diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:56:08 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:56:08 -0700 |
| commit | e13da1f2c0322d8bedfa501b1e554e04e3759ba8 (patch) | |
| tree | c9e9eda35c71188b0a236b80b2a6b46a656161ed | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31631-0.txt | 6566 | ||||
| -rw-r--r-- | 31631-0.zip | bin | 0 -> 151187 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6582 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31631-0.txt b/31631-0.txt new file mode 100644 index 0000000..f58da3a --- /dev/null +++ b/31631-0.txt @@ -0,0 +1,6566 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Archeologist, by Andreas Karkavitsas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Archeologist + +Author: Andreas Karkavitsas + +Release Date: March 13, 2010 [EBook #31631] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ARCHEOLOGIST *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Proofread by George Canonis + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. A table with typing errors’ corrections has been +incorporated in the text.The spelling of the book has not been +changed otherwise. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Ο πίνακας παραρομάτων έχει χρησιμοποιηθεί για +διορθώσεις στο κείμενο. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία +του βιβλίου. + + + +Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ + + + + + Τρία πράγματα εχάλασαν + Την Ρωμανίαν όλην + Ο φθόνος, η φιλαργυριά + Και η κενή ελπίδα. + + (Άλωσις). + + + +Α θ Η Ν Α ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΕΣΤΙΑ» + +1904 + + +Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ + + + +Α ' + + + — Κόκκινη κλωνά κλωσμένη + Στην ανέμη τυλιμένη, + Δος της κλώτσο να γυρίση, + Παραμύθι ν' αρχινήση. + Καλησπέρα σας. + +Μιαν αυγή — την Τετράδη ας πούμε — πέθανε ο Αντρέας ο +Ευμορφόπουλος· και πέθανε κάπως ευχαριστημένος. Λέω κάπως, γιατί +σ' αυτόν και στη γενιά του δεν ήταν φυσικό να βλέπη με καλό μάτι +το θάνατο. Α, όλα κι όλα! Γάμους θες, παιγνίδια, μαλώματα, δουλειά +— μάλιστα. Θάνατο με θάνατο μην τον μολογάς. Μα πού ρωτάει ο +Χάρος! Άρπαξε το γέρο από τα μαλλιά και τον γκρέμισε κάτω. Στο +γκρέμισμά του ούτε ήλιος σκοτείνιασε, ούτε χάθηκε το φεγγάρι. +Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβύσιμο τ' +ακριβού της. Τ' ακριβού και του διαλεγμένου της. Τ' αστέρι π' +άναψε κ' έφεξε την άγρια νύχτα, χάθηκε στην άγρια νύχτα και δε θα +ξαναφανή. Ώρα του καλή και βλογημένη. Μικρός ήταν και μεγάλη αρχή +έκαμε. + + — Η αρχή έγινε, ας τελειώσουν οι γιοί μου, σκέφτηκε. Τους άφινε +σε ηλικία και με καλή κληρονομιά. Όχι πως δεν ήταν άλλοι με +περισσότερο βιος μέσα στο χωριό. Μα ήταν και πολλοί που λιμάζανε +το ψωμάκι. Είχανε χρέη, είχαν και παιδιά. Κακές πληγές και τα δυο. +Ενώ οι γιοι του ήταν κι από τα δυο ελεύθεροι. + +Αληθινά το σπίτι τους ήταν χαμηλό, μικρούτσικο. Δεν είχε παρά τρία +δωμάτια και το μαγεριό. Μπορούσαν όμως, αν ήθελαν, να το ψηλώσουν +και να το μεγαλώσουν με τον καιρό. Ο γέρος γεννήθηκε σε καλύβι και +πέθανε σε σπιτάκι. Οι γιοι από σπιτάκι ας το κάμουν σπίταρο, +παλάτι! Αν και ήξερε καλά πως δεν ήταν ακόμα καιρός για τέτοιες +πολυτέλειες. Το σπιτάκι μπορούσε να τους θρέψη και να τους +μεγαλώση μια χαρά. Τα παλάτια δε χτίζονται παρά για κείνους που +έχουνε σκοπό την καλοπέραση και την ακαμωσιά. Χτίζουν ναό για να +βάλουν μέσα τον εαυτό τους. Τα παιδιά του όμως δεν είχαν καιρό να +κυττάξουνε τον εαυτό τους. Είχαν μια δύσκολη εντολή να τελειώσουν +πρώτα. Αν την τελείωναν, ήταν ελεύθερα να σκεφτούν όπως ήθελαν. Αν +όχι, έπρεπε να περιμείνουν ως που να την τελειώσουν οι γιοι τους, +τ' αγγόνια, τα διγγόνια τους. Και όταν τα διγγόνια έφταναν στο +σκοπό τους, θα χαιρόταν κ' εκείνων η ψυχή από ψηλά όπως κ' η δική +του. Όταν οι απόγονοι ευτυχούν, οι πρόγονοι δοξάζονται. + +Η γενιά του Ευμορφόπουλου ήταν μεγάλη και παμπάλαιη. Στα πλούτη +και στη δόξα μοναδική στον καιρό της. Χίλιοι την τραγουδούσαν, +μύριοι τη θαύμαζαν. Μα και περισσότεροι τη φτονούσαν. Γιατί στον +τόπο της ο ήλιος έβγαινε μεγαλόδωρος σαν κανίσκι βασιλικό. Η μέρα +γέλαε κ' η νύχτα μάγευε. Θάλασσα γεμάτη άρμενα, κάμποι μεστοί +γεννήματα· κοπάδια στις πλάγιες, κορφές δασοντυμένες. Θεοί +γεννιόνταν στις ακροποταμιές και στα ρυάκια λούζονταν νεράιδες. +Ένα ποτήρι ξέχειλο από νέκταρ ήταν ο τόπος κ' έπιναν οι άνθρωποι +και γίνονταν θεοί· έπιναν οι θεοί και γίνονταν θεώτεροι. + +Αλήθεια λέω ή παραμύθι; Όπως θέλτε πάρτε το. Φτάνει να μάθετε πως +τη θεόκορμη βελανιδιά κακό δρολάπι τη γκρέμισε. Και το δρολάπι δεν +ήταν άλλος παρά η κολασμένη γενιά του Άλταη του Χαγάνου. Το +πατρικό της ήταν ψηλά στο Χρυσοβούνι, σε τόπο λογγωμένο και +μισόξενο. Το άφησε με τον καιρό και ήρθε να φιλονεικήση με τους +Ευμορφόπουλους για τα πρωτεία. Ήταν αμόρφωτη, άγρια και κακή +γενιά· μα σε τούτο κρεμότανε η δύναμή της. Οι αφεντάδες τον +κατάλαβαν τον κίντυνο· αντιστάθηκαν όσο μπόρεσαν και δε μπόρεσαν. +Πάλαιψαν, ματώθηκαν, στο τέλος όμως νικήθηκαν. Χάθηκε ο πρώτος και +καλήτερός τους σε μια συμπλοκή. Οι άλλοι σκόρπισαν εδώ κ' εκεί σε +άλλα μακρινά χωριά. Μακρυά και ξέμακρα να μην ακούνε τ' όνομά τους +τσαλαπατημένο, να μη βλέπουν τ' αγαθά τους σε ξένα χέρια. Κ' έτσι, +αφού παράδειραν πέρα δώθε, χώνεψαν ένας με τον άλλον στους λαούς +των χωριών και τα χώματα των κάμπων, ταπεινοί και αμνημόνευτοι. + +Ένας απόμεινε στα πατρικά του χώματα· ο προπάππος του Αντρέα. Μέσα +στη συφοριασμένη του ψυχή φύτρωσε η ελπίδα, όπως στην καψάλα το +αγριοβότανο. «Πάλε με τον καιρό στη γενιά μας θα έρθουν» είπε. +Δίπλα στο μαρμαρένιο παλάτι των γονιών του, ήταν ένα καλύβι +ανήλιαγο και καπνισμένο. Καν για τους υπερέτες καν για τους +χοίρους ήταν. Εκεί έκατσε ο Γιάννης ο Ευμορφόπουλος με το μεγάλο +του στοχασμό. Έγινε κολλήγας και με τους άλλους συντοπίτες του +έσπερνε και θέριζε τα χωράφια τα δικά του, φέρνοντας στο καλύβι +ό,τι άφινε η ασπλαχνιά του αφέντη του. Έτσι έζησε αυτός, έτσι ο +γιος του, τ' αγγόνι, το διγγόνι του. Πέρασαν χρόνια και χρόνια, +γενεές και γενεές. Η κακοτυχιά όμως δεν άφινε τους Ευμορφόπουλους. +Μια γενεά έδιωχνε την άλλη· μα δε μπορούσε να διώξη και τη σκλαβιά +από πάνω της. Κάθε γενεά του Ευμορφόπουλου έφερνε στη γενεά του +Χαγάνου οξωμάχους για τη γη, δούλους για τα ζωντανά, κορίτσα και +αγόρια για τις αισχρές επιθυμίες της. Λίγο λίγο έσβυσε και τ' +όνομά τους ακόμα μέσα στο χωριό. Έλεγαν «στου Ευμορφόπουλου το +πηγάδι»· «του Ευμορφόπουλου το πήδημα»· το «λιθάρι του +Ευμορφόπουλου». Ονόμαζαν έτσι κατιτί σημαντικό των παλιών +αφεντάδων. Κατιτί από κείνα τα δυνατά και χτυπητά έργα που δε +φοβούνται τον καιρό και τους ανθρώπους. Μα τα υποστατικά και τα +ζώα, πήρανε με τον καιρό τ' όνομα του νέου αφέντη. Και το επίθετό +τους ακόμα έπαθε στον ξεπεσμό. Έγιναν Μορφόπουλοι. Εκείνοι έσκυβαν +το κεφάλι, δέχονταν τον κατατρεγμό σα θεϊκή κατάρα. Τι να κάμουν; +Αν καμιά φορά βρέθηκε κανένας πιο αράθυμος και θέλησε να μιλήση +για την παλιά του κατάσταση, πήγε συφάμελος στο φάλαγγα και στην +κρεμάλα. Σουτ! και σ' έφαγα. ... + +Μ' έφαγες σ' έφαγα έτσι πάει ο κόσμος. Μα κι απ' το πολύ φαγί +αρρωσταίνει κανείς όπως κι από τη νηστεία. Η γενιά του Χαγάνου +χάλασε με την καλοπέραση. Από τους δυνατούς πατεράδες βγήκανε κακά +κι ανάποδα παιδιά. Ρίχτηκαν στο χαροκόπι, σπατάλησαν το βιος, +χρεώθηκαν, χαντακώθηκαν. Έφτασαν τα έχη τους στο σφυρί. Και στο +αναμεταξύ οι Μορφόπουλοι καλητέρευαν. Η δυνατή και καλόχυμη ρίζα +άρχισε πάλε να παίρνη απάνω της. Η σκλαβιά τους ατσάλωνε. Ήταν +περήφανοι στη φτώχεια τους· σημαντικοί ακόμα και στην ταπείνωσή +τους. Όταν το λοιπόν άρχισε το ανεμοσκόρπισμα, πρώτος ο Αντρέας ο +Μορφόπουλος βρέθηκε σε θέση να πάρη ένα μοιράδι. Πήρε ίσα — ίσα +εκείνο που είχε τα χτίρια των προγόνων του. Τώρα ήταν σωροί +λιθάρια· μα δεν τον πείραξε. Τα σύναξε με σεβασμό κ' έχτισε όπως — +όπως το σπιτάκι του. Τόχτισε όχι για να καλοκαθίση παρά για να +σκεπαστή προσωρινά. Στρατόπεδο έκαμε, όχι κατοικία. Η πρώτη +πιτυχιά έκαμε ν' απλωθή τ' όνειρό του πλατύ σαν θάλασσα. Ήταν +περήφανος και αψής και ακράτητος. Είχε την πεποίθηση πως από +κείνον άρχιζε νέα ζωή στη γενιά του. Ζωή γεμάτη από τιμές και +δόξες. Πολλές φορές σαν καθότανε στο παραθύρι κι αντίκρυζε την +πατρική κληρονομιά, έπεφτε σε δράματα. Φανταζότανε όλη εκείνη τη +γη αποδοσμένη πάλε στο αίμα του. Τα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα +βουνά και τα ποτάμια όλα ελεύθερα. Κ' έναν Ευμορφόπουλο, θες τον +ίδιο — αχ μακάρι! — θες το γιο του, ας είναι και τ' αγγόνι του +αφέντη απάνω σ' εκείνα. Αφέντη τρανόν και δοξασμένον, όπως οι +πάπποι του. Αλήθεια, τ' είνε μια ζωή για τέτοιο κατόρθωμα! Χίλιες +να είχε και τις χίλιες τις έδινε. + +Με αυτόν τον πόθο έκλεισε τα μάτια ο Αντρέας ο Ευμορφόπουλος. Ο +πρωτότοκος του, ο Αριστόδημος, έδειξε από μιας αρχής πως έμοιαζε +του πατέρα του στα όνειρα. Ούτε θέληση ούτε ενθουσιασμός του +έλειπε για να συνεχίση το έργο εκεινού. Είχε βέβαια κρίση και +μόρφωση αρκετή για να το βλέπη δύσκολο· μα η ψυχή του δεν ήθελε +να το παραδεχτή και αδύνατο. Ο δεύτερος, ο Δημητράκης, ήταν ακόμη +άγουρος και δεν τον ελογάριαζε κανείς· φαινότανε αψής και +ανυπάκουος. Ο περιορισμός δεν τ' άρεσε και φυσικά δεν τ' άρεσε κ' +η μελέτη. Ο νους του ήταν μερόνυχτα πεσμένος στα τρεχάματα, στα +παιγνίδια και στα ξεφαντώματα. Πανηγύρι ατέλειωτο η ζωή του. Για +τούτο κ' οι χωριάτες έλεγαν ξάστερα πως δεν ήταν προκοπή από +δαύτον. Η κυρά Πανώρια η μάννα του έπεφτε σε απελπισία. + + — Βρε παιδί μου, του έλεγε συχνά· δεν πιάνεις και συ να διαβάσης +λιγάκι· τι προκοπή θα κάμης με τα παιγνίδια σου;... + + — Ας το, μάννα, το διάβασμα να χαθή! της απαντούσε +βαριεστισμένος. Βιβλία είνε τούτα ή ψυχοβγάλτες! Γράμματα — +σκοντάμματα· δεν τόχεις ακουστά; + + +Εκείνη στεκότανε συλλογισμένη και δίβουλη. Δεν ήξερε από τέτοια. +Στο πατρικό της μόνον την κυβέρνια του σπιτιού έμαθε. Να τιμάη τον +άντρα, ν' ανασταίνη τα παιδιά, να φέγγη λαμπάδα στο νοικοκυριό +της. Γράμματα ούτε γρυ. Είχε όμως ακουστά πως εκείνα φτιάνουνε τον +άνθρωπο. Μάλιστα για τα σερνικά είναι απαραίτητα. Άνθρωπος +αγράμματος ξύλον απελέκητο. Την έμαθε και την πίστευε σα +θρησκευτική εντολή τη δασκαλική παροιμία. Μα και στα λόγια του +Δημητράκη της δεν ημπορούσε να μένη αδιάφορη. Μέσα στους +Ευμορφόπουλους από γενεές γενεών εβασίλευε κάποια αμφιβολία για +την ωφέλεια που φέρνουν τα γράμματα στον άνθρωπο. Οι δάσκαλοι +έλεγαν την παροιμία τους και την υποστήριζαν με φανατισμό, όπως οι +μοναχοί τα θάματα που κάνει το κόνισμά τους. Ο πολύς λαός όμως +τους σεβότανε για τη σοφία τους μα δύσκολα επίστευε στα +επιχειρήματά τους. Στο λόγιό τους απαντούσε με άλλο λόγιο γεμάτο +ειρωνεία, όπως τώρα ο Δημητράκης. Για τούτο η μάννα του έμενε +πάντα δίβουλη. Κατιτί βαθύτερο από το μητρικό αίστημα την έκανε να +τον δικαιώνη. Δεν τολμούσε όμως να συμφωνήση μαζί του. Τρόμος την +έπιανε και να το συλλογιστή. + + — Δεν ξέρω, παιδί μου, έλεγε· μα ο αδερφός σου δεν έχει την ίδια +γνώμη. Ο αδερφός σου θέλει να κυττάς τα μαθήματά σου. Και καλά +λέει. Πώς θα ζήσης χωρίς γράμματα; + + — Θα ζήσω με τη ζωή που μου χάρισ' ο Θεός, μάννα. Άκου που στο +λέω! Όχι ο αδερφός μου με τις μελέτες του. Εγώ, να, εγώ με τα +μπράτσα μου θα διώξω από τον τόπο μας το Χαγάνο. Εγώ, να το ξέρης. + +Η κυρά Πανώρια τον άρπαζε στην αγκαλιά της και τον καταφιλούσε. +Αυτό ήθελε κ' εκείνη· Δεν την έμελλε για τα μέσα. Αν με την ψυχή +των βιβλίων ή με τη δική τους ψυχή θα έδιωχναν τον καταχτητή. +Φτάνει να τον διώξουνε. Το είχε κ' εκείνη μεγάλο μαράζι. Τόσα +χρόνια μέσα στην οικογένεια ρούφηξε στο αίμα της όλους τους πόθους +και τα όνειρά της. Εστέναξε και δάκρυσε με τον άντρα της στα +χρόνια της σκλαβιάς. Μαζί του αγωνίστηκε το μεγάλο αγώνα του +λυτρωμού, και μαζί του απόλαψε τη χαρά και τη δόξα που φέρνει +πάντα η νίκη. Φυσικά όμως δεν έμενε κ' ευχαριστημένη από το +αποτέλεσμα. Θες από τον άντρα, θες από τα παιδιά της επερίμενε τον +τελειωτικό θρίαμβο. Και τον περίμενε ανυπόμονα. Πάντα όμως δεν +έδινε τόση βάση στα λόγια του μικρού. Η παιδιάτικη υπόσχεσή του +την συγκινούσε, αλλά δεν την έπειθε. Περισσότερη πεποίθηση είχε +στο μεγάλο. Εκείνος ήταν αληθινά σοφός· και η σοφία στην απλή ψυχή +της εφάνταζε για δύναμη φοβερή και ανίκητη. + +Την ίδια γνώμη είχε κι ο μακαρίτης ο άντρας της. Κ' εκείνος +γράμματα πολλά δεν έμαθε. Τη δόξα των προγόνων του ακουστά μόνον +τη γνώριζε. Έτρεφε όμως μέσα του παραδομένη από γενεά σε γενεά την +ψυχή τους. Ή για να μιλήσω ξάστερα, η δική του ψυχή κατάντησε λάου +— λάου να μοιάση με την ψυχή εκεινών. Όχι αποκλειστικά εκεινών· +έμοιασε του καθενός που νοιώθει μέσα του μια υπεράνθρωπη δύναμη +και θέλει να την φανερώση με θυσία του εαυτού του. Κ' έτσι +κατώρθωσε να ελευθερώση εκείνη τη γωνιά. Βρέθηκαν όμως πολλοί που +είπαν πως το κατόρθωμα δεν ήταν δικό του. Όχι για πληρωμή του +κόπου του αλλά για χάρη των προγόνων του απόχτησε ό,τι απόχτησε. +Το είπαν και ξένοι κι απ' τους δικούς του πολλοί. Εκείνος το +πίστεψε και δεν το πίστεψε. Ήξερε καλά τον εαυτό του. Είχε αρκετή +αντίληψη για να εχτιμήση τους αγώνες του και να μην πιστέψη πως +όλα τα χρώσταγε στην ελεημοσύνη. Μα δεν εφιλονείκησε. Το σκοπό του +ήθελε να κάμη κι ας έλεγαν οι άλλοι ό,τι ήθελαν. Για να τους +ευχαριστήση μάλιστα εκόλλησε το Ευ στο επίθετό του. Και για να +τους θαμπώση περισσότερο έδωκε στον πρωτότοκό του έν' από τα +ονόματα που συνείθιζαν οι πρόγονοί του! Αφού το ρούχο κάνει τον +άνθρωπο, ορίστε και το ρούχο· σκέφτηκε. Πήρε και μια κάσσα γεμάτη +με βιβλία και την άδειασε απάνω του. Ήταν τα βιβλία που έτρεφαν +συχνά το νου και το αίστημα των παλαιών Ευμορφόπουλων. Στον καιρό +του κατατρεγμού τα πήραν μαζί τους οι κατατρεγμένοι και πήγαιναν +από πατέρα σε παιδί, παρηγοριά κ' ελπίδα τους. Το βρέφος καθώς +τάνοιωσε απάνω του έβαλε τα κλάυματα. Ο γέρος το λυπήθηκε. + + — Μην κάνης έτσι, παιδί μου· του είπε μισοκλαίοντας κι ο ίδιος. +Είνε βαρειά, το ξέρω, μα είνε ανάγκη να τα βαστάξης. Τούτα είνε η +αληθινή κληρονομιά των προγόνων μας. Εδώ μέσα κρύβεται η +μεγαλοδύναμη ψυχή τους. Μη λυπηθής ούτε κόπους, ούτε βάσανα για να +τη γνωρίσης. Φρόντισε να μπολιάσης μ’ εκείνη το αίμα σου. Έτσι, +ακούς, θα φτάσης γρηγορώτερα στο σκοπό μας. + +Ο Αριστόδημος τάδεσε στο μαντήλι τα λόγια του πατέρα του. Μόλις +μεγάλωσε, ρίχτηκε με τα μούτρα στα βιβλία. Μερόνυχτα κλεισμένος +στο δωμάτιό του ξεφύλλιζε τα προγονικά κειμήλια και άναβε σαν το +σίδερο στη φωτιά. Οι άνθρωποι που μνημονεύονταν εκεί μέσα, οι +άθλοι που τραγουδιόνταν, του θάμπωσαν λίγο — λίγο το νου. Τον +έκαμαν να ξεχάση τα νωπά κατορθώματα του πατέρα του και τον ίδιον +τον πατέρα του. Μόλις που τολμούσε να μολογήση πως ήτανε γιος του. +Τους Μορφόπουλους που ζήσανε στη σκλαβιά κ' εκείνους που πάλαιψαν +χίλια τόσα χρόνια για να ξεφύγουν των βαρβάρων την καταδρομή, τους +αρνήθηκε για πάντα. Δεν ήθελε να ξέρη παρά τους πρώτους — πρώτους +προγόνους του. Επίστεψε στ' αληθινά πως το χιλιόκαλο κάμωμα του +πατέρα του το χρώσταγε σ' εκείνους. Σ' εκείνους που έγραψαν τα +βιβλία και μιλούσαν τη γλώσσα τους. Γλώσσα δυνατή, αρμονική, +γεμάτη νόημα και πάθος. Η παράδοση έλεγε πως αν ήταν μεγάλοι +εκείνοι ήταν από τη γλώσσα τους. Σκέφτηκε λοιπόν, αφού επήρε τ' +όνομα, να πάρη κ' εκείνη. Να την πάρη όχι μόνον αυτός αλλά κι ο +αδερφός του κ' οι κολλήγοι του ακόμα. Άμα το κατώρθωνε αυτό, +πίστευε τη δουλειά του τελειωμένη. Και άμ' έπος, άμ' έργον, άρχισε +στα σοβαρά το σκοπό του. Έπαιρνε από τα βιβλία λέξες και φράσες +βροντηχτές και τις έγραφε σε τετράδια. Τις έλεγε δυνατά για να τις +μάθη απόξω. Ήθελε με κάθε τρόπο να τις χώση στη ζωή του. Μα +φαίνεται πως δεν ήταν καμωμένος για τέτοιο κατόρθωμα. Όταν ήθελε +να μιλήση βιαστικά, να προστάξη κατιτί, να μαλώση κανένα ή να +γλυκομιλήση σε καμιά, οι λέξες του καιρού του πηδούσανε στα χείλη +του, ξάστερες και ζωντανές σαν την ανάβρα. Έτσι κ' εκείνη πετιέται +μέσ' απ' το τσιμεντολίθαρο που ρίχνει να την θάψη ο αναίσθητος +χτίστης. Ο Αριστόδημος επείσμωνε περισσότερο. Εσώριαζε απάνω στη +μνήμη του βαρειά και κοφτερά τ' αγκωνάρια της αρχαίας· ως που +εκείνη πληγωμένη και άρρωστη έπεφτε κάτω σαν το βαρυφορτωμένο ζω. +Τότε πιο άρρωστος εκείνος από τη μνήμη του ξαπλωνότανε στον καναπέ +με το κεφάλι στα χέρια, ένας σωρός από κρέας και κόκκαλα. + +Στην ίδια κατάσταση βρίσκεται και σήμερα. Μα τώρα δεν είνε μόνος. +Μαζί του κάθουνται τριγύρω στο τραπέζι και τρεις άλλοι κύριοι. +Τρεις σοφοί με ματογυάλια και μολυβοκόντυλα στο χέρι. Είναι ο +Γρηγόρης Αλαμανός ένας, ο Ηρακλής Γκενεβέζος και ο Θουκυδίδης +Περαχώρας. Και οι τρεις τους είνε ξενομερίτες. Μα οι δυο +τελευταίοι, από το θαυμασμό που έχουν στους προγόνους του +Ευμορφόπουλου, άλλαξαν τα ονόματά τους με χτυπητά ονόματα εκεινών. +Είχαν δουλειά τους να μελετούν τα βιβλία και τα χερόγραφα κάθε +καιρού και τόπου. Ήταν στον τόπο τους καθηγητές κ' ήρθαν εδώ για +να πλουτίσουν τις γνώσες τους. Ήθελαν να ποτισθούν από της σοφίας +την πηγή, όπως έλεγαν. Τέτοιοι έρχονταν συχνά στο σπίτι του νέου +Ευμορφόπουλου και η ζωή του ως σήμερα πέρασε μαζί τους. Ζωή άχαρη +αληθινά μα σημαντική κι αλησμόνητη σ' εκείνον και στη γενιά του. + +Οι τρεις καθηγητές, σκυμμένοι τώρα στα χερόγραφά τους, διαβάζουν +αχόρταγα σα να ρουφούν τ' αθάνατο νερό. Με το μολυβάκι τους +σημειώνουν στο χαρτί καθετί που τους φαίνεται αξιοθύμητο. Πίσω +τους στέκουν οι βιβλιοθήκες ορθές, σαν κατάδικοι πιστάγκωνα +δεμένοι στους τοίχους. Απάνω στη μεσανή κάθεται σα Σφίγγα η γάτα +του σπιτιού, βυθισμένη στο άγνωστο όνειρό της. Τα βιβλία και τα +χερόγραφα στριμωμένα στα ράφια μοιάζουν με γριές γλωσσοκοπάνες. +Και τι δε λεν με την άλαλη γλώσσα τους! Πολέμους περιγράφουν, +άθλους μολογούν, θεούς γκρεμίζουν, ηθικές αναστηλώνουν. Ο Ρυθμός +βροντά και παιγνιδίζει σαν αντάρτης κεραυνός· η Αρμονία ξεχύνεται +αφρόδροση σαν άμπουλας· ο Πόνος ουρλιάζει κι ο Πόθος φαρομανά. Το +ανθρώπινο πνεύμα απλώνεται σα θάλασσα μυριολαλούσα, ανήσυχη κι +ανυπόταχτη. Ό,τι θέλει τολμά κι ό,τι τολμά το υποτάσσει. Δεν είνε +σιδερόπορτα να μην την ανοίξη, δεν είνε πυργογύρισμα να μην το +πηδήση· δεν είνε φως στον ουρανό να μην τ' αδράξη, δεν είνε +σκοτάδι στη γη να μην το ξεδιαλύνη. Ξομπλιάζει τα περασμένα, +ανασκευάζει τα τωρινά, δρόμους ανοίγει για τα μέλλοντα. Μα είνε τα +ξόμπλια του γερά, είνε οι δρόμοι του αλάθευτοι; Οι άνθρωποι που +πέρασαν κ' οι άνθρωποι που θαρθούν είνε τάχα βέβαιο πως έτσι +σκέφτηκαν, έδρασαν, έζησαν, κ' έτσι θα ζήσουν, θα δράσουν, θα +σκεφτούν; Ποιος το ξέρει; Το ζηλευτό δεντρί που φύτρωσε αυτόβουλο +στην παρθένα γη κι ωμόρφηνε τον κόσμο με τη δροσιά και τη χάρη +του, θα ξαναφυτρώση με τη φροντίδα του κηπουρού; Οι σοφοί το +πιστεύουν και για τούτο δουλεύουν ακούραστα. Μοιάζουνε σκαφτιάδες +που θέλουν να δείξουν το δρόμο του στον Ασπροπόταμο. Αν το +καταφέρουν, χαλάλι τους οι κόποι και τα βάσανα. + + — Α, να! είπε ξαφνικά με χαρούμενη φωνή ο Περαχώρας· ακούστε κι +αν μπορήτε μη θαυμάζετε. + + — Τ' είνε; τον ρώτησε ο Αλαμανός. + + — Διαβάστε, παρακαλώ, διαβάστε! του είπε κι ο Γκενεβέζος +ανυπόμονα. + +Σηκώθηκαν μονόγνωμοι και πήγαν κοντά στον καθηγητή να ιδούνε στο +χερόγραφο. Ο Αριστόδημος δεν κινήθηκε από τη θέση του. Είχε μιαν +ευαισθησία παράξενη. Όταν άκουε τους σοφούς να θαυμάζουνε τα +βιβλία των προγόνων του, γινότανε σαν ζύμη. Κάθε λόγος τους, λες +και ήτανε μορφίνη, του σκότιζε το λογικό, του σκλάβωνε τη θέληση. +Ήθελε κ' εκείνος να παρακαλέση, ήταν ανυπόμονος ν' ακούση το νέο +θησαυρό που ανακάλυψε ο καθηγητής. Μα δεν είχε δύναμη να βγάλη +άχνα. Μόνον η κιτρινάδα που έβαφε το πρόσωπό του και το χάλπωμα +των ματιών του φανέρωναν τη μεγάλη του συγκίνηση. + + — Ακούστε, είπε ο Περαχώρας, διαβάζοντας δυνατά και ρυθμικά : +Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν +έστιν η Πατρίς· και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα +και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι. .. + + — Ωραία! εξαίσια! εφώναξαν ένας με τον άλλον οι σοφοί. + + — Αυτά, φίλε μου, δεν είνε λόγια ανθρώπινα· είνε θεία! είπε ο +Περαχώρας κυττάζοντας κατάματα τον Αριστόδημο! Είσαι ευτυχής που +συγγενεύεις με αυτούς τους θεούς. Έχεις κληρονομιά σου τον +πνευματικό κόσμο. Δε σε φτάνει; Α, έχεις άδικο! μεγάλο άδικο, σε +βεβαιώνω. Εδώ είναι η αθανασία. Τ' άλλα μωρία και πρόληψη! + +Οι καθηγητές άρχισαν να συζητούν τα γλωσσικά χαρίσματα του ρητού. +Εζητούσαν το υποκείμενο, το αντικείμενο, το ρήμα. Έλεγαν για τη +σύνταξη του, ωνόμαζαν το γραμματικό σχήμα του. Σε πολλά ήταν +σύμφωνοι· μα στα περισσότερα όχι. Και συζητούσαν ξαναμμένοι, +χερονομούσαν με πείσμα, βρίζουνταν άπρεπα, σα ν' άρπαξε τα χρήματα +ένας τ' αλλουνού. Τα φερσίματά τους δεν ήταν σύμφωνα με τη θέση +και την επιστήμη τους. Εκείνοι όμως αδιαφορούσαν. Καθένας έλεγε τη +γνώμη του θεμελιωμένη στης αλήθειας τ’ ασάλευτα θεμέλια· και +πάσχιζε να τη φορτώση στον άλλον με όλα τα μέσα του λόγου. Τ' +αδύνατα κορμιά τους μέστωναν και ψήλωναν, λες και νέο αίμα επότιζε +τις φλέβες τους. Τα μάτια τους σπιθοβολούσαν και τα πρόσωπά τους +άνθιζαν από το χρώμα της υγείας και της νιότης. Το χερόγραφο +πετούσε από τον ένα στον άλλον, έπεφτε κάτω από τα ματογυάλια του, +σαν πτώμα στη μελέτη του ανατόμου. Και όλοι έκαναν τις υποθέσεις +τους, έλεγαν τα επιχειρήματά τους, κυττάζοντας πάντα τον +Αριστόδημο, σα να ήθελαν μόνον εκείνον να πείσουν και να +δασκαλέψουν. Εκείνος όμως άβουλος κι ανίδεος παρακολουθούσε τα +κινήματά τους, άκουε τα λόγια τους μ' ένα και μοναχά αίστημα στην +ψυχή. Το θαυμασμό στους προγόνους του. Τ' ήταν λοιπόν εκείνοι που +δεν έπαυε να τους δοξάζη ο κόσμος! Χιλιάδες χρόνια επέρασαν, τόσες +χιλιάδες χρόνια που ήταν αρκετά για να θαμπωθή και το μεγαλήτερο +αστέρι τ' ουρανού. Και όμως τ' όνομά τους μένει ακόμα φωτεινό και +ζείδωρο σαν τον ήλιο. Όσο περνούν οι αιώνες τόσο φαίνεται +λαμπρότερο. Πώς λοιπόν θα κάμη να γίνη κι αυτός μεγάλος, να τους +μοιάση στο νου και στα έργα; Ο πνευματικός κόσμος είνε δικός του. +Ε, καλά μα δε φτάνει. Πρέπει να γίνη δικός του κι ο υλικός. Πώς θα +γίνη αυτό το θαύμα; Πήρε τ' όνομά τους, κληρονόμησε την ψυχή τους, +έμαθε τη γλώσσα τους. Κ' έπειτα ; + + — Δεν ξέρω· εψιθύρισε με παραπονεμένη ειλικρίνεια· θαρρώ πως +χάνω άδικα τους κόπους μου. + +Ήταν έξυπνος άνθρωπος ο Αριστόδημος. Τύχαινε καμιά φορά να σηκώνη +το παραπέτασμα και να βλέπη με αθόλωτο μάτι τον κόσμο. Και τον +έβλεπε όλως διόλου αντίθετον απ' ό,τι τον είχαν ζωγραφίση η +πρόληψη κ' η παράδοση της γενιάς του. Ο εαυτός του δεν ήταν εκεί +μέσα παρά ένα σκύβαλο· ένα χάτσαλο τόσο δα, που το παίρνουν οι +ανέμοι στο διάβα τους, χωρίς να λογαριάζουν πούθε κρατά η σκούφια +του. Οι στιγμές όμως εκείνες ήταν πολύ σπάνιες. Ένας λόγος έφτανε +ν' ακουστή κάπου για τους προγόνους του και αμέσως πέταε στον +Όλυμπο κ' έτρωγε με τους θεούς αμβροσία. + +Οι σοφοί καθώς άκουσαν το δισταγμό του παραξενέφτηκαν. Έπαψαν τη +φιλονεικία τους και τον κύτταξαν με ψυχοπόνια. + + — Δεν το ξέρετε; τον ρώτησε ο Περαχώρας, μαντεύοντας την αγωνία +του· πώς δεν το ξέρετε ; + + — Θάρρος, φίλε μου, θάρρος! του φώναξε ο Γκενεβέζος. Είνε για σας +ζήτημα ζωής. Για σας και για τους απογόνους σας. + + — Συλλογισθήτε, είπε αργά και σοβαρά ο Περαχώρας, πως είνε ο +μοναδικός κρίκος που σας δένει με τους προγόνους σας. Δίχως τη +γλώσσα δεν είστε τίποτα· είστε ένα άτομο όπως και κάθε άλλο. + + — Μα αφού έχω τ' όνομά τους! είπε ο Αριστόδημος με θλίψη. Αφού ζω +στο χώμα τους! + + — Ζήτε στο χώμα τους; έχετε τ' όνομά τους; τον ρώτησε ο Περαχώρας +με χαμόγελο. Και πόσοι δεν πέρασαν απ' αυτό το χώμα; Να ο Χαγάνος· +ζη αιώνες εδώ πέρα· είνε λοιπόν κ' εκείνος Ευμορφόπουλος; Α, να +ήμουν στη θέση σας! να ήμουν στη θέση σας!... + + — Τι θα κάνατε; τον ρώτησε ανυπόμονα ο Αριστόδημος. + + — Τι θάκανα; και με ρωτάτε ακόμα; θα γενόμουν Ευμορφόπουλος· +αληθινός Ευμορφόπουλος. Δε θα περιοριζόμουνα στη γλώσσα· θάσκαβα +τη γη και θα σύναζα κάθε λιθάρι της εποχής τους. Θάνοιγα μουσεία +και σχολεία· τίποτ' άλλο. + + — Κ' έπειτα; + + — Έπειτα; ο θαυμασμός του κόσμου θάφερνε σε μένα τους τόπους μου. + + — Θα το κάμω εγώ· είπε αποφασιστικά ο Αριστόδημος. + +Σηκώθηκε ξαναμμένος, έκαμε δυο — τρία βήματα γύρω στο τραπέζι κ' +έπειτα κυττάζοντας τους σοφούς επρόσθεσε με σοβαρή φωνή· + + — Θα το κάμω· να είστε βέβαιοι. + + — Εύγε σου· εφώναξε μ' ενθουσιασμό ο Περαχώρας, σφίγγοντας το +χέρι του. + + — Σε συγχαίρω· είπε ο Αλαμάνος κάνοντας το ίδιο. Σε βεβαιώνω πως +και τα δύο ημισφαίρια θα χειροκροτήσουν την απόφασή σου. + + — Από τώρα λοιπόν, είπεν ο Γκενεβέζος, μπορούμε να ειπούμε πως η +γενιά του Ευμορφόπουλου αναστήθηκε. + +Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε βιαστικό ανέβασμα στη σκάλα. Η πόρτα +άνοιξε με πάταγο και φάνηκε στο κατώφλι αχνός ο Δημητράκης. + + — Ουφ! είπε με δυσάρεστο μορφασμό· μωρέ τι μούχλα! Δεν αφίνεις, +αδερφέ, και λίγο αυτά τα παλιόχαρτα να ιδής τι γίνεται γύρω σου· +Μα το σταυρό άμα μπαίνω εδώ μέσα μου φαίνεται πως μπαίνω σε τάφο. + + — Κ' εμείς, βέβαια, σας φαινόμεθα τυμβωρύχοι· είπε με ειρωνικό +χαμόγελο ο Περαχώρας, κυττάζοντας τους συντρόφους του. + + — Όχι, κύριοι, να με συμπαθάτε· τα λόγια μου δεν είνε για σας· +αποκρίθηκε ο Δημητράκης, βγάζοντας το καπέλλο και σφίγγοντας το +χέρι τους φιλικά. Τυμβωρύχοι ναι· μα τυμβωρύχοι καλόβουλοι. Δε +θέλετε να κλέψετε παρά να σώσετε ό,τι απόμεινε μέσα στα βιβλία +μας. Φροντίζετε για την επιστήμη σας κ' είστε αξιέπαινοι. Θαυμάζω +την προσπάθειά σας με όλη μου την ψυχή. + +Οι σοφοί ανταπόδωκαν το φιλοφρόνημα μ' ένα τους χαμόγελο και +προσηλώθηκαν πάλε στη μελέτη τους. + + — Κι αν ο τάφος ήταν των προγόνων μας; ερώτησε ο Αριστόδημος τον +αδερφό του κάπως θυμωμένα. + + — Και των προγόνων μας να ήταν πάλε μούχλα θα μύριζε· απάντησε +εκείνος αμέσως. Τι τα θες, ο τάφος — τάφος είνε κι ας έκλεισε μέσα +του τον Μέγαν Αλέξαντρο. Είνε καλός για τούτους τους σοφούς. Για +μένα και για σένα δεν είνε. + + — Είνε, είπε πεισματικά ο Αριστόδημος· θα γίνουμε κ' εμείς σοφοί. + + — Σοφοί; Όχι, δεν πρέπει· η σοφία μπορεί να βγαίνη από τη ζωή μα +ζωή δεν είνε. Να γίνουμε σοφοί; Στο μέλλον ίσως· τόρα όμως όχι. + + — Γιατί; + + — Γιατί; δεν το κατάλαβες; Η ζωή τρέχει και πρέπει να την +προφτάσουμε. Δύναμη τώρα χρειαζόμαστε, όχι σοφία. Μπράτσα δυνατά +και κοφτερά νύχια. Να κολλήσουμε απάνω της σαν τον αγριόγατο στ' +άλογο που πηλαλεί. Να τρέξουμε μαζί της, να πηλαλήσουμε για να +φτάσουμε στον προορισμό μας· κατάλαβες; + + — Κατάλαβα πως δε σκαμπάζεις ντιπ! + + — Σκαμπάζεις! ώ! ... έκαμεν ο Περαχώρας, αφίνοντας το +μολυβοκόντυλό του και κυττάζοντας τον Αριστόδημο παράξενα. + + — Τι λέξη βάρβαρη είνε αυτή ; τον ρώτησε ο Γκενεβέζος. + + — Ντιπ! ντιπ! . .. εψιθύρισε κι ο Αλαμάνος αργά, ζητώντας να εύρη +τη ρίζα και τη σημασία της. + + — Ναι... με συγχωρείτε· εψιθύρισε σαστισμένος ο Αριστόδημος· είνε +λέξη βάρβαρη· ξέρετε ... άμα κανείς θυμώση δε φροντίζει για τη +γλώσσα του. + +Έπειτα γύρισε στον αδερφό του και του είπε με παράπονο· + + — Βλέπεις τι μούκαμες μπροστά στους ξένους; Μέφερες σε θέση να +μεταχειριστώ λέξη πρόστυχη. + + — Με συμπαθάς· απάντησε ο Δημητράκης ατάραχος· η λέξη δεν ήταν +πρόστυχη, ήταν το νόημά σου. Με μαλώνεις πως δεν τιμώ τους +προγόνους μας. Τους τιμώ και τους δοξάζω. Ήταν μεγάλοι άνθρωποι, +ναι· μα πρέπει να ζήσουμε κ' εμείς. Και να ζήσουμε τη σημερινή +ζωή, όπως έζησαν κ' εκείνοι τη δική τους· Ξέρεις ένα πράμα; + + — Τι; + + — Δεν είνε, βέβαια, γραμμένο στα χερόγραφα, μα είνε σημαντικώτερο +για μας· γι' αυτό ήρθα τρεχάτος. + + — Σημαντικώτερο από τα βιβλία μας; είπε με χαμόγελο ο +Αριστόδημος. + + — Κι από τα βιβλία κι από τους προγόνους μας τους ίδιους. + + — Ω!... ξαφνίστηκαν οι σοφοί, σηκώνοντες τα μάτια καταπάνω του. + + — Όχι! ... όχι!... εφώναξε ο Περαχώρας, κινώντας το κεφάλι του +αρνητικά· μην το λέτε αυτό· δεν κάνει να το λέτε. + + — Είνε ασέβεια, εψιθύρισε ο Γκενεβέζος. + +Ο Αριστόδημος έμενε ακίνητος με μάτια γουρλωμένα σα να είχε πάθει +αποπληξία. Η αγανάχτηση που έβραζε στα στήθη του έκανε κατακόκκινο +το σύζαρο πρόσωπο του. Ήθελε να βρίση, ν' αναθεματίση τον αδερφό +του για τον άπρεπο λόγο που ξεστόμισε. Εκρατιόταν όμως από φόβο +μήπως ειπή και άλλη πρόστυχη λέξη. + + — Οι ξένοι σού δίνουν την απάντηση· του είπε μόνον με ψυχρή +σοβαρότητα. + +Ο Δημητράκης στεκότανε ορθός κοντά στο τραπέζι, αδιάφορος και στις +ματιές του αδερφού του και στα λόγια των σοφών. + + — Οι κύριοι ό,τι και να πουν έχουν δίκιο· είπε τέλος κυττάζοντας +τον Αριστόδημο· είνε σοφοί, είνε και ξένοι· δυο πράματα που τους +δίνουν δικαίωμα να σκέφτωνται πολύ διαφορετικά από μας. Αν αύριο +έρθη πάλε ο Χαγάνος ή όποιος άλλος και μας πάρη το χτήμα και το +σπίτι, τι θα χάσουν οι κύριοι; + + — Τα βιβλία μας! + + — Τα βιβλία μας! γιατί; Είνε τόσο δικά μας, όσο και δικά τους· +ανήκουν σ' όλον τον κόσμο. + + — Όμως τάγραψαν οι πάπποι μας. + + — Και νομίζεις εσύ πως για τις μωρίες που γράφει σήμερα ο δείνας +και ο τάδες θα είνε υπεύθυνα μεθαύριο τ' αγγόνια τους ... Μην τα +καταριέσαι για το θεό. + + — Αστειεύεσαι; τον ρώτησε ο Περαχώρας. + + — Δεν αστειεύομαι καθόλου· λέω τα πράματα όπως είνε. Αν πάθουμε +αυτό το κακό που λέω — και σας βεβαιώνω πως θα προσπαθήσουμε να +μην το πάθουμε — τι θα κάμετε, παρακαλώ ; Θα ραντίσετε με λίγα +δάκρυα τους τάφους των Ευμορφόπουλων και θα γυρίσετε στο άλλο +πλευρό. + + — Αχάριστε! του φώναξε με αγανάχτηση ο Αριστόδημος σφίγγοντας τα +δόντια του. Σ' αυτούς τα λες που μας αγαπούνε τόσο; + + — Κακομοίρη! τι αγαθός που είσαι! είπε ο Δημητράκης με λύπη. Μας +αγαπούν έχεις δίκιο· μα δε ρωτάς ποιανούς αγαπούν. Εμέ και σένα. +Όχι· μην το πιστεύεις. Κάτω απομένα κι από σένα· βλέπουν αυτοί κ' +ένα χλαμυδοντυμένο Ευμορφόπουλο. Κι' όλες τις αγάπες και τις +γλυκοκουβέντες τις κάνουν σε κείνους· όχι σε μας. Μα εγώ δεν τη +θέλω τέτοια αγάπη· όχι! επρόσθεσε δυνατά, δε μ' ωφελεί, με +ντροπιάζει. Είμ' εγώ και θέλω να είμ' εγώ!... + + — Εύγε σου! + +Οι δύο καθηγητές κι ο Αριστόδημος γύρισαν κ' είδαν τον Αλαμάνο. +Είχε αφημένη τη μελέτη του και κύτταζε το Δημητράκη με περιέργεια. +Από την ώρα που φάνηκε στο κατώφλι ο νέος του έκαμε εντύπωση. Είχε +γερή κορμοστασιά και ολανθισμένα νιάτα. Τα μαύρα του μαλλιά +έπεφταν άταχτα στον τράχηλό του σαν φλέβες στο μάρμαρο· τα μάτια +του ήταν γεμάτα τόλμη και απόφαση. Το πλατύ του μέτωπο έλαμπε από +ειλικρίνεια. Τα κινήματά του ήταν φυσικά και απλά σαν το σείσιμο +της ανεμόνης. Όσο τον πρόσεχε ο Αλαμάνος, τόσο του άρεσε. Έπειτα +ήρθαν τα λόγια και δυνάμωσαν την εντύπωσή του. Άκουε τους δύο +αδερφούς κ' εύρισκε καταπληχτική διαφορά μεταξύ τους. Ο +Αριστόδημος του φαινόταν παρά πολύ βουτημένος στην πρόληψη. Στο +νου του εγύριζε πεισματικά ο φριχτός θάνατος ενός συντοπίτη του. +Για να τον τιμωρήση ο σκληρός αφέντης τον έρραψε ζωντανόν στην +κοιλιά ενός ψοφιμιού. Τώρα του φαινόταν ο Αριστόδημος θεληματικά +κλεισμένος στο ψοφίμι με την ελπίδα πως έτσι θα φανή καλήτερος. +Ενώ ο Δημητράκης όλως διόλου το αντίθετο έκανε! Άφινε ελεύθερη τη +σκέψη του και τη ζωή του σ' ένα μονάχα προσέχοντας κ' ελπίζοντας: +Στη φλόγα τη θαυματουργή που έκλεισε μέσα του η φύση. + + — Τα λόγια σου είνε μεγάλα και σύμφωνα με την καταγωγή σου· του +είπε. Βέβαια το παρελθόν όσο και αν είνε ένδοξο δεν ωφελεί τίποτα +σε κείνον που περιφρονεί το παρόν και λησμονεί το μέλλον. + + — Εγώ δεν περιφρονώ τίποτε· διεμαρτυρήθηκε κάπως πεισμωμένα ο +Αριστόδημος. + + — Και όμως δεν προσέχεις το τι γίνεται γύρω σου· απάντησε ο +Δημητράκης. Εγώ ήρθα να σου μιλήσω για σπουδαία υπόθεση και συ μου +μιλάς ξύλα κούτσουρα. Θες ν' ακούσης; + + — Λέγε· είπε υπομονετικός ο Αριστόδημος. + + — Τι συμβαίνει λοιπόν: τον ρώτησε κάπως ανήσυχα ο Περαχώρας. + + — Τίποτα για σας, τίποτα· είπε ο Δημητράκης ησυχάζοντάς τον. Το +κακό είνε για μας· για μας και το έχει μας. Θυμάσαι τον Πέτρο το +θεομίσητο; + + — Τον ψυχογιό μας; είπε με περιφρονητικό μορφασμό ο Αριστόδημος. + + — Όχι τον ψυχογιό μας· τον ψυχογιό του πατέρα μας να λες. + + — Το ίδιο κάνει. + + — Με συμπαθάς· έχει μεγάλη διαφορά· τον έλεγαν τότε Πέτρο του +Μορφόπουλου και το καμάρωνε. Μα τώρα δε θέλει να μας ξέρη. Κι αν +τον ονομάση κανείς με το παλιό του όνομα το παίρνει για βρισιά· +γίνεται σκυλί. + + — Γιατί με ζαλίζεις μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; είπε βαριεστισμένος +ο Αριστόδημος. + + — Παλιάνθρωπος ναι, δεν το κρύβω. Μα ξέρεις τι κατάφερε; πήγε και +καλλιέργησε το χτήμα του Χαγάνου — το χτήμα μας. + + — Και τι με μέλλει μένα; ας φροντίση εκείνος. + + — Ο Χαγάνος δεν το ξέρει· μα και να το μάθη λίγο τον μέλλει. +Αυτός για σήμερα φροντίζει να καλοζή. Αύριο φούρνος μην καπνίση. + + — Κι αν το καλλιεργή, μήπως θα το κάμη δικό του; + + — Σήμερα όχι· δεν μπορεί να το κάμη δικό του. Αύριο όμως ποιος +ξέρει; Σήμερα το δουλεύει· αύριο σηκώνει έναν τράφο· μεθαύριο αν +τούρθη βολικό το σμίγει με το χτήμα του. + + — Αυτό είνε δικό μας, κληρονομιά μας! με τι δικαίωμα θ' απλώση +χέρι; + + — Καλά· άμα το πάρη σύρε να ρωτάς. + +Ο Αριστόδημος καλοξαπλώθηκε στο κάθισμα του, σαν ουζοθρεμμένος +αγάς κ' έσκασε τα γέλοια. Γελούσε τόσο δυνατά που έκανε τους +τοίχους του σπιτιού να ταράζωνται συθέμελοι και τα τζάμια των +παραθυριών να τρίζουν, σαν από κάποια υπόγεια βροντή. Το σκυθρωπό +και αναιμικό πρόσωπό του έλαμπε κ' εκοκκίνιζε σα βερνικωμένη +τομάτα. Το μικρό και αρρωστιάρικο σώμα του, τάραζε σπασμωδικά και +στα μάτια του τα καστανά έτρεμαν δυο δάκρυα. Τώρα δεν είχε τίποτα +από τη σοβαρή αξιοπρέπεια που φορούσε για τήβεννο σοφίας απάνω του +από μικρός. Ήταν ένα τσαχπίνικο παιδί που δε δίνει μια πεντάρα έξω +από τη ζωούλα του. Τόσο αστείοι του φαίνονταν οι φόβοι τ' αδερφού +του. + + — Βρε μπούφο· του είπε τέλος σφουγγόντας τα μάτια του· +τετρακόσια χρόνια σκλαβιά και δε μας έκαμε τίποτα και θα μας +κάμουν τώρα οι αρκουδιάριδες. Κύττα τη δουλειά σου και μη φοβάσαι. + + — Τι να μη φοβάμαι, χριστιανέ; είπε ο Δημητράκης με θυμό· πάτησε +σου λέω τον τόπο και τον καλλιεργεί· φυτεύει, σπέρνει.... + + — Και δεν το χαίρεσαι; τον έκοψε ο Αριστόδημος με παιδιάτικη +χαρά· αύριο θα το εύρουμε καλλιεργημένο· θα θερίσουμε έτοιμα. + +Και για να πάψη κάθε τέτοια κουβέντα σηκώθηκε από το κάθισμά του, +έκαμε λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο, δυνατά και χτυπητά, λες κ' +ήθελε να δοκιμάση τη δύναμη του. Έπειτα γύρισε στη βιβλιοθήκη και +στύλωσε τα μάτια του στα βιβλία. Η όψη του άλλαξε για μιας· έγινε +γλαρή και παθητική σα να κύτταζε ερωμένη. Έπειτα μάλαξε το μέτωπό +του, έσυρε το χέρι στα μαλλιά του, στύλωσε τα μάτια του στα κούφια +και με δυνατή φωνή και παράδοξες χερονομίες άρχησε ν' απαγγέλλη : + + — Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον +και .... + +Του ήρθε δυνατός λυγμός κ' έκοψε την απαγγελία του. Η πατριωτική +αισθηματολογία που πλημμύριζε την καρδιά του τού στούμπωσε το +λάρυγγα. Τα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν ακράτητα και το σώμα του να +ταράζεται λες κ' έπαθε από σεληνιασμό. + + — Κουρδίστηκε τ' οργανέτο και παίζει· εσκέφτηκε ο Αλαμάνος με +θλίψη. + + — Τ' ακούς; είπε σε λίγο με ασθματική φωνή ο Αριστόδημος. Τούτα +να κυττάς εσύ και ν' αφίνης το γουρνάρη στα χάλια του. + +Ο Δημητράκης τον κύτταξε με απελπισία. + + — Λόγια σοφά και καλοβαλμένα, το ξέρω· είπε κουνώντας το κεφάλι· +μα δε μας ωφελούν τίποτα. + + — Με τούτα έγιναν μεγάλοι εκείνοι. + + — Εγώ πιστεύω το αντίθετο· ήταν μεγάλοι και γι' αυτό είπαν τέτοια +λόγια. + + — Όχι δα, όχι δα! τον έκοψε ο Περαχώρας. + + — Δεν είν' έτσι, κύριε καθηγητά; είπε ο Δημητράκης γυρίζοντας σ' +εκείνον· παράδοξο! να μην το βλέπετε και σεις! Ίσα — ίσα που αυτά +τα λόγια ειπώθηκαν στην αρχή του ξεπεσμού τους. Φαίνεται πως τόχει +η φύση μας· άμα αρχίζουν τα μεγάλα λόγια να παύουν τα μεγάλα έργα. + + — Σωστά· είπε ο Αλαμάνος. + + — Άλλως τε, επρόσθεσε ο νέος κυττάζοντας τον αδερφό του, εγώ δε +θέλω να κατηγορήσω τους προγόνους μας. Μα πιστεύω πως τα λόγια +έχουν αξία κατά τους ανθρώπους που τα λένε. Εκείνοι ήταν εκείνοι +και είπαν τέτοια λόγια. Εμείς είμαστ' εμείς και πρέπει να +μιλήσουμε αλλοιώτικα. + + — Πώς; τον ρώτησε με αναμπαιχτικό χαμόγελο ο Αριστόδημος. + + — Όπως μιλάει ο Πέτρος ο Θεομίσητος. + + — Ουφ! έκαμε βαρυανασαίνοντας σα να είχε τη Μόρα στο στήθος του. + + — Το ξέρω· δε σ' αρέσει τέτοια κουβέντα γιατί θέλει κόπους. Τα +βιβλία δεν έκαμαν άλλο παρά να δυναμώσουν τη φυσική οκνάδα σου. +Για τούτο κ' εγώ τους γύρισα τις πλάτες. Να το βιβλίο το δικό μου. +Το παναιώνιο βιβλίο πούνε γραμμένο σ' όλες τις γλώσσες και για +όλες τις καρδιές. Να το ... . + +Και λέγοντας έτρεξε σ' ένα παράθυρο και τ' άνοιξε με το γρόθο του. + + — Αχ, την έπαθα σαν τη νυχτερίδα! είπε γυρίζοντας θαμπωμένος +μέσα. Το ίδιο θα πάθατε κ' εσείς. + + — Αλήθεια· είπε ο Περαχώρας, βγάζοντας τα γυαλιά και σφουγγόντας +με το μαντήλι τα μάτια του. + +Αέρας ζεστός και μοσκοβολισμένος χύθηκε μέσα στο δωμάτιο. Πλατύ +φωτεινό σεντόνι απλώθηκε απάνω στο τραπέζι, αγκάλιασε φιλόστοργα +τις γέρικες βιβλιοθήκες, έκαμε τα χερόγραφα να τρίξουν και ν' +αναδεφτούν σαν το ναρκωμένο φίδι στο ανοιξιάτικο λιοπύρι. Η γάτα +πήδησε χαρούμενη στο πάτωμα, ψήλωσε το κορμί της σαν να λούζονταν +στο φωτεινό κύμα που κύλισε απόξω κι άρχισε να παίζη μ' ένα φύλλο +χαρτιού που βρέθηκε στα νύχια της. + + — Κ' οι λέξες ζωντανεύουν και ξανανιώνουν τώρα· είπε σκεφτικός ο +Αλαμάνος. + + — Θαύμα· εψυθίρισε κι' ο Αριστόδημος ανασηκώνοντας το κεφάλι +του. + + — Αυτό το θαύμα είνε καθημερινό· είπε ο Δημητράκης. Τυφλίτες! δε +μπαίνετε καλήτερα στις τρύπες σας. + + — Έτσι το γράφει η μοίρα μας· εψιθύρισε υπομονητικά στενάζοντας ο +Γκενεβέζος· να φεύγουμε το φως όπως οι πρώτοι χριστιανοί. Στις +κατακόμβες θα κάνωμε τις λειτουργίες μας. + + — Εσείς μάλιστα· εγώ όμως όχι! διαμαρτυρήθηκε ο Δημητράκης. + +Κ' εστύλωσε ορθάνοιχτα έξω τα μάτια του, λες κ' ήθελε να λούση με +το θαυμαστό πανόραμα την ψυχή του. Πέρα ο κάμπος πρασίνιζε. +Έπαιζαν οι δροσοσταλίδες σαν φωτεινές ψυχές πέρα — δώθε +γοργοκίνητες. Τα ποτάμια έλαμπαν και χύνονταν σαν λεπίδες +μπηγμένες στις μάννας γης τους κόρφους για να την δροσίσουν και +σύγκαιρα να την αναγκάσουν να χύση τους θησαυρούς της. Τα δασωμένα +βουνά φαίνονταν κοιμισμένα κάτω από τη διάφανη γάζα της ομίχλης. +Εδώ κ' εκεί κοκκίνιζαν τα όψιμα οργώματα· άστρα λαμποκοπούσαν +ανάμεσά τους τα πρόστυχα γυαλιά· λαλούσανε πουλιά στα δέντρα. +Απόπερα ερχόταν βουή ανάκατη από κυπριά και βελάσματα, φλογέρες +και λαλήματα. Και ψηλά έρριχνε το γαλάζιο του μάτι ο ουρανός σαν +πατέρας στων παιδιών του τη χαρά. + + — Ναέ αχάλαστε! δέξου με λειτουργό σου· είπε ολόψυχα ο +Δημητράκης, έτοιμος να γονατίση. + + + +Β' + + + +Σύγκαιρα το Δημητράκη τον κυρίεψε παράδοξη ανησυχία. Τα νεύρα του +έτρεμαν, σαν το βελόνι που το πλησιάζει ο μαγνήτης. Ένα κεφάλι +κόρης εφάνηκε στην αντικρυνή μάντρα, μισοκρυμμένο στα φύλλα μιας +καστανιάς. Μαύρα μαλλιά πέφτανε ζερβόδεξα κυματιστά και λαμπερά. +Το σταράτο πρόσωπο, στολισμένο με μαύρα φρύδια σμιχτά και ισκιερά +ματόκλαδα καθρέφτιζε γαληνεμένη θάλασσα. Δυο μεγάλα μάτια πέταγαν +λάμψες μυστικές και βαθειές σαν ποθοπλάνταχτα χάδια. Και δυο χείλη +κόκκινα και λίγο φουσκωτά ανάδευαν διψασμένα για άγνωστή τους +απόλαψη. Όπως στεκόταν εκεί στον πράσινο πλοκό το κεφάλι της +κόρης, έλεγες πως ήταν κανίσκι μάγισσας, βαλμένο για να ξελογιάση +το νιο. + + — Ελπίδα, πού βρέθηκες εδώ ; την ρώτησε με τρεμουλιαστή φωνή. + +Κόλλησε η κόρη τα μάτια της απάνω του και χαμογέλασε. + + — Ήρθα να σ' εύρω· είπε· δεν το περίμενες ; + + — Αλήθεια! τι κουτός που είμαι!... Να κυττάζω την ανατολή και να +μη σκεφτώ πως θα πρωτοϊδώ εσένα. + +Και πάραυτα με παιδιάτικη αφέλεια, άρχισε να κόβη ρόδα από τις +σκαλωμένες στον τοίχο τριανταφυλλιές και να τα ρίχνη βιαστικά, ένα +με τ' άλλο απάνω της. + + — Ελπίδα! Ελπίτσα! θα σε θάψω με τα ρόδα μου. + + — Απ' το χέρι σου και με ρόδα; τι καλήτερο θάψιμο· του είπε +ασημογελώντας εκείνη. + + — Θα σε θάψω για να σ' αναστήσω ομορφότερη. + + — Σου είπα· για τέτοιο νεκροθάφτη ήθελα να πέθαινα χίλιες +φορές... Δε μου λες· επρόσθεσε αμέσως στα σοβαρά· οι σοφοί αυτού +είνε; + + — Εδώ· ριγμένοι στα βιβλία τους. + + — Κι ο Αριστόδημος ; + + — Κι ο Αριστόδημος. Γιατί ρωτάς; + + — Δεν ήθελα να με ιδούν, καϋμένε· το ξέρω πως δεν είνε κακοί· μα +τους φοβούμαι. Πού μπορώ, η φτωχή, να ζήσω κάτω από τα ματογυάλια +τους!.. + +Δεν πρόφτασε να τελειώση τη φράση της κ' έβγαλε ένα «α!» +τρομασμένο. Σύνωρα βούλιαζε πίσω από τη μάντρα το κεφαλάκι μ' ένα +γέλοιο σκαστό και συγκρατητό, σαν φτεροκόπημα μικρού πουλιού. + +Ο Δημητράκης γύρισε πεισμωμένος μέσα και βρέθηκε κατάμπροστα στον +Αριστόδημο. + + — Η Ελπίς είνε ; τον ρώτησε ξερά εκείνος. + + — Ποια Ελπίς, βρε αθεόφοβε; Και τούτη θέλεις να μου την αλλάξης! +Η φάτσα σου την έδιωξε από τη μάντρα κ' η λέξη σου από την καρδιά +μου. Όχι Ελπίς, Ελπίδα τη λένε· Ελπίδα και πάω να την βρω! + +Και χωρίς να πάρη το καπέλλο του έτρεξε στη σκάλα, την κατέβηκε +γοργά και χάθηκε μέσα στον κήπο. Δεν πέρασε στιγμή και φάνηκε κάτω +από μια καρποφορτωμένη μηλιά· Κρατούσε στα χέρια του την κόρη και +την σήκωνε ψηλά για να του φτάση μήλα. Εκείνη έβαζε μικρά ξεφωνητά +και γέλοια, πότε από χαρά και πότε από φόβο και σήκωνε τα χέρια με +φανερή προσπάθεια, να φτάση το πιο καλόχυμο πωρικό. Ο ήλιος +διαβαίνοντας τα φυλλώματα, χάδευε τα μαλλιά της κ' έκανε καθρέφτη +γύρω στο κεφαλάκι της. + +Τα ξεφωνητά και τα γέλοια της κόρης έφταναν στο γραφείο, σαν ήχοι +χαδιάρικης μουσικής. Οι σοφοί εταράχτηκαν. Κατιτί σαν κύμα χλιαρό +ήρθε κ' εζέστανε τη ζωή τους. Συγκίνηση βαθειά και πρωτόγνωρη +θρονιάστηκε στην καρδιά τους. Γύρισε αυτόματα ένας στον άλλον και +κυττάχτηκαν ντροπαλά. Έπειτα απίθωσαν τα γυαλιά τους απάνω στα +χερόγραφα, λες κ' ήθελαν να δείξουν πως για τέτοια μελέτη τους +ήταν άχρηστα. Ο Αλαμάνος σηκώθηκε από τη θέση του κ' έτρεξε στο +παράθυρο. + + — Α! είπε, μόλις αντίκρυσε κάτω· βλέπω τη Δήμητρα, ίδια τη +Δήμητρα να χύνη τους καρπούς άφθονους στον εκλεκτό της. + +Φτάσανε κ' οι άλλοι κ' εστριμώνονταν ποιος να ιδή καλήτερα στον +κήπο. + + — Ωραίο σύμπλεγμα! είπε ο Γκενεβέζος, προβάλλοντας το κεφάλι του. + + — Νομίζω πως βλέπω εικόνα Μηκυναϊκού αγγείου· είπε κι ο +Περαχώρας, παίζοντας τα πονεμένα μάτια του. + +Ο Αριστόδημος έμεινε πίσω κατάχλωμος. από θυμό. Το θέαμα του +φαινόταν ανήθικο, και πρόστυχο μαζί. Ένας γιος του Ευμορφόπουλου, +να στέκη τόσην ώρα φορτωμένος μια κόρη ταπεινή! Τόλεγε ατιμία που +πασάλειφε όλη του τη γενιά. Άκουε τους θαυμασμούς των σοφών και +πίστευε πως δεν είχαν άλλο σκοπό παρά να αναμπαίξουν τον ξεπεσμό +τους. + + — Τι γλυκειά, τι χαριτωμένη, τι συμπαθητική, κόρη! εψιθύριζε ο +Αλαμάνος, μη θέλοντας να σηκώση τα μάτια του από τον κήπο. + + — Και ποια είνε; ποια είνε, κύριε Αριστόδημε; γύρισε και τον +ρώτησε ο Γκενεβέζος. + + — Μια του χωριού· απάντησε με περιφρόνηση· τη λεν' Ελπίδα. + + — Η συγγενής σας ; εφώναξε ο Περαχώρας, κυττάζοντας +προσεχτικώτερα την κόρη. + + — Όχι· δηλαδή ναι, συγγενής μας· εμάσισε ο Αριστόδημος· μα δεν +έχουμε καμιά σχέση μαζί της. + + — Πώς, αφού είνε συγγενής σας; τον ρώτησε ο Αλαμάνος. + + — Μακρινή συγγένεια· είνε αίμα μας αλλά νοθεμένο. + + — Ξέρω, ξέρω· τον έκοψε ο Περαχώρας· τη μητέρα της την ατίμασε +κάποιος Χαγάνος. + + — Δηλαδή, αναγκάστηκε να μολογήση ο Αριστόδημος· η Αρχόντω ήταν +μακρινή συγγενής του πάππου μου. Μια νύχτα ο Χαγάνος πήγε με τους +ανθρώπους του, σκότωσε τους γονιούς της κ' εκείνη την ατίμασε. Με +τον καιρό γεννήθηκε η Ελπίδα. Οι δικοί μας δεν ηθέλησαν να τη +γνωρίσουν για αίμα τους. Ο Χαγάνος την έδωκε σ' ένα φτωχό +αντρόγυνο — στους Μαλαματένιους — να την αναθρέψουν. Μα όπως σας +είπα, εμείς δεν έχουμε καμμιά σχέση μαζί της. Για τούτο τάχω με +τον αδερφό μου, που θέλει σώνει και καλά να την κουβαλήση στο +σπίτι μας. Δε θα το καταφέρη όμως, να είστε βέβαιοι. Όσο ζω εγώ, +δε θα το καταφέρη.... + +Ο Αριστόδημος συντρόφευε τα λόγια του με φοβερές χερονομίες και με +μορφασμούς σιχασιάς. Μα έλεγε μισή την αλήθεια. Όχι μονάχα ο +αδερφός του αλλά κ' η μάννα του πολλές φορές προσπάθησε να τους +αγαπήση. Ήξερε πως η Αρχόντω δεν εσύντρεξε και λίγο τον Αντρέα τον +Ευμορφόπουλο στον αγώνα του. Αληθινά εκείνος εκόπιασε. Μα κ' +εκείνη με την αντρίκια της ψυχή του έδωκε την κυριώτερη ορμή. Ήταν +τ' ακόνι που ακόνισε το λεπίδι του. Τ' ακόνι και το χέρι και το +λεπίδι μαζί. Για τούτο δεν έπαυε να λέη κάθε τόσο στα παιδιά, πως +ο πατέρας τους εφάνηκε αχάριστος. Άμα έπαψε να έχη την ανάγκη της, +έπαψε και να τη συλλογιέται. Μα τα παιδιά, έλεγε, δεν πρέπει ν' +ακολουθήσουν το σφάλμα του πατέρα τους. Αίμα τους είνε η Ελπίδα +και το αίμα νερό δε γένεται. Ας το βάλουν καλά στο νου τους. Αν +τύχη ν' αγωνισθούν και στο μέλλον για το σκοπό τους, πάλε θα +λάβουν την ανάγκη της. Έχει εκείνη θάρρος κ' επιμονή και δύναμη +που δεν κάνουν καλά να την περιφρονούνε. + +Ο Αριστόδημος ακούοντας τέτοια λόγια γινότανε έξω φρενών. + + — Αίμα μας λέει; αίμα μας ; μη σ' ακούσω ναν το ξαναειπής! Όσο +αίμα τους είν' ο κούκκος των περιστεριών γιατί έτυχε ν' αναστηθούν +στην ίδια φωλιά, τόσο είμαστε και μεις μ' εκείνη. Τα χρωστάμε λέει +σ' εκείνη ; Και τι μπορεί να μας δώκη μια κουρελού. Τα πήραμε +γιατ' είμαστ' Ευμορφόπουλοι!... + +Η κυρά Πανώρια, βλέποντάς τον έτσι εσώπαινε· δεν ήθελε να τον +δυσαρεστήση. Μα δεν παραδεχότανε και τα λόγια του. Πήγαινε συχνά +στο σπίτι της Ελπίδας. Έπαιρνε μάλιστα και το Δημητράκη μαζί της, +όσο ήταν μικρός και παίζανε τα δυο παιδιά. Μα εκείνος όσο μεγάλωνε +μπολιαζότανε από τα λόγια τ' αδερφού του. Δεν ξαναπήγε μαζί της· +δεν ήθελε να την ξέρη. Η τύχη όμως έκαμε το θαύμα της. Μια μέρα, +παρατρέχοντας με άλλους συντρόφους να πιάση κάποιο τρυποκάρυδο, +έφτασε στης Ελπίδας τον κήπο. Έφτασε μόνος του, το τρυποκάρυδο τον +έφερε, δεν ήταν σε θέση να μολογήση κι ο ίδιος. Οπωσδήποτε πήδησε +τη φράχτη, μπήκε μέσα, χώθηκε στον καλαμιώνα που συνηθίζουν να +χώνωνται τα τρυποκάρυδα. Την ίδια στιγμή είδε να βγαίνη με το +πουλί στο χέρι η Ελπίδα. + + — Δικό μου! της φώναξε χωρίς καλά καλά να σκεφτή. + + — Σαν είνε δικό σου πως δεν τόπιανες τόσον καιρό; τον ρώτησε με +χαμόγελο εκείνη. + +Στάθηκε άφων' άλαλος ο Δημητράκης. Αλήθεια πως δεν τόπιανε τόσον +καιρό; Η κόρη, βλέποντας την ταραχή του, γέλασε καλόκαρδα κι +απίθωσε στο χέρι του το τρυποκάρυδο. + + — Πάρ' το, είπε. Και να ξέρης καλά από δω κι ομπρός. Άμα σου +φεύγη κανένα πουλάκι, εδώ νάρχεσαι να το ζητάς. Μικρά μεγάλα στον +κήπο μου έρχονται και φωλιάζουν. + +Ο Δημητράκης κατακόκκινος το πήρε κ' έφυγε τρεχάτος. Έπειτα όμως +σκέφτηκε την καλωσύνη της, το χαμογέλοιο, την ομορφάδα της και +θύμωσε για το φέρσιμό του. Αυτός εφάνηκε πρόστυχος όχι εκείνη. +Δίχως άλλο· ο αδερφός του δεν ήξερε τι έλεγε. Πώς μπορούσε να +είνε πρόστυχη και τιποτένια τέτοια λυγερή; Πήγε και ξαναπήγε στο +σπίτι της. Την άκουσε να τραγουδή και μαγεύτηκε. Την είδε να +υφαίνη, να μασουρίζη, να κεντά και τη θαύμασε. Λίγο λίγο άφησε τα +παιγνίδια, παράτησε και τους συντρόφους του. Έκαμε συντροφιά την +Ελπίδα. Έπειτ' από τη μάννα του πρώτη του έγνοια ήταν εκείνη. Μια +και τη συναναστράφηκε, ξαναζωντάνεψαν μέσα του όλες οι χαρές που +απόλαψε μαζί της στα παιδιάτικα χρόνια του. Το αλισωμένο λάφι +ξαναγύρισε στη φυσική ποτίστρα και πίνει αχόρταγα το άδολο νερό. +Σα δεν πήγαινε στο σπίτι ο Δημητράκης κατέβαινε εκείνη και τον +έσμιγε. Κ' οι δυο τους νοιώθανε τον ίδιο πόθο. Τρέχανε στα βουνά +και τους λόγγους σαν αγρίμια. Ξυπόλυτοι βουτούσανε στα κρούσταλλα +νερά, ανέβαιναν στα δέντρα, πηδούσαν φράχτες και χαντάκια, +σκαλώνανε στους γκρεμούς σαν ασβοί. Έβγαιναν πέρα στα βοσκοτόπια +κ' έκαναν συντροφιά με τους πιστικούς. Έρριχναν το λιθάρι μαζί +τους, λαλούσαν τη φλογέρα, σαλάχαγαν τα γιδοπρόβατα « χάι!.... +χάι!....ααααααααααα Από κει κατέβαιναν στους κάμπους με τους +ζευγάδες· έπειτα πήδαγαν στις αργατιές, στο θερό και στον τρύγο· +έπαιρναν κ' έδιναν σκοπούς στις λυγερές και στα παλληκάρια. Πολλές +φορές έμπαιναν και στο χωριό, ανακατώνονταν στα σπίτια, σε χαρά +και σε λύπη, σε γάμους και τραπέζια, σε πανηγύρια, ακόμα και στα +μαλώματα. Όλοι την ήξεραν την Ελπίδα κι όλοι την καλοδέχονταν. +Μικροί μεγάλοι την αγαπούσαν· φτωχοί και πλούσιοι την είχαν πάσα +ημέρα στα χείλη τους. + +Μια τέτοια ζωή άλλαξε σημαντικά το Δημητράκη. Η κόρη με τ' απλά +λόγια της, ξύπνησε μέσα του κάποια νέα σκέψη. Δεν έβλεπε τον κόσμο +όπως και πριν. Ούτε τον κόσμο, ούτε τους ανθρώπους. Αν τώρα +θυμότανε την υπόσχεση που έδινε στη μάννα του, κοκκίνιζε σαν +παπαρούνα. Η ξυππασιά που είχε για την καταγωγή του, έπεσε αποπάνω +του σαν αποφόρι. Στην αρχή μάλιστα ξαφνίστηκε για τούτο. Πίστεψε +πως ήταν θεόγυμνος. Ντράπηκε να παρουσιαστή έτσι στο χωριό. Μα τα +λόγια της Ελπίδας τον έντυσαν με την υπομονή και την +αυτοπεποίθηση. Μάλιστα ντράπηκε που ντράπηκε. «Κάλλιο γυμνός παρά +με ξένα ρούχα κι' ας είν' και του πατέρα μου» σκέφτηκε. Γυμνός +ως που να υφάνη με τα χέρια του καινούριο παννί. Έβλεπε ξάστερα +πως για να το υφάνη αυτό το παννί έπρεπε να καθίση σε άλλον +αργαλειό κι όχι σε κείνον που καθόταν ο αδερφός του. Εκείνος ήταν +παλιός. Αντίς για ντύμα έβγανε σάββανο. Δε μπορούσε όμως να κάμη +διαφορετικά. Τη θέση του ανυφαντή την είχε ο Αριστόδημος. +Περιωρίστηκε λοιπόν να συναναστρέφεται την κόρη και να προσπαθή, +μαζί με την κυρά Πανώρια, να την αναγνωρίση ο αδερφός του. Μα +εκείνος άγριος, σαν τσοπανόσκυλο άφριζε και γαύγυζε μόλις άκουε +τέτοια κουβέντα. Πολλές φορές ήρθαν στα χέρια. Μια δυο φορές +μάλιστα πήγανε να σφαγούν με τα μαχαίρια του τραπεζιού, αν δεν +τύχαινε η μάννα τους να τους χωρίση. + + — Το σπίτι μου είνε ναός και δε θ' αφήσω να το πατήση το +γουρνοτσάρουχο! επρόσθεσε τώρα, κυττάζοντας περήφανα τους σοφούς +συντρόφους του. + + — Μα μου φαίνεται πως το γουρνοτσάρουχο τόχτισε το σπίτι σας· +είπε ο Αλαμάνος αστόχαστα... Με συγχωρείτε· επρόσθεσε αμέσως για +να μη τον δυσαρεστήση· δε θέλω να συνέμπω στα οικιακά σας. Μα θα +τολμήσω να ειπώ πως ο αδερφός σας δεν έχει άδικο. Μπορεί να είνε +πρόστυχα τα ρούχα της Ελπίδας· μα κάτω από τα ρούχα τήρα τι γερό +και καλογραμμένο φαίνεται το σώμα της. Σε τέτοιο σώμα, βέβαια, +κατοικεί αθάνατη ψυχή. + + — Κυττάξτε, φεύγουν είπε ο Γκενεβέζος με θλίψη. + +Η Ελπίδα ήταν κατεβασμένη από τον ώμο του Δημητράκη και βάδιζε +μπροστά, κρατώντας ένα κλαρί ολανθισμένης λεμονιάς. Εβάδιζε +γελαστή και ζωηρή, σα να είχε κυριέψη τον κόσμο. Η καλοδέματη +κορμοστασιά της εφούμιζε το διάστημα, σαν τόνος απαραίτητος στη +ζωγραφιά. Τα δέντρα ζερβόδεξα, λες κ' ένοιωθαν μια μυστική πνοή να +τα δροσίζη, τίναζαν απάνω της τ' άνθια και τα φύλλα τους. Κάτου το +πράσινο χορτάρι με το χιονάτο χαμομήλι χάδευαν τ' αρμονικά ποδάρια +της. Γιατί το πάτημά τους ήταν τόσο καλόβουλο που τάκανε να +μοσκοβολούν. Έν' αηδόνι απόπερα έστελνε το παιγνιδιάρικο λάλημά +του, σαν εμβατήριο στην έξοδο θεϊκής συντροφιάς. Και βάδιζε η κόρη +μπροστά με το κλαρί της ανθισμένης λεμονιάς στο χέρι, γελαστή κι +ολόχαρη σα νύφη στα πιστρόφια της. Πίσω της πήγαινε ο Δημητράκης, +παραδομένος στ' όνειρο και στο έργο, σαν παλαιστής βέβαιος για τη +νίκη του. + + — Εξαίσια! εφώναξε ο Γκενεβέζος· στυλώνοντας πέρα τα μάτια του, +λες κ' έβλεπε καθρεφτισμένο εκεί το διάβα τους. + + — Τώρα μπορεί κανείς να συμπληρώση άσφαλτα τη μετόπη του +Παρθενώνα. Μου φαίνεται πως ένα κομμάτι από την πομπή των +Παναθηναίων πέρασε μπροστά μας· αργοψιθύρισε ο Περαχώρας. + + — Τι άχαρος που είνε τώρα ο κήπος! είπε με θλίψη του ο Αλαμάνος. +Πάω να την ιδώ από κοντά. Ερχόστε; + + — Βέβαια· είπαν οι σοφοί, πέρνοντες τα καπέλλα τους. Δεν ερχόστε +και σεις κ. Αριστόδημε ; Αρκετά εργασθήκαμε σήμερα. Πάμε να +πάρουμε λίγον αέρα; + + — Με συγχωρείτε, είπ' εκείνος, συντροφεύοντάς τους ως την πόρτα. +Θα μείνω να εργασθώ ακόμα. + +Δεν καλόκατσε στη δουλειά του κι ακούστηκαν έξω οι φωνές των δύο +νέων να τραγουδάν δυνατά : + + Εγώ γεννήθηκα για σε, γεννήθηκες για μένα, + Θαρθή καιρός ναδερφωθή η γλώσσα με την πέννα. + +Οι φωνές σαν λιανά λιανά κρούσταλλα έπεφταν και θρυμματίζονταν +στην πόρτα του γραφείου. Θρυμματίζονταν θαρρείς από θλίψη και +καϋμό που δεν τους άνοιγε. Μα ο Αριστόδημος έκαμε αηδίας και +δυσπιστίας μορφασμό. Αυτό μας έλειπε! Ας τον χαίρετε τώρα η +μαννούλα του. + +Πήγε βιαστικά και σφάλισε το παράθυρο του κήπου. Δεν ήθελε ν' +ακούη φωνές. Τα γέλοια τον δυσαρεστούσαν η χαρά τον επείραξε. +Πίστευε πως ο έξω κόσμος δεν κάνει άλλο παρά να ξελογιάζη τον +άνθρωπο. Όταν είχε ανοιχτά τα παράθυρά του, ωρμούσεν η ζωή απέξω +σαν Σατανάς κ' εσκόρπιζε το εγώ του μαζί με τη σκόνη του τραπεζού +πέρα δώθε. Και τότε ένοιωθε τον εαυτό του τιποτένιον, άδειον, όπως +ένα γυαλί που έχασε το μύρο του. Για τούτο σαν ήθελε να εργασθή +σφιχτοσφαλούσε τα παράθυρά του για να κρατήση αναγκαστικά την ψυχή +μέσα του. Μόλις όμως έκλεισε κ' ενώ ακόμα εμουρμούριζε για το +τραγούδι των νέων, έτριξε η πόρτα του διπλανού δωματίου κ' εφάνηκε +η μάννα του. Ψηλόκορμη κι απλά ντυμένη, με στάση και βάδισμα +περήφανο, θύμιζε τις παλιές αρχόντισσες ή της άτυχες βασίλισσες +των παραμυθιών. Όλα της έδειχναν πως κρατούσε από αρχοντόσπιτο και +πως ήταν παράμορφη στα νιάτα της. Έδειχναν όμως ακόμα πως πέρασε +πολλές συφορές κ' ήπιε πολλά φαρμάκια. + + — Πάλε θυμωμένος είσαι; ερώτησε συμπαθητικά το γιο της. + + — Όχι, μητέρα· δεν είμαι θυμωμένος· είπε ο Αριστόδημος, βιάζοντας +τον εαυτό του να χαμογελάση. Να, για το γιόκα σου έλεγα· δε μπορεί +να ησυχάση καθόλου. Όλο παιγνίδια και τρεχάματα. + + — Ε, παιδί είνε ακόμα· είπε η κυρά Πανώρια· θάρθ' η ώρα του να +κάτση να συλλογιστή κι αυτός. + + — Παιδί; τώρα πίσω — πίσω παιδί; Άντρας εικοσιδυό χρονών και θα +μου τον πης παιδί! + + — Όχι δα και συ εικοσιδυό χρονών! κοντεύεις να τον κάμης γέρο από +τώρα! Το σαραντάημερο θα κλείση τα είκοσι. + + — Ας είνε και είκοσι. Τώρα τα παιδιά στα δεκαπέντε παύουν να είνε +παιδιά· τρέφουν φαμελιές. Κι αυτός δεν ξέρει ακόμα τα τρία κακά +της Μοίρας του. + + — Όχι, μην το λες, είπε η γριά. Μην το λες, δεν ξέρει. Και πώς +σπέρνουν έμαθε και πώς φυτεύουν και πώς τρυγάνε και πώς θερίζουν, +ναι. Όλες τις δουλειές του κόσμου τις ξέρει. + + — Αυτά δε χρειάζονται· δεν είνε για τη θέση του. Να, εδώ είνε η +δουλειά του. Να πάρη να διαβάση, να φωτισθή· να μάθη πώς ήταν μια +φορά οι δικοί μας. + + — Καλήτερα, λέω, να μάθη πώς είμαστε σήμερα. Τι θα βγη με τα +περασμένα; Αν έκαν' έτσι ο πατέρας σου, δε θα είχαμε σήμερα τούτη +την τρυπούλα. Κ' έπειτα να σου ειπώ· επρόσθεσε μαλακώτερα· καλά +είσαι συ στα βιβλία. Ας το το παιδί να πάρη το δρόμο του. Δε +μπορεί να γίνουμε όλοι σοφοί! + + — Καλά, μητέρα, καλά· είπε ο Αριστόδημος, σηκώνοντας μ' αδιαφορία +τους ώμους του· ας γίνη ό,τι θες. Κάμε τον ζευγά, κάμε τον βαλμά, +κάμε τον τσαγκάρη ακόμα. Ώμορφο πράμα, αλήθεια, ένας Ευμορφόπουλος +να μπαλώνη παπούτσια. + +Η κυρά Πανώρια εσούφρωσε αυστηρά τα φρύδια της και τον κύτταξε +κατάματα. Το χασκόγελό του της φαινόταν ανυπόφορο. + + — Κ' ένας καλός μπαλωματής, παιδί μου, είπε αργά και σοβαρά, +μπορεί να τιμήση τ' όνομά του όπως κ' ένας σοφός. Ατιμία δεν είνε +η ταπεινή τέχνη· είνε να μην ξέρης να δουλέψης την τέχνη σου... +Μα τι τα θες αυτά; επρόσθεσε με δυσάρεστο μορφασμό. Εσύ τώρα είσαι +στο πόδι του πατέρα σου κι ό,τι θέλεις θα γένη. Εγώ άλλη κουβέντα +ήρθα να σου κάμω κι αλλού πέσαμε. + + — Λέγε, μητέρα· σ' ακούω. Μα στην ψυχή του πατέρα μου σ' ορκίζω +πρώτα. Μη μου ειπής για κείνον τον τιποτένιο το Θεομίσητο. Ήρθε +πριν ο Δημητράκης και μου 'καμε το κεφάλι μου κουδούνι. Είπε — +είπε, κόντεψε να τον κάμη ήρωα το χοιροβοσκό· δε θέλω ν' ακούσω +άλλο. + + — Καλά· δε θα σου μιλήσω γι' αυτόν είπε υπομονητικά η γριά. Ήρθαν +οι κολλήγοι μας και θέλουν να μιλήσετε για τα χωράφια. Άλλες +χρονιές σαν τώρα τάχε μοιρασμένα ο γέρος και δούλευαν μέσα. Ο +Κουτρουμπής λέει πως πέσανε βροχές και θάχουμε καλά γεννήματα +εφέτο. + + — Ουφ! κ' εκείνος· είπε ο Αριστόδημος· δε θα μ' αφήση ήσυχο επί +τέλους! Τι με μέλλει εμένα για χωράφια και γεννήματα! Εγώ δε θέλω +να ξέρω άλλο από τα βιβλία μου. Τ' ακούς; Τίποτ' άλλο από τα +βιβλία μου!.. + +Η κυρά Πανώρια εκούνησε το κεφάλι απελπισμένα. Χωρίς να το θέλη, +άρχιζε κ' εκείνη ν' ανησυχή για το δρόμο που ακολουθούσε ο +πρωτότοκός της. Από την ημέρα που πέθανε ο γέρος καμιά προκοπή δεν +είδε στην υπόθεση τους. Μάλιστα στο χειρότερο πήγαινε. Ο +Αριστόδημος περιοριζόταν στα λόγια: θα κάμη τούτο, θα κάμη εκείνο. +Στις βρισές: τον αχρείο, το Χαγάνο· τον κακούργο· τον αιμοβόρο· +θα τον διώξη με τις κλωτσές· θα τον στείλη πίσω στην Κόκκινη +Μηλιά· θα του πιη το αίμα! Μα να δουλέψη για το σκοπό του, να +ιδρώση, να ετοιμαστή, τίποτα. Η κυρά Πανώρια σηκώθηκε να φύγη. + + — Στάσου, μητέρα· γιατί φεύγεις; τη ρώτησε ανήσυχος. + + — Τι να κάμω, παιδί μου· αποκρίθηκε μελαγχολικά εκείνη. Εγώ ήρθα +να σου μιλήσω για τη δουλειά μας και συ μου λες για βιβλία. Δε σε +μέλλει, λες, για τα χωράφια. Καλά το λοιπόν ας τα χέρσα! Μη θαν τα +πάρω μαζί μου; δικά σας είνε. Μα θλίβουμε που ίδρωσε ο μακαρίτης +να τα βγάλη από του λύκου το στόμα, και να τα ημερέψη. Τώρα θα +πέσουνε πάλε στη χερσάδα. Αντί ν' ανοίξουμε κι άλλα, θα χάσουμε κ' +εκείνα.... + +Δυο δάκρυα έτρεμαν στα μάτια της κυρά Πανώριας. Ο Αριστόδημος είδε +την κακή εντύπωση που έκαμαν τα λόγια του κ' ηθέλησε να τα +μετριάση. + + — Καλέ, μητέρα, μην κάνεις έτσι. Δεν είπα εγώ να τ' αφήσουμε +χέρσα. Θαν τα δουλέψουμε. Τον ίδιο σκοπό έχω κ' εγώ· τις ίδιες +ελπίδες. Μη δεν είμαι παιδί του πατέρα μου; Θαν τα δουλέψουμε τα +χωράφια· μα θαν τα δουλέψουμε αλλοιώς. Άλλος καιρός τότε άλλος +τώρα. Για τούτο κ' εγώ θα πάρω άλλο δρόμο. Δε θαν τα οργώσω τα +χωράφια εφέτος· θαν τα σκάψω. + + — Θα φυτέψης αμπέλι; τον έκοψε η κυρά Πανώρια. + + — Όχι· θα ξερριζώσω κ' εκείνο το λίγο. Τον κήπο, το περβόλι, τα +χωράφια, όλα θα βάλω ναν τα σκάψουν. + + — Τι λες, παιδί μου! + + — Μη φοβάσαι, μητέρα, και μη λυπάσαι. Μην κάνεις κ' εσύ σαν τους +ανίδεους και σαν τον αδερφό μου. Τ' αγαθά τα δικά μας δεν είν' +απάν' από τη γη — ξέρε το· είνε μέσα της. Τα φύλαξε καιρούς και +χρόνους για να τα βρούμε μεις. Και τι χαρά, μητέρα· τι δόξα μας +άμα βγούνε πάλε στου ήλιου το φως! Οι ξένοι τόσο θα θαμπωθούν, που +μόνοι τους θα μας δώσουν την πατρογονική κληρονομιά μας.... + + — Ω! δυστυχία μας! έβγαλε δυνατή φωνή η κυρά Πανώρια. + +Και πιάνοντας το κεφάλι με τα δυο της χέρια, έτρεξε στην πόρτα, +βγήκε από το δωμάτιο, κράζοντας με όλη της τη δύναμη, σα να +ζητούσε βοήθεια· + + — Δημητράκη, Δημητράκη! χαθήκαμε! + + + +Γ' + + + +Ο Άλταης ο Χαγάνος ξύπνησε τ' απομεσήμερο με πολλή κακή διάθεση. +Θα ειπής και τις άλλες μέρες δεν ήταν καλήτερα. Από την ώρα που το +δολοφόνο ψαλίδι άνοιξε τις φλέβες του θείου του και οι παλαβές +πράξες του αδερφού του τον έβαλαν κορώνα στη γενιά του, γλυκειά +στιγμή δε γνώρισε ως σήμερα. Η ζηλεμένη του θέση έγινε βάσανό του. +Τις αμαρτίες των προγόνων του τις σύναζε, λες, η τύχη στο σακκούλι +της και τώρα τις έρριχνε σα μυλόπετρες στο κεφάλι του. Δεν ήταν +μέρα χωρίς συφορά και νύχτα χωρίς εφιάλτη. Μα σαν τόνειρο το +σημερινό να πάη και να μην έρθη. Είδε, λέει, τον εαυτό του στη +θέση του προπάππου του, του Οσμάν. Είχε τα νιάτα και την +κορμοστασιά του, την αδάμαστη τόλμη και το πλατύ όνειρό του. Κ' +ήταν ερωτεμένος, δυνατά ερωτεμένος με τη γλυκεία τη Μαλχατούν. +Κοιμώτανε πλάι στον Εδεβαλή, τον πατέρα της ποθητής του. Άξαφνα +βλέπει το φεγγάρι να βγαίνη σα δρεπάνι ολοκαίνουργο από τα στήθια +του Σέχη και να χώνεται μ' ορμή στα δικά του. Ο πόθος του +δροσίστηκε πάραυτα. Και μ' εκείνη τη δροσιά ένα δέντρο εφύτρωσε. +Έβγαλε φύλλα, έβγαλε κλαδιά και παρακλάδια, σκέπασε σαν ουρανός +κάμπους και θάλασσες, χώρες και χωριά, βουνά και ποτάμια. Λαοί +διάφοροι στα ήθη και στη γλώσσα ισκιάζονταν από κάτω του, σαν +φοβισμένα πρόβατα στο λιόκαυτο δειλινό. Ο Χαγάνος χαιρότανε διπλή +χαρά. Είχε στην αγκαλιά του την κόρη, είχε και τη δόξα της γενιάς +του ασφαλισμένη. Δεν εβάσταξε όμως και πολύ η χαρά του. Ένας +σίφουνας εφύσηξε ξαφνικά κ' έδειρε το θεώρατο δέντρο απ' όλες τις +μεριές. Ένα με τ' άλλο τσακίζονταν τα κλωνιά του· ένα με τ' άλλο +έπεφταν μαραμμένα τα φύλλα του κι ο ίδιος ο κορμός του κόντευε να +ξερριζωθή. Σήκωσε τα χέρια ψηλά για να τον κρατήση. Μα την ίδια +στιγμή πρόβαλε από κάπου ένας χοντροκαμωμένος χωριάτης, με φοβερό +πριόνι στο χέρι του. Τον χαιρέτησε χαμογελώντας κι άρχισε να +πριονίζη έρριζα το δέντρο. Πριόνιζε δυνατά, γοργά κι ακούραστα. +Πριόνιζε και χωράτευε, πριόνιζε και χασκογελούσε, πριόνιζε και +τραγούδαε βάρβαρα μα νικητήρια τραγούδια. Ο Χαγάνος πονούσε· +μάτωναν τα φυλλοκάρδια του, κρύος ίδρωτας έλουζε το κορμί του. +Θέλησε να τιναχτή ολόρθος και να χυθή απάνω στο χωριάτη για να του +στρήψη το καρύδι. Μα δεν είχε δύναμη. Τα νιάτα, η κορμοστασιά κ' η +δυνατή ψυχή του προπάππου του πέσανε χόβολη. Ήταν ατός του +σαραβαλιασμένος κι ανήμπορος. Κ' έτσι όμως κατώρθωσε να σηκωθη κ' +ετοιμάστηκε να τιμωρήση τον αδικητή του. Μα την ίδια στιγμή χύμησε +μιαν αρκούδα στη μέση. Γούρλωσε τα μάτια της, άνοιξε το +αιματοστάλαχτο στόμα της κ' έβγαλε τρανταχτό ούρλιασμα. + +Από κείνο το ούρλιασμα ξύπνησε ο Χαγάνος χλωμός και παγωμένος. Ώρα +πέρασε και δε μπορεί να συνέρθη ακόμα. Ξέρει καλά πως τ' όνειρο +δεν είνε πολύ μακρυά απ' την αλήθεια. Τα πράματα της γενιάς του +πάνε και πάνε απ' το κακό στο χειρότερο. Εδώ κ' ένα μήνα σκοτώθηκε +ο πρωτότοκός του απάνω στο φαγοπότι. Τ' άλλα του παιδιά +σερνικοθήλυκα, βγήκαν του σκοινιού και του παλουκιού. Δεν ήταν και +λίγα· κάπου δεκαφτά. Κανένα όμως δεν άξιζε. Χαροκόποι, σπάταλοι, +μεθυστάδες, αφιλότιμοι τα σερνικά. Διαστρεμμένα, ερωτάρικα, +ξετσίπωτα τα κορίτσα. Το αίμα το παλιό που μιαν εποχή έσπρωχνε στη +νίκη και στη δόξα τα σιδερένια σώματα, με τον καιρό κατάντησε να +τα ρίχνη στην καταστροφή. Έτσι και το δυνατό κρασί άλλους μεθά κι +αποκαρώνει κι άλλων ξυπνά τους πόθους και τη δράση. Η δύναμή τους +κατάντησε αρρώστια τους. + +Αφού τα παιδιά του βγήκαν τόσο κακά, ήταν φυσικό τα οικονομικά του +να πηγαίνουν χειρότερα. Εκεί που έναν καιρό άνθιζε και +καρποβολούσε το απέραντο μετόχι του Ευμορφόπουλου, σήμερα δεν +απλώνεται παρά μια Σαχάρα. Η γη χρόνον το χρόνο γκαστρώνεται κι +απορρίχνει, απορρίχνει και γκαστρώνεται· δε βγάζει πια στο φως +παρά ζιζάνια. Έλειψε πάει ο ερωτόθυμος γαμπρός που θ' αναδείξη +τροφαντά μ' ένα σφιχταγκάλιασμα τα σπλάχνα της. Ούτε ζευγάς, ούτε +βουκόλος, ούτε αμπελουργός φαίνεται πουθενά. Τα δάση κάηκαν είτε +ξεράθηκαν. Τα ποτάμια γίνηκαν νεροσυρμές και τα ρυάκια στράτες. +Αγρίεψαν τα ήμερα δέντρα και οι καρποί τους γίνηκαν στυφοί και +λιγοστοί. Τ' αμπέλια κατάντησαν αδιάβατα· ρίχνει το κλήμα πέρα +δώθε τις βέργες του με θυμό, σα να οχτρεύεται τον εαυτό του. Ούτε +κουδουνολάσι, ούτε φλογέρα λαλεί στα βοσκοτόπια· τρύγος — +τραγούδι όχι στ' αμπέλια· θεοί — νεράιδες ούτε στα νερά. Περνάς +τον κάμπο, σα να περνάς το θάλαμο νεκρού. Και κάτω στ' +αγριοχόρταρα, στις πατουλιές και στους βάλτους οχιές κι αστρίτες +βατεύονται, δεντρογαλιές γεννοβολούν, γήταυροι βογγούν, στοιχειά +μαλώνουν. Κ' είνε μια θλίψη και μια κατάρα ολούθε. + +Το σπίτι του Χαγάνου ήταν σε μιαν όμορφη ακροποταμιά. Τα χαλάσματα +που ξεχρέωσε ο Αντρέας ο Ευμορφόπουλος δεν ήταν παρά το πρώτο — +πρώτο σπίτι των προγόνων του. Αργότερα σαν η φαμελιά του δυνάμωσε +και βασίλεψαν πλατύτερα και πιο συνθετικά ιδανικά στο νου της, +πήγε κ' έχτισε στην ακροποταμιά. Τρία ποτάμια έσμιγαν εδώ τα νερά +τους. Έφερναν και τα τρία στους ευτυχισμένους κατοίκους της τα +πλούτη των παραμυθιών. Σαν πιστοί και καλόβουλοι δουλευτάδες, +μάλωναν και τα τρία ποιο να πρωτοθησαυρίση τον αφέντη του. +Κυλούσανε τροφή για το τραπέζι του, πολύτιμα πετράδια για το +ρουχισμό του, χρυσάφι και ασήμι για το νοικοκυριό· ξυλεία για τις +χρείες του. Μα με τον καιρό οκνέψανε κ' εκείνα. Βαρέθηκαν να +δουλεύουν άμυαλο και άδουλον αφέντη. Στράγγιξαν τα νερά τους, +στέρεψαν τα πλούτη τους. Οπωσδήποτε το σπίτι έγινε. Είπα σπίτι ενώ +μπορούσα να το ειπώ παλάτι. Τόσο είνε μεγάλο και πλατύ και +καλοχτισμένο! Κάθε Ευμορφόπουλος πριν και κάθε Χαγάνος κατόπιν, +επρόσθετε κ' ένα χτίριο για τις ανάγκες της φαμελιάς ή και για +ιδιοτροπία του. Κ' έκανε το χτίριο κατά το γούστο το δικό του και +της εποχής του. Για τούτο σμίγουνε και μπερδεύονται απάνω του όλα +τα σχέδια. Βλέπεις στοές αλλού κι άλλου κολώνες, τρίγλυφα, +μετόπες, αετώματα. Εδώ ρυθμό Δωρικό, Ιωνικό παρέκει, παραπέρα +μιξοβάρβαρο. Αγάλματα θεών, αντριάντες ηρώων, προτομές σοφών, +κάθονται βαρειά εμπρός στα σκαλοπάτια του παλατιού ή λάμπουν σαν +αχτίνες κάτου από τις πρασινάδες του κήπου. Όταν το πρωτόχτισαν οι +Ευμορφόπουλοι σύναξαν από το παλιό κάθε μαρμαρένιο και χρυσό και +προύτζινο στολίδι που ικανοποιούσε την καλαισθησία και την +ξυππασιά τους. Αργότερα που ήρθαν οι Χαγάνοι, επρόσθεσαν σ' εκείνα +τις αδυναμίες τις δικές τους. Σκόρπισαν ολούθε με ανοιχτή καρδιά +την πολυτέλεια, την επίδειξη, τα φανταχτερά και χτυπητά χρώματα. +Πήραν να ειπούμε μιαν απλή ελληνοπούλα και της φόρτωσαν τ' +ασημοχρύσαφα και τα γουναρικά μιανής ανατολίτισσας. Το +βαρυφορτωμένο κορμί ασχήμηνε βέβαια. Μα το καλογραμμένο πρόσωπο κ' +η χάρη της ψυχής +δείχνονται στη στάση και σε κάθε κίνημά της. Έτσι και κάτω από των +Χαγάνων τα στολίδια πετιέται ακόμα ίσα στην ψυχή, όπως το άρωμα +αόρατου λουλουδιού, η ασύγκριτη τέχνη της παλιάς οικοδομής! Αν +θέλτε κι ο καιρός που πέρασε — πολύς, πάρα πολύς ωιμένα! — κ' η +ερμιά που το καταδίκασαν, περνά απάνω του χωρίς να τ' ασχημίση. +Του δίνει μάλιστα κάποια μελαγχολική χάρη· το κάνει σεβαστό κι +αγαπημένο όπως το λιβάνι κ' η καταστροφή τα εικονίσματα. Καθένας +που διαβαίνει από κοντά του, δεν πιστεύει πως πλησιάζει σε σπίτι +παρά σε ναό. Και για τούτο σαν ακούση τ' άσεμνα ξεφωνητά, τα +πρόστυχα τραγούδια και τα κρασόβολα γέλοια, φεύγει γοργά και με +σταυροκοπήματα. Δε μπορεί να νοιώση πώς γίνεται σ' ένα πανώριο +σώμα να κατοική τόσο ξετσίπωτη ψυχή. Και όμως γίνεται, γέροντά +μου, γίνεται. Και θα γίνεται όσο βαστάει ο κόσμος.... + +Σ' αυτό λοιπόν το σπίτι βρίσκεται σήμερα ο Άλταης ο Χαγάνος και +βρίσκεται σε κακή διάθεση. Όχι σ' όλο το σπίτι παρά σ' ένα +δωμάτιο. Απόξω φαίνεται γερό· μέσα όμως είνε χάλασμα το +περισσότερο. Τα καλήτερα χωρίσματά του είνε ακατοίκητα. Μεγάλοι +ποντικοί αφεντεύουν ολούθε. Βαρβάτοι ποντικοί κι αράχνες μεγάλες +και υπομονητικά σαράκια στήσανε το λημέρι τους ανόχλητα. Οι +ανυφαντήδες δουλεύουν — δουλεύουνε αργά και ταπεινά, με τον κακό +σκοπό να πιάσουνε τη μύγα που θα περάση ανυποψίαστη. Ο σάρακας +τρυπάει — τρυπά το πατερό, με την αλύγιστη μυτίτσα του και δεν +έχει άλλη φροντίδα παρά την παλιοκοιλιά του. Οι ποντικοί σκάβουν — +σκάβουνε τα γέρικα θεμέλια, γεννοβολούν και σκάβουνε τους τοίχους, +χωρίς να σκεφτούν πως αύριο θα πέση απάνω τους το χτίριο. Κ' η +τροξαλίδα κρυμμένη κάπου, λαλεί το τραγούδι της νυχτόημερα, το +μονότονο τραγούδι της, τρι — τρι — τρι — τρι, στο χαλασμό και το +θάνατο χαιράμενη: — Φάτε — φάτε το ρημάδι, κουτοπόνηροι· σαν αύριο +χαθή πού θα πάτε να ζήστε· πού θα πάτε; — Σ' άλλο ρημάδι! σ'άλλο +ρημάδι!... + +Ίδια στο απέραντο χτήμα, ίδια στο πλατύχωρο παλάτι του ο Χαγάνος. +Περιορίστηκε και στα δυο σε μιαν άκρη, από στενοκεφαλιά κι από +κακογνωμιά της γενιάς του. Το καταλαβαίνει και το παραδέχεται +μόνος του. Μα τι ωφελεί; Τώρα ξαπλωμένος στο ταπητοστρωμένο +ντιβάνι του, ρουφά το ναργιλέ του, σα να ρουφά το αίμα των εχτρών +του. Έτσι δείχνει το μελαχροινό και στρίγγλικο πρόσωπό του. Μα το +πλατύ του μέτωπο το δέρνουν από μέσα χίλιοι μύριοι στοχασμοί· +Μαύρες σκέψες φωλιάζουν στο κρανίο του, σαν καρακάξες στην κουφάλα +του ξέρακα. Έχει και τούτος μεγάλη εντολή στον κόσμο. Ίσος είνε +στην τύχη με τον Αριστόδημο, αν και δεν είνε στη θέση του. Εκείνος +θέλει να πάρη το πατρικό του· τούτος να κρατήση το πατρικοδοσμένο. +Μα λίγο λίγο φεύγει από τα χέρια του. Και όμως θέλει και πρέπει να +το κρατήση. Είνε μεγάλο κατόρθωμα. Ένας πρόγονος του Ευμορφόπουλου +το είπε τόσο δυνατά και τόσο μεγαλόπρεπα σ' ένα του λόγο Επιτάφιο. +«Εκείνο που μας άφησαν οι παππούδες μας, είπε, δεν το χάσαμε παρά +το μεγαλώσαμε κι όλας». Τι ευτυχισμένοι άνθρωποι αληθινά! Εκείνος +που είνε σε θέση να το ειπή κ' εκείνοι που μπορούνε να τ' +ακούσουνε χωρίς απιστιά. Τι δε θάδινε να μπορούσε να το ειπή και +τούτος! Τα πλούτη του, τη θέση του, τη ζωή του, την ψυχή που θα +παραδώση στο Γιαραμπή. Όλα τα δίνει· μα δεν ωφελούν τίποτα. Πάει +τ' ασλάνι πώδενε μια φορά με την ουρά του γη και θάλασσα. Τώρα +ημέρεψε και δεν το ψηφά κανείς. Χίλιοι το πολεμούν μύριοι το +μάχονται. Κρυφά και φανερά το πολεμούν. Με ξύλα, με λιθάρια, με +σπαθιά και με βρόχια. Το σπρώχνουν αποδώ, αποκεί το πληγώνουν. +Είνε ξένο στο χωριό· ξένο στη ζωή και στο ξεφάντωμα. Φεύγα! του +φωνάζουν κ' οι πέτρες. + + — Όχι· δε φεύγω! βρυχήθηκε άξαφνα ο Χαγάνος. + +Έρριξε πέρα το μαρκούτσι και πήδησε ολόρθος· τον έπνιξε το δίκιο +κ' η αδυναμία του. Άρχισε βιαστικά να δρασκελάη απ' άκρη σ' άκρη +το δωμάτιο. Πάταε κ' έτριζε το πάτωμα, βούλιαζαν τα σανίδια. +Τούρχεται σαν τρέλλα. Το στήθος του βαραίνει και του δυσκολεύει +τον ανασασμό. Πλησίασε σ' ένα παράθυρο, τ' άνοιξε κ' έρριξε τις +ματιές του έξω, στο δικό του και στα γειτονικά χτήματα. + + — Τι κάνει εκεί κάτω αυτός ο παλαβός! εμουρμούρισε άξαφνα. + +Χαμόγελο λυπητερό φάνηκε στα χείλη του, σα να ξέχασε τη στενοχώρια +του. Ακκούμπησε στο παράθυρο και προσηλώθηκε όξω. Κύτταξε αντίκρυ +του το μικρούτσικο μετόχι του Ευμορφόπουλου. Δεν ήταν βέβαια ποτέ +καλοδουλεμένο και πλούσιο σ' αποδοσίδια. Η γη του δώσε — δώσε τον +παλιόν καιρό, φαινόταν κουρασμένη. Οπωσδήποτε στην ορμητική θέληση +του Αντρέα του Ευμορφόπουλου άρχισε πάλε να υπόσχεται πολλά. Τα +φύτρα και τα φύλλα έδειχναν νέα ζωή. Μα τώρα φαινόταν κουρνιαχτός. +Πολλοί αργάτες πηγαινορχόνταν εκεί μέσα. Άλλοι με αξίνες, άλλοι με +τσεκούρια, με δρεπάνια, με λοστούς, με δυναμίτη. Θέριζαν τα +γεννήματα, ξερρίζωναν τα δεντρικά, χάλαγαν τους ποτισώνες· +άνοιγαν χαντάκια και κοσκίνιζαν χώματα. Όπου ριζιμιά πέτρα +φουρνέλο· όπου χτίριο γκρέμισμα. Ένα μίσος άσπονδο έφερνε γύρω το +χτήμα, ξεχώνιαζε τη γη κι αφάνιζε τα βλαστάρια της. + + — Τι οργή θεού! είπε ο Χαγάνος μ' απορία. Μην είν' ο Θεομίσητος +κι άρχισε πάλε τα συνηθισμένα του. + +Ήξερε την αμάχη που χώριζε παλαιούθε τους Θεομίσητους με τους +Μορφόπουλους. Πριν ακόμα καταιβούν οι δικοί του σε τούτα τα +χώματα, οι Θεομίσητοι σαν όρνια λιμασμένα είχαν αφανίσει τον τόπο. +Μεγάλη τους ήταν η απονιά και μεγαλείτερη η αχορταγιά τους. +Έκαιγαν για να κάψουν, σκότωναν για να σκοτώσουν κι απάνω στη +στάχτη της πυρκαγιάς και στα θύματα του φονικού, χόρευαν +τραγουδώντας μαγικούς σκοπούς σαν δαιμόνια. Αλήθεια ήρθε καιρός +που πλήρωσαν την απονιά τους από τα χέρια των Ευμορφόπουλων. Όχι +όμως όσο τους έπρεπε. Οι πάπποι του Αριστόδημου εφάνηκαν πολλές +φορές παλληκάρια· μα δεν είχαν φυσικό τους και την εκδίκηση. Οι +Θεομίσητοι λούφαξαν από τότε· δεν ξέχασαν όμως τις κακίες τους. +Μέσα στην ψυχή τους ήταν άσβυστα ζωγραφισμένη η έρμη κι ασβολωμένη +πατρίδα τους· και για να ευχαριστηθούν έπρεπε να κάμουν +απαράλλαχτο μ' εκείνη τον κόσμο. + +Ο Χαγάνος χτύπησε τα παλαμάκια δυνατά. Δεν τους αγαπούσε τους +Ευμορφόπουλους· τους μισούσε μάλιστα. Τον λύπησε όμως το θέαμα. +Τέτοιος ήταν από φυσικό του ο Χαγάνος. Τη ζωή του άνθρωπου δεν την +είχε για τίποτα. Χάλαε και χάλαε καθημερνά και ποτέ δε μετάνοιωνε. +Μα η καταστροφή μιας φυτιάς τον έρριχνε σε μελαγχολία. Είναι +αλήθεια πως ο ίδιος έκαψε κι αφάνησε λόγγους και δάση από την ώρα +που τον έστειλε η Μοίρα, κακή πληγή, στους Ευμορφόπουλους. Δεν το +έκανε όμως χωρίς ανάγκη. Το έκανε για να πολεμήση τον άνθρωπο. Τη +ζωή, την αληθινή και άδολη ζωή, την εύρισκε, θαρρείς, μόνο στη +φύση και ποτέ στον άνθρωπο. Κ' εκεί τη σεβότανε. Ποιος ξέρει αν +είχε άδικο ; Λυπότανε τώρα τα στάχυα που θερίζονταν άπλερα, τα +δέντρα που πέθαιναν απάνω στο θυμό τους, τα πωρικά που κόβονταν +πριν ωριμάσουν. Πονούσε καθετί που είχε ζωή και σκοπό και χανότανε +άσκοπα μ' ένα χτύπημα της αξίνας. Κ' ηθέλησε να στείλη γρήγορα +στον Αριστόδημο, μήπως προφτάση και μποδίση την καταστροφή. + +Ο δούλος στεκότανε πίσω από τον αφέντη του, έτοιμος να +γκρεμοτσακίση και να γκρεμοτσακιστή στην προσταγή του. + + — Φέρε μου πρώτα το κιάλι· είπε ο Χαγάνος χωρίς να τον ιδή. + +Είπε — ξείπε ήρθε το κιάλι στο χέρι του. Το άρμοσε στα μάτια, +κύτταξε καλά ζερβόδεξα· το κατέβασε. Θυμός ήταν ζωγραφισμένος στο +πρόσωπό του. + + — Τον έφαγαν οι καλαμαράδες! είπε συλλογισμένος. + +Είχε ιδεί τον Αριστόδημο, ίδιο τον Αριστόδημο να παραστέκη και να +προστάζη όλη εκείνη την αργατειά. Φορούσε μια πλατύγυρη ψάθα στο +κεφάλι και χρωματιστά ματογυάλια στη μύτη του. Ήταν ακούρευτος κι +αχτένιστος· φορούσε πρόστυχα και μισοτριμμένα ρούχα κ' ένα +πουκάμισο αλατζένιο, μαύρο από τον ίδρωτα και τη σκόνη. Κοντά του +είδε τους σοφούς· τον Αλαμάνο, το Γκενεβέζο και τον Περαχώρα. Τους +γνώρισε αμέσως γιατί πολλές φορές επήγαν να ζητήσουν κι απ' αυτόν +παλιά χερόγραφα και βιβλία. Είχαν κ' οι δικοί του πρόγονοι τέτοια. +Βέβαια δεν ήταν όμοια με τα βιβλία του Ευμορφόπουλου· σοφία δε +μοίραζαν. Μα είχαν τη γλύκα τη μελένια και τον ολόθερμο χυμό και +το βαρύ άρωμα που τους έδωκε ο φοβερός ήλιος κ' η αναμμένη +αμμουδιά της πατρίδας τους. Γιατί εσπάρθηκαν στην έρημο, εκεί +γεννήθηκαν κι ανατράφηκαν εκεί, μέσα στα καραβάνια των +προσκυνητάδων, στους κοφτερούς δρόμους της Μέκκας και της Μεδινάς, +ανάμεσα στης καμήλας τον πίννο και στα βελάσματα των κοπαδιών. +Έπειτα ταξείδεψαν με τους πολεμιστάδες καταδώθε· μα δεν έχασαν +διόλου από τη φωτιά και τη γλύκα τους, όπως οι σπόροι που +μετατοπίζουν τα πουλάκια δε χάνουνε το είδος τους. Οι Χαγάνοι όμως +δε σκέφτηκαν ποτέ να κερδίσουν από κείνα. Τα φύλαξαν για τα +τραπέζια τους, για τους έρωτες τους και για τις λύπες τους. Όταν +ερχόταν κίντυνος, άπλωναν ίσα στο σπαθί τους. Για τούτο ο Χαγάνος +έδειξε στους σοφούς την πόρτα. Τώρα τους έβλεπε να παραστέκουν και +να κεντούν με λόγια και ξεφωνητά την προθυμία του Αριστόδημου. Ο +ίδρωτας έλουζε το στεγνό πρόσωπό του· ο ήλιος έψενε και ξενεύριζε +το αρρωστιάρικο σώμα του. Μα εκείνος εξακολουθούσε να τρέχη εδώ κ' +εκεί, να φωνάζη τους αργάτες, να ψαχουλεύη τα χώματα. Καμιά +συγκίνηση δεν έδειχνε για τη ζωή που ξεψυχούσε γύρω του. Όταν όμως +ηύρεσκε κανένα λιθαράκι, έφεγγε από χαρά. Τόπιανε απαλά και +τρυφερά, το πάστρευε από τα χώματα, τώδειχνε στους σοφούς. Εκείνοι +το καλοκύτταζαν, έδειχναν θαυμασμό, χαρά, έκπληξη. Φαίνονταν πως +του λέγανε πολύ κολακευτικά λόγια. Τούτος φούσκωνε από περηφάνεια +και με παιδιάτικη σαστιμάρα έρριχνε το ηύρεμα στον κόρφο του. Ένα +προς ένα τα είδε ο Χαγάνος. + + — Πάρ' το· είπε, γυρίζοντας το κιάλι στο δούλο του. + +Ο δούλος πήρε το κιάλι, προσκύνησε και γύρισε να φύγη. + + — Στάσου· τον διάταξε με κίνημα του χεριού. Ξέρεις να μου ειπής +τι γίνεται στο χτήμα του Μορφόπουλου; + + — Ξέρω· αποκρίθηκε ο δούλος, φέρνοντας το χέρι στο μέτωπό του. + + — Λέγε. + + — Ανασκαφές, αφέντη· κάνει ανασκαφές. Είνε μια βδομάδα τώρα που +δεν άφηκε φύτρο εκεί μέσα. + + — Γιατί; + + — Γυρεύει, λέει, τα χτίρια των παππούδων του. Ξώδεψε ό,τι παρά +είχε· πούλησε την περσινή σοδειά· δανείστηκε κι άλλα με τόκο από +τον Κουρδουκέφαλο, το γείτονά μας. Και τα ρίχνει όλα κει μέσα. +Άκουσα μάλιστα προχτές τον Κουρδουκέφαλο πώκλαιγε τα χρήματά του! +«Μωρ' α δεν του πουλήσω σ' ένα μήνα το χτήμα, να τον έχω αντίδικο! +έλεγε. + + — Μπρε! έκαμε ο Χαγάνος, με φανερή συγκίνηση. + + — Το τι έγινε σήμερα το μεσημέρι εκεί κάτω δε μολογιέται, αφέντη· +εξακολούθησε ο δούλος. Το είδα και με πήρανε τα δάκρυα. — Και +ξέρεις, αφέντη, πως δεν είμαι από κείνους που δακρύζουν εύκολα. Μα +κι' η αφεντιά σου να ήταν εκεί, το ίδιο θάκανε. + + — Εγώ; ποτέ! είπε ο Χαγάνος σουφρώνοντας τα φρύδια. Μα τι έγινε; + + — Θυμάσαι το μεγάλο δέντρο που ήταν δίπλα στο καλυβάκι του γέρου; + + — Τον πλάτανο λες; + + — Ναι· τον πλάτανο, που δεν έφταναν να τον αγκαλιάσουν οχτώ +ανθρώποι. Θέλησε να τον ξερριζώση κι εκείνον. Η μάννα του κι ο +αδερφός του τώλεγαν «μη!». Η κυρά Πανώρια τον παρακαλούσε με +δάκρυα στα μάτια. — Τι σου κάνει; τώλεγε· τι σου κάνει; λυπήσου +τον. — Όχι! εκείνος· ποιος ξέρει τι θησαυρούς κρύβει στις ρίζες +του. Όχι τον πλάτανο μα και το σπίτι αν χρειαστή θα το γκρεμίσω κι +εκείνο· έλεγε. + + — Ας τονε, μωρέ παιδί μου, νάχης την ευκή του Θεού· παρακαλούσε η +γριά. Μας ρίχνει τον ίσκιο του το καλοκαίρι· μας χαρίζει δροσιά. +Εγώ στον ίσκιο του κάνω όλες μου τις δουλειές. — Ας τονε, τώλεγε +κι' ο αδερφός του· έχει και τούτος την ιστορία του· εδώ +αναπαύτηκαν οι παππούδες μας σα γύριζαν απ' τη δουλειά του +Χαγάνου· στα κλαριά του κρεμάστηκαν πολλοί δικοί μας· άλλοι τον +πότισαν με το αίμα τους, άλλοι τον έθρεψαν με τα δάκρυά τους. Είνε +και τούτος σεβαστός όπως είνε και τα λιθάρια σου». Τίποτα εκείνος· +δεν έβλεπε τα δάκρυα της μάννας του, δεν άκουε τα λόγια τ' αδερφού +του παρά κύτταζε κατάματα τους σοφούς. Εκείνοι στέκονταν αμίλητοι +παρέκει και του έγνεφαν : χάλα! Και σαν είδε πως κανένας από τους +αργάτες δε σήκωνε χέρι, άρπαξε το τσεκούρι και ρίχτηκε λυσσασμένος +στον πλάτανο. Γκαπ! γκοπ! γκουπ! το τσεκούρι. Μα ο πλάτανος +βαστούσε γερά. Τότε πλησιάζει ένας από τους σοφούς, και του λέει +σιγά· — Δε θα καταφέρης τίποτα με το τσεκούρι· ο πλάτανος θέλει +δυναμίτη. Αμ' έπος αμ' έργον ο Αριστόδημος. Άρπαξε ένα μασσούρι +δυναμίτη, τόρριξε στην κουφάλα του και τ' άναψε. Μάννα μου! τι +κακό ήταν εκείνο! Ο γεροπλάτανος έβγαλε ένα βογγητό που πάγωσε το +αίμα μου. Έπειτα έγειρε κ' έπεσε κατά γης μ' ένα βροντομάχημα, σα +να γκρεμίστηκε βουνό. Την ίδια στιγμή είδα την κυρά Πανώρια, άσπρη +σαν το χαρτί. Είπα πως θα πάη κι εκείνη με το γέρο πλάτανο. Μα +βάσταξε. — Καταραμένε! φώναξε μ' όλη της την ψυχή στο γιο της· εσύ +δεν είσαι άνθρωπος· είσαι θεριό! Κι ο Χαγάνος δε θα μας τόκανε +τέτοιο κακό! . . . Και μαζί με το Δημητράκη φύγανε από το χτήμα· +φύγανε κι από το σπίτι τους. Δε θέλουν να τον ξέρουνε τον +Αριστόδημο. + +Ο Χαγάνος άκουσε προσεχτικά τα λόγια του δούλου του. Έπειτα έβαλε +τα γέλοια. + + — Δεν είνε για ζωή κι αυτός· εσυμπέρανε, δεν είνε για ζωή. Κρίμα +στον πατέρα του· μα ένας ήταν κι αυτός. Οι άλλοι ξέπεσμα, ξέπεσμα! +δε θέλει λύπηση ... + + — Δε θέλει λύπηση το ξέρω, αφέντη· όπως στρώσει κανείς έτσι θα +κοιμηθή· είπε ο δούλος. Μα να βλέπω άλλους χειρότερούς του και να +προδεύουνε, δεν το χωνεύω. + + — Ποιοι προδεύουνε ; ξαφνίστηκε ο Χαγάνος, αγριοκυττάζοντας το +δούλο του. + + — Να οι άλλοι, αφέντη. Ο Πέτρος ο Θεομίσητος, ο Μήτρος ο Γλάμης, +ο Βασίλης ο Ζάρακας. Τι ήταν εκείνοι μπροστά στους Μορφόπουλους +τον καιρό που έκαμε καταδώθε ο παππούς σου; Καν τίποτα· τ' όνομά +τους καλά — καλά δεν ήξεραν. Πήρε ο παππούς τη γη τους με το +φύσημα. Τώρα με ξένη βοήθεια πήρανε πάλε το δικό τους· και +ριχτήκανε στη δουλειά με τα μούτρα. Να· αυτός ο Θεομίσητος κύτταξε +αφέντη πως δουλεύει. Περβόλι τόκαμε το μετόχι του. + +Ο Χαγάνος δεν πήρε, άρπαξε από τα χέρια του δούλου το κιάλι, το +άρμοσε στα μάτια του και κύτταξε για πολλή ώρα τριγύρω. Είχε δίκιο +ο δούλος του. Τα ξένα χτήματα έζωναν με πρασινάδα το δικό του· +πήγαιναν να το πνίξουν με το θρασομάνημά τους. Ψηλά του Βασίλη του +Ζάρακα το χτήμα, περιμαντρωμένο με αθάνατους τον τρόμαξε. Λόγχες +του φάνηκαν τ' αγκάθια τους· μυριάδες λόγχες, έτοιμες να +ξεκοιλιάσουν τον κακόβουλο διαβάτη. Κι από μέσα ψήλωναν και +θέριευαν οι φυτιές σαν αντρογυναίκες στην ώρα τους. Το ίδιο και +στου Μήτρου του Γλάμη. Αληθινά εκεί είδε και κάποια αταξία. Τα +πολλά δεντρικά ήταν αστόχαστα βαλμένα τόνα κοντά στο άλλο και +μάλωναν μεταξύ τους, τρώγονταν, θαρρείς, για τον αέρα και το φως. +Μα εκείνο που τούκαμε μεγαλήτερη εντύπωση ήταν το χτήμα του +Θεομίσητου. Τ' ήθελες και δεν είχε μέσα! Ήμερα δέντρα για καρπούς· +άγρια για ξύλα, για σανίδια, για πατερά. Χώρια τα όψιμα χωράφια· +χώρια τα πρώιμα. Και όλα στοχαστικά μοιρασμένα. Άλλα για σιτάρι, +άλλα γι' αραποσίτι, άλλα για βρόμη, για σήκαλη, για καπνό. Δέσες +καλοχτισμένες, για το νερό· αυλάκια και τράφοι για το στράγγισμα· +μαγγανοπήγαδα για πότισμα. Αλλού τα βοσκοτόπια με τα μαντριά· +αλλού τα βουκολιά με τα βόδια· αλλού τα βαλμαδιά με τ' άλογα. +Ασβεστοκάμινα στα ριζοβούνια· πριόνια στις χούνες· παραδώθε +πουλερικά. Και ψηλά στην ομάλια μια θάλασσα ροδόλευκη που έστελνε +μοσκοβολάδες στο παραθύρι του. Ο Χαγάνος εγνώρισε τη Ροδόπη και +τον πήρανε τα δάκρυα. Τι σκοτωμός που έγινε ώσο να το πάρουν αυτό +το βουνό! Μα τώρα φέγγει από τις τριανταφυλλιές! Μην είνε τάχα το +αίμα των δικών του και στολίζει ακόμα την έρημη πλαγιά; + + — Διαολεμένος άνθρωπος, αλήθεια· εψιθύρισε αναστενάζοντας. + + — Δε φαντάζεσαι, αφέντη! Άμα βάλη κατιντί στο νου του δε μπορεί +τίποτα να τον μποδίση. Από λόγια δεν ξέρει. Συζήτηση για τούτο και +για κείνο δε θέλει. Και τόνομα των παππούδων του ακόμα δεν το +πιάνει στο στόμα, παρά σαν είνε να τον συντρέξη στο σκοπό του. + + — Αλήθεια· εψιθύρισε ο Χαγάνος συλλογισμένος. + + — Θαρρείς πως σαν ήταν σπόρος στην κοιλιά της μάννας του, +εξακολούθησε φουρκισμένος ο δούλος, έκαμε το σχέδιό του και τώρα +που βγήκε στη ζωή, ρίχτηκε να το σαρκώση με τη δύναμη και το +πείσμα του ταύρου του. Δε λέει ποτέ : είνε δικό μου και δόστο μου· +παρά : είνε δικό μου και το παίρνω. Και μέσα στην ψυχή του +συμπληρώνει τη φράση του: και δικό μου να μην είνε θαν το πάρω. +Κακό σκυλί που να μην έχη κλήρα! είνε ίδιος στο κάμωμα όπως και +στο ξεκάμωμα..... Μπροστά έκανε μύτη το χτήμα. Όταν το παραχώρησε +στο Θεομίσητο, δε μπόρεσε να καταλάβη γιατί με τόση επιμονή +ζητούσανε τη μύτη εκείνη οι προστάτες του. Μα το νόμισε ασήμαντο +πράμα και την έδωκε. Αμέσως ο Πέτρος φύτεψε σε κείνη τη μύτη όλο +κυπαρίσσια. Κυπαρίσσια ψηλά και πυκνά σαν κάστρο. Όχι να περάση μα +ούτε να ιδή μπορούσε τώρα ο Χαγάνος. Έδωκε — πήρε με το κιάλι και +τέλος το πέταξε στα μούτρα του δούλου του. Ο θυμός έβραζε στα +στήθη του. Πίσω από τα κυπαρίσσια ο Θεομίσητος έκανε φοβερή +δουλειά. Ισοτράφισε τα σύνορα· φύτεψε αμπέλι, έσπειρε σιτάρι, +έχτισε λινό κ' επλακόστρωσε αλώνια σαν καλός νοικοκύρης. Σφήνα +εμπήκε κ' ήθελε να χωρίση στα δυο τ' αρχοντικό. Τι σφήνα ; +Μαχαιριά ήταν μέσα στο κορμί του. Έκατσε στο σοφά ο Χαγάνος, +έπιασε το κεφάλι με τα δυο του χέρια κ' έπεσε σε φοβερούς +στοχασμούς. Τέτοιο πράμα δεν το πάθανε ποτέ οι δικοί του· ούτε κι +ο ίδιος το περίμενε. Δεν ήταν τόλμη· ήταν ξαδιαντροπιά. Αποδώ +λοιπόν ερχόταν ο κίντυνος κι όχι από τους αρχαιολόγους! + + — Σύρε να μου φέρης το Θεομίσητο· επρόσταξε άγρια το δούλο του. + +Εκείνος προσκύνησε, σύναξε από χάμου το κιάλι και τα κομμάτια του +και χάθηκε. Ο Χαγάνος έμεινε κατάμονος απάνου στο σοφά, βράζοντας +από το κακό του Το άγριο αίμα των προγόνων του άναψε και του έπηζε +τη σκέψη και τη συνείδηση. Ήθελε να παιδέψη τον Πέτρο το +Θεομίσητο· και να τον παιδέψη αλύπητα. + +Ο Χαγάνος πήδησε από τη θέση του άξαφνα σα να πάτησε φίδι. +Αγνάντεψε τον ίδιον το δουλευτή. Γύριζε καταμόναχος μέσα στο +χτήμα. Στο ένα χέρι κρατούσε την αξίνα και στ' άλλο την ψαλίδα. +Έσκαφτε τη γη, καθάριζε τα δέντρα, εξερρίζωνε το γούλιερο, τις +τσουκνίδες, το λύκο στοχαστικά και γνωστικά. Ένας ήταν κ' έκανε +χίλια στην ώρα. Συχνά σήκωνε το κεφάλι του· μα δεν το σήκωνε παρά +για να κυττάξη απόπερα στο ξένο μετόχι. Τα μάτια του σαν ρούφουλας +κύτταζαν να καταπιούνε τον τόπο. + + — Μωρέ! φώναξε ο Χαγάνος, ανατριχιάζοντας από κείνο το κύτταγμα. + +Πίστεψε πως βρέθηκε πίσω, σε καιρούς που έμαθε από παιδί να τους +φοβάται. Ο Πέτρος ήταν εκείνος, ο φρόνιμος δουλευτής ή κανένας +φοβερός προπάππος του; Αληθινά κρατούσε στο χέρι τα ειρηνικά +ύπεργα ή το βρόχο που έρριχνε ο Λιβέρτης καβαλλάρης κ' έσερνε τον +εχτρό κατόπιν του ώστε ν' αφήση τα κρέατά του στ' αγκάθια; Κ' +εκείνα τα πουλιά που πετούσαν τώρα αποπάνου του, ήταν τάχα +καλιακούδες ή τα κοράκια που συντρόφευαν λιμασμένα τους προπάτορές +του στους κάμπους του Ευμορφόπουλου, ελπίζοντας άμετρη τροφή από +τ' ακούραστο χέρι τους ; + +Υποψιάστηκε· ήθελε να ιδή τι γίνεται στο δικό του μετόχι. Σκέφτηκε +να στείλη το δούλο μα δε βάσταγε. Ποιος ξέρει αν θα τούλεγε την +αλήθεια ο δούλος; Σηκώθηκε στα νύχια, άρμοσε καλά το κιάλι και +κύτταξε προσεχτικά. + +Θα τον βάλη στο φάλαγγα, θα τον καπνίση με άχερα, θα τον γδάρη με +στουρναρόπετρα· θα τον χτίση ζωντανό στη μάντρα του. Δεν έμεινε +απονιά που να μην ήρθε να χαροκοπήση την ψυχή του. Τα προγονικά +κειμήλια που κρέμονταν στους τοίχους, ήταν πολλά κι αξετίμωτα. +Ντυμένα στο χρυσάφι, βουτημένα στο αίμα, βαμμένα στον αθέρα της +δόξας μοιάζανε με δράκους τυλιγμένους στ' άλυτα μάγια του καιρού. +Ήταν άρματα κάθε λογής, φλάμπουρα κάθε τόπου, τούμπανα +στρατιωτικά, εικόνες πολεμικές, προσωπογραφίες κάθε στρατάρχη και +ήρωα· Τώρα σείστηκαν κ' έτριξαν στις θέσες τους, όπως των Ελλήνων +οι σκιές όταν ένοιωθαν θυσία στον τάφο τους. Στους κακότροπους +στοχασμούς του Χαγάνου αναγάλλιαζαν εκείνα γιατί εύρισκαν τον +εαυτό τους στην ψυχή του απόγονου. Αναγάλλιαζαν κ' ήθελαν να του +φωνάξουνε «κάμε το!». + + — Ναι, θαν το κάμω! εβρυχήθηκε ανασηκώνοντας το κορμί του, σαν +τον πάνθηρα που ετοιμάζεται να ριχτή στο θύμα του. + +Μα το λογικό ενίκησε πάραυτα την καρδιά του. Γύρισε κ' είδε με +μάτι παραπονιάρικο τα σωθέματα των τοίχων, σα να τους έλεγε: «Δε +φταίω γω αν δε σας κάνω το χατήρι». Δεν ήταν ίδιοι οι καιροί. Αν +τολμούσε τώρα να δείξη απονιά όχι στο Θεομίσητο μα και στο δούλο +του ακόμα, θα του ρίχνονταν όλοι και θα τον τελείωναν. Με άλλους +τρόπους έπρεπε να πολεμήση την αυθάδεια του φταίστη του. + + — Ήρθε· είπε ο δούλος από την πόρτα. + + — Ας έμπη! + +Ο δούλος σήκωσε το μεταξωτό παραπέτασμα και φάνηκε στην πόρτα ο +Θεομίσητος. Προσκύνησε από τη θέση του ταπεινά σαν +φτωχοκακόμοιρος. Έκαμε δυο βήματα μέσα· στάθηκε πάλε, +ξαναπροσκύνησε ταπεινότερα. Έπειτα σα να τον έσπρωξε κανείς ήρθε +γοργά, γονάτισε μπροστά στο σοφά και φίλησε το χέρι του Χαγάνου. +Εκείνος ορθοκάθισε αμίλητος και φοβερός. Όλη η περηφάνεια κ' η +ξυππασιά της φυλής του ζωγραφήθηκαν στο πρόσωπό του. Η ταπεινοσύνη +του Θεομίσητου του άρεσε πολύ. + + — Σήκω, Πέτρο· του είπε με χαμόγελο. Εκείνος σηκώθηκε· μα έμεινε +ορθός μπροστά του με το κεφάλι σκυμμένο. Ήθελε να δείξη πως δεν +τολμούσε να κυττάξη στα μάτια τον αφέντη του. + + — Έλα, Πέτρο· κάτσε! του είπε δείχνοντας θέση κοντά του. + +Εκείνος τίποτα. Ξαναπροσκύνησε μα δε σάλεψε από τη θέση του. Ο +Χαγάνος καταυχαριστημένος τον έπιασε από το χέρι και τον έβαλε +κάπως στανικά να καθίση. Έπειτα τον κύτταξε από τα πόδια ως το +κεφάλι με περιέργεια. Δεν τον είχε ιδή πολλές φορές από κοντά. Μα +κι όσες τον είδε ποτέ δεν τον πρόσεξε. Την περιφρόνηση που έτρεφαν +σ' αυτόν οι πρόγονοί του, την έτρεφε κ' εκείνος από παράδοση. Τώρα +όμως έβλεπε πως είχε άδικο. Ο Πέτρος δε φαινότανε και τόσο +αξιοκαταφρόνητος. Ήταν ένας χωριάτης άξιος και δυνατός. Είχε +μέτριο ανάστημα, χοντροπελεκημένο κορμί, στρογγυλό κεφάλι, +πλατειές πατούσες. Χοντρές και ξανθοκόκκινες οι παλάμες του, +έλεγες πως ήταν βουτημένες στο ριζάρι. Το πρόσωπό του στρωτό με +χείλη χοντρά και μύτη πλακουτσή θύμιζε πουρναρόρριζα. Τα μάτια του +σαν μικρά και κρύα τα σαλιγκάρια. Καθώς ήταν στα μάλλινα φορέματά +του έμοιαζε με σακκί παραγεμισμένο από σάρκες και κόκκαλα. Μα +έβγαινε από κείνο το σακκί κάποια ψυχή άπλαστη κι αράθυμη. Όσο τον +πρόσεχε ο Χαγάνος τόσο ανησυχούσε. Ο Θεομίσητος ήταν απαράλλαχτος +με το χωριάτη που είδε στ' όνειρό του. Μα τι περίεργο! Ανησυχούσε +όχι όμως και πολύ· του φαινόταν πως έβλεπε συγγενή του. Ήταν +έτοιμος να του σφίξη το χέρι, να τον αγκαλιάση σαν αδερφό. +Θυμήθηκε όμως την πράξη του και τον κυρίεψε ο θυμός. + + — Δε μου λες, ορέ Πέτρο· είπε κρατώντας τα λόγια στα δόντια του. +Τι σούρθε και πάτησες τον τόπο μου ; Με πήρες για πεθαμένον ορέ κ' +έτρεξες να με κληρονομήσης ; + + — Όχι, αφέντη μου· αποκρίθηκε ο Πέτρος με ξεψυχισμένη φωνή, +προσκυνώντας τον πάλε. Εγώ δεν πήγα να σου πατήσω τον τόπο. Δε μ' +έφτανε ο δικός μου και πέρασα να σπείρω λιγάκι, να χορτάσουν τα +παιδιά μου ψωμί. Ο αφέντης, είπα, έχει τόπο απέραντο· δε θα +φτωχύνη με μια λουριδίτσα. Έπειτα, αφέντη μ' και το χτήμα μου +δικός σου τόπος δεν είνε; Η καλωσύνη σου μου τόδωκε· μπορείς και +να το πάρης πίσω σα θελήσης. + + — Ναι, σα θελήσω, ορέ! είπε φουσκώνοντας ο Χαγάνος. Και θα σ' το +πάρω πίσω· να το ξέρης πως θα σ' το πάρω! Όχι· δε θα σας αφήσω να +μου σηκώσετε κεφάλι. Έτσι κ' εκείνος ο αλαφρόμυαλος ο αρχαιολόγος +μου σήκωσε κεφάλι τις προάλλες. Μα εγώ τούσπασα την κούτρα. Του +πήρα πίσω κ' εκείνο που είχε. Και δεν του τόδωκα παρά σα θέλησα +εγώ... Ίδια θα σ' το κάνω και σένα, ορέ, και ξέρε το. . . + + — Εγώ, αφέντη μ', δε σου σήκωσα κεφάλι. Μπορεί το μερμήγκι να τα +βάλη με το λιοντάρι; Εκείνος ναι· και καλά τούκαμες. Κ' έπρεπε να +μην του το δώκης πίσω · να το πάρης όλο· να τον ρίξης στο γιαλό, +να πάη να χαθή· να λείψη μια λέρ' από τον κόσμο!. .. Ψε! έφαγε τα +μούτρο του και γνώση δεν έβαλε· ακόμα φωνάζει για τα δίκια του. Μα +εγώ, ο δόλιος, δε μίλησα. Ό,τι μου δωκε η μεγαλόδωρη ψυχή σου το +πήρα κ' είπα και σπολλάτη. Μα δικό σου είνε πάλε· δικό σου το +χτήμα, δικό σου και το κεφάλι μου και τα παιδιά μου. .. + +Ήταν φοβερός στην υπόκρισή του ο Πέτρος ο Θεομίσητος. Ήταν ίδιος +στα λόγια όπως και στα έργα. Εκείνα που έλεγε για τον αντίπαλο τα +πίστευε και τα ποθούσε με όλη του την ψυχή. Οι Χαγάνοι — το είπαμε +— ετυράννισαν τη γενιά του Θεομίσητου όπως και τη γενιά του +Μορφόπουλου. Καταπάτησαν τον τόπο της, εσκόρπισαν τους ανθρώπους +της, αφάνισαν τ' αγαθά της. Μα εκείνη δεν εμίσησε τόσο τον τύραννό +της όσο το Μορφόπουλο. Εκείνος την προστάτεψε όσο μπόρεσε και δε +μπόρεσε, την ημέρωσε, της έδωκε θρησκεία και νόμους, εκιντύνεψε +πολλές φορές για χατήρι της· μα τίποτα. Για πληρωμή απόχτησε το +μίσος της. Ούτε οι τάφοι δεν ήταν ικανοί να στομώσουν την οργή +της. + +Για να φέρνετ' έτσι είχε, βέβαια, το σκοπό της. Του Χαγάνου η ζωή +φαινότανε λιγόημερη. Τα παιδιά του δεν ήταν ικανά για να κρατήσουν +την κληρονομιά. Θα έμενε φυσικά στον καλήτερο και το δυνατώτερο. +Καλήτερος ήταν ο Ευμορφόπουλος και το αναγνώριζε. Μα έλεγε πως +ήταν δυνατώτερος ο Πέτρος κ' ήθελε να παλαίψη στήθος με στήθος +μαζί του. Αν κατώρθωνε να τον ξετοπίση, το απέραντο χτήμα θα ήταν +όλο δικό του. Και για να τα καταφέρη δεν πισωδρομούσε στο τίποτα. +Ο Χαγάνος τα γνώριζε και δεν έδινε πίστη στα λόγια του. Μα δεν το +φανέρωνε. Του άρεσε να βλέπη να μακελλοκόβωνται μπροστά του κ' +έδινε μάλιστα συντρομή στον αδύνατο για ν' αδυνατίζη ο ισχυρός. +Ήξερε πως απ' αυτό κρεμότανε η δική του ζωή. + + — Καλά, είπε τώρα· καλά τα λόγια που λες μα δε δείχνουν το ίδιο +και τα καμώματά σου. Ο Μορφόπουλος ησύχασε τώρα και κυττάει τη +δουλειά του. Μα εσύ. .. + + — Τη δουλειά του ; τον έκοψε ο Πέτρος τάχα φουρκισμένος. Τη +δουλειά του κυττάει; Τι λες αφέντη! Δε ρίχνεις μια ματιά στο χτήμα +του να ιδής; + + — Το ξέρω· κάνει ανασκαφές. + + — Ανασκαφές! κάνει ανασκαφές! Και το λες τόσο ήσυχα! Δε ρωτάς +λοιπόν να μάθης γιατί τις κάνει τις ανασκαφές ; + + — Να ξεθάψη τα χτίρια των παππούδων του· τι μ' αυτό; + + — Και να θαμπώση τον κόσμο· επρόσθεσε βιαστικά ο χωριάτης. Να +δείξη μ' εκείνα το σόι του. Κ' έπειτα να ζητήση το δικό του. Οι +παλιοί του θέλησαν να διώξουν τους δικούς σου με τα κονίσματα. Όχι +στα χέρια τους, στο θαύμα βασίζονταν. Τούτος θέλει να σε διώξη με +τσ' αρχαιότητες! + + — Αμάν, Χριστιανοί μου, λυπηθήτε με. Να ποιοι ήταν οι +Ευμορφόπουλοι κ' εγώ το παιδί τους υποφέρω. Δεν έχω σπίτι να +καθίσω, δεν έχω χωράφι· μου τ' άρπαξε όλα ο Χαγάνος. Ο άγριος, ο +μοβόρος, ο φονιάς ο Χαγάνος! Κι αν τον ακούσουν οι Χριστιανοί, κι +αν τον λυπηθούνε κι αν τον συντρέξουνε, ποιος θα χάση; Εγώ; Όχι +βέβαια. + +Εκείνος τον άκουε με προσοχή κι όλο άναβε. Κάπως σωστά του +φαίνονταν τα επιχειρήματα του Θεομίσητου. Μήπως στον καιρό του +πατέρα του δεν έγινε το ίδιο; Έτσι γι αυτές τις αρχαιότητες και +για τους προγόνους συνάχτηκαν μερικοί θερμοκέφαλοι, φώναξαν, +έκλαψαν κ' έκαμαν τον αγιοχώματο, θέλοντας και μη, να δώση εκείνο +το μοιράδι. + + — Α, όχι! δε θα ξαναγίνη αυτό! εφώναξε πηδώντας ορθός. Όσο ζω +εγώ, δε θα ξαναγίνη· τ' ορκίζουμε! + +Έκαμε λίγα βήματα στο δωμάτιο· νευρικά και γοργά βήματα σαν +κάποιος από πίσω να του φώναζε: «Τρέχα!» Έπειτα στάθηκε απότομα, +γύρισε κατάμπροστα στο Θεομίσητο και με φοβέρα του είπε : + + — Τήραξε καλά· σύρε αμέσως να σηκοτραφίσης τον τόπο σου!... + + — Μα... ηθέλησε ν' αντιμιλήση εκείνος, κάνοντας το μισοκακόμοιρο. + + — Τίποτα· είπε ο Χαγάνος με σοβαρή χερονομία· πήγαινε γρήγορα για +να μη μ' ιδής άξαφνα μέσα στο δικό σου. + +Και του γύρισε τις πλάτες. Εκείνος κατάλαβε. Όταν ο αφέντης +θυμώνη, ο δούλος σκύβει και προσκυνά. Το είχε προπατορικό του +αξίωμα. Έβγαλε βαθύ στεναγμό, σύρθηκε ως την πόρτα, σήκωσε το +παραπέτασμα κ' έφυγε. + +Μα η ανησυχία δεν άφινε ακόμα τον αφέντη. Πήγε πάλε στο παράθυρο +και κύτταξε κάτω με πολλή θλίψη. Ο ήλιος βασίλευε στο αντικρυνό +διάσελο. Μαύρα σύγνεφα κρέμονταν μπροστά του κ' έρριχαν στο μετόχι +μαύρους ίσκιους, σα μεγάλες νυχτερίδες. Ο βραδυνός αέρας ερχόταν +από τα χιονισμένα βουνά κρύος. Ανατρίχιασε κ' έκαμε να κλείση το +παράθυρο. Μα την ίδια στιγμή αγνάντεψε πέρα δυο ίσκιους. Τους +γνώρισε αμέσως. Ήταν η κυρά Πανώρια κι ο γιος της ο Δημητράκης. +Ήταν ιδρωμένος κ' είχε τα πόδια πληγωμένα. Στην ίδια κατάσταση +βρισκόταν κ' η μάννα του. Η φορεσιά της ήταν καθαρή μα +ξεσκλιάρικη. Τα παπούτσια της μισά και τρύπια. Αίμα έτρεχε από τα +πόδια της κι από τα μάτια της δάκρυα. Εβάδιζε όμως ορθά και +μεγαλόπρεπα δίπλα στο γιο της, σα να ήθελε να δείξη και στη συφορά +της την αρχοντιά και την περηφάνεια της. + + — Φεύγετε; ακούστηκε αναγελάστρα η φωνή του Θεομίσητου. Ο +αρχαιολόγος, βλέπω, σας διώρθωσε. + +Η κυρά Πανώρια γύρισε αλλού το κεφάλι της. Αηδίαζε και να τον +βλέπη. Όχι τόσο για την αμάχη που είχε στη φαμελιά της όσο για την +ταπεινή σειριά του τον συχαινότανε. Της άρεσε κ' εκείνης να +μεγαλοπιάνεται. Να σκλαβωθή από έναν περήφανο πολεμιστή το είχε +για παίνια της. Μα να κακοπάθη το ελάχιστο από έναν τιποτένιο, δεν +το χώνευε. Ο Δημητράκης όμως δεν έκαμε το ίδιο. Στάθηκε και +σταύρωσε τα μάτια του με τα μάτια του εχτρού του σα να ήθελε να +τον βαλαντώση. + + — Ναι· του είπε με σοβαρή και άτρεμη φωνή· φεύγουμε· μα θα +ξαναρθούμε· θα ξαναρθούμε και τότε ... + +Κ' έδειξε το γρόθο του στο Θεομίσητο. + + — Χα! χα! χα!... αποκρίθηκε με περιφρονητικό χασκογέλασμα +εκείνος. + + — Διαολοσπορές! είπε ο Χαγάνος, σφαλώντας με θυμό το παραθύρι +του. + +Το σπιτάκι της Ελπίδας ήταν ψηλά στο κορφοβούνι. Καθώς ήταν μικρό +και χορταριασμένο έμοιαζε με Βυζαντινό ερημοκκλήσι. Πότε τα +σύγνεφα το τύλιγαν στις μελαψές τουλούπες τους, πότε ο ήλιος στα +χρυσά του δίχτυα. Εκεί βροντοκυλούσανε τ' αστραποπέλεκα, ροβόλαγαν +τα νερά, απολύονταν οι σιφούνοι, έδερναν και λάμπαζαν απ' άκρη σ' +άκρη τον τόπο. Μα εκεί ψηλά λούζονταν και χόρευαν οι Νεράιδες· +κλώθανε οι Μοίρες τη ζωή του ανθρώπου· μάντριζε ο Αράπης τα +τάλλαρά του με το σιδερένιο τοπούζι του. Εκεί λημέριαζαν οι +αντρειωμένοι, ρίχνανε το λιθάρι, πάλευαν για την Πεντάμορφη και +της Κάτω γης ο γιος ανέβαινε να χαροκοπήση. Ό,τι πης πράμα — θάμα +εκεί πάνου ήτανε. + +Το σπιτάκι βρέθηκε χτισμένο στο σύνορο. Έσμιγε και χώριζε το +μετόχι του Ευμορφόπουλου από το μετόχι του Χαγάνου. Η αυλή του +έπαιρνε κι από τους δυο. Τα περιστέρια και τα ορνίθια, τα ζώα +μικρά μεγάλα, πέρναγαν από τόνα στ' άλλο δίχως ξεσυνέριση· πίνανε +το νερό τους, σήκωναν το χώμα τους, έτρωγαν το χορτάρι και τους +καρπούς ανεμπόδιστα. Οι μέλισσες τρυγούσαν τον ανθό πότε αποδώ και +πότε αποκεί, με την ίδια ευχαρίστηση. Έτσι το ηύραν από μιας +αρχής, πριν να γίνη ο Ευμορφόπουλος χτηματίας. Μα όπως τότε και +τώρα σήκωναν τα περισσότερα από το Χαγάνο. Γιατί ο Αριστόδημος +όπως την Ελπίδα μάχονταν και τα ζωντανά της. Ενώ από φυσικό του +ήταν ανοιχτοχέρης και δε χάλαε την καρδιά κανενός, για την Ελπίδα +γινότανε καρμίρης. Οι ξένοι μπορούσαν ν' απολάνε τ' άλογά τους, να +κόβουν ξύλα, να συνάζουν φυντάνια, να ξερριζώνουν δεντρικά, να +κόβουν πωρικά ό,τι ώρα ήθελαν. Ξέφραγο ήταν το χτήμα κι αράδιαζαν +οι στρατοκόποι μερόνυχτα. Εκείνος τους έβλεπε και δεν έδινε +πεντάρα. + + — Ας πάρη ο κοσμάκης, έλεγε στη μάννα του που του παραπονιόταν +βρίσκει και παίρνει. Γιατί ο Θεός έκαμε τους πλούσιους, παρά για +να κυβερνιώνται οι φτωχοί; + +Μα σαν έβλεπε κανένα ζωντανό της Ελπίδας φρένιαζε από το κακό του. +Φώναζε τους αγροφυλάκους να πάρουνε τους γκράδες· ήθελε να τα +ξεκάμη για να γλυτώση από δαύτα. + + — Τι; μισακό τον έχουμε τον τόπο! συχνόλεγε με θυμό. Της το είπα +χίλιες φορές· όποιος θέλει θρεφτάρια ν' αγοράση και κουμάσι· δεν +τόχω σκοπό ν' αναθρέψω εγώ τα μπαστάρδικα. + +Για να τα ξεκόψη σοφίστηκε χίλια δυο κακά. Το κεφαλάρι που έβγαινε +έρριζα στο σπιτάκι, έβαλε και τόχτισαν με ξερολιθιά. Το νερό +χυνότανε κάτω στο δικό του χτήμα, πότιζε τα δικά του δεντρικά και +τώρα εκιντύνευαν να ξεραθούν. Μα δεν τον έμελλε. Προτιμούσε να τα +χάση, παρά να χαρίση στάλα στα ζωντανά της Ελπίδας. Τις κουμαριές +που σκέπαζαν την πλαγιά κ' έκαναν οι μέλισσες το θαυμάσιο μέλι +τους τις έκαψε. Τις μυρτιές που γλύκαιναν τα περιστέρια έβαλε και +τις ξερρίζωσαν. Το ίδιο έκαμε και σε κάτι πεύκα που είχαν τα +πουλάκια για κούρνια τους. Εκείνα πήρανε τόσο φόβο μαζί του που +αρατίζονταν μόλις άκουαν τη φωνή του. Μα θες από πείσμα θες από +αγάπη, δε μπορούσαν να ξεκόψουν κι ολότελα. Πήγαιναν να ζητήσουν +τροφή και πόση στον τόπο του Χαγάνου· τα λαλήματα όμως και τα +παιγνίδια τους τα είχανε για τον Αριστόδημο. Ποτέ κόττα δεν +ξενόμισε· ποτέ μελίσσι δεν πήγε να στήση αλλού το κουβέλι του. +Ένας μάλιστα κόκκορας προχωρούσε άφοβα ως το σπίτι. Ήταν ο +μεγαλείτερος κι ο ωμορφότερος κόκκορας της γειτονιάς, με πούπουλα +χρυσοκόκκινα σαν κουμαρίσα φωτιά. Πήγαινε και βάτευε τις κόττες +του, έμπαζε τα κλωσσοπούλια στα φτερά της μάννας τους και βίγλιζε +τον πετρίτη που τριγυρόφερνε ψηλά για ν' αρπάξη κανένα. Και το +χάραμα ανέβαινε στη στέγη κ' έκραζε — Κουκουρίκου! σα νάλεγε στον +Αριστόδημο το «φύλακες γρηγορείτε! ...» + +Το χαμώγειο ήταν χωρισμένο με καλάμι. Στο ένα χώρισμα καθόταν η +Ελπίδα μονάχη της· στο άλλο ζούσε ο Μαλαματένιος με τη γριά του. +Απόξω ήταν το μαγεριό δίπλα ένα κελλάρι για τ' αποδοσίδια της γης +και για τα ύπεργα. Τι αποδοσίδια και τι ύπεργα θα ειπής; Ξινάρια +και λισγάρια, ένα πατητήρι και μια κάδη ψηλή και στρογγυλή σαν +καλοθρεμμένος γούμενος. Πέντε βαρέλια στη γραμμή μεγάλα και +δυνατά, σίγουρα καθισμένα στα σκαριά σαν παντουβάνες κόττες στ' +αυγά τους. Εκείνες καρκαρίζουν για να βγάλουν τα πουλιά τους. Τα +βαρέλια της Ελπίδας σιγοβράζουνε το μούστο που εμπιστεύθηκε στους +κόρφους τους. Μαθαίνουν στο κρασί τα λόγια και τους σκοπούς που θα +βάλη αργά — γλήγορα στο χείλη των γλεντζέδων. Εκεί ψηλά που την +ξόρισε η απονιά του Χαγάνου κ' η περιφρόνηση του Ευμορφόπουλου, +τίποτ' άλλο δε φυτρώνει από το κλήμα. Φύτρωσε απομοναχό του κ' η +Ελπίδα με τους Μαλαματένιους το καλλιέργησαν. Ένα κλήμα ήταν και +τώρα δασοφύτρωσε. Κάνει σταφύλι ραζακί και το κρασί μοσκάτο. Ποιος +βλέπει το ρουμπίνι του και δε θαμπώνεται; Ποιος το βάνει στα χείλη +και δεν ανασταίνεται; Μα τήρα τι οργή Θεού! Το κρασί λίγοι το +ξέρουν στο χωριό κι ακόμα λιγώτεροι το πίνουν. Αν ήταν ξύδι θ' +ανέβαιναν να το πιουν και ν' ακριβοπληρώσουν. Για τούτο, τίποτα. Η +Ελπίδα το τρυγά, το ρίχνει στα βαρέλια της και προσμένει +ολοχρονικής τους γλεντζέδες. Μα δεν έρχεται κανείς. Και σαν +πλακώση ο άλλος τρύγος ανοίγει τα βαρέλια και ποτίζει τη γη με +δαύτο. + + — Χόρτασε γη μου, της λέει λυπημένα· από να το πιουν ανάξια +στόματα, καλήτερα εσύ να το πάρης στα σπλάχνα σου. + +Ο γέρο Μαλαματένιος μηχανεύεται χίλια δυο πράματα. Κόβει ξύλα και +τα πουλεί στα σπίτια· κόβει έλατα και φτιάνει κλειδοπίνακα, +βαρελάκια, τσότρες, ξυλοκάνατα. Κόβει στο ρέμμα λυγαριές και +πλέκει κανίστρες και κοφίνια για τον τρύγο. Κεντά αγκλίτσες για +τους τσελιγκάδες, μπαστούνια για τους προεστούς, δεκανίκια για τις +γριές, φλογέρες για τους πιστικούς και για τα βοσκαρούδια +σουραύλια. Άμα συνάξη αρκετά, φορτώνει το γαϊδουράκι του και +πηγαίνει κάτου στο χωριό να τα ξεκάμη. Έχει μια ωρισμένη θέση στο +παζάρι κ' εκεί ξεφορτώνει. Τ' απλώνει απάνου στην πλάκα κι αρχίζει +το διαλάλημα. Δε διαλαλή με φωνές παρά με το σουραύλι του. Τ' +αρμόζει καλά στα χείλη του κι αρχίζει να στέλνη περαδώθε τους +ηχούς. Οι χωριάτες ξαφνίζονται· αφίνουν αμέσως τα παζάρια τους +και το τριγυρίζουν, σαν πουλάκια στο κράξιμο της νοικοκυράς. +Εκείνος λαλεί· λαλεί και τους χύνει στα στήθη καημούς γνώριμους +μα ξεχασμένους· χαρές αφάνταστες, πόνους και τρόπους +κοιμισμένους, ρυθμούς αμολόγητους. Άξαφνα η ψυχή τους ξυπνάει +ποθοπλάνταχτη σαν την κοιμάμενη βασιλοπούλα. Τα ξυλένια εργόχερα +γίνονται ζηλευτά στολίδια στα μάτια τους. Τα κεντίδια τους +αναδεύουν, μιλούνε, δένουν σα μάγια την ψυχή τους. Και σε μια +στιγμή αδειάζουν τις σακούλες τους στην πλάκα και παίρνουν από +κείνα, περήφανοι και κάπως λυπημένοι που δε μπορούν ν' αγοράσουν +περισσότερα. + +Έτσι πέρασαν τη ζωή τους ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γυναίκα του. +Δούλευαν το κλήμα, δούλευαν και τα εργόχερα. Μα δούλευαν μονάχα· +ήταν τα χέρια τα καλά και τα χρήσιμα και τίποτ' άλλο. Η τέχνη που +τάκανε τόσο ποθητά ήταν η ψυχή της Ελπίδας. Εκείνη τα σχεδίαζε, τα +στάφνιζε, τους έδινε τη χάρη και το ρυθμό. Σε τίποτα δεν +καταπιανόταν το γέρικο αντρόγυνο χωρίς το θέλημα της κόρης. Και +όμως τώρα που τους πλάκωσαν τα χρόνια αρχίσανε κ' οι δυο τους τις +αναποδιές. Βλέπουν την Ελπίδα που μεγαλώνει και ανησυχούν για το +μέλλον της. + + — Γούρμασε το κορίτσι, γριά! γούρμασε το κορίτσι και δε +μαζώνεται! της λέει σήμερα ο γέρος εκεί που δούλευαν στον +προσηλιακό. + + — Σώπα, καϋμένε γέρο! πάψε πια τις μουρμούρες σου και δε βαστώ· +του είπε η γριά φουρκισμένη. Τι το θέλεις μαθές· ολημέρα να +κάθεται κοντά μας σαν τη γάτα στη γωνιά! + + — Αλήθεια, μωρέ γυναίκα, γωνιά· και τι γωνιά; γύφτικη π' ανάθεμα +τη! είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα για τούτο, διάολε, σου λέω και γω +πως γούρμασε το κορίτσι· επρόσθεσε αμέσως με μαλακό θυμό. + + — Κι αν γούρμασε και τι; καιρός του δεν είνε; + + — Καιρός του· ποιος λέει όχι. Εσύ στα χρόνια του τάτρωγες τα +ξυνόμηλα με το καλάθι. + + — Ουφ, ανάλατε! δε μαζώνεις, λέω, τη βρωμόγλωσσά σου. + + — Τώρα, βέβαια, βρωμόγλωσσα. Μα ήταν μια φορά νόστιμη και ξέρω +ένα κορίτσι που τη λιμπίζονταν. + + — Ου, πράμα που ήθελα λιμπιστώ! Πως με γέλασες μοναχά και +μπερδεύτηκα μαζί σου χωρίς να το καταλάβω. + + — Σε γέλασα ή με γέλασες ; Εσύ, μωρέ, φαρομανούσες από μικρή. Δεν +είσουνα δέκα χρονών και γύρευες άντρα. + + — Καλάκαμα! έτσ' ήθελα! είπε πεισμωμένη η γριά. Μην ήθελες να +είμουνα σαν εσένα τον αχμάκη; + + — Αχμάκης — ξαχμάκης, δούλεψα όσο μπόρεσα. + + — Δούλεψες — δε δούλεψες; πούνε το λοιπόν η σοδειά σου; Α δε +μούστελνε ο Θεός το κορίτσι, θα καθόμουν ολομόναχη σαν κουρούνα να +κλαίω την ερμιά μου! + + — Έχεις άδικο, γριά· μα τον Ύψιστο έχεις άδικο να με μαλώνης. Τι +φταίω 'γω σ' αυτό; + + — Τι, εγώ φταίω; + + — Όχι, δεν είπα τέτοιο πράμα· είπε ο γέρος, χαμογελώντας με το +θυμό της. Ούτε συ φταις ούτε γω. Έτσι θέλησε ο Θεός κ' έτσι έγινε. +Πώς μπορούμε μεις ν' αλλάξουμε τα θελήματά Του. + + — Σωστά ... + + — Να ξέρης, μωρέ γυναίκα, που ο Θεός βλέπει μακρύτερ' από μας· +είπε ο γέρος αφίνοντας κάτω το πελέκι του. Άφηκε τόπο εύκαιρο για +την Ελπίδα. Αν είχαμε κ' εμείς παιδιά, τι θα γινότανε το βρέφος. +Αί ; όχι, σου λέει, πολλά. Ένα και καλό. + + — Καλό και χρυσό, μάτια μου, αλήθεια· καλό και χρυσό, προσκυνώ τη +Χάρη του! είπε η γριά κάνοντας το σταυρό της. Από την ώρα που μας +τόστειλε ο Χαγάνος, στην καρδιά μου τόβαλα. + + — Μα είνε να το ιδή κανείς και να μην τ' αγαπήση; είπε κι ο γέρος +με λαμποκόπημα των ματιών. Από μικρό γλύκα έσταζε το σιχαμένο. Και +τώρα που μεγάλωσε — ωχ θεούλη μου! — δεν έχει ταίρι στον κόσμο — +δεν έχει! ... Και να συλλογιέται κανείς πως θα μείνη απροστάτευτη! +έρμη κι απροστάτευτη! πρόσθεσε κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του. + + — Σώπα, καϋμένε γέρο· σώπα και δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας. + + — Δεν ήρθε; τι λες μωρή γριά! πλάκωσε δε λες. Να, έτσι μας φέρνει +γυροβολιά, σαν τον ψαρά με την απόχη του. Δε βλέπεις που δε μπορώ +να σηκώσω την αξίνα. + + — Έτσι το λες πάσα χρόνο· μα το σκάψαμε και φέτο τ' αμπελάκι μας. + + — Το σκάψαμε μα ποιος θαν το τρύγηση; Σήμερα — γι άκουσε να ιδής +— Κατά πως βάρεσα την αξίνα πιάστηκε για καλά. Ρίζα ηύρε, λιθάρι, +δεν ξέρω· μα πιάστηκε. Κάνω να την τραβήξω, δίνω — δίνω· ναι! «Έλα +δω» με τράβαγε. Θυμώνω· μα θυμώνει κ' εκείνη. Τραβάω γω, τραβάει +κ' εκείνη. Τέλος μου δίνει μια και με ξαπλώνει τ' ανάσκελα στο +κουτρούλι. Κ' έκαμα ώρα για να σηκωθώ από κει!... Τι μου λες τώρα +του λόγου σου; + + — Ε! δε λέω πως είμαστε στα νιάτα μας· είπε η γριά χασκογελώντας +για το πάθημα του γέρου. Μα όχι πως μας πλάκωσε κι ο Χάρος. + + — Μωρέ σαν έρθη, καλώς νάρθη· θαρρείς πως τον φοβάμαι; Τι θ' +απογίνη το κορίτσι συλλογέμαι. Βλέπεις, ο Χαγάνος ούτε ρωτάει +πια για δαύτη. Τις προάλλες που πήγα ναν του μιλήσω, μου γύρισε +τις πλάτες. — Να πας στο Μορφόπουλο, μου λέει· αίμα δικό του +είναι· δεν είναι δικό μου ...» + + — Και καλά λέει. Τ' έχει να κάμη ο Χαγάνος στο κορίτσι μας; + + — Το ξέρω που δεν έχει να κάμη. Μα βλέπεις κ' οι Μορφόπουλοι την +αρνιούνται. Όχι την αρνιούνται, μα τη μισάνε κι όλα. Από τότε που +πήρανε το χτήμα δε θέλουν να την ξέρουν. + + — Που να μην έσωνε να το πάρουν! είπε πεισμωμένη η γριά. Ψήλωσε, +βλέπεις, η μύτη τους. + + — Έλα ντε! και να ξέρη κανείς πως δεν είναι κορακοζώητος. + + — Μη ζαλίζεσαι, πατέρα, μη ζαλίζεσαι· ακούστηκε από μέσα δροσερή +φωνή. + +Οι γέροι αναγάλλιασαν και σήκωσαν τα μάτια τους στην πόρτα, όπως +το λιοτρόπι στο ήλιο. Η Ελπίδα κρατώντας ένα κέντημα στο χέρι, +έστεκε στο κατώφλι και τους κύτταζε με χαμόγελο. + + — Γιατί, πατέρα, κάθεσαι και ζαλίζεσαι για μένα· είπε στο +Μαλαματένιο. Ας τους Μορφόπουλους να κάνουν τα κέφια τους. + + — Λέει την αλήθεια του Θεού, κόρη μου! είπε η γριά· τι τους +έκαμες και σε μάχουνται τόσο ; Τα μάτια τους έβγαλες, μαθές! + + — Καλά δε θέλουν να σε ξέρουν πρόσθεσε ο γέρος. Μα να σε βρίζουν +κι όλα! + + — Κι αν βρίζουν και τι; Οι βρισές απάνω τους γυρίζουν κ' έγνοια +σας. Δείχνεται η ξυππασιά κ' η αμυαλιά τους. Εγώ δεν έχω την +ανάγκη +τους. Όχι οι Μορφόπουλοι, μα κι όλος ο κόσμος να μου ριχτή, τίποτα +δεν παθαίνω και μη φοβάστε. + + — Τώρα καλά, κόρη μου· είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα αύριο που θα +φύγουμε μεις, πως θα ζήσης μοναχή σου; + + — Θα ζήσω κ' έγνοια σας. Εγώ — να το ξέρτε — δε γεννήθηκα για να +πεθάνω εύκολα... Μα τι κάθουμαι και σας ψέλνω· επρόσθεσε σκάζοντας +τα γέλοια. Κ' εσείς θα ζήστε· θα ζήσουμε μαζί ακόμα για πολύ· +αργεί η ώρα σας. + +Οι γέροι κούνησαν μονόγνωμοι το κεφάλι σα να έλεγαν: «από το στόμα +σου και στου θεού τ' αυτί». Εκείνη την ώρα ακούστηκαν έξω +αλυχτήματα και βαρειά πατήματα, σαν κάποιος να πλησίαζε στο +σπιτάκι. Ο Μαλαματένιος έκαμε να σηκωθή από τη θέση του· μα τον +πρόλαβε η Ελπίδα. Μ' ένα αντροπήδημα τινάχτηκε όξω κ' έβαλε +ολόχαρες φωνές : + + — Μπα, καλώς τους! καλώς ήρθατε. Για τούτο λοιπόν σπάρναε σήμερα +το μάτι μου; + + — Καλώς κοπιάζετε στο φτωχικό μας· είπε κι ο Μαλαματένιος, +βγάζοντας το φέσι του· καλορροίζικο το κίνημά σας. + +Και τρέχοντας σα ζάρκαδος στο μαγεριό φώναξε: + + — Γριά! έβγα να ιδής το θάμα, γριά! Η κυρά Πανώρια έφτασε, ο +Δημητράκης! έβγα να ιδής· οι Μορφόπουλοι στο φτωχικό μας!... + + — Θε μου και Κύργε μου! αλήθεια; είπε η γριά, κάνοντας το σταυρό +της. + + — Αλήθεια! και ρωτάς ακόμα, μωρή κατσίκα; δεν ανοίς τα στραβά σου +να ιδής; είπε δίνοντας της μια τσιμπιά στο μηρί. + + — Ωχ! έκαμε κείνη σαλτάροντας από τον πόνο. Μπα που να σου κοπή +το χέρι! είπε φουρκισμένη· λωλάθηκες, λέω, και δεν ξέρεις τι +κάνεις. + + — Λωλάθηκα, μουρλάθηκα, παλάβωσα, ό,τι θες πες· είπε ο γέρος +μακραίνοντας από κοντά της. Μα ψηλά τα χέρια σου! ψηλά τα χέρια +σου κ' είνε ντροπής! + + — Για σένα δεν ήταν ντροπής! είπε η γριά αρπάζοντας ξαφνικά το +μπράτσο του. + + — Ωχ! έκαμε ο γέρος, πιάνοντας το μέλος του με μορφασμό. Ε! +είμαστε πάτσι τώρα· πάτσι κι απαγάι δε λέω καλά; + + — Και να συλλογιστώ πως δυο λεφτά πριν τους κακογλωσσίζαμε. + + — Σουτ! σκασμός μη σ' ακούσουνε! Το κεφάλι μου βάνω πως κάτι καλό +θα βγάλη το κίνημα τους. Ήμαρτον, Θε μου, μη μας συνεριστής. + +Κλαίγανε κ' οι δυο τους από χαρά. Μα στην ίδια θέση βρισκότανε κ' +η Ελπίδα. + + — Το ήξερα πως θα σας ιδώ μια μέρα στο φτωχικό μου· έλεγε +φιλώντας το χέρι της κυρά Πανώριας. + + — Να καθίσω, κόρη μου· είπε κείνη ακκουμπώντας απάνου της. + + — Ναι· είπε ο Δημητράκης. Είμαστε πολύ κουρασμένοι κ' οι δυο. Ο +ανήφορος μας αφάνισε. + + — Δεν είνε και λίγος! δεν είνε και λίγος, ανάθεμά τονε! είπε ο +Μαλαματένιος, τριγυροφέρνοντας σα να τάχε χαμένα. Μα εδώ έγνοια +σας, θα καλοπεράσετε. Και γυρίζοντας στη γριά. Κουνήσου ντε! της +φώναξε· πριν μώκανες τη νια· δείξε μας το λοιπόν τα νιάτα σου. +Γλήγορα φωτιά, στρώματα, ρούχα! Σφάξε και την κόττα τη λαθουράτη +και ρίχτηνε στην κατσαρόλα. + + — Μα είσαι μούσκεμα, Κυρά! είπε η Ελπίδα, πιάνοντας τα ρούχα της +κυρά Πανώριας. Βραχήκατε στο δρόμο; + + — Ναι, μας έπιασε βροχή· μα δεν είνε τίποτα, είπε ο Δημητράκης· +τώρα που φτάσαμ' εδώ όλα θα περάσουν δεν είν' αλήθεια, μάννα; + + — Ναι, παιδί μου' εψιθύρισε κείνη χαμογελώντας. + +Μπήκανε στο δωμάτιο κ' η γερόντισσα παραδόθηκε στη φροντίδα της +κόρης. Αλήθεια ήταν πολύ κουρασμένη. Η θλίψη με την κούραση +μάλωναν στο πρόσωπό της και τόκαναν αυστηρό και συμπαθητικό. +Κάθισε στον καναπέ, ακκούμπησε στο χέρι το κεφάλι της και κύτταξε +γύρω τα σωθέματα μ' ευχάριστο ξάφνισμα. Αντίκρυ το κρεββάτι +ασπροντυμένο έμοιαζε μ' ανθισμένο αγιόκλημα. Σε μιαν άκρη ήταν +στημένος αργαλειός με μισοϋφασμένο παννί και δίπλα η ανέμη έτοιμη +να μασουρίση χρυσόγνεμα. Στον τοίχο κρεμόταν το δοξάρι και μια +κιθάρα. Το δοξάρι για το βαμπάκι της — βαμπάκι για φορεσιές κ' η +κιθάρα για το τραγούδι — τραγούδι για καϋμούς, για πόθους και για +έρωτες. Τους άλλους τοίχους τους στολίζανε ζωγραφιές παλιές μα +ολοζώντανες, σα να έφυγε τώρα το κοντύλι από πάνω τους. Η μια +έδειχνε την Αρετούσα στη φυλακή να βρέχη με τα δάκρυά της το +δαχτυλίδι του Ρωτόκριτου. Στην άλλη παράδερνε η Αροδαφνούσα στον +πύρινο θυμό της Ρήγισσας κι ο Ρήγας παραπέρα ξάμωνε το σπαθί του +να πετσοκόψη τη ζηλιάρα. Η Βοσκοπούλα σ' άλλη ψυχομαχούσε μέσα στο +ανθοσπαρμένο σπήλιο της, αναζητώντας τον άγνωστο βοσκό. Και σ' +άλλες ζωγραφίζονταν άλλα μαρτύρια, τρυφερά ειδύλλια με θλιμμένο +τέλος, σα να ήταν το δωμάτιο ναός κάποιου τρομερού θεού. Ο +άσβυστος Πόθος κ' η Ζήλια η ωχροπράσινη μαζί με την Απάτη και τη +μαύρη Καταφρόνια, σκόρπιζαν τα θύματά τους σαν κομμένα κρίνα εδώ +κ' εκεί. Κ' ήταν τα θύματα γλυκές παρθένες και ζηλεμένοι νιοι, κ' +ήταν το πάθημά τους πεταλούδας πάθημα. Εκείνη κύτταζε τις +ζωγραφιές και η λύπη πλάκωνε το μέτωπό της. Η Ελπίδα ορθή μπροστά +της χτένιζε τ' αργυρά μαλλιά και τη χαμόβλεπε χωρίς να τολμάη να +της χαλάση τους στοχασμούς. + +Έπειτα θέλησε ν' αλλάξη τα βρεμένα ρούχα της. Άνοιξε το τοιχαρμάρι +κ' έβγαλε από μέσα χιονάτα ασπρόρρουχα. Μια δυνατή μυρουδιά +λεβάντας σμιγμένης με αμάραντο αναδύθηκε και γέμισε το δωμάτιο σα +ν' άναψε θυμιατήρι. Η κυρά Πανώρια ένοιωσε τη μυρουδιά και +χαμογέλασε. Η Ελπίδα σάστισε· νόμισε πως χαμογέλασε για τα φτωχικά +τ' ασπρόρρουχά της. + + — Τι να κάμω, Κυρά μου ; είπε κατακόκκινη σαν τριαντάφυλλο. Το +ξέρω πως δεν πρέπουν στο κορμί σου τ' ασπρόρρουχά μου· μα δεν έχω +άλλα. Να τόξερα πως θα τα φέρη ο θεός τόσο γρήγορα να σε ντύσω +'γώ, θα σου ύφαινα παννί απ' του ήλιου τη χάρη. Μα δεν τόλπιζα και +θα σε προστυχοντύσω. + + — Δεν πειράζει, κόρη μου· δεν πειράζει· είπε η γερόντισσα με +καλοκάγαθη φωνή· το ντύμα δεν τιμάει τον άνθρωπο. + + — Ο άνθρωπος τιμάει το ντύμα· το ξέρω. Και τα φτωχόρρουχα τα δικά +μου θα γίνουν στο κορμί σου πουκάμισο της Παναγιάς. + +Βοηθούσε την κυρά Πανώρια στο άλλαγμα και τα χέρια της έτρεμαν από +τη συγκίνηση. Τα μάτια της έβλεπαν για πρώτη φορά το καλοπλασμένο +κορμί με το αχνό σαν ελεφαντοκόκκαλο δέρμα του. Ο κρουσταλλένιος +λαιμός με τις γαλάζιες φλέβες του, τα μεστωμένα στήθη κ' οι +στρογγυλοί λαγόνες της, έφερναν στο νου της ίδια τη Φύση με τους +πύρινους χυμούς της. Άθελα η Ελπίδα θυμήθηκε τον Αριστόδημο κ' η +μελαγχολία σαν κύμα νεκροθάλασσας πλάκωσε την ψυχή της. «Τι κατάρα +έπεσε ξαφνικά στο σπίτι της! σκέφτηκε. Η μήτρα η καμωμένη από του +θεού το χέρι για να γεννά θεόκορμα και δυνατά παιδιά, γιατί τάχα +κατάντησε να γεννά ξεθεώματα;» + + — Αχ, Κυρά μου, τι κακό είνε τούτο! τι κακό! είπε αρχίζοντας τα +δάκρυα. + + — Τ' είνε, κόρη μου; την ρώτησε η γερόντισσα ξαφνισμένη από το +θρήνο της. + +Η Ελπίδα συνήρθε αμέσως και μάσησε τα λόγια της. Δεν ήθελε να ειπή +το στοχασμό της και να την λυπήση περισσότερο. + + — Τα πόδια σου, Κυρά μου, τα πόδια σου είνε καταματωμένα! είπε μ' +αναφυλλητό. Ποιος τόλπιζε τέτοιο κακό στου Μορφόπουλου τη γυναίκα! +ποιος τόλπιζε!.. + +Έπεσε στα γόνατα, άρχισε να φιλή και να λούζη με δάκρυα τα πόδια +της, να βγάνη ένα ένα τ' αγκάθια. Σε κάθε στεναγμό της γριάς +τρόμαζε κ' ήταν έτοιμη να λιγοθυμήση. + + — Κρυώνω, κόρη μου· είπε σιγά η κυρά Πανώρια, μαζώνοντας τις +πλάτες της. + + — Δεν πέφτεις, Κυρά μου, στο κρεββάτι; είπε η Ελπίδα φοβισμένη +και παρακαλεστική. Δε θα ήταν άσκημα να πέσης λίγο να +ζεστοκοπηθής. + +Εκείνη θέλησε ν' αρνηθή. Α μπα! δεν ήταν τίποτα· ανατριχίλα ήταν, +θα περάση. Δεν ήταν δα και τόσο γριά να πέφτη με το παραμικρό στο +κρεββάτι! Μα το ρίγος σέρνονταν σα φίδι παγωμένο στο κορμί της. Οι +σαγονιές της χτυπούσαν άναψαν τα μάγουλά της. Δέχτηκε τέλος να +πέση στο κρεββάτι. Η Ελπίδα πήρε μια μάλλινη αντρωμίδα και τη +σκέπασε καλά. + + — Έτσι θα ζεσταθής, Κυρά· της είπε σα να μιλούσε σε χαδιάρικο +παιδί. Ο ύπνος θα σου δώση δύναμη. + + — Έχε την ευκή μου, κόρη μου· εψιθύρισε η κυρά Πανώρια. + +Η Ελπίδα ίσαξε καλά το σκέπασμα, πήρε το κέντημά της και βγήκε +τραβώντας πίσω της την πόρτα. + + — Πού είνε ο Δημητράκης ; ρώτησε το γέρο Μαλαματένιο. + + — Όξω γυρίζει. Πηδάει και χορεύει σα μικρό παιδί. + +Αλήθεια ο Δημητράκης ήταν διαφορετικά από τη μάννα του· ούτε θλίψη +ένοιωθε ούτε κούραση. Το να φύγη μακρυά από τον Αριστόδημο του +φαινόταν σωτηρία. Όχι πως δεν τον λύπησε η καταστροφή που έκαμε ο +αδερφός του στο χτήμα. Την επρόβλεπε όμως και παρακαλούσε νάρθη +μια ώρ' αρχήτερα. Όσο γρηγορώτερα η καταστροφή, τόσο γρηγορώτερα +έλπιζε και την ανόρθωση. Τη νέα ζωή της γενιάς του τη χώριζε σε +δυο εποχές κ' έλεγε να φύγη η πρώτη για νάρθη η δεύτερη. Για τούτο +μόλις τον είδε να βγαίνη από τα σύνορα της λογικής τον παραίτησε. +Τυχερό που η κυρά Πανώρια ήταν σύμφωνη. Κίνησαν κ' οι δυο χωρίς να +ειπή ο ένας στον άλλον καταπού θα πάνε. Πήρανε τον ίδιο δρόμο σα +να τον είχανε προμελετημένο. Φτάσανε στο σπίτι της Ελπίδας με +αγώνα και κόπο, μα φτάσανε. Γύριζε τώρα στ' αμπέλι της σα +νοικοκύρης. Ήθελε κάτι να κάμη, από κάτι να καταπιαστή για να +δοκιμάση τη δύναμή του. Άξαφνα είδε την αξίνα του Μαλαματένιου σ' +ένα κουτρούλι και την άδραξε στα χέρια. Έδωκε μια κι αναποδογύρισε +ένα κομμάτι χώμα ίσαμε δέκα πλίθες. Έπειτα άρχισε να σκάφτη +βιαστικά, σηκώνοντας και κατεβάζοντας την αξίνα με πείσμα, λες κ' +ήταν εχτρός του η γη κ' ήθελε να την τελέψη. + + — Μπα μπα σε καλό σου! ακούστηκε πίσω του η φωνή της κόρης. Ακόμα +δεν ήρθες κ' έπιασες τη δουλειά! + + — Δε μένει καιρός για καθισό, Ελπίδα· ούτε στιγμή δε μένει +καιρός... Εκεί κάτου στο σπίτι μας μουχλιάζει κανείς· είνε +ναρκωμένος ο αέρας. Εδώ φυσάει δροσερός και ζωογόνος. Κεντάει τα +νεύρα μου στη δουλειά, σαν το σπιρούνι το γερό τ' άλογο. Μην +παραξενεύεσαι· είπε τρυφερά αφίνοντας την αξίνα και πιάνοντάς την +από το χέρι. Μήπως εδώ σ' αυτήν τη θέση, δε μου είπες άλλοτες +εκείνη τη συμβουλή. + + — Ποια συμβουλή ; τον ρώτησε η κόρη ψάχνοντας το νου της. + + — Εκείνη την προγονική μας· πως την είπες ; ξέχασα τα λόγια τώρα. +Ξέχασα τα λόγια, μα θυμάμε καλά το νόημα τους. Τόχω +σφιχτοκλεισμένο στην ψυχή μου και θέλω να το κάμω αλήθεια. Στάσου +να ιδής πως αρχίζει· Στρατιώτες . . . + + — Αγάπα τα στρατιωτικά ; + + — Ναι, ναι· τώρα θυμήθηκα. + +Αγάπα τα στρατιωτικά, πάντοτε μάνθανέ τα. Στρατιώται ήσαν οι όλοι +σου και πάπποι και προπάπποι. Και όλον το γενολόγι σου καλούς +στρατιώτας είχε .. + +Μα επρόσθεσε συλλογισμένος· στρατιώτες είχε τάχα ή σοφιστές ; + + — Και τα δυο· είπε η κόρη. Στη γενιά μας μαλώνουν τα δυο τους +όλον τον καιρό, σαν το Αγαθό με το Κακό στον κόσμο. Πότε τόνα +νικάει και πότε τ' άλλο. Με τη διαφορά πως όταν νικούν οι πρώτοι, +απλώνουν τα σύνορά μας ίσαμε το Γάγγη. Μα όταν νικούν οι +δεύτεροι... + + — Αφεντεύει ο ξένος μέσα στο σπίτι μας, εσυμπλήρωσε ο Δημητράκης. +Για κακή μας τύχη και τώρα νικάνε οι δεύτεροι. Το σπίτι του +Μορφόπουλου γέμισε από σοφιστείες. + +Την έσυρε όξω από τ' αμπέλι σ' έναν όχτο πρασινοντυμένο. Περίγυρα +τα βουνά ψήλωναν γαλάζια και διάφανα σαν αχνοκάμωτα. Απάνου σε μια +κορφή τους το Ερωτόκαστρο, με τα χρυσά του τείχη και τους +διαμαντένιους πύργους του έλαμπε, σα να πλουτίστηκε με δεύτερο +ήλιο η πλάση. Δεξιά σε μιαν ομάλια, το παλάτι της Πεντάμορφης +καθρέφτιζε στην άτρεμη λίμνη τους χιονάτους τοίχους του και τις +δαντελωτές σκεπές του. Σ' ένα του παραθύρι καθότανε η κυρά του κ' +έπαιζε τα χρυσόμηλα με το αντρειωμένο βασιλόπουλο, τον αφέντη της. +Έλαμπε το παραθύρι, έλαμπαν τα χρυσόμηλα, έλαμπε κι ο νιος γαμπρός +από την ομορφιά της. Οι δράκοι και τ' αραπόπουλα και τ' άλλα +κακότροπα στοιχειά που θέλησαν ν' αντισκόψουν το θριαμβευτικό +δρόμο του νιου, τώρα δαμασμένα γύριζαν στην αυλή πρόθυμοι +βιγλατόροι τους. Στη λίμνη ένα καράβι ολόχρυσο με προύτζινα +κατάρτια και μεταξωτά παννιά αρμένιζε ίσα στο παλάτι. Ψυχή δεν +είχε μέσα· ούτε ναύτης, ούτε κυβερνήτης, ούτε τιμονιέρης φαινόταν +πουθενά. Μα το πλεούμενο αρμένιζε σα να είχε δική του ψυχή και +δική του κυβέρνια. Μην είνε τάχα το μαγεμένο καράβι πώρχεται να +πάρη άθελα το βασιλόπουλο και να κάμη χήρα την Πεντάμορφη ; Εκείνη +τ' αγναντεύει από το παραθύρι κ' η θλίψη φυτρώνει σαν τσουκνίδα +στην καρδιά της. Το βασιλόπουλο μπήκε σε πειρασμό· θέλει να κατεβή +για να μάθη το μυστικό του καραβιού. Μα εκείνη χύνεται στον κόρφο +του, δε θέλει να σαλέψη από κοντά της. Κλαίει και μαργαριτάρια +κυλούν από τα μάτια της· γελάει και δροσερά τριαντάφυλλα πέφτουν +από τα μαγουλά της· στενάζει και στενάζει το παλάτι σα σπασμένη +κιθάρα. Άμοιρη νια! θα μπορέσης τάχα ν' αλλάξης το πικρό +μοιρογράφημα; + +Κάτω ξετυλίγεται απέραντο πανόραμα με λαγκαδιές, με κάμπους, με +θάλασσες, και με χωριά. Φαίνονται οι χώρες του Χαγάνου, οι χώρες +του Θεομίσητου, του Ζάρακα, του Μήτρου Γλάμη κι αλλουνών. Ένα προς +ένα ξεχωρίζουν τα παλάτια τα δικά τους και τα χαμώγεια των +κολλήγων τους. Απόπερα στη ρίζα της ομάλιας τρεμολάμπει σα +νιόβγαλτο αστέρι και το σπιτάκι του Ευμορφόπουλου. Δίπλα στο +σπιτάκι κι απάνου σ' ένα θεόχτιστο κοτρώνι, ξεχωρίζουν κάτι χτίρια +μισά και σαραβαλιασμένα. Πίσω τους ένα μαύρο σύγνεφο σα δικέφαλος +αητός με τις φτερούγες ολάνοιχτες έσκυβε απάνω τους σαν όρνιο στο +ψοφήμι. Πότ' έδειχνε πως τα ξέσχιζε με το ράμφος του και πότε πως +ήθελε να τα σηκώση στις φτερούγες του και να τα πάρη μαζί του. Μα +και το σύγνεφο δεν έκανε άλλο παρά να δείχνη την ομορφιά και τη +χάρη τους. Τα μάρμαρα έπαιρναν ένα χρώμα κιτρινόλευκο σα να ήταν +από ελεφαντοκόκκαλο. Οι σπαθισμένες κολλώνες του, έλεγες πως +στήριζαν τον ουρανό. + + — Δε σου φαίνεται πως και τα δυο βγήκαν απ' τον ίδιον τεχνίτη ; +ρώτησε η κόρη το Δημητράκη, δείχνοντας τα χαλάσματα και το παλάτι +της Πεντάμορφης. + + — Ναι· μοιάζουνε σαν πατέρας με παιδί, είπε κυττάζοντάς τα +στοχαστικά. Αχ, πώς ήθελα να σκότωνα τον πατέρα! πρόσθεσε άξαφνα. +Να μπορούσα να τον σκότωνα! + + — Τι λες ; τον ρώτησε ξαφνισμένη από τις άγριες ματιές του η +κόρη. + + — Είνε ασέβεια ο λόγος μου· τα ξέρω· μα ήθελα να τόκανα. Να +σκότωνα τον πατέρα για να ζήση το παιδί. Αυτός ο Παρθενώνας μας +στέρεψε όλες τις βρύσες της ζωής. + + — Ενώ μπορούσε να τις πληθύνη. + + — Μπορούσε, δε λέω τ' όχι. Μα δεν τόκαμε. + + — Δεν είνε δικό του το σφάλμα. + + — Σπολλάτη που με φώτισες, είπε με πικρό χαμόγελο. Δεν ξετάζω την +αφορμή· βλέπω τ' αποτέλεσμα, το θλιβερό αποτέλεσμα!... Αχ, πώς +ήθελα να μην είχα δοξασμένους προγόνους!... + +Ξαπλώθηκε στον όχτο και τράβηξε την Ελπίδα κοντά του. + + — Μα τώρα μου φαίνεται πως ξανανιώνω· είπε κυττάζοντάς την στα +μάτια. + +Εκείνη χαμογέλασε. + + — Κ' εγώ δεν ξέρεις πόσο χάρηκα! εδώ θα είμαστ' ελεύθεροι να τα +λέμε. + + — Εσύ να λες κ' εγώ να μαθαίνω· δεν είν' έτσι; Πού είνε η μάννα +μου; + + — Κοιμάται· δε μου φαίνεται καλά· είνε πολύ αδύνατη και κλαμένη. + + — Πώς να μην είνε; Έπειτ' απ' αυτά που είδε στα γεράματά της· να +ξεσπιτωθή!... + + + +Γ’ + + + + — Κ' εδώ σπίτι της δεν είνε; τον έκοψε η κόρη με παράπονο. Εσείς +μπορεί να μη θέλετε, μα εγώ το θέλω· είνε μάννα μου και κάτι +καλήτερα· είνε κυρά μου. + + — Όχι, Ελπίδα, με συμπαθάς· δε θέλω να ειπώ αυτό. Μα για +συλλογίσου στην ηλικία της να πάθη τέτοιο κακό; Ξέρεις ο +Αριστόδημος το ρήμαξε όλο το μετόχι· δεν άφηκε κούρβουλο. + + — Δεν το ξέρω, μα το περίμενα. Ο δρόμος που πήρε έδειχνε πού +θάφτανε. + + — Έχεις δίκιο· κ' εγώ τόξερα. Μα βλέπεις, η γριά πάντα κάτι +έλπιζε. Ε, ας πάη να κουρεύεται! είπε άξαφνα θέλοντας ν' αλλάξουν +κουβέντα. Για δείξε μου τι κεντάς αυτού. + + — Βρίσκουμαι στο τέλος· είπε απλώνοντας το κέντημα στα γόνατά της +και παίρνοντας το βελόνι· βιάζομαι να τελειώσω σήμερα. Από δω κι +ομπρός ποιος ξέρει τι θ' αρχινήσω. + + — Μπωμπώ! τι σκούρα κλωστή! έκαμε ο Δημητράκης ανατριχιάζοντας. + + — Σκούρα ναι· ταιριάζει με την υπόθεση. + +Και σύγκαιρα το παχουλό χεράκι ερράμφισε το μεταξωτό, σαν άσπρο +περιστέρι απάνω στη χλωροσιά. Έπαιζε το χέρι αστόχαστα και το +κέντημα γινότανε, θαρρείς, μοναχό του. + + — Μα είνε πόλεμος βλέπω! είπε ο Δημητράκης με θαυμασμό. + + — Ναι· ο πόλεμος πώκαμαν οι δικοί μας. Πίστεψαν πως με τις +παλάβρες θα νικήσουν τον Τούρκο. Μα κείνος ρίχτηκε αψής, τους πήρε +του κυνήγου και τους αφάνισε. Δεν ήταν τόσος ο αφανισμός όσο η +ντροπή. Για τούτο έβαλα σκούρα κλωστή. Κάτω απ' τη μαύρη σκέπη +κλαίει ανόχλητα τη χαμένη παρθενιά της η κόρη. + + — Σωστά· είπε ο Δημητράκης θλιμμένος. Άνοιξε το όλο να ζήσης. Όλο +το κέντημα είνε για τον πόλεμό μας ; + + — Α μπα· εδώ είνε κεντημένη όλη η ιστορία της γενιάς σας. + + — Της γενιάς μας· ήθελες να πης. + + — Όπως θες. + +Και σύγκαιρα ξετύλιξε απάνου στο χορτάρι ένα κομμάτι ατλάζι πλατύ +και μακρύ σα σεντόνι. Ήταν όλο γεμάτο από κεντήματα. Πούλιες, +τιρτίρια, χρυσογάιτανα έσμιγαν εκεί με κάθε λογής πετράδι. Τα +πετράδια εθάμπωναν, τα χρυσάφια γυάλιζαν μα της κεντήστρας η τέχνη +έκανε το μεγαλήτερο θαύμα. Κάθε σταυροβελονιά και γινόταν σχήμα +και το σχήμα έδειχνε ό,τι δεν ήταν. Κάστρα δεν ήταν και κάστρα +φαίνονταν· πολεμιστές δεν ήταν και πολέμους άνοιγαν· σαλπιστές δεν +ήταν και σάλπιγγες ηχολογούσαν. Έβλεπες το τριαντάφυλλο κι άρπαζες +σύνωρα το μοσκοβόλημά του· έβλεπες θέρο κ' ένοιωθες το ψωμί δίπλα +σου· έβλεπες φονικό κι ανατρίχιαζες σύψυχος· έβλεπες εχτροτσάκισμα +και φώναζες: απάνω τους! + + — Ωραίο κέντημα! Είπε ο Δημητράκης. Νόμιζα πως μονάχα η φύση +μπορούσε να μας δώση τόσο τέλειο κέντημα. + + — Και μήπως εγώ δεν είμαι γέννημα της φύσης! Κ' εγώ κ' εσύ και +όλοι μας. Μην κυττάς που ψευτίζουμε με τον καιρό. Φεύγουμε από τη +μάννα και πάμε στην παραμάννα γι' αυτό. Δόξα σοι ο Θεός, εγώ δεν +τόπαθα τέτοιο κακό. Έμεινα πάντα στον κόρφο της μάννας μου. + + — Αλήθεια· δόξα σοι ο Θεός! είπε ο Δημητράκης με λύπη. Μα εγώ δε +μπορώ να το καυχηθώ για τον εαυτό μου. Εγώ έφυγα έφυγα κ' είνε +ζήτημα αν θα μπορέσω να την ξαναυρώ. Για τούτο τώρα δε μπορώ να +νοιώσω το κέντημά σου. Δε μου το ξηγάς; + + — Γιατί όχι· χαρά μου είνε να σε ξαναφέρω πάλε στη μάννα σου. Για +ποιόν άλλον τόκαμα το κέντημα παρά για σένα. Να, βλέπεις εδώ το +μεγάλο κύκλο με τα ρουμπίνια. + + — Ναι, τον βλέπω· παίζουν γλυκόχρωμα στα μάτια μου τα ρουμπίνια· +μα στέλνουν και κάποια αρμονία στην ψυχή μου. Μην είνε αίματα και +χλαλοή πολέμου; + + — Είνε ο κύκλος ο Ακριτικός· κάθε ρουμπίνι και ήρωας. Να ο +Διγενής· να ο Αρμούρης, ο Ξανθίνος, ο Σαββατογέννητος. Διαβάζεις +τα γράμματα ; + + — Ναι, στάσου· είπε σκύβοντας στο κέντημα ο Δημητράκης και +συλλαβίζοντας. Δράκοι και δρακοντόπουλα Ρωμαίικα παλληκάρια. Ποιοι +είνε; + + — Όλοι από τη γενιά μας. Πριν καταιβή ο Χαγάνος καταδώθε. Άνοιγαν +πολέμους νύχτα και ημέρα. Πολεμούσανε με τους ανθρώπους, με τα +θεριά και με το Χάρο ακόμα. + + — Θα είνε πολύ παλαιοί. + + — Όχι και πολύ· στην εποχή που το μετόχι μας έφτανε κάτου στη +Μεσοποταμία. Έπειτα ήρθαν οι Τσιμισκήδες, οι Κομνηνοί, οι Φωκάδες, +οι Βουλγαροχτόνοι. Να εδώ· βλέπεις; + + — Ναι· τι μεγάλο ποτάμι! και μέσ' στα κύματά του κυλάει κεφάλια. +Τι άσκημα κεφάλια που είνε! + + — Είνε Βουλγάρικα. Τάκοψε ο Βασίλειος κι από τότε η γενιά του +Θεομίσητου δούλευε σκλάβα στη δική μας. + + — Τι αθάνατοι! εψιθύρισε ο Δημητράκης. + + — Αθάνατοι μα κι άγνωστοι σε σας. + + — Αλήθεια· εγώ διάβασα το Δημοσθένη. + + — Το λογά το Δημοσθένη! είπε η κόρη με αποστροφή. Και όμως τούτοι +είνε σιμώτερα στην ψυχή μας· τόσο στην ψυχή μας όσο και στη δόξα +και στην τύχη της γενιάς μας. + + — Μα δεν τους άκουσα ποτέ. + + — Δεν τους άκουσες γιατ' έτσι θέλησε ο Αριστόδημος. Παίρνει τη +ρίζα του δέντρου και τα φύλλα. Τον κορμό τον απαρνιέται. Δεν του +φαίνεται τόσο ζηλευτός. Και δε συλλογίστηκε ποτέ, πρόσθεσε η κόρη +θυμωμένη, δε συλλογίστηκε πως ο κορμός είν' εκείνος που δένει τη +ρίζα με τα φύλλα. + + — Να σου ειπώ την αλήθεια, Ελπίδα; είπε ο Δημητράκης αφωσιωμένος +στο κέντημα· θλίψη και πόνος με πιάνει με το κέντημά σου. Η σκούρα +κλωστή βασιλεύει ολούθε. Πού και πού φαίνεται τ' ασήμι και το +χρυσάφι. Αλήθεια φαίνεται πιο λαμπρότερο σα νάνε σκεπασμένο από +καταχνιά. + + — Είνε η καταχνιά που πλάκωσε τους Μορφόπουλους. Να ιδές εδώ +αυτόν τον καβαλλάρη. + + — Α! τι περήφανη ζωγραφιά! Τ' άλογό του πατάει απάνου σε +κουφάρια. Η ματιά του σφάζει περισσότερο από το σπαθί του. Έχει +κορώνα στο κεφάλι. Ποιος είν' Ελπίδα, ποιος είνε; + + — Είνε ο πρώτος μας· εκείνος που αντίκρυσε άφοβα το σπαθί του +Χαγάνου. Ρίχτηκε με τάλογό του μέσα στο σίφουνα κι άδραξε την +αθανασία. + + — Δε διάβασα τέτοιο θάνατο πουθενά. + + — Δε διάβασες γιατί δεν έγινε. Ζη ο Βασιλιάς μας, ζη και μας +προσμένει! φώναξε η κόρη με αστραφτερά μάτια σαν προφήτισσα. + + — Το πιστεύεις; + + — Το πιστεύω! βέβαια και το πιστεύω αφού στο λέω. + + — Έπειτα: + + — Έπειτα θρήνος κ' αίματα· είπε η κόρη σέρνοντας ανάλαφρα το χέρι +της απάνου στο κέντημα· δε βλέπεις; Αίματα και λαχτάρες απ' άκρη +σ' άκρη. Μα η ψυχή του πρώτου μας διαβαίνει απάνου τους και τα +στολίζει σαν αχτίνα στο μακελειό. Να κύτταξε... + + — Ένας Ιππότης! Φράγκος είνε, Ελπίδα; + + — Γι' Ατθίδα με πήρες που θα κεντήσω Φράγκους; Είνε Μορφόπουλος. +Είνε η ψυχή της σκλαβωμένης γενιάς μας· ο Μερκούριος Μπούας. Ένας +σίφουνας που αν φύσαγε καταδώθε, θα σάρωνε για μιας το Χαγάνο και +τη γενιά του. Μα δεν ήταν θέλημα Θεού. Τράβηξε κατά τη Δύση και +στήριξε μιαν αλάκερη αυτοκρατορία με τη λόγχη του. + + — Αλλοίμονο! εμουρμούρισε ο Δημητράκης δακρύζοντας. + + — Ναι, αλλοίμονο και τρισαλλοί! έχεις δίκιο να κλαις· μα και να +βλέπης πρέπει· είπε η κόρη σοβαρά. Βλέπεις εκείνα τα +φεγγοβολήματα; είνε τ' αρματωλίκια· ο Ζήδρος, ο Ζαχαρίας, οι +Κατσαντωναίοι, ο Νικοτσάρας. Λαμπάδες ετοιμάζονται για τη μεγάλη +Ανάσταση. + + — Κ' εκείνη δεν έγινε. + + — Πώς δεν έγινε; είπε η κόρη παραξενεμένη· να εδώ. + + — Φρίκη! έκαμε ο Δημητράκης, γυρίζοντας αλλού το πρόσωπο. + + — Το Εικοσιένα μας· είπε η κόρη φέρνοντας στανικά το κέντημα στα +μάτια του. Γύρισε, φοβιτσάρη, να ιδής τον εαυτό σου. Καθρέφτη +σούκαμα να καθρεφτίζεσαι μέσα. + +Ο Δημητράκης γύρισε αργά — αργά και κύτταξε πάλε το κέντημα. Ήταν +κίτρινος σαν το φλωρί· τα μάτια του έρριχναν παράξενες αστραπές. +Τα μαλλιά πεσμένα στο μέτωπό του τον έδειχνε σαν να σηκώθηκε από +αρρώστεια πολυκαιρινή. Τα χείλη του άσπρα έτρεμαν από τη +συγκίνηση. + + — Άξιζε τάχα τέτοια θυσία; εμουρμούρισε αργά και στοχαστικά σα να +ρώταε τον εαυτό του. + + — Άξιζε δεν άξιζε εκείνοι δεν το λογάριασαν. Είπαν να κάμουν +κράτος και τόκαμαν· τ' άλλα τ' άφηκαν στα παιδιά τους... Μα σα να +κουράστηκες βλέπω· πρόσθεσε η κόρη βλέποντας το Δημητράκη +αφαιρεμένο. Σε ζάλισα με το κέντημά μου. + + — Όχι, Ελπίδα, όχι· είπε βιαστικά εκείνος εμποδίζοντάς την να +τυλίξη το μετάξι. Δε με ζάλισε το κέντημά σου· το εναντίο μάλιστα, +μ' έβαλε σ' έγνοιες. Βλέπω τους πρώτους μας στις δυο άκρες και με +πιάνει απελπισία. Ένας εκεί πάνου βουτημένος στα αίματα κι άλλος +εδώ κάτου βουτημένος στη ντροπή. Δεν είνε κρίμα, Ελπίδα, δεν είνε +κρίμα! Γιατί και Τούτος να μη μοιάση Εκεινού ; + + — Έχεις δίκιο να θλίβεσαι· μα δε φταίει και Τούτος. Όλοι μας +φταίμε· και περσότερο απ' όλους η εποχή μας. + + — Όλοι, όλοι; είπε ο Δημητράκης σα να ρωτούσε τον εαυτό του +μπορεί. Μα και σε κείνον έφταιξε η εποχή του. Όμως φάνηκε +ανώτερος. Σα δεν την εύρισκε τη δόξα στη ζωή, πήγε και την +αγκάλιασε στο θάνατο. Για ιδές τον πώς τη σέρνει πίσω από τ' άλογό +του. Απ' τις πλεξίδες τη σέρνει, απ' τις πλεξίδες! Θα το ιδούμε +τάχα στις μέρες μας κ' εμείς τέτοιο θέαμα. Ω ευλογημένο χεράκι, +που μου 'δωσες τέτοια συγκίνηση. + +Και πριν η κόρη προφτάση ν' αντιληφθή το κίνημά του, ο Δημητράκης +άδραξε το χέρι της και το κόλλησε στα χείλη του. + + — Ευλογημένο κι αγιασμένο χεράκι· είπε κυττάζοντάς την με +ταπείνωση και λατρεία σα νάβλεπε εικόνισμα. + +Εκείνη έσυρε το χέρι της βιαστικά και χαμήλωσε τα μάτια της +κατακόκκινη. Πρώτη φορά ένοιωθε του Δημητράκη τα χείλη απάνου της. +Και πρώτη φορά ένα μαγνητικό ρευστό χύθηκε απ' άκρη σ' άκρη στο +κορμί της και φούντωσε το αίμα της. Για μια στιγμή της ήρθε +λιγοψυχιά. Ο ανασασμός της έγινε δύσκολος· τα μέλη της βάρυναν και +χαλαρώθηκαν. Έμοιαζε ολόγυμνο κορμί παραδομένο στου ήλιου τα +φλογερά φιλήματα. Είδες το λαγουδάκι πώς τρέμει και σπαρταρά κάτου +από το χνώτο του λαγωνικού; Έτσι έμοιαζε η Ελπίδα που ένοιωθε +κοντά της το Δημητράκη. Άξαφνα όμως αντρειεύτηκε· έσεισε +πεισματικά το κορμί και τινάχτηκε ολόρθη, στυλώνοντας απάνου του +μάτια αυστηρά και παραπονιάρικα. Ο νέος αιστάνθηκε τη ματιά εκείνη +σαν δάκρυ αρμυρό και πικρό στα φυλλοκάρδια του. + + — Συμπάθησέ με, Ελπίδα, συμπάθησέ με· είπε με θλιμμένη φωνή. Δεν +ήθελα να δείξω άλλο από το θαυμασμό μου. Το θαυμασμό μου σε σένα +και στο έργο σου. Έλα, κάτσε κοντά μου κ' έχω κάτι να σου μιλήσω +ακόμα. Έλα, να ζήσης ... + + — Τι θες ; είπεν η κόρη πισωγυρίζοντας. + + — Πες μου σε παρακαλώ. Μα θα μου ειπής την αλήθεια; + + — Γιατί όχι; Εγώ ψέματα δεν έμαθα. Η αλήθεια είνε το μοναχό +στολίδι μου. Ρώτα ό,τι θες και θα σ' αποκριθώ. + + — Ήθελα να μάθω, είπε ο Δημητράκης με δισταγμό· αυτά όλα που +κέντησες... + + — Ε. + + — Σε τι βιβλίο τα διάβασες; + + — Σε βιβλίο! του είπε η κόρη σκάζοντας τα γέλοια. Μα δεν έχεις +άδικο. Ο Αριστόδημος θαρρεί πως στο βιβλίο βρίσκονται όλα τα +πράματα. + + — Ναι· έτσι μ' έμαθε. + + — Μπορεί νάχη δίκιο. Μα εγώ δεν τα διάβασα σε βιβλίο· δεν ξέρω +γράμματα. + + — Δεν ξέρεις γράμματα! + + — Ναι, δεν ξέρω! Όσα σου είπα τ' άκουσα από τη μάννα μου. + + — Κ' η μάννα σου πού τα διάβασε; + + — Πουθενά· απ' τη μάννα της τάμαθε κ' εκείνη. Απ' τη μάννα της κι +από τον πατέρα της. Δεν ξέρεις το λοιπόν πως κρατάμε από την ίδια +ρίζα; + + — Το ξέρω, Ελπίδα, το ξέρω και το παραξέρω. Και γι' αυτό +καταλαβαίνω πόσο μεγάλοι ήταν οι παππούδες μας. Ενώ εκείνος ο +αδερφός μου!... + + — Α, ο αδερφός σου! είπε η κόρη κουνώντας το κεφάλι με +συγκατάβαση. Εκείνος πήρε τα βιβλία τους μοναχά. Μα εμείς +κληρονομήσαμε την ψυχή τους. + + — Εγώ θαν τα πάρω και τα δυο· είπε ο Δημητράκης με αυτοπεποίθηση· +ναι; + + — Δεν ξέρω... δεν ξέρω... Πώς να το ειπώ το ναι. Δεν ξέρω· +ψιθύρισε μακραίνοντας από κοντά του. + + — Δεν ξέρεις; την ρώτησε κείνος ρίχνοντας τα χέρια του παράλυτα. +Ποιος το ξέρει λοιπόν; + + — Εσύ· εσύ και κανείς άλλος. + + — Εγώ λοιπόν το θέλω. + + — Δε φτάνει· χρειάζονται κι' άλλα ακόμα. Έχεις ν' απαντήσης +πολλές δυσκολίες. Την πρόληψη, την παράδοση, τα συμφέροντα, τη +φτωχοπερηφάνεια, και τόσα άλλα. Κ' είνε κάτι στοιχειά! φοβερώτερ' +από κείνα που λεν τα παραμύθια μας. Θυμάσαι το σκλαβάκι; Δίχως το +σκλαβάκι δε θα κέρδιζε ποτέ την Όμορφη του Κόσμου το βασιλόπουλο. + + — Να την η Όμορφη του Κόσμου· είπε ο νέος αρπάζοντας το χέρι της +και κυττάζοντάς την κατάματα. Ξέχασες τίνος πατέρα είμαι γιος; +Αλήθεια ο αδερφός μου πάσκισε να μου ψαλιδίση τα φτερά· μα δε μου +τα μάδησε κι' ολότελα. Πάλε θα φυτρώσουν με τον καιρό· αν και +νοιώθω πως φύτρωσαν από τώρα με τα λόγια σου. Έλα, έλα μαζί μου, +αγαπημένη. Κάτι μέσα μου τρανολαλεί πως μαζί σου όλα μπορώ να τα +τολμήσω και να τα κατορθώσω... Εγώ το χέρι και συ το σπαθί. Έλα +και θα ιδής... + + — Άμποτε· ευχήθηκε κείνη αφίνοντας το κεφάλι της στην αγκαλιά +του. Και τότε ποιος θα μπορέση πια να μας αντισταθή ; επρόσθεσε +σιγαλά, στυλώνοντας τα μάτια ψηλά σε κάποιο μέλλον φωτεινό και +τρισένδοξο. + + — Αψού!... ακούστηκε πίσω τους ένα δυνατό φτάρνισμα. + +Οι νέοι χωρίστηκαν βιαστικά μ' ένα ξεφωνητό γεμάτο από λύπη και +οργή. Ο Δημητράκης τα σάστισε, σα να τον πιάσανε κλέφτη σε κάποιο +πολυάκριβο καρπό. Κατακόκκινος έρριξε κάτω τα μάτια του κ' έκανε +πως ψάχνει, πασπατεύοντας τις τσέπες του για να κρύψη τη ντροπή. Η +Ελπίδα όμως συνήρθε γρήγορα κ' έβαλε τα γέλοια και τα ξεφωνητά, +θέλοντας να χύση γύρω — τριγύρω τη χαρά της. + + — Κάτι κατσουφιασμένος, πατέρα· τι τρέχει; είπε στο γέρο +Μαλαματένιο, παύοντας τα γέλοια της. + + — Μπα! εδώ είστε; είπε τάχα ξαφνισμένος ο γέρος· έφαγα τον κόσμο +να σας γυρεύω. Σας γύρευα εκεί ψηλά κι άξαφν' ακούω το λάλημα στα +πόδια μου. Φαντάσου! να γυρεύω το πουλί στο κλαρί και να το βλέπω +χωμένο στ' αγκάθια. Φαντάσου! είπε εξακολουθώντας να γελά, ενώ τα +δάκρυα τρέχανε από τα μάτια του. + + — Φαντάσου! είπε κι ο Δημητράκης γελώντας. + + — Μα τι τρέχει ; θες τίποτα ; τον ρώτησε η Ελπίδα. + + — Ξέρω κ' εγώ να· είπε κείνος λαβαίνοντας ύφος πικραμένο· η Κυρά +δε μου φαίνεται καλά. Όλο βογγάει και ταράζει σαν το ψάρι απάνου +στο κρεββάτι. Της ρίξαμε ρούχα, της ρίξαμε, μα δε μπορεί να +συνέρθη. Άσκημα μου φαίνεται· άσκημα, πολύ άσκημα! + +Δεν είχε τελειώσει την κουβέντα του και οι δυο νέοι έτρεχαν χέρι +με χέρι προς το σπίτι. Η Ελπίδα ούτε το κέντημά της δε σκέφτηκε να +πάρη. Τ' άφηκε απλωμένο εκεί απάνω στα χόρτα κι ο ήλιος φιλούσε +αχόρταγα της όμορφες κλωστές, έδινε κ' έπαιρνε χρώματα. Ο γέρος +έσκυψε και το κύτταξε για πολλή ώρα. Έμοιαζε σαν διψασμένο ζωντανό +που πίνει αχόρταγα στην ξάστερη γούρνα του. + + — Α! έκαμε τέλος σηκώνοντας το κεφάλι. Όσες φορές το βλέπω τούτο +τ' αργόχερο, όλο τραγούδια έρχονται στα χείλη μου. Θα πης τα +περισσότερα είνε λυπητερά. Μα τάχα κ' η ζωή μου όλο με λύπη δεν +πέρασε; + +Έπιασε μ' ευλάβεια το κέντημα, το τύλιξε απαλά και κίνησε για το +σπίτι. Άξαφνα καθώς πέρναε στο στρατώνι είδε μέσα στ' αμπέλι την +αξίνα του και το σκαμμένο χώμα. + + — Μπρε! έκαμε μ' απορία. + +Έπειτα κούνησε συλλογισμένος το κεφάλι του και χαμογέλασε πονηρά. + + — Που θα πη, κυρά μου, είπε στην αξίνα του, και συ και το κορίτσι +βρήκατε σήμερα τον αφέντη σας. Ήλιος λοιπόν στο γέρο Μαλαματένιο. + +Έρριξε την αξίνα στον ώμο του και τράβηξε το δρόμο του +σιγοτραγουδώντας: + + Τούρκοι, κρατείτε τ' άλογα λίγο να ξανασάνω... + + + +Ε' + + + +Ο Περαχώρας κι ο Γκενεβέζος ετοιμάζονται σήμερα για ταξείδι. Ο +σύντροφός τους έφυγε από προχτές. Ένα σύντομο τηλεγράφημα τον +ανάγκασε ν' αφήση στη μέση τις μελέτες του. Για τούτο λυπήθηκε +πολύ· μα και τι να κάμη; Ο άνθρωπος του νου, όσο κι αν θελήση, δε +θα πάψη ποτέ να είνε άνθρωπος και της σάρκας. Κ' η σάρκα — π' +ανάθεμά τη! — έχει πολλές απαίτησες. Σήμερα τούτο, αύριο εκείνο. +Όσο προχωρούμε στη ζωή, τόσο το χαλκιάδικο που κλειούμε στην ψυχή +μας σφυρηλατεί αλυσίδες. Και τι αλυσίδες, Θεέ μου! δυνατές κι +άλυτες, σαν του Ηφαίστου το δίχτυ γύρω στους θείους μοιχούς. Ο +αράθυμος πολεμιστής, που κρύβει καθένας μέσα του, μπουχτίζει της +Αφροδίτης τα κάλλη και θέλει να πετάξη στους γαλάζους κόσμους της +γνώσης και της σπουδής. Μα του κάκου αγωνίζεται! Οι αλυσίδες τον +κρατούν εκεί και τον παραδίνουν στα χασκογελάσματα και στην +περιφρόνηση των συνόμοιων του. + +Έτσι την έπαθε τώρα ο Αλαμάνος. Θες αρρώστεια των γονιών του, θες +ο πόθος της ερωταριάς· ή — γιατί όχι — το ανέλπιστο άνοιγμα μιας +έδρας δασκαλικής κ' η Σοφία ζάρωσε σα χελώνα μπροστά στη σιδερένια +φτέρνα της Ανάγκης. Και όμως ο νέος σοφός είχε μεγάλα σχέδια στο +κεφάλι του. Από την ώρα που πρωτόειδε την Ελπίδα σκίρτησε το +φιλέρευνο πνεύμα του σα διψασμένο λάφι στην όψη δροσερού +κεφαλαριού. Ήταν δυνατό μυαλό με πλατύ και ξάστερον ορίζοντα +μπροστά του. Η μεγάλη και πολύμορφη σπουδή του δεν έγινε πυκνό +μαντρί να κλείση τάστρα και το φως από τα μάτια του· έγινε ψηλή +κορφούλα κι απάνω ανεβασμένος εκείνος, βίγλιζε τον κόσμο με μάτι +σταυραϊτού· σταυραϊτού που χυμά στον κάμπο κι αδράχνει το +εκλεχτότερο κυνήγι. Ούτε η πρόληψη τον σταματούσε ούτε η αλήθεια +τον τρόμαζε. + +Πρι να βγη από τον τόπο του είχε ακουστά για το τρυφερό λατσούδι +που φύτρωσε λάου — λάου δίπλα στο γέρο έλατο. Μα τ' άκουσε και το +πίστεψε ασήμαντο. Τόλεγε κ' εκείνος μούσκλι που φύτρωσε απάνω στο +θεϊκό κορμό των Ευμορφόπουλων από τα βρωμόνερα και τον κουρνιαχτό +της ανεμοζάλης. Μα τώρα που το είδε με τα μάτια του άλλαξε γνώμη. +Και σκέφτηκε μόλις τελειώση τα βιβλία του Αριστόδημου να τραβήξη +για το σπίτι της Ελπίδας. Ήξερε πως εκεί δε θα βρη ούτε βιβλία +ούτε χερόγραφα. Μα πίστευε πως η κόρη με την ανοιχτή καρδιά της θα +τον γνώριζε άσφαλτα με την ψυχή των Ευμορφόπουλων. Όχι του +περασμένου καιρού τους Ευμορφόπουλους παρά τους τωρινούς. Και +λογάριαζε να σμίξη τις μελέτες του και να γράψη ένα έργο που να +αποδείξη στον κόσμο μια γενιά με όλες τις αλλαγές που έκαμαν οι +καιροί, ως τα σήμερα. Φανταζότανε πως ένα τέτοιο έργο αν έφτανε +στο τέλος του, θα ήταν αρκετό να τιμήση και να δοξάση κάθε σοφό +της εποχής του. Μα τώρα αναγκάστηκε να τ' αφήση ή να τ' αναβάλη. +Για πόσον καιρό ποιος το ξέρει; + + — Κ' εγώ λυπούμαι που φεύγω· είπε στον Αριστόδημο, όταν τον +αποχαιρέτησε. Μα να έχετε πεποίθηση πως κι' από μακρυά θα +παρακολουθώ την αγαπημένη πατρίδα σας. Εκείνο που θα λάβω την +τόλμη να σας συστήσω — και να ξέρετε πως τη σύσταση την κάνει +αληθινός φίλος σας — είνε ν' ακούσετε τη μάννα σας και το +Δημητράκη. Φροντίστε ν' αγαπήσετε με την Ελπίδα. Είνε αίμα σας, +καθάριο αίμα σας και μη την περιφρονείτε. Μ' εκείνη θα ζήσετε· όχι +μ' εμάς τους ξένους. + +Εκείνος τον ευχαρίστησε για τη συμβουλή μα στάθηκε επιφυλαχτικός. +Δεν μπορούσε να του το υποσχεθή. Εχτιμούσε τις γνώσες και τη +μεγάλη του πείρα· ακολουθούσε όμως την παροιμία της γενιάς του: +Όσα ξέρ' ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρ' ο κόσμος ούλος. Ω διάολε! τι +ανακατώνεται αυτός στα οικιακά του; Θες από τα πολλά παθήματα θες +από την αδυναμία του ο Αριστόδημος κατάντησε να υποψιάζεται όλον +τον κόσμο. Τους γειτόνους του, ακόμα και τους φίλους του, δεν τους +φανταζότανε παρά ένα κοπάδι από λύκους, έτοιμους να χυθούν και να +διαγουμίσουνε τον τόπο του. Όσο του έδιναν ήταν καλοί και τους +αποθέωνε. Άμα όμως έκαναν πως θα κυττάξουν και τα δικά τους +συμφέροντα τους έβαζε στο βρισίδι. Επίστευε ακλόνητα πως η γενιά +του ήταν η πιο ξεδιαλεγμένη της γης κ' οι γειτόνοι του είχαν +υποχρέωση να δουλεύουν και να ιδρώνουν για λογαριασμό της. Κ' +επειδή αυτό δε γινότανε συχνά ενόμιζε πως όλοι τον φτονούσαν και +φρόντιζαν με κάθε τρόπο να τον ξεκάμουν. + +Το ίδιο έπαθε τώρα με τον Αλαμάνο. Ποιος μπορούσε, σκέφτονταν, να +του εγγυηθή πως δεν ήταν πληρωμένος από τους εχτρούς του για να +τον σπρώξη με της σοφίας τα πλανόλογα σ' ένα τέτοιο γκρεμό; Γιατί +βέβαια τι άλλο ήταν παρά γκρεμός, γκρεμός κι αφανισμός του αυτό +που τον συμβούλευε να κάμη ; Άμα παραδεχότανε για αίμα του το +γέννημα μιας σκοτεινής και άτιμης εποχής δεν είν' αλήθεια πως θ' +ατιμαζότανε κι ο ίδιος; Άμα σμίξη κανείς με το λωβιασμένο, δε θα +λωβιάση ; Μα τότε ποιος θ' απλώση να του σφίξη τα χέρι; Ο +Θεομίσητος αφορμή γυρεύει για να χύση απάνου του το φαρμάκι. Τώρα +στα καλά καθούμενα δεν παύει να τον διαβάνη και να τον βρίζη +ξετσίπωτα. Πλαστογραφεί την ιστορία του, αλλάζει τη γεωγραφία του, +αρνιέται τη γενιά του, τον λέει ξενοπάτη στον τόπο του. Κάθε +μεγάλος Ευμορφόπουλος γίνεται με το στανιό Θεομίσητος· κάθε +αιματοποτισμένη γωνιά του μετοχιού γίνεται με το έτσι θέλω δική +του. Και τα παλάτια του Χαγάνου, που φωνάζει, ακόμη το αίμα των +Ευμορφόπουλων, αυτός σώνει και καλά να τα ονοματίση δικά του. +Φαντάσου λοιπόν αν τούδινε και τέτοιο πάτημα! Θα σήκωνε τον κόσμο +στο ποδάρι με τις φωνές του; — Πού βρέθηκε απόγονος του +Ευμορφόπουλου αυτός ο λωβιασμένος; Φυλαχτήτε λέω να μη σας πάρη με +τα ψέμματα την ελεημοσύνη σας!» Και τότε τι θα γινότανε ο +Αριστόδημος; + + — Λοιπόν κύριε Αριστόδημε· το χέρι σας; για τελευταία φορά· του +είπε ο Περαχώρας, μπαίνοντας στο γραφείο με το καπέλλο στο χέρι. + + — Και σας ευχαριστούμε για την τόση σας φιλοξενία! επρόσθεσε ο +Γκενεβέξος από πίσω του. + + — Ω κύριοι· εψιθύρισε ο Αριστόδημος, σκύβοντας ταπεινότατα το +κεφάλι του. Λυπούμαι πολύ που χάνω την πολύτιμη συντροφιά σας. + + — Κι' εμείς το ίδιο, κ' εμείς το ίδιο· είπε ο Περαχώρας· ποιος +μπορεί να φύγη απ' αυτήν τη γη χωρίς να λυπηθή ; Να λυπηθή όχι να +δακρύση θέλω να ειπώ. + + — Εδώ σε κάθε βήμα, επρόσθεσε ο Γκενεβέζος, ακούαμε τους λόγους +του Δημοσθένους, του Σωκράτους τη φιλοσοφία. Οι Κίμωνες, οι +Μιλτιάδαι, οι Θεμιστοκλείς, εβάδιζαν εμπρός μας πάντοτε. + + — Και πάλι θα σας το ειπώ και πάλι και πάντοτε, είπε ο Περαχώρας: +είσθε ευτυχής ότι εγεννήθητε σ' αυτό τον τόπο, ότι έχετε τοιούτους +προγόνους. + + — Ότι μιλείτε την μελίρρυτον γλώσσαν εκείνων επρόσθεσε ο +Γκενεβέζος. + + — Και είσθε θεματοφύλακες των λαμπρών στοχασμών των ξανάειπε ο +Περαχώρας. + + — Παρακαλώ να μη μας λησμονήτε· είπε με ταπεινοσύνη ο +Αριστόδημος. + + — Να σας λησμονήσωμεν! εφώναξε ο Περαχώρας. Να λησμονήσωμεν την +γην του Πλάτωνος, του Περικλέους, του Αισχύλου; Α! μας αδικείτε· +νη τον Δία, μας αδικείτε πολύ! + + — Όχι, κύριε Αριστόδημε· επρόσθεσε ο Γκενεβέζος. Η κλεινή πατρίδα +σας από βρεφικής ηλικίας ήτο στη φαντασία μου· τώρα που την +εγνώρισα, βεβαιωθήτε πως είνε και στην καρδιά μου. + + — Και γυρίζετε στον τόπο σας, βέβαια; τους ρώτησε με δισταγμό ο +Αριστόδημος. + + — Όχι, όχι· αποκρίθηκε στενάζοντας ο Περαχώρας· δεν ήρθε ακόμα η +ευλογημένη ώρα· πλησιάζει, αλλά δεν ήρθε· έχουμε αλλού εργασία. + + — Ο φίλος μου έλαβε διαταγή να πάη στου Πέτρου του Θεομίσητου κ' +εγώ στου Βασίλη του Ζάρακα· είπε βιαστικά ο Γκενεβέζος. + + — Ναι· είπε κι ο Περαχώρας μαντεύοντας το ξάφνισμά του. Έχουν, +βλέπετε, κ' εκείνοι τη σημασία τους. + + — Σημασία! εψιθύρισε αφαιρεμένος ο Αριστόδημος. + + — Α! αγαπητέ· είπε ο Περαχώρας προσπαθώντας να γελάση. Πώς +φαίνεστε ότι παίρνετε τη ζωή από τη μια της όψη! Μα έχετε άδικο, +μεγάλο άδικο, σας βεβαιώ. Η ζωή είνε πολύμορφη και κάθε μορφή της +αξιομελέτητη. Αλλοιώς εζήσατε σεις, αλλοιώς ζουν τώρα εκείνοι. +Εσείς βρίσκεσθε στο τέλος, κ' εκείνοι στην αρχή. Μα κ' η αρχή +εκείνων όπως και το τέλος το δικό σας είνε ίσα για τη μελέτη μας. + + — Τι σύγκριση! σκέφτηκε ο Αριστόδημος, έτοιμος να δακρύση. + + — Α! βέβαια, καμία σύγκριση· καμία βέβαια· βιάστηκε να προσθέση ο +Περαχώρας. Μα είνε, βλέπετε, νέοι λαοί, όλως διόλου νέοι. Και το +ξύπνημα του βρέφους είνε πολύ σημαντικώτερο από του γέρου το +ψυχομάχημα. Κρίμα που δεν το καταλάβατε ακόμα! + + — Μπορεί· έκαμε ο Αριστόδημος χωρίς να διώξη από το μέτωπό του τη +θλίψη. Όπως δήποτε θα σας παρακαλέσω, επρόσθεσε ζητιάνικα, να +έχετε υπ' όψη σας τα δίκαιά μας. + + — Τα δίκαιά σας! τα δίκαιά σας! εφώναξε ο Περαχώρας. Και ποιος +μπορεί ποτέ ν' αρνηθή τα δίκαιά σας! ποιος τολμά να τ' +αμφισβιτήση· ποιος είνε τόσον άμουσος να τα λησμονήση!... + + — Αι περγαμηναί σας εξασφαλίζουν τη νίκη σας, να είσθε βέβαιος· +του είπε ο Γκενεβέζος σφίγγοντας το χέρι του. + + — Ο πνευματικός κόσμος είνε δικός σας· σας το είπα και άλλοτε· ο +πνευματικός κόσμος είνε αναφαίρετο κτήμα σας· τον βεβαίωσε ο +Περαχώρας κάνοντας το ίδιο. + +Ο Αριστόδημος παρηγορήθηκε. Έτρεξε πριν από κειούς στ' άλογα· +έσφιξε τα χαλινάρια, εδοκίμασε τα σκαλόλουρα, τις σέλλες· τρόπο +ήθελε να βρη για να δείξη την ευγνωμοσύνη του. Εκείνοι άμαθοι από +καβάλλα δυσκολεύτηκαν πολύ να βάλουν το πόδι τους στη σκάλα. Ο +Αριστόδημος παρουσίασε πρόθυμα το γόνα του. Οι σοφοί αρνήθηκαν. Α, +μπα! δεν είνε δυνατόν. Μα ο Ευμορφόπουλος επίμενε. Καθώς έστεκε με +το καπέλλο στο χέρι και τα γόνα μπροστά, έλεγες πως έκανε δέηση. +Οι σοφοί κατάλαβαν πως η άρνησή τους δεν έκανε άλλο παρά να +μακραίνη τον εξευτελισμό του, και τον λυπήθηκαν. Πάτησε ο +Γκενεβέζος πρώτος και γοργά κάθισε στη σέλλα. Μα δεν έγινε το ίδιο +και με τον Περαχώρα· χοντρός κι αδέξιος ο καθηγητής μόλις ανέβηκε +στο γόνα του Αριστόδημου έγειρε να πέση. Από το φόβο του όμως +άπλωσε τα χέρια όπου τύχη κι αρπάχτηκε απ' τα μαλλιά του +αρχαιολόγου. Εκείνος τον αγκάλιασε σφιχτά, τον σήκωσε ψηλά και τον +απίθωσε στη σέλλα. + + — Συγγνώμην .. συγγνώμην... φαίνεται πως σας χτύπησα· είπε ο +Περαχώρας. + + — Μπα, καθόλου .. . + +Και για να κρύψη τον πόνο του, άρχισε τα γέλοια και τους +μορφασμούς σαν παλιάτσος. Σύγκαιρα τον πήραν τα αίματα κ' έφερε το +μαντήλι στη μύτη του. + + — Ω! σας μάτωσα λοιπόν! είπε με θλίψη ο Περαχώρας, προσπαθώντας +να κατεβή από τ' άλογο. Μα τι αδέξιος καβαλλάρης που είμαι! + + — Παρακαλώ, μην ανησυχείτε, δεν είνε τίποτα, κύριε καθηγητά· είπε +ο Αριστόδημος. Άλλως τε, σας βεβαιώνω, το φταίξιμο δεν είνε δικό +σας. Μόνος μου εχτύπησα στη σέλλα. Να έτσι... + +Και για να τον πείση κουτούλησε πάλε τη σέλλα δυο και τρεις φορές +δυνατά. Οι σοφοί δεν πίστεψαν τους ισχυρισμούς του, εγέλασαν όμως +πολύ με την ευγένειά του. + + — Δεν είνε ανάγκη, δεν είνε ανάγκη· είπε ο Περαχώρας· σφουγγίστε +το αίμα σας για το Θεό! + + — Μα τι έχουν τα δισάκκια μας ; ερώτησε ο Γκενεβέζος απορώντας· +σαν πολύ φορτωμένα φαίνονται τ' άλογα. + + — Δεν ξέρουμε, αφεντικό· εμείς έτσι τα πήραμε από το σπίτι· είπε +ο αγωγιάτης. + + — Με συγχωρείτε που δε ζήτησα πρώτα τη συγκατάθεση σας· είπε +συνεμπαίνοντας ο Αριστόδημος. Μα είχα πεποίθηση πως σαν καλοί +φίλοι των προγόνων μου δε θ' αρνηθήτε να μου κάμετε την τιμή να +δεχθήτε μερικά ενθύμια των. Έβαλα λοιπόν στα δισάκκια σας από ένα +σπάνιο χειρόγραφο και λίγα μάρμαρα από τις ανασκαφές μας. + + — Ω!... έκαμαν σύγκαιρα κ' οι δυο ξαφνισμένοι. Μα σεις επεράσατε +τον Αλκίνοο στη μεγαλοδωρία. Σας ευχαριστούμε, σας ευχαριστούμε +πολύ. + + — Έτσι, εξακολούθησε ο Αριστόδημος, θα είμαι βέβαιος ότι οι +πρόγονοι θα σας θυμίζουν και λίγο τους απογόνους. + + — Βεβαίως, βεβαίως· χαίρε απόγονε του Λεωνίδα· — Λεωνίδα του εν +Θερμοπύλαις! ευχήθηκε ο Περαχώρας κεντώντας τ' άλογό του. + + — Αι σκιαί των ενδόξων προγόνων σας να είνε πάντα βοηθοί σας· +είπε κι ο Γκενεβέζος. + + — Αντιχαίρετε, κύριοι· είπε ο Αριστόδημος προσκυνώντας +ταπεινότατα. + +Τους ακολούθησε με το μάτι κάμποση ώρα και σαν τους είδε να +τραβούν για τους τόπους των εχτρών του, τον κυρίεψε αγανάχτηση. Ο +καλπασμός των αλόγων ήρθε σαν χασκογέλασμα και πλήγωσε την +περηφάνεια του. + +Ως τόσο οι ανασκαφές προχωρούσανε στο μετόχι. Η αξίνα μέρα με την +ημέρα έβγανε στο φως αξετίμωτα ηυρέματα. Κάθε τι που χρησίμεψε στη +ζωή των αρχαίων Ευμορφόπουλων και κάθε τι που στόλισε τη θανή +τους, κοίτονταν οργυιές του βάθου και πρόσμενε υπομονητικά το +σκαφτιά, σαν την κοιμάμενη βασιλοπούλα στο σκοτεινό της πύργο το +βασιλόπουλο. Ναοί και θέατρα, σαρκοφάγοι και σταμνιά, δακρυδόχοι +κι αγάλματα κάθε λογής, θάμπωναν τώρα τον ήλιο με την αμολόγητη +χάρη τους. Κι ο Αριστόδημος βρισκότανε σε αδιάκοπο μεθύσι. +Αισθανόταν ευγνωμοσύνη στην αξίνα, υποχρέωση στους σκαφτιάδες, +τυφλή λατρεία στη γη που του έδωκε τόσα και τόσα προγονικά +κειμήλια. Η γη προ πάντων με την άμετρη φροντίδα της του σκλάβωνε +το λογικό. Πόσα και πόσα δε μεταχειρίστηκε για να φυλάξη στους +κόρφους της τ' απομεινάρια μιανής ζωής σβυσμένης από τον άγριο +καταχτητή! Εκείνος πίστεψε πως με τη ζωή έσβυσε και κάθε ιχνάρι +της. Εκείνη όμως όχι· τα φύλαξε στο πείσμα του και τώρα να, τα +παραδίνει στον απόγονό του, όπως η Αίτνα τη φωνή του Εγκέλαδου. Τ' +είνε τάχα η χλόη, τα δέντρα, οι καρποί μπροστά σε τούτα που +βγαίνουν αμβροσία για το αίσθημα του ανθρώπου; Καν τίποτα! Κ' +ένοιωθε κάποια ορμή να γονατίση, να φιλήση το χώμα το καλόβουλο, +να δείξη με χίλιους τρόπους τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του. + +Ο Κουτρουμπής κ' οι άλλοι κολλήγοι αναγκάστηκαν να κάμουν το +θέλημά του. Από γεωργοί έγιναν μεροκαματάρηδες· άφηκαν τ' αλέτρι +και πιάσανε την αξίνα. Πάσα ημέρα, από την αυγή ως το βράδυ, άλλο +δεν έκαναν παρά ν' ανοίγουν γουβιά και χαντάκια, να +ψιλοκοσκινίζουν χώματα. Μα δεν τόκαναν με όρεξή τους. Όταν +βρίσκονταν μακρυά από ταφτί του Αριστόδημου, δεν έπαυαν να +κοροϊδεύουν τη δουλειά τους και να κλαίνε τη μοίρα τους. + + — Μα το σταυρό, μου φαίνεται πως κατάντησα χοίρος· έλεγε σήμερα ο +Μπαλαούρος με σιχασιά στο διπλανό του. Τι οργή Θεού είν' τούτη, +μωρέ παιδί! τι οργή Θεού!... + + — Τι χοίρος; δε λες γουρούνι, συμπέθερε! Γουρούνι και κάτι +χειρότερα. Εκείνο βρίσκει το ελάχιστο κάτι να φάη και στη βρώμα. +Εμείς τι βρίσκουμε. + + — Πέτρες! απάντησε άλλος απόπερα· δε βλέπεις; + + — Τρώγουνται οι πέτρες ; + + — Σα χάλασες τα δόντια σου στην κουρκούτη ποιος σου φταίει; Τήρα +ο Αριστόδημος που τάχει γερά π΄ψς τις ροκανάει σαν φτάζυμο. + + — Τρώει πέτρες λοιπόν τ' αφεντικό ; + + — Έτσι φαίνεται· πώς αλλοιώς θα ξηγήσης την τρεμούρα του για +δαύτες ; Δος του πέτρες και παλιόχαρτα και πάρ' του την ψυχή. + + — Ούτε την ψυχή του θέλω, ούτε τη γνώση του. Τούτος, μωρέ μάτια +μου, ψηλοκρατιέται. + + — Και για τούτο χαμηλοπέφτει. + + — Κατάντησε μπαλόνι κι αρμενίζει στ' ανοιχτά. Πού θέλει να φτάση +κ' εγώ δεν ξέρω. + + — Γένου και συ μπαλόνι να μάθης. + + — Να πάω απόκοντα; Α! δεν τόχω σκοπό. Εδώ που βρίσκουμαι καλά +βρίσκουμαι. Πατάω γερά σα νάχω θεμέλια. Πατάω γερά και βλέπω +γερώτερα. + + — Τι βλέπεις ; + + — Βλέπω πως τούτα δω που ξεθάφτουμε θάκαναν σ' άλλα χέρια τον +καλήτερον ασβέστη. Βλέπω και το σπίτι μου χάρβαλο. Κι αν ήμουν +Αριστόδημος, θάβανα με τούτον τον ασβέστη να ξεγονατίσω το σπίτι +μου. Τάχα σαν πέση απάνου μου τι θα κερδίσω με τούτα; μόνο που θα +τάχω συντροφιά στη θανή μου. Μα τι κρύο που θάνε να ψυχομαχάς μέσ' +στα μάρμαρα! Το συλλογιέμαι μονάχα κι ανατριχιάζω. ... + + — Ε συ αποκεί· του φώναξε ο Κουτρουμπής αυστηρά· πάψε πια τις +γρουσουζές σου. Είνε τρόπος, λέω, και το σπίτι να ξεγονατίσης και +τα μάρμαρα να φυλάξης. Κεφάλι χρειάζεται, κεφάλι και τίποτ' άλλο. + + — Μωρέ πώς φαίνεσαι πως δεν είσαι Μορφόπουλος! του φώναξε άλλος +απέκει. + + — Μακάρι να μην ήμουνα· ξανάειπε ο Μπαλαούρας επιμένοντας στο +στοχασμό του. Α στο διάβολο τέτοια ζωή· πότε να κλείση κανείς τα +μάτια του για να ησυχάση! + + — Μην τον λες τέτοιο λόγο, συμπέθερε, και κολάζεσαι. Τι μας φταί' +η ζωή να την αναθεματάμε. Καλή — κακή εμείς την κάνουμε τέτοια· +μοναχή της δε γίνεται. + + — Εμείς; και τι έχουμε να κάνουμε μεις! Εγώ και συ τι είμαστε ; +Δουλευτάδες, σύνεργα που θα πη στ' αφεντός τα χέρια. Αλέτρι θέλεις +αλέτρι· αξίνα; Αξίνα· δαυλί; δαυλί. Μπορείς να ειπής όχι; + + — Πώς ; άμα θέλω το λέω. + + — Για δεν τόπες ως τώρα; + + — Δεν το σκέφτηκα. + + — Να εγώ που το σκέφτηκα και δεν το λέω. + + — Είσαι μπούφος το λοιπόν. + +Εκείνη την ώρα η αξίνα έσκουξε κουφά σα να φώναζε : «βρήκα!». Φως +φανερά πώς χτύπησε στο μάρμαρο. Οι σκαφτιάδες έγιναν για μιας +κίτρινοι σαν το θειαφοκέρι. Τη φωνή της μάννας τους ν' άκουγαν από +το μνήμα δε θα χλώμιεναν έτσι. Άφηκαν τη δουλειά τους και +τριγύρισαν όλοι το λάκκο με την ψυχή στα μάτια. Ένα βαθύ και +πολυάκρυβο μυστικό τους έδενε. Ο Κουτρουμπής πρώτος κ' έπειτα ο +Μπαλαούρος κατέβηκαν φυλαχτά μέσα κι άρχισαν να πετούν με τις +χούφτες τα χώματα. Την ίδια στιγμή φάνηκε μακρυά κι ο Αριστόδημος. +Ερχόταν αργά με το κεφάλι κάτω, αναμαλλιάρης κι αχνός σα να γύριζε +από κηδεία. + + — Έσπασε η μύτη σας αφεντικό; τον ερώτησε με σεβασμό ένας +βλέποντας τα αίματα. + + — Μπα, δεν είνε τίποτα· αποκρίθηκε με φανερή μετριοφροσύνη +εκείνος σφουγγώντας τη μύτη του σαν νάκρυβε τα παράσημά του. Να, +εκειός ο Περαχώρας, δεν ξέρεις τι αδέξιος καβαλλάρης που είνε! Μα +είνε σοφός! μεγάλος σοφός! Και μας αγαπάει, ου! μας αγαπάει +φοβερά! Αν μπορούσε, λέει, θα ρχότανε να πεθάνη στα χώματά μας. + + — Για να σε ματοχειλίζη συχνότερα· εμουρμούρισε ο Κουτρουμπής από +το λάκκο. + +Ο Αριστόδημος δεν άκουσε ή κι αν άκουσε δεν έδωκε προσοχή. Πήδησε +μέσα κι άρχισε νευρικά να πετάη χώματα. Στην κατάσταση που ήταν +έμοιαζε με βρυκόλακα π' ανασκαλίζει τον τάφο των γονιών του. +Παιδεύτηκαν κάμποση ώρα κ' οι τρεις τους· πέταξαν χώματα ένα σωρό. +Οι άλλοι απόξω τα πασπάτευαν, τα ζουλούσαν, τα λύχνιζαν και για +κάθε χαλίκι άνοιγαν συζήτηση. Κάποτε μάλιστα μεταχειρίζονταν κ' +επιστημονικούς όρους. Κολακεύονταν να δείξουν πως ένοιωθαν από +αρχαιολογία. + +Τέλος κατάφεραν να ξεθάψουν ένα μαρμαρένιο άγαλμα. Φαινόταν +αλήθεια θαυμαστό καλλιτέχνημα. Ήταν μια γυναίκα μεγαλόκορμη, +κατσουφιασμένη και φοβερή. Τα χείλη της σμιχτά και φουσκωτά, +μοιάζανε με σάλπιγγα έτοιμη να τρανολαλήση κατορθώματα. Τα +ορθάνοιχτα μάτια της προξενούσαν τρομάρα· τα σμιχτά φρύδια της +έρριχναν κάποια έγνοια στο αρμονικό σύνολό της. Τα μαλλιά της +φουντωτά κ' ελεύθερα είχανε το θράσος και το θυμό πεινασμένων +φιδιών. Το ζερβί χέρι της έλειπε· μα τ' ανασήκωμα του νώμου +έδειχνε πως κάτι κρατούσε και σε κάποιον το πρόσφερνε με κίνημα +προσταγής. Το δεξί στηριζότανε απάνου σε σπαθί που έλειπε η λεπίδα +του. Ένα κομμάτι χούφτας κρατούσαν μόνον τα δάχτυλά της. + + — Η Αρετούσα είνε! εφώναξε με θαυμασμό ο Μπαλαούρας, μόλις το +είδε ολόρθο. + + — Τι λες, συμπέθερε! είπε αναμπαίζοντάς τον ο Κουτρουμπής· για +γυναίκα το πέρασες! δε βλέπεις που κρατάει σπαθί; + + — Θα είνε ο Ρωτόκριτος, λέω· είπε άλλος σκαφτιάς. + +Ο Αριστόδημος τους έρριξε άγριες ματιές κ' έπειτα χαμογέλασε. + + — Τι λέτε, μωρέ βλάκες ; τους είπε. Τι Ρωτόκριτος και Αρετούσα! +Είνε η Δόξα μας· η αθάνατη Δόξα μας! + + — Μπα, η Δόξα! είπε ο Μπαλαούρας στραβοστομιάζοντας· κρίμα! + + — Αλήθεια κρίμα! είπαν κ' οι άλλοι. + + — Μα θαρρώ, αφεντικό, τη Δόξα την έκαναν πάντα με φτερά οι παλιοί +μας· είπε θαρρετά ο Κουτρουμπής, λυπημένος για την απάτη του. + + — Με φτερά ναι· είπε ο Αριστόδημος παίρνοντας θέση διδάχου· μα ο +παππούς μου της τάκοψε για να την αναγκάση να μείνη πάντα μαζί +μας. + + — Και το κατάφερε ; + + — Η ιστορία λέει όχι· μα εγώ δεν το πιστεύω. Η Νίκη μας έφυγε· η +Δόξα όμως μένει και θα μένη στους αιώνες δική μας. Ναι· είνε +ωραίο· είνε τέλειο καλλιτέχνημα! + +Χύθηκε απάνου στάγαλμα, τ' αγκάλιασε σφιχτά και του φίλησε με +πάθος το κρύο μέτωπο. + + — Για σένα τους χαρίζω κάθε αληθινή δόξα· εψιθύρισε τρυφερά +κυττάζοντας το μάρμαρο. Πού είσαι τώρα, Περαχώρα, Γκενεβέζο, +Αλαμάνο! εφώναξε απλώνοντας το χέρι του. Καλά κάματε και φύγατε· +πολύ καλά. Του Κρούμου το ποτήρι και του Σαράφωφ οι μαχαιριές +πρέπουν καλήτερ' από τούτο στη σοφία σας... Ελάτε, παιδιά· είπε +γυρίζοντας στους σκαφτιάδες· στο νώμο και σπίτι· δε θέλουμε άλλο +ηύρεμα σήμερα· μας φτάνει η Δόξα ... + +Τράβηξε μπροστά με το κεφάλι ολόρθο· ακατάδεχτος πια στη γη και +στους κατοίκους της. Τον ακλούθησε ο Κουτρουμπής κι ο Μπαλαούρας +συζητώντας, ακόμη για τόνομα του αγαλμάτου. Πίσω οι σκαφτιάδες +έφερναν το βαρύ μάρμαρο, τρικλίζοντας κι αγκομαχώντας. Γύρω και +πέρα το ηλιοψημένο χώμα άχνιζε και λαύριζε σαν τη στέρφα γη της +Αφρικής. + + — Μητέρα!.. μητέρα!.. έβγα να ιδής μητέρα! εφώναξε ο Αριστόδημος +καθώς πλησίασε στο σπίτι· στη φέρνω τέλος πάντων! + +Δεν είχε αμφιβολία πως κ' εκείνη θ' αναγάλλιαζε για το ηύρεμά του. +Το σπίτι όμως έμεινε κλειστό κ' έρημο. Αμέσως πάγωσε. Άθελα +θυμήθηκε το κρανίο που ηύρε την αυγή σε μια σαρκοφάγο· ένα κρανίο +γυμνό και άδειο με το γέλοιο στα δόντια του. Προχώρησε στην πόρτα, +χτύπησε, την έσπρωξε δυο τρεις φορές· μα η πόρτα έμεινε σφαλιστή. +Κύτταξε τριγύρω του χωρίς να ξέρη τι γυρεύει κ' είδε άξαφνα το +κλειδί σε μιαν άκρη. Κ' εκείνο είχε κάποιο γέλοιο απάνω του. +Γελούν λοιπόν και τ' άψυχα μαζί του; Έσκυψε με θυμό, άδραξε το +κλειδί, τόβαλε στην κλειδαρότρυπα, άνοιξε. + + — Μητέρα! φώναξε με ολότρεμη φωνή. + +Έτρεξε στην κρεββατοκάμαρα, στη σάλα, στο δωμάτιό του, στο +μαγεριό. Κατέβηκε τρεχάτος στο κατώι, έψαξε στην αυλή, στο +κοτέτσι. + + — Μάννα! ξαναφώναξε δυνατώτερα. + +Πουθενά απόκριση. Τον έπιασε αποκαρωμάρα. Έκλεισε την πόρτα σιγά +και γύρισε στο δωμάτιό του· έπεσε, παρά κάθισε στο γραφείο του, +έβαλε το κεφάλι στα χέρια και μπήκε σε συλλόηση. + +Τις άλλες μέρες που ήταν αφωσιωμένος με τη συντροφιά των σοφών και +τις ανασκαφές δε λογάριασε καθόλου την απουσία της μάννας του. +Γυναικεία πείσματα, είπε, θα περάσουν. Τώρα όμως που δεν είχε σε +ποιόν να μεταδώση τη χαρά του ανησύχησε. Ήταν αλήθεια το λοιπόν! +Το είπαν και τόκαμαν; Η μάννα του έφυγε· ο αδερφός του το ίδιο. +Και πού πήγαν; ποιος ξέρει. Το βέβαιο είνε πως έφυγαν, τον +παράτησαν, δε θέλουν να ζουν μαζί του· δε θέλουν να τον ξέρουν +ούτε να τον ακούν! Μα γιατί· γιατί αυτή η συφορά; Τι κακό έκαμε; +σε τι τους έβλαψε; Καλά ο αδερφός του· τέτοιος που ήταν, καλά +έκαμε κ' έφυγε. Αν έμενε, εμπόδιο θα του έφερνε και τίποτ' άλλο. +Ώρα του καλή! Μα η μάννα του· η γλυκειά, η πονετική, η άγια του +μαννούλα! Πώς έκαμε κι άφηκε έρμο το παιδί της! Πάντα ήταν καλή, +περιποιητική, αφωσιωμένη σε δαύτον. Κ' εκείνος το ίδιο· λόγο δεν +της γύρισε ποτέ, παράπονο δεν της έκαμε. Η αγάπη του δεν ήταν από +κείνες που έχουν τα παιδιά στη μητέρα τους! Ήταν λατρεία φανατικού +στη θρησκεία του. Από τα μικρά του χρόνια κάθε σκέψη του σ' εκείνη +την αφιέρωσε. Πώς να την ιδή ευτυχισμένη και δοξασμένη, καμάρι των +φίλων, αγκάθι των οχτρών της. Ακόμα και οι τωρινοί κόποι του για +κείνη γίνονταν. Να δείξη στον κόσμο τη σειριά της· να την +θαυμάσουν και να την προσκυνήσουν οι αιώνες. Μα εκείνη αντί να τον +συντράμη στον αγώνα, τον άφησε μάρμαρο. Είνε ή δεν είνε ν' +απελπίζεται κανείς! + + — Γιατί, μαννούλα μου, γιατί; εψιθύρισε παραπονεμένα. + +Σήκωσε το κεφάλι και τήραξε γύρω του. Πίστεψε πως θα λάβαινε +απάντηση. Μα τίποτα. Το σκοτάδι βασίλευε μέσα στο δωμάτιο. Οι +βιβλιοθήκες διαγράφονταν στον τοίχο πιο μαύρες και σκοταδερές σαν +πένθιμα παραπετάσματα. Τα κεφαλοκόλωνα, οι λήκυθοι, τα χτερίσματα, +με την υγρασία και το χώμα τους, έβγαζαν οσμή ανυπόφερτη σαν +ξεθαμμένα κόκκαλα. Κι αυτό το άγαλμα της Δόξας τον αναγούλιαζε. +Σηκώθηκε βιαστικά κι άνοιξε το παράθυρο. Έξω χαμόφεγγε ακόμη. Ο +ήλιος βασίλεψε, μα η φεγγοβολή του έβαφε χρυσά και μενεξεδένια τα +συγνεφάκια. Η βρύση της αυλής μουρμούριζε συγκρατητό και βαθύ +παράπονο. Τ' ανθισμένο αγιόκλημα κ' οι τριανταφυλλιές έχυναν άρωμα +δυνατό και του πείραζαν τα νεύρα. Αντίκρυ του η μουριά με τα +κλαδιά ολόρθα κι άτρεμα τα φύλλα της, έμοιαζε σβυσμένο μανουάλι +απάνω στον τάφο των πάππων του. Πέρα κι απόπερα μαυρειδερά +απλώνονταν τα χτήματα με τους φράχτες, με τις φυτιές, με τα σπίτια +και τα μαντριά τους. Όλα μαυρειδερά σαν ν' άπλωσε καλόβουλη κυρά η +νύχτα τον πέπλο της για να κρύψη το μυστικό της Πλάσης. Ποιο +μυστικό ; θα πης. Τ' άγιο και τ' ολοφάνερο. Μάντευε τώρα κι ο +Αριστόδημος πως κάτω εκεί φύτρα και φύλλα και καρποί αναπιάνονταν, +χυμοί έτρεχαν, χρώματα και μύρα ζυμώνονταν κ' η μάννα Φύση +ετοίμαζε ακούραστη τα λούλουδα και τα πούλουδα. Φωνές έβγαιναν +εκείθε, γέλοια και χαρχάτουρα, κάπου τραγούδια, αλλού ξεφαντώματα. + + — Η ζωή ξεχειλίζει σαν το γάλα από της μικρομάννας τον κόρφο· +εψιθύρισε μελαγχολικά. Ξύπνησε, μικρομάννα, το παιδί σου και +κλαίει· ξύπνησε! + +Γύρισε στο δωμάτιο μ' αποστροφή. Η μοναξιά του φαίνονταν +μεγαλείτερη και πιο αβάσταγη τώρα. Έρριξε τα μάτια στο μετόχι του +κι ανατρίχιασε. Το σκαμμένο χώμα ασπρολόγαε. Ανάμεσα στους σωρούς, +τα χαντάκια έχασκαν σαν τάφοι ορθάνοιχτοι. Από πάνω τους ανάδευαν +τα σκοτάδια με σιγαλό και κρύο ανάδεμα. Κάποτε φωσφορισμός +έβγαινε· κάποιο ασπροκίτρινο φως άρπαξαν τα μάτια του και τόχαναν +αμέσως. Άναβε κ' έσβυνε κ' έφτανε στην ψυχή του σα νεκροσήμασμα. +Μην είνε τάχα κ' εκείνο προγονικό λείψανο; σκέφτηκε. Μήπως μαζί με +τα έργα της τέχνης θάφτηκε κ' εκείνο εκεί και τώρα βγήκε να του +φωνάξη: «πιάσε με!;» Και τι νάνε τάχα; τι νάνε; Μήπως το πνεύμα +του το δυνατό, μήπως η ψυχή του η μυριοπρόσωπη ; Κι αν ήταν τ' +ήθελε; Προσήλωσε τα μάτια του καλά· τέντωσε ταφτιά του· Σείστηκε +φύλλο· γρύλλος έτριξε. Ο Αριστόδημος ανατρίχιασε. Μιλούνε λοιπόν; +Μιλούνε. Και τι λένε; Ακκούμπησε στο παράθυρο, βγήκε ο μισός έξω +και τήραξε περίεργα το σκοτεινό μαγνάδι των λάκκων. Το φεγγάρι +πρόβαλε ξαφνικά πίσω του κ' έχυσε φως κάτασπρο στην απλωσιά. +Ολόγυρα τα ξερριζωμένα κορμόδεντρα, τα κούτσουρα των αμπελιών, τα +στάχυα, τα κωλορρίζα του καπνού, οι ελιές κοίτονταν πτώματα. Το +μετόχι έμοιαζε μ' ανθρωπομακελλειό. Μαύρα αίματα τρέχανε, χάσκανε +πληγές, άσπριζαν σπασμένα κόκκαλα, φοβέριζαν τον ουρανό γροθιές +σφιγμένες· χαρχάλευαν σπασμοί, τάραζαν τη σιγαλιά βόγγοι. Η γη +ανάδινε ολούθε οσμή σαπίλας. Η οσμή εκείνη του φάνηκε παράξενη. +Σήκωσε τα μάτια μ' αηδία· μα τότε πάγωσε. Καταμεσής στο μετόχι και +στη θέση που άγιαζε πριν ο γεροπλάτανος, ένας ήσκιος άσπριζε +γονατιστός σα συντρίμμι ταφόπλακας. Ο ήσκιος φίλησε μ' ευλάβεια +τον πεσμένο κορμό· έπειτα σηκώθηκε βιαστικά, γύρισε τα μάτια +ολόγυρα και κούνησε αργά το κεφάλι σα νάκλαιγε την τόση +καταστροφή. + + — Μάννα! φώναξε δυνατά ο Αριστόδημος, απλώνοντας τα χέρια. + +Ήταν ίδια η κυρά Πανώρια· η κορμοστασιά, το μέτωπο, το βλέμμα +εφανέρωναν πως ήταν εκείνη. Δεν έδωκε όμως απάντηση στη φωνή του +γιου της. Ούτ' έδειξε πως τον άκουσε. + + — Μαννούλα, έλα πίσω! δε μ' ακούς! έλα πίσω, μαννούλα!.. +ξαναφώναξε δυνατώτερα. + +Και σύγκαιρα έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε να κατεβή για να την +καλοδεχτή. Στο κατώφλι όμως στάθηκε αποσβολωμένος. Η κορμοστασιά +της μάννας του είχε γίνη θεόρατη· στη γη τα πόδια της και το +κεφάλι στον ουρανό. Κι ανάμεσα στα χυτά μαλλιά της σιγοτρέμανε τ' +αστέρια. Του έρριξε μια ματιά πονετική, ένα χαμόγελο γεμάτο από +συχώρεση κι άξαφνα σβύστηκε. + + — Και πάλι φεύγεις και πάλι! είπε ο Αριστόδημος· πνιγμένος στα +δάκρυα. + + + +ς' + + + +Την αυγή σαν ξύπνησε ο αρχαιολόγος του κάστηκε πως ήταν δέκα +χρόνια γεροντότερος. Δεν είχε δύναμη να σηκωθή από το κρεββάτι. +Όχι δεν είχε δύναμη, αλλά και τόβρισκε όλως διόλου περιττό. Τι +είχε να κάμη τάχα; Να διαβάση; Δεν είχαν νόστα τα βιβλία του. Να +εργασθή; Όχι! πολύν καιρό θα κάμη να πατήση στο χτήμα. Εκείνο το +χτεσινοβράδυνο θέαμα πλάκωσε με πάγο τον ενθουσιασμό του. Έμεινε +λοιπόν ανασκελωμένος στο κρεββάτι, με τα μάτια ορθάνοιχτα κι +ακίνητα σαν υπνωτισμένος. Το αυγινό φως χυνότανε ψόφιο από τα +παράθυρα και τούδειχνε τα σωθέματα λερά, σαν κουρελόπανα. Απόξω +ούτε φωνή, ούτε θόρυβος. Μόνον της βρύσης το μουρμούρισμα έφτανε +μέσα μονότονο και τούφερνε λιποψυχιά. Όχι νερό· το αίμα της +καρδιάς του έχυνε απ' τον κρουνό της η βρύση. + +Αλήθεια· πολύ άχαρο είν' έτσι το σπίτι! Άλλοτε μόλις άνοιγε τα +μάτια του, άκουε το αλαφρό περπάτημα της κυρά Πανώριας, το +πασπάτεμμά της εδώ κ' εκεί, τη φωνή της. Έκραζε «πτου!...» στα +ορνίθια κ' έτρεχαν από τις τέσσερες άκρες της αυλής με +φτεροκοπήματα και κακκαρίσματα, σα να της φώναζαν «φτάσαμε!..» Πα! +πα!.. πα!.. σκούζανε τα παππιά, σαλεύοντας το στρουμπουλό κορμί +απάνου στα ποδαράκια τους, λες και διάταζαν: «μην απλώση κανείς +στο φαγί μας!» Μπερδεύονταν όμως πολλά κι ανασκελώνονταν στο δρόμο +σαν ασκοτύρια. Γλου!.. γλου!.. γλου!.. οι διάνοι πρόβαιναν +μεγαλόπρεπα, κινώντας επαναστατικά το κόκκινο λειρί τους, με +φανερή πρόθεση να τσαλαπατήσουν όλα τα πάντα. Χι! χι! χι!. +σφύριζαν ανόητες οι χήνες, τινάζοντες ξέμακρα τις μύτες τους να +μυρισθούν, ενώ το φαγί κοίτονταν στα πόδια τους. Τσι! τσι! τσι!.. +τα κλωσσοπούλια ζητιανεύοντας λίγο πίτουρο, απομεινάρι της +αχορταγιάς των μεγάλων. Και τέλος κου! κου!. κου!.. πλάκωνε +βαρυπατώντας ο κόκκορας — ο κόκκορας ο κουρσάρος κι ο δαμαστής +όλης της γειτονιάς. Κ' ήταν σε όλα του αξιόπρεπος· στη στάση του, +στο βάδισμα, στο λάλημα και στη ματιά του. Ακόμα στο φαγί του +τέτοιος φαινότανε. Δεν έδειχνε πείνα ούτε αχορταγιά. Ταπ! ταπ! +ερράμφιζε τ' αραποσίτι κ' έπειτα ψήλωνε το κεφάλι του και βίγλιζε +την τάξη στους υποταχτικούς του. Άμα έβλεπε κανένα σερνικό ν' +αρπάζη του θηλυκού την τροφή, χυνότανε σα μπόρα στη μέση κι ο +αδικητής άλλαζε δρόμο πριν δοκιμάση την άσπλαχνη μύτη του. Και +συχνότερα, απλώνοντας ριπίδι το ένα του φτερό, έφερνε γύρα την +αγαπημένη του, νταής παρασάνταλος και κούτσαβος των πουλιών +μεθυσμένος. Και η κυρά Πανώρια η μαννούλα του, ορθή ανάμεσα στον +πεινασμένο λαό της, σκόρπιζε πρόθυμα την τροφή, καλόβουλη και +γελαστή σαν την Κυρά τη Φύση που σκορπά για όλους ταγαθά της. Τώρα +ποιος ξέρει τι να κάνουν κ' εκείνα; Σε τι ανυπομονησία θα +βρίσκονται που δε βλέπουν ακόμη να προβάλη η τροφοδότρα τους. Άκου +πώς τσιμπούν και χαρχαλεύουν την πόρτα! Τη μύτη, τα φτερά, τα +νυχοπόδαρά τους όλα τάχουν σε κίνηση. Ποιος φαντάζεται πώς ν' +αλυχτά η πείνα στα σωθικά τους και τα βάνη να μαδιώνται μεταξύ +τους, ώστε να ιδούν τ' αγαπημένο χέρι ν' απλωθή απάνω τους! +Κακόμοιρα! Πού νάξεραν πως δε θα το ιδούν πια αυτό το χέρι! Πού να +φαντασθούν τη μοίρα που τα περιμένει! Αύριο — μεθαύριο θα τα +σκορπίση η πείνα μέσα στο χωριό· θα τρέξουν απ' αυλή σ' αυλή κι +απ' αχεριώνα σ' αχεριώνα για κάνα ψίχουλο. Και τότε; Κλαίγε τα +τότε. Άλλα θα πάνε απ' τα πετροβολήματα των παιδιών κι άλλα απ' το +λεπίδι καμιάς χωριάτισσας! Να το κακό που γίνεται στο σπίτι σα +λείψη η νοικοκυρά!... + + — Έτσι σβύνει το νοικοκυριό· σκέφτηκε ο Αριστόδημος με πίκρα. + +Τ' άρεσε τώρα να μένη σ' αυτήν τη θέση και να κλωθογυρίζη στο νου +του την ίδια σκέψη. Άρχιζαν να τον τέρπουν τα μελαγχολικά +συναισθήματα. Το πείραγμα και τ' αφόρμισμα της πληγής του, του +προξενούσε πόνο και σύγκαιρα ευχαρίστηση. Μα εκείνη τη στιγμή +ακούστηκε χτύπος δυνατός στην πόρτα, σα νάπεσε κορμί τρεχάτο απάνω +της. Αμέσως έπειτ' άρχισαν χτυπήματα πεισματικά κι ανυπόμονα. + + — Ποιος; ερώτησε ο Αριστόδημος από τη θέση του. + + — Άνοιξε! + + — Τι θες; + + — Άνοιξε σ' λέω· επρόσταξε η φωνή λαχανιάζοντας. Η μάννα σου.. . +η κυρά Πανώρια... + + — Έ; + + — Πέθανε. + + — Πέθανε! + +Ο Αριστόδημος έμεινε ξυλιασμένος στο στρώμα του. Πέθανε! αλήθεια; +Και γιατί; + +Άξαφνα πήδησε ορθός, έτρεξε μισόγυμνος στην πόρτα. Ένα +χωριατόπουλο φάνηκε στο κατώφλι, βγάζοντας αχνούς από το στόμα +του. + + — Τ' είπες, μωρέ; το ρώτησε ο Αριστόδημος ελπίζοντας να ακούση +διαφορετική απάντηση. + + — Ο Δημητράκης μ' έστειλε να σου ειπώ: η κυρά Πανώρια πέθανε... η +μάννα σου, λέει, πέθανε. + + — Πότε; + + — Ψες βράδυ... κοντά στο σούρουπο.. . + + — Αλήθεια; + + — Να, μα το σταυρό! + +Έσκυψε, έκαμε δυο βήματα μέσα, άρπαξε με τα χέρια το κεφάλι και +ρίχτηκε στο κρεββάτι βογγώντας. Το χωριατόπουλο άνοιξε τόσα τα +μάτια του. Έπειτα σιγά κι ανάλαφρα τραβήχτηκε στη σκάλα, την +κατέβηκε στα τέσσερα κ' έκλεισε την ξώπορτα πίσω του. Στο χτύπο +ξαφνίστηκε ο Αριστόδημος· γύρισε τα δακρυσμένα μάτια του και δεν +είδε το χωριατόπουλο. Θυμήθηκε πως δεν το ρώτησε πού πέθανε η +μάννα του. Μπορεί στο σπίτι της Ελπίδας· μα δεν ήταν και βέβαιος. +Πήδησε, έτρεξε στην πόρτα, βρέθηκε στην αυλή. + + — Παιδί!.. παιδί! .. έβαλε τις φωνές. + +Πού παιδί! Έπρεπε να βγη έξω για να μάθη. Πλύθηκε — ντύθηκε γοργά. +Δυο πόνοι του σφάζανε τώρα την καρδιά. Η λύπη που έχασε τη μάννα +του κ' η ντροπή που πέθανε όξω απ' το σπίτι της. Ο άντρας της +παιδεύτηκε να την σπιτώση κι ο γιος την ξεσπίτωσε! Τι καταφρόνια +στη γυναίκα του Ευμορφόπουλου να πεθάνη σε ξένα χέρια!.. + +Την ώρα που κατέβαινε τη σκάλα να σου ο πάρεδρος του χωριού με το +δικαστικό κλητήρα· Έρχονταν συζητώντας κ' οι δυο και γελώντας +ποιος ξέρει γιατί. Μόλις όμως τον είδαν, σοβαρεύτηκαν κι ο +πάρεδρος με θλιμμένη φωνή του είπε σφίγγοντας το χέρι του. + + — Το μάθαμε... ζωή σε λόγου σου· ήταν καλή γυναίκα η μακαρίτισσα. + + — Ζωή σε λόγου σου· του είπε κι ο κλητήρας. + + — Ναι... ευχαριστώ· εψιθύρισε ο Αριστόδημος. + + — Είνε αλήθεια λυπηρό· μα τι να γίνη; του ξανάειπε ο πάρεδρος, +κυττάζοντάς τον με τα μικρά και πονηρά ματάκια του· αυτά 'χει ο +κόσμος. Πέθανε στο σπίτι της Ελπίδας ναι, το μάθαμε· προτίμησε το +μικρότερό της γιο. Ε, έτσι είνε οι μαννάδες· τη μοιράζουν και την +αγάπη· τη μοιράζουνε. Και όχι σαν ανθρώποι· σα θεοί, σα θεοί· σ' +άλλον περσότερη, σ' άλλον λιγώτερη. Μα τι να γίνη ;.. Ήταν καλή +γυναίκα, η αγιοχώματη· καλή γυναίκα! Μήπως πηγαίνετε στην κηδεία; + + — Ναι· εκεί πάω· αποκρίθηκε στενοχωρεμένος ο Αριστόδημος. + + — Πηγαίνετε, πηγαίνετε· μην εμποδιζώστε καθόλου· μα καθόλου. +Εμείς θα κάνουμε τη δουλειά μας. Τι να γίνη ; αυτά 'χει ο κόσμος· +άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι γεννιώνται. Ξέρτε, οι οχτώ ημέρες έληξαν +και θα κάμω κατάσκεση. + + — Κατάσκεση! είπε πισωπατώντας ο Αριστόδημος. + +Τώρα θυμήθηκε πως εδώ κι οχτώ ημέρες του κοινοποίησαν την +τελευταία προθεσμία που δίνει το δικαστήριο στο χρεωφειλέτη. Μα +ούτε τη διάβασε, ούτε τη θυμήθηκε ως σήμερα. Πού να δώση προσοχή +σε τέτοια μικροπράμματα! + + — Ναι, κατάσκεση· του ξανάειπε ο κλητήρας· είνε για το χρέος του +κυρ Κουρδουκέφαλου. Μα μην εμποδιζώστε διόλου, σας παρακαλώ. Θα τα +κάνω όλα στην εντέλεια· να είστε ήσυχος. Εσείς πηγαίνετε στην +κηδεία της μάννας σας. + + — Ναι, πηγαίνω· κάμετε όπως ξέρετε. + +Ο Αριστόδημος έφυγε βιαστικά, λες και τον απόλυσαν από τα σίδερα. +Ήταν ανυπόμονος να ιδή τη μάννα του. Ο θάνατός της τον ξάφνισε σαν +κάτι παράδοξο κι αφύσικο. + + — Ας όψεται· έλεγε κάθε στιγμή στενάζοντας. + +Κι ο στεναγμός μαζί με το στοχασμό του τον αλάφρωσαν για καλά. +Είχε την πεποίθηση πως η μάννα του επλάσθηκε κ' ήταν αληθινά +αθάνατη. Ούτε αρρώστια, ούτε φόνος, σκοινί — παλούκι, ότι κι αν +μεταχειρίζονταν τα παιδιά της είτε οι ξένοι εναντίον της, ήταν +ικανά να την πεθάνουν. Αν πέθανε τώρα, δεν ήταν αίτιος αυτός, όχι. +Αυτός σε τίποτα δεν έφταιγε. Ο αληθινός φταίστης ήταν ο Δημητράκης +με τη λιγομυαλιά και με τα πείσματά του. Αυτός ο μισοπάλαβος, ο +αγράμματος, ο προδότης! Και τι έκαμε; Την πήρε μαζί του και να! +την πέθανε· Αν έμενε στο σπίτι της, θα ζούσε ακόμα!... Και τη θέση +της λύπης πήρε τώρα το μίσος του· μίσος κι αποστροφή για τον +αδερφό του. + +Έτσι πήρε τον ανήφορο κ' έφτασε λαχανιάζοντας στο σπίτι της +Ελπίδας. Μα το σπίτι δεν έδειχνε καθόλου πως είχε λείψανο. Τα +πορτοπαρέθυρά του ήταν ορθάνοιχτα και μπαινόβγαινε ο ήλιος σα +χρυσοφορεμένος γαμπρός. Στην αυλή μελισσολόι ο κόσμος· ντόπιοι και +ξένοι ανάκατα. Γιατί μέσα στο χωριό και στ' άλλα περίγυρα δεν ήταν +άνθρωπος που να μην ήξερε την κυρά Πανώρια. Άλλος απ' ακουή κι +άλλος από ιδεί όλοι την ήξεραν κι όλοι τη λάτρευαν. Κ' οι οχτροί +της ακόμα — όχι δικοί της παρά τ' αντρός και των παιδιών της +οχτροί — κ' εκείνοι δεν είχαν κακό λόγο για δαύτη. + +Η κρεββατοκάμαρα της Ελπίδας έγινε νεκρικός θάλαμος. Καταμεσής η +κυρά Πανώρια ξαπλωμένη στην κάσσα της· δε φαινότανε παρά το +πρόσωπό της. Το άλλο σώμα της ήταν σκεπασμένο από χίλιων ειδών +λουλούδια και βότανα. Κάτι μεγάλα και κόκκινα τριαντάφυλλα, +κάποιες ωχρόδροσες μοσκιές και ρόδα απριλιάτικα, έζωναν τους +τίμιους λαγόνες της, σαν ουράνιο τόξο. Κάτω οι μυρτιές και οι +βιόλες και παρακάτω τα δαφνόκλαδα ψήλωναν και θέριευαν, λες και +βρήκαν εκεί την αληθινή πατρίδα τους. Μα στο χλωμόδροσο πρόσωπό +της κάθονταν ανάλαφρα ο πόνος κ' η θλίψη του χωρισμού. Για κείνη +όχι· αλλά για κείνους που άφινε. Ζερβόδεξα κοντά στο κεφάλι της, +κάθονταν σταυροπόδι ο Δημητράκης κ' η Ελπίδα. Κάθονταν +ακκουμπώντας στην παλάμη το πρόσωπο και κυττάζοντάς την +προσεχτικά, σα να πρόσμεναν τα λόγια της. Επίσης ζερβόδεξα στα +πόδια της κάθονταν ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γριά του σκυφτοί κι +αμίλητοι, σα να κρατούσαν τη σκεπή απάνου τους. Η Ελπίδα έλεγε το +μυρολόι της σιγά και ταπεινά, σα βρυσούλα που κλαίει την ερμιά της +μέσ' στο δάσος. Τα λόγια της ήταν απλά και συνειθισμένα· μα τους +έδινε τέτοιο αίσθημα η λαλιά της που τάκανε ουρανοκατέβατα. Ο +πόνος πάλαιβε με το πάθος και το πάθος με το θρίαμβο μέσα τους. +Και κάθε φορά που τέλειωνε ο στίχος, το γέρικο αντρόγυνο έβγαζε +κάποιο στέναγμα βαθύ κι ατέλειωτο, λες κι ανάσαινε ο Κάτου κόσμος. + + — Ωχ — ωχ! ωιμένανε!... + +Γύρω στη νεκρή κάθονταν οι τρανοί ένας κ' ένας. Ο Χαγάνος με το +γιο του· ο Βασίλης ο Ζάρακας, ο Μήτρος ο Γλάμης κι ο Θεομίσητος. +Ανάμεσά τους κάθονταν ο Περαχώρας κι ο Γκενεβέζος και πίσω απ' το +Δημητράκη, σκυφτός προς την Ελπίδα ο Αλαμάνος. Ήταν όλοι +συναγμένοι εκεί, επίσημα ντυμένοι, σοβαροί στα καθήκοντά τους. + + — Νεκρή είνε, και θαρρεί κανείς πως κοιμάται· είπε ο Χαγάνος +σιγαλά στο διπλανό του. + + — Όπως η ζωή της ήταν ύμνος στη Δημιουργία, έτσι κι ο θάνατός της +είνε ύμνος στο Χάρο· επρόσθεσε ο Περαχώρας. + + — Αν είν' ο Χάρος να στολίζη έτσι το θάνατο, βέβαια ο θάνατος +είνε προτιμότερος από τη ζωή· εσυμπέρανε ο Βασίλης ο Ζάρακας. + + — Τη βλέπει κανείς και νομίζει πως άμα κρυφθή στη γη θα κρυφθή κι +ο ήλιος μαζί της· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης. + + — Ήταν στην όλη Δημιουργία κάτι από τα πιο σημαντικά και +δοξασμένα μέρη της κ' είνε φόβος με τον αφανισμό της να χαλάση +τώρα κι ο κόσμος· εψιθύρισε με θλίψη του ο Γκενεβέζος. + +Ο Θεομίσητος δάγκωσε τα χείλη του. Δε θα πάψουν πια αυτά τα +λιβανίσματα σ' ένα κουφάρι! Ο φθόνος με το φόβο έσμιγαν και +βασάνιζαν την αράθυμη ψυχή του. Και νεκρή ακόμα την έτρεμε την +Κυρά Πανώρια. Βέβαια δεν πίστευε πως μπορούσε να ξαναζήση. Το +θετικό μυαλό του δεν πίστευε στα φαντάσματα. Η ζωή της όμως είχε +ακόμα επιρροή στην κοινή συνείδηση κ' ήταν κακή δικλοποδιά στην +πρόοδό του. + + — Ψε!.. είπε κουνώντας το κεφάλι· μεγάλη μάννα, αλήθεια· μα τι +παιδιά έκαμε!... + +Ο Αλαμάνος γύρισε και τον κύτταξε με περιφρόνηση. Ούτε κι ο +θάνατος, λοιπόν, δε στόμωνε το μίσος του! Με τη θαυμαστή επιμονή +του κατώρθωσε ο Αλαμάνος να τα ισάξη όλα στην πατρίδα του και να +τρέξη πάλε στο μεγάλο του σκοπό. Έτυχε απάνω στο ψυχομάχημα της +κυρά Πανώριας· μα κ' εκείνο ήταν σημαντικό για την υπόθεσή του. Το +ψυχομάχημα, ο θάνατος, το πένθος, οι ετοιμασίες όλα ήταν για τη +σκέψη του ψηφίδες που τούδειχναν μια θαυμαστή και μεγαλόπρεπη +εικόνα. Σκυφτός άκουε το μυρολόγι της Ελπίδας κ' ένοιωθε το πνεύμα +του να γυρίζη μέσα στα χερόγραφα των παλιών Ευμορφόπουλων. + + — Εγώ σε βεβαιώνω, είπε άξαφνα με φαρμάκι στο Θεομίσητο, πως και +τα παιδιά έχουν την ψυχή της μάννας τους. Το μόνο κακό είνε πως +δεν ξέρουν ακόμα τον τρόπο για να τη φανερώσουν. Να, για πρόσεξε· +δε σου φαίνεται πως η Αντρομάχη κλαίει τον Έχτορά της; + + — Μάννα μ', να σε ρωτήσουμε και να μας μολογήσης, + +Τίνος αφίνεις τα κλειδιά από τ' αρχοντικό σου ; + +Ρώταγε παραπονετικά η Ελπίδα. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε στην πόρτα ο +Αριστόδημος· Μόλις πάτησε το κατώφλι θέλησε να πέση και ν' +αγκαλιάση το φέρετρο. — «Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!» του ήρθαν +οι λέξες στα χείλη. Κρατήθηκε όμως μόλις είδε τους ξένους. +Σκέφτηκε πως έπρεπε να φανή επιφυλαχτικός, σοβαρός, επίσημος +μπροστά τους. Μέσα του υπόφερνε πολύ· κατώρθωσε όμως να σφίξη τον +πόνο του. Έβγαλε το καπέλλο του, προχώρησε, στάθηκε κοντά στο +λείψανο και σταύρωσε τα χέρια. + + — Κείσαι λοιπόν νεκρά, ω μήτερ Θεών και κοιτίς ημιθέων! είπε +άξαφνα με βροντερή και άτρεμη φωνή. Ναι κείσαι! επρόσθεσε +κατεβάζοντας στο λείψανο το χέρι του και κυττάζοντας αυστηρά +όλους. Και εκείνοι οίτινες εβύθισαν το εγχειρίδιον εντός της +τιμίας σου πλευράς ίστανται νυν ενώπιόν σου προσπεπασσαλευμένοι +και ευτελείς ως παίδες λαθροχειρούντες. Αλλά καίτοι νεκρά ζης, ναι +ζης αθάνατος· και από του αδαμαντίνου βάθρου της αθανασίας σου +περιφρονείς ως εμπρέπει τους δολοφόνους και τους τυμβωρύχους +σου!.. + +Έτσι εξακολούθησε το λόγο του για πολύ ακόμη ο Αριστόδημος. Το +προαιώνιο όπλο της γενιάς του είχε τώρα στα χέρια του και πίστευε +μ' εκείνο να σαρώση τους εχτρούς του. Κ' ήταν όλοι εχτροί του εκεί +μέσα· ο Χαγάνος, ο Γλάμης, ο Ζάρακας, ο Θεομίσητος. Κι όχι μόνον +αυτοί αλλά κ' οι παλιοί φίλοι του. Όσο τους έβλεπε να κάθωνται +μαζί με τους εχτρούς του και να συνομιλούν σκυφτά και μπιστεμμένα, +τόσο άναβε η φιλυποψία του. Ήθελε να τους δείξη με το λόγο του +ποιοι ήταν εκείνοι και ποιος ήταν αυτός. Άρχισε λοιπόν να υμνολογή +τη γενιά του. Είπε για τους Ευμορφόπουλους· για την καταγωγή, για +τη δόξα, για την τέχνη τους. Ό,τι κατόρθωμα σημαντικό από χιλιάδες +χρόνια είχε η γενιά το ανάφερε με βροντές και πάταγο. Όχι μόνον τα +σημαντικά μα και τα ελάχιστα. Τ' άρπαζε στον καταρράχτη της +πολυλογίας του, τα ψήλωνε στα μεσούρανα, τάλεγε δυσκολόβρετα στην +παγκόσμια ιστορία. Εμακάριζε τη μητέρα που είχε την τιμή να +γεννήση τέτοια παιδιά και συγχαιρότανε τα παιδιά που είχαν τύχη να +γεννηθούν από τέτοια μητέρα. Προσκαλούσε τους προγονικούς ήσκιους +να παρασταθούν περίλυποι στην κηδεία της. Τα μάτια του δεν είχαν +δάκρυα ούτε το πρόσωπό του συγκίνηση. Αχτινοβολούσε όλος από χαρά +και περηφάνεια. Τα χέρια του γροθοκοπούσαν τον αέρα, σα να πάλευε +με αόρατο δαίμονα. + + — Υμνεί τη μητέρα του ή ρητορεύει; εψιθύρισε στ' αφτί του +Γκενεβέζου ο Περαχώρας. + + — Είνε φυσικό του· αποκρίθηκε με τον ίδιον τρόπο εκείνος. +Χρειάζεται, να σου ειπώ, λίγη ιλαρότητα. Το μυρολόγι της Ελπίδας +μούσφιξε την καρδιά. + +Η θλίψη τώρα είχε φύγει από το νεκρικό θάλαμο σαν πουλάκι +φοβισμένο. Το αίσθημα υποχώρησε στα λόγια. Δεν ηύρε θέση να +τρυπώση παρά στα στήθη της Ελπίδας και τον Δημητράκη. Οι ξένοι μ' +ένα στεναγμό έβγαλαν και το βάρος από πάνω τους. Σήκωσαν το +κεφάλι, κύτταξαν προσεχτικά το ρήτορα και τα πρόσωπά τους +δείχνονταν γαληνεμένα σα να μην έγινε τίποτα. + +Δεν ήταν όμως έτσι και τα δυο παιδιά. Η Ελπίδα με το κεφάλι +σκυμμένο στη νεκρή φαινότανε βυθισμένη στους κόσμους τους δικούς +της· ούτε πρόσεχε ούτε άκουε το λόγο. Ο Δημητράκης όμως είχε άλλες +σκέψες. + +Από την ώρα που είδε στο κατώφλι τον Αριστόδημο εμάντεψε το σκοπό +του· ο θυμός του άναψε. Δεν έφτανε που την πέθανε με τις αμυαλιές +του· ήρθε και να την ρεζιλέψη! Μα βαστάχτηκε· χαμήλωσε στο λείψανο +το κεφάλι και φρόντιζε να μη βλέπη και να μην ακούη το ρήτορα. +Ήταν όμως αδύνατο. Ο Αριστόδημος έλεγε κ' έλεγε κ' έδειχνε πως δεν +είχε σκοπό να τελειώση. Και τα λόγια του έκαναν στο Δημητράκη όλως +διόλου αντίθετη εντύπωση απ' ό,τι έκαναν στους άλλους ακροατές. +Τον συγκινούσαν γιατ' ήταν τέτοια, μωρά κι ανάξια για το θέμα που +είχαν. Ποίος μπορούσε αλήθεια να φαντασθή πως η γυναίκα του +Ευμορφόπουλου θα είχε ένα τέτοιον επικήδειο ; Και η σκέψη εκείνη, +πολύ θλιβερώτερη από το θάνατο του έφερε δυνατό λυγμό κ' έπεσε +απάνω στο λείψανο· + + — Αχ! μαννούλα μου!., μαννούλα μου!.. + +Εκείνη τη στιγμή τελείωσε κι ο Αριστόδημος το λόγο του. Έρριξε +βλέμμα γιομάτο περιφρόνηση στον αδερφό του κ' ήρθε και στάθηκε +μπροστά του ψιθυρίζοντας : + + — Ανάξιε! + +Οι ακροατές σηκώθηκαν μονόγνωμοι κ' ήρθαν να συγχαρούν και να +συλλυπηθούνε τον Αριστόδημο. + + — Ευχαριστώ.... ευχαριστώ.... απαντούσε στον καθένα εκείνος, +σφίγγοντάς τους τα χέρια. Ξέρετε· ηθέλησα να πλησιάσω το δαιμόνιον +ύφος του Περικλέους, είπε μπιστεμένα στον Περαχώρα. + + — Και να σας ειπώ το κατωρθώσατε· του είπε με πικρό χαμόγελο ο +Γκενεβέζος. + + — Αλήθεια! εφώναξε ολόχαρος εκείνος· ω! με κολοκεύετε, με +κολακεύετε πολύ... ευχαριστώ! + +Κανείς όμως από τους τόσους ακροατές δεν μπόρεσε να καταλάβη τα +λόγια του. Εκείνο το «ευχαριστώ» ήταν τάχα για τα συλλυπητήρια ή +για τα συγχαρητήριά τους; + + + +Ζ' + + + + — Που θα πη, μωρέ γυναίκα, μοιάσαμε τους Οβριούς στην κακοτυχιά· +είπε ο γέρω Μαλαματένιος στη γριά του, απιθόνοντας κάτω ένα πόδι +αργαλειού. + + — Φτου τσ' αντίχριστους! μη μου τους μελετάς! φώναξε κείνη +αγαναχτησμένη. Σε καλό σου, γέρο! Τι σούρθε κ' έπιασες να μας +παρομοιάσης με τσ' αλάδωτους!... + + — Τ' έπαθα, λέει! τ' έπαθα! Και τι άλλο μας μένει να πάθουμε; Έχω +ακουστά πως κ' εκείνους τους κακορρίζικους έτσι τους τυραννούσαν. +Τσ' άρπαξε ο ένας από δω και χωπ! στη Βαβυλώνα. Τσ' έπαιρνε άλλοι +από κει χωπ! στη Δαμασκό. Ερχόταν τρίτος χωπ! πάλε στα Γεροσόλυμα. +Από τον Άννα στον Καγιάφα που θα ειπή. Το ίδιο και μεις. Τη μια +φορά ο Χαγάνος μάς παίρνει απ' το καλύβι μας και μας ρίχνει στο +σπίτι της Ελπίδας. Τώρα μας παίρν' η Ελπίδα χωπ! στο σπίτι του +Μορφόπουλου. Να τι θα ειπή να ζη κανείς πολλά χρόνια! Α, μα το +ψωμάκι· τη βαρέθηκα τέτοια ζωή... + + — Μα τώρα δεν έχει πια να μας κουνήση κανείς από 'κεί. + + — Κανείς! δεν έχει να μας κουνήση κανείς! τι λες άραχλη ; + + — Εκειό που σου λέω· τώρα θα ησυχάσουμε για καλά. + + — Για καλά; Βέβαια, σα νάχης δίκιο. Από 'κεί θα φύγουμε με ξένα +πόδια. + + — Τι; καβάλλα; + + — Ναίσκε· καβάλλα στο ξυλάλογο· σα να λέμε στην κάσσα. Ξέχασες, +βλέπω, το στερνό σου ταξείδι. + + — Ου!... έκαμε η γριά μ' ανατριχίλα, βάζοντας μπροστά το χέρι της +για να διώξη το κακό. + + — Ω, διάτανε! το φοβάσαι βλέπω το θάνατο σα να ήσουνα χίλιω +χρονώ. Μα στην πίστη μου σου λέω έχεις άδικο, γριά! Έχεις μεγάλο +άδικο. Εκεί να ιδής σπίτι μια βολά. Θεμέλιο δεν έχει και +θεμελιωμένο είνε· κλειδωνιές δεν έχει και κλειδωμένο είνε. Ούτε +Χαγάνος έρχεται να σε νοχλήση, ούτε Μορφόπουλος, ούτ' Ελπίδα. Αν +και να σου ειπώ την αλήθεια, για την Ελπίδα πρόθυμα θα +βασανιζόμουνα και στον τάφο... Μα σου δίνω το λόγο μου, μωρή γριά· +αν είνε τυχερό σου και πας πρώτη, θα σου χτίσω ένα σπίτι όχι και +καλήτερο... + + — Ου, καϋμένε! πάψε πια τις σαχλαμάρες κι ανάγκασε. Δε βλέπεις +που μας πήρε η νύχτα! + + — Σαχλαμάρες. ... σαχλαμάρες... μα τι οργή Θεού τούτος ο κόσμος! +και την πιο φανερή αλήθεια τη σιχαίνεται!. .. + +Ο γέρο Μαλαματένιος σήκωσε πάλι στο νώμο τον αργαλειό και πήρε τον +κατήφορο. Σήκωσε κ' η γριά του το μπόγο κι' άρχισε να κατεβαίνη +τρικλίζοντας κι αγκομαχώντας. + +Η Ελπίδα μετακόμιζε τώρα οριστικά στο σπίτι του Ευμορφόπουλου. Από +την ώρα που πέθανε η κυρά Πανώρια άλλαξαν πρόσωπα και πράματα. Μα +πιο πολύ άλλαξε ο Αριστόδημος. Πρώτα ο θάνατος της μάννας του κ' η +ερμιά του μέσα στο σπίτι· έπειτα η χρηματική στενοχώρια τον έφεραν +κάπως σε θεογνωσία. Έβαλε μεσίτες στο Δημητράκη για να κατεβή στο +χωριό, να κυττάξουν τις δουλειές τους. Εκείνος επρότεινε τους +όρους του· θα κατεβή ναι, αν κατεβούν μαζί του κ' η Ελπίδα με τους +Μαλαματένιους. Αλλοιώς δε γένεται. Ο Αρχαιολόγος αναγκάστηκε να +δεχτή. + + — Ας έρθουν, είπε· φτάνει να μην έχουν μαζί μου κουβέντες· δικό +μου και δικό τους. Μονάχα ένα τραπέζι — ας το βάλουν στο νου τους +— μονάχα ένα τραπέζι θα μας σμίγη... + + — Ας είνε κ' ένα τραπέζι· παραδέχτηκε ο Δημητράκης. + +Έτσι η Ελπίδα πήρε τη θέση της κυρά Πανώριας στο νοικοκυριό· πήρε +και το δωμάτιό της. Μα δεν άλλαξε τίποτα από τα σωθέματά του. +Τάφηκε όπως τάχε τοποθετημένα η γριά κ' έμπαινε μέσα όπως μπαίνει +ο καλός χριστιανός στην εκκλησιά του. Στο παραμέσα κελλάρι έστησε +το κρεββάτι του Δημητράκη· τους Μαλαματένιους τους έβαλε από κάτου +και φρόντιζε να μην τους λείψη τίποτα. Ο Αριστόδημος κράτησε το +γραφείο του με τα βιβλία και τις αρχαιότητες. Όσο για ζωή περνούσε +όχι και καλήτερα. Τα τετράδια που σύναζε τις προπατορικές λέξες +είχαν γίνη σωροί· χρειαζότανε άλλες δυο βιβλιοθήκες για να τα +βάλη. Μα κ' εκεί έμεναν οι λέξες άκαρπες και νεκρές σαν τους +σπόρους στην ξηρασία. Πού και πού καμιά να βλαστοβολήση στην ψυχή +του· μα με τούτο έχανε το είδος της· γινότανε του συρμού. Εκείνος +δεν απελπιζότανε· είχε τις ελπίδες του στον καιρό και στην επιμονή +του. + + — Θα ξαναζήσουν, έλεγε· θα ξαναζήσουν δε γένεται. Μια, δυο, τρεις +το πολύ γενεές κ' έπειτα: Μήνιν άειδε Θεά... Οι Ευμορφόπουλοι θα +ζηλεύουν τα παιδιά τους. + +Την ίδια επιμονή έδειχνε και στις αρχαιότητες. Μόνος του τις +καθάριζε, έφτιανε στρίποδα, βάθρα, τραπεζάκια και τις έβαζε +απάνου! Έπειτα στεκότανε μπροστά τους ώρες ολάκερες και τις +καμάρωνε. Κ' εκεί που τις καμάρωνε ξεχνιότανε ως που τα μάτια του +βασίλευαν και δεν έβλεπε τίποτα. Κανόνι νάρριχνες δίπλα του δε +σάλευε. Και όταν τέλος ερχόταν στον εαυτό του, εύρισκε πως δεν +ήταν καλά βαλμένες κι άρχιζε πάλε να τους αλλάζη τη θέση. Μα πιο +πολύ απ' όλα τον βασάνιζε η τοποθέτηση της Δόξας. Ήθελε νάβρη για +κείνη ένα βάθρο πολύτιμο, όλως διόλου άξιο για τέτοιο +καλλιτέχνημα. Τις έφτιασε ένα από μάρμαρο λευκό και την τοποθέτησε +δίπλα στο τραπέζι της δουλειάς του. + +Μα το μάρμαρο του φαινότανε πρόστυχο. Αντί να δείχνη την ωμορφιά +της την έκρυβε. Παράγγειλε λοιπόν έναν κορμό καρυάς ψηλόν ως ένα +μέτρο και τον έφεραν στο γραφείο του. Τον είχε κάπου μια βδομάδα +εκεί κι ακόμα δεν αποφάσιζε. Γύριζε γύρω — τριγύρω στον κορμό, τον +κύτταζε και τον ξανακύτταξε, μια πήγαινε κοντά και τον ψηλαφούσε, +μια στεκότανε μακρυά· πότε τον εύρισκε καλόν και χαμογέλαε, πότε +άσχημον και σούφρωνε τα φρύδια του έτοιμος να κλάψη. + + — Γιατί μου τα κάνουν αυτά!.. γιατί μου τα κάνουν!.. φώναξε +άξαφνα πιάνοντας το κεφάλι με τα χέρια του. + +Άνοιξε βιαστικά την πόρτα του γραφείου του και βγήκε στην ταράτσα. +Κάτω στο χτήμα του αξίνες έλαμπαν σαν ασημένια φύλλα και χώνευαν +στο χώμα πεισματικά σα να το πρόσταζαν: δώσε! Σκαφτιάδες έσκαφταν +τους σωρούς, έχωναν τους λάκκους, ίσαζαν τα χαντάκια της +ανασκαφής, με τραγούδια και γέλοια. Ένας μηχανικός μετρούσε τη γη +κ' οι βοηθοί του φύτευαν νέα δεντρικά στη γραμμή και σε ωρισμένη +απόσταση. Μα κι ο μηχανικός κ' οι σκαφτιάδες ήταν ξένοι κι +απόξενοι. Του Αριστόδημου το πρόσωπο αγρίεψε. + + — Είνε ατιμίες αυτές! να που στο λέω· είνε ατιμίες!.. Θα τρέξω· +θα το φωνάξω ολούθε... Είνε ατιμίες τα όσα μου κάνεις· με +κλέβεις!... φώναζε κουνώντας περαδώθε τα χέρια και τρέμοντας +ολόκορμος. + +Ένας εργάτης σήκωσε τα μάτια και τον κύτταξε προσεχτικά. Έπειτα +παραίτησε την αξίνα του κ' ήρθε κάτου από την ταράτσα. Ήταν ο +Κουρδουκέφαλος ο δανειστής κι ο νοικοκύρης τώρα του μετοχιού. Όταν +βγήκε στη δημοπρασία επλειοδότησε και το μετόχι κατακυρώθηκε στ' +όνομά του. + + — Σε κλέβω; εγώ σε κλέβω, κύριε Αριστόδημε! ρώτησε μαλακά τον +αρχαιολόγο. Μα το σταυρό μ' αδικείς. + + — Δε σ' αδικώ καθόλου· με κλέβεις! με κλέβεις! με κλέβεις!.. +φώναξε πεισματικά εκείνος. + + — Μα γιατί σε κλέβω, βρε αδερφέ· ψέμματα είνε πως σε δάνεισα; + + — Με δάνεισες; το ξέρω πως με δάνεισες· με δάνεισες ναι! + + — Δεν είχαμε συμφωνία να μου τα δώκης στα έβγα του χρόνου; + + — Ναι, στα έβγα του χρόνου· το θυμάμαι. + + — Και πέρασαν δυο χρόνια· ή όχι; + + — Ναι, πέρασαν δεν τ' αρνιέμαι. Μα ό,τι κάνεις δεν το κάνεις από +λόγου σου. Μπορούσες να περιμένης ακόμα. Μα δε σ' αφίνουν οι +άλλοι· οι απόξω δε σ' αφίνουν. + + — Τι απόξω, αδερφέ; Θέλω να πάρω τον παρά μου. + + — Το ξέρω ποιος σε βάνει· το ξέρω! εξακολούθησε με πείσμα ο +Αριστόδημος. Κείνος ο Θεομίσητος, το χτήνος, ο παλιάνθρωπος! Α, +θαν του δείξω γω! επρόσθεσε κινώντας φοβεριστικά το χέρι του κατά +κείθε. Θαν του δείξω γω... θαν του στρήψω το καρύδι έτσι να!.. +έτσι να!.. + +Έβαλε τα δάχτυλα στο λαιμό του κ' έσφιγγε δυνατά σα νάσφιγγε το +καρύδι του Θεομίσητου. Μα ο Δημητράκης έτρεξε και του ξεκόλλησε με +δυσκολία τα χέρια. + + — Βρε, αδερφέ, τι σου φταίει ο κόσμος και τον φορτώνεσαι; του +είπε αυστηρά. + +Έπειτα σκύβοντας κάτω· + + — Έχεις δίκιο κ. Κουρδουκέφαλε· έχεις δίκιο· είπε μαλακά. Μάς +δάνεισες, να πάρης πίσω τα λεφτά σου. Το χτήμα κατακυρώθηκε στ' +όνομά σου· να το χαίρεσαι. Τι μας φταίν' οι ξένοι σα δεν μπορούμε +μεις να κυβερνηθούμε. + + — Δε γύρεψα παρά τα λεφτά μου, σε βεβαιώνω, είπε ο Κουρδουκέφαλος +γυρίζοντας στο Δημητράκη. Εγώ, ξέρεις, τη φαμίλια σου την εχτιμώ· +τους προγόνους σας τους θαμάζω. Ό,τι ανθρωπισμό έχουμε σήμερα σε +κείνους τον χρωστάμε. Μα τι να κάμω; άνθρωπος είμαι και γω. Θέλω +τα λεφτά μου να ζήσω. + + — Σωστό. .. σωστό κ. Κουρδουκέφαλε· να κυττάξτε την δουλειά σας· +δε σας αδικεί κανείς. + +Ο Αριστόδημος έτρωγε τα νύχια του από λύσσα. Ήταν το μόνο αίσθημα +που του έμεινε πια. Στην παραμικρή ταραχή που γινότανε γύρω του, +θες στον εαυτό του θες σε ξένον, του φαινόταν πως κάποιος τον +τραβούσε από τα μαλλιά. Τον τραβούσε και τον έσερνε, λέει, σ' έναν +κατήφορο στρωμένον με στουρναρόπετρα. Τώρα δεν του τόβγαζε κανείς +πως το πούλημα του μετοχιού προήρθε από το Θεομίσητο. + + — Ο άτιμος! εψιθύριζε, βηματίζοντας πέρα — δώθε· ο άτιμος! όλες +τις βαγαποντιές του κόσμου τις μεταχειρίζεται. + + — Ναι, όλες· είπε ο Δημητράκης, μαντεύοντας τα λόγια του. Τον +καιρό που στάλεγα εγώ δε μ' άκουες. Καμάρωσε τώρα! Βλέπεις; +επρόσθεσε δείχνοντας το χτήμα του Θεομίσητου· όλο και κοντοζυγώνει +σε μας. Όταν πρωτόειδε ο Χαγάνος πως του πατάει το χτήμα ρίχτηκε +να τον πετσοκόψη. Μα εκείνος με τις μαγλειφιές του τον καταπράυνε. +Και τώρα; όχι μοναχά τον συμπάθησε μα του παραχώρησε κι άλλο να +καλλιεργήση. Κολλήγα του τον έκαμε. Μερδικό θέλει, κι ας γίνη ό,τι +γίνη. Για ιδές. + +Ο Αριστόδημος στύλωσε τα μάτια του κατά το χτήμα του Χαγάνου. Ο +κυπαρισσώνας έλειπε· δεν είχε πια ανάγκη να δουλεύη μυστικά ο +Θεομίσητος και τον έκοψε. Πρόβαινε καταδώθε σα νοικοκύρης και σαν +καταχτητής. + +Κι αν ήταν μόνον ο Θεομίσητος λίγο το κακό· μα τώρα ξεφυτρώσανε κι +άλλοι. Το παράδειγμά του κέντησε την όρεξη όλης της γειτονιάς. Ο +Μήτρος Γλάμης μόλις ειρήνεψε το δικό του πέρασε στο ξένο· το ίδιο +κι ο Βασίλης ο Ζάρακας· το ίδιο κι άλλοι, κοντινοί και μακρινοί. +Καθένας που ένοιωθε δύναμη στα χέρια του κι αχορταγιά στην ψυχή +του, πήδαγε με το έτσι θέλω στο χτήμα του Χαγάνου κ' έκανε ότι +ήθελε. Άλλος ξερρίξωνε ταμπέλια και τάσπερνε σιτάρι· άλλος έκοβε +τα λιοστάσια και φύτευε αμπέλια· άλλος έκαιε τα δάση και τάφινε +λιβάδια. Ό,τι καλό δεντρί χαιρότανε ακόμη τη ζωή του από τον καιρό +των Ευμορφόπουλων, πέθαινε τώρα με ληστρικό πελέκι. Και σύγκαιρα +συνατοί τους ή καθένας μοναχός οι ακάλεστοι κολλήγοι μοίραζαν το +χτήμα, σα να ήταν πατρογονικό τους. Ο Χαγάνος τάβλεπε με θλίψη του +και δεν τολμούσε να τους εμποδίση. Όχι μόνον δεν τολμούσε· μα και +μέσα στην παμπόνηρη ψυχή του τόβρισκε για καλό του αυτό το +μαλλοτράβηγμα. Οι πολλοί γαμπροί, έλεγε, κάνουν καμμιά φορά τη +νύφη και γεράζη στο σπίτι του πατέρα της. + + — Μα είνε ατιμία! φώναξε αγριεύοντας ο Αριστόδημος. + + — Ατιμία — ξατιμία, τι να κάνουμε ; + + — Τι να κάνουμε; Τώρα θα σου δείξω γω τι θα κάμω. + +Έτρεξε μέσα, πήρε το καπέλλο του και το ραβδί του κ' ετοιμάστηκε +να κατεβή τη σκάλα. + + — Πού πάς; τον ρώτησε ο Δημητράκης, πιάνοντάς τον απ' το χέρι +αλαφρά. + + — Πού πάω; θα πάρω τους κολλήγους και θα πάω ίσα ναν του χαλάσω +τη σπορά. Δε θαν τον αφήσω γω να καλλιεργήση μπροστά στη μύτη μου! + + — Κάτσε ήσυχα, μωρ' αδερφέ· κάτσε ήσυχα να ζήσης· του είπε με +μαλακή φωνή ο Δημητράκης. + + — Γιατί να κάτσω ήσυχα αφού πατάει τον τόπο μου ; + + — Μα καλά· πούθε θα περάσης για να πας ως εκεί; Ο Χαγάνος είνε +στη μέση. Σ' αφίνει ο Χαγάνος να πατήσης το χτήμα του ; + + — Εκειόν γιατί τον αφίνει; + + — Γιατί δε μπορεί να τον μποδίση· να γιατί. + +Δούλεψε από καιρό εκείνος· τόκαμε σκοπό του τόσα χρόνια. Μια ξινιά +στο ιδικό του μια στο ξένο. Και βλέπεις, απόχτησε δικαιώματα. + + — Κ' εγώ τάχω πατρογονικά. + + — Τάχεις με τα λόγια· με τα έργα όμως τίποτα. Έσκαψες, έσπειρες, +φύτεψες, ποτέ ως τα σήμερα; Όχι. Κάμε ρόκα σου το λοιπόν. Με το +όπως — όπως δε γίνεται τίποτα. «Των φρονίμων τα παιδιά πριν +πεινάσουν μαγερεύουν», λέει ένας λόγος. Τώρα που πείνασες τώρα θες +να μαγερέψης ; + + — Τι θες να κάμω το λοιπόν; Ν' αφήσω το Θεομίσητο να μου πάρη την +κληρονομιά! + + — Όχι να τον αφήσης· δεν είπα τέτοιο λόγο· μα πρέπει να +δουλέψουμε και μεις· να φτιάσουμε πρώτα τον τοπάκη μας. Άμα +δυναμώσουμε και μεις, θα γυρέψουμε από το Χαγάνο τόπο να +καλλιεργήσουμε· κι αν δε μας δώση, τον παίρνουμε με το χέρι μας. +Και τότε — πού είσαι — δε θάρθη ο Θεομίσητος σε μας· θα πάμε μεις +γυρεύοντάς τον... Πρώτα όμως να κάτσης να σκεφτής κ' έν' άλλο +πράμα. + + — Τι πράμα ; τον ρώτησε ο Αριστόδημος κυττάζοντάς τον με σβυσμένα +μάτια. + + — Ο Κουρδουκέφαλος θέλει να μας πάρη και το σπίτι. + + — Το σπίτι!... τούτο δω ; + + — Ναι, τούτο δω· δεν τώχεις και τούτο υποθήκη ; + + — Δεν ξέρω... δε θυμάμαι· ψιθύρισε αφαιρεμένος ο Αρχαιολόγος. + + — Το ξέρω γω· το λοιπόν, με τον τόπο που πήρε δεν έπιασε τα λεφτά +του. + +Τι λεφτά να πιάση από μια σάρα; Τώρα σκέφτεται να κατασκέση και το +σπίτι. + + — Για να κοπιάση· σαν του βαστάει ας κοπιάση! είπε κουνώντας το +κεφάλι φοβεριστικά και πικρογελώντας. Πέντε κανόνια, πέντε +τοπομαχικά θα στήσω στη σκάλα και θα τ' αδειάσω μπουμ!.. καταπάνω +του. Στάχτη μπούλμπερη θα τον κάνω· όχι θα πατήση τα χτίρια των +προγόνων μου. + +Κύτταξε περήφανα τον αδερφό του, σα να τον έβλεπε νάνο μπροστά +του. Έπειτα έρριξε χάμω το ραβδί του, σα νάρριχνε το σπασμένο του +σπαθί και μπήκε στο γραφείο ψιθυρίζοντας ακόμα: + + — Στάχτη — μπούλμπερη θα τον κάνω· στάχτη — μπούλμπερη, να μου το +θυμάσαι. + +Ο Δημητράκης τον ακλούθησε με θλιμμένα μάτια ως που έκλεισε πίσω +του την πόρτα. Έπειτα σταύρωσε τα χέρια, έγειρε το κεφάλι και +κατέβηκε αργά τη σκάλα. + + — Μα την αλήθεια· μου φαίνεται πως είμαστε ολότελα χαμένοι· μπιτ +ολότελα· είπε γονατίζοντας μπροστά στην Ελπίδα. + +Και λύθηκε στα δάκρυα. Η κόρη έρριξε το χέρι απάνου του χαδιάρικα. + + — Άκουσε, Δημητράκη· του είπε γλυκά· έχω ένα λόγο να σου ειπώ· +κάμε μου τη χάρη να μ' ακούσης. + + — Λέγε μου, Ελπίδα· λέγε ό,τι θες, της είπε κείνος φέρνοντας το +χέρι στα χείλη του. Τα λόγια σου είνε για μένα όπως στους +προγόνους μας της Πυθίας τα λόγια. Λέγε μου να ζήσης. + + — Το σπίτι μου τώρα είνε περιττό· και το σπίτι και το κλήμα του. +Έμειν' έρμο εκεί πάνου και θα χαλάση με τον καιρό. Δεν το δέχεται +τάχα ο Κουρδουκέφαλος και να ξόφληση το χρέος; + + — Τι λες, Ελπίδα! φώναξε ο νέος σφαλώντας ανάλαφρα με τα δάχτυλα +του τα χείλη της. Όχι τέτοια θυσία· δεν τη δέχουμαι. Κάλλιο να +ξεσπιτωθούμε μεις παρά συ, αγαπημένη. Για με τι σημαίνει εδώ ή +άλλου; Ο κόσμος είνε πλατύς κι ο άνθρωπος που θέλει να ζήση μπορεί +να το κάμη όπου κι αν βρεθή. Δε λέω· καλά είνε τα περασμένα· +διπλασιάζουνε, τι λέω διπλασιάζουνε; πολλαπλασιάζουνε το θάρρος +τανθρώπου. Και μάλιστα όταν είνε περασμένα σαν τα δικά μας. Μα και +πόσες φορές το χαλαρώνουν!... Να παράδειγμα ο αδερφός μου. Στο +χτήμα του ήταν, μα κατάντησε σήμερα ζητιάνος. + + — Τα λόγια σου, Δημητράκη, είνε σωστά και φρόνιμα· τον έκοψε με +ταπεινοσύνη η κόρη. Μα στον αδερφό σου δεν έφταιξε η γενιά του +ούτε τα μεγαλεία της. — Το ξέρεις καλήτερ' από μένα. Έφταιξε ο +δρόμος που πήρε. Άγιος ήταν κ' εκεινού ο σκοπός όπως κι ο δικός +σου· μα πλανεύτηκε στα μέσα. Εσύ όμως δε θα φερθής έτσι. Θα +ζητήσης τη ζωή όχι στα κόκκαλα των παπούδων σου παρά στα χέρια +σου. Είσαι νέος δυνατός και θαυμαστός· είσαι... + +Τον κύτταξε από τα πόδια ως το κεφάλι κ' οι ματιές της άστραψαν +δυσκολοβάσταχτον πόθο. Το κυπαρισσένιο της κορμί ανάδευε απάνου +του, σαν το διψασμένο δεντρί στης ζωής του τη βρύση. Είσαι ωραίος! +πήγε να προσθέση· μα η παρθενική πορφύρα άναψε στα μάγουλα της και +της τρόμαξε το αίσθημα. + + — Άκουσέ με και θα ιδής πως δε θα μετανοιώσης· τον συμβούλεψε +γυρίζοντας αλλού το πρόσωπο. + + — Να μετανοιώσω! Όχι, Ελπίδα· δε φοβούμαι να μετανοιώσω όταν το +λες εσύ. Μα πρέπει πρώτα να ιδούμε αν το δέχεται κι ο Αριστόδημος. + + — Α, όσο γι' αυτό μη σε μέλλει· είνε δική μου δουλειά. + +Η κόρη τράβηξε ίσα στο γραφείο κι άνοιξε θαρρετά την πόρτα. Μα +στάθηκε στο κατώφλι ξυλιασμένη. Ο Αρχαιολόγος μ' ένα ψηλό ραβδί +στη θέση του «φέρτε αρμ!» εβημάτιζε απάνου κάτου με βήμα +στρατιωτικό, σα να οδηγούσε μια Μεραρχία πίσω του. Το πρόσωπό του +ήταν αναμμένο, τα μάτια του άγρια και τα μαλλιά του σηκωμένα, λες +και βάδιζε ίσα στον οχτρό. Ενώ βάδιζε, κουνούσε πέρα — δώθε +απειλητικά το ζερβί του χέρι και φώναζε ρυθμικά: + + — Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων!... Παίδες Ελλήνων ίτε!.. +ίτε!.. ίτε!.. + +Η φωνή του βροντερή κι άτρεμη στην αρχή καταντούσε σα λάλημα +βραχνοκόκορα. Στο άνοιγμα της πόρτας στάθηκε ακίνητος, κυττάζοντας +την κόρη με μάτια γουρλωμένα σα ν' απολιθώθηκε. Στάθηκε για πολλή +ώρα έτσι κ' έπειτ' άφησε να πέση το ραβδί από τα χέρια του και +πήγε τρικλίζοντας να κάτση στην πολιθρόνα. Η Ελπίδα βρήκε τον +καιρό κ' έκαμε σύντομα την πρόταση της. Εκείνος την άκουσε +προσεχτικά κ' έπειτα έπεσε στο κάθισμά του ξερός από τα γέλοια. + + — Μωρέ κεφάλι που τώχεις! μωρέ κεφάλι πού τόχετε όλοι σας εδώ +μέσα! είπε βροντώντας τα πόδια του στο πάτωμα. Μωρ' ο +βρωμοκουρδουκέφαλος να πάρη το σπίτι του Ευμορφόπουλου; είσαστε +καλά! Πέντε τοπομαχικά θα βάλω στη σκάλα· πέντε τοπομαχικά... + +Η Ελπίδα στεκόταν σοβαρή μπροστά του, μη γνωρίζοντας αν έπρεπε να +κλάψη ή να γελάση με τη θέση του. + + — Μα καλά, Αριστόδημε, του είπε με φωνή μαλακή· αξίζει τάχα σε +σένα, έναν Ευμορφόπουλο, ένα σοφό! να καταντήση σε τέτοια μ' έναν +παλιοκουρδουκέφαλο. Δεν είνε καλήτερα να τον περιφρόνησης· να +φανής μάλιστα και γενναιόδωρος; + + — Α! μάλιστα· αν είν' έτσι μάλιστα· είμαστε σύμφωνοι· είπε +σοβαρά· ας το πάρη. Να ξέρης εμείς οι Ευμορφόπουλοι, έτσι είμαστε +πάππου προσπάππου· χαρίζαμε. + + — Αυτό λέω και γω. + + — Κ' έπειτα, μωρέ κόρη μου, τι θα πάρη ο χαμάλης; ένα παλιόσπιτο. +Ό,τι αξίζει ένα χαλίκι του Ευμορφόπουλου δεν αξίζει όλο σου το +χτήμα. + +Η Ελπίδα ξαφνίστηκε σα να της έδωκαν μαχαιριά. Την έγγιξε εκεί που +την πόναγε. Το σπίτι της ήξερε τι άξιζε· και το σπίτι και το κλήμα +της. Κι αν τάκανε θυσία, τάκανε μόνον για να βαστάξη ψηλά τόνομα +της γενιάς του· της γενιάς εκεινού και τη δική της. Ο Αριστόδημος +είνε σημερνός μα η γενιά είν' αιώνια. Αύριο θ' αλλάξουν τα +πρόσωπα· θ' αλλάξουν και τα μυαλά μαζί. Τώλπιζε τουλάχιστον. + + — Λοιπόν, σύμφωνοι; τον ρώτησε ανοίγοντας την πόρτα. + + — Ε, και θέλει ρώτημα ; είπε ο Αριστόδημος παίρνοντας πάλι το +ραβδί του και ξαναρχίζοντας: + + — Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων! ίτε!.. ίτε!.. ίτε!.. + +Ο Δημητράκης περίμενε με καρδιοχτύπι την κόρη· ήξερε καλά τη +φτωχοπερηφάνεια τ' αδερφού του και φοβότανε την άρνησή του. + + — Ε, τι λέει; δέχεται; την ρώτησε μόλις την είδε. + + — Ναι, δέχεται· έκαμε η κόρη με το κεφάλι για να κρύψη τ' +αναφυλλητό της. + + — Μα τι; κλαις βλέπω!.. επρόσθεσε κυττάζοντάς την κατάματα· μη +σέβρισε ; + + — Τσ... έκαμε κείνη· άκου. + +Τον έσυρε σιγά ως την πόρτα του γραφείου και στάθηκαν εκεί σκυφτοί +και λυπημένοι για κάμποση ώρα. + + — Πάμε, είπε ο Δημητράκης, σέρνοντας κατόπιν του την κόρη· δε +βαστώ πια. Μου φαίνεται πως ακούω ψυχομάχημα... + + + +Ζ’ + + + +Οι παλιοί κολλήγοι του Ευμορφόπουλου σκόρπισαν από το χτήμα σαν +του λαγού τα παιδιά. Ένας με τον άλλον πήραν όλοι τα μάτια του· +Άλλοι πήγαν και ρογιάστηκαν σε γειτονικά χτήματα, άλλοι τράβηξαν +πάρα πέρα, γυρεύοντας τύχη. Κ' έκαναν ό,τι δουλειά εύρισκαν άλλοι +ζευγάδες, άλλοι βοσκοί, άλλοι ψιλικατζήδες, χαλκιάδες, και +καλόγεροι ακόμα. Τι να κάμουν; ο τόπος τους δεν έδινε πια ψωμί κ' +έπρεπε να το ζητήσουν στα ξένα. Το περίεργο είνε που ό,τι δουλειά +έπιαναν στα χέρια τους ήταν πρώτοι και καλήτεροι. Οι αφεντάδες που +τους έβλεπαν τόσο προκομμένους έκαναν το θάμμα τους. + + — Τι διάβολο! τους έλεγαν τόσο καλοί δουλευτάδες και να πεινάτε +στον τόπο σας! + + — Έχουμε κατάρα εμείς· έχουμε κατάρ' από το θεό! απαντούσαν +εκείνοι χασκογελώντας πικρά. Μας διώχνει το χώμα μας σαν τους +αφωρεσμένους. + +Μόνον ο Κουτρουμπής κι ο Μπαλαούρος δεν ξενιτεύτηκαν. Όχι δεν +ξενιτεύτηκαν, μα ούτε το σκέφτηκαν τέτοιο πράμα. Πεινασμένοι — +χορτασμένοι αποφάσισαν να μην αρνηθούν τους προγονικούς αφεντάδες +τους. Το είχαν γι' ατιμία να τους αφήσουν τώρα στη φτώχια τους. Τι +θα ειπή ; Και τα καλά δεχούμενα και τα κακά δεχούμενα· λέει ο +λόγος. Πήρανε λοιπόν τα σύνεργα της δουλειάς και τις φαμίλιες τους +κ' έστησαν έρριζα στον τοίχο του σπιτιού τις καλύβες τους, όταν ο +Κουρδουκέφαλος έκαμε κατοχή το μετόχι. + +Ο Δημητράκης συγκινήθηκε σαν είδε την αφοσίωση τους και θέλησε να +τους συμβουλέψη; + + — Βρε, παιδιά, είνε άδικο να χαθήτε και σεις μαζί μας, τους είπε· +και το ξένο χώμα έχει ψωμί για τους δουλευτάδες· εδώ θα +πεινάσετε... + + — Ας πεινάσουμε αφεντικό, μαθημένοι είμαστε· είπε ο Μπαλαούρος. +Κάλλιο πεινασμένοι μαζί σου παρά με ξένους χορτάτοι. + + — Έπειτα ποιος ξέρει; επρόσθεσε ο Κουτρουμπής με αστραπές στα +μάτια· του λόγου σου μπορεί να μας δώσης πάλι τα καλυβάκια μας. + + — Άμποτε... + +Ο Δημητράκης με τους δυο κολλήγους και με το γέρο Μαλαματένιο +ρίχτηκε στη δουλειά με τα μούτρα. Δούλευε μεροδούλι στα ξένα +χτήματα. Τόσον καιρό δουλεύοντας στ' αμπέλι της Ελπίδας κατάντησε +από τους καλήτερους κι όλοι τον προτιμούσαν. Κ' εκείνος δεν +αρνιόταν σε κανένα· δεν ξεχώριζε φίλους κι οχτρούς. Και στου +Χαγάνου πήγαινε και στου Πέτρου Γλάμη και στου Βασίλη Ζάρακα· +πήγαινε κάποτε και στου Θεομίσητου. Μάλιστα τώχε χαρά του να +δουλέψη στων οχτρών του τα χτήματα. Άσε που οικονομούσε το +καρβέλι, μα ήθελε να δείχνη και την αξία του. Δεν το αρνιόταν πως +ο Θεομίσητος ήταν δουλευτής από τους πρώτους. Τι να ταρνηθή που +φαινότανε. Μα ήταν δουλευτής κι ο Ευμορφόπουλος. Αγώνας είνε η +ζωή· δουλειά σου και δουλειά μου. Όποιος μπορεί και δουλεύη +περισσότερο εύγε του και τρισεύγε του. Δε φτονούσε κανένα· εκείνον +ας τον φτονούνε οι άλλοι. Είνε κι ο φτόνος παίνια καμιά φορά. +Άλλως τε τι βγαίνει με το φτόνο; Η δουλειά φαίνεται και στο τέλος +αναγνωρίζεται από φίλους κι οχτρούς. Έπειτα σαν εδούλευε στο χτήμα +του Χαγάνου ή στο χτήμα του Θεομίσητου δεν ένοιωθε κούραση· ήταν +όλος χαρά και τραγούδι· νόμιζε πως καλλιεργούσε τον τόπο του· πως +τ' αποδοσίδια της η γη τάκανε για δαύτον. + + — Μα δεν ξέρεις τι χώμα! έλεγε το βράδυ στην Ελπίδα· μάλαμα — +καθάριο μάλαμα. Και να τόχουν εκείνοι οι ακαμάτες!.. + + — Ε, αυτά 'χει ο κόσμος· του απαντούσε η κόρη, πραΰνοντας τον +πόνο του· φορά σου και φορά μου. Σφαίρα είνε και γυρίζει. .. + +Ο Αριστόδημος όμως δεν έμενε διόλου ευχαριστημένος από τον αδερφό +του· δεν τον ήθελε μεροκαματιστή και ξενοδούλη. Το να πηγαίνη +μάλιστα να δουλεύη στου Θεομίσητου το χτήμα δεν το χώνευε. + + — Ακούς να καταντήση δούλος του δούλου του! έλεγε συχνά στην +Ελπίδα. Ξέρεις τ' ήταν μια φορά οι Θεομίσητοι στους +Ευμορφόπουλους; Κοπέλια τους· ναι! και κάτι χειρότερ' από κοπέλια +τους. + + — Μα μην κυττάς τ' ήταν μια φορά, του απαντούσε με χαμόγελο +εκείνη· κύττα τώρα που είνε αφεντάδες. + + — Αφεντάδες! αφεντάδες; φώναζε ερεθισμένος εκείνος· τέτοιους +αφεντάδες εγώ τους γράφω στην πατούσα μου. Ψε! αφεντάδες! Κι αν +είνε τι; Ο γιος του Ευμορφόπουλου δεν πρέπει να τους δουλεύη· όχι, +δεν πρέπει. + + — Και τι θα φάμε; τον ρώτησε μια ήμερα πεισμωμένη κ' εκείνη. + +Ο Αριστόδημος στάθηκε ξαφνισμένος και την κύτταξε κατάματα. Του +φάνηκε ανέλπιστο το ρώτημα της. Γρήγορα όμως αναψοκοκκίνισε, +βρόντηξε το ποδάρι του στη γη κι απάντησε. + + — Δεν ξέρω. Ένας Ευμορφόπουλος ψοφάει της πείνας μα δε δουλεύει +τους δούλους του· όχι — δεν τους δουλεύει! + +Και σηκώνοντας το κεφάλι περήφανα, εβάδισε αργά και μεγαλόπρεπα +και μπήκε στο γραφείο του, σκυλοβρίζοντας το Θεομίσητο και τη +γενιά του. + + — Αυτός, παιδί μου, είνε με το νου που γεννήθηκε· είπε ο +Δημητράκης στην Ελπίδα το βράδυ που του διηγήθηκε την κουβέντα +τους· τόσα κακά ξέσπασαν στο κεφάλι του κ' εκείνος τίποτα· το +γουδί το γουδοχέρι. + + — Τι σε μέλλεις είπε η κόρη αφρόντιστα. Αυτά κι αυτά τον βαστούνε +τώρα στη ζωή, άλλο τίποτα δεν έχει. Με τα λόγια χτίζ' ανώγεια και +κατώγεια... + + — Ναι, βέβαια, τι μας μέλλει; είπε κι ο Δημητράκης γελώντας. Ό,τι +χάλασε-χάλασε. Το μέλλον είνε για μας και μεις για κείνο· δεν είν' +έτσι Ελπίδα; + +Την κύτταξε στα μάτια τρυφερά με απεριόριστη αφοσίωση. Άξαφνα της +άρπαξε και τα δυο χέρια, τάσφιξε στη χούφτα του σα νάσφιγγε βώλο +χρυσάφι. + + — Να σου ειπώ κατιτί, Ελπίδα; τη ρώτησε κοντοζυγώνοντας. + + — Λέγε του· ψιθύρισε κείνη με φανερή ανησυχία, σα να μάντευε πως +το κατιτί του ήταν πολύ σοβαρό και για τους δυο. + +Ο Δημητράκης στάθηκε λίγο σκυφτός, ξεροκατάπιε κ' έπειτα γρήγορα — +γρήγορα σα να φοβόταν μην τον αντισκόψη κανείς. + + — Να γένης γυναίκα μου· είπε δυνατά. Κ' επειδή την είδε να +χαμηλώνη τα μάτια ροδοπρόσωπη και ν' αναδεύη τα χείλη κάτι για να +ειπή, εκείνος άπλωσε το χέρι να την εμπόδιση. + + — Άκουσε τι σκέφτηκα· είπε. Τώρα μεις μπήκαμε σ' ένα δρόμο· ψηλά +— χαμηλά περνούμε. Μιλούμε για το μέλλον· μέλλον είνε το αύριο· +μα είνε και το μεθαύριο. Εγώ — δε στο κρύβω — μεγάλο φόρτωμα πήρα +στον ώμο μου κι ο δρόμος είνε μακρύς, μακρύς κι ανηφορικός! + +Η κόρη χαμογέλασε· άπλωσε το μεστωμένο χέρι της και του χάιδεψε +το μέτωπο. + + — Από τώρα δείλιασες; του ψιθύρισε σκύβοντας απάνου του ανήσυχα. + + — Όχι, δε δείλιασα· διαμαρτυρήθηκε αμέσως εκείνος. Στη ζωή μας, +Ελπίδα· ούτε δείλιασα ούτε κουράστηκα. Θα ήταν ντροπή μου στην +ηλικία μου. Μα σκέφτουμαι· κι αυτό το αξετίμωτο δώρο μου τώκαμες +εσύ όπως και τόσα άλλα· εσύ αγαπημένη. Και βρίσκω πως ο αγώνας +είνε μακρύς κ' η ζωή μας λίγη. Τ' είνε μια ζωή για τόσο μεγάλο +σκοπό; Εγώ θ' αγωνιστώ, ναι· μα φοβάμαι, Ελπίδα, φοβάμαι. Αν +κατορθώσω μονάχα την όψη της αυλής μας ν' αλλάξω, θα είμαι +ευτυχής· για παραπάνω δεν το πιστεύω. Είμαι κ' εγώ αμαρτωλός, έχω +κ' εγώ το μπόλι της γενιάς μας στο αίμα μου. Ονειρεύομαι, Ελπίδα, +δεν το πιστεύεις; ονειρεύομαι πολύ και δουλεύω λίγο — λιγώτερο απ' +ό,τι έπρεπε. Γι' αυτό λοιπόν θέλω να γίνης γυναίκα μου· να μου +δώσης παιδιά, παιδιά γερά και δυνατά, πλουτισμένα με το αίσθημα +σου το βαθύ, με την πραχτική σου σκέψη και με τη μεγάλη ψυχή σου. +Εγώ συνάζω ένα — ένα τα λιθάρια· ας έρθουν εκείνα να χτίσουν το +νέο Παρθενώνα μας. Ναι; + +Την κύτταξε κρεμώντας την ψυχή του στα χείλη της, σαν προσκυνητής +προσμένοντας το θάμμα. Εκείνη ξαναμμένη από τον πόθο χαμήλωνε τα +μάτια της και με χέρια ολότρεμα έπαιζε με την άκρη της ποδιάς της. + + — Ο λόγος σου είνε γλυκός και σωστός· είπε σε λίγο +βαρυανασαίνοντας· μου σκλαβώνει την καρδιά γιατ' έχει και τα δυο +σμιγμένα. Μα πώς να γίνη, πώς να γίνη ταταίριαστο; Ένας +Ευμορφόπουλος να πάρη γυναίκα του μια ταπεινή... + + — Κρίμα που δεν μπορώ να παινέψω κ' εγώ τα λόγια σου· την έκοψε ο +Δημητράκης. Γιατί εσύ τόσο στοχαστική να μιλάς έτσι αστόχαστα; +Ξέρω πως δεν τα πιστεύεις αυτά που λες· κ' έχεις δίκιο να μην τα +πιστεύης. Όχι εσύ· εγώ κερδίζω μ' αυτόν το γάμο. Κι όχι μόνον εγώ +— αν ήταν για μένα, δε θα φρόντιζα τόσο. Ο σκοπός μας κερδίζει, η +γενιά μας.. . . + + — Μα πώς, αφού έχω αίμα νοθεμένο; του είπε κείνη με πονηρό +χαμόγελο. + + — Σε μένα μιλάς ή στον αδερφό μου; τη ρώτησε πειραγμένος ο +Δημητράκης. Εγώ δεν είπα ποτέ τέτοιο λόγο· γιατί με σκας; + + — Γιατί σ' αγαπώ· φώναξε η κόρη ακράτητη. + +Την άλλη μέρα που ξεμυστηρεύτηκε την απόφασή του στον Αριστόδημο, +εκείνος σούφρωσε τα φρύδια του κ' έμεινε σκεφτικός για πολλή ώρα. + + — Πφ!.. έκαμε τέλος με πολλή περιφρόνηση· τι τούτη τι άλλη ; Από +σένα άρχισε το χαντάκωμα των Ευμορφόπουλων το χαντάκωμα... + +Και δεν ξαναμίλησε. Ο Δημητράκης ως τόσο βάλθηκε τώρα να +καλλιεργήση την αυλή του. Σήκωσε πρώτα ψηλόν όχτο γύρω να την +αποκλείση από τάλλα χτήματα. Ο Αρχαιολόγος σαν είδε τον όχτο +ξίνισε τα μούτρα του. + + — Τι τον ήθελε τέτοιον όχτο ; είπε στην Ελπίδα· είνε σα να κλει +την πόρτα να μην περάσουμε πια στο πατρικό μας· σα ν' αρνιέται τα +δίκαιά μας. + + — Μη φοβάσαι διόλου· απάντησε ήσυχα ο Δημητράκης από μέσα· τα +δίκαιά μας τίποτα δεν παθαίνουν· να είσαι βέβαιος. Άμα έρθη ο +καιρός και δυναμώσουμε, εγώ τον γκρεμίζω τον όχτο όπως τον +σήκωσα... Δεν κατάλαβες, λέω, μωρ' αδερφέ, του πρόσθεσε +μαλακώτερα, πως τα δίκαια είν' ένας λόγος μονάχα!.. + +Ο Αριστόδημος κατάπιε τη θλίψη του και δεν είπε τίποτα. Ένας λόγος +ναι, ένας λόγος· μα κάποτε και σημαντικός!.. . + +Ο Δημητράκης έπειτ' από τον όχτο έσκαψε πέρα για πέρα την αυλή. +Την έσκαψε, φύτεψε δεντρικά, έσπειρε όσπρια και κάθε άλλο +χρειαζούμενο του σπιτιού. Το νεράκι της βρύσης τού χρησίμευε για +πότισμα. Κ' η αυλή του σε λίγο έγινε αγνώριστη· πρασίνισε όλη απ' +άκρη σ' άκρη. Άρχισε και να σοδιάζη με τον καιρό. Ο Δημητράκης +κρατούσε για το σπίτι και τάλλα τα πουλούσε στην αγορά ή τάλλαζε +με σιτάρι κι αραποσίτι που δεν έκανε η αυλή του· Ο Αριστόδημος για +τούτα όλα δεν έλεγε τίποτα· ούτε ρώταγε πως κυβερνιέται το σπίτι· +Έτρωγε καλά, ντυνότανε καλήτερα, έκανε τις ιδιοτροπίες του και +τόβρισκε φυσικό! Μάλιστα η καλοζωή κ' οι περιποίησες της Ελπίδας +τον έκαναν πολλές φορές πιο απαιτητικό και ιδιότροπο. Μιλούσε +κάποτε σε κείνη με τρόπο βαρύ και προσταχτικό. Της έρριχνε +κατάμουτρα την ταπεινή καταγωγή της και της έδειχνε ξέσκεπα πως +του ήταν βάρος μέσα στο σπίτι. Εκείνη δε θύμωνε· τον είχε συνηθίση +πια Δε θύμωνε μα τούμπαινε πολλές φορές και στη μύτη. Μάλιστα ένα +πρωί που ο Αριστόδημος έλειπε από το σπίτι, σοφίστηκε να τον +σκυλιάση στα γερά. Πήρε το κέντημά της, το μεγάλο κέντημα που είχε +απάνω την Ιστορία των Ευμορφόπουλων και το κάρφωσε φαρδύ πλατύ +στον τοίχο του γραφείου. Το κρέμασε ίσα κοντά στο άγαλμα της Δόξας +κι ανάμεσα στις βιβλιοθήκες. Έπειτα έκατσε στην ταράτσα κι άρχισε +να πλέκη την κάλτσα της. Έπλεκε νευρικά και συχνοκύτταζε το δρόμο, +ανυπόμονη πότε να φανή ο Αριστόδημος. + +Δεν πέρασε πολλή ώρα και να τος ο καλός σου. Ερχόταν κορδωμένος +και γελαστός σαν τραπεζίτης που ασφάλισε για καλά τα χρήματά του. +Η μόνη θλίψη που του θάμπωνε τη ζωή, ήταν που δεν εύρισκε το +κατάλληλο βάθρο της Δόξας του. Είχε αληθινά τον κορμό της καρυάς, +μα τώρα κάμποσες μέρες τον εύρισκε αταίριαστον κι αυτόν. Τι τα +θες, αδερφέ! δεν πήγαινε καρυά να βαστάη έν' άγαλμα! Σκέφτονταν να +ξεφλουδίση τον κορμό και να τον περάση με βάμμα. Τι βάμμα όμως να +προτιμήση; Γαλάζιο, μαύρο, κόκκινο, βυσσινί; ή να βάλη καλήτερα +ξανθό, καστανό, πράσινο, σταχτί; Μα τάχα και το κίτρινο δεν είν' +ώμορφο; 'Αμ' εκείνο το σοκολατί πάλε τι σου λέει! + + — Γειά σου, κυρά νύφη· είπε στην κοπέλλα αναμπαιχτηκά· δε μου +δίνεις και συ μια γνώμη; + +Σηκώθηκε ορθή. + + — Τι γνώμη; + + — Να, θέλω ένα χρώμα για το βάθρο της Δόξας μου· τόσον καιρό +παιδεύουμαι κι ακόμα να το βρω. + + — Πού ξέρω γω, η φτωχή, από τέτοια. + + — Μ... βέβαια· πού να ξέρης εσύ από τέτοια! είπε με λύπηση. + +Έπειτα κυττάζοντας το πρόστυχο πλέξιμό της επρόσθεσε +ξαναβρίσκοντας την όρεξη του· + + — Δουλειά, βλέπω, δουλειά! έτσ' είσαστ' εσείς οι προκομμένοι! ... + + — Τι να κάνουμε· είπ' εκείνη χαμογελώντας +πονηρά. + + — Καλά κάνετε· δουλέψτε τώρα που είστε νέοι... Έτσι δούλεψα κ' +εγώ στα νιάτα μου· δούλεψα... + +Και τέντωσε πίσω το κορμί του, θέλοντας να δείξη πως οι πλάτες του +ήταν ακόμη πιασμένες από την πολλή δουλειά. Έπειτα ορθός και +λυγιστός μπήκε στο γραφείο του κ' έκλεισε την πόρτα. +Ξεκαπελλώθηκε, πήγε ίσα στάγαλμα της Δόξας και το κύτταξε για +κάμποση ώρα. + + — Γαλάζιο, άσπρο, μαύρο, κόκκινο η βυσσινί; εψιθύρισε σα να +ρωτούσε το άγαλμα. + +Μα τότε είδε το κέντημα κ' έβγαλε δυνατή φωνή. + + — Ποιος διάολος το κρέμασ' εδώ μέσα!.. Άπλωσε το χέρι του να το +ξεκρεμάση. + +Η Ελπίδα που κύτταξε από την κλειδαρότρυπα, καθώς άκουσε τις φωνές +ετοιμάστηκε να το βάλη στα πόδια. Μα η περιέργεια νίκησε το φόβο +της και στάθηκε να ιδή. Το κέντημα κι ο Αριστόδημος έμεναν +καρφωμένοι στη θέση τους. Κυττάζονταν και ξανακυττάζονταν επίμονα, +λες κ' ήθελε ο ένας να μαγέψη τον άλλον. Λίγο — λίγο ξεθύμωνε ο +αρχαιολόγος και το πρόσωπό του ξεμούσκλωνε. + + — Μωρ' είν' ωραίο! εξαίσιο! εφώναξε άξαφνα· μα το Θεό είνε +τέλειο! Και τι τέχνη! τι αρμονία!... Αμ' δεν είνε κέντημα αυτό· +είνε ποίημα!... ποίημα κι απ' τα καλήτερά μας!... + +Έπειτα πήγε μακρύτερα κι άρχισε να κυττάζη ένα με τάλλο τ άγαλμα +και τ' αργόχερο, θέλοντας να κάμη σύγκριση. + + — Ουμ!... έκαμε πισωπλατίζοντας τη Δόξα και μορφάζοντας σα να +δάγκωσε ξινόμηλο· μα όχι, όχι· πρόσθεσε αμέσως, χαϊδεύοντάς την σα +μικρό παιδί· εσύ, εσύ είσαι το τέλειο και το πρότυπο.... + + — Έχασα! είπε η Ελπίδα στο Δημητράκη που έφτασε κείνη τη στιγμή· +εγώ είπα να τον πεισμώσω μα δεν πέτυχα. + + — Κακή! της είπε ο νέος χαϊδευτικά, δίνοντάς της ένα φιλί. + + — Δεν είμαι κακή· διαμαρτυρήθηκε η κόρη γλαρωμένη· μα μου +αρέσουνε οι θυμοί του· είνε τόσο αστείοι!.. + +Ο Δημητράκης δε ρίχτηκε με τα μούτρα μόνον στη δουλειά μα και στη +μελέτη! Αλήθεια έδινε τα πρωτεία σε κείνη· και τούτη όμως δεν την +αμελούσε. Η μία ήταν απόλυτη ανάγκη για τη ζωή του· μα κ' η άλλη +ήταν το ίδιο για το πνεύμα του. Στη μια αφιέρωνε όλες τις +εργάσιμες ημέρες του χρόνου και στην άλλη τις σκολινές και τις +νύχτες του χειμώνα. Το καλό είνε που κατώρθωσε να κράτηση το εγώ +του ασκλάβωτο κι από τις δυο κ' έπεφτε από τη μια στην άλλη με την +ίδια ευχαρίστηση. Θες βιβλίο κρατούσε στο χέρι του θες αξίνα ήταν +στη θέση του. + + — Καθένα έχει το σκοπό του — σεβαστό και ιερό σκοπό· δεν είν' +έτσι; ρώταγε κάθε τόσο την Ελπίδα. + +Πότε στον ίσκιο της ταράτσας, πότε δίπλα στο παραγώνι καθόντουσαν +οι δυο αγαπημένοι και διάβαζαν ένα με τάλλο τα παλιά χερόγραφα. +Κάποτε διάβαζε ο Δημητράκης κι άκουε η Ελπίδα, γνέθοντας τη ρόκα +της. Μα τις περισσότερες φορές διάβαζε η κόρη κι άκουε ο νιος. +Άκουε και κρεμότανε από τα χείλη της. Οι φράσες κυλούσαν ξάστερες, +ζωντανές κι αρμονικές σαν το γάργαρο νερό από τα χείλη μιας +βρύσης. Κ' εκείνος έπινε· έπινε διψασμένα κι αχόρταγα κ' ένοιωθε +αμολόγητη χαρά. Τα λόγια κ' οι πράξες των προγόνων αντρείευαν την +ψυχή του κι ατσάλωναν τα νεύρα του. Πότε του φέρνανε δάκρυα στα +μάτια, πότε του χάριζαν γέλοιο στα χείλη· πότε στο μέτωπό του +άπλωναν σύγνεφα και πότε στο πρόσωπό του περηφάνια. Κάθε φράση ή +στίχος του χερόγραφου άνθιζε μέσα του κι απόδινε γοργά τα φύλλα +και τους καρπούς του. + + — Μα τούτο είνε παραμύθι! έκοψε ξαφνικά την Ελπίδα μια βραδυά που +διάβαζαν τον Ηρόδοτο. + + — Παραμύθι· άμ τι θες να είνε; τον ρώτησε κείνη μ' απορία. Κι ο +Όμηρος που διαβάσαμε πριν είν' ένα μεγάλο αρματωλικό τραγούδι κι ο +Θεόκριτος τραγούδια τσοπάνικα... + + — Με γελάς. + + — Όχι να ζήσουμε· να εδώ, βλέπεις τον Ησίοδο; ξέρεις τ' έχει +μέσα ; + + — Τσ... + + — Λέει με στίχους τον τρόπο και τον καιρό που έπρεπε να σπέρνουν +και να θερίζουν οι παλιοί μας. + + — Έσπερναν λοιπόν κ' εκείνοι; ρώτησε ο νέος με παιδιάτικη +αφέλεια. + +Η κόρη τον κύτταξε κατάματα για να μάθη αν της μιλούσε σοβαρά. + + — Έχεις δίκιο· είπε σε λίγο κουνώντας το κεφάλι της· θα μαίνουμαι +μάλιστα πώς δε ρωτάς κι αν έτρωγαν ακόμη. Εσείς την πάθατε όπως οι +κάτοικοι της γης με το φεγγάρι· βλέπετε πάντα τη ζωή των +Ευμορφόπουλων από τη μια της όψη, τη λαμπρή. Έτσι σας έφτιασε το +σκολειό· + + — Γιατί; + + — Γιατί έτσι· σας έθρεψε τη φαντασία και σας σκότωσε την πράξη. +Σας έδειξε την αρχαία Ελλάδα ένα απέραντο τεμπελχανιό. Μα δεν ήταν +τέτοια — μάθε το από μένα — δεν ήταν τέτοια. Ήταν έν' αργαστήρι, +μεγάλο αργαστήρι απ' όλες τις τέχνες της ζωής. + + — Μπα!... έκαμε κείνος ανοίγοντας τόσα τα μάτια του. + + — Μάλιστα· κι αν δεν πιστεύης άκουσε. Πήρε ένα μικρό χερόγραφο κι +άρχισε να διαβάζη αργά και δυνατά: + + — Στις άλλες πολιτείες όλοι όσο μπορούνε χρηματολογούν· ποιος +κάνει το γεωργό, ποιος το ναύτη, ποιος τον έμπορο· άλλοι πάλε +ζουν από την τέχνη τους ... + + — Κ' είνε απ' τους παλιούς μας αυτά; + + — Να δε βλέπεις· τα λέει ο Ξενοφώντας, είπε η κόρη βάζοντας μπρος +στα μάτια του το χερόγραφο. + +Ο Δημητράκης έβαλε το κεφάλι στα χέρια του κ' έμεινε σε βύθος για +πολλή ώρα. Το τι ένοιωθε δεν ήταν σε θέση να μολογήση κι ο ίδιος. +Μέσα στο κρανίο του κόσμοι χαλιόνταν και κόσμοι ανασταίνονταν με +καταπληχτική γοργάδα. Σήκωσε τέλος τα μάτια του και κύτταξε την +κόρη με φανερή απογοήτεψη. + + — Ξέρεις τι συλλογιέμαι; τη ρώτησε. + + — Τι; + + — Τα χρόνια πόχασα... Όλα όσα μου διάβασες τα διάβασα, θυμούμαι +κ' εγώ σαν ήμουν παιδί. Μα ξέρεις πώς μου φαίνονταν; μου +φαίνονταν... πώς να στο ειπώ;... να, βιβλία!... + +Από την άλλη μέρα άρχισε να συχνομπαίνη και στο γραφείο τ' +Αρχαιολόγου. Το πνεύμα των βιβλίων τον έσπρωχνε ίσα στων μαρμάρων +το πνεύμα. Πριν δεν ήταν γι' αυτόν παρά σωρός πέτρες, όγκοι +μεγάλοι και θαυμαστοί. Δεν του κεντούσαν άλλο τι παρά την απορία. +Απορούσε κ' έλεγε συχνά τι διαβολοσύνεργα μεταχειρίστηκαν οι +πρόγονοί του για να τα μετατοπίζουν. Κι απ' αυτό εσχημάτιζε την +ιδέα πόσο μεγάλοι και δυνατοί ήταν εκείνοι. Όλοι πέρα πέρα +Ηρακλήδες και Βριάρεοι! Τώρα όμως του γενούσαν άλλο αίσθημα. +Έφτανε ένα και μοναχό λιθαράκι για να του φέρνη μπροστά ατόφιο κ' +ζωντανό το καλλιτέχνημα· και κείνο πάλι έφτανε για να του δείχνη +κινούμενη την προγονική ψυχή. Όσο που κατάντησε ατός και μοναχός +του να σμίγη την ψυχή του βιβλίου με του μαρμάρου την ψυχή και να +βγάνη μια ζωή ολόχαρη, παλληκαρίσια και δοξολουσμένη. + + — Μπα!.. έλεγε συχνά μισοκλείοντας τα μάτια του σα να θαμπώνονταν +από το φως. + +Η Ελπίδα που παρακολουθούσε άγρυπνα τη νιόβγαλτη σκέψη του άρχισε +ν' ανησυχή. + + — Κύτταξε καλά, βαστάξου! του είπε μια μέρα σοβαρά. Όποιος +πολυβλέπει τον ήλιο σκοντάβει στο δρόμο του. + + — Μη φοβάσαι, κοπέλλα μου, μη φοβάσαι, την καθησύχασε κείνος· έχω +δυο μάτια εγώ, δυο μάτια που βλέπω· ένα για τα ψηλά κ' ένα για τα +χαμλά... μη φοβάσαι. + + — Δυο μάτια είχε κι ο αδερφός σου. + + — Μα δεν είχε μαζί του το φυλαχτό. + + — Ποιο φυλαχτό; + + — Εσένα, ψυχούλα μου... + +Έφτασε ως τόσο κ' η μέρα του γάμου. Από την προπαραμονή άρχισαν +νάρχωνται πλήθος τα δώρα. Οι σκορπισμένοι κολλήγοι σαν έμαθαν το +συγκέσιο πήρανε θάρρος. Εκείνοι που δούλευαν στα κοντινά χτήματα +έστειλαν τα κανίσκια τους κ' ειδοποίησαν πως θα παρασταθούν κ' οι +ίδιοι στα στέφανα· όσοι ήταν μακρυά στείλανε πλουσιώτερα δώρα και +μεγαλείτερες ευκές. Μα το δώρο που ευχαρίστησε περισσότερο τους +νιους ήταν του Αλαμανού. Ήρθε από βραδύς με το ταχυδρομείο. Ο +Δημητράκης χάλασε ανυπόμονα τις σφραγίδες του, έκοψε τα δεσίματα, +έσκισε το τύλιγμα κ' έβαλε τις φωνές. + + — Ελπίδα — Ελπίδα· έλα να χαρής. + + — Τ' είνε; τι τρέχει; τον ρώτησε κείνη ανεβαίνοντας τη σκάλα. + + — Ο Αλαμάνος μας στέλνει το βιβλίο του· να το. Μωρέ το σκυλί! +πότε το κατάφερε κιόλας! + +Κ' έδειξε στην κόρη ένα μεγάλον τόμο από δυο χιλιάδες σελίδες +σχήμα όγδοο. + + — Η ψυχή των Ευμορφόπουλων ίδια κι απαράλλαχτη· διάβασε +κυττάζοντας κατάματα την κόρη. + + — Εύγε του· είπε η Ελπίδα ενθουσιασμένη. + +Ακκούμπησε στον ώμο του κι άρχισαν να ξεφυλλίζουν το βιβλίο και να +τρώνε με το μάτι τις σελίδες του. Ήταν αλήθεια βαθιάς σπουδής +σύγγραμμα. Άρχιζε από τα Βυζαντινά χρόνια, πέρναε στα χρόνια της +σκλαβιάς και τελείωνε στον Αντρέα τον Ευμορφόπουλο — Αντρέα τον +Ελευθερωτή, όπως τον έλεγε. Δεν ήταν βιβλίο παρά καθρέφτης. Κάθε +Ευμορφόπουλος φαινόταν εκεί μέσα ίδιος κι απαράλλαχτος όπως ήταν +στην εποχή που έζησε. Ένας καταλαχάρης άνθρωπος θάλεγε πως αυτοί +όλοι ήταν ξεχωριστοί κι άμοιαστοι μεταξύ τους. Ο Αλαμάνος όμως με +τη βαθιά του κρίση απόδειχνε στον πρόλογο και στα σχόλια του +βιβλίου πως όλους τους ένωνε το ίδιο αίσθημα, ίδια αντίληψη της +ζωής, κοινές ελπίδες και κοινές πρόληψες. Η διαφορά ήταν απ' όξω, +μα από μέσα όχι. + +Απάνω στη χαρά τους φάνηκε ο Αριστόδημος στη σκάλα. Μα ήταν σε +κακή κατάσταση· το καπέλλο του τσαλακωμένο, το φόρεμά του +λασπωμένο κι ο λαιμοδέτης του λυτός. Είχε μάλιστα και μια +γρατζουνιά στη μύτη. + + — Τι έπαθες; τον ρώτησε η Ελπίδα, τρέχοντας φοβισμένη κοντά του. + + — Τίποτα, δεν είνε τίποτα. Μα τι κόσμος, μωρέ παιδιά, τι +κόσμος!... να μη θέλη ν' ακούση το συμφέρον του! + + — Τι σου συνέβη; τον ρώτησε κι ο Δημητράκης από τη θέση του. + + — Να, εκείνος ο παλιάνθρωπος ο Κουρδουκέφαλος. Ξέρεις, μια +βδομάδα τώρα καθόμουν απ' τη φράχτη μας κ' έβλεπα την καλλιέργεια +πούκανε. Μα τι έκανε; Την κακή του ημέρα. Δέντρα, δέντρα, δέντρα· +τον αποδάσωσε τον τόπο. Και τι; όλα ανάκατα, φύρδην — μίγδην. +Σήμερα λοιπόν δε βάσταξα! Να χαθή, είπα· ας πάω να τον +συμβουλέψω. Τι θα είπη πως μου πήρε το χτήμα· αύριο πάλε το +παίρνω. + + — Σωστό· εψιθύρισε ο Δημητράκης σοβαρά. + + — Πήγα λοιπόν κι άρχισα να τον ορμηνεύω: όχι τούτο, όχι κείνο· +έτσι τούτο, έτσι κείνο. Μα αυτός τη δουλειά του· δεν ήθελε να μ' +ακούση... + + — Δεν τον άφινες να κάνη ό,τι θέλει· του είπε η Ελπίδα. + + — Ό,τι θέλει! πως θα τον αφήσω να κάνη ό,τι θέλει! Πιάνω, που +λες, μια μηλιά που είχε φυτεμένη δίπλα σε καρυά, την ξερριζώνω και +τη βάνω παραπέρα. — Να, μωρέ κουλούκι, του λέω· εδώ είν' η θέση +της. Εκείνος θύμωσε· αρπάζει τη μηλιά απ' το χέρι μου και μου +δίνει μια σπρωξιά. Να, έτσι έπεσα και λερώθηκα... Μα τι +στραβόκοσμος! τι στραβόκοσμος!.. + + — Τι ήθελες ν' ανακατωθής του λόγου σου, είπε ο Δημητράκης. + + — Γιατί, κύριε! τον ρώτησε ο Αριστόδημος με θυμό. Το μυαλό δεν +τόχει κανείς μοναχά για τον εαυτό του· τόχει και για τους ξένους. + +Έβγαλε από την τσέπη του ένα πούρο, τ' άναψε και κύτταξε +περιφρονητικά τους δυο νέους. + + — Τι διαβάζετε; τους ρώτησε. + + — Μόλις το λάβαμε· για ιδές το και συ· είπε ο Δημητράκης, +δίνοντας του το βιβλίο, περίεργος να ιδή την εντύπωση που θα +τούκανε. + +Εκείνος το πήρε· μα μόλις διάβασε τον τίτλο και τ' όνομα του +συγγραφέα το γύρισε πίσω. + + — Αυτός είν' ένας επιπόλαιος· είπε· ένας αγράμματος... Αυτό μας +έμεινε, να μας δείξουν οι ξένοι το σπίτι μας!... Εγώ το είπα, το +λέω και θαν το λέω ως που να πεθάνω· μόνον ένας Ευμορφόπουλος +μπορεί να γράψη για τέτοιο ζήτημα... + +Ο Δημητράκης φουρκίστηκε· τούρριξε άγριες ματιές κ' ήταν έτοιμος +να λογοπιαστή. + + — Σσ... του σφύριξε η Ελπίδα στ' αφτί ανασηκώνοντας τους ώμους +της. Μπα! βλέπεις Τι γράφει στο γράμμα; θάρθη, λέει, στο γάμο και +θα μας στεφανώση αν θέλουμε. .. + + — Αν θέλουμε! ακούς αν θέλουμε· είπε χαρούμενος ο Δημητράκης, +παίρνοντας το γράμμα από τα χέρια της. + +Ο Αριστόδημος πηγαινορχόταν απ' άκρη σ' άκρη στην ταράτσα, +κουνώντας το ραβδί και καπνίζοντας το πούρο του αφρόντιστα. + + — Δε μου λες· από τους άλλους δεν είχατε τίποτε; στάθηκε άξαφνα +και ρώτησε το Δημητράκη. + + — Ποιους άλλους ; + + — Να· τον Περαχώρα. .. το Γκενεβέζο... + + — Όχι. + + — Περίεργο! πολύ περίεργο!... τους περιποιήθηκα τόσο και να μη +στείλουν ένα γράμμα! + +Κι άρχισε πάλε το σουλάτσο του νευρικός, μασώντας το πούρο του, +τρικλίζοντας κάποτε και συχνοψιθυρίζοντας: + + — Ούτ' ένα γράμμα!... ούτ' ένα γράμμα! περίεργο! + + — Θάχουν πολλές δουλειές· είπε η Ελπίδα στο βρόντο. + + — Α, ναι· έχεις δίκιο· έχεις μεγάλο δίκιο! Θα έχουν δουλειές· +αλλοιώς δεν ημπορούσαν να μας λησμονήσουν. + +Και αμέσως ησύχασε. Έκραξε ψι...,ψι...ψι...τη γάτα πούβγαινε κείνη +την ώρα από το γραφείο του, την πήρε στα χέρια κι άρχισε να την +φιλή τρυφερά, να την χαϊδεύη και να τρίβη το κεφάλι της στο +πρόσωπό του. Εκείνη τον πλήρωνε με τα ίδια χαϊδολογήματα. Σκάλωνε +απάνου του με μισοκλεισμένα μάτια, λάου — λάου σα να πήγαινε ν' +αρπάξη κάτι τι πίσ' από το κεφάλι του. Άξαφνα όμως έσκουξε δυνατά· +νιάου! Ο Αρχαιολόγος της έσφιξε την ουρά. Κι άμα την κατάλαβε πως +πονεί την έσφιξε δυνατώτερα. Η γάτα έκανε χίλιους τρόπους για να +γλυτώση από τα χέρια του. Νιαούριζε, σπαρτάριζε, κάρφωνε τα νύχια +της στα φορέματα του. Μα εκείνος ήσυχος, με κρύο χαμόγελο την +κύτταζε και τις τράβαε τ' αφτιά, της στραγγούλιζε τα πόδια, της +έσφιγγε το κεφάλι. + + — Μα τι σου κάνει το ζω και το πιλατεύεις; του είπε ο Δημητράκης +από τη θέση του. + +Εκείνος τη δουλειά του· η γάτα παράδερνε στα χέρια του και +νιαούριζε απελπισμένα. + + — Μα είσαι τύραννος! του φώναξε η Ελπίδα με θυμό, βγάζοντας το ζω +από τα χέρια του. + + — Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων, φώναξε ο +Αριστόδημος μη δίνοντας προσοχή στα λόγια της, τιμιώτερον και +αγιώτερον και σεμνότερον εστίν η πατρίς!.... + + — Μπράβο! ξέσπασαν χεροκροτώντας οι νέοι. + +Το τι γίνηκε ανήμερα δε μολογιέται. Ήταν μέρα χινοπωριάτικη, +κατσουφιασμένη και κρύα. Τα φύλλα πέφτανε αργά ένα — ένα κ' +έστρωναν το χώμα με κόκκινο ταπί· οι περικοκλάδες που σκάλωναν +στους τοίχους ανατρίχιαζαν από τη γύμνια. Το κλήμα που γενιάστηκε +από το σπίτι της Ελπίδας ο Δημητράκης σκέπαζε πέρα — πέρα την +αυλή. Ήταν άφυλλο από τον καιρό· μα τα κλαριά του θρασομανούσαν +ψηλά και χαμηλά, λες κι ανυπομονούσαν ν' αγκαλιάσουν το άπειρο. +Δίπλα το ρέμμα κύλαε θολά νερά, βροντομαχώντας κι αφρίζοντας. Η +βρύση της αυλής έτρεχε ακόμη με μουρμουρητό, σα φλύαρο στόμα γριάς +που λέει τα ευτυχισμένα χρόνια της. Και το σπιτάκι με τους +μουχλιασμένους τοίχους και τη μαύρη του σκεπή, φαινόταν βυθισμένο +σε συλλογή. Μα ήρθαν οι άνθρωποι κι άλλαξαν για μιας μέσα κι όξω +την όψη του. Μπαμ — μπουμ εδώ· μπαμ — μπουμ! εκεί· φωνές, αντάρες, +γέλοια, κακό! η χαρά ξεχείλιζε. Οι κολλήγοι πλάκωναν μπουλούκια — +μπουλούκια παστρικαλλαγμένοι και καλόκαρδοι. Φέρνανε σφαχτά, +φέρνανε ψωμιά, κουβαλούσαν φορτώματα κρασί ξεδιαλεγμένο. Μερικοί +ωδηγούσαν βόδια ζωντανά, ταύρους άζευτους κι αμουνούχιστους· άλλοι +άλογα βαρβάτα· άλλοι κριάρια χρυσοκέρατα. Ήρθε κι ο γιος του +Χαγάνου σταλμένος από τον πατέρα του με πολλή παρουσία. +Καβαλλίκευε χρυσοκάπουλη μούλα κ' είχε γύρω του έξη κολλήγους +πεζούς μα χρυσοφορεμένους σα βασιλόπουλα. Άλλος κολλήγας από πίσω +ωδηγούσε αράπικο άτι σελοχαλινωμένο για το γαμπρό. Ήρθε κι ο +Μήτρος ο Γλάμης μαζί με το Βασίλη Ζάρακα με δώδεκα μουλάρια +φορτωμένα όσπρια τ' αποδοσίδια της γης τους. Κοντά στο μεσημέρι +φάνηκε κι ατός του ο Θεομίσητος φτωχόρρουχα ντυμένος· μα το +κανίσκι του ήταν όλως διόλου αταίριαστο με τη φορεσιά του· ήταν +ένα λάφι περήφανο με κέρατα χρυσά και με χρώματα αφύσικα. + +Ο Ζάρακας πειράχτηκε που είδε τέτοιο δώρο κ' ηθέλησε να τον +κεντήση. + + — Μεγάλο δεντρί φυτεύεται σήμερα δίπλα σου, κουμπάρε· του είπε +με κάκια. Σε κάνα — δυο χρόνια θα ρίξη τον ίσκιο του ίσα στο +περβόλι σου. Να πάρης, λέω, τα μέτρα σου από τώρα μη σου ξεράνη τα +κλήματα... + + — Α! τάχω φυλαμένα και δε φοβάμαι, τ' απάντησε μ' αδιαφορία +εκείνος. + + — Κι αν τα ξεράνη, τάχα δεν τα ξεκολλώνομε; είπε ο Μπαλαούρας. Κ' +εμείς δουλειά θέλουμε. + + — Δε θα σε βάλω σε κόπο· είπε σε κείνον ο Θεομίσητος. + +Δεν ήθελε να δείξη πως το σκέφτεται καθόλου, μα μέσα του δούλευε +το σκουλήκι. Δεν έβλεπε με καλό μάτι το γάμο. Η δραστηριότη του +Δημητράκη από καιρό τον ανησυχούσε· στην προκοπή εκεινού έβλεπε +φως φανερά το δικό του θάνατο. Τόβλεπε αυτός όπως τόβλεπε κι ο +Χαγάνος. Μα δεν ήθελαν να το φανερώσουν. + +Ο Αριστόδημος όμως έπιασε γι' αυτούς μεγάλη φιλονεικία με τον +αδερφό του. Ήθελε να τους διώξουν από το γάμο· να μη δεχθούν ούτε +αυτούς ούτε τα δώρα τους. + + — Αυτοί, μωρέ παιδί μου, δεν ήρθαν γι' άλλο παρά να μας +εξευτελίσουν έλεγε θυμωμένος. + + — Κάτσε ήσυχος, κάτσε ήσυχος, μωρ' αδερφέ, που θα διώξουμε τον +κόσμο! τούλεγε ο Δημητράκης. Ταχυά και μεις τους τ' αποδίνουμε. + +Τυχερό εκείνη την ώρα πλάκωσε κι ο Αλαμάνος κι έτσι κόπηκε η +φιλονεικία τους. Ο νέος σοφός έτρεξε αμέσως να σφίξη τα χέρια +ολονών, να δικαιολογηθή για την άργητά του. + + — Δεν ξέρετε, είπε γυρίζοντας από τον ένα στον άλλο· χίλιες δυο +δυσκολίες βρέθηκαν στο δρόμο μου. Φαντασθήτε! Το ποτάμι της +Καμινίτσας το πέρασα μέσα· έπλεξα σαν παπί. + + — Θα είσαι βρεμένος; είπε η Ελπίδα, κυττάζοντας τα ρούχα του +ανήσυχα. + + — Όχι, άλλαξα — είχα ρούχα μαζί μου. + + — Α, εσείς! όλα τα νικάτε· όλα τα προβλέπετε και τα νικάτε! είπε +ο Δημητράκης θαμάζοντάς τον. + + — θα λυπούμαστε πολύ αν δεν ερχόσουνα, του πρόσθεσε η Ελπίδα· εγώ +κι ο Δημητράκης ανησυχούσαμε. + + — Κ' εγώ το ίδιο, κ' εγώ το ίδιο· μα μπορούσα να μην έρθω σε +τέτοια χαρά!... + +Ο Αριστόδημος συγκινήθηκε από την καλοσύνη του. Περίεργο! δεν +τόλπιζε νάχη τέτοια αισθήματα αυτός ο βάρβαρος σοφός! Ενώ εκείν' +οι άλλοι ούτ' ένα γράμμα δεν έστειλαν ούτ' ένα γράμμα! Τι θα ειπή; +μπορούσαν νάχουν +όσο ήθελαν αντίθετες ιδέες με το Δημητράκη. Άσε πούπρεπε ναρθούνε +και στο γάμο· μα ούτ' ένα γράμμα! + + — Εντούτοις τους περιποιήθηκα τόσο! Έκαμα τόσας θυσίας προς χάριν +τους· αχάριστοι! Είπε πικροκαταπίνοντας. + +Και πήγε ίσα στον Αλαμάνο· τούσφιξε για δεύτερη φορά το χέρι, +έπειτα στάθηκε αντίκρυ του κ' ετοιμάστηκε να βγάλη λόγο. Ήθελε να +συγχαρή το νέο σοφό που έλαβε την τιμή να βρεθή σ' ένα τέτοιο γάμο +— γάμο του Ευμορφόπουλου! — και να κατηγορήση τους άλλους για την +αχαριστία τους. Έννοια σου και θαν τους έλουζε για καλά. + +Μα εκείνη τη στιγμή μπήκε ο παππάς κι άρχισε το στεφάνωμα. Ο +Αριστόδημος αναγκάστηκε ν' αναβάλη την εκδίκηση του για το βράδυ. + + — Το βράδυ στο τραπέζι θα είνε καλήτερα — σκέφτηκε κ' ησύχασε. + +Μόλις όμως άρχιζε το Ησαΐα χόρευε, μπήκε χαρούμενος ο Κουτρουμπής +και του σφύριξε στ' αυτί: + + — Ήρθανε. + + — Ποιος; + + — Ο Περαχώρας κι ο άλλος· οι σοφοί. .. + + — Αλήθεια! φώναξε, πηδώντας όξω από την πόρτα. + +Έτρεξε, τους βόησε να κατεβούν από τάλογα, τους ρώτησε μην είνε +κουρασμένοι, έκαμε χίλιους τρόπους για να δείξη τη χαρά του που +τους ξανάβλεπε. + + — Το έλεγα κ' εγώ, το έλεγα· δεν ημπορούν να λησμονήσουν τους +παλαιούς των φίλους. + + — Α! ποτέ! ποτέ!... είπε ο Περαχώρας. + + — Τους παλαιούς και τους νέους· επρόσθεσε ο Γκενεβέζος. + +Το βράδυ που ετοιμαζόταν το τραπέζι, τα δυο αδέρφια λογόφεραν +πάλε. Ο Αριστόδημος ήθελε σώνει και καλά να βάλουν στην τραπεζαρία +και το άγαλμα της Δόξας. Έτσι θα τόβλεπαν όλοι οι καλεσμένοι και +θα τους καθόταν καρφί στα μάτια. + + — Ηθέλησαν να μας δείξουν τα πλούτη τους· να τους δείξουμε και +ημείς τα ιδικά μας. + + — Μα τώρα θα μας μάθουνε! τούλεγε μαλακά ο Δημητράκης· τη Δόξα +μας όλοι την ξέρουν. + + — Ας την ξεύρουν να την ιδούν πάλι· επίμενε ο Αριστόδημος. Τέτοιο +αριστούργημα δεν το βλέπει κανείς μια φορά!... + +Ο Δημητράκης δε βάσταξε. + + — Επί τέλους εγώ δε γίνουμε γελοίος με τις παραξενιές σου! είπε· +οι άνθρωποι ήρθαν να γλεντίσουν δεν ήρθαν να σπουδάσουν +καλλιτεχνία. + + — Καλά· τότε κ' εγώ δεν κάθημαι στο τραπέζι. Ο Δημητράκης έτρεμε +από τη φούρκα του· τα μάτια του έβγαζαν σπίθες. Ήταν έτοιμος να +σηκώση το χέρι του και να του δώση κατάμουτρα. Μα εκείνη τη στιγμή +μπήκε μέσα η Ελπίδα με το νυφιάτικο φόρεμά της, λάμποντας όλη από +χαρά και νιάτα. + + — Τι πάθατε; είπε χαμογελώντας· απ' όξω σας ακούνε· δεν +ντρεπώστε!... + + — Να, άκουσέ τον κ' εσύ! είπε ο Δημητράκης αφίνοντάς τους. + +Η Ελπίδα σαν άκουσε το θέλημά του Αριστόδημου στάθηκε +αποσβολωμένη. Μπα ντροπές μας! Γρήγορα όμως συνήρθε, τον έπιασε +από το μπράτσο και του ψιθύρισε χαδιάρικα : + + — Ας τον αυτόν δεν ξέρει τι του γένεται· εσύ έχεις δίκιο· καλά +του λες... + +Εκείνος φούσκωσε σα διάνος. + + — Δόξα σοι ο Θεός! φώναξε χαρούμενος· να που εύρα άνθρωπο να +συνενοηθώ... + + — Μα δεν κάνουμε καλήτερα ένα πράμα; + + — Τι; + + — Έπειτ' από το τραπέζι να δώσουμε τον καφέ στο γραφείο σου· έτσι +θα ιδούν όχι μόνο τη Δόξα μα και τάλλα ταρχαία· έτσι είνε +φυσικώτερο· έ, δεν είνε ; + + — Βέβαια· παραδέχτηκε ο Αριστόδημος ημερώνοντας· μα θα γίνη· δε +θα με γελάσης. + + — Να σε γελάσω! τι λες; Να ιδής που κ' εγώ έλεγα κάτι τέτοιο να +τους κάνουμε, μα δεν ήξερα πώς. Καλά που το σκέφτηκες. Μα εγώ +πάντα τόλεγα πως έχεις κεφάλι του λόγου σου, έχεις γερό κεφάλι!... +Και τι φούρκα που θαν την πάρουνε! του πρόσθεσε γελώντας και +σέρνοντάς τον ευχαριστημένον στην τραπεζαρία. + + — Τα κατάφερες; — μπράβο σου! της είπε σιγά ο Δημητράκης. + + — Τι να κάμης; στα παιδιά πρέπει να μιλάη κανείς παιδιάτικα... + +Στο τραπέζι κάθισαν ένας κ' ένας οι επίσημοι. Η Ελπίδα είχε στα +δεξιά της τον Αλαμάνο και σταριστερά το Δημητράκη. Ο Αριστόδημος +κάθισε ανάμεσα στο γιο του Χαγάνου και στο Θεομίσητο. Τις άλλες +θέσες τις είχαν ο Ζάρακας, ο Γλάμης, ο Περαχώρας, ο Γκενεβέζος, +κι' άλλοι. Έξω στην ταράτσα και κάτω στην αυλή οι κολλήγοι +ετρωγόπιναν και τραγουδούσαν παινέματα για τη νύφη και για τον +γαμπρό. Κάθε τόσο έφταναν απάνω σαν ομοβροντία οι φωνές τους. + + — Να ζήσουν τα παιδιά μας ! να ζήσουνε ! και με γιους ! . . . + + — Μακάρι Παναγιά μου, μακάρι· και σταρχοντόπουλά σας ! τους +εύχονταν οι Μαλαματένιοι. + +Τρέχανε κ' οι δυο από παρέα σε παρέα, έπαιρναν κ' έδιναν ευκές, +κουβαλούσαν φαγιά, κρασιά ό,τι ζήταγαν. Φρόντιζαν να μη φύγη +παραπονεμένος κανείς. Ο γέρος κάπου κάπου τράβαγε και κανένα +κρασάκι· η γριά θύμωνε και μουρμούριζε· + + — Πιε ντε ! πιε ναν το ξαραθυμίσης. + + — Και βέβαια θα πιω ! θα πιω ! γιατί όχι ; το παιδί μου παντρεύω +σήμερα· το παιδί μου ! + + — Παιδί σου κι άλλη μια βολά. + + — Μη με σκας, γυναίκα ! μη με σκας και θα στο φωνάξω. Μα τον +ύψιστο θα στο φωνάξω . . . + + — Τι θα φωνάξης ; + + — Τι ; να, ξέρω γω γιατ' είσαι θυμωμένη. + + — Γιατί ; + + — Ζηλεύεις τη νύφη απόψε· να γιατί! + + — Να χαθής, σκατζόχερα. + +Την ώρα που πλησίαζε να τελειώση το τραπέζι, ο Αλαμάνος σηκώθηκε +να κάμη την πρόποση. Με το ποτήρι στο χέρι μίλησε απλά και +σύντομα. Είπε πως ήταν σημαντικός στην ιστορία ο σημερνός γάμος. +Αποδώ κι ομπρός άρχιζε νέα ζωή για τους Μορφόπουλους. Παίνεψε την +προκοπή του γαμπρού· παίνεψε την υπομονή και την ωμορφιά της +νύφης. Στο τέλος ανάφερε με τέχνη την αχορταγιά του Κουρδουκέφαλου +και τη θυσία της Ελπίδας. + + — Δε θέλω να προσβάλλω κανένα, είπε· μα δίχως αυτή τη θυσία +σήμερα ίσως δε θα είχαμε την τιμή να βρισκώμαστε κάτω από μια τόσο +δοξασμένη στέγη. + +Όλοι χεροκρότησαν το τέλος της πρόποσης· ένας με τον άλλον άρχισαν +ν' αδειάζουν τα ποτήρια και να συγχαίρουνται τη νύφη για τη πράξη +της. Μα ο Αριστόδημος πειράχτηκε· πήρε για προσβολή τα υστερνά +λόγια του Αλαμάνου. + + — Να είστε βέβαιοι, είπε από τη θέση του, πως και άνευ της +Ελπίδος το σπίτι των Ευμορφόπουλων δεν θα εγίνετο κτήμα ουδενός· +ναι, ουδενός ! + + — Πιθανόν είπε ο Αλαμάνος. + + — Όχι πιθανόν· είνε βέβαιον ! είπε ο Αριστόδημος ορθοστεκάμενος. +Τόσο βέβαιον όσο πως είμ' εγώ που σας ομιλώ τώρα. + + — Δεν υπάρχει αμφιβολία· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης. + + — Μάλιστα αφού το λέτε σεις το πιστεύουμε· είπε κι ο Θεομίσητος. + + — Μάλιστα, το λέω γω γιατί είμαι γω· ναι, είμαι Ευμορφόπουλος ! +φώναξε δυνατά ο Αριστόδημος. Κ' οι Ευμορφόπουλοι - να το ξεύρετε +τ' όνειρο και την πράξη τα είχαν ένα· να, έτσι δα, έτσι δα! είπε +σφιχτοπλέκοντας τα δάχτυλά του. Εγώ, άφες που το ήξευρα και πριν, +μα μου το είπε κ' ένα όνειρο προχθές. Θέλετε ν' ακούσετε; + + — Βέβαια, θέλουμε· είπαν όλοι μονόγνωμοι. + + — Είμαστε περίεργοι· επρόσθεσε ο Θεομίσητος χαμογελώντας. + + — Ακούσατε λοιπόν: Ο Κουρδουκέφαλος έρχεται και μου λέγει: ή τον +παρά ή το σπίτι. — Ούτε παρά ούτε σπίτι· τ' απαντώ εγώ αξιοπρεπώς. +— Θα σε πολεμήσω! μου λέγει. — Πολέμα! του λέγω. Παίρνω αμέσως +τους κολλήγους, τους βάνω στον τράφο, τους δίνω τους γκράδες στα +χέρια. + + — Βαράτε, λέω, στο κρέας· ίσα στο κρέας· ρουθούνι να μη μείνη! +Βγάνω και πέντε κανόνια, πέντε τοπομαχικά και τα στένω στη σκάλα. +Να σου κι ο Κουρδουκέφαλος με το φουσάτο του· γιόμισαν οι ράχες· +μπροστά τα κανόνια, πίσω ιππικόν του. — Δος μου το σπίτι να μη +χυθή άδικα αίμα· μου ξαναλέγει. — Έλα ναν το πάρης τ' απαντώ, +μολών λαβέ! — έτσι μίλαγαν οι πάποι μου. Κι αρχίζει το κανόνι· +πιάνεται το λιανοτούφεκο: μπαμ! μπουμ! φσ... φσ... μπιμ! μπουμ! +μπαμ!... Ορθός εγώ μπροστά στο κανόνι· βροχή οι σφαίρες απάνω μου· +φσ... φσ... μπαμ!.. μπουμ!.. μπιμ!.... + +Η Ελπίδα κι ο Αλαμάνος μετατόπιζαν ένα με τάλλο τα πιάτα, τα +ποτήρια, τις λάμπες και τα κεφάλια τους· αν τα λάχαιναν τα +γροθοκοπήματά του θα τάκαναν σύψαλα. Ο Δημητράκης έμενε ακίνητος +στη θέση του, χλωμός σα θειαφοκέρι και κύτταζε τον αδερφό του με +θλίψη. Τον κύτταζαν κ' οι άλλοι κ' έσφιγγαν τα χείλη τους να μη +σκάσουν τα γέλοια. Μα εκείνος σα να ήταν ολομόναχος εξακολουθούσε +να γροθοκοπάη τον αέρα και να μπομπαρδίζη τον οχτρό του. + + — Μπαμ! μπουμ!.. φσ. ... φσ.... μπαμ! μπουμ! .. μπιμ! ... + +Άξαφνα όμως βρόντησαν τα γέλοια. Ο Δημητράκης εμάντεψε τη +στενοχώρια των αλλουνών κ' έκαμε την αρχή. Αμέσως εκείνοι άφηκαν +ελεύθερη την όρεξη τους. Το σαράβαλο χτίριο βούιξε σαν ταβέρνα. Ο +Αρχαιολόγος ξαφνίστηκε και τους κύτταξε με θολά μάτια, σα να τους +ρωτούσε την αιτία. Έπειτα όμως συνήρθε, κούνησε το κεφάλι.... + + — Γελάτε; γελάτε; είπε στα σοβαρά εκεί να σας είχα για να ιδώ αν +θα γελούσατε... + +Και με κίνημα περιφρονητικό βγήκε από την τραπεζαρία και πήγε στο +γραφείο του. Μα εκεί θυμήθηκε, τα σχέδια που έκανε με την Ελπίδα +και γαλήνεψε αμέσως. Άναψε τη λάμπα του και κύτταξε περίγυρα. Τα +προγονικά λείψανα ήταν όλα στη θέση τους. Πόδια, χέρια, κεφάλια, +κορμιά κάθονταν απάνου στα βάθρα τους περήφανα, λες κ' είχαν +νικημένο το Χάρο. Σε μερικά διατηρούνταν ακόμα οι βαφές που τους +είχε βάλη ο τεχνίτης. Άλλα έδειχναν μ' αναγέλασμα τις πληγές που +τους έδωκε σε περασμένα χρόνια ο βάρβαρος καταχτητής· άλλα +κρατούσαν απαράλλαχτο το χαμόγελο και τη χαρά του καιρού τους. +Μάλιστα κάτι γυναίκεια κεφάλια είχαν τόση γαλήνη στο πρόσωπο και +το βλέμμα τους, που έλεγες πως ήταν σημερνές νυφάδες. Πέρα στις +γωνιές κάθονταν τα τετράδιά του, κιτρινοφυλλιασμένα και +σκουντουφλιάρικα, σα μούμιες βασιλειάδων στις γωνιές μιας +πυραμίδας. Κοντά του έστεκαν οι βιβλιοθήκες κι απάνω στη μεσανή +καθότανε σα Σφίγγα η γάτα του σπιτιού, ακόμα βουτηγμένη στο +άγνωστο όνειρό της. Στον τοίχο κρεμότανε το κέντημα της Ελπίδας κ' +έλαμπαν πέρα — δώθε τα χρυσάφια του, σαν διάφανο νερό στα μαύρα +χάλαρα λαγκαδιού. + +Ο Αριστόδημος το κύτταξε για πολλή ώρα σκεφτικός. Να το ξεκρεμάση +ή να τ' αφήση; Τι θάλεγαν οι καλεσμένοι σαν τόβλεπαν ; Θα +ντρόπιαζε τους Ευμορφόπουλους ή θα τους τιμούσε περισσότερο; Η +δική του γνώμη ήταν να τ' αφήση· μάλιστα τόβρισκε πολύ ταιριαστό. +Οι αρχαιότητες και το κέντημα έτσι πλάι βαλμένα, έμοιαζαν στη χάρη +σα να ήταν αδέρφια. Έλεγες πως βγήκαν από μια πηγή μεγάλη και +πολυπρόσωπη. Μα οι ξένοι; τι θάλεγαν οι ξένοι; + + — Μωρέ! φώναξε άξαφνα χτυπώντας το μέτωπό του, σα νάπαθε μεγάλη +συφορά. + +Η Δόξα δεν ήταν ακόμα στη θέση που της έπρεπε. Μα τώρα δεν του +έμενε καιρός. Οι ξένοι όπου κι αν είνε θάμπαιναν να πάρουν τον +καφέ τους κ' έπρεπε όπως — όπως να την τοποθετήση. Το σπουδαίο +ήταν να μη την ιδούν απάνου στο μαρμαρένιο βάθρο της. Προσπάθησε +να σύρη τον κορμό της καρυάς κοντά στο τραπέζι του· μα στάθηκε +αδύνατο· πού να μετακινηθή τόσο βάρος! Κ' η ώρα πλάκωνε. Σκέφτηκε +τότε να σηκώση τάγαλμα και να ταπιθώση στον κορμό. Ας ήταν κ' εκεί +που ήταν δεν πείραζε. Βέβαια κοντά στο τραπέζι ήταν η καλήτερη +θέση· μόλις άνοιγε κανείς την πόρτα τ' αντίκρυζε· μα τι να γίνη; +τέτοια ώρα — τέτοια λόγια. Αγκάλιασε λοιπόν το άγαλμα και θέλησε +να το σηκώση. Κ' εκείνο όμως ήταν βαρύ, πολύ βαρύ για τα χέρια +του. Μα η επιμονή και τι δεν κάνει; Έδωκε — πήρε, κατώρθωσε να το +σηκώση στην αγκαλιά του. Μόλις όμως θέλησε να κάμη δυο βήματα +άρχισε να τρικλίζη κι άπλωσε το χέρι στον τοίχο να κρατηθή. Μα δεν +άδραξε παρά μιαν άκρη από το κέντημα. Σύγκαιρα το πελώριο άγαλμα +έγυρε ζερβά, εθρυμμάτισε τη μια βιβλιοθήκη και σωριάστηκε με το +λάτρη του στο πάτωμα. + +Σείστηκε το σπίτι συθέμελο. Οι τραπεζοκαθισμένοι πήδησαν χλωμοί +από το φόβο τους. Ο Δημητράκης με τον Αλαμάνο τρέξανε πρώτοι στο +γραφείο. + + — Α!... μια γάτα, μια γάτα!... φώναξε ο σοφός, πισωπατώντας στην +πόρτα. + + — Δεν είνε τίποτα· η γάτα της βιβλιοθήκης ξύπνησε, είπε ο +Δημητράκης· εμπρός!... + +Βρέθηκαν στο σκοτάδι· η λάμπα είχε πέσει μαζί με το τραπέζι κ' +έγινε σύψαλα στο πάτωμα. + + — Αριστόδημε!... πού είσαι Αριστόδημε! αδερφέ! φώναξε ο +Δημητράκης περίτρομος. + + — Α!... αίματα... πατάω αίματα!... είπε η Ελπίδα ανατριχιάζοντας. + + — Φως!... ένα φως!... πρόσταξε ο Δημητράκης τον Κουτρουμπή· +γρήγορα . . + +Ο Αλαμάνος έτρεξε στο παράθυρο και τ' άνοιξε με μια γροθιά. Χύθηκε +μέσα το γλυκοχάραμα· ένα γλυκοχάραμα κόκκινο σαν πυρκαγιά. Όλοι +πισωπάτησαν αχνοί. Ο Αρχαιολόγος κοίτονταν κατάχαμα και μόλις +ανάσαινε. Το αίμα έτρεχε από το στόμα και τ' αφτιά του και +κοκκίνιζε τις σανίδες· στο μέτωπό του έχασκε φοβερή πληγή. Απάνω +στο δεξί του μπράτσο σα σε προσκέφαλο αναπαυόταν άκορμο το κεφάλι +της Δόξας. Το ζερβί του χέρι ανάερο έσφιγγε ακόμη την άκρη από το +κέντημα. Στο στήθος, στην κοιλιά και στα πόδια του κάθονταν +ανάκατα βιβλία και συντρίμμια· άλλα συντρίμμια σκέπαζαν απ' άκρη +σ' άκρη το πάτωμα σαν ποταμού κατεβασιά. + + — Θρήνος έγινε! είπε με φρίκη ο γιος του Χαγάνου. + + — Καταστροφή!... μεγάλη καταστροφή! είπε κι ο Περαχώρας με θλίψη. + + — Πέτρα στην πέτρα — σπάσανε κι οι δυο εψιθύρισε στ' αφτί του +Ζάρακα ο Θεομίσητος. + + — Ντροπή επί τέλους! του είπε κείνος αυστηρά. + +Η Ελπίδα κι ο Δημητράκης γονατιστοί ζερβόδεξα στον Αρχαιολόγο του +σφούγκιζαν τα αίματα κ' έκλαιγαν σιγαλά. Ο Αλαμάνος σκεφτικός +προσπαθούσε να τον απαλλάξη από τα συντρίμματα. Μια στιγμή άνοιξε +τα μάτια εκείνος και τους κύτταξε περίεργα. + + — Γιατί κλαίτε; τους ψιθύρισε· είνε ωραίος τέτοιος θάνατος, πολύ +ωραίος!.. είνε ζωή! + +Και τάκλεισε πάλι. + + — Αχ, κακομοίρη! κακομοίρη!... ρέκαξε τ' αντρόγυνο με ψυχοπόνια. + + — Μα στ' αλήθια κλαίνε ; ρώτησε με απορία ο Θεομίσητος το διπλανό +του. + + — Έτσι φαίνεται· και τέτοιος που ήταν τον ήθελαν. Το λένε αυτοί: +Το αίμα νερό δε γίνεται. + + — Έφτασε το φως! είπε ο Κουτρουμπής μπαίνοντας με μια λάμπα. + + — Δε χρειάζεται· του είπε ο Αλαμάνος με κρυφή χαρά· ξημέρωσε +πια. + +Πέθανε· τον έθαψαν τον Αρχαιολόγο. + +Κ' έμειναν εκείνοι καλά κ' εμείς εδώ καλήτερα. +1903. + + + +ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ + + + +Μπαμ!... εξάφνισε τον αντίλαλο του δάσου κ' έκοψε των πουλιών το +λάλημα. Και πριν ακόμα βουβαθή ο σάλαγος, πριν σβύση ο καπνός που +έσυρε μαγνάδι ξωτικιάς στο πεύκο πέρα, σκυλί γαύγισε πρόσχαρα, +τσαλαπάτησε τα χαμοκλάδια κι άρχισε να πηλαλά σαν άτι στο +αμμουδερό ξέφωτο. Σύγκαιρα επρόβαλλε νιος φουστανελλάς, με τη +φλοκάτα στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· έπειτα +χεροπιασμένες του Μήτρου Κούλα η χήρα και Ζαφείρω η θυγατέρα της — +λεβεντονιά ασημοφορτωμένη η κόρη, σάψαλο χρονών και φτώχιας η +μάννα. Και παραπίσω φάνηκε αργά ένα γαλανομμάτικο βλαχάκι με +κόμματο ψωμιού στα δόντια, ανίδεο κι αδιάφορο για τη χαρά της νιας +και της γριάς το βάσανο. Και σαν εκείνο ανίδεα κι αδιάφορα στέκανε +γύρω τα δέντρα, τα χαμοκλάδια, τα λούλουδα και παραπίσω ψήλωναν τα +βουνά και παραπάνου ο ήλιος, άγουρος αγκάλιαζε τα πάντα + + — Σαν φτάσης στα κρύα νερά και τα πολλά τα δάσα μη μας ξεχνάς, +Ζαφείρω μου. + + — Όχι, μάννα μ'! .. . όχι, μάννα μ'!... + + — Σα μπαίνης πρώτη στο χορό και σα γλεντάς στην τάβλα, μη μας +ξεχάσης, θύγω μου. + + — Όχι, μάννα μ'!... όχι, μάννα μ' ... + + — Σα βάνης την αρματωσιά και τη βαρειά φλοκάτα, να μην ξεχνάς της +μάννας σου την τρύπια τη σεγκούνα. + + — Όχι, μάννα μ'! .. , όχι, μάννα μ'! ... + +Ανήσυχα η Μητροκούλενα ζητούσε την αλησμονιά κ' η κόρη πρόθυμα την +υποσχότανε. Η μια την ήθελε ακοίμητη, νευρική· η άλλη την έδινε +απεριόριστη, αποκλειστική, αιώνια. Η μια ζητιάνευε κ' η άλλη +σπαταλούσε. Μα κ' οι δυο τους σφραγίζανε το χωρισμό με δάκρυα +πολλά, μ' αναφυλλητά. Κ' εκεί που ζητούσε η γριά, φανταζότανε την +καλύβα της σκουντουφλιάρα, παντέρημη και ζύγωνε στη νια να γίνη +ένα μαζί της, λες κ' ήθελε να πάρη τη δροσιά και τις ελπίδες της. +Κ' εκεί που υποσχότανε η κόρη, σφούγγιζε με το μανικοπουκάμισο τα +δάκρυά της και κύτταζε τον άντρα της ποθητά κ' έβλεπε το μονοπάτι +που ξετυλιγόταν μακρυά, μέσα στου δάσου τα χλωροκύματα. Και +βλέποντας έσερνε ανάλαφρα τα χέρια της απ' τις σφιχτοκλεισμένες +παλάμες της γριάς και τίναζε το κορμί, σα να τη στένευαν τα ρούχα +της. + +Παντρεύτηκε η Ζαφείρω ενός τσέλιγγα το γιο και τώρα έκανε τα +Πιστρόφια στο πατρικό της· τα Πιστρόφια και τον αποχαιρετισμό. +Αύριο σύναυγα το τσελιγγάτο θ' άφινε το χειμαδιό ν' ανέβη στα +βουνά. Ακέριο ξάμηνο θάκανε η Μητροκούλενα για να ιδή την κόρη +της. Μονάχα ξάμηνο η και περισσότερο ; ποιος το ξέρει! Μια την +είχε· και τα μοναχοπαίδια τα κυνηγούν χίλια κακά. Μα και το ξάμηνο +λίγο δεν είνε. + +Καλά — καλά δεν πρόφτασε να πιστέψη πως την πήραν από την καλύβα +της και λεν να συνηθίση στο χωρισμό της! Μ' αν έρθη θάνατος! κι αν +έρθη αρρώστια! Μ' αν η φτώχια γίνη πείνα αγριόδοντη στην πόρτα +της! Ποιος θα καθίση παρηγοριά στο προσκεφάλι της; ποιος θα ταγίση +το παιδί; Ωιμέ! πικρός που είνε ο πόνος της. Κυττάζει κατάματα την +κόρη της, τη σφίγγει στην αγκαλιά της, φιλεί την και ξορκίζει με +ολότρεμη φωνή : + + — Σα θα γροικάς το βέλασμα και το κουδουνολάσι, μη μας ξεχάσης, +θύγω μου. + + — Όχι, μάννα μ'!... όχι, μάννα μ'!... + + — Έλα, σώνει σου, γριά· αφ' την τώρα να πααίνουμε! ... φώναξε +άξαφνα ο γαμπρός. + +Και τηράζοντας αντίκρυ έδειξε στη γυναίκα του ψηλά το διάσελο. +Έπρεπε να φτάσουν εκεί για να ροβολήσουν στις καλύβες τους. Ένα +μεγάλο ολανθισμένο αγιόκλημα καθόταν εκεί, σα να περίμενε. Το είδε +η γριά και της φάνηκε Χάρος· το είδε κ' η νια, χαμογέλασε. + + — Άφσε με, μαννίτσα ... είπε ανυπόμονα. + + — Ναι· σ' αφίνω ... εψιθύρισε η γριά πάσχοντας να κράτηση τ' +αναφυλλητό. + +Σήκωσε τ' άσαρκα χέρια της, πήρε της νύφης τ' όμορφο κεφάλι, +ψήλωσε στα νύχια και κόλλησε τα χείλη στ' αφτί της. Έκαμε να +μιλήση· κόμπιασε. Έκαμε πάλι· ξανακόμπιασε. Μα τέλος κάτι κατάφερε +να ειπή. Κάτι πικρό και θλιβερό σαν στερνοθέλημα, σαν +στερνοφίλημα. Η κόρη πισωπάτησε τρομασμένη, κίτρινη. + + — Όχι, μάννα μ'! . , . όχι, μάννα μ'! ... αργοψιθύρισε. + + — Έλα· πάμε! ξανάειπε ο νιος· έχε γειά, μάννα· έχετε γειά!. . . + +Έσκυψε και φίλησε το χέρι της γριάς. Έσκυψε κ' η Ζαφείρω λούστηκαν +κ' οι δυο στα δάκρυα. + + — Σύρτε στο καλό ... σύρτε στο καλό ... ευχήθηκε η Μητροκούλενα. + +Κίνησε το αντρόγυνο στο δρόμο του: μπροστά ο άντρας με τη φλοκάτα +στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· πίσω η λεβεντονιά +σφουγγίζοντας τα δάκρυα. Στην αρχή ώκνευαν· κάποτε γύρισαν να +ιδούνε πίσω τους. Έπειτ' αγνάντεψαν ψηλά το διάσελο· τάχυναν το +βήμα τους. Το σκυλί γαύγισε πάλι πρόσχαρα, τσαλαπάτησε τα +χαμοκλάδια, πήρε πηλαλώντας τον ανήφορο. Τα πουλιά ξανάρχισαν το +λάλημα. Τ' ασήμια της λυγερής γέλασαν απάνου της. + +Η Μητροκούλενα έβαλε το χέρι στα μάτια να ρίξη το φως τους στη +διαβάτισσα χαρά. Είδε τη φουστανέλλα του γαμπρού ν' αρμενίζη στις +πρασινάδες. Είδε το φεγγοβόλημα των ασημιών της νύφης, τα χτυπητά +χρώματα της φουστανοποδιάς να παίξουν στα δροσολουσμένα ρείκια. +Άκουσε το γαύγισμα του σκυλιού· των πουλιών το λάλημα. Μιαν άφαντη +παλάμη ένοιωσε να σφίγγη δυνατά την καρδιά της. + + — Πάμε, δόλιε!... αργοψιθύρισε πιάνοντας από το χέρι το βλαχάκι. + +Μπαμ!.. αντιλάλησε σύγκαιρα στη λαγγαδιά. Γύρισε ψηλά· το +αντρόγυνο έπαιρνε τον ανήφορο πηδητά — κυνηγητά, σαν ζευγάρι +αγριόγιδα στην ώρα της λαύρας τους. Τραγουδούσε ο γαμπρός, κ' ήταν +το τραγούδι του χαρά και υπόσχεση. Γέλοιο πηδούσε μικρό και +λιγοθυμισμένο από τα πύρινα στήθη της νύφης. Το χιονάτο αγιόκλημα +περίμενε σα νυφιάτικη κλίνη στο διάσελο· έσυρε το ταίρι στους +δροσερούς κρυψώνες του. + + — Άι — ου! ... ρέκαξε η δόλια η μάννα. + +1900. + + + +ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ + + + + +Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη· +δεν είχε δύναμη ούτε όρεξη να πάη μακρύτερα. Το λιοπύρι ήταν +ανυπόφορο· έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σα βελονοβροχή. Τα +στεκάμενα νερά της Λάκκας έζεχναν και φαρμάκωναν. Ζερβόδεξα τ' +αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα κουρνιαχτισμένα +κι άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά το +δρόμο της. Φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε η φλυαρία του τζίτζικα +και στο χωριό περνοδίναν οι στρατοκόποι. Όπως ο Τσαϊπάς βγήκαν κ' +εκείνοι να ιδούν τη λιτανεία. + +Ο Κώστας ο Αρλετής έφερε μιαν είδηση στο χωριό και το χωριό +ανατρόμαξε. Ένα κόνισμα, λέει, βγήκε νύχτα στην ακρογιαλιά του +Άηθανάση. Πούθ' ερχότανε, για πού πήγαινε, κανείς δεν ήξερε να +ειπή. Η αλήθεια είνε πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. Μπροστά του +ένα φως τρανό του φώτιζε το δρόμο. Έλαμπε το φως· μα πιο πολύ +έλαμπε το τίμιο το ξύλο. Περίγυρα το πέλαγο απέραντο και μελαψό +ανάδευε με σύγκρυο. Ήρθε το κόνισμα και στάθηκα σιγά στον άμμο, +κρύφτηκα σε μια βουρλιά. Και το φως κοντά του παραμόνευε. Κάποιο +καλογεράκι σύρθηκε απάνω του και γνώρισε το θάμα. Τόμαθαν· έτρεξαν +οι καλόγεροι, το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβανίζουν +μερόνυχτα. + +Έτσι μίλησε ο Αρλετής και το χωριό ανατρόμαξε σύσπιτο. +Θρησκευτικός ανεμοστρόβιλος εσήκωσε για μιας του λαού την +αδιαφορία. Μικροί μεγάλοι είπαν πως είνε θάμα. Και συμφώνησαν όλοι +πως το θάμα πρέπει να το πάρουν στο χωριό, τιμή και φυλαχτό του +τόπου τους. Λίγο τάχα είνε νάχης έναν άγιο πατριώτη! Ψες βράδυ +ακούστηκε, σήμερα κίνησαν όλοι και πάνε να το φέρουν. Οι καμπάνες +από την αυγή σημαίνουν πρόσχαρα. Νήστεψαν, ντύθηκαν τα γιορτινά +τους. κλείσανε τα μαγαζιά, έπαψε κάθε δουλειά, κάθε άλλη σκέψη και +κάθε κουβέντα. Ήρθαν πάλι στου Θεού τη στράτα οι άνθρωποι. + +Μόνον ο Τσαϊπάς σκέφτηκε να μείνη αδιάφορος. Πφ!.... θάματα δεν +πίστευε αυτός Ήταν φοιτητής — σπουδασμένος άνθρωπος. Είχε γνώση +και κρίση· δεν ήθελε να πιστεύη παρά εκείνο που' βλεπαν τα μάτια +του — ίδια τα μάτια του! + +Από τα πρώτα χρόνια της σπουδής του ο Τσαϊπάς ήθελε να ξεχωρίζη +από τους άλλους συντοπίτες του. Όχι μόνον τους αγράμματους +συντοπίτες του, τους απλούς οξωμάχους, μα κι από τους +σπουδασμένους ακόμη. Εκείνοι βγήκαν από το χωριό, σπούδασαν, +έφαγαν τη ζωή τους στα βιβλία και σαν γυρίσανε πίσω έγιναν ένα με +τους άλλους. Ακολούθησαν τυφλά την κοινωνική πρόληψη και τη +γεροντική παράδοση. Κ' έτσι τι κάναμε! Α! όχι! Ο Τσαϊπάς θα ξεφύγη +· θα γίνη κύριος του εαυτού του· θα κλωτσοπατήση το κάθε τι που +δεν είνε σύμφωνο με τη γνώμη του. Και δεν είνε κανένα· εντελώς +κανένα! Όλα στραβά και παράλογα. Κ' ήθελε όλα να τ' αλλάξη με το +παράδειγμά του, με τα φερσίματα του και με τα λόγια του. Μα τα +λόγια και τα φερσίματά του ήταν τόσο ξαφνικά που ετρόμαζαν τους +χωριάτες· τους ξυπνούσαν την υποψία. Καθώς ήταν ριζωμένοι στις +συνήθειες τους, έστεκαν αντίκρυ του ανήσυχοι κι αγριεμένοι. + +Ο Τσαϊπάς ούτε το φανταζότανε· μα και να το φανταζότανε λίγο τον +έμελλε. Φτάνει που πίστευε πως εκειό που έκανε ήταν και σωστό. +Τώρα είπε ναρνηθή το θάμα και τ' αρνήθηκε. Δε θα βγη από το σπίτι +του, δε θα πάη πουθενά, δε θέλει να ιδή τίποτα!... Η συγκίνηση +όμως του λαού τον ανησύχησε. Όσο πρόβαινε η μέρα, τόσο +βασανιζότανε. Δυο ψυχές και δυο εποχές πάλαιβαν μέσα του. Το +καμπάνισμα, οι προετοιμασίες, το σούσουρο που γινόταν έξω στους +δρόμους και μέσα στο σπίτι του, δεν τον άφιναν ήσυχο. Η αθέμελη +άρνησή του άρχισε να κλονίζεται. Βαστάχτηκε ως τ' απόγιωμα· τέλος +νικήθηκε. Ντύθηκε βιαστικά, πεισμωμένος τώρα για ό,τι έκαμε, +έτρεξε, ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη τη λιτανεία που έρχεται. + +Ένα βουνό από σκόνη μαυρειδερή σέρνεται στο δρόμο, κυλιέται και +προβαίνει οκνό, σαν άρρωστο. Ο ήλιος το χτυπά κατακέφαλα και το +δείχνει θεριό παράξενο. Η χήτη του κοκκινίζει και καίγεται. Κάποια +σημάδια μέσα του σβύνουν και ξαναλάμπουν από στιγμή σε στιγμή, +σβύνουν και ξαναλάμπουν σα λεπίδες σπαθιών. Ακούεται βαρύς και +βαθύς ο ανασασμός του, βαθύς και βαρύς σα μακρινό μπουμπουνητό. +Έπειτα ιχνογράφονται ανάερα σταυροί, ξεφτέρια, τόρτσες, φανάρια +και χρυσοΰφαντα λάβαρα. Σε λίγο ξεχωρίζουν κεφάλια και ώμο, +πλήθος, τουλούπες μαλλιά και γένεια, πρόσωπα χλωμά και μάτια +θαμπωμένα, σαν αγιογραφία στον τοίχο βυζαντινού ναού. Άξαφνα ο +κουρνιαχτός άνοιξε και πρόβαλαν τα παιδιά παιγνιδιάρικα· έπειτα +φάνηκαν οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια, οι ψαλτάδες, ο +δήμαρχος, οι προύχοντες και πίσω ο λαός. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κ' +έδειχναν μεγάλην ευλάβεια· νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν +σε μοναστήρι. Πέντε παλληκάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη +σανίδα, θαμπή, με πολλά σκαλίσματα. Αργοπατούσαν και τρίκλιζαν κι +αγκομαχούσαν κάθε λίγο από το βάρος της σανίδας τα παλληκάρια. Ο +ίδρωτας όμπριζε στα μέτωπα τους· μα την ήθελαν τέτοιαν αγγάρεια. +Γύρω τους άλλα παλληκάρια, της δουλειάς και της ταβέρνας παιδιά, +ακολουθούσαν προσεχτικά, έτοιμα να πάρουν τη θέση τους. + + — Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!... ακούεται βροντερή φωνή. + +Είνε ο Κώστας ο Αρλετής, ο γλυκόφωνος ψάλτης του Άηδημήτρη· είνε +φρεσκοξουρισμένος και παστρικαλλαγμένος σα γαμπρός. Η χαρά του +είνε μεγάλη κ' η περηφάνεια του ακόμη μεγαλείτερη. Είνε δικό του +το κατόρθωμα. Αν θάχη το χωριό θαματουργόν άγιο, σε κείνον θα το +χρωστά. Αυτός έγινε — μήστητί μου, Κύριε! — το σκεύος του Κυρίου +το εκλεχτό. Αν δεν ήταν αυτός, ποιος ξέρει; Μπορεί να το είχαν +ακόμα οι νταυλοκαλογέροι και να κερδοσκοπούσαν με δαύτο. . . . + +Είχε πολλά χρόνια ψάλτης ο Κώστας ο Αρλέτης· μα δεν ήταν +περισσότερο από τους άλλους θρήσκος. Ήταν ψηλόσωμος, ροδοκόκκινος, +αράθυμος και χαροκόπος παλάβρας· με τη φωνή του μπορούσε ν' +αποστομώση όλες τις καμπάνες του χωριού. Κι' αυτό ήταν το καύχημα +του, η περηφάνεια του. Τη θέση του ψάλτη την αγαπούσε· αγαπούσε +όμως και κάθε άλλη θέση που του έδινε αφορμή να δείξη τη φωνή του. +Είτε στο στασίδι της εκκλησιάς, είτε στον πάγκο της ταβέρνας, είτε +σε γάμου τραπέζι ήταν ίδιος κι απαράλλαχτος. Σήκωνε τα μάτια ψηλά, +πλάγιαζε το κεφάλι, έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλα κ' έχυνε αργυρά +κύματ' από τα χείλη του, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο +κλαδί του. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι +απέραντο, καταπράσινο και μοσκοβολισμένο περιβόλι! Και τ' ήταν +αυτός παρά ένας και μοναχός τραγουδιστής, που έχυνε τη φωνή του +όχι για τίποτ' άλλο παρά για να ξετυλίξη την ψυχή του στα ψηλά και +μέσα της να πνίξη όλο το είνε του! Είχε όμως κι από την εκκλησιά +του μία απαίτηση· την ήθελε πρώτη και καλήτερη. Το χτίριό της μεγάλο +και σοβαρό· τις καμπάνες της πιο βροντερές, τους παπάδες της πιο +καλοφορεμένους· τα κονίσματά της, τα ξεφτέρια, τους πολυέλαιους, +το τέμπλο, τα μανουάλια πιο περίτεχνα. Κι αληθινά ήταν· δε μπορούσε +νάχη παράπονο. Έμενε τώρα ν' αποχτήση κ' ένα θαματουργόν άγιο. Και +να, που βρέθηκε το κόνισμα! Ήρθε ακάλεστο, λες κ' ήξερε την ανάγκη +και την επιθυμία του. Μα τώρα ενόμιζε πως ήταν υποχρεωμένος κι +αυτός να φανή άξιος· να κάμη όσο μπορούσε μεγαλείτερη την υποδοχή +του. Για τούτο δεν έπαυε να παρακινή τους άλλους να δείξουν με +ξελαρυγγιάσματα τη χαρά τους. + + — Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά! + + — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... + +Βγαίνει αμέσως φωνή από το πλήθος και σκεπάζει τη φλυαρία του +τζίτζικα. Βγαίνει και φαίνεται σα να παρακαλή και σύγκαιρα να +προστάζη τον Κύριο για να το ελεήσει. Και σε κάθε βήμα της +λιτανείας βγαίνουν και σμίγουν από τα χτήματα, από τους τράφους, +από τα μονοπάτια άλλοι στρατοκόποι. Βγαίνουν παιδιά, μικρομάννες, +γριές και γέροι, σαλίγκαροι του χρόνου κούτσα — κούτσα με τα +δικανίκια τους. Άλλοι κρατούν κεριά, άλλοι σε κεραμίδες θυμίαμα κι +άλλοι λάδι στις μποτιλίτσες τους. Σκύβουν ταπεινά, +σταυροκοπούνται, δακρύζουν οι γριές κι όλοι κυττάζουν, +ξανακυττάζουν το κόνισμα. Κανείς δεν ξέρει τι άγιος είνε· κανείς +δε νοιώθει τι θάμα παρασταίνει. Μα όλοι αυθόρμητα κάνουν το σταυρό +τους, σκύβουν το κεφάλι, μια φωνή και μια ψυχή φωνάζουν κάθε τόσο +ρυθμικά και μονότονα : + + — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον! — . + +Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά, σήκωσε κ' εκείνος το +χέρι να κάμη το σταυρό του. Μα δεν τελείωσε. Το κόνισμα του φάνηκε +παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό +με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και +τα ράμφη γυριστά, έδειχναν θυμό κι αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια +καθότανε κορώνα σταυροφόρα· κι άλλη κορώνα πιο μεγάλη τάσμιγε από +πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με +σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλλα ξεδιπλωμένη είχε +απάνω της γράμματα παράξενα. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα +χρυσαλειμμένα, πουλιά, βαγιόκλαδα και χοντρόρρωγα σταφύλια. Μα το +μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμη σεβαστό ήταν οι σταυροί του. +Τίποτ' άλλο. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος, μη ξέροντας τι να σκεφτή +και τι να κάμη. Ο κόσμος τον είδε κ' ένας με τον άλλον στύλωσαν +όλοι τα μάτια καταπάνω του. Όπως έστεκε στο ψήλωμα το ανάστημα του +ιχνογράφονταν στον ασπρογάλανο ουρανό, σα μαύρο είδωλο που τρέχει +ο λαός να πετροβολήση. + + — Το καπέλλο σου! βγήκε άξαφνα φωνή από το πλήθος. + + — Το καπέλλο σου! δευτέρωσε άλλη φωνή. + + — Το καπέλλο σου!.. το καπέλλο σου! .. το καπέλλο σου!... + +Υποψιάστηκαν πως τόκανε για περιφρόνηση και αγανάχτησαν όλοι. Μα +περισσότερο απ' όλους ο Αρλετής. Την έπαιρνε κατάμουτρα την +προσβολή. Του διαβόλου ο γιος! Έμαθε πέντε γράμματα και θαρρεί πως +έγινε σοφός! Μωρέ καλά το λένε πως η Αθήνα έγινε για καταστροφή +του τόπου! Στέλνουν τα παιδιά τους να ξεστραβωθούν κ' εκείνα +δίνουν την ψυχή τους στο Σατανά! Αντί να γυρίσουν άνθρωποι, +γυρίζουν κούκλες· αντί νάρθουν χριστιανοί, έρχονται αλούτεροι... +Πού είνε τώρα ο μακαρίτης ο Τσαϊπάς να καμαρώση το γιο του; Έφαε +τη ζωή του απάνω στο τσαγκαρόσουβλο για να τον κάμη άνθρωπο και +να, — τον έκαμε και τον ξέκαμε! + + — Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!... ξαναφώναξε. Μα η φωνή του έσβυσε +ασυντρόφιαστη και τα μικρά παιδιά έστεκαν άλαλα, κυττάζοντας το +φοιτητή με απορία και θυμό. Ο ψάλτης αναψοκοκκίνισε. Δεύτερος +μπάτσος πάλε αυτός. Κανείς δεν τον άκουε. Ο φοιτητής του έπαιρνε +και τη δύναμη· τον ρεζίλευε! Μα τις εδεκεί λοιπόν θα τ' αφήσουν το +κόνισμα για να γίνη το κέφι του! Ή μην ήθελαν να κάμη έτσι το χέρι +του και να τον κατεβάση σωρό — κουβάρι από το ψήλωμα; Ο σκοπός +είνε να μη φτάση κανείς σε τέτοια. + + — Κύριε λέησον, μωρέ, το σταυρό σας!.. εφώναξε με λύσσα +αντιπατώντας το πόδι του. + + — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!.. Κύριε ελέησον!.. . εβγήκε +τρανταχτό απ' όλα τα στόματα του λαού. + +Ο φοιτητής αλαφιάστηκε σα να βρυχήθηκε θάλασσα τριγύρω του. Έβγαλε +βιαστικά το καπέλλο του, έκαμε το σταυρό του, κατέβηκε κι +ακολούθησε τη λιτανεία με κεφάλι σκυφτό, παραπατώντας σαν +υπνοβάτης. + + — Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια!.. ¦ εχύθηκε μελωδική η φωνή +των παπάδων. + +Κ' η λιτανεία τράβηξε πάλι το δρόμο της. + +Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Τσαϊπάς αιστάνθηκ' ένα χέρι να περνά στο +μπράτσο του και δυο μάτια να τον κυττάζουν παράξενα και +περιγελαστικά. + + — Πώς σου φαίνεται; + +Ήταν ο Σταθόπουλος παλιός συμμαθητής και συμφοιτητής του τώρα στα +Νομικά. Ήταν νέος ζωηρός, κομψοντυμένος, με ψηλά κολλάρα και +λαιμοδέτη κόκκινον. 'Από τότε που γράφηκε φοιτητής φάνηκε το +μέλλον του· βγήκε στον κόσμο θαρρετά, ανακατώθηκε με τους χωριάτες +στο κρασοπουλειό και στον καφενέ κι άρχισε να συχνάζη στο +ειρηνοδικείο· το δεύτερο χρόνο, χωρίς να πατήση διόλου στο +Πανεπιστήμιο έκανε το δικολάβο. Κ' είχε δουλειές ου! πάρα πολλές +δουλειές. Κανενός δε χάλαε την καρδιά· ποτέ δεν έλεγε πως έχει +άδικο ο πελάτης του ή πως θα χάση τη δίκη. Όλα μέλι — γάλα +τάβρισκε κ' οι χωριάτες ήταν ενθουσιασμένοι μαζί του. Τέλος +πάντων! να που βρέθηκε κ' ένας άνθρωπος για τη φτώχια. Δεν έβλεπαν +την ώρα πότε νάρθη σε ηλικία για να τον βγάλουνε βουλευτή. + + — Μωρ' τι νε τούτο! τον ρώτησε ο Τσαϊπάς μόλις τον είδε κοντά +του. + + — Ξέρω κ' εγώ· έκαμε κείνος ανασηκώνοντας τους ώμους· ξέρω κ' +εγώ; Μα κόνισμα βέβαια δεν είνε. + + — Και δεν το λες λοιπόν! + + — Σσ... του σφύριξε ο Σταθόπουλος στ' αφτί. Μυαλό θα βάλης στην +κολοκύθα τους; Να το ειπώ! Και ποιος τολμάει; Ξέρεις τι έγινε στον +Άηθανάση ; + + — Τι; + + — Μόλις μας είδαν οι καλόγεροι κατάλαβαν το σκοπό μας και +πυροβόλησαν στο σωρό· πλήγωσαν μάλιστα και τον Κουφό στον ώμο. +Ρίχτηκαν όμως ετούτοι απάνω τους· άστραψαν κάμες, πιστόλες, +έπεσαν πέτρες που κλείστηκαν οι καλόγεροι περίτρομοι στα κελλιά +τους. Άνοιξαν τότε την εκκλησιά, έσπασαν τις εικόνες, +αναποδογύρισαν την Άγια Τράπεζα ως που βρήκαν το κόνισμα. Και πού +το βρήκαν θαρρείς ; Κάτου από ένα σωρό κλήματα. Εκεί τόχε πεταμένο +η ευλάβεια των καλόγερων! Η αλήθεια είνε πως μόλις το ίδαμε στο +φως, όλοι σταθήκαμε δίβουλοι. Μα για μια στιγμή· έπειτα το άρπαξαν +στα χέρια, έβαλαν τους παπάδες μπροστά και να μας. Ούτε ξέρουμε τι +κάνουμε. + + — Μα ο δήμαρχος... εψιθύρισε ο Τσαϊπάς + + — Τι δήμαρχος!.. Αν μίλαε θα τον έπαιρναν με τις πέτρες. + +Ο Τσαϊπάς κύτταξε για μια στιγμή το φίλο του κατάματα· έπειτα +έσκασε τα γέλοια. Εγέλασε τόσο δυνατά που ο δικολάβος αναγκάστηκε +να φύγη από κοντά του. Πίσω μου, Σατανά! με παλαβούς δεν είνε να +καταπιάνεται κανείς!· Έτσι, φίλε μου, προσβάλλεις το θρησκευτικό +αίστημα τ' αλλουνού! Ν' αγριέψη ο κόσμος και νάχουμε φασαρίες!.. +Έτρεξε πίσω από τους παπάδες, δίπλα στο κόνισμα κ' έδειχνε μεγάλη +κατάνυξη. Όταν φώναζε το πλήθος το «Κύριε ελέησον!» άνοιγε το +στόμα, το φώναζε κ' εκείνος δυνατά, ρυθμικά και μονότονα. Μόλις +άρχιζαν τα σταυροκοπήματα, τ' άρχιζε κ' εκείνος και δεν έπαυε αν +δεν έπαυαν πρώτα οι άλλοι. Ήρθαν μάλιστα στιγμές που φάνηκε +πρόθυμος να πιάση το κόνισμα, να κοπιάση κι αυτός για τη Χάρη του. + + — Τρομώ και λέω το διάολο έχουμε μαζί μας!.. είπε δυνατά ο +Αρλετής, φουρκισμένος για τα γέλοια του Τσαϊπά. + +Εκείνος δεν ταράχτηκε καθόλου· ο θυμός του σήκωσε κάθε άλλο +αίστημα. Τι διάβολο! σάπισε λοιπόν αυτός ο τόπος! Αν τόπαιρναν +τουλάχιστον όλοι για κόνισμα, δε θα είχε κανείς αντιλογία. Έφτανε +η τυφλή πίστη να τους δικαιώση. Ή αν τόπαιρναν για σημάδι άλλης +εποχής, της πεθαμένης Αυτοκρατορίας μας, πάλι καλά. Εύγε τους και +τρισεύγε τους. Μπορεί να ξύπναγαν μ' αυτό οι παλιές ελπίδες· +ίσως να γινόταν δίστομο σπαθί η κοιμάμενη συνείδηση. Ποιος ξέρει; +Μα όχι· τίποτ' απ' αυτά. Λείπουν κ' η τυφλή πίστη και το μεγάλο +τόνειρο. Λείπουν, έσβυσαν, πάνε. Κ' ίσως δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ! +Έμεινε και θα μείνη στον τόπο η ψευτιά, η ραθυμία, η βαγαποντιά! +Να ο δήμαρχος, ο δικηγόρος, ίσως κ' οι παπάδες που στηθοδέρνονται +και σταυροκοπούνται μπροστά στο παλιοσάνιδο. Και γιατί; Γιατί δεν +έχουν το θάρρος ν' αντικρύσουν το ψέμμα, ν' ανοίξουν τα μάτια των +τυφλών ναχαλάσουν το κέφι μερικών πεισματάρηδων. Να η μεγάλη μας +αρρώστεια, να τηνε. Αντί να σύρουμε το λαό με το μέρος μας, πάμε +μεις με το δικό του. + +Ο Τσαϊπάς σήκωσε τα μάτια ψηλά σα να ζητούσε συχώρεση για του +χωριού του τη ντροπή. Όταν τα χαμήλωσε, πέσανε άθελα στο κόνισμα. +Η σανίδα ντυμένη στις χρυσαλοιφές, κυκλωμένη με του λαού το +σεβασμό ερχόταν απάνω στο ζωντανό θρόνο της με κάποια κωμική +αξιοπρέπεια. Ο φοιτητής αγανάχτησε. Νόμισε πως το ξύλο ανάμπαιζε +τη θρησκεία του· τους παπάδες και το λαό, τα λιβάνια και τα +λάβαρα, όλα τον αγέλαε. Του ήρθε να φωνάξη, να διαμαρτυρηθή. Είπε +να χυθή απάνω του, να ταρπάξη από τα χέρια των παλληκαριών και να +το ποδοκυλήση χάμου, μέσα στον κουρνιαχτό και τις καβαλίνες. Είπε· +μα δεν έκαμε τίποτα. Τα πόδια του δε θέλησαν να πάνε μπροστά· τα +χέρια του έμειναν κάτω κρεμασμένα. Τόσο που αν είχε πρόληψες ο +Τσαϊπάς θα νόμιζε πως το κόνισμα άρχισε απ' αυτόν τα θάματά του. +Μα δεν ήταν τέτοιος κ' ήξερε καλά τον εαυτό του. Ο ραγιάς ήταν +ακόμη στο αίμα και του αλυσόδενε τη θέληση. Ναι δυστυχώς! το σκαρί +κ' εκεινού δεν ήταν διαφορετικό από το σκαρί των αλλονών, όχι!... +Κ' έξω φρενών για την αρρώστεια του, γύρισε το θυμό εναντίον του. +Εχώριζε το είνε του σε δυο, άδραζε ένας τον άλλον από το λαιμό, +τον έσφιγγε με λύσσα, τον έφτυνε κατάμουτρα, θέλοντας να πλύνη τη +ντροπή από πάνω του. + + — Άτιμε! ταρτούφο!.... θεομπαίχτη! .. . εψιθύριζε. + +Η λιτανεία ως τόσο ακολουθούσε το δρόμο της. Τώρα προχωρούσε μέσα +στο χωριά, από τους κεντρικούς δρόμους. Το λιοπύρι άναβε τα +καύκαλα. Ο κόσμος έτρεχε από πίσω καταϊδρωμένος, κατασκονισμένος, +μισοπαράλυτος. Και δεν έπαυε να φωνάζη κάθε τόσο ρυθμικά και +μονότονα : + + — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... + +Έτσι έφτασε στο σταυροπάζαρο· ερμιά στο δρόμο· τα μαγαζιά όλα +κατάκλειστα. Πέρασε το γεφύρι του Τζαφέρη και χύθηκε σαν πλημμύρα +στην πλατεία του Άηδημήτρη. Η εκκλησία με τις αρχαίες κολώνες της +μυρτοστολισμένες, έδειχνε χαρά μεγάλη· φαινόταν να στην πόρτα πως +περίμενε τον ερχομό του. Το καμπαναριό έχυνε κλαγγή ακατάπαυτη σα +να τούλεγε ανυπόμονα έλα! + + — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... + +Η λιτανεία σκόρπισε αμέσως. Τα παιδιά που κρατούσαν τις τόρτσες, +τα ξεφτέρια, τα μανουάλια, τα λάβαρα χύθηκαν με φωνές και κακό στο +νάρθηκα σα να κυρίεψαν οχύρωμα. Γοργά τ' ακλούθησαν οι παπάδες, οι +ψαλτάδες, ο δήμαρχος, η αρχοντιά. Σφούγγιζαν με τα μαντήλια τον +ίδρωτα, αερίζονταν με τα καπέλλα τους, ξεκούμπωναν τα ρούχα τους +και λαχάνιαζαν βαρειά κι αποσταμένα. Μερικοί όπου βρίσκανε ίσκιο, +πέτρα ή ξύλο σωριάζονταν απάνου, τέντωναν τα πόδια τους· κύτταζαν +με λύπη τα χαλασμένα παπούτσια τους, τις ματωμένες γάμπες τους. +Βαθύ ξανάσασμα έβγαινε από τα στήθη ολουνών που τέλειωσαν. Πάει κι +αυτό! Κάμποσοι αργαστηριάρηδες έφευγαν με τα κλειδιά στα χέρια για +ν' ανοίξουν τ' αργαστήρια τους, να πιάσουν πάλε τη δουλειά. Άλλοι +που το πρωί δε σκέφτηκαν πως μπορούσε να πεινάσουν, ρώταγαν τις +γυναίκες τους αν μαγέρεψαν τίποτα. Την ώρα όμως που το κόνισμα +άγγιζε σχεδόν στην πόρτα της εκκλησιάς, μια φωνή τρεμάμενη μα +δυνατή ακούστηκε : + + — Σταθήτε!... + +Όλοι πάψανε αμέσως· κόπηκαν οι ψαλμοί μέση· στάθηκε καθένας στη +θέση του όπως βρέθηκε. + +Ήταν ο Τσαϊπάς που έβγαλε τη φωνή· δε μπόρεσε να κρατηθή +περισσότερο. Μα σαν να τρόμαξε από την ίδια του φωνή στάθηκε +κατακίτρινος, με τα χέρι απλωμένο στην πόρτα, με τα μάτια +γουρλωμένα· τα μαλλιά του ήταν άνω κάτω. Οι χωριάτες τον κύτταζαν· +τον ρωτούσαν τι τρέχει. Τους κύτταζε κ' εκείνος δίχως να μπορή να +βγάλη λέξη. Επί τέλους συνήρθε, κατέβασε το χέρι του, χαμογέλασε +κ' είπε με φωνή παρακαλεστική. + + — Σταθήτε, βρε παιδιά... κάμετέ μου τη χάρη ν' ακούστε και μένα. +.. Δεν το θέλω για τον εαυτό μου· για σας το λέω, για την ψυχή +σας, για την ψυχή όλων μας. Λέω να τ' αφήσουμε όξω' να στο κελλί, +ως που να ιδούμε... Λέμε πως είνε κόνισμα· μ' αν δεν είνε; Τι θα +γίνη τότες τι θα μας ψάλλουν τ' άλλα τα χωριά; + +Ένας δισταγμός ζωγραφήθηκε αμέσως σε πολλά πρόσωπα· μερικοί +κούνησαν το κεφάλι· σύμφωνοι. Ακούστηκαν και ψιθυρίσματα. Εκείνοι +που βάσταγαν τη σανίδα έσκυψαν και την απίθωσαν χάμου, την +ακκούμπησαν σε μια κολώνα κι ανακλαδίστηκαν να διώξουν την +κούραση. Άλλοι που ήταν όξω από τον νάρθηκα σήκωσαν τα χέρια στο +καμπαναριό για να πάψη το καμπάνισμα. Και χύθηκε τόση ησυχία, +θλιμένη ησυχία, λες και σταμάτησε άξαφνα η ζωή. Μα τότε βαρειά και +θυμωμένη ακούστηκε η φωνή του Αρλετή. + + — Να κεφάλι!.. είπε δείχνοντας με τη χερούκλα του το φοιτητή. +Τόσος λαός εδώ και δεν ξέρει τι κάνει· ήρθε του λόγου του να μας +βάλη μυαλό. + + — Όχι να σας βάλω μυαλό· είπε ο Τσαϊπάς δειλά· να ειπώ το σωστό. + + — Το σωστό! εφώναξε αγριοκυττάζοντάς τον ο Αρλετής, το σωστό! που +τόβρες, μωρέ, το σωστό... Μην τόφερες απ' την Αθήνα μαζί με τα +κολλαράκια σου! + +Ξέσπασαν όλοι στα γέλοια· ο δήμαρχος, οι παπάδες, οι ψαλτάδες, ο +λαός όλοι γέλασαν με την καρδιά τους. Οι γυναίκες γύρισαν τα +μούτρα τους αλλού, χαχάνισαν κ' εκείνες πίσω από τα μαντήλια τους. +Κ' έπειτα μια στιγμή ο λαός αγρίεψε. — Μωρέ μυαλό, ο μπαγάσας!... +Εκείνοι ξεθεώθηκαν για να το φέρουν· άφηκαν το μεροκάματό τους, +έχυσαν αίμα για τη Χάρη του και τούτος έρχεται τώρα να τους πη πως +δεν είνε κόνισμα!... Σούσουρο έγινε, βρισιές ακούστηκαν, γρόθοι +σηκώθηκαν φοβεροί. + + — Το καλό που σου θέλω να φύγης· του είπε μυστικά ο Σταθόπουλος, +τραβώντας τον έξω από το πλήθος. + +Ο Τσαϊπάς σήκωσε το κεφάλι περήφανα. Τ' έκαμε λέει; Όχι θα σταθή, +θ' αντιμιλήση, θα τα βάλη μ' όλους ως που να τους ξεστραβώση. Μα +δε μπόρεσε να βγάλη λέξη· στόμα είχε, μιλιά δεν είχε. + + — Πάμε του ξανάειπε ο Σταθόπουλος. + +Εκείνος έσκυψε το κεφάλι, σούφρωσε τα φρύδια του, άφησε να τον +σύρη ο φίλος του. + + — Ήλιος! φώναξαν δυο — τρία παιδιά στο διάβα του. + + — Ούθε το πρώτο μου παπούτσι!... ούθε το πρώτο μου παπούτσι! ... +φώναξε δυνατά ο Αρλετής. + +Ο αντίλαλος του νάρθηκα αδερφώθηκε και κείνος με τη βάναυση φωνή +του ψάλτη. + + — Παπούτσι.... παπούτσι!... + + — Ελάτε, ρε παιδιά· βοηθάτε να τελειώσουμε· είπε ο Αρλετής +πιάνοντας το κόνισμα. + +Κανείς δεν έσκυψε· όλοι έμειναν άφωνοι, τηράζοντάς το σα να +ζητούσαν τη γνώμη του. Έπειτ' άρχισαν να το ψηλαφάνε, να το +γυρίζουν μπρός — πίσω, να το ξετάζουν, για να μάθουνε το νόημα +του. Έλεγαν χίλιες γνώμες μυστικά και φανερά, έβγαζαν διάφορα +συμπεράσματα· μα κανένα δεν πίστευαν πως ήταν και σωστό. Ό,τι +έλεγε ο ένας αμέσως άλλος το πολέμαε. Άρχιζαν ν' αντιφέρνωνται, να +στενοχωρούνται και μυστικά να θυμώνουν μ' εκείνο που τους έβαλε σε +μπελάδες. Ποιος ξέρει; Τάχα δεν ήταν όργανο του Σατανά αν ήρθε να +τους ρίξη σε σύγχιση; Τι διάβολο! αν ήταν αληθινός άγιος, το χωριό +τους θάβρισκε να κονέψη!... + + — Πού ήσουνα, κυρ Γερόλυμε! φώναξε άξαφνα ο δήμαρχος· έλα βρε +αδερφέ, να μας χωρίσης· μπλέξαμε στα καλά με τούτον το διάολο!... + +Μα συνήρθε αμέσως κι άρχισε τα σταυροκοπήματα. + + — Φτου! .. φτου!.. προσκυνώ τη χάρη του .. με κόλασε ο +τρισκατάρατος! + +Γέλασε το πλήθος δυνατά με το πάθημα του κυρ δήμαρχου. Έπειτα +έκαμε τόπο κι ανέβηκε οκνά τη σκάλα ο Γερόλυμος ο Προβατάς. Ήταν +ένας γέρος νησιώτης, κοσμοπερπατημένος και πολυκάτεχος. Η τύχη τον +έρριξε στο χωριό κ' έμειν' εκεί από χρόνια, σαν ξύλο παντοπλάνητο +που κατακάθεται σε μιαν ακρογιαλιά ώστε να σαπίση και να διαλυθή. +Από τα λόγια του κι από τα φερσίματα — μπορεί κι από τ' άγνωστα +περασμένα του — είχε καταντήση σεβαστός και πολυζήτητος. Μόλις τον +είδαν κι ανάσαναν όλοι· σκέφτηκαν πως δίχως άλλο θα τους βγάλη από +τη στενοχώρια. Παραμερίσανε για να ιδή το κόνισμα. Εκείνος μόλις +το είδε σούφρωσε τα χείλη του και γύρισε τις πλάτες. + + — Λοιπόν; ρώτησαν δυο — τρεις ανυπόμονα. + + — Στολίδια της πρύμης· είπε σιγά· στολίδια καραβιού· — πάρτε το. + +Όλοι χλώμιασαν και χαμογέλασαν σύγκαιρα· όλοι τον κύτταξαν +περίλυπα σα νάπαιρνε μαζί του την ελπίδα τους. Οι παπάδες μπήκανε +στην εκκλησιά τρεχάτοι, γονάτισαν καταμεσίς και σήκωσαν τα χέρια +σε δέηση. Ήμαρτον, Θε μου! μη μας συνεριστής!.... Το πλήθος άρχισε +να σκορπά· + + — Μα είσαι βέβαιος, γέρο Προβατά; τον ρώτησε λυπημένα ο Αρλετής. +Για κύττα το καλά· μην κάνης λάθος; + + — Τι λάθος, αδερφέ Κωσταντή; είνε στολίδι από Ρούσικο καράβι· +βασιλικό καράβι! Να, δε διαβάζης τα γράμματα: Πέτρος ο Μέγας· έτσι +γράφει απάνου... + +Ο Αρλετής εσταύρωσε τα χέρια, έγυρε το κεφάλι κ' έμειν' εκεί άφων- +άλαλος για πολλή ώρα. Απελπισία κυρίεψε την ψυχή του σα νάβλεπε +την εκκλησιά του γκρεμισμένη. Μωρέ! ποτέ δεν τόλπιζε να πάθη +τέτοιο ρεζιλίκι το χωριό!.. Άξαφνα του φάνηκε πως τα κεφάλια του +αητού κουνήθηκαν από τη θέση τους, κουλουριάστηκαν και κάμανε μαζί +μια προσωπίδα μεγάλη. Τι μεγάλη προσωπίδα και τι παράξενη! Έπιανε +όλο το χωριό. Όχι μόνον το χωριό μα και τ' άλλα περίγυρα, την +Πάτρα και τον Πύργο, ακόμη και τη Ζάκυθο. Κι όσο πήγαινε όλο +μεγάλωνε. Μεγάλωνε δεξιά, μεγάλωνε ζερβά. + + + +ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ + + + + — Φεύγω τώρα... μου σφύριξε στ' αφτί ένα μεσημέρι χειμωνιάτικο, +κουφό, καταχνιασμένο κι άχαρο μεσημέρι. Κ' έφυγε· έφυγε στ' +αληθινά, πέρασε σαν ίσκιος απάν' από τα δέντρα του κήπου μας, +στάθηκε λιγάκι στη μουριά κάπως συλλογισμένο κ' έπειτα χύθηκε στο +αντικρυνό μας σπίτι. Και ποιανού ήταν αυτό το σπίτι; Του Γιάννη +Τούρτουρη του κακομοίρη, του άκαρδου και τ' άθεου του Γιάννη +Τούρτουρη που τον είχαμε οχτρό. Εκείνος πάντα μας πολέμαγε, μας +φτονούσε. δεν ήθελε να βλέπη ψωμί στα δόντια μας. Τον άντρα μου το +μακαρίτη — πάντα κόντρα του πήγαινε· εμένα με κακολόγησε· τη +θυγατέρα μου — την όμορφη Χρυσούλα μου, έβαλε πεζούς καβαλλαρέους +ναν τη χωρίση από το στεφάνι της. Το μοναχογιό μου τον έκλεισε +χρόνο στη φυλακή γιατί δεν έστρεγε να πάρη την κόρη του, την +παστρογωνιά του... Μα δεν του πέρασε!.. Κι ο γιος μου παντρεύτηκε +σύμφωνα με τη θέση του, κ' η θυγατέρα μου χάρηκε το στεφάνι της κ' +εγώ απόλαψα τα καλά μου κι ο άντρας μου του στάθηκε παλούκι στο +μάτι. Δέκα χρόνια πόλεμο και πάντα του βγήκε νικημένος. Ήταν +έτοιμος να ρίξη τ' άρματα, έτοιμος να μολογήση την κακογνωμιά του +και να ζητήση συμπάθειο· έτοιμος ν' απλώση χέρι στο έλεός μου. Μα +τη γλύτωσε. Ήρθε στα χείλη του γκρεμού κι αντί να πέση μέσα ψήλωσε +στα μεσούρανα. Πλούτη, δόξα, τιμές σωριάστηκαν απάνου σ' αυτόν τον +κάβουρα! Κ' έχωσα εγώ το γκρεμό, εγώ κι ο άντρας μου, εγώ και τα +καλά μου, τα σπίτια μου, οι τίμιες μου χαρές και τ' απίκρατα +χρόνια μου. Όλα πήγαν με μι' ανεμοριπή. + +Μα γιατί να φύγη; πες τε μου γιατί να φύγη; Να φύγη από μένα και +να πάη στ' οχτρού μου το ρημαδιακό! Να σηκώση από μένα την +καλοτυχιά και ναν τη ρίξη σε κείνον τον ατσίγγανο, το βρωμιάρη, +τον ελεεινό! Πες τε μου μην ακούσατε, μην εμάθατε, μην είδατε το +γιατί; Ωχ, Θεούλη μου! Και να πάη εκεί, να συνέμπη στην αμάχη μας, +να δώκη συντρομή στον οχτρό μου! Τόσα σπίτια στο χωριό και διάλεξε +το σίχαμα! Γιατί; σε τι του φταίξαμε ; Ποιος το πίκρανε; ποιος τ' +ασκημομίλησε. Εγώ μια φορά τ' άκουσα, μιαν ώρα, μια στιγμή καλή +και βλογημένη κ' έπειτα τόχασα· μούδωκε την άξια του υπόσκεση και +χάθηκε σα φάντασμα. + +Έτσι ήταν μεσημέρι χειμωνιάτικο, κουφό μα καλόβουλο και καλόκαρδο +μεσημέρι εδώ και δέκα χρόνια. Έμπαινα για να θρονιαστώ στο +καινούριο σπίτι μας· το σπιτάκι μας τ' απλόχωρο με τις πόρτες τις +τορνευτές και τις μαρμαρένιες σκάλες του. Το σπιτάκι μου, τ' +αρχοντικό μου που σφαλάγγι τώρα το χαίρεται ο Τουρτούρης όπως κι +όλο το έχει μας. Έμπαινα κ' η καρδιά μου αναγάλλιαζε. Είχα τόσα +χρόνια που τ' ωνειριαζόμουν ένα τέτοιο σπίτι. Για φαντάσου! Από +τον καιρό που με πήρε νύφη μου το υποσκέθηκε ο μακαρίτης. — Θα +κάμω ένα σπίτι έτσι κι αλλοιώς. Κ' εγώ το περίμενα μέρα σε μέρα· +χρόνο με χρόνο. Το σπίτι το παλιό ήταν σαράβαλο. Τόχτισαν όπως — +όπως οι γέροι στον καιρό του Καποδίστρια· σκεπή ζήταγαν να βάλουν +το κεφάλι τους και τίποτ' άλλο. Μα χρόνο με το χρόνο το σπίτι +γέραζε και πλήθαινε η φαμελιά. Ήρθ' ένα παιδί, ήρθε άλλο· πού να +μας χωρέση! Το σπίτι αδυνάτιζε και τα πόδια των παιδιών δυνάμωναν, +δυνάμωναν στα καλά. Κάθε πήδημα του παιδιού και μια πληγή στο +πάτωμα. Τόνοιωθαν κ' εκείνα· άρχισαν κ' εκείνα να τ' αποζητούν το +καινούριο. Το είχαν βλέπεις στο αίμα τους. + +Ε τι γίνηκε σα ρίξαμε το θεμέλιο! Λίρα εγώ, λίρα ο μακαρίτης, +κολλωνάτα τα παιδιά. Σφάξαμε και τον κόκκορα, έναν κόκκορα τόσον +δα! στοιχειό μονάχο. Κι από τότε πού να βρούμε ησυχία. Μέρα νύχτα +το σπίτι μπροστά μας· όσο ψήλωνε, ψήλωνε κ' εμάς τόνειρό μας. Και +τώρα έμπαινα σα νάμπαινα στον Παράδεισο. Στάθηκα καταμεσίς στη +σάλα και τήραξα τις ώμορφες ζωγραφιές του τοίχου, τ' άστρα του +ταβανιού, ταγγελούδια στις αγκωνές. Τήραζα και θάμαζα τις αέρινες +κουρτίνες, τους μεγάλους καθρέφτες, τους καναπέδες και τ' ακριβά +τους γεμίσματα. Έλεγα πως είμουν μέσα σε ναό — ναό της φαμίλιας +μου. Και την άκουσα τότε τη φωνή του, μυστική και πρόσχαρη σα φωνή +της ευτυχίας. + + — Έλα, έλα που σε προσμένω τόσον καιρό! Όσο είμαι γω δω μέσα μη +φοβάσαι· θα ζήσετε πλούσια. + +Έτσι μου είπε η φωνή κ' έτρεξα να ιδώ το ριζικάρη. Γύρισα όλες τις +κάμαρες, κύτταξα πίσω από τις πόρτες, κάτω και ψηλά· μα δεν είδα +τίποτα. Το σπίτι ολάνοιχτο στον αέρα και το φως ψυχή δεν έδειχνε. +Τότε τάχασα· τρόμαξα στ' αληθινά· έβαλα τις φωνές κ' έπεσα στο +κρεββάτι. Μ' αν εχόλιασε γι' αυτό εγώ τι φταίω; Ήμουν άπραγη σε +τέτοια. Κι όχι εγώ μονάχα μα κι ο μακαρίτης που τάκουσε +ανατρόμαξε· κ' οι δικοί μας που τόμαθαν έκαμαν το σταυρό τους. +Κάψαμε λιβάνι, ανάψαμε κεριά, διαβάσαμε αγιασμό για να διώξουμε +όχι κείνο μα τους δαιμόνους που κολάζουν τις άδολες ψυχές. Όλοι +μας είμαστ' άπραγοι, άπραγοι!.. Ως που ήρθε η Ζωγάκενα, η +πολυκάτεχη γριά και μ' έβγαλε από την έγνοια. + + — Και δε χαίρεσαι Σάββανα ; και δεν καλοκαρδίζεις, Καλίτσα μου; +Ήταν του σπιτιού σας το στοιχειό που σε συχάρηκε νοικοκυρά. Και να +ιδής που θα κράτηση το λόγο του· να είσαι βέβαιη πως θα κράτηση το +λόγο του... + +Έτσι μου είπε· κ' εγώ της έδωκα ό,τι φορούσα για την καλή τη +φώτιση. Άφησα το κρεββάτι αμέσως κ' έτρεξα να τον ζητήσω, να του +γυρέψω συχώρεση για το φόβο μου. Δεν το ήθελα· ήμουν άμαθη στα +τέτοια... Α! πώς ήθελα ν' άκουγα πάλε τη φωνή του· τη γλυκειά, την +πρόσχαρη, την καλορρίζικη φωνή του. — «Έλα που σε προσμένω. ... Θα +ζήσετε πλούσια». Μα δε φάνηκε, δεν ακούστηκε πια! Δε φάνηκε το +είδωλο του, δεν ακούστηκε η φωνή του· δεν έλειψε όμως κι από κοντά +μας. Δέκα χρόνια στρωτά μας συντρόφιαζε και μας καλοτύχιζε. Στις +δουλειές του ο νοικοκύρης μου τόνοιωθε πάντα στο πλευρό του. Όλα, +όλα μας πήγαιναν καλά και προκομμένα. Τα χτήματα μας έδιναν καρπό· +τα ζωντανά μας άλλα ζωντανά· ο γιος μου πρόκοβε στα γράμματα κ' η +κόρη μου στα κεντίδια. Ο γάμος της σαν την πάντρεψα έγινε άκουσμα +στο χωριό κι ακόμη πέρα. Και το σπίτι μου, τ' αρχοντικό μου ψήλωνε +και θέριευε των φτωχών κυβέρνια, των φίλων παίνεμα και φτόνος των +οχτρών. Κ' εγώ δεν έπαυα ν' αποζητώ το ριζικάρη, τον καλό μας +άγγελο, του σπιτιού μας το στοιχειό. Τον ζήτησα στα κατώγεια και +στ' ανώγεια, μέρα και νύχτα τον έκραζα. Μα δεν καταδέχτηκε ναρθή +να μου μιλήση, νιο να ρίξη κρασί στο ποτήρι της χαράς μου. Μόνο +και μοναχά τη νύχτα κάποτε σαν αγρυπνούσα, άκουγα το ζεμπερέκι να +χτυπάη κρα... κρα .. σα να ήθελε ν' ανοίξη την πόρτα. + + — Καλώς τον!.. καλώς τον!.. του φώναζα εγώ από μέσα. + +Μα στη φωνή έπαυε αμέσως το ζεμπερέκι σα να ήταν κλέφτης κ' έφευγε +μην τον πιάσουμε. Έφευγε και πήγαινε στον κήπο κι άκουα την +αλυσίδα του πηγαδιού γρι — γρι!... γρι — γρι!... όλη νύχτα Και την +αυγή βρίσκαμε γιομάτες νερό τις σκάφες, έτοιμες για την πλύση. Και +κάθε τόσο που έπεφτε πολλή δουλειά, πήγαινε μόνος του και ξύπναε +τις δούλες για το ξενύχτι. + +Σ' όλα σ' όλα είχε την έγνοια μας, την κυβέρνια μας δέκα χρόνια +στρωτά. Κι άξαφνα χωρίς να του κάνουμε τίποτα, έρχεται στην ώρα +την πικρή, στο χειμωνιάτικο εκείνο μεσημέρι και μου λέει με την +ίδια του φωνή. + + — Φεύγω τώρα.... + +Κ' έφυγε στ' αληθινά πέταξε ήσυχα, ανάερα και πήγε να στολίση την +κούρνια του οχτρού μου! Έφυγε ήσυχα, γλυκά, χωρίς να ρίξη κάνε τ' +αστροπόβολο απάνου μου, να κάψη το κορμί πριν γνωρίση τα μαύρα τα +μελλάμενα. + +Δεν πέρασαν δυο μέρες και μούφεραν στο κάρρο τον άντρα μου. Κι ως +που να κλάψω κείνον έκλαψα τα ξανθά μας γεννήματα φωτιά πήρε και +τάκαψε! Ψόφος έπεσε στα ζωντανά μας. Ο γιος μου αρρώστησε απ' το +κακό και τον συγούρεψα στον χρόνο απάνου. Ένα με τ' άλλο +σωριάστηκαν τα κακά στο κεφάλι μου, όπως το χιόνι απάνου στο +βουνό. Πάει τ' αρχοντικό, πάνε οι χαρές, πάει το βιο μας! Κ' εγώ +απόμεινα εγώ κακογεράματη, απελπισμένη, αδύνατη, να κλαίω +κουκουβάγια του σπιτιού μου το γκρέμισμα. + +Μα γιατί μου είπε — Φεύγω τώρα, εκείνο ; Γιατί να θρονιαστή στου +οχτρού μου το σπίτι; Δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ να καταλάβω +ακόμα.....» + +1901. + + + +ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ + + + +Η Ασημίνα η Αντριώτισσα πριν να μπη δούλα στο σπίτι του Παναγιώτη +Μαχαλά, ηθέλησε να κάμη ορθά — κοφτά τις συμφωνίες της. + +«Θα κάνη όλες τις δουλιές, ναι· θ' ακούη τα λόγια της κυρίας της· +θα δέχεται τις παραξενιές του κυρίου· θα είνε καθαρή, λιγόλογη και +τίμια. Μα... θα βγαίνη στο παράθυρο συχνά, θα βγαίνη και στους +δρόμους συχνότερα... + +Συχνότερα στους δρόμους; η κυρία Μαχαλά ανησύχησε. Τι την ήθελε +λοιπόν; Δούλα θάμπαζε ή κυρά; Άναψε, φουρκίστηκε· έβρισε την +Αστυνομία, τους δουλομεσίτες, την εποχή μας. Θυμήθηκε τους παλιούς +καιρούς που τα δουλικά στόμα είχαν και μιλιά δεν είχαν· που +ευχαριστιώνταν σε ό,τι τους έδινες κ' έλεγαν σπολλάτη. Κ' είπε +αποδώ κι ομπρός θα προτιμήση να κάνη τις δουλειές μοναχή της· δεν +υποφέρεται!... + +Η γριά όμως που συντρόφευε την Ασημίνα, την καταπράυνε. Δεν άξιζε +δα να δίνη και μεγάλη προσοχή στα λόγια του κοριτσιού! Δεν ήταν +όσο ήθελε να δείξη κακή· ούτε περπάσα, ούτε περίεργη ήταν στ' +αληθινά. Μόνον φαντασία είχε. Και για τούτο της άρεσαν οι +συμφωνίες. Κάθε υποχρέωση την θεωρούσε μιαν αλυσίδα στο λαιμό της, +μια καδένα, όπως την έλεγε. Κ' ήθελε νάχη απ' αυτές όσο μπορούσε +λίγες και μετρημένες απάνου της. Αύριο, σου λέει, ξέρω τι γίνεται; +Περνάει το βασιλόπουλο, τη βλέπει και της λέει «πάμε!...» Τι θα +ειπής τότε του λόγου σου; + +Η κυρία Μαχαλά ξέσπασε από το θυμό στα γέλοια. + + — Μα τότε λοιπόν είνε παλαβή! είπε. + + — Όχι, κυρία· δεν είνε παλαβή· μη φοβάσαι. Έτσ' είνε ο νους της +φτιασμένος· στις δόξες πάει. Μα για δουλειά και για σπίτι είνε +μάννα! Και — πού είσαι — ούτε θα γυρέψη να βγη όξω. Πάρ' τηνε και +θα ιδής. + +Η κυρία Μαχαλά δεν πείστηκε τόσο στα λόγια της γριάς όσο στην +ανάγκη. Ήταν μικρομάννα, κρατούσε και σπίτι ανοιχτό. Δεν είν' +εύκολο να κάνη όσα λέει κανείς απάνου στο θυμό του. Την κράτησε +χωρίς όμως και να ησυχάση. Τι άνεμο! Ένα δουλικό που κάνει τέτοιες +συμφωνίες, θα ειπή πως είνε για τα πανηγύρια. Ποιος ξέρει τι +ξαδερφολόι και κακό θα μπαινοβγαίνη στο σπίτι της! Κ' επειδή η +κυρία Μαχαλά δεν τις ήθελε τέτοιες φασαρίες, σκέφτηκε να υπομονέψη +ως που νάβρη την καλήτερη. — Άμα την εύρω, δίνω τα παπούτσια στο +χέρι της σουρεκλεμές· συλλογίστηκε. + +Μα τι παράξενο! Πέρασαν δυο μήνες και ξέχασε την υπομονή της. Όχι +την ξέχασε· δεν τη χρειάστηκε καθόλου. Η Ασημίνα απ' όλες τις +συμφωνίες της δεν κύτταξε ως τώρα παρά εκείνες που εσύφερναν τ' +αφεντικά της. Τις δουλιές, την υπακουή, την πάστρα, τη λιγολογιά. +Τις δικές της δεν τις σκέφτηκε καθόλου. Ούτε στο παραθύρι βγήκε, +ούτε στους δρόμους. Μόνον την πρώτη Κυριακή ζήτησε να βγη για να +συνάξη κάτι πράματά της, λέει. Η κυρία Μαχαλά κούνησε το κεφάλι. +Πάει! δε θα την ξαναϊδή. Μα η Ασημίνα γύρισε το βράδυ και νωρίς — +νωρίς μάλιστα. Και από τότε δεν το πάτησε τα κατώφλι. Έλα Χριστέ +και Παναγιά! Ο κύριος και η κυρία έκαναν το σταυρό τους. Άρχισαν +ν' ανυπομονούν. Επί τέλους πότε θα βγη όξω! στο παράθυρο +τουλάχιστο πότε θα προβάλη ; Σχεδόν εθύμωναν. Τι έκανε λοιπόν +τόσες συμφωνίες; + + — Άκουσε, Ασημίνα. Αύριο δε θα σε χρειαστώ· της είπε τ' +απομεσήμερο η κυρία της. Εμείς θα λείψουμε όλη την ημέρα. Μπορείς +και συ, αν θες, να πας στις φίλες σου. + + — Α μπα, κυρία· δεν έχω να πάω πουθενά. δεν έχω φίλες· απάντησε +αμέσως εκείνη. + + — Σε καλό σου, κορίτσι μου! είπε με ψυχοπόνια η κυρία. Εσύ πριν +έρθης μας ζάλισες με το έξω σου. Και τώρα πώς έγινες έτσι; Μην +αρρώστησες; μη σου συμβαίνει τίποτε; + + — Όχι, κυρία. Μα βλέπεις από τότε άλλαξαν τα πράματα. Ποιόν να +ιδώ έξω; τίνος να μιλήσω ; Εδώ κάθουμαι και τα λέω με τον +αρρεβωνιαστικό μου. + + — Με τον αρρεβωνιαστικό σου! Πού τον ηύρες τον αρρεβωνιαστικό +εσύ; + + — Πώς πού τον ηύρα; Τάχα δεν τον ξέρεις του λόγου σου; Τον +ξέρεις. + + — Εγώ; + + — Ναι, του λόγου σου. Μ' αφού τον έχεις μέσ' στη σάλα! + +Στη σάλα! Η κυρία Μαχαλά πήγε να ξεφωνήση. Ποτέ δε φανταζότανε πως +η Ασημίνα θα τολμούσε να μπάση, τον αρρεβωνιαστικό στη σάλα της. +Στην κουζίνα, ναι· μα στη σάλα! Τέτοια αυθάδεια δεν την περίμενε. +Την κύτταξε κατάματα και σύνωρα ο νους της σκάλιζε να μαντέψη +ποιος ήταν αυτός ο αρρεβωνιαστικός, που τόσο ελεύθερα μπαινόβγαινε +σπίτι της. Τόσον καιρό δε θυμότανε κανένα να μιλεί με την Ασημίνα. +Ούτε σκαπανέα ούτε πολίτη. Έτρεξε στη σάλα με την απόφαση να +γκρεμοτσακίση τον ακάλεστο γαμπρό. Τρομάρα του όποιος κι αν ήτανε! +Άνοιξε την πόρτα διάπλατα, χύθηκε μέσα, στα δόντια κρατώντας τις +βρισές, μ' εκείνες που θα έλουζε πατόκορφα τον ξένο. Στάθηκε όμως +μάρμαρο στη μέση της σάλας. Κανείς δεν ήταν εκεί. Ούτε πίσω από +τις κουρτίνες, ούτε πίσω από τις πολυθρόνες, ούτε πίσω από το +πιάνο. Και άλλη πόρτα δεν είχε να ειπής άνοιξε κ' έφυγε. Τι έγεινε +λοιπόν; Ανελήφτηκε; Έβαλε τις φωνές: + + — Ασημίνα!. ... Ασημίνα!... Έλα δω, Ασημίνα!... Γρήγορα!... + +Η κόρη επρόβαλλε στο θυρόφυλλο τρομασμένη, κυττάζοντας με απορία +την κυρία της. Δε μπορούσε να καταλάβη την τόση της αγανάχτηση. Τι +την έμελλε τάχα κι αν είχε τον αρρεβωνιαστικό της; Τι την πείραζε +κι αν ήταν μέσα στη σάλα; Θα την έτρωγε τη σάλα της; Όχι βέβαια. +Θα την στόλιζε. Απ' όλους εκεί μέσα, κανείς δεν άξιζε σαν τον δικό +της. Άστραφτε από την ωμορφιά κι από τη ντυμασιά του. Πώς παίζει +το ρουμπίνι στο δάχτυλο του κυρίου; — Έτσι παίζουν τα μάτια στο +πανώριο πρόσωπο τ' αγαπημένου της. Πώς λάμπει ο χρυσός σταυρός στο +λαιμό της κυρίας; — Έτσι λάμπει το χαμόγελο τσα τζιτζιφένια χείλη +του καλού της. Βασιλικός στη γλάστρα είνε το κορμί του μέσα στη +στολή. Και η στολή του φαρφουρένιο ανθογιάλι μοιάζει μέσα στα +πλούσια σωθέματα της σάλας. Κύττα κορμί, κύττα στολή, κύττα +δόξα!... Λάμπει στο χρυσάφι και στ' ασήμι ο σπαθάτος της, ο +σπιρουνάτος της. Έλα.... έλα!... έλα!... + +Η Ασημίνα δεν κρατήθηκε περισσότερο. Ένας ένας οι συλλογισμοί +καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό της. Και το πρόσωπό της ήταν λαμπρό +σύγκαιρα και πονεμένο. Δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, δεν άκουε +τίποτα. Ο μαγνήτης ήταν εκεί και το δυστυχισμένο ψίχαλο, έτρεχε να +κολλήση απάνω του. Άπλωσε η δούλα τα χέρια σαν σε δέηση, έπειτα +χύθηκε όλη στο πιάνο, άρπαξε μια φωτογραφία, την κόλλησε βιαστικά +στα χείλη της και χάθηκε από την σάλα. + + — Δόξα μου! τιμή μου! κορώνα μου. + +Η κυρία Μαχαλά απολιθώθηκε. Ούτε μιλιά έβγαλε ούτε κουνήθηκε. +Σπασμός της ήρθε. Μύριοι συλλογισμοί χύθηκαν ανάκατα στο κεφάλι +της· κάτι της δάγκωσε την καρδιά. Η φωτογραφία ήταν του Πέτρου +Ντάλαρη, του ανθυπολοχαγού· νέου μορφωμένου, συμπαθητικού και +γλυκομίλητου. Εγνώριζε την οικογένεια Μαχαλά κάπου δυο χρόνια. +Έτυχε να συναντηθούν μια πρωτοχρονιά στο σπίτι της κ. Πουλημένου, +γνωρίστηκαν, σχετίστηκαν. Από τότε ο αξιωματικός έγινε του +σπιτιού· μπαινόβγαινε σα συγγενής. Αυτός και η κυρία Μαχαλά έγιναν +στενοί φίλοι. Τόσο στενοί που δεν άργησε το σούσουρο τριγύρω στ' +όνομά τους. Μάλιστα βρέθηκαν καναδυό στενές φίλες που την ρώτησαν +στα σοβαρά. Και η κυρία Μαχαλά ρώτησε τότε στα σοβαρά τον εαυτό +της: τον αγαπούσε τάχα τον αξιωματικό; Ήταν φιλία ή αίστημα μεταξύ +τους; Πέρασαν μήνες από τότε που την έβαλαν σε υποψία οι φίλες +της. Συχνά, όταν ήταν μόνη ή και με τον αξιωματικό, έφερνε το καλό +ρώτημα στο νου της. Μα ποτέ δε μπόρεσε να λάβη ρητή απάντηση. Ούτε +ναι, ούτε όχι. Και τώρα να, αυτήν τη στιγμή, δεν ήξερε τίποτε. +Μιαν αγανάχτηση μόνον, μιαν άγρια αγανάχτηση αιστάνθηκε να φεύγη +από την καρδιά και να κυριεύη όλο το είνε της. Ακούς εκεί μια +παλιομαμούρα! + +Κατάχλωμη κι αναμαλλιάρα έτρεξε στο μαγεριό, σαν αφρισμένο κύμα +πίσω από το δύστυχο το ναυαγό. Δεν ηύρε την Ασημίνα. Δίπλα ήταν η +καμαρούλα που κοιμότανε. Άνοιξε την πόρτα με μια κλωτσιά και στο +θέαμα πήγε να τρελλαθή. Η δούλα της πεσμένη προύμυτα, κρατούσε την +εικόνα στην αγκαλιά και τη φιλούσε, τη δάγκωνε, την έβρεχε με +δάκρυα, και ξεφωνούσε : + + — Άστρο μου, φως μου, ζωούλα μου! + +Ζήλια άναψε το αίμα της κυρίας Μαχαλά. Όχι φωτογραφία παρά τον +ίδιον τον αξιωματικό, είδε ριχμένον στο κρεββάτι. Το συμπαθητικό +κεφαλάκι του με το ξανθό μουστάκι και τα γαλανά χαδιάρικα μάτια +του, το βεργολυγερό κορμί του τόβλεπε ξαπλωμένο στα πρόστυχα +στρωσίδια, παραδομένο στην ερωτική λύσσα της δούλας της, σαν +ολόδροσο κρίνο στα δόντια ενός χοίρου. Έβλεπε... αλοίμονο και τι +δεν έβλεπε! Έβγαλε μια φωνή κι άρπαξε από τα χέρια της Ασημίνας +την εικόνα. Εκείνη τινάχτηκε ολόρθη μ' ένα φυσομάνημα σα λάμια. + + — Μη την σκίζετε, κυρία, να ζη ο αφέντης. + +Δεν είχε τέτοια σκέψη η κυρία Μαχαλά· μα η Ασημίνα της την έδωκε. +Πώς αλλοιώς θα την κάμη να πονέση περισσότερο, να πνιγή στα +δάκρυα, να μαραθή από τη λύπη; Εστρηφογύρισε την εικόνα στα χέρια +της με κάκια και χαρά, την κομμάτιασε κ' έρριξε τα κομμάτια απάνου +της. + + — Να, μωρή, φά' τα! είπε. + +Κ' έκλεισε την πόρτα πίσω της δυνατά Η Ασημίνα έκατσε στο κρεββάτι +κυττάζοντας τα κομμάτια με χαύνες ματιές. Ένα κραχ! αιστάνθηκε +μέσα της. Έγινε όλη κίτρινη, μαραμμένη σαν κομμένο λουλούδι. +Έλυωνε, έσβυνε το κορμί της λαμπάδα μπροστά στην αγάπη της. Ένα +κομμάτι από τη φωτογραφία ήταν στα πόδια της και το πάτησε με τη +μύτη του παπουτσιού της. Περίμενε να πονέση το χαρτί, να βγάλη +φωνή, να της ειπή «μη!». Όχι· τίποτα. Έν' άλλο κομμάτι είχε πέσει +στην ποδιά της. Το πήρε, το κύτταξε καλά — καλά. Είχε το κεφάλι +του αξιωματικού, τ' όμορφο, το αγαπημένο κεφαλάκι του, άσπλαχνα +κομμένο από το κορμί. Το πέταξε χάμου κ' εκείνο. Πάει, πέθανε, +ξεψύχησε ο καλός της! Σηκώθηκε με ορμή, ανακλαδίστηκε, τράβηξε τα +μάγουλά της. Έπειτα έσκυψε, μάζωξε τα ρουχαλάκια της ένα δέμα, τα +πήρε και τράβηξε να φύγη. Στη σκάλα ο αξιωματικός ανέβαινε δυο — +δυο τα σκαλιά, βιαστικός και χαρούμενος. + + — Πού πας, Ασημίνα; φεύγεις; τη ρώτησε. + +Εκείνη τρόμαξε· πίστεψε πως έβλεπε φάντασμα. Στριμώχτηκε όσο +μπόρεσε στον τοίχο για να μη την αγγίξη στο πέρασμά του. Όταν +έφτασε στην πόρτα αναστέναξε, σα να κύλισε πέτρα απ' το στήθος +της. Εγύρισε και είδε πίσω της στα σκοτεινά της σκάλας. Στο +κεφαλόσκαλο σαν προύτζινα αγάλματα φαίνονταν οι κορμοστασιές του +αξιωματικού και της κυρίας της. + + — Πάω πέρα, στις δόξες! τους φώναξε δυνατά. + +Και χάραξε με το χέρι της αόριστη γραμμή πέρα στο χρυσό +ηλιοβασίλεμα. +1903. + +*** + +ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ + +Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ......... σελ. 3 + +ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ........ « 93 + +ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ........... « 99 + +ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ « 219 + +ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ........... « 225 + +*** + +Έτοιμο για τύπωμα + +Ο ΑΡΜΑΤΩΛΟΣ + +Ιστορικό μυθιστόρημα του 1750 + + + +ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ + + + +Διηγήματα............ Φρ. 2.50 +Λυγερή............. » 2. +Ο Ζητιάνος........... » 2.50 +Λόγια της Πλώρης...... » 4. — +Παλιές Αγάπες......... » 3. — + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Archeologist, by Andreas Karkavitsas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ARCHEOLOGIST *** + +***** This file should be named 31631-0.txt or 31631-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/1/6/3/31631/ + +Produced by Sophia Canoni. Proofread by George Canonis + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/31631-0.zip b/31631-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..86178ec --- /dev/null +++ b/31631-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..a732272 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31631 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31631) |
