summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:56:08 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:56:08 -0700
commite13da1f2c0322d8bedfa501b1e554e04e3759ba8 (patch)
treec9e9eda35c71188b0a236b80b2a6b46a656161ed
initial commit of ebook 31631HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31631-0.txt6566
-rw-r--r--31631-0.zipbin0 -> 151187 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 6582 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31631-0.txt b/31631-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..f58da3a
--- /dev/null
+++ b/31631-0.txt
@@ -0,0 +1,6566 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Archeologist, by Andreas Karkavitsas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Archeologist
+
+Author: Andreas Karkavitsas
+
+Release Date: March 13, 2010 [EBook #31631]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ARCHEOLOGIST ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Proofread by George Canonis
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. A table with typing errors’ corrections has been
+incorporated in the text.The spelling of the book has not been
+changed otherwise.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Ο πίνακας παραρομάτων έχει χρησιμοποιηθεί για
+διορθώσεις στο κείμενο. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία
+του βιβλίου.
+
+
+
+Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+
+ Τρία πράγματα εχάλασαν
+ Την Ρωμανίαν όλην
+ Ο φθόνος, η φιλαργυριά
+ Και η κενή ελπίδα.
+
+ (Άλωσις).
+
+
+
+Α θ Η Ν Α ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΕΣΤΙΑ»
+
+1904
+
+
+Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+Α '
+
+
+ — Κόκκινη κλωνά κλωσμένη
+ Στην ανέμη τυλιμένη,
+ Δος της κλώτσο να γυρίση,
+ Παραμύθι ν' αρχινήση.
+ Καλησπέρα σας.
+
+Μιαν αυγή — την Τετράδη ας πούμε — πέθανε ο Αντρέας ο
+Ευμορφόπουλος· και πέθανε κάπως ευχαριστημένος. Λέω κάπως, γιατί
+σ' αυτόν και στη γενιά του δεν ήταν φυσικό να βλέπη με καλό μάτι
+το θάνατο. Α, όλα κι όλα! Γάμους θες, παιγνίδια, μαλώματα, δουλειά
+— μάλιστα. Θάνατο με θάνατο μην τον μολογάς. Μα πού ρωτάει ο
+Χάρος! Άρπαξε το γέρο από τα μαλλιά και τον γκρέμισε κάτω. Στο
+γκρέμισμά του ούτε ήλιος σκοτείνιασε, ούτε χάθηκε το φεγγάρι.
+Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβύσιμο τ'
+ακριβού της. Τ' ακριβού και του διαλεγμένου της. Τ' αστέρι π'
+άναψε κ' έφεξε την άγρια νύχτα, χάθηκε στην άγρια νύχτα και δε θα
+ξαναφανή. Ώρα του καλή και βλογημένη. Μικρός ήταν και μεγάλη αρχή
+έκαμε.
+
+ — Η αρχή έγινε, ας τελειώσουν οι γιοί μου, σκέφτηκε. Τους άφινε
+σε ηλικία και με καλή κληρονομιά. Όχι πως δεν ήταν άλλοι με
+περισσότερο βιος μέσα στο χωριό. Μα ήταν και πολλοί που λιμάζανε
+το ψωμάκι. Είχανε χρέη, είχαν και παιδιά. Κακές πληγές και τα δυο.
+Ενώ οι γιοι του ήταν κι από τα δυο ελεύθεροι.
+
+Αληθινά το σπίτι τους ήταν χαμηλό, μικρούτσικο. Δεν είχε παρά τρία
+δωμάτια και το μαγεριό. Μπορούσαν όμως, αν ήθελαν, να το ψηλώσουν
+και να το μεγαλώσουν με τον καιρό. Ο γέρος γεννήθηκε σε καλύβι και
+πέθανε σε σπιτάκι. Οι γιοι από σπιτάκι ας το κάμουν σπίταρο,
+παλάτι! Αν και ήξερε καλά πως δεν ήταν ακόμα καιρός για τέτοιες
+πολυτέλειες. Το σπιτάκι μπορούσε να τους θρέψη και να τους
+μεγαλώση μια χαρά. Τα παλάτια δε χτίζονται παρά για κείνους που
+έχουνε σκοπό την καλοπέραση και την ακαμωσιά. Χτίζουν ναό για να
+βάλουν μέσα τον εαυτό τους. Τα παιδιά του όμως δεν είχαν καιρό να
+κυττάξουνε τον εαυτό τους. Είχαν μια δύσκολη εντολή να τελειώσουν
+πρώτα. Αν την τελείωναν, ήταν ελεύθερα να σκεφτούν όπως ήθελαν. Αν
+όχι, έπρεπε να περιμείνουν ως που να την τελειώσουν οι γιοι τους,
+τ' αγγόνια, τα διγγόνια τους. Και όταν τα διγγόνια έφταναν στο
+σκοπό τους, θα χαιρόταν κ' εκείνων η ψυχή από ψηλά όπως κ' η δική
+του. Όταν οι απόγονοι ευτυχούν, οι πρόγονοι δοξάζονται.
+
+Η γενιά του Ευμορφόπουλου ήταν μεγάλη και παμπάλαιη. Στα πλούτη
+και στη δόξα μοναδική στον καιρό της. Χίλιοι την τραγουδούσαν,
+μύριοι τη θαύμαζαν. Μα και περισσότεροι τη φτονούσαν. Γιατί στον
+τόπο της ο ήλιος έβγαινε μεγαλόδωρος σαν κανίσκι βασιλικό. Η μέρα
+γέλαε κ' η νύχτα μάγευε. Θάλασσα γεμάτη άρμενα, κάμποι μεστοί
+γεννήματα· κοπάδια στις πλάγιες, κορφές δασοντυμένες. Θεοί
+γεννιόνταν στις ακροποταμιές και στα ρυάκια λούζονταν νεράιδες.
+Ένα ποτήρι ξέχειλο από νέκταρ ήταν ο τόπος κ' έπιναν οι άνθρωποι
+και γίνονταν θεοί· έπιναν οι θεοί και γίνονταν θεώτεροι.
+
+Αλήθεια λέω ή παραμύθι; Όπως θέλτε πάρτε το. Φτάνει να μάθετε πως
+τη θεόκορμη βελανιδιά κακό δρολάπι τη γκρέμισε. Και το δρολάπι δεν
+ήταν άλλος παρά η κολασμένη γενιά του Άλταη του Χαγάνου. Το
+πατρικό της ήταν ψηλά στο Χρυσοβούνι, σε τόπο λογγωμένο και
+μισόξενο. Το άφησε με τον καιρό και ήρθε να φιλονεικήση με τους
+Ευμορφόπουλους για τα πρωτεία. Ήταν αμόρφωτη, άγρια και κακή
+γενιά· μα σε τούτο κρεμότανε η δύναμή της. Οι αφεντάδες τον
+κατάλαβαν τον κίντυνο· αντιστάθηκαν όσο μπόρεσαν και δε μπόρεσαν.
+Πάλαιψαν, ματώθηκαν, στο τέλος όμως νικήθηκαν. Χάθηκε ο πρώτος και
+καλήτερός τους σε μια συμπλοκή. Οι άλλοι σκόρπισαν εδώ κ' εκεί σε
+άλλα μακρινά χωριά. Μακρυά και ξέμακρα να μην ακούνε τ' όνομά τους
+τσαλαπατημένο, να μη βλέπουν τ' αγαθά τους σε ξένα χέρια. Κ' έτσι,
+αφού παράδειραν πέρα δώθε, χώνεψαν ένας με τον άλλον στους λαούς
+των χωριών και τα χώματα των κάμπων, ταπεινοί και αμνημόνευτοι.
+
+Ένας απόμεινε στα πατρικά του χώματα· ο προπάππος του Αντρέα. Μέσα
+στη συφοριασμένη του ψυχή φύτρωσε η ελπίδα, όπως στην καψάλα το
+αγριοβότανο. «Πάλε με τον καιρό στη γενιά μας θα έρθουν» είπε.
+Δίπλα στο μαρμαρένιο παλάτι των γονιών του, ήταν ένα καλύβι
+ανήλιαγο και καπνισμένο. Καν για τους υπερέτες καν για τους
+χοίρους ήταν. Εκεί έκατσε ο Γιάννης ο Ευμορφόπουλος με το μεγάλο
+του στοχασμό. Έγινε κολλήγας και με τους άλλους συντοπίτες του
+έσπερνε και θέριζε τα χωράφια τα δικά του, φέρνοντας στο καλύβι
+ό,τι άφινε η ασπλαχνιά του αφέντη του. Έτσι έζησε αυτός, έτσι ο
+γιος του, τ' αγγόνι, το διγγόνι του. Πέρασαν χρόνια και χρόνια,
+γενεές και γενεές. Η κακοτυχιά όμως δεν άφινε τους Ευμορφόπουλους.
+Μια γενεά έδιωχνε την άλλη· μα δε μπορούσε να διώξη και τη σκλαβιά
+από πάνω της. Κάθε γενεά του Ευμορφόπουλου έφερνε στη γενεά του
+Χαγάνου οξωμάχους για τη γη, δούλους για τα ζωντανά, κορίτσα και
+αγόρια για τις αισχρές επιθυμίες της. Λίγο λίγο έσβυσε και τ'
+όνομά τους ακόμα μέσα στο χωριό. Έλεγαν «στου Ευμορφόπουλου το
+πηγάδι»· «του Ευμορφόπουλου το πήδημα»· το «λιθάρι του
+Ευμορφόπουλου». Ονόμαζαν έτσι κατιτί σημαντικό των παλιών
+αφεντάδων. Κατιτί από κείνα τα δυνατά και χτυπητά έργα που δε
+φοβούνται τον καιρό και τους ανθρώπους. Μα τα υποστατικά και τα
+ζώα, πήρανε με τον καιρό τ' όνομα του νέου αφέντη. Και το επίθετό
+τους ακόμα έπαθε στον ξεπεσμό. Έγιναν Μορφόπουλοι. Εκείνοι έσκυβαν
+το κεφάλι, δέχονταν τον κατατρεγμό σα θεϊκή κατάρα. Τι να κάμουν;
+Αν καμιά φορά βρέθηκε κανένας πιο αράθυμος και θέλησε να μιλήση
+για την παλιά του κατάσταση, πήγε συφάμελος στο φάλαγγα και στην
+κρεμάλα. Σουτ! και σ' έφαγα. ...
+
+Μ' έφαγες σ' έφαγα έτσι πάει ο κόσμος. Μα κι απ' το πολύ φαγί
+αρρωσταίνει κανείς όπως κι από τη νηστεία. Η γενιά του Χαγάνου
+χάλασε με την καλοπέραση. Από τους δυνατούς πατεράδες βγήκανε κακά
+κι ανάποδα παιδιά. Ρίχτηκαν στο χαροκόπι, σπατάλησαν το βιος,
+χρεώθηκαν, χαντακώθηκαν. Έφτασαν τα έχη τους στο σφυρί. Και στο
+αναμεταξύ οι Μορφόπουλοι καλητέρευαν. Η δυνατή και καλόχυμη ρίζα
+άρχισε πάλε να παίρνη απάνω της. Η σκλαβιά τους ατσάλωνε. Ήταν
+περήφανοι στη φτώχεια τους· σημαντικοί ακόμα και στην ταπείνωσή
+τους. Όταν το λοιπόν άρχισε το ανεμοσκόρπισμα, πρώτος ο Αντρέας ο
+Μορφόπουλος βρέθηκε σε θέση να πάρη ένα μοιράδι. Πήρε ίσα — ίσα
+εκείνο που είχε τα χτίρια των προγόνων του. Τώρα ήταν σωροί
+λιθάρια· μα δεν τον πείραξε. Τα σύναξε με σεβασμό κ' έχτισε όπως —
+όπως το σπιτάκι του. Τόχτισε όχι για να καλοκαθίση παρά για να
+σκεπαστή προσωρινά. Στρατόπεδο έκαμε, όχι κατοικία. Η πρώτη
+πιτυχιά έκαμε ν' απλωθή τ' όνειρό του πλατύ σαν θάλασσα. Ήταν
+περήφανος και αψής και ακράτητος. Είχε την πεποίθηση πως από
+κείνον άρχιζε νέα ζωή στη γενιά του. Ζωή γεμάτη από τιμές και
+δόξες. Πολλές φορές σαν καθότανε στο παραθύρι κι αντίκρυζε την
+πατρική κληρονομιά, έπεφτε σε δράματα. Φανταζότανε όλη εκείνη τη
+γη αποδοσμένη πάλε στο αίμα του. Τα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα
+βουνά και τα ποτάμια όλα ελεύθερα. Κ' έναν Ευμορφόπουλο, θες τον
+ίδιο — αχ μακάρι! — θες το γιο του, ας είναι και τ' αγγόνι του
+αφέντη απάνω σ' εκείνα. Αφέντη τρανόν και δοξασμένον, όπως οι
+πάπποι του. Αλήθεια, τ' είνε μια ζωή για τέτοιο κατόρθωμα! Χίλιες
+να είχε και τις χίλιες τις έδινε.
+
+Με αυτόν τον πόθο έκλεισε τα μάτια ο Αντρέας ο Ευμορφόπουλος. Ο
+πρωτότοκος του, ο Αριστόδημος, έδειξε από μιας αρχής πως έμοιαζε
+του πατέρα του στα όνειρα. Ούτε θέληση ούτε ενθουσιασμός του
+έλειπε για να συνεχίση το έργο εκεινού. Είχε βέβαια κρίση και
+μόρφωση αρκετή για να το βλέπη δύσκολο· μα η ψυχή του δεν ήθελε
+να το παραδεχτή και αδύνατο. Ο δεύτερος, ο Δημητράκης, ήταν ακόμη
+άγουρος και δεν τον ελογάριαζε κανείς· φαινότανε αψής και
+ανυπάκουος. Ο περιορισμός δεν τ' άρεσε και φυσικά δεν τ' άρεσε κ'
+η μελέτη. Ο νους του ήταν μερόνυχτα πεσμένος στα τρεχάματα, στα
+παιγνίδια και στα ξεφαντώματα. Πανηγύρι ατέλειωτο η ζωή του. Για
+τούτο κ' οι χωριάτες έλεγαν ξάστερα πως δεν ήταν προκοπή από
+δαύτον. Η κυρά Πανώρια η μάννα του έπεφτε σε απελπισία.
+
+ — Βρε παιδί μου, του έλεγε συχνά· δεν πιάνεις και συ να διαβάσης
+λιγάκι· τι προκοπή θα κάμης με τα παιγνίδια σου;...
+
+ — Ας το, μάννα, το διάβασμα να χαθή! της απαντούσε
+βαριεστισμένος. Βιβλία είνε τούτα ή ψυχοβγάλτες! Γράμματα —
+σκοντάμματα· δεν τόχεις ακουστά;
+
+
+Εκείνη στεκότανε συλλογισμένη και δίβουλη. Δεν ήξερε από τέτοια.
+Στο πατρικό της μόνον την κυβέρνια του σπιτιού έμαθε. Να τιμάη τον
+άντρα, ν' ανασταίνη τα παιδιά, να φέγγη λαμπάδα στο νοικοκυριό
+της. Γράμματα ούτε γρυ. Είχε όμως ακουστά πως εκείνα φτιάνουνε τον
+άνθρωπο. Μάλιστα για τα σερνικά είναι απαραίτητα. Άνθρωπος
+αγράμματος ξύλον απελέκητο. Την έμαθε και την πίστευε σα
+θρησκευτική εντολή τη δασκαλική παροιμία. Μα και στα λόγια του
+Δημητράκη της δεν ημπορούσε να μένη αδιάφορη. Μέσα στους
+Ευμορφόπουλους από γενεές γενεών εβασίλευε κάποια αμφιβολία για
+την ωφέλεια που φέρνουν τα γράμματα στον άνθρωπο. Οι δάσκαλοι
+έλεγαν την παροιμία τους και την υποστήριζαν με φανατισμό, όπως οι
+μοναχοί τα θάματα που κάνει το κόνισμά τους. Ο πολύς λαός όμως
+τους σεβότανε για τη σοφία τους μα δύσκολα επίστευε στα
+επιχειρήματά τους. Στο λόγιό τους απαντούσε με άλλο λόγιο γεμάτο
+ειρωνεία, όπως τώρα ο Δημητράκης. Για τούτο η μάννα του έμενε
+πάντα δίβουλη. Κατιτί βαθύτερο από το μητρικό αίστημα την έκανε να
+τον δικαιώνη. Δεν τολμούσε όμως να συμφωνήση μαζί του. Τρόμος την
+έπιανε και να το συλλογιστή.
+
+ — Δεν ξέρω, παιδί μου, έλεγε· μα ο αδερφός σου δεν έχει την ίδια
+γνώμη. Ο αδερφός σου θέλει να κυττάς τα μαθήματά σου. Και καλά
+λέει. Πώς θα ζήσης χωρίς γράμματα;
+
+ — Θα ζήσω με τη ζωή που μου χάρισ' ο Θεός, μάννα. Άκου που στο
+λέω! Όχι ο αδερφός μου με τις μελέτες του. Εγώ, να, εγώ με τα
+μπράτσα μου θα διώξω από τον τόπο μας το Χαγάνο. Εγώ, να το ξέρης.
+
+Η κυρά Πανώρια τον άρπαζε στην αγκαλιά της και τον καταφιλούσε.
+Αυτό ήθελε κ' εκείνη· Δεν την έμελλε για τα μέσα. Αν με την ψυχή
+των βιβλίων ή με τη δική τους ψυχή θα έδιωχναν τον καταχτητή.
+Φτάνει να τον διώξουνε. Το είχε κ' εκείνη μεγάλο μαράζι. Τόσα
+χρόνια μέσα στην οικογένεια ρούφηξε στο αίμα της όλους τους πόθους
+και τα όνειρά της. Εστέναξε και δάκρυσε με τον άντρα της στα
+χρόνια της σκλαβιάς. Μαζί του αγωνίστηκε το μεγάλο αγώνα του
+λυτρωμού, και μαζί του απόλαψε τη χαρά και τη δόξα που φέρνει
+πάντα η νίκη. Φυσικά όμως δεν έμενε κ' ευχαριστημένη από το
+αποτέλεσμα. Θες από τον άντρα, θες από τα παιδιά της επερίμενε τον
+τελειωτικό θρίαμβο. Και τον περίμενε ανυπόμονα. Πάντα όμως δεν
+έδινε τόση βάση στα λόγια του μικρού. Η παιδιάτικη υπόσχεσή του
+την συγκινούσε, αλλά δεν την έπειθε. Περισσότερη πεποίθηση είχε
+στο μεγάλο. Εκείνος ήταν αληθινά σοφός· και η σοφία στην απλή ψυχή
+της εφάνταζε για δύναμη φοβερή και ανίκητη.
+
+Την ίδια γνώμη είχε κι ο μακαρίτης ο άντρας της. Κ' εκείνος
+γράμματα πολλά δεν έμαθε. Τη δόξα των προγόνων του ακουστά μόνον
+τη γνώριζε. Έτρεφε όμως μέσα του παραδομένη από γενεά σε γενεά την
+ψυχή τους. Ή για να μιλήσω ξάστερα, η δική του ψυχή κατάντησε λάου
+— λάου να μοιάση με την ψυχή εκεινών. Όχι αποκλειστικά εκεινών·
+έμοιασε του καθενός που νοιώθει μέσα του μια υπεράνθρωπη δύναμη
+και θέλει να την φανερώση με θυσία του εαυτού του. Κ' έτσι
+κατώρθωσε να ελευθερώση εκείνη τη γωνιά. Βρέθηκαν όμως πολλοί που
+είπαν πως το κατόρθωμα δεν ήταν δικό του. Όχι για πληρωμή του
+κόπου του αλλά για χάρη των προγόνων του απόχτησε ό,τι απόχτησε.
+Το είπαν και ξένοι κι απ' τους δικούς του πολλοί. Εκείνος το
+πίστεψε και δεν το πίστεψε. Ήξερε καλά τον εαυτό του. Είχε αρκετή
+αντίληψη για να εχτιμήση τους αγώνες του και να μην πιστέψη πως
+όλα τα χρώσταγε στην ελεημοσύνη. Μα δεν εφιλονείκησε. Το σκοπό του
+ήθελε να κάμη κι ας έλεγαν οι άλλοι ό,τι ήθελαν. Για να τους
+ευχαριστήση μάλιστα εκόλλησε το Ευ στο επίθετό του. Και για να
+τους θαμπώση περισσότερο έδωκε στον πρωτότοκό του έν' από τα
+ονόματα που συνείθιζαν οι πρόγονοί του! Αφού το ρούχο κάνει τον
+άνθρωπο, ορίστε και το ρούχο· σκέφτηκε. Πήρε και μια κάσσα γεμάτη
+με βιβλία και την άδειασε απάνω του. Ήταν τα βιβλία που έτρεφαν
+συχνά το νου και το αίστημα των παλαιών Ευμορφόπουλων. Στον καιρό
+του κατατρεγμού τα πήραν μαζί τους οι κατατρεγμένοι και πήγαιναν
+από πατέρα σε παιδί, παρηγοριά κ' ελπίδα τους. Το βρέφος καθώς
+τάνοιωσε απάνω του έβαλε τα κλάυματα. Ο γέρος το λυπήθηκε.
+
+ — Μην κάνης έτσι, παιδί μου· του είπε μισοκλαίοντας κι ο ίδιος.
+Είνε βαρειά, το ξέρω, μα είνε ανάγκη να τα βαστάξης. Τούτα είνε η
+αληθινή κληρονομιά των προγόνων μας. Εδώ μέσα κρύβεται η
+μεγαλοδύναμη ψυχή τους. Μη λυπηθής ούτε κόπους, ούτε βάσανα για να
+τη γνωρίσης. Φρόντισε να μπολιάσης μ’ εκείνη το αίμα σου. Έτσι,
+ακούς, θα φτάσης γρηγορώτερα στο σκοπό μας.
+
+Ο Αριστόδημος τάδεσε στο μαντήλι τα λόγια του πατέρα του. Μόλις
+μεγάλωσε, ρίχτηκε με τα μούτρα στα βιβλία. Μερόνυχτα κλεισμένος
+στο δωμάτιό του ξεφύλλιζε τα προγονικά κειμήλια και άναβε σαν το
+σίδερο στη φωτιά. Οι άνθρωποι που μνημονεύονταν εκεί μέσα, οι
+άθλοι που τραγουδιόνταν, του θάμπωσαν λίγο — λίγο το νου. Τον
+έκαμαν να ξεχάση τα νωπά κατορθώματα του πατέρα του και τον ίδιον
+τον πατέρα του. Μόλις που τολμούσε να μολογήση πως ήτανε γιος του.
+Τους Μορφόπουλους που ζήσανε στη σκλαβιά κ' εκείνους που πάλαιψαν
+χίλια τόσα χρόνια για να ξεφύγουν των βαρβάρων την καταδρομή, τους
+αρνήθηκε για πάντα. Δεν ήθελε να ξέρη παρά τους πρώτους — πρώτους
+προγόνους του. Επίστεψε στ' αληθινά πως το χιλιόκαλο κάμωμα του
+πατέρα του το χρώσταγε σ' εκείνους. Σ' εκείνους που έγραψαν τα
+βιβλία και μιλούσαν τη γλώσσα τους. Γλώσσα δυνατή, αρμονική,
+γεμάτη νόημα και πάθος. Η παράδοση έλεγε πως αν ήταν μεγάλοι
+εκείνοι ήταν από τη γλώσσα τους. Σκέφτηκε λοιπόν, αφού επήρε τ'
+όνομα, να πάρη κ' εκείνη. Να την πάρη όχι μόνον αυτός αλλά κι ο
+αδερφός του κ' οι κολλήγοι του ακόμα. Άμα το κατώρθωνε αυτό,
+πίστευε τη δουλειά του τελειωμένη. Και άμ' έπος, άμ' έργον, άρχισε
+στα σοβαρά το σκοπό του. Έπαιρνε από τα βιβλία λέξες και φράσες
+βροντηχτές και τις έγραφε σε τετράδια. Τις έλεγε δυνατά για να τις
+μάθη απόξω. Ήθελε με κάθε τρόπο να τις χώση στη ζωή του. Μα
+φαίνεται πως δεν ήταν καμωμένος για τέτοιο κατόρθωμα. Όταν ήθελε
+να μιλήση βιαστικά, να προστάξη κατιτί, να μαλώση κανένα ή να
+γλυκομιλήση σε καμιά, οι λέξες του καιρού του πηδούσανε στα χείλη
+του, ξάστερες και ζωντανές σαν την ανάβρα. Έτσι κ' εκείνη πετιέται
+μέσ' απ' το τσιμεντολίθαρο που ρίχνει να την θάψη ο αναίσθητος
+χτίστης. Ο Αριστόδημος επείσμωνε περισσότερο. Εσώριαζε απάνω στη
+μνήμη του βαρειά και κοφτερά τ' αγκωνάρια της αρχαίας· ως που
+εκείνη πληγωμένη και άρρωστη έπεφτε κάτω σαν το βαρυφορτωμένο ζω.
+Τότε πιο άρρωστος εκείνος από τη μνήμη του ξαπλωνότανε στον καναπέ
+με το κεφάλι στα χέρια, ένας σωρός από κρέας και κόκκαλα.
+
+Στην ίδια κατάσταση βρίσκεται και σήμερα. Μα τώρα δεν είνε μόνος.
+Μαζί του κάθουνται τριγύρω στο τραπέζι και τρεις άλλοι κύριοι.
+Τρεις σοφοί με ματογυάλια και μολυβοκόντυλα στο χέρι. Είναι ο
+Γρηγόρης Αλαμανός ένας, ο Ηρακλής Γκενεβέζος και ο Θουκυδίδης
+Περαχώρας. Και οι τρεις τους είνε ξενομερίτες. Μα οι δυο
+τελευταίοι, από το θαυμασμό που έχουν στους προγόνους του
+Ευμορφόπουλου, άλλαξαν τα ονόματά τους με χτυπητά ονόματα εκεινών.
+Είχαν δουλειά τους να μελετούν τα βιβλία και τα χερόγραφα κάθε
+καιρού και τόπου. Ήταν στον τόπο τους καθηγητές κ' ήρθαν εδώ για
+να πλουτίσουν τις γνώσες τους. Ήθελαν να ποτισθούν από της σοφίας
+την πηγή, όπως έλεγαν. Τέτοιοι έρχονταν συχνά στο σπίτι του νέου
+Ευμορφόπουλου και η ζωή του ως σήμερα πέρασε μαζί τους. Ζωή άχαρη
+αληθινά μα σημαντική κι αλησμόνητη σ' εκείνον και στη γενιά του.
+
+Οι τρεις καθηγητές, σκυμμένοι τώρα στα χερόγραφά τους, διαβάζουν
+αχόρταγα σα να ρουφούν τ' αθάνατο νερό. Με το μολυβάκι τους
+σημειώνουν στο χαρτί καθετί που τους φαίνεται αξιοθύμητο. Πίσω
+τους στέκουν οι βιβλιοθήκες ορθές, σαν κατάδικοι πιστάγκωνα
+δεμένοι στους τοίχους. Απάνω στη μεσανή κάθεται σα Σφίγγα η γάτα
+του σπιτιού, βυθισμένη στο άγνωστο όνειρό της. Τα βιβλία και τα
+χερόγραφα στριμωμένα στα ράφια μοιάζουν με γριές γλωσσοκοπάνες.
+Και τι δε λεν με την άλαλη γλώσσα τους! Πολέμους περιγράφουν,
+άθλους μολογούν, θεούς γκρεμίζουν, ηθικές αναστηλώνουν. Ο Ρυθμός
+βροντά και παιγνιδίζει σαν αντάρτης κεραυνός· η Αρμονία ξεχύνεται
+αφρόδροση σαν άμπουλας· ο Πόνος ουρλιάζει κι ο Πόθος φαρομανά. Το
+ανθρώπινο πνεύμα απλώνεται σα θάλασσα μυριολαλούσα, ανήσυχη κι
+ανυπόταχτη. Ό,τι θέλει τολμά κι ό,τι τολμά το υποτάσσει. Δεν είνε
+σιδερόπορτα να μην την ανοίξη, δεν είνε πυργογύρισμα να μην το
+πηδήση· δεν είνε φως στον ουρανό να μην τ' αδράξη, δεν είνε
+σκοτάδι στη γη να μην το ξεδιαλύνη. Ξομπλιάζει τα περασμένα,
+ανασκευάζει τα τωρινά, δρόμους ανοίγει για τα μέλλοντα. Μα είνε τα
+ξόμπλια του γερά, είνε οι δρόμοι του αλάθευτοι; Οι άνθρωποι που
+πέρασαν κ' οι άνθρωποι που θαρθούν είνε τάχα βέβαιο πως έτσι
+σκέφτηκαν, έδρασαν, έζησαν, κ' έτσι θα ζήσουν, θα δράσουν, θα
+σκεφτούν; Ποιος το ξέρει; Το ζηλευτό δεντρί που φύτρωσε αυτόβουλο
+στην παρθένα γη κι ωμόρφηνε τον κόσμο με τη δροσιά και τη χάρη
+του, θα ξαναφυτρώση με τη φροντίδα του κηπουρού; Οι σοφοί το
+πιστεύουν και για τούτο δουλεύουν ακούραστα. Μοιάζουνε σκαφτιάδες
+που θέλουν να δείξουν το δρόμο του στον Ασπροπόταμο. Αν το
+καταφέρουν, χαλάλι τους οι κόποι και τα βάσανα.
+
+ — Α, να! είπε ξαφνικά με χαρούμενη φωνή ο Περαχώρας· ακούστε κι
+αν μπορήτε μη θαυμάζετε.
+
+ — Τ' είνε; τον ρώτησε ο Αλαμανός.
+
+ — Διαβάστε, παρακαλώ, διαβάστε! του είπε κι ο Γκενεβέζος
+ανυπόμονα.
+
+Σηκώθηκαν μονόγνωμοι και πήγαν κοντά στον καθηγητή να ιδούνε στο
+χερόγραφο. Ο Αριστόδημος δεν κινήθηκε από τη θέση του. Είχε μιαν
+ευαισθησία παράξενη. Όταν άκουε τους σοφούς να θαυμάζουνε τα
+βιβλία των προγόνων του, γινότανε σαν ζύμη. Κάθε λόγος τους, λες
+και ήτανε μορφίνη, του σκότιζε το λογικό, του σκλάβωνε τη θέληση.
+Ήθελε κ' εκείνος να παρακαλέση, ήταν ανυπόμονος ν' ακούση το νέο
+θησαυρό που ανακάλυψε ο καθηγητής. Μα δεν είχε δύναμη να βγάλη
+άχνα. Μόνον η κιτρινάδα που έβαφε το πρόσωπό του και το χάλπωμα
+των ματιών του φανέρωναν τη μεγάλη του συγκίνηση.
+
+ — Ακούστε, είπε ο Περαχώρας, διαβάζοντας δυνατά και ρυθμικά :
+Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν
+έστιν η Πατρίς· και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα
+και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι. ..
+
+ — Ωραία! εξαίσια! εφώναξαν ένας με τον άλλον οι σοφοί.
+
+ — Αυτά, φίλε μου, δεν είνε λόγια ανθρώπινα· είνε θεία! είπε ο
+Περαχώρας κυττάζοντας κατάματα τον Αριστόδημο! Είσαι ευτυχής που
+συγγενεύεις με αυτούς τους θεούς. Έχεις κληρονομιά σου τον
+πνευματικό κόσμο. Δε σε φτάνει; Α, έχεις άδικο! μεγάλο άδικο, σε
+βεβαιώνω. Εδώ είναι η αθανασία. Τ' άλλα μωρία και πρόληψη!
+
+Οι καθηγητές άρχισαν να συζητούν τα γλωσσικά χαρίσματα του ρητού.
+Εζητούσαν το υποκείμενο, το αντικείμενο, το ρήμα. Έλεγαν για τη
+σύνταξη του, ωνόμαζαν το γραμματικό σχήμα του. Σε πολλά ήταν
+σύμφωνοι· μα στα περισσότερα όχι. Και συζητούσαν ξαναμμένοι,
+χερονομούσαν με πείσμα, βρίζουνταν άπρεπα, σα ν' άρπαξε τα χρήματα
+ένας τ' αλλουνού. Τα φερσίματά τους δεν ήταν σύμφωνα με τη θέση
+και την επιστήμη τους. Εκείνοι όμως αδιαφορούσαν. Καθένας έλεγε τη
+γνώμη του θεμελιωμένη στης αλήθειας τ’ ασάλευτα θεμέλια· και
+πάσχιζε να τη φορτώση στον άλλον με όλα τα μέσα του λόγου. Τ'
+αδύνατα κορμιά τους μέστωναν και ψήλωναν, λες και νέο αίμα επότιζε
+τις φλέβες τους. Τα μάτια τους σπιθοβολούσαν και τα πρόσωπά τους
+άνθιζαν από το χρώμα της υγείας και της νιότης. Το χερόγραφο
+πετούσε από τον ένα στον άλλον, έπεφτε κάτω από τα ματογυάλια του,
+σαν πτώμα στη μελέτη του ανατόμου. Και όλοι έκαναν τις υποθέσεις
+τους, έλεγαν τα επιχειρήματά τους, κυττάζοντας πάντα τον
+Αριστόδημο, σα να ήθελαν μόνον εκείνον να πείσουν και να
+δασκαλέψουν. Εκείνος όμως άβουλος κι ανίδεος παρακολουθούσε τα
+κινήματά τους, άκουε τα λόγια τους μ' ένα και μοναχά αίστημα στην
+ψυχή. Το θαυμασμό στους προγόνους του. Τ' ήταν λοιπόν εκείνοι που
+δεν έπαυε να τους δοξάζη ο κόσμος! Χιλιάδες χρόνια επέρασαν, τόσες
+χιλιάδες χρόνια που ήταν αρκετά για να θαμπωθή και το μεγαλήτερο
+αστέρι τ' ουρανού. Και όμως τ' όνομά τους μένει ακόμα φωτεινό και
+ζείδωρο σαν τον ήλιο. Όσο περνούν οι αιώνες τόσο φαίνεται
+λαμπρότερο. Πώς λοιπόν θα κάμη να γίνη κι αυτός μεγάλος, να τους
+μοιάση στο νου και στα έργα; Ο πνευματικός κόσμος είνε δικός του.
+Ε, καλά μα δε φτάνει. Πρέπει να γίνη δικός του κι ο υλικός. Πώς θα
+γίνη αυτό το θαύμα; Πήρε τ' όνομά τους, κληρονόμησε την ψυχή τους,
+έμαθε τη γλώσσα τους. Κ' έπειτα ;
+
+ — Δεν ξέρω· εψιθύρισε με παραπονεμένη ειλικρίνεια· θαρρώ πως
+χάνω άδικα τους κόπους μου.
+
+Ήταν έξυπνος άνθρωπος ο Αριστόδημος. Τύχαινε καμιά φορά να σηκώνη
+το παραπέτασμα και να βλέπη με αθόλωτο μάτι τον κόσμο. Και τον
+έβλεπε όλως διόλου αντίθετον απ' ό,τι τον είχαν ζωγραφίση η
+πρόληψη κ' η παράδοση της γενιάς του. Ο εαυτός του δεν ήταν εκεί
+μέσα παρά ένα σκύβαλο· ένα χάτσαλο τόσο δα, που το παίρνουν οι
+ανέμοι στο διάβα τους, χωρίς να λογαριάζουν πούθε κρατά η σκούφια
+του. Οι στιγμές όμως εκείνες ήταν πολύ σπάνιες. Ένας λόγος έφτανε
+ν' ακουστή κάπου για τους προγόνους του και αμέσως πέταε στον
+Όλυμπο κ' έτρωγε με τους θεούς αμβροσία.
+
+Οι σοφοί καθώς άκουσαν το δισταγμό του παραξενέφτηκαν. Έπαψαν τη
+φιλονεικία τους και τον κύτταξαν με ψυχοπόνια.
+
+ — Δεν το ξέρετε; τον ρώτησε ο Περαχώρας, μαντεύοντας την αγωνία
+του· πώς δεν το ξέρετε ;
+
+ — Θάρρος, φίλε μου, θάρρος! του φώναξε ο Γκενεβέζος. Είνε για σας
+ζήτημα ζωής. Για σας και για τους απογόνους σας.
+
+ — Συλλογισθήτε, είπε αργά και σοβαρά ο Περαχώρας, πως είνε ο
+μοναδικός κρίκος που σας δένει με τους προγόνους σας. Δίχως τη
+γλώσσα δεν είστε τίποτα· είστε ένα άτομο όπως και κάθε άλλο.
+
+ — Μα αφού έχω τ' όνομά τους! είπε ο Αριστόδημος με θλίψη. Αφού ζω
+στο χώμα τους!
+
+ — Ζήτε στο χώμα τους; έχετε τ' όνομά τους; τον ρώτησε ο Περαχώρας
+με χαμόγελο. Και πόσοι δεν πέρασαν απ' αυτό το χώμα; Να ο Χαγάνος·
+ζη αιώνες εδώ πέρα· είνε λοιπόν κ' εκείνος Ευμορφόπουλος; Α, να
+ήμουν στη θέση σας! να ήμουν στη θέση σας!...
+
+ — Τι θα κάνατε; τον ρώτησε ανυπόμονα ο Αριστόδημος.
+
+ — Τι θάκανα; και με ρωτάτε ακόμα; θα γενόμουν Ευμορφόπουλος·
+αληθινός Ευμορφόπουλος. Δε θα περιοριζόμουνα στη γλώσσα· θάσκαβα
+τη γη και θα σύναζα κάθε λιθάρι της εποχής τους. Θάνοιγα μουσεία
+και σχολεία· τίποτ' άλλο.
+
+ — Κ' έπειτα;
+
+ — Έπειτα; ο θαυμασμός του κόσμου θάφερνε σε μένα τους τόπους μου.
+
+ — Θα το κάμω εγώ· είπε αποφασιστικά ο Αριστόδημος.
+
+Σηκώθηκε ξαναμμένος, έκαμε δυο — τρία βήματα γύρω στο τραπέζι κ'
+έπειτα κυττάζοντας τους σοφούς επρόσθεσε με σοβαρή φωνή·
+
+ — Θα το κάμω· να είστε βέβαιοι.
+
+ — Εύγε σου· εφώναξε μ' ενθουσιασμό ο Περαχώρας, σφίγγοντας το
+χέρι του.
+
+ — Σε συγχαίρω· είπε ο Αλαμάνος κάνοντας το ίδιο. Σε βεβαιώνω πως
+και τα δύο ημισφαίρια θα χειροκροτήσουν την απόφασή σου.
+
+ — Από τώρα λοιπόν, είπεν ο Γκενεβέζος, μπορούμε να ειπούμε πως η
+γενιά του Ευμορφόπουλου αναστήθηκε.
+
+Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε βιαστικό ανέβασμα στη σκάλα. Η πόρτα
+άνοιξε με πάταγο και φάνηκε στο κατώφλι αχνός ο Δημητράκης.
+
+ — Ουφ! είπε με δυσάρεστο μορφασμό· μωρέ τι μούχλα! Δεν αφίνεις,
+αδερφέ, και λίγο αυτά τα παλιόχαρτα να ιδής τι γίνεται γύρω σου·
+Μα το σταυρό άμα μπαίνω εδώ μέσα μου φαίνεται πως μπαίνω σε τάφο.
+
+ — Κ' εμείς, βέβαια, σας φαινόμεθα τυμβωρύχοι· είπε με ειρωνικό
+χαμόγελο ο Περαχώρας, κυττάζοντας τους συντρόφους του.
+
+ — Όχι, κύριοι, να με συμπαθάτε· τα λόγια μου δεν είνε για σας·
+αποκρίθηκε ο Δημητράκης, βγάζοντας το καπέλλο και σφίγγοντας το
+χέρι τους φιλικά. Τυμβωρύχοι ναι· μα τυμβωρύχοι καλόβουλοι. Δε
+θέλετε να κλέψετε παρά να σώσετε ό,τι απόμεινε μέσα στα βιβλία
+μας. Φροντίζετε για την επιστήμη σας κ' είστε αξιέπαινοι. Θαυμάζω
+την προσπάθειά σας με όλη μου την ψυχή.
+
+Οι σοφοί ανταπόδωκαν το φιλοφρόνημα μ' ένα τους χαμόγελο και
+προσηλώθηκαν πάλε στη μελέτη τους.
+
+ — Κι αν ο τάφος ήταν των προγόνων μας; ερώτησε ο Αριστόδημος τον
+αδερφό του κάπως θυμωμένα.
+
+ — Και των προγόνων μας να ήταν πάλε μούχλα θα μύριζε· απάντησε
+εκείνος αμέσως. Τι τα θες, ο τάφος — τάφος είνε κι ας έκλεισε μέσα
+του τον Μέγαν Αλέξαντρο. Είνε καλός για τούτους τους σοφούς. Για
+μένα και για σένα δεν είνε.
+
+ — Είνε, είπε πεισματικά ο Αριστόδημος· θα γίνουμε κ' εμείς σοφοί.
+
+ — Σοφοί; Όχι, δεν πρέπει· η σοφία μπορεί να βγαίνη από τη ζωή μα
+ζωή δεν είνε. Να γίνουμε σοφοί; Στο μέλλον ίσως· τόρα όμως όχι.
+
+ — Γιατί;
+
+ — Γιατί; δεν το κατάλαβες; Η ζωή τρέχει και πρέπει να την
+προφτάσουμε. Δύναμη τώρα χρειαζόμαστε, όχι σοφία. Μπράτσα δυνατά
+και κοφτερά νύχια. Να κολλήσουμε απάνω της σαν τον αγριόγατο στ'
+άλογο που πηλαλεί. Να τρέξουμε μαζί της, να πηλαλήσουμε για να
+φτάσουμε στον προορισμό μας· κατάλαβες;
+
+ — Κατάλαβα πως δε σκαμπάζεις ντιπ!
+
+ — Σκαμπάζεις! ώ! ... έκαμεν ο Περαχώρας, αφίνοντας το
+μολυβοκόντυλό του και κυττάζοντας τον Αριστόδημο παράξενα.
+
+ — Τι λέξη βάρβαρη είνε αυτή ; τον ρώτησε ο Γκενεβέζος.
+
+ — Ντιπ! ντιπ! . .. εψιθύρισε κι ο Αλαμάνος αργά, ζητώντας να εύρη
+τη ρίζα και τη σημασία της.
+
+ — Ναι... με συγχωρείτε· εψιθύρισε σαστισμένος ο Αριστόδημος· είνε
+λέξη βάρβαρη· ξέρετε ... άμα κανείς θυμώση δε φροντίζει για τη
+γλώσσα του.
+
+Έπειτα γύρισε στον αδερφό του και του είπε με παράπονο·
+
+ — Βλέπεις τι μούκαμες μπροστά στους ξένους; Μέφερες σε θέση να
+μεταχειριστώ λέξη πρόστυχη.
+
+ — Με συμπαθάς· απάντησε ο Δημητράκης ατάραχος· η λέξη δεν ήταν
+πρόστυχη, ήταν το νόημά σου. Με μαλώνεις πως δεν τιμώ τους
+προγόνους μας. Τους τιμώ και τους δοξάζω. Ήταν μεγάλοι άνθρωποι,
+ναι· μα πρέπει να ζήσουμε κ' εμείς. Και να ζήσουμε τη σημερινή
+ζωή, όπως έζησαν κ' εκείνοι τη δική τους· Ξέρεις ένα πράμα;
+
+ — Τι;
+
+ — Δεν είνε, βέβαια, γραμμένο στα χερόγραφα, μα είνε σημαντικώτερο
+για μας· γι' αυτό ήρθα τρεχάτος.
+
+ — Σημαντικώτερο από τα βιβλία μας; είπε με χαμόγελο ο
+Αριστόδημος.
+
+ — Κι από τα βιβλία κι από τους προγόνους μας τους ίδιους.
+
+ — Ω!... ξαφνίστηκαν οι σοφοί, σηκώνοντες τα μάτια καταπάνω του.
+
+ — Όχι! ... όχι!... εφώναξε ο Περαχώρας, κινώντας το κεφάλι του
+αρνητικά· μην το λέτε αυτό· δεν κάνει να το λέτε.
+
+ — Είνε ασέβεια, εψιθύρισε ο Γκενεβέζος.
+
+Ο Αριστόδημος έμενε ακίνητος με μάτια γουρλωμένα σα να είχε πάθει
+αποπληξία. Η αγανάχτηση που έβραζε στα στήθη του έκανε κατακόκκινο
+το σύζαρο πρόσωπο του. Ήθελε να βρίση, ν' αναθεματίση τον αδερφό
+του για τον άπρεπο λόγο που ξεστόμισε. Εκρατιόταν όμως από φόβο
+μήπως ειπή και άλλη πρόστυχη λέξη.
+
+ — Οι ξένοι σού δίνουν την απάντηση· του είπε μόνον με ψυχρή
+σοβαρότητα.
+
+Ο Δημητράκης στεκότανε ορθός κοντά στο τραπέζι, αδιάφορος και στις
+ματιές του αδερφού του και στα λόγια των σοφών.
+
+ — Οι κύριοι ό,τι και να πουν έχουν δίκιο· είπε τέλος κυττάζοντας
+τον Αριστόδημο· είνε σοφοί, είνε και ξένοι· δυο πράματα που τους
+δίνουν δικαίωμα να σκέφτωνται πολύ διαφορετικά από μας. Αν αύριο
+έρθη πάλε ο Χαγάνος ή όποιος άλλος και μας πάρη το χτήμα και το
+σπίτι, τι θα χάσουν οι κύριοι;
+
+ — Τα βιβλία μας!
+
+ — Τα βιβλία μας! γιατί; Είνε τόσο δικά μας, όσο και δικά τους·
+ανήκουν σ' όλον τον κόσμο.
+
+ — Όμως τάγραψαν οι πάπποι μας.
+
+ — Και νομίζεις εσύ πως για τις μωρίες που γράφει σήμερα ο δείνας
+και ο τάδες θα είνε υπεύθυνα μεθαύριο τ' αγγόνια τους ... Μην τα
+καταριέσαι για το θεό.
+
+ — Αστειεύεσαι; τον ρώτησε ο Περαχώρας.
+
+ — Δεν αστειεύομαι καθόλου· λέω τα πράματα όπως είνε. Αν πάθουμε
+αυτό το κακό που λέω — και σας βεβαιώνω πως θα προσπαθήσουμε να
+μην το πάθουμε — τι θα κάμετε, παρακαλώ ; Θα ραντίσετε με λίγα
+δάκρυα τους τάφους των Ευμορφόπουλων και θα γυρίσετε στο άλλο
+πλευρό.
+
+ — Αχάριστε! του φώναξε με αγανάχτηση ο Αριστόδημος σφίγγοντας τα
+δόντια του. Σ' αυτούς τα λες που μας αγαπούνε τόσο;
+
+ — Κακομοίρη! τι αγαθός που είσαι! είπε ο Δημητράκης με λύπη. Μας
+αγαπούν έχεις δίκιο· μα δε ρωτάς ποιανούς αγαπούν. Εμέ και σένα.
+Όχι· μην το πιστεύεις. Κάτω απομένα κι από σένα· βλέπουν αυτοί κ'
+ένα χλαμυδοντυμένο Ευμορφόπουλο. Κι' όλες τις αγάπες και τις
+γλυκοκουβέντες τις κάνουν σε κείνους· όχι σε μας. Μα εγώ δεν τη
+θέλω τέτοια αγάπη· όχι! επρόσθεσε δυνατά, δε μ' ωφελεί, με
+ντροπιάζει. Είμ' εγώ και θέλω να είμ' εγώ!...
+
+ — Εύγε σου!
+
+Οι δύο καθηγητές κι ο Αριστόδημος γύρισαν κ' είδαν τον Αλαμάνο.
+Είχε αφημένη τη μελέτη του και κύτταζε το Δημητράκη με περιέργεια.
+Από την ώρα που φάνηκε στο κατώφλι ο νέος του έκαμε εντύπωση. Είχε
+γερή κορμοστασιά και ολανθισμένα νιάτα. Τα μαύρα του μαλλιά
+έπεφταν άταχτα στον τράχηλό του σαν φλέβες στο μάρμαρο· τα μάτια
+του ήταν γεμάτα τόλμη και απόφαση. Το πλατύ του μέτωπο έλαμπε από
+ειλικρίνεια. Τα κινήματά του ήταν φυσικά και απλά σαν το σείσιμο
+της ανεμόνης. Όσο τον πρόσεχε ο Αλαμάνος, τόσο του άρεσε. Έπειτα
+ήρθαν τα λόγια και δυνάμωσαν την εντύπωσή του. Άκουε τους δύο
+αδερφούς κ' εύρισκε καταπληχτική διαφορά μεταξύ τους. Ο
+Αριστόδημος του φαινόταν παρά πολύ βουτημένος στην πρόληψη. Στο
+νου του εγύριζε πεισματικά ο φριχτός θάνατος ενός συντοπίτη του.
+Για να τον τιμωρήση ο σκληρός αφέντης τον έρραψε ζωντανόν στην
+κοιλιά ενός ψοφιμιού. Τώρα του φαινόταν ο Αριστόδημος θεληματικά
+κλεισμένος στο ψοφίμι με την ελπίδα πως έτσι θα φανή καλήτερος.
+Ενώ ο Δημητράκης όλως διόλου το αντίθετο έκανε! Άφινε ελεύθερη τη
+σκέψη του και τη ζωή του σ' ένα μονάχα προσέχοντας κ' ελπίζοντας:
+Στη φλόγα τη θαυματουργή που έκλεισε μέσα του η φύση.
+
+ — Τα λόγια σου είνε μεγάλα και σύμφωνα με την καταγωγή σου· του
+είπε. Βέβαια το παρελθόν όσο και αν είνε ένδοξο δεν ωφελεί τίποτα
+σε κείνον που περιφρονεί το παρόν και λησμονεί το μέλλον.
+
+ — Εγώ δεν περιφρονώ τίποτε· διεμαρτυρήθηκε κάπως πεισμωμένα ο
+Αριστόδημος.
+
+ — Και όμως δεν προσέχεις το τι γίνεται γύρω σου· απάντησε ο
+Δημητράκης. Εγώ ήρθα να σου μιλήσω για σπουδαία υπόθεση και συ μου
+μιλάς ξύλα κούτσουρα. Θες ν' ακούσης;
+
+ — Λέγε· είπε υπομονετικός ο Αριστόδημος.
+
+ — Τι συμβαίνει λοιπόν: τον ρώτησε κάπως ανήσυχα ο Περαχώρας.
+
+ — Τίποτα για σας, τίποτα· είπε ο Δημητράκης ησυχάζοντάς τον. Το
+κακό είνε για μας· για μας και το έχει μας. Θυμάσαι τον Πέτρο το
+θεομίσητο;
+
+ — Τον ψυχογιό μας; είπε με περιφρονητικό μορφασμό ο Αριστόδημος.
+
+ — Όχι τον ψυχογιό μας· τον ψυχογιό του πατέρα μας να λες.
+
+ — Το ίδιο κάνει.
+
+ — Με συμπαθάς· έχει μεγάλη διαφορά· τον έλεγαν τότε Πέτρο του
+Μορφόπουλου και το καμάρωνε. Μα τώρα δε θέλει να μας ξέρη. Κι αν
+τον ονομάση κανείς με το παλιό του όνομα το παίρνει για βρισιά·
+γίνεται σκυλί.
+
+ — Γιατί με ζαλίζεις μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; είπε βαριεστισμένος
+ο Αριστόδημος.
+
+ — Παλιάνθρωπος ναι, δεν το κρύβω. Μα ξέρεις τι κατάφερε; πήγε και
+καλλιέργησε το χτήμα του Χαγάνου — το χτήμα μας.
+
+ — Και τι με μέλλει μένα; ας φροντίση εκείνος.
+
+ — Ο Χαγάνος δεν το ξέρει· μα και να το μάθη λίγο τον μέλλει.
+Αυτός για σήμερα φροντίζει να καλοζή. Αύριο φούρνος μην καπνίση.
+
+ — Κι αν το καλλιεργή, μήπως θα το κάμη δικό του;
+
+ — Σήμερα όχι· δεν μπορεί να το κάμη δικό του. Αύριο όμως ποιος
+ξέρει; Σήμερα το δουλεύει· αύριο σηκώνει έναν τράφο· μεθαύριο αν
+τούρθη βολικό το σμίγει με το χτήμα του.
+
+ — Αυτό είνε δικό μας, κληρονομιά μας! με τι δικαίωμα θ' απλώση
+χέρι;
+
+ — Καλά· άμα το πάρη σύρε να ρωτάς.
+
+Ο Αριστόδημος καλοξαπλώθηκε στο κάθισμα του, σαν ουζοθρεμμένος
+αγάς κ' έσκασε τα γέλοια. Γελούσε τόσο δυνατά που έκανε τους
+τοίχους του σπιτιού να ταράζωνται συθέμελοι και τα τζάμια των
+παραθυριών να τρίζουν, σαν από κάποια υπόγεια βροντή. Το σκυθρωπό
+και αναιμικό πρόσωπό του έλαμπε κ' εκοκκίνιζε σα βερνικωμένη
+τομάτα. Το μικρό και αρρωστιάρικο σώμα του, τάραζε σπασμωδικά και
+στα μάτια του τα καστανά έτρεμαν δυο δάκρυα. Τώρα δεν είχε τίποτα
+από τη σοβαρή αξιοπρέπεια που φορούσε για τήβεννο σοφίας απάνω του
+από μικρός. Ήταν ένα τσαχπίνικο παιδί που δε δίνει μια πεντάρα έξω
+από τη ζωούλα του. Τόσο αστείοι του φαίνονταν οι φόβοι τ' αδερφού
+του.
+
+ — Βρε μπούφο· του είπε τέλος σφουγγόντας τα μάτια του·
+τετρακόσια χρόνια σκλαβιά και δε μας έκαμε τίποτα και θα μας
+κάμουν τώρα οι αρκουδιάριδες. Κύττα τη δουλειά σου και μη φοβάσαι.
+
+ — Τι να μη φοβάμαι, χριστιανέ; είπε ο Δημητράκης με θυμό· πάτησε
+σου λέω τον τόπο και τον καλλιεργεί· φυτεύει, σπέρνει....
+
+ — Και δεν το χαίρεσαι; τον έκοψε ο Αριστόδημος με παιδιάτικη
+χαρά· αύριο θα το εύρουμε καλλιεργημένο· θα θερίσουμε έτοιμα.
+
+Και για να πάψη κάθε τέτοια κουβέντα σηκώθηκε από το κάθισμά του,
+έκαμε λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο, δυνατά και χτυπητά, λες κ'
+ήθελε να δοκιμάση τη δύναμη του. Έπειτα γύρισε στη βιβλιοθήκη και
+στύλωσε τα μάτια του στα βιβλία. Η όψη του άλλαξε για μιας· έγινε
+γλαρή και παθητική σα να κύτταζε ερωμένη. Έπειτα μάλαξε το μέτωπό
+του, έσυρε το χέρι στα μαλλιά του, στύλωσε τα μάτια του στα κούφια
+και με δυνατή φωνή και παράδοξες χερονομίες άρχησε ν' απαγγέλλη :
+
+ — Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον
+και ....
+
+Του ήρθε δυνατός λυγμός κ' έκοψε την απαγγελία του. Η πατριωτική
+αισθηματολογία που πλημμύριζε την καρδιά του τού στούμπωσε το
+λάρυγγα. Τα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν ακράτητα και το σώμα του να
+ταράζεται λες κ' έπαθε από σεληνιασμό.
+
+ — Κουρδίστηκε τ' οργανέτο και παίζει· εσκέφτηκε ο Αλαμάνος με
+θλίψη.
+
+ — Τ' ακούς; είπε σε λίγο με ασθματική φωνή ο Αριστόδημος. Τούτα
+να κυττάς εσύ και ν' αφίνης το γουρνάρη στα χάλια του.
+
+Ο Δημητράκης τον κύτταξε με απελπισία.
+
+ — Λόγια σοφά και καλοβαλμένα, το ξέρω· είπε κουνώντας το κεφάλι·
+μα δε μας ωφελούν τίποτα.
+
+ — Με τούτα έγιναν μεγάλοι εκείνοι.
+
+ — Εγώ πιστεύω το αντίθετο· ήταν μεγάλοι και γι' αυτό είπαν τέτοια
+λόγια.
+
+ — Όχι δα, όχι δα! τον έκοψε ο Περαχώρας.
+
+ — Δεν είν' έτσι, κύριε καθηγητά; είπε ο Δημητράκης γυρίζοντας σ'
+εκείνον· παράδοξο! να μην το βλέπετε και σεις! Ίσα — ίσα που αυτά
+τα λόγια ειπώθηκαν στην αρχή του ξεπεσμού τους. Φαίνεται πως τόχει
+η φύση μας· άμα αρχίζουν τα μεγάλα λόγια να παύουν τα μεγάλα έργα.
+
+ — Σωστά· είπε ο Αλαμάνος.
+
+ — Άλλως τε, επρόσθεσε ο νέος κυττάζοντας τον αδερφό του, εγώ δε
+θέλω να κατηγορήσω τους προγόνους μας. Μα πιστεύω πως τα λόγια
+έχουν αξία κατά τους ανθρώπους που τα λένε. Εκείνοι ήταν εκείνοι
+και είπαν τέτοια λόγια. Εμείς είμαστ' εμείς και πρέπει να
+μιλήσουμε αλλοιώτικα.
+
+ — Πώς; τον ρώτησε με αναμπαιχτικό χαμόγελο ο Αριστόδημος.
+
+ — Όπως μιλάει ο Πέτρος ο Θεομίσητος.
+
+ — Ουφ! έκαμε βαρυανασαίνοντας σα να είχε τη Μόρα στο στήθος του.
+
+ — Το ξέρω· δε σ' αρέσει τέτοια κουβέντα γιατί θέλει κόπους. Τα
+βιβλία δεν έκαμαν άλλο παρά να δυναμώσουν τη φυσική οκνάδα σου.
+Για τούτο κ' εγώ τους γύρισα τις πλάτες. Να το βιβλίο το δικό μου.
+Το παναιώνιο βιβλίο πούνε γραμμένο σ' όλες τις γλώσσες και για
+όλες τις καρδιές. Να το ... .
+
+Και λέγοντας έτρεξε σ' ένα παράθυρο και τ' άνοιξε με το γρόθο του.
+
+ — Αχ, την έπαθα σαν τη νυχτερίδα! είπε γυρίζοντας θαμπωμένος
+μέσα. Το ίδιο θα πάθατε κ' εσείς.
+
+ — Αλήθεια· είπε ο Περαχώρας, βγάζοντας τα γυαλιά και σφουγγόντας
+με το μαντήλι τα μάτια του.
+
+Αέρας ζεστός και μοσκοβολισμένος χύθηκε μέσα στο δωμάτιο. Πλατύ
+φωτεινό σεντόνι απλώθηκε απάνω στο τραπέζι, αγκάλιασε φιλόστοργα
+τις γέρικες βιβλιοθήκες, έκαμε τα χερόγραφα να τρίξουν και ν'
+αναδεφτούν σαν το ναρκωμένο φίδι στο ανοιξιάτικο λιοπύρι. Η γάτα
+πήδησε χαρούμενη στο πάτωμα, ψήλωσε το κορμί της σαν να λούζονταν
+στο φωτεινό κύμα που κύλισε απόξω κι άρχισε να παίζη μ' ένα φύλλο
+χαρτιού που βρέθηκε στα νύχια της.
+
+ — Κ' οι λέξες ζωντανεύουν και ξανανιώνουν τώρα· είπε σκεφτικός ο
+Αλαμάνος.
+
+ — Θαύμα· εψυθίρισε κι' ο Αριστόδημος ανασηκώνοντας το κεφάλι
+του.
+
+ — Αυτό το θαύμα είνε καθημερινό· είπε ο Δημητράκης. Τυφλίτες! δε
+μπαίνετε καλήτερα στις τρύπες σας.
+
+ — Έτσι το γράφει η μοίρα μας· εψιθύρισε υπομονητικά στενάζοντας ο
+Γκενεβέζος· να φεύγουμε το φως όπως οι πρώτοι χριστιανοί. Στις
+κατακόμβες θα κάνωμε τις λειτουργίες μας.
+
+ — Εσείς μάλιστα· εγώ όμως όχι! διαμαρτυρήθηκε ο Δημητράκης.
+
+Κ' εστύλωσε ορθάνοιχτα έξω τα μάτια του, λες κ' ήθελε να λούση με
+το θαυμαστό πανόραμα την ψυχή του. Πέρα ο κάμπος πρασίνιζε.
+Έπαιζαν οι δροσοσταλίδες σαν φωτεινές ψυχές πέρα — δώθε
+γοργοκίνητες. Τα ποτάμια έλαμπαν και χύνονταν σαν λεπίδες
+μπηγμένες στις μάννας γης τους κόρφους για να την δροσίσουν και
+σύγκαιρα να την αναγκάσουν να χύση τους θησαυρούς της. Τα δασωμένα
+βουνά φαίνονταν κοιμισμένα κάτω από τη διάφανη γάζα της ομίχλης.
+Εδώ κ' εκεί κοκκίνιζαν τα όψιμα οργώματα· άστρα λαμποκοπούσαν
+ανάμεσά τους τα πρόστυχα γυαλιά· λαλούσανε πουλιά στα δέντρα.
+Απόπερα ερχόταν βουή ανάκατη από κυπριά και βελάσματα, φλογέρες
+και λαλήματα. Και ψηλά έρριχνε το γαλάζιο του μάτι ο ουρανός σαν
+πατέρας στων παιδιών του τη χαρά.
+
+ — Ναέ αχάλαστε! δέξου με λειτουργό σου· είπε ολόψυχα ο
+Δημητράκης, έτοιμος να γονατίση.
+
+
+
+Β'
+
+
+
+Σύγκαιρα το Δημητράκη τον κυρίεψε παράδοξη ανησυχία. Τα νεύρα του
+έτρεμαν, σαν το βελόνι που το πλησιάζει ο μαγνήτης. Ένα κεφάλι
+κόρης εφάνηκε στην αντικρυνή μάντρα, μισοκρυμμένο στα φύλλα μιας
+καστανιάς. Μαύρα μαλλιά πέφτανε ζερβόδεξα κυματιστά και λαμπερά.
+Το σταράτο πρόσωπο, στολισμένο με μαύρα φρύδια σμιχτά και ισκιερά
+ματόκλαδα καθρέφτιζε γαληνεμένη θάλασσα. Δυο μεγάλα μάτια πέταγαν
+λάμψες μυστικές και βαθειές σαν ποθοπλάνταχτα χάδια. Και δυο χείλη
+κόκκινα και λίγο φουσκωτά ανάδευαν διψασμένα για άγνωστή τους
+απόλαψη. Όπως στεκόταν εκεί στον πράσινο πλοκό το κεφάλι της
+κόρης, έλεγες πως ήταν κανίσκι μάγισσας, βαλμένο για να ξελογιάση
+το νιο.
+
+ — Ελπίδα, πού βρέθηκες εδώ ; την ρώτησε με τρεμουλιαστή φωνή.
+
+Κόλλησε η κόρη τα μάτια της απάνω του και χαμογέλασε.
+
+ — Ήρθα να σ' εύρω· είπε· δεν το περίμενες ;
+
+ — Αλήθεια! τι κουτός που είμαι!... Να κυττάζω την ανατολή και να
+μη σκεφτώ πως θα πρωτοϊδώ εσένα.
+
+Και πάραυτα με παιδιάτικη αφέλεια, άρχισε να κόβη ρόδα από τις
+σκαλωμένες στον τοίχο τριανταφυλλιές και να τα ρίχνη βιαστικά, ένα
+με τ' άλλο απάνω της.
+
+ — Ελπίδα! Ελπίτσα! θα σε θάψω με τα ρόδα μου.
+
+ — Απ' το χέρι σου και με ρόδα; τι καλήτερο θάψιμο· του είπε
+ασημογελώντας εκείνη.
+
+ — Θα σε θάψω για να σ' αναστήσω ομορφότερη.
+
+ — Σου είπα· για τέτοιο νεκροθάφτη ήθελα να πέθαινα χίλιες
+φορές... Δε μου λες· επρόσθεσε αμέσως στα σοβαρά· οι σοφοί αυτού
+είνε;
+
+ — Εδώ· ριγμένοι στα βιβλία τους.
+
+ — Κι ο Αριστόδημος ;
+
+ — Κι ο Αριστόδημος. Γιατί ρωτάς;
+
+ — Δεν ήθελα να με ιδούν, καϋμένε· το ξέρω πως δεν είνε κακοί· μα
+τους φοβούμαι. Πού μπορώ, η φτωχή, να ζήσω κάτω από τα ματογυάλια
+τους!..
+
+Δεν πρόφτασε να τελειώση τη φράση της κ' έβγαλε ένα «α!»
+τρομασμένο. Σύνωρα βούλιαζε πίσω από τη μάντρα το κεφαλάκι μ' ένα
+γέλοιο σκαστό και συγκρατητό, σαν φτεροκόπημα μικρού πουλιού.
+
+Ο Δημητράκης γύρισε πεισμωμένος μέσα και βρέθηκε κατάμπροστα στον
+Αριστόδημο.
+
+ — Η Ελπίς είνε ; τον ρώτησε ξερά εκείνος.
+
+ — Ποια Ελπίς, βρε αθεόφοβε; Και τούτη θέλεις να μου την αλλάξης!
+Η φάτσα σου την έδιωξε από τη μάντρα κ' η λέξη σου από την καρδιά
+μου. Όχι Ελπίς, Ελπίδα τη λένε· Ελπίδα και πάω να την βρω!
+
+Και χωρίς να πάρη το καπέλλο του έτρεξε στη σκάλα, την κατέβηκε
+γοργά και χάθηκε μέσα στον κήπο. Δεν πέρασε στιγμή και φάνηκε κάτω
+από μια καρποφορτωμένη μηλιά· Κρατούσε στα χέρια του την κόρη και
+την σήκωνε ψηλά για να του φτάση μήλα. Εκείνη έβαζε μικρά ξεφωνητά
+και γέλοια, πότε από χαρά και πότε από φόβο και σήκωνε τα χέρια με
+φανερή προσπάθεια, να φτάση το πιο καλόχυμο πωρικό. Ο ήλιος
+διαβαίνοντας τα φυλλώματα, χάδευε τα μαλλιά της κ' έκανε καθρέφτη
+γύρω στο κεφαλάκι της.
+
+Τα ξεφωνητά και τα γέλοια της κόρης έφταναν στο γραφείο, σαν ήχοι
+χαδιάρικης μουσικής. Οι σοφοί εταράχτηκαν. Κατιτί σαν κύμα χλιαρό
+ήρθε κ' εζέστανε τη ζωή τους. Συγκίνηση βαθειά και πρωτόγνωρη
+θρονιάστηκε στην καρδιά τους. Γύρισε αυτόματα ένας στον άλλον και
+κυττάχτηκαν ντροπαλά. Έπειτα απίθωσαν τα γυαλιά τους απάνω στα
+χερόγραφα, λες κ' ήθελαν να δείξουν πως για τέτοια μελέτη τους
+ήταν άχρηστα. Ο Αλαμάνος σηκώθηκε από τη θέση του κ' έτρεξε στο
+παράθυρο.
+
+ — Α! είπε, μόλις αντίκρυσε κάτω· βλέπω τη Δήμητρα, ίδια τη
+Δήμητρα να χύνη τους καρπούς άφθονους στον εκλεκτό της.
+
+Φτάσανε κ' οι άλλοι κ' εστριμώνονταν ποιος να ιδή καλήτερα στον
+κήπο.
+
+ — Ωραίο σύμπλεγμα! είπε ο Γκενεβέζος, προβάλλοντας το κεφάλι του.
+
+ — Νομίζω πως βλέπω εικόνα Μηκυναϊκού αγγείου· είπε κι ο
+Περαχώρας, παίζοντας τα πονεμένα μάτια του.
+
+Ο Αριστόδημος έμεινε πίσω κατάχλωμος. από θυμό. Το θέαμα του
+φαινόταν ανήθικο, και πρόστυχο μαζί. Ένας γιος του Ευμορφόπουλου,
+να στέκη τόσην ώρα φορτωμένος μια κόρη ταπεινή! Τόλεγε ατιμία που
+πασάλειφε όλη του τη γενιά. Άκουε τους θαυμασμούς των σοφών και
+πίστευε πως δεν είχαν άλλο σκοπό παρά να αναμπαίξουν τον ξεπεσμό
+τους.
+
+ — Τι γλυκειά, τι χαριτωμένη, τι συμπαθητική, κόρη! εψιθύριζε ο
+Αλαμάνος, μη θέλοντας να σηκώση τα μάτια του από τον κήπο.
+
+ — Και ποια είνε; ποια είνε, κύριε Αριστόδημε; γύρισε και τον
+ρώτησε ο Γκενεβέζος.
+
+ — Μια του χωριού· απάντησε με περιφρόνηση· τη λεν' Ελπίδα.
+
+ — Η συγγενής σας ; εφώναξε ο Περαχώρας, κυττάζοντας
+προσεχτικώτερα την κόρη.
+
+ — Όχι· δηλαδή ναι, συγγενής μας· εμάσισε ο Αριστόδημος· μα δεν
+έχουμε καμιά σχέση μαζί της.
+
+ — Πώς, αφού είνε συγγενής σας; τον ρώτησε ο Αλαμάνος.
+
+ — Μακρινή συγγένεια· είνε αίμα μας αλλά νοθεμένο.
+
+ — Ξέρω, ξέρω· τον έκοψε ο Περαχώρας· τη μητέρα της την ατίμασε
+κάποιος Χαγάνος.
+
+ — Δηλαδή, αναγκάστηκε να μολογήση ο Αριστόδημος· η Αρχόντω ήταν
+μακρινή συγγενής του πάππου μου. Μια νύχτα ο Χαγάνος πήγε με τους
+ανθρώπους του, σκότωσε τους γονιούς της κ' εκείνη την ατίμασε. Με
+τον καιρό γεννήθηκε η Ελπίδα. Οι δικοί μας δεν ηθέλησαν να τη
+γνωρίσουν για αίμα τους. Ο Χαγάνος την έδωκε σ' ένα φτωχό
+αντρόγυνο — στους Μαλαματένιους — να την αναθρέψουν. Μα όπως σας
+είπα, εμείς δεν έχουμε καμμιά σχέση μαζί της. Για τούτο τάχω με
+τον αδερφό μου, που θέλει σώνει και καλά να την κουβαλήση στο
+σπίτι μας. Δε θα το καταφέρη όμως, να είστε βέβαιοι. Όσο ζω εγώ,
+δε θα το καταφέρη....
+
+Ο Αριστόδημος συντρόφευε τα λόγια του με φοβερές χερονομίες και με
+μορφασμούς σιχασιάς. Μα έλεγε μισή την αλήθεια. Όχι μονάχα ο
+αδερφός του αλλά κ' η μάννα του πολλές φορές προσπάθησε να τους
+αγαπήση. Ήξερε πως η Αρχόντω δεν εσύντρεξε και λίγο τον Αντρέα τον
+Ευμορφόπουλο στον αγώνα του. Αληθινά εκείνος εκόπιασε. Μα κ'
+εκείνη με την αντρίκια της ψυχή του έδωκε την κυριώτερη ορμή. Ήταν
+τ' ακόνι που ακόνισε το λεπίδι του. Τ' ακόνι και το χέρι και το
+λεπίδι μαζί. Για τούτο δεν έπαυε να λέη κάθε τόσο στα παιδιά, πως
+ο πατέρας τους εφάνηκε αχάριστος. Άμα έπαψε να έχη την ανάγκη της,
+έπαψε και να τη συλλογιέται. Μα τα παιδιά, έλεγε, δεν πρέπει ν'
+ακολουθήσουν το σφάλμα του πατέρα τους. Αίμα τους είνε η Ελπίδα
+και το αίμα νερό δε γένεται. Ας το βάλουν καλά στο νου τους. Αν
+τύχη ν' αγωνισθούν και στο μέλλον για το σκοπό τους, πάλε θα
+λάβουν την ανάγκη της. Έχει εκείνη θάρρος κ' επιμονή και δύναμη
+που δεν κάνουν καλά να την περιφρονούνε.
+
+Ο Αριστόδημος ακούοντας τέτοια λόγια γινότανε έξω φρενών.
+
+ — Αίμα μας λέει; αίμα μας ; μη σ' ακούσω ναν το ξαναειπής! Όσο
+αίμα τους είν' ο κούκκος των περιστεριών γιατί έτυχε ν' αναστηθούν
+στην ίδια φωλιά, τόσο είμαστε και μεις μ' εκείνη. Τα χρωστάμε λέει
+σ' εκείνη ; Και τι μπορεί να μας δώκη μια κουρελού. Τα πήραμε
+γιατ' είμαστ' Ευμορφόπουλοι!...
+
+Η κυρά Πανώρια, βλέποντάς τον έτσι εσώπαινε· δεν ήθελε να τον
+δυσαρεστήση. Μα δεν παραδεχότανε και τα λόγια του. Πήγαινε συχνά
+στο σπίτι της Ελπίδας. Έπαιρνε μάλιστα και το Δημητράκη μαζί της,
+όσο ήταν μικρός και παίζανε τα δυο παιδιά. Μα εκείνος όσο μεγάλωνε
+μπολιαζότανε από τα λόγια τ' αδερφού του. Δεν ξαναπήγε μαζί της·
+δεν ήθελε να την ξέρη. Η τύχη όμως έκαμε το θαύμα της. Μια μέρα,
+παρατρέχοντας με άλλους συντρόφους να πιάση κάποιο τρυποκάρυδο,
+έφτασε στης Ελπίδας τον κήπο. Έφτασε μόνος του, το τρυποκάρυδο τον
+έφερε, δεν ήταν σε θέση να μολογήση κι ο ίδιος. Οπωσδήποτε πήδησε
+τη φράχτη, μπήκε μέσα, χώθηκε στον καλαμιώνα που συνηθίζουν να
+χώνωνται τα τρυποκάρυδα. Την ίδια στιγμή είδε να βγαίνη με το
+πουλί στο χέρι η Ελπίδα.
+
+ — Δικό μου! της φώναξε χωρίς καλά καλά να σκεφτή.
+
+ — Σαν είνε δικό σου πως δεν τόπιανες τόσον καιρό; τον ρώτησε με
+χαμόγελο εκείνη.
+
+Στάθηκε άφων' άλαλος ο Δημητράκης. Αλήθεια πως δεν τόπιανε τόσον
+καιρό; Η κόρη, βλέποντας την ταραχή του, γέλασε καλόκαρδα κι
+απίθωσε στο χέρι του το τρυποκάρυδο.
+
+ — Πάρ' το, είπε. Και να ξέρης καλά από δω κι ομπρός. Άμα σου
+φεύγη κανένα πουλάκι, εδώ νάρχεσαι να το ζητάς. Μικρά μεγάλα στον
+κήπο μου έρχονται και φωλιάζουν.
+
+Ο Δημητράκης κατακόκκινος το πήρε κ' έφυγε τρεχάτος. Έπειτα όμως
+σκέφτηκε την καλωσύνη της, το χαμογέλοιο, την ομορφάδα της και
+θύμωσε για το φέρσιμό του. Αυτός εφάνηκε πρόστυχος όχι εκείνη.
+Δίχως άλλο· ο αδερφός του δεν ήξερε τι έλεγε. Πώς μπορούσε να
+είνε πρόστυχη και τιποτένια τέτοια λυγερή; Πήγε και ξαναπήγε στο
+σπίτι της. Την άκουσε να τραγουδή και μαγεύτηκε. Την είδε να
+υφαίνη, να μασουρίζη, να κεντά και τη θαύμασε. Λίγο λίγο άφησε τα
+παιγνίδια, παράτησε και τους συντρόφους του. Έκαμε συντροφιά την
+Ελπίδα. Έπειτ' από τη μάννα του πρώτη του έγνοια ήταν εκείνη. Μια
+και τη συναναστράφηκε, ξαναζωντάνεψαν μέσα του όλες οι χαρές που
+απόλαψε μαζί της στα παιδιάτικα χρόνια του. Το αλισωμένο λάφι
+ξαναγύρισε στη φυσική ποτίστρα και πίνει αχόρταγα το άδολο νερό.
+Σα δεν πήγαινε στο σπίτι ο Δημητράκης κατέβαινε εκείνη και τον
+έσμιγε. Κ' οι δυο τους νοιώθανε τον ίδιο πόθο. Τρέχανε στα βουνά
+και τους λόγγους σαν αγρίμια. Ξυπόλυτοι βουτούσανε στα κρούσταλλα
+νερά, ανέβαιναν στα δέντρα, πηδούσαν φράχτες και χαντάκια,
+σκαλώνανε στους γκρεμούς σαν ασβοί. Έβγαιναν πέρα στα βοσκοτόπια
+κ' έκαναν συντροφιά με τους πιστικούς. Έρριχναν το λιθάρι μαζί
+τους, λαλούσαν τη φλογέρα, σαλάχαγαν τα γιδοπρόβατα « χάι!....
+χάι!....ααααααααααα Από κει κατέβαιναν στους κάμπους με τους
+ζευγάδες· έπειτα πήδαγαν στις αργατιές, στο θερό και στον τρύγο·
+έπαιρναν κ' έδιναν σκοπούς στις λυγερές και στα παλληκάρια. Πολλές
+φορές έμπαιναν και στο χωριό, ανακατώνονταν στα σπίτια, σε χαρά
+και σε λύπη, σε γάμους και τραπέζια, σε πανηγύρια, ακόμα και στα
+μαλώματα. Όλοι την ήξεραν την Ελπίδα κι όλοι την καλοδέχονταν.
+Μικροί μεγάλοι την αγαπούσαν· φτωχοί και πλούσιοι την είχαν πάσα
+ημέρα στα χείλη τους.
+
+Μια τέτοια ζωή άλλαξε σημαντικά το Δημητράκη. Η κόρη με τ' απλά
+λόγια της, ξύπνησε μέσα του κάποια νέα σκέψη. Δεν έβλεπε τον κόσμο
+όπως και πριν. Ούτε τον κόσμο, ούτε τους ανθρώπους. Αν τώρα
+θυμότανε την υπόσχεση που έδινε στη μάννα του, κοκκίνιζε σαν
+παπαρούνα. Η ξυππασιά που είχε για την καταγωγή του, έπεσε αποπάνω
+του σαν αποφόρι. Στην αρχή μάλιστα ξαφνίστηκε για τούτο. Πίστεψε
+πως ήταν θεόγυμνος. Ντράπηκε να παρουσιαστή έτσι στο χωριό. Μα τα
+λόγια της Ελπίδας τον έντυσαν με την υπομονή και την
+αυτοπεποίθηση. Μάλιστα ντράπηκε που ντράπηκε. «Κάλλιο γυμνός παρά
+με ξένα ρούχα κι' ας είν' και του πατέρα μου» σκέφτηκε. Γυμνός
+ως που να υφάνη με τα χέρια του καινούριο παννί. Έβλεπε ξάστερα
+πως για να το υφάνη αυτό το παννί έπρεπε να καθίση σε άλλον
+αργαλειό κι όχι σε κείνον που καθόταν ο αδερφός του. Εκείνος ήταν
+παλιός. Αντίς για ντύμα έβγανε σάββανο. Δε μπορούσε όμως να κάμη
+διαφορετικά. Τη θέση του ανυφαντή την είχε ο Αριστόδημος.
+Περιωρίστηκε λοιπόν να συναναστρέφεται την κόρη και να προσπαθή,
+μαζί με την κυρά Πανώρια, να την αναγνωρίση ο αδερφός του. Μα
+εκείνος άγριος, σαν τσοπανόσκυλο άφριζε και γαύγυζε μόλις άκουε
+τέτοια κουβέντα. Πολλές φορές ήρθαν στα χέρια. Μια δυο φορές
+μάλιστα πήγανε να σφαγούν με τα μαχαίρια του τραπεζιού, αν δεν
+τύχαινε η μάννα τους να τους χωρίση.
+
+ — Το σπίτι μου είνε ναός και δε θ' αφήσω να το πατήση το
+γουρνοτσάρουχο! επρόσθεσε τώρα, κυττάζοντας περήφανα τους σοφούς
+συντρόφους του.
+
+ — Μα μου φαίνεται πως το γουρνοτσάρουχο τόχτισε το σπίτι σας·
+είπε ο Αλαμάνος αστόχαστα... Με συγχωρείτε· επρόσθεσε αμέσως για
+να μη τον δυσαρεστήση· δε θέλω να συνέμπω στα οικιακά σας. Μα θα
+τολμήσω να ειπώ πως ο αδερφός σας δεν έχει άδικο. Μπορεί να είνε
+πρόστυχα τα ρούχα της Ελπίδας· μα κάτω από τα ρούχα τήρα τι γερό
+και καλογραμμένο φαίνεται το σώμα της. Σε τέτοιο σώμα, βέβαια,
+κατοικεί αθάνατη ψυχή.
+
+ — Κυττάξτε, φεύγουν είπε ο Γκενεβέζος με θλίψη.
+
+Η Ελπίδα ήταν κατεβασμένη από τον ώμο του Δημητράκη και βάδιζε
+μπροστά, κρατώντας ένα κλαρί ολανθισμένης λεμονιάς. Εβάδιζε
+γελαστή και ζωηρή, σα να είχε κυριέψη τον κόσμο. Η καλοδέματη
+κορμοστασιά της εφούμιζε το διάστημα, σαν τόνος απαραίτητος στη
+ζωγραφιά. Τα δέντρα ζερβόδεξα, λες κ' ένοιωθαν μια μυστική πνοή να
+τα δροσίζη, τίναζαν απάνω της τ' άνθια και τα φύλλα τους. Κάτου το
+πράσινο χορτάρι με το χιονάτο χαμομήλι χάδευαν τ' αρμονικά ποδάρια
+της. Γιατί το πάτημά τους ήταν τόσο καλόβουλο που τάκανε να
+μοσκοβολούν. Έν' αηδόνι απόπερα έστελνε το παιγνιδιάρικο λάλημά
+του, σαν εμβατήριο στην έξοδο θεϊκής συντροφιάς. Και βάδιζε η κόρη
+μπροστά με το κλαρί της ανθισμένης λεμονιάς στο χέρι, γελαστή κι
+ολόχαρη σα νύφη στα πιστρόφια της. Πίσω της πήγαινε ο Δημητράκης,
+παραδομένος στ' όνειρο και στο έργο, σαν παλαιστής βέβαιος για τη
+νίκη του.
+
+ — Εξαίσια! εφώναξε ο Γκενεβέζος· στυλώνοντας πέρα τα μάτια του,
+λες κ' έβλεπε καθρεφτισμένο εκεί το διάβα τους.
+
+ — Τώρα μπορεί κανείς να συμπληρώση άσφαλτα τη μετόπη του
+Παρθενώνα. Μου φαίνεται πως ένα κομμάτι από την πομπή των
+Παναθηναίων πέρασε μπροστά μας· αργοψιθύρισε ο Περαχώρας.
+
+ — Τι άχαρος που είνε τώρα ο κήπος! είπε με θλίψη του ο Αλαμάνος.
+Πάω να την ιδώ από κοντά. Ερχόστε;
+
+ — Βέβαια· είπαν οι σοφοί, πέρνοντες τα καπέλλα τους. Δεν ερχόστε
+και σεις κ. Αριστόδημε ; Αρκετά εργασθήκαμε σήμερα. Πάμε να
+πάρουμε λίγον αέρα;
+
+ — Με συγχωρείτε, είπ' εκείνος, συντροφεύοντάς τους ως την πόρτα.
+Θα μείνω να εργασθώ ακόμα.
+
+Δεν καλόκατσε στη δουλειά του κι ακούστηκαν έξω οι φωνές των δύο
+νέων να τραγουδάν δυνατά :
+
+ Εγώ γεννήθηκα για σε, γεννήθηκες για μένα,
+ Θαρθή καιρός ναδερφωθή η γλώσσα με την πέννα.
+
+Οι φωνές σαν λιανά λιανά κρούσταλλα έπεφταν και θρυμματίζονταν
+στην πόρτα του γραφείου. Θρυμματίζονταν θαρρείς από θλίψη και
+καϋμό που δεν τους άνοιγε. Μα ο Αριστόδημος έκαμε αηδίας και
+δυσπιστίας μορφασμό. Αυτό μας έλειπε! Ας τον χαίρετε τώρα η
+μαννούλα του.
+
+Πήγε βιαστικά και σφάλισε το παράθυρο του κήπου. Δεν ήθελε ν'
+ακούη φωνές. Τα γέλοια τον δυσαρεστούσαν η χαρά τον επείραξε.
+Πίστευε πως ο έξω κόσμος δεν κάνει άλλο παρά να ξελογιάζη τον
+άνθρωπο. Όταν είχε ανοιχτά τα παράθυρά του, ωρμούσεν η ζωή απέξω
+σαν Σατανάς κ' εσκόρπιζε το εγώ του μαζί με τη σκόνη του τραπεζού
+πέρα δώθε. Και τότε ένοιωθε τον εαυτό του τιποτένιον, άδειον, όπως
+ένα γυαλί που έχασε το μύρο του. Για τούτο σαν ήθελε να εργασθή
+σφιχτοσφαλούσε τα παράθυρά του για να κρατήση αναγκαστικά την ψυχή
+μέσα του. Μόλις όμως έκλεισε κ' ενώ ακόμα εμουρμούριζε για το
+τραγούδι των νέων, έτριξε η πόρτα του διπλανού δωματίου κ' εφάνηκε
+η μάννα του. Ψηλόκορμη κι απλά ντυμένη, με στάση και βάδισμα
+περήφανο, θύμιζε τις παλιές αρχόντισσες ή της άτυχες βασίλισσες
+των παραμυθιών. Όλα της έδειχναν πως κρατούσε από αρχοντόσπιτο και
+πως ήταν παράμορφη στα νιάτα της. Έδειχναν όμως ακόμα πως πέρασε
+πολλές συφορές κ' ήπιε πολλά φαρμάκια.
+
+ — Πάλε θυμωμένος είσαι; ερώτησε συμπαθητικά το γιο της.
+
+ — Όχι, μητέρα· δεν είμαι θυμωμένος· είπε ο Αριστόδημος, βιάζοντας
+τον εαυτό του να χαμογελάση. Να, για το γιόκα σου έλεγα· δε μπορεί
+να ησυχάση καθόλου. Όλο παιγνίδια και τρεχάματα.
+
+ — Ε, παιδί είνε ακόμα· είπε η κυρά Πανώρια· θάρθ' η ώρα του να
+κάτση να συλλογιστή κι αυτός.
+
+ — Παιδί; τώρα πίσω — πίσω παιδί; Άντρας εικοσιδυό χρονών και θα
+μου τον πης παιδί!
+
+ — Όχι δα και συ εικοσιδυό χρονών! κοντεύεις να τον κάμης γέρο από
+τώρα! Το σαραντάημερο θα κλείση τα είκοσι.
+
+ — Ας είνε και είκοσι. Τώρα τα παιδιά στα δεκαπέντε παύουν να είνε
+παιδιά· τρέφουν φαμελιές. Κι αυτός δεν ξέρει ακόμα τα τρία κακά
+της Μοίρας του.
+
+ — Όχι, μην το λες, είπε η γριά. Μην το λες, δεν ξέρει. Και πώς
+σπέρνουν έμαθε και πώς φυτεύουν και πώς τρυγάνε και πώς θερίζουν,
+ναι. Όλες τις δουλειές του κόσμου τις ξέρει.
+
+ — Αυτά δε χρειάζονται· δεν είνε για τη θέση του. Να, εδώ είνε η
+δουλειά του. Να πάρη να διαβάση, να φωτισθή· να μάθη πώς ήταν μια
+φορά οι δικοί μας.
+
+ — Καλήτερα, λέω, να μάθη πώς είμαστε σήμερα. Τι θα βγη με τα
+περασμένα; Αν έκαν' έτσι ο πατέρας σου, δε θα είχαμε σήμερα τούτη
+την τρυπούλα. Κ' έπειτα να σου ειπώ· επρόσθεσε μαλακώτερα· καλά
+είσαι συ στα βιβλία. Ας το το παιδί να πάρη το δρόμο του. Δε
+μπορεί να γίνουμε όλοι σοφοί!
+
+ — Καλά, μητέρα, καλά· είπε ο Αριστόδημος, σηκώνοντας μ' αδιαφορία
+τους ώμους του· ας γίνη ό,τι θες. Κάμε τον ζευγά, κάμε τον βαλμά,
+κάμε τον τσαγκάρη ακόμα. Ώμορφο πράμα, αλήθεια, ένας Ευμορφόπουλος
+να μπαλώνη παπούτσια.
+
+Η κυρά Πανώρια εσούφρωσε αυστηρά τα φρύδια της και τον κύτταξε
+κατάματα. Το χασκόγελό του της φαινόταν ανυπόφορο.
+
+ — Κ' ένας καλός μπαλωματής, παιδί μου, είπε αργά και σοβαρά,
+μπορεί να τιμήση τ' όνομά του όπως κ' ένας σοφός. Ατιμία δεν είνε
+η ταπεινή τέχνη· είνε να μην ξέρης να δουλέψης την τέχνη σου...
+Μα τι τα θες αυτά; επρόσθεσε με δυσάρεστο μορφασμό. Εσύ τώρα είσαι
+στο πόδι του πατέρα σου κι ό,τι θέλεις θα γένη. Εγώ άλλη κουβέντα
+ήρθα να σου κάμω κι αλλού πέσαμε.
+
+ — Λέγε, μητέρα· σ' ακούω. Μα στην ψυχή του πατέρα μου σ' ορκίζω
+πρώτα. Μη μου ειπής για κείνον τον τιποτένιο το Θεομίσητο. Ήρθε
+πριν ο Δημητράκης και μου 'καμε το κεφάλι μου κουδούνι. Είπε —
+είπε, κόντεψε να τον κάμη ήρωα το χοιροβοσκό· δε θέλω ν' ακούσω
+άλλο.
+
+ — Καλά· δε θα σου μιλήσω γι' αυτόν είπε υπομονητικά η γριά. Ήρθαν
+οι κολλήγοι μας και θέλουν να μιλήσετε για τα χωράφια. Άλλες
+χρονιές σαν τώρα τάχε μοιρασμένα ο γέρος και δούλευαν μέσα. Ο
+Κουτρουμπής λέει πως πέσανε βροχές και θάχουμε καλά γεννήματα
+εφέτο.
+
+ — Ουφ! κ' εκείνος· είπε ο Αριστόδημος· δε θα μ' αφήση ήσυχο επί
+τέλους! Τι με μέλλει εμένα για χωράφια και γεννήματα! Εγώ δε θέλω
+να ξέρω άλλο από τα βιβλία μου. Τ' ακούς; Τίποτ' άλλο από τα
+βιβλία μου!..
+
+Η κυρά Πανώρια εκούνησε το κεφάλι απελπισμένα. Χωρίς να το θέλη,
+άρχιζε κ' εκείνη ν' ανησυχή για το δρόμο που ακολουθούσε ο
+πρωτότοκός της. Από την ημέρα που πέθανε ο γέρος καμιά προκοπή δεν
+είδε στην υπόθεση τους. Μάλιστα στο χειρότερο πήγαινε. Ο
+Αριστόδημος περιοριζόταν στα λόγια: θα κάμη τούτο, θα κάμη εκείνο.
+Στις βρισές: τον αχρείο, το Χαγάνο· τον κακούργο· τον αιμοβόρο·
+θα τον διώξη με τις κλωτσές· θα τον στείλη πίσω στην Κόκκινη
+Μηλιά· θα του πιη το αίμα! Μα να δουλέψη για το σκοπό του, να
+ιδρώση, να ετοιμαστή, τίποτα. Η κυρά Πανώρια σηκώθηκε να φύγη.
+
+ — Στάσου, μητέρα· γιατί φεύγεις; τη ρώτησε ανήσυχος.
+
+ — Τι να κάμω, παιδί μου· αποκρίθηκε μελαγχολικά εκείνη. Εγώ ήρθα
+να σου μιλήσω για τη δουλειά μας και συ μου λες για βιβλία. Δε σε
+μέλλει, λες, για τα χωράφια. Καλά το λοιπόν ας τα χέρσα! Μη θαν τα
+πάρω μαζί μου; δικά σας είνε. Μα θλίβουμε που ίδρωσε ο μακαρίτης
+να τα βγάλη από του λύκου το στόμα, και να τα ημερέψη. Τώρα θα
+πέσουνε πάλε στη χερσάδα. Αντί ν' ανοίξουμε κι άλλα, θα χάσουμε κ'
+εκείνα....
+
+Δυο δάκρυα έτρεμαν στα μάτια της κυρά Πανώριας. Ο Αριστόδημος είδε
+την κακή εντύπωση που έκαμαν τα λόγια του κ' ηθέλησε να τα
+μετριάση.
+
+ — Καλέ, μητέρα, μην κάνεις έτσι. Δεν είπα εγώ να τ' αφήσουμε
+χέρσα. Θαν τα δουλέψουμε. Τον ίδιο σκοπό έχω κ' εγώ· τις ίδιες
+ελπίδες. Μη δεν είμαι παιδί του πατέρα μου; Θαν τα δουλέψουμε τα
+χωράφια· μα θαν τα δουλέψουμε αλλοιώς. Άλλος καιρός τότε άλλος
+τώρα. Για τούτο κ' εγώ θα πάρω άλλο δρόμο. Δε θαν τα οργώσω τα
+χωράφια εφέτος· θαν τα σκάψω.
+
+ — Θα φυτέψης αμπέλι; τον έκοψε η κυρά Πανώρια.
+
+ — Όχι· θα ξερριζώσω κ' εκείνο το λίγο. Τον κήπο, το περβόλι, τα
+χωράφια, όλα θα βάλω ναν τα σκάψουν.
+
+ — Τι λες, παιδί μου!
+
+ — Μη φοβάσαι, μητέρα, και μη λυπάσαι. Μην κάνεις κ' εσύ σαν τους
+ανίδεους και σαν τον αδερφό μου. Τ' αγαθά τα δικά μας δεν είν'
+απάν' από τη γη — ξέρε το· είνε μέσα της. Τα φύλαξε καιρούς και
+χρόνους για να τα βρούμε μεις. Και τι χαρά, μητέρα· τι δόξα μας
+άμα βγούνε πάλε στου ήλιου το φως! Οι ξένοι τόσο θα θαμπωθούν, που
+μόνοι τους θα μας δώσουν την πατρογονική κληρονομιά μας....
+
+ — Ω! δυστυχία μας! έβγαλε δυνατή φωνή η κυρά Πανώρια.
+
+Και πιάνοντας το κεφάλι με τα δυο της χέρια, έτρεξε στην πόρτα,
+βγήκε από το δωμάτιο, κράζοντας με όλη της τη δύναμη, σα να
+ζητούσε βοήθεια·
+
+ — Δημητράκη, Δημητράκη! χαθήκαμε!
+
+
+
+Γ'
+
+
+
+Ο Άλταης ο Χαγάνος ξύπνησε τ' απομεσήμερο με πολλή κακή διάθεση.
+Θα ειπής και τις άλλες μέρες δεν ήταν καλήτερα. Από την ώρα που το
+δολοφόνο ψαλίδι άνοιξε τις φλέβες του θείου του και οι παλαβές
+πράξες του αδερφού του τον έβαλαν κορώνα στη γενιά του, γλυκειά
+στιγμή δε γνώρισε ως σήμερα. Η ζηλεμένη του θέση έγινε βάσανό του.
+Τις αμαρτίες των προγόνων του τις σύναζε, λες, η τύχη στο σακκούλι
+της και τώρα τις έρριχνε σα μυλόπετρες στο κεφάλι του. Δεν ήταν
+μέρα χωρίς συφορά και νύχτα χωρίς εφιάλτη. Μα σαν τόνειρο το
+σημερινό να πάη και να μην έρθη. Είδε, λέει, τον εαυτό του στη
+θέση του προπάππου του, του Οσμάν. Είχε τα νιάτα και την
+κορμοστασιά του, την αδάμαστη τόλμη και το πλατύ όνειρό του. Κ'
+ήταν ερωτεμένος, δυνατά ερωτεμένος με τη γλυκεία τη Μαλχατούν.
+Κοιμώτανε πλάι στον Εδεβαλή, τον πατέρα της ποθητής του. Άξαφνα
+βλέπει το φεγγάρι να βγαίνη σα δρεπάνι ολοκαίνουργο από τα στήθια
+του Σέχη και να χώνεται μ' ορμή στα δικά του. Ο πόθος του
+δροσίστηκε πάραυτα. Και μ' εκείνη τη δροσιά ένα δέντρο εφύτρωσε.
+Έβγαλε φύλλα, έβγαλε κλαδιά και παρακλάδια, σκέπασε σαν ουρανός
+κάμπους και θάλασσες, χώρες και χωριά, βουνά και ποτάμια. Λαοί
+διάφοροι στα ήθη και στη γλώσσα ισκιάζονταν από κάτω του, σαν
+φοβισμένα πρόβατα στο λιόκαυτο δειλινό. Ο Χαγάνος χαιρότανε διπλή
+χαρά. Είχε στην αγκαλιά του την κόρη, είχε και τη δόξα της γενιάς
+του ασφαλισμένη. Δεν εβάσταξε όμως και πολύ η χαρά του. Ένας
+σίφουνας εφύσηξε ξαφνικά κ' έδειρε το θεώρατο δέντρο απ' όλες τις
+μεριές. Ένα με τ' άλλο τσακίζονταν τα κλωνιά του· ένα με τ' άλλο
+έπεφταν μαραμμένα τα φύλλα του κι ο ίδιος ο κορμός του κόντευε να
+ξερριζωθή. Σήκωσε τα χέρια ψηλά για να τον κρατήση. Μα την ίδια
+στιγμή πρόβαλε από κάπου ένας χοντροκαμωμένος χωριάτης, με φοβερό
+πριόνι στο χέρι του. Τον χαιρέτησε χαμογελώντας κι άρχισε να
+πριονίζη έρριζα το δέντρο. Πριόνιζε δυνατά, γοργά κι ακούραστα.
+Πριόνιζε και χωράτευε, πριόνιζε και χασκογελούσε, πριόνιζε και
+τραγούδαε βάρβαρα μα νικητήρια τραγούδια. Ο Χαγάνος πονούσε·
+μάτωναν τα φυλλοκάρδια του, κρύος ίδρωτας έλουζε το κορμί του.
+Θέλησε να τιναχτή ολόρθος και να χυθή απάνω στο χωριάτη για να του
+στρήψη το καρύδι. Μα δεν είχε δύναμη. Τα νιάτα, η κορμοστασιά κ' η
+δυνατή ψυχή του προπάππου του πέσανε χόβολη. Ήταν ατός του
+σαραβαλιασμένος κι ανήμπορος. Κ' έτσι όμως κατώρθωσε να σηκωθη κ'
+ετοιμάστηκε να τιμωρήση τον αδικητή του. Μα την ίδια στιγμή χύμησε
+μιαν αρκούδα στη μέση. Γούρλωσε τα μάτια της, άνοιξε το
+αιματοστάλαχτο στόμα της κ' έβγαλε τρανταχτό ούρλιασμα.
+
+Από κείνο το ούρλιασμα ξύπνησε ο Χαγάνος χλωμός και παγωμένος. Ώρα
+πέρασε και δε μπορεί να συνέρθη ακόμα. Ξέρει καλά πως τ' όνειρο
+δεν είνε πολύ μακρυά απ' την αλήθεια. Τα πράματα της γενιάς του
+πάνε και πάνε απ' το κακό στο χειρότερο. Εδώ κ' ένα μήνα σκοτώθηκε
+ο πρωτότοκός του απάνω στο φαγοπότι. Τ' άλλα του παιδιά
+σερνικοθήλυκα, βγήκαν του σκοινιού και του παλουκιού. Δεν ήταν και
+λίγα· κάπου δεκαφτά. Κανένα όμως δεν άξιζε. Χαροκόποι, σπάταλοι,
+μεθυστάδες, αφιλότιμοι τα σερνικά. Διαστρεμμένα, ερωτάρικα,
+ξετσίπωτα τα κορίτσα. Το αίμα το παλιό που μιαν εποχή έσπρωχνε στη
+νίκη και στη δόξα τα σιδερένια σώματα, με τον καιρό κατάντησε να
+τα ρίχνη στην καταστροφή. Έτσι και το δυνατό κρασί άλλους μεθά κι
+αποκαρώνει κι άλλων ξυπνά τους πόθους και τη δράση. Η δύναμή τους
+κατάντησε αρρώστια τους.
+
+Αφού τα παιδιά του βγήκαν τόσο κακά, ήταν φυσικό τα οικονομικά του
+να πηγαίνουν χειρότερα. Εκεί που έναν καιρό άνθιζε και
+καρποβολούσε το απέραντο μετόχι του Ευμορφόπουλου, σήμερα δεν
+απλώνεται παρά μια Σαχάρα. Η γη χρόνον το χρόνο γκαστρώνεται κι
+απορρίχνει, απορρίχνει και γκαστρώνεται· δε βγάζει πια στο φως
+παρά ζιζάνια. Έλειψε πάει ο ερωτόθυμος γαμπρός που θ' αναδείξη
+τροφαντά μ' ένα σφιχταγκάλιασμα τα σπλάχνα της. Ούτε ζευγάς, ούτε
+βουκόλος, ούτε αμπελουργός φαίνεται πουθενά. Τα δάση κάηκαν είτε
+ξεράθηκαν. Τα ποτάμια γίνηκαν νεροσυρμές και τα ρυάκια στράτες.
+Αγρίεψαν τα ήμερα δέντρα και οι καρποί τους γίνηκαν στυφοί και
+λιγοστοί. Τ' αμπέλια κατάντησαν αδιάβατα· ρίχνει το κλήμα πέρα
+δώθε τις βέργες του με θυμό, σα να οχτρεύεται τον εαυτό του. Ούτε
+κουδουνολάσι, ούτε φλογέρα λαλεί στα βοσκοτόπια· τρύγος —
+τραγούδι όχι στ' αμπέλια· θεοί — νεράιδες ούτε στα νερά. Περνάς
+τον κάμπο, σα να περνάς το θάλαμο νεκρού. Και κάτω στ'
+αγριοχόρταρα, στις πατουλιές και στους βάλτους οχιές κι αστρίτες
+βατεύονται, δεντρογαλιές γεννοβολούν, γήταυροι βογγούν, στοιχειά
+μαλώνουν. Κ' είνε μια θλίψη και μια κατάρα ολούθε.
+
+Το σπίτι του Χαγάνου ήταν σε μιαν όμορφη ακροποταμιά. Τα χαλάσματα
+που ξεχρέωσε ο Αντρέας ο Ευμορφόπουλος δεν ήταν παρά το πρώτο —
+πρώτο σπίτι των προγόνων του. Αργότερα σαν η φαμελιά του δυνάμωσε
+και βασίλεψαν πλατύτερα και πιο συνθετικά ιδανικά στο νου της,
+πήγε κ' έχτισε στην ακροποταμιά. Τρία ποτάμια έσμιγαν εδώ τα νερά
+τους. Έφερναν και τα τρία στους ευτυχισμένους κατοίκους της τα
+πλούτη των παραμυθιών. Σαν πιστοί και καλόβουλοι δουλευτάδες,
+μάλωναν και τα τρία ποιο να πρωτοθησαυρίση τον αφέντη του.
+Κυλούσανε τροφή για το τραπέζι του, πολύτιμα πετράδια για το
+ρουχισμό του, χρυσάφι και ασήμι για το νοικοκυριό· ξυλεία για τις
+χρείες του. Μα με τον καιρό οκνέψανε κ' εκείνα. Βαρέθηκαν να
+δουλεύουν άμυαλο και άδουλον αφέντη. Στράγγιξαν τα νερά τους,
+στέρεψαν τα πλούτη τους. Οπωσδήποτε το σπίτι έγινε. Είπα σπίτι ενώ
+μπορούσα να το ειπώ παλάτι. Τόσο είνε μεγάλο και πλατύ και
+καλοχτισμένο! Κάθε Ευμορφόπουλος πριν και κάθε Χαγάνος κατόπιν,
+επρόσθετε κ' ένα χτίριο για τις ανάγκες της φαμελιάς ή και για
+ιδιοτροπία του. Κ' έκανε το χτίριο κατά το γούστο το δικό του και
+της εποχής του. Για τούτο σμίγουνε και μπερδεύονται απάνω του όλα
+τα σχέδια. Βλέπεις στοές αλλού κι άλλου κολώνες, τρίγλυφα,
+μετόπες, αετώματα. Εδώ ρυθμό Δωρικό, Ιωνικό παρέκει, παραπέρα
+μιξοβάρβαρο. Αγάλματα θεών, αντριάντες ηρώων, προτομές σοφών,
+κάθονται βαρειά εμπρός στα σκαλοπάτια του παλατιού ή λάμπουν σαν
+αχτίνες κάτου από τις πρασινάδες του κήπου. Όταν το πρωτόχτισαν οι
+Ευμορφόπουλοι σύναξαν από το παλιό κάθε μαρμαρένιο και χρυσό και
+προύτζινο στολίδι που ικανοποιούσε την καλαισθησία και την
+ξυππασιά τους. Αργότερα που ήρθαν οι Χαγάνοι, επρόσθεσαν σ' εκείνα
+τις αδυναμίες τις δικές τους. Σκόρπισαν ολούθε με ανοιχτή καρδιά
+την πολυτέλεια, την επίδειξη, τα φανταχτερά και χτυπητά χρώματα.
+Πήραν να ειπούμε μιαν απλή ελληνοπούλα και της φόρτωσαν τ'
+ασημοχρύσαφα και τα γουναρικά μιανής ανατολίτισσας. Το
+βαρυφορτωμένο κορμί ασχήμηνε βέβαια. Μα το καλογραμμένο πρόσωπο κ'
+η χάρη της ψυχής
+δείχνονται στη στάση και σε κάθε κίνημά της. Έτσι και κάτω από των
+Χαγάνων τα στολίδια πετιέται ακόμα ίσα στην ψυχή, όπως το άρωμα
+αόρατου λουλουδιού, η ασύγκριτη τέχνη της παλιάς οικοδομής! Αν
+θέλτε κι ο καιρός που πέρασε — πολύς, πάρα πολύς ωιμένα! — κ' η
+ερμιά που το καταδίκασαν, περνά απάνω του χωρίς να τ' ασχημίση.
+Του δίνει μάλιστα κάποια μελαγχολική χάρη· το κάνει σεβαστό κι
+αγαπημένο όπως το λιβάνι κ' η καταστροφή τα εικονίσματα. Καθένας
+που διαβαίνει από κοντά του, δεν πιστεύει πως πλησιάζει σε σπίτι
+παρά σε ναό. Και για τούτο σαν ακούση τ' άσεμνα ξεφωνητά, τα
+πρόστυχα τραγούδια και τα κρασόβολα γέλοια, φεύγει γοργά και με
+σταυροκοπήματα. Δε μπορεί να νοιώση πώς γίνεται σ' ένα πανώριο
+σώμα να κατοική τόσο ξετσίπωτη ψυχή. Και όμως γίνεται, γέροντά
+μου, γίνεται. Και θα γίνεται όσο βαστάει ο κόσμος....
+
+Σ' αυτό λοιπόν το σπίτι βρίσκεται σήμερα ο Άλταης ο Χαγάνος και
+βρίσκεται σε κακή διάθεση. Όχι σ' όλο το σπίτι παρά σ' ένα
+δωμάτιο. Απόξω φαίνεται γερό· μέσα όμως είνε χάλασμα το
+περισσότερο. Τα καλήτερα χωρίσματά του είνε ακατοίκητα. Μεγάλοι
+ποντικοί αφεντεύουν ολούθε. Βαρβάτοι ποντικοί κι αράχνες μεγάλες
+και υπομονητικά σαράκια στήσανε το λημέρι τους ανόχλητα. Οι
+ανυφαντήδες δουλεύουν — δουλεύουνε αργά και ταπεινά, με τον κακό
+σκοπό να πιάσουνε τη μύγα που θα περάση ανυποψίαστη. Ο σάρακας
+τρυπάει — τρυπά το πατερό, με την αλύγιστη μυτίτσα του και δεν
+έχει άλλη φροντίδα παρά την παλιοκοιλιά του. Οι ποντικοί σκάβουν —
+σκάβουνε τα γέρικα θεμέλια, γεννοβολούν και σκάβουνε τους τοίχους,
+χωρίς να σκεφτούν πως αύριο θα πέση απάνω τους το χτίριο. Κ' η
+τροξαλίδα κρυμμένη κάπου, λαλεί το τραγούδι της νυχτόημερα, το
+μονότονο τραγούδι της, τρι — τρι — τρι — τρι, στο χαλασμό και το
+θάνατο χαιράμενη: — Φάτε — φάτε το ρημάδι, κουτοπόνηροι· σαν αύριο
+χαθή πού θα πάτε να ζήστε· πού θα πάτε; — Σ' άλλο ρημάδι! σ'άλλο
+ρημάδι!...
+
+Ίδια στο απέραντο χτήμα, ίδια στο πλατύχωρο παλάτι του ο Χαγάνος.
+Περιορίστηκε και στα δυο σε μιαν άκρη, από στενοκεφαλιά κι από
+κακογνωμιά της γενιάς του. Το καταλαβαίνει και το παραδέχεται
+μόνος του. Μα τι ωφελεί; Τώρα ξαπλωμένος στο ταπητοστρωμένο
+ντιβάνι του, ρουφά το ναργιλέ του, σα να ρουφά το αίμα των εχτρών
+του. Έτσι δείχνει το μελαχροινό και στρίγγλικο πρόσωπό του. Μα το
+πλατύ του μέτωπο το δέρνουν από μέσα χίλιοι μύριοι στοχασμοί·
+Μαύρες σκέψες φωλιάζουν στο κρανίο του, σαν καρακάξες στην κουφάλα
+του ξέρακα. Έχει και τούτος μεγάλη εντολή στον κόσμο. Ίσος είνε
+στην τύχη με τον Αριστόδημο, αν και δεν είνε στη θέση του. Εκείνος
+θέλει να πάρη το πατρικό του· τούτος να κρατήση το πατρικοδοσμένο.
+Μα λίγο λίγο φεύγει από τα χέρια του. Και όμως θέλει και πρέπει να
+το κρατήση. Είνε μεγάλο κατόρθωμα. Ένας πρόγονος του Ευμορφόπουλου
+το είπε τόσο δυνατά και τόσο μεγαλόπρεπα σ' ένα του λόγο Επιτάφιο.
+«Εκείνο που μας άφησαν οι παππούδες μας, είπε, δεν το χάσαμε παρά
+το μεγαλώσαμε κι όλας». Τι ευτυχισμένοι άνθρωποι αληθινά! Εκείνος
+που είνε σε θέση να το ειπή κ' εκείνοι που μπορούνε να τ'
+ακούσουνε χωρίς απιστιά. Τι δε θάδινε να μπορούσε να το ειπή και
+τούτος! Τα πλούτη του, τη θέση του, τη ζωή του, την ψυχή που θα
+παραδώση στο Γιαραμπή. Όλα τα δίνει· μα δεν ωφελούν τίποτα. Πάει
+τ' ασλάνι πώδενε μια φορά με την ουρά του γη και θάλασσα. Τώρα
+ημέρεψε και δεν το ψηφά κανείς. Χίλιοι το πολεμούν μύριοι το
+μάχονται. Κρυφά και φανερά το πολεμούν. Με ξύλα, με λιθάρια, με
+σπαθιά και με βρόχια. Το σπρώχνουν αποδώ, αποκεί το πληγώνουν.
+Είνε ξένο στο χωριό· ξένο στη ζωή και στο ξεφάντωμα. Φεύγα! του
+φωνάζουν κ' οι πέτρες.
+
+ — Όχι· δε φεύγω! βρυχήθηκε άξαφνα ο Χαγάνος.
+
+Έρριξε πέρα το μαρκούτσι και πήδησε ολόρθος· τον έπνιξε το δίκιο
+κ' η αδυναμία του. Άρχισε βιαστικά να δρασκελάη απ' άκρη σ' άκρη
+το δωμάτιο. Πάταε κ' έτριζε το πάτωμα, βούλιαζαν τα σανίδια.
+Τούρχεται σαν τρέλλα. Το στήθος του βαραίνει και του δυσκολεύει
+τον ανασασμό. Πλησίασε σ' ένα παράθυρο, τ' άνοιξε κ' έρριξε τις
+ματιές του έξω, στο δικό του και στα γειτονικά χτήματα.
+
+ — Τι κάνει εκεί κάτω αυτός ο παλαβός! εμουρμούρισε άξαφνα.
+
+Χαμόγελο λυπητερό φάνηκε στα χείλη του, σα να ξέχασε τη στενοχώρια
+του. Ακκούμπησε στο παράθυρο και προσηλώθηκε όξω. Κύτταξε αντίκρυ
+του το μικρούτσικο μετόχι του Ευμορφόπουλου. Δεν ήταν βέβαια ποτέ
+καλοδουλεμένο και πλούσιο σ' αποδοσίδια. Η γη του δώσε — δώσε τον
+παλιόν καιρό, φαινόταν κουρασμένη. Οπωσδήποτε στην ορμητική θέληση
+του Αντρέα του Ευμορφόπουλου άρχισε πάλε να υπόσχεται πολλά. Τα
+φύτρα και τα φύλλα έδειχναν νέα ζωή. Μα τώρα φαινόταν κουρνιαχτός.
+Πολλοί αργάτες πηγαινορχόνταν εκεί μέσα. Άλλοι με αξίνες, άλλοι με
+τσεκούρια, με δρεπάνια, με λοστούς, με δυναμίτη. Θέριζαν τα
+γεννήματα, ξερρίζωναν τα δεντρικά, χάλαγαν τους ποτισώνες·
+άνοιγαν χαντάκια και κοσκίνιζαν χώματα. Όπου ριζιμιά πέτρα
+φουρνέλο· όπου χτίριο γκρέμισμα. Ένα μίσος άσπονδο έφερνε γύρω το
+χτήμα, ξεχώνιαζε τη γη κι αφάνιζε τα βλαστάρια της.
+
+ — Τι οργή θεού! είπε ο Χαγάνος μ' απορία. Μην είν' ο Θεομίσητος
+κι άρχισε πάλε τα συνηθισμένα του.
+
+Ήξερε την αμάχη που χώριζε παλαιούθε τους Θεομίσητους με τους
+Μορφόπουλους. Πριν ακόμα καταιβούν οι δικοί του σε τούτα τα
+χώματα, οι Θεομίσητοι σαν όρνια λιμασμένα είχαν αφανίσει τον τόπο.
+Μεγάλη τους ήταν η απονιά και μεγαλείτερη η αχορταγιά τους.
+Έκαιγαν για να κάψουν, σκότωναν για να σκοτώσουν κι απάνω στη
+στάχτη της πυρκαγιάς και στα θύματα του φονικού, χόρευαν
+τραγουδώντας μαγικούς σκοπούς σαν δαιμόνια. Αλήθεια ήρθε καιρός
+που πλήρωσαν την απονιά τους από τα χέρια των Ευμορφόπουλων. Όχι
+όμως όσο τους έπρεπε. Οι πάπποι του Αριστόδημου εφάνηκαν πολλές
+φορές παλληκάρια· μα δεν είχαν φυσικό τους και την εκδίκηση. Οι
+Θεομίσητοι λούφαξαν από τότε· δεν ξέχασαν όμως τις κακίες τους.
+Μέσα στην ψυχή τους ήταν άσβυστα ζωγραφισμένη η έρμη κι ασβολωμένη
+πατρίδα τους· και για να ευχαριστηθούν έπρεπε να κάμουν
+απαράλλαχτο μ' εκείνη τον κόσμο.
+
+Ο Χαγάνος χτύπησε τα παλαμάκια δυνατά. Δεν τους αγαπούσε τους
+Ευμορφόπουλους· τους μισούσε μάλιστα. Τον λύπησε όμως το θέαμα.
+Τέτοιος ήταν από φυσικό του ο Χαγάνος. Τη ζωή του άνθρωπου δεν την
+είχε για τίποτα. Χάλαε και χάλαε καθημερνά και ποτέ δε μετάνοιωνε.
+Μα η καταστροφή μιας φυτιάς τον έρριχνε σε μελαγχολία. Είναι
+αλήθεια πως ο ίδιος έκαψε κι αφάνησε λόγγους και δάση από την ώρα
+που τον έστειλε η Μοίρα, κακή πληγή, στους Ευμορφόπουλους. Δεν το
+έκανε όμως χωρίς ανάγκη. Το έκανε για να πολεμήση τον άνθρωπο. Τη
+ζωή, την αληθινή και άδολη ζωή, την εύρισκε, θαρρείς, μόνο στη
+φύση και ποτέ στον άνθρωπο. Κ' εκεί τη σεβότανε. Ποιος ξέρει αν
+είχε άδικο ; Λυπότανε τώρα τα στάχυα που θερίζονταν άπλερα, τα
+δέντρα που πέθαιναν απάνω στο θυμό τους, τα πωρικά που κόβονταν
+πριν ωριμάσουν. Πονούσε καθετί που είχε ζωή και σκοπό και χανότανε
+άσκοπα μ' ένα χτύπημα της αξίνας. Κ' ηθέλησε να στείλη γρήγορα
+στον Αριστόδημο, μήπως προφτάση και μποδίση την καταστροφή.
+
+Ο δούλος στεκότανε πίσω από τον αφέντη του, έτοιμος να
+γκρεμοτσακίση και να γκρεμοτσακιστή στην προσταγή του.
+
+ — Φέρε μου πρώτα το κιάλι· είπε ο Χαγάνος χωρίς να τον ιδή.
+
+Είπε — ξείπε ήρθε το κιάλι στο χέρι του. Το άρμοσε στα μάτια,
+κύτταξε καλά ζερβόδεξα· το κατέβασε. Θυμός ήταν ζωγραφισμένος στο
+πρόσωπό του.
+
+ — Τον έφαγαν οι καλαμαράδες! είπε συλλογισμένος.
+
+Είχε ιδεί τον Αριστόδημο, ίδιο τον Αριστόδημο να παραστέκη και να
+προστάζη όλη εκείνη την αργατειά. Φορούσε μια πλατύγυρη ψάθα στο
+κεφάλι και χρωματιστά ματογυάλια στη μύτη του. Ήταν ακούρευτος κι
+αχτένιστος· φορούσε πρόστυχα και μισοτριμμένα ρούχα κ' ένα
+πουκάμισο αλατζένιο, μαύρο από τον ίδρωτα και τη σκόνη. Κοντά του
+είδε τους σοφούς· τον Αλαμάνο, το Γκενεβέζο και τον Περαχώρα. Τους
+γνώρισε αμέσως γιατί πολλές φορές επήγαν να ζητήσουν κι απ' αυτόν
+παλιά χερόγραφα και βιβλία. Είχαν κ' οι δικοί του πρόγονοι τέτοια.
+Βέβαια δεν ήταν όμοια με τα βιβλία του Ευμορφόπουλου· σοφία δε
+μοίραζαν. Μα είχαν τη γλύκα τη μελένια και τον ολόθερμο χυμό και
+το βαρύ άρωμα που τους έδωκε ο φοβερός ήλιος κ' η αναμμένη
+αμμουδιά της πατρίδας τους. Γιατί εσπάρθηκαν στην έρημο, εκεί
+γεννήθηκαν κι ανατράφηκαν εκεί, μέσα στα καραβάνια των
+προσκυνητάδων, στους κοφτερούς δρόμους της Μέκκας και της Μεδινάς,
+ανάμεσα στης καμήλας τον πίννο και στα βελάσματα των κοπαδιών.
+Έπειτα ταξείδεψαν με τους πολεμιστάδες καταδώθε· μα δεν έχασαν
+διόλου από τη φωτιά και τη γλύκα τους, όπως οι σπόροι που
+μετατοπίζουν τα πουλάκια δε χάνουνε το είδος τους. Οι Χαγάνοι όμως
+δε σκέφτηκαν ποτέ να κερδίσουν από κείνα. Τα φύλαξαν για τα
+τραπέζια τους, για τους έρωτες τους και για τις λύπες τους. Όταν
+ερχόταν κίντυνος, άπλωναν ίσα στο σπαθί τους. Για τούτο ο Χαγάνος
+έδειξε στους σοφούς την πόρτα. Τώρα τους έβλεπε να παραστέκουν και
+να κεντούν με λόγια και ξεφωνητά την προθυμία του Αριστόδημου. Ο
+ίδρωτας έλουζε το στεγνό πρόσωπό του· ο ήλιος έψενε και ξενεύριζε
+το αρρωστιάρικο σώμα του. Μα εκείνος εξακολουθούσε να τρέχη εδώ κ'
+εκεί, να φωνάζη τους αργάτες, να ψαχουλεύη τα χώματα. Καμιά
+συγκίνηση δεν έδειχνε για τη ζωή που ξεψυχούσε γύρω του. Όταν όμως
+ηύρεσκε κανένα λιθαράκι, έφεγγε από χαρά. Τόπιανε απαλά και
+τρυφερά, το πάστρευε από τα χώματα, τώδειχνε στους σοφούς. Εκείνοι
+το καλοκύτταζαν, έδειχναν θαυμασμό, χαρά, έκπληξη. Φαίνονταν πως
+του λέγανε πολύ κολακευτικά λόγια. Τούτος φούσκωνε από περηφάνεια
+και με παιδιάτικη σαστιμάρα έρριχνε το ηύρεμα στον κόρφο του. Ένα
+προς ένα τα είδε ο Χαγάνος.
+
+ — Πάρ' το· είπε, γυρίζοντας το κιάλι στο δούλο του.
+
+Ο δούλος πήρε το κιάλι, προσκύνησε και γύρισε να φύγη.
+
+ — Στάσου· τον διάταξε με κίνημα του χεριού. Ξέρεις να μου ειπής
+τι γίνεται στο χτήμα του Μορφόπουλου;
+
+ — Ξέρω· αποκρίθηκε ο δούλος, φέρνοντας το χέρι στο μέτωπό του.
+
+ — Λέγε.
+
+ — Ανασκαφές, αφέντη· κάνει ανασκαφές. Είνε μια βδομάδα τώρα που
+δεν άφηκε φύτρο εκεί μέσα.
+
+ — Γιατί;
+
+ — Γυρεύει, λέει, τα χτίρια των παππούδων του. Ξώδεψε ό,τι παρά
+είχε· πούλησε την περσινή σοδειά· δανείστηκε κι άλλα με τόκο από
+τον Κουρδουκέφαλο, το γείτονά μας. Και τα ρίχνει όλα κει μέσα.
+Άκουσα μάλιστα προχτές τον Κουρδουκέφαλο πώκλαιγε τα χρήματά του!
+«Μωρ' α δεν του πουλήσω σ' ένα μήνα το χτήμα, να τον έχω αντίδικο!
+έλεγε.
+
+ — Μπρε! έκαμε ο Χαγάνος, με φανερή συγκίνηση.
+
+ — Το τι έγινε σήμερα το μεσημέρι εκεί κάτω δε μολογιέται, αφέντη·
+εξακολούθησε ο δούλος. Το είδα και με πήρανε τα δάκρυα. — Και
+ξέρεις, αφέντη, πως δεν είμαι από κείνους που δακρύζουν εύκολα. Μα
+κι' η αφεντιά σου να ήταν εκεί, το ίδιο θάκανε.
+
+ — Εγώ; ποτέ! είπε ο Χαγάνος σουφρώνοντας τα φρύδια. Μα τι έγινε;
+
+ — Θυμάσαι το μεγάλο δέντρο που ήταν δίπλα στο καλυβάκι του γέρου;
+
+ — Τον πλάτανο λες;
+
+ — Ναι· τον πλάτανο, που δεν έφταναν να τον αγκαλιάσουν οχτώ
+ανθρώποι. Θέλησε να τον ξερριζώση κι εκείνον. Η μάννα του κι ο
+αδερφός του τώλεγαν «μη!». Η κυρά Πανώρια τον παρακαλούσε με
+δάκρυα στα μάτια. — Τι σου κάνει; τώλεγε· τι σου κάνει; λυπήσου
+τον. — Όχι! εκείνος· ποιος ξέρει τι θησαυρούς κρύβει στις ρίζες
+του. Όχι τον πλάτανο μα και το σπίτι αν χρειαστή θα το γκρεμίσω κι
+εκείνο· έλεγε.
+
+ — Ας τονε, μωρέ παιδί μου, νάχης την ευκή του Θεού· παρακαλούσε η
+γριά. Μας ρίχνει τον ίσκιο του το καλοκαίρι· μας χαρίζει δροσιά.
+Εγώ στον ίσκιο του κάνω όλες μου τις δουλειές. — Ας τονε, τώλεγε
+κι' ο αδερφός του· έχει και τούτος την ιστορία του· εδώ
+αναπαύτηκαν οι παππούδες μας σα γύριζαν απ' τη δουλειά του
+Χαγάνου· στα κλαριά του κρεμάστηκαν πολλοί δικοί μας· άλλοι τον
+πότισαν με το αίμα τους, άλλοι τον έθρεψαν με τα δάκρυά τους. Είνε
+και τούτος σεβαστός όπως είνε και τα λιθάρια σου». Τίποτα εκείνος·
+δεν έβλεπε τα δάκρυα της μάννας του, δεν άκουε τα λόγια τ' αδερφού
+του παρά κύτταζε κατάματα τους σοφούς. Εκείνοι στέκονταν αμίλητοι
+παρέκει και του έγνεφαν : χάλα! Και σαν είδε πως κανένας από τους
+αργάτες δε σήκωνε χέρι, άρπαξε το τσεκούρι και ρίχτηκε λυσσασμένος
+στον πλάτανο. Γκαπ! γκοπ! γκουπ! το τσεκούρι. Μα ο πλάτανος
+βαστούσε γερά. Τότε πλησιάζει ένας από τους σοφούς, και του λέει
+σιγά· — Δε θα καταφέρης τίποτα με το τσεκούρι· ο πλάτανος θέλει
+δυναμίτη. Αμ' έπος αμ' έργον ο Αριστόδημος. Άρπαξε ένα μασσούρι
+δυναμίτη, τόρριξε στην κουφάλα του και τ' άναψε. Μάννα μου! τι
+κακό ήταν εκείνο! Ο γεροπλάτανος έβγαλε ένα βογγητό που πάγωσε το
+αίμα μου. Έπειτα έγειρε κ' έπεσε κατά γης μ' ένα βροντομάχημα, σα
+να γκρεμίστηκε βουνό. Την ίδια στιγμή είδα την κυρά Πανώρια, άσπρη
+σαν το χαρτί. Είπα πως θα πάη κι εκείνη με το γέρο πλάτανο. Μα
+βάσταξε. — Καταραμένε! φώναξε μ' όλη της την ψυχή στο γιο της· εσύ
+δεν είσαι άνθρωπος· είσαι θεριό! Κι ο Χαγάνος δε θα μας τόκανε
+τέτοιο κακό! . . . Και μαζί με το Δημητράκη φύγανε από το χτήμα·
+φύγανε κι από το σπίτι τους. Δε θέλουν να τον ξέρουνε τον
+Αριστόδημο.
+
+Ο Χαγάνος άκουσε προσεχτικά τα λόγια του δούλου του. Έπειτα έβαλε
+τα γέλοια.
+
+ — Δεν είνε για ζωή κι αυτός· εσυμπέρανε, δεν είνε για ζωή. Κρίμα
+στον πατέρα του· μα ένας ήταν κι αυτός. Οι άλλοι ξέπεσμα, ξέπεσμα!
+δε θέλει λύπηση ...
+
+ — Δε θέλει λύπηση το ξέρω, αφέντη· όπως στρώσει κανείς έτσι θα
+κοιμηθή· είπε ο δούλος. Μα να βλέπω άλλους χειρότερούς του και να
+προδεύουνε, δεν το χωνεύω.
+
+ — Ποιοι προδεύουνε ; ξαφνίστηκε ο Χαγάνος, αγριοκυττάζοντας το
+δούλο του.
+
+ — Να οι άλλοι, αφέντη. Ο Πέτρος ο Θεομίσητος, ο Μήτρος ο Γλάμης,
+ο Βασίλης ο Ζάρακας. Τι ήταν εκείνοι μπροστά στους Μορφόπουλους
+τον καιρό που έκαμε καταδώθε ο παππούς σου; Καν τίποτα· τ' όνομά
+τους καλά — καλά δεν ήξεραν. Πήρε ο παππούς τη γη τους με το
+φύσημα. Τώρα με ξένη βοήθεια πήρανε πάλε το δικό τους· και
+ριχτήκανε στη δουλειά με τα μούτρα. Να· αυτός ο Θεομίσητος κύτταξε
+αφέντη πως δουλεύει. Περβόλι τόκαμε το μετόχι του.
+
+Ο Χαγάνος δεν πήρε, άρπαξε από τα χέρια του δούλου το κιάλι, το
+άρμοσε στα μάτια του και κύτταξε για πολλή ώρα τριγύρω. Είχε δίκιο
+ο δούλος του. Τα ξένα χτήματα έζωναν με πρασινάδα το δικό του·
+πήγαιναν να το πνίξουν με το θρασομάνημά τους. Ψηλά του Βασίλη του
+Ζάρακα το χτήμα, περιμαντρωμένο με αθάνατους τον τρόμαξε. Λόγχες
+του φάνηκαν τ' αγκάθια τους· μυριάδες λόγχες, έτοιμες να
+ξεκοιλιάσουν τον κακόβουλο διαβάτη. Κι από μέσα ψήλωναν και
+θέριευαν οι φυτιές σαν αντρογυναίκες στην ώρα τους. Το ίδιο και
+στου Μήτρου του Γλάμη. Αληθινά εκεί είδε και κάποια αταξία. Τα
+πολλά δεντρικά ήταν αστόχαστα βαλμένα τόνα κοντά στο άλλο και
+μάλωναν μεταξύ τους, τρώγονταν, θαρρείς, για τον αέρα και το φως.
+Μα εκείνο που τούκαμε μεγαλήτερη εντύπωση ήταν το χτήμα του
+Θεομίσητου. Τ' ήθελες και δεν είχε μέσα! Ήμερα δέντρα για καρπούς·
+άγρια για ξύλα, για σανίδια, για πατερά. Χώρια τα όψιμα χωράφια·
+χώρια τα πρώιμα. Και όλα στοχαστικά μοιρασμένα. Άλλα για σιτάρι,
+άλλα γι' αραποσίτι, άλλα για βρόμη, για σήκαλη, για καπνό. Δέσες
+καλοχτισμένες, για το νερό· αυλάκια και τράφοι για το στράγγισμα·
+μαγγανοπήγαδα για πότισμα. Αλλού τα βοσκοτόπια με τα μαντριά·
+αλλού τα βουκολιά με τα βόδια· αλλού τα βαλμαδιά με τ' άλογα.
+Ασβεστοκάμινα στα ριζοβούνια· πριόνια στις χούνες· παραδώθε
+πουλερικά. Και ψηλά στην ομάλια μια θάλασσα ροδόλευκη που έστελνε
+μοσκοβολάδες στο παραθύρι του. Ο Χαγάνος εγνώρισε τη Ροδόπη και
+τον πήρανε τα δάκρυα. Τι σκοτωμός που έγινε ώσο να το πάρουν αυτό
+το βουνό! Μα τώρα φέγγει από τις τριανταφυλλιές! Μην είνε τάχα το
+αίμα των δικών του και στολίζει ακόμα την έρημη πλαγιά;
+
+ — Διαολεμένος άνθρωπος, αλήθεια· εψιθύρισε αναστενάζοντας.
+
+ — Δε φαντάζεσαι, αφέντη! Άμα βάλη κατιντί στο νου του δε μπορεί
+τίποτα να τον μποδίση. Από λόγια δεν ξέρει. Συζήτηση για τούτο και
+για κείνο δε θέλει. Και τόνομα των παππούδων του ακόμα δεν το
+πιάνει στο στόμα, παρά σαν είνε να τον συντρέξη στο σκοπό του.
+
+ — Αλήθεια· εψιθύρισε ο Χαγάνος συλλογισμένος.
+
+ — Θαρρείς πως σαν ήταν σπόρος στην κοιλιά της μάννας του,
+εξακολούθησε φουρκισμένος ο δούλος, έκαμε το σχέδιό του και τώρα
+που βγήκε στη ζωή, ρίχτηκε να το σαρκώση με τη δύναμη και το
+πείσμα του ταύρου του. Δε λέει ποτέ : είνε δικό μου και δόστο μου·
+παρά : είνε δικό μου και το παίρνω. Και μέσα στην ψυχή του
+συμπληρώνει τη φράση του: και δικό μου να μην είνε θαν το πάρω.
+Κακό σκυλί που να μην έχη κλήρα! είνε ίδιος στο κάμωμα όπως και
+στο ξεκάμωμα..... Μπροστά έκανε μύτη το χτήμα. Όταν το παραχώρησε
+στο Θεομίσητο, δε μπόρεσε να καταλάβη γιατί με τόση επιμονή
+ζητούσανε τη μύτη εκείνη οι προστάτες του. Μα το νόμισε ασήμαντο
+πράμα και την έδωκε. Αμέσως ο Πέτρος φύτεψε σε κείνη τη μύτη όλο
+κυπαρίσσια. Κυπαρίσσια ψηλά και πυκνά σαν κάστρο. Όχι να περάση μα
+ούτε να ιδή μπορούσε τώρα ο Χαγάνος. Έδωκε — πήρε με το κιάλι και
+τέλος το πέταξε στα μούτρα του δούλου του. Ο θυμός έβραζε στα
+στήθη του. Πίσω από τα κυπαρίσσια ο Θεομίσητος έκανε φοβερή
+δουλειά. Ισοτράφισε τα σύνορα· φύτεψε αμπέλι, έσπειρε σιτάρι,
+έχτισε λινό κ' επλακόστρωσε αλώνια σαν καλός νοικοκύρης. Σφήνα
+εμπήκε κ' ήθελε να χωρίση στα δυο τ' αρχοντικό. Τι σφήνα ;
+Μαχαιριά ήταν μέσα στο κορμί του. Έκατσε στο σοφά ο Χαγάνος,
+έπιασε το κεφάλι με τα δυο του χέρια κ' έπεσε σε φοβερούς
+στοχασμούς. Τέτοιο πράμα δεν το πάθανε ποτέ οι δικοί του· ούτε κι
+ο ίδιος το περίμενε. Δεν ήταν τόλμη· ήταν ξαδιαντροπιά. Αποδώ
+λοιπόν ερχόταν ο κίντυνος κι όχι από τους αρχαιολόγους!
+
+ — Σύρε να μου φέρης το Θεομίσητο· επρόσταξε άγρια το δούλο του.
+
+Εκείνος προσκύνησε, σύναξε από χάμου το κιάλι και τα κομμάτια του
+και χάθηκε. Ο Χαγάνος έμεινε κατάμονος απάνου στο σοφά, βράζοντας
+από το κακό του Το άγριο αίμα των προγόνων του άναψε και του έπηζε
+τη σκέψη και τη συνείδηση. Ήθελε να παιδέψη τον Πέτρο το
+Θεομίσητο· και να τον παιδέψη αλύπητα.
+
+Ο Χαγάνος πήδησε από τη θέση του άξαφνα σα να πάτησε φίδι.
+Αγνάντεψε τον ίδιον το δουλευτή. Γύριζε καταμόναχος μέσα στο
+χτήμα. Στο ένα χέρι κρατούσε την αξίνα και στ' άλλο την ψαλίδα.
+Έσκαφτε τη γη, καθάριζε τα δέντρα, εξερρίζωνε το γούλιερο, τις
+τσουκνίδες, το λύκο στοχαστικά και γνωστικά. Ένας ήταν κ' έκανε
+χίλια στην ώρα. Συχνά σήκωνε το κεφάλι του· μα δεν το σήκωνε παρά
+για να κυττάξη απόπερα στο ξένο μετόχι. Τα μάτια του σαν ρούφουλας
+κύτταζαν να καταπιούνε τον τόπο.
+
+ — Μωρέ! φώναξε ο Χαγάνος, ανατριχιάζοντας από κείνο το κύτταγμα.
+
+Πίστεψε πως βρέθηκε πίσω, σε καιρούς που έμαθε από παιδί να τους
+φοβάται. Ο Πέτρος ήταν εκείνος, ο φρόνιμος δουλευτής ή κανένας
+φοβερός προπάππος του; Αληθινά κρατούσε στο χέρι τα ειρηνικά
+ύπεργα ή το βρόχο που έρριχνε ο Λιβέρτης καβαλλάρης κ' έσερνε τον
+εχτρό κατόπιν του ώστε ν' αφήση τα κρέατά του στ' αγκάθια; Κ'
+εκείνα τα πουλιά που πετούσαν τώρα αποπάνου του, ήταν τάχα
+καλιακούδες ή τα κοράκια που συντρόφευαν λιμασμένα τους προπάτορές
+του στους κάμπους του Ευμορφόπουλου, ελπίζοντας άμετρη τροφή από
+τ' ακούραστο χέρι τους ;
+
+Υποψιάστηκε· ήθελε να ιδή τι γίνεται στο δικό του μετόχι. Σκέφτηκε
+να στείλη το δούλο μα δε βάσταγε. Ποιος ξέρει αν θα τούλεγε την
+αλήθεια ο δούλος; Σηκώθηκε στα νύχια, άρμοσε καλά το κιάλι και
+κύτταξε προσεχτικά.
+
+Θα τον βάλη στο φάλαγγα, θα τον καπνίση με άχερα, θα τον γδάρη με
+στουρναρόπετρα· θα τον χτίση ζωντανό στη μάντρα του. Δεν έμεινε
+απονιά που να μην ήρθε να χαροκοπήση την ψυχή του. Τα προγονικά
+κειμήλια που κρέμονταν στους τοίχους, ήταν πολλά κι αξετίμωτα.
+Ντυμένα στο χρυσάφι, βουτημένα στο αίμα, βαμμένα στον αθέρα της
+δόξας μοιάζανε με δράκους τυλιγμένους στ' άλυτα μάγια του καιρού.
+Ήταν άρματα κάθε λογής, φλάμπουρα κάθε τόπου, τούμπανα
+στρατιωτικά, εικόνες πολεμικές, προσωπογραφίες κάθε στρατάρχη και
+ήρωα· Τώρα σείστηκαν κ' έτριξαν στις θέσες τους, όπως των Ελλήνων
+οι σκιές όταν ένοιωθαν θυσία στον τάφο τους. Στους κακότροπους
+στοχασμούς του Χαγάνου αναγάλλιαζαν εκείνα γιατί εύρισκαν τον
+εαυτό τους στην ψυχή του απόγονου. Αναγάλλιαζαν κ' ήθελαν να του
+φωνάξουνε «κάμε το!».
+
+ — Ναι, θαν το κάμω! εβρυχήθηκε ανασηκώνοντας το κορμί του, σαν
+τον πάνθηρα που ετοιμάζεται να ριχτή στο θύμα του.
+
+Μα το λογικό ενίκησε πάραυτα την καρδιά του. Γύρισε κ' είδε με
+μάτι παραπονιάρικο τα σωθέματα των τοίχων, σα να τους έλεγε: «Δε
+φταίω γω αν δε σας κάνω το χατήρι». Δεν ήταν ίδιοι οι καιροί. Αν
+τολμούσε τώρα να δείξη απονιά όχι στο Θεομίσητο μα και στο δούλο
+του ακόμα, θα του ρίχνονταν όλοι και θα τον τελείωναν. Με άλλους
+τρόπους έπρεπε να πολεμήση την αυθάδεια του φταίστη του.
+
+ — Ήρθε· είπε ο δούλος από την πόρτα.
+
+ — Ας έμπη!
+
+Ο δούλος σήκωσε το μεταξωτό παραπέτασμα και φάνηκε στην πόρτα ο
+Θεομίσητος. Προσκύνησε από τη θέση του ταπεινά σαν
+φτωχοκακόμοιρος. Έκαμε δυο βήματα μέσα· στάθηκε πάλε,
+ξαναπροσκύνησε ταπεινότερα. Έπειτα σα να τον έσπρωξε κανείς ήρθε
+γοργά, γονάτισε μπροστά στο σοφά και φίλησε το χέρι του Χαγάνου.
+Εκείνος ορθοκάθισε αμίλητος και φοβερός. Όλη η περηφάνεια κ' η
+ξυππασιά της φυλής του ζωγραφήθηκαν στο πρόσωπό του. Η ταπεινοσύνη
+του Θεομίσητου του άρεσε πολύ.
+
+ — Σήκω, Πέτρο· του είπε με χαμόγελο. Εκείνος σηκώθηκε· μα έμεινε
+ορθός μπροστά του με το κεφάλι σκυμμένο. Ήθελε να δείξη πως δεν
+τολμούσε να κυττάξη στα μάτια τον αφέντη του.
+
+ — Έλα, Πέτρο· κάτσε! του είπε δείχνοντας θέση κοντά του.
+
+Εκείνος τίποτα. Ξαναπροσκύνησε μα δε σάλεψε από τη θέση του. Ο
+Χαγάνος καταυχαριστημένος τον έπιασε από το χέρι και τον έβαλε
+κάπως στανικά να καθίση. Έπειτα τον κύτταξε από τα πόδια ως το
+κεφάλι με περιέργεια. Δεν τον είχε ιδή πολλές φορές από κοντά. Μα
+κι όσες τον είδε ποτέ δεν τον πρόσεξε. Την περιφρόνηση που έτρεφαν
+σ' αυτόν οι πρόγονοί του, την έτρεφε κ' εκείνος από παράδοση. Τώρα
+όμως έβλεπε πως είχε άδικο. Ο Πέτρος δε φαινότανε και τόσο
+αξιοκαταφρόνητος. Ήταν ένας χωριάτης άξιος και δυνατός. Είχε
+μέτριο ανάστημα, χοντροπελεκημένο κορμί, στρογγυλό κεφάλι,
+πλατειές πατούσες. Χοντρές και ξανθοκόκκινες οι παλάμες του,
+έλεγες πως ήταν βουτημένες στο ριζάρι. Το πρόσωπό του στρωτό με
+χείλη χοντρά και μύτη πλακουτσή θύμιζε πουρναρόρριζα. Τα μάτια του
+σαν μικρά και κρύα τα σαλιγκάρια. Καθώς ήταν στα μάλλινα φορέματά
+του έμοιαζε με σακκί παραγεμισμένο από σάρκες και κόκκαλα. Μα
+έβγαινε από κείνο το σακκί κάποια ψυχή άπλαστη κι αράθυμη. Όσο τον
+πρόσεχε ο Χαγάνος τόσο ανησυχούσε. Ο Θεομίσητος ήταν απαράλλαχτος
+με το χωριάτη που είδε στ' όνειρό του. Μα τι περίεργο! Ανησυχούσε
+όχι όμως και πολύ· του φαινόταν πως έβλεπε συγγενή του. Ήταν
+έτοιμος να του σφίξη το χέρι, να τον αγκαλιάση σαν αδερφό.
+Θυμήθηκε όμως την πράξη του και τον κυρίεψε ο θυμός.
+
+ — Δε μου λες, ορέ Πέτρο· είπε κρατώντας τα λόγια στα δόντια του.
+Τι σούρθε και πάτησες τον τόπο μου ; Με πήρες για πεθαμένον ορέ κ'
+έτρεξες να με κληρονομήσης ;
+
+ — Όχι, αφέντη μου· αποκρίθηκε ο Πέτρος με ξεψυχισμένη φωνή,
+προσκυνώντας τον πάλε. Εγώ δεν πήγα να σου πατήσω τον τόπο. Δε μ'
+έφτανε ο δικός μου και πέρασα να σπείρω λιγάκι, να χορτάσουν τα
+παιδιά μου ψωμί. Ο αφέντης, είπα, έχει τόπο απέραντο· δε θα
+φτωχύνη με μια λουριδίτσα. Έπειτα, αφέντη μ' και το χτήμα μου
+δικός σου τόπος δεν είνε; Η καλωσύνη σου μου τόδωκε· μπορείς και
+να το πάρης πίσω σα θελήσης.
+
+ — Ναι, σα θελήσω, ορέ! είπε φουσκώνοντας ο Χαγάνος. Και θα σ' το
+πάρω πίσω· να το ξέρης πως θα σ' το πάρω! Όχι· δε θα σας αφήσω να
+μου σηκώσετε κεφάλι. Έτσι κ' εκείνος ο αλαφρόμυαλος ο αρχαιολόγος
+μου σήκωσε κεφάλι τις προάλλες. Μα εγώ τούσπασα την κούτρα. Του
+πήρα πίσω κ' εκείνο που είχε. Και δεν του τόδωκα παρά σα θέλησα
+εγώ... Ίδια θα σ' το κάνω και σένα, ορέ, και ξέρε το. . .
+
+ — Εγώ, αφέντη μ', δε σου σήκωσα κεφάλι. Μπορεί το μερμήγκι να τα
+βάλη με το λιοντάρι; Εκείνος ναι· και καλά τούκαμες. Κ' έπρεπε να
+μην του το δώκης πίσω · να το πάρης όλο· να τον ρίξης στο γιαλό,
+να πάη να χαθή· να λείψη μια λέρ' από τον κόσμο!. .. Ψε! έφαγε τα
+μούτρο του και γνώση δεν έβαλε· ακόμα φωνάζει για τα δίκια του. Μα
+εγώ, ο δόλιος, δε μίλησα. Ό,τι μου δωκε η μεγαλόδωρη ψυχή σου το
+πήρα κ' είπα και σπολλάτη. Μα δικό σου είνε πάλε· δικό σου το
+χτήμα, δικό σου και το κεφάλι μου και τα παιδιά μου. ..
+
+Ήταν φοβερός στην υπόκρισή του ο Πέτρος ο Θεομίσητος. Ήταν ίδιος
+στα λόγια όπως και στα έργα. Εκείνα που έλεγε για τον αντίπαλο τα
+πίστευε και τα ποθούσε με όλη του την ψυχή. Οι Χαγάνοι — το είπαμε
+— ετυράννισαν τη γενιά του Θεομίσητου όπως και τη γενιά του
+Μορφόπουλου. Καταπάτησαν τον τόπο της, εσκόρπισαν τους ανθρώπους
+της, αφάνισαν τ' αγαθά της. Μα εκείνη δεν εμίσησε τόσο τον τύραννό
+της όσο το Μορφόπουλο. Εκείνος την προστάτεψε όσο μπόρεσε και δε
+μπόρεσε, την ημέρωσε, της έδωκε θρησκεία και νόμους, εκιντύνεψε
+πολλές φορές για χατήρι της· μα τίποτα. Για πληρωμή απόχτησε το
+μίσος της. Ούτε οι τάφοι δεν ήταν ικανοί να στομώσουν την οργή
+της.
+
+Για να φέρνετ' έτσι είχε, βέβαια, το σκοπό της. Του Χαγάνου η ζωή
+φαινότανε λιγόημερη. Τα παιδιά του δεν ήταν ικανά για να κρατήσουν
+την κληρονομιά. Θα έμενε φυσικά στον καλήτερο και το δυνατώτερο.
+Καλήτερος ήταν ο Ευμορφόπουλος και το αναγνώριζε. Μα έλεγε πως
+ήταν δυνατώτερος ο Πέτρος κ' ήθελε να παλαίψη στήθος με στήθος
+μαζί του. Αν κατώρθωνε να τον ξετοπίση, το απέραντο χτήμα θα ήταν
+όλο δικό του. Και για να τα καταφέρη δεν πισωδρομούσε στο τίποτα.
+Ο Χαγάνος τα γνώριζε και δεν έδινε πίστη στα λόγια του. Μα δεν το
+φανέρωνε. Του άρεσε να βλέπη να μακελλοκόβωνται μπροστά του κ'
+έδινε μάλιστα συντρομή στον αδύνατο για ν' αδυνατίζη ο ισχυρός.
+Ήξερε πως απ' αυτό κρεμότανε η δική του ζωή.
+
+ — Καλά, είπε τώρα· καλά τα λόγια που λες μα δε δείχνουν το ίδιο
+και τα καμώματά σου. Ο Μορφόπουλος ησύχασε τώρα και κυττάει τη
+δουλειά του. Μα εσύ. ..
+
+ — Τη δουλειά του ; τον έκοψε ο Πέτρος τάχα φουρκισμένος. Τη
+δουλειά του κυττάει; Τι λες αφέντη! Δε ρίχνεις μια ματιά στο χτήμα
+του να ιδής;
+
+ — Το ξέρω· κάνει ανασκαφές.
+
+ — Ανασκαφές! κάνει ανασκαφές! Και το λες τόσο ήσυχα! Δε ρωτάς
+λοιπόν να μάθης γιατί τις κάνει τις ανασκαφές ;
+
+ — Να ξεθάψη τα χτίρια των παππούδων του· τι μ' αυτό;
+
+ — Και να θαμπώση τον κόσμο· επρόσθεσε βιαστικά ο χωριάτης. Να
+δείξη μ' εκείνα το σόι του. Κ' έπειτα να ζητήση το δικό του. Οι
+παλιοί του θέλησαν να διώξουν τους δικούς σου με τα κονίσματα. Όχι
+στα χέρια τους, στο θαύμα βασίζονταν. Τούτος θέλει να σε διώξη με
+τσ' αρχαιότητες!
+
+ — Αμάν, Χριστιανοί μου, λυπηθήτε με. Να ποιοι ήταν οι
+Ευμορφόπουλοι κ' εγώ το παιδί τους υποφέρω. Δεν έχω σπίτι να
+καθίσω, δεν έχω χωράφι· μου τ' άρπαξε όλα ο Χαγάνος. Ο άγριος, ο
+μοβόρος, ο φονιάς ο Χαγάνος! Κι αν τον ακούσουν οι Χριστιανοί, κι
+αν τον λυπηθούνε κι αν τον συντρέξουνε, ποιος θα χάση; Εγώ; Όχι
+βέβαια.
+
+Εκείνος τον άκουε με προσοχή κι όλο άναβε. Κάπως σωστά του
+φαίνονταν τα επιχειρήματα του Θεομίσητου. Μήπως στον καιρό του
+πατέρα του δεν έγινε το ίδιο; Έτσι γι αυτές τις αρχαιότητες και
+για τους προγόνους συνάχτηκαν μερικοί θερμοκέφαλοι, φώναξαν,
+έκλαψαν κ' έκαμαν τον αγιοχώματο, θέλοντας και μη, να δώση εκείνο
+το μοιράδι.
+
+ — Α, όχι! δε θα ξαναγίνη αυτό! εφώναξε πηδώντας ορθός. Όσο ζω
+εγώ, δε θα ξαναγίνη· τ' ορκίζουμε!
+
+Έκαμε λίγα βήματα στο δωμάτιο· νευρικά και γοργά βήματα σαν
+κάποιος από πίσω να του φώναζε: «Τρέχα!» Έπειτα στάθηκε απότομα,
+γύρισε κατάμπροστα στο Θεομίσητο και με φοβέρα του είπε :
+
+ — Τήραξε καλά· σύρε αμέσως να σηκοτραφίσης τον τόπο σου!...
+
+ — Μα... ηθέλησε ν' αντιμιλήση εκείνος, κάνοντας το μισοκακόμοιρο.
+
+ — Τίποτα· είπε ο Χαγάνος με σοβαρή χερονομία· πήγαινε γρήγορα για
+να μη μ' ιδής άξαφνα μέσα στο δικό σου.
+
+Και του γύρισε τις πλάτες. Εκείνος κατάλαβε. Όταν ο αφέντης
+θυμώνη, ο δούλος σκύβει και προσκυνά. Το είχε προπατορικό του
+αξίωμα. Έβγαλε βαθύ στεναγμό, σύρθηκε ως την πόρτα, σήκωσε το
+παραπέτασμα κ' έφυγε.
+
+Μα η ανησυχία δεν άφινε ακόμα τον αφέντη. Πήγε πάλε στο παράθυρο
+και κύτταξε κάτω με πολλή θλίψη. Ο ήλιος βασίλευε στο αντικρυνό
+διάσελο. Μαύρα σύγνεφα κρέμονταν μπροστά του κ' έρριχαν στο μετόχι
+μαύρους ίσκιους, σα μεγάλες νυχτερίδες. Ο βραδυνός αέρας ερχόταν
+από τα χιονισμένα βουνά κρύος. Ανατρίχιασε κ' έκαμε να κλείση το
+παράθυρο. Μα την ίδια στιγμή αγνάντεψε πέρα δυο ίσκιους. Τους
+γνώρισε αμέσως. Ήταν η κυρά Πανώρια κι ο γιος της ο Δημητράκης.
+Ήταν ιδρωμένος κ' είχε τα πόδια πληγωμένα. Στην ίδια κατάσταση
+βρισκόταν κ' η μάννα του. Η φορεσιά της ήταν καθαρή μα
+ξεσκλιάρικη. Τα παπούτσια της μισά και τρύπια. Αίμα έτρεχε από τα
+πόδια της κι από τα μάτια της δάκρυα. Εβάδιζε όμως ορθά και
+μεγαλόπρεπα δίπλα στο γιο της, σα να ήθελε να δείξη και στη συφορά
+της την αρχοντιά και την περηφάνεια της.
+
+ — Φεύγετε; ακούστηκε αναγελάστρα η φωνή του Θεομίσητου. Ο
+αρχαιολόγος, βλέπω, σας διώρθωσε.
+
+Η κυρά Πανώρια γύρισε αλλού το κεφάλι της. Αηδίαζε και να τον
+βλέπη. Όχι τόσο για την αμάχη που είχε στη φαμελιά της όσο για την
+ταπεινή σειριά του τον συχαινότανε. Της άρεσε κ' εκείνης να
+μεγαλοπιάνεται. Να σκλαβωθή από έναν περήφανο πολεμιστή το είχε
+για παίνια της. Μα να κακοπάθη το ελάχιστο από έναν τιποτένιο, δεν
+το χώνευε. Ο Δημητράκης όμως δεν έκαμε το ίδιο. Στάθηκε και
+σταύρωσε τα μάτια του με τα μάτια του εχτρού του σα να ήθελε να
+τον βαλαντώση.
+
+ — Ναι· του είπε με σοβαρή και άτρεμη φωνή· φεύγουμε· μα θα
+ξαναρθούμε· θα ξαναρθούμε και τότε ...
+
+Κ' έδειξε το γρόθο του στο Θεομίσητο.
+
+ — Χα! χα! χα!... αποκρίθηκε με περιφρονητικό χασκογέλασμα
+εκείνος.
+
+ — Διαολοσπορές! είπε ο Χαγάνος, σφαλώντας με θυμό το παραθύρι
+του.
+
+Το σπιτάκι της Ελπίδας ήταν ψηλά στο κορφοβούνι. Καθώς ήταν μικρό
+και χορταριασμένο έμοιαζε με Βυζαντινό ερημοκκλήσι. Πότε τα
+σύγνεφα το τύλιγαν στις μελαψές τουλούπες τους, πότε ο ήλιος στα
+χρυσά του δίχτυα. Εκεί βροντοκυλούσανε τ' αστραποπέλεκα, ροβόλαγαν
+τα νερά, απολύονταν οι σιφούνοι, έδερναν και λάμπαζαν απ' άκρη σ'
+άκρη τον τόπο. Μα εκεί ψηλά λούζονταν και χόρευαν οι Νεράιδες·
+κλώθανε οι Μοίρες τη ζωή του ανθρώπου· μάντριζε ο Αράπης τα
+τάλλαρά του με το σιδερένιο τοπούζι του. Εκεί λημέριαζαν οι
+αντρειωμένοι, ρίχνανε το λιθάρι, πάλευαν για την Πεντάμορφη και
+της Κάτω γης ο γιος ανέβαινε να χαροκοπήση. Ό,τι πης πράμα — θάμα
+εκεί πάνου ήτανε.
+
+Το σπιτάκι βρέθηκε χτισμένο στο σύνορο. Έσμιγε και χώριζε το
+μετόχι του Ευμορφόπουλου από το μετόχι του Χαγάνου. Η αυλή του
+έπαιρνε κι από τους δυο. Τα περιστέρια και τα ορνίθια, τα ζώα
+μικρά μεγάλα, πέρναγαν από τόνα στ' άλλο δίχως ξεσυνέριση· πίνανε
+το νερό τους, σήκωναν το χώμα τους, έτρωγαν το χορτάρι και τους
+καρπούς ανεμπόδιστα. Οι μέλισσες τρυγούσαν τον ανθό πότε αποδώ και
+πότε αποκεί, με την ίδια ευχαρίστηση. Έτσι το ηύραν από μιας
+αρχής, πριν να γίνη ο Ευμορφόπουλος χτηματίας. Μα όπως τότε και
+τώρα σήκωναν τα περισσότερα από το Χαγάνο. Γιατί ο Αριστόδημος
+όπως την Ελπίδα μάχονταν και τα ζωντανά της. Ενώ από φυσικό του
+ήταν ανοιχτοχέρης και δε χάλαε την καρδιά κανενός, για την Ελπίδα
+γινότανε καρμίρης. Οι ξένοι μπορούσαν ν' απολάνε τ' άλογά τους, να
+κόβουν ξύλα, να συνάζουν φυντάνια, να ξερριζώνουν δεντρικά, να
+κόβουν πωρικά ό,τι ώρα ήθελαν. Ξέφραγο ήταν το χτήμα κι αράδιαζαν
+οι στρατοκόποι μερόνυχτα. Εκείνος τους έβλεπε και δεν έδινε
+πεντάρα.
+
+ — Ας πάρη ο κοσμάκης, έλεγε στη μάννα του που του παραπονιόταν
+βρίσκει και παίρνει. Γιατί ο Θεός έκαμε τους πλούσιους, παρά για
+να κυβερνιώνται οι φτωχοί;
+
+Μα σαν έβλεπε κανένα ζωντανό της Ελπίδας φρένιαζε από το κακό του.
+Φώναζε τους αγροφυλάκους να πάρουνε τους γκράδες· ήθελε να τα
+ξεκάμη για να γλυτώση από δαύτα.
+
+ — Τι; μισακό τον έχουμε τον τόπο! συχνόλεγε με θυμό. Της το είπα
+χίλιες φορές· όποιος θέλει θρεφτάρια ν' αγοράση και κουμάσι· δεν
+τόχω σκοπό ν' αναθρέψω εγώ τα μπαστάρδικα.
+
+Για να τα ξεκόψη σοφίστηκε χίλια δυο κακά. Το κεφαλάρι που έβγαινε
+έρριζα στο σπιτάκι, έβαλε και τόχτισαν με ξερολιθιά. Το νερό
+χυνότανε κάτω στο δικό του χτήμα, πότιζε τα δικά του δεντρικά και
+τώρα εκιντύνευαν να ξεραθούν. Μα δεν τον έμελλε. Προτιμούσε να τα
+χάση, παρά να χαρίση στάλα στα ζωντανά της Ελπίδας. Τις κουμαριές
+που σκέπαζαν την πλαγιά κ' έκαναν οι μέλισσες το θαυμάσιο μέλι
+τους τις έκαψε. Τις μυρτιές που γλύκαιναν τα περιστέρια έβαλε και
+τις ξερρίζωσαν. Το ίδιο έκαμε και σε κάτι πεύκα που είχαν τα
+πουλάκια για κούρνια τους. Εκείνα πήρανε τόσο φόβο μαζί του που
+αρατίζονταν μόλις άκουαν τη φωνή του. Μα θες από πείσμα θες από
+αγάπη, δε μπορούσαν να ξεκόψουν κι ολότελα. Πήγαιναν να ζητήσουν
+τροφή και πόση στον τόπο του Χαγάνου· τα λαλήματα όμως και τα
+παιγνίδια τους τα είχανε για τον Αριστόδημο. Ποτέ κόττα δεν
+ξενόμισε· ποτέ μελίσσι δεν πήγε να στήση αλλού το κουβέλι του.
+Ένας μάλιστα κόκκορας προχωρούσε άφοβα ως το σπίτι. Ήταν ο
+μεγαλείτερος κι ο ωμορφότερος κόκκορας της γειτονιάς, με πούπουλα
+χρυσοκόκκινα σαν κουμαρίσα φωτιά. Πήγαινε και βάτευε τις κόττες
+του, έμπαζε τα κλωσσοπούλια στα φτερά της μάννας τους και βίγλιζε
+τον πετρίτη που τριγυρόφερνε ψηλά για ν' αρπάξη κανένα. Και το
+χάραμα ανέβαινε στη στέγη κ' έκραζε — Κουκουρίκου! σα νάλεγε στον
+Αριστόδημο το «φύλακες γρηγορείτε! ...»
+
+Το χαμώγειο ήταν χωρισμένο με καλάμι. Στο ένα χώρισμα καθόταν η
+Ελπίδα μονάχη της· στο άλλο ζούσε ο Μαλαματένιος με τη γριά του.
+Απόξω ήταν το μαγεριό δίπλα ένα κελλάρι για τ' αποδοσίδια της γης
+και για τα ύπεργα. Τι αποδοσίδια και τι ύπεργα θα ειπής; Ξινάρια
+και λισγάρια, ένα πατητήρι και μια κάδη ψηλή και στρογγυλή σαν
+καλοθρεμμένος γούμενος. Πέντε βαρέλια στη γραμμή μεγάλα και
+δυνατά, σίγουρα καθισμένα στα σκαριά σαν παντουβάνες κόττες στ'
+αυγά τους. Εκείνες καρκαρίζουν για να βγάλουν τα πουλιά τους. Τα
+βαρέλια της Ελπίδας σιγοβράζουνε το μούστο που εμπιστεύθηκε στους
+κόρφους τους. Μαθαίνουν στο κρασί τα λόγια και τους σκοπούς που θα
+βάλη αργά — γλήγορα στο χείλη των γλεντζέδων. Εκεί ψηλά που την
+ξόρισε η απονιά του Χαγάνου κ' η περιφρόνηση του Ευμορφόπουλου,
+τίποτ' άλλο δε φυτρώνει από το κλήμα. Φύτρωσε απομοναχό του κ' η
+Ελπίδα με τους Μαλαματένιους το καλλιέργησαν. Ένα κλήμα ήταν και
+τώρα δασοφύτρωσε. Κάνει σταφύλι ραζακί και το κρασί μοσκάτο. Ποιος
+βλέπει το ρουμπίνι του και δε θαμπώνεται; Ποιος το βάνει στα χείλη
+και δεν ανασταίνεται; Μα τήρα τι οργή Θεού! Το κρασί λίγοι το
+ξέρουν στο χωριό κι ακόμα λιγώτεροι το πίνουν. Αν ήταν ξύδι θ'
+ανέβαιναν να το πιουν και ν' ακριβοπληρώσουν. Για τούτο, τίποτα. Η
+Ελπίδα το τρυγά, το ρίχνει στα βαρέλια της και προσμένει
+ολοχρονικής τους γλεντζέδες. Μα δεν έρχεται κανείς. Και σαν
+πλακώση ο άλλος τρύγος ανοίγει τα βαρέλια και ποτίζει τη γη με
+δαύτο.
+
+ — Χόρτασε γη μου, της λέει λυπημένα· από να το πιουν ανάξια
+στόματα, καλήτερα εσύ να το πάρης στα σπλάχνα σου.
+
+Ο γέρο Μαλαματένιος μηχανεύεται χίλια δυο πράματα. Κόβει ξύλα και
+τα πουλεί στα σπίτια· κόβει έλατα και φτιάνει κλειδοπίνακα,
+βαρελάκια, τσότρες, ξυλοκάνατα. Κόβει στο ρέμμα λυγαριές και
+πλέκει κανίστρες και κοφίνια για τον τρύγο. Κεντά αγκλίτσες για
+τους τσελιγκάδες, μπαστούνια για τους προεστούς, δεκανίκια για τις
+γριές, φλογέρες για τους πιστικούς και για τα βοσκαρούδια
+σουραύλια. Άμα συνάξη αρκετά, φορτώνει το γαϊδουράκι του και
+πηγαίνει κάτου στο χωριό να τα ξεκάμη. Έχει μια ωρισμένη θέση στο
+παζάρι κ' εκεί ξεφορτώνει. Τ' απλώνει απάνου στην πλάκα κι αρχίζει
+το διαλάλημα. Δε διαλαλή με φωνές παρά με το σουραύλι του. Τ'
+αρμόζει καλά στα χείλη του κι αρχίζει να στέλνη περαδώθε τους
+ηχούς. Οι χωριάτες ξαφνίζονται· αφίνουν αμέσως τα παζάρια τους
+και το τριγυρίζουν, σαν πουλάκια στο κράξιμο της νοικοκυράς.
+Εκείνος λαλεί· λαλεί και τους χύνει στα στήθη καημούς γνώριμους
+μα ξεχασμένους· χαρές αφάνταστες, πόνους και τρόπους
+κοιμισμένους, ρυθμούς αμολόγητους. Άξαφνα η ψυχή τους ξυπνάει
+ποθοπλάνταχτη σαν την κοιμάμενη βασιλοπούλα. Τα ξυλένια εργόχερα
+γίνονται ζηλευτά στολίδια στα μάτια τους. Τα κεντίδια τους
+αναδεύουν, μιλούνε, δένουν σα μάγια την ψυχή τους. Και σε μια
+στιγμή αδειάζουν τις σακούλες τους στην πλάκα και παίρνουν από
+κείνα, περήφανοι και κάπως λυπημένοι που δε μπορούν ν' αγοράσουν
+περισσότερα.
+
+Έτσι πέρασαν τη ζωή τους ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γυναίκα του.
+Δούλευαν το κλήμα, δούλευαν και τα εργόχερα. Μα δούλευαν μονάχα·
+ήταν τα χέρια τα καλά και τα χρήσιμα και τίποτ' άλλο. Η τέχνη που
+τάκανε τόσο ποθητά ήταν η ψυχή της Ελπίδας. Εκείνη τα σχεδίαζε, τα
+στάφνιζε, τους έδινε τη χάρη και το ρυθμό. Σε τίποτα δεν
+καταπιανόταν το γέρικο αντρόγυνο χωρίς το θέλημα της κόρης. Και
+όμως τώρα που τους πλάκωσαν τα χρόνια αρχίσανε κ' οι δυο τους τις
+αναποδιές. Βλέπουν την Ελπίδα που μεγαλώνει και ανησυχούν για το
+μέλλον της.
+
+ — Γούρμασε το κορίτσι, γριά! γούρμασε το κορίτσι και δε
+μαζώνεται! της λέει σήμερα ο γέρος εκεί που δούλευαν στον
+προσηλιακό.
+
+ — Σώπα, καϋμένε γέρο! πάψε πια τις μουρμούρες σου και δε βαστώ·
+του είπε η γριά φουρκισμένη. Τι το θέλεις μαθές· ολημέρα να
+κάθεται κοντά μας σαν τη γάτα στη γωνιά!
+
+ — Αλήθεια, μωρέ γυναίκα, γωνιά· και τι γωνιά; γύφτικη π' ανάθεμα
+τη! είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα για τούτο, διάολε, σου λέω και γω
+πως γούρμασε το κορίτσι· επρόσθεσε αμέσως με μαλακό θυμό.
+
+ — Κι αν γούρμασε και τι; καιρός του δεν είνε;
+
+ — Καιρός του· ποιος λέει όχι. Εσύ στα χρόνια του τάτρωγες τα
+ξυνόμηλα με το καλάθι.
+
+ — Ουφ, ανάλατε! δε μαζώνεις, λέω, τη βρωμόγλωσσά σου.
+
+ — Τώρα, βέβαια, βρωμόγλωσσα. Μα ήταν μια φορά νόστιμη και ξέρω
+ένα κορίτσι που τη λιμπίζονταν.
+
+ — Ου, πράμα που ήθελα λιμπιστώ! Πως με γέλασες μοναχά και
+μπερδεύτηκα μαζί σου χωρίς να το καταλάβω.
+
+ — Σε γέλασα ή με γέλασες ; Εσύ, μωρέ, φαρομανούσες από μικρή. Δεν
+είσουνα δέκα χρονών και γύρευες άντρα.
+
+ — Καλάκαμα! έτσ' ήθελα! είπε πεισμωμένη η γριά. Μην ήθελες να
+είμουνα σαν εσένα τον αχμάκη;
+
+ — Αχμάκης — ξαχμάκης, δούλεψα όσο μπόρεσα.
+
+ — Δούλεψες — δε δούλεψες; πούνε το λοιπόν η σοδειά σου; Α δε
+μούστελνε ο Θεός το κορίτσι, θα καθόμουν ολομόναχη σαν κουρούνα να
+κλαίω την ερμιά μου!
+
+ — Έχεις άδικο, γριά· μα τον Ύψιστο έχεις άδικο να με μαλώνης. Τι
+φταίω 'γω σ' αυτό;
+
+ — Τι, εγώ φταίω;
+
+ — Όχι, δεν είπα τέτοιο πράμα· είπε ο γέρος, χαμογελώντας με το
+θυμό της. Ούτε συ φταις ούτε γω. Έτσι θέλησε ο Θεός κ' έτσι έγινε.
+Πώς μπορούμε μεις ν' αλλάξουμε τα θελήματά Του.
+
+ — Σωστά ...
+
+ — Να ξέρης, μωρέ γυναίκα, που ο Θεός βλέπει μακρύτερ' από μας·
+είπε ο γέρος αφίνοντας κάτω το πελέκι του. Άφηκε τόπο εύκαιρο για
+την Ελπίδα. Αν είχαμε κ' εμείς παιδιά, τι θα γινότανε το βρέφος.
+Αί ; όχι, σου λέει, πολλά. Ένα και καλό.
+
+ — Καλό και χρυσό, μάτια μου, αλήθεια· καλό και χρυσό, προσκυνώ τη
+Χάρη του! είπε η γριά κάνοντας το σταυρό της. Από την ώρα που μας
+τόστειλε ο Χαγάνος, στην καρδιά μου τόβαλα.
+
+ — Μα είνε να το ιδή κανείς και να μην τ' αγαπήση; είπε κι ο γέρος
+με λαμποκόπημα των ματιών. Από μικρό γλύκα έσταζε το σιχαμένο. Και
+τώρα που μεγάλωσε — ωχ θεούλη μου! — δεν έχει ταίρι στον κόσμο —
+δεν έχει! ... Και να συλλογιέται κανείς πως θα μείνη απροστάτευτη!
+έρμη κι απροστάτευτη! πρόσθεσε κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του.
+
+ — Σώπα, καϋμένε γέρο· σώπα και δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας.
+
+ — Δεν ήρθε; τι λες μωρή γριά! πλάκωσε δε λες. Να, έτσι μας φέρνει
+γυροβολιά, σαν τον ψαρά με την απόχη του. Δε βλέπεις που δε μπορώ
+να σηκώσω την αξίνα.
+
+ — Έτσι το λες πάσα χρόνο· μα το σκάψαμε και φέτο τ' αμπελάκι μας.
+
+ — Το σκάψαμε μα ποιος θαν το τρύγηση; Σήμερα — γι άκουσε να ιδής
+— Κατά πως βάρεσα την αξίνα πιάστηκε για καλά. Ρίζα ηύρε, λιθάρι,
+δεν ξέρω· μα πιάστηκε. Κάνω να την τραβήξω, δίνω — δίνω· ναι! «Έλα
+δω» με τράβαγε. Θυμώνω· μα θυμώνει κ' εκείνη. Τραβάω γω, τραβάει
+κ' εκείνη. Τέλος μου δίνει μια και με ξαπλώνει τ' ανάσκελα στο
+κουτρούλι. Κ' έκαμα ώρα για να σηκωθώ από κει!... Τι μου λες τώρα
+του λόγου σου;
+
+ — Ε! δε λέω πως είμαστε στα νιάτα μας· είπε η γριά χασκογελώντας
+για το πάθημα του γέρου. Μα όχι πως μας πλάκωσε κι ο Χάρος.
+
+ — Μωρέ σαν έρθη, καλώς νάρθη· θαρρείς πως τον φοβάμαι; Τι θ'
+απογίνη το κορίτσι συλλογέμαι. Βλέπεις, ο Χαγάνος ούτε ρωτάει
+πια για δαύτη. Τις προάλλες που πήγα ναν του μιλήσω, μου γύρισε
+τις πλάτες. — Να πας στο Μορφόπουλο, μου λέει· αίμα δικό του
+είναι· δεν είναι δικό μου ...»
+
+ — Και καλά λέει. Τ' έχει να κάμη ο Χαγάνος στο κορίτσι μας;
+
+ — Το ξέρω που δεν έχει να κάμη. Μα βλέπεις κ' οι Μορφόπουλοι την
+αρνιούνται. Όχι την αρνιούνται, μα τη μισάνε κι όλα. Από τότε που
+πήρανε το χτήμα δε θέλουν να την ξέρουν.
+
+ — Που να μην έσωνε να το πάρουν! είπε πεισμωμένη η γριά. Ψήλωσε,
+βλέπεις, η μύτη τους.
+
+ — Έλα ντε! και να ξέρη κανείς πως δεν είναι κορακοζώητος.
+
+ — Μη ζαλίζεσαι, πατέρα, μη ζαλίζεσαι· ακούστηκε από μέσα δροσερή
+φωνή.
+
+Οι γέροι αναγάλλιασαν και σήκωσαν τα μάτια τους στην πόρτα, όπως
+το λιοτρόπι στο ήλιο. Η Ελπίδα κρατώντας ένα κέντημα στο χέρι,
+έστεκε στο κατώφλι και τους κύτταζε με χαμόγελο.
+
+ — Γιατί, πατέρα, κάθεσαι και ζαλίζεσαι για μένα· είπε στο
+Μαλαματένιο. Ας τους Μορφόπουλους να κάνουν τα κέφια τους.
+
+ — Λέει την αλήθεια του Θεού, κόρη μου! είπε η γριά· τι τους
+έκαμες και σε μάχουνται τόσο ; Τα μάτια τους έβγαλες, μαθές!
+
+ — Καλά δε θέλουν να σε ξέρουν πρόσθεσε ο γέρος. Μα να σε βρίζουν
+κι όλα!
+
+ — Κι αν βρίζουν και τι; Οι βρισές απάνω τους γυρίζουν κ' έγνοια
+σας. Δείχνεται η ξυππασιά κ' η αμυαλιά τους. Εγώ δεν έχω την
+ανάγκη
+τους. Όχι οι Μορφόπουλοι, μα κι όλος ο κόσμος να μου ριχτή, τίποτα
+δεν παθαίνω και μη φοβάστε.
+
+ — Τώρα καλά, κόρη μου· είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα αύριο που θα
+φύγουμε μεις, πως θα ζήσης μοναχή σου;
+
+ — Θα ζήσω κ' έγνοια σας. Εγώ — να το ξέρτε — δε γεννήθηκα για να
+πεθάνω εύκολα... Μα τι κάθουμαι και σας ψέλνω· επρόσθεσε σκάζοντας
+τα γέλοια. Κ' εσείς θα ζήστε· θα ζήσουμε μαζί ακόμα για πολύ·
+αργεί η ώρα σας.
+
+Οι γέροι κούνησαν μονόγνωμοι το κεφάλι σα να έλεγαν: «από το στόμα
+σου και στου θεού τ' αυτί». Εκείνη την ώρα ακούστηκαν έξω
+αλυχτήματα και βαρειά πατήματα, σαν κάποιος να πλησίαζε στο
+σπιτάκι. Ο Μαλαματένιος έκαμε να σηκωθή από τη θέση του· μα τον
+πρόλαβε η Ελπίδα. Μ' ένα αντροπήδημα τινάχτηκε όξω κ' έβαλε
+ολόχαρες φωνές :
+
+ — Μπα, καλώς τους! καλώς ήρθατε. Για τούτο λοιπόν σπάρναε σήμερα
+το μάτι μου;
+
+ — Καλώς κοπιάζετε στο φτωχικό μας· είπε κι ο Μαλαματένιος,
+βγάζοντας το φέσι του· καλορροίζικο το κίνημά σας.
+
+Και τρέχοντας σα ζάρκαδος στο μαγεριό φώναξε:
+
+ — Γριά! έβγα να ιδής το θάμα, γριά! Η κυρά Πανώρια έφτασε, ο
+Δημητράκης! έβγα να ιδής· οι Μορφόπουλοι στο φτωχικό μας!...
+
+ — Θε μου και Κύργε μου! αλήθεια; είπε η γριά, κάνοντας το σταυρό
+της.
+
+ — Αλήθεια! και ρωτάς ακόμα, μωρή κατσίκα; δεν ανοίς τα στραβά σου
+να ιδής; είπε δίνοντας της μια τσιμπιά στο μηρί.
+
+ — Ωχ! έκαμε κείνη σαλτάροντας από τον πόνο. Μπα που να σου κοπή
+το χέρι! είπε φουρκισμένη· λωλάθηκες, λέω, και δεν ξέρεις τι
+κάνεις.
+
+ — Λωλάθηκα, μουρλάθηκα, παλάβωσα, ό,τι θες πες· είπε ο γέρος
+μακραίνοντας από κοντά της. Μα ψηλά τα χέρια σου! ψηλά τα χέρια
+σου κ' είνε ντροπής!
+
+ — Για σένα δεν ήταν ντροπής! είπε η γριά αρπάζοντας ξαφνικά το
+μπράτσο του.
+
+ — Ωχ! έκαμε ο γέρος, πιάνοντας το μέλος του με μορφασμό. Ε!
+είμαστε πάτσι τώρα· πάτσι κι απαγάι δε λέω καλά;
+
+ — Και να συλλογιστώ πως δυο λεφτά πριν τους κακογλωσσίζαμε.
+
+ — Σουτ! σκασμός μη σ' ακούσουνε! Το κεφάλι μου βάνω πως κάτι καλό
+θα βγάλη το κίνημα τους. Ήμαρτον, Θε μου, μη μας συνεριστής.
+
+Κλαίγανε κ' οι δυο τους από χαρά. Μα στην ίδια θέση βρισκότανε κ'
+η Ελπίδα.
+
+ — Το ήξερα πως θα σας ιδώ μια μέρα στο φτωχικό μου· έλεγε
+φιλώντας το χέρι της κυρά Πανώριας.
+
+ — Να καθίσω, κόρη μου· είπε κείνη ακκουμπώντας απάνου της.
+
+ — Ναι· είπε ο Δημητράκης. Είμαστε πολύ κουρασμένοι κ' οι δυο. Ο
+ανήφορος μας αφάνισε.
+
+ — Δεν είνε και λίγος! δεν είνε και λίγος, ανάθεμά τονε! είπε ο
+Μαλαματένιος, τριγυροφέρνοντας σα να τάχε χαμένα. Μα εδώ έγνοια
+σας, θα καλοπεράσετε. Και γυρίζοντας στη γριά. Κουνήσου ντε! της
+φώναξε· πριν μώκανες τη νια· δείξε μας το λοιπόν τα νιάτα σου.
+Γλήγορα φωτιά, στρώματα, ρούχα! Σφάξε και την κόττα τη λαθουράτη
+και ρίχτηνε στην κατσαρόλα.
+
+ — Μα είσαι μούσκεμα, Κυρά! είπε η Ελπίδα, πιάνοντας τα ρούχα της
+κυρά Πανώριας. Βραχήκατε στο δρόμο;
+
+ — Ναι, μας έπιασε βροχή· μα δεν είνε τίποτα, είπε ο Δημητράκης·
+τώρα που φτάσαμ' εδώ όλα θα περάσουν δεν είν' αλήθεια, μάννα;
+
+ — Ναι, παιδί μου' εψιθύρισε κείνη χαμογελώντας.
+
+Μπήκανε στο δωμάτιο κ' η γερόντισσα παραδόθηκε στη φροντίδα της
+κόρης. Αλήθεια ήταν πολύ κουρασμένη. Η θλίψη με την κούραση
+μάλωναν στο πρόσωπό της και τόκαναν αυστηρό και συμπαθητικό.
+Κάθισε στον καναπέ, ακκούμπησε στο χέρι το κεφάλι της και κύτταξε
+γύρω τα σωθέματα μ' ευχάριστο ξάφνισμα. Αντίκρυ το κρεββάτι
+ασπροντυμένο έμοιαζε μ' ανθισμένο αγιόκλημα. Σε μιαν άκρη ήταν
+στημένος αργαλειός με μισοϋφασμένο παννί και δίπλα η ανέμη έτοιμη
+να μασουρίση χρυσόγνεμα. Στον τοίχο κρεμόταν το δοξάρι και μια
+κιθάρα. Το δοξάρι για το βαμπάκι της — βαμπάκι για φορεσιές κ' η
+κιθάρα για το τραγούδι — τραγούδι για καϋμούς, για πόθους και για
+έρωτες. Τους άλλους τοίχους τους στολίζανε ζωγραφιές παλιές μα
+ολοζώντανες, σα να έφυγε τώρα το κοντύλι από πάνω τους. Η μια
+έδειχνε την Αρετούσα στη φυλακή να βρέχη με τα δάκρυά της το
+δαχτυλίδι του Ρωτόκριτου. Στην άλλη παράδερνε η Αροδαφνούσα στον
+πύρινο θυμό της Ρήγισσας κι ο Ρήγας παραπέρα ξάμωνε το σπαθί του
+να πετσοκόψη τη ζηλιάρα. Η Βοσκοπούλα σ' άλλη ψυχομαχούσε μέσα στο
+ανθοσπαρμένο σπήλιο της, αναζητώντας τον άγνωστο βοσκό. Και σ'
+άλλες ζωγραφίζονταν άλλα μαρτύρια, τρυφερά ειδύλλια με θλιμμένο
+τέλος, σα να ήταν το δωμάτιο ναός κάποιου τρομερού θεού. Ο
+άσβυστος Πόθος κ' η Ζήλια η ωχροπράσινη μαζί με την Απάτη και τη
+μαύρη Καταφρόνια, σκόρπιζαν τα θύματά τους σαν κομμένα κρίνα εδώ
+κ' εκεί. Κ' ήταν τα θύματα γλυκές παρθένες και ζηλεμένοι νιοι, κ'
+ήταν το πάθημά τους πεταλούδας πάθημα. Εκείνη κύτταζε τις
+ζωγραφιές και η λύπη πλάκωνε το μέτωπό της. Η Ελπίδα ορθή μπροστά
+της χτένιζε τ' αργυρά μαλλιά και τη χαμόβλεπε χωρίς να τολμάη να
+της χαλάση τους στοχασμούς.
+
+Έπειτα θέλησε ν' αλλάξη τα βρεμένα ρούχα της. Άνοιξε το τοιχαρμάρι
+κ' έβγαλε από μέσα χιονάτα ασπρόρρουχα. Μια δυνατή μυρουδιά
+λεβάντας σμιγμένης με αμάραντο αναδύθηκε και γέμισε το δωμάτιο σα
+ν' άναψε θυμιατήρι. Η κυρά Πανώρια ένοιωσε τη μυρουδιά και
+χαμογέλασε. Η Ελπίδα σάστισε· νόμισε πως χαμογέλασε για τα φτωχικά
+τ' ασπρόρρουχά της.
+
+ — Τι να κάμω, Κυρά μου ; είπε κατακόκκινη σαν τριαντάφυλλο. Το
+ξέρω πως δεν πρέπουν στο κορμί σου τ' ασπρόρρουχά μου· μα δεν έχω
+άλλα. Να τόξερα πως θα τα φέρη ο θεός τόσο γρήγορα να σε ντύσω
+'γώ, θα σου ύφαινα παννί απ' του ήλιου τη χάρη. Μα δεν τόλπιζα και
+θα σε προστυχοντύσω.
+
+ — Δεν πειράζει, κόρη μου· δεν πειράζει· είπε η γερόντισσα με
+καλοκάγαθη φωνή· το ντύμα δεν τιμάει τον άνθρωπο.
+
+ — Ο άνθρωπος τιμάει το ντύμα· το ξέρω. Και τα φτωχόρρουχα τα δικά
+μου θα γίνουν στο κορμί σου πουκάμισο της Παναγιάς.
+
+Βοηθούσε την κυρά Πανώρια στο άλλαγμα και τα χέρια της έτρεμαν από
+τη συγκίνηση. Τα μάτια της έβλεπαν για πρώτη φορά το καλοπλασμένο
+κορμί με το αχνό σαν ελεφαντοκόκκαλο δέρμα του. Ο κρουσταλλένιος
+λαιμός με τις γαλάζιες φλέβες του, τα μεστωμένα στήθη κ' οι
+στρογγυλοί λαγόνες της, έφερναν στο νου της ίδια τη Φύση με τους
+πύρινους χυμούς της. Άθελα η Ελπίδα θυμήθηκε τον Αριστόδημο κ' η
+μελαγχολία σαν κύμα νεκροθάλασσας πλάκωσε την ψυχή της. «Τι κατάρα
+έπεσε ξαφνικά στο σπίτι της! σκέφτηκε. Η μήτρα η καμωμένη από του
+θεού το χέρι για να γεννά θεόκορμα και δυνατά παιδιά, γιατί τάχα
+κατάντησε να γεννά ξεθεώματα;»
+
+ — Αχ, Κυρά μου, τι κακό είνε τούτο! τι κακό! είπε αρχίζοντας τα
+δάκρυα.
+
+ — Τ' είνε, κόρη μου; την ρώτησε η γερόντισσα ξαφνισμένη από το
+θρήνο της.
+
+Η Ελπίδα συνήρθε αμέσως και μάσησε τα λόγια της. Δεν ήθελε να ειπή
+το στοχασμό της και να την λυπήση περισσότερο.
+
+ — Τα πόδια σου, Κυρά μου, τα πόδια σου είνε καταματωμένα! είπε μ'
+αναφυλλητό. Ποιος τόλπιζε τέτοιο κακό στου Μορφόπουλου τη γυναίκα!
+ποιος τόλπιζε!..
+
+Έπεσε στα γόνατα, άρχισε να φιλή και να λούζη με δάκρυα τα πόδια
+της, να βγάνη ένα ένα τ' αγκάθια. Σε κάθε στεναγμό της γριάς
+τρόμαζε κ' ήταν έτοιμη να λιγοθυμήση.
+
+ — Κρυώνω, κόρη μου· είπε σιγά η κυρά Πανώρια, μαζώνοντας τις
+πλάτες της.
+
+ — Δεν πέφτεις, Κυρά μου, στο κρεββάτι; είπε η Ελπίδα φοβισμένη
+και παρακαλεστική. Δε θα ήταν άσκημα να πέσης λίγο να
+ζεστοκοπηθής.
+
+Εκείνη θέλησε ν' αρνηθή. Α μπα! δεν ήταν τίποτα· ανατριχίλα ήταν,
+θα περάση. Δεν ήταν δα και τόσο γριά να πέφτη με το παραμικρό στο
+κρεββάτι! Μα το ρίγος σέρνονταν σα φίδι παγωμένο στο κορμί της. Οι
+σαγονιές της χτυπούσαν άναψαν τα μάγουλά της. Δέχτηκε τέλος να
+πέση στο κρεββάτι. Η Ελπίδα πήρε μια μάλλινη αντρωμίδα και τη
+σκέπασε καλά.
+
+ — Έτσι θα ζεσταθής, Κυρά· της είπε σα να μιλούσε σε χαδιάρικο
+παιδί. Ο ύπνος θα σου δώση δύναμη.
+
+ — Έχε την ευκή μου, κόρη μου· εψιθύρισε η κυρά Πανώρια.
+
+Η Ελπίδα ίσαξε καλά το σκέπασμα, πήρε το κέντημά της και βγήκε
+τραβώντας πίσω της την πόρτα.
+
+ — Πού είνε ο Δημητράκης ; ρώτησε το γέρο Μαλαματένιο.
+
+ — Όξω γυρίζει. Πηδάει και χορεύει σα μικρό παιδί.
+
+Αλήθεια ο Δημητράκης ήταν διαφορετικά από τη μάννα του· ούτε θλίψη
+ένοιωθε ούτε κούραση. Το να φύγη μακρυά από τον Αριστόδημο του
+φαινόταν σωτηρία. Όχι πως δεν τον λύπησε η καταστροφή που έκαμε ο
+αδερφός του στο χτήμα. Την επρόβλεπε όμως και παρακαλούσε νάρθη
+μια ώρ' αρχήτερα. Όσο γρηγορώτερα η καταστροφή, τόσο γρηγορώτερα
+έλπιζε και την ανόρθωση. Τη νέα ζωή της γενιάς του τη χώριζε σε
+δυο εποχές κ' έλεγε να φύγη η πρώτη για νάρθη η δεύτερη. Για τούτο
+μόλις τον είδε να βγαίνη από τα σύνορα της λογικής τον παραίτησε.
+Τυχερό που η κυρά Πανώρια ήταν σύμφωνη. Κίνησαν κ' οι δυο χωρίς να
+ειπή ο ένας στον άλλον καταπού θα πάνε. Πήρανε τον ίδιο δρόμο σα
+να τον είχανε προμελετημένο. Φτάσανε στο σπίτι της Ελπίδας με
+αγώνα και κόπο, μα φτάσανε. Γύριζε τώρα στ' αμπέλι της σα
+νοικοκύρης. Ήθελε κάτι να κάμη, από κάτι να καταπιαστή για να
+δοκιμάση τη δύναμή του. Άξαφνα είδε την αξίνα του Μαλαματένιου σ'
+ένα κουτρούλι και την άδραξε στα χέρια. Έδωκε μια κι αναποδογύρισε
+ένα κομμάτι χώμα ίσαμε δέκα πλίθες. Έπειτα άρχισε να σκάφτη
+βιαστικά, σηκώνοντας και κατεβάζοντας την αξίνα με πείσμα, λες κ'
+ήταν εχτρός του η γη κ' ήθελε να την τελέψη.
+
+ — Μπα μπα σε καλό σου! ακούστηκε πίσω του η φωνή της κόρης. Ακόμα
+δεν ήρθες κ' έπιασες τη δουλειά!
+
+ — Δε μένει καιρός για καθισό, Ελπίδα· ούτε στιγμή δε μένει
+καιρός... Εκεί κάτου στο σπίτι μας μουχλιάζει κανείς· είνε
+ναρκωμένος ο αέρας. Εδώ φυσάει δροσερός και ζωογόνος. Κεντάει τα
+νεύρα μου στη δουλειά, σαν το σπιρούνι το γερό τ' άλογο. Μην
+παραξενεύεσαι· είπε τρυφερά αφίνοντας την αξίνα και πιάνοντάς την
+από το χέρι. Μήπως εδώ σ' αυτήν τη θέση, δε μου είπες άλλοτες
+εκείνη τη συμβουλή.
+
+ — Ποια συμβουλή ; τον ρώτησε η κόρη ψάχνοντας το νου της.
+
+ — Εκείνη την προγονική μας· πως την είπες ; ξέχασα τα λόγια τώρα.
+Ξέχασα τα λόγια, μα θυμάμε καλά το νόημα τους. Τόχω
+σφιχτοκλεισμένο στην ψυχή μου και θέλω να το κάμω αλήθεια. Στάσου
+να ιδής πως αρχίζει· Στρατιώτες . . .
+
+ — Αγάπα τα στρατιωτικά ;
+
+ — Ναι, ναι· τώρα θυμήθηκα.
+
+Αγάπα τα στρατιωτικά, πάντοτε μάνθανέ τα. Στρατιώται ήσαν οι όλοι
+σου και πάπποι και προπάπποι. Και όλον το γενολόγι σου καλούς
+στρατιώτας είχε ..
+
+Μα επρόσθεσε συλλογισμένος· στρατιώτες είχε τάχα ή σοφιστές ;
+
+ — Και τα δυο· είπε η κόρη. Στη γενιά μας μαλώνουν τα δυο τους
+όλον τον καιρό, σαν το Αγαθό με το Κακό στον κόσμο. Πότε τόνα
+νικάει και πότε τ' άλλο. Με τη διαφορά πως όταν νικούν οι πρώτοι,
+απλώνουν τα σύνορά μας ίσαμε το Γάγγη. Μα όταν νικούν οι
+δεύτεροι...
+
+ — Αφεντεύει ο ξένος μέσα στο σπίτι μας, εσυμπλήρωσε ο Δημητράκης.
+Για κακή μας τύχη και τώρα νικάνε οι δεύτεροι. Το σπίτι του
+Μορφόπουλου γέμισε από σοφιστείες.
+
+Την έσυρε όξω από τ' αμπέλι σ' έναν όχτο πρασινοντυμένο. Περίγυρα
+τα βουνά ψήλωναν γαλάζια και διάφανα σαν αχνοκάμωτα. Απάνου σε μια
+κορφή τους το Ερωτόκαστρο, με τα χρυσά του τείχη και τους
+διαμαντένιους πύργους του έλαμπε, σα να πλουτίστηκε με δεύτερο
+ήλιο η πλάση. Δεξιά σε μιαν ομάλια, το παλάτι της Πεντάμορφης
+καθρέφτιζε στην άτρεμη λίμνη τους χιονάτους τοίχους του και τις
+δαντελωτές σκεπές του. Σ' ένα του παραθύρι καθότανε η κυρά του κ'
+έπαιζε τα χρυσόμηλα με το αντρειωμένο βασιλόπουλο, τον αφέντη της.
+Έλαμπε το παραθύρι, έλαμπαν τα χρυσόμηλα, έλαμπε κι ο νιος γαμπρός
+από την ομορφιά της. Οι δράκοι και τ' αραπόπουλα και τ' άλλα
+κακότροπα στοιχειά που θέλησαν ν' αντισκόψουν το θριαμβευτικό
+δρόμο του νιου, τώρα δαμασμένα γύριζαν στην αυλή πρόθυμοι
+βιγλατόροι τους. Στη λίμνη ένα καράβι ολόχρυσο με προύτζινα
+κατάρτια και μεταξωτά παννιά αρμένιζε ίσα στο παλάτι. Ψυχή δεν
+είχε μέσα· ούτε ναύτης, ούτε κυβερνήτης, ούτε τιμονιέρης φαινόταν
+πουθενά. Μα το πλεούμενο αρμένιζε σα να είχε δική του ψυχή και
+δική του κυβέρνια. Μην είνε τάχα το μαγεμένο καράβι πώρχεται να
+πάρη άθελα το βασιλόπουλο και να κάμη χήρα την Πεντάμορφη ; Εκείνη
+τ' αγναντεύει από το παραθύρι κ' η θλίψη φυτρώνει σαν τσουκνίδα
+στην καρδιά της. Το βασιλόπουλο μπήκε σε πειρασμό· θέλει να κατεβή
+για να μάθη το μυστικό του καραβιού. Μα εκείνη χύνεται στον κόρφο
+του, δε θέλει να σαλέψη από κοντά της. Κλαίει και μαργαριτάρια
+κυλούν από τα μάτια της· γελάει και δροσερά τριαντάφυλλα πέφτουν
+από τα μαγουλά της· στενάζει και στενάζει το παλάτι σα σπασμένη
+κιθάρα. Άμοιρη νια! θα μπορέσης τάχα ν' αλλάξης το πικρό
+μοιρογράφημα;
+
+Κάτω ξετυλίγεται απέραντο πανόραμα με λαγκαδιές, με κάμπους, με
+θάλασσες, και με χωριά. Φαίνονται οι χώρες του Χαγάνου, οι χώρες
+του Θεομίσητου, του Ζάρακα, του Μήτρου Γλάμη κι αλλουνών. Ένα προς
+ένα ξεχωρίζουν τα παλάτια τα δικά τους και τα χαμώγεια των
+κολλήγων τους. Απόπερα στη ρίζα της ομάλιας τρεμολάμπει σα
+νιόβγαλτο αστέρι και το σπιτάκι του Ευμορφόπουλου. Δίπλα στο
+σπιτάκι κι απάνου σ' ένα θεόχτιστο κοτρώνι, ξεχωρίζουν κάτι χτίρια
+μισά και σαραβαλιασμένα. Πίσω τους ένα μαύρο σύγνεφο σα δικέφαλος
+αητός με τις φτερούγες ολάνοιχτες έσκυβε απάνω τους σαν όρνιο στο
+ψοφήμι. Πότ' έδειχνε πως τα ξέσχιζε με το ράμφος του και πότε πως
+ήθελε να τα σηκώση στις φτερούγες του και να τα πάρη μαζί του. Μα
+και το σύγνεφο δεν έκανε άλλο παρά να δείχνη την ομορφιά και τη
+χάρη τους. Τα μάρμαρα έπαιρναν ένα χρώμα κιτρινόλευκο σα να ήταν
+από ελεφαντοκόκκαλο. Οι σπαθισμένες κολλώνες του, έλεγες πως
+στήριζαν τον ουρανό.
+
+ — Δε σου φαίνεται πως και τα δυο βγήκαν απ' τον ίδιον τεχνίτη ;
+ρώτησε η κόρη το Δημητράκη, δείχνοντας τα χαλάσματα και το παλάτι
+της Πεντάμορφης.
+
+ — Ναι· μοιάζουνε σαν πατέρας με παιδί, είπε κυττάζοντάς τα
+στοχαστικά. Αχ, πώς ήθελα να σκότωνα τον πατέρα! πρόσθεσε άξαφνα.
+Να μπορούσα να τον σκότωνα!
+
+ — Τι λες ; τον ρώτησε ξαφνισμένη από τις άγριες ματιές του η
+κόρη.
+
+ — Είνε ασέβεια ο λόγος μου· τα ξέρω· μα ήθελα να τόκανα. Να
+σκότωνα τον πατέρα για να ζήση το παιδί. Αυτός ο Παρθενώνας μας
+στέρεψε όλες τις βρύσες της ζωής.
+
+ — Ενώ μπορούσε να τις πληθύνη.
+
+ — Μπορούσε, δε λέω τ' όχι. Μα δεν τόκαμε.
+
+ — Δεν είνε δικό του το σφάλμα.
+
+ — Σπολλάτη που με φώτισες, είπε με πικρό χαμόγελο. Δεν ξετάζω την
+αφορμή· βλέπω τ' αποτέλεσμα, το θλιβερό αποτέλεσμα!... Αχ, πώς
+ήθελα να μην είχα δοξασμένους προγόνους!...
+
+Ξαπλώθηκε στον όχτο και τράβηξε την Ελπίδα κοντά του.
+
+ — Μα τώρα μου φαίνεται πως ξανανιώνω· είπε κυττάζοντάς την στα
+μάτια.
+
+Εκείνη χαμογέλασε.
+
+ — Κ' εγώ δεν ξέρεις πόσο χάρηκα! εδώ θα είμαστ' ελεύθεροι να τα
+λέμε.
+
+ — Εσύ να λες κ' εγώ να μαθαίνω· δεν είν' έτσι; Πού είνε η μάννα
+μου;
+
+ — Κοιμάται· δε μου φαίνεται καλά· είνε πολύ αδύνατη και κλαμένη.
+
+ — Πώς να μην είνε; Έπειτ' απ' αυτά που είδε στα γεράματά της· να
+ξεσπιτωθή!...
+
+
+
+Γ’
+
+
+
+ — Κ' εδώ σπίτι της δεν είνε; τον έκοψε η κόρη με παράπονο. Εσείς
+μπορεί να μη θέλετε, μα εγώ το θέλω· είνε μάννα μου και κάτι
+καλήτερα· είνε κυρά μου.
+
+ — Όχι, Ελπίδα, με συμπαθάς· δε θέλω να ειπώ αυτό. Μα για
+συλλογίσου στην ηλικία της να πάθη τέτοιο κακό; Ξέρεις ο
+Αριστόδημος το ρήμαξε όλο το μετόχι· δεν άφηκε κούρβουλο.
+
+ — Δεν το ξέρω, μα το περίμενα. Ο δρόμος που πήρε έδειχνε πού
+θάφτανε.
+
+ — Έχεις δίκιο· κ' εγώ τόξερα. Μα βλέπεις, η γριά πάντα κάτι
+έλπιζε. Ε, ας πάη να κουρεύεται! είπε άξαφνα θέλοντας ν' αλλάξουν
+κουβέντα. Για δείξε μου τι κεντάς αυτού.
+
+ — Βρίσκουμαι στο τέλος· είπε απλώνοντας το κέντημα στα γόνατά της
+και παίρνοντας το βελόνι· βιάζομαι να τελειώσω σήμερα. Από δω κι
+ομπρός ποιος ξέρει τι θ' αρχινήσω.
+
+ — Μπωμπώ! τι σκούρα κλωστή! έκαμε ο Δημητράκης ανατριχιάζοντας.
+
+ — Σκούρα ναι· ταιριάζει με την υπόθεση.
+
+Και σύγκαιρα το παχουλό χεράκι ερράμφισε το μεταξωτό, σαν άσπρο
+περιστέρι απάνω στη χλωροσιά. Έπαιζε το χέρι αστόχαστα και το
+κέντημα γινότανε, θαρρείς, μοναχό του.
+
+ — Μα είνε πόλεμος βλέπω! είπε ο Δημητράκης με θαυμασμό.
+
+ — Ναι· ο πόλεμος πώκαμαν οι δικοί μας. Πίστεψαν πως με τις
+παλάβρες θα νικήσουν τον Τούρκο. Μα κείνος ρίχτηκε αψής, τους πήρε
+του κυνήγου και τους αφάνισε. Δεν ήταν τόσος ο αφανισμός όσο η
+ντροπή. Για τούτο έβαλα σκούρα κλωστή. Κάτω απ' τη μαύρη σκέπη
+κλαίει ανόχλητα τη χαμένη παρθενιά της η κόρη.
+
+ — Σωστά· είπε ο Δημητράκης θλιμμένος. Άνοιξε το όλο να ζήσης. Όλο
+το κέντημα είνε για τον πόλεμό μας ;
+
+ — Α μπα· εδώ είνε κεντημένη όλη η ιστορία της γενιάς σας.
+
+ — Της γενιάς μας· ήθελες να πης.
+
+ — Όπως θες.
+
+Και σύγκαιρα ξετύλιξε απάνου στο χορτάρι ένα κομμάτι ατλάζι πλατύ
+και μακρύ σα σεντόνι. Ήταν όλο γεμάτο από κεντήματα. Πούλιες,
+τιρτίρια, χρυσογάιτανα έσμιγαν εκεί με κάθε λογής πετράδι. Τα
+πετράδια εθάμπωναν, τα χρυσάφια γυάλιζαν μα της κεντήστρας η τέχνη
+έκανε το μεγαλήτερο θαύμα. Κάθε σταυροβελονιά και γινόταν σχήμα
+και το σχήμα έδειχνε ό,τι δεν ήταν. Κάστρα δεν ήταν και κάστρα
+φαίνονταν· πολεμιστές δεν ήταν και πολέμους άνοιγαν· σαλπιστές δεν
+ήταν και σάλπιγγες ηχολογούσαν. Έβλεπες το τριαντάφυλλο κι άρπαζες
+σύνωρα το μοσκοβόλημά του· έβλεπες θέρο κ' ένοιωθες το ψωμί δίπλα
+σου· έβλεπες φονικό κι ανατρίχιαζες σύψυχος· έβλεπες εχτροτσάκισμα
+και φώναζες: απάνω τους!
+
+ — Ωραίο κέντημα! Είπε ο Δημητράκης. Νόμιζα πως μονάχα η φύση
+μπορούσε να μας δώση τόσο τέλειο κέντημα.
+
+ — Και μήπως εγώ δεν είμαι γέννημα της φύσης! Κ' εγώ κ' εσύ και
+όλοι μας. Μην κυττάς που ψευτίζουμε με τον καιρό. Φεύγουμε από τη
+μάννα και πάμε στην παραμάννα γι' αυτό. Δόξα σοι ο Θεός, εγώ δεν
+τόπαθα τέτοιο κακό. Έμεινα πάντα στον κόρφο της μάννας μου.
+
+ — Αλήθεια· δόξα σοι ο Θεός! είπε ο Δημητράκης με λύπη. Μα εγώ δε
+μπορώ να το καυχηθώ για τον εαυτό μου. Εγώ έφυγα έφυγα κ' είνε
+ζήτημα αν θα μπορέσω να την ξαναυρώ. Για τούτο τώρα δε μπορώ να
+νοιώσω το κέντημά σου. Δε μου το ξηγάς;
+
+ — Γιατί όχι· χαρά μου είνε να σε ξαναφέρω πάλε στη μάννα σου. Για
+ποιόν άλλον τόκαμα το κέντημα παρά για σένα. Να, βλέπεις εδώ το
+μεγάλο κύκλο με τα ρουμπίνια.
+
+ — Ναι, τον βλέπω· παίζουν γλυκόχρωμα στα μάτια μου τα ρουμπίνια·
+μα στέλνουν και κάποια αρμονία στην ψυχή μου. Μην είνε αίματα και
+χλαλοή πολέμου;
+
+ — Είνε ο κύκλος ο Ακριτικός· κάθε ρουμπίνι και ήρωας. Να ο
+Διγενής· να ο Αρμούρης, ο Ξανθίνος, ο Σαββατογέννητος. Διαβάζεις
+τα γράμματα ;
+
+ — Ναι, στάσου· είπε σκύβοντας στο κέντημα ο Δημητράκης και
+συλλαβίζοντας. Δράκοι και δρακοντόπουλα Ρωμαίικα παλληκάρια. Ποιοι
+είνε;
+
+ — Όλοι από τη γενιά μας. Πριν καταιβή ο Χαγάνος καταδώθε. Άνοιγαν
+πολέμους νύχτα και ημέρα. Πολεμούσανε με τους ανθρώπους, με τα
+θεριά και με το Χάρο ακόμα.
+
+ — Θα είνε πολύ παλαιοί.
+
+ — Όχι και πολύ· στην εποχή που το μετόχι μας έφτανε κάτου στη
+Μεσοποταμία. Έπειτα ήρθαν οι Τσιμισκήδες, οι Κομνηνοί, οι Φωκάδες,
+οι Βουλγαροχτόνοι. Να εδώ· βλέπεις;
+
+ — Ναι· τι μεγάλο ποτάμι! και μέσ' στα κύματά του κυλάει κεφάλια.
+Τι άσκημα κεφάλια που είνε!
+
+ — Είνε Βουλγάρικα. Τάκοψε ο Βασίλειος κι από τότε η γενιά του
+Θεομίσητου δούλευε σκλάβα στη δική μας.
+
+ — Τι αθάνατοι! εψιθύρισε ο Δημητράκης.
+
+ — Αθάνατοι μα κι άγνωστοι σε σας.
+
+ — Αλήθεια· εγώ διάβασα το Δημοσθένη.
+
+ — Το λογά το Δημοσθένη! είπε η κόρη με αποστροφή. Και όμως τούτοι
+είνε σιμώτερα στην ψυχή μας· τόσο στην ψυχή μας όσο και στη δόξα
+και στην τύχη της γενιάς μας.
+
+ — Μα δεν τους άκουσα ποτέ.
+
+ — Δεν τους άκουσες γιατ' έτσι θέλησε ο Αριστόδημος. Παίρνει τη
+ρίζα του δέντρου και τα φύλλα. Τον κορμό τον απαρνιέται. Δεν του
+φαίνεται τόσο ζηλευτός. Και δε συλλογίστηκε ποτέ, πρόσθεσε η κόρη
+θυμωμένη, δε συλλογίστηκε πως ο κορμός είν' εκείνος που δένει τη
+ρίζα με τα φύλλα.
+
+ — Να σου ειπώ την αλήθεια, Ελπίδα; είπε ο Δημητράκης αφωσιωμένος
+στο κέντημα· θλίψη και πόνος με πιάνει με το κέντημά σου. Η σκούρα
+κλωστή βασιλεύει ολούθε. Πού και πού φαίνεται τ' ασήμι και το
+χρυσάφι. Αλήθεια φαίνεται πιο λαμπρότερο σα νάνε σκεπασμένο από
+καταχνιά.
+
+ — Είνε η καταχνιά που πλάκωσε τους Μορφόπουλους. Να ιδές εδώ
+αυτόν τον καβαλλάρη.
+
+ — Α! τι περήφανη ζωγραφιά! Τ' άλογό του πατάει απάνου σε
+κουφάρια. Η ματιά του σφάζει περισσότερο από το σπαθί του. Έχει
+κορώνα στο κεφάλι. Ποιος είν' Ελπίδα, ποιος είνε;
+
+ — Είνε ο πρώτος μας· εκείνος που αντίκρυσε άφοβα το σπαθί του
+Χαγάνου. Ρίχτηκε με τάλογό του μέσα στο σίφουνα κι άδραξε την
+αθανασία.
+
+ — Δε διάβασα τέτοιο θάνατο πουθενά.
+
+ — Δε διάβασες γιατί δεν έγινε. Ζη ο Βασιλιάς μας, ζη και μας
+προσμένει! φώναξε η κόρη με αστραφτερά μάτια σαν προφήτισσα.
+
+ — Το πιστεύεις;
+
+ — Το πιστεύω! βέβαια και το πιστεύω αφού στο λέω.
+
+ — Έπειτα:
+
+ — Έπειτα θρήνος κ' αίματα· είπε η κόρη σέρνοντας ανάλαφρα το χέρι
+της απάνου στο κέντημα· δε βλέπεις; Αίματα και λαχτάρες απ' άκρη
+σ' άκρη. Μα η ψυχή του πρώτου μας διαβαίνει απάνου τους και τα
+στολίζει σαν αχτίνα στο μακελειό. Να κύτταξε...
+
+ — Ένας Ιππότης! Φράγκος είνε, Ελπίδα;
+
+ — Γι' Ατθίδα με πήρες που θα κεντήσω Φράγκους; Είνε Μορφόπουλος.
+Είνε η ψυχή της σκλαβωμένης γενιάς μας· ο Μερκούριος Μπούας. Ένας
+σίφουνας που αν φύσαγε καταδώθε, θα σάρωνε για μιας το Χαγάνο και
+τη γενιά του. Μα δεν ήταν θέλημα Θεού. Τράβηξε κατά τη Δύση και
+στήριξε μιαν αλάκερη αυτοκρατορία με τη λόγχη του.
+
+ — Αλλοίμονο! εμουρμούρισε ο Δημητράκης δακρύζοντας.
+
+ — Ναι, αλλοίμονο και τρισαλλοί! έχεις δίκιο να κλαις· μα και να
+βλέπης πρέπει· είπε η κόρη σοβαρά. Βλέπεις εκείνα τα
+φεγγοβολήματα; είνε τ' αρματωλίκια· ο Ζήδρος, ο Ζαχαρίας, οι
+Κατσαντωναίοι, ο Νικοτσάρας. Λαμπάδες ετοιμάζονται για τη μεγάλη
+Ανάσταση.
+
+ — Κ' εκείνη δεν έγινε.
+
+ — Πώς δεν έγινε; είπε η κόρη παραξενεμένη· να εδώ.
+
+ — Φρίκη! έκαμε ο Δημητράκης, γυρίζοντας αλλού το πρόσωπο.
+
+ — Το Εικοσιένα μας· είπε η κόρη φέρνοντας στανικά το κέντημα στα
+μάτια του. Γύρισε, φοβιτσάρη, να ιδής τον εαυτό σου. Καθρέφτη
+σούκαμα να καθρεφτίζεσαι μέσα.
+
+Ο Δημητράκης γύρισε αργά — αργά και κύτταξε πάλε το κέντημα. Ήταν
+κίτρινος σαν το φλωρί· τα μάτια του έρριχναν παράξενες αστραπές.
+Τα μαλλιά πεσμένα στο μέτωπό του τον έδειχνε σαν να σηκώθηκε από
+αρρώστεια πολυκαιρινή. Τα χείλη του άσπρα έτρεμαν από τη
+συγκίνηση.
+
+ — Άξιζε τάχα τέτοια θυσία; εμουρμούρισε αργά και στοχαστικά σα να
+ρώταε τον εαυτό του.
+
+ — Άξιζε δεν άξιζε εκείνοι δεν το λογάριασαν. Είπαν να κάμουν
+κράτος και τόκαμαν· τ' άλλα τ' άφηκαν στα παιδιά τους... Μα σα να
+κουράστηκες βλέπω· πρόσθεσε η κόρη βλέποντας το Δημητράκη
+αφαιρεμένο. Σε ζάλισα με το κέντημά μου.
+
+ — Όχι, Ελπίδα, όχι· είπε βιαστικά εκείνος εμποδίζοντάς την να
+τυλίξη το μετάξι. Δε με ζάλισε το κέντημά σου· το εναντίο μάλιστα,
+μ' έβαλε σ' έγνοιες. Βλέπω τους πρώτους μας στις δυο άκρες και με
+πιάνει απελπισία. Ένας εκεί πάνου βουτημένος στα αίματα κι άλλος
+εδώ κάτου βουτημένος στη ντροπή. Δεν είνε κρίμα, Ελπίδα, δεν είνε
+κρίμα! Γιατί και Τούτος να μη μοιάση Εκεινού ;
+
+ — Έχεις δίκιο να θλίβεσαι· μα δε φταίει και Τούτος. Όλοι μας
+φταίμε· και περσότερο απ' όλους η εποχή μας.
+
+ — Όλοι, όλοι; είπε ο Δημητράκης σα να ρωτούσε τον εαυτό του
+μπορεί. Μα και σε κείνον έφταιξε η εποχή του. Όμως φάνηκε
+ανώτερος. Σα δεν την εύρισκε τη δόξα στη ζωή, πήγε και την
+αγκάλιασε στο θάνατο. Για ιδές τον πώς τη σέρνει πίσω από τ' άλογό
+του. Απ' τις πλεξίδες τη σέρνει, απ' τις πλεξίδες! Θα το ιδούμε
+τάχα στις μέρες μας κ' εμείς τέτοιο θέαμα. Ω ευλογημένο χεράκι,
+που μου 'δωσες τέτοια συγκίνηση.
+
+Και πριν η κόρη προφτάση ν' αντιληφθή το κίνημά του, ο Δημητράκης
+άδραξε το χέρι της και το κόλλησε στα χείλη του.
+
+ — Ευλογημένο κι αγιασμένο χεράκι· είπε κυττάζοντάς την με
+ταπείνωση και λατρεία σα νάβλεπε εικόνισμα.
+
+Εκείνη έσυρε το χέρι της βιαστικά και χαμήλωσε τα μάτια της
+κατακόκκινη. Πρώτη φορά ένοιωθε του Δημητράκη τα χείλη απάνου της.
+Και πρώτη φορά ένα μαγνητικό ρευστό χύθηκε απ' άκρη σ' άκρη στο
+κορμί της και φούντωσε το αίμα της. Για μια στιγμή της ήρθε
+λιγοψυχιά. Ο ανασασμός της έγινε δύσκολος· τα μέλη της βάρυναν και
+χαλαρώθηκαν. Έμοιαζε ολόγυμνο κορμί παραδομένο στου ήλιου τα
+φλογερά φιλήματα. Είδες το λαγουδάκι πώς τρέμει και σπαρταρά κάτου
+από το χνώτο του λαγωνικού; Έτσι έμοιαζε η Ελπίδα που ένοιωθε
+κοντά της το Δημητράκη. Άξαφνα όμως αντρειεύτηκε· έσεισε
+πεισματικά το κορμί και τινάχτηκε ολόρθη, στυλώνοντας απάνου του
+μάτια αυστηρά και παραπονιάρικα. Ο νέος αιστάνθηκε τη ματιά εκείνη
+σαν δάκρυ αρμυρό και πικρό στα φυλλοκάρδια του.
+
+ — Συμπάθησέ με, Ελπίδα, συμπάθησέ με· είπε με θλιμμένη φωνή. Δεν
+ήθελα να δείξω άλλο από το θαυμασμό μου. Το θαυμασμό μου σε σένα
+και στο έργο σου. Έλα, κάτσε κοντά μου κ' έχω κάτι να σου μιλήσω
+ακόμα. Έλα, να ζήσης ...
+
+ — Τι θες ; είπεν η κόρη πισωγυρίζοντας.
+
+ — Πες μου σε παρακαλώ. Μα θα μου ειπής την αλήθεια;
+
+ — Γιατί όχι; Εγώ ψέματα δεν έμαθα. Η αλήθεια είνε το μοναχό
+στολίδι μου. Ρώτα ό,τι θες και θα σ' αποκριθώ.
+
+ — Ήθελα να μάθω, είπε ο Δημητράκης με δισταγμό· αυτά όλα που
+κέντησες...
+
+ — Ε.
+
+ — Σε τι βιβλίο τα διάβασες;
+
+ — Σε βιβλίο! του είπε η κόρη σκάζοντας τα γέλοια. Μα δεν έχεις
+άδικο. Ο Αριστόδημος θαρρεί πως στο βιβλίο βρίσκονται όλα τα
+πράματα.
+
+ — Ναι· έτσι μ' έμαθε.
+
+ — Μπορεί νάχη δίκιο. Μα εγώ δεν τα διάβασα σε βιβλίο· δεν ξέρω
+γράμματα.
+
+ — Δεν ξέρεις γράμματα!
+
+ — Ναι, δεν ξέρω! Όσα σου είπα τ' άκουσα από τη μάννα μου.
+
+ — Κ' η μάννα σου πού τα διάβασε;
+
+ — Πουθενά· απ' τη μάννα της τάμαθε κ' εκείνη. Απ' τη μάννα της κι
+από τον πατέρα της. Δεν ξέρεις το λοιπόν πως κρατάμε από την ίδια
+ρίζα;
+
+ — Το ξέρω, Ελπίδα, το ξέρω και το παραξέρω. Και γι' αυτό
+καταλαβαίνω πόσο μεγάλοι ήταν οι παππούδες μας. Ενώ εκείνος ο
+αδερφός μου!...
+
+ — Α, ο αδερφός σου! είπε η κόρη κουνώντας το κεφάλι με
+συγκατάβαση. Εκείνος πήρε τα βιβλία τους μοναχά. Μα εμείς
+κληρονομήσαμε την ψυχή τους.
+
+ — Εγώ θαν τα πάρω και τα δυο· είπε ο Δημητράκης με αυτοπεποίθηση·
+ναι;
+
+ — Δεν ξέρω... δεν ξέρω... Πώς να το ειπώ το ναι. Δεν ξέρω·
+ψιθύρισε μακραίνοντας από κοντά του.
+
+ — Δεν ξέρεις; την ρώτησε κείνος ρίχνοντας τα χέρια του παράλυτα.
+Ποιος το ξέρει λοιπόν;
+
+ — Εσύ· εσύ και κανείς άλλος.
+
+ — Εγώ λοιπόν το θέλω.
+
+ — Δε φτάνει· χρειάζονται κι' άλλα ακόμα. Έχεις ν' απαντήσης
+πολλές δυσκολίες. Την πρόληψη, την παράδοση, τα συμφέροντα, τη
+φτωχοπερηφάνεια, και τόσα άλλα. Κ' είνε κάτι στοιχειά! φοβερώτερ'
+από κείνα που λεν τα παραμύθια μας. Θυμάσαι το σκλαβάκι; Δίχως το
+σκλαβάκι δε θα κέρδιζε ποτέ την Όμορφη του Κόσμου το βασιλόπουλο.
+
+ — Να την η Όμορφη του Κόσμου· είπε ο νέος αρπάζοντας το χέρι της
+και κυττάζοντάς την κατάματα. Ξέχασες τίνος πατέρα είμαι γιος;
+Αλήθεια ο αδερφός μου πάσκισε να μου ψαλιδίση τα φτερά· μα δε μου
+τα μάδησε κι' ολότελα. Πάλε θα φυτρώσουν με τον καιρό· αν και
+νοιώθω πως φύτρωσαν από τώρα με τα λόγια σου. Έλα, έλα μαζί μου,
+αγαπημένη. Κάτι μέσα μου τρανολαλεί πως μαζί σου όλα μπορώ να τα
+τολμήσω και να τα κατορθώσω... Εγώ το χέρι και συ το σπαθί. Έλα
+και θα ιδής...
+
+ — Άμποτε· ευχήθηκε κείνη αφίνοντας το κεφάλι της στην αγκαλιά
+του. Και τότε ποιος θα μπορέση πια να μας αντισταθή ; επρόσθεσε
+σιγαλά, στυλώνοντας τα μάτια ψηλά σε κάποιο μέλλον φωτεινό και
+τρισένδοξο.
+
+ — Αψού!... ακούστηκε πίσω τους ένα δυνατό φτάρνισμα.
+
+Οι νέοι χωρίστηκαν βιαστικά μ' ένα ξεφωνητό γεμάτο από λύπη και
+οργή. Ο Δημητράκης τα σάστισε, σα να τον πιάσανε κλέφτη σε κάποιο
+πολυάκριβο καρπό. Κατακόκκινος έρριξε κάτω τα μάτια του κ' έκανε
+πως ψάχνει, πασπατεύοντας τις τσέπες του για να κρύψη τη ντροπή. Η
+Ελπίδα όμως συνήρθε γρήγορα κ' έβαλε τα γέλοια και τα ξεφωνητά,
+θέλοντας να χύση γύρω — τριγύρω τη χαρά της.
+
+ — Κάτι κατσουφιασμένος, πατέρα· τι τρέχει; είπε στο γέρο
+Μαλαματένιο, παύοντας τα γέλοια της.
+
+ — Μπα! εδώ είστε; είπε τάχα ξαφνισμένος ο γέρος· έφαγα τον κόσμο
+να σας γυρεύω. Σας γύρευα εκεί ψηλά κι άξαφν' ακούω το λάλημα στα
+πόδια μου. Φαντάσου! να γυρεύω το πουλί στο κλαρί και να το βλέπω
+χωμένο στ' αγκάθια. Φαντάσου! είπε εξακολουθώντας να γελά, ενώ τα
+δάκρυα τρέχανε από τα μάτια του.
+
+ — Φαντάσου! είπε κι ο Δημητράκης γελώντας.
+
+ — Μα τι τρέχει ; θες τίποτα ; τον ρώτησε η Ελπίδα.
+
+ — Ξέρω κ' εγώ να· είπε κείνος λαβαίνοντας ύφος πικραμένο· η Κυρά
+δε μου φαίνεται καλά. Όλο βογγάει και ταράζει σαν το ψάρι απάνου
+στο κρεββάτι. Της ρίξαμε ρούχα, της ρίξαμε, μα δε μπορεί να
+συνέρθη. Άσκημα μου φαίνεται· άσκημα, πολύ άσκημα!
+
+Δεν είχε τελειώσει την κουβέντα του και οι δυο νέοι έτρεχαν χέρι
+με χέρι προς το σπίτι. Η Ελπίδα ούτε το κέντημά της δε σκέφτηκε να
+πάρη. Τ' άφηκε απλωμένο εκεί απάνω στα χόρτα κι ο ήλιος φιλούσε
+αχόρταγα της όμορφες κλωστές, έδινε κ' έπαιρνε χρώματα. Ο γέρος
+έσκυψε και το κύτταξε για πολλή ώρα. Έμοιαζε σαν διψασμένο ζωντανό
+που πίνει αχόρταγα στην ξάστερη γούρνα του.
+
+ — Α! έκαμε τέλος σηκώνοντας το κεφάλι. Όσες φορές το βλέπω τούτο
+τ' αργόχερο, όλο τραγούδια έρχονται στα χείλη μου. Θα πης τα
+περισσότερα είνε λυπητερά. Μα τάχα κ' η ζωή μου όλο με λύπη δεν
+πέρασε;
+
+Έπιασε μ' ευλάβεια το κέντημα, το τύλιξε απαλά και κίνησε για το
+σπίτι. Άξαφνα καθώς πέρναε στο στρατώνι είδε μέσα στ' αμπέλι την
+αξίνα του και το σκαμμένο χώμα.
+
+ — Μπρε! έκαμε μ' απορία.
+
+Έπειτα κούνησε συλλογισμένος το κεφάλι του και χαμογέλασε πονηρά.
+
+ — Που θα πη, κυρά μου, είπε στην αξίνα του, και συ και το κορίτσι
+βρήκατε σήμερα τον αφέντη σας. Ήλιος λοιπόν στο γέρο Μαλαματένιο.
+
+Έρριξε την αξίνα στον ώμο του και τράβηξε το δρόμο του
+σιγοτραγουδώντας:
+
+ Τούρκοι, κρατείτε τ' άλογα λίγο να ξανασάνω...
+
+
+
+Ε'
+
+
+
+Ο Περαχώρας κι ο Γκενεβέζος ετοιμάζονται σήμερα για ταξείδι. Ο
+σύντροφός τους έφυγε από προχτές. Ένα σύντομο τηλεγράφημα τον
+ανάγκασε ν' αφήση στη μέση τις μελέτες του. Για τούτο λυπήθηκε
+πολύ· μα και τι να κάμη; Ο άνθρωπος του νου, όσο κι αν θελήση, δε
+θα πάψη ποτέ να είνε άνθρωπος και της σάρκας. Κ' η σάρκα — π'
+ανάθεμά τη! — έχει πολλές απαίτησες. Σήμερα τούτο, αύριο εκείνο.
+Όσο προχωρούμε στη ζωή, τόσο το χαλκιάδικο που κλειούμε στην ψυχή
+μας σφυρηλατεί αλυσίδες. Και τι αλυσίδες, Θεέ μου! δυνατές κι
+άλυτες, σαν του Ηφαίστου το δίχτυ γύρω στους θείους μοιχούς. Ο
+αράθυμος πολεμιστής, που κρύβει καθένας μέσα του, μπουχτίζει της
+Αφροδίτης τα κάλλη και θέλει να πετάξη στους γαλάζους κόσμους της
+γνώσης και της σπουδής. Μα του κάκου αγωνίζεται! Οι αλυσίδες τον
+κρατούν εκεί και τον παραδίνουν στα χασκογελάσματα και στην
+περιφρόνηση των συνόμοιων του.
+
+Έτσι την έπαθε τώρα ο Αλαμάνος. Θες αρρώστεια των γονιών του, θες
+ο πόθος της ερωταριάς· ή — γιατί όχι — το ανέλπιστο άνοιγμα μιας
+έδρας δασκαλικής κ' η Σοφία ζάρωσε σα χελώνα μπροστά στη σιδερένια
+φτέρνα της Ανάγκης. Και όμως ο νέος σοφός είχε μεγάλα σχέδια στο
+κεφάλι του. Από την ώρα που πρωτόειδε την Ελπίδα σκίρτησε το
+φιλέρευνο πνεύμα του σα διψασμένο λάφι στην όψη δροσερού
+κεφαλαριού. Ήταν δυνατό μυαλό με πλατύ και ξάστερον ορίζοντα
+μπροστά του. Η μεγάλη και πολύμορφη σπουδή του δεν έγινε πυκνό
+μαντρί να κλείση τάστρα και το φως από τα μάτια του· έγινε ψηλή
+κορφούλα κι απάνω ανεβασμένος εκείνος, βίγλιζε τον κόσμο με μάτι
+σταυραϊτού· σταυραϊτού που χυμά στον κάμπο κι αδράχνει το
+εκλεχτότερο κυνήγι. Ούτε η πρόληψη τον σταματούσε ούτε η αλήθεια
+τον τρόμαζε.
+
+Πρι να βγη από τον τόπο του είχε ακουστά για το τρυφερό λατσούδι
+που φύτρωσε λάου — λάου δίπλα στο γέρο έλατο. Μα τ' άκουσε και το
+πίστεψε ασήμαντο. Τόλεγε κ' εκείνος μούσκλι που φύτρωσε απάνω στο
+θεϊκό κορμό των Ευμορφόπουλων από τα βρωμόνερα και τον κουρνιαχτό
+της ανεμοζάλης. Μα τώρα που το είδε με τα μάτια του άλλαξε γνώμη.
+Και σκέφτηκε μόλις τελειώση τα βιβλία του Αριστόδημου να τραβήξη
+για το σπίτι της Ελπίδας. Ήξερε πως εκεί δε θα βρη ούτε βιβλία
+ούτε χερόγραφα. Μα πίστευε πως η κόρη με την ανοιχτή καρδιά της θα
+τον γνώριζε άσφαλτα με την ψυχή των Ευμορφόπουλων. Όχι του
+περασμένου καιρού τους Ευμορφόπουλους παρά τους τωρινούς. Και
+λογάριαζε να σμίξη τις μελέτες του και να γράψη ένα έργο που να
+αποδείξη στον κόσμο μια γενιά με όλες τις αλλαγές που έκαμαν οι
+καιροί, ως τα σήμερα. Φανταζότανε πως ένα τέτοιο έργο αν έφτανε
+στο τέλος του, θα ήταν αρκετό να τιμήση και να δοξάση κάθε σοφό
+της εποχής του. Μα τώρα αναγκάστηκε να τ' αφήση ή να τ' αναβάλη.
+Για πόσον καιρό ποιος το ξέρει;
+
+ — Κ' εγώ λυπούμαι που φεύγω· είπε στον Αριστόδημο, όταν τον
+αποχαιρέτησε. Μα να έχετε πεποίθηση πως κι' από μακρυά θα
+παρακολουθώ την αγαπημένη πατρίδα σας. Εκείνο που θα λάβω την
+τόλμη να σας συστήσω — και να ξέρετε πως τη σύσταση την κάνει
+αληθινός φίλος σας — είνε ν' ακούσετε τη μάννα σας και το
+Δημητράκη. Φροντίστε ν' αγαπήσετε με την Ελπίδα. Είνε αίμα σας,
+καθάριο αίμα σας και μη την περιφρονείτε. Μ' εκείνη θα ζήσετε· όχι
+μ' εμάς τους ξένους.
+
+Εκείνος τον ευχαρίστησε για τη συμβουλή μα στάθηκε επιφυλαχτικός.
+Δεν μπορούσε να του το υποσχεθή. Εχτιμούσε τις γνώσες και τη
+μεγάλη του πείρα· ακολουθούσε όμως την παροιμία της γενιάς του:
+Όσα ξέρ' ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρ' ο κόσμος ούλος. Ω διάολε! τι
+ανακατώνεται αυτός στα οικιακά του; Θες από τα πολλά παθήματα θες
+από την αδυναμία του ο Αριστόδημος κατάντησε να υποψιάζεται όλον
+τον κόσμο. Τους γειτόνους του, ακόμα και τους φίλους του, δεν τους
+φανταζότανε παρά ένα κοπάδι από λύκους, έτοιμους να χυθούν και να
+διαγουμίσουνε τον τόπο του. Όσο του έδιναν ήταν καλοί και τους
+αποθέωνε. Άμα όμως έκαναν πως θα κυττάξουν και τα δικά τους
+συμφέροντα τους έβαζε στο βρισίδι. Επίστευε ακλόνητα πως η γενιά
+του ήταν η πιο ξεδιαλεγμένη της γης κ' οι γειτόνοι του είχαν
+υποχρέωση να δουλεύουν και να ιδρώνουν για λογαριασμό της. Κ'
+επειδή αυτό δε γινότανε συχνά ενόμιζε πως όλοι τον φτονούσαν και
+φρόντιζαν με κάθε τρόπο να τον ξεκάμουν.
+
+Το ίδιο έπαθε τώρα με τον Αλαμάνο. Ποιος μπορούσε, σκέφτονταν, να
+του εγγυηθή πως δεν ήταν πληρωμένος από τους εχτρούς του για να
+τον σπρώξη με της σοφίας τα πλανόλογα σ' ένα τέτοιο γκρεμό; Γιατί
+βέβαια τι άλλο ήταν παρά γκρεμός, γκρεμός κι αφανισμός του αυτό
+που τον συμβούλευε να κάμη ; Άμα παραδεχότανε για αίμα του το
+γέννημα μιας σκοτεινής και άτιμης εποχής δεν είν' αλήθεια πως θ'
+ατιμαζότανε κι ο ίδιος; Άμα σμίξη κανείς με το λωβιασμένο, δε θα
+λωβιάση ; Μα τότε ποιος θ' απλώση να του σφίξη τα χέρι; Ο
+Θεομίσητος αφορμή γυρεύει για να χύση απάνου του το φαρμάκι. Τώρα
+στα καλά καθούμενα δεν παύει να τον διαβάνη και να τον βρίζη
+ξετσίπωτα. Πλαστογραφεί την ιστορία του, αλλάζει τη γεωγραφία του,
+αρνιέται τη γενιά του, τον λέει ξενοπάτη στον τόπο του. Κάθε
+μεγάλος Ευμορφόπουλος γίνεται με το στανιό Θεομίσητος· κάθε
+αιματοποτισμένη γωνιά του μετοχιού γίνεται με το έτσι θέλω δική
+του. Και τα παλάτια του Χαγάνου, που φωνάζει, ακόμη το αίμα των
+Ευμορφόπουλων, αυτός σώνει και καλά να τα ονοματίση δικά του.
+Φαντάσου λοιπόν αν τούδινε και τέτοιο πάτημα! Θα σήκωνε τον κόσμο
+στο ποδάρι με τις φωνές του; — Πού βρέθηκε απόγονος του
+Ευμορφόπουλου αυτός ο λωβιασμένος; Φυλαχτήτε λέω να μη σας πάρη με
+τα ψέμματα την ελεημοσύνη σας!» Και τότε τι θα γινότανε ο
+Αριστόδημος;
+
+ — Λοιπόν κύριε Αριστόδημε· το χέρι σας; για τελευταία φορά· του
+είπε ο Περαχώρας, μπαίνοντας στο γραφείο με το καπέλλο στο χέρι.
+
+ — Και σας ευχαριστούμε για την τόση σας φιλοξενία! επρόσθεσε ο
+Γκενεβέξος από πίσω του.
+
+ — Ω κύριοι· εψιθύρισε ο Αριστόδημος, σκύβοντας ταπεινότατα το
+κεφάλι του. Λυπούμαι πολύ που χάνω την πολύτιμη συντροφιά σας.
+
+ — Κι' εμείς το ίδιο, κ' εμείς το ίδιο· είπε ο Περαχώρας· ποιος
+μπορεί να φύγη απ' αυτήν τη γη χωρίς να λυπηθή ; Να λυπηθή όχι να
+δακρύση θέλω να ειπώ.
+
+ — Εδώ σε κάθε βήμα, επρόσθεσε ο Γκενεβέζος, ακούαμε τους λόγους
+του Δημοσθένους, του Σωκράτους τη φιλοσοφία. Οι Κίμωνες, οι
+Μιλτιάδαι, οι Θεμιστοκλείς, εβάδιζαν εμπρός μας πάντοτε.
+
+ — Και πάλι θα σας το ειπώ και πάλι και πάντοτε, είπε ο Περαχώρας:
+είσθε ευτυχής ότι εγεννήθητε σ' αυτό τον τόπο, ότι έχετε τοιούτους
+προγόνους.
+
+ — Ότι μιλείτε την μελίρρυτον γλώσσαν εκείνων επρόσθεσε ο
+Γκενεβέζος.
+
+ — Και είσθε θεματοφύλακες των λαμπρών στοχασμών των ξανάειπε ο
+Περαχώρας.
+
+ — Παρακαλώ να μη μας λησμονήτε· είπε με ταπεινοσύνη ο
+Αριστόδημος.
+
+ — Να σας λησμονήσωμεν! εφώναξε ο Περαχώρας. Να λησμονήσωμεν την
+γην του Πλάτωνος, του Περικλέους, του Αισχύλου; Α! μας αδικείτε·
+νη τον Δία, μας αδικείτε πολύ!
+
+ — Όχι, κύριε Αριστόδημε· επρόσθεσε ο Γκενεβέζος. Η κλεινή πατρίδα
+σας από βρεφικής ηλικίας ήτο στη φαντασία μου· τώρα που την
+εγνώρισα, βεβαιωθήτε πως είνε και στην καρδιά μου.
+
+ — Και γυρίζετε στον τόπο σας, βέβαια; τους ρώτησε με δισταγμό ο
+Αριστόδημος.
+
+ — Όχι, όχι· αποκρίθηκε στενάζοντας ο Περαχώρας· δεν ήρθε ακόμα η
+ευλογημένη ώρα· πλησιάζει, αλλά δεν ήρθε· έχουμε αλλού εργασία.
+
+ — Ο φίλος μου έλαβε διαταγή να πάη στου Πέτρου του Θεομίσητου κ'
+εγώ στου Βασίλη του Ζάρακα· είπε βιαστικά ο Γκενεβέζος.
+
+ — Ναι· είπε κι ο Περαχώρας μαντεύοντας το ξάφνισμά του. Έχουν,
+βλέπετε, κ' εκείνοι τη σημασία τους.
+
+ — Σημασία! εψιθύρισε αφαιρεμένος ο Αριστόδημος.
+
+ — Α! αγαπητέ· είπε ο Περαχώρας προσπαθώντας να γελάση. Πώς
+φαίνεστε ότι παίρνετε τη ζωή από τη μια της όψη! Μα έχετε άδικο,
+μεγάλο άδικο, σας βεβαιώ. Η ζωή είνε πολύμορφη και κάθε μορφή της
+αξιομελέτητη. Αλλοιώς εζήσατε σεις, αλλοιώς ζουν τώρα εκείνοι.
+Εσείς βρίσκεσθε στο τέλος, κ' εκείνοι στην αρχή. Μα κ' η αρχή
+εκείνων όπως και το τέλος το δικό σας είνε ίσα για τη μελέτη μας.
+
+ — Τι σύγκριση! σκέφτηκε ο Αριστόδημος, έτοιμος να δακρύση.
+
+ — Α! βέβαια, καμία σύγκριση· καμία βέβαια· βιάστηκε να προσθέση ο
+Περαχώρας. Μα είνε, βλέπετε, νέοι λαοί, όλως διόλου νέοι. Και το
+ξύπνημα του βρέφους είνε πολύ σημαντικώτερο από του γέρου το
+ψυχομάχημα. Κρίμα που δεν το καταλάβατε ακόμα!
+
+ — Μπορεί· έκαμε ο Αριστόδημος χωρίς να διώξη από το μέτωπό του τη
+θλίψη. Όπως δήποτε θα σας παρακαλέσω, επρόσθεσε ζητιάνικα, να
+έχετε υπ' όψη σας τα δίκαιά μας.
+
+ — Τα δίκαιά σας! τα δίκαιά σας! εφώναξε ο Περαχώρας. Και ποιος
+μπορεί ποτέ ν' αρνηθή τα δίκαιά σας! ποιος τολμά να τ'
+αμφισβιτήση· ποιος είνε τόσον άμουσος να τα λησμονήση!...
+
+ — Αι περγαμηναί σας εξασφαλίζουν τη νίκη σας, να είσθε βέβαιος·
+του είπε ο Γκενεβέζος σφίγγοντας το χέρι του.
+
+ — Ο πνευματικός κόσμος είνε δικός σας· σας το είπα και άλλοτε· ο
+πνευματικός κόσμος είνε αναφαίρετο κτήμα σας· τον βεβαίωσε ο
+Περαχώρας κάνοντας το ίδιο.
+
+Ο Αριστόδημος παρηγορήθηκε. Έτρεξε πριν από κειούς στ' άλογα·
+έσφιξε τα χαλινάρια, εδοκίμασε τα σκαλόλουρα, τις σέλλες· τρόπο
+ήθελε να βρη για να δείξη την ευγνωμοσύνη του. Εκείνοι άμαθοι από
+καβάλλα δυσκολεύτηκαν πολύ να βάλουν το πόδι τους στη σκάλα. Ο
+Αριστόδημος παρουσίασε πρόθυμα το γόνα του. Οι σοφοί αρνήθηκαν. Α,
+μπα! δεν είνε δυνατόν. Μα ο Ευμορφόπουλος επίμενε. Καθώς έστεκε με
+το καπέλλο στο χέρι και τα γόνα μπροστά, έλεγες πως έκανε δέηση.
+Οι σοφοί κατάλαβαν πως η άρνησή τους δεν έκανε άλλο παρά να
+μακραίνη τον εξευτελισμό του, και τον λυπήθηκαν. Πάτησε ο
+Γκενεβέζος πρώτος και γοργά κάθισε στη σέλλα. Μα δεν έγινε το ίδιο
+και με τον Περαχώρα· χοντρός κι αδέξιος ο καθηγητής μόλις ανέβηκε
+στο γόνα του Αριστόδημου έγειρε να πέση. Από το φόβο του όμως
+άπλωσε τα χέρια όπου τύχη κι αρπάχτηκε απ' τα μαλλιά του
+αρχαιολόγου. Εκείνος τον αγκάλιασε σφιχτά, τον σήκωσε ψηλά και τον
+απίθωσε στη σέλλα.
+
+ — Συγγνώμην .. συγγνώμην... φαίνεται πως σας χτύπησα· είπε ο
+Περαχώρας.
+
+ — Μπα, καθόλου .. .
+
+Και για να κρύψη τον πόνο του, άρχισε τα γέλοια και τους
+μορφασμούς σαν παλιάτσος. Σύγκαιρα τον πήραν τα αίματα κ' έφερε το
+μαντήλι στη μύτη του.
+
+ — Ω! σας μάτωσα λοιπόν! είπε με θλίψη ο Περαχώρας, προσπαθώντας
+να κατεβή από τ' άλογο. Μα τι αδέξιος καβαλλάρης που είμαι!
+
+ — Παρακαλώ, μην ανησυχείτε, δεν είνε τίποτα, κύριε καθηγητά· είπε
+ο Αριστόδημος. Άλλως τε, σας βεβαιώνω, το φταίξιμο δεν είνε δικό
+σας. Μόνος μου εχτύπησα στη σέλλα. Να έτσι...
+
+Και για να τον πείση κουτούλησε πάλε τη σέλλα δυο και τρεις φορές
+δυνατά. Οι σοφοί δεν πίστεψαν τους ισχυρισμούς του, εγέλασαν όμως
+πολύ με την ευγένειά του.
+
+ — Δεν είνε ανάγκη, δεν είνε ανάγκη· είπε ο Περαχώρας· σφουγγίστε
+το αίμα σας για το Θεό!
+
+ — Μα τι έχουν τα δισάκκια μας ; ερώτησε ο Γκενεβέζος απορώντας·
+σαν πολύ φορτωμένα φαίνονται τ' άλογα.
+
+ — Δεν ξέρουμε, αφεντικό· εμείς έτσι τα πήραμε από το σπίτι· είπε
+ο αγωγιάτης.
+
+ — Με συγχωρείτε που δε ζήτησα πρώτα τη συγκατάθεση σας· είπε
+συνεμπαίνοντας ο Αριστόδημος. Μα είχα πεποίθηση πως σαν καλοί
+φίλοι των προγόνων μου δε θ' αρνηθήτε να μου κάμετε την τιμή να
+δεχθήτε μερικά ενθύμια των. Έβαλα λοιπόν στα δισάκκια σας από ένα
+σπάνιο χειρόγραφο και λίγα μάρμαρα από τις ανασκαφές μας.
+
+ — Ω!... έκαμαν σύγκαιρα κ' οι δυο ξαφνισμένοι. Μα σεις επεράσατε
+τον Αλκίνοο στη μεγαλοδωρία. Σας ευχαριστούμε, σας ευχαριστούμε
+πολύ.
+
+ — Έτσι, εξακολούθησε ο Αριστόδημος, θα είμαι βέβαιος ότι οι
+πρόγονοι θα σας θυμίζουν και λίγο τους απογόνους.
+
+ — Βεβαίως, βεβαίως· χαίρε απόγονε του Λεωνίδα· — Λεωνίδα του εν
+Θερμοπύλαις! ευχήθηκε ο Περαχώρας κεντώντας τ' άλογό του.
+
+ — Αι σκιαί των ενδόξων προγόνων σας να είνε πάντα βοηθοί σας·
+είπε κι ο Γκενεβέζος.
+
+ — Αντιχαίρετε, κύριοι· είπε ο Αριστόδημος προσκυνώντας
+ταπεινότατα.
+
+Τους ακολούθησε με το μάτι κάμποση ώρα και σαν τους είδε να
+τραβούν για τους τόπους των εχτρών του, τον κυρίεψε αγανάχτηση. Ο
+καλπασμός των αλόγων ήρθε σαν χασκογέλασμα και πλήγωσε την
+περηφάνεια του.
+
+Ως τόσο οι ανασκαφές προχωρούσανε στο μετόχι. Η αξίνα μέρα με την
+ημέρα έβγανε στο φως αξετίμωτα ηυρέματα. Κάθε τι που χρησίμεψε στη
+ζωή των αρχαίων Ευμορφόπουλων και κάθε τι που στόλισε τη θανή
+τους, κοίτονταν οργυιές του βάθου και πρόσμενε υπομονητικά το
+σκαφτιά, σαν την κοιμάμενη βασιλοπούλα στο σκοτεινό της πύργο το
+βασιλόπουλο. Ναοί και θέατρα, σαρκοφάγοι και σταμνιά, δακρυδόχοι
+κι αγάλματα κάθε λογής, θάμπωναν τώρα τον ήλιο με την αμολόγητη
+χάρη τους. Κι ο Αριστόδημος βρισκότανε σε αδιάκοπο μεθύσι.
+Αισθανόταν ευγνωμοσύνη στην αξίνα, υποχρέωση στους σκαφτιάδες,
+τυφλή λατρεία στη γη που του έδωκε τόσα και τόσα προγονικά
+κειμήλια. Η γη προ πάντων με την άμετρη φροντίδα της του σκλάβωνε
+το λογικό. Πόσα και πόσα δε μεταχειρίστηκε για να φυλάξη στους
+κόρφους της τ' απομεινάρια μιανής ζωής σβυσμένης από τον άγριο
+καταχτητή! Εκείνος πίστεψε πως με τη ζωή έσβυσε και κάθε ιχνάρι
+της. Εκείνη όμως όχι· τα φύλαξε στο πείσμα του και τώρα να, τα
+παραδίνει στον απόγονό του, όπως η Αίτνα τη φωνή του Εγκέλαδου. Τ'
+είνε τάχα η χλόη, τα δέντρα, οι καρποί μπροστά σε τούτα που
+βγαίνουν αμβροσία για το αίσθημα του ανθρώπου; Καν τίποτα! Κ'
+ένοιωθε κάποια ορμή να γονατίση, να φιλήση το χώμα το καλόβουλο,
+να δείξη με χίλιους τρόπους τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του.
+
+Ο Κουτρουμπής κ' οι άλλοι κολλήγοι αναγκάστηκαν να κάμουν το
+θέλημά του. Από γεωργοί έγιναν μεροκαματάρηδες· άφηκαν τ' αλέτρι
+και πιάσανε την αξίνα. Πάσα ημέρα, από την αυγή ως το βράδυ, άλλο
+δεν έκαναν παρά ν' ανοίγουν γουβιά και χαντάκια, να
+ψιλοκοσκινίζουν χώματα. Μα δεν τόκαναν με όρεξή τους. Όταν
+βρίσκονταν μακρυά από ταφτί του Αριστόδημου, δεν έπαυαν να
+κοροϊδεύουν τη δουλειά τους και να κλαίνε τη μοίρα τους.
+
+ — Μα το σταυρό, μου φαίνεται πως κατάντησα χοίρος· έλεγε σήμερα ο
+Μπαλαούρος με σιχασιά στο διπλανό του. Τι οργή Θεού είν' τούτη,
+μωρέ παιδί! τι οργή Θεού!...
+
+ — Τι χοίρος; δε λες γουρούνι, συμπέθερε! Γουρούνι και κάτι
+χειρότερα. Εκείνο βρίσκει το ελάχιστο κάτι να φάη και στη βρώμα.
+Εμείς τι βρίσκουμε.
+
+ — Πέτρες! απάντησε άλλος απόπερα· δε βλέπεις;
+
+ — Τρώγουνται οι πέτρες ;
+
+ — Σα χάλασες τα δόντια σου στην κουρκούτη ποιος σου φταίει; Τήρα
+ο Αριστόδημος που τάχει γερά π΄ψς τις ροκανάει σαν φτάζυμο.
+
+ — Τρώει πέτρες λοιπόν τ' αφεντικό ;
+
+ — Έτσι φαίνεται· πώς αλλοιώς θα ξηγήσης την τρεμούρα του για
+δαύτες ; Δος του πέτρες και παλιόχαρτα και πάρ' του την ψυχή.
+
+ — Ούτε την ψυχή του θέλω, ούτε τη γνώση του. Τούτος, μωρέ μάτια
+μου, ψηλοκρατιέται.
+
+ — Και για τούτο χαμηλοπέφτει.
+
+ — Κατάντησε μπαλόνι κι αρμενίζει στ' ανοιχτά. Πού θέλει να φτάση
+κ' εγώ δεν ξέρω.
+
+ — Γένου και συ μπαλόνι να μάθης.
+
+ — Να πάω απόκοντα; Α! δεν τόχω σκοπό. Εδώ που βρίσκουμαι καλά
+βρίσκουμαι. Πατάω γερά σα νάχω θεμέλια. Πατάω γερά και βλέπω
+γερώτερα.
+
+ — Τι βλέπεις ;
+
+ — Βλέπω πως τούτα δω που ξεθάφτουμε θάκαναν σ' άλλα χέρια τον
+καλήτερον ασβέστη. Βλέπω και το σπίτι μου χάρβαλο. Κι αν ήμουν
+Αριστόδημος, θάβανα με τούτον τον ασβέστη να ξεγονατίσω το σπίτι
+μου. Τάχα σαν πέση απάνου μου τι θα κερδίσω με τούτα; μόνο που θα
+τάχω συντροφιά στη θανή μου. Μα τι κρύο που θάνε να ψυχομαχάς μέσ'
+στα μάρμαρα! Το συλλογιέμαι μονάχα κι ανατριχιάζω. ...
+
+ — Ε συ αποκεί· του φώναξε ο Κουτρουμπής αυστηρά· πάψε πια τις
+γρουσουζές σου. Είνε τρόπος, λέω, και το σπίτι να ξεγονατίσης και
+τα μάρμαρα να φυλάξης. Κεφάλι χρειάζεται, κεφάλι και τίποτ' άλλο.
+
+ — Μωρέ πώς φαίνεσαι πως δεν είσαι Μορφόπουλος! του φώναξε άλλος
+απέκει.
+
+ — Μακάρι να μην ήμουνα· ξανάειπε ο Μπαλαούρας επιμένοντας στο
+στοχασμό του. Α στο διάβολο τέτοια ζωή· πότε να κλείση κανείς τα
+μάτια του για να ησυχάση!
+
+ — Μην τον λες τέτοιο λόγο, συμπέθερε, και κολάζεσαι. Τι μας φταί'
+η ζωή να την αναθεματάμε. Καλή — κακή εμείς την κάνουμε τέτοια·
+μοναχή της δε γίνεται.
+
+ — Εμείς; και τι έχουμε να κάνουμε μεις! Εγώ και συ τι είμαστε ;
+Δουλευτάδες, σύνεργα που θα πη στ' αφεντός τα χέρια. Αλέτρι θέλεις
+αλέτρι· αξίνα; Αξίνα· δαυλί; δαυλί. Μπορείς να ειπής όχι;
+
+ — Πώς ; άμα θέλω το λέω.
+
+ — Για δεν τόπες ως τώρα;
+
+ — Δεν το σκέφτηκα.
+
+ — Να εγώ που το σκέφτηκα και δεν το λέω.
+
+ — Είσαι μπούφος το λοιπόν.
+
+Εκείνη την ώρα η αξίνα έσκουξε κουφά σα να φώναζε : «βρήκα!». Φως
+φανερά πώς χτύπησε στο μάρμαρο. Οι σκαφτιάδες έγιναν για μιας
+κίτρινοι σαν το θειαφοκέρι. Τη φωνή της μάννας τους ν' άκουγαν από
+το μνήμα δε θα χλώμιεναν έτσι. Άφηκαν τη δουλειά τους και
+τριγύρισαν όλοι το λάκκο με την ψυχή στα μάτια. Ένα βαθύ και
+πολυάκρυβο μυστικό τους έδενε. Ο Κουτρουμπής πρώτος κ' έπειτα ο
+Μπαλαούρος κατέβηκαν φυλαχτά μέσα κι άρχισαν να πετούν με τις
+χούφτες τα χώματα. Την ίδια στιγμή φάνηκε μακρυά κι ο Αριστόδημος.
+Ερχόταν αργά με το κεφάλι κάτω, αναμαλλιάρης κι αχνός σα να γύριζε
+από κηδεία.
+
+ — Έσπασε η μύτη σας αφεντικό; τον ερώτησε με σεβασμό ένας
+βλέποντας τα αίματα.
+
+ — Μπα, δεν είνε τίποτα· αποκρίθηκε με φανερή μετριοφροσύνη
+εκείνος σφουγγώντας τη μύτη του σαν νάκρυβε τα παράσημά του. Να,
+εκειός ο Περαχώρας, δεν ξέρεις τι αδέξιος καβαλλάρης που είνε! Μα
+είνε σοφός! μεγάλος σοφός! Και μας αγαπάει, ου! μας αγαπάει
+φοβερά! Αν μπορούσε, λέει, θα ρχότανε να πεθάνη στα χώματά μας.
+
+ — Για να σε ματοχειλίζη συχνότερα· εμουρμούρισε ο Κουτρουμπής από
+το λάκκο.
+
+Ο Αριστόδημος δεν άκουσε ή κι αν άκουσε δεν έδωκε προσοχή. Πήδησε
+μέσα κι άρχισε νευρικά να πετάη χώματα. Στην κατάσταση που ήταν
+έμοιαζε με βρυκόλακα π' ανασκαλίζει τον τάφο των γονιών του.
+Παιδεύτηκαν κάμποση ώρα κ' οι τρεις τους· πέταξαν χώματα ένα σωρό.
+Οι άλλοι απόξω τα πασπάτευαν, τα ζουλούσαν, τα λύχνιζαν και για
+κάθε χαλίκι άνοιγαν συζήτηση. Κάποτε μάλιστα μεταχειρίζονταν κ'
+επιστημονικούς όρους. Κολακεύονταν να δείξουν πως ένοιωθαν από
+αρχαιολογία.
+
+Τέλος κατάφεραν να ξεθάψουν ένα μαρμαρένιο άγαλμα. Φαινόταν
+αλήθεια θαυμαστό καλλιτέχνημα. Ήταν μια γυναίκα μεγαλόκορμη,
+κατσουφιασμένη και φοβερή. Τα χείλη της σμιχτά και φουσκωτά,
+μοιάζανε με σάλπιγγα έτοιμη να τρανολαλήση κατορθώματα. Τα
+ορθάνοιχτα μάτια της προξενούσαν τρομάρα· τα σμιχτά φρύδια της
+έρριχναν κάποια έγνοια στο αρμονικό σύνολό της. Τα μαλλιά της
+φουντωτά κ' ελεύθερα είχανε το θράσος και το θυμό πεινασμένων
+φιδιών. Το ζερβί χέρι της έλειπε· μα τ' ανασήκωμα του νώμου
+έδειχνε πως κάτι κρατούσε και σε κάποιον το πρόσφερνε με κίνημα
+προσταγής. Το δεξί στηριζότανε απάνου σε σπαθί που έλειπε η λεπίδα
+του. Ένα κομμάτι χούφτας κρατούσαν μόνον τα δάχτυλά της.
+
+ — Η Αρετούσα είνε! εφώναξε με θαυμασμό ο Μπαλαούρας, μόλις το
+είδε ολόρθο.
+
+ — Τι λες, συμπέθερε! είπε αναμπαίζοντάς τον ο Κουτρουμπής· για
+γυναίκα το πέρασες! δε βλέπεις που κρατάει σπαθί;
+
+ — Θα είνε ο Ρωτόκριτος, λέω· είπε άλλος σκαφτιάς.
+
+Ο Αριστόδημος τους έρριξε άγριες ματιές κ' έπειτα χαμογέλασε.
+
+ — Τι λέτε, μωρέ βλάκες ; τους είπε. Τι Ρωτόκριτος και Αρετούσα!
+Είνε η Δόξα μας· η αθάνατη Δόξα μας!
+
+ — Μπα, η Δόξα! είπε ο Μπαλαούρας στραβοστομιάζοντας· κρίμα!
+
+ — Αλήθεια κρίμα! είπαν κ' οι άλλοι.
+
+ — Μα θαρρώ, αφεντικό, τη Δόξα την έκαναν πάντα με φτερά οι παλιοί
+μας· είπε θαρρετά ο Κουτρουμπής, λυπημένος για την απάτη του.
+
+ — Με φτερά ναι· είπε ο Αριστόδημος παίρνοντας θέση διδάχου· μα ο
+παππούς μου της τάκοψε για να την αναγκάση να μείνη πάντα μαζί
+μας.
+
+ — Και το κατάφερε ;
+
+ — Η ιστορία λέει όχι· μα εγώ δεν το πιστεύω. Η Νίκη μας έφυγε· η
+Δόξα όμως μένει και θα μένη στους αιώνες δική μας. Ναι· είνε
+ωραίο· είνε τέλειο καλλιτέχνημα!
+
+Χύθηκε απάνου στάγαλμα, τ' αγκάλιασε σφιχτά και του φίλησε με
+πάθος το κρύο μέτωπο.
+
+ — Για σένα τους χαρίζω κάθε αληθινή δόξα· εψιθύρισε τρυφερά
+κυττάζοντας το μάρμαρο. Πού είσαι τώρα, Περαχώρα, Γκενεβέζο,
+Αλαμάνο! εφώναξε απλώνοντας το χέρι του. Καλά κάματε και φύγατε·
+πολύ καλά. Του Κρούμου το ποτήρι και του Σαράφωφ οι μαχαιριές
+πρέπουν καλήτερ' από τούτο στη σοφία σας... Ελάτε, παιδιά· είπε
+γυρίζοντας στους σκαφτιάδες· στο νώμο και σπίτι· δε θέλουμε άλλο
+ηύρεμα σήμερα· μας φτάνει η Δόξα ...
+
+Τράβηξε μπροστά με το κεφάλι ολόρθο· ακατάδεχτος πια στη γη και
+στους κατοίκους της. Τον ακλούθησε ο Κουτρουμπής κι ο Μπαλαούρας
+συζητώντας, ακόμη για τόνομα του αγαλμάτου. Πίσω οι σκαφτιάδες
+έφερναν το βαρύ μάρμαρο, τρικλίζοντας κι αγκομαχώντας. Γύρω και
+πέρα το ηλιοψημένο χώμα άχνιζε και λαύριζε σαν τη στέρφα γη της
+Αφρικής.
+
+ — Μητέρα!.. μητέρα!.. έβγα να ιδής μητέρα! εφώναξε ο Αριστόδημος
+καθώς πλησίασε στο σπίτι· στη φέρνω τέλος πάντων!
+
+Δεν είχε αμφιβολία πως κ' εκείνη θ' αναγάλλιαζε για το ηύρεμά του.
+Το σπίτι όμως έμεινε κλειστό κ' έρημο. Αμέσως πάγωσε. Άθελα
+θυμήθηκε το κρανίο που ηύρε την αυγή σε μια σαρκοφάγο· ένα κρανίο
+γυμνό και άδειο με το γέλοιο στα δόντια του. Προχώρησε στην πόρτα,
+χτύπησε, την έσπρωξε δυο τρεις φορές· μα η πόρτα έμεινε σφαλιστή.
+Κύτταξε τριγύρω του χωρίς να ξέρη τι γυρεύει κ' είδε άξαφνα το
+κλειδί σε μιαν άκρη. Κ' εκείνο είχε κάποιο γέλοιο απάνω του.
+Γελούν λοιπόν και τ' άψυχα μαζί του; Έσκυψε με θυμό, άδραξε το
+κλειδί, τόβαλε στην κλειδαρότρυπα, άνοιξε.
+
+ — Μητέρα! φώναξε με ολότρεμη φωνή.
+
+Έτρεξε στην κρεββατοκάμαρα, στη σάλα, στο δωμάτιό του, στο
+μαγεριό. Κατέβηκε τρεχάτος στο κατώι, έψαξε στην αυλή, στο
+κοτέτσι.
+
+ — Μάννα! ξαναφώναξε δυνατώτερα.
+
+Πουθενά απόκριση. Τον έπιασε αποκαρωμάρα. Έκλεισε την πόρτα σιγά
+και γύρισε στο δωμάτιό του· έπεσε, παρά κάθισε στο γραφείο του,
+έβαλε το κεφάλι στα χέρια και μπήκε σε συλλόηση.
+
+Τις άλλες μέρες που ήταν αφωσιωμένος με τη συντροφιά των σοφών και
+τις ανασκαφές δε λογάριασε καθόλου την απουσία της μάννας του.
+Γυναικεία πείσματα, είπε, θα περάσουν. Τώρα όμως που δεν είχε σε
+ποιόν να μεταδώση τη χαρά του ανησύχησε. Ήταν αλήθεια το λοιπόν!
+Το είπαν και τόκαμαν; Η μάννα του έφυγε· ο αδερφός του το ίδιο.
+Και πού πήγαν; ποιος ξέρει. Το βέβαιο είνε πως έφυγαν, τον
+παράτησαν, δε θέλουν να ζουν μαζί του· δε θέλουν να τον ξέρουν
+ούτε να τον ακούν! Μα γιατί· γιατί αυτή η συφορά; Τι κακό έκαμε;
+σε τι τους έβλαψε; Καλά ο αδερφός του· τέτοιος που ήταν, καλά
+έκαμε κ' έφυγε. Αν έμενε, εμπόδιο θα του έφερνε και τίποτ' άλλο.
+Ώρα του καλή! Μα η μάννα του· η γλυκειά, η πονετική, η άγια του
+μαννούλα! Πώς έκαμε κι άφηκε έρμο το παιδί της! Πάντα ήταν καλή,
+περιποιητική, αφωσιωμένη σε δαύτον. Κ' εκείνος το ίδιο· λόγο δεν
+της γύρισε ποτέ, παράπονο δεν της έκαμε. Η αγάπη του δεν ήταν από
+κείνες που έχουν τα παιδιά στη μητέρα τους! Ήταν λατρεία φανατικού
+στη θρησκεία του. Από τα μικρά του χρόνια κάθε σκέψη του σ' εκείνη
+την αφιέρωσε. Πώς να την ιδή ευτυχισμένη και δοξασμένη, καμάρι των
+φίλων, αγκάθι των οχτρών της. Ακόμα και οι τωρινοί κόποι του για
+κείνη γίνονταν. Να δείξη στον κόσμο τη σειριά της· να την
+θαυμάσουν και να την προσκυνήσουν οι αιώνες. Μα εκείνη αντί να τον
+συντράμη στον αγώνα, τον άφησε μάρμαρο. Είνε ή δεν είνε ν'
+απελπίζεται κανείς!
+
+ — Γιατί, μαννούλα μου, γιατί; εψιθύρισε παραπονεμένα.
+
+Σήκωσε το κεφάλι και τήραξε γύρω του. Πίστεψε πως θα λάβαινε
+απάντηση. Μα τίποτα. Το σκοτάδι βασίλευε μέσα στο δωμάτιο. Οι
+βιβλιοθήκες διαγράφονταν στον τοίχο πιο μαύρες και σκοταδερές σαν
+πένθιμα παραπετάσματα. Τα κεφαλοκόλωνα, οι λήκυθοι, τα χτερίσματα,
+με την υγρασία και το χώμα τους, έβγαζαν οσμή ανυπόφερτη σαν
+ξεθαμμένα κόκκαλα. Κι αυτό το άγαλμα της Δόξας τον αναγούλιαζε.
+Σηκώθηκε βιαστικά κι άνοιξε το παράθυρο. Έξω χαμόφεγγε ακόμη. Ο
+ήλιος βασίλεψε, μα η φεγγοβολή του έβαφε χρυσά και μενεξεδένια τα
+συγνεφάκια. Η βρύση της αυλής μουρμούριζε συγκρατητό και βαθύ
+παράπονο. Τ' ανθισμένο αγιόκλημα κ' οι τριανταφυλλιές έχυναν άρωμα
+δυνατό και του πείραζαν τα νεύρα. Αντίκρυ του η μουριά με τα
+κλαδιά ολόρθα κι άτρεμα τα φύλλα της, έμοιαζε σβυσμένο μανουάλι
+απάνω στον τάφο των πάππων του. Πέρα κι απόπερα μαυρειδερά
+απλώνονταν τα χτήματα με τους φράχτες, με τις φυτιές, με τα σπίτια
+και τα μαντριά τους. Όλα μαυρειδερά σαν ν' άπλωσε καλόβουλη κυρά η
+νύχτα τον πέπλο της για να κρύψη το μυστικό της Πλάσης. Ποιο
+μυστικό ; θα πης. Τ' άγιο και τ' ολοφάνερο. Μάντευε τώρα κι ο
+Αριστόδημος πως κάτω εκεί φύτρα και φύλλα και καρποί αναπιάνονταν,
+χυμοί έτρεχαν, χρώματα και μύρα ζυμώνονταν κ' η μάννα Φύση
+ετοίμαζε ακούραστη τα λούλουδα και τα πούλουδα. Φωνές έβγαιναν
+εκείθε, γέλοια και χαρχάτουρα, κάπου τραγούδια, αλλού ξεφαντώματα.
+
+ — Η ζωή ξεχειλίζει σαν το γάλα από της μικρομάννας τον κόρφο·
+εψιθύρισε μελαγχολικά. Ξύπνησε, μικρομάννα, το παιδί σου και
+κλαίει· ξύπνησε!
+
+Γύρισε στο δωμάτιο μ' αποστροφή. Η μοναξιά του φαίνονταν
+μεγαλείτερη και πιο αβάσταγη τώρα. Έρριξε τα μάτια στο μετόχι του
+κι ανατρίχιασε. Το σκαμμένο χώμα ασπρολόγαε. Ανάμεσα στους σωρούς,
+τα χαντάκια έχασκαν σαν τάφοι ορθάνοιχτοι. Από πάνω τους ανάδευαν
+τα σκοτάδια με σιγαλό και κρύο ανάδεμα. Κάποτε φωσφορισμός
+έβγαινε· κάποιο ασπροκίτρινο φως άρπαξαν τα μάτια του και τόχαναν
+αμέσως. Άναβε κ' έσβυνε κ' έφτανε στην ψυχή του σα νεκροσήμασμα.
+Μην είνε τάχα κ' εκείνο προγονικό λείψανο; σκέφτηκε. Μήπως μαζί με
+τα έργα της τέχνης θάφτηκε κ' εκείνο εκεί και τώρα βγήκε να του
+φωνάξη: «πιάσε με!;» Και τι νάνε τάχα; τι νάνε; Μήπως το πνεύμα
+του το δυνατό, μήπως η ψυχή του η μυριοπρόσωπη ; Κι αν ήταν τ'
+ήθελε; Προσήλωσε τα μάτια του καλά· τέντωσε ταφτιά του· Σείστηκε
+φύλλο· γρύλλος έτριξε. Ο Αριστόδημος ανατρίχιασε. Μιλούνε λοιπόν;
+Μιλούνε. Και τι λένε; Ακκούμπησε στο παράθυρο, βγήκε ο μισός έξω
+και τήραξε περίεργα το σκοτεινό μαγνάδι των λάκκων. Το φεγγάρι
+πρόβαλε ξαφνικά πίσω του κ' έχυσε φως κάτασπρο στην απλωσιά.
+Ολόγυρα τα ξερριζωμένα κορμόδεντρα, τα κούτσουρα των αμπελιών, τα
+στάχυα, τα κωλορρίζα του καπνού, οι ελιές κοίτονταν πτώματα. Το
+μετόχι έμοιαζε μ' ανθρωπομακελλειό. Μαύρα αίματα τρέχανε, χάσκανε
+πληγές, άσπριζαν σπασμένα κόκκαλα, φοβέριζαν τον ουρανό γροθιές
+σφιγμένες· χαρχάλευαν σπασμοί, τάραζαν τη σιγαλιά βόγγοι. Η γη
+ανάδινε ολούθε οσμή σαπίλας. Η οσμή εκείνη του φάνηκε παράξενη.
+Σήκωσε τα μάτια μ' αηδία· μα τότε πάγωσε. Καταμεσής στο μετόχι και
+στη θέση που άγιαζε πριν ο γεροπλάτανος, ένας ήσκιος άσπριζε
+γονατιστός σα συντρίμμι ταφόπλακας. Ο ήσκιος φίλησε μ' ευλάβεια
+τον πεσμένο κορμό· έπειτα σηκώθηκε βιαστικά, γύρισε τα μάτια
+ολόγυρα και κούνησε αργά το κεφάλι σα νάκλαιγε την τόση
+καταστροφή.
+
+ — Μάννα! φώναξε δυνατά ο Αριστόδημος, απλώνοντας τα χέρια.
+
+Ήταν ίδια η κυρά Πανώρια· η κορμοστασιά, το μέτωπο, το βλέμμα
+εφανέρωναν πως ήταν εκείνη. Δεν έδωκε όμως απάντηση στη φωνή του
+γιου της. Ούτ' έδειξε πως τον άκουσε.
+
+ — Μαννούλα, έλα πίσω! δε μ' ακούς! έλα πίσω, μαννούλα!..
+ξαναφώναξε δυνατώτερα.
+
+Και σύγκαιρα έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε να κατεβή για να την
+καλοδεχτή. Στο κατώφλι όμως στάθηκε αποσβολωμένος. Η κορμοστασιά
+της μάννας του είχε γίνη θεόρατη· στη γη τα πόδια της και το
+κεφάλι στον ουρανό. Κι ανάμεσα στα χυτά μαλλιά της σιγοτρέμανε τ'
+αστέρια. Του έρριξε μια ματιά πονετική, ένα χαμόγελο γεμάτο από
+συχώρεση κι άξαφνα σβύστηκε.
+
+ — Και πάλι φεύγεις και πάλι! είπε ο Αριστόδημος· πνιγμένος στα
+δάκρυα.
+
+
+
+ς'
+
+
+
+Την αυγή σαν ξύπνησε ο αρχαιολόγος του κάστηκε πως ήταν δέκα
+χρόνια γεροντότερος. Δεν είχε δύναμη να σηκωθή από το κρεββάτι.
+Όχι δεν είχε δύναμη, αλλά και τόβρισκε όλως διόλου περιττό. Τι
+είχε να κάμη τάχα; Να διαβάση; Δεν είχαν νόστα τα βιβλία του. Να
+εργασθή; Όχι! πολύν καιρό θα κάμη να πατήση στο χτήμα. Εκείνο το
+χτεσινοβράδυνο θέαμα πλάκωσε με πάγο τον ενθουσιασμό του. Έμεινε
+λοιπόν ανασκελωμένος στο κρεββάτι, με τα μάτια ορθάνοιχτα κι
+ακίνητα σαν υπνωτισμένος. Το αυγινό φως χυνότανε ψόφιο από τα
+παράθυρα και τούδειχνε τα σωθέματα λερά, σαν κουρελόπανα. Απόξω
+ούτε φωνή, ούτε θόρυβος. Μόνον της βρύσης το μουρμούρισμα έφτανε
+μέσα μονότονο και τούφερνε λιποψυχιά. Όχι νερό· το αίμα της
+καρδιάς του έχυνε απ' τον κρουνό της η βρύση.
+
+Αλήθεια· πολύ άχαρο είν' έτσι το σπίτι! Άλλοτε μόλις άνοιγε τα
+μάτια του, άκουε το αλαφρό περπάτημα της κυρά Πανώριας, το
+πασπάτεμμά της εδώ κ' εκεί, τη φωνή της. Έκραζε «πτου!...» στα
+ορνίθια κ' έτρεχαν από τις τέσσερες άκρες της αυλής με
+φτεροκοπήματα και κακκαρίσματα, σα να της φώναζαν «φτάσαμε!..» Πα!
+πα!.. πα!.. σκούζανε τα παππιά, σαλεύοντας το στρουμπουλό κορμί
+απάνου στα ποδαράκια τους, λες και διάταζαν: «μην απλώση κανείς
+στο φαγί μας!» Μπερδεύονταν όμως πολλά κι ανασκελώνονταν στο δρόμο
+σαν ασκοτύρια. Γλου!.. γλου!.. γλου!.. οι διάνοι πρόβαιναν
+μεγαλόπρεπα, κινώντας επαναστατικά το κόκκινο λειρί τους, με
+φανερή πρόθεση να τσαλαπατήσουν όλα τα πάντα. Χι! χι! χι!.
+σφύριζαν ανόητες οι χήνες, τινάζοντες ξέμακρα τις μύτες τους να
+μυρισθούν, ενώ το φαγί κοίτονταν στα πόδια τους. Τσι! τσι! τσι!..
+τα κλωσσοπούλια ζητιανεύοντας λίγο πίτουρο, απομεινάρι της
+αχορταγιάς των μεγάλων. Και τέλος κου! κου!. κου!.. πλάκωνε
+βαρυπατώντας ο κόκκορας — ο κόκκορας ο κουρσάρος κι ο δαμαστής
+όλης της γειτονιάς. Κ' ήταν σε όλα του αξιόπρεπος· στη στάση του,
+στο βάδισμα, στο λάλημα και στη ματιά του. Ακόμα στο φαγί του
+τέτοιος φαινότανε. Δεν έδειχνε πείνα ούτε αχορταγιά. Ταπ! ταπ!
+ερράμφιζε τ' αραποσίτι κ' έπειτα ψήλωνε το κεφάλι του και βίγλιζε
+την τάξη στους υποταχτικούς του. Άμα έβλεπε κανένα σερνικό ν'
+αρπάζη του θηλυκού την τροφή, χυνότανε σα μπόρα στη μέση κι ο
+αδικητής άλλαζε δρόμο πριν δοκιμάση την άσπλαχνη μύτη του. Και
+συχνότερα, απλώνοντας ριπίδι το ένα του φτερό, έφερνε γύρα την
+αγαπημένη του, νταής παρασάνταλος και κούτσαβος των πουλιών
+μεθυσμένος. Και η κυρά Πανώρια η μαννούλα του, ορθή ανάμεσα στον
+πεινασμένο λαό της, σκόρπιζε πρόθυμα την τροφή, καλόβουλη και
+γελαστή σαν την Κυρά τη Φύση που σκορπά για όλους ταγαθά της. Τώρα
+ποιος ξέρει τι να κάνουν κ' εκείνα; Σε τι ανυπομονησία θα
+βρίσκονται που δε βλέπουν ακόμη να προβάλη η τροφοδότρα τους. Άκου
+πώς τσιμπούν και χαρχαλεύουν την πόρτα! Τη μύτη, τα φτερά, τα
+νυχοπόδαρά τους όλα τάχουν σε κίνηση. Ποιος φαντάζεται πώς ν'
+αλυχτά η πείνα στα σωθικά τους και τα βάνη να μαδιώνται μεταξύ
+τους, ώστε να ιδούν τ' αγαπημένο χέρι ν' απλωθή απάνω τους!
+Κακόμοιρα! Πού νάξεραν πως δε θα το ιδούν πια αυτό το χέρι! Πού να
+φαντασθούν τη μοίρα που τα περιμένει! Αύριο — μεθαύριο θα τα
+σκορπίση η πείνα μέσα στο χωριό· θα τρέξουν απ' αυλή σ' αυλή κι
+απ' αχεριώνα σ' αχεριώνα για κάνα ψίχουλο. Και τότε; Κλαίγε τα
+τότε. Άλλα θα πάνε απ' τα πετροβολήματα των παιδιών κι άλλα απ' το
+λεπίδι καμιάς χωριάτισσας! Να το κακό που γίνεται στο σπίτι σα
+λείψη η νοικοκυρά!...
+
+ — Έτσι σβύνει το νοικοκυριό· σκέφτηκε ο Αριστόδημος με πίκρα.
+
+Τ' άρεσε τώρα να μένη σ' αυτήν τη θέση και να κλωθογυρίζη στο νου
+του την ίδια σκέψη. Άρχιζαν να τον τέρπουν τα μελαγχολικά
+συναισθήματα. Το πείραγμα και τ' αφόρμισμα της πληγής του, του
+προξενούσε πόνο και σύγκαιρα ευχαρίστηση. Μα εκείνη τη στιγμή
+ακούστηκε χτύπος δυνατός στην πόρτα, σα νάπεσε κορμί τρεχάτο απάνω
+της. Αμέσως έπειτ' άρχισαν χτυπήματα πεισματικά κι ανυπόμονα.
+
+ — Ποιος; ερώτησε ο Αριστόδημος από τη θέση του.
+
+ — Άνοιξε!
+
+ — Τι θες;
+
+ — Άνοιξε σ' λέω· επρόσταξε η φωνή λαχανιάζοντας. Η μάννα σου.. .
+η κυρά Πανώρια...
+
+ — Έ;
+
+ — Πέθανε.
+
+ — Πέθανε!
+
+Ο Αριστόδημος έμεινε ξυλιασμένος στο στρώμα του. Πέθανε! αλήθεια;
+Και γιατί;
+
+Άξαφνα πήδησε ορθός, έτρεξε μισόγυμνος στην πόρτα. Ένα
+χωριατόπουλο φάνηκε στο κατώφλι, βγάζοντας αχνούς από το στόμα
+του.
+
+ — Τ' είπες, μωρέ; το ρώτησε ο Αριστόδημος ελπίζοντας να ακούση
+διαφορετική απάντηση.
+
+ — Ο Δημητράκης μ' έστειλε να σου ειπώ: η κυρά Πανώρια πέθανε... η
+μάννα σου, λέει, πέθανε.
+
+ — Πότε;
+
+ — Ψες βράδυ... κοντά στο σούρουπο.. .
+
+ — Αλήθεια;
+
+ — Να, μα το σταυρό!
+
+Έσκυψε, έκαμε δυο βήματα μέσα, άρπαξε με τα χέρια το κεφάλι και
+ρίχτηκε στο κρεββάτι βογγώντας. Το χωριατόπουλο άνοιξε τόσα τα
+μάτια του. Έπειτα σιγά κι ανάλαφρα τραβήχτηκε στη σκάλα, την
+κατέβηκε στα τέσσερα κ' έκλεισε την ξώπορτα πίσω του. Στο χτύπο
+ξαφνίστηκε ο Αριστόδημος· γύρισε τα δακρυσμένα μάτια του και δεν
+είδε το χωριατόπουλο. Θυμήθηκε πως δεν το ρώτησε πού πέθανε η
+μάννα του. Μπορεί στο σπίτι της Ελπίδας· μα δεν ήταν και βέβαιος.
+Πήδησε, έτρεξε στην πόρτα, βρέθηκε στην αυλή.
+
+ — Παιδί!.. παιδί! .. έβαλε τις φωνές.
+
+Πού παιδί! Έπρεπε να βγη έξω για να μάθη. Πλύθηκε — ντύθηκε γοργά.
+Δυο πόνοι του σφάζανε τώρα την καρδιά. Η λύπη που έχασε τη μάννα
+του κ' η ντροπή που πέθανε όξω απ' το σπίτι της. Ο άντρας της
+παιδεύτηκε να την σπιτώση κι ο γιος την ξεσπίτωσε! Τι καταφρόνια
+στη γυναίκα του Ευμορφόπουλου να πεθάνη σε ξένα χέρια!..
+
+Την ώρα που κατέβαινε τη σκάλα να σου ο πάρεδρος του χωριού με το
+δικαστικό κλητήρα· Έρχονταν συζητώντας κ' οι δυο και γελώντας
+ποιος ξέρει γιατί. Μόλις όμως τον είδαν, σοβαρεύτηκαν κι ο
+πάρεδρος με θλιμμένη φωνή του είπε σφίγγοντας το χέρι του.
+
+ — Το μάθαμε... ζωή σε λόγου σου· ήταν καλή γυναίκα η μακαρίτισσα.
+
+ — Ζωή σε λόγου σου· του είπε κι ο κλητήρας.
+
+ — Ναι... ευχαριστώ· εψιθύρισε ο Αριστόδημος.
+
+ — Είνε αλήθεια λυπηρό· μα τι να γίνη; του ξανάειπε ο πάρεδρος,
+κυττάζοντάς τον με τα μικρά και πονηρά ματάκια του· αυτά 'χει ο
+κόσμος. Πέθανε στο σπίτι της Ελπίδας ναι, το μάθαμε· προτίμησε το
+μικρότερό της γιο. Ε, έτσι είνε οι μαννάδες· τη μοιράζουν και την
+αγάπη· τη μοιράζουνε. Και όχι σαν ανθρώποι· σα θεοί, σα θεοί· σ'
+άλλον περσότερη, σ' άλλον λιγώτερη. Μα τι να γίνη ;.. Ήταν καλή
+γυναίκα, η αγιοχώματη· καλή γυναίκα! Μήπως πηγαίνετε στην κηδεία;
+
+ — Ναι· εκεί πάω· αποκρίθηκε στενοχωρεμένος ο Αριστόδημος.
+
+ — Πηγαίνετε, πηγαίνετε· μην εμποδιζώστε καθόλου· μα καθόλου.
+Εμείς θα κάνουμε τη δουλειά μας. Τι να γίνη ; αυτά 'χει ο κόσμος·
+άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι γεννιώνται. Ξέρτε, οι οχτώ ημέρες έληξαν
+και θα κάμω κατάσκεση.
+
+ — Κατάσκεση! είπε πισωπατώντας ο Αριστόδημος.
+
+Τώρα θυμήθηκε πως εδώ κι οχτώ ημέρες του κοινοποίησαν την
+τελευταία προθεσμία που δίνει το δικαστήριο στο χρεωφειλέτη. Μα
+ούτε τη διάβασε, ούτε τη θυμήθηκε ως σήμερα. Πού να δώση προσοχή
+σε τέτοια μικροπράμματα!
+
+ — Ναι, κατάσκεση· του ξανάειπε ο κλητήρας· είνε για το χρέος του
+κυρ Κουρδουκέφαλου. Μα μην εμποδιζώστε διόλου, σας παρακαλώ. Θα τα
+κάνω όλα στην εντέλεια· να είστε ήσυχος. Εσείς πηγαίνετε στην
+κηδεία της μάννας σας.
+
+ — Ναι, πηγαίνω· κάμετε όπως ξέρετε.
+
+Ο Αριστόδημος έφυγε βιαστικά, λες και τον απόλυσαν από τα σίδερα.
+Ήταν ανυπόμονος να ιδή τη μάννα του. Ο θάνατός της τον ξάφνισε σαν
+κάτι παράδοξο κι αφύσικο.
+
+ — Ας όψεται· έλεγε κάθε στιγμή στενάζοντας.
+
+Κι ο στεναγμός μαζί με το στοχασμό του τον αλάφρωσαν για καλά.
+Είχε την πεποίθηση πως η μάννα του επλάσθηκε κ' ήταν αληθινά
+αθάνατη. Ούτε αρρώστια, ούτε φόνος, σκοινί — παλούκι, ότι κι αν
+μεταχειρίζονταν τα παιδιά της είτε οι ξένοι εναντίον της, ήταν
+ικανά να την πεθάνουν. Αν πέθανε τώρα, δεν ήταν αίτιος αυτός, όχι.
+Αυτός σε τίποτα δεν έφταιγε. Ο αληθινός φταίστης ήταν ο Δημητράκης
+με τη λιγομυαλιά και με τα πείσματά του. Αυτός ο μισοπάλαβος, ο
+αγράμματος, ο προδότης! Και τι έκαμε; Την πήρε μαζί του και να!
+την πέθανε· Αν έμενε στο σπίτι της, θα ζούσε ακόμα!... Και τη θέση
+της λύπης πήρε τώρα το μίσος του· μίσος κι αποστροφή για τον
+αδερφό του.
+
+Έτσι πήρε τον ανήφορο κ' έφτασε λαχανιάζοντας στο σπίτι της
+Ελπίδας. Μα το σπίτι δεν έδειχνε καθόλου πως είχε λείψανο. Τα
+πορτοπαρέθυρά του ήταν ορθάνοιχτα και μπαινόβγαινε ο ήλιος σα
+χρυσοφορεμένος γαμπρός. Στην αυλή μελισσολόι ο κόσμος· ντόπιοι και
+ξένοι ανάκατα. Γιατί μέσα στο χωριό και στ' άλλα περίγυρα δεν ήταν
+άνθρωπος που να μην ήξερε την κυρά Πανώρια. Άλλος απ' ακουή κι
+άλλος από ιδεί όλοι την ήξεραν κι όλοι τη λάτρευαν. Κ' οι οχτροί
+της ακόμα — όχι δικοί της παρά τ' αντρός και των παιδιών της
+οχτροί — κ' εκείνοι δεν είχαν κακό λόγο για δαύτη.
+
+Η κρεββατοκάμαρα της Ελπίδας έγινε νεκρικός θάλαμος. Καταμεσής η
+κυρά Πανώρια ξαπλωμένη στην κάσσα της· δε φαινότανε παρά το
+πρόσωπό της. Το άλλο σώμα της ήταν σκεπασμένο από χίλιων ειδών
+λουλούδια και βότανα. Κάτι μεγάλα και κόκκινα τριαντάφυλλα,
+κάποιες ωχρόδροσες μοσκιές και ρόδα απριλιάτικα, έζωναν τους
+τίμιους λαγόνες της, σαν ουράνιο τόξο. Κάτω οι μυρτιές και οι
+βιόλες και παρακάτω τα δαφνόκλαδα ψήλωναν και θέριευαν, λες και
+βρήκαν εκεί την αληθινή πατρίδα τους. Μα στο χλωμόδροσο πρόσωπό
+της κάθονταν ανάλαφρα ο πόνος κ' η θλίψη του χωρισμού. Για κείνη
+όχι· αλλά για κείνους που άφινε. Ζερβόδεξα κοντά στο κεφάλι της,
+κάθονταν σταυροπόδι ο Δημητράκης κ' η Ελπίδα. Κάθονταν
+ακκουμπώντας στην παλάμη το πρόσωπο και κυττάζοντάς την
+προσεχτικά, σα να πρόσμεναν τα λόγια της. Επίσης ζερβόδεξα στα
+πόδια της κάθονταν ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γριά του σκυφτοί κι
+αμίλητοι, σα να κρατούσαν τη σκεπή απάνου τους. Η Ελπίδα έλεγε το
+μυρολόι της σιγά και ταπεινά, σα βρυσούλα που κλαίει την ερμιά της
+μέσ' στο δάσος. Τα λόγια της ήταν απλά και συνειθισμένα· μα τους
+έδινε τέτοιο αίσθημα η λαλιά της που τάκανε ουρανοκατέβατα. Ο
+πόνος πάλαιβε με το πάθος και το πάθος με το θρίαμβο μέσα τους.
+Και κάθε φορά που τέλειωνε ο στίχος, το γέρικο αντρόγυνο έβγαζε
+κάποιο στέναγμα βαθύ κι ατέλειωτο, λες κι ανάσαινε ο Κάτου κόσμος.
+
+ — Ωχ — ωχ! ωιμένανε!...
+
+Γύρω στη νεκρή κάθονταν οι τρανοί ένας κ' ένας. Ο Χαγάνος με το
+γιο του· ο Βασίλης ο Ζάρακας, ο Μήτρος ο Γλάμης κι ο Θεομίσητος.
+Ανάμεσά τους κάθονταν ο Περαχώρας κι ο Γκενεβέζος και πίσω απ' το
+Δημητράκη, σκυφτός προς την Ελπίδα ο Αλαμάνος. Ήταν όλοι
+συναγμένοι εκεί, επίσημα ντυμένοι, σοβαροί στα καθήκοντά τους.
+
+ — Νεκρή είνε, και θαρρεί κανείς πως κοιμάται· είπε ο Χαγάνος
+σιγαλά στο διπλανό του.
+
+ — Όπως η ζωή της ήταν ύμνος στη Δημιουργία, έτσι κι ο θάνατός της
+είνε ύμνος στο Χάρο· επρόσθεσε ο Περαχώρας.
+
+ — Αν είν' ο Χάρος να στολίζη έτσι το θάνατο, βέβαια ο θάνατος
+είνε προτιμότερος από τη ζωή· εσυμπέρανε ο Βασίλης ο Ζάρακας.
+
+ — Τη βλέπει κανείς και νομίζει πως άμα κρυφθή στη γη θα κρυφθή κι
+ο ήλιος μαζί της· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης.
+
+ — Ήταν στην όλη Δημιουργία κάτι από τα πιο σημαντικά και
+δοξασμένα μέρη της κ' είνε φόβος με τον αφανισμό της να χαλάση
+τώρα κι ο κόσμος· εψιθύρισε με θλίψη του ο Γκενεβέζος.
+
+Ο Θεομίσητος δάγκωσε τα χείλη του. Δε θα πάψουν πια αυτά τα
+λιβανίσματα σ' ένα κουφάρι! Ο φθόνος με το φόβο έσμιγαν και
+βασάνιζαν την αράθυμη ψυχή του. Και νεκρή ακόμα την έτρεμε την
+Κυρά Πανώρια. Βέβαια δεν πίστευε πως μπορούσε να ξαναζήση. Το
+θετικό μυαλό του δεν πίστευε στα φαντάσματα. Η ζωή της όμως είχε
+ακόμα επιρροή στην κοινή συνείδηση κ' ήταν κακή δικλοποδιά στην
+πρόοδό του.
+
+ — Ψε!.. είπε κουνώντας το κεφάλι· μεγάλη μάννα, αλήθεια· μα τι
+παιδιά έκαμε!...
+
+Ο Αλαμάνος γύρισε και τον κύτταξε με περιφρόνηση. Ούτε κι ο
+θάνατος, λοιπόν, δε στόμωνε το μίσος του! Με τη θαυμαστή επιμονή
+του κατώρθωσε ο Αλαμάνος να τα ισάξη όλα στην πατρίδα του και να
+τρέξη πάλε στο μεγάλο του σκοπό. Έτυχε απάνω στο ψυχομάχημα της
+κυρά Πανώριας· μα κ' εκείνο ήταν σημαντικό για την υπόθεσή του. Το
+ψυχομάχημα, ο θάνατος, το πένθος, οι ετοιμασίες όλα ήταν για τη
+σκέψη του ψηφίδες που τούδειχναν μια θαυμαστή και μεγαλόπρεπη
+εικόνα. Σκυφτός άκουε το μυρολόγι της Ελπίδας κ' ένοιωθε το πνεύμα
+του να γυρίζη μέσα στα χερόγραφα των παλιών Ευμορφόπουλων.
+
+ — Εγώ σε βεβαιώνω, είπε άξαφνα με φαρμάκι στο Θεομίσητο, πως και
+τα παιδιά έχουν την ψυχή της μάννας τους. Το μόνο κακό είνε πως
+δεν ξέρουν ακόμα τον τρόπο για να τη φανερώσουν. Να, για πρόσεξε·
+δε σου φαίνεται πως η Αντρομάχη κλαίει τον Έχτορά της;
+
+ — Μάννα μ', να σε ρωτήσουμε και να μας μολογήσης,
+
+Τίνος αφίνεις τα κλειδιά από τ' αρχοντικό σου ;
+
+Ρώταγε παραπονετικά η Ελπίδα. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε στην πόρτα ο
+Αριστόδημος· Μόλις πάτησε το κατώφλι θέλησε να πέση και ν'
+αγκαλιάση το φέρετρο. — «Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!» του ήρθαν
+οι λέξες στα χείλη. Κρατήθηκε όμως μόλις είδε τους ξένους.
+Σκέφτηκε πως έπρεπε να φανή επιφυλαχτικός, σοβαρός, επίσημος
+μπροστά τους. Μέσα του υπόφερνε πολύ· κατώρθωσε όμως να σφίξη τον
+πόνο του. Έβγαλε το καπέλλο του, προχώρησε, στάθηκε κοντά στο
+λείψανο και σταύρωσε τα χέρια.
+
+ — Κείσαι λοιπόν νεκρά, ω μήτερ Θεών και κοιτίς ημιθέων! είπε
+άξαφνα με βροντερή και άτρεμη φωνή. Ναι κείσαι! επρόσθεσε
+κατεβάζοντας στο λείψανο το χέρι του και κυττάζοντας αυστηρά
+όλους. Και εκείνοι οίτινες εβύθισαν το εγχειρίδιον εντός της
+τιμίας σου πλευράς ίστανται νυν ενώπιόν σου προσπεπασσαλευμένοι
+και ευτελείς ως παίδες λαθροχειρούντες. Αλλά καίτοι νεκρά ζης, ναι
+ζης αθάνατος· και από του αδαμαντίνου βάθρου της αθανασίας σου
+περιφρονείς ως εμπρέπει τους δολοφόνους και τους τυμβωρύχους
+σου!..
+
+Έτσι εξακολούθησε το λόγο του για πολύ ακόμη ο Αριστόδημος. Το
+προαιώνιο όπλο της γενιάς του είχε τώρα στα χέρια του και πίστευε
+μ' εκείνο να σαρώση τους εχτρούς του. Κ' ήταν όλοι εχτροί του εκεί
+μέσα· ο Χαγάνος, ο Γλάμης, ο Ζάρακας, ο Θεομίσητος. Κι όχι μόνον
+αυτοί αλλά κ' οι παλιοί φίλοι του. Όσο τους έβλεπε να κάθωνται
+μαζί με τους εχτρούς του και να συνομιλούν σκυφτά και μπιστεμμένα,
+τόσο άναβε η φιλυποψία του. Ήθελε να τους δείξη με το λόγο του
+ποιοι ήταν εκείνοι και ποιος ήταν αυτός. Άρχισε λοιπόν να υμνολογή
+τη γενιά του. Είπε για τους Ευμορφόπουλους· για την καταγωγή, για
+τη δόξα, για την τέχνη τους. Ό,τι κατόρθωμα σημαντικό από χιλιάδες
+χρόνια είχε η γενιά το ανάφερε με βροντές και πάταγο. Όχι μόνον τα
+σημαντικά μα και τα ελάχιστα. Τ' άρπαζε στον καταρράχτη της
+πολυλογίας του, τα ψήλωνε στα μεσούρανα, τάλεγε δυσκολόβρετα στην
+παγκόσμια ιστορία. Εμακάριζε τη μητέρα που είχε την τιμή να
+γεννήση τέτοια παιδιά και συγχαιρότανε τα παιδιά που είχαν τύχη να
+γεννηθούν από τέτοια μητέρα. Προσκαλούσε τους προγονικούς ήσκιους
+να παρασταθούν περίλυποι στην κηδεία της. Τα μάτια του δεν είχαν
+δάκρυα ούτε το πρόσωπό του συγκίνηση. Αχτινοβολούσε όλος από χαρά
+και περηφάνεια. Τα χέρια του γροθοκοπούσαν τον αέρα, σα να πάλευε
+με αόρατο δαίμονα.
+
+ — Υμνεί τη μητέρα του ή ρητορεύει; εψιθύρισε στ' αφτί του
+Γκενεβέζου ο Περαχώρας.
+
+ — Είνε φυσικό του· αποκρίθηκε με τον ίδιον τρόπο εκείνος.
+Χρειάζεται, να σου ειπώ, λίγη ιλαρότητα. Το μυρολόγι της Ελπίδας
+μούσφιξε την καρδιά.
+
+Η θλίψη τώρα είχε φύγει από το νεκρικό θάλαμο σαν πουλάκι
+φοβισμένο. Το αίσθημα υποχώρησε στα λόγια. Δεν ηύρε θέση να
+τρυπώση παρά στα στήθη της Ελπίδας και τον Δημητράκη. Οι ξένοι μ'
+ένα στεναγμό έβγαλαν και το βάρος από πάνω τους. Σήκωσαν το
+κεφάλι, κύτταξαν προσεχτικά το ρήτορα και τα πρόσωπά τους
+δείχνονταν γαληνεμένα σα να μην έγινε τίποτα.
+
+Δεν ήταν όμως έτσι και τα δυο παιδιά. Η Ελπίδα με το κεφάλι
+σκυμμένο στη νεκρή φαινότανε βυθισμένη στους κόσμους τους δικούς
+της· ούτε πρόσεχε ούτε άκουε το λόγο. Ο Δημητράκης όμως είχε άλλες
+σκέψες.
+
+Από την ώρα που είδε στο κατώφλι τον Αριστόδημο εμάντεψε το σκοπό
+του· ο θυμός του άναψε. Δεν έφτανε που την πέθανε με τις αμυαλιές
+του· ήρθε και να την ρεζιλέψη! Μα βαστάχτηκε· χαμήλωσε στο λείψανο
+το κεφάλι και φρόντιζε να μη βλέπη και να μην ακούη το ρήτορα.
+Ήταν όμως αδύνατο. Ο Αριστόδημος έλεγε κ' έλεγε κ' έδειχνε πως δεν
+είχε σκοπό να τελειώση. Και τα λόγια του έκαναν στο Δημητράκη όλως
+διόλου αντίθετη εντύπωση απ' ό,τι έκαναν στους άλλους ακροατές.
+Τον συγκινούσαν γιατ' ήταν τέτοια, μωρά κι ανάξια για το θέμα που
+είχαν. Ποίος μπορούσε αλήθεια να φαντασθή πως η γυναίκα του
+Ευμορφόπουλου θα είχε ένα τέτοιον επικήδειο ; Και η σκέψη εκείνη,
+πολύ θλιβερώτερη από το θάνατο του έφερε δυνατό λυγμό κ' έπεσε
+απάνω στο λείψανο·
+
+ — Αχ! μαννούλα μου!., μαννούλα μου!..
+
+Εκείνη τη στιγμή τελείωσε κι ο Αριστόδημος το λόγο του. Έρριξε
+βλέμμα γιομάτο περιφρόνηση στον αδερφό του κ' ήρθε και στάθηκε
+μπροστά του ψιθυρίζοντας :
+
+ — Ανάξιε!
+
+Οι ακροατές σηκώθηκαν μονόγνωμοι κ' ήρθαν να συγχαρούν και να
+συλλυπηθούνε τον Αριστόδημο.
+
+ — Ευχαριστώ.... ευχαριστώ.... απαντούσε στον καθένα εκείνος,
+σφίγγοντάς τους τα χέρια. Ξέρετε· ηθέλησα να πλησιάσω το δαιμόνιον
+ύφος του Περικλέους, είπε μπιστεμένα στον Περαχώρα.
+
+ — Και να σας ειπώ το κατωρθώσατε· του είπε με πικρό χαμόγελο ο
+Γκενεβέζος.
+
+ — Αλήθεια! εφώναξε ολόχαρος εκείνος· ω! με κολοκεύετε, με
+κολακεύετε πολύ... ευχαριστώ!
+
+Κανείς όμως από τους τόσους ακροατές δεν μπόρεσε να καταλάβη τα
+λόγια του. Εκείνο το «ευχαριστώ» ήταν τάχα για τα συλλυπητήρια ή
+για τα συγχαρητήριά τους;
+
+
+
+Ζ'
+
+
+
+ — Που θα πη, μωρέ γυναίκα, μοιάσαμε τους Οβριούς στην κακοτυχιά·
+είπε ο γέρω Μαλαματένιος στη γριά του, απιθόνοντας κάτω ένα πόδι
+αργαλειού.
+
+ — Φτου τσ' αντίχριστους! μη μου τους μελετάς! φώναξε κείνη
+αγαναχτησμένη. Σε καλό σου, γέρο! Τι σούρθε κ' έπιασες να μας
+παρομοιάσης με τσ' αλάδωτους!...
+
+ — Τ' έπαθα, λέει! τ' έπαθα! Και τι άλλο μας μένει να πάθουμε; Έχω
+ακουστά πως κ' εκείνους τους κακορρίζικους έτσι τους τυραννούσαν.
+Τσ' άρπαξε ο ένας από δω και χωπ! στη Βαβυλώνα. Τσ' έπαιρνε άλλοι
+από κει χωπ! στη Δαμασκό. Ερχόταν τρίτος χωπ! πάλε στα Γεροσόλυμα.
+Από τον Άννα στον Καγιάφα που θα ειπή. Το ίδιο και μεις. Τη μια
+φορά ο Χαγάνος μάς παίρνει απ' το καλύβι μας και μας ρίχνει στο
+σπίτι της Ελπίδας. Τώρα μας παίρν' η Ελπίδα χωπ! στο σπίτι του
+Μορφόπουλου. Να τι θα ειπή να ζη κανείς πολλά χρόνια! Α, μα το
+ψωμάκι· τη βαρέθηκα τέτοια ζωή...
+
+ — Μα τώρα δεν έχει πια να μας κουνήση κανείς από 'κεί.
+
+ — Κανείς! δεν έχει να μας κουνήση κανείς! τι λες άραχλη ;
+
+ — Εκειό που σου λέω· τώρα θα ησυχάσουμε για καλά.
+
+ — Για καλά; Βέβαια, σα νάχης δίκιο. Από 'κεί θα φύγουμε με ξένα
+πόδια.
+
+ — Τι; καβάλλα;
+
+ — Ναίσκε· καβάλλα στο ξυλάλογο· σα να λέμε στην κάσσα. Ξέχασες,
+βλέπω, το στερνό σου ταξείδι.
+
+ — Ου!... έκαμε η γριά μ' ανατριχίλα, βάζοντας μπροστά το χέρι της
+για να διώξη το κακό.
+
+ — Ω, διάτανε! το φοβάσαι βλέπω το θάνατο σα να ήσουνα χίλιω
+χρονώ. Μα στην πίστη μου σου λέω έχεις άδικο, γριά! Έχεις μεγάλο
+άδικο. Εκεί να ιδής σπίτι μια βολά. Θεμέλιο δεν έχει και
+θεμελιωμένο είνε· κλειδωνιές δεν έχει και κλειδωμένο είνε. Ούτε
+Χαγάνος έρχεται να σε νοχλήση, ούτε Μορφόπουλος, ούτ' Ελπίδα. Αν
+και να σου ειπώ την αλήθεια, για την Ελπίδα πρόθυμα θα
+βασανιζόμουνα και στον τάφο... Μα σου δίνω το λόγο μου, μωρή γριά·
+αν είνε τυχερό σου και πας πρώτη, θα σου χτίσω ένα σπίτι όχι και
+καλήτερο...
+
+ — Ου, καϋμένε! πάψε πια τις σαχλαμάρες κι ανάγκασε. Δε βλέπεις
+που μας πήρε η νύχτα!
+
+ — Σαχλαμάρες. ... σαχλαμάρες... μα τι οργή Θεού τούτος ο κόσμος!
+και την πιο φανερή αλήθεια τη σιχαίνεται!. ..
+
+Ο γέρο Μαλαματένιος σήκωσε πάλι στο νώμο τον αργαλειό και πήρε τον
+κατήφορο. Σήκωσε κ' η γριά του το μπόγο κι' άρχισε να κατεβαίνη
+τρικλίζοντας κι αγκομαχώντας.
+
+Η Ελπίδα μετακόμιζε τώρα οριστικά στο σπίτι του Ευμορφόπουλου. Από
+την ώρα που πέθανε η κυρά Πανώρια άλλαξαν πρόσωπα και πράματα. Μα
+πιο πολύ άλλαξε ο Αριστόδημος. Πρώτα ο θάνατος της μάννας του κ' η
+ερμιά του μέσα στο σπίτι· έπειτα η χρηματική στενοχώρια τον έφεραν
+κάπως σε θεογνωσία. Έβαλε μεσίτες στο Δημητράκη για να κατεβή στο
+χωριό, να κυττάξουν τις δουλειές τους. Εκείνος επρότεινε τους
+όρους του· θα κατεβή ναι, αν κατεβούν μαζί του κ' η Ελπίδα με τους
+Μαλαματένιους. Αλλοιώς δε γένεται. Ο Αρχαιολόγος αναγκάστηκε να
+δεχτή.
+
+ — Ας έρθουν, είπε· φτάνει να μην έχουν μαζί μου κουβέντες· δικό
+μου και δικό τους. Μονάχα ένα τραπέζι — ας το βάλουν στο νου τους
+— μονάχα ένα τραπέζι θα μας σμίγη...
+
+ — Ας είνε κ' ένα τραπέζι· παραδέχτηκε ο Δημητράκης.
+
+Έτσι η Ελπίδα πήρε τη θέση της κυρά Πανώριας στο νοικοκυριό· πήρε
+και το δωμάτιό της. Μα δεν άλλαξε τίποτα από τα σωθέματά του.
+Τάφηκε όπως τάχε τοποθετημένα η γριά κ' έμπαινε μέσα όπως μπαίνει
+ο καλός χριστιανός στην εκκλησιά του. Στο παραμέσα κελλάρι έστησε
+το κρεββάτι του Δημητράκη· τους Μαλαματένιους τους έβαλε από κάτου
+και φρόντιζε να μην τους λείψη τίποτα. Ο Αριστόδημος κράτησε το
+γραφείο του με τα βιβλία και τις αρχαιότητες. Όσο για ζωή περνούσε
+όχι και καλήτερα. Τα τετράδια που σύναζε τις προπατορικές λέξες
+είχαν γίνη σωροί· χρειαζότανε άλλες δυο βιβλιοθήκες για να τα
+βάλη. Μα κ' εκεί έμεναν οι λέξες άκαρπες και νεκρές σαν τους
+σπόρους στην ξηρασία. Πού και πού καμιά να βλαστοβολήση στην ψυχή
+του· μα με τούτο έχανε το είδος της· γινότανε του συρμού. Εκείνος
+δεν απελπιζότανε· είχε τις ελπίδες του στον καιρό και στην επιμονή
+του.
+
+ — Θα ξαναζήσουν, έλεγε· θα ξαναζήσουν δε γένεται. Μια, δυο, τρεις
+το πολύ γενεές κ' έπειτα: Μήνιν άειδε Θεά... Οι Ευμορφόπουλοι θα
+ζηλεύουν τα παιδιά τους.
+
+Την ίδια επιμονή έδειχνε και στις αρχαιότητες. Μόνος του τις
+καθάριζε, έφτιανε στρίποδα, βάθρα, τραπεζάκια και τις έβαζε
+απάνου! Έπειτα στεκότανε μπροστά τους ώρες ολάκερες και τις
+καμάρωνε. Κ' εκεί που τις καμάρωνε ξεχνιότανε ως που τα μάτια του
+βασίλευαν και δεν έβλεπε τίποτα. Κανόνι νάρριχνες δίπλα του δε
+σάλευε. Και όταν τέλος ερχόταν στον εαυτό του, εύρισκε πως δεν
+ήταν καλά βαλμένες κι άρχιζε πάλε να τους αλλάζη τη θέση. Μα πιο
+πολύ απ' όλα τον βασάνιζε η τοποθέτηση της Δόξας. Ήθελε νάβρη για
+κείνη ένα βάθρο πολύτιμο, όλως διόλου άξιο για τέτοιο
+καλλιτέχνημα. Τις έφτιασε ένα από μάρμαρο λευκό και την τοποθέτησε
+δίπλα στο τραπέζι της δουλειάς του.
+
+Μα το μάρμαρο του φαινότανε πρόστυχο. Αντί να δείχνη την ωμορφιά
+της την έκρυβε. Παράγγειλε λοιπόν έναν κορμό καρυάς ψηλόν ως ένα
+μέτρο και τον έφεραν στο γραφείο του. Τον είχε κάπου μια βδομάδα
+εκεί κι ακόμα δεν αποφάσιζε. Γύριζε γύρω — τριγύρω στον κορμό, τον
+κύτταζε και τον ξανακύτταξε, μια πήγαινε κοντά και τον ψηλαφούσε,
+μια στεκότανε μακρυά· πότε τον εύρισκε καλόν και χαμογέλαε, πότε
+άσχημον και σούφρωνε τα φρύδια του έτοιμος να κλάψη.
+
+ — Γιατί μου τα κάνουν αυτά!.. γιατί μου τα κάνουν!.. φώναξε
+άξαφνα πιάνοντας το κεφάλι με τα χέρια του.
+
+Άνοιξε βιαστικά την πόρτα του γραφείου του και βγήκε στην ταράτσα.
+Κάτω στο χτήμα του αξίνες έλαμπαν σαν ασημένια φύλλα και χώνευαν
+στο χώμα πεισματικά σα να το πρόσταζαν: δώσε! Σκαφτιάδες έσκαφταν
+τους σωρούς, έχωναν τους λάκκους, ίσαζαν τα χαντάκια της
+ανασκαφής, με τραγούδια και γέλοια. Ένας μηχανικός μετρούσε τη γη
+κ' οι βοηθοί του φύτευαν νέα δεντρικά στη γραμμή και σε ωρισμένη
+απόσταση. Μα κι ο μηχανικός κ' οι σκαφτιάδες ήταν ξένοι κι
+απόξενοι. Του Αριστόδημου το πρόσωπο αγρίεψε.
+
+ — Είνε ατιμίες αυτές! να που στο λέω· είνε ατιμίες!.. Θα τρέξω·
+θα το φωνάξω ολούθε... Είνε ατιμίες τα όσα μου κάνεις· με
+κλέβεις!... φώναζε κουνώντας περαδώθε τα χέρια και τρέμοντας
+ολόκορμος.
+
+Ένας εργάτης σήκωσε τα μάτια και τον κύτταξε προσεχτικά. Έπειτα
+παραίτησε την αξίνα του κ' ήρθε κάτου από την ταράτσα. Ήταν ο
+Κουρδουκέφαλος ο δανειστής κι ο νοικοκύρης τώρα του μετοχιού. Όταν
+βγήκε στη δημοπρασία επλειοδότησε και το μετόχι κατακυρώθηκε στ'
+όνομά του.
+
+ — Σε κλέβω; εγώ σε κλέβω, κύριε Αριστόδημε! ρώτησε μαλακά τον
+αρχαιολόγο. Μα το σταυρό μ' αδικείς.
+
+ — Δε σ' αδικώ καθόλου· με κλέβεις! με κλέβεις! με κλέβεις!..
+φώναξε πεισματικά εκείνος.
+
+ — Μα γιατί σε κλέβω, βρε αδερφέ· ψέμματα είνε πως σε δάνεισα;
+
+ — Με δάνεισες; το ξέρω πως με δάνεισες· με δάνεισες ναι!
+
+ — Δεν είχαμε συμφωνία να μου τα δώκης στα έβγα του χρόνου;
+
+ — Ναι, στα έβγα του χρόνου· το θυμάμαι.
+
+ — Και πέρασαν δυο χρόνια· ή όχι;
+
+ — Ναι, πέρασαν δεν τ' αρνιέμαι. Μα ό,τι κάνεις δεν το κάνεις από
+λόγου σου. Μπορούσες να περιμένης ακόμα. Μα δε σ' αφίνουν οι
+άλλοι· οι απόξω δε σ' αφίνουν.
+
+ — Τι απόξω, αδερφέ; Θέλω να πάρω τον παρά μου.
+
+ — Το ξέρω ποιος σε βάνει· το ξέρω! εξακολούθησε με πείσμα ο
+Αριστόδημος. Κείνος ο Θεομίσητος, το χτήνος, ο παλιάνθρωπος! Α,
+θαν του δείξω γω! επρόσθεσε κινώντας φοβεριστικά το χέρι του κατά
+κείθε. Θαν του δείξω γω... θαν του στρήψω το καρύδι έτσι να!..
+έτσι να!..
+
+Έβαλε τα δάχτυλα στο λαιμό του κ' έσφιγγε δυνατά σα νάσφιγγε το
+καρύδι του Θεομίσητου. Μα ο Δημητράκης έτρεξε και του ξεκόλλησε με
+δυσκολία τα χέρια.
+
+ — Βρε, αδερφέ, τι σου φταίει ο κόσμος και τον φορτώνεσαι; του
+είπε αυστηρά.
+
+Έπειτα σκύβοντας κάτω·
+
+ — Έχεις δίκιο κ. Κουρδουκέφαλε· έχεις δίκιο· είπε μαλακά. Μάς
+δάνεισες, να πάρης πίσω τα λεφτά σου. Το χτήμα κατακυρώθηκε στ'
+όνομά σου· να το χαίρεσαι. Τι μας φταίν' οι ξένοι σα δεν μπορούμε
+μεις να κυβερνηθούμε.
+
+ — Δε γύρεψα παρά τα λεφτά μου, σε βεβαιώνω, είπε ο Κουρδουκέφαλος
+γυρίζοντας στο Δημητράκη. Εγώ, ξέρεις, τη φαμίλια σου την εχτιμώ·
+τους προγόνους σας τους θαμάζω. Ό,τι ανθρωπισμό έχουμε σήμερα σε
+κείνους τον χρωστάμε. Μα τι να κάμω; άνθρωπος είμαι και γω. Θέλω
+τα λεφτά μου να ζήσω.
+
+ — Σωστό. .. σωστό κ. Κουρδουκέφαλε· να κυττάξτε την δουλειά σας·
+δε σας αδικεί κανείς.
+
+Ο Αριστόδημος έτρωγε τα νύχια του από λύσσα. Ήταν το μόνο αίσθημα
+που του έμεινε πια. Στην παραμικρή ταραχή που γινότανε γύρω του,
+θες στον εαυτό του θες σε ξένον, του φαινόταν πως κάποιος τον
+τραβούσε από τα μαλλιά. Τον τραβούσε και τον έσερνε, λέει, σ' έναν
+κατήφορο στρωμένον με στουρναρόπετρα. Τώρα δεν του τόβγαζε κανείς
+πως το πούλημα του μετοχιού προήρθε από το Θεομίσητο.
+
+ — Ο άτιμος! εψιθύριζε, βηματίζοντας πέρα — δώθε· ο άτιμος! όλες
+τις βαγαποντιές του κόσμου τις μεταχειρίζεται.
+
+ — Ναι, όλες· είπε ο Δημητράκης, μαντεύοντας τα λόγια του. Τον
+καιρό που στάλεγα εγώ δε μ' άκουες. Καμάρωσε τώρα! Βλέπεις;
+επρόσθεσε δείχνοντας το χτήμα του Θεομίσητου· όλο και κοντοζυγώνει
+σε μας. Όταν πρωτόειδε ο Χαγάνος πως του πατάει το χτήμα ρίχτηκε
+να τον πετσοκόψη. Μα εκείνος με τις μαγλειφιές του τον καταπράυνε.
+Και τώρα; όχι μοναχά τον συμπάθησε μα του παραχώρησε κι άλλο να
+καλλιεργήση. Κολλήγα του τον έκαμε. Μερδικό θέλει, κι ας γίνη ό,τι
+γίνη. Για ιδές.
+
+Ο Αριστόδημος στύλωσε τα μάτια του κατά το χτήμα του Χαγάνου. Ο
+κυπαρισσώνας έλειπε· δεν είχε πια ανάγκη να δουλεύη μυστικά ο
+Θεομίσητος και τον έκοψε. Πρόβαινε καταδώθε σα νοικοκύρης και σαν
+καταχτητής.
+
+Κι αν ήταν μόνον ο Θεομίσητος λίγο το κακό· μα τώρα ξεφυτρώσανε κι
+άλλοι. Το παράδειγμά του κέντησε την όρεξη όλης της γειτονιάς. Ο
+Μήτρος Γλάμης μόλις ειρήνεψε το δικό του πέρασε στο ξένο· το ίδιο
+κι ο Βασίλης ο Ζάρακας· το ίδιο κι άλλοι, κοντινοί και μακρινοί.
+Καθένας που ένοιωθε δύναμη στα χέρια του κι αχορταγιά στην ψυχή
+του, πήδαγε με το έτσι θέλω στο χτήμα του Χαγάνου κ' έκανε ότι
+ήθελε. Άλλος ξερρίξωνε ταμπέλια και τάσπερνε σιτάρι· άλλος έκοβε
+τα λιοστάσια και φύτευε αμπέλια· άλλος έκαιε τα δάση και τάφινε
+λιβάδια. Ό,τι καλό δεντρί χαιρότανε ακόμη τη ζωή του από τον καιρό
+των Ευμορφόπουλων, πέθαινε τώρα με ληστρικό πελέκι. Και σύγκαιρα
+συνατοί τους ή καθένας μοναχός οι ακάλεστοι κολλήγοι μοίραζαν το
+χτήμα, σα να ήταν πατρογονικό τους. Ο Χαγάνος τάβλεπε με θλίψη του
+και δεν τολμούσε να τους εμποδίση. Όχι μόνον δεν τολμούσε· μα και
+μέσα στην παμπόνηρη ψυχή του τόβρισκε για καλό του αυτό το
+μαλλοτράβηγμα. Οι πολλοί γαμπροί, έλεγε, κάνουν καμμιά φορά τη
+νύφη και γεράζη στο σπίτι του πατέρα της.
+
+ — Μα είνε ατιμία! φώναξε αγριεύοντας ο Αριστόδημος.
+
+ — Ατιμία — ξατιμία, τι να κάνουμε ;
+
+ — Τι να κάνουμε; Τώρα θα σου δείξω γω τι θα κάμω.
+
+Έτρεξε μέσα, πήρε το καπέλλο του και το ραβδί του κ' ετοιμάστηκε
+να κατεβή τη σκάλα.
+
+ — Πού πάς; τον ρώτησε ο Δημητράκης, πιάνοντάς τον απ' το χέρι
+αλαφρά.
+
+ — Πού πάω; θα πάρω τους κολλήγους και θα πάω ίσα ναν του χαλάσω
+τη σπορά. Δε θαν τον αφήσω γω να καλλιεργήση μπροστά στη μύτη μου!
+
+ — Κάτσε ήσυχα, μωρ' αδερφέ· κάτσε ήσυχα να ζήσης· του είπε με
+μαλακή φωνή ο Δημητράκης.
+
+ — Γιατί να κάτσω ήσυχα αφού πατάει τον τόπο μου ;
+
+ — Μα καλά· πούθε θα περάσης για να πας ως εκεί; Ο Χαγάνος είνε
+στη μέση. Σ' αφίνει ο Χαγάνος να πατήσης το χτήμα του ;
+
+ — Εκειόν γιατί τον αφίνει;
+
+ — Γιατί δε μπορεί να τον μποδίση· να γιατί.
+
+Δούλεψε από καιρό εκείνος· τόκαμε σκοπό του τόσα χρόνια. Μια ξινιά
+στο ιδικό του μια στο ξένο. Και βλέπεις, απόχτησε δικαιώματα.
+
+ — Κ' εγώ τάχω πατρογονικά.
+
+ — Τάχεις με τα λόγια· με τα έργα όμως τίποτα. Έσκαψες, έσπειρες,
+φύτεψες, ποτέ ως τα σήμερα; Όχι. Κάμε ρόκα σου το λοιπόν. Με το
+όπως — όπως δε γίνεται τίποτα. «Των φρονίμων τα παιδιά πριν
+πεινάσουν μαγερεύουν», λέει ένας λόγος. Τώρα που πείνασες τώρα θες
+να μαγερέψης ;
+
+ — Τι θες να κάμω το λοιπόν; Ν' αφήσω το Θεομίσητο να μου πάρη την
+κληρονομιά!
+
+ — Όχι να τον αφήσης· δεν είπα τέτοιο λόγο· μα πρέπει να
+δουλέψουμε και μεις· να φτιάσουμε πρώτα τον τοπάκη μας. Άμα
+δυναμώσουμε και μεις, θα γυρέψουμε από το Χαγάνο τόπο να
+καλλιεργήσουμε· κι αν δε μας δώση, τον παίρνουμε με το χέρι μας.
+Και τότε — πού είσαι — δε θάρθη ο Θεομίσητος σε μας· θα πάμε μεις
+γυρεύοντάς τον... Πρώτα όμως να κάτσης να σκεφτής κ' έν' άλλο
+πράμα.
+
+ — Τι πράμα ; τον ρώτησε ο Αριστόδημος κυττάζοντάς τον με σβυσμένα
+μάτια.
+
+ — Ο Κουρδουκέφαλος θέλει να μας πάρη και το σπίτι.
+
+ — Το σπίτι!... τούτο δω ;
+
+ — Ναι, τούτο δω· δεν τώχεις και τούτο υποθήκη ;
+
+ — Δεν ξέρω... δε θυμάμαι· ψιθύρισε αφαιρεμένος ο Αρχαιολόγος.
+
+ — Το ξέρω γω· το λοιπόν, με τον τόπο που πήρε δεν έπιασε τα λεφτά
+του.
+
+Τι λεφτά να πιάση από μια σάρα; Τώρα σκέφτεται να κατασκέση και το
+σπίτι.
+
+ — Για να κοπιάση· σαν του βαστάει ας κοπιάση! είπε κουνώντας το
+κεφάλι φοβεριστικά και πικρογελώντας. Πέντε κανόνια, πέντε
+τοπομαχικά θα στήσω στη σκάλα και θα τ' αδειάσω μπουμ!.. καταπάνω
+του. Στάχτη μπούλμπερη θα τον κάνω· όχι θα πατήση τα χτίρια των
+προγόνων μου.
+
+Κύτταξε περήφανα τον αδερφό του, σα να τον έβλεπε νάνο μπροστά
+του. Έπειτα έρριξε χάμω το ραβδί του, σα νάρριχνε το σπασμένο του
+σπαθί και μπήκε στο γραφείο ψιθυρίζοντας ακόμα:
+
+ — Στάχτη — μπούλμπερη θα τον κάνω· στάχτη — μπούλμπερη, να μου το
+θυμάσαι.
+
+Ο Δημητράκης τον ακλούθησε με θλιμμένα μάτια ως που έκλεισε πίσω
+του την πόρτα. Έπειτα σταύρωσε τα χέρια, έγειρε το κεφάλι και
+κατέβηκε αργά τη σκάλα.
+
+ — Μα την αλήθεια· μου φαίνεται πως είμαστε ολότελα χαμένοι· μπιτ
+ολότελα· είπε γονατίζοντας μπροστά στην Ελπίδα.
+
+Και λύθηκε στα δάκρυα. Η κόρη έρριξε το χέρι απάνου του χαδιάρικα.
+
+ — Άκουσε, Δημητράκη· του είπε γλυκά· έχω ένα λόγο να σου ειπώ·
+κάμε μου τη χάρη να μ' ακούσης.
+
+ — Λέγε μου, Ελπίδα· λέγε ό,τι θες, της είπε κείνος φέρνοντας το
+χέρι στα χείλη του. Τα λόγια σου είνε για μένα όπως στους
+προγόνους μας της Πυθίας τα λόγια. Λέγε μου να ζήσης.
+
+ — Το σπίτι μου τώρα είνε περιττό· και το σπίτι και το κλήμα του.
+Έμειν' έρμο εκεί πάνου και θα χαλάση με τον καιρό. Δεν το δέχεται
+τάχα ο Κουρδουκέφαλος και να ξόφληση το χρέος;
+
+ — Τι λες, Ελπίδα! φώναξε ο νέος σφαλώντας ανάλαφρα με τα δάχτυλα
+του τα χείλη της. Όχι τέτοια θυσία· δεν τη δέχουμαι. Κάλλιο να
+ξεσπιτωθούμε μεις παρά συ, αγαπημένη. Για με τι σημαίνει εδώ ή
+άλλου; Ο κόσμος είνε πλατύς κι ο άνθρωπος που θέλει να ζήση μπορεί
+να το κάμη όπου κι αν βρεθή. Δε λέω· καλά είνε τα περασμένα·
+διπλασιάζουνε, τι λέω διπλασιάζουνε; πολλαπλασιάζουνε το θάρρος
+τανθρώπου. Και μάλιστα όταν είνε περασμένα σαν τα δικά μας. Μα και
+πόσες φορές το χαλαρώνουν!... Να παράδειγμα ο αδερφός μου. Στο
+χτήμα του ήταν, μα κατάντησε σήμερα ζητιάνος.
+
+ — Τα λόγια σου, Δημητράκη, είνε σωστά και φρόνιμα· τον έκοψε με
+ταπεινοσύνη η κόρη. Μα στον αδερφό σου δεν έφταιξε η γενιά του
+ούτε τα μεγαλεία της. — Το ξέρεις καλήτερ' από μένα. Έφταιξε ο
+δρόμος που πήρε. Άγιος ήταν κ' εκεινού ο σκοπός όπως κι ο δικός
+σου· μα πλανεύτηκε στα μέσα. Εσύ όμως δε θα φερθής έτσι. Θα
+ζητήσης τη ζωή όχι στα κόκκαλα των παπούδων σου παρά στα χέρια
+σου. Είσαι νέος δυνατός και θαυμαστός· είσαι...
+
+Τον κύτταξε από τα πόδια ως το κεφάλι κ' οι ματιές της άστραψαν
+δυσκολοβάσταχτον πόθο. Το κυπαρισσένιο της κορμί ανάδευε απάνου
+του, σαν το διψασμένο δεντρί στης ζωής του τη βρύση. Είσαι ωραίος!
+πήγε να προσθέση· μα η παρθενική πορφύρα άναψε στα μάγουλα της και
+της τρόμαξε το αίσθημα.
+
+ — Άκουσέ με και θα ιδής πως δε θα μετανοιώσης· τον συμβούλεψε
+γυρίζοντας αλλού το πρόσωπο.
+
+ — Να μετανοιώσω! Όχι, Ελπίδα· δε φοβούμαι να μετανοιώσω όταν το
+λες εσύ. Μα πρέπει πρώτα να ιδούμε αν το δέχεται κι ο Αριστόδημος.
+
+ — Α, όσο γι' αυτό μη σε μέλλει· είνε δική μου δουλειά.
+
+Η κόρη τράβηξε ίσα στο γραφείο κι άνοιξε θαρρετά την πόρτα. Μα
+στάθηκε στο κατώφλι ξυλιασμένη. Ο Αρχαιολόγος μ' ένα ψηλό ραβδί
+στη θέση του «φέρτε αρμ!» εβημάτιζε απάνου κάτου με βήμα
+στρατιωτικό, σα να οδηγούσε μια Μεραρχία πίσω του. Το πρόσωπό του
+ήταν αναμμένο, τα μάτια του άγρια και τα μαλλιά του σηκωμένα, λες
+και βάδιζε ίσα στον οχτρό. Ενώ βάδιζε, κουνούσε πέρα — δώθε
+απειλητικά το ζερβί του χέρι και φώναζε ρυθμικά:
+
+ — Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων!... Παίδες Ελλήνων ίτε!..
+ίτε!.. ίτε!..
+
+Η φωνή του βροντερή κι άτρεμη στην αρχή καταντούσε σα λάλημα
+βραχνοκόκορα. Στο άνοιγμα της πόρτας στάθηκε ακίνητος, κυττάζοντας
+την κόρη με μάτια γουρλωμένα σα ν' απολιθώθηκε. Στάθηκε για πολλή
+ώρα έτσι κ' έπειτ' άφησε να πέση το ραβδί από τα χέρια του και
+πήγε τρικλίζοντας να κάτση στην πολιθρόνα. Η Ελπίδα βρήκε τον
+καιρό κ' έκαμε σύντομα την πρόταση της. Εκείνος την άκουσε
+προσεχτικά κ' έπειτα έπεσε στο κάθισμά του ξερός από τα γέλοια.
+
+ — Μωρέ κεφάλι που τώχεις! μωρέ κεφάλι πού τόχετε όλοι σας εδώ
+μέσα! είπε βροντώντας τα πόδια του στο πάτωμα. Μωρ' ο
+βρωμοκουρδουκέφαλος να πάρη το σπίτι του Ευμορφόπουλου; είσαστε
+καλά! Πέντε τοπομαχικά θα βάλω στη σκάλα· πέντε τοπομαχικά...
+
+Η Ελπίδα στεκόταν σοβαρή μπροστά του, μη γνωρίζοντας αν έπρεπε να
+κλάψη ή να γελάση με τη θέση του.
+
+ — Μα καλά, Αριστόδημε, του είπε με φωνή μαλακή· αξίζει τάχα σε
+σένα, έναν Ευμορφόπουλο, ένα σοφό! να καταντήση σε τέτοια μ' έναν
+παλιοκουρδουκέφαλο. Δεν είνε καλήτερα να τον περιφρόνησης· να
+φανής μάλιστα και γενναιόδωρος;
+
+ — Α! μάλιστα· αν είν' έτσι μάλιστα· είμαστε σύμφωνοι· είπε
+σοβαρά· ας το πάρη. Να ξέρης εμείς οι Ευμορφόπουλοι, έτσι είμαστε
+πάππου προσπάππου· χαρίζαμε.
+
+ — Αυτό λέω και γω.
+
+ — Κ' έπειτα, μωρέ κόρη μου, τι θα πάρη ο χαμάλης; ένα παλιόσπιτο.
+Ό,τι αξίζει ένα χαλίκι του Ευμορφόπουλου δεν αξίζει όλο σου το
+χτήμα.
+
+Η Ελπίδα ξαφνίστηκε σα να της έδωκαν μαχαιριά. Την έγγιξε εκεί που
+την πόναγε. Το σπίτι της ήξερε τι άξιζε· και το σπίτι και το κλήμα
+της. Κι αν τάκανε θυσία, τάκανε μόνον για να βαστάξη ψηλά τόνομα
+της γενιάς του· της γενιάς εκεινού και τη δική της. Ο Αριστόδημος
+είνε σημερνός μα η γενιά είν' αιώνια. Αύριο θ' αλλάξουν τα
+πρόσωπα· θ' αλλάξουν και τα μυαλά μαζί. Τώλπιζε τουλάχιστον.
+
+ — Λοιπόν, σύμφωνοι; τον ρώτησε ανοίγοντας την πόρτα.
+
+ — Ε, και θέλει ρώτημα ; είπε ο Αριστόδημος παίρνοντας πάλι το
+ραβδί του και ξαναρχίζοντας:
+
+ — Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων! ίτε!.. ίτε!.. ίτε!..
+
+Ο Δημητράκης περίμενε με καρδιοχτύπι την κόρη· ήξερε καλά τη
+φτωχοπερηφάνεια τ' αδερφού του και φοβότανε την άρνησή του.
+
+ — Ε, τι λέει; δέχεται; την ρώτησε μόλις την είδε.
+
+ — Ναι, δέχεται· έκαμε η κόρη με το κεφάλι για να κρύψη τ'
+αναφυλλητό της.
+
+ — Μα τι; κλαις βλέπω!.. επρόσθεσε κυττάζοντάς την κατάματα· μη
+σέβρισε ;
+
+ — Τσ... έκαμε κείνη· άκου.
+
+Τον έσυρε σιγά ως την πόρτα του γραφείου και στάθηκαν εκεί σκυφτοί
+και λυπημένοι για κάμποση ώρα.
+
+ — Πάμε, είπε ο Δημητράκης, σέρνοντας κατόπιν του την κόρη· δε
+βαστώ πια. Μου φαίνεται πως ακούω ψυχομάχημα...
+
+
+
+Ζ’
+
+
+
+Οι παλιοί κολλήγοι του Ευμορφόπουλου σκόρπισαν από το χτήμα σαν
+του λαγού τα παιδιά. Ένας με τον άλλον πήραν όλοι τα μάτια του·
+Άλλοι πήγαν και ρογιάστηκαν σε γειτονικά χτήματα, άλλοι τράβηξαν
+πάρα πέρα, γυρεύοντας τύχη. Κ' έκαναν ό,τι δουλειά εύρισκαν άλλοι
+ζευγάδες, άλλοι βοσκοί, άλλοι ψιλικατζήδες, χαλκιάδες, και
+καλόγεροι ακόμα. Τι να κάμουν; ο τόπος τους δεν έδινε πια ψωμί κ'
+έπρεπε να το ζητήσουν στα ξένα. Το περίεργο είνε που ό,τι δουλειά
+έπιαναν στα χέρια τους ήταν πρώτοι και καλήτεροι. Οι αφεντάδες που
+τους έβλεπαν τόσο προκομμένους έκαναν το θάμμα τους.
+
+ — Τι διάβολο! τους έλεγαν τόσο καλοί δουλευτάδες και να πεινάτε
+στον τόπο σας!
+
+ — Έχουμε κατάρα εμείς· έχουμε κατάρ' από το θεό! απαντούσαν
+εκείνοι χασκογελώντας πικρά. Μας διώχνει το χώμα μας σαν τους
+αφωρεσμένους.
+
+Μόνον ο Κουτρουμπής κι ο Μπαλαούρος δεν ξενιτεύτηκαν. Όχι δεν
+ξενιτεύτηκαν, μα ούτε το σκέφτηκαν τέτοιο πράμα. Πεινασμένοι —
+χορτασμένοι αποφάσισαν να μην αρνηθούν τους προγονικούς αφεντάδες
+τους. Το είχαν γι' ατιμία να τους αφήσουν τώρα στη φτώχια τους. Τι
+θα ειπή ; Και τα καλά δεχούμενα και τα κακά δεχούμενα· λέει ο
+λόγος. Πήρανε λοιπόν τα σύνεργα της δουλειάς και τις φαμίλιες τους
+κ' έστησαν έρριζα στον τοίχο του σπιτιού τις καλύβες τους, όταν ο
+Κουρδουκέφαλος έκαμε κατοχή το μετόχι.
+
+Ο Δημητράκης συγκινήθηκε σαν είδε την αφοσίωση τους και θέλησε να
+τους συμβουλέψη;
+
+ — Βρε, παιδιά, είνε άδικο να χαθήτε και σεις μαζί μας, τους είπε·
+και το ξένο χώμα έχει ψωμί για τους δουλευτάδες· εδώ θα
+πεινάσετε...
+
+ — Ας πεινάσουμε αφεντικό, μαθημένοι είμαστε· είπε ο Μπαλαούρος.
+Κάλλιο πεινασμένοι μαζί σου παρά με ξένους χορτάτοι.
+
+ — Έπειτα ποιος ξέρει; επρόσθεσε ο Κουτρουμπής με αστραπές στα
+μάτια· του λόγου σου μπορεί να μας δώσης πάλι τα καλυβάκια μας.
+
+ — Άμποτε...
+
+Ο Δημητράκης με τους δυο κολλήγους και με το γέρο Μαλαματένιο
+ρίχτηκε στη δουλειά με τα μούτρα. Δούλευε μεροδούλι στα ξένα
+χτήματα. Τόσον καιρό δουλεύοντας στ' αμπέλι της Ελπίδας κατάντησε
+από τους καλήτερους κι όλοι τον προτιμούσαν. Κ' εκείνος δεν
+αρνιόταν σε κανένα· δεν ξεχώριζε φίλους κι οχτρούς. Και στου
+Χαγάνου πήγαινε και στου Πέτρου Γλάμη και στου Βασίλη Ζάρακα·
+πήγαινε κάποτε και στου Θεομίσητου. Μάλιστα τώχε χαρά του να
+δουλέψη στων οχτρών του τα χτήματα. Άσε που οικονομούσε το
+καρβέλι, μα ήθελε να δείχνη και την αξία του. Δεν το αρνιόταν πως
+ο Θεομίσητος ήταν δουλευτής από τους πρώτους. Τι να ταρνηθή που
+φαινότανε. Μα ήταν δουλευτής κι ο Ευμορφόπουλος. Αγώνας είνε η
+ζωή· δουλειά σου και δουλειά μου. Όποιος μπορεί και δουλεύη
+περισσότερο εύγε του και τρισεύγε του. Δε φτονούσε κανένα· εκείνον
+ας τον φτονούνε οι άλλοι. Είνε κι ο φτόνος παίνια καμιά φορά.
+Άλλως τε τι βγαίνει με το φτόνο; Η δουλειά φαίνεται και στο τέλος
+αναγνωρίζεται από φίλους κι οχτρούς. Έπειτα σαν εδούλευε στο χτήμα
+του Χαγάνου ή στο χτήμα του Θεομίσητου δεν ένοιωθε κούραση· ήταν
+όλος χαρά και τραγούδι· νόμιζε πως καλλιεργούσε τον τόπο του· πως
+τ' αποδοσίδια της η γη τάκανε για δαύτον.
+
+ — Μα δεν ξέρεις τι χώμα! έλεγε το βράδυ στην Ελπίδα· μάλαμα —
+καθάριο μάλαμα. Και να τόχουν εκείνοι οι ακαμάτες!..
+
+ — Ε, αυτά 'χει ο κόσμος· του απαντούσε η κόρη, πραΰνοντας τον
+πόνο του· φορά σου και φορά μου. Σφαίρα είνε και γυρίζει. ..
+
+Ο Αριστόδημος όμως δεν έμενε διόλου ευχαριστημένος από τον αδερφό
+του· δεν τον ήθελε μεροκαματιστή και ξενοδούλη. Το να πηγαίνη
+μάλιστα να δουλεύη στου Θεομίσητου το χτήμα δεν το χώνευε.
+
+ — Ακούς να καταντήση δούλος του δούλου του! έλεγε συχνά στην
+Ελπίδα. Ξέρεις τ' ήταν μια φορά οι Θεομίσητοι στους
+Ευμορφόπουλους; Κοπέλια τους· ναι! και κάτι χειρότερ' από κοπέλια
+τους.
+
+ — Μα μην κυττάς τ' ήταν μια φορά, του απαντούσε με χαμόγελο
+εκείνη· κύττα τώρα που είνε αφεντάδες.
+
+ — Αφεντάδες! αφεντάδες; φώναζε ερεθισμένος εκείνος· τέτοιους
+αφεντάδες εγώ τους γράφω στην πατούσα μου. Ψε! αφεντάδες! Κι αν
+είνε τι; Ο γιος του Ευμορφόπουλου δεν πρέπει να τους δουλεύη· όχι,
+δεν πρέπει.
+
+ — Και τι θα φάμε; τον ρώτησε μια ήμερα πεισμωμένη κ' εκείνη.
+
+Ο Αριστόδημος στάθηκε ξαφνισμένος και την κύτταξε κατάματα. Του
+φάνηκε ανέλπιστο το ρώτημα της. Γρήγορα όμως αναψοκοκκίνισε,
+βρόντηξε το ποδάρι του στη γη κι απάντησε.
+
+ — Δεν ξέρω. Ένας Ευμορφόπουλος ψοφάει της πείνας μα δε δουλεύει
+τους δούλους του· όχι — δεν τους δουλεύει!
+
+Και σηκώνοντας το κεφάλι περήφανα, εβάδισε αργά και μεγαλόπρεπα
+και μπήκε στο γραφείο του, σκυλοβρίζοντας το Θεομίσητο και τη
+γενιά του.
+
+ — Αυτός, παιδί μου, είνε με το νου που γεννήθηκε· είπε ο
+Δημητράκης στην Ελπίδα το βράδυ που του διηγήθηκε την κουβέντα
+τους· τόσα κακά ξέσπασαν στο κεφάλι του κ' εκείνος τίποτα· το
+γουδί το γουδοχέρι.
+
+ — Τι σε μέλλεις είπε η κόρη αφρόντιστα. Αυτά κι αυτά τον βαστούνε
+τώρα στη ζωή, άλλο τίποτα δεν έχει. Με τα λόγια χτίζ' ανώγεια και
+κατώγεια...
+
+ — Ναι, βέβαια, τι μας μέλλει; είπε κι ο Δημητράκης γελώντας. Ό,τι
+χάλασε-χάλασε. Το μέλλον είνε για μας και μεις για κείνο· δεν είν'
+έτσι Ελπίδα;
+
+Την κύτταξε στα μάτια τρυφερά με απεριόριστη αφοσίωση. Άξαφνα της
+άρπαξε και τα δυο χέρια, τάσφιξε στη χούφτα του σα νάσφιγγε βώλο
+χρυσάφι.
+
+ — Να σου ειπώ κατιτί, Ελπίδα; τη ρώτησε κοντοζυγώνοντας.
+
+ — Λέγε του· ψιθύρισε κείνη με φανερή ανησυχία, σα να μάντευε πως
+το κατιτί του ήταν πολύ σοβαρό και για τους δυο.
+
+Ο Δημητράκης στάθηκε λίγο σκυφτός, ξεροκατάπιε κ' έπειτα γρήγορα —
+γρήγορα σα να φοβόταν μην τον αντισκόψη κανείς.
+
+ — Να γένης γυναίκα μου· είπε δυνατά. Κ' επειδή την είδε να
+χαμηλώνη τα μάτια ροδοπρόσωπη και ν' αναδεύη τα χείλη κάτι για να
+ειπή, εκείνος άπλωσε το χέρι να την εμπόδιση.
+
+ — Άκουσε τι σκέφτηκα· είπε. Τώρα μεις μπήκαμε σ' ένα δρόμο· ψηλά
+— χαμηλά περνούμε. Μιλούμε για το μέλλον· μέλλον είνε το αύριο·
+μα είνε και το μεθαύριο. Εγώ — δε στο κρύβω — μεγάλο φόρτωμα πήρα
+στον ώμο μου κι ο δρόμος είνε μακρύς, μακρύς κι ανηφορικός!
+
+Η κόρη χαμογέλασε· άπλωσε το μεστωμένο χέρι της και του χάιδεψε
+το μέτωπο.
+
+ — Από τώρα δείλιασες; του ψιθύρισε σκύβοντας απάνου του ανήσυχα.
+
+ — Όχι, δε δείλιασα· διαμαρτυρήθηκε αμέσως εκείνος. Στη ζωή μας,
+Ελπίδα· ούτε δείλιασα ούτε κουράστηκα. Θα ήταν ντροπή μου στην
+ηλικία μου. Μα σκέφτουμαι· κι αυτό το αξετίμωτο δώρο μου τώκαμες
+εσύ όπως και τόσα άλλα· εσύ αγαπημένη. Και βρίσκω πως ο αγώνας
+είνε μακρύς κ' η ζωή μας λίγη. Τ' είνε μια ζωή για τόσο μεγάλο
+σκοπό; Εγώ θ' αγωνιστώ, ναι· μα φοβάμαι, Ελπίδα, φοβάμαι. Αν
+κατορθώσω μονάχα την όψη της αυλής μας ν' αλλάξω, θα είμαι
+ευτυχής· για παραπάνω δεν το πιστεύω. Είμαι κ' εγώ αμαρτωλός, έχω
+κ' εγώ το μπόλι της γενιάς μας στο αίμα μου. Ονειρεύομαι, Ελπίδα,
+δεν το πιστεύεις; ονειρεύομαι πολύ και δουλεύω λίγο — λιγώτερο απ'
+ό,τι έπρεπε. Γι' αυτό λοιπόν θέλω να γίνης γυναίκα μου· να μου
+δώσης παιδιά, παιδιά γερά και δυνατά, πλουτισμένα με το αίσθημα
+σου το βαθύ, με την πραχτική σου σκέψη και με τη μεγάλη ψυχή σου.
+Εγώ συνάζω ένα — ένα τα λιθάρια· ας έρθουν εκείνα να χτίσουν το
+νέο Παρθενώνα μας. Ναι;
+
+Την κύτταξε κρεμώντας την ψυχή του στα χείλη της, σαν προσκυνητής
+προσμένοντας το θάμμα. Εκείνη ξαναμμένη από τον πόθο χαμήλωνε τα
+μάτια της και με χέρια ολότρεμα έπαιζε με την άκρη της ποδιάς της.
+
+ — Ο λόγος σου είνε γλυκός και σωστός· είπε σε λίγο
+βαρυανασαίνοντας· μου σκλαβώνει την καρδιά γιατ' έχει και τα δυο
+σμιγμένα. Μα πώς να γίνη, πώς να γίνη ταταίριαστο; Ένας
+Ευμορφόπουλος να πάρη γυναίκα του μια ταπεινή...
+
+ — Κρίμα που δεν μπορώ να παινέψω κ' εγώ τα λόγια σου· την έκοψε ο
+Δημητράκης. Γιατί εσύ τόσο στοχαστική να μιλάς έτσι αστόχαστα;
+Ξέρω πως δεν τα πιστεύεις αυτά που λες· κ' έχεις δίκιο να μην τα
+πιστεύης. Όχι εσύ· εγώ κερδίζω μ' αυτόν το γάμο. Κι όχι μόνον εγώ
+— αν ήταν για μένα, δε θα φρόντιζα τόσο. Ο σκοπός μας κερδίζει, η
+γενιά μας.. . .
+
+ — Μα πώς, αφού έχω αίμα νοθεμένο; του είπε κείνη με πονηρό
+χαμόγελο.
+
+ — Σε μένα μιλάς ή στον αδερφό μου; τη ρώτησε πειραγμένος ο
+Δημητράκης. Εγώ δεν είπα ποτέ τέτοιο λόγο· γιατί με σκας;
+
+ — Γιατί σ' αγαπώ· φώναξε η κόρη ακράτητη.
+
+Την άλλη μέρα που ξεμυστηρεύτηκε την απόφασή του στον Αριστόδημο,
+εκείνος σούφρωσε τα φρύδια του κ' έμεινε σκεφτικός για πολλή ώρα.
+
+ — Πφ!.. έκαμε τέλος με πολλή περιφρόνηση· τι τούτη τι άλλη ; Από
+σένα άρχισε το χαντάκωμα των Ευμορφόπουλων το χαντάκωμα...
+
+Και δεν ξαναμίλησε. Ο Δημητράκης ως τόσο βάλθηκε τώρα να
+καλλιεργήση την αυλή του. Σήκωσε πρώτα ψηλόν όχτο γύρω να την
+αποκλείση από τάλλα χτήματα. Ο Αρχαιολόγος σαν είδε τον όχτο
+ξίνισε τα μούτρα του.
+
+ — Τι τον ήθελε τέτοιον όχτο ; είπε στην Ελπίδα· είνε σα να κλει
+την πόρτα να μην περάσουμε πια στο πατρικό μας· σα ν' αρνιέται τα
+δίκαιά μας.
+
+ — Μη φοβάσαι διόλου· απάντησε ήσυχα ο Δημητράκης από μέσα· τα
+δίκαιά μας τίποτα δεν παθαίνουν· να είσαι βέβαιος. Άμα έρθη ο
+καιρός και δυναμώσουμε, εγώ τον γκρεμίζω τον όχτο όπως τον
+σήκωσα... Δεν κατάλαβες, λέω, μωρ' αδερφέ, του πρόσθεσε
+μαλακώτερα, πως τα δίκαια είν' ένας λόγος μονάχα!..
+
+Ο Αριστόδημος κατάπιε τη θλίψη του και δεν είπε τίποτα. Ένας λόγος
+ναι, ένας λόγος· μα κάποτε και σημαντικός!.. .
+
+Ο Δημητράκης έπειτ' από τον όχτο έσκαψε πέρα για πέρα την αυλή.
+Την έσκαψε, φύτεψε δεντρικά, έσπειρε όσπρια και κάθε άλλο
+χρειαζούμενο του σπιτιού. Το νεράκι της βρύσης τού χρησίμευε για
+πότισμα. Κ' η αυλή του σε λίγο έγινε αγνώριστη· πρασίνισε όλη απ'
+άκρη σ' άκρη. Άρχισε και να σοδιάζη με τον καιρό. Ο Δημητράκης
+κρατούσε για το σπίτι και τάλλα τα πουλούσε στην αγορά ή τάλλαζε
+με σιτάρι κι αραποσίτι που δεν έκανε η αυλή του· Ο Αριστόδημος για
+τούτα όλα δεν έλεγε τίποτα· ούτε ρώταγε πως κυβερνιέται το σπίτι·
+Έτρωγε καλά, ντυνότανε καλήτερα, έκανε τις ιδιοτροπίες του και
+τόβρισκε φυσικό! Μάλιστα η καλοζωή κ' οι περιποίησες της Ελπίδας
+τον έκαναν πολλές φορές πιο απαιτητικό και ιδιότροπο. Μιλούσε
+κάποτε σε κείνη με τρόπο βαρύ και προσταχτικό. Της έρριχνε
+κατάμουτρα την ταπεινή καταγωγή της και της έδειχνε ξέσκεπα πως
+του ήταν βάρος μέσα στο σπίτι. Εκείνη δε θύμωνε· τον είχε συνηθίση
+πια Δε θύμωνε μα τούμπαινε πολλές φορές και στη μύτη. Μάλιστα ένα
+πρωί που ο Αριστόδημος έλειπε από το σπίτι, σοφίστηκε να τον
+σκυλιάση στα γερά. Πήρε το κέντημά της, το μεγάλο κέντημα που είχε
+απάνω την Ιστορία των Ευμορφόπουλων και το κάρφωσε φαρδύ πλατύ
+στον τοίχο του γραφείου. Το κρέμασε ίσα κοντά στο άγαλμα της Δόξας
+κι ανάμεσα στις βιβλιοθήκες. Έπειτα έκατσε στην ταράτσα κι άρχισε
+να πλέκη την κάλτσα της. Έπλεκε νευρικά και συχνοκύτταζε το δρόμο,
+ανυπόμονη πότε να φανή ο Αριστόδημος.
+
+Δεν πέρασε πολλή ώρα και να τος ο καλός σου. Ερχόταν κορδωμένος
+και γελαστός σαν τραπεζίτης που ασφάλισε για καλά τα χρήματά του.
+Η μόνη θλίψη που του θάμπωνε τη ζωή, ήταν που δεν εύρισκε το
+κατάλληλο βάθρο της Δόξας του. Είχε αληθινά τον κορμό της καρυάς,
+μα τώρα κάμποσες μέρες τον εύρισκε αταίριαστον κι αυτόν. Τι τα
+θες, αδερφέ! δεν πήγαινε καρυά να βαστάη έν' άγαλμα! Σκέφτονταν να
+ξεφλουδίση τον κορμό και να τον περάση με βάμμα. Τι βάμμα όμως να
+προτιμήση; Γαλάζιο, μαύρο, κόκκινο, βυσσινί; ή να βάλη καλήτερα
+ξανθό, καστανό, πράσινο, σταχτί; Μα τάχα και το κίτρινο δεν είν'
+ώμορφο; 'Αμ' εκείνο το σοκολατί πάλε τι σου λέει!
+
+ — Γειά σου, κυρά νύφη· είπε στην κοπέλλα αναμπαιχτηκά· δε μου
+δίνεις και συ μια γνώμη;
+
+Σηκώθηκε ορθή.
+
+ — Τι γνώμη;
+
+ — Να, θέλω ένα χρώμα για το βάθρο της Δόξας μου· τόσον καιρό
+παιδεύουμαι κι ακόμα να το βρω.
+
+ — Πού ξέρω γω, η φτωχή, από τέτοια.
+
+ — Μ... βέβαια· πού να ξέρης εσύ από τέτοια! είπε με λύπηση.
+
+Έπειτα κυττάζοντας το πρόστυχο πλέξιμό της επρόσθεσε
+ξαναβρίσκοντας την όρεξη του·
+
+ — Δουλειά, βλέπω, δουλειά! έτσ' είσαστ' εσείς οι προκομμένοι! ...
+
+ — Τι να κάνουμε· είπ' εκείνη χαμογελώντας
+πονηρά.
+
+ — Καλά κάνετε· δουλέψτε τώρα που είστε νέοι... Έτσι δούλεψα κ'
+εγώ στα νιάτα μου· δούλεψα...
+
+Και τέντωσε πίσω το κορμί του, θέλοντας να δείξη πως οι πλάτες του
+ήταν ακόμη πιασμένες από την πολλή δουλειά. Έπειτα ορθός και
+λυγιστός μπήκε στο γραφείο του κ' έκλεισε την πόρτα.
+Ξεκαπελλώθηκε, πήγε ίσα στάγαλμα της Δόξας και το κύτταξε για
+κάμποση ώρα.
+
+ — Γαλάζιο, άσπρο, μαύρο, κόκκινο η βυσσινί; εψιθύρισε σα να
+ρωτούσε το άγαλμα.
+
+Μα τότε είδε το κέντημα κ' έβγαλε δυνατή φωνή.
+
+ — Ποιος διάολος το κρέμασ' εδώ μέσα!.. Άπλωσε το χέρι του να το
+ξεκρεμάση.
+
+Η Ελπίδα που κύτταξε από την κλειδαρότρυπα, καθώς άκουσε τις φωνές
+ετοιμάστηκε να το βάλη στα πόδια. Μα η περιέργεια νίκησε το φόβο
+της και στάθηκε να ιδή. Το κέντημα κι ο Αριστόδημος έμεναν
+καρφωμένοι στη θέση τους. Κυττάζονταν και ξανακυττάζονταν επίμονα,
+λες κ' ήθελε ο ένας να μαγέψη τον άλλον. Λίγο — λίγο ξεθύμωνε ο
+αρχαιολόγος και το πρόσωπό του ξεμούσκλωνε.
+
+ — Μωρ' είν' ωραίο! εξαίσιο! εφώναξε άξαφνα· μα το Θεό είνε
+τέλειο! Και τι τέχνη! τι αρμονία!... Αμ' δεν είνε κέντημα αυτό·
+είνε ποίημα!... ποίημα κι απ' τα καλήτερά μας!...
+
+Έπειτα πήγε μακρύτερα κι άρχισε να κυττάζη ένα με τάλλο τ άγαλμα
+και τ' αργόχερο, θέλοντας να κάμη σύγκριση.
+
+ — Ουμ!... έκαμε πισωπλατίζοντας τη Δόξα και μορφάζοντας σα να
+δάγκωσε ξινόμηλο· μα όχι, όχι· πρόσθεσε αμέσως, χαϊδεύοντάς την σα
+μικρό παιδί· εσύ, εσύ είσαι το τέλειο και το πρότυπο....
+
+ — Έχασα! είπε η Ελπίδα στο Δημητράκη που έφτασε κείνη τη στιγμή·
+εγώ είπα να τον πεισμώσω μα δεν πέτυχα.
+
+ — Κακή! της είπε ο νέος χαϊδευτικά, δίνοντάς της ένα φιλί.
+
+ — Δεν είμαι κακή· διαμαρτυρήθηκε η κόρη γλαρωμένη· μα μου
+αρέσουνε οι θυμοί του· είνε τόσο αστείοι!..
+
+Ο Δημητράκης δε ρίχτηκε με τα μούτρα μόνον στη δουλειά μα και στη
+μελέτη! Αλήθεια έδινε τα πρωτεία σε κείνη· και τούτη όμως δεν την
+αμελούσε. Η μία ήταν απόλυτη ανάγκη για τη ζωή του· μα κ' η άλλη
+ήταν το ίδιο για το πνεύμα του. Στη μια αφιέρωνε όλες τις
+εργάσιμες ημέρες του χρόνου και στην άλλη τις σκολινές και τις
+νύχτες του χειμώνα. Το καλό είνε που κατώρθωσε να κράτηση το εγώ
+του ασκλάβωτο κι από τις δυο κ' έπεφτε από τη μια στην άλλη με την
+ίδια ευχαρίστηση. Θες βιβλίο κρατούσε στο χέρι του θες αξίνα ήταν
+στη θέση του.
+
+ — Καθένα έχει το σκοπό του — σεβαστό και ιερό σκοπό· δεν είν'
+έτσι; ρώταγε κάθε τόσο την Ελπίδα.
+
+Πότε στον ίσκιο της ταράτσας, πότε δίπλα στο παραγώνι καθόντουσαν
+οι δυο αγαπημένοι και διάβαζαν ένα με τάλλο τα παλιά χερόγραφα.
+Κάποτε διάβαζε ο Δημητράκης κι άκουε η Ελπίδα, γνέθοντας τη ρόκα
+της. Μα τις περισσότερες φορές διάβαζε η κόρη κι άκουε ο νιος.
+Άκουε και κρεμότανε από τα χείλη της. Οι φράσες κυλούσαν ξάστερες,
+ζωντανές κι αρμονικές σαν το γάργαρο νερό από τα χείλη μιας
+βρύσης. Κ' εκείνος έπινε· έπινε διψασμένα κι αχόρταγα κ' ένοιωθε
+αμολόγητη χαρά. Τα λόγια κ' οι πράξες των προγόνων αντρείευαν την
+ψυχή του κι ατσάλωναν τα νεύρα του. Πότε του φέρνανε δάκρυα στα
+μάτια, πότε του χάριζαν γέλοιο στα χείλη· πότε στο μέτωπό του
+άπλωναν σύγνεφα και πότε στο πρόσωπό του περηφάνια. Κάθε φράση ή
+στίχος του χερόγραφου άνθιζε μέσα του κι απόδινε γοργά τα φύλλα
+και τους καρπούς του.
+
+ — Μα τούτο είνε παραμύθι! έκοψε ξαφνικά την Ελπίδα μια βραδυά που
+διάβαζαν τον Ηρόδοτο.
+
+ — Παραμύθι· άμ τι θες να είνε; τον ρώτησε κείνη μ' απορία. Κι ο
+Όμηρος που διαβάσαμε πριν είν' ένα μεγάλο αρματωλικό τραγούδι κι ο
+Θεόκριτος τραγούδια τσοπάνικα...
+
+ — Με γελάς.
+
+ — Όχι να ζήσουμε· να εδώ, βλέπεις τον Ησίοδο; ξέρεις τ' έχει
+μέσα ;
+
+ — Τσ...
+
+ — Λέει με στίχους τον τρόπο και τον καιρό που έπρεπε να σπέρνουν
+και να θερίζουν οι παλιοί μας.
+
+ — Έσπερναν λοιπόν κ' εκείνοι; ρώτησε ο νέος με παιδιάτικη
+αφέλεια.
+
+Η κόρη τον κύτταξε κατάματα για να μάθη αν της μιλούσε σοβαρά.
+
+ — Έχεις δίκιο· είπε σε λίγο κουνώντας το κεφάλι της· θα μαίνουμαι
+μάλιστα πώς δε ρωτάς κι αν έτρωγαν ακόμη. Εσείς την πάθατε όπως οι
+κάτοικοι της γης με το φεγγάρι· βλέπετε πάντα τη ζωή των
+Ευμορφόπουλων από τη μια της όψη, τη λαμπρή. Έτσι σας έφτιασε το
+σκολειό·
+
+ — Γιατί;
+
+ — Γιατί έτσι· σας έθρεψε τη φαντασία και σας σκότωσε την πράξη.
+Σας έδειξε την αρχαία Ελλάδα ένα απέραντο τεμπελχανιό. Μα δεν ήταν
+τέτοια — μάθε το από μένα — δεν ήταν τέτοια. Ήταν έν' αργαστήρι,
+μεγάλο αργαστήρι απ' όλες τις τέχνες της ζωής.
+
+ — Μπα!... έκαμε κείνος ανοίγοντας τόσα τα μάτια του.
+
+ — Μάλιστα· κι αν δεν πιστεύης άκουσε. Πήρε ένα μικρό χερόγραφο κι
+άρχισε να διαβάζη αργά και δυνατά:
+
+ — Στις άλλες πολιτείες όλοι όσο μπορούνε χρηματολογούν· ποιος
+κάνει το γεωργό, ποιος το ναύτη, ποιος τον έμπορο· άλλοι πάλε
+ζουν από την τέχνη τους ...
+
+ — Κ' είνε απ' τους παλιούς μας αυτά;
+
+ — Να δε βλέπεις· τα λέει ο Ξενοφώντας, είπε η κόρη βάζοντας μπρος
+στα μάτια του το χερόγραφο.
+
+Ο Δημητράκης έβαλε το κεφάλι στα χέρια του κ' έμεινε σε βύθος για
+πολλή ώρα. Το τι ένοιωθε δεν ήταν σε θέση να μολογήση κι ο ίδιος.
+Μέσα στο κρανίο του κόσμοι χαλιόνταν και κόσμοι ανασταίνονταν με
+καταπληχτική γοργάδα. Σήκωσε τέλος τα μάτια του και κύτταξε την
+κόρη με φανερή απογοήτεψη.
+
+ — Ξέρεις τι συλλογιέμαι; τη ρώτησε.
+
+ — Τι;
+
+ — Τα χρόνια πόχασα... Όλα όσα μου διάβασες τα διάβασα, θυμούμαι
+κ' εγώ σαν ήμουν παιδί. Μα ξέρεις πώς μου φαίνονταν; μου
+φαίνονταν... πώς να στο ειπώ;... να, βιβλία!...
+
+Από την άλλη μέρα άρχισε να συχνομπαίνη και στο γραφείο τ'
+Αρχαιολόγου. Το πνεύμα των βιβλίων τον έσπρωχνε ίσα στων μαρμάρων
+το πνεύμα. Πριν δεν ήταν γι' αυτόν παρά σωρός πέτρες, όγκοι
+μεγάλοι και θαυμαστοί. Δεν του κεντούσαν άλλο τι παρά την απορία.
+Απορούσε κ' έλεγε συχνά τι διαβολοσύνεργα μεταχειρίστηκαν οι
+πρόγονοί του για να τα μετατοπίζουν. Κι απ' αυτό εσχημάτιζε την
+ιδέα πόσο μεγάλοι και δυνατοί ήταν εκείνοι. Όλοι πέρα πέρα
+Ηρακλήδες και Βριάρεοι! Τώρα όμως του γενούσαν άλλο αίσθημα.
+Έφτανε ένα και μοναχό λιθαράκι για να του φέρνη μπροστά ατόφιο κ'
+ζωντανό το καλλιτέχνημα· και κείνο πάλι έφτανε για να του δείχνη
+κινούμενη την προγονική ψυχή. Όσο που κατάντησε ατός και μοναχός
+του να σμίγη την ψυχή του βιβλίου με του μαρμάρου την ψυχή και να
+βγάνη μια ζωή ολόχαρη, παλληκαρίσια και δοξολουσμένη.
+
+ — Μπα!.. έλεγε συχνά μισοκλείοντας τα μάτια του σα να θαμπώνονταν
+από το φως.
+
+Η Ελπίδα που παρακολουθούσε άγρυπνα τη νιόβγαλτη σκέψη του άρχισε
+ν' ανησυχή.
+
+ — Κύτταξε καλά, βαστάξου! του είπε μια μέρα σοβαρά. Όποιος
+πολυβλέπει τον ήλιο σκοντάβει στο δρόμο του.
+
+ — Μη φοβάσαι, κοπέλλα μου, μη φοβάσαι, την καθησύχασε κείνος· έχω
+δυο μάτια εγώ, δυο μάτια που βλέπω· ένα για τα ψηλά κ' ένα για τα
+χαμλά... μη φοβάσαι.
+
+ — Δυο μάτια είχε κι ο αδερφός σου.
+
+ — Μα δεν είχε μαζί του το φυλαχτό.
+
+ — Ποιο φυλαχτό;
+
+ — Εσένα, ψυχούλα μου...
+
+Έφτασε ως τόσο κ' η μέρα του γάμου. Από την προπαραμονή άρχισαν
+νάρχωνται πλήθος τα δώρα. Οι σκορπισμένοι κολλήγοι σαν έμαθαν το
+συγκέσιο πήρανε θάρρος. Εκείνοι που δούλευαν στα κοντινά χτήματα
+έστειλαν τα κανίσκια τους κ' ειδοποίησαν πως θα παρασταθούν κ' οι
+ίδιοι στα στέφανα· όσοι ήταν μακρυά στείλανε πλουσιώτερα δώρα και
+μεγαλείτερες ευκές. Μα το δώρο που ευχαρίστησε περισσότερο τους
+νιους ήταν του Αλαμανού. Ήρθε από βραδύς με το ταχυδρομείο. Ο
+Δημητράκης χάλασε ανυπόμονα τις σφραγίδες του, έκοψε τα δεσίματα,
+έσκισε το τύλιγμα κ' έβαλε τις φωνές.
+
+ — Ελπίδα — Ελπίδα· έλα να χαρής.
+
+ — Τ' είνε; τι τρέχει; τον ρώτησε κείνη ανεβαίνοντας τη σκάλα.
+
+ — Ο Αλαμάνος μας στέλνει το βιβλίο του· να το. Μωρέ το σκυλί!
+πότε το κατάφερε κιόλας!
+
+Κ' έδειξε στην κόρη ένα μεγάλον τόμο από δυο χιλιάδες σελίδες
+σχήμα όγδοο.
+
+ — Η ψυχή των Ευμορφόπουλων ίδια κι απαράλλαχτη· διάβασε
+κυττάζοντας κατάματα την κόρη.
+
+ — Εύγε του· είπε η Ελπίδα ενθουσιασμένη.
+
+Ακκούμπησε στον ώμο του κι άρχισαν να ξεφυλλίζουν το βιβλίο και να
+τρώνε με το μάτι τις σελίδες του. Ήταν αλήθεια βαθιάς σπουδής
+σύγγραμμα. Άρχιζε από τα Βυζαντινά χρόνια, πέρναε στα χρόνια της
+σκλαβιάς και τελείωνε στον Αντρέα τον Ευμορφόπουλο — Αντρέα τον
+Ελευθερωτή, όπως τον έλεγε. Δεν ήταν βιβλίο παρά καθρέφτης. Κάθε
+Ευμορφόπουλος φαινόταν εκεί μέσα ίδιος κι απαράλλαχτος όπως ήταν
+στην εποχή που έζησε. Ένας καταλαχάρης άνθρωπος θάλεγε πως αυτοί
+όλοι ήταν ξεχωριστοί κι άμοιαστοι μεταξύ τους. Ο Αλαμάνος όμως με
+τη βαθιά του κρίση απόδειχνε στον πρόλογο και στα σχόλια του
+βιβλίου πως όλους τους ένωνε το ίδιο αίσθημα, ίδια αντίληψη της
+ζωής, κοινές ελπίδες και κοινές πρόληψες. Η διαφορά ήταν απ' όξω,
+μα από μέσα όχι.
+
+Απάνω στη χαρά τους φάνηκε ο Αριστόδημος στη σκάλα. Μα ήταν σε
+κακή κατάσταση· το καπέλλο του τσαλακωμένο, το φόρεμά του
+λασπωμένο κι ο λαιμοδέτης του λυτός. Είχε μάλιστα και μια
+γρατζουνιά στη μύτη.
+
+ — Τι έπαθες; τον ρώτησε η Ελπίδα, τρέχοντας φοβισμένη κοντά του.
+
+ — Τίποτα, δεν είνε τίποτα. Μα τι κόσμος, μωρέ παιδιά, τι
+κόσμος!... να μη θέλη ν' ακούση το συμφέρον του!
+
+ — Τι σου συνέβη; τον ρώτησε κι ο Δημητράκης από τη θέση του.
+
+ — Να, εκείνος ο παλιάνθρωπος ο Κουρδουκέφαλος. Ξέρεις, μια
+βδομάδα τώρα καθόμουν απ' τη φράχτη μας κ' έβλεπα την καλλιέργεια
+πούκανε. Μα τι έκανε; Την κακή του ημέρα. Δέντρα, δέντρα, δέντρα·
+τον αποδάσωσε τον τόπο. Και τι; όλα ανάκατα, φύρδην — μίγδην.
+Σήμερα λοιπόν δε βάσταξα! Να χαθή, είπα· ας πάω να τον
+συμβουλέψω. Τι θα είπη πως μου πήρε το χτήμα· αύριο πάλε το
+παίρνω.
+
+ — Σωστό· εψιθύρισε ο Δημητράκης σοβαρά.
+
+ — Πήγα λοιπόν κι άρχισα να τον ορμηνεύω: όχι τούτο, όχι κείνο·
+έτσι τούτο, έτσι κείνο. Μα αυτός τη δουλειά του· δεν ήθελε να μ'
+ακούση...
+
+ — Δεν τον άφινες να κάνη ό,τι θέλει· του είπε η Ελπίδα.
+
+ — Ό,τι θέλει! πως θα τον αφήσω να κάνη ό,τι θέλει! Πιάνω, που
+λες, μια μηλιά που είχε φυτεμένη δίπλα σε καρυά, την ξερριζώνω και
+τη βάνω παραπέρα. — Να, μωρέ κουλούκι, του λέω· εδώ είν' η θέση
+της. Εκείνος θύμωσε· αρπάζει τη μηλιά απ' το χέρι μου και μου
+δίνει μια σπρωξιά. Να, έτσι έπεσα και λερώθηκα... Μα τι
+στραβόκοσμος! τι στραβόκοσμος!..
+
+ — Τι ήθελες ν' ανακατωθής του λόγου σου, είπε ο Δημητράκης.
+
+ — Γιατί, κύριε! τον ρώτησε ο Αριστόδημος με θυμό. Το μυαλό δεν
+τόχει κανείς μοναχά για τον εαυτό του· τόχει και για τους ξένους.
+
+Έβγαλε από την τσέπη του ένα πούρο, τ' άναψε και κύτταξε
+περιφρονητικά τους δυο νέους.
+
+ — Τι διαβάζετε; τους ρώτησε.
+
+ — Μόλις το λάβαμε· για ιδές το και συ· είπε ο Δημητράκης,
+δίνοντας του το βιβλίο, περίεργος να ιδή την εντύπωση που θα
+τούκανε.
+
+Εκείνος το πήρε· μα μόλις διάβασε τον τίτλο και τ' όνομα του
+συγγραφέα το γύρισε πίσω.
+
+ — Αυτός είν' ένας επιπόλαιος· είπε· ένας αγράμματος... Αυτό μας
+έμεινε, να μας δείξουν οι ξένοι το σπίτι μας!... Εγώ το είπα, το
+λέω και θαν το λέω ως που να πεθάνω· μόνον ένας Ευμορφόπουλος
+μπορεί να γράψη για τέτοιο ζήτημα...
+
+Ο Δημητράκης φουρκίστηκε· τούρριξε άγριες ματιές κ' ήταν έτοιμος
+να λογοπιαστή.
+
+ — Σσ... του σφύριξε η Ελπίδα στ' αφτί ανασηκώνοντας τους ώμους
+της. Μπα! βλέπεις Τι γράφει στο γράμμα; θάρθη, λέει, στο γάμο και
+θα μας στεφανώση αν θέλουμε. ..
+
+ — Αν θέλουμε! ακούς αν θέλουμε· είπε χαρούμενος ο Δημητράκης,
+παίρνοντας το γράμμα από τα χέρια της.
+
+Ο Αριστόδημος πηγαινορχόταν απ' άκρη σ' άκρη στην ταράτσα,
+κουνώντας το ραβδί και καπνίζοντας το πούρο του αφρόντιστα.
+
+ — Δε μου λες· από τους άλλους δεν είχατε τίποτε; στάθηκε άξαφνα
+και ρώτησε το Δημητράκη.
+
+ — Ποιους άλλους ;
+
+ — Να· τον Περαχώρα. .. το Γκενεβέζο...
+
+ — Όχι.
+
+ — Περίεργο! πολύ περίεργο!... τους περιποιήθηκα τόσο και να μη
+στείλουν ένα γράμμα!
+
+Κι άρχισε πάλε το σουλάτσο του νευρικός, μασώντας το πούρο του,
+τρικλίζοντας κάποτε και συχνοψιθυρίζοντας:
+
+ — Ούτ' ένα γράμμα!... ούτ' ένα γράμμα! περίεργο!
+
+ — Θάχουν πολλές δουλειές· είπε η Ελπίδα στο βρόντο.
+
+ — Α, ναι· έχεις δίκιο· έχεις μεγάλο δίκιο! Θα έχουν δουλειές·
+αλλοιώς δεν ημπορούσαν να μας λησμονήσουν.
+
+Και αμέσως ησύχασε. Έκραξε ψι...,ψι...ψι...τη γάτα πούβγαινε κείνη
+την ώρα από το γραφείο του, την πήρε στα χέρια κι άρχισε να την
+φιλή τρυφερά, να την χαϊδεύη και να τρίβη το κεφάλι της στο
+πρόσωπό του. Εκείνη τον πλήρωνε με τα ίδια χαϊδολογήματα. Σκάλωνε
+απάνου του με μισοκλεισμένα μάτια, λάου — λάου σα να πήγαινε ν'
+αρπάξη κάτι τι πίσ' από το κεφάλι του. Άξαφνα όμως έσκουξε δυνατά·
+νιάου! Ο Αρχαιολόγος της έσφιξε την ουρά. Κι άμα την κατάλαβε πως
+πονεί την έσφιξε δυνατώτερα. Η γάτα έκανε χίλιους τρόπους για να
+γλυτώση από τα χέρια του. Νιαούριζε, σπαρτάριζε, κάρφωνε τα νύχια
+της στα φορέματα του. Μα εκείνος ήσυχος, με κρύο χαμόγελο την
+κύτταζε και τις τράβαε τ' αφτιά, της στραγγούλιζε τα πόδια, της
+έσφιγγε το κεφάλι.
+
+ — Μα τι σου κάνει το ζω και το πιλατεύεις; του είπε ο Δημητράκης
+από τη θέση του.
+
+Εκείνος τη δουλειά του· η γάτα παράδερνε στα χέρια του και
+νιαούριζε απελπισμένα.
+
+ — Μα είσαι τύραννος! του φώναξε η Ελπίδα με θυμό, βγάζοντας το ζω
+από τα χέρια του.
+
+ — Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων, φώναξε ο
+Αριστόδημος μη δίνοντας προσοχή στα λόγια της, τιμιώτερον και
+αγιώτερον και σεμνότερον εστίν η πατρίς!....
+
+ — Μπράβο! ξέσπασαν χεροκροτώντας οι νέοι.
+
+Το τι γίνηκε ανήμερα δε μολογιέται. Ήταν μέρα χινοπωριάτικη,
+κατσουφιασμένη και κρύα. Τα φύλλα πέφτανε αργά ένα — ένα κ'
+έστρωναν το χώμα με κόκκινο ταπί· οι περικοκλάδες που σκάλωναν
+στους τοίχους ανατρίχιαζαν από τη γύμνια. Το κλήμα που γενιάστηκε
+από το σπίτι της Ελπίδας ο Δημητράκης σκέπαζε πέρα — πέρα την
+αυλή. Ήταν άφυλλο από τον καιρό· μα τα κλαριά του θρασομανούσαν
+ψηλά και χαμηλά, λες κι ανυπομονούσαν ν' αγκαλιάσουν το άπειρο.
+Δίπλα το ρέμμα κύλαε θολά νερά, βροντομαχώντας κι αφρίζοντας. Η
+βρύση της αυλής έτρεχε ακόμη με μουρμουρητό, σα φλύαρο στόμα γριάς
+που λέει τα ευτυχισμένα χρόνια της. Και το σπιτάκι με τους
+μουχλιασμένους τοίχους και τη μαύρη του σκεπή, φαινόταν βυθισμένο
+σε συλλογή. Μα ήρθαν οι άνθρωποι κι άλλαξαν για μιας μέσα κι όξω
+την όψη του. Μπαμ — μπουμ εδώ· μπαμ — μπουμ! εκεί· φωνές, αντάρες,
+γέλοια, κακό! η χαρά ξεχείλιζε. Οι κολλήγοι πλάκωναν μπουλούκια —
+μπουλούκια παστρικαλλαγμένοι και καλόκαρδοι. Φέρνανε σφαχτά,
+φέρνανε ψωμιά, κουβαλούσαν φορτώματα κρασί ξεδιαλεγμένο. Μερικοί
+ωδηγούσαν βόδια ζωντανά, ταύρους άζευτους κι αμουνούχιστους· άλλοι
+άλογα βαρβάτα· άλλοι κριάρια χρυσοκέρατα. Ήρθε κι ο γιος του
+Χαγάνου σταλμένος από τον πατέρα του με πολλή παρουσία.
+Καβαλλίκευε χρυσοκάπουλη μούλα κ' είχε γύρω του έξη κολλήγους
+πεζούς μα χρυσοφορεμένους σα βασιλόπουλα. Άλλος κολλήγας από πίσω
+ωδηγούσε αράπικο άτι σελοχαλινωμένο για το γαμπρό. Ήρθε κι ο
+Μήτρος ο Γλάμης μαζί με το Βασίλη Ζάρακα με δώδεκα μουλάρια
+φορτωμένα όσπρια τ' αποδοσίδια της γης τους. Κοντά στο μεσημέρι
+φάνηκε κι ατός του ο Θεομίσητος φτωχόρρουχα ντυμένος· μα το
+κανίσκι του ήταν όλως διόλου αταίριαστο με τη φορεσιά του· ήταν
+ένα λάφι περήφανο με κέρατα χρυσά και με χρώματα αφύσικα.
+
+Ο Ζάρακας πειράχτηκε που είδε τέτοιο δώρο κ' ηθέλησε να τον
+κεντήση.
+
+ — Μεγάλο δεντρί φυτεύεται σήμερα δίπλα σου, κουμπάρε· του είπε
+με κάκια. Σε κάνα — δυο χρόνια θα ρίξη τον ίσκιο του ίσα στο
+περβόλι σου. Να πάρης, λέω, τα μέτρα σου από τώρα μη σου ξεράνη τα
+κλήματα...
+
+ — Α! τάχω φυλαμένα και δε φοβάμαι, τ' απάντησε μ' αδιαφορία
+εκείνος.
+
+ — Κι αν τα ξεράνη, τάχα δεν τα ξεκολλώνομε; είπε ο Μπαλαούρας. Κ'
+εμείς δουλειά θέλουμε.
+
+ — Δε θα σε βάλω σε κόπο· είπε σε κείνον ο Θεομίσητος.
+
+Δεν ήθελε να δείξη πως το σκέφτεται καθόλου, μα μέσα του δούλευε
+το σκουλήκι. Δεν έβλεπε με καλό μάτι το γάμο. Η δραστηριότη του
+Δημητράκη από καιρό τον ανησυχούσε· στην προκοπή εκεινού έβλεπε
+φως φανερά το δικό του θάνατο. Τόβλεπε αυτός όπως τόβλεπε κι ο
+Χαγάνος. Μα δεν ήθελαν να το φανερώσουν.
+
+Ο Αριστόδημος όμως έπιασε γι' αυτούς μεγάλη φιλονεικία με τον
+αδερφό του. Ήθελε να τους διώξουν από το γάμο· να μη δεχθούν ούτε
+αυτούς ούτε τα δώρα τους.
+
+ — Αυτοί, μωρέ παιδί μου, δεν ήρθαν γι' άλλο παρά να μας
+εξευτελίσουν έλεγε θυμωμένος.
+
+ — Κάτσε ήσυχος, κάτσε ήσυχος, μωρ' αδερφέ, που θα διώξουμε τον
+κόσμο! τούλεγε ο Δημητράκης. Ταχυά και μεις τους τ' αποδίνουμε.
+
+Τυχερό εκείνη την ώρα πλάκωσε κι ο Αλαμάνος κι έτσι κόπηκε η
+φιλονεικία τους. Ο νέος σοφός έτρεξε αμέσως να σφίξη τα χέρια
+ολονών, να δικαιολογηθή για την άργητά του.
+
+ — Δεν ξέρετε, είπε γυρίζοντας από τον ένα στον άλλο· χίλιες δυο
+δυσκολίες βρέθηκαν στο δρόμο μου. Φαντασθήτε! Το ποτάμι της
+Καμινίτσας το πέρασα μέσα· έπλεξα σαν παπί.
+
+ — Θα είσαι βρεμένος; είπε η Ελπίδα, κυττάζοντας τα ρούχα του
+ανήσυχα.
+
+ — Όχι, άλλαξα — είχα ρούχα μαζί μου.
+
+ — Α, εσείς! όλα τα νικάτε· όλα τα προβλέπετε και τα νικάτε! είπε
+ο Δημητράκης θαμάζοντάς τον.
+
+ — θα λυπούμαστε πολύ αν δεν ερχόσουνα, του πρόσθεσε η Ελπίδα· εγώ
+κι ο Δημητράκης ανησυχούσαμε.
+
+ — Κ' εγώ το ίδιο, κ' εγώ το ίδιο· μα μπορούσα να μην έρθω σε
+τέτοια χαρά!...
+
+Ο Αριστόδημος συγκινήθηκε από την καλοσύνη του. Περίεργο! δεν
+τόλπιζε νάχη τέτοια αισθήματα αυτός ο βάρβαρος σοφός! Ενώ εκείν'
+οι άλλοι ούτ' ένα γράμμα δεν έστειλαν ούτ' ένα γράμμα! Τι θα ειπή;
+μπορούσαν νάχουν
+όσο ήθελαν αντίθετες ιδέες με το Δημητράκη. Άσε πούπρεπε ναρθούνε
+και στο γάμο· μα ούτ' ένα γράμμα!
+
+ — Εντούτοις τους περιποιήθηκα τόσο! Έκαμα τόσας θυσίας προς χάριν
+τους· αχάριστοι! Είπε πικροκαταπίνοντας.
+
+Και πήγε ίσα στον Αλαμάνο· τούσφιξε για δεύτερη φορά το χέρι,
+έπειτα στάθηκε αντίκρυ του κ' ετοιμάστηκε να βγάλη λόγο. Ήθελε να
+συγχαρή το νέο σοφό που έλαβε την τιμή να βρεθή σ' ένα τέτοιο γάμο
+— γάμο του Ευμορφόπουλου! — και να κατηγορήση τους άλλους για την
+αχαριστία τους. Έννοια σου και θαν τους έλουζε για καλά.
+
+Μα εκείνη τη στιγμή μπήκε ο παππάς κι άρχισε το στεφάνωμα. Ο
+Αριστόδημος αναγκάστηκε ν' αναβάλη την εκδίκηση του για το βράδυ.
+
+ — Το βράδυ στο τραπέζι θα είνε καλήτερα — σκέφτηκε κ' ησύχασε.
+
+Μόλις όμως άρχιζε το Ησαΐα χόρευε, μπήκε χαρούμενος ο Κουτρουμπής
+και του σφύριξε στ' αυτί:
+
+ — Ήρθανε.
+
+ — Ποιος;
+
+ — Ο Περαχώρας κι ο άλλος· οι σοφοί. ..
+
+ — Αλήθεια! φώναξε, πηδώντας όξω από την πόρτα.
+
+Έτρεξε, τους βόησε να κατεβούν από τάλογα, τους ρώτησε μην είνε
+κουρασμένοι, έκαμε χίλιους τρόπους για να δείξη τη χαρά του που
+τους ξανάβλεπε.
+
+ — Το έλεγα κ' εγώ, το έλεγα· δεν ημπορούν να λησμονήσουν τους
+παλαιούς των φίλους.
+
+ — Α! ποτέ! ποτέ!... είπε ο Περαχώρας.
+
+ — Τους παλαιούς και τους νέους· επρόσθεσε ο Γκενεβέζος.
+
+Το βράδυ που ετοιμαζόταν το τραπέζι, τα δυο αδέρφια λογόφεραν
+πάλε. Ο Αριστόδημος ήθελε σώνει και καλά να βάλουν στην τραπεζαρία
+και το άγαλμα της Δόξας. Έτσι θα τόβλεπαν όλοι οι καλεσμένοι και
+θα τους καθόταν καρφί στα μάτια.
+
+ — Ηθέλησαν να μας δείξουν τα πλούτη τους· να τους δείξουμε και
+ημείς τα ιδικά μας.
+
+ — Μα τώρα θα μας μάθουνε! τούλεγε μαλακά ο Δημητράκης· τη Δόξα
+μας όλοι την ξέρουν.
+
+ — Ας την ξεύρουν να την ιδούν πάλι· επίμενε ο Αριστόδημος. Τέτοιο
+αριστούργημα δεν το βλέπει κανείς μια φορά!...
+
+Ο Δημητράκης δε βάσταξε.
+
+ — Επί τέλους εγώ δε γίνουμε γελοίος με τις παραξενιές σου! είπε·
+οι άνθρωποι ήρθαν να γλεντίσουν δεν ήρθαν να σπουδάσουν
+καλλιτεχνία.
+
+ — Καλά· τότε κ' εγώ δεν κάθημαι στο τραπέζι. Ο Δημητράκης έτρεμε
+από τη φούρκα του· τα μάτια του έβγαζαν σπίθες. Ήταν έτοιμος να
+σηκώση το χέρι του και να του δώση κατάμουτρα. Μα εκείνη τη στιγμή
+μπήκε μέσα η Ελπίδα με το νυφιάτικο φόρεμά της, λάμποντας όλη από
+χαρά και νιάτα.
+
+ — Τι πάθατε; είπε χαμογελώντας· απ' όξω σας ακούνε· δεν
+ντρεπώστε!...
+
+ — Να, άκουσέ τον κ' εσύ! είπε ο Δημητράκης αφίνοντάς τους.
+
+Η Ελπίδα σαν άκουσε το θέλημά του Αριστόδημου στάθηκε
+αποσβολωμένη. Μπα ντροπές μας! Γρήγορα όμως συνήρθε, τον έπιασε
+από το μπράτσο και του ψιθύρισε χαδιάρικα :
+
+ — Ας τον αυτόν δεν ξέρει τι του γένεται· εσύ έχεις δίκιο· καλά
+του λες...
+
+Εκείνος φούσκωσε σα διάνος.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός! φώναξε χαρούμενος· να που εύρα άνθρωπο να
+συνενοηθώ...
+
+ — Μα δεν κάνουμε καλήτερα ένα πράμα;
+
+ — Τι;
+
+ — Έπειτ' από το τραπέζι να δώσουμε τον καφέ στο γραφείο σου· έτσι
+θα ιδούν όχι μόνο τη Δόξα μα και τάλλα ταρχαία· έτσι είνε
+φυσικώτερο· έ, δεν είνε ;
+
+ — Βέβαια· παραδέχτηκε ο Αριστόδημος ημερώνοντας· μα θα γίνη· δε
+θα με γελάσης.
+
+ — Να σε γελάσω! τι λες; Να ιδής που κ' εγώ έλεγα κάτι τέτοιο να
+τους κάνουμε, μα δεν ήξερα πώς. Καλά που το σκέφτηκες. Μα εγώ
+πάντα τόλεγα πως έχεις κεφάλι του λόγου σου, έχεις γερό κεφάλι!...
+Και τι φούρκα που θαν την πάρουνε! του πρόσθεσε γελώντας και
+σέρνοντάς τον ευχαριστημένον στην τραπεζαρία.
+
+ — Τα κατάφερες; — μπράβο σου! της είπε σιγά ο Δημητράκης.
+
+ — Τι να κάμης; στα παιδιά πρέπει να μιλάη κανείς παιδιάτικα...
+
+Στο τραπέζι κάθισαν ένας κ' ένας οι επίσημοι. Η Ελπίδα είχε στα
+δεξιά της τον Αλαμάνο και σταριστερά το Δημητράκη. Ο Αριστόδημος
+κάθισε ανάμεσα στο γιο του Χαγάνου και στο Θεομίσητο. Τις άλλες
+θέσες τις είχαν ο Ζάρακας, ο Γλάμης, ο Περαχώρας, ο Γκενεβέζος,
+κι' άλλοι. Έξω στην ταράτσα και κάτω στην αυλή οι κολλήγοι
+ετρωγόπιναν και τραγουδούσαν παινέματα για τη νύφη και για τον
+γαμπρό. Κάθε τόσο έφταναν απάνω σαν ομοβροντία οι φωνές τους.
+
+ — Να ζήσουν τα παιδιά μας ! να ζήσουνε ! και με γιους ! . . .
+
+ — Μακάρι Παναγιά μου, μακάρι· και σταρχοντόπουλά σας ! τους
+εύχονταν οι Μαλαματένιοι.
+
+Τρέχανε κ' οι δυο από παρέα σε παρέα, έπαιρναν κ' έδιναν ευκές,
+κουβαλούσαν φαγιά, κρασιά ό,τι ζήταγαν. Φρόντιζαν να μη φύγη
+παραπονεμένος κανείς. Ο γέρος κάπου κάπου τράβαγε και κανένα
+κρασάκι· η γριά θύμωνε και μουρμούριζε·
+
+ — Πιε ντε ! πιε ναν το ξαραθυμίσης.
+
+ — Και βέβαια θα πιω ! θα πιω ! γιατί όχι ; το παιδί μου παντρεύω
+σήμερα· το παιδί μου !
+
+ — Παιδί σου κι άλλη μια βολά.
+
+ — Μη με σκας, γυναίκα ! μη με σκας και θα στο φωνάξω. Μα τον
+ύψιστο θα στο φωνάξω . . .
+
+ — Τι θα φωνάξης ;
+
+ — Τι ; να, ξέρω γω γιατ' είσαι θυμωμένη.
+
+ — Γιατί ;
+
+ — Ζηλεύεις τη νύφη απόψε· να γιατί!
+
+ — Να χαθής, σκατζόχερα.
+
+Την ώρα που πλησίαζε να τελειώση το τραπέζι, ο Αλαμάνος σηκώθηκε
+να κάμη την πρόποση. Με το ποτήρι στο χέρι μίλησε απλά και
+σύντομα. Είπε πως ήταν σημαντικός στην ιστορία ο σημερνός γάμος.
+Αποδώ κι ομπρός άρχιζε νέα ζωή για τους Μορφόπουλους. Παίνεψε την
+προκοπή του γαμπρού· παίνεψε την υπομονή και την ωμορφιά της
+νύφης. Στο τέλος ανάφερε με τέχνη την αχορταγιά του Κουρδουκέφαλου
+και τη θυσία της Ελπίδας.
+
+ — Δε θέλω να προσβάλλω κανένα, είπε· μα δίχως αυτή τη θυσία
+σήμερα ίσως δε θα είχαμε την τιμή να βρισκώμαστε κάτω από μια τόσο
+δοξασμένη στέγη.
+
+Όλοι χεροκρότησαν το τέλος της πρόποσης· ένας με τον άλλον άρχισαν
+ν' αδειάζουν τα ποτήρια και να συγχαίρουνται τη νύφη για τη πράξη
+της. Μα ο Αριστόδημος πειράχτηκε· πήρε για προσβολή τα υστερνά
+λόγια του Αλαμάνου.
+
+ — Να είστε βέβαιοι, είπε από τη θέση του, πως και άνευ της
+Ελπίδος το σπίτι των Ευμορφόπουλων δεν θα εγίνετο κτήμα ουδενός·
+ναι, ουδενός !
+
+ — Πιθανόν είπε ο Αλαμάνος.
+
+ — Όχι πιθανόν· είνε βέβαιον ! είπε ο Αριστόδημος ορθοστεκάμενος.
+Τόσο βέβαιον όσο πως είμ' εγώ που σας ομιλώ τώρα.
+
+ — Δεν υπάρχει αμφιβολία· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης.
+
+ — Μάλιστα αφού το λέτε σεις το πιστεύουμε· είπε κι ο Θεομίσητος.
+
+ — Μάλιστα, το λέω γω γιατί είμαι γω· ναι, είμαι Ευμορφόπουλος !
+φώναξε δυνατά ο Αριστόδημος. Κ' οι Ευμορφόπουλοι - να το ξεύρετε
+τ' όνειρο και την πράξη τα είχαν ένα· να, έτσι δα, έτσι δα! είπε
+σφιχτοπλέκοντας τα δάχτυλά του. Εγώ, άφες που το ήξευρα και πριν,
+μα μου το είπε κ' ένα όνειρο προχθές. Θέλετε ν' ακούσετε;
+
+ — Βέβαια, θέλουμε· είπαν όλοι μονόγνωμοι.
+
+ — Είμαστε περίεργοι· επρόσθεσε ο Θεομίσητος χαμογελώντας.
+
+ — Ακούσατε λοιπόν: Ο Κουρδουκέφαλος έρχεται και μου λέγει: ή τον
+παρά ή το σπίτι. — Ούτε παρά ούτε σπίτι· τ' απαντώ εγώ αξιοπρεπώς.
+— Θα σε πολεμήσω! μου λέγει. — Πολέμα! του λέγω. Παίρνω αμέσως
+τους κολλήγους, τους βάνω στον τράφο, τους δίνω τους γκράδες στα
+χέρια.
+
+ — Βαράτε, λέω, στο κρέας· ίσα στο κρέας· ρουθούνι να μη μείνη!
+Βγάνω και πέντε κανόνια, πέντε τοπομαχικά και τα στένω στη σκάλα.
+Να σου κι ο Κουρδουκέφαλος με το φουσάτο του· γιόμισαν οι ράχες·
+μπροστά τα κανόνια, πίσω ιππικόν του. — Δος μου το σπίτι να μη
+χυθή άδικα αίμα· μου ξαναλέγει. — Έλα ναν το πάρης τ' απαντώ,
+μολών λαβέ! — έτσι μίλαγαν οι πάποι μου. Κι αρχίζει το κανόνι·
+πιάνεται το λιανοτούφεκο: μπαμ! μπουμ! φσ... φσ... μπιμ! μπουμ!
+μπαμ!... Ορθός εγώ μπροστά στο κανόνι· βροχή οι σφαίρες απάνω μου·
+φσ... φσ... μπαμ!.. μπουμ!.. μπιμ!....
+
+Η Ελπίδα κι ο Αλαμάνος μετατόπιζαν ένα με τάλλο τα πιάτα, τα
+ποτήρια, τις λάμπες και τα κεφάλια τους· αν τα λάχαιναν τα
+γροθοκοπήματά του θα τάκαναν σύψαλα. Ο Δημητράκης έμενε ακίνητος
+στη θέση του, χλωμός σα θειαφοκέρι και κύτταζε τον αδερφό του με
+θλίψη. Τον κύτταζαν κ' οι άλλοι κ' έσφιγγαν τα χείλη τους να μη
+σκάσουν τα γέλοια. Μα εκείνος σα να ήταν ολομόναχος εξακολουθούσε
+να γροθοκοπάη τον αέρα και να μπομπαρδίζη τον οχτρό του.
+
+ — Μπαμ! μπουμ!.. φσ. ... φσ.... μπαμ! μπουμ! .. μπιμ! ...
+
+Άξαφνα όμως βρόντησαν τα γέλοια. Ο Δημητράκης εμάντεψε τη
+στενοχώρια των αλλουνών κ' έκαμε την αρχή. Αμέσως εκείνοι άφηκαν
+ελεύθερη την όρεξη τους. Το σαράβαλο χτίριο βούιξε σαν ταβέρνα. Ο
+Αρχαιολόγος ξαφνίστηκε και τους κύτταξε με θολά μάτια, σα να τους
+ρωτούσε την αιτία. Έπειτα όμως συνήρθε, κούνησε το κεφάλι....
+
+ — Γελάτε; γελάτε; είπε στα σοβαρά εκεί να σας είχα για να ιδώ αν
+θα γελούσατε...
+
+Και με κίνημα περιφρονητικό βγήκε από την τραπεζαρία και πήγε στο
+γραφείο του. Μα εκεί θυμήθηκε, τα σχέδια που έκανε με την Ελπίδα
+και γαλήνεψε αμέσως. Άναψε τη λάμπα του και κύτταξε περίγυρα. Τα
+προγονικά λείψανα ήταν όλα στη θέση τους. Πόδια, χέρια, κεφάλια,
+κορμιά κάθονταν απάνου στα βάθρα τους περήφανα, λες κ' είχαν
+νικημένο το Χάρο. Σε μερικά διατηρούνταν ακόμα οι βαφές που τους
+είχε βάλη ο τεχνίτης. Άλλα έδειχναν μ' αναγέλασμα τις πληγές που
+τους έδωκε σε περασμένα χρόνια ο βάρβαρος καταχτητής· άλλα
+κρατούσαν απαράλλαχτο το χαμόγελο και τη χαρά του καιρού τους.
+Μάλιστα κάτι γυναίκεια κεφάλια είχαν τόση γαλήνη στο πρόσωπο και
+το βλέμμα τους, που έλεγες πως ήταν σημερνές νυφάδες. Πέρα στις
+γωνιές κάθονταν τα τετράδιά του, κιτρινοφυλλιασμένα και
+σκουντουφλιάρικα, σα μούμιες βασιλειάδων στις γωνιές μιας
+πυραμίδας. Κοντά του έστεκαν οι βιβλιοθήκες κι απάνω στη μεσανή
+καθότανε σα Σφίγγα η γάτα του σπιτιού, ακόμα βουτηγμένη στο
+άγνωστο όνειρό της. Στον τοίχο κρεμότανε το κέντημα της Ελπίδας κ'
+έλαμπαν πέρα — δώθε τα χρυσάφια του, σαν διάφανο νερό στα μαύρα
+χάλαρα λαγκαδιού.
+
+Ο Αριστόδημος το κύτταξε για πολλή ώρα σκεφτικός. Να το ξεκρεμάση
+ή να τ' αφήση; Τι θάλεγαν οι καλεσμένοι σαν τόβλεπαν ; Θα
+ντρόπιαζε τους Ευμορφόπουλους ή θα τους τιμούσε περισσότερο; Η
+δική του γνώμη ήταν να τ' αφήση· μάλιστα τόβρισκε πολύ ταιριαστό.
+Οι αρχαιότητες και το κέντημα έτσι πλάι βαλμένα, έμοιαζαν στη χάρη
+σα να ήταν αδέρφια. Έλεγες πως βγήκαν από μια πηγή μεγάλη και
+πολυπρόσωπη. Μα οι ξένοι; τι θάλεγαν οι ξένοι;
+
+ — Μωρέ! φώναξε άξαφνα χτυπώντας το μέτωπό του, σα νάπαθε μεγάλη
+συφορά.
+
+Η Δόξα δεν ήταν ακόμα στη θέση που της έπρεπε. Μα τώρα δεν του
+έμενε καιρός. Οι ξένοι όπου κι αν είνε θάμπαιναν να πάρουν τον
+καφέ τους κ' έπρεπε όπως — όπως να την τοποθετήση. Το σπουδαίο
+ήταν να μη την ιδούν απάνου στο μαρμαρένιο βάθρο της. Προσπάθησε
+να σύρη τον κορμό της καρυάς κοντά στο τραπέζι του· μα στάθηκε
+αδύνατο· πού να μετακινηθή τόσο βάρος! Κ' η ώρα πλάκωνε. Σκέφτηκε
+τότε να σηκώση τάγαλμα και να ταπιθώση στον κορμό. Ας ήταν κ' εκεί
+που ήταν δεν πείραζε. Βέβαια κοντά στο τραπέζι ήταν η καλήτερη
+θέση· μόλις άνοιγε κανείς την πόρτα τ' αντίκρυζε· μα τι να γίνη;
+τέτοια ώρα — τέτοια λόγια. Αγκάλιασε λοιπόν το άγαλμα και θέλησε
+να το σηκώση. Κ' εκείνο όμως ήταν βαρύ, πολύ βαρύ για τα χέρια
+του. Μα η επιμονή και τι δεν κάνει; Έδωκε — πήρε, κατώρθωσε να το
+σηκώση στην αγκαλιά του. Μόλις όμως θέλησε να κάμη δυο βήματα
+άρχισε να τρικλίζη κι άπλωσε το χέρι στον τοίχο να κρατηθή. Μα δεν
+άδραξε παρά μιαν άκρη από το κέντημα. Σύγκαιρα το πελώριο άγαλμα
+έγυρε ζερβά, εθρυμμάτισε τη μια βιβλιοθήκη και σωριάστηκε με το
+λάτρη του στο πάτωμα.
+
+Σείστηκε το σπίτι συθέμελο. Οι τραπεζοκαθισμένοι πήδησαν χλωμοί
+από το φόβο τους. Ο Δημητράκης με τον Αλαμάνο τρέξανε πρώτοι στο
+γραφείο.
+
+ — Α!... μια γάτα, μια γάτα!... φώναξε ο σοφός, πισωπατώντας στην
+πόρτα.
+
+ — Δεν είνε τίποτα· η γάτα της βιβλιοθήκης ξύπνησε, είπε ο
+Δημητράκης· εμπρός!...
+
+Βρέθηκαν στο σκοτάδι· η λάμπα είχε πέσει μαζί με το τραπέζι κ'
+έγινε σύψαλα στο πάτωμα.
+
+ — Αριστόδημε!... πού είσαι Αριστόδημε! αδερφέ! φώναξε ο
+Δημητράκης περίτρομος.
+
+ — Α!... αίματα... πατάω αίματα!... είπε η Ελπίδα ανατριχιάζοντας.
+
+ — Φως!... ένα φως!... πρόσταξε ο Δημητράκης τον Κουτρουμπή·
+γρήγορα . .
+
+Ο Αλαμάνος έτρεξε στο παράθυρο και τ' άνοιξε με μια γροθιά. Χύθηκε
+μέσα το γλυκοχάραμα· ένα γλυκοχάραμα κόκκινο σαν πυρκαγιά. Όλοι
+πισωπάτησαν αχνοί. Ο Αρχαιολόγος κοίτονταν κατάχαμα και μόλις
+ανάσαινε. Το αίμα έτρεχε από το στόμα και τ' αφτιά του και
+κοκκίνιζε τις σανίδες· στο μέτωπό του έχασκε φοβερή πληγή. Απάνω
+στο δεξί του μπράτσο σα σε προσκέφαλο αναπαυόταν άκορμο το κεφάλι
+της Δόξας. Το ζερβί του χέρι ανάερο έσφιγγε ακόμη την άκρη από το
+κέντημα. Στο στήθος, στην κοιλιά και στα πόδια του κάθονταν
+ανάκατα βιβλία και συντρίμμια· άλλα συντρίμμια σκέπαζαν απ' άκρη
+σ' άκρη το πάτωμα σαν ποταμού κατεβασιά.
+
+ — Θρήνος έγινε! είπε με φρίκη ο γιος του Χαγάνου.
+
+ — Καταστροφή!... μεγάλη καταστροφή! είπε κι ο Περαχώρας με θλίψη.
+
+ — Πέτρα στην πέτρα — σπάσανε κι οι δυο εψιθύρισε στ' αφτί του
+Ζάρακα ο Θεομίσητος.
+
+ — Ντροπή επί τέλους! του είπε κείνος αυστηρά.
+
+Η Ελπίδα κι ο Δημητράκης γονατιστοί ζερβόδεξα στον Αρχαιολόγο του
+σφούγκιζαν τα αίματα κ' έκλαιγαν σιγαλά. Ο Αλαμάνος σκεφτικός
+προσπαθούσε να τον απαλλάξη από τα συντρίμματα. Μια στιγμή άνοιξε
+τα μάτια εκείνος και τους κύτταξε περίεργα.
+
+ — Γιατί κλαίτε; τους ψιθύρισε· είνε ωραίος τέτοιος θάνατος, πολύ
+ωραίος!.. είνε ζωή!
+
+Και τάκλεισε πάλι.
+
+ — Αχ, κακομοίρη! κακομοίρη!... ρέκαξε τ' αντρόγυνο με ψυχοπόνια.
+
+ — Μα στ' αλήθια κλαίνε ; ρώτησε με απορία ο Θεομίσητος το διπλανό
+του.
+
+ — Έτσι φαίνεται· και τέτοιος που ήταν τον ήθελαν. Το λένε αυτοί:
+Το αίμα νερό δε γίνεται.
+
+ — Έφτασε το φως! είπε ο Κουτρουμπής μπαίνοντας με μια λάμπα.
+
+ — Δε χρειάζεται· του είπε ο Αλαμάνος με κρυφή χαρά· ξημέρωσε
+πια.
+
+Πέθανε· τον έθαψαν τον Αρχαιολόγο.
+
+Κ' έμειναν εκείνοι καλά κ' εμείς εδώ καλήτερα.
+1903.
+
+
+
+ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ
+
+
+
+Μπαμ!... εξάφνισε τον αντίλαλο του δάσου κ' έκοψε των πουλιών το
+λάλημα. Και πριν ακόμα βουβαθή ο σάλαγος, πριν σβύση ο καπνός που
+έσυρε μαγνάδι ξωτικιάς στο πεύκο πέρα, σκυλί γαύγισε πρόσχαρα,
+τσαλαπάτησε τα χαμοκλάδια κι άρχισε να πηλαλά σαν άτι στο
+αμμουδερό ξέφωτο. Σύγκαιρα επρόβαλλε νιος φουστανελλάς, με τη
+φλοκάτα στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· έπειτα
+χεροπιασμένες του Μήτρου Κούλα η χήρα και Ζαφείρω η θυγατέρα της —
+λεβεντονιά ασημοφορτωμένη η κόρη, σάψαλο χρονών και φτώχιας η
+μάννα. Και παραπίσω φάνηκε αργά ένα γαλανομμάτικο βλαχάκι με
+κόμματο ψωμιού στα δόντια, ανίδεο κι αδιάφορο για τη χαρά της νιας
+και της γριάς το βάσανο. Και σαν εκείνο ανίδεα κι αδιάφορα στέκανε
+γύρω τα δέντρα, τα χαμοκλάδια, τα λούλουδα και παραπίσω ψήλωναν τα
+βουνά και παραπάνου ο ήλιος, άγουρος αγκάλιαζε τα πάντα
+
+ — Σαν φτάσης στα κρύα νερά και τα πολλά τα δάσα μη μας ξεχνάς,
+Ζαφείρω μου.
+
+ — Όχι, μάννα μ'! .. . όχι, μάννα μ'!...
+
+ — Σα μπαίνης πρώτη στο χορό και σα γλεντάς στην τάβλα, μη μας
+ξεχάσης, θύγω μου.
+
+ — Όχι, μάννα μ'!... όχι, μάννα μ' ...
+
+ — Σα βάνης την αρματωσιά και τη βαρειά φλοκάτα, να μην ξεχνάς της
+μάννας σου την τρύπια τη σεγκούνα.
+
+ — Όχι, μάννα μ'! .. , όχι, μάννα μ'! ...
+
+Ανήσυχα η Μητροκούλενα ζητούσε την αλησμονιά κ' η κόρη πρόθυμα την
+υποσχότανε. Η μια την ήθελε ακοίμητη, νευρική· η άλλη την έδινε
+απεριόριστη, αποκλειστική, αιώνια. Η μια ζητιάνευε κ' η άλλη
+σπαταλούσε. Μα κ' οι δυο τους σφραγίζανε το χωρισμό με δάκρυα
+πολλά, μ' αναφυλλητά. Κ' εκεί που ζητούσε η γριά, φανταζότανε την
+καλύβα της σκουντουφλιάρα, παντέρημη και ζύγωνε στη νια να γίνη
+ένα μαζί της, λες κ' ήθελε να πάρη τη δροσιά και τις ελπίδες της.
+Κ' εκεί που υποσχότανε η κόρη, σφούγγιζε με το μανικοπουκάμισο τα
+δάκρυά της και κύτταζε τον άντρα της ποθητά κ' έβλεπε το μονοπάτι
+που ξετυλιγόταν μακρυά, μέσα στου δάσου τα χλωροκύματα. Και
+βλέποντας έσερνε ανάλαφρα τα χέρια της απ' τις σφιχτοκλεισμένες
+παλάμες της γριάς και τίναζε το κορμί, σα να τη στένευαν τα ρούχα
+της.
+
+Παντρεύτηκε η Ζαφείρω ενός τσέλιγγα το γιο και τώρα έκανε τα
+Πιστρόφια στο πατρικό της· τα Πιστρόφια και τον αποχαιρετισμό.
+Αύριο σύναυγα το τσελιγγάτο θ' άφινε το χειμαδιό ν' ανέβη στα
+βουνά. Ακέριο ξάμηνο θάκανε η Μητροκούλενα για να ιδή την κόρη
+της. Μονάχα ξάμηνο η και περισσότερο ; ποιος το ξέρει! Μια την
+είχε· και τα μοναχοπαίδια τα κυνηγούν χίλια κακά. Μα και το ξάμηνο
+λίγο δεν είνε.
+
+Καλά — καλά δεν πρόφτασε να πιστέψη πως την πήραν από την καλύβα
+της και λεν να συνηθίση στο χωρισμό της! Μ' αν έρθη θάνατος! κι αν
+έρθη αρρώστια! Μ' αν η φτώχια γίνη πείνα αγριόδοντη στην πόρτα
+της! Ποιος θα καθίση παρηγοριά στο προσκεφάλι της; ποιος θα ταγίση
+το παιδί; Ωιμέ! πικρός που είνε ο πόνος της. Κυττάζει κατάματα την
+κόρη της, τη σφίγγει στην αγκαλιά της, φιλεί την και ξορκίζει με
+ολότρεμη φωνή :
+
+ — Σα θα γροικάς το βέλασμα και το κουδουνολάσι, μη μας ξεχάσης,
+θύγω μου.
+
+ — Όχι, μάννα μ'!... όχι, μάννα μ'!...
+
+ — Έλα, σώνει σου, γριά· αφ' την τώρα να πααίνουμε! ... φώναξε
+άξαφνα ο γαμπρός.
+
+Και τηράζοντας αντίκρυ έδειξε στη γυναίκα του ψηλά το διάσελο.
+Έπρεπε να φτάσουν εκεί για να ροβολήσουν στις καλύβες τους. Ένα
+μεγάλο ολανθισμένο αγιόκλημα καθόταν εκεί, σα να περίμενε. Το είδε
+η γριά και της φάνηκε Χάρος· το είδε κ' η νια, χαμογέλασε.
+
+ — Άφσε με, μαννίτσα ... είπε ανυπόμονα.
+
+ — Ναι· σ' αφίνω ... εψιθύρισε η γριά πάσχοντας να κράτηση τ'
+αναφυλλητό.
+
+Σήκωσε τ' άσαρκα χέρια της, πήρε της νύφης τ' όμορφο κεφάλι,
+ψήλωσε στα νύχια και κόλλησε τα χείλη στ' αφτί της. Έκαμε να
+μιλήση· κόμπιασε. Έκαμε πάλι· ξανακόμπιασε. Μα τέλος κάτι κατάφερε
+να ειπή. Κάτι πικρό και θλιβερό σαν στερνοθέλημα, σαν
+στερνοφίλημα. Η κόρη πισωπάτησε τρομασμένη, κίτρινη.
+
+ — Όχι, μάννα μ'! . , . όχι, μάννα μ'! ... αργοψιθύρισε.
+
+ — Έλα· πάμε! ξανάειπε ο νιος· έχε γειά, μάννα· έχετε γειά!. . .
+
+Έσκυψε και φίλησε το χέρι της γριάς. Έσκυψε κ' η Ζαφείρω λούστηκαν
+κ' οι δυο στα δάκρυα.
+
+ — Σύρτε στο καλό ... σύρτε στο καλό ... ευχήθηκε η Μητροκούλενα.
+
+Κίνησε το αντρόγυνο στο δρόμο του: μπροστά ο άντρας με τη φλοκάτα
+στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· πίσω η λεβεντονιά
+σφουγγίζοντας τα δάκρυα. Στην αρχή ώκνευαν· κάποτε γύρισαν να
+ιδούνε πίσω τους. Έπειτ' αγνάντεψαν ψηλά το διάσελο· τάχυναν το
+βήμα τους. Το σκυλί γαύγισε πάλι πρόσχαρα, τσαλαπάτησε τα
+χαμοκλάδια, πήρε πηλαλώντας τον ανήφορο. Τα πουλιά ξανάρχισαν το
+λάλημα. Τ' ασήμια της λυγερής γέλασαν απάνου της.
+
+Η Μητροκούλενα έβαλε το χέρι στα μάτια να ρίξη το φως τους στη
+διαβάτισσα χαρά. Είδε τη φουστανέλλα του γαμπρού ν' αρμενίζη στις
+πρασινάδες. Είδε το φεγγοβόλημα των ασημιών της νύφης, τα χτυπητά
+χρώματα της φουστανοποδιάς να παίξουν στα δροσολουσμένα ρείκια.
+Άκουσε το γαύγισμα του σκυλιού· των πουλιών το λάλημα. Μιαν άφαντη
+παλάμη ένοιωσε να σφίγγη δυνατά την καρδιά της.
+
+ — Πάμε, δόλιε!... αργοψιθύρισε πιάνοντας από το χέρι το βλαχάκι.
+
+Μπαμ!.. αντιλάλησε σύγκαιρα στη λαγγαδιά. Γύρισε ψηλά· το
+αντρόγυνο έπαιρνε τον ανήφορο πηδητά — κυνηγητά, σαν ζευγάρι
+αγριόγιδα στην ώρα της λαύρας τους. Τραγουδούσε ο γαμπρός, κ' ήταν
+το τραγούδι του χαρά και υπόσχεση. Γέλοιο πηδούσε μικρό και
+λιγοθυμισμένο από τα πύρινα στήθη της νύφης. Το χιονάτο αγιόκλημα
+περίμενε σα νυφιάτικη κλίνη στο διάσελο· έσυρε το ταίρι στους
+δροσερούς κρυψώνες του.
+
+ — Άι — ου! ... ρέκαξε η δόλια η μάννα.
+
+1900.
+
+
+
+ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ
+
+
+
+
+Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη·
+δεν είχε δύναμη ούτε όρεξη να πάη μακρύτερα. Το λιοπύρι ήταν
+ανυπόφορο· έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σα βελονοβροχή. Τα
+στεκάμενα νερά της Λάκκας έζεχναν και φαρμάκωναν. Ζερβόδεξα τ'
+αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα κουρνιαχτισμένα
+κι άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά το
+δρόμο της. Φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε η φλυαρία του τζίτζικα
+και στο χωριό περνοδίναν οι στρατοκόποι. Όπως ο Τσαϊπάς βγήκαν κ'
+εκείνοι να ιδούν τη λιτανεία.
+
+Ο Κώστας ο Αρλετής έφερε μιαν είδηση στο χωριό και το χωριό
+ανατρόμαξε. Ένα κόνισμα, λέει, βγήκε νύχτα στην ακρογιαλιά του
+Άηθανάση. Πούθ' ερχότανε, για πού πήγαινε, κανείς δεν ήξερε να
+ειπή. Η αλήθεια είνε πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. Μπροστά του
+ένα φως τρανό του φώτιζε το δρόμο. Έλαμπε το φως· μα πιο πολύ
+έλαμπε το τίμιο το ξύλο. Περίγυρα το πέλαγο απέραντο και μελαψό
+ανάδευε με σύγκρυο. Ήρθε το κόνισμα και στάθηκα σιγά στον άμμο,
+κρύφτηκα σε μια βουρλιά. Και το φως κοντά του παραμόνευε. Κάποιο
+καλογεράκι σύρθηκε απάνω του και γνώρισε το θάμα. Τόμαθαν· έτρεξαν
+οι καλόγεροι, το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβανίζουν
+μερόνυχτα.
+
+Έτσι μίλησε ο Αρλετής και το χωριό ανατρόμαξε σύσπιτο.
+Θρησκευτικός ανεμοστρόβιλος εσήκωσε για μιας του λαού την
+αδιαφορία. Μικροί μεγάλοι είπαν πως είνε θάμα. Και συμφώνησαν όλοι
+πως το θάμα πρέπει να το πάρουν στο χωριό, τιμή και φυλαχτό του
+τόπου τους. Λίγο τάχα είνε νάχης έναν άγιο πατριώτη! Ψες βράδυ
+ακούστηκε, σήμερα κίνησαν όλοι και πάνε να το φέρουν. Οι καμπάνες
+από την αυγή σημαίνουν πρόσχαρα. Νήστεψαν, ντύθηκαν τα γιορτινά
+τους. κλείσανε τα μαγαζιά, έπαψε κάθε δουλειά, κάθε άλλη σκέψη και
+κάθε κουβέντα. Ήρθαν πάλι στου Θεού τη στράτα οι άνθρωποι.
+
+Μόνον ο Τσαϊπάς σκέφτηκε να μείνη αδιάφορος. Πφ!.... θάματα δεν
+πίστευε αυτός Ήταν φοιτητής — σπουδασμένος άνθρωπος. Είχε γνώση
+και κρίση· δεν ήθελε να πιστεύη παρά εκείνο που' βλεπαν τα μάτια
+του — ίδια τα μάτια του!
+
+Από τα πρώτα χρόνια της σπουδής του ο Τσαϊπάς ήθελε να ξεχωρίζη
+από τους άλλους συντοπίτες του. Όχι μόνον τους αγράμματους
+συντοπίτες του, τους απλούς οξωμάχους, μα κι από τους
+σπουδασμένους ακόμη. Εκείνοι βγήκαν από το χωριό, σπούδασαν,
+έφαγαν τη ζωή τους στα βιβλία και σαν γυρίσανε πίσω έγιναν ένα με
+τους άλλους. Ακολούθησαν τυφλά την κοινωνική πρόληψη και τη
+γεροντική παράδοση. Κ' έτσι τι κάναμε! Α! όχι! Ο Τσαϊπάς θα ξεφύγη
+· θα γίνη κύριος του εαυτού του· θα κλωτσοπατήση το κάθε τι που
+δεν είνε σύμφωνο με τη γνώμη του. Και δεν είνε κανένα· εντελώς
+κανένα! Όλα στραβά και παράλογα. Κ' ήθελε όλα να τ' αλλάξη με το
+παράδειγμά του, με τα φερσίματα του και με τα λόγια του. Μα τα
+λόγια και τα φερσίματά του ήταν τόσο ξαφνικά που ετρόμαζαν τους
+χωριάτες· τους ξυπνούσαν την υποψία. Καθώς ήταν ριζωμένοι στις
+συνήθειες τους, έστεκαν αντίκρυ του ανήσυχοι κι αγριεμένοι.
+
+Ο Τσαϊπάς ούτε το φανταζότανε· μα και να το φανταζότανε λίγο τον
+έμελλε. Φτάνει που πίστευε πως εκειό που έκανε ήταν και σωστό.
+Τώρα είπε ναρνηθή το θάμα και τ' αρνήθηκε. Δε θα βγη από το σπίτι
+του, δε θα πάη πουθενά, δε θέλει να ιδή τίποτα!... Η συγκίνηση
+όμως του λαού τον ανησύχησε. Όσο πρόβαινε η μέρα, τόσο
+βασανιζότανε. Δυο ψυχές και δυο εποχές πάλαιβαν μέσα του. Το
+καμπάνισμα, οι προετοιμασίες, το σούσουρο που γινόταν έξω στους
+δρόμους και μέσα στο σπίτι του, δεν τον άφιναν ήσυχο. Η αθέμελη
+άρνησή του άρχισε να κλονίζεται. Βαστάχτηκε ως τ' απόγιωμα· τέλος
+νικήθηκε. Ντύθηκε βιαστικά, πεισμωμένος τώρα για ό,τι έκαμε,
+έτρεξε, ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη τη λιτανεία που έρχεται.
+
+Ένα βουνό από σκόνη μαυρειδερή σέρνεται στο δρόμο, κυλιέται και
+προβαίνει οκνό, σαν άρρωστο. Ο ήλιος το χτυπά κατακέφαλα και το
+δείχνει θεριό παράξενο. Η χήτη του κοκκινίζει και καίγεται. Κάποια
+σημάδια μέσα του σβύνουν και ξαναλάμπουν από στιγμή σε στιγμή,
+σβύνουν και ξαναλάμπουν σα λεπίδες σπαθιών. Ακούεται βαρύς και
+βαθύς ο ανασασμός του, βαθύς και βαρύς σα μακρινό μπουμπουνητό.
+Έπειτα ιχνογράφονται ανάερα σταυροί, ξεφτέρια, τόρτσες, φανάρια
+και χρυσοΰφαντα λάβαρα. Σε λίγο ξεχωρίζουν κεφάλια και ώμο,
+πλήθος, τουλούπες μαλλιά και γένεια, πρόσωπα χλωμά και μάτια
+θαμπωμένα, σαν αγιογραφία στον τοίχο βυζαντινού ναού. Άξαφνα ο
+κουρνιαχτός άνοιξε και πρόβαλαν τα παιδιά παιγνιδιάρικα· έπειτα
+φάνηκαν οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια, οι ψαλτάδες, ο
+δήμαρχος, οι προύχοντες και πίσω ο λαός. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κ'
+έδειχναν μεγάλην ευλάβεια· νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν
+σε μοναστήρι. Πέντε παλληκάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη
+σανίδα, θαμπή, με πολλά σκαλίσματα. Αργοπατούσαν και τρίκλιζαν κι
+αγκομαχούσαν κάθε λίγο από το βάρος της σανίδας τα παλληκάρια. Ο
+ίδρωτας όμπριζε στα μέτωπα τους· μα την ήθελαν τέτοιαν αγγάρεια.
+Γύρω τους άλλα παλληκάρια, της δουλειάς και της ταβέρνας παιδιά,
+ακολουθούσαν προσεχτικά, έτοιμα να πάρουν τη θέση τους.
+
+ — Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!... ακούεται βροντερή φωνή.
+
+Είνε ο Κώστας ο Αρλετής, ο γλυκόφωνος ψάλτης του Άηδημήτρη· είνε
+φρεσκοξουρισμένος και παστρικαλλαγμένος σα γαμπρός. Η χαρά του
+είνε μεγάλη κ' η περηφάνεια του ακόμη μεγαλείτερη. Είνε δικό του
+το κατόρθωμα. Αν θάχη το χωριό θαματουργόν άγιο, σε κείνον θα το
+χρωστά. Αυτός έγινε — μήστητί μου, Κύριε! — το σκεύος του Κυρίου
+το εκλεχτό. Αν δεν ήταν αυτός, ποιος ξέρει; Μπορεί να το είχαν
+ακόμα οι νταυλοκαλογέροι και να κερδοσκοπούσαν με δαύτο. . . .
+
+Είχε πολλά χρόνια ψάλτης ο Κώστας ο Αρλέτης· μα δεν ήταν
+περισσότερο από τους άλλους θρήσκος. Ήταν ψηλόσωμος, ροδοκόκκινος,
+αράθυμος και χαροκόπος παλάβρας· με τη φωνή του μπορούσε ν'
+αποστομώση όλες τις καμπάνες του χωριού. Κι' αυτό ήταν το καύχημα
+του, η περηφάνεια του. Τη θέση του ψάλτη την αγαπούσε· αγαπούσε
+όμως και κάθε άλλη θέση που του έδινε αφορμή να δείξη τη φωνή του.
+Είτε στο στασίδι της εκκλησιάς, είτε στον πάγκο της ταβέρνας, είτε
+σε γάμου τραπέζι ήταν ίδιος κι απαράλλαχτος. Σήκωνε τα μάτια ψηλά,
+πλάγιαζε το κεφάλι, έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλα κ' έχυνε αργυρά
+κύματ' από τα χείλη του, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο
+κλαδί του. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι
+απέραντο, καταπράσινο και μοσκοβολισμένο περιβόλι! Και τ' ήταν
+αυτός παρά ένας και μοναχός τραγουδιστής, που έχυνε τη φωνή του
+όχι για τίποτ' άλλο παρά για να ξετυλίξη την ψυχή του στα ψηλά και
+μέσα της να πνίξη όλο το είνε του! Είχε όμως κι από την εκκλησιά
+του μία απαίτηση· την ήθελε πρώτη και καλήτερη. Το χτίριό της μεγάλο
+και σοβαρό· τις καμπάνες της πιο βροντερές, τους παπάδες της πιο
+καλοφορεμένους· τα κονίσματά της, τα ξεφτέρια, τους πολυέλαιους,
+το τέμπλο, τα μανουάλια πιο περίτεχνα. Κι αληθινά ήταν· δε μπορούσε
+νάχη παράπονο. Έμενε τώρα ν' αποχτήση κ' ένα θαματουργόν άγιο. Και
+να, που βρέθηκε το κόνισμα! Ήρθε ακάλεστο, λες κ' ήξερε την ανάγκη
+και την επιθυμία του. Μα τώρα ενόμιζε πως ήταν υποχρεωμένος κι
+αυτός να φανή άξιος· να κάμη όσο μπορούσε μεγαλείτερη την υποδοχή
+του. Για τούτο δεν έπαυε να παρακινή τους άλλους να δείξουν με
+ξελαρυγγιάσματα τη χαρά τους.
+
+ — Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!
+
+ — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!...
+
+Βγαίνει αμέσως φωνή από το πλήθος και σκεπάζει τη φλυαρία του
+τζίτζικα. Βγαίνει και φαίνεται σα να παρακαλή και σύγκαιρα να
+προστάζη τον Κύριο για να το ελεήσει. Και σε κάθε βήμα της
+λιτανείας βγαίνουν και σμίγουν από τα χτήματα, από τους τράφους,
+από τα μονοπάτια άλλοι στρατοκόποι. Βγαίνουν παιδιά, μικρομάννες,
+γριές και γέροι, σαλίγκαροι του χρόνου κούτσα — κούτσα με τα
+δικανίκια τους. Άλλοι κρατούν κεριά, άλλοι σε κεραμίδες θυμίαμα κι
+άλλοι λάδι στις μποτιλίτσες τους. Σκύβουν ταπεινά,
+σταυροκοπούνται, δακρύζουν οι γριές κι όλοι κυττάζουν,
+ξανακυττάζουν το κόνισμα. Κανείς δεν ξέρει τι άγιος είνε· κανείς
+δε νοιώθει τι θάμα παρασταίνει. Μα όλοι αυθόρμητα κάνουν το σταυρό
+τους, σκύβουν το κεφάλι, μια φωνή και μια ψυχή φωνάζουν κάθε τόσο
+ρυθμικά και μονότονα :
+
+ — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον! — .
+
+Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά, σήκωσε κ' εκείνος το
+χέρι να κάμη το σταυρό του. Μα δεν τελείωσε. Το κόνισμα του φάνηκε
+παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό
+με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και
+τα ράμφη γυριστά, έδειχναν θυμό κι αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια
+καθότανε κορώνα σταυροφόρα· κι άλλη κορώνα πιο μεγάλη τάσμιγε από
+πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με
+σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλλα ξεδιπλωμένη είχε
+απάνω της γράμματα παράξενα. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα
+χρυσαλειμμένα, πουλιά, βαγιόκλαδα και χοντρόρρωγα σταφύλια. Μα το
+μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμη σεβαστό ήταν οι σταυροί του.
+Τίποτ' άλλο. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος, μη ξέροντας τι να σκεφτή
+και τι να κάμη. Ο κόσμος τον είδε κ' ένας με τον άλλον στύλωσαν
+όλοι τα μάτια καταπάνω του. Όπως έστεκε στο ψήλωμα το ανάστημα του
+ιχνογράφονταν στον ασπρογάλανο ουρανό, σα μαύρο είδωλο που τρέχει
+ο λαός να πετροβολήση.
+
+ — Το καπέλλο σου! βγήκε άξαφνα φωνή από το πλήθος.
+
+ — Το καπέλλο σου! δευτέρωσε άλλη φωνή.
+
+ — Το καπέλλο σου!.. το καπέλλο σου! .. το καπέλλο σου!...
+
+Υποψιάστηκαν πως τόκανε για περιφρόνηση και αγανάχτησαν όλοι. Μα
+περισσότερο απ' όλους ο Αρλετής. Την έπαιρνε κατάμουτρα την
+προσβολή. Του διαβόλου ο γιος! Έμαθε πέντε γράμματα και θαρρεί πως
+έγινε σοφός! Μωρέ καλά το λένε πως η Αθήνα έγινε για καταστροφή
+του τόπου! Στέλνουν τα παιδιά τους να ξεστραβωθούν κ' εκείνα
+δίνουν την ψυχή τους στο Σατανά! Αντί να γυρίσουν άνθρωποι,
+γυρίζουν κούκλες· αντί νάρθουν χριστιανοί, έρχονται αλούτεροι...
+Πού είνε τώρα ο μακαρίτης ο Τσαϊπάς να καμαρώση το γιο του; Έφαε
+τη ζωή του απάνω στο τσαγκαρόσουβλο για να τον κάμη άνθρωπο και
+να, — τον έκαμε και τον ξέκαμε!
+
+ — Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!... ξαναφώναξε. Μα η φωνή του έσβυσε
+ασυντρόφιαστη και τα μικρά παιδιά έστεκαν άλαλα, κυττάζοντας το
+φοιτητή με απορία και θυμό. Ο ψάλτης αναψοκοκκίνισε. Δεύτερος
+μπάτσος πάλε αυτός. Κανείς δεν τον άκουε. Ο φοιτητής του έπαιρνε
+και τη δύναμη· τον ρεζίλευε! Μα τις εδεκεί λοιπόν θα τ' αφήσουν το
+κόνισμα για να γίνη το κέφι του! Ή μην ήθελαν να κάμη έτσι το χέρι
+του και να τον κατεβάση σωρό — κουβάρι από το ψήλωμα; Ο σκοπός
+είνε να μη φτάση κανείς σε τέτοια.
+
+ — Κύριε λέησον, μωρέ, το σταυρό σας!.. εφώναξε με λύσσα
+αντιπατώντας το πόδι του.
+
+ — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!.. Κύριε ελέησον!.. . εβγήκε
+τρανταχτό απ' όλα τα στόματα του λαού.
+
+Ο φοιτητής αλαφιάστηκε σα να βρυχήθηκε θάλασσα τριγύρω του. Έβγαλε
+βιαστικά το καπέλλο του, έκαμε το σταυρό του, κατέβηκε κι
+ακολούθησε τη λιτανεία με κεφάλι σκυφτό, παραπατώντας σαν
+υπνοβάτης.
+
+ — Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια!.. ¦ εχύθηκε μελωδική η φωνή
+των παπάδων.
+
+Κ' η λιτανεία τράβηξε πάλι το δρόμο της.
+
+Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Τσαϊπάς αιστάνθηκ' ένα χέρι να περνά στο
+μπράτσο του και δυο μάτια να τον κυττάζουν παράξενα και
+περιγελαστικά.
+
+ — Πώς σου φαίνεται;
+
+Ήταν ο Σταθόπουλος παλιός συμμαθητής και συμφοιτητής του τώρα στα
+Νομικά. Ήταν νέος ζωηρός, κομψοντυμένος, με ψηλά κολλάρα και
+λαιμοδέτη κόκκινον. 'Από τότε που γράφηκε φοιτητής φάνηκε το
+μέλλον του· βγήκε στον κόσμο θαρρετά, ανακατώθηκε με τους χωριάτες
+στο κρασοπουλειό και στον καφενέ κι άρχισε να συχνάζη στο
+ειρηνοδικείο· το δεύτερο χρόνο, χωρίς να πατήση διόλου στο
+Πανεπιστήμιο έκανε το δικολάβο. Κ' είχε δουλειές ου! πάρα πολλές
+δουλειές. Κανενός δε χάλαε την καρδιά· ποτέ δεν έλεγε πως έχει
+άδικο ο πελάτης του ή πως θα χάση τη δίκη. Όλα μέλι — γάλα
+τάβρισκε κ' οι χωριάτες ήταν ενθουσιασμένοι μαζί του. Τέλος
+πάντων! να που βρέθηκε κ' ένας άνθρωπος για τη φτώχια. Δεν έβλεπαν
+την ώρα πότε νάρθη σε ηλικία για να τον βγάλουνε βουλευτή.
+
+ — Μωρ' τι νε τούτο! τον ρώτησε ο Τσαϊπάς μόλις τον είδε κοντά
+του.
+
+ — Ξέρω κ' εγώ· έκαμε κείνος ανασηκώνοντας τους ώμους· ξέρω κ'
+εγώ; Μα κόνισμα βέβαια δεν είνε.
+
+ — Και δεν το λες λοιπόν!
+
+ — Σσ... του σφύριξε ο Σταθόπουλος στ' αφτί. Μυαλό θα βάλης στην
+κολοκύθα τους; Να το ειπώ! Και ποιος τολμάει; Ξέρεις τι έγινε στον
+Άηθανάση ;
+
+ — Τι;
+
+ — Μόλις μας είδαν οι καλόγεροι κατάλαβαν το σκοπό μας και
+πυροβόλησαν στο σωρό· πλήγωσαν μάλιστα και τον Κουφό στον ώμο.
+Ρίχτηκαν όμως ετούτοι απάνω τους· άστραψαν κάμες, πιστόλες,
+έπεσαν πέτρες που κλείστηκαν οι καλόγεροι περίτρομοι στα κελλιά
+τους. Άνοιξαν τότε την εκκλησιά, έσπασαν τις εικόνες,
+αναποδογύρισαν την Άγια Τράπεζα ως που βρήκαν το κόνισμα. Και πού
+το βρήκαν θαρρείς ; Κάτου από ένα σωρό κλήματα. Εκεί τόχε πεταμένο
+η ευλάβεια των καλόγερων! Η αλήθεια είνε πως μόλις το ίδαμε στο
+φως, όλοι σταθήκαμε δίβουλοι. Μα για μια στιγμή· έπειτα το άρπαξαν
+στα χέρια, έβαλαν τους παπάδες μπροστά και να μας. Ούτε ξέρουμε τι
+κάνουμε.
+
+ — Μα ο δήμαρχος... εψιθύρισε ο Τσαϊπάς
+
+ — Τι δήμαρχος!.. Αν μίλαε θα τον έπαιρναν με τις πέτρες.
+
+Ο Τσαϊπάς κύτταξε για μια στιγμή το φίλο του κατάματα· έπειτα
+έσκασε τα γέλοια. Εγέλασε τόσο δυνατά που ο δικολάβος αναγκάστηκε
+να φύγη από κοντά του. Πίσω μου, Σατανά! με παλαβούς δεν είνε να
+καταπιάνεται κανείς!· Έτσι, φίλε μου, προσβάλλεις το θρησκευτικό
+αίστημα τ' αλλουνού! Ν' αγριέψη ο κόσμος και νάχουμε φασαρίες!..
+Έτρεξε πίσω από τους παπάδες, δίπλα στο κόνισμα κ' έδειχνε μεγάλη
+κατάνυξη. Όταν φώναζε το πλήθος το «Κύριε ελέησον!» άνοιγε το
+στόμα, το φώναζε κ' εκείνος δυνατά, ρυθμικά και μονότονα. Μόλις
+άρχιζαν τα σταυροκοπήματα, τ' άρχιζε κ' εκείνος και δεν έπαυε αν
+δεν έπαυαν πρώτα οι άλλοι. Ήρθαν μάλιστα στιγμές που φάνηκε
+πρόθυμος να πιάση το κόνισμα, να κοπιάση κι αυτός για τη Χάρη του.
+
+ — Τρομώ και λέω το διάολο έχουμε μαζί μας!.. είπε δυνατά ο
+Αρλετής, φουρκισμένος για τα γέλοια του Τσαϊπά.
+
+Εκείνος δεν ταράχτηκε καθόλου· ο θυμός του σήκωσε κάθε άλλο
+αίστημα. Τι διάβολο! σάπισε λοιπόν αυτός ο τόπος! Αν τόπαιρναν
+τουλάχιστον όλοι για κόνισμα, δε θα είχε κανείς αντιλογία. Έφτανε
+η τυφλή πίστη να τους δικαιώση. Ή αν τόπαιρναν για σημάδι άλλης
+εποχής, της πεθαμένης Αυτοκρατορίας μας, πάλι καλά. Εύγε τους και
+τρισεύγε τους. Μπορεί να ξύπναγαν μ' αυτό οι παλιές ελπίδες·
+ίσως να γινόταν δίστομο σπαθί η κοιμάμενη συνείδηση. Ποιος ξέρει;
+Μα όχι· τίποτ' απ' αυτά. Λείπουν κ' η τυφλή πίστη και το μεγάλο
+τόνειρο. Λείπουν, έσβυσαν, πάνε. Κ' ίσως δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ!
+Έμεινε και θα μείνη στον τόπο η ψευτιά, η ραθυμία, η βαγαποντιά!
+Να ο δήμαρχος, ο δικηγόρος, ίσως κ' οι παπάδες που στηθοδέρνονται
+και σταυροκοπούνται μπροστά στο παλιοσάνιδο. Και γιατί; Γιατί δεν
+έχουν το θάρρος ν' αντικρύσουν το ψέμμα, ν' ανοίξουν τα μάτια των
+τυφλών ναχαλάσουν το κέφι μερικών πεισματάρηδων. Να η μεγάλη μας
+αρρώστεια, να τηνε. Αντί να σύρουμε το λαό με το μέρος μας, πάμε
+μεις με το δικό του.
+
+Ο Τσαϊπάς σήκωσε τα μάτια ψηλά σα να ζητούσε συχώρεση για του
+χωριού του τη ντροπή. Όταν τα χαμήλωσε, πέσανε άθελα στο κόνισμα.
+Η σανίδα ντυμένη στις χρυσαλοιφές, κυκλωμένη με του λαού το
+σεβασμό ερχόταν απάνω στο ζωντανό θρόνο της με κάποια κωμική
+αξιοπρέπεια. Ο φοιτητής αγανάχτησε. Νόμισε πως το ξύλο ανάμπαιζε
+τη θρησκεία του· τους παπάδες και το λαό, τα λιβάνια και τα
+λάβαρα, όλα τον αγέλαε. Του ήρθε να φωνάξη, να διαμαρτυρηθή. Είπε
+να χυθή απάνω του, να ταρπάξη από τα χέρια των παλληκαριών και να
+το ποδοκυλήση χάμου, μέσα στον κουρνιαχτό και τις καβαλίνες. Είπε·
+μα δεν έκαμε τίποτα. Τα πόδια του δε θέλησαν να πάνε μπροστά· τα
+χέρια του έμειναν κάτω κρεμασμένα. Τόσο που αν είχε πρόληψες ο
+Τσαϊπάς θα νόμιζε πως το κόνισμα άρχισε απ' αυτόν τα θάματά του.
+Μα δεν ήταν τέτοιος κ' ήξερε καλά τον εαυτό του. Ο ραγιάς ήταν
+ακόμη στο αίμα και του αλυσόδενε τη θέληση. Ναι δυστυχώς! το σκαρί
+κ' εκεινού δεν ήταν διαφορετικό από το σκαρί των αλλονών, όχι!...
+Κ' έξω φρενών για την αρρώστεια του, γύρισε το θυμό εναντίον του.
+Εχώριζε το είνε του σε δυο, άδραζε ένας τον άλλον από το λαιμό,
+τον έσφιγγε με λύσσα, τον έφτυνε κατάμουτρα, θέλοντας να πλύνη τη
+ντροπή από πάνω του.
+
+ — Άτιμε! ταρτούφο!.... θεομπαίχτη! .. . εψιθύριζε.
+
+Η λιτανεία ως τόσο ακολουθούσε το δρόμο της. Τώρα προχωρούσε μέσα
+στο χωριά, από τους κεντρικούς δρόμους. Το λιοπύρι άναβε τα
+καύκαλα. Ο κόσμος έτρεχε από πίσω καταϊδρωμένος, κατασκονισμένος,
+μισοπαράλυτος. Και δεν έπαυε να φωνάζη κάθε τόσο ρυθμικά και
+μονότονα :
+
+ — Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!...
+
+Έτσι έφτασε στο σταυροπάζαρο· ερμιά στο δρόμο· τα μαγαζιά όλα
+κατάκλειστα. Πέρασε το γεφύρι του Τζαφέρη και χύθηκε σαν πλημμύρα
+στην πλατεία του Άηδημήτρη. Η εκκλησία με τις αρχαίες κολώνες της
+μυρτοστολισμένες, έδειχνε χαρά μεγάλη· φαινόταν να στην πόρτα πως
+περίμενε τον ερχομό του. Το καμπαναριό έχυνε κλαγγή ακατάπαυτη σα
+να τούλεγε ανυπόμονα έλα!
+
+ — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...
+
+Η λιτανεία σκόρπισε αμέσως. Τα παιδιά που κρατούσαν τις τόρτσες,
+τα ξεφτέρια, τα μανουάλια, τα λάβαρα χύθηκαν με φωνές και κακό στο
+νάρθηκα σα να κυρίεψαν οχύρωμα. Γοργά τ' ακλούθησαν οι παπάδες, οι
+ψαλτάδες, ο δήμαρχος, η αρχοντιά. Σφούγγιζαν με τα μαντήλια τον
+ίδρωτα, αερίζονταν με τα καπέλλα τους, ξεκούμπωναν τα ρούχα τους
+και λαχάνιαζαν βαρειά κι αποσταμένα. Μερικοί όπου βρίσκανε ίσκιο,
+πέτρα ή ξύλο σωριάζονταν απάνου, τέντωναν τα πόδια τους· κύτταζαν
+με λύπη τα χαλασμένα παπούτσια τους, τις ματωμένες γάμπες τους.
+Βαθύ ξανάσασμα έβγαινε από τα στήθη ολουνών που τέλειωσαν. Πάει κι
+αυτό! Κάμποσοι αργαστηριάρηδες έφευγαν με τα κλειδιά στα χέρια για
+ν' ανοίξουν τ' αργαστήρια τους, να πιάσουν πάλε τη δουλειά. Άλλοι
+που το πρωί δε σκέφτηκαν πως μπορούσε να πεινάσουν, ρώταγαν τις
+γυναίκες τους αν μαγέρεψαν τίποτα. Την ώρα όμως που το κόνισμα
+άγγιζε σχεδόν στην πόρτα της εκκλησιάς, μια φωνή τρεμάμενη μα
+δυνατή ακούστηκε :
+
+ — Σταθήτε!...
+
+Όλοι πάψανε αμέσως· κόπηκαν οι ψαλμοί μέση· στάθηκε καθένας στη
+θέση του όπως βρέθηκε.
+
+Ήταν ο Τσαϊπάς που έβγαλε τη φωνή· δε μπόρεσε να κρατηθή
+περισσότερο. Μα σαν να τρόμαξε από την ίδια του φωνή στάθηκε
+κατακίτρινος, με τα χέρι απλωμένο στην πόρτα, με τα μάτια
+γουρλωμένα· τα μαλλιά του ήταν άνω κάτω. Οι χωριάτες τον κύτταζαν·
+τον ρωτούσαν τι τρέχει. Τους κύτταζε κ' εκείνος δίχως να μπορή να
+βγάλη λέξη. Επί τέλους συνήρθε, κατέβασε το χέρι του, χαμογέλασε
+κ' είπε με φωνή παρακαλεστική.
+
+ — Σταθήτε, βρε παιδιά... κάμετέ μου τη χάρη ν' ακούστε και μένα.
+.. Δεν το θέλω για τον εαυτό μου· για σας το λέω, για την ψυχή
+σας, για την ψυχή όλων μας. Λέω να τ' αφήσουμε όξω' να στο κελλί,
+ως που να ιδούμε... Λέμε πως είνε κόνισμα· μ' αν δεν είνε; Τι θα
+γίνη τότες τι θα μας ψάλλουν τ' άλλα τα χωριά;
+
+Ένας δισταγμός ζωγραφήθηκε αμέσως σε πολλά πρόσωπα· μερικοί
+κούνησαν το κεφάλι· σύμφωνοι. Ακούστηκαν και ψιθυρίσματα. Εκείνοι
+που βάσταγαν τη σανίδα έσκυψαν και την απίθωσαν χάμου, την
+ακκούμπησαν σε μια κολώνα κι ανακλαδίστηκαν να διώξουν την
+κούραση. Άλλοι που ήταν όξω από τον νάρθηκα σήκωσαν τα χέρια στο
+καμπαναριό για να πάψη το καμπάνισμα. Και χύθηκε τόση ησυχία,
+θλιμένη ησυχία, λες και σταμάτησε άξαφνα η ζωή. Μα τότε βαρειά και
+θυμωμένη ακούστηκε η φωνή του Αρλετή.
+
+ — Να κεφάλι!.. είπε δείχνοντας με τη χερούκλα του το φοιτητή.
+Τόσος λαός εδώ και δεν ξέρει τι κάνει· ήρθε του λόγου του να μας
+βάλη μυαλό.
+
+ — Όχι να σας βάλω μυαλό· είπε ο Τσαϊπάς δειλά· να ειπώ το σωστό.
+
+ — Το σωστό! εφώναξε αγριοκυττάζοντάς τον ο Αρλετής, το σωστό! που
+τόβρες, μωρέ, το σωστό... Μην τόφερες απ' την Αθήνα μαζί με τα
+κολλαράκια σου!
+
+Ξέσπασαν όλοι στα γέλοια· ο δήμαρχος, οι παπάδες, οι ψαλτάδες, ο
+λαός όλοι γέλασαν με την καρδιά τους. Οι γυναίκες γύρισαν τα
+μούτρα τους αλλού, χαχάνισαν κ' εκείνες πίσω από τα μαντήλια τους.
+Κ' έπειτα μια στιγμή ο λαός αγρίεψε. — Μωρέ μυαλό, ο μπαγάσας!...
+Εκείνοι ξεθεώθηκαν για να το φέρουν· άφηκαν το μεροκάματό τους,
+έχυσαν αίμα για τη Χάρη του και τούτος έρχεται τώρα να τους πη πως
+δεν είνε κόνισμα!... Σούσουρο έγινε, βρισιές ακούστηκαν, γρόθοι
+σηκώθηκαν φοβεροί.
+
+ — Το καλό που σου θέλω να φύγης· του είπε μυστικά ο Σταθόπουλος,
+τραβώντας τον έξω από το πλήθος.
+
+Ο Τσαϊπάς σήκωσε το κεφάλι περήφανα. Τ' έκαμε λέει; Όχι θα σταθή,
+θ' αντιμιλήση, θα τα βάλη μ' όλους ως που να τους ξεστραβώση. Μα
+δε μπόρεσε να βγάλη λέξη· στόμα είχε, μιλιά δεν είχε.
+
+ — Πάμε του ξανάειπε ο Σταθόπουλος.
+
+Εκείνος έσκυψε το κεφάλι, σούφρωσε τα φρύδια του, άφησε να τον
+σύρη ο φίλος του.
+
+ — Ήλιος! φώναξαν δυο — τρία παιδιά στο διάβα του.
+
+ — Ούθε το πρώτο μου παπούτσι!... ούθε το πρώτο μου παπούτσι! ...
+φώναξε δυνατά ο Αρλετής.
+
+Ο αντίλαλος του νάρθηκα αδερφώθηκε και κείνος με τη βάναυση φωνή
+του ψάλτη.
+
+ — Παπούτσι.... παπούτσι!...
+
+ — Ελάτε, ρε παιδιά· βοηθάτε να τελειώσουμε· είπε ο Αρλετής
+πιάνοντας το κόνισμα.
+
+Κανείς δεν έσκυψε· όλοι έμειναν άφωνοι, τηράζοντάς το σα να
+ζητούσαν τη γνώμη του. Έπειτ' άρχισαν να το ψηλαφάνε, να το
+γυρίζουν μπρός — πίσω, να το ξετάζουν, για να μάθουνε το νόημα
+του. Έλεγαν χίλιες γνώμες μυστικά και φανερά, έβγαζαν διάφορα
+συμπεράσματα· μα κανένα δεν πίστευαν πως ήταν και σωστό. Ό,τι
+έλεγε ο ένας αμέσως άλλος το πολέμαε. Άρχιζαν ν' αντιφέρνωνται, να
+στενοχωρούνται και μυστικά να θυμώνουν μ' εκείνο που τους έβαλε σε
+μπελάδες. Ποιος ξέρει; Τάχα δεν ήταν όργανο του Σατανά αν ήρθε να
+τους ρίξη σε σύγχιση; Τι διάβολο! αν ήταν αληθινός άγιος, το χωριό
+τους θάβρισκε να κονέψη!...
+
+ — Πού ήσουνα, κυρ Γερόλυμε! φώναξε άξαφνα ο δήμαρχος· έλα βρε
+αδερφέ, να μας χωρίσης· μπλέξαμε στα καλά με τούτον το διάολο!...
+
+Μα συνήρθε αμέσως κι άρχισε τα σταυροκοπήματα.
+
+ — Φτου! .. φτου!.. προσκυνώ τη χάρη του .. με κόλασε ο
+τρισκατάρατος!
+
+Γέλασε το πλήθος δυνατά με το πάθημα του κυρ δήμαρχου. Έπειτα
+έκαμε τόπο κι ανέβηκε οκνά τη σκάλα ο Γερόλυμος ο Προβατάς. Ήταν
+ένας γέρος νησιώτης, κοσμοπερπατημένος και πολυκάτεχος. Η τύχη τον
+έρριξε στο χωριό κ' έμειν' εκεί από χρόνια, σαν ξύλο παντοπλάνητο
+που κατακάθεται σε μιαν ακρογιαλιά ώστε να σαπίση και να διαλυθή.
+Από τα λόγια του κι από τα φερσίματα — μπορεί κι από τ' άγνωστα
+περασμένα του — είχε καταντήση σεβαστός και πολυζήτητος. Μόλις τον
+είδαν κι ανάσαναν όλοι· σκέφτηκαν πως δίχως άλλο θα τους βγάλη από
+τη στενοχώρια. Παραμερίσανε για να ιδή το κόνισμα. Εκείνος μόλις
+το είδε σούφρωσε τα χείλη του και γύρισε τις πλάτες.
+
+ — Λοιπόν; ρώτησαν δυο — τρεις ανυπόμονα.
+
+ — Στολίδια της πρύμης· είπε σιγά· στολίδια καραβιού· — πάρτε το.
+
+Όλοι χλώμιασαν και χαμογέλασαν σύγκαιρα· όλοι τον κύτταξαν
+περίλυπα σα νάπαιρνε μαζί του την ελπίδα τους. Οι παπάδες μπήκανε
+στην εκκλησιά τρεχάτοι, γονάτισαν καταμεσίς και σήκωσαν τα χέρια
+σε δέηση. Ήμαρτον, Θε μου! μη μας συνεριστής!.... Το πλήθος άρχισε
+να σκορπά·
+
+ — Μα είσαι βέβαιος, γέρο Προβατά; τον ρώτησε λυπημένα ο Αρλετής.
+Για κύττα το καλά· μην κάνης λάθος;
+
+ — Τι λάθος, αδερφέ Κωσταντή; είνε στολίδι από Ρούσικο καράβι·
+βασιλικό καράβι! Να, δε διαβάζης τα γράμματα: Πέτρος ο Μέγας· έτσι
+γράφει απάνου...
+
+Ο Αρλετής εσταύρωσε τα χέρια, έγυρε το κεφάλι κ' έμειν' εκεί άφων-
+άλαλος για πολλή ώρα. Απελπισία κυρίεψε την ψυχή του σα νάβλεπε
+την εκκλησιά του γκρεμισμένη. Μωρέ! ποτέ δεν τόλπιζε να πάθη
+τέτοιο ρεζιλίκι το χωριό!.. Άξαφνα του φάνηκε πως τα κεφάλια του
+αητού κουνήθηκαν από τη θέση τους, κουλουριάστηκαν και κάμανε μαζί
+μια προσωπίδα μεγάλη. Τι μεγάλη προσωπίδα και τι παράξενη! Έπιανε
+όλο το χωριό. Όχι μόνον το χωριό μα και τ' άλλα περίγυρα, την
+Πάτρα και τον Πύργο, ακόμη και τη Ζάκυθο. Κι όσο πήγαινε όλο
+μεγάλωνε. Μεγάλωνε δεξιά, μεγάλωνε ζερβά.
+
+
+
+ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ
+
+
+
+ — Φεύγω τώρα... μου σφύριξε στ' αφτί ένα μεσημέρι χειμωνιάτικο,
+κουφό, καταχνιασμένο κι άχαρο μεσημέρι. Κ' έφυγε· έφυγε στ'
+αληθινά, πέρασε σαν ίσκιος απάν' από τα δέντρα του κήπου μας,
+στάθηκε λιγάκι στη μουριά κάπως συλλογισμένο κ' έπειτα χύθηκε στο
+αντικρυνό μας σπίτι. Και ποιανού ήταν αυτό το σπίτι; Του Γιάννη
+Τούρτουρη του κακομοίρη, του άκαρδου και τ' άθεου του Γιάννη
+Τούρτουρη που τον είχαμε οχτρό. Εκείνος πάντα μας πολέμαγε, μας
+φτονούσε. δεν ήθελε να βλέπη ψωμί στα δόντια μας. Τον άντρα μου το
+μακαρίτη — πάντα κόντρα του πήγαινε· εμένα με κακολόγησε· τη
+θυγατέρα μου — την όμορφη Χρυσούλα μου, έβαλε πεζούς καβαλλαρέους
+ναν τη χωρίση από το στεφάνι της. Το μοναχογιό μου τον έκλεισε
+χρόνο στη φυλακή γιατί δεν έστρεγε να πάρη την κόρη του, την
+παστρογωνιά του... Μα δεν του πέρασε!.. Κι ο γιος μου παντρεύτηκε
+σύμφωνα με τη θέση του, κ' η θυγατέρα μου χάρηκε το στεφάνι της κ'
+εγώ απόλαψα τα καλά μου κι ο άντρας μου του στάθηκε παλούκι στο
+μάτι. Δέκα χρόνια πόλεμο και πάντα του βγήκε νικημένος. Ήταν
+έτοιμος να ρίξη τ' άρματα, έτοιμος να μολογήση την κακογνωμιά του
+και να ζητήση συμπάθειο· έτοιμος ν' απλώση χέρι στο έλεός μου. Μα
+τη γλύτωσε. Ήρθε στα χείλη του γκρεμού κι αντί να πέση μέσα ψήλωσε
+στα μεσούρανα. Πλούτη, δόξα, τιμές σωριάστηκαν απάνου σ' αυτόν τον
+κάβουρα! Κ' έχωσα εγώ το γκρεμό, εγώ κι ο άντρας μου, εγώ και τα
+καλά μου, τα σπίτια μου, οι τίμιες μου χαρές και τ' απίκρατα
+χρόνια μου. Όλα πήγαν με μι' ανεμοριπή.
+
+Μα γιατί να φύγη; πες τε μου γιατί να φύγη; Να φύγη από μένα και
+να πάη στ' οχτρού μου το ρημαδιακό! Να σηκώση από μένα την
+καλοτυχιά και ναν τη ρίξη σε κείνον τον ατσίγγανο, το βρωμιάρη,
+τον ελεεινό! Πες τε μου μην ακούσατε, μην εμάθατε, μην είδατε το
+γιατί; Ωχ, Θεούλη μου! Και να πάη εκεί, να συνέμπη στην αμάχη μας,
+να δώκη συντρομή στον οχτρό μου! Τόσα σπίτια στο χωριό και διάλεξε
+το σίχαμα! Γιατί; σε τι του φταίξαμε ; Ποιος το πίκρανε; ποιος τ'
+ασκημομίλησε. Εγώ μια φορά τ' άκουσα, μιαν ώρα, μια στιγμή καλή
+και βλογημένη κ' έπειτα τόχασα· μούδωκε την άξια του υπόσκεση και
+χάθηκε σα φάντασμα.
+
+Έτσι ήταν μεσημέρι χειμωνιάτικο, κουφό μα καλόβουλο και καλόκαρδο
+μεσημέρι εδώ και δέκα χρόνια. Έμπαινα για να θρονιαστώ στο
+καινούριο σπίτι μας· το σπιτάκι μας τ' απλόχωρο με τις πόρτες τις
+τορνευτές και τις μαρμαρένιες σκάλες του. Το σπιτάκι μου, τ'
+αρχοντικό μου που σφαλάγγι τώρα το χαίρεται ο Τουρτούρης όπως κι
+όλο το έχει μας. Έμπαινα κ' η καρδιά μου αναγάλλιαζε. Είχα τόσα
+χρόνια που τ' ωνειριαζόμουν ένα τέτοιο σπίτι. Για φαντάσου! Από
+τον καιρό που με πήρε νύφη μου το υποσκέθηκε ο μακαρίτης. — Θα
+κάμω ένα σπίτι έτσι κι αλλοιώς. Κ' εγώ το περίμενα μέρα σε μέρα·
+χρόνο με χρόνο. Το σπίτι το παλιό ήταν σαράβαλο. Τόχτισαν όπως —
+όπως οι γέροι στον καιρό του Καποδίστρια· σκεπή ζήταγαν να βάλουν
+το κεφάλι τους και τίποτ' άλλο. Μα χρόνο με το χρόνο το σπίτι
+γέραζε και πλήθαινε η φαμελιά. Ήρθ' ένα παιδί, ήρθε άλλο· πού να
+μας χωρέση! Το σπίτι αδυνάτιζε και τα πόδια των παιδιών δυνάμωναν,
+δυνάμωναν στα καλά. Κάθε πήδημα του παιδιού και μια πληγή στο
+πάτωμα. Τόνοιωθαν κ' εκείνα· άρχισαν κ' εκείνα να τ' αποζητούν το
+καινούριο. Το είχαν βλέπεις στο αίμα τους.
+
+Ε τι γίνηκε σα ρίξαμε το θεμέλιο! Λίρα εγώ, λίρα ο μακαρίτης,
+κολλωνάτα τα παιδιά. Σφάξαμε και τον κόκκορα, έναν κόκκορα τόσον
+δα! στοιχειό μονάχο. Κι από τότε πού να βρούμε ησυχία. Μέρα νύχτα
+το σπίτι μπροστά μας· όσο ψήλωνε, ψήλωνε κ' εμάς τόνειρό μας. Και
+τώρα έμπαινα σα νάμπαινα στον Παράδεισο. Στάθηκα καταμεσίς στη
+σάλα και τήραξα τις ώμορφες ζωγραφιές του τοίχου, τ' άστρα του
+ταβανιού, ταγγελούδια στις αγκωνές. Τήραζα και θάμαζα τις αέρινες
+κουρτίνες, τους μεγάλους καθρέφτες, τους καναπέδες και τ' ακριβά
+τους γεμίσματα. Έλεγα πως είμουν μέσα σε ναό — ναό της φαμίλιας
+μου. Και την άκουσα τότε τη φωνή του, μυστική και πρόσχαρη σα φωνή
+της ευτυχίας.
+
+ — Έλα, έλα που σε προσμένω τόσον καιρό! Όσο είμαι γω δω μέσα μη
+φοβάσαι· θα ζήσετε πλούσια.
+
+Έτσι μου είπε η φωνή κ' έτρεξα να ιδώ το ριζικάρη. Γύρισα όλες τις
+κάμαρες, κύτταξα πίσω από τις πόρτες, κάτω και ψηλά· μα δεν είδα
+τίποτα. Το σπίτι ολάνοιχτο στον αέρα και το φως ψυχή δεν έδειχνε.
+Τότε τάχασα· τρόμαξα στ' αληθινά· έβαλα τις φωνές κ' έπεσα στο
+κρεββάτι. Μ' αν εχόλιασε γι' αυτό εγώ τι φταίω; Ήμουν άπραγη σε
+τέτοια. Κι όχι εγώ μονάχα μα κι ο μακαρίτης που τάκουσε
+ανατρόμαξε· κ' οι δικοί μας που τόμαθαν έκαμαν το σταυρό τους.
+Κάψαμε λιβάνι, ανάψαμε κεριά, διαβάσαμε αγιασμό για να διώξουμε
+όχι κείνο μα τους δαιμόνους που κολάζουν τις άδολες ψυχές. Όλοι
+μας είμαστ' άπραγοι, άπραγοι!.. Ως που ήρθε η Ζωγάκενα, η
+πολυκάτεχη γριά και μ' έβγαλε από την έγνοια.
+
+ — Και δε χαίρεσαι Σάββανα ; και δεν καλοκαρδίζεις, Καλίτσα μου;
+Ήταν του σπιτιού σας το στοιχειό που σε συχάρηκε νοικοκυρά. Και να
+ιδής που θα κράτηση το λόγο του· να είσαι βέβαιη πως θα κράτηση το
+λόγο του...
+
+Έτσι μου είπε· κ' εγώ της έδωκα ό,τι φορούσα για την καλή τη
+φώτιση. Άφησα το κρεββάτι αμέσως κ' έτρεξα να τον ζητήσω, να του
+γυρέψω συχώρεση για το φόβο μου. Δεν το ήθελα· ήμουν άμαθη στα
+τέτοια... Α! πώς ήθελα ν' άκουγα πάλε τη φωνή του· τη γλυκειά, την
+πρόσχαρη, την καλορρίζικη φωνή του. — «Έλα που σε προσμένω. ... Θα
+ζήσετε πλούσια». Μα δε φάνηκε, δεν ακούστηκε πια! Δε φάνηκε το
+είδωλο του, δεν ακούστηκε η φωνή του· δεν έλειψε όμως κι από κοντά
+μας. Δέκα χρόνια στρωτά μας συντρόφιαζε και μας καλοτύχιζε. Στις
+δουλειές του ο νοικοκύρης μου τόνοιωθε πάντα στο πλευρό του. Όλα,
+όλα μας πήγαιναν καλά και προκομμένα. Τα χτήματα μας έδιναν καρπό·
+τα ζωντανά μας άλλα ζωντανά· ο γιος μου πρόκοβε στα γράμματα κ' η
+κόρη μου στα κεντίδια. Ο γάμος της σαν την πάντρεψα έγινε άκουσμα
+στο χωριό κι ακόμη πέρα. Και το σπίτι μου, τ' αρχοντικό μου ψήλωνε
+και θέριευε των φτωχών κυβέρνια, των φίλων παίνεμα και φτόνος των
+οχτρών. Κ' εγώ δεν έπαυα ν' αποζητώ το ριζικάρη, τον καλό μας
+άγγελο, του σπιτιού μας το στοιχειό. Τον ζήτησα στα κατώγεια και
+στ' ανώγεια, μέρα και νύχτα τον έκραζα. Μα δεν καταδέχτηκε ναρθή
+να μου μιλήση, νιο να ρίξη κρασί στο ποτήρι της χαράς μου. Μόνο
+και μοναχά τη νύχτα κάποτε σαν αγρυπνούσα, άκουγα το ζεμπερέκι να
+χτυπάη κρα... κρα .. σα να ήθελε ν' ανοίξη την πόρτα.
+
+ — Καλώς τον!.. καλώς τον!.. του φώναζα εγώ από μέσα.
+
+Μα στη φωνή έπαυε αμέσως το ζεμπερέκι σα να ήταν κλέφτης κ' έφευγε
+μην τον πιάσουμε. Έφευγε και πήγαινε στον κήπο κι άκουα την
+αλυσίδα του πηγαδιού γρι — γρι!... γρι — γρι!... όλη νύχτα Και την
+αυγή βρίσκαμε γιομάτες νερό τις σκάφες, έτοιμες για την πλύση. Και
+κάθε τόσο που έπεφτε πολλή δουλειά, πήγαινε μόνος του και ξύπναε
+τις δούλες για το ξενύχτι.
+
+Σ' όλα σ' όλα είχε την έγνοια μας, την κυβέρνια μας δέκα χρόνια
+στρωτά. Κι άξαφνα χωρίς να του κάνουμε τίποτα, έρχεται στην ώρα
+την πικρή, στο χειμωνιάτικο εκείνο μεσημέρι και μου λέει με την
+ίδια του φωνή.
+
+ — Φεύγω τώρα....
+
+Κ' έφυγε στ' αληθινά πέταξε ήσυχα, ανάερα και πήγε να στολίση την
+κούρνια του οχτρού μου! Έφυγε ήσυχα, γλυκά, χωρίς να ρίξη κάνε τ'
+αστροπόβολο απάνου μου, να κάψη το κορμί πριν γνωρίση τα μαύρα τα
+μελλάμενα.
+
+Δεν πέρασαν δυο μέρες και μούφεραν στο κάρρο τον άντρα μου. Κι ως
+που να κλάψω κείνον έκλαψα τα ξανθά μας γεννήματα φωτιά πήρε και
+τάκαψε! Ψόφος έπεσε στα ζωντανά μας. Ο γιος μου αρρώστησε απ' το
+κακό και τον συγούρεψα στον χρόνο απάνου. Ένα με τ' άλλο
+σωριάστηκαν τα κακά στο κεφάλι μου, όπως το χιόνι απάνου στο
+βουνό. Πάει τ' αρχοντικό, πάνε οι χαρές, πάει το βιο μας! Κ' εγώ
+απόμεινα εγώ κακογεράματη, απελπισμένη, αδύνατη, να κλαίω
+κουκουβάγια του σπιτιού μου το γκρέμισμα.
+
+Μα γιατί μου είπε — Φεύγω τώρα, εκείνο ; Γιατί να θρονιαστή στου
+οχτρού μου το σπίτι; Δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ να καταλάβω
+ακόμα.....»
+
+1901.
+
+
+
+ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ
+
+
+
+Η Ασημίνα η Αντριώτισσα πριν να μπη δούλα στο σπίτι του Παναγιώτη
+Μαχαλά, ηθέλησε να κάμη ορθά — κοφτά τις συμφωνίες της.
+
+«Θα κάνη όλες τις δουλιές, ναι· θ' ακούη τα λόγια της κυρίας της·
+θα δέχεται τις παραξενιές του κυρίου· θα είνε καθαρή, λιγόλογη και
+τίμια. Μα... θα βγαίνη στο παράθυρο συχνά, θα βγαίνη και στους
+δρόμους συχνότερα...
+
+Συχνότερα στους δρόμους; η κυρία Μαχαλά ανησύχησε. Τι την ήθελε
+λοιπόν; Δούλα θάμπαζε ή κυρά; Άναψε, φουρκίστηκε· έβρισε την
+Αστυνομία, τους δουλομεσίτες, την εποχή μας. Θυμήθηκε τους παλιούς
+καιρούς που τα δουλικά στόμα είχαν και μιλιά δεν είχαν· που
+ευχαριστιώνταν σε ό,τι τους έδινες κ' έλεγαν σπολλάτη. Κ' είπε
+αποδώ κι ομπρός θα προτιμήση να κάνη τις δουλειές μοναχή της· δεν
+υποφέρεται!...
+
+Η γριά όμως που συντρόφευε την Ασημίνα, την καταπράυνε. Δεν άξιζε
+δα να δίνη και μεγάλη προσοχή στα λόγια του κοριτσιού! Δεν ήταν
+όσο ήθελε να δείξη κακή· ούτε περπάσα, ούτε περίεργη ήταν στ'
+αληθινά. Μόνον φαντασία είχε. Και για τούτο της άρεσαν οι
+συμφωνίες. Κάθε υποχρέωση την θεωρούσε μιαν αλυσίδα στο λαιμό της,
+μια καδένα, όπως την έλεγε. Κ' ήθελε νάχη απ' αυτές όσο μπορούσε
+λίγες και μετρημένες απάνου της. Αύριο, σου λέει, ξέρω τι γίνεται;
+Περνάει το βασιλόπουλο, τη βλέπει και της λέει «πάμε!...» Τι θα
+ειπής τότε του λόγου σου;
+
+Η κυρία Μαχαλά ξέσπασε από το θυμό στα γέλοια.
+
+ — Μα τότε λοιπόν είνε παλαβή! είπε.
+
+ — Όχι, κυρία· δεν είνε παλαβή· μη φοβάσαι. Έτσ' είνε ο νους της
+φτιασμένος· στις δόξες πάει. Μα για δουλειά και για σπίτι είνε
+μάννα! Και — πού είσαι — ούτε θα γυρέψη να βγη όξω. Πάρ' τηνε και
+θα ιδής.
+
+Η κυρία Μαχαλά δεν πείστηκε τόσο στα λόγια της γριάς όσο στην
+ανάγκη. Ήταν μικρομάννα, κρατούσε και σπίτι ανοιχτό. Δεν είν'
+εύκολο να κάνη όσα λέει κανείς απάνου στο θυμό του. Την κράτησε
+χωρίς όμως και να ησυχάση. Τι άνεμο! Ένα δουλικό που κάνει τέτοιες
+συμφωνίες, θα ειπή πως είνε για τα πανηγύρια. Ποιος ξέρει τι
+ξαδερφολόι και κακό θα μπαινοβγαίνη στο σπίτι της! Κ' επειδή η
+κυρία Μαχαλά δεν τις ήθελε τέτοιες φασαρίες, σκέφτηκε να υπομονέψη
+ως που νάβρη την καλήτερη. — Άμα την εύρω, δίνω τα παπούτσια στο
+χέρι της σουρεκλεμές· συλλογίστηκε.
+
+Μα τι παράξενο! Πέρασαν δυο μήνες και ξέχασε την υπομονή της. Όχι
+την ξέχασε· δεν τη χρειάστηκε καθόλου. Η Ασημίνα απ' όλες τις
+συμφωνίες της δεν κύτταξε ως τώρα παρά εκείνες που εσύφερναν τ'
+αφεντικά της. Τις δουλιές, την υπακουή, την πάστρα, τη λιγολογιά.
+Τις δικές της δεν τις σκέφτηκε καθόλου. Ούτε στο παραθύρι βγήκε,
+ούτε στους δρόμους. Μόνον την πρώτη Κυριακή ζήτησε να βγη για να
+συνάξη κάτι πράματά της, λέει. Η κυρία Μαχαλά κούνησε το κεφάλι.
+Πάει! δε θα την ξαναϊδή. Μα η Ασημίνα γύρισε το βράδυ και νωρίς —
+νωρίς μάλιστα. Και από τότε δεν το πάτησε τα κατώφλι. Έλα Χριστέ
+και Παναγιά! Ο κύριος και η κυρία έκαναν το σταυρό τους. Άρχισαν
+ν' ανυπομονούν. Επί τέλους πότε θα βγη όξω! στο παράθυρο
+τουλάχιστο πότε θα προβάλη ; Σχεδόν εθύμωναν. Τι έκανε λοιπόν
+τόσες συμφωνίες;
+
+ — Άκουσε, Ασημίνα. Αύριο δε θα σε χρειαστώ· της είπε τ'
+απομεσήμερο η κυρία της. Εμείς θα λείψουμε όλη την ημέρα. Μπορείς
+και συ, αν θες, να πας στις φίλες σου.
+
+ — Α μπα, κυρία· δεν έχω να πάω πουθενά. δεν έχω φίλες· απάντησε
+αμέσως εκείνη.
+
+ — Σε καλό σου, κορίτσι μου! είπε με ψυχοπόνια η κυρία. Εσύ πριν
+έρθης μας ζάλισες με το έξω σου. Και τώρα πώς έγινες έτσι; Μην
+αρρώστησες; μη σου συμβαίνει τίποτε;
+
+ — Όχι, κυρία. Μα βλέπεις από τότε άλλαξαν τα πράματα. Ποιόν να
+ιδώ έξω; τίνος να μιλήσω ; Εδώ κάθουμαι και τα λέω με τον
+αρρεβωνιαστικό μου.
+
+ — Με τον αρρεβωνιαστικό σου! Πού τον ηύρες τον αρρεβωνιαστικό
+εσύ;
+
+ — Πώς πού τον ηύρα; Τάχα δεν τον ξέρεις του λόγου σου; Τον
+ξέρεις.
+
+ — Εγώ;
+
+ — Ναι, του λόγου σου. Μ' αφού τον έχεις μέσ' στη σάλα!
+
+Στη σάλα! Η κυρία Μαχαλά πήγε να ξεφωνήση. Ποτέ δε φανταζότανε πως
+η Ασημίνα θα τολμούσε να μπάση, τον αρρεβωνιαστικό στη σάλα της.
+Στην κουζίνα, ναι· μα στη σάλα! Τέτοια αυθάδεια δεν την περίμενε.
+Την κύτταξε κατάματα και σύνωρα ο νους της σκάλιζε να μαντέψη
+ποιος ήταν αυτός ο αρρεβωνιαστικός, που τόσο ελεύθερα μπαινόβγαινε
+σπίτι της. Τόσον καιρό δε θυμότανε κανένα να μιλεί με την Ασημίνα.
+Ούτε σκαπανέα ούτε πολίτη. Έτρεξε στη σάλα με την απόφαση να
+γκρεμοτσακίση τον ακάλεστο γαμπρό. Τρομάρα του όποιος κι αν ήτανε!
+Άνοιξε την πόρτα διάπλατα, χύθηκε μέσα, στα δόντια κρατώντας τις
+βρισές, μ' εκείνες που θα έλουζε πατόκορφα τον ξένο. Στάθηκε όμως
+μάρμαρο στη μέση της σάλας. Κανείς δεν ήταν εκεί. Ούτε πίσω από
+τις κουρτίνες, ούτε πίσω από τις πολυθρόνες, ούτε πίσω από το
+πιάνο. Και άλλη πόρτα δεν είχε να ειπής άνοιξε κ' έφυγε. Τι έγεινε
+λοιπόν; Ανελήφτηκε; Έβαλε τις φωνές:
+
+ — Ασημίνα!. ... Ασημίνα!... Έλα δω, Ασημίνα!... Γρήγορα!...
+
+Η κόρη επρόβαλλε στο θυρόφυλλο τρομασμένη, κυττάζοντας με απορία
+την κυρία της. Δε μπορούσε να καταλάβη την τόση της αγανάχτηση. Τι
+την έμελλε τάχα κι αν είχε τον αρρεβωνιαστικό της; Τι την πείραζε
+κι αν ήταν μέσα στη σάλα; Θα την έτρωγε τη σάλα της; Όχι βέβαια.
+Θα την στόλιζε. Απ' όλους εκεί μέσα, κανείς δεν άξιζε σαν τον δικό
+της. Άστραφτε από την ωμορφιά κι από τη ντυμασιά του. Πώς παίζει
+το ρουμπίνι στο δάχτυλο του κυρίου; — Έτσι παίζουν τα μάτια στο
+πανώριο πρόσωπο τ' αγαπημένου της. Πώς λάμπει ο χρυσός σταυρός στο
+λαιμό της κυρίας; — Έτσι λάμπει το χαμόγελο τσα τζιτζιφένια χείλη
+του καλού της. Βασιλικός στη γλάστρα είνε το κορμί του μέσα στη
+στολή. Και η στολή του φαρφουρένιο ανθογιάλι μοιάζει μέσα στα
+πλούσια σωθέματα της σάλας. Κύττα κορμί, κύττα στολή, κύττα
+δόξα!... Λάμπει στο χρυσάφι και στ' ασήμι ο σπαθάτος της, ο
+σπιρουνάτος της. Έλα.... έλα!... έλα!...
+
+Η Ασημίνα δεν κρατήθηκε περισσότερο. Ένας ένας οι συλλογισμοί
+καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό της. Και το πρόσωπό της ήταν λαμπρό
+σύγκαιρα και πονεμένο. Δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, δεν άκουε
+τίποτα. Ο μαγνήτης ήταν εκεί και το δυστυχισμένο ψίχαλο, έτρεχε να
+κολλήση απάνω του. Άπλωσε η δούλα τα χέρια σαν σε δέηση, έπειτα
+χύθηκε όλη στο πιάνο, άρπαξε μια φωτογραφία, την κόλλησε βιαστικά
+στα χείλη της και χάθηκε από την σάλα.
+
+ — Δόξα μου! τιμή μου! κορώνα μου.
+
+Η κυρία Μαχαλά απολιθώθηκε. Ούτε μιλιά έβγαλε ούτε κουνήθηκε.
+Σπασμός της ήρθε. Μύριοι συλλογισμοί χύθηκαν ανάκατα στο κεφάλι
+της· κάτι της δάγκωσε την καρδιά. Η φωτογραφία ήταν του Πέτρου
+Ντάλαρη, του ανθυπολοχαγού· νέου μορφωμένου, συμπαθητικού και
+γλυκομίλητου. Εγνώριζε την οικογένεια Μαχαλά κάπου δυο χρόνια.
+Έτυχε να συναντηθούν μια πρωτοχρονιά στο σπίτι της κ. Πουλημένου,
+γνωρίστηκαν, σχετίστηκαν. Από τότε ο αξιωματικός έγινε του
+σπιτιού· μπαινόβγαινε σα συγγενής. Αυτός και η κυρία Μαχαλά έγιναν
+στενοί φίλοι. Τόσο στενοί που δεν άργησε το σούσουρο τριγύρω στ'
+όνομά τους. Μάλιστα βρέθηκαν καναδυό στενές φίλες που την ρώτησαν
+στα σοβαρά. Και η κυρία Μαχαλά ρώτησε τότε στα σοβαρά τον εαυτό
+της: τον αγαπούσε τάχα τον αξιωματικό; Ήταν φιλία ή αίστημα μεταξύ
+τους; Πέρασαν μήνες από τότε που την έβαλαν σε υποψία οι φίλες
+της. Συχνά, όταν ήταν μόνη ή και με τον αξιωματικό, έφερνε το καλό
+ρώτημα στο νου της. Μα ποτέ δε μπόρεσε να λάβη ρητή απάντηση. Ούτε
+ναι, ούτε όχι. Και τώρα να, αυτήν τη στιγμή, δεν ήξερε τίποτε.
+Μιαν αγανάχτηση μόνον, μιαν άγρια αγανάχτηση αιστάνθηκε να φεύγη
+από την καρδιά και να κυριεύη όλο το είνε της. Ακούς εκεί μια
+παλιομαμούρα!
+
+Κατάχλωμη κι αναμαλλιάρα έτρεξε στο μαγεριό, σαν αφρισμένο κύμα
+πίσω από το δύστυχο το ναυαγό. Δεν ηύρε την Ασημίνα. Δίπλα ήταν η
+καμαρούλα που κοιμότανε. Άνοιξε την πόρτα με μια κλωτσιά και στο
+θέαμα πήγε να τρελλαθή. Η δούλα της πεσμένη προύμυτα, κρατούσε την
+εικόνα στην αγκαλιά και τη φιλούσε, τη δάγκωνε, την έβρεχε με
+δάκρυα, και ξεφωνούσε :
+
+ — Άστρο μου, φως μου, ζωούλα μου!
+
+Ζήλια άναψε το αίμα της κυρίας Μαχαλά. Όχι φωτογραφία παρά τον
+ίδιον τον αξιωματικό, είδε ριχμένον στο κρεββάτι. Το συμπαθητικό
+κεφαλάκι του με το ξανθό μουστάκι και τα γαλανά χαδιάρικα μάτια
+του, το βεργολυγερό κορμί του τόβλεπε ξαπλωμένο στα πρόστυχα
+στρωσίδια, παραδομένο στην ερωτική λύσσα της δούλας της, σαν
+ολόδροσο κρίνο στα δόντια ενός χοίρου. Έβλεπε... αλοίμονο και τι
+δεν έβλεπε! Έβγαλε μια φωνή κι άρπαξε από τα χέρια της Ασημίνας
+την εικόνα. Εκείνη τινάχτηκε ολόρθη μ' ένα φυσομάνημα σα λάμια.
+
+ — Μη την σκίζετε, κυρία, να ζη ο αφέντης.
+
+Δεν είχε τέτοια σκέψη η κυρία Μαχαλά· μα η Ασημίνα της την έδωκε.
+Πώς αλλοιώς θα την κάμη να πονέση περισσότερο, να πνιγή στα
+δάκρυα, να μαραθή από τη λύπη; Εστρηφογύρισε την εικόνα στα χέρια
+της με κάκια και χαρά, την κομμάτιασε κ' έρριξε τα κομμάτια απάνου
+της.
+
+ — Να, μωρή, φά' τα! είπε.
+
+Κ' έκλεισε την πόρτα πίσω της δυνατά Η Ασημίνα έκατσε στο κρεββάτι
+κυττάζοντας τα κομμάτια με χαύνες ματιές. Ένα κραχ! αιστάνθηκε
+μέσα της. Έγινε όλη κίτρινη, μαραμμένη σαν κομμένο λουλούδι.
+Έλυωνε, έσβυνε το κορμί της λαμπάδα μπροστά στην αγάπη της. Ένα
+κομμάτι από τη φωτογραφία ήταν στα πόδια της και το πάτησε με τη
+μύτη του παπουτσιού της. Περίμενε να πονέση το χαρτί, να βγάλη
+φωνή, να της ειπή «μη!». Όχι· τίποτα. Έν' άλλο κομμάτι είχε πέσει
+στην ποδιά της. Το πήρε, το κύτταξε καλά — καλά. Είχε το κεφάλι
+του αξιωματικού, τ' όμορφο, το αγαπημένο κεφαλάκι του, άσπλαχνα
+κομμένο από το κορμί. Το πέταξε χάμου κ' εκείνο. Πάει, πέθανε,
+ξεψύχησε ο καλός της! Σηκώθηκε με ορμή, ανακλαδίστηκε, τράβηξε τα
+μάγουλά της. Έπειτα έσκυψε, μάζωξε τα ρουχαλάκια της ένα δέμα, τα
+πήρε και τράβηξε να φύγη. Στη σκάλα ο αξιωματικός ανέβαινε δυο —
+δυο τα σκαλιά, βιαστικός και χαρούμενος.
+
+ — Πού πας, Ασημίνα; φεύγεις; τη ρώτησε.
+
+Εκείνη τρόμαξε· πίστεψε πως έβλεπε φάντασμα. Στριμώχτηκε όσο
+μπόρεσε στον τοίχο για να μη την αγγίξη στο πέρασμά του. Όταν
+έφτασε στην πόρτα αναστέναξε, σα να κύλισε πέτρα απ' το στήθος
+της. Εγύρισε και είδε πίσω της στα σκοτεινά της σκάλας. Στο
+κεφαλόσκαλο σαν προύτζινα αγάλματα φαίνονταν οι κορμοστασιές του
+αξιωματικού και της κυρίας της.
+
+ — Πάω πέρα, στις δόξες! τους φώναξε δυνατά.
+
+Και χάραξε με το χέρι της αόριστη γραμμή πέρα στο χρυσό
+ηλιοβασίλεμα.
+1903.
+
+***
+
+ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ
+
+Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ......... σελ. 3
+
+ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ........ « 93
+
+ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ........... « 99
+
+ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ « 219
+
+ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ........... « 225
+
+***
+
+Έτοιμο για τύπωμα
+
+Ο ΑΡΜΑΤΩΛΟΣ
+
+Ιστορικό μυθιστόρημα του 1750
+
+
+
+ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
+
+
+
+Διηγήματα............ Φρ. 2.50
+Λυγερή............. » 2.
+Ο Ζητιάνος........... » 2.50
+Λόγια της Πλώρης...... » 4. —
+Παλιές Αγάπες......... » 3. —
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Archeologist, by Andreas Karkavitsas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE ARCHEOLOGIST ***
+
+***** This file should be named 31631-0.txt or 31631-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/1/6/3/31631/
+
+Produced by Sophia Canoni. Proofread by George Canonis
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/31631-0.zip b/31631-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..86178ec
--- /dev/null
+++ b/31631-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..a732272
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31631 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31631)