Πετάχτηκε στην κουβέρτα, έκανε δυο σάλτους επιδέξια κι' από σχοινί +σε σχοινί, έφθασε στην πρύμη. Ήταν ο Γερο-Φλώκος, ο Αμίλητος. +Ψηλός, ξερακιανός, σκεβρωμένος, ξεδοντιάρης, με μια μύτη που +κατέβαινε σαν αγκίστρι ως το στόμα, με μεγάλα άγρια φρύδια, +αξούριστος πάντα με τα γένεια σαν καρφιά, είχε μάτια γαλανά και +ήμερα μέσα στην αγριάδα του προσώπου του. Ο Καπετάν-Μοναχάκης +τον αγαπούσε χωριστά, γιατί δεν έβγαζε ποτέ τσιμουδιά από το στόμα +του. «Μέρα, μέρα. Νύχτα, νύχτα». Ο Γερο-Φλώκος τα είχε σα χαμένα +τούτη τη φορά. + + — Μας πήρανε τα νερά, καπετάνιο. Ένα μπόι νερό. Γκουπ και γκουπ +το σκαμπανέβασμα, μας σακάτεψε. + +Και στάθηκε χωρίς να πη άλλο λόγο. + +Ο Καπετάν-Μοναχάκης συλλογίστηκε. + + — Φλώκο παιδί μου, έλα στο τιμόνι να σκαντσάρης τον τιμονιέρη. +Εγώ θα κατεβώ να ιδώ τι γίνεται, κι' ας ετοιμάσουν την τρούμπα. + +Προχώρησε με κόπο. Οι πόνοι τον έσφαζαν. Κομματιασμένος σε δυο. Σε +λίγο ήρθε πάλι απάνω. Μόλις βαστούσε στα πόδια του. Έκανε να πέση +κάτω να σωριαστή. + + — Δε βαστάω πια. Θα πάω να γύρω λίγο. + +Ο λοστρόμος άρπαξε τη ρόδα του τιμονιού, από τα χέρια του Γερο- +Φλώκου. + + — Γερο-Φλώκο, δώσ' ένα χέρι να βοηθήσης τον καπετάνιο να +κατεβή. + +Ο Γερο-Φλώκος με τα κοκκαλιάρικα μα δυνατά του χέρια άρπαξε τον +καπετάνιο από τη μέση. + + — Βαστάξου απάνω μου, καπετάνιο. Έννοια σου. + +Και κατέβαιναν. Οι αρμοί της «Αθηνάς» έτριξαν στο σκαμπανέβασμα, ο +καπετάνιος βογγούσε. + + — Βόγγα συ και βόγγα γω, είπε ο Μοναχάκης στενάζοντας, ο Θεός να +βάλη το χέρι του με τούτη τη σοροκάδα. + +Δεν είχε γύρει ακόμα στην κουκέτα του κ' ένα κρακ δυνατό ακούστηκε +απ' την κουβέρτα, σα σπάσιμο αλυσίδας. + + — Φλώκο παιδί μου, στην κουβέρτα γλήγορα. Μας έσπασε το τιμόνι. + +Ο Φλώκος μια και δυο βρέθηκε απάνω. + + — Τα παλάγκα στο διάκι γλήγορα, είπε ο λοστρόμος. + +Αρπάξανε αμέσως τα παλάγκα με τον Φλώκο και τάβαλαν στη θέσι τους. +Δόξα σοι ο Θεός! Μια στιγμή έμεινε μονάχα ακυβέρνητο το καράβι και +καθώς έπαιζε το τιμόνι, το διάκι χτύπησε το λοστρόμο στην πλάτη. +Πόνεσε δυνατά, κι' άρχισε να μουρμουρίζη: + + — Και τώρα πού να ποδίσης; Πού να ποδίσης, δε μου λες; + +Ο λοστρόμος όσο έβλεπε τον καιρό να βαστάς το χαβά του και άκουε +την τρούμπα που πολεμούσε να προφτάση τα νερά και τα τριξίματα του +καραβιού στο σκαμπανέβασμα μουρμούριζε ολοένα, δυνατά τώρα, +μιλώντας στον Γερο-Φλώκο: + + — Έλα, Χριστέ και Παναγιά, με τούτο το κακό. Βρε μάτια μου, +Φλώκο, κατάλαβες πως αυτός ο χριστιανός βάλθηκε να μας πνίξη; + +Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Τραβούσε μοναχά την άκρη της μύτης του +με τα δυο του δάκτυλα, σαν να ήθελε να την κατεβάση περισσότερο, +να τη χώση στο στόμα του. + +Ο λοστρόμος άφριζε από το κακό του. + + — Βρε Φλώκο παιδί μου, τη μύτη σου τραβάς; Εμείς χανόμαστε κ' εσύ +το χαβά σου; Βρε κατάλαβες πως χανόμαστε; Και πού να ποδίσης τώρα, +δε μου λες πού να ποδίσης! + +Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δος του και τη μύτη του. Την τραβούσε +να τη βάλη στο στόμα. + + — Βρε καράβια θεριά τούδωκαν, βρε μπάρκα πρωτοτάξιδα ποδίσανε, κ' +εμείς πού πάμε δε μου λες; Βρε πανί δε φαίνεται στο πέλαγο, +βαπόρια δεν ξεμυτίζουν να ταξιδέψουν κ' εμείς μωρέ, που +βαστιόμαστε με τα μπλάστρια, πού πάμε δε μου λες; + +Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δος του και τη μύτη του. + + — Ο Θεός να με συχωρέση. Μα εδώ και λίγα χρόνια ο Καπετάν- +Μοναχάκης μου φαίνεται πως πάει γυρεύοντας για πνίξιμο. Να το δης, +Γερο-Φλώκο. Τώρα που τον πήραν τα γεράματα και τον σφίξαν οι +ρεμματισμοί, κάλλιο τώχει να πάη στο φούντο με την «Αθηνά» παρά να +δη άλλον καπετάνιο σ' αυτό το σαπιοκάραβο. Ο Θεός να με βγάλη +ψεύτη, μα πάω να χάσω το μυαλό μου μ' αυτόν τον άνθρωπο. + +Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Είχε ακούσει πολλά παράξενα στη ζωή +του. Έπιασε πάλι την άκρη της μύτης του και την τραβούσε να την +κατεβάση στο στόμα, κυττάζοντας το πέλαγο. + +Όλη τη νύχτα κι' όλη την ημέρα το κρατήσανε τραβέρσο με την +τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα τη γάπια και τη μπούμα. Η τρούμπα +δούλευε αδιάκοπα. Ο καπετάνιος δε ματαφάνηκε στην κουβέρτα. Κάπου +— κάπου τα βογγητά του έφθαναν ως απάνω. Πονούσε δυνατά. Ο Γερο- +Φλώκος κατέβαινε πού και πού κ' έρριχνε μια ματιά, μήπως γύρευε +τίποτε. Όλο και νερό έπινε. Τον έκαιγε η θέρμη. + +Τη νύχτα άρχισε να ξαστερώνη κατά τη Δύση. + + — Τα είδες; είπε ο Γερο-Φλώκος στο λοστρόμο. Ο πουνέντες +ξαστέρωσε. + +Κ' έτρεξε να δώση τα συχαρίκια στον καπετάνιο. + +Κατά τα ξημερώματα φύσηξε πουνέντες. Η θάλασσα της νοτιάς άρχισε +να πέφτη σιγά-σιγά. Έδωκε ο Θεός και τη σκαπουλάρησαν. + + — Απ' του Χάρου τα δόντια, είπε ο λοστρόμος. + + — Τώρα ν' αφήσουμε την «Αθηνά» και να πιάσωμε τον Μοναχάκη, είπε +ο Γερο-Φλώκος. + +Τον πονούσε η ψυχή του. Έβαλε όλα τα γιατροσόφια του κάτω, μα του +κάκου. Τον Μοναχάκη τον έψηνε η θέρμη στο στρώμα. Οι πόνοι τον +έσφαζαν. + +... Σε πέντε ημέρες, Κυριακή ημέρα, το απομεσήμερο ρίχνανε την +άγκυρα στην πατρίδα. + +Στον καφενέ του Καπετάν-Πεφάνη το δειλινό πάντα μαζεμμένα τα +γεροντάκια. Τις Κυριακές δεν έλειπε κανένας. Ήταν και η μέρα του +βαποριού. Κάθε οκτώ και κάποτε κάθε δεκαπέντε έπιανε το βαπόρι του +Βώλου. Κατά τον καιρό. Κάποτε περνούσε και μήνας που δεν έβλεπαν +βαπόρι. Εκείνη την Κυριακή το περίμεναν χωρίς άλλο. Η θάλασσα ήταν +λάδι. Τα γεροντάκια απόξω από τον καφενέ, άλλοι στις πεζούλες, +άλλοι με τα σκαμνιά τους κύτταζαν το πέλαγο. Ο Καπετάν-Πεφάνης +από μέσα από τον καφενέ, ανεβασμένος σ' ένα σκαμνί άπλωνε τα +μπλάστρια να στεγνώσουν απάνω στους σπάγγους που είχε περασμένους +από τον ένα τοίχο στον άλλο. Άξαφνα δυο παιδιά πέρασαν τρεχάλα σαν +αστραπή ποιο να πρωτοφτάση κάτω στους καφενέδες. + + — Το βαπόρι, το βαπόρι. + +Ο Γέρο Μελιγκόνης, πρώτος πάντα να μάθη τα νέα και να διαβάση την +εφημερίδα, πετάχτηκε από το σκαμνί του. + + — Να το, φάνηκε! Να ιδούμε τι νέα μας φέρνει ο «ατμός». Το βαπόρι +φάνηκε τώρα καθαρά στη μπούκα του λιμανιού. Ο κόσμος έτρεχε κάτω +στη σκάλα, οι βάρκες ξεκινούσαν γεμάτες μπαούλα και κοφίνια. + +Ο Μελιγκόνης ξαφνιάστηκε. + + — Κάτι τραβάει μαθές πίσω το βαπόρι. Ένα μπρίκι. Το σκαρί του +απαράλλαχτο το μπρίκι του Μοναχάκη. + + — Αυτό είνε, δεν το βλέπεις μαθές; είπε ο Πεφάνης, αφού κρέμασε +και το τελευταίο μπλάστρι. Όλο κι' όλο. + +Τάλλα γεροντάκια κύτταζαν μα δεν ξεχώριζαν. + + — Αυτό είνε, είπε πάλι ο Πεφάνης. Θέλει και ρώτημα; Κάποια ζημία +θάπαθε. Δεν το βλέπεις πως είνε σαν καραβοτσακισμένο, γδαρμένο από +όλες τις μεριές, αγνώριστο. Η «Αθηνά» του Μοναχάκη. + +Ο Γιαννιός ο Μελιγκόνης τα χρειάστηκε. + + — Φέρε μας ένα ρούμι, Πεφάνη. Θα πεταχτώ να ιδώ τι γίνεται. + +Το βαπόρι έστρηψε σιγά-σιγά, έλυσε το μπρίκι και σταθηκε στον +ατμό, σφυρίζοντας. Το μπρίκι τράβηξε ίσα κατά το μύλο, με το +δρόμο, που είχε, και βιάστηκε να ρίξη και τις δυο άγκυρες. Ένα +νερόχιονο άρχισε να πέφτη και με το βασίλεμμα το κρύο εσπούριζε. Ο +Μελιγκόνης τράβηξε το ρούμι του, έτριψε τα χέρια του δυνατά και +πετάχτηκε να φύγη. + + — Θα πεταχτώ να ιδώ τι γίνεται. + +Έκαμε να τραβήξη μπροστά και στάθηκε. + + — Πεφάνη! Πεφάνη! + +Και στάθηκε σα χαζός. Ο Πεφάνης πετάχτηκε από το μαγαζί. Τα +γεροντάκια τινάχτηκαν απάνω, ξαφνισμένα, απ' τη φωνή του +Μελιγκόνη. Στάθηκαν όλοι και κύτταζαν. Δεξιά στη σκάλα του +μπρικιού ήλθε η σκαμπαβία με δυο παιδιά. + +Απάνω στη σκάλα ένα παράξενο πράμμα φάνηκε. Σαν άνθρωπος που +κρατούσε ένα μεγάλο μπόγο κόκκινο στην πλάτη του. Έπειτα ο +άνθρωπος αυτός — ξεχώριζε τώρα, ένα ψηλό, ξερακιανό γεροντάκι — με +τον κόκκινο μπόγο στην πλάτη, επιάστηκε με προσοχή από τα σχοινιά +της ανεμόσκαλας και άρχισε να +κατεβαίνη με κόπο. Από πάνω ήσαν άλλοι μαζεμμένοι. Ο ψηλός +άνθρωπος με τον μπόγο κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά και πάτησε +τη βάρκα. Ο κόκκινος μπόγος κουνήθηκε. Τώρα άρχιζε να ξεχωρίζη σαν +άνθρωπος. Φάνηκε το κεφάλι του, τα χέρια του, τα πόδια. Ένας +άνθρωπος, κουβαριασμένος, γαντζωμένος από το λαιμό του ψηλού +ανθρώπου, κουκκουλωμένος με μια κόκκινη τσέργα. Ο ναύτης, που ήταν +στη βάρκα, άφησε τα κουπιά, σήκωσε την τσέργα από τον άνθρωπο, που +ήταν καβάλλα, και την έστρωσε κάτω. Κατέβηκαν και οι άλλοι από +πάνω. Έπιασαν με προσοχή τον άνθρωπο, που ήταν κουβαριασμένος +απάνω στο λαιμό του ψηλού ανθρώπου, και τον ακούμπησαν στη βάρκα. +Τον κουκκούλωσαν με την τσέργα και κάθησαν σκυμμένοι από πάνω του. +Τα δυο παιδιά έπιασαν τα κουπιά, αβαράρησαν από το μπρίκι και +άρχισαν να λάμνουν. Η βάρκα ερχότανε κατά το μέρος του καφενέ. + +Ο Μελιγκόνης, ο Πεφάνης και τα γεροντάκια κύτταζαν, ακούνητοι, +καρφωμένοι, αμίλητοι, τη βάρκα που ζύγωνε. + + — Ο Μοναχάκης! + +Φώναξε πρώτος ο Μελιγκόνης με πιασμένη φωνή. + + — Ο Μοναχάκης! Το Μοναχάκη βγάζουν... Ο Μοναχάκης ανήμπορος! +Καλότυχε Μοναχάκη, τι κακό σου ήρθε; + +Και σαλτάρησε στον άμμο. Η βάρκα είχε ζυγώσει. Έτρεξαν κ' οι άλλοι +από πίσω. + + — Καλώς ωρίσατε! Τι τρέχει μαθές! + + — Τον καπετάνιο έχουμε ανήμπορο... ακούστηκε μια φωνή από τη +βάρκα. + + — Βαρειά; ρώτησε πάλι ο Μελιγκόνης. + + — Δεν είνε τίποτα! αποκρίθηκε μασσημένα μια φωνή από τη βάρκα. Μη +σκιάζεσθε. Κρύωσε και πιάστηκαν τα πόδια του μαθές. + +Ο Μελιγκόνης ησύχασε. + + — Δόξα νάχη ο Θεός! Περαστικά ας είνε. Σας τράβηξε τα βαπόρι +μαθές; Τι πάθατε; + + — Μας είχε καρφωμένους το καραντί όξω από την Αλόνησο. Σαν πέρασε +το βαπόρι, κάναμε σινιάλο και μας ζύγωσε. Είπαμε πως έχουμε +άρρωστο μέσα και μας τράβηξε. + +Η βάρκα είχε ζυγώσει στην αμμουδιά. Την κάθησαν στην άμμο με την +πλώρη. Ο Γερο-Φλώκος έπιασε δυο μούδες τα βρακιά του και πήδησε +στο γιαλό, θαλασσωμένος ως τα γόνατα. Ο λοστρόμος με τους άλλους +ναύτες σήκωσαν σιγά-σιγά τον καπετάνιο και τον φόρτωσαν στον ώμο +του Γερο-Φλώκου, ρίχνοντας του απάνω την κόκκινη τσέργα. Ο +Μοναχάκης βογγούσε: «Αγάλια! αγάλια παιδιά! αγάλια και πονώ». Και +πιάστηκε από το λαιμό του ναύτη. + + — Στο Κυρατσώ, καπετάνιο, να σε πάω στο Κυρατσώ την αδερφή σου, +πούνε σιμά το σπίτι. + + — Κουράγιο, Μοναχάκη. Δεν έχεις τίποτε. Κρύο είνε, θα περάση... +είπε ο Μελιγκόνης χλωμός σαν τη λαμπάδα· τον αγκάλιασε και τον +φίλησε. + + — Δεν μπορώ, Γερο-Μελιγκόνη, με σφάζει. Ακουμπήστε με να +ξανασσάνω. Τα πόδια μου σα σκουριασμένα σίδερα τα νοιώθω. + +Τον ακούμπησαν στην αμμουδιά, Ο Γερο-Φλώκος τον κρατούσε στην +αγκαλιά του, οι άλλοι από πάνω του. Το νερόχιονο έπεφτε. + + — Κουράγιο, Μοναχάκη, δεν είνε τίποτε. Κρύο είνε, θα περάση. + +Αντίκρυ, μέσα στη σκιά που άπλωνε στα νερά το βουνό του Προδρόμου, +η «Αθηνά» σάλευε παραπονετικά. Ο Μοναχάκης κουβαριασμένος απάνω +στην άμμο, μέσα στην αγκαλιά του Γερο-Φλώκου, μ' ένα ροχαλητό +που έβγαινε από το στήθος του, σήκωσε το κεφάλι του με κόπο και +κάρφωσε τα μάτια του μισοσβυσμένα απάνω στο μπρίκι. Το πρόσωπό του +ήταν σαν κερί, το στήθος του ανεβοκατέβαινε σ' ένα βουβό +αναφυλλητό. Έμεινε έτσι κάμποση ώρα, αγκαλιάζοντας με το μάτι την +«Αθηνά», που σάλευε, γερόντισσα ετοιμοθάνατη, μέσα στη σκιά, σαν +να ψυχομαχούσε. + + — Να πάμε, Μοναχάκη, είπε ο Μελιγκόνης, θα κρυώσης. + + — Άφησε τους, Μελιγκόνη, να τα πούνε. Άφησε τους να τα πούνε με +την «Αθηνά», είπε σιγαλά ο λοστρόμος. Έχουν ανοίξει κουβέντα, +μεγάλη κουβέντα. Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδή ο ένας τον άλλον! + +Μεγάλη κουβέντα! Τι είπανε κανένας δεν άκουσε, μα ολωνών τα μάτια +είχαν βουρκώσει. Ύστερα ο Μοναχάκης πήρε μια βαθειά ανάσσα και +ρίχνοντας μια ύστερη ματιά αχόρταγη στην «Αθηνά»: + + — Σχώρα με και Θεός σχωρέσοι! μουρμούρισε. + +Η «Αθηνά» σάλεψε λυπητερά μέσα στο μούχρωμα, σαν ναπείκασε τα +λόγια του Μοναχάκη. Σάλεψε μ' ένα παράπονο ανθρωπινό. + +Ο Γερο-Φλώκος πήρε πάλι στον ώμο τον καπετάνιο, αγάλια-αγάλια. + +Τον Μελιγκόνη τον έπιασαν τα κλάματα. Λιγόψυχος πάντα ο Γιαννιός ο +Μελιγκόνης, τραβήχτηκε παράμερα και σκούπιζε τα μάτια του. + + — Σαν παιδί κάνεις, καϋμένε Μελιγκόνη, του είπε ο Πεφάνης. Θέλεις +να σε ιδή ο Μοναχάκης, που τόνε κλαις ζωντανό μαθές; + + — Δεν κλαίω, παιδί μου Πεφάνη. Δεν κλαίω. Έτσι με πήρε το +παράπονο. Είδα αντρόγυνα να χωρίζουν, και δεν έκλαψα. Μα τώρα δεν +ξέρω μαθές, Πεφάνη παιδί μου, δεν ξέρω, με πήρε το παράπονο... + +Και άρχισε να κλαίη σαν το παιδί. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ + + + +Το συναξάρι του Παπα-Παρθένη... Σελ. 3 +Στον αφρό της θάλασσας..............28 +Κρασοκατάνυξις......................45 +Το άχτι της γενιάς μου..............55 +Νυν απολύοις........................64 +Τα σκυλιά...........................72 +Ιδού ο Νυμφίος έρχεται..............82 +Ένας θάνατος........................94 +Ο Τρακοσάρης.......................107 +Το τέλος του Νικολάκη..............116 +Σαν τα τρυγόνια ...................128 +Αγγελικούλα .......................138 +Αντρόγυνο..........................143 + + + + + + +End of Project Gutenberg's Papa Parthenis' Legendary, by Pavlos Nirvanas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PAPA PARTHENIS' LEGENDARY *** + +***** This file should be named 32386-0.txt or 32386-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/2/3/8/32386/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/32386-0.zip b/32386-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..c324e85 --- /dev/null +++ b/32386-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..6cfc208 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #32386 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32386) |
