summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:57:31 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:57:31 -0700
commit3615ae9f73f1735fa43c96e05f169c1da92607fc (patch)
treebf9e6816ca361e6514493a65d36f61fea0cbc775
initial commit of ebook 32386HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--32386-0.txt6129
-rw-r--r--32386-0.zipbin0 -> 129277 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 6145 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/32386-0.txt b/32386-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..7845558
--- /dev/null
+++ b/32386-0.txt
@@ -0,0 +1,6129 @@
+The Project Gutenberg EBook of Papa Parthenis' Legendary, by Pavlos Nirvanas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Papa Parthenis' Legendary
+ and other stories from the islands
+
+Author: Pavlos Nirvanas
+
+Release Date: May 15, 2010 [EBook #32386]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PAPA PARTHENIS' LEGENDARY ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
+changed. Bold words have been included in &. A missing line
+is marked by []
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+Μια γραμμή που λείπει υποδεικνύεται με []
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+
+
+ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ
+
+
+ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ
+ΤΟΥ
+ΠΑΠΑ-ΠΑΡΘΕΝΗ
+ΚΙ' ΑΛΛΕΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1915
+
+
+
+του Παπα-Παρθένη
+
+που την έσκαζε ήτανε πως ο παπάς με τον κόσμο όλα τάβρισκε
+
+
+
+
+
+
+ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΠΑΡΘΕΝΗ
+
+
+
+Ο Παπα-Παρθένης, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, ήξερε περισσότερα
+πράματα για τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη βασιλεία
+των Ουρανών. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελε και να πολυξετάζη τα
+μυστήρια του Θεού. «Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος», έλεγε συχνά,
+όταν τον ενοχλούσαν οι πιστοί. Έπειτα ήτανε και άνθρωπος
+ψυχοπονιάρης, ήξερε πως οι νόμοι της Χριστιανοσύνης ήτανε σκληροί
+και όταν διάβαζε το «Πηδάλιο», τον πονούσε η ψυχή του. «Βαρειά η
+καλογερική, έλεγε κάποτε στους δικούς του, μα κι' ο λαϊκός, βρε
+παιδιά, σα θέλη να ζήση με το Νόμο του Θεού, πρέπει να τυραννισθή
+σ' αυτόν τον κόσμο». Ποιος είν' αυτός που ζη σήμερα με το Νόμο του
+Θεού; Κανένας. Όλοι μας, για «το πυρ το εξώτερον» είμαστε παπάδες
+και λαϊκοί, όλοι πέρα-πέρα. Έτσι του είχε περάσει η ιδέα πως η
+σωτηρία του ανθρώπου ήτανε αδύνατη. Μα γι' αυτό ίσα-ίσα δεν του
+βαστούσε η καρδιά του να κακοκαρδίζη τους Χριστιανούς. Όταν έβλεπε
+τις γρηούλες και τους γέρους στην εκκλησιά, από τον όρθρο, να
+σέρνουν ταδύνατα κορμιά τους, να σπάζουν τα γέρικα γόνατά τους
+στις μετάνοιες, να λυώνουν στα πόδια για την αγάπη του Θεού και
+συλλογιζότανε, πως μ' όλες τις κακοπάθειες, μ' όλες τις νηστείες,
+μ' όλα τα βάσανα, πάλι δε φύλαγαν τον νόμο του Θεού, όπως θέλουν
+τα Βιβλία, πάλι δύσκολα θάβρισκαν έλεος στη φοβερή ημέρα της
+Κρίσεως [λείπει μια γραμμή]και οστά». Μπορεί άνθρωπος να ζήση και
+να μη καταλαλήση, να μη ζηλέψη, να μην αδικήση τον πλησίον του,
+χωρίς να το θέλη καμμιά φορά, να μη προδώση, να μη βαρυγκομήση για
+την τύχη του, να μην «επιθυμήση το πονηρόν» καμμιά φορά σαν
+άνθρωπος, και μ' όλα του τα γεράματα; Φοβερές αμαρτίες, συνέργειες
+του Σατανά, έργα του Πονηρού είνε όλη μας η ζωή. Τι να σου κάνουν
+οι νηστείες; «Ου τα εισερχόμενα, αλλά τα εξερχόμενα», λέει το
+χαρτί. Τι να σου κάνουν οι προσευχές; «Ουχί ο κράζων μοι: Κύριε!
+Κύριε! εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών», είπε ο
+Χριστός. Ο φτωχός ζηλοφθονεί το ξένο καλό. Πώς θέλεις να κρατήση
+τον Δεκάλογο; «Ουκ επιθυμήσεις...» Ο πλούσιος είνε πλούσιος.
+«Ευκολώτερον εστι κάμηλον διελθείν δια τριμαλιάς βελόνης ή
+πλούσιον εισελθείν εις την βασιλείαν των Ουρανών». Όσο για τους
+νέους, αλλοίμονο και τρις αλλοίμονο! Ο Σατανάς τους έχει δεμένους
+χειροπόδαρα. «Σκεύη του Σατανά». Ασωτείες, παραλυσίες, μοιχείες,
+όλα τα κάνουν. Ύστερα έρχονται κι' ανάβουν ένα κερί στην εκκλησιά.
+Καλύτερα να μην τάναβαν κι' αυτό. Κι' αυτός ακόμα — μήπως ήθελε να
+κρυφθή; — ήτανε άξιος να φέρνη το σχήμα;...
+
+ — Ήμουνα άξιος εγώ να παρουσιάζωμαι στο Θυσιαστήριο του Θεού; Ας
+όψωνται αυτοί που με παρακίνησαν, έλεγε στους δικούς του, στην
+παπαδιά, σε κάτι ανηψίδια του. Τι να κάνης; «Και παπάς έγινες,
+Κώστα; Έτσι τώφερε η κατάρα». Να τρώμε τις προσφορές των
+χριστιανών και να ντροπιάζωμε την ιερωσύνη.
+
+ — Πες μου τον καλύτερο! του είπε μια μέρα η παπαδιά. Όλο τον
+κατακλυσμό φέρνεις...
+
+ — Αυτά είνε τα σωστά, παπαδιά, είπε ο Παπα-Παρθένης. Σα θέλομε να
+γελούμε τον εαυτό μας αλλάζει το πράμα.
+
+Η παπαδιά δεν πολυχώνευε αυτές τις κουβέντες. Εκείνο που την
+έσκαζε ήτανε πώς ο παπάς με τον κόσμο όλα τάβρισκε μέλι-γάλα,
+μονάχα στο σπίτι του έφερνε τον κατακλυσμό.
+
+ — Σαν είνε σωστά, του είπε με θυμό, να τα λες στους Χριστιανούς.
+Να τους ανοίξης τα μάτια. Να τους βάλης «κανόνα». Ποιος ήλθε να
+ξαγορευθή σε σένα και δεν τον άφησες να κοινωνήση; Τώχει να το
+κάμη ο κόσμος. Άνθρωποι που δεν κοινώνησαν εδώ και δεκαπέντε
+χρόνια, περίμεναν να γίνης παπάς εσύ για να κοινωνήσουν. Βαφτίζεις
+και μυρώνεις. Φόρα το πετραχήλι, την ευχή κ' έχει ο Θεός. Όλες οι
+φκιασιδούδες, όλες οι πεταλούδες απ' το κελλί σου περνούνε. Ο
+κόσμος σου ψάλλει όσα σέρνει η σκούπα. Σύρε να τακούσης!
+
+ — Έχει και το δίκιο της η παπαδιά, είπε ο Παπα-Παρθένης στο
+ανηψίδι του, ένα ορφανό της αδελφής του, που τώχε συμμαζέψει στο
+σπίτι του. Έχει και το δίκιο της. Μα τι να κάνης, βρε παιδί; Τον
+πονεί τον κόσμο η καρδιά μου. Δεν μπορώ να κακοκαρδίσω άνθρωπο.
+Όλοι αμαρτωλοί είμαστε. Ο Θεός είνε μεγάλος. Κανένα δε θαφήση να
+χαθή. Παιδιά του είμαστε όλοι. Μα πρέπει να λέμε και το σωστό, εδώ
+αναμεταξύ μας, που είμαστε, την αλήθεια του θεού πρέπει να τη
+λέμε. Κι' ας θυμώνη η παπαδιά...
+
+Ήτανε απάνω στο τραπέζι. Ο παπάς τραβούσε κι' από μία. Του
+βαστούσε το ίσο και το ανηψίδι. Μόνο η παπαδιά δεν έπινε.
+
+ — Αν έπινες και καμμιά, κυρά-παπαδιά, θάσουνε καλύτερη, είπε σε
+λίγο, κλείνοντας το μάτι στο ανηψίδι. Απ' το νερό έγινες σα
+βατράχι. Πιες ένα δαχτυλάκι, να μη ζωντανέψη ο αστακός μέσα σου.
+
+Ο παπάς είχε μαγειρέψη μοναχός του ένα πιλάφι με αστακοουρές, σα
+Μεγάλη Σαρακοστή που ήτανε. Το πιλάφι του παπά ήτανε ονομαστό σ'
+όλο το νησί, κανένας δεν τώφκιανε και «ο φαγών μεμαρτύρηκε».
+
+ — Τράβα μία, το καλό που σου θέλω, ξαναείπε, και της έβαλε στο
+ποτήρι της.
+
+Η παπαδιά έσπρωξε το ποτήρι θυμωμένη:
+
+ — Να το πάρης το κρασί σου στο κελλί, να κερνάς τις προκομμένες
+που ξαγορεύεις. Κάλλιο να τους δίνης να πίνουν με την κανάτα, παρά
+με το Δισκοπότηρο. Να μην κολάζεσαι κι' όλα.
+
+Ο Παπα-Παρθένης μαζεύτηκε. Όταν έπαιρνε έτσι το Χερουβικό η
+παπαδιά, καλά ξεμπερδέματα. Την βαστούσε ο Πειρασμός μια βδομάδα.
+Τα είχε ξεσκολήσει αυτά ο παπάς, μα ήθελε πάλι να τη δοκιμάση.
+Άπλωσε το χέρι του να την χαϊδέψη στο μάγουλο...
+
+Η παπαδιά έγεινε κόκκινη σαν τον αστακό απ' το θυμό της. Καθώς
+ήτανε παχειά κ' αιματώδισα, θαρρούσες πως θα σκάση.
+
+ — Κάτω τα ξερά σου. Έχεις και λειτουργία αύριο, γέρο κολασμένε!
+
+ — Ο Θεός είνε μεγάλος, παπαδιά. Άλλες είνε οι αμαρτίες. Η αγάπη
+δεν είνε κρίμα. Την έδωκε ο Θεός.
+
+Η παπαδιά έβραζε μέσα της. Τράβηξε το σκαμνί της και γύρισε απ'
+την άλλη μεριά.
+
+ — Έγινε βαπόρι η παπαδιά, είπε ο παπάς στο ανηψίδι του. Μα κ' εγώ
+έκανα καπετάνιος. Ξέρω και κυβερνώ βαπόρια, τέτοια και μεγαλύτερα.
+
+Η παπαδιά δε σήκωνε από αστεία. Τινάχθηκε απάνω, πέταξε με ορμή το
+μαχαίρι και το μήλο που καθάριζε κ' έφυγε στην άλλη κάμαρη.
+
+Ο παπάς έβαλε το δάχτυλο στο στόμα:
+
+ — Τσιμουδιά, είπε στο ανηψίδι του. Μπόρα είνε και θα περάση.
+
+Με την ώρα άνοιξε κ' η πόρτα και μπήκε ο Θανάσης ο Μελαχροινός, ο
+δεξιός ψάλτης του Ευαγγελισμού, ένας ψηλός, ξερακιανός,
+μισοκαιρίτης, του Θεού άνθρωπος, καλόφωνος όσο γίνεται και
+τεχνίτης, που ερχότανε και συντρόφευε κάποτε τα βράδυα τον παπά,
+κουτσοπίνοντας μαζί του ως τα μεσάνυχτα.
+
+Η παπαδιά δεν τον πολυχώνευε κι' όταν τον άκουγε νανεβαίνη τις
+σκάλες, μουρμούριζε πάντα, μπροστά του και πίσω του. Δεν της
+άρεσαν πολύ αυτά τα ξενύχτια του παπά.
+
+ — Ξέρεις τι άνθρωπος είν' αυτός; της έλεγε ο παπάς. Αγιορείτης,
+άγιος άνθρωπος. Είκοσι χρόνια πάνε, που τον γνώρισα στη μονή του
+Βατοπεδίου, σαν πέρασα αποκεί με το μπάρκο. Του Θεού άνθρωπος.
+
+Ο Θανάσης ο Μελαχροινός καλησπέρισε, φέρνοντας το χέρι στο στήθος,
+με το παντοτεινό του χαμόγελο.
+
+ — Την ευχή σου, δέσποτα.
+
+ — Ευλογημένος να είσαι.
+
+ — Και πού είνε — καλή ώρα νάχη — η κυρά παπαδιά; Δεν θα την
+ιδούμε απόψε;
+
+Από μέσα του ήτανε ευχαριστημένος για την απουσία της παπαδιάς και
+κάποια ευχαρίστηση φαινότανε ζωγραφισμένη στο στεγνό πρόσωπο του,
+που θάμενε μόνος με το φίλο του. Η παπαδιά τους χαλούσε πάντα τη
+συζήτησι, με την γκρίνια της, έβαζε παντού το λόγο της, τους
+έβγαζε ξυνό το λίγο κρασάκι, που τραβούσαν με την ησυχία τους και
+λυπότανε το λάδι που καιότανε στο λυχνάρι.
+
+Ο Παπα-Παρθένης έκλεισε το δεξί του μάτι στο φίλο του, έκαμε μία
+χειρονομία τινάζοντας το ράσο του και υστέρα είπε σοβαρά:
+
+ — Την έπιασε πάλι το κεφάλι της, την ευλογημένη. Υποφέρει πολύ, η
+δυστυχισμένη, πάει να πλαγιάση...
+
+Ο Θανάσης ο Μελαχροινός αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο:
+
+ — Λυπάμαι πολύ, περαστικά της να δώση ο Θεός. Χάσαμε την καλή της
+τη συντροφιά.
+
+Και στρώθηκε στο τραπέζι. Το ανηψίδι τούβαλε ένα ποτήρι μπροστά
+του. Ο Παπα-Παρθένης του το γέμισε, προσφέροντας του μια φέτα
+μήλο, με την άκρη του μαχαιριού. Σήκωσαν τα ποτήρια τους και
+τάφεραν στα χείλια μ' ένα σιγαλό χαιρετισμό, χωρίς να τσουγκρίσουν
+τα ποτήρια. Όλ' αυτά έγιναν με μια ησυχία μοναδική, χωρίς ήχον ή
+λόγο. Ο Κυρ-Θανάσης ήξερε τα συστήματα της παπαδιάς, όσο κι' ο
+ίδιος ο παπάς, ετράβηξε σιγά-σιγά και ρουφηχτά το κρασάκι του,
+σηκώνοντας τα μάτια προς τον ουρανό, σαν τα πουλάκια που σηκώνουν
+το λαιμό τους να ευχαριστήσουν το Θεό, για το νεράκι που τους
+χαρίζει. Ύστερα ακούμπησαν με ησυχία τα ποτήρια τους απάνω στο
+τραπέζι.
+
+Η παπαδιά αναστέναξε από το διπλανό δωμάτιο.
+
+ — Υποφέρει η ευλογημένη, είπε ο Κυρ-Θανάσης.
+
+Και αλλάζοντας φωνή, ξαναείπε στον Παπα-Παρθένη:
+
+ — Δεν τελειώσαμε, παπά μου, τη χθεσινή συζήτησι. Την αφήσαμε στη
+μέση. Όλη τη νύχτα αυτή τη συλλογή είχα και δε μάφησε να κοιμηθώ.
+«Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος»...
+
+ — Δε βρίσκεις άκρη, ευλογημένε, είπε ο Παπα-Παρθένης
+ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια.
+
+ — Έχεις λοιπόν την ιδέα, Πάτερ-Παρθένιε, πώς θαύρουν έλεος στην
+ημέρα της Κρίσεως, όσοι δεν έλαβαν το άγιον βάπτισμα της
+Ορθοδοξίας; Εμένα δεν το χωρεί το κεφάλι μου. Η προπατορική
+αμαρτία «αποπλύνεται διά του βαπτίσματος». Έτσι μας λένε τα
+χαρτιά.
+
+Ο Παπα-Παρθένης αναστέναξε.
+
+ — Πώς το θέλεις, ευλογημένε; Είνε πάλι δίκιο να χαθούν τόσοι
+άνθρωποι, που δεν εγνώρισαν την Αλήθεια; Εκατομμύρια λαός. Να μη
+βρη έλεος κανένας; Τόσοι καλοί άνθρωποι, ενάρετοι, ελεήμονες,
+θρήσκοι, που δεν έβλαψαν τον πλησίον τους, πλάσματα του Θεού κι'
+αυτά σαν κ' εμάς; Εγώ γύρισα Φραγκιά και Ανατολή, γνώρισα λογής-
+λογής ανθρώπους, Φράγκους, Λουθηρανούς, Σχισματικούς. Είδα χρυσούς
+ανθρώπους. Και Τούρκους ακόμα, Τούρκους μάλαμα, αγίους ανθρώπους,
+καλύτερους από μερικούς δικούς μας. Εκατομμύρια κόσμος.
+
+ — Λες λοιπόν, Πάτερ-Παρθένιε, να βρουν έλεος όλοι αυτοί;
+
+ — Τι να σου πω κ' εγώ, ευλογημένε; Ο Θεός είνε μεγάλος,
+πολυεύσπλαγχνος. Κυττάζει την καρδιά του ανθρώπου. Δεν το είπε και
+ο Απόστολος: «Ουκ ένι Έλλην ή Ιουδαίος, ελεύθερος ή δούλος, αλλά
+τα πάντα και εν πάσι Χριστός».
+
+Ο Κυρ-Θανάσης είχε αρχίσει να πείθεται απ' τη ρητορική και την
+καλωσύνη του παπά. Είχαν αδειάσει σιγαλά και το δεύτερο ποτήρι,
+κάποια καλωσύνη πλημμυρούσε τις ψυχές τους και είχαν διάθεσι
+νανοίξουν τις πόρτες του Παραδείσου και να βάλουν όλο τον κόσμο
+μέσα.
+
+ — Ο Θεός είνε μεγάλος, είπαν κ' οι δύο μ' ένα στόμα.
+
+ — Δεν πίνεις και κανένα κρασάσι, ευλογημένε, ξαναείπε δυνατά ο
+Παπα-Παρθένης. Στέγνωσε το λαρύγγι μας. Και «οίνος ευφραίνει
+καρδίαν ανθρώπου», είπε ο Προφητάναξ.
+
+ — Ευχαριστώ, Πάτερ. Δεν τώχω πολύ διάθεσι.
+
+ — Πάρε, ευλογημένε, δε θα σε πειράξη.
+
+Τσούγκρισαν δυνατά τα ποτήρια.
+
+ — Υγεία και καλή ψυχή! Περαστικά της παπαδιάς.
+
+ — Ευχαριστώ. Να δώση ο Θεός.
+
+Με την ομιλία των αβαπτίστων, ο λόγος έπεσε στη Φραγκιά.
+
+Ο Παπα-Παρθένης άρχισε να λέη για τις ταυρομαχίες, που είχε ιδεί
+μια φορά στη Βαρκελώνα.
+
+ — Να ιδής, το αίμα, που λες, να τρέχη ποτάμι. Άντερα να χύνωνται
+στο χώμα, σαν τίποτε. Και να βλέπης τις Σπανιόλες, να χτυπάνε τα
+χέρια τους, να κάνουν σαν τρελλές. Εβίβα, Κυρ-Θανάση, παιδί μου!
+
+ — Εβίβα, Πάτερ. Βάρβαρα πράματα.
+
+Οι δύο φίλοι ήσαν ζωηροί, ευχαριστημένοι για τη σωτηρία των
+αβαπτίστων.
+
+Άξαφνα, σαν νάπεσε αστροπελέκι απάνω τους, βουβάθηκαν.
+
+Η φωνή της παπαδιάς ακούστηκε απ' το διπλανό δωμάτιο:
+
+ — Από τέτοια, ρώτα τον όσο θέλεις· τα ξέρει απόξω. Μόνο για τη
+βασιλεία του Ουρανού, μην τον ρωτάς!
+
+ — Η ευλογημένη, με πειράζει πάντα! είπε ο παπάς κατσουφιασμένος.
+
+Ο Κυρ-Θανάσης δεν είπε λέξι. Έκλεισε το δεξί του μάτι και
+σηκώθηκε.
+
+ — Ώρα είνε, Πάτερ, να σαφήσω ναναπαυθής. Είνε κ' η παπαδιά
+ανήμπορη και την ανησυχούμε με τις κουβέντες. Καλό ξημέρωμά σας,
+περαστικά σας, η ευχή σας.
+
+ — Καλή νύχτα, παιδί μου Θανάση. Να μη μας ξεχνάς.
+
+Τον έφερε ως τη θύρα. Ο καιρός είχε χαλάσει. Άρχισε να ψιχαλίζη.
+Μια σιγανή ανοιξιάτικη βροχή. Από το περιβόλι μια μυρωδιά από
+λουλούδια και βρεμμένο χώμα χύθηκε στο σπίτι, μια μυρωδιά που
+άνοιγε την καρδιά. Ο Κυρ-Θανάσης άνοιξε την ομβρέλλα του.
+
+ — Φουσκοδεντριές, παπά μου.
+
+Και κατέβηκε σιγά-σιγά τις σκάλες.
+
+Ο Παπα-Παρθένης έμεινε στην ανοικτή πόρτα, σα ξεχασμένος,
+κυττάζοντας στο υγρό σκοτάδι, με μια βαθειά μελαγχολία. Η μυρωδιά
+του βρεμμένου χώματος, το σιγαλό και μονότονο χτύπημα της βροχής
+απάνω στα κεραμίδια και το σβισμένο βουητό της θαλάσσης, που
+δαρμένη απ' τη φουσκοθαλασσιά της νοτιάς αναστέναζε ακόμα απ' το
+μακρυνό περιγιάλι, τον μεθούσαν σα γλυκό κρασί. Γύρισε και κύτταξε
+το μαύρο του ράσο, τα μακρυά του γένεια, το πλατύ μεταξωτό ζωνάρι
+του και του φάνηκε πως έβλεπ' έναν άλλο άνθρωπο, ξένο, κολλημένο
+με τον εαυτό του, από διαβολική συνέργεια. Μια βαρειά στενοχώρια
+του πλάκωσε την καρδιά του, το μαύρο εκείνο ρούχο τον έπνιγε, ένας
+φόβος παράξενος τον έπιασε, έκλεισε την πόρτα, συμμάζωξε νευρικά
+το κομπολόγι μες τη φούχτα του και γύρισε μέσα στην κάμαρη. Κάθησε
+πάλι μπροστά στο τραπέζι, μπροστά στάδεια ποτήρια και άνοιξε ένα
+Ψαλτήρι, που βρέθηκε μπροστά του. Κάποιους συλλογισμούς ήθελε να
+διώξη απ' το κεφάλι του, κάτι ζητούσε, χωρίς να ξέρη κι' ο ίδιος
+τι ζητά. Πέρασε τα γυαλιά απ' ταυτιά, ξεφυτίλισε το λύχνο, που
+τρεμόσβυνε μ' ένα άσχημο καπνό, κι' άρχισε να διαβάζη στο πρώτο
+φύλλο που άνοιξε: «Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου και
+κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου...»
+Γύρισε άλλο φύλλο: «Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί
+σε επιστρέψουσι...» Δεν μπορούσε να προχωρήση· ο νους του έφευγε
+από το βιβλίο, η καρδιά του ήτανε βαρειά, ανάρηες σταλαγματιές
+βροχής χτυπούσαν, πού και πού, απάνω στα τζάμια, που γύριζαν το
+μυαλό του, σαν να του κανοναρχούσαν άλλα λόγια, παράξενα. Γύρισε
+πάλι μερικά φύλλα: «Και ήμην, ως στρουθίον επί δώματι και ως
+νυκτικόραξ εν οικοπέδω...» Άρπαζε δυο λόγια, μα δεν μπορούσε να
+πάη παρακάτω. Γύριζε και κύτταζε κάθε λίγο στο παράθυρο. Οι
+σταλαγματιές της βροχής του φαινότανε πως ήταν κάποιο χέρι που του
+χτυπούσε το παράθυρο και δεν τον άφινε να διαβάση. «... Ζώα μικρά
+μετά μεγάλων, εκεί πλοία διαπορεύονται...» Έκλεισε το βιβλίο και
+το πέταξε στο τραπέζι μαζί με τα γυαλιά του, ακούμπησε το κεφάλι
+στο χέρι του κ' έκλεισε τα μάτια του.
+
+Πώς του ήρθε να γίνη παπάς; Ούτ' αυτός δεν το καταλάβαινε. Ό,τι
+φέρνει η ώρα δεν το φέρνει ο χρόνος. Ναυτικός άνθρωπος, γεμιτζής
+τόσα χρόνια, μαθημένος στο πέλαγο, στην απλοχωριά, ψημένος στις
+φουρτούνες, στενόκαρδος πάντα στη στερηά και στα βάσανα του
+κόσμου, τι την ήθελε την ιερωσύνη; Να παλαίβη με τη δυστυχία του
+κόσμου, να ζη με τα βάσανα της κακομοιριάς, να παραστέκεται στις
+συμφορές των ανθρώπων, να βλέπη την Κόλασι μπροστά του μέρα και
+νύχτα, στη ζωή και στο θάνατο. Και νάχη και την κακολογιά του
+κόσμου, νάχη και την κακολογιά της ίδιας της γυναίκας του. Να μην
+ξέρη ο ίδιος πώς να πιαστή και πού ναβρή άκρη. Να πάη με τον
+Κανόνα της εκκλησίας, να σφίξη την καρδιά του, να πη σε κληρικούς
+και λαϊκούς τη φοβερή αλήθεια, να τους πη πως δεν βρίσκουν έλεος
+και σωτηρία, να τους βάλη επιτίμια, νηστείες, μετάνοιες, να τους
+στερήση την Αγία Μετάδοσι, τα ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον. Μα η
+καρδιά του δε βαστούσε. Ποιος είνε αναμάρτητος; «Ουκ εστίν
+άνθρωπος, ος ζήσεται και ουχ αμαρτήσει». Καλύτερα νάπαιρνε αυτός
+την αμαρτία απάνω του... Νακολουθήση πάλι το παράδειγμα του
+Χριστού, να συχωρέση τους αμαρτωλούς, τις κακές γυναίκες, τους
+παραστρατημένους, τη σάρκα την αδύνατη; Αυτό έκανε. Αυτό του έλεγε
+η καρδιά του. Τι βγαίνει; Η καταλαλιά του κόσμου τον έπνιγε.
+Τούλεγαν πως δεν ήξερε το Νόμο του Θεού, πως ήξερε περισσότερα για
+τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη Βασιλεία των Ουρανών.
+Πως δεν ήταν για παπάς. Η ίδια του η γυναίκα τον καταλαλούσε:
+
+ — Όσοι είχανε χρόνια να μεταλάβουν περίμεναν να γίνης του λόγου
+σου παπάς, για να πάρουν τ' Άγια Μυστήρια. Όλες οι φκιασιδούδες,
+όλες οι πεταλούδες, εσένα περίμεναν να τους βάλης το πετραχήλι στο
+κεφάλι...
+
+Ανάθεμα την αρρώστεια, που τον έρριξε στη στερηά! Ας όψεται ο
+Δεσπότης, ο μπάρμπας του, που τον έφαγε να γίνη παπάς· ας όψεται η
+γυναίκα του, πούθελε από καπετάνισσα να γίνη παπαδιά, για να τον
+έχη στο φουστάνι της και να τρώη τις προσφορές του κόσμου.
+
+Κι' αυτός τους άκουσε. Άκουγε όλον τον κόσμο. Δεν μπορούσε να πη
+το όχι.
+
+ — Άκουσε, παιδί μου, του είπε ο Δεσπότης, στην περιοδεία, που τον
+είχε μουσαφίρη στο σπίτι. Εσύ δεν είσαι πια για τη θάλασσα. Οι
+γιατροί σού το είπανε. Είσαι νέος ακόμα, ξέρεις γράμματα,, έβγαλες
+το σχολαρχείο, είσαι ενάρετος άνθρωπος. Η ιερωσύνη ξέπεσε πολύ.
+Έχομε ανάγκη από καλούς ιερωμένους. Όλοι οι «εξώλεις και προώλεις»
+γινήκανε παπάδες, όλοι οι αγράμματοι, τα ξύλα ταπελέκητα. Ο Παπα-
+Δαυλής πάει να λειτουργήση απάνω στον Προφήτη-Ηλία με τους
+πιστούς, και αρχίζει τη λειτουργία μισοδρομής, απάνω στο γάιδαρο.
+Τα ξέρεις δα! «Ευλογητός ο Θεός...» και τσινάει το γαϊδούρι,
+«Ντε... ρημάδι». Κι' όταν φθάση στην εκκλησιά βγάζει τ' Άγια και
+γελάει ο κόσμος μαζή του. Τα ξέρεις και του αλλουνού του
+προκομμένου της Αγίας Τριάδος, που τον έκαμα αργό...
+
+Θαρρούσε πως ήταν αυτή η στιγμή που τον δασκάλευε ο Δεσπότης, που
+τούλεγε τα κατορθώματα του Παπα-Σωτήρη, που βούιζε πέρα-πέρα το
+νησί. Αγαπούσε και ταστεία ο πανιερώτατος και τάλεγε μια χαρά.
+«Ανάθεμά τον! Θεέ μου, συχώρεσέ μου! »
+
+ — Τα ξέρεις του προκομμένου. Έβγαζε και λόγο τις μεγάλες ημέρες
+στους Χριστιανούς. Μια φορά έβαλε στοίχημα με κάποιον να κάμη τους
+μισούς Χριστιανούς να κλαίνε και τους άλλους μισούς να γελούν. Ο
+πειρασμός τον έσπρωξε να εμπαίξη τα θεία, χωρίς να το καταλάβη.
+Ανέβηκε λοιπόν απάνω στον άμβωνα, γυρίζει προς το Ιερό, κι'
+αρχίζει να λέη τα βάσανα που περιμένουν τους αμαρτωλούς στην άλλη
+ζωή. Έβγαλε και το μαντύλι του, όπως συνήθιζε, κι' άρχισε να
+σκουπίζη τα δάκρυά του. Οι Χριστιανοί, που ήταν απ' το μέρος του
+Ιερού, άρχισαν να κλαίνε κι' αυτοί πικρά δάκρυα. Οι άλλοι μισοί
+όμως που ήσανε προς τη θύρα ήσανε ξεκαρδισμένοι στα γέλοια,
+κρατούσαν τα σηκότια τους. Πώς είχε γίνει αυτό το θαύμα; Να σου το
+πω. Ο προκομμένος ο αρχιμανδρίτης εκεί που με το ένα χέρι σκούπιζε
+τα δάκρυά του, με το άλλο είχε σηκώσει με τρόπο το ράσο του κ'
+έδειχνε στους άλλους μισούς τα πισινά του. Ο θεομπαίχτης! Κι' όταν
+τον έκραξα να τον επιτιμήσω, να τον φτύσω στα μούτρα, τι θαρρείς
+πως είπε, ο αθεόφοβος: «Αν έδειξα τα πισινά μου, τάδειξα στην
+πόρτα και στους κολασμένους, τους αγιογδύτες. Ο Θεός έβλεπε το
+πρόσωπό μου». Ορίστε παπάδες, παιδί μου Παρθένη. Έχομε, σου το
+είπα, και σου το ξαναλέω, έχομε ανάγκη από ιερωμένους ενάρετους
+και σεμνούς. Νακούσης τα λόγια μου και να κάνης αυτό το μυστήριο.
+
+Τον είχε μισοκαταφέρει ο Δεσπότης. Τον είχε αγγίξει στο φιλότιμο.
+
+Η γυναίκα του απ' το άλλο μέρος τον έτρωγε:
+
+ — Εσύ δεν είσαι πια για τη θάλασσα. Είναι καιρός να ησυχάσης. Τι
+θα κάνης; Ψαράς θα γίνης να μαζεύης πεταλίδες, για περαματζής, να
+σε τρώη ο ήλιος κι' ο χειμώνας; Να γίνης παπάς, να σε σέβεται και
+να σε προσκυνά ο κόσμος.
+
+Τον κατάφεραν. Από μικρό παιδί στις εκκλησίες, γραμματισμένος,
+κανονάρχος, θρήσκος, ήξερε την τάξη της Εκκλησίας καλύτερα από
+τους ιερωμένους. Μια Κυριακή τον χειροτόνησε ο Δεσπότης διάκο, σε
+λίγο τον έκανε και παπά.
+
+Κι' άφησε τη θάλασσα. Άφησε τα πέλαγα, τις δροσιές, το καθαρό
+αέρι, απαρνήθηκε τον κόσμο, τις μεγάλες πολιτείες, τη ζωή και τα
+καλά της και κλείσθηκε στη φυλακή, μέσα στα λιβάνια, στις
+κακομοιριές του κόσμου, στα βάσανα. Ένα μολύβι του πλάκωσε την
+καρδιά. Ανάθεμα την αρρώστεια, που τον έρριξε στη στερηά, και τους
+γιατρούς που τον πήραν στο λαιμό τους. Τι είχε το κάτω-κάτω της
+γραφής; Μια ζαλάδα, μια λιγοψυχιά, απ' τον καιρό που τον είχε
+χτυπήσει μια αντένα στο κεφάλι. Ούτε το καταλάβαινε ο ίδιος. Οι
+άλλοι του τώλεγαν, πως έπεφτε κάτω και σπάραζε. Οι γιατροί είπανε
+τάχα πως ήτανε σεληνιασμός, πως ναυτικός με τέτοια αρρώστεια δε
+γίνεται, πως μπορούσε να πέση στη θάλασσα να πνιγή, να πέση απ' το
+κατάρτι να σκοτωθή απάνω στην κουβέρτα. Τους άκουσε και φοβήθηκε.
+Και να, τώρα· πάνε πέντε χρόνια κ' είνε καλύτερα απ' τον καθένα
+τίποτε δεν τον πείραξε. Όλο το κακό ήτανε ναφήση τη θάλασσα, να
+μαραζώση στη στερηά, να θάβη τον κόσμο, να γενή παπάς — Θεέ μου,
+συχώρεσέ με. Αχ! και να ήτανε ένα πανάκι, να τον πάρη στο γιαλό,
+στο πέλαγο, να χόρταση αέρα βάλσαμο, να πιή την αλμύρα με τη
+φούχτα του!
+
+ — Ας όψωνται, Θεέ μου, συχώρεσέ με! αναστέναξε..
+
+Έσβυσε το λύχνο και τράβηξε να πλαγιάση. Περπατούσε στις μύτες των
+ποδαριών να μη ξυπνήση την παπαδιά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
+
+Άξαφνα στάθηκε σαν αλαφιασμένος.
+
+ — Τ' είνε πάλι τέτοια ώρα;
+
+Η πόρτα χτυπούσε δυνατά. Ένα ραβδί έδερνε την πόρτα, νταπ-ντουπ,
+ολοένα δυνατώτερα, ανυπόμονα.
+
+ — Ανοίξτε, λέω. Ανοίξτε. Θέλω τον παπά! νταπ! ντουπ!
+
+Ο παπάς σήκωσε τα χέρια του και μούντζωσε κατά την πόρτα.
+
+ — Κάνε υπομονή, ευλογημένε. Έφτασα.
+
+Πήγε μόνος κ' έσυρε το μάνταλο της πόρτας. Ο Γιώργης ο Αλυφαντής
+χύμηξε μέσα.
+
+ — Παπά μου, για το Θεό, πρόφτασε! Χάνεται ο πεθερός μου. Πρόφτασε
+να τον μεταλάβης. Τελειώνει...
+
+Του κόπηκαν τα γόνατα. Έγινε χλωμός, σαν το κερί. Πέντε μήνες είχε
+παπάς και δεν τούχε τύχει στην ενορία του τέτοιο ξαφνικό, νύχτα
+ώρα. Υγεία βασίλευε στο νησί. Κάνα δυο γέροι είχαν πεθάνει άξαφνα,
+είχανε μείνει στον τόπο, που ούτε πρόφτασαν να τους μεταλάβουν.
+
+ — Τι λες, ευλογημένε; Είμαι κι' ανήμπορος. Με τάραξε θέρμη
+σήμερα. Πώς να κινήσω νάρθω, με τέτοιον καιρό;
+
+ — Για το Θεό, παπά μου. Ψυχή άνθρωπου χάνεται. Πρόφτασε!
+
+Ήξερε πως δε θα το ξεφύγη. Συλλογιζότανε την καταλαλιά του κόσμου,
+συλλογιζότανε και την παπαδιά, που θα τούψελνε τον αναβαλλόμενο.
+Μα κοντοστεκότανε λίγο· ήθελε να κερδίση καιρό, να χασομερήση.
+
+ — Ποιος ξέρει! Ως που να πάω, ίσως να τον βρω και πεθαμμένο!
+έλεγε μέσα του.
+
+Ο άνθρωπος όμως τον έβιαζε λαχανιασμένος· τον τραβούσε απ' το
+ράσο.
+
+ — Καλά, ευλογημένε, έφτασα· μην κάνης έτσι!
+
+Φόρεσε τα παπούτσια του, σκεπάστηκε μ' ένα μποξά από κεφαλής,
+χωρίς καμηλαύκι, άρπαξε ένα κόκκινο μαντύλι με το πετραχήλι του,
+κλείδωσε την πόρτα απ' όξω και κατεβήκανε τις σκάλες, μπροστά ο
+Αλυφαντής και πίσω ο παπάς.
+
+Η εκκλησία ήτανε κοντά. Η βροχή είχε πάψει· πού και πού ανάρηες
+σταλαγματιές πέφτανε από έναν ουρανό, κατάμαυρο, σαν πίσσα.
+
+ — Σύρε κ' έφτασα. Να πάρω τ' Άγια Μυστήρια.
+
+Ο Αλυφαντής έστριψε το σοκάκι.
+
+Ο Παπα-Παρθένης έφτασε στην εκκλησιά, μουρμουρίζοντας· χτύπησε στο
+κελλί του εκκλησιάρη, τον ξύπνησε κι' ανοίξανε την εκκλησιά. Ο
+εκκλησιάρης ήτανε μαθημένος από τέτοια ξαφνικά· λαγοκοιμώτανε
+πάντα.
+
+ — Και είμαι κι' ανήμπορος, που λες, παιδί μου! Τι να κάνης όμως;
+Ψυχή ανθρώπου χάνεται! είπε.
+
+Μπήκανε στην εκκλησιά. Οι χλωμές μορφές των αγίων απάνω στο
+τέμπλο, με το φως των καντηλιών, αγρυπνούσαν μέσα στη σιγαλιά, με
+ορθάνοιχτα μάτια. Του φάνηκε πως τον κύτταζαν άγρια, με θυμό. Ένα
+σύγκρυο τον έπιασε. Χαμήλωσε τα μάτια του και προχώρησε. Όταν
+έφτασε μπροστά στο εικονοστάσι τ' Άι-Νικόλα, σήκωσε τα μάτια του
+με θάρρος. Ο Άγιος με την άσπρη γενειάδα και το ηλιοκαμμένο
+πρόσωπο, γλυκοθώρητος πάντα, τούδωκε θάρρος. Του φάνηκε πως
+έβρισκε ένα δικό του άνθρωπο μέσα στην αγριάδα της εκκλησιάς, που
+καταλάβαινε το παράπονό του. Είχανε φάει τη θάλασσα μαζή, χρόνια
+και χρόνια. Του φαινότανε ακόμα πως ο Άγιος ήτανε κι' αυτός
+στενοχωρημένος, μέσα στο κουβούκλιο του, πως λαχταρούσε τη
+θάλασσα, πως είχε τον ίδιο καϋμό με το δικό του. Έσκυψε, έκανε το
+Σταυρό του κι' ανασπάσθηκε. Πήρε απάνω του λίγο, του φάνηκε πως ο
+Άγιος τούρριξε μία ματιά πονετική, σαν να τούλεγε:
+
+ — Μη φοβάσαι, παιδί μου! Εγώ είμαι εδώ...
+
+Έκανε πάλι το Σταυρό του.
+
+ — Ευχαριστώ, καπετάνιο! είπε μέσα του.
+
+Τράβηξε κατά το Ιερό. Στάθηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα,
+προσκύνησε, είπε κάποια λόγια μέσ' απ' τα χείλια του και σήκωσε τα
+Άγια Μυστήρια, ψηλά στο κούτελο. Τα χέρια του τρέμανε. Ο
+εκκλησιάρης πήρε το φανάρι και τράβηξε μπροστά. Πίσω ο παπάς.
+
+Όταν φθάσανε στο σπίτι, ο γέρος ψυχομαχούσε. Πνιγμένες φωνές και
+κλάματα πετούσαν ολόγυρά του. Ο Παπα-Παρθένης εζύγωσε με φόβο. Το
+δισκοπότηρο έτρεμε στα χέρια του· μια στιγμή φοβήθηκε να μη το
+χύση. Αλλοίμονό του. Ο γέρος ήτανε πεσμένος σε βύθος, ανάσαινε
+βαρειά, ένα ρουχαλητό πνιγμένο γέμιζε την κάμαρη. Άξαφνα σαν να
+πνιγότανε, σαν να ζητούσε μια υστερνή βοήθεια, τινάχθηκε απάνω,
+άπλωσε τα χέρια του, σαν να ήθελε να γαντζωθή από κάπου. Όλοι
+παραμέρισαν τρομαγμένοι, ένας κρύος τρόμος τους έπιασε, σαν είδαν
+τα κοκκαλιάρικα χέρια του να απλώνωνται σαν γάντζοι στον αέρα,
+ζητώντας ναρπάξουν κάτι τι στον αέρα, να το συνεπάρουν μαζί τους.
+Μια γρηά τον έπιασε απ' τις πλάτες, να του βάλη αντιστύλι. Τα
+μάτια του ήτανε ορθάνοιχτα, τα δάκτυλα στρημμένα σαν γάντζοι·
+ζητούσε να πάρη μια αναπνοή με βία· το στήθος του έβραζε, το στόμα
+του ανοιγόκλεινε, τα χείλια του πιπίλιζαν τον αέρα τρεμουλιαστά.
+
+ — Παπά, πρόφτασε, είπε μια γερόντισσα, ξεψυχάει.
+
+Ο Παπα-Παρθένης, σαστισμένος, χωρίς να ξέρη κι' ο ίδιος τι κάνει,
+εζύγωσε το κουταλάκι, το άδειασε στα διψασμένα χείλια, που
+βύζαιναν τον αέρα. Ο γέρος έπεσε ανάσκελα, βαρύς, σαν ένα κομμάτι
+πέτρα.
+
+Είχε τελειώσει.
+
+Τα πόδια του Παπα-Παρθένη τρέμανε· όλο το κορμί του σάλευε σα
+φυλλοκάλαμο. Το στόμα του ήτανε στεγνό και πικρό. Ένας κρύος
+ιδρώτας έβρεχε τα μηλίγκιά του. Τουρχότανε σα ζαλάδα, να πέση
+κάτω. Έκανε κουράγιο και βγήκε απ' την πόρτα. Ένα αεράκι, που είχε
+πάρει απ' τη στερηά, του δρόσισε το βρεμμένο κούτελο του, σα
+βάλσαμο· συνέφερε.
+
+ — Δεν είσαι καλά, παπά μου, είπε ο εκκλησιάρης, σαν βγήκαν απ'
+την πόρτα. Η όψι σου είναι σαν το αγιοκέρι.
+
+ — Σου το είπα, παιδί μου. Ανήμπορος σηκώθηκα κ' ήρθα. Με είχε
+ταράξει θέρμη αποβραδύς. Σύγκρυο.
+
+Ντρεπότανε να φανή λιγόψυχος.
+
+ — Τι να κάνης, παιδί μου, ξαναείπε. Βαρειά η καλογερική.
+
+Περπατούσανε απάνω στις λάσπες. Μπροστά ο εκκλησιάρης με το
+φανάρι, πίσω ο παπάς, με τα Μυστήρια, υψωμένα απάνω απ' το κεφάλι.
+Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Κλειστά όλα τα παράθυρα. Φωνή δεν
+ακουγότανε από πουθενά, μόνο πού και πού κάποιες χονδρές
+σταλαγματιές χτυπούσαν απάνω στα βρεμμένα καλντερίμια. Το φως του
+φαναριού έπεφτε και γυάλιζε πένθιμα απάνω στα νερά. Κάποια
+ανατριχίλα χυνότανε γύρω στον σκοτεινό αέρα, κάποιος κρύος φόβος
+γλυστρούσε μες στο σκοτάδι. Τα Μυστήρια περνούσαν ψηλά απ' το
+γυμνό κεφάλι του παπά, σαν να τάφερνε ο αέρας ανάλαφρα στα φτερά
+του.
+
+Ο παπάς περπατούσε συλλογισμένος. Ο νους του ήθελε να ξεφύγη με
+αγωνία από το άγριο θέαμα, που στεκότανε ακόμα μπροστά στα μάτια
+του. Ο θάνατος τον έζωνε, τα Μυστήρια του φαινότανε πως έκαιγαν σα
+φωτιά το κούτελο του. Είχε ιδεί πολλές φορές τον θάνατο με τα
+μάτια του. Ποτέ όμως τόσα άγρια, τόσο κρύα. Μια φορά το κύμα
+χύμηξε ζωντανό, αφρισμένο, άρπαξε τον κουνιάδο του απάνω απ' το
+κάσσαρο, τον ρούφηξε, τον κατάπιε· πάει, χάθηκε. Αυτά έχει η
+θάλασσα. Άλλη φορά, απάνω στη βόλτα, ένα παιδί σαν το κρύο νερό,
+απάνω στα ξάρτια, μ' ένα ξεροβόρι δαιμονισμένο, του δίνει μια η
+αντέννα στο κεφάλι και το γκρεμίζει μέ στη θάλασσα. Άνοιξε το κύμα
+και το κατάπιε. Ούτε σημάδι του δε φάνηκε μες το σκοτάδι. Πάει,
+χάθηκε. Πήραν τη βόλτα και τράβηξαν. Ένας λιγώτερος. Τι να κάνης;
+Σήμερα αυτός, αύριο εμείς. Ας κλαίνε οι μαννάδες, που τάχουν.
+Τράκους, φουρτούνες, θεομηνίες, είχανε ιδεί τα μάτια του. Εκατό
+φορές γλύτωσε απ' του χάρου τα δόντια. Μα τέτοιο σύγκρυο δεν
+τώννοιωσε ποτέ.
+
+ — Δεν είμαστε εμείς να πεθαίνωμε στη στερηά, είπε μέσα του. Στη
+θάλασσα κ' ο χάρος έχει άλλη λεβεντιά.
+
+Προσπαθούσε να διώξη απ' τα μάτια του την άγρια ζωγραφιά που
+στεκότανε καρφωμένη μπροστά του. Η ψυχή του λευθερώθηκε μια στιγμή
+και πέταξε με κόπο, σα θαλασσοπούλι με λαβωμένες φτερούγες,
+ανοιχτά, κατά το πέλαγο. Κυνήγησε ανάερα τα λευκά πανιά που
+φεύγανε ανάμεσα ουρανό και θάλασσα. Είχε ξεχάσει για μια στιγμή
+από πού ερχότανε και πού πήγαινε, είχε ξεχάσει και τα Μυστήρια που
+κρατούσε ψηλά απάνω απ' το κεφάλι του. Ένας ουρανός χρυσογάλανος
+έφεγγε ολόγυρά του.
+
+Καθώς περνούσε το στενό δρομαλάκι, που έβγαζε στην εκκλησία,
+γλυστρώντας απάνω στανηφορικό καλντερίμι, τινάχθηκε ξαφνιασμένος,
+σαν να ξύπνησε από όνειρο. Έσφιξε με τα δάχτυλά του το
+Δισκοπότηρο, μην του πέση απ' τα χέρια.
+
+ — Καταραμένο ζωντανό! Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
+
+Ένα σκυλί, ξαπλωμένο στο κατώφλι μιας θύρας, ξαφνιάσθηκε απ' το
+παράξενο πέρασμα του μαύρου ράσου μέσα στο σκοτάδι. Χύμηξε από
+πίσω αγριεμμένο κι' άρχισε να γαυγίζη άγρια. Ύστερα, σαν να του
+σβύσθηκε η φωνή στο λάρυγγα, σώπασε μονομιάς, έβαλε την ουρά του
+κάτω απ' τα σκέλια κ' έφυγε μακρυά. Τ' Άγια Μυστήρια περνούσαν,
+ψηλά απ' το κεφάλι του παπά, σαν να τάφερνε στα φτερά του ο αέρας.
+
+Σε λίγο έφθασε στην εκκλησία. Ο εκκλησιάρης άνοιξε τη θύρα και οι
+δύο σκιές με το φανάρι μπροστά γλύστρησαν μέσα. Έπειτα βγήκε ο
+Παπα-Παρθένης μοναχός του, κοκουλωμένος από κεφαλής με το βαρύ του
+σάλι. Χονδρές σταλαγματιές άρχισαν να πέφτουν απ' τον ουρανό, ένας
+αέρας ξαφνικός τίναζε δυνατά τα κλαδιά των δένδρων, η μπόρα ήτανε
+έτοιμη να ξεσπάση. Ο Παπα-Παρθένης κατηφόρισε βιαστικά το δρόμο.
+
+Ένα βράδυ ύστερα από δύο μήνες — η άνοιξις είχε απλωθή περίγυρα σε
+ουρανό, γη και θάλασσα — πολλοί συγγενείς και άλλοι δικοί ήσαν
+μαζεμμένοι στο σπίτι του παπά. Μαζί μ' αυτούς κι' ο αγιορείτης ο
+ψάλτης, ο Θανάσης ο Μελαχροινός, ο πιστός του φίλος. Γελούσαν και
+χωράτευαν. Η παπαδιά μόνο δεν είχε διάθεσι· τα είχε κατεβασμένα
+κι' από καιρό σε καιρό αναστέναζε βαθειά. Ο παπάς ήτανε κι' αυτός
+χλωμός, χαλασμένος, συλλογισμένος, παίζοντας ανήσυχα το κομπολόγι
+του, ένα μακρύ κομπολόγι από εληοκούκουτσα του Όρους των Ελαιών,
+χάρισμα του φίλου του του Μελαχροινού, που έφθανε ως το πάτωμα.
+
+Απ' τη βραδειά που είχε πάει να κοινωνήση τον πεθερό του Αλυφαντή,
+ο παπάς έπεσε στα ρούχα. Δυνατή θέρμη τον τάραξε, όλη τη νύχτα,
+είδε κ' έπαθε να συνεφέρη.
+
+Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Οι θέρμες δεν τον άφιναν. Όλοι οι
+γιατροί κ' οι γιάτρισσες πέρασαν από πάνω του· πήρε του κόσμου τα
+κινίνα, τις αψιθιές και τα μαντζούνια κατάλυσε και τις νηστείες,
+πήγε ναλλάξη και το αέρι του απάνω στο μοναστήρι του Προδρόμου μα
+τίποτε. Η θέρμη δεν τον ξεχνούσε. Κάθε δύο, κάθε τρεις μέρες
+σύγκρυο και ζέστη. Έτρεμε σαν το ψάρι, άναβε ύστερα σαν το
+κάρβουνο κ' έπειτα πνιγότανε στον ιδρώτα. Είχε γίνει πετσί και
+κόκκαλο. Είχαν αδυνατίσει και τα νεύρα του, παραξένεψε,
+παραμιλούσε στον ύπνο του και φορές-φορές πεταγότανε να φύγη απ'
+τα ρούχα του.
+
+ — Απ' τον καιρό που πάτησα στη στερηά, χαΐρι και προκοπή δεν
+είδα, έλεγε. Ας όψεται ο Δεσπότης, Θεέ μου συχώρεσέ με.
+
+Ο γιατρός σαν είδε κι' απόειδε, είπε μια ημέρα:
+
+ — Άλλη σωτηρία δε γίνεται. Να κάνη κανένα ταξίδι. Ναλλάξη το
+αέρι.
+
+Η παπαδιά στραβομούριασε. Δεν της άρεσε πολύ αυτή η ιδέα. «Είδαμε
+και πάθαμε, είπε μέσα της, να τον βγάλωμε απ' τη θάλασσα. Και πάλι
+τα ίδια;» Γύρισε και κύτταξε το γιατρό.
+
+ — Με συμπαθάς, γιατρέ μου. Οι χτικιασμένοι ξέρω που πάνε και
+ταξιδεύουν. Ο παπάς τέτοιο πράμα, όξω αποδώ, δεν έχει, ο Θεός να
+μας φυλάη. Τι να του κάνη το ταξίδι, έτσι πως βρίσκεται; Να πάη να
+κρυώση νάχωμε τα χειρότερα;
+
+Ο γιατρός επέμεινε.
+
+ — Άλλη σωτηρία δεν έχει. Να πάη να ταξιδέψη· ένα μήνα, δυο μήνες,
+να βγάλη τις θέρμες αποπάνω του.
+
+ — Κ' εγώ το καταλαβαίνω, είπε ο παπάς. Η θάλασσα θα με σώση.
+Εικοσιπέντε χρόνια στη θάλασσα, κεφάλι δεν είπα ποτέ μου. Δε με
+σηκώνει η στερηά.
+
+Με τα πολλά αποφασίστηκε το ταξίδι. Ήτανε να φύγη εκείνο τον καιρό
+και το μπάρκο του καπετάν Βεκίλη. Συγγενής και χρυσός άνθρωπος ο
+καπετάν Βεκίλης, τι άλλο ήθελε. Τον παρακίνησε κι' ο ίδιος.
+
+ — Η κάμαρή μου, δική σου είνε, παπά. Όλες σου τις αναπαύσεις θα
+τις έχης. Απλοχώρια και πάστρα. Οι καιροί εφκιάξανε, άνοιξι, χαρά
+θεού. Θα πάω στον Ποταμό να φορτώσω στάρι. Ύστερα θα γυρίσω στον
+Περαία. Από κει μπαίνεις στο βαπόρι και ξαναγυρίζεις. Ένα μήνα,
+ενάμισυ βία.
+
+ — Ας το δοκιμάσωμε κι' αυτό, είπε η παπαδιά.
+
+Το ταξίδι αποφασίσθηκε. Η παπαδιά ετοίμασε τον καλό της, τούφκιαξε
+τα ρούχα του, του ζύμωσε και παξιμαδάκια με τη ζάχαρι για το
+ταξίδι, σαν το παληό καιρό.
+
+ — Ποιος θα μου τώλεγε; είπε. Ύστερα από τόσα χρόνια, να γυρίσω
+πάλι στα ίδια.
+
+Εκείνο το βράδυ ήτανε να φύγη ο παπάς. Όλοι οι δικοί ήσαν
+μαζεμμένοι στο σπίτι. Μιλούσαν και χωράτευαν να παρηγορήσουν την
+παπαδιά.
+
+Ένας μήνας είν' αυτός. Ενάμισυ βία. Και πάλι εδώ είμαστε. Θα
+πάρουμε πάλι αντίδωρο απ' το χέρι του παπά.
+
+ — Άφησε τα μέλλοντα, είπε ο παπάς. Μην τα μελετάς, ευλογημένε. Να
+δώση πρώτα ο Θεός να καβατζάρωμε την αρρώστεια.
+
+
+Ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχροινός έβαλε το λόγο τον. Ήθελε να πειράξη
+τον πατά, «που ήσαν φίλοι κι' αδελφοί», είπε — θυσία να γίνη ο
+ένας για τον άλλον — μα δεν συμφωνούσαν πάντα στις ιδέες τους.
+
+ — Εκεί στη Φραγκιά που θα πας, να μου χαιρετάς τους αβάφτιστους.
+Ό,τι και να μου πης, το κεφάλι μου δεν αλλάζει. Άνθρωπος που δεν
+βαφτίστηκε με τους κανόνας της Ορθοδοξίας, δεν θάβρη έλεος, «εν
+ημέρα κρίσεως».
+
+ — Δεν ταφίνεις αυτά, ευλογημένε, είπε ο παπάς. Τέτοια ώρα, τέτοια
+λόγια. Σαν ξαναγυρίσω τα ξαναλέμε.
+
+Με την ώρα μπήκε κι' ο καπετάν Βεκίλης. Ψηλός, γεμάτος,
+ηλιοκαμμένος με τα στιβάλια ως τα γόνατα.
+
+ — Παπά μου, ώρα να του δίνουμε. Οι στερηές βγάλανε αέρα. Είμαστε
+απίκου, να σαλπάρωμε.
+
+Ύστερα γύρισε και καλησπέρισε τον κόσμο.
+
+ — Καλησπέρα σας και σας αφίνομε γεια.
+
+ — Κάτι βιαστικά, καπετάνιο;
+
+ — Ο καιρός ορίζει.
+
+Σηκωθήκανε όλοι στο ποδάρι. Ευχές και προβοδίσματα. Φιλήσανε όλοι
+το χέρι του παπά. Τα μάτια της παπαδιάς ήτανε βουρκωμένα. Πήρε το
+βαρύ το σάλι απ' τον καναπέ και τύλιξε τον παπά από κεφαλής.
+Τραβήξανε όλοι κατά τη θύρα. Το ανηψίδι τραβούσε μπροστά,
+φορτωμένο το μπαούλο.
+
+ — Να μην αργήσης, παπά. Καλό κατευόδιο.
+
+ — Το θέλημα του Θεού! είπε ο παπάς κατεβαίνοντας τη σκάλα. Καλή
+αντάμωσι.
+
+Σε λίγο η παπαδιά έμεινε μοναχή της. Πήγε να πλαγιάση, μα το
+κεφάλι της την πονούσε, τα μηνίγγια της χτυπούσαν. Δεν την εύρισκε
+ύπνος...
+
+ Ο Παπα-Παρθένης ταξιδεύει.
+ Η καπετάνισσα τον καρτερεί.
+
+Πέρασε ένας μήνας, δυο μήνες. Χρόνια της είχαν φανή της παπαδιάς.
+
+ — Καιρός είνε, που θα καλοδεχτούμε τον παπά, ζύγωσαν οι μέρες,
+έλεγαν οι γειτόνισσες που ερχόντανε και τη συντρόφευαν.
+
+Σε λίγες μέρες ήρθε κάποιο γράμμα απ' τον Πειραιά. Το μπάρκο του
+καπετάν Βεκίλη, η «Ευαγγελίστρια», είχε γυρίσει απ' τον Ποταμό.
+Την Τετάρτη έφθανε και το βαπόρι. Ίσα-ίσα πρόφθανε ο παπάς να
+γυρίση με το βαπόρι. Απ' τον Ποταμό είχε στείλει γράμμα, ήτανε
+καλά, οι θέρμες τον αφήσανε, διπλός είχε γίνει. «Η θάλασσα μ'
+έσωσε, γυναίκα», έγραφε. Η παπαδιά ήτανε όλο χαρά. Τον γκρίνιαζε
+τον παπά μα τον αγαπούσε. Σαν τον είχε κοντά της, τούψηνε το ψάρι
+στα χείλια. Σαν έλειπε, τον λαχταρούσε. Έβαλε και πλύνανε το
+σπίτι, συγύρισε παντού, τούκανε χαϊμαλιά, να τον καλοδεχτή. Την
+Τετάρτη ντύθηκε με τα καλά της και κτενίστηκε. Είχανε μαζευθή κ'
+οι συγγενείς στο σπίτι. Από κοντά κι' ο Μελαχροινός. Ώρα την ώρα
+προσμένανε το βαπόρι. Το ανηψίδι είχε κατεβή στο γιαλό να φέρη τα
+συχαρίκια.
+
+Σε λίγο έφτασε το ανηψίδι, με κρεμασμένα τα μούτρα:
+
+ — Δεν ήρθε ο παπάς.
+
+ — Βρε μίλα καλά. Άνοιξες τα στραβά σου να ιδής; είπε ο
+Μελαχροινός.
+
+ — Δεν ήρθε, σου λέω. Όλοι οι επιβάτες βγήκανε στο μώλο. «Δεν
+είχαμε κανένα παπά μέσα», μου είπανε.
+
+Όλοι πάγωσαν. Η παπαδιά κέρωσε.
+
+ — Ε! ίσως να μην πρόλαβε το βαπόρι, είπε πάλι ο Κυρ-Θανάσης.
+Ωστόσο θάχουμε γράμμα. Δε γίνεται.
+
+Η παπαδιά δεν μιλούσε· σηκώθηκε και πήγε ως το παράθυρο, σαν να
+περίμενε ακόμα. Γύρισε και ξανακάθησε.
+
+Σε λίγο ένα παλληκάρι ανέβηκε δυο-δυο τις σκάλες.
+
+ — Μπα εσύ 'σαι, Μαθιέ; Καλώς ώρισες. Τρομάξαμε να σε γνωρίσουμε.
+
+Ήτανε ο γυιός του εκκλησιάρη του «Ευαγγελισμού», μούτσος με τα
+καράβια.
+
+ — Χαιρετίσματα απ' τον παπά, κυρά παπαδιά.
+
+Η παπαδιά έγινε κατακόκκινη, σαν να της χάρισαν βασίλειο. Όλοι
+πετάχθηκαν απάνω και τον τριγύρισαν.
+
+ — Αμ' τι έγινε, μαθές, ο παπάς; πώς δεν ήρθε; καλά είνε; τον
+είδες, παιδί μου; είπε η παπαδιά.
+
+Δεν ήξερε τι να πρωτορωτήση.
+
+ — Καλά και καλά, άλλος τόσος! Το είδα στον Περαία.
+
+ — Καλότυχε. Αμ' πώς δεν ήρθε, μαθές; δεν πρόφτασε το βαπόρι;
+
+ — Θα σου γράψη, μου είπε, κυρά παπαδιά. Τώρα, λέει, φεύγει πάλι,
+να κάνη ένα ταξιδάκι. Το μπάρκο του καπετάν Βεκίλη έκανε ναύλο για
+την Αμβέρσα. Θα πάη μαζί να ξεσκάση. Δεν τον άφησαν, λέει, ακόμα
+οι θέρμες.
+
+ — Τον ευλογημένο! είπε ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχροινός, κλείνοντας
+ζερβιά το μάτι. Να πούμε την αλήθεια σαν να ταρέση καλύτερα η
+θάλασσα απ' την καλογερική.
+
+Τα λόγια του Μελαχροινού εφούρκισαν την παπαδιά. Την είχε αγγίξει
+εκεί πούπρεπε.
+
+ — Αμ' γι' αυτό δεν ήθελα να τον αφήσω, η δυστυχισμένη. Παπάς
+άνθρωπος, τ' ήθελε μες τα καράβια; Καπετάνιος με τα ράσα;
+
+ — Στα καράβια τ' ήθελε; είπε γελώντας ο μούτσος. Μακάρι να
+τούβγαιναν πολύ καπετανέοι μπροστά. Ο καπετάν Βεκίλης τον έχει
+δεξί του χέρι. Αυτός του κουμαντάρει το μπάρκο, γι' αυτό τον έφαγε
+να τον πάρη στην Αμβέρσα. Και πού να σας λέω και τάλλα.
+
+Ο μούτσος έγινε κατακόκκινος, τα μάτια του γυάλιζαν, η γλώσσα του
+έτρεχε σαν νερό. Θαρρούσε πως ήταν η ώρα που έβλεπε μπροστά του
+εκείνα πούθελε να πη. Όλοι τον άκουγαν μ' ανοιχτό το στόμα. Η
+παπαδιά είχε αλλάξει εκατό χρώματα.
+
+ — Εγώ ήμουνα, που λες, με τη γολέττα του μπάρμπα μου. Μέσα στα
+μπουγάζια της Πόλης μια νύχτα, χαλασμός κόσμου, που μας είχε πάει
+η ψυχή στα δόντια, πέσαμε δίπλα σ' ένα μπάρκο. Από λίγο να
+τρακάρουμε! Μπήξαμε τις φωνές: «Όρτσα, μωρέ σκυλιά, θα μας
+τσακίσετε»·. Πού άκουγαν αυτοί! Καταπάνω μας. Περάσανε ξυστά δίπλα
+μας. Θεέ μου, τι ήτανε αυτό που είδανε τα μάτια μας! Στο τιμόνι
+απάνω, ένας γέρος ψηλός, με το ράσο, με την άσπρη γενεάδα, που
+έφεγγε το πρόσωπό του μες στο σκοτάδι. Μείναμε ξεροί. Κάναμε το
+σταυρό μας. Μπήγει μια φωνή ο λοστρόμος: «Μέγας είσαι, Κύριε!»
+Σαστίσαμε όλοι· τρέμαμε στα πόδια μας σαν τα καλάμια. «Δεν είδατε
+μωρέ το θάμα;» ξαναλέει ο λοστρόμος. «Ο Άη-Νικόλας, κουμαντάρει
+το μπάρκο. Σύσσωμος απάνω στο τιμόνι!» Κάναμε το σταυρό μας.
+Τέτοιο θάμα δεν τώχαμε ματαϊδή. Ο λοστρόμος τώχε ακουστά απ' τον
+πατέρα του. Φτάσαμε στον Περαία μαζί με την «Ευαγγελίστρα». Ξέρετε
+ποιος ήτανε ο Άη-Νικόλας; Κύριε Ελέησον. Ήτανε ο Παπα-Παρθένης.
+
+ — Καλότυχο παιδί, πώς ταλές!
+
+Κι' άρχισαν τα γέλια οι γειτόνισσες.
+
+ — Να με κάψη ο Θεός αν λέω ψέμματα.
+
+
+Η παπαδιά δεν γελούσε· έβραζε μέσα της.
+
+ — Αυτά ήθελε, ο ευλογημένος! Αυτή ήτανε η αρρώστεια του,
+μουρμούρισε. Δεν τον σήκωνε η καλογερική. Ήθελε πάλι τα παληά του.
+
+Και την πήρανε τα κλάματα.
+
+ — Σε καλό σου, κυρά-παπαδιά! Είνε πράμα να κλαις; Δεν το θέλει
+ο Θεός, είπε ο Κυρ-Θανάσης ο Μελαχροινός. Ένα μήνα, δύο βία, θα
+μας ξανάρθη ο παπάς. Θα πάρουμε, πάλι αντίδωρο απ' τα χέρια του.
+
+Η παπαδιά έπεσε απάνω στο σοφά. Δεν μιλούσε σε κανένα.
+
+ — Αφήστε με στο χάλι μου, είπε στεγνά.
+
+Φύγανε όλοι, ένας-ένας, σα μαγκωμένοι. Ο Κυρ-Θανάσης
+κοντοστάθηκε να καληνυχτίση, κάτι έκαμε να πη.
+
+Η παπαδιά δεν του αποκρίθηκε.
+
+Σαν εβγήκαν όλοι απ' το σπίτι, αναστέναξε βαθειά.
+
+ — Παπαδιά! Δεν με λέτε πάλι καπετάνισσα! είπε ζαρώνοντας άγρια τα
+χείλια της, σαν νάκλαιε και να γελούσε μαζί. Τώρα στα γεράματα
+πάλι καπετάνισσα.
+
+Έπειτα την πήρανε πάλι τα κλάματα. Η καρδιά της ήτανε βουρκωμένη.
+Κάτι τι της έλεγε μέσα της πως δεν θα τον ξαναϊδή πια τον παπά.
+
+ — Μου τον πήρε η θάλασσα. Δικός της ήτανε και μου τον πήρε...
+
+Δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα της όλη την ημέρα. Καθότανε απάνω
+στο σοφά κ' έκλαιγε. Η νύχτα την βρήκε απάνω στα μαξιλάρια,
+μουσκεμμένα απ' τα κλάματα.
+
+Μια στιγμή έκανε να την πάρη ο ύπνος. Μόλις έκλεισε τα μάτια της
+τής φάνηκε πως ήτανε στην εκκλησιά. Ο παπάς στην Αγία Πύλη μοίραζε
+το αντίδωρο. Ήτανε χλωμός σαν το κερί, τα γένεια του και τα μαλλιά
+του είχαν γίνει κάτασπρα σαν το χιόνι. Ζύγωσε να πάρη κι' αυτή
+αντίδωρο, μα δεν μπορούσε· ένας λάκκος βαθύς έχασκε μπροστά της
+ανάμεσα στις μαρμαρένιες πλάκες. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη· ένας κρύος
+αέρας φυσούσε απάνω της.
+
+Άνοιξε τα μάτια της. Ένα μπουρίνι δυνατό είχε μπάσει μέσα τα
+τζαμόφυλλα του παραθυριού. Σηκώθηκε να κλείση το παράθυρο. Ένα
+ράσο του παπά κρεμασμένο στον τοίχο ανέμιζε κι' ανακατευότανε με
+τον αέρα, σαν άνθρωπος που σπαρταρούσε μες στο σκοτάδι. Η καρδιά
+της έτρεμε σαν ψάρι. Σαν ζύγωσε στο παράθυρο, την έπιασε
+ανατριχίλα. Έννοιωσε μαζί με τον αέρα, που ανακάτωνε τα μαλλιά
+της, που της ξεσκέπαζε το στήθος της, που έδερνε το πρόσωπο της με
+λύσσα, μια παράξενη, ανακατωμένη βοή. Γέλια, τρελλά γέλια,
+ξεκαρδισμένα γέλια, έφταναν στ' αυτιά της από μακρυά, όλο
+περισσότερα, όλο δυνατώτερα. Γέλια ατέλειωτα, ξεκαρδίσματα, σαν
+χάχανα ξελογιασμένης γυναίκας. Ένας κόμπος της ανέβηκε στο λαιμό
+να την πνίξη. Τα ήξερε τα γέλια αυτά. Τα ήξεραν όλες οι χήρες του
+νησιού. Όταν το κύμα της νοτιάς έσπαζε μες στις κουφάλες του
+Σταυρού, κάτω στο γυαλό, τα παράξενα, τα διαβολικά γέλια έφθαναν
+στα μισοούρανα. Οι καπετάνισσες τραβούσαν τα μαλλιά τους.
+
+ — Γελάει η Σκρόφα! Γελάει η ξελογιάστρα!
+
+Έκλεισε με τρομάρα το παράθυρο. Τα γέλια την κυνηγούσαν ακόμα.
+Έπεσε στο σοφά σαν πεθαμμένη.
+
+ — Άη-Νικόλα, λυπήσου με! αναστέναξε.
+
+Μέσα στο βύθος της είδε τότε τον Άγιο με την άσπρη γενειάδα.
+Ζύγωσε στο σοφά πονετικός, σήκωσε το χλωμό χέρι του και της έβαλε
+τα δάχτυλα απάνω στα μάτια. Μια γλύκα παράξενη χύθηκε σ' όλο της
+το κορμί. Αποκοιμήθηκε.
+
+Η Σκρόφα, η ξελογιάστρα, γελούσε ακόμα, γελούσε ολοένα. Μα δεν την
+άκουσε πια, ούτε τώρα, ούτε ύστερα.
+
+
+
+ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ
+ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
+
+
+
+Αμίλητη και λευκή σα φάντασμα, με το κεφάλι σκυμμένο, τον
+συντρόφεψε η Ουρανίτσα ως την αυλόπορτα, φέγγοντας του με το
+λυχνάρι, ανάμεσα στανθισμένα δένδρα. Βαστούσε το λυχνάρι ψηλά, σαν
+να ήθελε να κρύψη το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι.
+
+ — Αφίνομε υγεία! είπε ο Γιαννιός. Να μη στενοχωριέσαι. Απ' το
+πρώτο λιμάνι θα σας κάνω γράμμα. Και πάλε εδώ είμαστε...
+
+Έσκυψε και τη φίλησε κρυφά στο σκοτάδι, ντροπαλός σα κορίτσι.
+
+ — Καληνύχτα! είπε η Ουρανίτσα ξερά-ξερά.
+
+Ήθελε να του πη κατευόδιο, καλή αντάμωσι, χίλια λόγια ήθελε να του
+πη.
+
+ — Καληνύχτα! ξαναείπε.
+
+Στάθηκε και τον κύτταξε ως που έστρηψε το σοκάκι. Τα βαρειά του
+υποδήματα κτυπούσαν απάνω στα καλντερίμια. Σε λίγο δεν άκουγε
+τίποτε, μα στεκότανε ακόμα φέγγοντας με το λυχνάρι στον έρημο
+δρόμο. Έπειτα σήκωσε την ποδιά της στα μάτια, πέρασε την αυλή
+ανάμεσ' από τα δένδρα και γύρισε στο σπίτι.
+
+Δεν είχε περάσει μια βδομάδα που άλλαξαν δαχτυλίδια. Ακόμα δεν τον
+είχε καλογνωρίσει τον αρραβωνιαστικό της, μα της φαινότανε πως τον
+γνώριζε χρόνια, τώρα που τον έχανε.
+
+«Αυτά έχουνε οι γυναίκες των θαλασσινών της το είχε ειπή η μάννα
+της. Και με όλα αυτά θαλασσινόν ήθελε η Ουρανίτσα. Ήταν παιδί της
+θάλασσας. Το σώι της ένα σώι μαρινάρων. Πες πως είχε αναστηθή μες
+στη θάλασσα. Το σπίτι τους μύριζε κατράμι. Δεν ήταν σπίτι, ήταν
+καράβι· μόνο τάρμενα που τούλειπαν. Καθώς ήταν απάνω στο γιαλό,
+όταν έπαιρνε η σοροκάδα, σάλεβε αλάκερο σαν να ταξίδευε καταμεσής
+του πελάγου. Τα κύματα που έσπαζαν στο μώλο, ξέπλεναν τα ντζάμια
+του και θαλάσσωναν το πάτωμα, σαν κουβέρτα καραβιού. Μόνο τάρμενα
+που τούλειπαν.
+
+Η νύχτα δεν περνούσε από την ώρα που άφησε υγεία ο Γιαννιός. Τα
+μεσάνυχτα η σοροκάδα είχε δυναμώσει, χαλούσε κόσμο. Η Ουρανίτσα
+συντρόφευε τον πατέρα της στο νυχτέρι.
+
+ — Δεν πας να γύρης, βρε κορίτσι; Για μένα κάθεσαι;
+
+ — Σ' αφίνει να κοιμηθής κι' αυτή η τρελλονοτιά; Λες και θα
+γκρεμιστή το σπίτι! είπε η Ουρανίτσα.
+
+Ο καπετάν Λαλεχός, ο πατέρας της, δεν καταλάβαινε από γυναίκειους
+καϋμούς.
+
+ — Αμ' σπίτι είνε αυτό, για καράβι; μουρμούρισε. Τέτοιες
+φουρτούνες ούτε στο πέλαγο τις απάντησα, πενήντα χρόνων
+καπετάνιος. Καλοτάξιδο όμως. Με όλους τους καιρούς ταξιδεύει.
+Πάντα πρίμα, δόξα νάχη ο Θεός.
+
+Κ' έστρηβε ο καπετάν Λαλεχός τις αλογότριχες κ' έβγαιναν οργιές-
+οργιές οι πετονιές. Είχε κουράγιο να ξημερωθή στο νυχτέρι.
+
+Η Ουρανίτσα κεντούσε μια ποδιά δίπλα του. Όλο κεντούσε και ξύλωνε.
+Ποτέ δεν έκανε τόσες στραβοβελονιές.
+
+ — Αγάντα, Ουρανίτσα! Ζυγώσαμε στη Βενετία. Φανήκανε τα καμπαναριά
+της. Σε λίγο θα φουντάρωμε μες στα κανάλια. Πολιτεία μια φορά!
+
+Η Ουρανίτσα τα ήξερε απόξω τα χωρατά του γέρου. Γύριζε και κύτταζε
+απάνω στον τοίχο, ψηλά-ψηλά, κοντά στο ταβάνι, κρεμασμένα κάτι
+κάδρα της Βενετιάς, που τα είχε φέρει στα νηάτα του ο γέρος από τα
+ταξίδια του.
+
+ — Είνε ωραία η Βενετιά, πατέρα;
+
+ — Ωραία λέει; Ήτανε εκείνα τα χρόνια. Για κύττα το λεοντάρι του
+Σαν-Μάρκου! Πόσες φορές πέρασα από κάτω! Ωραία λέει; Ε! κ' εμείς
+είμαστε ωραίοι τότε. Είκοσι χρονών παιδί, καλή ώρα σαν το Γιαννιό
+τον αρραβωνιαστικό σου. Ποιο λεβέντης ακόμα. Τον καιρόν εκείνο
+είμαστε καλύτεροι από τους σημερινούς. Όσο πάει και ξεπέφτει η
+γενηά. Ας είνε... Ας είχα τα χρόνια του κι' ας ήμουνα κ' ο μισός
+απ' αυτόν. Γελάς ε; Έτσι γελούσε κ' η μάννα σου σαν της μιλούσαν
+για μένα. Καλότυχη! Όμορφη και καλή ήτανε μα κ' οι Βενετσάνες ήταν
+ωμορφότερες. Κόντεψε να με χάση εκείνο τον καιρό η μάννα σου. Δεν
+τη ρωτάς να σου πη;
+
+Και σήκωνε ο καπετάν Λαλεχός τα μάτια του ψηλά στα κάδρα,
+στρήβοντας το άσπρο του μουστάκι με τα χονδρά χέρια, σαν νάστρηβε
+τις αλογότριχες της πετονιάς.
+
+ — Ξενητειά! Μαύρη και σκοτεινή, μα έχει και τα καλά της, ρε
+παιδί. Καλά και καλά. Η πλατέα του Σαν-Μάρκου σου λέει ο άλλος!
+Θαρρώ πως είνε αυτή η ώρα. Τα περιστέρια κατέβαιναν άσπρα σαν το
+χιόνι, ήμερα-ήμερα, κ' ετσιμπούσαν το σταρόσπυρο από τα χέρια
+των κοριτσιών. Τι χέρια, Παναγιά μου. Πιο άσπρα κι' από τα
+περιστέρια. Δεν ήξερες ποιο έτρωγε και ποιο τάιζε. Κ' έλεγα κ' εγώ
+ο χαημένος: νάμουνα περιστέρι να δίπλωνα τα φτερά μου απάνω στις
+πλάτες καμμιάς Βενετσάνας, να μείνω όλη μου τη ζωή εκεί απάνω!
+Μόνο που το συλλογιζόμουνα και τρέμαν τα φυλλοκάρδια μου. Και σα
+γύριζε καμμιά και με γλυκοκύτταζε, ανάμεσα στα περιστέρια,
+μαρμάρωνα στα πόδια μου: Ανοίξανε τα ουράνια! καπετάν Λαλεχό!
+έλεγα μέσα μου... Χαμένες κουβέντες. Τι να πης να περάση η ώρα!...
+
+Και άφινε πάλι τις τρίχες του μουστακιού του ο καπετάν Λαλεχός κι'
+άρχιζε να στρήβη τις αλογότριχες. Η Ουρανίτσα άκουγε και δεν
+άκουγε. Εκατό φορές τις είχε ακούσει τις ίδιες κουβέντες. «Σαν
+ξεκουτιάνη ο άνθρωπος όλο και τα παληά του αναθυμάται». Είχε δίκηο
+η μάννα της που του τώλεγε. Μα η Ουρανίτσα δεν πολυπρόσεχε κι' όλα
+στα λόγια του. Ο νους της ταξίδευε.
+
+Η νοτιά είχε δαιμονιστή. Το σπίτι κουνιότανε συθέμελο.. Από καιρό
+σε καιρό καθώς έσπαζε το κύμα στο μώλο, τα νερά χτυπούσαν τα
+ντζάμια σα χαλάζι. Η γρηά ρουχάλιζε δίπλα, στα ρούχα. «Άλλη
+σοροκάδα», όπως έλεγε ο γέρος. Ο νους της Ουρανίτσας ταξίδευε.
+Όλοι ταξίδευαν εκεί μέσα. Η γρηά με τη σοροκάδα, ταξίδευε κι' αυτή
+στον ύπνο της. Κάποτε κάποτε βογγούσε και τιναζότανε στο στρώμα.
+«Μ' εμένα τάχει, έλεγε ο καπετάν Λαλεχός, η μάννα σου. Θαρρεί στον
+ύπνο της, πως μ' έχει αρπάξει από τα γένεια και με τινάζει, γιατί
+τις μιλάω για τα περιστέρια της Βενετιάς». Ο καπετάν Λαλεχός
+ταξίδευε κι' αυτός, καθώς έστρηβε τις αλογότριχες. Όλο και στα
+κανάλια της Βενετιάς βρισκότανε, όλο και την πλατέα του Σαν-
+Μάρκου έβλεπε μπροστά του. Όλο και περιστέρια πετούσαν γύρω του
+και τα τάιζαν οι Βενετσάνες στα κάτασπρα χεράκια τους. Μα η
+Ουρανίτσα έκανε το χειρότερο ταξίδι από όλους. Ανάμεσα ουρανό και
+πέλαγο, κινδύνευε και θαλασσοπνιγότανε. Και το σπίτι ταξίδευε κι'
+αυτό, ταξίδευε με το σορόκο, σάλευε αλάκερο, έκανε νερά. Ο καπετάν
+Λαλεχός σήκωσε τα μάτια του από την πετονιά σ' ένα τρίξιμο δυνατό
+που έκαναν τα πορτοπαράθυρα.
+
+ — Πρίμα ταξιδεύουμε! είπε, δεν έχομε ανάγκη. Ας φυσάη ως που να
+σκάση.
+
+Η Ουρανίτσα γύρισε το πρόσωπό της. Ο πατέρας της αυτή τη στιγμή
+της φαινότανε σαν ξένος και σαν εχθρός. Καλά έλεγε η μάννα της:
+«Ξεκούτιανε ολότελα».
+
+ — Είνε κακός καιρός στο πέλαγο; είπε σε λίγο χωρίς να γυρίση να
+τον κυττάξη.
+
+Του καπετάν Λαλεχού καρφί δεν του καιγότανε.
+
+ — Καλός-κακός, εμείς πρίμα ταξιδεύομε, είπε πάλι. Τι σε μέλει;
+Γύρε να κοιμηθής.
+
+Η Ουρανίτσα έβραζε μέσα της. Δεν έβγαλε τσιμουδιά κάμποση ώρα. Μα
+δεν μπορούσε να βαστάξη.
+
+ — Κινδύνεψες καμμιά φορά, πατέρα, στη θάλασσα; είπε ξερά-ξερά.
+
+Ο καπετάν Λαλεχος βαρειότανε αυτές τις κουβέντες.
+
+« Η θάλασσα αυτά έχει. Σαν είσαι θαλασσινός αυτά περιμένεις.
+Φουρτούνες και μπουνάτσες για τους θαλασσινούς είνε».
+
+ — Τι τα θέλεις αυτά, παιδί μου, είπε σε λίγο μ' ένα πλατύ
+χασμουρητό. Άνθρωπος είσαι, κάθε στιγμή κινδυνεύεις. Στερηά και
+θάλασσα ένα πράμα είνε. Κ' η στερηά χειρότερη απ' τη θάλασσα.
+
+Η Ουρανίτσα δεν ξαναμίλησε. Σηκώθηκε πεισματικά κ' έφυγε χωρίς να
+πη καληνύχτα.
+
+Ο γέρος ούτε πήρε χαμπάρι. Του φάνηκε πως τον καληνύχτησε.
+
+ — Καληνύχτα! Σύρε να ησυχάσης. Εγώ κάθομαι και μοναχός μου. Μη
+σκοτίζεσαι για μένα.
+
+Ο Γιαννιός δεν πνίγηκε και σ' αυτό το ταξίδι.
+
+ — Έτσι πνίγονται οι άνθρωποι; έλεγε ο καπετάν Λαλεχός. Γατιά είνε
+μαθές να πνιγούν;
+
+Ένα γράμμα ήρθε με καιρό:
+
+«...Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω περί το αίσιον της υγείας σας και
+δεύτερον αν ερωτάτε και δι' εμέ καλώς υγιαίνω».
+
+Τίποτε για ταξίδια και για φουρτούνες. Καλό ταξίδι, κακό ταξίδι
+ένα πράγμα είνε για τους ναυτικούς. Άμα πατήσουν τη στερηά τα
+ξεχνάνε όλα.
+
+ — Τους τα λέω μα δεν καταλαβαίνουν, έλεγε θυμωμένος ο Καπετάν
+Λαλεχός. Γυναικεία μυαλά. Έλαβες γράμμα; Είνε καλά ο άνθρωπος σου;
+Τι κάθεσαι και σκοτίζεσαι; Εφημερίδα θα βγάλη να σου τα πη με το
+νι και με το σίγμα;
+
+«... Εγώ μπαρκάρησα τώρα μ' ένα βαπόρι Θειακό για τη Νέαν Υόρκη.
+Από κει θα σας γράψω πάλι σα θέλη ο Θεός. Να πήτε μόνο της
+Ουρανίτσας να μη στενοχωρεύεται. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Πρώτα ο
+Θεός, μαζί θα κάνουμε τούτη τη Λαμπρή».
+
+Η Ουρανίτσα το είχε μάθει απόξω το γράμμα. Γράμματα δεν ήξερε, μα
+σα βρισκότανε μοναχή της, τώβγαζε κρυφά-κρυφά απ' τον κόρφο της
+και το διάβαζε χωρίς να ξεχωρίζη τα γράμματα. Τι τα ήθελε τα
+γράμματα; Το διάβαζε με την καρδιά της. Η αγάπη της έβαζε μέσα και
+λόγια που δεν τα είχε το γράμμα. Μα από μέσα της ήξερε πως το
+αληθινό γράμμα ήταν αυτό που διάβαζε μοναχή της, μέσα στο σκοτάδι
+της νύχτας.
+
+«Από κει θα σας γράψω πάλι. Άμα πατήσω το πόδι μου στη στερηά θα
+σας γράψω αμέσως. Να πήτε μόνο της Ουρανίτσας μου να μη
+στενοχωρεύεται και μου αρρωστήση. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Πρώτα
+ο Θεός, μαζί με την Ουρανίτσα μου θα κάνουμε Λαμπρή και τούτη τη
+χρονιά. Μόνο να μη στενοχωρεύεται και μου αρρωστήση...»
+
+Ήρθε και η Λαμπρή μα δε φάνηκε ο Γιαννιός. Ούτε γράμμα ούτε
+τίποτε. Ο Γερο-Μαθιός ο γραμματοκομιστής, κάθε φορά που έπιανε
+το βαπόρι στο νησί, περνούσε απόξω απ' το σπίτι με στίβα τα
+γράμματα.
+
+ — Έχομε τίποτα, Μαθιό; ρωτούσε η Ουρανίτσα απ' το παράθυρο.
+
+Τον περίμεν' εκεί από το ξημέρωμα του Θεού κάθε Παρασκευή.
+
+ — Τίποτα, μάτια μου. Άμποτε να είχατε να σας το φέρω τρέχοντας.
+Δεν έχει, παιδί μου.
+
+Και φυλλομετρούσε τη στίβα με τα γράμματα από κάτω από το
+παράθυρο, σαν να ήθελε να βεβαιωθή τάχα άλλη μια φορά.
+
+ — Δεν έχει, σου είπα, μάτια μου. Κάνετε υπομονή. Με το άλλο έχει
+ο Θεός.
+
+Όλο και με το άλλο. Οι βδομάδες και οι μήνες περνούσαν και πάντα
+με το άλλο.
+
+Μια Παρασκευή πρωί η Ουρανίτσα καρτερούσε πάλι στο παράθυρο. Είχε
+γίνει αγνώριστη.
+
+ — Κύττα την πώς έγεινε η γουστερίτσα! έλεγαν τάλλα τα κορίτσια.
+Απ' την κακία της κατάντησε έτσι. Θαρρεί πως αυτή είνε κι' άλλη
+δεν είνε.
+
+Εκείνη τη νύχτα είχε δει ένα παράξενο όνειρο. Ένα κάτασπρο
+περιστέρι με μια κόκκινη κορδέλλα στο λαιμό — καλή ώρα σαν τα
+περιστέρια της Βενετιάς που έλεγε ο πατέρας της — ήρθε κ' εκάθησε
+στο παράθυρό της. Και κάτι βαστούσε στη μυτίτσα του. Μα τι
+βαστούσε δεν μπορούσε να θυμηθή η Ουρανίτσα. Άμα ξύπνησε το είπε
+της μάννας της.
+
+ — Καλό όνειρο, καλότυχη. Γράμμα βαστούσε το περιστέρι στη μυτίτσα
+του. Θα μας φέρη γράμμα. Και κόκκινη κορδέλλα. Το κόκκινο γρήγορο
+είνε. Θάχωμε γράμμα με το δίχως άλλο σήμερα. Δεν έχει^ σωθήκαν τα
+ψέμματα.
+
+Η Ουρανίτσα έγινε κατακόκκινη σαν το τριαντάφυλλο. Η ωμορφιά της
+έλαμψε στην αυγή. Ήταν χαράματα ακόμα. Μα ο ήλιος δεν ήθελε να βγη
+εκείνη την ημέρα. Η ώρα δεν ήθελε να περάση. Ποτέ δεν άργησε τόσο
+να ξημερώση.
+
+ — Δε γίνεται, σήμερα θάχωμε γράμμα, έλεγε μέσα της. Το όνειρο
+ήταν καθαρό και ξάστερο: το κόκκινο θα πη γρήγορο.
+
+Μα σε λίγο πάλι συννέφιαζε ο λογισμός της. Όλο ξανάφερνε στο νου
+της τα λόγια του Λαλεμήτρου.
+
+ — Ο καϋμένος ο Λαλεμήτρος! Αυτός μου λέει την αλήθεια. Όλοι οι
+άλλοι με πλανάνε με τα λόγια.
+
+Απ' τον καιρό που έφυγε ο Γιαννιός, ο Γερο-Λαλεμήτρος είχε βρει
+το μήνα που τρέφει τους ένδεκα. Όλο και στου Καπετάν Λαλεχού
+τριγύριζε. Και πάντα έφευγε με τον μπόγο γεμάτο. Ένας
+γεροφαφούτης, λογάς, ψεύτης, έκοβε κ' έρραβε η γλώσσα του απ' την
+αυγή του Θεού ως τη νύχτα. Εκατό φορές καραβοτσακισμένος, έρημος
+και σκοτεινός, ζούσε με την ελεημοσύνη των χριστιανών. Μα η γλώσσα
+του δούλευε σαν τη ροκάνα. Τον φεύγανε όλοι σαν την ψώρα. «Ό,τι
+θέλεις, Λαλεμήτρο, μα λίγες κουβέντες», τούλεγαν όλοι. Τώρα είχε
+βρει ταγαθά του Θεού, με την Ουρανίτσα. Η γλώσσα του δούλευε με το
+μεροκάματο. Και ο μπόγος γεμάτος σαν έφευγε.
+
+ — Τη μάγεψες, Λαλεμήτρο, τη γουστερίτσα, τούλεγαν τα κορίτσια της
+γειτονιάς. Θέλεις να σου κάνουμε τις προξενειές; Και ξεκαρδίζονταν
+στα γέλια.
+
+ — Ε! τι να κάνωμε, κορίτσια; έλεγε ο Λαλεμήτρος. Της λέω καμμιά
+ιστορία να κάνη χάζι. Σκαλίζω και το περιβολάκι, ποτίζω και τα
+δενδράκια.
+
+Η αλήθεια είνε πως ο Λαλεμήτρος σκάλιζε και το περιβολάκι, πότιζε
+και τα δενδράκια, όπως έλεγε, έλεγε και τις ιστορίες του. Ήταν
+άξιος να κάνη κάθε δουλειά που βάζει ο νους του ανθρώπου, μα στις
+κουβέντες άλλος δεν τούβγαινε. Σαν άρχιζε μάλιστα τα ταξίδια και
+τις φουρτούνες του περνούσε και το Σεβάχ θαλασσινό. Η Ουρανίτσα
+βρήκε εκείνα πούθελε.
+
+ — Αναποδογυρίζουν τα καράβια, Καπετάν Λαλεμήτρο;
+
+ — Ακούς λέει; καρφωμένα είνε να μη γυρίσουν; Δε με ρωτάς να σου
+πω; Πέντε φορές κιντύνεψα να μπατάρω. Αργεί, νομίζεις; Ένα κύμα
+δυνατό, άλλο κύμα σε πλάγιασε. Κοιμήθηκε το καράβι. Σα δεν μπορέση
+να σηκωθή, άλλο κύμα το βρήκε, το μπατάρησε. Άργητα θέλει;
+
+Και άρχιζε ατέλειωτες κουβέντες, παραμύθια με το καντάρι. Να μην
+ήταν αυτός στο τιμόνι, αλλοίμονο! Θα είχαν χαθή όλα τα καράβια του
+κόσμου.
+
+ — Πού καπετανέοι τώρα σαν και μας; έλεγε πάντα στο τέλος της
+κουβέντας αναστενάζοντας.
+
+Και η Ουρανίτσα αναστέναζε μαζί του που χάθηκαν τώρα οι παληοί
+καπετανέοι σαν τον Λαλεμήτρο, να μην έχη κι' ο Γιαννιός ένα σαν
+κι' αυτόν, να ταξιδεύη στα σίγουρα.
+
+ — Και αν μπατάρη το καράβι, Καπετάν Λαλεμήτρο, πνίγονται οι
+ανθρώποι;
+
+ — Νάταν κι' άλλοι, έλεγε ο Λαλεμήτρος. Ούτε κοκκαλάκι δε
+βρίσκεται.
+
+Και σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια. Η Ουρανίτσα
+κεντούσε απάνω στο πεζούλι της αλτάνας.
+
+ — Πες μου, Καπετάν Λαλεμήτρο, σα δεν αναποδογυρίζουν τα καράβια,
+έχουνε άλλο φόβο στη θάλασσα;
+
+Ο Λαλεμήτρος έπαιρνε φωτιά.
+
+ — Έχουνε, λέει; Αμ' δε βάζεις τους τράκους; Πού τους αφίνεις τους
+τράκους; Ο Θεός να φυλάη! Εκεί που ταξιδεύεις όπως θέλει ο Θεός,
+πέφτει ο άλλος σαν το στραβό απάνω σου και σ' έκοψε στα δύο. Τώχει
+τίποτε ο Εγγλέζος στο μεθύσι του απάνω να σε κάνη χίλια κομμάτια;
+Τι τον μέλει αυτόν; Σ' έκοψε και τραβάει τη δουλειά του. Εγγλέζος
+είν' αυτός!
+
+Η Ουρανίτσα κατάπινε τα λόγια του Λαλεμήτρου σα φαρμάκι. Μα κάτι
+την έτρωγε μέσα της, νακούη κι' άλλα. Όρεξι να είχε να λέη ο Γερο
+— Λαλεμήτρος κ' η όρεξι δεν τούλειπε.
+
+ — Αμ' οι ξέρες, Καπετάν Λαλεμήτρο;
+
+ — Μην τα γυρεύης, παιδί μου! Σαν ταξιδεύης η ζωή σου σε μεταξωτή
+κλωστή κρέμεται. Οι ξέρες! Ούτε το διάβολο ναπαντήσης ούτε το
+σταυρό σου να κάνης. Όσο κυττάς να τις ξεφύγης, τόσο πας και
+πέφτεις σαν το στραβό πουλί απάνω τους. Θάλασσα είνε αυτή. Τύφλα
+νάχουν οι χάρτες και τα φανάρια! Εδώ σκοντάφτεις στο δρόμο που
+περπατάς μέρα μεσημέρι. Όχι στη θάλασσα, στα σκοτάδια και στις
+καταχνιές.
+
+Κι' άρχιζε πάλι ατέλειωτες ιστορίες. Τελειωμό δεν είχε. Εκατό
+φορές τα είχε πει και ξαναπεί και πάλι άρχιζε ξαναρχής. Και τη
+Γοργόνα ακόμη και τη Γοργόνα την είχε δει.
+
+ — Ο Θεός με φώτισε, παιδί μου. Καθόμουνα απάνω στο κάσσαρο.
+Ταξιδεύαμε πρίμα. Μια βραδυά χαρά Θεού. Άξαφνα ακούμε μια φωνή από
+μακρυά σαν τρόμπα-μαρίνα. Τι φωνή ήταν εκείνη; Ακόμα βουίζουν
+ταυτιά μου. «Ζη ο Μέγας Αλέξανδρος;» Κερώσαμε όλοι. Άξαφνα σα
+φώτησι Θεού να μου ήρθε. Μια και δυο απάνω στο άλμπουρο. Παίρνω
+μια δυνατή ανάσσα και φωνάζω με όλη μου τη δύναμη. «Ζη και
+βασιλεύει!» Και πάλι τα ίδια. Τρεις φορές η Γοργόνα, τρεις κ' εγώ.
+Και περάσαμε. Ειδεμή αλλοίμονο σε μας· θα μας είχε καταπιεί η
+θάλασσα.
+
+Ο Λαλεμήτρος σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια και ο
+μπόγος γεμάτος κάθε βράδυ. Το μερδικό του δεν έλειπε απ' όλα τα
+καλά. Μα τα λόγια του κατέβαιναν σα φαρμάκι στην καρδιά της
+Ουρανίτσας. Όλη τη νύχτα τράκους και ξέρες ωνειρευότανε. Κι' ο
+Γιαννιός της επάλευε με το χάρο, θαλασσοπνιγότανε. Και ζητούσε
+βοήθεια. Η Ουρανίτσα ξαφνιζότανε στον ύπνο της, άκουγε τόνομά της
+«Ουρανίτσα μου, χάθηκα!» Πεταγότανε από το στρώμα σαν την τρελλή.
+Τίποτε. Ήταν όνειρο. Μόνο η νοτιά βούιζε όξω, και τα κύματα, που
+σπάζανε στο μώλο, χτυπούσαν στα τζάμια σα χαλάζι.
+
+...Εκείνο το πρωί σηκώθηκε ήσυχη κ' ευχαριστημένη. Είχε δει καλό
+όνειρο. Θαρρούσε πως το έβλεπε ακόμα το άσπρο περιστεράκι με την
+κόκκινη κορδελίτσα, που ήρθε και κάθησε στο παράθυρο της
+ξαποσταμένο.
+
+Μα ένα σύννεφο πάλι πέρασε και θόλωσε το λογισμό της. Τα λόγια του
+Λαλεμήτρου βουίζαν σταυτιά της.
+
+ — «Σαν ταξιδεύης η ζωή σου σε μεταξωτή κλωστή κρέμεται». Κ' εγώ
+περιμένω γράμμα. Στέλνουν γράμματα οι πεθαμένοι στους ζωντανούς;
+
+Και ωστόσο πρόσμενε στο παραθύρι. Τι πρόσμενε και η ίδια δεν
+ήξερε.
+
+Το βαπόρι ήρθε στην ώρα του. Ο κόσμος ήταν μαζεμμένος κάτω στο
+μώλο απόξω από τους καφενέδες. Δυο-τρεις επιβάτες βγήκαν από τις
+βάρκες. Μαζί μ' αυτούς κι' ο Μιχαληός ο Καλόγνωμος, χρόνια
+φευγάτος στην Αυτραλία. Τον τριγύριζαν με περιέργεια και αγάπη.
+Κι' αυτός τους έλεγε, τους έσφιγγε τα χέρια, γελαστός και
+πρόσχαρος. Όλοι ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν. Μέσα στις ξεκομμένες,
+βιαστικές κουβέντες κάτι παράξενο νέο τους έφερνε. Άλλοι κουνούσαν
+το κεφάλι, άλλοι μουρμούριζαν κ' έφευγαν. Κοντά σε όλους και ο
+Μαθιός με το φάκελλο του ταχυδρομείου.
+
+Είχαν χυθή να του τον αρπάξουν από τα χέρια. Ο Μαθιός
+αντιστεκότανε.
+
+ — Δεν μπορώ, παιδιά. Θα πάω στο γραφείο. Δεν μπορώ νανοίξω το
+φάκελλο. Ό,τι έχετε θα το λάβετε.
+
+Πολλοί τον ακολούθησαν από πίσω.
+
+Σε λίγο ο Μαθιός με τη στίβα τα γράμματα στα χέρια ξεκίνησε για τη
+διανομή. Στο δρόμο κοντοστάθηκε, δεν ήθελε να περάση από το σπίτι
+του Λαλεχού. Φοβότανε τις κακοτοπιές. Μα τι να κάμη; Εκεί δίπλα
+είχε να δώση γράμμα. Δεν μπορούσε να κάμη αλλοιώς. Έκαμε κουράγιο
+και τράβηξε. Από μακρυά το μάτι του πήρε την Ουρανίτσα στο
+παράθυρο. Έκαμε να στρήψη το σοκάκι, μα ήταν αργά. Το πήρε απόφασι
+και προχώρησε με αποφασιστικό βήμα.
+
+ — Καλώς το Μαθιό. Άργησες, καλότυχε. Το γράμμα... Φέρε μας το
+γράμμα.
+
+Και άπλωσε το χέρι από το παράθυρο, να πάρη το γράμμα.
+
+Ο Μαθιός κοντοστάθηκε, ξαφνισμένος.
+
+ — Μακάρι να είχα, παιδί μου. Στο χέρι μου είνε; Με το άλλο, πρώτα
+ο Θεός, ελπίζω να σας ευχαριστήσω. Κάνετε υπομονή.
+
+ — Δε γίνεται, είπε η Ουρανίτσα. Το γράμμα τώχω. Ψάξε να το βρης.
+
+Είχε γίνει χλωμή σαν τη ζαφορά.
+
+ — Θα σε γελάσω, παιδί μου; Δεν έχει σου λέω.
+
+ — Βαριέσαι να ψάξης, Μαθιό. Τόσα γράμματα έχεις στα χέρια σον. Θα
+είνε μέσα και το δικό μας. Δε γίνεται...
+
+Ο Μαθιός έκανε πως ψάχνει τάχα.
+
+ — Δεν ξέρω εγώ, παιδί μου, τι έχω; Να! ορίστε, όλα τα γράμματα.
+Δεν έχει, σου λέω. Σαν είχα σας έφερνα. Με το άλλο.
+
+Η μάννα της Ουρανίτσας, που άκουσε τη λογομαχία, πρόβαλε στο
+παράθυρο. Πώς μπορούσε να μην έχη γράμμα; Το όνειρο ήταν καθαρό.
+Ποτέ δε λαθεύτηκε.
+
+ — Μαθιό, να ψάξης να βρης το γράμμα. Ο γαμπρός μας μάς έγραψε. Να
+ψάξης να το βρης.
+
+Ο Μαθιός δεν μπορούσε να εξηγήση την επιμονή τους.
+
+ — Σα σας έγραψε θα το λάβετε. Τι να σας πω; Με το άλλο θα το
+λάβετε.
+
+ — Δεν έχει άλλο και ξεάλλο. Να ψάξης να βρης το γράμμα.
+
+ — Μη με χασομεράς, κυρά μου, είπε ο Μαθιός. Δεν τώφαγα το γράμμα
+σας. Σαν είχα σας τώδινα.
+
+Το αίμα τού είχε ανεβή στο κεφάλι. Έκαμε να φύγη.
+
+ — Πού πας; Να ψάξης να μας βρης το γράμμα. Σαν τώχασες να πας να
+το βρης.
+
+ — Μπορεί και να χάθηκε, είπε πάλι ο Μαθιός.
+
+Από μέσα του τους λυπότανε κιόλα.
+
+ — Μπορεί και να χάθηκε στα δρόμο. Εδώ ανθρώποι χάνονται.
+
+ — Δε χάθηκε στο δρόμο. Εσύ τώχασες.
+
+ — Δε χάνω γράμματα. Ξεφορτωθήτε με. Ώρα καλή!
+
+Η γρηά πετάχτηκε η μισή από το παράθυρο.
+
+ — Να συμμαζέψης τη γλώσσα σου, μπεκρούλιακα! Μεθάς και χάνεις τα
+γράμματα των χριστιανών. Έννοια σου και θα δης ποια είμ' εγώ.
+
+Ο Μαθιός είχε γίνει κόκκινος σαν τον αστακό, από το θυμό μου.
+
+ — Πας να με ξεφορτώνεσαι, γρηά στρίγγλα, μουρλή, ξεκουτιάρα; Πρωί
+— πρωί.
+
+Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν μαζευτή ολόγυρα. Οι γειτόνισσες
+βγήκαν στις πόρτες και στα παράθυρα. Μεγάλο σούσουρο γινότανε. Η
+γρηά ξεφώνιζε σαν τρελλή. Η Ουρανίτσα ήτανε σαν το φλουρί, τα
+μάτια της είχαν βουρκώσει. Να σου και φάνηκε από το καντούνι ο
+Καπετάν Λαλεχός. Σαν τον είδε η γρηά άρχισε τα κλάματα,
+ταναφυλλητά.
+
+ — Τι τρέχει; Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι είνε τούτο το κακό;
+
+Η γρηά ξεφώνιζε:
+
+ — Ακούς εκεί νοικοκυρά γυναίκα να με πη στρίγγλα! Ο
+μπεκρούλιακας! Κ' έκλαιγε σαν το μωρό παιδί.
+
+ — Σα δε συμμαζώνης τη γλώσσα σου; είπε πάλι, πιο μαζεμμένος τώρα,
+ο Μαθιός. Άνθρωπος είμαι κ' εγώ. Αίμα έχω στις φλέβες μου.
+
+Ο Καπετάν Λαλεχός στάθηκε μια στιγμή, ως που να καταλάβη τι
+γίνεται, ακουμπώντας στη μαγκούρα του. Οι γυναίκες τριγύρω
+μουρμούριζαν από τα παράθυρα.
+
+ — Δεν έκανε καλά. Να βρίση νοικοκυρά γυναίκα. Πού ακούστηκε; Να
+την πη στρίγγλα!
+
+Του Καπετάν Λαλεχού του ανέβηκαν τα αίματα στο κεφάλι.
+
+Αργούσε να τον πιάση, μα σαν τον έπιανε το μπουρί ο Θεός φυλάξοι.
+
+ — Εσύ βρε έβρισες τη γυναίκα μου; Και γούρλωσε τα μάτια του.
+
+ — Ας μη μ' έβριζε κι' αυτή! είπε ο Μαθιός κ' έκαμε να φύγη.
+
+ — Πού πας, βρε χαμάλη, μπεκρούλιακα!...
+
+Εσήκωσε τη μαγκούρα και του την κατάφερε κατακέφαλα.
+
+Το κούτελο του γέμισε αίματα. Τον άρπαξε από το λαιμό. Σε λίγο οι
+δύο γέροι κυλιόντουσαν στο χώμα. Οι γυναίκες χαλούσαν τον κόσμο.
+Φωνές, κλάματα, ξεφωνητά, στριγγλιές, μαλλιοτραβήγματα. Μπήκαν και
+τους χωρίσανε. Ο Μαθιός σηκώθηκε, σκουπίζοντας το κούτελό του. Τα
+παιδιά του μάζεψαν τα γράμματα, που είχανε σκορπίσει στα χώματα. Ο
+Μαθιός τραβήχτηκε μουρμουρίζοντας φοβέρες. Σαν πήγε λίγο μακρύτερα
+κοντοστάθηκε κ' έβαλε τις φωνές, σαν ντελάλης:
+
+ — Φταίω γω που σας λυπήθηκα παληοθηλυκά και δε σας τώλεγα καθαρά
+και ξάστερα. Από ποιόνε περιμένετε γράμματα; Ο γαμπρός σας δεν
+αδειάζει να σας γράψη... Παντρεύτηκε! Νάταν κι' άλλος.
+
+Μια νεκρική σιωπή χύθηκε τριγύρω.
+
+Μια φωνή γυναικεία ακούστηκε έπειτα:
+
+ — Να φας τη γλώσσα σου! Ψεύτη!
+
+Ο Μαθιός έβαλε μια δυνατώτερη φωνή, καμπανίζοντας τα λόγια του ένα
+— ένα, σταράτα, σαν ντελάλης:
+
+ — Εγώ ψεύτης! Σύρτε στο γιαλό να μάθετε τα μαντάτα. Ο Μιχαληός ο
+Καλόγνωμος εδώ είνε. Ό,τι έφτασε από την Αουστράλια. Σύρτε να
+μάθετε τα μαντάτα.
+
+Τα λόγια του Μαθιού έπεσαν σαν αστροπελέκι από τον ουρανό. Όλοι
+βουβάθηκαν. Και ύστερα τίποτε. Ένα παράθυρο μόνο έκλεισε δυνατά
+και ο κόσμος άρχισε να σκορπίζη, μουρμουρίζοντας.
+
+Δύο κορίτσια πέρασαν μπροστά στο Μαθιό, που σκούπιζε το κούτελο
+του απ' τα αίματα.
+
+ — Την είδες την γουστερίτσα πώς έγινε!
+
+Και βαστούσαν τα γέλια με κουνήματα και σπρωξίματα.
+
+
+Ξημέρωσε η Κυριακή, μαύρη Κυριακή!
+
+ — Να όψεται ο αίτιος, που πήρε το κορίτσι στο λαιμό του.
+
+Έλεγε ο Παπα-Δημήτρης κάτω στον καφενέ. Όλοι με τα μάτια
+βουρκωμένα τον άκουγαν. Κάποιος γύρισε και κύτταξε τον Μαθιό
+στριμωγμένο σε μια γωνιά.
+
+ — Σαν την έβαλε ο Πειρασμός και πήγε και πνίγηκε, τι φταίω εγώ;
+είπε ο Μαθιός. Και ο Λαλεμήτρος, που τον έβγαλε ο Θεός στη μέση,
+ξημερώματα του Θεού, στραβομάρα είχε να τρέξη να την αρπάξη, να
+την πάη σπίτι της; Μόνο λέει τώρα πως δεν πήγε ο νους του πως ήταν
+η Ουρανίτσα. Καθώς κατέβαινε, λέει, στο γιαλό, ασπροντυμένη, την
+πήρε για νεράιδα και σκιάχτηκε. Δεν περπατούσε, λέει. Του φάνηκε
+πως περνούσε σιγαλά απάνω στον αέρα, σα φάντασμα. Και την άφησε
+και πνίγηκε για το σπολλάτη, για τα καλά που είδε. Να όψεται.
+
+Είχαν όλοι κατεβασμένα τα μούτρα. Τέτοια συφορά είχε καιρό
+νακουστή στο νησί.
+
+ — Η δουλειά σου σένα δεν ήτανε να φέρης τα μαντάτα, είπε ο παπάς.
+Να δίνης τα γράμματα σου και να σωπαίνης.
+
+ — Σα με βρίσανε, παπά μου, και με σκοτώσανε, δεν ήξερα κ' εγώ τι
+έλεγα. Ο διάβολος μ' έσπρωξε. Τι να πω κ' εγώ;
+
+ — Τι φταίει κι' ο κακομοίρης ο Μαθιός; είπε ο Παντελής ο
+καφετζής, ο μπατζανάκης του. Είνε πράμματα να κρυφτούν αυτά; Αν
+δεν ήταν σήμερα, θα ήταν αύριο.
+
+ — Ο Πειρασμός την έσπρωξε να χάση την ψυχή της! Ξαναείπε ο
+Μαθιός.
+
+ — Φταίει κι' ο πατέρας της, ξαναείπε σε λίγο. Του κοριτσιού του
+ήρθε φρένα. Σημαδιακά λόγια τους έλεγε. «Εγώ θα πάω να τονέ βρω,
+δεν μπορώ να κάνω μοναχή μου. Θα πάω να τονέ βρω». Έλεγε και καλά
+πως ο Γιαννιός πνίγηκε. Δεν ήθελε να πιστέψη πως παντρεύτηκε.
+Έλεγε πως τη γελούνε. «Βρε παιδί μου, κάθεσαι και χάνεσαι για έναν
+άνθρωπο που σε παράτησε και πήγε και παντρεύτηκε στα ξένα; Δεν
+ήταν άνθρωπος για σένα. Γαμπροί άλλο τίποτε. Θα βρης άλλον
+καλύτερο, όπως σου αξίζει». Αυτή τίποτε. «Ο Γιαννιός μου πνίγηκε.
+Τον πήρε η θάλασσα απ' την κουβέρτα. Τα κοκκαλάκια του στην
+αμμουδιά τα δέρνει η θάλασσα. Θα πάω να τονέ βρω». Σημαδιακά
+λόγια. Πού είχε τα μάτια του ο Γερο-Λαλεχός;
+
+Ο Μαθιός ήθελε να βγάλη ένα βάρος απ' την ψυχή του. Μέσα του
+θαρρούσε πως κάτι έφταιγε κι' αυτός. Μα πάλι έλεγε με το νου του:
+«Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε. Της είπα πως παντρεύτηκε. Αν με
+πίστευε δε θα πνιγόταν κι' αυτή. Μα βλέπεις ο Πειρασμός της έβαλε
+στο νου πως πνίγηκε. Και πήγε να τονέ βρη».
+
+ — Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε! είπε σε λίγο δυνατά. Ποιος της
+είπε πως πνίγηκε; Εγώ της είπα πως παντρεύτηκε!... Άλλο πνιγμένος
+στη στερηά κι' άλλο στη θαλασσα.
+
+ — Έχει δίκηο ο Μαθιός! είπε πάλι ο μπατζανάκης του. Μήπως της
+είπε πως πνίγηκε; Σα γύρισαν τα μυαλά της, τι φταίει ο Μαθιός;
+
+Ο Μαθιός πήρε λίγο απάνω του. Άρχιζε να παρηγοριέται και μοναχός
+του και οι βρισιές της γρηάς Λαλεχίνας του ήρθαν πάλι στο νου του.
+
+ — Τη γρουσούζεψε κι' αυτή η μάννα της με τη γρίνια της, όπως
+έφαγε και τον άντρα της και τον ξεκούτιανε. Τώρα τάβαλε με κείνον.
+Όλα ο γέρος τα φταίει. Έτσι, λέει, ήταν κι' αυτός ξελογιασμένος
+σαν το γαμπρό που διάλεξε. Προχτές σα γυρίσανε από το λείψανο την
+έπιασαν τα δαιμόνιά της. «Από σένα έχασα το κορίτσι μου, του
+έλεγε. Πήγες και διάλεξες το γαμπρό σαν τα μούτρα σου». Και καθώς
+την πιάνανε τα δαιμόνια άρπαζε κάτι κάδρα της Βενετιάς, που είχε
+φερμένα ο γέρος στα νιάτα του, και τα πέταε από το παράθυρο. Τι
+της έφταιγαν τα κάδρα;
+
+ — Γυναικεία μυαλά! είπε ο Κυρ-Φώτης ο Πάρεδρος· δεν βρίσκεις
+άκρη.
+
+Έλεγε ο ένας το κοντό του κι' ο άλλος το μακρύ του. Αλλοίμονο σ'
+αυτήν που χάθηκε! Η θάλασσα όξω βούιζε. Τα κύματα έσπαζαν στο μώλο
+αγριεμμένα. Μέσα στο βουητό της θάλασσας μια φωνή μεθυσμένου
+έσχιζε τον αέρα:
+
+ «Μες στον αφρό της θάλασσας η αγάπη μου κοιμάται...
+ Παρακαλώ σας κύματα μη μου την εξυπνάτε».
+
+Ο Μαθιός, που είχε τραβήξει δύο-τρία ρόμια για να παρηγορηθή,
+κούνησε το κεφάλι του.
+
+ — Να ένας χριστιανός που πήρε την απόφασι να πνιγή στη στερηά,
+είπε. Το κακό είνε που, σαν πέση κι' αυτουνού η αγαπητικιά του να
+τονέ βρη στη θάλασσα, δε θ' ανταμωθούν ποτέ...
+
+Κανένας δεν του αποκρίθηκε. Μόνο η βοή της θάλασσας επάλευε με τη
+φωνή του μεθυσμένου:
+
+ «Παρακαλώ σας κύματα μη μου την εξυπνάτε».
+
+
+
+ΚΡΑΣΟΚΑΤΑΝΥΞΗ
+
+
+
+Ως που να γίνη το κρασί κρασάκι περάσανε πενήντα χρόνια. Κι' άλλα
+τόσα ως που να γίνη ο Καπετάν Δημήτρης Μπαρμπα-Δημητρός. Νέος
+ακόμα ναύτης, λοστρόμος κ' έπειτα καπετάνιος δεν το αγαπούσε το
+κρασί.
+
+ — Δεν το θέλω το κρασί. Δεν το κάνω χάζι. Με πειράζει.
+
+Βία να πιή ένα εκατοσταράκι στο φαγί του. Κι' αυτό με το νερό.
+«Βαπτισμένο», όπως έλεγε ο σύγγαμπρός του ο Παπα-Θανάσης. Ο Παπα-
+Θανάσης πάλι στο φαγί του δεν έπινε καθόλου, σταλιά.
+
+Όταν έμπλεκε όμως με παρέες ο Παπα-Θανάσης κατέβαζε τον Ιορδάνη.
+
+ — Πού και πού χρειάζεται, έλεγε. Να ξυπνούν τα αίματα!
+
+Όταν άφησε τη θάλασσα ο Καπετάν Δημήτρης, καραβοτσακισμένος και
+θεόφτωχος, με δώδεκα δραχμές σύνταξι, ύστερ' από πενήντα χρόνια
+δούλεψι — τα μισά του τάφαγαν οι καπετανέοι και τα λιμεναρχεία —
+χωρίς να το καταλάβη έγινε Μπαρμπα-Δημητρός, επιστάτης για χρόνια
+στα σχολεία, με το βούρβουλα στα χέρια, και χωρίς να το καταλάβη
+πάλι πήρε τις συνήθειες του μακαρίτη του Παπα-Θανάση, του
+σύγγαμπρού του. Στο φαγί του έπινε νερό-νεράκι· στα έκτακτα
+κατέβαζε τον Ιορδάνη. Το κρασί έγινε κρασάκι.
+
+ — Η σφαίρα γυρίζει, η πολιτική αλλάζει. Αυτά έχει ο παληόκοσμος!
+Το κρασάκι μας έμεινε!
+
+Και με το δίκηο του ο Μπαρμπα-Δημητρός. Τι είχε να δη στον κόσμο;
+Μέσα σε πενήντα χρόνια τα μάτια του είδαν καν και καν. Έχασε ό,τι
+είχε και δεν είχε· έχασε τα υπάρχοντά του· τη γρηά του την
+πάντρεψε· τα παιδιά του τάστειλε αποκεί που ήρθαν· το φως του
+τάφησε το μισό στο πέλαγο και μόνο τα πόδια του πληθύνανε. Από δυο
+γινήκανε τρία.
+
+ — Και με τη βοήθεια του Θεού θα ταυγατίσω ακόμα, έλεγε. Να
+περπατώ με τέσσερα, να κυνηγάω τα μούλικα στα σοκάκια.
+
+Η μόνη του παρηγοριά έμεινε το κρασάκι. Πιο πιστό κι' απ' τη
+γυναίκα κι' απ' τη θάλασσα, κι' απ' όλα ταγαθά του κόσμου. Ας είνε
+καλά ταμπέλια του Θεού. Οι βαρέλλες δεν αδειάζουν ποτέ. Κι' αν
+αδειάσουν, ξαναγεμίζουν...
+
+ — Αυτό, που λες, δε θα μαρνηθή ποτέ. Ποτέ δε θα μαρνηθή. Τύφλα
+νάχουνε γυναίκες κ' υποστατικά και πλεούμενα και παιδιά και
+σκυλιά. Όλα μαρνηθήκανε και φύγανε. Πάνε. Αυτό δε θα μαφήση, αν
+δεν ταφήσω. Η ψυχή μου θα βγαίνη κι' ο παπάς θα με δροσίζη με το
+κουταλάκι... Αυτά είνε που σου λέω, Καπετάν Βαγγέλη. Και να μακούς
+εμένα και να μαγαπάς.
+
+Ήσαν οι δυο γέροι στην ταβέρνα του Σπανού, κάτω στο γιαλό, στο
+κρυφό τραπεζάκι πίσω απ' το τεζάχι. Την είχε τη θέσι χρονικής ο
+Μπαρμπα-Δημητρός. Όχι πως ήθελε να κρυφτή απ' τα μάτια του κόσμου.
+Μια πεντάρα δεν έδινε. Μα τουρχότανε βολικά εκεί σταπόμερο. Πρώτα
+είχε τις βαρέλλες δίπλα του, τις κύτταζε και τις καμάρωνε: το
+μοσχάτο, το μπρούσκο, το κοκκινέλι, το λιαστό... Κρασιά και
+κρασιά. Να πιή και να μεθύση η Οικουμένη. «Άγια χώματα η πατρίδα.
+Ρουφάει το νεράκι του Θεού και σου δίνει εφτά λογιών κρασί».
+Έπειτα εύρισκε την ησυχία του εκεί σταπόμερο. Δεν έκανε χάζι τον
+κόσμο. Αυτά τα παιδιά, με τα πλατειά ζουνάρια και τα μουστάκια τα
+στρημμένα, του χαλούσανε το στομάχι. Ούτε τα φερσίματά τους, ούτε
+τα λόγια τους, ούτε τα τραγούδια τους ήθελε να τακούη. Όλο και
+σαχλαμάρες. Πολιτική, κουβέρνο, συνδυασμοί, κωλυσιεργίες, ένα σωρό
+αηδίες. Αυτές ήταν οι κουβέντες τους. Κ' ύστερα φραγκοτράγουδα,
+γκαρίσματα, μπάσα και πρίμα, σωστές πριμαντόνες. Λίγο κρασί και
+πολλά φούμαρα. Γυναικοδουλειές, ερωτοδουλειές, ξεράσματα. Εκεί στη
+γωνιά του εύρισκε την ησυχία του. Κάλλια μονάχος. Μονάχος ως που
+να φανή κανένας άνθρωπος σωστός, του παλαιού καιρού.
+
+Από το σούρπωμα ήτανε εκεί ο Μπαρμπα-Δημητρός. Αυτό το βράδυ είχ'
+αργήσει να φανή η παρέα του. Δηλαδή, να πούμε, ο Καπετάν Βαγγέλης.
+Ο Μπαρμπα-Δημητρός τράβηξε ωστόσο τα κρασάκια του, σιγά-σιγά.
+Όλο και κύτταζε κατά την πόρτα· μα ψυχή δε φαινότανε. Ήρθανε κάνα
+— δυο παρέες. Κάνανε να του πιάσουν κουβέντα:
+
+ — Μπα! μονάχος, Μπαρμπα-Δημητρό! Τι την έκανες την παρέα σου;
+
+Τίποτε ο Μπαρμπα-Δημητρός. Ούτε γύρισε να τους κυττάξη. «Τι τις
+θέλεις τις κουβέντες;» έλεγε μέσα του. «Ας τους να λένε».
+
+Μπήκε άλλος.
+
+ — Καλημέρα, Μπαρμπα-Δημητρό.
+
+Ο Μπαρμπα-Δημητρός τίποτε.
+
+ — Είπαμε, καλημέρα! ξαναείπε ο νεόφερτος.
+
+ — Την κακή ψυχρή σου μέρα.
+
+ — Ευχαριστώ! είπε ο νεόφερτος. Δεν του κακοφάνηκε.
+
+ — Τίποτα, τίποτα! μουρμούρισε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
+
+Τράβηξε άλλο ένα κρασάκι. «Έτσι θέλουν αυτοί για να ησυχάσουν»,
+είπε μέσα του.
+
+Είχε νυχτώσει. Ότε άναβε το παιδί το φανάρι φάνηκε ο Καπετάν
+Βαγγέλης στην πόρτα. Κοντοστάθηκε, έρριξε μια ματιά ολόγυρα και
+τράβηξε ολόισα κατά το τεζάχι και κάθησε αντίκρυ στον φίλο του.
+Ούτε «καλησπέρα» ούτε «καλή σου σπέρα».. Αγροικηθήκανε με τα
+μάτια.
+
+ — Μονομπράτσο το πήρε! είπε κάποιος από τη γειτονική παρέα.
+Ύστερα θα πάρη τις βόλτες.
+
+ — Ας τους να λένε! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
+
+Ο Σπανός ξαναγέμισε το εκατοστάρι. Οι γέροι κουτσόπιναν. Ούτε
+μιλιά, ούτε λαλιά. Ωστόσο θάλεγες πως αγροικούνταν από μέσα τους,
+πως είχανε μεγάλη κουβέντα, μια κουβέντα χωρίς λόγια, που δεν την
+έκοβαν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι φωνές, ούτε τα χτυπήματα των
+ποτηριών που γέμιζαν την ταβέρνα. Στο τέλος της παράξενης αυτής
+κουβέντας ήσανε πάντα σύμφωνοι κ' οι δυο.
+
+ — Έτσι που λες, Καπετάν Βαγγέλη.
+
+ — Έτσι βέβαια. Αμ' πώς; Και τρακάριζαν τα ποτήρια.
+
+Η κουβέντα αυτή βάσταξε ώρες. Και πάντα σύμφωνοι.
+
+ — Έτσι που λες,
+
+ — Έτσι βέβαια. Αμ' πώς;
+
+Είχε νυχτώσει. Οι παρέες σιγά-σιγά αδειάσανε το μαγαζί.
+Πηγαίνανε και «παρακάτω», να δοκιμάσουνε κι' άλλα κρασιά. «Οι νέοι
+μουδιάζουνε γλήγορα στον ίδιον τόπο. Θέλουνε κούνημα... Ο γέρος,
+άμα καθήση, κάθησε», έλεγε ο Καπετάν Βαγγέλης. «Ως που να καθήση,
+και να μη σηκωθή», επρόσθετε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
+
+ — Έτσι δεν είνε; Πώς;
+
+ — Έτσι βέβαια, αμ' πώς;
+
+Σαν έμειναν μόνοι οι δυο γέροι άρχισαν να μιλούν και φωναχτά.
+
+ — Σαν να πέρασε η ώρα! είπε ο Καπετάν Βαγγέλης.
+
+ — Ώρες κυττάς τώρα! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.
+
+ — Δεν τις κυττάω εγώ. Τις κυττάει η γερόντισσα, αποκρίθηκε
+αναστενάζοντας ο Καπετάν Βαγγέλης. Εσύ την πάντρεψες και ησύχασες.
+Ποιος σ' ερωτάει;
+
+Ο Μπαρμπα-Δημητρός το γύρισε στο μεράκι.
+
+ — Τρομάρα μου. Ώμορφος κατάντησα. Σαν το σκυλί στο δρόμο. Ας είχα
+τη γρηούλα κι' ας μούλειπαν τα καλά μου.
+
+Τον είχε πάρει το παράπονο.
+
+ — Αυτά έχει ο κόσμος, είπε ο Καπετάν Βαγγέλης. Όποιο δεν τάχει,
+ταπογυρεύει.
+
+ — Το θυμάσαι το Μοσχαδώ; ρώτησε άξαφνα ο Μπαρμπα-Δημητρός.
+
+Τα μάτια του γυαλίζανε. Η φωνή του αντρειεύτηκε.
+
+ — Το θυμάμαι, λέει; Σαν νάνε τούτη η ώρα.
+
+ — Θεός σχωρέσ' την. Άγια γυναίκα.
+
+ — Κι' ωμορφούλα, παχουλή, σερπετή. Σου πήρε τα μυαλά.
+
+ — Ωμορφούλα, λέει;
+
+Η φωνή του Μπαρμπα-Δημητρού όλο και αντρείευε. Έστησε το κορμί του
+ολόρθο και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. Έστρηψε και το
+μουστάκι με τα δυο δάχτυλα.
+
+ — Άιντε ντε!... Αμ' αν δεν ήτανε τέτοια, δεν έτρωγα τα σίδερα να
+την πάρω. Πέντε χρόνια αγάπη.
+
+ — Πέντε, αι;
+
+ — Πέντε σωστά. Μ' έφαγε στο νάζι και στα πεισματικά. Μωρέ το
+θυμάσαι το Μοσχαδώ;
+
+ — Ακούς, λέει!
+
+ — Πέντε χρόνια, που λες! Στράγγισα στα πόδια μου. Ανήμερα τα Φώτα
+ήτανε, που μου μπήκε ο διάολος μέσα μου Βγήκε απ' τα νερά και μου
+μπήκε μέσα στα σωθικά μου. Γύριζα από ταξίδι. Τραβούσα το δρόμο
+κατά το σπίτι. Ζούσε ακόμα η συχωρεμένη η μάννα μου. Εκεί κατά το
+μαχαλά μας βλέπω κάτι κορίτσια στην πόρτα. Ποιος γύριζε να
+κυττάξη; Χορτασμένο το μάτι μας από τέτοια πράμματα. Άξαφνα ακούω
+μια φωνή: — «Καλώς ώρισες, καπετάνιο!» — «Καλώς σας βρήκαμε». Βρε
+τι ήτανε εκείνο; Με χτύπησε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Έλα Κύριε!
+είπα μέσα μου. Τ' είνε τούτο το κακό; Γυρίζω και βλέπω. Θαμπώσανε
+τα μάτια μου. Χαμογελούσε και κοκκίνιζε σαν παπαρούνα, οι άλλες
+βαστούσανε τα γέλια τους. Κοντοστάθηκα. «Δε με γνωρίζεις, Καπετάν
+Δημήτρη;» μου λέει. Λιγώθηκα. Ανοίξανε τα επουράνια! «Πού να σε
+γνωρίσω;» της κάνω. Η φωνή μου έτρεμε. Κύριε ελέησον! Τέτοιο
+μασκαραλίκι δεν το είχα ματαπάθει. — «Δεν είμ' εγώ το Μοσχαδώ της
+Σειραϊνώς, της παπαδιάς;» — «Εσύ είσαι;» Της δίνω το χέρι. Τα
+γόνατά μου λυγίσανε. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά! Τέτοιο ρεζιλίκι δεν
+τώχα ματαπάθει. «Αμ' πού να σε γνωρίσω; Σάφησα κοριτσόπουλο, και
+σε βρίσκω κοπέλλα». Ο κόσμος μου ήρθε γύρω. Τράβηξα στο σπίτι, στη
+γρηά. Μην τα ρωτάς ύστερα...
+
+Πήρε ένα βαρύν αναστεναγμό. Ο σύντροφός του τον κύτταζε στα μάτια.
+Τα δυο γέρικα κεφάλια κόντευαν να τρακάρουν.
+
+ — Τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ξαναείπε.
+
+ — Γιατί δεν την έπαιρνες, Δημητρό, να τελείωσης;
+
+ — Γιατί, λέει; Ούτε το διάβολο ναπαντήσης ούτε το σταυρό σου να
+κάνης. «Το Μοσχαδώ σ' αγαπάει. Το Μοσχαδώ τρελλαίνεται για σένα»,
+μου λέγανε η μια κ' η άλλη. Κάτι καταλάβαινα και μοναχός μου. Πάμε
+μια Κυριακή με τη γρηά να τους χαιρετίσωμε. «Έλα, Μοσχαδώ, μέσα»,
+της λέει η μάννα της. «Δεν μπορώ, μάννα. Με πονάει το κεφάλι μου».
+— «Έλα που σου λέω». — «Δεν έρχομαι». Κακανογελούσε μέσα με
+ταδερφάκια της· τέτοιο πονοκέφαλο είχε. Το στόμα μου έγινε
+φαρμάκι. «Πάμε, μάννα, να φύγωμε», λέω στη γρηά μου. Φύγαμε. Μου
+ανάψανε τα αίματα. Περνώ την άλλη μέρα· ήτανε στο παραθύρι. —
+«Καλησπέρα, καπετάνιο». — «Καλησπέρα». — «Κακιωμένος είσαι;» Μέγας
+είσαι, Κύριε, με τούτο το κορίτσι. Έχασα το μπούσουλα. Ζυγώνω στο
+παράθυρο. Κόβει ένα κλωνί βασιλικό και μου το δίνει. — «Να μη
+κακιώνης άλλοτε». Είχε μια γλύκα η φωνή της. Ύστερ' αναστέναξε. —
+«Θα φύγης;» μου είπε. — «Θα φύγω την Κυριακή». — «Γιατί βιάζεσαι
+τόσο;»
+
+ — «Έτσι λέω, ποιος ξέρει πάλι!» της είπα. — «Καληνύχτα».
+
+Έφευγα και δεν μπορούσα να φύγω. Τα πόδια μου κολλήσανε στο χώμα.
+Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Πέρασαν δυο-τρεις ημέρες. Δεν την
+ξαναείδα. Ούτε στην πόρτα, ούτε στο παράθυρο. Ένα βράδυ, κατά το
+σούρπωμα, τη βλέπω στο παράθυρο. Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Ζυγώνω
+και την καλησπερίζω. — «Καλησπέρα», μου λέει ξερά. Άπλωσα να της
+δώσω το χέρι. Τραβήχτηκε μέσα και μου κλείνει το παράθυρο
+κατάμουτρα. Την άκουγα που γελούσε. Το αίμα μου ανέβηκε στο
+κεφάλι. Έτσι είσαι, άτιμο θηλυκό;! Τραβάω στο σπίτι μου. — «Μάννα,
+να μου ετοιμάσης τα ρούχα μου. Φεύγω το πρωί με το βαπόρι. Πάω να
+μπαρκάρω στον Περαία». Βρε αμάν, βρε ζαμάν η γρηά. Τίποτε γω.
+Μαύρη πέτρα πίσω μου κ' έφυγα. Στη Μαρσίλια λαβαίνω γράμμα. «Το
+Μοσχαδώ αρρώστησε απ' τον καϋμό της». Κύριε ελέησον. Να μην τα
+πολυλογούμε, γυρίζω, — τα ίδια πάλι. «Δεν πονηρεύομαι, είμαι μικρή
+ακόμα». Ξαναγυρίζω. Πέντε χρόνια κοντολογής. Στέγνωσα στα πόδια
+μου.
+
+Ο Καπετάν Βαγγέλης άκουγε με το στόμα ανοιχτό. Στο τέλος ξέσπασε.
+
+ — Μέγας είσαι, Κύριε, μ' αυτά τα θηλυκά! Καθένα με το διάβολό
+του. Εμένα η γρηά μου δε ήξερε τέτοια πράμματα. Απ' ταυτί και στο
+δάσκαλο. Καλή της ώρα!
+
+ — Έτσι που λες, γέρο. Ωστόσο έδωκε ο Θεός και ήρθε η ευλογημένη
+μέρα. Όταν έπεσε, που λες, στην αγκαλιά μου, έτριβα τα μάτια μου.
+«Εσύ 'σαι, μωρέ Δημητρό, που απόλαψες τέτοια δόξα;» Δεν πίστευα
+και μοναχός μου. Ανοίξανε τα επουράνια...
+
+Ένας χτύπος δυνατός ετράνταξε την πόρτα. Οι γέροι τινάχτηκαν
+ξαφνιασμένοι, σαν να τους έπιασαν σε καμμιά ντροπή.
+
+ — Ποιος είνε!
+
+Ξεροβήξανε και τραβήχτηκε ο ένας απ' τον άλλον.
+
+ — Τον κακό σου τον καιρό, μπεκρούλιακα, παραλυμένε!..
+
+Μια γυναικεία φωνή ούρλιαζε απέξω.
+
+ — Να τσακιστής ναρθής στο σπίτι. Που σε μαζεύομε από τις
+ταβέρνες.
+
+Ήτανε η γυναίκα του Καπετάν Βαγγέλη. Συνειθισμένη ιστορία στην
+ταβέρνα του Σπανού. Ο γέρος σηκώθηκε σα βρεμμένη γάτα. Με
+κοντόβολτες, τρεκλίζοντας, έφτασε στην πόρτα. Άνοιξε και βγήκε. Τα
+ουρλιάσματα έπαιρναν κ' έδιναν. Από μακρυά φτάνανε οι κατάρες και
+ταναθεματίσματα.
+
+Ο Μπαρμπα-Δημητρός έμεινε μοναχός του. Ήτανε σαν αλαφιασμένος.
+
+ — Φέρε ένα κρασάκι, παιδί. Να πάμε να ησυχάσωμε και μεις.
+
+Το ήπιε.
+
+Έπειτα στα καλά καθούμενα τον πήρε το παράπονο. Έσκυψε απάνω στο
+τραπέζι κι' άρχισε τα κλάματα.
+
+ — Αχ! Μοσχαδώ! Πού είσαι, Μοσχαδώ μου, έρημο και σκοτεινό μ'
+άφηκες.
+
+ — Άιντε να πέσης, γέρο! Ώρα είνε. Άσε τώρα τα κλάματα.
+
+Μούγκρισε ο Σπανός, ο ταβερνάρης, συμμαζεύοντας τα ποτήρια.
+
+Ο Μπαρμπα-Δημητρός είχε το κονάκι του στην ταβέρνα. Δίπλα στο
+τεζάχι, από πίσω απ' τα βαρέλια, έστρωνε την ανδρομήδα του και τον
+έπαιρνε κάθε βράδυ, σαν το πουλάκι.
+
+Σηκώθηκε άξαφνα απάνω.
+
+ — Καληνύχτα σας!
+
+Και τράβηξε κατά την πόρτα.
+
+ — Πού πας; Παλάβωσες, γέρο;
+
+ — Πού πάω; Στο σπίτι μου. Πού θες να πάω;
+
+ — Βρε πέσε, γέρο, ψοφολόγα.
+
+ — Καληνύχτα σας, είπα!
+
+ — Ώρα σου καλή. Να μη γυρίσης μονάχα και χτυπάς την πόρτα. Ακούς;
+
+ — Καληνύχτα, καληνύχτα!
+
+Βγήκε στο δρόμο. Ο Σπανός αμπάρωσε την πόρτα, μουρμουρίζοντας. Πού
+πάει τέτοια ώρα ο θεοσκοτωμένος! Τράβηξε τον ανήφορο, γύρισε το
+σοκάκι, άφησε δεξιά του την εκκλησιά, πήρε το δρόμο ίσια, με
+τρεκλίσματα και βόλτες. Έφτασε κοντά στην παληά δημαρχία. Δίπλα σε
+μια μάντρα ήτανε ένα γκρεμισμένο ρημάδι. Χρόνια και χρόνια αποθήκη
+με σανά. Χτύπησε την πόρτα με τα χέρια του.
+
+ — Μοσχαδώ· άνοιξε, Μοσχαδώ.
+
+Ούτε φωνή, ούτε ακρόασι.
+
+Η βραχνιασμένη φωνή αντήχησε άγρια μέσα στο σκοτάδι.
+
+Το σοκάκι ήτανε έρημο.
+
+ — Δεν ακούς, Μοσχαδώ; Εγώ είμαι. Άνοιξε.
+
+Τίποτε. Κανένας δεν αποκρίθηκε.
+
+ — Βρε, κουφαθήκανε σήμερα! Άνοιξε, σου λέω.
+
+Ένα σκυλί ξαφνιασμένο μες στο σκοτάδι άρχισε να γαυγίζη από μέσα,
+ξύνοντας την πόρτα με τα νύχια του. Γαύγιζε αγριεμμένο, έτρωγε το
+ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ!
+
+ — Σκασμός, βρε Μπραήμη! Εγώ είμαι. Δε με κατάλαβες;
+
+Το σκυλί, με το ξένο όνομα, λύσσαξε περισσότερο. Έβγαλε το λαρύγγι
+του.
+
+ — Μοσχαδώ, άνοιξε, σου λέω. Κακιωμένη είσαι πάλε. Άνοιξε.
+
+Η φωνή του είχε γίνει τρυφερώτερη, λιγωμένη:
+
+ — Άνοιξε, Μοσχαδώ.
+
+Τίποτε. Το σκυλί μονάχα έτρωγε το ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ!
+Ο γέρος άρχισε τα κλάματα. Σε λίγο σωριάστηκε κάτω στο χώμα.
+
+Πηδήματα βαρειά ακούστηκαν από μακρυά στο καλντερίμι. Ο Μπαρμπα-
+Δημητρός ανασήκωσε το κεφάλι και ξανάπεσε πάλι.
+
+ — Μοσχαδώ, Μοσχαδώ! βογγούσε με βραχνιασμένη φωνή..
+
+Δυο ανθρώποι ζυγώσανε τρομαγμένοι.
+
+ — Μωρέ τ' είν' εδώ; Ποιος βογγάει;
+
+ — Κανένας λαβωμένος! είπε ο ένας στον άλλον.
+
+Ο ένας άναψε ένα σπίρτο κ' έσκυψε να δη. Σαν έφεξε και είδε, έβαλε
+τα γέλια. Σήκωσε το χέρι και φασκέλωσε:
+
+ — Εσύ 'σαι, Μπαρμπα-Δημητρό; Μπα, κακό χρόνο νάχης!
+
+Και τραβήξανε το δρόμο τους.
+
+
+
+ΤΟ ΑΧΤΙ
+ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ
+
+
+
+Πρωί-πρωί πήγα να τον δω στη φυλακή. Όταν ακούστηκε πως ο
+Γιάννης ο Αγάλλος, το αρνάκι του Θεού, που δεν είχε σκοτώσει ούτε
+μυρμήγκι στη ζωή του, έκανε φονικό — και τι φονικό! — όλος ο
+κόσμος έκανε το σταυρό του με τα δυο του χέρια. «Τι τα θέλεις; μου
+είπε, στο δρόμο που με συνέτυχε ο Παπα-Σωφρόνης, ανοίγοντας τα
+μικρά του ματάκια, και σουφρώνοντας το μεγάλο του στόμα. Μεγάλο
+λόγο δεν πρέπει να πη άνθρωπος. Τι του τρέχει ως τα στερνά του δεν
+το ξέρει». Μπήκα μέσα στη φυλακή, ένα σκοτεινό κατώγι της
+Αστυνομίας μ' ένα μικρό παραθυράκι κλεισμένο με σιδερένια
+κάγκελλα. Ο Γιάννης ο Αγάλλος καθότανε σ' ένα ξύλινο σκαμνί, σε
+μια γωνιά, και τραβούσε ήσυχα το τσιμπούκι του, σαν να μην είχε
+γίνει τίποτε. Το ροδοκόκκινο πρόσωπό του, με τα λίγα ψαρά γενάκια,
+ήτανε φρέσκο-φρέσκο και πρόσχαρο. Τα μεγάλα γαλανά του μάτια
+γεμάτα καλωσύνη σαν πάντα. Το ήσυχο χαμόγελο, που χάραζε πάντα
+γλυκά στο πρόσωπό του, δεν του απόλειπε ούτε τώρα. Το σκοτεινό και
+βρώμικο κατώγι, έπαιρνε έτσι μια ημεράδα παράξενη, που έμοιαζε με
+καμαρούλα σπιτιού, που δευλεύουνε μέσα του πρόσχαρες γυναικούλες
+και χοροπηδούνε τρελλά παιδάκια.
+
+ — Τ' ήτανε πάλε τούτο το ξαφνικό, Καπεταν Γιάννη! τούπα με
+καλωσύνη, δίνοντας του το χέρι Όλο το νησί σταυροκοπιέται..
+
+Γύρισε και με κύτταξε.
+
+ — Κάθεσαι λιγάκι; μου είπε. Και τράβηξε το τσιμπούκι του, σαν να
+τραβούσε με τον καπνό μαζί όλες τις θύμησες της ζωής του. Ύστερα
+φούσκωσε τα μάγουλά του και τίναξε το πυκνό σύννεφο προς τον
+ουρανό.
+
+ — Αμ' γι' αυτό ήρθα, του είπα. Να καθήσω.
+
+ — Κάτσε το λοιπόν! ξαναείπε.
+
+Μας αφήκανε μοναχούς. «Λόγο δεν του παίρνει κανένας, μου είχε πει
+στην πόρτα ο αστυνόμος. Έφταιξε, λέει, και ας τον παιδέψη ο Νόμος.
+Τίποτ' άλλο. Σα θέλης κάτσε και μοναχός σου να τονέ ρωτήσης». Ο
+αστυνόμος είχε την ιδέα πως τρελλάθηκε. Αλλοιώς δεν εξηγιέται το
+πράμμα.
+
+Σαν κάθησα σιμά του γύρισα και τον κύτταξα από πάνω ως κάτω. Είχα
+κ' εγώ την ίδιαν ιδέα με τον αστυνόμο. Γυρεύεις; Σα σαλέψη το
+μυαλό του ανθρώπου και φονιάς γίνεται και κλέφτης κι' ό,τι βάλης
+με το νου σου. Ωστόσο δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτε παράξενο
+απάνω του. Ούτε σε λόγια, ούτε σε κουνήματα. Ο άνθρωπος ήτανε στα
+συγκαλά του. Με κύτταζε μόνο στα μάτια, σαν να ήθελε εκείνος τώρα
+να μου βγάλη κάποιο μυστικό.
+
+ — Πώς τα πέρασες εδώ μέσα, σε τούτο το μπουντρούμι; τον ρώτησα.
+Θέλεις τίποτα να σου φέρω; Έχεις καμμιά παραγγελιά για το σπίτι;
+Πες μου ό,τι θέλεις ελεύθερα.
+
+ — Να σου πω ένα πράμμα; μου είπε χαμογελώντας. Ποτέ μου δεν
+κοιμήθηκα τόσο ήσυχα στο σπίτι μου, όσο σε τούτο το έρημο το
+στρωσίδι Το πιστεύεις;
+
+Και μούδειξε μια παληοκουβέρτα μαζεμμένη σε μια γωνιά!
+
+ — Ο Θεός να με συχωρέση! ξαναείπε. Ούτε στα πούπουλα μέσα δε
+θάκανα τέτοιον ύπνο.
+
+Ο δυστυχισμένος! Μόνος του θέλει να δώση παρηγοριά στον εαυτό του,
+έλεγα μέσα μου.
+
+Με κύτταξε στα μάτια.
+
+ — Ε! πάλι καλά! του είπα. Ο Θεός είνε μεγάλος, πολυεύσπλαχνος,
+κανένα δεν αφίνει. Ήσουνα καλός άνθρωπος, Καπετάν Γιάννη, άνθρωπο
+ποτέ σου δεν έβλαψες, θα σε συχωρέση ο Θεός. Έκανες το κακό στην
+κακή την ώρα, μετανόησες. Κι' αν δεν βρης το δίκηο σου από τους
+ανθρώπους, ο Θεός δε θα σαφήση να χαθής...
+
+Του είπα κι' άλλα. Όσες παρηγοριές μπόρεσα του τις είπα:
+
+ — Σα μετανοήση ο άνθρωπος όλα διορθώνονται.
+
+Κούνησε το κεφάλι του.
+
+ — Δε μετάνοιωσα, συμπέθερε, μου είπε. Αυτό είνε. Δε μετάνοιωσα.
+Δε θα μ' έβλεπες έτσι σα μετάνοιωνα. Η μετάνοια είνε μεγάλη πίκρα.
+Μεγάλος καϋμός.
+
+Καθόμαστε και κυττάζαμε ο ένας τον άλλον. Κανένας μας δεν
+καταλάβαινε την καρδιά του αλλουνού.
+
+Σε λίγο αναστέναξε, τράβηξε πάλι το τσιμπούκι, πέταξε ένα σύννεφο
+στο νταβάνι και μου είπε:
+
+ — Άκουσε να σου πω μιαν ιστορία...
+
+ — Άνοιξέ μου την καρδιά σου, Καπετάν Γιάννη. Πες μου τα όλα.
+Ποιος το ξέρει; Κι' ο φονιάς έχει καμμιά φορά το δίκηο του. Κ' οι
+ένορκοι ανθρώποι είνε σαν εμάς. Μπορεί να σε γλυτώσωμε.
+
+ — Δε θέλω να γλυτώσω, είπε. Έφταιξα, ας με παιδέψη ο Νόμος. Τι να
+τηνέ κάνω τη ζωή; Είδα τη γλύκα της. Κι' αυτά που θα σου πω, πάρτα
+σαν παραμύθι. Έτσι για να τα θυμάσαι Τίποτ' άλλο... Ένα παραμύθι.
+
+Έδεσα τα χέρια μου και τον άκουγα. Είμαστε μοναχοί μας μέσα στο
+κατώγι Από το χαμηλό παραθύρι περάσανε δυο στρατιώτες, κυττάξανε
+μέσα μια ματιά και προσπέρασαν, σαν άνθρωποι συνειθισμένοι από
+τέτοια πράμματα. Μια κάτασπρη γατούλα κοντοστάθηκε ύστερα στα
+κάγκελλα και νιαούρισε. Ο Καπετάν Γιάννης της πέταξε ένα κομματάκι
+ψωμί. Φαινόντουσαν σαν παληοί γνώριμοι Η γατούλα, σαν να ήθελε να
+δείξη την ευχαρίστησί της, κουλουριάστηκε κοντά στα κάγκελλα, να
+μας συντροφέψη κι' αυτή. Κύτταζε προσεκτικά με τα γαλανά της
+ματάκια τον Καπετάν Γιάννη στο στόμα σαν νάκουγε κι' αυτή την
+ιστορία του. Σε λίγο βαρέθηκε, σιγόκλεισε τα βλέφαρά της κι'
+αποκοιμήθηκε. Ο Καπετάν Γιάννης μιλούσε, με τα μάτια χαμηλωμένα
+στο χώμα.
+
+ — Καλός άνθρωπος! Κακό ανθρώπου δεν έκανες! Θυμάσαι τι μούπες;
+
+ — Και το ξαναλέω. Η αλήθεια του Θεού...
+
+ — Ε! λοιπόν, συμπέθερε. Μεγάλο λόγο θα πω, μα δε βαστάω πια.
+Ανάθεμα την καλωσύνη!
+
+Τα μάτια του φουρτούνιασαν.
+
+ — Ανάθεμα την καλωσύνη... Μια γενιά καλωσύνες, μια γενιά με το
+δρόμο του Θεού, μια γενιά με το Ευαγγέλιο, με το χαμόγελο, με το
+γλυκό το λόγο. Τι απολάψαμε; Μας ξέχασε κι' ο Θεός με την
+καλωσύνη. Θυμάσαι τον παππού μου. Πού να τονέ θυμάσαι; Τονέ
+θυμάται ο κόσμος. Τι βγαίνει; Ο Άγιος Γιάννης. Έτσι τονέ λέγανε.
+Σκόρπισε το βιος του σε δικούς και ξένους. Στη φτώχια, στη
+δυστυχία, στην ορφάνια, στην κατεργαριά. Ναι, στην κατεργαριά. Τα
+περισσότερα οι κατεργαρέοι του τα φάγανε. Σαν απόμεινε στην ψάθα
+χριστιανός δε γύρισε να τονέ δη. Ο Άγιος Γιάννης έγινε ο κουτο-
+Γιάννης με τόνομα. Σαν είχε δάνειζε στη φτωχολογιά, δανεικά κι'
+αγύριστα, δίχως αμανάτι, δίχως χαρτί, μ' ένα λόγο ξερό, «ο λόγος
+στον άνθρωπο!» έλεγε. Σαν έφτασε να μην έχη να φάη κανένας δεν
+τούδινε. Έβαλε και το σουρτούκο του αμανάτι Πέθανε στην ψάθα.
+Πέντε χριστιανοί πήγανε στο λείψανο του. Κάλλια να μην πηγαίνανε
+κι' αυτοί. Ξέρεις ποια ήτανε η παριγοριά τους. «Κ' η μεγάλη
+καλωσύνη, θεια Μαχώ, κουταμάρα είνε μαθές». Έτσι λέγανε στη μαννού
+μου. Αυτό ήτανε το συχώριο τους. Τακούς, συμπέθερε;
+
+Κούνησα το κεφάλι μου.
+
+
+
+ — Τακούω να λες! ξαναείπε.
+
+Η γατούλα άνοιξε τα ματάκια της απάνω στα κάγκελλα του παραθυριού,
+νιαούρισε γλυκά και ξανακοιμήθηκε. Ο φονιάς γύρισε και τηνέ
+κύτταξε προσεκτικά, πρόσχαρα.
+
+ — Γατί μαθές. Ένα γατί χωρίς ψυχή τούδωκα ψες το βράδυ και το
+γνωρίζει. Κάθεται και μου κάνει συντροφιά. Και το σκοτώνεις το
+γατί και λόγο δε δίνεις σε κανένα. Ας είνε. Αναποδιές γεμάτος ο
+κόσμος!
+
+Συλλογίστηκε λιγάκι κ' ύστερα ξανάρχισε:
+
+ — Τι ελέγαμε; Για τις καλωσύνες. Καλωσύνες, π' ανάθεμά τες.
+Καλωσύνες. Μια γενιά καλωσύνες, μια γενιά φαρμάκια. Ήρθε ο πατέρας
+μου, θεός σχωρέσ' τον. Ένα ορφανό έρημο, παραπεταμένο, κλωτσημένο
+απ' τον κόσμο, απ' τον κόσμο πούφαγε ψωμί στο πατρικό του. Μοναχός
+του έγινε άνθρωπος. Με τα χέρια του, με τον ιδρώτα του, με τη
+δουλειά του. Πρώτος μάστορης στα καράβια. Δικό του ταρσανά,
+εργαλεία δικά του, κερεστέ βουνά, δουλευτάδες, κοπέλια. Φαμίλιες
+φάγανε ψωμί κοντά του. Καλφάδες καζαντίσανε. Καλός άνθρωπος με
+τόνομα. Άγιος κι' αυτός σαν τον πατέρα του. Ψυχικά όσα θέλεις. Το
+ψωμί να πάρη απ' τα παιδιά του να το δώση στους ξένους. Στις
+εκκλησιές χαρίσματα, στις ορφανές κοπέλλες προικιά, στους
+σακάτηδες μισθό κομμένο Πού θα πήγαινε η δουλειά; «Κράτα Μαστρο-
+Χαράλαμπε και για τα στερνά σου. Τα παιδιά σου συλλογίσου». Του
+λέγανε οι γνωστικοί. «Έχει ο Θεός. Ο Θεός είνε μεγάλος, έλεγ'
+εκείνος. Το καλό το βλέπει ο Θεός και το πληρώνει». Ώμορφα του το
+πλήρωσε. Με τον καιρό λιγοστέψανε οι δουλειές. Καράβια καινούργια
+τίποτε. Και τα λίγα που μένανε, δεμένα στο μώλο. Μπήκε στο χρέος.
+Ο Βαγγέλης ο κάλφας του, που τον είχε σαν παιδί του, αυτός μαθές
+που συχωρέθηκε ψες το βράδυ (δε θέλησε να πη τίποτε άλλο), βρέθηκε
+άρχοντας. Ο πατέρας μου φτωχός, κι' αυτός άρχοντας! Μάλιστα. Ο
+παραγυιός να δανείζη τον αφέντη και να του τώχη και για δούλεψι.
+Πού τις βρήκε τις σφάντζικες ο κασίδης; Ένας Θεός το ξέρει! Ο
+κλέφτης καζαντίζει, βλέπεις· ο τίμιος πεινάει Και δος του δανεικά
+ο πατέρας μου ναπαντήση τα έξοδά του. Και δος του ενέχυρα. Ενέχυρα
+τα εργαλεία, ενέχυρα ο κερεστές, οι σκάρες, το ένα ύστερ' απ' το
+άλλο με τη σειρά τους. Σιγά-σιγά ο παραγυιός έγινε αφέντης και ο
+αφέντης παραγυιός. «Το περίμενες ποτέ σου;» Του λέγανε οι
+γνωστικοί του πατέρα μου. Εκείνος δε βαρυγνωμούσε. «Έτσι είν' ο
+κόσμος. Ένας ανεβαίνει κι' άλλος κατεβαίνει». Ως που κατέβηκε στον
+τάφο και μας άφησε στους πέντε δρόμους. Τακούς;
+
+Τον επόνεσε η καρδιά μου. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτε·
+
+ — Τακούω να λες! ξαναείπε μ' έναν αναστεναγμό.
+
+Ο φονιάς, με τα γλυκά γαλανά μάτια, με κύτταξε κάμποση ώρα
+κατάματα και ξανάρχισε, τινάζοντας το τσιμπούκι του στο χώμα. Τώρα
+τα λόγια του ήτανε πιο ζωηρά και το πρόσωπό του κατακόκκινο:
+
+ — Θέλεις τώρα να μάθης πώς έγινε το ξαφνικό; Βέβαια, δεν το
+χωράει ο νους σου. Καλός άνθρωπος μαθές, κακό ανθρώπου ποτέ δεν
+έβαλα με το νου μου. Μοναχός σου τώπες· Όμως δεν το ξέρω κι' αν
+ήμουνα καλός. Πολλοί με βλάψανε, πολλοί μ' αδικήσανε. Είχα μεγάλο
+στομάχι και τα κατάπινα. Κ' εγώ δεν ξέρω αν τώκανα από καλωσύνη.
+Μα τι το θέλεις; Τον ήξερα τον κόσμο. Και για τους ανθρώπους — πώς
+να σου το πω; — ποτέ μου δε γελάστηκα, είχα πάντα χειρότερην ιδέα
+από κείνο που είνε. «Ο τάδε σε βρίζει, Καπετάν Γιάννη», μου
+λέγανε. Και σα με βρίζη; έλεγα από μέσα μου, πάλι καλά. Μπορούσε
+να μου βγάλη και το μάτι Σα δε μου τώβγαλε, πάλι ευχαριστημένος να
+είμαι «Ο τάδε σε κλέβει, Καπετάν Γιάννη, και δεν το
+καταλαβαίνεις»... Και σα με κλέβη, έλεγα ξανά από μέσα μου, πάλι
+καλά. Σα δε με σκότωσε, να του το χρωστάω και χάρι. Κ' έτσι πάντα
+ό,τι και να πάθαινα τώπαιρνα για το μικρότερο που μπορούσε να μου
+κάνη ο κόσμος. Κι' απομόνεβα. Τι να κάνης; Κ' η απομονή μια
+παρηγοριά είνε. Όλα τα περίμενα απ' τον κόσμο και τίποτε δε με
+ξάφνιζε. Μα είνε και μερικά πράμματα που δεν τα περιμένεις.
+
+Κοντοστάθηκε μια στιγμή, γέμισε το τσιμπούκι του και ξανάρχισε:
+
+ — Καλωσύνες! Καλωσύνες! Ανάθεμα την καλωσύνη. Με τα γεράματα
+παραξένεψα κι' όλα. Η καλωσύνη μου καθότανε σα βραχνάς στα στήθια.
+Νύχτες ολάκερες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ό,τι χώνεψα όλη μου τη
+ζωή, ζωντάνευε τώρα μέσα μου και μου στεκότανε μολύβι στο στομάχι
+Ψαρεύοντας με τη φελούκα στ' ακρογιάλια, ναπαντήσω το ψωμί μου —
+τι να σου κάνουνε δώδεκα δραχμές σύνταξι; — αυτά συλλογιζόμουνα
+ολημέρα. Δε μ' έφτανε η κακομοιριά του κόσμου· είχα και την
+γκρίνια της γυναίκας μου. Μια ζωήν ολάκερη ζήσαμε αντάμα. Λόγο
+κακό δεν της είπα. Όσο της κουβαλούσα καλή ήτανε κι' αυτή. Μέλι
+γάλα. Την ώρα που μου χρειάστηκε η καλωσύνη της μ' απόλειψε.
+Γυναίκες, βλέπεις. Κόσμος. Ξένοι. Όλοι ξένοι γίνονται σα δεν έχης
+τον τρόπο σου. Πάλε καλά, είπα μέσα μου. Σα μου μαγερεύη, και
+τρώω, καλωσύνη της. Ας είνε. Τι λέγαμε; Καλωσύνες, καλωσύνες...
+
+Κοντοστάθηκε πάλι μια στιγμή:
+
+ — Εψές, που λες, γύρισα μεσημέρι στο καλύβι μου. Κακοκαιρίες,
+αέρηδες, ούτε μαρίδα τσίμπησε ταγκίστρι μου. Γύρισα με ταδειανά τα
+χέρια. Με περίμενε στην πόρτα. «Τι θα φάμε, γυναίκα;» της λέω.
+Γλυφότανε. Πάντα κάτι κρυφότρωγε προσμένοντάς με. Λιχούδα γυναίκα,
+βλέπεις. Μ' αγριοκύτταξε. «Τι έφερες να φάμε;» μου κάνει.
+Ντροπιάστηκα κ' εγώ. «Δεν πειράζει, γυναίκα. Δόξα σοι ο Θεός», της
+είπα. «Αυτά ξέρεις του λόγου σου, μου λέει Μα εγώ δουλεύω, δεν
+κάθομαι σαν κ' εσένα, θέλω να φάω. Μ' όλη μου την κούρασι πήγα στο
+βουνό και σου μάζεψα λίγα ραδίκια. Με τι θα τα βράσω; Τα δάχτυλά
+μου νανάψω;» Και βλαστήμησε από μέσα της. «Δίκηο έχεις, γυναίκα,
+της λέω. Η τύχη μας τώθελε. Στάσου να πάω ως κάτω τον ταρσανά να
+μαζέψω τίποτε ροκανίδια». Παίρνω το τσουβάλι στον ώμο και τραβάω
+νηστικός. Ο συχωρεμένος τριγύριζε απάνω κάτω, φουσκωμένος σα γαλί,
+κι' απόπαιρνε τους μαστόρους. Ζύγωσα κι' άρχισα να μαζεύω
+ροκανίδια. Καθώς ήμουνα σκυφτός, συλλογιζόμουνα μοναχός μου κ'
+έκλαιγε η καρδιά μου. Πού κατάντησα, έλεγα. Στο κτήμα του πατέρα
+μου μαθές, στα καλά, τα πατρογονικά μου μέσα, να μαζεύω ροκανίδια
+σαν το ζητιάνο. Βουρκώσανε και τα μάτια μου και τρέχανε. Άξαφνα
+νοιώθω μια κλωτσιά στον ώμο μου. Κυλίστηκα χάμω.
+
+ — Γιατί με κλωτσάς, Μαστρο-Βαγγέλη; του λέω.
+
+ — Για ταντί! μου λέει άγρια, Το κατάλαβες πως μας έγινες φόρτωμα;
+
+Με πήρε το παράπονο
+
+ — Εγώ σας έγινα φόρτωμα; του κάνω. Εγώ;
+
+ — Εσύ μαθές. Που μπαίνεις εδώ μέσα, σαν να μπαίνης στο ρημάδι
+σου, κι' ούτε ρωτάς κανένα.
+
+Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι
+
+ — Στο βιος μου μέσα μπαίνω. Στου πατέρα μου το βιος, του λέω. Και
+με κλωτσάς σαν το σκυλί; Εμένανε κλωτσάς;
+
+Καθώς έκανα να σηκωθώ σηκώνει το πόδι του και με ματακλωτσάει στο
+κεφάλι.
+
+ — Να μάθης, παληόγερε, να κλέβης τα ξένα ροκανίδια.
+
+Έχασα τον κόσμο από μπροστά μου. Τινάχτηκα απάνω σαν το θηριό. Κ'
+εγώ δεν ξέρω τι έγινε. Τραβάω το μαχαίρι και του το μπήγω στην
+καρδιά. Ένα μαχαίρι τόσο δα. Το ψωμάκι μου έκοβα με δαύτο μια ζωή.
+Το ψωμάκι. Του τώμπηξα στην καρδιά. Σωριάστηκε χάμω το θηρίο. Με
+πιάσανε, με σύρανε στη φυλακή. Φονιάς. Φονιάς έγινα στα γεράματα.
+
+ — Με το δίκηο σου, Καπετάν Γιάννη, του είπα. Με το δίκηο σου.
+
+ — Δεν ξέρω δίκηο ξεδίκηο. Ένα πράμμα ξέρω. Ένα μολύβι σηκώθηκε
+απ' τα στήθια μου. Ανάσσανα. Ο Θεός να με συχωρέση. Έβγαλα το άχτι
+της γενιάς μου. Μιας γενιάς άχτι.
+
+Μια χαρά παράξενη ήταν ζωγραφισμένη τώρα στο πρόσωπό του.
+
+ — Άκουσε, του λέω, Καπετάν Γιάννη. Όλα τα δίκηα δικά σου είνε. Μη
+φοβάσαι Κ' οι ένορκοι ανθρώποι είνε σαν και μας. Θα δούνε το δίκηο
+σου και θα κρίνουνε. Δε θα σ' αφήσωμε να χαθής.
+
+Χαμογέλασε.
+
+ — Τι να την κάνω τη ζωή; είπε. Ας ζήσουνε οι κατεργαρέοι. Γι'
+αυτούς είνε ο κόσμος...
+
+Σώπασε. Σε λίγο σάλεψε πάλι τα χείλια του, σαν να μιλούσε με τον
+εαυτό του.
+
+ — Μιας γενιάς άχτι! μουρμούρισε.
+
+Και δεν ξαναείπε λέξι.
+
+
+
+
+ΝΥΝ ΑΠΟΛΥΟΙΣ
+
+
+
+Ο Στρατής το Στοιχειό — έτσι ακουγότανε τώρα σ' όλο το νησί,
+χρόνια και χρόνια — δεν αγαπούσε τον κόσμο και ζούσε πάντ' αλάργα
+απ' τους ανθρώπους. Από παιδί μούτσος στα Σκοπελίτικα καράβια και
+πιο ύστερα ναύτης και λοστρόμος και καπετάνιος, και τώρ' ακόμα
+πούχε παρατήσει τις θάλασσες, γέρος ογδοντάρης, κ' έπιασε τους
+γιαλούς, με τη μικρή του ψαρόβαρκα, τη «Μαχώ» — της μοναχοκόρης
+του τόνομα — , δεν άλλαζε όλα τα καλά του κόσμου με τη μοναξιά
+του. Έτσι του κόλλησε και το παρανόμι. Ο Στρατής το Στοιχειό με
+τόνομα. Ωστόσ' ο Στρατής δεν ήτανε και τόσο μονάχος, στη μοναξιά
+του. Είχε τους συντρόφους του. Κι' αν δεν τους έβλεπε ο κόσμος, τι
+τάχα; Ο Στρατής γελούσε από μέσα του. «Τα μάτια του κόσμου, σα δεν
+είνε στραβά, αλλοιθωρίζουν, έλεγε κάποτε με τον εαυτό του. Λίγα
+πράμματα βλέπομε με τα μάτια μας. Κι' όσα δε βλέπομε, είνε τα
+περισσότερα». Και σαν άκουγε το παρανόμι του έλεγε μέσα του
+περήφανος: «Στοιχειό και με τα στοιχειά ζω...»
+
+Ο Στρατής στη μοναξιά του είχε τους καλύτερους συντρόφους του
+κόσμου. Και πώς αλλοιώς; Άνθρωπος δε στάθηκε που να μπορή να ζήση
+μοναχός του. Ούτε τα στοιχειά, ταληθινά στοιχειά. Κι' ο πιο έρημος
+ακόμα, και στου βουνού την κορφή και στη μέση του πελάγου να τον
+βάλης, κάθε ψυχή, κάθε αγρίμι στου λόγγου τα βαθειά, και το
+καψαλισμένο δέντρο καταμεσής του κάμπου, βρίσκει τον σύντροφό του.
+Πολλές φορές έκανε με το νου του τη συλλογή τούτη ο Στρατής το
+Στοιχειό, όταν άκουγε αποπίσω του τα λόγια του κόσμου. Μα ο κόσμος
+είνε στραβός, έλεγε. Με ό,τι βλέπει μιλάει.
+
+ — Μοναχά μέσα στους ανθρώπους μπορεί να βρεθή κανένας αληθινά
+έρημος, συλλογιζότανε. Τέτοια μοναξιά μπορεί να σου φέρη τρέλλα!
+Μακρυά απ' τους ανθρώπους, βρίσκει πάντα κανένας τον σύντροφό του.
+Και τάχα μοναχά οι ανθρώποι είνε σύντροφοί μας; Ένα ζωντανό, ένα
+σκυλί, ένα γατί, ένα πετούμενο είνε κάποιες φορές καλύτεροι
+συντρόφοι απ' τους ανθρώπους. Και μοναχά τούτα; Ένα δέντρο, ένας
+βράχος, ένα κούτσουρο ακόμα. Τους μιλάς και σου μιλούνε. Ταγαπάς
+και σ' αγαπούνε. Τύφλα νάχουνε οι ανθρώποι και τα καλά τους.
+
+Ωστόσ' ο Στρατής το Στοιχειό μήτε τέτοιο σύντροφο δεν είχε κανένα,
+Ούτε σκυλί, ούτε γατί, ούτε ζωντανό, ούτ' ένα κούτσουρο ακόμα.
+
+Το κορίτσι του, το Μαχώ, τη μονάκριβή του, την είχε από μικρή σε
+μια γερόντισσα, που την είχε αναθρέψει ορφανούλα. Στη χάση και τη
+φέξη την έβλεπε, τα πόδια του δε βαστούσανε νανεβαίνη συχνά απάνω
+στο χωριό και το ψωμί του ήτανε κάτω στο γιαλό. Μα η αγάπη κ' η
+λαχτάρα της ήτανε πάντα μαζί του. Και μ' αυτή βαστειότανε στον
+κόσμο.
+
+ — Κ' η έγνοια κ' η αγάπη συντρόφοι μας είνε, έλεγε μοναχός του.
+Κ' οι καλύτεροί μας συντρόφοι. Αυτοί κι' ο Στρατής. Τον ξέρω και
+με ξέρει. Του μιλώ και μου μιλεί, Μαλλώνομε κι' αγαπίζομε. Ως που
+να κλείσωμε τα μάτια και να χωρίσωμε για πάντα.
+
+Έτσι κάθε βράδυ, σα μαγείρευε κανένα ψαράκι μες στη βάρκα του και
+τραβούσε και την τσότρα του, έβαζε κέφι ο Στρατής με τον Στρατή,
+και ξαπλωμένος απάνω στο πρυμνιό σκαμνί ανάσκελα, κύτταζε τάστρα
+τουρανού κι' άρχιζε την κουβέντα με τον εαυτό του και με τις
+έγνοιες του. Περνούσανε οι ώρες χωρίς να τις καταλαβαίνη. Κι' όταν
+κατέβαινε γλυκά ο ύπνος από τάστρα και του γλυκοσφαλούσε τα μάτια,
+έκανε το σταυρό του κι' αποχαιρετούσε τον φίλο του: «Πολλά είπαμε,
+Στρατή. Ώρα για ύπνο, καληνύχτα». Έπαιρνε μια βαθειάν αναπνοή κ'
+έχανε τον κόσμο. Τα κυματάκια τον νανουρίζανε με τα φιλιά τους:
+«Καληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα....»
+
+Ένα μαγιάτικο βράδυ, χαρά Θεού, που ταστέρια είχανε πληθύνει στον
+ουρανό — μυριάδες άστρα είχανε προβάλλει εκείνο το βράδυ απ' όλες
+τις μεριές και στριμώνονταν τρελλά το ένα κοντά στο άλλο, να
+χαρούνε την ώμορφη νύχτα — ο Στρατής είχε γλέντι σαν πάντα. Όλη η
+τσότρα έγινε θυσία εκείνο το βράδυ. «Τράβα, Στρατή, άλλη μιαν
+ακόμα να πάνε τα φαρμάκια κάτω». Και τραβούσανε ο Στρατής με τον
+Στρατή. Σαν έστρωσε και ξαπλώθηκε και τράβηξε κ' ένα τσιμπουκάκι,
+έδεσε τα χέρια πίσω απ' το κεφάλι κι' άρχισε την κουβέντα:
+
+ — Καλά περάσαμε και σήμερα, Στρατή.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός!
+
+ — Για κύττα ταστέρια, Στρατή. Σμάρι ταστέρια απόψε. Γεμίσανε τα
+ουράνια. Κι' όλο φανερώνονται καινούργια. Όλο βγαίνουνε και
+τελειωμό δεν έχουνε.
+
+ — Λες κ' έχει πανηγύρι στα ψηλά ο Γερο-Θεός. Όλα του ταστέρια
+τάβγαλε όξω, δεν άφησε κανένα απόψε.
+
+ — Καιρός γι' αρμένισμα, Στρατή. Σαν έχης τέτοια αστροφεγγιά, τι
+να το κάνης το φεγγάρι; Άπιστο πράμμα. Σου ρίχνει στάχτη στα
+μάτια. Σου μπερδεύει τις στερηές, σου ανακατεύει όλα τα πάντα. Λες
+και κάνει μάγια απάνω στις θάλασσες και μαγεύει τους μαρνέρους.
+Ανάθεμα το! Δυο φορές ναυαγήσαμε με το φεγγάρι Στρατή, το θυμάσαι;
+
+ — Το θυμάμαι, λέει; Η θύμηση μας απόμεινε... Και δεν είνε που θα
+σε φάνε τα ψάρια, μόνο θα σου πούνε και τύφλα.
+
+Και θα γελάη και το φεγγάρι από πάνω σου. Είδες, αλήθεια, πώς
+γελάει το φεγγάρι καμμιά φορά;
+
+ — Το φεγγάρι; Δυο πήχες ανοίγει το στόμα του, Στρατή, σα θέλη να
+γελάση.
+
+Ο Στρατής τέντωσε τα χέρια του και ξεραχαμνίστηκε. Θυμήθηκε τα
+χρόνια που περάσανε. Μια ζωή απάνω στη θαλασσα, σαράντα τόσα
+χρόνια. Έφαγε το σαλάδο με το καντάρι, με το χουλιάρι ήπιε τη
+θάλασσα. Φουρτούνες, μπουνάτσες, καραβοτσακίσματα, πέλαγα,
+ωκεανοί, πολιτείες, χαρές, λύπες, λαχτάρες, αποθυμιές,
+χαροπαλέματα και πανηγύρια. Ένα κουφάρι παλαίβοντας σαράντα τόσα
+χρόνια ανάμεσα στερηά και θάλασσα, χωρίς αναπαμό, χωρίς ανάσσα.
+Μια ζωή &όρτσα& και &πότζα&. Μια ζωή &σάρπα& και &φούντο&. Τώρα
+στην ανατολή και τώρα στη δύση. Να τα συλλογίζεσαι και να σου
+γυρίζη το κεφάλι...
+
+ — Και τι απολάψαμε, Στρατή; Τίποτε.
+
+ — Και ποιος απόλαψε τίποτε στον ψευτόκοσμο; Είτε και γυρίζεις σαν
+τον άνεμο, είτε και μένεις καρφωμένος στο χώμα, σαν το δεντρί, το
+ίδιο απόλαψες. Χαρές και λύπες μια στιγμή ένα γίνονται Και δεν τις
+ξεχωρίζεις την μιαν από την άλλη...
+
+ — Σαν παραμύθι, Στρατή, σαν ξένο παραμύθι.
+
+ — Και σαν πάρη τέλος το παραμύθι, τι σου απόμεινε; Ένας καϋμός.
+Ένας καϋμός για τα καλά του κόσμου κ' ένας καϋμός για ταχαμνά του.
+
+ — Ως που να κλείσωμε τα μάτια, Στρατή.
+
+ — Πες και πως τάχωμε κλεισμένα. Τι βγαίνει; Ωστόσο, πριν τα
+κλείσω, κάτι καρτερώ να δω ακόμα. Δε μ' αξίωσε ο Θεός να το δω. Σα
+μ' αξιώση, τότε θα πω κ' εγώ: «Νυν απολύοις τον δούλον σου,
+δέσποτα». Θα το πω με την καρδιά μου σαν το Γερο-Συμεών, που
+λένε τα γράμματα.
+
+ — Ο Θεός να δώση, Στρατή.
+
+ — Πάει να μαραθή το καϋμένο το κορίτσι! Ένα μου τάφησε η μάννα
+του, σαν έφυγε. Μαζί φύγαμε στο ταξίδι. Εγώ ξαναγύρισα κ' εκείνη —
+Θεός σχωρέσ' την! — δεν ξαναγύρισε πια. Βρήκε καλύτερα και μας
+άφησε. Τι να γένη; Είπα κ' εγώ να μ' αξιώση ο Θεός να το παντρέψω,
+να το βλογήσω, να πιάσω παιδί απ' τα χέρια του, να χαρή κ' εκείνη
+εκεί που βρίσκεται. Δεν ήτανε το θέλημα του Θεού. Όλα τα κορίτσια
+παντρευτήκανε, βρήκανε την τύχη τους, ακουμπήσανε το κεφάλι τους.
+Του σχοινιού και του παλουκιού και βρήκανε τον δικό τους. Είχανε
+μαννάδες αυτά. Τα ορφανά όμως; Αυτά τα φυλάει, λέει, ο Χριστός για
+τον εαυτό του. Ας είνε. Σαν τον κρίνο στη γλάστρα μαράθηκε το
+Μαχώ. Κ' η έγνοια του μου δίνει ζωή εμένα.
+
+ — Έχει ο Θεός, Στρατή... Πού ξέρεις ακόμα; Καθένας με την τύχη
+του. Μην το βάζης μαράζι «Αργοπαντρεμμένη καλοπαντρεμμένη!» το
+λέει κ' η παροιμία...
+
+Ένας βήχας ξερός ακούστηκε μες στη σιγαλιά της νύχτας. Ένας κόμπος
+έπιασε τον Στρατή στο λαιμό, κάτι τι του φάνηκε πως του αποστάθηκε
+στο λαρύγγι κ' έβηξε να το πετάξη. Άκουσε μόνος του το βήχα του
+μέσα στη σιγαλιά και ξαφνίστηκε.
+
+ — Ποιος έβηξ' έτσι; Χριστός και Παναγιά!
+
+ — Κανένας. Εσύ έβηξες, Στρατή.
+
+ — Αλήθεια, εγώ έβηξα. Και ξαφνίστηκα. Νόμισα πως έβηξε το Μαχώ.
+Δεν μπορώ νακούω άνθρωπο να βήχη...Δεν μπορώ.
+
+Μια σιωπή θανατική έπνιξε το βήχα. Τσιμουδιά δεν αγροικιότανε
+τριγύρω. Ταστέρια λαμπυρίζανε βουβά στον ουρανό και τα κυματάκια
+που φλοισβίζανε στα πλευρά της βάρκας αποκοιμήθηκαν κι' αυτά. Λες
+κι' ο Γερο-Θεός, κουρασμένος απ' την αγρύπνια, είχε κλείσει τα
+μάτια του μέσα στα ουράνια κ' οι άγγελοι στάζαν' αφιόνια πάνω σε
+στερηά και θάλασσα, καμμιά φωνή να μην ξυπνίση τον Κύριο.
+
+Ο Στρατής σήκωσε τα μάτια του πονετικά.
+
+ — Η Πούλια έγυρε να βασιλέψη, είπε σιγά-σιγά, κλείνοντας τα
+μάτια. Έγνοιες μου κοιμηθήτε, να ξυπνήσωμε πάλι την αυγή...
+
+ — Καληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα.
+
+Όλη την ημέρα — ανήμερα του Χριστού — η «Μαχώ», η βάρκα του
+Στρατή, σάλευε μοναχή της, δεμένη στον ξύλινο μώλο. Ο Στρατής το
+Στοιχειό δεν είχε φανή καθόλου στο γιαλό. Δεν ήτανε η μεγάλη σκόλη
+που τον κράτησε μακρυά απ' τη βάρκα του. Ούτε απόκρηα, ούτε
+Λαμπρή, ούτε άλλη μεγάλη γιορτή τον ξελόγιασε ποτέ του. Μονάχα του
+Χάρου τα πανηγύρια τον ξελογιάζανε τον Στρατή. Κ' ήτανε το
+τελευταίο τούτο, ανήμερα του Χριστού.
+
+Βράδυ-βράδυ κατά το σούρπωμα φάνηκε ο Στρατής το Στοιχειό
+κατεβαίνοντας στο γιαλό. Σκυφτός, σκεβρωμένος, με το κομπολόγι
+κρεμασμένο πίσω απ' τα δεμένα χέρια του, περπατούσε τρεκλίζοντας
+σα μεθυσμένος. Με τον κούκο κατεβασμένον ως κάτω στα μάτια, σαν να
+μην ήθελε να βλέπη τον κόσμο, μ' ένα μαύρο πουκάμισο που τούπνιγε
+σα θηλειά το λαιμό, κατέβαινε παραπατώντας απάνω στα ξερολίθαρα.
+Ψυχή δεν ήτανε στην ακρογιαλιά. Ο ήλιος είχε βασιλέψει, αφίνοντας
+χρυσάφια πίσω του — ο Στρατής δεν έβλεπε άλλο απ' το μουντό χώμα —
+και το φεγγάρι είχε ψηλώσει στον ουρανό, γεμίζοντας τον ένα
+γαλάζιο φως. Ένα πανηγύρι κάνανε στον ουρανό τα σμιγμένα χρώματα,
+σαν να καλούσανε όλες τις ψυχές στο γλυκό ξεφάντωμα. Ο Στρατής, με
+το κεφάλι σκυμμένο κάτω, δεν έβλεπε άλλο απ' το μουντό χώμα. Ένας
+λάκκος νεοσκαμμένος δίπλα σ' ένα περιβόλι τούφερε στα ρουθούνια
+μια μυρωδιά παράξενη απ' τα σπλάχνα της γης, που του φάνηκε
+γλυκειά σαν παρηγοριά και σαν κάλεσμα να πέση και να κοιμηθή έναν
+αξύπνητον ύπνο.
+
+Έφτασε σιγά-σιγά κάτω στο γιαλό και πέρασε την ξύλινη σκάλα. Η
+«Μαχώ» η βάρκα του τον περίμενε, γλυκοσαλεύοντας παραπονεμένη
+απάνω στα νερά. Σαν πέσανε τα μάτια του απάνω της τούρθανε τα
+κλάματα. Στάθηκε και κούνησε το κεφάλι του, το γέρικο κεφάλι με
+τάσπρα μακρυά μαλλιά, το κούνησε λυπητερά και κατάπιε μέσα του τα
+δάκρυά του. Έλυσε το σχοινί και πήδησε μέσα, όπως έκανε πάντα.
+Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε σήμερα τι έκανε. Έπιασε τα κουπιά,
+αλαργάρησε λιγάκι και φουντάρησε αρόδου. Σαν έσβυσε ο κρότος της
+άγκυρας μέσα στην ησυχία του δειλινού, στάθηκε στη μέση της βάρκας
+σα χαμένος. Ποτέ δεν είχε πέσει τόσο βαρειά η άγκυρα στην αγκαλιά
+του νερού. Στάθηκε πολλήν ώραν έτσι σαστισμένος. Ύστερα έκανε το
+σταυρό του να πέση να κοιμηθή. Μα πάλι του ήρθε να σηκώση την
+άγκυρα, να ζυγώση στο μώλο και να βγη στη στερηά. Τον έπνιγε
+κάποια στενοχώρια. Πρώτη φορά έννοιωθε πως ήτανε μοναχός του μέσα
+στον κόσμο και μοναχός του μέσα στη βάρκα. Αληθινό στοιχειό. Και ο
+κόσμος του φάνηκε τώρα δυο φορές πιο μεγάλος κ' η βάρκα του καράβι
+τρικάταρτο, που βρισκότανε μέσα μοναχός του κ' έρημος, μικρός,
+μικρός, μικρότερος από ένα μαμούνι. Καμμιά φωνή δεν αποκρινότανε
+τώρα σαν τις άλλες φορές στους στοχασμούς του. Οι έγνοιες του
+είχανε πεθάνει κι' αυτές. Και του ήρθε φόβος. Ξανάκαμε το σταυρό
+του και καθώς δεν τον βαστούσανε πια τα πόδια, έγυρε και ξαπλώθηκε
+χάμου, σα ζαλισμένος. Τα γέρικα στήθια του ανεβοκατεβαίνανε, σαν
+να τα τάραζε φουρτούνα, το κεφάλι του σάλευε, το άσπρο κεφάλι, σ'
+ένα μυρολόγι παράξενο χωρίς δάκρυα.
+
+ — Στο καλό, Μαχώ, στο καλό, παιδί μου. Σε βλόγησα και σε
+πάντρεψα. Νυφούλα με τάσπρα σε προβόδησα, Μαχώ, με τον γαμπρό τον
+καβαλλάρη. Στο καλό, Μαχώ, και στην καλή την ώρα. Αυτό
+καρτερούσανε να δούνε τα μάτια μου...
+
+Ένα ποτάμι δάκρυα χύθηκε ξαφνικά απ' τα μάτια του, σαν μπόρα που
+ξεσπάει μέσ' στην άψη της κουφόβρασης.
+
+ — Στο καλό, Μαχώ μου. Σε βλόγησα και σε πάντρεψα. Αυτό
+καρτερούσανε τα μάτια μου. Έφυγες και πήρες μαζί σου τις έγνοιες
+μου και τις λαχτάρες μου. Το Στρατή μαζί σου τον πήρες. Κι'
+απόμεινα ένα ξερό κουφάρι, μονάχος κι' απομόναχος. Ένα κουφάρι για
+πέταμα. Που ούτε να το πετάξης δεν αξίζει. Στοιχειό του στοιχειού.
+Αυτό καρτερούσανε τα μάτια μου. Ας μου τα κλείση τώρα ο Θεός...
+
+Έκλεισε τα μάτια του και δεν τάνοιξε πια. Καμμιά φωνή δεν τον
+καλονύχτισε τώρα. Κ' οι συντρόφισσές του, οι αχώριστες οι έγνοιες
+κ' οι λαχτάρες, τον αφήσανε κι' αυτές και φύγανε μακρυά. Τα
+κυματάκια μόνο φλοισβίζανε στα πλευρά της βάρκας:
+
+ — Καληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα...
+
+
+
+ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ
+
+
+
+ — Να τονε. Με τα σκυλιά πάλε θα τα βάλη! Να το δης:
+
+Είπε ο Καπετάν Γιάννης ο Μελαχροινός, δείχνοντας με το δάχτυλο
+κατά το μώλο και ρουφώντας τον ναργιλέ του. Ο Μιχαληός ο Μακαράς
+κούνησε το κεφάλι του.
+
+ — Τρομάρα να τούρθη! Είνε και κουνιάδος μου. Δεν τον έπαιρνε
+καλύτερα ο Θεός να ησυχάση! είπε σιγαλά μέσα στα δόντια του.
+
+Κάτω στο μώλο, μέσα στο σούρουπο — είχε πάρει πια να βραδυάση —
+φάνηκε ο Αγγελής, με το μακρύ του καπότο, τον κούκο κατεβασμένον
+ως τα μάτια, δρασκελίζοντας παράξενα το ίσωμα, σαν να πηδούσε
+λιθάρια.
+
+ — Άκου νακούσης τώρα, είπε πάλι ο Γιάννης ο Μελαχροινός. Όπου
+νάνε θαρχίση η παράσταση. Δεν απολείπει καθεμέρα.
+
+ — Αμ! τι νακούσω, Καπετάν Γιάννη μου! τούκαμε ο Μιχαληός ο
+Μακαράς, παίρνοντας την ανάσσα του σαν να χασμουργιότανε και σαν
+ναναστέναζε μαζί. Τι νακούσω, Καπετάν Γιάννη μου; Μια και δυο τάχω
+ακουσμένα; Κάλλιο να τον έπαιρνε ο Θεός, σου τώπα, να ησύχαζε κι'
+αυτός, κ' οι γονέοι του, κ' οι ξένοι ανθρώποι.
+
+Απάνω στην κουβέντα, γαβ-γαβ, λυσσάξανε τα σκυλιά στις πρίμες
+των καϊκιών. Δυο καΐκια ήτανε δεμένα στο μώλο. Γαβ-γαβ κι' από
+τα δύο, πότε τώνα σκυλί, πότε το άλλο. Τρώγανε τα λυσσακά τους να
+χυμήξουν όξω απ' το καΐκι, ροκανίζανε το παραπέτο με τα δόντια
+τους, όσο βλέπανε τον Αγγελή μπροστά τους. Εκείνος είχε σταματήσει
+απάνω στο μώλο και τα φοβέριζε με τα χέρια του, με το κεφάλι του,
+με τα πόδια, με όλο του το κορμί. Σηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι. Απ'
+τον καφενέ πετάχτηκαν όλοι οι χαζοί και κάνανε γούστο. Τα παράθυρα
+της ακρογιαλιάς γεμίσανε γυναίκες και κοριτσόπουλα. Τα παιδιά
+τρέχανε με σάλτους και φωνές στο μώλο κ' έσπρωχνε το ένα το άλλο
+να ζυγώσουνε, μα δεν κοτούσανε απ' το φόβο τους.
+
+ — Άκου νακούσης, είπε πάλι ο Γιάννης ο Μελαχροινός ρουφώντας τον
+ναργιλέ του. Εδώ σε θέλω να ιδής τ' είνε το μυαλό του ανθρώπου.
+Αυτός, μάτια μου, έμαθε και τη γλώσσα των σκυλιών. Γαβ-γαβ!
+Καταλαβαίνεις του λόγου σου τι λένε; Εκείνος όμως το καταλαβαίνει
+και τους μιλάει και τους αποκρένεται Αυτό θα πη να χάσης το
+νοικοκύρη...
+
+Ο Αγγελής έβαλε άξαφνα τις φωνές. Φωνή τα σκυλιά, φωνή κι' αυτός.
+Λες και λογομαχούσανε εκατό νοματέοι. Κάπου-κάπου τα σκυλιά
+σωπαίνανε βραχνιασμένα, σαν να του δίνανε απόκρισι, σαν να τον
+βρίζανε, σαν να τον φοβέριζαν, σαν να τον κοροϊδεύανε. Χαλούσε ο
+κόσμος και ο Αγγελής το χαβά του.
+
+ — Δε σας τώπα, μωρέ, χίλιες φορές; Γιατί δε μ' αφίνετε ήσυχο;
+Γιατί δε λουφάζετε; Τι σας νοιάζει, μωρέ, εσάς για τις ξένες
+έννοιες; Κουμάντο θα σας βάλω στο κεφάλι μου; Ε;
+
+Τα σκυλιά λυσσάγανε απ' τις κουπαστές. Γαβ-γαβ! Γρρ... γρρ...
+Τρώγανε το ξύλο με τα δόντια τους, από τη μάνητα.
+
+ — Εγώ, μωρέ, φοβήθηκα; Εγώ φοβήθηκα τη φουρτούνα; Απάνω στ
+άλμπουρο δε με είδατε, μωρέ; Δεν ανοίξατε τα στραβά σας να με
+ιδήτε; Τι σκούζετε το λοιπόν σα λυσσασμένα;
+
+Πρώτος και καλύτερος δεν ήμουνα μαθές στην κουβέρτα, στο τιμόνι,
+στις σταύρωσες, απάνω; Εγώ φοβήθηκα; Πέντε φορές δε χύμηξε το κύμα
+το ζωντανό να με συνεπάρη απ' την κουβέρτα και πάλαιψα σαν
+παλληκάρι; Τι σκούζετε το λοιπόν; Ποιος σας έβαλε και σκούζετε;
+
+Σταμάτησε λιγάκι βραχνιασμένος. Τα σκυλιά ουρλιάζανε απ' τις
+κουπαστές και του δείχνανε τα δόντια τους άγρια και κοροϊδευτικά.
+Ο Αγγελής έσκυψε και πήρε ένα λιθάρι
+
+ — Φοβιτσιάρης, ε; Εγώ φοβιτσιάρης; Να σου δείξω εσένα,
+κουτσονούρη, ποιόνε λες φοβιτσιάρη!
+
+Και πέταξε την πέτρα κατά το καΐκι. Τα σκυλιά λυσσάξανε, τα
+πλεμόνια τους βράζανε σαν το νερό που κοχλακάει στη φωτιά κ' οι
+στριγγλιές τους δεν είχανε τελειωμό. Ο Μιχαληός ο Μακαράς, ο
+γαμπρός του, κατέβηκε κάτω στο μώλο να τονέ συμμαζέψη. Τονέ ζύγωσε
+και τον άδραξε απ' το μανίκι
+
+ — Δε μαζεύεσαι, βρε αχμάκη; Έγινες μασκαράς των σκυλιών, αλήθεια
+κι' απ' αλήθεια, που λέει ο λόγος. Σύρε στο σπίτι! Φτάνει πια.
+Βαρέθηκε ο κόσμος να σ' ακούη...
+
+Και τον έσυρε κατά τον καφενέ. Ο Αγγελής σήκωσε τα μάτια του
+παραπονεμένα και κύτταξε τον γαμπρό του.
+
+ — Εγώ να συμμαζευτώ; Τι σας έφταιξα μαθές; Σα με βρίζουνε τι να
+κάνω; Φοβιτσιάρης, λέει, κι' άφησα το καράβι και βγήκα στη στερηά
+και σεργιανώ στα καλντερίμια και τρώω χαράμι το ψωμί... Κάθε μέρα
+τα ίδια μου λένε τα κοπρόσκυλα. Δεν είνε πια ζωή ετούτη, Μιχαληό
+μου.
+
+ — Έλα, σύρε στο σπίτι κι' άφησε τις παλαβομάρες, να μη σ'
+αναγελάη ο κόσμος. Έλα, το καλό που σου θέλω.
+
+Ο Μιχαληός τον έσερνε απ' το μανίκι. Εκείνος αντιστεκότανε.
+
+ — Να συμμαζέψουν τα σκυλιά τους ο κόσμος, γιατί θα γίνη μεγάλο
+κακό. Αυτό σου λέω μονάχα! είπε σκουπίζοντας τα ματια του απ' το
+κακό του.
+
+Ο Μιχαληός, σαν είδε κι' απόειδε πως δεν τον έκαμε ζάφτι, τον πήρε
+με το καλό.
+
+ — Έννοια σου! Αύριο θα πω των καπετανέων να τα συμμαζέψουν. Άιντε
+να ησυχάσης τώρα.
+
+Ο Αγγελής δεν έπαιρνε από λόγια.
+
+ — Και των καπετανέων και των αλλωνών. Όλα τα σκυλιά. Κ' εδώ κι'
+απάνω στους μαχαλάδες. Και τα μαντρόσκυλα και τα μικρά τα
+κατσαρομάλλικα, τα στρίγγλικα και τα κουτάβια. Όλα να τα
+συμμαζέψουνε. Να μη με βρίζουνε σαν πηγαίνω το δρόμο μου. Δεν
+κοτάω να περάσω από γειτονιά. Τσουπ! και ξεπροβάλλουν απ' τις
+πόρτες κι' απ' τα παραθύρια. «Ο φοβιτσιάρης, ο φοβιτσιάρης!» Εγώ
+είμαι φοβιτσιάρης, Μιχαληό; Δεν με ξέρεις του λόγου σου; Στο
+μπρίκι σου δε με ταξίδεψες; Σαν έφυγα και σ' άφησα και βγήκα στη
+στερηά — εσύ το ξέρεις το γιατί — ας όψεται που με κατάντησε.
+
+Και τον πήρανε τα κλάματα. Ο Μιχαληός τονέ λυπήθηκε και τον πήρε
+με το καλό στο σπίτι. Από πίσω τα σκυλιά ουρλιάζανε ακόμα, τον
+κυνηγούσανε με τις φωνές τους, ως που χάθηκε απ' τα μάτια τους.
+
+Ο Μιχαληός ο Μακαράς ξαναγύρισε στον καφενέ.
+
+ — Κακός μπελλάς! είπε ξαναπαίρνοντας το σκαμνί του δίπλα στον
+Καπετάν Γιάννη τον Μελαχροινό. Κακός μπελλάς. Από τότε που
+τούστρηψε — πέντε χρόνια πάνε τώρα — πες πως έχουνε λείψανο μες
+στο σπίτι του. Καθημερινό λείψανο.
+
+ — Δε σ' αρώτησα ποτές, αλήθεια! είπε ο Καπετάν Γιάννης, πώς του
+πρωτοφάνηκε μαθές αυτό το βάσανο; Συγγενάδι σου είνε και στη
+δούλεψη σου τον είχες. Πώς του κατέβηκε μαθές ετούτη η πετριά;
+
+ — Βλαστήμα τα! Τι να τα λέμε; είπε κουνώντας το κεφάλι του ο
+Μιχαληός. Πώς να το πω κ' εγώ δεν ξέρω. Σα με ρωτάς, εμένα δε μου
+βγαίνει απ' το κεφάλι πως το μεράκι του τον έφαγε. Η αγάπη να
+πούμε. Άκουσες να τρελλαθή άνθρωπος από αγάπη; Ακουστά τώχα κ' εγώ
+στα παραμύθια. Όλοι οι άνθρωποι, βλέπεις, ένα πράμμα δεν είνε.
+Άλλος γεννιέται έτσι κι' άλλος γεννιέται αλλοιώς. Με το ζώδιό του
+καθένας. Ένας μερακλής και βερεμιάρης, κι' άλλος γλεντζές και
+καρφί δεν του καίγεται..
+
+ — Σωστά τα λες! είπε ο Καπετάν Γιάννης ξερά-ξερά, σκυμμένος
+απάνω στο μαρκούτσι του.
+
+ — Έτσι τα κόβει το ξερό μου. Αν είνε αλλοιώς, συμπάθα με. Τον
+είχα πάρει, που λες, με το μπρίκι μου. Πήγαμε να φορτώσωμε πυρήνα
+στο Βώλο. Καλός γεμιτζής ο Αγγελής και γερό παλληκάρι Σε κείνο το
+ταξίδι ωστόσο έγινε άλλος άνθρωπος. Η δουλειά του δουλειά, δε σου
+λέω! Μα ούτε να φάη, ούτε να πιή, ούτε να κοιμηθή μαθές. Ζαρωμένος
+στην πλώρη, κοντά στο τσιμπούκι, αγνάντευε το πέλαγο σα χαζός. Σε
+δέκα μέρες μέσα κιτρίνισε και μαράθηκε κ' έγινε σαν το θειαφοκέρι
+«Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου. Τι έπαθες;» Τίποτα αυτός. Τσιμουδιά!
+Το χαβά του. Τον πόναγε η ψυχή μου. Κάναμε και κακό ταξίδι,
+Γεννάρης μήνας· ποδίσαμε και στη Σκύρο· μας κλείσανε οι καιροί,
+μην τα ρωτάς. Τέτοια γρουσουζιά δεν την ματάχα δει. Σα φτάσαμε με
+το καλό στο Βώλο, ένα πρωί τονέ χάνω. Αγγελής εδώ, Αγγελής εκεί.
+Τίποτα. Δυο μέρες τονέ γυρεύαμε. Πήγε κι' ο νους μου σε κακό, μην
+τονέ σκοτώσανε μαθές, μη σκοτώθηκε μοναχός του. Ο λοστρόμος με
+λυπήθηκε. «Να ιδής, μου λέει, καπετάνιε, πως μας τώστρηψε ο
+Αγγελής. Είνε γυρισμένος στην πατρίδα με το βαπόρι». Δεν έβαλα
+προσοχή στα λόγια του. Γιατί μαθές να γυρίση στην πατρίδα; Μήπως
+τον κακοπήραμε; μήπως του κακομίλησε κανένας; Εμείς τον είχαμε μη
+στάξη και μη βρέξη. Ο λοστρόμος όμως το χαβά του. «Άκου με που σου
+μιλάω, καπετάνιο, μου λέει Το παιδί είνε βαρεμένο από αγάπη. Απ'
+τη στιγμή που σαλπάραμε, τα μάτια του δεν ξεκολλήσανε απ' το νησί,
+και σαν αφήσαμε το νησί πίσω μας, πάλε, με τη μπούσουλα τα μάτια
+του εκεί γυρνούσαν μες στο πέλαγο. Κάτι ξέρω που σου μιλάω. Το
+ξέρεις το μικρό σπιτάκι απάνω στην Ανάληψι, με την κλιματαριά
+απόξω. Εκεί ταξίδευε η καρδούλα του». Έκανα το σταυρό μου. «Βρε
+του παπά την κόρη; » του κάνω. «Σωστά, μου λέει. Την παπαδοπούλα
+τη μικρή, το Μυγδαλιώ, με τις μακρυές κοτσίδες. Και σα θες να
+μάθης και περσότερα, οι κακές γλώσσες λένε πως απαντηθήκανε κρυφά
+πολλές φορές μες στις κουμαριές και πως και λόγο έδωκε μαθές της
+παπαδιάς για να την πάρη». Έκανα και πάλι το σταυρό μου. «Με γεια
+του, με χαρά του, λέω. Μα ποιος τον κυνηγούσε και τόσο βιάστηκε;
+Με το καλό θα γυρίζαμε μια μέρα». «Λογαριάζεις, μου λέει, ο
+λοστρόμος, καλή του ώρα! Λογαριάζεις με την αγάπη!...» Λες και
+ήτανε προφήτης. Όπως τώπε κέγινε. Σα γυρίσαμε μ' ένα μήνα στην
+πατρίδα, μάθαμε τα μαντάτα με το νι και με το σίγμα.
+
+Πήρε λίγο ανάσσα ο Μιχαληός ο Μακαράς, έστρηψε κ' ένα τσιγάρο και
+ξανάρχισε, βγάζοντας δυο σύννεφα απ' τα ρουθούνια του.
+
+ — Να μη στα πολυλογώ, σα γύρισε στην πατρίδα με το βαπόρι, μια
+και δυο στου παπά. Βρήκε και την ώρα πούλειπε ο παπάς στον
+εσπερινό. Η παπαδιά, όπως είπαμε, ήτανε ένα με το κορίτσι και τον
+γουστάριζε μαθές για γαμπρό. Σαν τον είδανε ξαφνιστήκανε. «Με το
+καλό, πώς έτσι ξαφνικά;» του λέει η παπαδιά. Αυτόνε τονέ πήρανε τα
+κλάματα. «Θα την αφήσω τη θάλασσα, λέει, δε βαστάω πια. Δε βαστάω
+πια την ξενιτειά». Οι γυναίκες κερώσανε. «Βρε αμάν, βρε ζαμάν, του
+λέει η παπαδιά, εδώ παλληκάρια και παλληκάρια, ντουνιάς ολάκερος
+στη θάλασσα είδε χαΐρι και προκοπή. Κάνανε βιος και υπόληψη και
+πλεούμενα δικά τους και του πουλιού το γάλα, ταγαθά του Θεού
+γεμίσανε το σπίτι τους. Κι' ο παπάς μαθές στον καιρό του και
+ταδέρφια μου και ταξαδέρφια μου, όλο μας το σώι και το σώι το δικό
+σας γεμιτζήδες σταθήκανε. Και μεις μαθές, και γυναίκες και
+μαννάδες κι' αδερφάδες, τους απαντέχαμε στην ξενητειά και με το
+καλό γυρίζανε πάλι και του κόσμου τα καλά μας φέρνανε. Εσύ πια θα
+σταθής μονάχος σημαδιακός;» Τούπε και τούπε η παπαδιά, όσα
+κατέβαζε η γλώσσα της.
+
+Ο Γιάννης ο Μελαχροινός έβαλε το λόγο του:
+
+ — Έτσι είνε οι γυναίκες, είπε. Εκείνους που χαθήκανε δεν τους
+λογαριάζουνε. Τα καλά που τους φέρανε αναθυμώνται μονάχα.
+
+ — Ας είνε, ξαναείπε ο Μιχαληός. Αυτός το είχε πάρει απόφαση μωρέ
+μάτια μου. «Και τι θα κάνης μαθές εδώ στον τόπο μας;» του ξαναλέει
+η παπαδιά. «Ξέρω γω τι θα κάνω! Περιβολάρης θα γενώ να σκαλίζω τα
+χώματα, βοσκός να βόσκω τα ζωντανά πάνω στα βουνά, πραμματευτής να
+τριγυρνάω στις γειτονιές. Φτάνει μου να βλέπω την αγάπη μου, το
+Μυγδαλιώ, να χαίρωνται τα μάτια μου, ως να πεθάνω». Το κορίτσι
+κοκκίνησε, που λες, μα δεν είπε λόγο. Μήτε κ' η παπαδιά.
+Στραβομουριάσανε κ' οι δυο τους. Έφυγε καμμιά φορά να πάη να ιδή
+τους γονιούς του· μα σαν ξαναγύρισε την άλλη την ημέρα, του
+κλείσανε την πόρτα. Άλλα περίμενε κι' άλλα βρήκε. Τακούς;
+
+ — Κ' η παπαδοπούλα μαθές τον απαρνήθηκε; ρώτησε Γιάννης ο
+Μελαχροινός ξερά-ξερά.
+
+ — Πρώτα αυτή. Παράξενο σου φαίνεται; Γαμπρό δεν ήθελε μαθές
+πραμματευτή, ούτε βοσκό στο λόγγο να γυρίζη, να τον τρώη η ψείρα
+και η κόνιδα. Παπαδοπούλα ήταν, καπετάνισσα να γένη λαχταρούσε...
+Παρακάτω μη ρωτάς και μη γυρεύης. Σαν του κλείσανε την πόρτα τα
+πεθερικά, τούβγαλε κι' αβανιές ο κόσμος. Άλλος πως φοβήθηκε τη
+θάλασσα, άλλος πως ξερνοβολούσε σαν το γατί, άλλος πως ήτανε
+σημειωμένος και μην τα ρωτάς. Νύχτες ολάκερες τριγύριζε στις
+κουμαριές, γύρω απ' την Ανάληψη, σαν το στοιχειό και σαν την άδικη
+κατάρα, καρτερώντας την κοπέλλα του. Μυαλό είν' αυτό. Δε θέλει και
+πολύ για να γυρίση. Σαν του γύρισε, άφησε τους ανθρώπους και
+τάβαλε με τα σκυλιά. Πρώτα-πρώτα τάβαλε με το σκυλί της
+παπαδιάς. Έλεγε — στοχάσου — πως τον αναγελούσε το σκυλί και
+τούλεγε τα χίλια δυο αναμπαίγματα και πως τώχε βαλμένο τάχα η
+παπαδιά κ' η κόρη της και τώχαν δασκαλέψει να του λέη μαθές λόγια
+σημαδιακά. Αποκεί πήρε δρόμο. Τάβαλε μ' όλα τα σκυλιά της
+γειτονιάς, μ' όλα των μαχαλάδων τα σκυλιά και με τα καραβόσκυλα
+ακόμα. Βρίσκεις άκρη; Σαν τον μυρίστηκαν κ' εκείνα τον κυνηγάνε
+και τον αλυχτούν, όπου βρεθή και — να μην τα πολυλογούμε, Καπετάν
+Γιάννη μου — είνε να τονέ κλαις.
+
+Ο Καπετάν Γιάννης ο Μελαχροινός, πούχε μετρημένα τα λόγια του,
+τύλιξε το μαρκούτσι γύρω από τον ναργιλέ και δεν έβγαλε τσιμουδιά.
+Είχε πάντα τη γνώμη τη δική του, μα δεν την έλεγε, πάρεξ πότε και
+πού. Σε λίγο άνοιξε το στόμα του:
+
+ — Πάμε να πάρωμε καμμιά μπουκιά; Ώρα είνε... είπε.
+
+Σηκωθήκανε κ' οι δυο και τραβήξανε τον ανήφορο.
+
+Το άλλο βράδυ, στο ίδιο το τραπέζι, στα ίδια τα σκαμνιά κ' οι δυο
+τους. Ο Καπετάν Γιάννης είχε ξεχάσει να παραγγείλη τον ναργιλέ του
+κι' ο Μιχαληός δεν είχε το τσίπουρο μπροστά του. Ήτανε κ' οι δυο
+σα ζαλισμένοι Γύρω τους ήτανε κι' άλλοι μαζεμμένοι, περιμένοντας
+ορθοί να μάθουν τα μαντάτα.
+
+ — Ο Μιχαληός θα μας πη, είπε κάποιος. Του λόγου του θα ξέρη...
+
+Περιμένανε όλοι με ανοιχτά τα στόματα. Ο Μιχαληός δε μιλούσε. Σε
+λίγο άνοιξε το στόμα του.
+
+ — Τι να σας πω κ' εγώ! Τα ξέρετε καλύτερά μου. Για την ώρα δε
+βρέθηκε ακόμα, εξόν από τη βάρκα που την έρριξε η θάλασσα απάνω
+στον κάβο. Ποιος ξέρει πού ταξιδεύει; Ταξίδι χωρίς μπούσουλα...
+
+ — Δεν είπε μαθές τίποτα στο σπίτι του, σαν έφυγε; Δεν το πήρατε
+χαμπάρι το τι μελετούσε; ρώτησε κάποιος απ' την παρέα.
+
+ — Τι να πη; αποκρίθηκε βαριεστισμένος ο Μιχαληός. Τρελλός
+άνθρωπος τι να πη;... Μοναχός μου τον πήγα ψες στο σπίτι, του, που
+πάλαιβε με τα σκυλιά των καϊκιών. Σαν νύχτωσε, σηκώθηκε στο πόδι.
+Πρώτη φορά ήτανε τάχατες που τώκανε; Ποιος να τονέ βαστάξη τρελλόν
+άνθρωπο; Έβαλε το σκούφο του και λέει της μάννας του: «Αφίνω γεια,
+μάννα. Στη θάλασσα ξαναγυρίζω. Πάλε γεμιτζής. Παληά μας τέχνη
+κόσκινο». Κ' έφυγε γελώντας. Πού να βάλη με το νου της κ' η
+δυστυχισμένη η μάννα του το τι μελετούσε μέσα του...
+
+ — Να μην τονέ πάρη πάλε χαμπάρι κανένας σαν κατέβηκε στο γιαλό;
+είπε μέσ' στα δόντια του ο Γιάννης ο Μελαχροινός. Τυχερό του
+ήτανε, βλέπεις.
+
+Ο Μιχαληός πήρε βαθειάν ανάσσα. Ό,τι και νάλεγε, μέσα του τον
+πονούσε η καρδιά του.
+
+ — Τονέ πήρε χαμπάρι ένας μούτσος από το καΐκι. Τι βγαίνει; Παιδί
+πράμμα ο μούτσος, δεν πήγε ο νους του σε κακό. Ύστερα και του
+τρελλού τα καμώματα τρελλά τα λογαριάζει ο κόσμος και κανείς δε
+βάζει την ουρά του. Τον είδε ο μούτσος. Τον είχανε ξυπνίσει τα
+σκυλιά. Ανεβαίνει στην κουβέρτα και τονέ βλέπει που πολεμούσε να
+λύση τη βάρκα του Μανώλη του Λεϊμονή, πούτανε δεμένη στο μώλο. Σαν
+πήδησε μέσα κ' έλυσε το πανί και πήρε στα χέρια του τη σκότα,
+άρχισε τις φωνές: «Αφίνω γεια, Μυγδαλιώ. Με το καλό νανταμωθούμε
+πάλι. Πάω να σου φέρω απ' την Πόλη τα προικιά, τασημικά σου απ' τη
+Μαρσίλια. Κι' από της Βενετιάς τους χρυσικούς πάω να σου φέρω
+δαχτυλίδι..» Παλαβά λόγια!... Ορθός στεκότανε στην πρίμη με τη
+σκότα στα χέρια. Είχε φρεσκάρει. Οι στερηές βγάζανε αέρα. Λασκάδα
+το πανί, πρίμα κατάπριμα τον έβγαλε ο αέρας κατά το πέλαγο. Τι
+απόγινε; Πες μου να σου πω.
+
+Τον πήρανε τα δάκρυα και τα κατάπινε μέσα του..
+
+ — Ώρα να σας αφήσω, ξαναείπε. Άφησα και τις γυναίκες μοναχές,
+ναρθώ να μάθω κανένα μαντάτο. Κανένας δεν ξέρει τίποτε. Όποτε
+θέλει η θάλασσα θα μας τον δώση πίσω!...
+
+Καληνύχτισε και σηκώθηκε. Όλοι βουβοί γύρω, καθένας με τη γνώμη
+του. Κάτω απ' το μώλο φτάσανε βραχνά ταλυχτήματα των καραβόσκυλων.
+Λες και περνούσε πάλι μπροστά τους, στην ώρα του απάνω, ο Αγγελής,
+στοιχειό ενός στοιχειού. Ο Μιχαληός βλαστήμησε από μέσα του:
+
+ — Σκασμός βρωμόσκυλα! Τώρα — που να μην έσωνα — θαρρώ πως
+καταλαβαίνω κ' εγώ τη γλώσσα σας. Σκασμός!
+
+
+
+
+ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ.....
+
+
+
+Είχε περάσει τα εξήντα η Ταρσίτσα και περίμενε ακόμα το γαμπρό.
+Τον περίμενε ώρα την ώρα, τα σουρουπώματα και το μεσημέρι και το
+δειλινό και τη νύχτ' ακόμα, στα βαθειά μεσάνυχτα. Μήπως δε λέη το
+τροπάρι: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός;» Ο
+ξάδερφός της ο παπάς, στην Αθήνα, της το είχε ξηγήσει κάποτε.
+Νυμφίος είνε ο γαμπρός. Ο νυμφίος της Εκκλησίας είνε ο Κύριος ημών
+Ιησούς Χριστός. Το τροπάρι θέλει να πη πως κάθε ώρα και στιγμή
+πρέπει να τον περιμένωμε, γιατί εκεί που δεν τωλπίζομε, μέσα στα
+βαθειά μεσάνυχτα, μπορεί να φανερωθή. Έτσι ξηγούσε ο παπάς το
+τροπάρι. Οι παπάδες όμως όλα τα ξηγάνε παπαδίστικα. Η Ταρσίτσα —
+Θεέ μου, συχώρεσέ με! — τάπαιρνε ωστόσο αλλοιώτικα τα λόγια του
+τροπαριού. Δεν είνε μονάχα η Εκκλησία — έλεγε από μέσα της — που
+περιμένει τον «Νυμφίο» της. Κάθε τίμια γυναίκα πρέπει να τον
+περιμένη και να τον απαντέχη μέρα και νύχτα, για να γίνη το θέλημα
+του Θεού. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Τα λόγια
+ήτανε ωραία και τη μεθούσανε. Ανοίγανε μπροστά της ένα μακρινό
+δρόμο, και σταπόμακρα του δρόμου, σαν κάτασπρη φαντασία μέσα στο
+σκοτάδι, ερχότανε ψηλός και λυγιστός και λεβέντης ο Νυμφίος. Όλο
+ερχότανε και κοντοζύγωνε. Τα μάτια του ήτανε καρφωμένα απάνω στο
+ψηλό παραθυράκι, που τον περίμενε η Ταρσίτσα χρόνια και χρόνια.
+«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται!..»
+
+Ύστερα η φαντασία σβυνότανε απ' τα μάτια της, τα δένδρα, τα
+σπίτια, τα λιακωτά, τριγυρίζανε πάλι και πνίγανε το μικρό σπιτάκι
+και κρύβανε τον μεγάλο, τον πλατύ δρόμο με τον ήσκιο του
+απονύχτερου διαβάτη. Μα η Ταρσίτσα δεν απόκανε να περιμένη. Ο
+γαμπρός δεν ήτανε αγέννητος, δεν ήτανε ονειροφαντασία και ψέμα.
+Στο δρόμο βρίσκεται και περπατεί κ' έρχεται ολοένα. Απ' Ανατολή ή
+από Δύσι, από κάπου θα φανή. Απ' την Αθήνα ή απ' την Αμέρικα. Είνε
+τόποι μακρινοί, που τους χωρίζουνε βουνά και θάλασσες. Και είνε
+εμπόδια και αντισκόμματα στο δρόμο. Φουρτούνες, άνεμοι,
+νεροποντές, θηρία, αρρώστειες. Μήνες και χρόνια μπορεί να ταξιδεύη
+ο άνθρωπος. Όμως θα φτάση μια μέρα εκεί που του τώταξε η Μοίρα.
+Και κείνοι που τον απαντέχουν δεν πρέπει ναπελπίζωνται, δεν πρέπει
+να τον λησμονάνε, μόνο μέρα και νύχτα να ζούνε με την ελπίδα του
+και την απαντοχή του. Έτσι το θέλει ο Θεός. Το τροπάρι είχε και
+άλλα παρακάτω. «Και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα,
+ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα». Ο παπάς τα είχε ξηγήσει
+και τα λόγια τούτα. Χαρά σ' εκείνονε — άντρα ή γυναίκα — που θ'
+αγρυπνάη και θα περιμένη· και πάλι, ντροπή σ' εκείνονε, που θα τον
+πάρη ο ύπνος και θα κοιμηθή στη μεγάλη την ώρα. Και η Ταρσίτσα
+αγρυπνούσε μήνες και χρόνια, γιατί της είχε καρφωθή η ιδέα πως ο
+«Νυμφίος» θαρχότανε νύχτα, όπως το λέει το τροπάρι. Και αν
+ερχότανε κ' εύρισκε την πόρτα σφαλιστή και το λυχνάρι σβυσμένο και
+την καλή του παραδομένη στον ύπνο κ' έστεκε κουρασμένος στην
+οξώπορτα, χτυπώντας σαν τον ξένο και τον έρημο, τι θάλεγε από μέσα
+του; «Εμένα με φάγανε οι δρόμοι και τα κύματα, εγώ μήνες και
+χρόνια ταξιδεύω κ' έρχομαι και μια ψυχή δε βρίσκεται να με
+προσμένη». Θα βαρηγκομούσε ο ταξιδιάρης και θάπαιρνε ξανά το δρόμο
+και θα τραβούσε κατά τα μάτια του.
+
+Η έννοια αυτή την έτρωγε την Ταρσίτσα και της έκοβε τον ύπνο και
+την ανάπαψη.
+
+Δεν ήτανε τρελή η Ταρσίτσα. Τον πόνο της δεν τον έλεγε στον κόσμο,
+σαν τους άλλους τους τρελλούς. Και μέσα στο σπίτι ακόμα λίγοι
+ξέρανε το μυστικό της, «Αυτή την πετριά έχει η κακομοίρα, έλεγε η
+ψυχοκόρη της η Αννίτσα. Σ' όλα τα άλλα καλή και άξια, μάλαμα
+γυναίκα». Γι' αυτό κ' η Αννίτσα τη συμπονούσε και πήγαινε με τα
+νερά της.
+
+Ένα πρωί, πρώτη του Μαρτιού, η Ταρσίτσα σηκώθηκε χαρούμενη, σαν να
+είχε δει καλό όνειρο. Κάτι σιγοτραγούδησε από μέσα της, ύστερα
+πήρε κόκκινη κλωνά κ' έπλεξε το «Μάρτη». Ένα για την Αννίτσα, ένα
+για τον εαυτό της:
+
+ Οπώχει κόρην ακριβή
+ του Μάρτη ο ήλιος μην τη δη,
+
+μουρμούρισε, τυλίγοντας την κλωνά στο δάχτυλό της και στο δάχτυλο
+της Αννίτσας.
+
+ — Άκουσε, Αννίτσα, της είπε σε λίγο. Είμαστε για ταξίδι Το
+αποφάσισα. Θα πάμε στην Αθήνα. Ο παπάς εκατό φορές μου τώχει
+γραμμένο: «Τι κάθεσαι, χριστιανή, έρημη και παντέρημη στο νησί; Τα
+γονικά σου αναπαυτήκανε, ταδέρφια σου ξενητευτήκαν, παιδί σκυλί
+δεν έχεις σιμά σου. Το ψωροχτήμα που σ' απόμεινε, μεγαλύτερη η
+λάτρα του και το έξοδο απ' το καλό του. Φασκέλωσέ το κ' έλα να
+φάμε μαζί ένα κομμάτι ψωμί που μας έδωκε ο Θεός. Τα παιδιά
+μεγαλώσανε. Ο Λεωνίδας έγινε παλληκάρι, ένα σκανδαλιάρικο, που
+πέτρα δεν αφίνει απάνω στην πέτρα. Θα περνάς την ώρα σου μαζί
+τους, θα σ' έχη και συντροφιά η παπαδιά». Τέτοια μου γράφει, που
+λες, και μου ξαναγράφει ο παπάς. Και να σου πω, θαρρώ, πως έχει
+δίκηο. Να μαζέψωμε τα σκουτιά μας και να τραβάμε, πρώτα ο Θεός. Τι
+καλό είδαμε σε τούτον τον τόπο;
+
+Η αλήθεια είνε πως ο παπάς έγραφε και ξανάγραφε στην ξαδέρφισσά
+του και την παρακινούσε ολοένα νάρθη μ' αυτά τα λόγια και με άλλα.
+Ο παπάς όμως είχε το λογαριασμό του. Η παπαδιά δεν τα κατάφερνε
+στη λάτρα του σπιτιού· είχε γεράσει και το σπίτι πες πως έμενε
+χωρίς νοικοκυρά. Να πάρη ψυχοπαίδα ο παπάς δεν το αποφάσιζε. Πρώτα
+οι δουλειές είχαν λιγοστέψει· οι ανθρώποι μέρα με τη μέρα
+μακρύνανε απ' το δρόμο του Θεού, δεν ήτανε ευλαβητικοί σαν πρώτα.
+Οι λειτουργιές, οι αγιασμοί, τα πρόσφορα, όλα «τα ελέη του Θεού»
+είχανε λιγοστέψει. Πού και πού ένας γάμος, τίποτε βαφτίσια, κάνα
+λείψανο· κι' αυτά στη χάσι και στη φέξι. Αν ήτανε στο χέρι των
+χριστιανών — έλεγε κάποτε ο παπάς βαρηγκομώντας — θάχανε το
+κουράγιο να παντρεύωνται και να πεθαίνουν χωρίς παπά! Πού να
+βγούνε λοιπόν τα έξοδα της ψυχοπαίδας; Ύστερα, και το κάτω-κάτω
+της γραφής, ταγόρια είχανε μεγαλώσει. Γιατί να βάλη τον πειρασμό
+μέσ' στο σπίτι του; «Ουαί τω δι' ου το σκάνδαλον έρχεται». Αυτά
+κι' αυτά τον κάνανε τον παπά ν' αποζητάη την Ταρσίτσα. Ένα χέρι
+πάντα καλό θα ήτανε για τη λάτρα των παιδιών, για βοήθεια της
+παπαδιάς, για συντροφιά στο σπίτι. Ύστερα, κοντά στ' άλλα, η
+Ταρσίτσα είχε και το κομπόδεμά της, έξη-εφτά χιλιαδούλες. Καμμιά
+μέρα μπορούσε να κλείση τα μάτια και τα λεφτά να πέσουνε στα ξένα
+χέρια. Σαν ερχότανε κοντά, το πράμμα άλλαζε. Θ' αγάπιζε τα παιδιά,
+θα τα πονούσε και κάτι μπορούσε να τους αφήση. Ο παπάς ήτανε
+φρόνιμος άνθρωπος. Ναι μεν ο Θεός δε θέλει την απληστία και την
+προσήλωση στα εγκόσμια, αλλά μήπως πάλι το τροπάρι δε λέη: «Τα
+καλά και συμφέροντα... παρά του Κυρίου αιτησόμεθα »; Και δος του
+γράμματα απάνω σε γράμματα ο παπάς.
+
+Η Αννίτσα ξαφνίστηκε στην αρχή. Πολλές φορές της είχε πει η
+ψυχομάννα της γι' αυτό το ταξίδι, μα πρώτη φορά της μιλούσε τόσο
+αποφασιστικά.
+
+ — Να πάμε, παιδί μου, να πάμε. Και για την τύχη τη δική μου και
+για τη δική σου την τύχη. Τι καλό είδαμε τόσα χρόνια σε τούτον τον
+τόπο; Οι ανθρώποι εδώ απογίνανε, δεν είνε να ζήση κανείς. Όλο και
+το συμφέρον, ο παράς κυβερνάει τον τόπο μας. Πρόστυχοι ανθρώποι,
+βλέπεις, χωρίς ανατροφή, Χωρίς ευγένεια απάνω τους. Όλες οι
+κοπέλλες μένουνε στο ράφι. Ποιος γυρίζει να τις κυττάξη; Όλοι
+γυρεύουνε μετρητά, δεν ξετάζουνε τιμή και υπόληψη.
+
+ — Ούτε ωμορφιά, ούτε νιάτα! είπε η Αννίτσα.
+
+ — Σα δεν κυττάζουνε την τιμή και την υπόληψη, πούνε το πρώτο
+πράμμα στη γυναίκα, ξαναείπε η Ταρσίτσα, τι γυρεύεις παρακάτω;
+Στην Αθήνα είνε άλλος κόσμος. Είνε τριάντα χρόνια τώρα που λείπω,
+μα θαρρώ πως είμ' εκεί ακόμα. Άλλοι άντρες, παιδί μου. Όλο καρδιά!
+Και αν πης κι' από ευγένεια στις γυναίκες, άλλο τίποτε. Σε κυττάνε
+στα μάτια. Έτσι τάφερε η τύχη και γύρισα σε τούτον τον καταραμένο
+τόπο — Θεός σχωρέσ' τον πατέρα μου, που τώθελε. Αν είχα μείνει
+στην Αθήνα, άλλη κι' άλλη θάμουνα τώρα.
+
+Τα λόγια αυτά μπήκανε στην καρδιά της Αννίτσας. Η Αθήνα φάνταξε
+μπροστά της σαν ένας Παράδεισος γεμάτος αγγέλους, που πέφτουνε στα
+πόδια των κοριτσιών και τα προσκυνάνε. Δεν έβλεπε την ώρα πότε να
+φύγουνε.
+
+ — Και πότε με το καλό θα φύγωμε, ψυχομάννα;
+
+ — Το γρηγορώτερο, παιδί μου. Την Κυριακή περνάει το βαπόρι. Έχομε
+τρεις μέρες ακόμη. Πιάσε να συμμαζέψωμε σιγά-σιγά τα σκουτιά
+μας, να βολέψωμε τις δουλειές μας και να ρίξωμε πέτρα πίσω μας.
+Σύρε και τη μεγάλη κασσέλα από κάτω απ' το κρεββάτι, να ρίξω μια
+ματιά στα ρούχα, να τα τινάξωμε πριν φύγωμε, ν' αλλάξωμε και τις
+λεβάντες για το σκόρο...
+
+Η μεγάλη κασσέλα είχε μέσα τα προικιά της Ταρσίτσας, πλούσια
+προικιά, μεταξωτά και νταντέλλες και κεντήματα ξακουστά σ' όλο το
+νησί, σαράντα χρόνια τώρα.
+
+... Φύγανε κ' ήρθανε στην Αθήνα.
+
+Τρεις μήνες είχε πια η Ταρσίτσα στο σπίτι του παπά.
+
+ — Δεν είνε αυτή η Αθήνα πούξερα μια φορά! Έλεγε στην ψυχοκόρη της
+συχνά, την ώρα που πηγαίνανε να κοιμηθούνε. Όλα αλλάξανε. Και
+τόπος και ανθρώποι. Χάλασε ο κόσμος!
+
+Κι' αλήθεια είχε αλλάξει η Αθήνα. Κανένας δε γύριζε να κυττάξη την
+Ταρσίτσα, ούτε στο σπίτι, απ' τους φίλους που ερχόντουσαν τις
+χρονιάρες μέρες να χαιρετήσουνε τον παπά, ούτε στο παράθυρο, ούτε
+στο δρόμο. Όπου καμμιά παρδαλή, όπου καμμιά ξεμυαλισμένη, όπου
+καμμιά φτιασιδού, εκεί πέφτανε τα μάτια των αντρών. Κανένας δε
+γύριζε να κυττάξη τις κοπέλλες. Η φρονιμάδα κ' η νοικοκυροσύνη δεν
+είχανε πια πέρασι, όπως στον παληό καιρό.
+
+Όμως η Ταρσίτσα είχε κ' ένα παράπονο με τον παπά. Ποτές δε
+φρόντισε κι' αυτός σαν καλός συγγενής για την αποκατάστασί της.
+Ποτές δεν κούνησε το χέρι του. Είνε άλλοι που σκοτώνονται ν'
+αποκαταστήσουν τις ανηψάδες τους, τις κουνιάδες τους, τις ξαδέρφες
+τους, τις πιο μακρινές τους συγγενίδισσες. Αυτός, μ' όλες του τις
+γνωριμίες, μ' όλη την υπόληψη που είχε στην ενορία, με όλα τα μέσα
+του τίποτε δεν έκανε.
+
+Ένα βράδυ, που καθόντουσαν μόνοι στο τραπέζι, ύστερ' από το φαγί —
+η παπαδιά και τα παιδιά είχανε πάει να κοιμηθούνε — η Ταρσίτσα δε
+βάσταξε πια. Άνοιξε το στόμα της.
+
+ — Αν ήθελες εσύ, παπά, θα ήμουνα αλλοιώτικα σήμερα. Θα ήμουνα κ'
+εγώ σπίτι μου...
+
+Ο παπάς ρούφηξε την τσιγάρα του, μια τσιγάρα χοντρή σαν το μεγάλο
+του δάχτυλο, έπαιξε το κομπολόγι του μια και δυο φορές στη φούχτα
+του και της είπε, χαμογελώντας:
+
+ — Ακόμα δεν την έβγαλες, ευλογημένη, αυτή την ιδέα από το μυαλό
+σου; Ακόμα τη συλλογίζεσαι την παντρειά; Μπα! που νάχης την ευχή
+του Θεού.
+
+Η Ταρσίτσα πειράχτηκε ως τα κατάβαθα της καρδιάς της.
+
+ — Και γιατί να τηνέ βγάλω, παπά; Είνε καμμιά αμαρτία, μαθές; Το
+χρέος κάθε τίμιας γυναίκας είνε ναρθή στον κόσμο, να κάνη το
+θέλημα του Θεού, ναναστήση παιδιά στη Χριστιανοσύνη με τη δόξα του
+Κυρίου.
+
+ — Καλά και άγια είνε όλ' αυτά, Ταρσίτσα μου, είπε πάλι ο παπάς·
+μα κάθε πράμμα στον καιρό του κι' ο κολιός τον Αύγουστο, που λέει
+κ' η παροιμία. Γεράσαμε, ξαδέρφισσα, δεν το κατάλαβες;
+
+ — Αυτά είνε λόγια, παπά μου, είπε κουνώντας το κεφάλι, της η
+Ταρσίτσα. «Προφάσεις εν αμαρτίαις», που λέει το χαρτί. Εγώ δεν
+είπα μαθές πως είμαι καμμιά κοπέλλα, δεν είπα να πάρω κανένα
+παλληκαρούδι Όμως είνε κι' ανθρώποι μισοκαιρίτες, που γυρεύουνε να
+βρούνε μια νοικοκυρά, με μεστωμένα μυαλά, μια τίμια κι' άξια
+γυναίκα, νάχουνε σίγουρο το κεφάλι τους. Εδώ καν και καν
+παντρευτήκανε. Μα είχανε κ' έναν προστάτη, θα πης. Σα δεν έχη έναν
+προστάτη στον κόσμο η γυναίκα, το αδύνατο το μέρος, βλέπει — καλή
+ώρα! — τα καλά που είδε κ' η Ταρσίτσα!
+
+Τα χείλια της στάζανε φαρμάκι Είχε γίνει χλωμή σα θειαφοκέρι απ'
+το κακό της. Ο παπάς άρχισε να τη βαρυέται και χασμουρήθηκε
+δυνατά, κάνοντας το σημείο του Σταυρού με το ένα δάχτυλο μπροστά
+στα δύο τρία δόντια που τούχανε απομείνει.
+
+ — Και τι καλό είδαν, ευλογημένη, κι' αυτές που παντρευτήκανε;
+Πίκρες και βάσανα. Το κάτω-κάτω της γραφής, πού να τον βρούμε το
+γαμπρό; Να ξύσωμε τον τοίχο να τον φκιάξωμε; Εδώ είνε κοπέλλες σαν
+το κρύο νερό, που δε γυρίζει κανένας να τις γυρέψη. Οι γαμπροί
+σήμερα θέλουνε χιλιάδες, πολλές χιλιάδες...
+
+ — Τάζει ο κόσμος, παπά μου.
+
+ — Και σαν τάξωμε, πού θα βρούμε ύστερα να τις μετρήσωμε;
+
+Η Ταρσίτσα ζύγωσε την καρέκλα της στον παπά. Της φάνηκε πως ήτανε
+πιο ήμερος τώρα, πως ερχότανε στο κολάι.
+
+ — Σαν έμπη ο γαμπρός στο σπίτι, είπε, σαν τον πονέση η καρδιά
+του, όλα διορθώνονται. Δεν κυττάει πια τις χιλιάδες!
+
+Ο παπάς έμπηξε τα γέλια, χαϊδεύοντας στον ίδιο καιρό την Ταρσίτσα
+στις πλάτες.
+
+ — Γελάς, παπά μου;
+
+ — Αμ' τι να κάμω, ευλογημένη; Γελάω. Είνε να μη γελάσω; Κάλλια
+που γελάω εγώ, πάρα να γελάνε οι ξένοι. Καληνύχτα. Έχω και
+λειτουργία το πρωί και παρακαθήσαμε με τις κουβέντες. Καληνύχτα,
+ξαδέρφισσα, κι' ο Θεός να σε φωτίση ναρθής στα λογικά σου.
+
+Σηκώθηκε βιαστικά ο παπάς, ξεδιάλυνε τα γένεια με τα δάχτυλά του
+και τράβηξε κατά την αντικρινή πόρτα.
+
+Η Ταρσίτσα έμεινε στον τόπο σαν νεκρωμένη. Ποτέ δεν της είχε
+μιλήσει έτσι ο παπάς. Εκείνο το γέλιο του, εκείνα τα λόγια του τα
+ξερά και ξεκομμένα, εκείνο το μούτρο που της έκανε, ήτανε σαν ένας
+κουβάς κρύο νερό, που της αδειάσανε στο κεφάλι. Για μια στιγμή
+συλλογίστηκε πως ο παπάς είχε δίκηο, πως τα λόγια του ήτανε σωστά,
+πως έπρεπε να βγάλη απ' το νου της την παντρειά. Όλη η ζωή της
+πέρασε τότε για μια στιγμή μπροστά της, καθώς καθότανε μοναχή της,
+κάτω από τη μισοσβυσμένη λάμπα, ακουμπησμένη με τους δύο της τους
+αγκώνες απάνω στο τραπέζι Θυμήθηκε μια Λαμπρή που ήταν κοπέλλα
+δεκάξη χρονών στο νησί, κι' ο πατέρας της τσουγκρίζοντας ταυγό με
+τον κουμπάρο του τον Καπετάν Θανάση τον Απίκραντο — μακαρίτες κ'
+οι δυο — κάτι γνέψανε ο ένας στον άλλον που το είχε μισοκαταλάβει
+η Ταρσίτσα κ' έγινε πιο κόκκινη απ' το αυγό. Κάποιο γαμπρό
+μελετούσανε οι δυο γερόντοι. Ύστερα θυμήθηκε μια μέρα του Μαρτίου,
+που ρίξανε το καινούργιο καράβι του πατέρα της στη θάλασσα. Το
+καράβι είχε τόνομά της: «Ταρσίτσα» κι' αυτό. Ποιος ξέρει πού να
+βρίσκωνται τώρα τα μαδέρια του και τα στραβόξυλά του, χρόνια
+ναυαγισμένο στη Μαύρη θάλασσα! Εφτά χρονών ήτανε τότες η Ταρσίτσα,
+μα το θυμάται σαν και σήμερα. Θυμάται ακόμα και κάποια λόγια που
+λέγανε στο σπίτι «Αυτό το καράβι θα φέρη τα προικιά της
+Ταρσίτσας». Δεν καταλάβαινε τότε τι θα πη προικιά, μα της έφτανε
+πως κάτι θα της έφερνε το καράβι και ταγαπούσε και το καμάρωνε.
+
+Έτσι ανάκατα και χωρίς τάξη, τα πρώτα υστερνά και τα υστερνά
+πρώτα, περνούσανε μπροστά στα μάτια της Ταρσίτσας οι μέρες της
+ζωής της. Ύστερα θυμήθηκε μια μέρα, ανήμερα των Ταξιαρχών — στην
+Αθήνα. Ο παπάς γιόρταζε και είχανε τραπέζι το βράδυ. Δεν ήτανε πια
+κοπέλλα, ούτε νέα καλά — καλά. Είχε πατήσει τα τριάντα. Αφού
+φάγανε και ήπιανε, αρχίσανε την ψαλτική, τα τροπάρια. Άλλο
+τραγούδι δεν ήθελε ο παπάς στο σπίτι.. Πότε περάσανε τριάντα
+χρόνια! Θαρρεί πως είνε τούτη η ώρα που τσουγκρίζανε τα ποτήρια.
+«Στις χαρές σου», της είχε πει ο παπάς. «Ευχαριστώ, παπά μου, να
+ζήση η παπαδιά», του είχε πει εκείνη. Τώρα όμως θυμάται πως ο παπάς
+την είχε ευχηθή με μισή φωνή, χαμογελώντας κάτω απ' τα δασά του τα
+μουστάκια.
+
+Αυτή ήτανε η τελευταία μέρα που θυμήθηκε. Ύστερα όλες οι μέρες —
+τριάντα χρόνια στην αράδα — περάσανε μπροστά της ανακατωμένες,
+όμοιες, σα μια μέρα μεγάλη, δίχως τέλος. Ένα πράμμα μονάχα
+καταλάβαινε: πως η ζωή της είχε σταματήσει εκεί, δεν είχε κάνει
+ένα βήμα μπροστά. Όλος ο περασμένος καιρός ήτανε γι' αυτήν σα μια
+ξένη ζωή. Γι' αυτό, όταν ο παπάς της είπε: «γεράσαμε, Ταρσίτσα,
+δεν το κατάλαβες;» ξαφνίστηκε σαν να μάθαινε πρώτη φορά ένα πράμμα
+που δεν τώχε βάλει ο νους της. Είχε γεράσει το λοιπόν η Ταρσίτσα;
+Από πότε ως πότε; Η καρδιά της, η ψυχή της, το είναι της όλο δεν
+είχαν αλλάξει σε τίποτε. Ούτε άντρα είδε στο πλευρό της, ούτε
+σπιτικό έννοιωσε, ούτε παιδιά ανάστησε γύρω της, να της θυμίζουν
+πως πέρασαν τα χρόνια. Το κάτω-κάτω της γραφής, ποτέ δε
+λογάριαζε τα χρόνια της. Κι' αν έκανε καμμιά φορά να τα λογαριάση,
+γρήγορα παρατούσε τον λογαριασμόν αυτόν και τονέ ξέχανε. Δεν είχε
+χειμωνιάσει η ψυχή της ακόμα, έλεγε κάποτες ο παπάς. Ένας ήλιος
+καλοκαιρινός έφεγγε μέσα της και τηνέ ζέσταινε. Μα τώρα εκείνο το
+γέλιο του παπά ήτανε σαν να την ξύπνισε από ένα όνειρο. Καθώς
+καθότανε σκυμμένη στο τραπέζι, τα χέρια της, πρώτη φορά, της
+φανήκανε ζαρωμένα, ματσιδιασμένα. Έκλεισε τα μάτια της να μην τα
+βλέπη. Καθώς έκλεινε τα μάτια της, λίγες τρίχες απ' τα μαλλιά της,
+πούχανε ξεφύγει στα μελίγγια της, γυαλίσανε παράξενα στο φως της
+λάμπας. Ήτανε κάτασπρες σαν το ασήμι. Έσφιξε τα μάτια της
+περισσότερο. Μα και στο σκοτάδι των ματιών της δυο άσπρες κλωνές
+σαλέβανε ακόμα λυπητερά. Σηκώθηκε και πήγε να κοιμηθή. Πρώτη φορά
+έννοιωθε πως τα πόδια της δεν τη βαστούσανε καλά.
+
+Πηγαίνοντας στην κάμαρη της να κοιμηθή, είδε φως στο μικρό
+καμαράκι που είχε το γιατάκι της η Αννίτσα.
+
+ — Δεν κοιμήθηκες ακόμα; της είπε.
+
+ — Ακόμα, ψυχομάννα, είπε η Αννίτσα με μουδιασμένη φωνή.
+
+Η Ταρσίτσα έσκυψε στο τζάμι του παραθυριού, που άνοιγε στο στενό
+πέρασμα. Την είδε πούπλεκε τα μαλλιά της μπροστά σ' ένα μικρό
+στρογγυλό καθρεφτάκι, ακουμπησμένο απάνω στο καντηλιέρι.
+
+ — Χτενίζεσαι τέτοια ώρα; την ρώτησε.
+
+ — Λούστηκα αποβραδύς και συμμαζεύω τα μαλλιά μου, είπε πάλι με
+μουδιασμένη φωνή η Αννίτσα.
+
+Η ψυχομάννα της την καλονύχτησε και πήγε να κοιμηθή. Θαρρούσε πως
+άκουγε ακόμα μέσα σταυτιά της το γέλιο του παπά. «Ακόμα δεν την
+έβγαλες, ευλογημένη, αυτή την ιδέα από το μυαλό σου;» Αλήθεια.
+Ήτανε καιρός πια να τη βγάλη. Και τράβηξε κατά την κάμαρή της, σαν
+άνθρωπος που πήρε μια μεγάλη, μα πικρή απόφασι
+
+Την άλλη μέρα το σπίτι του παπά ήτανε άνω-κάτω. Η Αννίτσα είχε
+χαθή από το σπίτι. Αργότερα τους φέρανε τα μαντάτα πως την είχε
+κλέψει ο αγαπητικός της, ένα ώμορφο ξανθό παλληκάρι που δούλευε
+στο αντικρινό γιαπί. Ζωγράφιζε τα νταβάνια και ζωγραφίζοντας στην
+ψηλή τη σκαλωσιά σφύριζε και τραγουδούσε τους καϋμούς της αγάπης.
+Και τραγουδώντας πήρε την καρδιά της Αννίτσας. Η Αννίτσα πάλι
+κεντούσε κάθε δειλινό στο παραθύρι και, κεντώντας και
+βελονιάζοντας, πήρε την καρδιά του Αλέκου με τα χαμηλωμένα μάτια
+της. Αποβραδύς λούστηκε και χτενίστηκε. Και νύχτα, βαθειά
+μεσάνυχτα, μπήκε κρυφά στο σπίτι ο καλός της και την άρπαξε.
+
+Ο παπάς δεν πολυσκοτίστηκε και τόσο. «Νέοι είνε κι' ας
+παντρεύωνται», είπε. Η παπαδιά, ναι μεν της κακοφάνηκε πούγινε η
+ντροπή στο σπίτι της, μα πάλι δεν έκανε και μεγάλο κακό. «Τυχερά
+πράμματα», είπε.
+
+Η Ταρσίτσα δε μίλησε όλην τη μέρα. Μιλιά δεν της βγήκε απ' το
+στόμα. Σα σούρπωσε κ' έπεσε η μέρα, την πήρε το παράπονο. «Να
+όψεσαι, παπά, που μ' αποκοίμισε. Νύχτα, βαθειά μεσάνυχτα, ήρθ' ο
+ταξιδιάρης να με πάρη. Κ' εγώ που τον περίμενα χρόνια και χρόνια,
+με πλάκωσε ο βραχνάς στην ώρα τη γραμμένη και δεν τον απείκασα.
+Χαρά σ' τηνε που αγαπούσε και περίμενε. Την πήρε κ' έφυγε!»
+
+Αναστέναξε βαθειά και σταύρωσε τα χέρια της μέσ' στην ποδιά της.
+
+ — Τώρα καιρός είνε να σου σηκώσω το βάρος, παπά μου. Θα γυρίσω
+στο νησί! είπε.
+
+ — Τι να κάνης στο νησί; τη ρώτησε φλομωμένος ο παπάς.
+
+ — Αυτό το ξέρω εγώ και η Μοίρα μου! είπε η Ταρσίτσα καταπίνοντας
+τα δάκρυά της. Είνε κι' άλλες απελπισμένες, με τη μαύρη τη
+μανδήλα, στην Υπαπαντή.
+
+Σηκώθηκε και τράβηξε στην κάμαρή της, κρατώντας τον τοίχο να μην
+πέση. Ο μικρός ο Λεωνίδας, πούχε ακούσει τα μισά της λόγια, γύρισε
+και κύτταξε τον πατέρα του.
+
+ — Δε μου λες, πατέρα, τρελλάθηκε η θειά η Ταρσίτσα; Ο παπάς
+κούνησε το κεφάλι του:
+
+ — Ή τώρα τρελλάθηκε, παιδί μου, ή τώρα βρήκε τα λογικά της.
+«Άδηλα και κρύφια» τα μέσα του ανθρώπου...
+
+
+
+ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
+
+
+
+«Μ' έφαε το σκυλί!»
+
+Δυο πιστολιές ακούστηκαν στο σούρουπο, και καταμεσής στη σκάλα του
+λιμανιού, πλημμυρισμένη από κόσμο — ότι ήταν φτασμένο το βαπόρι —
+ένας άνθρωπος έφερε βιαστικά την απαλάμη στο στήθος, κλονίστηκε
+στα πόδια του κ' έγειρε απάνω σε δυο ξένα χέρια, που απλώθηκαν να
+τον βαστήξουν. Ο φονιάς τού την είχε ανάψει από κοντά, στήθος με
+στήθος, πριν προφτάση καλά-καλά να τον καταλάβη.
+
+Ούτε λογοφέρανε, ούτε τίποτε! Κανένας δεν είχε νοιώσει πώς έγινε
+το κακό. Σαστισμένοι όλοι γύρω, ντόπιοι και νεοφερμένοι, πριν
+προφτάσουν να ιδούν τον άνθρωπο που έπεφτε, και τον άνθρωπο
+πούτρεχε σαν τρελλός, σκίζοντας και τσαλαπατώντας τον κόσμο,
+αφήκανε το φονιά και χάθηκε. Όλοι μαζευτήκανε ύστερα γύρω από τον
+χτυπημένο, με πρόσωπα χλωμά και ξαφνιασμένα, με τις τρίχες
+σηκωμένες. Οι λιγοστές γυναίκες, παίρνοντας τα παιδιά τους απ' τα
+χέρια, τρέχανε να σωθούνε μακρυά απ' το φονικό, τρέμοντας στη
+σάστισή τους περισσότερο τον χτυπημένο απ' το φονιά, που
+βρισκότανε μίλια μακρυά — ποιος ξέρει πού — αυτή τη στιγμή. Ένα
+οργανέτο έπαιζε ακόμα μπροστά στο καφενεδάκι, τελειώνοντας
+βιαστικά κάποιο σκοπό παληάς όπερας, που ξυπνούσε, μέσα στο
+σύθαμπο του δειλινού, ξεθωριασμένους πόνους.
+
+ — Κάνετε τόπο, ρε παιδιά, να σηκώσωμε τον άνθρωπο. Θα μας μείνη
+στα χέρια...
+
+Ακούστηκε μια φωνή παρακαλεστική και τρομασμένη μαζί.
+
+ — Δεν είνε τίποτα. Μην κάνετε έτσι.. είπε ο χτυπημένος.
+
+Η φωνή του όμως ήτανε πνιγμένη κι' αδύνατη. Ο κόσμος παραμέρισε να
+κάνη τόπο στους δυο νέους, που με τα γερά τους μπράτσα σηκώνανε,
+στερεά και αναπαυτικά, το παραλυμένο κορμί. Δυνατά τα χέρια τους
+το δένανε, μα τα πόδια τρέμανε καθώς αργοπατούσαν και πρόβαιναν.
+Οι άλλοι ολόγυρα σκύβανε αλαλιασμένοι, να γνωρίσουνε τον
+χτυπημένο.
+
+ — Ο Γιώργης ο Πολυζώης δεν είνε;
+
+ — Ο Γιώργης ο καλαφάτης!
+
+ — Καλέ αυτός! Δεν τονέ βλέπεις; Κάνανε το σταυρό τους.
+
+ — Πώς έγινε πάλι τούτο το κακό;
+
+ — Είχε τίποτα με κανένα; Μαλλώσανε;
+
+ — Κύριε ελέησον! Ξέρω κ' εγώ τι να πω;
+
+ — Η δυστυχισμένη η γυναίκα του! Και νειόπαντροι!...
+
+Ο χτυπημένος ανασήκωσε το κεφάλι του.
+
+ — Δεν αφίνετε, ρε παιδιά, να περάσωμε; Κάντε μας τη χάρι
+
+Κάνανε τόπο πάλι.
+
+ — Στη σπετσαρία! εμπρός!
+
+ — Ο άνθρωπος έχει σπίτι. Στο σπίτι του να τον πάμε, είπε ένας απ'
+τα παιδιά που τον κρατούσανε.
+
+ — Όχι, ρε Μήτσο, είπε ο άλλος. Να μην τον δη έτσι η γυναίκα του.
+Άσε να τονέ δέσουνε πρώτα οι γιατροί στη σπετσαρία.
+
+ — Στο σπίτι! Καλύτερα στο σπίτι! είπε ο χτυπημένος. Δεν έχω
+τίποτα. Στο σπίτι να με πάτε!
+
+Τα μάτια του σκορπίσανε μια παράξενη λάμψι.
+
+ — Στο σπίτι σας λέω! ξαναείπε.
+
+ — Μη συχύζεσαι, Γιώργη! είπε ο Μήτσος. Σα θέλης στο σπίτι, στο
+σπίτι σε πάμε...
+
+ — Δεν πειράχτηκα! είπε ο Γιώργης με καλωσύνη τώρα.
+
+Μη με ξεσυνερίζεστε. Στο σπίτι είπα!
+
+Τα λίγα λόγια που είχε πει τον κουράσανε. Έβαλε την απαλάμη στο
+στήθος του κ' έγειρε το κεφάλι του απάνω στο στήθος του φίλου του.
+
+Ξεκινήσανε. Ο κόσμος πίσω μαζεμμένος τώρα, συντροφιές-
+συντροφιές, μιλούσανε ζωηρά και λογοφέρνανε, άλλοι φεύγανε με τα
+κεφάλια σκυφτά, κι' άλλοι τους σταματούσανε να μάθουνε το τι
+έγινε. Κανένας δεν ήξερε το πώς και τι.
+
+ — Άλλο πράμμα πάλι τούτο! Έτσι, χωρίς λόγο κ' αιτία!
+
+Ο Μήτσος ο Προκίλης κι' ο Βαγγέλης ο Ζωσιμάς, τα δυο παιδιά που
+συντροφεύανε τον χτυπημένο, ήτανε παληοί του φίλοι και
+συντεχνίτες. Όταν έπεσε η πιστολιά, καθισμένοι παράμερα σ' ένα
+καφενεδάκι, τρέξανε κι' αυτοί με τους άλλους να δούνε τι έγινε. Σα
+γνωρίσανε τον Γιώργη τον Πολυζώη μείνανε ξεροί. Ο Γιώργης δεν
+ήτανε άνθρωπος για τέτοιες δουλειές. Ησυχος και γλυκομίλητος, με
+κανένα δεν είχ' έχθρητα, κι' ούτε πείραξε ποτέ κανένα στη ζωή του.
+Πέσανε απάνω του και τον αγκαλιάσανε.
+
+ — Βρε Γιώργη; Τ' είνε τούτο το κακό; του είπε ο Μητσος, σκύβοντας
+στο πρόσωπό του με ψυχοπόνια.
+
+ — Γραφτό μου ήτανε! είπε ο Γιώργης.
+
+ — Έννοια σου, δεν έχεις τίποτα· κουράγιο! του ξαναείπε.
+
+ — Το βλέπω κ' εγώ. Θα με πήρε ξυστά! Δεν πονάω...
+
+Ο Μήτσος τον έψαξε στο στήθος. Δε φαινότανε τίποτε απ' έξω. Σταλιά
+αίμα δεν είχε χυθή.
+
+ — Εδώ στο βυζί με χτύπησε! ξαναείπε ο Γιώργης κρατώντας πάντα την
+απαλάμη του στην πληγή του.
+
+Σήκωσε τα μάτια του κατά τον Μήτσο γυρεύοντας θάρρος.
+
+ — Δεν έχεις τίποτα! Δεξιά είνε! είπ' εκείνος.
+
+Μέσ' στη σάστισί τους κανένας δεν τον ρώτησε ποιος τονέ χτύπησε,
+ούτε ο ίδιος είπε τίποτε.
+
+Καθώς τον ανασηκώνανε, ο Βαγγέλης τον ρώτησε:
+
+ — Τον είδες; Τον πήρε το μάτι σου; Ποιος σε βάρεσε, ρε Γιώργη;
+
+ — Τον είδα! είπε ξερά ο Γιώργης.
+
+ — Ποιος ήτανε; Μίλα, μωρέ!
+
+ — Αυτός ο ψιλικατζής!...
+
+Δεν είπε τόνομά του. Έκανε μοναχά ένα πικρό χαμόγελο.
+
+ — Του λόγου του! ξαναείπε. Ας είνε! Δίκηο είχε...
+
+Δε μιλήσανε πλια. Σηκώσανε πιο γερά το φίλο τους και ανηφορήσανε
+στο καλντερίμι.
+
+Ο ψιλικατζής! Ο Σταυρός ο Γιαννακός! Ποιος άλλος να ήτανε; Και να
+μη τους τώλεγε, θα το καταλαβαίνανε. Θυμηθήκανε αμέσως τα
+χθεσινοβραδυνά στην ταβέρνα του Σωφρόνη. Σκολάζοντας απ' τη
+δουλειά τους ο Γιώργης και οι δυο τους, κάτσανε να πιούνε ένα
+κρασί για ορεχτικό. Ο Γιώργης μάλιστα δεν ήθελε να κάτση. Ήτανε
+από μέρες συλλογισμένος κ' ήθελε και τώρα να πάη στο σπίτι του.
+
+ — Καθήστ' εσείς, ρε παιδιά! Εγώ θα πάω στο σπίτι. Δεν είμαι τόσο
+καλά, δεν είμαι στα συγκαλά μου τούτες τις μέρες.
+
+Εκείνοι τον βιάσανε να κάτση. Ίσια-ίσια για να τ' αλλάξουνε
+λιγάκι το κακό κέφι. Ήπιανε ένα κρασί στα βουβά. Ο Γιώργης δε
+μιλούσε καθόλου. Εκεί που στρήβανε από ένα τσιγάρο, τους ζύγωσε ο
+Σταύρος ο Γιαννακός.
+
+ — Γεια σας!
+
+ — Γεια σου! του είπαν οι άλλοι δύο. Ο Γιώργης έσκυψε και σάλιωσε
+το τσιγάρο του δίχως να τον καλησπερίση.
+
+ — Στο χωριό σου δεν καλησπερίζουνε; του είπε προκλητικά ο
+Σταύρος.
+
+ — Άσε με ήσυχο! έκανε ο Γιώργης. Δεν έχω όρεξι για κουβέντες...
+
+Ο Σταύρος τον κύτταξε λοξά, έστρηψε το μουστάκι του, ξερόβηξε και,
+κάνοντας ένα γέλιο παράξενο, βγήκε απ' την ταβέρνα σφυρίζοντας
+χωρίς να χαιρετήση κανένα.
+
+ — Έχετε τίποτε; ρώτησε ο Μήτσος σε λίγο.
+
+ — Τι νάχωμε; είπε ο Γιώργης· στο σπίτι του μέσα δεν είνε αφέντης
+κανένας;
+
+ — Θέλει και ρώτημα;
+
+ — Θέλω να πω, στο σπίτι του μέσα δεν ορίζει κανείς ποιόν να βάλη
+και ποιόν να διώξη; Αι λοιπόν, δεν τον ήθελα στο σπίτι μου. Όχι
+πως μούκανε τίποτε ο άνθρωπος, μα δεν τον έκανα γούστο... Αυτό
+ήτανε!
+
+ — Τον έδιωξες; ρώτησε ο Βαγγέλης.
+
+ — Κι' αν τον έδιωχνα δηλαδή, τι ήτανε; Δεν ορίζω;...
+
+ — Όχι! ρωτάω δηλαδή...
+
+ — Τον έδιωξα. Βέβαια τον έδιωξα. Σα δεν ήθελε να το καταλάβη
+μοναχός του. Δεν τώβλεπε τάχα; Άμα γίνεσαι βάρος σ' ένα σπίτι, δεν
+το καταλαβαίνεις; Τούδωκα να καταλάβη πως οι συχνοβίζιτες δε μ'
+αρέσουνε. Αυτός τίποτε. Πού τον έχανες, πού τον εύρισκες, στο
+σπίτι μου. Επί τέλους ανθρώποι είμαστε, θέλει να πη κανείς κ' ένα
+λόγο με τη γυναίκα του. Ο ξένος πάντα ξένος είνε. Μια μέρα τ'
+αποφάσισα και του μίλησα. «Άκου, Σταύρο, του είπα...»
+
+ — Δε βαρειέσαι! τον έκοψε ο Μήτσος. Λόγο θα δώσης; Δεν τον
+ήθελες, τελείωσε...
+
+ — Όχι, έχω να σου πω, ξαναείπε ο Γιώργης, για να καταλάβετε τι
+ανθρώποι είνε στον κόσμο. «Άκου, Σταύρο, του λέω λοιπόν, πόσο σε
+θέλομε στο σπίτι μας το ξέρεις. Κανένα παράπονο δεν έχω μαθές. Μα
+ο κόσμος είνε κακός. Το πολύ έμπα-έβγα σ' ένα σπίτι,
+καταλαβαίνεις... Πώς να στο πω; Οι γειτόνοι, ο κόσμος... Δεν είπα
+να κόψωμε τις φιλίες, μα μια φορά και τόσο, όπως έρχονται κ' οι
+άλλοι φίλοι, νάρχεσαι να μας βλέπης. Μην το πάρης αλλοιώς... Με
+συμπαθάς μάλιστα...» Αυτά του είπα.
+
+ — Μωρέ, τέτοια γαϊδούρια σαν κι' αυτόν, έκανε ο Μήτσος, με το
+γλυκό θέλουνε, ή να πάρης το στυλιάρι του μποτζαργάτη!
+
+ — Και να τους γκρεμίσης απ' τη σκάλα! αποτελείωσε ο Βαγγέλης.
+
+ — Δεν τώκανα, είπε ο Γιώργης, είμαι μαλακός, βλέπεις..,
+
+ — Αυτός τι σούπε; ρώτησε πάλι ο Μήτσος.
+
+ — Τι να μου πη; Σηκώθηκε, πήρε τη σκούφια του και κίνησε να φύγη,
+δίχως να καλονυχτίση. Και στην πόρτα κοντοστάθηκε και μούπε: «Τι
+να σου κάνω, κακομοίρη; Ήξερα να σου μιλήσω σαν πρόστυχος που
+είσαι και φαίνεσαι. Μα, ας έχης χάρι, που είνε μπροστά η γυναίκα
+σου». Και φεύγοντας μουρμούρισε: «... που δε σούπρεπε,
+κακομοίρη...» Είπα να σηκωθώ να τον γκρεμίσω, μα βαστήχτηκα πάλι.
+Ας πάη στο διάολο, είπα μέσα μου, κι' ας μείνω με τα λόγια του.
+Έφυγε.
+
+ — Κ' είχε μούτρα να σε ζυγώση σήμερα! είπε ο Βαγγέλης· χαρά στην
+αδιαντροπιά!
+
+ — Τον είδατε! Τι σας να πω...
+
+ — Ας τον να κουρεύεται! είπε ο Μήτσος. Την κουβέντα του θάχωμε
+τώρα; Πολύ του πάει.
+
+Πρόσταξε ένα εκατοστάρι ακόμα. Το ήπιανε και σηκωθήκανε να φύγουν.
+Αυτό ήταν όλο! Σαν έγινε το κακό, οι δυο φίλοι θυμηθήκανε τα
+χθεσινά.
+
+ — Δε στώλεγα εγώ, Γιώργη μου; Καλύτερα να σε πηγαίναμε στη
+σπετσαρία. Τα βλέπεις τώρα;
+
+Είπε ο Βαγγέλης, καθώς απιθώσανε, με τα πολλά τα βάσανα, τον
+χτυπημένο στο κρεββάτι, και κύτταζαν να τον συγυρίσουν. Ήθελε να
+πη ο Βαγγέλης για την Ασημίνα τη γυναίκα του, που λιγοθυμισμένη
+στο πάτωμα γυρεύανε να τη συνεφέρουνε οι γειτόνισσες. Καθώς είδε
+τον άντρα της να τον φέρνουνε στα χέρια, έμπηξε μια ψιλή φωνή και
+σωριάστηκε χάμω. Ανασηκώθηκε μια στιγμή, φώναξε, δάρθηκε, έκανε να
+πέση απάνω του, μα πάλι ξανασωριάστηκε στο πάτωμα, με μικρά
+πνιγμένα βογγητά. Μέσα στη στενή καμαρούλα, γεμάτη από γυναίκες
+και παιδιά, με τον χτυπημένο απ' τη μια μεριά, με τη λιγοθυμισμένη
+αποκεί, ένα σάστισμα είχε χυθή ολόγυρα, με ξεφωνητά, τρεξίματα κι'
+αντάρα.
+
+ — Δε στώλεγα εγώ, Γιώργη μου, ξαναείπε ο Βαγγέλης πασχίζοντας να
+ξεκουμπώση τον χτυπημένο. Στη σπετσαρία έπρεπε να σε πάμε.
+
+ — Δεν πειράζει, έκανε ο Γιώργης, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στη
+γυναίκα του, που κοίτονταν κατάχαμα. Καλύτερα εδώ... Καλύτερα που
+με φέρατε εδώ...
+
+Ένα χαμόγελο, σα χαρούμενο και κακό μαζί, χάραξε στα χείλια του
+και γύρεψε ένα ποτήρι νερό. Στην ώρα έφτασε κι' ο γιατρός. Έσχισε
+τον κόσμο βιαστικός και πέρασε ως το κρέββάτι του λαβωμένου.
+
+ — Έννοια σου, παιδί μου, είπε λαχανιασμένος ο αγαθός γέροντας,
+σκύβοντας απάνω του. Έννοια σου, και θα σε κάνω καλά εγώ. Κουράγιο
+μόνο! Να ιδούμε τώρα τη λαβωματιά σου.
+
+Του σήκωσε τα ρούχα του, πήρε απ' τα χέρια του παιδιού της
+σπετσαρίας, που ήρθε κοντά του, τα χρειαζούμενα, και άρχισε να
+πλένη και να καθαρίζη την πληγή.
+
+ — Αίμα σου ήρθε απ' το στόμα; τον ρώτησε.
+
+ — Όχι! είπε ο Γιώργης.
+
+Κάτι πήγε να πη ακόμα, μα ο γιατρός τούγνεψε να σωπάση.
+
+ — Εσύ να μη μιλάς. Ν' ακούς μονάχα. Ό,τι θέλεις με τα νοήματα να
+το γυρεύης.
+
+ — Γιατρέ μου, δεν κυττάς αποδώ και τη γυναίκα; Θα μας μείνη στα
+χέρια! ξεφώνισε μια γυναικούλα,
+
+ — Δεν έχουν ανάγκη οι γυναίκες! έκανε ο γιατρός. Να κάνωμε τη
+δουλειά μας πρώτα.
+
+Κ' έσκυψε πάλι απάνω στον χτυπημένο. Έπλυνε καλά τις πληγές,
+καθάρισε, συγύρισε τον άρρωστο κ' ύστερα τον χάιδεψε στις πλάτες.
+
+ — Ησυχία τώρα, είπε. Ούτε να μιλάς, ούτε να κουνιέσαι πολύ. Εσύ
+παλληκάρι μου, είπε πάλι στο Βαγγέλη, να κάτσης εδώ να τον
+προσέχης και να κάνης τα όσα θα σου πω.
+
+Τον πήρε πάρα πέρα και τον ωρμήνεψε.
+
+ — Τα κρύα πάντα ταχτικά θα του ταλλάζης, το γιατρικό στις ώρες
+του θα του δίνης και θάχης το νου σου να μην πατάη κανείς εδώ εξόν
+απ' τη γυναίκα του. Και λίγα λόγια. Άκουσες, παιδί μου; Ο άνθρωπος
+είνε βαρειά. Απ' τη λάτρα που θα του κάνης κρέμεται να τη γλυτώση.
+Και πάλι ο Θεός ξέρει! Από στιγμή σε στιγμή τι μας παρουσιάζεται
+δεν το ξέρομε.
+
+Στην ώρα είχε συνεφέρει κ' η γυναίκα του. Παραπατώντας και
+γατζώνοντας απάνω στις γυναίκες που την κρατούσανε, σίμωσε το
+γιατρό.
+
+ — Γιατρέ μου, πώς τον βλέπεις; Μίλα μου, γιατρέ μου...
+
+Κ' έμπηξε ένα ξεφωνητό πάλι
+
+ — Ήσυχα, είπαμε, γιατί θα σε βγάλω και σένα όξω, είπε αυστηρά ο
+γέροντας... Να μη μας χαλάς ό,τι φτειάνομε.
+
+Κατάκιασε λιγάκι και ξαναρώτησε σιγά:
+
+ — Πώς τονέ βλέπεις, γιατρέ μου;
+
+ — Θα γίνη καλά! είπε μασσημένα ο γιατρός. Λάτρα μονάχα θέλει και
+προσοχή μεγάλη. Εγώ θα ξαναρθώ το βράδυ.
+
+Πήρε το καπέλλο του και το μπαστούνι με το κοκκαλένιο χερούλι,
+χάιδεψε πάλι τον άρρωστό του στις πλάτες, έγνεψε κάτι στον
+Βαγγέλη, που καθότανε δίπλα του, και φεύγοντας παράγγειλε στις
+γυναίκες ναδειάσουνε τον τόπο. Εκείνες φύγανε μουρμουρίζοντας κι'
+αποπίπω τους ο γιατρός. Η Ασημίνα, σφίγγοντας το κεφάλι της με τα
+δυο της τα χέρια, σαν νάθελε να κρατήση τα συλλογικά της,
+προχώρησε κατά το κρεββάτι του αντρός της, κάθησε δίπλα του στο
+σκαμνί κι' ακούμπησε το πρόσωπό της απάνω στα γόνατα του,
+πιάνοντάς του το χέρι.
+
+Εκείνος της το τράβηξε απρόσεχτα. Ύστερα ανασηκώνοντας το κεφάλι
+και κυττάζοντας τον άντρα της με μια σβυσμένη ματιά, αναστέναξε.
+
+ — Τι ήτανε πάλι τούτο, Γιώργη μου;
+
+ — Τι νάτανε! είπε κείνος ξερά και πάσχιζε να χαμογελάση. Μα το
+χαμόγελο ανακατώθηκε μ' ένα ζάρωμα πόνου ολόγυρα στα μάτια του.
+
+ — Πώς καταλαβαίνεις τον εαυτό σου τώρα; ξαναείπ' εκείνη δειλά,
+πασχίζοντας να του πάρη ένα λόγο, σαν να τον ήθελε για παρηγοριά.
+
+Εκείνος έκλεισε τα μάτια του.
+
+ — Δε μου μιλάς, Γιώργη μου;
+
+ — Καλά! είπ' εκείνος και γύρισε το κεφάλι του απ' την άλλη μεριά.
+
+Ο Βαγγέλης έσκυψε και του άλλαζε τα βρεμμένα πανιά. Η Ασημίνα
+έγυρε πάλι το πρόσωπό της απάνω στα γόνατά του και το σώμα της
+ανεβοκατέβαινε από κάποια βουβά αναφυλλητά. Άλλος δεν ήτανε γύρω
+απ' τον άρρωστο παρά οι δυο τους και η Εληά, η σκύλα του,
+κουλουριασμένη στα πόδια του κρεββατιού, κρατώντας κι' αυτή την
+ανάσσα της, μέσα στη θλιβερή σιγαλιά, σαν να καταλάβαινε το μεγάλο
+κακό, πούχε πλακώσει το σπίτι.
+
+Ο Γιώργης εβάρυνε... Τρία μερόνυχτα τον έδερνε η θέρμη, το
+πλάκωμα, η στενοχώρια. Ο γιατρός ερχότανε κ' έφευγε κουνώντας το
+κεφάλι του. Ο Βαγγέλης απ' τη μια μεριά του κρεββατιού, η γυναίκα
+του από την άλλη, πάντα οι ίδιοι, σκυφτοί κι' αμίλητοι
+
+ — Πέσε, κυρά Ασημίνα, να ξεκουραστής λιγάκι κ' εγώ τον παραστέκω.
+Θαρρωστήσης και συ. Πήγαινε, πέσε.
+
+Ντυμένη έγερνε λιγάκι στον καναπέ η γυναίκα του. Σηκωνότανε, κ'
+έπεφτε ο Βαγγέλης. Αυτό γινότανε τρεις μέρες τώρα.
+
+ — Θέλεις τίποτε, Γιώργη μου, Λίγο νεράκι να βρέξης ταχείλι σου;
+Πες μου, Γιώργη μου.
+
+ — Τίποτα! Άσε με να ησυχάσω...
+
+Έκλεινε τα μάτια του κ' έπεφτε σε βύθος.
+
+Το στήθος του τότε ανεβοκατέβαινε σα φυσαρμόνικα, το κορμί του
+σπαραζότανε, τα χέρια του τινάζονταν όξω απ' τα παπλώματα. Έπειτα
+τον έπιανε το παραμιλητό. Λόγια, ονόματα, φωνές χωρίς νόημα. Η
+Ασημίνα έσκυβε απάνω του, πασχίζοντας να βρη άκρη μέσα
+σταταίριαστα λόγια. Κάτι την έτρωγε να καταλάβη τι γινότανε μέσα
+στο παραζαλισμένο κεφάλι του αντρός της. Είχε τάχα κανένα παράπονο
+μαζί της; Ήξερε τίποτε, που δεν της τώχε πει στα καλά του; Γιατί
+πάντα τα λόγια του λίγα ήτανε σαν μπερδεμμένα τώρα τελευταία και
+τα παράπονά του πάντα τάπνιγε μέσα του, περήφανος κι' ακατάδεχτος
+στον πόνο του. Τρεις μέρες άρρωστος κι' απ' την πρώτη αρχή, που
+ήτανε καλύτερα ακόμα, δεν είχε βγάλει λέξι ούτε για το φονιά, ούτε
+για τα όσα τρέξανε τον τελευταίο καιρό στο σπίτι του, ούτε για
+τίποτε. Τάχα την είχε αποσυχαθή τόσο πολύ, τάχα την εχθρευότανε
+από μέσα του, τάχα τούχανε σφυρίξει τίποτε σταυτιά; Μα πάλι,
+γιατί, όταν τον χτυπήσανε, γύρευε και καλά να τον φέρουν αμέσως,
+στη στιγμή, στο σπίτι του; Ήθελε τώρα η Ασημίνα την αγάπη του και
+της έκανε κακό να συλλογίζεται πως φεύγει απ' τον κόσμο ο άντρας
+της μ' ένα παράπονο και πως την καταριέται ίσως, χαροπαλεύοντας, η
+ψυχή του. Η ιδέα τούτη την τρόμαζε κ' ένοιωθε μέσα της τη λαχτάρα
+του φονιά κ' ένα σύγκρυο της περνούσε τα κόκκαλά της. Και
+γυρεύοντας να λυτρωθή απ' το σαράκι που την έτρωγε, παρακαλούσε
+από μέσα της να ησυχάση μιαν ώραν αρχήτερα, να κλείση τα μάτια του
+και να πάρη μαζί του αυτό που την τάραζε και την αγρίευε. Έτσι της
+φαινότανε πως εύρισκε το λυτρωμό της. Ύστερα πάλι έφευγε ο νους
+της κ' η φαντασία της αλαφροπατούσε δειλά και φοβισμένα, σα
+γυναίκα κυνηγημένη, στον άλλον, σ' εκείνον, στο φονιά του αντρός
+της. Τάχα πού είνε κρυμμένος; Τάχα τον πιάσανε; Τάχα...; Αχ! Θεέ
+μου!
+
+ — Ασημίνα! φώναξε, με ένα τίναγμα στο βύθος του ο άρρωστος.
+
+ — Εδώ είμαι, Γιώργη μου, τι θέλεις, παιδί μου; Άνοιξε τα μάτια
+του τρομαγμένα και κύτταξε γύρω του εκείνος. Ύστερα τα ξανάκλεισε
+πάλι.
+
+ — Τίποτε. Δε σε φώναξα...
+
+Η Ασημίνα ένοιωθε πως δεν μπορούσε να βαστάξη πια. Έχανε τον
+κόσμο. Σηκώθηκε σιγά-σιγά, σκούντηξε τον Βαγγέλη να σηκωθή κ'
+έπεσε στον καναπέ. Ο Βαγγέλης σηκώθηκε και τρίβοντας τα μάτια του
+πήγε κ' έκατσε κοντά στον άρρωστο.
+
+ — Εσύ 'σαι, Βαγγέλη;
+
+ — Εγώ, Γιώργη.
+
+ — Να βρέξω το στόμα μου... λίγο νεράκι..
+
+Πήγε και τούφερε νερό, του ανασήκωσε το κεφάλι του κεκείνος
+ρούφηξε με λαχτάρα σαν τη διψασμένη γη.
+
+ — Δεν κοιμήθηκες ακόμα, Βαγγέλη; Βασανίζεσαι, καϋμένε...
+
+Είπε αναστενάζοντας με καλωσύνη.
+
+ — Δεν έχω τίποτα. Κοιμήθηκα! Εσύ να γίνης καλά! του αποκρίθηκε ο
+Βαγγέλης καταπίνοντας τα δάκρυά του.
+
+Ένα χαμόγελο χάραξε μια στιγμή κ' έσβυσε γρήγορα στα χείλια του
+αρρώστου.
+
+ — Θα γίνω... είπε και ξανάκλεισε τα μάτια του.
+
+Ο Βαγγέλης καθότανε και τον κύτταζε. Μια στιγμή δεν του φάνηκε
+διόλου καλά. «Αγγελοκρούζεται», είπε μέσα του. Σηκώθηκε και ζύγωσε
+στη γυναίκα με τρομάρα.
+
+ — Κυρά Ασημίνα... καλέ, κοιμάσαι, καλέ;
+
+ — Τι είνε; έκανε κείνη ξαφνιασμένη και τινάχτηκε απάνω.
+
+ — Δεν τονέ βλέπω καλά. Τον χάνομε. Κουράγιο τώρα. Να σύρω να
+μιλήσω στη γειτόνισσα...
+
+Πήγε να μπήξη τις φωνές εκείνη. Ο Βαγγέλης της έφραξε το στόμα με
+το χέρι, μα έτρεμε ολόσωμος κ' εκείνος. Δεν τον περιμένανε τόσο
+γρήγορα.
+
+ — Τι κάνεις εκεί; Για το Θεό! τσιμουδιά!
+
+Ζυγώσανε κ' οι δυο στο κρεββάτι. Ο άρρωστος άνοιξε τα μάτια του
+θολά και σαστισμένα σαν να μην ήξερε πού βρίσκεται
+
+ — Δε γνωρίζει!... άσπρισε το μάτι του!...
+
+ — Αλλοίμονο! Δυστυχία μου!
+
+Κάτι πήγε να πη ο άρρωστος, μα δεν μπορέσανε να ξεχωρίσουνε τι
+έλεγε.
+
+Η Ασημίνα έκανε να μπήξη πάλι τις φωνές. Την έσφιξε απ' το χέρι ο
+Βαγγέλης. Ο άρρωστος άπλωσε άξαφνα τα χέρια του με δύναμι σαν ν'
+αντρειεύτηκε, άρπαξε τον Βαγγέλη απ' τον ώμο, τινάχτηκε απάνω κι'
+ακούμπησε πάλι στα στήθια του φίλου του, τούγνεψε πως θέλει αέρα,
+άνοιξε το στόμα του ν' ανασσάνη βαθειά, μα ο αέρας τούλειπε, κι'
+ανεβοκατέβαζε τα σαγόνια του με λαχτάρα.
+
+Η Ασημίνα τον βαστούσε από τις πλάτες αλαφιασμένη, τα δόντια της
+χτυπούσανε από το σύγκρυο.
+
+Ύστερα ησύχασε πάλι μια στιγμή. Το σώμα έγυρε απάνω στα χέρια που
+τον κρατούσανε.
+
+ — Μη φοβάσαι, Γιώργη! θα περάση! εδώ είμαστε! κ' η Ασημίνα κ'
+εγώ... Κουράγιο!...
+
+Τα λόγια του Βαγγέλη βγαίνανε τρεμουλιαστά, κομμένα μισά. Ο
+άρρωστος γύρισε το κεφάλι του με κόπο σαν να γύρευε κάποιον.
+
+ — Εσένα γυρεύει! φώναξε ο Βαγγέλης στην Ασημίνα.
+
+Εκείνη έσκυψε μπροστά του πασχίζοντας να χαμογελάση.
+
+ — Τι θέλεις, Γιώργη μου;
+
+Μα τα μάτια εκείνου ήτανε καρφωμένα στο πάτωμα, δίπλα στο τραπέζι
+που κοίτονταν κουλουριασμένη η Εληά. Έκανε να παίξη τα χείλη του
+σαν νάθελε να της φωνάξη. Ύστερα γύρισε κατά τον Βαγγέλη:
+
+ — Κανένα κόκκαλο! είπε τραυλίζοντας. Είνε μέρες νηστικό το
+κακόμ...
+
+ — Ωχ! παραμιλάει! είπε η Ασημίνα.
+
+ — Το κακόμοιρο! απόσωσε το λόγο του ο Γιώργης.
+
+Τινάχτηκε πάλι και άπλωσε τα χέρια του σα γάντζους.
+
+Και μονομιάς έγειρε το κεφάλι του στον ώμο του Βαγγέλη και τα
+χέρια του πέσανε ξερά απάνω στο στρώμα...
+
+ — Συχωρέθηκε! είπε ο Βαγγέλης, κ' έβαλε τα δάχτυλα να του κλείση
+τα μάτια.
+
+Η Ασημίνα έμπηξε λεύτερα τώρα τα ξεφωνητά...
+
+
+
+Ο ΤΡΑΚΟΣΑΡΗΣ
+
+
+
+ — Σαν πάρη να σαπίζη το κορμί τα σκουλήκια βγαίνουν να το φάνε.
+
+Είπε ο Μπαρμπα-Νικόλας, κουνώντας το κεφάλι του, στον καφενέ, και
+δείχνοντας με το χέρι του κάτω στο γιαλό. Οι άλλοι σήκωσαν τα
+μάτια να ιδούν. Σκυφτός, με τη χοντρή του μαγκούρα περασμένη από
+το ένα χέρι, με το κόκκινο μαντήλι από το άλλο, με το μακρύ
+σταχτερό σάλι ριγμένο στον ώμο, περνούσε ο Γερο-Τρακοσάρης. Ένα
+σάψαλο εκεί, με το ένα πόδι στο λάκκο!
+
+ — ... Τα σκουλήκια μαθές βγαίνουν να το φάνε, ξαναείπε δυνατώτερα
+ο Μπαρμπα-Νικόλας. Ανθρώπινα σκουλήκια. Αχόρταγα σκουλήκια. Όλο
+τρώνε κι' όλο πεινάνε.
+
+Του είχε ανεβή το αίμα να τον πνίξη. Δεν μπορούσε να βαστάξη. Κάθε
+φορά που περνούσε ο Γερο — Τρακοσάρης από τον καφενέ, του άναβαν
+τα αίματα. Το ήξεραν όλοι και δε μιλούσαν. «Ας βγάλη το άχτι του ο
+άνθρωπος. Με το δίκηο του...»
+
+ — Σκουλήκια, σκουλήκια! Σκουλήκια 'πά στο ψοφήμι. Πέθανε το νησί
+μας· πέθανε, πάει! και βγήκαν τα σκουλήκια να το φάνε. Πέθανε
+μαθές, του βγήκε η ψυχή. Για ψέμματα λέω; Πού είνε τα καράβια μας,
+δε μου λες; Μπάρκα, μπομπάρδες, γολέττες, μπρίκια, τέτοια μέρα,
+ανήμερα τα Φώτα! γεμάτο το λιμάνι τα παληά τα χρόνια... Πού είνε
+τώρα, δε μου λες; Βλέπεις πανί απλωμένο στο λιμάνι; Πάνε, ρήμαξαν.
+Κ' οι καπετανέοι μας, πού είν' οι καπετανέοι μας με τις χρυσές
+καδένες και τα μεταξωτά μαντήλια; Κάθονται στον καφενέ κι'
+αγναντεύουν το πέλαγο. Άλλοι γένηκαν μπακάληδες κι' άλλοι
+μπαλωματήδες να βγάλουν το ψωμί τους. Ψωμί, ψωμάκι! Κ' οι
+καπετάνισσες, πούνε οι καπετάνισσες, με τα μεταξωτά και τα
+χρυσάφια; Φουστάνι δεν έχουνε να παν στην εκκλησιά. Πούνε τα
+μπερικέτια τα παληά; Πάει, πέθανε το νησί μας, ξεψύχησε. Βγήκαν τα
+σκουλήκια να το φάνε. Ανθρώπινα σκουλήκια. Όλο τρώνε κι' όλο
+πεινάνε...
+
+Ο Γερο-Τρακοσάρης πέρασε από κάτω απ' το γιαλό, πήρε τον απάνω
+δρόμο και χάθηκε πίσω από τα μαγαζιά, δίχως να γυρίση να κυττάξη
+από τους καφενέδες. Ήξερε πως μ' όλα τα καλοπιάσματα τούψαλαν από
+πίσω όσα παίρνει η σκούπα. «Δεν πάνε να λένε! έλεγε. Από πίσω και
+το βασιληά τονέ βρίζουν». Πεντάρα δεν έδινε.
+
+ — Έτσι που λες, κύριε έφορα! είπε σε λίγο ο Μπάρμπα Νικόλας,
+γυρίζοντας κατά τον οικονομικόν έφορο, ένα νεόφερτον υπάλληλο, που
+καθότανε στο διπλανό τραπέζι. Τούτο εδώ, κύριε έφορα, τον ξέρουν
+τον τόπο μας και μου παίρνουν το δίκηο. Γνωριζόμαστε, βλέπεις, από
+πού βαστάει η σκούφια του καθενός· συντοπίτες όλοι. Του λόγου σου
+που είσαι νεοφερμένος και δεν ξέρεις τον τόπο μας, να τα μάθης να
+τα θυμάσαι. Πάει ο τόπος μας, χάθηκε! Δεν τον γνώρισες στα καλά τα
+χρόνια. Η θάλασσα δε μας δίνει πια ψωμί. Κρεμαστήκαμε, βλέπεις,
+από τα γένεια του Γερο-Τρακοσάρη. Να μας δώση ο Γερο-Τρακοσάρης να
+φάμε... Αυτού καταντήσαμε...
+
+Ο έφορος, ξένος άνθρωπος, νεοφερμένος στον τόπο, δεν καταλάβαινε
+καλά-καλά τι ήθελε να πη ο Μπαρμπα-Νικόλας. Στην αρχή μάλιστα,
+σαν έμπηξε τις φωνές και χτυπούσε τα χέρια του στο τραπέζι και
+γούρλωνε τα μάτια του, τον πήρε για τρελλό. Γύρισε μια και κύτταξε
+ολοτρόγυρα τους άλλους. Καμμιά δεκαριά νομάτοι απ' έξω από τον
+καφενέ, άλλοι τραβώντας τον ναργιλέ τους κι' άλλοι σκυμμένοι στα
+τάβλια και στα χαρτιά, κουνούσαν το κεφάλι τους, σαν νάλεγαν:
+«Σωστά τα λέει ο Μπαρμπα-Νικόλας, μα τι βγαίνει; Έτσι τάφερε η
+τύχη» Ο Μπαρμπα-Νικόλας δεν τα σήκωνε τα παράξενα. «Μωρέ θα σκούζω
+όσο που να πεθάνω», έλεγε. Ύστερα και με το δίκηο του. Ήταν
+καμένος και ζεματισμένος. Και κάθε φορά που τύχαινε κάποιος ξένος,
+νεοφερμένος, που δεν ήξερε τον τόπο, εύρισκε αφορμή να βγάλη το
+άχτι του, ξαναλέγοντας τα βάσανά του.
+
+ — Έτσι που λες, κύριε έφορα. Κρεμαστήκαμε μαθές από τα γένεια του
+Τρακοσάρη. Ένας τόπος αλάκερος, ανθρώποι νοικοκυραίοι, που δε
+γύριζαν να φτύσουν, με το συμπάθειο, απάνω του, καπετανέοι που
+κουβαλούσαν το χρυσάφι με τα τσουβάλια, καπετάνισσες, που δε
+σήκωναν τα μάτια να τον κυττάξουν στις καλές τις μέρες, ένας τόπος
+αλάκερος, κύριε έφορα, κρεμαστήκαμε μαθές από τα γένεια του
+Τρακοσάρη.
+
+Ο νεόφερτος υπάλληλος δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβη τι ήθελε να
+πη ο Μπαρμπα-Νικόλας. Εκαταλάβαινε πως τα είχε με το γέρο που
+πέρασε πρωτήτερα από τον καφενέ, μα πάλι δεν μπορούσε να χωρέση ο
+νους του τι είχε να κάμη με τον τόπο το γεροντάκι αυτό, ένα σάψαλο
+εκεί με το ένα ποδάρι στο λάκκο. Ο Μπαρμπα-Νικόλας μπήκε στο μυαλό
+του ξένου.
+
+ — Θα με παίρνης πως είμαι παλαβός, για αχμάκης, κύριε έφορα, είπε
+πάλι Και με το δίκηο σου. Πώς δεν παλάβωσα κ' εγώ είμαι να το
+απορήσω. Μα σα μ' ακούσης θα πης: «Δίκηο έχει ο Μπαρμπα-Νικόλας».
+Ο Μπαρμπα-Νικόλας, το λέει ο λόγος! Τι είνε ο Μπάρμπα-Νικόλας;
+Τίποτα! Ο Μπαρμπα-Νικόλας αύριο θα πεθάνη. Σήμερα είνε και αύριο
+δεν είνε. Μπαρμπα-Νικόλας θα πη εσύ, ο άλλος, ο παράλλος, όλο το
+νησί πέρα-πέρα. Σα βασανίζομαι εγώ, βασανίζεσαι και συ. Δεν το
+καταλαβαίνεις; «Τι σούκανε πάλε ο Τρακοσάρης;» μου λένε κάμποσοι.
+«Πάλε τα βάσανά σου λες;» μου λένε άλλοι. Βρε εμένα τι μούκανε;
+Εμένα τα βάσανά μου; Τι είμαι εγώ; Τίποτα! Σήμερα είμαι και αύριο
+δεν είμαι. Μα δεν είν' έτσι. Εγώ είμαι ο δείνας και ο τάδες, εγώ
+είμαι αυτός που κάθεται και ψωμοζητάει και φοβάται ν' ανοίξη και
+το στόμα του να φωνάξη το δίκηο του· εγώ είμαι η χήρα που κλαίει
+και δέρνεται κλεισμένη μες στο σπίτι της... (ο Μπαρμπα-Νικόλας
+είχε σηκωθή τώρα από το σκαμνί του σιγά-σιγά, χωρίς να το
+καταλάβη, και η φωνή του έβγαινε βαρειά και τρεμουλιαστή)· εγώ
+είμαι τορφανό, ο καραβοτσακισμένος, ο σακάτης, ο
+αρχοντοξεπεσμένος... (η φωνή του τώρα έτρεμε από κάποιο παράπονο,
+μα καμπάνιζε άγρια και βαρειά σα φοβέρα)· εγώ είμαι ο... Τόπος.
+Κατακαϋμένη πατρίδα, με τα καράβια τα αμέτρητα πώς κατάντησες!
+
+Κ' έπιασε τα γένεια του, κουνώντας λυπητερά το κεφάλι του. Τα
+μάτια του ήταν κόκκινα, φωτιά. Ο ξένος είχε μείνει με το στόμα
+ανοιχτό και τον άκουγε, με τον ναργιλέ σβυσμένο, με το μαρκούτσι
+πεσμένο από τα χέρια του. Οι άλλοι μουρμούριζαν από μέσα τους:
+«Καλά τα λες, Μπαρμπα-Νικόλα, μα ποιος σακούει!»
+
+ — Έτσι που λες, κύριε έφορα, ξαναείπε ο Μπαρμπα-Νικόλας, άμα
+συνέφερε λιγάκι. Αυτός είνε ο Μπαρμπα-Νικόλας. Ο Μπαρμπα-Νικόλας
+είνε το ψοφήμι. Πάει, τούφυγε η ψυχή, το πήρε η βρώμα και βγήκανε
+τα σκουλήκια να το φάνε. Ανθρώπινα σκουλήκια! Όλο τρώνε κι' όλο
+πεινάνε. Του λόγου του, καλή του ώρα, το καλό το γεροντάκι που
+πέρασε πολληώρα από το γιαλό, ο Γερο-Τρακοσάρης. Τον ξέρεις,
+κύριε έφορα; Πού να τον ξέρης! Να σου τον μάθω εγώ. Είχε όνομα και
+τώχασε. Τρακοσάρη τον ξέρουν όλοι τώρα. Άρχισε από μπακάλης κ'
+έγινε τοκιστής. Η οκά του τρακόσια δράμια· ούτε δράμι παραπάνω.
+Από τότε τούμεινε τόνομα: Τρακοσάρης. Τρακόσια δράμια η οκά του.
+Τι να κάνη ο κόσμος; Τρακόσια; Τρακόσια! Είχε και την ανάγκη του,
+βλέπεις. Οι ναυτικοί γυρίζανε να βγάλουν το ψωμί των παιδιών τους.
+Οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους πεινούσανε. Ο Τρακοσάρης έκανε
+και κρέντιτο. Μα τρακόσια; Τρακόσια τι να γίνη; Ψωμί, ψωμάκι!
+Ύστερα να λογαριασμούς ο Τρακοσάρης! Πενήντα δραχμές, εκατό
+δραχμές, διακόσιες δραχμές. Πλέρωσε τώρα, καπετάνιο, τα διάφορα,
+πλέρωσε και τα ξύγκικα και καλώς ώρισες στην πατρίδα! Πού να
+πλερώση ο ναύτης ο άμοιρος! Να πουληθή και πάλε. Θαλασσοπνίγεται
+για το καρβέλι. Ο Τρακοσάρης εδώ είνε. Δε βαρειέσαι; Αυτό
+στενοχωρεύεσαι; Έχει ο Θεός! Αύριο θαλλάξουν τα πράμματα. Κανέν'
+αμανάτι και ο Τρακοσάρης δεν αφίνει κανένα να χαθή. Κανένα
+δαχτυλίδι, κανένα σκουλαρίκι, βραχιόλι, κάτι θα βρίσκεται στο
+σπίτι. Νησιώτικο σπίτι Σα σωθούν και τα χρυσαφικά και τα πετράδια,
+ο Τρακοσάρης δε σου χαλάει το χατήρι. Κανένα ταψί, καμμιά
+κατσαρόλα, κάθε γάνωμα με το ζύγι του. Ύστερα στο τέλος δεν έχεις
+να μαγερέψης, να ντυθής; Πάλε ο Τρακοσάρης. Μια υποθήκη να σου
+βάλη στο σπίτι σου, στο αμπέλι, στο χωράφι και να σηκώσης όσα
+πρέπει. Σαν ευκολυθής, πάλε με το κολάι δικά σου είνε. Τα παίρνεις
+πίσω. Πού να τα πάρης! Τα διάφορα φάγανε και σπίτια και αμπέλια.
+Αχ! κύριε έφορα, όλο το νησί στα χέρια του βρίσκεται· όλο μας το
+βιος στα κατώγια του μαζεύτηκε. Να μπης, λένε, στο κατώγι του
+Τρακοσάρη και να σου καή η καρδιά σου. Κατακαϋμένη πατρίδα, με τα
+καράβια ταμέτρητα, ποιος να σου τώλεγε! Να ρημάζης εσύ να θεριεύη
+ο Τρακοσάρης
+
+ — Έτσι που λες, κύριε έφορα, ξαναείπε σε λίγο ο Μπαρμπα-Νικόλας.
+Ίσως και να με παίρνης για παλαβό, για αχμάκη, που κάθομαι εδώ και
+φωνάζω στους καφενέδες. Στους καφενέδες! Όλοι οι καπετανέοι στους
+καφενέδες καταντήσαμε. Τόσα χρόνια πάλεψα με τη θάλασσα, το Χάρο
+με τα μάτια μου τον είδα· και η θάλασσα δε μ' έφαγε. Μ' έφαγε η
+στερηά και ο Γερο-Τρακοσάρης. Σαν ξέκανα το μπάρκο — τι να το
+κάνω; περισσότερη η ζημιά του παρά το καλό του — είπα νάρθω να
+τελειώσω τις μέρες μου στο νησί με τα λίγα που είχα. Είχα κ' εγώ
+το δικό μου· το σπίτι, λίγες εληές, λίγα κλήματα. Φτωχικά θα
+περνούσαμε. Η στερηά δε με σήκωσε. Από αρρώστεια σε αρρώστεια.
+Γιατρούς και γιατρικά. Αρρώστησε και το κορίτσι μου το Σεραϊνώ,
+Θεός σχωρέσ' την! Μας έπνιξαν τα έξοδα ενάμισυ χρόνο. Κάποιος μου
+είπε να σηκώσω από τον Γερο-Τρακοσάρη. Ο καλός ο Τρακοσάρης
+κάνει ευκολίες. Πήγα κ' εγώ στον Γερο-Τρακοσάρη. «Παιδί μου
+Νικόλα, να σου κάνω την ευκολία σου, μου είπε, γιατί σε λυπούμαι
+Για σένα τα κάνω, γιατί είσαι φαμελιάρης. Δεν έχω κ' εγώ. Δώσε δω
+και δώσε κει μου φάγανε το βιος μου. Στους δρόμους θα μείνω. Να
+σου δώσω διακόσιες δραχμές, να μου δώσης και συ ένα αμανάτι Δεν το
+ξέρεις, Νικόλα παιδί μου· ζωή και θάνατος είνε σ' αυτόν τον κόσμο.
+Να μου φέρης το αμανάτι και να σου μετρήσω τις διακόσιες δραχμές
+να κάνης τη δουλειά σου. Διάφορο δε θέλω από σένα· τον καφέ μου
+και τον καπνό μου να μου πλερώνης κάθε μέρα. Μια δεκάρα για τον
+καφέ, μια δεκάρα για τον καπνό. Στον καφετζή τον Μπαρμπα-Δημητρό
+να τα δίνης, να πίνω τον καφέ στην υγειά σου». Ακούς, κύριε έφορα;
+Του πήγα το δαχτυλίδι της γυναίκας μου, μπριλαντένιο δαχτυλίδι, κ'
+ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρια. Πεντακόσιες δραχμές μες
+στο νερό! Τα κυττάει και μου λέει: «Ας έχης χάρι, Νικόλα παιδί
+μου, ούτε διακόσιες δραχμές δεν κάνουνε». Τι να κάνω; Πήρα τις
+διακόσιες δραχμές και του είπα και σπολλάτη. Και οι δεκάρες
+δεκάρες κάθε μέρα· έξη δραχμές το μήνα, εβδομηνταδυό δραχμές το
+χρόνο. Μια μέρα με φωνάζει και μου λέει: «Νικόλα παιδί μου, μου
+χρειάζονται τα λεφτά. Χρωστάω κ' εγώ, θα με βάλουν φυλακή!» Βρε
+αμάν, βρε ζαμάν, είχα και το κορίτσι που μου πέθανε· να το θάψω
+δεν είχα. Τίποτα ο γέρος. Θα το πουλήσω το αμανάτι, Νικόλα παιδί
+μου, κι' όσα πιάσω, ας ζημιωθώ κι' όλα!» Είπε πως τα πούλησε, ο
+Θεός κ' η ψυχή του. Μου πέθανε και το κορίτσι. Εκεί που το
+κλαίγαμε και δεν είχαμε και να το θάψωμε, να σου τον ο γέρος! Με
+τα δάκρυα στα μάτια. «Ζωή σε λόγου σας. Τι ήτανε πάλε το κακό που
+σ' ευρήκε, Νικόλα παιδί μου: Σε καίγετ' η καρδιά μου!» Με πήρε
+στην μπάντα. «Να σου κάνω καμμιά ευκολία, Νικόλα παιδί μου. Από το
+ψωμί των παιδιών μου να κόψω, να σου δώσω. Άνθρωποι είμαστε. Αν δε
+βοηθήση ο ένας τον άλλον, αλλοίμονο!» Είπα κ' εγώ: ψυχοπονιάρης ο
+καϋμένος ο γέρος· φιλάργυρος, μα ψυχοπονιάρης! Εκεινού το μάτι του
+δούλευε. Μούκανε την ευκολία να θάψω το κορίτσι, του πήγα κ' εγώ
+αμανάτι μια χρυσή καδένα, κάτι γανώματα, ένα ταψί μεγάλο,
+πολίτικο. Έγδυσα το σπίτι, τι να κάνω; «Δεν πιάνουν τίποτα, Νικόλα
+παιδί μου, μούλεγε. Μισοτιμής να τα πουλήσης και πάλε. Ποιος έχει
+παράδες να δώση;» Πάνε κι' αυτά μαζί με τάλλα. Να δουλέψω δεν
+μπορούσα^ από αρρώστεια σε αρρώστεια κ' εγώ και το Μυγδαλιώ, η
+γυναίκα μου. Έδωκε ο Θεός και μεγάλωσε και το παιδί μου ο
+Μιχαληός. «Να φύγω, πατέρα, μούλεγε, να πάω στην Αμέρικα. Προκοπή
+δεν έχει ο τόπος μας. Να πάω στην Αμέρικα να σας στείλω λίρες με
+το τσουβάλι». Βρε παιδί μου Μιχαληό, τούλεγα, να μας φύγης και συ,
+τι θα γίνωμε; Άλλο παιδί δεν έχομε, η μάννα σου θα πεθάνη από τον
+καϋμό της!... Αυτός τίποτε. «Να φύγω, πατέρα· δεν μπορώ να σας
+βλέπω να πεινάτε. Να βρω το ναύλο μου και να φύγω...» Τώμαθε ο
+Γερο-Τρακοσάρης. Μια μέρα με βρίσκει κάτω στο γιαλό. Με αποπήρε.
+«Έχεις μυαλά, Νικόλα παιδί μου, ή δεν έχεις; Με τα μυαλά των
+γυναικών αρμενίζεις; Γιατί δεν αφίνεις το παιδί να πάη στην
+Αμέρικα, να ιδήτε και σεις Θεού πρόσωπο; Τι να τον κάνης εδώ που
+τον φυλάς; Δε βλέπεις την κατάντια του νησιού μας;» Να τον στείλω
+μαθές, είπα κ' εγώ. Μα δεν έχομε τα έξοδα. «Τα έξοδα βρίσκονται,
+μου είπε. Σ' ένα χρόνο μέσα θα τα βγάλης. Ας είνε καλά ο Μιχαληός!
+Να σου βρω εγώ, Νικόλα παιδί μου. Δεν έχω κ' εγώ, μα γιατί σ'
+αγαπώ και σε λυπάμαι, θα πάρω από το μπατζανάκη μου να σου
+δώσω...» Σήκωσα είκοσι λίρες κ' έβαλα το σπίτι υποθήκη. Αυτό
+μούμενε. Έφυγε ο Μιχαληός με το καλό. Σε δυο μήνες λαβαίνω ένα
+γράμμα από το Κεϊπτάουν με τρεις λίρες. «Δουλειές δεν έχει,
+πατέρα, μούγραφε ο Μιχαληός. Κάνω εδώ ένα κουτσοεμπόριο στο πόδι,
+όσο για το ψωμί. Ο Θεός ξέρει πώς οικονόμησα αυτές τις τρεις
+λίρες. Κάνετε υπομονή και πάλι εδώ είμαι». Πέρασαν μήνες· τίποτε,
+ούτε γράμμα, ούτε να μάθωμε αν ζη για πέθανε ο Μιχαληός. Έδωκ' ο
+Θεός κ' ήρθε ένας πατριώτης τις προάλλες από τα μέρη αυτά. «Καλά
+είνε ο Μιχαληός, μας είπε. Στο Κεϊπτάουν δεν μπόρεσε να πιάση
+δουλειά. Μπαρκάρησε θερμαστής μ' ένα εγγλέζικο βαπόρι». Μας έδωκε
+και τη σύστασί του, να του γράψουμε σ' ένα &μπορτινχάους&, σα
+γυρίση να βρη το γράμμα. Τίποτε! Μήνες πέρασαν, γράμμα σε γράμμα
+τούστειλα. Τίποτε! Έρχονται κ' οι πατριώτες και μας λένε ένας το
+μακρύ του κι' άλλος το κοντό του. Άλλος μας λέει πως πέθανε κι'
+άλλος πως παντρεύτηκε κι' άλλος μας λέει πως τον είδε με τα μάτια
+του και πως μπαρκάρησε για την πατρίδα. Η μάννα του πάει να
+τρελλαθή από το κακό της. «Να όψεσαι που τώστειλες το παιδί στα
+ξένα». Έχομε και τη γκρίνια στο σπίτι Εγώ να όψωμαι για ο Γερο-
+Τρακοσάρης; Τον πετυχαίνω τις προάλλες στο παζάρι. Δε βάσταξα: «Να
+όψεσαι, του λέω, πούχασα το παιδί μου!» Γυρίζει και μου λέει μέσα
+στον κόσμο: «Εγώ να όψωμαι για σεις που κάνετε τα προκομμένα τα
+παιδιά; Σαν κάνη ο γυιός σου παραλυσίες και μπεκριλίκια, τι σου
+φταίω εγώ;» Άνοιξε η γη να με καταπιή. Με πήρε το παράπονο κι'
+άρχισα τα κλάματα καταμεσής στο παζάρι. «Με τα κλάματα δε βγαίνει
+τίποτε, γυρίζει πάλε και μου λέει. Να μου φέρης τους παράδες που
+μούφαγες, γιατί θα σου βγάλω το ρημάδι σου στο σφυρί...»· Κ'
+έφυγε. Μούρθε ζάλη. κ' έχασα τον κόσμο, πήγα να σωριαστώ κάτω.
+«Εγώ σούφαγα παράδες;..» πήγα να του πω. Δεν μπόρεσα. Μου πιάστηκε
+η φωνή. Με πήρανε και με πήγανε στο σπίτι... Την περασμένη Κυριακή
+μούβγαλε το σπίτι στο σφυρί. Στους δρόμους μας πέταξε, να
+πεθάνωμε...
+
+Το παράπονο τον έπνιγε. Έβγαλε το μαντήλι και σκούπισε τα μάτια
+του.
+
+ — Ο Θεός να μας λυπηθή να μας αναπάψη.
+
+Στον καφενέ, αμίλητοι όλοι, είχαν καρφώσει τα μάτια τους απάνω
+στον Μπαρμπα-Νικόλα και τον κύτταζαν. Βουρκωμένα τα μάτια ολωνών.
+Καθένας συλλογιζότανε τα δικά του τα χάλια. Το σκοτάδι άρχισε να
+πέφτη από τον ουρανό. Ο ξένος γύρισε και κύτταξε ολοτρόγυρα. Στο
+λιμάνι το έρημο δύο τρεχαντήρια στο μώλο αργοσάλευαν απάνω στα
+νερά. Αντίκρυ ο Άη-Παντελέημονας, με το μισό καμπαναριό,
+ασοβάντιστος, όπως έμεινε από τον καιρό που έπεσε η δυστυχία στο
+νησί, αλειτούργητος, ρημαγμένος, άπλωνε μια λυπητερή σκιά
+ολοτρόγυρα. Τα μεγάλα σπίτια, απάνω από το γιαλό, με τα σκοτεινά
+παράθυρα, έρημα από χρόνια, του φάνηκαν του ξένου πως του βάραιναν
+στο στήθος απάνω σα βουνά.
+
+ — Δυστυχισμένο νησί, είπε κουνώντας το κεφάλι του. Ρήμαξε και
+πάει!
+
+Ο Μπαρμπα-Νικόλας σήκωσε τα μάτια του, κόκκινα φωτιά.
+
+ — Ανάθεμά τον που βασιλεύει μέσα στα ρημάδια! είπε.
+
+Η φωνή του έτρεμε. Σήκωσε τα χέρια του και μούντζωσε πέρα, κατά το
+τρισέκι που είχε χαθή ο γέρος με τη μαγκούρα κρεμασμένη από το ένα
+χέρι, με το κόκκινο μαντήλι στο άλλο.
+
+ — Ανάθεμά τον που βασιλεύει μέσα στα ρημάδια!...
+
+
+
+ΤΟ ΤΕΛΟΣ
+ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΗ
+
+
+
+ — Αφέντη, σε γυρεύουν,
+
+Σηκώθηκα και άνοιξα.
+
+ — Ποιος;
+
+ — Ένας κύριος και καλά θέλει να σε ιδή.
+
+Άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Η υπηρέτρια που μ' άκουσε κάτι να
+μουρμουρίζω, κοντοστάθηκε και ξαναείπε δειλά:
+
+ — Μη βιάζεσαι, αφέντη. Αυτός, που σε γυρεύει, δεν είνε και πολύ
+κύριος...
+
+Δε βρήκα ούτε τη δύναμι να γελάσω. Πέρασα βιαστικά τα ρούχα μου
+και βγήκα στο γραφείο.
+
+Προτιμούσα να με είχε ξυπνήσει ο χαλασμός του κόσμου, απ' το
+υποκείμενο, που παρουσιάστηκε πρωί-πρωί, μπροστά στα μάτια μου.
+
+ — Εδώ είμαστε πάλι! Καλώς σας βρήκαμε...
+
+ — Να σε πάρη ο Διάβολος!
+
+Δε βρήκα καλύτερη φιλοφρόνησι να δεχτώ το έκτακτο υποκείμενο, που
+με περίμενε στο γραφείο μου από τα ξημερώματα. Αυτό δεν είχε να
+κάμη τίποτε. Ο πρωινός μου μουσαφίρης, συνειθισμένος από παρόμοια
+δεξίματα, δέχτηκε τη φιλοφρόνησι μου με γέλια και χαρές.
+
+Απαράλλακτος από τον καιρό που τον πρωτογνώρισα, κακογερασμένος,
+με το ίδιο ηλιοκαμένο πρόσωπο, τα λιγοστά ψαρά γένεια του,
+κουρεμμένος ως το πετσί πάντα, με τα μεγάλα κιτρινωπά και βρώμικα
+δόντια του, σα δόντια αλόγου, παρδαλοντυμένος, είχε όμως πάντα στο
+μέτωπο, και στα μικρά, ζωηρά του μάτια, έναν στοχαστικό και
+περιγελαστικό μαζί αέρα, πολύ παράξενο. Θάλεγες ένα κεφάλι σοφού!
+Όλ' αυτά όμως δε με συγκινούσαν καθόλου. Όπως δε με συγκινούσαν
+και οι χειρονομίες του, και τα λόγια του και οι ελληνικούρες του,
+η ομιλία του η παράξενη, ένα ανακάτωμα από εκκλησιαστικά ρητά και
+καραβίσια λόγια, που θύμιζαν τον παληό μούτσο και το παληό
+καλογεροπαίδι του Αγίου Όρους. Τίποτε δε με συγκινούσε.
+
+ — Ποιος Διάβολος σ' έφερε πάλι εδώ; Ποιος Πειρασμός σ' έσπρωξε
+πάλι; Μεγάλη Βδομάδα σηκώθηκες κ' έφυγες απ' την πατρίδα;
+
+Τινάχτηκε από την καρέκλα του, σα δαιμονισμένος.
+
+ — Πατρίδα, λέει; Ποια πατρίδα; Πατρίδα είν' αυτή; Δε λες καλύτερα
+γουρουνοστάσι; Μπορεί άνθρωπος να ζήση εκεί κάτω; Μ' αυτούς τους
+κλέφτες, τους αγιογδύτες; Μαύρη πέτρα πίσω μου! Εκατό φορές το
+είπα, κι' ο Διάβολος μ' έσπρωξε, «Διαβόλου συνέργεια», πάλι να
+γυρίσω. Τις έμαθες αγκαλά τις κλεψιές του δημάρχου! Κ' η γυναίκα
+του τάψησε μ' ένα στρατιωτικό κ' έφυγε. «Απολωλώς πρόβατο». Κι' ο
+βουλευτής, πιο παστρικός κι' αυτός, πιάστηκε τις προάλλες με τον
+εργολάβο του μώλου και δαρθήκανε μέρα-μεσημέρι, γιατί δε
+συμφώνησαν στη μοιρασιά. Άκου τα του λόγου σου! Αμ' ο παπάς; Ο
+παπάς της Μεταμορφώσεως, ένας Άγιος Ονούφριος εκεί, τον πιάσανε
+που «κατέλυε» γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα, γιατί του το είπαν, λέει, οι
+γιατροί. Μ' όλη την κοιλιά! Δε βάσταξα πια. Τον βρήκα παραόξω,
+κατά την «πρύμη της Εκκλησίας» και του λέω: «Παπά μου, κατάλυσα
+τράγο σήμερα κι' αύριο θαρθώ να κοινωνήσω». Με στραβοκύτταξε. Ήσαν
+κι' άλλοι μπροστά. Τραβάω λίγο «αρόδου» και του λέω κ' εγώ: Σαν
+καταλείς εσύ, παπά μου, γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα, εγώ θα καταλύσω
+τράγο τη Μεγάλη Παρασκευή...» Σήκωσε το ραβδί του να με χτυπήση,
+παπάς άνθρωπος. Να σου και περνούσε κι' ο δήμαρχος. «Δεν
+ντρέπεσαι, μου λέει, Νικολάκη, να τα βάζης με τον παπά; Τράβα στη
+δουλειά σου!» Μου ανέβηκαν τα αίματα. «Αλλά ρύσαι ημάς από του
+πονηρού». Γυρίζω και τον κυττάζω: «Εγώ να ντραπώ; Να ντραπής του
+λόγου σου και με τις κλεψιές σου και με τα καμώματα της γυναίκας
+σου». Μην τα ρωτάς τι έγινε. Πέσανε να με σκοτώσουν. Μπήκα κ' εγώ
+στο βαπόρι κι' άφησα δέκα φάσκελα πίσω μου. Πατρίδα μου λες! Είνε
+να ζήση άνθρωπος εκεί κάτω; Εγώ γεννήθηκα σε ξέσκεπο καλύβι.
+Συνήθισα να λέω την αλήθεια. Δε με σηκώνει αυτός ο αέρας...
+«Επληθύνθησαν αι ανομίαι», παιδί μου.
+
+Είχε σηκώσει τον κόσμο από τις φωνές. Οι ανθρώποι σταματούσαν και
+κύτταζαν στο χαμηλό παράθυρο.
+
+Έλα, φτάνει πια, Νικολάκη. Μαζεύτηκε ο κόσμος με τις φωνές σου,
+του είπα θυμωμένα. Τάχω ακούσει εκατό φορές αυτά...
+
+Έπεσε λίγο η φόρα του, αναστέναζε μ' ένα βαθύ νόημα και ξαναείπε
+σιγαλά τώρα:
+
+ — Και πώς τα καλοπερνάτε εδώ;
+
+Τελείωσε από κει που έπρεπε ν' αρχίση. Είχε πάντα την πονηρία ν'
+αρχίζη με φούριες για να σκεπάζη την παρουσία του, που ήξερε και
+μόνος του πως δεν ήταν ευχάριστη, και να τελειώνη με γλύκα και
+ταπεινοσύνη.
+
+ — Αν ρωτάς και για μένα, τα ξέρεις τα χάλια μου. Δεν μπορώ να
+κρυφτώ. Τα παπούτσια τούτα, που βλέπεις, είνε του προκομμένου του
+δημάρχου, «τα ελέη των πονηρών». Το βρακί του αφωρεσμένου του
+παπά, η πατατούκα ενός λοστρόμου, που τα τίναξε τις προάλλες, ας
+μη τα λέμε από τι, και αυτό το ημίψηλο, που βλέπεις, του παστρικού
+μας του βουλευτή! Αυτοί κλέβουν και κάνουνε καινούργια. Εμείς
+παίρναμε ταποφόρια τους...
+
+Τον κύτταξα χωρίς να πω λέξι, όπως βλέπει κανείς όλα τα παράξενα
+πράμματα στον κόσμο.
+
+Η ευγνωμοσύνη ήταν ζωγραφισμένη ανάποδα στο μέτωπό του! Το ημίψηλο
+του βουλευτή με τη ναυτική πατατούκα, και το ιερατικό βρακί με τα
+δημαρχικά παπούτσια έκαναν μια παράξενη και αξιοθρήνητη αρμονία
+απάνω του. Και θυμήθηκα την υπηρέτριά μου:
+
+ — Μη βιάζεσαι, αφέντη· αυτός που σε περιμένει δεν είνε και τόσο
+κύριος...
+
+Κύριος, ξεκύριος, ήταν ένας μεγάλος μπελάς και μια μεγάλη πληγή ο
+Νικολάκης ο Γλωσσώτης, ένας μπελάς κληρονομικός. Ο Μακαρίτης ο
+πατέρας μου, αφού τράβηξε για πολλά χρόνια το διάβολό του από τον
+καλό του πατριώτη, μου τον άφηκε κληρονομιά μαζί με μερικά χρέη
+και μερικές δίκες. Τα χρέη πληρώθηκαν, οι δίκες ξεμπέρδεψαν, μα ο
+Νικολάκης έμεινε και μένει. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου τον είχε
+τσιμπούρι. Όπου πήγαινε, από πίσω του. Στη Ρωσσία ο πατέρας μου,
+πίσω του κι' αυτός. Στην Περσία ο πατέρας μου, από κοντά κι'
+αυτός. Πίσω στην Ελλάδα εκείνος, πίσω πάλι κι' αυτός. Κι' από κάθε
+τόπο πούφευγε, μαύρη πέτρα πίσω του. Όλοι ήταν κλέφτες, άτιμοι,
+κάλπηδες. Άνθρωπος που ήταν συνειθισμένος να λέη την αλήθεια, σαν
+κι' αυτόν, δεν μπορούσε να ζήση.
+
+Ο πατέρας μου δεν τον είχε σε πολλή υπόληψι. Συχνά μου έλεγε ο
+μακαρίτης πως ήταν τεμπέλης και γλωσσάς. Απ' αυτά τα δύο
+ελαττώματα δεν μπορούσε να προκόψη. Τώρα η «αλήθεια» μαζί με την
+τεμπελιά και τη γλωσσιά, τι χωριό έκαναν μέσα του, αυτός το ξέρει
+μονάχα. Φαίνεται όμως πως δεν ταίριαζαν πολύ καλά.
+
+Θυμούμαι κάποτε, που ζητούσε από τον πατέρα μου να τον βάλη σε
+καμμιά επιστασία, ο πατέρας μου του είπε:
+
+ — Είχες τέχνη στα χέρια σου και την άφησες. Και τώρα ζητάς
+επιστασίες. Να κυττάξης να ξαναπιάσης την τέχνη σου.
+
+ — Αυτό θέλω κ' εγώ, είπε. Μα έχω ανάγκη από έξοδα κύριε
+Κωνσταντίνε. Να μου δώσης πενήντα δραχμές να πάρω λίγα δέρματα,
+κλωνές, βελόνες, να στήσω κ' ένα τραπεζάκι σ' ένα καντούνι, να
+κάνω τον τσαγκάρη, να βγάλω τον «επιούσιον».
+
+ — Πρώτα να περιορίσης τη γλώσσα σου, του είπε ο πατέρας μου,
+θυμούμαι. Αυτή σ' έφαγε...
+
+Ύστερα μου διηγήθηκε ο πατέρας μου, πως στα νιάτα του, σαν άφησε
+το Άγιον Όρος και τα καράβια, έγινε τσαγκάρης, τωόντι. Και καλός
+τεχνίτης! Μα δεν εννοούσε να στρώση ποτέ τον πισινό του. Άφινε στη
+μέση πετσιά και σύνεργα, ανασήκωνε την ποδιά και δος του στον
+καφενέ. Να βάλη παντού το λόγο του· να διορθώνη την κοινωνία. Σα
+δεν πήγαινε στο καφενείο, κάθε λίγο και στο σπίτι του. Να ιδή τι
+γίνεται Φαίνεται πως ζήλευε λιγάκι και τη γυναίκα του. Πάντα η
+ίδια η ιστορία. Και όπου καυγάς, όπου λογομαχία, όπου πέντε
+άνθρωποι μαζεμμένοι, κι' αυτός στη μέση, να ιδή τι τρέχει, να βάλη
+το λόγο του, να πη τη γνώμη του. Κ' έτσι πάει το μαγαζί κ' οι
+συρμαγιές μαζί. Στη Ρωσσία τα ίδια, στην Περσία τα ίδια και
+χειρότερα. Από υπάλληλος ήθελε να γίνη αστυνόμος και ιεροκήρυκας.
+Ήθελε να διορθώση κ' εκεί τον κόσμο. Πέντε φορές επί τέλους
+αποφάσισε να ξαναπιάση την τέχνη του. Και πέντε φορές έφαγε από
+πενήντα δραχμές του πατέρα μου, για ν' αγοράση τα υλικά. Έτρωγε τα
+χρήματα και πάλι τα ίδια.
+
+Έτσι μου τον άφησε κληρονομιά ο πατέρας μου. Τελείωσαν τα βάσανα
+του μακαρίτη κι' άρχισαν τα δικά μου.
+
+ — Καμμιά επιστασία, μάτια μου, να συχωρεθή ο γέρος, ο καλός
+άνθρωπος.
+
+Αυτή ήταν η κουβέντα του σε κάθε του επίσκεψι.
+
+Φρόντισα κάποτε και τον έβαλα σ' ένα εργοστάσιο. Θυρωρός! Δε
+μπορούσε να βρεθή καλύτερη θέση γι' αυτόν. Τεμπελιά και κουβέντα.
+Ένα πρωί πάλι τον βλέπω άξαφνα.
+
+ — Αι, πώς τα πάμε;
+
+ — Έφυγα. «Ου δύνασαι δυσί κυρίοις δουλεύειν». Με δυο καιρούς δεν
+μπορείς ν' αρμενίσης!
+
+Το περίμενα. Δεν μπορούσα όμως ούτε να θυμώσω μαζί του. Το σακκάκι
+του λοστρόμου με τα παπούτσια του βουλευτή που κλαίγανε
+μισοτριμμένα και ξεθωριασμένα απάνω του, μου φαινότανε πως μου
+λέγαν: «Μην τον ξεσυνερίζεσαι τον άνθρωπο».
+
+ — Μα γιατί, χριστιανέ μου, αν αγαπάς το Χριστό, γιατί;
+
+ — Γιατί, λέει; φώναξε με μια ιερή αγανάκτησι. Αυτό δεν είνε
+εργοστάσιο, είνε, με συμπάθειο... (και είπε με όλη του τη δύναμι
+έναν άσχημο λόγο.) Άνδρες και γυναίκες ένα πράμμα· Εργολαβίες και
+ξεντροπιάσματα. Στέλνει ο κόσμος τα κορίτσια του να βγάλουν το
+ψωμί τους και βγάζουν... τα μάτια τους. Τι είδανε τα μάτια μου εγώ
+το ξέρω. Με ξέρεις εμένα. Την αλήθεια θα λέω κι' ας με κρεμάσουν.
+«Η αλήθεια σώσει υμάς». Το πρωί που ήρθε ο κύριος εργοστασιάρχης
+δε βάσταξα πια.
+
+ — «Τι νέα, κυρ Νικολάκη, μου λέει. Καλά είσαι;
+
+ — «Εγώ καλά είμαι, του λέω, μα το εργοστάσιό σου δεν είνε καλά.
+«Επληθύνθησαν αι ανομίαι». Δεν αρμενίζομε καλά.
+
+ — «Γιατί; μου κάνει πάλιν σαν απορημένος.
+
+ — «Γιατί αυτό δεν είνε εργοστάσιο, είνε... με συμπάθειο.
+»Αντί να μου πη και &σπολλάτη&, θύμωσε...
+«Μωραίνει Κύριος...», βλέπεις.
+
+ — «Εσύ να κυττάξης τη δουλειά σου», μου λέει
+»Με πήραν τα μπουρίνια.
+
+ — «Η δουλειά μου δεν είνε να βαστάω το φανάρι, του λέω. Σα θέλης
+να το βαστάς του λόγου σου, αλλάζει το πράμμα.
+
+»Η αλήθεια είνε πικρή. Έφυγε μουρμουρίζοντας και μούστειλε την
+εξόφλησί μου να φύγω...
+
+»Τι να του πω; Δεν του είπα τίποτα.
+
+ — Έννοια σου, μου κάνει σε λίγο, μη στενοχωριέσαι. Δε θα σε
+φορτωθώ πια. Δεν είνε τόπος για δουλειά εδώ. Σόδομα, και Γόμορρα.
+Περιμένω να μου στείλη κανένα λεφτό ο προκομμένος ο γυιός μου (ο
+προκομμένος ο γυιός του έμοιαζε σαν τον πρώτο αριθμό του λαχείου,
+που πάντα τον περιμένομε και ποτέ δεν έρχεται) να γυρίσω στην
+πατρίδα, να ησυχάσω πια με τη γερόντισσα... «Χριστιανά τα τέλη...»
+
+ — Αμήν, να δώση ο Θεός, του είπα.
+
+Τα παπούτσια του βουλευτού γελούσαν μέσα από τα μεγάλα τους
+ανοίγματα. Εγέλασα κ' εγώ. Δέκα φορές είχε ξαναγύρισει στην
+πατρίδα να ησυχάση και δέκα φορές ξαναήρθε πάλι.
+
+Κάμποσον καιρό δεν τον ξαναείδα. Ένα πρωί — πάντα πρωί, ξημερώματα
+— να σου τον πάλι.
+
+ — Δεν έφυγες, κυρ Νικολάκη;
+
+ — Πού να φύγω; Έστειλε τίποτα αυτός ο αφωρεσμένος; Πού έξοδα να
+φύγω; Να πάω και μ' αδειανά χέρια στην πατρίδα, θα με διώξη η
+γερόντισσα. Αν θέλης όμως του λόγου σου με σώνεις. Ένας
+γρουσούζης, φαρμακομύτης, που τον είχαν επιστάτη στην πηγάδα,
+ψόφησε και πάει στο διάβολο, χθες το βράδυ. Να μου δώσης ένα
+γράμμα στο δήμαρχο να με βάλη στη θέσι του. Να φουντάρω για καλά.
+
+Τούδωκα με τα πολλά το γράμμα κ' έπιασε τόπο. Την άλλη μέρα
+διορίστηκε. Για λίγο καιρό βρήκα την ησυχία μου. Ένα πρωί, που τον
+συλλογιζόμουν μέσα μου, κ' έλεγα πως ερρίζωσε πια σ' αυτή τη
+θέσι, παίρνω την εφημερίδα να διαβάσω, στο κρεββάτι Τινάχτηκα
+απάνω. «Παρ' ολίγον πλημμύρα», διαβάζω με μεγάλα γράμματα. Και
+παρακάτω: «Εν μέσω μηνί Ιουνίω παρ' ολίγον να μεταβληθή χθες η
+πόλις εις Βενετίαν και να θρηνήσωμεν σοβαρά δυστυχήματα. Υπαίτιος
+του κακού δεν ήτο ούτε ο θερινός ανέφελος ουρανός, ούτε οι
+απεξηραμμένοι χείμαρροι της Αττικής, αλλ' απλώς ο επιστάτης της
+δεξαμενής Νικόλαος Γλωσσώτης, όστις, εγκαταλείψας την θέσιν του
+και παρακολουθών την χθεσινήν μικροδιαδήλωσιν κατά του Υπουργείου,
+ελησμόνησε να κλείση τας στρόφιγγας των μεγάλων τροφοδοτικών
+σωλήνων της δεξαμενής. Περί το μεσονύκτιον η δεξαμενή εξεχείλισε,
+χείμαρροι δε ύδατος κυλισθέντες από του λόφου της Καστέλλας
+εξύπνισαν εντρόμους τους κατοίκους, κατέκλυσαν χαμηλούς τινας
+οικίσκους και παρέσυραν κατοικίδια ζώα των περιοίκων. Ο περίφημος
+επιστάτης ζητηθείς ανευρέθη εις παρακείμενον οινοπολείον, αγορεύων
+κατά της Κυβερνήσεως. Ο κ. δήμαρχος απέλυσεν αμέσως σήμερον την
+πρωίαν τον ένοχον υπάλληλον...»
+
+Η εφημερίδα δεν έλεγε άλλο τίποτε. Ξέχασε το σπουδαιότερο θύμα της
+πλημμύρας.
+
+Το καλοκαίρι εκείνο αποφάσισα να πάω να περάσω κανένα μήνα στην
+πατρίδα. Από την εποχή της πλημμύρας δεν είχα ξαναϊδεί τον
+περίφημο πατριώτη μου. Ντρεπότανε, φαίνεται, κι' ο ίδιος να με
+ιδή. Σαν έμαθε πως είμαι για ταξίδι, ήλθε να μ' ανταμώση, ταπεινός
+αύτη τη φορά και συμμαζεμμένος.
+
+ — Είμαι άτυχος άνθρωπος, μου είπε. «Την ανομίαν μου γινώσκω και η
+αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διά παντός». Αλλά δε φταίω κ' εγώ. Η
+τύχη με κατατρέχει Να με σώσης και τούτη τη φορά. Να με πάρης μαζί
+σου, να ησυχάσω, στάγια χώματα.
+
+Τον πήρα. Δε γλύτωσα την πλημμύρα...
+
+ — Να κυττάξης να ησυχάσης τώρα, του είπα. Να μη σε μέλλη αν κλέβη
+ο δήμαρχος κι' αν μαλλώνη ο βουλευτής με τον εργολάβο. Κι' αν θέλη
+ο παπάς να φάη γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα και το τι κάνει η γυναίκα
+του ενός και ταλλουνού, να μη σκοτίζεσαι. Κύτταζε τη δουλειά σου!
+
+ — Εγώ ν' ανακατευθώ πια; Κομμάτια να γίνουν όλοι τους! είπε
+κουνώντας το κεφάλι του. Το καταλαβαίνω και μόνος μου: Η αλήθεια
+είνε πικρή. Απ' το Θεό να τώβρουν. «Ουαί τω δι' ου το σκάνδαλον
+έρχεται».
+
+Πέρασα ένα μήνα στο μοναστήρι. Πού και πού ερχότανε κι' ο Κυρ-
+Νικολάκης.
+
+ — Αι! πώς τα πάμε, Κυρ-Νικολάκη, του λέω μια μέρα·
+
+ — Πώς να τα πάμε; Σαν τον κάβουρα. Κλεφτότοπος, παραλυσία.
+Χάλασαν κ' οι γυναίκες στον τόπο μας. Όλο εργολαβία και
+ξετσιπωσιά. «Η ανομία επληνθύνθη».
+
+Τον αγριοκύτταξα. Δεν άργησε να με καταλάβη.
+
+ — Έννοια σου, παιδί μου. Δεν ανακατεύομαι πια. Εδώ που τα λέμε, ο
+Θεός μονάχα μας ακούει και τα ψηλά πλατάνια. Δεν ανακατεύομαι πια.
+
+Δόξα σοι, ο Θεός, είπα μέσα μου. Καιρός ήτανε πια να ησυχάση κι'
+αυτός κ' εγώ.
+
+Ήλθε η ώρα που τοιμάστηκα να φύγω. Κουβάλησα ένα μουλάρι, ένα
+πρωινό, φόρτωσα και τα πράμματά μου και κατέβηκα στη χώρα να πάρω
+το εισιτήριό μου. Τον περίμενα να φανή κάτω στο γιαλό, όπως μου
+είχε πει:
+
+ — Πρωί-πρωί την Πέμπτη, θα σε περιμένω στο γιαλό, να σου δώσω
+ένα χέρι στο μπαρκάρισμα.
+
+Πουθενά δε φάνηκε.
+
+ — Μην είδατε πουθενά τον Κυρ-Νικολάκη; ρωτώ.
+
+Οι βαρκάρηδες κ' οι αγωγιάτες σκάσανε στα γέλια.
+
+ — Τον Κυρ-Νικολάκη! Τώρα κι' άλλη μια φορά. Πάει δουλειά του...
+
+ — Πέθανε;
+
+ — Όχι ακόμα. Μα τον χάσαμε.
+
+ — Πού πάει;
+
+ — Λένε πως πάει στο Άγιο Όρος! μου λέει ένας βαρκάρης.
+
+ — Κατά διαβόλου, πες καλύτερα! πετάγεται και μου λέει ένας
+αγωγιάτης.
+
+Δεν μπορούσα να καταλάβω τι τρέχει. Ανάμεσα Αγίου Όρους και
+Διαβόλου ήτανε δύσκολο να νοιώσω τι έτρεχε. Τους κύτταζα σα χαζός.
+
+ — Δεν τάμαθες, λοιπόν, αφεντικό;
+
+Δεν είχα μάθει τίποτε. Ήτανε γραφτό να το μάθω κι' αυτό.
+
+Δίπλα στο φτωχικό του καθότανε μια χήρα. Η χήρα ήτανε λιγάκι
+πεταχτή και γλυκομίλητη. Κάποτε-κάποτε λένε πως άνοιγε κ' η θύρα
+της σιγά-σιγά τα μεσάνυχτα. Όρκο δεν έπαιρνε όμως κανένας. Ο Κυρ
+— Νικολάκης δεν το χώνευε αυτό. Χήρα γυναίκα και ν' ανοίγη την
+πόρτα της τα μεσάνυχτα! Δεν το θέλει ο Θεός! Ένα πρωί που έβγαινε
+από το σπίτι, την απάντησε στο κατώφλι. Του ήρθε να τη βάλη σε
+θεογνωσία:
+
+ — Δεν κάνεις, καλά, κυρά γειτόνισσα. Ο κόσμος σου σέρνει πολλά.
+Χήρα γυναίκα με παιδιά, θα δώσης λόγο στο Θεό.
+
+Η χήρα άναψε απ' το θυμό της.
+
+ — Και τι σ' έβαλα εγώ; του λέει. Αφέντη στο κεφάλι μου; Να
+τσακιστής γρήγορα να φύγης, μη σου τσακίσω το ξερό σου.
+
+Ο Κυρ-Νικολάκης τα χρειάστηκε. Έκαμε να την καλοπιάση.
+
+ — Μη συχύζεσαι, γειτόνισσα. Καλέ, έτσι χωρατεύω εγώ, δε με
+ξέρεις; «Ον αγαπά Κύριος, παιδεύει..»
+
+Και για να την καλοπιάση τη χάιδεψε στο μάγουλο.
+
+Τότε ήταν που ήταν. Πονηρό θηλυκό κι' αυτή, μπήζει τις φωνές:
+
+ — Γέρο-κολασμένε, δεν ντρέπεσαι το χρόνια σου, που ήρθες να μου
+πιάσης το μάγουλο! Τι μ' επήρες εμένα; Σαν αυτές, που ξέρεις;
+
+Έβγαλε το πασσούμι της και τον άρχισε στο ξύλο. Πετάχτηκε κ' η
+γυναίκα του που άκουσε τα λόγια της γειτόνισσας. Σαν την είδε η
+χήρα μπήζει πάλι τις φωνές:
+
+ — Δεν έρχεσαι να συμμαζέψης τον άντρα σου, Κυρα-Νικόλαινα! τι
+με πήρε εμένα και ήρθε να μου πιάση το μάγουλο! Ακούς εκεί να μου
+πη να του ανοίξω την πόρτα τη νύχτα! Θα τον σκοτώσω...
+
+Έκανε να μιλήση ο Κυρ-Νικολάκης, μα πού να βρη αράδα. Άφριζε
+τώρα κ' η γυναίκα του, άφριζε κ' η ξένη.
+
+ — Είσαι και τέτοιος, παληόγερε; Δε βλέπεις τα χάλια σου που δεν
+έχομε ψωμί να φάμε!
+
+ — Σώσε με, γυναίκα, φώναξε ο Κυρ-Νικολάκης.
+
+ — Τώρα να σε σώσω!
+
+Βγάζει κι' αυτή το πασσούμι της και τον αρχίζει στις κατακεφαλιές.
+Μια η χήρα, μια η γυναίκα του. Τέτοιο πράμμα δε μεταστάθηκε στον
+τόπο. Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Λες και ήτανε θέατρο. Ένας γέρος
+να τον δέρνουν δυο γυναίκες. Είχανε ξεκαρδιστή όλοι από τα γέλια.
+Βαστούσαν τα σηκότια τους. Μονάχα ο Κυρ-Νικολάκης έκλαιγε,
+έκλαιγε πικρά. Πρώτη φορά τον είχανε ιδεί να κλαίη έτσι. Τον
+έπνιγε το άδικο. Έτσι από κλώτσου, κι' από μπάτσου, πήρε τον
+κατήφορο. Τα παιδιά τρέχανε από πίσω του με τα γιούχα και τον
+κυνηγούσαν. Τράβηξε κατά τα μάτια του, χάθηκε. Κανένας δεν τον
+είδε. Άλλοι είπανε πως έπεσε στη θάλασσα, άλλοι πως πήρε τα βουνά,
+άλλοι πως πήγε στο Άγιον Όρος να καλογερέψη.
+
+Το πιστεύω. Δεν έμενε άλλος τόπος γι' αυτόν...
+
+Ήλθε το βαπόρι και μπαρκάρησα. Μέσα στη βάρκα ένα παιδάκι μούφερε
+ένα γράμμα κ' έφυγε. Τώβαλα στην τσέπη μου χωρίς να προσέξω. Σαν
+ξεκίνησε το βαπόρι, θυμήθηκα το γράμμα κ' έβγαλα να το διαβάσω.
+Ήτανε του Κυρ-Νικολάκη.
+
+«...Εγώ, παιδί μου, να το ξέρης, πηγαίνω, κατά τα μάτια μου. Ο
+κόσμος πολύ με κατάτρεξε. Κανένα δεν έβλαψα. Την αλήθεια του Θεού
+έλεγα. Γεννηθήτω το θέλημά του. «Αντί του μάννα χολήν». Αυτός είνε
+ο κόσμος! Και πάλι γεννηθήτω
+το θέλημά του. Δεν μπορώ πια να ζήσω στον κόσμο. Πηγαίνω στο Όρος
+να σώσω τις αμαρτίες μου. Ο Θεός μαζί σου. Εγώ δε θα σ' ενοχλήσω
+πια. Σε χαιρετώ και φεύγω. Περίλυπος εστιν η ψυχή μου μέχρι
+θανάτου — Νικόλαος».
+
+Αισθάνθηκα κάτι να μου σφίγγη το στήθος. Πρώτη φορά ήταν που τον
+πονούσε η καρδιά μου. Ποτέ δεν τον είχα λυπηθή. Μα τώρα, δεν ξέρω,
+μου φαινότανε πως είχε πληρώσει ακριβά τις αμαρτίες του, και του
+τα συγχωρούσα όλα, ακόμα και τις ελληνικούρες του, έφτανε μόνον να
+μην έβλεπα εκείνο τον πικρό λόγο: «Εγώ δε θα σ' ενοχλήσω πια». Όλα
+του τα συγχωρώ. Και ο μακαρίτης ο πατέρας μου, είμαι βέβαιος, πως
+αυτή τη στιγμή τον συχωράει κι' αυτός και τον λυπάται..
+
+Σα βγήκαμε από το λιμάνι, το Άγιον Όρος εφάνταξε μπροστά μου,
+βουρκωμένο, μέσα στην πρωινή καταχνιά. Ήτανε σύννεφο τάχα, για
+ήτανε ο δικός σου ο καϋμός, άμοιρε Νικολάκη;
+
+
+
+ΣΑΝ ΤΑ ΤΡΥΓΟΝΙΑ
+
+
+
+Πώς πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας;
+
+Καλά-καλά δεν τώμαθε ποτέ κανένας. Ένα πρωί μια ψαρόβαρκα τον
+είδε να ταξιδεύη κατά την μπούκα του λιμανιού, μπρούμυτα απάνω στη
+θάλασσα, με το πρόσωπο βουτηγμένο στο κύμα και τα μεγάλα του άσπρα
+μαλλιά ανακατωμένα με τους αφρούς. Το κυματάκι, ξεψυχισμένο,
+έσπρωχνε ολοένα πρίμα κι απαλά το ξυλιασμένο κορμί κατά το πέλαγο,
+σα μονόξυλο που ταξίδευε δίχως κουπιά και καπετάνιο, μα που είχε
+βαλμένη τη ρότα του και τραβούσε ήσυχα και στοχαστικά το δρόμο
+του. Απ' τη βάρκα δεν αργήσανε να τον απεικάσουν, με όλο που δεν
+είχε φέξει ακόμα καλά-καλά και μια πηχτή παταχνιά σκέπαζε
+ολόγυρα στερηές και θάλασσες.
+
+ — Για πού νάχη βάλει ρότα τούτο το πλεούμενο; είπε ο βαρκάρης στο
+μούτσο του, γυρίζοντας κατά το μπροστινό κουπί, που έλαμνε
+νυσταγμένα και ανόρεχτα το παιδί, και σιάρισε το δικό του, για να
+γυρίση τη βάρκα κατά το κουφάρι, που έπλεε τώρα τρεις-τέσσαρες
+οργυιές ζερβιά τους.
+
+ — Ποιο πλεούμενο; είπε το παιδί, που δεν έβλεπε τίποτε μπροστά
+του.
+
+Και κράτησε το κουπί για να κυττάξη καλύτερα.
+
+ — Τράβα το κουπί σου! του είπε ξερά ο καπετάνιος.
+
+Αυτός σιάριζε ολοένα, ως που βάλανε πλώρη κατά το «πλεούμενο». Με
+δυο κουπιές, το διπλαρώσανε.
+
+ — Παναγιά μου! Τι είναι τούτο; Άνθρωπος;... φώναξε το παιδί.
+
+ — Αμ' τι ήθελες νάναι; Σκυλόψαρο;.. έκανε ο καπετάνιος. Από
+τέτοια η θάλασσα, άλλο τίποτα, παιδί μου.
+
+Άρπαξε ένα σκοινί απ' την πρύμη, τώκανε θηλειά κ' έσκυψε στην
+κουπαστή να το περάση στο κουφάρι. Καθώς έσκυβε, ένα κύμα
+ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι απ' το νερό, που έμοιαζε σαν να είχε
+γυρίσει να ιδή ποιος σκύβει από πάνω του.
+
+ — Μπα! έκανε ο βαρκάρης, περνώντας του τη θηλειά στη μέση. Ο
+Καπετάν-Πρέκας!... Αυτός δεν είναι;
+
+Το παιδί έσκυψε απάνω στο κουφάρι και τρέμανε τα κατασάγονά του.
+
+ — Ο Καπετάν-Πρέκας! Δεν τονέ βλέπεις;
+
+Ο βαρκάρης σέρνοντας το σκοινί, να το δέση στην πρύμη, σήκωσε μια
+στιγμή το δεξί του χέρι κ' έκανε, το σταυρό του.
+
+ — Κύριε ελέησον! Τούτο πάλι ήτανε απ' τάγραφα...
+
+Δεν είπε άλλο λόγο. Σιγουράρησε το σκοινί πίσω στην πρύμη και
+ξανακάθησε στο κουπί.
+
+ — Έλα! Τράβα να γυρίσωμε! είπε στο παιδί. Τη δουλειά μας την
+κάναμε σήμερα! Πιάσαμε μεγάλο ψάρι..
+
+Έβαλε πλώρη κατά το λιμάνι Η καταχνιά είχε αρχίσει να σκορπίζεται
+ολόγυρα, ο ήλιος ροδοχρύσωνε τα κύματα, πνοή δε φύσαγε από πουθενά
+κ' η ψαρόβαρκα έσχιζε ράθυμα τα κοιμισμένα νερά, σέρνοντας πίσω
+της το ασπρειδερό κουφάρι, με τα σκόρπια κάτασπρα μαλλιά, που
+φαντάζανε σαν ανάλαφρος αφρός απάνω στην καταγάλανη πλατωσιά,
+καθώς τα χάιδευε και τα γαργαλούσε η συρμή του νερού. Άλλες
+βάρκες, μέσα στην αυγινή κάλμα, με τα πανιά κρεμασμένα, μάταια
+πασχίζανε να βρούνε τον καιρό, αργοσαλεύοντας εδώ κ' εκεί στη
+θανατερή γαλήνη, μακραίνοντας με ράθυμα κουπιά κατά τανοιχτά και
+καρτερώντας με λαχτάρα ένα καλόβολο σαγανάκι, μέσα στο πηγμένο
+πέλαγο.
+
+Η βάρκα, με το ανεπάντεχο ρυμούλκιο, πόδιζε ολοένα κατά το λιμάνι,
+δίχως κανένας θαλασσομάχος να βάζη με το νου του, μέσα στην
+πλατειά τη θάλασσα, από μακρυά κι' από σιμά, πως ένα ξόδι τούτη τη
+στιγμή έσχιζε, χωρίς παπάδες και ξεφτέρια, τα κύματα. Μόνο, καθώς
+περνούσε η βάρκα δίπλα από ένα καΐκι, φορτωμένο με κερεστέ, που
+μια φελούκα πάσχιζε σέρνοντας το να το βγάλη απ' τη μπούκα του
+λιμανιού, δυο ναύτες σκύψανε απ' το παραπέτο, κάτι ρωτήσανε,
+κουνήσανε τα κεφάλια, και γυρίσανε στη δουλειά τους. Και απάνω
+στον κερεστέ, ένας μούτσος σκαρφαλωμένος, που έσερν' ένα σανίδι με
+κόπο, να το σιγουράρη στο σωρό, άφησε το σανίδι να πέση απ' το
+χέρι του, έβγαλε τη σκούφια του κ' έκανε το σταυρό του. Η βάρκα,
+με το ανεπάντεχο ρυμούλκιο, έσχιζε σιγά και λυπητερά τα νερά του
+λιμανιού, λάμνοντας ολοένα κατά το μώλο...
+
+Η αστυνομία, που καταπιάσθηκε ανακρίσεις, άμα βγάλανε τον πνιγμένο
+στη στερηά, δεν ξεκαθάρισε και πολλά πράμματα. Οι γιατροί, που τον
+σχίσανε στο νεκροταφείο, δεν βρήκανε καμμία αιτία απάνω του, ούτε
+λαβωματιά, ούτε χτύπημα, ούτε άλλο σημάδι κανένα. Είπανε πως
+πνίγηκε, καθαρά και ξάστερα. Απ' τις μαρτυρίες των ανθρώπων, που
+δώκανε ανάκριση, δε βγήκε τίποτε παραπάνω. Ο Καπετάν-Πρέκας,
+βράδυ-βράδυ, έφυγε απ' το σπίτι του — όπως είπε μια ψυχοπαίδα,
+που είχανε στο σπίτι — παίρνοντας μαζί του το αρμίδι του και τα
+δολώματά του να πάη να ψαρέψη κάτω στο μώλο, καθώς έκανε χρόνια
+τώρα.
+
+ — Απ' τη μέρα, που συχωρέθηκε η ψυχομάννα, πάνε τρεις μέρες τώρα
+— είπε η κοπέλλα — δεν είχε βγη από το σπίτι. Εχθές είπε πως
+στενοχωρήθηκε μέσα στο σπίτι κ' έφυγε. Μου είπε μάλιστα να φάω και
+να πέσω, γιατί θ' αργήση σαν πάντα...
+
+ — Έβαλες κακό στο νου σου, κορίτσι μου; ρώτησε ο αστυνόμος.
+
+ — Γιατί να βάλω; είπε η κοπέλλα. Ο μακαρίτης, και ζώντας η
+ψυχομάννα μου, έτσι το συνήθιζε πάντα. Έφευγε αποβραδύς για το
+ψάρεμα και γύριζε τα ξημερώματα. Ένας και δυο τάχα τον είχανε
+ιδεί, σταυροπόδι στο μώλο, ως τα ξημερώματα του Θεού; Του είχε
+κολλήσει μανία. Αυτό δα ήτανε και το παράπονο της μακαρίτισσας...
+
+ — Καλά, παιδί μου, — της έκοψε την κουβέντα ο αστυνόμος — αυτά
+δεν μας ενδιαφέρουνε. Για πες μου τώρα! Απ' τον καιρό, που πέθανε
+η μακαρίτισσα, είχε δείξει καμμιά διαφορά ο αφέντης σου; Θέλω να
+πω, φαινότανε λυπημένος έκλαιγε, είπε τίποτα σημαδιακά λόγια;
+
+Η κοπέλλα αναστέναξε, χαμογελώντας μαζί.
+
+ — Θεός σχωρέσ' τονε! Έδειχνε ποτέ τίποτες ο χριστιανός; Αμ' αυτός
+καλά-καλά, ούτε την έκλαψε, που λέει ο λόγος, τέτοιαν άγια
+γυναίκα. Το μάτι του δε δάκρυσε ποτές Σκουντουφλιασμένος, τρεις
+μέρες τώρα στην αγκωνή, με το τσιμπούκι στο στόμα, μήπως άνοιξε
+καθόλου ταχείλι του να βγάλη λόγο; Αγκαλά, και ζώντας η
+μακαρίτισσα, μήπως της είπε ποτέ μια γλυκειά κουβέντα; Αυτό ήτανε
+το παράπονο της μακαρίτισσας. «Καλημέρα, καλησπέρα» κι' όξω, στον
+καφενέ ή στο ψάρεμα, αυτή ήτανε η ζωή του, κυρ-αστυνόμε μου...
+
+Ο αστυνόμος άκουγε βαρετά κι' ανόρεχτα, με συχνά χασμουρητά.
+Καταλάβαινε πως η ανάκριση ήτανε για τον τύπο. Για έγκλημα ούτε
+ιδέα! Νταραβέρια ο Καπετάν-Πρέκας δεν είχε με κανένα, κακό
+άνθρωπου δεν είχε κάνει ποτές του και λίγοι μέσα στο νησί ήτανε
+τόσο αγαπημένοι και καλοδεχούμενοι παντού σαν κι' αυτόν. Τι ήθελες
+να γίνη λοιπόν; Καθώς ήτανε σκυφτός στο μώλο, απάνω στο αρμίδι
+του, θα τον πήρε ο ύπνος, θάγυρε το κορμί του μπροστά και θάπεσε
+στη θάλασσα. Ψυχή στο μώλο δεν ήτανε τέτοια ώρα. Κάτι άλλα
+γεροντάκια που ψαρεύανε πάντα μαζί τον, του κάνανε παρέα κάμποση
+ώρα κ' ύστερα φεύγανε. Αυτός πάντα έμενε τελευταίος, Αυτά τα ήξερε
+όλο το νησί κι' απ' την ανάκριση, που έγινε, βεβαιωθήκατε. Έπεσε
+λοιπόν στη θάλασσα. Ο μώλος ψηλός, ο Καπετάν-Πρέκας γέρος πια
+κι' αδύναμος, πάλαιψε, μα δεν μπόρεσε να γλυτώση. Μπορεί να του
+ήρθε και συγκοπή, όπως είπε ο γιατρός. Πήγε στον πάτο, ήπιε νερό,
+φούσκωσε, ύστερα η θάλασσα τον πέταξε απάνω και το απόγειο της
+νύχτας τον έσπρωξε κατά τη μπούκα του λιμανιού, που τον ψάρεψε η
+βάρκα.
+
+ — Αυτά λοιπόν, παιδί μου... ξαναείπε ο αστυνόμος στην ψυχοπαίδα,
+που την είχανε πάρει τώρα τα κλάματα και σκούπιζε τα μάτια της με
+την ποδιά της.
+
+ — Αυτά, κυρ-αστυνόμε! Κακός άνθρωπος δεν μπορώ να το πω πως
+ήτανε ο αφέντης. Θα με κολάση ο Θεός! Κι' απ' τον καιρό που
+ταξίδευε, όλα τα καλά του κόσμου τάφερνε στην ψυχομάννα μου. Και
+στολίδια και διαμαντικά και τζοβαΐρια! Γεμάτο το σπίτι απ' τα καλά
+του Θεού. Και τώρα τίποτε δεν μας απόλειψε. Πάντα τα χέρια του
+γεμάτα. Τον ψυχρό το λόγο δεν τον ακούσαμε ποτές απ' το στόμα του.
+Έτσι μοναχά, που έπεφτε βαρύς, πώς να το πω; αμίλητος... Αυτό
+ήτανε και το παράπονο της μακαρίτισσας. Βαρυγκομούσε, βλέπεις, η
+γυναίκα, κυρ-αστυνόμε. Έλεγε πως δεν την αγαπάει, πως δεν την
+πονεί, μαθές, όπως αγαπάνε και πονούνε οι άλλοι άντροι τις
+γυναίκες τους. Θεός σχωρές' τον, μα...
+
+Η γλώσσα του θηλυκού είχε πάρει δρόμο κ' έκοβε κ' έρραβε. Ο
+αστυνόμος την αντίσκοψε.
+
+ — Καλά, παιδί μου! Αυτά δεν μας ενδιαφέρουνε. Φτάνει Σύρε στο
+καλό...
+
+Και γυρίζοντας κατά τον γραμματικό, πούγραφε, του είπε:
+
+ — Περί αυτοκτονίας, ούτε ιδέα! Τι λες κ' εσύ;
+
+ — Σύμφωνος! είπε ο γραμματικός.
+
+Και οι ανθρώποι της Εξουσίας, ευχαριστημένοι απ' τη δουλειά τους
+και ήσυχοι, πως οι σκοτούρες τους τελείωναν ως εδώ, κλείσανε τα
+χαρτιά τους, με χασμουρητά, και σηκώθηκαν να κατεβούνε στον
+καφενέ.
+
+Μα και κανένας δεν πολυσκοτίσθηκε να μάθη το πώς και το γιατί
+πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας. Λεφτά δεν είχε, ούτε κληρονόμους για
+να σκαλίσουν τη δουλειά, να βάλουν υποψίες με το νου τους και να
+μαλλιοτραβηχθούν γύρω απ' τον ξαφνικό θάνατό του. Και μια φορά που
+η Αστυνομία, που τα ξεψαχνίζει όλα και βγάζει την αλήθεια μέσ' απ'
+το πηγάδι, είπε καθαρά και ξάστερα, πως ό,τι γίνηκε, γίνηκε από
+κακή ώρα, έλειψε και η περιέργεια του κόσμου και μαζί με τον τάφο
+του Καπετάν-Πρέκα κλείσανε και τα στόματα των γυναικών στις
+γειτονιές και τους αυλόγυρους.
+
+Αν ήτανε νέος, παλληκάρι, ο Καπετάν-Πρέκας, θα μπορούσε να πη
+κανένας πως ο ξαφνικός του θάνατος, τρεις μέρες ύστερ' απ' το
+θάνατο της γυναίκας του, δεν ήτανε, που λέει ο λόγος, από Θεού.
+Ποιος ξέρει! Είνε κι' αντρόγυνα που μοιάζουνε σαν τα τρυγόνια...
+
+ — Όμως στον καιρό μας, — όπως έλεγε κ' η Σουρούταινα ο Φιλόσοφος,
+η γρηά η κλησάρισσα του Άη-Παντελεήμονα, φιλόσοφος παρανόμι και
+πράμμα, — στον καιρό μας, παιδί μου, τέτοια πράμματα δεν γίνονται
+πια. Οι χηρευάμενοι, παιδί μου, τώρα πούγινε άσπρος ο Χάρος,
+παχαίνουν και φουσκώνουν, σαν τα καπόνια, κ' οι χήρες, όταν
+έρχωνται στην εκκλησιά για τα σαράντα, έχουνε διπλά προγούλια. Στα
+κόλυβα του χρόνου πια, μην τα ρωτάς, παιδί μου! Τύφλα νάχουνε όλα
+τα μαντζούνια κι' όλα τα κουκουνάρια του κόσμου, μπροστά στη θλίψι
+της χηρείας. Μονάχα οι μαννάδες απομείνανε, συφορά τους! να κλαίνε
+τα πεθαμμένα τους παιδιά...
+
+Όσο για τον Καπετάν-Πρέκα ούτε λόγος να γίνεται. Γέρος άνθρωπος,
+ένα σάψαλο εκεί, σαράντα χρόνια παντρεμμένος, αυτό τούλειπε. Να
+πάη ν' ανταμώση την τρυγόνα του!
+
+ — Άλλα δέκα, άλλα είκοσι χρόνια θα ζούσε ο μακαρίτης, έλεγε η
+Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, αν δεν τουρχότανε το ξαφνικό. Ακούστε,
+που σας λέω! Απ' όσα του ήτανε γραφτό να ζήση, άλλα τόσα! Μα ο
+Χάρος που του μαγείρεψε το μαντζούνι, του το πήρε, βλέπεις, απ' το
+στόμα του. Δεν αξιώθηκε να χαρή το μαύρο πουκάμισο ο παληόγερος.
+Θεέ μου, συχώρεσέ μου...
+
+Ωστόσο ο Καπετάν-Πρέκας θάφτηκε δίπλα στη γρηά του, κι' αν δεν
+μοιράστηκε μαζί της το υστερνό κρεββάτι, μοιράστηκε τον ήσκιο ενός
+γέρικου πεύκου.
+
+ — Κρίμα! είχε πει η γρηά Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, που δεν ήτανε
+βολετό ν' ανοίξουνε το λάκκο της γρηάς του και να της τον βάλουνε
+στην αγκαλιά της. Να κοιμηθούνε σαν τα τρυγονάκια, τα πουλάκια
+μου!...
+
+ — Λοιπόν! νακούσης αυτό που σου λέω εγώ. Ο Καπετάν Πρέκας δεν
+πήγε από το θέλημα του Θεού. Σκοτώθηκε μοναχός του!
+
+Και κτυπούσε τη γροθιά του απάνω στο τραπέζι του μαγαζιού ο
+Γιάννης ο Μακαρίτης. Το «Μακαρίτης» ήτανε παρατσούκλι, που τούχε
+κολλήσει από χρόνια του Γιάννη του Σκαρπαλέντζου. Κανένας δεν τον
+γνώριζε πια με ταληθινό του τόνομα. Ο Γιάννης ο Καλαφάτης κι' ο
+Γιάννης ο Μακαρίτης! Έτσι τον ξέρανε. Μα καλαφάτηδες με το ίδιο
+τόνομα ήτανε κι' άλλοι. Για να τον βρης έπρεπε να γυρέψης τον
+Γιάννη τον Μακαρίτη. Να πούμε την αλήθεια, δεν τούμοιαζε καθόλου
+για μακαρίτης. Ολοστρόγγυλος, καλοθρεμμένος, ροδοκόκκινος, με κάτι
+μάτια γεμάτα φωτιά και πονηρία ήτανε ζωντανός απ' τους πιο
+ζωντανούς. Μα είχε ένα παράξενο κουσούρι Δεν έδινε μια πεντάρα για
+τον άλλον άνθρωπο, ούτε τον έπαιρνε ποτέ στο στόμα του, όσο ήτανε
+ζωντανός. Ούτε καλό, ούτε κακό είπε ποτέ του για κανέναν. Ό,τι και
+να γινότανε στο νησί, ότι και νάκανε άντρας ή γυναίκα, ήτανε καλά
+καμωμένο. «Τι να σου κάνη ο άνθρωπος; Έτσι ήτανε...» κ' έκοβε την
+κουβέντα. Απ' τη στιγμή όμως πούκλεινε κανένας τα μάτια του,
+γινότανε δικός του· Έλεγες πως βαστούσε ανοιχτά δεφτέρια για κάθε
+μακαρίτη, κι' άμα τον έβλεπες σε παρέα, ήτανε σίγουρο πως μοίραζε
+κόλυβα. Εκεί που καθότανε ο Γιάννης ο Μακαρίτης, για ζωντανό
+κουβέντα δε στηνότανε ποτές κι' όποιος ήθελε να μάθη για τα
+πεθαμμένα του, ας έπαιρνε σκαμνί να κάτση.
+
+Λοιπόν! αυτό που σου λέω εγώ...
+
+Και ξαναχτύπησε τη γροθιά του, κάνοντας να ξεχειλίση μια κανάτα,
+γεμάτη μπρούσκο κρασί, απιθωμένη καταμεσής του τραπεζιού.
+
+ — Εβίβα! του είπε ο Ρήγας του Μαθιού, ένας βαρελτζής απ' την
+Κούμη, που τον συντρόφευε. Και σήκωσε το ποτήρι του.
+
+ — Γιατί τάχα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης. Σου φαίνεται παράξενο
+τάχα;
+
+ — Βρε βάλε να πιούμε, ξαναείπε ο Ρήγας του Μαθιού. Λόγια σαπέρα
+θα λέμε τώρα;
+
+Και χτύπησε το αδειανό του ποτήρι στο τραπέζι, σκουπίζοντας με το
+ζερβί του τα δασά του μουστάκια.
+
+ — Καλά, Μαστρο-Ρήγα! έκανε πειραγμένος ο Γιάννης. Με
+συμπαθάς... Σα με πήρες για παλαβό, που δεν ξέρω τι λέω...
+
+Ο Ρήγας του Μαθιού χαμογέλασε πρόσχαρα.
+
+ — Σαν το θέλης, μωρέ μάτια μου, έτσι είναι. Μήπως είπα το
+ενάντιο; Θα κακοκαρδίσωμε τώρα για το μακαρίτη τον Πρέκα; Σα
+βαρέθηκε τη ζωή του και πήρε βουτιά στο μώλο, λογαριασμός δικός
+του! Ας δώση λόγο εκεί που βρίσκεται. Μετρημένα μονάχα τα λόγια
+σου, να μην πάνε σταυτιά της Εξουσίας και σε σέρνουνε στην
+Ανάκρισι...
+
+ — Την Εξουσία να την απαυτώσω, μουρμούρισε ο Γιάννης, με
+συμπάθειο! Η Εξουσία δε βλέπει παραπέρα απ' τη μύτη της...Αν
+έβλεπε, θα καταλάβαινε πως ο Καπετάν-Πρέκας πνίγηκε από αγάπη.
+Μάλιστα! Λοιπόν σου λέω εγώ και να μ' ακούσης, πως ο Καπετάν-
+Πρέκας δεν μπορούσε να βαστάξη τον καϋμό της γρηάς του. Από αγάπη
+πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας!
+
+Ο Ρήγας του Μαθιού έμπηξε τα γέλια.
+
+ — Σου το μήνυσε; είπε.
+
+Ο Γιάννης ο Μακαρίτης πετάχθηκε απάνω θυμωμένος, έβαλε το χέρι του
+στην τσέπη του και τράβηξε ένα μικρό πραμματάκι από μέσα.
+
+ — Το βλέπεις αυτό;
+
+ — Ένα δαχτυλίδι.
+
+ — Το δαχτυλίδι του Καπετάν-Πρέκα. Τι λες τώρα;
+
+ — Πώς βρέθηκε στα χέρια σου;
+
+ — Δική μου δουλειά. Το βρήκα στο μώλο...
+
+ — Γιατί δεν τώδωκες στην Εξουσία;
+
+ — Την Εξουσία σου είπα την έχω απαυτώσει. Το δαχτυλίδι θα πάη
+στην εικόνα, που μου παράγγειλε.
+
+Ο Ρήγας του Μαθιού τον κύτταξε τώρα στα μάτια σα χαζός.
+
+ — Τώξερες λοιπόν, θεοσκοτωμένε;
+
+ — Δεν ήξερα τίποτε, που να ξεραθώ! Εκείνο το βράδυ τον αντάμωσα
+που τραβούσε κατά το μώλο. «Άκου, συμπέθερε! μου λέει Πάρε τούτο
+το δαχτυλίδι. Εμένα τα δάχτυλά μου φυράνανε κ' εκεί που ψαρεύω με
+παίρνει καμμιά φορά ο ύπνος και θα μου πέση στο γιαλό. Φύλαξε το
+και μου το δίνεις ταχειά». Μούδωκε το δαχτυλίδι και με
+καλονύχτησε. Σε λίγο κοντοστάθηκε: «Άκου, συμπέθερε! Τι να το κάνω
+τώρα το δαχτυλίδι, σαν έχασα τον άνθρωπό μου; Αν περάσης από
+καμμιά εκκλησία, κρέμασε το της Παναγιάς, για το συχώριο της
+Μαριγώς...» Και ως που να καταλάβω, κατηφόρισε βιαστικά. Έκανα να
+του μιλήσω, μα δε στάθηκε ν' ακούση... είχε σκυμμένο το κεφάλι του
+και κατηφόριζε σαν να τον κυνηγούσαν.
+
+ — Τι λες, βρε παιδί; έκανε ο Ρήγας του Μαθιού, σκυμμένος απάνω
+στο δαχτυλίδι, τριμμένο απ' την πολυκαιρία και φτενό-φτενό σα
+χαλκαδάκι.
+
+ — Πιστεύεις τώρα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης.
+
+Ο Ρήγας του Μαθιού έκανε το σταυρό του.
+
+ — Όλα γίνονται στον κόσμο, Γιάννη παιδί μου. Τι να πω κ' εγώ;...
+Θα πιούμε άλλο;
+
+Ο Γιάννης ο Μακαρίτης έσπρωξε το ποτήρι από μπροστά του.
+
+ — Δε θέλω πια. Πάω να κοιμηθώ. Θαρθής μαζί; Πήρε το δαχτυλίδι, το
+τύλιξε σ' ένα παληόχαρτο και τώχωσε στην τσέπη του. Σηκωθήκανε κ'
+οι δυο μαζί και πήραν τον ανήφορο, τρεκλίζοντας μέσα στα σκοτάδια.
+
+
+
+ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΛΑ
+
+
+
+Ο Πέτρος Βάγιας πέθανε τα ξημερώματα, μέσα στο μικρό του μαγαζάκι,
+πριν προφθάση να ξαναϊδή τον Ήλιο και την Αγάπη του. Μα ούτε ο
+Ήλιος, ούτε η Αγάπη του πολυσκοτίστηκαν για το θάνατό του. Ο Ήλιος
+πρόβαλε πρόσχαρος στο βουνό κ' η αγάπη του στο παραθύρι Μονάχα
+ένας γαλατάς, μ' ένα τουλούμι φορτωμένο σ' ένα γάιδαρο, έρριξε μια
+ματιά μέσα και τράβηξε βιαστικά το δρόμο του.
+
+ — Δυο μέρες αλισβερίσι! είπε. Παραβιάστηκε να πεθάνη ο
+χριστιανός.
+
+Ως το βράδυ, το βασίλεμμα, απ' το λεβέντικο κορμί και τη χαρούμενη
+καρδιά του Πέτρου δεν είχε απομείνει άλλο μέσα στο μαγαζάκι παρά
+ένα όνομα κ' ένας καϋμός.
+
+Μέσ' απ' τις κλειστές πόρτες του μαγαζιού, πίσω στο μικρό
+περιβολάκι, κάτω απ' τη φουντωτή λεύκα, τρεις χαροκόποι κι' ο
+παραγυιός του Πέτρου κάνανε την &παρηγοριά&. Ήτανε η τακτική παρέα
+του μακαρίτη. Μονάχα γι' αυτούς άνοιξε σήμερα η κάνουλα κι' άναψε
+το τετράγωνο φανάρι, κρεμασμένο από ένα κλαδί της λεύκας. Το
+σκαμνί του Πέτρου μονάχα ήτανε αδειανό απόψε κ' ένα ποτήρι γεμάτο
+στη θέσι του.
+
+ — Ψεύτικος κόσμος, π' ανάθεμά τον! είπε ο Γιαννιός ο Τελεπετέρης
+ο μαραγκός.
+
+ — Ό,τι φάη κι' ό,τι πιή κανένας... αναστέναξε ο Θανάσης ο Βιόλας
+ο παπλωματάς, σκύβοντας τολοστρόγγυλο κεφάλι του απάνω στην
+ολοστρόγγυλλη κοιλιά του.
+
+ — Κι' ό,τι αγαπήση! είπε με ψιλή φωνούλα ο Μαθιός ο γυρολόγος,
+τραγουδιστής με τόνομα και μερακλής ακουσμένος.
+
+Ο παραγυιός ο Ευθύμης, ένα παιδί δεκάξη χρονών, σήκωσε την ποδιά
+του και σκούπισε τα μάτια του.
+
+Η φουντωτή η λεύκα, ακούνητη μες στην απανεμιά, δε σάλεβε ένα
+φύλλο της απόψε. Η πυκνή της φυλλωσιά, κατάμαυρη σαν πίσσα,
+απλωνότανε σα μαύρο σύννεφο απάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων,
+βουρκωμένο σύννεφο έτοιμο να κλάψη. Την είχε φυτέψει με τα χέρια
+του ο μακαρίτης και την καμάρωνε σαν παιδί του. Ένα τοσοδά
+δεντράκι και σε λίγα χρόνια φούντωσε και θέριεψε κι' αγκάλιασε τον
+αέρα και γέμισε πουλιά και τραγούδια και άπλωσε ήσκιους και
+δροσιές.
+
+ — Λεβέντικο δέντρο!... έλεγε ο Πέτρος ο Βάγιας, σα γύριζε τα
+μάτια και την καμάρωνε. Λες και δυνάμωσαν τα σωθικά του απ' το
+ξανθό πιοτό, που το στραγγούν στις ρίζες του οι μερακλήδες. Και
+τώρα λες πως το τραβάει η καρδιά του. Σαν νοιώση τη δροσιά του μες
+στη ρίζα του, αναγαλλιάζει η φυλλωσιά του και τα κλαδιά του
+γλυκοσαλεύουνε και γλυκοτραγουδούνε. Μερακλίδικο δέντρο, μα την
+πίστι μου! Μόνο φωνή που δεν έχει να σου μιλήση σαν άνθρωπος.
+
+Ο Μαθιός ο γυρολόγος σήκωσε, το γεμάτο ποτήρι, που ήτανε στη θέσι
+του μακαρίτη, και το άδειασε στη ρίζα του δέντρου.
+
+ — Έτσι συνήθιζε να το κάνη ο καϋμένος ο Πέτρος, είπε. Ας
+ευχαριστηθή η ψυχή του εκεί που βρίσκεται.
+
+Οι άλλοι χαμογελάσανε πικρά.
+
+ — Παράξενο σου φαίνεται; ξαναείπε ο Μαθιός. Άνθρωπος και δέντρο
+ένα πράμμα είνε. Όπως συνηθίση κανένας. Άλλα δέντρα διψάνε το νερό
+και τούτο διψάει το κρασί.
+
+ — Αλλοίμονο! είπε ο Θανάσης ο Βιόλας. Ο άνθρωπος πάει και τούτο
+μένει Ποιος το ξέρει; Όλοι μας θα πάμε και τούτο θα βρίσκεται
+ακόμα. Θα ψηλώνη και θα θεριέβη. Άλλοι θαρθούν να πιούνε κι' άλλοι
+να τραγουδηθούνε στον ήσκιο του.
+
+Τσουγκρίσανε τα ποτήρια: «Θεός σχωρέσ' τονε!»
+
+ — Έννοια σου και τίποτε δε θα μείνη σε τούτον τον κόσμο! είπε
+σιγά και θλιβερά ο Γιαννιός ο Τελεπετέρης. Έχουνε και τα δέντρα τη
+μοίρα τους. Άλλα το τσεκούρι, κι' άλλα ταστροπελέκι, κι' άλλα το
+σκουλήκι στη ρίζα. Αυτό είνε το χειρότερο. Ο κρυφός καϋμός...
+
+ — Αυτός τον έφαγε και το μακαρίτη! αναστέναξε ο Μαθιός. Το
+σκουλήκι στην καρδιά.
+
+ — Την αγαπούσε το λοιπόν με τα σωστά του; ρώτησε ο Θανάσης. Εγώ
+έλεγα πως χωράτευε.
+
+ — Γυρεύεις τώρα; είπε ο Γιαννιός. Εκεί που βρίσκεται, κι αν την
+αγαπούσε τηνέ ξέχασε.
+
+
+Πώς το λες αυτό; είπε ο Μαθιός χτυπώντας το ποτήρι του στο τραπέζι
+Ξέρεις τι γίνεται μαθές στον άλλον κόσμο; Γύρισε κανένας και
+σούφερε τα μαντάτα!
+
+ — Ωχ! καϋμένε! μουρμούρισε ο Γιαννιός. Είσαι μικρός ακόμα και δεν
+ξέρεις τον κόσμο. Εδώ ξεχνάνε οι ζωντανοί και τους πεθαμμένους
+γυρεύεις; Δε στρήβεις το καντούνι να τηνέ ιδής! Στο παραθύρι
+κάθεται και... «μήλο καθαρίζει», που λέει και το τραγούδι.
+
+Ο Μαθιός σήκωσε το ποτήρι του και τάδειασε ως τον πάτο. Ήτανε σαν
+αλαφιασμένος.
+
+ — Και τι με τούτο; είπε. Είσαι του λόγου σου μέσα στην καρδιά του
+κοριτσιού; Πού το ξέρεις κι' αν τον αγαπούσε; Κι' αν δεν τον
+αγαπούσε ήθελες να τονέ κλαίη τώρα;
+
+ — Συχώρα με, ματάκια μου, είπε πάλι ο Γιαννιός χαμογελώντας κάτω
+απ' το μουστάκι του. Σαν είνε έτσι το πράμμα παίρνω πίσω το λόγο
+μου. Ο Θεός μονάχα να σου χαρίζη ζωή, να μη σε κλάψη του λόγου
+σου.
+
+Ο Θανάσης ο Βιόλας, που καθότανε σκυφτός, μετρώντας τους κόμπους
+του κομπολογιού του, σήκωσε άξαφνα το κεφάλι του και χαμογέλασε.
+
+ — Τι θέλεις να μας πης, Γιαννιό; είπε. Μην τύχη κι' αγαπάη το
+Μαθιό το κορίτσι; Κάτι θα ξέρης του λόγου σου.
+
+Ο Μαθιός κοκκίνησε ως ταυτιά.
+
+ — Δεν ξέρω ποιον αγαπάει! είπε. Την καρδιά της την ορίζει ν'
+αγαπήση όποιονε της αρέσει. Κανενός δεν πέφτει λόγος.
+
+ — Δεν ταφίνετε αυτά τώρα; είπε ο Θανάσης. Αλλοί σ' αυτόν που
+χάθηκε.
+
+Πήρε την κανάτα και γέμισε τα ποτήρια. Τσουγκρίσανε πάλι.
+
+ — Θεός σχωρέσ' τονε!
+
+Πίνανε κάμποσην ώραν αμίλητοι. Πού και πού ένα τραγουδάκι ανέβαινε
+ως τα χείλια κανενός και ξεψυχούσε. Δεν ήτανε ημέρα σήμερα για
+τραγούδια. Πού και πού κανένας λόγος ξεπετούσε μ' έναν
+αναστεναγμό,
+
+ — Ψεύτικος κόσμος! Ας τονε να πάη να χαθή.
+
+Ο Μαθιός έβραζε απομέσα του. Στριφογύριζε, αναστέναζε,
+χασμουριότανε. Τον είχε πιάσει το μεράκι. Ήθελε να τραγουδήση, να
+ξεφωνήση, να βγάλη μια φωνή που να φτάση ως τάστρα. Έλεγες πως τον
+έπνιγε το τραγούδι στο λαιμό. Άξαφνα έμπηξε μια φωνή. Οι άλλοι
+ξαφνιστήκανε: «Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι
+τόπος αναπαύσεως».
+
+Η φωνή του τρεμουλιαστή, διάφανη, κρουσταλλένια, γέμισε τη νύχτα
+με μια γλύκαν ασύγκριτη. Έκρυβε τέτοιο παράπονο μέσα της, που
+μπορούσε να ραγίση και τα λιθάρια. Ολονών τα μάτια βουρκώσανε.
+
+ — Έτσι ντε! Ψαλτικά μάλιστα, είπε ο Θανάσης. Ναναγαλλιάση κ' η
+ψυχή του μακαρίτη, εκεί που βρίσκεται.
+
+Ο Μαθιός αναστέναξε. Ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι του και
+κυττάζοντας κατά τον ουρανό με τα μεγάλα, λιγωμένα μάτια του,
+ξανάρχισε με μια φωνή πιο τρεμουλιαστή τώρα, μια φωνή παθιάρα, με
+κάτι παραπονετικά παιγνίδια, σα λάλημ' αηδονιού. «Πάντα τέφρα,
+πάντα κόνις, πάντα σποδός. Πάντα σκιάς ασθενέστερα. Πάντα ονείρου
+απατηλότερα».
+
+Γυρίσανε όλοι και τονέ κύτταξαν με μάτια βουρκωμένα. Όταν
+σταμάτησε λίγο κι' αναστέναξε βαθειά, κανένας δεν έβγαλε
+τσιμουδιά. Κρατούσανε την αναπνοή τους.
+
+Ο Μαθιός πήρε μια βαθειά ανάσσα και ξαναείπε το τροπάρι. Ποτέ η
+φωνή του δεν είχε πάρει τέτοια γλύκα σαν και σήμερα. «...Πάντα
+ονείρου απατηλότερα».
+
+Σαν έσβυσε αλαφρά μέσα στη σιγαλιά η τελευταία του νότα, τα δάκρυα
+τρέχανε ποτάμι απ' τα μάτια του. Σκούπισε τα δάκρυά του με την
+απαλάμη και, σα μεθυσμένος απ' το μεράκι του, σήκωσε πάλι μια φωνή
+γλυκειά και κρουσταλλένια:
+
+ «Ωχ! Αγγελικούλα μου!»
+
+Όλοι κλαίγανε τώρα. Γιατί κλαίγανε κι' αυτοί δεν το ξέρανε. Το
+μεγάλο τετράγωνο φανάρι είχε σβύσει ανάμεσα στα κλαδιά. Και το
+φουντωτό δεντράκι, που τώχε φυτέψει ο Πέτρος ο Βάγιας με τα χέρια
+του, απλωνότανε τώρα σα μαύρο, βουρκωμένο σύννεφο απάνω απ' τα
+κεφάλια των χαροκόπων.
+
+
+
+ΑΝΤΡΟΓΥΝΟ
+
+
+
+Δώδεκα παιδιά είχε αποκτήσει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο
+Κουμιώτης, με τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το Μοσχαδώ· έξη
+αρσενικά και έξη κορίτσια. Υστερνός από όλους ο Μοναχάκης. Ο
+Μοναχάκης ο μικρός, ο χαδούλης, με τόνομα. Ιδιος κι' απαράλλακτος
+ο πατέρας του. Είπε και τον έκανε.
+
+ — Τούτο είνε το δικό μου παιδί, έλεγε ο γέρος, χωρατεύοντας
+κάποτε τις καλές μέρες, που μαζεύονταν όλοι αρσενικοί και θηλυκοί,
+ένα τσούρμο παιδιά και αγγόνια, στο σπίτι του Μαστρο-Αποστόλη.
+Κανένας σας μαθές δε μούμοιασε ούτε στη λεβεντιά, ούτε στη γνώμη.
+Μοναχάκης και πάλε Μοναχάκης. Καλόγνωμος και στοχαστικός σαν τον
+πατέρα του. Τα λόγια του μετρημένα σαν κορίτσι! Τα μάτια σκυμμένα.
+Ένα λόγο να του πης κοκκινίζει και γίνεται παπαρούνα.
+
+Και τον χάιδευε στον ώμο. Ο Μοναχάκης κοκκίνιζε, έσκυβε τα μάτια.
+Ο γέρος αναστέναζε. Τάφερνε γύρω για να θυμηθή πάντα τη
+μακαρίτισσα τη γυναίκα του.
+
+ — Έτσι ήμουνα κ' εγώ παιδί. Όταν έδωκε ο Θεός και πήρα τη
+μακαρίτισσα τη μάννα σας, ντρεπόμουνα να της μιλήσω. Θεός σχωρέσ'
+την, μέρα που είνε! Τριάντα χρόνια ζήσαμε μαζί, μονιασμένοι και
+αγαπημένοι· ψυχρό λόγο δεν άκουσε ο ένας από τον άλλον. Το Μοσχαδώ
+απάνω, το Μοσχαδώ κάτω. Κ' εκείνη τον Αποστόλη της. Άλλος από τον
+Αποστόλη δεν ήταν στον κόσμο. Μια μέρα να μη την έβλεπα, έχανα τον
+κόσμο. Ο Θεός μας έδωκε με το τσουβάλι τα παιδιά. Γέμισε το σπίτι
+παιδιά. Το Μοσχαδώ τίποτε! Πρώτα ο Αποστόλης κ' ύστερα όλα τα
+παιδιά. Κ' εγώ πάντα κοντά της. Τη δουλειά μου στο σπίτι την είχα.
+Στον αυλόγυρο όλη την ημέρα. Τα βαρέλια εκεί, οι ντούγες, τα
+τσέρκια, τα σύνεργα όλα στον αυλόγυρο. Ντακ και ντουκ όλη την
+ημέρα. Δεν περνούσε ώρα να μην έρθη το Μοσχαδώ κοντά μου. Όλο και
+κάτι εύρισκε να με ρωτήση. Πότε για τα παιδιά, πότε για το φαΐ,
+πότε για το ένα, πότε για το άλλο. Εγώ το καταλάβαινα. «Μοσχαδώ,
+σου το είπα, στιγμή δεν μπορείς να κάνης χωρίς εμένα». Κ' εκείνη
+θύμωνε μαθές, Θεός σχωρέσ' την, μέρα που είνε και μούλεγε: «Την
+όρεξί σου έχω...» κ' έφευγε τάχα κακιωμένη. Και πάλι να σου την!
+Όταν τελείωνα τη δουλειά, με λυπότανε κάποτε και μούλεγε: «Δεν πας
+και συ μαθές, Αποστόλη, στον καφενέ, να ξεσεκλετισθής, να πάρης
+τον αέρα σου. Σε βαρέθηκα να σε βλέπω...» Στον καφενέ! Τι να κάνω
+στον καφενέ; «Στα καρφιά κάθεται ο Αποστόλης, μου λέγανε στον
+καφενέ. Άιντε πήγαινε, Αποστόλη, να μη σε δείρη η γυναίκα σου!...»
+Καλότυχοι, τόσο ήξεραν, τόσο έλεγαν... Πάνε κείνα τα χρόνια. Μου
+την πήρε ο Θεός, δόξα νάχη τόνομά του. Από τότε δεν είμαι στον
+κόσμο τούτο· είμαι από τον άλλον κόσμο. Ζωντανός και πεθαμμένος.
+Εγώ σας το είπα, παιδιά μου, σαν πάω ν' ανταμώσω το Μοσχαδώ, χαρά
+να τώχετε, κανένας να μη με κλάψη. Κόκκινα ναντυθήτε...
+
+Και τον έπαιρναν τα κλάματα το γέρο. Τα παιδιά του αγρίευαν:
+
+ — Μέρα που είνε, πάλε τα κλάματα άρχισες, πατέρα; Είνε γρουσουζιά
+μαθές τέτοια μέρα.
+
+ — Συμπαθάτε με, παιδιά μου, δεν το θέλω κ' εγώ, έλεγε ο γέρος. Μα
+έτσι, σαν κουβεντιάζω για τη μάννα σας, θαρρώ πως την έχομε μαζί
+μας στο τραπέζι, μέρα που είνε.
+
+Και γύριζε πάλε στον Μοναχάκη, σκουπίζοντας τα μάτια του.
+
+ — Να, τούτος, μούμοιασε, ο Μοναχάκης. Ιδιος κι' απαράλλακτος.
+Καλόγνωμος και πονετικός σαν κ' εμένα. Χαρά στη γυναίκα που θα τον
+πάρη. Όπως έζησα εγώ με τη μακαρίτισσα τη μάννα σας, άμποτε να
+ζήση κι' αυτός. Μονοιασμένα κι' αγαπημένα. Ο Θεός μόνο να μη του
+δώση το κακά που είδανε τα μάτια μου. Μαζί να ζήσουν και μαζί να
+πεθάνουν, να μην ιδούνε χωρισμό τα μάτια τους.
+
+Ο Μοναχάκης κατέβαζε τα μάτια του.
+
+ — Δεν παντρεύομαι εγώ, πατέρα. Εγώ θα γηροκομήσω με το Κυρατσώ.
+Τώχομε ειπωμένα.
+
+Το Κυρατσώ, η μεγαλύτερή του αδελφή, χηρεμμένη από χρόνια, που τον
+είχε αναστήσει στα χέρια της, τον χάιδευε στην πλάτη.
+
+ — Μαζί Μοναχάκη, μαζί θα γηροκομήσωμε.
+
+Όταν έφυγε ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης ν' ανταμώση τη
+μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το κομπόδεμα τάφησε στον Μοναχάκη.
+«Ό,τι έχω και δεν έχω για το Μοναχάκη είνε. Τάλλα τα παιδιά πήραν
+το δικό τους». Ο Μοναχάκης σαν πήρε το κομπόδεμα, κάμποσα
+κολονάτα, ξεμπαρκάρησε από τη μπομπάρδα του γαμπρού του, που ήταν
+τσαρμαρισμένος, λοστρόμος άξιος με τόνομα, κ' ένα πρωί μπαρκάρησε
+για τη Σκιάθο.
+
+ — Αφίνομε υγεία, είπε στο Κυρατσώ, την αδελφή του. Άλλαξα γνώμη.
+Πάω στο Σκιάθο να παντρευτώ.
+
+Το Κυρατσώ ξαφνίστηκε. Δεν μπορούσε να καταλάβη. Στη Σκιάθο! Γιατί
+μαθές στη Σκιάθο; Χαθήκανε τα κορίτσια στη Σκόπελο;
+
+ — Δεν έχομε μαθές, Μοναχάκη, κορίτσια στο Σκόπελο; Οι
+Σκιαθίτισσες πλιο σου πήρανε την καρδιά σου;
+
+Ο Μοναχάκης χαμογέλασε.
+
+ — Καλό και άξιο το Σκόπελο και τα κορίτσια του. Μα το ταίρι που
+θέλει ο Μοναχάκης δε βρίσκεται στο Σκόπελο.
+
+Σα βγήκε στη Σκιάθο ο Μοναχάκης, η καρδιά του λαχτάρησε. Κάτω στο
+καρνάγιο καμαρωτό και περήφανο, έτοιμο να πέση στη θάλασσα, με την
+αρματωσιά του λεβέντικη, στεκότανε απάνω στα σκαριά, ένα καινούριο
+μπρίκι. Έλεγες πως ζητούσε να ξεφύγη μόνο του από τα σκαριά, να
+γλυστρήση στο γιαλό και να σχίση τη θάλασσα. Η καρδιά του Μοναχάκη
+λαχτάρησε.
+
+ — Νάχω την ευχή του πατέρα μου! Να την η νύφη που μου πρέπει.
+Καλή και μπιστεμμένη, άξια και ώμορφη.
+
+Μια και δυο κίνησε και πήγε στο σπίτι της Μαχούλας της αδελφής
+του. Ο γαμπρός του, ο πρώτος μάστορης στη Σκιάθο. Ο Μαστρο-
+Γιαλής με τόνομα. Τα καλύτερα καράβια της Σκιάθος από τα χέρια του
+περάσανε — ο Μαστρο-Γιαλής με τα χρυσά τα χέρια. Η δόξα του στα
+πέλαγα τριγύριζε. Όταν λέγανε οι μαρνέροι, αγναντεύοντας στο
+πέλαγο, «σκιαθίτικο καράβι», κολλούσανε τα χείλια τους. Μαστρο-
+Γιαλής και πάλε Μαστρο-Γιαλής. Άλλος μάστορης σαν αυτόν δε
+στάθηκε. Χρυσά χέρια. Άνθρωπο μονάχα δεν μπορούσε να σκαρώση με τα
+χέρια του. Ο Μοναχάκης μια και δυο στην αδελφή του. Τους βρήκε που
+τρώγανε ψωμί. Δεν ξέρανε τι να του κάνουν. Ο Μοναχάκης ο
+χαϊδεμμένος, ο Μοναχάκης «ο μικρός», όπως τον έλεγαν, ο Μοναχάκης
+ο καλόγνωμος! Θυσία τα πάντα για τον Μοναχάκη. Σα φάγανε και
+ήπιανε, ο Μοναχάκης στριφογύρισε μια το κομπολόι στον αέρα.
+
+ — Κάτι θα σου πω, Γιαλή, είπε.
+
+ — Ό,τι θέλεις, Μοναχάκη. Χατήρι δικό σου δε χαλάει.
+
+ — Το μπρίκι πούχεις στα σκαριά κάθισε στην καρδιά μου.
+
+ — Το καμαρώνω εγώ που τώκανα, είπε ο Γιαλής. Πετυχημένο καράβι
+Όλα δεξιά μου ήρθανε σε τούτο το καράβι Δε βαρυγκώμησα μια στιγμή
+απάνω του. Ο κερεστές του τεφαρίκι· τα ξάρτια του βασιλικά· τα
+καρφιά του μαλαματένια. Λες και χλιμιντράει σαν το άτι απάνω στα
+σκαριά. Καμαρωτό σαν κοπέλλα. Την ξέρεις την παραξενιά μου, καράβι
+δεν παίνεσα ως τα τώρα, που βγήκε από τα χέρια μου. Η καλύτερη
+κοπέλλα της Σκιάθος δε βγαίνει μπροστά στην «Αθηνά»,
+
+ — Άκουσε, Γιαλή, είπε ο Μοναχάκης, μετρώντας στοχαστικά τις
+χάντρες του κομπολογιού του. Τηνέ θέλω την «Αθηνά». Για ποιόν την
+έχεις σκαρώσει;
+
+Ο Γιαλής πετάχτηκε από το σκαμνί του.
+
+ — Έλα μαζί, Μοναχάκη. Τυχερό σου θα είνε. Πάμε να βρούμε τα
+παιδιά του Καπετάν-Τσοβού. Τον έχεις ακουστά τον Καπετάν-
+Τσοβό. Γι' αυτόν την έχω σκαρωμένα. Ο Καπετάν-Τσοβός πέθανε τις
+προάλλες, στο τελευταίο του ταξίδι στην Οδέσσα, μέσα στο μεγάλο
+του το μπάρκο την «Ευαγγελίστρια». Πούντιασε και πέθανε. Τα παιδιά
+του τώχουν ρίξει στο εμπόριο, δεν ανακατεύονται με τη θάλασσα. Μου
+φαίνεται πως θέλουν να τα ξεκάνουν τα καράβια.
+
+Ο Μοναχάκης πετούσε από τη χαρά του.
+
+ — Καλότυχε Μοναχάκη, είπε η Μαχούλα, λες και θα πάρης καμμιά
+κοπέλλα!
+
+Ο Μοναχάκης χαμογέλασε.
+
+ — Κοπέλλα μαθές. Η καλύτερη κοπέλλα της Σκιάθος!....
+
+.... Ανήμερα τ' Άη-Γιαννιού η «Αθηνά», καμαρωτή και περήφανη, με
+γάπιες και παπαφίγκους, έβγαινε πρίμα από το λιμάνι για το πρώτο
+της ταξίδι. Καπετάνιος ο Μοναχάκης ο Κουμιώτης. Όλο το νησί είχε
+κατεβή κάτω στο γιαλό. Ο Μαστρο-Γιαλής κάτω στην αμμουδιά
+κουνούσε το μεγάλο κόκκινο μαντήλι του.
+
+ — Ώρες καλές! Καλορρίζικα, Μοναχάκη! Την καλύτερη κοπέλλα της
+Σκιάθος εσύ την πήρες. Να ζήσετε και να γεράσετε...
+
+Δεν ήξερε τι έλεγε από τη χαρά του ο Μαστρο-Γιαλής. Τα μάτια του
+ήτανε δακρυσμένα και τα σκούπιζε με τη μεγάλη κόκκινη μαντήλα, σαν
+ν' αποχαιρετούσε τα παιδιά του.
+
+ — Ώρα καλή, Μοναχάκη, ώρα καλή Αθηνά!
+
+Σε λίγο, μόνο τα πανιά της «Αθηνάς» ασπρογυάλιζαν μακρυά, στον
+πρωινόν ήλιο. Οι κοπέλλες της Σκιάθος από τα παράθυρα και τις
+πεζούλες στα ψηλώματα, με τα ωραία μαλλιά, γυιαλιστερά και
+κατάμαυρα από το χόχλο, με τα μαύρα παιχνιδιάρικα μάτια, κουνούσαν
+με γέλια τα μαντήλια, αποχαιρετώντας τον καπετάνιο.
+
+ — Ο Μοναχάκης ο περήφανος μαθές που δε σήκωνε τα μάτια...
+
+Τριάντα χρόνια — μια ζωή — κυβέρνησε ο Καπετάν-Μοναχάκης την
+«Αθηνά». Ο Καπετάν-Μοναχάκης πάντα άξιος και καλόγνωμνος, η
+«Αθηνά» πάντα καλοθάλασση και προκομμένη. Ούτε αδέρφια, ούτε
+συγγενείς. Η «Αθηνά» και πάλε «Αθηνά». Πάντα ταξίδια, πάντα
+φουρτούνες. Τον Μοναχάκη δεν τον σήκωνε το λιμάνι Σαν καθότανε μια
+βδομάδα στο λιμάνι ο Μοναχάκης αρχίζανε να τον τρων τα νύχια του.
+
+ — Με μαράζωσε η στερηά, βρε παιδιά. Δε βαστώ, θα σαλπάρω,
+
+Ναύλο είχε, ναύλο δεν είχε, δε λογάριαζε.
+
+ — Εγώ θα του δώσω, κι' ό,τι βρέξη ας κατεβάση, έλεγε. Η «Αθηνά»
+άρχισε να παραπονεύεται Δεν τη σηκώνει το λιμάνι. Γερόντισσα μα
+παλληκάρι, σαν τον καπετάνιο της.
+
+Οι αδερφάδες του, τανήψια του, τα ξαδέρφια του — δώδεκα παιδιά
+είχε κάνει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης, ο πατέρας
+του, με τη μακαρίτισσα το Μοσχαδώ τη γυναίκα του — ένα σόι
+τρικούβερτο, τον σταύρωναν.
+
+ — Σε καλό σου, Μοναχάκη... Κάτσε να κάνωμε Λαμπρή μαζί, κάτσε να
+κάνωμε Χριστούγεννα.
+
+Αυτός τίποτε.
+
+ — Τι με θέλετ' εμένα; Δόξα σοι ο Θεός, ένα τσούρμο παιδιά και
+θυγατέρες έχετε. Τι με θέλετ' εμένα;
+
+Και πάντα στο καράβι. Εκεί να φάη, εκεί να κοιμηθή. Καμμιά φορά
+ξεγελειόταν κ' έτρωγε ψωμί με τους δικούς του. Στα καρφιά
+καθότανε.
+
+ — Στρώσε να κοιμηθής, Μοναχάκη. Μέλι μαθές έχει το καράβι; Νύχτα
+ώρα, σκοτάδι, που θα πας, χριστιανέ μ', στο λιμάνι; Γέρος άνθρωπος
+είσαι· θα πέσης να τσακιστής.
+
+Αυτός τίποτε.
+
+ — Η γρηά περιμένει Καλή σας νύχτα... κ' έφευγε.
+
+Η αδερφή του η μεγάλη, το Κυρατσώ, τον πείραζε.
+
+ — Καλά έκανες και δεν παντρεύτηκες, Μοναχάκη. Θα σε χώριζε η
+γυναίκα σου...
+
+Στον καφενέ το ίδιο. Κάτω στο γιαλό ήταν ο καφενές του Καπετάν-
+Πεφάνη. Μια φορά, στον καλό καιρό, ήτανε ανεμόμυλος. Με τον καιρό
+ρήμαξε, άρχισε να γκρεμίζεται, και μόνο τα πινά του έστεκαν ακόμα,
+σα μαδημένες φτερούγες, που γύριζαν ανώφελα και λυπητερά, σα
+φυσούσε δυνατός αέρας, απάνω από το χάλασμα. Ο Καπετάν-Πεφάνης,
+σαν τσάκισε κανένα δυο γολέττες κι' άλλα τόσα μπρίκια, τσάκισε κι'
+αυτός στο τέλος, πρίστηκαν τα πόδια του, πέρασε από την Επιτροπή,
+είδαν κ' οι γιατροί τα χάλια του και τον λυπήθηκαν — πήρε τη
+σύνταξί του. Κι' από καπετάνιος έγινε καφετζής στον ανεμόμυλο.
+Στον καφενέ του μαζευόντουσαν όλα τα γεροντάκια, όλοι οι
+καραβοτσακισμένοι Πίνανε τον ναργιλέ τους και τρίβανε τους
+ρεμματισμούς τους, θυμάμενοι τα παληά τους. Ο Καπετάν-Πεφάνης
+έφκιανε και κάτι μπλάστρια για τους πόνους, με λιβάνι και
+τρεμεντίνα, ένα κ' ένα για τους ρεμματισμούς. Κι' από τότε πούβαλε
+μπροστά την καινούργια τέχνη, οι δουλειές του πήγαιναν καλά.
+Πουλούσε περισσότερα μπλάστρια από καφέδες και λουκούμια. Ο
+Καπετάν-Μοναχάκης, όταν τύχαινε στο λιμάνι, κατέβαινε
+ταπομεσήμερο στον καφενέ να φουμάρη τον ναργιλέ και ν' ανταμώση
+τον ξάδερφο του τον Γιαννιό τον Μελιγκόνη. Μελιγκόνης ήταν το
+παρατσούκλι του, γιατί παραπατούσε πάντα σαν τον μέρμηγκα,
+παρμένος από το πρωί ως το βράδυ. Ωστόσο τον αγαπούσε ο Καπετάν-
+Μοναχάκης και τον έκανε χάζι. Ο Γιαννιός το ίδιο. Σαν τον έβλεπε
+και κατέβαινε, άρχιζε τα χωρατά.
+
+ — Ακόμα εδώ είσαι, Μοναχάκη; Παρακάθησες. Πότε θα σαλπάρης;
+
+ — Δε μας σηκώνει η στερηά, Γερο-Μελιγκόνη. Όσο βαστάμε θα
+ταξιδεύωμε.
+
+Ο Γιαννιός τον πείραζε πάλι
+
+ — Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και δεν το κατάλαβες. Με τα
+μπλάστρια του Καπετάν-Πεφάνη πολεμάς να βασταχτής.
+
+Αλήθεια εδώ και λίγα χρόνια ο Μοναχάκης είχε αρχίσει να κάνη
+πούλησι του Καπετάν-Πεφάνη.
+
+ — Δίκηο έχεις, Μελιγκόνη, έλεγε ο Μοναχάκης. Τα γεράματα μας
+πλάκωσαν κ' εμένα και την «Αθηνά». Και οι δυο με τα μπλάστρια
+βαστιόμαστε. Μα τι το θέλεις; Δε μας σηκώνει η στερηά.
+
+Και καθότανε στα καρφιά. Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Πού τον είδες
+πού τον έχασες τον Καπετάν-Μοναχάκη! Φουμάριζε τον ναργιλέ του
+και το νου του στο καράβι. Όξω χαλούσε ο Θεός τον κόσμο, ο άνεμος
+ξερρίζωνε τα δέντρα, η θάλασσα έβραζε όξω, ο Μοναχάκης χαμπάρι.
+
+ — Αφίνομε υγεία, ξάδερφε. Καιρός να σαλπάρωμε.
+
+Ο Μελιγκόνης έκανε το σταυρό του.
+
+ — Έλα Χριστέ και Παναγιά. Βρήκες πάλι τον καιρό να ταξιδέψης, με
+την ισημερία!
+
+Ο Καπετάν-Μοναχάκης τίποτε. Δεν είχε βαστημούς. Χαλασμός κόσμου
+όξω, μπουρίνι, νεροποντή, σκοτεινιά. Ο Μοναχάκης σαλπάριζε...
+
+Όταν καμμιά φορά τον έβλεπαν και γύριζε ύστερ' από μήνες, τα
+γεροντάκια έκαναν τον σταυρό τους κάτω στον καφενέ.
+
+ — Γερο-Μελιγκόνη, καλώς τα δέχτηκες! Το μπρίκι του ξαδέρφου
+σου.
+
+Ο Μελιγκόνης κουνούσε το κεφάλι του.
+
+ — Τι να σας πω; Έχει μέρες ο Μοναχάκης. Σαν έχης μέρες, στη φωτιά
+να πέσης θα γλυτώσης.
+
+Ο Καπετάν-Μοναχάκης κατέβαινε πάλι στον καφενέ. Ο Γερο-
+Μελιγκόνης άρχιζε πάλι.
+
+ — Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και γνώσι δεν έβαλες.
+
+ — Ας είνε καλά τα μπλάστρια του καπετάν-Πεφάνη. Μπλάστρια εγώ
+και μπλάστρια η «Αθηνά» καλά βαστειόμαστε για την ώρα. Είμαστε
+τώρα και οι δυο φρεσκοπαλαμισμένοι. Την παλάμισα την «Αθηνά» στο
+Σκιάθο, με παλάμισε κ' εμένα ο Γερμανός ο γιατρός μ' ένα σπίρτο σ'
+όλους τους αρμούς, και ξανανοιώσαμε. Ταχειά πάλε σας αφίνομε
+υγεία.
+
+Και πάλι σάλπα ο Μοναχάκης.
+
+ — Τριάντα χρόνια, μια ζωή! αυτή η δουλειά γίνεται, έλεγε στον
+καφενέ ο Γερο-Μελιγκόνης. Ήμουν νιός και γέρασα, θαλασσοπνίγηκα,
+τσακίστηκα, παντρεύτηκα και χήρεψα, παιδιά έκανα και παιδιά έθαψα,
+τρία καράβια πέρασαν από τα χέρια μου και πάνε κατά διαβόλου,
+σπίτια είχα και σπίτια ξέκανα, εληές είχα και ξεράθηκαν, ζωντανά
+και ψόφησαν, και ο Μοναχάκης Μοναχάκης και η «Αθηνά» «Αθηνά». Δόξα
+νάχη ο Θεός! Να ζήσουνε και να γεράσουνε!
+
+Τριάντα χρόνια παλέψανε με το χάρο ο Καπετάν-Μοναχάκης με την
+«Αθηνά». Μαζί περάσανε φουρτούνες και μπουνάτσες, ημέρες καλές και
+μαύρες ημέρες. Μια ζωή ουρανό και θαλασσα. Χίλιες φορές άνοιξε το
+κύμα να τους καταπιή και χίλιες φορές χαιρέτησαν με λαχτάρα τα
+λιμάνια. Κόσμο και ντουνιά γυρίσανε μαζί. Μπόρες και νεροποντές,
+κάλμες και καταχνιές, αστροπελέκια και σύφουνες, όλα μαζί τα
+πέρασαν. Των τράκων οι λαχτάρες και της ξέρας τα παραμονέματα και
+της φωτιάς η τρεμούλα μαζί τους γέρασαν. Η ξενητειά μαζί τους
+μάρανε και η πατρίδα μαζί τους καλωσώρισε. Τριάντα χρόνια μια ζωή!
+Κ' έλεγε καμμιά φορά, ολόρθος, πίσω στο κάσσαρο, ο Καπετάν-
+Μοναχάκης στριφογυρίζοντας στον αέρα το κομπολόγι του και μασώντας
+το μουστάκι του:
+
+ — Αγάντα, καϋμένη Αθηνά. Μαζί γεράσαμε, μαζί θα πεθάνωμε.
+
+Και η «Αθηνά», σκαμπανεβάζοντας στο κύμα, αναστέναζε από τα
+τρίσβαθα των αρμών της.
+
+ — Μαζί θα πεθάνωμε, Μοναχάκη.
+
+Σιγά-σιγά τους πλάκωσαν τα γεράματα, Στο τελευταίο ταξίδι στη
+Μαρσίλια, ο Μοναχάκης αρρώστησε. Τον βγάλανε όξω στα σπιτάλια. Οι
+γιατροί του είπαν να μείνη λίγον καιρό να κυτταχθή. Ο Μοναχάκης
+δεν τάκουε αυτά. «Την Αθηνά δεν την αφίνω σε ξένα χέρια», έλεγε.
+Άμα καλυτέρεψε λιγάκι, τούδωκε δρόμο. Σαλπάρησε για την πατρίδα.
+Αφήκανε τη Μαρσίλια με καλόν καιρό. Απόξω από το Σπαρτιβέντο ο
+καιρός άρχισε να χαλάη τα μούτρα του, Το γύρισε στη νοτιά. Στην
+αρχή ο σορόκος αδύνατος με κουφοθάλασσα. Όσο πήγαινε άρχισε να
+δυναμώνη. Η «Αθηνά» ταξίδευε παλληκαρίσια με τις κάτω γάπιες,
+καβαλλίκευε το κύμα σαν άτι. Ο καιρός όλο και δυνάμωνε. Την άλλη
+μέρα η σοροκάδα έγινε με τα όλα της φωτιά. Ένα μπάρκο και μια
+γολέττα Γαλαξειδιώτικη, που τους ακολουθούσαν, τούδωκαν στα πρίμα,
+πόδισαν. Ο λοστρόμος άρχισε να τα χρειάζεται.
+
+ — Καπετάνιο, η γολέττα και το μπάρκο, πρωτοτάξιδο μπάρκο!
+τούδωκαν, πάνε.
+
+Ο Καπετάν-Μοναχάκης ακουμπησμένος πάντα πίσω στην κουπαστή, με
+τα μάτια καρφωμένα στο πέλαγο σαν να μετρούσε ένα-ένα τα κύματα
+να τελειώσουν: «πάει και τούτο, πέρασε κι' αυτό», τα κύματα τα
+ατέλειωτα, που καταποδιαστά το ένα κυνηγούσε το άλλο, ξαφνίστηκε
+απ' τη φωνή του λοστρόμου, σαν να του χαλούσε το μέτρημα. Γύρισε
+και τον κύτταξε.
+
+ — Τη δουλειά σου! είπε.
+
+Ο λοστρόμος έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε στην πλώρη, γλυστρώντας
+απάνω στα νερά, που βρέχανε την κουβέρτα, από σχοινί σε σχοινί, να
+βασταχτή από το μπότζι. Τσιμουδιά δεν είπε. Μουρμούρισε μονάχα από
+μέσα του, σαλτάροντας χωρίς να το θέλη:
+
+ — Τη δουλειά μου;... τη δουλειά μου.
+
+Όλη τη νύχτα το βάστηξαν έτσι, με τις κάτω γάπιες, παλεύοντας με
+το κύμα και το σκοτάδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης στη θέσι του
+μουσκεμμένος ως το μεδούλι, ροκανίζοντας καμμιά γαλέττα στο πόδι,
+άγρυπνος τώρα δυο νύχτες. Τα κόκκαλά του αρχίνησαν να τον πονούν.
+Κάθε τόσο κατέβαζε τα χέρια του ξαφνικά, σαν να τον τρυπούσαν με
+καρφιά, κ' έτριβε μαλακά-μαλακά τα μεριά και τα γόνατα.
+
+ — Δεν πας να γύρης λίγο, καπετάνιο; Θαρρωστήσης, του είπε ο
+τιμονιέρης ένα-δυο φορές.
+
+ — Δεν έχω ανάγκη, παιδί μου. Έννοια σου, βαστάω ακόμα, έλεγε ο
+Καπετάν-Μοναχάκης.
+
+Την άλλη μέρα το πρωί ο καιρός έγινε ξόδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης
+φώναξε το λοστρόμο.
+
+ — Άκουσε, Γιαννιό!
+
+Ο λοστρόμος έτρεξε.
+
+ — Να μαζέψωμε τάλλα τα πανιά... Με την τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα
+τη γάπια και τη μπούμα θα το κρατήσωμε τραβέρσο. Τραβέρσο, να
+ιδούμε ως πότε θα φυσάη ο διαλόκαιρος!...
+
+Ο λοστρόμος τράβηξε, σαλτάροντας άθελα από το μπότζι, κατά την
+πλώρη. Οι ναύτες τρέξανε στους στίγκους, άλλοι στα μαντάρια και
+στα μπράτσα. Η φωνή του λοστρόμου πνιγότανε μες στη βοή του
+άνεμου. Οι ναύτες είδαν κ' έπαθαν να μαζέψουν τα πανιά, με την
+ψυχή στα δόντια. Τέτοιο λυσσασμένον καιρό, χρόνια είχε να ιδή ο
+Καπετάν-Μοναχάκης μήνα Σεπτέμβριο. Η θάλασσα βουνό. Ο λοστρόμος
+ακουμπησμένος αριστερά στην κουπαστή, γαντζωμένος από ένα σχοινί,
+μια έβλεπε τη θάλασσα και μια τον Καπετάν-Μοναχάκη και κουνούσε
+το κεφάλι του. Το κρατούσανε τραβέρσο. Ο Μοναχάκης από το κάσσαρο
+κύτταζε στο πέλαγο, σαν να μετρούσε ακόμα τα κύματα ένα-ένα,
+περιμένοντας το τελευταίο. Το ένα πιο βουνό από τάλλο. Πλάκωναν σα
+θερία λυσσασμένα. Ο καπετάν Μοναχάκης έρριχνε πού και πού μια λοξή
+ματιά στον τιμονιέρη, που ζητούσε να φυλάξη κάθε κύμα που πλάκωνε.
+Ο τιμονιέρης, γεροντάκι και αυτός μα γερό κόκκαλο, στεκότανε
+ακούνητος σαν κολώνα, απίκου, προσμένοντας το κύμα, έτοιμος να
+ορτσάρη ή να το ποδίση. Εκεί, τραβέρσο το κρατούσανε... Βόηθα,
+Παναγία μου! Η «Αθηνά» σηκωνότανε σαν άτι αφρισμένο, σούζα, και
+καθώς έπεφτε να βουτήση πάλι, γκοπ! έλεγες πως έπεφτε απάνω σε
+βράχο. Τώρα θανοίξη, να κοπή σε δύο, έλεγες. Οι αρμοί της τρίζανε
+τρομακτικά στο σκαμπανέβασμα, όλο το καράβι βογγούσε σα θεριό
+λαβωμένο.
+
+ — Αγάντα, καϋμένη Αθηνά. Παλληκάρι σαν πάντα...
+
+Είπε ο Καπετάν-Μοναχάκης με μια φωνή σβυσμένη, σαν να μιλούσε
+από μέσα του. Η αλήθεια ήταν πως δε βαστούσε πια κι' αυτός. Έκαμε
+να το κρύψη, έκανε να δείξη κουράγιο, μα δε βαστούσε. Η αγρύπνια,
+το μούσκεμμα, η νηστεία τον είχαν γονατίσει. Οι ρεμματισμοί
+σήκωσαν κεφάλι. Καθώς στεκότανε πίσω στο κάσσαρο με το ψηλό του
+κορμί τσακισμένο σε δύο, τάσπρα μαλλιά και τα λίγα ψαρά γένεια
+ανακατωμένα από τον άνεμο, με τα μάτια βαθουλωτά και σκαμμένα
+ολοτρόγυρα, με τα σαγόνια σφιγμένα από τον πόνο, έννοιωσε κάποιο
+βαθύ περόνιασμα στα κόκκαλα. Χλωμός σαν το αγιοκέρι δεν ήταν πια ο
+Καπετάν-Μοναχάκης. Αγνώριστος. Το καταλάβαινε και μονάχος του.
+«Πάει σωθήκανε τα ψέμματα. Αν δε μας φάη η θαλασσα τούτη τη φορά,
+θα μας φάη το στρώμα», είπε από μέσα του...
+
+Παναγιά, βόηθα! Ένα κύμα θεόρατο στυλώθηκε μπροστά σα βουνό κ'
+έκρυψε τον ουρανό. Η ψυχή στα δόντια ολονών. Η «Αθηνά» πετάχτηκε
+σαν καρυδόφλουδο στα μισούρανα, έγυρε με τα πανιά γεμάτα κ'
+επλάγιασε με την μπάντα. Και ύστερα βουτιά. Μα τι βουτιά, Παναγία
+μου! Καταπιόνας άνοιξε η θάλασσα να την ρουφήξη. Με τα μούτρα κάτω
+στα τρίσβαθα. Ένα γκοπ! τρομακτικό ακούστηκε, το καράβι σείστηκε
+συθέμελο και οι αρμοί του σαν να γινόντανε χίλια κομμάτια, τρίξανε
+με μιας από πλώρη σε πρύμη, από κουβέρτα σε καρένα, ένα τρίξιμο
+χαμού. Πρώτη φορά τα χρειάστηκε ο Καπετάν-Μοναχάκης. Έδωκε ο
+Θεός και δεν κοιμήθηκε το καράβι. Δεύτερο κύμα ζωντανό χύθηκε από
+τη μάσκα κ' έλουσε πρύμα-πλώρα το καράβι. Ο λοστρόμος αρπάχτηκε
+απ' την αρμαδούρα· λίγο και τον έπαιρνε η θάλασσα. — Όρτσα! φώναξε
+στον τιμονιέρη μουσκεμμένος. Η «Αθηνά» τινάχτηκε πάλι σαν
+παλληκάρι. Σακατεμένη ετούτη τη φορά. Ο Καπετάν-Μοναχάκης το
+καταλάβαινε. Οι πόνοι τον σουβλούσαν κι' αυτόν σαν καρφιά.
+
+ — Πάει, κ' οι δυο σακατευτήκαμε, είπε τρίβοντας τη μέση του.
+Σώθηκαν τα ψέματα. Ο Θεός να βάλη το χέρι του.
+
+Από το αμπάρι άξαφνα πρόβαλε ένα κεφάλι με γουρλωμένα μάτια.
+Πετάχτηκε στην κουβέρτα, έκανε δυο σάλτους επιδέξια κι' από σχοινί
+σε σχοινί, έφθασε στην πρύμη. Ήταν ο Γερο-Φλώκος, ο Αμίλητος.
+Ψηλός, ξερακιανός, σκεβρωμένος, ξεδοντιάρης, με μια μύτη που
+κατέβαινε σαν αγκίστρι ως το στόμα, με μεγάλα άγρια φρύδια,
+αξούριστος πάντα με τα γένεια σαν καρφιά, είχε μάτια γαλανά και
+ήμερα μέσα στην αγριάδα του προσώπου του. Ο Καπετάν-Μοναχάκης
+τον αγαπούσε χωριστά, γιατί δεν έβγαζε ποτέ τσιμουδιά από το στόμα
+του. «Μέρα, μέρα. Νύχτα, νύχτα». Ο Γερο-Φλώκος τα είχε σα χαμένα
+τούτη τη φορά.
+
+ — Μας πήρανε τα νερά, καπετάνιο. Ένα μπόι νερό. Γκουπ και γκουπ
+το σκαμπανέβασμα, μας σακάτεψε.
+
+Και στάθηκε χωρίς να πη άλλο λόγο.
+
+Ο Καπετάν-Μοναχάκης συλλογίστηκε.
+
+ — Φλώκο παιδί μου, έλα στο τιμόνι να σκαντσάρης τον τιμονιέρη.
+Εγώ θα κατεβώ να ιδώ τι γίνεται, κι' ας ετοιμάσουν την τρούμπα.
+
+Προχώρησε με κόπο. Οι πόνοι τον έσφαζαν. Κομματιασμένος σε δυο. Σε
+λίγο ήρθε πάλι απάνω. Μόλις βαστούσε στα πόδια του. Έκανε να πέση
+κάτω να σωριαστή.
+
+ — Δε βαστάω πια. Θα πάω να γύρω λίγο.
+
+Ο λοστρόμος άρπαξε τη ρόδα του τιμονιού, από τα χέρια του Γερο-
+Φλώκου.
+
+ — Γερο-Φλώκο, δώσ' ένα χέρι να βοηθήσης τον καπετάνιο να
+κατεβή.
+
+Ο Γερο-Φλώκος με τα κοκκαλιάρικα μα δυνατά του χέρια άρπαξε τον
+καπετάνιο από τη μέση.
+
+ — Βαστάξου απάνω μου, καπετάνιο. Έννοια σου.
+
+Και κατέβαιναν. Οι αρμοί της «Αθηνάς» έτριξαν στο σκαμπανέβασμα, ο
+καπετάνιος βογγούσε.
+
+ — Βόγγα συ και βόγγα γω, είπε ο Μοναχάκης στενάζοντας, ο Θεός να
+βάλη το χέρι του με τούτη τη σοροκάδα.
+
+Δεν είχε γύρει ακόμα στην κουκέτα του κ' ένα κρακ δυνατό ακούστηκε
+απ' την κουβέρτα, σα σπάσιμο αλυσίδας.
+
+ — Φλώκο παιδί μου, στην κουβέρτα γλήγορα. Μας έσπασε το τιμόνι.
+
+Ο Φλώκος μια και δυο βρέθηκε απάνω.
+
+ — Τα παλάγκα στο διάκι γλήγορα, είπε ο λοστρόμος.
+
+Αρπάξανε αμέσως τα παλάγκα με τον Φλώκο και τάβαλαν στη θέσι τους.
+Δόξα σοι ο Θεός! Μια στιγμή έμεινε μονάχα ακυβέρνητο το καράβι και
+καθώς έπαιζε το τιμόνι, το διάκι χτύπησε το λοστρόμο στην πλάτη.
+Πόνεσε δυνατά, κι' άρχισε να μουρμουρίζη:
+
+ — Και τώρα πού να ποδίσης; Πού να ποδίσης, δε μου λες;
+
+Ο λοστρόμος όσο έβλεπε τον καιρό να βαστάς το χαβά του και άκουε
+την τρούμπα που πολεμούσε να προφτάση τα νερά και τα τριξίματα του
+καραβιού στο σκαμπανέβασμα μουρμούριζε ολοένα, δυνατά τώρα,
+μιλώντας στον Γερο-Φλώκο:
+
+ — Έλα, Χριστέ και Παναγιά, με τούτο το κακό. Βρε μάτια μου,
+Φλώκο, κατάλαβες πως αυτός ο χριστιανός βάλθηκε να μας πνίξη;
+
+Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Τραβούσε μοναχά την άκρη της μύτης του
+με τα δυο του δάκτυλα, σαν να ήθελε να την κατεβάση περισσότερο,
+να τη χώση στο στόμα του.
+
+Ο λοστρόμος άφριζε από το κακό του.
+
+ — Βρε Φλώκο παιδί μου, τη μύτη σου τραβάς; Εμείς χανόμαστε κ' εσύ
+το χαβά σου; Βρε κατάλαβες πως χανόμαστε; Και πού να ποδίσης τώρα,
+δε μου λες πού να ποδίσης!
+
+Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δος του και τη μύτη του. Την τραβούσε
+να τη βάλη στο στόμα.
+
+ — Βρε καράβια θεριά τούδωκαν, βρε μπάρκα πρωτοτάξιδα ποδίσανε, κ'
+εμείς πού πάμε δε μου λες; Βρε πανί δε φαίνεται στο πέλαγο,
+βαπόρια δεν ξεμυτίζουν να ταξιδέψουν κ' εμείς μωρέ, που
+βαστιόμαστε με τα μπλάστρια, πού πάμε δε μου λες;
+
+Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δος του και τη μύτη του.
+
+ — Ο Θεός να με συχωρέση. Μα εδώ και λίγα χρόνια ο Καπετάν-
+Μοναχάκης μου φαίνεται πως πάει γυρεύοντας για πνίξιμο. Να το δης,
+Γερο-Φλώκο. Τώρα που τον πήραν τα γεράματα και τον σφίξαν οι
+ρεμματισμοί, κάλλιο τώχει να πάη στο φούντο με την «Αθηνά» παρά να
+δη άλλον καπετάνιο σ' αυτό το σαπιοκάραβο. Ο Θεός να με βγάλη
+ψεύτη, μα πάω να χάσω το μυαλό μου μ' αυτόν τον άνθρωπο.
+
+Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Είχε ακούσει πολλά παράξενα στη ζωή
+του. Έπιασε πάλι την άκρη της μύτης του και την τραβούσε να την
+κατεβάση στο στόμα, κυττάζοντας το πέλαγο.
+
+Όλη τη νύχτα κι' όλη την ημέρα το κρατήσανε τραβέρσο με την
+τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα τη γάπια και τη μπούμα. Η τρούμπα
+δούλευε αδιάκοπα. Ο καπετάνιος δε ματαφάνηκε στην κουβέρτα. Κάπου
+— κάπου τα βογγητά του έφθαναν ως απάνω. Πονούσε δυνατά. Ο Γερο-
+Φλώκος κατέβαινε πού και πού κ' έρριχνε μια ματιά, μήπως γύρευε
+τίποτε. Όλο και νερό έπινε. Τον έκαιγε η θέρμη.
+
+Τη νύχτα άρχισε να ξαστερώνη κατά τη Δύση.
+
+ — Τα είδες; είπε ο Γερο-Φλώκος στο λοστρόμο. Ο πουνέντες
+ξαστέρωσε.
+
+Κ' έτρεξε να δώση τα συχαρίκια στον καπετάνιο.
+
+Κατά τα ξημερώματα φύσηξε πουνέντες. Η θάλασσα της νοτιάς άρχισε
+να πέφτη σιγά-σιγά. Έδωκε ο Θεός και τη σκαπουλάρησαν.
+
+ — Απ' του Χάρου τα δόντια, είπε ο λοστρόμος.
+
+ — Τώρα ν' αφήσουμε την «Αθηνά» και να πιάσωμε τον Μοναχάκη, είπε
+ο Γερο-Φλώκος.
+
+Τον πονούσε η ψυχή του. Έβαλε όλα τα γιατροσόφια του κάτω, μα του
+κάκου. Τον Μοναχάκη τον έψηνε η θέρμη στο στρώμα. Οι πόνοι τον
+έσφαζαν.
+
+... Σε πέντε ημέρες, Κυριακή ημέρα, το απομεσήμερο ρίχνανε την
+άγκυρα στην πατρίδα.
+
+Στον καφενέ του Καπετάν-Πεφάνη το δειλινό πάντα μαζεμμένα τα
+γεροντάκια. Τις Κυριακές δεν έλειπε κανένας. Ήταν και η μέρα του
+βαποριού. Κάθε οκτώ και κάποτε κάθε δεκαπέντε έπιανε το βαπόρι του
+Βώλου. Κατά τον καιρό. Κάποτε περνούσε και μήνας που δεν έβλεπαν
+βαπόρι. Εκείνη την Κυριακή το περίμεναν χωρίς άλλο. Η θάλασσα ήταν
+λάδι. Τα γεροντάκια απόξω από τον καφενέ, άλλοι στις πεζούλες,
+άλλοι με τα σκαμνιά τους κύτταζαν το πέλαγο. Ο Καπετάν-Πεφάνης
+από μέσα από τον καφενέ, ανεβασμένος σ' ένα σκαμνί άπλωνε τα
+μπλάστρια να στεγνώσουν απάνω στους σπάγγους που είχε περασμένους
+από τον ένα τοίχο στον άλλο. Άξαφνα δυο παιδιά πέρασαν τρεχάλα σαν
+αστραπή ποιο να πρωτοφτάση κάτω στους καφενέδες.
+
+ — Το βαπόρι, το βαπόρι.
+
+Ο Γέρο Μελιγκόνης, πρώτος πάντα να μάθη τα νέα και να διαβάση την
+εφημερίδα, πετάχτηκε από το σκαμνί του.
+
+ — Να το, φάνηκε! Να ιδούμε τι νέα μας φέρνει ο «ατμός». Το βαπόρι
+φάνηκε τώρα καθαρά στη μπούκα του λιμανιού. Ο κόσμος έτρεχε κάτω
+στη σκάλα, οι βάρκες ξεκινούσαν γεμάτες μπαούλα και κοφίνια.
+
+Ο Μελιγκόνης ξαφνιάστηκε.
+
+ — Κάτι τραβάει μαθές πίσω το βαπόρι. Ένα μπρίκι. Το σκαρί του
+απαράλλαχτο το μπρίκι του Μοναχάκη.
+
+ — Αυτό είνε, δεν το βλέπεις μαθές; είπε ο Πεφάνης, αφού κρέμασε
+και το τελευταίο μπλάστρι. Όλο κι' όλο.
+
+Τάλλα γεροντάκια κύτταζαν μα δεν ξεχώριζαν.
+
+ — Αυτό είνε, είπε πάλι ο Πεφάνης. Θέλει και ρώτημα; Κάποια ζημία
+θάπαθε. Δεν το βλέπεις πως είνε σαν καραβοτσακισμένο, γδαρμένο από
+όλες τις μεριές, αγνώριστο. Η «Αθηνά» του Μοναχάκη.
+
+Ο Γιαννιός ο Μελιγκόνης τα χρειάστηκε.
+
+ — Φέρε μας ένα ρούμι, Πεφάνη. Θα πεταχτώ να ιδώ τι γίνεται.
+
+Το βαπόρι έστρηψε σιγά-σιγά, έλυσε το μπρίκι και σταθηκε στον
+ατμό, σφυρίζοντας. Το μπρίκι τράβηξε ίσα κατά το μύλο, με το
+δρόμο, που είχε, και βιάστηκε να ρίξη και τις δυο άγκυρες. Ένα
+νερόχιονο άρχισε να πέφτη και με το βασίλεμμα το κρύο εσπούριζε. Ο
+Μελιγκόνης τράβηξε το ρούμι του, έτριψε τα χέρια του δυνατά και
+πετάχτηκε να φύγη.
+
+ — Θα πεταχτώ να ιδώ τι γίνεται.
+
+Έκαμε να τραβήξη μπροστά και στάθηκε.
+
+ — Πεφάνη! Πεφάνη!
+
+Και στάθηκε σα χαζός. Ο Πεφάνης πετάχτηκε από το μαγαζί. Τα
+γεροντάκια τινάχτηκαν απάνω, ξαφνισμένα, απ' τη φωνή του
+Μελιγκόνη. Στάθηκαν όλοι και κύτταζαν. Δεξιά στη σκάλα του
+μπρικιού ήλθε η σκαμπαβία με δυο παιδιά.
+
+Απάνω στη σκάλα ένα παράξενο πράμμα φάνηκε. Σαν άνθρωπος που
+κρατούσε ένα μεγάλο μπόγο κόκκινο στην πλάτη του. Έπειτα ο
+άνθρωπος αυτός — ξεχώριζε τώρα, ένα ψηλό, ξερακιανό γεροντάκι — με
+τον κόκκινο μπόγο στην πλάτη, επιάστηκε με προσοχή από τα σχοινιά
+της ανεμόσκαλας και άρχισε να
+κατεβαίνη με κόπο. Από πάνω ήσαν άλλοι μαζεμμένοι. Ο ψηλός
+άνθρωπος με τον μπόγο κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά και πάτησε
+τη βάρκα. Ο κόκκινος μπόγος κουνήθηκε. Τώρα άρχιζε να ξεχωρίζη σαν
+άνθρωπος. Φάνηκε το κεφάλι του, τα χέρια του, τα πόδια. Ένας
+άνθρωπος, κουβαριασμένος, γαντζωμένος από το λαιμό του ψηλού
+ανθρώπου, κουκκουλωμένος με μια κόκκινη τσέργα. Ο ναύτης, που ήταν
+στη βάρκα, άφησε τα κουπιά, σήκωσε την τσέργα από τον άνθρωπο, που
+ήταν καβάλλα, και την έστρωσε κάτω. Κατέβηκαν και οι άλλοι από
+πάνω. Έπιασαν με προσοχή τον άνθρωπο, που ήταν κουβαριασμένος
+απάνω στο λαιμό του ψηλού ανθρώπου, και τον ακούμπησαν στη βάρκα.
+Τον κουκκούλωσαν με την τσέργα και κάθησαν σκυμμένοι από πάνω του.
+Τα δυο παιδιά έπιασαν τα κουπιά, αβαράρησαν από το μπρίκι και
+άρχισαν να λάμνουν. Η βάρκα ερχότανε κατά το μέρος του καφενέ.
+
+Ο Μελιγκόνης, ο Πεφάνης και τα γεροντάκια κύτταζαν, ακούνητοι,
+καρφωμένοι, αμίλητοι, τη βάρκα που ζύγωνε.
+
+ — Ο Μοναχάκης!
+
+Φώναξε πρώτος ο Μελιγκόνης με πιασμένη φωνή.
+
+ — Ο Μοναχάκης! Το Μοναχάκη βγάζουν... Ο Μοναχάκης ανήμπορος!
+Καλότυχε Μοναχάκη, τι κακό σου ήρθε;
+
+Και σαλτάρησε στον άμμο. Η βάρκα είχε ζυγώσει. Έτρεξαν κ' οι άλλοι
+από πίσω.
+
+ — Καλώς ωρίσατε! Τι τρέχει μαθές!
+
+ — Τον καπετάνιο έχουμε ανήμπορο... ακούστηκε μια φωνή από τη
+βάρκα.
+
+ — Βαρειά; ρώτησε πάλι ο Μελιγκόνης.
+
+ — Δεν είνε τίποτα! αποκρίθηκε μασσημένα μια φωνή από τη βάρκα. Μη
+σκιάζεσθε. Κρύωσε και πιάστηκαν τα πόδια του μαθές.
+
+Ο Μελιγκόνης ησύχασε.
+
+ — Δόξα νάχη ο Θεός! Περαστικά ας είνε. Σας τράβηξε τα βαπόρι
+μαθές; Τι πάθατε;
+
+ — Μας είχε καρφωμένους το καραντί όξω από την Αλόνησο. Σαν πέρασε
+το βαπόρι, κάναμε σινιάλο και μας ζύγωσε. Είπαμε πως έχουμε
+άρρωστο μέσα και μας τράβηξε.
+
+Η βάρκα είχε ζυγώσει στην αμμουδιά. Την κάθησαν στην άμμο με την
+πλώρη. Ο Γερο-Φλώκος έπιασε δυο μούδες τα βρακιά του και πήδησε
+στο γιαλό, θαλασσωμένος ως τα γόνατα. Ο λοστρόμος με τους άλλους
+ναύτες σήκωσαν σιγά-σιγά τον καπετάνιο και τον φόρτωσαν στον ώμο
+του Γερο-Φλώκου, ρίχνοντας του απάνω την κόκκινη τσέργα. Ο
+Μοναχάκης βογγούσε: «Αγάλια! αγάλια παιδιά! αγάλια και πονώ». Και
+πιάστηκε από το λαιμό του ναύτη.
+
+ — Στο Κυρατσώ, καπετάνιο, να σε πάω στο Κυρατσώ την αδερφή σου,
+πούνε σιμά το σπίτι.
+
+ — Κουράγιο, Μοναχάκη. Δεν έχεις τίποτε. Κρύο είνε, θα περάση...
+είπε ο Μελιγκόνης χλωμός σαν τη λαμπάδα· τον αγκάλιασε και τον
+φίλησε.
+
+ — Δεν μπορώ, Γερο-Μελιγκόνη, με σφάζει. Ακουμπήστε με να
+ξανασσάνω. Τα πόδια μου σα σκουριασμένα σίδερα τα νοιώθω.
+
+Τον ακούμπησαν στην αμμουδιά, Ο Γερο-Φλώκος τον κρατούσε στην
+αγκαλιά του, οι άλλοι από πάνω του. Το νερόχιονο έπεφτε.
+
+ — Κουράγιο, Μοναχάκη, δεν είνε τίποτε. Κρύο είνε, θα περάση.
+
+Αντίκρυ, μέσα στη σκιά που άπλωνε στα νερά το βουνό του Προδρόμου,
+η «Αθηνά» σάλευε παραπονετικά. Ο Μοναχάκης κουβαριασμένος απάνω
+στην άμμο, μέσα στην αγκαλιά του Γερο-Φλώκου, μ' ένα ροχαλητό
+που έβγαινε από το στήθος του, σήκωσε το κεφάλι του με κόπο και
+κάρφωσε τα μάτια του μισοσβυσμένα απάνω στο μπρίκι. Το πρόσωπό του
+ήταν σαν κερί, το στήθος του ανεβοκατέβαινε σ' ένα βουβό
+αναφυλλητό. Έμεινε έτσι κάμποση ώρα, αγκαλιάζοντας με το μάτι την
+«Αθηνά», που σάλευε, γερόντισσα ετοιμοθάνατη, μέσα στη σκιά, σαν
+να ψυχομαχούσε.
+
+ — Να πάμε, Μοναχάκη, είπε ο Μελιγκόνης, θα κρυώσης.
+
+ — Άφησε τους, Μελιγκόνη, να τα πούνε. Άφησε τους να τα πούνε με
+την «Αθηνά», είπε σιγαλά ο λοστρόμος. Έχουν ανοίξει κουβέντα,
+μεγάλη κουβέντα. Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδή ο ένας τον άλλον!
+
+Μεγάλη κουβέντα! Τι είπανε κανένας δεν άκουσε, μα ολωνών τα μάτια
+είχαν βουρκώσει. Ύστερα ο Μοναχάκης πήρε μια βαθειά ανάσσα και
+ρίχνοντας μια ύστερη ματιά αχόρταγη στην «Αθηνά»:
+
+ — Σχώρα με και Θεός σχωρέσοι! μουρμούρισε.
+
+Η «Αθηνά» σάλεψε λυπητερά μέσα στο μούχρωμα, σαν ναπείκασε τα
+λόγια του Μοναχάκη. Σάλεψε μ' ένα παράπονο ανθρωπινό.
+
+Ο Γερο-Φλώκος πήρε πάλι στον ώμο τον καπετάνιο, αγάλια-αγάλια.
+
+Τον Μελιγκόνη τον έπιασαν τα κλάματα. Λιγόψυχος πάντα ο Γιαννιός ο
+Μελιγκόνης, τραβήχτηκε παράμερα και σκούπιζε τα μάτια του.
+
+ — Σαν παιδί κάνεις, καϋμένε Μελιγκόνη, του είπε ο Πεφάνης. Θέλεις
+να σε ιδή ο Μοναχάκης, που τόνε κλαις ζωντανό μαθές;
+
+ — Δεν κλαίω, παιδί μου Πεφάνη. Δεν κλαίω. Έτσι με πήρε το
+παράπονο. Είδα αντρόγυνα να χωρίζουν, και δεν έκλαψα. Μα τώρα δεν
+ξέρω μαθές, Πεφάνη παιδί μου, δεν ξέρω, με πήρε το παράπονο...
+
+Και άρχισε να κλαίη σαν το παιδί.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
+
+
+
+Το συναξάρι του Παπα-Παρθένη... Σελ. 3
+Στον αφρό της θάλασσας..............28
+Κρασοκατάνυξις......................45
+Το άχτι της γενιάς μου..............55
+Νυν απολύοις........................64
+Τα σκυλιά...........................72
+Ιδού ο Νυμφίος έρχεται..............82
+Ένας θάνατος........................94
+Ο Τρακοσάρης.......................107
+Το τέλος του Νικολάκη..............116
+Σαν τα τρυγόνια ...................128
+Αγγελικούλα .......................138
+Αντρόγυνο..........................143
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Papa Parthenis' Legendary, by Pavlos Nirvanas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PAPA PARTHENIS' LEGENDARY ***
+
+***** This file should be named 32386-0.txt or 32386-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/2/3/8/32386/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/32386-0.zip b/32386-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..c324e85
--- /dev/null
+++ b/32386-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..6cfc208
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #32386 (https://www.gutenberg.org/ebooks/32386)