diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31445-0.txt | 4730 | ||||
| -rw-r--r-- | 31445-0.zip | bin | 0 -> 101815 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 4746 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31445-0.txt b/31445-0.txt new file mode 100644 index 0000000..a69fb37 --- /dev/null +++ b/31445-0.txt @@ -0,0 +1,4730 @@ +The Project Gutenberg EBook of Haversack Stories, by Andreas Karkavitsas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Haversack Stories + +Author: Andreas Karkavitsas + +Release Date: February 28, 2010 [EBook #31445] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK HAVERSACK STORIES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +·Note: Bold words have been included in &&. The tonic system has been +changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not +been changed otherwise. + +Σημείωση: Έντονοι χαρακτήρες περικλείονται σε &&. Το τονικό σύστημα +έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί +η ορθογραφία του βιβλίου. + + + +Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ + + + +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ +ΤΟΥ +ΓΥΛIΟΥ + + + Μαζί κι εγώ στους κόπους σου + μαζί και στη χαρά σου + Και στο καλό το γύρισμα + λεβέντη μου κοντά σου. + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕIΟΝ "ΕΣΤΙΑ,, +1922 + + + +Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ Η Σ Π Ο Λ Η Σ +29 ΜΑΪΟΥ 1453 + +Σύρτε χαμπέρια στη Φραγγιά, στη Μοσκοβιά μαντάτα +Πήραν την Πόλη πήραν την οπ' ήταν ξακουσμένη! +Πήρανε και το Γαλατά, πήραν και το Φανάρι +Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι +Με τετρακόσια σήμαντρα μ' εξηνταδυό καμπάνες, +Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος +Με πεντακόσες καλογριές και χίλιους καλογέρους. +Τούρκοι χιλιάδες μπήκανε στου Ρωμανού την Πόρτα +Κι ο Κωνσταντίνο — Δράγασης με το σπαθί στο χέρι +Τρέχει χτυπάει την Τουρκιά που μετρημούς δεν έχει. +Κλάψτε αδέρφια Χριστιανοί και μαύρα να ντυθήτε! +Το βασιλιά μας σκότωσαν αυτόν τον Παλαιολόγο! +Που είχε καρδιά του λιονταριού και δύναμη του δράκου +Τρέξετ' αδέρφια Χριστιανοί στον Άγιον Πατριάρχη +Ναρθή με τ' άγια θυμιατά να κάμωμε το ξώδι. +Γιρούσι έκαμ' η Τουρκιά κι' αυτοί οι Γιανιτσάροι +Κι ο Αμηράς επρόσταξε να κόψουν τους Ρωμαίους +Τρεις μέρες μας εκόβανε και άλλες τόσες νύχτες. +Εκόψαν και το Νοταρά μ' όλη τη φαμελιά του. +Έπεσ' η Πόλη στη σκλαβιά στ' Αγαρηνού τα χέρια +Βόηθα Χριστέ και Παναγιά τη Χριστιανωσύνη!... + + + + +Τ Ζ Α Κ + + + + — Ωχ, κακό που μας ηύρε! κακό που μας ηύρε! ... + + — Μπα που να πάη και να μην έρθη! + + — Να είχε καή η ώρα που τον έβγαλε! + + — Να πνιγόταν το βαπόρι που τον έφερνε. + +Πλατύς κύκλος από γυναίκες της γειτονιάς είχε σχηματισθή εμπρός εις την +αυλόπορτα της κυρά — Γερασιμίνας. Η δεσποινίς Κατερινιώ η δασκάλα του +Βατραχονησιού· η Χρίστενα η παχουλή και δροσερή γυναίκα του μανάβη· η +Μαρή του φούρναρη και άλλες που αντιπροσώπευαν όλας τας ηλικίας και +όλους τους χαρακτήρας του γυναικείου φύλου, ήσαν μαζεμένες εκεί και +συνομίλουν θορυβωδώς και πολυτρόπως. Και δεν είνε βέβαια σπάνιαι αι +συναθροίσεις και αι θορυβώδεις συνομιλίαι των γυναικών κατά τα μέρη +εκείνα. Αλλά τόρα είχαν γίνη πολύ συχνώτεραι. Γιατί θέμα της ομιλίας +των ήτο ο Τζακ, ο φοβερός του Λονδίνου αντεροβγάλτης. + +Από μηνός αι εφημερίδες έγραφαν ότι ούτος είχε βαρεθή τας μεγαλοπόλεις +της Ευρώπης και κατέβη εις Αθήνας διά να συνεχίση τα φοβερά κατορθώματά +του. Από εφημερίδα εις εφημερίδα και από στόμα εις στόμα, από τον +γραμματισμένον εις τον αγράμματον διεδόθη σε λιγάκι εις όλας τας τάξεις +της κοινωνίας. Εφοβήθηκαν πολύ οι άνδρες, ετρόμαξαν τα παιδιά αλλά προ +παντός έπαθαν πανικόν αι γυναίκες. Και με το δίκιο τους. Όλες αι +διαδόσεις έλεγαν ότι αυτάς και μόνον καταδιώκει ο κακούργος. Μόλις ιδεί +γυναίκα, σαν να τον πιάνη το δαιμόνιο τραβά το μαχαίρι του και την +ξεκοιλιάζει άψε — σβήσε. Και μήπως τον γνωρίζει κανείς να προφυλαχθή. +Λέγουν πως είνε νέος, μόλις είκοσι τριών χρονών, με μαύρα μάτια και +μαύρο μουστάκι. Τουλάχιστον έτσι τον παρέστησε το τελευταίον θύμα του +πριν ξεψυχήση. Αλλά μήπως ένας και δυο είνε οι νέοι με τα μαύρα μάτια +και το μαύρο μουστάκι! + +Αι γυναίκες τόρα ανατρίχιαζαν εις το όνομά του αλλά και δεν έπαυαν να +ζητούν την αιτίαν που τον ηνάγκασε να κυνηγά τόσον άγρια το φύλον των. + + — Εγώ βάζω το κεφάλι μου πώς κάποια του έκαψε την καρδιά!... είπε με +ακλόνητη πεποίθησι η κυρά Γερασιμίνα. + + — Έρωτας είνε στη μέση! . . . έρωτας χωρίς άλλο! επρόσθεσε η κυρά +Φρόσω, καλοθρεμμένη χήρα, με μαύρα ρούχα ξεβαμμένα από την πολυκαιρία +και κόκκινα μάγουλα ζωηρά από το φκιασίδι. + + — Δεν τον αφίνεις τον κακούργο! εφώναξεν η δασκάλα με αποστροφήν. +Αιμοβόρος άνθρωπος!... Αποφόλιον τέρας!. . . + + — Αχ! και να τον έπιαναν! Πώς θάτρεχα να τον ιδώ — είπε ανυπόμονη η +Μαρή. + + — Ποιος να τον πιάση, καλέ! Δεν τον πιάσανε άλλες κι' άλλες αστυνομίες +και θα τον πιάση η δική μας, η φαγοκοιμίστρα! επρόσθεσε με αγανάκτησιν +η Φρόσω. Δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη της μπουγάδας μου και θα +πιάσουν τον Τζακ. + + — Τι άγριο όνομα! Τζακ! Λες και σου δίνει τη μαχαιριά. + + — Θεός φυλάξει, παιδί μου! είπε η Γερασιμίνα ανατριχιάζουσα σύγκορμη. + + — Και δεν ακούς καλότυχη πώς τις ξεκοιλιάζει· επρόσθεσεν η κυρά +Θοδωριά καταζαρωμένη εξηντάρα, κάμνουσα διαφόρους μορφασμούς. + +Και εξήγησε με λεπτομέρειαν τον τρόπον με τον οποίον ο φοβερός +κακούργος δολοφονεί τα θύματά του. Τα μόνα του όπλα, ακούς, είνε ένας +πλατής δίκοπος λάζος κι ένα μπουκαλάκι με υπνωτικό. Εκεί που πηγαίνει +στο δρόμο της το κορίτσι — η Ελένη σου να πούμε, μακρυά από λόγου της, +κυρά Γερασιμίνα μου — πλησιάζει με τέχνη ο Τζακ της ακουμπά στη μύτη το +μπουκαλάκι, εκείνη εν τω άμα — ακούς! — εν τω άμα υπνωτίζεται και +εκείνος με το λάζο του της ανοίγει την κοιλιά σαν πετάλι. + + — Μήσθητί μου, Κύριε! Ο άδης τον έβγαλε!... εψιθύρισε σταυροκοπούμενη +η Γερασιμίνα. + +Και αι άλλαι γυναίκες εφρικίων από κεφαλής μέχρι ποδών, και +συνεταράσσοντο κατάχλωμοι, με τα μάτια ολάνοικτα ως να έβλεπαν εμπρός +των τον φοβερόν κακούργον. + + — Και κυνηγάει όλο τις χήρες... + + — Τις ανύπαντρες! + +Βέβαια η Μαρή το είπε για να φοβήση την κυρά Φρόσω. Αλλά εκείνη το +ανταπέδωκε αμέσως. Γιατί ναι μεν ήταν χήρα η Φρόσω, αλλά προ πολλού +είχε αγαπητικό έναν πλούσιο φοιτητή από την Σύρα, ο οποίος άμα έδιδε +εξετάσεις θα την έπαιρνε. Επίστευε λοιπόν ότι από καιρού δεν +ελογαριάζετο πια με τις χήρες και δεν είχε να φοβηθή τίποτα από τον +Τζακ. + + — Τι τις χήρες; όλο τα κοριτσάκια τ' ανύπαντρα κυνηγάει· εφώναξε η +Θοδωριά. Όποια έχει ανύπαντρα ας βρη γαμπρούς! + +Και εκοίταξε κατάματα την Γερασιμίνα σαν να τις έλεγε: Για σε τα λέω +και άκου τα. + +Η Γερασιμίνα ήτο σαραντάρα και πλέον, ξερακιανή, με άσπρα μαλλιά εις το +κεφάλι και μέτρια καμπούρα εις την ράχη. Ήτο δεκαπέντε χρόνια χήρα και +δεν είχε από τον άντρα της παρά ένα σπιτάκι σε κεντρικό μέρος της +συνοικίας και μια κόρη την Ελένη. Από το νοίκι του απάνω πατώματος είχε +εισόδημα τριανταπέντε δραχμές και από την Ελένη πολλές σκοτούρες. + +Ότι όμως υπέφερε τόσα χρόνια όλα τα ελησμόνει όταν έβλεπε την κόρη της. +Τόρα εδούλευαν και οι δύο. Η Γερασιμίνα έπλυνε τα ασπρόρουχα· η Ελένη +ειργάζετο εις μοδιστράδικο με μεροκάματο μιας δραχμής. Είνε αλήθεια +μικρά και τιποτένια η πληρωμή, αλλά τι να γίνη; Με αυτήν και τις +οικονομίες της θα κατόρθωνε σιγά — σιγά να κάμη την προίκα της και να +αποκατασταθή. Και εις αυτόν τον συλλογισμόν, κύμα θερμόν ευφροσύνης +έτρεχεν εις όλην την ύπαρξιν της Γερασιμίνας και μισογελούσαν τα χείλη +ενώ εκοκκίνιζαν τα μαραμένα μάγουλα. + +Αλλά τόρα εις τους λόγους της γειτόνισας ότι ο Τζακ μαχαιρώνει κατά +προτίμησιν τα κορίτσια τα ετοιμόγαμα, ετινάχθη από την πέτραν όπου +εκάθητο ορθία και την εκοίταξε ερωτηματικά. + + — Ποιος σου το είπε; + + — Τι ποιος μου το είπε; Δε ρωτάς οποίον θέλεις .... Δε ρωτάς το Γιάννη +μου.... + +Αλλά τι ανάγκη να ερωτήση τον Γιάννη η Γερασιμίνα; Ενθυμείτο τόρα ότι +το είχε ακούσει και από άλλους πριν. Και ο μπακάλης της το είπε και ο +παπάς της ενωρίας και ο μανάβης χθες ακόμη, όταν επήγε ν' αγοράση +λάχανα, την εκοίταξε κατάματα και της είπε σοβαρά: + + — Τήραξε γρήγορα να παντρέψης την Ελένη. + +Τόρα η πτωχή μητέρα έτρεμεν από φόβον. + +Εσκέφθη ότι η κόρη της δεν είχεν έλθει ακόμη από την μοδίστρα και +άρχισε να βάνη με τον νουν της χίλια κακά. Από την ανυπομονησίαν της +άφησε την συντροφιάν και αργά βαδίζουσα έφθασε εις την γέφυραν του +Ιλισσού και εκοίταξε με περιέργειαν γύρω. + + — Μα πώς δε φαίνεται ακόμη! εψιθύρισε με αδημονίαν. + +Και κάτι της έσφιγγε τον λαιμόν. Η καρδιά της εβροντοκτύπα από +προσδοκίαν, ενώ δύο δάκρυα ανέβαιναν από τα γεροντικά μάτια της έτοιμα +να κυλισθούν κατά γης. + +Ο ήλιος είχε δύσει από αρκετής ώρας, και μόλις αι ανταύγειαί του +διετηρούντο ακόμη επάνω εις τα ξανθά μάρμαρα της Ακροπόλεως. Τα άστρα +είχαν αναφανή ένα με το άλλο εις τον γαλανόν ουρανόν· οι φανοί του +φωταερίου ανάψανε εις την πλατείαν του Ζαππείου· ένα προς ένα +εφωτίζοντο ως λαμπρά σκαλοπάτια τα σπίτια που εσκάλωναν εις τους γύρω +λόφους, οι περιπατηταί έγιναν αραιοί και μόνον οι φωνές μιας συντροφιάς +παιδιών ηκούοντο συγχεόμεναι με τον αδιάκοπον και βαθύν θόρυβον της +πόλεως. Και όσον επροχωρούσε η νύχτα τόσον περισσότερον ανησυχούσεν η +Γερασιμίνα. Είνε αλήθεια ότι και άλλοτε αργούσε η Ελένη, όταν είχαν +βιαστική δουλειά εις το κατάστημα και ηναγκάζετο να πηγαίνη η ιδία προς +αναζήτησίν της. Αλλά τόρα, έπειτα από τόσες διαδόσεις θα ήτο δυνατόν να +εβράδυνε χωρίς κακό το κορίτσι της; + + — Μπα! Δεν είνε για καλό! εψιθύρισε σταυροκοπουμένη. + +Και σχεδόν μισοκλαίουσα απεφάσισε να πάη έως το κατάστημα να +πληροφορηθή. Μόλις όμως έκαμε ολίγα βήματα από την γέφυραν και διέκρινε +μακράν από το καμαρωτόν περπάτημά της. την κόρην σπεύδουσαν με το δέμα +εις την μασχάλην. Πλησίον της όμως είδε να βαδίζη και άλλην σκιάν +ανδρικήν αυτήν, και ελαχτάρισε φαντασθείσα ευθύς τον Αντεροβγάλτην. + + — Έλα κορίτσι μου, τόρα! εφώναξε δυνατά. + + — Εδώ είσαι, καλέ! απάντησε η κόρη. + +Αλλ' ούτε η ταραγμένη φωνή της, ούτε η κίνησις του συντρόφου της, που +εστάθη παράμερα διέφυγε την γριάν. Το εναντίον μάλιστα. Η Γερασιμίνα +εγνώρισεν ότι ήτο ο Γιάννης, ο γιος της γειτόνισσας, τον οποίον της +εσύσταιναν να ερωτήση διά τον Τζακ. Και έτσι όμως δεν ησύχασε, αλλά +περισσότερον δυσαρεστήθη. + + — Μπα! συντροφιά μούρχεσαι! είπε με θυμόν εις την θυγατέρα της. + +Και όλον τον δρόμον ως που έφθασαν εις το σπίτι, δεν έπαυσε να ψιθυρίζη +βρισές εναντίον του συντρόφου της Ελένης. Διότι η Γερασιμίνα εγνώριζε +από καιρόν ότι η κόρη της ησθάνετο την καρδιά της κλίνουσαν προς τον +Γιάννη. + +Και δεν ηπατάτο καθόλου η Γερασιμίνα. Ο Γιάννης ήτο κοντόχοντρος νέος, +είκοσι χρονών, τσαγκάρης το επάγγελμα και κούτσαβος κατά συνήθειαν. +Μυτερά παπούτσια, πλατύ πανταλόνι, κόκκινο ζωνάρι και ρεπούμπλικα κάτω +της οποίας προς το μέτωπον, επρόβαλαν λαδωμένες αφέλειες. Τις +καθημερινές εδούλευε μεροκάματο, και τις γιορτές εχόρευε με την λατέρνα +εις την πλατείαν της συνοικίας. Η Θοδωριά η μάννα του τον εκαμάρωνε +περισσότερο για τον χορόν του παρά για την δουλειά του. Ώρες καθόταν +και τον κοίταζε να γυρίζη σαν σβούρα στις μύτες των παπουτσιών του, +όταν εχόρευε το χασάπικο και συχνά έλεγε με περηφάνεια εις τις άλλες +γυναίκες. + + — Τι ελεύθερος, καλέ γειτόνισές μου! τι ελεύθερος! Δε χορεύει· πετάει +σα γεράκι. + +Όμως από αυτά κι αυτά η Γερασιμίνα καθόταν στα κάρβουνα. Δεν το ήθελε +το γεράκι κοντά εις την περιστέρα της. Ο Γιάννης, εκτός που ήταν +καυγατζής και σκορποχέρης, είχε μητέρα να θρέψη και μιαν αδελφή να +υπαντρέψη. Και δεν είχε τίποτα άλλο από τα δυο του χέρια. Εις το σπίτι +εκάθοντο με νοίκι. Όταν την αυγήν ο Γιάννης επήγαινε εις την πόλιν να +πιάση δουλειά, με το τσιγάρο εις το στόμα και τα χέρια εις τις τσέπες +του πανταλονιού, ετύχαινε πολλές φορές και η Ελένη να πηγαίνη με το +δεματάκι της εις την μασχάλην. Και όταν το βράδυ εγύριζεν ο ίδιος εις +το σπίτι, νωθρά σύρων τα παπούτσια του εις τον δρόμον και συρίζων +τραγουδάκια του παλκοσένικου, ετύχαινε να γυρίζη και εκείνη με το +υπόπτερον βάδισμα της, ωσάν βιαζομένη να φθάση εις την μητέρα της. Τότε +εις τα συναπαντήματα εκείνα εγνωρίσθηκαν αμοιβαίως. Και επειδή η νεότης +έχει πάντα την καρδιά εις το χέρι και πρόθυμα ανταποδίδει την φιλίαν, +οι δύο νέοι γρήγορα εφιλιώθησαν τόσον, ώστε δεν άργησε ο ένας να +ομολογήση εις τον άλλον, τον πόθον που είχαν και οι δύο, να πηγαίνουν +μαζί εις την εργασίαν και μαζί να γυρίζουν το βράδυ εις το σπίτι τους. +Επειδή δε πρώτη ομολογία του έρωτος είνε η προσπάθεια που καταβάλει +καθένας για να κρύψη από τον άλλον τα αισθήματά του, οι δύο νέοι +εγνωρίσθησαν περισσότερον όταν εσυμφώνησαν να φυλάσσωνται από τους +γονείς των. + +Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και η αγάπη τους έγινε περισσότερη. +Μέχρις ου ο Γιάννης το είπεν εις την μάνα του και εκείνη έπειτα από +μερικούς δισταγμούς απεφάσισε να το προτείνη εις την κυρά Γερασιμίνα. +Αλλά η γριά αμέσως έδειξεν ότι ούτε ν' ακούση ήθελε τέτοιο γάμο. Την +κόρη της αυτή δεν την είχε για τον Γιάννη· ας το βγάλη από τον νουν +του! . . . Και σήμερα τα ίδια εξηκολούθει να καλαναρχά εις την θυγατέρα +της, θυμωμένη που την είδε πάλιν με τον νέον υποδηματοποιόν. + + — Συντροφιές ε! Δεν μπορείς, βλέπεις, νάρθης μοναχή σου! — έλεγε και +ξανάλεγε η γριά. + + — Μοναχή μου, βέβαια! είπε μιξοκλαίουσα η Ελένη. Δεν ακούς τι γίνεται +με τον αντεροβγάλτη. + +Εις το όνομα του κακούργου η Γερασιμίνα έπαυσεν αμέσως τις φωνές της. Ο +θυμός της κατέπεσε διά μιας όπως μετά ψυχρολουσίαν και το ρίγος επέρασε +πάλιν όλον της το σώμα. + + — Τι άκουσες νυφούλα μου; ερώτησε σιγά την θυγατέρα της. Αλήθεια πως +κυνηγάει τα κορίτσια;... + + — τα ετοιμόγαμα· εσυμπλήρωσεν αμέσως η κόρη. Βέβαια. Δεν άκουσες που +ξεκοίλιασε ένα στη Βάθεια. + + — Πότε; + + — Ψες — όχι, σήμερα το μεσημέρι. + + — Τι λες; + + — Εκείνο που λέω. Και ήταν αρραβωνιασμένο. Την Κυριακή θα γινόταν ο +γάμος της. + + — Ωχ αλοίμονό μου της άμοιρης! . . . εφώναξεν η γριά κοιτάζουσα +φοβισμένη την θυγατέρα της. + + — Αμ βέβαια! εψιθύρισεν η κόρη δειλά. Ο ένας δεν της αρέση, ο άλλος +της βρωμάει. Να μη μας χαιρετίση κανείς! να μη μας συντροφέψη κανένας! + +Η νύχτα είχε προχωρήσει αλλά ο ύπνος δεν εκάθιζε εις τα βλέφαρα της +κυρά Γερασιμίνας. Τα λόγια της μάνας του Γιάννη, η συμβουλή του μανάβη, +τα λόγια του παπά που έφτυσε τρις και έκαμε τον σταυρό του εις το όνομα +του κακούργου ως να επρόκειτο περί του Οξαποδώ, εγύριζαν κι +εξαναγύριζαν εις το κεφάλι της γριάς διασταυρούμενα μεταξύ των ως +αστραπαί εις νεφελώδη ουρανόν. Αλλά προ πάντων η Γερασιμίνα εσκέπτετο +τα λόγια που της είπε η θυγατέρα της απόψε. Η μητρική της στοργή +εύρισκε μέσα εις αυτά κάποιαν διαμαρτυρίαν, κάποιο παράπονο της +δροσεράς νεότητος και της ζωής εν γένει, που εκινδύνευε. Και εύρισκεν +ότι εκινδύνευεν όχι διά τίποτ' άλλο αλλά διά την μωράν επιμονήν της, να +μη δεχθή ως γαμπρόν της τον Γιάννη, το παιδί της Θοδωριάς. + +Αλλά μήπως και αυτή το έκαμε για κακό! εσυλλογίζετο τόρα η Γερασιμίνα, +θέλουσα να δικαιολογηθή εις τον εαυτόν της. Κάθε γονιός για το καλό του +παιδιού του φροντίζει. Ήθελε να πανδρέψη την κόρη της· αλλά ήθελε να +της δώση άνδρα, από τον οποίον να μη στερηθή τουλάχιστον το ψωμάκι. +Αλήθεια ο Γιάννης ήτο καλός· ψυχή μάλαμα· αλλά τι να τον κάμης που ήτο +πτωχός· είχε και συνάλλαγμα να εξοφλήση — την αδελφή του. Ενώ ο +διπλανός μπακάλης, που είχε παραμεστωμένον από εμπορεύματα το μαγαζί +του, εφαίνετο πολύ προτιμώτερος. Ήτο βέβαια ηλικιωμένος, είχε περάσει +τα πενήντα αλλά είχε γεμάτο το πουγγί. Ότι είχε και αυτός την ιδέα του +για την Ελένην, δεν υπήρχεν αμφιβολία. Όταν η Γερασιμίνα επήγαινε εις +το μαγαζί του της έκανε τόσες περιποιήσεις και την ερωτούσε συχνά πυκνά +για την κόρη της. Όταν λοιπόν μια μάνα έχει τόσες καλές ελπίδες για την +τύχην της κόρης της, βέβαια δεν μπορεί να βιασθή να την δώση σε +χειρότερα. + + — Μπόραγα να κάμω αλλιώς; ερωτούσε μονάχη της. + +Αλλά τόρα παρεδέχετο και αυτή ότι έπρεπε να βιασθή. Ο μπακάλης δεν +έλεγε ούτε ναι ούτε όχι. Και όμως η Ελένη της είχεν ανάγκην από +προστασίαν, ισχυράν προστασίαν. Άσε που μπορεί να κλείση έξαφνα και +εκείνη τα μάτια της και να την αφήση εις τους πέντε δρόμους! Και τόσο +ζωντανή εφάνη εις την φαντασίαν της η ερημιά της κόρης της ώστε άρχισε +σιγά σιγά να αλλάζη την ιδέα που είχε πριν διά τον Γιάννη. Καλό παιδί +και αυτός! γερός, δουλευτής. Πώς είνε μαχαιροβγάλτης; Αλλά τάχα και +αυτό δε χρειάζεται εις τους καιρούς που ζούμε; Ας πάρη τα μούτρα του ο +κύριος Τζακ να φανή μπροστά του. Έπειτα την αγαπάει την Ελένη. + + — Δος μου την Ελένη κι ας είνε με το πουκάμισο! της είχε ειπή κάποτε +για να δείξη πως εκείνη αγαπά και όχι την προίκα της. + +Ε! Αφού αγαπιώνται ας ζήσουν τα παιδιά της· κατέληξεν η γριά. Και άμα +μέσα εις τις σκέψεις της αυτές ετύχαινε να καταβάλλεται η γεροντική της +κράσις και να βυθίζεται εις νάρκην, ο Αντεροβγάλτης πελώριος με μακρυά +μαύρα μουστάκια και γενειάδα δασείαν, με δυο μάτια φλογερά και μεγάλα +ως άστρα, εφαίνετο έξαφνα να μπαίνη από τις χαραμάδες της πόρτας, με +γιγάντια μάχαιρα εις το ένα χέρι και παμμεγίστη μποτίλια εις το άλλο. +Και τίποτε δεν εζήτει εκεί ο κακός άνθρωπος παρά να ξεκοιλιάση την +θυγατέρα της. Τότε η γριά ετινάζετο εις το στρώμα έξαλλος και άπλωνε τα +χέρια προς τ' αριστερά όπου εκοιμάτο η Ελένη και για πολλήν ώραν +εκοίταζε το πρόσωπόν της, θέλουσα εις το αμυδρόν φως που έχυνε επάνω +της η κανδύλα του εικονίσματος να καμαρώση τα χαρακτηριστικά της. Και +έξαφνα τα μητρικά της αισθήματα εκυρίευσαν τόσον την καρδιάν της, ώστε +έσφιξε την κόρην εις τους κόλπους της σπασμωδικώς χύνουσα άφθονα +δάκρυα. + + — Τι έχεις μαμάς ερώτησε η κόρη εξυπνώσα κατατρομαγμένη. + + — Τίποτα κόρη μου! τίποτα νυφούλα μου . . . είπε η γριά τρυφερά. Ναι +αύριο θα σε δώσω του Γιάννη . . . τ' απεφάσισα. + +Μόλις εξημέρωσεν η κυρά Γερασιμίνα ήτο στο πόδι. Περισσότερον +ανυπομονούσε τόρα αυτή παρά η Ελένη. Την εύρισκε μάλιστα τόσον φυσικήν +την απόφασίν της που δεν ημπορούσε να εξηγήση πώς εμπόδισε τόσον καιρόν +αυτόν τον γάμον, αφού επρόκειτο να ευτυχήσουν όχι μόνον οι δύο νέοι, +αλλά και αυτή η ιδία. Και η ανυπομονησία της έγινε μεγαλύτερη όταν +ανοίξασα την πόρτα της είδε της γειτόνισσας κλειστήν ακόμη. Γούστο είνε +να έφυγαν πρωί πρωί και να περιμένη ως το βράδυ. Και αν δεν έρθουν το +βράδυ κι αν δεν έρθουν ούτε αύριο; Και πού να πήγαν: Μην επήγαν στον +Περαία; Μην άλλαξαν κατοικία; Μην τον πάντρεψε σώγαμπρο πουθενά τον +Γιάννη η κυρά Θοδωριά; Όλα γίνονται. Ο διάβολος άμα θέλει να χαλάση μια +δουλειά όλα τα καταφέρνη... Η Γερασιμίνα έπινε τον καφέ της, +εσυλλογίζετο και όσο που δεν έκλαιε. + +Τέλος άνοιξε η απέναντι πόρτα και η Θοδωριά εχαιρέτισε πρώτη. Η +Γερασιμίνα ήθελε να πετάξη μια στιγμή, να κάμη την πρότασί της και να +τελειώσουν μια ώρα αρχήτερα. Αλλά πράγμα παράδοξον — κάτι της έσφιξε +την καρδιά και εδίστασε. Η ιδέα της παλαιάς της διαγωγής, ο πρόστυχος +τρόπος με τον οποίον άλλοτε απέρριψε αυτή τας προτάσεις των, ήλθε τόρα +και την εκάρφωσε εις το κατώφλι της. Δεν ήτο τάχα δίκαιο να της φερθούν +έτσι κι εκείνοι τόρα; + + — Καλημέρα, θειά Γερασιμίνα; + +Ο Γιάννης επέρασε κοντά και την εχαιρέτισε με πολύν σεβασμόν. Και η +μητέρα του που ήρχετο από πίσω με την στάμνα, την εχαιρέτισε και εκείνη +με μαλακό και γλυκό χαμόγελο. + + — Καλημέρα κι από κοντά, γειτόνισσα. Πώς πέρασες απόψε; + +Η Γερασιμίνα εμαγεύθη από την καλοσύνη και των δύο. Καρδιές μια φορά! +Ρουμπίνια να βάλης δε ζυγιάζονται. Επήρε τέλος θάρρος, έσφιξε τον εαυτό +της και τους έκραξε με τόνομα. + + — Γιάννη! κυρά Θοδωριά!... κοπιάστε μέσα μια στιγμή! + + — Ελυπήθηκ' η καρδιά σου επί τέλους! εφώναξε με χαρά η Θοδωριά. + +Η Γερασιμίνα έκαμε πως δεν άκουσε. Εμπήκε πρώτη εις το σπίτι, άναψε το +καμινέτο, έβαλε νερό εις το μπρίκι και το ετοποθέτησε απάνω. Έπειτα +εσυμπλήρωσε την πρόσκλησί της: + + — να πάρτε έναν καφέ ... + +Μάνα και γιός εκοιτάχθηκαν με απορία. Γι' αυτό τους κάλεσε! να πάρουν +έναν καφέ; Τάχα δεν έχουν καφέ στο σπίτι τους; Η Θοδωριά ετοιμάζετο να +ζήτηση εξηγήσεις, αλλά εμπήκεν η Ελένη δροσερή και χαρούμενη και άρχισε +να φιλή την γειτόνισσά της σαν να είχε να την ιδή χρόνους. Σύγκαιρα τα +μάτια της λαμπερά και γελαστά έπαιζαν του νέου, δίνοντας του υπόσχεση +πως όλα ετελείωσαν πια. + +Εκείνη την στιγμή ακούστηκε έξω δυνατή φωνή: + + — Εφημερίδες! και η σύλληψη του Άντεροβγάλτη! . . + + — Τι, τι, τι; έκαμε η Γερασιμίνα. + + — Α! το τέρας!... εφώναξε η Ελένη + + — Τον έπιασαν τέλος πάντων! είπε με ανακούφισιν η Θοδωριά. + +Ο Γιάννης εβγήκεν εις την πόρτα, αγόρασε την εφημερίδα και αφού +εκοίταξε εδώ κι εκεί, άρχισε να διαβάζη δυνατά: + + — Τέλος απηλλάγη η πόλις μας — τι λέγομεν η πόλις μας, ο κόσμος όλος +και ιδία ο γυναικείος — απηλλάγη ενός εφιάλτου. Ο Τζακ, ο φοβερός Τζακ +ο αντεροβγάλτης δεν θα διαπράξη πλέον τα στυγερά αυτού κακουργήματα. Ο +πέλεκυς της Δικαιοσύνης τάχιστα θα επιπέση βαρύς επί του τραχήλου +του... + + — Δόξα σοι ο Θεός!... εστέναξε η Γερασιμίνα. + + — Γειτόνισσα, πάει ο καφές!... εφώναξε βιαστικά η Θοδωριά. + +Αληθινά η γριά τόσον είχεν αφαιρεθή από τα νέα της εφημερίδας, ώστε δεν +επρόσεχε καθόλου εις το μπρίκι. Ο καφές εφούσκωσε, εχύθη και έσβυσε το +καμινέτο. + + — Ω! έκαμεν η γριά με θλίψιν. Να βάλω άλλον. + + — Όχι, δεν είνε ανάγκη, θειά Γερασιμίνα· είπε ο Γιάννης. Ώρα να +πηγαίνω. + + — Να μην πάρτε έναν καφέ!... Δε γίνεται! επέμενε η γριά. + + — Δεν είνε καιρός, μητέρα· είπε στενοχωρημένη και η Ελένη. Πες ότι +έχεις να ειπής και να πηγαίνη. + + — Άργησα μάλιστα και θα φάω πρόστιμο· είπε ο Γιάννης, παίζοντας +νευρικά τη ρεμπούπλικα στο χέρι του. + + — Βγάλε τον πια το λόγο σου και δε θα σε κρεμάσουν! ... είπε με γέλοιο +και αγανάκτηση μαζί η Θοδωριά. + +Η κυρά Γερασιμίνα βρέθηκε στενοχωρημένη. Αλήθεια τι είχε να τους ειπή; +Ο αντεροβγάλτης επιάστηκε· δεν τον εφοβόταν πια. Ο μπακάλης ήταν εκεί +με το εμπορικό του τίγκα. Γιατί να βιαστή; Απόφευγε όσο ημπορούσε τα +μάτια της κόρης της. Γύρισε σαν να ζητούσε κάτι και τέλος έσκυψε, +έβγαλε από το πόδι της μια μισολυωμένη παντόφλα και την παρουσίασε στο +Γιάννη. + + — Είπα γιε μ' κάνε μου τη χάρη να την μπαλώσης. Το βράδυ που θα +γυρίσης μου τη φέρνεις. Δεν έχω άλλη και θα βάλω τα καλά μου σήμερα όλη +μέρα. Κι ότι κάνει θα σε πληρώσω... + +Ο νέος άπλωσε μηχανικά επήρε την παντόφλα και εστάθη ακίνητος εκεί, +κατάχλωμος, με τα χείλη τρέμοντα, τα μαλλιά σηκωμένα. Η Ελένη εκοίταζε +πότε αυτόν πότε τη μάνα της και πότε τη Θοδωριά κατάπληκτη κι εκείνη +και όλο εψιθύριζε σαν αποβλακωμένη. + + — Τι λέει! τι λέει! τι λέει!... + +Και η κυρά Θοδωριά έπαθε την ίδια κατάπληξη· αλλά συνήλθε αμέσως. +Γρήγορα ένοιωσε την μεταβολή της γειτόνισσάς της και την αφορμή που την +εγέννησε. + + — Πήγαινε, παιδί μου· είπε εις τον γιο της ήσυχα πέρνοντας την +εφημερίδα από τα χέρια του. Πήγαινε. Δεν είνε λόγος να χάσης το +μεροκάματο σήμερα. + + — Μαμά!... εφώναξε με παράπονο η κόρη. + +Η Γερασιμίνα εφαίνετο αφωσιωμένη εις το να σφογγίζη τους καφέδες από το +τραπέζι και ούτε εγύρισε να ιδή την κόρη της. + + — Μα τι μας διάβασες παιδί μου! είπε έξαφνα η Θοδωριά παίζοντας +ταυτοχρόνως το μάτι και εις τους δυο νέους. Δεν είδες παρακάτω; + +Και άρχισε να διαβάζη δυνατά και χτυπητά: «Κατά δυστυχίαν όλα είνε +ψεύματα. Ο φοβερός Άγγλος και πάλιν ελεύθερος. Εκεί που τον ωδηγούσαν +εις την ανάκρισιν εξέφυγε από τας χείρας του χωροφύλακα — κουλαμάρα +ντε! — φόρα την κάμα και ανοίγει σαν πετάλι την κόρη του Διαφεντή — +ετοιμόγαμη κοπέλλα είκοσι χρονών.» + + — Έλα Χριστέ και Παναγιά! . . . διέκοψεν η Γερασιμίνα. + + — Μπα το τέρας! . . . είπε η Ελένη κοιτάζοντας με κρυφή χαρά τον +τρόμον της μάνας της. + + — Τον έπιασαν το ελάχιστον; ερώτησεν ο Γιάννης + + — Μπα! δεν ακούς τι λέει; έκαμε η Θοδωριά και άρχισε πάλι το διάβασμα. +Η εξουσία ετράπη προς καταδίωξί του. Λέγεται ότι ο κακούργος +διευθύνεται στο Βαθρακονήσι.... + + — Πωπωπωπώ! . . . ηκούσθη η φωνή της Γερασιμίνας. Και συγχρόνως ώρμησε +και έκλεισε δυνατά την πόρτα με τον σύρτη. + + — Δεν έχεις να πας πουθενά, κορίτσι μου· είπε τρέμουσα ολόκορμη. Δεν +θα βγης από την πόρτα μας βήμα. + + — Και βέβαια! είπε η Θοδωριά, Καλέ τι τούτο που μας ηύρε! Να μην +ωρίζουμαι τα παιδιά μας!.. + +Οι δύο νέοι την εκοίταζαν με θαυμασμόν: Πώς τα καταφέρνει, καλέ! + + — Εγώ θα φύγω ως τόσο· είπε ο Γιάννης. Δε θα γλυτώσω, φοβάμαι το +πρόστιμο. + + — Θα μας αφήσης μονάχες! . . . εψιθύρισεν η Ελένη τρομασμένη τάχα. + +Ο Γιάννης εκίνησε να φύγη, έφτασε εις την πόρτα και κοντοστάθηκε. + + — Λοιπόν, θειά Γερασιμίνας ερώτησε με χαμόγελο· ποια θες να πάρω να +μπαλώσω; + + — Την παντόφλα ή την... κυρά Λένη; επρόσθεσε γελαστή η Θοδωριά. + +Η γριά τον εκοίταξε με αγωνίαν. Έρριξε τα μάτια εις όλα γύρω, έμψυχα +και άψυχα σαν να τους εζητούσε συμβουλή και τέλος απάντησε σαν να +παραμιλούσε: + + — Πάρτες και τις δυο! πάρτες με την ευχή μου!... + + + +Σ Τ Ρ Α Τ Ι Ω Τ Η Σ +1912 — 1922 + + + +Έβγα μανούλα να με ιδής έβγα να μ' αγνατέψης. +Το πώς γυρίζω την Τουρκιά όλα τα βιλαέτια, +Το πώς γιαλίζ' η λόγχη μου, πώς λάμπει το ντουφέκι +Κι αυτό το καταυχένι μου στις πλάτες ανεμίζει! +Κι η μάνα του του μίλησε κι η μάνα του του λέει: +Με τι ποδάρια να σταθώ να βγω να σ' αγναντέψω; +Γέρασα η μαύρη γέρασα κι ακόμα παντυχαίνω +Ν' ακούσω πως τα πάτησες της Πόλης τα Μπουγάζια!... + + + +ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ +29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824 + + + +Εις του Γέροντα τον κάβο καραντί κάνει μεγάλο. +Μια φρεγάδα βόλτα — βόλτα φοβερίζει τα μπουρλότα. +Μπουρλότα τής μολύσανε στην πρύμνη το κολλήσανε. +Άλλο ένα της μολάρουν και στην μπάντα την τρακάρουν. +Επήρ' ο τσιμπχανές φωτιά και φοβηθήκαν τα σκυλιά. +Μώρ' απόψε θα μας κάψουν όλους σκλάβους θα μας πιάσουν.. +Χάιντε γεια σου μώρ' ναβέτα πούκαμες τις μπάλες νέτα. +Νάταν δυο σαν το Μιαούλη καίγαν την αρμάδα ούλη. +Νάταν άλλη μια ναβέτα κάναν την αρμάδα νέτα. + + + +Φ Ρ Α Γ Κ Α Β Ι Λ Λ Α +29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824 + + + +Ήσαν ψηλές και λιγερές σαν το κυπαρίσι, ωραίες σαν την Αφροδίτη, +χαρούμενες και γελαστές όπως θέλουν την Αμαριλίδα. Και είχαν τα αυτά +χαρακτηριστικά: Μεγάλα γαλανά μάτια με μακριές βλεφαρίδες· χείλη λεπτά +και κόκκινα σαν το λουλούδι της ροδιάς· μαλλιά χρυσά και τόσο μακρυά +που όταν έπεφταν εις την λίμνη εσκέπαζαν όλο της το πρόσωπο σαν +χρυσοπλεγμένο δίχτυ. + +Την μία την έλεγαν Ροδιά και την άλλη Τριανταφυλλιά. + +Μιαν αυγή ανοιξιάτικη κατέβηκαν εις την λίμνη και αφού έβγαλαν τα πέπλα +τους έπεσαν εις το νερό, που με ανατριχίλα και αυτό άρχισε να γλείφη το +άσπρο τους κορμί. + + — Είνε άλλη καλήτερη από μας; ερώτησεν έξαφνα η Ροδιά την αδελφήν της. + + — Είσαι και συ, είμαι κι εγώ· μα είνε κι η Νεράιδα της λίμνης που +λέει: φέξε ήλιε μου τι εγώ θα φέξω. + + — Και είνε καλήτερη από με; + + — Είνε, βέβαια. + + — Αμή δε... Σα θέλη ας έβγη και θα ιδούμε.. είπε με θυμό η Ροδιά. + +Αλλά δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον της και η κοιλάδα εφωτίσθη από +μαγικήν λάμψιν. Μαύρα ως άσφαλτος μαλλιά πλεγμένα κατά την αρχαίαν +ελληνικήν συνήθειαν απάνω σε κεφάλι κανονικό και έπειτα πάγκαλον και +απαλόν στήθος εφάνησαν επάνω από το νερό. Ήτο η Νεράιδα. Αι δύο αδελφαί +έκλεισαν τα μάτια τους από την λάμψιν. + + — Ιδές με, είπε στη Ροδιά η Νεράιδα· είμαι καλήτερή σου; + + — Είσαι, κυρά... είπεν εκείνη, τρέμουσα ως το φυλλοκάλαμον. + + — Τότε, θα σε πάρω στο παλάτι μου, να γένης δουλεύτρα μου. Θα σε +κλείσω εκεί να μαραθούν τα κάλη σου και να μη καυχηθής πια. + +Και έσυρε μέσα εις την λίμνη χωρίς να θέλη την Ροδιάν. + +Όταν έμεινε μόνη η Τριανταφυλλιά έκλαιε και δεν ήθελε να αφήση το μέρος +όπου ετάφη ζωντανή η αδελφή της. Έφερε μελόπητες από τις σπηλιές και +γάλα από τα γίδια και ξανθό μαλλί από νεογέννητο αρνί και τα έρριξε εις +την λίμνην για να μαλακώση την Νεράιδα. Αλλά δεν κατώρθωνε τίποτα. + +Κάποια ημέρα, εβαρέθηκε τα κλάματά της και εβγήκε η Νεράιδα. + + — Τι θέλεις εδώ Τριανταφυλλιά; της είπε με θυμό. + + — Κυρά, είπεν εκείνη δειλά, δος μου την αδερφή μου ή πάρε κι εμένα +μαζί... Εκείνη δεν έμαθε να δουλεύη· είμαι καλήτερη δουλεύτρα εγώ. + + — Δεν σε θέλω εσένα. Αν θες την αδερφή σου κόψε και δος μου τα μαλλιά +σου. + + — Τα μαλλάκια μου; είπε με ανατριχίλα η Τριανταφυλλιά. + +Δεν εδίστασεν όμως, αλλ' ευθύς έκοψε και έρριξεν εις την λίμνην τα +χρυσά της μαλλιά. Τότε εφάνη επάνω από τα νερά ένα κλωνί ροδιάς· αλλά +δεν τον επρόσεξε η κόρη, γιατί περίμενε να ιδή την αδελφήν της. Και +άρχισε πάλι τα κλάματα. + +Την άλλην ημέραν εφάνη πάλιν η Νεράιδα. + + — Γιατί κλαις Τριανταφυλλιά; της είπε, με χαρούμενο γέλιο. + + — Είσαι κακή και σκληρή· η αδερφή μου δεν εφάνηκε πουθενά. + + — Εφάνηκε, αλλά δεν μπορείς να την γνωρίσης... Δος μου τα μάτια σου +και θα την αποκτήσης. + + — Ω! τα μάτια μου!... είπε με πόνο η κόρη. + + — Δεν θέλεις; είπεν η Νεράιδα τότε... + +Και εκινήθη να φύγη. + + — Ω, στάσου! στάσου! είπε με δάκρυα και δένουσα παρακλητικά τα χέρια η +κόρη. Δε θέλεις άλλο από τα μάτια μου; Έχει πολύ χρυσάφι ο πατέρας και +η μάνα μου, διαμάντια και μπριλάντια που λάμπουν σαν τον ήλιο. Θέλεις +να σου φέρω από κείνα; + + — θέλω τα μάτια σου· μου τα δίνεις; είπεν απειλητικά η Νεράιδα. + + — Τα μάτια μου!... είπε με φρίκην η κόρη. Να, πάρε κι αυτά και δος μου +την αδερφή μου... Ορκίσου όμως πως θα μου τη δώσης. + + — Ορκίζομαι να πεθάνω και να μη ξαναζήσω πια. Τα χείλη μου να +σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια και το νερό μου να γίνη βρωμερό· είπεν η +Νεράιδα. + + — Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ' +αγριαγκάθια, και το νερό σου να γίνη βρωμερό· ξανάειπε η Τριανταφυλλιά. + +Και με την άκρη του βούρλου εκέντησε τα μάτια της και τα έχυσε μέσα εις +την λίμνην. + + — Να η αδελφή σου, ηκούσθη ευθύς η φωνή της Νεράιδας. + +Η δυστυχής τυφλή, αργοβατούσα και σφάλλουσα, άπλωσε τα χέρια, αλλά +μόνον αγκάθια έσφιγγεν εις τα στήθη της. + + — Ω! δος μου την! έλεγε με πόνον ψυχής· δος μου την ... + + — Σφίξε την αγκαλιά σου και θα την εύρης, είπεν η Νεράιδα. + +Εκείνη έσφιξε πρόθυμα την αγκαλιά της, αλλ' αντί το σώμα της αδελφής +της, αγκάθια ροδιάς ένοιωσε να τρυπούν το σώμα της. + + — Ω! με γέλασες! είπε με πόνον και έπεσε κάτω λιπόθυμος. + +Και δεν έννοιωσεν ότι η ροδιά που αγκάλιαζε ήτο η μεταμορφωθείσα αδελφή +της. + +Η Τριανταφυλλιά όταν συνήλθε αργότερα, εσηκώθη και ηθέλησε να βαδίση, +αλλά εσκόνταβε εις κάθε βήμα... Έλειπαν τα γαλανά και μαγευτικά μάτια +της. Το φως εκείνο, δίχως του οποίου και ο ήλιος χάνεται και αυτή η +θεία και φεγγοβόλος στήλη θα καταντούσε περιτή εις τους υιούς του +Ισραήλ, είχε σβύση διά αυτήν. + + — Μου έλεγαν τις Νεράιδες κακές και φθονερές· μα δεν το πίστευα τόσο +!... Έκοψα τα μαλλιά μου, τα χρυσά μαλλιά μου και της τα έδωκα... +Έπειτα της έδωκα τα μάτια μου. «Τι με μέλλει, έλεγα, αφού θα μου δώση +την αδερφή μου; Εκείνη θα με παίρνη από το χέρι, θα μου μιλή, θα +γελούμε μαζί και θα τα λησμονώ όλα» μα τόρα; + + — Αχ!... Είπε, και άρχισε τα δάκρυα. + +Άκουσε τότε φωνές ανθρώπων και γαυγίσματα σκύλων. Ένας άνθρωπος +επλησίαζε προς αυτήν· εμαζεύθη πίσω από τα βάτα όπως η Άρτεμις προ των +περιέργων βλεμμάτων του Ακταίωνος. + + — Κόρη μου!... εφώναξεν ο άνθρωπος μόλις την είδε. + + — Πατέρα μου!... είπεν εκείνη εις την φωνήν και έπεσε εις την αγκαλιά +του. + +Αλήθεια ήτο ο δύστυχος πατέρας, που είχεν έβγει εις αναζήτησιν των +θυγατέρων του. + +Ο γέρος έμαθε τα πάντα. Εφώναξε τους υπηρέτας του, άδειασαν την λίμνην, +και εις τον πάτον αυτής εύραν μια πλάκα στακτιά. + + — Από κάτω από αυτήν είνε η κόρη μου είπε και διέταξε να την σηκώσουν. + +Αλλά εις το πρώτον κτύπημα, φωνή τρομώδης ηκούσθη. Οι εργάται ετράπησαν +εις φυγήν. Η λίμνη εγέμισε πάλι νερό και μια φωνή γλυκεία, αλλά +μελαγχολική ηκούσθη να λέγη. + + — Του κάκου ζητείς να με σώσης, πατέρα ... Πάρε την άλλη σου κόρη και +φύγε ... Εδώ είνε τόπος κακός. Μη θελήσης να βγάλης την πλάκα, γιατί +αμέσως θα πηδήση νερό που θα πνίξη τον κόσμο... Δεν είνε σωστό για μια +ψυχή όσο αγαπητή κι αν είνε, να θυσιάζη κανείς τη ζωή των άλλων... + +Η φωνή εσιώπησεν. Ο γέροντας και η τυφλή εκυριεύθησαν από φρίκην, +έφυγαν μακρυά. Ο γέροντας θλιμένος έφερε την τυφλήν θυγατέρα του εις +τον πύργον και έμεινεν η κοιλάδα ήσυχη και η Ροδιά δίχως την aδελφήν +της... + +Αλλά η τυφλή δεν θέλει να λησμονήση. Όπως ο Αλφειός την Αρέθουσαν, ο +Παν την Σύριγγα, ο Ωρίων τας Πλειάδας και η Γη τον Ουρανόν, έτσι και +αυτή ποθεί το μέρος όπου η αδελφή της μένει κλεισμένη. Κάποτε εξέφυγε +από τους φύλακάς της κατέβηκε εις τον κήπον και τρέχει εκεί που είχαν +φυτεύσει με την αδελφήν της μίαν ροδιάν. Έκοψε ένα μικρό κλωνάρι +πιστεύουσα ότι τούτο, επειδή από εκείνην εφυτεύθη, θα ωδήγει τα βήματά +της, όπως ο χρυσόφυλλος κλάδος τον Αινείαν εις τα δάση του Αόρνου, και +θα αντικαθίστα τα σβυσμένα μάτια της προς ανεύρεσιν της Ροδιάς. Και +τόρα κρατούσα αυτό εις το αριστερόν χέρι, και εις το δεξιόν οζώδη +ράβδον και ακολουθουμένη υπό μικράς λευκομάλλου ελάφου, επέρα +βραδυπορούσα φάραγκας και δρυμούς, διευθυνομένη προς το μέρος όπου +ήλπιζεν ότι ήτο η αδελφή της. + +Μετά καιρόν έφθασεν εις μέρος όπου ο Πηνειός εκύλιε με πάταγον τα ψυχρά +και θολά νερά του, ανάμεσα εις πέτρες και κορμούς δένδρων. + +Δεν εδίστασεν. Καθόλου δεν την τρομάζει ο βρόντος των νερών. Έκραξε την +πιστήν της έλαφον και καθήσασα επάνω της, πέφτει εις τον ποταμόν. Αλλά +το ρεύμα είναι ορμητικόν· η έλαφος αγωνίζεται, φθάνει εις το μέσον, και +μόνον το μικρόν και ωραίον κεφάλι της φαίνεται απάνω από τα νερά. Ο +άνεμος φουσκώνει τα φορέματα της τυφλής, σκορπίζει τους αναπτυχθέντας +χρυσούς βοστρίχους της και εκείνοι ραπίζουν ελαφρά το ωχρόν, πλην +γαλήνιον πρόσωπόν της. Εις τα χείλη της που έχουν το χρώμα μαραμένου +κρίνου κάθηται πικρία, τα βλέφαρά της κινούνται, ως να θέλουν να +δείξουν εις αυτήν τον κίνδυνον. Έχει σταυρωμένα εις το στήθος τα χέρια +και εις το ένα κρατεί την ροδιάν, μόνην της ελπίδα. Φαντάζεται την +έκτασιν, τον ποταμόν που περνά, τα χαλίκια και τας όχθας του και τας +ιτέας, αλλά γνωρίζει ότι δεν ημπορεί να ίδη, και κρατεί την κεφαλήν της +ίσα προς το μέρος όπου η έλαφος διευθύνεται. + +Ο Πηνειός, νομίσας αυτήν ως την αγαπητήν του νύμφην Κρέουσαν, κρατεί το +ρεύμα του και η έλαφος αποθέτει εις την όχθην την τυφλήν. Σηκώνεται +εκείνη και εξακολουθεί, μέσα από αγκάθια και τριβόλους, τον δρόμον της· +βάτα ξεσχίζουν τα φορέματά της και τα αγκάθια τους πόδας της, αλλά +αδιαφορεί. + + — Ω! αν είχα τα μάτια μου! λέγει. Και σπεύδει, σπεύδει εκεί, όπου +ταχύτερος έχει φθάσει ο λογισμός της. + +Σε λιγάκι ακούει κοντά εις τα πόδια της άλλα νερά ορμητικώς θραυόμενα, +αλλά συγχρόνω, και γλυκείαν φωνήν, περιπαθώς ψάλλουσαν ένα απελπιστικό +τραγούδι, όπως το τραγούδι ισοβίου καταδίκου: + + Ο ήλιος έσβυσε, + Παν τα λουλούδια, + Φύγαν τα όνειρα, + Χαρές, τραγούδια· + Η γη σκοτείνιασε, + Χάθη τ' αηδόνι, + Βοριάς εχύμηξε, + Πλακώνει χιόνι... + Νιάτα περήφανα, + Περίσσια κάλλη + Όλα χαθήκανε... + Ανεμοζάλη, + Τα πήρε κι έφυγε... + Αχ! έλα, Χάρε, + Κι εμέ την άμοιρη, + Μαζί σου πάρε... + +Εγνώρισε την φωνήν της αδελφής της και συγκινημένη και κατάκοπος από +την οδοιπορίαν εκάθησε κοντά εις την ρίζαν πολυφύλλου πλατάνου. + + — Ω αδερφή μου, που ήσαι; έλεγε η Ροδιά. Με άφησες λοιπόν και συ... +Όταν ήμεθα μικραί, εσύναζα τα λουλουδάκια κ' έπλεκα με αυτά τα μαλλιά +σου ... Σου έφερνα νεράκι κρύο από την πηγή και την πρωτομαγιάτικη +δροσιά για να νίβης το πρόσωπό σου ... Τόρα με λησμόνησες... Αχ! με +λησμόνησες και συ!... + +Η τυφλή ηθέλησε ν' απαντήση, αλλά δεν ηδυνήθη. Εσηκώθη τότε και ηθέλησε +να περάση τον ποταμόν αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον εις το νερό εφοβήθη +και εβγήκε. + +Αλλά η φωνή της Ροδιάς ηκούσθη πάλιν. + + — Μη φοβήσαι το νερό, αδερφή μου. Θα γνωρισθούμε από τους χτύπους της +καρδιάς μας. Έλα· εσύ με την αγκαλιά σου θα μου δώσης ζωή κ' εγώ με τα +φιλήματά μου τα μάτια σου. + + — Δεν θέλω τα μάτια μου, φθάνει να σε αποκτήσω· είπεν η τυφλή. + +Και ερρίφθη ασυλλόγιστα εις το νερό. + +Αλλά το ρεματάκι που τόρα μόλις κυλά κάτω από τα χόρτα, τότε εχύνετο με +ορμήν και μανίαν. Η τυφλή σηκώνει ψηλά τα χέρια για να ζητήση βοήθειαν· +αλλ' ούτε η καλλίσφυρος Λευκοθέα έρριξεν εις αυτήν τον πέπλον της, ούτε +κανένα δένδρον έγειρε τα κλαδιά του, για να πιασθή και να σωθή. + +Επνίγη. Και τα καλάμια εις την όχθην άρχισαν πάλιν τους θρήνους των και +ο νυκτοκόρακας ηκούσθη επάνω εις το κυπαρίσσι. + +Την άλλην ημέραν μικρή τριανταφυλλιά εφάνη κοντά εις την ρίζαν του +πλατάνου. Παρεκάλεσεν αυτόν να την πάρη εις το ψήλωμά του και αυτός +έγειρε και εσκάλωσε εις τον κορμόν του η τριανταφυλλιά. Αλλά όλο και +εστέναζεν. + + — Τι έχεις τριανταφυλλιά μου; την ερώτησε κάποτε ο πλάτανος. + + — Εκεί εις την αντικρυνή όχθη, είνε η αδελφή μου. Ο ποταμός με +εμπόδισε να την ιδώ όταν εζούσα. Τόρα αδύνατη δεν μπορώ να την φτάσω +και να την φιλήσω, καθώς πρώτα· είπε με στεναγμόν. + +Ο πλάτανος εσυγκινήθηκε· άπλωσε ένα του κλαδί, έκαμε τόξον απάνω από το +νερό, ετυλίχθη εκεί η τριανταφυλλιά και έπειτα έσκυψε το κλωνάρι της, +ακριβώς απάνω από την ροδιά. Όταν ο άνεμος φυσήξη ταλαντεύει το +κλωνάρι της τριανταφυλλιάς και η άκρη της φιλεί την ροδιάν τρυφερά. +Τότε τα καλάμια συρίζουν ηδονικά, τα πουλιά γλυκοκελαδούν, τα φυτά +στολίζονται με τα ευωδέστερα άνθη, το ρυάκι κελαρύζει, και αι δύο +αδελφαί ανταλλάσουν τα άνθη των και δεν παύουν να ψιθυρίζουν τον όρκον +της Νεράιδας. + + — Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ' +αγριαγκάθια και το νερό σου να γίνη βρωμερό. + +Και αληθινά. Από τότε το νερό της λίμνης εβρώμησε και τα βούρλα +εσκέπασαν το πρόσωπό της. + + + +Α Ρ Μ Α Τ Ω Λ Ο Σ + + + + — Κάτσε Σεβντή μου φρόνημα κι εγώ να σε παντρέψω. + — Δε θέλω, μάνα μ' παντρειά, δε θέλω 'γω γυναίκα. +Εζήλεψα τη λεβεντιά και το ζαριφιλίκι +Και τα τσαπράζια των κλεφτών, των καπεταναραίων +Και τ' ασημένια τ' άρματα πώχουν τα παληκάρια. +Ζύμωσ' το μάνα μ' το ψωμί και κάμτο παξιμάδι, +Θέλεις με δάκρυα ζύμωσ' το θέλεις με μοιρολόγια +Κι εγώ θα πάω αρματωλός και γω θα πάω κλέφτης. + + + +Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ' Α Ν Α Π Λ Ι Ο Υ +9 ΙΟΥΛΙΟΥ 1715 + + + +Να ήμουν πουλί ν' αγνάντευα της Πόλης την αρμάδα +Πώς αρμενίζει κι έρχεται και πρίμα κατεβαίνει. +Εμπρός πάνε τα κάτεργα και πίσω τα ντελίνια +Στη μέση ο Αλή μπέης με μια χρυσή φρεγάδα. +Έχει και στα καφάσια της τρία όμορφα κορίτσια +Τόνα βαρεί τον ταμπουρά, το άλλο το τσιβούρι, +Το τρίτο το καλήτερο λέει όμορφο τραγούδι: + — Όλα τα κάστρα χαίρονται κι όλα βαρούν παιγνίδια +Τ' Ανάπλι κι η Μονομπασιά κάθουνται μαραμένα +Ανάπλι για δε χαίρεσαι για δε βαρείς παιγνίδια; +Το τι καλόχω να χαρώ παιγνίδια να βαρέσω; +Μένα Τουρκιά με πλάκωσε στεριά και του πελάγου, +Μεριά με δέρν' η θάλασσα μεριά οι Σαροτζαγλίδες +Κι απόξω ο Γιανιτσάραγας ρίχνει και με γκρεμίζει +Ανάπλι δόσε τα κλειδιά Ανάπλι παραδόσου. +Τιγάρις είμαι Νέπαχτος, Άγια Μαύρα πουτάνα· +Εγώ είμ' Ανάπλι ξακουστό Ανάπλι ξακουσμένο +Θα πάει το αίμα ποταμός και τα κουφάρια πύργος +Γερούσι κάν' η Αρβανιτιά μ' αυτούς τους Γενιτσάρους +Κι αυτός ο Γενιτσάραγας μοιρολογεί και λέει: +Τα παληκάρια τ' Αναπλιού οι όμορφες της χώρας, +Που δεν καταδεχόντανε τη γη για να πατήσουν +Και τώρα καταντήσανε σκλάβοι στους Αρβανίτες!, +Δε κλαίν' οι μαύροι τη σκλαβιά που πάνε σκλαβωμένοι +Μόν' κλαίνε τον ξεχωρισμό που θέλει ξεχωρίσουν. +Χωρίζ' η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα +Χωρίζει κι έν' αντρόγυνο το πολυαγαπημένο +Η κόρη πάει στην Τσαμουργιά κι ο νιος κατά την Πόλη. +Πάει και ένας Τάταρης μ' εννιά παιδιά δεμένα +Πάει κι η μάνα τους κοντά σκούζουσα και βαζούσα + — Αφέντ' αφέντη Τάταρη αφέντη Ταταρίνε, +Χάρισέ μου της έρημης και μένα ένα παιδάκι· +Θέλεις το μεσονώτερο, θέλεις τον Αναγνώστη, +Θέλεις τη θυγατέρα μου τη νυχτογεννημένη, +Ή σκότωσέ με Τάταρη και κάνεμε κομάτια!.. + + + +Ο Κ Λ Ε Φ Τ Ο Κ Ο Τ Α Σ + + + +Ταχτικά, είτε την αυγήν όταν εξυπνούσε διά να πάγη εις την δουλειά του, +είτε την εσπέραν όταν εγύριζε με το κάρρο του ο Σταμάτης Τομαράς πρώτα +απ' όλα ήθελε ερωτήσει με τρέμουσαν φωνήν την γυναίκα του: + + — Πώς είν' οι κότες; + + — Ε, καϋμένε και συ! Σκοινί — λουρί τόπιασες!... εφώναζε κάπως +δυσαρεστημένη η Δεσποινιώ. Δε ρωτάς κάνεμου για τη γυναίκα σου παρά για +τις κότες!.. . + + — Μωρ' ακούω τόσα! .. . έλεγε με φοβισμένον βλέμμα ο Σταμάτης. + +Και αληθινά· άκουε τόσα ο αγαθός καρρολόγος. Αι εφημερίδες από το +Σαραντάημερο κι εδώ δεν έκαναν άλλο παρά να γράφουν ότι κάθε ημέραν +γίνονται φοβεραί ορνιθοκλοπαί εδώ και εις τον Πειραιά. Οι συνάδελφοί +του τα βράδια, συναγμένοι γύρω εις τα τραπεζάκια του Ταρούση, απάνω από +την ξανθή ρετσινόκουπα, διηγούντο ότι ενώ κουβαλούσαν χαλίκι από τον +Ιλισσό, άλλο δεν απαντούσαν εις τον δρόμον τους παρά σωρούς από φτερά +πουλερικών. Ο Σταμάτης ανατρίχιαζε εις το άκουσμα και έμενε ώρες άφωνος +και συλλογισμένος. Και δεν εσυλλογίζετο τίποτε άλλο παρά τις κότες του, +των οποίων τα πούπουλα μαύρα και άσπρα και ρεβιθιά, επίστευεν ότι +εξεχώριζε εις τους σωρούς που έβλεπαν οι άλλοι καρρολόγοι και τα +κεφάλια τους με τα ματάκια κλειστά και τα πόδια τους με τα στενόμακρα +γυριστά νύχια, ξυλιασμένα εις το χώμα. Και εβιάζετο να φθάση εις το +σπίτι του, μικρό, καινούργιο με στενόχωρη αυλή τριγυρισμένη από πλήθες, +εκεί πίσω από το μνημείο του Φιλοπάπου. Και μόλις έφθανε, εσήκωνε τα +μάτια προς το μονάκριβον δένδρον, την μουριά που εσκέπαζε την αύλήν και +εμέτρα τις κότες, ενώ αυτές εκοιμώντο με το κεφάλι κάτω από το φτερόν. +Τότε ευχαριστημένος που τις εύρισκε σωστές, εψιθύριζε τρίβοντας τα +χέρια με χαϊδευτική φωνή: + + — Κότες μου! κοτούλες μου! κοτίτσες μου! . .. + +Δεν είχε και πολλές κοτούλες ο Σταμάτης παρά μόνον τέσσερες. Αλλά τις +είχε καλοθρεμμένες. Το πώς τις απόχτησε είνε ολόκληρη ιστορία. + +Πρώτα επήρε την Κοκκό, μιαν αρχοντόκοτα με λειρί κόκκινο και μεγάλο, +σαν το στέμμα που ζωγραφίζουν εις του Σολομώντα το κεφάλι. Όταν εβάδιζε +ή όταν εκοίταζε εδώ κι εκεί, την έλεγες δίχως άλλο βασίλισσα μέσα στις +άλλες κότες. Την εψώνισε ο Σταμάτης για να την φάνε ανήμερα των +Χριστουγέννων. Μα την παραμονή, ενώ η κυρά Δεσποινιώ με τροχισμένο +μαχαίρι επήγαινε να την προσφέρη θυσία, την βλέπει τσοπ! ν' απολάη ένα +αυγό μέσα στο καλάθι με τα κάρβουνα. Η νοικοκυρά εσυγκινήθηκε — ήταν +άλλως τε καλή ψυχή, Πολίτισσα καλέ! από το Μπογιατζίκιοϊ, το χωριό του +Πατριάρχη Ιωακείμ — επέταξε μακρυά το μαχαίρι, επήρε την κότα εις την +αγκαλιά της και άρχισε να την φιλή και να λέη: + + — Δε σε σφάζω γω κυρά μου! δε σε σφάζω γω κοπέλλα μου!... + +Και να! τα δάκρυα η ευαίσθητη ψυχή. + +Αλλά και ο Σταμάτης όταν το έμαθε άρχισε τα δάκρυα. + + — Τέτοια κότα γουρλίδικη να σφάξης! είνε κρίμα κι από το Θεό. + +Έτσι εσώθηκε η Κοκκό και για το ευχαριστώ άρχισε κάθε ημέρα ν' απολάη +κι από ένα αυγό εις το καλάθι. Και τι αυγό! μεγαλείτερο από τη γροθιά +του καρρολόγου — γροθιά που την ήξερε γιατί κάποτε την δοκίμαζε η κυρά +Δεσποινιώ. + +Αντί λοιπόν κότα έφαγε κρέας χοιρινό τις ημέρες των Χριστουγέννων το +αντρόγυνο. Αποφάσισε όμως ωρισμένως του Αγίου Βασιλείου ν' αγοράση μιαν +άλλη κότα. Α! δεν μπορή! Κότα πήτα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη. Ο +Σταμάτης εννοούσε ν' ακολουθήση κατά γράμμα την παλιά λαϊκή παραγγελία. +Γιατί ιδρώνει τάχα και δουλεύει και αγωνίζεται; Και αγόρασε αληθινά η +Δεσποινιώ μιαν άλλη κότα από ένα χωρικό που εγύριζε κοντά στο Θησείο +φωνάζοντας. Κότες! πάρτε κότες!... παχιές κότες!... + +Αλλά — τι ευχή θεού! — ο Σταμάτης μόλις την είδε, σαν να κατάπιε το +ψαροκόκκαλο. Ήταν μια κότα λαθουράτη· το όλον της παράξενο. Με πρώτη +ματιά σου θύμιζε στρουθοκάμηλο. Είχε ένα λαιμό μακρότατο ως της χήνας +κι ένα κεφάλι μικρό σαν καρύδι. Και ποτέ δεν έστεκαν ήσυχα στη θέση +τους· είχαν ένα αδιάκοπο τρέμουλο που σου έφερνε το γέλοιο. + +Αλλά και έτσι δεν θα εγλύτωνε από το μαχαίρι της Δεσποινιώς αν δεν +έκανε το εξής: Ο Σταμάτης την παραμονή της πρωτοχρονιάς ετσάκιζε +καρύδια για να χρησιμέψουν σε κάποιο γλύκισμα. Η Πιπή όμως επλησίασε +ύπουλα και άρχισε να τσιμπά ένα ένα κομμάτι. Ο Σταμάτης απόρησε. Μπα! +Επήρε τα καρύδια και τα έκρυψε στα γόνατά του. Η Πιπή έγινε πιο +τολμηρή. Ο λαιμός ετεντώθηκε περισσότερο· το κεφάλι εσκαρφάλωσε εις τα +γόνατά του και άρχισε να τσιμπά τις φούχτες του, ανάμεσα από τα χοντρά +δάχτυλά του. Ο καρρολόγος ελιγώθηκε στα γέλοια. + + — Μωρέ τ' είνε τούτο! μωρέ θα με φάη το θηρίο!... Μωρέ τη παλαβόκοτα +είνε αυτή!... + +Το αποτέλεσμα είνε ότι το αντρόγυνο έφαγε χοιρινό και του Αγίου +Βασιλείου και η κότα εξακολούθησε ν' αρπάζη τα καρύδια και τις +παλαβωμάρες της. + +Η κυρά Δεσποινιώ όμως — από το Μπεγιατζίκιοϊ καλέ! — άρχισε να +σκέφτεται πρακτικώτερα από τον άντρα της. «Καλά δεν τις σφάζουμε· είπε. +Δεν τις βάζω κάνε μου κλώσσες να μου βγάλουν πουλιά, να φάω αυγά, να +φάω κι από τα πουλιά τους.» + +Και άμ' έπος άμ' έργον εδόθηκε να συνάξη αυγά. + +Πώς τα σύναξε ο θεός ξέρει· τα σύναξε όμως. Δώδεκα καλοδιαλεγμένα, +σποράτα αυγά και τα έβαλε της Πιπής. Εκείνη έκρινε πιο θερμοαίματη. +Γκλαν — γκλαν! η φωνή της, σαν καμπάνα, Μα που ήταν παλαβή! θα έχη την +υπομονή να κάτση να κλωσσήση ή θα τα παρατήση στη μέση σαν τη μητέρα +την αλαφαλού! + +Οπωσδήποτε η Δεσποινιώ την εμπιστεύτηκε. Εκείνη εκάθισε πρόθυμα και +άρχισε να κλωσσά. Εκάθισε τρεις, τέσσερες, πέντε ημέρες! Το αντρόγυνο +έκανε το θάμα του με την φρονιμάδα της Πιπής. Τι δεν κάνει η +μητρότης!.. Έξαφνα όμως επάνω εις τις πέντε, μέσα εις το καταμεσήμερο, +ετρόμαξε η γειτονιά από ένα φοβερό φτεροκόπημα. Το όρνεον Ροκ να +κατέβαινε δεν θα εθορυβούσεν έτσι. Η Πιπή πετάχτηκε με ορμή μέσα από τη +φωλιά της, επέρασε την πόρτα, επέρασε την σάλα, πετάχτηκε από το +παράθυρο και χάθηκε στη γειτονιά. + +Η Δεσποινιώ έβαλε τις φωνές, απελπίστηκε. «Πάνε τ' αυγά μου! Είπε· +κρίμα στα έξοδα! θα κρυώσουν και τόρα θα χαλάσουν. Τι έπαθα να +εμπιστευθώ σ' αυτή την παλαβή! Δεν έβανα την Κοκκό» + +Όχι· καλά έκαμε που δεν έβαλε την Κοκκό. + +Έπειτα από μισή ώρα η Πιπή εφάνηκε πηδητή, ταρναριστή, ανέβηκε την +σκάλα γυρίζοντας εδώ κι εκεί ερευνητικά το κεφάλι, με τον μακρύ +τρεμουλιαστό λαιμό της, επήγε ίσα και εκάθισε εις τα αυγά της. + +Αυτό εγινότανε τακτικά καθεμέρα πια, ως που η κότα έβγαλε τα πουλιά +της. Ω χαρές και παιγνίδια η κυρά Δεσποινιώ με τα ξεπεταρόνια της! Ω τα +χαρωπά γαυγίσματα του Φρίγκου, που τα μάζευε όταν τα έβλεπε μακρυά από +το κοτέτσι· τα μάζευε αβρά, απαλά με το στόμα και τα έφερνε κοντά εις +την μάνα τους. Ω η μανούλα η παλαβή πως εσήκωνε τα πούπουλά της και +ετέντωνε το λαιμό της και αγρίευε σαν τίγρις να ξεσχίση τον αγαθό το +Φρίγκο όταν επλησίαζε τα πουλιά της! Και ακόμη ω! κι ο Σταμάτης ο +καρρολόγος, όταν την έβλεπε όλη μαζί τη φαμελιά του: τα κοτοπούλια, τις +κότες, τ' άλογό του, το σκυλί του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του!.. + + — Αβράμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ!,.. έλεγε +συχνά για να δείξη την αφθονίαν των κτημάτων του... + +Ο χρόνος όμως έκαμε κι εδώ το μέρος του. Από τα τόσα κλωσσοπούλια και +με όλη τη φιλοστοργία της Πιπής και με όλη τη αγαθή φροντίδα του +Φρίγγου και την προσοχή της Δεσποινιώς άλλα πάτησε το άλογο, άλλα +χάθηκαν στις γειτονικές αυλές, άλλα εξεκοκκάλισε μόλις έγιναν για +φάγωμα ο κυρ Σταμάτης. Δεν απόμειναν παρά οι δύο αρχικές κότες και +άλλες δύο που μεγάλωσαν κι εκείνες και άρχισαν να κάνουν αυγά. Η μία +απ' αυτές είχε κάτι μάτια μεγάλα και μπλάβα που σε μαγνίτιζαν. Και ήταν +ήμερη σαν αρνάκι. Μόλις άπλωνες χέρι και της έλεγες «κάτσε»! δέκα +οργιές δρόμο να ήταν μακρυά θα καθότανε. Η άλλη έμοιαζε εις τα φτερά +και εις το παράστημα της Κοκκός μα ήταν φλύαρη σαν γαλιάντρα. Με την +κυρά Δεσποινιώ — από το Μπογιατζίκιοϊ καλέ! — έπιανε αληθινή κουβέντα. + + — Πες κυρά μου κρα κρα κρα! ... της έλεγε η Πολίτισσα. + + — Κρα — κρα — κρα — κρα!... αρχίναε πρόθυμα η Κελαϊδίστρα όλο και +ανεβάζοντας τη φωνή της ως που να φθάση στο απροχώρητο. + +Πήγαινε λοιπόν εσύ να πείσης τον κυρ Σταμάτη και την συμβία του να +σφάξουν τέτοιες κότες. Μπα! + +Αλλά πάλι να τις φάνε οι άλλοι! Ή μήπως τάχα είνε δύσκολο! Οι κλέφτες +άδειασαν το ένα κοτέτσι, άδειασαν το άλλο, τίποτε δεν θα τους εμπόδιζε +να κάμουν την ίδια τιμή και εις το ιδικόν του. Όταν η αρκούδα χορεύει +στου γείτονα την αυλή γρήγορα θα χορέψη και στη δική σου· λέει μια +παροιμία. Αυτό όμως δεν του άρεσε καθόλου του κυρ Σταμάτη. Αν πολλές +φορές έξεκαρδίζετο εις τα γέλοια, όταν τελειώνων το ιδικόν του φαγητόν +άρπαζε και από το πιάτο του συντρόφου του, με την δικαιολογίαν ότι όπου +φυλάει φυλάει γι' άλλον δεν ήθελε όμως να το κάνουν και οι άλλοι προς +ζημίαν του. Τις έθρεφε, εννοεί να τις φάγη αυτός τις κότες του! Και για +τούτο ο αγαθός καρρολόγος εθύμωσε και παραθύμωσε όταν ανεκάλυψεν έξαφνα +ότι μία από τις κότες του έλειπε. + + — Μωρέ Δεσποινιώ! Τάκη!. . Μιστόκλη! εφώναξε τη γυναίκα και τα παιδιά +του μέχρι του μικροτέρου που είχε εις την φασκιά ακόμη. + + — Τ' είνε καλέ; τι τρέχει; ερώτησε η γυναίκα του τρομασμένη. + + — Η κότα!... Λείπει η Κελαϊδίστρα! + +Εκοίταξαν παντού γύρω, έψαξαν όλες τις γειτονικές αυλές, ερώτησαν +όλους, φίλους και γνωστούς από το Βαρθακονήσι ως τα Πατήσια, αλλά +πουθενά κότα. Και ο Σταμάτης εσυλλογίζετο με θυμόν ότι την νύκτα, εις +του ύπνου του το βύθος, σαν ν' άκουσε κακάρισμα· και δεν είνε απίθανον +να ήτο της κοτούλας του και εθύμωνε γιατί δεν έτρεξε να την ελευθερώση. +Έτσι να έκανε πως έβηχε, θα την άφιναν αμέσως την κότα! Και χωρίς να +σκεφθή ότι το κακάρισμα αυτό μόνον εις το όνειρόν του είχεν ακούσει, +ωρκίζετο εις όλους τους αγίους, την ερχομένη νύκτα να φυλάξη έξω μήπως +του αρπάξουν και τις άλλες. Βέβαια ο κλέφτης ήτο αδύνατον να μη +ξαναέρθη. Και ο καρρολόγος ελυπείτο κατάκαρδα, έκλαιε σχεδόν +σκεπτόμενος πως θα εκοκίνισεν ο λαιμός της κότας του από το μαχαίρι· +πως θα ετσιτσίριζε εις την χύτρα το κρέας της και πως θα εκριτσάνιζαν +τα κοκκαλάκια της ανάμεσα εις τα κοφτερά δόντια τίποτε αλιτών. Και +τόσον υπέφερε από τους συλλογισμούς αυτούς ώστε κάθε λίγο και λιγάκι +εψιθύριζε με πόνον: + + — Κότα μου, Λαλίστρα μου, εγώ δε θα σε τραγάνιζα έτσι!... + +Όταν ήλθε η νύκτα ο Σταμάτης αφού έπεισε όχι και με λίγον κόπον την +γυναίκα του ν' αποσυρθή με τα παιδιά και να μη φοβάται, εκάθησε εις το +χαγιάτι με μόνη συντροφιά το τσιγάρο και κοντή σκουριασμένη καραμπίνα. +Πλησίον, επάνω εις σωρόν από κλήματα εκοιμάτο γρίζων ο Φρίγγος κι επάνω +εις την στέγην ο γάτος του με άλλους της γειτονιάς επροσπαθούσαν να +αρμόσουν επιθαλάμιον συναυλίαν. + +Η νύκτα ήτο αγρία· ο αέρας εφύσα ψυχρός και ταραχώδης· εσάρωνε καθετί +που εύρισκεν εμπρός του. Ο ουρανός σκεπασμένος με μαύρα σύννεφα, +φερόμενα από βοριά προς νότον ως γιγάντιαι αράχναι. Το φεγγάρι σπανίως +εφώτιζε μ' ένα κοκκινωπόν χρώμα, πένθιμον ημπορεί κανείς να ειπή όλην +την αυλήν. Για τον χουζουρλή Σταμάτην ήτο και τούτο μια σκληρά +δοκιμασία. Η κυρά Δεσποινιώ δυο και τρεις φορές άνοιξε την πόρτα, +τυλιγμένη εις την κουβέρτα της και τον εκάλεσε να πάη εις την ζεστασιά +της και ν' αφήση τις κότες να κουρεύωνται. Αλλά ο Σταμάτης δεν άλλαζε +την απόφασίν του. Θα μείνη εκεί έστω και αν πρόκηται να ξεπαγιάση! Και +εις κάθε νέον ρόφημα του τσιγάρου του ήρχετο εις αυτόν και μία ιδέα +περί του τρόπου που έπρεπε να φερθή εις τον κλέπτην. Έκανε το σχέδιόν +του ήσυχα και πότε εσκέπτετο μόλις τον ιδή να του φωνάξη αλτ! τόσον +δυνατά που να παγώση το αίμα εις τις φλέβες του· πότε να τον αφήση να +ανεβή εις το δέντρον και τότε να βαδίση σιγά, να τον αρπάξη από το πόδι +και να τον γκρεμοτσακίση· πότε να βήξη μόνον για να καταλάβη ότι τον +έννοιωσαν και να φύγη· και άλλοτε παραφερόμενος εις γενναίας ορμάς και +ενθυμούμενος τους καιρούς που κατεδίωκε τους ληστάς μαζί με τ' +αποσπάσματα έλεγε αποφασιστικά: Μωρέ του ανάβω μια και τον κάνω στάχτη +!... + +Και άπλωνε το χέρι προς την καραμπίνα του. + +Έξαφνα όμως ανατρίχιασε. Αντίκρυ του, κάτω από τη μουριά είδε ένα +μαύρον όγκον, όχι μεγαλείτερον από σταμνί και επάνω εις το σταμνί δύο +φωτεινά σημάδια, κατακόκκινα άλλοτε και άλλοτε χαλκοπράσινα, πάντα όμως +στυλωμένα ψηλά προς τις κότες του. Ο καρρολόγος εσκέφθη, ότι τέτοιο +πράγμα δεν ήτο πριν εκεί. Ούτε βέβαια το είδε να έρχεται από πουθενά. +Εξεφύτρωσε ξαφνικά· αλλά πώς εξεφύτρωσε; Κ' ενώ εβασάνιζε τον νουν του +να λύση το μυστήριον, εις μίαν του φεγγαριού ακτίνα παρετήρησε το +σταμνί να μεταμορφώνεται εις τετράποδον με αυτιά μακρυά, δυσανάλογα +προς το ανάστημά του, κινούμενα εμπρός — οπίσω αδιάκοπα και ουράν +μακρυάν και μαλλιαρήν. + + — Μπα διάτανε! + +Ο Σταμάτης θυμήθηκε ότι τα Δωδεκαήμερα ακόμη δεν ετελείωσαν και ότι οι +Καλικάντζαροι και τ' άλλα πονηρά πνεύματα, ακόμη περιτρέχουν την γην +και πειράζουν διαφοροτρόπως τους ανθρώπους. Ηθέλησε να κάμη τον σταυρόν +του· αλλά το χέρι ήτο απρόθυμον να υπακούση. Ηθέλησε να ψιθυρίση κανένα +τροπάρι· αλλ' ούτε ο νους ούτε τα χείλη του τον εβοηθούσαν. Εδοκίμασε +να σηκώση τα μάτια του από το τετράποδο· αλλά δεν είχαν ξεκολλημό. Η +καρδιά του εβροντοκτύπα εις τα στήθη του και τους άκουε τους κτύπους +σαν τα σφυριά στο αμόνι μακρυά. Άπλωσε το χέρι του εις το όπλον του και +το χέρι έπεσε ξερό. Δεν είχε θέληση, δεν είχε δύναμη πια ο καρρολόγος. + +Αλλά το μαύρο εκείνο ζώον απέναντί του εξηκολούθει να μένη εκεί, +ακίνητον με τα δύο φωσφορίζοντα σημάδια επάνω προς τις κότες του. Κ' +έξαφνα ηκούσθη από πάνω κάποιος ρόγχος, μικρόν φτεράκιασμα κι ένας +δούπος ως σάκκος χώματος εκτύπησε κατά γης. Ήταν μια κότα. Ο Σταμάτης +είδε τότε το τετράποδο ν' αρπάζη την κόταν κακαρίζουσαν και να φεύγη +μακρυά. Αλλά ταυτοχρόνως είδε και τον Φρίγγον να τινάσσεται από τα +κλήματα και να ορμά κατόπιν της. + +Τότε ελύθη η βασκανία του Σταμάτη. + + — Η Αλπού! εφώναξε αρπάζοντας την καραμπίνα και τρέχοντας έξω από την +αυλή. + +Αλλά δεν επρόφθασε να κάμη ολίγα βήματα και εφάνη ο Φρίγγος να φέρνη +θριαμβευτικώς εις το στόμα του την κυρά Μάρω σφαδάζουσαν. + + — Δεσποινιώ!... Τάκη!... Μιστόκλη!... εφώναξε κι εχτύπησε με χαρά την +πόρτα του. Τον πιάσαμε τον κλέφτη. + + — Ω! τι λαμπρό γουναρικό! εφώναξε η κυρά Δεσποινιώ θωπεύοντας το +τρίχωμα της Αλεπούς. θα φτιάσω μία γούνα που θα είνε τρέλλα. + + — θέλουμε και μεις γούνα!.. θέλουμε και μεις γούνα! . . εφώναξαν +μονόγνωμα τα παιδιά χωρίς να ξέρουν περί τίνος πρόκειται. + + — Βρε Α να μου χαθήτε! που θέλετε και σεις γούνα! . . είπε η +Δεσποινιώ. + + — Όχι, θέλουμε κι εμείς! θέλουμε κι εμείς!... επέμεναν τα παιδιά. + + — Σκάστε να χαθήτε που σηκώσατε τη γειτονιά! είπε η Δεσποινιώ. + +Και έδωκε από ένα χάστουκο ελαφρό στα παιδιά για να ησυχάσουν. Εκείνα +όμως έβαλαν δυνατώτερες φωνές. Τότε ο Σταμάτης ενώ επήγαινε να κρεμάση +εις τον τοίχο την καραμπίνα, εγύρισε απότομα, εσήκωσε τον γρόθο του και +τον κατάφερε απανωτά εις τις πλάτες της συμβίας του. + + — Τι βαράς μωρή τα παιδιά! Τι σου κάμανε!.., + + + +Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Μ Ε Θ Ω Ν Η Σ Κ Α Ι Κ Ο Ρ Ω Ν Η Σ +ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1715 + + + +Ερόδισ η Ανατολή και ξέφεξεν η Δύση +Γεμίσαν τα βουνά δροσιά κι η νερατζούλες άνθη, +Σημάδι εδειξ' ο καιρός αρμάδα κατεβαίνει +Μ' εξηνταπέντε κάτεργα κι εξηνταδυό φρεγάδες +Και πάνε για να πάρουνε Μεθώνη και Κορώνη + — Μεθώνη δος μας τα κλειδιά Κορώνη παραδόσου. + — Δεν είμαι Πάτρα να σκιαχτώ, Βοστίστα να κιοτέψω +Είμαι Κορώνη ξακουστή Μεθώνη παινεμένη +Έχω και Κορωνόπαιδα όλο παληκαράδες +Στα δόντια σέρνουν το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι +Θενά βαστάξω πόλεμο σαρανταπέντε χρόνια. + + + +Ο Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Δ Ι Α Κ Ο Υ +23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 + + + +Τρία πουλάκια κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι. +Τόνα τηράει τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζατούνι +Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει + — Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα +Μην ο Καλύβας έρχεται μην ο Λεβεντογιάννης +Ούτ' ο Καλύβας έρχεται ούτ' ο Λεβεντογιάννης +Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες. +Ο Διάκος σαν τ' αγροίκισε πολύ του κακοφάνη +Ψιλή φωνίτσα σήκωσε τον πρώτο του φωνάζει + — Το στράτεμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια +Δος τους μπαρούτι περισσό και βόλια με τις χούφτες +Γρήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα +Πούνε ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. +Πέρνουνε τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια +Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια + — Καρδιά παιδιά μου φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε +Ανδρείοι ωσάν Έλληνες κι ωσάν Γραικοί σταθήτε! +Εκείνοι φοβηθήκανε κι εσκόρπισαν στους λόγκους +Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες. +Τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες +Σχίστηκε το ντουφέκι του και γίνηκε κομμάτια, +Σέρνει και τ' αλαφρό σπαθί και στη φωτιά χυμάει +Έκοψε Τούρκους άπειρους κι εφτά μπουλουμπασίδες +Και το σπαθί του σχίστηκε απάν' από τη χούφτα +Κι έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις του εχθρού τα χέρια! +Χίλιοι τον πήραν από μπρος και δυο χιλιάδες πίσω +Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα + — Γένεσαι Τούρκος Διάκο μου τη πίστη σου ναλλάξης, +Να προσκυνάς εις το τζαμί την εκκλησιά ν' αφήσης; +Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και με θυμό του λέει· + — Πάτε και σεις κι η πίστη σας μουρτάτες να χαθήτε! +Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε να πεθάνω +Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες +Μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρήστε +Όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς κι ο Βάγιας ο Θανάσης. +Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει + — Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσα +Το Διάκο να χαλάσετε το φοβερόν το κλέφτη +Γιατί θα σβύση την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι. +Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάζουν +Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε, +Τους έβριζε την πίστη τους τους έλεγε μουρτάτες: + — Σκυλιά κι α με σουβλίσατε ένας Γραικός εχάθη. +Ας είνε ο Δυσεύς καλά κι ο καπετάν Νικήτας +Αυτοί θα φάνε την Τουρκιά, θα κάψουν το ντοβλέτι. + + + +Τ Ο Τ Α Μ Μ Α + + + + — Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η +καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα. + +Μεγάλη ήτο η θλίψις της κόρης κατά την ημέραν εκείνην. Έξαφνα — έξαφνα, +χωρίς να το θέλει και αυτή, ενώ επλανάτο χαρούμενη ανά τας μαγευτικάς +εκτάσεις του Παραδείσου, απλούν τι πράγμα, ένα κουνέλι άσπρο σαν πυγμή +από χιόνι που έφευγε δρομαίως υπό τας πρασιάς, την έκαμε να ενθυμηθή +τον μικρόν πατρικόν λαχανόκηπον και την χαμηλήν ερεικοσκεπή μάνδραν του +και τον πενιχρόν οικίσκον και την γραίαν μητέρα της. Η χαρά της εσβέσθη +ευθύς· το μειδίαμά της εξηφανίσθη· το ωραίον και παρθενικόν πρόσωπόν +της εσκυθρώπασε· ρυτίδες τινές διεγράφησαν επί του μετώπου και παρά το +μεσόφρυον ως εις πρόσωπον γραίας και εστάθη. Σιγά — σιγά η φαντασία της +έφερεν εμπρός της την μητέρα της, την μικρόσωμον εκείνην συμπαθητικήν +γριάν με το μαύρο γεμενί εις την κεφαλήν, με τας χείρας αδρανείς επί +των γονάτων, καθημένην καταμόναχην επί του κατωφλίου της θύρας της ως +μάγισσαν εις το σταυροδρόμι και μη στρέφουσαν να ίδη εντός του οικίσκου +φοβουμένη την ερήμωσιν και την σιωπήν του. Έβλεπε τα δάκρυα ν' +αναβλύζουν από τους γεροντικούς οφθαλμούς της και αργά να κυλίωνται επί +των μαραμένων παρειών και των πτωχικών φορεμάτων της· έβλεπε το σώμα +της ν' αναπηδά από τους λιγμούς και σχεδόν ήκουε το σιγαλό — σιγαλό +αναφύλλητο της. Και η Μαρούλα ενώ όλα γύρω της εχαίροντο, η φύσις αυτή, +τα πουλάκια, τα ζώα, και οι άνθρωποι οι πλανώμενοι ευτυχείς υπό τους +πρασίνους θόλους των δένδρων — η Μαρούλα εθλίβετο ότι δεν είχε την μάνα +της και προστρίβουσα με τα δάκτυλά της ένα φύλλον από κραμβολάχανο +απαλόν ως βελούδον, έλεγε με παράπονον: + + — Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η +καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα. + +Και τα δάκρυα της κόρης έσταζαν καυτά επάνω εις το δροσερόν +κραμβολάχανον. + + — Θέλεις να πας Μαρούλα στη μάνα σου; ερώτησε έξαφνα κάποια φωνή από +πίσω της. + +Η κόρη εστράφη και είδε τον Θεόν που την εκοίταζε με το ήμερον και +γλυκύ βλέμμα του. Εντράπηκε που άκουσε ο Θεός το μυστικό της, άναψε το +πρόσωπό της και εχαμήλωσε την κεφαλήν. + + — Ε Μαρούλα; Θέλεις να πας στη μάνα σου; ερώτησε πάλι ο Θεός μειδιών +πάντοτε. + +Η κόρη έμεινε άφωνος, κλίνουσα ακόμη περισσότερον την κεφαλήν, ως να +την εβάρυνε το βλέμμα του Παντοδύναμου. Αλλά και τι ν' απαντήση; Μήπως +δεν του έλεγε περισσότερα με την στάσιν της εκείνην, την πένθιμον και +συνάμα απελπιστικήν; Μη δεν ήξευρεν Αυτός τι αισθάνεται η μάνα για το +παιδί και το παιδί για τη μάνα; Πώς λαχταρίζει του ενός η καρδιά για +τον άλλον. Ποιος μπορεί ποτέ να ειπή ότι δεν θέλει να ιδή την μανούλα +του! .. . + +Ο Θεός που «ετάζει καρδίας και νεφρούς» είδε την καρδιά της Μαρούλας +και εγνώρισε τα αισθήματά της. Εκίνησε με οίκτον το σεβάσμιο κεφάλι του +και εχτύπησε ελαφρά τα παλαμάκια. Επρόσταξε + + — Ελαφάκι — κουδουνάκι κούκου κι έλα δω!... + +Αμέσως ένα έμορφο παρδαλό ελαφάκι με χρυσά κέρατα εφάνηκε μπροστά του. + + — Πάρε τη Μαρούλα να την πας στη μάνα της είπε. Μα κοίταξε. Να μην +αργήση να την στείλη πίσω γιατί ξέρει. . . Σκάφτω — λάφτω, την καρδιά +της θάφτω!... + +Το ελαφάκι είνε ο παντοτεινός αγγελιοφόρος του Θεού. Ταχύτερον και από +το φως έτρεχε τόρα εις τον αέρα και έφερε εις τις πλάτες του την +Μαρούλαν, ανυπομονούσαν να ιδή την μάνα της. Η κόρη ήτο το μόνον +αγαπημένον ον που είχεν αποκτήσει εις την γην η κυρά Διαμάντω. Είκοσι +χρόνια είχαν περάσει από την ημέραν των γάμων της και δεν απέκτησε +παιδί. Έβλεπε τας άλλας γυναίκας, τας συντρόφους της παιδικής της +ηλικίας, τας μικροτέρας της όλας με παιδί εις την αγκαλιά και άλλο +κρατούμενον από τα φορέματά των και εμαύριζε η καρδιά της. + + — Θεέ μου, δος μου ένα παιδάκι! παρεκάλεσε τέλος μίαν ημέραν που είχαν +ξεχειλίση τα μητρικά της αισθήματα· και άμα γίνη δέκα χρονών στείλε και +πάρε το μου! ... + +Η δέησίς της ήτο τόσον θερμή και ειλικρινής που ο καλός θεός την +εισήκουσεν. Εγέννησε την Μαρούλα. Πόσα υπέφερεν η πτωχή ως που να την +αναθρέψη. Εσύναζε κλήματα κατά την εποχήν του κλαδεύματος· αστάχυα κατά +την ώραν του θερισμού· ετρύγα εις τις σταφίδες και τα αμπέλια· +εξενόπλυνεν, εξενόρραπτεν, έκανε τα πάντα για να θρέψη καλά την Μαρούλα +και να την ενδύση καλήτερα. Όλαι αι φροντίδες της ήσαν έκτοτε δι' αυτήν +ο σκοπός διά τον οποίον έζη. Ήρχισε μάλιστα να της κάμνη και προικιά ως +προβλεπτική μάνα, με ευχαρίστησιν σκεπτομένη από τόρα την καλήν +αποκατάστασιν της κόρης της μίαν ημέραν. + +Έξαφνα όμως εις τον ωρισμένον καιρόν, όταν η Μαρούλα έγινεν ωραία +μελαχρινή κόρη δέκα ετών, η κυρά Διαμάντω ηναγκάσθη να ενθυμηθή το +τάμμα της. Το ελαφάκι με τα χρυσά κέρατα και το αστέρι εις το μέτωπον +εστάθη μια ημέρα εμπρός εις την πόρτα της και εζήτησε την κόρην. + + — Τι την θέλεις; Ποιος σέστειλε; ερώτησε η χήρα με αγωνίαν. + + — Ο Θεός. + + — Φουρτούνα μου! . . . εβόγγιξεν η κυρά Διαμάντω. + +Και έπιασε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της. Πάνε οι κόποι της! πάνε +και τα όνειρά της! Τι να κάμη όμως; Έβαλε σίδερο στην καρδιά της, +εστόλισε με ό,τι είχε καλήτερο την θυγατέρα της και την έδωκεν εις το +ελαφάκι. Και έμεινε πάλιν εις την πρώτην της ερημιάν. Το σπιτάκι της +εβυθίσθη και πάλιν εις την σιωπήν και εκείνη εις την λύπην και το +πένθος της. Διά τούτο και τόρα που της την έφερε πάλιν το ελαφάκι δεν +πιστεύει και στα ίδια της τα μάτια. + + — Μαρούλα μου! κυρά μου! αφέντρα μου! έλεγε σφίγγουσα αυτήν εις τας +αγκάλας της. + +Αι ημέραι περνούν η μία με την άλλην γρήγορα χωρίς αι δύο γυναίκες να +το εννοήσουν καθόλου. Ενόμιζαν ότι προ ολίγου είδεν η μία την άλλην. + + — Πώς επέρασες Μαρούλα μου; + + — Καλά μάνα μου, καλά. Όλα δεν έχουν άλλο σκοπό εκεί παρά να δοξάζουν +το Δημιουργό. + + — Και μένα; Με θυμόσουνα εμένα στον Παράδεισο; + + — Μόνο στην αγκαλιά της μάνας είνε ο Παράδεισος. + +Και η κόρη ελιγώνετο κάτω από τα φιλήματα της μάνας της και εμαζεύετο +μέσα εις την αγκαλιά της ως τον χειμώνα μέσα εις απαλά και ζεστά +φορέματα. Έξαφνα εθυμήθηκε τους λόγους του Θεού να γυρίση γρήγορα εις +τον Παράδεισο και το αυστηρό όσο και γλυκύ βλέμμα όταν απειλούσε: Γιατί +σκάφτω — λάφτω, την καρδιά της θάφτω!... + + — Μάνα μου, να φύγω πια! είπε. + + — Πού να πας; + + — Στο Θεό. + +Α! μπα! Δεν έπρεπε να φύγη, να την αφήση μοναχή, τόρα που εσυνήθισε +τόσο καλά εις την συντροφιά της. Έπειτ' από λίγο θα έλθουν αι μακραί +και παγεραί νύκτες του χειμώνος και πώς θα έκανε αύτη, έρημη και +καταμόναχη εις το παραγώνι της; Όχι· δεν έπρεπε να την αφήση. Ο Θεός +δεν είνε δα και τόσο κακός· δεν θα της θυμώση. Η γριά θα υπάγη ξυπόλυτη +εις την εκκλησίαν. Θα του κάψη σερνικό λιβάνι. Θα του ανάψη μια λαμπάδα +από κίτρινο κερί και θα τον παρακάλεση να την συχωρέση. Όχι, δεν έπρεπε +να της φύγη. + +Έτσι έλεγε η κυρά Διαμάντω για να κρατήση κοντά της την Μαρούλα. Ο Θεός +είνε τόσον υψηλά και τόσον άγνωστος η μορφή του, ώστε ο άνθρωπος δεν +τον συλλογίζεται παρά όταν έχη την ανάγκην του. Και η Μαρούλα ενόμιζε +ότι δεν τον είχε ανάγκη τόρα. Τα φτωχικά σπιτάκια του χωριού της ήσαν +τόσον ασφαλή οι μικρές και σαρακοφαγωμένες πόρτες των ωμίλουν εις την +ψυχήν της τόσον ζωηρά περί της ευτυχίας και αγάπης που βασιλεύει μέσα +εκεί, ώστε σχεδόν την εμάγευαν· αι χωρικαί της εφαίνοντο τόσον +γλυκομίλητες· τα παλλικάρια τόσον ευμορφοντυμένα και ευχαριστημένα από +την ζωήν των, οι γέροντες τόσον σεβαστοί και σοβαροί ώστε μικρόν κατά +μικρόν ευχαριστείτο να μένη εκεί ως ο κύκνος μέσα εις το νερό. Και τόσο +σε λιγάκι ελησμόνησε τον Παράδεισον και τα καλά του ώστε, όταν η μητέρα +της της επρότεινε τον Αντώνη για άνδρα της, η Μαρούλα εκοκκίνισεν ως τ' +αφτιά και εχαμήλωσε τα μάτια. + +Άμα οι λυγερές κοκκινίζουν και χαμηλώνουν τα μάτια, ψιθυρίζουσαι +μάλιστα ασυναρτήτους λέξεις, είνε σημείον ότι δέχονται τον γάμον. Η +κυρά Διαμάντω εννόησεν ευθύς τι ήθελε να ειπή η θυγατέρα της. Έσπευσε +λοιπόν να κάμη τον γάμον μη θέλουσα να χρονοτριβήση εις αρραβώνας από +φόβον μήπως χάση τον γαμβρόν. Και οι καλοί γαμβροί είνε πολύ ακριβοί +και δυσκολοεύρετοι εις τα χωριά. + + — Τι τις θέλεις τις μεγάλες δουλειές! Φαντασίες! Ένα «Κύριε λέησον» +έξω από την πόρτα! έλεγε εις την θυγατέρα της φοβουμένη μήπως της +ζητήση αναβολήν. + +Αλλά και η Μαρούλα ήτο της αυτής γνώμης. Για να ζήση καλά το ανδρόγυνο +έλεγε, δεν χρειάζεται να γίνη πολυτελής ο γάμος· ούτε είνε ανάγκη να +διαβάσουν την ευχή Δεσπότης ή Πατριάρχης. Αρκεί να είνε η αγάπη. Και +την αγάπη αυτήν την ησθάνετο από καιρού να καίη τα στήθη της για τον +Αντώνη. Όχι μόνον δεν ήθελε να αναβληθή ο γάμος, αλλά να γίνη όσον ήτο +δυνατόν γρηγορότερα. + + — Πέντε μέρες θέλουμε, θυγατέρα κι έπειτα δικός σου ο Αντώνης· της +είπεν η μάνα της διά να ησυχάση την ανυπομονησίαν της. + +Και η Μαρούλα εμετρούσε τις ημέρες εις τα δάχτυλα με λαχτάραν, +περισσότερον από όσην έχει η χωρική που περιμένει να της βγάλη τ' αυγά +η κότα της. + +Τέλος έφθασε η ωρισμένη ημέρα. Το σπιτάκι της από την αυγήν εβούιζε ως +κυψέλη. Έξω τα παιδιά του χωριού έπαιζαν, επήδων, εσύριζαν, μέσα δε οι +φιλενάδες της Μαρούλας εχόρευαν, ετραγουδούσαν επαίνους και ευχές διά +τους μελλονύμφους. Η Μαρούλα ευμορφοστολισμένη, με το κοντογούνι και το +φουστάνι από μουσελίνα και το στεφάνι εις το κεφάλι έμοιαζε σαν να +εκέρδισε το βραβείον της καλλονής. Εκάθητο κοντά εις τον Αντώνη, +στολισμένον και αυτόν με φουστανέλλαν, κεντητά μεντανογέλεκα, και +λεβέντικα το φέσι, από του οποίου κατέβαινε μέχρι του ώμου η φούντα, +κατάμαυρη ως του κοράκου το φτερό. Ο υμέναιος είχε τελειώσει· αι +γαμήλιοι ευχαί ειπώθηκαν απερίττως από τον παπάν του χωρίου, και τόρα +χωρικοί και χωρικαί ήρχοντο και έδιναν τας ευχάς και τας ευλογίας των. +Η κυρά Διαμάντω εγύριζε ακούραστη μέσα εις το σπίτι προσφέρουσα +ζαχαρωτά και ρακί εις τους χωρικούς. + + — Να ζήσουν τα παιδιά σου, κυρά Διαμάντω και με γιους. + + — Ο Θεός να δώση και στ' αρχοντόπουλά σας. + +Έξαφνα εκεί που πήγαινε να πάρη το ρακί από το τραπέζι επισωπάτησε με +φρίκην και έκλεσε τα μάτια. Το ελαφάκι εφάνη εις την πόρτα και με αργό +βάδισμα ήλθε ίσα εις την κυρά Διαμάντω: + + — Ο Θεός μ' έστειλε να πάρω τη Μαρούλα· είπε σοβαρά! Κοίταξε, είπε +καλά μην αρνηθής γιατί σκάφτει — λάφτει την καρδιά σου θάφτει. + +Και χωρίς να προσθέση άλλο τίποτα μέσα εις τον τρόμον και την +κατάπληξιν όλων, επήγε στην Μαρούλαν που εσημαζεύετο σαν πουλάκι κοντά +εις τον άνδρα της, την έρριξεν εις τις πλάτες του και εχάθη. + + — Ήταν θέλημα Θεού! θέλημα Θεού!... έκραξεν όταν συνήλθε χτυπώσα το +κεφάλι της με τα δυο της χέρια η κυρά Διαμάντω. + + — Και βέβαια! επρόσθεσε κάποιος από τους καλεσμένους. Ότι τάξουν του +Θεού πίσω δεν το παίρνουν. + + + +Ο Κ Α Β Α Λ Λ Α Ρ Η Σ + + + +Στο Βαρδάρι, στο Βαρδάρι και στου Βαρδαριού τον κάμπο +Δήμος ήταν ξαπλωμένος και του λέει ο πιστός μαύρος: +Σήκω, αφέντη μου να πάμε γιατί φεύγ' η συντροφιά μας. +Δεν μπορώ, μαύρε να πάμε τι κοντεύω να πεθάνω. +Σύρε σκάψε με τα νύχια με τ' αργυροπέταλά σου, +κι έπαρέ με με τα δόντια, ρίξε με μέσα στο χώμα. +Έπαρε και τ' άρματά μου, να τα πάγης των δικών μου +έπαρε και το μαντήλι, το χρυσό το δαχτυλίδι, +να το πάγης της καλής μου να με κλαίει όταν το βλέπει. + + + + +Η Ε Ξ Ο Δ Ο Σ Τ Ο Υ Μ Ε Σ Ο Λ Ο Γ Γ Ι Ο Υ +10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1826 + + + +Ποιος θε ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια +Πέρασ' από το Κάρλελι κι από το Μεσολόγγι +Κι εκεί ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια +Πώς κλαίν' οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες +Δεν κλαίνε για το σκοτωμό πως θε να σκοτωθούνε +Μα κλαίνε για το σκλαβωμό που θε να σκλαβωθούνε. +Ήταν Σαββάτο αποβραδύς, ανήμερα Λαζάρου +Τρανό τελάλη βάρεσαν μέσα στο Μεσολόγγι +Στις εκκλησίες μαζώχτηκαν όλοι μικροί μεγάλοι +Κι ένας τον άλλον έλεγε κι ένας τον άλλον λέει +Αδέρφια τι θα κάμωμε στο χάλι που μας ηύρε, +Είκοσι μέρες πέρασαν που ο ζαϊρές εσώθη +Φάγαμε ακάθαρτα σκυλιά και γάτους και ποντίκια· +Το Βασιλάδι έπεσε τ' Αντελικό εχάθη· +Ήρθαν και τα καράβια μας και πάλε πίσω πάνε. +Θανάσης Κότσικας φώναξε, Θανάσης Κότσικας λέει +Αδέρφια ας πολεμήσουμε τους Τούρκους σαν λιοντάρια +Και το γιουρούσ' ας κάμουμε για να διαβούμε πέρα· +Μπροστά θα βγούνε οι γέροι στη μέση οι γυναίκες. +Εγίνηκε το τσάκισμα μέσ' στου Μακρή την τάπια +Και το γεφύρι χάλασε και τα παιδιά πνιγήκαν. +Αρρώστοι, μέσα μείνανε μαζί με το Δεσπότη +Φωτιά στο κάστρο βάλανε κανένας δε σκλαβώθη. + + + +Α Ρ Η Σ Φ Ι Λ Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ + + + +Ορθώνεται υψηλό, τετράγωνο, βαρύ σαν κολοσσός το οικοδόμημα. Τα +παράθυρά του, τα δώματα, ανοίγονται εις τον αέρα και εις τον ήλιο. Οι +πόρτες του διάπλατες δείχνουν μαρμαροστρωμένες τις σκάλες του, +διαδρόμους πλακόστρωτους, τοίχους βαμμένους φιστικί που αντιλάμπουν σαν +καθρέφτες. + +Εμπρός εις την είσοδο και εις τους διαδρόμους ανάμεσα βουή και σάλαγος +στρατώνος. Βροντούνε τα σπαθιά, λάμπουν γαλόνια, αντιλαλούν αυστηρά +προστάγματα. Τι θυμός και ποια φρίκη! Σείονται και λυγίζονται κορμιά, +μάτια γιαλίζουν, μουστάκια στρίβονται· βροντά εις το πάτωμα το πάτημα, +φλυαρούν τα σπιρούνια: γλιν — γλιν!... γλιν — γλιν!... Ο Άρης βασιλεύει +μέσα εις το πλατύχωρο οικοδόμημα. Ντυμένος τον ολόχρυσον λεπιδωτόν +θώρακά του, με το μεγάλο σπαθί στο πλευρό και το βαρύ κοντάρι στο χέρι, +αρματοδροδεί ο θεός του πολέμου φοβερός. Ο λόφος της περικεφαλαίας του +χύνει ανεμοστρόβιλλο γύρω. Ο Δείμος και ο Φόβος τρέχουν εμπρός του, +σκορπίζοντας τον πανικόν. + +Η Ενυώ με το δαδί αναμμένο εις το χέρι κρατεί άσβεστη την αμάχη. Η +Διχόνοια, ο Θυμός και η Βοή τρέχουν κατόπιν του σπείροντας την φρίκην +και την απόγνωσιν... + +Έξαφνα ακούστηκε η προσταγή: + + — Αναφορά!. . . + +Αμέσως είκοσι — τριάντα άνδρες, ένας πίσω από τον άλλον, με βήμα +σταθερόν, με κορμί ορθόν και ζωντανό βλέμμα, μπαίνουν και παρατάσσονται +εις την γραμμήν. Όλοι φορούν το ίδιο μαύρο φόρεμα· κρατούν τα πιλίκια +εις την αριστεράν μασχάλη· κρέμεται το σπαθί στο πλευρό ακίνητο· πέφτει +δεξιά το χέρι και το κεφάλι ορθοκάθεται εμπρός με τα μάτια ατενώς. +Απέναντι ένας γηραλαίος κύριος με την ίδια στολή, με την ίδια στάσι. Το +βλέμμα του γλυστρά από τον ένα εις τον άλλον, από τα πόδια ως την +κεφαλή, ερευνητικό, αυστηρό. Και από το άφωνο εκείνο βλέμμα σαν να είνε +μαγνητικό κουμπί, αναταράσσονται εις την τάξιν όλοι. Ένα πόδι τραβιέται +έξαφνα πίσω· ένα χέρι κολλά εις το μηρί· κάποια δάχτυλα περνούν αστραπή +εμπρός εις το στήθος· ένα σπαθί πατά στο πάτωμα δειλά, τακ! Και ψηλά +εις τους τοίχους μέσα από τις μεγάλες χρυσές κορνίζες, κοιτάζουν οι +συνάδελφοι, περασμένοι συνάδελφοι, λησμονημένοι ήδη με το ίδιο αυστηρό +βλέμμα, αλλά και με χαμόγελο αγαθοσύνης, ίσως ειρωνικό, ξένοι από τον +κόσμο τούτο και την πειθαρχία του. + +Έξαφνα προβάλει ένας δυο βήματα και λέγει: + + — Λαμβάνω την τιμή ν' αναφέρω ότι παραδίδω υπηρεσίαν. + +Προχωρεί άλλος και προσθέτει: + + — Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παραλαμβάνω υπηρεσίαν. + +Άλλος: + + — Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παρουσιάζομαι ως τοποθετηθείς +ενταύθα. + +Και άλλος: + + — Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι επανέρχομαι ληξάσης της αδείας +μου.. . + +Έπειτα αρχίζει το διάβασμα της Ημερησίας Διαταγής. Ακούονται: ο Παλαιός +Στρατών, τα Παραπήγματα, οι φυλακές Αβέρωφ. Μνημονεύονται ονόματα, +τοποθεσίες, συντάγματα, υπηρεσίες. Αναφέρονται τιμωρίες, νουθεσίες, +έπαινοι, παρατηρήσεις. Και μέσα εις την νεκρικήν σιγήν, επάνω από τ' +ακίνητα εκείνα κορμιά και τας νεκράς θελήσεις, ακούεται έξαφνα μια φωνή +που παγώνει το αίμα εις τις φλέβες και φέρνει στα μάτια το δάκρυ. + + Ωχ, Ωχ!... + +Είνε ο πόνος που έρχεται από κάπου γύρω αόρατος. Είνε το άσθμα που +ξεσπά σε αγωνίαν. Είνε πολλές φορές ο ρόγχος του θανάτου. Ότι όμως και +αν είνε πόνος ή ρόγχθος η υπηρεσία δεν ανησυχεί· η πειθαρχία δεν θέλει +να τον ακούση. Κάπου ίσως να παίξη ένα βλέμμα συμπαθείας. Σε κάποιο +κρανίον μπορεί να σχηματισθή ένας θλιβερός συλλογισμός. Μα μόνον ως +εκεί. Αλλά να εκδηλωθή σε κίνηση όχι. Τα κορμιά εξακολουθούν να μένουν +ακίνητα, τα πρόσωπα αυστηρά και η φωνή του ανωτέρου αποδίδει τι δίκαιον +μονοκόμματη, χτυπητή και τελειωτική σαν μπαλταδιά: + + — Δέκα ημέρες φυλάκισις! εξαήμερος κράτησις! περιορισμός! Εγκρίνεται +— δεν εγκρίνεται· να γίνη έγγραφον! να σταλή εις το σώμα του!... + +Κι ενώ ξεστομίζονται αυτά, οι φυσιογνωμίες γύρω μένουν απολιθωμένες ως +να μη λέγεται γι αυτούς, ως να μην ενδιαφέρουν αυτούς· να μη θίγουν τα +συμφέροντά τους, τη ζωή τους, την ελευθερία τους, την υπαρξίν τους. Ένα +χαλάζι καταστρεπτικό είτε ένας ήλιος ζωογόνος πέφτει απάνω εις τα +πλάσματα του Θεού κι εκείνα τον δέχονται με την αυτήν υπομονήν, με την +αυτήν εγκαρτέρησιν. + + — Δέκα ημέρες φυλάκισις! + +Τέλος αντήχησε η προσταγή: + + — Διάλυσις!... + +Και μέσα εις το σούσουρο που σηκώνεται παρόμοιο με σάλαγος +φουσκοθαλασιάς ακούεται καμπάνας κλαγγή: + + — Στους θαλάμους!... επίσκεψις!... πετά από στόμα σε στόμα. + +Τρέχουνε αμέσως δώθε κείθε τα γαλόνια. Στρατιώτες, υπαξιωματικοί, +αξιωματικοί, ανακατεύονται, συναλλάσσονται, προστάζουν, φωνάζουν, όπως +το πλήρωμα πλοίου καταληφθέντος υπό θυέλλης. Μην είνε τάχα πολεμική +κραυγή, εφόδου καμπανοχτύπημα; Μην αίμα θα τρέξη και θα πέσουν κορμιά; +Ωιμέ τι έχει να γένη! Να τοι, έρχονται!... Αλλά δεν είνε άγριοι πια, +δεν είνε πολεμόχαροι. Τα στριμμένα μουστάκια δεν φοβερίζουν τον ουρανό +και τα μάτια είνε ιλαρά, παιγνιδιάρικα. Στα πρόσωπά τους κάθεται γαλήνη +και συμπάθεια. Σεμνή χαμογελούσα η Επιστήμη προπορεύεται. Κι εκείνοι +την ακολουθούν πρόθυμα μ' ένα κονδυλοφόρο εις το χέρι τους καθένας. Την +ακολουθούν και χάνονται μέσα εις τους θαλάμους, που η αρρώστεια +βασιλεύει και ενεδρεύει ο θάνατος. + +Τα πατήματα γίνονται ελαφρά, οι φωνές συμπαθητικές. + + — Καλημέρα, παιδί μου. + + — Πως είσαι, λεβέντη μου; + + — Πού πονείς; + + — Θα περάση ... ησύχασε... + + — θα γράψουμε της μάνας σου ναρθή... + + — θα σου δώσουμε άδεια. Κάνε υπομονή. + +Και τα προστάγματα γίνονται απλά σαν κουβέντα, σαν φιλική σύστασις. + + — Ήμισυ. + + — Δύο σούπες. + + — Μία οκά γάλα, τέσσερα ωά. + + — Νηστεία. + +Και το βαρύ τετράγωνο οικοδόμημα δεν μοιάζει πια στρατώνας, αλλά ναός, +μέγας και σιωπηλός ναός που τελείται μυσταγωγία. Κάπου ν' ακουσθή +κανείς καλπασμός αγγελιοφόρου. Κάπου να φανή καμία στρατιωτική στολή. Ο +θυρωρός μισοκοιμάται ξαπλωμένος στο κάθισμά του. Οι διάδρομοι χάσκουν +αδειανοί. Οι τοίχοι και το πάτωμα αλληλοκαθρεφτίζονται στην λάμψιν τους +φιλάρεσκα. Και τα σπαθιά τ' αράθυμα, κοίτονται τόρα σωριασμένα εις τις +γωνίες σαν περιττά παλιο — σίδερα. Κλαίνε τη λεβεντιά και τη μοίρα +τους. Κανείς δεν τα χρειάζεται· ούτε θα χύσουν αίμα, ούτε θα λιανίσουν +κόκκαλα. Ο Άρης ο δικός τους ευνουχίστηκε... + +Όμως την ίδια ώρα κάποιος ίσκιος εφάνηκε. Είνε η Υγεία. Δάφνινο στεφάνι +κάθεται στο κεφάλι της. Ένα ραβδί στο χέρι και στο άλλο φιάλη ολόχρυση. +Μεγάλο φίδι, μακρύτατο, διπλώνεται και ανεβαίνει από τη μέση στους +κόρφους της. Βαδίζει αργά και μεγαλόπρεπα η Υγεία. Την ακολουθούν η +Ιασώ, η Πανάκεια και ο Τελεσφόρος, τυλιγμένοι σε μακρυά πέπλα. Μπαίνουν +ελαφρά από θάλαμο σε θάλαμο, πλησιάζουν εις τα κρεββάτια των άρρωστων, +εδώ αφίνουν τον Ύπνο — ένα φτερωτό σγουρόμαλλο παιδί που ακουμπά σε +λαμπάδα και κρατεί αγκαλιές παπαρούνες· εκεί παραιτούν τα Όνειρα — κάτι +παιδιά παχουλά, ωμορφοντυμένα, γελαστά. Και στην παρουσία τους τρέχουν +να κρυφθούν φοβισμένες οι Ασθένειες ο Πόνος και αυτός ο θάνατος. + +Η Υγεία έτσι προχωρεί με την καλόβουλη συντροφιά της, φθάνει εμπρός εις +τα σπαθιά. Τα κοιτάζει με συμπάθεια κι εκείνα, σαν να βλέπει άρρωστο, +χαμογελάει. Έπειτα βουτά το κρινάτο χέρι της στο υγρό της φιάλης, το +τινάζει απάνω τους και ψιθυρίζει πονετικά: + + — Να μη βασκαθήτε!... + + + +Τ' Α Ρ Μ Α Τ Α + + + +Τ' ανδρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται +Μόν πρέπει να είνε σ' εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργιώνται. +Να κρέμωνται ψηλά ψηλά σ' αραχνιασμένον πύργο +Σκουριά να τρώει τ' άρματα κ' η γη τον αντρειωμένο. + + + +Ν Α Υ Μ Α Χ Ι Α Τ Η Σ Κ Α Σ Α Ν Δ Ρ Α Σ +1807 + + + +Μαύρο καράβι αρμένιζε στα μέρη της Κασάνδρας +Είχε πανιά κατάμαυρα και τ' ουρανού παντιέρα +Εμπρός κορβέτα μ' άλικο μπαϊράκι της εβγήκε +Μάινα, φωνάζει, τα πανιά! Ρίξε τα, λέγει, κάτω! +Δεν τα μαϊνάρω τα πανιά κι ουδέ τα ρίχνω κάτω +Μη με θαρρείτε νιόνυφη να βγω να προσκυνήσω +Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκαβάλα +Τράκο λεβέντες! Ρίξετε στην πλώρη το καράβι! +Των Τούρκων αίμα χύσετε, άπιστους μην ψηφάτε! +Οι Τούρκοι βόλταν έρριξαν κι εγύρισαν την πλώρη +Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με το σπαθί στο χέρι. +Στα μπούνια τρέχουν αίματα, θάλασσα κοκκινίζει +Αλλάχ Αλλάχ! οι άπιστοι κράζουν και προσκυνάνε. + + + +Τ Ο Ζ Ο Υ Δ Ι Ο + + + +Κατά τον περασμένο Οκτώβριο εβγήκα μία ημέρα εις το κυνήγι. Είχε βρέξη +και το χώμα ήτο μαλακό και εβούλιαζε εις το πάτημα ως παχύμαλλο +καινούργιο ταπέτο. Αι πρώται πνοαί του φθινοπώρου είχαν έλθη και τα +δέντρα ήρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους, τα οποία κίτρινα υπεχώρουν εις +το παραμικρόν φύσημα του ανέμου. Τ' αμπέλια ήσαν έρημα. Κανείς δεν +εγύριζε να τα ιδή τόρα που έχασαν τον γλυκόχυμον καρπόν τους, όπως μια +μαραμένην καλλονήν. Ο μούστος έβραζεν εις τα βαρέλια και επερίμενε τον +Άι δημήτρη διά να χυθή εις τα ποτήρια και να δροσίση τα διψασμένα χείλη +κάθε κρασοπατέρα. + +Αφού επλανήθην επί πολύ και έκαυσα την μπαρούτη ανωφελώς, εκάθισα το +μεσημέρι κοπιασμένος κάτω από μίαν λεύκαν, κοντά εις το χείλος διαυγούς +ρυακίου. Έβγαλα από την τσάντα μου ολίγον ψωμί και τυρί, έρριξα το +ανάλογο μερίδιον εις τα σκυλιά και έφαγα το υπόλοιπον με μεγάλη όρεξι. +Μετά εξηπλώθην εις τον ίσκιο της λεύκας και αφού εσκέπασα με την ψάθα +το πρόσωπόν μου προσεπάθουν να κοιμηθώ. + +Φαίνεται όμως ότι δεν ήτο πεπρωμένον να κοιμηθώ, διότι μόλις ήρχισε να +με κυριεύη η νάρκη, η προηγουμένη του ύπνου, τα σκυλιά ήρχισαν να +γαυγίζουν δυνατά. Εσήκωσα το κεφάλι και είδα ερχόμενον προς εμέ με το +όπλον επ' ώμου τον αγροφύλακα. Τον εγνώρισα από τον μαύρον +στεμματοφόρον σκούφον του. + + — Γεια — χαρά· είπε πλησιάζων και στηρίζων κατά γης το όπλον του. + + — Καλώς τονε. + + — Βάρεσες τίποτε; + + — Όχι... δε βρήκα. + + — Έχεις καπνό; Έχω από προχτές να πάω στο χωρό και κάηκα για τσιγάρο. + + — Έχω· πάρε· του είπα, και του έδωσα φύλλον σιγαροχάρτου. + + — Δε θέλω χαρτί· φουμάρω με πούσι. Και έδειξε μικρόν και λεπτόν φύλλον +αραβοσίτου που μεταχειρίζονται αντί σιγαροχάρτου για οικονομίαν οι +περισσότεροι χωρικοί. + +Του έδωκα καπνό και έκαμε τσιγάρο. Αλλά παρετήρησα ότι από καιρού εις +καιρόν εσήκωνε τα μάτια και με κοίταζε με κάποια περιέργεια και +ανησυχία. + + — Έλα κάτσε· του είπα. Γιατί στέκεσαι και σε βαρεί ο ήλιος; + + — Όχι! μου είπε χαμογελώντας. Σ' αυτό το δέντρο δεν κάθουνται οι +άνθρωποι. + + — Γιατί; + +Αντί να απαντήση άπλωσε το χέρι και μου έδειξε την ρίζαν του δέντρου. +Γύρω εις τον κορμόν της λεύκας το χώμα ήτο σκαμμένο και απάνω του +αφημένο ένα σκουριασμένο τσεκούρι. Εις την ρίζαν του κορμού ήσαν +ανοιγμένοι τέσσερες λάκκοι και μέσα εις αυτούς είχαν εμπηχθή τέσσερα +χοντρά και μεγάλα καρφιά. Εγύρισα και κοίταξα με απορία τον αγροφύλακα. + + — Πάμε εκεί κάτω και σου λέω· μου απάντησε. Εσηκώθην και τον +ηκολούθησα κάτω από μικράν αχυρίνην καλύβα. Εκεί μου διηγήθη τα +ακόλουθα: + +Εσείς οι γραμματισμένοι θαρρείτε πως τα ξέρετε ούλα· μα τίποτα δεν +ξέρετε με συμπάθειο. Τι το ώφελος σαν ξέρεις γράμματα και δεν ξέρεις να +φυλάξης τη ζωή σου; + +Ο οξωμάχος γνωρίζει καλήτερ' από σένα πως η καρυδιά λόγου χάριν ή η +καστανιά έχουν βαρύν ίσκιο και δεν πάει να κάτση από κάτω της. Πόσοι +δεν τόπαθαν το κακό! Άλλος ξύπνησε πιασμένος· άλλος στραβός, άλλος +άλαλος κι άλλος με ξυλιασμένα πόδια. Αμ τι; όσα φέρν' η ώρα δεν τα +φέρν' ούλος ο χρόνος. + +Με τούτο θέλω να σου ειπώ, πως το δέντρο που έγειρες να κοιμηθής είνε +στοιχειωμένο. Είδες τα περόνια και το τσεκούρι; Εδώ και δέκα χρόνια +κάρφωσε ο Ζούδιαρης εκεί το Ζούδιο του κατακαϋμένου του Αντώνη... Πήγε +απ' αγάπη το δυστυχισμένο το παιδί. Και τι παιδί! μάλαμα! Σταλιά νερό +δε θόλωνε ποτέ του. Την Κυριακή σα νύφη περπάταγε στο παζάρι· την +καθημερινή δούλευε σα σκυλί. Κοίταζε όπως όπως να οικονομήση τις δόλιες +του αδερφάδες. Ο πατέρας του ήταν αρρωστιάρης· ποτέ δεν έβλεπε γεια. +Μια λυκοφαμελιά και όλοι από τον Αντώνη κρεμόσαντε. + +Μα είδες που λέει: κάθε φτωχός κι η Μοίρα του. Δεν έσωναν τα τόσα που +τράβαγε, πήγε ν' αγαπήση κι όλα. Και ποια ν' αγαπήση; Μια που δεν ήταν +για δαύτονε. Ήταν πλούσια η κόρη, με γράμματα και με καλά πιθέματα. +Έπειτα ήταν και ξένη. Εγώ — τι να σου ειπώ — τις ξένες δεν τις χωνεύω. +Αλλοιώς είνε μαθημένες κι αλλοιώς βρίσκουν: Παπούτσι απ' τον τόπο σου +κι ας είν' και μπαλωμένο. + +Ξέχωρ' απ' αυτό η κόρη ήταν παιγνιδιάρα αλαφαλού. Ήξερε, που λες, πως +τον πλούσιο ότι κι αν τον πουν δεν τον φτάνουν τα λόγια. Εμείς οι +φτωχοί είνε να στεκόμαστε μη στάξη και μη βρέξη. Κάλλιο νάβγη το μάτι +σου παρά τ' όνομά σου. + +Ο Αντώνης ήταν ώμορφος, πολύ ώμορφος νέος. Ήξερε κάτι γραμματάκια, +έλεγε κάποτε και τον Απόστολο στην εκκλησία. Θες από δω, θες από κει +έπιασαν την αγάπη. + +Εδώ στα δικά μας τα χωριά τόχουμε. Κάθε νιος δουλευτής, τα πρώτα λεφτά +που θα πάρη απ' τη δουλειά του, θα κάμη μια αλλαξιά ρούχα. Έπειτα δεν +τον γνοιάζει πια· τα δίνει όλα στο σπίτι. Εμ καρολόγος είνε, εμ +τσαγκάρης, εμ σκαφτιάς, τη γιορτή θα είνε φριγγί. + +Έτσι κι ο Αντώνης. Μα τόρα το παράκανε Γιορτή καθημερνή ένα το είχε: +Καθισιό κι αναπαή κι από καιρού καζάντι. Στο σπίτι του άρχισαν να +πεινάνε. + + — Γιατί, παιδί μου. δεν πιάνεις δουλειά; τον ρώταγε η κακομοίρα η μάνα +του. + +Δεν έχει δουλειά· έλεγ' εκείνος βάζοντας το κεφάλι κάτου. + +Κι έφευγε· μα όποιος τον έβλεπε ένοιωθε με τι ντροπή έλεγε το λόγο. Ωχ! +κλαίγε τον οποίος πιαστή σε αγάπη. Του πουλιού ο νους στο κεχρί +κρέμεται. + +Σε λίγο εμαθεύτηκε στο χωριό πώς ο Αντώνης αγάπαγε τη Φροσύνη — έτσι +την έλεγαν τη νια. — Ο κόσμος, καθώς ξέρεις, και στην αγάπη ακόμα δεν +κατηγορεί παρά το φτωχότερο. Ο πλούσιος ότι κι αν κάμη καλά καμωμένα: +Του φτωχού είνε καρύδια και βροντάνε· του πλούσιου είνε σύκα και δεν +ακούγονται. Σα να λέμε ο φτωχός δεν πρέπει, νάχει καρδιά· δεν πρέπει ν' +αγαπάει! + +Πολλοί του το είπαν του παιδιού. — Όπου δε φτάνει το χέρι σου μην +απλώνης. + +Η μάνα του η άμοιρη σαν τ' άκουσε την έπιασε ο χτύπος — ήταν αρρωστιάρα +η δόλια — κι έμεινε τρεις ώρες ξερή. Όχι πώς δεν το ήθελε η γριά να +πάρη ο γιος της τη Φροσύνη. Θες στραβέ τα μάτια σου; — μαγάρι να είχα +τόνα. Ποιος δε θέλει το καλό; Μα ένοιωθε πως ήταν δύσκολο να γένη και +φοβότανε μη χάση το παιδί της. — Το παιδί μου δεν πάει τον ίσιο δρόμο! +έλεγε κουνώντας το κεφάλι. + + — Τ' είν' το κακό που σε συγκολλήθηκε παιδί μου. Βγάλτο να μη σε φάει +και χαθούμε. Η κοπέλλα δεν είνε για το φτωχικό μας. + + Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά + και θα λυγίση ο κλώνος + και θα σου φύγη το πουλί + και θα σου μείνη ο πόνος! + +Μα πού να ιδή, πού ν' ακούση ο Αντώνης. + + — Μ' αγαπάει· έλεγε. + +Κι έτσι με την ελπίδα ζούσε. + +Πέρασαν κάμποσα χρόνια· η Φροσύνη ήταν στον καιρό της· δεκαεφτά χρονών +κορίτσι. + +Εδώ στα χωριά μας ότι είνε να γένη πρώτα — πρώτα θα το μάθουν οι +γυναίκες. Την ημέρα έξω στις αργατιές και το βράδυ — βράδυ στις αυλές +τους κάθουνται και τα ξομπλιάζουν η μια με την άλλη. + + — Τάμαθες κυρά Γιάννενα; Τως και τως ο τάδε με την τάδε. + + — Τι λες καλότυχη; αλήθεια! + + — Ναι, ναι· — μα την ψυχούλα μου την αμαρτωλή! Αμ' εγώ τα μυρίστηκα +από καιρού, αδερφή δεν τάλεγα;... Κι είνε — πού ήσαι — είνε κι η άλλη +δουλειά· άκουγεμε μένα. + + — Θε μου γλύτωνε που καταντήσαμε! + +Και μαγουλοτραβιόνται τάχα. + +Έτσι εμαθεύτηκε σε λίγο πως τη Φροσύνη την πέρνει ένας έμπορος από την +Πάτρα. + +Ο Αντώνης τόμαθε. — Είνε ψέμα! είπε. Κι είχε δίκιο να ειπή πως είνε +ψέμα το παιδί, αφού η κόρη του έκανε νοήματα ακόμη. + +Σε λίγο γίνηκαν και οι αρρεβώνες. Ξέρεις πώς γένονται οι αρρεβώνες εδώ. +Δύο τρεις πάνε τη νύχτα με το γαμπρό και τον παπά στο σπίτι της νύφης, +αλλάζουν το δαχτυλίδι και τελειώνει η δουλειά. + +Ο Αντώνης πού ν' ακούση, πού να πιστέψη τέτοιο πράμα! Βλέπεις η αγάπη +στραβώνει. + +Έπειτ' από λίγο έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Ο γαμπρός ήρθε και ο γάμος +θα γινότανε την Κυριακή. + +Από τότες έπαψε και η κόρη να κάνη νοήματα του Αντώνη. Όπου τον έβλεπε +του γύριζε τις πλάτες... Α! δε θέλεις άλλο ψευτότερο πράμα από τη +γυναίκα. Σήμερα μπορεί να σου λέει πως πεθαίνει κι αύριο να σου κουνάει +κλαρί. Κάπου μ' είδες κάπου σ' είδα. + +Ο Αντώνης ήταν παιδί με καρδιά· δεν είπε τίποτα. Μάλιστα πήγε μαζί με +το συμπεθεριό στην εκκλησία, φίλησε και τα στεφάνια... Εγώ ήμουν σ' ένα +στασίδι αντίκρυ και τον κοίταζα. Ήταν κίτρινος σαν το θειαφοκέρι· τα +χείλη του μαραμένα έτρεμαν. Πήγε σιγά, φίλησε τα στεφάνια, έπειτα +γύρισε και ακούμπισε σε μια κολώνα. Έβγαλε το μαντήλι και τόβαλε στα +χείλη του. Το μαντήλι μάτωσε. + +Από τότε το κατάλαβα. + + — Κρίμα στο νιο! είπα μέσα μου + +Όταν γύρισε στο σπίτι ο Αντώνης ηύρε τη μάνα του στη γωνιά να κλαίη ... +Την έτρωγαν τα φίδια. + + — Σώπα, καϋμένη μάνα. που κλαις! είπε της γριας να την παρηγορήση. +Έτσι ήταν γραφτό, Εγώ το ξέρω· πάντα άτυχος θα είμαι. + +Κι έπεσε στη δουλειά με τα μούτρα. Ήταν η εποχή που καίνε τα καμίνια +για κεραμίδια. Μπήκε σύντροφος σ' ένα καμίνι κι έβγαζε παράδες. Δέκα +δραχμές το μεροκάματο του ερχότανε. + +Η κακομοίρα η μάνα του πέταγε από τη χαρά της. + +Πάει το παιδί μου. ξέχασε! έλεγε. Ο Θεός με λυπήθηκε. + +Μα δεν το χάρηκε πολύ. Μια βδομάδα ήταν όλη η προκοπή του Αντώνη. +Έπειτα παράτησε το καμίνι κι έτρεχε δώθε κείθε στις εξοχές· ούλο τ' +απόσκια έπιανε. + +Μια φορά έλειψε κάμποσες ημέρες από το σπίτι. Η μάνα του υποψιάστηκε. + + — Τι να έγινε το παιδί μου; είπε. + +Κι επήρε τις αργατιές ρωτώντας τους στρατολάτες, και μυρολογώντας +αδιάκοπα. Πού δεν επήγε; ποιον δεν ερώτησε; Τα πόδια της έβγαλαν νερό +από τις στράτες· τα φουστάνια της εκουρελιάστηκαν από τ' αγκάθια. Το +ηύρε τέλος μέσα σ' έναν τράφο και μαυλίζοντάς το σαν σκυλάκι το έφερε +στο σπίτι της. Μα πώς το έχασε πώς το ηύρε! Όλοι το ένοιωσαν πως έπαθε +απ' αγέρι. Κάποιος είπε πως το είδε να ξεμεσημεριάζεται κάτω από μιαν +αγριλιά — ξέρεις η αγριλιά έχει βαρύν ίσκιο. + +Η γριά έπεσε στου Θεού τα χέρια. Έταζε λαμπάδες, έκανε παράκλησες, +επήγε με τα γόνατα στην Παναγία· μα το παιδί όλο στο χειρότερο. Κάθε +Κυριακή το έφερναν στην εκκλησιά και το απόθεταν σωρό — κουβάρι μπροστά +στην Ωραία Πύλη. Εκαθόταν ως την ώρα που θα έβγαιναν τ' Άγια ήσυχο και +ακίνητο σαν ζωντόβολο. Με μόλις ακουγόταν από μέσα η φωνή του παπά «τας +θύρας... τας θύρας!...» έβανε κάτι αγριοφωνές που έτριζαν τα γιαλιά +της εκκλησιάς και ίδρωναν τα εικονίσματα. Ίδρωναν τα εικονίσματα κι +ετρόμαζε ο λαός από τα λόγια του. Κάτι τι λάγνο και κάτι βρωμερό +εμόλυνε για μιας του ναού τ' άδυτα, έφερνε τη ντροπή και στων γερόντων +τα πρόσωπα. Και ποιος να το κρατήση, ποιος να το συμμαζέψη τότε; Έκοβε +τα σχοινιά, εχτύπαε τις αλυσσίδες, όσο που έπεφτε λυποθυμισμένο στις +πλάκες. + +Είδαν κι απόειδαν έστειλαν να φέρουν το Ζούδιαρη από το Ιμάμ Τσαούση. + + — Έχει τον Ανάποδο μέσα του· είπε ο Ζούδιαρης άμα είδε το παιδί. + +Ο Ανάποδος — θα έχης ακουστά — είνε ένας διαβολάκος τόσος δα, μια +πιθαμή. Όπου γίνεται τραπέζι, όπου φιλονεικούν, όπου χαρτοπαίζουν εκεί +βρίσκεται. Αν τύχη και βλαστημήση κάποιος την ώρα που ο άλλος πίνει ή +χασμουριέται, μπαίνει μέσα του και του βυζαίνει το αίμα... Για κείνο — +άκου που στο λέω — άμα ακούς και βλαστημάν να φτεις... Μη γελάς· δεν +ξέρω, μπορεί να μην είνε τίποτα· κάνε το εσύ: Το καλό πάντα καλό είνε. + +Το παιδί σαν αντίκρυσε το μάτι του Ζούδιαρη έπαψε τις φωνές και λάιασε. +Ηύρε το μάστορή του είδες που λέει. + +Ο Ζούδιαρης είπε σε καμιά δεκαριά ανθρώπους να πάρουν τα ντουφέκια τους +και να πάνε κοντά του. + +Εγώ — είμαστε μια πόρτα με τον Αντώνη — είδες που λέει: ο Θεός κι ο +γείτονας· πρώτα θα ιδής το γείτονά σου κ' έπειτα τον ήλιο — πήρα το +ντουφέκι μου, το γιόμισα με το ζερβί χέρι — έτσι μας είπε ο Ζούδιαρης +και πήγα κοντά. Σε λίγο ήμαστε όξω από το χωριό. Μπροστά πήγαινε το +παιδί ήσυχο σαν αρνάκι. Πίσω πήγαινε ο Ζούδιαρης με τα περόνια και το +τσεκούρι στα χέρια· και παραπίσω εμείς. + + — Να τος! βαρείτε του! μας λέει ο Ζούδιαρης σαν είδε ένα δέντρο. + +Εμείς δεν είδαμε τίποτα από το φόβο μας ρίξαμε στα στραβά. Μπαμ! μπουμ! +κόσκινο το δέντρο. + + — Δεν τον πετύχαμε· λέει ο Ζούδιαρης. Να τος, πέρα πάει.. . + +Και άρχισαν τα τρεχάματα, μπροστά εκείνος με το παιδί και πίσω εμείς, +μέσα στα χωράφια και τις σταφίδες λαχανιάζοντας. Σε κάθε δέντρο που +απαντούσαμε διάταζε ο Ζούδιαρης και αδειάζαμε τα ντουφέκια. — Μπαμ! +μπουμ! + +Μας παίδεψε ο αναθεματισμένος. Γυρίσαμε από τον Άιθανάση στ' +Αληκανιωτέικα, το Καταράχι, τα Κατσαπέικα, μα τίποτα. + +Ο Ζούδιαρης το είχε ειπωμένο: + + — Είνε δυσκολοβάρετος ο Ανάποδος. + +Να μην τα πολυλογώ φτάσαμε και στη λεύκα, που έγειρες να κοιμηθής. +Καθώς βλέπεις, άλλο δέντρο μεγάλο δεν είνε εδώ πέρα. + + — Σταθήτε· μας λέει ο Ζούδιαρης· εδώ θα κάτση· αλλού δεν έχει να πάη. +Ετοιμάστε τα ντουφέκια σας και άμα σας πω βαράτε. + + — Μπαμ μπουμ! ρίξαμε άμα μας είπε. + + — Άου! άου! άου! ούρλιασε το παιδί. + +Το πετύχαμε το ζούδιο. Μα έννοια σου κι εμείς διορθωθήκαμε! Αλλουνού +έσπασε το ντουφέκι, άλλος αιματοκυλίστηκε. Εμένα μου φάνηκε πως μ' +έπιασε κάποιος από τη μπούκα μ' έσπρωξε κ' έπεσα ανάσκελα στον τράφο. + +Μα ο Ζούδιαρης κάρφωσε στο δέντρο το ξωτικό. Άξαφνα νοιώθομε μια +μυρουδιά σαν καϋμένη θειάφι κι ακούμε ένα φοβερό και παράξενο γέλοιο κι +ένα φρου!... απάνω από το κεφάλι μας, σαν όταν σηκώνονται από τη βοσκή +μπουλούκι αγριόπαπια. Τότε έδωκε το στερνό χτύπημα κ' είπε το +φοβερώτερο ξώρκι ο Ζούδιαρης. + + — Πάει να χαθή· το καρφώσαμε· είπε. + +Και απίθωσε το τσεκούρι χάμω για να το βλέπουν οι οξωμάχοι να μη +ζυγώνουν. + +Πήγαμε τότε να πάρουμε κ' εμείς το παιδί. Ήταν χάμου ξαπλωμένο, +κατακίτρινο και ξυλιασμένο. Το σηκώσαμε, το πήραμε στα χέρια, το πήγαμε +στο σπίτι και το ξαπλώσαμε στο κρεβάτι, + +Το δόλιο! δεν ήταν γραφτό του να σηκωθή. Ο Ζούδιαρης άργησε να βάλη το +χέρι του. Το ζούδιο που φώλιαζε μέσα του, του είχε βυζάξει όλο το αίμα. + +Δυο τρεις ημέρες και πάει χάθηκε το παιδί. + + + +1 8 2 1 + + + +Κλείσαν τα κάστρα κλείσανε, κλείσαν και τα δερβένια, +Κλείσαν και της Τριπολιτσάς το παινεμένο κάστρο, +Κλείσαν και τον Καμίλ μπέη τον Κοθρινό τον Μπέη +Που ήταν κορώνα στο Μωριά, λελούδι μέσ' στην Πόλη. +Τα γράμματα πάν' κι έρχονται στη νένε του στην Κόρθο + — Φλωριά κι αν έχεις δόσετα γρόσια μην τα λυπάσαι + — Φλωριά δε θέλουν οι Έλληνες γρόσια για να τους δώσω +παρ' θέλουν την πατρίδα τους να την ελευθερώσουν +που ήτανε σκλάβα στην Τουρκιά τριακόσια τόσα χρόνια + + + +Τ Α Π Α Τ Ρ Ι Κ Α Α Ρ Μ Α Τ Α + + + +Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη το ποτάμι +με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε +Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι κάμε πόρο, +για να περάσω αντίπερα πέρα στα κλεφτοχώρια, +πόχουν οι κλέφτες σύναξη τα δώδεκα πρωτάτα. +Στο δρόμο όπου πήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει, +βλέπει τον Κίτσο ομπροστά στα σίδερα δεμένο +Χίλιοι τον πάν' από μπροστά και πεντακόσοι πίσω +κι η μάνα του του έλεγε κ' η μάνα του του λέει: + — Κίτσο που τάχεις τ' άρματα, που τάχεις τα τσαπράζια; + — Μάνα ζουρλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμιαλιασμένη, +Δεν κλαις μάνα, τα νιάτα μου δεν κλαις τη λεβεντιά μου +παρ' κλαις τα δόλια τ' άρματα, τα έρημα τσαπράζια!.. + — Κάλλια Κίτσο να χάνουσαν, νάχανες το κεφάλι, +Παρά να χάσης τ' άρματα τα πατρικοδοσμένα. + + + +Τ Ο Σ Υ Γ Ν Ε Φ Ο + + + +Σαν καλός ο Αύγουστος εφέτος· ε; Ναι· μακάρι πάντα μας! + + — Εγώ φοβόμουνα την αυγή. + + — Και γω. Μα δεν άκουσες τα κοκόρια; Άμα λαλούν τα κοκόρια παράωρα ο +καιρός αλλάζει. + + — Και μαζί κι η τύχη μας. + + — Βέβαια· στην τρίχα κρέμεται. + +Ο Δημάκης και ο Βρανάς στολισμένοι όπως οι χασάπηδες τις νηστίσημες +ημέρες, εκάθηντο ήσυχοι εις τον πάγκον ενός κρασοπουλειού και +συνομίλουν για τον καιρό. Είχαν και αυτοί απλωμένη εις τ' αλώνι την +σταφίδα των κάτω από τας φλογεράς του ηλίου ακτίνας ως αι χωρικαί τας +θυγατέρας των εις τα περιπαθή βλέμματα των λεβέντηδων, και μετρώντες +τις ημέρες εις τα δάκτυλα, επερίμεναν ανυπομόνως να ξεραθή. Φυσικά +λοιπόν αι συζητήσεις της ημέρας και της νυκτός τα όνειρα, δεν έχουν +άλλον σκοπόν παρά την κατάστασιν του καιρού και τις τιμές της σταφίδας. + + — Άκου που σου λέω· μου το είπε ο κουμπάρος του κυρ Γιάννη· είχε +γράμμα από την Πάτρα! έλεγεν ο Δημάκης εις τον σύντροφόν του +εμπιστευτικά. + + — Λες; + + — Λέω βέβαια! Περσυνό πράμα δεν έμεινε ρόγα· τ' αμπέλια στη Γαλλία +χάλασαν. Στην Πάτρα έβρεξε· στη Βοστίτσα παλιόπραμα. + + — Α! πασά μου! εφώναξε ενθουσιασμένος ο Βρανάς· Σαράντα κι αμάν — +αμάν!Τι σαράντα; Εξήντα δε λες! + +Και ο Δημάκης άρχισε πάλι το τραγούδι που είχε διακόψει: + + Κι άλλος θέλει τον Άγουστο + πούνε τα ταλλαράκια. + + — Ταλλαράκια· ψυχή μου φρούτο!... είπε ο Βρανάς ξερογλείφων τα χείλη +του σαν να πιπίλιζε καραμέλα. Ο Μάης βγάνει τα κεράσια, ο θεριστής τ' +αγγούρια, ο Αλωνάρης τα καρπούζια και ο Άγουστος τα τάλλαρα. Αν παραφάς +από τ' άλλα θερμαίνεσαι. Αν παραφάς τάλλαρα, γίνεσαι κυρ Λινάρδος. Λέω +γω ο φτωχός πως μούφαγε ο ποντικός το τυρί, κανείς δεν το πιστεύει. +Λέει ο κυρ Λινάρδος πως τούφαγε το σίδερο, το πιστεύουν όλοι. Καλά το +λέει κι ο λόγος: Άγουστέ μου καλέ μήνα, να ήσουν δυο φορές το χρόνο. + + — Μωρέ καλός να είνε κι ας είνε και μια φορά. Μου φτάνει· είπε ο +Δημάκης. + +Αλλά την ίδια στιγμή έκοψε την κουβέντα τους μία φωνή. Πίσω τους άλλος +χωρικός ψηλός και αδύνατος, που κρατούσε εις το ένα χέρι βουρλιά ψάρια +και εις την μασχάλην ένα ζευγάρι τρυπημένα παπούτσια, έστεκε ακίνητος +με μάτια ολάνοικτα, στυλωμένα πέρα εις τον δυτικόν ορίζοντα. + + — Τ' είνε Χαραλάμπη; ερώτησεν ο Βρανάς. + + — Δε βλέπετε; Ένα σύγνεφο. + + — Σύγνεφο!... + +Επετάχθηκαν και οι δύο ορθοί. + + — Αμ' το είπα από την αυγή εγώ! είπε ο Βρανάς με κλαψάρικο ύφος. +Άκουσα τις χήνες που γύρευαν νερό. + + — Κι εγώ είδα δίπλα το σκυλί. + + — Είδα και γω τη γάτα της νύφης μου που νυβόταν στην άστρια. + +Εκείνην την στιγμήν εφάνη εις τον δρόμον ο δήμαρχος μ' την άσπρη λινή +φορεσιά του, τον παναμά εις το ξουρισμένο κεφάλι, γελαστός, αξιοπρεπής, +ποζάτος — αληθινός άρχοντας του τόπου. Εις τα δάχτυλα της δεξιάς +εκρατούσε μια πρέζα ταμπάκου και εις το αριστερόν δέμα από εφημερίδες +που ήρθαν εκείνη την ώρα με το ταχυδρομείο. Επήγαινε αργά διαβάζοντας +την εφημερίδα. Και κάθε τόσο εγέμιζε τα ρουθούνια του ταμπάκο και +ταυτοχρόνως ένα τρανταχτό φτάρνισμα εξάγνιζε το κοιμισμένο +Σταυροπάζαρο. Ηκούοντο τότε από τα μαγαζιά γύρω οι ευχές των φίλων: Με +τις υγείες! Γεια σου! + + — Γεια σου, κυρ Δήμαρχε! + + — Ευχαριστώ!., ευχαριστώ!., απαντούσε ο Δήμαρχος δυνατά, ευτυχισμένος +για τη δημοτικότητά του, χαμογελώντας και μη σηκώνοντας ματιά από την +εφημερίδα. Όταν όμως επλησίασε τους χωρικούς και άκουσε τις φωνές τους +εσήκωσε τα μάτια του και ρώτησε. + + — Τι είνε: τι τρέχει; Γιατί κάνετ' έτσι; + + — Ένα σύγνεφο... + + — Σύγνεφο!.. + +Αληθινά εις τον δυτικόν ορίζοντα εφαίνετο μικρόν μαύρο σύγνεφο που +είχε σχήμα και μέγεθος ενός κριαριού. Η παρουσία του έγινε σε λιγάκι +γνωστή εις όλην την άγοράν. Αμέσως οι έμποροι άφηκαν τις πήχες των, οι +χασάπιδες τις μαχαίρες των, οι παπουτσίδες τα τσαγκαρόσουβλά των, οι +καφενόβιοι απάνω εις τα τραπέζια την τράπουλα και όλοι έσπευδαν εις το +μέρος όπου έστεκε ο κυρ Δήμαρχος. Εκοίταζαν όλοι εις έν σημείον του +ουρανού με αγωνίαν. Οι Καμπίσοι είνε όλοι, όπως οι παλαιοί Χαλδαίοι, +δόκιμοι μετεωροσκόποι. Ιδίως κατά τους μήνας Ιούλιον και Άγουστον, +αδιακόπως έχουν γυρισμένα τα μάτια εις τον ουρανόν, και από τας +σπασμωδικάς κινήσεις του προσώπου των, ημπορεί κανείς ασφαλώς να μάθη +τα σημεία των καιρών. + +Ως τόσο το συγνεφάκι όλο κι εμεγάλωνε. Τόρα είχε σκεπάσει όλον το από +Κεφαλληνίας μέχρι Χλομούτσι διάστημα. Οι χωρικοί εκοίταζαν εις εκείνο +το μέρος ακίνητοι ως να διετέλουν υπό βασκανίαν. Από πολυχρονίους +παρατηρήσεις, ήξευραν ότι η βροχή είναι άφευκτος εις τον Κάμπον, όταν +το μέρος εκείνο, το Στενό συνεφιάση. Με τα χέρια σταυρωτά εις το +στήθος, κατακίτρινοι, εκοίταζαν εκεί και κάποτε εγύριζαν ένας εις τον +άλλον και άλλαζαν δειλά ολίγας λέξεις. + + — Βρέχει στην Πάτρα!., είπε κάποιος και έδειξε προς ανατολάς. + + — Και στον Πύργο!.. επρόσθεσεν άλλος. + +Όλων τα πρόσωπα εχαροποιήθησαν αμέσως· τα χείλη των σχεδόν εγέλασαν. +Άρχισαν να ελπίζουν. Και λησμονούντες την θέσιν των εσκέπτοντο +ευχαρίστως την ωφέλειαν, που θα έχουν αυτοί από την καταστροφήν των +άλλων. + + — Κλωνί δε θα μείνη στην Πάτρα! + + — Ούτε τσάμπουρο δε θα γλυτώση στον Πύργο! + + — Μωρέ δεν τη δίνω αν δε τα σκάσουν τα εξήντα. + + — εξήντα! Τι λες ξάδερφε!.. Εκατό και αμακινάριστη! + + — Όχι δα, καϋμένε... + + — Άκου που σου λέω! Θα την πάρη από το αλώνι. Και — πού είσαι — τον +παρά στο χέρι. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν... + +Ήσαν αχόρταστοι, απαιτητικοί, ασυγκίνητοι. Η καταστροφή της σταφίδας +των άλλων, τους έκανε να πιστεύουν ότι έπλεαν ήδη εις ωκεανόν ταλλήρων. +Έβλεπαν τους σταφιδεμπόρους ταπεινούς, ικετευτικούς μπροστά τους και +φιλέκδικος διάθεσις τους εκυρίευσε να σταθούν ανένδοτοι, για να τους +εξευτελίσουν. Ακόμη έφθαναν και εις την χαροποιάν διάθεσιν να λυπήσουν, +να τιμωρήσουν τους καταναλωτάς της σταφίδος, τους Εγγλέζους με τις +λίρες, τις στερλίνες των. Άλλες χρονιές ήσαν δύσκολοι· επλήρωναν με +κατεβασμένες εξηυτελισμένες τιμές. Ή την άφιναν να σήπεται εις τας +αποθήκας απώλητη. Εφέτος θα ιδής. Εγγλέζε με το ξουρισμένο μουστάκι!.. + + — Σκύβαλα θα φάνε! σκύβαλα!.. είπε με αγανάκτησι ο Δημάκης. + + — Ακούστε! είπε ξαφνικά δείχνοντας με το δάχτυλό του ο Βρανάς. + +Μια δυνατή βροντή ακούστηκε πέρα ως κανονιά. + + — Δεν είναι τίποτα. Είνε βαθειά· είπε ο Δημάκης. + + — Βαθειά βροντή γοργό νερό! εσυμπέρανε κάποιος. + + — Γοργό για την Πάτρα, για τον Πύργο. Τόρα το νερό στρατεύει. + + — Άμποτε!.. + + — Τι άμποτε; είπε θυμωμένος ο Βρανάς. Δεν βλέπεις που τους έπνιξε; + +Αληθινά το σύγνεφο είχε απλώσει γύρω και είχε κατασκεπάσει όλον τον +ουρανόν, πυκνό και μαύρο σαν γιγάντια αράχνη. Το Κάστρο δεν εφαίνετο +πλέον ούτε τα βουνά του Μεσολογγίου· ούτε ο Ωλονός των Πατρών· ούτε τα +χαμοβούνια του Πύργου που κρεμνίζονται μέχρι του Κατακώλου εις την +θάλασσαν. Μόνον απάνω από το δικό τους χωριό ο ουρανός εφαίνετο ακόμη +ασκέπαστος, αλλά σταχτής και ο ήλιος καθώς έπεφτε εχρωμάτιζε τα πάντα, +ανθρώπους και πράγματα μ' ένα κοκκινωπόν σκούρο χρώμα, σαν να περνούσε +από καπνισμένο γυαλί. Αυτό όμως δεν εφαίνετο ν' ανησυχή τους χωρικούς +και εξακολούθησαν την ομιλία τους, τις μεγάλες ελπίδες και τ' αμέτρητα +κέρδη των. Ναι· μα σαν να το κρέμασε κι εδώ, λέω! ετόλμησε να είπη +κάποιος κοιτάζοντας ανήσυχα τον ουρανό. + + — Να φας τη γλώσσα σου! είπε ο Βρανάς + + — Μωρέ δος του μια με το βουνό της Κεφαλλονιάς!. . . είπε ο Δημάκης· + + — Το κρέμασε... σε λίγο θα βρέξη· επέμενε ο χωρικός. + +Όλοι εσήκωσαν διά μιας πάλι τα μάτια εις τον ουρανό και τόρα +ανατρίχιασαν· το καπνισμένο γυαλί είχε γίνη κατάμαυρο. Η αντηλιά έπαιζε +απάνω στο Σταυροπάζαρο σαν ανατριχίλα. Μια σιγή εβασίλευε ολούθε σαν +εκείνη που προηγείται αφεύκτως της καταιγίδας. Έξαφνα μια φωτεινή +καδένα ερράγισε τον ουρανό προς το μέρος του Στενού, έδειξε μια τις +κοκκινόμαυρες τάπιες του Κάστρου, τις σκοτεινές πλαγιές του βουνού, +λακκώματα, τούφες, δένδρα, ξερολιθιές, βοσκοτόπια, χωριά και τάκλεισε +πάλι στο σκοτάδι και την ασάφια. Οι χωρικοί εστραβώθηκαν από το ξαφνικό +φως και έκλεισαν τα μάτια τους. Συγκαιρα άκουσαν να κυλίωνται στον +ουρανό χιλιάδες άδεια βαρέλια. Και πριν ανοίξουν τα μάτια τους ένοιωσαν +στα μέτωπά τους μεγάλες πλατιές σταγόνες νερού σαν ρώγες σταφυλιού: +πλατσ! πλουτς! + + — Θεέ και κύριε! ... είπε έτοιμος να βλαστημήση ο Βρανάς. + + — Δε λυπάσαι τους χριστιανούς, Θε μου! + + — Τι διάβολο μας κινηγάς έτσι; + + — Βάλθηκες να μας καταστρέψης φέτος; + +Διά μιας η συγκέντρωσις εσκόρπισε. + +Το Σταυροπάζαρο έμεινε έρημο. Ένας με τον άλλον οι χωρικοί έτρεξαν εις +τα σπίτια τους και σε λιγάκι απ' όλους τους δρόμους του χωριού, δεν +άκουες παρά κροταλισμούς αλόγων, κάρρων τροχούς, μαστιγώσεις, φωνές, +θρήνους και αλλαλαγμούς ανδρών, γυναικών και παιδιών. Όλοι μετέφεραν, +ότι είχαν ρουχικά εις το σπίτι τους, παλαιά ή καινούργια, φόρεμα, +σκέπασμα ή στολίδι το μετέφεραν εις τ' αλώνι για να σκεπάσουν την +σταφίδα, να την φυλάξουν από την βροχήν. Τα περισσότερα μαγαζιά +έκλεισαν, τα καφενεία ερήμαξαν. Το Σταυροπάζαρο έμεινε γυμνό, σιωπηλό. +Κ' ενώ όλοι έτρεχαν εις την εξοχήν εφάνη ένας κύριος να σπεύδη εις το +κεντρικότερον μέρος της αγοράς ξεσκούφωτος, ξεκούμποτος και +καταϊδρωμένος. + + — Κύριε τηλεγραφητά! κύριε τηλεγραφητά! του λέγει ο δήμαρχος +ερωτηματικώς. + + — Έχω ανοικτή τη μηχανή· απήντησε χωρίς να σταθή φοβισμένος. + + — Α ντε! να μας πετάξης στον αέρα. . . εψιθύρισε ο Δήμαρχος. Μου +φαίνεται πως πρέπει να ζητήσω την μετάθεσίν του. + + +Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Μ Α Ρ Κ Ο Υ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η +9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1823 + + + +Καλά ήσουν Μάρκο μ' στο γιαλό, καλά στο Μεσολόγγι, +Καλάτρωγες, καλάπινες, καλάχτιζες το κάστρο, +Στο Καρπενήσι τ' ήθελες να πας να πολεμήσης; +Μαύρα χαμπέρια σούφεραν από το Καρπενήσι +Να βγης, Μάρκο μου γρήγορα μ' όσους κι αν ημπορέσης +Να πιάσης την Τατάραινα να πιάσης τα γιοφύρια. +Πιάνει κι αλλάζει γράμματα με τους καπεταναίους +Οι Τούρκοι πούθε κάμανε κι αυτοίν' οι Σκαντραλίδες; +Ο Καραϊσκάκης τόγραψε και τόνε χαιρετάει +«Σε χαιρετάω Μάρκο μου και σου φιλώ τα μάτια +Αν ερωτάς για την Τουρκιά, γω να σου φανερώσω. +Στο Μαραθιά έχουν τ' ορδί, εκεί έχουν τα τσαντήρια» +Και το τζαούση έκραζε και τους μπουλουμπασίδες + — Τζαούση μοίρασ' το ψωμί και μοίρασ' τα φουσέκια· +Παιδιά θα κάμω πόλεμο τ' αντέτι των Σουλιώτων, +Στις πέντε ώρες της νυχτός θ' ανοίξω το ντουφέκι, +Θέλω πασάδες ζωντανούς και μπέικα κεφάλια +Κι αυτόν το Σκόντρα τον πασά ατός μου θα τον πάρω +Αυγή γιουρούσι έκαμε κι εμπήκε στα τσαντήρια +Και τουρκικά τους φώναξε και λέει στους συντρόφους + — Ντουφέκι να μη ρίξετε, ντουφέκι να μην πέση, +Τ' ακονισμένα σας σπαθιά να κάψουνε τους Τούρκους +Οι Τούρκοι τότε σκούζανε κι ένας τον άλλον λέει +Τ' είν' το κακό που γίνεται απόψε τούτ' τη νύχτα; +Κι ο Μάρκος τους εφώναξε και τούρκικα τους λέει + — Γιαγκίνι γίνεται παιδιά, απόψε τούτ' τη νύχτα! +Δέκα τσαντήρια έκαψε πασά μέσα δεν ηύρε +Κι ο Μάρκος εβαρέθηκε κι ο Μάρκος ελαβώθη +Κι η συντροφιά τον άρπαξε τον έβγαλε στη ράχη. + + + +Η Θ Υ Σ Ι Α Τ Ο Υ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Υ +1755 + + + +Ο Κωσταντάρας κάθεται ψηλά στον Μπαλαγέρα +Επαινευόταν στ' άρματα στα τρία τα παιδιά του. +Τα δύο σκοτωθήκανε αντάμα στο πλευρό του +Το τρίτο το μικρότερο στο δάσκαλο παγαίνει. +Κι ο γέρο Χρόνης φώναξεν από ψηλή ραχούλα. + — Κώστα παινέψου στ' άρματα στα δυο τα σκοτωμένα +Τι το μικρό ξεκλήρισε κι έγινε τρουπολόγος +Πήρε τ' αλέτρι του παπά, της Παναγιάς το ράσο, +Γκάστρωσε και μια παπαδιά και σκότωσ' ένα βώιδι. +Ο Κώστας όταν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη + — Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγκόνι, +Μου ντρόπιασες τη λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια, +Κάλλιο να κλάψω μια βολά παρά να κλαίω πάντα. +Το γιαταγάνι τράβηξε και σαν αρνί το σφάζει. + + + +Α Κ Α Μ Α Τ Η Σ Α Γ Ι Ο Σ + + + +Πολλοί πέρασαν στον κόσμο χωρίς να βάλουν σε δουλειά ούτε το μικρό +δαχτυλάκι τους· μα σαν τον άγιο Κασσιανό κανείς άλλος, Και όχι μόνον +στον απάνω αλλά και στον κάτω κόσμο το ίδιο. Πώς το κατάφερε, αφού +πέρασε έτσι τη ζωή του, να μπη στον Παράδεισο είναι ακόμα μυστήριο. Όσα +χαρτιά και αν έψαξα, όσα συναξάρια και αν εδιάβασα πουθενά δεν απάντησα +τ' όνομά του. + +Ωστόσο ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται από χρόνια στον Παράδεισο — αυτή +είναι η αλήθεια. Μα κι εκεί εξακολουθεί την ίδια του δουλειά — την ίδια +ντεμπελιά ήθελα να ειπώ. Πάει και κάθεται από την αυγή στην πόρτα του +Παράδεισου και κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει. Κοιτάζει τον κόσμο που +μπαίνει μα πιο πολύ κοιτάζει τ' αφιερώματα που στέλνουν οι χριστιανοί +στους αγαπημένους τους άγιους. Τόρα του γαργαλίζει τη μύτη το λιβάνι +τόρα το κίτρινο κερί έπειτα της ελιάς το λάδι και λίγο αργότερα, +πλακώνουν οι πεντάρτοι, λαμπάδες ίσαμε το μπόι του ανθρώπου, μεταξωτά, +χρυσαφικά. Καθένα που θα ιδή με τα αφιερώματα τρέχει από κοντά και τον +ρωτάει. + + — Που τα πας; τίνος είνε πατριώτη: + + — Της Παναγίας· του απαντά βιαστικός εκείνος. + +Τον αφήνει δυσαρεστημένος και πιάνει άλλον. + + — Πού τα πας: ποιόν γυρεύεις πατριώτη; + + — Τον Αϊνικόλα... + +Τον αφήνει και πιάνει άλλον. Μα κι ο άλλος του λέει τον Αϊγιώργη, τον +Αϊγιάννη τον Καλυβήτη, τον άγιο Φίλιππα το φτωχό που αποκρεύει στο +χωράφι του. Ο άγιος Κασσιανός δαιμονίζεται. + + — Για θυμήσου καλά, παιδί μου του λέει. Μην κάνεις λάθος. Μη σου είπαν +άλλον άγιο και ξέχασες; Μη σου είπαν — σαν να λέμε τον άγιο Κασσιανό, +σαν να λέμε; + + — Άγιο Κασσιανό! Μπα. Ούτε το ξέρουμε τέτοιο όνομα... + +Τότε πια απελπισμένος ο άγιος πιάνει παράμερα μια θέση και κάθεται +κοιτάζοντας με ζήλια τ' αφιερώματα. Η ψυχή του στάζει φαρμάκι. + + — Μα κανείς να μη θυμάται και μένα! συλλολίζεται. + +Έξαφνα ένοιωσε κάποιον να τον τραβάει από το μανίκι. Γυρίζει και βλέπει +δυο μάτια στυλωμένα στα δικά του, δυο μάτια φωτερά που ένοιωθε να του +τριβελίζουν το μυαλό· κι ένα χαμόγελο που τον έκαμε να κοκκινίση. — Τι +θες; τον ρώτησε απότομα, γυρίζοντας αλλού το κεφάλι σα να έβλεπε το +Σατανά. + + — Γιατί είσαι έτσι θλιμμένος; + + — Τι σε μέλλει; + + — Με μέλλει και με παραμέλλει. + + — Τόρα ήρθες; + + — Τόρα δα. + + — Έχεις δίκιο... Το λοιπόν να τι συλλογίζομαι. Ο Σαβαώθ εμένα με +αδίκησε, πολύ με αδίκησε. Φαντάσου! δε μου έδωκε μια μέρα το χρόνο να +με μνημονεύουνε οι άνθρωποι. Για τούτο στους άλλους κουβαλάνε τόσα καλά +και σε μένα τίποτα. + + — Για τούτο σκας! άμ' αυτό διορθώνεται. + + — Πώς διορθώνεται; + + — Άκου που σου λέω γω, διορθώνεται. Να κάνης μια αναφορά στο γέρο +Σαβαώθ και να του ειπής το παράπονό σου. Άγιος δεν είσαι και συ; Δε +δούλεψες και συ τη χριστιανοσύνη; Σου πρέπει το λοιπόν και σένα μια +θέση στο Γιορταστικό. + +Άμα πάρης και συ τη μνήμη σου να ιδής πως θα σε θυμώνται. + + — Σαν καλά με συμβουλεύεις· λέει ο άγιος. Μα ποιος να κάμη την +αναφορά; + + — Όσο γιαυτό μη ζαλίζεσαι. Εγώ την κάνω. + +Και άμ' έπος άμ' έργον βγάνει από την τσέπη του μια κόλλα χαρτί, φόρα +την πένα και το καλαμάρι, κάθεται και σκαρώνει την αναφορά. Την πέρνει +ο άγιος, μια και δυο πάει και την αφήνει στα γόνατα του Θεού. Καθώς τη +διάβασεν Εκείνος άναψε από το θυμό του. Ποιος την έγραψε; ρωτάει τον +άγιο. + + — Να, του λόγου του. + + — Έλα κοντά, του λέει. Εσύ την έγραψες; + + — Εγώ. + + — Αμ τι είσαι συ; + + — Δικηγόρος. + + — Δικηγόρος!... Και πώς μπήκες εδώ μέσα; + +Κράζει τον άγιο Πέτρο και τον βάνει στο βρυσίδι. + + — Κοίταξε καλά, του λέει, στο τέλος· μια φορά μου την έφτιασες με το +λοστρώμο. Τόρα μου έμπασες το δικηγόρο. Δε μένει άλλο παρά να μπάσης +και το Βενιζέλο για να κάνη Μεγάλη Ελλάδα τον Παράδεισο! Πρόσεξε γιατί +θα φας κλωτσιά που δε θα ιδής πούθε πάει η σκάλα. + +Κάνει νεύμα. Τον αρπάζουν οι άγγελοι το δικηγόρο και τον πετάν έξω από +τον Παράδεισο. Τότε γυρίζει ο Σαβαώθ στον άγιο και του λέει — Καλά του +λέει, έχεις και κάπιο δίκιο μα πολύ λίγο. Εσύ για τον κόσμο δεν κάνεις +τίποτα. Παραπονείσαι πως κουβαλάνε στους άλλους. Κάτι καλό βρίσκουν από +τους άλλους και τους κουβαλάνε. Για να ιδούμε· φωνάχτε τον Αϊνικόλα. + +Τρέχουν οι άγγελοι να φέρουν τον Άγιο Νικόλα φέρνουν γύρα όλο τον +Παράδεισο πουθενά Αϊνικόλας. Πέρασε καμιά ώρα να σου ο Άγιος κι έρχεται +καταμουσκεμμένος. Ρούχα του, γένεια του, μαλλιά του έσταζαν θάλασσα. + + — Πού ήσουν άγιε; τον ρωτά ο Σαβαώθ. + + — Κάτω στην Μπαρμπαριά αφέντη λέει ο γέρος. Κινδύνευε ένα +σφουγγαράδικο και πήγα. + + — Σώθηκε το σφουγγαράδικο; + + — Σώθηκε. + + — Κι οι άνθρωποι; + + — Όλοι. + + — Βλέπεις τα χασομέρη; γυρίζει ο Σαβαώθ και λέει στον Κασσιανό. +Δουλεύουνε οι άγιοι και γιαυτό ο κόσμος τους θυμάται! Αμ' εσένα τι να +σου θυμηθή. + + — Κι εγώ δουλεύω, πάτερ άγιε. + + — Τι δουλειά κάνεις; + + — Μετράω τ' αφιερώματα που μπαίνουν στον Παράδεισο. Μου βγαίνει η ψυχή +κάθε ημέρα. + +Εγέλασε ο Άγιος Θεός με την καρδιά του. + + — Ας έρθη ο χαρτουλάριος· διάταξε. + +Εν τω άμα ήρθε ο Άγιος Ανδρέας μ' ένα κύλινδρο χαρτί στο χέρι και το +ασημένιο καλαμάρι στη ζώνη του. + + — Γράψε τον κι αυτόν είπε ο Θεός. + +Δεν έχει θέση είπε δειλά ο Άγιος Ανδρέας. Εγέμισε ο κύλινδρος. + + — Στρίμωξέ τον όπως — όπως σε μιαν άκρη. + +Από τότε κάθε τέσσερα χρόνια έχει και ο άγιος Κασσιανός τη μνήμη του. + +Η αναφορά του έπιασε. + + + +1 8 2 1 + + + +Μαρτυράτε το Φρατζέζοι +Πες τε το και σεις Εγγλέζοι +Πως μια σκούνα του Τομπάζη +Την Τουρκιά τήνε τρομάζει. + + + +Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Γ. Κ Α Ρ Α Ϊ Σ Κ Α Κ Η +22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 + + + + +Τρεις περδικούλες κάθονται στον Πειραιά στη ράχη, +Η μια τηράει την Κούλουρη κ' η άλλη την Αθήνα, +Η τρίτη η καλήτερη μοιρολογάει και λέει: +Καραϊσκάκης έρχεται με δώδεκα χιλιάδες +Στη σκάλα στένει το ορδί στη σκάλα της Αθήνας +Τρία ταμπούρια έκαμε τα τρί' αράδ' — αράδα +Εμπρός βάνει τους Έλληνες και πίσω τους Σουλιώτες +Στη μέση τ' Αρχοντόπουλο μοιράζει τους λουφέδες. +Κι' ο Κιουταχής σαν τ' άκουσε τα γένεια του τραβάει +Τους μουμπασάδες φώναξε και τον Τσέλιο Πιτσάρη +Τσέλιο το πώς το βρίσκουμε για τον Καραϊσκάκη; +Στον κασαπά μας να μην μπη τ' είνε ντροπή μεγάλη. +Καραϊσκάκης τόμαθε το Λάμπρο Βέικο κράζει +Πάρε Βέικο τους Έλληνες, σύναξε τα μπουλούκια +Θα πάμε να πατήσουμε τα τούρκικα ταμπούρια. +Κ' ευθύς τρομπέτα φώναξε και τα μπαϊράκια σκώσαν +Σαν τα σαΐνια ρίχτηκαν στα τούρκικα ταμπούρια +Δέκα ταμπούρια έπηραν στα δώδεκα πηγαίνουν. +Κακό μαντάτ' ακούστηκε μέσ' από τα ταμπούρια +«Τον αρχηγό μας λάβωσαν πικρά φαρμακωμένα +κι απ' τ' άλογό του έπεσε και πάλι πίσ' ανέβη. +Ψηλή φωνίτσα έβαλε ν' ακούση το ασκέρι +Έλληνες μην κιοτεύετε Έλληνες μη σκορπάτε +Εγώ δεν έχω τίποτα μόν' είμαι λαβωμένος. +Για πάρτε με και σύρτε με στο έρημο τσαντήρι +Να πλύνω τη λαβωματιά και πάλι πίσω νάρθω ». +Τον κλαί' η μαύρη Ρούμελη τον κλαίει ο κόσμος όλος, +Τον κλαίνε όλ' οι Έλληνες και οι καπετανέοι +Τ' είν' το κακό που πάθαμε τούτο το καλοκαίρι +Τον αρχηγό μας χάσαμε τον ήρω Καραΐσκο!» + + + +Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Ν Ο Τ Α Ρ Α +24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1827 + + + +Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στο Πεντεσκούφι. +Τόνα τηράει τη Ρούμελη τ' άλλο κατ' την Αθήνα +Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει! +Κάτσε Γιάννη μ' κι αφέντευε σαν τσ' άλλους +Μωραΐτες και μη γυρεύεις πόλεμο μη θες να πολεμήσης. +Εγώ δε γένουμ' άπιστος σαν τσ' άλλους Μωραΐτες· +Εψές μούρθαν τα γράμματα να πάω στην Αθήνα +Απ' το Φαβιέ, απ' τς αρχηγούς κι απ' τον Καραϊσκάκη +Να μάσω ασκέρι διαλεχτό όλο Μωραϊτάκια. +Ο Γιάννης εξεκίνησε και πάει στην Αθήνα. + + + +ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ + + + + — Έλα συχάστε, διαβολάκια! + + — Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι... + +Εις μεγάλην στενοχωρίαν ευρίσκετο ο Γιαννίκης, ο γιος του κυρ Νικόλα +του μυλωνά. Όπου εγύριζε τα μάτια του, όπου άπλωνε τα χέρια του δεν +έπιανε άλλο από Καλικαντζάρους. Ήταν τόσοι δα κοντοί, σαν ένα καρύδι +και είχαν τα γένεια μακρυά και τα πόδια τους τράγινα και ένα μυτερό +ψηλό σκούφο εις το κεφάλι τους. Εσκέπαζαν όλο το πάτωμα του μύλου· +βελόνι να έριχνες δεν θα έπεφτε χάμω. + +Ο γιος του μυλωνά έψηνε εις την σούβλα χοιρινό και το ξύγκι καθώς +έσταζε εις τα κάρβουνα έβγαζε καπνό και πεντοβολούσε, που ήταν να +λιγώνεται κανείς. Τα διαβολάκια φυσικά λυχούδικα δεν ημπορούσαν να +κρατηθούν και τα μικρά σαν καρδαμόσπορος μάτια τους, άναβαν όπως τα +κάρβουνα της θράκας. Εκείνα τουλάχιστον ερουφούσαν το λίπος· μα οι +Καλικάντζαροι; + + — Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι! εζητιάνευαν αδιάκοπα, +κολλόντας απάνου εις τον Γιαννάκη σαν τσιμπούρια. + + — Έλα, συχάστε διαβολάκια· τους έλεγε καλοπιαστά εκείνος. + +Και κάθε τόσο για να τα ξεφορτώνεται, έβγαζε από τη σούβλα μισοψημένο +κομάτι κρέας και το έριχνε στο σωρό! Εκείνοι χυμούσαν, πατής με πατώ σε +απάνω εις το κομάτι, ούρλιαζαν, εχτυπιόνταν, δαγκώνονταν συναμεταξύ +τους, ως που το κομάτι εχώνευε εις την αχόρταγη κοιλιά μερικών. Οι +άλλοι δυσαρεστημένοι ερίχνονταν πάλι εις τον Γιαννάκη τον τσίμπαγαν, +τον έκρυβαν ολόκορμον. Και εκείνος επέταε άλλο κομάτι και ύστερα άλλο +ως που η σούβλα εκόντευε να μείνη δίχως κρέας και ο γιος του μυλωνά +θεονήστικος. + +* + +Ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά και έφυγε από το μύλο την αυγή. Ο +Γιαννάκης έμεινε στο πόδι του να τελειώση τ' αλέσματα. Κάθε στιγμή +φόρτωμα — ξεφόρτωμα. Από τις πλάτες του γαϊδάρου έσερνε το σιτάρι στη +σκάφη του μύλου και αποκεί πάλι, ζεστό το αλεύρι το έριχνε στο σακκί +και το εφόρτωνε ξανά εις τις πλάτες του ζώου. Όλη την ημέρα δεν ήβρε +μια στιγμή να ησυχάση το παιδί. Ούτε να φάη καλά — καλά δεν μπόρειε ως +που νύχτωσε. Και τόρα που επίστεβε πως ετελείωσαν πια τα βάσανά του, +πλάκωσαν οι Καλικάντζαροι και ήθελαν παιχνίδια. + +Μπρε όρεξη που την είχαν! Μα και γιατί να μην έχουν; Μήπως δούλεψαν +ποτέ τους; Εκόπιασαν στη ζωή τους για το καρβέλι; Κάθονται όλη την +ημέρα ξαπλωμένοι στις σπηλιές, χορταίνουν με τις σαύρες και τα φίδια +που τους στέλνει η τύχη και βγαίνουν τη νύχτα να παιγνιδίζουν και να +πειράζουν τους ανθρώπους. Καλό κι αυτό! + +Και ο Γιαννάκης εβασάνιζε το μυαλό του με πιο τρόπο θα πείση τα +διαβολάκια να τον αφήσουν να φάη. + + — Να σας πω, ρε παιδιά· τους είπε μαλακά. + + — Να μας πη ο άγουρος — Ο κολοκυθομάγουλος! .. . Να μας πη ο άγουρος — +ο κολοκυθομάγουλος! εβάβιζαν αμέσως ομόφωνα οι Καλικάντζαροι. + +Και συνάχτικαν γύρω του, ανέβηκαν εις τα γόνατά του, εσκάλωσαν εις τους +ώμους του· άλλοι κρεμάστικαν από τα μουστάκια και το κοντό γενάκι του, +και για μια στιγμή τον σκέπασαν όλον, σαν ήμερο γατάκι οι ποντικοί. +Χαχάνιζαν μεταξύ τους σαν χήνες· τον τσιμπούσαν στα γυμνά τάχα για να +τον χαϊδέψουν· τον δάγκωναν τάχα για να τον φιλήσουν και τριτς — πριτς! +τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! έτριζαν και πορδοκοπούσαν ξαδιάντροπα, +που έκαμαν το μύλο να βρωμάη σκορδίλας. + +Και παπάς θα γένης Κώστα — έτσι το φερε η κατάρα· εσκέφτηκε ο +Γιαννάκης. Έτσι που βρέθηκε ολομόναχος μέσα στο μύλο, όλα έπρεπε να τα +υποφέρη. Τίποτε δεν μπορούσε να κάμη. Έπειτα ήξερε καλά πως οι +Καλικάντζαροι, μόνον τα Δωδεκάημερα γυρίζουν εις τη γη και θέλουν να +πειράζουν τους ανθρώπους. Όλον τον άλλο χρόνο βρίσκονται κάτω εις τα +βαθειά και τ' άπατα και πριονίζουν το Δέντρο της Ζωής που βαστάει τον +κόσμο, με την κακή πρόθεσι να καταστρέψουν τον κόσμο. Πριονίζουν +πριονίζουν ως τα Δωδεκάημερα και δεν απομένει παρά μια φλούδα. Τότε +όμως το αφίνουν και βγαίνουν εις τη γη για να χαρούν την ελευθερία που +έχουν από τον Παντοδύναμο να πειράξουν τους ανθρώπους. Το ξέρουν πως +άμα γυρίσουν πάλι, θα εύρουν το Δέντρο θρεμένο και φτου κι από της +αρχής. + +Μα το αφίνουν· γιατί η χαρά τους να πειράζουν τους ανθρώπους είνε πολύ +μεγάλη. Μα πόσο θα είνε η βασιλεία τους ακόμη; συλλογίζεται ο Γιαννάκης. +Αύριο θ' αγιάσουν τα νερά και με το χάραμα τα δαιμόνια θα φύγουν φοβισμένα +για να κρυφτούν πάλι εις τις σπιλιές τους. Ώρες έχουν ακόμα. Και αυτές τις +ώρες πρέπει να κάμη τρόπο να τις περάση όσο μπορέση καλήτερα μαζί τους. + + — Μα συχάστε λοιπόν να σας πω! λέει με χαμόγελο, πιάνοντας μερικούς +απαλά για να τους ξεκολλήση από πάνω του. + + — Έλα — λέγε ... + + — Καθήστε πρώτα χάμου. + +Ακούστικε ένα δυνατό φαπ! σα να έσκασε καμιά φούσκα γεμάτη αέρα και +όλοι οι Καλικάντζαροι βρέθηκαν κατάχαμα. Και εκεί που περίμεναν +περίεργοι να τον ακούσουν, ο γιος του μυλωνά σοβαρός έβγαζε από τη +σούβλα το κρέας κι έχαφτε ζεστά καφτά τα κομάτια. + + — Έλα, θα μας πης; είπαν πολλοί ανυπόμονα. + + — Μωρέ θα μας πης! είπε θυμωμένα και ο Μπάκακας. + +Αυτός ο Μπάκακας είνε ένα γεροντάκι με άσπρη γενειάδα, μακρυά όσο δυο +οργιές και από κάθε τρίχα της κρέμεται και ένα καλικαντζαρόπουλο, όπως +εις τα ψιλά κλωνιά οι κουρμάδες. Όταν περιπατεί και σέρνεται η άσπρη +γενειάδα του εις το χώμα, καθώς πηδούν τα Καλικαντζαρόπουλα απάνω, +θαρρείς πως πηδούν τα ψάρια στην απόχη. Κρατούσε εις το χέρι του ένα +λιανό ραβδί — το σκήπτρο του — και μ' εκείνο εγινόταν σεβαστός εις τους +συντρόφους του. Ο Γιαννάκης εκατάλαβε πως δεν μπορούσε να παίξη για +πολύ με τον παμπόνηρο Μπάκακα και ηθέλησε να μιλήση. Μα δεν μπόρεσε +γιατ' είταν μπουκωμένος και βιαζότανε να καταπιή το κρέας που του +ζεμάτισε το στόμα. Και όσο εβιαζόταν τόσο εκιντύνευε να πνιγή και +άνοιξε τα μάτια του σαν τάλλαρα. + +Το γεροντάκι κατάλαβε κι έγνεψε με θυμό εις τη συντροφιά. Εκείνοι +χύθηκαν σαν μανιασμένοι απάνω στη σούβλα, άρπαξαν τα κρέατα, τα +σκόρπισαν κατάχαμα και άρχισαν να τα κλωτσοπατούν με πείσμα. + + — Τρίτσι — πριτς .. . τρίτσι — πριτς . . . έκαναν κοιτάζοντας με +γέλοια και χάχανα το Γιαννάκη. + +* + +Ωστόσο ο μυλωνάς κάτι έφαγε και αν δεν εχόρτασε κάπως εκράτησε την +πείνα του. Για τούτο δεν τον έμελλε και πολύ. Θύμωσε όμως περισσότερο +για τα βρωμερά παιγνίδια τους και απάνω εις το θυμό του, άρπαξε ένα +δαυλί αναμμένο και το έριξε απάνω στα διαβολάκια. + +Τρίτσι — πριτς!. . . τρίτσι — πριτς! .. . τρίτσι — πριτς! + +Εσκόρπισαν όλοι εδώ κι εκεί σαν κοπάδι πρόβατα που βλέπουν το λύκο. Οι +Καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά. Δεν ξέχασαν ακόμα το τι τους έκαμε η +πονηρή γριά, λίγο παραμπρός σε μερικούς απ' αυτούς. Τους ξεγέλασε, τους +έκλεισε εις ένα μικρό βουτσί και τους έκαψε ολοζώντανους. Και γιατί +αυτό; Γιατί τ' αναθεματισμένα πήγαν και ντρόπιασαν την κόρη της στον +ύπνο. Την γκάστρωσαν κι από τότε είνε τα καλικαντζαρόπουλα στον κόσμο . +. . + +Ως τόσο ο Γιαννάκης άρχισε να σκέπτεται εις τα σοβαρά πώς να γλυτώση +από δαύτους. Η νύχτα πήρε δρόμο· σε λίγο θα ξημέρωνε παραμονή των Φώτων +και έπρεπε να πάη το άλεσμα σπίτι του, για να ζυμώσουν τα ψωμιά. Μα πώς +να κάμη να ξεφύγη τα δαιμόνια; + + — Παιδιά, χορεύουμε; ρώτησε ξαφνικά πηδόντας ορθός. + + — Ναι, χορεύουμε! είπαν όλοι πρόθημα. + +Και άρχισαν να κινούν τα αραχνένια πόδια τους, άλλοι να σηκώνουν ψηλά +τα χέρια, να φωνάζουν βραχνά, να σφυρίζουν κι ένας μικρός άρπαξε από +κάπου ένα κουρέλι και το κουνούσε για μαντίλι τάχα. + + — Όχι μέσα· είπε ο Γιαννάκης. Έξω, στο φεγγαράκι. + + — Ναι έξω! εσυμφώνησαν όλοι. + +Και κοπαδιαστά εχύθηκαν έξω και γέμισαν την αυλή του μύλου. Το φεγγάρι +ήταν εις το μεσουράνημα· τα άστρα της αυγής ένα με το άλλο φαίνονταν +λαμπρά εις τον ορίζοντα. Ο αγέρας που όλη τη νύχτα φυσούσε άγριος και +κουνούσε τα δέντρα, εσάρωσε κάθε σύγνεφο από τον ουρανό. Μακρυά +φαίνονταν τα βουνά που έκλειαν ολόγυρα τον πλατή κάμπο. Τα φύλλα των +δέντρων λουσμένα γιάλιζαν με την αυγινή δροσιά. + +Οι Καλικάντζαροι με το γιο του μυλωνά χόρευαν και χόρευαν. Οι στριγγές +φωνές τους γίνονται ένα με τα νυχτοπούλια και τα τριζόνια. + + — Μωρέ παιδιά· τάλογο φρουμάζει· είπεν ο Γιαννάκης ξαφνικά. Να ιδώ μια +ματιά κι έφτασα. + +Εμπήκε βιαστικά εις το μύλο, εφόρτωσε δύο σακιά αλεύρι στο άλογο, μπήκε +σ' άλλο σακί κι έπεσε απανογώμι εις το σαμάρι. Ντι! το ζώο και βγήκε +από την άλλη πόρτα, πέρνωντας το δρόμο του χωριού. + +Ως τόσο οι Καλικάτζαροι είχαν τόση όρεξη για χορό, που δεν επρόσεξαν +καθόλου πως έλειπε ο μυλωνάς. Ένας με τον άλλον έμπαιναν μπροστά και +χόρευαν διαβολεμένα κι ετραγουδούσαν δυνατά: + + — Χορεύ' η λάσπη κι η σβουνιά + κι η γιδοκακαρέτζα· + χορεύει το παλιόσκουτο + με την παλιανδρομίδα!... + + — Μωρ' ο μυλωνάς τι έγινε; ερώτησεν έξαφνα ο Μπάκακας. + + — Ναι, ο μυλωνάς! πού είν' ο μυλωνάς! ερώτησαν και οι άλλοι μεταξύ +τους. + +Μερικοί έτρεξαν αμέσως εις το μύλο, έφεραν γύρα όλα τα σακιά, έψαξαν +εις τη σκάφη, κοίταξαν το βαρδάρι, χώθηκαν και κάτω από τη μυλόπετρα μα +πουθενά Γιαννάκης. + + — Έφυγε! είπαν κοιτάζοντας ένας τον άλλο με απορία και οργή, + + — Τι να κάνουμε; + + — Να τον φτάσουμε επρόσταξε θυμωμένος ο Μπάκακας. + +Εις την στιγμήν εχάθηκαν όλοι σαν ανεμοστρόβιλος εμπρός, πατώντες τη +λάσπη με φωνές και θόρυβο, σαν κοπάδι τσακάλια που βαδίζουν. Σε λίγο +πρόφτασαν το άλογο του Γιαννάκη που πήγαινε εις το χωριό με το κανονικό +βήμα του. Τριγύρισαν όλοι τ' άλογο και κοίταξαν ν' ανακαλύψουν το +μυλωνά. + + — Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονογώμι· μα ο μυλωνάς +που είνε; ερωτούσαν μεταξύ τους αγαναχτισμένοι. + + — Πίσω θάμεινε· είπε ο Μπάκακας. Αμέσως τόβαλαν όλοι πίσω με σουρητά, +τριποδίζοντας σαν άγρια πουλάρια. Έψαξαν όλο το δρόμο ως το μύλο, τους +τράφους και τα βάτα, σήκωσαν και τα λιθάρια ακόμη μα δεν απάντησαν +πουθενά το Γιαννάκη. Εγύρισαν τότε πάλι κοντά εις το άλογο, που +επήγαινε ήσυχα το δρόμο του και άρχισαν με περισσότερο πείσμα το +ψάξιμο. + + — Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονωγόμι· μα ο κερατάς ο +μυλωνάς πούνε; έλεγαν συναμεταξύ τους. + + — Μπροστά πάει· φώναξε πάλι θυμωμένος ο Μπάκακας. + +Τόρα έτρεξαν όλοι μπροστά, έψαξαν όλο το δρόμο ως τα πρώτα σπίτια του +χωριού. + +Ως τόσο ο Γιαννάκης χωμένος εις το σακί και μ' όλο του το φόβο, δεν +μπορούσε να κρατήση τα γέλοια, όσο έβλεπε τα τρεχάματα των +Καλικατζάρων. Κάποτε σήκωνε φοβιχτά το κεφάλι και κοίταζε ανυπόμονα +εμπρός να ιδή το χωριό του. Τέλος κάτω από το πρώτο γλυκοχάραμα το είδε +αριστερά, με τις πολλές μουριές του και τα άσπρα σπιτάκια του. + + — Ξύλα κούτσουρα — δαυλιά καϋμένα! εφώναξε αμέσως με όλη του τη +δύναμη. + +Οι Καλικάτζαροι εγύρισαν και είδαν κι εκείνοι το χωριό. Κρύος φόβος +τους κυρίεψε αμέσως και στάθηκαν για κάμποση ώρα άφωνοι, άλαλοι όπου +βρισκόταν καθένας, σαν καρφωμένοι. Την ίδια στιγμή ακούστηκε από το +χωριό το πρώτο λάλημα του πετεινού — Κουκούκου!... + + — Πάμετε! είπε πικραμένος ο Μπάκακας, όταν είδε το Γιαννάκη καθισμένον +απάνω εις το άλογό του να τους περιγελά. Δεν είνε πια δουλειά στον +κόσμο. Οι άνθρωποι μας πέρασαν. + +Και σηκώνοντας το ραβδί του ψηλά σα σημαία μπήκε μπροστά και οι άλλοι +τον ακολουθούσαν φωνάζοντας: + + Φεύγετε να φεύγουμε + γιατ' έφτασ' ο τουρλόπαπας + με την αγιαστήρα του + και με την πλαστήρα του. + Μας έβρεξε, μας άγιασε + και μας καψοκώλιασε!... + +Τριτς — πριτσ! τριτσ — πριτσ! τριτσ — πριτσ! + + + +1 8 2 1 + + + + Του Λεωνίδα το σπαθί + Κολοκοτρώνης το κρατεί + Κι όποιον τ' αντιδή λαβώνει + Τους Περσάνους θανατώνει. + + + + +Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Β Ε Ρ Ρ Α +10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1825 + + + +Τρία πουλάκια κάθουνται στο κάστρο του Χλιμούτσι. +Τώνα τηράει τα Λεχαινά και τ' άλλο τη Γαστούνη +Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει: + — Θε μου το τι να γίνηκαν του Κάμπου οι λεβέντες, +Μήτε στον Κάμπο φαίνουνται μήτε και στη Γαστούνη +Μας είπαν κάνουν πόλεμο μέσα στον Άι Νικόλα. +Τριακόσοι διαλεχτήκανε μέσ' από το Χλιμούτσι +Μεντάτι να τους γένουνε για να τους λευθερώσουν. +Τη στράτα που πηγαίνανε τη στράτα που πηγαίνουν +'Στ' Αμπέλι' απαντηθήκανε με τους στραβαραπάδες. +Πρώτη φωτιά που δώσανε σκοτώνουνε διακόσους. +Μα πιασε μια ψιλή βροχή κι ένας βαρύς χειμώνας; +νοτίσαν τα φουσέκια τους δεν πιάνουν τ' άρματά τους +κι ο Βέρρας όπου τ' άκουσε σαν τ' άτι χλημιτράει + — Παιδιά σηκώστε τις ποδιές και σφίχτε τα τσαρούχια +γιουρούσι για να κάμουμε μέσ' στους στραβαραπάδες. +Τα γιαταγάνια τράβηξαν στα δόντια τους τα βάνουν. +Μα ήταν οι μούροι λιγοστοί μα ήταν οι δόλοι λίγοι. +Κανένας δεν απόμεινε απ' τους παληούς συντρόφους. + + + +Τ Ο Μ Α Γ Ε Μ Ε Ν Ο Κ Ο Υ Τ Ι + + + +Επεράσαμε το ποτάμι της Καμινίτσας και εσταθήκαμε εις τα Νιφορέικα. Το +χωριό είνε από χαμηλά σπιτάκια και από λίγες καλύβες που κατοικούν +αλβανόφωνοι ποιμένες και γύφτοι. Θεωροίται απ' όλους η μέση του δρόμου +από Λεχαινών εις Πάτρας και οι ταξιδιώτες συνήθιζαν να κάνουν εκεί τους +πολυωροτέρους σταθμούς των. + +Τόρα ο ήλιος είχε δύσει. Το σκοτάδι ήρχετο και οι καρρολόγοι απεφάσισαν +να ξενυκτίσουν εκεί. Εξέζεψαν τ' άλογά τους και αφού τα έτριψαν καλά με +δεμάτι από άχυρο για να στεγνώσουν τον ίδρωτα τους, τα εσκέπασαν με +μεγάλα μάλλινα σκεπάσματα και τα έδεσαν εις το παχνί. Έπειτα εμπήκαμεν +όλοι εις το χάνι, γιατί και το ψύχος άρχισε να τσούζη. + +Το χάνι ήτο μικρό παλιόσπιτο με αυλήν εις το οπίσω μέρος, με το +απαραίτητο πηγάδι και υπόστεγο για τ' άλογα. Για τους ανθρώπους καμμιά +φροντίδα δεν έχει ο χατζής, γιατί αυτοί συνειθίζουν να κοιμούνται κοντά +εις τα πόδια των αλόγων τους ή απάνω εις τα κάρρα. + +Οι τοίχοι του χανιού από μέσα ήτανε κατάμαυροι· η οροφή γεμάτη αράχνες, +το έδαφος λασπερό και άνισο. Μερικές σανίδες σκεπασμένες με παλιόχαρτο +έκαναν τον σκελετό γυμνών ραφιών. Στον ένα τοίχο ο πάγκος με ολίγα +ποτήρια και δύο φιάλες ακάθαρτες και κατασκονισμένες έστεκε εμπρός και +μακρύ τραπέζι έπιανε τον άλλο τοίχο. + +Εκαθίσαμεν εις την μια άκρη του τραπεζίου, γιατί στην άλλη εκάθουνταν +ήδη άλλη συντροφιά καρρολόγων. Οι σύντροφοί μου έβγαλαν από τους +ντορβάδες ψωμί από αραποσίτι και ελιές και αρχίσαμε το δείπνο. Ο χατζής +έφερε σε δυο μαστραπάδες το σχετικό κρασί. + +Οι καρρολόγοι σχετίζονται εύκολα μεταξύ τους. Ακολουθούν τον ίδιον +δρόμον, υποφέρουν τους αυτούς κόπους, δίδουν χέρι ο ένας προς τον άλλον +σε ώρα ανάγκης. Εκτός τούτου έχουν να ειπούν τόσα και τόσα περί των +αλόγων των, περί των συναδέλφων, περί του ταξειδίου των, ώστε ευθύς +φιλιώνονται μεταξύ των ενώ δεν γνωρίζουν ούτε τα ονόματά τους. Τούτο +έγινε σε λιγάκι και με τους συντρόφους μου. Άλλαξαν ολίγας λέξεις, +εκεράσθηκαν μεταξύ τους και τέλος κατήντησαν στο τραγούδι: + + Μπαίνω μέσ' στ' αμπέλι + σαν νοικοκυρά, + να κι ο νοικοκύρης + πόρχεται κοντά!.. + +Σε λιγάκι έτριξε η πόρτα του χανιού, άνοιξε και μπήκε μέσα ο μπάρπα +Παναγιώτης. Τον θυμούνται όλοι οι καρρολόγοι της εποχής εκείνης του +μπάρμπα Παναγιώτη, γέροντα κοντόν, ξεραγκιανόν με ψαρά μαλλιά και +γενειάδα δασείαν, φρύδια πυκνά και κατσουφιασμένο μέτωπο. Διέτρεχε τότε +το από Λεχαινών μέχρις Αχαΐας διάστημα, φέρων μαζί του ένα γιάλινο +κουτί με τέσσερες κούκλες μέσα και το μικρό μπουζούκι του. Εσταματούσε +από χωριό σε χωριό, από χάνι σε χάνι, εμπρός εις τις καλύβες των +αγροτών και την στάνη των ποιμενών, εις το δάσος, πολλές φορές κοντά +εις τον δρόμον και με το μπουζούκι και τα νευρόσπαστά του εκέρδιζε το +ψωμί του. Ποιος όμως ήτο ο άνθρωπος αυτός, μυστήριον! Οι καρρολόγοι — +άνθρωποι όχι και τόσον πιστευτοί — έλεγαν πολλά περί αυτού. + +Ένας άνθρωπος, έλεγαν, υπόπτου εξωτερικού με το μαύρο φέσι του +κατεβασμένο ως ταφτιά και μικρή ξεσκισμένη καπότα, εστάθη ένα βράδυ εις +την άκρη μικράς λίμνης. Η λίμνη αυτή λέγεται Κάρι — Κασέλα και είνε έξω +από τη Μανωλάδα. Κατά τα μεσάνυκτα ο Αράπης της λίμνης, με τη σιδερένια +ματσούκα του εβγήκε να βοσκήση τα φλωριά του. Ο άνθρωπος εκείνος τα +έβλεπε να πηδούν απάνω στο χορτάρι, κάτω από την αστροφεγγιά τα φλωριά +και να προχωρούν αργά και να κουδουνίζουν σαν κοπάδι από πρόβατα. Όλα +ήσαν κατακαίνουργα και λαμποκοπούσαν τόσο, που η χλόη εφάγκριζε σαν το +πρόσωπο λίμνης. Και ο Αράπης ορθός με τη σιδερένια ματσούκα του, τα +σαλαγούσε μπροστά, τα μάζευε από δω, τα έσπρωχνε από κει, εσφύριζε για +να μη πλανηθούν, να μη σκορπίσουν στα χαμόκλαδα και χάση κανένα. + +Ο άνθρωπος αν ήθελε ημπορούσε να γίνη πλούσιος με μιας. Έφτανε να ρίξη +την καπότα του και την αυγή να εύρη πλακωμένο πλήθος από φλωριά. Αλλά +ούτε το σκέφθηκε. Το γλυκύ κουδούνισμά τους δεν εκέντησε καθόλου την +πλεονεξία του. Εκάθητο με το κεφάλι στα γόνατα βαθειά συλλογισμένος. +Μπορεί και να έκλαιε. Τούτο φυσικά έκαμε εντύπωσι εις τον Αράπη, +επλησίασε και τον ρώτησε: + + — Τι κάνεις εδώ, γέροντα; + + — Έρχομαι από μακρυνό τόπο και νυχτώθηκα. Δεν έχω πού να μείνω κι +έγειρα εδεπά να πλαγιάσω. + + — Σε βλέπω λυπημένο. Για πες μου· είσαι δυσαρεστημένος από την τύχη +σου; + + — Είμαι λέει; Είμαι και πολύ. + +Τι θέλεις; θέλεις να σου δώσω φλωριά. Να σε κάνω να πλέης στο μάλαμα +και στ' ασήμι. Θέλεις; + + — Δε θέλω φλωριά. Το μάλαμα και τ' ασήμι δε γιατρεύουνε τον πόνο της +καρδιάς μου. + + — Αμ τι θες κάνε; + + — Ε! σαν μ' έχει η τύχη μου να ζήσω ακόμη, να πίνω τα φαρμάκια, ήθελα +να είχα τίποτα να βγάνω το ψωμί μου. + + — Καλά! είπεν ο Αράπης. + +Μπήκε μέσα στη λίμνη και σε λιγάκι γύρισε φέρων ένα κουτί σκεπασμένο με +κόκκινο πανί κι ένα μπουζούκι. + + — Να· είπε στον άνθρωπο. Με τούτο θα κάμης τη δουλειά σου . .. Αν με +χρειαστής καμμιά φορά λέγε «Κάρι κασέλα» κι εγώ θα έρθω όπου και αν +είσαι. + +Αυτός ο άνθρωπος ήτο ο μπάρμπα Παναγιώτης. + +Αυτός λοιπόν άμα άνοιξε η πόρτα εμπήκε στο χάνι, κρατών στο ένα χέρι το +μπουζούκι του και στο άλλο το κουτί, σκεπασμένο με κόκκινο μισοτριμένο +πανί. + + — Α! α!.. καλώς τον μπάρμπα Παναγιώτη. Κάτσε κοντά. Μωρέ και μάννα και +πατέρα!.. εφώναξαν ομόφωνοι και με χαράν οι καρρολόγοι. + +Το μάννα και πατέρα, σημαίνει πως εστάθηκε τυχερός ο γέροντας γιατί +τους βρήκε στο τραπέζι. Εκείνος εχαμογέλασε πικρά για το τυχερό του +αυτό, εσούφρωσε τα φρύδια και γνωρίζων ότι οι άνθρωποι εκείνοι ήθελαν +την χαράν και πολύ ολίγον εφρόντιζαν αν την είχε και αυτός, έρριξεν εις +μίαν γωνιά την κάπαν του και εκάθισε μεταξύ τους στο τραπέζι. + + — Φάε, γέρο μου, και πιέ, να κάνης κέφι. θα το σκούξωμε απόψε, θα +βάλης της κούκλες να χορέψουν το τσάμικο! είπε κάποιος από τους +καρρολόγους. + +Και χάιδεψε το γέροντα στον ώμο. + +Ο μπάρπα Παναγιώτης εκίνησε το κεφάλι παραδεχόμενος. Εφαγεν ολίγον, +έπιεν ολιγώτερον και έπειτα ετοποθέτησε απάνω στο τραπέζι το γιάλινο +κουτί του, εσήκωσε το κόκκινο πανί και αφού πήρε το μπουζούκι του, +άρχισε να παίζη τον καρσιλαμάν. + +Μέσα στο κουτί εφάνηκαν τέσσερες κούκλες· δυο άνδρες και δυο γυναίκες. +Οι άνδρες φορούσαν φουστανέλες και οι γυναίκες βλάχικα. Είχαν ανάστημα +από μία πιθαμή κάθε μία. Άμα ο γέροντας άρχισε να παίζη το μπουζούκι +και να τραγουδή, τα νευρόσπαστα εκινήθησαν και άρχισαν να χορεύουν +σύμφωνα με τον ρυθμόν. Πότε ελύγιζαν τα γόνατα και το κορμί, εκουνούσαν +το κεφάλι, εσήκωναν τα χέρια και έξαφνα εστριφογύριζαν για μιας όλες ως +βακχίδες. + + — Του διαβόλου τα πράματα! Κι έπειτα σου λέει δεν είνε διαβολικά! +έλεγαν από καιρού εις καιρόν οι καρρολόγοι, κοιτάζοντες με αυξάνουσαν +απορίαν τας κινήσεις των νευροσπάστων. + +Ωστόσο ο γέροντας εξακολουθούσε να τραγουδή και να ταιριάζη τον ήχο του +μπουζουκιού με τη φωνή του. Το μπουζούκι στα χέρια του καταντούσεν +έμψυχον έβγαζε γλυκειές και μελωδικές φωνές. Και τα νευρόσπαστα μέσα +στο γιάλινο κουτί τους εχόρευαν και ο μπάρμπα Παναγιώτης ετραγουδούσε +διαφόρους χορούς: τον συρτό, τον Καλαματιανό, το πηδητό, το τσάμικο και +εις την αλλαγήν των ήχων τα νευρόσπαστα ως να είχον αίσθησιν, να ήκουον +τον ρυθμόν και τας λέξεις άλλαζαν τάξιν, θέσιν, κινήσεις και χορόν. + +Ο χατζής, ο κύριος δηλαδή του χανιού κοντός και αδύνατος, εκάθητο +τυλιγμένος μέσα εις παλιό επανωφόρι, με το κεφάλι στηριγμένο εις τον +πάγκον κι' εκοίταζε αφηρημένος τα διαβολικά πράματα. Η γυναίκα του, +επίσης αδύνατη και ζαρωμένη γερόντισσα, συμμαζεμένη ως γάτα κοντά στη +γωνιά, έκανε κάποτε το σταυρό της και εψιθύριζε λέξεις από το Πιστεύω +και έφτυνε απάνω από τον ώμο της, δηλαδή καταπρόσωπον του Οξαποδώ. Οι +καρρολόγοι διαφοροτρόπως καθήμενοι εις τους πάγκους, άφωνοι και +μισοφοβισμένοι εκοίταζαν με νυσταγμένα μάτια πότε τα νευρόσπαστα και +πότε τον γέροντα ο οποίος έμοιαζε εκείνη την ώρα πως κρατούσε τη +σφραγίδα της Σωλομονικής και ήταν κύριος εις τα ακάθαρτα και πονηρά +πνεύματα. + +Ο Μπάρμπα Παναγιώτης έπαυσε τέλος το τραγούδι του. Εσηκώθη μέσα εις την +γενικήν σιωπήν, έσυρε από το συλάχι του μικρό ξύλινο καυκί και το έβαλε +απάνω στο τραπέζι για να μαζέψη την αμοιβήν του. Οι καρρολόγοι όταν +θέλουν να διασκεδάσουν ξοδεύουν αλύπητα. + +Ο γέροντας εφάνη ευχαριστημένος από το ποσόν που εσύναξε. Χωρίς να ειπή +λέξη επήρε την κάπα του, εσκέπασε πάλι με το κόκκινο πανί τον θησαυρόν +του, εκαληνύχτησε και έφυγε. + + — Γέρο στρίγγλε! θα έχουμε λιβανίσματα τόρα!... εψιθύρισε ο χατζής +όταν η πόρτα εκλείσθη οπίσω από τον γέροντα. + +Εγώ από την ώρα που ο τραγουδιστής άρχισε τα παιγνίδια του έως την ώρα +που έφυγε, δεν εκινήθην καθόλου από την θέσιν μου. Συμμαζεμένος μέσα +εις μίαν φλοκάταν, εκοίταζα με φόβον και απορίαν άλλοτε τα νευρόσπαστα +και άλλοτε τον γέροντα· άλλοτε το χέρι του που εκινείτο γοργά και +αδιάκοπα επάνω από τις χορδές του οργάνου. Αληθινά ευρισκόμουν εις +μεγάλην στενοχωρίαν που δεν ημπορούσα να καταλάβω ποια η σχέσις του +γέροντα με τα νευρόσπαστα και πώς ακολουθούσαν τα τσακίσματα της φωνής +του με τόσην ακρίβειαν. Ήρχισα να πιστεύω ως αληθινά τα λεγόμενα και +όλην σχεδόν την νύκτα ενόμιζα ότι ευρισκόμην μεταξύ του φοβερού Αράπη +της λίμνης και του μπάρμπα Παναγιώτη. + +Αλλ' όπως όλα τα πράγματα τα ξεκαθαρίζει ο καιρός, εξεκαθάρισε σε +λιγάκι και το μυστήριον του μπάρμπα Παναγιώτη. Έμαθα δηλαδή ότι όχι ο +Αράπης της λίμνης, αλλά πολυχρόνιος φυλακή του έδωκε το μπουζούκι και +τα νευρόσπαστα. + +Νέος ο μπάρμπα Παναγιώτης παρεσύρθη από την κακογλωσσιά της γυναικός +του εις φοβερό έγκλημα. Εσκότωσε το μόνο παιδί που είχε αποκτήσει με +την πρώτην του γυναίκα. Και κατά την πολυχρόνιον κάθειρξίν του εφεύρε +τον μηχανισμόν να τραγουδή και να χορεύουν τα νευρόσπαστα. + +Πώς το κατώρθωσε δική του δουλειά. Φτάνει που το κατώρθωσε. + + + +Μ Π Λ Α Χ Α Β Α Ι Ο Ι +ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1809 + + + +Οι κλέφτες από τ' Άγραφα κι αρματωλοί απ' τα Χάσια +Φορέστε τα γελέκια σας, ζωσθήτε τα σπαθιά σας +Πιάστε ταμπούρια δυνατά ταμπούρια σιγουράτα, +Το καραούλι φώναξε μέσ' από το ταμπούρι: + — Πολλά κοράκια φαίνονται μαύρα σαν αρβανίτες +Μην είν' ο Φώτης πόρχεται μην είν' ο Λεπενιώτης; + — Μήτε ο Φώτης έρχεται μήτε ο Λεπενιώτης +Μουχτάρ πασάς μας έρχεται με τριανταδυό χιλιάδες. +Κι ο Παπαθύμιος φώναξε με το σπαθί στο χέρι: + — Βαστάτε, παληκάρια μου όλοι μέσ' στα ταμπούρια +Και τον μουρντάρ Μουχτάρ πασά χτυπάτε στο κεφάλι +Κι αυτό τα λιανοκόνιαρα και τους ψωραρβανίτες +Στους βράχους να τους ρίξουμε να φάνε τα κοράκια. +Τρία γερούσια κάμανε με το αλλάχ — αλλάχ τους +Κι όλοι στους βράχους έπεσαν Κονιάροι κι Αρβανίτες +Κι άλλο γερούσι πρόσταξε Μουχτάρ πασάς να κάμουν +Κι οι Τούρκοι κάμαν το ντουά και πέσαν στο γερούσι +Πέντε χιλιάδες Κονιαριά και Λιάπηδες φτακόσιοι +Μέσ' στα ταμπούρια των κλεφτών και των καπεταναίων. +Γέμισαν βράχοι Αρβανιτιά τα ρέματα Κονιάρους +Πικρή φωνή ακούστηκε — Πιάσαν τους Μπλαχαβαίους +Σκλαβώσανε τους φίλους τους και όλη τη γενιά τους!... + + + +Ε Υ Α + + + +Κείτεται η γυναίκα η πρωτόπλαστη, ξαπλωμένη στην παχειά χλόη, κάτω από +το λιοπύρι του Μαγιάπριλου. Ο Αδάμ ο άνδρας της πέρα στο χωράφι οργώνει +με τα καματερά του τη γη, ιδρώνει και μάχεται, πληρώνοντας βαρειά το +βαρύ του αμάρτημα. Και εκείνη στυλόνοντας το μάτι στον χαρούμενο κάμπο +και τ' αγέραστα βουνά, εις τα δάση τα πυκνοντυμένα και το φειδωτό +ποτάμι και τη θάλασσα, εις τα ζωντανά της γης και εις τα πετούμενα του +αιθέρα, λέει συμπλήρωμα της Δημιουργίας τον δουλευτή τον άνδρα της και +πως χωρίς αυτόν και τους κόπους του, όλα θα ήσαν άχαρα και νεκρά. Και +ακόμα λέει, πως αυτή είνε του ανδρός το ταίρι και το συμπλήρωμα, +ολάκερη η Ζωή και με τη μεγάλη της κορμοστασιά επροκαλούσε θαρρείς να +παραβγούν τη Γη — η μήτρα η αστείρευτη την πλατειά κοιτίδα της +Ανθρωπότητος. Κάτω από τα πύρινα σκέλια της εκλωτσούσε πεισματικά το +χώμα, έδερνε τον αέρα με τα στιβαρά της μπράτσα και δείχνοντας τους +λαχταριστούς λαγώνες της, ετραγουδούσε με περιφάνεια τη μυστική +δημιουργία των σπλάχνων της κι εκαλούσε τα σύμπαντα στη δούλεψή της: + + — Εγώ φέρνω στον κόσμο του κόσμου τον αφέντη. Ο αέρας θα του δώση ζωή +και η Γη θα τον θρέψη και θα τον μεγαλώση. Ο ουρανός θα χαρίση στην +ψυχή του χρώματα αρμονικά και ο Ήλιος τόλμην και ενέργειαν. Ο Αιθέρας +θα του στείλη όνειρα και η απέραντη θάλασσα απέραντες ελπίδες. Όλα τα +ψυχωμένα και τ' άψυχα του κόσμου γενήτε δούλοι μου. Εγώ φέρνω στον +κόσμο του κόσμου τον αφέντη... + +Ο καλός Θεός κάπως άκουσε τα εγωιστικά αυτά λόγια της γυναίκας και +επρόβαλλε στο φρύδι του Παραδείσου ωργισμένος: + + — Βρε τη χαραμοφάγα! λέει, Εγώ την έπλασα να συντροφεύη τον άνδρα της +στους κόπους και τους μόχθους της ζωής κι εκείνη στον ήλιο τ' απλώνει. +Αν την αφήσω έτσι, δε θ' αργήση να κράξη κι εμένα για να της λυσωδέσω +το παιδί. Α! δεν είπαμε έτσι. Για να της εύρω μια δουλειά που και να +θέλη να μην ησυχάζη νύχτα ημέρα. + +Παίρνει ο Θεός μια χούφτα χώμα, την φυσά τρεις φορές και λέει: + + — Καταραμένος εσύ από όλα τα θηρία και απ' όλα τα ζωντανά της γης. Επί +του στήθους και της κοιλίας της γυναικός βοσκήσεις και παχυνθής και +πληθυνθής από του αίματος αυτής και από της σαρκός αυτής. Και έχθραν +θήσω αναμέσον σού και αναμέσον της γυναικός και των δακτύλων αυτής και +του σιέλου αυτής. Σιέλω ώσπερ ιξώ σιελισθής και όνυχι ώσπερ δοκάνω +διασπασθής, αλλ' ου μη λείψης εις τον αιώνα. Αγαθός γαρ ο σπόρος και +τροφαντόν το λειβάδι όπου υπάγης. + +Και τινάζει τη χουφτιά επάνω στο κορμί της Εύας. Πετιέται εκείνη +αλαφιασμένη, τρέχει από δω, φεύγει από κει, πάει και τρίβεται στους +κορμούς των δέντρων, χώνεται ως το πηγούνι στα νερά — τίποτα! Άγρια +φαγούρα ανάβει το κορμί της. Χίλια βελόνια κεντούν τη σάρκα της. Τι να +κάμη; Ξυλώνει τα φύλλα της συκιάς που εσκέπαζαν την γύμνια της και +βλέπει το ελεφαντένιο της κορμί αυλακωμένο από τα φουσάτα των ψύλλων. +Και αρχινάει το ψυλλομάζωμα. + +Ο Αδάμ σήκωσε κάποτε τα μάτια από τη δουλειά και τα έρριξε στη γυναίκα +του. Και καθώς την είδε να δέρνεται σαν παλαβή και να μη βρίσκη ησυχία +έβαλε δυνατά γέλοια: + + — Ηύρε ο ανθός τον κλώνο του κι ο κλώνος τον ανθό του· είπε +ευχαριστημένος. + + + +Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Γ Κ Ο Υ Ρ Α +30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1826 + + + +Θέλτε ν' ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια, +περάστ' από την Κούλουρη και σύρτε στην Αθήνα· +κι εκεί ν ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια +πώς κλαίν' μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άνδρες, +ν' ακούστε και τη Γκούρενα, του Γκούρα τη γυναίκα, +πώς κλαίει πώς μοιρολογάει, πώς χύνει μαύρα δάκρυα +σαν την τριγώνα θλίβεται, σαν το παπί μαδιέται, +σαν του κοράκου το φτερό μαυρίζ' η φορεσιά της. +Και στα μπεντένια κάθεται τα πέλαγ' αγναντεύει, +βλέπει καράβια κ' έρχουνται, βαρκούλες κ' αρμενίζουν. +Καράβια μου βαρκούλες μου χρυσοί μου μπεγιαντέδες +Ψιλή φωνίτσα έβαλε όσο κι αν εδυνάσθη: +Πού ήσαι Μαμούρη αντράδερφε πολύ μ' αγαπημένε, +Ο Γκούρας εβαρέθηκε και πάει για το Γένος +κ' η συντροφιά του σκόρπισε, γυρεύει για να φύγη. +Κι ο Μακρυγιάννης χούγιαξε κι ο Μακρυγιάννης λέει: + — Παιδιά μ' να νταγιαντίσωμε ακόμη δέκα μέρες +σ' εμάς μεντάτι έρχεται στερηάς και του πελάου +φέρνουν μπαϊράκια με σταυρό και φράγγους με καπέλο. +Μαμούρη πέσε του Φαβιέ, του καπετάνιου Τσώρτση, +το κάστρο να μη δώσουμε την παινεμέν' Αθήνα +κι ακούστε τσ' Αθηναίισες και τσ' Αθηνιοτοπούλες, +πώς κλαίνε για τον τόπο τους και για τα πατρικά τους +να μην τα παραδώσουνε στο σκύλο τον Κιουτάγια. + + + +Ο Κ Ο Υ Ρ Δ Ο Υ Κ Ε Φ Α Λ Ο Σ + + + + — Ήταν, που λες, τέτοιες ημέρες, παραμονή Αϊβασιλειού. Στο μικρό μου +το χωριό, το θαμένο στο γούπατο ενός κάμπου, η ζωή περνά ήσυχη και +ανεπαίσθητη όπως η ζωή των αψύχων. Κάτι μικρομαλώματα, κάποιες +μικροφροντίδες, μια χαρά γάμου και μια θανάτου λύπη, είνε τα μόνα που +τρικυμίζουν κάποτε αυτή τη νεκροθάλασσα. Μα όταν έρθουν οι καλές, οι +μεγάλες ημέρες, η ζωή πετιέται και θορυβεί σαν ανάβρα κεφαλόβρυσου. Δε +δουλεύουν στα χτήματα· δε μαθητεύουν στα σκολειά. Παύει ο φόβος του +δασκάλου και τα ζαρωμένα φρύδια του πατέρα. Χαρές και χάδια βασιλεύουν +ολούθε. + +Σε τέτοια καλή στιγμή κατώρθωσα κ' εγώ μια χρονιά να ειπώ τον Άιβασίλη +στα σπίτια. Ο Τάσης Γούναρης, σύντροφος στο σκολειό και στα παιγνίδια +μου, ήταν πλουσιόπαιδο. Ο πατέρας του ήταν έμπορος· έκανε μαλλιά και +τυριά και τα έστελνε στην Πάτρα στους μεγαλεμπόρους. Ο δικός μου ήταν +φτωχώτερος μα είχε την κοινωνική του θέση. Ήταν σοβαρός, λιγόλογος, +αγέλαστος· τον έλεγαν Λάζαρο οι χωριανοί για να δείξουν το μελαγχολικό +του χαρακτήρα. Οπωσδήποτε και οι δυο δεν είμαστε παιδιά του δρόμου και +δεν ήταν εύκολο να μας αφήσουν να γυρίζουμε τα σπίτια συνάζοντας +δεκάρες. + +Η μάννα μου, όταν δειλά — δειλά της το πρωτόειπα εθύμωσε στα γερά. + + — Τι; θα γένης, σαν το παιδί του Κουρδουκέφαλου; Εσύ αύριο θάχεις τους +μποναμάδες σου. + +Ο Κουρδουκέφαλος ήταν χαλκιάς μ' ένα χοντρό ολοστρόγγυλο κεφάλι, σαν +τις πέτρινες μπάλες των παλιών κανονιών με μια κοιλιά παιδιά που τ' +ανάθρεφε μισόγυμνα μέσα στο χαλκιαδικό του πίσω από το φυσερό και τα +κάρβουνα. Έλεγαν μάλιστα γι' αυτόν ότι επειδή χρωστούσε, για να μην του +πάρουν το μόνο χτήμα που είχε, το μαγαζί του, κάθε μήνα του άλλαζε την +πρόσοψη αφού δεν μπορούσε να το μεταφέρη όπως το φούρνο του ο Ναστραδίν +Χότζας. Πότε άνοιγε πόρτα στο δρόμο· πότε την έκλεινε και την άνοιγε +στο πίσω μέρος· πότε άφηνε παράθυρο· πότε έκλεινε και το παράθυρο και +άνοιγε φανέστρα στη στέγη. Και αυτό έλεγαν το έκανε για να μην είνε +ποτέ σύμφωνο με κείνο που είχε υποθηκέψη. Αλήθεια ψέματα δεν ξέρω να το +βεβαιώσω.Η μάννα μου όμως παρομοιάζοντάς με με το παιδί του +Κουρδουκέφαλου, ήθελε να μου δίξη την εσχάτη περιφρόνηση. + +Τέλος αφού έκλαψα γύρω της από το πρωί ως το μεσημέρι την κατάφερα. Την +εβεβαίωσα πως δε θα πηγαίναμε παρά στα συγγενικά μας σπίτια. Μ' έντυσε +τα γιορτινά μου ρούχα, με καλοχτένισε σαν να μ' έστελνε στην εκκλησιά +και με άφηκε να πάω με το φίλο μου. + + — Κοίταξε καλά· μου φώναξε από το κεφαλόσκαλο· μην ξεχάσεις να πάτε +και στου παπούλη σου. + + — Τσ .. έκαμα εγώ ανασηκώνοντας το κεφάλι. + +Και αρχίσαμε την περιπλάνησή μας μέσα στο χωριό, αναζητώντας τα +συγγενικά μας σπίτια. Στους δρόμους συχναπαντούσαμε άλλες συντροφιές +παιδιών, που πήγαιναν κ' εκείνα να ειπούν τον Άιβασίλη. Βαστούσανε ψηλά +καλάμια στο χέρι και έτρεχαν κ' εσφύριζαν κ' εχόρευαν καταμεσίς του +δρόμου, γεμάτα από υγεία και χαρά. Γυμνοπόδαρα, λασπωμένα, ξεσκούφωτα, +έμπαιναν σε κάθε σπίτι, σε κάθε μαγαζί, στις ταβέρνες και άρχιζαν το +τραγούδι τους δυνατό, ξάστερο, σαν πουλιά ελεύθερα στο ελεύθερο κλαδί +τους. + +Ανάμεσα απ' αυτά στην πρώτη γραμμή ήταν και ο γιος του Κουρδουκέφαλου, +που δεν ήθελε η μάννα μου να του μοιάσω. Είχε κεφάλι ίδιο σαν του +πατέρα του και πρόσωπο μελαμψί, κορμί γερό σαν από μπρούτζο μα +κακοτράχαλο. Δεν φορούσε παρά ένα πουκάμισο ζωσμένο στη μέση με σχοινί +και ένα βρακί που κατέβαινε λίγο κάτω από τα γόνατα. Και έτσι εφαινόταν +ευτυχισμένος. Σε όλες τις συντροφιές έκανε τον αρχηγό ή για να ειπώ +ακριβέστερα τον τύραννο. Εμπάτσιζε το ένα παιδί, επείραζε το άλλο, +εκαβαλίκευε το τρίτο. + +Εμείς, νωθροί στρατοκόποι της ζωής, από τόρα φασκιωμένοι με την +κοινωνική πρόληψη, πηγαίναμε από πίσω αναζητώντας τα σπίτια, με τρόμο +και με φόβο μην παραστρατήσουμε. + + — Να ειπούμε τον Άιβασίλη: ρωτούσαμε δειλά κάτω στη σκάλα. + + — Όχι· τον είπαν άλλοι· έπεφτε μια φωνή από πάνω. + +Με λύπη και ντροπή μαζί κινούσαμε να φύγουμε αμέσως Ούτε να μας ιδούν +δεν ηθέλαμε. Μα όταν μας αναγνώριζαν έτρεχαν και μας φώναζαν από τα +παράθυρα οι γυναίκες. + + — Μπα! ο Τάσης του Γούναρη! μπα ο Πέτρος τσ' Σβράμενας! ελάτε... ελάτ' +απάνω. + +Τότε γυρίζαμε χαρούμενοι, ανεβαίναμε τις σκάλες ή γλυστρούσαμε στα +ισόγεια και στεκόμαστε μπροστά στα εικονοστάσια. Το καρδιοχτύπι μας +μεγάλωνε· τα μάγουλά μας άναβαν σαν κάρβουνα. Τέλος ατενίζαμε τα +εικονίσματα, τα Βάγια, τα στέφανα, το αναμμένο καντήλι και αρχίζαμε με +βραχνή και ολότρεμη φωνή, σαν πέταγμα πουλιού ξαφνισμένου από το φως το +άφθονο: + + Άγιος Βασίλης έρχεται + Γεννάρης ξημερώνει.... + +Έτσι περάσαμε ένα με το άλλο όλα τα συγγενικά μας σπίτια. Δεν αφήκαμε +ούτε του παπούλη ούτε της κυρά μαμής, που εσύστησε στο σύντροφό μου η +μάννα του. Μα σε ξένο σπίτι δεν πατήσαμε· δεν εμπήκαμε σε μαγαζί. Η +καρδιά μας ελαχτάριζε· μα της μάννας η τσιμπιά και του πατέρα ο +σφόντυλος αγρυπνούσαν φοβερά επάνω από το κεφάλι μας. + +Ήρθε τέλος η ώρα της μοιρασιάς. Εγώ ήμουν ο ταμίας. Σε μια τσέπη του +πανωφοριού μου έρριχνα ότι μας έδιναν. Καθίσαμε σε μια πέτρα, άδειασα +την τσέπη μου και αρχίσαμε να μοιράζωμε σαν καλοί σύντροφοι. Δεκάρα ο +φίλος μου δεκάρα εγώ. Πεντάρα εκείνος πεντάρα εγώ. Έκανε κρύο δυνατό· η +νύχτα πλάκωνε· η πάχνη σκέπαζε με παγωμένο ίδρωτα όλο το χωριό. Έτρεξα +και ρίζωσα στη γωνιά να ζεσταθώ. Η μάννα μου ετοίμαζε το χυλό που θα +έφτιανε το πρωί τις τηγανίτες. Τ' άλλα μου τ' αδέρφια καθόντουσαν +τριγύρω και έπαιζαν με τ' αναμμένα δαυλιά, εσγάρλιζαν τη στάχτη, +εζάλιζαν τη μάννα με χίλια γλυκόλογα. Εγώ σοβαρός και αμίλητος μετρούσα +τα ξεδούλειά μου. Πλάκωνε η αυριανή που θα έπαιζα τη βλάχα, το στριφτό, +το ντοιχάκι με τ' άλλα συνομήλικα. Άξαφνα βρόντησαν παράδες στο +πανωφόρι μου. Βάνω το χέρι μου, ψαχουλεύω, βρίσκω μέσα στη φόδρα +πεσμένα σαρανταπέντε λεφτά. Ναι· τέσσερες δεκάρες, και μια πεντάρα. +Ίδρωτας με τσάκισε. + + — Μάννα, φωνάζω· μάννα! βρήκα κι' άλλα λεφτά στην τσέπη μου. + +Εκείνη στη δουλειά της σκυμμένη δεν έδωκε απόκριση. + + — Μάννα, της ξαναλέω — είχα κι' άλλα λεφτά Δεν τα μοιράσαμε τούτα. Δεν +τα είδα, μα το Θεό· δεν τα είδα... + + — Δεν πειράζει· τα μοιράζετε αύριο· + + — Όχι· θα πάω τόρα. + +Και σηκόνομαι ορθός, φορώ τα παπούτσια, έτοιμος ν' ανοίξω την πόρτα. Μα +η μάννα μου θυμωμένη μου φωνάζει άγρια. + + — Πού θα πας, μωρέ, τέτοια ώρα: Δεν ακούς τι κάνει όξω! + +Αληθινά έξω βογγούσε ο βοριάς και το νερόχιονο έπεφτε. Το σπίτι του +φίλου μου ήταν μακρυά. Έπρεπε να περάσω αυλάκια να διαβώ από τόπους +στοιχειωμένους. Κοντά ήταν της θειά Κωσταντινιάς το χαγιάτι, που είδα +προχτές σούρουπα τον Αϊδημήτρη και έβαλα τις φωνές. Παρακάτω η συκιά +της Πλεύρενας, που για να περάσω άλλοτε άφηκα το ένα μου παπούτσι. +Παραπέρα η βρύση, που τέτοια ώρα οι νεράιδες πλένουν και λευκαίνουν τα +μεταξωτά τους. Όλα τώρα τα θυμώμουν και ανατρίχιαζα. Μα δεν ημπορούσα +και να ησυχάσω. Φίδι ανάδευε μέσα μου. Τα σαρανταπέντε λεφτά καίγανε τα +χέρια μου. + + — Μάννα, άσε με να πάω.....δε θ' αργήσω· είπα κλαίοντας τόρα. + + — Πήγαινε ντε να σε πάρουν οι Καλικαντζάροι. Ή ξέχασες πως έχουμε +ακόμη Δωδεκάημερα; + +Όχι· δεν το ξέχασα· το θυμόμουνα πολύ καλά. Οι γυναίκες κάθε ώρα μας το +θύμιζαν με τα καμώματα και τ' ανέκδοτά τους. Μα τι ήτανε για μένα οι +σαϊτάνιδες αυτοί μπροστά στην αγωνία που έπνιγε την ψυχή μου: Ενόμιζα +πως το ήξερε τόρα ο Τάσης το αδίκημα, πως το έλεγε της μάννας του· +κλέφτης, κλέφτης, κλέφτης, ήμουνα εγώ! + + — Μάννα, δεν μπορώ· θα πάω! ξαναφώναξα κατακόκκινος. + +Γύρισε και με είδε κατάματα· χαμογέλασε. Δεν ξέρω γιατί χαμογέλασε. Μου +φόρεσε καλά το πανωφόρι, μου σήκωσε το γιακά· μου στοίβαξε ως τ' αφτιά +τη σκούφια, άνοιξε την πόρτα. + + — Τρέχα και πρόσεχε μην πέσης στις λάσπες. + +Κατέβηκα τη σκάλα και η καρδιά μου φτερούκαε. Το άπλερο σαρκίο μου +ανατρίχιαζε μέσα στη νύχτα από φόβο και κρύο. Εδώ σκόνταβα, εκεί +γλυστρούσα, άλλου εβάλτωνα. Έπεφτα στις φράχτες, χτυπούσα στα +κορμόδεντρα. Μα όλο προχωρούσα με τα λεφτά στη φούχτα μου. Πέρασα με +κλειστά μάτια το χαγιάτι της θεια Κωσταντινιάς· διάβηκα χωρίς ν' +ατενίσω τη στοιχειωμένη συκιά· πήδησα στη βρύση χωρίς να προσέξω τα +τραγούδια και τα όργανα της νεράιδας· έφτασα τέλος στο σπίτι του φίλου +μου. + +Μα ήταν κατάκλειστο, σιωπηλό και άγριο στο σκοτάδι. Βάνω τις φωνές. + + — Τάση!.. Τάση!.. + +Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Έτρεμα ολόκορμος. Γύριζα και έβλεπα φοβισμένα +πίσω μου. Ήσκιοι πέρναγαν μπροστά μου· κρύα χέρια ψαχούλευαν στις +πλάτες, στα μαλλιά μου. + + — Τάση! έ Τάση!.. ξαναφώναξα βραχνά. + +Τίποτα. Σκύλλοι γαύγιζαν απόπερα. Γαύγιζαν και ούρλιαζαν σαν λύκοι. Τα +πόδια μου δεν ήθελαν να κρατήσουν ορθό το σώμα μου. Κάποτε ανοίγει ένα +παράθυρο. + + — Ποιος είνε; φώναξε ο φίλος μου. + + — Τάση, εγώ είμαι· έλα κάτου να σου ειπώ. + + — Δεν μπορώ, καϋμένε — δε μ' αφίνει η μητέρα· Τι θες; + + — Έλα κάτου — έχω κι' άλλα λεφτά να μοιράσουμε. Ήταν μέσα στη φόδρα +και δεν τα είδα .. . Να μα το Θεό, δεν τα είδα ... + +Κατέβηκε πάραυτα, του έδωκα τις δυο δεκάρες, κάνοντας χίλιους όρκους +πως δεν τα είχα ιδή. Η καρδιά μου αλάφρωσε. Έμεινε η πεντάρα· του την +χάριζα κ' εκείνη. + + — Όχι, ναν τη στρίψουμε· λέει. Όποιος την πάρη. + +Την έπιασε στο χέρι· την έρριξε ψηλά. + + — Κορώνα ή γράμματα; + + — Κορώνα. + +Δεν πρόφτασα να κράξω και ένας ήσκιος θεότρομος ερίχτηκε απάνω μας, σαν +ουρανοκατέβατος. Μας άνοιξε τις χούφτες, μας πήρε τα λεφτά, έσκυψε +έπειτα άρπαξε την πεντάρα από χάμου και χάθηκε τσαλαπατώντας σαν +βούβαλος τις λάσπες του δρόμου. Ήταν το παιδί του Κουρδουκέφαλου. + +Εμείς εμείναμε για κάμποση ώρα ξυλιασμένοι εδεκεί. Έπειτα μ' ένα στόμα +εβάλαμε τις φωνές και τα κλάματα ώσπου ήρθαν οι δούλοι του Τάση και μας +συντρόφεψαν στα σπίτια μας. + + + +Ο Λ Α Β Ω Μ Ε Ν Ο Σ + + + +Ενύχτωσε και βράδιασε πάη και τούτ' η μέρα· +Σύρτε παιδιά μου για ψωμί ψωμί να φάτε απόψε, +και φέρτε μου παλιό κρασί από το μοναστήρι, +να πλύνω τις λαβωματιές, να πλύνω τους γεράδες. +Κι όσο να πάτε στο καλό, παιδιά μ' και να γυρίστε +Για φέρτε μου τον ταμπουρά να λιανοτραγουδήσω +την πίκρα της λαβωματιάς και του βολιού το χάλι. +Κι αν δε με βρήτε ζωντανό, παιδιά μη λυπηθήτε +μόν' κλείστε μου τα μάτια μου, φιλήστε μ' ένας ένας +Κάψτε κλαριά και στρώστε μου κλαριά προσκεφαλάρι, +φτιάστε και το κιβούρι μου πλατύ για δυο νομάτους, +να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γιομίζω. + + + +Ε Υ Ε Λ Π Ι Δ Ε Σ + + + +Η συντροφιά ήτο με αυτό το όνομα γνωστή. Ο Γιώργης ο Ίκκινης και ο +Γιώργης ο Μπαλαρής. Ο Ντίνος ο Γαρίπης και ο Νιόνιος ο Άου. Κάποτε +έμπαινε μεταξύ τους και ο Θανάσης ο Παλιαδερφός για να κάνη θελήματα +και να λέη τις αφάνταστες παλικαριές του. Αυτός όμως ήτο της +προσκολλήσεως. Αχώριστοι ήσαν οι τέσσεροι πρώτοι. + +Τα επίθετά τους είχαν λησμονηθή εντελώς και εζούσαν μόνον με τα +παρανόμια τους. Βέβαια θα ετελείωναν εις πούλος, αλλά και οι ίδιοι δεν +θυμόνταν πως άρχιζαν. Αν τύχαινε να έρθη γράμμα τους, ο +γραμματοκομιστής θα εκτυπούσεν όλες τις άλλες πόρτες και ύστερα τη δική +τους. Έτυχε κάποτε να ζητηθή επειγόντως εις το τηλεγραφείο ο Γιώργης +Αναγνωστακόπουλος, να γίνη τόση κουβέντα εις το καφενείο και έπειτα από +μισή ώρα ν' ακουσθή ο Μπαλαρής χτυπόντας το μετωπό του: + + — Μωρέ!.. Αναγνωστακόπουλος είμαι 'γω!.. + + +* + +Οι δυο πρώτοι εκρατούσαν συντροφικά ένα καφενέ στο Σταυροπάζαρο. Από +πότε τον είχαν δεν θυμούνται και οι ίδιοι. Ούτε από τους γεροντοτέρους +του χωριού ημπορούσε να μαρτυρήση κανείς. Όλοι θυμούνται και τον καφενέ +και τους ενοικιαστάς ίδιους και απαράλλακτους. Το πρώτο με τοίχους +γεμάτους αράχνες· με οροφή κατάμαυρη, το πάτωμα άπλητο κι αιωνίως +βρεμμένο· τους καθρέφτες και τα κάδρα σκεπασμένα από μιγοκαθίσματα· +τους πάγκους με ξεσχισμένους μουσαμάδες και τη τζαμαρία σκεπασμένη μ' +ένα ξεβαμμένο μπουγασί. Τους καφετζήδες ούτε καθαρώτερους ούτε +χαρωπότερους από τον καφενέ τους. Κοντοί και οι δυο, κακοτράχαλοι, με +κεφάλια ωχρά και μακρουλά σαν πεπόνια, όταν δεν εκοιμώντο εις τις +καθέκλες τους εβημάτιζαν σαν υπνωτισμένοι. Όταν τους έβλεπες με το +δίσκο ή με τον ναργιλέ να πηγαίνουν εις τους πελάτες, ενόμιζες ότι τα +πράγματα που κρατούσαν έσυραν αυτούς παρά εκείνοι τα πράγματα + +Αλλά σπάνιον ήτο να υπηρετούν και οι δυο ταυτοχρόνως. Πάντα ο ένας θα +έπαιζε χαρτιά αν δεν έπαιζαν και οι δύο. Και αν τότε παρουσιάζετο +πελάτης και ζητούσε καφέ ή λουκούμι, ένας από τους δυο ενώ εχτυπούσε +δυνατά τον φάντε εις το τραπέζι του έλεγε: + + — Έμπα φτιάστον μια στιγμή! δε θα κουρασθής. + +Και τούτο αν ετύχαινε ξένος. Γιατί οι τακτικοί πελάτες, άμα τους +έβλεπαν καθισμένους εις το παιγνίδι, επήγαιναν ίσα στον πάγκον, έκαναν +μόνοι τους τον καφέ και εσερβίριζαν μονάχοι τους. + +* + +Αυτά για τους δύο πρώτους. Ο τρίτος ο Γαρίπης είχε διαδεχθη τον πατέρα +του στο μπακάλικο. Αντί όμως να αυξήση την πελατεία του και να πλουτήση +τα είδη της μπακαλικής, έδειξε όλη του την δραστηριότητα εις το να το +καλλωπίση μόνον. Όποιος το έβλεπε το έπερνε για κουρείο, όχι μπακάλικο. +Πρώτη και κυριώτερη φροντίδα του έβαλε πώς να κρύψη από τα μάτια των +θεατών κάθε πρόστιχο εμπόρευμα. + +Δεν περιορίστηκε μόνον να τυλίξη και τα σαρδελοβάρελα με χρωματιστά +χαρτιά, αλλά αφού έβαψε τα ράφια με χτυπητά χρώματα, αφού έστρωσε τους +τοίχους με χρυσόχαρτα και άπλωσε χάρτινες χρωματιστές καδένας απ' άκρη +σ' άκρη χιαστί στο ταβάνι, άπλωσε εις τους τοίχους αρχαία ρητά: Μηδέν +άγαν. Είς οιωνός άριστος. Αμυνεσθε περί Πάτρις. Χρόνου Φείδου. + +Εκτός δύο η τριών που ημπορούσαν να τα διαβάσουν και να τα εννοήσουν, +οι περισσότεροι τα έπαιρναν και αυτά για κεντήματα. Όλα όμως αυτά δεν +ετραβούσαν πελατείαν. Μόνον κατά το κοντόβραδο όταν εσκόλαζαν οι +εργάτες, είχε κάποιο νταραβέρι χάρις εις την συνήθειαν που και αυτήν +εκληρονόμησε από τον πατέρα του. Εσυνήθιζε δηλαδή να ρίχνη ένα τενεκέ +νερό στο πηγάδι και οι εργάτες ήσαν βέβαιοι ότι μαζί με το ρακί θα +πιουν και ένα ποτήρι δροσερό νερό. Αλλά τόσο του έφτανε. + +Όσο για τον Άου και αυτός είχε κληρονομήσει ένα σπίτι με μεγάλη περιοχή +για να κάθεται και λίγα στρέμματα σταφίδα. Το σπίτι είχε μεγάλον κήπον +και ημπορούσε με λίγα ημεροδούλια να έχη της χρονιάς του τα λαχανικά +και τα οπωρικά· αλλά τον άφηνε ακαλλιέργητον. Την σταφίδα την +εκαλλιεργούσε με ξένους εργάτες. Και βέβαια η σταφίδα δεν κατόρθωνε να +καλύπτη τα έξοδα της χρονιάς του· αλλά δεν εφρόντιζε να κάμη και τίποτε +άλλο. Επίστευε πως δεν ήτο καμωμένος για δουλειά. + +Ωστόσο μεταξύ τους οι τέσσερες φίλοι εζούσαν ζωή χαρισάμενη. Το +κυριώτερο μέρος που τους απασχολούσε στη ζωή ήταν η κουβεντούλα και το +φαγοπότι. Και εις αυτό είχαν ομολογήση αμοιβαία κοινοκτημοσύνη. Άμα +επλησίαζε η ώρα του κολατσιού, του φαγητού ή του δείπνου πήγαινε ένας +εις τον άλλον και ρωτούσε: + +- Έχεις τίποτα για μάσημα; + +- Κάτι θα βρεθή . . . + +Και το κάτι φανερονότανε σε λιγάκι είτε ως τζουβέκι, είτε ως τσιπούρα +Μεσολογγίτικη φτιασμένη με το κρεμμυδάκι, είτε γαρδούμες που +κολυμπούσαν στη σάλτσα, είτε κυνήγι κατά την εποχή. + +Άλλη φορά χωρίς προσυνενόηση στην ώρα του φαγητού, έφτανε στον καφενέ +καμία πιατέλα έτοιμη από το σπίτι ή νταβάς από το φούρνο και εκαλείτο η +συντροφιά να τον παστρέψη. Τότε εις το σπίτι εστέλλοντο μερικές δεκάρες +για να αντικαταστήσουν το φαγητό με ψωμοτύρι. Ετύχαινε όμως κάποτε ένας +από τη συντροφιά να προσκληθή σε δείπνο έξω της παρέας. Η συντροφιά +ειδοποιείτο καταλλήλως την ώρα και το μέρος που θα εγίνετο η +συγκέντρωσις. Τότε ένας με τον άλλον, δήθεν τυχαίως περνούσαν από κει +και + + — Μπα! εδώ είσαι κι εγώ σε γύρευα κατακαπινού! + + — Με ήθελες τίποτα; + + — Κάτι σ' ήθελα... + + — Με φώναξε αποδώ ο τάδε να φάμε. Κάτσε να πάρης μεζέ. + + — Δεν ψώνισα τίποτα για το σπίτι. Ας είνε... + +Τον παίρνω ένα μεζέ στο πόδι... + +Και ενώ έλεγε στο πόδι έπαιρνε κάθισμα και κάθιζε στο τραπέζι. Ο +νοικοκύρης δεν έλεγε τίποτα. Μάλιστα προσπαθούσε να περιποιηθη τον +απρόσκλητο. Με ένα παραπάνω το φαγί δε θα λείψη. Των ενιά νομάτων το +φαί δικάει και τους δέκα. Πριν όμως προφτάσει να αποτελειώση το λαϊκό +συλλογισμό του, ακουόταν από το δρόμο άλλη φωνή. + + — Ρε Μπαλαρή! τι θες εδώ μέσα; + + — Να, έχει μεζέ ο τάδε και με φώναξε να του κάμω συντροφιά. + + — Ώστε δεν ετοίμασες τίποτα για σήμερα; + + — Και μ' άφησε η πρέφα! Από την αυγή τόρα δα τελειώσαμε. Κάτσε να +πάρης μεζέ. + + — Τι μεζέ που δε σε βλέπω από την πείνα; + +Ο νοικοκύρης ξεροκαταπίνει αλλά προσθέτει και κείνος. + + — Κάτσε αδερφέ Γιώργη. Είνε αρκετό φαγί. + + — Τι αρκετό; είσαστε τόσοι νομάτοι! Α! μωρέ Μπαλαρή· θα μου το +πληρώσης! + +Και θυμωμένος τάχα κάνει να έβγη από το μαγαζί. Ο Μπαλαρής γελά· ο +νοικοκύρης το παίρνει στο φιλότιμο. Πηδάει απάνω, τρέχει στην πόρτα. + +Δε σ' αφήνω να περάσης· λέει γελαστά στον Ίκκινη. Κάτσε να φάμε τόρα. + + — Άσε με. + + — Δε σ' αφήνω, θα κάτσης. + + — Όχι. θα πάω να πάρω ψωμοτύρι να φάω! + + — Το τρως κι εδώ το ψωμοτύρι... + +Τέλος πείθεται ο Ίκκινης, γυρίζει και κάθεται στη συντροφιά, βρίζοντας +τον Μπαλαρή. Δεν έχει βάλει τρίτη μπουκιά ο δόλιος νοικοκύρης και ορμά +μέσα, αναψοκοκκινισμένος ο Άου. + + — Μωρέ μπράβο σας! λέει. Καλά μου την καταφέρατε. Μωρέ Μπαλαρή δε +συμφωνήσαμε από χτες να βάλης σήμερα ντζουβεκάδα: Που είνε τη; + + — Να τη! + + — Εδώ την είχατε κι εγώ περίμενα στον καφενέ! Γυρεύω τον ένα, λείπει +γυρεύω τον άλλον, πουθενά. Κι ο καφενές γεμάτος από ευέλπιδες. Άλλοι +φτιάνουν καφέδες, άλλοι σουμάδες και νοικοκύρης πουθενά. + + — Ωρέ μας αφήνεις με τον καφενέ σου! λέει τάχα θυμωμένος ο Ίκκινης. +Πεινάς; κάτσε φάε. + + — Τι να φάω μωρέ! Τι να φάω! φωνάζει αγαναχτισμένος ο Άου, δείχνοντας +τον νταβά αδειανόν σχεδόν. Κόκκαλα θα φάω; Εγώ άφησα μία συναγρίδα στο +σπίτι που ήταν σαν παιδί. Την άφησα για τη συντροφιά. + + — Προφτάνεις και τόρα... + + — Τόρα! ούτε τα σπάραχνά της δε βρίσκω τόρα. Στο σπίτι τρώνε από τις +ένδεκα. + + — Ε, μην κάνεις έτσι ετόλμησε να ειπή ο νοικοκύρης. Κάτσε κι ό τι +βρεθή. + + — Τι να κάτσω; δε βλέπω τίποτα. + + — Κάτσε θα πάρουμε και τυρί. + +Και χωρίς να περιμένη απάντησι δίνει το κάθισμά του στον Άου, παίρνει +λεπτά και βγαίνει να αγοράση τυρί. Πίσω του όλοι και οι τέσσερες με ένα +σύνθημα φουσκώνουν τα μάγουλά τους και ξεραίνονται στα γέλοια. + +* + +Τα γεύματα αυτά η συντροφιά τα έλεγε της προσκολλήσεως. Έτρωγε συχνά +εις βάρος άλλων συχνότερα όμως έτρωγαν άλλοι εις βάρος δικό της. Και +επειδή τα γεύματά της τα έκανε πάντα μέσα εις τον καφενέ, αδύνατον κάθε +φορά να μην τύχουν και άλλοι να τους ειπούν — Κοπιάστε! Και το έκαναν +πάντα με ευχαρίστησί τους. Ήσαν καλοφαγάδες αλλ' όχι και λαίμαργοι· +κρασοπατέρες αλλ' όχι μπεκρήδες· γλεντζέδες αλλ' όχι θορυβοποιοί. + +Το νόστιμο είνε που μοναχός του καθένας έκανε την εντύπωσι κακούργου. +Αμίλητος, αγέλαστος, σκυθρωπός, μισάνθρωπος. Αν τον συναντούσες μπροστά +σου θ' απόφευγες να του ειπής: καλημέρα. Όταν όμως έσμιγαν μεταξύ τους +άλλαζαν αμέσως γίνονταν παιδιά. Δεν ήθελαν τίποτ' άλλο παρά γύρω σ' ένα +νταβά, με το ρουμπίνι στο ποτηράκι να κουτσοπίνουν και να φλυαρούν για +όλα τα πράγματα της κοινωνίας, για όλα τα ανδρόγυνα, για όλα τα +νιτερέσια. Και το έκαναν ελαφρά, χαρωπά, λεπτά, τσουχτερά, γελαστά, +άκακα. Ώρες έτσι επερνούσαν. Και όταν ετελείωναν με τους άλλους άρχιζαν +και μεταξύ τους. Η μύτη του ενός, το χτένισμα του άλλου, το φόρεμα του +τρίτου, το περπάτημα του τέταρτου ήσαν τόσες αφορμές για γέλοια, για +παρανόματα, για πειράγματα αφάνταστα. Και στο φαγί τους ακόμη +επροσπαθούσαν ο ένας να πειράξη τον άλλον. Έτρωγαν πολλές φορές +βιαστικά για να μείνη στον άλλον λιγώτερο ή επροκαλούσαν του ενός μια +διήγησι και ενώ εκείνος έλεγε, αυτοί επροσπαθούσαν να σαρώσουν το φαγί. +Ή τον έκαναν να κοιτάζη αλλού και του άρπαζαν το φαγί από το πιάτο. Ή +τον εκούρδιζαν να θυμώση και να σηκωθή από το τραπέζι για να του +κλέψουν τους καλήτερους μεζέδες. Συνέβη μάλιστα κάποτε και το εξής. Ο +Γαρίπης εψόνισε για την παρέα χαμοκελάδες, τα μικρά εκείνα πουλάκια του +Σαραντάημερου, που έρχονται εις τον Κάμπο και τα μαζεύουν κοπάδια το +βράδυ με το πυροφάνι. Πήρε δυο δωδεκάδες και τις έδωκε του Μπαλαρή να +τις βάλη στο φούρνο. Πριν όμως εδιάλεξε τις πιο παχιές, και τις +σημάδεψε με μια κλωστή. Ο Μπαλαρής δεν έφερε αντίρρησι· τις ετοίμασε +και τις έδωκε στο φούρνο. Ειδοποίησε όμως τους άλλους για την πονηρία +του Γαρίπη. Πάνε εκείνοι στο φούρνο, λύνουν την κλωστή από τις παχιές +και τη δένουν σε άλλες ισάριθμες, αλλά τις πιο αδύνατες. Το βράδυ στο +τραπέζι ο Γαρίπης εκοίταζε το νταβά και απορούσε: «Αι μεν χείρες χείρες +Ισαάκ η δε φωνή φωνή Ιακώβ » σκεφτότανε. Έπαιρνε τα σημαδεμένα πουλιά, +αλλ' ούτε η γεύσις ούτε τα μάτια του τον έπειθαν πως ήταν και τα +καλήτερα. Την άλλη όμως ημέρα και όλη την εβδομάδα και μήνα ακόμη και +μπορεί ως τα σήμερα να διηγείται το πάθημα του Γαρίπη και να γελάει όλο +το χωριό. + +* + +Έξαφνα όμως ένα σύγνεφο παρουσιάστηκε εις τον γελαστόν ορίζοντα της +συντροφιάς. Ο Μπάρμπα Λινάρδος. Ήταν και αυτός της αγοράς, μαγαζάτορας +με υπόληψι. Αλλά πασίγνωστος για την τσιγκουνιά και την λιχουδιά του. +Ποτέ δεν καθότανε σε καφενείο ή σε κρασοπουλειό, παρά όταν επλήρωνε +άλλος. Τον πρωινό και τον μισημεριάτικο καφέ του, τον έπινε στο σπίτι +γιατί εδικαιολογείτο — εσυχαινότανε να πίνη από τα χέρια του Μπαλαρή. +Ούτε σε κουρείο επάτησε ποτέ. Δυο φορές τον χρόνο έκοβε τα μαλλιά του +και τότε κατέφευγε εις την προβατοψαλλίδα του φίλου του Μπακαφούκα, που +είχε μάθη την τέχνη επάνω εις την ράχη των προβάτων του. + +Ο Λινάρδος είχε γυναίκα και μονάκρυβο παιδί. Για να τους γλυτώση από +την ζέστη και τους πυρετούς του κάμπου, τους έστειλε να περάσουν το +καλοκαίρι στο βουνό κ' εκείνος άρχισε τη ζωή του εργένη. Έτσι μια ημέρα +παρουσιάσθηκε εις τον καφενέ την ώρα που αρχίζη το μάσημα της +συντροφιάς. Κατά την συνήθειά τους τον εκάλεσαν να πάρη μεζέ. Εδέχθη +πρόθυμα. Την άλλη μέρα το ίδιο. Επίσης και την άλλη. Ο Λινάρδος εις την +ωρισμένη ώρα επερνούσε τυχαίως απόξω και άρχιζε ο διάλογος: + + — Καλώς τα χαίρεστε. + + — Ευχαριστούμε ... ορίστε. + + — Χαιρόστε. Τόρα απόφαγα κ' εγώ. + + — Δεν πειράζει. Ένα μεζέ. + + — Δεν πάει κάτου .. + + — Θα πάη. + +Και αληθινά επήγαινε και παραπήγαινε. Οι μπούκες κατέβαιναν η μια πίσω +από την άλλη σαν οι χάντρες του κομπολογιού. Η συντροφιά στην αρχή +διασκέδαζε με την αχορταγιά του. Κατάπινε τα κομάτια, κατασύντριβε τα +κόκκαλα, εξέσχιζε τους τένοντας, ερρουφούσε το μεδούλι και κατέβαζε τα +ποτηράκια απανωτά, σαν να ενήστευε βδομάδες. Η συντροφιά έκοβε το +μάσημα, εδηγούντο ανέκδοτα, κοροϊδεύονταν, γελούσαν, επειράζοντο. +Εκείνος εμάσα κι' έπινε αμίλητος. + + — Μπα τον κόρακα! εψιθύριζε μέσ' από τα δόντια του ο Μπαλαρής. + + — Μωρέ θα μας φάη κι εμάς!... έλεγε ο Γαρίπης. + +Έπειτ' από λίγες ημέρες η συντροφιά άρχισε ν' ανησυχή. Ένας με τον +άλλον του έρριχναν πόντους να του δείξουν τα καθήκοντά του. + + — Αύριο τι θα φτιάσουμε, παιδιά; + + — Είνε η σειρά του Λινάρδου αύριο. Ας φτιάση ό τι θέλει. + + — Δεν μπορεί ο Λινάρδος. Πού να κάτση να κάνη τέτοια πράματα! + + — Άμα ειπεί του Νικολού του Τσάντα το ετοιμάζει στη στιγμή. + + — Τι του Τσάντα; έλεγε ο Μπαλαρής. Ας πη ο Λινάρδος κι εγώ το ετοιμάζω +στο φτερό. Πότε θέλτε; θέλεις αύριο; Και κοίταξε το γέρο στα μάτια +ερωτηματικά. + + — Ωραίο ψητό! κουρκουφίγγι!.. έλεγε εκείνος σφογγίζοντας με το μαντήλι +τα μουστάκια του. + + — Εγώ το ετοίμασα. Να σου φτιάσω εγώ τζουβέκι που να γλείφης και τα +δάχτυλά σου. Πότε το θες; εξαναρώτησε ο Μπαλαρής. + + — Αφήτε να χωνέψουμε τούτο. Από τόρα θα σκεφτούμε γι' αύριο. Ας +ζήσουμε ως αύριο. + +Η συντροφιά έσκαε στα γέλοια με τον τρόπο που γλυστρούσε ο Λινάρδος. +Και οι μέρες επερνούσαν έτσι ευχάριστες, αμέριμνες, με γέλοια και με +χάχανα. + +Αλλά έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Απόγεμα Σαββάτου και το Σταυροπάζαρο +μοιάζει με μεγάλο αρχοντικό που περιμένει γιορτή. Τα παιδιά των +μαγαζιών είνε όλα σε κίνηση. Τα περισσότερα με τα ψηλά σαρώματα στα +χέρια, σαρώνουν όχι μόνον το πεζοδρόμι αλλά και το δρόμο ολόκληρο. Άλλα +ξύνουν τους πάγκους με μαχαιράκια· άλλα γιαλίζουν τις ζυγαριές και τα +ζύγια· άλλα πλένουν τα ρακοπότηρα, άλλα καταβρέχουν. Ολούθε κίνησις και +θόρυβος. Οι εργάτες γυρίζουν από τις εργασίες συντροφιές — συντροφιές +και σκορπίζουν εδώ κ' εκεί. + +Ο Γαρίπης εκάθητο απόξω από το μαγαζί του μαζί με τον Λινάρδο και +κοίταζαν την κίνησι της αγοράς, περιμένοντες μοιρολατρικώς τους +πελάτες. Ό τι στείλει ο Θεός! + +Έξαφνα ακούστηκε από το μέρος του Στρεμενού φωνή τραγουδιστή και +δυνατή: + + — Κύριοι πολίτες!... + + Στου Δημητράκη την ταβέρνα, + βάλανε καλό κρασί!... + Οχτώ λεφτά το κατοστάρι, + δεκαπέντε η μισή! + Αν ρωτάς για την ακέρια + τρέχα στα παλιά δεφτέρια!... + +Και πριν να σβύση το τραγούδι εφάνη ν' αναβαίνη καταμεσίς του δρόμου ο +Κόλιας, ο τελάλης με τη μεγάλη κορμοστασιά του, με την Αληπασάδικη +γενειάδα του, τυλιγμένος στα ράκη του μεγαλοπρεπής, αυστηρός, +επιβλητικός. Στο δεξί χέρι κρατούσε επιδεικτικά ένα μεγάλο κομμάτι +ρουμπίνι, μια φιάλη με κρασί και στο άλλο ποτήρι αδειανό. Επλησίαζε τις +διάφορες συντροφιές, έχυνε από λίγο κρασί στο ποτήρι και το έδινε να +δοκιμάσουν. Σύγκαιρα αντί να δώση απάντησι εις το ρώτημά τους, +ετραγουδούσε δυνατά και ρυθμικά: + + Στον Δημητράκη την ταβέρνα, + βάλανε καλό κρασί! + Οχτώ λεφτά το κατοστάρι, + δεκαπέντε η μισή! + Αν ρωτάς για την ακέρια + τρέχα στα παλιά δεφτέρια!... + + — Αρχίζει το γλέντι· είπε με παιδική χαρά ο Γαρίπης. + +Και πραγματικώς ακούσθηκε αμέσως η πρώτη βόμβα — Βζιτ!... Ο Κόλιας +ετινάχτηκε σαν το άλογο που το τσιμπά αλογόμυγα και κοίταξε γύρω του. +Αλλά την ίδια στιγμή ένα σου!... συγκρατητό εβγήκε, άγνωστο από πού και +το βζιτ! δεν ξανακούστηκε. Ο Κόλιας επειράχτηκε περισσότερο. Σύγουρα +υπήρχε συνενόησις. Ταραγμένος έφτασε κοντά εις τους δύο φίλους και με +χέρια τρεμουλιαστά τους κέρασε το τελευταίο κρασί. + + — Βλέπω έχουμε ησυχία σήμερα, Διονύση· του είπε ο Γαρίπης. + + — Ναι· διαβολική ησυχία! εφώναξε δυνατά ο Κόλιας. + +Κι ενώ είχε τελειώση τη δουλειά του και ημπορούσε να φύγη, άρχισε πάλι +να κατεβαίνη το Σταυροπάζαρο και να φωνάζη νευρικά: + + — Μαρούλια! μαρούλια! Αγκουράκια, κολοκυθάκια, ραπανάκια! χλωρά +κουκιά! Μπάμνιες, ντομάτες, μελιτζάνες!.. που να σας πάρη ο διάβολος +!... + +Τίποτε απ' αυτά δεν είχε στα χέρια του· δεν ήτο άλλως τε της εποχής. +Ήθελε όμως να κάνη να τον προσέξουν στην αγορά, να τον πειράξουν όπως +άλλοτε, να θυμώση, να βρύση, να γίνη ντόρος γύρω του. Αλλά τίποτα! +Κανείς δεν τον επρόσεξε. Αυτό τον εσκύλιαζε περισσότερο· τα γένια του +άρχισαν να τρέμουν και τα πόδια του να μην τον βαστάζουν γερά. Ωστόσο +επέμενε να κοιτάζη προκλητικά, έσπρωξε δυο τρεις με τις πλάτες, τάχα +κατά λάθος και τέλος εφώναξε μυστικά βζιτ! βζιτ! τάχα πως το φωνάζει +άλλος. Και έτσι όμως η ίδια αδιαφορία. Εκείνοι που έσπρωχνε ή που +πατούσε, πάγαιναν πάρα πέρα, εφυλάγοντο· μα ούτε λέξη του έλεγαν, ούτε +γύριζαν να τον κοιτάξουν. Εφρένιασε ο άνθρωπος. + +Εστάθηκε άξαφνα, έβαλε τα χέρια στους γοφούς, γύρισε τα μάτια πέρα δώθε +και άρχισε τις φωνές: + + — Βζιτ! βζιτ!.. Μιλάτε ρε διαόλοι! Βαλθήκατε να με τρελλάνετε +σήμερα!.. Φωνάχτε βρε Βελζεβούλιδες, Εωσφόροι, Οξαποδώ, κακούργοι!... +Βζιτ! βζιτ! βζιτ! βζιτ!.. + +* +Ο Λινάρδος ωστόσο ακόμη έσκαε τη γλώσσα του από την ηδονή του κρασιού +που δοκίμασε. + + — Σ' άρεσε βλέπω· του είπε ο Γαρίπης. + + — Μ' άρεσε λέει! Μ' άρεσε! Μα κρασί είνε τούτο ή Θεός! + + — Πάμε να πιούμε από ένα; + + — Πάμε θα κεράσω γω· είπε πρόθυμα ο Λινάρδος. + +Ο Γαρίπης παραξενεύτηκε· είπε πως δεν άκουσε καλά και ήθελε να +βεβαιωθή. + + — Όχι, δα· εγώ θα κεράσω. + + — Δε γίνεται επέμενε ο Λινάρδος. Είπα θα κεράσω γω. Ξέρεις, εσένα δε +σε λογαριάζω σαν τους άλλους. Σαν παραστρατισμένος μου φαίνεσαι μέσα σε +κείνη την παρέα. + +Αληθινά ήτο παραστρατισμένος όχι μόνον στη συντροφιά αλλά και μέσα στο +χωριό ο Γαρίπης. Λεπτός, αισθηματικός, επιφυλακτικός, έμοιαζε σαν να +έπεσε από άλλη πιο πολιτισμένη κοινωνία εκεί. Επειδή όμως δεν ημπορούσε +να κάμη αλλιώς επέμενε να συμμορφωθή με το περιβάλλον όπως ένας άλλος +θα το έρριχνε στο κρασί, στα χαρτιά ή στο χαρτοπαίγνιο. Για τούτο και +τόρα που του το θύμησε ο Λινάρδος εμελαγχόλησε. + + — Άστα! είπε· τι κάθεσαι και ψιλοκοσκινίζεις. Και κοίταξε ερευνητικά +γύρω του. Ο Λινάρδος υποψιάστηκε πως ήθελε να ειδοποιήση και τους +άλλους. + + — Ας τους! είπε· μην τους λες τίποτα. Πάμε μόνοι μας να το τραβήξουμε. + +Φυσικά ο Γαρίπης έκαμε το αντίθετο. Έκλεισε το μάτι του Μπαλαρή, ο +Μπαλαρής του συντρόφου του, εκείνος του Άου και στη στιγμή η μισή αγορά +ήξερε το μέγα γεγονός ότι ο Λινάρδος επήγαινε να κεράση το Γαρίπη. + +Δεν έφτασε ο τηλέγραφος των ματιών αλλά εμπήκε εις ενέργεια και το +χέρι. Ο Γαρίπης πηγαίνοντας δίπλα στο Λινάρδο με τα χέρια πίσω, έγνεφε +να τον ακολουθήσουν φίλοι και γνώριμοι. Και έγινε όπως ήθελε. Μόλις +έφθασαν στο κρασοπουλειό και διέταξαν το κατοσταράκι σε δυο ποτήρια, +εφάνηκαν, ένας πίσω από τον άλλον, από διάφορα μέρη της ταβέρνας οι +φίλοι. Πρώτοι εφάνηκαν ο Άου με τον Μπαλαρή και ξαφνίστηκαν τάχα που +τους είδαν. + + — Μπα! έτσι, μοναχοί σας το πίνετε; + +Ο Λινάρδος για να φανή κουβαρντάς είπε αμέσως στον ταβερνιάρη. + + — Μοίρασέ το στα τέσσερα!.. και αμέσως έρριξε μια δεκάρα στον πάγκο. + +Ο ταβερνιάρης επήρε άλλα δυο ποτήρια και άρχισε ψηλοκρεμαστά και αργά +να μοιράζη το κατοσταράκι στα τέσσερα και να ψιθυρίζη τραγουδιστά. + + — Το ρουμπί, το ρουμπί, το ρουμπίνι το κρασί. Την καρδού! την καρδού! +την καρδούλα μου τη σει!.. Αμέσσσ!.. Μια δεκάρα στα όλα και δεκαπέντε +ρέστα!.. + + — Εμείς μούλοι ήμαστε! Δεν μας γέννησε μάνα και μας! ακούσθηκε άξαφνα +η φωνή του Ίκκινη μαζί με τον Παλιαδερφό. Ο Λινάρδος δυσαρεστήθηκε· +αλλά δεν ηθέλησε να το δείξη. — Καλώς τους! είπε· ελάτε. Φέρε δυο +ποτήρια ακόμη. + +Και ηθέλησε ν' αδειάση από το ποτήρι του. + + — Τι; ένα κατοστάρι στα έξη! είπε ο Μπαλαρής. + + — Για να μεταλάβωμε ήρθαμε: είπε ο Άου. + + — Κάμε το μισή! διέταξε ο Ίκκινης. + + — Να βάλω, ρώτησε ο ταβερνιάρης τον Λινάρδο πιάνοντας την οκά. + + — Εγώ κατοστάρι πλήρωσα. Νά τη δεκάρα. + + — Μα δε φτάνει ούτε το λαρύγγι μας να βρέξωμε! + + — Φτάνει και παραφτάνει· δεν ήρθαμε να μεθύσουμε. + + — Πιάσε μας μισή, βρε αδελφέ! επίμενε ο Ίκκινης. + + — Δεν το λέει ο Λινάρδος. Ας το ειπή και πιάνω μια βαρέλα· είπε ο +ταβερνιάρης. + + — Δεν έχω άλλα λεφτά μαζί μου· είπε ο Λινάρδος. + + — Δεν πειράζει· τα γράφω. + + — Όχι· βερεσέδια δε θέλω. + + — Πιάσε μας μισή και πληρώνω γω, αδερφέ! είπε τάχα θυμωμένος ο +Γαρίπης. + +Ο Λινάρδος τον κοίταξε στα μάτια, εκατάλαβε το λάθος του, εξεροκατάπιε +και τέλος βάζοντας όσην μπορούσε προσπάθεια είπε στον ταβερνιάρη: + + — Ας είνε· Βάλε μας όλη τη δεκάρα. + +Όταν το βράδυ συνάχθηκε η συντροφιά ο Γαρίπης αγανακτισμένος είπε: + + — Καταλαβαίνετε τι μας γίνεται, ρε παιδιά; Εμείς γελάμε με όλο το +χωριό κι ο Λινάρδος γελάει μ' εμάς. Μας φουσκώνει τα μάγουλα για καλά. +Δεν εννοώ άλλη φορά να πάρη από μας ούτε ένα ποτήρι νερό: + + — Να μην πάρη δεν είνε τίποτα· είπε ο Ίκκινης. Το ζήτημα είνε πως να +πληρώση εκείνα που έφαγε. + + — Πού πιάνετε! Ξέρεις τι πονηρό ζουλάπι είνε! ο είπε ο Μπαλαρής. + + — θα πιαστή! επέμεινε ο Γαρίπης. Με όλες τις πονηριές του, θα πιαστή. +Σας το υπόσχομαι. + + — Να ιδούμε. + +Και αληθινά δεν άργησαν πολύ να το ιδούν. + +Ο Νικολός ο Τσάντας ειδοποίησε τη συντροφιά ότι ο Λινάρδος εψόνησε +αρνάκι του γάλακτος. Ο Γαρίπης έβαλε εις ενέργειαν το σχέδιο του. Επήγε +ίσα στο Λινάρδο. + + — Τι έχεις σήμερα; + + — Τι να σου ειπώ αδερφέ, είπε εκείνος σηκώνοντας τους ώμους. Ήθελα να +νηστέψω, γέρος άνθρωπος, μα δε βρίσκεις και τι να φας. Ούτε ξέρω τι να +κάμω ... + + — Εγώ έχω μια πείνα!... + + — Πίννα; + +Ο Λινάρδος εκοίταξε τον φίλο του με απορίαν και ζήλια μαζί. Αμέσως +έννοιωσε να του γαργαλίζη τη μύτη οσμή της θαλάσσης τόσο δυνατή που τον +έκαμε να δακρύση· η γλώσσα του χωρίς να θέλη έσκασε απολαυστικά και +βγήκε από τα χείλη του. Είδε εμπρός του τα μεγάλα όστρακα της πίννας +μισοανοικτά να στάζουν άλμη και να υπόσχονται απολαύσεις, όπως τα +βελουδένια κουτιά γαργαλίζουν τη γυναίκα. Και έπειτα πάλι είδε το κρέας +της μέσα στο πιάτο καρυκευμένο με κρεμμυδάκια ψιλά — ψιλά με μαϊδανό να +μοσχοβολά γαργαλιστικά με την σάλτσαν μελανήν. + + — Έχεις πίννα, είπες; ξαναρώτησε. + + — Πείνα που δε σε βλέπω. + + — Πού την ηύρες; Δεν είδα τέτοιο πράμα στο παζάρι. + + — Μου την έστειλαν απ' τη Γλαρέτζα. Ο Λευκαδίτης. Τούκανα κάποια +δουλειά και για να μ' ευχαριστήση μου την έστειλε. + + — Πότε; + + — Σήμερα την αυγή. + + — Την έφτιασες; + + — Μου την έστειλε έτοιμη. Ξέρεις· θέλει τέχνη για να τη φκιάσης. Να +βγάλης το κάρβουνο. Στη Γλαρέτζα είνε τεχνίτες. + + — Θα την φάτε στον καφενέ! + + — Μπα! τ' είνε ο κάβουρας τι είν' το ζουμί του; Αν την φανερώσω στην +παρέα δε θα φτάση ούτε από μια πηρουνιά. Α! μονάχος μου θα την δουλέψω. +Να καταλάβω φαγί. + + — Έχεις δίκιο. + + — Και να ιδής που δεν ξέρω πώς να τους ξεφύγω. Όπου και να πάω θα μ' +εύρουν. Να κλειστώ στο μαγαζί θα σπάσουν την πόρτα. Να πάω σπίτι θα +έρθουν απόκοντα. + + — Αν θέλης κάνης όπως θα σου ειπώ. Ο Λινάρδος εκόμπιασε. — Έλα να φας +στο μαγαζί· είπε με τρεμουλιαστή φωνή. + +Ο Γαρίπης χαμογέλασε πονηρά. Ο Λινάρδος πειράχτηκε. + + — Όχι· έσπευσε να ειπή. Μη θαρρείς πως θέλω να φάω αμάκα. Έχω κι' εγώ +το φαΐ μου. Για να φυλαχτής από τους άλλους στο λέω. θα κάτσουμε στο +πίσω μέρος του μαγαζιού και θα βάλω το παιδί να φυλάει. Όποιος έρθει, +τσ! δεν είναι μέσα!.. + + — Τι φαΐ έχεις εσύ; ρώτησε ο Γαρίπης με φανερή δυσπιστία. + + — Χελομάνα από το Κοτίχι έσβυσε τη φωτιά από το πάχος. Μου την έφερε ο +Κράγκαρης. + + — Θαλασσινά και τα δυο, πάει πολύ! είπε ο Γαρίπης σουφρώνοντας τα +χοντρόχειλά του με δυσαρέσκεια. + + — Έχω και ψητό! επρόσθεσε βιαστικά ο Λινάρδος. Αρνάκι του γαλάτου. +Στάσου να ιδής. Και γυρίζοντες προς τα μέσα του μαγαζιού εφώναξε. + + — Σταύρο! Σταύρο! + + — Αμέσως...! ακούστηκε ψηλοκρεμαστή φωνή. Και φάνηκε μπροστά του +ξυπόλυτος, με αλατζένια ποδιά μακρύτερη από το ανάστημά του, +ξεσκούφωτος υπηρετάκος. + + — Τι εψώνισες σήμερα; ρώτησε ο Λινάρδος. + + — Αρνάκι του γαλάτου... νεφραμιά. + + — Και τι τόκαμες; + + — Τόβαλα στο φούρνο· γκιουβέτσι. + + — Ήταν παχύ; + + — Κουρκουφίγγι! + + — Καλά, ας είναι... Με κατάφερες· είπε ο Γαρίπης, χαριζόμενος δήθεν +εις την επιμονή του Λινάρδου. Αλλά κοίταξε καλά. Μη μας πάρουν μυρουδιά +οι άλλοι! + + — Ένοια σου. Πήγαινε συ να φέρης την πίννα σου κι' εγώ ετοιμάζω. Από +την πίσω πόρτα. Να ξέρης. + + — Ετοίμασε κι έφτασα. + +Δεν πέρασε μισή ώρα και οι δύο φίλοι είχαν αρχίση το φαγί. Δύο +σαπουνοκασέλες, ριγμένες τ' απίστομα και στρωμένες με καθαρό αλατζένιο +τραπεζομάντιλο έκαναν το τραπέζι και δύο κάσες του πετρελαίου +εχρησίμευαν για καθίσματα. Στη μέση ήταν τοποθετημένος ο χωμάτινος +νταβάς με το ψητό, που αληθινά και νεκρό ανάσταινε. Δίπλα ένας +μαστραπάς γεμάτος κρασί και ποτήρια. Επειδή δεν είχε παράθυρο άφησαν +ανοιχτή την πόρτα για να μπαίνει λίγο φως· άλλως τε αποκεί ο δρόμος ήτο +στενοσόκακο και δεν υπήρχε φόβος να τους ενοχλήση διαβάτης. Όταν τον +είδε με αδειανά τα χέρια το Γαρίπη υποψιάστηκε ο Λινάρδος και τον +ρώτησε ανήσυχα: + + — Που είνε το φαγί; + + — Τόρα θάρθη τον ησύχασε εκείνος. Μη ρωτάς εκινδύνεψα να τους ξεφύγω. +Κάτι πήραν μυρουδιά και δε με άφηναν βήμα από κοντά τους. Φαντάσου! +είπα πως πάω στην ανάγκη μου για να γλυτώσω· μα πού! Ο Μπαλαρής ακόμα +στέκει και με περιμένει στην πόρτα. Εγώ πήδησα από την πίσω μάντρα και +ξέφυγα, θαρρώ πως ξεσκίστηκα κι όλα. Επρόσθεσε κοιτάζοντας ανήσυχα το +πανταλόνι του. + + — Και η πίννα; ξαναρώτησε ο Λινάρδος. + + — Θάρθη. Έστειλα το Λάμπρο τον Μποντέ να το πάρη από το σπίτι. + + — Μην τον πιάσουνε στο δρόμο; + + — Μπα. Του είπα να έρθη από τη Λάκκα. + + — Και δε θα γνωρίσουν το τσουκάλι; + + — Καλά! Έχουσι τον νουν οι φύλακες. Του είπα να βάλη το τσουκάλι μέσα +στην καρδάρα και να το σκεπάση με το τυροπάνι. Όποιος τον ιδή, θα ειπή +πως φέρνει γάλα να πουλήση. + + — Ωραία! Μπράβο! Μα του είπες νάρθη από την πίσω πόρτα; + + — Του είπα. Κάτσε τόρα και θα κρυώση το φαγί. + + — Δε θα περιμένουμε; + + — Τι να περιμένουμε; Το θαλασσινό βλέπεις τρώγεται και κρύο. Μα το +τζουβέκι... + + — Έχεις δίκιο... + +Εκάθισε· αλλ' ο Λινάρδος δεν έτρωγε με τόση προθυμία όπως ο σύντροφος +του. Δεν ήθελε να χορτάση. Κρέας θα εύρισκε και αύριο· ήθελε ν' +απολαύση το θαλασσινό. + + — Εβίβα! εχαιρέτισε με το ποτήρι στο χέρι ο Γαρίπης. + + — Εβίβα· πάντα με το καλό· ευχήθηκε ο Λινάρδος. + + — Πάντα τέτοια. + + — Αμήν, Παναγία μου! + +Έξαφνα ακούστηκαν πατήματα εις τον δρόμον. + + — Κάποιος έρχεται· είπε με συγκίνηση ο Λινάρδος. + + — Ο Μποντές θα είνε. Την φέρνει... + +Αλλ' αντί να φανή ο Μποντές με την πίννα εφάνη ένας εύελπις, ένα παιδί +με το καμουτσί στο χέρι, με την τρίτσα ανάρριχτα στο κεφάλι, +καταϊδρωμένο. + + — Μπάρμπα Λινάρδο είπε λαχανιάζοντας· τρέχα στο σπίτι· σε θέλ' η κυρά. +— + + — Ποια κυρά, μωρέ; + + — Η γυναίκα σου. Τόρα τους έφερα με το κάρρο. Να τρέξης, λέει, στο +σπίτι. Να πας και το γιατρό. + + — Το γιατρό; η γυναίκα μου; + + — Ναι· αρρώστησε το παιδί. Προφτάνεις — δεν προφτάνεις. + + — Συφορά μου! + + — Δεν θα είνε τίποτα... Μην κάνης έτσι· είπε ο Γαρίπης. + +Αλλά ο Λινάρδος είχε τιναχθή ορθός και όπως ήταν ξεσκούφωτος και +ακατάστατος πετάχτηκε από την πόρτα, ρίχνοντας μόνον δυο λόγια στο +σύντροφό του. + + — Έχε ένοια το μαγαζί... + +* + +Ενώ από τη μια πόρτα έβγαινε ο Λινάρδος στην άλλη εφάνηκαν γελαστές οι +μορφές των τριών φίλων. + + — Του την κατάφερες μια χαρά! είπε ο Άου στο Γαρίπη. + + — Νέφτη τούβαλες! πρόσθεσε ο Ίκκινης. + + — Ας λείπουν τα σχόλια· είπε ο Μπαλαρής παίρνοντας τη θέση του στο +τραπέζι, θα κρυώση το γκιουβέτσι. + + — Και θα πλακώση ο Λινάρδος. + + — Δεν είνε φόβος· είπε ο Γαρίπης· το σπίτι του είνε μακρυά. Ώστε να +πάη και νάρθη τελειώνουμε. + + — Ο εύελπης τα κατάφερε καλά; + + — Περίφημα! + +Εκάθισαν και άρχισαν με τη συνηθισμένη τους όρεξη το φαγί. Ό τι έλειπε +από το τραπέζι, έστελναν το παιδί του μαγαζιού να παίρνη λεφτά από τον +μπεζαχτά και να ψωνίζη ψωμί, τυρί, φρούτα· να γεμίζη και την κανάτα +κρασί. Η διαφορά από άλλοτε ήταν ότι όλα τα έκαναν βιαστικά, Όταν +ετελείωσαν, έστειλαν τον υπηρετάκο κάπου για δουλειά, έκλεισαν την πίσω +πόρτα του μαγαζιού, έκλεισαν και την μπροστινή και εύθυμοι σαν παιδιά +του σχολείου επήγαν στον καφενέ για τον καφέ τους. Πριν όμως ο Γαρίπης +έγραψε με κιμωλία στην πόρτα: + +&Κλειστόν ένεκα πένθους.& + + + +Π Ο Λ Ι Ο Ρ Κ Ι Α Τ Η Σ Τ Ρ Ι Π Ο Λ Ι Τ Σ Α Σ +1821 + + + +Κολοκοτρώνης και Νταγρές +στον πόλεμο κάνουν χαρές +όλη 'μέρα πολεμάνε +και το βράδυ τραγουδάνε. +Τους Τούρκους βάνουνε μπροστά. +τους βάζουν σαν τα πρόβατα, +άλλους κόβουν κι' άλλους σφάζουν, +στην Τριπολιτσά τους μπάζουν. + — Τούρκοι για δόστε τ' άρματα, +για να γλυτώστε τα παιδιά. + — Τούρκοι για παραδοθήτε +γιατί όλοι θα χαθήτε. + — Τ' άρματα δεν τα δίνουμε, +το αίμα μας το χύνουμε. + — Θαν τα δόστε θαν τα δόστε +και ζωή δε θα γλυτώστε! + + + +Π Α Σ Χ Α Σ Τ Α Π Ε Λ Α Γ Α + + + +Το πλοίο ολοσκότεινο έσχιζε τα νερά ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του. +Δεν είχε άλλο φως παρά τα δυο χρωματιστά φανάρια της γέφυρας ζερβόδεξα· +ένα άλλο φανάρι άσπρο ακτινοβόλο ψηλά εις το πλωριό κατάρτι και άλλο +ένα μικρό πίσω εις την πρύμη του. Τίποτε άλλο. Οι επιβάτες ήσαν όλοι +ξαπλωμένοι στις κοκκέτες τους, άλλοι παραδομένοι στον ύπνο και άλλοι +στους συλλογισμούς. Οι ναύτες και θερμαστές, όσοι δεν είχαν υπηρεσία +ερροχάλιζαν εις τα γιατάκια τους. Ο καπετάνιος με τον τιμονιέρη ορθοί +στη γέφυρα, μαύροι ίσκιοι, σχεδόν εναέριοι, έλεγες πως ήσαν πνεύματα +καλόγνωμα, που εκυβερνούσαν στο χάος την τύχη του τυφλού σκάφους και +των κοιμωμένων ανθρώπων. + +Έξαφνα η καμπάνα της γέφυρας εσήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα εσήμανε και η +καμπάνα της πλώρης. Το καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, επίμενε να +ρίχνη τόνους μεταλλικούς περίγυρα, κάτω στη σκοτεινή θάλασσα και ψηλά +στον αστροφώτιστο ουρανό και να κράζη όλους εις το κατάστρωμα. Και με +μιας το σκοτεινό πλοίο επλημμύρισεν από φως, από θόρυβο, από ζωή. Άφησε +το πλήρωμα τα γιατάκια του και οι επιβάτες τις κοκκέτες τους. + +Εμπρός εις την πλώρη και εις την πρύμη πίσω ανυπόμονες έφευγαν από τα +χέρια του ναύκληρου οι σαΐτες, έφθαναν λες τ' αστέρια κι έπειτα έσβυναν +στην άβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα. + +Τα ξάρτια, τα σχοινιά, οι κουπαστές έλαμπαν σαν επιτάφιοι από τα κεριά. +Και δεν ήταν εκείνη τη στιγμή το καράβι παρά ένα μεγάλο πολυκάντηλο, +που έφευγε απάνω στα νερά σαν πυροτέχνημα. + +Η γέφυρα στρωμένη με μια μεγάλη σημαία έμοιαζε αγιατράπεζα. Ένα +κανίστρι με κόκκινα αβγά και άλλο με λαμπροκούλουρα ήταν απάνω. Ο +πλοίαρχος σοβαρός με ένα κερί αναμμένο στο χέρι άρχισε να ψέλνη το +Χριστός Ανέστη. Το πλήρωμα κ' οι επιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι και με +τα κεριά στα χέρια, ξανάλεγαν το τροπάρι ρυθμικά και με κατάνυξη. + + — Χρόνια πολλά, — κύριοι!... Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. ευχήθηκε άμα +ετέλειωσε τον ψαλμό, γυρίζοντας πρώτα στους επιβάτες κι έπειτα στο +πλήρωμα ο πλοίαρχος. + + — Χρόνια πολλά καπετάνιε! χρόνια πολλά!... απάντησαν εκείνοι ομόφωνοι. + + — Και του χρόνου στα σπίτια σας, κύριοι! Και του χρόνου στα σπίτια μας +παιδιά! εξαναείπε ο πλοίαρχος, ενώ ένα μαργαριτάρι εφάνη στην άκρη των +ματιών του. + + — Και του χρόνου στα σπίτια μας, καπετάνιε! + +Έπειτα επέρασε ένας — ένας, πρώτα οι επιβάτες έπειτα το πλήρωμα, επήραν +από το χέρι του το κόκκινο αυγό και το λαμπροκούλουρο και άρχισαν πάλι +οι ευχές και τα φιλήματα: + + — Χριστός Ανέστη. + + — Αληθινός ο Κύριος. + + — Και του χρόνου σπίτια μας... + +Οι επιβάτες ετράβηξαν στας θέσεις τους να φάνε τη μαγερίτσα. Οι ναύτες +ζευγαρωτά στους διαδρόμους, εφίριραν τ' αυγά τους, εγελούσαν, +εσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, έτρωγαν λαίμαργα, εκαλοχρονίζοντο σοβαρά +και κοροϊδευτικά. + +Έπαψε το καμπανοχτύπημα· ένα ένα έσβυσαν τα κεριά. Το καράβι εβυθίστηκε +πάλι στην ησυχία του. Ο καπετάνιος και ο τιμονιέρης καταμόναχοι επάνω +στη γέφυρα, πνεύματα θαρρείς εναέρια, εξακολουθούσαν τη δουλειά τους +σιωπηλοί και άγρυπνοι: + + — Ένα κάρτο μαΐστρο! + + — Μαΐστρο! + + — Γραμμή! + + — Γραμμή! + +Και το πλοίο ολοσκότεινο πάλι εξακολούθησε να σχίζη τα νερά, ζητώντας +ανυπόμονα το λιμάνι του. + + + +1 8 2 2 + + + +Τριάντα Νοεμβρίου +Ανδρέα του Αγίου +Στάικος με τα παληκάρια +πήδησαν σαν τα λιοντάρια +Πήρανε το Παλαμήδι +κι είν' στους Έλληνας παιγνίδι. + + + +Ο Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Σ + + + +Εβγήκ' ο Νάνος στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια +Και παληκάρια μάζωνε όλο λεβεντοπαίδια. +Τα μάζωξε, τα σύναξε τα έκαμε χιλιάδες +Κι ολημερίς τους έλεγε κάθεται κι ορμηνεύει: + — Δε θέλω κλέφτες για τραγιά και κλέφτες για κριάρια +Μόν' θέλω άντρες για σπαθί, άντρες για το ντουφέκι +Εννιά μερών περπατησιά να πάρουμε μια νύχτα +Να πάμε να πατήσουμε της Πόλης τα Μπουγάζια. +Ν' ανοίξουμε τις εκκλησιές, να σηκωθούνε τ' Άγια +Ν' ανοίξη κ' η Άγια Σοφιά το μέγα μοναστήρι +Εκεί να κοινωνίσουμε και να λειτουργηθούμε. +Χριστός ανέστη! βρε παιδιά. . . + — η Ελλάδα μας ανέστη!.. + + + + + + + + +End of Project Gutenberg's Haversack Stories, by Andreas Karkavitsas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK HAVERSACK STORIES *** + +***** This file should be named 31445-0.txt or 31445-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/1/4/4/31445/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/31445-0.zip b/31445-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..ce7f45f --- /dev/null +++ b/31445-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..7e6ff7d --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31445 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31445) |
