summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31444-0.txt4385
-rw-r--r--31444-0.zipbin0 -> 106055 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 4401 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31444-0.txt b/31444-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..63b5e1c
--- /dev/null
+++ b/31444-0.txt
@@ -0,0 +1,4385 @@
+The Project Gutenberg EBook of Old Loves, by Andreas Karkavitsas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Old Loves
+
+Author: Andreas Karkavitsas
+
+Release Date: February 28, 2010 [EBook #31444]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OLD LOVES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Unusual
+words that could be considered mistakes have been included in [].
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+Ασυνήθιστοι λεκτικοί τύποι που μπορεί να εκληφθούν ως λάθη,
+περικλείονται σε [].
+
+
+
+Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
+
+
+
+ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ
+
+
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΜΕΝΗ
+
+
+
+Ο ΕΒΥΘΟΣ. — ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ. — Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ.
+ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ. — Η ΜΗΤΡΥΙΑ. — Η ΜΑΝΝΑ. — Η
+ΓΥΝΑΙΚΑ. — Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤAΡΧΗΣ. ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ,
+— Η ΠΑΤΡΙΔΑ. — Η ΣΜΥΡΝΙΑ. — ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ. —
+ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ. — Η ΘΥΣΙΑ. — ΘΕΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ.
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»
+44 — ΕΝ ΟΔΩ ΣΤΑΔΙΟΥ 44 —
+1919
+
+
+
+ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ
+
+
+
+Ο ΕΒΥΘΟΣ
+
+
+
+Ήταν της Παναγίας της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη. Η παπαδιά
+αποβραδίς είδε όνειρο κακό. Ξημέρωνε Κυριακή και της Κυριακής τ'
+όνερο ίσαμε το μεσημέρι ξεδιαλύνει. Το έλεγε του παπά της κι έτρεμε
+σαν το φυλλοκάλαμο η φτωχή. Μα ο παπάς δεν έπαιρνε από τέτια·
+
+ — Σώπα, βλοημένη, με τα όνειρά σου! της έλεγε.
+
+ — Πώς να σωπάσω. παπά μου; Το είδα ολοφάνερο: Το σπίτι έπεσε, εσύ
+σκοτώθηκες, εγώ έμεινα έρμη κι απομόναχη. Γύριζα μέσα στα κρύα του
+χειμώνα ξώζαρκη και μάζωνα μπουκιά σε μπουκιά το ψωμί...
+
+Κι έτσι λέγοντας δερνότανε κι έκλαιγε η παπαδιά.
+
+Νταγκ — νταγκ!... Νταγκ — νταγκ!... ακούστηκε κείνη την ώρα η
+βραχνιασμένη φωνή του σήμαντρου πέρα, στου Μάζη. Ήταν ώρα για τη
+λειτουργιά.
+
+Ου να μου χαθήτε, τσακάλια, που θέλτε κι εκκλησιά! είπε με
+περιφρόνηση ο παπάς ετοιμάζοντας τα σύνεργα της δουλειάς.
+
+ — Πήγαινε στη λειτουργιά σου, παπά μου· τέτια ημέρα σήμερα δεν
+κάνει να πιάσης δουλιειά· του είπε μισοκλαίοντας η παπαδιά.
+
+ — Άφινέ με, παπαδιά, ήσυχο· σήμερα τα ήβρα τ' άλογα, σήμερα θ'
+αλωνίσω κι ας είνε και Λαμπρή! Τον καιρό δεν τον έχουμε πάντα στο
+χέρι· μόνο βάλε ψωμί στο τράστο και σώπα!
+
+ — Σκιάζουμαι, παπά μου· το είδα ολοφάνερο τ' όνειρο. Το σπίτι
+έπεσε, εσύ σκοτώθηκες...
+
+ — Μωρ' βάλε ψωμί στο τράστο κι άσεμε μη βλαστημήσω! την έκοψε άγρια
+ο παπάς.
+
+Και τα ξανθά του τα γένεια έτρεμαν από το θυμό. Εκείνη κατάπιε τα
+δάκρυά της και δεν είπε τίποτα. Ήταν καλή γυναίκα η καημένη· λόγο
+δεν ήξερε να γυρίση στον άντρα της.
+
+Ως τόσο εκείνος ετοιμάστηκε για καλά. Φόρεσε τα κοντά του τα ράσα,
+έβαλε ένα μάλλινο σκουφάκι στο κεφάλι, έδεσε μ' ένα σκοινί τη μέση
+του, κρέμασε το τράστο με το φαγί στον ώμο του, πήρε το χοντρό ραβδί
+του κι έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να ειπή στην παπαδιά, που τον
+έβλεπε με θλιμένη ψυχή.
+
+Ο Παπαβασίλης ήταν από τα χωριά της Γαστούνης, από την Κελεβή, την
+πατρίδα του Παρασκευά του αρχιληστή. Πριν ρασοφορέση, ήταν άνθρωπος
+του σκοινιού και του παλουκιού. Τα χωριά έτρεμαν στ' όνομά του.
+Έδερνε κι έγδυνε, έγδυνε κι έδερνε ολημερίς. Ακόμη και τη γυναίκα
+του, αρχοντοθυγατέρα με τ' όνομα, την πήρε κλεφτή. Άξαφνα του
+βουλήθηκε να γίνη παπάς. Οι φρόνιμοι το βλεπαν σαν δύσκολο, μα
+εκείνος·
+
+ — Ποιο; έλεγε κουνώντας το κεφάλι· σε λίγες μέρες τα βλέπετε.
+
+Και αληθινά· εκατό τάλλαρα και δυο ζευγάρια χήνες στο Δεσπότη και
+τέλειωσε τη δουλειά του. Ο Παπαβασίλης διωρίστηκε εφημέριος σε
+τέσσερα χωριά: Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζη και Ρετούνη. Κάθε Κυριακή
+λειτούργαε και σ' ένα χωριό. Οι χωριάτες, διψασμένοι από παπά,
+έκαναν όλα του τα θελήματα. Μα εκείνος δεν ήταν για τέτιο αξίωμα.
+Περίπαιζε θεούς και ανθρώπους. Γιορτή καθεμερνή ένα το είχε.
+
+Τώρα καθώς έφτασε στ' αλώνι, έπιασε και λαιμάριασε τ' άλογα. Έξι
+άλογα φαλάγγια! Έπειτα τα έδεσε στο στυγερό. Γύρω τα χερόβολα ήταν
+απλωμένα κι έτοιμα για των αλόγων τις οπλές.
+
+ — Άπλα!... άπλα!... άπλα!... φώναξε. Κι έσκασε στον αέρα το μακρύ
+καμουτσίκι του.
+
+Τ' άλογα στη φωνή του αντρειεύτηκαν, έσπρωξε ένα τ' άλλο κι έπειτα
+ρίχτηκαν όλα μπροστά. Γύριζαν και πατούσαν τα στάχυα με τα πόδια
+τους.
+
+Και κείνος από πίσω, έσκαε το καμουτσίκι και φώναζε άγρια:
+
+ — Άπλα!... άπλα!... άπλα!...
+
+Το αλώνι έτρεμε στο πάτημα των αλόγων· ο κάμπος βούιζε στην φωνή του
+παπά.
+
+Ο ήλιος ανέβηκε μεσουρανίς. Μα τι ήλιος! Αβγό έψηνες στην αντηλιάδα
+του. Τ' άλογα ήρθαν κι απόκαμαν. Το πετσί τους έλαμπε καθρέφτης στον
+ίδρωτα· το ρουθούνι τους φυσομάναε σαν φυσερό· φρούμαζαν,
+χλιμιντρούσαν κι έτρεχαν γύρω στο στυγερό. Το άχερο τριβότανε κάτω
+από τα πόδια τους· το σιτάρι πεταγόταν ολόγυρα σαν σκλήθρες χρυσάφι.
+Και ο παπάς με το καμουτσίκι στο χέρι, πότε έτρεχε πίσω από τ'
+άλογα, πότε στεκότανε ανασαίνοντας βαριά και κοπιασμένα. Η σκούφια
+τού φυγε από το κεφάλι και τα δασόμαλλα έπαιζαν με τον άνεμο τρελλά
+και τα μακριά γένεια του έσταζαν ρουνιά τον ίδρωτα. Μα εκείνος πάντα
+έτρεχε φωνάζοντας:
+
+ — Άπλα!... άπλα!... άπλα!...
+
+Και άμα έβλεπε κανένα άλογο να κοντοστέκεται, άρχιζε αμέσως τις
+βλαστήμιες. Κατέβαζε, ο άθεος, όλα τα καντήλια.
+
+Από το κάμα και την πολλή κούραση, σκάνε σε λίγο δυο άλογα. Ωχ! εκεί
+να έβλεπες τον παπά! Ούρλιαζε σαν λύκος· γύριζε τ' άγριά του μάτια
+εδώ και κει, ποδοπάταε τη γη. Άξαφνα σηκώνει τα χέρια και φασκελώνει
+τον ουρανό.
+
+ — Θες δε θες, Παναγιά, λέει τρέμοντας από λύσσα, εγώ θ' αλωνίσω
+σήμερα και θα ξεσηκωθώ. Δεν είμαι γυναίκα να φοβηθώ τα όνειρα!
+
+Κι έσπρωξε έξω από το αλώνι τα σκασμένα τ' άλογα. Έπειτα έπιασε ο
+ίδιος την άκρη του σκοινιού και σκάζοντας το καμουτσίκι άρχισε να
+γυρίζη μαζί με τ' άλλα.
+
+ — Άπλα!... άπλα!... άπλα!... ούρλιαζε αδιάκοπα.
+
+Μα δε γύρισε πολύ. Άξαφν' ακούστηκε μια βουή τρομακτική. Γυρίζει και
+βλέπει μακριά κάτι, σαν κοπάδι πρόβατα κάτασπρα. Όλα ερχόνταν
+τρεχάτα απάνω του. Και η βουή γινόταν δυνατώτερη, σαν φουσκοθάλασσα
+που στέλνει τα κύματά της να χτυπήσουν το βράχο. Σε λίγο κατάλαβε ο
+παπάς πως δεν ήταν πρόβατα παρά νερό κι ερχόταν μανισμένο απάνω του·
+έζωνε τ' αλώνια. Άρπαξε το φκιάρι και άρχισε λιχνιστά να μαζώνη το
+σιτάρι στο στυγερό. Μα σαν είδε πώς το νερό ζύγωνε ολούθε και τ'
+άλογα τρομαγμένα κλωτσούσαν τη γη κι ήθελαν να κόψουν το σκοινί, τα
+χρειάστηκε.
+
+ — Ήμαρτον, Θε μου! ψιθύρισε κι έπεσε στα γόνατα. Μα ο Θεός δεν τον
+άκουε τώρα· δεν ήταν καιρός!
+
+Τ' αλώνι κουνιότανε σαν βάρκα στη θάλασσα· το νερό πλάκωνε περίγυρα·
+μια πήχη τόπος έμενε γύρω στον παπά. Τώρα δεν ανέβαινε με βία·
+βούιζε μοναχά και ψήλωνε σιγαλινά σαν νεκροθάλασσα. Εκείνος
+κατάχλωμος το κοίταζε και τα μάτια του κοκκίνισαν. Τώρα το νερό του
+έβρεξε τα πόδια. Ξαφνίστηκε· γύρισε εδώ και κει τα μάτια,
+απελπίστηκε τέλεια. Κλώτσησε τη γη, δάγκωσε τα χείλη, ξέσχισε τα
+ράσα του. Έκαμε να λύση τ' άλογα και να καβαλίκη να φύγη· πού να τον
+αφήσουν τ' άλογα να σιμώση! Είδε κι απόειδε, ανέβηκε απάνω στο
+στυγερό. Έλπισε πως δε θα έφτανε εκεί το νερό.
+
+Μα το νερό ανέβαινε, ανέβαινε δίχως βουή τώρα, δίχως φλοίσβιμα, με
+κάποιο κρύο κίνημα φαρμακερού σερπετού. Έφτασε το στυγερό κι άρχισε
+ν' ανεβαίνη ως που έβρεξε πάλι τα πόδια του παπά. Τ' άλογα φοβισμένα
+φρούμαζαν, κλωτσούσαν, πάλαιβαν και ψηλώνοντας το κεφάλι κατά τον
+κάμπο πέρα χλιμίντριζαν θλιβερά, σαν να ζητούσαν βοήθεια. Τέλος
+κατώρθωσαν να κόψουν το σκοινί, ρίχτηκαν στο πέλαγο και βγήκαν πέρα,
+παραιτώντας έρμο κι απελπισμένο τον παπά.
+
+Ως τόσο το νερό έφτασε στη μέση, έπειτα στα στήθια, έπειτα στους
+ώμους του. Εκείνος κοίταζε με ζηλιάρικο μάτι τον κάμπο μακριά. Εκεί
+δεν ήταν νερό. Έβλεπε τα λιβάδια πράσινα, τον ουρανό ασυγνέφιαστο,
+τα βουνά ήσυχα. Άκουε τα κοπάδια που γύριζαν στις στάνες, τη φλογέρα
+του βοσκού, το γαύγισμα των σκυλιών τα γέλια, τις φωνές, τις χαρές,
+όλα τ' άκουε. Τα πουλάκια που πήγαιναν να φωλιάσουν πέρναγαν
+τσιτσιρίζοντας απάνω από το κεφάλι του.
+
+Νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. ακούστηκε πάλι το
+σήμαντρο του Μάζη που σήμαινε τον Εσπερινό. Ο παπάς το άκουσε κι
+ανατρίχιασε· του φάνηκε πώς νεκροσημαίναν για δαύτονε. Μα δεν έμεινε
+και πολύ στο βάσανο. Το νερό έφτασε στο στόμα, έπειτα του έκλεισε τα
+μάτια. Ένα κύμα ήρθε μουγκρίζοντας και τον έριξε κάτω από το
+στυγερό. Τ' άχερα και το σιτάρι απλώθηκαν για σάβανο απάνω από το
+υγρό μνήμα του παπά.
+
+Έτσι έσβυσε η κολασμένη του ψυχή. Μα εγώ δε λυπούμαι τον παπά, παρά
+την παπαδιά τη φτωχή. Την ίδια ημέρα έπεσε το σπίτι· τα γίδια
+ψόφησαν, εκείνη τρελλάθηκε. Παράδειρε κάμποσον καιρό ως που ήβρε μια
+πιθαμή τόπο και άπλωσε το βασανισμένο της κουφάρι. Μα εκεί που
+πνίγηκε ο παπάς, κάθε χρόνο, της Παναγιάς της Καψοδεματούσας τον
+Αλωνάρη, ακούονται χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά και η Φωνή του παπά
+να ουρλιάζη αδιάκοπα:
+
+ — Άπλα!... άπλα!... άπλα!...
+
+
+
+ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ
+
+
+
+Με λένε Νικόλα· το Παρανόμι μου είνε Βρίζας — Νικόλας Βρίζας.
+Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο τ' άλογο, μα ήμουνα και γω
+μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.
+
+ — Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε.
+
+Και μου στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και με το έχει τους. Εγώ
+πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου.
+
+Τώρα γέρασα· — έτσι θα ειπή καθένας σαν ιδή το ζαρωμένο πρόσωπό μου,
+τα ψαρά μου τα γένεια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε
+τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάση κανείς ό,τι αγαπάει· άμα θάψη
+στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα
+μάτια, άμα δεν έχη έν' ακκουμπιστήρι στον κόσμο... ναι, τότε
+ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει
+απρόθυμα σαν να δουλεύη χαράμι.
+
+Είπα πώς έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ' από τ' άλλο τα πήγα
+όλα, έσκαψα το χώμα και τ' απίθωσα κοντά στη μάννα τους την άμοιρη
+Γιαννούλα. Απ' ώρα σ' ώρα θα με απαντήση ο Χάρος στο δρόμο του και
+μένα. θα με πάρη στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας
+θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κανείς πως ήταν μια φορά. Το
+νεκροταφείο μας είνε μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί,
+σανίδια μπηγμένα στα μνήματα — σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος
+και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο
+που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και
+μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα.
+Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχη δυο σκέλεθρα.
+
+ — Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν.
+
+Ακούστε την ιστορία του.
+
+Ήταν στα εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα.
+Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογίζομαι και θλίβετ' η καρδιά μου. Όση
+λύπη τράβηξα για τ' άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. Θα μου
+ειπήτε γιατί; Τ' άλλα δεν ήταν παιδιά σου; Δεν είνε όλα τα παιδιά
+ένα; Αλήθεια· όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είνε άλλο που με
+βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα —
+πού να είχε το ξέραμε! — είμαστε η αιτία να μη χαρή τον Απάνω Κόσμο
+η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από τόνα κι η τύχη της η κακή από
+τ' άλλο.
+
+Αν εμείς δε φερνόμαστε έτσι, μπορεί και να ζούσε τώρα το κορίτσι
+μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι
+το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα
+γένεια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ' ανέβαινε στη ράχη
+μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παπούλη!
+παπούλη! Και γω θα γλύτωνα από τις πίκρες που με βασανίζουνε τώρα
+και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα και στο μνήμα.
+
+Αχ! στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι
+μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβυσε σαν το κερί.
+
+Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς
+είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι. Αν είνε να κάνουμε κάτι που μας
+αρέσει, πιστεύουμε πώς όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμη άλλος, θα το
+γυρίσουμε αποδώ, θα το παίξουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν
+είνε καλό πράμα. Απάνω σ' αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη
+Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πώς αν έπαιρν'
+άλλη θα παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως
+με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν
+είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με
+την κακογνωμιά μου; Δάκρυα μονάχα.
+
+Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.
+
+Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλληκάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε, όταν
+πιάσαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν έκαναν τρέλλες.
+Όταν έφτασε τα δεκαφτά — κι ήτανε μια ομορφονιά!... — τη γύρεψαν από
+καλά σπίτια, μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά
+της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο
+στρέματ' αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο
+πάντρεψε την αδερφή του — μια είχε — και της τα δωκε όλα. Βλέπεις
+κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο
+Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη
+γυναίκα μου φέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε· τον λέγαμε
+χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα. Όλα άδικα, γιατί
+ήταν καλός, με τ' όνομα στο χωριό. Η άφτουρη όμως δεν έβγαζε μιλιά
+ούτε σηκωνότανε να φύγη από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε
+την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό αχ! να βγαίνη από τα στήθη
+της.
+
+ — Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήση· λέγαμε οι κουτοί.
+
+Να μην τα πολυλογώ είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν
+ήθελα να γίνη με θέλημά μου. Το κορίτσι δεν πήγαινε καλά· μαράθηκε
+το χειλάκι του. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή,
+βουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη
+της να ποντιάση. Έπρεπε ν' αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το
+δώσω του Αντώνη. Μια μέρα έκατσα και σκέφτηκα μοναχός μου: Τ' είν' ο
+κάβουρας τ' είν' το ζουμί του; τ' είμ' εγώ τ' είν' το έχει μου;
+Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που μπορούσε να το πουλήση ο
+δανειστής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, σήκωνα χρήματα για
+καλλιέργεια και για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε
+ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά και πούλαγα τη σταφίδα,
+πλέρωνα τον έμπορο. Αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του
+οξωμάχου τέτια είνε πάντα· ως που να πεθάνη, δουλεύει για τους
+άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν
+γερό παιδί, δουλευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέση. Εμείς οι
+φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πράματα.
+
+Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω την Αννέτα. Το είπα της
+γυναίκας μου, της ξυνοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε και κείνη το
+σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη κάναμε τους αρρεβώνες. Τα παιδιά
+πέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα
+χέρια τα δικά μου, πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά!
+
+ — Αν πάη καλά ο Άγουστος, τον Άη Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους·
+είπα.
+
+Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλεια
+της, να φτιάνη κανένα ρουχαλάκι.
+
+Η χρονιά πήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα τέλος
+τα σπαρτά, τα μποστάνια καλά πήγαιναν. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν
+με τον καιρό.
+
+ — Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε;
+
+ — Ναι· αν βαστάξη έτσι. καλά θα πάμε.
+
+Και όλα για τη μαύρη σταφίδα!
+
+Εγώ σήκωνα χρήματα από το γέρο Γιάννη το Συρεγγέλα. Τώρα πέθανε· σαν
+με ξεπουπούλιασε μένα, πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή· αλίμονο σε
+κείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα,
+μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν
+είχα που να δανειστώ, γύρεψα του γέρο Γιάννη. Μου έδωκ' εκατό
+δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατονπενήντα. Τι να κάμω; Τις
+πήρα.
+
+Όταν σηκώθηκα από την αρρώστια, πήρα τη μισακιά σταφίδα. Για
+καλλιέργεια σήκωσα πάλι από το Συρεγγέλα. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι
+και κάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές. Μαζί πηγαίνανε και μετρητά
+και ψώνια και ο ψήφος μου.
+
+Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος τρύγος — πόλεμος! Η
+εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει. Πανηγύρι
+γίνεται!
+
+Εδώ είνε σημαδεμένο. Άμα πέση η σταφίδα στ' αλώνι, αρχίζουν και τα
+σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι. Όλοι
+στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας.
+
+ — Να βαστάξη να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο... ο Θεός ας
+κάμη το θέλημά του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι.
+
+ — Αχ! να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!...
+παρακαλούμε, άμα ρίξουμε και το δεύτερο.
+
+Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να
+είχε λείψει.
+
+Ως τόσο ο καιρός πήγε καλός. Η σταφίδα ξεράθηκε· την τρίψαμε, τη
+σωριάσαμε, την κάναμε έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό
+που τη σηκώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ' ώρα σ' ώρα
+περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρρεβωνιασμένοι μετρούσαν τις
+ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια
+με κοίταζαν.
+
+ — Ακόμα... μη βιαζόσαστε! τους έλεγα: Η σκύλα από τη βιασύνη της
+κάνει στραβά τα κουτάβια.
+
+Μια μέρα που γύρις' από τα μύλο με κράζει παράμερα η γριά μου και
+μου σφυρίζει στ' αφτί.
+
+ — Ο γέρο Γιάννης έστειλε να πάρη τη σταφίδα.
+
+ — Να πάρη τη σταφίδα! Πώς θα πάρη τη σταφίδα!...
+
+Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω στα πόδια, τον παρακαλώ
+να μ' αφήση να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά
+του.
+
+ — Όχι, επιμένει· δε γίνεται, θα την ρίξης στην αποθήκη, θα την
+πουλήσω γω.
+
+ — Μα, γέρο Γιάννη...
+
+ — Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου! Αν δεν τη φέρης, θα την
+κατασκέσω σήμερα.
+
+Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη
+του τοκιστή.
+
+Πέρασε ο Άη Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος,
+μα δεν έλεγε να κάμη λογαριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου.
+
+ — Δε θα κάνουμε, γέρο Γιάννη, λογαριασμό, να μου δώκης ό,τι μένει,
+να πορέψω το σπίτι μου;
+
+ — Να σου δώκω ή να μου δώκης! φωνάζει αγριεμένος εκείνος. Να μου
+δώκης ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρης γλήγορα, γιατί θα σου
+πουλήσω την κούρνια!...
+
+Σπασμοί μ' έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!.. Και τα δόλια τα
+παιδιά; Πάω στο σπίτι.
+
+ — Ε, τι έκαμες, πατέρα;
+
+ — Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα και σεις!
+
+Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου
+πούλησε το σπίτι μισοτιμίς και μ' έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε
+δρόμους. Έπειτ' από τέτια ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε
+όρεξη, δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα.
+
+ — Δεν πειράζει, πατέρα, μου είπε· τον αφίνουμε για του χρόνου. Να
+δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα.
+
+ — Ήταν της μοίρας μας· είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα.
+
+Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί.
+Άλλο ανάποδο πράμα από τη σταφίδα δεν είνε· ολοχρονικίς δε θέλει να
+λείψη ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθή ο καρπός από τ' αλώνι,
+αρχίζει ο κλαδοκάθαρος.
+
+Εκείνη τη χρονιά πήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για
+εξακόσες δραχμές· ψώνια, θιάφες, ημεροδούλια, όλα αποκεί. Εγώ, ο
+Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλοι μέσα στη μισακή
+παλαίβαμε. Ο Μάης ήρθε με δροσούλες. Το λέμ' εδώ: Τον ποντισμένο τον
+καιρό, το Μάη το μήνα βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε
+καλά· έγιναν γουλές — γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη
+χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος, έστρωσε ο καιρός. Ο τρύγος άρχισε στα
+γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός — βλέπεις τον
+καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι — ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν
+έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες.
+
+Μια μέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι· μα είχε
+ακόμη ρόγα. Έν' αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν νύχτωσε, φάγαμε
+ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι
+φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι· φτάνει να έχουμε να
+γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν
+σε μιαν άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα
+χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπη κι η προεστή μου.
+
+Όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήταν αστροφεγγιά. Την αυγή που σηκώθηκα μ'
+έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιά! Αλήθεια, το καλοκαίρι το
+νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχη στο ένα χτήμα και στ' άλλο όχι. Μα
+είδες που λέει· σαν χορεύει η αρκούδα στου γειτόνου σου την αυλή, θα
+χορέψη και στη δική σου. Τι να κάνω; Λέω με τον Αντώνη να μαζέψουμε
+το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Ο ουρανός πήγαινε και
+μαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ και κει σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή
+βούιζε· φωνές, κακό, τρεχάματα σε όλον τον κάμπο! Στους δρόμους
+καβαλάριδες έφερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν
+μονώρας. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς και
+βαρυπλερωμένους ρουχισμούς, που δεν έβγαιναν από τ' αρμάρια παρά σε
+πίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην
+προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνωνται σαν κωλόπανα στους δρόμους, να
+ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα σώριαζαν
+ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στο άλλο μακινάριζαν· στο άλλο φώναζαν
+μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες τρέξαμε
+καταμεσίς στ' αλώνι χωρίς να ξέρουμε γιατί.
+
+ — Πατέρα, στράφτει στο Στενό! μου λέει ο Αντώνης.
+
+Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν
+πρώτα με ορμή κι έπειτ' άρχισε δαρτό το νερό. Μείναμε εδεκεί ξεροί·
+άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο
+χέρι. Δεν κάναμε τίποτα παρά βλέπαμε το νερό που έβρεχε τη σταφίδα.
+Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενός χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για
+μια στιγμή! Ά, δε θες άλλο χειρότερο! Να βλέπη το αίμα της καρδιάς
+σου να χύνεται και να μη μπορής τίποτα να κάμης. Σε ποιον να
+ξεσπάσης; Τι να ειπής; Με ποιον να τα βάλης;
+
+Το νερό, έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκκαλο και ούτε το
+νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, βρέχονταν, έκλαιαν και
+κανένας δεν έλεγε να τα σηκώση αποκεί. Τέσσερες ώρες βάσταξε ο
+έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάνω από τ' αλώνια και τ' αυλάκια
+έπλεκαν οι σταφίδες και μεις βλέπαμε να τις παίρνη το ρέμα, να τις
+ροφούν τ' αυλάκια ακίνητοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι
+άλλοι ριχτήκαμε να τσαλαβουτούμε στα νερά και να τις κυνηγάμε σαν τα
+σκυλιά τα ξεροκόμματα.
+
+Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά;
+Άμα δε βγάλης το χρέος, δύσκολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα
+μαζέψαμε την πήρε ο δανειστής μας να βγάλη ρακί.
+
+Πέρασαν δυο — τρεις μήνες, τα παιδιά μαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον
+Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι.
+
+ — Πατέρα, δος μου την Αννέτα κι όπως είνε της τύχης μου θα ζήσω· δε
+μπορώ πια τέτια ζωή να την υποφέρω!
+
+Τι να ειπώ και γω; Αποφάσισα μια βραδειά να κάνω το γάμο. Ακούς! σαν
+χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα
+ούτε έτσι ήταν γραφτό να τελειώση. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε
+παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό
+που την περόνιασε τον Άγουστο, ξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης
+αρρώστησε και κείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του
+γαμπρού του. Ρωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά
+πάντα. Ένα πρωί — ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθή το
+παιδί — ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε, υποψιάστηκε.
+Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι.
+
+Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με
+σταυρωμένα χέρια.
+
+ — Μίλα μας, κυρά μου· έλεγε η κακομοίρα η μάννα της. Άνοιξε τα
+ματάκια σου να μας ιδής.
+
+Μιλιά εκείνη.
+
+Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκαλιάζει, κολλάει στα
+χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο
+τα παιδιά.
+
+Ε, τι τα θες τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον πήρε και τον συγύρισε ο
+γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο
+νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα, ο γαμπρός του
+Αντώνη μου λέει:
+
+ — Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δε θέλησε να τ'
+ανταμώση. Δεν τα βάνουμε σ' ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα
+βάσανά τους;
+
+Έτσι κάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι
+καλά μέσ' από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε.
+
+Τ' άμοιρα! ακόμη, εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκροθάφτης που θ' ανοίξη
+τον τάφο τους, θα έβρη τα σκέλεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ
+να τα θάψη πάλι και να μην τα χωρίση. Όχι, ας μην τα χωρίση!...
+
+
+
+Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ
+
+
+
+
+Ο αυγερινός ανέβαινε από τη ράχη του βουνού, όταν τα κορίτσια
+κίνησαν για την πλύση.
+
+ — Δεν κολατσίζετε τίποτα, [δυχατέρες]; τα ρώτησε η γριά Στάθαινα η
+μυλωνού.
+
+ — Ε, ας πάρουμε μια μπουκιά για το πουλί· απάντησε η Κίσσα.
+
+Ήταν εποχή που κατεβαίνουν τα τρυγόνια στον Κάμπο. Μπορούσε ν'
+ακούσουν χήρας τρυγόνας λάλημα νηστικά και να μην ιδούν προκοπή για
+τρία — τέσσερα χρόνια. Έβαλαν δυο μπουκιές στο στόμα τους, έκαμαν το
+σταυρό τους και ξεκίνησαν.
+
+Στου Μπάστα έφτασαν την ώρα που έσκαε ο ήλιος. Έτρεξαν αμέσως, πήραν
+και νίφτηκαν για να είνε δροσερά κι άσπρα ολοχρονικίς. Έπειτα
+σηκώσανε τις ποδιές τους κι άρχισαν την πλύση. Το νερό άσπριζε σαν
+το γάλα· η ρεματιά βούιζε από τον κόπανο.
+
+Όταν απόπλυναν, άπλωσαν τα ρούχα τους στα θυμάρια να στεγνώξουν και
+σκόρπισαν στο λιβάδι. Σύναξαν λογιών λουλούδια, έκαμαν στεφάνια,
+έπλεξαν τα μαλλιά τους κι έπειτα στήσαν το χορό.
+
+Άξαφν' ακούστηκε στο σύλλογο η φλογέρα του βοσκού. Τα κορίτσια
+έπαψαν το τραγούδι τους και στάθηκαν σαν τα κουνέλια, που άμ'
+ακούσουνε χτύπο, σηκώνουν τα κεφάλι και τηράνε με φόβο τριγύρω. Μα
+δεν ήταν βοσκός. Έν' αγένειο κι όμορφο παλληκάρι πρόβαλε πίσω από
+μια πικροδάφνη· τα μαλλιά του σαν το χρυσάφι χύνονταν στις πλάτες
+του· τ' αργυρά του άρματα κι η ολόχρυση φορεσιά του σπιθοβολούσανε
+στον ήλιο. Τα κορίτσια σκόρπισαν να κρυφτούν στα θυμάρια και μοναχή
+απόμεινε η Αυγή. Δε μπορεί να φύγη εκείνη· ρίχνει μια ματιά στο
+παλληκάρι και νιώθει την καρδιά να φτερουκάη στα στήθη της· τα
+μάγουλά της κοκκινίζουν σαν τα ροδοκάλια· η γη στριφογυρίζει στα
+πόδια της. Το παλληκάρι την κοιτάζει με χαμόγελο· ζυγώνει και της
+βάνει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο δάχτυλο.
+
+Όταν με το ηλιοβασίλεμα γύρισαν τα κορίτσια στο χωριό, ο βασιλιάς
+έστειλε προξενιά να πάρη γυναίκα του την Αυγή. Ποιος διώχνει τέτια
+τύχη; Η γριά Στάθαινα πετούσε από τη χαρά της.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός· έτσι κι η άλλη μου τσούπα· έλεγε μέσα της.
+
+ — Τι καλορίζικη η Αυγή! πάει κι όπου καλό μου θέλει· ψιθύριζαν μία
+με την άλλη οι γειτόνισσες.
+
+Μα η τύχη της λυγερής δεν ήταν δύσκολο να κάμη τις γυναίκες να
+ζηλέψουν και ν' αρχίσουν την κακογλώσσα. Για τούτο κι η γρια δε
+θέλησε να χάση καιρό. Την ίδια βδομάδα έριξε τ' αλέσματα· δίπλωσε
+γαρύφαλα σε άσπρο χαρτί κι έστειλε κάλεσμα στους δικούς της. Ο γάμος
+έγινε την Κυριακή και οι καλεσμένοι τραγούδησαν με την καρδιά τους:
+
+ Τρία χρυσά γαρύφαλα
+ σ' έν' ασημένιο τάσι.
+ Τ' αντρόγυνο που γίνηκε
+ να ζήση να γεράση...
+
+Μα η Κίσσα άναψε και κάηκε με την ανεπάντεχη τύχη της αδερφής της.
+Ακούς εκεί να παντρευτή πρώτη η μικρότερη! Και τι; Να πάρη βασιλιά!
+Άκουσε κάποτε τη γιαγιά της να λέη, πώς τη βραδειά που γεννήθηκαν,
+είδε τις Μοίρες που ήρθαν να μοιράνουν τα βρέφη.
+
+ — Ετούτη θα πάρη βασιλιά· είπε η ασπροφόρα κι έδειξε την Αυγή.
+
+ — Όχι βασιλιά, γιατί θα θελήση κι η άλλη· είπε η μαυροφόρα.
+
+ — Ε, ας πάρη και τούτη βασιλιά· είπε η τρίτη με τα πράσινα.
+
+Μα τώρα ποιόνε βασιλιά θα πάρη η Κίσσα; Όλο τέτια συλλογίζεται και
+κάνει όρκο και σταυρό να μην πατήση στο παλάτι της αδερφής της.
+
+Μια ημέρα ακούστηκε πώς ήρθε η Χάρμαινα, η μάγισσα στο χωριό. Ήταν
+φημισμένη πως ήξερε όλου του κόσμου τα μυστικά· τα λόγια της και τα
+ξόρκια της αλάθευτα. Καθένας που ήθελε να παντρευτή. πρώτα έπρεπε να
+πάη να τη φιλέψη για να μη τον αμποδέση ή να μη ρίξη τη γρίνια στο
+αντρόγυνο. Η Κίσσα κίνησε και πήγε να την έβρη· μα μόλις την είδε
+φοβήθηκε. Ήταν αδύνατο να ιδή κανείς τη Χάρμαινα και να μη τρομάξη.
+Είχε μια μισολυωμένη γκιούρντα στις πλάτες της· ένα σακκούλι μάλλινο
+γεμάτο ξεροκόμματα στον ώμο της· ένα γιορντάνι από ψεύτικες λίρες
+και κόκκινες χάντρες στο λαιμό της και στα μαλλιά της, ξέπλεκα και
+κολλημένα, το χρυσοκέντητο σκουφάκι. Τα πόδια της έβγαιναν κατάμαυρα
+κάτω από τα κοντά της φουστάνια· στα χέρια της που ήταν σαν
+αδράχτια, κρατούσε ένα καλάμι· τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα
+δαχτυλίδια. Όποιος ήθελε να γνωρίση την Πανούκλα, έπρεπε να ιδή τη
+Χάρμαινα. Όταν άκουσε πώς η Κίσσα θέλει να ιδή τη μοίρα της, την
+έβαλε κι έκατσε κοντά της. Γέμισε ένα ποτήρι νερό, έριξε μέσα της
+κόρης το δαχτυλίδι, σκέπασε το ποτήρι μ' ένα κόκκινο μαντίλι και
+άρχισε το ξόρκι.
+
+ — Βάλε, κυρά μου, στην αμασκάλη μου το χέρι σου· της λέει με
+βραχνιασμένη φωνή. Έτσι. Κοίτα με τώρα κατάματα.
+
+Έσφιξε καλά στα μαντίλι το ποτήρι και άρχισε να το γυρίζη απάνω από
+το κεφάλι της λυγερής. Το έφερνε στα δεξιά της, το γύριζε από πίσω,
+το άφινε χάμω, πάλι το άρπαζε, το αναποδογύριζε και σταλιά νερό δε
+χυνότανε. Και το στόμα της δεν έπαυε να μουρμουρίζη. Δυο ώρες
+βάσταξε το ξόρκι. Η Κίσσα έτρεμε· τα χέρια της ξύλιασαν, τα μάτια
+της θάμπωσαν κοιτάζοντας μέσα στα γουρλωμένα μάτια της Χάρμαινας, τα
+γόνατα της λύγισαν και γονάτισε.
+
+ — Βράζει, κυρά μου; της λέγ' η μάγισσα φέρνοντας στ' αφτιά της το
+ποτήρι.
+
+ — Ναι, βράζει· απαντά με τρομάρα εκείνη.
+
+Έβγαλε το μαντίλι και φάνηκε το νερό που χόχλαζε αληθινά. Η Χάρμαινα
+το κοίταξε καλά στον ήλιο κι έπειτα γύρισε και είδε την Κίσσα.
+
+ — Είσαστε δυο αδερφάδες, είπε. Η μία ζη μέσα στ' άχερα κι η άλλη
+στα χρυσάφια.
+
+Εκείνη κοκκίνησε και χαμήλωσε τα μάτια.
+
+ — Μπα, κυρά μου!... αδικήθηκες εσύ, ξανάειπε η μάγισσα. Την τύχη
+σου την έκλεψε η αδερφή σου... Μα δεν πειράζει, κοκόνα μου· θαρρώ
+πώς είνε το ίδιο· τι εσύ τι η αδερφή σου; Και κοίταξε πάλι με πονηρό
+χαμόγελο την κόρη.
+
+ — Όχι! δεν είνε το ίδιο, γριά! πετάχτηκε κείνη ωργισμένη· δεν είνε
+το ίδιο...
+
+ — Ναι, δεν είνε το ίδιο, άπορη!...
+
+Το νερό πάντα χόχλαζε, σαν να ήταν το ποτήρι απάνω σε φωτιά. Η
+μάγισσα τσάκισε έν' αβγό από μαύρη κόττα και το έχυσε μέσα. Το αβγό
+κάθισε στον πάτο· το νερό πάντα έβραζε.
+
+Η Κίσσα με πιασμένη αναπνοή ακολουθούσε όλα τα κινήματα της γριάς.
+Σε κείνο το νερό ήταν η τύχη της· εκείνο την ήξερε και τώρα θα την
+έλεγε. Μα αν η τύχη της δεν ήταν καλή κι αν το νερό της έδειχνε πώς
+σε τούτο φταίει η αδερφή της, τι θα έκανε;
+
+ — Ούτε κολλόνες· ούτε δεντράκι είπε η Χάρμαινα κουνώντας το
+κεφάλι... Αχ! σ' έκλεψαν, άμοιρη. Κανείς δε θ' αγκαλιάση τα κορμί
+σου. Πάντα καταφρονεμένη θα ζης!
+
+Η κόρη τινάχτηκε απάνω αγριεμένη.
+
+ — Πώς! φώναξε· καταφρονεμένη! Όχι, δε θα ζήσω καταφρονεμένη. Έλα,
+γριά· ό,τι θες σου δίνω. Δος μου την τύχη μου πίσω!
+
+Η Χάρμαινα έβαλε ένα παράξενο γέλιο, που πάγωνε τα αίμα του
+ανθρώπου.
+
+ — Καλά, νυφούλα μου, κάτι θα κάνουμε· είπε.
+
+Πέρασε αρκετός καιρός. Η Κίσσα ήρθε κι έμεινε πετσί και κόκκαλο από
+τη ζήλεια της. Τα μάτια της γούβωσαν, τα μάγουλά της μαράθηκαν, τα
+χείλη της άσπρισαν. Την έφαγαν τα λόγια της Χάρμαινας· όλο
+συλλογισμένη καθότανε.
+
+Ως τόσο η Αυγή ζούσε ευτυχισμένη στα παλάτια της. Τα μάγια τίποτα
+δεν της έκαναν. Ο βασιλιάς ξεψύχαε γι' αυτήν. Μια ημέρα διαλαλήθηκε
+στη χώρα πως η βασίλισσα γέννησε παιδί. Χαρές, ξεφαντώματα στο
+παλάτι. Μα απ' όλους πιο πολύ χάρηκε η Κίσσα.
+
+ — Τώρα θα βρω αφορμή να πάω να τελειώσω τη δουλειά μου· είπε.
+
+Και κίνησε να πάη στο παλάτι. Στο δρόμο η καρδιά της χτύπαε δυνατά·
+τα πόδια της ήταν κρύα και το κορμί της έτρεμε. Δυο φορές έκαμε να
+γυρίση πίσω και πάλι μετάνιωσε.
+
+Και πήγε.
+
+Η Αυγή σαν είδε την αδερφή της, την αγκάλιασε, τη φίλησε και την
+έβαλε να καθίση κοντά της απάνω στο κρεβάτι. Από τη χαρά της δεν
+είδε ούτε τη χλωμάδα ούτε το άγριο βλέμμα της. Σήκωσε το τουλουπάνι,
+κεντημένο όλο με πούλιες και τιρτίρια κι έδειξε το βασιλόπουλο, που
+κοιμότανε στη χρυσή του κούνια.
+
+ — Σ' αρέσει, αδερφούλα μου, το παιδί μου; ρώτησε κοιτάζοντας το
+μικρό τρυφερά.
+
+ — Ουμ! να σου ζήση και καλός γαμπρός· ευχήθηκε κείνη.
+
+Μα τα μάτια της σπιθοβόλησαν από θυμό
+
+ — Καλή σου μοίρα, αδερφούλα μου!
+
+Η Αυγή έσκυψε και τη φίλησε στα μάτια. Η Κίσσα και το φιλί το πήρε
+για κακό. Είδε τα χρυσάφια και τα φαρφουριά, τα στόφινα σεντόνια και
+τα μεταξωτά προσκέφαλα και ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της.
+
+ — Δε θα ήταν όλα δικά μου: Εγώ δε θα ζούσα εδώ μέσα; συλλογίστηκε.
+
+Η Αυγή, αδύνατη ακόμη από τη γέννα, ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατα
+της αδερφής της και σιγά — σιγά λάρωσε σαν αρνάκι που δε
+συλλογίζεται το λύκο. Ποιος ξέρει τι καλά όνειρα έβλεπε για το παιδί
+της, η μάννα!
+
+Η Κίσσα θυμήθηκε τα λόγια της μάγισσας. Ναι, η Αυγή της έκλεψε τη
+μοίρα της· θα ζη τώρα καταφρονεμένη· θ' αγωνίζεται στις αργατιές το
+καλοκαίρι· το χειμώνα με το καμουτσίκι στο χέρι θα οδηγή τ' άλογο να
+γυρίζη το μύλο· το σιτάρι θα τρίβεται κάτω από το λιθάρι· το
+μυλολίθι θα χτυπιέται, τα ξύλα και οι ρόδες θα τριζοβολούν και κείνη
+ανασκουμπωμένη, αλευρωμένη θα παιδεύεται για τα αλέσματα του ενός
+και του άλλου. Α, δε γίνεται! Δεν είνε αδερφή εκείνη, που θέλει να
+βασανίζετ' έτσι η άλλη αδερφή!... Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της· τα
+μηλίγκια της σφυροκοπούσαν, η όψη της άλλαξε χίλια χρώματα. Με
+λαχτάρα τραβάει άξαφνα μια βελόν' από τα στήθη της και τη χώνει στο
+κεφάλι της αδερφής της. Ένα σιγαλό παράπονο ακούστηκε, κάτι έτριξε
+και πάει χάθηκε η Αυγή. Η Κίσσα σάστισε. Έτρεχε δώθε — κείθε μέσα
+στην κάμαρη σαν τρελλή. Σε λίγο θυμάται τις οδηγίες της Χάρμαινας,
+φορεί τα ρούχα της αδερφής της και πέφτει στο κρεβάτι.
+
+Όταν το βράδυ γύρισε από το κυνήγι ο βασιλιάς, έσφιξε στην αγκαλιά
+του την Κίσσα αντί για την Αυγή.
+
+Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να
+κελαϊδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. Ένα πουλάκι, με χρυσά
+φτερά και αργυρό σκουφούνι στο κεφάλι, εκείνο μόνο δε χαίρεται και
+δεν παίζει με τ' άλλα. Ολογυρίζει στο παραθύρι της βασίλισσας,
+ρίχνει δυο — τρεις ματιές μέσα και φεύγει, σαν να φοβάται κανένα
+κυνηγό. Έπειτα πάει και κάθεται στο κλαρί και λέει με ανθρωπινή
+φωνίτσα:
+
+ — Περβολάρη! περβολάρη!...
+ Ρέει — ρέει το βυζί μου,
+ Κλαίει — κλαίει το παιδί μου.
+ Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά,
+ Να μαραθούν τα λάχανα,
+ Να ξεραθούν τα δέντρα!.
+
+Και το κελαϊδεί με τέτιον πόνο, που τα δέντρα μαραίνονται αμέσως· τα
+φύλλα κιτρινίζουν και τινάζονται στη γη. Το πουλάκι φεύγει αποκεί
+και πηγαίνει παραπέρα, στα χλωρά δέντρα και στα πράσινα κλαριά.
+Κάθεται και κει και αρχίζει το ίδιο του κελάιδημα, που χύνει όλη τη
+λαύρα της καρδιάς του:
+
+ — Περβολάρη! περβολάρη!...
+ Ρέει — ρέει το βυζί μου,
+ Κλαίει — κλαίει το παιδί μου.
+ Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά,
+ Να μαραθούν τα λάχανα,
+ Να ξεραθούν τα δέντρα!...
+
+Πέρασαν μερικές μέρες και το περιβόλι όλο [ράπισε]. Κάηκαν τα
+λαχανικά, ξεράθηκαν τα δέντρα, χώνεψαν τα μοσχομύριστα φυτά, σαν να
+τα έδειρε αδρύ χαλάζι. Μόνον μπροστά στο παραθύρι της βασίλισσας
+έμεινε λίγη πρασινάδα και κει φώλιαζαν τα πουλάκια κι έχυναν την
+ευωδιά τους τα λούλουδα. Ο περιβολάρης έπεσε σε διπλή έγνοια. Έβλεπε
+του περιβολιού την κατάσταση και δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθή στο
+βασιλιά. Άκουε και τα λόγια του πουλιού και δεν έβρισκε πώς να τα
+παραστήση. Κάθε πρωί ανέβαινε στα παλάτι και πάλι κατέβαινε
+τρομάζοντας την οργή του βασιλιά. Τέλος μια ημέρα, που ο βασιλιάς
+κατέβαινε να λαφοκυνηγήση, πήγε μπροστά, γονάτισε και με δάκρυα στα
+μάτια τα διηγήθηκε όλα.
+
+Μπα! σαν τι πουλί είνε και λαλεί ανθρωπινά; είπε με παιζογέλασμα
+εκείνος.
+
+Να! άκου το· λέει ο περιβολάρης.
+
+Ο βασιλιάς γύρισε και είδε απάνω σε μια λεμονιά το χρυσό πουλί.
+Καθόταν στο ψηλότερο κλαρί και κοιτάζοντας τον άρχισε να κελαϊδή
+παραπονεμένα:
+
+ — Βασιλιά μου πολυχρονεμένε
+ Και καλέ κι αγαπημένε.
+ Ρέει — ρέει το βυζί μου
+ Κλαίει — κλαίει το παιδί μου.
+ Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του
+ Χρυσή κουνίτσα τόφτιανε
+ κι αργύρα κουνιστήρια!...
+
+Ο βασιλιάς συγκινήθηκε· του φαίνεται πως δεν ακούει πρώτη φορά τη
+φωνή· πως και άλλοτε είδε αυτό το πουλί· πως τ' αγάπησε μια φορά.
+Αλαφροπατώντας πηγαίνει κάτω από τη λεμονιά και του λέει ήμερα και
+παρακαλεστικά:
+
+ — Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου.
+
+Εκείνο τον κοιτάζει σα μαγεμένο, κατεβαίνει σε χαμηλότερο κλαρί και
+αρχίζει πάλι με γλυκύτερη φωνή:
+
+ — Βασιλιά μου πολυχρονεμένε
+ Και καλέ κι αγαπημένε.
+ Ρέει — ρέει το βυζί μου
+ Κλαίει — κλαίει το παιδί μου.
+ Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του
+ χρυσή κουνίτσα τόφτιανε,
+ κι αργύρα κουνιστήρια.
+
+ — Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου· του ξαναλέει ο βασιλιάς.
+
+Και κείνο κατεβαίνει, κατεβαίνει ακράτητα, σαν να το σέρνη μαγνήτης,
+όσο που πέφτει στην αγκαλιά του.
+
+Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος. Σε λίγο όλοι κοιμήθηκαν στο παλάτι.
+
+Μόνον το πουλί δεν μπορεί να κοιμηθή. Μέσα στο χρυσό κλουβί, που το
+έκλεισε ο βασιλιάς, φτερουκάει χαρούμενο, βγάνει τη μυτίτσα του στα
+σύρματα και κοιτάζει τρυφερά, σαν να φιλή με τα μάτια την κούνια του
+βασιλόπουλου. Έπειτα πλαγιάζει το κεφάλι και αρχίζει ένα σιγαλό και
+αποκοιμιστικό νανούρισμα:
+
+ Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι.
+ Κοιμάται το παιδάκι μου απάν' στο μαξιλάρι!...
+
+Η Κίσσα στην ίδια κάμαρη κοιμότανε βαθιά. Άξαφνα βγάνει ένα βογγητό·
+κρύος ίδρωτας την τσακίζει· τα χέρια της κινούνται σαν να θέλουν
+κάπου να πιαστούν. Αχ! τι όνειρο που βλέπει η δόλια! Ήταν, λέει,
+μέσα σ' ένα μεγάλο σπίτι, γεμάτο από χρυσάφι και μάλαμα, από
+διαμάντια και ρουμπίνια. Ήταν σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι· ησυχία, που
+άκουε την ανάσα του κανείς! Και η Κίσσα έπαιρνε χρυσάφια, έπαιρνε
+ρουμπίνια, έχωνε αποδώ αποκεί, στις τσέπες, στο στόμα της... Πάει,
+θα διώξη τη φτώχια, δε θα ξενοδουλεύη πια! Θα γίνη και κείνη μεγάλη
+αρχόντισσα! Άξαφνα το σπίτι φωτίζεται· ακούονται γέλια, χαρές,
+τραγούδια... Πού να πάη να κρυφτή; Να, ακούονται πατήματα· κάποιος
+την πιάνει από το χέρι. Είνε η αδερφή της, η πεθαμένη αδερφή της, η
+Αυγή!... — Τι θέλεις εδώ; της λέει· τ' ήρθες να κάμης; Εκείνη θέλει
+να μιλήση, ανοίγει το στόμα της, μα δε μπορεί ούτε ν' ανασάνη... Και
+η αδερφή της δεν τη γνωρίζει... — Ήρθε να κλέψη· λέει μια άλλη
+γυναίκα, μαύρη, κατάμαυρη, απαράλλαχτη σαν τη Χάρμαινα. Ναι· ήρθε να
+κλέψη! Και γελώντας την αρπάζει στα δυνατά μπράτσα της και την
+πετάει κάτω από το παραθύρι... Η Κίσσα ξύπνησε με τρομάρα.
+
+ — Ωχ! τι όνειρο! λέει, τρίβοντας με το χέρι το μέτωπό της. Τι
+όνειρο!
+
+Άξαφνα ακούει το νανούρισμα του πουλιού και της φαίνεται πως ακούει
+τη φωνή της αδερφής της. Ανατριχιάζει όλη, τινάζεται από το στρώμα.
+
+ — Α! λέει, εδώ θα ξεδιαλύνη τόνειρο; Όχι! δε θα ξεδιαλύνη.
+
+Αρπάζει ένα μαχαίρι και τρέχει στο κλουβί. Μα την ίδια ώρα η πόρτ'
+ανοίγει και μπαίνει ο βασιλιάς. Και κείνος είδε απόψε τρομερό
+όνειρο· είδε πώς κιντύνευε το χρυσό πουλάκι του. Έτρεξε γοργά στο
+κλουβί, πήρε το πουλί στο χέρι και άρχισε να το φιλή λέγοντας
+τρυφερά λογάκια. Η Κίσσα μαζωμένη στη γωνιά έβλεπε πότε το βασιλιά,
+πότε το πουλί και κρύος ίδρωτας την τσάκιζε. Όσο και αν προσπαθούσε
+να κρατήση την καρδιά της, αδύνατο. Έκρυβε το λεπίδι μέσα στα
+φουστάνια της· μα τι που είχε φανερά λεπίδια τα δυο μάτια της, που
+έσφαζαν κατάκαρδα με το άστραμμά τους.
+
+Άξαφνα το χέρι του βασιλιά ήβρε κάτι απάνω στο κεφάλι του πουλιού.
+
+ — Μπα! τ' είνε τούτο; λέει με απορία.
+
+Χύθηκε απάνω του η Κίσσα.
+
+ — Μην τη βγάλης· μη για το Θεό! φωνάζει με λαχτάρα.
+
+Ώστε να το ειπή εκείνη, ο βασιλιάς έβγαλε τη χρυσή βελόνα. Ωχ!
+ακούστηκε σύνωρα, ένα ωχ! τόσο παραπονιάρικο, που ράγισαν για μιας
+όλα τα μάρμαρα και τα τζάμια του παλατιού. Τίναξε τα φτερά του το
+πουλί και πήδησε νεράιδα χρυσοφορεμένη στο πάτωμα η Αυγή. Ο βασιλιάς
+έμεινε αφωνάλαλος. Γύριζε κι έβλεπε τις αδερφάδες και δεν ήξερε ποια
+από τις δυο ήταν η γυναίκα του.
+
+ — Εκείνη που σου λέγ' η καρδιά σου, εκείνη είνε η γυναίκα σου· του
+λέγ' η Αυγή.
+
+Όσο θέλεις δούλευε κι όσο θέλει ο Θεός θα σου δώση. Όσα έκαμε η
+Κίσσα, τίποτα δεν κέρδισε. Ο βασιλιάς έμαθε τα έργα της κι απάνω στα
+θυμό του έχωσε την ίδια βελόνα στο κεφάλι της.
+
+Η κακή αδερφή έγινε αμέσως πουλί. Μα όχι πουλί με χρυσά φτερά κι
+άργυρο σκουφούνι στο κεφάλι. Δεν κελαϊδεί γλυκά και πονετικά, που να
+μαραίνη τα δέντρα και τα λούλουδα. Έγινε όνομα και πράμα κίσσα,
+μαύρο πουλί, όπως ήταν η ψυχή της. Αλλάζει λογιών — λογιών φωνές και
+πάντα βρίσκεται στις ρεματιές κρυμμένη.
+
+
+
+ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ
+
+
+
+Η μάννα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού
+της. Γλυκειά ημέρα ως τόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί — λες κι
+έφταιγε η δόλια! — έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπή φτωχός και
+κορίτσια! Έξω απ' αυτό ακόμη ώριζαν Τούρκοι στο Μωριά κι ήταν
+καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν' αποχτήση θηλυκό. Κάθε
+νοικοκύρης που έβλεπε να πηγαίνη το σπίτι του μπροστά θλιβότανε
+περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας
+μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάη, κάπως στα χωρατά, μα πάντα
+πικραμένα:
+
+ — Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!...
+
+Μια βραδειά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.
+
+ — Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί
+κάνεις — ήταν ετοιμόγεννη η μάννα μου — θέλω να είνε σερνικό.
+
+Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πάρουν τα συχαρίκια,
+στέναξε βαθιά. — Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο
+Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα — και τι; — ένα κι
+ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε άνθρωπους για σπαθί κι η
+γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!... Και με το γρόθο του έδωκε μια κι
+έσπασε το τραπέζι.
+
+ — Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένη
+καλύτερο από σερνικό.
+
+Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ'
+έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ' όνομά μου. Στη μάννα μου, σε
+όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ' άρματα. Μέρα
+— νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω
+στο σημάδι. Την καθεμερνή μ' έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο
+κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ' αγριογούρουνα στη Δροσελή.
+
+ — Θέλω...να περνάς το βόλι απ' το δαχτυλίδι· μου έλεγε.
+
+Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν'
+ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για
+τους Αγαρηνούς. Οι χαλκιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα
+σύνεργα το πολέμου. Τα παλληκάρια γυμνάζονταν στ' άρματα, έχυναν
+βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πώς έγινε και κείνο το
+αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού — Πέφτη θυμούμαι ήταν —
+βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το
+Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντωνάκη από τη Μανωλάδα
+με καμιά τρακοσαριά παλληκάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και
+δε μπορούσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου
+έζωσε τα σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·
+
+ — Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι
+άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους
+άπιστους μπορείς. Ο παπά Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις
+τόσα κρίματα συχωριώνται.
+
+Η μάννα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να
+κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε
+στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε.
+Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ' άλλα
+του σωθέματα και πίστευα πώς ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις
+γυναίκες και κάτι μέσα μου μ' έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα
+φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλλα του πατέρα μου. Α! το
+σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάση αϊτού φτερά, πάντα
+τρομάζει να πετάξη στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το
+κορμί λάγκευε κάτω από τ' άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας,
+πήδησε από το στρώμα του, μ' έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.
+
+ — Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι
+από το Μωριά, τότε να γυρίσης και συ.
+
+Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο
+βόιβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν
+Μορογιάνης του Σουλτάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι
+Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύτους. Εκεί να
+έβλεπες το ρωμαίικο τ' ασκέρι! Ρίχτηκαν στα τούρκικα κονάκια,
+άρπαξαν ασημικά, άρπαξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ' άλογα και δρόμο για
+τα χωριά τους.
+
+ — Σταθήτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολεμήσουμε! τους φώναζαν
+οι καπετανέοι.
+
+Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πώς οι Τούρκοι γύριζαν πίσω.
+Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τους χτύπησε ο καπετάν
+Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν
+
+ — Τι θα κάνουμε τώρα; ρωτάει ο Σισίνης,
+
+ — Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο καπετάν Αντωνάκης.
+
+Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρκους. Τους απαντήσαμε
+ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη
+μέση και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς.
+
+Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα!
+άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ' άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το
+βόλι θα χωθή στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντάκια, αγριάγκαθα,
+χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα
+βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις
+μπορούσε να κουνηθή. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάλικε τ'
+άλογό του κι έφυγε.
+
+ — Σώσε με, παλληκάρι, ν' αγιάσουν τα πεθαμένα σου· φωνάζει
+αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν' αφίνουν πίσω τα γεράματα...
+
+Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ
+για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.
+
+ — Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου· Η Παναγιά ας βάλη το
+χέρι της.
+
+Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο
+έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι·
+τα μάτια μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.
+
+Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα
+τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο
+παλληκάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.
+
+Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ' έσωσε από τα χέρια
+των Τούρκων. Από τότε γινήκαμε φίλοι· νύχτα — ημέρα μαζί. Θα πήγαινε
+κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. θα μ' έστελναν με τον καπετάν Λάππα
+να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που
+άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος
+στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά,
+δάκρυα, εκδίκησες! Ο ραγιάς άλλαξε· σήκωσε [καφάλι] και κοίταζε
+άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.
+
+Έτσι λίγο — λίγο άλλαξα και γω. Ό, τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα
+μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι
+σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός,
+η ορφάνια. Σ' ένα μονάχα δε μπόρεσα ν' αλλάξω, στη ματιά του Δήμου
+μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ' άρματα και τα
+φορέματα; Τι να κάμη το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε
+καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθή η ασημόβεργα της
+μάγισσας ν' αλλάξη τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους
+θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι
+φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε
+θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν'
+αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα
+που με δαιμόνιζε. Δοκίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον
+καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ' έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο
+στο πράσινο λιβάδι.
+
+Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμε κείνη τη
+μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σισίνης μας έστειλε μ' εκατονπενήντα παλληκάρια
+στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του
+Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον
+Άη Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώνης
+το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και
+καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ'
+έτσι γονατιστή και θάμαζε. Εγώ — ξέρεις — μη με τηράς τώρα· τότε
+ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τραχηλιά το λαιμό μου, έκρυβα
+τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα
+κατακαημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!
+
+ — Όρε αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είνε φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν
+κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.
+
+Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και μ' έπιασε σύγκρυο.
+
+ — Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ' από καιρό, θα λεγα πως
+είσαι γυναίκα. Και πώς σ' αγάπησα! όχι άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα
+έτσι!...
+
+Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδεψαν στα φυλλοκάρδια μου
+τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να
+βασιλέψη ο ήλιος. Τ' απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό
+μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η
+μοσκοβολάδα, που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο·
+έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου
+μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαρειά και μαλακά
+σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφινε να
+πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα
+χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.
+
+ — Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.
+
+Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακούστηκε η φωνάρα του
+Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπήκανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους
+χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα
+έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι
+άλλοι γκρεμίζονται και τους συνεπαίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται
+συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κοίτονται τα κόκκαλά
+τους εκεί.
+
+Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ' αποδώ,
+αποκεί, φώναξα. Πού ν' ακουστής μέσα στην ανακατοσούρα και την
+αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκκαλο και πέταε σπίθες.
+Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτωσαν, έφτασαν κακοί κακώς στην
+Κουρτέσα. Τα παλληκάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.
+
+Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μού θάμπωνε τα μάτια.
+Έκατσα σ' ένα κοτρώνι να ξεκουραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά
+σάβανα στο μακελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και
+φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ'
+αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλάγια πελώριοι· κάπου άστραφτε
+μια πιστολιά. Αναστενάγματ' αποδώ, κλάματ' αποκεί, που ήταν να φρίξη
+κανείς.
+
+Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ'
+απάνω κι έτρεξα πέρα — δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και
+φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο
+απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε
+ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα
+λιγοθυμούσα κι έπεσα σ' ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογγητό
+πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·
+
+ — Δήμο! Δήμο μου!
+
+ — Χρύσαντε, αδερφέ μου!...
+
+Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά
+του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα δινα για να του δώκω
+ζωή! Τι δε θα κανα για να γνωρίση τι λογίς ήταν η αγάπη μου!
+
+ — Άκου, Δήμο μ'! άκου. καλέ μου! έκραζα μεγαλόφωνα στ αφτί του.
+
+Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου!
+Παίξανε τα ματόφυλλα μια στιγμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω
+μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα;
+Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε προτήτερα: Ποιος ξέρει. Μα
+τι φταίω και γω; Άλλοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η
+αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το
+θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.
+
+Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!
+
+
+
+Η ΜΗΤΡΙΑ
+
+
+
+Είνε κάπου είκοσι χρόνια κλειστά. Είκοσι χρόνια στο μνήμα το άραχνο
+ο Βασίλης· άλλα τόσα στο μνήμα των ζωντανών, στη φυλακή εγώ. Τώρα με
+τρώγ' η ψείρα κι η κακομοιριά· μα θυμούνται ακόμη στο χωριό τα καλά
+του Θανάση Βρυσώτη και δείχνουν τα σπίτια του στους ξένους.
+
+Αχ, τι χρόνια και κείνα! τι ζωή βασανισμένη στους τέσσερους τοίχους
+της φυλακής, στους χίλιους μέσα και χωρίς συντροφιά!... Μα τι λέω
+χωρίς συντροφιά; Είχα το καποτάκι του παιδιού μου, που κάθε ώρα
+ψήλωνε βουνό μπροστά μου κι έδειχνε το Βασίλη με τα βόλια στο
+ριζάφτι. Τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα στα στήθη μου κάπιο πράμα που
+σφύριζε βουβά κι αδιάκοπα, σαν άγρυπνη κουρούνα: φονιά! φονιά!...
+Και σαν σφάλιζα τα έρμα μου τα μάτια κι έγερνα το κεφάλι να πάρω
+λίγον ύπνο, έβλεπα τη Ζωίτσα με τα νυφιάτικα και τα λυτά μαλλιά της,
+χλωμή καθώς ήταν την ώρα που την απιθώσαμε στο μνήμα, να μου φωνάζη
+δυνατά:
+
+ — Σκυλί! τι έκαμες το παιδί μας; Πού είν' ο αρρεβώνας που σ'
+άφηκα;... Καταραμένος να ήσαι!...
+
+Και γω τιναζόμουν απάνω σαν το λάφι και γονατιστός της γύρευα
+συχώρεση, Όχι! δεν ήθελα, να είμαι καταραμένος!...
+
+Λένε πως το χειρότερο κακό να κάμη ο άνθρωπος, άμα μετανιώση, άμα με
+τα δάκρυά του γεμίση ένα δισκοπότηρο, ο Θεός τον συχωράει. Εγώ
+χιλιάδες, ναι, χιλιάδες δισκοπότηρα γέμισα από τότε! Και όμως, και
+όμως τι; Τ' αγλύκαντο νερό δε θέλει να ξεπλύνη τα μαύρα γράμματα! Α,
+ναι, το πιστεύω· δίχως το θέλημα Θεού μήτε πουλί στο βρόχι. Ποιος
+ξέρει τι αμαρτίες είχα και με παιδεύουνε τώρα; Ποιος θυμάται, αν
+τότε, μέσα στα καλά μου, συλλογιζόμουνα κανένα;
+
+Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Εμένα με είχε αναγνώστη κι έλεγα τον
+Απόστολο κάθε Κυριακή στην εκκλησιά του χωριού μας. Εκείνος, όταν
+ήταν παιδί, έκανε τα δικά του. Για τούτο εμένα που μ' έβλεπαν από
+μικρό, ήσυχο και ταπεινό, έλεγαν οι χωριανοί; από ρόδο βγαίνει
+αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο.
+
+Ο πατέρας μου βιάστηκε να με παντρέψη.
+
+ — Μπορεί να κλείσω καμιά μέρα τα μάτια και να μην ιδώ τις χαρές του
+γιου μου· έλεγε.
+
+Έξω απ' αυτό ήθελε να με παντρέψη για να με κάμη παπά και να με
+αφήση στο πόδι του σαν πεθάνη.
+
+Έτσι ούτε το σπίτι έχανε τ' όνομά του, ούτε μας έπαιρνε άλλος στο
+χωριό τα πρωτάτα. Εγώ, σαν μου το είπε, δε δυσκολεύτηκα, γιατί μου
+έδινε γυναίκα της καρδιάς μου. Μα από την πρώτη μέρα, την ημέρα του
+γάμου, φάνηκε πώς δεν ήταν με θέλημα Θεού. Το θυμούμαι τώρα κάποτε
+και σηκώνονται τα μαλλιά μου. Τρεις φορές τα στέφανα έπεσαν από της
+νύφης το κεφάλι στο χώμα! Κακό σημάδι! Η άμοιρ' η Ζωίτσα γύρισε και
+με κοίταξε με βλέμμα παραπονιάρικο, σαν να ήθελε από τη στιγμή του
+ταιριαμού μας, να μου θυμήση την ώρα του παντοτινού χωρισμού. Κι
+έπειτα όταν έμπαινε σπίτι — ακούς, αδερφέ! — μέσα στη βιασύνη, ούτ'
+ένα κομμάτι σίδερο δε βρέθηκε να βάλουν στα πόδια της. Όλοι ένιωσαν
+πως το αντρόγυνο δεν ήταν στερεωμένο. Και να που έγινε αλήθεια!
+Απάνω στο χρόνο η Ζωίτσα πέθανε από τη γέννα... Κακομοίρα γυναίκα· η
+τύχη η δική μου σε συνεπήρε!...
+
+Ο κόσμος άρχισε αμέσως τα δικά του:
+
+ — Κλαίω εκείνη που πέθανε νια και παρανιά· αμ' τι; — το Θανάση!
+Εκείνος ήταν τυχερός που έζησε το παιδί και θα κρατήση την προίκα!
+έλεγαν.
+
+Μα δεν είν' έτσι. Κλαίγε τον όποιου πεθάν' η γυναίκα και τ' αφήση
+και μικρό παιδί. Τι να κάμω; Πώς να τ' αναθρέψω εκείνο το παιδί;
+Ήθελε βυζί· ήθελε συγύρισμα. Στο τέλος άκουσα τα λόγια των δικών μου
+και παντρεύτηκα πάλι.
+
+Μα κάλλιο να τρωγε το κεφάλι της η συμπεθέρα, που τα φτιασε να μπάσω
+την Ακριβή στο σπίτι μου. Φωτιά έπεσε αμέσως και μας έκαψε. Ακούς,
+αδερφέ, ν' αλυχτήση τη μάννα μου, όταν μπήκε νύφη! Τ' άκουσαν οι
+συμπεθέροι που το είπε: «Χαμ, χαμ, πεθερά! — νάμπω γω νοικοκυρά!» Κι
+η δόλια μάννα μου πού το ήξερε να πάη να κρυφτή; Νύφη, σου λέει,
+μπάζω δεν μπάζω οχιά! Και μήπως το βράδυ; Το βράδυ, η σκύλα, έκατσε
+κι έφαε. Ο κόσμος βούιξε;
+
+ — Η νύφη του παπά έφαε, θαν τη φάη την παπαδιά.
+
+Κι αλήθεια· σε τρεις μήνες πέθανε η μάννα μου. Σε λίγο πάει απόκοντα
+κι ο πατέρας μου!
+
+Τώρα δεν απόμεινε άλλο ν' αγαπάω στον κόσμο παρά ο Βασίλης, το παιδί
+της Ζωίτσας. Πόσα πέρασα όσο να τ' αναθρέψω και κείνο!... Η Ακριβή
+από την ώρα που μπήκε στο σπίτι άρχισε δικό της λογαριασμό. Το παιδί
+τής καθότανε παλούκι στο μάτι· όλο με το φου! και με το φου! το
+πήγαινε. Και μήπως μπορούσα να της μιλήσω; Μ' έβανε μπροστά και πού
+να τα βγάλω με τη γλώσσα της! Δεν έκανα άλλο παρά να θυμούμαι τη
+συχωρεμένη τη Ζωίτσα και να κλαίω. Τι γλυκομίλητη! Τι ταπεινούλα
+γυναίκα! Κι όσο θυμούμαι που έσπασα το πιάτο στο κεφάλι της μια
+μέρα. Ποιος ξέρει; Μπορεί από κείνο να πήγε παράκαιρα στο μνήμα, η
+δόλια!
+
+Μα τι κακή ψυχή και κείνη η Ακριβή! Φαινότανε από το πρόσωπο. Τα
+μαλλιά της ήταν χοντρά, άγρια και κόκκινα· τα μάτια της γαλάζια και
+τ' ασπράδι τους κίτρινο, λες και είχε χρυσή· η μύτη της γυριστή ως
+τα χείλη και τα χείλη της φουσκωτά και μπλάβα σαν μελιτζάνα... Άμα
+θύμωνε, λύκος έμοιαζε. Ωχ, π' ανάθεμά την! Μ' έκαμε κι έγινα με όλο
+τον κόσμο οχτρός. Κάθε ημέρα σήκωνε τη γειτονιά στα ποδάρι.
+Κατάντησε τα σπίτι μου να βγάλη το χειρότερο όνομα. Ο Θεός να φυλάη
+από τέτια γυναίκα! Ως τόσο ο Βασίλης, άξενε κι ομόρφαινε.
+
+ — Ε, να του ζήση εκείνο το παιδί, έλεγαν οι χωριανοί. Σ' ένα — δυο
+χρόνια θαν το 'χη δεξί του χέρι..
+
+Και πώς έμοιαζε της μάννας του! σαν δυο σταλαματιές νερό. Άμα με
+κοίταζε με κείνα τα μεγάλα και μαύρα — μαύρα μάτια του, μου φαινόταν
+πώς είχα τη Ζωίτσα μπροστά μου. Έκαμα κι άλλα παιδιά με την Ακριβή,
+μα να ειπώ την αμαρτία μου, ούτε ήθελα να τα βλέπω. Σιχάθηκα τη
+μάννα, σιχάθηκα και τα παιδιά. Για κείνο κι η Ακριβή θύμωνε.
+
+ — Κουρούνη! δεν τηράς και τ' άλλα σου παιδιά! Δεν ξέρω τι βρίσκεις
+σ' αυτό τα τιποτένιο! έβριζε.
+
+Έτσι διάβαιναν τα χρόνια. Ο Βασίλης έφτασε δεκαπέντε χρονών· — παιδί
+παλληκάρι! Σου πάταγε δουλειά για μεροκάματα. Μα η Ακριβή δεν έπαυε
+τις γρίνιες της.
+
+ — Να σου ειπώ, Ακριβή· της λέω μια μέρα που έλειπε το παιδί. Τ'
+έχεις και τρώγεσαι με το Βασίλη; Τώρα το παιδί μεγάλωσε·
+καταλαβαίνει την προσβολή. Έπειτα οι σπιούνοι δε λείπουν από τον
+τόπο. Μπορεί να το κάμουν να θυμώση και να μας πετάξη όξ' από το
+σπίτι!
+
+ — Όξ' από το σπίτι!...
+
+ — Ναι· το σπίτι είνε της μάννας του. Τα χωράφια, τ' αμπέλια, όλα
+της μάννας του είνε. Από σένα δεν πήρα τίποτα.
+
+ — Δεν πήρες τίποτα, μα πήρες γυναίκα που δε σου πρεπε· μ' έκοψε
+κείνη θυμωμένη.
+
+Ορίστε! μίλα της τώρα.
+
+ — Όλα καλά τα λόγια που λες, γυναίκα· μ' αν θυμώση ο Βασίλης, μας
+πετάει όξω και περπατούμε γδυτοί, εμείς και τα παιδιά μας.
+
+Ωχ! σαν της είπα έτσι. Άναψ' ο γιαλός και κάηκαν τα ψάρια.
+
+ — Να πάρη το σπίτι! Να περπατήσουν γδυτά και πεινασμένα τα παιδιά
+μου! Το φαρμακώνω! φώναξε η σκύλα.
+
+Εγώ τρόμαξα, καθώς την είδα έτσι. Κρύος ίδρωτας μ' έπιασε σαν άκουσα
+να ειπή: το φαρμακώνω! Μα τα λόγια μου έκαμαν τη δουλειά τους. Από
+τότε κλειδωνιά έβαλε στο στόμα της. — Βασίλη μου από δω — Βασίλη μου
+από κει, το πήγαινε. Έπαψε τις φωνές, έπαψε τις γρίνιες και άρχισε
+να καλοπιάνη και μένα... Πήγε η καρδιά στη θέση της. Α! δεν είνε
+άλλο καλύτερο από την ομόνοια μέσα στο σπίτι.
+
+ — Δόξα νάχη ο Θέος! έλεγα που φαγα γλυκό ψωμί. Και λησμόναγα τα
+παλιά μου τα βάσανα.
+
+Αχ! που να ήξερα πως τα λόγια της ήταν γεμάτα φαρμάκι. Σε λίγο, σαν
+κατάλαβε πως μ' έφερε στα νερά της, άρχισε να μου καλαναρχά τα λόγια
+που της είπα εγώ προτήτερα:
+
+ — θα μας πάρη το βιος μας· θα μείνουμε γδυτοί και πεινασμένοι εμείς
+και τα παιδιά μας!
+
+Μωρέ ας βγαίνη ο ήλιος κι ας βγαίνη στα βουνά! Ας ζη το παιδί μου κι
+ας κάμη ό,τι θέλει· έλεγα μέσα μου. Μα εκείνη τη δουλειά της· μέρα —
+νύχτα τριβέλι με πήγαινε.
+
+ — Να· εγώ το σκοτώνω, σα δεν έχεις καρδιά εσύ! Σα δεν πονείς τ'
+άλλα σου παιδιά!
+
+Δεν είχα καρδιά! δεν πονούσα τα παιδιά μου! Αμ για κείνα τα παιδιά
+είνε που κάνει τόσα και τόσα ο άμοιρος ο γονιός. Κλέφτης γίνεται,
+άδικος, ψεύτης, φονιάς και πάντα για τα παιδιά του. Τι το θέλεις· μ'
+έφαγε κείνη η γλώσσα! Όσο μπόρεσα βάσταξα· δεν μπόρεσα πια!
+
+Ήταν θυμούμαι στα καλαμπόκια. Αποβραδίς ήρθαν δυο — τρεις γειτόνοι
+και λέγαμε παραμύθια για να περάσ' η ώρα. Είχαμε και λίγο κρασί και
+κουτσοπίναμε. Έβλεπα την Ακριβή που με συχνοκερνούσε με γέλια και
+χαρές· μα που να ξέρω το φίδι που με δάγκωνε στην καρδιά! Σαν έφυγαν
+οι γειτόνοι πήγαμε και μείς να πλαγιάσουμε στην καλύβα. Ο Βασίλης,
+δεκάξι χρονών παλληκάρι, κοιμότανε στ' αλώνι, στο σωρό κοντά. Η
+Ακριβή άρχισε πάλι τη δουλειά της. Μου πιπίλισε το μυαλό με τα λόγια
+της. Εγώ ήμουνα σκοτισμένος από το κρασί. Δεν ήμουν πια ο Θανάσης
+Βρυσιώτης, ο προκομμένος του χωριού παρά ένα ζωντόβολο. Η Ακριβή το
+κατάλαβε και βάσταξε το σκοπό της. Και μέσα στο χάραμα, χωρίς να
+ξέρω τι κάνω, μ' έβαλε στον τράφο, με γονάτισε, μου δωκε το ντουφέκι
+στο χέρι, κι έριξα!
+
+Αχ! ανάθεμα που ακούει γυναίκας λόγια!... Πάει το παιδί μου, χάθηκε!
+Θυμούμαι στο αχνό φως του φεγγαριού, ένα μαύρο πράμα να κατρακυλά
+και να δέρνεται στ' αλώνι! Και μέσα στο αλύχτημα των σκυλιών, άκουσα
+ένα ωχ! Εκείνο το ωχ! με πάγωσε. Όταν σε λίγο έτρεξαν οι χωριανοί,
+με ήβραν εκεί καρφωμένον, με το ντουφέκι ακόμη στο χέρι να τους
+κοιτάζω άλαλος.
+
+Έξι μήνες έχω που βγήκ' από τη φυλακή· μα δε μου βαστά η καρδιά να
+πατήσω στο χωριό. Αλήθεια μια φορά πήγα νύχτα να ιδώ και να φιλήσω
+το μνηματάκι του γιου μου· μα πού!...Τα κυπαρίσσια έγειραν να με
+δείρουν με τις κορφές τους και άκουσα να μου φωνάζουν:
+
+ — Πίσω φονιά! πίσω!...
+
+Λάκισα· και γυρίζω τώρα χωρίς ελπίδα, χωρίς παντοχή, μακριά από το
+σπίτι μου, δίχως φίλους και δικούς.
+
+Αλίμονο του που ακούει γυναίκας λόγια! Μα έγνοια σου και κείνη·
+έμαθα την κατάντια της. Κακή κακώς ξεψύχησε!...
+
+
+
+Η ΜΑΝΝΑ
+
+
+
+Πλάγιασα εκείνη τη νύχτα — φοβερή νύχτα, του Δεκέβρη — μέσα σ' ένα
+ανεμόμυλο του Τρουμπέ. Πλάγιασα, μα δεν κοιμήθηκα. Ο δρόλαπας έξω
+σάρωνε απ' άκρη σ' άκρη τον Κάμπο κι έκανε τους δρόμους αδιάβατους.
+Χίλιες φωνές και μύριοι χτύποι άλλαζαν στο λεφτό. Μόλις ξεθύμαινε το
+αστραπόβροντο, άρχιζε ο βόγγος του ανέμου κι έπειτα των κεραμιδιών ο
+θρήνος και των δέντρων ο δαρμός. Και στο αναμεταξύ πηδούσε άξαφνα
+αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβάγιας, και κείνη πλάκωνε ανάρια —
+νάρια η κλαγγή της καμπάνας. Κατά τη χαραυγή όμως ησύχασαν τα πάντα
+και όταν σηκώθηκα, ήβρα το μυλωνά στον προσηλιακό, κοντά στη
+σταχτερή γάτα του, να μπαλώνη ένα τρυπημένο σακκί.
+
+ — Καλή νυχτιά κι απόψε· ε; του είπα μόλις τον καλημέρισα.
+
+ — Θαρρείς πως μια γυναίκα θα κανε λιγότερο, αν της άρπαζαν το
+παιδί; με ρώτησε κείνος, κοιτάζοντας περίεργα.
+
+Τον κοίταξα και γω περίεργα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έχει να κάμη
+μια νύχτ' αγριεμένη με μια γυναίκα που της αρπάζουν το παιδί. Μα ο
+Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, βρέθηκε πρόθυμος να μου αποδείξη πως
+έχει και παράχει και μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:
+
+ — Κοίτα δεξιά τους βράχους του Σανταμεριού· κοίτα και ζερβά το
+κάστρο του Χλιμούτσι. Και τα δυο κάστρα τα έχουν χρόνους τώρα και
+καιρούς δυο νεράιδες αδερφάδες. Μα κι οι δυο τους είχαν μια χαρά και
+μια λύπη. Εκείνη που πήρε το Χλιμούτσι χαιρότανε γιατ' ήταν όμορφη
+και λυπόταν γιατί δεν είχε παιδιά. Η άλλη που πήρε το Σανταμέρι
+λυπόταν γιατ' ήταν άσκημη και χαιρόταν γιατ' είχε παιδιά. Τα παιδιά,
+βλέπεις, είνε η μοναχή ευτυχία στα σπίτι. Όταν τα έβλεπε, το ένα να
+κυλιέται στο πάτωμα, τ' άλλο να πηδά και να γελάη χωρίς αιτία, το
+άλλο να θέλη με το καλάμι να φτάση το Θεό, λησμονούσε την ασκημιά
+της και όλα. Αν τηραζότανε καμιά φορά στον καθρέφτη κι έβλεπε το
+σύζαρο πρόσωπό της, τραβιότανε πίσω κι έλεγε χαμογελώντας:
+
+ — Τα νιάτα μου τάδωκα στα παιδιά μου.
+
+Κι αλήθεια είχε πέντε σερνικά όμορφα σαν αχτίνες.. Είχε κι ένα
+κοριτσάκι ίδια η Πεντάμορφη!
+
+Μα η άλλη νεράιδα, που είχε το Χλιμούτσι, τι να ειπή και πώς να
+παρηγορηθή! Τι κι αν ήταν γαλανομάτα κι όμορφη; Τι κι αν έδινε το
+βιος του για να την κάμη ταίρι ο Αράπης της Αυλακιάς: Τι κι αν τα
+Ξωτικά του Λίντζη χαλούσανε τον κόσμο με τα ταμπουρλονιάκαρα, την
+ομορφιά της τραγουδώντας; Όταν θυμόταν — και τα θυμότανε κάθε λίγο
+και λιγάκι, η δόλια! — πως ήταν μοναχή, καταμόναχη στο κάστρο της·
+πως οι αυλές κι οι πόρτες και τα δώματα έμεναν έρημα, βουβά,
+ανατριχίλα την έπιανε κι έπεφτε του θανατά. Κι όλο έκλαιε, έκλαιε,
+Γιατί τάχα και κείνη να μην έχη ένα παιδί; Γιατί Θε μου, γιατί
+διάτανε! να μην έχη ένα παιδάκι, μικρό, παχουλό, ροδοκόκκινο
+παιδάκι, να κλώθη τα σγουρά του μαλλιά με τα δάχτυλά της, να δένη
+στο λαιμό της τα μικρά χεράκια του, να γελάη με το αθώο του γέλιο,
+να παίζ' η γλωσσίτσα του λέγοντας αδιάκοπα:
+
+ — Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!...
+
+Μια μέρα που πήγε στην αδερφή της και γνώρισε την ευτυχία που
+χαρίζουν τα παιδιά, κόντεψε να τρελλαθή από τη θλίψη της.
+
+ — Να σου ειπώ, καημένη· δε μου δίνεις και μένα ένα παιδάκι; της
+είπε με τα δάκρυα στα μάτια.
+
+ — Τι το θες;
+
+ — Να το χω συντροφιά. Γένουμε τόσο κακά μοναχή μου! Αρρωσταίνω.
+
+ — Ου καημένη! Δε δοξάζης το Θεό, που σε φύλαξε από δαύτα!
+
+Η άσκημη έκανε τάχα πως είνε βαργομισμένη από τα παιδιά.
+
+ — Πάρε όποιο θες· είπε τέλος στην αδερφή της.
+
+Έτσι κι έγινε. Όταν έφυγε το βράδυ, πήρε μαζί της και το καμάρι του
+Σανταμεριού, την όμορφη κόρη της άσκημης νεράιδας.
+
+Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή ούτε την κόρη της είδε
+πια η άσκημη. Χάνει μια ημέρα την υπομονή, κινάει και πηγαίνει στο
+Χλιμούτσι. Μα βρίσκει το κάστρο έρημο και βουβό, τις πόρτες
+μανταλωμένες, χορταριασμένα τα δώματα. Χτυπάει τις πόρτες, δέρνει
+τους τοίχους, φωνάζει, κλαίει, μα τίποτα. Η νεράιδα η όμορφη με την
+όμορφη κόρη παίζει μέσα και γελάει και κάνει πως δεν ακούει τη
+μάννα, τη θλιβερή μάννα, που χτυπιέτ' έξω και δέρνεται για την κόρη
+της, για την ίδια της την ομορφιά!...
+
+Ο γέρο Ξηνταράς έκοψε εδώ το λόγο του, έκλεισε άλλη μια τρύπα του
+σακκιού του και με κοίταξε κατάματα. Βέβαια ο μυλωνάς κάπου ήθελε να
+καταντήση· μα περίμενε πρώτα να τον παρακινήσω. Έτσι και τα βώδια
+γνωρίζουν το τέλος του δρόμου τους, μα στέκονται κάθε τόσο
+προσμένοντας το κεντρί του ζευγολάτη.
+
+ — Έτσι; τον ρώτησα.
+
+ — Ναι· είπε· και ξακολούθησε αμέσως. Από τότε η άσκημη δεν έχασε
+την ελπίδα να πάρη πίσω την κόρη της. Κάθε τόσο κινάει και πηγαίνει
+στο κάστρο. Μα πριν κινήση στολίζεται με τα καλύτερα ρούχα της·
+βάνει τα λαμπρότερα διαμαντικά και παίρνει μαζί όλες τις δούλες και
+τις βάγιες της με βιολιά και λαγούτα. Και σαν κινήση, όλα περίγυρα
+ψυχωμένα κι άψυχα αναγαλλιάζουν. Ο ουρανός λάμπει ασυννέφιαστος· η
+θάλασσα στέκει ακυμάτιστη· ο πλατύς κάμπος ανθίζει και μοσχοβολεί,
+όλα τα ζωντανά γλυκοζευγαρώνουν, πυρώνουν τα δεντρικά και στα χωριά
+ζεχειλίζ' η χαρά, λες κι είνε Λαμπρή. Κι από το ένα βουνό ως το
+άλλο, φυσά στο διάβα της έν' κεράκι, γεμάτο από μύριες αηδονόστομες
+λαλιές.
+
+Μα όταν φτάση στο κάστρο και το ιδή σιδερομανταλωμένο κι άφωνο,
+παίρνει ολόγυρα τους πύργους κι αρχίζει με φωνή θλιμμένη και
+παρακαλεστική να ζητή την κόρη από την αδερφή της. Την ζητεί και της
+τάζει το Σανταμέρι με τους μεγεμένους κήπους και τ' αεροκάμωτα
+παλάτια· με τις βρύσες τις διαμαντένιες και τις μαργαριταρένιες
+σκάλες και τις ολόχρυσες αυλές και τις ψηφιδωτές πόρτες και τους
+τοίχους τους σκαλιστούς. Και τέλος της τάζει να είνε κείνη κυρά κι
+αφέντρα ν' αφεντεύη και τούτη να γίνη δούλα της να τη δουλεύη και
+πλύστρα της να την πλένη· να τρώη τ' αποφάγια της, να πίνη τ'
+απονιψίδια της, φτάνει να έχη μαζί την κόρη της τη χαϊδεμένη.
+
+Τέτια κι άλλα της τάζει. Μα κείνη κάνει πως δεν ακούει της αδερφής
+τα λόγια. Τότε απελπισμένη από την αδερφή γυρίζει γλυκομίλητη στην
+κόρη της και της τάζει. Της τάζει άντρα της Κάτω γης το γιο —
+διαμάντι το ρουμπίνι, που είνε τρανός και δυνατός σαν δράκος κι είν'
+η γενιά του μεγάλη και πλατειά κι η μάννα του βαθύπλουτη και φοβερή.
+
+Όμως από μέσα δεν απαντούν παρά τραγούδια κι όργανα, γέλια και
+χαρές, που μεγαλώνουν την οργή της. Και τότε αρχίζει να καταριέται
+τη σκύλα και παράνομη αδερφή. Τσαλαπατεί τα ρούχα και τα διαμαντικά
+της, σκίζει με τα νύχια τα μάγουλα, ξεπλέκει τα μαλλιά της, σκούζει
+και ρυάζεται σαν ρύσος. Στηθοχτυπά τους τοίχους, γροθοκοπεί τις
+πόρτες, αδράζει με τα δόντια της τ' αγγωνάρια, δέρνει και κλωτσά τ'
+άψυχο χτίριο ως που πέφτει ξερνώντας αίμα και αφρούς. Οι δούλες τότε
+τη σηκώνουν να τη φέρουν στο Σανταμέρι. Μα στο γυρισμό της δεν είνε
+η χαρούμενη μάννα, που πάει να πάρη το παιδί της. Είνε οργισμένη
+νεράιδα, δρόλαπας αρματωμένος με νερά και χαλάζι και σιφούνους. Η
+θάλασσα δέρνεται και βογγά σαν να νιώθη της μάννας τον καημό. Ο
+ουρανός σκοτεινιάζει· θολώνουν τα τρεχούμενα νερά. Τα δεντρικά
+στρώνονται κοψομεσασμένα στο χώμα. Οι φοράδες απορίχνουν και κακό
+θανατικό πλακώνει τα χωριά. Και απ' άκρη σ' άκρη του κάμπου φυσά ο
+δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξερριζώνει, χτίρια
+γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει κι
+ακούεται στον άλλον κόσμο το κλάμα της.
+
+Μωρέ! δεν είδα να μην έφαγε και τις φτερωτές του μύλου!...»
+
+Και ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, πήδησε από το κάθισμά του και
+πήγε να ιδή μην έφαγε ο δρόλαπας τις φτερωτές του μύλου του.
+
+
+
+Η ΓΥΝΑΙΚΑ
+
+
+
+Ένας άγουρος από το Σέχη αποφάσισε να πάρη γυναίκα. Την ήθελε τίμια
+και καλή, σαν τίμιος και καλός που ήταν κι ατός του. Το γύρισε
+αποδώ, το γύρισε αποκεί, σκέφτηκε το γέρο Μήτρο Γκιζώτη, που είχε
+δυο θυγατέρες. Καλός, σου λέει, ο πατέρας, καλά θα είνε και τα
+παιδιά. Κινάει μια σκόλη και προσκυνάει το γέροντα και του λέει το
+σκοπό του.
+
+ — Σαν είνε από το Θεό, παιδί μου, θα γένη· του απαντά εκείνος. Δυο
+[δυχατέρες] έχω. Για τη μια θέλω εκατό φλωριά· για την άλλη δίνω
+εκατό φλωριά. Διάλεξε.
+
+Ο άγουρος έμεινε δίβουλος.
+
+ — Να σκεφτώ· είπε.
+
+ — Σκέψου.
+
+Σκέφτηκε πολύ, μα πάντα δίβουλος ήτανε. Κινάει και πάει σ' έναν
+πατρικό του φίλο στα Φάρσαλα να του πάρη γνώμη.
+
+ — Ήρθα να μου πης τη γνώμη σου, του λέει. Θέλησα να πάρω γυναίκα.
+Γύρεψα μια από τις δυχατέρες του γέρο Μήτρου Γκιζώτη, μα μου δωκε
+απόκριση παράξενη. Για τη μια, λέει, δίνει εκατό φλωριά· για την
+άλλη παίρνει εκατό φλωριά. Τι να κάμω;
+
+ — Τίποτα να μην κάμης, του λέει εκείνος, παρά να κινήσης να πας
+στην Καρδίτσα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου το μεγαλύτερο.
+
+Μια και δυο ο άγουρος πάει στην Καρδίτσα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας
+αποκεί, βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, το Φώτη. Ο Φώτης του
+φάνηκε μικρότερος από το Γιώργη, μα δεν είπε τίποτα· Μπορεί να έχω
+λάθος, σου λέει.
+
+ — Το και το, διηγέται στο Φώτη. Πήγα στον αδερφό σου και με στέλνει
+σε σένα. Τι να κάμω;
+
+ — Τίποτα να μην κάμη ς, του λέει και κείνος, παρά να κινήσης να πας
+στα Τρίκκαλα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου τον πιο μεγαλύτερο.
+
+Κινάει ο άγουρος και πάει στα Τρίκκαλα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας
+αποκεί βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, τον Πάνο. Ο Πάνος του
+φάνηκε πιο μικρότερος κι από το Φώτη κι από το Γιώργο· μα δεν είπε
+λέξη.
+
+ — Το και το, λέει στον Πάνο. Τι να κάμω;
+
+ — Εύκολο πράμα γύρεψες, είπε κείνος. Πάμε απάνου στον οντά και θα
+σου ειπώ.
+
+Πήγαν απάνω στον οντά, κάθισαν σταυροπόδι στο πέφκι, η νοικοκυρά
+έφερε τσίπουρο να τους κεράση, έφερε κι ένα πεπόνι για σαλατικό.
+
+ — Τι πεπόνι είνε τούτο, ορέ γυναίκα! λέει ο Πάνος θυμωμένος· φέρε
+μας άλλο.
+
+Πήγε κι ήρθε η γυναίκα, έφερε άλλο.
+
+ — Δεν είνε καλό, καημένη! είπε ο Πάνος· φέρε μας άλλο.
+
+Έτσι την παίδεψε κάμποση ώρα. Εκείνη το παιρνε το πεπόνι κι έφερνε
+άλλο· μα κανένα δεν άρεσε του νοικοκύρη. Στο τέλος κράτησε ένα κι
+έδιωξε τη γυναίκα του.
+
+ — Σαν πόσα πεπόνια λες πως έχω στα κελάρι; ρωτάει τον άγουρο.
+
+ — Ξέρω και γω· θα έχης πολλά.
+
+ — Ένα μοναχά. Μα ιδές τι γυναίκα την έχω! Πήγε κι ήρθε είκοσι —
+τριάντα βολές και άχνα δεν έβγαλε να με δυσαρεστήση. Τα αδέρφια μου
+σού είπαν πως είνε μικρότερά μου, κι αλήθεια είνε μικρότερά μου. Μα
+για να έχουν δύσκολες γυναίκες γεράσανε γλήγορα· εγώ για να έχω καλή
+στέκω πάντα νιος. Πήγαινε, δόσε τα εκατό φλωριά και πάρε γυναίκα να
+σου κυβερνάη το σπίτι.
+
+Τρέχει ο άγουρος στο Σέχη, βρίσκει το γέρο Μήτρο Γκιζώτη.
+
+ — Πάρε τα φλωριά και δος μου τη γυναίκα με την ευκή σου, του λέει.
+Μα άφησε και μένα λίγα να κάμω τους γάμους.
+
+ — Πάρε τα δέκα φλωριά, πάρε και τη γυναίκα με την ευκή μου· λέει ο
+γέρος.
+
+Πήρε τη γυναίκα ο άγουρος, έκαμε τους γάμους, έφαγε τα φλωριά· σε
+δέκα ημέρες έμεινε γκαλντερίμ τσελεπής! Κάθεται και συλλογέται πώς
+θα γυρίση το σπίτι του. Τον είδε η γυναίκα του στενοχωρεμένο· το
+έφερνε αποδώ, το έφερνε αποκεί να τον ρωτήση, μα ντρέπουνταν. Δέκα
+μερώνε νύφη! σου λέει. Τέλος παίρνει την απόφαση, πάει και τον
+προσκυνάει.
+
+ — Με τους ορισμούς σου, άντρα μου, και κάτι να σε ρωτήσω, του λέει.
+Τ' έχεις κι είσαι συλλογισμένος; Τα δωκες όλα τα φλωριά του γέρου;
+
+ — Όλα.
+
+ — Και δεν έχουμε να πορέψουμε;
+
+ — Λεφτό τσακισμένο.
+
+ — Εγώ να σου δώκω.
+
+Βγάνει και του δίνει μια στάμπα.
+
+ — Να ετούτη τη στάμπα να πας στα Αμπελάκια να την πουλήσης· — έτσι
+έδινα και του πατέρα μου. Αν δε σου δώκουν διακόσια γρόσια να μην τη
+δώκης.
+
+ — Ούτ' εκατόν πενήντα;
+
+ — Ούτε· διακόσια σωστά.
+
+ — Καλά.
+
+Κινάει εκείνος και πάει στ' Αμπελάκια. Τότε τ' Αμπελάκια ήταν
+μεγαλύτερα κι από τη Λάρισα. Δείχνει στον έμπορο τη στάμπα· εκείνος
+τη βρίσκει καλή.
+
+ — Πόσο την πουλάς;
+
+ — Διακόσια γρόσια.
+
+ — Να σου δώκω εκατό... εκατονπενήντα... εκατονογδόντα;
+
+ — Όχι, διακόσια μου είπε η γυναίκα μου.
+
+ — Να διακόσια. Μα δε μου λες, ό,τι σου ειπή η γυναίκα σου θα κάμης;
+
+ — Ό,τι θέλω γω! λέει εκείνος θυμωμένος· όχι ό,τι μου ειπή η γυναίκα
+μου.
+
+ — Μα να τώρα στη στάμπα.
+
+ — Στη στάμπα άλλο· μα ό,τι θέλω γω κάνω.
+
+ — Και το δέχεται η γυναίκα σου;
+
+ — Το δέχεται.
+
+ — Έλα να βάλουμε στοίχημα.
+
+ — Τι στοίχημα:
+
+ — Πήρες τώρα διακόσια γρόσια. Να τα ξοδέψης όλα στα λοβώτερα
+πράματα· να πάρης και μας μουσαφιρέους, κι άμα ειπή «καλά έκαμες» να
+μου παίρνης το μαγαζί.
+
+ — Δέχουμαι.
+
+ — Αλλιώς να σου παίρνω τη γυναίκα.
+
+ — Πάλι δέχουμαι.
+
+ — Αρχίνα από τώρα.
+
+Βγαίνει ο άγουρος στο παζάρι, βλέπει έν' άλογο.
+
+ — Πόσο θες στ' άλογο;
+
+ — Διακόσια γρόσια.
+
+ — Πάρ' τα.
+
+Καβαλάει τ' άλογο. — Πάμε, λέει στους ξένους του. Βγαίνουν παρόξω,
+φτάνουν στη Λάρισα, απαντούν ένα με το γομάρι του.
+
+ — Ρε με το γομάρι, λέει ο άγουρος· μου το δίνεις να σου δώκω τ'
+άλογο.
+
+ — Πάρ' το.
+
+Δίνει τ' άλογο παίρνει το γομάρι. Πάνε παρακάτω, απαντούν μια
+γυναίκα, που είχε τρία γαλιά. Δίνει το γομάρι ο άγουρος παίρνει τα
+γαλιά. Τραβούν, φτάνουν με το ηλιόγερμα στο Σέχη.
+
+ — Έλα, γυναίκα κι έχουμε ξένους απόψε· φωνάζει στη γυναίκα του και
+της δίνει τα γαλιά.
+
+ — Πούλησες τη στάμπα;
+
+ — Την πούλησα.
+
+ — Κοπιάστε στον οντά και γω τοιμάζω.
+
+Ανέβηκαν εκείνοι στον οντά. Η γυναίκα έσφαξε τα γαλιά, τα τοίμασε,
+έστρωσε το σοφρά και κάλεσε τους ξένους να καθίσουν. Εκεί που
+τρώγανε, γυρίζει ο έμπορος και λέει της γυναίκας:
+
+ — Ξέρεις τι σου φτιασε ο άντρας σου;
+
+ — Σαν τι;
+
+ — Πούλησε τη στάμπα διακόσια γρόσια.
+
+ — Τόσα του είπα.
+
+ — Μα τα δωκε όλα και πήρε άλογο.
+
+ — Πάλι καλά· πώς να ρθή πεζός απ' τ' Αμπελάκια;
+
+ — Μα δεν είν' αυτό μονάχα. Έδωκε τ' άλογο και πήρε γομάρι.
+
+ — Καλά κι άγια. Τι να κάμη, σου λέει, τ' άλογο στο χωριό; Καλύτερα
+το γομάρι, που κάνει όλες τις δουλειές και ζη όπως κι όπως.
+
+ — Μα που έδωκε στο τέλος το γομάρι για να πάρη τρία γαλιά; λέει ο
+έμπορος αγαναχτισμένος από την καλοσύνη της.
+
+ — Τι να κάμη; Σαν είδε και του κολλήσατε να σας πάρη μουσαφιρέους,
+το γομάρι τι το ήθελε; Γομάρι θα τρώγατε!
+
+ — Άιντε μωρέ! λέει ο έμπορος τραβώντας τα γένεια του.
+
+Έτσι πήρε ο άγουρος το μαγαζί με την άξια τη γυναίκα του κι έμεινε ο
+έμπορος γκαλντιρίμ τσελεπής.
+
+
+
+Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑΡΧΗΣ
+
+
+
+Ακολουθούσα κάποιο απόσπασμα στου Κίσσαβου τα χωριά. Μόλις φτάσαμε
+στη Σπηλιά, ο απόσπασματάρχης μοίρασε στα κονάκια τους στρατιώτες
+και μεις πήγαμε στου πάρεδρου το σπίτι. Η νοικοκυρά, καλοδέματη
+γυναίκα, με το «καλώς κοπιάζετε» ήρθε κι έριξε μπροστά μας το σοφρά
+και καθίσαμε σταυροπόδι χάμω, μαζί με το νοικοκύρη, που μας φίλευε.
+Το τραπέζι ήταν καλό και πλούσιο. Ο σύντροφός μου με τα ορθά
+μουστάκια του, το ηλιοψημένο πρόσωπο και τον τσουχτερό βούρδουλά του
+εφρόντιζε πάντα να δείχνη πως δε χωρατεύει με το φαγί. Ένα
+οψιμογέννητο κατσίκι βρισκότανε ροδισμένο στο ταψί· ένα καρβέλι από
+νιο σιτάρι άχνιζε και πεντοβολούσε στο σοφρά· ένα κλειδοπίνακο με
+τυρί χιονάτο κι η πήτα έμεναν στο παραθύρι για κάθε χρεία. Ακόμη
+καμάρωνε στο πλευρό του νοικοκύρη η πλόσκα με κρασί της Ράψανης, που
+τραβούσε από μακριά κάθε κρασοπατέρα.
+
+Η νοικοκυρά έφερε το πισκίρι, τ' απλώσαμε στα γόνατα κι άρχισε η
+δουλειά. Βαρειά δουλειά το φαγί, τι τα θέλεις! Φαντάσου να κάθεται
+κανείς κάπου μια ώρα, να κουνή ζερβόδεξα τα χέρια του, να χτυπάη
+απάνω — κάτω τα σαγόνια του, να πασαλείφη τα μουστάκια και να έχη
+μονάχη φροντίδα την παλιοκοιλιά του! Δεν ξέρω· μα για μένα το φαγί
+μου φαίνεται βαρύτερο κι από του λιναριού τα πάθη.
+
+Η αλήθεια είνε πως δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα. Τρανή απόδειξη έχω
+το νοικοκύρη, που ξεκοκκάλιζε αλύπητα το ψητό, και το σύντροφό μου,
+που άρπαζε απ' όλα και κει που έριχνε στο στόμα του, σύνωρα πετούσε
+κρέατα και ψωμί στα σκυλιά, χωρίς να φροντίζη για τις φλοκοτές
+κουβέρτες που στρώνανε το πάτωμα. Καπετάνος, σου λέει. κι ό,τι θέλει
+κάνει· σε σκοτώνει και σε πληρώνει!
+
+Άξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή και βαριά πατήματα στη σκάλα
+και σιγαλινές φωνές. Ο πάρεδρος σηκώθηκε να ιδή τι τρέχει και σε
+λιγάκι έμπασε δυο χωριάτες. Ήταν ένας γέροντας ψηλός και λιγνός κι
+ένας νέος ομορφοκαμωμένος.
+
+ — Καλώς τα χαιρώστε! ευχήθηκαν κι οι δυο, φέρνοντας το δεξί χέρι
+στο στήθος.
+
+ — Καλώς τους· απάντησε ο καπετάνος, καθίστε.
+
+Έδειξαν πως ντρέπονται, ζήτησαν με το βλέμμα γύρω τη θέση και
+στρώθηκαν σταυροπόδι κατάχαμα. Ο πάρεδρος τους έδωκε την πλόσκα κι
+έπιαν απόλιγο, αφού χαιρέτισαν μ' ένα:
+
+ — Στην υγειά σας. καπετάνοι· να χαιρώστε τα γαλόνια σας κι άλλα να
+κερδίστε.
+
+ — Τι είνε, ρε παιδιά; Πώς ήταν κι ήρθατε; τους ρώτησε ο σύντροφός
+μου, παίζοντας με τα κεφάλια των σκυλιών του.
+
+ — Με το συμπάθειο, καπετάνε, έχουμε κάτι να μιλήσουμε· είπε ο
+γέροντας ξαναχαιρετώντας. [Η] Γιώργης, το παιδί αποδώ, έχει να πάρη
+τη θυγατέρα μου, το Ασημό γναίκα. Αύριο, που ξημερώνει Κυριακή, λέμε
+να κάνουμε τα στέφανα. Ήρθαμε το λοιπό να σας παρακαλέσουμε να
+κοπιάστε στη χαρά μας.
+
+ — Εύκολο πράμα· είπα εγώ αμέσως. Να ζήσης, Γιώργη· θα ρθούμε δίχως
+άλλο.
+
+Ο Γιώργης κοκκίνησε, χαμήλωσε το κεφάλι στενοχωρημένος και δεν
+απάντησε.
+
+ — Δεν είν' αφτό μονάχα, εξακολούθησε ο γέροντας· έχουμε κι άλλα να
+μιλήσουμε. Εγώ, καπτάνε μ', καθώς το συνηθάμε στον τόπο μας, είχα
+αρρεβωνιασμένη από μικρή το Ασημώ μου με τον Τασό, του Μήτρου Πάλλα
+τον υγιό. Είμαστε φίλοι παλαιοί με το Μήτρο· οι φαμίλιες μας νταμ —
+παπαντάμ συγγενολογιόνται. Σαν έκλεισε τα δυο χρόνια το Ασημώ μου
+ήρθε η Μήτρος να τη συβάση για τον Τασό του. Το θυμάμαι σαν να ήταν
+σήμερα. Μόλις απόλυσε η εκκλησιά — Κυριακή ήταν — μια και δυο στο
+σπιτικό μου. Πήρε το Ασημώ στα γόνατά του, του βαλε στα χέρι ένα
+μετζήτι και λίγα στραγαλάκια, το φίλησε και του είπε: Σε συβάζω με
+το υγιό μου τον Τασό. Εκείνο το σιχαμένο έβαλε κάτι γέλια!...
+
+ — Το χαμόθελε φαίνεται· είπα εγώ γελώντας.
+
+ — Μπα· δεν καταλάβαινε το ζλάπι! εσυμπέρανε ο γέροντας. Μα θα πης
+ποιος το ξέρει κι όλα; Θηλυκό ήταν άντρα του δίναν· ποιος λέει πως
+δεν τ' αρέσει το μέλι; Ως τόσο ήταν συβασμένο το Ασημώ μου με τον
+Τασό. Όσο μεγάλωναν, τόσο γνωριζόντανε καλύτερα. Τα συγγενολόι του
+Μήτρου έκραζε νύφη του το Ασημώ· και το δικό μου συγγενολόι έκραζε
+γαμπρό του τον Τασό. Όλο το χωριό το ήξερε. Δεν είμαστε δα και
+πολλοί κι ο ένας κρύβεται πίσω από τον άλλον...
+
+ — Ως εδώ καλά πάμε· είπε ο καπετάνος, καλοξαπλωμένος σε μια
+προσκεφαλάδα.
+
+ — Χμ!... έκαμε ο νοικοκύρης, κουνώντας δισταχτικά το κεφάλι.
+
+ — Καλά· μα τώρα να που βάλθηκε τούτος ο σατανάς και ξεμυάλισε τη
+δυχατέρα μου· είπε ο γέροντας δείχνοντας το παιδί. Δε σου λέω,
+πρόσθεσε· το φταίξιμο το έχει [η] Τασός που έγινε ένας
+κουτοβόμπιρας. Μπορεί εκείνος να κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν το
+Ασημώ μου; Είδε, που λες, η κόρη τούτο το ελάτι, πού να σκύψη να ιδή
+τα γαϊδουράγκαθο! Η οξιά με το γαϊδουράγκαθο μαθές πάει;
+
+
+ — Βέβαια όχι αποκρίθηκα. Η οξιά θέλει το ελάτι· κάνουν αντιρίμια
+αντρειωμένα.
+
+Το παιδί γύρισε τα μεγάλα μάτια του απάνω μου, βέβαια θέλοντας να μ'
+ευχαριστήση.
+
+ — Α, ντε! το ίδιο λέω και γω. Μα [η] Τασός δεν ήξερε να ειπή το
+ίδιο. Έκαμε αρχή από τα δάκρυα και τις παρακάλιες. Μα σαν είδε την
+κόρη, που ήταν έτοιμη να τον καταχερίση με τον κόπανο, λύσσαξε.
+Λύσσαξε μαζί και το συγγενολόι του και φοβερίζουν να κάψουν και να
+σκοτώσουν.
+
+ — Και συ τι λες: ρώτησα το γέροντα.
+
+ — Εγώ τι να ειπώ; αποκρίθηκε σηκώνοντας τους ώμους· δίκιο έχει κι η
+κόρη, δίκιο και το παιδί. Το φταίξιμο το έχουμε μεις οι γονοί, που
+πάμε και σκλαβώνουμε τη ζωή των παιδιώ μας.
+
+ — Αμ σαν το ξέρτε, γιατί δεν το κόβετε; ρώτησε ο σύντροφός μου.
+
+ — Δεν το ξέραμε, καπετάνε! Πετάχτηκε τώρα ο νοικοκύρης. Έτσι το
+βρήκαμε μιας αρχής· έτσι παντρεύτηκα και γω κι οι γονοί μας κι οι
+γονοί τω γονιώ μας. Πρώτα σήμερα γίνεται ν' αρνηθούν τη σύβαση.
+
+ — Έτσι το είχατε, μα τώρα το χαλάμε μεις! είπε δυνατά, ανοίγοντας
+πρώτη φορά το στόμα ο Γιώργης.
+
+ — Και τώρα τι θέλτε από μένα; ρώτησε χαμογελώντας ο σύντροφός μου.
+
+ — Σαν ο Θεός σας έστειλε, καπετάνοι μου, είπε ο γέροντας με
+παρακαλεστική φωνή, να μας κάμετε χατήρι να ρθήτε και λόγου σας, σα
+θα πάμε τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Εκείνοι λεν πως θα ρθούν να
+την αρπάξουν μέσ' από τους καλεσμένους· λεν να σκοτώσουν το γαμπρό·
+ξέρω τι κακό με βρίσκει; Λυσσασμένος σκύλος, όπου φτάση δαγκώνει.
+Σώσε μας, καπτάνε μ', και να γενούμε σκλάβοι σου.
+
+ — Καλά· σύρτε τώρα στο καλό. Αύριο τα λέμε πάλι· είπε με επιφύλαξη
+ο σύντροφός μου.
+
+Την αυγή, που κατεβήκαμε στο μεσοχώρι, πρώτη δουλειά του καπετάνου
+ήταν να μάθη τι και ποιος αυτός ο Μήτρος Πάλλας και το συγγενολόγι
+του. Όχι αν ήταν μεγαλόσωμος και παλληκαράς ή αν βαστιότανε το
+συγγενολόγι του στο χωριό. Μα με τι κόμμα ήταν και ανάλογα να φερθή.
+Γιατί — να τα λέμε μεταξύ μας — ένας αποσπασματάρχης δεν πηγαίνει να
+τσακίζη τα κέρατά του στα κατσάβραχα, ούτε η υπερεσία στέλνει τον
+τυχόντα. Πάντα πηγαίνει εκείνος που θα φροντίση, βέβαια, για την
+τάξη, μα θα δουλέψη και τον ισχυρό της ημέρας. Και ο σύντροφός μου
+ήταν αλήθεια λαμπρός αξιωματικός, είχε όμως και κοινωνικές
+υποχρεώσεις ο άνθρωπος, σαν κάθε άνθρωπος. Αν δεν είχε τον
+κομματάρχη του, ποιος θα διώριζε, χάρη λόγου, τον αδερφό του στη μια
+θέση ή τον ξάδερφό του στην άλλη θέση; Ποιος θα φρόντιζε ν' αθωωθή
+από το κακούργημα ο γαμπρός του ή να πάρη «κατ' οίκον νοσηλεία» ο
+τάδε κατάδικος συγγενής του. Και ποιος θα έστελνε τον ίδιον
+αποσπασματάρχη να ξεκοκκαλίζη οψιγέννητα κατσίκια και να παίρνη τον
+καφέ του κάτω από τον πλάτανο, εδώ που οι χωριάτες τον παραστέκουν
+σαν τον Αβδούλ Κερίμ πασά; Έκραξε τον πάρεδρο και τον ρώτησε.
+
+ — Του Τσομάκη· ούλοι μονόβολο του Τσομάκη! Άτιμη φάρα! κακή γενιά!
+ούλοι του Τσομάκη ένε! αποκρίθηκε με αγανάχτηση εκείνος.
+
+Ο καπετάνος εγνώριζε πως ο Τσομάκης ήταν αντίπαλος του Τσότρα, που
+είχε χρέος να συντρέξη. Πριν να φύγη από τη Λάρισα, πήγε πρώτα να
+πάρη διαταγές από τον αρχηγό του στρατού κι έπειτα ίσια στον αρχηγό
+της πολιτικής. Έμαθε ποιοι ήταν οι φίλοι, ποιοι οι εχτροί. Ποιόν θ'
+αφίνη ελεύθερο και ποιόν θα κατατρέχη. Ποια εντάλματα θα ενεργηθούν
+και ποια θα μείνουν. Άρα στην άτιμη αυτή φάρα του Πάλλα όλα έπρεπε
+να ενεργηθούν. Άνοιξε αμέσως το φύλακά του, διάβασε τα χαρτιά, μα
+κανένα δεν ήταν για τον Τασό και τους δικούς του. Κρίμα μεγάλο
+κρίμα!
+
+ — Δεν έκαμε τίποτα έτσι, που να πίνη νερό, να τον στείλουμε μέσα;
+ρώτησε πάλι τον πάρεδρο.
+
+ — Δεν έκαμε· είπε με μεγάλη του λύπη εκείνος· μα ένε αλογοσούρτης.
+
+ — Έκλεψε τώρα κοντά κανένα άλογο;
+
+ — Τώρα δεν έκλεψε, μα πάντα κλέβει...
+
+Ο καπετάνος κούνησε το κεφάλι. Αν ήταν έτσι, έπρεπε να συλλάβη όλο
+το χωριό. Τίποτ' άλλο δεν έχει;
+
+Έμειναν και οι δυο σκυφτοί, συλλογισμένοι απάνω στα πεζούλια, κι ο
+γεροπλάτανος άπλωνε τα κλαριά του και ίσκιωνε όλο το μεσοχώρι. Έξω
+από το καφενεδάκι οι στρατιώτες, λεροί και ξεκούμπωτοι, με το
+απαραίτητο λυτάρι στην ξιφολόγχη τους κουτσόπιναν τσίπουρο κι
+έπαιζαν την κοντσίνα. Οι χωριάτες μακρύτερα μπουλούκια — μπουλούκια
+κρυφομιλούσαν συνατοί τους και κοίταζαν με σεβασμό και ζήλεια τον
+πάρεδρο, που είχε τόσο τα πιστά του καπετάνου. Κάτω πρασίνιζαν τα
+δασωμένα πλάγια του βουνού και κατάμπροστα φάνταζε η κοιλάδα του
+Κισερλή με τα δάση και τα χωριά της και παραπέρα της Λάρισας ο
+κάμπος. Ζερβόδεξα τα σπίτια του χωριού, φτωχικά και
+σκουντουφλιάρικα, ροβόλαγαν να γκρεμιστούν στη λαγκαδιά κι απάνω
+ψήλωνε σουβλερή και κατάξερη του Κίσσαβου η κορφή.
+
+Άξαφνα κάτω από το μονοπάτι ακούστηκαν φωνές, σα να μαλώνανε άντρες
+μαζί και γυναίκες και σε λίγο φανήκανε δυο χωριάτες κόκκινοι,
+ιδρωμένοι και πίσω τους πλήθος γυναικόπαιδα.
+
+ — Τι είνε μωρέ; τους φώναξε ο καπετάνος άγρια.
+
+ — Τι να σου ειπώ, καπτάνε μ' και κυρ καπετάνε! είπε ο ένας! Να, η
+Πάλλας η Τασός πάησε κι έκοψε πάγο από το μαγαζί μου να τον πουλήση
+στη Λάρσα.
+
+ — Έκοψε πεντέξι καντάρια πάγο! Άλλον έτριψε, άλλον πάτησε· μας
+έχασε φτωχούς ανθρώπους η Τασός! πρόσθεσε ο άλλος.
+
+ — Για κάτου ένε τα φορτώματα, καπτάνε μ'· έλα να τα ιδής, φώναξαν
+κι οι γυναίκες.
+
+ — Σιγά ν' ακούσω· πρόσταξε ο καπετάνος χαμογελώντας. Δεν έχει ο
+Τασός μαγαζί;
+
+ — Έχει, πώς δεν έχει; απάντησε ο πρώτος. Και γω έχω κι η Τασός έχει
+κι η Γιώργης κι η Διαμάντης κι όλοι.
+
+ — Τότε πού τον είδατε πως έκοψε απ' το δικό σας κι όχι απ' το δικό
+του μαγαζί;
+
+ — Τον είδαμε· έχουμε ανθρώπους, που τον είδαν· αμ' πώς!
+
+ — Ποιοι είνε; φέρτε τους.
+
+ — Να η Στέργιος· ρε Στέργιο!...
+
+Ο Στέργιος ήταν μπροστά του· μα κείνος δεν τον έβλεπε από το θυμό
+και τον ζητούσε ξέμακρα.
+
+ — Πες μου· τον είδες εσύ; ρώτησε αυστηρά ο καπετάνος τον μάρτυρα.
+
+ — Τον είδα, καπτάνε μ'· έκοβα ξύλα και τον είδα που διάηκε ίσα στο
+μαγαζί του Γκόλφη.
+
+ — Μοναχός ήταν;
+
+ — Όχι· ήταν κι η Τασούλας.
+
+Δεν ήθελε περισσότερα ο ανακριτής. Αμέσως έδωκε διαταγή στους
+στρατιώτες και σε λιγάκι κουβάλησαν στο μεσοχώρι όλο το συγγενολόγι
+του Πάλλα. Ήταν γέροντες και νέοι και μισόκοποι, όλοι όμως στιβαροί
+και μελαψοί άντρες. Άρχισε την ανάκριση. Οι κατηγορούμενοι έλεγαν
+πως έκοψαν τον πάγο από το δικό τους μαγαζί και το συγγενολόγι όλο
+τους υποστήριζε με όρκο. Ο Γκόλφης όμως κι ο Στέργιος έλεγαν τ'
+αντίθετα και τους υποστήριζαν οι άλλοι κι οι γυναίκες έπαιρναν από
+μακριά το μέρος τους. Η ανάκριση έτσι κατάντησε συζήτηση μεταξύ
+τους. Ήρθαν στα λόγια, έπειτα στις βρυσές και τ' αγριοκοιτάγματα κι
+ήταν έτοιμοι ν' αρπαχτούνε στα χέρια. Ο καπετάνος έλυσε το βούρδουλά
+του, ρίχτηκε στη μέση και τους αλώνισε. Έπειτα τους κάλεσε πάλι,
+διώρισε τρεις να πάνε στα μαγαζιά και να φέρουν την αλήθεια. Τέλος
+φώναξε δυνατά και αυστηρά:
+
+ — Λοχία Κοτρώτσο!
+
+ — Παρών!
+
+ — Τον Πάλλα και λοιπούς να τους κλείσης στ' αχούρι του παρέδρου. Δε
+θα βγουν, αν δεν καθαρίσουμε την υπόθεση.
+
+Το σπίτι της νύφης ήταν στο Μισακό Μαχαλά. Όλες οι ετοιμασίες του
+γάμου έγιναν την περασμένη βδομάδα μυστικά, από φόβο των Παλλαίων.
+Αφού όμως πάτησε το απόσπασμα στο χωριό, ζωηρέψανε· και τώρα που ο
+Τασός κι οι συγγενείς του κλείστηκαν στη φυλακή, βγήκαν [στα] φόρα.
+
+Το απομεσήμερο κινήσαμε να πάρουμε τη νύφη. Ο σύντροφός μου άφησε
+κάθε πόζα. Ο πατέρας της νύφης ήταν φίλος του Τσότρα, καθώς κι ο
+γαμπρός και κείνοι που κατηγορούσαν τώρα τον Πάλλα. Ήταν λοιπόν
+μεγάλο συννενολόγι κι έπρεπε να το περιποιηθή, για να κεντήση των
+άλλων τη ζήλεια. Προσφέρθηκε μόνος του να γίνη και κουμπάρος. Ο
+πατέρας πάλι του γαμπρού, για να τιμήση τέτοιον κουμπάρο, πήρε κι
+ένα μονόματο μουσικό, που γύριζε στα χωριά με το κλαρίνο του και
+σήκωνε τον κόσμο στο ποδάρι.
+
+Όταν φτάσαμε στο σπίτι της νύφης, έπεσε μια πιστολιά· χαιρετισμός
+του συμπεθεριού. Έπειτ' ανέβηκαν όσοι χωρέσανε απάνω, έγινε το
+μυστήριο κι έπειτα από την άλλη ράχη γυρίσαμε πάλι στο σπίτι. Ξέχασα
+να ειπώ, ότι στο δρόμο οι στρατιώτες παράστεκαν με τα όπλα τους κι
+έριχναν κάθε τόσο κι από μια μπαταριά. Οι συγγενείς πήγαιναν να
+φρενιάσουν από τη χαρά τους. Ας έρθουν τώρα οι Παλλαίοι να
+φοβερίσουν. Καπετάνος στεφανώνει! στρατιώτες πυροβολούν! Πού
+ξανακούστηκε τέτια τιμή στο χωριό!..
+
+Η νύφη αληθινά ήταν όμορφη. Μια ομορφιά αγροτική από κείνες που
+δίνουν βάση για δυναμωμένα παιδιά και βαθιά γεράματα. Και καθώς είχε
+στραβά τον κεντητό κεφαλοδέτη και το στήθος μεστωμένο και τους ώμους
+πλατείς, με τ' ασημάρματα και την κόκκινη φουστανοποδιά της, έλεγες
+πως ήταν ανθισμένη οξιά — όχι γυναίκα. Μα κι ο Γιώργης δεν ήταν
+χειρότερός της. Ένας λεβέντης ως εκεί πάνω! με το μαυρομάντιλο στο
+κεφάλι, με την κεντητή γκιούρντα, με τα μεγάλα γλυκά του μάτια ήταν
+να τον χαίρεται κανείς. Αληθινά, μόνον ο Γιώργης μπορούσε να
+κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν την Ασημώ.
+
+Έπειτ' από λίγη ώρα νύχτωσε. Μέσα στον χαμηλόν οντά, απάνω από τις
+μάλλινες απλάδες έστρωσαν το μεσάλι και κάθισαν γύρω οι καλεσμένοι.
+Ο μουσικός έπαιζε τώρα, για τιμή του καπετάνου βέβαια. το Λυγερόν
+και κοπτερόν σπαθί μου! Την απάνω θέση είχε ο κουμπάρος· δεξιά του
+καθότανε ο γαμπρός κι αριστερά του εγώ για παρακουμπάρος. Έπειτα
+καθόντανε γύρω οι υπαξιωματικοί κι οι άλλοι καλεσμένοι. Γυναίκα δε
+φαινότανε στον οντά και οι φίλοι του γαμπρού είχαν όλη την κυβέρνια
+της τάβλας. Έκοβαν το ψητό και το έριχναν μπροστά στον καθένα.
+Γέμιζαν τα ποτήρια κρασί κι έπειτα έφερναν γύρω την πλόσκα. Όταν
+έφταναν στην άκρη και δεν είχαν τόπο να περάσουν, γυρίζανε ξυπόλυτοι
+απάνω στο μεσάλι.
+
+Άξαφν' ακούστηκε μια φωνή από κάτω:
+
+ — Ζήτου η Τσότρας !...
+
+Παραξενεύτηκα. Γύρισα να ρωτήσω το σύντροφό μου, μα δεν έδωκε
+καθόλου προσοχή. Τον είδα μόνον να χαμογελάση, να στρίψη αρειμάνια
+το μουστάκι του και να κεντήση με το γόνα το γαμπρό.
+
+ — Ζήτου η Τσότρας!... ακούω πάλι.
+
+Ήμουν έτοιμος να δευτερώσω το ρώτημά μου, όταν άκουσα τριποδισμό στη
+σκάλα κι είδα σε λίγο να φανερωθούν στον οντά ο λοχίας πρώτος και
+όλοι οι φυλακισμένοι κατόπιν του.
+
+ — Ζήτου η Τσότρας!... φώναξαν άλλη μια. Και στρώθηκαν κατάχαμα.
+
+ — Έτσι ρε παιδιά· είπε ο καπετάνος γελαστός· τώρα σας χαίρουμαι. Να
+είστε μονιασμένοι. Ένα είνε το χωριό, ένα να χετε και το κόμμα· στην
+υγειά σας!
+
+Τα λόγια του αυτά, καθώς και κάτι άλλο, που μου σφύριξε ο
+υπαξιωματικός, με φώτισαν. Εκείνοι, που πήγαν για τον πάγο, είπαν,
+φυσικά, πως ο Τασός ζήμιωσε φοβερά τον Γκόλφη και το σύντροφό του.
+Αμέσως ο καπετάνος ετοιμάστηκε να τους στείλη όλους δεμένους στη
+Λάρισα. Μπορεί η τιμωρία τους να μην ήταν και τόσο μεγάλη. Μα ποιος
+ξέρει τι άλλες δουλειές θα φύτρωναν στη μέση; Χρέη στον ταμία για
+επιτήδευμα και ποινικά κι άλλα χίλια δυο, που μπορούσε να μην έβγουν
+ποτέ από τη φυλακή και να ξοδέψουν τα μαλλοκέφαλά τους. Το ξέρουμε
+δα! Εύκολα μπαίνει κανείς στη φυλακή, μα πολύ δύσκολα βγαίνει.
+Μπορούσαν όμως να τ' αποφύγουν όλα, αν πήγαιναν με το κόμμα του
+Τσότρα. Δεν ήταν και τόσο δύσκολη απόφαση και την έκαμαν γρήγορα.
+Δεν είνε καλό να τα βάνη κανείς με το Δοβλέτι.
+
+Τώρα καθισμένοι στο τραπέζι έτρωγαν λαίμαργα. Στα πρόσωπό τους καμιά
+δε φαινόταν συγκίνηση. Μόνον ο Τασός φαινότανε κίτρινος σαν
+θειαφοκέρι και συλλογισμένος· μα ήταν, υποθέτω, από φόβο παρά από
+ντροπή.
+
+Όταν τέλειωσε το τραπέζι και σηκώθηκαν να φύγουν, είδα τον
+αποσπασματάρχη να κράζη το Μήτρο Πάλλα και τον πατέρα του γαμπρού
+παράμερα.
+
+ — Τι θα τους κάμης: τον ρώτησα.
+
+Και κείνος, περήφανος για τα κατόρθωμά του, μου απάντησε.
+
+ — Αύριο τους στέλνω στη Λάρισα στο νέο κομματάρχη τους.
+
+
+
+ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ
+
+
+
+ — Αμ που λες, έκαμα και γω γιωργός· είπε απότομα ο αγωγιάτης μου,
+εκεί που κατεβαίναμε από το Κισερλή στη Λάρισα. Μα σ' αφίνει, μαθές,
+ο Θεός να πας μπροστά!
+
+ — Γιατί; τον ρώτησα με απορία.
+
+ — Γιατί έτσι· να γιατί! Τι τα ήθελε τα τυφλοπόντικα, δε μου λες;
+Καλά τ' άλλα, αμ τα τυφλοπόντικα;
+
+ — Ποια τυφλοπόντικα!
+
+ — Άι — χού!... δεν είσαι ντόπιος, λέω; ρώτησε με θυμό.
+
+ — Όχι.
+
+ — Αμ για τούτο. Δεν ξέρεις το λοιπόν εσύ τα κακά, που έχουμε μεις
+οι καμπίσοι! Είνε, λέει, πλούσιος ο κάμπος. Πλούσιος είνε, μα ποιος
+τον χαίρεται; Άκουσε και λογάριασε: Πρώτος Θεός σε μας είνε ο
+αφέντης· δεύτερος ο επιστάτης, ο μπιστεμένος τ' αφεντός σε όλα, στο
+δώση και στο πάρη. Έπειτα έρχεται ο αρχιφύλακας, που στέκεται
+ολοχρονίς απάνω από το κεφάλι σου και δεν μπορείς ούτε να βήξης.
+Βάλε έπειτα τους αγροφύλακες, βάλε και τα ζα. Ακόμη βάλε τα όρνια,
+που κλέφτουν το σπόρο πριν καλοκάτση στη γη, και τις ακρίδες, που τ'
+αφίνουν θερισμένο κι αθέριστο. Τώρα θα σου έλεγα να βάλης τον
+γιωργό, αν δεν είχαμε τα τυφλοπόντικα, που καλύτερους θεριστάδες δεν
+είδα ποτέ μου. Ίδια θερίζουν, ίδια τα βάζουν στις αποθήκες τους. Και
+τι αποθήκες! Βαθειά λαγούμια, που δε φοβάνται το διαβολότερο κλέφτη
+να τα βρη.
+
+ — Κι έρχονται κάθε χρόνο;
+
+ — Αμ αν έρχονταν κάθε χρόνο, θα βλεπες ζωντανούς ανθρώπους στη
+Θεσσαλία; Μια φορά ήρθαν στη ζήση μου και να από γιωργό αγωγιάτη με
+κάνανε. Μωρέ χρόνια και κείνα! Ανατριχίλα με πιάνει σαν τα θυμηθώ.
+
+Ήμουνα που λες γιωργός στο Τατάρι, στου Οσμάναγα το χωριό. Άπονος
+ήταν ο αγάς, μα πλούσιο το χώμα του. Και στη χειρότερη χρονιά το ένα
+δέκα θα έδινε. Έρχεται, αφέντη μ', το Εξηντατρία. Να τη μια χρονιά
+το κάμα μέσα στου Μαγιού τις δροσούλες· στρωσίδι χάμου τα σπαρτά. Να
+την άλλη τα όρνια σύγνεφο στον ουρανό· μπροστά πήγαινε η σπορά, πίσω
+κείνα τ' άθεα! Σπόρο έριχνες και σπόρο δεν ήβρεσκες. Από τα ίδια σου
+τα χέρια τον άρπαζαν! Να έπειτα οι ακρίδες! μας τέλεψαν. Τρία χρόνια
+πέρασαν κι είπαμε το ψωμί — ψωμάκι. Ο αγάς μάς έδινε άχερο, ο αγάς
+σιτάρι. Τι σιτάρι; Την ήρα μας έδινε για σιτάρι!
+
+ — Και την τρώγατε;
+
+ — Τι να κάνουμε: Γι' αρρώστια ρωτάς; Το αίμα πήγαινε ποτάμι! Θέρος
+έπεσε σε ανθρώπους και σε ζα. Μου θέρισε και μένα δυο παιδιά. Αμ
+ποιος λογιάζει τα παιδιά; Όλοι τα ζα μας κλαίγαμε, που ήταν η μοναχή
+κυβέρνια μας! Σαν έχεις ζα, και παιδιά έχεις· αμ σαν χάσης τα ζα,
+έχασες και τα παιδιά σου. Τι θα τους δώκης να φάνε;
+
+Ως τόσο ήρθε το Εξηνταέξι κι ανασάναμε. Η χρονιά καλή· ο Απρίλης
+ολόδροσος· τα χωράφια μεστωμένα. Κάτι ακρίδες φανήκανε στο
+Νεμπεγλέρ· νά σου και τ' αγιοπούλια αποπίσω. Ξέρεις, για μας τ'
+αγιοπούλια είνε σαν το Τόξο, που προμηνάει την καλοσύνη του καιρού.
+Προμηνούν και κείνα ευτυχισμένη χρονιά στο καθετί· στα σπαρτά και
+στα μποστάνια, στα ζωντανά και στα κλήματα. Μα στην αρχή του Μαγιού
+κάτι άρχισε να ψιψιλίζεται. — Μωρέ μίλα καλά· τυφλοπόντικα στο
+Βελεστίνο! Δε γένεται· δε μπορεί να γένη τέτιο πράμα! Αδύνατο Κανείς
+μας δεν ήθελε να το πιστέψη.
+
+Αχ! τα μαύρα μαντάτα αλήθεψαν σε λιγάκι. Ο αφέντης έρχεται τρεχάτος
+από τη Λάρσα. — Φανήστηκε τίποτα στο τσιφλίκι; — Όχι ακόμη.
+
+Μα στο Βελεστίνο, στο Κισερλή, στο Δερελή, στον Τούρναβο θέριζε
+άπονα το ποντίκι. Περίγυρα μας έζωνε το κακό! Τι να κάνουμε; Είπαμε
+να τα βαρέσουμε χλωροθέρι. Αμ τι τ' όφελος; Άμα θεριστή άψητο το
+σιτάρι, γένεται δαυλίτης, σταχτώνει και πάει στ' ανάθεμα. Το αφήσαμε
+για λίγες μέρες. Μπορεί να μας λυπηθή ο Θεός, είπαμε. Στ' άλλα
+τσιφλίκια τις περασμένες χρονιές, κάτι άφιναν, κάτι έπαιρναν. Εμείς
+δε σηκώναμε τίποτα. Ήτανε το λοιπόν δίκιο ν' αφήκη και μας
+απείραχτους εφέτος.
+
+Μα πού ν' ακούση ο Θεός δίκιο — ξεδίκιο! Σε πέντε μέρες να σου τα.
+Σαν ξεφλουδίσανε και τις μουριές του Καζακλάρ, ρίχτηκαν λιμασμένα
+απάνου μας. Στη θωριά τους ξυλιάσαμε, σαν να βλέπαμε το Σατανά. — Να
+θερίσουμε, λέει ο αγάς· να το κόψουμε όπως — όπως, κάτι να σώσουμε.
+Τα στάχυα ήταν στριμμένα κι άστριφτα. Μα τι να κάνουμε; Μαζωνομάστε
+όλοι, τσιφτσίδες, κουλουξίδες, χαβελέδες, ακόμη και παιδιά και
+γυναίκες. Τροχούμε αποβραδύς τις κοσιές και [ξημερωνομάστε] στα
+χωράφια. Μα τ' ήταν εκείνο, Θε μου και Κύριέ μου! Τα χωράφια ολόγυρα
+ξεντυμένα· ούτε στάχυ, ούτ' άχερο, ούτε αθέρας πουθενά! Έπεσαν οι
+κοσιές από τα χέρια μας κι όλοι, από το μικρό ως το μεγάλο κι ο αγάς
+μαζί, γονατίσαμε κι αρχίσαμε τα στηθοκοπήματα!...
+
+ — Μα τόσο πολύ!
+
+ — Τόσο πολύ! Απίστευτο σου φαίνεται, ε; Δεν άκουσες, λέω, τι
+φτιάσανε του Αβδούλ Κερίμ πασά; Ήταν τα Κρητικά τότες. Ήταν πασάς
+στο Μουλαλίκι κι είχε πολλούς νιζάμιδες να πάη στην Κρήτη. Βγαίνει
+μια ημέρ' από τη χώρα να κάμη γυμνάσια στον κάμπο κι έμεινε τη νύχτα
+όξου. Μα βγαίνουν, εφέντη μου, οι ποντικοί, ρίχνονται στ' ασκέρι και
+τ' ανάγκασαν ολονυχτίς να μπη τρεχάτο στη Λάρσα.
+
+ — Μα δεν κάνατε τίποτα γι' αυτούς τους ποντικούς;
+
+ — Να κάνουμε; και τι να κάνουμε! Θεοποντή, σου λέω, ακούς·
+θεοποντή! Να τα σκοτώσουμε; πού να τα βρούμε; Μηγάρις φαίνεται
+κανένα την ημέρα. Πηγαίνεις όξου και βλέπεις όλα καλά· τα χωράφια
+ανέγγιχτα. Μα σαν πάρη και βραδυάζει, ο κάθε σβώλος ποντίκι γένεται·
+η γη τ' αναβρύζει από τα σωθηκά της.
+
+ — Και δεν ξεχωνιάζετε τη γη να τα βρήτε;
+
+ — Ουφ!... μη με σκας, αφέντη μ', να ζήσης. Λογιάζεις πως κάθουνται
+και σε προσμένουν; Τη γη όλη αποκάτω την έχουν κούφια. Βγαίνουν
+βράδυ στο Γκερλή και την αυγή διάβηκαν στον Τούρναβο με όλα τα
+στάχυα και τα σάλματα του χωραφιού. Ή μη θαρρείς πως είνε θεόρατα:
+Μια μπουκιά και ούτε· η ουρίτσα τους μόλις ξεχωρίζει· το κεφάλι τους
+πλατύ, σαν να το πάτησε κανείς διαβάτης κι απόμεινε· έχουν σταχτιά
+τη ραχοκοκκαλιά, άσπρα τα στήθια. Μα σου έχουν και κάτι δόντια, που
+νεροπρίονο δεν τα φτάνει. Μπρε και λιτανείες κάναμε και τ' Άγια
+Λείψανα φέραμε από το μοναστήρι της Πέτρας· μα τίποτα! Ήρθε καιρός
+να μάθουμε πως οι Τούρκοι γροικιόνται καλύτερ' από μας τους
+Χριστιανούς. Είδαν κι απόειδαν, που λες, κουβεντιάσανε οι μπέηδες
+στη Λάρσα, [μαζεψάνε] δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια και στέλνουν δυο
+Τούρκους στην Ανατολή μέσα. Δεν ξέρω, στο Μπαγδάτι, στη Μέκκα, που
+τους έστειλαν δε θυμάμαι. Πάνε, και σε δεκαπέντε μέρες γυρίζουν μ'
+ένα νερό θαματουργό.
+
+Μωρέ, τι γίνηκε, σαν έφτασε κείνο το νερό στο Βόλο! Πήγαμε όλος ο
+ντουνιάς, Τούρκοι και Χριστιανοί. Τι να κάνουμε; Ο πνιμένος από τα
+μαλλιά του πιάνεται. Να σωθούμε θέλαμε, να μη χαθούμε από την πείνα
+κι ανάβαμε κερί του Σατανά!... Παίρνει που λες ο Κουρά εφέντης το
+άγιο νερό· απόκοντα οι μπέηδες κι η αρχοντιά πεζοί και πίσω ο λαός
+με δαρμούς και μυρολόγια. Φτάνουμε στο Γκερλή, καθόμαστε λίγο κι
+έπειτα ίσα στη Λάρσα. Το φέραμε και τ' απιθώσαμε στο Χασάνμπεη
+τζαμί. Ε, θα πιστέψης ένα πράμα; Σε δυο ημέρες ούτ' ένα ποντίκι δεν
+έμεινε στον Κάμπο!
+
+Και τι λες πως έγινε; Τ' ήταν εκείνο, Μωχαμέτη! Όλα τα όρνια της
+Ανατολής απάνου μας τρογυροφέρνανε. Λελέκια, κάριες, πελαργοί, κάθε
+λογής αγριοπούλια χτυπούσαν τις σαγονιές τους, που σ' έπιανε τρόμος
+να τ' ακούς. Κι έπεφταν, μωρέ μάτια μου, από ψηλά στα χωράφια με
+θυμό, σαν να ήταν δασκαλεμένα και ξεσκίζανε τα τυφλοπόντικα. Σε δυο
+ημέρες πάνε και κείνα στην ευκή σαν καλοί καματάροι.
+
+Μα τι τ' όφελος; Τα τυφλοπόντικα πρόκαμαν και τελέψανε τη δουλειά
+τους· δε μας άφηκαν ούτε κλωνί. Τα χωριά του κάμπου ρημάξανε· οι
+φαμήλιες σκορπίσανε σαν του λαγού τα παιδιά. Άλλοι πήραν το Πήλιο,
+άλλοι τον Έλυμπο, άλλοι τα Χάσια κι άλλοι τη Γκούρα. Όπου γύριζες,
+απάνταινες άντρες παιδιά, γυναίκες να τρέχουν από πόρτα σε πόρτα
+διακονεύοντας το ψωμάκι. Τι χρόνια! Περάσαμε τους Κραβαρίτες στην
+κακομοιριά! Τότε και γω σύναξα το σπίτι μου, μπήκα στη Λάρσα,
+παράδειρα νά, κατάντησα αγωγιάτης. Δε σου λέω, βγαίνει και τώρα το
+καρβέλι· μα κάλλιο είχα τ' αλώνι κι ένα στρέμμα χωράφι στο Τατάρι.
+Κάθε που έρχεται ο θέρος ομπρίζ' η καρδιά μου σαν το Μάτι του
+Καραδερέ!... Μωρέ ντε!...
+
+Και ο καραγκούνης, για να κρύψη τη μεγάλη του συγκίνηση, άρχισε να
+ξυλίζη αλύπητα το ζώο του.
+
+
+
+Η ΠΑΤΡΙΔΑ
+ Στη Ρούμελ' είν' η Λεβεντιά
+ και στο Μωριά είν' η γνώση.
+
+
+
+ — Μωρ' εσύ σαι, Πέτρο;
+
+ — Γιωργάκη, εσύ!
+
+Και με το σπιθοβόλημα των ματιών, που έδειχνε την ελπίδα της ψυχής·
+με την αποφασιστική ροπή, που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων·
+με το τρεμούλιασμα της φωνής, που πρόδινε της σάρκας τη συγκίνηση,
+άνοιξαν οργιές τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ'
+αλλουνού. Και από τον τόσο λαό, που περνοδιάβαινε έξω στο
+λιθοστρωμένο δρόμο της Σπηλιάς: τους Εβραίους, που ξυπόλυτοι
+κουβαλούσανε τ' ασκιά από τα Τελωνείο· του ψωμά και του μανάβη και
+του κουρέα, που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες· του σαράφη, που
+μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλληρα, βασανίζοντας με τον ήχο
+και τη λαμπρότη τους τον αντικρινό μπαλωματή, κανείς ούτε πρόσεξε,
+ούτε ήταν ικανός να αισθανθή τη λαχτάρα, που είχαν στο αγκάλιασμά
+τους οι δυο φίλοι.
+
+Εδώ και πέντε λεφτά πριν ο ένας δε γνώριζε τον άλλον. Ο Γιωργάκης
+Λαμπρόπουλος καθότανε ανάμεσα στις πραμάτιες του, στα στρώματα και
+τα σκοινιά, τις στοίβες των κεφαλοτυριών και τους σωρούς των
+γυαλικών, τους ώμους στηρίζοντας στην κάσα του, το κεφάλι
+μισογυρμένο, τα μάτια μισοκλεισμένα, κάτω από την πλέχτρα των
+σκόρδων και του κεράτου, σαν πολεμιστής ανάμεσα στις δάφνες της
+νίκης του, κάτω από την αγαπημένη του σημαία. Καθώς όμως πάτησε στο
+κατώφλι ο Πετρολέτσος ψηλός, λεβεντόκορμος, ξεσαλιάρης μα
+μεγαλόπρεπος, ζητώντας ένα οβολό τυρί να κολατσίση, σαν να πλάκωσε ο
+ίσκιος του τον μπακάλη, σήκωσε το κεφάλι και η φωνή συγκλώνισε για
+μιας τ' αποκαρωμένα νεύρα του. Σαν αστραπή πέρασε στο νου του η
+υποψία πως κάπου τ' απάντησε το πρόσωπο εκείνο, κάπου την άκουσε
+κείνη τη φωνή, πως τ' αγάπησε άλλοτε κείνο το κορμί. Η φαντασία του
+άρχισε να πλέκη την κλωνά της φωτεινή στα περασμένα, παντού
+ψηλαφώντας και πασπατεύοντας, στα κλώσματα και τα παραστρατίσματα
+της εβδομηντάρικης ζωής του. Νεκρούς ξέθαψε από τα μνήματα,
+ξανάνιωσε γερόντους, έσυρε σε λύπες και σε χαρές, σε φιλίες και σ'
+έχθριτες, σε γάμους και σε νεκροπομπές. Μα δεν κατώρθωσε άλλο παρά
+να ζαλιστή και να πονέση για τα χρόνια που έφυγαν, για τα παθήματα
+που τον ήβραν.
+
+Άξαφνα πέταξε μπροστά του ξαθομούστακος και γαλανομάτης παλληκαράς,
+ο Πετρολέτσος, ο φίλος του, ο αδερφός του! Και τώρα ανάμεσα στο
+μαγαζί οι δυο φίλοι, ψαρομάλλιδες, σαρακοφαγωμένοι,
+σφιχταγκαλιάζονται και γλυκοφιλιώνται με τα δάκρυα βροχή στα μάτια.
+
+ — Μωρ' εσύ 'σαι, Πέτρο;
+
+ — Γιωργάκη, εσύ!
+
+Τέλος χωριστήκανε κι ο ένας κοίταξε τον άλλον με περιέργεια. Μεγάλη
+απορία ζωγραφήθηκε στα πρόσωπά τους, σαν να μη μπορούσαν να
+καταλάβουν πώς έγινε κι από τα σπαρταριστά νιάτα γκρεμίστηκαν για
+μιας στ' άχαρα γεράματα.
+
+ — Καημένε, γεράσαμε! είπε αργοκουνώντας το κεφάλι ο Λαμπρόπουλος.
+
+ — Γεράσαμε κι αλλάξαμε! πρόσθεσε ο Πετρολέτσος πικραμένος. Σωστός
+Κορφιάτης μου φαίνεσαι.
+
+Και σφουγγίζοντας με το μανικοπουκάμισο τα δακρυά του, κοίταζε και
+ξανακοίταζε το φίλο του, σαν να ζητούσε κάτω από το βαρύ εκείνο
+σώμα, το στρογγυλό κεφάλι, τα κρεμαστά φρεσκοξουρισμένα μάγουλα, και
+τον παχύ λαιμό, το λυγερό παλιό του σύντροφο σαν να ζητούσε κάτω
+από την υγρή και σουρτή μιλιά ν' ακούση τους στρογγυλούς μωραΐτικους
+ήχους· σαν να ήθελε να ιδή τον αλαφρό αέρα του κορμιού και των
+ματιών το σπιθοβόλημα και το διαβολικό γοργό παίξιμο του προσώπου,
+κάτω από το νυσταγμένο πρόσωπο ενού Κορφιάτη νοικοκύρη.
+
+ — Μωρ' εσύ 'σαι ο Γιώργος, που τα βαλες μ' όλους τους
+κοντοστάμπελους στην Οβριακή! φώναξε δυσκολόπιστος.
+
+Ήρθε στο νου του άξαφνα η πρώτη φορά, που γνωριστήκανε μέσα στη
+Οβριακή, στο φοβερό καυγά. Ο Πετρολέτσος από μικρός στο νησί, όταν ο
+πατέρας του πέρασε συφάμελος από τ' Αργυρόκαστρο, φεύγοντας τη λύσσα
+του Αληπασά· ο Λαμπρόπουλος φευγάτος από τον Κάμπο της Γαστούνης για
+να γλυτώση από τους μαχαιράδες του δημογέροντα, ήταν αδύνατο να
+γνωριστούν στον ξένον τόπο, που τον έσφιγγε και κείνον τον Σουλτάν
+Θωμά η αλύγιστη παλάμη. Μα όσα φέρν' η ώρα δεν τα φέρνει όλος ο
+χρόνος. Ο Μωραΐτης στον καυγά εκείνο έδειξε φοβερή παλληκαριά.
+Ξαρμάτωτος, μ' ένα πόδι σκαμνιού στο χέρι ρίχτηκε στην αρματωμένη
+εξουσία, άνοιξε κεφάλια, τσάκισε κόκκαλα και τέλος τους σκόρπισε
+όλους. Ο Ρουμελιώτης από φυσικό του σεβασμό στην παλληκαριά, έκρυψε
+το Μωραΐτη στο μαγαζί του, χωρίς να συλλογιστή πως αν τον έβρισκαν,
+θα στέλνανε και κείνον στην κρεμάλα. Κατώρθωσαν όμως να μην
+ανακαλυφτούν κι έμειναν αιματωμένοι οι κοντοστάμπελοι και φίλοι
+αχώριστοι οι δυο νέοι. Μα τώρα πώς μπορούσε να πιστέψη ο Πετρολέτσος
+ότι το πιθάρι που κάθεται μπροστά του είνε κείνος ο παλληκαράς; Και
+πάντα ίδιος, όπως στα νιάτα και στα γεράματα, ετοιμάζεται να σωριάση
+θαυμαστικά για το ανδραγάθημα εκείνο. Η παλληκαριά όσα χρόνια κι αν
+περάσουν δεν παλιώνει.
+
+Μα ο Λαμπρόπουλος του έκοψε τη φόρα:
+
+ — Ας τα τώρα, περάσανε· είπε. Παλαβομάρες παιδιάτικες· όλο
+παλαβομάρες!... Και συ πώς βρίσκεσαι; τι γένεσαι;
+
+ — Α! είπε με αδιαφορία μεγάλη· βουκόλος γυρίζω... Αμ' εσύ;
+
+ — Έχω τάλλαρα!...
+
+ — Τι λες! αλήθεια; φώναξε ο Πετρολέτσος με χαρά. Μπράβο! Μα πώς,
+μωρ' αδερφέ, πώς!...
+
+ — Πώς; με αγώνες και κόπους... Για φαντάσου πόσα χρόνια είνε που
+χωρίσαμε!
+
+ — Θυμάμαι και γω!... Σαν έφυγα για τον πόλεμο εσύ πουλούσες σαπούνι
+στα καντούνια.
+
+ — Τι καλά που δε σε άκουσα να έρθω μαζί σου! Τι απόχτησες με τα
+τρεχάματά σου; Πες μου· έχεις τίποτσι;
+
+ — Μπα· ό,τι φορώ κλέφτη δε φοβάμε.
+
+Και μ' ένα βεργολύγισμα περήφανο, που δε θα το έκανε χρυσοφορεμένο
+βασιλόπουλο, έδειξε ο Ρουμελιώτης τα τρυπημένα του γουρνοτσάρουχα,
+τις ξηλωμένες κάλτσες του, τη λερή και ξεσκλισμένη φουστανέλλα του·
+τα ξεφτισμένα μεϊντανογέλεκα και το λιγδωμένο φέσι του. Έδειξε ακόμη
+στη μέση του το σιλάχι μαύρο, καταζαρωμένο, με το ξύγγι απάνω του
+σαν λέπια ψαριού, με το μαυρομάνικο λάζο μέσα και δυο — τρεις
+αλυσίδες, που βαστούσανε δεξιά τον ασημοσουγιά κι ένα λουρί
+μισολυωμένο αριστερά με τρεις τοκάδες — μοναχή αρματωσιά και
+στολίδια του.
+
+ — Και βαστιόσουνα καλά σαν έφυγες· είπε κουνώντας το κεφάλι ο
+Λαμπρόπουλος. Το ψωμάδικό σου στην Πόρτα Ριάλα έκανε δουλειά· είχες
+ούλη την Οβριακή απάνου σου. Αν βάσταγες κεφάλι, τώρα θα είχες
+μηχανές και θα τάιζες ούλη τη χώρα. Ψεσινός άθρωπος ο Μεϊντάνης κι
+έχει εκατομμύριο!...
+
+ — Και δε θα χανα τους γονιούς μου!... πρόσθεσε ο Πετρολέτσος,
+στυλώνοντας το βλέμμα στον κούφιον αέρα, σαν να διάβαζε τα
+περασμένα.
+
+ — Οι γονιοί σου! φώναξε ο Λαμπρόπουλος, οι γονιοί σου! Διακονιά
+βγήκανε! Το ξέρεις που βγήκαν διακονιά!... Ακούς ο Πετρολέτσος
+διακονιά! Ακούς η βαφτισημιά του Τζαβέλλα διακονιά!... Και στο τέλος
+ο πατέρας σου γύριζε παλαβός στο Μαντούκι, μπαίγνιο του κόσμου κι η
+μάννα σου έπεσε στη Γαρίτσα και πνίγηκε...
+
+ — Σώπα για όνομα Θεού! σώπα!... είπε ο Πετρολέτσος, κουνώντας τα
+χέρια και γυρίζοντας τα μάτια, λες κι ήθελε να διώξη φοβερό
+φάντασμα.
+
+Μα ο Μωραΐτης, σα να τον έπιασε ο πειρασμός εκείνος της φυλής του να
+γελάση με την απελπισία του άλλου, να φανή πως είνε έξυπνος, πως όλα
+με την τσαχπινιά του τα καταφέρνει και πως οι άλλοι χαντακώνονται σε
+φαντασίες μόνον, άρχισε με περισσότερο θυμό:
+
+ — Τι τσώπα, μωρέ, τι τσώπα! Α δα δε σου τα λεγα, ο κακόρκος, από
+τότες; — Μωρέ, κάτσε και τήρα τη δουλειά σου! Καλά καθόμαστε δω·
+λευτεριά έχουμε με τσ' Εγγλέζους.
+
+ — Μα τ' αδέρφια μας... η Πατρίδα.. —
+
+ — Τι Πατρίδα; Πού σε είδε σένα η Πατρίδα; Πού την ξέρεις; Τάισε
+τσου γονιούς σου που πείνασαν;... Εσένα σε τάισε!... Μα να ειπής
+ήταν και το μυαλό — παιδιάτικο μυαλό! Πρόσθεσε μαλακώτερα ο
+Μωραΐτης. Να, εγώ που σου μιλώ έτσι, δε μπήκα στο καράβι με τσου
+Παργινούς να κατεβώ στη φωτιά;
+
+ — Α! έκαμε ο Πετρολέτσος, κοιτάζοντας το φίλο του κατάματα, σαν να
+έλεγε: Βλέπεις; Δεν έχω άδικο· η πατρίδα πάντα πατρίδα είνε·
+πονιέται!...
+
+Ναίσκε· εξακολούθησε κείνος χωρίς να τον προσέξη· πήγε τότενες ο
+Κυριακούλης να βαρέση τσοι Αρβανιτάδες στο Φανάρι και πήγαμε να τσου
+δώκουμε βοήθεια. Μα ώστε να φτάσουμε κει τελείωσε ο πόλεμος. Οι
+Μανιάτες με το λείψανο του Κυριακούλη κατεβήκανε στο Μισολόγγι κι οι
+Αρβανιτάδες αφέντευαν σ' όλο το περγιάλι. Τότενες οι Παργινοί είπαν
+να κατεβούμε στο Μισολόγγι· μα εγώ κατάλαβα πως δεν ήμουν για πόλεμο
+και πέρασα ολονυχτίς στσου Παξούς. Από τότενες ήβρα την τύχη μου...
+
+ — Τότε που λες έκανα και γω τον πρώτο μου πόλεμο· τον έκοψε ο
+Ρουμελιώτης. Βαρέσαμε τους Τούρκους στο Μωριά. Ήταν άμετρη Τουρκιά
+και λιγοστοί εμείς, μα διαλεγμένοι. Βαστάξανε καλά οι οχτροί, στο
+τέλος τσακίσανε... Όρε, μάτια μου, θέρο που στον κάναμε!
+
+Κι έριξε τα μάτια του μακριά πύρινα, λες κι ήθελε να φωτίση τα
+περασμένα. Είχε τα δασά του φρύδια σμιχτά· έσκαζε το ρουθούνι σαν να
+μυριζότανε τη μπαρούτη της μάχης· κουνούσε τα χέρια σαν να έδινε
+ζερβόδεξα σπαθιές θανατοφόρες κι έβλεπε τώρα να φεύγουν τους οχτρούς
+και νικήτριες την Πίστη και την Πατρίδα. Τα λόγια του φίλου του, το
+Φανάρι, ο Κυριακούλης, οι Αρβανίτες, λόγια αλησμόνητα στη ζωή του,
+γιατ' ήταν της ζωής του τ' όνειρο, στέγνωσαν ευθύς τα δάκρυά του,
+έδιωξαν από τα φυλλοκάρδια του το φαρμάκι και τον φέρανε πάλι στην
+πρώτη του θέση, που δεν ήθελε ν' αφήση παρά νεκρός.
+
+Μα ο Λαμπρόπουλος, κλωθογυρίζοντας κι αυτός στα περασμένα, περήφανος
+για το κατόρθωμά του, εξακολούθησε χωρίς να τον προσέξη.
+
+ — Στσου Παξούς, που λες, ήβρα δυο καλούς συντρόφους. Άξιοι αθρώποι!
+Δε χάνονταν σε λόγια. Βρίσκουμ' ένα καϊκάκι και τραβούμε στα
+σκαλώματα του Μωριά και στα πόρτα τση Ρούμελης. Εκεί μας βοήθησε η
+τύχη στα γερά! Ήβλεπες στους έρμους κάβους και στα περγιάλια
+γυναίκες, άντρες, παιδιά, κατατρεγμένους από το τούρκικο ασκέρι. Άμα
+μας αγνάντευαν, αρχινούσαν τα σενιάλα να τους πάρουμε, να τους
+περάσουμε στα ξερονήσια του Κάλαμου. Κι έδιναν ό,τι είχαν:
+δαχτυλίδια διαμαντένια, ζουνάρια αξετίμωτα, μεταξωτά και λαχούρια,
+ό,τι άρπαξαν από τα σπίτια τους στην ώρα του φευγιού, τάδιναν ούλα
+για να σωθούν από το λεπίδι, από τη σκλαβιά και την ατιμία. Δε λέω
+πως δεν κάναμε κι αδικιές· χωρίς αδικιά βιος δε γένεται. Το καϊκάκι
+μας δεν έπαιρνε πολλούς και μεις βάναμε διαλεόνα. Μπαρκάραμε πρώτα
+εκείνους που έδιναν τα πολλά, κι αν έμενε τόπος, μπαρκάραμε κι από
+τη φτώχια· είτ' αλλιώς βουλώναμε τ' αφτιά μας στα μυρολόγια τους και
+κάναμε πανιά. Πολλές βολές θυμούμαι, πλάκωναν άξαφνα οι Τούρκοι και
+βλέπαμε τους έρμους να σκροπάνε και να γκρεμίζωνται από τους βράχους
+στη θάλασσα για να μας φτάσουν· να μας απλώνουν τα παιδιά τους στην
+ώρα, που βυθιζόντουσαν στα κύματα... Μα πολλουνώνε σώσαμε τη ζωή...
+
+ — Εγώ πήρα ζωές· μα τούρκικες ζωές! Έσπειρα κουφάρια στο διάβα μου,
+που χορτάσανε τα πετεινά κι αντρείεψε η γη μας... Μα δεν το πήρα τ'
+αλλουνού το πράμα. Ό,τι πήρα, το πήρα δίκαια, με το σπαθί μου!
+
+ — Κι εγώ δίκαια το πήρα. Στο Μισολόγγι...
+
+ — Έκαμες στο Μισολόγγι;
+
+ — Ναίσκε· έκαμα στους δυο μπλόκους και στην έξοδο.
+
+ — Μωρέ, τι λες! Εγώ τότες ήμουνα με τον Κώστα Μπότσαρη κι ήρθαμε
+γυρεύοντάς σας... Μωρέ, πες μου τ' αδέρφι, πολέμησες στο πλάι του
+Σιαδήμα! Είδες πώς γλύτωσε ο Μακρής· πώς χάθηκαν τα γυναικόπαιδα,
+πώς σκοτώθηκε ο Ραζικότσικας;
+
+Ο Ρουμελιώτης, όπως όλοι του καιρού του, έτρεφε άλλου είδους
+θαυμασμό στου Μεσολογγιού την ιστορία. Έγιναν κι άλλες μεγάλες
+μάχες, μακελειά φριχτά στον πικρόν εκείνον εννιαχρονίτικον αγώνα·
+δοξαστήκανε κι άλλες πολλές φορές τα ελληνικά όπλα· μα ό,τι έγινε
+στο Μεσολόγγι, το νόμιζαν κάτι εξαιρετικό και κείνους, που πολέμησαν
+εκεί, τους πίστευαν θεούς. Τώρα εκεί που άρχιζε ν' αηδιάζη το
+Μωραΐτη, με μιας όλα τα λησμόνησε μπροστά στη σκέψη πως είνε
+αγωνιστής του Μεσολογγιού. Μα ο Λαμπρόπουλος γέλασε δυνατά.
+
+ — Τίποτσι δεν είδα' αποκρίθηκε με απάθεια. Είδα μονάχα που ήφερναν
+την άλλη μέρα τις Μεσολογγίτισσες αρμαθιασμένες στ' αράπικο
+στρατόπεδο!..
+
+ — Μώρ' με τους Τούρκους ήσουνα!
+
+ — Κιαμέ; Έδινα χούφτα καπνό στους Αρβανιτάδες, χούφτ' αφιόνι στους
+Αραπάδες κι έπαιρνα χούφτα μάλαμα και χούφτ' ασήμι.
+
+ — Ου να μου χαθής! βροντοφώναξε με αηδία ο Πετρολέτσος.
+
+ — Να χαθώ; Εσύ χάθηκες, κακόρκε, με τα μυαλά που χες!... Τη βλέπεις
+τούτη την καδένα; δεύτερη δε βρίσκεται στον κόσμο. Την πήρα για μια
+Μισολογγιτοπούλα, που πούλησα στον πρόξενο της Αούστρίας στο
+Τσηρίγο.
+
+Ο Πετρολέτσος πήγαινε να φρενιάση από θυμό. Η ξετσιπωσιά του Μωραΐτη
+έφερνε το αίμα στα μάτια του και δυο — τρεις φορές σκέφτηκε να του
+στρίψη το καρύδι, για να πάψη να λέη τις ατιμίες του. Άξαφνα χωρίς
+λόγο, βράζοντας από γεροντικό θυμό, σήκωσε βιαστικά το δεξί μανίκι
+κι έδειξε στο μπράτσο του μια φοβερή σπαθιά.
+
+ — Τη βλέπεις τούτη; φώναξε φέρνοντάς το στα μάτια του Μωραΐτη· είνε
+σπαθιά! Την πήρα στο Κερατσίνι με τον Καραϊσκάκη. Ήμαστε λίγοι, στα
+δάχτυλα, όπως πάντα, κι οι Τούρκοι άμετροι. Με την πρώτη μπαταριά
+σκοτώνετ' ο Μπαϊραχτάρης: — «Πετρολέτσο, δικό σου!» φωνάζει ο
+καπετάνος, με τον κόκκινο ντουλαμά του λάμποντας σαν Άη Γιώργης
+απάνω στ' άλογό του. Με το λόγο τ' άρπαξα κιόλας. Μας έμπλεξαν εκεί,
+μας ζώσανε απ' ολούθε, μας στρίμωξαν σε μια φράχτη, μας πήραν τις
+πλάτες... Κολύμπησα στα αίματα, αχ το γλύτωσα το μπαϊράκι...
+
+ — Και τι απόχτησες; Πού είνε το σπίτι σου; Πού είν' οι γονιοί σου,
+πού είν' η φαμίλια σου;... Δε χάφτω μίγες εγώ, ακούς! Δε χάφτω
+μίγες!... Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, γύρισα φορτωμένος εδώ. Μάζωξα τους
+γονιούς μου από τα Καλύβια και τους έβαλα αφεντάδες. Την αδερφή μου
+τη Ρήνη — θυμάσαι που της έκανες τα γλυκά μάτια κι έλεγα να σε κάμω
+γαμπρό; — την πάντρεψα με τιμές και δόξες και ζη αρχοντικά στον
+Πέλεκα. Εγώ παντρεύτηκα και πήρα μια κοντέσα. Ετούτο το σπίτι δικό
+μου είνε και τ' άλλο στα Μουράγια δικό μου και στη Σπιανάδα το ψηλό
+πάλε δικό μου. Εκείνος ο σαράφης είνε γιος μου, ο Νικολάκης· ακούς
+πώς παίζει τα τάλλαρα στο χέρι σαν να παίζη κομπολόι; Τον άλλο, το
+δικηγόρο θαν τον κάνουμε βουλευτή· ετούτο το μαγαζί το κρατεί ο
+μικρότερος. Το μεγάλο λιοτρίβι στη Γαρίτσα· ένα λιοστάσι στους
+Άγιους Δέκα, μια περβόλα στον Ποταμό, όλα δικά μου!...
+
+Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του
+είδε να συνεπαίρνωνται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το
+κατρακύλιμα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα
+δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώση
+και να τον ενοχλή μια απορία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος
+του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από
+τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους
+συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του
+κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον
+κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν
+αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του,
+γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο,
+καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, αποριμμένος από τους
+συγγενείς του. Και όταν κλείση τα μάτια, θα πάη σαν το σκυλί στ'
+αμπέλι. Ποιος λοιπόν είνε ο ίσος δρόμος, Θεέ μου!
+
+Άξαφνα ο ερεθισμένος του λογισμός ύφανε εμπρός του εικόνα
+ολοζώντανη. Μια ασπροφόρα, με κορμί και πρόσωπο αγγελοκάμωτο,
+στεκότανε κοντά σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω στη φωτιά λίγος, μα
+εκλεχτός κόσμος ερχόταν κι έριχνε μέσα πλούτη, ονόματα, γονέους,
+παιδιά, αδέρφια, αγάπες, πόθους, όνειρα, φιλοδοξίες, πάθη. Η φωτιά
+τ' άρπαζε όλα, τα κατάπινε σαν φάρυγγας θεριού. Και η παρθένα με το
+πλάνο της χαμόγελο και το αυστηρό της βλέμμα, τους ζητούσε κι άλλα,
+«κι άλλα!» τους φώναζε πεισματάρα, απαιτητική, αχόρταγη. Και κείνοι,
+αφού έριχναν ό,τι κι αν είχαν μέσα, δίχως πίκρα, δίχως θυμό, έπεφταν
+τέλος κι οι ίδιοι και χάνονταν εκεί, όπως έσβυσε και χώνεψε πριν
+κάθε χαρά τους και κάθε τους απόχτημα. Και κάτι του έλεγε μυστικά
+πως η παρθένα, η λάμια η αχόρταγη, ήταν η Πατρίδα. Ανυπόμονα έριξε
+τα μάτια περίγυρα να έβρη την ελπίδα, την ανταπόδοση να βρη σε κείνο
+τ' ολοκαύτωμα· τίποτα!
+
+ — Έχεις δίκιο... δίκιο έχεις! εψιθύρισε με δακρυσμένα μάτια, με
+στήθος βαρύ, λες και καθότανε η Μόρα απάνω του.
+
+Μα σύγκαιρα είδε την κόρη να τον κοιτάζη κατάματα και με το χέρι της
+να δείχνη μακριά. Γύρισε εκεί ο Πετρολέτσος κι είδε μια χώρα μεγάλη.
+Και μάντεψε αμέσως πως ήταν η Ελλάδα, ελεύθερη πέρα — πέρα,
+δοξασμένη, λαμπροφώτιστη. Είχε πρωτεύουσά της την Πόλη την Εφτάλοφη
+και λατρευτό ναό της την Αγιασοφιά. Του Κωσταντίνου τον τάφο άγιο
+λείψανο και των κλεφτών τ' αρμούτια φυλαχτάρια της. Και ήταν ο
+στρατός της τρόμος της γης και φρίκη της θάλασσας ο χιλιάρμενος
+στόλος της και δόξα της Δημιουργίας ο λαός της, ο ημίθεος! Μονώρας
+ένιωσε μια μυλόπετρα να κυλά από πάνω του· τα πύρινά του αισθήματα
+τ' απείκασε να χύνωνται πάλι και να ξανάφτουν το αίμα του. Να τη
+λοιπόν την ελπίδα και την ανταπόδοση!... Πήδησε αγέρωχος, αυστηρός,
+όπως την ώρα που στο Κερατσίνι αγωνιζότανε με τους οχτρούς για το
+μπαϊράκι και στο «τι απόχτησες» που του πρόβαλε μ' επιμονή ο
+Μωραΐτης,
+
+ — Την Πατρίδα μου! φώναξε χτυπώντας τα στήθη του δυνατά.
+
+Ο Λαμπρόπουλος στην απροσδόκητη απάντηση έμεινε άλαλος. Ο
+Πετρολέτσος φαντάστηκε να στείλη και δεύτερη μπαταριά, να σαρώση τα
+κακομοιριασμένα λείψανα του οχτρού. Με φωνή μεγάλη, αφεντική, σαν να
+μιλούσε από μέρος όλου του λαού του Εικοσιένα, του αδικημένου και
+αμνημόνευτου, ξαναφώναξε πιο δυνατά.
+
+ — Ναι· έκαμα την Πατρίδα μου!
+
+
+
+Η ΣΜΥΡΝIΑ
+
+
+
+Περπατούσα μ' ένα φίλο μου στην πλακοστρωμένη ακρογιαλιά της
+Σμύρνης. Περπατούσα κι έβλεπα, αισθανόμουν κι αναγάλλιαζα. Όλες οι
+αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που
+τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν'
+αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την
+αμβροσία της. Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά
+καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ' άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ' άλλο,
+ως που κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά.
+
+Κάτω περικλεισμένος ο κόρφος με το λιμάνι γεμάτο από κάθε λογής
+πλεούμενο, από καπνοδόχους και καπνούς, από σκοινιά και κατάρτια,
+μόλις έδειχνε το καθρέφτισμα τ' ουρανού. Μπροστά με τα ψηλά χτίρια
+και τους ανθοσπαρμένους κήπους της ξετυλιγόταν η ακρογιαλιά πέρα —
+πέρα κάτασπρη. Κι απάνω της, όπως παρθένα χώρα στέλνει με τα ποτάμια
+της στη θάλασσα, στου άνθρωπου τη γνώση τ' αφάνταστα πλούτη της,
+έχυνε κι η Σμύρνη απ' τα στενοσόκακα, της μύριες ομορφιές που
+ανατρέφει στα σπλάχνα της! Και σαν να ήμουνα σε μουσείο ζωγραφικής,
+έβλεπα αρμονικό ανακάτωμα από φορέματα και χρώματα και λυγερά
+αναστήματα και μαλλιά μαύρα, ξανθά και καστανά, χείλη κοραλλένια και
+μάτι' αθάνατα, που λάμπουν, καθώς λάμπουν σε πέπλο αρχοντικό τα
+διαμάντια και τα ζαφείρια.
+
+ — Διές και το παλιάλογο, μου λέει άξαφνα ο σύντροφός μου. Το χουν
+για το θηριοτροφείο.
+
+Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας
+ξερακιανός χωριάτης κρατούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο
+χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνη, ανάκαρα δεν έχει να
+κινηθή. Έσκυφτε κάτω με τ' αφτιά ριγμένα, τα μάτια σφαλιστά, τα
+ρουθούνια βρώμικα· η κοιλιά χώνευε στα πλευρά του· η ραχοκοκκαλιά,
+τα καπούλια, οι γοφοί, ο λαιμός, τα γόνατα, οι αρμοί όλοι φαίνονταν
+ξεκλειδωμένοι. Η ουρά του σπανή κι άπαστρη έπεφτε ανάμεσα στα πισινά
+του, ανίκανη να κινηθή για να διώξη τις χαλκόμυγιες. Τα κρέατά του
+έλεγες πως θα ρέψουν κάτω, όπως ρέβουν το χυνόπωρο τα μαραμένα φύλλα
+κι αφίνουν γυμνό και άσκημο το δέντρο. Αυτό το χάλι του κρατούσε
+γύρω κάθε τάξης και ηλικίας διαβάτη κι έλεγε καθένας το λόγο του και
+την αστεία του σκέψη.
+
+Στάθηκα και γω με το φίλο μου· όταν, δεν ξέρω πώς, τα μάτια μου
+έπεσαν σ' ένα παραθύρι του αντικρινού σπιτιού. Ανάμεσ' από τα γυαλιά
+και τις κάτασπρες κουρτίνες, κόρη όμορφη και μαυρομάτα έβλεπε με
+προσοχή. Τα μαλλιά της κατάμαυρα, στη μέση χωρισμένα, έπεφταν
+δαχτυλίδια άταχτα στο φιλντισένιο μέτωπο και στα μελίγγια, στα
+ριζάφτια, πίσω στο χαριτωμένο της λαιμό κι έδιναν όψη άγουρου στο
+πρόσωπό της, που είχε το χρώμα δροσερής μοσκιάς. Και φανέρωνε θλίψη
+μεγάλη για κείνο το παλιάλογο. Μα τη θλίψη και την ψυχοπόνια, που
+φανέρωναν τα μάτια της, πως να την ιστορίσω; Μου φάνηκε πως έβλεπα
+τ' αθάνατο νερό να κυλάη από τα μάτια εκείνα, να περνά το γυαλί, να
+κατεβαίνη· θεϊκό χάρισμα στ' άλογο και να το περιχύνη απολούθε. Το
+είδα, λέει, να ποτίζη τα φυλλοκάρδια, να του δυναμώνη τα νεύρα, να
+του γυαλίζη την τρίχα, να του ξανάβη το θυμό. Και πίστεψα πως θα ιδώ
+να λαχτίση άξαφνα τη γη, ν' ανεμίση τη χήτη του, να ορθολυγίση την
+ουρά, να τινάξη το κεφάλι και με βαθύ χλιμίντρισμα να τρέξη στα
+λιβάδια πέρα, γαύρο κι αδάμαστο.
+
+Παρέκει, ανάμεσα σε δυο χτίρια, ήταν μια φράχτη ψηλή από σανίδες.
+Απάνω στις σανίδες και γύρω στους τοίχους, χρωματιστές ρεκλάμες
+έλεγαν το τι γίνεται κάθε δειλινό πίσω αποκεί. Πόσων ειδών άγρια
+θερία είναι κλεισμένα· πως ο θεριοδαμαστής με τη θεατρική του
+φορεσιά μπαίνει, κρατώντας το βούρδουλα και το πολύκροτο στο χέρι
+και πως κατορθώνει να τα τρομάζη μόνον με τις ματιές του. Και
+θαρρείς, για να βεβαιώνουν τα λόγια τους, έρχονταν κάποτε φωνές και
+χτύποι και βρουχήματα, που έκαναν τους διαβάτες ν' ανατριχιάζουν. Μα
+ο χωριάτης αδιάφορος, κρατώντας πάντα το χαλινάρι στο χέρι, παζάρευε
+με τον εργολάβο το πράμα του. Από τα λόγια τους, από τ'
+αγριοκοιτάγματά τους φαίνονταν που παλαίβανε ποιος να γελάση τον
+άλλον.
+
+ — Εμ' αν είνε να τα πλερώσω τόσο, δεν παίρνω καλύτερα ένα βώδι;
+έλεγε ο εργολάβος γυρίζοντας τα κρύα ματάκια του γύρω στο λαό, να
+πάρη τάχα τη γνώμη του. Αν πάρω το βώδι, δε θα χω τουλάχιστο το φόβο
+να μου αρρωστήσουν τα θεριά, που μπορεί ναν το πάθω μ' αυτό το
+ψωφήμι.
+
+ — Ετούτο ψωφήμι; καλά, μπράτιμε! φώναξε ο χωριάτης αγαναχτώντας,
+που κατηγορήσανε το ζώο του. Το βλέπεις πιστεύω και δεν είν' ανάγκη
+να σου ειπώ, πως τ' άλογο έχει ψυχή να ζήση χίλια χρόνια. Μα τι να
+του κάνω που σακατεύτηκε στον αραμπά.
+
+ — Ρε ποιος σε ρωτάει για την ψυχή του! Τι να την κάμω γω την ψυχή;
+Κρέας έχει; Εγώ θέλω να χορτάσω τα θεριά μου· είπε ο εργολάβος με
+ολοφάνερη πείνα στα μάτια.
+
+Εκεί που παζάρευαν εκείνοι, σήκωσα πάλι τα μάτια μου στο παραθύρι. Η
+λυγερή ήταν ακόμη εκεί, πάντα θλιμένη και πονετική. Τα μάτια της όλο
+και θόλωναν· τα μάγουλά της πότε άσπριζαν, πότε κοκκίνιζαν· το
+μεστωμένο στήθος της ανεβοκατέβαινε και το χνώτο της θάμπωνε το
+γυαλί όσο που την έχανα. Έχανε όμως και κείνη τη διασκέδασή της κι
+αμέσως το κρινοδάχτυλο χέρι έσερνε κεντητό τριανταφυλλί μαντιλάκι κι
+έπαιρνε τον αχνό και πρόβαινε πάλι το γλυκό πρόσωπο, σαν φεγγάρι
+μέσ' από τα σύγνεφα, που βούλεται να συντροφέψη στον ύπνο της τη γη.
+Και γω έχασκα στο παραθύρι, στο αισθαντικό κορίτσι μπροστά και δεν
+έβλεπα τίποτ' άλλο παρά ό,τι γινότανε πίσω από το γυαλί. Και λίγο —
+λίγο από τη συχνή προσήλωση, την άφαντη αλυσίδα που έδενε τον ψαρή
+με την κόρη, την κόρη με μένα, άρχισα ν' απεικάζω ένα καρδιοχτύπι
+για κείνο το σαράβαλο. Η κόρη με την αγάπη της, σαν τις νεράιδες των
+παραμυθιών, που ανασταίνουν ό,τι αγγίξουν, που ομορφαίνουν ό,τι
+ιδούν, που λαμπροστολίζουν ό,τι αγαπήσουν, άλλαξε στα μάτια μου το
+παλιάλογο και μ' έκαμε να το βλέπω ανεχτίμητο. Φαντάστηκα πως ο
+ψαρής εκείνος σπάρθηκε μέσα στου μαγιάπριλου το λιοπύρι από κανένα
+γοργογόνατο άτι της Αραπιάς. Είπα πως γεννήθηκε στα τροφαντά λιβάδια
+της Λυκίας, εκεί που άλλοτε βοσκήσανε οι φοράδες του Κύρου, και
+μεγάλωσε στ' αχούρια κανενός πασά. Πίστεψα πως καβαληκεύτηκε από
+λεβέντη πετροκαταλύτη να τον φέρη στην καλή του ή από οχτρών
+κουφάρια στη ζηλευτή δόξα του πολέμου και της νίκης. Και ψιχάλιζε η
+καρδιά μου γιατί τώρα που δε μπορεί να δουλέψη τον αφέντη του, ο
+αχάριστος, δεν το ψυχοπονεί. Δεν το βγάζει να το χλωρονομήση
+ελεύθερο, ως που να βρη το θάνατο με φούντα δροσερό τριφύλλι στα
+δόντια του. Δεν του φυτεύει ένα βόλι στο ριζάφτι, να πέση νεκρό στον
+τράφο, να λυώση κάτω από τον γλυκό ήλιο, εκεί που το χόρτο θα ηχά
+επάνω του κι οι πεταλούδες θα χαμοπετούν και τα μαμούδια θα βουίζουν
+και τα πουλιά θα κελαϊδούν· όταν τα νερά θα δροσίζουν τ' αφράτα
+χώματα και χιλιόχρωμ' άνθη θα μοσκομυρίζουν τον αέρα και μύριοι θ'
+ανασταίνωνται χάμω και ψηλά μικρόκοσμοι. Αχόρταγος θέλει ακόμη να
+κερδίση από τη νέκρα του και για εκατό γρόσια έρχεται να το παραδώση
+στα θεριά!
+
+Άξαφνα όμως είδα την κόρη να σηκώση τα μάτια της και να τα ρίξη πέρα
+στην εμπατή του κόρφου. Εκεί, ανάμεσα σε δυο ακρωτήρια χρυσογάλανα,
+ο ήλιος στριφογυρίζοντας έγερνε να χαθή στην άβυσσο. Συγνεφάκια
+μικρά, χρυσορρόδινα και πορφυρά κι ολόξανθα ακολουθούσαν το βασίλεμά
+του. Δυο κόκκινα καραβοφάναρα, που στέκουν εκεί για να δείχνουν τις
+ξέρες στους θαλασσινούς, ένα μεγάλο μπάρκο με απλωμένα πανιά, μια
+ψαρόβαρκα, καθώς πλεύρωναν στον ορίζοντα, έκαναν μεγάλη και περίχαρη
+θαλασσογραφία. Ο ήλιος, αφού έβαψε όλον τον κόρφο ως την πόλη απάνω
+και τα περίγυρα βουνά με μια ολόχρυση βαφή, έχυσε έπειτα μιαν άλλη
+ξανθοκόκκινη, αργότερα άλλη αιματένια κι άλλη χαλκοπράσινη, ως που
+με μια σκοτεινή βούτηξε μέσα στα νερά.
+
+Μα η κόρη έμενε ακόμη εκεί σαν αγγελόφερτη. Και γω από το ηλιόγερμα
+και κεινής το βλέμμα άρχισα ν' απεικάζω μιαν άφραστη θλίψη στα στήθη
+μου. Το συναπάντημα που έκαναν τα βλέμματά μας, πέρα εκεί στις
+γλυκοβαμμένες αοριστίες του ορίζοντα, έχυσε στο αίμα μου όλους της
+κόρης τους θλιβερούς στοχασμούς, σαν απόφωνο μυρολογιού χαροκαμένης
+μάννας. Και άρχισα πάλι να κλαίω δανεικά του άλογου τη μαύρη μοίρα.
+
+Έπειτ' από την αχαριστία του αφέντη του, έλεγα, μέλλει να μάθη του
+εργολάβου την απονιά και των θεριών τη λύσσα. Θα έχουν τάχα την
+ευσπλαχνία να το σφάξουν πριν το παραδώσουν στο κλουβί; Δεν το
+πιστεύω. Πώς μπορεί να λυπηθούν ένα άλογο άνθρωποι, που νυχτόημερα
+ζουν με λεοντάρια και τίγρεις και ύαινες και κροκόδειλους· που
+συχνακούνε το άγριο τους μούγκρισμα και συχνοβλέπουν τ' ανήμερά τους
+πρόσωπα. Δεν πήρανε τάχα και κείνοι από την αγριάδα τους, δεν
+πέτρωσαν σε κάθε τρυφερό αίσθημα την καρδιά τους; Έτσι, για
+ξεφάντωμά τους μάλιστα, θ' ανοίξουν την καγκελωτή θυρίδα και θα
+σπρώξουν μέσα τ' αθώο πλάσμα, που μόνον από τη μυρουδιά θα το πιάση
+το ριό του. Από φόβο θα το ιδής να φρυμάξη άγρια και να τιναχτή πίσω
+με όση έχει δύναμη. Μα θα έβρη τη θυρίδα κλεισμένη κι ανοιχτό το
+χώρισμα. Θα γυρίση τότε τα μάτια του — μπορεί και δακρυσμένα, γιατί
+όχι; — στου κλουβιού τα κάγκελα, ψηλά στην πάνινη σκεπή, χάμω στο
+πάτωμα, ζητώντας χαραμάδα να χωρέση μέσα, να γλυτώση από το
+μαρτύριο. Και σαν ιδή πως όλα το προδίνουν, θα βγάλη βαθύ
+χλιμίντρισμα, πικρό μυρολόγι της ζωής, που θέλουν να του πάρουν. Μα
+δε θα προφτάση να δευτερώση. Τα θερία σύνταχα θα χυθούν να το
+πετσοκόψουν. Και σε μια στιγμή δε θα μείνη εκεί παρά λίγες
+σταλαγματιές αιμάτου στο πάτωμα κι η λαχτάρα της ζωής, του αφέντη
+του η αχαριστία, αόρατες στον κούφιον αέρα.
+
+Ένας ξαφνικός θόρυβος μ' έβγαλε από τους στοχασμούς. Γυρίζω και
+βλέπω το λαό να σκορπάη με γέλια και με χάχανα. Ο χωριάτης πούλησε
+το παλιάλογο και πήγαινε να το παραδώση στο θεριοτροφείο. ο λαός
+συντρόφιαζε του ζώου τη νεκροπομπή με σφυρίγματα και χάχανα. Σηκόνω
+τα μάτια ψηλά και βλέπω ν' ανοίγη βιαστικά το παραθύρι και να
+προβαίνη η κόρη με ματόφυλλα κόκκινα και φουσκωμένα. Στο στερνό της
+κίνημα δε μπόρεσα και γω να κρατηθώ· άρχισαν να με τσούζουν τα
+μάτια. Απόρησα όμως γιατί η κόρη, αντί να βλέπη δεξιά που πήγαινε τ'
+άλογο, έβλεπε αριστερά και σκύβοντας όσο μπορούσε, έδειχνε το
+θλιμμένο της πρόσωπο και κουνούσε το δακρυοποτισμένο μαντιλάκι της.
+Μήπως τάχα ζητεί αποκεί το σαράβαλο, σκέφτηκα. Έσμιξα τα βλέμματά
+μου με τα δικά της κι απόρησα, όταν έπεσαν πέρα σ' ένα νέο
+καλοντυμένο, ψηλόν και σγουρομάλλη, που κατέβαινε στη βάρκα.
+Κατέβαινε και τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στης κόρης το παράθυρο.
+
+ — Φεύγει· είπε ο φίλος μου.
+
+Τόση ώρα η Σμυρνιά μου δεν έκλαιε για το παλιάλογο. Έκλαιε, που
+έφευγε ο αγαπητικός της!
+
+
+
+ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ
+
+
+
+ — Α — απ! καπιτάνι μ'... Βάστα καλά κι τσ' φάγαμι!...
+
+Ο Παντελέως Μπάφας ή Ταράνανας ήταν σκάπουλος και καφετζής. Σαν
+σκάπουλος είχε το δικαίωμα να ψαρεύη ολοχρονικίς στη λίμνη, σε
+«πάγανα νερά» ή σε «ξεπέζεμα», εδώθε στους Ζάγαρδους ή πέρα στο
+Λάκκωμα. Και όπως ήθελε: με καμάκι είτε με πρυά είτε και με
+σταφνοκάρι μπροστά στις Καμάρες. Σαν καφετζής του Καλλιαντέρη,
+κοιμότανε δεκαπέντε ώρες το ημερονύχτι, ξεφύλλιζε καλάμια κι έπλεκε
+πήρες τις άλλες πέντε και τις υπόλοιπες κουβαλούσε νερό και φωτιά
+στους πελάτες του.
+
+Μα έξω απ' αυτά τα φανερά και νόμιμα επαγγέλματα, ο Ταράνανας είχε,
+κατά την τοπική συνήθεια, άλλα δυο μυστικά και παράνομα. Πουλούσε
+καπνό αφορολόγητο και καλλιεργούσε αλικές άγνωστες στο Δημόσιο. Όπως
+δήποτε με τούτα και με τ' άλλα ήταν σε θέση να καλοκυβερνά το σπίτι
+του — σπίτι με μια γυναίκα μισότριβη κι ένα σκυλί κοψαφτισμένο και
+δυο κλώσσες με τα κλωσσοπούλιά τους — και να βάφη κάθε τόσο το
+προιάρι του. Κατώρθωνε ακόμη, για το καλό, να πηγαίνη ταχτικά
+φουστανελάς κι ασημοφορτωμένος σαν αρματωλός στο πανηγύρι τ' Άη
+Σημιού· να δίνη από μια στάμνα μπαρούτη στους τρομπονιέριδες της
+Λαμπρής, όταν βγάνουν τα Κονίσματα· και μια φορά το μήνα — όχι
+περισσότερες — να γλεντά με την ασημένια φωνή και το λαγούτο του
+Μπαταριά στα βελούχια.
+
+Σήμερα όμως ούτε ψάρεμα, ούτε καφενέ, ούτε καπνό, ούτε την αλική
+συλλογίστηκε. Πλάκωναν βουλευτικές εκλογές κι όχι τέσσερα μα
+δεκατέσσερα επαγγέλματα να είχε, θα τ' άφινε για το κόμμα του ο
+αγαθός Μεσολογγίτης. Μόλις ξύπνησε την αυγή, ετοιμάστηκε να έβγη
+στην Πλατεία να φροντίση για ψήφους. Είχε κι αυτός τους φίλους του·
+κερνούσε τόσον κόσμο και δεν ήταν δύσκολο να παρασύρη δυο τρεις — αν
+όχι δέκα είκοσι — στο σύστημά του. Πριν όμως έβγη, ηθέλησε και το
+άφωνο σπιτάκι του — σπιτάκι χαμηλό, ισόγειο, με δυο γαλαζοβαμμένα
+παράθυρα και πόρτα πρασινοβαμμένη ανάμεσα και τοίχον κάτασπρο, με
+γλάστρες βασιλικού στα κεραμίδια και νερά σάπια εις την αυλή — να
+φανερώση το αίσθημά του.. Ο καφενές ήταν σε απόκεντρη θέση, σχεδόν
+ασύχναστη τέτιες ημέρες και δεν μπορούσε να τον μεταχειριστή. Αλλά
+το σπιτάκι του δίπλα στην Πλατεία, στην αγγωνή του στενού, ήταν
+εύκολο κάθε λεφτό της ώρας να σύρη απάνω του συμπαθητικά τα βλέμματα
+των φίλων και απειλητικούς τους γρόθους των εχτρών. Επήρε λοιπόν και
+κρέμασε στην πόρτα του μεγάλη φωτογραφία, με φροντίδα τοποθετημένη
+μέσα σε χρυσοστόλιστη κορνίζα. Και κει που την κρεμούσε, έλεγε στη
+γυναίκα του.
+
+ — Τ' ακούς, Αλτάνη· αν πιράσ' του κόμμα να βγης να το κεράης μι το
+γκιγούμ'!... μι του γκιγούμ!...
+
+Κι ήταν τέτια η φωνή του, που έλεγες πως θα θυσίαζε όλα και το κρασί
+και το σπίτι του ακόμη για το κόμμα. Τυχερό που η Αλτάνη είχε τα
+ίδια αισθήματα με τον άντρα της. — Αλλιώς θα χώριζαν τραπέζι και
+κρεβάτι για να μην πετσοκοπούν ως την ημέρα της εκλογής.
+
+ — Καλώς να πιράσ' κι καλώς νάρθ' μάτια μ' σαν τον καλόν τον
+χρόνο!... ευχήθηκε πρόθυμα, με την τρυφερή εκείνη φωνή, που νομίζει
+πως λιγόνεται από συμπάθεια.
+
+Και κοίταζε με γλαρωμένα μάτια τη ζωγραφιά, σαν προσκυνητής
+θαυματουργό εικόνισμα. Ήταν εκεί ο πατέρας του κομματάρχη τους. Ο
+λεβέντης αρματωλός με τη φέσα ορθή απάνω στα κυματιστά μαλλιά του,
+με τα χρυσά μεϊτανογέλεκα και τα φλωροκαπνισμένα τ' άρματα, πρόβαινε
+ανάμεσ' από τις χρυσορρόδινες λάμψες του γυαλιού, ιχνογράφημα γενεάς
+ολάκερης, μέσα στο μαρτυρικό στεφάνι της δόξης της. Το δεξί χέρι
+ακκουμπισμένο στο κοντάκι τουρκοφάγας πιστόλας· το αριστερό
+απολυμένο στην κοκκαλένια χούφτα πάλλας αιματοβρεμένης· τα δασά
+στήθη έξω από την τραχιλιά, χορταριασμένα μετερίζα ψυχής ατρόμητης
+και το κεφάλι ξαφνισμένο πίσω, το βλέμμα φαρμακερό, λες κι άκουε
+ποδοβολή μάχης και φυγή εχτρών, έδιναν στον παρατηρητή παλληκαριά
+και πάθος. Ο Ταράνανας σύψυλος ενθουσιάστηκε. Την πολεμική ορμή του
+αγωνιστή, που έπεσε σαν πύρινη κατάρα τ' ουρανού στους εχτρούς της
+πατρίδας, την έριχνε εκείνος τώρα στους εχτρούς του κόμματος.
+Πατέρας αυτός, δεν μπορούσε, βέβαια, παρά να βοηθήση στην εκλογική
+ανεμοζάλη το παιδί και τους φίλους του. Όλους θα τους φάη με τη
+ματιά του!... Ο σκάπουλος έτρεφε στα στήθη του άσβυστη δίψα
+κομματικού πολέμου και θριάμβου. Με το μήλο της παλάμης σήκωσε
+ζερβόδεξα το καστανό μουστάκι του και ρίχνοντας ως τα μάτια την
+κεντητή σκούφια του, φώναξε δυνατά.
+
+ — Α — απ! καπιτάνι μ'... Βάστα καλά κι τσ' φάγαμι!...
+
+ — Άιντε καπιταν' Δημήτρ'!... τώρα θα ιδούμι τ'ν παλληκριά σ'...
+ακούστηκε από πίσω του άλλη συρτή φωνή.
+
+Ήταν δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψαχείλης κι ο Τάσος Κρίκας
+ή Τσιρίμπασης. Ο πρώτος ψηλός και ξερακιανός σαν καψαλισμένος
+ξέρακας, ήταν άλλοτε επιστάτης φάρου σε μιαν απόκρυφη ακρογιαλιά. Μα
+βρέθηκε καταχραστής υλικού του δημοσίου και παύτηκε από τον αρχηγό
+της Τηρκαημόλας. Ο δεύτερος κοντός κι ολοστρόγγυλος, από χρόνια ήτανε
+νοικιαστής ενός γιβαριού, χωρίς ποτέ να πληρώνη στο Δημόσιο και
+τέλος εκηρύχτηκε αφερέγγυος. Και οι δυο είχαν σκοπό να πολεμήσουν με
+λύσσα το κόμμα, που τους έβλαψε. Διαβάτες τώρα, είδαν τη ζωγραφιά κι
+ενθουσιάστηκαν με την ηρωική κορμοστασιά που είχε το λάβαρό τους. Τα
+πρόσωπα έλαμψαν από αγαλλίαση και τα κορμιά τους γαρδαμώθηκαν, σαν
+δέντρ' ανοιξιάτικα που τα βιάζει στο ψήλωμα και το χόντρος ο αψύς
+χυμός που κουφοδρομεί μέσα τους. Τα χέρια τους σηκώθηκαν και
+έστριψαν αρειμάνια τα μουστάκια· θυμωμένη έγινε η λάμψη των ματιών
+τους· τρίξιμο δοντιών ακούστηκε κι οι τρεις φίλοι μονόγνωμοι έλεγαν
+στον καπετάνο να τραβήξη μπροστά και να τον ακολουθήσουν πρόθυμοι
+στη σφαγή και τον όλεθρο των αντιθέτων. Με τέτιο σύμμαχο γίνεται
+κανείς θεριό!...
+
+Άξαφνα πίσω από την εκκλησιά του Αγίου Σπυρίδωνα τούμπανο ακούστηκε
+και καραμούζες βραχνόφωνες. Οι φίλοι γυρίσανε ανήσυχοι τα μάτια τους
+ζερβόδεξα.
+
+ — Κλωτσά είνε;
+
+ — Όχι, Τηραημόλα...
+
+Λύθηκε η απορία τους σύνταχα. Φωνή μελαγχολική, γοργή και συγκρατητή
+σαν πηγής μουρμούρισμα, ακούστηκε να τραγουδή με μισοκρυμμένη
+γλυκειά ελπίδα, κι ήσυχη χαρά:
+
+ — Τα λένε τα πουλάκια
+ στα Κλεισορέματα·
+ Πως θάβγη ο Ντεληγιώργης
+ δεν είνε ψέματα!...
+
+Τα όργανα την άρπαζαν αμέσως, ζηλιάρικα μήπως χαθή στο άπειρο ή μη
+την παραλάβη ακούραστ' η Ηχώ στα μουσικά στέρνα της, και την τίναζαν
+τρανταχτή στα φτερά των ανέμων και τα πλευρώματα των βουνών, απάνω
+από το πρόσωπο της λίμνης κι απάνω από τις χορταριασμένες σκεπές της
+φτωχόπολης, σαν ένα πεφτάστερο. Και η φωνή ανυπόμονη, άρχιζε πάλι το
+γύρισμα σε άλλους τόνους με νέα δύναμη και περισσότερη τόλμη κι
+ελπίδα και πάθος:
+
+ Κλώσσα με τα π'λιά
+ Πώς τάβγαλες χρυσά!...
+
+ — Να στην Κλώσσα σας... όξ' απού τσ' άγιους!... φώναξε με
+αγανάχτηση ο Τσιρίμπασης, φασκελώνοντας τον αέρα και πάραυτα
+κάνοντας το σταυρό του.
+
+ — Να στο γιο του χωροφύλακα!... είπε αναψοκοκκινισμένος ο
+Καψοχείλης. Μουρ' ακούς κι ο νιος του σταυρωτή να γυρεύη ψήφ'ς!...
+
+Αμ αν ήταν κόσμους, πρόσθεσε με τη βάναυση φωνή του ο Ταράνανας,
+ούτε Κλώσσα ούτε Τηραημόλα θ' ακγότανε στο Μσολόγγ'... Μονόβουλο θα
+πέφτανε οι ψήφ' στην κάλπ' του καπιτάν Νικόλα. Ποιος μας έδωκε τουν
+ψήφο παρά ο πατέρας τ'; Αν δεν ήταν λευτεριά, ψήφο δε θα χαμι· κι αν
+δεν ήταν ο καπιτάν Δημήτρ'ς, δε θα να χαμι λευτεριά. Δεκαπέντε
+χρόνια — τ' άκ'σες; — κράτησε λεύτερα τα χωριά του Ζυγού και ποτέ
+δεν έβαλε καλπάκ'... Κι στσ' είκοσ' τ' Μάη — που ήσαι; — στσ' είκοσ'
+τ' Μάη πρώτος κατέβ'κε στο Μσολόγγ' κι κλείστ'κε ως τ'ν Έξοδου.
+Πρώτος ήταν στα γιρούσ' κι κούρταρος στο φευγιό...
+
+Οι τρεις φίλοι με συρτά βήματα, με τα χέρια πίσω και το σώμα ράθυμο,
+σαν άνθρωποι, που δεν έχουν τι να κάμουν το διαβάτη χρόνο, τράβηξαν
+ίσα στην Πλατεία. Συχνά γύριζαν κι έβλεπαν την εικόνα του αγωνιστή,
+εκεί στην πόρτα κρεμασμένη κι έπειτα εξακολουθούσαν το δρόμο τους
+και στόλιζαν το γιγαντομάχο είδωλό τους, με σωματικά και ηρωικά
+χαρίσματα. Έλεγαν για τη θεόρατη κορμοστασιά, για τον αδούλωτο
+χαραχτήρα του, για την αυστηρή αγαθοσύνη του προσώπου, για των
+ματιών του το φοβερό ασπρογάλιασμα. Υμνούσαν τώρα το αστόμωτο σπαθί,
+που έζωσε τη λυγερή μέση του σ' όλη την κλέφτικη ζωή και στου Αγώνα
+τα χρόνια, αφού έζωσε πριν την αλύγιστη μέση του Σφαλτού και του
+Τσούτση, πρώτου αρχηγού των Ζυγιωτών· και τώρα ιστορούσαν το
+χαρόσταλτο ντουφέκι του. Λιάρο τον περίφημο, που ξάπλωνε κουφάρια τα
+κορμιά κι έντυνε στα μαύρα γονέους κι αδερφούς, παιδιά και
+στεφανωτικές. Θάμαζαν πότε το θυμό, που ξεσπούσε πύρινος στους
+αρματωμένους εχτρούς· και πότε τα σπλαχνικά λόγια που παρηγορούσανε
+θλιμμένους αιχμαλώτους. Μετρούσανε τους αμέτρητους πολέμους και τις
+φρόνιμες γνώμες του· την περιφρόνηση του στα ταπεινά κέρδη και την
+αδιαφορία του στις κούφιες τιμές. Έβραζε μέσα τους ο κομματικός
+φανατισμός και ξεχείλιζε σαρκωμένος σε λόγια βαθειάς ευγνωμοσύνης
+δούλων, για τον μεγαλομάρτυρα ελευθερωτή τους. Και κάθε στιγμή, σε
+κάθε λέξη τους κι οι τρεις έμεναν σύμφωνοι, πως αν ήταν άνθρωποι
+σωστοί στο Μεσολόγγι, άλλο κόμμα δε θα βρισκότανε κι άλλοι βουλευτές
+δε θα ψηφίζονταν από τον καπετάν Νικόλα κι άλλος δε θα έβγαινε
+δήμαρχος από τον καπετάν Γιώργη, ούτε θα δοξαζότανε άλλος από τον
+κυρ Στάμο, τα παιδιά του.
+
+ — Να κι ο Τηραημόλας· είπε άξαφνα ο Τσιρίμπασης, γυρίζοντας το
+πρόσωπο αλλού με αηδία, λες κι έβλεπε μπροστά του σερπετό.
+
+ — Να ο πατέρας του Τζαλμά· μισοβόγγιξε κι ο Κοψαχείλης.
+
+Ήταν φτασμένοι τώρα στην Πλατεία και στην πόρτα ενός καπνοπωλείου
+είδαν το εκλογικό σημάδι άλλου κόμματος. Μέσα σε στεφάνι από
+κλωνάρια ελιάς, στολισμένο με φιογκάκια και κορδέλλες κόκκινες, ήταν
+άλλη ζωγραφιά. Μαύρη καλοκουμπωμένη ρεδιγκότα και φουσκωτός
+κατάμαυρος λαιμοδέτης και ψηλά κάτασπρα κολλάρα, στηρίζανε κεφάλι
+χοντρό κι ολοστρόγγυλο. Λίγα ψαρά μαλλιά και πλατύ καμαρωτό μέτωπο,
+έδειχναν του απέραντου νου στενά και καλογραμμένα τα σύνορα. Η μύτη
+βαθειά χαραγμένη στον ίσκιο, κατέβαινε χοντρή από το μεσόφρυδο στο
+απάνω χείλο, το στολισμένο με κοντά μουστάκια κατάργυρα. Ζερβόδεξα
+τα μηλομάγουλα καλοξουρισμένα, με το προγούλι κάτω ξεχειλισμένο από
+λαχταριστή σάρκα κι απάνω τα φρύδια χαμηλότοξα και τα μάτια
+ημερωμένα, έχυναν στο σύνολο ασκητού γαλήνη κι απλότη φιλοσοφική.
+Της ελιάς τα χαλκοπράσινα φυλλαράκια και τ' άνθη, με την κόκκινη
+κορδέλλα περιπλεγμένα, θυμίζανε το αίμα, που χύθηκε στη γη, για να
+βλαστοβολήση τα καρπερό εκείνο δέντρο της ειρήνης. Κι ο άντρας, που
+είχε τέτια σεβαστά σύμβολα, φαινότανε ανέγγιχτος στου φθόνου τη
+γλώσσα, όπως οι ξύλινοι εκείνοι σταυροί των χωριών, που διώχνανε από
+κοντά τους κρύα τα βόλια των Τούρκων. Ήταν και κείνος από τους
+άντρες του Αγώνα, πατριώτης αψύς κι ακούραστος. Μόλις ακούστηκε το
+σάλπισμα της ελευθεριάς στη βαρυστέναχτη γη, άφησε τα καλά και τη
+μελέτη του κι έτρεξε στην κακοπάθεια και το αλληλοφάγωμα και δούλεψε
+την πατρίδα όχι με το σπαθί, αλλά με του μυαλού τη δύναμη. Οι τρεις
+φίλοι κοντοστάθηκαν αθέλητα, σαν κάτι να κράτησε τα πόδια τους
+άξαφνα. Μα ο Ταράνανας σπρώχνοντας τους συντρόφους του;
+
+ — Τράβα, μωρέ! Είπε με θυμό· κι αφήστε τον προδότ' να μην τον
+γλέπου!...
+
+ — Αλήθεια· ομογνώμησαν οι άλλοι, κουνώντας το κεφάλι.
+
+ — Αμ' βούλιαξ' άλλος το Μσολόγγ'!... ξανάειπε αγαναχτησμένος ο
+σκάπουλος.
+
+Έκοψε όμως την κουβέντα του, γιατί ένιωσε κάποιον να του πιάνη το
+χέρι. Γύρισε απότομα πίσω κι είδε με απορία του τον Κώστα Ζάγαρδο ή
+Τριζώνη. Ήταν αυτός από μικρό παιδί υπερέτης στο σπίτι του κυρ
+Αλέξαντρου, του αρχηγού της Τηραημόλας. Νέος έξυπνος, δραστήριος,
+θαρρετός με τον καιρό είχε καταντήσει από υπερέτης αντιπρόσωπος του
+γέροντα στην επαρχία και ψυχή στο κόμμα. Αυτός ερχόταν σε συνεννόηση
+με τις Αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές· αυτός ανακοίνωνε στους
+κομματάρχες τα θελήματα του αρχηγού και τις οδηγίες· αυτός έβγαζε
+δικαστικές απόφασες· αυτός στρατιωτικές άδειες· αυτός μετάθεσες και
+πάψες. Συντύχαινε με τον πολύ κόσμο, άκουε παράπονα κι έδινε ελπίδες
+είτε πραγματοποιούσε όνειρα. Όλης της επαρχίας εκείνης και πολλές
+φορές του νομού τη χιλιοπρόσωπη κομματική υπηρεσία περιπλεγμένη την
+είχε ο Τριζώνης στα δάχτυλά του και σαν τηλεγραφική μηχανή
+διατηρούσε φαύλη συγκοινωνία, στέλνοντας στην Πρωτεύουσα ανήθικες
+απαίτησες των φίλων και παίρνοντας αποκεί ανηθικώτερες υπόσχεσες.
+
+Για να έχη όμως αυτή την δύναμη, που έκανε τους φίλους να τον
+περιτριγυρίζουν και να τον γλυκοθωρούν σαν είδωλο τύχης τυφλής, οι
+αντίθετοι τον απόφευγαν σαν μόλυσμα. Ο Ταράνανας, άμα τον είδε,
+γύρισε αλλού το πρόσωπο και ηθέλησε να τραβήξη το χέρι του. Μα ο
+Τριζώνης τον κράτησε σφιχτά και πάντα γελαστός του είπε:
+
+ — Ρε αδ'ρφέ σ'μπέθερε, χάλασα τουν κόσμου γυρεύοντάς σε. Πού ήσ'να
+κρυμμένος!
+
+ — Να, με τσι φίλ'ς· απάντησε αυτός αδιάφορος, σαν να του έλεγε: άσε
+με και μη με σκοτίζεις.
+
+ — Σε θέλω· έλα να σ' που ένα λόγο για καλό σ!..
+
+ — Τι θα μ' πης; δεν έχω κ'βέντα μι σε.
+
+Ο Τριζώνης χαμογέλασε με το πείσμα του συμπέθερου· και φρόντιζε να τον
+αντικρύση στα μάτια.
+
+ — Μουρ' έλα κι δε θα σ' φάου!... φώναξε πεισμωμένος τάχα. Έλα κι δε
+θα σε φάου!...
+
+ — Δεν έρχουμι σ' λέου!... δεν έρχουμι!... επέμεινε εκείνος,
+προβάλλοντας το κορμί μπροστά και ανοίγοντας τα μάτια.
+
+ — Έλα σ' λέου για καλό σ!.. Αν δεν έρθ'ς, θα μετανοιώσης! ξανάειπε
+ο Τριζώνης.
+
+Μίλησε τόσο σοβαρά τα τελευταία λόγια του, που ο αγαθός σκάπουλος
+χολοταράχτηκε. Το θάρρος κι η κομματική αποστροφή έφυγαν από πάνω
+του. Αντί να μακρίνη πλησίασε περισσότερο στον Τριζώνη, πρόσωπο με
+πρόσωπο και τον κοίταζε κατάματα, θέλοντας να μαντέψη τους σκοπούς
+του. Μα εκείνος κρύος, ατάραχος, με το χαμόγελο μαρμαρωμένο στα
+χείλη, γύρισε και του σφύριξε στ' αφτί:
+
+ — Σε θέλει ο κυρ Αλέξαντρος· πάμε σπίτ'.
+
+Ο Ταράνανας πισωπάτησε σπασμωδικά, σαν να αισθάνθηκε βέλος πύρινο
+μέσα στο μυαλό του και φώναξε με οργή·
+
+ — Τ' έκαμε λέει; Ιγώ να πάου σπίτ' τ'!... Ιγώ ν' ανεβού τ' σκάλα
+τ'!... Κάλλιο να μου κόψ'νε τα ποδάρι' απ' το γόνα! Όχι, δεν πάου,
+δεν πάου!... δεν πάου π'θενά!...
+
+Κι ηθέλησε να φύγη, να πλησιάση στους συντρόφους του, να εύρη
+αγγελική ασπίδα στη διαβολική εκείνη φωνή, που τον έσερνε ν' αρνηθή
+τη θρησκεία του. Τόσα χρόνια το δούλευε το κόμμα του· πάππου προς
+πάππου! Τόσα χρόνια δεν πάτησε ποτέ στην πόρτα της Τηραημόλας! Ούτε
+σε χαρά, ούτε σε λύπη. Ούτε για καλό, ούτε για κακό. Όχι να πάη τώρα
+παραμονές εκλογών! Αφίνει Τούρκος το τζαμί χωρίς ν' αλλαξοπιστήση;
+
+Μα ο μαυλιστής του, αδράζοντας πάλι το μπράτσο του σφιχτά και
+κοιτάζοντάς τον με γέλιο στα χείλη και με χολή στα μάτια·
+
+ — Παλάβωσες; λέει. Μουρ' είσαι χαμένος σ' μπέθερε· έλα να σ' που...
+
+Και τον έσυρε έρριζα στον τοίχο κι άρχισε να του κρυφομιλή. Ο
+σκάπουλος στην αρχή απαιτούσε να του μιλή δυνατά, να τον ακούη ο
+κόσμος, να μη βάλουν υποψία πως παζαρεύει τον ψήφο του. Α! όλα κι
+όλα! Το κόμμα είνε θρησκεία· δεν τ' αλλάζει ό,τι και να γίνη. Δεν
+δίνει αλλού τον ψήφο του για όλο τον κόσμο! Μυστικά μαζί δεν έχουν
+οι αντίθετοι. Και μάλιστα τέτιες ημέρες. Ό,τι έχει να του ειπή, να
+το ειπή φόρα και γ'ρήγορα... Κι όλο ήθελε να φύγη από κοντά του. Μα
+όσο τον άκουε, λίγο — λίγο μαλάκωνε. Χαμήλωνε τα μάτια και πλησίαζε
+ολοένα στο συμπέθερο, δείχνοντας πόσο σπουδαία και σοβαρά ήταν τα
+λόγια του.
+
+Αληθινά ο Τριζώνης έλεγε σπουδαία πράματα, Έξ — εφτά μήνες πριν ο
+Ταράνανας είχε σοβαρή δουλειά με τον Οικονομικό Έφορο της επαρχίας.
+Αφορμή έδωκ' ένα πριάρι αλάτι. Με τον σύντροφό τον το Γιάννη Κρούστα
+ή Μπούφο το φέρνανε νύχτα στην πόλη από το Λούρο. Οι χωροφύλακες που
+περιπολούσαν στη λίμνη, τους απάντησαν και τους διάταξαν να σταθούν.
+Εκείνοι εξακολούθησαν το δρόμο τους, σπρώχνοντας μπροστά με τα
+σταλίκια το προιάρι κι αφίνοντας πίσω γαλάζια γραμμή από φώσφορο στη
+σκοτεινή απλωσιά. Οι χωροφύλακες ντουφεκίσανε τότε στον αέρα να τους
+φοβίσουν· μα εκείνοι έριξαν στα τυφλά και πλήγωσαν ένα από δαύτους.
+Οι περίπουλοι θύμωσαν· τους βάλανε στο σημάδι και τους ανάγκασαν ν'
+αφήκουν το προιάρι και να ριχτούν στη λίμνη. Οι χωροφύλακες πιάσανε
+το προιάρι, πέρασαν την αυγή στο Λούρο, χαλάσανε τα τηγάνια της
+αλικής κι από διάφορα πράματά τους κατάγγειλαν στην Αρχή το Μπούφο
+και τον Ταράνανα.
+
+Ο Μπούφος ήταν φανατικός φίλος της Τηραημόλας και με δυο λόγια, που
+σφύριξε ο Τριζώνης του έφορου, απαλλάχτηκε αμέσως. Τα πράματα, που
+κατάσχεσαν οι χωροφύλακες, μπορούσε να ήταν δικά του, χωρίς να
+ενέχεται. Ο Ταράνανας όμως δεν ήταν φίλος και δεν είχε ανάγκη να
+φροντίση γι αυτόν ο συμπέθερος. Έπειτα το προιάρι είχε γραμμένο στην
+πρύμη τ' όνομά του. Κι είχε ακόμη κοντά, με κόκκινη βαφή κι ένα
+εκλογικό δίστιχο, που βάραινε φοβερά τη θέση του. Το θυμάται; Αν δεν
+το θυμάται, να του το ειπή αυτός, που δεν το ξέχασε, ούτε θα το
+ξεχάση ποτέ στον αιώνα!
+
+ Ξεκίνησε με φλόγες ο καπετάν Γιωργής
+ Τα Γιάννινα να πάρη ο καπετάν Μακρής.
+
+Φυσικά ο έφορος έβγαλε την απόφασή του. Οχτακόσιες δραχμές είχε
+πρόστιμο ο Ταράνανας και το Νομικό Συμβούλιο ήταν έτοιμο με μια
+μονοκοντυλιά να διατάξη την προσωπική του κράτηση. Και να μη λέμε
+την καταγγελία για την αντίσταση, που έκαμε στην Αρχή! Τι τα θες.
+Ήταν τόσο κακά τα πράματα, που μια να έμπαινε στη φυλακή, δε θα
+βγαινε παρά νεκρός.
+
+ — Μουρ' τι λες, σ' μπέθερε! ρώτησε ο σκάπουλος.
+
+ — Μα τα ούλα τα κονίσματα δε γλυτώνεις· είπε ο Τριζώνης με απάθεια.
+
+Ο Ταράνανας τα έχασε. Κοίταξε το σύντροφό του στα μάτια κι έπειτ'
+ακκούμπισε το κεφάλι στον τοίχο συλλογισμένος.
+
+ — Τι να κάμω; μουρμούρισε.
+
+Ο Τριζώνης δεν απάντησε αμέσως. Άφηκε το σκάπουλο στην απελπισία του
+κάμποση ώρα. Άξαφνα με φωνή δυνατή κι απαιτητική του είπε, πιάνοντας
+τον αλαφρά από το γελέκο:
+
+ — Μ' ακούς εμένα; δε μ' ακούς!... Πάμε σπίτ' σ' λέου· είνε καιρός
+ακόμα... Του ξέρ' ο κυρ Αλέξαντρος. Του μίλησα ιγώ!...
+
+Και τράβηξε να φύγη. Ο σκάπουλος ηθέλησε ν' αντισταθή, να μην
+ακολουθήση. Μα έξαφνα με δυο — τρία δραμπαλίσματα του κορμιού,
+έσκυψε το κεφάλι και ώρμησε σαν μεθυσμένος κατόπιν του.
+
+Όταν οι δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψαχείλης κι ο Τάσος
+Κρίκας ή Τσιρίμπασης, είδαν τον Ταράνανα ν' ακολουθή τον Τριζώνη,
+κοίταξε ένας τον άλλον και χαμογέλασαν πονηρά.
+
+ — Πάει πίσου σαν το ψάρ' στην τράενα· είπε ο ένας.
+
+ — Τσίμπ' σι· πρόσθεσε ο άλλος.
+
+ — Λες;
+
+ — Ω βέβαια· κάτι παλούκι τ' χώσανε και πάει ναν τ' του βγάλ'ν'...
+
+Και εκάθισαν απ' έξω σ' έναν καφενέ, αντίκρυ στο καπνοπωλείο. Κόσμος
+πολύς πηγαινορχότανε μπροστά τους. Πολύ σπάνια τ' Άη Σημιού ή του
+Λαζάρου, που γιορτάζεται η Έξοδος, φαίνεται κάποια κίνηση εκεί. Μα
+για να καταντήση αληθινό πανηγύρι, πρέπει δυο σημαντικά πράματα να
+συμβούν. Ή να κατεβή κανένας ντόπιος πολιτικός από την πρωτεύουσα· ή
+να είνε παραμονές εκλογών. Τότε καταντά αγνώριστη η κοιμισμένη
+Πλατεία. Επιστήμονες, υπάλληλοι και στρατιωτικοί· γιβαράδες και
+καραβοκυραίοι· χοντρονοικοκυραίοι κι έμποροι· χωριάτες και γεωργοί
+και γύφτοι· δήμαρχοι και υποψήφιοι βουλευτές της επαρχίας, του Νομού
+όλου ανάκατα, ήταν τώρα εκεί και γλυκομιλούσαν και κρυφογελούσανε
+ίσοι προς ίσους όλοι, όπως σε κανένα εμπορικό πανηγύρι, όταν το
+κρασί ανάβει τα καύκαλα και το μεθύσι της κερδοσκοπίας παρασέρνει τη
+ντροπή και λύνει άκριτη τη γλώσσα. Και δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά
+πανηγύρι και παζάρεμα ψήφων! Ήθελαν όλοι να φαίνονται πως είνε
+κομματάρχες πως δίχως αυτούς τίποτα δε γίνεται. Άνθρωποι σημαντικοί
+κι άνθρωποι που δεν ώριζαν όχι τον ψήφο μα ούτε το παπούτσι τους,
+έτρεχαν απάνω — κάτω κι ήθελαν να παραπείση ένας τον άλλον, να του
+ξεκολλήση ένα λόγο, να μαντέψη τι κρύβει μέσα του και να τον
+αναγκάση να τ' αλλάξη. Οι χαραχτήρες, οι κοινωνικές σχέσες, η
+πολιτική μάθηση, τα σχέδια και τα όνειρα των αρχηγών, ήταν όλα στο
+στόμα τους και ή τα τρίβανε και τα σκορπίζανε στους τέσσερους
+άνεμους ντροπιασμένα κι ανάξια προσοχής, ή τα σύναζαν και τα
+στρογγυλόκοβαν βάθρο ακλόνητο στα χρυσελεφαντένιο άγαλμά τους.
+Εκλογικός ανεμοστρόβιλος σάρωνε το μακρύστενο σοκάκι και καθότανε
+απάνω στα κρανία, έμπαινε στα μυαλά του πλήθους και το έκανε να
+βρίσκη χίλια — δυο τερτίπια θαυμαστά, λες και δεν είχε στη ζωή του
+άλλη φροντίδα, από κείνη της εκλογικής ενεργείας και του κομματικού
+πυρετού.
+
+Ζερβόδεξα τα μαγαζιά, οι ταβέρνες και τα ρακοπουλειά, τα μπακάλικα
+κι οι καφενέδες ήταν στολισμένοι με των κομμάτων τα σημάδια. Σημαίες
+και φλάμπουρα· εικόνες και κορδέλλες· ελιές ολόκορμες και δάφνες και
+πορτοκαλιές, έστεκαν ορθές σε κάθε πόρτα, σκαλώνανε σε κάθε
+παράθυρο· στεφάνωναν κεραμύδια, αγγωνάρια, μπαλκόνια και
+μπαλκονόπορτες· στόλιζαν κρασοβάρελα και τυρασκιά, ψαρόψαθες και
+φαρμακείων ακόμη βυτρίνες, με φανατισμό αλληλοφαγωμού. Και μέσα
+βροντούσε άλλη ζωή. φωνές κεραστών και τραγούδια μεθυσμένων και
+«βίβα» και «ζήτω!». «Κλώσσα» και «Τηραημόλα» ανθρώπων που δεν είχαν
+άλλη συνείδηση, από κείνη του φαγοποτιού και της ανέξοδης σπατάλης.
+
+Ο Κοψαχείλης κι ο Τσιρίμπασης εξακολουθούσαν ν' αναθεματίζουν τη
+ζωγραφιά που έστεκε αντίκρυ τους σκεπτική, λες και ταλάνιζε τη μοίρα
+των απογόνων. Με το ίδιο ξάναμμα που παίνευαν πριν τον αρματωλό
+κατηγορούσαν τώρα το διπλωμάτη. Έλεγαν πως για ν' αναγνωριστή στον
+τόπο του αρχηγός, έφερε τους Σουλιώτες κι έδερναν τον κόσμο κι
+έγδυναν τα σπίτια και σκότωναν τους νοικοκυραίους. Τον ύβριζαν πως
+με πλαστά γράμματα ραδιούργησε τους ντόπιους καπεταναίους στα
+Παλληκάρια τους· πως ερέθιζε το λαό με τους άρχοντες,
+χαραχτηρίζοντάς τους προδότες. Έλεγαν πως αυτός στ' Ανάπλι εμπόδιζε
+να στέλνουν τροφές στην πολιορκημένη πόλη κι έγινε αιτία της φριχτής
+πείνας· πως πρόδοσε στους Τούρκους τη νύχτα της Εξόδου και
+συμβούλευε τη θέση για να στήσουν του Κάη, το κανόνι που τόσους
+σάρωσε διαλεχτούς στην πρώτη ορμή. Αυτός έγινε αιτία να πελεκηθή το
+σώμα του Μακρή από τους Αρβανίτες στ' Αμπέλια του Ριζικότσικα. Αυτός
+εμπόδισε τον Κώστα Μπότσαρη να βοηθήση χτυπώντας τις πλάτες του
+εχτρού. Κι ακόμη όταν έφτασαν τ' απομεινάρια της ηρωικής καταστροφής
+στ' Ανάπλι, αυτός δεν ηθέλησε να τα δεχτή κι εμπόδισε την Κυβέρνηση
+να τους δώκη ψωμί και ρούχα και βαθμούς, ο φθονερός!...
+
+Οι δυο φίλοι δεν ήταν οι μόνοι που έλεγαν και πίστευαν αυτά. Ήταν
+σχεδόν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι του σημερινού αρχηγού της
+Τηραημόλας, όσοι δεν ψωμίστηκαν από τα χέρια του ή και ψωμίστηκαν
+λιγώτερο απ' ό,τι έλπιζαν. Και δε μετρήθηκαν μόνον εδώ οι υπερεσίες
+των αγωνιστών κατά τις συμπάθειες και αντιπάθειες του λαού στους
+συγγενείς τους. Παντού έγιναν τα ίδια, σε κάθε μέρος της ελεύθεοης
+Ελλάδας, όπου τα τέκνα των ηρώων ανακατεύτηκαν στην πολιτική. Αλλά
+στο Μεσολόγγι, που έγινε έδρα της Δυτικής Ελλάδας από τα πρώτα
+χρόνια της επανάστασης, η ασέβεια κι η παραγνώριση έφτασαν στο
+φοβερώτερο σημείον. Άρχισε αμέσως το αλληλοφάγωμα των στρατιωτικών
+με τους πολιτικούς, των ξένων με τους ντόπιους, των προυχόντων και
+του λαού. Οι δημοκόποι ήβραν ευκαιρία να οργιάσουν. Συχνά τα
+χαλάσματα εκείνα των σπιτιών και μολυβοφαγωμένα κάστρα σταθήκανε
+μάρτυρες βουβοί, έχτρας τρομερώτερης από τα τρελλά γιουρούσια των
+Τούρκων. Συχνά λησμονηθήκανε οι πολύτιμες υπερεσίες του προύχοντα
+εμπρός στα λογοκοπήματα πρόστυχου καλαμαρά. Πολλές φορές είδαν να
+καή σαν το Ιούδα τα αντρείκελο φρόνιμου και αγνού στρατηγού και να
+κηρυχτή εθνοσωτήρας αηδέστατος δημοκόπος. Και το κακό δεν έμεινε ως
+εδώ. Εξακολούθησε με πείσμα περισσότερο και έπειτ' από τον Αγώνα. Τα
+παιδιά των αγωνιστών, αφού δεν είχαν δική τους ιστορία, ηθέλησαν να
+εκμεταλλευθούν την ιστορία εκείνων, να θυμίσουν στον όχλο τις
+υπερεσίες τους και τις εικόνες τους να στήσουν εκλογικά λάβαρα. Τότε
+όμως εκείνος παράφορος, βαρυποτισμένος από ελευθερία, πάππου προς
+πάππου ασεβέστατος, δεν εδίστασε ν' αρνηθή και στους πατέρες τη
+δόξα, να πλαστογραφήση την ιστορία τους, μόνον και μόνον για να
+εκδικηθή τους απογόνους.
+
+Τώρα στη συνείδηση των δυο φίλων κανένα δεν εύρισκεν έλεος ο σοφός
+διπλωμάτης. Όλες τις καταστροφές, τ' ατυχήματα όσα υπόφερεν ο τόπος
+τους κατά τον πικρόν αγώνα, η μισητή εκείνη και απάνθρωπη ψυχή τα
+είχε φέρει όλα. Δεν ελογάριαζαν πως ήταν νεκρός, πως ανήκει σε
+περασμένη γενεά, πως είχε γίνει σκόνη μέσα στον τάφον του. Επίστευαν
+πως τον είχαν μπροστά τους, πως τον έβλεπαν σύψυχον, πως τους άκουε
+κι ήθελαν να τον πικράνουν, να τον βασανίσουν, να τον ιδούν να κλάψη
+για να χαροκοπήσουν.
+
+ — Προδότης που να μην είχε κλήρα!... εσυμπέρανε ο Κοψαχείλης με
+αγανάχτηση.
+
+Μα εκείνη την ώρα, όλων η προσοχή ήταν ριγμένη στην άκρη της
+Πλατείας, πίσω από τ' αγγωνάρι γειτονικού στενού κι οι φίλοι
+αναγκάστηκαν να κόψουν την κουβέντα τους. Τούμπανα και καραμούζες
+έφεραν στ' αφτιά τους το τραγούδι της Τηραημόλας με τους
+βροντηχτούς, κομμένους κι αυστηρούς σαν ξαφνιστικά παραγγέλματα
+τόνους της. Μα δεν τους ανησύχησε τόσο το τραγούδι όσο τα πονηρά
+βλέμματα μερικών αντιθέτων που κολλούσαν απάνω τους με σαρκασμό.
+
+ — Ο Ταράνανας! ψιθυρίσανε συνατοί τους.
+
+Και μονόγνωμοι σηκώθηκαν και βάδισαν εκεί. Ήταν αληθινά το κόμμα της
+Τηραημόλας; Ψαράδες με τα πλατειά βρακιά και τα κόκκινα ζωνάρια και
+τα μάλλινα πουκάμισά τους κι οξωμάχοι με τις φουστανέλλες τους,
+αναμαλλιασμένοι όλοι, κοκκινοπρόσωποι, με τα χέρια ψηλά,
+χοροπηδούσανε κι αντιπατούσαν τη γη. Κι εμπρός απ' όλους περισσότερο
+ξαναμένος, αγριοπρόσωπος, με το φανατισμό νεοφωτίστου κλωτσοχόρευε ο
+Ταράνανας κι εγκάριζε ανακινώντας ψηλά μια εικόνα, το λάβαρο που
+είχε το νέο κόμμα του.
+
+Ο σκάπουλος μόλις ανέβηκε στη σκάλα και βρέθηκε μπροστά στον αρχηγό,
+κατάλαβε πως ο ψήφος ήταν η μόνη σωτηρία του. Είνε αλήθεια πως ο
+σεβαστός γέροντας καθόλου δεν του είπε τέτοιο λόγο. Τον ρώτησε τι
+κάνει η γυναίκα του, το σκυλάκι, τα κλωσσοπούλια του· πώς πηγαίνει
+το ψάρεμα, ο καπνός, τ' αλάτι. Α, τ' αλάτι!... Τι διάβολο, τόσο
+απροφύλαχτα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι τις δουλειές τους και
+φανερόνονται στην εξουσία! Κι επί τέλους, αφού δεν έχουν την
+καπατσοσύνη να κρυφτούν, δεν φροντίζουν τουλάχιστον να έχουν έναν
+καλό φίλο. που θα μπορή να τους βρεθή στην ανάγκη τους!... Α πολύ
+κακά τα καταφέρνουν! πολύ κακά!... Και τα έλεγε με ήσυχη φωνή,
+κοιτάζοντας πότε τον Τριζώνη, πότε τα έπιπλά του, πότε τους άλλους
+ανθρώπους που περνοδιάβαιναν καθόλου όμως τον Ταράνανα. Δεν μίλαγε
+γι' αυτόν. Ο αρχηγός εξέταζε γενικώτερα το πράμα. Ελυπόταν να
+υποφέρουν οι άνθρωποι από λειψομυαλιά τους. Και όμως δεν πρέπει να
+τους αφήκη να χαθούν. Σήμερα που μπορεί να κάμη το καλό, θα το κάμη
+κι ας πάη στα χαμένα!
+
+ — Φρόντισε· είπε στον Τριζώνη· τελείωσε τη δουλειά του παιδιού από
+δω.
+
+Κι έπειτα δίνοντας το χέρι στον Ταράνανα και κοιτάζοντάς τον με
+χαμόγελο:
+
+ — Μείνε ήσυχος, του ψυθύρισε· η δουλειά σου τελειωμένη.
+
+Ο σκάπουλος στην τόση καλοσύνη του κομματάρχη αισθάνθηκε ταπείνωση.
+Η συγκίνηση τον έπνιγε. Δεν ήταν μικρό πράμα να γλυτώση και πρόστιμο
+και φυλακή μ' ένα λόγο. Τάχα τι κέρδισε τόσα χρόνια που δούλευε με
+αφοσίωση το κόμμα του; Μονάχα όταν ήταν στην εξουσία — πολύ σπάνια
+κι αυτό — τον άφιναν να ψαρεύη στη λίμνη, χωρίς να πληρώνη το
+δωδεκάδραχμο επιτήδευμα και να πουλή εμπρός στα μάτια της Αρχής τον
+καπνό και τ' αλάτι του. Από τέτιον όμως κίντυνο, σαν το σημερινό,
+μπόρεσε ποτέ να τον σώση; Καθόλου. Κι ενθουσιασμένος για τη σωτηρία
+του, αποφάσισε αμέσως να σηκώση τοίχο στο κομματικό του παρελθόν.
+Κατάλαβε πως, αν η αξιοπρέπεια του γέροντα δεν τον άφινε να ζητήση
+ψήφο, μόνος του έπρεπε να τον προσφέρη. Έσφιξε δυνατά το απλωμένο
+χέρι και φώναξε τινάζοντας τη σκούφια του στη ζωγραφισμένη οροφή:
+
+ — Ζήτω η Τηραημόλα, ζήτω!...
+
+Όταν σε λίγη ώρα ο Ταράνανας, ζαλισμένος ακόμη, άφινε τον ναό της
+νέας του θρησκείας, τον άρπαξε το πλήθος που γλεντοκοπούσε με τα
+τούμπανα στην αυλή. Ήταν κι αυτό εκλογικό τερτίπι. Ο σκάπουλος
+βρέθηκε στην ανάγκη να γίνη φίλος της Τηραημόλας. Μα δεν ήταν
+βέβαιο, αν θα κρατούσε το λόγο του. Σε τέτιους ανθρώπους δεν μπορεί
+κανείς νά χη εμπιστοσύνη. Μόλις έβγαιν' έξω οι παλιοί φίλοι θα
+τρέχανε από πίσω του. Ο αρχηγός θα του έταζε λαγούς με πετραχήλια·
+θα του έκαναν όλοι παρατήρηση για το κάμωμά του το προδοτικό· θα τον
+έβριζαν, θα τον παρακαλούσαν, αλλαξοκορδέλλα θα τον έκραζαν κι ίσως
+τον έκαναν να μετανοιώση. Έπειτα κι αν κρατούσε το λόγο του, αν
+έρριχνε τον ψήφο του στην κάλπη της Τηραημόλας, τι μ' αυτό; Ένας
+περισσότερος ένας λιγότερος δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ο σκοπός
+ήταν να δειχτή έξω στο δρόμο, να μάθουν όλοι τα γύρισμά του· να
+λαληθή πως το κόμμα έχει δύναμη, αφού κατορθώνει και παίρνει από τ'
+άλλα τους φανατικώτερους φίλους. Αυτό κάνει εντύπωση και παρασέρνει
+κι άλλους. Άμα τσακίση ένα κόμμα, δε βαστιέται...
+
+Ο Ταράνανας στην αρχή δυσκολεύτηκε. Ήθελε να εύρη χίλιες — δυο
+αφορμές για ν' αποφύγη. Είχε ακόμη συνείδηση πως το κάμωμά του δεν
+ήταν καλό. Ντρεπότανε να βγη στον κόσμο έτσι απότομα με τη νέα του
+σημαία. Ο Τριζώνης όμως ήταν κοντά και τον κοίταζε αμίλητος, με τα
+χολερικά μάτια του αυστηρά, με τα χείλη σφιγμέν' από την αγανάχτηση.
+Αν δεν ακολουθούσε, βέβαια πως ήταν χαμένος ο Ταράνανας. Κι όχι
+μόνον ν' ακολουθήση έπρεπε, μα και να φανή λυπημένος, που τώρα μόλις
+άνοιξε τα μάτια του στο φως το αληθινό, να ξελαρυγγιαστή μάλιστα
+ζητωκραυγάζοντας.
+
+ — Έλα μπροστά, μπροστά κ'μπάρε... είπε ο αρχηγός του πλήθους, ένας
+πρισκοκοίλης γιβαράς· πάρε στο σπίτ' κι το γέροντα μας.
+
+Και του έδωκε στο χέρι την εικόνα του διπλωμάτη. Ο σκάπουλος
+αναγκάστηκε ν' ακολουθήση. Και λίγο — λίγο, όσο άκουε γύρω του τις
+κραυγές των συντρόφων, έδιωχνε το δισταγμό και τη ντροπή του. Το
+εκλογικό τραγούδι, που δεν μπορούσε άλλοτε ν' ακούση χωρίς φρίκη,
+τώρα τον ενθουσίαζε και τον έσερνε στον ανεμοστρόβιλο της τρελλής
+χαράς και του κομματικού μίσους.
+
+ — Αλτάνη, μώρ' Αλτάν!... έβγα όξου να μας [κιράης]· φώναξε κλωτσώντας
+την πόρτα του με μανία. Μι το γκιγούμ' του θέλου· μι το γκιγούμ!...
+
+Η γυναίκα του, καθώς άκουσε πως διάβαινε η Τηραημόλα από το σπίτι
+της, έβγαλε τα σαρίδια έξω και τα σκόρπισε για να δείξη την
+περιφρόνησή της. Έπειτα μπήκε και μαντάλωσε την πόρτα με πάταγο.
+Όταν όμως με τις άλλες αγριοφωνές άκουσε και τη φωνή του αντρός της,
+απόρησε! Ήταν δυνατόν ο Παντελέως να βρίσκεται με το πλήθος εκείνο;
+Με τρεμουλιαστά χέρια άνοιξε και καθώς είδε την αλήθεια, εξωφρενών
+άρχισε να μουντζώνη τον άντρα της και να καταριέται.
+
+ — Τ' είνε που κάνεις, μαρέ, κ'τουμαμά, μαρέ μπούφο!... Αμ δε σ'
+έκοβε καλύτερα! Τ' έπαθες κι αλλοξοπίστ'σες, κολασμένε!...
+
+Μα εκείνος με αγριώτερες φωνές απάντησε τραγουδηστά στα λόγια της
+γυναίκας του:
+
+
+ — Χαρίλαε Τρικούπη,
+ του πρέσβη μας παιδί,
+ ο Βασιλιάς σε θέλει
+ ν' ανοίξης τη Βουλή!...
+
+Άξαφνα είδε μέσα στο λαό τους δυο συντρόφους του. Έστεκαν παράμερα
+και τον κοιτάζανε χλωμοί, άφωνοι, με τρεμάμενο πηγούνι από το θυμό.
+Ο σκάπουλος θύμωσε. Γιατί να τον κοιτάζουν έτσι; Τ' ήθελαν; Τι
+ανάγκη τους είχε; Έτσι τ' αρέσει, έτσι φέρνεται. Δεν έχει να δώση
+λόγο σε κανένα! Όχι· σε κανένα!...
+
+Και για να δείξη την περιφρόνηση του σε κείνους και το κόμμα τους,
+σήκωσε ψηλά τη ζωγραφιά και χτύπησε βαρειά την άλλη, που είχε απάνω
+από την πόρτα του. Με τον νέο του θεό, τον πανίσχυρο, σύντριβε τώρα
+τον παλιό, που δεν ήταν ικανός να τον προστατέψη. Τάχα τι μας έκαμε
+κι αυτός που φουσκώνει τόσο! Ήταν παλληκάρι πολέμησε· ματώθηκε.
+
+Και τι με τούτο; Μόνος του ελευθέρωσε την πατρίδα; Αν δεν ήταν
+αυτός, θα ήταν άλλοι, μύριοι! Ή νομίζει πως δεν το ξέρουν όλοι, πως
+στην Έξοδο βγήκε με γυναίκεια φορέματα κατά το Νιοχώρι, ενώ οι άλλοι
+κομματιάζονταν από τα βόλια των Τούρκων στον Άη Θανάση. Να συχωράη
+την τύχη και τ' όνομά του, είτ' αλλιώς δε θα τον λογάριαζε ο
+Ταράνανας ούτε στο παλιό του παπούτσι!..
+
+Και κει που κλωτσοπατούσε και θριμμάτιζε τα γυαλιά και τη χρυσή
+κορνίζα, στη θέση της αναστύλωνε την άλλη και την χαιρέτιζε με
+τρελλές ζητωκραυγές και γυρίσματα:
+
+ Τηραημόλα! Τηραημόλα!
+ Τρικουπάκια είμαστ' όλα!...
+
+Η κατασπαραγμένη ζωγραφιά σερνότανε στη γη τώρα, μπαίγνιο του ανέμου
+και της σκόνης. Η άλλη χρυσολαμπύριζε ψηλά, υγρή ακόμη από τα
+φιλήματα των πιστών της. Και κει που το κεφάλι του αρματωλού με την
+πολεμική του έξαψη φαινότανε πως θέλει να κατασφάξη τον υβριστή, ο
+διπλωμάτης με ήρεμη μελαγχολία έγνεφε στο συναγωνιστή του, να
+ησυχάση.
+
+Έτσι είν' ο κόσμος. Πάντα τέτιος θα είνε ο κόσμος.
+
+
+
+ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ
+
+
+
+Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα είχαν για
+ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη,
+όταν μπορούσανε ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην
+ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν όλοι νέοι και νιες,
+γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του
+αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας:
+
+ — Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!.... Σήμερα παλαίβει ο
+Μήτρος Μπούρας με το γιο του τάδε!... Κερνάει τ' αφεντικό και τα
+τούμπανα παίζουν!...
+
+Μια φορά όμως δεν είπε «το γιο του τάδε». Είπε το Διονύση Χάλη.
+
+Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξεραν όλοι. Όλοι γνώριζαν
+της χήρας τον ακριβογιό και τον αρρεβωνιαστικό της Σμάλτως, της
+λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλαιμα και κανείς δεν αποτολμούσε να
+βγη στ' αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και
+ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα.
+
+Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ άλλο σύνορο, από τις Σοφάδες πέρα και
+κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνον πως είνε φοβερός παλαιστής
+και ταίρι δεν έχει στον κάμπο το Λαρισινό και της Καρδίτσας τον
+κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γερόντοι κι ανατρίχιασαν. Τον είδαν τα
+παλληκάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους· την πήρε
+τη ντροπή!...
+
+ — Μάννα μου! ψιθύρισε κι η Σμάλτω η λεβεντονιά.
+
+Και χλώμιανε σαν το κερί!
+
+Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο
+αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρόν αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ'
+αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνονται οι δυο
+παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση
+δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ' αμελέτητα. Μα χύνονται από κάτω
+λαχταριστά τα μηριά κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άτζες
+μεστωμένες και οι τορνευτοί αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους.
+Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζών
+χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώνονται ζερβόδεξα
+καμαρωτοί οι ώμοι, και στα χυτά λαιμοτράχηλα πυργώνεται το κεφάλι
+σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα
+σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλυβένια μούσκουλα και τα νεύρα τ'
+αλύγιστα.
+
+Έρχονται στ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά το λαό οι δυο παλαιστές.
+Κάποιος χύνει από τη στάμνα λάδι στη χούφτα τους. Και κείνοι
+αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τα μηριά,
+ως κάτω στα στραγάλια. Αλείφουν ακόμη και το πέτσινο βρακί τους.
+Έπειτα, με τα χέρια ριμμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλά τους τρανταχτά:
+
+ — Κραπ!... κραπ — κραπ!...
+
+Και προβαίνουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη,
+αργοκίνητοι, βεργολυγιστοί, με βήμα ελαφρό και μεγαλόπρεπο, με το
+σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν στον ουρανό. Αδιάφοροι στο
+σαχλολόγο παλιόκοσμο, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι
+αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας, σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν
+τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα μ' έν' άλλο
+«κραπ!... κραπ — κραπ!.. γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα
+αλλά βαρειά τα χέρια ένας στον ώμο τ' αλλουνού και κοιτάζονται
+άγρια, πεισμωμένα.
+
+ — Σ' έφαγα!
+
+ — Σ' έφαγα!...
+
+Μα αντί να φαγωθούν, παραιτεί ένας τον άλλον και μ' ένα «κραπ! κραπ
+— κραπ!... σύγκαιρα, αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με
+το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα.
+
+Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας πασίχαρος
+διαλαλεί στα τετραπέρατα τον λαμπρόν αγώνα.
+
+ — Τώρα δεν έχει χωρατά!
+
+ — Όχι· δεν έχει χωρατά!...
+
+Οι δυο παλαιστές αρπαχτήκανε στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα
+ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που παίζανε πριν και χαδεύονταν
+ξαπλωμένοι στη χλωρασιά, κάτω από τον ανοιξάτικο ήλιο και
+δαγκώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο
+πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, κέντησε το λαθροκρυμμένο στην
+ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιωμένοι ένας στον άλλον. Ανήμερη
+κοχλάζει η ψυχή τους· σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουνε πια
+λύπη ούτ' έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους
+στη γη, καμαρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους
+ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την
+προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνον, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ'
+ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να
+ιδούν και να μετρήσουν σε ποιον κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα
+σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους.
+
+ — Δεν έχει χωρατά!
+
+ — Όχι· τώρα δεν έχει χωρατά!...
+
+Άξαφνα όμως να που ξεριζωθήκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε,
+με το ένα πόδι στη γη στρωμένο· τ' άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με
+τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούρα. πάσχει να τον
+φέρει κοντά του, να τον λυγίση, να τον γκρεμίση σωρό — κουβάρι από
+πάνω του. Μα εκείνος σκυφτός, κάθετ' απάνω του και τον βαρένει με το
+βάρος του, έτοιμος να τον ρίξη τ' ανάσκελα, να βάλη τη ράχη του στο
+χώμα. Έτσι μόνον θα σημαδευτή η νίκη του.
+
+Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός· οι νέοι κι οι
+γέροι· οι νιες κι οι γριές· τ' ανήλικα παιδιά σερνικοθήλυκα,
+κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είνε αληθινά εκείνος ο
+γονατιστός, ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είνε ο άλλος ο
+σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλαίβουν
+αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι
+αυτούς και σαν κι αυτούς φτωχοί και κακόμοιροι; Ή μην είνε δράκοι
+των παραμυθιών και παλαίβουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μην
+τάχα είνε ο Διγενής του τραγουδιού ο ήρωας, και παλαίβει το Χάρο για
+τη ζωή του; Δεν είνε, όχι, δράκοι· δεν είνε ούτε ο Διγενής κι ο
+Χάρος. Είνε οι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο
+Κράπας ο θαυμαστός. Δεν παλαίβουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε
+για την ακριβή ζωή. Παλαίβουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ'
+όνομα και το χωριό τους.
+
+Ο Μήτρος Μπούρας απάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος βαρύς με τα
+πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκεινού, με τα χέρια κολλημένα στα
+λαιμοτράχηλα του, βλέπει γύρω το λαό, τους χωριανούς του να του
+γνεύουν θαρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατή καλά, χάμω να τον
+γκρεμίση στο χώμα. Βλέπει αγνάντια τη λεβεντονιά, να χαμηλώνη
+κατακόκκινη τα μάτια και να σιγοτρέμη σαν καλάμι από τη λαχτάρα.
+Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω από τα παλαμοδάχτυλά του το
+Διονύση Χάλη ξεθεωμένον, να σπαράζη σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο
+του μακελάρη και γελά με τον ανώφελον αγώνα του. Τον βλέπει να
+στριφογυρίζη σαν σερπετό. να πασπατεύη στο γλιστερό κορμί του, στα
+μηριά μέσα, στις άντζες κάτω κι απάνω στις μασκάλες, στους ώμους και
+τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γατζώσουν τα χέρια, να
+λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και
+κόκκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη!
+Τι θα γίνη τώρα τ' όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκκαλα
+μέσα;
+
+Ο Μήτρος Μπούρας γελά κι αναπαύεται. Δεν προσμένει παρά κατάλληλη
+στιγμή που μ' ένα επιδέξιο ανασήκωμα, θα στείλη τη ράχη του να φάη
+χώμα, να δείξη ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά κι αναπαύεται και δεν
+προσέχει τα επίβουλα πασπατέματα του εχτρού ανάμεσα στα σκέλια του.
+
+ — Αχ! ακούστηκε άξαφνα φοβερό.
+
+Πάραυτα σώπησε το τούμπανο και βουβάθηκαν οι καραμούζες, λες και
+νέκρα πλάκωσε τη πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος
+Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογγομαχά σαν πληγωμένο
+αγριοδάμαλο.
+
+ — Αχ! εβγήκε κι από το στόμα της Σμάλτως.
+
+Και τώρα κάτω στο Σέχη, στα τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα
+έχουν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης
+και σκόλη, όταν μπορούν ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το
+κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι νέοι
+και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό
+κονάκι του αφέντη κ' έτσι διαλαλεί ο κήρυκας:
+
+ — Ακούστε, χωριανοί κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλαίβει ο τάδες
+με τον τάδε!... Κερνάει τ' αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!... Μα
+μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!..
+
+
+
+Η ΘΥΣΙΑ
+
+
+
+ — Μη ορέ!...
+
+Ο Γιάννης Γούναρης έβγαλε στον ύπνο του σπαραχτική κραυγή. Και
+σύγκαιρα πήδησε ορθός με τα μαλλιά σηκωμένα, το πρόσωπο χλωμό,
+άδραξε το γιαταγάνι κι έρριξε φονικό βλέμμα γύρω ζητώντας να χτυπήση
+επίβουλον εχτρό. Μα το θαμπό φως του λύχνου έδειξε τα πάντα ήσυχα
+μέσα στη σκηνή. Το πανί κατέβαινε τεντωμένο, σφιχτοδεμένο στη γη και
+μόλις τάραζε από τα λαχτίσματα του ανέμου. Οι σύντροφοί του οχτώ —
+δέκα Γκέκηδες, όλοι κοιμόντουσαν βαθιά, τυλιγμένοι στις φλοκάτες.
+Δίπλα τ' άρματά τους, γιαταγάνια γυριστά και καρυοφύλλια μακρύτερα·
+χαρμπιά κι αρμούτια και πιστόλες, άλλα φλωροκαπνισμένα κι άλλα
+φτωχικά, έμοιαζαν τους δράκοντες, που συντροφεύουν άγρυπνοι τον ύπνο
+του βασιλόπουλου. Ο Γούναρης στάθηκε ακίνητος. Συνήρθε η ψυχή, μα η
+καρδιά χτυπούσε δυνατά και το μεδούλι των κοκκάλων ήταν παγωμένο από
+τ' όνειρο.
+
+Ο Γιάννης Γούναρης από χρόνια δούλευε στο σπίτι του Ομέρ Βρυώνη.
+Ήταν κυνηγός του. Στα Γιάννινα στόλιζε συχνά το τραπέζι του Πασά με
+το κρέας του αγριογούρουνου και του ελαφιού, με τ' αβρά στηθούρια
+των παπιών και των κοτσύφων. Και τώρα μέσα στου στρατοπέδου την
+ανήμερη ζωή, τον έτρεφε με λαγούς κι αγριοπούλια, όσα δεν έδιωξε
+μακριά του πολέμου η ταραχή και των αρμάτων ο σάλαγος. Μα ο Τούρκος
+για να τον έχη πιστόν του δουλευτή, κράτησε στην Άρτα τη γυναίκα και
+τα τρία του παιδιά. Η γραμματαλλαγή δεν ήταν δύσκολη. Το ασκέρι,
+κατεβαίνοντας από την Ήπειρο στο Μεσολόγγι, σαν γοργοπόταμο σάρωσε
+κάθε ταμπούρι επαναστατικό. Τα πρωτάτα έφυγαν είτε ακολούθησαν
+απελπισμένα τον καταχτητή· τα χωράφια κάηκαν· όσοι αντιστάθηκαν
+έπεσαν νεκροί· όσοι δειλοί χώθηκαν στου δάσου τις κρυψώνες και των
+θεριών τις μονιές. Τώρα καταυλισμένο κατακαμπίς, έχει αμπόδιστα τις
+τροφές και τα πολεμοφόδια και τη γραμματαλλαγή του από πάνω. Και ο
+κυνηγός είνε ήσυχος.
+
+Όμως το επαναστατημένο χώμα δε βγάζει μόνον άνθη και καρπούς. Το
+αίμα των αντρείων που ρουφά δεν το κρατεί εγωιστής στα σπλάχνα του,
+μα τ' απορίχνει πύρινο σε νέα σώματα. Λίγος καιρός πέρασε — μήνες
+τρεις — και νέοι απόστολοι κηρύττουν την ανάσταση και αντρειεύουν
+τους δειλούς. Οι Χασαπαίοι γυρίζουν στο Ξηρόμερο εκδικητές και
+προστάτες. Κρατεί το Βάλτο ο Μαλεσάδας σαν άγγελος πυρφόρος την πύλη
+του Παράδεισου. Της Ρούμελης το χώμα αναταράζεται πάλι από τους
+διαβόλους του μύθου και δεν αφίνει το Σουλτάνο να κοιμηθή ξένιστος.
+Όχι τροφές και πολεμοφόδια δεν κατεβαίνουν πια, μα ούτε πουλί
+μαντατοφόρο στο στρατόπεδο. Απελπισιά κι ανοχή δέρνει παντού.
+Πλημμύρες και χιονόνερα· πείνα και γύμνια και κακομοιριά· αρρώστιες
+λογίς — λογίς βασανίζουν το δόλιο ασκέρι. Μα του Γούναρη την ψυχή
+μια τη δέρνει ανοχή. Πώς να βρίσκεται η γυναίκα και τα παιδιά του;
+Είνε γερά, είνε άρρωστα; Ζουν ακόμα ή τα θέρισε η αρρώστια ή τα
+σκότωσαν οι αλλόθρησκοι; Ύπνο δεν έχει στα ματόφυλλα, δεν έχει
+γαλήνη στην καρδιά. Απόψε, μόλις έγειρε στο αχερόστρωμά του όνειρο
+κακό ήρθε να του φαρμακώση τη ζωή. Είδε γυναίκα και παιδιά σε χαράς
+τραπέζι. Τρώνε και πίνουν, γελούν και χαχανίζουν ασυλλόγιστα.
+Χρυσοΰφαντα έχουν τα φορέματα, λαμπρά τα μάτια, ροδοκόκκινα και
+δροσερά σαν την αυγή τα μάγουλά τους. Του άμοιρου πατέρα η καρδιά
+αναγαλλιάζει. Υποφέρει ό,τι υποφέρει αυτός· ας ζουν τουλάχιστον
+ευτυχισμένα τα μικρά του!... Μα εκεί, κοντά στο τραπέζι, φτερωτός
+δράκοντας προβαίνει από τη γωνιά. Τα ορθάνοιχτα μάτια του τινάζουν
+σπίθες· το χρυσοπράσινο δέρμα του μαγνητίζει το στόμα του χάσκει να
+καταπιή το άπειρο. Σέρνεται στο πάτωμα επίβολο· κουλουριάζεται
+δισταχτικό· μακραίνει κι άξαφνα σηκώνεται ολόρθο και χύνεται στα
+παιδιά! Ο νοικοκύρης θέλει να φωνάξη, μα δεν μπορεί. Παράλυτα έχει
+τα γόνατα, τα χέρια, τη λαλιά. Όμως στον άφευκτο κίντυνο ρίχνει
+δυνατή κραυγή σαν κεραυνό από τα στέρνα τον.
+
+ — Μη ορέ!...
+
+Και τινάζεται ορθός να δράμη να τους σώση. Μα στη γαλήνη που
+απλώνεται γύρω, μένει ακίνητος, Πιάνει το καταϊδρωμένο μέτωπο, τα
+παγωμένα μέλη, την αβάσταχτη καρδιά του και σταυροκοπιέται.
+
+ — Θεέ μου, βάλε το χέρι σου!
+
+ — Τ' έχεις, μωρέ μπράτιμε, και ουρλιάζεις έτσι; ακούεται δίπλα του
+φωνή μισοκομμένη.
+
+Ο Αλή αγάς, ο αρχηγός της μάγγας, που κοιμόταν εκεί, ξύπνησε στη
+φωνή κι απορούσε αν είνε στα συγκαλά του ή τον χτύπησε κανέν' αερικό
+το Γούναρη.
+
+ — Αχ! είνορο με τρόμαξε· είνορο κακό! απάντησε κείνος.
+
+Διπλοκάθισε στο αχερόστρωμά του ο αρβανίτης, πλάγιασε κοντά ο
+κυνηγός, βγάλανε καπνό, άναψαν με το πρυόβολο τα τσιμπούκια τους κι
+ο Γούναρης με ανατριχίλα του διηγήθηκε τ' όνειρο.
+
+Ήταν πολύν καιρό φίλοι αχώριστοι. Μαζί ακολουθούσαν τον Βρυώνη στην
+αυλή του Αλή πασά και στον πόλεμο· ίδια είχαν τη ζωή και τους
+πόθους. Δούλευαν για να ζήσουν και να θρέψουν της φαμίλιες τους.
+Τίποτ' άλλο. Όπως κι αν ήρθαν οι καιροί κι αν άλλαξαν τα πρόσωπα κι
+αν χωρίστηκαν της φυλής τους τα ιδανικά, έμειναν εκείνοι ίδιοι κι
+απαράλλαχτοι. Η καθεμερινή ζωή με τις απαίτησες και το φαρμάκι της,
+δεν άφηκε να μαντέψουν καθόλου τη μεταβολή. Το χτήνος, που βαρύ
+καθότανε μέσα τους, δεν τους άφηκε να γνωρίσουν τις μεγάλες ελπίδες
+που σηκώθηκαν ανεμόφτερες κι έτρεχαν ζητώντας ανοιχτόν αέρα, μακριά
+από τη σκλαβιά. Έφτανε του ενού πως έσερνε το κεφάλι στους ώμους και
+του άλλου πως πολεμούσε και χόρταινε λάφυρα. Ποιος ήταν ο αφέντης
+και ποιος ο δούλος δε φρόντιζαν. Ακολουθούσανε κι οι δυο τη ζωή
+αδερφωμένοι, για το αύριο αδιάφοροι, όπως τα καματερά που ακολουθούν
+του ζευγολάτη το θέλημα.
+
+ — Μη φοβάσαι, μπράτιμε είπε ο αρβανίτης σαν άκουσε καλά τ' όνειρο.
+Τα παιδιά σου δεν παθαίνουν τίποτα. Το φίδι φίλος είνε· τα παιδιά
+σου φίλος τα φυλάει. Μη φοβάσαι.
+
+Ο Γούναρης κούνησε το κεφάλι.
+
+ — Τι φίλος που πήγε να τα χάψη, αγά μου! είπε ανατριχιάζοντας ως το
+κόκκαλο,
+
+ — Σώπα και θα τα ιδής γλήγορα. Αύριο — μεθαύριο ξεμπερδεύει κι
+αυτό. Γροίκα το μυστικό. Πάψανε πια τα ψώματα· τα καπάκια των ρωμιών
+δεν περνάν στους αρβανίτες. Το είπαμε ορθά — κοφτά στους πασάδες. Ή
+παίρνουμε σύνωρα το κάστρο ή τι στρίβουμε. Δε θα σαπίση στο Βάλτο η
+παλληκαριά της Γκεκαριάς. Όχι!
+
+Αγαναχτησμένος έφτυσε δυο — τρεις φορές χάμω κι έπειτα, ξακολούθησε,
+με θυμό.
+
+ — Μεθαύριο θαμπά, κάνουμε το γιουρούσι. Έχουνε Χριστούγεννα κι οι
+ραγιάδες θα βρίσκονται ούλοι στις εκκλησιές. Το κάστρο είνε αφύλαχτο
+και το παίρνουμε στο φύσημα. Δε λέω πως είνε καλά έτσι· δεν είνε
+παλληκαριά και δεν πρέπει στους αρβανίτες. Μα οι πασάδες δε θεν· τι
+να γένη;
+
+Κι επειδή έβλεπε τον κυνηγό συλλογισμένο, δίχως να δείχνη χαρά ή
+δισταγμό στα λόγια του, χτύπησε αλαφρά τον ώμο του κι είπε
+χαμογελώντας.
+
+ — Σε λίγες μερούλες, μπράτιμε, — άκου που σου λέω γω! — θα τις
+χαρούμε τις φαμίλιες μας.
+
+Ο ήλιος ανάτειλε τώρα πίσω από το βουνό του Ωλωνού. Μαύρος, ήλιος,
+άφωτος και θλιμμένος, σαν να πενθή και κείνος του επαναστατημένου
+Γένους την αγωνία. Συγνεφοσκεπασμένος ο ουρανός, καταχνιασμένα τα
+ουρανοθέμελα, ρίχνουν χρώμα σκοτεινό και παραπονεμένο στη γη και τη
+θάλασσα, στα δέντρα του κάμπου και στο κάστρο, στην πέτρα του βουνού
+και του Φίδαρη τα νερά, στο χορτάρι της λαγκαδιάς και της
+ακρογιαλιάς τον άμμο. Η Βαράσοβα μαυροκόκκινη δεξιά· ο Ζυγός αντίκρυ
+σπανός και καψαλισμένος από το φιό του χειμώνα και το δαυλί του
+πορθητή· τ' Αντελικιώτικα βουνά δίπλα προσκυνημένα και αντίπερα ο
+Μωριάς στέκουν συλλογισμένα κι ανήσυχα για του Αγώνα το τέλος. Κι
+ανάμεσα, στης θάλασσας το χαλκόχρωμο πρόσωπο και στα παχνισμένα
+στήθη του κάμπου, εδώ τα καράβια του Γιουσούφ πασά και κει τ' άρματα
+της Αρβανιτιάς, φαίνονται έτοιμοι να σφίξουν στα σιδερένια στέρνα
+τους την πόλη ως που να ξεψυχήση.
+
+Δώδεκα χιλιάδες την πολεμούν. Νυχτόημερα τα κανόνια βροντούν και τα
+ντουφέκια στράφτουν και λάμπουν τα σπαθιά και ουρλιάζουν τα
+πολεμοθρεμμένα στήθη μπροστά στο χάντακα. Οι μπόμπες νυχτόημερα
+κατεβαίνουν στα σπίτια, αναποδογυρίζουν τις στέγες, γκρεμίζουν τους
+τοίχους, σκορπούνε στάχτη και χόβολη τα σωθέματα και τους κατοίκους.
+Τα βόλια σκαλίζουνε το χώμα και ρίχνουν κάτω τα κορμιά· τα
+γιαταγάνια ξεσκίζουν τα τείχη, θριμματίζουν τις πολεμίστρες και
+βάφονται στο αίμα και τον πηλό· τα ουρλιάσματα λαμπάζουν την ψυχή
+και την κάνουν να κρυφτή βαθιά, χαμένη και δίβουλη. Μα η πόλη
+χαλκόστερνη στέκει στη γη της, αδιάφορη στη λύσσα του εχτρού και του
+Χάρου τις σαΐτες. Και σαν δέση στοιχειωμένη, που κρατεί του ποταμού
+το ξεχείλισμα και δεν αφίνει να πνίξη τη σπορά του κάμπου, λέει στο
+Μωριά να καλλιεργήση της ελευθερίας τα πρωτόλουβα βλαστάρια. Μέσα
+της έχει το Μαυροκορδάτο και το Μάρκο Μπότσαρη· μέσα της το Γρίβα
+και τους Μωραΐτες οπλαρχηγούς. — Ή τρόπαιο νίκης ή νεκροκρέβατο εδώ!
+είπαν όλοι στο πρώτο φανέρωμα του εχτρού. Και το κάμανε ως σήμερα.
+Τι θα γίνη αύριο, ποιος το ξέρει;
+
+Μα ο Γιάννης Γούναρης δεν σκέφτεται γι αυτά. Δεν τον μέλλει τέσσερα!
+Το φως της ημέρας που έδιωξε τον ύπνο από το στρατόπεδο, από του
+κυνηγού την ψυχή δεν έδιωξε τη λαχτάρα. Με το ντουφέκι στην αγκαλιά
+πλαγιασμένο, ζωσμένος τα μπαρουτόσκαγα, με το σακκούλι στον ώμο,
+βγήκε να κυνηγήση για να θρέψη τον αφέντη του. Γυρίζει στα ριζώματα
+του Ζυγού, πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα,
+ανεβαίνει σε ράχες, ροβολά στα λακκώματα πάντα ανήσυχος. Τα
+κυνηγάρικα σκυλιά, ο Τζάθας και ο Μπίθας — δώρο ατίμητο του πασά του
+Μπερατιού στο Βρυώνη — πολλές φορές γαυγίσανε για να κράξουν την
+προσοχή του. Πολλές φορές γοργοπόδης ο λαγός ξέφυγε από τα
+χαμοκλάδια· πολλές φορές η ξυλόκοτα φτεράκισε μπροστά στη κάννα του.
+Μα δεν έχει νου να σηκώση τα ντουφέκι. Πουλιά διαβήκανε κοπάδι από
+το κεφάλι του· μα δε γυρίζει μάτι να τα ιδή. Η ψυχή δεν έχει όρεξη
+ν' ακολουθήση το σώμα του. Αλαφρή πέτεται μακριά, στης Άρτας τα
+στενοσόκακα, στα σπίτια τα κλειστά. Περνά τα καφασωτά παράθυρα, τις
+μανταλωμένες πόρτες και πάσχει νάβρη τη φτωχή φαμίλια του, μπορεί
+νεκρή, ίσως παγωμένη κάτω από το μάτι του δράκοντα. Ω, ναι! πολύ
+καλά το γνωρίζει, Δράκοντας είνε ο Τούρκος, που την κρατεί στα νύχια
+του. Ίσως δεν την έπνιξε ακόμη, δεν την κακομεταχειρίστηκε· μα
+μπορεί να το κάμη. Φτάνει μόνον να υποψιαστή.
+
+ — Αχ και να τέλειωνε! ψιθύρισε με βαρύ αναστεναγμό.
+
+Ναι· να τέλειωνε μια ώρ' αρχήτερα το βάσανο! Να παίρνανε το κάστρο
+οι εχτροί! Ο πασάς θα γυρίση στην Ήπειρο και μαζί θα γυρίση ο
+Γιάννης Γούναρης στη φαμίλια του. Η καρδιά του άμοιρου γονιού
+πλημμύρισε από αναγάλλιαση σ' αυτήν τη σκέψη. Μια στιγμή πίστεψε πως
+ήταν η ώρα του γυρισμού. Ολόχαρος ο νους του βλέπει ένα — ένα τους
+τόπους που θα διάβαινε. Τώρα τη σκοτεινή Κλεισούρα· τώρα τα Γεφύρια
+του Αλάμπεη· τώρα το Βραχώρι. Ο Άσπρος στραγγισμένος τους δίνει πόρο
+ν' ανεβούν στο Βάλτο. Το Μακρονόρος αφύλαχτο τους δέχεται στα όμορφα
+δάση του. Να την η Άρτα! Με τα τζαμιά και τα σαράγια, με τα κονάκια
+των αγάδων και τους στάβλους των μπέηδων! Αχ, να κι η γυναίκα, τα
+παιδιά του ζωντανά! Για ιδές πώς τρέχουν να κολλήσουν απάνω του, σαν
+τ' αρνάκια στο μαστάρι της μάννας τους.
+
+ — Μπαμ!... βρόντηξε το ντουφέκι του, ξυπνώντας τη λαγκαδιά.
+
+Ένα ζευγάρι ξυλόκοτες πέσανε, σερνικό και θηλυκό πλάι — πλάι, με
+ματωμένο στήθος, σπασμένα τα φτερά, με μάτια νυσταγμένα. Έτρεξε, τα
+σήκωσε στα χέρια του, τα ψηλαφά να ιδή το πάχος τους. Κι εκεί που
+σφαλούν τα μάτια στον αιώνιο ύπνο και τα ράμφη ανοίγουν για να
+ρουφήξουν στερνόν αέρα στα φλογισμένα σωθηκά τους, τα ρίχνει στο
+σακκούλι του. Έπειτα χαρούμενος τρέχει να ζητήση άλλο κυνήγι και
+συλλογίζεται τα φιλέματα που θα πάρη βράδυ από τον αφέντη του.
+
+Μα έκοψε το δρόμο και τη χαρά του απότομα. Καμπάνας κλαγγή χύθηκε —
+γέμισε πέρα ως πέρα τον κάμπο. Ο Γούναρης αλαφιάστηκε· γύρισε
+ζερβόδεξα το κεφάλι, ζητώντας να γνωρίση πούθε ρχότανε. Πρώτη φορά
+την άκουε. Ο καταχτητής από αιώνες τώρα αρνήθηκε στους χριστιανούς
+της εκκλησιάς τη φωνή, να μη θυμίζει στο ραγιά ουράνια παρηγοριά κι
+επίγεια βυζαντινή βασιλεία. Έσπασε τις καμπάνες λιανά κομμάτια·
+γκρέμισε τα καμπανοστάσια. Μόνον δυο ξύλα τους άφηκε, στρεβλά σαν τη
+ψυχή του και σαν τη δύναμη του βάναυσα. Όπου κι αν γύρισε κυνηγός,
+σε χωριά και πολιτείες, καμπάνα δε γνώρισε, κλαγγή της δεν άκουσε.
+Μα το σπέρμα το προαιώνιο, το χριστιανικό, που πέρασε στη σάρκα του
+από γενεές γενεών, ξαφνίστηκε τώρα στον ήχο, σαν βαρυκοιμισμένος
+πολεμιστής στη σάλπιγγα. Το σώμα του ανατρίχιασε· αναταράχτηκε η
+καρδιά. Α, ναι· τη γνώρισε· είνε καμπάνα χριστιανική κι έρχεται από
+την πόλη μέσα.
+
+Άγρυπνοι την πολεμούν εχτροί στεριά και θάλασσα. Της έκοψαν το ψωμί,
+τα βόλια, τη μπαρούτη· της έκοψαν τη βοήθεια. Μα εκείνη ακόμη
+πολεμά. Πολεμά και ζη ελεύθερη. Όσοι νεκροί, θάφτονται βαθιά στο
+χώμα της. Όσοι ζωντανοί, χαίρονται στα καλά του ήλιου και γλεντούν.
+Σήμερα ελεύθεροι, αύριο νεκροί· τι πειράζει; Σήκωσαν τα εθνικά
+λάβαρά τους στον αδούλωτον αέρα· στύλωσαν τα θρησκευτικά τους
+σήμαντρα και πανηγυρίζουν. Αύριο γεννιέται ο Χριστός, λυτρωτής του
+κόσμου. Της γης τους λυτρωτές αυτοί, των ιερών, των τάφων, των
+οικογενειακών βωμών, δοξολογούν το μέγα βρέφος, που δίδαξε να
+περιφρονούν το θάνατο του ενού για το λυτρωμό του όλου. Ο Γούναρης
+χαμήλωσε το ντουφέκι του, ακκούμπησε στην κάννα το χέρι και κοιτάζει
+εκεί, κατά την πόλη, αγγελόφερτος σαν το Μωυσή, που αγνάντευε από το
+Χωρίβ τη γη της Επαγγελίας. Και όπως ο προφήτης δρόσιζε την ψυχή του
+στα τροφαντά λιβάδια και τ' αργυρά νερά κι έχτιζε πολιτείες και
+κάστρα δυνατά για κατοικία του λαού του, ο κυνηγός απλώνει το βλέμμα
+του αδούλωτο και βλέπει εκστατικός. Δεν αντικρύζει πια τη στενή
+λουρίδα του Μεσολογγιού. Βλέπει την ελληνική γη πέρα — πέρα
+ελεύθερη, κάτω από ένα στέμμα και μια σημαία. Κι είνε το Στέμμα ο
+δικέφαλος αητός. Κι είνε σημαία η γαλανόλευκη. Ελευθερία εκεί,
+ελευθερία και ειρήνη. Οι γονέοι χαίρονται τα παιδιά και τα παιδιά
+τους γονέους. Τα νιάτα ζευγαρώνουν, χτίζουν θεμέλιο ακλόνητο τα
+γεράματα. Ο πατέρας κοιμάται ήσυχος στην κλίνη του κι ο δουλευτής
+τρυγά τους καρπούς της γης, δίχως το φόβο του σπαχή και δίχως του
+δεκατιστή το μέτρημα. Μαζί με τη κλαγγή έχει ο κυνηγός γύρω του
+μυρτιάς και λιβανιού μοσκοβολάδα και τη ρουφά λαίμαργος, σαν
+ηλιοψημένο φύλλο τη δροσιά. Η καρδιά του ανοίγεται στο μυστήριο.
+Πότε θ' απολάψη και κείνος τη ζωή που χαρίζει η ελευθερία στα τέκνα
+της;
+
+ — Αχ, πότε!.. ψιθυρίζει ταπεινός και δακρυσμένος. Μα βλέπει
+αγνάντια του το στρατόπεδο των εχτρών με τα κανόνια στημένα και
+πυκνή καταχνιά πλακώνει τ' όνειρό του. Το δέντρο της ελευθερίας δεν
+άνθισε ακόμη εκεί· φυτεύτηκε, μα δεν έκαμε καρπούς. Όφις κακός
+παραμονεύει στη ρίζα, πριονίζει με τα σκυλόδοντά του τον κορμό και
+πριν μεστώση βούλεται να τα μαράνη. Το είπε ξάστερα ο Αλή αγάς.
+Αύριο θα κάμη τα γιουρούσι ο τούρκος.
+
+ — Αν το ήξεραν! συλλογίστηκε.
+
+Ναι, αν το ήξεραν να μην αφήκουν αφύλαχτο το κάστρο. Αν το γνώριζαν
+να μην πάνε στις εκκλησίες παρά στους πύργους· να μην πάρουν κεριά
+στο χέρι παρ' αστόμωτα σπαθιά· να μην ψάλουν τροπάρια στο Χριστό μα
+τραγούδια τρανολάλητα στον Άρη, τον πατρογονικό Θεό τους! Οι
+εκκλησιές είνε των ελευθέρων ο σεπτός βωμός· των δούλων είνε οι
+πύργοι και οι στουρναρόπετρες. Αχ! να το ήξεραν.
+
+ — Μα ποιος να τους το ειπή;
+
+Ναι, ποιος να τους το ειπή; Μόνος αυτός το ξέρει κι οι αρβανίτες.
+Εκείνοι από την αυγή τα σπαθιά τους τροχούν και τα κεμέρια τινάζουν
+ανυπόμονοι για την ώρα της εφόδου, θέλουν να χορτάσουν αίμα και
+λάφυρα. Και κείνος· τι να κάμη εκείνος; Το είνε του κρατεί ο
+τύραννος. Τη γυναίκα του, την όμορφη Τρισεύγενη· τα παιδιά του: τον
+Κώστα, το Βασίλη, τη Λάμπρω, τ' αγγελούδια του. Εκείνα μόνον με τη
+ζωή του ζουν και κάτω από τον ήσκιο του μεγαλώνουν. Πώς να τους κόψη
+τη ζωή και τον ήσκιο ο πατέρας!
+
+ — Ωχ, Χριστέ μου, βάλε το χέρι σου!
+
+Και άθελα σφαλεί τα μάτια, γυρίζει τις πλάτες στην πόλη και φεύγει
+μακριά. Πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα, ανεβαίνει
+ράχες, κατεβαίνει λαγκαδιές, βουνά θέλει να ρίξη πίσω του. Μα κλαγγή
+ακολουθεί το βήμα του παντού, αντιλαλεί στ' αφτιά του, μέσα στα
+σπλάχνα του βροντά:
+
+ — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...γκλαν — γκλαν!...
+
+Ο Γούναρης ρίχτηκε σ' ένα λιθάρι απελπισμένος.
+
+Εμπρός δεν έχει τα παιδιά και τη γυναίκα του. Εικόνα φόνου και
+ολέθρου άλλη απλώνεται γύρω του. Το Μεσολόγγι πατιέται τώρα και
+κουρσεύεται από τους Λιάπηδες. Θριμματίζονται οι πύργοι, καπνίζουνε
+τα σπίτια, σέρνονται κονίσματα στον αιματόβρεχτο πηλό. Αχούρια
+μπέηδων έγιναν οι εκκλησιές· τα δισκοπότηρα κρασοπότηρα των πασάδων·
+οι ποδιές της Άγιας Τράπεζας αλόγων σαΐσματα· τ' άμφια στολίδια της
+χανούμισσας· η μίτρα του Δεσπότη αγάδων σκούφωμα και το Τετραβάγγελο
+σημάδι στα ντουφέκια της αρβανιτιάς. Λαχτάρα παντού και θρήνος·
+τρόμος και χαμός! Οι άντρες κοίτονται στο αίμα τους· οι γυναίκες
+σέρνονται στα κρεβάτια των αγαρηνών. Παιδιά ορφανεμένα γυρίζουνε
+στους δρόμους ξυπόλυτα· ζητούν τα γονικά τους κι αντικρύζουνε του
+τούρκου το σπαθί είτε το χαρέμι του. Στους πύργους χάσκουνε τα
+μισοφέγγαρα και ανεμίζουν τα τούγια με λύσσα. Κι η ελληνική σημαία
+πεσμένη κάτω του λέει άφωνα, πως εκείνος είνε η αιτία της τόσης
+καταστροφής. Εκείνος που στάθηκε πατέρας· μα όχι χριστιανός.
+
+ — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... αντιλαλεί
+πάλι το σήμαντρο στ' αφτιά του.
+
+Ο Γούναρης πίστεψε πως ήταν φωνή ανθρώπινη. Και η φωνή του λέει πως
+είνε καιρός ακόμη, πως αν θέλη, μπορεί όλα του εχτρού τα σχέδια να τα
+χαλάση.
+
+Α ναι· είπε με αγωνία. Δεν είμαι μόνον πατέρας. Ο Θεός έχει φροντίδα
+στα παιδιά μου· εγώ την τύχη του Γένους μου.
+
+Και ακράτητος, σαν από ανώτερη δύναμη σπρωγμένος, ώρμησε κάτω στο
+περιγιάλι, που καθρέφτιζε της δύσης τα πανόρια χρώματα.
+
+Το τούρκικο στρατόπεδο βρίσκεται τώρα στο ποδάρι. Απ' άκρη σ' άκρη
+στον κάμπο η ζωή αίμα μυρίζεται κι αναβράζει. Γνωρίσανε θρασίμι τα
+κοράκια κι ετοιμάζουν τα ράμφη τους να χυθούν. Άντρες ντύνονται
+βιαστικοί, άλογα σελλοχαλινόνονται, φυσέκια και στουρναρόπετρες
+μοιράζονται. Δοκιμάζεται ο αθέρας του σπαθιού και η μύτη του χαρμπιού
+και του απελατικιού τα καρφιά, αν ανοίγουν κεφάλια με το πρώτο
+χτύπημα. Των καρυοφυλλιών οι φωτιές ψηλαφούνται. Όσοι πιστοί
+γονατίζουν στην κάπα και προσεύχονται, με τα χέρια σμιχτά στα σκέλια
+τους, με το μέτωπο στη γη. Άλλοι ορθοί και σοβαροί, φαίνονταν
+βυθισμένοι στον άπειρο κόσμο των ψυχών. Αν σκοτωθούν, θέλουν να
+περάσουν γοργά το τρίχινο γεφύρι, να βρούνε τα πιλάφια του Παραδείσου
+και τα δροσοστάλαχτα Ουρί. Αν ζήσουν, να γυρίσουν σπίτι τους
+φορτωμένοι στα λάφυρα. Οι δερβίσηδες, με τους τζουμέδες και τα πράσινα
+σαρίκια, τρέχουν εδώ και κει, φωνάζοντας την προσευχή και παρακινώντας
+τους πιστούς στην μάχη: «Ένας θεός μέγας, ο Αλλάχ, και Μωάμεθ ο
+προφήτης αυτού! Θάνατος στους άπιστους, θρίαμβος του Ισλάμ!» Οι
+πασάδες και μπέηδες τάζουνε γρόσια και φλωριά, καφτάνια και στολίδια.
+Χίλια γρόσια σε εκείνον που θα πρωτανεβή στο κάστρο· δέκα φλωριά σε
+κείνους που θα πρωτοπεράσουν τα χαντάκια και θα στήσουν σκαλωσιές. Άτι
+χρυσοχάλινο στον αγά, γιαταγάνι διαμαντοκόλλητο στο μπέη, στο δερβίση
+φοράδα χρυσοκάπουλη, κουμπούρια φλωροκαπνισμένα στους σπαχήδες, στους
+σημαιοφόρους τσαπράζια κατάργυρα! Των άπιστων τα πλούτη στα
+παλληκάρια· η γη στον Αλλάχ!
+
+Η νύχτα βουβή παραστέκει απάνω τους. Άστρο δε φαίνεται κανένα. Μπροστά
+μόλις ξεχωρίζει το κάστρο. Ψηλώνει πίσω ο Ζυγός και δίπλα στέκετ’ η
+Βαράσοβα. Δε γεννιέται ο Χριστός απόψε λυτρωτής. Ο Χάρος γοργοτρέχει
+έτοιμος, με τις σαΐτες στο δοξάρι και το βρόχο στο χέρι του.
+
+Ο Γούναρης ολόρθος μέσα στη σκηνή, έχει μαργωμένο το σώμα κι άθυμη την
+ψυχή. Οχτακόσοι αρβανίτες, διαλεχτοί όλοι, ορμητικοί σαν δρόλαπας
+βγήκανε με το σπαθί στα δόντια. Τώρα κοίτονται κρυμμένοι στις
+βουρλιές, δίπλα στο χάντακα, οργιές μόλις μακριά από τα τείχη. Δεν
+περιμένουν παρά το σύνθημα· και τότε θα τιναχτούν σαϊτόφιδα να
+κολλήσουν απάνω τους. Θα βρούνε τάχα εκεί τους χριστιανούς; Τον
+πίστεψε ο γραμματικός; Κάτω στο περιγιάλι που γύριζε είδε άξαφνα ένα
+προιάρι. Ο γραμματικός του Μακρή κατέβαινε από τ' Αντελικό στο
+Μεσολόγγι. Έβγαλε το μαντίλι, νόημα του έκαμε να ζυγώση, και κείνος
+όλο και κατέβαινε. Δεν ήθελε να πιστέψη πως φρόντιζε για το καλό της
+πατρίδας. Και σαν έκαμε το σταυρό του και ξεμυστηρεύτηκε, εκείνος
+έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να του ειπή. Και είχε δίκιο· το γνώριζε
+πως είχε δίκιο. Με τι χείλη να χαιρετίση ο πολεμιστής ομόφυλο, που
+βρίσκεται τέτιες μέρες στο ασκέρι του εχτρού! Με τι καρδιά να πιστέψη
+σε άνθρωπο, που στρώνει ακόμη την τάβλα του Πασά, εκείνου που έρχεται
+να πνίξη την πατρίδα στο αίμα και τη σκλαβιά;
+
+ — Αλίμονο αν δε με πίστεψε!.. αλίμονο!... ψιθύρισε ταπεινός και
+δακρυσμένος.
+
+Άξαφνα ο πατέρας ξύπνησε μεγαλοδύναμος και στέρφεψε πάραυτα τις
+βρύσες των ματιών του. Καλύτερα να μην πίστεψε· καλύτερα να μείνουν
+ξένιαστοι οι Έλληνες. Χάνονται εκείνοι, ναι· μα ζούνε τα παιδιά του.
+Τα παιδιά και η γυναίκα του. Τι έπαθε και δεν το συλλογίστηκε πριν!
+Ποιος δαίμονας του σήκωσε τα μυαλά! Μήπως αν έβρουν αντίσταση οι
+τούρκοι δε θα υποψιαστούν πρώτα εκείνον; Και τότε; ωχ, αλίμονο!
+Γοργός ο τάταρης θα φύγη από το στρατόπεδο στην Άρτα. Τα τρυφερά
+κορμιά τους στους σκύλους θα ριχτούν και τα κεφάλια τους, μπηγμένα
+στα παλούκια, θα γίνουν στους ραγιάδες φριχτό παράδειγμα. Καλύτερα
+που δεν το πίστεψαν.
+
+ — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...
+
+Η κλαγγή αντήχησε πάλι κι απλώθηκε στη μαύρη νύχτα. Οι εκκλησιές
+ανοίξανε τις πόρτες τους· τρέχουν τώρα να λειτουργηθούν οι πιστοί.
+Μα ο εχτρός παραμονεύει. Σφύριγμα δυνατό ακούστηκε. Και σύγκαιρα
+τρανός αλαλαγμός και κανονοβολή ταράξανε τη γη και φώτισαν τα πάντα.
+Οι Τούρκοι χύθηκαν στα τείχη. Ο Γούναρης τινάχτηκ' έξω δίβουλος. Τ'
+ήθελε να γίνη κι αυτός δεν ήξερε. Ήθελε και τα δυο· δεν ήθελε
+κανένα. Μα σύγκαιρα πύρινος όφις φάνηκε στα τείχη και ντουφέκια
+βρόντησαν. Τα βόλια πέσανε χαλάζι στο στρατόπεδο.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός! Στέναξε ο κυνηγός, κάνοντας το σταυρό του.
+
+Κι έπεσε στα γόνατα. Ο λόγος του πιστεύτηκε. Τώρα πικρό μολύβι
+θερίζει την αρβανιτιά. Τ' άλογα των σπαχήδων πέφτουν νεκρά στα χώμα
+πριν φέρουν τους καβαλάρους στη μάχη. Οι σημαιοφόροι, μόλις
+προφτάσουν να μπήξουν τις σημαίες στους πύργους και γκρεμίζονται
+μαζί, στα θολά νερά του χάντακα. Πηδούν αδιάκοπα στο κάστρο οι
+εχτροί. Μα τρέχουν και τους πετσοκόβουν οι Έλληνες. Δεν έχουν μόνον
+ντουφέκι και σπαθί. Έχουν αξίνες και τσαπιά, τσεκούρια και
+στυλιάρια, κεραμίδια και πέτρες. Ό,τι βρεθή στα χέρια τους γίνεται
+σιδερόξυλο. Δεν είνε μόνον πολεμοθρεμένοι άντρες, μα και παιδιά και
+γυναίκες, αντρειωμένες τώρα με την προγονική οργή. Βάφονται με το
+αίμα τους, βλέπουν ξεσκλισμένες τις σάρκες τους, σκοτωμένους
+συγγενείς· άντρες και παιδιά τους, αδερφούς και πατέρες, φωτιά και
+σίδερο γύρω τους. Μα δε λιποψυχούν.
+
+Ο Γούναρης στέκει βουβός κι αφανισμένος. Τρέμει το πείσμα του εχτρού
+και τη δύναμη. Ως πότε θα βαστήξουν; Τ' αδύνατα εκείνα τείχη, οι
+χωματένιοι σωροί πώς θα κρατήσουν την ανθρωποπλημμύρα, που όλο
+δυναμώνει και βροντομαχά επάνω τους!
+
+Άξαφνα κάτω από την αχνή λάμψη της αυγής, βλέπει τους σπαχήδες να
+σκορπούν πίσω, σαν καβαλάροι σατανάδες. Γύρισε αριστερά το ίδιο. Στη
+Μεγάλη Τάπια και σ' όλο το προτείχισμα κυματίζει η Ελληνική σημαία
+και χαιρετίζει του ήλιου την ανατολή. Και δώθε, πέρ' από το χάντακα
+οι Έλληνες με γυμνά σπαθιά κι αιματοβαμμένη φουστανέλλα, κυνηγούν
+στις σκηνές ανάμεσα τους εχτρούς. Φεύγουν οι Σκιπετάρηδες! Πιστόλες
+βροντούν, λάμπουν σπαθιά, κεφάλια κυλούν στα χώματα, κορμιά
+κοίτονται· «ράι» αντηχούν κι αλαλαγμοί και σφυρίγματα! Κι ανάμεσα
+στην άγρια βουή ακούεται η κλαγγή σαν φωνή ουρανόσταλτη:
+
+ — Γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!... γκλαν — γκλαν!...
+
+Ο Γούναρης έκανε το σταυρό του.
+
+ — Α! μωρέ προδότη· χαίρεσαι τώρα!... βρόντηξε κοντά του φωνή
+λυσσασμένη.
+
+Και φάνηκε αγριοπρόσωπος ο Αλή αγάς, ο φίλος του. Το βώδι το μανό,
+έσερνε ακόμη το ζυγό στον τράχηλο, όπου τον έσπρωχνε η βουκέντρα του
+ζευγολάτη. Ένιωσε πως δεν ακολουθούσε ο σύντροφος, πως άλλαξε το
+δρόμο του. Τόνιωσε και ρίχτηκε να τον κερατίση. Μα ο ραγιάς χύθηκε
+απάνω, τον έσφιξε στα μπράτσα και κυλίστηκε μαζί του χάμω. Κι εκεί
+που ο αρβανίτης, ξαφνισμένος για τη δύναμη του ταπεινού
+σταυραδερφού, λάχτιζε τη γη και μόλυνε τον αέρα με τις βλαστήμιες,
+γοργός ο Γούναρης του πήρε το γιαταγάνι και του το βύθισε στα στήθη
+του.
+
+ — Άπιστο σκυλί, ως πότε!... βρυχήθηκε.
+
+Και τράβηξε κατά την πόλη ρίχνοντας με περιφρόνηση στο στρατόπεδο το
+κεφάλι του Αλή αγά, σαν να ριχνε κακή παρασαρκίδα από πάνω του.
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Old Loves, by Andreas Karkavitsas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OLD LOVES ***
+
+***** This file should be named 31444-0.txt or 31444-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/1/4/4/31444/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
diff --git a/31444-0.zip b/31444-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..42eed0f
--- /dev/null
+++ b/31444-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..52f0a70
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31444 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31444)