diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31444-0.txt | 4385 | ||||
| -rw-r--r-- | 31444-0.zip | bin | 0 -> 106055 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 4401 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31444-0.txt b/31444-0.txt new file mode 100644 index 0000000..63b5e1c --- /dev/null +++ b/31444-0.txt @@ -0,0 +1,4385 @@ +The Project Gutenberg EBook of Old Loves, by Andreas Karkavitsas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Old Loves + +Author: Andreas Karkavitsas + +Release Date: February 28, 2010 [EBook #31444] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OLD LOVES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Unusual +words that could be considered mistakes have been included in []. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Ασυνήθιστοι λεκτικοί τύποι που μπορεί να εκληφθούν ως λάθη, +περικλείονται σε []. + + + +Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ + + + +ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ + + +ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΜΕΝΗ + + + +Ο ΕΒΥΘΟΣ. — ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ. — Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ. +ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ. — Η ΜΗΤΡΥΙΑ. — Η ΜΑΝΝΑ. — Η +ΓΥΝΑΙΚΑ. — Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤAΡΧΗΣ. ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ, +— Η ΠΑΤΡΙΔΑ. — Η ΣΜΥΡΝΙΑ. — ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ. — +ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ. — Η ΘΥΣΙΑ. — ΘΕΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» +44 — ΕΝ ΟΔΩ ΣΤΑΔΙΟΥ 44 — +1919 + + + +ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ + + + +Ο ΕΒΥΘΟΣ + + + +Ήταν της Παναγίας της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη. Η παπαδιά +αποβραδίς είδε όνειρο κακό. Ξημέρωνε Κυριακή και της Κυριακής τ' +όνερο ίσαμε το μεσημέρι ξεδιαλύνει. Το έλεγε του παπά της κι έτρεμε +σαν το φυλλοκάλαμο η φτωχή. Μα ο παπάς δεν έπαιρνε από τέτια· + + — Σώπα, βλοημένη, με τα όνειρά σου! της έλεγε. + + — Πώς να σωπάσω. παπά μου; Το είδα ολοφάνερο: Το σπίτι έπεσε, εσύ +σκοτώθηκες, εγώ έμεινα έρμη κι απομόναχη. Γύριζα μέσα στα κρύα του +χειμώνα ξώζαρκη και μάζωνα μπουκιά σε μπουκιά το ψωμί... + +Κι έτσι λέγοντας δερνότανε κι έκλαιγε η παπαδιά. + +Νταγκ — νταγκ!... Νταγκ — νταγκ!... ακούστηκε κείνη την ώρα η +βραχνιασμένη φωνή του σήμαντρου πέρα, στου Μάζη. Ήταν ώρα για τη +λειτουργιά. + +Ου να μου χαθήτε, τσακάλια, που θέλτε κι εκκλησιά! είπε με +περιφρόνηση ο παπάς ετοιμάζοντας τα σύνεργα της δουλειάς. + + — Πήγαινε στη λειτουργιά σου, παπά μου· τέτια ημέρα σήμερα δεν +κάνει να πιάσης δουλιειά· του είπε μισοκλαίοντας η παπαδιά. + + — Άφινέ με, παπαδιά, ήσυχο· σήμερα τα ήβρα τ' άλογα, σήμερα θ' +αλωνίσω κι ας είνε και Λαμπρή! Τον καιρό δεν τον έχουμε πάντα στο +χέρι· μόνο βάλε ψωμί στο τράστο και σώπα! + + — Σκιάζουμαι, παπά μου· το είδα ολοφάνερο τ' όνειρο. Το σπίτι +έπεσε, εσύ σκοτώθηκες... + + — Μωρ' βάλε ψωμί στο τράστο κι άσεμε μη βλαστημήσω! την έκοψε άγρια +ο παπάς. + +Και τα ξανθά του τα γένεια έτρεμαν από το θυμό. Εκείνη κατάπιε τα +δάκρυά της και δεν είπε τίποτα. Ήταν καλή γυναίκα η καημένη· λόγο +δεν ήξερε να γυρίση στον άντρα της. + +Ως τόσο εκείνος ετοιμάστηκε για καλά. Φόρεσε τα κοντά του τα ράσα, +έβαλε ένα μάλλινο σκουφάκι στο κεφάλι, έδεσε μ' ένα σκοινί τη μέση +του, κρέμασε το τράστο με το φαγί στον ώμο του, πήρε το χοντρό ραβδί +του κι έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να ειπή στην παπαδιά, που τον +έβλεπε με θλιμένη ψυχή. + +Ο Παπαβασίλης ήταν από τα χωριά της Γαστούνης, από την Κελεβή, την +πατρίδα του Παρασκευά του αρχιληστή. Πριν ρασοφορέση, ήταν άνθρωπος +του σκοινιού και του παλουκιού. Τα χωριά έτρεμαν στ' όνομά του. +Έδερνε κι έγδυνε, έγδυνε κι έδερνε ολημερίς. Ακόμη και τη γυναίκα +του, αρχοντοθυγατέρα με τ' όνομα, την πήρε κλεφτή. Άξαφνα του +βουλήθηκε να γίνη παπάς. Οι φρόνιμοι το βλεπαν σαν δύσκολο, μα +εκείνος· + + — Ποιο; έλεγε κουνώντας το κεφάλι· σε λίγες μέρες τα βλέπετε. + +Και αληθινά· εκατό τάλλαρα και δυο ζευγάρια χήνες στο Δεσπότη και +τέλειωσε τη δουλειά του. Ο Παπαβασίλης διωρίστηκε εφημέριος σε +τέσσερα χωριά: Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζη και Ρετούνη. Κάθε Κυριακή +λειτούργαε και σ' ένα χωριό. Οι χωριάτες, διψασμένοι από παπά, +έκαναν όλα του τα θελήματα. Μα εκείνος δεν ήταν για τέτιο αξίωμα. +Περίπαιζε θεούς και ανθρώπους. Γιορτή καθεμερνή ένα το είχε. + +Τώρα καθώς έφτασε στ' αλώνι, έπιασε και λαιμάριασε τ' άλογα. Έξι +άλογα φαλάγγια! Έπειτα τα έδεσε στο στυγερό. Γύρω τα χερόβολα ήταν +απλωμένα κι έτοιμα για των αλόγων τις οπλές. + + — Άπλα!... άπλα!... άπλα!... φώναξε. Κι έσκασε στον αέρα το μακρύ +καμουτσίκι του. + +Τ' άλογα στη φωνή του αντρειεύτηκαν, έσπρωξε ένα τ' άλλο κι έπειτα +ρίχτηκαν όλα μπροστά. Γύριζαν και πατούσαν τα στάχυα με τα πόδια +τους. + +Και κείνος από πίσω, έσκαε το καμουτσίκι και φώναζε άγρια: + + — Άπλα!... άπλα!... άπλα!... + +Το αλώνι έτρεμε στο πάτημα των αλόγων· ο κάμπος βούιζε στην φωνή του +παπά. + +Ο ήλιος ανέβηκε μεσουρανίς. Μα τι ήλιος! Αβγό έψηνες στην αντηλιάδα +του. Τ' άλογα ήρθαν κι απόκαμαν. Το πετσί τους έλαμπε καθρέφτης στον +ίδρωτα· το ρουθούνι τους φυσομάναε σαν φυσερό· φρούμαζαν, +χλιμιντρούσαν κι έτρεχαν γύρω στο στυγερό. Το άχερο τριβότανε κάτω +από τα πόδια τους· το σιτάρι πεταγόταν ολόγυρα σαν σκλήθρες χρυσάφι. +Και ο παπάς με το καμουτσίκι στο χέρι, πότε έτρεχε πίσω από τ' +άλογα, πότε στεκότανε ανασαίνοντας βαριά και κοπιασμένα. Η σκούφια +τού φυγε από το κεφάλι και τα δασόμαλλα έπαιζαν με τον άνεμο τρελλά +και τα μακριά γένεια του έσταζαν ρουνιά τον ίδρωτα. Μα εκείνος πάντα +έτρεχε φωνάζοντας: + + — Άπλα!... άπλα!... άπλα!... + +Και άμα έβλεπε κανένα άλογο να κοντοστέκεται, άρχιζε αμέσως τις +βλαστήμιες. Κατέβαζε, ο άθεος, όλα τα καντήλια. + +Από το κάμα και την πολλή κούραση, σκάνε σε λίγο δυο άλογα. Ωχ! εκεί +να έβλεπες τον παπά! Ούρλιαζε σαν λύκος· γύριζε τ' άγριά του μάτια +εδώ και κει, ποδοπάταε τη γη. Άξαφνα σηκώνει τα χέρια και φασκελώνει +τον ουρανό. + + — Θες δε θες, Παναγιά, λέει τρέμοντας από λύσσα, εγώ θ' αλωνίσω +σήμερα και θα ξεσηκωθώ. Δεν είμαι γυναίκα να φοβηθώ τα όνειρα! + +Κι έσπρωξε έξω από το αλώνι τα σκασμένα τ' άλογα. Έπειτα έπιασε ο +ίδιος την άκρη του σκοινιού και σκάζοντας το καμουτσίκι άρχισε να +γυρίζη μαζί με τ' άλλα. + + — Άπλα!... άπλα!... άπλα!... ούρλιαζε αδιάκοπα. + +Μα δε γύρισε πολύ. Άξαφν' ακούστηκε μια βουή τρομακτική. Γυρίζει και +βλέπει μακριά κάτι, σαν κοπάδι πρόβατα κάτασπρα. Όλα ερχόνταν +τρεχάτα απάνω του. Και η βουή γινόταν δυνατώτερη, σαν φουσκοθάλασσα +που στέλνει τα κύματά της να χτυπήσουν το βράχο. Σε λίγο κατάλαβε ο +παπάς πως δεν ήταν πρόβατα παρά νερό κι ερχόταν μανισμένο απάνω του· +έζωνε τ' αλώνια. Άρπαξε το φκιάρι και άρχισε λιχνιστά να μαζώνη το +σιτάρι στο στυγερό. Μα σαν είδε πώς το νερό ζύγωνε ολούθε και τ' +άλογα τρομαγμένα κλωτσούσαν τη γη κι ήθελαν να κόψουν το σκοινί, τα +χρειάστηκε. + + — Ήμαρτον, Θε μου! ψιθύρισε κι έπεσε στα γόνατα. Μα ο Θεός δεν τον +άκουε τώρα· δεν ήταν καιρός! + +Τ' αλώνι κουνιότανε σαν βάρκα στη θάλασσα· το νερό πλάκωνε περίγυρα· +μια πήχη τόπος έμενε γύρω στον παπά. Τώρα δεν ανέβαινε με βία· +βούιζε μοναχά και ψήλωνε σιγαλινά σαν νεκροθάλασσα. Εκείνος +κατάχλωμος το κοίταζε και τα μάτια του κοκκίνισαν. Τώρα το νερό του +έβρεξε τα πόδια. Ξαφνίστηκε· γύρισε εδώ και κει τα μάτια, +απελπίστηκε τέλεια. Κλώτσησε τη γη, δάγκωσε τα χείλη, ξέσχισε τα +ράσα του. Έκαμε να λύση τ' άλογα και να καβαλίκη να φύγη· πού να τον +αφήσουν τ' άλογα να σιμώση! Είδε κι απόειδε, ανέβηκε απάνω στο +στυγερό. Έλπισε πως δε θα έφτανε εκεί το νερό. + +Μα το νερό ανέβαινε, ανέβαινε δίχως βουή τώρα, δίχως φλοίσβιμα, με +κάποιο κρύο κίνημα φαρμακερού σερπετού. Έφτασε το στυγερό κι άρχισε +ν' ανεβαίνη ως που έβρεξε πάλι τα πόδια του παπά. Τ' άλογα φοβισμένα +φρούμαζαν, κλωτσούσαν, πάλαιβαν και ψηλώνοντας το κεφάλι κατά τον +κάμπο πέρα χλιμίντριζαν θλιβερά, σαν να ζητούσαν βοήθεια. Τέλος +κατώρθωσαν να κόψουν το σκοινί, ρίχτηκαν στο πέλαγο και βγήκαν πέρα, +παραιτώντας έρμο κι απελπισμένο τον παπά. + +Ως τόσο το νερό έφτασε στη μέση, έπειτα στα στήθια, έπειτα στους +ώμους του. Εκείνος κοίταζε με ζηλιάρικο μάτι τον κάμπο μακριά. Εκεί +δεν ήταν νερό. Έβλεπε τα λιβάδια πράσινα, τον ουρανό ασυγνέφιαστο, +τα βουνά ήσυχα. Άκουε τα κοπάδια που γύριζαν στις στάνες, τη φλογέρα +του βοσκού, το γαύγισμα των σκυλιών τα γέλια, τις φωνές, τις χαρές, +όλα τ' άκουε. Τα πουλάκια που πήγαιναν να φωλιάσουν πέρναγαν +τσιτσιρίζοντας απάνω από το κεφάλι του. + +Νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. ακούστηκε πάλι το +σήμαντρο του Μάζη που σήμαινε τον Εσπερινό. Ο παπάς το άκουσε κι +ανατρίχιασε· του φάνηκε πώς νεκροσημαίναν για δαύτονε. Μα δεν έμεινε +και πολύ στο βάσανο. Το νερό έφτασε στο στόμα, έπειτα του έκλεισε τα +μάτια. Ένα κύμα ήρθε μουγκρίζοντας και τον έριξε κάτω από το +στυγερό. Τ' άχερα και το σιτάρι απλώθηκαν για σάβανο απάνω από το +υγρό μνήμα του παπά. + +Έτσι έσβυσε η κολασμένη του ψυχή. Μα εγώ δε λυπούμαι τον παπά, παρά +την παπαδιά τη φτωχή. Την ίδια ημέρα έπεσε το σπίτι· τα γίδια +ψόφησαν, εκείνη τρελλάθηκε. Παράδειρε κάμποσον καιρό ως που ήβρε μια +πιθαμή τόπο και άπλωσε το βασανισμένο της κουφάρι. Μα εκεί που +πνίγηκε ο παπάς, κάθε χρόνο, της Παναγιάς της Καψοδεματούσας τον +Αλωνάρη, ακούονται χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά και η Φωνή του παπά +να ουρλιάζη αδιάκοπα: + + — Άπλα!... άπλα!... άπλα!... + + + +ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ + + + +Με λένε Νικόλα· το Παρανόμι μου είνε Βρίζας — Νικόλας Βρίζας. +Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο τ' άλογο, μα ήμουνα και γω +μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι. + + — Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε. + +Και μου στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και με το έχει τους. Εγώ +πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου. + +Τώρα γέρασα· — έτσι θα ειπή καθένας σαν ιδή το ζαρωμένο πρόσωπό μου, +τα ψαρά μου τα γένεια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε +τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάση κανείς ό,τι αγαπάει· άμα θάψη +στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα +μάτια, άμα δεν έχη έν' ακκουμπιστήρι στον κόσμο... ναι, τότε +ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει +απρόθυμα σαν να δουλεύη χαράμι. + +Είπα πώς έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ' από τ' άλλο τα πήγα +όλα, έσκαψα το χώμα και τ' απίθωσα κοντά στη μάννα τους την άμοιρη +Γιαννούλα. Απ' ώρα σ' ώρα θα με απαντήση ο Χάρος στο δρόμο του και +μένα. θα με πάρη στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας +θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κανείς πως ήταν μια φορά. Το +νεκροταφείο μας είνε μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, +σανίδια μπηγμένα στα μνήματα — σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος +και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο +που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και +μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. +Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχη δυο σκέλεθρα. + + — Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν. + +Ακούστε την ιστορία του. + +Ήταν στα εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. +Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογίζομαι και θλίβετ' η καρδιά μου. Όση +λύπη τράβηξα για τ' άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. Θα μου +ειπήτε γιατί; Τ' άλλα δεν ήταν παιδιά σου; Δεν είνε όλα τα παιδιά +ένα; Αλήθεια· όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είνε άλλο που με +βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα — +πού να είχε το ξέραμε! — είμαστε η αιτία να μη χαρή τον Απάνω Κόσμο +η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από τόνα κι η τύχη της η κακή από +τ' άλλο. + +Αν εμείς δε φερνόμαστε έτσι, μπορεί και να ζούσε τώρα το κορίτσι +μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι +το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα +γένεια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ' ανέβαινε στη ράχη +μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παπούλη! +παπούλη! Και γω θα γλύτωνα από τις πίκρες που με βασανίζουνε τώρα +και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα και στο μνήμα. + +Αχ! στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι +μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβυσε σαν το κερί. + +Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς +είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι. Αν είνε να κάνουμε κάτι που μας +αρέσει, πιστεύουμε πώς όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμη άλλος, θα το +γυρίσουμε αποδώ, θα το παίξουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν +είνε καλό πράμα. Απάνω σ' αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη +Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πώς αν έπαιρν' +άλλη θα παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως +με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν +είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με +την κακογνωμιά μου; Δάκρυα μονάχα. + +Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη. + +Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλληκάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε, όταν +πιάσαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν έκαναν τρέλλες. +Όταν έφτασε τα δεκαφτά — κι ήτανε μια ομορφονιά!... — τη γύρεψαν από +καλά σπίτια, μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά +της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο +στρέματ' αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο +πάντρεψε την αδερφή του — μια είχε — και της τα δωκε όλα. Βλέπεις +κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο +Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη +γυναίκα μου φέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε· τον λέγαμε +χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα. Όλα άδικα, γιατί +ήταν καλός, με τ' όνομα στο χωριό. Η άφτουρη όμως δεν έβγαζε μιλιά +ούτε σηκωνότανε να φύγη από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε +την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό αχ! να βγαίνη από τα στήθη +της. + + — Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήση· λέγαμε οι κουτοί. + +Να μην τα πολυλογώ είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν +ήθελα να γίνη με θέλημά μου. Το κορίτσι δεν πήγαινε καλά· μαράθηκε +το χειλάκι του. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή, +βουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη +της να ποντιάση. Έπρεπε ν' αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το +δώσω του Αντώνη. Μια μέρα έκατσα και σκέφτηκα μοναχός μου: Τ' είν' ο +κάβουρας τ' είν' το ζουμί του; τ' είμ' εγώ τ' είν' το έχει μου; +Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που μπορούσε να το πουλήση ο +δανειστής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, σήκωνα χρήματα για +καλλιέργεια και για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε +ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά και πούλαγα τη σταφίδα, +πλέρωνα τον έμπορο. Αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του +οξωμάχου τέτια είνε πάντα· ως που να πεθάνη, δουλεύει για τους +άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν +γερό παιδί, δουλευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέση. Εμείς οι +φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πράματα. + +Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω την Αννέτα. Το είπα της +γυναίκας μου, της ξυνοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε και κείνη το +σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη κάναμε τους αρρεβώνες. Τα παιδιά +πέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα +χέρια τα δικά μου, πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά! + + — Αν πάη καλά ο Άγουστος, τον Άη Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους· +είπα. + +Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλεια +της, να φτιάνη κανένα ρουχαλάκι. + +Η χρονιά πήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα τέλος +τα σπαρτά, τα μποστάνια καλά πήγαιναν. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν +με τον καιρό. + + — Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε; + + — Ναι· αν βαστάξη έτσι. καλά θα πάμε. + +Και όλα για τη μαύρη σταφίδα! + +Εγώ σήκωνα χρήματα από το γέρο Γιάννη το Συρεγγέλα. Τώρα πέθανε· σαν +με ξεπουπούλιασε μένα, πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή· αλίμονο σε +κείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα, +μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν +είχα που να δανειστώ, γύρεψα του γέρο Γιάννη. Μου έδωκ' εκατό +δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατονπενήντα. Τι να κάμω; Τις +πήρα. + +Όταν σηκώθηκα από την αρρώστια, πήρα τη μισακιά σταφίδα. Για +καλλιέργεια σήκωσα πάλι από το Συρεγγέλα. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι +και κάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές. Μαζί πηγαίνανε και μετρητά +και ψώνια και ο ψήφος μου. + +Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος τρύγος — πόλεμος! Η +εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει. Πανηγύρι +γίνεται! + +Εδώ είνε σημαδεμένο. Άμα πέση η σταφίδα στ' αλώνι, αρχίζουν και τα +σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι. Όλοι +στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας. + + — Να βαστάξη να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο... ο Θεός ας +κάμη το θέλημά του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι. + + — Αχ! να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!... +παρακαλούμε, άμα ρίξουμε και το δεύτερο. + +Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να +είχε λείψει. + +Ως τόσο ο καιρός πήγε καλός. Η σταφίδα ξεράθηκε· την τρίψαμε, τη +σωριάσαμε, την κάναμε έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό +που τη σηκώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ' ώρα σ' ώρα +περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρρεβωνιασμένοι μετρούσαν τις +ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια +με κοίταζαν. + + — Ακόμα... μη βιαζόσαστε! τους έλεγα: Η σκύλα από τη βιασύνη της +κάνει στραβά τα κουτάβια. + +Μια μέρα που γύρις' από τα μύλο με κράζει παράμερα η γριά μου και +μου σφυρίζει στ' αφτί. + + — Ο γέρο Γιάννης έστειλε να πάρη τη σταφίδα. + + — Να πάρη τη σταφίδα! Πώς θα πάρη τη σταφίδα!... + +Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω στα πόδια, τον παρακαλώ +να μ' αφήση να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά +του. + + — Όχι, επιμένει· δε γίνεται, θα την ρίξης στην αποθήκη, θα την +πουλήσω γω. + + — Μα, γέρο Γιάννη... + + — Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου! Αν δεν τη φέρης, θα την +κατασκέσω σήμερα. + +Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη +του τοκιστή. + +Πέρασε ο Άη Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος, +μα δεν έλεγε να κάμη λογαριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου. + + — Δε θα κάνουμε, γέρο Γιάννη, λογαριασμό, να μου δώκης ό,τι μένει, +να πορέψω το σπίτι μου; + + — Να σου δώκω ή να μου δώκης! φωνάζει αγριεμένος εκείνος. Να μου +δώκης ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρης γλήγορα, γιατί θα σου +πουλήσω την κούρνια!... + +Σπασμοί μ' έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!.. Και τα δόλια τα +παιδιά; Πάω στο σπίτι. + + — Ε, τι έκαμες, πατέρα; + + — Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα και σεις! + +Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου +πούλησε το σπίτι μισοτιμίς και μ' έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε +δρόμους. Έπειτ' από τέτια ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε +όρεξη, δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα. + + — Δεν πειράζει, πατέρα, μου είπε· τον αφίνουμε για του χρόνου. Να +δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα. + + — Ήταν της μοίρας μας· είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα. + +Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί. +Άλλο ανάποδο πράμα από τη σταφίδα δεν είνε· ολοχρονικίς δε θέλει να +λείψη ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθή ο καρπός από τ' αλώνι, +αρχίζει ο κλαδοκάθαρος. + +Εκείνη τη χρονιά πήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για +εξακόσες δραχμές· ψώνια, θιάφες, ημεροδούλια, όλα αποκεί. Εγώ, ο +Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλοι μέσα στη μισακή +παλαίβαμε. Ο Μάης ήρθε με δροσούλες. Το λέμ' εδώ: Τον ποντισμένο τον +καιρό, το Μάη το μήνα βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε +καλά· έγιναν γουλές — γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη +χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος, έστρωσε ο καιρός. Ο τρύγος άρχισε στα +γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός — βλέπεις τον +καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι — ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν +έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες. + +Μια μέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι· μα είχε +ακόμη ρόγα. Έν' αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν νύχτωσε, φάγαμε +ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι +φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι· φτάνει να έχουμε να +γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν +σε μιαν άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα +χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπη κι η προεστή μου. + +Όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήταν αστροφεγγιά. Την αυγή που σηκώθηκα μ' +έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιά! Αλήθεια, το καλοκαίρι το +νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχη στο ένα χτήμα και στ' άλλο όχι. Μα +είδες που λέει· σαν χορεύει η αρκούδα στου γειτόνου σου την αυλή, θα +χορέψη και στη δική σου. Τι να κάνω; Λέω με τον Αντώνη να μαζέψουμε +το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Ο ουρανός πήγαινε και +μαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ και κει σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή +βούιζε· φωνές, κακό, τρεχάματα σε όλον τον κάμπο! Στους δρόμους +καβαλάριδες έφερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν +μονώρας. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς και +βαρυπλερωμένους ρουχισμούς, που δεν έβγαιναν από τ' αρμάρια παρά σε +πίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην +προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνωνται σαν κωλόπανα στους δρόμους, να +ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα σώριαζαν +ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στο άλλο μακινάριζαν· στο άλλο φώναζαν +μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες τρέξαμε +καταμεσίς στ' αλώνι χωρίς να ξέρουμε γιατί. + + — Πατέρα, στράφτει στο Στενό! μου λέει ο Αντώνης. + +Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν +πρώτα με ορμή κι έπειτ' άρχισε δαρτό το νερό. Μείναμε εδεκεί ξεροί· +άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο +χέρι. Δεν κάναμε τίποτα παρά βλέπαμε το νερό που έβρεχε τη σταφίδα. +Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενός χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για +μια στιγμή! Ά, δε θες άλλο χειρότερο! Να βλέπη το αίμα της καρδιάς +σου να χύνεται και να μη μπορής τίποτα να κάμης. Σε ποιον να +ξεσπάσης; Τι να ειπής; Με ποιον να τα βάλης; + +Το νερό, έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκκαλο και ούτε το +νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, βρέχονταν, έκλαιαν και +κανένας δεν έλεγε να τα σηκώση αποκεί. Τέσσερες ώρες βάσταξε ο +έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάνω από τ' αλώνια και τ' αυλάκια +έπλεκαν οι σταφίδες και μεις βλέπαμε να τις παίρνη το ρέμα, να τις +ροφούν τ' αυλάκια ακίνητοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι +άλλοι ριχτήκαμε να τσαλαβουτούμε στα νερά και να τις κυνηγάμε σαν τα +σκυλιά τα ξεροκόμματα. + +Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά; +Άμα δε βγάλης το χρέος, δύσκολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα +μαζέψαμε την πήρε ο δανειστής μας να βγάλη ρακί. + +Πέρασαν δυο — τρεις μήνες, τα παιδιά μαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον +Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι. + + — Πατέρα, δος μου την Αννέτα κι όπως είνε της τύχης μου θα ζήσω· δε +μπορώ πια τέτια ζωή να την υποφέρω! + +Τι να ειπώ και γω; Αποφάσισα μια βραδειά να κάνω το γάμο. Ακούς! σαν +χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα +ούτε έτσι ήταν γραφτό να τελειώση. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε +παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό +που την περόνιασε τον Άγουστο, ξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης +αρρώστησε και κείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του +γαμπρού του. Ρωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά +πάντα. Ένα πρωί — ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθή το +παιδί — ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε, υποψιάστηκε. +Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι. + +Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με +σταυρωμένα χέρια. + + — Μίλα μας, κυρά μου· έλεγε η κακομοίρα η μάννα της. Άνοιξε τα +ματάκια σου να μας ιδής. + +Μιλιά εκείνη. + +Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκαλιάζει, κολλάει στα +χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο +τα παιδιά. + +Ε, τι τα θες τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον πήρε και τον συγύρισε ο +γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο +νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα, ο γαμπρός του +Αντώνη μου λέει: + + — Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δε θέλησε να τ' +ανταμώση. Δεν τα βάνουμε σ' ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα +βάσανά τους; + +Έτσι κάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι +καλά μέσ' από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε. + +Τ' άμοιρα! ακόμη, εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκροθάφτης που θ' ανοίξη +τον τάφο τους, θα έβρη τα σκέλεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ +να τα θάψη πάλι και να μην τα χωρίση. Όχι, ας μην τα χωρίση!... + + + +Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ + + + + +Ο αυγερινός ανέβαινε από τη ράχη του βουνού, όταν τα κορίτσια +κίνησαν για την πλύση. + + — Δεν κολατσίζετε τίποτα, [δυχατέρες]; τα ρώτησε η γριά Στάθαινα η +μυλωνού. + + — Ε, ας πάρουμε μια μπουκιά για το πουλί· απάντησε η Κίσσα. + +Ήταν εποχή που κατεβαίνουν τα τρυγόνια στον Κάμπο. Μπορούσε ν' +ακούσουν χήρας τρυγόνας λάλημα νηστικά και να μην ιδούν προκοπή για +τρία — τέσσερα χρόνια. Έβαλαν δυο μπουκιές στο στόμα τους, έκαμαν το +σταυρό τους και ξεκίνησαν. + +Στου Μπάστα έφτασαν την ώρα που έσκαε ο ήλιος. Έτρεξαν αμέσως, πήραν +και νίφτηκαν για να είνε δροσερά κι άσπρα ολοχρονικίς. Έπειτα +σηκώσανε τις ποδιές τους κι άρχισαν την πλύση. Το νερό άσπριζε σαν +το γάλα· η ρεματιά βούιζε από τον κόπανο. + +Όταν απόπλυναν, άπλωσαν τα ρούχα τους στα θυμάρια να στεγνώξουν και +σκόρπισαν στο λιβάδι. Σύναξαν λογιών λουλούδια, έκαμαν στεφάνια, +έπλεξαν τα μαλλιά τους κι έπειτα στήσαν το χορό. + +Άξαφν' ακούστηκε στο σύλλογο η φλογέρα του βοσκού. Τα κορίτσια +έπαψαν το τραγούδι τους και στάθηκαν σαν τα κουνέλια, που άμ' +ακούσουνε χτύπο, σηκώνουν τα κεφάλι και τηράνε με φόβο τριγύρω. Μα +δεν ήταν βοσκός. Έν' αγένειο κι όμορφο παλληκάρι πρόβαλε πίσω από +μια πικροδάφνη· τα μαλλιά του σαν το χρυσάφι χύνονταν στις πλάτες +του· τ' αργυρά του άρματα κι η ολόχρυση φορεσιά του σπιθοβολούσανε +στον ήλιο. Τα κορίτσια σκόρπισαν να κρυφτούν στα θυμάρια και μοναχή +απόμεινε η Αυγή. Δε μπορεί να φύγη εκείνη· ρίχνει μια ματιά στο +παλληκάρι και νιώθει την καρδιά να φτερουκάη στα στήθη της· τα +μάγουλά της κοκκινίζουν σαν τα ροδοκάλια· η γη στριφογυρίζει στα +πόδια της. Το παλληκάρι την κοιτάζει με χαμόγελο· ζυγώνει και της +βάνει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο δάχτυλο. + +Όταν με το ηλιοβασίλεμα γύρισαν τα κορίτσια στο χωριό, ο βασιλιάς +έστειλε προξενιά να πάρη γυναίκα του την Αυγή. Ποιος διώχνει τέτια +τύχη; Η γριά Στάθαινα πετούσε από τη χαρά της. + + — Δόξα σοι ο Θεός· έτσι κι η άλλη μου τσούπα· έλεγε μέσα της. + + — Τι καλορίζικη η Αυγή! πάει κι όπου καλό μου θέλει· ψιθύριζαν μία +με την άλλη οι γειτόνισσες. + +Μα η τύχη της λυγερής δεν ήταν δύσκολο να κάμη τις γυναίκες να +ζηλέψουν και ν' αρχίσουν την κακογλώσσα. Για τούτο κι η γρια δε +θέλησε να χάση καιρό. Την ίδια βδομάδα έριξε τ' αλέσματα· δίπλωσε +γαρύφαλα σε άσπρο χαρτί κι έστειλε κάλεσμα στους δικούς της. Ο γάμος +έγινε την Κυριακή και οι καλεσμένοι τραγούδησαν με την καρδιά τους: + + Τρία χρυσά γαρύφαλα + σ' έν' ασημένιο τάσι. + Τ' αντρόγυνο που γίνηκε + να ζήση να γεράση... + +Μα η Κίσσα άναψε και κάηκε με την ανεπάντεχη τύχη της αδερφής της. +Ακούς εκεί να παντρευτή πρώτη η μικρότερη! Και τι; Να πάρη βασιλιά! +Άκουσε κάποτε τη γιαγιά της να λέη, πώς τη βραδειά που γεννήθηκαν, +είδε τις Μοίρες που ήρθαν να μοιράνουν τα βρέφη. + + — Ετούτη θα πάρη βασιλιά· είπε η ασπροφόρα κι έδειξε την Αυγή. + + — Όχι βασιλιά, γιατί θα θελήση κι η άλλη· είπε η μαυροφόρα. + + — Ε, ας πάρη και τούτη βασιλιά· είπε η τρίτη με τα πράσινα. + +Μα τώρα ποιόνε βασιλιά θα πάρη η Κίσσα; Όλο τέτια συλλογίζεται και +κάνει όρκο και σταυρό να μην πατήση στο παλάτι της αδερφής της. + +Μια ημέρα ακούστηκε πώς ήρθε η Χάρμαινα, η μάγισσα στο χωριό. Ήταν +φημισμένη πως ήξερε όλου του κόσμου τα μυστικά· τα λόγια της και τα +ξόρκια της αλάθευτα. Καθένας που ήθελε να παντρευτή. πρώτα έπρεπε να +πάη να τη φιλέψη για να μη τον αμποδέση ή να μη ρίξη τη γρίνια στο +αντρόγυνο. Η Κίσσα κίνησε και πήγε να την έβρη· μα μόλις την είδε +φοβήθηκε. Ήταν αδύνατο να ιδή κανείς τη Χάρμαινα και να μη τρομάξη. +Είχε μια μισολυωμένη γκιούρντα στις πλάτες της· ένα σακκούλι μάλλινο +γεμάτο ξεροκόμματα στον ώμο της· ένα γιορντάνι από ψεύτικες λίρες +και κόκκινες χάντρες στο λαιμό της και στα μαλλιά της, ξέπλεκα και +κολλημένα, το χρυσοκέντητο σκουφάκι. Τα πόδια της έβγαιναν κατάμαυρα +κάτω από τα κοντά της φουστάνια· στα χέρια της που ήταν σαν +αδράχτια, κρατούσε ένα καλάμι· τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα +δαχτυλίδια. Όποιος ήθελε να γνωρίση την Πανούκλα, έπρεπε να ιδή τη +Χάρμαινα. Όταν άκουσε πώς η Κίσσα θέλει να ιδή τη μοίρα της, την +έβαλε κι έκατσε κοντά της. Γέμισε ένα ποτήρι νερό, έριξε μέσα της +κόρης το δαχτυλίδι, σκέπασε το ποτήρι μ' ένα κόκκινο μαντίλι και +άρχισε το ξόρκι. + + — Βάλε, κυρά μου, στην αμασκάλη μου το χέρι σου· της λέει με +βραχνιασμένη φωνή. Έτσι. Κοίτα με τώρα κατάματα. + +Έσφιξε καλά στα μαντίλι το ποτήρι και άρχισε να το γυρίζη απάνω από +το κεφάλι της λυγερής. Το έφερνε στα δεξιά της, το γύριζε από πίσω, +το άφινε χάμω, πάλι το άρπαζε, το αναποδογύριζε και σταλιά νερό δε +χυνότανε. Και το στόμα της δεν έπαυε να μουρμουρίζη. Δυο ώρες +βάσταξε το ξόρκι. Η Κίσσα έτρεμε· τα χέρια της ξύλιασαν, τα μάτια +της θάμπωσαν κοιτάζοντας μέσα στα γουρλωμένα μάτια της Χάρμαινας, τα +γόνατα της λύγισαν και γονάτισε. + + — Βράζει, κυρά μου; της λέγ' η μάγισσα φέρνοντας στ' αφτιά της το +ποτήρι. + + — Ναι, βράζει· απαντά με τρομάρα εκείνη. + +Έβγαλε το μαντίλι και φάνηκε το νερό που χόχλαζε αληθινά. Η Χάρμαινα +το κοίταξε καλά στον ήλιο κι έπειτα γύρισε και είδε την Κίσσα. + + — Είσαστε δυο αδερφάδες, είπε. Η μία ζη μέσα στ' άχερα κι η άλλη +στα χρυσάφια. + +Εκείνη κοκκίνησε και χαμήλωσε τα μάτια. + + — Μπα, κυρά μου!... αδικήθηκες εσύ, ξανάειπε η μάγισσα. Την τύχη +σου την έκλεψε η αδερφή σου... Μα δεν πειράζει, κοκόνα μου· θαρρώ +πώς είνε το ίδιο· τι εσύ τι η αδερφή σου; Και κοίταξε πάλι με πονηρό +χαμόγελο την κόρη. + + — Όχι! δεν είνε το ίδιο, γριά! πετάχτηκε κείνη ωργισμένη· δεν είνε +το ίδιο... + + — Ναι, δεν είνε το ίδιο, άπορη!... + +Το νερό πάντα χόχλαζε, σαν να ήταν το ποτήρι απάνω σε φωτιά. Η +μάγισσα τσάκισε έν' αβγό από μαύρη κόττα και το έχυσε μέσα. Το αβγό +κάθισε στον πάτο· το νερό πάντα έβραζε. + +Η Κίσσα με πιασμένη αναπνοή ακολουθούσε όλα τα κινήματα της γριάς. +Σε κείνο το νερό ήταν η τύχη της· εκείνο την ήξερε και τώρα θα την +έλεγε. Μα αν η τύχη της δεν ήταν καλή κι αν το νερό της έδειχνε πώς +σε τούτο φταίει η αδερφή της, τι θα έκανε; + + — Ούτε κολλόνες· ούτε δεντράκι είπε η Χάρμαινα κουνώντας το +κεφάλι... Αχ! σ' έκλεψαν, άμοιρη. Κανείς δε θ' αγκαλιάση τα κορμί +σου. Πάντα καταφρονεμένη θα ζης! + +Η κόρη τινάχτηκε απάνω αγριεμένη. + + — Πώς! φώναξε· καταφρονεμένη! Όχι, δε θα ζήσω καταφρονεμένη. Έλα, +γριά· ό,τι θες σου δίνω. Δος μου την τύχη μου πίσω! + +Η Χάρμαινα έβαλε ένα παράξενο γέλιο, που πάγωνε τα αίμα του +ανθρώπου. + + — Καλά, νυφούλα μου, κάτι θα κάνουμε· είπε. + +Πέρασε αρκετός καιρός. Η Κίσσα ήρθε κι έμεινε πετσί και κόκκαλο από +τη ζήλεια της. Τα μάτια της γούβωσαν, τα μάγουλά της μαράθηκαν, τα +χείλη της άσπρισαν. Την έφαγαν τα λόγια της Χάρμαινας· όλο +συλλογισμένη καθότανε. + +Ως τόσο η Αυγή ζούσε ευτυχισμένη στα παλάτια της. Τα μάγια τίποτα +δεν της έκαναν. Ο βασιλιάς ξεψύχαε γι' αυτήν. Μια ημέρα διαλαλήθηκε +στη χώρα πως η βασίλισσα γέννησε παιδί. Χαρές, ξεφαντώματα στο +παλάτι. Μα απ' όλους πιο πολύ χάρηκε η Κίσσα. + + — Τώρα θα βρω αφορμή να πάω να τελειώσω τη δουλειά μου· είπε. + +Και κίνησε να πάη στο παλάτι. Στο δρόμο η καρδιά της χτύπαε δυνατά· +τα πόδια της ήταν κρύα και το κορμί της έτρεμε. Δυο φορές έκαμε να +γυρίση πίσω και πάλι μετάνιωσε. + +Και πήγε. + +Η Αυγή σαν είδε την αδερφή της, την αγκάλιασε, τη φίλησε και την +έβαλε να καθίση κοντά της απάνω στο κρεβάτι. Από τη χαρά της δεν +είδε ούτε τη χλωμάδα ούτε το άγριο βλέμμα της. Σήκωσε το τουλουπάνι, +κεντημένο όλο με πούλιες και τιρτίρια κι έδειξε το βασιλόπουλο, που +κοιμότανε στη χρυσή του κούνια. + + — Σ' αρέσει, αδερφούλα μου, το παιδί μου; ρώτησε κοιτάζοντας το +μικρό τρυφερά. + + — Ουμ! να σου ζήση και καλός γαμπρός· ευχήθηκε κείνη. + +Μα τα μάτια της σπιθοβόλησαν από θυμό + + — Καλή σου μοίρα, αδερφούλα μου! + +Η Αυγή έσκυψε και τη φίλησε στα μάτια. Η Κίσσα και το φιλί το πήρε +για κακό. Είδε τα χρυσάφια και τα φαρφουριά, τα στόφινα σεντόνια και +τα μεταξωτά προσκέφαλα και ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της. + + — Δε θα ήταν όλα δικά μου: Εγώ δε θα ζούσα εδώ μέσα; συλλογίστηκε. + +Η Αυγή, αδύνατη ακόμη από τη γέννα, ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατα +της αδερφής της και σιγά — σιγά λάρωσε σαν αρνάκι που δε +συλλογίζεται το λύκο. Ποιος ξέρει τι καλά όνειρα έβλεπε για το παιδί +της, η μάννα! + +Η Κίσσα θυμήθηκε τα λόγια της μάγισσας. Ναι, η Αυγή της έκλεψε τη +μοίρα της· θα ζη τώρα καταφρονεμένη· θ' αγωνίζεται στις αργατιές το +καλοκαίρι· το χειμώνα με το καμουτσίκι στο χέρι θα οδηγή τ' άλογο να +γυρίζη το μύλο· το σιτάρι θα τρίβεται κάτω από το λιθάρι· το +μυλολίθι θα χτυπιέται, τα ξύλα και οι ρόδες θα τριζοβολούν και κείνη +ανασκουμπωμένη, αλευρωμένη θα παιδεύεται για τα αλέσματα του ενός +και του άλλου. Α, δε γίνεται! Δεν είνε αδερφή εκείνη, που θέλει να +βασανίζετ' έτσι η άλλη αδερφή!... Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της· τα +μηλίγκια της σφυροκοπούσαν, η όψη της άλλαξε χίλια χρώματα. Με +λαχτάρα τραβάει άξαφνα μια βελόν' από τα στήθη της και τη χώνει στο +κεφάλι της αδερφής της. Ένα σιγαλό παράπονο ακούστηκε, κάτι έτριξε +και πάει χάθηκε η Αυγή. Η Κίσσα σάστισε. Έτρεχε δώθε — κείθε μέσα +στην κάμαρη σαν τρελλή. Σε λίγο θυμάται τις οδηγίες της Χάρμαινας, +φορεί τα ρούχα της αδερφής της και πέφτει στο κρεβάτι. + +Όταν το βράδυ γύρισε από το κυνήγι ο βασιλιάς, έσφιξε στην αγκαλιά +του την Κίσσα αντί για την Αυγή. + +Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να +κελαϊδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. Ένα πουλάκι, με χρυσά +φτερά και αργυρό σκουφούνι στο κεφάλι, εκείνο μόνο δε χαίρεται και +δεν παίζει με τ' άλλα. Ολογυρίζει στο παραθύρι της βασίλισσας, +ρίχνει δυο — τρεις ματιές μέσα και φεύγει, σαν να φοβάται κανένα +κυνηγό. Έπειτα πάει και κάθεται στο κλαρί και λέει με ανθρωπινή +φωνίτσα: + + — Περβολάρη! περβολάρη!... + Ρέει — ρέει το βυζί μου, + Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. + Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά, + Να μαραθούν τα λάχανα, + Να ξεραθούν τα δέντρα!. + +Και το κελαϊδεί με τέτιον πόνο, που τα δέντρα μαραίνονται αμέσως· τα +φύλλα κιτρινίζουν και τινάζονται στη γη. Το πουλάκι φεύγει αποκεί +και πηγαίνει παραπέρα, στα χλωρά δέντρα και στα πράσινα κλαριά. +Κάθεται και κει και αρχίζει το ίδιο του κελάιδημα, που χύνει όλη τη +λαύρα της καρδιάς του: + + — Περβολάρη! περβολάρη!... + Ρέει — ρέει το βυζί μου, + Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. + Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά, + Να μαραθούν τα λάχανα, + Να ξεραθούν τα δέντρα!... + +Πέρασαν μερικές μέρες και το περιβόλι όλο [ράπισε]. Κάηκαν τα +λαχανικά, ξεράθηκαν τα δέντρα, χώνεψαν τα μοσχομύριστα φυτά, σαν να +τα έδειρε αδρύ χαλάζι. Μόνον μπροστά στο παραθύρι της βασίλισσας +έμεινε λίγη πρασινάδα και κει φώλιαζαν τα πουλάκια κι έχυναν την +ευωδιά τους τα λούλουδα. Ο περιβολάρης έπεσε σε διπλή έγνοια. Έβλεπε +του περιβολιού την κατάσταση και δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθή στο +βασιλιά. Άκουε και τα λόγια του πουλιού και δεν έβρισκε πώς να τα +παραστήση. Κάθε πρωί ανέβαινε στα παλάτι και πάλι κατέβαινε +τρομάζοντας την οργή του βασιλιά. Τέλος μια ημέρα, που ο βασιλιάς +κατέβαινε να λαφοκυνηγήση, πήγε μπροστά, γονάτισε και με δάκρυα στα +μάτια τα διηγήθηκε όλα. + +Μπα! σαν τι πουλί είνε και λαλεί ανθρωπινά; είπε με παιζογέλασμα +εκείνος. + +Να! άκου το· λέει ο περιβολάρης. + +Ο βασιλιάς γύρισε και είδε απάνω σε μια λεμονιά το χρυσό πουλί. +Καθόταν στο ψηλότερο κλαρί και κοιτάζοντας τον άρχισε να κελαϊδή +παραπονεμένα: + + — Βασιλιά μου πολυχρονεμένε + Και καλέ κι αγαπημένε. + Ρέει — ρέει το βυζί μου + Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. + Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του + Χρυσή κουνίτσα τόφτιανε + κι αργύρα κουνιστήρια!... + +Ο βασιλιάς συγκινήθηκε· του φαίνεται πως δεν ακούει πρώτη φορά τη +φωνή· πως και άλλοτε είδε αυτό το πουλί· πως τ' αγάπησε μια φορά. +Αλαφροπατώντας πηγαίνει κάτω από τη λεμονιά και του λέει ήμερα και +παρακαλεστικά: + + — Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου. + +Εκείνο τον κοιτάζει σα μαγεμένο, κατεβαίνει σε χαμηλότερο κλαρί και +αρχίζει πάλι με γλυκύτερη φωνή: + + — Βασιλιά μου πολυχρονεμένε + Και καλέ κι αγαπημένε. + Ρέει — ρέει το βυζί μου + Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. + Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του + χρυσή κουνίτσα τόφτιανε, + κι αργύρα κουνιστήρια. + + — Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου· του ξαναλέει ο βασιλιάς. + +Και κείνο κατεβαίνει, κατεβαίνει ακράτητα, σαν να το σέρνη μαγνήτης, +όσο που πέφτει στην αγκαλιά του. + +Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος. Σε λίγο όλοι κοιμήθηκαν στο παλάτι. + +Μόνον το πουλί δεν μπορεί να κοιμηθή. Μέσα στο χρυσό κλουβί, που το +έκλεισε ο βασιλιάς, φτερουκάει χαρούμενο, βγάνει τη μυτίτσα του στα +σύρματα και κοιτάζει τρυφερά, σαν να φιλή με τα μάτια την κούνια του +βασιλόπουλου. Έπειτα πλαγιάζει το κεφάλι και αρχίζει ένα σιγαλό και +αποκοιμιστικό νανούρισμα: + + Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι. + Κοιμάται το παιδάκι μου απάν' στο μαξιλάρι!... + +Η Κίσσα στην ίδια κάμαρη κοιμότανε βαθιά. Άξαφνα βγάνει ένα βογγητό· +κρύος ίδρωτας την τσακίζει· τα χέρια της κινούνται σαν να θέλουν +κάπου να πιαστούν. Αχ! τι όνειρο που βλέπει η δόλια! Ήταν, λέει, +μέσα σ' ένα μεγάλο σπίτι, γεμάτο από χρυσάφι και μάλαμα, από +διαμάντια και ρουμπίνια. Ήταν σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι· ησυχία, που +άκουε την ανάσα του κανείς! Και η Κίσσα έπαιρνε χρυσάφια, έπαιρνε +ρουμπίνια, έχωνε αποδώ αποκεί, στις τσέπες, στο στόμα της... Πάει, +θα διώξη τη φτώχια, δε θα ξενοδουλεύη πια! Θα γίνη και κείνη μεγάλη +αρχόντισσα! Άξαφνα το σπίτι φωτίζεται· ακούονται γέλια, χαρές, +τραγούδια... Πού να πάη να κρυφτή; Να, ακούονται πατήματα· κάποιος +την πιάνει από το χέρι. Είνε η αδερφή της, η πεθαμένη αδερφή της, η +Αυγή!... — Τι θέλεις εδώ; της λέει· τ' ήρθες να κάμης; Εκείνη θέλει +να μιλήση, ανοίγει το στόμα της, μα δε μπορεί ούτε ν' ανασάνη... Και +η αδερφή της δεν τη γνωρίζει... — Ήρθε να κλέψη· λέει μια άλλη +γυναίκα, μαύρη, κατάμαυρη, απαράλλαχτη σαν τη Χάρμαινα. Ναι· ήρθε να +κλέψη! Και γελώντας την αρπάζει στα δυνατά μπράτσα της και την +πετάει κάτω από το παραθύρι... Η Κίσσα ξύπνησε με τρομάρα. + + — Ωχ! τι όνειρο! λέει, τρίβοντας με το χέρι το μέτωπό της. Τι +όνειρο! + +Άξαφνα ακούει το νανούρισμα του πουλιού και της φαίνεται πως ακούει +τη φωνή της αδερφής της. Ανατριχιάζει όλη, τινάζεται από το στρώμα. + + — Α! λέει, εδώ θα ξεδιαλύνη τόνειρο; Όχι! δε θα ξεδιαλύνη. + +Αρπάζει ένα μαχαίρι και τρέχει στο κλουβί. Μα την ίδια ώρα η πόρτ' +ανοίγει και μπαίνει ο βασιλιάς. Και κείνος είδε απόψε τρομερό +όνειρο· είδε πώς κιντύνευε το χρυσό πουλάκι του. Έτρεξε γοργά στο +κλουβί, πήρε το πουλί στο χέρι και άρχισε να το φιλή λέγοντας +τρυφερά λογάκια. Η Κίσσα μαζωμένη στη γωνιά έβλεπε πότε το βασιλιά, +πότε το πουλί και κρύος ίδρωτας την τσάκιζε. Όσο και αν προσπαθούσε +να κρατήση την καρδιά της, αδύνατο. Έκρυβε το λεπίδι μέσα στα +φουστάνια της· μα τι που είχε φανερά λεπίδια τα δυο μάτια της, που +έσφαζαν κατάκαρδα με το άστραμμά τους. + +Άξαφνα το χέρι του βασιλιά ήβρε κάτι απάνω στο κεφάλι του πουλιού. + + — Μπα! τ' είνε τούτο; λέει με απορία. + +Χύθηκε απάνω του η Κίσσα. + + — Μην τη βγάλης· μη για το Θεό! φωνάζει με λαχτάρα. + +Ώστε να το ειπή εκείνη, ο βασιλιάς έβγαλε τη χρυσή βελόνα. Ωχ! +ακούστηκε σύνωρα, ένα ωχ! τόσο παραπονιάρικο, που ράγισαν για μιας +όλα τα μάρμαρα και τα τζάμια του παλατιού. Τίναξε τα φτερά του το +πουλί και πήδησε νεράιδα χρυσοφορεμένη στο πάτωμα η Αυγή. Ο βασιλιάς +έμεινε αφωνάλαλος. Γύριζε κι έβλεπε τις αδερφάδες και δεν ήξερε ποια +από τις δυο ήταν η γυναίκα του. + + — Εκείνη που σου λέγ' η καρδιά σου, εκείνη είνε η γυναίκα σου· του +λέγ' η Αυγή. + +Όσο θέλεις δούλευε κι όσο θέλει ο Θεός θα σου δώση. Όσα έκαμε η +Κίσσα, τίποτα δεν κέρδισε. Ο βασιλιάς έμαθε τα έργα της κι απάνω στα +θυμό του έχωσε την ίδια βελόνα στο κεφάλι της. + +Η κακή αδερφή έγινε αμέσως πουλί. Μα όχι πουλί με χρυσά φτερά κι +άργυρο σκουφούνι στο κεφάλι. Δεν κελαϊδεί γλυκά και πονετικά, που να +μαραίνη τα δέντρα και τα λούλουδα. Έγινε όνομα και πράμα κίσσα, +μαύρο πουλί, όπως ήταν η ψυχή της. Αλλάζει λογιών — λογιών φωνές και +πάντα βρίσκεται στις ρεματιές κρυμμένη. + + + +ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ + + + +Η μάννα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού +της. Γλυκειά ημέρα ως τόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί — λες κι +έφταιγε η δόλια! — έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπή φτωχός και +κορίτσια! Έξω απ' αυτό ακόμη ώριζαν Τούρκοι στο Μωριά κι ήταν +καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν' αποχτήση θηλυκό. Κάθε +νοικοκύρης που έβλεπε να πηγαίνη το σπίτι του μπροστά θλιβότανε +περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας +μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάη, κάπως στα χωρατά, μα πάντα +πικραμένα: + + — Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!... + +Μια βραδειά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος. + + — Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί +κάνεις — ήταν ετοιμόγεννη η μάννα μου — θέλω να είνε σερνικό. + +Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πάρουν τα συχαρίκια, +στέναξε βαθιά. — Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο +Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα — και τι; — ένα κι +ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε άνθρωπους για σπαθί κι η +γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!... Και με το γρόθο του έδωκε μια κι +έσπασε το τραπέζι. + + — Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένη +καλύτερο από σερνικό. + +Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ' +έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ' όνομά μου. Στη μάννα μου, σε +όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ' άρματα. Μέρα +— νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω +στο σημάδι. Την καθεμερνή μ' έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο +κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ' αγριογούρουνα στη Δροσελή. + + — Θέλω...να περνάς το βόλι απ' το δαχτυλίδι· μου έλεγε. + +Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν' +ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για +τους Αγαρηνούς. Οι χαλκιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα +σύνεργα το πολέμου. Τα παλληκάρια γυμνάζονταν στ' άρματα, έχυναν +βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πώς έγινε και κείνο το +αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού — Πέφτη θυμούμαι ήταν — +βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το +Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντωνάκη από τη Μανωλάδα +με καμιά τρακοσαριά παλληκάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και +δε μπορούσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου +έζωσε τα σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και· + + — Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι +άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους +άπιστους μπορείς. Ο παπά Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις +τόσα κρίματα συχωριώνται. + +Η μάννα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να +κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε +στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. +Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ' άλλα +του σωθέματα και πίστευα πώς ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις +γυναίκες και κάτι μέσα μου μ' έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα +φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλλα του πατέρα μου. Α! το +σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάση αϊτού φτερά, πάντα +τρομάζει να πετάξη στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το +κορμί λάγκευε κάτω από τ' άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, +πήδησε από το στρώμα του, μ' έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε. + + — Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι +από το Μωριά, τότε να γυρίσης και συ. + +Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο +βόιβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν +Μορογιάνης του Σουλτάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι +Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύτους. Εκεί να +έβλεπες το ρωμαίικο τ' ασκέρι! Ρίχτηκαν στα τούρκικα κονάκια, +άρπαξαν ασημικά, άρπαξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ' άλογα και δρόμο για +τα χωριά τους. + + — Σταθήτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολεμήσουμε! τους φώναζαν +οι καπετανέοι. + +Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πώς οι Τούρκοι γύριζαν πίσω. +Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τους χτύπησε ο καπετάν +Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν + + — Τι θα κάνουμε τώρα; ρωτάει ο Σισίνης, + + — Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο καπετάν Αντωνάκης. + +Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρκους. Τους απαντήσαμε +ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη +μέση και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς. + +Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! +άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ' άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το +βόλι θα χωθή στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντάκια, αγριάγκαθα, +χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα +βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις +μπορούσε να κουνηθή. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάλικε τ' +άλογό του κι έφυγε. + + — Σώσε με, παλληκάρι, ν' αγιάσουν τα πεθαμένα σου· φωνάζει +αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν' αφίνουν πίσω τα γεράματα... + +Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ +για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν. + + — Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου· Η Παναγιά ας βάλη το +χέρι της. + +Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο +έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· +τα μάτια μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω. + +Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα +τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο +παλληκάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου. + +Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ' έσωσε από τα χέρια +των Τούρκων. Από τότε γινήκαμε φίλοι· νύχτα — ημέρα μαζί. Θα πήγαινε +κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. θα μ' έστελναν με τον καπετάν Λάππα +να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που +άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος +στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, +δάκρυα, εκδίκησες! Ο ραγιάς άλλαξε· σήκωσε [καφάλι] και κοίταζε +άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο. + +Έτσι λίγο — λίγο άλλαξα και γω. Ό, τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα +μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι +σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, +η ορφάνια. Σ' ένα μονάχα δε μπόρεσα ν' αλλάξω, στη ματιά του Δήμου +μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ' άρματα και τα +φορέματα; Τι να κάμη το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε +καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθή η ασημόβεργα της +μάγισσας ν' αλλάξη τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους +θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι +φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε +θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν' +αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα +που με δαιμόνιζε. Δοκίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον +καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ' έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο +στο πράσινο λιβάδι. + +Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμε κείνη τη +μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σισίνης μας έστειλε μ' εκατονπενήντα παλληκάρια +στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του +Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον +Άη Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώνης +το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και +καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ' +έτσι γονατιστή και θάμαζε. Εγώ — ξέρεις — μη με τηράς τώρα· τότε +ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τραχηλιά το λαιμό μου, έκρυβα +τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα +κατακαημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις! + + — Όρε αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είνε φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν +κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι. + +Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και μ' έπιασε σύγκρυο. + + — Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ' από καιρό, θα λεγα πως +είσαι γυναίκα. Και πώς σ' αγάπησα! όχι άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα +έτσι!... + +Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδεψαν στα φυλλοκάρδια μου +τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να +βασιλέψη ο ήλιος. Τ' απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό +μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η +μοσκοβολάδα, που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· +έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου +μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαρειά και μαλακά +σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφινε να +πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα +χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση. + + — Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά. + +Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακούστηκε η φωνάρα του +Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπήκανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους +χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα +έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι +άλλοι γκρεμίζονται και τους συνεπαίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται +συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κοίτονται τα κόκκαλά +τους εκεί. + +Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ' αποδώ, +αποκεί, φώναξα. Πού ν' ακουστής μέσα στην ανακατοσούρα και την +αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκκαλο και πέταε σπίθες. +Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτωσαν, έφτασαν κακοί κακώς στην +Κουρτέσα. Τα παλληκάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα. + +Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μού θάμπωνε τα μάτια. +Έκατσα σ' ένα κοτρώνι να ξεκουραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά +σάβανα στο μακελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και +φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ' +αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλάγια πελώριοι· κάπου άστραφτε +μια πιστολιά. Αναστενάγματ' αποδώ, κλάματ' αποκεί, που ήταν να φρίξη +κανείς. + +Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ' +απάνω κι έτρεξα πέρα — δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και +φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο +απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε +ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα +λιγοθυμούσα κι έπεσα σ' ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογγητό +πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή· + + — Δήμο! Δήμο μου! + + — Χρύσαντε, αδερφέ μου!... + +Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά +του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα δινα για να του δώκω +ζωή! Τι δε θα κανα για να γνωρίση τι λογίς ήταν η αγάπη μου! + + — Άκου, Δήμο μ'! άκου. καλέ μου! έκραζα μεγαλόφωνα στ αφτί του. + +Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! +Παίξανε τα ματόφυλλα μια στιγμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω +μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; +Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε προτήτερα: Ποιος ξέρει. Μα +τι φταίω και γω; Άλλοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η +αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το +θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας. + +Τι κακομοιριές κι οι δικές μας! + + + +Η ΜΗΤΡΙΑ + + + +Είνε κάπου είκοσι χρόνια κλειστά. Είκοσι χρόνια στο μνήμα το άραχνο +ο Βασίλης· άλλα τόσα στο μνήμα των ζωντανών, στη φυλακή εγώ. Τώρα με +τρώγ' η ψείρα κι η κακομοιριά· μα θυμούνται ακόμη στο χωριό τα καλά +του Θανάση Βρυσώτη και δείχνουν τα σπίτια του στους ξένους. + +Αχ, τι χρόνια και κείνα! τι ζωή βασανισμένη στους τέσσερους τοίχους +της φυλακής, στους χίλιους μέσα και χωρίς συντροφιά!... Μα τι λέω +χωρίς συντροφιά; Είχα το καποτάκι του παιδιού μου, που κάθε ώρα +ψήλωνε βουνό μπροστά μου κι έδειχνε το Βασίλη με τα βόλια στο +ριζάφτι. Τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα στα στήθη μου κάπιο πράμα που +σφύριζε βουβά κι αδιάκοπα, σαν άγρυπνη κουρούνα: φονιά! φονιά!... +Και σαν σφάλιζα τα έρμα μου τα μάτια κι έγερνα το κεφάλι να πάρω +λίγον ύπνο, έβλεπα τη Ζωίτσα με τα νυφιάτικα και τα λυτά μαλλιά της, +χλωμή καθώς ήταν την ώρα που την απιθώσαμε στο μνήμα, να μου φωνάζη +δυνατά: + + — Σκυλί! τι έκαμες το παιδί μας; Πού είν' ο αρρεβώνας που σ' +άφηκα;... Καταραμένος να ήσαι!... + +Και γω τιναζόμουν απάνω σαν το λάφι και γονατιστός της γύρευα +συχώρεση, Όχι! δεν ήθελα, να είμαι καταραμένος!... + +Λένε πως το χειρότερο κακό να κάμη ο άνθρωπος, άμα μετανιώση, άμα με +τα δάκρυά του γεμίση ένα δισκοπότηρο, ο Θεός τον συχωράει. Εγώ +χιλιάδες, ναι, χιλιάδες δισκοπότηρα γέμισα από τότε! Και όμως, και +όμως τι; Τ' αγλύκαντο νερό δε θέλει να ξεπλύνη τα μαύρα γράμματα! Α, +ναι, το πιστεύω· δίχως το θέλημα Θεού μήτε πουλί στο βρόχι. Ποιος +ξέρει τι αμαρτίες είχα και με παιδεύουνε τώρα; Ποιος θυμάται, αν +τότε, μέσα στα καλά μου, συλλογιζόμουνα κανένα; + +Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Εμένα με είχε αναγνώστη κι έλεγα τον +Απόστολο κάθε Κυριακή στην εκκλησιά του χωριού μας. Εκείνος, όταν +ήταν παιδί, έκανε τα δικά του. Για τούτο εμένα που μ' έβλεπαν από +μικρό, ήσυχο και ταπεινό, έλεγαν οι χωριανοί; από ρόδο βγαίνει +αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο. + +Ο πατέρας μου βιάστηκε να με παντρέψη. + + — Μπορεί να κλείσω καμιά μέρα τα μάτια και να μην ιδώ τις χαρές του +γιου μου· έλεγε. + +Έξω απ' αυτό ήθελε να με παντρέψη για να με κάμη παπά και να με +αφήση στο πόδι του σαν πεθάνη. + +Έτσι ούτε το σπίτι έχανε τ' όνομά του, ούτε μας έπαιρνε άλλος στο +χωριό τα πρωτάτα. Εγώ, σαν μου το είπε, δε δυσκολεύτηκα, γιατί μου +έδινε γυναίκα της καρδιάς μου. Μα από την πρώτη μέρα, την ημέρα του +γάμου, φάνηκε πώς δεν ήταν με θέλημα Θεού. Το θυμούμαι τώρα κάποτε +και σηκώνονται τα μαλλιά μου. Τρεις φορές τα στέφανα έπεσαν από της +νύφης το κεφάλι στο χώμα! Κακό σημάδι! Η άμοιρ' η Ζωίτσα γύρισε και +με κοίταξε με βλέμμα παραπονιάρικο, σαν να ήθελε από τη στιγμή του +ταιριαμού μας, να μου θυμήση την ώρα του παντοτινού χωρισμού. Κι +έπειτα όταν έμπαινε σπίτι — ακούς, αδερφέ! — μέσα στη βιασύνη, ούτ' +ένα κομμάτι σίδερο δε βρέθηκε να βάλουν στα πόδια της. Όλοι ένιωσαν +πως το αντρόγυνο δεν ήταν στερεωμένο. Και να που έγινε αλήθεια! +Απάνω στο χρόνο η Ζωίτσα πέθανε από τη γέννα... Κακομοίρα γυναίκα· η +τύχη η δική μου σε συνεπήρε!... + +Ο κόσμος άρχισε αμέσως τα δικά του: + + — Κλαίω εκείνη που πέθανε νια και παρανιά· αμ' τι; — το Θανάση! +Εκείνος ήταν τυχερός που έζησε το παιδί και θα κρατήση την προίκα! +έλεγαν. + +Μα δεν είν' έτσι. Κλαίγε τον όποιου πεθάν' η γυναίκα και τ' αφήση +και μικρό παιδί. Τι να κάμω; Πώς να τ' αναθρέψω εκείνο το παιδί; +Ήθελε βυζί· ήθελε συγύρισμα. Στο τέλος άκουσα τα λόγια των δικών μου +και παντρεύτηκα πάλι. + +Μα κάλλιο να τρωγε το κεφάλι της η συμπεθέρα, που τα φτιασε να μπάσω +την Ακριβή στο σπίτι μου. Φωτιά έπεσε αμέσως και μας έκαψε. Ακούς, +αδερφέ, ν' αλυχτήση τη μάννα μου, όταν μπήκε νύφη! Τ' άκουσαν οι +συμπεθέροι που το είπε: «Χαμ, χαμ, πεθερά! — νάμπω γω νοικοκυρά!» Κι +η δόλια μάννα μου πού το ήξερε να πάη να κρυφτή; Νύφη, σου λέει, +μπάζω δεν μπάζω οχιά! Και μήπως το βράδυ; Το βράδυ, η σκύλα, έκατσε +κι έφαε. Ο κόσμος βούιξε; + + — Η νύφη του παπά έφαε, θαν τη φάη την παπαδιά. + +Κι αλήθεια· σε τρεις μήνες πέθανε η μάννα μου. Σε λίγο πάει απόκοντα +κι ο πατέρας μου! + +Τώρα δεν απόμεινε άλλο ν' αγαπάω στον κόσμο παρά ο Βασίλης, το παιδί +της Ζωίτσας. Πόσα πέρασα όσο να τ' αναθρέψω και κείνο!... Η Ακριβή +από την ώρα που μπήκε στο σπίτι άρχισε δικό της λογαριασμό. Το παιδί +τής καθότανε παλούκι στο μάτι· όλο με το φου! και με το φου! το +πήγαινε. Και μήπως μπορούσα να της μιλήσω; Μ' έβανε μπροστά και πού +να τα βγάλω με τη γλώσσα της! Δεν έκανα άλλο παρά να θυμούμαι τη +συχωρεμένη τη Ζωίτσα και να κλαίω. Τι γλυκομίλητη! Τι ταπεινούλα +γυναίκα! Κι όσο θυμούμαι που έσπασα το πιάτο στο κεφάλι της μια +μέρα. Ποιος ξέρει; Μπορεί από κείνο να πήγε παράκαιρα στο μνήμα, η +δόλια! + +Μα τι κακή ψυχή και κείνη η Ακριβή! Φαινότανε από το πρόσωπο. Τα +μαλλιά της ήταν χοντρά, άγρια και κόκκινα· τα μάτια της γαλάζια και +τ' ασπράδι τους κίτρινο, λες και είχε χρυσή· η μύτη της γυριστή ως +τα χείλη και τα χείλη της φουσκωτά και μπλάβα σαν μελιτζάνα... Άμα +θύμωνε, λύκος έμοιαζε. Ωχ, π' ανάθεμά την! Μ' έκαμε κι έγινα με όλο +τον κόσμο οχτρός. Κάθε ημέρα σήκωνε τη γειτονιά στα ποδάρι. +Κατάντησε τα σπίτι μου να βγάλη το χειρότερο όνομα. Ο Θεός να φυλάη +από τέτια γυναίκα! Ως τόσο ο Βασίλης, άξενε κι ομόρφαινε. + + — Ε, να του ζήση εκείνο το παιδί, έλεγαν οι χωριανοί. Σ' ένα — δυο +χρόνια θαν το 'χη δεξί του χέρι.. + +Και πώς έμοιαζε της μάννας του! σαν δυο σταλαματιές νερό. Άμα με +κοίταζε με κείνα τα μεγάλα και μαύρα — μαύρα μάτια του, μου φαινόταν +πώς είχα τη Ζωίτσα μπροστά μου. Έκαμα κι άλλα παιδιά με την Ακριβή, +μα να ειπώ την αμαρτία μου, ούτε ήθελα να τα βλέπω. Σιχάθηκα τη +μάννα, σιχάθηκα και τα παιδιά. Για κείνο κι η Ακριβή θύμωνε. + + — Κουρούνη! δεν τηράς και τ' άλλα σου παιδιά! Δεν ξέρω τι βρίσκεις +σ' αυτό τα τιποτένιο! έβριζε. + +Έτσι διάβαιναν τα χρόνια. Ο Βασίλης έφτασε δεκαπέντε χρονών· — παιδί +παλληκάρι! Σου πάταγε δουλειά για μεροκάματα. Μα η Ακριβή δεν έπαυε +τις γρίνιες της. + + — Να σου ειπώ, Ακριβή· της λέω μια μέρα που έλειπε το παιδί. Τ' +έχεις και τρώγεσαι με το Βασίλη; Τώρα το παιδί μεγάλωσε· +καταλαβαίνει την προσβολή. Έπειτα οι σπιούνοι δε λείπουν από τον +τόπο. Μπορεί να το κάμουν να θυμώση και να μας πετάξη όξ' από το +σπίτι! + + — Όξ' από το σπίτι!... + + — Ναι· το σπίτι είνε της μάννας του. Τα χωράφια, τ' αμπέλια, όλα +της μάννας του είνε. Από σένα δεν πήρα τίποτα. + + — Δεν πήρες τίποτα, μα πήρες γυναίκα που δε σου πρεπε· μ' έκοψε +κείνη θυμωμένη. + +Ορίστε! μίλα της τώρα. + + — Όλα καλά τα λόγια που λες, γυναίκα· μ' αν θυμώση ο Βασίλης, μας +πετάει όξω και περπατούμε γδυτοί, εμείς και τα παιδιά μας. + +Ωχ! σαν της είπα έτσι. Άναψ' ο γιαλός και κάηκαν τα ψάρια. + + — Να πάρη το σπίτι! Να περπατήσουν γδυτά και πεινασμένα τα παιδιά +μου! Το φαρμακώνω! φώναξε η σκύλα. + +Εγώ τρόμαξα, καθώς την είδα έτσι. Κρύος ίδρωτας μ' έπιασε σαν άκουσα +να ειπή: το φαρμακώνω! Μα τα λόγια μου έκαμαν τη δουλειά τους. Από +τότε κλειδωνιά έβαλε στο στόμα της. — Βασίλη μου από δω — Βασίλη μου +από κει, το πήγαινε. Έπαψε τις φωνές, έπαψε τις γρίνιες και άρχισε +να καλοπιάνη και μένα... Πήγε η καρδιά στη θέση της. Α! δεν είνε +άλλο καλύτερο από την ομόνοια μέσα στο σπίτι. + + — Δόξα νάχη ο Θέος! έλεγα που φαγα γλυκό ψωμί. Και λησμόναγα τα +παλιά μου τα βάσανα. + +Αχ! που να ήξερα πως τα λόγια της ήταν γεμάτα φαρμάκι. Σε λίγο, σαν +κατάλαβε πως μ' έφερε στα νερά της, άρχισε να μου καλαναρχά τα λόγια +που της είπα εγώ προτήτερα: + + — θα μας πάρη το βιος μας· θα μείνουμε γδυτοί και πεινασμένοι εμείς +και τα παιδιά μας! + +Μωρέ ας βγαίνη ο ήλιος κι ας βγαίνη στα βουνά! Ας ζη το παιδί μου κι +ας κάμη ό,τι θέλει· έλεγα μέσα μου. Μα εκείνη τη δουλειά της· μέρα — +νύχτα τριβέλι με πήγαινε. + + — Να· εγώ το σκοτώνω, σα δεν έχεις καρδιά εσύ! Σα δεν πονείς τ' +άλλα σου παιδιά! + +Δεν είχα καρδιά! δεν πονούσα τα παιδιά μου! Αμ για κείνα τα παιδιά +είνε που κάνει τόσα και τόσα ο άμοιρος ο γονιός. Κλέφτης γίνεται, +άδικος, ψεύτης, φονιάς και πάντα για τα παιδιά του. Τι το θέλεις· μ' +έφαγε κείνη η γλώσσα! Όσο μπόρεσα βάσταξα· δεν μπόρεσα πια! + +Ήταν θυμούμαι στα καλαμπόκια. Αποβραδίς ήρθαν δυο — τρεις γειτόνοι +και λέγαμε παραμύθια για να περάσ' η ώρα. Είχαμε και λίγο κρασί και +κουτσοπίναμε. Έβλεπα την Ακριβή που με συχνοκερνούσε με γέλια και +χαρές· μα που να ξέρω το φίδι που με δάγκωνε στην καρδιά! Σαν έφυγαν +οι γειτόνοι πήγαμε και μείς να πλαγιάσουμε στην καλύβα. Ο Βασίλης, +δεκάξι χρονών παλληκάρι, κοιμότανε στ' αλώνι, στο σωρό κοντά. Η +Ακριβή άρχισε πάλι τη δουλειά της. Μου πιπίλισε το μυαλό με τα λόγια +της. Εγώ ήμουνα σκοτισμένος από το κρασί. Δεν ήμουν πια ο Θανάσης +Βρυσιώτης, ο προκομμένος του χωριού παρά ένα ζωντόβολο. Η Ακριβή το +κατάλαβε και βάσταξε το σκοπό της. Και μέσα στο χάραμα, χωρίς να +ξέρω τι κάνω, μ' έβαλε στον τράφο, με γονάτισε, μου δωκε το ντουφέκι +στο χέρι, κι έριξα! + +Αχ! ανάθεμα που ακούει γυναίκας λόγια!... Πάει το παιδί μου, χάθηκε! +Θυμούμαι στο αχνό φως του φεγγαριού, ένα μαύρο πράμα να κατρακυλά +και να δέρνεται στ' αλώνι! Και μέσα στο αλύχτημα των σκυλιών, άκουσα +ένα ωχ! Εκείνο το ωχ! με πάγωσε. Όταν σε λίγο έτρεξαν οι χωριανοί, +με ήβραν εκεί καρφωμένον, με το ντουφέκι ακόμη στο χέρι να τους +κοιτάζω άλαλος. + +Έξι μήνες έχω που βγήκ' από τη φυλακή· μα δε μου βαστά η καρδιά να +πατήσω στο χωριό. Αλήθεια μια φορά πήγα νύχτα να ιδώ και να φιλήσω +το μνηματάκι του γιου μου· μα πού!...Τα κυπαρίσσια έγειραν να με +δείρουν με τις κορφές τους και άκουσα να μου φωνάζουν: + + — Πίσω φονιά! πίσω!... + +Λάκισα· και γυρίζω τώρα χωρίς ελπίδα, χωρίς παντοχή, μακριά από το +σπίτι μου, δίχως φίλους και δικούς. + +Αλίμονο του που ακούει γυναίκας λόγια! Μα έγνοια σου και κείνη· +έμαθα την κατάντια της. Κακή κακώς ξεψύχησε!... + + + +Η ΜΑΝΝΑ + + + +Πλάγιασα εκείνη τη νύχτα — φοβερή νύχτα, του Δεκέβρη — μέσα σ' ένα +ανεμόμυλο του Τρουμπέ. Πλάγιασα, μα δεν κοιμήθηκα. Ο δρόλαπας έξω +σάρωνε απ' άκρη σ' άκρη τον Κάμπο κι έκανε τους δρόμους αδιάβατους. +Χίλιες φωνές και μύριοι χτύποι άλλαζαν στο λεφτό. Μόλις ξεθύμαινε το +αστραπόβροντο, άρχιζε ο βόγγος του ανέμου κι έπειτα των κεραμιδιών ο +θρήνος και των δέντρων ο δαρμός. Και στο αναμεταξύ πηδούσε άξαφνα +αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβάγιας, και κείνη πλάκωνε ανάρια — +νάρια η κλαγγή της καμπάνας. Κατά τη χαραυγή όμως ησύχασαν τα πάντα +και όταν σηκώθηκα, ήβρα το μυλωνά στον προσηλιακό, κοντά στη +σταχτερή γάτα του, να μπαλώνη ένα τρυπημένο σακκί. + + — Καλή νυχτιά κι απόψε· ε; του είπα μόλις τον καλημέρισα. + + — Θαρρείς πως μια γυναίκα θα κανε λιγότερο, αν της άρπαζαν το +παιδί; με ρώτησε κείνος, κοιτάζοντας περίεργα. + +Τον κοίταξα και γω περίεργα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έχει να κάμη +μια νύχτ' αγριεμένη με μια γυναίκα που της αρπάζουν το παιδί. Μα ο +Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, βρέθηκε πρόθυμος να μου αποδείξη πως +έχει και παράχει και μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία: + + — Κοίτα δεξιά τους βράχους του Σανταμεριού· κοίτα και ζερβά το +κάστρο του Χλιμούτσι. Και τα δυο κάστρα τα έχουν χρόνους τώρα και +καιρούς δυο νεράιδες αδερφάδες. Μα κι οι δυο τους είχαν μια χαρά και +μια λύπη. Εκείνη που πήρε το Χλιμούτσι χαιρότανε γιατ' ήταν όμορφη +και λυπόταν γιατί δεν είχε παιδιά. Η άλλη που πήρε το Σανταμέρι +λυπόταν γιατ' ήταν άσκημη και χαιρόταν γιατ' είχε παιδιά. Τα παιδιά, +βλέπεις, είνε η μοναχή ευτυχία στα σπίτι. Όταν τα έβλεπε, το ένα να +κυλιέται στο πάτωμα, τ' άλλο να πηδά και να γελάη χωρίς αιτία, το +άλλο να θέλη με το καλάμι να φτάση το Θεό, λησμονούσε την ασκημιά +της και όλα. Αν τηραζότανε καμιά φορά στον καθρέφτη κι έβλεπε το +σύζαρο πρόσωπό της, τραβιότανε πίσω κι έλεγε χαμογελώντας: + + — Τα νιάτα μου τάδωκα στα παιδιά μου. + +Κι αλήθεια είχε πέντε σερνικά όμορφα σαν αχτίνες.. Είχε κι ένα +κοριτσάκι ίδια η Πεντάμορφη! + +Μα η άλλη νεράιδα, που είχε το Χλιμούτσι, τι να ειπή και πώς να +παρηγορηθή! Τι κι αν ήταν γαλανομάτα κι όμορφη; Τι κι αν έδινε το +βιος του για να την κάμη ταίρι ο Αράπης της Αυλακιάς: Τι κι αν τα +Ξωτικά του Λίντζη χαλούσανε τον κόσμο με τα ταμπουρλονιάκαρα, την +ομορφιά της τραγουδώντας; Όταν θυμόταν — και τα θυμότανε κάθε λίγο +και λιγάκι, η δόλια! — πως ήταν μοναχή, καταμόναχη στο κάστρο της· +πως οι αυλές κι οι πόρτες και τα δώματα έμεναν έρημα, βουβά, +ανατριχίλα την έπιανε κι έπεφτε του θανατά. Κι όλο έκλαιε, έκλαιε, +Γιατί τάχα και κείνη να μην έχη ένα παιδί; Γιατί Θε μου, γιατί +διάτανε! να μην έχη ένα παιδάκι, μικρό, παχουλό, ροδοκόκκινο +παιδάκι, να κλώθη τα σγουρά του μαλλιά με τα δάχτυλά της, να δένη +στο λαιμό της τα μικρά χεράκια του, να γελάη με το αθώο του γέλιο, +να παίζ' η γλωσσίτσα του λέγοντας αδιάκοπα: + + — Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!... + +Μια μέρα που πήγε στην αδερφή της και γνώρισε την ευτυχία που +χαρίζουν τα παιδιά, κόντεψε να τρελλαθή από τη θλίψη της. + + — Να σου ειπώ, καημένη· δε μου δίνεις και μένα ένα παιδάκι; της +είπε με τα δάκρυα στα μάτια. + + — Τι το θες; + + — Να το χω συντροφιά. Γένουμε τόσο κακά μοναχή μου! Αρρωσταίνω. + + — Ου καημένη! Δε δοξάζης το Θεό, που σε φύλαξε από δαύτα! + +Η άσκημη έκανε τάχα πως είνε βαργομισμένη από τα παιδιά. + + — Πάρε όποιο θες· είπε τέλος στην αδερφή της. + +Έτσι κι έγινε. Όταν έφυγε το βράδυ, πήρε μαζί της και το καμάρι του +Σανταμεριού, την όμορφη κόρη της άσκημης νεράιδας. + +Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή ούτε την κόρη της είδε +πια η άσκημη. Χάνει μια ημέρα την υπομονή, κινάει και πηγαίνει στο +Χλιμούτσι. Μα βρίσκει το κάστρο έρημο και βουβό, τις πόρτες +μανταλωμένες, χορταριασμένα τα δώματα. Χτυπάει τις πόρτες, δέρνει +τους τοίχους, φωνάζει, κλαίει, μα τίποτα. Η νεράιδα η όμορφη με την +όμορφη κόρη παίζει μέσα και γελάει και κάνει πως δεν ακούει τη +μάννα, τη θλιβερή μάννα, που χτυπιέτ' έξω και δέρνεται για την κόρη +της, για την ίδια της την ομορφιά!... + +Ο γέρο Ξηνταράς έκοψε εδώ το λόγο του, έκλεισε άλλη μια τρύπα του +σακκιού του και με κοίταξε κατάματα. Βέβαια ο μυλωνάς κάπου ήθελε να +καταντήση· μα περίμενε πρώτα να τον παρακινήσω. Έτσι και τα βώδια +γνωρίζουν το τέλος του δρόμου τους, μα στέκονται κάθε τόσο +προσμένοντας το κεντρί του ζευγολάτη. + + — Έτσι; τον ρώτησα. + + — Ναι· είπε· και ξακολούθησε αμέσως. Από τότε η άσκημη δεν έχασε +την ελπίδα να πάρη πίσω την κόρη της. Κάθε τόσο κινάει και πηγαίνει +στο κάστρο. Μα πριν κινήση στολίζεται με τα καλύτερα ρούχα της· +βάνει τα λαμπρότερα διαμαντικά και παίρνει μαζί όλες τις δούλες και +τις βάγιες της με βιολιά και λαγούτα. Και σαν κινήση, όλα περίγυρα +ψυχωμένα κι άψυχα αναγαλλιάζουν. Ο ουρανός λάμπει ασυννέφιαστος· η +θάλασσα στέκει ακυμάτιστη· ο πλατύς κάμπος ανθίζει και μοσχοβολεί, +όλα τα ζωντανά γλυκοζευγαρώνουν, πυρώνουν τα δεντρικά και στα χωριά +ζεχειλίζ' η χαρά, λες κι είνε Λαμπρή. Κι από το ένα βουνό ως το +άλλο, φυσά στο διάβα της έν' κεράκι, γεμάτο από μύριες αηδονόστομες +λαλιές. + +Μα όταν φτάση στο κάστρο και το ιδή σιδερομανταλωμένο κι άφωνο, +παίρνει ολόγυρα τους πύργους κι αρχίζει με φωνή θλιμμένη και +παρακαλεστική να ζητή την κόρη από την αδερφή της. Την ζητεί και της +τάζει το Σανταμέρι με τους μεγεμένους κήπους και τ' αεροκάμωτα +παλάτια· με τις βρύσες τις διαμαντένιες και τις μαργαριταρένιες +σκάλες και τις ολόχρυσες αυλές και τις ψηφιδωτές πόρτες και τους +τοίχους τους σκαλιστούς. Και τέλος της τάζει να είνε κείνη κυρά κι +αφέντρα ν' αφεντεύη και τούτη να γίνη δούλα της να τη δουλεύη και +πλύστρα της να την πλένη· να τρώη τ' αποφάγια της, να πίνη τ' +απονιψίδια της, φτάνει να έχη μαζί την κόρη της τη χαϊδεμένη. + +Τέτια κι άλλα της τάζει. Μα κείνη κάνει πως δεν ακούει της αδερφής +τα λόγια. Τότε απελπισμένη από την αδερφή γυρίζει γλυκομίλητη στην +κόρη της και της τάζει. Της τάζει άντρα της Κάτω γης το γιο — +διαμάντι το ρουμπίνι, που είνε τρανός και δυνατός σαν δράκος κι είν' +η γενιά του μεγάλη και πλατειά κι η μάννα του βαθύπλουτη και φοβερή. + +Όμως από μέσα δεν απαντούν παρά τραγούδια κι όργανα, γέλια και +χαρές, που μεγαλώνουν την οργή της. Και τότε αρχίζει να καταριέται +τη σκύλα και παράνομη αδερφή. Τσαλαπατεί τα ρούχα και τα διαμαντικά +της, σκίζει με τα νύχια τα μάγουλα, ξεπλέκει τα μαλλιά της, σκούζει +και ρυάζεται σαν ρύσος. Στηθοχτυπά τους τοίχους, γροθοκοπεί τις +πόρτες, αδράζει με τα δόντια της τ' αγγωνάρια, δέρνει και κλωτσά τ' +άψυχο χτίριο ως που πέφτει ξερνώντας αίμα και αφρούς. Οι δούλες τότε +τη σηκώνουν να τη φέρουν στο Σανταμέρι. Μα στο γυρισμό της δεν είνε +η χαρούμενη μάννα, που πάει να πάρη το παιδί της. Είνε οργισμένη +νεράιδα, δρόλαπας αρματωμένος με νερά και χαλάζι και σιφούνους. Η +θάλασσα δέρνεται και βογγά σαν να νιώθη της μάννας τον καημό. Ο +ουρανός σκοτεινιάζει· θολώνουν τα τρεχούμενα νερά. Τα δεντρικά +στρώνονται κοψομεσασμένα στο χώμα. Οι φοράδες απορίχνουν και κακό +θανατικό πλακώνει τα χωριά. Και απ' άκρη σ' άκρη του κάμπου φυσά ο +δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξερριζώνει, χτίρια +γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει κι +ακούεται στον άλλον κόσμο το κλάμα της. + +Μωρέ! δεν είδα να μην έφαγε και τις φτερωτές του μύλου!...» + +Και ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, πήδησε από το κάθισμά του και +πήγε να ιδή μην έφαγε ο δρόλαπας τις φτερωτές του μύλου του. + + + +Η ΓΥΝΑΙΚΑ + + + +Ένας άγουρος από το Σέχη αποφάσισε να πάρη γυναίκα. Την ήθελε τίμια +και καλή, σαν τίμιος και καλός που ήταν κι ατός του. Το γύρισε +αποδώ, το γύρισε αποκεί, σκέφτηκε το γέρο Μήτρο Γκιζώτη, που είχε +δυο θυγατέρες. Καλός, σου λέει, ο πατέρας, καλά θα είνε και τα +παιδιά. Κινάει μια σκόλη και προσκυνάει το γέροντα και του λέει το +σκοπό του. + + — Σαν είνε από το Θεό, παιδί μου, θα γένη· του απαντά εκείνος. Δυο +[δυχατέρες] έχω. Για τη μια θέλω εκατό φλωριά· για την άλλη δίνω +εκατό φλωριά. Διάλεξε. + +Ο άγουρος έμεινε δίβουλος. + + — Να σκεφτώ· είπε. + + — Σκέψου. + +Σκέφτηκε πολύ, μα πάντα δίβουλος ήτανε. Κινάει και πάει σ' έναν +πατρικό του φίλο στα Φάρσαλα να του πάρη γνώμη. + + — Ήρθα να μου πης τη γνώμη σου, του λέει. Θέλησα να πάρω γυναίκα. +Γύρεψα μια από τις δυχατέρες του γέρο Μήτρου Γκιζώτη, μα μου δωκε +απόκριση παράξενη. Για τη μια, λέει, δίνει εκατό φλωριά· για την +άλλη παίρνει εκατό φλωριά. Τι να κάμω; + + — Τίποτα να μην κάμης, του λέει εκείνος, παρά να κινήσης να πας +στην Καρδίτσα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου το μεγαλύτερο. + +Μια και δυο ο άγουρος πάει στην Καρδίτσα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας +αποκεί, βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, το Φώτη. Ο Φώτης του +φάνηκε μικρότερος από το Γιώργη, μα δεν είπε τίποτα· Μπορεί να έχω +λάθος, σου λέει. + + — Το και το, διηγέται στο Φώτη. Πήγα στον αδερφό σου και με στέλνει +σε σένα. Τι να κάμω; + + — Τίποτα να μην κάμη ς, του λέει και κείνος, παρά να κινήσης να πας +στα Τρίκκαλα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου τον πιο μεγαλύτερο. + +Κινάει ο άγουρος και πάει στα Τρίκκαλα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας +αποκεί βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, τον Πάνο. Ο Πάνος του +φάνηκε πιο μικρότερος κι από το Φώτη κι από το Γιώργο· μα δεν είπε +λέξη. + + — Το και το, λέει στον Πάνο. Τι να κάμω; + + — Εύκολο πράμα γύρεψες, είπε κείνος. Πάμε απάνου στον οντά και θα +σου ειπώ. + +Πήγαν απάνω στον οντά, κάθισαν σταυροπόδι στο πέφκι, η νοικοκυρά +έφερε τσίπουρο να τους κεράση, έφερε κι ένα πεπόνι για σαλατικό. + + — Τι πεπόνι είνε τούτο, ορέ γυναίκα! λέει ο Πάνος θυμωμένος· φέρε +μας άλλο. + +Πήγε κι ήρθε η γυναίκα, έφερε άλλο. + + — Δεν είνε καλό, καημένη! είπε ο Πάνος· φέρε μας άλλο. + +Έτσι την παίδεψε κάμποση ώρα. Εκείνη το παιρνε το πεπόνι κι έφερνε +άλλο· μα κανένα δεν άρεσε του νοικοκύρη. Στο τέλος κράτησε ένα κι +έδιωξε τη γυναίκα του. + + — Σαν πόσα πεπόνια λες πως έχω στα κελάρι; ρωτάει τον άγουρο. + + — Ξέρω και γω· θα έχης πολλά. + + — Ένα μοναχά. Μα ιδές τι γυναίκα την έχω! Πήγε κι ήρθε είκοσι — +τριάντα βολές και άχνα δεν έβγαλε να με δυσαρεστήση. Τα αδέρφια μου +σού είπαν πως είνε μικρότερά μου, κι αλήθεια είνε μικρότερά μου. Μα +για να έχουν δύσκολες γυναίκες γεράσανε γλήγορα· εγώ για να έχω καλή +στέκω πάντα νιος. Πήγαινε, δόσε τα εκατό φλωριά και πάρε γυναίκα να +σου κυβερνάη το σπίτι. + +Τρέχει ο άγουρος στο Σέχη, βρίσκει το γέρο Μήτρο Γκιζώτη. + + — Πάρε τα φλωριά και δος μου τη γυναίκα με την ευκή σου, του λέει. +Μα άφησε και μένα λίγα να κάμω τους γάμους. + + — Πάρε τα δέκα φλωριά, πάρε και τη γυναίκα με την ευκή μου· λέει ο +γέρος. + +Πήρε τη γυναίκα ο άγουρος, έκαμε τους γάμους, έφαγε τα φλωριά· σε +δέκα ημέρες έμεινε γκαλντερίμ τσελεπής! Κάθεται και συλλογέται πώς +θα γυρίση το σπίτι του. Τον είδε η γυναίκα του στενοχωρεμένο· το +έφερνε αποδώ, το έφερνε αποκεί να τον ρωτήση, μα ντρέπουνταν. Δέκα +μερώνε νύφη! σου λέει. Τέλος παίρνει την απόφαση, πάει και τον +προσκυνάει. + + — Με τους ορισμούς σου, άντρα μου, και κάτι να σε ρωτήσω, του λέει. +Τ' έχεις κι είσαι συλλογισμένος; Τα δωκες όλα τα φλωριά του γέρου; + + — Όλα. + + — Και δεν έχουμε να πορέψουμε; + + — Λεφτό τσακισμένο. + + — Εγώ να σου δώκω. + +Βγάνει και του δίνει μια στάμπα. + + — Να ετούτη τη στάμπα να πας στα Αμπελάκια να την πουλήσης· — έτσι +έδινα και του πατέρα μου. Αν δε σου δώκουν διακόσια γρόσια να μην τη +δώκης. + + — Ούτ' εκατόν πενήντα; + + — Ούτε· διακόσια σωστά. + + — Καλά. + +Κινάει εκείνος και πάει στ' Αμπελάκια. Τότε τ' Αμπελάκια ήταν +μεγαλύτερα κι από τη Λάρισα. Δείχνει στον έμπορο τη στάμπα· εκείνος +τη βρίσκει καλή. + + — Πόσο την πουλάς; + + — Διακόσια γρόσια. + + — Να σου δώκω εκατό... εκατονπενήντα... εκατονογδόντα; + + — Όχι, διακόσια μου είπε η γυναίκα μου. + + — Να διακόσια. Μα δε μου λες, ό,τι σου ειπή η γυναίκα σου θα κάμης; + + — Ό,τι θέλω γω! λέει εκείνος θυμωμένος· όχι ό,τι μου ειπή η γυναίκα +μου. + + — Μα να τώρα στη στάμπα. + + — Στη στάμπα άλλο· μα ό,τι θέλω γω κάνω. + + — Και το δέχεται η γυναίκα σου; + + — Το δέχεται. + + — Έλα να βάλουμε στοίχημα. + + — Τι στοίχημα: + + — Πήρες τώρα διακόσια γρόσια. Να τα ξοδέψης όλα στα λοβώτερα +πράματα· να πάρης και μας μουσαφιρέους, κι άμα ειπή «καλά έκαμες» να +μου παίρνης το μαγαζί. + + — Δέχουμαι. + + — Αλλιώς να σου παίρνω τη γυναίκα. + + — Πάλι δέχουμαι. + + — Αρχίνα από τώρα. + +Βγαίνει ο άγουρος στο παζάρι, βλέπει έν' άλογο. + + — Πόσο θες στ' άλογο; + + — Διακόσια γρόσια. + + — Πάρ' τα. + +Καβαλάει τ' άλογο. — Πάμε, λέει στους ξένους του. Βγαίνουν παρόξω, +φτάνουν στη Λάρισα, απαντούν ένα με το γομάρι του. + + — Ρε με το γομάρι, λέει ο άγουρος· μου το δίνεις να σου δώκω τ' +άλογο. + + — Πάρ' το. + +Δίνει τ' άλογο παίρνει το γομάρι. Πάνε παρακάτω, απαντούν μια +γυναίκα, που είχε τρία γαλιά. Δίνει το γομάρι ο άγουρος παίρνει τα +γαλιά. Τραβούν, φτάνουν με το ηλιόγερμα στο Σέχη. + + — Έλα, γυναίκα κι έχουμε ξένους απόψε· φωνάζει στη γυναίκα του και +της δίνει τα γαλιά. + + — Πούλησες τη στάμπα; + + — Την πούλησα. + + — Κοπιάστε στον οντά και γω τοιμάζω. + +Ανέβηκαν εκείνοι στον οντά. Η γυναίκα έσφαξε τα γαλιά, τα τοίμασε, +έστρωσε το σοφρά και κάλεσε τους ξένους να καθίσουν. Εκεί που +τρώγανε, γυρίζει ο έμπορος και λέει της γυναίκας: + + — Ξέρεις τι σου φτιασε ο άντρας σου; + + — Σαν τι; + + — Πούλησε τη στάμπα διακόσια γρόσια. + + — Τόσα του είπα. + + — Μα τα δωκε όλα και πήρε άλογο. + + — Πάλι καλά· πώς να ρθή πεζός απ' τ' Αμπελάκια; + + — Μα δεν είν' αυτό μονάχα. Έδωκε τ' άλογο και πήρε γομάρι. + + — Καλά κι άγια. Τι να κάμη, σου λέει, τ' άλογο στο χωριό; Καλύτερα +το γομάρι, που κάνει όλες τις δουλειές και ζη όπως κι όπως. + + — Μα που έδωκε στο τέλος το γομάρι για να πάρη τρία γαλιά; λέει ο +έμπορος αγαναχτισμένος από την καλοσύνη της. + + — Τι να κάμη; Σαν είδε και του κολλήσατε να σας πάρη μουσαφιρέους, +το γομάρι τι το ήθελε; Γομάρι θα τρώγατε! + + — Άιντε μωρέ! λέει ο έμπορος τραβώντας τα γένεια του. + +Έτσι πήρε ο άγουρος το μαγαζί με την άξια τη γυναίκα του κι έμεινε ο +έμπορος γκαλντιρίμ τσελεπής. + + + +Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑΡΧΗΣ + + + +Ακολουθούσα κάποιο απόσπασμα στου Κίσσαβου τα χωριά. Μόλις φτάσαμε +στη Σπηλιά, ο απόσπασματάρχης μοίρασε στα κονάκια τους στρατιώτες +και μεις πήγαμε στου πάρεδρου το σπίτι. Η νοικοκυρά, καλοδέματη +γυναίκα, με το «καλώς κοπιάζετε» ήρθε κι έριξε μπροστά μας το σοφρά +και καθίσαμε σταυροπόδι χάμω, μαζί με το νοικοκύρη, που μας φίλευε. +Το τραπέζι ήταν καλό και πλούσιο. Ο σύντροφός μου με τα ορθά +μουστάκια του, το ηλιοψημένο πρόσωπο και τον τσουχτερό βούρδουλά του +εφρόντιζε πάντα να δείχνη πως δε χωρατεύει με το φαγί. Ένα +οψιμογέννητο κατσίκι βρισκότανε ροδισμένο στο ταψί· ένα καρβέλι από +νιο σιτάρι άχνιζε και πεντοβολούσε στο σοφρά· ένα κλειδοπίνακο με +τυρί χιονάτο κι η πήτα έμεναν στο παραθύρι για κάθε χρεία. Ακόμη +καμάρωνε στο πλευρό του νοικοκύρη η πλόσκα με κρασί της Ράψανης, που +τραβούσε από μακριά κάθε κρασοπατέρα. + +Η νοικοκυρά έφερε το πισκίρι, τ' απλώσαμε στα γόνατα κι άρχισε η +δουλειά. Βαρειά δουλειά το φαγί, τι τα θέλεις! Φαντάσου να κάθεται +κανείς κάπου μια ώρα, να κουνή ζερβόδεξα τα χέρια του, να χτυπάη +απάνω — κάτω τα σαγόνια του, να πασαλείφη τα μουστάκια και να έχη +μονάχη φροντίδα την παλιοκοιλιά του! Δεν ξέρω· μα για μένα το φαγί +μου φαίνεται βαρύτερο κι από του λιναριού τα πάθη. + +Η αλήθεια είνε πως δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα. Τρανή απόδειξη έχω +το νοικοκύρη, που ξεκοκκάλιζε αλύπητα το ψητό, και το σύντροφό μου, +που άρπαζε απ' όλα και κει που έριχνε στο στόμα του, σύνωρα πετούσε +κρέατα και ψωμί στα σκυλιά, χωρίς να φροντίζη για τις φλοκοτές +κουβέρτες που στρώνανε το πάτωμα. Καπετάνος, σου λέει. κι ό,τι θέλει +κάνει· σε σκοτώνει και σε πληρώνει! + +Άξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή και βαριά πατήματα στη σκάλα +και σιγαλινές φωνές. Ο πάρεδρος σηκώθηκε να ιδή τι τρέχει και σε +λιγάκι έμπασε δυο χωριάτες. Ήταν ένας γέροντας ψηλός και λιγνός κι +ένας νέος ομορφοκαμωμένος. + + — Καλώς τα χαιρώστε! ευχήθηκαν κι οι δυο, φέρνοντας το δεξί χέρι +στο στήθος. + + — Καλώς τους· απάντησε ο καπετάνος, καθίστε. + +Έδειξαν πως ντρέπονται, ζήτησαν με το βλέμμα γύρω τη θέση και +στρώθηκαν σταυροπόδι κατάχαμα. Ο πάρεδρος τους έδωκε την πλόσκα κι +έπιαν απόλιγο, αφού χαιρέτισαν μ' ένα: + + — Στην υγειά σας. καπετάνοι· να χαιρώστε τα γαλόνια σας κι άλλα να +κερδίστε. + + — Τι είνε, ρε παιδιά; Πώς ήταν κι ήρθατε; τους ρώτησε ο σύντροφός +μου, παίζοντας με τα κεφάλια των σκυλιών του. + + — Με το συμπάθειο, καπετάνε, έχουμε κάτι να μιλήσουμε· είπε ο +γέροντας ξαναχαιρετώντας. [Η] Γιώργης, το παιδί αποδώ, έχει να πάρη +τη θυγατέρα μου, το Ασημό γναίκα. Αύριο, που ξημερώνει Κυριακή, λέμε +να κάνουμε τα στέφανα. Ήρθαμε το λοιπό να σας παρακαλέσουμε να +κοπιάστε στη χαρά μας. + + — Εύκολο πράμα· είπα εγώ αμέσως. Να ζήσης, Γιώργη· θα ρθούμε δίχως +άλλο. + +Ο Γιώργης κοκκίνησε, χαμήλωσε το κεφάλι στενοχωρημένος και δεν +απάντησε. + + — Δεν είν' αφτό μονάχα, εξακολούθησε ο γέροντας· έχουμε κι άλλα να +μιλήσουμε. Εγώ, καπτάνε μ', καθώς το συνηθάμε στον τόπο μας, είχα +αρρεβωνιασμένη από μικρή το Ασημώ μου με τον Τασό, του Μήτρου Πάλλα +τον υγιό. Είμαστε φίλοι παλαιοί με το Μήτρο· οι φαμίλιες μας νταμ — +παπαντάμ συγγενολογιόνται. Σαν έκλεισε τα δυο χρόνια το Ασημώ μου +ήρθε η Μήτρος να τη συβάση για τον Τασό του. Το θυμάμαι σαν να ήταν +σήμερα. Μόλις απόλυσε η εκκλησιά — Κυριακή ήταν — μια και δυο στο +σπιτικό μου. Πήρε το Ασημώ στα γόνατά του, του βαλε στα χέρι ένα +μετζήτι και λίγα στραγαλάκια, το φίλησε και του είπε: Σε συβάζω με +το υγιό μου τον Τασό. Εκείνο το σιχαμένο έβαλε κάτι γέλια!... + + — Το χαμόθελε φαίνεται· είπα εγώ γελώντας. + + — Μπα· δεν καταλάβαινε το ζλάπι! εσυμπέρανε ο γέροντας. Μα θα πης +ποιος το ξέρει κι όλα; Θηλυκό ήταν άντρα του δίναν· ποιος λέει πως +δεν τ' αρέσει το μέλι; Ως τόσο ήταν συβασμένο το Ασημώ μου με τον +Τασό. Όσο μεγάλωναν, τόσο γνωριζόντανε καλύτερα. Τα συγγενολόι του +Μήτρου έκραζε νύφη του το Ασημώ· και το δικό μου συγγενολόι έκραζε +γαμπρό του τον Τασό. Όλο το χωριό το ήξερε. Δεν είμαστε δα και +πολλοί κι ο ένας κρύβεται πίσω από τον άλλον... + + — Ως εδώ καλά πάμε· είπε ο καπετάνος, καλοξαπλωμένος σε μια +προσκεφαλάδα. + + — Χμ!... έκαμε ο νοικοκύρης, κουνώντας δισταχτικά το κεφάλι. + + — Καλά· μα τώρα να που βάλθηκε τούτος ο σατανάς και ξεμυάλισε τη +δυχατέρα μου· είπε ο γέροντας δείχνοντας το παιδί. Δε σου λέω, +πρόσθεσε· το φταίξιμο το έχει [η] Τασός που έγινε ένας +κουτοβόμπιρας. Μπορεί εκείνος να κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν το +Ασημώ μου; Είδε, που λες, η κόρη τούτο το ελάτι, πού να σκύψη να ιδή +τα γαϊδουράγκαθο! Η οξιά με το γαϊδουράγκαθο μαθές πάει; + + + — Βέβαια όχι αποκρίθηκα. Η οξιά θέλει το ελάτι· κάνουν αντιρίμια +αντρειωμένα. + +Το παιδί γύρισε τα μεγάλα μάτια του απάνω μου, βέβαια θέλοντας να μ' +ευχαριστήση. + + — Α, ντε! το ίδιο λέω και γω. Μα [η] Τασός δεν ήξερε να ειπή το +ίδιο. Έκαμε αρχή από τα δάκρυα και τις παρακάλιες. Μα σαν είδε την +κόρη, που ήταν έτοιμη να τον καταχερίση με τον κόπανο, λύσσαξε. +Λύσσαξε μαζί και το συγγενολόι του και φοβερίζουν να κάψουν και να +σκοτώσουν. + + — Και συ τι λες: ρώτησα το γέροντα. + + — Εγώ τι να ειπώ; αποκρίθηκε σηκώνοντας τους ώμους· δίκιο έχει κι η +κόρη, δίκιο και το παιδί. Το φταίξιμο το έχουμε μεις οι γονοί, που +πάμε και σκλαβώνουμε τη ζωή των παιδιώ μας. + + — Αμ σαν το ξέρτε, γιατί δεν το κόβετε; ρώτησε ο σύντροφός μου. + + — Δεν το ξέραμε, καπετάνε! Πετάχτηκε τώρα ο νοικοκύρης. Έτσι το +βρήκαμε μιας αρχής· έτσι παντρεύτηκα και γω κι οι γονοί μας κι οι +γονοί τω γονιώ μας. Πρώτα σήμερα γίνεται ν' αρνηθούν τη σύβαση. + + — Έτσι το είχατε, μα τώρα το χαλάμε μεις! είπε δυνατά, ανοίγοντας +πρώτη φορά το στόμα ο Γιώργης. + + — Και τώρα τι θέλτε από μένα; ρώτησε χαμογελώντας ο σύντροφός μου. + + — Σαν ο Θεός σας έστειλε, καπετάνοι μου, είπε ο γέροντας με +παρακαλεστική φωνή, να μας κάμετε χατήρι να ρθήτε και λόγου σας, σα +θα πάμε τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Εκείνοι λεν πως θα ρθούν να +την αρπάξουν μέσ' από τους καλεσμένους· λεν να σκοτώσουν το γαμπρό· +ξέρω τι κακό με βρίσκει; Λυσσασμένος σκύλος, όπου φτάση δαγκώνει. +Σώσε μας, καπτάνε μ', και να γενούμε σκλάβοι σου. + + — Καλά· σύρτε τώρα στο καλό. Αύριο τα λέμε πάλι· είπε με επιφύλαξη +ο σύντροφός μου. + +Την αυγή, που κατεβήκαμε στο μεσοχώρι, πρώτη δουλειά του καπετάνου +ήταν να μάθη τι και ποιος αυτός ο Μήτρος Πάλλας και το συγγενολόγι +του. Όχι αν ήταν μεγαλόσωμος και παλληκαράς ή αν βαστιότανε το +συγγενολόγι του στο χωριό. Μα με τι κόμμα ήταν και ανάλογα να φερθή. +Γιατί — να τα λέμε μεταξύ μας — ένας αποσπασματάρχης δεν πηγαίνει να +τσακίζη τα κέρατά του στα κατσάβραχα, ούτε η υπερεσία στέλνει τον +τυχόντα. Πάντα πηγαίνει εκείνος που θα φροντίση, βέβαια, για την +τάξη, μα θα δουλέψη και τον ισχυρό της ημέρας. Και ο σύντροφός μου +ήταν αλήθεια λαμπρός αξιωματικός, είχε όμως και κοινωνικές +υποχρεώσεις ο άνθρωπος, σαν κάθε άνθρωπος. Αν δεν είχε τον +κομματάρχη του, ποιος θα διώριζε, χάρη λόγου, τον αδερφό του στη μια +θέση ή τον ξάδερφό του στην άλλη θέση; Ποιος θα φρόντιζε ν' αθωωθή +από το κακούργημα ο γαμπρός του ή να πάρη «κατ' οίκον νοσηλεία» ο +τάδε κατάδικος συγγενής του. Και ποιος θα έστελνε τον ίδιον +αποσπασματάρχη να ξεκοκκαλίζη οψιγέννητα κατσίκια και να παίρνη τον +καφέ του κάτω από τον πλάτανο, εδώ που οι χωριάτες τον παραστέκουν +σαν τον Αβδούλ Κερίμ πασά; Έκραξε τον πάρεδρο και τον ρώτησε. + + — Του Τσομάκη· ούλοι μονόβολο του Τσομάκη! Άτιμη φάρα! κακή γενιά! +ούλοι του Τσομάκη ένε! αποκρίθηκε με αγανάχτηση εκείνος. + +Ο καπετάνος εγνώριζε πως ο Τσομάκης ήταν αντίπαλος του Τσότρα, που +είχε χρέος να συντρέξη. Πριν να φύγη από τη Λάρισα, πήγε πρώτα να +πάρη διαταγές από τον αρχηγό του στρατού κι έπειτα ίσια στον αρχηγό +της πολιτικής. Έμαθε ποιοι ήταν οι φίλοι, ποιοι οι εχτροί. Ποιόν θ' +αφίνη ελεύθερο και ποιόν θα κατατρέχη. Ποια εντάλματα θα ενεργηθούν +και ποια θα μείνουν. Άρα στην άτιμη αυτή φάρα του Πάλλα όλα έπρεπε +να ενεργηθούν. Άνοιξε αμέσως το φύλακά του, διάβασε τα χαρτιά, μα +κανένα δεν ήταν για τον Τασό και τους δικούς του. Κρίμα μεγάλο +κρίμα! + + — Δεν έκαμε τίποτα έτσι, που να πίνη νερό, να τον στείλουμε μέσα; +ρώτησε πάλι τον πάρεδρο. + + — Δεν έκαμε· είπε με μεγάλη του λύπη εκείνος· μα ένε αλογοσούρτης. + + — Έκλεψε τώρα κοντά κανένα άλογο; + + — Τώρα δεν έκλεψε, μα πάντα κλέβει... + +Ο καπετάνος κούνησε το κεφάλι. Αν ήταν έτσι, έπρεπε να συλλάβη όλο +το χωριό. Τίποτ' άλλο δεν έχει; + +Έμειναν και οι δυο σκυφτοί, συλλογισμένοι απάνω στα πεζούλια, κι ο +γεροπλάτανος άπλωνε τα κλαριά του και ίσκιωνε όλο το μεσοχώρι. Έξω +από το καφενεδάκι οι στρατιώτες, λεροί και ξεκούμπωτοι, με το +απαραίτητο λυτάρι στην ξιφολόγχη τους κουτσόπιναν τσίπουρο κι +έπαιζαν την κοντσίνα. Οι χωριάτες μακρύτερα μπουλούκια — μπουλούκια +κρυφομιλούσαν συνατοί τους και κοίταζαν με σεβασμό και ζήλεια τον +πάρεδρο, που είχε τόσο τα πιστά του καπετάνου. Κάτω πρασίνιζαν τα +δασωμένα πλάγια του βουνού και κατάμπροστα φάνταζε η κοιλάδα του +Κισερλή με τα δάση και τα χωριά της και παραπέρα της Λάρισας ο +κάμπος. Ζερβόδεξα τα σπίτια του χωριού, φτωχικά και +σκουντουφλιάρικα, ροβόλαγαν να γκρεμιστούν στη λαγκαδιά κι απάνω +ψήλωνε σουβλερή και κατάξερη του Κίσσαβου η κορφή. + +Άξαφνα κάτω από το μονοπάτι ακούστηκαν φωνές, σα να μαλώνανε άντρες +μαζί και γυναίκες και σε λίγο φανήκανε δυο χωριάτες κόκκινοι, +ιδρωμένοι και πίσω τους πλήθος γυναικόπαιδα. + + — Τι είνε μωρέ; τους φώναξε ο καπετάνος άγρια. + + — Τι να σου ειπώ, καπτάνε μ' και κυρ καπετάνε! είπε ο ένας! Να, η +Πάλλας η Τασός πάησε κι έκοψε πάγο από το μαγαζί μου να τον πουλήση +στη Λάρσα. + + — Έκοψε πεντέξι καντάρια πάγο! Άλλον έτριψε, άλλον πάτησε· μας +έχασε φτωχούς ανθρώπους η Τασός! πρόσθεσε ο άλλος. + + — Για κάτου ένε τα φορτώματα, καπτάνε μ'· έλα να τα ιδής, φώναξαν +κι οι γυναίκες. + + — Σιγά ν' ακούσω· πρόσταξε ο καπετάνος χαμογελώντας. Δεν έχει ο +Τασός μαγαζί; + + — Έχει, πώς δεν έχει; απάντησε ο πρώτος. Και γω έχω κι η Τασός έχει +κι η Γιώργης κι η Διαμάντης κι όλοι. + + — Τότε πού τον είδατε πως έκοψε απ' το δικό σας κι όχι απ' το δικό +του μαγαζί; + + — Τον είδαμε· έχουμε ανθρώπους, που τον είδαν· αμ' πώς! + + — Ποιοι είνε; φέρτε τους. + + — Να η Στέργιος· ρε Στέργιο!... + +Ο Στέργιος ήταν μπροστά του· μα κείνος δεν τον έβλεπε από το θυμό +και τον ζητούσε ξέμακρα. + + — Πες μου· τον είδες εσύ; ρώτησε αυστηρά ο καπετάνος τον μάρτυρα. + + — Τον είδα, καπτάνε μ'· έκοβα ξύλα και τον είδα που διάηκε ίσα στο +μαγαζί του Γκόλφη. + + — Μοναχός ήταν; + + — Όχι· ήταν κι η Τασούλας. + +Δεν ήθελε περισσότερα ο ανακριτής. Αμέσως έδωκε διαταγή στους +στρατιώτες και σε λιγάκι κουβάλησαν στο μεσοχώρι όλο το συγγενολόγι +του Πάλλα. Ήταν γέροντες και νέοι και μισόκοποι, όλοι όμως στιβαροί +και μελαψοί άντρες. Άρχισε την ανάκριση. Οι κατηγορούμενοι έλεγαν +πως έκοψαν τον πάγο από το δικό τους μαγαζί και το συγγενολόγι όλο +τους υποστήριζε με όρκο. Ο Γκόλφης όμως κι ο Στέργιος έλεγαν τ' +αντίθετα και τους υποστήριζαν οι άλλοι κι οι γυναίκες έπαιρναν από +μακριά το μέρος τους. Η ανάκριση έτσι κατάντησε συζήτηση μεταξύ +τους. Ήρθαν στα λόγια, έπειτα στις βρυσές και τ' αγριοκοιτάγματα κι +ήταν έτοιμοι ν' αρπαχτούνε στα χέρια. Ο καπετάνος έλυσε το βούρδουλά +του, ρίχτηκε στη μέση και τους αλώνισε. Έπειτα τους κάλεσε πάλι, +διώρισε τρεις να πάνε στα μαγαζιά και να φέρουν την αλήθεια. Τέλος +φώναξε δυνατά και αυστηρά: + + — Λοχία Κοτρώτσο! + + — Παρών! + + — Τον Πάλλα και λοιπούς να τους κλείσης στ' αχούρι του παρέδρου. Δε +θα βγουν, αν δεν καθαρίσουμε την υπόθεση. + +Το σπίτι της νύφης ήταν στο Μισακό Μαχαλά. Όλες οι ετοιμασίες του +γάμου έγιναν την περασμένη βδομάδα μυστικά, από φόβο των Παλλαίων. +Αφού όμως πάτησε το απόσπασμα στο χωριό, ζωηρέψανε· και τώρα που ο +Τασός κι οι συγγενείς του κλείστηκαν στη φυλακή, βγήκαν [στα] φόρα. + +Το απομεσήμερο κινήσαμε να πάρουμε τη νύφη. Ο σύντροφός μου άφησε +κάθε πόζα. Ο πατέρας της νύφης ήταν φίλος του Τσότρα, καθώς κι ο +γαμπρός και κείνοι που κατηγορούσαν τώρα τον Πάλλα. Ήταν λοιπόν +μεγάλο συννενολόγι κι έπρεπε να το περιποιηθή, για να κεντήση των +άλλων τη ζήλεια. Προσφέρθηκε μόνος του να γίνη και κουμπάρος. Ο +πατέρας πάλι του γαμπρού, για να τιμήση τέτοιον κουμπάρο, πήρε κι +ένα μονόματο μουσικό, που γύριζε στα χωριά με το κλαρίνο του και +σήκωνε τον κόσμο στο ποδάρι. + +Όταν φτάσαμε στο σπίτι της νύφης, έπεσε μια πιστολιά· χαιρετισμός +του συμπεθεριού. Έπειτ' ανέβηκαν όσοι χωρέσανε απάνω, έγινε το +μυστήριο κι έπειτα από την άλλη ράχη γυρίσαμε πάλι στο σπίτι. Ξέχασα +να ειπώ, ότι στο δρόμο οι στρατιώτες παράστεκαν με τα όπλα τους κι +έριχναν κάθε τόσο κι από μια μπαταριά. Οι συγγενείς πήγαιναν να +φρενιάσουν από τη χαρά τους. Ας έρθουν τώρα οι Παλλαίοι να +φοβερίσουν. Καπετάνος στεφανώνει! στρατιώτες πυροβολούν! Πού +ξανακούστηκε τέτια τιμή στο χωριό!.. + +Η νύφη αληθινά ήταν όμορφη. Μια ομορφιά αγροτική από κείνες που +δίνουν βάση για δυναμωμένα παιδιά και βαθιά γεράματα. Και καθώς είχε +στραβά τον κεντητό κεφαλοδέτη και το στήθος μεστωμένο και τους ώμους +πλατείς, με τ' ασημάρματα και την κόκκινη φουστανοποδιά της, έλεγες +πως ήταν ανθισμένη οξιά — όχι γυναίκα. Μα κι ο Γιώργης δεν ήταν +χειρότερός της. Ένας λεβέντης ως εκεί πάνω! με το μαυρομάντιλο στο +κεφάλι, με την κεντητή γκιούρντα, με τα μεγάλα γλυκά του μάτια ήταν +να τον χαίρεται κανείς. Αληθινά, μόνον ο Γιώργης μπορούσε να +κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν την Ασημώ. + +Έπειτ' από λίγη ώρα νύχτωσε. Μέσα στον χαμηλόν οντά, απάνω από τις +μάλλινες απλάδες έστρωσαν το μεσάλι και κάθισαν γύρω οι καλεσμένοι. +Ο μουσικός έπαιζε τώρα, για τιμή του καπετάνου βέβαια. το Λυγερόν +και κοπτερόν σπαθί μου! Την απάνω θέση είχε ο κουμπάρος· δεξιά του +καθότανε ο γαμπρός κι αριστερά του εγώ για παρακουμπάρος. Έπειτα +καθόντανε γύρω οι υπαξιωματικοί κι οι άλλοι καλεσμένοι. Γυναίκα δε +φαινότανε στον οντά και οι φίλοι του γαμπρού είχαν όλη την κυβέρνια +της τάβλας. Έκοβαν το ψητό και το έριχναν μπροστά στον καθένα. +Γέμιζαν τα ποτήρια κρασί κι έπειτα έφερναν γύρω την πλόσκα. Όταν +έφταναν στην άκρη και δεν είχαν τόπο να περάσουν, γυρίζανε ξυπόλυτοι +απάνω στο μεσάλι. + +Άξαφν' ακούστηκε μια φωνή από κάτω: + + — Ζήτου η Τσότρας !... + +Παραξενεύτηκα. Γύρισα να ρωτήσω το σύντροφό μου, μα δεν έδωκε +καθόλου προσοχή. Τον είδα μόνον να χαμογελάση, να στρίψη αρειμάνια +το μουστάκι του και να κεντήση με το γόνα το γαμπρό. + + — Ζήτου η Τσότρας!... ακούω πάλι. + +Ήμουν έτοιμος να δευτερώσω το ρώτημά μου, όταν άκουσα τριποδισμό στη +σκάλα κι είδα σε λίγο να φανερωθούν στον οντά ο λοχίας πρώτος και +όλοι οι φυλακισμένοι κατόπιν του. + + — Ζήτου η Τσότρας!... φώναξαν άλλη μια. Και στρώθηκαν κατάχαμα. + + — Έτσι ρε παιδιά· είπε ο καπετάνος γελαστός· τώρα σας χαίρουμαι. Να +είστε μονιασμένοι. Ένα είνε το χωριό, ένα να χετε και το κόμμα· στην +υγειά σας! + +Τα λόγια του αυτά, καθώς και κάτι άλλο, που μου σφύριξε ο +υπαξιωματικός, με φώτισαν. Εκείνοι, που πήγαν για τον πάγο, είπαν, +φυσικά, πως ο Τασός ζήμιωσε φοβερά τον Γκόλφη και το σύντροφό του. +Αμέσως ο καπετάνος ετοιμάστηκε να τους στείλη όλους δεμένους στη +Λάρισα. Μπορεί η τιμωρία τους να μην ήταν και τόσο μεγάλη. Μα ποιος +ξέρει τι άλλες δουλειές θα φύτρωναν στη μέση; Χρέη στον ταμία για +επιτήδευμα και ποινικά κι άλλα χίλια δυο, που μπορούσε να μην έβγουν +ποτέ από τη φυλακή και να ξοδέψουν τα μαλλοκέφαλά τους. Το ξέρουμε +δα! Εύκολα μπαίνει κανείς στη φυλακή, μα πολύ δύσκολα βγαίνει. +Μπορούσαν όμως να τ' αποφύγουν όλα, αν πήγαιναν με το κόμμα του +Τσότρα. Δεν ήταν και τόσο δύσκολη απόφαση και την έκαμαν γρήγορα. +Δεν είνε καλό να τα βάνη κανείς με το Δοβλέτι. + +Τώρα καθισμένοι στο τραπέζι έτρωγαν λαίμαργα. Στα πρόσωπό τους καμιά +δε φαινόταν συγκίνηση. Μόνον ο Τασός φαινότανε κίτρινος σαν +θειαφοκέρι και συλλογισμένος· μα ήταν, υποθέτω, από φόβο παρά από +ντροπή. + +Όταν τέλειωσε το τραπέζι και σηκώθηκαν να φύγουν, είδα τον +αποσπασματάρχη να κράζη το Μήτρο Πάλλα και τον πατέρα του γαμπρού +παράμερα. + + — Τι θα τους κάμης: τον ρώτησα. + +Και κείνος, περήφανος για τα κατόρθωμά του, μου απάντησε. + + — Αύριο τους στέλνω στη Λάρισα στο νέο κομματάρχη τους. + + + +ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ + + + + — Αμ που λες, έκαμα και γω γιωργός· είπε απότομα ο αγωγιάτης μου, +εκεί που κατεβαίναμε από το Κισερλή στη Λάρισα. Μα σ' αφίνει, μαθές, +ο Θεός να πας μπροστά! + + — Γιατί; τον ρώτησα με απορία. + + — Γιατί έτσι· να γιατί! Τι τα ήθελε τα τυφλοπόντικα, δε μου λες; +Καλά τ' άλλα, αμ τα τυφλοπόντικα; + + — Ποια τυφλοπόντικα! + + — Άι — χού!... δεν είσαι ντόπιος, λέω; ρώτησε με θυμό. + + — Όχι. + + — Αμ για τούτο. Δεν ξέρεις το λοιπόν εσύ τα κακά, που έχουμε μεις +οι καμπίσοι! Είνε, λέει, πλούσιος ο κάμπος. Πλούσιος είνε, μα ποιος +τον χαίρεται; Άκουσε και λογάριασε: Πρώτος Θεός σε μας είνε ο +αφέντης· δεύτερος ο επιστάτης, ο μπιστεμένος τ' αφεντός σε όλα, στο +δώση και στο πάρη. Έπειτα έρχεται ο αρχιφύλακας, που στέκεται +ολοχρονίς απάνω από το κεφάλι σου και δεν μπορείς ούτε να βήξης. +Βάλε έπειτα τους αγροφύλακες, βάλε και τα ζα. Ακόμη βάλε τα όρνια, +που κλέφτουν το σπόρο πριν καλοκάτση στη γη, και τις ακρίδες, που τ' +αφίνουν θερισμένο κι αθέριστο. Τώρα θα σου έλεγα να βάλης τον +γιωργό, αν δεν είχαμε τα τυφλοπόντικα, που καλύτερους θεριστάδες δεν +είδα ποτέ μου. Ίδια θερίζουν, ίδια τα βάζουν στις αποθήκες τους. Και +τι αποθήκες! Βαθειά λαγούμια, που δε φοβάνται το διαβολότερο κλέφτη +να τα βρη. + + — Κι έρχονται κάθε χρόνο; + + — Αμ αν έρχονταν κάθε χρόνο, θα βλεπες ζωντανούς ανθρώπους στη +Θεσσαλία; Μια φορά ήρθαν στη ζήση μου και να από γιωργό αγωγιάτη με +κάνανε. Μωρέ χρόνια και κείνα! Ανατριχίλα με πιάνει σαν τα θυμηθώ. + +Ήμουνα που λες γιωργός στο Τατάρι, στου Οσμάναγα το χωριό. Άπονος +ήταν ο αγάς, μα πλούσιο το χώμα του. Και στη χειρότερη χρονιά το ένα +δέκα θα έδινε. Έρχεται, αφέντη μ', το Εξηντατρία. Να τη μια χρονιά +το κάμα μέσα στου Μαγιού τις δροσούλες· στρωσίδι χάμου τα σπαρτά. Να +την άλλη τα όρνια σύγνεφο στον ουρανό· μπροστά πήγαινε η σπορά, πίσω +κείνα τ' άθεα! Σπόρο έριχνες και σπόρο δεν ήβρεσκες. Από τα ίδια σου +τα χέρια τον άρπαζαν! Να έπειτα οι ακρίδες! μας τέλεψαν. Τρία χρόνια +πέρασαν κι είπαμε το ψωμί — ψωμάκι. Ο αγάς μάς έδινε άχερο, ο αγάς +σιτάρι. Τι σιτάρι; Την ήρα μας έδινε για σιτάρι! + + — Και την τρώγατε; + + — Τι να κάνουμε: Γι' αρρώστια ρωτάς; Το αίμα πήγαινε ποτάμι! Θέρος +έπεσε σε ανθρώπους και σε ζα. Μου θέρισε και μένα δυο παιδιά. Αμ +ποιος λογιάζει τα παιδιά; Όλοι τα ζα μας κλαίγαμε, που ήταν η μοναχή +κυβέρνια μας! Σαν έχεις ζα, και παιδιά έχεις· αμ σαν χάσης τα ζα, +έχασες και τα παιδιά σου. Τι θα τους δώκης να φάνε; + +Ως τόσο ήρθε το Εξηνταέξι κι ανασάναμε. Η χρονιά καλή· ο Απρίλης +ολόδροσος· τα χωράφια μεστωμένα. Κάτι ακρίδες φανήκανε στο +Νεμπεγλέρ· νά σου και τ' αγιοπούλια αποπίσω. Ξέρεις, για μας τ' +αγιοπούλια είνε σαν το Τόξο, που προμηνάει την καλοσύνη του καιρού. +Προμηνούν και κείνα ευτυχισμένη χρονιά στο καθετί· στα σπαρτά και +στα μποστάνια, στα ζωντανά και στα κλήματα. Μα στην αρχή του Μαγιού +κάτι άρχισε να ψιψιλίζεται. — Μωρέ μίλα καλά· τυφλοπόντικα στο +Βελεστίνο! Δε γένεται· δε μπορεί να γένη τέτιο πράμα! Αδύνατο Κανείς +μας δεν ήθελε να το πιστέψη. + +Αχ! τα μαύρα μαντάτα αλήθεψαν σε λιγάκι. Ο αφέντης έρχεται τρεχάτος +από τη Λάρσα. — Φανήστηκε τίποτα στο τσιφλίκι; — Όχι ακόμη. + +Μα στο Βελεστίνο, στο Κισερλή, στο Δερελή, στον Τούρναβο θέριζε +άπονα το ποντίκι. Περίγυρα μας έζωνε το κακό! Τι να κάνουμε; Είπαμε +να τα βαρέσουμε χλωροθέρι. Αμ τι τ' όφελος; Άμα θεριστή άψητο το +σιτάρι, γένεται δαυλίτης, σταχτώνει και πάει στ' ανάθεμα. Το αφήσαμε +για λίγες μέρες. Μπορεί να μας λυπηθή ο Θεός, είπαμε. Στ' άλλα +τσιφλίκια τις περασμένες χρονιές, κάτι άφιναν, κάτι έπαιρναν. Εμείς +δε σηκώναμε τίποτα. Ήτανε το λοιπόν δίκιο ν' αφήκη και μας +απείραχτους εφέτος. + +Μα πού ν' ακούση ο Θεός δίκιο — ξεδίκιο! Σε πέντε μέρες να σου τα. +Σαν ξεφλουδίσανε και τις μουριές του Καζακλάρ, ρίχτηκαν λιμασμένα +απάνου μας. Στη θωριά τους ξυλιάσαμε, σαν να βλέπαμε το Σατανά. — Να +θερίσουμε, λέει ο αγάς· να το κόψουμε όπως — όπως, κάτι να σώσουμε. +Τα στάχυα ήταν στριμμένα κι άστριφτα. Μα τι να κάνουμε; Μαζωνομάστε +όλοι, τσιφτσίδες, κουλουξίδες, χαβελέδες, ακόμη και παιδιά και +γυναίκες. Τροχούμε αποβραδύς τις κοσιές και [ξημερωνομάστε] στα +χωράφια. Μα τ' ήταν εκείνο, Θε μου και Κύριέ μου! Τα χωράφια ολόγυρα +ξεντυμένα· ούτε στάχυ, ούτ' άχερο, ούτε αθέρας πουθενά! Έπεσαν οι +κοσιές από τα χέρια μας κι όλοι, από το μικρό ως το μεγάλο κι ο αγάς +μαζί, γονατίσαμε κι αρχίσαμε τα στηθοκοπήματα!... + + — Μα τόσο πολύ! + + — Τόσο πολύ! Απίστευτο σου φαίνεται, ε; Δεν άκουσες, λέω, τι +φτιάσανε του Αβδούλ Κερίμ πασά; Ήταν τα Κρητικά τότες. Ήταν πασάς +στο Μουλαλίκι κι είχε πολλούς νιζάμιδες να πάη στην Κρήτη. Βγαίνει +μια ημέρ' από τη χώρα να κάμη γυμνάσια στον κάμπο κι έμεινε τη νύχτα +όξου. Μα βγαίνουν, εφέντη μου, οι ποντικοί, ρίχνονται στ' ασκέρι και +τ' ανάγκασαν ολονυχτίς να μπη τρεχάτο στη Λάρσα. + + — Μα δεν κάνατε τίποτα γι' αυτούς τους ποντικούς; + + — Να κάνουμε; και τι να κάνουμε! Θεοποντή, σου λέω, ακούς· +θεοποντή! Να τα σκοτώσουμε; πού να τα βρούμε; Μηγάρις φαίνεται +κανένα την ημέρα. Πηγαίνεις όξου και βλέπεις όλα καλά· τα χωράφια +ανέγγιχτα. Μα σαν πάρη και βραδυάζει, ο κάθε σβώλος ποντίκι γένεται· +η γη τ' αναβρύζει από τα σωθηκά της. + + — Και δεν ξεχωνιάζετε τη γη να τα βρήτε; + + — Ουφ!... μη με σκας, αφέντη μ', να ζήσης. Λογιάζεις πως κάθουνται +και σε προσμένουν; Τη γη όλη αποκάτω την έχουν κούφια. Βγαίνουν +βράδυ στο Γκερλή και την αυγή διάβηκαν στον Τούρναβο με όλα τα +στάχυα και τα σάλματα του χωραφιού. Ή μη θαρρείς πως είνε θεόρατα: +Μια μπουκιά και ούτε· η ουρίτσα τους μόλις ξεχωρίζει· το κεφάλι τους +πλατύ, σαν να το πάτησε κανείς διαβάτης κι απόμεινε· έχουν σταχτιά +τη ραχοκοκκαλιά, άσπρα τα στήθια. Μα σου έχουν και κάτι δόντια, που +νεροπρίονο δεν τα φτάνει. Μπρε και λιτανείες κάναμε και τ' Άγια +Λείψανα φέραμε από το μοναστήρι της Πέτρας· μα τίποτα! Ήρθε καιρός +να μάθουμε πως οι Τούρκοι γροικιόνται καλύτερ' από μας τους +Χριστιανούς. Είδαν κι απόειδαν, που λες, κουβεντιάσανε οι μπέηδες +στη Λάρσα, [μαζεψάνε] δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια και στέλνουν δυο +Τούρκους στην Ανατολή μέσα. Δεν ξέρω, στο Μπαγδάτι, στη Μέκκα, που +τους έστειλαν δε θυμάμαι. Πάνε, και σε δεκαπέντε μέρες γυρίζουν μ' +ένα νερό θαματουργό. + +Μωρέ, τι γίνηκε, σαν έφτασε κείνο το νερό στο Βόλο! Πήγαμε όλος ο +ντουνιάς, Τούρκοι και Χριστιανοί. Τι να κάνουμε; Ο πνιμένος από τα +μαλλιά του πιάνεται. Να σωθούμε θέλαμε, να μη χαθούμε από την πείνα +κι ανάβαμε κερί του Σατανά!... Παίρνει που λες ο Κουρά εφέντης το +άγιο νερό· απόκοντα οι μπέηδες κι η αρχοντιά πεζοί και πίσω ο λαός +με δαρμούς και μυρολόγια. Φτάνουμε στο Γκερλή, καθόμαστε λίγο κι +έπειτα ίσα στη Λάρσα. Το φέραμε και τ' απιθώσαμε στο Χασάνμπεη +τζαμί. Ε, θα πιστέψης ένα πράμα; Σε δυο ημέρες ούτ' ένα ποντίκι δεν +έμεινε στον Κάμπο! + +Και τι λες πως έγινε; Τ' ήταν εκείνο, Μωχαμέτη! Όλα τα όρνια της +Ανατολής απάνου μας τρογυροφέρνανε. Λελέκια, κάριες, πελαργοί, κάθε +λογής αγριοπούλια χτυπούσαν τις σαγονιές τους, που σ' έπιανε τρόμος +να τ' ακούς. Κι έπεφταν, μωρέ μάτια μου, από ψηλά στα χωράφια με +θυμό, σαν να ήταν δασκαλεμένα και ξεσκίζανε τα τυφλοπόντικα. Σε δυο +ημέρες πάνε και κείνα στην ευκή σαν καλοί καματάροι. + +Μα τι τ' όφελος; Τα τυφλοπόντικα πρόκαμαν και τελέψανε τη δουλειά +τους· δε μας άφηκαν ούτε κλωνί. Τα χωριά του κάμπου ρημάξανε· οι +φαμήλιες σκορπίσανε σαν του λαγού τα παιδιά. Άλλοι πήραν το Πήλιο, +άλλοι τον Έλυμπο, άλλοι τα Χάσια κι άλλοι τη Γκούρα. Όπου γύριζες, +απάνταινες άντρες παιδιά, γυναίκες να τρέχουν από πόρτα σε πόρτα +διακονεύοντας το ψωμάκι. Τι χρόνια! Περάσαμε τους Κραβαρίτες στην +κακομοιριά! Τότε και γω σύναξα το σπίτι μου, μπήκα στη Λάρσα, +παράδειρα νά, κατάντησα αγωγιάτης. Δε σου λέω, βγαίνει και τώρα το +καρβέλι· μα κάλλιο είχα τ' αλώνι κι ένα στρέμμα χωράφι στο Τατάρι. +Κάθε που έρχεται ο θέρος ομπρίζ' η καρδιά μου σαν το Μάτι του +Καραδερέ!... Μωρέ ντε!... + +Και ο καραγκούνης, για να κρύψη τη μεγάλη του συγκίνηση, άρχισε να +ξυλίζη αλύπητα το ζώο του. + + + +Η ΠΑΤΡΙΔΑ + Στη Ρούμελ' είν' η Λεβεντιά + και στο Μωριά είν' η γνώση. + + + + — Μωρ' εσύ σαι, Πέτρο; + + — Γιωργάκη, εσύ! + +Και με το σπιθοβόλημα των ματιών, που έδειχνε την ελπίδα της ψυχής· +με την αποφασιστική ροπή, που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων· +με το τρεμούλιασμα της φωνής, που πρόδινε της σάρκας τη συγκίνηση, +άνοιξαν οργιές τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ' +αλλουνού. Και από τον τόσο λαό, που περνοδιάβαινε έξω στο +λιθοστρωμένο δρόμο της Σπηλιάς: τους Εβραίους, που ξυπόλυτοι +κουβαλούσανε τ' ασκιά από τα Τελωνείο· του ψωμά και του μανάβη και +του κουρέα, που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες· του σαράφη, που +μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλληρα, βασανίζοντας με τον ήχο +και τη λαμπρότη τους τον αντικρινό μπαλωματή, κανείς ούτε πρόσεξε, +ούτε ήταν ικανός να αισθανθή τη λαχτάρα, που είχαν στο αγκάλιασμά +τους οι δυο φίλοι. + +Εδώ και πέντε λεφτά πριν ο ένας δε γνώριζε τον άλλον. Ο Γιωργάκης +Λαμπρόπουλος καθότανε ανάμεσα στις πραμάτιες του, στα στρώματα και +τα σκοινιά, τις στοίβες των κεφαλοτυριών και τους σωρούς των +γυαλικών, τους ώμους στηρίζοντας στην κάσα του, το κεφάλι +μισογυρμένο, τα μάτια μισοκλεισμένα, κάτω από την πλέχτρα των +σκόρδων και του κεράτου, σαν πολεμιστής ανάμεσα στις δάφνες της +νίκης του, κάτω από την αγαπημένη του σημαία. Καθώς όμως πάτησε στο +κατώφλι ο Πετρολέτσος ψηλός, λεβεντόκορμος, ξεσαλιάρης μα +μεγαλόπρεπος, ζητώντας ένα οβολό τυρί να κολατσίση, σαν να πλάκωσε ο +ίσκιος του τον μπακάλη, σήκωσε το κεφάλι και η φωνή συγκλώνισε για +μιας τ' αποκαρωμένα νεύρα του. Σαν αστραπή πέρασε στο νου του η +υποψία πως κάπου τ' απάντησε το πρόσωπο εκείνο, κάπου την άκουσε +κείνη τη φωνή, πως τ' αγάπησε άλλοτε κείνο το κορμί. Η φαντασία του +άρχισε να πλέκη την κλωνά της φωτεινή στα περασμένα, παντού +ψηλαφώντας και πασπατεύοντας, στα κλώσματα και τα παραστρατίσματα +της εβδομηντάρικης ζωής του. Νεκρούς ξέθαψε από τα μνήματα, +ξανάνιωσε γερόντους, έσυρε σε λύπες και σε χαρές, σε φιλίες και σ' +έχθριτες, σε γάμους και σε νεκροπομπές. Μα δεν κατώρθωσε άλλο παρά +να ζαλιστή και να πονέση για τα χρόνια που έφυγαν, για τα παθήματα +που τον ήβραν. + +Άξαφνα πέταξε μπροστά του ξαθομούστακος και γαλανομάτης παλληκαράς, +ο Πετρολέτσος, ο φίλος του, ο αδερφός του! Και τώρα ανάμεσα στο +μαγαζί οι δυο φίλοι, ψαρομάλλιδες, σαρακοφαγωμένοι, +σφιχταγκαλιάζονται και γλυκοφιλιώνται με τα δάκρυα βροχή στα μάτια. + + — Μωρ' εσύ 'σαι, Πέτρο; + + — Γιωργάκη, εσύ! + +Τέλος χωριστήκανε κι ο ένας κοίταξε τον άλλον με περιέργεια. Μεγάλη +απορία ζωγραφήθηκε στα πρόσωπά τους, σαν να μη μπορούσαν να +καταλάβουν πώς έγινε κι από τα σπαρταριστά νιάτα γκρεμίστηκαν για +μιας στ' άχαρα γεράματα. + + — Καημένε, γεράσαμε! είπε αργοκουνώντας το κεφάλι ο Λαμπρόπουλος. + + — Γεράσαμε κι αλλάξαμε! πρόσθεσε ο Πετρολέτσος πικραμένος. Σωστός +Κορφιάτης μου φαίνεσαι. + +Και σφουγγίζοντας με το μανικοπουκάμισο τα δακρυά του, κοίταζε και +ξανακοίταζε το φίλο του, σαν να ζητούσε κάτω από το βαρύ εκείνο +σώμα, το στρογγυλό κεφάλι, τα κρεμαστά φρεσκοξουρισμένα μάγουλα, και +τον παχύ λαιμό, το λυγερό παλιό του σύντροφο σαν να ζητούσε κάτω +από την υγρή και σουρτή μιλιά ν' ακούση τους στρογγυλούς μωραΐτικους +ήχους· σαν να ήθελε να ιδή τον αλαφρό αέρα του κορμιού και των +ματιών το σπιθοβόλημα και το διαβολικό γοργό παίξιμο του προσώπου, +κάτω από το νυσταγμένο πρόσωπο ενού Κορφιάτη νοικοκύρη. + + — Μωρ' εσύ 'σαι ο Γιώργος, που τα βαλες μ' όλους τους +κοντοστάμπελους στην Οβριακή! φώναξε δυσκολόπιστος. + +Ήρθε στο νου του άξαφνα η πρώτη φορά, που γνωριστήκανε μέσα στη +Οβριακή, στο φοβερό καυγά. Ο Πετρολέτσος από μικρός στο νησί, όταν ο +πατέρας του πέρασε συφάμελος από τ' Αργυρόκαστρο, φεύγοντας τη λύσσα +του Αληπασά· ο Λαμπρόπουλος φευγάτος από τον Κάμπο της Γαστούνης για +να γλυτώση από τους μαχαιράδες του δημογέροντα, ήταν αδύνατο να +γνωριστούν στον ξένον τόπο, που τον έσφιγγε και κείνον τον Σουλτάν +Θωμά η αλύγιστη παλάμη. Μα όσα φέρν' η ώρα δεν τα φέρνει όλος ο +χρόνος. Ο Μωραΐτης στον καυγά εκείνο έδειξε φοβερή παλληκαριά. +Ξαρμάτωτος, μ' ένα πόδι σκαμνιού στο χέρι ρίχτηκε στην αρματωμένη +εξουσία, άνοιξε κεφάλια, τσάκισε κόκκαλα και τέλος τους σκόρπισε +όλους. Ο Ρουμελιώτης από φυσικό του σεβασμό στην παλληκαριά, έκρυψε +το Μωραΐτη στο μαγαζί του, χωρίς να συλλογιστή πως αν τον έβρισκαν, +θα στέλνανε και κείνον στην κρεμάλα. Κατώρθωσαν όμως να μην +ανακαλυφτούν κι έμειναν αιματωμένοι οι κοντοστάμπελοι και φίλοι +αχώριστοι οι δυο νέοι. Μα τώρα πώς μπορούσε να πιστέψη ο Πετρολέτσος +ότι το πιθάρι που κάθεται μπροστά του είνε κείνος ο παλληκαράς; Και +πάντα ίδιος, όπως στα νιάτα και στα γεράματα, ετοιμάζεται να σωριάση +θαυμαστικά για το ανδραγάθημα εκείνο. Η παλληκαριά όσα χρόνια κι αν +περάσουν δεν παλιώνει. + +Μα ο Λαμπρόπουλος του έκοψε τη φόρα: + + — Ας τα τώρα, περάσανε· είπε. Παλαβομάρες παιδιάτικες· όλο +παλαβομάρες!... Και συ πώς βρίσκεσαι; τι γένεσαι; + + — Α! είπε με αδιαφορία μεγάλη· βουκόλος γυρίζω... Αμ' εσύ; + + — Έχω τάλλαρα!... + + — Τι λες! αλήθεια; φώναξε ο Πετρολέτσος με χαρά. Μπράβο! Μα πώς, +μωρ' αδερφέ, πώς!... + + — Πώς; με αγώνες και κόπους... Για φαντάσου πόσα χρόνια είνε που +χωρίσαμε! + + — Θυμάμαι και γω!... Σαν έφυγα για τον πόλεμο εσύ πουλούσες σαπούνι +στα καντούνια. + + — Τι καλά που δε σε άκουσα να έρθω μαζί σου! Τι απόχτησες με τα +τρεχάματά σου; Πες μου· έχεις τίποτσι; + + — Μπα· ό,τι φορώ κλέφτη δε φοβάμε. + +Και μ' ένα βεργολύγισμα περήφανο, που δε θα το έκανε χρυσοφορεμένο +βασιλόπουλο, έδειξε ο Ρουμελιώτης τα τρυπημένα του γουρνοτσάρουχα, +τις ξηλωμένες κάλτσες του, τη λερή και ξεσκλισμένη φουστανέλλα του· +τα ξεφτισμένα μεϊντανογέλεκα και το λιγδωμένο φέσι του. Έδειξε ακόμη +στη μέση του το σιλάχι μαύρο, καταζαρωμένο, με το ξύγγι απάνω του +σαν λέπια ψαριού, με το μαυρομάνικο λάζο μέσα και δυο — τρεις +αλυσίδες, που βαστούσανε δεξιά τον ασημοσουγιά κι ένα λουρί +μισολυωμένο αριστερά με τρεις τοκάδες — μοναχή αρματωσιά και +στολίδια του. + + — Και βαστιόσουνα καλά σαν έφυγες· είπε κουνώντας το κεφάλι ο +Λαμπρόπουλος. Το ψωμάδικό σου στην Πόρτα Ριάλα έκανε δουλειά· είχες +ούλη την Οβριακή απάνου σου. Αν βάσταγες κεφάλι, τώρα θα είχες +μηχανές και θα τάιζες ούλη τη χώρα. Ψεσινός άθρωπος ο Μεϊντάνης κι +έχει εκατομμύριο!... + + — Και δε θα χανα τους γονιούς μου!... πρόσθεσε ο Πετρολέτσος, +στυλώνοντας το βλέμμα στον κούφιον αέρα, σαν να διάβαζε τα +περασμένα. + + — Οι γονιοί σου! φώναξε ο Λαμπρόπουλος, οι γονιοί σου! Διακονιά +βγήκανε! Το ξέρεις που βγήκαν διακονιά!... Ακούς ο Πετρολέτσος +διακονιά! Ακούς η βαφτισημιά του Τζαβέλλα διακονιά!... Και στο τέλος +ο πατέρας σου γύριζε παλαβός στο Μαντούκι, μπαίγνιο του κόσμου κι η +μάννα σου έπεσε στη Γαρίτσα και πνίγηκε... + + — Σώπα για όνομα Θεού! σώπα!... είπε ο Πετρολέτσος, κουνώντας τα +χέρια και γυρίζοντας τα μάτια, λες κι ήθελε να διώξη φοβερό +φάντασμα. + +Μα ο Μωραΐτης, σα να τον έπιασε ο πειρασμός εκείνος της φυλής του να +γελάση με την απελπισία του άλλου, να φανή πως είνε έξυπνος, πως όλα +με την τσαχπινιά του τα καταφέρνει και πως οι άλλοι χαντακώνονται σε +φαντασίες μόνον, άρχισε με περισσότερο θυμό: + + — Τι τσώπα, μωρέ, τι τσώπα! Α δα δε σου τα λεγα, ο κακόρκος, από +τότες; — Μωρέ, κάτσε και τήρα τη δουλειά σου! Καλά καθόμαστε δω· +λευτεριά έχουμε με τσ' Εγγλέζους. + + — Μα τ' αδέρφια μας... η Πατρίδα.. — + + — Τι Πατρίδα; Πού σε είδε σένα η Πατρίδα; Πού την ξέρεις; Τάισε +τσου γονιούς σου που πείνασαν;... Εσένα σε τάισε!... Μα να ειπής +ήταν και το μυαλό — παιδιάτικο μυαλό! Πρόσθεσε μαλακώτερα ο +Μωραΐτης. Να, εγώ που σου μιλώ έτσι, δε μπήκα στο καράβι με τσου +Παργινούς να κατεβώ στη φωτιά; + + — Α! έκαμε ο Πετρολέτσος, κοιτάζοντας το φίλο του κατάματα, σαν να +έλεγε: Βλέπεις; Δεν έχω άδικο· η πατρίδα πάντα πατρίδα είνε· +πονιέται!... + +Ναίσκε· εξακολούθησε κείνος χωρίς να τον προσέξη· πήγε τότενες ο +Κυριακούλης να βαρέση τσοι Αρβανιτάδες στο Φανάρι και πήγαμε να τσου +δώκουμε βοήθεια. Μα ώστε να φτάσουμε κει τελείωσε ο πόλεμος. Οι +Μανιάτες με το λείψανο του Κυριακούλη κατεβήκανε στο Μισολόγγι κι οι +Αρβανιτάδες αφέντευαν σ' όλο το περγιάλι. Τότενες οι Παργινοί είπαν +να κατεβούμε στο Μισολόγγι· μα εγώ κατάλαβα πως δεν ήμουν για πόλεμο +και πέρασα ολονυχτίς στσου Παξούς. Από τότενες ήβρα την τύχη μου... + + — Τότε που λες έκανα και γω τον πρώτο μου πόλεμο· τον έκοψε ο +Ρουμελιώτης. Βαρέσαμε τους Τούρκους στο Μωριά. Ήταν άμετρη Τουρκιά +και λιγοστοί εμείς, μα διαλεγμένοι. Βαστάξανε καλά οι οχτροί, στο +τέλος τσακίσανε... Όρε, μάτια μου, θέρο που στον κάναμε! + +Κι έριξε τα μάτια του μακριά πύρινα, λες κι ήθελε να φωτίση τα +περασμένα. Είχε τα δασά του φρύδια σμιχτά· έσκαζε το ρουθούνι σαν να +μυριζότανε τη μπαρούτη της μάχης· κουνούσε τα χέρια σαν να έδινε +ζερβόδεξα σπαθιές θανατοφόρες κι έβλεπε τώρα να φεύγουν τους οχτρούς +και νικήτριες την Πίστη και την Πατρίδα. Τα λόγια του φίλου του, το +Φανάρι, ο Κυριακούλης, οι Αρβανίτες, λόγια αλησμόνητα στη ζωή του, +γιατ' ήταν της ζωής του τ' όνειρο, στέγνωσαν ευθύς τα δάκρυά του, +έδιωξαν από τα φυλλοκάρδια του το φαρμάκι και τον φέρανε πάλι στην +πρώτη του θέση, που δεν ήθελε ν' αφήση παρά νεκρός. + +Μα ο Λαμπρόπουλος, κλωθογυρίζοντας κι αυτός στα περασμένα, περήφανος +για το κατόρθωμά του, εξακολούθησε χωρίς να τον προσέξη. + + — Στσου Παξούς, που λες, ήβρα δυο καλούς συντρόφους. Άξιοι αθρώποι! +Δε χάνονταν σε λόγια. Βρίσκουμ' ένα καϊκάκι και τραβούμε στα +σκαλώματα του Μωριά και στα πόρτα τση Ρούμελης. Εκεί μας βοήθησε η +τύχη στα γερά! Ήβλεπες στους έρμους κάβους και στα περγιάλια +γυναίκες, άντρες, παιδιά, κατατρεγμένους από το τούρκικο ασκέρι. Άμα +μας αγνάντευαν, αρχινούσαν τα σενιάλα να τους πάρουμε, να τους +περάσουμε στα ξερονήσια του Κάλαμου. Κι έδιναν ό,τι είχαν: +δαχτυλίδια διαμαντένια, ζουνάρια αξετίμωτα, μεταξωτά και λαχούρια, +ό,τι άρπαξαν από τα σπίτια τους στην ώρα του φευγιού, τάδιναν ούλα +για να σωθούν από το λεπίδι, από τη σκλαβιά και την ατιμία. Δε λέω +πως δεν κάναμε κι αδικιές· χωρίς αδικιά βιος δε γένεται. Το καϊκάκι +μας δεν έπαιρνε πολλούς και μεις βάναμε διαλεόνα. Μπαρκάραμε πρώτα +εκείνους που έδιναν τα πολλά, κι αν έμενε τόπος, μπαρκάραμε κι από +τη φτώχια· είτ' αλλιώς βουλώναμε τ' αφτιά μας στα μυρολόγια τους και +κάναμε πανιά. Πολλές βολές θυμούμαι, πλάκωναν άξαφνα οι Τούρκοι και +βλέπαμε τους έρμους να σκροπάνε και να γκρεμίζωνται από τους βράχους +στη θάλασσα για να μας φτάσουν· να μας απλώνουν τα παιδιά τους στην +ώρα, που βυθιζόντουσαν στα κύματα... Μα πολλουνώνε σώσαμε τη ζωή... + + — Εγώ πήρα ζωές· μα τούρκικες ζωές! Έσπειρα κουφάρια στο διάβα μου, +που χορτάσανε τα πετεινά κι αντρείεψε η γη μας... Μα δεν το πήρα τ' +αλλουνού το πράμα. Ό,τι πήρα, το πήρα δίκαια, με το σπαθί μου! + + — Κι εγώ δίκαια το πήρα. Στο Μισολόγγι... + + — Έκαμες στο Μισολόγγι; + + — Ναίσκε· έκαμα στους δυο μπλόκους και στην έξοδο. + + — Μωρέ, τι λες! Εγώ τότες ήμουνα με τον Κώστα Μπότσαρη κι ήρθαμε +γυρεύοντάς σας... Μωρέ, πες μου τ' αδέρφι, πολέμησες στο πλάι του +Σιαδήμα! Είδες πώς γλύτωσε ο Μακρής· πώς χάθηκαν τα γυναικόπαιδα, +πώς σκοτώθηκε ο Ραζικότσικας; + +Ο Ρουμελιώτης, όπως όλοι του καιρού του, έτρεφε άλλου είδους +θαυμασμό στου Μεσολογγιού την ιστορία. Έγιναν κι άλλες μεγάλες +μάχες, μακελειά φριχτά στον πικρόν εκείνον εννιαχρονίτικον αγώνα· +δοξαστήκανε κι άλλες πολλές φορές τα ελληνικά όπλα· μα ό,τι έγινε +στο Μεσολόγγι, το νόμιζαν κάτι εξαιρετικό και κείνους, που πολέμησαν +εκεί, τους πίστευαν θεούς. Τώρα εκεί που άρχιζε ν' αηδιάζη το +Μωραΐτη, με μιας όλα τα λησμόνησε μπροστά στη σκέψη πως είνε +αγωνιστής του Μεσολογγιού. Μα ο Λαμπρόπουλος γέλασε δυνατά. + + — Τίποτσι δεν είδα' αποκρίθηκε με απάθεια. Είδα μονάχα που ήφερναν +την άλλη μέρα τις Μεσολογγίτισσες αρμαθιασμένες στ' αράπικο +στρατόπεδο!.. + + — Μώρ' με τους Τούρκους ήσουνα! + + — Κιαμέ; Έδινα χούφτα καπνό στους Αρβανιτάδες, χούφτ' αφιόνι στους +Αραπάδες κι έπαιρνα χούφτα μάλαμα και χούφτ' ασήμι. + + — Ου να μου χαθής! βροντοφώναξε με αηδία ο Πετρολέτσος. + + — Να χαθώ; Εσύ χάθηκες, κακόρκε, με τα μυαλά που χες!... Τη βλέπεις +τούτη την καδένα; δεύτερη δε βρίσκεται στον κόσμο. Την πήρα για μια +Μισολογγιτοπούλα, που πούλησα στον πρόξενο της Αούστρίας στο +Τσηρίγο. + +Ο Πετρολέτσος πήγαινε να φρενιάση από θυμό. Η ξετσιπωσιά του Μωραΐτη +έφερνε το αίμα στα μάτια του και δυο — τρεις φορές σκέφτηκε να του +στρίψη το καρύδι, για να πάψη να λέη τις ατιμίες του. Άξαφνα χωρίς +λόγο, βράζοντας από γεροντικό θυμό, σήκωσε βιαστικά το δεξί μανίκι +κι έδειξε στο μπράτσο του μια φοβερή σπαθιά. + + — Τη βλέπεις τούτη; φώναξε φέρνοντάς το στα μάτια του Μωραΐτη· είνε +σπαθιά! Την πήρα στο Κερατσίνι με τον Καραϊσκάκη. Ήμαστε λίγοι, στα +δάχτυλα, όπως πάντα, κι οι Τούρκοι άμετροι. Με την πρώτη μπαταριά +σκοτώνετ' ο Μπαϊραχτάρης: — «Πετρολέτσο, δικό σου!» φωνάζει ο +καπετάνος, με τον κόκκινο ντουλαμά του λάμποντας σαν Άη Γιώργης +απάνω στ' άλογό του. Με το λόγο τ' άρπαξα κιόλας. Μας έμπλεξαν εκεί, +μας ζώσανε απ' ολούθε, μας στρίμωξαν σε μια φράχτη, μας πήραν τις +πλάτες... Κολύμπησα στα αίματα, αχ το γλύτωσα το μπαϊράκι... + + — Και τι απόχτησες; Πού είνε το σπίτι σου; Πού είν' οι γονιοί σου, +πού είν' η φαμίλια σου;... Δε χάφτω μίγες εγώ, ακούς! Δε χάφτω +μίγες!... Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, γύρισα φορτωμένος εδώ. Μάζωξα τους +γονιούς μου από τα Καλύβια και τους έβαλα αφεντάδες. Την αδερφή μου +τη Ρήνη — θυμάσαι που της έκανες τα γλυκά μάτια κι έλεγα να σε κάμω +γαμπρό; — την πάντρεψα με τιμές και δόξες και ζη αρχοντικά στον +Πέλεκα. Εγώ παντρεύτηκα και πήρα μια κοντέσα. Ετούτο το σπίτι δικό +μου είνε και τ' άλλο στα Μουράγια δικό μου και στη Σπιανάδα το ψηλό +πάλε δικό μου. Εκείνος ο σαράφης είνε γιος μου, ο Νικολάκης· ακούς +πώς παίζει τα τάλλαρα στο χέρι σαν να παίζη κομπολόι; Τον άλλο, το +δικηγόρο θαν τον κάνουμε βουλευτή· ετούτο το μαγαζί το κρατεί ο +μικρότερος. Το μεγάλο λιοτρίβι στη Γαρίτσα· ένα λιοστάσι στους +Άγιους Δέκα, μια περβόλα στον Ποταμό, όλα δικά μου!... + +Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του +είδε να συνεπαίρνωνται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το +κατρακύλιμα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα +δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώση +και να τον ενοχλή μια απορία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος +του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από +τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους +συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του +κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον +κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν +αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του, +γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο, +καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, αποριμμένος από τους +συγγενείς του. Και όταν κλείση τα μάτια, θα πάη σαν το σκυλί στ' +αμπέλι. Ποιος λοιπόν είνε ο ίσος δρόμος, Θεέ μου! + +Άξαφνα ο ερεθισμένος του λογισμός ύφανε εμπρός του εικόνα +ολοζώντανη. Μια ασπροφόρα, με κορμί και πρόσωπο αγγελοκάμωτο, +στεκότανε κοντά σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω στη φωτιά λίγος, μα +εκλεχτός κόσμος ερχόταν κι έριχνε μέσα πλούτη, ονόματα, γονέους, +παιδιά, αδέρφια, αγάπες, πόθους, όνειρα, φιλοδοξίες, πάθη. Η φωτιά +τ' άρπαζε όλα, τα κατάπινε σαν φάρυγγας θεριού. Και η παρθένα με το +πλάνο της χαμόγελο και το αυστηρό της βλέμμα, τους ζητούσε κι άλλα, +«κι άλλα!» τους φώναζε πεισματάρα, απαιτητική, αχόρταγη. Και κείνοι, +αφού έριχναν ό,τι κι αν είχαν μέσα, δίχως πίκρα, δίχως θυμό, έπεφταν +τέλος κι οι ίδιοι και χάνονταν εκεί, όπως έσβυσε και χώνεψε πριν +κάθε χαρά τους και κάθε τους απόχτημα. Και κάτι του έλεγε μυστικά +πως η παρθένα, η λάμια η αχόρταγη, ήταν η Πατρίδα. Ανυπόμονα έριξε +τα μάτια περίγυρα να έβρη την ελπίδα, την ανταπόδοση να βρη σε κείνο +τ' ολοκαύτωμα· τίποτα! + + — Έχεις δίκιο... δίκιο έχεις! εψιθύρισε με δακρυσμένα μάτια, με +στήθος βαρύ, λες και καθότανε η Μόρα απάνω του. + +Μα σύγκαιρα είδε την κόρη να τον κοιτάζη κατάματα και με το χέρι της +να δείχνη μακριά. Γύρισε εκεί ο Πετρολέτσος κι είδε μια χώρα μεγάλη. +Και μάντεψε αμέσως πως ήταν η Ελλάδα, ελεύθερη πέρα — πέρα, +δοξασμένη, λαμπροφώτιστη. Είχε πρωτεύουσά της την Πόλη την Εφτάλοφη +και λατρευτό ναό της την Αγιασοφιά. Του Κωσταντίνου τον τάφο άγιο +λείψανο και των κλεφτών τ' αρμούτια φυλαχτάρια της. Και ήταν ο +στρατός της τρόμος της γης και φρίκη της θάλασσας ο χιλιάρμενος +στόλος της και δόξα της Δημιουργίας ο λαός της, ο ημίθεος! Μονώρας +ένιωσε μια μυλόπετρα να κυλά από πάνω του· τα πύρινά του αισθήματα +τ' απείκασε να χύνωνται πάλι και να ξανάφτουν το αίμα του. Να τη +λοιπόν την ελπίδα και την ανταπόδοση!... Πήδησε αγέρωχος, αυστηρός, +όπως την ώρα που στο Κερατσίνι αγωνιζότανε με τους οχτρούς για το +μπαϊράκι και στο «τι απόχτησες» που του πρόβαλε μ' επιμονή ο +Μωραΐτης, + + — Την Πατρίδα μου! φώναξε χτυπώντας τα στήθη του δυνατά. + +Ο Λαμπρόπουλος στην απροσδόκητη απάντηση έμεινε άλαλος. Ο +Πετρολέτσος φαντάστηκε να στείλη και δεύτερη μπαταριά, να σαρώση τα +κακομοιριασμένα λείψανα του οχτρού. Με φωνή μεγάλη, αφεντική, σαν να +μιλούσε από μέρος όλου του λαού του Εικοσιένα, του αδικημένου και +αμνημόνευτου, ξαναφώναξε πιο δυνατά. + + — Ναι· έκαμα την Πατρίδα μου! + + + +Η ΣΜΥΡΝIΑ + + + +Περπατούσα μ' ένα φίλο μου στην πλακοστρωμένη ακρογιαλιά της +Σμύρνης. Περπατούσα κι έβλεπα, αισθανόμουν κι αναγάλλιαζα. Όλες οι +αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που +τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν' +αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την +αμβροσία της. Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά +καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ' άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ' άλλο, +ως που κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. + +Κάτω περικλεισμένος ο κόρφος με το λιμάνι γεμάτο από κάθε λογής +πλεούμενο, από καπνοδόχους και καπνούς, από σκοινιά και κατάρτια, +μόλις έδειχνε το καθρέφτισμα τ' ουρανού. Μπροστά με τα ψηλά χτίρια +και τους ανθοσπαρμένους κήπους της ξετυλιγόταν η ακρογιαλιά πέρα — +πέρα κάτασπρη. Κι απάνω της, όπως παρθένα χώρα στέλνει με τα ποτάμια +της στη θάλασσα, στου άνθρωπου τη γνώση τ' αφάνταστα πλούτη της, +έχυνε κι η Σμύρνη απ' τα στενοσόκακα, της μύριες ομορφιές που +ανατρέφει στα σπλάχνα της! Και σαν να ήμουνα σε μουσείο ζωγραφικής, +έβλεπα αρμονικό ανακάτωμα από φορέματα και χρώματα και λυγερά +αναστήματα και μαλλιά μαύρα, ξανθά και καστανά, χείλη κοραλλένια και +μάτι' αθάνατα, που λάμπουν, καθώς λάμπουν σε πέπλο αρχοντικό τα +διαμάντια και τα ζαφείρια. + + — Διές και το παλιάλογο, μου λέει άξαφνα ο σύντροφός μου. Το χουν +για το θηριοτροφείο. + +Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας +ξερακιανός χωριάτης κρατούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο +χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνη, ανάκαρα δεν έχει να +κινηθή. Έσκυφτε κάτω με τ' αφτιά ριγμένα, τα μάτια σφαλιστά, τα +ρουθούνια βρώμικα· η κοιλιά χώνευε στα πλευρά του· η ραχοκοκκαλιά, +τα καπούλια, οι γοφοί, ο λαιμός, τα γόνατα, οι αρμοί όλοι φαίνονταν +ξεκλειδωμένοι. Η ουρά του σπανή κι άπαστρη έπεφτε ανάμεσα στα πισινά +του, ανίκανη να κινηθή για να διώξη τις χαλκόμυγιες. Τα κρέατά του +έλεγες πως θα ρέψουν κάτω, όπως ρέβουν το χυνόπωρο τα μαραμένα φύλλα +κι αφίνουν γυμνό και άσκημο το δέντρο. Αυτό το χάλι του κρατούσε +γύρω κάθε τάξης και ηλικίας διαβάτη κι έλεγε καθένας το λόγο του και +την αστεία του σκέψη. + +Στάθηκα και γω με το φίλο μου· όταν, δεν ξέρω πώς, τα μάτια μου +έπεσαν σ' ένα παραθύρι του αντικρινού σπιτιού. Ανάμεσ' από τα γυαλιά +και τις κάτασπρες κουρτίνες, κόρη όμορφη και μαυρομάτα έβλεπε με +προσοχή. Τα μαλλιά της κατάμαυρα, στη μέση χωρισμένα, έπεφταν +δαχτυλίδια άταχτα στο φιλντισένιο μέτωπο και στα μελίγγια, στα +ριζάφτια, πίσω στο χαριτωμένο της λαιμό κι έδιναν όψη άγουρου στο +πρόσωπό της, που είχε το χρώμα δροσερής μοσκιάς. Και φανέρωνε θλίψη +μεγάλη για κείνο το παλιάλογο. Μα τη θλίψη και την ψυχοπόνια, που +φανέρωναν τα μάτια της, πως να την ιστορίσω; Μου φάνηκε πως έβλεπα +τ' αθάνατο νερό να κυλάη από τα μάτια εκείνα, να περνά το γυαλί, να +κατεβαίνη· θεϊκό χάρισμα στ' άλογο και να το περιχύνη απολούθε. Το +είδα, λέει, να ποτίζη τα φυλλοκάρδια, να του δυναμώνη τα νεύρα, να +του γυαλίζη την τρίχα, να του ξανάβη το θυμό. Και πίστεψα πως θα ιδώ +να λαχτίση άξαφνα τη γη, ν' ανεμίση τη χήτη του, να ορθολυγίση την +ουρά, να τινάξη το κεφάλι και με βαθύ χλιμίντρισμα να τρέξη στα +λιβάδια πέρα, γαύρο κι αδάμαστο. + +Παρέκει, ανάμεσα σε δυο χτίρια, ήταν μια φράχτη ψηλή από σανίδες. +Απάνω στις σανίδες και γύρω στους τοίχους, χρωματιστές ρεκλάμες +έλεγαν το τι γίνεται κάθε δειλινό πίσω αποκεί. Πόσων ειδών άγρια +θερία είναι κλεισμένα· πως ο θεριοδαμαστής με τη θεατρική του +φορεσιά μπαίνει, κρατώντας το βούρδουλα και το πολύκροτο στο χέρι +και πως κατορθώνει να τα τρομάζη μόνον με τις ματιές του. Και +θαρρείς, για να βεβαιώνουν τα λόγια τους, έρχονταν κάποτε φωνές και +χτύποι και βρουχήματα, που έκαναν τους διαβάτες ν' ανατριχιάζουν. Μα +ο χωριάτης αδιάφορος, κρατώντας πάντα το χαλινάρι στο χέρι, παζάρευε +με τον εργολάβο το πράμα του. Από τα λόγια τους, από τ' +αγριοκοιτάγματά τους φαίνονταν που παλαίβανε ποιος να γελάση τον +άλλον. + + — Εμ' αν είνε να τα πλερώσω τόσο, δεν παίρνω καλύτερα ένα βώδι; +έλεγε ο εργολάβος γυρίζοντας τα κρύα ματάκια του γύρω στο λαό, να +πάρη τάχα τη γνώμη του. Αν πάρω το βώδι, δε θα χω τουλάχιστο το φόβο +να μου αρρωστήσουν τα θεριά, που μπορεί ναν το πάθω μ' αυτό το +ψωφήμι. + + — Ετούτο ψωφήμι; καλά, μπράτιμε! φώναξε ο χωριάτης αγαναχτώντας, +που κατηγορήσανε το ζώο του. Το βλέπεις πιστεύω και δεν είν' ανάγκη +να σου ειπώ, πως τ' άλογο έχει ψυχή να ζήση χίλια χρόνια. Μα τι να +του κάνω που σακατεύτηκε στον αραμπά. + + — Ρε ποιος σε ρωτάει για την ψυχή του! Τι να την κάμω γω την ψυχή; +Κρέας έχει; Εγώ θέλω να χορτάσω τα θεριά μου· είπε ο εργολάβος με +ολοφάνερη πείνα στα μάτια. + +Εκεί που παζάρευαν εκείνοι, σήκωσα πάλι τα μάτια μου στο παραθύρι. Η +λυγερή ήταν ακόμη εκεί, πάντα θλιμένη και πονετική. Τα μάτια της όλο +και θόλωναν· τα μάγουλά της πότε άσπριζαν, πότε κοκκίνιζαν· το +μεστωμένο στήθος της ανεβοκατέβαινε και το χνώτο της θάμπωνε το +γυαλί όσο που την έχανα. Έχανε όμως και κείνη τη διασκέδασή της κι +αμέσως το κρινοδάχτυλο χέρι έσερνε κεντητό τριανταφυλλί μαντιλάκι κι +έπαιρνε τον αχνό και πρόβαινε πάλι το γλυκό πρόσωπο, σαν φεγγάρι +μέσ' από τα σύγνεφα, που βούλεται να συντροφέψη στον ύπνο της τη γη. +Και γω έχασκα στο παραθύρι, στο αισθαντικό κορίτσι μπροστά και δεν +έβλεπα τίποτ' άλλο παρά ό,τι γινότανε πίσω από το γυαλί. Και λίγο — +λίγο από τη συχνή προσήλωση, την άφαντη αλυσίδα που έδενε τον ψαρή +με την κόρη, την κόρη με μένα, άρχισα ν' απεικάζω ένα καρδιοχτύπι +για κείνο το σαράβαλο. Η κόρη με την αγάπη της, σαν τις νεράιδες των +παραμυθιών, που ανασταίνουν ό,τι αγγίξουν, που ομορφαίνουν ό,τι +ιδούν, που λαμπροστολίζουν ό,τι αγαπήσουν, άλλαξε στα μάτια μου το +παλιάλογο και μ' έκαμε να το βλέπω ανεχτίμητο. Φαντάστηκα πως ο +ψαρής εκείνος σπάρθηκε μέσα στου μαγιάπριλου το λιοπύρι από κανένα +γοργογόνατο άτι της Αραπιάς. Είπα πως γεννήθηκε στα τροφαντά λιβάδια +της Λυκίας, εκεί που άλλοτε βοσκήσανε οι φοράδες του Κύρου, και +μεγάλωσε στ' αχούρια κανενός πασά. Πίστεψα πως καβαληκεύτηκε από +λεβέντη πετροκαταλύτη να τον φέρη στην καλή του ή από οχτρών +κουφάρια στη ζηλευτή δόξα του πολέμου και της νίκης. Και ψιχάλιζε η +καρδιά μου γιατί τώρα που δε μπορεί να δουλέψη τον αφέντη του, ο +αχάριστος, δεν το ψυχοπονεί. Δεν το βγάζει να το χλωρονομήση +ελεύθερο, ως που να βρη το θάνατο με φούντα δροσερό τριφύλλι στα +δόντια του. Δεν του φυτεύει ένα βόλι στο ριζάφτι, να πέση νεκρό στον +τράφο, να λυώση κάτω από τον γλυκό ήλιο, εκεί που το χόρτο θα ηχά +επάνω του κι οι πεταλούδες θα χαμοπετούν και τα μαμούδια θα βουίζουν +και τα πουλιά θα κελαϊδούν· όταν τα νερά θα δροσίζουν τ' αφράτα +χώματα και χιλιόχρωμ' άνθη θα μοσκομυρίζουν τον αέρα και μύριοι θ' +ανασταίνωνται χάμω και ψηλά μικρόκοσμοι. Αχόρταγος θέλει ακόμη να +κερδίση από τη νέκρα του και για εκατό γρόσια έρχεται να το παραδώση +στα θεριά! + +Άξαφνα όμως είδα την κόρη να σηκώση τα μάτια της και να τα ρίξη πέρα +στην εμπατή του κόρφου. Εκεί, ανάμεσα σε δυο ακρωτήρια χρυσογάλανα, +ο ήλιος στριφογυρίζοντας έγερνε να χαθή στην άβυσσο. Συγνεφάκια +μικρά, χρυσορρόδινα και πορφυρά κι ολόξανθα ακολουθούσαν το βασίλεμά +του. Δυο κόκκινα καραβοφάναρα, που στέκουν εκεί για να δείχνουν τις +ξέρες στους θαλασσινούς, ένα μεγάλο μπάρκο με απλωμένα πανιά, μια +ψαρόβαρκα, καθώς πλεύρωναν στον ορίζοντα, έκαναν μεγάλη και περίχαρη +θαλασσογραφία. Ο ήλιος, αφού έβαψε όλον τον κόρφο ως την πόλη απάνω +και τα περίγυρα βουνά με μια ολόχρυση βαφή, έχυσε έπειτα μιαν άλλη +ξανθοκόκκινη, αργότερα άλλη αιματένια κι άλλη χαλκοπράσινη, ως που +με μια σκοτεινή βούτηξε μέσα στα νερά. + +Μα η κόρη έμενε ακόμη εκεί σαν αγγελόφερτη. Και γω από το ηλιόγερμα +και κεινής το βλέμμα άρχισα ν' απεικάζω μιαν άφραστη θλίψη στα στήθη +μου. Το συναπάντημα που έκαναν τα βλέμματά μας, πέρα εκεί στις +γλυκοβαμμένες αοριστίες του ορίζοντα, έχυσε στο αίμα μου όλους της +κόρης τους θλιβερούς στοχασμούς, σαν απόφωνο μυρολογιού χαροκαμένης +μάννας. Και άρχισα πάλι να κλαίω δανεικά του άλογου τη μαύρη μοίρα. + +Έπειτ' από την αχαριστία του αφέντη του, έλεγα, μέλλει να μάθη του +εργολάβου την απονιά και των θεριών τη λύσσα. Θα έχουν τάχα την +ευσπλαχνία να το σφάξουν πριν το παραδώσουν στο κλουβί; Δεν το +πιστεύω. Πώς μπορεί να λυπηθούν ένα άλογο άνθρωποι, που νυχτόημερα +ζουν με λεοντάρια και τίγρεις και ύαινες και κροκόδειλους· που +συχνακούνε το άγριο τους μούγκρισμα και συχνοβλέπουν τ' ανήμερά τους +πρόσωπα. Δεν πήρανε τάχα και κείνοι από την αγριάδα τους, δεν +πέτρωσαν σε κάθε τρυφερό αίσθημα την καρδιά τους; Έτσι, για +ξεφάντωμά τους μάλιστα, θ' ανοίξουν την καγκελωτή θυρίδα και θα +σπρώξουν μέσα τ' αθώο πλάσμα, που μόνον από τη μυρουδιά θα το πιάση +το ριό του. Από φόβο θα το ιδής να φρυμάξη άγρια και να τιναχτή πίσω +με όση έχει δύναμη. Μα θα έβρη τη θυρίδα κλεισμένη κι ανοιχτό το +χώρισμα. Θα γυρίση τότε τα μάτια του — μπορεί και δακρυσμένα, γιατί +όχι; — στου κλουβιού τα κάγκελα, ψηλά στην πάνινη σκεπή, χάμω στο +πάτωμα, ζητώντας χαραμάδα να χωρέση μέσα, να γλυτώση από το +μαρτύριο. Και σαν ιδή πως όλα το προδίνουν, θα βγάλη βαθύ +χλιμίντρισμα, πικρό μυρολόγι της ζωής, που θέλουν να του πάρουν. Μα +δε θα προφτάση να δευτερώση. Τα θερία σύνταχα θα χυθούν να το +πετσοκόψουν. Και σε μια στιγμή δε θα μείνη εκεί παρά λίγες +σταλαγματιές αιμάτου στο πάτωμα κι η λαχτάρα της ζωής, του αφέντη +του η αχαριστία, αόρατες στον κούφιον αέρα. + +Ένας ξαφνικός θόρυβος μ' έβγαλε από τους στοχασμούς. Γυρίζω και +βλέπω το λαό να σκορπάη με γέλια και με χάχανα. Ο χωριάτης πούλησε +το παλιάλογο και πήγαινε να το παραδώση στο θεριοτροφείο. ο λαός +συντρόφιαζε του ζώου τη νεκροπομπή με σφυρίγματα και χάχανα. Σηκόνω +τα μάτια ψηλά και βλέπω ν' ανοίγη βιαστικά το παραθύρι και να +προβαίνη η κόρη με ματόφυλλα κόκκινα και φουσκωμένα. Στο στερνό της +κίνημα δε μπόρεσα και γω να κρατηθώ· άρχισαν να με τσούζουν τα +μάτια. Απόρησα όμως γιατί η κόρη, αντί να βλέπη δεξιά που πήγαινε τ' +άλογο, έβλεπε αριστερά και σκύβοντας όσο μπορούσε, έδειχνε το +θλιμμένο της πρόσωπο και κουνούσε το δακρυοποτισμένο μαντιλάκι της. +Μήπως τάχα ζητεί αποκεί το σαράβαλο, σκέφτηκα. Έσμιξα τα βλέμματά +μου με τα δικά της κι απόρησα, όταν έπεσαν πέρα σ' ένα νέο +καλοντυμένο, ψηλόν και σγουρομάλλη, που κατέβαινε στη βάρκα. +Κατέβαινε και τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στης κόρης το παράθυρο. + + — Φεύγει· είπε ο φίλος μου. + +Τόση ώρα η Σμυρνιά μου δεν έκλαιε για το παλιάλογο. Έκλαιε, που +έφευγε ο αγαπητικός της! + + + +ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ + + + + — Α — απ! καπιτάνι μ'... Βάστα καλά κι τσ' φάγαμι!... + +Ο Παντελέως Μπάφας ή Ταράνανας ήταν σκάπουλος και καφετζής. Σαν +σκάπουλος είχε το δικαίωμα να ψαρεύη ολοχρονικίς στη λίμνη, σε +«πάγανα νερά» ή σε «ξεπέζεμα», εδώθε στους Ζάγαρδους ή πέρα στο +Λάκκωμα. Και όπως ήθελε: με καμάκι είτε με πρυά είτε και με +σταφνοκάρι μπροστά στις Καμάρες. Σαν καφετζής του Καλλιαντέρη, +κοιμότανε δεκαπέντε ώρες το ημερονύχτι, ξεφύλλιζε καλάμια κι έπλεκε +πήρες τις άλλες πέντε και τις υπόλοιπες κουβαλούσε νερό και φωτιά +στους πελάτες του. + +Μα έξω απ' αυτά τα φανερά και νόμιμα επαγγέλματα, ο Ταράνανας είχε, +κατά την τοπική συνήθεια, άλλα δυο μυστικά και παράνομα. Πουλούσε +καπνό αφορολόγητο και καλλιεργούσε αλικές άγνωστες στο Δημόσιο. Όπως +δήποτε με τούτα και με τ' άλλα ήταν σε θέση να καλοκυβερνά το σπίτι +του — σπίτι με μια γυναίκα μισότριβη κι ένα σκυλί κοψαφτισμένο και +δυο κλώσσες με τα κλωσσοπούλιά τους — και να βάφη κάθε τόσο το +προιάρι του. Κατώρθωνε ακόμη, για το καλό, να πηγαίνη ταχτικά +φουστανελάς κι ασημοφορτωμένος σαν αρματωλός στο πανηγύρι τ' Άη +Σημιού· να δίνη από μια στάμνα μπαρούτη στους τρομπονιέριδες της +Λαμπρής, όταν βγάνουν τα Κονίσματα· και μια φορά το μήνα — όχι +περισσότερες — να γλεντά με την ασημένια φωνή και το λαγούτο του +Μπαταριά στα βελούχια. + +Σήμερα όμως ούτε ψάρεμα, ούτε καφενέ, ούτε καπνό, ούτε την αλική +συλλογίστηκε. Πλάκωναν βουλευτικές εκλογές κι όχι τέσσερα μα +δεκατέσσερα επαγγέλματα να είχε, θα τ' άφινε για το κόμμα του ο +αγαθός Μεσολογγίτης. Μόλις ξύπνησε την αυγή, ετοιμάστηκε να έβγη +στην Πλατεία να φροντίση για ψήφους. Είχε κι αυτός τους φίλους του· +κερνούσε τόσον κόσμο και δεν ήταν δύσκολο να παρασύρη δυο τρεις — αν +όχι δέκα είκοσι — στο σύστημά του. Πριν όμως έβγη, ηθέλησε και το +άφωνο σπιτάκι του — σπιτάκι χαμηλό, ισόγειο, με δυο γαλαζοβαμμένα +παράθυρα και πόρτα πρασινοβαμμένη ανάμεσα και τοίχον κάτασπρο, με +γλάστρες βασιλικού στα κεραμίδια και νερά σάπια εις την αυλή — να +φανερώση το αίσθημά του.. Ο καφενές ήταν σε απόκεντρη θέση, σχεδόν +ασύχναστη τέτιες ημέρες και δεν μπορούσε να τον μεταχειριστή. Αλλά +το σπιτάκι του δίπλα στην Πλατεία, στην αγγωνή του στενού, ήταν +εύκολο κάθε λεφτό της ώρας να σύρη απάνω του συμπαθητικά τα βλέμματα +των φίλων και απειλητικούς τους γρόθους των εχτρών. Επήρε λοιπόν και +κρέμασε στην πόρτα του μεγάλη φωτογραφία, με φροντίδα τοποθετημένη +μέσα σε χρυσοστόλιστη κορνίζα. Και κει που την κρεμούσε, έλεγε στη +γυναίκα του. + + — Τ' ακούς, Αλτάνη· αν πιράσ' του κόμμα να βγης να το κεράης μι το +γκιγούμ'!... μι του γκιγούμ!... + +Κι ήταν τέτια η φωνή του, που έλεγες πως θα θυσίαζε όλα και το κρασί +και το σπίτι του ακόμη για το κόμμα. Τυχερό που η Αλτάνη είχε τα +ίδια αισθήματα με τον άντρα της. — Αλλιώς θα χώριζαν τραπέζι και +κρεβάτι για να μην πετσοκοπούν ως την ημέρα της εκλογής. + + — Καλώς να πιράσ' κι καλώς νάρθ' μάτια μ' σαν τον καλόν τον +χρόνο!... ευχήθηκε πρόθυμα, με την τρυφερή εκείνη φωνή, που νομίζει +πως λιγόνεται από συμπάθεια. + +Και κοίταζε με γλαρωμένα μάτια τη ζωγραφιά, σαν προσκυνητής +θαυματουργό εικόνισμα. Ήταν εκεί ο πατέρας του κομματάρχη τους. Ο +λεβέντης αρματωλός με τη φέσα ορθή απάνω στα κυματιστά μαλλιά του, +με τα χρυσά μεϊτανογέλεκα και τα φλωροκαπνισμένα τ' άρματα, πρόβαινε +ανάμεσ' από τις χρυσορρόδινες λάμψες του γυαλιού, ιχνογράφημα γενεάς +ολάκερης, μέσα στο μαρτυρικό στεφάνι της δόξης της. Το δεξί χέρι +ακκουμπισμένο στο κοντάκι τουρκοφάγας πιστόλας· το αριστερό +απολυμένο στην κοκκαλένια χούφτα πάλλας αιματοβρεμένης· τα δασά +στήθη έξω από την τραχιλιά, χορταριασμένα μετερίζα ψυχής ατρόμητης +και το κεφάλι ξαφνισμένο πίσω, το βλέμμα φαρμακερό, λες κι άκουε +ποδοβολή μάχης και φυγή εχτρών, έδιναν στον παρατηρητή παλληκαριά +και πάθος. Ο Ταράνανας σύψυλος ενθουσιάστηκε. Την πολεμική ορμή του +αγωνιστή, που έπεσε σαν πύρινη κατάρα τ' ουρανού στους εχτρούς της +πατρίδας, την έριχνε εκείνος τώρα στους εχτρούς του κόμματος. +Πατέρας αυτός, δεν μπορούσε, βέβαια, παρά να βοηθήση στην εκλογική +ανεμοζάλη το παιδί και τους φίλους του. Όλους θα τους φάη με τη +ματιά του!... Ο σκάπουλος έτρεφε στα στήθη του άσβυστη δίψα +κομματικού πολέμου και θριάμβου. Με το μήλο της παλάμης σήκωσε +ζερβόδεξα το καστανό μουστάκι του και ρίχνοντας ως τα μάτια την +κεντητή σκούφια του, φώναξε δυνατά. + + — Α — απ! καπιτάνι μ'... Βάστα καλά κι τσ' φάγαμι!... + + — Άιντε καπιταν' Δημήτρ'!... τώρα θα ιδούμι τ'ν παλληκριά σ'... +ακούστηκε από πίσω του άλλη συρτή φωνή. + +Ήταν δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψαχείλης κι ο Τάσος Κρίκας +ή Τσιρίμπασης. Ο πρώτος ψηλός και ξερακιανός σαν καψαλισμένος +ξέρακας, ήταν άλλοτε επιστάτης φάρου σε μιαν απόκρυφη ακρογιαλιά. Μα +βρέθηκε καταχραστής υλικού του δημοσίου και παύτηκε από τον αρχηγό +της Τηρκαημόλας. Ο δεύτερος κοντός κι ολοστρόγγυλος, από χρόνια ήτανε +νοικιαστής ενός γιβαριού, χωρίς ποτέ να πληρώνη στο Δημόσιο και +τέλος εκηρύχτηκε αφερέγγυος. Και οι δυο είχαν σκοπό να πολεμήσουν με +λύσσα το κόμμα, που τους έβλαψε. Διαβάτες τώρα, είδαν τη ζωγραφιά κι +ενθουσιάστηκαν με την ηρωική κορμοστασιά που είχε το λάβαρό τους. Τα +πρόσωπα έλαμψαν από αγαλλίαση και τα κορμιά τους γαρδαμώθηκαν, σαν +δέντρ' ανοιξιάτικα που τα βιάζει στο ψήλωμα και το χόντρος ο αψύς +χυμός που κουφοδρομεί μέσα τους. Τα χέρια τους σηκώθηκαν και +έστριψαν αρειμάνια τα μουστάκια· θυμωμένη έγινε η λάμψη των ματιών +τους· τρίξιμο δοντιών ακούστηκε κι οι τρεις φίλοι μονόγνωμοι έλεγαν +στον καπετάνο να τραβήξη μπροστά και να τον ακολουθήσουν πρόθυμοι +στη σφαγή και τον όλεθρο των αντιθέτων. Με τέτιο σύμμαχο γίνεται +κανείς θεριό!... + +Άξαφνα πίσω από την εκκλησιά του Αγίου Σπυρίδωνα τούμπανο ακούστηκε +και καραμούζες βραχνόφωνες. Οι φίλοι γυρίσανε ανήσυχοι τα μάτια τους +ζερβόδεξα. + + — Κλωτσά είνε; + + — Όχι, Τηραημόλα... + +Λύθηκε η απορία τους σύνταχα. Φωνή μελαγχολική, γοργή και συγκρατητή +σαν πηγής μουρμούρισμα, ακούστηκε να τραγουδή με μισοκρυμμένη +γλυκειά ελπίδα, κι ήσυχη χαρά: + + — Τα λένε τα πουλάκια + στα Κλεισορέματα· + Πως θάβγη ο Ντεληγιώργης + δεν είνε ψέματα!... + +Τα όργανα την άρπαζαν αμέσως, ζηλιάρικα μήπως χαθή στο άπειρο ή μη +την παραλάβη ακούραστ' η Ηχώ στα μουσικά στέρνα της, και την τίναζαν +τρανταχτή στα φτερά των ανέμων και τα πλευρώματα των βουνών, απάνω +από το πρόσωπο της λίμνης κι απάνω από τις χορταριασμένες σκεπές της +φτωχόπολης, σαν ένα πεφτάστερο. Και η φωνή ανυπόμονη, άρχιζε πάλι το +γύρισμα σε άλλους τόνους με νέα δύναμη και περισσότερη τόλμη κι +ελπίδα και πάθος: + + Κλώσσα με τα π'λιά + Πώς τάβγαλες χρυσά!... + + — Να στην Κλώσσα σας... όξ' απού τσ' άγιους!... φώναξε με +αγανάχτηση ο Τσιρίμπασης, φασκελώνοντας τον αέρα και πάραυτα +κάνοντας το σταυρό του. + + — Να στο γιο του χωροφύλακα!... είπε αναψοκοκκινισμένος ο +Καψοχείλης. Μουρ' ακούς κι ο νιος του σταυρωτή να γυρεύη ψήφ'ς!... + +Αμ αν ήταν κόσμους, πρόσθεσε με τη βάναυση φωνή του ο Ταράνανας, +ούτε Κλώσσα ούτε Τηραημόλα θ' ακγότανε στο Μσολόγγ'... Μονόβουλο θα +πέφτανε οι ψήφ' στην κάλπ' του καπιτάν Νικόλα. Ποιος μας έδωκε τουν +ψήφο παρά ο πατέρας τ'; Αν δεν ήταν λευτεριά, ψήφο δε θα χαμι· κι αν +δεν ήταν ο καπιτάν Δημήτρ'ς, δε θα να χαμι λευτεριά. Δεκαπέντε +χρόνια — τ' άκ'σες; — κράτησε λεύτερα τα χωριά του Ζυγού και ποτέ +δεν έβαλε καλπάκ'... Κι στσ' είκοσ' τ' Μάη — που ήσαι; — στσ' είκοσ' +τ' Μάη πρώτος κατέβ'κε στο Μσολόγγ' κι κλείστ'κε ως τ'ν Έξοδου. +Πρώτος ήταν στα γιρούσ' κι κούρταρος στο φευγιό... + +Οι τρεις φίλοι με συρτά βήματα, με τα χέρια πίσω και το σώμα ράθυμο, +σαν άνθρωποι, που δεν έχουν τι να κάμουν το διαβάτη χρόνο, τράβηξαν +ίσα στην Πλατεία. Συχνά γύριζαν κι έβλεπαν την εικόνα του αγωνιστή, +εκεί στην πόρτα κρεμασμένη κι έπειτα εξακολουθούσαν το δρόμο τους +και στόλιζαν το γιγαντομάχο είδωλό τους, με σωματικά και ηρωικά +χαρίσματα. Έλεγαν για τη θεόρατη κορμοστασιά, για τον αδούλωτο +χαραχτήρα του, για την αυστηρή αγαθοσύνη του προσώπου, για των +ματιών του το φοβερό ασπρογάλιασμα. Υμνούσαν τώρα το αστόμωτο σπαθί, +που έζωσε τη λυγερή μέση του σ' όλη την κλέφτικη ζωή και στου Αγώνα +τα χρόνια, αφού έζωσε πριν την αλύγιστη μέση του Σφαλτού και του +Τσούτση, πρώτου αρχηγού των Ζυγιωτών· και τώρα ιστορούσαν το +χαρόσταλτο ντουφέκι του. Λιάρο τον περίφημο, που ξάπλωνε κουφάρια τα +κορμιά κι έντυνε στα μαύρα γονέους κι αδερφούς, παιδιά και +στεφανωτικές. Θάμαζαν πότε το θυμό, που ξεσπούσε πύρινος στους +αρματωμένους εχτρούς· και πότε τα σπλαχνικά λόγια που παρηγορούσανε +θλιμμένους αιχμαλώτους. Μετρούσανε τους αμέτρητους πολέμους και τις +φρόνιμες γνώμες του· την περιφρόνηση του στα ταπεινά κέρδη και την +αδιαφορία του στις κούφιες τιμές. Έβραζε μέσα τους ο κομματικός +φανατισμός και ξεχείλιζε σαρκωμένος σε λόγια βαθειάς ευγνωμοσύνης +δούλων, για τον μεγαλομάρτυρα ελευθερωτή τους. Και κάθε στιγμή, σε +κάθε λέξη τους κι οι τρεις έμεναν σύμφωνοι, πως αν ήταν άνθρωποι +σωστοί στο Μεσολόγγι, άλλο κόμμα δε θα βρισκότανε κι άλλοι βουλευτές +δε θα ψηφίζονταν από τον καπετάν Νικόλα κι άλλος δε θα έβγαινε +δήμαρχος από τον καπετάν Γιώργη, ούτε θα δοξαζότανε άλλος από τον +κυρ Στάμο, τα παιδιά του. + + — Να κι ο Τηραημόλας· είπε άξαφνα ο Τσιρίμπασης, γυρίζοντας το +πρόσωπο αλλού με αηδία, λες κι έβλεπε μπροστά του σερπετό. + + — Να ο πατέρας του Τζαλμά· μισοβόγγιξε κι ο Κοψαχείλης. + +Ήταν φτασμένοι τώρα στην Πλατεία και στην πόρτα ενός καπνοπωλείου +είδαν το εκλογικό σημάδι άλλου κόμματος. Μέσα σε στεφάνι από +κλωνάρια ελιάς, στολισμένο με φιογκάκια και κορδέλλες κόκκινες, ήταν +άλλη ζωγραφιά. Μαύρη καλοκουμπωμένη ρεδιγκότα και φουσκωτός +κατάμαυρος λαιμοδέτης και ψηλά κάτασπρα κολλάρα, στηρίζανε κεφάλι +χοντρό κι ολοστρόγγυλο. Λίγα ψαρά μαλλιά και πλατύ καμαρωτό μέτωπο, +έδειχναν του απέραντου νου στενά και καλογραμμένα τα σύνορα. Η μύτη +βαθειά χαραγμένη στον ίσκιο, κατέβαινε χοντρή από το μεσόφρυδο στο +απάνω χείλο, το στολισμένο με κοντά μουστάκια κατάργυρα. Ζερβόδεξα +τα μηλομάγουλα καλοξουρισμένα, με το προγούλι κάτω ξεχειλισμένο από +λαχταριστή σάρκα κι απάνω τα φρύδια χαμηλότοξα και τα μάτια +ημερωμένα, έχυναν στο σύνολο ασκητού γαλήνη κι απλότη φιλοσοφική. +Της ελιάς τα χαλκοπράσινα φυλλαράκια και τ' άνθη, με την κόκκινη +κορδέλλα περιπλεγμένα, θυμίζανε το αίμα, που χύθηκε στη γη, για να +βλαστοβολήση τα καρπερό εκείνο δέντρο της ειρήνης. Κι ο άντρας, που +είχε τέτια σεβαστά σύμβολα, φαινότανε ανέγγιχτος στου φθόνου τη +γλώσσα, όπως οι ξύλινοι εκείνοι σταυροί των χωριών, που διώχνανε από +κοντά τους κρύα τα βόλια των Τούρκων. Ήταν και κείνος από τους +άντρες του Αγώνα, πατριώτης αψύς κι ακούραστος. Μόλις ακούστηκε το +σάλπισμα της ελευθεριάς στη βαρυστέναχτη γη, άφησε τα καλά και τη +μελέτη του κι έτρεξε στην κακοπάθεια και το αλληλοφάγωμα και δούλεψε +την πατρίδα όχι με το σπαθί, αλλά με του μυαλού τη δύναμη. Οι τρεις +φίλοι κοντοστάθηκαν αθέλητα, σαν κάτι να κράτησε τα πόδια τους +άξαφνα. Μα ο Ταράνανας σπρώχνοντας τους συντρόφους του; + + — Τράβα, μωρέ! Είπε με θυμό· κι αφήστε τον προδότ' να μην τον +γλέπου!... + + — Αλήθεια· ομογνώμησαν οι άλλοι, κουνώντας το κεφάλι. + + — Αμ' βούλιαξ' άλλος το Μσολόγγ'!... ξανάειπε αγαναχτησμένος ο +σκάπουλος. + +Έκοψε όμως την κουβέντα του, γιατί ένιωσε κάποιον να του πιάνη το +χέρι. Γύρισε απότομα πίσω κι είδε με απορία του τον Κώστα Ζάγαρδο ή +Τριζώνη. Ήταν αυτός από μικρό παιδί υπερέτης στο σπίτι του κυρ +Αλέξαντρου, του αρχηγού της Τηραημόλας. Νέος έξυπνος, δραστήριος, +θαρρετός με τον καιρό είχε καταντήσει από υπερέτης αντιπρόσωπος του +γέροντα στην επαρχία και ψυχή στο κόμμα. Αυτός ερχόταν σε συνεννόηση +με τις Αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές· αυτός ανακοίνωνε στους +κομματάρχες τα θελήματα του αρχηγού και τις οδηγίες· αυτός έβγαζε +δικαστικές απόφασες· αυτός στρατιωτικές άδειες· αυτός μετάθεσες και +πάψες. Συντύχαινε με τον πολύ κόσμο, άκουε παράπονα κι έδινε ελπίδες +είτε πραγματοποιούσε όνειρα. Όλης της επαρχίας εκείνης και πολλές +φορές του νομού τη χιλιοπρόσωπη κομματική υπηρεσία περιπλεγμένη την +είχε ο Τριζώνης στα δάχτυλά του και σαν τηλεγραφική μηχανή +διατηρούσε φαύλη συγκοινωνία, στέλνοντας στην Πρωτεύουσα ανήθικες +απαίτησες των φίλων και παίρνοντας αποκεί ανηθικώτερες υπόσχεσες. + +Για να έχη όμως αυτή την δύναμη, που έκανε τους φίλους να τον +περιτριγυρίζουν και να τον γλυκοθωρούν σαν είδωλο τύχης τυφλής, οι +αντίθετοι τον απόφευγαν σαν μόλυσμα. Ο Ταράνανας, άμα τον είδε, +γύρισε αλλού το πρόσωπο και ηθέλησε να τραβήξη το χέρι του. Μα ο +Τριζώνης τον κράτησε σφιχτά και πάντα γελαστός του είπε: + + — Ρε αδ'ρφέ σ'μπέθερε, χάλασα τουν κόσμου γυρεύοντάς σε. Πού ήσ'να +κρυμμένος! + + — Να, με τσι φίλ'ς· απάντησε αυτός αδιάφορος, σαν να του έλεγε: άσε +με και μη με σκοτίζεις. + + — Σε θέλω· έλα να σ' που ένα λόγο για καλό σ!.. + + — Τι θα μ' πης; δεν έχω κ'βέντα μι σε. + +Ο Τριζώνης χαμογέλασε με το πείσμα του συμπέθερου· και φρόντιζε να τον +αντικρύση στα μάτια. + + — Μουρ' έλα κι δε θα σ' φάου!... φώναξε πεισμωμένος τάχα. Έλα κι δε +θα σε φάου!... + + — Δεν έρχουμι σ' λέου!... δεν έρχουμι!... επέμεινε εκείνος, +προβάλλοντας το κορμί μπροστά και ανοίγοντας τα μάτια. + + — Έλα σ' λέου για καλό σ!.. Αν δεν έρθ'ς, θα μετανοιώσης! ξανάειπε +ο Τριζώνης. + +Μίλησε τόσο σοβαρά τα τελευταία λόγια του, που ο αγαθός σκάπουλος +χολοταράχτηκε. Το θάρρος κι η κομματική αποστροφή έφυγαν από πάνω +του. Αντί να μακρίνη πλησίασε περισσότερο στον Τριζώνη, πρόσωπο με +πρόσωπο και τον κοίταζε κατάματα, θέλοντας να μαντέψη τους σκοπούς +του. Μα εκείνος κρύος, ατάραχος, με το χαμόγελο μαρμαρωμένο στα +χείλη, γύρισε και του σφύριξε στ' αφτί: + + — Σε θέλει ο κυρ Αλέξαντρος· πάμε σπίτ'. + +Ο Ταράνανας πισωπάτησε σπασμωδικά, σαν να αισθάνθηκε βέλος πύρινο +μέσα στο μυαλό του και φώναξε με οργή· + + — Τ' έκαμε λέει; Ιγώ να πάου σπίτ' τ'!... Ιγώ ν' ανεβού τ' σκάλα +τ'!... Κάλλιο να μου κόψ'νε τα ποδάρι' απ' το γόνα! Όχι, δεν πάου, +δεν πάου!... δεν πάου π'θενά!... + +Κι ηθέλησε να φύγη, να πλησιάση στους συντρόφους του, να εύρη +αγγελική ασπίδα στη διαβολική εκείνη φωνή, που τον έσερνε ν' αρνηθή +τη θρησκεία του. Τόσα χρόνια το δούλευε το κόμμα του· πάππου προς +πάππου! Τόσα χρόνια δεν πάτησε ποτέ στην πόρτα της Τηραημόλας! Ούτε +σε χαρά, ούτε σε λύπη. Ούτε για καλό, ούτε για κακό. Όχι να πάη τώρα +παραμονές εκλογών! Αφίνει Τούρκος το τζαμί χωρίς ν' αλλαξοπιστήση; + +Μα ο μαυλιστής του, αδράζοντας πάλι το μπράτσο του σφιχτά και +κοιτάζοντάς τον με γέλιο στα χείλη και με χολή στα μάτια· + + — Παλάβωσες; λέει. Μουρ' είσαι χαμένος σ' μπέθερε· έλα να σ' που... + +Και τον έσυρε έρριζα στον τοίχο κι άρχισε να του κρυφομιλή. Ο +σκάπουλος στην αρχή απαιτούσε να του μιλή δυνατά, να τον ακούη ο +κόσμος, να μη βάλουν υποψία πως παζαρεύει τον ψήφο του. Α! όλα κι +όλα! Το κόμμα είνε θρησκεία· δεν τ' αλλάζει ό,τι και να γίνη. Δεν +δίνει αλλού τον ψήφο του για όλο τον κόσμο! Μυστικά μαζί δεν έχουν +οι αντίθετοι. Και μάλιστα τέτιες ημέρες. Ό,τι έχει να του ειπή, να +το ειπή φόρα και γ'ρήγορα... Κι όλο ήθελε να φύγη από κοντά του. Μα +όσο τον άκουε, λίγο — λίγο μαλάκωνε. Χαμήλωνε τα μάτια και πλησίαζε +ολοένα στο συμπέθερο, δείχνοντας πόσο σπουδαία και σοβαρά ήταν τα +λόγια του. + +Αληθινά ο Τριζώνης έλεγε σπουδαία πράματα, Έξ — εφτά μήνες πριν ο +Ταράνανας είχε σοβαρή δουλειά με τον Οικονομικό Έφορο της επαρχίας. +Αφορμή έδωκ' ένα πριάρι αλάτι. Με τον σύντροφό τον το Γιάννη Κρούστα +ή Μπούφο το φέρνανε νύχτα στην πόλη από το Λούρο. Οι χωροφύλακες που +περιπολούσαν στη λίμνη, τους απάντησαν και τους διάταξαν να σταθούν. +Εκείνοι εξακολούθησαν το δρόμο τους, σπρώχνοντας μπροστά με τα +σταλίκια το προιάρι κι αφίνοντας πίσω γαλάζια γραμμή από φώσφορο στη +σκοτεινή απλωσιά. Οι χωροφύλακες ντουφεκίσανε τότε στον αέρα να τους +φοβίσουν· μα εκείνοι έριξαν στα τυφλά και πλήγωσαν ένα από δαύτους. +Οι περίπουλοι θύμωσαν· τους βάλανε στο σημάδι και τους ανάγκασαν ν' +αφήκουν το προιάρι και να ριχτούν στη λίμνη. Οι χωροφύλακες πιάσανε +το προιάρι, πέρασαν την αυγή στο Λούρο, χαλάσανε τα τηγάνια της +αλικής κι από διάφορα πράματά τους κατάγγειλαν στην Αρχή το Μπούφο +και τον Ταράνανα. + +Ο Μπούφος ήταν φανατικός φίλος της Τηραημόλας και με δυο λόγια, που +σφύριξε ο Τριζώνης του έφορου, απαλλάχτηκε αμέσως. Τα πράματα, που +κατάσχεσαν οι χωροφύλακες, μπορούσε να ήταν δικά του, χωρίς να +ενέχεται. Ο Ταράνανας όμως δεν ήταν φίλος και δεν είχε ανάγκη να +φροντίση γι αυτόν ο συμπέθερος. Έπειτα το προιάρι είχε γραμμένο στην +πρύμη τ' όνομά του. Κι είχε ακόμη κοντά, με κόκκινη βαφή κι ένα +εκλογικό δίστιχο, που βάραινε φοβερά τη θέση του. Το θυμάται; Αν δεν +το θυμάται, να του το ειπή αυτός, που δεν το ξέχασε, ούτε θα το +ξεχάση ποτέ στον αιώνα! + + Ξεκίνησε με φλόγες ο καπετάν Γιωργής + Τα Γιάννινα να πάρη ο καπετάν Μακρής. + +Φυσικά ο έφορος έβγαλε την απόφασή του. Οχτακόσιες δραχμές είχε +πρόστιμο ο Ταράνανας και το Νομικό Συμβούλιο ήταν έτοιμο με μια +μονοκοντυλιά να διατάξη την προσωπική του κράτηση. Και να μη λέμε +την καταγγελία για την αντίσταση, που έκαμε στην Αρχή! Τι τα θες. +Ήταν τόσο κακά τα πράματα, που μια να έμπαινε στη φυλακή, δε θα +βγαινε παρά νεκρός. + + — Μουρ' τι λες, σ' μπέθερε! ρώτησε ο σκάπουλος. + + — Μα τα ούλα τα κονίσματα δε γλυτώνεις· είπε ο Τριζώνης με απάθεια. + +Ο Ταράνανας τα έχασε. Κοίταξε το σύντροφό του στα μάτια κι έπειτ' +ακκούμπισε το κεφάλι στον τοίχο συλλογισμένος. + + — Τι να κάμω; μουρμούρισε. + +Ο Τριζώνης δεν απάντησε αμέσως. Άφηκε το σκάπουλο στην απελπισία του +κάμποση ώρα. Άξαφνα με φωνή δυνατή κι απαιτητική του είπε, πιάνοντας +τον αλαφρά από το γελέκο: + + — Μ' ακούς εμένα; δε μ' ακούς!... Πάμε σπίτ' σ' λέου· είνε καιρός +ακόμα... Του ξέρ' ο κυρ Αλέξαντρος. Του μίλησα ιγώ!... + +Και τράβηξε να φύγη. Ο σκάπουλος ηθέλησε ν' αντισταθή, να μην +ακολουθήση. Μα έξαφνα με δυο — τρία δραμπαλίσματα του κορμιού, +έσκυψε το κεφάλι και ώρμησε σαν μεθυσμένος κατόπιν του. + +Όταν οι δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψαχείλης κι ο Τάσος +Κρίκας ή Τσιρίμπασης, είδαν τον Ταράνανα ν' ακολουθή τον Τριζώνη, +κοίταξε ένας τον άλλον και χαμογέλασαν πονηρά. + + — Πάει πίσου σαν το ψάρ' στην τράενα· είπε ο ένας. + + — Τσίμπ' σι· πρόσθεσε ο άλλος. + + — Λες; + + — Ω βέβαια· κάτι παλούκι τ' χώσανε και πάει ναν τ' του βγάλ'ν'... + +Και εκάθισαν απ' έξω σ' έναν καφενέ, αντίκρυ στο καπνοπωλείο. Κόσμος +πολύς πηγαινορχότανε μπροστά τους. Πολύ σπάνια τ' Άη Σημιού ή του +Λαζάρου, που γιορτάζεται η Έξοδος, φαίνεται κάποια κίνηση εκεί. Μα +για να καταντήση αληθινό πανηγύρι, πρέπει δυο σημαντικά πράματα να +συμβούν. Ή να κατεβή κανένας ντόπιος πολιτικός από την πρωτεύουσα· ή +να είνε παραμονές εκλογών. Τότε καταντά αγνώριστη η κοιμισμένη +Πλατεία. Επιστήμονες, υπάλληλοι και στρατιωτικοί· γιβαράδες και +καραβοκυραίοι· χοντρονοικοκυραίοι κι έμποροι· χωριάτες και γεωργοί +και γύφτοι· δήμαρχοι και υποψήφιοι βουλευτές της επαρχίας, του Νομού +όλου ανάκατα, ήταν τώρα εκεί και γλυκομιλούσαν και κρυφογελούσανε +ίσοι προς ίσους όλοι, όπως σε κανένα εμπορικό πανηγύρι, όταν το +κρασί ανάβει τα καύκαλα και το μεθύσι της κερδοσκοπίας παρασέρνει τη +ντροπή και λύνει άκριτη τη γλώσσα. Και δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά +πανηγύρι και παζάρεμα ψήφων! Ήθελαν όλοι να φαίνονται πως είνε +κομματάρχες πως δίχως αυτούς τίποτα δε γίνεται. Άνθρωποι σημαντικοί +κι άνθρωποι που δεν ώριζαν όχι τον ψήφο μα ούτε το παπούτσι τους, +έτρεχαν απάνω — κάτω κι ήθελαν να παραπείση ένας τον άλλον, να του +ξεκολλήση ένα λόγο, να μαντέψη τι κρύβει μέσα του και να τον +αναγκάση να τ' αλλάξη. Οι χαραχτήρες, οι κοινωνικές σχέσες, η +πολιτική μάθηση, τα σχέδια και τα όνειρα των αρχηγών, ήταν όλα στο +στόμα τους και ή τα τρίβανε και τα σκορπίζανε στους τέσσερους +άνεμους ντροπιασμένα κι ανάξια προσοχής, ή τα σύναζαν και τα +στρογγυλόκοβαν βάθρο ακλόνητο στα χρυσελεφαντένιο άγαλμά τους. +Εκλογικός ανεμοστρόβιλος σάρωνε το μακρύστενο σοκάκι και καθότανε +απάνω στα κρανία, έμπαινε στα μυαλά του πλήθους και το έκανε να +βρίσκη χίλια — δυο τερτίπια θαυμαστά, λες και δεν είχε στη ζωή του +άλλη φροντίδα, από κείνη της εκλογικής ενεργείας και του κομματικού +πυρετού. + +Ζερβόδεξα τα μαγαζιά, οι ταβέρνες και τα ρακοπουλειά, τα μπακάλικα +κι οι καφενέδες ήταν στολισμένοι με των κομμάτων τα σημάδια. Σημαίες +και φλάμπουρα· εικόνες και κορδέλλες· ελιές ολόκορμες και δάφνες και +πορτοκαλιές, έστεκαν ορθές σε κάθε πόρτα, σκαλώνανε σε κάθε +παράθυρο· στεφάνωναν κεραμύδια, αγγωνάρια, μπαλκόνια και +μπαλκονόπορτες· στόλιζαν κρασοβάρελα και τυρασκιά, ψαρόψαθες και +φαρμακείων ακόμη βυτρίνες, με φανατισμό αλληλοφαγωμού. Και μέσα +βροντούσε άλλη ζωή. φωνές κεραστών και τραγούδια μεθυσμένων και +«βίβα» και «ζήτω!». «Κλώσσα» και «Τηραημόλα» ανθρώπων που δεν είχαν +άλλη συνείδηση, από κείνη του φαγοποτιού και της ανέξοδης σπατάλης. + +Ο Κοψαχείλης κι ο Τσιρίμπασης εξακολουθούσαν ν' αναθεματίζουν τη +ζωγραφιά που έστεκε αντίκρυ τους σκεπτική, λες και ταλάνιζε τη μοίρα +των απογόνων. Με το ίδιο ξάναμμα που παίνευαν πριν τον αρματωλό +κατηγορούσαν τώρα το διπλωμάτη. Έλεγαν πως για ν' αναγνωριστή στον +τόπο του αρχηγός, έφερε τους Σουλιώτες κι έδερναν τον κόσμο κι +έγδυναν τα σπίτια και σκότωναν τους νοικοκυραίους. Τον ύβριζαν πως +με πλαστά γράμματα ραδιούργησε τους ντόπιους καπεταναίους στα +Παλληκάρια τους· πως ερέθιζε το λαό με τους άρχοντες, +χαραχτηρίζοντάς τους προδότες. Έλεγαν πως αυτός στ' Ανάπλι εμπόδιζε +να στέλνουν τροφές στην πολιορκημένη πόλη κι έγινε αιτία της φριχτής +πείνας· πως πρόδοσε στους Τούρκους τη νύχτα της Εξόδου και +συμβούλευε τη θέση για να στήσουν του Κάη, το κανόνι που τόσους +σάρωσε διαλεχτούς στην πρώτη ορμή. Αυτός έγινε αιτία να πελεκηθή το +σώμα του Μακρή από τους Αρβανίτες στ' Αμπέλια του Ριζικότσικα. Αυτός +εμπόδισε τον Κώστα Μπότσαρη να βοηθήση χτυπώντας τις πλάτες του +εχτρού. Κι ακόμη όταν έφτασαν τ' απομεινάρια της ηρωικής καταστροφής +στ' Ανάπλι, αυτός δεν ηθέλησε να τα δεχτή κι εμπόδισε την Κυβέρνηση +να τους δώκη ψωμί και ρούχα και βαθμούς, ο φθονερός!... + +Οι δυο φίλοι δεν ήταν οι μόνοι που έλεγαν και πίστευαν αυτά. Ήταν +σχεδόν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι του σημερινού αρχηγού της +Τηραημόλας, όσοι δεν ψωμίστηκαν από τα χέρια του ή και ψωμίστηκαν +λιγώτερο απ' ό,τι έλπιζαν. Και δε μετρήθηκαν μόνον εδώ οι υπερεσίες +των αγωνιστών κατά τις συμπάθειες και αντιπάθειες του λαού στους +συγγενείς τους. Παντού έγιναν τα ίδια, σε κάθε μέρος της ελεύθεοης +Ελλάδας, όπου τα τέκνα των ηρώων ανακατεύτηκαν στην πολιτική. Αλλά +στο Μεσολόγγι, που έγινε έδρα της Δυτικής Ελλάδας από τα πρώτα +χρόνια της επανάστασης, η ασέβεια κι η παραγνώριση έφτασαν στο +φοβερώτερο σημείον. Άρχισε αμέσως το αλληλοφάγωμα των στρατιωτικών +με τους πολιτικούς, των ξένων με τους ντόπιους, των προυχόντων και +του λαού. Οι δημοκόποι ήβραν ευκαιρία να οργιάσουν. Συχνά τα +χαλάσματα εκείνα των σπιτιών και μολυβοφαγωμένα κάστρα σταθήκανε +μάρτυρες βουβοί, έχτρας τρομερώτερης από τα τρελλά γιουρούσια των +Τούρκων. Συχνά λησμονηθήκανε οι πολύτιμες υπερεσίες του προύχοντα +εμπρός στα λογοκοπήματα πρόστυχου καλαμαρά. Πολλές φορές είδαν να +καή σαν το Ιούδα τα αντρείκελο φρόνιμου και αγνού στρατηγού και να +κηρυχτή εθνοσωτήρας αηδέστατος δημοκόπος. Και το κακό δεν έμεινε ως +εδώ. Εξακολούθησε με πείσμα περισσότερο και έπειτ' από τον Αγώνα. Τα +παιδιά των αγωνιστών, αφού δεν είχαν δική τους ιστορία, ηθέλησαν να +εκμεταλλευθούν την ιστορία εκείνων, να θυμίσουν στον όχλο τις +υπερεσίες τους και τις εικόνες τους να στήσουν εκλογικά λάβαρα. Τότε +όμως εκείνος παράφορος, βαρυποτισμένος από ελευθερία, πάππου προς +πάππου ασεβέστατος, δεν εδίστασε ν' αρνηθή και στους πατέρες τη +δόξα, να πλαστογραφήση την ιστορία τους, μόνον και μόνον για να +εκδικηθή τους απογόνους. + +Τώρα στη συνείδηση των δυο φίλων κανένα δεν εύρισκεν έλεος ο σοφός +διπλωμάτης. Όλες τις καταστροφές, τ' ατυχήματα όσα υπόφερεν ο τόπος +τους κατά τον πικρόν αγώνα, η μισητή εκείνη και απάνθρωπη ψυχή τα +είχε φέρει όλα. Δεν ελογάριαζαν πως ήταν νεκρός, πως ανήκει σε +περασμένη γενεά, πως είχε γίνει σκόνη μέσα στον τάφον του. Επίστευαν +πως τον είχαν μπροστά τους, πως τον έβλεπαν σύψυχον, πως τους άκουε +κι ήθελαν να τον πικράνουν, να τον βασανίσουν, να τον ιδούν να κλάψη +για να χαροκοπήσουν. + + — Προδότης που να μην είχε κλήρα!... εσυμπέρανε ο Κοψαχείλης με +αγανάχτηση. + +Μα εκείνη την ώρα, όλων η προσοχή ήταν ριγμένη στην άκρη της +Πλατείας, πίσω από τ' αγγωνάρι γειτονικού στενού κι οι φίλοι +αναγκάστηκαν να κόψουν την κουβέντα τους. Τούμπανα και καραμούζες +έφεραν στ' αφτιά τους το τραγούδι της Τηραημόλας με τους +βροντηχτούς, κομμένους κι αυστηρούς σαν ξαφνιστικά παραγγέλματα +τόνους της. Μα δεν τους ανησύχησε τόσο το τραγούδι όσο τα πονηρά +βλέμματα μερικών αντιθέτων που κολλούσαν απάνω τους με σαρκασμό. + + — Ο Ταράνανας! ψιθυρίσανε συνατοί τους. + +Και μονόγνωμοι σηκώθηκαν και βάδισαν εκεί. Ήταν αληθινά το κόμμα της +Τηραημόλας; Ψαράδες με τα πλατειά βρακιά και τα κόκκινα ζωνάρια και +τα μάλλινα πουκάμισά τους κι οξωμάχοι με τις φουστανέλλες τους, +αναμαλλιασμένοι όλοι, κοκκινοπρόσωποι, με τα χέρια ψηλά, +χοροπηδούσανε κι αντιπατούσαν τη γη. Κι εμπρός απ' όλους περισσότερο +ξαναμένος, αγριοπρόσωπος, με το φανατισμό νεοφωτίστου κλωτσοχόρευε ο +Ταράνανας κι εγκάριζε ανακινώντας ψηλά μια εικόνα, το λάβαρο που +είχε το νέο κόμμα του. + +Ο σκάπουλος μόλις ανέβηκε στη σκάλα και βρέθηκε μπροστά στον αρχηγό, +κατάλαβε πως ο ψήφος ήταν η μόνη σωτηρία του. Είνε αλήθεια πως ο +σεβαστός γέροντας καθόλου δεν του είπε τέτοιο λόγο. Τον ρώτησε τι +κάνει η γυναίκα του, το σκυλάκι, τα κλωσσοπούλια του· πώς πηγαίνει +το ψάρεμα, ο καπνός, τ' αλάτι. Α, τ' αλάτι!... Τι διάβολο, τόσο +απροφύλαχτα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι τις δουλειές τους και +φανερόνονται στην εξουσία! Κι επί τέλους, αφού δεν έχουν την +καπατσοσύνη να κρυφτούν, δεν φροντίζουν τουλάχιστον να έχουν έναν +καλό φίλο. που θα μπορή να τους βρεθή στην ανάγκη τους!... Α πολύ +κακά τα καταφέρνουν! πολύ κακά!... Και τα έλεγε με ήσυχη φωνή, +κοιτάζοντας πότε τον Τριζώνη, πότε τα έπιπλά του, πότε τους άλλους +ανθρώπους που περνοδιάβαιναν καθόλου όμως τον Ταράνανα. Δεν μίλαγε +γι' αυτόν. Ο αρχηγός εξέταζε γενικώτερα το πράμα. Ελυπόταν να +υποφέρουν οι άνθρωποι από λειψομυαλιά τους. Και όμως δεν πρέπει να +τους αφήκη να χαθούν. Σήμερα που μπορεί να κάμη το καλό, θα το κάμη +κι ας πάη στα χαμένα! + + — Φρόντισε· είπε στον Τριζώνη· τελείωσε τη δουλειά του παιδιού από +δω. + +Κι έπειτα δίνοντας το χέρι στον Ταράνανα και κοιτάζοντάς τον με +χαμόγελο: + + — Μείνε ήσυχος, του ψυθύρισε· η δουλειά σου τελειωμένη. + +Ο σκάπουλος στην τόση καλοσύνη του κομματάρχη αισθάνθηκε ταπείνωση. +Η συγκίνηση τον έπνιγε. Δεν ήταν μικρό πράμα να γλυτώση και πρόστιμο +και φυλακή μ' ένα λόγο. Τάχα τι κέρδισε τόσα χρόνια που δούλευε με +αφοσίωση το κόμμα του; Μονάχα όταν ήταν στην εξουσία — πολύ σπάνια +κι αυτό — τον άφιναν να ψαρεύη στη λίμνη, χωρίς να πληρώνη το +δωδεκάδραχμο επιτήδευμα και να πουλή εμπρός στα μάτια της Αρχής τον +καπνό και τ' αλάτι του. Από τέτιον όμως κίντυνο, σαν το σημερινό, +μπόρεσε ποτέ να τον σώση; Καθόλου. Κι ενθουσιασμένος για τη σωτηρία +του, αποφάσισε αμέσως να σηκώση τοίχο στο κομματικό του παρελθόν. +Κατάλαβε πως, αν η αξιοπρέπεια του γέροντα δεν τον άφινε να ζητήση +ψήφο, μόνος του έπρεπε να τον προσφέρη. Έσφιξε δυνατά το απλωμένο +χέρι και φώναξε τινάζοντας τη σκούφια του στη ζωγραφισμένη οροφή: + + — Ζήτω η Τηραημόλα, ζήτω!... + +Όταν σε λίγη ώρα ο Ταράνανας, ζαλισμένος ακόμη, άφινε τον ναό της +νέας του θρησκείας, τον άρπαξε το πλήθος που γλεντοκοπούσε με τα +τούμπανα στην αυλή. Ήταν κι αυτό εκλογικό τερτίπι. Ο σκάπουλος +βρέθηκε στην ανάγκη να γίνη φίλος της Τηραημόλας. Μα δεν ήταν +βέβαιο, αν θα κρατούσε το λόγο του. Σε τέτιους ανθρώπους δεν μπορεί +κανείς νά χη εμπιστοσύνη. Μόλις έβγαιν' έξω οι παλιοί φίλοι θα +τρέχανε από πίσω του. Ο αρχηγός θα του έταζε λαγούς με πετραχήλια· +θα του έκαναν όλοι παρατήρηση για το κάμωμά του το προδοτικό· θα τον +έβριζαν, θα τον παρακαλούσαν, αλλαξοκορδέλλα θα τον έκραζαν κι ίσως +τον έκαναν να μετανοιώση. Έπειτα κι αν κρατούσε το λόγο του, αν +έρριχνε τον ψήφο του στην κάλπη της Τηραημόλας, τι μ' αυτό; Ένας +περισσότερος ένας λιγότερος δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ο σκοπός +ήταν να δειχτή έξω στο δρόμο, να μάθουν όλοι τα γύρισμά του· να +λαληθή πως το κόμμα έχει δύναμη, αφού κατορθώνει και παίρνει από τ' +άλλα τους φανατικώτερους φίλους. Αυτό κάνει εντύπωση και παρασέρνει +κι άλλους. Άμα τσακίση ένα κόμμα, δε βαστιέται... + +Ο Ταράνανας στην αρχή δυσκολεύτηκε. Ήθελε να εύρη χίλιες — δυο +αφορμές για ν' αποφύγη. Είχε ακόμη συνείδηση πως το κάμωμά του δεν +ήταν καλό. Ντρεπότανε να βγη στον κόσμο έτσι απότομα με τη νέα του +σημαία. Ο Τριζώνης όμως ήταν κοντά και τον κοίταζε αμίλητος, με τα +χολερικά μάτια του αυστηρά, με τα χείλη σφιγμέν' από την αγανάχτηση. +Αν δεν ακολουθούσε, βέβαια πως ήταν χαμένος ο Ταράνανας. Κι όχι +μόνον ν' ακολουθήση έπρεπε, μα και να φανή λυπημένος, που τώρα μόλις +άνοιξε τα μάτια του στο φως το αληθινό, να ξελαρυγγιαστή μάλιστα +ζητωκραυγάζοντας. + + — Έλα μπροστά, μπροστά κ'μπάρε... είπε ο αρχηγός του πλήθους, ένας +πρισκοκοίλης γιβαράς· πάρε στο σπίτ' κι το γέροντα μας. + +Και του έδωκε στο χέρι την εικόνα του διπλωμάτη. Ο σκάπουλος +αναγκάστηκε ν' ακολουθήση. Και λίγο — λίγο, όσο άκουε γύρω του τις +κραυγές των συντρόφων, έδιωχνε το δισταγμό και τη ντροπή του. Το +εκλογικό τραγούδι, που δεν μπορούσε άλλοτε ν' ακούση χωρίς φρίκη, +τώρα τον ενθουσίαζε και τον έσερνε στον ανεμοστρόβιλο της τρελλής +χαράς και του κομματικού μίσους. + + — Αλτάνη, μώρ' Αλτάν!... έβγα όξου να μας [κιράης]· φώναξε κλωτσώντας +την πόρτα του με μανία. Μι το γκιγούμ' του θέλου· μι το γκιγούμ!... + +Η γυναίκα του, καθώς άκουσε πως διάβαινε η Τηραημόλα από το σπίτι +της, έβγαλε τα σαρίδια έξω και τα σκόρπισε για να δείξη την +περιφρόνησή της. Έπειτα μπήκε και μαντάλωσε την πόρτα με πάταγο. +Όταν όμως με τις άλλες αγριοφωνές άκουσε και τη φωνή του αντρός της, +απόρησε! Ήταν δυνατόν ο Παντελέως να βρίσκεται με το πλήθος εκείνο; +Με τρεμουλιαστά χέρια άνοιξε και καθώς είδε την αλήθεια, εξωφρενών +άρχισε να μουντζώνη τον άντρα της και να καταριέται. + + — Τ' είνε που κάνεις, μαρέ, κ'τουμαμά, μαρέ μπούφο!... Αμ δε σ' +έκοβε καλύτερα! Τ' έπαθες κι αλλοξοπίστ'σες, κολασμένε!... + +Μα εκείνος με αγριώτερες φωνές απάντησε τραγουδηστά στα λόγια της +γυναίκας του: + + + — Χαρίλαε Τρικούπη, + του πρέσβη μας παιδί, + ο Βασιλιάς σε θέλει + ν' ανοίξης τη Βουλή!... + +Άξαφνα είδε μέσα στο λαό τους δυο συντρόφους του. Έστεκαν παράμερα +και τον κοιτάζανε χλωμοί, άφωνοι, με τρεμάμενο πηγούνι από το θυμό. +Ο σκάπουλος θύμωσε. Γιατί να τον κοιτάζουν έτσι; Τ' ήθελαν; Τι +ανάγκη τους είχε; Έτσι τ' αρέσει, έτσι φέρνεται. Δεν έχει να δώση +λόγο σε κανένα! Όχι· σε κανένα!... + +Και για να δείξη την περιφρόνηση του σε κείνους και το κόμμα τους, +σήκωσε ψηλά τη ζωγραφιά και χτύπησε βαρειά την άλλη, που είχε απάνω +από την πόρτα του. Με τον νέο του θεό, τον πανίσχυρο, σύντριβε τώρα +τον παλιό, που δεν ήταν ικανός να τον προστατέψη. Τάχα τι μας έκαμε +κι αυτός που φουσκώνει τόσο! Ήταν παλληκάρι πολέμησε· ματώθηκε. + +Και τι με τούτο; Μόνος του ελευθέρωσε την πατρίδα; Αν δεν ήταν +αυτός, θα ήταν άλλοι, μύριοι! Ή νομίζει πως δεν το ξέρουν όλοι, πως +στην Έξοδο βγήκε με γυναίκεια φορέματα κατά το Νιοχώρι, ενώ οι άλλοι +κομματιάζονταν από τα βόλια των Τούρκων στον Άη Θανάση. Να συχωράη +την τύχη και τ' όνομά του, είτ' αλλιώς δε θα τον λογάριαζε ο +Ταράνανας ούτε στο παλιό του παπούτσι!.. + +Και κει που κλωτσοπατούσε και θριμμάτιζε τα γυαλιά και τη χρυσή +κορνίζα, στη θέση της αναστύλωνε την άλλη και την χαιρέτιζε με +τρελλές ζητωκραυγές και γυρίσματα: + + Τηραημόλα! Τηραημόλα! + Τρικουπάκια είμαστ' όλα!... + +Η κατασπαραγμένη ζωγραφιά σερνότανε στη γη τώρα, μπαίγνιο του ανέμου +και της σκόνης. Η άλλη χρυσολαμπύριζε ψηλά, υγρή ακόμη από τα +φιλήματα των πιστών της. Και κει που το κεφάλι του αρματωλού με την +πολεμική του έξαψη φαινότανε πως θέλει να κατασφάξη τον υβριστή, ο +διπλωμάτης με ήρεμη μελαγχολία έγνεφε στο συναγωνιστή του, να +ησυχάση. + +Έτσι είν' ο κόσμος. Πάντα τέτιος θα είνε ο κόσμος. + + + +ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ + + + +Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα είχαν για +ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, +όταν μπορούσανε ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην +ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν όλοι νέοι και νιες, +γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του +αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας: + + — Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!.... Σήμερα παλαίβει ο +Μήτρος Μπούρας με το γιο του τάδε!... Κερνάει τ' αφεντικό και τα +τούμπανα παίζουν!... + +Μια φορά όμως δεν είπε «το γιο του τάδε». Είπε το Διονύση Χάλη. + +Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξεραν όλοι. Όλοι γνώριζαν +της χήρας τον ακριβογιό και τον αρρεβωνιαστικό της Σμάλτως, της +λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλαιμα και κανείς δεν αποτολμούσε να +βγη στ' αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και +ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα. + +Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ άλλο σύνορο, από τις Σοφάδες πέρα και +κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνον πως είνε φοβερός παλαιστής +και ταίρι δεν έχει στον κάμπο το Λαρισινό και της Καρδίτσας τον +κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γερόντοι κι ανατρίχιασαν. Τον είδαν τα +παλληκάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους· την πήρε +τη ντροπή!... + + — Μάννα μου! ψιθύρισε κι η Σμάλτω η λεβεντονιά. + +Και χλώμιανε σαν το κερί! + +Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο +αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρόν αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ' +αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνονται οι δυο +παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση +δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ' αμελέτητα. Μα χύνονται από κάτω +λαχταριστά τα μηριά κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άτζες +μεστωμένες και οι τορνευτοί αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους. +Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζών +χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώνονται ζερβόδεξα +καμαρωτοί οι ώμοι, και στα χυτά λαιμοτράχηλα πυργώνεται το κεφάλι +σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα +σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλυβένια μούσκουλα και τα νεύρα τ' +αλύγιστα. + +Έρχονται στ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά το λαό οι δυο παλαιστές. +Κάποιος χύνει από τη στάμνα λάδι στη χούφτα τους. Και κείνοι +αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τα μηριά, +ως κάτω στα στραγάλια. Αλείφουν ακόμη και το πέτσινο βρακί τους. +Έπειτα, με τα χέρια ριμμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλά τους τρανταχτά: + + — Κραπ!... κραπ — κραπ!... + +Και προβαίνουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη, +αργοκίνητοι, βεργολυγιστοί, με βήμα ελαφρό και μεγαλόπρεπο, με το +σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν στον ουρανό. Αδιάφοροι στο +σαχλολόγο παλιόκοσμο, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι +αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας, σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν +τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα μ' έν' άλλο +«κραπ!... κραπ — κραπ!.. γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα +αλλά βαρειά τα χέρια ένας στον ώμο τ' αλλουνού και κοιτάζονται +άγρια, πεισμωμένα. + + — Σ' έφαγα! + + — Σ' έφαγα!... + +Μα αντί να φαγωθούν, παραιτεί ένας τον άλλον και μ' ένα «κραπ! κραπ +— κραπ!... σύγκαιρα, αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με +το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα. + +Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας πασίχαρος +διαλαλεί στα τετραπέρατα τον λαμπρόν αγώνα. + + — Τώρα δεν έχει χωρατά! + + — Όχι· δεν έχει χωρατά!... + +Οι δυο παλαιστές αρπαχτήκανε στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα +ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που παίζανε πριν και χαδεύονταν +ξαπλωμένοι στη χλωρασιά, κάτω από τον ανοιξάτικο ήλιο και +δαγκώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο +πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, κέντησε το λαθροκρυμμένο στην +ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιωμένοι ένας στον άλλον. Ανήμερη +κοχλάζει η ψυχή τους· σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουνε πια +λύπη ούτ' έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους +στη γη, καμαρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους +ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την +προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνον, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ' +ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να +ιδούν και να μετρήσουν σε ποιον κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα +σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους. + + — Δεν έχει χωρατά! + + — Όχι· τώρα δεν έχει χωρατά!... + +Άξαφνα όμως να που ξεριζωθήκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε, +με το ένα πόδι στη γη στρωμένο· τ' άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με +τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούρα. πάσχει να τον +φέρει κοντά του, να τον λυγίση, να τον γκρεμίση σωρό — κουβάρι από +πάνω του. Μα εκείνος σκυφτός, κάθετ' απάνω του και τον βαρένει με το +βάρος του, έτοιμος να τον ρίξη τ' ανάσκελα, να βάλη τη ράχη του στο +χώμα. Έτσι μόνον θα σημαδευτή η νίκη του. + +Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός· οι νέοι κι οι +γέροι· οι νιες κι οι γριές· τ' ανήλικα παιδιά σερνικοθήλυκα, +κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είνε αληθινά εκείνος ο +γονατιστός, ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είνε ο άλλος ο +σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλαίβουν +αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι +αυτούς και σαν κι αυτούς φτωχοί και κακόμοιροι; Ή μην είνε δράκοι +των παραμυθιών και παλαίβουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μην +τάχα είνε ο Διγενής του τραγουδιού ο ήρωας, και παλαίβει το Χάρο για +τη ζωή του; Δεν είνε, όχι, δράκοι· δεν είνε ούτε ο Διγενής κι ο +Χάρος. Είνε οι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο +Κράπας ο θαυμαστός. Δεν παλαίβουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε +για την ακριβή ζωή. Παλαίβουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ' +όνομα και το χωριό τους. + +Ο Μήτρος Μπούρας απάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος βαρύς με τα +πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκεινού, με τα χέρια κολλημένα στα +λαιμοτράχηλα του, βλέπει γύρω το λαό, τους χωριανούς του να του +γνεύουν θαρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατή καλά, χάμω να τον +γκρεμίση στο χώμα. Βλέπει αγνάντια τη λεβεντονιά, να χαμηλώνη +κατακόκκινη τα μάτια και να σιγοτρέμη σαν καλάμι από τη λαχτάρα. +Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω από τα παλαμοδάχτυλά του το +Διονύση Χάλη ξεθεωμένον, να σπαράζη σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο +του μακελάρη και γελά με τον ανώφελον αγώνα του. Τον βλέπει να +στριφογυρίζη σαν σερπετό. να πασπατεύη στο γλιστερό κορμί του, στα +μηριά μέσα, στις άντζες κάτω κι απάνω στις μασκάλες, στους ώμους και +τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γατζώσουν τα χέρια, να +λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και +κόκκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη! +Τι θα γίνη τώρα τ' όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκκαλα +μέσα; + +Ο Μήτρος Μπούρας γελά κι αναπαύεται. Δεν προσμένει παρά κατάλληλη +στιγμή που μ' ένα επιδέξιο ανασήκωμα, θα στείλη τη ράχη του να φάη +χώμα, να δείξη ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά κι αναπαύεται και δεν +προσέχει τα επίβουλα πασπατέματα του εχτρού ανάμεσα στα σκέλια του. + + — Αχ! ακούστηκε άξαφνα φοβερό. + +Πάραυτα σώπησε το τούμπανο και βουβάθηκαν οι καραμούζες, λες και +νέκρα πλάκωσε τη πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος +Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογγομαχά σαν πληγωμένο +αγριοδάμαλο. + + — Αχ! εβγήκε κι από το στόμα της Σμάλτως. + +Και τώρα κάτω στο Σέχη, στα τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα +έχουν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης +και σκόλη, όταν μπορούν ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το +κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι νέοι +και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό +κονάκι του αφέντη κ' έτσι διαλαλεί ο κήρυκας: + + — Ακούστε, χωριανοί κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλαίβει ο τάδες +με τον τάδε!... Κερνάει τ' αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!... Μα +μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!.. + + + +Η ΘΥΣΙΑ + + + + — Μη ορέ!... + +Ο Γιάννης Γούναρης έβγαλε στον ύπνο του σπαραχτική κραυγή. Και +σύγκαιρα πήδησε ορθός με τα μαλλιά σηκωμένα, το πρόσωπο χλωμό, +άδραξε το γιαταγάνι κι έρριξε φονικό βλέμμα γύρω ζητώντας να χτυπήση +επίβουλον εχτρό. Μα το θαμπό φως του λύχνου έδειξε τα πάντα ήσυχα +μέσα στη σκηνή. Το πανί κατέβαινε τεντωμένο, σφιχτοδεμένο στη γη και +μόλις τάραζε από τα λαχτίσματα του ανέμου. Οι σύντροφοί του οχτώ — +δέκα Γκέκηδες, όλοι κοιμόντουσαν βαθιά, τυλιγμένοι στις φλοκάτες. +Δίπλα τ' άρματά τους, γιαταγάνια γυριστά και καρυοφύλλια μακρύτερα· +χαρμπιά κι αρμούτια και πιστόλες, άλλα φλωροκαπνισμένα κι άλλα +φτωχικά, έμοιαζαν τους δράκοντες, που συντροφεύουν άγρυπνοι τον ύπνο +του βασιλόπουλου. Ο Γούναρης στάθηκε ακίνητος. Συνήρθε η ψυχή, μα η +καρδιά χτυπούσε δυνατά και το μεδούλι των κοκκάλων ήταν παγωμένο από +τ' όνειρο. + +Ο Γιάννης Γούναρης από χρόνια δούλευε στο σπίτι του Ομέρ Βρυώνη. +Ήταν κυνηγός του. Στα Γιάννινα στόλιζε συχνά το τραπέζι του Πασά με +το κρέας του αγριογούρουνου και του ελαφιού, με τ' αβρά στηθούρια +των παπιών και των κοτσύφων. Και τώρα μέσα στου στρατοπέδου την +ανήμερη ζωή, τον έτρεφε με λαγούς κι αγριοπούλια, όσα δεν έδιωξε +μακριά του πολέμου η ταραχή και των αρμάτων ο σάλαγος. Μα ο Τούρκος +για να τον έχη πιστόν του δουλευτή, κράτησε στην Άρτα τη γυναίκα και +τα τρία του παιδιά. Η γραμματαλλαγή δεν ήταν δύσκολη. Το ασκέρι, +κατεβαίνοντας από την Ήπειρο στο Μεσολόγγι, σαν γοργοπόταμο σάρωσε +κάθε ταμπούρι επαναστατικό. Τα πρωτάτα έφυγαν είτε ακολούθησαν +απελπισμένα τον καταχτητή· τα χωράφια κάηκαν· όσοι αντιστάθηκαν +έπεσαν νεκροί· όσοι δειλοί χώθηκαν στου δάσου τις κρυψώνες και των +θεριών τις μονιές. Τώρα καταυλισμένο κατακαμπίς, έχει αμπόδιστα τις +τροφές και τα πολεμοφόδια και τη γραμματαλλαγή του από πάνω. Και ο +κυνηγός είνε ήσυχος. + +Όμως το επαναστατημένο χώμα δε βγάζει μόνον άνθη και καρπούς. Το +αίμα των αντρείων που ρουφά δεν το κρατεί εγωιστής στα σπλάχνα του, +μα τ' απορίχνει πύρινο σε νέα σώματα. Λίγος καιρός πέρασε — μήνες +τρεις — και νέοι απόστολοι κηρύττουν την ανάσταση και αντρειεύουν +τους δειλούς. Οι Χασαπαίοι γυρίζουν στο Ξηρόμερο εκδικητές και +προστάτες. Κρατεί το Βάλτο ο Μαλεσάδας σαν άγγελος πυρφόρος την πύλη +του Παράδεισου. Της Ρούμελης το χώμα αναταράζεται πάλι από τους +διαβόλους του μύθου και δεν αφίνει το Σουλτάνο να κοιμηθή ξένιστος. +Όχι τροφές και πολεμοφόδια δεν κατεβαίνουν πια, μα ούτε πουλί +μαντατοφόρο στο στρατόπεδο. Απελπισιά κι ανοχή δέρνει παντού. +Πλημμύρες και χιονόνερα· πείνα και γύμνια και κακομοιριά· αρρώστιες +λογίς — λογίς βασανίζουν το δόλιο ασκέρι. Μα του Γούναρη την ψυχή +μια τη δέρνει ανοχή. Πώς να βρίσκεται η γυναίκα και τα παιδιά του; +Είνε γερά, είνε άρρωστα; Ζουν ακόμα ή τα θέρισε η αρρώστια ή τα +σκότωσαν οι αλλόθρησκοι; Ύπνο δεν έχει στα ματόφυλλα, δεν έχει +γαλήνη στην καρδιά. Απόψε, μόλις έγειρε στο αχερόστρωμά του όνειρο +κακό ήρθε να του φαρμακώση τη ζωή. Είδε γυναίκα και παιδιά σε χαράς +τραπέζι. Τρώνε και πίνουν, γελούν και χαχανίζουν ασυλλόγιστα. +Χρυσοΰφαντα έχουν τα φορέματα, λαμπρά τα μάτια, ροδοκόκκινα και +δροσερά σαν την αυγή τα μάγουλά τους. Του άμοιρου πατέρα η καρδιά +αναγαλλιάζει. Υποφέρει ό,τι υποφέρει αυτός· ας ζουν τουλάχιστον +ευτυχισμένα τα μικρά του!... Μα εκεί, κοντά στο τραπέζι, φτερωτός +δράκοντας προβαίνει από τη γωνιά. Τα ορθάνοιχτα μάτια του τινάζουν +σπίθες· το χρυσοπράσινο δέρμα του μαγνητίζει το στόμα του χάσκει να +καταπιή το άπειρο. Σέρνεται στο πάτωμα επίβολο· κουλουριάζεται +δισταχτικό· μακραίνει κι άξαφνα σηκώνεται ολόρθο και χύνεται στα +παιδιά! Ο νοικοκύρης θέλει να φωνάξη, μα δεν μπορεί. Παράλυτα έχει +τα γόνατα, τα χέρια, τη λαλιά. Όμως στον άφευκτο κίντυνο ρίχνει +δυνατή κραυγή σαν κεραυνό από τα στέρνα τον. + + — Μη ορέ!... + +Και τινάζεται ορθός να δράμη να τους σώση. Μα στη γαλήνη που +απλώνεται γύρω, μένει ακίνητος, Πιάνει το καταϊδρωμένο μέτωπο, τα +παγωμένα μέλη, την αβάσταχτη καρδιά του και σταυροκοπιέται. + + — Θεέ μου, βάλε το χέρι σου! + + — Τ' έχεις, μωρέ μπράτιμε, και ουρλιάζεις έτσι; ακούεται δίπλα του +φωνή μισοκομμένη. + +Ο Αλή αγάς, ο αρχηγός της μάγγας, που κοιμόταν εκεί, ξύπνησε στη +φωνή κι απορούσε αν είνε στα συγκαλά του ή τον χτύπησε κανέν' αερικό +το Γούναρη. + + — Αχ! είνορο με τρόμαξε· είνορο κακό! απάντησε κείνος. + +Διπλοκάθισε στο αχερόστρωμά του ο αρβανίτης, πλάγιασε κοντά ο +κυνηγός, βγάλανε καπνό, άναψαν με το πρυόβολο τα τσιμπούκια τους κι +ο Γούναρης με ανατριχίλα του διηγήθηκε τ' όνειρο. + +Ήταν πολύν καιρό φίλοι αχώριστοι. Μαζί ακολουθούσαν τον Βρυώνη στην +αυλή του Αλή πασά και στον πόλεμο· ίδια είχαν τη ζωή και τους +πόθους. Δούλευαν για να ζήσουν και να θρέψουν της φαμίλιες τους. +Τίποτ' άλλο. Όπως κι αν ήρθαν οι καιροί κι αν άλλαξαν τα πρόσωπα κι +αν χωρίστηκαν της φυλής τους τα ιδανικά, έμειναν εκείνοι ίδιοι κι +απαράλλαχτοι. Η καθεμερινή ζωή με τις απαίτησες και το φαρμάκι της, +δεν άφηκε να μαντέψουν καθόλου τη μεταβολή. Το χτήνος, που βαρύ +καθότανε μέσα τους, δεν τους άφηκε να γνωρίσουν τις μεγάλες ελπίδες +που σηκώθηκαν ανεμόφτερες κι έτρεχαν ζητώντας ανοιχτόν αέρα, μακριά +από τη σκλαβιά. Έφτανε του ενού πως έσερνε το κεφάλι στους ώμους και +του άλλου πως πολεμούσε και χόρταινε λάφυρα. Ποιος ήταν ο αφέντης +και ποιος ο δούλος δε φρόντιζαν. Ακολουθούσανε κι οι δυο τη ζωή +αδερφωμένοι, για το αύριο αδιάφοροι, όπως τα καματερά που ακολουθούν +του ζευγολάτη το θέλημα. + + — Μη φοβάσαι, μπράτιμε είπε ο αρβανίτης σαν άκουσε καλά τ' όνειρο. +Τα παιδιά σου δεν παθαίνουν τίποτα. Το φίδι φίλος είνε· τα παιδιά +σου φίλος τα φυλάει. Μη φοβάσαι. + +Ο Γούναρης κούνησε το κεφάλι. + + — Τι φίλος που πήγε να τα χάψη, αγά μου! είπε ανατριχιάζοντας ως το +κόκκαλο, + + — Σώπα και θα τα ιδής γλήγορα. Αύριο — μεθαύριο ξεμπερδεύει κι +αυτό. Γροίκα το μυστικό. Πάψανε πια τα ψώματα· τα καπάκια των ρωμιών +δεν περνάν στους αρβανίτες. Το είπαμε ορθά — κοφτά στους πασάδες. Ή +παίρνουμε σύνωρα το κάστρο ή τι στρίβουμε. Δε θα σαπίση στο Βάλτο η +παλληκαριά της Γκεκαριάς. Όχι! + +Αγαναχτησμένος έφτυσε δυο — τρεις φορές χάμω κι έπειτα, ξακολούθησε, +με θυμό. + + — Μεθαύριο θαμπά, κάνουμε το γιουρούσι. Έχουνε Χριστούγεννα κι οι +ραγιάδες θα βρίσκονται ούλοι στις εκκλησιές. Το κάστρο είνε αφύλαχτο +και το παίρνουμε στο φύσημα. Δε λέω πως είνε καλά έτσι· δεν είνε +παλληκαριά και δεν πρέπει στους αρβανίτες. Μα οι πασάδες δε θεν· τι +να γένη; + +Κι επειδή έβλεπε τον κυνηγό συλλογισμένο, δίχως να δείχνη χαρά ή +δισταγμό στα λόγια του, χτύπησε αλαφρά τον ώμο του κι είπε +χαμογελώντας. + + — Σε λίγες μερούλες, μπράτιμε, — άκου που σου λέω γω! — θα τις +χαρούμε τις φαμίλιες μας. + +Ο ήλιος ανάτειλε τώρα πίσω από το βουνό του Ωλωνού. Μαύρος, ήλιος, +άφωτος και θλιμμένος, σαν να πενθή και κείνος του επαναστατημένου +Γένους την αγωνία. Συγνεφοσκεπασμένος ο ουρανός, καταχνιασμένα τα +ουρανοθέμελα, ρίχνουν χρώμα σκοτεινό και παραπονεμένο στη γη και τη +θάλασσα, στα δέντρα του κάμπου και στο κάστρο, στην πέτρα του βουνού +και του Φίδαρη τα νερά, στο χορτάρι της λαγκαδιάς και της +ακρογιαλιάς τον άμμο. Η Βαράσοβα μαυροκόκκινη δεξιά· ο Ζυγός αντίκρυ +σπανός και καψαλισμένος από το φιό του χειμώνα και το δαυλί του +πορθητή· τ' Αντελικιώτικα βουνά δίπλα προσκυνημένα και αντίπερα ο +Μωριάς στέκουν συλλογισμένα κι ανήσυχα για του Αγώνα το τέλος. Κι +ανάμεσα, στης θάλασσας το χαλκόχρωμο πρόσωπο και στα παχνισμένα +στήθη του κάμπου, εδώ τα καράβια του Γιουσούφ πασά και κει τ' άρματα +της Αρβανιτιάς, φαίνονται έτοιμοι να σφίξουν στα σιδερένια στέρνα +τους την πόλη ως που να ξεψυχήση. + +Δώδεκα χιλιάδες την πολεμούν. Νυχτόημερα τα κανόνια βροντούν και τα +ντουφέκια στράφτουν και λάμπουν τα σπαθιά και ουρλιάζουν τα +πολεμοθρεμμένα στήθη μπροστά στο χάντακα. Οι μπόμπες νυχτόημερα +κατεβαίνουν στα σπίτια, αναποδογυρίζουν τις στέγες, γκρεμίζουν τους +τοίχους, σκορπούνε στάχτη και χόβολη τα σωθέματα και τους κατοίκους. +Τα βόλια σκαλίζουνε το χώμα και ρίχνουν κάτω τα κορμιά· τα +γιαταγάνια ξεσκίζουν τα τείχη, θριμματίζουν τις πολεμίστρες και +βάφονται στο αίμα και τον πηλό· τα ουρλιάσματα λαμπάζουν την ψυχή +και την κάνουν να κρυφτή βαθιά, χαμένη και δίβουλη. Μα η πόλη +χαλκόστερνη στέκει στη γη της, αδιάφορη στη λύσσα του εχτρού και του +Χάρου τις σαΐτες. Και σαν δέση στοιχειωμένη, που κρατεί του ποταμού +το ξεχείλισμα και δεν αφίνει να πνίξη τη σπορά του κάμπου, λέει στο +Μωριά να καλλιεργήση της ελευθερίας τα πρωτόλουβα βλαστάρια. Μέσα +της έχει το Μαυροκορδάτο και το Μάρκο Μπότσαρη· μέσα της το Γρίβα +και τους Μωραΐτες οπλαρχηγούς. — Ή τρόπαιο νίκης ή νεκροκρέβατο εδώ! +είπαν όλοι στο πρώτο φανέρωμα του εχτρού. Και το κάμανε ως σήμερα. +Τι θα γίνη αύριο, ποιος το ξέρει; + +Μα ο Γιάννης Γούναρης δεν σκέφτεται γι αυτά. Δεν τον μέλλει τέσσερα! +Το φως της ημέρας που έδιωξε τον ύπνο από το στρατόπεδο, από του +κυνηγού την ψυχή δεν έδιωξε τη λαχτάρα. Με το ντουφέκι στην αγκαλιά +πλαγιασμένο, ζωσμένος τα μπαρουτόσκαγα, με το σακκούλι στον ώμο, +βγήκε να κυνηγήση για να θρέψη τον αφέντη του. Γυρίζει στα ριζώματα +του Ζυγού, πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα, +ανεβαίνει σε ράχες, ροβολά στα λακκώματα πάντα ανήσυχος. Τα +κυνηγάρικα σκυλιά, ο Τζάθας και ο Μπίθας — δώρο ατίμητο του πασά του +Μπερατιού στο Βρυώνη — πολλές φορές γαυγίσανε για να κράξουν την +προσοχή του. Πολλές φορές γοργοπόδης ο λαγός ξέφυγε από τα +χαμοκλάδια· πολλές φορές η ξυλόκοτα φτεράκισε μπροστά στη κάννα του. +Μα δεν έχει νου να σηκώση τα ντουφέκι. Πουλιά διαβήκανε κοπάδι από +το κεφάλι του· μα δε γυρίζει μάτι να τα ιδή. Η ψυχή δεν έχει όρεξη +ν' ακολουθήση το σώμα του. Αλαφρή πέτεται μακριά, στης Άρτας τα +στενοσόκακα, στα σπίτια τα κλειστά. Περνά τα καφασωτά παράθυρα, τις +μανταλωμένες πόρτες και πάσχει νάβρη τη φτωχή φαμίλια του, μπορεί +νεκρή, ίσως παγωμένη κάτω από το μάτι του δράκοντα. Ω, ναι! πολύ +καλά το γνωρίζει, Δράκοντας είνε ο Τούρκος, που την κρατεί στα νύχια +του. Ίσως δεν την έπνιξε ακόμη, δεν την κακομεταχειρίστηκε· μα +μπορεί να το κάμη. Φτάνει μόνον να υποψιαστή. + + — Αχ και να τέλειωνε! ψιθύρισε με βαρύ αναστεναγμό. + +Ναι· να τέλειωνε μια ώρ' αρχήτερα το βάσανο! Να παίρνανε το κάστρο +οι εχτροί! Ο πασάς θα γυρίση στην Ήπειρο και μαζί θα γυρίση ο +Γιάννης Γούναρης στη φαμίλια του. Η καρδιά του άμοιρου γονιού +πλημμύρισε από αναγάλλιαση σ' αυτήν τη σκέψη. Μια στιγμή πίστεψε πως +ήταν η ώρα του γυρισμού. Ολόχαρος ο νους του βλέπει ένα — ένα τους +τόπους που θα διάβαινε. Τώρα τη σκοτεινή Κλεισούρα· τώρα τα Γεφύρια +του Αλάμπεη· τώρα το Βραχώρι. Ο Άσπρος στραγγισμένος τους δίνει πόρο +ν' ανεβούν στο Βάλτο. Το Μακρονόρος αφύλαχτο τους δέχεται στα όμορφα +δάση του. Να την η Άρτα! Με τα τζαμιά και τα σαράγια, με τα κονάκια +των αγάδων και τους στάβλους των μπέηδων! Αχ, να κι η γυναίκα, τα +παιδιά του ζωντανά! Για ιδές πώς τρέχουν να κολλήσουν απάνω του, σαν +τ' αρνάκια στο μαστάρι της μάννας τους. + + — Μπαμ!... βρόντηξε το ντουφέκι του, ξυπνώντας τη λαγκαδιά. + +Ένα ζευγάρι ξυλόκοτες πέσανε, σερνικό και θηλυκό πλάι — πλάι, με +ματωμένο στήθος, σπασμένα τα φτερά, με μάτια νυσταγμένα. Έτρεξε, τα +σήκωσε στα χέρια του, τα ψηλαφά να ιδή το πάχος τους. Κι εκεί που +σφαλούν τα μάτια στον αιώνιο ύπνο και τα ράμφη ανοίγουν για να +ρουφήξουν στερνόν αέρα στα φλογισμένα σωθηκά τους, τα ρίχνει στο +σακκούλι του. Έπειτα χαρούμενος τρέχει να ζητήση άλλο κυνήγι και +συλλογίζεται τα φιλέματα που θα πάρη βράδυ από τον αφέντη του. + +Μα έκοψε το δρόμο και τη χαρά του απότομα. Καμπάνας κλαγγή χύθηκε — +γέμισε πέρα ως πέρα τον κάμπο. Ο Γούναρης αλαφιάστηκε· γύρισε +ζερβόδεξα το κεφάλι, ζητώντας να γνωρίση πούθε ρχότανε. Πρώτη φορά +την άκουε. Ο καταχτητής από αιώνες τώρα αρνήθηκε στους χριστιανούς +της εκκλησιάς τη φωνή, να μη θυμίζει στο ραγιά ουράνια παρηγοριά κι +επίγεια βυζαντινή βασιλεία. Έσπασε τις καμπάνες λιανά κομμάτια· +γκρέμισε τα καμπανοστάσια. Μόνον δυο ξύλα τους άφηκε, στρεβλά σαν τη +ψυχή του και σαν τη δύναμη του βάναυσα. Όπου κι αν γύρισε κυνηγός, +σε χωριά και πολιτείες, καμπάνα δε γνώρισε, κλαγγή της δεν άκουσε. +Μα το σπέρμα το προαιώνιο, το χριστιανικό, που πέρασε στη σάρκα του +από γενεές γενεών, ξαφνίστηκε τώρα στον ήχο, σαν βαρυκοιμισμένος +πολεμιστής στη σάλπιγγα. Το σώμα του ανατρίχιασε· αναταράχτηκε η +καρδιά. Α, ναι· τη γνώρισε· είνε καμπάνα χριστιανική κι έρχεται από +την πόλη μέσα. + +Άγρυπνοι την πολεμούν εχτροί στεριά και θάλασσα. Της έκοψαν το ψωμί, +τα βόλια, τη μπαρούτη· της έκοψαν τη βοήθεια. Μα εκείνη ακόμη +πολεμά. Πολεμά και ζη ελεύθερη. Όσοι νεκροί, θάφτονται βαθιά στο +χώμα της. Όσοι ζωντανοί, χαίρονται στα καλά του ήλιου και γλεντούν. +Σήμερα ελεύθεροι, αύριο νεκροί· τι πειράζει; Σήκωσαν τα εθνικά +λάβαρά τους στον αδούλωτον αέρα· στύλωσαν τα θρησκευτικά τους +σήμαντρα και πανηγυρίζουν. Αύριο γεννιέται ο Χριστός, λυτρωτής του +κόσμου. Της γης τους λυτρωτές αυτοί, των ιερών, των τάφων, των +οικογενειακών βωμών, δοξολογούν το μέγα βρέφος, που δίδαξε να +περιφρονούν το θάνατο του ενού για το λυτρωμό του όλου. Ο Γούναρης +χαμήλωσε το ντουφέκι του, ακκούμπησε στην κάννα το χέρι και κοιτάζει +εκεί, κατά την πόλη, αγγελόφερτος σαν το Μωυσή, που αγνάντευε από το +Χωρίβ τη γη της Επαγγελίας. Και όπως ο προφήτης δρόσιζε την ψυχή του +στα τροφαντά λιβάδια και τ' αργυρά νερά κι έχτιζε πολιτείες και +κάστρα δυνατά για κατοικία του λαού του, ο κυνηγός απλώνει το βλέμμα +του αδούλωτο και βλέπει εκστατικός. Δεν αντικρύζει πια τη στενή +λουρίδα του Μεσολογγιού. Βλέπει την ελληνική γη πέρα — πέρα +ελεύθερη, κάτω από ένα στέμμα και μια σημαία. Κι είνε το Στέμμα ο +δικέφαλος αητός. Κι είνε σημαία η γαλανόλευκη. Ελευθερία εκεί, +ελευθερία και ειρήνη. Οι γονέοι χαίρονται τα παιδιά και τα παιδιά +τους γονέους. Τα νιάτα ζευγαρώνουν, χτίζουν θεμέλιο ακλόνητο τα +γεράματα. Ο πατέρας κοιμάται ήσυχος στην κλίνη του κι ο δουλευτής +τρυγά τους καρπούς της γης, δίχως το φόβο του σπαχή και δίχως του +δεκατιστή το μέτρημα. Μαζί με τη κλαγγή έχει ο κυνηγός γύρω του +μυρτιάς και λιβανιού μοσκοβολάδα και τη ρουφά λαίμαργος, σαν +ηλιοψημένο φύλλο τη δροσιά. Η καρδιά του ανοίγεται στο μυστήριο. +Πότε θ' απολάψη και κείνος τη ζωή που χαρίζει η ελευθερία στα τέκνα +της; + + — Αχ, πότε!.. ψιθυρίζει ταπεινός και δακρυσμένος. Μα βλέπει +αγνάντια του το στρατόπεδο των εχτρών με τα κανόνια στημένα και +πυκνή καταχνιά πλακώνει τ' όνειρό του. Το δέντρο της ελευθερίας δεν +άνθισε ακόμη εκεί· φυτεύτηκε, μα δεν έκαμε καρπούς. Όφις κακός +παραμονεύει στη ρίζα, πριονίζει με τα σκυλόδοντά του τον κορμό και +πριν μεστώση βούλεται να τα μαράνη. Το είπε ξάστερα ο Αλή αγάς. +Αύριο θα κάμη τα γιουρούσι ο τούρκος. + + — Αν το ήξεραν! συλλογίστηκε. + +Ναι, αν το ήξεραν να μην αφήκουν αφύλαχτο το κάστρο. Αν το γνώριζαν +να μην πάνε στις εκκλησίες παρά στους πύργους· να μην πάρουν κεριά +στο χέρι παρ' αστόμωτα σπαθιά· να μην ψάλουν τροπάρια στο Χριστό μα +τραγούδια τρανολάλητα στον Άρη, τον πατρογονικό Θεό τους! Οι +εκκλησιές είνε των ελευθέρων ο σεπτός βωμός· των δούλων είνε οι +πύργοι και οι στουρναρόπετρες. Αχ! να το ήξεραν. + + — Μα ποιος να τους το ειπή; + +Ναι, ποιος να τους το ειπή; Μόνος αυτός το ξέρει κι οι αρβανίτες. +Εκείνοι από την αυγή τα σπαθιά τους τροχούν και τα κεμέρια τινάζουν +ανυπόμονοι για την ώρα της εφόδου, θέλουν να χορτάσουν αίμα και +λάφυρα. Και κείνος· τι να κάμη εκείνος; Το είνε του κρατεί ο +τύραννος. Τη γυναίκα του, την όμορφη Τρισεύγενη· τα παιδιά του: τον +Κώστα, το Βασίλη, τη Λάμπρω, τ' αγγελούδια του. Εκείνα μόνον με τη +ζωή του ζουν και κάτω από τον ήσκιο του μεγαλώνουν. Πώς να τους κόψη +τη ζωή και τον ήσκιο ο πατέρας! + + — Ωχ, Χριστέ μου, βάλε το χέρι σου! + +Και άθελα σφαλεί τα μάτια, γυρίζει τις πλάτες στην πόλη και φεύγει +μακριά. Πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα, ανεβαίνει +ράχες, κατεβαίνει λαγκαδιές, βουνά θέλει να ρίξη πίσω του. Μα κλαγγή +ακολουθεί το βήμα του παντού, αντιλαλεί στ' αφτιά του, μέσα στα +σπλάχνα του βροντά: + + — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...γκλαν — γκλαν!... + +Ο Γούναρης ρίχτηκε σ' ένα λιθάρι απελπισμένος. + +Εμπρός δεν έχει τα παιδιά και τη γυναίκα του. Εικόνα φόνου και +ολέθρου άλλη απλώνεται γύρω του. Το Μεσολόγγι πατιέται τώρα και +κουρσεύεται από τους Λιάπηδες. Θριμματίζονται οι πύργοι, καπνίζουνε +τα σπίτια, σέρνονται κονίσματα στον αιματόβρεχτο πηλό. Αχούρια +μπέηδων έγιναν οι εκκλησιές· τα δισκοπότηρα κρασοπότηρα των πασάδων· +οι ποδιές της Άγιας Τράπεζας αλόγων σαΐσματα· τ' άμφια στολίδια της +χανούμισσας· η μίτρα του Δεσπότη αγάδων σκούφωμα και το Τετραβάγγελο +σημάδι στα ντουφέκια της αρβανιτιάς. Λαχτάρα παντού και θρήνος· +τρόμος και χαμός! Οι άντρες κοίτονται στο αίμα τους· οι γυναίκες +σέρνονται στα κρεβάτια των αγαρηνών. Παιδιά ορφανεμένα γυρίζουνε +στους δρόμους ξυπόλυτα· ζητούν τα γονικά τους κι αντικρύζουνε του +τούρκου το σπαθί είτε το χαρέμι του. Στους πύργους χάσκουνε τα +μισοφέγγαρα και ανεμίζουν τα τούγια με λύσσα. Κι η ελληνική σημαία +πεσμένη κάτω του λέει άφωνα, πως εκείνος είνε η αιτία της τόσης +καταστροφής. Εκείνος που στάθηκε πατέρας· μα όχι χριστιανός. + + — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... αντιλαλεί +πάλι το σήμαντρο στ' αφτιά του. + +Ο Γούναρης πίστεψε πως ήταν φωνή ανθρώπινη. Και η φωνή του λέει πως +είνε καιρός ακόμη, πως αν θέλη, μπορεί όλα του εχτρού τα σχέδια να τα +χαλάση. + +Α ναι· είπε με αγωνία. Δεν είμαι μόνον πατέρας. Ο Θεός έχει φροντίδα +στα παιδιά μου· εγώ την τύχη του Γένους μου. + +Και ακράτητος, σαν από ανώτερη δύναμη σπρωγμένος, ώρμησε κάτω στο +περιγιάλι, που καθρέφτιζε της δύσης τα πανόρια χρώματα. + +Το τούρκικο στρατόπεδο βρίσκεται τώρα στο ποδάρι. Απ' άκρη σ' άκρη +στον κάμπο η ζωή αίμα μυρίζεται κι αναβράζει. Γνωρίσανε θρασίμι τα +κοράκια κι ετοιμάζουν τα ράμφη τους να χυθούν. Άντρες ντύνονται +βιαστικοί, άλογα σελλοχαλινόνονται, φυσέκια και στουρναρόπετρες +μοιράζονται. Δοκιμάζεται ο αθέρας του σπαθιού και η μύτη του χαρμπιού +και του απελατικιού τα καρφιά, αν ανοίγουν κεφάλια με το πρώτο +χτύπημα. Των καρυοφυλλιών οι φωτιές ψηλαφούνται. Όσοι πιστοί +γονατίζουν στην κάπα και προσεύχονται, με τα χέρια σμιχτά στα σκέλια +τους, με το μέτωπο στη γη. Άλλοι ορθοί και σοβαροί, φαίνονταν +βυθισμένοι στον άπειρο κόσμο των ψυχών. Αν σκοτωθούν, θέλουν να +περάσουν γοργά το τρίχινο γεφύρι, να βρούνε τα πιλάφια του Παραδείσου +και τα δροσοστάλαχτα Ουρί. Αν ζήσουν, να γυρίσουν σπίτι τους +φορτωμένοι στα λάφυρα. Οι δερβίσηδες, με τους τζουμέδες και τα πράσινα +σαρίκια, τρέχουν εδώ και κει, φωνάζοντας την προσευχή και παρακινώντας +τους πιστούς στην μάχη: «Ένας θεός μέγας, ο Αλλάχ, και Μωάμεθ ο +προφήτης αυτού! Θάνατος στους άπιστους, θρίαμβος του Ισλάμ!» Οι +πασάδες και μπέηδες τάζουνε γρόσια και φλωριά, καφτάνια και στολίδια. +Χίλια γρόσια σε εκείνον που θα πρωτανεβή στο κάστρο· δέκα φλωριά σε +κείνους που θα πρωτοπεράσουν τα χαντάκια και θα στήσουν σκαλωσιές. Άτι +χρυσοχάλινο στον αγά, γιαταγάνι διαμαντοκόλλητο στο μπέη, στο δερβίση +φοράδα χρυσοκάπουλη, κουμπούρια φλωροκαπνισμένα στους σπαχήδες, στους +σημαιοφόρους τσαπράζια κατάργυρα! Των άπιστων τα πλούτη στα +παλληκάρια· η γη στον Αλλάχ! + +Η νύχτα βουβή παραστέκει απάνω τους. Άστρο δε φαίνεται κανένα. Μπροστά +μόλις ξεχωρίζει το κάστρο. Ψηλώνει πίσω ο Ζυγός και δίπλα στέκετ’ η +Βαράσοβα. Δε γεννιέται ο Χριστός απόψε λυτρωτής. Ο Χάρος γοργοτρέχει +έτοιμος, με τις σαΐτες στο δοξάρι και το βρόχο στο χέρι του. + +Ο Γούναρης ολόρθος μέσα στη σκηνή, έχει μαργωμένο το σώμα κι άθυμη την +ψυχή. Οχτακόσοι αρβανίτες, διαλεχτοί όλοι, ορμητικοί σαν δρόλαπας +βγήκανε με το σπαθί στα δόντια. Τώρα κοίτονται κρυμμένοι στις +βουρλιές, δίπλα στο χάντακα, οργιές μόλις μακριά από τα τείχη. Δεν +περιμένουν παρά το σύνθημα· και τότε θα τιναχτούν σαϊτόφιδα να +κολλήσουν απάνω τους. Θα βρούνε τάχα εκεί τους χριστιανούς; Τον +πίστεψε ο γραμματικός; Κάτω στο περιγιάλι που γύριζε είδε άξαφνα ένα +προιάρι. Ο γραμματικός του Μακρή κατέβαινε από τ' Αντελικό στο +Μεσολόγγι. Έβγαλε το μαντίλι, νόημα του έκαμε να ζυγώση, και κείνος +όλο και κατέβαινε. Δεν ήθελε να πιστέψη πως φρόντιζε για το καλό της +πατρίδας. Και σαν έκαμε το σταυρό του και ξεμυστηρεύτηκε, εκείνος +έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να του ειπή. Και είχε δίκιο· το γνώριζε +πως είχε δίκιο. Με τι χείλη να χαιρετίση ο πολεμιστής ομόφυλο, που +βρίσκεται τέτιες μέρες στο ασκέρι του εχτρού! Με τι καρδιά να πιστέψη +σε άνθρωπο, που στρώνει ακόμη την τάβλα του Πασά, εκείνου που έρχεται +να πνίξη την πατρίδα στο αίμα και τη σκλαβιά; + + — Αλίμονο αν δε με πίστεψε!.. αλίμονο!... ψιθύρισε ταπεινός και +δακρυσμένος. + +Άξαφνα ο πατέρας ξύπνησε μεγαλοδύναμος και στέρφεψε πάραυτα τις +βρύσες των ματιών του. Καλύτερα να μην πίστεψε· καλύτερα να μείνουν +ξένιαστοι οι Έλληνες. Χάνονται εκείνοι, ναι· μα ζούνε τα παιδιά του. +Τα παιδιά και η γυναίκα του. Τι έπαθε και δεν το συλλογίστηκε πριν! +Ποιος δαίμονας του σήκωσε τα μυαλά! Μήπως αν έβρουν αντίσταση οι +τούρκοι δε θα υποψιαστούν πρώτα εκείνον; Και τότε; ωχ, αλίμονο! +Γοργός ο τάταρης θα φύγη από το στρατόπεδο στην Άρτα. Τα τρυφερά +κορμιά τους στους σκύλους θα ριχτούν και τα κεφάλια τους, μπηγμένα +στα παλούκια, θα γίνουν στους ραγιάδες φριχτό παράδειγμα. Καλύτερα +που δεν το πίστεψαν. + + — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... + +Η κλαγγή αντήχησε πάλι κι απλώθηκε στη μαύρη νύχτα. Οι εκκλησιές +ανοίξανε τις πόρτες τους· τρέχουν τώρα να λειτουργηθούν οι πιστοί. +Μα ο εχτρός παραμονεύει. Σφύριγμα δυνατό ακούστηκε. Και σύγκαιρα +τρανός αλαλαγμός και κανονοβολή ταράξανε τη γη και φώτισαν τα πάντα. +Οι Τούρκοι χύθηκαν στα τείχη. Ο Γούναρης τινάχτηκ' έξω δίβουλος. Τ' +ήθελε να γίνη κι αυτός δεν ήξερε. Ήθελε και τα δυο· δεν ήθελε +κανένα. Μα σύγκαιρα πύρινος όφις φάνηκε στα τείχη και ντουφέκια +βρόντησαν. Τα βόλια πέσανε χαλάζι στο στρατόπεδο. + + — Δόξα σοι ο Θεός! Στέναξε ο κυνηγός, κάνοντας το σταυρό του. + +Κι έπεσε στα γόνατα. Ο λόγος του πιστεύτηκε. Τώρα πικρό μολύβι +θερίζει την αρβανιτιά. Τ' άλογα των σπαχήδων πέφτουν νεκρά στα χώμα +πριν φέρουν τους καβαλάρους στη μάχη. Οι σημαιοφόροι, μόλις +προφτάσουν να μπήξουν τις σημαίες στους πύργους και γκρεμίζονται +μαζί, στα θολά νερά του χάντακα. Πηδούν αδιάκοπα στο κάστρο οι +εχτροί. Μα τρέχουν και τους πετσοκόβουν οι Έλληνες. Δεν έχουν μόνον +ντουφέκι και σπαθί. Έχουν αξίνες και τσαπιά, τσεκούρια και +στυλιάρια, κεραμίδια και πέτρες. Ό,τι βρεθή στα χέρια τους γίνεται +σιδερόξυλο. Δεν είνε μόνον πολεμοθρεμένοι άντρες, μα και παιδιά και +γυναίκες, αντρειωμένες τώρα με την προγονική οργή. Βάφονται με το +αίμα τους, βλέπουν ξεσκλισμένες τις σάρκες τους, σκοτωμένους +συγγενείς· άντρες και παιδιά τους, αδερφούς και πατέρες, φωτιά και +σίδερο γύρω τους. Μα δε λιποψυχούν. + +Ο Γούναρης στέκει βουβός κι αφανισμένος. Τρέμει το πείσμα του εχτρού +και τη δύναμη. Ως πότε θα βαστήξουν; Τ' αδύνατα εκείνα τείχη, οι +χωματένιοι σωροί πώς θα κρατήσουν την ανθρωποπλημμύρα, που όλο +δυναμώνει και βροντομαχά επάνω τους! + +Άξαφνα κάτω από την αχνή λάμψη της αυγής, βλέπει τους σπαχήδες να +σκορπούν πίσω, σαν καβαλάροι σατανάδες. Γύρισε αριστερά το ίδιο. Στη +Μεγάλη Τάπια και σ' όλο το προτείχισμα κυματίζει η Ελληνική σημαία +και χαιρετίζει του ήλιου την ανατολή. Και δώθε, πέρ' από το χάντακα +οι Έλληνες με γυμνά σπαθιά κι αιματοβαμμένη φουστανέλλα, κυνηγούν +στις σκηνές ανάμεσα τους εχτρούς. Φεύγουν οι Σκιπετάρηδες! Πιστόλες +βροντούν, λάμπουν σπαθιά, κεφάλια κυλούν στα χώματα, κορμιά +κοίτονται· «ράι» αντηχούν κι αλαλαγμοί και σφυρίγματα! Κι ανάμεσα +στην άγρια βουή ακούεται η κλαγγή σαν φωνή ουρανόσταλτη: + + — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... + +Ο Γούναρης έκανε το σταυρό του. + + — Α! μωρέ προδότη· χαίρεσαι τώρα!... βρόντηξε κοντά του φωνή +λυσσασμένη. + +Και φάνηκε αγριοπρόσωπος ο Αλή αγάς, ο φίλος του. Το βώδι το μανό, +έσερνε ακόμη το ζυγό στον τράχηλο, όπου τον έσπρωχνε η βουκέντρα του +ζευγολάτη. Ένιωσε πως δεν ακολουθούσε ο σύντροφος, πως άλλαξε το +δρόμο του. Τόνιωσε και ρίχτηκε να τον κερατίση. Μα ο ραγιάς χύθηκε +απάνω, τον έσφιξε στα μπράτσα και κυλίστηκε μαζί του χάμω. Κι εκεί +που ο αρβανίτης, ξαφνισμένος για τη δύναμη του ταπεινού +σταυραδερφού, λάχτιζε τη γη και μόλυνε τον αέρα με τις βλαστήμιες, +γοργός ο Γούναρης του πήρε το γιαταγάνι και του το βύθισε στα στήθη +του. + + — Άπιστο σκυλί, ως πότε!... βρυχήθηκε. + +Και τράβηξε κατά την πόλη ρίχνοντας με περιφρόνηση στο στρατόπεδο το +κεφάλι του Αλή αγά, σαν να ριχνε κακή παρασαρκίδα από πάνω του. + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Old Loves, by Andreas Karkavitsas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OLD LOVES *** + +***** This file should be named 31444-0.txt or 31444-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/1/4/4/31444/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + diff --git a/31444-0.zip b/31444-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..42eed0f --- /dev/null +++ b/31444-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..52f0a70 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31444 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31444) |
