summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31445-0.txt4730
-rw-r--r--31445-0.zipbin0 -> 101815 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 4746 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31445-0.txt b/31445-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..a69fb37
--- /dev/null
+++ b/31445-0.txt
@@ -0,0 +1,4730 @@
+The Project Gutenberg EBook of Haversack Stories, by Andreas Karkavitsas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Haversack Stories
+
+Author: Andreas Karkavitsas
+
+Release Date: February 28, 2010 [EBook #31445]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK HAVERSACK STORIES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+·Note: Bold words have been included in &&. The tonic system has been
+changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not
+been changed otherwise.
+
+Σημείωση: Έντονοι χαρακτήρες περικλείονται σε &&. Το τονικό σύστημα
+έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί
+η ορθογραφία του βιβλίου.
+
+
+
+Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
+
+
+
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
+ΤΟΥ
+ΓΥΛIΟΥ
+
+
+ Μαζί κι εγώ στους κόπους σου
+ μαζί και στη χαρά σου
+ Και στο καλό το γύρισμα
+ λεβέντη μου κοντά σου.
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕIΟΝ "ΕΣΤΙΑ,,
+1922
+
+
+
+Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ Η Σ Π Ο Λ Η Σ
+29 ΜΑΪΟΥ 1453
+
+Σύρτε χαμπέρια στη Φραγγιά, στη Μοσκοβιά μαντάτα
+Πήραν την Πόλη πήραν την οπ' ήταν ξακουσμένη!
+Πήρανε και το Γαλατά, πήραν και το Φανάρι
+Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι
+Με τετρακόσια σήμαντρα μ' εξηνταδυό καμπάνες,
+Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος
+Με πεντακόσες καλογριές και χίλιους καλογέρους.
+Τούρκοι χιλιάδες μπήκανε στου Ρωμανού την Πόρτα
+Κι ο Κωνσταντίνο — Δράγασης με το σπαθί στο χέρι
+Τρέχει χτυπάει την Τουρκιά που μετρημούς δεν έχει.
+Κλάψτε αδέρφια Χριστιανοί και μαύρα να ντυθήτε!
+Το βασιλιά μας σκότωσαν αυτόν τον Παλαιολόγο!
+Που είχε καρδιά του λιονταριού και δύναμη του δράκου
+Τρέξετ' αδέρφια Χριστιανοί στον Άγιον Πατριάρχη
+Ναρθή με τ' άγια θυμιατά να κάμωμε το ξώδι.
+Γιρούσι έκαμ' η Τουρκιά κι' αυτοί οι Γιανιτσάροι
+Κι ο Αμηράς επρόσταξε να κόψουν τους Ρωμαίους
+Τρεις μέρες μας εκόβανε και άλλες τόσες νύχτες.
+Εκόψαν και το Νοταρά μ' όλη τη φαμελιά του.
+Έπεσ' η Πόλη στη σκλαβιά στ' Αγαρηνού τα χέρια
+Βόηθα Χριστέ και Παναγιά τη Χριστιανωσύνη!...
+
+
+
+
+Τ Ζ Α Κ
+
+
+
+ — Ωχ, κακό που μας ηύρε! κακό που μας ηύρε! ...
+
+ — Μπα που να πάη και να μην έρθη!
+
+ — Να είχε καή η ώρα που τον έβγαλε!
+
+ — Να πνιγόταν το βαπόρι που τον έφερνε.
+
+Πλατύς κύκλος από γυναίκες της γειτονιάς είχε σχηματισθή εμπρός εις την
+αυλόπορτα της κυρά — Γερασιμίνας. Η δεσποινίς Κατερινιώ η δασκάλα του
+Βατραχονησιού· η Χρίστενα η παχουλή και δροσερή γυναίκα του μανάβη· η
+Μαρή του φούρναρη και άλλες που αντιπροσώπευαν όλας τας ηλικίας και
+όλους τους χαρακτήρας του γυναικείου φύλου, ήσαν μαζεμένες εκεί και
+συνομίλουν θορυβωδώς και πολυτρόπως. Και δεν είνε βέβαια σπάνιαι αι
+συναθροίσεις και αι θορυβώδεις συνομιλίαι των γυναικών κατά τα μέρη
+εκείνα. Αλλά τόρα είχαν γίνη πολύ συχνώτεραι. Γιατί θέμα της ομιλίας
+των ήτο ο Τζακ, ο φοβερός του Λονδίνου αντεροβγάλτης.
+
+Από μηνός αι εφημερίδες έγραφαν ότι ούτος είχε βαρεθή τας μεγαλοπόλεις
+της Ευρώπης και κατέβη εις Αθήνας διά να συνεχίση τα φοβερά κατορθώματά
+του. Από εφημερίδα εις εφημερίδα και από στόμα εις στόμα, από τον
+γραμματισμένον εις τον αγράμματον διεδόθη σε λιγάκι εις όλας τας τάξεις
+της κοινωνίας. Εφοβήθηκαν πολύ οι άνδρες, ετρόμαξαν τα παιδιά αλλά προ
+παντός έπαθαν πανικόν αι γυναίκες. Και με το δίκιο τους. Όλες αι
+διαδόσεις έλεγαν ότι αυτάς και μόνον καταδιώκει ο κακούργος. Μόλις ιδεί
+γυναίκα, σαν να τον πιάνη το δαιμόνιο τραβά το μαχαίρι του και την
+ξεκοιλιάζει άψε — σβήσε. Και μήπως τον γνωρίζει κανείς να προφυλαχθή.
+Λέγουν πως είνε νέος, μόλις είκοσι τριών χρονών, με μαύρα μάτια και
+μαύρο μουστάκι. Τουλάχιστον έτσι τον παρέστησε το τελευταίον θύμα του
+πριν ξεψυχήση. Αλλά μήπως ένας και δυο είνε οι νέοι με τα μαύρα μάτια
+και το μαύρο μουστάκι!
+
+Αι γυναίκες τόρα ανατρίχιαζαν εις το όνομά του αλλά και δεν έπαυαν να
+ζητούν την αιτίαν που τον ηνάγκασε να κυνηγά τόσον άγρια το φύλον των.
+
+ — Εγώ βάζω το κεφάλι μου πώς κάποια του έκαψε την καρδιά!... είπε με
+ακλόνητη πεποίθησι η κυρά Γερασιμίνα.
+
+ — Έρωτας είνε στη μέση! . . . έρωτας χωρίς άλλο! επρόσθεσε η κυρά
+Φρόσω, καλοθρεμμένη χήρα, με μαύρα ρούχα ξεβαμμένα από την πολυκαιρία
+και κόκκινα μάγουλα ζωηρά από το φκιασίδι.
+
+ — Δεν τον αφίνεις τον κακούργο! εφώναξεν η δασκάλα με αποστροφήν.
+Αιμοβόρος άνθρωπος!... Αποφόλιον τέρας!. . .
+
+ — Αχ! και να τον έπιαναν! Πώς θάτρεχα να τον ιδώ — είπε ανυπόμονη η
+Μαρή.
+
+ — Ποιος να τον πιάση, καλέ! Δεν τον πιάσανε άλλες κι' άλλες αστυνομίες
+και θα τον πιάση η δική μας, η φαγοκοιμίστρα! επρόσθεσε με αγανάκτησιν
+η Φρόσω. Δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη της μπουγάδας μου και θα
+πιάσουν τον Τζακ.
+
+ — Τι άγριο όνομα! Τζακ! Λες και σου δίνει τη μαχαιριά.
+
+ — Θεός φυλάξει, παιδί μου! είπε η Γερασιμίνα ανατριχιάζουσα σύγκορμη.
+
+ — Και δεν ακούς καλότυχη πώς τις ξεκοιλιάζει· επρόσθεσεν η κυρά
+Θοδωριά καταζαρωμένη εξηντάρα, κάμνουσα διαφόρους μορφασμούς.
+
+Και εξήγησε με λεπτομέρειαν τον τρόπον με τον οποίον ο φοβερός
+κακούργος δολοφονεί τα θύματά του. Τα μόνα του όπλα, ακούς, είνε ένας
+πλατής δίκοπος λάζος κι ένα μπουκαλάκι με υπνωτικό. Εκεί που πηγαίνει
+στο δρόμο της το κορίτσι — η Ελένη σου να πούμε, μακρυά από λόγου της,
+κυρά Γερασιμίνα μου — πλησιάζει με τέχνη ο Τζακ της ακουμπά στη μύτη το
+μπουκαλάκι, εκείνη εν τω άμα — ακούς! — εν τω άμα υπνωτίζεται και
+εκείνος με το λάζο του της ανοίγει την κοιλιά σαν πετάλι.
+
+ — Μήσθητί μου, Κύριε! Ο άδης τον έβγαλε!... εψιθύρισε σταυροκοπούμενη
+η Γερασιμίνα.
+
+Και αι άλλαι γυναίκες εφρικίων από κεφαλής μέχρι ποδών, και
+συνεταράσσοντο κατάχλωμοι, με τα μάτια ολάνοικτα ως να έβλεπαν εμπρός
+των τον φοβερόν κακούργον.
+
+ — Και κυνηγάει όλο τις χήρες...
+
+ — Τις ανύπαντρες!
+
+Βέβαια η Μαρή το είπε για να φοβήση την κυρά Φρόσω. Αλλά εκείνη το
+ανταπέδωκε αμέσως. Γιατί ναι μεν ήταν χήρα η Φρόσω, αλλά προ πολλού
+είχε αγαπητικό έναν πλούσιο φοιτητή από την Σύρα, ο οποίος άμα έδιδε
+εξετάσεις θα την έπαιρνε. Επίστευε λοιπόν ότι από καιρού δεν
+ελογαριάζετο πια με τις χήρες και δεν είχε να φοβηθή τίποτα από τον
+Τζακ.
+
+ — Τι τις χήρες; όλο τα κοριτσάκια τ' ανύπαντρα κυνηγάει· εφώναξε η
+Θοδωριά. Όποια έχει ανύπαντρα ας βρη γαμπρούς!
+
+Και εκοίταξε κατάματα την Γερασιμίνα σαν να τις έλεγε: Για σε τα λέω
+και άκου τα.
+
+Η Γερασιμίνα ήτο σαραντάρα και πλέον, ξερακιανή, με άσπρα μαλλιά εις το
+κεφάλι και μέτρια καμπούρα εις την ράχη. Ήτο δεκαπέντε χρόνια χήρα και
+δεν είχε από τον άντρα της παρά ένα σπιτάκι σε κεντρικό μέρος της
+συνοικίας και μια κόρη την Ελένη. Από το νοίκι του απάνω πατώματος είχε
+εισόδημα τριανταπέντε δραχμές και από την Ελένη πολλές σκοτούρες.
+
+Ότι όμως υπέφερε τόσα χρόνια όλα τα ελησμόνει όταν έβλεπε την κόρη της.
+Τόρα εδούλευαν και οι δύο. Η Γερασιμίνα έπλυνε τα ασπρόρουχα· η Ελένη
+ειργάζετο εις μοδιστράδικο με μεροκάματο μιας δραχμής. Είνε αλήθεια
+μικρά και τιποτένια η πληρωμή, αλλά τι να γίνη; Με αυτήν και τις
+οικονομίες της θα κατόρθωνε σιγά — σιγά να κάμη την προίκα της και να
+αποκατασταθή. Και εις αυτόν τον συλλογισμόν, κύμα θερμόν ευφροσύνης
+έτρεχεν εις όλην την ύπαρξιν της Γερασιμίνας και μισογελούσαν τα χείλη
+ενώ εκοκκίνιζαν τα μαραμένα μάγουλα.
+
+Αλλά τόρα εις τους λόγους της γειτόνισας ότι ο Τζακ μαχαιρώνει κατά
+προτίμησιν τα κορίτσια τα ετοιμόγαμα, ετινάχθη από την πέτραν όπου
+εκάθητο ορθία και την εκοίταξε ερωτηματικά.
+
+ — Ποιος σου το είπε;
+
+ — Τι ποιος μου το είπε; Δε ρωτάς οποίον θέλεις .... Δε ρωτάς το Γιάννη
+μου....
+
+Αλλά τι ανάγκη να ερωτήση τον Γιάννη η Γερασιμίνα; Ενθυμείτο τόρα ότι
+το είχε ακούσει και από άλλους πριν. Και ο μπακάλης της το είπε και ο
+παπάς της ενωρίας και ο μανάβης χθες ακόμη, όταν επήγε ν' αγοράση
+λάχανα, την εκοίταξε κατάματα και της είπε σοβαρά:
+
+ — Τήραξε γρήγορα να παντρέψης την Ελένη.
+
+Τόρα η πτωχή μητέρα έτρεμεν από φόβον.
+
+Εσκέφθη ότι η κόρη της δεν είχεν έλθει ακόμη από την μοδίστρα και
+άρχισε να βάνη με τον νουν της χίλια κακά. Από την ανυπομονησίαν της
+άφησε την συντροφιάν και αργά βαδίζουσα έφθασε εις την γέφυραν του
+Ιλισσού και εκοίταξε με περιέργειαν γύρω.
+
+ — Μα πώς δε φαίνεται ακόμη! εψιθύρισε με αδημονίαν.
+
+Και κάτι της έσφιγγε τον λαιμόν. Η καρδιά της εβροντοκτύπα από
+προσδοκίαν, ενώ δύο δάκρυα ανέβαιναν από τα γεροντικά μάτια της έτοιμα
+να κυλισθούν κατά γης.
+
+Ο ήλιος είχε δύσει από αρκετής ώρας, και μόλις αι ανταύγειαί του
+διετηρούντο ακόμη επάνω εις τα ξανθά μάρμαρα της Ακροπόλεως. Τα άστρα
+είχαν αναφανή ένα με το άλλο εις τον γαλανόν ουρανόν· οι φανοί του
+φωταερίου ανάψανε εις την πλατείαν του Ζαππείου· ένα προς ένα
+εφωτίζοντο ως λαμπρά σκαλοπάτια τα σπίτια που εσκάλωναν εις τους γύρω
+λόφους, οι περιπατηταί έγιναν αραιοί και μόνον οι φωνές μιας συντροφιάς
+παιδιών ηκούοντο συγχεόμεναι με τον αδιάκοπον και βαθύν θόρυβον της
+πόλεως. Και όσον επροχωρούσε η νύχτα τόσον περισσότερον ανησυχούσεν η
+Γερασιμίνα. Είνε αλήθεια ότι και άλλοτε αργούσε η Ελένη, όταν είχαν
+βιαστική δουλειά εις το κατάστημα και ηναγκάζετο να πηγαίνη η ιδία προς
+αναζήτησίν της. Αλλά τόρα, έπειτα από τόσες διαδόσεις θα ήτο δυνατόν να
+εβράδυνε χωρίς κακό το κορίτσι της;
+
+ — Μπα! Δεν είνε για καλό! εψιθύρισε σταυροκοπουμένη.
+
+Και σχεδόν μισοκλαίουσα απεφάσισε να πάη έως το κατάστημα να
+πληροφορηθή. Μόλις όμως έκαμε ολίγα βήματα από την γέφυραν και διέκρινε
+μακράν από το καμαρωτόν περπάτημά της. την κόρην σπεύδουσαν με το δέμα
+εις την μασχάλην. Πλησίον της όμως είδε να βαδίζη και άλλην σκιάν
+ανδρικήν αυτήν, και ελαχτάρισε φαντασθείσα ευθύς τον Αντεροβγάλτην.
+
+ — Έλα κορίτσι μου, τόρα! εφώναξε δυνατά.
+
+ — Εδώ είσαι, καλέ! απάντησε η κόρη.
+
+Αλλ' ούτε η ταραγμένη φωνή της, ούτε η κίνησις του συντρόφου της, που
+εστάθη παράμερα διέφυγε την γριάν. Το εναντίον μάλιστα. Η Γερασιμίνα
+εγνώρισεν ότι ήτο ο Γιάννης, ο γιος της γειτόνισσας, τον οποίον της
+εσύσταιναν να ερωτήση διά τον Τζακ. Και έτσι όμως δεν ησύχασε, αλλά
+περισσότερον δυσαρεστήθη.
+
+ — Μπα! συντροφιά μούρχεσαι! είπε με θυμόν εις την θυγατέρα της.
+
+Και όλον τον δρόμον ως που έφθασαν εις το σπίτι, δεν έπαυσε να ψιθυρίζη
+βρισές εναντίον του συντρόφου της Ελένης. Διότι η Γερασιμίνα εγνώριζε
+από καιρόν ότι η κόρη της ησθάνετο την καρδιά της κλίνουσαν προς τον
+Γιάννη.
+
+Και δεν ηπατάτο καθόλου η Γερασιμίνα. Ο Γιάννης ήτο κοντόχοντρος νέος,
+είκοσι χρονών, τσαγκάρης το επάγγελμα και κούτσαβος κατά συνήθειαν.
+Μυτερά παπούτσια, πλατύ πανταλόνι, κόκκινο ζωνάρι και ρεπούμπλικα κάτω
+της οποίας προς το μέτωπον, επρόβαλαν λαδωμένες αφέλειες. Τις
+καθημερινές εδούλευε μεροκάματο, και τις γιορτές εχόρευε με την λατέρνα
+εις την πλατείαν της συνοικίας. Η Θοδωριά η μάννα του τον εκαμάρωνε
+περισσότερο για τον χορόν του παρά για την δουλειά του. Ώρες καθόταν
+και τον κοίταζε να γυρίζη σαν σβούρα στις μύτες των παπουτσιών του,
+όταν εχόρευε το χασάπικο και συχνά έλεγε με περηφάνεια εις τις άλλες
+γυναίκες.
+
+ — Τι ελεύθερος, καλέ γειτόνισές μου! τι ελεύθερος! Δε χορεύει· πετάει
+σα γεράκι.
+
+Όμως από αυτά κι αυτά η Γερασιμίνα καθόταν στα κάρβουνα. Δεν το ήθελε
+το γεράκι κοντά εις την περιστέρα της. Ο Γιάννης, εκτός που ήταν
+καυγατζής και σκορποχέρης, είχε μητέρα να θρέψη και μιαν αδελφή να
+υπαντρέψη. Και δεν είχε τίποτα άλλο από τα δυο του χέρια. Εις το σπίτι
+εκάθοντο με νοίκι. Όταν την αυγήν ο Γιάννης επήγαινε εις την πόλιν να
+πιάση δουλειά, με το τσιγάρο εις το στόμα και τα χέρια εις τις τσέπες
+του πανταλονιού, ετύχαινε πολλές φορές και η Ελένη να πηγαίνη με το
+δεματάκι της εις την μασχάλην. Και όταν το βράδυ εγύριζεν ο ίδιος εις
+το σπίτι, νωθρά σύρων τα παπούτσια του εις τον δρόμον και συρίζων
+τραγουδάκια του παλκοσένικου, ετύχαινε να γυρίζη και εκείνη με το
+υπόπτερον βάδισμα της, ωσάν βιαζομένη να φθάση εις την μητέρα της. Τότε
+εις τα συναπαντήματα εκείνα εγνωρίσθηκαν αμοιβαίως. Και επειδή η νεότης
+έχει πάντα την καρδιά εις το χέρι και πρόθυμα ανταποδίδει την φιλίαν,
+οι δύο νέοι γρήγορα εφιλιώθησαν τόσον, ώστε δεν άργησε ο ένας να
+ομολογήση εις τον άλλον, τον πόθον που είχαν και οι δύο, να πηγαίνουν
+μαζί εις την εργασίαν και μαζί να γυρίζουν το βράδυ εις το σπίτι τους.
+Επειδή δε πρώτη ομολογία του έρωτος είνε η προσπάθεια που καταβάλει
+καθένας για να κρύψη από τον άλλον τα αισθήματά του, οι δύο νέοι
+εγνωρίσθησαν περισσότερον όταν εσυμφώνησαν να φυλάσσωνται από τους
+γονείς των.
+
+Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και η αγάπη τους έγινε περισσότερη.
+Μέχρις ου ο Γιάννης το είπεν εις την μάνα του και εκείνη έπειτα από
+μερικούς δισταγμούς απεφάσισε να το προτείνη εις την κυρά Γερασιμίνα.
+Αλλά η γριά αμέσως έδειξεν ότι ούτε ν' ακούση ήθελε τέτοιο γάμο. Την
+κόρη της αυτή δεν την είχε για τον Γιάννη· ας το βγάλη από τον νουν
+του! . . . Και σήμερα τα ίδια εξηκολούθει να καλαναρχά εις την θυγατέρα
+της, θυμωμένη που την είδε πάλιν με τον νέον υποδηματοποιόν.
+
+ — Συντροφιές ε! Δεν μπορείς, βλέπεις, νάρθης μοναχή σου! — έλεγε και
+ξανάλεγε η γριά.
+
+ — Μοναχή μου, βέβαια! είπε μιξοκλαίουσα η Ελένη. Δεν ακούς τι γίνεται
+με τον αντεροβγάλτη.
+
+Εις το όνομα του κακούργου η Γερασιμίνα έπαυσεν αμέσως τις φωνές της. Ο
+θυμός της κατέπεσε διά μιας όπως μετά ψυχρολουσίαν και το ρίγος επέρασε
+πάλιν όλον της το σώμα.
+
+ — Τι άκουσες νυφούλα μου; ερώτησε σιγά την θυγατέρα της. Αλήθεια πως
+κυνηγάει τα κορίτσια;...
+
+ — τα ετοιμόγαμα· εσυμπλήρωσεν αμέσως η κόρη. Βέβαια. Δεν άκουσες που
+ξεκοίλιασε ένα στη Βάθεια.
+
+ — Πότε;
+
+ — Ψες — όχι, σήμερα το μεσημέρι.
+
+ — Τι λες;
+
+ — Εκείνο που λέω. Και ήταν αρραβωνιασμένο. Την Κυριακή θα γινόταν ο
+γάμος της.
+
+ — Ωχ αλοίμονό μου της άμοιρης! . . . εφώναξεν η γριά κοιτάζουσα
+φοβισμένη την θυγατέρα της.
+
+ — Αμ βέβαια! εψιθύρισεν η κόρη δειλά. Ο ένας δεν της αρέση, ο άλλος
+της βρωμάει. Να μη μας χαιρετίση κανείς! να μη μας συντροφέψη κανένας!
+
+Η νύχτα είχε προχωρήσει αλλά ο ύπνος δεν εκάθιζε εις τα βλέφαρα της
+κυρά Γερασιμίνας. Τα λόγια της μάνας του Γιάννη, η συμβουλή του μανάβη,
+τα λόγια του παπά που έφτυσε τρις και έκαμε τον σταυρό του εις το όνομα
+του κακούργου ως να επρόκειτο περί του Οξαποδώ, εγύριζαν κι
+εξαναγύριζαν εις το κεφάλι της γριάς διασταυρούμενα μεταξύ των ως
+αστραπαί εις νεφελώδη ουρανόν. Αλλά προ πάντων η Γερασιμίνα εσκέπτετο
+τα λόγια που της είπε η θυγατέρα της απόψε. Η μητρική της στοργή
+εύρισκε μέσα εις αυτά κάποιαν διαμαρτυρίαν, κάποιο παράπονο της
+δροσεράς νεότητος και της ζωής εν γένει, που εκινδύνευε. Και εύρισκεν
+ότι εκινδύνευεν όχι διά τίποτ' άλλο αλλά διά την μωράν επιμονήν της, να
+μη δεχθή ως γαμπρόν της τον Γιάννη, το παιδί της Θοδωριάς.
+
+Αλλά μήπως και αυτή το έκαμε για κακό! εσυλλογίζετο τόρα η Γερασιμίνα,
+θέλουσα να δικαιολογηθή εις τον εαυτόν της. Κάθε γονιός για το καλό του
+παιδιού του φροντίζει. Ήθελε να πανδρέψη την κόρη της· αλλά ήθελε να
+της δώση άνδρα, από τον οποίον να μη στερηθή τουλάχιστον το ψωμάκι.
+Αλήθεια ο Γιάννης ήτο καλός· ψυχή μάλαμα· αλλά τι να τον κάμης που ήτο
+πτωχός· είχε και συνάλλαγμα να εξοφλήση — την αδελφή του. Ενώ ο
+διπλανός μπακάλης, που είχε παραμεστωμένον από εμπορεύματα το μαγαζί
+του, εφαίνετο πολύ προτιμώτερος. Ήτο βέβαια ηλικιωμένος, είχε περάσει
+τα πενήντα αλλά είχε γεμάτο το πουγγί. Ότι είχε και αυτός την ιδέα του
+για την Ελένην, δεν υπήρχεν αμφιβολία. Όταν η Γερασιμίνα επήγαινε εις
+το μαγαζί του της έκανε τόσες περιποιήσεις και την ερωτούσε συχνά πυκνά
+για την κόρη της. Όταν λοιπόν μια μάνα έχει τόσες καλές ελπίδες για την
+τύχην της κόρης της, βέβαια δεν μπορεί να βιασθή να την δώση σε
+χειρότερα.
+
+ — Μπόραγα να κάμω αλλιώς; ερωτούσε μονάχη της.
+
+Αλλά τόρα παρεδέχετο και αυτή ότι έπρεπε να βιασθή. Ο μπακάλης δεν
+έλεγε ούτε ναι ούτε όχι. Και όμως η Ελένη της είχεν ανάγκην από
+προστασίαν, ισχυράν προστασίαν. Άσε που μπορεί να κλείση έξαφνα και
+εκείνη τα μάτια της και να την αφήση εις τους πέντε δρόμους! Και τόσο
+ζωντανή εφάνη εις την φαντασίαν της η ερημιά της κόρης της ώστε άρχισε
+σιγά σιγά να αλλάζη την ιδέα που είχε πριν διά τον Γιάννη. Καλό παιδί
+και αυτός! γερός, δουλευτής. Πώς είνε μαχαιροβγάλτης; Αλλά τάχα και
+αυτό δε χρειάζεται εις τους καιρούς που ζούμε; Ας πάρη τα μούτρα του ο
+κύριος Τζακ να φανή μπροστά του. Έπειτα την αγαπάει την Ελένη.
+
+ — Δος μου την Ελένη κι ας είνε με το πουκάμισο! της είχε ειπή κάποτε
+για να δείξη πως εκείνη αγαπά και όχι την προίκα της.
+
+Ε! Αφού αγαπιώνται ας ζήσουν τα παιδιά της· κατέληξεν η γριά. Και άμα
+μέσα εις τις σκέψεις της αυτές ετύχαινε να καταβάλλεται η γεροντική της
+κράσις και να βυθίζεται εις νάρκην, ο Αντεροβγάλτης πελώριος με μακρυά
+μαύρα μουστάκια και γενειάδα δασείαν, με δυο μάτια φλογερά και μεγάλα
+ως άστρα, εφαίνετο έξαφνα να μπαίνη από τις χαραμάδες της πόρτας, με
+γιγάντια μάχαιρα εις το ένα χέρι και παμμεγίστη μποτίλια εις το άλλο.
+Και τίποτε δεν εζήτει εκεί ο κακός άνθρωπος παρά να ξεκοιλιάση την
+θυγατέρα της. Τότε η γριά ετινάζετο εις το στρώμα έξαλλος και άπλωνε τα
+χέρια προς τ' αριστερά όπου εκοιμάτο η Ελένη και για πολλήν ώραν
+εκοίταζε το πρόσωπόν της, θέλουσα εις το αμυδρόν φως που έχυνε επάνω
+της η κανδύλα του εικονίσματος να καμαρώση τα χαρακτηριστικά της. Και
+έξαφνα τα μητρικά της αισθήματα εκυρίευσαν τόσον την καρδιάν της, ώστε
+έσφιξε την κόρην εις τους κόλπους της σπασμωδικώς χύνουσα άφθονα
+δάκρυα.
+
+ — Τι έχεις μαμάς ερώτησε η κόρη εξυπνώσα κατατρομαγμένη.
+
+ — Τίποτα κόρη μου! τίποτα νυφούλα μου . . . είπε η γριά τρυφερά. Ναι
+αύριο θα σε δώσω του Γιάννη . . . τ' απεφάσισα.
+
+Μόλις εξημέρωσεν η κυρά Γερασιμίνα ήτο στο πόδι. Περισσότερον
+ανυπομονούσε τόρα αυτή παρά η Ελένη. Την εύρισκε μάλιστα τόσον φυσικήν
+την απόφασίν της που δεν ημπορούσε να εξηγήση πώς εμπόδισε τόσον καιρόν
+αυτόν τον γάμον, αφού επρόκειτο να ευτυχήσουν όχι μόνον οι δύο νέοι,
+αλλά και αυτή η ιδία. Και η ανυπομονησία της έγινε μεγαλύτερη όταν
+ανοίξασα την πόρτα της είδε της γειτόνισσας κλειστήν ακόμη. Γούστο είνε
+να έφυγαν πρωί πρωί και να περιμένη ως το βράδυ. Και αν δεν έρθουν το
+βράδυ κι αν δεν έρθουν ούτε αύριο; Και πού να πήγαν: Μην επήγαν στον
+Περαία; Μην άλλαξαν κατοικία; Μην τον πάντρεψε σώγαμπρο πουθενά τον
+Γιάννη η κυρά Θοδωριά; Όλα γίνονται. Ο διάβολος άμα θέλει να χαλάση μια
+δουλειά όλα τα καταφέρνη... Η Γερασιμίνα έπινε τον καφέ της,
+εσυλλογίζετο και όσο που δεν έκλαιε.
+
+Τέλος άνοιξε η απέναντι πόρτα και η Θοδωριά εχαιρέτισε πρώτη. Η
+Γερασιμίνα ήθελε να πετάξη μια στιγμή, να κάμη την πρότασί της και να
+τελειώσουν μια ώρα αρχήτερα. Αλλά πράγμα παράδοξον — κάτι της έσφιξε
+την καρδιά και εδίστασε. Η ιδέα της παλαιάς της διαγωγής, ο πρόστυχος
+τρόπος με τον οποίον άλλοτε απέρριψε αυτή τας προτάσεις των, ήλθε τόρα
+και την εκάρφωσε εις το κατώφλι της. Δεν ήτο τάχα δίκαιο να της φερθούν
+έτσι κι εκείνοι τόρα;
+
+ — Καλημέρα, θειά Γερασιμίνα;
+
+Ο Γιάννης επέρασε κοντά και την εχαιρέτισε με πολύν σεβασμόν. Και η
+μητέρα του που ήρχετο από πίσω με την στάμνα, την εχαιρέτισε και εκείνη
+με μαλακό και γλυκό χαμόγελο.
+
+ — Καλημέρα κι από κοντά, γειτόνισσα. Πώς πέρασες απόψε;
+
+Η Γερασιμίνα εμαγεύθη από την καλοσύνη και των δύο. Καρδιές μια φορά!
+Ρουμπίνια να βάλης δε ζυγιάζονται. Επήρε τέλος θάρρος, έσφιξε τον εαυτό
+της και τους έκραξε με τόνομα.
+
+ — Γιάννη! κυρά Θοδωριά!... κοπιάστε μέσα μια στιγμή!
+
+ — Ελυπήθηκ' η καρδιά σου επί τέλους! εφώναξε με χαρά η Θοδωριά.
+
+Η Γερασιμίνα έκαμε πως δεν άκουσε. Εμπήκε πρώτη εις το σπίτι, άναψε το
+καμινέτο, έβαλε νερό εις το μπρίκι και το ετοποθέτησε απάνω. Έπειτα
+εσυμπλήρωσε την πρόσκλησί της:
+
+ — να πάρτε έναν καφέ ...
+
+Μάνα και γιός εκοιτάχθηκαν με απορία. Γι' αυτό τους κάλεσε! να πάρουν
+έναν καφέ; Τάχα δεν έχουν καφέ στο σπίτι τους; Η Θοδωριά ετοιμάζετο να
+ζήτηση εξηγήσεις, αλλά εμπήκεν η Ελένη δροσερή και χαρούμενη και άρχισε
+να φιλή την γειτόνισσά της σαν να είχε να την ιδή χρόνους. Σύγκαιρα τα
+μάτια της λαμπερά και γελαστά έπαιζαν του νέου, δίνοντας του υπόσχεση
+πως όλα ετελείωσαν πια.
+
+Εκείνη την στιγμή ακούστηκε έξω δυνατή φωνή:
+
+ — Εφημερίδες! και η σύλληψη του Άντεροβγάλτη! . .
+
+ — Τι, τι, τι; έκαμε η Γερασιμίνα.
+
+ — Α! το τέρας!... εφώναξε η Ελένη
+
+ — Τον έπιασαν τέλος πάντων! είπε με ανακούφισιν η Θοδωριά.
+
+Ο Γιάννης εβγήκεν εις την πόρτα, αγόρασε την εφημερίδα και αφού
+εκοίταξε εδώ κι εκεί, άρχισε να διαβάζη δυνατά:
+
+ — Τέλος απηλλάγη η πόλις μας — τι λέγομεν η πόλις μας, ο κόσμος όλος
+και ιδία ο γυναικείος — απηλλάγη ενός εφιάλτου. Ο Τζακ, ο φοβερός Τζακ
+ο αντεροβγάλτης δεν θα διαπράξη πλέον τα στυγερά αυτού κακουργήματα. Ο
+πέλεκυς της Δικαιοσύνης τάχιστα θα επιπέση βαρύς επί του τραχήλου
+του...
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός!... εστέναξε η Γερασιμίνα.
+
+ — Γειτόνισσα, πάει ο καφές!... εφώναξε βιαστικά η Θοδωριά.
+
+Αληθινά η γριά τόσον είχεν αφαιρεθή από τα νέα της εφημερίδας, ώστε δεν
+επρόσεχε καθόλου εις το μπρίκι. Ο καφές εφούσκωσε, εχύθη και έσβυσε το
+καμινέτο.
+
+ — Ω! έκαμεν η γριά με θλίψιν. Να βάλω άλλον.
+
+ — Όχι, δεν είνε ανάγκη, θειά Γερασιμίνα· είπε ο Γιάννης. Ώρα να
+πηγαίνω.
+
+ — Να μην πάρτε έναν καφέ!... Δε γίνεται! επέμενε η γριά.
+
+ — Δεν είνε καιρός, μητέρα· είπε στενοχωρημένη και η Ελένη. Πες ότι
+έχεις να ειπής και να πηγαίνη.
+
+ — Άργησα μάλιστα και θα φάω πρόστιμο· είπε ο Γιάννης, παίζοντας
+νευρικά τη ρεμπούπλικα στο χέρι του.
+
+ — Βγάλε τον πια το λόγο σου και δε θα σε κρεμάσουν! ... είπε με γέλοιο
+και αγανάκτηση μαζί η Θοδωριά.
+
+Η κυρά Γερασιμίνα βρέθηκε στενοχωρημένη. Αλήθεια τι είχε να τους ειπή;
+Ο αντεροβγάλτης επιάστηκε· δεν τον εφοβόταν πια. Ο μπακάλης ήταν εκεί
+με το εμπορικό του τίγκα. Γιατί να βιαστή; Απόφευγε όσο ημπορούσε τα
+μάτια της κόρης της. Γύρισε σαν να ζητούσε κάτι και τέλος έσκυψε,
+έβγαλε από το πόδι της μια μισολυωμένη παντόφλα και την παρουσίασε στο
+Γιάννη.
+
+ — Είπα γιε μ' κάνε μου τη χάρη να την μπαλώσης. Το βράδυ που θα
+γυρίσης μου τη φέρνεις. Δεν έχω άλλη και θα βάλω τα καλά μου σήμερα όλη
+μέρα. Κι ότι κάνει θα σε πληρώσω...
+
+Ο νέος άπλωσε μηχανικά επήρε την παντόφλα και εστάθη ακίνητος εκεί,
+κατάχλωμος, με τα χείλη τρέμοντα, τα μαλλιά σηκωμένα. Η Ελένη εκοίταζε
+πότε αυτόν πότε τη μάνα της και πότε τη Θοδωριά κατάπληκτη κι εκείνη
+και όλο εψιθύριζε σαν αποβλακωμένη.
+
+ — Τι λέει! τι λέει! τι λέει!...
+
+Και η κυρά Θοδωριά έπαθε την ίδια κατάπληξη· αλλά συνήλθε αμέσως.
+Γρήγορα ένοιωσε την μεταβολή της γειτόνισσάς της και την αφορμή που την
+εγέννησε.
+
+ — Πήγαινε, παιδί μου· είπε εις τον γιο της ήσυχα πέρνοντας την
+εφημερίδα από τα χέρια του. Πήγαινε. Δεν είνε λόγος να χάσης το
+μεροκάματο σήμερα.
+
+ — Μαμά!... εφώναξε με παράπονο η κόρη.
+
+Η Γερασιμίνα εφαίνετο αφωσιωμένη εις το να σφογγίζη τους καφέδες από το
+τραπέζι και ούτε εγύρισε να ιδή την κόρη της.
+
+ — Μα τι μας διάβασες παιδί μου! είπε έξαφνα η Θοδωριά παίζοντας
+ταυτοχρόνως το μάτι και εις τους δυο νέους. Δεν είδες παρακάτω;
+
+Και άρχισε να διαβάζη δυνατά και χτυπητά: «Κατά δυστυχίαν όλα είνε
+ψεύματα. Ο φοβερός Άγγλος και πάλιν ελεύθερος. Εκεί που τον ωδηγούσαν
+εις την ανάκρισιν εξέφυγε από τας χείρας του χωροφύλακα — κουλαμάρα
+ντε! — φόρα την κάμα και ανοίγει σαν πετάλι την κόρη του Διαφεντή —
+ετοιμόγαμη κοπέλλα είκοσι χρονών.»
+
+ — Έλα Χριστέ και Παναγιά! . . . διέκοψεν η Γερασιμίνα.
+
+ — Μπα το τέρας! . . . είπε η Ελένη κοιτάζοντας με κρυφή χαρά τον
+τρόμον της μάνας της.
+
+ — Τον έπιασαν το ελάχιστον; ερώτησεν ο Γιάννης
+
+ — Μπα! δεν ακούς τι λέει; έκαμε η Θοδωριά και άρχισε πάλι το διάβασμα.
+Η εξουσία ετράπη προς καταδίωξί του. Λέγεται ότι ο κακούργος
+διευθύνεται στο Βαθρακονήσι....
+
+ — Πωπωπωπώ! . . . ηκούσθη η φωνή της Γερασιμίνας. Και συγχρόνως ώρμησε
+και έκλεισε δυνατά την πόρτα με τον σύρτη.
+
+ — Δεν έχεις να πας πουθενά, κορίτσι μου· είπε τρέμουσα ολόκορμη. Δεν
+θα βγης από την πόρτα μας βήμα.
+
+ — Και βέβαια! είπε η Θοδωριά, Καλέ τι τούτο που μας ηύρε! Να μην
+ωρίζουμαι τα παιδιά μας!..
+
+Οι δύο νέοι την εκοίταζαν με θαυμασμόν: Πώς τα καταφέρνει, καλέ!
+
+ — Εγώ θα φύγω ως τόσο· είπε ο Γιάννης. Δε θα γλυτώσω, φοβάμαι το
+πρόστιμο.
+
+ — Θα μας αφήσης μονάχες! . . . εψιθύρισεν η Ελένη τρομασμένη τάχα.
+
+Ο Γιάννης εκίνησε να φύγη, έφτασε εις την πόρτα και κοντοστάθηκε.
+
+ — Λοιπόν, θειά Γερασιμίνας ερώτησε με χαμόγελο· ποια θες να πάρω να
+μπαλώσω;
+
+ — Την παντόφλα ή την... κυρά Λένη; επρόσθεσε γελαστή η Θοδωριά.
+
+Η γριά τον εκοίταξε με αγωνίαν. Έρριξε τα μάτια εις όλα γύρω, έμψυχα
+και άψυχα σαν να τους εζητούσε συμβουλή και τέλος απάντησε σαν να
+παραμιλούσε:
+
+ — Πάρτες και τις δυο! πάρτες με την ευχή μου!...
+
+
+
+Σ Τ Ρ Α Τ Ι Ω Τ Η Σ
+1912 — 1922
+
+
+
+Έβγα μανούλα να με ιδής έβγα να μ' αγνατέψης.
+Το πώς γυρίζω την Τουρκιά όλα τα βιλαέτια,
+Το πώς γιαλίζ' η λόγχη μου, πώς λάμπει το ντουφέκι
+Κι αυτό το καταυχένι μου στις πλάτες ανεμίζει!
+Κι η μάνα του του μίλησε κι η μάνα του του λέει:
+Με τι ποδάρια να σταθώ να βγω να σ' αγναντέψω;
+Γέρασα η μαύρη γέρασα κι ακόμα παντυχαίνω
+Ν' ακούσω πως τα πάτησες της Πόλης τα Μπουγάζια!...
+
+
+
+ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
+29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824
+
+
+
+Εις του Γέροντα τον κάβο καραντί κάνει μεγάλο.
+Μια φρεγάδα βόλτα — βόλτα φοβερίζει τα μπουρλότα.
+Μπουρλότα τής μολύσανε στην πρύμνη το κολλήσανε.
+Άλλο ένα της μολάρουν και στην μπάντα την τρακάρουν.
+Επήρ' ο τσιμπχανές φωτιά και φοβηθήκαν τα σκυλιά.
+Μώρ' απόψε θα μας κάψουν όλους σκλάβους θα μας πιάσουν..
+Χάιντε γεια σου μώρ' ναβέτα πούκαμες τις μπάλες νέτα.
+Νάταν δυο σαν το Μιαούλη καίγαν την αρμάδα ούλη.
+Νάταν άλλη μια ναβέτα κάναν την αρμάδα νέτα.
+
+
+
+Φ Ρ Α Γ Κ Α Β Ι Λ Λ Α
+29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824
+
+
+
+Ήσαν ψηλές και λιγερές σαν το κυπαρίσι, ωραίες σαν την Αφροδίτη,
+χαρούμενες και γελαστές όπως θέλουν την Αμαριλίδα. Και είχαν τα αυτά
+χαρακτηριστικά: Μεγάλα γαλανά μάτια με μακριές βλεφαρίδες· χείλη λεπτά
+και κόκκινα σαν το λουλούδι της ροδιάς· μαλλιά χρυσά και τόσο μακρυά
+που όταν έπεφταν εις την λίμνη εσκέπαζαν όλο της το πρόσωπο σαν
+χρυσοπλεγμένο δίχτυ.
+
+Την μία την έλεγαν Ροδιά και την άλλη Τριανταφυλλιά.
+
+Μιαν αυγή ανοιξιάτικη κατέβηκαν εις την λίμνη και αφού έβγαλαν τα πέπλα
+τους έπεσαν εις το νερό, που με ανατριχίλα και αυτό άρχισε να γλείφη το
+άσπρο τους κορμί.
+
+ — Είνε άλλη καλήτερη από μας; ερώτησεν έξαφνα η Ροδιά την αδελφήν της.
+
+ — Είσαι και συ, είμαι κι εγώ· μα είνε κι η Νεράιδα της λίμνης που
+λέει: φέξε ήλιε μου τι εγώ θα φέξω.
+
+ — Και είνε καλήτερη από με;
+
+ — Είνε, βέβαια.
+
+ — Αμή δε... Σα θέλη ας έβγη και θα ιδούμε.. είπε με θυμό η Ροδιά.
+
+Αλλά δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον της και η κοιλάδα εφωτίσθη από
+μαγικήν λάμψιν. Μαύρα ως άσφαλτος μαλλιά πλεγμένα κατά την αρχαίαν
+ελληνικήν συνήθειαν απάνω σε κεφάλι κανονικό και έπειτα πάγκαλον και
+απαλόν στήθος εφάνησαν επάνω από το νερό. Ήτο η Νεράιδα. Αι δύο αδελφαί
+έκλεισαν τα μάτια τους από την λάμψιν.
+
+ — Ιδές με, είπε στη Ροδιά η Νεράιδα· είμαι καλήτερή σου;
+
+ — Είσαι, κυρά... είπεν εκείνη, τρέμουσα ως το φυλλοκάλαμον.
+
+ — Τότε, θα σε πάρω στο παλάτι μου, να γένης δουλεύτρα μου. Θα σε
+κλείσω εκεί να μαραθούν τα κάλη σου και να μη καυχηθής πια.
+
+Και έσυρε μέσα εις την λίμνη χωρίς να θέλη την Ροδιάν.
+
+Όταν έμεινε μόνη η Τριανταφυλλιά έκλαιε και δεν ήθελε να αφήση το μέρος
+όπου ετάφη ζωντανή η αδελφή της. Έφερε μελόπητες από τις σπηλιές και
+γάλα από τα γίδια και ξανθό μαλλί από νεογέννητο αρνί και τα έρριξε εις
+την λίμνην για να μαλακώση την Νεράιδα. Αλλά δεν κατώρθωνε τίποτα.
+
+Κάποια ημέρα, εβαρέθηκε τα κλάματά της και εβγήκε η Νεράιδα.
+
+ — Τι θέλεις εδώ Τριανταφυλλιά; της είπε με θυμό.
+
+ — Κυρά, είπεν εκείνη δειλά, δος μου την αδερφή μου ή πάρε κι εμένα
+μαζί... Εκείνη δεν έμαθε να δουλεύη· είμαι καλήτερη δουλεύτρα εγώ.
+
+ — Δεν σε θέλω εσένα. Αν θες την αδερφή σου κόψε και δος μου τα μαλλιά
+σου.
+
+ — Τα μαλλάκια μου; είπε με ανατριχίλα η Τριανταφυλλιά.
+
+Δεν εδίστασεν όμως, αλλ' ευθύς έκοψε και έρριξεν εις την λίμνην τα
+χρυσά της μαλλιά. Τότε εφάνη επάνω από τα νερά ένα κλωνί ροδιάς· αλλά
+δεν τον επρόσεξε η κόρη, γιατί περίμενε να ιδή την αδελφήν της. Και
+άρχισε πάλι τα κλάματα.
+
+Την άλλην ημέραν εφάνη πάλιν η Νεράιδα.
+
+ — Γιατί κλαις Τριανταφυλλιά; της είπε, με χαρούμενο γέλιο.
+
+ — Είσαι κακή και σκληρή· η αδερφή μου δεν εφάνηκε πουθενά.
+
+ — Εφάνηκε, αλλά δεν μπορείς να την γνωρίσης... Δος μου τα μάτια σου
+και θα την αποκτήσης.
+
+ — Ω! τα μάτια μου!... είπε με πόνο η κόρη.
+
+ — Δεν θέλεις; είπεν η Νεράιδα τότε...
+
+Και εκινήθη να φύγη.
+
+ — Ω, στάσου! στάσου! είπε με δάκρυα και δένουσα παρακλητικά τα χέρια η
+κόρη. Δε θέλεις άλλο από τα μάτια μου; Έχει πολύ χρυσάφι ο πατέρας και
+η μάνα μου, διαμάντια και μπριλάντια που λάμπουν σαν τον ήλιο. Θέλεις
+να σου φέρω από κείνα;
+
+ — θέλω τα μάτια σου· μου τα δίνεις; είπεν απειλητικά η Νεράιδα.
+
+ — Τα μάτια μου!... είπε με φρίκην η κόρη. Να, πάρε κι αυτά και δος μου
+την αδερφή μου... Ορκίσου όμως πως θα μου τη δώσης.
+
+ — Ορκίζομαι να πεθάνω και να μη ξαναζήσω πια. Τα χείλη μου να
+σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια και το νερό μου να γίνη βρωμερό· είπεν η
+Νεράιδα.
+
+ — Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ'
+αγριαγκάθια, και το νερό σου να γίνη βρωμερό· ξανάειπε η Τριανταφυλλιά.
+
+Και με την άκρη του βούρλου εκέντησε τα μάτια της και τα έχυσε μέσα εις
+την λίμνην.
+
+ — Να η αδελφή σου, ηκούσθη ευθύς η φωνή της Νεράιδας.
+
+Η δυστυχής τυφλή, αργοβατούσα και σφάλλουσα, άπλωσε τα χέρια, αλλά
+μόνον αγκάθια έσφιγγεν εις τα στήθη της.
+
+ — Ω! δος μου την! έλεγε με πόνον ψυχής· δος μου την ...
+
+ — Σφίξε την αγκαλιά σου και θα την εύρης, είπεν η Νεράιδα.
+
+Εκείνη έσφιξε πρόθυμα την αγκαλιά της, αλλ' αντί το σώμα της αδελφής
+της, αγκάθια ροδιάς ένοιωσε να τρυπούν το σώμα της.
+
+ — Ω! με γέλασες! είπε με πόνον και έπεσε κάτω λιπόθυμος.
+
+Και δεν έννοιωσεν ότι η ροδιά που αγκάλιαζε ήτο η μεταμορφωθείσα αδελφή
+της.
+
+Η Τριανταφυλλιά όταν συνήλθε αργότερα, εσηκώθη και ηθέλησε να βαδίση,
+αλλά εσκόνταβε εις κάθε βήμα... Έλειπαν τα γαλανά και μαγευτικά μάτια
+της. Το φως εκείνο, δίχως του οποίου και ο ήλιος χάνεται και αυτή η
+θεία και φεγγοβόλος στήλη θα καταντούσε περιτή εις τους υιούς του
+Ισραήλ, είχε σβύση διά αυτήν.
+
+ — Μου έλεγαν τις Νεράιδες κακές και φθονερές· μα δεν το πίστευα τόσο
+!... Έκοψα τα μαλλιά μου, τα χρυσά μαλλιά μου και της τα έδωκα...
+Έπειτα της έδωκα τα μάτια μου. «Τι με μέλλει, έλεγα, αφού θα μου δώση
+την αδερφή μου; Εκείνη θα με παίρνη από το χέρι, θα μου μιλή, θα
+γελούμε μαζί και θα τα λησμονώ όλα» μα τόρα;
+
+ — Αχ!... Είπε, και άρχισε τα δάκρυα.
+
+Άκουσε τότε φωνές ανθρώπων και γαυγίσματα σκύλων. Ένας άνθρωπος
+επλησίαζε προς αυτήν· εμαζεύθη πίσω από τα βάτα όπως η Άρτεμις προ των
+περιέργων βλεμμάτων του Ακταίωνος.
+
+ — Κόρη μου!... εφώναξεν ο άνθρωπος μόλις την είδε.
+
+ — Πατέρα μου!... είπεν εκείνη εις την φωνήν και έπεσε εις την αγκαλιά
+του.
+
+Αλήθεια ήτο ο δύστυχος πατέρας, που είχεν έβγει εις αναζήτησιν των
+θυγατέρων του.
+
+Ο γέρος έμαθε τα πάντα. Εφώναξε τους υπηρέτας του, άδειασαν την λίμνην,
+και εις τον πάτον αυτής εύραν μια πλάκα στακτιά.
+
+ — Από κάτω από αυτήν είνε η κόρη μου είπε και διέταξε να την σηκώσουν.
+
+Αλλά εις το πρώτον κτύπημα, φωνή τρομώδης ηκούσθη. Οι εργάται ετράπησαν
+εις φυγήν. Η λίμνη εγέμισε πάλι νερό και μια φωνή γλυκεία, αλλά
+μελαγχολική ηκούσθη να λέγη.
+
+ — Του κάκου ζητείς να με σώσης, πατέρα ... Πάρε την άλλη σου κόρη και
+φύγε ... Εδώ είνε τόπος κακός. Μη θελήσης να βγάλης την πλάκα, γιατί
+αμέσως θα πηδήση νερό που θα πνίξη τον κόσμο... Δεν είνε σωστό για μια
+ψυχή όσο αγαπητή κι αν είνε, να θυσιάζη κανείς τη ζωή των άλλων...
+
+Η φωνή εσιώπησεν. Ο γέροντας και η τυφλή εκυριεύθησαν από φρίκην,
+έφυγαν μακρυά. Ο γέροντας θλιμένος έφερε την τυφλήν θυγατέρα του εις
+τον πύργον και έμεινεν η κοιλάδα ήσυχη και η Ροδιά δίχως την aδελφήν
+της...
+
+Αλλά η τυφλή δεν θέλει να λησμονήση. Όπως ο Αλφειός την Αρέθουσαν, ο
+Παν την Σύριγγα, ο Ωρίων τας Πλειάδας και η Γη τον Ουρανόν, έτσι και
+αυτή ποθεί το μέρος όπου η αδελφή της μένει κλεισμένη. Κάποτε εξέφυγε
+από τους φύλακάς της κατέβηκε εις τον κήπον και τρέχει εκεί που είχαν
+φυτεύσει με την αδελφήν της μίαν ροδιάν. Έκοψε ένα μικρό κλωνάρι
+πιστεύουσα ότι τούτο, επειδή από εκείνην εφυτεύθη, θα ωδήγει τα βήματά
+της, όπως ο χρυσόφυλλος κλάδος τον Αινείαν εις τα δάση του Αόρνου, και
+θα αντικαθίστα τα σβυσμένα μάτια της προς ανεύρεσιν της Ροδιάς. Και
+τόρα κρατούσα αυτό εις το αριστερόν χέρι, και εις το δεξιόν οζώδη
+ράβδον και ακολουθουμένη υπό μικράς λευκομάλλου ελάφου, επέρα
+βραδυπορούσα φάραγκας και δρυμούς, διευθυνομένη προς το μέρος όπου
+ήλπιζεν ότι ήτο η αδελφή της.
+
+Μετά καιρόν έφθασεν εις μέρος όπου ο Πηνειός εκύλιε με πάταγον τα ψυχρά
+και θολά νερά του, ανάμεσα εις πέτρες και κορμούς δένδρων.
+
+Δεν εδίστασεν. Καθόλου δεν την τρομάζει ο βρόντος των νερών. Έκραξε την
+πιστήν της έλαφον και καθήσασα επάνω της, πέφτει εις τον ποταμόν. Αλλά
+το ρεύμα είναι ορμητικόν· η έλαφος αγωνίζεται, φθάνει εις το μέσον, και
+μόνον το μικρόν και ωραίον κεφάλι της φαίνεται απάνω από τα νερά. Ο
+άνεμος φουσκώνει τα φορέματα της τυφλής, σκορπίζει τους αναπτυχθέντας
+χρυσούς βοστρίχους της και εκείνοι ραπίζουν ελαφρά το ωχρόν, πλην
+γαλήνιον πρόσωπόν της. Εις τα χείλη της που έχουν το χρώμα μαραμένου
+κρίνου κάθηται πικρία, τα βλέφαρά της κινούνται, ως να θέλουν να
+δείξουν εις αυτήν τον κίνδυνον. Έχει σταυρωμένα εις το στήθος τα χέρια
+και εις το ένα κρατεί την ροδιάν, μόνην της ελπίδα. Φαντάζεται την
+έκτασιν, τον ποταμόν που περνά, τα χαλίκια και τας όχθας του και τας
+ιτέας, αλλά γνωρίζει ότι δεν ημπορεί να ίδη, και κρατεί την κεφαλήν της
+ίσα προς το μέρος όπου η έλαφος διευθύνεται.
+
+Ο Πηνειός, νομίσας αυτήν ως την αγαπητήν του νύμφην Κρέουσαν, κρατεί το
+ρεύμα του και η έλαφος αποθέτει εις την όχθην την τυφλήν. Σηκώνεται
+εκείνη και εξακολουθεί, μέσα από αγκάθια και τριβόλους, τον δρόμον της·
+βάτα ξεσχίζουν τα φορέματά της και τα αγκάθια τους πόδας της, αλλά
+αδιαφορεί.
+
+ — Ω! αν είχα τα μάτια μου! λέγει. Και σπεύδει, σπεύδει εκεί, όπου
+ταχύτερος έχει φθάσει ο λογισμός της.
+
+Σε λιγάκι ακούει κοντά εις τα πόδια της άλλα νερά ορμητικώς θραυόμενα,
+αλλά συγχρόνω, και γλυκείαν φωνήν, περιπαθώς ψάλλουσαν ένα απελπιστικό
+τραγούδι, όπως το τραγούδι ισοβίου καταδίκου:
+
+ Ο ήλιος έσβυσε,
+ Παν τα λουλούδια,
+ Φύγαν τα όνειρα,
+ Χαρές, τραγούδια·
+ Η γη σκοτείνιασε,
+ Χάθη τ' αηδόνι,
+ Βοριάς εχύμηξε,
+ Πλακώνει χιόνι...
+ Νιάτα περήφανα,
+ Περίσσια κάλλη
+ Όλα χαθήκανε...
+ Ανεμοζάλη,
+ Τα πήρε κι έφυγε...
+ Αχ! έλα, Χάρε,
+ Κι εμέ την άμοιρη,
+ Μαζί σου πάρε...
+
+Εγνώρισε την φωνήν της αδελφής της και συγκινημένη και κατάκοπος από
+την οδοιπορίαν εκάθησε κοντά εις την ρίζαν πολυφύλλου πλατάνου.
+
+ — Ω αδερφή μου, που ήσαι; έλεγε η Ροδιά. Με άφησες λοιπόν και συ...
+Όταν ήμεθα μικραί, εσύναζα τα λουλουδάκια κ' έπλεκα με αυτά τα μαλλιά
+σου ... Σου έφερνα νεράκι κρύο από την πηγή και την πρωτομαγιάτικη
+δροσιά για να νίβης το πρόσωπό σου ... Τόρα με λησμόνησες... Αχ! με
+λησμόνησες και συ!...
+
+Η τυφλή ηθέλησε ν' απαντήση, αλλά δεν ηδυνήθη. Εσηκώθη τότε και ηθέλησε
+να περάση τον ποταμόν αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον εις το νερό εφοβήθη
+και εβγήκε.
+
+Αλλά η φωνή της Ροδιάς ηκούσθη πάλιν.
+
+ — Μη φοβήσαι το νερό, αδερφή μου. Θα γνωρισθούμε από τους χτύπους της
+καρδιάς μας. Έλα· εσύ με την αγκαλιά σου θα μου δώσης ζωή κ' εγώ με τα
+φιλήματά μου τα μάτια σου.
+
+ — Δεν θέλω τα μάτια μου, φθάνει να σε αποκτήσω· είπεν η τυφλή.
+
+Και ερρίφθη ασυλλόγιστα εις το νερό.
+
+Αλλά το ρεματάκι που τόρα μόλις κυλά κάτω από τα χόρτα, τότε εχύνετο με
+ορμήν και μανίαν. Η τυφλή σηκώνει ψηλά τα χέρια για να ζητήση βοήθειαν·
+αλλ' ούτε η καλλίσφυρος Λευκοθέα έρριξεν εις αυτήν τον πέπλον της, ούτε
+κανένα δένδρον έγειρε τα κλαδιά του, για να πιασθή και να σωθή.
+
+Επνίγη. Και τα καλάμια εις την όχθην άρχισαν πάλιν τους θρήνους των και
+ο νυκτοκόρακας ηκούσθη επάνω εις το κυπαρίσσι.
+
+Την άλλην ημέραν μικρή τριανταφυλλιά εφάνη κοντά εις την ρίζαν του
+πλατάνου. Παρεκάλεσεν αυτόν να την πάρη εις το ψήλωμά του και αυτός
+έγειρε και εσκάλωσε εις τον κορμόν του η τριανταφυλλιά. Αλλά όλο και
+εστέναζεν.
+
+ — Τι έχεις τριανταφυλλιά μου; την ερώτησε κάποτε ο πλάτανος.
+
+ — Εκεί εις την αντικρυνή όχθη, είνε η αδελφή μου. Ο ποταμός με
+εμπόδισε να την ιδώ όταν εζούσα. Τόρα αδύνατη δεν μπορώ να την φτάσω
+και να την φιλήσω, καθώς πρώτα· είπε με στεναγμόν.
+
+Ο πλάτανος εσυγκινήθηκε· άπλωσε ένα του κλαδί, έκαμε τόξον απάνω από το
+νερό, ετυλίχθη εκεί η τριανταφυλλιά και έπειτα έσκυψε το κλωνάρι της,
+ακριβώς απάνω από την ροδιά. Όταν ο άνεμος φυσήξη ταλαντεύει το
+κλωνάρι της τριανταφυλλιάς και η άκρη της φιλεί την ροδιάν τρυφερά.
+Τότε τα καλάμια συρίζουν ηδονικά, τα πουλιά γλυκοκελαδούν, τα φυτά
+στολίζονται με τα ευωδέστερα άνθη, το ρυάκι κελαρύζει, και αι δύο
+αδελφαί ανταλλάσουν τα άνθη των και δεν παύουν να ψιθυρίζουν τον όρκον
+της Νεράιδας.
+
+ — Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ'
+αγριαγκάθια και το νερό σου να γίνη βρωμερό.
+
+Και αληθινά. Από τότε το νερό της λίμνης εβρώμησε και τα βούρλα
+εσκέπασαν το πρόσωπό της.
+
+
+
+Α Ρ Μ Α Τ Ω Λ Ο Σ
+
+
+
+ — Κάτσε Σεβντή μου φρόνημα κι εγώ να σε παντρέψω.
+ — Δε θέλω, μάνα μ' παντρειά, δε θέλω 'γω γυναίκα.
+Εζήλεψα τη λεβεντιά και το ζαριφιλίκι
+Και τα τσαπράζια των κλεφτών, των καπεταναραίων
+Και τ' ασημένια τ' άρματα πώχουν τα παληκάρια.
+Ζύμωσ' το μάνα μ' το ψωμί και κάμτο παξιμάδι,
+Θέλεις με δάκρυα ζύμωσ' το θέλεις με μοιρολόγια
+Κι εγώ θα πάω αρματωλός και γω θα πάω κλέφτης.
+
+
+
+Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ' Α Ν Α Π Λ Ι Ο Υ
+9 ΙΟΥΛΙΟΥ 1715
+
+
+
+Να ήμουν πουλί ν' αγνάντευα της Πόλης την αρμάδα
+Πώς αρμενίζει κι έρχεται και πρίμα κατεβαίνει.
+Εμπρός πάνε τα κάτεργα και πίσω τα ντελίνια
+Στη μέση ο Αλή μπέης με μια χρυσή φρεγάδα.
+Έχει και στα καφάσια της τρία όμορφα κορίτσια
+Τόνα βαρεί τον ταμπουρά, το άλλο το τσιβούρι,
+Το τρίτο το καλήτερο λέει όμορφο τραγούδι:
+ — Όλα τα κάστρα χαίρονται κι όλα βαρούν παιγνίδια
+Τ' Ανάπλι κι η Μονομπασιά κάθουνται μαραμένα
+Ανάπλι για δε χαίρεσαι για δε βαρείς παιγνίδια;
+Το τι καλόχω να χαρώ παιγνίδια να βαρέσω;
+Μένα Τουρκιά με πλάκωσε στεριά και του πελάγου,
+Μεριά με δέρν' η θάλασσα μεριά οι Σαροτζαγλίδες
+Κι απόξω ο Γιανιτσάραγας ρίχνει και με γκρεμίζει
+Ανάπλι δόσε τα κλειδιά Ανάπλι παραδόσου.
+Τιγάρις είμαι Νέπαχτος, Άγια Μαύρα πουτάνα·
+Εγώ είμ' Ανάπλι ξακουστό Ανάπλι ξακουσμένο
+Θα πάει το αίμα ποταμός και τα κουφάρια πύργος
+Γερούσι κάν' η Αρβανιτιά μ' αυτούς τους Γενιτσάρους
+Κι αυτός ο Γενιτσάραγας μοιρολογεί και λέει:
+Τα παληκάρια τ' Αναπλιού οι όμορφες της χώρας,
+Που δεν καταδεχόντανε τη γη για να πατήσουν
+Και τώρα καταντήσανε σκλάβοι στους Αρβανίτες!,
+Δε κλαίν' οι μαύροι τη σκλαβιά που πάνε σκλαβωμένοι
+Μόν' κλαίνε τον ξεχωρισμό που θέλει ξεχωρίσουν.
+Χωρίζ' η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα
+Χωρίζει κι έν' αντρόγυνο το πολυαγαπημένο
+Η κόρη πάει στην Τσαμουργιά κι ο νιος κατά την Πόλη.
+Πάει και ένας Τάταρης μ' εννιά παιδιά δεμένα
+Πάει κι η μάνα τους κοντά σκούζουσα και βαζούσα
+ — Αφέντ' αφέντη Τάταρη αφέντη Ταταρίνε,
+Χάρισέ μου της έρημης και μένα ένα παιδάκι·
+Θέλεις το μεσονώτερο, θέλεις τον Αναγνώστη,
+Θέλεις τη θυγατέρα μου τη νυχτογεννημένη,
+Ή σκότωσέ με Τάταρη και κάνεμε κομάτια!..
+
+
+
+Ο Κ Λ Ε Φ Τ Ο Κ Ο Τ Α Σ
+
+
+
+Ταχτικά, είτε την αυγήν όταν εξυπνούσε διά να πάγη εις την δουλειά του,
+είτε την εσπέραν όταν εγύριζε με το κάρρο του ο Σταμάτης Τομαράς πρώτα
+απ' όλα ήθελε ερωτήσει με τρέμουσαν φωνήν την γυναίκα του:
+
+ — Πώς είν' οι κότες;
+
+ — Ε, καϋμένε και συ! Σκοινί — λουρί τόπιασες!... εφώναζε κάπως
+δυσαρεστημένη η Δεσποινιώ. Δε ρωτάς κάνεμου για τη γυναίκα σου παρά για
+τις κότες!.. .
+
+ — Μωρ' ακούω τόσα! .. . έλεγε με φοβισμένον βλέμμα ο Σταμάτης.
+
+Και αληθινά· άκουε τόσα ο αγαθός καρρολόγος. Αι εφημερίδες από το
+Σαραντάημερο κι εδώ δεν έκαναν άλλο παρά να γράφουν ότι κάθε ημέραν
+γίνονται φοβεραί ορνιθοκλοπαί εδώ και εις τον Πειραιά. Οι συνάδελφοί
+του τα βράδια, συναγμένοι γύρω εις τα τραπεζάκια του Ταρούση, απάνω από
+την ξανθή ρετσινόκουπα, διηγούντο ότι ενώ κουβαλούσαν χαλίκι από τον
+Ιλισσό, άλλο δεν απαντούσαν εις τον δρόμον τους παρά σωρούς από φτερά
+πουλερικών. Ο Σταμάτης ανατρίχιαζε εις το άκουσμα και έμενε ώρες άφωνος
+και συλλογισμένος. Και δεν εσυλλογίζετο τίποτε άλλο παρά τις κότες του,
+των οποίων τα πούπουλα μαύρα και άσπρα και ρεβιθιά, επίστευεν ότι
+εξεχώριζε εις τους σωρούς που έβλεπαν οι άλλοι καρρολόγοι και τα
+κεφάλια τους με τα ματάκια κλειστά και τα πόδια τους με τα στενόμακρα
+γυριστά νύχια, ξυλιασμένα εις το χώμα. Και εβιάζετο να φθάση εις το
+σπίτι του, μικρό, καινούργιο με στενόχωρη αυλή τριγυρισμένη από πλήθες,
+εκεί πίσω από το μνημείο του Φιλοπάπου. Και μόλις έφθανε, εσήκωνε τα
+μάτια προς το μονάκριβον δένδρον, την μουριά που εσκέπαζε την αύλήν και
+εμέτρα τις κότες, ενώ αυτές εκοιμώντο με το κεφάλι κάτω από το φτερόν.
+Τότε ευχαριστημένος που τις εύρισκε σωστές, εψιθύριζε τρίβοντας τα
+χέρια με χαϊδευτική φωνή:
+
+ — Κότες μου! κοτούλες μου! κοτίτσες μου! . ..
+
+Δεν είχε και πολλές κοτούλες ο Σταμάτης παρά μόνον τέσσερες. Αλλά τις
+είχε καλοθρεμμένες. Το πώς τις απόχτησε είνε ολόκληρη ιστορία.
+
+Πρώτα επήρε την Κοκκό, μιαν αρχοντόκοτα με λειρί κόκκινο και μεγάλο,
+σαν το στέμμα που ζωγραφίζουν εις του Σολομώντα το κεφάλι. Όταν εβάδιζε
+ή όταν εκοίταζε εδώ κι εκεί, την έλεγες δίχως άλλο βασίλισσα μέσα στις
+άλλες κότες. Την εψώνισε ο Σταμάτης για να την φάνε ανήμερα των
+Χριστουγέννων. Μα την παραμονή, ενώ η κυρά Δεσποινιώ με τροχισμένο
+μαχαίρι επήγαινε να την προσφέρη θυσία, την βλέπει τσοπ! ν' απολάη ένα
+αυγό μέσα στο καλάθι με τα κάρβουνα. Η νοικοκυρά εσυγκινήθηκε — ήταν
+άλλως τε καλή ψυχή, Πολίτισσα καλέ! από το Μπογιατζίκιοϊ, το χωριό του
+Πατριάρχη Ιωακείμ — επέταξε μακρυά το μαχαίρι, επήρε την κότα εις την
+αγκαλιά της και άρχισε να την φιλή και να λέη:
+
+ — Δε σε σφάζω γω κυρά μου! δε σε σφάζω γω κοπέλλα μου!...
+
+Και να! τα δάκρυα η ευαίσθητη ψυχή.
+
+Αλλά και ο Σταμάτης όταν το έμαθε άρχισε τα δάκρυα.
+
+ — Τέτοια κότα γουρλίδικη να σφάξης! είνε κρίμα κι από το Θεό.
+
+Έτσι εσώθηκε η Κοκκό και για το ευχαριστώ άρχισε κάθε ημέρα ν' απολάη
+κι από ένα αυγό εις το καλάθι. Και τι αυγό! μεγαλείτερο από τη γροθιά
+του καρρολόγου — γροθιά που την ήξερε γιατί κάποτε την δοκίμαζε η κυρά
+Δεσποινιώ.
+
+Αντί λοιπόν κότα έφαγε κρέας χοιρινό τις ημέρες των Χριστουγέννων το
+αντρόγυνο. Αποφάσισε όμως ωρισμένως του Αγίου Βασιλείου ν' αγοράση μιαν
+άλλη κότα. Α! δεν μπορή! Κότα πήτα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη. Ο
+Σταμάτης εννοούσε ν' ακολουθήση κατά γράμμα την παλιά λαϊκή παραγγελία.
+Γιατί ιδρώνει τάχα και δουλεύει και αγωνίζεται; Και αγόρασε αληθινά η
+Δεσποινιώ μιαν άλλη κότα από ένα χωρικό που εγύριζε κοντά στο Θησείο
+φωνάζοντας. Κότες! πάρτε κότες!... παχιές κότες!...
+
+Αλλά — τι ευχή θεού! — ο Σταμάτης μόλις την είδε, σαν να κατάπιε το
+ψαροκόκκαλο. Ήταν μια κότα λαθουράτη· το όλον της παράξενο. Με πρώτη
+ματιά σου θύμιζε στρουθοκάμηλο. Είχε ένα λαιμό μακρότατο ως της χήνας
+κι ένα κεφάλι μικρό σαν καρύδι. Και ποτέ δεν έστεκαν ήσυχα στη θέση
+τους· είχαν ένα αδιάκοπο τρέμουλο που σου έφερνε το γέλοιο.
+
+Αλλά και έτσι δεν θα εγλύτωνε από το μαχαίρι της Δεσποινιώς αν δεν
+έκανε το εξής: Ο Σταμάτης την παραμονή της πρωτοχρονιάς ετσάκιζε
+καρύδια για να χρησιμέψουν σε κάποιο γλύκισμα. Η Πιπή όμως επλησίασε
+ύπουλα και άρχισε να τσιμπά ένα ένα κομμάτι. Ο Σταμάτης απόρησε. Μπα!
+Επήρε τα καρύδια και τα έκρυψε στα γόνατά του. Η Πιπή έγινε πιο
+τολμηρή. Ο λαιμός ετεντώθηκε περισσότερο· το κεφάλι εσκαρφάλωσε εις τα
+γόνατά του και άρχισε να τσιμπά τις φούχτες του, ανάμεσα από τα χοντρά
+δάχτυλά του. Ο καρρολόγος ελιγώθηκε στα γέλοια.
+
+ — Μωρέ τ' είνε τούτο! μωρέ θα με φάη το θηρίο!... Μωρέ τη παλαβόκοτα
+είνε αυτή!...
+
+Το αποτέλεσμα είνε ότι το αντρόγυνο έφαγε χοιρινό και του Αγίου
+Βασιλείου και η κότα εξακολούθησε ν' αρπάζη τα καρύδια και τις
+παλαβωμάρες της.
+
+Η κυρά Δεσποινιώ όμως — από το Μπεγιατζίκιοϊ καλέ! — άρχισε να
+σκέφτεται πρακτικώτερα από τον άντρα της. «Καλά δεν τις σφάζουμε· είπε.
+Δεν τις βάζω κάνε μου κλώσσες να μου βγάλουν πουλιά, να φάω αυγά, να
+φάω κι από τα πουλιά τους.»
+
+Και άμ' έπος άμ' έργον εδόθηκε να συνάξη αυγά.
+
+Πώς τα σύναξε ο θεός ξέρει· τα σύναξε όμως. Δώδεκα καλοδιαλεγμένα,
+σποράτα αυγά και τα έβαλε της Πιπής. Εκείνη έκρινε πιο θερμοαίματη.
+Γκλαν — γκλαν! η φωνή της, σαν καμπάνα, Μα που ήταν παλαβή! θα έχη την
+υπομονή να κάτση να κλωσσήση ή θα τα παρατήση στη μέση σαν τη μητέρα
+την αλαφαλού!
+
+Οπωσδήποτε η Δεσποινιώ την εμπιστεύτηκε. Εκείνη εκάθισε πρόθυμα και
+άρχισε να κλωσσά. Εκάθισε τρεις, τέσσερες, πέντε ημέρες! Το αντρόγυνο
+έκανε το θάμα του με την φρονιμάδα της Πιπής. Τι δεν κάνει η
+μητρότης!.. Έξαφνα όμως επάνω εις τις πέντε, μέσα εις το καταμεσήμερο,
+ετρόμαξε η γειτονιά από ένα φοβερό φτεροκόπημα. Το όρνεον Ροκ να
+κατέβαινε δεν θα εθορυβούσεν έτσι. Η Πιπή πετάχτηκε με ορμή μέσα από τη
+φωλιά της, επέρασε την πόρτα, επέρασε την σάλα, πετάχτηκε από το
+παράθυρο και χάθηκε στη γειτονιά.
+
+Η Δεσποινιώ έβαλε τις φωνές, απελπίστηκε. «Πάνε τ' αυγά μου! Είπε·
+κρίμα στα έξοδα! θα κρυώσουν και τόρα θα χαλάσουν. Τι έπαθα να
+εμπιστευθώ σ' αυτή την παλαβή! Δεν έβανα την Κοκκό»
+
+Όχι· καλά έκαμε που δεν έβαλε την Κοκκό.
+
+Έπειτα από μισή ώρα η Πιπή εφάνηκε πηδητή, ταρναριστή, ανέβηκε την
+σκάλα γυρίζοντας εδώ κι εκεί ερευνητικά το κεφάλι, με τον μακρύ
+τρεμουλιαστό λαιμό της, επήγε ίσα και εκάθισε εις τα αυγά της.
+
+Αυτό εγινότανε τακτικά καθεμέρα πια, ως που η κότα έβγαλε τα πουλιά
+της. Ω χαρές και παιγνίδια η κυρά Δεσποινιώ με τα ξεπεταρόνια της! Ω τα
+χαρωπά γαυγίσματα του Φρίγκου, που τα μάζευε όταν τα έβλεπε μακρυά από
+το κοτέτσι· τα μάζευε αβρά, απαλά με το στόμα και τα έφερνε κοντά εις
+την μάνα τους. Ω η μανούλα η παλαβή πως εσήκωνε τα πούπουλά της και
+ετέντωνε το λαιμό της και αγρίευε σαν τίγρις να ξεσχίση τον αγαθό το
+Φρίγκο όταν επλησίαζε τα πουλιά της! Και ακόμη ω! κι ο Σταμάτης ο
+καρρολόγος, όταν την έβλεπε όλη μαζί τη φαμελιά του: τα κοτοπούλια, τις
+κότες, τ' άλογό του, το σκυλί του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του!..
+
+ — Αβράμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ!,.. έλεγε
+συχνά για να δείξη την αφθονίαν των κτημάτων του...
+
+Ο χρόνος όμως έκαμε κι εδώ το μέρος του. Από τα τόσα κλωσσοπούλια και
+με όλη τη φιλοστοργία της Πιπής και με όλη τη αγαθή φροντίδα του
+Φρίγγου και την προσοχή της Δεσποινιώς άλλα πάτησε το άλογο, άλλα
+χάθηκαν στις γειτονικές αυλές, άλλα εξεκοκκάλισε μόλις έγιναν για
+φάγωμα ο κυρ Σταμάτης. Δεν απόμειναν παρά οι δύο αρχικές κότες και
+άλλες δύο που μεγάλωσαν κι εκείνες και άρχισαν να κάνουν αυγά. Η μία
+απ' αυτές είχε κάτι μάτια μεγάλα και μπλάβα που σε μαγνίτιζαν. Και ήταν
+ήμερη σαν αρνάκι. Μόλις άπλωνες χέρι και της έλεγες «κάτσε»! δέκα
+οργιές δρόμο να ήταν μακρυά θα καθότανε. Η άλλη έμοιαζε εις τα φτερά
+και εις το παράστημα της Κοκκός μα ήταν φλύαρη σαν γαλιάντρα. Με την
+κυρά Δεσποινιώ — από το Μπογιατζίκιοϊ καλέ! — έπιανε αληθινή κουβέντα.
+
+ — Πες κυρά μου κρα κρα κρα! ... της έλεγε η Πολίτισσα.
+
+ — Κρα — κρα — κρα — κρα!... αρχίναε πρόθυμα η Κελαϊδίστρα όλο και
+ανεβάζοντας τη φωνή της ως που να φθάση στο απροχώρητο.
+
+Πήγαινε λοιπόν εσύ να πείσης τον κυρ Σταμάτη και την συμβία του να
+σφάξουν τέτοιες κότες. Μπα!
+
+Αλλά πάλι να τις φάνε οι άλλοι! Ή μήπως τάχα είνε δύσκολο! Οι κλέφτες
+άδειασαν το ένα κοτέτσι, άδειασαν το άλλο, τίποτε δεν θα τους εμπόδιζε
+να κάμουν την ίδια τιμή και εις το ιδικόν του. Όταν η αρκούδα χορεύει
+στου γείτονα την αυλή γρήγορα θα χορέψη και στη δική σου· λέει μια
+παροιμία. Αυτό όμως δεν του άρεσε καθόλου του κυρ Σταμάτη. Αν πολλές
+φορές έξεκαρδίζετο εις τα γέλοια, όταν τελειώνων το ιδικόν του φαγητόν
+άρπαζε και από το πιάτο του συντρόφου του, με την δικαιολογίαν ότι όπου
+φυλάει φυλάει γι' άλλον δεν ήθελε όμως να το κάνουν και οι άλλοι προς
+ζημίαν του. Τις έθρεφε, εννοεί να τις φάγη αυτός τις κότες του! Και για
+τούτο ο αγαθός καρρολόγος εθύμωσε και παραθύμωσε όταν ανεκάλυψεν έξαφνα
+ότι μία από τις κότες του έλειπε.
+
+ — Μωρέ Δεσποινιώ! Τάκη!. . Μιστόκλη! εφώναξε τη γυναίκα και τα παιδιά
+του μέχρι του μικροτέρου που είχε εις την φασκιά ακόμη.
+
+ — Τ' είνε καλέ; τι τρέχει; ερώτησε η γυναίκα του τρομασμένη.
+
+ — Η κότα!... Λείπει η Κελαϊδίστρα!
+
+Εκοίταξαν παντού γύρω, έψαξαν όλες τις γειτονικές αυλές, ερώτησαν
+όλους, φίλους και γνωστούς από το Βαρθακονήσι ως τα Πατήσια, αλλά
+πουθενά κότα. Και ο Σταμάτης εσυλλογίζετο με θυμόν ότι την νύκτα, εις
+του ύπνου του το βύθος, σαν ν' άκουσε κακάρισμα· και δεν είνε απίθανον
+να ήτο της κοτούλας του και εθύμωνε γιατί δεν έτρεξε να την ελευθερώση.
+Έτσι να έκανε πως έβηχε, θα την άφιναν αμέσως την κότα! Και χωρίς να
+σκεφθή ότι το κακάρισμα αυτό μόνον εις το όνειρόν του είχεν ακούσει,
+ωρκίζετο εις όλους τους αγίους, την ερχομένη νύκτα να φυλάξη έξω μήπως
+του αρπάξουν και τις άλλες. Βέβαια ο κλέφτης ήτο αδύνατον να μη
+ξαναέρθη. Και ο καρρολόγος ελυπείτο κατάκαρδα, έκλαιε σχεδόν
+σκεπτόμενος πως θα εκοκίνισεν ο λαιμός της κότας του από το μαχαίρι·
+πως θα ετσιτσίριζε εις την χύτρα το κρέας της και πως θα εκριτσάνιζαν
+τα κοκκαλάκια της ανάμεσα εις τα κοφτερά δόντια τίποτε αλιτών. Και
+τόσον υπέφερε από τους συλλογισμούς αυτούς ώστε κάθε λίγο και λιγάκι
+εψιθύριζε με πόνον:
+
+ — Κότα μου, Λαλίστρα μου, εγώ δε θα σε τραγάνιζα έτσι!...
+
+Όταν ήλθε η νύκτα ο Σταμάτης αφού έπεισε όχι και με λίγον κόπον την
+γυναίκα του ν' αποσυρθή με τα παιδιά και να μη φοβάται, εκάθησε εις το
+χαγιάτι με μόνη συντροφιά το τσιγάρο και κοντή σκουριασμένη καραμπίνα.
+Πλησίον, επάνω εις σωρόν από κλήματα εκοιμάτο γρίζων ο Φρίγγος κι επάνω
+εις την στέγην ο γάτος του με άλλους της γειτονιάς επροσπαθούσαν να
+αρμόσουν επιθαλάμιον συναυλίαν.
+
+Η νύκτα ήτο αγρία· ο αέρας εφύσα ψυχρός και ταραχώδης· εσάρωνε καθετί
+που εύρισκεν εμπρός του. Ο ουρανός σκεπασμένος με μαύρα σύννεφα,
+φερόμενα από βοριά προς νότον ως γιγάντιαι αράχναι. Το φεγγάρι σπανίως
+εφώτιζε μ' ένα κοκκινωπόν χρώμα, πένθιμον ημπορεί κανείς να ειπή όλην
+την αυλήν. Για τον χουζουρλή Σταμάτην ήτο και τούτο μια σκληρά
+δοκιμασία. Η κυρά Δεσποινιώ δυο και τρεις φορές άνοιξε την πόρτα,
+τυλιγμένη εις την κουβέρτα της και τον εκάλεσε να πάη εις την ζεστασιά
+της και ν' αφήση τις κότες να κουρεύωνται. Αλλά ο Σταμάτης δεν άλλαζε
+την απόφασίν του. Θα μείνη εκεί έστω και αν πρόκηται να ξεπαγιάση! Και
+εις κάθε νέον ρόφημα του τσιγάρου του ήρχετο εις αυτόν και μία ιδέα
+περί του τρόπου που έπρεπε να φερθή εις τον κλέπτην. Έκανε το σχέδιόν
+του ήσυχα και πότε εσκέπτετο μόλις τον ιδή να του φωνάξη αλτ! τόσον
+δυνατά που να παγώση το αίμα εις τις φλέβες του· πότε να τον αφήση να
+ανεβή εις το δέντρον και τότε να βαδίση σιγά, να τον αρπάξη από το πόδι
+και να τον γκρεμοτσακίση· πότε να βήξη μόνον για να καταλάβη ότι τον
+έννοιωσαν και να φύγη· και άλλοτε παραφερόμενος εις γενναίας ορμάς και
+ενθυμούμενος τους καιρούς που κατεδίωκε τους ληστάς μαζί με τ'
+αποσπάσματα έλεγε αποφασιστικά: Μωρέ του ανάβω μια και τον κάνω στάχτη
+!...
+
+Και άπλωνε το χέρι προς την καραμπίνα του.
+
+Έξαφνα όμως ανατρίχιασε. Αντίκρυ του, κάτω από τη μουριά είδε ένα
+μαύρον όγκον, όχι μεγαλείτερον από σταμνί και επάνω εις το σταμνί δύο
+φωτεινά σημάδια, κατακόκκινα άλλοτε και άλλοτε χαλκοπράσινα, πάντα όμως
+στυλωμένα ψηλά προς τις κότες του. Ο καρρολόγος εσκέφθη, ότι τέτοιο
+πράγμα δεν ήτο πριν εκεί. Ούτε βέβαια το είδε να έρχεται από πουθενά.
+Εξεφύτρωσε ξαφνικά· αλλά πώς εξεφύτρωσε; Κ' ενώ εβασάνιζε τον νουν του
+να λύση το μυστήριον, εις μίαν του φεγγαριού ακτίνα παρετήρησε το
+σταμνί να μεταμορφώνεται εις τετράποδον με αυτιά μακρυά, δυσανάλογα
+προς το ανάστημά του, κινούμενα εμπρός — οπίσω αδιάκοπα και ουράν
+μακρυάν και μαλλιαρήν.
+
+ — Μπα διάτανε!
+
+Ο Σταμάτης θυμήθηκε ότι τα Δωδεκαήμερα ακόμη δεν ετελείωσαν και ότι οι
+Καλικάντζαροι και τ' άλλα πονηρά πνεύματα, ακόμη περιτρέχουν την γην
+και πειράζουν διαφοροτρόπως τους ανθρώπους. Ηθέλησε να κάμη τον σταυρόν
+του· αλλά το χέρι ήτο απρόθυμον να υπακούση. Ηθέλησε να ψιθυρίση κανένα
+τροπάρι· αλλ' ούτε ο νους ούτε τα χείλη του τον εβοηθούσαν. Εδοκίμασε
+να σηκώση τα μάτια του από το τετράποδο· αλλά δεν είχαν ξεκολλημό. Η
+καρδιά του εβροντοκτύπα εις τα στήθη του και τους άκουε τους κτύπους
+σαν τα σφυριά στο αμόνι μακρυά. Άπλωσε το χέρι του εις το όπλον του και
+το χέρι έπεσε ξερό. Δεν είχε θέληση, δεν είχε δύναμη πια ο καρρολόγος.
+
+Αλλά το μαύρο εκείνο ζώον απέναντί του εξηκολούθει να μένη εκεί,
+ακίνητον με τα δύο φωσφορίζοντα σημάδια επάνω προς τις κότες του. Κ'
+έξαφνα ηκούσθη από πάνω κάποιος ρόγχος, μικρόν φτεράκιασμα κι ένας
+δούπος ως σάκκος χώματος εκτύπησε κατά γης. Ήταν μια κότα. Ο Σταμάτης
+είδε τότε το τετράποδο ν' αρπάζη την κόταν κακαρίζουσαν και να φεύγη
+μακρυά. Αλλά ταυτοχρόνως είδε και τον Φρίγγον να τινάσσεται από τα
+κλήματα και να ορμά κατόπιν της.
+
+Τότε ελύθη η βασκανία του Σταμάτη.
+
+ — Η Αλπού! εφώναξε αρπάζοντας την καραμπίνα και τρέχοντας έξω από την
+αυλή.
+
+Αλλά δεν επρόφθασε να κάμη ολίγα βήματα και εφάνη ο Φρίγγος να φέρνη
+θριαμβευτικώς εις το στόμα του την κυρά Μάρω σφαδάζουσαν.
+
+ — Δεσποινιώ!... Τάκη!... Μιστόκλη!... εφώναξε κι εχτύπησε με χαρά την
+πόρτα του. Τον πιάσαμε τον κλέφτη.
+
+ — Ω! τι λαμπρό γουναρικό! εφώναξε η κυρά Δεσποινιώ θωπεύοντας το
+τρίχωμα της Αλεπούς. θα φτιάσω μία γούνα που θα είνε τρέλλα.
+
+ — θέλουμε και μεις γούνα!.. θέλουμε και μεις γούνα! . . εφώναξαν
+μονόγνωμα τα παιδιά χωρίς να ξέρουν περί τίνος πρόκειται.
+
+ — Βρε Α να μου χαθήτε! που θέλετε και σεις γούνα! . . είπε η
+Δεσποινιώ.
+
+ — Όχι, θέλουμε κι εμείς! θέλουμε κι εμείς!... επέμεναν τα παιδιά.
+
+ — Σκάστε να χαθήτε που σηκώσατε τη γειτονιά! είπε η Δεσποινιώ.
+
+Και έδωκε από ένα χάστουκο ελαφρό στα παιδιά για να ησυχάσουν. Εκείνα
+όμως έβαλαν δυνατώτερες φωνές. Τότε ο Σταμάτης ενώ επήγαινε να κρεμάση
+εις τον τοίχο την καραμπίνα, εγύρισε απότομα, εσήκωσε τον γρόθο του και
+τον κατάφερε απανωτά εις τις πλάτες της συμβίας του.
+
+ — Τι βαράς μωρή τα παιδιά! Τι σου κάμανε!..,
+
+
+
+Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Μ Ε Θ Ω Ν Η Σ Κ Α Ι Κ Ο Ρ Ω Ν Η Σ
+ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1715
+
+
+
+Ερόδισ η Ανατολή και ξέφεξεν η Δύση
+Γεμίσαν τα βουνά δροσιά κι η νερατζούλες άνθη,
+Σημάδι εδειξ' ο καιρός αρμάδα κατεβαίνει
+Μ' εξηνταπέντε κάτεργα κι εξηνταδυό φρεγάδες
+Και πάνε για να πάρουνε Μεθώνη και Κορώνη
+ — Μεθώνη δος μας τα κλειδιά Κορώνη παραδόσου.
+ — Δεν είμαι Πάτρα να σκιαχτώ, Βοστίστα να κιοτέψω
+Είμαι Κορώνη ξακουστή Μεθώνη παινεμένη
+Έχω και Κορωνόπαιδα όλο παληκαράδες
+Στα δόντια σέρνουν το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι
+Θενά βαστάξω πόλεμο σαρανταπέντε χρόνια.
+
+
+
+Ο Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Δ Ι Α Κ Ο Υ
+23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821
+
+
+
+Τρία πουλάκια κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι.
+Τόνα τηράει τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζατούνι
+Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει
+ — Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα
+Μην ο Καλύβας έρχεται μην ο Λεβεντογιάννης
+Ούτ' ο Καλύβας έρχεται ούτ' ο Λεβεντογιάννης
+Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.
+Ο Διάκος σαν τ' αγροίκισε πολύ του κακοφάνη
+Ψιλή φωνίτσα σήκωσε τον πρώτο του φωνάζει
+ — Το στράτεμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια
+Δος τους μπαρούτι περισσό και βόλια με τις χούφτες
+Γρήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα
+Πούνε ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.
+Πέρνουνε τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια
+Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια
+ — Καρδιά παιδιά μου φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε
+Ανδρείοι ωσάν Έλληνες κι ωσάν Γραικοί σταθήτε!
+Εκείνοι φοβηθήκανε κι εσκόρπισαν στους λόγκους
+Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες.
+Τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες
+Σχίστηκε το ντουφέκι του και γίνηκε κομμάτια,
+Σέρνει και τ' αλαφρό σπαθί και στη φωτιά χυμάει
+Έκοψε Τούρκους άπειρους κι εφτά μπουλουμπασίδες
+Και το σπαθί του σχίστηκε απάν' από τη χούφτα
+Κι έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις του εχθρού τα χέρια!
+Χίλιοι τον πήραν από μπρος και δυο χιλιάδες πίσω
+Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα
+ — Γένεσαι Τούρκος Διάκο μου τη πίστη σου ναλλάξης,
+Να προσκυνάς εις το τζαμί την εκκλησιά ν' αφήσης;
+Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και με θυμό του λέει·
+ — Πάτε και σεις κι η πίστη σας μουρτάτες να χαθήτε!
+Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε να πεθάνω
+Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες
+Μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρήστε
+Όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς κι ο Βάγιας ο Θανάσης.
+Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει
+ — Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσα
+Το Διάκο να χαλάσετε το φοβερόν το κλέφτη
+Γιατί θα σβύση την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι.
+Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάζουν
+Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
+Τους έβριζε την πίστη τους τους έλεγε μουρτάτες:
+ — Σκυλιά κι α με σουβλίσατε ένας Γραικός εχάθη.
+Ας είνε ο Δυσεύς καλά κι ο καπετάν Νικήτας
+Αυτοί θα φάνε την Τουρκιά, θα κάψουν το ντοβλέτι.
+
+
+
+Τ Ο Τ Α Μ Μ Α
+
+
+
+ — Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η
+καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα.
+
+Μεγάλη ήτο η θλίψις της κόρης κατά την ημέραν εκείνην. Έξαφνα — έξαφνα,
+χωρίς να το θέλει και αυτή, ενώ επλανάτο χαρούμενη ανά τας μαγευτικάς
+εκτάσεις του Παραδείσου, απλούν τι πράγμα, ένα κουνέλι άσπρο σαν πυγμή
+από χιόνι που έφευγε δρομαίως υπό τας πρασιάς, την έκαμε να ενθυμηθή
+τον μικρόν πατρικόν λαχανόκηπον και την χαμηλήν ερεικοσκεπή μάνδραν του
+και τον πενιχρόν οικίσκον και την γραίαν μητέρα της. Η χαρά της εσβέσθη
+ευθύς· το μειδίαμά της εξηφανίσθη· το ωραίον και παρθενικόν πρόσωπόν
+της εσκυθρώπασε· ρυτίδες τινές διεγράφησαν επί του μετώπου και παρά το
+μεσόφρυον ως εις πρόσωπον γραίας και εστάθη. Σιγά — σιγά η φαντασία της
+έφερεν εμπρός της την μητέρα της, την μικρόσωμον εκείνην συμπαθητικήν
+γριάν με το μαύρο γεμενί εις την κεφαλήν, με τας χείρας αδρανείς επί
+των γονάτων, καθημένην καταμόναχην επί του κατωφλίου της θύρας της ως
+μάγισσαν εις το σταυροδρόμι και μη στρέφουσαν να ίδη εντός του οικίσκου
+φοβουμένη την ερήμωσιν και την σιωπήν του. Έβλεπε τα δάκρυα ν'
+αναβλύζουν από τους γεροντικούς οφθαλμούς της και αργά να κυλίωνται επί
+των μαραμένων παρειών και των πτωχικών φορεμάτων της· έβλεπε το σώμα
+της ν' αναπηδά από τους λιγμούς και σχεδόν ήκουε το σιγαλό — σιγαλό
+αναφύλλητο της. Και η Μαρούλα ενώ όλα γύρω της εχαίροντο, η φύσις αυτή,
+τα πουλάκια, τα ζώα, και οι άνθρωποι οι πλανώμενοι ευτυχείς υπό τους
+πρασίνους θόλους των δένδρων — η Μαρούλα εθλίβετο ότι δεν είχε την μάνα
+της και προστρίβουσα με τα δάκτυλά της ένα φύλλον από κραμβολάχανο
+απαλόν ως βελούδον, έλεγε με παράπονον:
+
+ — Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η
+καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα.
+
+Και τα δάκρυα της κόρης έσταζαν καυτά επάνω εις το δροσερόν
+κραμβολάχανον.
+
+ — Θέλεις να πας Μαρούλα στη μάνα σου; ερώτησε έξαφνα κάποια φωνή από
+πίσω της.
+
+Η κόρη εστράφη και είδε τον Θεόν που την εκοίταζε με το ήμερον και
+γλυκύ βλέμμα του. Εντράπηκε που άκουσε ο Θεός το μυστικό της, άναψε το
+πρόσωπό της και εχαμήλωσε την κεφαλήν.
+
+ — Ε Μαρούλα; Θέλεις να πας στη μάνα σου; ερώτησε πάλι ο Θεός μειδιών
+πάντοτε.
+
+Η κόρη έμεινε άφωνος, κλίνουσα ακόμη περισσότερον την κεφαλήν, ως να
+την εβάρυνε το βλέμμα του Παντοδύναμου. Αλλά και τι ν' απαντήση; Μήπως
+δεν του έλεγε περισσότερα με την στάσιν της εκείνην, την πένθιμον και
+συνάμα απελπιστικήν; Μη δεν ήξευρεν Αυτός τι αισθάνεται η μάνα για το
+παιδί και το παιδί για τη μάνα; Πώς λαχταρίζει του ενός η καρδιά για
+τον άλλον. Ποιος μπορεί ποτέ να ειπή ότι δεν θέλει να ιδή την μανούλα
+του! .. .
+
+Ο Θεός που «ετάζει καρδίας και νεφρούς» είδε την καρδιά της Μαρούλας
+και εγνώρισε τα αισθήματά της. Εκίνησε με οίκτον το σεβάσμιο κεφάλι του
+και εχτύπησε ελαφρά τα παλαμάκια. Επρόσταξε
+
+ — Ελαφάκι — κουδουνάκι κούκου κι έλα δω!...
+
+Αμέσως ένα έμορφο παρδαλό ελαφάκι με χρυσά κέρατα εφάνηκε μπροστά του.
+
+ — Πάρε τη Μαρούλα να την πας στη μάνα της είπε. Μα κοίταξε. Να μην
+αργήση να την στείλη πίσω γιατί ξέρει. . . Σκάφτω — λάφτω, την καρδιά
+της θάφτω!...
+
+Το ελαφάκι είνε ο παντοτεινός αγγελιοφόρος του Θεού. Ταχύτερον και από
+το φως έτρεχε τόρα εις τον αέρα και έφερε εις τις πλάτες του την
+Μαρούλαν, ανυπομονούσαν να ιδή την μάνα της. Η κόρη ήτο το μόνον
+αγαπημένον ον που είχεν αποκτήσει εις την γην η κυρά Διαμάντω. Είκοσι
+χρόνια είχαν περάσει από την ημέραν των γάμων της και δεν απέκτησε
+παιδί. Έβλεπε τας άλλας γυναίκας, τας συντρόφους της παιδικής της
+ηλικίας, τας μικροτέρας της όλας με παιδί εις την αγκαλιά και άλλο
+κρατούμενον από τα φορέματά των και εμαύριζε η καρδιά της.
+
+ — Θεέ μου, δος μου ένα παιδάκι! παρεκάλεσε τέλος μίαν ημέραν που είχαν
+ξεχειλίση τα μητρικά της αισθήματα· και άμα γίνη δέκα χρονών στείλε και
+πάρε το μου! ...
+
+Η δέησίς της ήτο τόσον θερμή και ειλικρινής που ο καλός θεός την
+εισήκουσεν. Εγέννησε την Μαρούλα. Πόσα υπέφερεν η πτωχή ως που να την
+αναθρέψη. Εσύναζε κλήματα κατά την εποχήν του κλαδεύματος· αστάχυα κατά
+την ώραν του θερισμού· ετρύγα εις τις σταφίδες και τα αμπέλια·
+εξενόπλυνεν, εξενόρραπτεν, έκανε τα πάντα για να θρέψη καλά την Μαρούλα
+και να την ενδύση καλήτερα. Όλαι αι φροντίδες της ήσαν έκτοτε δι' αυτήν
+ο σκοπός διά τον οποίον έζη. Ήρχισε μάλιστα να της κάμνη και προικιά ως
+προβλεπτική μάνα, με ευχαρίστησιν σκεπτομένη από τόρα την καλήν
+αποκατάστασιν της κόρης της μίαν ημέραν.
+
+Έξαφνα όμως εις τον ωρισμένον καιρόν, όταν η Μαρούλα έγινεν ωραία
+μελαχρινή κόρη δέκα ετών, η κυρά Διαμάντω ηναγκάσθη να ενθυμηθή το
+τάμμα της. Το ελαφάκι με τα χρυσά κέρατα και το αστέρι εις το μέτωπον
+εστάθη μια ημέρα εμπρός εις την πόρτα της και εζήτησε την κόρην.
+
+ — Τι την θέλεις; Ποιος σέστειλε; ερώτησε η χήρα με αγωνίαν.
+
+ — Ο Θεός.
+
+ — Φουρτούνα μου! . . . εβόγγιξεν η κυρά Διαμάντω.
+
+Και έπιασε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της. Πάνε οι κόποι της! πάνε
+και τα όνειρά της! Τι να κάμη όμως; Έβαλε σίδερο στην καρδιά της,
+εστόλισε με ό,τι είχε καλήτερο την θυγατέρα της και την έδωκεν εις το
+ελαφάκι. Και έμεινε πάλιν εις την πρώτην της ερημιάν. Το σπιτάκι της
+εβυθίσθη και πάλιν εις την σιωπήν και εκείνη εις την λύπην και το
+πένθος της. Διά τούτο και τόρα που της την έφερε πάλιν το ελαφάκι δεν
+πιστεύει και στα ίδια της τα μάτια.
+
+ — Μαρούλα μου! κυρά μου! αφέντρα μου! έλεγε σφίγγουσα αυτήν εις τας
+αγκάλας της.
+
+Αι ημέραι περνούν η μία με την άλλην γρήγορα χωρίς αι δύο γυναίκες να
+το εννοήσουν καθόλου. Ενόμιζαν ότι προ ολίγου είδεν η μία την άλλην.
+
+ — Πώς επέρασες Μαρούλα μου;
+
+ — Καλά μάνα μου, καλά. Όλα δεν έχουν άλλο σκοπό εκεί παρά να δοξάζουν
+το Δημιουργό.
+
+ — Και μένα; Με θυμόσουνα εμένα στον Παράδεισο;
+
+ — Μόνο στην αγκαλιά της μάνας είνε ο Παράδεισος.
+
+Και η κόρη ελιγώνετο κάτω από τα φιλήματα της μάνας της και εμαζεύετο
+μέσα εις την αγκαλιά της ως τον χειμώνα μέσα εις απαλά και ζεστά
+φορέματα. Έξαφνα εθυμήθηκε τους λόγους του Θεού να γυρίση γρήγορα εις
+τον Παράδεισο και το αυστηρό όσο και γλυκύ βλέμμα όταν απειλούσε: Γιατί
+σκάφτω — λάφτω, την καρδιά της θάφτω!...
+
+ — Μάνα μου, να φύγω πια! είπε.
+
+ — Πού να πας;
+
+ — Στο Θεό.
+
+Α! μπα! Δεν έπρεπε να φύγη, να την αφήση μοναχή, τόρα που εσυνήθισε
+τόσο καλά εις την συντροφιά της. Έπειτ' από λίγο θα έλθουν αι μακραί
+και παγεραί νύκτες του χειμώνος και πώς θα έκανε αύτη, έρημη και
+καταμόναχη εις το παραγώνι της; Όχι· δεν έπρεπε να την αφήση. Ο Θεός
+δεν είνε δα και τόσο κακός· δεν θα της θυμώση. Η γριά θα υπάγη ξυπόλυτη
+εις την εκκλησίαν. Θα του κάψη σερνικό λιβάνι. Θα του ανάψη μια λαμπάδα
+από κίτρινο κερί και θα τον παρακάλεση να την συχωρέση. Όχι, δεν έπρεπε
+να της φύγη.
+
+Έτσι έλεγε η κυρά Διαμάντω για να κρατήση κοντά της την Μαρούλα. Ο Θεός
+είνε τόσον υψηλά και τόσον άγνωστος η μορφή του, ώστε ο άνθρωπος δεν
+τον συλλογίζεται παρά όταν έχη την ανάγκην του. Και η Μαρούλα ενόμιζε
+ότι δεν τον είχε ανάγκη τόρα. Τα φτωχικά σπιτάκια του χωριού της ήσαν
+τόσον ασφαλή οι μικρές και σαρακοφαγωμένες πόρτες των ωμίλουν εις την
+ψυχήν της τόσον ζωηρά περί της ευτυχίας και αγάπης που βασιλεύει μέσα
+εκεί, ώστε σχεδόν την εμάγευαν· αι χωρικαί της εφαίνοντο τόσον
+γλυκομίλητες· τα παλλικάρια τόσον ευμορφοντυμένα και ευχαριστημένα από
+την ζωήν των, οι γέροντες τόσον σεβαστοί και σοβαροί ώστε μικρόν κατά
+μικρόν ευχαριστείτο να μένη εκεί ως ο κύκνος μέσα εις το νερό. Και τόσο
+σε λιγάκι ελησμόνησε τον Παράδεισον και τα καλά του ώστε, όταν η μητέρα
+της της επρότεινε τον Αντώνη για άνδρα της, η Μαρούλα εκοκκίνισεν ως τ'
+αφτιά και εχαμήλωσε τα μάτια.
+
+Άμα οι λυγερές κοκκινίζουν και χαμηλώνουν τα μάτια, ψιθυρίζουσαι
+μάλιστα ασυναρτήτους λέξεις, είνε σημείον ότι δέχονται τον γάμον. Η
+κυρά Διαμάντω εννόησεν ευθύς τι ήθελε να ειπή η θυγατέρα της. Έσπευσε
+λοιπόν να κάμη τον γάμον μη θέλουσα να χρονοτριβήση εις αρραβώνας από
+φόβον μήπως χάση τον γαμβρόν. Και οι καλοί γαμβροί είνε πολύ ακριβοί
+και δυσκολοεύρετοι εις τα χωριά.
+
+ — Τι τις θέλεις τις μεγάλες δουλειές! Φαντασίες! Ένα «Κύριε λέησον»
+έξω από την πόρτα! έλεγε εις την θυγατέρα της φοβουμένη μήπως της
+ζητήση αναβολήν.
+
+Αλλά και η Μαρούλα ήτο της αυτής γνώμης. Για να ζήση καλά το ανδρόγυνο
+έλεγε, δεν χρειάζεται να γίνη πολυτελής ο γάμος· ούτε είνε ανάγκη να
+διαβάσουν την ευχή Δεσπότης ή Πατριάρχης. Αρκεί να είνε η αγάπη. Και
+την αγάπη αυτήν την ησθάνετο από καιρού να καίη τα στήθη της για τον
+Αντώνη. Όχι μόνον δεν ήθελε να αναβληθή ο γάμος, αλλά να γίνη όσον ήτο
+δυνατόν γρηγορότερα.
+
+ — Πέντε μέρες θέλουμε, θυγατέρα κι έπειτα δικός σου ο Αντώνης· της
+είπεν η μάνα της διά να ησυχάση την ανυπομονησίαν της.
+
+Και η Μαρούλα εμετρούσε τις ημέρες εις τα δάχτυλα με λαχτάραν,
+περισσότερον από όσην έχει η χωρική που περιμένει να της βγάλη τ' αυγά
+η κότα της.
+
+Τέλος έφθασε η ωρισμένη ημέρα. Το σπιτάκι της από την αυγήν εβούιζε ως
+κυψέλη. Έξω τα παιδιά του χωριού έπαιζαν, επήδων, εσύριζαν, μέσα δε οι
+φιλενάδες της Μαρούλας εχόρευαν, ετραγουδούσαν επαίνους και ευχές διά
+τους μελλονύμφους. Η Μαρούλα ευμορφοστολισμένη, με το κοντογούνι και το
+φουστάνι από μουσελίνα και το στεφάνι εις το κεφάλι έμοιαζε σαν να
+εκέρδισε το βραβείον της καλλονής. Εκάθητο κοντά εις τον Αντώνη,
+στολισμένον και αυτόν με φουστανέλλαν, κεντητά μεντανογέλεκα, και
+λεβέντικα το φέσι, από του οποίου κατέβαινε μέχρι του ώμου η φούντα,
+κατάμαυρη ως του κοράκου το φτερό. Ο υμέναιος είχε τελειώσει· αι
+γαμήλιοι ευχαί ειπώθηκαν απερίττως από τον παπάν του χωρίου, και τόρα
+χωρικοί και χωρικαί ήρχοντο και έδιναν τας ευχάς και τας ευλογίας των.
+Η κυρά Διαμάντω εγύριζε ακούραστη μέσα εις το σπίτι προσφέρουσα
+ζαχαρωτά και ρακί εις τους χωρικούς.
+
+ — Να ζήσουν τα παιδιά σου, κυρά Διαμάντω και με γιους.
+
+ — Ο Θεός να δώση και στ' αρχοντόπουλά σας.
+
+Έξαφνα εκεί που πήγαινε να πάρη το ρακί από το τραπέζι επισωπάτησε με
+φρίκην και έκλεσε τα μάτια. Το ελαφάκι εφάνη εις την πόρτα και με αργό
+βάδισμα ήλθε ίσα εις την κυρά Διαμάντω:
+
+ — Ο Θεός μ' έστειλε να πάρω τη Μαρούλα· είπε σοβαρά! Κοίταξε, είπε
+καλά μην αρνηθής γιατί σκάφτει — λάφτει την καρδιά σου θάφτει.
+
+Και χωρίς να προσθέση άλλο τίποτα μέσα εις τον τρόμον και την
+κατάπληξιν όλων, επήγε στην Μαρούλαν που εσημαζεύετο σαν πουλάκι κοντά
+εις τον άνδρα της, την έρριξεν εις τις πλάτες του και εχάθη.
+
+ — Ήταν θέλημα Θεού! θέλημα Θεού!... έκραξεν όταν συνήλθε χτυπώσα το
+κεφάλι της με τα δυο της χέρια η κυρά Διαμάντω.
+
+ — Και βέβαια! επρόσθεσε κάποιος από τους καλεσμένους. Ότι τάξουν του
+Θεού πίσω δεν το παίρνουν.
+
+
+
+Ο Κ Α Β Α Λ Λ Α Ρ Η Σ
+
+
+
+Στο Βαρδάρι, στο Βαρδάρι και στου Βαρδαριού τον κάμπο
+Δήμος ήταν ξαπλωμένος και του λέει ο πιστός μαύρος:
+Σήκω, αφέντη μου να πάμε γιατί φεύγ' η συντροφιά μας.
+Δεν μπορώ, μαύρε να πάμε τι κοντεύω να πεθάνω.
+Σύρε σκάψε με τα νύχια με τ' αργυροπέταλά σου,
+κι έπαρέ με με τα δόντια, ρίξε με μέσα στο χώμα.
+Έπαρε και τ' άρματά μου, να τα πάγης των δικών μου
+έπαρε και το μαντήλι, το χρυσό το δαχτυλίδι,
+να το πάγης της καλής μου να με κλαίει όταν το βλέπει.
+
+
+
+
+Η Ε Ξ Ο Δ Ο Σ Τ Ο Υ Μ Ε Σ Ο Λ Ο Γ Γ Ι Ο Υ
+10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1826
+
+
+
+Ποιος θε ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια
+Πέρασ' από το Κάρλελι κι από το Μεσολόγγι
+Κι εκεί ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια
+Πώς κλαίν' οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες
+Δεν κλαίνε για το σκοτωμό πως θε να σκοτωθούνε
+Μα κλαίνε για το σκλαβωμό που θε να σκλαβωθούνε.
+Ήταν Σαββάτο αποβραδύς, ανήμερα Λαζάρου
+Τρανό τελάλη βάρεσαν μέσα στο Μεσολόγγι
+Στις εκκλησίες μαζώχτηκαν όλοι μικροί μεγάλοι
+Κι ένας τον άλλον έλεγε κι ένας τον άλλον λέει
+Αδέρφια τι θα κάμωμε στο χάλι που μας ηύρε,
+Είκοσι μέρες πέρασαν που ο ζαϊρές εσώθη
+Φάγαμε ακάθαρτα σκυλιά και γάτους και ποντίκια·
+Το Βασιλάδι έπεσε τ' Αντελικό εχάθη·
+Ήρθαν και τα καράβια μας και πάλε πίσω πάνε.
+Θανάσης Κότσικας φώναξε, Θανάσης Κότσικας λέει
+Αδέρφια ας πολεμήσουμε τους Τούρκους σαν λιοντάρια
+Και το γιουρούσ' ας κάμουμε για να διαβούμε πέρα·
+Μπροστά θα βγούνε οι γέροι στη μέση οι γυναίκες.
+Εγίνηκε το τσάκισμα μέσ' στου Μακρή την τάπια
+Και το γεφύρι χάλασε και τα παιδιά πνιγήκαν.
+Αρρώστοι, μέσα μείνανε μαζί με το Δεσπότη
+Φωτιά στο κάστρο βάλανε κανένας δε σκλαβώθη.
+
+
+
+Α Ρ Η Σ Φ Ι Λ Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ
+
+
+
+Ορθώνεται υψηλό, τετράγωνο, βαρύ σαν κολοσσός το οικοδόμημα. Τα
+παράθυρά του, τα δώματα, ανοίγονται εις τον αέρα και εις τον ήλιο. Οι
+πόρτες του διάπλατες δείχνουν μαρμαροστρωμένες τις σκάλες του,
+διαδρόμους πλακόστρωτους, τοίχους βαμμένους φιστικί που αντιλάμπουν σαν
+καθρέφτες.
+
+Εμπρός εις την είσοδο και εις τους διαδρόμους ανάμεσα βουή και σάλαγος
+στρατώνος. Βροντούνε τα σπαθιά, λάμπουν γαλόνια, αντιλαλούν αυστηρά
+προστάγματα. Τι θυμός και ποια φρίκη! Σείονται και λυγίζονται κορμιά,
+μάτια γιαλίζουν, μουστάκια στρίβονται· βροντά εις το πάτωμα το πάτημα,
+φλυαρούν τα σπιρούνια: γλιν — γλιν!... γλιν — γλιν!... Ο Άρης βασιλεύει
+μέσα εις το πλατύχωρο οικοδόμημα. Ντυμένος τον ολόχρυσον λεπιδωτόν
+θώρακά του, με το μεγάλο σπαθί στο πλευρό και το βαρύ κοντάρι στο χέρι,
+αρματοδροδεί ο θεός του πολέμου φοβερός. Ο λόφος της περικεφαλαίας του
+χύνει ανεμοστρόβιλλο γύρω. Ο Δείμος και ο Φόβος τρέχουν εμπρός του,
+σκορπίζοντας τον πανικόν.
+
+Η Ενυώ με το δαδί αναμμένο εις το χέρι κρατεί άσβεστη την αμάχη. Η
+Διχόνοια, ο Θυμός και η Βοή τρέχουν κατόπιν του σπείροντας την φρίκην
+και την απόγνωσιν...
+
+Έξαφνα ακούστηκε η προσταγή:
+
+ — Αναφορά!. . .
+
+Αμέσως είκοσι — τριάντα άνδρες, ένας πίσω από τον άλλον, με βήμα
+σταθερόν, με κορμί ορθόν και ζωντανό βλέμμα, μπαίνουν και παρατάσσονται
+εις την γραμμήν. Όλοι φορούν το ίδιο μαύρο φόρεμα· κρατούν τα πιλίκια
+εις την αριστεράν μασχάλη· κρέμεται το σπαθί στο πλευρό ακίνητο· πέφτει
+δεξιά το χέρι και το κεφάλι ορθοκάθεται εμπρός με τα μάτια ατενώς.
+Απέναντι ένας γηραλαίος κύριος με την ίδια στολή, με την ίδια στάσι. Το
+βλέμμα του γλυστρά από τον ένα εις τον άλλον, από τα πόδια ως την
+κεφαλή, ερευνητικό, αυστηρό. Και από το άφωνο εκείνο βλέμμα σαν να είνε
+μαγνητικό κουμπί, αναταράσσονται εις την τάξιν όλοι. Ένα πόδι τραβιέται
+έξαφνα πίσω· ένα χέρι κολλά εις το μηρί· κάποια δάχτυλα περνούν αστραπή
+εμπρός εις το στήθος· ένα σπαθί πατά στο πάτωμα δειλά, τακ! Και ψηλά
+εις τους τοίχους μέσα από τις μεγάλες χρυσές κορνίζες, κοιτάζουν οι
+συνάδελφοι, περασμένοι συνάδελφοι, λησμονημένοι ήδη με το ίδιο αυστηρό
+βλέμμα, αλλά και με χαμόγελο αγαθοσύνης, ίσως ειρωνικό, ξένοι από τον
+κόσμο τούτο και την πειθαρχία του.
+
+Έξαφνα προβάλει ένας δυο βήματα και λέγει:
+
+ — Λαμβάνω την τιμή ν' αναφέρω ότι παραδίδω υπηρεσίαν.
+
+Προχωρεί άλλος και προσθέτει:
+
+ — Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παραλαμβάνω υπηρεσίαν.
+
+Άλλος:
+
+ — Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παρουσιάζομαι ως τοποθετηθείς
+ενταύθα.
+
+Και άλλος:
+
+ — Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι επανέρχομαι ληξάσης της αδείας
+μου.. .
+
+Έπειτα αρχίζει το διάβασμα της Ημερησίας Διαταγής. Ακούονται: ο Παλαιός
+Στρατών, τα Παραπήγματα, οι φυλακές Αβέρωφ. Μνημονεύονται ονόματα,
+τοποθεσίες, συντάγματα, υπηρεσίες. Αναφέρονται τιμωρίες, νουθεσίες,
+έπαινοι, παρατηρήσεις. Και μέσα εις την νεκρικήν σιγήν, επάνω από τ'
+ακίνητα εκείνα κορμιά και τας νεκράς θελήσεις, ακούεται έξαφνα μια φωνή
+που παγώνει το αίμα εις τις φλέβες και φέρνει στα μάτια το δάκρυ.
+
+ Ωχ, Ωχ!...
+
+Είνε ο πόνος που έρχεται από κάπου γύρω αόρατος. Είνε το άσθμα που
+ξεσπά σε αγωνίαν. Είνε πολλές φορές ο ρόγχος του θανάτου. Ότι όμως και
+αν είνε πόνος ή ρόγχθος η υπηρεσία δεν ανησυχεί· η πειθαρχία δεν θέλει
+να τον ακούση. Κάπου ίσως να παίξη ένα βλέμμα συμπαθείας. Σε κάποιο
+κρανίον μπορεί να σχηματισθή ένας θλιβερός συλλογισμός. Μα μόνον ως
+εκεί. Αλλά να εκδηλωθή σε κίνηση όχι. Τα κορμιά εξακολουθούν να μένουν
+ακίνητα, τα πρόσωπα αυστηρά και η φωνή του ανωτέρου αποδίδει τι δίκαιον
+μονοκόμματη, χτυπητή και τελειωτική σαν μπαλταδιά:
+
+ — Δέκα ημέρες φυλάκισις! εξαήμερος κράτησις! περιορισμός! Εγκρίνεται
+— δεν εγκρίνεται· να γίνη έγγραφον! να σταλή εις το σώμα του!...
+
+Κι ενώ ξεστομίζονται αυτά, οι φυσιογνωμίες γύρω μένουν απολιθωμένες ως
+να μη λέγεται γι αυτούς, ως να μην ενδιαφέρουν αυτούς· να μη θίγουν τα
+συμφέροντά τους, τη ζωή τους, την ελευθερία τους, την υπαρξίν τους. Ένα
+χαλάζι καταστρεπτικό είτε ένας ήλιος ζωογόνος πέφτει απάνω εις τα
+πλάσματα του Θεού κι εκείνα τον δέχονται με την αυτήν υπομονήν, με την
+αυτήν εγκαρτέρησιν.
+
+ — Δέκα ημέρες φυλάκισις!
+
+Τέλος αντήχησε η προσταγή:
+
+ — Διάλυσις!...
+
+Και μέσα εις το σούσουρο που σηκώνεται παρόμοιο με σάλαγος
+φουσκοθαλασιάς ακούεται καμπάνας κλαγγή:
+
+ — Στους θαλάμους!... επίσκεψις!... πετά από στόμα σε στόμα.
+
+Τρέχουνε αμέσως δώθε κείθε τα γαλόνια. Στρατιώτες, υπαξιωματικοί,
+αξιωματικοί, ανακατεύονται, συναλλάσσονται, προστάζουν, φωνάζουν, όπως
+το πλήρωμα πλοίου καταληφθέντος υπό θυέλλης. Μην είνε τάχα πολεμική
+κραυγή, εφόδου καμπανοχτύπημα; Μην αίμα θα τρέξη και θα πέσουν κορμιά;
+Ωιμέ τι έχει να γένη! Να τοι, έρχονται!... Αλλά δεν είνε άγριοι πια,
+δεν είνε πολεμόχαροι. Τα στριμμένα μουστάκια δεν φοβερίζουν τον ουρανό
+και τα μάτια είνε ιλαρά, παιγνιδιάρικα. Στα πρόσωπά τους κάθεται γαλήνη
+και συμπάθεια. Σεμνή χαμογελούσα η Επιστήμη προπορεύεται. Κι εκείνοι
+την ακολουθούν πρόθυμα μ' ένα κονδυλοφόρο εις το χέρι τους καθένας. Την
+ακολουθούν και χάνονται μέσα εις τους θαλάμους, που η αρρώστεια
+βασιλεύει και ενεδρεύει ο θάνατος.
+
+Τα πατήματα γίνονται ελαφρά, οι φωνές συμπαθητικές.
+
+ — Καλημέρα, παιδί μου.
+
+ — Πως είσαι, λεβέντη μου;
+
+ — Πού πονείς;
+
+ — Θα περάση ... ησύχασε...
+
+ — θα γράψουμε της μάνας σου ναρθή...
+
+ — θα σου δώσουμε άδεια. Κάνε υπομονή.
+
+Και τα προστάγματα γίνονται απλά σαν κουβέντα, σαν φιλική σύστασις.
+
+ — Ήμισυ.
+
+ — Δύο σούπες.
+
+ — Μία οκά γάλα, τέσσερα ωά.
+
+ — Νηστεία.
+
+Και το βαρύ τετράγωνο οικοδόμημα δεν μοιάζει πια στρατώνας, αλλά ναός,
+μέγας και σιωπηλός ναός που τελείται μυσταγωγία. Κάπου ν' ακουσθή
+κανείς καλπασμός αγγελιοφόρου. Κάπου να φανή καμία στρατιωτική στολή. Ο
+θυρωρός μισοκοιμάται ξαπλωμένος στο κάθισμά του. Οι διάδρομοι χάσκουν
+αδειανοί. Οι τοίχοι και το πάτωμα αλληλοκαθρεφτίζονται στην λάμψιν τους
+φιλάρεσκα. Και τα σπαθιά τ' αράθυμα, κοίτονται τόρα σωριασμένα εις τις
+γωνίες σαν περιττά παλιο — σίδερα. Κλαίνε τη λεβεντιά και τη μοίρα
+τους. Κανείς δεν τα χρειάζεται· ούτε θα χύσουν αίμα, ούτε θα λιανίσουν
+κόκκαλα. Ο Άρης ο δικός τους ευνουχίστηκε...
+
+Όμως την ίδια ώρα κάποιος ίσκιος εφάνηκε. Είνε η Υγεία. Δάφνινο στεφάνι
+κάθεται στο κεφάλι της. Ένα ραβδί στο χέρι και στο άλλο φιάλη ολόχρυση.
+Μεγάλο φίδι, μακρύτατο, διπλώνεται και ανεβαίνει από τη μέση στους
+κόρφους της. Βαδίζει αργά και μεγαλόπρεπα η Υγεία. Την ακολουθούν η
+Ιασώ, η Πανάκεια και ο Τελεσφόρος, τυλιγμένοι σε μακρυά πέπλα. Μπαίνουν
+ελαφρά από θάλαμο σε θάλαμο, πλησιάζουν εις τα κρεββάτια των άρρωστων,
+εδώ αφίνουν τον Ύπνο — ένα φτερωτό σγουρόμαλλο παιδί που ακουμπά σε
+λαμπάδα και κρατεί αγκαλιές παπαρούνες· εκεί παραιτούν τα Όνειρα — κάτι
+παιδιά παχουλά, ωμορφοντυμένα, γελαστά. Και στην παρουσία τους τρέχουν
+να κρυφθούν φοβισμένες οι Ασθένειες ο Πόνος και αυτός ο θάνατος.
+
+Η Υγεία έτσι προχωρεί με την καλόβουλη συντροφιά της, φθάνει εμπρός εις
+τα σπαθιά. Τα κοιτάζει με συμπάθεια κι εκείνα, σαν να βλέπει άρρωστο,
+χαμογελάει. Έπειτα βουτά το κρινάτο χέρι της στο υγρό της φιάλης, το
+τινάζει απάνω τους και ψιθυρίζει πονετικά:
+
+ — Να μη βασκαθήτε!...
+
+
+
+Τ' Α Ρ Μ Α Τ Α
+
+
+
+Τ' ανδρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται
+Μόν πρέπει να είνε σ' εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργιώνται.
+Να κρέμωνται ψηλά ψηλά σ' αραχνιασμένον πύργο
+Σκουριά να τρώει τ' άρματα κ' η γη τον αντρειωμένο.
+
+
+
+Ν Α Υ Μ Α Χ Ι Α Τ Η Σ Κ Α Σ Α Ν Δ Ρ Α Σ
+1807
+
+
+
+Μαύρο καράβι αρμένιζε στα μέρη της Κασάνδρας
+Είχε πανιά κατάμαυρα και τ' ουρανού παντιέρα
+Εμπρός κορβέτα μ' άλικο μπαϊράκι της εβγήκε
+Μάινα, φωνάζει, τα πανιά! Ρίξε τα, λέγει, κάτω!
+Δεν τα μαϊνάρω τα πανιά κι ουδέ τα ρίχνω κάτω
+Μη με θαρρείτε νιόνυφη να βγω να προσκυνήσω
+Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκαβάλα
+Τράκο λεβέντες! Ρίξετε στην πλώρη το καράβι!
+Των Τούρκων αίμα χύσετε, άπιστους μην ψηφάτε!
+Οι Τούρκοι βόλταν έρριξαν κι εγύρισαν την πλώρη
+Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με το σπαθί στο χέρι.
+Στα μπούνια τρέχουν αίματα, θάλασσα κοκκινίζει
+Αλλάχ Αλλάχ! οι άπιστοι κράζουν και προσκυνάνε.
+
+
+
+Τ Ο Ζ Ο Υ Δ Ι Ο
+
+
+
+Κατά τον περασμένο Οκτώβριο εβγήκα μία ημέρα εις το κυνήγι. Είχε βρέξη
+και το χώμα ήτο μαλακό και εβούλιαζε εις το πάτημα ως παχύμαλλο
+καινούργιο ταπέτο. Αι πρώται πνοαί του φθινοπώρου είχαν έλθη και τα
+δέντρα ήρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους, τα οποία κίτρινα υπεχώρουν εις
+το παραμικρόν φύσημα του ανέμου. Τ' αμπέλια ήσαν έρημα. Κανείς δεν
+εγύριζε να τα ιδή τόρα που έχασαν τον γλυκόχυμον καρπόν τους, όπως μια
+μαραμένην καλλονήν. Ο μούστος έβραζεν εις τα βαρέλια και επερίμενε τον
+Άι δημήτρη διά να χυθή εις τα ποτήρια και να δροσίση τα διψασμένα χείλη
+κάθε κρασοπατέρα.
+
+Αφού επλανήθην επί πολύ και έκαυσα την μπαρούτη ανωφελώς, εκάθισα το
+μεσημέρι κοπιασμένος κάτω από μίαν λεύκαν, κοντά εις το χείλος διαυγούς
+ρυακίου. Έβγαλα από την τσάντα μου ολίγον ψωμί και τυρί, έρριξα το
+ανάλογο μερίδιον εις τα σκυλιά και έφαγα το υπόλοιπον με μεγάλη όρεξι.
+Μετά εξηπλώθην εις τον ίσκιο της λεύκας και αφού εσκέπασα με την ψάθα
+το πρόσωπόν μου προσεπάθουν να κοιμηθώ.
+
+Φαίνεται όμως ότι δεν ήτο πεπρωμένον να κοιμηθώ, διότι μόλις ήρχισε να
+με κυριεύη η νάρκη, η προηγουμένη του ύπνου, τα σκυλιά ήρχισαν να
+γαυγίζουν δυνατά. Εσήκωσα το κεφάλι και είδα ερχόμενον προς εμέ με το
+όπλον επ' ώμου τον αγροφύλακα. Τον εγνώρισα από τον μαύρον
+στεμματοφόρον σκούφον του.
+
+ — Γεια — χαρά· είπε πλησιάζων και στηρίζων κατά γης το όπλον του.
+
+ — Καλώς τονε.
+
+ — Βάρεσες τίποτε;
+
+ — Όχι... δε βρήκα.
+
+ — Έχεις καπνό; Έχω από προχτές να πάω στο χωρό και κάηκα για τσιγάρο.
+
+ — Έχω· πάρε· του είπα, και του έδωσα φύλλον σιγαροχάρτου.
+
+ — Δε θέλω χαρτί· φουμάρω με πούσι. Και έδειξε μικρόν και λεπτόν φύλλον
+αραβοσίτου που μεταχειρίζονται αντί σιγαροχάρτου για οικονομίαν οι
+περισσότεροι χωρικοί.
+
+Του έδωκα καπνό και έκαμε τσιγάρο. Αλλά παρετήρησα ότι από καιρού εις
+καιρόν εσήκωνε τα μάτια και με κοίταζε με κάποια περιέργεια και
+ανησυχία.
+
+ — Έλα κάτσε· του είπα. Γιατί στέκεσαι και σε βαρεί ο ήλιος;
+
+ — Όχι! μου είπε χαμογελώντας. Σ' αυτό το δέντρο δεν κάθουνται οι
+άνθρωποι.
+
+ — Γιατί;
+
+Αντί να απαντήση άπλωσε το χέρι και μου έδειξε την ρίζαν του δέντρου.
+Γύρω εις τον κορμόν της λεύκας το χώμα ήτο σκαμμένο και απάνω του
+αφημένο ένα σκουριασμένο τσεκούρι. Εις την ρίζαν του κορμού ήσαν
+ανοιγμένοι τέσσερες λάκκοι και μέσα εις αυτούς είχαν εμπηχθή τέσσερα
+χοντρά και μεγάλα καρφιά. Εγύρισα και κοίταξα με απορία τον αγροφύλακα.
+
+ — Πάμε εκεί κάτω και σου λέω· μου απάντησε. Εσηκώθην και τον
+ηκολούθησα κάτω από μικράν αχυρίνην καλύβα. Εκεί μου διηγήθη τα
+ακόλουθα:
+
+Εσείς οι γραμματισμένοι θαρρείτε πως τα ξέρετε ούλα· μα τίποτα δεν
+ξέρετε με συμπάθειο. Τι το ώφελος σαν ξέρεις γράμματα και δεν ξέρεις να
+φυλάξης τη ζωή σου;
+
+Ο οξωμάχος γνωρίζει καλήτερ' από σένα πως η καρυδιά λόγου χάριν ή η
+καστανιά έχουν βαρύν ίσκιο και δεν πάει να κάτση από κάτω της. Πόσοι
+δεν τόπαθαν το κακό! Άλλος ξύπνησε πιασμένος· άλλος στραβός, άλλος
+άλαλος κι άλλος με ξυλιασμένα πόδια. Αμ τι; όσα φέρν' η ώρα δεν τα
+φέρν' ούλος ο χρόνος.
+
+Με τούτο θέλω να σου ειπώ, πως το δέντρο που έγειρες να κοιμηθής είνε
+στοιχειωμένο. Είδες τα περόνια και το τσεκούρι; Εδώ και δέκα χρόνια
+κάρφωσε ο Ζούδιαρης εκεί το Ζούδιο του κατακαϋμένου του Αντώνη... Πήγε
+απ' αγάπη το δυστυχισμένο το παιδί. Και τι παιδί! μάλαμα! Σταλιά νερό
+δε θόλωνε ποτέ του. Την Κυριακή σα νύφη περπάταγε στο παζάρι· την
+καθημερινή δούλευε σα σκυλί. Κοίταζε όπως όπως να οικονομήση τις δόλιες
+του αδερφάδες. Ο πατέρας του ήταν αρρωστιάρης· ποτέ δεν έβλεπε γεια.
+Μια λυκοφαμελιά και όλοι από τον Αντώνη κρεμόσαντε.
+
+Μα είδες που λέει: κάθε φτωχός κι η Μοίρα του. Δεν έσωναν τα τόσα που
+τράβαγε, πήγε ν' αγαπήση κι όλα. Και ποια ν' αγαπήση; Μια που δεν ήταν
+για δαύτονε. Ήταν πλούσια η κόρη, με γράμματα και με καλά πιθέματα.
+Έπειτα ήταν και ξένη. Εγώ — τι να σου ειπώ — τις ξένες δεν τις χωνεύω.
+Αλλοιώς είνε μαθημένες κι αλλοιώς βρίσκουν: Παπούτσι απ' τον τόπο σου
+κι ας είν' και μπαλωμένο.
+
+Ξέχωρ' απ' αυτό η κόρη ήταν παιγνιδιάρα αλαφαλού. Ήξερε, που λες, πως
+τον πλούσιο ότι κι αν τον πουν δεν τον φτάνουν τα λόγια. Εμείς οι
+φτωχοί είνε να στεκόμαστε μη στάξη και μη βρέξη. Κάλλιο νάβγη το μάτι
+σου παρά τ' όνομά σου.
+
+Ο Αντώνης ήταν ώμορφος, πολύ ώμορφος νέος. Ήξερε κάτι γραμματάκια,
+έλεγε κάποτε και τον Απόστολο στην εκκλησία. Θες από δω, θες από κει
+έπιασαν την αγάπη.
+
+Εδώ στα δικά μας τα χωριά τόχουμε. Κάθε νιος δουλευτής, τα πρώτα λεφτά
+που θα πάρη απ' τη δουλειά του, θα κάμη μια αλλαξιά ρούχα. Έπειτα δεν
+τον γνοιάζει πια· τα δίνει όλα στο σπίτι. Εμ καρολόγος είνε, εμ
+τσαγκάρης, εμ σκαφτιάς, τη γιορτή θα είνε φριγγί.
+
+Έτσι κι ο Αντώνης. Μα τόρα το παράκανε Γιορτή καθημερνή ένα το είχε:
+Καθισιό κι αναπαή κι από καιρού καζάντι. Στο σπίτι του άρχισαν να
+πεινάνε.
+
+ — Γιατί, παιδί μου. δεν πιάνεις δουλειά; τον ρώταγε η κακομοίρα η μάνα
+του.
+
+Δεν έχει δουλειά· έλεγ' εκείνος βάζοντας το κεφάλι κάτου.
+
+Κι έφευγε· μα όποιος τον έβλεπε ένοιωθε με τι ντροπή έλεγε το λόγο. Ωχ!
+κλαίγε τον οποίος πιαστή σε αγάπη. Του πουλιού ο νους στο κεχρί
+κρέμεται.
+
+Σε λίγο εμαθεύτηκε στο χωριό πώς ο Αντώνης αγάπαγε τη Φροσύνη — έτσι
+την έλεγαν τη νια. — Ο κόσμος, καθώς ξέρεις, και στην αγάπη ακόμα δεν
+κατηγορεί παρά το φτωχότερο. Ο πλούσιος ότι κι αν κάμη καλά καμωμένα:
+Του φτωχού είνε καρύδια και βροντάνε· του πλούσιου είνε σύκα και δεν
+ακούγονται. Σα να λέμε ο φτωχός δεν πρέπει, νάχει καρδιά· δεν πρέπει ν'
+αγαπάει!
+
+Πολλοί του το είπαν του παιδιού. — Όπου δε φτάνει το χέρι σου μην
+απλώνης.
+
+Η μάνα του η άμοιρη σαν τ' άκουσε την έπιασε ο χτύπος — ήταν αρρωστιάρα
+η δόλια — κι έμεινε τρεις ώρες ξερή. Όχι πώς δεν το ήθελε η γριά να
+πάρη ο γιος της τη Φροσύνη. Θες στραβέ τα μάτια σου; — μαγάρι να είχα
+τόνα. Ποιος δε θέλει το καλό; Μα ένοιωθε πως ήταν δύσκολο να γένη και
+φοβότανε μη χάση το παιδί της. — Το παιδί μου δεν πάει τον ίσιο δρόμο!
+έλεγε κουνώντας το κεφάλι.
+
+ — Τ' είν' το κακό που σε συγκολλήθηκε παιδί μου. Βγάλτο να μη σε φάει
+και χαθούμε. Η κοπέλλα δεν είνε για το φτωχικό μας.
+
+ Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά
+ και θα λυγίση ο κλώνος
+ και θα σου φύγη το πουλί
+ και θα σου μείνη ο πόνος!
+
+Μα πού να ιδή, πού ν' ακούση ο Αντώνης.
+
+ — Μ' αγαπάει· έλεγε.
+
+Κι έτσι με την ελπίδα ζούσε.
+
+Πέρασαν κάμποσα χρόνια· η Φροσύνη ήταν στον καιρό της· δεκαεφτά χρονών
+κορίτσι.
+
+Εδώ στα χωριά μας ότι είνε να γένη πρώτα — πρώτα θα το μάθουν οι
+γυναίκες. Την ημέρα έξω στις αργατιές και το βράδυ — βράδυ στις αυλές
+τους κάθουνται και τα ξομπλιάζουν η μια με την άλλη.
+
+ — Τάμαθες κυρά Γιάννενα; Τως και τως ο τάδε με την τάδε.
+
+ — Τι λες καλότυχη; αλήθεια!
+
+ — Ναι, ναι· — μα την ψυχούλα μου την αμαρτωλή! Αμ' εγώ τα μυρίστηκα
+από καιρού, αδερφή δεν τάλεγα;... Κι είνε — πού ήσαι — είνε κι η άλλη
+δουλειά· άκουγεμε μένα.
+
+ — Θε μου γλύτωνε που καταντήσαμε!
+
+Και μαγουλοτραβιόνται τάχα.
+
+Έτσι εμαθεύτηκε σε λίγο πως τη Φροσύνη την πέρνει ένας έμπορος από την
+Πάτρα.
+
+Ο Αντώνης τόμαθε. — Είνε ψέμα! είπε. Κι είχε δίκιο να ειπή πως είνε
+ψέμα το παιδί, αφού η κόρη του έκανε νοήματα ακόμη.
+
+Σε λίγο γίνηκαν και οι αρρεβώνες. Ξέρεις πώς γένονται οι αρρεβώνες εδώ.
+Δύο τρεις πάνε τη νύχτα με το γαμπρό και τον παπά στο σπίτι της νύφης,
+αλλάζουν το δαχτυλίδι και τελειώνει η δουλειά.
+
+Ο Αντώνης πού ν' ακούση, πού να πιστέψη τέτοιο πράμα! Βλέπεις η αγάπη
+στραβώνει.
+
+Έπειτ' από λίγο έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Ο γαμπρός ήρθε και ο γάμος
+θα γινότανε την Κυριακή.
+
+Από τότες έπαψε και η κόρη να κάνη νοήματα του Αντώνη. Όπου τον έβλεπε
+του γύριζε τις πλάτες... Α! δε θέλεις άλλο ψευτότερο πράμα από τη
+γυναίκα. Σήμερα μπορεί να σου λέει πως πεθαίνει κι αύριο να σου κουνάει
+κλαρί. Κάπου μ' είδες κάπου σ' είδα.
+
+Ο Αντώνης ήταν παιδί με καρδιά· δεν είπε τίποτα. Μάλιστα πήγε μαζί με
+το συμπεθεριό στην εκκλησία, φίλησε και τα στεφάνια... Εγώ ήμουν σ' ένα
+στασίδι αντίκρυ και τον κοίταζα. Ήταν κίτρινος σαν το θειαφοκέρι· τα
+χείλη του μαραμένα έτρεμαν. Πήγε σιγά, φίλησε τα στεφάνια, έπειτα
+γύρισε και ακούμπισε σε μια κολώνα. Έβγαλε το μαντήλι και τόβαλε στα
+χείλη του. Το μαντήλι μάτωσε.
+
+Από τότε το κατάλαβα.
+
+ — Κρίμα στο νιο! είπα μέσα μου
+
+Όταν γύρισε στο σπίτι ο Αντώνης ηύρε τη μάνα του στη γωνιά να κλαίη ...
+Την έτρωγαν τα φίδια.
+
+ — Σώπα, καϋμένη μάνα. που κλαις! είπε της γριας να την παρηγορήση.
+Έτσι ήταν γραφτό, Εγώ το ξέρω· πάντα άτυχος θα είμαι.
+
+Κι έπεσε στη δουλειά με τα μούτρα. Ήταν η εποχή που καίνε τα καμίνια
+για κεραμίδια. Μπήκε σύντροφος σ' ένα καμίνι κι έβγαζε παράδες. Δέκα
+δραχμές το μεροκάματο του ερχότανε.
+
+Η κακομοίρα η μάνα του πέταγε από τη χαρά της.
+
+Πάει το παιδί μου. ξέχασε! έλεγε. Ο Θεός με λυπήθηκε.
+
+Μα δεν το χάρηκε πολύ. Μια βδομάδα ήταν όλη η προκοπή του Αντώνη.
+Έπειτα παράτησε το καμίνι κι έτρεχε δώθε κείθε στις εξοχές· ούλο τ'
+απόσκια έπιανε.
+
+Μια φορά έλειψε κάμποσες ημέρες από το σπίτι. Η μάνα του υποψιάστηκε.
+
+ — Τι να έγινε το παιδί μου; είπε.
+
+Κι επήρε τις αργατιές ρωτώντας τους στρατολάτες, και μυρολογώντας
+αδιάκοπα. Πού δεν επήγε; ποιον δεν ερώτησε; Τα πόδια της έβγαλαν νερό
+από τις στράτες· τα φουστάνια της εκουρελιάστηκαν από τ' αγκάθια. Το
+ηύρε τέλος μέσα σ' έναν τράφο και μαυλίζοντάς το σαν σκυλάκι το έφερε
+στο σπίτι της. Μα πώς το έχασε πώς το ηύρε! Όλοι το ένοιωσαν πως έπαθε
+απ' αγέρι. Κάποιος είπε πως το είδε να ξεμεσημεριάζεται κάτω από μιαν
+αγριλιά — ξέρεις η αγριλιά έχει βαρύν ίσκιο.
+
+Η γριά έπεσε στου Θεού τα χέρια. Έταζε λαμπάδες, έκανε παράκλησες,
+επήγε με τα γόνατα στην Παναγία· μα το παιδί όλο στο χειρότερο. Κάθε
+Κυριακή το έφερναν στην εκκλησιά και το απόθεταν σωρό — κουβάρι μπροστά
+στην Ωραία Πύλη. Εκαθόταν ως την ώρα που θα έβγαιναν τ' Άγια ήσυχο και
+ακίνητο σαν ζωντόβολο. Με μόλις ακουγόταν από μέσα η φωνή του παπά «τας
+θύρας... τας θύρας!...» έβανε κάτι αγριοφωνές που έτριζαν τα γιαλιά
+της εκκλησιάς και ίδρωναν τα εικονίσματα. Ίδρωναν τα εικονίσματα κι
+ετρόμαζε ο λαός από τα λόγια του. Κάτι τι λάγνο και κάτι βρωμερό
+εμόλυνε για μιας του ναού τ' άδυτα, έφερνε τη ντροπή και στων γερόντων
+τα πρόσωπα. Και ποιος να το κρατήση, ποιος να το συμμαζέψη τότε; Έκοβε
+τα σχοινιά, εχτύπαε τις αλυσσίδες, όσο που έπεφτε λυποθυμισμένο στις
+πλάκες.
+
+Είδαν κι απόειδαν έστειλαν να φέρουν το Ζούδιαρη από το Ιμάμ Τσαούση.
+
+ — Έχει τον Ανάποδο μέσα του· είπε ο Ζούδιαρης άμα είδε το παιδί.
+
+Ο Ανάποδος — θα έχης ακουστά — είνε ένας διαβολάκος τόσος δα, μια
+πιθαμή. Όπου γίνεται τραπέζι, όπου φιλονεικούν, όπου χαρτοπαίζουν εκεί
+βρίσκεται. Αν τύχη και βλαστημήση κάποιος την ώρα που ο άλλος πίνει ή
+χασμουριέται, μπαίνει μέσα του και του βυζαίνει το αίμα... Για κείνο —
+άκου που στο λέω — άμα ακούς και βλαστημάν να φτεις... Μη γελάς· δεν
+ξέρω, μπορεί να μην είνε τίποτα· κάνε το εσύ: Το καλό πάντα καλό είνε.
+
+Το παιδί σαν αντίκρυσε το μάτι του Ζούδιαρη έπαψε τις φωνές και λάιασε.
+Ηύρε το μάστορή του είδες που λέει.
+
+Ο Ζούδιαρης είπε σε καμιά δεκαριά ανθρώπους να πάρουν τα ντουφέκια τους
+και να πάνε κοντά του.
+
+Εγώ — είμαστε μια πόρτα με τον Αντώνη — είδες που λέει: ο Θεός κι ο
+γείτονας· πρώτα θα ιδής το γείτονά σου κ' έπειτα τον ήλιο — πήρα το
+ντουφέκι μου, το γιόμισα με το ζερβί χέρι — έτσι μας είπε ο Ζούδιαρης
+και πήγα κοντά. Σε λίγο ήμαστε όξω από το χωριό. Μπροστά πήγαινε το
+παιδί ήσυχο σαν αρνάκι. Πίσω πήγαινε ο Ζούδιαρης με τα περόνια και το
+τσεκούρι στα χέρια· και παραπίσω εμείς.
+
+ — Να τος! βαρείτε του! μας λέει ο Ζούδιαρης σαν είδε ένα δέντρο.
+
+Εμείς δεν είδαμε τίποτα από το φόβο μας ρίξαμε στα στραβά. Μπαμ! μπουμ!
+κόσκινο το δέντρο.
+
+ — Δεν τον πετύχαμε· λέει ο Ζούδιαρης. Να τος, πέρα πάει.. .
+
+Και άρχισαν τα τρεχάματα, μπροστά εκείνος με το παιδί και πίσω εμείς,
+μέσα στα χωράφια και τις σταφίδες λαχανιάζοντας. Σε κάθε δέντρο που
+απαντούσαμε διάταζε ο Ζούδιαρης και αδειάζαμε τα ντουφέκια. — Μπαμ!
+μπουμ!
+
+Μας παίδεψε ο αναθεματισμένος. Γυρίσαμε από τον Άιθανάση στ'
+Αληκανιωτέικα, το Καταράχι, τα Κατσαπέικα, μα τίποτα.
+
+Ο Ζούδιαρης το είχε ειπωμένο:
+
+ — Είνε δυσκολοβάρετος ο Ανάποδος.
+
+Να μην τα πολυλογώ φτάσαμε και στη λεύκα, που έγειρες να κοιμηθής.
+Καθώς βλέπεις, άλλο δέντρο μεγάλο δεν είνε εδώ πέρα.
+
+ — Σταθήτε· μας λέει ο Ζούδιαρης· εδώ θα κάτση· αλλού δεν έχει να πάη.
+Ετοιμάστε τα ντουφέκια σας και άμα σας πω βαράτε.
+
+ — Μπαμ μπουμ! ρίξαμε άμα μας είπε.
+
+ — Άου! άου! άου! ούρλιασε το παιδί.
+
+Το πετύχαμε το ζούδιο. Μα έννοια σου κι εμείς διορθωθήκαμε! Αλλουνού
+έσπασε το ντουφέκι, άλλος αιματοκυλίστηκε. Εμένα μου φάνηκε πως μ'
+έπιασε κάποιος από τη μπούκα μ' έσπρωξε κ' έπεσα ανάσκελα στον τράφο.
+
+Μα ο Ζούδιαρης κάρφωσε στο δέντρο το ξωτικό. Άξαφνα νοιώθομε μια
+μυρουδιά σαν καϋμένη θειάφι κι ακούμε ένα φοβερό και παράξενο γέλοιο κι
+ένα φρου!... απάνω από το κεφάλι μας, σαν όταν σηκώνονται από τη βοσκή
+μπουλούκι αγριόπαπια. Τότε έδωκε το στερνό χτύπημα κ' είπε το
+φοβερώτερο ξώρκι ο Ζούδιαρης.
+
+ — Πάει να χαθή· το καρφώσαμε· είπε.
+
+Και απίθωσε το τσεκούρι χάμω για να το βλέπουν οι οξωμάχοι να μη
+ζυγώνουν.
+
+Πήγαμε τότε να πάρουμε κ' εμείς το παιδί. Ήταν χάμου ξαπλωμένο,
+κατακίτρινο και ξυλιασμένο. Το σηκώσαμε, το πήραμε στα χέρια, το πήγαμε
+στο σπίτι και το ξαπλώσαμε στο κρεβάτι,
+
+Το δόλιο! δεν ήταν γραφτό του να σηκωθή. Ο Ζούδιαρης άργησε να βάλη το
+χέρι του. Το ζούδιο που φώλιαζε μέσα του, του είχε βυζάξει όλο το αίμα.
+
+Δυο τρεις ημέρες και πάει χάθηκε το παιδί.
+
+
+
+1 8 2 1
+
+
+
+Κλείσαν τα κάστρα κλείσανε, κλείσαν και τα δερβένια,
+Κλείσαν και της Τριπολιτσάς το παινεμένο κάστρο,
+Κλείσαν και τον Καμίλ μπέη τον Κοθρινό τον Μπέη
+Που ήταν κορώνα στο Μωριά, λελούδι μέσ' στην Πόλη.
+Τα γράμματα πάν' κι έρχονται στη νένε του στην Κόρθο
+ — Φλωριά κι αν έχεις δόσετα γρόσια μην τα λυπάσαι
+ — Φλωριά δε θέλουν οι Έλληνες γρόσια για να τους δώσω
+παρ' θέλουν την πατρίδα τους να την ελευθερώσουν
+που ήτανε σκλάβα στην Τουρκιά τριακόσια τόσα χρόνια
+
+
+
+Τ Α Π Α Τ Ρ Ι Κ Α Α Ρ Μ Α Τ Α
+
+
+
+Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη το ποτάμι
+με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε
+Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι κάμε πόρο,
+για να περάσω αντίπερα πέρα στα κλεφτοχώρια,
+πόχουν οι κλέφτες σύναξη τα δώδεκα πρωτάτα.
+Στο δρόμο όπου πήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει,
+βλέπει τον Κίτσο ομπροστά στα σίδερα δεμένο
+Χίλιοι τον πάν' από μπροστά και πεντακόσοι πίσω
+κι η μάνα του του έλεγε κ' η μάνα του του λέει:
+ — Κίτσο που τάχεις τ' άρματα, που τάχεις τα τσαπράζια;
+ — Μάνα ζουρλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμιαλιασμένη,
+Δεν κλαις μάνα, τα νιάτα μου δεν κλαις τη λεβεντιά μου
+παρ' κλαις τα δόλια τ' άρματα, τα έρημα τσαπράζια!..
+ — Κάλλια Κίτσο να χάνουσαν, νάχανες το κεφάλι,
+Παρά να χάσης τ' άρματα τα πατρικοδοσμένα.
+
+
+
+Τ Ο Σ Υ Γ Ν Ε Φ Ο
+
+
+
+Σαν καλός ο Αύγουστος εφέτος· ε; Ναι· μακάρι πάντα μας!
+
+ — Εγώ φοβόμουνα την αυγή.
+
+ — Και γω. Μα δεν άκουσες τα κοκόρια; Άμα λαλούν τα κοκόρια παράωρα ο
+καιρός αλλάζει.
+
+ — Και μαζί κι η τύχη μας.
+
+ — Βέβαια· στην τρίχα κρέμεται.
+
+Ο Δημάκης και ο Βρανάς στολισμένοι όπως οι χασάπηδες τις νηστίσημες
+ημέρες, εκάθηντο ήσυχοι εις τον πάγκον ενός κρασοπουλειού και
+συνομίλουν για τον καιρό. Είχαν και αυτοί απλωμένη εις τ' αλώνι την
+σταφίδα των κάτω από τας φλογεράς του ηλίου ακτίνας ως αι χωρικαί τας
+θυγατέρας των εις τα περιπαθή βλέμματα των λεβέντηδων, και μετρώντες
+τις ημέρες εις τα δάκτυλα, επερίμεναν ανυπομόνως να ξεραθή. Φυσικά
+λοιπόν αι συζητήσεις της ημέρας και της νυκτός τα όνειρα, δεν έχουν
+άλλον σκοπόν παρά την κατάστασιν του καιρού και τις τιμές της σταφίδας.
+
+ — Άκου που σου λέω· μου το είπε ο κουμπάρος του κυρ Γιάννη· είχε
+γράμμα από την Πάτρα! έλεγεν ο Δημάκης εις τον σύντροφόν του
+εμπιστευτικά.
+
+ — Λες;
+
+ — Λέω βέβαια! Περσυνό πράμα δεν έμεινε ρόγα· τ' αμπέλια στη Γαλλία
+χάλασαν. Στην Πάτρα έβρεξε· στη Βοστίτσα παλιόπραμα.
+
+ — Α! πασά μου! εφώναξε ενθουσιασμένος ο Βρανάς· Σαράντα κι αμάν —
+αμάν!Τι σαράντα; Εξήντα δε λες!
+
+Και ο Δημάκης άρχισε πάλι το τραγούδι που είχε διακόψει:
+
+ Κι άλλος θέλει τον Άγουστο
+ πούνε τα ταλλαράκια.
+
+ — Ταλλαράκια· ψυχή μου φρούτο!... είπε ο Βρανάς ξερογλείφων τα χείλη
+του σαν να πιπίλιζε καραμέλα. Ο Μάης βγάνει τα κεράσια, ο θεριστής τ'
+αγγούρια, ο Αλωνάρης τα καρπούζια και ο Άγουστος τα τάλλαρα. Αν παραφάς
+από τ' άλλα θερμαίνεσαι. Αν παραφάς τάλλαρα, γίνεσαι κυρ Λινάρδος. Λέω
+γω ο φτωχός πως μούφαγε ο ποντικός το τυρί, κανείς δεν το πιστεύει.
+Λέει ο κυρ Λινάρδος πως τούφαγε το σίδερο, το πιστεύουν όλοι. Καλά το
+λέει κι ο λόγος: Άγουστέ μου καλέ μήνα, να ήσουν δυο φορές το χρόνο.
+
+ — Μωρέ καλός να είνε κι ας είνε και μια φορά. Μου φτάνει· είπε ο
+Δημάκης.
+
+Αλλά την ίδια στιγμή έκοψε την κουβέντα τους μία φωνή. Πίσω τους άλλος
+χωρικός ψηλός και αδύνατος, που κρατούσε εις το ένα χέρι βουρλιά ψάρια
+και εις την μασχάλην ένα ζευγάρι τρυπημένα παπούτσια, έστεκε ακίνητος
+με μάτια ολάνοικτα, στυλωμένα πέρα εις τον δυτικόν ορίζοντα.
+
+ — Τ' είνε Χαραλάμπη; ερώτησεν ο Βρανάς.
+
+ — Δε βλέπετε; Ένα σύγνεφο.
+
+ — Σύγνεφο!...
+
+Επετάχθηκαν και οι δύο ορθοί.
+
+ — Αμ' το είπα από την αυγή εγώ! είπε ο Βρανάς με κλαψάρικο ύφος.
+Άκουσα τις χήνες που γύρευαν νερό.
+
+ — Κι εγώ είδα δίπλα το σκυλί.
+
+ — Είδα και γω τη γάτα της νύφης μου που νυβόταν στην άστρια.
+
+Εκείνην την στιγμήν εφάνη εις τον δρόμον ο δήμαρχος μ' την άσπρη λινή
+φορεσιά του, τον παναμά εις το ξουρισμένο κεφάλι, γελαστός, αξιοπρεπής,
+ποζάτος — αληθινός άρχοντας του τόπου. Εις τα δάχτυλα της δεξιάς
+εκρατούσε μια πρέζα ταμπάκου και εις το αριστερόν δέμα από εφημερίδες
+που ήρθαν εκείνη την ώρα με το ταχυδρομείο. Επήγαινε αργά διαβάζοντας
+την εφημερίδα. Και κάθε τόσο εγέμιζε τα ρουθούνια του ταμπάκο και
+ταυτοχρόνως ένα τρανταχτό φτάρνισμα εξάγνιζε το κοιμισμένο
+Σταυροπάζαρο. Ηκούοντο τότε από τα μαγαζιά γύρω οι ευχές των φίλων: Με
+τις υγείες! Γεια σου!
+
+ — Γεια σου, κυρ Δήμαρχε!
+
+ — Ευχαριστώ!., ευχαριστώ!., απαντούσε ο Δήμαρχος δυνατά, ευτυχισμένος
+για τη δημοτικότητά του, χαμογελώντας και μη σηκώνοντας ματιά από την
+εφημερίδα. Όταν όμως επλησίασε τους χωρικούς και άκουσε τις φωνές τους
+εσήκωσε τα μάτια του και ρώτησε.
+
+ — Τι είνε: τι τρέχει; Γιατί κάνετ' έτσι;
+
+ — Ένα σύγνεφο...
+
+ — Σύγνεφο!..
+
+Αληθινά εις τον δυτικόν ορίζοντα εφαίνετο μικρόν μαύρο σύγνεφο που
+είχε σχήμα και μέγεθος ενός κριαριού. Η παρουσία του έγινε σε λιγάκι
+γνωστή εις όλην την άγοράν. Αμέσως οι έμποροι άφηκαν τις πήχες των, οι
+χασάπιδες τις μαχαίρες των, οι παπουτσίδες τα τσαγκαρόσουβλά των, οι
+καφενόβιοι απάνω εις τα τραπέζια την τράπουλα και όλοι έσπευδαν εις το
+μέρος όπου έστεκε ο κυρ Δήμαρχος. Εκοίταζαν όλοι εις έν σημείον του
+ουρανού με αγωνίαν. Οι Καμπίσοι είνε όλοι, όπως οι παλαιοί Χαλδαίοι,
+δόκιμοι μετεωροσκόποι. Ιδίως κατά τους μήνας Ιούλιον και Άγουστον,
+αδιακόπως έχουν γυρισμένα τα μάτια εις τον ουρανόν, και από τας
+σπασμωδικάς κινήσεις του προσώπου των, ημπορεί κανείς ασφαλώς να μάθη
+τα σημεία των καιρών.
+
+Ως τόσο το συγνεφάκι όλο κι εμεγάλωνε. Τόρα είχε σκεπάσει όλον το από
+Κεφαλληνίας μέχρι Χλομούτσι διάστημα. Οι χωρικοί εκοίταζαν εις εκείνο
+το μέρος ακίνητοι ως να διετέλουν υπό βασκανίαν. Από πολυχρονίους
+παρατηρήσεις, ήξευραν ότι η βροχή είναι άφευκτος εις τον Κάμπον, όταν
+το μέρος εκείνο, το Στενό συνεφιάση. Με τα χέρια σταυρωτά εις το
+στήθος, κατακίτρινοι, εκοίταζαν εκεί και κάποτε εγύριζαν ένας εις τον
+άλλον και άλλαζαν δειλά ολίγας λέξεις.
+
+ — Βρέχει στην Πάτρα!., είπε κάποιος και έδειξε προς ανατολάς.
+
+ — Και στον Πύργο!.. επρόσθεσεν άλλος.
+
+Όλων τα πρόσωπα εχαροποιήθησαν αμέσως· τα χείλη των σχεδόν εγέλασαν.
+Άρχισαν να ελπίζουν. Και λησμονούντες την θέσιν των εσκέπτοντο
+ευχαρίστως την ωφέλειαν, που θα έχουν αυτοί από την καταστροφήν των
+άλλων.
+
+ — Κλωνί δε θα μείνη στην Πάτρα!
+
+ — Ούτε τσάμπουρο δε θα γλυτώση στον Πύργο!
+
+ — Μωρέ δεν τη δίνω αν δε τα σκάσουν τα εξήντα.
+
+ — εξήντα! Τι λες ξάδερφε!.. Εκατό και αμακινάριστη!
+
+ — Όχι δα, καϋμένε...
+
+ — Άκου που σου λέω! Θα την πάρη από το αλώνι. Και — πού είσαι — τον
+παρά στο χέρι. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν...
+
+Ήσαν αχόρταστοι, απαιτητικοί, ασυγκίνητοι. Η καταστροφή της σταφίδας
+των άλλων, τους έκανε να πιστεύουν ότι έπλεαν ήδη εις ωκεανόν ταλλήρων.
+Έβλεπαν τους σταφιδεμπόρους ταπεινούς, ικετευτικούς μπροστά τους και
+φιλέκδικος διάθεσις τους εκυρίευσε να σταθούν ανένδοτοι, για να τους
+εξευτελίσουν. Ακόμη έφθαναν και εις την χαροποιάν διάθεσιν να λυπήσουν,
+να τιμωρήσουν τους καταναλωτάς της σταφίδος, τους Εγγλέζους με τις
+λίρες, τις στερλίνες των. Άλλες χρονιές ήσαν δύσκολοι· επλήρωναν με
+κατεβασμένες εξηυτελισμένες τιμές. Ή την άφιναν να σήπεται εις τας
+αποθήκας απώλητη. Εφέτος θα ιδής. Εγγλέζε με το ξουρισμένο μουστάκι!..
+
+ — Σκύβαλα θα φάνε! σκύβαλα!.. είπε με αγανάκτησι ο Δημάκης.
+
+ — Ακούστε! είπε ξαφνικά δείχνοντας με το δάχτυλό του ο Βρανάς.
+
+Μια δυνατή βροντή ακούστηκε πέρα ως κανονιά.
+
+ — Δεν είναι τίποτα. Είνε βαθειά· είπε ο Δημάκης.
+
+ — Βαθειά βροντή γοργό νερό! εσυμπέρανε κάποιος.
+
+ — Γοργό για την Πάτρα, για τον Πύργο. Τόρα το νερό στρατεύει.
+
+ — Άμποτε!..
+
+ — Τι άμποτε; είπε θυμωμένος ο Βρανάς. Δεν βλέπεις που τους έπνιξε;
+
+Αληθινά το σύγνεφο είχε απλώσει γύρω και είχε κατασκεπάσει όλον τον
+ουρανόν, πυκνό και μαύρο σαν γιγάντια αράχνη. Το Κάστρο δεν εφαίνετο
+πλέον ούτε τα βουνά του Μεσολογγίου· ούτε ο Ωλονός των Πατρών· ούτε τα
+χαμοβούνια του Πύργου που κρεμνίζονται μέχρι του Κατακώλου εις την
+θάλασσαν. Μόνον απάνω από το δικό τους χωριό ο ουρανός εφαίνετο ακόμη
+ασκέπαστος, αλλά σταχτής και ο ήλιος καθώς έπεφτε εχρωμάτιζε τα πάντα,
+ανθρώπους και πράγματα μ' ένα κοκκινωπόν σκούρο χρώμα, σαν να περνούσε
+από καπνισμένο γυαλί. Αυτό όμως δεν εφαίνετο ν' ανησυχή τους χωρικούς
+και εξακολούθησαν την ομιλία τους, τις μεγάλες ελπίδες και τ' αμέτρητα
+κέρδη των. Ναι· μα σαν να το κρέμασε κι εδώ, λέω! ετόλμησε να είπη
+κάποιος κοιτάζοντας ανήσυχα τον ουρανό.
+
+ — Να φας τη γλώσσα σου! είπε ο Βρανάς
+
+ — Μωρέ δος του μια με το βουνό της Κεφαλλονιάς!. . . είπε ο Δημάκης·
+
+ — Το κρέμασε... σε λίγο θα βρέξη· επέμενε ο χωρικός.
+
+Όλοι εσήκωσαν διά μιας πάλι τα μάτια εις τον ουρανό και τόρα
+ανατρίχιασαν· το καπνισμένο γυαλί είχε γίνη κατάμαυρο. Η αντηλιά έπαιζε
+απάνω στο Σταυροπάζαρο σαν ανατριχίλα. Μια σιγή εβασίλευε ολούθε σαν
+εκείνη που προηγείται αφεύκτως της καταιγίδας. Έξαφνα μια φωτεινή
+καδένα ερράγισε τον ουρανό προς το μέρος του Στενού, έδειξε μια τις
+κοκκινόμαυρες τάπιες του Κάστρου, τις σκοτεινές πλαγιές του βουνού,
+λακκώματα, τούφες, δένδρα, ξερολιθιές, βοσκοτόπια, χωριά και τάκλεισε
+πάλι στο σκοτάδι και την ασάφια. Οι χωρικοί εστραβώθηκαν από το ξαφνικό
+φως και έκλεισαν τα μάτια τους. Συγκαιρα άκουσαν να κυλίωνται στον
+ουρανό χιλιάδες άδεια βαρέλια. Και πριν ανοίξουν τα μάτια τους ένοιωσαν
+στα μέτωπά τους μεγάλες πλατιές σταγόνες νερού σαν ρώγες σταφυλιού:
+πλατσ! πλουτς!
+
+ — Θεέ και κύριε! ... είπε έτοιμος να βλαστημήση ο Βρανάς.
+
+ — Δε λυπάσαι τους χριστιανούς, Θε μου!
+
+ — Τι διάβολο μας κινηγάς έτσι;
+
+ — Βάλθηκες να μας καταστρέψης φέτος;
+
+Διά μιας η συγκέντρωσις εσκόρπισε.
+
+Το Σταυροπάζαρο έμεινε έρημο. Ένας με τον άλλον οι χωρικοί έτρεξαν εις
+τα σπίτια τους και σε λιγάκι απ' όλους τους δρόμους του χωριού, δεν
+άκουες παρά κροταλισμούς αλόγων, κάρρων τροχούς, μαστιγώσεις, φωνές,
+θρήνους και αλλαλαγμούς ανδρών, γυναικών και παιδιών. Όλοι μετέφεραν,
+ότι είχαν ρουχικά εις το σπίτι τους, παλαιά ή καινούργια, φόρεμα,
+σκέπασμα ή στολίδι το μετέφεραν εις τ' αλώνι για να σκεπάσουν την
+σταφίδα, να την φυλάξουν από την βροχήν. Τα περισσότερα μαγαζιά
+έκλεισαν, τα καφενεία ερήμαξαν. Το Σταυροπάζαρο έμεινε γυμνό, σιωπηλό.
+Κ' ενώ όλοι έτρεχαν εις την εξοχήν εφάνη ένας κύριος να σπεύδη εις το
+κεντρικότερον μέρος της αγοράς ξεσκούφωτος, ξεκούμποτος και
+καταϊδρωμένος.
+
+ — Κύριε τηλεγραφητά! κύριε τηλεγραφητά! του λέγει ο δήμαρχος
+ερωτηματικώς.
+
+ — Έχω ανοικτή τη μηχανή· απήντησε χωρίς να σταθή φοβισμένος.
+
+ — Α ντε! να μας πετάξης στον αέρα. . . εψιθύρισε ο Δήμαρχος. Μου
+φαίνεται πως πρέπει να ζητήσω την μετάθεσίν του.
+
+
+Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Μ Α Ρ Κ Ο Υ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η
+9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1823
+
+
+
+Καλά ήσουν Μάρκο μ' στο γιαλό, καλά στο Μεσολόγγι,
+Καλάτρωγες, καλάπινες, καλάχτιζες το κάστρο,
+Στο Καρπενήσι τ' ήθελες να πας να πολεμήσης;
+Μαύρα χαμπέρια σούφεραν από το Καρπενήσι
+Να βγης, Μάρκο μου γρήγορα μ' όσους κι αν ημπορέσης
+Να πιάσης την Τατάραινα να πιάσης τα γιοφύρια.
+Πιάνει κι αλλάζει γράμματα με τους καπεταναίους
+Οι Τούρκοι πούθε κάμανε κι αυτοίν' οι Σκαντραλίδες;
+Ο Καραϊσκάκης τόγραψε και τόνε χαιρετάει
+«Σε χαιρετάω Μάρκο μου και σου φιλώ τα μάτια
+Αν ερωτάς για την Τουρκιά, γω να σου φανερώσω.
+Στο Μαραθιά έχουν τ' ορδί, εκεί έχουν τα τσαντήρια»
+Και το τζαούση έκραζε και τους μπουλουμπασίδες
+ — Τζαούση μοίρασ' το ψωμί και μοίρασ' τα φουσέκια·
+Παιδιά θα κάμω πόλεμο τ' αντέτι των Σουλιώτων,
+Στις πέντε ώρες της νυχτός θ' ανοίξω το ντουφέκι,
+Θέλω πασάδες ζωντανούς και μπέικα κεφάλια
+Κι αυτόν το Σκόντρα τον πασά ατός μου θα τον πάρω
+Αυγή γιουρούσι έκαμε κι εμπήκε στα τσαντήρια
+Και τουρκικά τους φώναξε και λέει στους συντρόφους
+ — Ντουφέκι να μη ρίξετε, ντουφέκι να μην πέση,
+Τ' ακονισμένα σας σπαθιά να κάψουνε τους Τούρκους
+Οι Τούρκοι τότε σκούζανε κι ένας τον άλλον λέει
+Τ' είν' το κακό που γίνεται απόψε τούτ' τη νύχτα;
+Κι ο Μάρκος τους εφώναξε και τούρκικα τους λέει
+ — Γιαγκίνι γίνεται παιδιά, απόψε τούτ' τη νύχτα!
+Δέκα τσαντήρια έκαψε πασά μέσα δεν ηύρε
+Κι ο Μάρκος εβαρέθηκε κι ο Μάρκος ελαβώθη
+Κι η συντροφιά τον άρπαξε τον έβγαλε στη ράχη.
+
+
+
+Η Θ Υ Σ Ι Α Τ Ο Υ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Υ
+1755
+
+
+
+Ο Κωσταντάρας κάθεται ψηλά στον Μπαλαγέρα
+Επαινευόταν στ' άρματα στα τρία τα παιδιά του.
+Τα δύο σκοτωθήκανε αντάμα στο πλευρό του
+Το τρίτο το μικρότερο στο δάσκαλο παγαίνει.
+Κι ο γέρο Χρόνης φώναξεν από ψηλή ραχούλα.
+ — Κώστα παινέψου στ' άρματα στα δυο τα σκοτωμένα
+Τι το μικρό ξεκλήρισε κι έγινε τρουπολόγος
+Πήρε τ' αλέτρι του παπά, της Παναγιάς το ράσο,
+Γκάστρωσε και μια παπαδιά και σκότωσ' ένα βώιδι.
+Ο Κώστας όταν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη
+ — Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγκόνι,
+Μου ντρόπιασες τη λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια,
+Κάλλιο να κλάψω μια βολά παρά να κλαίω πάντα.
+Το γιαταγάνι τράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.
+
+
+
+Α Κ Α Μ Α Τ Η Σ Α Γ Ι Ο Σ
+
+
+
+Πολλοί πέρασαν στον κόσμο χωρίς να βάλουν σε δουλειά ούτε το μικρό
+δαχτυλάκι τους· μα σαν τον άγιο Κασσιανό κανείς άλλος, Και όχι μόνον
+στον απάνω αλλά και στον κάτω κόσμο το ίδιο. Πώς το κατάφερε, αφού
+πέρασε έτσι τη ζωή του, να μπη στον Παράδεισο είναι ακόμα μυστήριο. Όσα
+χαρτιά και αν έψαξα, όσα συναξάρια και αν εδιάβασα πουθενά δεν απάντησα
+τ' όνομά του.
+
+Ωστόσο ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται από χρόνια στον Παράδεισο — αυτή
+είναι η αλήθεια. Μα κι εκεί εξακολουθεί την ίδια του δουλειά — την ίδια
+ντεμπελιά ήθελα να ειπώ. Πάει και κάθεται από την αυγή στην πόρτα του
+Παράδεισου και κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει. Κοιτάζει τον κόσμο που
+μπαίνει μα πιο πολύ κοιτάζει τ' αφιερώματα που στέλνουν οι χριστιανοί
+στους αγαπημένους τους άγιους. Τόρα του γαργαλίζει τη μύτη το λιβάνι
+τόρα το κίτρινο κερί έπειτα της ελιάς το λάδι και λίγο αργότερα,
+πλακώνουν οι πεντάρτοι, λαμπάδες ίσαμε το μπόι του ανθρώπου, μεταξωτά,
+χρυσαφικά. Καθένα που θα ιδή με τα αφιερώματα τρέχει από κοντά και τον
+ρωτάει.
+
+ — Που τα πας; τίνος είνε πατριώτη:
+
+ — Της Παναγίας· του απαντά βιαστικός εκείνος.
+
+Τον αφήνει δυσαρεστημένος και πιάνει άλλον.
+
+ — Πού τα πας: ποιόν γυρεύεις πατριώτη;
+
+ — Τον Αϊνικόλα...
+
+Τον αφήνει και πιάνει άλλον. Μα κι ο άλλος του λέει τον Αϊγιώργη, τον
+Αϊγιάννη τον Καλυβήτη, τον άγιο Φίλιππα το φτωχό που αποκρεύει στο
+χωράφι του. Ο άγιος Κασσιανός δαιμονίζεται.
+
+ — Για θυμήσου καλά, παιδί μου του λέει. Μην κάνεις λάθος. Μη σου είπαν
+άλλον άγιο και ξέχασες; Μη σου είπαν — σαν να λέμε τον άγιο Κασσιανό,
+σαν να λέμε;
+
+ — Άγιο Κασσιανό! Μπα. Ούτε το ξέρουμε τέτοιο όνομα...
+
+Τότε πια απελπισμένος ο άγιος πιάνει παράμερα μια θέση και κάθεται
+κοιτάζοντας με ζήλια τ' αφιερώματα. Η ψυχή του στάζει φαρμάκι.
+
+ — Μα κανείς να μη θυμάται και μένα! συλλολίζεται.
+
+Έξαφνα ένοιωσε κάποιον να τον τραβάει από το μανίκι. Γυρίζει και βλέπει
+δυο μάτια στυλωμένα στα δικά του, δυο μάτια φωτερά που ένοιωθε να του
+τριβελίζουν το μυαλό· κι ένα χαμόγελο που τον έκαμε να κοκκινίση. — Τι
+θες; τον ρώτησε απότομα, γυρίζοντας αλλού το κεφάλι σα να έβλεπε το
+Σατανά.
+
+ — Γιατί είσαι έτσι θλιμμένος;
+
+ — Τι σε μέλλει;
+
+ — Με μέλλει και με παραμέλλει.
+
+ — Τόρα ήρθες;
+
+ — Τόρα δα.
+
+ — Έχεις δίκιο... Το λοιπόν να τι συλλογίζομαι. Ο Σαβαώθ εμένα με
+αδίκησε, πολύ με αδίκησε. Φαντάσου! δε μου έδωκε μια μέρα το χρόνο να
+με μνημονεύουνε οι άνθρωποι. Για τούτο στους άλλους κουβαλάνε τόσα καλά
+και σε μένα τίποτα.
+
+ — Για τούτο σκας! άμ' αυτό διορθώνεται.
+
+ — Πώς διορθώνεται;
+
+ — Άκου που σου λέω γω, διορθώνεται. Να κάνης μια αναφορά στο γέρο
+Σαβαώθ και να του ειπής το παράπονό σου. Άγιος δεν είσαι και συ; Δε
+δούλεψες και συ τη χριστιανοσύνη; Σου πρέπει το λοιπόν και σένα μια
+θέση στο Γιορταστικό.
+
+Άμα πάρης και συ τη μνήμη σου να ιδής πως θα σε θυμώνται.
+
+ — Σαν καλά με συμβουλεύεις· λέει ο άγιος. Μα ποιος να κάμη την
+αναφορά;
+
+ — Όσο γιαυτό μη ζαλίζεσαι. Εγώ την κάνω.
+
+Και άμ' έπος άμ' έργον βγάνει από την τσέπη του μια κόλλα χαρτί, φόρα
+την πένα και το καλαμάρι, κάθεται και σκαρώνει την αναφορά. Την πέρνει
+ο άγιος, μια και δυο πάει και την αφήνει στα γόνατα του Θεού. Καθώς τη
+διάβασεν Εκείνος άναψε από το θυμό του. Ποιος την έγραψε; ρωτάει τον
+άγιο.
+
+ — Να, του λόγου του.
+
+ — Έλα κοντά, του λέει. Εσύ την έγραψες;
+
+ — Εγώ.
+
+ — Αμ τι είσαι συ;
+
+ — Δικηγόρος.
+
+ — Δικηγόρος!... Και πώς μπήκες εδώ μέσα;
+
+Κράζει τον άγιο Πέτρο και τον βάνει στο βρυσίδι.
+
+ — Κοίταξε καλά, του λέει, στο τέλος· μια φορά μου την έφτιασες με το
+λοστρώμο. Τόρα μου έμπασες το δικηγόρο. Δε μένει άλλο παρά να μπάσης
+και το Βενιζέλο για να κάνη Μεγάλη Ελλάδα τον Παράδεισο! Πρόσεξε γιατί
+θα φας κλωτσιά που δε θα ιδής πούθε πάει η σκάλα.
+
+Κάνει νεύμα. Τον αρπάζουν οι άγγελοι το δικηγόρο και τον πετάν έξω από
+τον Παράδεισο. Τότε γυρίζει ο Σαβαώθ στον άγιο και του λέει — Καλά του
+λέει, έχεις και κάπιο δίκιο μα πολύ λίγο. Εσύ για τον κόσμο δεν κάνεις
+τίποτα. Παραπονείσαι πως κουβαλάνε στους άλλους. Κάτι καλό βρίσκουν από
+τους άλλους και τους κουβαλάνε. Για να ιδούμε· φωνάχτε τον Αϊνικόλα.
+
+Τρέχουν οι άγγελοι να φέρουν τον Άγιο Νικόλα φέρνουν γύρα όλο τον
+Παράδεισο πουθενά Αϊνικόλας. Πέρασε καμιά ώρα να σου ο Άγιος κι έρχεται
+καταμουσκεμμένος. Ρούχα του, γένεια του, μαλλιά του έσταζαν θάλασσα.
+
+ — Πού ήσουν άγιε; τον ρωτά ο Σαβαώθ.
+
+ — Κάτω στην Μπαρμπαριά αφέντη λέει ο γέρος. Κινδύνευε ένα
+σφουγγαράδικο και πήγα.
+
+ — Σώθηκε το σφουγγαράδικο;
+
+ — Σώθηκε.
+
+ — Κι οι άνθρωποι;
+
+ — Όλοι.
+
+ — Βλέπεις τα χασομέρη; γυρίζει ο Σαβαώθ και λέει στον Κασσιανό.
+Δουλεύουνε οι άγιοι και γιαυτό ο κόσμος τους θυμάται! Αμ' εσένα τι να
+σου θυμηθή.
+
+ — Κι εγώ δουλεύω, πάτερ άγιε.
+
+ — Τι δουλειά κάνεις;
+
+ — Μετράω τ' αφιερώματα που μπαίνουν στον Παράδεισο. Μου βγαίνει η ψυχή
+κάθε ημέρα.
+
+Εγέλασε ο Άγιος Θεός με την καρδιά του.
+
+ — Ας έρθη ο χαρτουλάριος· διάταξε.
+
+Εν τω άμα ήρθε ο Άγιος Ανδρέας μ' ένα κύλινδρο χαρτί στο χέρι και το
+ασημένιο καλαμάρι στη ζώνη του.
+
+ — Γράψε τον κι αυτόν είπε ο Θεός.
+
+Δεν έχει θέση είπε δειλά ο Άγιος Ανδρέας. Εγέμισε ο κύλινδρος.
+
+ — Στρίμωξέ τον όπως — όπως σε μιαν άκρη.
+
+Από τότε κάθε τέσσερα χρόνια έχει και ο άγιος Κασσιανός τη μνήμη του.
+
+Η αναφορά του έπιασε.
+
+
+
+1 8 2 1
+
+
+
+Μαρτυράτε το Φρατζέζοι
+Πες τε το και σεις Εγγλέζοι
+Πως μια σκούνα του Τομπάζη
+Την Τουρκιά τήνε τρομάζει.
+
+
+
+Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Γ. Κ Α Ρ Α Ϊ Σ Κ Α Κ Η
+22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821
+
+
+
+
+Τρεις περδικούλες κάθονται στον Πειραιά στη ράχη,
+Η μια τηράει την Κούλουρη κ' η άλλη την Αθήνα,
+Η τρίτη η καλήτερη μοιρολογάει και λέει:
+Καραϊσκάκης έρχεται με δώδεκα χιλιάδες
+Στη σκάλα στένει το ορδί στη σκάλα της Αθήνας
+Τρία ταμπούρια έκαμε τα τρί' αράδ' — αράδα
+Εμπρός βάνει τους Έλληνες και πίσω τους Σουλιώτες
+Στη μέση τ' Αρχοντόπουλο μοιράζει τους λουφέδες.
+Κι' ο Κιουταχής σαν τ' άκουσε τα γένεια του τραβάει
+Τους μουμπασάδες φώναξε και τον Τσέλιο Πιτσάρη
+Τσέλιο το πώς το βρίσκουμε για τον Καραϊσκάκη;
+Στον κασαπά μας να μην μπη τ' είνε ντροπή μεγάλη.
+Καραϊσκάκης τόμαθε το Λάμπρο Βέικο κράζει
+Πάρε Βέικο τους Έλληνες, σύναξε τα μπουλούκια
+Θα πάμε να πατήσουμε τα τούρκικα ταμπούρια.
+Κ' ευθύς τρομπέτα φώναξε και τα μπαϊράκια σκώσαν
+Σαν τα σαΐνια ρίχτηκαν στα τούρκικα ταμπούρια
+Δέκα ταμπούρια έπηραν στα δώδεκα πηγαίνουν.
+Κακό μαντάτ' ακούστηκε μέσ' από τα ταμπούρια
+«Τον αρχηγό μας λάβωσαν πικρά φαρμακωμένα
+κι απ' τ' άλογό του έπεσε και πάλι πίσ' ανέβη.
+Ψηλή φωνίτσα έβαλε ν' ακούση το ασκέρι
+Έλληνες μην κιοτεύετε Έλληνες μη σκορπάτε
+Εγώ δεν έχω τίποτα μόν' είμαι λαβωμένος.
+Για πάρτε με και σύρτε με στο έρημο τσαντήρι
+Να πλύνω τη λαβωματιά και πάλι πίσω νάρθω ».
+Τον κλαί' η μαύρη Ρούμελη τον κλαίει ο κόσμος όλος,
+Τον κλαίνε όλ' οι Έλληνες και οι καπετανέοι
+Τ' είν' το κακό που πάθαμε τούτο το καλοκαίρι
+Τον αρχηγό μας χάσαμε τον ήρω Καραΐσκο!»
+
+
+
+Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Ν Ο Τ Α Ρ Α
+24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1827
+
+
+
+Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στο Πεντεσκούφι.
+Τόνα τηράει τη Ρούμελη τ' άλλο κατ' την Αθήνα
+Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει!
+Κάτσε Γιάννη μ' κι αφέντευε σαν τσ' άλλους
+Μωραΐτες και μη γυρεύεις πόλεμο μη θες να πολεμήσης.
+Εγώ δε γένουμ' άπιστος σαν τσ' άλλους Μωραΐτες·
+Εψές μούρθαν τα γράμματα να πάω στην Αθήνα
+Απ' το Φαβιέ, απ' τς αρχηγούς κι απ' τον Καραϊσκάκη
+Να μάσω ασκέρι διαλεχτό όλο Μωραϊτάκια.
+Ο Γιάννης εξεκίνησε και πάει στην Αθήνα.
+
+
+
+ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ
+
+
+
+ — Έλα συχάστε, διαβολάκια!
+
+ — Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι...
+
+Εις μεγάλην στενοχωρίαν ευρίσκετο ο Γιαννίκης, ο γιος του κυρ Νικόλα
+του μυλωνά. Όπου εγύριζε τα μάτια του, όπου άπλωνε τα χέρια του δεν
+έπιανε άλλο από Καλικαντζάρους. Ήταν τόσοι δα κοντοί, σαν ένα καρύδι
+και είχαν τα γένεια μακρυά και τα πόδια τους τράγινα και ένα μυτερό
+ψηλό σκούφο εις το κεφάλι τους. Εσκέπαζαν όλο το πάτωμα του μύλου·
+βελόνι να έριχνες δεν θα έπεφτε χάμω.
+
+Ο γιος του μυλωνά έψηνε εις την σούβλα χοιρινό και το ξύγκι καθώς
+έσταζε εις τα κάρβουνα έβγαζε καπνό και πεντοβολούσε, που ήταν να
+λιγώνεται κανείς. Τα διαβολάκια φυσικά λυχούδικα δεν ημπορούσαν να
+κρατηθούν και τα μικρά σαν καρδαμόσπορος μάτια τους, άναβαν όπως τα
+κάρβουνα της θράκας. Εκείνα τουλάχιστον ερουφούσαν το λίπος· μα οι
+Καλικάντζαροι;
+
+ — Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι! εζητιάνευαν αδιάκοπα,
+κολλόντας απάνου εις τον Γιαννάκη σαν τσιμπούρια.
+
+ — Έλα, συχάστε διαβολάκια· τους έλεγε καλοπιαστά εκείνος.
+
+Και κάθε τόσο για να τα ξεφορτώνεται, έβγαζε από τη σούβλα μισοψημένο
+κομάτι κρέας και το έριχνε στο σωρό! Εκείνοι χυμούσαν, πατής με πατώ σε
+απάνω εις το κομάτι, ούρλιαζαν, εχτυπιόνταν, δαγκώνονταν συναμεταξύ
+τους, ως που το κομάτι εχώνευε εις την αχόρταγη κοιλιά μερικών. Οι
+άλλοι δυσαρεστημένοι ερίχνονταν πάλι εις τον Γιαννάκη τον τσίμπαγαν,
+τον έκρυβαν ολόκορμον. Και εκείνος επέταε άλλο κομάτι και ύστερα άλλο
+ως που η σούβλα εκόντευε να μείνη δίχως κρέας και ο γιος του μυλωνά
+θεονήστικος.
+
+*
+
+Ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά και έφυγε από το μύλο την αυγή. Ο
+Γιαννάκης έμεινε στο πόδι του να τελειώση τ' αλέσματα. Κάθε στιγμή
+φόρτωμα — ξεφόρτωμα. Από τις πλάτες του γαϊδάρου έσερνε το σιτάρι στη
+σκάφη του μύλου και αποκεί πάλι, ζεστό το αλεύρι το έριχνε στο σακκί
+και το εφόρτωνε ξανά εις τις πλάτες του ζώου. Όλη την ημέρα δεν ήβρε
+μια στιγμή να ησυχάση το παιδί. Ούτε να φάη καλά — καλά δεν μπόρειε ως
+που νύχτωσε. Και τόρα που επίστεβε πως ετελείωσαν πια τα βάσανά του,
+πλάκωσαν οι Καλικάντζαροι και ήθελαν παιχνίδια.
+
+Μπρε όρεξη που την είχαν! Μα και γιατί να μην έχουν; Μήπως δούλεψαν
+ποτέ τους; Εκόπιασαν στη ζωή τους για το καρβέλι; Κάθονται όλη την
+ημέρα ξαπλωμένοι στις σπηλιές, χορταίνουν με τις σαύρες και τα φίδια
+που τους στέλνει η τύχη και βγαίνουν τη νύχτα να παιγνιδίζουν και να
+πειράζουν τους ανθρώπους. Καλό κι αυτό!
+
+Και ο Γιαννάκης εβασάνιζε το μυαλό του με πιο τρόπο θα πείση τα
+διαβολάκια να τον αφήσουν να φάη.
+
+ — Να σας πω, ρε παιδιά· τους είπε μαλακά.
+
+ — Να μας πη ο άγουρος — Ο κολοκυθομάγουλος! .. . Να μας πη ο άγουρος —
+ο κολοκυθομάγουλος! εβάβιζαν αμέσως ομόφωνα οι Καλικάντζαροι.
+
+Και συνάχτικαν γύρω του, ανέβηκαν εις τα γόνατά του, εσκάλωσαν εις τους
+ώμους του· άλλοι κρεμάστικαν από τα μουστάκια και το κοντό γενάκι του,
+και για μια στιγμή τον σκέπασαν όλον, σαν ήμερο γατάκι οι ποντικοί.
+Χαχάνιζαν μεταξύ τους σαν χήνες· τον τσιμπούσαν στα γυμνά τάχα για να
+τον χαϊδέψουν· τον δάγκωναν τάχα για να τον φιλήσουν και τριτς — πριτς!
+τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! έτριζαν και πορδοκοπούσαν ξαδιάντροπα,
+που έκαμαν το μύλο να βρωμάη σκορδίλας.
+
+Και παπάς θα γένης Κώστα — έτσι το φερε η κατάρα· εσκέφτηκε ο
+Γιαννάκης. Έτσι που βρέθηκε ολομόναχος μέσα στο μύλο, όλα έπρεπε να τα
+υποφέρη. Τίποτε δεν μπορούσε να κάμη. Έπειτα ήξερε καλά πως οι
+Καλικάντζαροι, μόνον τα Δωδεκάημερα γυρίζουν εις τη γη και θέλουν να
+πειράζουν τους ανθρώπους. Όλον τον άλλο χρόνο βρίσκονται κάτω εις τα
+βαθειά και τ' άπατα και πριονίζουν το Δέντρο της Ζωής που βαστάει τον
+κόσμο, με την κακή πρόθεσι να καταστρέψουν τον κόσμο. Πριονίζουν
+πριονίζουν ως τα Δωδεκάημερα και δεν απομένει παρά μια φλούδα. Τότε
+όμως το αφίνουν και βγαίνουν εις τη γη για να χαρούν την ελευθερία που
+έχουν από τον Παντοδύναμο να πειράξουν τους ανθρώπους. Το ξέρουν πως
+άμα γυρίσουν πάλι, θα εύρουν το Δέντρο θρεμένο και φτου κι από της
+αρχής.
+
+Μα το αφίνουν· γιατί η χαρά τους να πειράζουν τους ανθρώπους είνε πολύ
+μεγάλη. Μα πόσο θα είνε η βασιλεία τους ακόμη; συλλογίζεται ο Γιαννάκης.
+Αύριο θ' αγιάσουν τα νερά και με το χάραμα τα δαιμόνια θα φύγουν φοβισμένα
+για να κρυφτούν πάλι εις τις σπιλιές τους. Ώρες έχουν ακόμα. Και αυτές τις
+ώρες πρέπει να κάμη τρόπο να τις περάση όσο μπορέση καλήτερα μαζί τους.
+
+ — Μα συχάστε λοιπόν να σας πω! λέει με χαμόγελο, πιάνοντας μερικούς
+απαλά για να τους ξεκολλήση από πάνω του.
+
+ — Έλα — λέγε ...
+
+ — Καθήστε πρώτα χάμου.
+
+Ακούστικε ένα δυνατό φαπ! σα να έσκασε καμιά φούσκα γεμάτη αέρα και
+όλοι οι Καλικάντζαροι βρέθηκαν κατάχαμα. Και εκεί που περίμεναν
+περίεργοι να τον ακούσουν, ο γιος του μυλωνά σοβαρός έβγαζε από τη
+σούβλα το κρέας κι έχαφτε ζεστά καφτά τα κομάτια.
+
+ — Έλα, θα μας πης; είπαν πολλοί ανυπόμονα.
+
+ — Μωρέ θα μας πης! είπε θυμωμένα και ο Μπάκακας.
+
+Αυτός ο Μπάκακας είνε ένα γεροντάκι με άσπρη γενειάδα, μακρυά όσο δυο
+οργιές και από κάθε τρίχα της κρέμεται και ένα καλικαντζαρόπουλο, όπως
+εις τα ψιλά κλωνιά οι κουρμάδες. Όταν περιπατεί και σέρνεται η άσπρη
+γενειάδα του εις το χώμα, καθώς πηδούν τα Καλικαντζαρόπουλα απάνω,
+θαρρείς πως πηδούν τα ψάρια στην απόχη. Κρατούσε εις το χέρι του ένα
+λιανό ραβδί — το σκήπτρο του — και μ' εκείνο εγινόταν σεβαστός εις τους
+συντρόφους του. Ο Γιαννάκης εκατάλαβε πως δεν μπορούσε να παίξη για
+πολύ με τον παμπόνηρο Μπάκακα και ηθέλησε να μιλήση. Μα δεν μπόρεσε
+γιατ' είταν μπουκωμένος και βιαζότανε να καταπιή το κρέας που του
+ζεμάτισε το στόμα. Και όσο εβιαζόταν τόσο εκιντύνευε να πνιγή και
+άνοιξε τα μάτια του σαν τάλλαρα.
+
+Το γεροντάκι κατάλαβε κι έγνεψε με θυμό εις τη συντροφιά. Εκείνοι
+χύθηκαν σαν μανιασμένοι απάνω στη σούβλα, άρπαξαν τα κρέατα, τα
+σκόρπισαν κατάχαμα και άρχισαν να τα κλωτσοπατούν με πείσμα.
+
+ — Τρίτσι — πριτς .. . τρίτσι — πριτς . . . έκαναν κοιτάζοντας με
+γέλοια και χάχανα το Γιαννάκη.
+
+*
+
+Ωστόσο ο μυλωνάς κάτι έφαγε και αν δεν εχόρτασε κάπως εκράτησε την
+πείνα του. Για τούτο δεν τον έμελλε και πολύ. Θύμωσε όμως περισσότερο
+για τα βρωμερά παιγνίδια τους και απάνω εις το θυμό του, άρπαξε ένα
+δαυλί αναμμένο και το έριξε απάνω στα διαβολάκια.
+
+Τρίτσι — πριτς!. . . τρίτσι — πριτς! .. . τρίτσι — πριτς!
+
+Εσκόρπισαν όλοι εδώ κι εκεί σαν κοπάδι πρόβατα που βλέπουν το λύκο. Οι
+Καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά. Δεν ξέχασαν ακόμα το τι τους έκαμε η
+πονηρή γριά, λίγο παραμπρός σε μερικούς απ' αυτούς. Τους ξεγέλασε, τους
+έκλεισε εις ένα μικρό βουτσί και τους έκαψε ολοζώντανους. Και γιατί
+αυτό; Γιατί τ' αναθεματισμένα πήγαν και ντρόπιασαν την κόρη της στον
+ύπνο. Την γκάστρωσαν κι από τότε είνε τα καλικαντζαρόπουλα στον κόσμο .
+. .
+
+Ως τόσο ο Γιαννάκης άρχισε να σκέπτεται εις τα σοβαρά πώς να γλυτώση
+από δαύτους. Η νύχτα πήρε δρόμο· σε λίγο θα ξημέρωνε παραμονή των Φώτων
+και έπρεπε να πάη το άλεσμα σπίτι του, για να ζυμώσουν τα ψωμιά. Μα πώς
+να κάμη να ξεφύγη τα δαιμόνια;
+
+ — Παιδιά, χορεύουμε; ρώτησε ξαφνικά πηδόντας ορθός.
+
+ — Ναι, χορεύουμε! είπαν όλοι πρόθημα.
+
+Και άρχισαν να κινούν τα αραχνένια πόδια τους, άλλοι να σηκώνουν ψηλά
+τα χέρια, να φωνάζουν βραχνά, να σφυρίζουν κι ένας μικρός άρπαξε από
+κάπου ένα κουρέλι και το κουνούσε για μαντίλι τάχα.
+
+ — Όχι μέσα· είπε ο Γιαννάκης. Έξω, στο φεγγαράκι.
+
+ — Ναι έξω! εσυμφώνησαν όλοι.
+
+Και κοπαδιαστά εχύθηκαν έξω και γέμισαν την αυλή του μύλου. Το φεγγάρι
+ήταν εις το μεσουράνημα· τα άστρα της αυγής ένα με το άλλο φαίνονταν
+λαμπρά εις τον ορίζοντα. Ο αγέρας που όλη τη νύχτα φυσούσε άγριος και
+κουνούσε τα δέντρα, εσάρωσε κάθε σύγνεφο από τον ουρανό. Μακρυά
+φαίνονταν τα βουνά που έκλειαν ολόγυρα τον πλατή κάμπο. Τα φύλλα των
+δέντρων λουσμένα γιάλιζαν με την αυγινή δροσιά.
+
+Οι Καλικάντζαροι με το γιο του μυλωνά χόρευαν και χόρευαν. Οι στριγγές
+φωνές τους γίνονται ένα με τα νυχτοπούλια και τα τριζόνια.
+
+ — Μωρέ παιδιά· τάλογο φρουμάζει· είπεν ο Γιαννάκης ξαφνικά. Να ιδώ μια
+ματιά κι έφτασα.
+
+Εμπήκε βιαστικά εις το μύλο, εφόρτωσε δύο σακιά αλεύρι στο άλογο, μπήκε
+σ' άλλο σακί κι έπεσε απανογώμι εις το σαμάρι. Ντι! το ζώο και βγήκε
+από την άλλη πόρτα, πέρνωντας το δρόμο του χωριού.
+
+Ως τόσο οι Καλικάτζαροι είχαν τόση όρεξη για χορό, που δεν επρόσεξαν
+καθόλου πως έλειπε ο μυλωνάς. Ένας με τον άλλον έμπαιναν μπροστά και
+χόρευαν διαβολεμένα κι ετραγουδούσαν δυνατά:
+
+ — Χορεύ' η λάσπη κι η σβουνιά
+ κι η γιδοκακαρέτζα·
+ χορεύει το παλιόσκουτο
+ με την παλιανδρομίδα!...
+
+ — Μωρ' ο μυλωνάς τι έγινε; ερώτησεν έξαφνα ο Μπάκακας.
+
+ — Ναι, ο μυλωνάς! πού είν' ο μυλωνάς! ερώτησαν και οι άλλοι μεταξύ
+τους.
+
+Μερικοί έτρεξαν αμέσως εις το μύλο, έφεραν γύρα όλα τα σακιά, έψαξαν
+εις τη σκάφη, κοίταξαν το βαρδάρι, χώθηκαν και κάτω από τη μυλόπετρα μα
+πουθενά Γιαννάκης.
+
+ — Έφυγε! είπαν κοιτάζοντας ένας τον άλλο με απορία και οργή,
+
+ — Τι να κάνουμε;
+
+ — Να τον φτάσουμε επρόσταξε θυμωμένος ο Μπάκακας.
+
+Εις την στιγμήν εχάθηκαν όλοι σαν ανεμοστρόβιλος εμπρός, πατώντες τη
+λάσπη με φωνές και θόρυβο, σαν κοπάδι τσακάλια που βαδίζουν. Σε λίγο
+πρόφτασαν το άλογο του Γιαννάκη που πήγαινε εις το χωριό με το κανονικό
+βήμα του. Τριγύρισαν όλοι τ' άλογο και κοίταξαν ν' ανακαλύψουν το
+μυλωνά.
+
+ — Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονογώμι· μα ο μυλωνάς
+που είνε; ερωτούσαν μεταξύ τους αγαναχτισμένοι.
+
+ — Πίσω θάμεινε· είπε ο Μπάκακας. Αμέσως τόβαλαν όλοι πίσω με σουρητά,
+τριποδίζοντας σαν άγρια πουλάρια. Έψαξαν όλο το δρόμο ως το μύλο, τους
+τράφους και τα βάτα, σήκωσαν και τα λιθάρια ακόμη μα δεν απάντησαν
+πουθενά το Γιαννάκη. Εγύρισαν τότε πάλι κοντά εις το άλογο, που
+επήγαινε ήσυχα το δρόμο του και άρχισαν με περισσότερο πείσμα το
+ψάξιμο.
+
+ — Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονωγόμι· μα ο κερατάς ο
+μυλωνάς πούνε; έλεγαν συναμεταξύ τους.
+
+ — Μπροστά πάει· φώναξε πάλι θυμωμένος ο Μπάκακας.
+
+Τόρα έτρεξαν όλοι μπροστά, έψαξαν όλο το δρόμο ως τα πρώτα σπίτια του
+χωριού.
+
+Ως τόσο ο Γιαννάκης χωμένος εις το σακί και μ' όλο του το φόβο, δεν
+μπορούσε να κρατήση τα γέλοια, όσο έβλεπε τα τρεχάματα των
+Καλικατζάρων. Κάποτε σήκωνε φοβιχτά το κεφάλι και κοίταζε ανυπόμονα
+εμπρός να ιδή το χωριό του. Τέλος κάτω από το πρώτο γλυκοχάραμα το είδε
+αριστερά, με τις πολλές μουριές του και τα άσπρα σπιτάκια του.
+
+ — Ξύλα κούτσουρα — δαυλιά καϋμένα! εφώναξε αμέσως με όλη του τη
+δύναμη.
+
+Οι Καλικάτζαροι εγύρισαν και είδαν κι εκείνοι το χωριό. Κρύος φόβος
+τους κυρίεψε αμέσως και στάθηκαν για κάμποση ώρα άφωνοι, άλαλοι όπου
+βρισκόταν καθένας, σαν καρφωμένοι. Την ίδια στιγμή ακούστηκε από το
+χωριό το πρώτο λάλημα του πετεινού — Κουκούκου!...
+
+ — Πάμετε! είπε πικραμένος ο Μπάκακας, όταν είδε το Γιαννάκη καθισμένον
+απάνω εις το άλογό του να τους περιγελά. Δεν είνε πια δουλειά στον
+κόσμο. Οι άνθρωποι μας πέρασαν.
+
+Και σηκώνοντας το ραβδί του ψηλά σα σημαία μπήκε μπροστά και οι άλλοι
+τον ακολουθούσαν φωνάζοντας:
+
+ Φεύγετε να φεύγουμε
+ γιατ' έφτασ' ο τουρλόπαπας
+ με την αγιαστήρα του
+ και με την πλαστήρα του.
+ Μας έβρεξε, μας άγιασε
+ και μας καψοκώλιασε!...
+
+Τριτς — πριτσ! τριτσ — πριτσ! τριτσ — πριτσ!
+
+
+
+1 8 2 1
+
+
+
+ Του Λεωνίδα το σπαθί
+ Κολοκοτρώνης το κρατεί
+ Κι όποιον τ' αντιδή λαβώνει
+ Τους Περσάνους θανατώνει.
+
+
+
+
+Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Β Ε Ρ Ρ Α
+10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1825
+
+
+
+Τρία πουλάκια κάθουνται στο κάστρο του Χλιμούτσι.
+Τώνα τηράει τα Λεχαινά και τ' άλλο τη Γαστούνη
+Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει:
+ — Θε μου το τι να γίνηκαν του Κάμπου οι λεβέντες,
+Μήτε στον Κάμπο φαίνουνται μήτε και στη Γαστούνη
+Μας είπαν κάνουν πόλεμο μέσα στον Άι Νικόλα.
+Τριακόσοι διαλεχτήκανε μέσ' από το Χλιμούτσι
+Μεντάτι να τους γένουνε για να τους λευθερώσουν.
+Τη στράτα που πηγαίνανε τη στράτα που πηγαίνουν
+'Στ' Αμπέλι' απαντηθήκανε με τους στραβαραπάδες.
+Πρώτη φωτιά που δώσανε σκοτώνουνε διακόσους.
+Μα πιασε μια ψιλή βροχή κι ένας βαρύς χειμώνας;
+νοτίσαν τα φουσέκια τους δεν πιάνουν τ' άρματά τους
+κι ο Βέρρας όπου τ' άκουσε σαν τ' άτι χλημιτράει
+ — Παιδιά σηκώστε τις ποδιές και σφίχτε τα τσαρούχια
+γιουρούσι για να κάμουμε μέσ' στους στραβαραπάδες.
+Τα γιαταγάνια τράβηξαν στα δόντια τους τα βάνουν.
+Μα ήταν οι μούροι λιγοστοί μα ήταν οι δόλοι λίγοι.
+Κανένας δεν απόμεινε απ' τους παληούς συντρόφους.
+
+
+
+Τ Ο Μ Α Γ Ε Μ Ε Ν Ο Κ Ο Υ Τ Ι
+
+
+
+Επεράσαμε το ποτάμι της Καμινίτσας και εσταθήκαμε εις τα Νιφορέικα. Το
+χωριό είνε από χαμηλά σπιτάκια και από λίγες καλύβες που κατοικούν
+αλβανόφωνοι ποιμένες και γύφτοι. Θεωροίται απ' όλους η μέση του δρόμου
+από Λεχαινών εις Πάτρας και οι ταξιδιώτες συνήθιζαν να κάνουν εκεί τους
+πολυωροτέρους σταθμούς των.
+
+Τόρα ο ήλιος είχε δύσει. Το σκοτάδι ήρχετο και οι καρρολόγοι απεφάσισαν
+να ξενυκτίσουν εκεί. Εξέζεψαν τ' άλογά τους και αφού τα έτριψαν καλά με
+δεμάτι από άχυρο για να στεγνώσουν τον ίδρωτα τους, τα εσκέπασαν με
+μεγάλα μάλλινα σκεπάσματα και τα έδεσαν εις το παχνί. Έπειτα εμπήκαμεν
+όλοι εις το χάνι, γιατί και το ψύχος άρχισε να τσούζη.
+
+Το χάνι ήτο μικρό παλιόσπιτο με αυλήν εις το οπίσω μέρος, με το
+απαραίτητο πηγάδι και υπόστεγο για τ' άλογα. Για τους ανθρώπους καμμιά
+φροντίδα δεν έχει ο χατζής, γιατί αυτοί συνειθίζουν να κοιμούνται κοντά
+εις τα πόδια των αλόγων τους ή απάνω εις τα κάρρα.
+
+Οι τοίχοι του χανιού από μέσα ήτανε κατάμαυροι· η οροφή γεμάτη αράχνες,
+το έδαφος λασπερό και άνισο. Μερικές σανίδες σκεπασμένες με παλιόχαρτο
+έκαναν τον σκελετό γυμνών ραφιών. Στον ένα τοίχο ο πάγκος με ολίγα
+ποτήρια και δύο φιάλες ακάθαρτες και κατασκονισμένες έστεκε εμπρός και
+μακρύ τραπέζι έπιανε τον άλλο τοίχο.
+
+Εκαθίσαμεν εις την μια άκρη του τραπεζίου, γιατί στην άλλη εκάθουνταν
+ήδη άλλη συντροφιά καρρολόγων. Οι σύντροφοί μου έβγαλαν από τους
+ντορβάδες ψωμί από αραποσίτι και ελιές και αρχίσαμε το δείπνο. Ο χατζής
+έφερε σε δυο μαστραπάδες το σχετικό κρασί.
+
+Οι καρρολόγοι σχετίζονται εύκολα μεταξύ τους. Ακολουθούν τον ίδιον
+δρόμον, υποφέρουν τους αυτούς κόπους, δίδουν χέρι ο ένας προς τον άλλον
+σε ώρα ανάγκης. Εκτός τούτου έχουν να ειπούν τόσα και τόσα περί των
+αλόγων των, περί των συναδέλφων, περί του ταξειδίου των, ώστε ευθύς
+φιλιώνονται μεταξύ των ενώ δεν γνωρίζουν ούτε τα ονόματά τους. Τούτο
+έγινε σε λιγάκι και με τους συντρόφους μου. Άλλαξαν ολίγας λέξεις,
+εκεράσθηκαν μεταξύ τους και τέλος κατήντησαν στο τραγούδι:
+
+ Μπαίνω μέσ' στ' αμπέλι
+ σαν νοικοκυρά,
+ να κι ο νοικοκύρης
+ πόρχεται κοντά!..
+
+Σε λιγάκι έτριξε η πόρτα του χανιού, άνοιξε και μπήκε μέσα ο μπάρπα
+Παναγιώτης. Τον θυμούνται όλοι οι καρρολόγοι της εποχής εκείνης του
+μπάρμπα Παναγιώτη, γέροντα κοντόν, ξεραγκιανόν με ψαρά μαλλιά και
+γενειάδα δασείαν, φρύδια πυκνά και κατσουφιασμένο μέτωπο. Διέτρεχε τότε
+το από Λεχαινών μέχρις Αχαΐας διάστημα, φέρων μαζί του ένα γιάλινο
+κουτί με τέσσερες κούκλες μέσα και το μικρό μπουζούκι του. Εσταματούσε
+από χωριό σε χωριό, από χάνι σε χάνι, εμπρός εις τις καλύβες των
+αγροτών και την στάνη των ποιμενών, εις το δάσος, πολλές φορές κοντά
+εις τον δρόμον και με το μπουζούκι και τα νευρόσπαστά του εκέρδιζε το
+ψωμί του. Ποιος όμως ήτο ο άνθρωπος αυτός, μυστήριον! Οι καρρολόγοι —
+άνθρωποι όχι και τόσον πιστευτοί — έλεγαν πολλά περί αυτού.
+
+Ένας άνθρωπος, έλεγαν, υπόπτου εξωτερικού με το μαύρο φέσι του
+κατεβασμένο ως ταφτιά και μικρή ξεσκισμένη καπότα, εστάθη ένα βράδυ εις
+την άκρη μικράς λίμνης. Η λίμνη αυτή λέγεται Κάρι — Κασέλα και είνε έξω
+από τη Μανωλάδα. Κατά τα μεσάνυκτα ο Αράπης της λίμνης, με τη σιδερένια
+ματσούκα του εβγήκε να βοσκήση τα φλωριά του. Ο άνθρωπος εκείνος τα
+έβλεπε να πηδούν απάνω στο χορτάρι, κάτω από την αστροφεγγιά τα φλωριά
+και να προχωρούν αργά και να κουδουνίζουν σαν κοπάδι από πρόβατα. Όλα
+ήσαν κατακαίνουργα και λαμποκοπούσαν τόσο, που η χλόη εφάγκριζε σαν το
+πρόσωπο λίμνης. Και ο Αράπης ορθός με τη σιδερένια ματσούκα του, τα
+σαλαγούσε μπροστά, τα μάζευε από δω, τα έσπρωχνε από κει, εσφύριζε για
+να μη πλανηθούν, να μη σκορπίσουν στα χαμόκλαδα και χάση κανένα.
+
+Ο άνθρωπος αν ήθελε ημπορούσε να γίνη πλούσιος με μιας. Έφτανε να ρίξη
+την καπότα του και την αυγή να εύρη πλακωμένο πλήθος από φλωριά. Αλλά
+ούτε το σκέφθηκε. Το γλυκύ κουδούνισμά τους δεν εκέντησε καθόλου την
+πλεονεξία του. Εκάθητο με το κεφάλι στα γόνατα βαθειά συλλογισμένος.
+Μπορεί και να έκλαιε. Τούτο φυσικά έκαμε εντύπωσι εις τον Αράπη,
+επλησίασε και τον ρώτησε:
+
+ — Τι κάνεις εδώ, γέροντα;
+
+ — Έρχομαι από μακρυνό τόπο και νυχτώθηκα. Δεν έχω πού να μείνω κι
+έγειρα εδεπά να πλαγιάσω.
+
+ — Σε βλέπω λυπημένο. Για πες μου· είσαι δυσαρεστημένος από την τύχη
+σου;
+
+ — Είμαι λέει; Είμαι και πολύ.
+
+Τι θέλεις; θέλεις να σου δώσω φλωριά. Να σε κάνω να πλέης στο μάλαμα
+και στ' ασήμι. Θέλεις;
+
+ — Δε θέλω φλωριά. Το μάλαμα και τ' ασήμι δε γιατρεύουνε τον πόνο της
+καρδιάς μου.
+
+ — Αμ τι θες κάνε;
+
+ — Ε! σαν μ' έχει η τύχη μου να ζήσω ακόμη, να πίνω τα φαρμάκια, ήθελα
+να είχα τίποτα να βγάνω το ψωμί μου.
+
+ — Καλά! είπεν ο Αράπης.
+
+Μπήκε μέσα στη λίμνη και σε λιγάκι γύρισε φέρων ένα κουτί σκεπασμένο με
+κόκκινο πανί κι ένα μπουζούκι.
+
+ — Να· είπε στον άνθρωπο. Με τούτο θα κάμης τη δουλειά σου . .. Αν με
+χρειαστής καμμιά φορά λέγε «Κάρι κασέλα» κι εγώ θα έρθω όπου και αν
+είσαι.
+
+Αυτός ο άνθρωπος ήτο ο μπάρμπα Παναγιώτης.
+
+Αυτός λοιπόν άμα άνοιξε η πόρτα εμπήκε στο χάνι, κρατών στο ένα χέρι το
+μπουζούκι του και στο άλλο το κουτί, σκεπασμένο με κόκκινο μισοτριμένο
+πανί.
+
+ — Α! α!.. καλώς τον μπάρμπα Παναγιώτη. Κάτσε κοντά. Μωρέ και μάννα και
+πατέρα!.. εφώναξαν ομόφωνοι και με χαράν οι καρρολόγοι.
+
+Το μάννα και πατέρα, σημαίνει πως εστάθηκε τυχερός ο γέροντας γιατί
+τους βρήκε στο τραπέζι. Εκείνος εχαμογέλασε πικρά για το τυχερό του
+αυτό, εσούφρωσε τα φρύδια και γνωρίζων ότι οι άνθρωποι εκείνοι ήθελαν
+την χαράν και πολύ ολίγον εφρόντιζαν αν την είχε και αυτός, έρριξεν εις
+μίαν γωνιά την κάπαν του και εκάθισε μεταξύ τους στο τραπέζι.
+
+ — Φάε, γέρο μου, και πιέ, να κάνης κέφι. θα το σκούξωμε απόψε, θα
+βάλης της κούκλες να χορέψουν το τσάμικο! είπε κάποιος από τους
+καρρολόγους.
+
+Και χάιδεψε το γέροντα στον ώμο.
+
+Ο μπάρπα Παναγιώτης εκίνησε το κεφάλι παραδεχόμενος. Εφαγεν ολίγον,
+έπιεν ολιγώτερον και έπειτα ετοποθέτησε απάνω στο τραπέζι το γιάλινο
+κουτί του, εσήκωσε το κόκκινο πανί και αφού πήρε το μπουζούκι του,
+άρχισε να παίζη τον καρσιλαμάν.
+
+Μέσα στο κουτί εφάνηκαν τέσσερες κούκλες· δυο άνδρες και δυο γυναίκες.
+Οι άνδρες φορούσαν φουστανέλες και οι γυναίκες βλάχικα. Είχαν ανάστημα
+από μία πιθαμή κάθε μία. Άμα ο γέροντας άρχισε να παίζη το μπουζούκι
+και να τραγουδή, τα νευρόσπαστα εκινήθησαν και άρχισαν να χορεύουν
+σύμφωνα με τον ρυθμόν. Πότε ελύγιζαν τα γόνατα και το κορμί, εκουνούσαν
+το κεφάλι, εσήκωναν τα χέρια και έξαφνα εστριφογύριζαν για μιας όλες ως
+βακχίδες.
+
+ — Του διαβόλου τα πράματα! Κι έπειτα σου λέει δεν είνε διαβολικά!
+έλεγαν από καιρού εις καιρόν οι καρρολόγοι, κοιτάζοντες με αυξάνουσαν
+απορίαν τας κινήσεις των νευροσπάστων.
+
+Ωστόσο ο γέροντας εξακολουθούσε να τραγουδή και να ταιριάζη τον ήχο του
+μπουζουκιού με τη φωνή του. Το μπουζούκι στα χέρια του καταντούσεν
+έμψυχον έβγαζε γλυκειές και μελωδικές φωνές. Και τα νευρόσπαστα μέσα
+στο γιάλινο κουτί τους εχόρευαν και ο μπάρμπα Παναγιώτης ετραγουδούσε
+διαφόρους χορούς: τον συρτό, τον Καλαματιανό, το πηδητό, το τσάμικο και
+εις την αλλαγήν των ήχων τα νευρόσπαστα ως να είχον αίσθησιν, να ήκουον
+τον ρυθμόν και τας λέξεις άλλαζαν τάξιν, θέσιν, κινήσεις και χορόν.
+
+Ο χατζής, ο κύριος δηλαδή του χανιού κοντός και αδύνατος, εκάθητο
+τυλιγμένος μέσα εις παλιό επανωφόρι, με το κεφάλι στηριγμένο εις τον
+πάγκον κι' εκοίταζε αφηρημένος τα διαβολικά πράματα. Η γυναίκα του,
+επίσης αδύνατη και ζαρωμένη γερόντισσα, συμμαζεμένη ως γάτα κοντά στη
+γωνιά, έκανε κάποτε το σταυρό της και εψιθύριζε λέξεις από το Πιστεύω
+και έφτυνε απάνω από τον ώμο της, δηλαδή καταπρόσωπον του Οξαποδώ. Οι
+καρρολόγοι διαφοροτρόπως καθήμενοι εις τους πάγκους, άφωνοι και
+μισοφοβισμένοι εκοίταζαν με νυσταγμένα μάτια πότε τα νευρόσπαστα και
+πότε τον γέροντα ο οποίος έμοιαζε εκείνη την ώρα πως κρατούσε τη
+σφραγίδα της Σωλομονικής και ήταν κύριος εις τα ακάθαρτα και πονηρά
+πνεύματα.
+
+Ο Μπάρμπα Παναγιώτης έπαυσε τέλος το τραγούδι του. Εσηκώθη μέσα εις την
+γενικήν σιωπήν, έσυρε από το συλάχι του μικρό ξύλινο καυκί και το έβαλε
+απάνω στο τραπέζι για να μαζέψη την αμοιβήν του. Οι καρρολόγοι όταν
+θέλουν να διασκεδάσουν ξοδεύουν αλύπητα.
+
+Ο γέροντας εφάνη ευχαριστημένος από το ποσόν που εσύναξε. Χωρίς να ειπή
+λέξη επήρε την κάπα του, εσκέπασε πάλι με το κόκκινο πανί τον θησαυρόν
+του, εκαληνύχτησε και έφυγε.
+
+ — Γέρο στρίγγλε! θα έχουμε λιβανίσματα τόρα!... εψιθύρισε ο χατζής
+όταν η πόρτα εκλείσθη οπίσω από τον γέροντα.
+
+Εγώ από την ώρα που ο τραγουδιστής άρχισε τα παιγνίδια του έως την ώρα
+που έφυγε, δεν εκινήθην καθόλου από την θέσιν μου. Συμμαζεμένος μέσα
+εις μίαν φλοκάταν, εκοίταζα με φόβον και απορίαν άλλοτε τα νευρόσπαστα
+και άλλοτε τον γέροντα· άλλοτε το χέρι του που εκινείτο γοργά και
+αδιάκοπα επάνω από τις χορδές του οργάνου. Αληθινά ευρισκόμουν εις
+μεγάλην στενοχωρίαν που δεν ημπορούσα να καταλάβω ποια η σχέσις του
+γέροντα με τα νευρόσπαστα και πώς ακολουθούσαν τα τσακίσματα της φωνής
+του με τόσην ακρίβειαν. Ήρχισα να πιστεύω ως αληθινά τα λεγόμενα και
+όλην σχεδόν την νύκτα ενόμιζα ότι ευρισκόμην μεταξύ του φοβερού Αράπη
+της λίμνης και του μπάρμπα Παναγιώτη.
+
+Αλλ' όπως όλα τα πράγματα τα ξεκαθαρίζει ο καιρός, εξεκαθάρισε σε
+λιγάκι και το μυστήριον του μπάρμπα Παναγιώτη. Έμαθα δηλαδή ότι όχι ο
+Αράπης της λίμνης, αλλά πολυχρόνιος φυλακή του έδωκε το μπουζούκι και
+τα νευρόσπαστα.
+
+Νέος ο μπάρμπα Παναγιώτης παρεσύρθη από την κακογλωσσιά της γυναικός
+του εις φοβερό έγκλημα. Εσκότωσε το μόνο παιδί που είχε αποκτήσει με
+την πρώτην του γυναίκα. Και κατά την πολυχρόνιον κάθειρξίν του εφεύρε
+τον μηχανισμόν να τραγουδή και να χορεύουν τα νευρόσπαστα.
+
+Πώς το κατώρθωσε δική του δουλειά. Φτάνει που το κατώρθωσε.
+
+
+
+Μ Π Λ Α Χ Α Β Α Ι Ο Ι
+ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1809
+
+
+
+Οι κλέφτες από τ' Άγραφα κι αρματωλοί απ' τα Χάσια
+Φορέστε τα γελέκια σας, ζωσθήτε τα σπαθιά σας
+Πιάστε ταμπούρια δυνατά ταμπούρια σιγουράτα,
+Το καραούλι φώναξε μέσ' από το ταμπούρι:
+ — Πολλά κοράκια φαίνονται μαύρα σαν αρβανίτες
+Μην είν' ο Φώτης πόρχεται μην είν' ο Λεπενιώτης;
+ — Μήτε ο Φώτης έρχεται μήτε ο Λεπενιώτης
+Μουχτάρ πασάς μας έρχεται με τριανταδυό χιλιάδες.
+Κι ο Παπαθύμιος φώναξε με το σπαθί στο χέρι:
+ — Βαστάτε, παληκάρια μου όλοι μέσ' στα ταμπούρια
+Και τον μουρντάρ Μουχτάρ πασά χτυπάτε στο κεφάλι
+Κι αυτό τα λιανοκόνιαρα και τους ψωραρβανίτες
+Στους βράχους να τους ρίξουμε να φάνε τα κοράκια.
+Τρία γερούσια κάμανε με το αλλάχ — αλλάχ τους
+Κι όλοι στους βράχους έπεσαν Κονιάροι κι Αρβανίτες
+Κι άλλο γερούσι πρόσταξε Μουχτάρ πασάς να κάμουν
+Κι οι Τούρκοι κάμαν το ντουά και πέσαν στο γερούσι
+Πέντε χιλιάδες Κονιαριά και Λιάπηδες φτακόσιοι
+Μέσ' στα ταμπούρια των κλεφτών και των καπεταναίων.
+Γέμισαν βράχοι Αρβανιτιά τα ρέματα Κονιάρους
+Πικρή φωνή ακούστηκε — Πιάσαν τους Μπλαχαβαίους
+Σκλαβώσανε τους φίλους τους και όλη τη γενιά τους!...
+
+
+
+Ε Υ Α
+
+
+
+Κείτεται η γυναίκα η πρωτόπλαστη, ξαπλωμένη στην παχειά χλόη, κάτω από
+το λιοπύρι του Μαγιάπριλου. Ο Αδάμ ο άνδρας της πέρα στο χωράφι οργώνει
+με τα καματερά του τη γη, ιδρώνει και μάχεται, πληρώνοντας βαρειά το
+βαρύ του αμάρτημα. Και εκείνη στυλόνοντας το μάτι στον χαρούμενο κάμπο
+και τ' αγέραστα βουνά, εις τα δάση τα πυκνοντυμένα και το φειδωτό
+ποτάμι και τη θάλασσα, εις τα ζωντανά της γης και εις τα πετούμενα του
+αιθέρα, λέει συμπλήρωμα της Δημιουργίας τον δουλευτή τον άνδρα της και
+πως χωρίς αυτόν και τους κόπους του, όλα θα ήσαν άχαρα και νεκρά. Και
+ακόμα λέει, πως αυτή είνε του ανδρός το ταίρι και το συμπλήρωμα,
+ολάκερη η Ζωή και με τη μεγάλη της κορμοστασιά επροκαλούσε θαρρείς να
+παραβγούν τη Γη — η μήτρα η αστείρευτη την πλατειά κοιτίδα της
+Ανθρωπότητος. Κάτω από τα πύρινα σκέλια της εκλωτσούσε πεισματικά το
+χώμα, έδερνε τον αέρα με τα στιβαρά της μπράτσα και δείχνοντας τους
+λαχταριστούς λαγώνες της, ετραγουδούσε με περιφάνεια τη μυστική
+δημιουργία των σπλάχνων της κι εκαλούσε τα σύμπαντα στη δούλεψή της:
+
+ — Εγώ φέρνω στον κόσμο του κόσμου τον αφέντη. Ο αέρας θα του δώση ζωή
+και η Γη θα τον θρέψη και θα τον μεγαλώση. Ο ουρανός θα χαρίση στην
+ψυχή του χρώματα αρμονικά και ο Ήλιος τόλμην και ενέργειαν. Ο Αιθέρας
+θα του στείλη όνειρα και η απέραντη θάλασσα απέραντες ελπίδες. Όλα τα
+ψυχωμένα και τ' άψυχα του κόσμου γενήτε δούλοι μου. Εγώ φέρνω στον
+κόσμο του κόσμου τον αφέντη...
+
+Ο καλός Θεός κάπως άκουσε τα εγωιστικά αυτά λόγια της γυναίκας και
+επρόβαλλε στο φρύδι του Παραδείσου ωργισμένος:
+
+ — Βρε τη χαραμοφάγα! λέει, Εγώ την έπλασα να συντροφεύη τον άνδρα της
+στους κόπους και τους μόχθους της ζωής κι εκείνη στον ήλιο τ' απλώνει.
+Αν την αφήσω έτσι, δε θ' αργήση να κράξη κι εμένα για να της λυσωδέσω
+το παιδί. Α! δεν είπαμε έτσι. Για να της εύρω μια δουλειά που και να
+θέλη να μην ησυχάζη νύχτα ημέρα.
+
+Παίρνει ο Θεός μια χούφτα χώμα, την φυσά τρεις φορές και λέει:
+
+ — Καταραμένος εσύ από όλα τα θηρία και απ' όλα τα ζωντανά της γης. Επί
+του στήθους και της κοιλίας της γυναικός βοσκήσεις και παχυνθής και
+πληθυνθής από του αίματος αυτής και από της σαρκός αυτής. Και έχθραν
+θήσω αναμέσον σού και αναμέσον της γυναικός και των δακτύλων αυτής και
+του σιέλου αυτής. Σιέλω ώσπερ ιξώ σιελισθής και όνυχι ώσπερ δοκάνω
+διασπασθής, αλλ' ου μη λείψης εις τον αιώνα. Αγαθός γαρ ο σπόρος και
+τροφαντόν το λειβάδι όπου υπάγης.
+
+Και τινάζει τη χουφτιά επάνω στο κορμί της Εύας. Πετιέται εκείνη
+αλαφιασμένη, τρέχει από δω, φεύγει από κει, πάει και τρίβεται στους
+κορμούς των δέντρων, χώνεται ως το πηγούνι στα νερά — τίποτα! Άγρια
+φαγούρα ανάβει το κορμί της. Χίλια βελόνια κεντούν τη σάρκα της. Τι να
+κάμη; Ξυλώνει τα φύλλα της συκιάς που εσκέπαζαν την γύμνια της και
+βλέπει το ελεφαντένιο της κορμί αυλακωμένο από τα φουσάτα των ψύλλων.
+Και αρχινάει το ψυλλομάζωμα.
+
+Ο Αδάμ σήκωσε κάποτε τα μάτια από τη δουλειά και τα έρριξε στη γυναίκα
+του. Και καθώς την είδε να δέρνεται σαν παλαβή και να μη βρίσκη ησυχία
+έβαλε δυνατά γέλοια:
+
+ — Ηύρε ο ανθός τον κλώνο του κι ο κλώνος τον ανθό του· είπε
+ευχαριστημένος.
+
+
+
+Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Γ Κ Ο Υ Ρ Α
+30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1826
+
+
+
+Θέλτε ν' ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια,
+περάστ' από την Κούλουρη και σύρτε στην Αθήνα·
+κι εκεί ν ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια
+πώς κλαίν' μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άνδρες,
+ν' ακούστε και τη Γκούρενα, του Γκούρα τη γυναίκα,
+πώς κλαίει πώς μοιρολογάει, πώς χύνει μαύρα δάκρυα
+σαν την τριγώνα θλίβεται, σαν το παπί μαδιέται,
+σαν του κοράκου το φτερό μαυρίζ' η φορεσιά της.
+Και στα μπεντένια κάθεται τα πέλαγ' αγναντεύει,
+βλέπει καράβια κ' έρχουνται, βαρκούλες κ' αρμενίζουν.
+Καράβια μου βαρκούλες μου χρυσοί μου μπεγιαντέδες
+Ψιλή φωνίτσα έβαλε όσο κι αν εδυνάσθη:
+Πού ήσαι Μαμούρη αντράδερφε πολύ μ' αγαπημένε,
+Ο Γκούρας εβαρέθηκε και πάει για το Γένος
+κ' η συντροφιά του σκόρπισε, γυρεύει για να φύγη.
+Κι ο Μακρυγιάννης χούγιαξε κι ο Μακρυγιάννης λέει:
+ — Παιδιά μ' να νταγιαντίσωμε ακόμη δέκα μέρες
+σ' εμάς μεντάτι έρχεται στερηάς και του πελάου
+φέρνουν μπαϊράκια με σταυρό και φράγγους με καπέλο.
+Μαμούρη πέσε του Φαβιέ, του καπετάνιου Τσώρτση,
+το κάστρο να μη δώσουμε την παινεμέν' Αθήνα
+κι ακούστε τσ' Αθηναίισες και τσ' Αθηνιοτοπούλες,
+πώς κλαίνε για τον τόπο τους και για τα πατρικά τους
+να μην τα παραδώσουνε στο σκύλο τον Κιουτάγια.
+
+
+
+Ο Κ Ο Υ Ρ Δ Ο Υ Κ Ε Φ Α Λ Ο Σ
+
+
+
+ — Ήταν, που λες, τέτοιες ημέρες, παραμονή Αϊβασιλειού. Στο μικρό μου
+το χωριό, το θαμένο στο γούπατο ενός κάμπου, η ζωή περνά ήσυχη και
+ανεπαίσθητη όπως η ζωή των αψύχων. Κάτι μικρομαλώματα, κάποιες
+μικροφροντίδες, μια χαρά γάμου και μια θανάτου λύπη, είνε τα μόνα που
+τρικυμίζουν κάποτε αυτή τη νεκροθάλασσα. Μα όταν έρθουν οι καλές, οι
+μεγάλες ημέρες, η ζωή πετιέται και θορυβεί σαν ανάβρα κεφαλόβρυσου. Δε
+δουλεύουν στα χτήματα· δε μαθητεύουν στα σκολειά. Παύει ο φόβος του
+δασκάλου και τα ζαρωμένα φρύδια του πατέρα. Χαρές και χάδια βασιλεύουν
+ολούθε.
+
+Σε τέτοια καλή στιγμή κατώρθωσα κ' εγώ μια χρονιά να ειπώ τον Άιβασίλη
+στα σπίτια. Ο Τάσης Γούναρης, σύντροφος στο σκολειό και στα παιγνίδια
+μου, ήταν πλουσιόπαιδο. Ο πατέρας του ήταν έμπορος· έκανε μαλλιά και
+τυριά και τα έστελνε στην Πάτρα στους μεγαλεμπόρους. Ο δικός μου ήταν
+φτωχώτερος μα είχε την κοινωνική του θέση. Ήταν σοβαρός, λιγόλογος,
+αγέλαστος· τον έλεγαν Λάζαρο οι χωριανοί για να δείξουν το μελαγχολικό
+του χαρακτήρα. Οπωσδήποτε και οι δυο δεν είμαστε παιδιά του δρόμου και
+δεν ήταν εύκολο να μας αφήσουν να γυρίζουμε τα σπίτια συνάζοντας
+δεκάρες.
+
+Η μάννα μου, όταν δειλά — δειλά της το πρωτόειπα εθύμωσε στα γερά.
+
+ — Τι; θα γένης, σαν το παιδί του Κουρδουκέφαλου; Εσύ αύριο θάχεις τους
+μποναμάδες σου.
+
+Ο Κουρδουκέφαλος ήταν χαλκιάς μ' ένα χοντρό ολοστρόγγυλο κεφάλι, σαν
+τις πέτρινες μπάλες των παλιών κανονιών με μια κοιλιά παιδιά που τ'
+ανάθρεφε μισόγυμνα μέσα στο χαλκιαδικό του πίσω από το φυσερό και τα
+κάρβουνα. Έλεγαν μάλιστα γι' αυτόν ότι επειδή χρωστούσε, για να μην του
+πάρουν το μόνο χτήμα που είχε, το μαγαζί του, κάθε μήνα του άλλαζε την
+πρόσοψη αφού δεν μπορούσε να το μεταφέρη όπως το φούρνο του ο Ναστραδίν
+Χότζας. Πότε άνοιγε πόρτα στο δρόμο· πότε την έκλεινε και την άνοιγε
+στο πίσω μέρος· πότε άφηνε παράθυρο· πότε έκλεινε και το παράθυρο και
+άνοιγε φανέστρα στη στέγη. Και αυτό έλεγαν το έκανε για να μην είνε
+ποτέ σύμφωνο με κείνο που είχε υποθηκέψη. Αλήθεια ψέματα δεν ξέρω να το
+βεβαιώσω.Η μάννα μου όμως παρομοιάζοντάς με με το παιδί του
+Κουρδουκέφαλου, ήθελε να μου δίξη την εσχάτη περιφρόνηση.
+
+Τέλος αφού έκλαψα γύρω της από το πρωί ως το μεσημέρι την κατάφερα. Την
+εβεβαίωσα πως δε θα πηγαίναμε παρά στα συγγενικά μας σπίτια. Μ' έντυσε
+τα γιορτινά μου ρούχα, με καλοχτένισε σαν να μ' έστελνε στην εκκλησιά
+και με άφηκε να πάω με το φίλο μου.
+
+ — Κοίταξε καλά· μου φώναξε από το κεφαλόσκαλο· μην ξεχάσεις να πάτε
+και στου παπούλη σου.
+
+ — Τσ .. έκαμα εγώ ανασηκώνοντας το κεφάλι.
+
+Και αρχίσαμε την περιπλάνησή μας μέσα στο χωριό, αναζητώντας τα
+συγγενικά μας σπίτια. Στους δρόμους συχναπαντούσαμε άλλες συντροφιές
+παιδιών, που πήγαιναν κ' εκείνα να ειπούν τον Άιβασίλη. Βαστούσανε ψηλά
+καλάμια στο χέρι και έτρεχαν κ' εσφύριζαν κ' εχόρευαν καταμεσίς του
+δρόμου, γεμάτα από υγεία και χαρά. Γυμνοπόδαρα, λασπωμένα, ξεσκούφωτα,
+έμπαιναν σε κάθε σπίτι, σε κάθε μαγαζί, στις ταβέρνες και άρχιζαν το
+τραγούδι τους δυνατό, ξάστερο, σαν πουλιά ελεύθερα στο ελεύθερο κλαδί
+τους.
+
+Ανάμεσα απ' αυτά στην πρώτη γραμμή ήταν και ο γιος του Κουρδουκέφαλου,
+που δεν ήθελε η μάννα μου να του μοιάσω. Είχε κεφάλι ίδιο σαν του
+πατέρα του και πρόσωπο μελαμψί, κορμί γερό σαν από μπρούτζο μα
+κακοτράχαλο. Δεν φορούσε παρά ένα πουκάμισο ζωσμένο στη μέση με σχοινί
+και ένα βρακί που κατέβαινε λίγο κάτω από τα γόνατα. Και έτσι εφαινόταν
+ευτυχισμένος. Σε όλες τις συντροφιές έκανε τον αρχηγό ή για να ειπώ
+ακριβέστερα τον τύραννο. Εμπάτσιζε το ένα παιδί, επείραζε το άλλο,
+εκαβαλίκευε το τρίτο.
+
+Εμείς, νωθροί στρατοκόποι της ζωής, από τόρα φασκιωμένοι με την
+κοινωνική πρόληψη, πηγαίναμε από πίσω αναζητώντας τα σπίτια, με τρόμο
+και με φόβο μην παραστρατήσουμε.
+
+ — Να ειπούμε τον Άιβασίλη: ρωτούσαμε δειλά κάτω στη σκάλα.
+
+ — Όχι· τον είπαν άλλοι· έπεφτε μια φωνή από πάνω.
+
+Με λύπη και ντροπή μαζί κινούσαμε να φύγουμε αμέσως Ούτε να μας ιδούν
+δεν ηθέλαμε. Μα όταν μας αναγνώριζαν έτρεχαν και μας φώναζαν από τα
+παράθυρα οι γυναίκες.
+
+ — Μπα! ο Τάσης του Γούναρη! μπα ο Πέτρος τσ' Σβράμενας! ελάτε... ελάτ'
+απάνω.
+
+Τότε γυρίζαμε χαρούμενοι, ανεβαίναμε τις σκάλες ή γλυστρούσαμε στα
+ισόγεια και στεκόμαστε μπροστά στα εικονοστάσια. Το καρδιοχτύπι μας
+μεγάλωνε· τα μάγουλά μας άναβαν σαν κάρβουνα. Τέλος ατενίζαμε τα
+εικονίσματα, τα Βάγια, τα στέφανα, το αναμμένο καντήλι και αρχίζαμε με
+βραχνή και ολότρεμη φωνή, σαν πέταγμα πουλιού ξαφνισμένου από το φως το
+άφθονο:
+
+ Άγιος Βασίλης έρχεται
+ Γεννάρης ξημερώνει....
+
+Έτσι περάσαμε ένα με το άλλο όλα τα συγγενικά μας σπίτια. Δεν αφήκαμε
+ούτε του παπούλη ούτε της κυρά μαμής, που εσύστησε στο σύντροφό μου η
+μάννα του. Μα σε ξένο σπίτι δεν πατήσαμε· δεν εμπήκαμε σε μαγαζί. Η
+καρδιά μας ελαχτάριζε· μα της μάννας η τσιμπιά και του πατέρα ο
+σφόντυλος αγρυπνούσαν φοβερά επάνω από το κεφάλι μας.
+
+Ήρθε τέλος η ώρα της μοιρασιάς. Εγώ ήμουν ο ταμίας. Σε μια τσέπη του
+πανωφοριού μου έρριχνα ότι μας έδιναν. Καθίσαμε σε μια πέτρα, άδειασα
+την τσέπη μου και αρχίσαμε να μοιράζωμε σαν καλοί σύντροφοι. Δεκάρα ο
+φίλος μου δεκάρα εγώ. Πεντάρα εκείνος πεντάρα εγώ. Έκανε κρύο δυνατό· η
+νύχτα πλάκωνε· η πάχνη σκέπαζε με παγωμένο ίδρωτα όλο το χωριό. Έτρεξα
+και ρίζωσα στη γωνιά να ζεσταθώ. Η μάννα μου ετοίμαζε το χυλό που θα
+έφτιανε το πρωί τις τηγανίτες. Τ' άλλα μου τ' αδέρφια καθόντουσαν
+τριγύρω και έπαιζαν με τ' αναμμένα δαυλιά, εσγάρλιζαν τη στάχτη,
+εζάλιζαν τη μάννα με χίλια γλυκόλογα. Εγώ σοβαρός και αμίλητος μετρούσα
+τα ξεδούλειά μου. Πλάκωνε η αυριανή που θα έπαιζα τη βλάχα, το στριφτό,
+το ντοιχάκι με τ' άλλα συνομήλικα. Άξαφνα βρόντησαν παράδες στο
+πανωφόρι μου. Βάνω το χέρι μου, ψαχουλεύω, βρίσκω μέσα στη φόδρα
+πεσμένα σαρανταπέντε λεφτά. Ναι· τέσσερες δεκάρες, και μια πεντάρα.
+Ίδρωτας με τσάκισε.
+
+ — Μάννα, φωνάζω· μάννα! βρήκα κι' άλλα λεφτά στην τσέπη μου.
+
+Εκείνη στη δουλειά της σκυμμένη δεν έδωκε απόκριση.
+
+ — Μάννα, της ξαναλέω — είχα κι' άλλα λεφτά Δεν τα μοιράσαμε τούτα. Δεν
+τα είδα, μα το Θεό· δεν τα είδα...
+
+ — Δεν πειράζει· τα μοιράζετε αύριο·
+
+ — Όχι· θα πάω τόρα.
+
+Και σηκόνομαι ορθός, φορώ τα παπούτσια, έτοιμος ν' ανοίξω την πόρτα. Μα
+η μάννα μου θυμωμένη μου φωνάζει άγρια.
+
+ — Πού θα πας, μωρέ, τέτοια ώρα: Δεν ακούς τι κάνει όξω!
+
+Αληθινά έξω βογγούσε ο βοριάς και το νερόχιονο έπεφτε. Το σπίτι του
+φίλου μου ήταν μακρυά. Έπρεπε να περάσω αυλάκια να διαβώ από τόπους
+στοιχειωμένους. Κοντά ήταν της θειά Κωσταντινιάς το χαγιάτι, που είδα
+προχτές σούρουπα τον Αϊδημήτρη και έβαλα τις φωνές. Παρακάτω η συκιά
+της Πλεύρενας, που για να περάσω άλλοτε άφηκα το ένα μου παπούτσι.
+Παραπέρα η βρύση, που τέτοια ώρα οι νεράιδες πλένουν και λευκαίνουν τα
+μεταξωτά τους. Όλα τώρα τα θυμώμουν και ανατρίχιαζα. Μα δεν ημπορούσα
+και να ησυχάσω. Φίδι ανάδευε μέσα μου. Τα σαρανταπέντε λεφτά καίγανε τα
+χέρια μου.
+
+ — Μάννα, άσε με να πάω.....δε θ' αργήσω· είπα κλαίοντας τόρα.
+
+ — Πήγαινε ντε να σε πάρουν οι Καλικαντζάροι. Ή ξέχασες πως έχουμε
+ακόμη Δωδεκάημερα;
+
+Όχι· δεν το ξέχασα· το θυμόμουνα πολύ καλά. Οι γυναίκες κάθε ώρα μας το
+θύμιζαν με τα καμώματα και τ' ανέκδοτά τους. Μα τι ήτανε για μένα οι
+σαϊτάνιδες αυτοί μπροστά στην αγωνία που έπνιγε την ψυχή μου: Ενόμιζα
+πως το ήξερε τόρα ο Τάσης το αδίκημα, πως το έλεγε της μάννας του·
+κλέφτης, κλέφτης, κλέφτης, ήμουνα εγώ!
+
+ — Μάννα, δεν μπορώ· θα πάω! ξαναφώναξα κατακόκκινος.
+
+Γύρισε και με είδε κατάματα· χαμογέλασε. Δεν ξέρω γιατί χαμογέλασε. Μου
+φόρεσε καλά το πανωφόρι, μου σήκωσε το γιακά· μου στοίβαξε ως τ' αφτιά
+τη σκούφια, άνοιξε την πόρτα.
+
+ — Τρέχα και πρόσεχε μην πέσης στις λάσπες.
+
+Κατέβηκα τη σκάλα και η καρδιά μου φτερούκαε. Το άπλερο σαρκίο μου
+ανατρίχιαζε μέσα στη νύχτα από φόβο και κρύο. Εδώ σκόνταβα, εκεί
+γλυστρούσα, άλλου εβάλτωνα. Έπεφτα στις φράχτες, χτυπούσα στα
+κορμόδεντρα. Μα όλο προχωρούσα με τα λεφτά στη φούχτα μου. Πέρασα με
+κλειστά μάτια το χαγιάτι της θεια Κωσταντινιάς· διάβηκα χωρίς ν'
+ατενίσω τη στοιχειωμένη συκιά· πήδησα στη βρύση χωρίς να προσέξω τα
+τραγούδια και τα όργανα της νεράιδας· έφτασα τέλος στο σπίτι του φίλου
+μου.
+
+Μα ήταν κατάκλειστο, σιωπηλό και άγριο στο σκοτάδι. Βάνω τις φωνές.
+
+ — Τάση!.. Τάση!..
+
+Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Έτρεμα ολόκορμος. Γύριζα και έβλεπα φοβισμένα
+πίσω μου. Ήσκιοι πέρναγαν μπροστά μου· κρύα χέρια ψαχούλευαν στις
+πλάτες, στα μαλλιά μου.
+
+ — Τάση! έ Τάση!.. ξαναφώναξα βραχνά.
+
+Τίποτα. Σκύλλοι γαύγιζαν απόπερα. Γαύγιζαν και ούρλιαζαν σαν λύκοι. Τα
+πόδια μου δεν ήθελαν να κρατήσουν ορθό το σώμα μου. Κάποτε ανοίγει ένα
+παράθυρο.
+
+ — Ποιος είνε; φώναξε ο φίλος μου.
+
+ — Τάση, εγώ είμαι· έλα κάτου να σου ειπώ.
+
+ — Δεν μπορώ, καϋμένε — δε μ' αφίνει η μητέρα· Τι θες;
+
+ — Έλα κάτου — έχω κι' άλλα λεφτά να μοιράσουμε. Ήταν μέσα στη φόδρα
+και δεν τα είδα .. . Να μα το Θεό, δεν τα είδα ...
+
+Κατέβηκε πάραυτα, του έδωκα τις δυο δεκάρες, κάνοντας χίλιους όρκους
+πως δεν τα είχα ιδή. Η καρδιά μου αλάφρωσε. Έμεινε η πεντάρα· του την
+χάριζα κ' εκείνη.
+
+ — Όχι, ναν τη στρίψουμε· λέει. Όποιος την πάρη.
+
+Την έπιασε στο χέρι· την έρριξε ψηλά.
+
+ — Κορώνα ή γράμματα;
+
+ — Κορώνα.
+
+Δεν πρόφτασα να κράξω και ένας ήσκιος θεότρομος ερίχτηκε απάνω μας, σαν
+ουρανοκατέβατος. Μας άνοιξε τις χούφτες, μας πήρε τα λεφτά, έσκυψε
+έπειτα άρπαξε την πεντάρα από χάμου και χάθηκε τσαλαπατώντας σαν
+βούβαλος τις λάσπες του δρόμου. Ήταν το παιδί του Κουρδουκέφαλου.
+
+Εμείς εμείναμε για κάμποση ώρα ξυλιασμένοι εδεκεί. Έπειτα μ' ένα στόμα
+εβάλαμε τις φωνές και τα κλάματα ώσπου ήρθαν οι δούλοι του Τάση και μας
+συντρόφεψαν στα σπίτια μας.
+
+
+
+Ο Λ Α Β Ω Μ Ε Ν Ο Σ
+
+
+
+Ενύχτωσε και βράδιασε πάη και τούτ' η μέρα·
+Σύρτε παιδιά μου για ψωμί ψωμί να φάτε απόψε,
+και φέρτε μου παλιό κρασί από το μοναστήρι,
+να πλύνω τις λαβωματιές, να πλύνω τους γεράδες.
+Κι όσο να πάτε στο καλό, παιδιά μ' και να γυρίστε
+Για φέρτε μου τον ταμπουρά να λιανοτραγουδήσω
+την πίκρα της λαβωματιάς και του βολιού το χάλι.
+Κι αν δε με βρήτε ζωντανό, παιδιά μη λυπηθήτε
+μόν' κλείστε μου τα μάτια μου, φιλήστε μ' ένας ένας
+Κάψτε κλαριά και στρώστε μου κλαριά προσκεφαλάρι,
+φτιάστε και το κιβούρι μου πλατύ για δυο νομάτους,
+να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γιομίζω.
+
+
+
+Ε Υ Ε Λ Π Ι Δ Ε Σ
+
+
+
+Η συντροφιά ήτο με αυτό το όνομα γνωστή. Ο Γιώργης ο Ίκκινης και ο
+Γιώργης ο Μπαλαρής. Ο Ντίνος ο Γαρίπης και ο Νιόνιος ο Άου. Κάποτε
+έμπαινε μεταξύ τους και ο Θανάσης ο Παλιαδερφός για να κάνη θελήματα
+και να λέη τις αφάνταστες παλικαριές του. Αυτός όμως ήτο της
+προσκολλήσεως. Αχώριστοι ήσαν οι τέσσεροι πρώτοι.
+
+Τα επίθετά τους είχαν λησμονηθή εντελώς και εζούσαν μόνον με τα
+παρανόμια τους. Βέβαια θα ετελείωναν εις πούλος, αλλά και οι ίδιοι δεν
+θυμόνταν πως άρχιζαν. Αν τύχαινε να έρθη γράμμα τους, ο
+γραμματοκομιστής θα εκτυπούσεν όλες τις άλλες πόρτες και ύστερα τη δική
+τους. Έτυχε κάποτε να ζητηθή επειγόντως εις το τηλεγραφείο ο Γιώργης
+Αναγνωστακόπουλος, να γίνη τόση κουβέντα εις το καφενείο και έπειτα από
+μισή ώρα ν' ακουσθή ο Μπαλαρής χτυπόντας το μετωπό του:
+
+ — Μωρέ!.. Αναγνωστακόπουλος είμαι 'γω!..
+
+
+*
+
+Οι δυο πρώτοι εκρατούσαν συντροφικά ένα καφενέ στο Σταυροπάζαρο. Από
+πότε τον είχαν δεν θυμούνται και οι ίδιοι. Ούτε από τους γεροντοτέρους
+του χωριού ημπορούσε να μαρτυρήση κανείς. Όλοι θυμούνται και τον καφενέ
+και τους ενοικιαστάς ίδιους και απαράλλακτους. Το πρώτο με τοίχους
+γεμάτους αράχνες· με οροφή κατάμαυρη, το πάτωμα άπλητο κι αιωνίως
+βρεμμένο· τους καθρέφτες και τα κάδρα σκεπασμένα από μιγοκαθίσματα·
+τους πάγκους με ξεσχισμένους μουσαμάδες και τη τζαμαρία σκεπασμένη μ'
+ένα ξεβαμμένο μπουγασί. Τους καφετζήδες ούτε καθαρώτερους ούτε
+χαρωπότερους από τον καφενέ τους. Κοντοί και οι δυο, κακοτράχαλοι, με
+κεφάλια ωχρά και μακρουλά σαν πεπόνια, όταν δεν εκοιμώντο εις τις
+καθέκλες τους εβημάτιζαν σαν υπνωτισμένοι. Όταν τους έβλεπες με το
+δίσκο ή με τον ναργιλέ να πηγαίνουν εις τους πελάτες, ενόμιζες ότι τα
+πράγματα που κρατούσαν έσυραν αυτούς παρά εκείνοι τα πράγματα
+
+Αλλά σπάνιον ήτο να υπηρετούν και οι δυο ταυτοχρόνως. Πάντα ο ένας θα
+έπαιζε χαρτιά αν δεν έπαιζαν και οι δύο. Και αν τότε παρουσιάζετο
+πελάτης και ζητούσε καφέ ή λουκούμι, ένας από τους δυο ενώ εχτυπούσε
+δυνατά τον φάντε εις το τραπέζι του έλεγε:
+
+ — Έμπα φτιάστον μια στιγμή! δε θα κουρασθής.
+
+Και τούτο αν ετύχαινε ξένος. Γιατί οι τακτικοί πελάτες, άμα τους
+έβλεπαν καθισμένους εις το παιγνίδι, επήγαιναν ίσα στον πάγκον, έκαναν
+μόνοι τους τον καφέ και εσερβίριζαν μονάχοι τους.
+
+*
+
+Αυτά για τους δύο πρώτους. Ο τρίτος ο Γαρίπης είχε διαδεχθη τον πατέρα
+του στο μπακάλικο. Αντί όμως να αυξήση την πελατεία του και να πλουτήση
+τα είδη της μπακαλικής, έδειξε όλη του την δραστηριότητα εις το να το
+καλλωπίση μόνον. Όποιος το έβλεπε το έπερνε για κουρείο, όχι μπακάλικο.
+Πρώτη και κυριώτερη φροντίδα του έβαλε πώς να κρύψη από τα μάτια των
+θεατών κάθε πρόστιχο εμπόρευμα.
+
+Δεν περιορίστηκε μόνον να τυλίξη και τα σαρδελοβάρελα με χρωματιστά
+χαρτιά, αλλά αφού έβαψε τα ράφια με χτυπητά χρώματα, αφού έστρωσε τους
+τοίχους με χρυσόχαρτα και άπλωσε χάρτινες χρωματιστές καδένας απ' άκρη
+σ' άκρη χιαστί στο ταβάνι, άπλωσε εις τους τοίχους αρχαία ρητά: Μηδέν
+άγαν. Είς οιωνός άριστος. Αμυνεσθε περί Πάτρις. Χρόνου Φείδου.
+
+Εκτός δύο η τριών που ημπορούσαν να τα διαβάσουν και να τα εννοήσουν,
+οι περισσότεροι τα έπαιρναν και αυτά για κεντήματα. Όλα όμως αυτά δεν
+ετραβούσαν πελατείαν. Μόνον κατά το κοντόβραδο όταν εσκόλαζαν οι
+εργάτες, είχε κάποιο νταραβέρι χάρις εις την συνήθειαν που και αυτήν
+εκληρονόμησε από τον πατέρα του. Εσυνήθιζε δηλαδή να ρίχνη ένα τενεκέ
+νερό στο πηγάδι και οι εργάτες ήσαν βέβαιοι ότι μαζί με το ρακί θα
+πιουν και ένα ποτήρι δροσερό νερό. Αλλά τόσο του έφτανε.
+
+Όσο για τον Άου και αυτός είχε κληρονομήσει ένα σπίτι με μεγάλη περιοχή
+για να κάθεται και λίγα στρέμματα σταφίδα. Το σπίτι είχε μεγάλον κήπον
+και ημπορούσε με λίγα ημεροδούλια να έχη της χρονιάς του τα λαχανικά
+και τα οπωρικά· αλλά τον άφηνε ακαλλιέργητον. Την σταφίδα την
+εκαλλιεργούσε με ξένους εργάτες. Και βέβαια η σταφίδα δεν κατόρθωνε να
+καλύπτη τα έξοδα της χρονιάς του· αλλά δεν εφρόντιζε να κάμη και τίποτε
+άλλο. Επίστευε πως δεν ήτο καμωμένος για δουλειά.
+
+Ωστόσο μεταξύ τους οι τέσσερες φίλοι εζούσαν ζωή χαρισάμενη. Το
+κυριώτερο μέρος που τους απασχολούσε στη ζωή ήταν η κουβεντούλα και το
+φαγοπότι. Και εις αυτό είχαν ομολογήση αμοιβαία κοινοκτημοσύνη. Άμα
+επλησίαζε η ώρα του κολατσιού, του φαγητού ή του δείπνου πήγαινε ένας
+εις τον άλλον και ρωτούσε:
+
+- Έχεις τίποτα για μάσημα;
+
+- Κάτι θα βρεθή . . .
+
+Και το κάτι φανερονότανε σε λιγάκι είτε ως τζουβέκι, είτε ως τσιπούρα
+Μεσολογγίτικη φτιασμένη με το κρεμμυδάκι, είτε γαρδούμες που
+κολυμπούσαν στη σάλτσα, είτε κυνήγι κατά την εποχή.
+
+Άλλη φορά χωρίς προσυνενόηση στην ώρα του φαγητού, έφτανε στον καφενέ
+καμία πιατέλα έτοιμη από το σπίτι ή νταβάς από το φούρνο και εκαλείτο η
+συντροφιά να τον παστρέψη. Τότε εις το σπίτι εστέλλοντο μερικές δεκάρες
+για να αντικαταστήσουν το φαγητό με ψωμοτύρι. Ετύχαινε όμως κάποτε ένας
+από τη συντροφιά να προσκληθή σε δείπνο έξω της παρέας. Η συντροφιά
+ειδοποιείτο καταλλήλως την ώρα και το μέρος που θα εγίνετο η
+συγκέντρωσις. Τότε ένας με τον άλλον, δήθεν τυχαίως περνούσαν από κει
+και
+
+ — Μπα! εδώ είσαι κι εγώ σε γύρευα κατακαπινού!
+
+ — Με ήθελες τίποτα;
+
+ — Κάτι σ' ήθελα...
+
+ — Με φώναξε αποδώ ο τάδε να φάμε. Κάτσε να πάρης μεζέ.
+
+ — Δεν ψώνισα τίποτα για το σπίτι. Ας είνε...
+
+Τον παίρνω ένα μεζέ στο πόδι...
+
+Και ενώ έλεγε στο πόδι έπαιρνε κάθισμα και κάθιζε στο τραπέζι. Ο
+νοικοκύρης δεν έλεγε τίποτα. Μάλιστα προσπαθούσε να περιποιηθη τον
+απρόσκλητο. Με ένα παραπάνω το φαγί δε θα λείψη. Των ενιά νομάτων το
+φαί δικάει και τους δέκα. Πριν όμως προφτάσει να αποτελειώση το λαϊκό
+συλλογισμό του, ακουόταν από το δρόμο άλλη φωνή.
+
+ — Ρε Μπαλαρή! τι θες εδώ μέσα;
+
+ — Να, έχει μεζέ ο τάδε και με φώναξε να του κάμω συντροφιά.
+
+ — Ώστε δεν ετοίμασες τίποτα για σήμερα;
+
+ — Και μ' άφησε η πρέφα! Από την αυγή τόρα δα τελειώσαμε. Κάτσε να
+πάρης μεζέ.
+
+ — Τι μεζέ που δε σε βλέπω από την πείνα;
+
+Ο νοικοκύρης ξεροκαταπίνει αλλά προσθέτει και κείνος.
+
+ — Κάτσε αδερφέ Γιώργη. Είνε αρκετό φαγί.
+
+ — Τι αρκετό; είσαστε τόσοι νομάτοι! Α! μωρέ Μπαλαρή· θα μου το
+πληρώσης!
+
+Και θυμωμένος τάχα κάνει να έβγη από το μαγαζί. Ο Μπαλαρής γελά· ο
+νοικοκύρης το παίρνει στο φιλότιμο. Πηδάει απάνω, τρέχει στην πόρτα.
+
+Δε σ' αφήνω να περάσης· λέει γελαστά στον Ίκκινη. Κάτσε να φάμε τόρα.
+
+ — Άσε με.
+
+ — Δε σ' αφήνω, θα κάτσης.
+
+ — Όχι. θα πάω να πάρω ψωμοτύρι να φάω!
+
+ — Το τρως κι εδώ το ψωμοτύρι...
+
+Τέλος πείθεται ο Ίκκινης, γυρίζει και κάθεται στη συντροφιά, βρίζοντας
+τον Μπαλαρή. Δεν έχει βάλει τρίτη μπουκιά ο δόλιος νοικοκύρης και ορμά
+μέσα, αναψοκοκκινισμένος ο Άου.
+
+ — Μωρέ μπράβο σας! λέει. Καλά μου την καταφέρατε. Μωρέ Μπαλαρή δε
+συμφωνήσαμε από χτες να βάλης σήμερα ντζουβεκάδα: Που είνε τη;
+
+ — Να τη!
+
+ — Εδώ την είχατε κι εγώ περίμενα στον καφενέ! Γυρεύω τον ένα, λείπει
+γυρεύω τον άλλον, πουθενά. Κι ο καφενές γεμάτος από ευέλπιδες. Άλλοι
+φτιάνουν καφέδες, άλλοι σουμάδες και νοικοκύρης πουθενά.
+
+ — Ωρέ μας αφήνεις με τον καφενέ σου! λέει τάχα θυμωμένος ο Ίκκινης.
+Πεινάς; κάτσε φάε.
+
+ — Τι να φάω μωρέ! Τι να φάω! φωνάζει αγαναχτισμένος ο Άου, δείχνοντας
+τον νταβά αδειανόν σχεδόν. Κόκκαλα θα φάω; Εγώ άφησα μία συναγρίδα στο
+σπίτι που ήταν σαν παιδί. Την άφησα για τη συντροφιά.
+
+ — Προφτάνεις και τόρα...
+
+ — Τόρα! ούτε τα σπάραχνά της δε βρίσκω τόρα. Στο σπίτι τρώνε από τις
+ένδεκα.
+
+ — Ε, μην κάνεις έτσι ετόλμησε να ειπή ο νοικοκύρης. Κάτσε κι ό τι
+βρεθή.
+
+ — Τι να κάτσω; δε βλέπω τίποτα.
+
+ — Κάτσε θα πάρουμε και τυρί.
+
+Και χωρίς να περιμένη απάντησι δίνει το κάθισμά του στον Άου, παίρνει
+λεπτά και βγαίνει να αγοράση τυρί. Πίσω του όλοι και οι τέσσερες με ένα
+σύνθημα φουσκώνουν τα μάγουλά τους και ξεραίνονται στα γέλοια.
+
+*
+
+Τα γεύματα αυτά η συντροφιά τα έλεγε της προσκολλήσεως. Έτρωγε συχνά
+εις βάρος άλλων συχνότερα όμως έτρωγαν άλλοι εις βάρος δικό της. Και
+επειδή τα γεύματά της τα έκανε πάντα μέσα εις τον καφενέ, αδύνατον κάθε
+φορά να μην τύχουν και άλλοι να τους ειπούν — Κοπιάστε! Και το έκαναν
+πάντα με ευχαρίστησί τους. Ήσαν καλοφαγάδες αλλ' όχι και λαίμαργοι·
+κρασοπατέρες αλλ' όχι μπεκρήδες· γλεντζέδες αλλ' όχι θορυβοποιοί.
+
+Το νόστιμο είνε που μοναχός του καθένας έκανε την εντύπωσι κακούργου.
+Αμίλητος, αγέλαστος, σκυθρωπός, μισάνθρωπος. Αν τον συναντούσες μπροστά
+σου θ' απόφευγες να του ειπής: καλημέρα. Όταν όμως έσμιγαν μεταξύ τους
+άλλαζαν αμέσως γίνονταν παιδιά. Δεν ήθελαν τίποτ' άλλο παρά γύρω σ' ένα
+νταβά, με το ρουμπίνι στο ποτηράκι να κουτσοπίνουν και να φλυαρούν για
+όλα τα πράγματα της κοινωνίας, για όλα τα ανδρόγυνα, για όλα τα
+νιτερέσια. Και το έκαναν ελαφρά, χαρωπά, λεπτά, τσουχτερά, γελαστά,
+άκακα. Ώρες έτσι επερνούσαν. Και όταν ετελείωναν με τους άλλους άρχιζαν
+και μεταξύ τους. Η μύτη του ενός, το χτένισμα του άλλου, το φόρεμα του
+τρίτου, το περπάτημα του τέταρτου ήσαν τόσες αφορμές για γέλοια, για
+παρανόματα, για πειράγματα αφάνταστα. Και στο φαγί τους ακόμη
+επροσπαθούσαν ο ένας να πειράξη τον άλλον. Έτρωγαν πολλές φορές
+βιαστικά για να μείνη στον άλλον λιγώτερο ή επροκαλούσαν του ενός μια
+διήγησι και ενώ εκείνος έλεγε, αυτοί επροσπαθούσαν να σαρώσουν το φαγί.
+Ή τον έκαναν να κοιτάζη αλλού και του άρπαζαν το φαγί από το πιάτο. Ή
+τον εκούρδιζαν να θυμώση και να σηκωθή από το τραπέζι για να του
+κλέψουν τους καλήτερους μεζέδες. Συνέβη μάλιστα κάποτε και το εξής. Ο
+Γαρίπης εψόνισε για την παρέα χαμοκελάδες, τα μικρά εκείνα πουλάκια του
+Σαραντάημερου, που έρχονται εις τον Κάμπο και τα μαζεύουν κοπάδια το
+βράδυ με το πυροφάνι. Πήρε δυο δωδεκάδες και τις έδωκε του Μπαλαρή να
+τις βάλη στο φούρνο. Πριν όμως εδιάλεξε τις πιο παχιές, και τις
+σημάδεψε με μια κλωστή. Ο Μπαλαρής δεν έφερε αντίρρησι· τις ετοίμασε
+και τις έδωκε στο φούρνο. Ειδοποίησε όμως τους άλλους για την πονηρία
+του Γαρίπη. Πάνε εκείνοι στο φούρνο, λύνουν την κλωστή από τις παχιές
+και τη δένουν σε άλλες ισάριθμες, αλλά τις πιο αδύνατες. Το βράδυ στο
+τραπέζι ο Γαρίπης εκοίταζε το νταβά και απορούσε: «Αι μεν χείρες χείρες
+Ισαάκ η δε φωνή φωνή Ιακώβ » σκεφτότανε. Έπαιρνε τα σημαδεμένα πουλιά,
+αλλ' ούτε η γεύσις ούτε τα μάτια του τον έπειθαν πως ήταν και τα
+καλήτερα. Την άλλη όμως ημέρα και όλη την εβδομάδα και μήνα ακόμη και
+μπορεί ως τα σήμερα να διηγείται το πάθημα του Γαρίπη και να γελάει όλο
+το χωριό.
+
+*
+
+Έξαφνα όμως ένα σύγνεφο παρουσιάστηκε εις τον γελαστόν ορίζοντα της
+συντροφιάς. Ο Μπάρμπα Λινάρδος. Ήταν και αυτός της αγοράς, μαγαζάτορας
+με υπόληψι. Αλλά πασίγνωστος για την τσιγκουνιά και την λιχουδιά του.
+Ποτέ δεν καθότανε σε καφενείο ή σε κρασοπουλειό, παρά όταν επλήρωνε
+άλλος. Τον πρωινό και τον μισημεριάτικο καφέ του, τον έπινε στο σπίτι
+γιατί εδικαιολογείτο — εσυχαινότανε να πίνη από τα χέρια του Μπαλαρή.
+Ούτε σε κουρείο επάτησε ποτέ. Δυο φορές τον χρόνο έκοβε τα μαλλιά του
+και τότε κατέφευγε εις την προβατοψαλλίδα του φίλου του Μπακαφούκα, που
+είχε μάθη την τέχνη επάνω εις την ράχη των προβάτων του.
+
+Ο Λινάρδος είχε γυναίκα και μονάκρυβο παιδί. Για να τους γλυτώση από
+την ζέστη και τους πυρετούς του κάμπου, τους έστειλε να περάσουν το
+καλοκαίρι στο βουνό κ' εκείνος άρχισε τη ζωή του εργένη. Έτσι μια ημέρα
+παρουσιάσθηκε εις τον καφενέ την ώρα που αρχίζη το μάσημα της
+συντροφιάς. Κατά την συνήθειά τους τον εκάλεσαν να πάρη μεζέ. Εδέχθη
+πρόθυμα. Την άλλη μέρα το ίδιο. Επίσης και την άλλη. Ο Λινάρδος εις την
+ωρισμένη ώρα επερνούσε τυχαίως απόξω και άρχιζε ο διάλογος:
+
+ — Καλώς τα χαίρεστε.
+
+ — Ευχαριστούμε ... ορίστε.
+
+ — Χαιρόστε. Τόρα απόφαγα κ' εγώ.
+
+ — Δεν πειράζει. Ένα μεζέ.
+
+ — Δεν πάει κάτου ..
+
+ — Θα πάη.
+
+Και αληθινά επήγαινε και παραπήγαινε. Οι μπούκες κατέβαιναν η μια πίσω
+από την άλλη σαν οι χάντρες του κομπολογιού. Η συντροφιά στην αρχή
+διασκέδαζε με την αχορταγιά του. Κατάπινε τα κομάτια, κατασύντριβε τα
+κόκκαλα, εξέσχιζε τους τένοντας, ερρουφούσε το μεδούλι και κατέβαζε τα
+ποτηράκια απανωτά, σαν να ενήστευε βδομάδες. Η συντροφιά έκοβε το
+μάσημα, εδηγούντο ανέκδοτα, κοροϊδεύονταν, γελούσαν, επειράζοντο.
+Εκείνος εμάσα κι' έπινε αμίλητος.
+
+ — Μπα τον κόρακα! εψιθύριζε μέσ' από τα δόντια του ο Μπαλαρής.
+
+ — Μωρέ θα μας φάη κι εμάς!... έλεγε ο Γαρίπης.
+
+Έπειτ' από λίγες ημέρες η συντροφιά άρχισε ν' ανησυχή. Ένας με τον
+άλλον του έρριχναν πόντους να του δείξουν τα καθήκοντά του.
+
+ — Αύριο τι θα φτιάσουμε, παιδιά;
+
+ — Είνε η σειρά του Λινάρδου αύριο. Ας φτιάση ό τι θέλει.
+
+ — Δεν μπορεί ο Λινάρδος. Πού να κάτση να κάνη τέτοια πράματα!
+
+ — Άμα ειπεί του Νικολού του Τσάντα το ετοιμάζει στη στιγμή.
+
+ — Τι του Τσάντα; έλεγε ο Μπαλαρής. Ας πη ο Λινάρδος κι εγώ το ετοιμάζω
+στο φτερό. Πότε θέλτε; θέλεις αύριο; Και κοίταξε το γέρο στα μάτια
+ερωτηματικά.
+
+ — Ωραίο ψητό! κουρκουφίγγι!.. έλεγε εκείνος σφογγίζοντας με το μαντήλι
+τα μουστάκια του.
+
+ — Εγώ το ετοίμασα. Να σου φτιάσω εγώ τζουβέκι που να γλείφης και τα
+δάχτυλά σου. Πότε το θες; εξαναρώτησε ο Μπαλαρής.
+
+ — Αφήτε να χωνέψουμε τούτο. Από τόρα θα σκεφτούμε γι' αύριο. Ας
+ζήσουμε ως αύριο.
+
+Η συντροφιά έσκαε στα γέλοια με τον τρόπο που γλυστρούσε ο Λινάρδος.
+Και οι μέρες επερνούσαν έτσι ευχάριστες, αμέριμνες, με γέλοια και με
+χάχανα.
+
+Αλλά έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Απόγεμα Σαββάτου και το Σταυροπάζαρο
+μοιάζει με μεγάλο αρχοντικό που περιμένει γιορτή. Τα παιδιά των
+μαγαζιών είνε όλα σε κίνηση. Τα περισσότερα με τα ψηλά σαρώματα στα
+χέρια, σαρώνουν όχι μόνον το πεζοδρόμι αλλά και το δρόμο ολόκληρο. Άλλα
+ξύνουν τους πάγκους με μαχαιράκια· άλλα γιαλίζουν τις ζυγαριές και τα
+ζύγια· άλλα πλένουν τα ρακοπότηρα, άλλα καταβρέχουν. Ολούθε κίνησις και
+θόρυβος. Οι εργάτες γυρίζουν από τις εργασίες συντροφιές — συντροφιές
+και σκορπίζουν εδώ κ' εκεί.
+
+Ο Γαρίπης εκάθητο απόξω από το μαγαζί του μαζί με τον Λινάρδο και
+κοίταζαν την κίνησι της αγοράς, περιμένοντες μοιρολατρικώς τους
+πελάτες. Ό τι στείλει ο Θεός!
+
+Έξαφνα ακούστηκε από το μέρος του Στρεμενού φωνή τραγουδιστή και
+δυνατή:
+
+ — Κύριοι πολίτες!...
+
+ Στου Δημητράκη την ταβέρνα,
+ βάλανε καλό κρασί!...
+ Οχτώ λεφτά το κατοστάρι,
+ δεκαπέντε η μισή!
+ Αν ρωτάς για την ακέρια
+ τρέχα στα παλιά δεφτέρια!...
+
+Και πριν να σβύση το τραγούδι εφάνη ν' αναβαίνη καταμεσίς του δρόμου ο
+Κόλιας, ο τελάλης με τη μεγάλη κορμοστασιά του, με την Αληπασάδικη
+γενειάδα του, τυλιγμένος στα ράκη του μεγαλοπρεπής, αυστηρός,
+επιβλητικός. Στο δεξί χέρι κρατούσε επιδεικτικά ένα μεγάλο κομμάτι
+ρουμπίνι, μια φιάλη με κρασί και στο άλλο ποτήρι αδειανό. Επλησίαζε τις
+διάφορες συντροφιές, έχυνε από λίγο κρασί στο ποτήρι και το έδινε να
+δοκιμάσουν. Σύγκαιρα αντί να δώση απάντησι εις το ρώτημά τους,
+ετραγουδούσε δυνατά και ρυθμικά:
+
+ Στον Δημητράκη την ταβέρνα,
+ βάλανε καλό κρασί!
+ Οχτώ λεφτά το κατοστάρι,
+ δεκαπέντε η μισή!
+ Αν ρωτάς για την ακέρια
+ τρέχα στα παλιά δεφτέρια!...
+
+ — Αρχίζει το γλέντι· είπε με παιδική χαρά ο Γαρίπης.
+
+Και πραγματικώς ακούσθηκε αμέσως η πρώτη βόμβα — Βζιτ!... Ο Κόλιας
+ετινάχτηκε σαν το άλογο που το τσιμπά αλογόμυγα και κοίταξε γύρω του.
+Αλλά την ίδια στιγμή ένα σου!... συγκρατητό εβγήκε, άγνωστο από πού και
+το βζιτ! δεν ξανακούστηκε. Ο Κόλιας επειράχτηκε περισσότερο. Σύγουρα
+υπήρχε συνενόησις. Ταραγμένος έφτασε κοντά εις τους δύο φίλους και με
+χέρια τρεμουλιαστά τους κέρασε το τελευταίο κρασί.
+
+ — Βλέπω έχουμε ησυχία σήμερα, Διονύση· του είπε ο Γαρίπης.
+
+ — Ναι· διαβολική ησυχία! εφώναξε δυνατά ο Κόλιας.
+
+Κι ενώ είχε τελειώση τη δουλειά του και ημπορούσε να φύγη, άρχισε πάλι
+να κατεβαίνη το Σταυροπάζαρο και να φωνάζη νευρικά:
+
+ — Μαρούλια! μαρούλια! Αγκουράκια, κολοκυθάκια, ραπανάκια! χλωρά
+κουκιά! Μπάμνιες, ντομάτες, μελιτζάνες!.. που να σας πάρη ο διάβολος
+!...
+
+Τίποτε απ' αυτά δεν είχε στα χέρια του· δεν ήτο άλλως τε της εποχής.
+Ήθελε όμως να κάνη να τον προσέξουν στην αγορά, να τον πειράξουν όπως
+άλλοτε, να θυμώση, να βρύση, να γίνη ντόρος γύρω του. Αλλά τίποτα!
+Κανείς δεν τον επρόσεξε. Αυτό τον εσκύλιαζε περισσότερο· τα γένια του
+άρχισαν να τρέμουν και τα πόδια του να μην τον βαστάζουν γερά. Ωστόσο
+επέμενε να κοιτάζη προκλητικά, έσπρωξε δυο τρεις με τις πλάτες, τάχα
+κατά λάθος και τέλος εφώναξε μυστικά βζιτ! βζιτ! τάχα πως το φωνάζει
+άλλος. Και έτσι όμως η ίδια αδιαφορία. Εκείνοι που έσπρωχνε ή που
+πατούσε, πάγαιναν πάρα πέρα, εφυλάγοντο· μα ούτε λέξη του έλεγαν, ούτε
+γύριζαν να τον κοιτάξουν. Εφρένιασε ο άνθρωπος.
+
+Εστάθηκε άξαφνα, έβαλε τα χέρια στους γοφούς, γύρισε τα μάτια πέρα δώθε
+και άρχισε τις φωνές:
+
+ — Βζιτ! βζιτ!.. Μιλάτε ρε διαόλοι! Βαλθήκατε να με τρελλάνετε
+σήμερα!.. Φωνάχτε βρε Βελζεβούλιδες, Εωσφόροι, Οξαποδώ, κακούργοι!...
+Βζιτ! βζιτ! βζιτ! βζιτ!..
+
+*
+Ο Λινάρδος ωστόσο ακόμη έσκαε τη γλώσσα του από την ηδονή του κρασιού
+που δοκίμασε.
+
+ — Σ' άρεσε βλέπω· του είπε ο Γαρίπης.
+
+ — Μ' άρεσε λέει! Μ' άρεσε! Μα κρασί είνε τούτο ή Θεός!
+
+ — Πάμε να πιούμε από ένα;
+
+ — Πάμε θα κεράσω γω· είπε πρόθυμα ο Λινάρδος.
+
+Ο Γαρίπης παραξενεύτηκε· είπε πως δεν άκουσε καλά και ήθελε να
+βεβαιωθή.
+
+ — Όχι, δα· εγώ θα κεράσω.
+
+ — Δε γίνεται επέμενε ο Λινάρδος. Είπα θα κεράσω γω. Ξέρεις, εσένα δε
+σε λογαριάζω σαν τους άλλους. Σαν παραστρατισμένος μου φαίνεσαι μέσα σε
+κείνη την παρέα.
+
+Αληθινά ήτο παραστρατισμένος όχι μόνον στη συντροφιά αλλά και μέσα στο
+χωριό ο Γαρίπης. Λεπτός, αισθηματικός, επιφυλακτικός, έμοιαζε σαν να
+έπεσε από άλλη πιο πολιτισμένη κοινωνία εκεί. Επειδή όμως δεν ημπορούσε
+να κάμη αλλιώς επέμενε να συμμορφωθή με το περιβάλλον όπως ένας άλλος
+θα το έρριχνε στο κρασί, στα χαρτιά ή στο χαρτοπαίγνιο. Για τούτο και
+τόρα που του το θύμησε ο Λινάρδος εμελαγχόλησε.
+
+ — Άστα! είπε· τι κάθεσαι και ψιλοκοσκινίζεις. Και κοίταξε ερευνητικά
+γύρω του. Ο Λινάρδος υποψιάστηκε πως ήθελε να ειδοποιήση και τους
+άλλους.
+
+ — Ας τους! είπε· μην τους λες τίποτα. Πάμε μόνοι μας να το τραβήξουμε.
+
+Φυσικά ο Γαρίπης έκαμε το αντίθετο. Έκλεισε το μάτι του Μπαλαρή, ο
+Μπαλαρής του συντρόφου του, εκείνος του Άου και στη στιγμή η μισή αγορά
+ήξερε το μέγα γεγονός ότι ο Λινάρδος επήγαινε να κεράση το Γαρίπη.
+
+Δεν έφτασε ο τηλέγραφος των ματιών αλλά εμπήκε εις ενέργεια και το
+χέρι. Ο Γαρίπης πηγαίνοντας δίπλα στο Λινάρδο με τα χέρια πίσω, έγνεφε
+να τον ακολουθήσουν φίλοι και γνώριμοι. Και έγινε όπως ήθελε. Μόλις
+έφθασαν στο κρασοπουλειό και διέταξαν το κατοσταράκι σε δυο ποτήρια,
+εφάνηκαν, ένας πίσω από τον άλλον, από διάφορα μέρη της ταβέρνας οι
+φίλοι. Πρώτοι εφάνηκαν ο Άου με τον Μπαλαρή και ξαφνίστηκαν τάχα που
+τους είδαν.
+
+ — Μπα! έτσι, μοναχοί σας το πίνετε;
+
+Ο Λινάρδος για να φανή κουβαρντάς είπε αμέσως στον ταβερνιάρη.
+
+ — Μοίρασέ το στα τέσσερα!.. και αμέσως έρριξε μια δεκάρα στον πάγκο.
+
+Ο ταβερνιάρης επήρε άλλα δυο ποτήρια και άρχισε ψηλοκρεμαστά και αργά
+να μοιράζη το κατοσταράκι στα τέσσερα και να ψιθυρίζη τραγουδιστά.
+
+ — Το ρουμπί, το ρουμπί, το ρουμπίνι το κρασί. Την καρδού! την καρδού!
+την καρδούλα μου τη σει!.. Αμέσσσ!.. Μια δεκάρα στα όλα και δεκαπέντε
+ρέστα!..
+
+ — Εμείς μούλοι ήμαστε! Δεν μας γέννησε μάνα και μας! ακούσθηκε άξαφνα
+η φωνή του Ίκκινη μαζί με τον Παλιαδερφό. Ο Λινάρδος δυσαρεστήθηκε·
+αλλά δεν ηθέλησε να το δείξη. — Καλώς τους! είπε· ελάτε. Φέρε δυο
+ποτήρια ακόμη.
+
+Και ηθέλησε ν' αδειάση από το ποτήρι του.
+
+ — Τι; ένα κατοστάρι στα έξη! είπε ο Μπαλαρής.
+
+ — Για να μεταλάβωμε ήρθαμε: είπε ο Άου.
+
+ — Κάμε το μισή! διέταξε ο Ίκκινης.
+
+ — Να βάλω, ρώτησε ο ταβερνιάρης τον Λινάρδο πιάνοντας την οκά.
+
+ — Εγώ κατοστάρι πλήρωσα. Νά τη δεκάρα.
+
+ — Μα δε φτάνει ούτε το λαρύγγι μας να βρέξωμε!
+
+ — Φτάνει και παραφτάνει· δεν ήρθαμε να μεθύσουμε.
+
+ — Πιάσε μας μισή, βρε αδελφέ! επίμενε ο Ίκκινης.
+
+ — Δεν το λέει ο Λινάρδος. Ας το ειπή και πιάνω μια βαρέλα· είπε ο
+ταβερνιάρης.
+
+ — Δεν έχω άλλα λεφτά μαζί μου· είπε ο Λινάρδος.
+
+ — Δεν πειράζει· τα γράφω.
+
+ — Όχι· βερεσέδια δε θέλω.
+
+ — Πιάσε μας μισή και πληρώνω γω, αδερφέ! είπε τάχα θυμωμένος ο
+Γαρίπης.
+
+Ο Λινάρδος τον κοίταξε στα μάτια, εκατάλαβε το λάθος του, εξεροκατάπιε
+και τέλος βάζοντας όσην μπορούσε προσπάθεια είπε στον ταβερνιάρη:
+
+ — Ας είνε· Βάλε μας όλη τη δεκάρα.
+
+Όταν το βράδυ συνάχθηκε η συντροφιά ο Γαρίπης αγανακτισμένος είπε:
+
+ — Καταλαβαίνετε τι μας γίνεται, ρε παιδιά; Εμείς γελάμε με όλο το
+χωριό κι ο Λινάρδος γελάει μ' εμάς. Μας φουσκώνει τα μάγουλα για καλά.
+Δεν εννοώ άλλη φορά να πάρη από μας ούτε ένα ποτήρι νερό:
+
+ — Να μην πάρη δεν είνε τίποτα· είπε ο Ίκκινης. Το ζήτημα είνε πως να
+πληρώση εκείνα που έφαγε.
+
+ — Πού πιάνετε! Ξέρεις τι πονηρό ζουλάπι είνε! ο είπε ο Μπαλαρής.
+
+ — θα πιαστή! επέμεινε ο Γαρίπης. Με όλες τις πονηριές του, θα πιαστή.
+Σας το υπόσχομαι.
+
+ — Να ιδούμε.
+
+Και αληθινά δεν άργησαν πολύ να το ιδούν.
+
+Ο Νικολός ο Τσάντας ειδοποίησε τη συντροφιά ότι ο Λινάρδος εψόνησε
+αρνάκι του γάλακτος. Ο Γαρίπης έβαλε εις ενέργειαν το σχέδιο του. Επήγε
+ίσα στο Λινάρδο.
+
+ — Τι έχεις σήμερα;
+
+ — Τι να σου ειπώ αδερφέ, είπε εκείνος σηκώνοντας τους ώμους. Ήθελα να
+νηστέψω, γέρος άνθρωπος, μα δε βρίσκεις και τι να φας. Ούτε ξέρω τι να
+κάμω ...
+
+ — Εγώ έχω μια πείνα!...
+
+ — Πίννα;
+
+Ο Λινάρδος εκοίταξε τον φίλο του με απορίαν και ζήλια μαζί. Αμέσως
+έννοιωσε να του γαργαλίζη τη μύτη οσμή της θαλάσσης τόσο δυνατή που τον
+έκαμε να δακρύση· η γλώσσα του χωρίς να θέλη έσκασε απολαυστικά και
+βγήκε από τα χείλη του. Είδε εμπρός του τα μεγάλα όστρακα της πίννας
+μισοανοικτά να στάζουν άλμη και να υπόσχονται απολαύσεις, όπως τα
+βελουδένια κουτιά γαργαλίζουν τη γυναίκα. Και έπειτα πάλι είδε το κρέας
+της μέσα στο πιάτο καρυκευμένο με κρεμμυδάκια ψιλά — ψιλά με μαϊδανό να
+μοσχοβολά γαργαλιστικά με την σάλτσαν μελανήν.
+
+ — Έχεις πίννα, είπες; ξαναρώτησε.
+
+ — Πείνα που δε σε βλέπω.
+
+ — Πού την ηύρες; Δεν είδα τέτοιο πράμα στο παζάρι.
+
+ — Μου την έστειλαν απ' τη Γλαρέτζα. Ο Λευκαδίτης. Τούκανα κάποια
+δουλειά και για να μ' ευχαριστήση μου την έστειλε.
+
+ — Πότε;
+
+ — Σήμερα την αυγή.
+
+ — Την έφτιασες;
+
+ — Μου την έστειλε έτοιμη. Ξέρεις· θέλει τέχνη για να τη φκιάσης. Να
+βγάλης το κάρβουνο. Στη Γλαρέτζα είνε τεχνίτες.
+
+ — Θα την φάτε στον καφενέ!
+
+ — Μπα! τ' είνε ο κάβουρας τι είν' το ζουμί του; Αν την φανερώσω στην
+παρέα δε θα φτάση ούτε από μια πηρουνιά. Α! μονάχος μου θα την δουλέψω.
+Να καταλάβω φαγί.
+
+ — Έχεις δίκιο.
+
+ — Και να ιδής που δεν ξέρω πώς να τους ξεφύγω. Όπου και να πάω θα μ'
+εύρουν. Να κλειστώ στο μαγαζί θα σπάσουν την πόρτα. Να πάω σπίτι θα
+έρθουν απόκοντα.
+
+ — Αν θέλης κάνης όπως θα σου ειπώ. Ο Λινάρδος εκόμπιασε. — Έλα να φας
+στο μαγαζί· είπε με τρεμουλιαστή φωνή.
+
+Ο Γαρίπης χαμογέλασε πονηρά. Ο Λινάρδος πειράχτηκε.
+
+ — Όχι· έσπευσε να ειπή. Μη θαρρείς πως θέλω να φάω αμάκα. Έχω κι' εγώ
+το φαΐ μου. Για να φυλαχτής από τους άλλους στο λέω. θα κάτσουμε στο
+πίσω μέρος του μαγαζιού και θα βάλω το παιδί να φυλάει. Όποιος έρθει,
+τσ! δεν είναι μέσα!..
+
+ — Τι φαΐ έχεις εσύ; ρώτησε ο Γαρίπης με φανερή δυσπιστία.
+
+ — Χελομάνα από το Κοτίχι έσβυσε τη φωτιά από το πάχος. Μου την έφερε ο
+Κράγκαρης.
+
+ — Θαλασσινά και τα δυο, πάει πολύ! είπε ο Γαρίπης σουφρώνοντας τα
+χοντρόχειλά του με δυσαρέσκεια.
+
+ — Έχω και ψητό! επρόσθεσε βιαστικά ο Λινάρδος. Αρνάκι του γαλάτου.
+Στάσου να ιδής. Και γυρίζοντες προς τα μέσα του μαγαζιού εφώναξε.
+
+ — Σταύρο! Σταύρο!
+
+ — Αμέσως...! ακούστηκε ψηλοκρεμαστή φωνή. Και φάνηκε μπροστά του
+ξυπόλυτος, με αλατζένια ποδιά μακρύτερη από το ανάστημά του,
+ξεσκούφωτος υπηρετάκος.
+
+ — Τι εψώνισες σήμερα; ρώτησε ο Λινάρδος.
+
+ — Αρνάκι του γαλάτου... νεφραμιά.
+
+ — Και τι τόκαμες;
+
+ — Τόβαλα στο φούρνο· γκιουβέτσι.
+
+ — Ήταν παχύ;
+
+ — Κουρκουφίγγι!
+
+ — Καλά, ας είναι... Με κατάφερες· είπε ο Γαρίπης, χαριζόμενος δήθεν
+εις την επιμονή του Λινάρδου. Αλλά κοίταξε καλά. Μη μας πάρουν μυρουδιά
+οι άλλοι!
+
+ — Ένοια σου. Πήγαινε συ να φέρης την πίννα σου κι' εγώ ετοιμάζω. Από
+την πίσω πόρτα. Να ξέρης.
+
+ — Ετοίμασε κι έφτασα.
+
+Δεν πέρασε μισή ώρα και οι δύο φίλοι είχαν αρχίση το φαγί. Δύο
+σαπουνοκασέλες, ριγμένες τ' απίστομα και στρωμένες με καθαρό αλατζένιο
+τραπεζομάντιλο έκαναν το τραπέζι και δύο κάσες του πετρελαίου
+εχρησίμευαν για καθίσματα. Στη μέση ήταν τοποθετημένος ο χωμάτινος
+νταβάς με το ψητό, που αληθινά και νεκρό ανάσταινε. Δίπλα ένας
+μαστραπάς γεμάτος κρασί και ποτήρια. Επειδή δεν είχε παράθυρο άφησαν
+ανοιχτή την πόρτα για να μπαίνει λίγο φως· άλλως τε αποκεί ο δρόμος ήτο
+στενοσόκακο και δεν υπήρχε φόβος να τους ενοχλήση διαβάτης. Όταν τον
+είδε με αδειανά τα χέρια το Γαρίπη υποψιάστηκε ο Λινάρδος και τον
+ρώτησε ανήσυχα:
+
+ — Που είνε το φαγί;
+
+ — Τόρα θάρθη τον ησύχασε εκείνος. Μη ρωτάς εκινδύνεψα να τους ξεφύγω.
+Κάτι πήραν μυρουδιά και δε με άφηναν βήμα από κοντά τους. Φαντάσου!
+είπα πως πάω στην ανάγκη μου για να γλυτώσω· μα πού! Ο Μπαλαρής ακόμα
+στέκει και με περιμένει στην πόρτα. Εγώ πήδησα από την πίσω μάντρα και
+ξέφυγα, θαρρώ πως ξεσκίστηκα κι όλα. Επρόσθεσε κοιτάζοντας ανήσυχα το
+πανταλόνι του.
+
+ — Και η πίννα; ξαναρώτησε ο Λινάρδος.
+
+ — Θάρθη. Έστειλα το Λάμπρο τον Μποντέ να το πάρη από το σπίτι.
+
+ — Μην τον πιάσουνε στο δρόμο;
+
+ — Μπα. Του είπα να έρθη από τη Λάκκα.
+
+ — Και δε θα γνωρίσουν το τσουκάλι;
+
+ — Καλά! Έχουσι τον νουν οι φύλακες. Του είπα να βάλη το τσουκάλι μέσα
+στην καρδάρα και να το σκεπάση με το τυροπάνι. Όποιος τον ιδή, θα ειπή
+πως φέρνει γάλα να πουλήση.
+
+ — Ωραία! Μπράβο! Μα του είπες νάρθη από την πίσω πόρτα;
+
+ — Του είπα. Κάτσε τόρα και θα κρυώση το φαγί.
+
+ — Δε θα περιμένουμε;
+
+ — Τι να περιμένουμε; Το θαλασσινό βλέπεις τρώγεται και κρύο. Μα το
+τζουβέκι...
+
+ — Έχεις δίκιο...
+
+Εκάθισε· αλλ' ο Λινάρδος δεν έτρωγε με τόση προθυμία όπως ο σύντροφος
+του. Δεν ήθελε να χορτάση. Κρέας θα εύρισκε και αύριο· ήθελε ν'
+απολαύση το θαλασσινό.
+
+ — Εβίβα! εχαιρέτισε με το ποτήρι στο χέρι ο Γαρίπης.
+
+ — Εβίβα· πάντα με το καλό· ευχήθηκε ο Λινάρδος.
+
+ — Πάντα τέτοια.
+
+ — Αμήν, Παναγία μου!
+
+Έξαφνα ακούστηκαν πατήματα εις τον δρόμον.
+
+ — Κάποιος έρχεται· είπε με συγκίνηση ο Λινάρδος.
+
+ — Ο Μποντές θα είνε. Την φέρνει...
+
+Αλλ' αντί να φανή ο Μποντές με την πίννα εφάνη ένας εύελπις, ένα παιδί
+με το καμουτσί στο χέρι, με την τρίτσα ανάρριχτα στο κεφάλι,
+καταϊδρωμένο.
+
+ — Μπάρμπα Λινάρδο είπε λαχανιάζοντας· τρέχα στο σπίτι· σε θέλ' η κυρά.
+—
+
+ — Ποια κυρά, μωρέ;
+
+ — Η γυναίκα σου. Τόρα τους έφερα με το κάρρο. Να τρέξης, λέει, στο
+σπίτι. Να πας και το γιατρό.
+
+ — Το γιατρό; η γυναίκα μου;
+
+ — Ναι· αρρώστησε το παιδί. Προφτάνεις — δεν προφτάνεις.
+
+ — Συφορά μου!
+
+ — Δεν θα είνε τίποτα... Μην κάνης έτσι· είπε ο Γαρίπης.
+
+Αλλά ο Λινάρδος είχε τιναχθή ορθός και όπως ήταν ξεσκούφωτος και
+ακατάστατος πετάχτηκε από την πόρτα, ρίχνοντας μόνον δυο λόγια στο
+σύντροφό του.
+
+ — Έχε ένοια το μαγαζί...
+
+*
+
+Ενώ από τη μια πόρτα έβγαινε ο Λινάρδος στην άλλη εφάνηκαν γελαστές οι
+μορφές των τριών φίλων.
+
+ — Του την κατάφερες μια χαρά! είπε ο Άου στο Γαρίπη.
+
+ — Νέφτη τούβαλες! πρόσθεσε ο Ίκκινης.
+
+ — Ας λείπουν τα σχόλια· είπε ο Μπαλαρής παίρνοντας τη θέση του στο
+τραπέζι, θα κρυώση το γκιουβέτσι.
+
+ — Και θα πλακώση ο Λινάρδος.
+
+ — Δεν είνε φόβος· είπε ο Γαρίπης· το σπίτι του είνε μακρυά. Ώστε να
+πάη και νάρθη τελειώνουμε.
+
+ — Ο εύελπης τα κατάφερε καλά;
+
+ — Περίφημα!
+
+Εκάθισαν και άρχισαν με τη συνηθισμένη τους όρεξη το φαγί. Ό τι έλειπε
+από το τραπέζι, έστελναν το παιδί του μαγαζιού να παίρνη λεφτά από τον
+μπεζαχτά και να ψωνίζη ψωμί, τυρί, φρούτα· να γεμίζη και την κανάτα
+κρασί. Η διαφορά από άλλοτε ήταν ότι όλα τα έκαναν βιαστικά, Όταν
+ετελείωσαν, έστειλαν τον υπηρετάκο κάπου για δουλειά, έκλεισαν την πίσω
+πόρτα του μαγαζιού, έκλεισαν και την μπροστινή και εύθυμοι σαν παιδιά
+του σχολείου επήγαν στον καφενέ για τον καφέ τους. Πριν όμως ο Γαρίπης
+έγραψε με κιμωλία στην πόρτα:
+
+&Κλειστόν ένεκα πένθους.&
+
+
+
+Π Ο Λ Ι Ο Ρ Κ Ι Α Τ Η Σ Τ Ρ Ι Π Ο Λ Ι Τ Σ Α Σ
+1821
+
+
+
+Κολοκοτρώνης και Νταγρές
+στον πόλεμο κάνουν χαρές
+όλη 'μέρα πολεμάνε
+και το βράδυ τραγουδάνε.
+Τους Τούρκους βάνουνε μπροστά.
+τους βάζουν σαν τα πρόβατα,
+άλλους κόβουν κι' άλλους σφάζουν,
+στην Τριπολιτσά τους μπάζουν.
+ — Τούρκοι για δόστε τ' άρματα,
+για να γλυτώστε τα παιδιά.
+ — Τούρκοι για παραδοθήτε
+γιατί όλοι θα χαθήτε.
+ — Τ' άρματα δεν τα δίνουμε,
+το αίμα μας το χύνουμε.
+ — Θαν τα δόστε θαν τα δόστε
+και ζωή δε θα γλυτώστε!
+
+
+
+Π Α Σ Χ Α Σ Τ Α Π Ε Λ Α Γ Α
+
+
+
+Το πλοίο ολοσκότεινο έσχιζε τα νερά ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του.
+Δεν είχε άλλο φως παρά τα δυο χρωματιστά φανάρια της γέφυρας ζερβόδεξα·
+ένα άλλο φανάρι άσπρο ακτινοβόλο ψηλά εις το πλωριό κατάρτι και άλλο
+ένα μικρό πίσω εις την πρύμη του. Τίποτε άλλο. Οι επιβάτες ήσαν όλοι
+ξαπλωμένοι στις κοκκέτες τους, άλλοι παραδομένοι στον ύπνο και άλλοι
+στους συλλογισμούς. Οι ναύτες και θερμαστές, όσοι δεν είχαν υπηρεσία
+ερροχάλιζαν εις τα γιατάκια τους. Ο καπετάνιος με τον τιμονιέρη ορθοί
+στη γέφυρα, μαύροι ίσκιοι, σχεδόν εναέριοι, έλεγες πως ήσαν πνεύματα
+καλόγνωμα, που εκυβερνούσαν στο χάος την τύχη του τυφλού σκάφους και
+των κοιμωμένων ανθρώπων.
+
+Έξαφνα η καμπάνα της γέφυρας εσήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα εσήμανε και η
+καμπάνα της πλώρης. Το καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, επίμενε να
+ρίχνη τόνους μεταλλικούς περίγυρα, κάτω στη σκοτεινή θάλασσα και ψηλά
+στον αστροφώτιστο ουρανό και να κράζη όλους εις το κατάστρωμα. Και με
+μιας το σκοτεινό πλοίο επλημμύρισεν από φως, από θόρυβο, από ζωή. Άφησε
+το πλήρωμα τα γιατάκια του και οι επιβάτες τις κοκκέτες τους.
+
+Εμπρός εις την πλώρη και εις την πρύμη πίσω ανυπόμονες έφευγαν από τα
+χέρια του ναύκληρου οι σαΐτες, έφθαναν λες τ' αστέρια κι έπειτα έσβυναν
+στην άβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα.
+
+Τα ξάρτια, τα σχοινιά, οι κουπαστές έλαμπαν σαν επιτάφιοι από τα κεριά.
+Και δεν ήταν εκείνη τη στιγμή το καράβι παρά ένα μεγάλο πολυκάντηλο,
+που έφευγε απάνω στα νερά σαν πυροτέχνημα.
+
+Η γέφυρα στρωμένη με μια μεγάλη σημαία έμοιαζε αγιατράπεζα. Ένα
+κανίστρι με κόκκινα αβγά και άλλο με λαμπροκούλουρα ήταν απάνω. Ο
+πλοίαρχος σοβαρός με ένα κερί αναμμένο στο χέρι άρχισε να ψέλνη το
+Χριστός Ανέστη. Το πλήρωμα κ' οι επιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι και με
+τα κεριά στα χέρια, ξανάλεγαν το τροπάρι ρυθμικά και με κατάνυξη.
+
+ — Χρόνια πολλά, — κύριοι!... Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. ευχήθηκε άμα
+ετέλειωσε τον ψαλμό, γυρίζοντας πρώτα στους επιβάτες κι έπειτα στο
+πλήρωμα ο πλοίαρχος.
+
+ — Χρόνια πολλά καπετάνιε! χρόνια πολλά!... απάντησαν εκείνοι ομόφωνοι.
+
+ — Και του χρόνου στα σπίτια σας, κύριοι! Και του χρόνου στα σπίτια μας
+παιδιά! εξαναείπε ο πλοίαρχος, ενώ ένα μαργαριτάρι εφάνη στην άκρη των
+ματιών του.
+
+ — Και του χρόνου στα σπίτια μας, καπετάνιε!
+
+Έπειτα επέρασε ένας — ένας, πρώτα οι επιβάτες έπειτα το πλήρωμα, επήραν
+από το χέρι του το κόκκινο αυγό και το λαμπροκούλουρο και άρχισαν πάλι
+οι ευχές και τα φιλήματα:
+
+ — Χριστός Ανέστη.
+
+ — Αληθινός ο Κύριος.
+
+ — Και του χρόνου σπίτια μας...
+
+Οι επιβάτες ετράβηξαν στας θέσεις τους να φάνε τη μαγερίτσα. Οι ναύτες
+ζευγαρωτά στους διαδρόμους, εφίριραν τ' αυγά τους, εγελούσαν,
+εσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, έτρωγαν λαίμαργα, εκαλοχρονίζοντο σοβαρά
+και κοροϊδευτικά.
+
+Έπαψε το καμπανοχτύπημα· ένα ένα έσβυσαν τα κεριά. Το καράβι εβυθίστηκε
+πάλι στην ησυχία του. Ο καπετάνιος και ο τιμονιέρης καταμόναχοι επάνω
+στη γέφυρα, πνεύματα θαρρείς εναέρια, εξακολουθούσαν τη δουλειά τους
+σιωπηλοί και άγρυπνοι:
+
+ — Ένα κάρτο μαΐστρο!
+
+ — Μαΐστρο!
+
+ — Γραμμή!
+
+ — Γραμμή!
+
+Και το πλοίο ολοσκότεινο πάλι εξακολούθησε να σχίζη τα νερά, ζητώντας
+ανυπόμονα το λιμάνι του.
+
+
+
+1 8 2 2
+
+
+
+Τριάντα Νοεμβρίου
+Ανδρέα του Αγίου
+Στάικος με τα παληκάρια
+πήδησαν σαν τα λιοντάρια
+Πήρανε το Παλαμήδι
+κι είν' στους Έλληνας παιγνίδι.
+
+
+
+Ο Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Σ
+
+
+
+Εβγήκ' ο Νάνος στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια
+Και παληκάρια μάζωνε όλο λεβεντοπαίδια.
+Τα μάζωξε, τα σύναξε τα έκαμε χιλιάδες
+Κι ολημερίς τους έλεγε κάθεται κι ορμηνεύει:
+ — Δε θέλω κλέφτες για τραγιά και κλέφτες για κριάρια
+Μόν' θέλω άντρες για σπαθί, άντρες για το ντουφέκι
+Εννιά μερών περπατησιά να πάρουμε μια νύχτα
+Να πάμε να πατήσουμε της Πόλης τα Μπουγάζια.
+Ν' ανοίξουμε τις εκκλησιές, να σηκωθούνε τ' Άγια
+Ν' ανοίξη κ' η Άγια Σοφιά το μέγα μοναστήρι
+Εκεί να κοινωνίσουμε και να λειτουργηθούμε.
+Χριστός ανέστη! βρε παιδιά. . .
+ — η Ελλάδα μας ανέστη!..
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Haversack Stories, by Andreas Karkavitsas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK HAVERSACK STORIES ***
+
+***** This file should be named 31445-0.txt or 31445-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/1/4/4/31445/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/31445-0.zip b/31445-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..ce7f45f
--- /dev/null
+++ b/31445-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..7e6ff7d
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31445 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31445)