diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:55:47 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 19:55:47 -0700 |
| commit | b612ed4446509dd987c3d6faeaeed0a17d202bd4 (patch) | |
| tree | de55b1d8cb77998f2469a9d21c8b79bb752ede05 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31437-0.txt | 6072 | ||||
| -rw-r--r-- | 31437-0.zip | bin | 0 -> 111462 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6088 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31437-0.txt b/31437-0.txt new file mode 100644 index 0000000..fb2022b --- /dev/null +++ b/31437-0.txt @@ -0,0 +1,6072 @@ +The Project Gutenberg EBook of Superhuman, by Konstantinos Chatzopoulos + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Superhuman + Novel + +Author: Konstantinos Chatzopoulos + +Release Date: February 27, 2010 [EBook #31437] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SUPERHUMAN *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words +have been included in &&. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. +Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με +έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&. + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ +ΦΕΞΗ + + + +Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ + +ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1915 +ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ +ΦΕΞΗ + +Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ + + +ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ + + +ΔΙΗΓΗΜΑ + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1915 + + +Υ Π Ε Ρ Α Ν θ Ρ Ω Π Ο Σ + + + +ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ + + + +Είτανε τον καιρό που διάβαζα να δώσω εξετάσες στο Πανεπιστήμιο. +Πολεμούσα να μάθω απόξω τους ορισμούς και τις διάκρισες από τις +διάφορες Δουλείες — ένας από τους σοφούς που θα μας ξετάζανε απαιτούσε +να του απαντούμε με τα ίδια λόγια του βιβλίου του — όταν άνοιξε άξαφνα +η πόρτα κι ο ξάδερφός μου Νίκος Γκάβρας χύμησε στην κάμαρα: + +«Είμαι τελειωμένος — θέλω γλήγορα καφέ. Έρχουμαι ίσια από το βαπόρι. +Ανέβηκα στην Αθήνα να δω εσένα μοναχά. Το βράδι ξαναφεύγω», είπε πριν +προφτάσω να καλοσηκωθώ και να χαιρετηθούμε. + +Πήγα κι άναψα το καμινέτο, ενώ εκείνος ξαπλώθηκε στο κρεβάτι μου. + +«Πας ναναλάβης τα καθήκοντά σου;» τονέ ρώτησα. + +«Ποια καθήκοντά μου;» απάντησε αδιάφορα. + +«Μην είταν άλλος Νίκος Γκάβρας;» + +Δεν είταν πολλές μέρες που είχα δει στην εφημερίδα πως διορίστηκε +γραμματικός της Εφορίας στα Σάλωνα. + +«Ουφ! Αηδίες του πατέρα μου. Με ξευτέλισε χωρίς να με ρωτήση». + +«Ώστε δεν πας;» + +«Αυτό δα μούλειπε!» + +«Τότε για πού με το καλό; Είπες, φεύγεις απόψε». + +«Φτιάσε πρώτα τον καφέ κ' έπειτα σ' τα λέω. Είμαι κατακομμένος. Δεν +έκλεισα μάτι οληνύχτα. Σα να μη φτάνανε οι κοριοί, είταν και τα βόδια +αποπάνω από το κεφάλι μου. Καλά κάνω και δεν ταξιδεύω ποτέ με το +παλιοβάπορο». + +«Τι, με την «Πάρο» ήρθες;» + +«Μ' αυτόν το διάολο. Αφού φόρτωσα τα καπνά μ' αυτό, μου δώσανε +μπιλιέτο τζάμπα». + +«Ποια καπνά;» ρώτησα ενώ του έδινα τον καφέ. + +«Πάω με καπνά στη Σύρα», είπε κι ανασηκώθηκε. + +Τον κοίταξα: «Με καπνά στη Σύρα;!» + +Κούνησε το κεφάλι: «Έλα, φέρε ένα τσιγάρο», είπε. + +Του έδωσα το πακέτο μου με τον καπνό. Μα το πέταξε πάλι στο τραπέζι. + +«Δεν μπορώ να στρίψω. Στείλε να μας πάρουν τσιγαρέτα». + +Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα μην περνά στο δρόμο κανείς λούστρος. +Δεν μπόρεσα να δω κανέναν. + +«Αδύνατο να πιω καφέ χωρίς τσιγάρο», είπε πάλι. + +Αναγκάστηκα να φωνάξω τη νοικοκυρά μου. Της έδωσα ένα μονό και την +έστειλα στο καπνοπωλείο, που είτανε στη γωνιά του δρόμου. + +Ο ξάδερφος μου σηκώθηκε και περπατούσε αμίλητος πέρα δώθε στην κάμαρα. +Είτανε κοντά στην πόρτα, άμα σε λίγο ήρθε η νοικοκυρά με τα τσιγάρα. +Τα πήρε από το χέρι της, της άφησε μια δεκάρα από τα ρέστα και πέταξε +τάλλα απάνω στο τραπέζι. + +«Εμπόριο λοιπόν», του είπα. + +Άναψε ένα τσιγάρο και ξανακάθησε μπροστά στον καφέ του. + +«Εμπόριο, ναι· πώς, δε σ' αρέσει;» + +«Ταιριάζει με την ποίηση πιότερο από το υπαλληλίκι;» + +«Η ποίηση είναι ζωή κ' η ζωή είναι εμπόριο», είπε φυσώντας τον καπνό +σε ψιλά, ψιλούτσικα στεφάνια. «Τι με κοιτάς; Δεν το καταλαβαίνεις;» + +Σηκώθηκε, έσκισε δυοτρείς φορές την κάμαρα, κοιτάζοντας το πάτωμα και +καπνίζοντας· έπειτα πέταξε το τσιγάρο του από τανοιχτό παράθυρο και +στάθηκε μπροστά μου: + +«Τι με κοιτάς;» + +«Που πέταξες το τσιγάρο. Δε σ' αρέσει ο καπνός;» + +«Δεν καπνίζω ποτέ τσιγάρο πέρα από δέκα ρουφιξιές». + +«Κακό συνήθιο για έναν έμπορο. Το εμπόριο θέλει οικονομία». + +«Κολοκύθια! Προϊστορικές ιδέες! Αυτού βρίσκεται ακόμα το εμπορικό σου +δίκαιο; Το εμπόριο είναι έμπνευση, πες του καθηγητή σου. Τόλμη, +κίνδυνος σαν τη ζωή. Γι' αυτό είναι ποίηση· με νοιώθεις;» + +«Πώς όχι! Μόνο πού βρήκες τα κεφάλαια δε νοιώθω». + +Χαμογέλασε: «Αυτό είναι ίσα ίσα η τέχνη», είπε. + +«Έβαλες στο χέρι κάνα σύντροφο;» + +«Τον πατέρα μου». + +«Άρχισε πάλι ο θειος τα εμπόρια;» μου ξέφυγε ο λόγος ξέροντας πως ο +πατέρας του είτανε καταστρεμμένος έμπορος. + +«Αυτή τη φορά μονάχα. Θα του δώσω τα μισά απ' ό, τι βγάλω», είπε ο +Νίκος. + +«Κ' ύστερα θα ξακολουθήσης μοναχός;» + +«Θα δω· α δε βγάλω περιοδικό». + +Τον κοίταξα με κάποιο ξάφνισμα: «Έχεις πολλά καπνά μαζί σου;» + +«Πενήντα τόσα δέματα». + +«Πολλές οκάδες;» + +«Εδώ έχω τη φορτωτική», είπε κ' έδειξε την τσέπη του. + +«Και δεν κοιτάς να τα πουλήσης εδώ; Ή έχεις πιότερες εμπορικές +γνωριμίες στη Σύρα;» + +Δε μου απάντησε. Ρούφηξε ακόμα μια φορά το φλιτζάνι του και ξαπλώθηκε +στο κρεβάτι. Κοιτάζοντας το ταβάνι μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια +του. + +«Ε, δεν είτανε καλή ιδέα;» γύρισε και μου είπε άξαφνα σαν περάσανε +μερικές στιγμές. + +«Ποια ιδέα;» + +«Να κάμω εμπόριο». + +«Λαμπρή· μόνο που δε θυμάσαι πόσο πράμα έχεις μαζί σου». + +«Εδώ έχω τη φορτωτική, γελοίε!» Έβαλε το χέρι στην τσέπη κ' έβγαλε ένα +μάτσο χαρτιά: «Θα την έχω στη βαλίτσα», είπε αφού έψαξε και δεν τη +βρήκε. + +«Εκείνη εκεί δεν είναι;» ρώτησα δείχνοντας ένα μαβί χαρτί διπλωμένο +στα δυο. + +«Όχι», είπε ανοίγοντάς το. + +Είδα πως είτανε στίχοι γραμμένοι με μολύβι. + +«Άσε τότε τη φορτωτική και διάβασέ μου το ποίημα», είπα. + +Με κοίταξε κ' έπειτα κοίταξε στο χαρτί: «Πρέπει ναλλάξουνε καναδυό +λέξες. Τόγραψα βιαστικά σήμερα το πρωί». + +«Στο βαπόρι;». + +Κούνησε το κεφάλι: «Σα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ανέβηκα πάνω ότι +θαμποχάραζε. Δε φαντάζεσαι τι μαγεία, τι μυστήριο που είταν το +ξημέρωμα. Τάστρα τρεμοσβήνανε· τα κύματα, τα βουνά στο μάκρος — !» + +«Δε μου διαβάζεις καλήτερα το ποίημα;» + +Το δίπλωσε και τόβαλε στην τσέπη. + +«Έλα, διάβασε το τώρα· μην το βάζης μέσα». + +Με κοίταξε μια στιγμή λίγο δισταχτικά. Έπειτα: «Άκου να σ' το πω +λοιπόν», είπε και βάζοντας το ένα πόδι απάνω στάλλο, άρχισε: + + «Πριν το δάσος να φωτίση, + πριν ξυπνήσουν τα πουλιά, + τρέμει τάστρο για να σβήσει + στα κατάχλωμα μαλλιά, + με προσμένει εκεί στη βρύση + το παιδί του βασιλιά». + +Σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Έπειτα ξανάρχισε, χαμηλώνοντας +βραχνά τη φωνή: + + «Τι σου αγάπησε, θλιμμένη, + το παιδί του βασιλιά; + Τη φωνή μου τη χαμένη + και τα ξέπλεκα μαλλιά. + Μιαν αυγή θαμπή του Απρίλη + μ' ηύρε μόνη στην πηγή + και μου φίλησε τα χείλη + και μου πήρε τη φωνή. + Και μου ξέπλεξε στον ώμο + τα κατάχλωμα μαλλιά. + Μη με βρη η αυγή στο δρόμο, + μην ξυπνήσουν τα πουλιά». + +Έπαψε και με ξανακοίταξε. + +«Είναι το ποίημα, που είπες πως έγραψες την αυγή;» ρώτησα. + +«Ναι». + +Μα δεν άκουσα ούτε βουνά, ούτε κύματα, ούτε — » + +«Μην ήθελες νακούσης και το ρουχαλητό των Αρβανιτάδων, που κοιμόντανε +στο κατάστρωμα; Ειρηνοδίκη!» + +Γέλασα: «Με συμπαθάς· δεν καταλαβαίνω πολύ από ποίηση», του είπα, +καθώς είναι κ' η αλήθεια. + +«Την ποίηση την αισθάνουνται· δεν την καταλαβαίνουν». Σηκώθηκε και +περπάτησε πάλι στην κάμαρα με σκυμμένο το κεφάλι. Έπειτα πήγε στο +παράθυρο και στάθηκε, θωρώντας όξω και μουρμουρίζοντας: + +* + + Μη με βρη η αυγή στο δρόμο, + μην ξυπνήσουν τα πουλιά». + +Τον κοίταξα. + +«Έλα, σήκω ντύσου νάβγουμ' όξω. Βαρέθηκα εδώ μέσα», είπε άξαφνα, +πετώντας το τσιγάρο του άμα γύρισε και μ' είδε. + +«Πού θες να πάμε;» ρώτησα. + +«Να φάμε! Πεινώ· κοντεύει μεσημέρι». + +Πήρα και ντύθηκα και σε λίγο είμαστε στο δρόμο. Έτρωγα σ' ένα από τα +μικρά ξενοδοχεία της Ομόνοιας κι ο ξάδερφός μου με ακολούθησε εκεί +δίχως αντιλογία. + +Η χινοπωριάτικη μέρα, σκουντουφλιασμένη κ' έτοιμη για βροχή την ώρα +που μπήκαμε στο ξενοδοχείο, είχε ξαστερώσει πάλι σαν αποφάγαμε και +ξαναβγήκαμε όξω. Κλεισμένος καθώς είμουνα πολλές βδομάδες, μια κ' +έχασα το διάβασμα εκείνη την ημέρα, μου ήρθε όρεξη νανασάνω λίγον +καθαρόν αέρα. + +«Δεν πάμε σε καμιά εξοχή;» είπα του Νίκου. + +«Πάμε πρώτα ως το Σύνταγμα. Τρέξε να πάρουμε το τραμ», απάντησε και +τάχυνε το βήμα. + +Το πήραμε και μας έφερε στο Σύνταγμα. Πρι να σταματήση, ο Νίκος πήδησε +και μπήκε σ' ένα από τα καφενεία εκεί. Άμα σε λίγο μπήκα και γω από +την άλλη πόρτα, τον είδα που έστεκε και κοίταζε στα τραπέζια γύρω του, +σα να γύρευε κάποιον. + +«Ούτε από το τραμ να πηδάς δεν έμαθες ακόμα», μου είπε όταν τονέ +σίμωσα. + +«Θες να καθήσουμε;» + +«Όχι», είπε και κίνησε κατά την πόρτα. + +Καθώς βγαίναμε, μου έδειξε ένα μεσόκοπον κύριο, που καθότανε μοναχός +σ' ένα τραπέζι και διάβαζε εφημερίδα. + +«Ποιος είναι;» τονέ ρώτησα. + +«Ο λόγιος Καραβέργας. Δεν τον έχεις ακουστά;» + +Στάθηκα και τον ξανακοίταξα με τρόπο. Δεν είχε απάνω του τίποτες +φανταχτερό, που να τον ξεχώριζε από τους συνηθισμένους ανθρώπους. + +«Τι γράφει;» ρώτησα. + +«Πολλά και διάφορα». + +«Είναι καλός;» + +«Ο καλήτερος για το πούμπλικο. Περιγράφει καταλεπτώς, δεν αφίνει +τίποτες ανείπωτο. Νοιώθει την τέχνη σαν και λόγου σου». + +«Δε γνωρίζεστε;» + +«Γνωριζόμαστε, μα κάνει το σπουδαίο. Άμα με είδε από τον καθρέφτη που +έμπαινα, ζύγωσε την εφημερίδα κοντήτερα στα μάτια του. Με το +ψευτοσοβαρό κοιτάζει να κρατήση τη θέση του στην τέχνη. Ας πιάσω +δυοτρείς χιλιάδες στα χέρια μου και βλέπεις πώς τους βάζω στη θέση +τους όλους τους παρακεντέδες». + +Περάσαμε στο αντικρινό το πεζοδρόμιο. Έφερε μια βόλτα και τον άλλον +καφενέ και ξαναβγήκε, σέρνοντάς με κατά την πλατεία του παλατιού. +Καθώς πηγαίναμε, άξαφνα κατέβασε το γύρο του καπέλου του και σήκωσε το +γιακά από το σακάκι. + +«Κρυώνεις;» τονέ ρώτησα. + +«Ο ήλιος καίει, διάολε! Δεν εννοεί να χειμωνιάση», μουρμούρισε και +κάνοντας δυο μεγάλα βήματα, με άφησε πίσω του. + +Ακολούθησα κοιτάζοντάς τον. Ο ήλιος δεν έκαιγε μονάχα, μα γιάλιζε +κιόλας αλύπητα την τριμμένη φορεσιά του. Οι αγκώνες λίγο θέλανε να +τρυπήσουν και κάτω στις άκρες του πανταλονιού του γνώρισα την +ιδιοτροπία της θειας μου να μη μαντάρη ποτέ της φάγωμα με το ίδιο το +χρώμα του ρούχου. + +Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στη γωνιά του δρόμου, όταν άξαφνα σταμάτησε. + +«Δεν μπορώ να πάρω ανήφορο· μου πιάνεται η αναπνοή», γύρισε και μου +είπε βάζοντας το χέρι στο στήθος. + +«Παράφαγες», μουρμούρισα. + +Με αγριοκοίταξε: «Αστείος είσαι». + +«Τότε τι έπαθες;» + +«Ό,τι πάντα». + +«Τι;» + +«Είμαι ασθματικός». + +«Από πότε;» + +«Από πάντα». + +Είχα να τονέ δω λίγους μήνες μόνο. Ως τότε δεν είχα ακούσει τίποτε. +Ήξερα μονάχα πως υπόφερε από πυρετούς. Σ' αυτούς και στο ποιητικό του +φυσικό έρριχνα τη χλωμάδα της θωριάς του. + +«Τότε δεν έπρεπε να εκτεθής στις συγκίνησες του εμπορίου», έκαμα να +του πω. + +«Ουφ, είσαι βαρετός, καημένε», μ' έκοψε απότομα και ξαναγύρισε κείθε +δαγκάνοντας τα χείλια. + +Τονέ λυπήθηκα και θέλησα να τονέ βοηθήσω πιάνοντας το μπράτσο του. +«Πάμε να καθήσουμε στον καφενέ», έκαμα πάλι να του πω· μα εκείνος είχε +γνέψει κιόλας αντικρινά, και δυο αμάξια τρέξανε με μιας ποιο να +πρωτοφτάση. + +Πήδησε σ' ένα απ' αυτά και μου έκαμε και μένα νόημα νανέβω. + +Κάθησα κοντά του και το αμάξι κίνησε. Δεν άκουσα καλά που είπε του +αμαξά να μας πάη, ούτε τόλμησα να ρωτήσω. + +Δεν τους παραξέρω τους δρόμους του Κολωνακίου, για να θυμηθώ σε ποιόνε +σταματήσαμε. Μου είπε να πλερώσω τον αμαξά και να περιμείνω, μια +στιγμή, κι αυτός κατέβηκε γλήγορα και μπήκε σε μια πόρτα. + +Θα τον περίμενα ίσια με τρία τέταρτα όσο που ξαναβγήκε. Έπιασε το +μπράτσο μου και τραβήξαμε προς ταπάνω. Είτανε φαιδρότερος και στον +ανήφορο τώρα ξέχασε το άσθμα του. + +«Σε ποιόν έκαμες τόσο σύντομη βίζιτα»; τονέ ρώτησα. + +«Σ' ένα φίλο και συνάδερφο». + +«Στις Μούσες ή στο εμπόριο;» + +«Ουφ, άσε τις κοινοτοπίες, σαχλέ», μου είπε απότομα. + +Σε μια πόρτα ανοιχτή ένα δουλικό έπλενε τη μπασιά. Σα μας είδε +χαμογέλασε. + +Ο Νίκος στάθηκε. + +«Σ' αρέσει;» ρώτησα βλέποντας το εκστατικό του. + +«Τα μαλλιά της στην αντηλιά. Και το χαμόγελο της έχει κάτι της Λουίζας +Τζοκόντας», είπε χωρίς να κουνηθή. + +«Και τα πόδια της μες τα νερά!» + +«Χυδαίε!» Στράβωσε τα μούτρα κι άφησε το μπράτσο μου. + +Σε λίγο φτάσαμε σ' ένα καφενεδάκι με μια λεύκα ψηλή μπροστά στην πόρτα +του και μια βρύση σιδερένια πλάι στη λεύκα. Ένας κύκλος νέοι είτανε +καθισμένοι σ' ένα από τα τραπέζια όξω στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος τράβηξε +ίσια κατ' αυτούς και γω κοντά του. Άμα τον είδαν, ανασηκωθήκανε όλοι +και τον προσδεχτήκαν, ένας κιόλα ψηλός, λιγνός, με κόκκινα μαλλιά που +μοιάζανε σαν περούκα, με μούσι μυτερό και με σταχτιά ζακέτα μακριά +ίσια με το γόνα, τον αγκάλιασε και τονέ φίλησε. Μονάχα ένας δεν +κουνήθηκε ολότελα από τη θέση του, παρά του άπλωσε μόνο το χέρι απάνω +από το τραπέζι. Θα είταν έξι ως εφτά νέοι. Χλωμοί, αδύνατοι, σκυφτοί +οι περισσότεροι, με μακριά μαλλιά και φορεσιές ένα βαθμό παραπάνω ή +παρακάτω από του ξαδέρφου μου. Κατάλαβα πως είχα πέσει σε φωλιά λογίων +και κείνο που μου χτύπησε πιο πολύ στα μάτια είταν πως όλοι τους +είχανε ξουρισμένο το μουστάκι. + +Ο Νίκος κάθησε σε μια καρέκλα και γω στο πλάι του. Να με συστήση στον +κύκλο το βρήκε περιττό. + +«Απάνω στην ώρα ήρθες, Μαινάλκα», είπε του ξαδέρφου μου ένας από τους +συγκαθούμενους: «Ο Θέμης Φλοίσβος μας διαβάζει το καινούργιο δράμα +του». + +«Τότε να πιάσω πάλι από την αρχή», πετάχτηκε τούτος, γυρίζοντας απάνω +στο γόνα του τα φύλλα του χειρόγραφου. + +«Όχι· τράβα γραμμή. Του Μαινάλκα του διαβάζεις την αρχή άλλη ώρα», +είπε κείνος που χαιρέτησε το Νίκο δίχως να σηκωθή. + +Οι άλλοι δε μιλήσανε κι ο Θέμης Φλοίσβος άρχισε, ξακολούθησε δηλαδή το +διάβασμα. Είταν ο πιο άγριος κ' ελεεινός στην ειδή απ' όλους. Μαύρος, +ξεραγκιανός, με ορθά μαλλιά και γουρλωμένα μάτια. Στα μάγουλά του +κρεμότανε αριό το πρώτο χνούδι, ο λαιμός του ξέβγαινε λιγνός, +καμπυλωτός απάνω από μια μουντή στενή λουρίδα, που φαινότανε στη θέση +του κολάρου δεμένη μπροστά μ' ένα τρίχινο σκοινί για λαιμοδέτη, και +στα δάχτυλά του, που τρέμανε νευρικά κρατώντας το χειρόγραφα, τα νύχια +μαυρίζανε μελανότερα από τα μάτια του. Η φωνή του πότε βαρειά σα +μπουμπουνητό, πότε βαθειά σα ναρχότανε από άλλον κόσμο. + +Φυσικά, από τη μέση καθώς το άκουσα, μου είταν αδύνατο να μπω στο +νόημα του έργου. Το μόνο που κατάλαβα είναι πως είτανε σε στίχους πότε +κοντούς πότε μακριούς, αλλού με ρίμες αλλού δίχως. Μου φάνηκε πως +παιζότανε ανάμεσα ουρανού και γης, νυχτιάς και μέρας, την ώρα που +χτυπά τη πόρτα του &πνεμάτου& ο θάνατος, που παλεύει η αθανασία με τη +φθορά. Ήρωας του είταν η ψυχή του Σύμπαντος. Από τάλλα πρόσωπα δεν +μπόρεσα να κρατήσω σωστό λογαριασμό. Η Ελένη κι ο Σενέκας παίζανε +μεγάλο μέρος. Δαιμόνοι και δρακόντοι, στοιχιά και νεράιδες, εωσφόροι +και κατσίβελοι, η Αθηνά η Ρουθ, η Εύα, ο Φοίβος, ο άγιος Πολύκαρπος, η +Δήμητρα ο Αχιλλέας, ο Προμηθέας, ο Κολοκοτρώνης καυγαδίζανε στον κήπο +της Αμίντας, ανίσως δε γελιούμαι, ο Άριελ είχε ερωτικό συναπάντημα με +την Ηρώ, ο Μωάμεθ μονομάχησε με το Διγενή Ακρίτα, η Αρέθουσα ή +Αρετούσα σκότωσε τον Κάστορα, γέλασε τον Πολύφημο, έφυγε με τον +Καρλομάγνο, η Κασσάντρα τραγούδησε ένα πεσσιμιστικό σονέττο δίχως +ρίμες, τα δέντρα της απαντήσανε με θυμό σε ομηρικό εξάμετρο, τέλος +κάποιος Καβαλκάντης, ιππότης ή ημίθεος δεν κατάλαβα, έκλεισε το όραμα +μ' έναν πανθεϊστικό μονόλογο. + +«Το στερνό θυμίζει κάποιο ποίημα του Γκαίτε», μουρμούρισε, αποπίσω +μου, του Νίκου εκείνος που καθότανε κοντά μου. + +«Κ' η μορφή του Γεμιστού, καθώς τονέ φέρνει στην τρίτη πράξη, είναι +απήχηση του Μεφιστόφελη», απάντησε ο Νίκος. + +Γενικά η υποδοχή δε στάθηκε τόσο θερμή. Μόνο εκείνος, που είχε φιλήσει +πρωτήτερα τον ξάδερφό μου, σηκώθηκε και του έσφιξε το χέρι. + +«Δεύτερο όνειρο θερινής νυκτός», είπε κοιτάζοντας εκείνον που δεν είχε +σηκωθή να προσδεχτή το Νίκο. + +«Κάτσε κάτω, Βελαδράπα», είπε τούτος, τραβώντας τον από την ουρά της +ζακέτας του και ρίχνοντας μια ματιά σε μένα. + +Είταν ο μόνος που καταδέχτηκε να με προσέξη. Την ώρα που διαβαζότανε +το δράμα μού είχε ρίξει μιαδυό παρόμοιες ματιές, που μου δώσανε την +υποψία πως δεν άκουγε το συναξάρι με την ίδια κατάνυξη που το ακούγανε +οι άλλοι γύρω του. Αυτό μ' έκαμε να τον προσέξω και γω. Δεν είταν τόσο +νέος όσο τον πήρα την πρώτη στιγμή χάρη στο ξουρισμένο μουστάκι του. +Κάποιες ζαρωματιές στα μάγουλα και ψαρές τρίχες πλάι σταυτιά δείχνανε +πως δεν είταν πια στην πρώτη νιότη. Το ντύσιμό του ακόμα τον πρόδινε +για άνθρωπο του κόσμου πιότερο παρά για ποιητή. Καθαρός και +περιποιημένος, με δροσερή, ζωηρή όψη. Μου φαινότανε σα να τον είχα δει +συχνά στους καφενέδες που μπήκαμε πρωτήτερα με το Νίκο. Η μορφή του, η +στάση, τα κινήματά του μοιάζανε σα νάτανε μαθημένα, αναπτυγμένα μέσα +κει. Ο τρόπος που έβαζε το ένα πόδι απάνω στάλλο, που έσιαζε το +πανταλόνι, που κοίταζε τα παπούτσια του, που φορούσε το καπέλο, που +έδενε το λαιμοδέτη, που βαστούσε το μπαστούνι, που μισόκλεινε τα +μάτια, όλα φαινότανε πως είτανε ζυγιασμένα καλά μπρος στον καθρέφτη. +Μια του χερονομία δυοτρείς φορές είταν και κείνη για να δείξη το +διαμαντένιο δαχτυλίδι του και τα χρυσά κουμπιά στο φρεσκοσιδερωμένο +μανικέτι. Πολλές στιγμές, εκεί που διαβαζότανε το δράμα, ρώτησα τον +εαυτό μου τι ήθελε αυτός ο ντιστεγκές μέσα στην άθλια αυτή φάλαγγα. +Είχα ακουστά πως πολλοί διαλεχτοί της κοινωνίας έχουν την αδυναμία +νανακατεύουνται με τους αλήτες διαλεχτούς του νου, και μια τέτοια +ιδιοτροπία φανταζόμουνα πως είχε φέρει και τον αριστοκράτη αυτόν σε +κείνη την παράξενη συντροφιά. Φαινότανε πως τονέ διασκέδαζε το πράμα· +Δεν άφινε να πάη χαμένη καμιά περίσταση για να διακόψη την ποιητική +απόλαψη με μορφασμό ή με λόγο, που μιαδυό στιγμές κάμανε και τον ίδιον +το δραματογράφο να ξεκαρδιστή στα γέλια. Είχε την προσοχή του τόσο στο +δράμα, όσο και στους καθισμένους γύρω του. Κ' ενώ διόρθωνε μια +χασμωδία στο στίχο, ή σύσταινε ναλλαχτή μια λέξη, ή λογόπαιζε με +κάποια φράση, είτανε σύχρονα κι ο ευταξίας της φάλαγγας. Θύμιζε του +Βελαδράπα να μαζέψη την ουρά της ζακέτας του που σερνότανε στο χώμα, +έκανε νόημα του ενός να μην τρώη τα νύχια του, του άλλου να μη φτύνη +κάνοντας θόρυβο με το λαρύγγι του, χτυπούσε με το μαστούνι του έναν +τρίτο που σκάλιζε τη μύτη και απανωτά το δραματικό που ξυνότανε ολοένα +στο σβέρκο του εκεί που διάβαζε. + +«Καλό είναι το δράμα σου, Φλοίσβε», είπε όταν ο Βελαδράπας κάθησε στη +θέση του· «ένα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί βγαίνει ο Αρναούτης και κυνηγά +τον Πάρι»; + +«Ο Αρναούτης είναι το σύμβολο της ηθικής των αστών, των νόμων», ξήγησε +ο ποιητής. + +«Ο αστυνόμος δηλαδή του δράματος». + +«Ναι, κάτι τέτοιο». + +Όλοι σκάσανε τα γέλια. + +«Ποιος είν' αυτός;» βρήκα την περίσταση και ρώτησα το Νίκο. + +«Ο ποιητής Βιδούρης». + +«Είναι ψευδώνυμο;» + +«Μισοψευδώνυμο· Βεδούρα λέγαν τον πατέρα του», μου σφύριξε ο πλαγινός +που άκουσε το ρώτημα, ένας κοντακιανός, σγουμπός νέος με ματογιάλια +και μ' ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά του όλη την ώρα. + +«Μαινάλκα! Πού βρέθηκες εδώ;» άκουσα την ίδια στιγμή πίσω μου μια φωνή +κι ο ρουμελιώτικος αχός της, που τόσο λίγο ταίριαζε στην περιοχή αυτή, +με ξάφνισε. Γύρισα κ' είδα το Νίκο να φιλιέται μ' έναν καλοκαμωμένο +και καλοντυμένο νέο· Ο ποιητής Βιδούρης με κοίταξε πάλι και δεν ξέρω +και γω γιατί χαμογέλασα. Σα να με κολάκεψε το καταδεχτικό του. Οι +άλλοι, αν έπεφτε τυχαία το μάτι τους απάνω μου, με κοιτάζανε μ' έναν +τρόπο που έδειχνε πως απορούσανε για την αδιακρισία ενός άγνωστου και +τιποτένιου νάρθη να καθήση στον κύκλο τους. Από τη στιγμή μάλιστα που +ο νιοφερμένος ήρθε και κάθησε ανάμεσα από μένα και το Νίκο, μου +φαινότανε πως χωρίστηκα ολότελα από τον κόσμο. Τόσο στενοχωριόμουν και +ξενευόμουνα. Σ' ένα τραπέζι πίσω από τον ποιητή Βιδούρη καθόταν ένας +κύριος ηλικιωμένος. Μιαδυό φορές είδα τον ποιητή που γύρισε και του +είπε κάτι, μου φάνηκε σα να του πήρε κιόλα ή τούδωσε τσιγάρο· δε +θυμούμαι. Όμως μου έκαμε εντύπωση ο τρόπος που του μίλησε. Έτσι +μιλούνε μόνο στους υπερέτες, στους υποταχτικούς. Για υπερέτης του δεν +έμοιαζε· ο τρόπος του, η φορεσιά, το ύφος του σα να πρόδινε τον +απόστρατο αξιωματικό. Ίσως νάτανε φίλος του, ίσως μόνο θαυμαστής του +και τον ακολουθούσε σα σκυλί. Ό,τι κι αν είταν, τονέ συμπάθησα τον +άνθρωπο και κάποια στιγμή δοκίμασα να σηκωθώ να πάω να καθήσω δίπλα +του, να τον παρηγορήσω και να με παρηγορήση για την αδικιά που μας +έγινε να γεννηθούμε ασήμαντοι άνθρωποι. + +Μα η συζήτηση τριγύρω μου άρχισε να σοβαρεύη και νανάβη. Ο φίλος του +Νίκου, που ήρθε και κάθησε κοντά μου, φαινότανε πως μόλις είχε ρθη από +τη Γερμανία και μιλούσε γι' αυτή μ' ενθουσιασμό που δεν τονέ +συμεριζότανε όλη η φάλαγγα. + +Όσο κι αν ξεσπάθωσε με το μέρος του ο Θέμης Φλοίσβος, οι περισσότεροι +φαινόντανε πως συμφωνούσανε με το Βελαδράπα και το σγουμπό με τα +γιαλιά, που υποστηρίζανε πως όχι μόνο το γερμανικό πνεύμα είναι +κατώτερο από το λατινικό, αλλά και πως γνήσιος κληρονόμος του +ελληνικού είναι το λατινικό. Σε κάθε λόγο των αντίγνωμων ο +γερμανόφιλος στο πλάγι μου λάγγευε, κουνούσε τον ώμο του και το σαγόνι +με σπασμούς που τον τρομάζανε κανέναν. + +«Κολοκύθια», φώναζε με τη ρουμελιώτικη προφορά του «Κληρονόμοι του +Αισχύλου και του Φειδία είναι ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Μπαίκλιν». + +«Η ιταλική αναγέννηση είναι το πρώτο ξανάζημα της αρχαιότητος, που το +χρωστά ο κόσμος στο Μιχαήλ Ψελλό και στον Πλήθωνα. Ο Σαίξπηρ είναι +μιμητής της Αναγέννησης, ο Γκαίτε αντιγραφέας», απάντησε πιο ήσυχος ο +σγουμπός με τα γιαλιά σε αλαφρό εφτανησιώτικο τόνο. + +«Ο Γκαίτε αντιγραφέας!» φώναξε ο πλαγινός μου αγριεμμένος. + +«Ο Γκαίτε είτανε μεγάλος άνθρωπος, πνευματικός αριστοκράτης, όχι όμως +και μεγάλος ποιητής», ξαναείπε ο πρώτος. + +Στο γενικό ανακάτωμα δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια γνώμη νίκησε. Ο +διπλανός μου λάγγευε, χερονομούσε νευρικά, ο Βελαδράπας είχε σηκωθή +ορθός, ο Νίκος είτανε με την ιδέα του φίλου του και τάβαλε μ' έναν +άλλον αντίκρυ. Ο ακόλουθος του Βιδούρη ζύγωσε το κάθισμά του κι άκουγε +με προσοχή. + +«Κληρονόμοι του Αισχύλου, του Νταβίντσι και του Καλδερόν είναι ο +Λεκόντ Ντελίλ, ο Ντανούντσιο κι ο Δεκάστρος», πετάχτηκε πάλι ο +σγουμπός με τα γιαλιά, που στο μεταξύ είχε σκύψει στο βιβλίο του και +φαινότανε πως δεν πρόσεχε στη συζήτηση. + +«Βρε γελοίε», φώναξε ο Θέμης Φλοίσβος, «θα συγκρίνης το Λεκόντ Ντελίλ +με τον Αισχύλο; Νάλεγες κάνε το Δάντε!». + +Ο Βελαδράπας θύμωσε: «Άκου τον κουτεντέ! Μα δεν είναι Ιταλός ο +Δάντες;» + +«Ποιος σε γέλασε;» αναταράχτηκε ο πλαγινός μου. «Ο Δάντες είναι +γερμανικής καταγωγής. Όλοι οι μεγάλοι είναι Γερμανοί, όλη η Αναγέννηση +έχει γερμανικό χαραχτήρα. Ό,τι τρανό έχει ο κόσμος είναι γερμανικό». + +Ο Βιδούρης κοίταζε μια τους συζητητές, μια τα παπούτσια του. + +«Ο Φάουστ δεν είναι η γερμανική μεταμόρφωση του Προμηθέα;» ξακολούθησε +ο πλαγινός μου. + +«Γερμανικές κουταμάρες», φώναξε ο Βελαδράπας κι ο σγουμπός γέλασε +σαρκαστικά. + +«Για πρόσεξε! Άμα μιλώ εγώ να μη γελάς». + +«Και τι είσαι συ;» + +«Σου τα βγάζω ταυτιά, αυτό είμαι». + +«Κι ο Υπεράνθρωπος στη Γερμανία βγήκε», φώναξε την ίδια στιγμή ο Θέμης +Φλοίσβος και ξύστηκε στο σβέρκο του. + +«Σώπα εσύ μπαίγνιο», του είπε ο Βελαδράπας. + +Πριν προλάβη να φυλαχτή, ένας μπάτσος του άστραψε στο πρόσωπο κ' έτσι +άξαφνα βρέθηκε αναστατωμένη όλη η φάλαγγα. Χύμησα κ' έπιασα το Θέμη +Φλοίσβο, που είχε αδράξει το Βελαδράπα από τα μαλλιά και τα τραβούσε, +σα να ήθελε να μου βγάλη την υποψία πως είτανε περούκα. Με μια +τρικλοποδιά, που του έβαλε, τον είχε ρίξει χάμω. Τούτος πάλι τον +άρπαξε από το σκοινί που είχε δεμένο στο λαιμό για λαιμοδέτη. Τρόμαξα +να τους χωρίσω. + +Αν κι ο γερμανόφιλος έβγαλε ταυτιά του σγουμπού με τα γιαλιά, δεν +έλαβα καιρό να γυρίσω να δω. Στη γενική αναμπουμπούλα, μόνο ο Βιδούρης +είχε μείνει ατάραχος στο κάθισμά του. Ξεκαρδισμένος στα γέλια, +τραβούσε από την ουρά το ζακέ του Βελαδράπα. + +Άμα ησύχασα τον άγριο δραματογράφο και γύρισα να δω τον ξάδερφό μου, +τούτος είχε πάρει το φίλο του κ' έστριβε στη γωνιά του δρόμου. Ένας +ένας φύγανε κ' οι άλλοι κ' έμεινα μόνος να βοηθήσω το Βελαδράπα να +τινάξη τα ρούχα του από τις σκόνες. + +«Να σας γνωρίσω. Ο κ. Αγγελής Πετροδίκης, Φλώρος Θυμάρης εν Αρκαδία. Ο +κύριος — », είπε ο ποιητής Βιδούρης κοιτάζοντάς με. + +«Άκουσα Βελαδράπας», μουρμούρισα, αφού είπα τόνομά μου. + +«Όχι· αυτό είναι για τη μεταξύ μας χρήση», ξαναείπε ο Βιδούρης, μας +έβγαλε με φόρα το καπέλο του και πήδησε στο αμάξι, που πήγε και του +έφερε στο μεταξύ ο παράξενος ακόλουθός του. + + + +2 + + + +Ξαναγύρισα στο Πραγματικό μου Δίκαιο και σε δυοτρείς μέρες είχα +ξεχάσει ολότελα τους ποιητικούς καυγάδες μπροστά στις ένοιες τις δικές +μου. Σε δυο βδομάδες έπρεπε νάδινα εξετάσες. Αν περνούσε καμιά στιγμή +στο νου μου ο Νίκος, τονέ φανταζόμουνα στη Σύρα να παζαρεύη τα καπνά +του. + +Θάχανε περάσει πεντέξι μέρες. Γυρίζοντας από το ξενοδοχείο, που πήγα +να φάω το μεσημέρι, έμαθα από τη νοικοκυρά μου πως ήρθε κάποιος και με +γύρεψε την ώρα που έλειπα. Το μόνο σημάδι, που μου έδωσε από τον +άγνωστο, είταν πως είχε ξουρισμένο το μουστάκι. Μου πήγε αμέσως ο νους +στο Βελαδράπα. Όταν είχα μείνει μοναχός μαζί του ύστερα από τον καυγά, +μούταξε πως θάρθη μια από κείνες τις μέρες σπίτι μου, να μου φέρη τα +κιτάπια, απόπου είχε κλέψει ο Θέμης Φλοίσβος τα περσότερα μέρη στο +δράμα του. Έτσι φοβήθηκα μην είναι αυτός, σύρτωσα την πόρτα κ' έγυρα +στο κρεβάτι μου ναναπαυτώ. + +Δίχως να το θέλω με πήρε ο ύπνος και με πήρε για να ξαφνιστώ περσότερο +και να πεταχτώ τρομαγμένος από ένα τράνταγμα της πόρτας. Έτρεξα εκεί +διστάζοντας αν πρέπη νανοίξω ή όχι. + +«Έλα τώρα, αστείε· άνοιξε· μέσα είσαι», γνώρισα τη φωνή του Νίκου. + +Δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια, σαν άνοιξα την πόρτα. Είταν ο Νίκος +δίχως το μουστάκι του. + +«Τι γελάς, χάχα;» μου είπε, μ' έσπρωξε και τράβηξε και κάθησε στο +κρεβάτι μου, πετώντας στο τραπέζι το καπέλο του με κίνημα, που πρώτη +φορά το παρατηρούσα σ' αυτόν και που δε φαινότανε να τόχε ακόμα +μαθημένο καλά. + +«Δε σε περίμενα πως θάχες τόσο εμπορικό μυαλό. Ε, βγάλαμε πολλά; Με +γεια τα ρούχα κιόλας. Συριανά είναι;» + +Δε μου απάντησε. Πήρε την εφημερίδα από το τραπέζι και την έφερε κοντά +κοντά στα μάτια του, μισοκλείνοντάς τα. + +«Μπα! Έγινες και κοντόφταλμος στη Σύρα;» + +Δε με πρόσεξε πάλι. Λάγγεψε μόνο, κουνώντας νευρικά ώμο και σαγόνι +μαζί. Σαν είδα πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα, πήρα και γω το βιβλίο +μου και κάθησα κοντά στο παράθυρο. + +Πέρασε λίγη ώρα δίχως μιλιά. + +«Να, δες τα πάλι!» Σηκώθηκε άξαφνα πετώντας την εφημερίδα και +χτυπώντας με το χέρι το τραπέζι. + +Ξαφνίστηκα: «Τι είναι;» ρώτησα. + +«Όλο στη Γαλλία, όλο με τη Γαλλία!» + +«Τι έκαμε η Γαλλία;» + +«Να, τα θωρηχτά τα στέλνουνε να καθαριστούνε κει». + +«Πού ήθελες να πάνε;» + +«Στη Γερμανία». + +«Γιατί; Καθαρίζουνε καλήτερα στη Γερμανία;» + +«Βέβαια καλήτερα. Όλα τα κάνουνε καλήτερα στη Γερμανία. Μα εμείς όλο +με τη Γαλλία. Από τη Γαλλία παραγγελίες, από τη Γαλλία αναμορφωτές, +γαλλικές στολές ο στρατός, γαλλικό συρμό ο κόσμος, γαλλικά στα +σκολειά, γαλλικά μιλεί η καλή κοινωνία, γαλλική επιστήμη, γαλλική +φιλολογία. Γι' αυτό είμαστε σε τέτοιο χάλι». Σηκώθηκε και περπάτησε +θυμωμένος πέρα δώθε: «Πότε θα νοιώση τέλος αυτός ο τόπος πως του +χρειάζεται να μπάση λίγο γερμανικό πνεύμα!» + +«Ώστε είσαι με το γερμανικό κόμμα. Δε μου λες αλήθεια, έφαγες καμιά +προχτές και συ;» τονέ ρώτησα. + +Δεν απάντησε. + +«Κι ο γερμανομανής ο φίλος σου πώς λέγεται;» + +«Ποιος απ' όλους;» + +«Εκείνος που ήρθε ύστερα και κάθησε κοντά μας». + +«Διαμαντής Πάλας». + +«Έξυπνος φαίνεται». + +«Το δυνατότερο μυαλό της ρωμιοσύνης». + +«Στη Γερμανία σπούδασε;» + +«Τώρα θα πάη». + +«Τι θα σπουδάση;» + +«Τη ζωή». + +«Είναι πολύ φίλος σου;» + +«Πνευματικός φίλος. Διανοητική αλληλεγγύη έχουμε». + +Μου αποκρινότανε περπαντώντας πάντα πέρα δώθε. Αυτή τη φορά παρατήρησα +πως δεν πέταξε το τσιγάρο του ύστερα από λίγες ρουφηξιές· κόντευε +μάλιστα να του κάψη τα δάχτυλα. Το ίδιο, όταν τα πρόσεξα καλήτερα, μου +κάμαν εντύπωση τα ρούχα που φορούσε. Ούτε καινούργια φαινόντανε, ούτε +καλά κομμένα στο κορμί του. Έρριξα μια ματιά και στο καπέλο του, απάνω +στο τραπέζι, και μου φάνηκε πως είταν η ίδια η σταχτιά ρεπούμπλικα με +τους πλατιούς γύρους, που φορούσε εκεί όξω στο ποιητικό συνέδριο ο +πνευματικός φίλος του, ο Διαμαντής Πάλας, καθώς τον είπε. Όλ' αυτά με +κάμανε να υποψιαστώ και να το βρω λιγάκι αφύσικο πως γύρισε τόσο +γλήγορα από το ταξίδι του. Μου πέρασε στο νου πως όλη η ιστορία του +ταξιδιού είτανε μονάχα ποιητική φαντασιοπληξία, μύθος που τον έπλασε +μονάχα για να με ξαφνίση. Θυμήθηκα τη φορτωτική που είχε ξεχάσει στη +βαλίτσα και το πως δεν ήξερε να μου πη πόσες οκάδες καπνά είχε· και +γέλασα μέσα μου με την αφέλεια που είχα να τα πάρω μετρητά. + +«Λοιπόν πώς πέρασες στη Σύρα; Δε μου είπες», τονέ ρώτησα και γω για να +παίξω. + +«Ποια Σύρα; Απόψε φεύγω για τη Σύρα», απάντησε δίχως να σταθή. + +«Απόψε! Πού είσουνα τόσες μέρες;» + +Με κοίταξε: «Αύριο πηγαίνουν τα καπνά. Να φύγω απόψε, τα προφτάνω». + +Το είπε τόσο σοβαρά που φουρκίστηκα. + +«Έλα, άσ' τα χωρατά. Τι γούστο βρίσκεις να μου πουλάς τέτοια +παραμύθια;» είπα βαριεστισμένος αληθινά να χάνω την ώρα μου και γύρισα +τα μάτια στο βιβλίο. + +«Τι παραμύθια! Σου είπα φεύγω απόψε, θέλω μάλιστα να με δανείσης ένα +εικοσιπεντάρικο. Γι' αυτό ήρθα», είπε σταματώντας και κοιτάζοντάς με. + +«Πού να το βρω;» + +«Τότε πώς να κάμω; Αύριο στις δέκα πρέπει νάμαι στη Σύρα». + +«Ας έφευγες την ημέρα που ήρθες, πρι να φας τα ναύλα σου». + +«Για να μη φύγω, θα πη πως έπρεπε να μείνω», είπε σοβαρά. + +Γέλασα. + +«Μη γελάς. Σήκω γλήγορα και βρες μου το εικοσιπεντάρικο. Πρέπει να +φύγω δίχως άλλο». + +Και ξακολούθησε να επιμένη. Έσκυψα κ' έκανα πως διάβαζα. Μα είταν +αδύνατο να του γλυτώσω. Μου πήρε το βιβλίο από τα χέρια. + +«Το εικοσιπεντάρικο και χάθηκα», μου είπε. + +Έμπλεξα. Αφού τον παίδεψα κάμποσο κι αφού μου έταξε πως θα μου το +στείλη αμέσως από τη Σύρα, αποφάσισα να του το δώσω με τον όρο να μου +δείξη πρώτα τη φορτωτική από τα καπνά. Κ' έτσι σηκώθηκα να πάμε στο +ξενοδοχείο που καθότανε. Πήρα το καπέλο μου και τράβηξα κατά την +πόρτα. + + — «θέλω μια χάρη ακόμα», μου είπε σταματώντας με· «να μου δανείσης το +παλτό σου». + +«Είναι γαλλικού συρμού και δε σου κάνει», απάντησα. + +«Έλα. άσ' τις αηδίες». + +Έρριξε το μάτι γύρω για να δη που το είχα κρεμασμένο. + +«Είναι παλιό», του ξαναείπα. + +«Έλα τώρα, γελοίε, βγάλ' το· τόχεις στο ντουλάπι». + +Άνοιξα τα ντουλάπι και βεβαιώθηκε πως δεν είταν εκεί. + +«Θα τόχης στο ράφτη, μπαγαπόνταρε. Πάμε να το πάρουμε». + +«Άντε πάμε». + +Το είχα κάτω από το μαξιλάρι μου, για να το κάνη πιο ψηλό, κ' έτσι +γλύτωσε. + + + +3 + + + +Σε δυο βδομάδες έδωσα εξέτασες κι αντίς το λίαν καλώς που καρτερούσα +το λιγώτερο, ξαφνίστηκα ακούγοντας πως έπρεπε να ξαναπαρουσιαστώ +ύστερα από έξι μήνες. Δε μου ναυαγούσανε μόνο τόσα άλλα όνειρα, μα +έχανα και την ελπίδα να ψαρέψω με το δίπλωμα καναδυό κατοστάρικα από +τον πατέρα μου και να ξοφλήσω κάποιους λογαριασμούς. Μέσα σ' αυτούς +είταν και το εικοσιπεντάρικο που δανείστηκα για να δώσω του Νίκου. Δεν +μου έμενε άλλο μέσο παρά να γράψω τουτουνού να με δανείση τώρα καμιά +διακοσαριά δραχμές από τα κέρδη του κ' έτσι να βγω από τη δύσκολη τη +θέση που βρέθηκα. Έστειλα το γράμμα και περίμενα. Ξαφνίστηκα όταν +έλαβα μια κάρτα του από τη Σμύρνη. Πώς βρέθηκε εκεί, μου έλεγε πως θα +μου το γράψη αργότερα· μου ζητούσε μόνο να του στείλω αμέσως πενήντα +φράγκα στόνομα κάποιας Μαριγώς ή Κατίνας Χασάπη, δε θυμούμαι καλά. +Ανάγκη μεγάλη μούγραφε, που δεν παίρνει αναβολή. + +Άλλη τόση αναβολή όμως έπαιρνε κ' η δική μου ανάγκη. + +Δεν μπορούσα να μείνω άλλο στην Αθήνα. Μα πάλι πώς να παρουσιαστώ στο +σπίτι μου και με τι πρόσωπο να βγω στον κόσμο στον τόπο μου; Στην +απελπισία μου ήρθε μια ιδέα. Να πάω για κανένα μήνα στους γονιούς του +Νίκου, όσο να κρυώση το πράμα. Η μάννα του Νίκου είταν αδερφή της +δικής μου κι ο πατέρας του, άνθρωπος αγαθός καθώς τον ήξερα, μου +παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα σαν ο μόνος συγγενής που θα μπορούσε να +νοιώση τη στενοχώρια μου. Κοντά σ' αυτό, στον τόπο που καθόντανε αυτοί +με γνώριζε τόσο λίγο ο κόσμος, ώστε για την ώρα γλύτωνα από κάθε +ενόχληση. Πούλησα λοιπόν ό, τι μπορούσα από τα πράματά μου, δανείστηκα +λίγες δραχμές από ένα φίλο μου, κ' έτσι πήρα το βαπόρι κ' έφτασα στο +μικρό τον τόπο που κατοικούσαν οι θειοί μου. + +Με δεχτήκανε χαρούμενοι και με βάλανε στην κάμαρα του Νίκου. Τους +διηγήθηκα το πάθημά μου κι ο θειος μου δέχτηκε να μεσιτέψη στον πατέρα +μου. Ύστερα από τόση στενοχώρια κι από την κλεισμάρα της μελέτης +τόσους μήνες, η ησυχία που βρήκα εκεί είτανε σωστό ξανάσασμα. Το +χινόπωρο είτανε κιόλας ήμερο και το μέρος όμορφο, στην άκρη από τη +θάλασσα. Δε μετάνοιωσα που ήρθα και γλήγορα θαύρισκα το θάρρος και την +όρεξη να ξαναρχίσω το διάβασμα, αν από την πρώτη κουβέντα που άνοιξα +με τη θεια μου δε μου φανερωνότανε πως και δω δε βασίλευε η ησυχία που +φαινότανε. + +«Εμπόριο λοιπόν ο Νίκος», της είπα, σα μείναμε μοναχοί την άλλη μέρα +του ερχομού μου. + +Αναστέναξε: «Εμπόριο στη φυλακή». + +«Στη φυλακή;» + +«Τι, δεν τα ξέρεις;» μου είπε. «Δε σου τόπε ο Νίκος γιατί πήγε στη +Σύρα;» + +Τότε έμαθα πως καθαυτό αφορμή του ταξιδιού του Νίκου δεν είταν το +εμπόριο. Τον περασμένο χρόνο που είταν έφεδρος, αποσπασμένος στην +αστυνομία της Σύρας, είχε δείρει κάποιον εκεί και κείνος τον +κατάγγειλε. Του ήρθε λοιπόν η κλήση να πάη να δικαστή. Σα θα πήγαινε +που θα πήγαινε, κατέβηκε του πατέρα του η ιδέα να πάρη μερικά καπνά +μαζί του. Η μητέρα του αντιστάθηκε, μα δεν την ακούσανε. Τώρα ήρθανε +όπως τα φοβότανε. Εδώ κ' ένα μήνα τους έγραψε ο Νίκος πως τονέ βάλανε +δεκαπέντε μέρες φυλακή κ' έτσι δεν μπόρεσε ακόμα να φροντίση για τα +καπνά. Από τότε δεν τους ξανάγραψε. + +«Είπες τον είδες στην Αθήνα που πέρασε. Πόσες μέρες κάθησε;» με ρώτησε +η θεια. + +«Ή μια ή δυο· να σου πω σε γελώ. Είμουνα σκοτισμένος με το διάβασμα». + +«Τι μια ή δυο; Μια βδομάδα ύστερα από την ημέρα που έφυγε αποδώ ήρθε +άνθρωπος από την Αθήνα και μας είπε πως τον είδε κει ακόμα». + +Δεν απάντησα για να μην μπερδευτώ. + +«Δε φταίει αυτός· φταίει ο πατέρας του. Και νάταν καν μοναχά ο δικός +μας ο καπνός! Μα αυτοί πήγανε και μπλεχτήκανε και με τον κόσμο». + +Και μου διηγήθηκε πώς καταφέρανε δυοτρείς άλλους που είχαν απούλητα +καπνά και τους τα πήρανε βερεσέ. Αυτή χάλασε τον κόσμο να τους πείση +να μην το κάμουνε, μα στάθηκε αδύνατο. + +Την άλλη μέρα πάλι εκεί που τρώγαμε ήρθε η κουβέντα του Νίκου. + +«Να μη μας ξαναγράψη εκείνο το παιδί!» είπε ο θειος. + +«Καρτέρα», απάντησε η θεια· «τα καπνά είναι χαμένα. Τήρα μοναχά πώς θα +ξεμπλέξουμε με τον κόσμο, που θα γυρεύη τα λεφτά του». + +«Δε μ' αφίνεις και συ! Σαν και θα πης ποτέ καλό λόγο. Όλο στο κακό +πάει ο νους σου!» + +Εκείνη θέλησε να ξαναπή κάτι, μα ο θειος την έκοψε με θυμό: + +«Άσ' την αυτή την κουβέντα!» + +«Αυτή η γκρίνια της μ' έκαμε και καταστράφηκα», γύρισε σε μένα ο +θειος, άμα η θεια βγήκε όξω: «Ό,τι κι αν έπιανα, να κάνω, όλο το +ενάντιο μούλεγε. Θα χάσης, θα ζημιωθής, θα μας χαντακώσης, με +τρωγότανε πάντα. Πάντα το κακό. Όσο πούρθε κι αυτό στο τέλος. Έτσι και +τώρα που είπα να βάλω σε μια σειρά αυτό το παιδί. Αφού δεν ήθελε να +κάμη εδώ το δικηγόρο, αφού δεν μπορέσαμε να το καταφέρουμε να πάρη τη +θέση που του βρήκαμε, ας δοκιμάση, είπα, κάνε το εμπόριο, σαν είδα που +είχε όρεξη. Μπας κ' έμπαινε σε δρόμο, μπας και γλυκαινότανε στον παρά +κι άφινε τα γραψίματα και τις φυλλάδες, που δε βγάζουνε καρβέλι». + +«Έχει πολλά καπνά μαζί του ο Νίκος;» ρώτησα. + +«Τρισήμισυ χιλιάδες οκάδες». + +«Και πόσα μπορεί να βγάλη;» + +«Σα σταθή άξιος, και τέσσερες και πέντε χιλιάδες δραχμές». + +«Μπράβο!» + +«Αμ' τι λες;» είπε ο θειος κι αστράψανε τα μάτια του. + +«Ώστε είναι γερή δουλειά;» + +«Μα αν δεν είτανε, θαποφάσιζα να μπερδευτώ;» + +«Ο Νίκος μου είπε πως θα τα μοιράσετε όσα βγάλη». + +«Δε ντρέπεσαι! Έτσι του είπα για να τονέ βάλω στο φιλότιμο. Μου φτάνει +εμένανε ό, τι αξίζει ο δικός μου ο καπνός, κι αν του πάρω και καμιά +χιλιάδα ακόμα να πλερώσω κάτι κουτσοχρέη στο παζάρι». + +Κι ο θειος ρούφηξε το κρασί του, ενώ η θεια, που μπήκε μέσα στο μεταξύ +και ξανακάθησε στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι της. + +«Θα μ' αφήσης, γυναίκα; δε βαστιέσαι!» φώναξε θυμωμένα κ' έκαμε +νακκουμπήση το ποτήρι του στο τραπέζι. + +Μα το ποτήρι σκόνταψε και το κρασί χύθηκε στο τραπεζομάντηλο. + +«Γούρι, θα πουληθούνε τα καπνά», είπα, εκεί που η θεια με την +ψυχοπαίδα της πήρανε και σκουπίζανε το τραπέζι. Η όψη τον θειου +ξαστέρωσε πάλι με το λόγο μου. + +Παρόμοια μαλλώματα γινόντανε συχνά, σχεδόν κάθε φορά που ερχότανε η +ομιλία για την επιχείρηση του Νίκου. Από αυτά και από τις κουβέντες με +τη θεια μου έμαθα πως από το καλό αποτέλεσμα της επιχείρησης +κρεμόντανε περσότερα ζητήματα απ' όσα μου είπε ο θειος· να +σουβατισθούνε οι τοίχοι του σπιτιού, που τα σανίδια ξεβγαίνανε παντού +από τις τρύπες των τσατμάδων, να διορθωθούνε τα ξεχαρβαλωμένα τα +παράθυρα, να στεριωθή η κουζίνα και το παράρτημά της, που προσθετά +καθώς είταν από τον καιρό που μεταφερθήκανε από την αυλή, όπου +βρισκόντανε στα παλιά τα χρόνια, είχανε ξεκολλήσει από τάλλο σπίτι και +γέρνανε κατά την αυλή στηριγμένα προσωρινά με δυο χοντρούς πάλους. Και +κοντά σ' αυτά έπρεπε να δοθή και μέρος για το προικιό που είχανε τάξει +της Μαρίας, της ψυχοπαίδας του σπιτιού. + +Ο Νίκος είταν το μονάκριβο αγόρι των γερόντων. Είχαν ακόμα μια κοπέλα, +μα είταν από χρόνια παντρεμμένη μ' έναν υπομοίραρχο και μαλλωμένη με +τους γονιούς της. Ο θειος είταν ακόμα έμπορος, απάνω στις δόξες του, +όταν την πάντρεψε κι ο γαμπρός άφησε την προίκα στα χέρια του. Μα η +γκρίνια της θειας, που κατάστρεψε τον άντρα της, ρούφηξε μαζί και την +προίκα του υπομοίραχου κ' ύστερα από πολλούς καυγάδες συμβιβάστηκε +τούτος να του δίνουνε χρονικής το μισό εισόδημα από το μοναχό χτήμα +που είχε απομείνει της θειας. Το εισόδημα εκείνης της χρονιάς είτανε +κάπου χίλιες οκάδες καπνός, που τον είχε κι αυτόνε μαζί του ο Νίκος. +Κ' έτσι ένας από τους πολλούς που καρτερούσανε από την επιχείρηση +είτανε κι ο υπομοίραρχος. + +Τούτα μου τα διηγήθηκε η Μαρία, που είτανε περσότερο σαν κόρη του +σπιτιού παρά σαν υπερέτρια. Την είχε πάρει η θεια μου από μικρή που +ορφάνεψε, με το σκοπό να την παντρέψη. Μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά και +στατυχήματα της θειας στάθηκε πιο πονετική από την κόρη της. Θα +κόντευε τα εικοσιπέντε χρόνια και δε γύρεψε ποτέ τη δούλεψη της, δε +μελέτησε για παντρειά. Κρατούσε όλο το σπίτι μοναχή, περνούσε με τη +θεια όλες τις πίκρες και τις στενοχώριες. Γι' αυτό κ' η θεια, όταν +τέλος στρέχτηκε να δώση τα καπνά από το χτήμα της, έβαλε όρο σε πατέρα +και γιο πως το πρώτο μερδικό από το κέρδος θα μπη στην τράπεζα για την +προίκα της Μαρίας. + +Η Μαρία είταν ήσυχο, ήμερο, απλό κορίτσι. Ούτε όμορφη, ούτε άσκημη. +Την ήξερα από μικρός που ερχόμουνα με τη μάννα μου στη θεια, κ' είχε +μαζί μου τόσο θάρρος, ώστε σαν τέλειωνε το βράδι τη δουλειά της στην +κουζίνα, έπαιρνε το πλέξιμό της και ρχότανε μέσα στην κάμαρά μου και +κουβεντιάζαμε. Τι λέγαμε; Πες τίποτα. Ό,τι μπορεί να πη κανείς με μια +κοπέλα, που μοναχή σκοτούρα της έχει το πλύσιμο, το μαγεριό, το +σάρωμα, το στρώσε ξέστρωσε. Για όλα αυτά μου διηγότανε, για τις +στενοχώριες του σπιτιού και το περσότερο τι γινότανε στη γειτονιά και +τι ακουγότανε στη χώρα. Απ' αυτή έμαθα πώς το λέγανε το νόστιμο +κορίτσι που καθότανε καρσί, τίνος είτανε το άλλο που καυγάδιζε ολημέρα +με τις γειτόνισσες, για ποια περνούσε ο ένας κι ο άλλος νέος, ποια +είχε προίκα πιο πολλή και ποια τους πιότερους εργολάβους. Δίχως να +ξέρω καλά τα πρόσωπα, σε λίγες μέρες ήξερα τη ζωή όλου του τόπου. Κι +όσα περσότερα μάθαινα, τόσο περσότερα ρωτούσα. Η Μαρία είχε ανάγκη να +διηγάται και γω ανάγκη να μιλώ με κάποιον. Άλλον κανένανε δε γνώριζα +στον τόπο. Δυοτρείς δικούς του θειου μου μόνο, μα ηλικιωμένους· και τι +νάλεγα με δαύτους στον καφενέ, που τους έσμιγα κάποτε; Καναδυό νέοι +σπουδαστές, που είχα γνωρίσει από το Νίκο άλλοτες, λείπανε τώρα. Σιγά +σιγά είχα ξεθαρρέψει πάλι με τα βιβλία μου, μα όρεξη σωστή για +διάβασμα δεν είχα. Ο νους μου χρειαζότανε ακόμα κάποιο ξέσκασμα, που +δεν μπορούσα να το βρω ούτε στους καυγάδες του σπιτιού, που όλο κι +αψώνανε όσο δεν ερχότανε μήνυμα από το Νίκο, ούτε στα σκέδια που μου +κατάστρωνε ο θειος μου πώς μπορεί να καλλιεργηθή μεθοδικώτερα το χτήμα +της γυναίκας του. Απ' όλα αυτά μου είτανε πιο ευχάριστες οι φλυαρίες +της Μαρίας. Κι αν κάποτες ο θειος τραβούσε περσότερες μαστίχες στην +αγορά και τα σκέδιά του ανοίγανε πλατύτερα φτερά το βράδι στο τραπέζι, +αν κανένα σπουδαίο περιστατικό της μέρας του έδινε αφορμή να με μπάση +βαθύτερα στον κομματικό οργανισμό του τόπου, ή αν το μάλλωμά του με τη +θεια έφτανε ως το σημείο να την πιάσουν αυτή τα νεύρα της και να +χρειαστή τα γεροκόμια της Μαρίας, η κάμαρα του Νίκου, που πήγαινα να +κοιμηθώ, μου φαινότανε σαν άδεια. Γελούσα ο ίδιος με τον εαυτό μου σαν +το κατάλαβα πόσο είχα συνηθίσει τη Μαρία. + +Είπα όμορφη δεν είταν. Ο τρόπος της δεν είχε καμιά χάρη, το ντύσιμο +της απελπιστικό· όπως μπουγάδιαζε στο πλυσταριό, όπως δούλευε στην +κουζίνα ερχότανε στην κάμαρά μου. Όμοια οι κουβέντες της άχαρες· τα +ίδια και τα ίδια πάντα. Τι εύρισκα σ' αυτές; τι μου άρεσε; Είχα κάμει +από τα παράθυρα εργολαβίες με πιο όμορφες κοπέλες, μπορεί να είχα +κρυφοσμίξει και καμιά σε κάνα απόμερο ή σε σκοτεινή μπασιά τη νύχτα. +Όμως πρώτη φορά βρισκόμουνα μονάχος με κορίτσι και μιλούσα έτσι φανερά +και λεύτερα μαζί του. Κι αυτό με ξάφνιζε. Μ' ευχαριστούσε να νοιώθω +κοντά μου το θηλυκό, νακούω φωνή γυναίκεια να μιλή. Κ' η Μαρία +μιλούσε. Σκυφτή στο πλέξιμο της φλυαρούσε. Κι όταν πάλι σώπαινε και +στη σιγή της κάμαρας δεν ακουγότανε άλλο από τις βελόνες της κι από το +τσιτσίρισμα της λάμπας, μ' έπιανε κάτι σαν ανησυχία κάποτε. Μιαδυό +φορές σήκωσε άξαφνα τα μάτια και μ' έπιασε να την κοιτάζω. Μου φάνηκε +σα να στενοχωρήθηκε. Ένα άλλο βράδι χαμογέλασε. Κι ως τόσο δεν +κουνήθηκα. Μια μέρα πάλι ήρθε ξαφνικά στην κάμαρά μου. Εκεί που έπλενε +της μπήκε μια αγγίδα στο χέρι, η θεια δεν έβλεπε καλά, και δίνοντάς +μου μια βελόνα, με παρακάλεσε εμέ να της τη βγάλω. Την κάθισα στον +καναπέ δίπλα μου και πήρα το ανασκουμπωμένο μπράτσο της στα γόνατά μου +για να μου δώση χέρι καλήτερα. Έβαλε τάλλο το χέρι της στον ώμο μου κι +ακκούμπησε κει το κεφάλι. Έκαμα την εγχείριση, γύρισα και την κοίταξα +και την άφησα να ξαναπάη στη δουλειά της. Πολλή ώρα ύστερα ένοιωθα το +ανατρίχιασμα από το γγίξιμο, άκουγα στο μάγουλό μου το γαργάλισμα από +την ανάσα της. Είχα τόσο τη ντροπή, το φόβο της γυναίκας; Δεν το +πιστεύω. Είταν ο σεβασμός στο σπίτι που με φιλοξενούσε, είταν τα όσα +άκουσα από τη θεια για τη Μαρία, που με κρατούσανε; Μπορεί. Κοντά σ' +αυτά όμως ο τρόπος της Μαρίας είχε κατιτίς παράξενο, το μάτι της κάτι +ξερό και θλιβερό μαζί. Πολλές φορές, εκεί που φλυαρούσε και +μωρολογούσε, κοβόταν άξαφνα η όρεξη της και σώπαζε. Έτσι που με +ξάφνιζε και μ' ενοχλούσε. Μα τόβρισκα και φυσικό. Γιατί όσο κι αν η +θεια, με όλη την αναγνώριση που της είχε, θαρρούσε την αφοσίωση της +Μαρίας σα φυσική υποχρέωση στο σπίτι, όπου μεγάλωσε κ' έφαγε το ψωμί +του, όμως κ' εμένα δε μου φαινότανε λιγώτερο φυσικό, πως ένα κορίτσι +δεν παρατούσε τον εαυτό του δίχως καμιά θλίψη ολότελα. + +Θάχε περάσει κοντά μήνας από τότε που ήρθα κι ο Νίκος ούτε φαινότανε +ούτε ακουγότανε. + +«Δεν είναι από καλό του», έλεγε πάντα η θεια, σαν ερχότανε η κουβέντα +του. + +Ο θειος είτανε πιο πολύ αισιόδοξος. Πότε υποψιαζότανε πως θα μπήκε για +περσότερο καιρό στη φυλακή και ντράπηκε να το γράψη, πότε πάλι πίστευε +πως καρτερεί να πουλήση τα καπνά σε καλή τιμή και νάρθη να τους +ξαφνίση με τα χρήματα. Η Μαρία άκουγε δίχως να μιλή. Μου έρριχνε +κάποτε καμιά λοξή ματιά μονάχα. + +Ένα βράδι, που είχε ξανασυζητηθή το πράμα στο τραπέζι, σαν ήρθε ύστερα +μέσα στην κάμαρα, μου είπε άξαφνα κοιτώντας με στα μάτια: + +«Να σε ρωτήσω κατιτίς, θα μου πης την αλήθεια;» + +Αν ξέρω, θα σου την πω», αποκρίθηκα. + +«Στη ζωή σου;» + +«Στη ζωή μου». + +«Έχει ο Νίκος καμιά αγαπητικιά στην Αθήνα;» + +Δεν πιστεύω — δεν ξέρω». + +«Δεν μπορεί, θα ξέρης. Μούκαμες όρκο τη ζωή σου. Πες μου το· μη +φοβάσαι, δεν το λέω της θειας». + +Με ξανακοίταξε με τέτοιον τρόπο, που αν ήξερα πράγματι, θα της τόλεγα. + +«Στην Αθήνα όχι», απάντησα. + +«Στη Σύρα;» + +«Πού να ξέρω!» + +«Ξέρεις και δεν το λες. Γι' αυτό κάθεται κει». + +Έσκυψε στο πλέξιμό της. + +«Πάνε τα καπνά», μουρμούρισε σε λίγο. + +«Και γω φοβούμαι, πάνε», μου έφυγε και μένα ο λόγος. + +Γύρισε και με κοίταξε δίχως να μιλήση. + +Θυμήθηκα πως περίμενε κι αυτή το μερδικό της από τα καπνά κι όσο κι αν +είμουνα βέβαιος πως δεν το πολυπίστευε, όμως μετάνοιωσα που της έκοψα +έστω και μια μικρή μονάχα ελπίδα. Θέλησα να σκεπάσω το λάθος μου, +γυρίζοντας την κουβέντα σταστεία: + +«Εγώ σου είπα ό, τι ήξερα σ' ότι με ρώτησες. Θα μου πης και συ να σε +ρωτήσω;» της είπα. + +Με κοίταξε: + +«Τι;» + +«Εσύ δεν αγαπάς κανένανε;» + +Κοκκίνησε και ξανάσκυψε στη δουλειά της. + +«Ντρέπεσαι να το πης· σ' έπιασα». Σηκώθηκα και τη ζύγωσα. + +Δεν κουνήθηκε. Της έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι και την +κοίταξα στα μάτια: + +«Κάποιον αγαπάς». + +Με κοίταξε αμίλητη. + +«Κάποιον αγαπάς», ξαναείπα και έσκυψα πιότερο απάνω της. + +Μια τρυπησιά, που μούδωσε στο χέρι με τη βελόνα της, μ' έκανε να της +αφήσω το κεφάλι και να καθήσω στην καρέκλα μου. + +Σηκώθηκε κ' έφυγε δίχως να μου κάμη το κρεβάτι καθώς πάντα. Την άλλη +μέρα μου φάνηκε πως είτανε θυμωμένη. Όμως το βράδι ξαναήρθε και +φλυάρησε στην κάμαρα του Νίκου. + +Ο θειος με πήρε ένα απόγεμα και πήγαμε στο χτήμα της θειας καμιά ώρα +όξω από τη χώρα. Είτανε ζεστή χινοπωριάτικη λιακάδα, ο κάμπος +χλοϊσμένος, ήσυχος, ο κόσμος όργωνε, έσπερνε, τα κοπάδια βοσκούσαν κ' +έτσι άνοιξε περσότερο η διάθεση του θειου. Εκεί μου ανάπτυξε και μου +ξήγησε επιτόπια τις μεταρρύθμισες που είχε στο νου του. Μου μιλούσε +για σπίτια, για μαντριά, για ξεχερσώματα, γι' αυλάκια και χαντάκια, +γι' αλώνια και για λιάστρες και για στέρνες και δεν ξέρω για τι άλλο +με τόση ζωηράδα, σα να τάβλεπε πραματικά μπροστά του. Έδειχνε τη θέση +του καθενός, περίγραφε τη λειτουργία του, λογάριαζε τα έξοδα, τα +έσοδα, τα κέρδη. Εγώ εννοείται δεν έβλεπα άλλο από μια ξυλάστρα σε μια +λαγκαδιά με ράχες χαμηλές όλο και πέτρα γύρω, ένα μισογκρεμισμένο +σπίτι, ένα πηγάδι μ' ένα φράξο δίπλα του και μ' έναν άδειον +περιστεριώνα, ένα ξερόρεμα στο σύνορο και κει κοντά σ' ένα γούπατο +βαρκό μιαν άπλα με κλήματα, που κρεμόντανε απάνω τους τα τελευταία +κίτρινα φύλλα. Κατάλαβα πως είταν η σταφίδα, που μου είχε πει η Μαρία +πως τη φυτέψανε, όταν οι άλλοι λογαριάζανε να ξεριζώσουν τις δικές +τους, κ' η θεια κλαιγότανε πως το καλλιέργημά της τρώει διπλά έξοδα +από τα έσοδα που δίνει. + +Αφού ο θειος μου έκαμε καφέ και για να με περιποιηθή καλήτερα έκοψε κ' +ένα πεπόνι από τα κρεμασμένα στο ταβάνι του σπιτιού, αφού τάγισε +έπειτα και το σκύλο που είχε κει για να του φυλά το χτήμα, με πήρε και +με πήγε μισή ώρα μακρήτερα ίσια με τη μάννα του νερού, που ερχότανε, +καθώς μου είπε, από το ποτάμι που περνούσε πίσω από τις ράχες. Σε +κάποια βραδινή κουβέντα μας πριοτήτερα μου είχε αναπτύξει ένα άλλο +σκέδιο γενικώτερο· πώς θα μπορούσε να ποτιστή όλος ο κάμπος από το +νερό της μάννας. Σ' αυτό το σκέδιο βάσιζε το πρόγραμμά του μια φορά +που γύρεψε να γείνη δήμαρχος στον τόπο. Μα τα κόμματα δεν τον αφήσανε +να βγη. Τον πολεμήσανε. Αυτόν τον πόλεμο και το ναυαγισμένο σκέδιό του +ξαναθυμήθηκε και τώρα και με την ομιλία αυτή γυρίσαμε στο σπίτι. Είχε +νυχτώσει καλά κ' η θεια μας καρτερούσε ανήσυχη γιατί είμαστε χωρίς +παλτά. Τα βράδια είταν κρύα. + +Ο θειος, κουρασμένος καθώς είτανε, νύσταξε γλήγορα ύστερα από το φαγί. +Πέρασα και γω στην κάμαρά μου. Ζέστα γλυκειά κι αναλαμπή από τη γωνιά +με ξαφνίσανε, καθώς άνοιξα την πόρτα. + +Η Μαρία ήρθε αποπίσω με τη λάμπα. + +«Σαν έλειψες, σφουγγάρισα την κάμαρα και σου άναψα λίγη φωτιά για να +στεγνώση», είπε αφίνοντας τη λάμπα στο τραπέζι. + +Γύρισα και την κοίταξα. Μου φάνηκε σαν αλλοιώτικη. Είχε ριγμένο στις +πλάτες της ένα κόκκινο σαλάκι. Και της πήγαινε. Έβαλα το χέρι μου στον +ώμο της κ' έκαμα να τη φέρω πιο κοντά μου. + +«Δεν έστρωσα της θειας ακόμα», είπε και τραβήχτηκε. + +Δεν έκαμα να την κρατήσω. Όσο να γυρίσω εκείθε, είχε κλείσει την πόρτα +πίσω της. Φουρκίστηκα με τον εαυτό μου. Να την αφήσω να μου φύγη! +Άκουγα τα πατήματά της όξω στο σαλότο, που πήγαινε κ' ερχότανε, κι +ανατρίχιαζα προσμένοντας νανοίξη η πόρτα και να ξανάμπη με το πλέξιμό +της, όπως κάθε βράδι. + +Μα άξαφνα η θεια της φώναξε από μέσα: «Δεν ακούς, μωρή; Βροντάει κάτω +η αυλόπορτα». + +Στάθηκα μια στιγμή τεντώνοντας το αυτί. Έπειτα πετάχτηκα κι άνοιξα την +πόρτα μου, την ώρα που η Μαρία έτρεξε προς την μπασιά. + +«Ο Νίκος θάναι», μου είπε η θεια βγαίνοντας από την άλλη πόρτα: + +«Πάει η οργισμένη δίχως φως. Δεν παίρνεις από μέσα το λυχνάρι;» + +Πήγα στην κουζίνα και το πήρα και βγήκα στην ταράτσα. Προτίμησα να +φέξω από κει στην αυλόπορτα. Καθώς έπεσε το φως κάτω, μου φάνηκε πως +είδα έναν ίσκιο που έσπρωχνε τη Μαρία από πάνω του. + +«Έλα φέξε μας στη σκάλα», είπε μια φωνή. Είτανε του Νίκου. + +Πήγα με το φως στη σκάλα. Ο Νίκος μπρος και πίσω του η Μαρία ανέβαζαν +ένα μπαούλο. Παραμέρισα και περάσανε. + +«Την έφαγες, ε; Μήτ' ένα δίπλωμα δεν είσαι άξιος να πάρης, κακομοίρη!» +είταν ο πρώτος λόγος του Νίκου, μόλις άφησε το μπαούλο στην κορφή της +σκάλας: «Έλα, βόηθα και συ· κουράστηκα», είπε και πήρε το φως από τα +χέρια μου. + +Μπάσαμε με τη Μαρία μέσα το μπαούλο και κείνος ακολούθησε. Η μητέρα +του ξαφνίστηκε καθώς τον είδε: + +«Μπα, παιδί μου, θέατρο γίνηκες!» του είπε. + +Κατάλαβα πως εννοούσε το ξουρισμένο μουστάκι του: + +«Είναι μόδα τώρα Θεια», της είπα. + +Ο Νίκος δεν έδωσε απόκριση και τράβηξε στην κάμαρα του: + +«Μου άναψες και φωτιά· καλά μου έστρωσες εδώ», μου είπε ρίχνοντας +ματιά στη Μαρία, που έτρεξε κοντά του και τονέ ρώτησε αν έφαγε. + +«Όχι· έχετε τίποτες;» της είπε. + +«Αυγά θα σου τηγανίσω». + +Δεν της απάντησε. «Πώς την έπαθες, βρω κουτεντέ;» γύρισε πάλι σ' +εμένα. + +«Να σου τηγανίσω αυγά;» ξαναρώτησε η Μαρία. + +«Τηγάνισε ότι διάολο θέλεις». Κάθησε στον καναπέ, πετώντας το καπέλο +του στο τραπέζι. + +Ο θειος τον άκουσε φαίνεται από μέσα και του φώναξε. + +«Τι ρεκάζει, Δεν έρχεται δω;» είπε ο Νίκος. + +«Είναι πεσμένος», του είπε η μάννα του — «έλα μια στιγμή μέσα να σε +δη». + +«Αύριο με βλέπει· τώρα είμαι κουρασμένος». Ξαπλώθηκε καλήτερα στον +καναπέ. + +Ο πατέρας του ξαναφώναξε από μέσα. + +«Δεν τονέ λυπάσαι γέροντ' άθρωπο να τονέ σηκώσης από το στρώμα», του +ξαναείπε η μάννα του. + +«Με σκότισε κι αυτός και συ κατάλαβες;» Γύρισε κατά τη φωτιά, +μουρμουρίζοντας κάτι, στίχους μου φάνηκε. + +Ο πατέρας του δεν ξαναφώναξε κι ο Νίκος έμεινε λίγες στιγμές στην ίδια +θέση. Έπειτα σηκώθηκε άξαφνα και τράβηξε προς την τραπεζαρία. Η μάννα +του τον ακολούθησε και η περιέργεια μ' έσπρωξε κ' εμέ να πάω κοντά +τους. + +Οι γέροι δεν είχανε ξεχωριστή κρεββατοκάμαρα και κοιμόντανε στην +τραπεζαρία. Ένα καντήλι τη φώτιζε θαμπά από το τζάκι και καθώς μπήκα, +είδα το θειο ανακαθισμένο στο στρώμα του δίπλα στη γωνιά. Φορούσε το +νυχτικό άσπρο σκούφο του κ' είχε ριχτή στους ώμους μια παλιορόμπα. + +«Καλώς ώρισες», είπε του Νίκου. + +Τούτος αφού του έδωσε το χέρι, κάθισε στον καναπέ. Η μάννα του και γω +σταθήκαμε κοντά στην πόρτα κι αποπίσω μου έτρεξε η Μαρία από το +μαγεριό. + +Πέρασε μια στιγμή αμίλητη. + +«Ε, τι χαμπέρια;» είπε τέλος ο θειος. + +Ο Νίκος δεν απάντησε. + +«Πώς πέρασες στο ταξίδι;» + +«Καλά», μουρμούρισε ο Νίκος. + +Πέρασε πάλι μια στιγμή δίχως να πη τίποτε κανείς. + +«Και τα καπνά — ; Τα πούλησες καλά;» ρώτησε πάλι ο πατέρας του. + +«Πούλησα ένα μέρος», είπε ο Νίκος. + +«Και τάλλα;» + +«Τάφησα». + +«Πού; σε ποιόνε τάφησες;» + +«Σ' άνθρωπο δικό μου». + +«Πάνε τα δόλια τα καπνά», αναστέναξε ο θειος χτυπώντας τα χέρια. + +Η θεια σταύρωσε τα δικά της κ' έσκυψε το κεφάλι. «Σε ποιόνε τάφησες, +μωρέ; Πού τάφησες; Στη Σύρα;» ξαναρώτησε απελπισμένα ο πατέρας του. + +«Μαρία! Διάολε! Φέρε μου να φάω», φώναξε ο Νίκος. + +Η Μαρία έτρεξε στο μαγεριό. + +«Δε φταις εσύ· έχει δίκιο η μάννα σου. Εγώ δε βάζω ακόμα γνώση. Μα δε +σε πάντεχα τόσο μαγκούφη», ξαναφώναξε ο θειος. + +«Σώπα, κάνε μου τη χάρη· δεν ήρθα για καυγάδες», είπε ο Νίκος ατάραχα. + +Η Μαρία ήρθε και κατέβασε τη λάμπα, που κρεμότανε στη μέση της κάμαρας +απάνω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Είταν η λάμπα που είχε στο μαγαζί του +ο θειος τον καιρό που είταν έμπορος. + +«Δε μου λες κάνε πόσα πούλησες και πόσα άφησες, προκομμένε», ρώτησε ο +γέρος. + +«Μέσα έχω τη σημείωση· αύριο τη βλέπεις», απάντησε ο Νίκος. + +Η Μαρία άναψε τη λάμπα κ' έκανε να βάλη το γιαλί. + +«Τι αύριο, διάολε!» θύμωσε ο πατέρας του: «Δεν ξέρεις πόσα πούλησες; +Πόσα λεφτά έφερες;» + +«Να φάω πρώτα και σου λέω», ξαναείπε ο Νίκος ήσυχα. + +«Τήρα αυτάδεια! Να φάη πρώτα ο γάιδαρος!» φώναξε ο θειος και τινάχτηκε +ορθός. + +Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός με ορμή. Μα καθώς έκαμε να περάση, σκούντησε +με τον αγκώνα τη Μαρία και τουτηνής της έφυγε το γιαλί από το χέρι κ' +έπεσε κομάτια απάνω στο τραπέζι. + +«Σ' τον πήρε ο διάολος τον κέφαλο και σένανε! Δεν τηράς μπροστά σου· +μπας και σου φύγη λόγος!» φώναξε πάλι ο θειος και χύμησε απάνω της με +σηκωμένο χέρι. + +Η θεια μπήκε στη μέση. Ο Νίκος γλύστρησε στο μεταξύ από την πόρτα. Τον +ακολούθησα στην κάμαρά του. + +«Πώς φέρνεσ' έτσι στον πατέρα σου;» έκαμα να του πω. + +«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», μου απάντησε απότομα: «Πότε θα ξαναδώσης +εξέτασες;» + +«Άμα ξαναπάς και συ για εμπόριο». + +Γελάσαμε κ' οι δυο. Έβγαλε κι άναψε τσιγάρο. + +Η Μαρία ήρθε να του βάλη τραπέζι: «Πήγα ναν τη φάω εγώ», του είπε. + +«Οι γυναίκες είναι για να δέρνουνται. Φέρε γλήγορα να φάω». + +«Φαίνεσαι που έρχεσαι από την Ανατολή», του είπα. + +Σεργιάνισε στην κάμαρα κοιτάζοντας χάμω. + +«Είναι όμορφη η Σμύρνη;» τονέ ρώτησα σαν έφυγε η Μαρία. + +«Γιατί δε μούστειλες τα χρήματα, παλιάθρωπε;» είπε σταματώντας. + +«Γιατί δεν είχα». + +«Δεν ξέρεις τι μου χάλασες!» Ξανασεργιάνισε πέρα δώθε. + +«Μα πώς βρέθηκες ξαφνικά στη Σμύρνη;» + +«Σωστό ρομάντσο, τραγικό ρομάντσο». + +Η Μαρία, μπαίνοντας με το φαγί, τον έκοψε. Κάθησε στο τραπέζι κι +άρχισε να τρώη. + +«Τι μου τόφερες έτσι το τυρί;» της φώναξε άξαφνα. «Θες να σ' το πετάξω +στο κεφάλι; Δεν ξέρεις πως το θέλω ξεροτηγανισμένο;» + +«Εσύ με βίασες. Ναν το ξαναβάλω στη φωτιά». + +Η Μαρία έκαμε να πάρη το πιάτο. + +«Έλα, άσ' το. Φέρε μου κρασί». + +Η Μαρία πήγε κ' έφερε τη μπουκάλα. + +«Αυτό έχει μοναχά;» της είπε ο Νίκος, σαν είδε πως δε γέμισε καλά το +ποτήρι. + +«Καλά που έμεινε κι αυτό· πού να το ξέραμε πως θάρθης, να παίρναμε +πιότερο». + +«Δεν έπαιξε το μάτι σου; Δεν καρτερούσες τίποτες;» + +Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια. + +«Σα μ' άφησες δίχως κρασί, θα τα πετάξω στη φωτιά και γω», είπε ο +Νίκος αδειάζοντας το ποτήρι. + +Ο πατέρας του, που δεν έπαψε να τρώγεται μέσα με τη θεια, τη στιγμή +αυτή φώναξε δυνατότερα. + +«Θα μου βγάλη το φαγί από τη μύτη!» είπε ο Νίκος κι άφησε με βρόντο το +ποτήρι στο τραπέζι. + +«Δεν πιστεύω νάκλεισε το κρασοπουλιό καρσί· δος μου να πάω να γεμίσω +την μποτίλια», είπε η Μαρία. + +Σα να μην την πρόσεξε. Έμεινε λίγες στιγμές συλλογισμένος: «Στάσου +πρώτα», είπε κ' έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε ένα μάτσο +χαρτονομίσματα, κράτησε μερικά — εικοσιπεντάρικα μου φανήκανε — κ' +έδωσε τάλλα της Μαρίας: «Σύρε μέσα δος του τα, να συχάση». + +Η Μαρία τα πήρε και βγήκε. + +«Θα τονέ δης που θα σωπάση», γύρισε και μου είπε εμένα. + +«Πούλησες λοιπόν καπνά;» τονέ ρώτησα. + +Ξακολούθησε το φαγί του δίχως ναπαντήση. + +Η Μαρία ξαναήρθε σε λίγο. + +«Ε, τι είπε;» ρώτησε ο Νίκος. + +«Γύρεψε και του πήγα το κερί. — Να πάω για κρασί τώρα;» είπε η Μαρία +και πήρε τη μπουκάλα: «Ας έβγη ένας σας να σταθή στην ταράτσα· μοναχή +φοβάμαι». + +Σηκώθηκα, άδραξα την μποτίλια από το χέρι της και βγήκα. + +Άμα γύρισα, βρήκα τη Μαρία που σήκωνε τα πιάτα. + +«Καθένας νοιώθει τον προορισμό του», είπε ο Νίκος και με κοίταξε με +χαμόγελο: «Τη ζωή δεν τη γελάς». + +«Καλά· μα δε μας λες λοιπόν πώς πέρασες στη Σμύρνη;» + +«Υπέροχα. Σαν όνειρο». Σώπασε μια στιγμή και με κοίταξε: «Νέος +κόσμος», ξακολούθησε, «τρανός κόσμος. Οι τούρκοι είνε λαός κυρίων. +Είχε δίκιο ο Μπίσμαρκ. Εκεί ένοιωσα τι θα πη κύριος. Να μην είμαι +τούρκος!» + +Η Μαρία, που μπήκε κείνη τη στιγμή με δυο ποτήρια στο χέρι, τον +κοίταξε ξαφνισμένα. Απίθωσε τα ποτήρια στο τραπέζι και τα γέμισε +κρασί. + +«Ναι, τούρκος! Ανώτερος λαός, αριστοκράτης», ξαναείπε ο Νίκος πίνοντας +από το ποτήρι του. + +«Γνώρισες πολλούς τούρκους;» τονέ ρώτησα. + +«Τι, είναι τούρκοι στη Σύρα;» πετάχτηκε η Μαρία. + +«Τούρκοι μονάτοι· μέρος τούρκικο δεν είναι;» + +«Ώστε σου αρέσανε· λαός πολιτισμένος, ε;» τον κοίταξα γελώντας. + +«Τι θα πη πολιτισμός;» θύμωσε· «η ευρωπαϊκή οχλοκρατία; Η κατάπτωση, η +παρανόηση της ζωής; Των ωρών ο γύρος στην Ασία θα σταματήση». Άδειασε +το ποτήρι του και γύρεψε από τη Μαρία και του το ξαναγέμισε. + +«Έμεινες πολύ στην Αθήνα τώρα;» ρώτησα. + +«Ούτε ανέβηκα· θάτανε τέλεια απογοήτεψη έπειτα από το δράμα της +Ιωνίας. Έπρεπε ναπομονωθώ». + +Η Μαρία έστεκε και τον κοίταζε. + +«Ε, Μαρία, τι κάθεσαι; Δεν πας να κοιμηθής; Δε σου έφερα τίποτες. Μην +καρτεράς», της είπε. + +«Καρτερώ να μου πης πού να σου στρώσω», μουρμούρισε η Μαρία. + +«Πού αλλού από το κρεββάτι μου;» + +Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε. + +«Κοιμούμαι δω στον καναπέ», είπα. + +«Όχι, φίλε μου· δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλονε στην ίδια κάμαρα. — +Στρώσε στη σάλα». + +Η σάλα είταν πλαγινά στην κάμαρά του κ' η Μαρία μπήκε κει να συγυρίση. +Ο Νίκος σηκώθηκε και περπατούσε: + +«Είταν αποκάλυψη αυτό το ταξίδι. Πρέπει να μετουσιωθή σ' ένα έργο», +είπε σα μονολογώντας. + +«Ρομάντσο ή — », έκαμα να τονέ ρωτήσω. + +«Δράμα, δράμα· είταν τόσο τραγικό». + +«Καμιά ερωτοδουλειά;» ρώτησα σιγά, όταν η Μαρία έφυγε από τη σάλα. + +«Κι αυτό μαζί· όλος ο κόσμος· εκεί ένοιωσα τον Μπάιρον. Πρέπει να +νικηθή η Μοίρα». + +«Διηγήσου μου λοιπόν». + +«Τι να σου διηγηθώ! Δε διηγούνται αυτά. Τα ζει κανένας μόνο· τα +αισθάνεται. Είναι δράμα, σου είπα. Πρέπει να μονωθώ και να το γράψω. +Τι είναι αυτή η Ανατολή!» + +«Καμιά χανούμισσα;» + +«Κι αυτή. Είναι πολλά· αδιήγητα». + +Η Μαρία ξαναήρθε μέσα. + +«Δε σου είπα διάολε! δε σου τάφερα. Μην καρτεράς». + +«Ήρθα να σου στρώσω καθαρά σεντόνια», είπε κείνη μουδιασμένα. + +Ο Νίκος περπάτησε πάλι πέρα δώθε, κοιτάζοντάς την που συγύριζε το +κρεββάτι του. Μα σε λίγο, σα να του ήρθε ξαφνική ιδέα. + +«Φέξε μου δω», μου είπε εμένα κ' έκαμε κατά την πόρτα. + +Πήρα τη λάμπα και πήγα κοντά του στο σαλότο. Άνοιξε εκεί το μπαούλο +του, έψαξε μέσα σ' ένα ανακάτωμα από ασπρόρρουχα πλυμένα κι άπλυτα, +χαρτιά, παπούτσια, κ' έβγαλε ένα δεματάκι. + +Γυρίσαμε στην κάμαρα. + +«Έλα να σ' τα δώσω», είπε της Μαρίας. + +«Τάφερες;» είπε κείνη γελαστή, απλώνοντας το χέρι. + +Ο Νίκος ξετύλιξε το δέμα: «Έλα, άπλωσε το πόδι σου», της είπε. + +Η Μαρία κατέβασε τα μούτρα: «Δε σου είπα γω παντόφλες», μουρμούρισε. + +«Για δες τις πρώτα», είπε ο Νίκος κρατώντας τις ψηλά μπροστά της. + +Είταν ένα ζευγάρι χρυσοκεντημένα πασουμάκια. + +«Έλα, φόρεσέ τις». + +«Έτσι;» είπε η Μαρία κ' έδειξε τα πόδια της. Είτανε ξυπόλυτη, καθώς +σφουγγάρισε. + +«Έτσι τις φορούν οι τούρκισσες». + +Η Μαρία τις φόρεσε και περπάτησε στην κάμαρα, κοιτάζοντας τα πόδια +της: «Ίσα ίσα μούρχονται», είπε με χαμόγελο: «Μα εγώ σου είπα +παπούτσια», ξαναμουρμούρισε κοιτάζοντας το Νίκο. + +«Σα δε σ' αρέσουνε, φέρ' τις πάλε δω», έκαμε θυμωμένα εκείνος. + +Δεν τον πρόσεξε. Τις έβγαλε, τις κοίταξε, τις ξανακοίταξε και τις +φόρεσε πάλι και κοίταξε τα πόδια της: «Έτσι τις φορούν αλήθεια οι +τούρκισσες;» είπε. + +«Έτσι», αποκρίθηκε ο Νίκος. + +«Βγαίνουν έτσι στο δρόμο;» + +«Οι τούρκισσες δε βγαίνουνε στο δρόμο». + +«Τότες πού τις είδες;» + +«Στα μπαλκόνια, στις αυλές τις είδα». + +Η Μαρία τον κοίταξε. + +«Στάσου μια στιγμή», της είπε ο Νίκος. Μπήκε στη σάλα, ξέστρωσε το +σεντόνι από τον καναπέ και γύρισε και την τύλιξε μ' αυτό, αφίνοντας να +φαίνουνται μόνο τα μάτια της κ' οι άκρες από τα πασουμάκια: «Σύρε δες +μέσα στον καθρέφτη», της είπε· «έτσι είναι οι τούρκισσες». + +Πήρε τη λάμπα και της έφεξε. Η Μαρία στάθηκε αντίκρυ στον καθρέφτη και +κοιτάχτηκε μια στιγμή: + +«Και δε σκιάζουνται τα παιδιά που τις βλέπουν;» είπε πετώντας το +σεντόνι αποπάνω της. + +Ο Νίκος δεν απάντησε. Σεργιάνιζε στη σάλα. + +Η Μαρία, αφού ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη στρίβοντας τα πόδια για να +τα δη πώς φαίνουνται κι από τις φτέρνες, κάθησε κάτω κ' έβγαλε το ένα +πασουμάκι: «Με το χέρι είναι κεντισμένο· στον κατηφέ», είπε +κοιτάζοντας το. «Πόσο έχουνε;» ρώτησε το Νίκο. + +«Τι σε μέλει; Σ' αρέσουνε μονάχα;» της είπε κείνος. + +Η Μαρία ξαναφόρεσε το πασουμάκι και σηκώθηκε. Ο Νίκος πήρε τη λάμπα +και ξαναήρθαμε στην κάμαρά του: + +«Σύρε κοιμήσου τώρα», της είπε, «κι αύριο — » + +«Κι αύριο τι;» Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια. + +«Άντε τώρα», τη σκούντησε. + +Έκαμε να φύγη, μα την κράτησε. «Στάσου πρώτα», της είπε, την πήρε στη +σάλα, της μουρμούρισε κάτι και γύρισε σε με. + +Τον κοίταξα. Γέλασε κι άδειασε το ποτήρι του. + +Σε λίγο μπήκε η Μαρία μέσα σκεπασμένη πάλι με το σεντόνι. Με κοίταξε +κατάματα, κούνησε το κεφάλι και γύρισε κ' έφυγε από την πόρτα. + +Άρχισα να τα χάνω λιγάκι. + +«Έτσι την είδα», μου είπε σιγαλά ο Νίκος, «έτσι απάνω κάτω. Γυρίζω με +τόνειρο σπασμένο. Μα πρέπει να νικηθή η Μοίρα». Γέμισε πάλι το ποτήρι +κ' ήπιε. + +«Μα λέγε μου λοιπόν, ποια είδες έτσι;» τονέ ρώτησα. + +«Τι να σου πω! Δεν τάδες;» + +«Τι να δω;» + +«Τα πασουμάκια». + +«Πού ταγόρασες;» + +«Ηλίθιε!» + +«Τότε πού τα βρήκες;» + +«Νάξερες τι ιστορία έχουνε! Να μπορούσα να σου την πω!» + +«Νισάφι· πες λοιπόν!» + +«Τι να σου πω! Την ξέρεις την Κόρη των Αθηνών του Μπάιρον;» + +Κούνησα το κεφάλι για να γλυτώνω. + +«Ε λοιπόν, την είδα ζωντανή», μου είπε κοιτάζοντάς με. + +«Τη Μαριγώ Χασάπη;» ρώτησα γελώντας. + +«Τη σκλάβα, τη σωστή γυναίκα. Έζησα μια τραγωδία. Να μούστελνες τα +χρήματα — ». + +«Τι θάκανες;» + +Δε μου απάντησε. Κάθησε μπροστά στο τραπέζι με σκυμμένο το κεφάλι. + +«Είναι το μόνο σημείο που συμφωνώ με το Σοπενάουερ», γύρισε και μου +είπε άξαφνα σε λίγο. + +Τον κοίταξα. + +«Δεν αρκούνε δυο θέλησες», ξακολούθησε, «χρειάζεται κ' η θέληση του +Παντός. Κ' έτσι αρχίζει η τραγωδία της ζωής. Ο αγώνας με τη Μοίρα. +Ήρωας είναι όποιος τη νικά. Αυτό θάναι το δράμα μου». + +Έσκισε δυοτρείς φορές αμίλητος την κάμαρα κ' έπειτα στάθηκε μπροστά +μου: «Έλα, πιε», είπε γεμίζοντας τα ποτήρια. «Στη θύμησή της! Του +ποιητή του είναι δοσμένο να γεύεται τις τραγικότητες. Γι' αυτό ζει +στόνειρο· με τους ίσκιους, με τις προβολές της βάναυσης ζωής. Η ζωή +χωρίς την τραγικότητα είναι πλήξη. Έλα, πιε στη θύμησή της!» + +Ήπιαμε. + +«Θα μου πης λοιπόν την ιστορία;» έκαμα να του πω. + +«Ο ποιητής δε βεβηλώνει το είναι του. Πιε, πιε μονάχα». + +Μα η μπουκάλα είχε αδειάσει. + +«Σύρε ξαναγέμισέ τη», μου είπε όταν το παρατήρησε. + +«Θα κλείσανε τώρα», του απάντησα. + +Ξαπλώθηκε στον καναπέ κ' έμεινε αμίλητος. Δοκίμασα να τον ξαναρωτήσω +κάτι, μα δε μου έδωσε απόκριση. Τέλος βαρέθηκα και γω και προτίμησα να +τον αφήσω να ησυχάση. + + + +5 + + + +Είταν αργά άμα σηκώθηκα την άλλη μέρα. Είχα ξυπνήσει την αυγή, μου +φάνηκε πως άκουσα μιλήματα μέσα στην κάμαρα του Νίκου, μα η νύστα μου +νίκησε την περιέργεια και ξανάκλεισα τα μάτια. + +Άμα ντύθηκα, έκαμα να μπω στην κάμαρα του Νίκου, μα η πόρτα είτανε +συρτωμένη από μέσα κ' έτσι πήγα στην τραπεζαρία. Βρήκα τη θεια +καθισμένη με τη ρόκα της κοντά στη φωτιά και σκουντουφλιασμένη. +«Παρακάτσατε τη νύχτα με τον προκομμένο», με ρώτησε σε λίγο αφού +κάθησα εκεί κοντά της· «τι σούλεγε;» + +«Τίποτες· κουβεντιάζαμε», της είπα: «Πού είναι τος; δεν ξύπνησε +ακόμα;» + +«Σύρε μέσα να τονέ δης' κλειδώθηκε· δεν άφησε ούτε τον πατέρα του να +μπη». Αναστέναξε: «Κλειδώθηκε και γράφει με τη λάμπα. Τον πειράζει ο +ήλιος, λέει, κ' έκλεισε το παραθύρι. Κάποιος λέει νάχη τον ήλιο κι +αυτός καίει φως μέρα μεσημέρι. Και νάτανε κάνε φτηνό και το +πετρέλαιο». + +Η Μαρία μου έφερε καφέ. Η όψη της γελούσε. Τον άφησε στο τραπέζι και +γύρισε να φύγη. + +«Έλα δω, μωρή· τι κάνει μέσα;» της φώναξε η θεια. + +«Ξέρω γω; Σαν και ξαναπήγα μέσα;» είπε η Μαρία αδιάφορα. + +Γύρισα και την ξανακοίταξα. Είτανε χτενισμένη, πιο συγυρισμένη και στα +πόδια της φορούσε τα πασουμάκια. + +«Είδες τι της έφερε;» μου είπε η θεια. + +«Όμορφα είναι», μουρμούρισα. + +«Μούφερε και τα παπούτσια· με κουμπιά και με λουστρίνι», είπε +γελούμενα η Μαρία: «Να τα φέρω να τα δης;» + +Και βγήκε γλήγορα χτυπώντας τα τακούνια από τα πασουμάκια. + +«Μου πήρε ταυτιά από την αυγή με το βρόντο· μα ας τα χαρή μια μέρα η +κακομοίρα. Κορίτσι είναι κι αυτή», είπε η θεια. + +Η Μαρία γύρισε, με τα παπούτσια. Είταν από τα έτοιμα που πουλούνε στο +Αναβρυτήριο + +«Καλά δεν είναι;» + +Τα πήρα κ' έκαμα πως τα κοίταζα: «Ωραία είναι», της είπα. + +«Σαν κοντά μου κάζονται· δε σε στενεύουνε;» ρώτησε η θεια. + +«Αμπά! Σα νάτανε παραγγελιά. Να δης να τα φορέσω». + +Μου τάδραξε από το χέρι. Μα μόλις κάθησε να τα φορέση, ο Νίκος τη +φώναζε από μέσα. Τάφησε κ' έφυγε γλήγορα. + +Κάθησα να πιω τον καφέ μου και πήρα την εφημερίδα από το τζάκι. Της +θειας της άρεσε νακούη τα νέα κι αν και μου είταν κάπως βαρετό να +κάθουμαι να της ξηγώ κάθε φράση που διάβαζα, όμως για χάρη της θυσίαζα +πρόθυμα μια ώρα κάθε πρωί. + +Εκεί που άρχισα να της διαβάζω, η Μαρία μας έκοψε, ξαναμπαίνοντας μέσα +με δυο κονίσματα στα χέρια της. + +«Τι είν' αυτά, μωρή;» ρώτησε η θεια. + +«Μου τάδωσε ναν τα φέρω δω· δεν τα θέλει μέσα, λέει. Είναι ανεβασμένος +στο τραπέζι και θέλει να κατεβάση και το κονοστάσι». Η φωνή της Μαρίας +έτρεμε. + +Η θεια πετάχτηκε άγρια στην πόρτα: «Σύρ' τα πάλι μέσα», είπε της +Μαρίας, «βάλ' τα γλήγορα κει που είτανε. Όσο είμαι ζωντανή, το ορίζω +γω το σπίτι μου». + +«Μαρία! Έλα πάρε κι αυτά, μην τα πετάξω απ' το παράθυρο», φώναξε από +την κάμαρά του ο Νίκος, ενώ η μάννα του έβγαινε στο σαλότο. + +«Θα σε πετάξω πρώτα εσένα εγώ απ' το σπίτι, γάιδαρε», του φώναξε κ' η +μάννα του και χύμησε να μπη στην κάμαρα. + +Ο Νίκος πρόλαβε κ' έκλεισε την πόρτα: «Έλα, Μαρία, παρ' τα· αλλιώς θα +τα πετάξω κάτω, σου είπα», ξαναφώναξε από μέσα. + +Η Μαρία έκαμε να πάη από την άλλη πόρτα, μα η θεια την άρπαξε: + +«Μην πειράξης, κακομοίρη, τίποτας, γιατί τζογάπι δε μου δίνεις. Βάλε +πάλι τα κονίσματα στον τόπο τους, μην πας γυρεύοντας για μεγαλήτερα». + +Ξαναχτύπησε δυνατά την πόρτα. + +Μα αντίς νανοίξη αυτή, ακούστηκε νανοίγη το παράθυρο. + +«Θα τα πετάξη αλήθεια», μουρμούρισε η Μαρία, σμίγοντας τα χέρια +μπροστά στο στήθος κ' έτρεξε στο παράθυρο του μαγεριού. + +Χύμησα κ' έπιασα τη θεια, που αγρίεψε περσότερο και χτυπούσε +δυνατότερα την πόρτα, βρίζοντας ολοένα. + +«Τα πέταξε», μου έκαμε νόημα η Μαρία, βγαίνοντας από το μαγεριό και +τρέχοντας στη σκάλα. + +«Έλα, άσε τον το ζουρλό, δεν τα πετά· έτσι το κάνει», γύρεψα να +ησυχάσω τη θεια. + +«Θα τον πετάξω όξω απ' το σπίτι μου. Θα φέρω την εξουσία», φώναζε +κείνη. + +Τρόμαξα να την μπάσω στην τραπεζαρία. Έπεσε τρέμοντας στον καναπέ. Την +έπιασε το νευρικό της, καθώς τόλεγε. + +Έτρεξα να κράξω τη Μαρία, ναρθή να τη βοηθήση. Τη βρήκα που ανέβαινε +τη σκάλα κρατώντας το κονοστάσι που είχε πετάξει ο Νίκος από το +παράθυρο. «Θα ρίξη ο θεός φωτιά να μας κάψη», μου είπε με δάκρυα, +δείχνοντας ένα κόνισμα σπασμένο στη μέση. + +Το άδραξα από το χέρι της και το απίθωσα χάμω: «Μην πης πως τα +πέταξε», της είπα σιγαλά και την έσπρωξα στην τραπεζαρία, μπαίνοντας +και γω μαζί της. + +Πέρασε ώρα ως που να ησυχάση λίγο η θεια. Κόντευε πια μεσημέρι. Ξάφνω +θυμήθηκα το κονοστάσι, που είχα αφήσει πριν όξω από την πόρτα και πήγα +να το πάρω, μην τόβρη ο θειος που θαρχότανε κ' έχουμε νέες φασαρίες. +Το πήρα κι αυτό και το σπασμένο κόνισμα και πήγα στην κουζίνα να τα +κρύψω. Έβαλα το κονοστάσι μέσα στο κασόνι με τα κάρβουνα, το κόνισμα +όμως δίσταζα να το πετάξω εκεί. Καθώς κρατούσα τα κομάτια του και τα +κοίταζα, ξαφνίστηκα. Τα ταίριασα κι αν είχα τα χέρια μου άδεια, θάκανα +αλήθεια το σταυρό μου. Τόσο παράξενος μου φάνηκε ο άγιος που είτανε +ζωγραφισμένος εκεί. Φορούσε μακριά αρβανίτικη φουστανέλα ίσια με το +γόνα και ψηλή τουρλωτή φέσα. Δε θυμούμαι καλά αν είχε τσαρούχια και +βλαχόκαλτσες ή τουζλούκια. Απάνω από το κεφάλι του διάβασα τα λόγια «ο +άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων». Δεν μπόρεσα να μη γελάσω κ' η Μαρία +που ήρθε άξαφνα στην κουζίνα μ' έπιασε με το χαμόγελο. + +«Γελάς», μου είπε· «δε λες θα μας οργιστή ο θεός; Είδες πώς τόκαμε; Να +μη στοχάζεται την αμαρτία!» Δίπλωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος: «Δεν +τάκουσες εψές; Γίνηκε τούρκος. Τώρα έχει ένα μακρί τσιμπούκι και +καπνίζει». + +«Δε φορεί και φέσι;» ρώτησα. + +Δε μου απάντησε. Στάθηκε μια στιγμή: «Δε με κάνει και μένα τούρκισσα», +είπε τινάζοντας γοργά από τα πόδια της τα πασουμάκια: «Δεν τα +ξαναφορώ, δεν ξαναπηγαίνω μέσα!» + +«Μην τα ξαναφοράς, μην ξαναπάς μέσα», της είπα σιγαλά κ' έπιασα το +χέρι της. + +Δε σήκωσε τα μάτια από χάμω. + +«Κοίτα, άκου με, Μαρία», της ξαναείπα· «να, κρύψε πουθενά το κόνισμα, +μην το δη η θεια. Κ' ύστερα, πάρε και ποδέσου ταχτικά, σα φρόνιμο +κορίτσι που είσαι». + +Μου έρριξε μια ματιά σαν ξαφνισμένη, πήρε το κόνισμα κι άφησε το χέρι +μου. + + + +6 + + + +Όταν ήρθε ο θειος το μεσημέρι, βρήκε ησυχασμένη τη θεια. Είτανε +πεινασμένος, μα φαινότανε χαρούμενος. Αφού ρώτησε πώς το κάμανε το +κρέας και βίασε τη Μαρία να βάλη γλήγορα τραπέζι, άρχισε να διηγάται +πόσους ξεπλήρωσε όξω στην αγορά με τα χρήματα που είχε φέρει ο Νίκος. +Η θεια έκανε πως δεν τον άκουγε. Μόνο σαν της είπε πως πλήρωσε και στο +εμπορικό εκείνα που είχε ψουνίσει αυτή, γύρισε και τον έκοψε: + +«Δέκα δραχμές τις έβαλε; Ενιά κι ογδοήντα είτανε. Να πας να τις +γυρέψης πίσω τις δυο δεκάρες». + +«Καλά, θα πάω», της απάντησε ο θειος και ξακολούθησε την κουβέντα του, +δίχως να προσέχη στο μουρμούρισμά της: + +«Ξανάσανα λιγάκι», είπε τέλος γυρίζοντας σε μένα. + +«Τώρα νακούσουν κ' οι άλλοι πως γύρισε ο έμπορας και θα ιδής +ξανάσασμα», ξαναπετάχτηκε η θεια από την άκρη της. + +«Σώπα, γριά, μη σεκλετίζεσαι κι όλα θα κονομηθούνε. Δεν αφίνει κανέναν +ο θεός να πάη χαμένος», της απάντησε ήσυχα ο θειος: «Ο Νίκος πού +είναι; Δε βγήκε όξω;» ρώτησε τη Μαρία, που ήρθε κ' έβαζε τραπέζι. + +«Μέσα είναι», είπε κείνη. + +«Άντε φέρε το φαγί και πες του κι αυτουνού ναρθή να φάμε». Πήγε κ' +έπιασε τη θέση του στην κορφή του τραπεζιού. + +Κάθησα και γω στη δική μου, προσμένοντας με κάποια ανησυχία νέα +ταραχή, άμα θάκουγε ο θειος πως δεν έρχεται ο γιος του στο τραπέζι. Η +Μαρία έφερε το φαγί και κάθησε κι αυτή, αφού περίμενε να καθήση πρώτα +η θεια. + +Ο θειος πήρε να σερβίρη κατά τη συνήθεια του, όταν άνοιξε η πόρτα και +παρουσιάστηκε ο Νίκος. Στάθηκε μια στιγμή, πήγε κ' έρριξε μια ματιά +όξω από την τζαμόπορτα του μπαλκονιού κ' ύστερα ήρθε και κάθησε στη +θέση του αμίλητος και σοβαρός. Είτανε φρεσκοξυρισμένος. Καθώς μπήκε +στην πόρτα, η μακριά ζακέτα που είδα πως φορούσε, μου θύμησε το +Βελαδράπα. Μα όταν κάθησε, είδα πως είταν κατακαίνουργη. Κι ο +λαιμοδέτης του της ώρας και δεμένος σφιχτά, στενόμακρα, καθώς είταν +τότε η μόδα. + +«Μπα πανάθεμα τα χαμπέρια σου, Νίκο!» φώναξε ύ θειος» σαν τον είδε από +κοντά, καθώς κάθησε δίπλα του: «Εψές δε σε πρόσεξα. Έτσι έρχεσαι από +τη Σύρα; Ή σημέρα το ξούρισες;» Και γέλασε. + +«Πώς, δε σ' αρέσω;» του είπε ο Νίκος, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο και +κοιτάζοντάς τονε λοξά και με χαμόγελο. Έπειτα έκαμε ένα σπασμό με το +σαγόνι του και γύρισε στο φαγί του. + +Μ' εμάς τους άλλους δεν άλλαξε ούτε λόγο· ούτε μας έρριξε ολότελα +ματιά. Μα μια κίνηση του χεριού, που μου θύμησε τον ποιητή Βιδούρη, +μας έδειξε μονάχα ένα ασημένιο βραχιόλι που φορούσε κάτω από το +μανικέτι του. Σε καναδυό ρωτήματα του πατέρα του απάντησε ξερά, +λακωνικά κι αφού άδειασε το πιάτο του και το ποτήρι, σηκώθηκε. + +«Αχά, πού πας;» τονέ ρώτησε ο θειος. + +«Έχω δουλειά μέσα», είπε. + +«Πότε θαδειάσης, που σε θέλω;» + +«Σαν αποφάς, έλα φώναξέ με». + +Έφυγε. Η μάννα του ούτε γύρισε να τον κοιτάξη όλη την ώρα, ούτε έβγαλε +κι αυτή λόγο από τα στόμα της. + +Μου είτανε τόσο στενόχωρα εκεί μέσα, που μόλις σηκωθήκαμε από το +τραπέζι, πήρα το καπέλο μου και βγήκα όξω. + +Καθώς μπλέκανε τα πράματα, δεν είχα πια ελπίδα να μεσιτέψη ο θειος μου +και να καταφέρη τον πατέρα μου να με ξαναστείλη στην Αθήνα. Στο +τελευταίο γράμμα του που είχα λάβει, μου το ξέκοψε· έπρεπε να πάω να +μείνω στο σπίτι όσο νάρθη η ώρα για να ξαναδώσω εξέτασες· θα +προτιμούσα βέβαια νάμενα στου θειου, μα τώρα που ήρθε ο Νίκος πώς να +μείνω; Αν έλεγα, θα μου δίνανε την καμαρούλα, που κοιμότανε η Μαρία. +Μα διάβολος βαστούσε ολημέρα σε μια τρύπα; Κ' έπειτα θα μπορούσα να +βρω ησυχία μέσα σε τόσες φασαρίες; Το βρήκα λοιπόν καλήτερο να γυρίσω +σπίτι μου. Είχα δει πως ο Νίκος κράτησε κάμποσα χρήματα κ' είπα πως +μπορούσε να μου δώση το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστούσε κ' έτσι να +φύγω. Αφού σεργιάνισα όλο ταπόγεμα όξω, γύρισα ταποβραδίς στο σπίτι με +την απόφαση αυτή. + +Δε βρήκα κανένανε στην τραπεζαρία που μπήκα. Είτανε σκοτεινά κιόλας κ' +η φωτιά σβηστή. Στάθηκα και συλλογιόμουνα. Καθώς περνούσα, είχα δει +φως στην κάμαρα του Νίκου, όμως δεν αποφάσιζα να πάω να του χτυπήσω. +Μια έκανα προς τα κει, μια στεκόμουνα. Ή Μαρία μ' άκουσε κ' ήρθε μέσα. + +«Εσύ είσαι;» μου είπε. + +«Πού είν' η θεια;» τη ρώτησα. + +Μου αποκρίθηκε πως πήγε κάπου να συλλυπηθή και δεν ήξερε κι αυτή πώς +άργησε τόσο. + +«Κοίτα, ξέχασα νανάψω φωτιά», είπε άξαφνα κ' έτρεξε όξω. + +Ξαναγύρισε φορτωμένη ξύλα. + +«Μέσα είν' ο Νίκος;» τη ρώτησα εκεί που άναβε τη φωτιά. + +«Μέσα είναι». + +«Δεν ξανάγινε τίποτες;» + +«Όχι». + +«Κουβέντιασε με τον πατέρα του; Δε μαλλώσανε;» + +«Όχι». + +Άναψε τη φωτιά και σηκώθηκε από τη γωνιά. + +«Για να σου πω, Μαρία», της είπα. + +«Τι θέλεις; Νανάψω πρώτα τη λάμπα». + +Έκαμα να την πιάσω από το χέρι. + +«Τι θέλεις;» με ρώτησε απότομα ξεφεύγοντας. + +«Σύρε πες του Νίκου πως τονέ θέλω». + +«Τι τονέ θέλεις;» + +«Τονέ θέλω». + +Βγήκε. Άκουσα που άνοιξε την πόρτα του Νίκου και σε λίγο που την +ξανάκλεισε. + +«Δεν αδειάζει τώρα», μου είπε ξαναμπαίνοντας. + +«Αδειάζει δεν αδειάζει. Έχω ανάγκη να τονέ δω, άντε ξαναπές του». + +«Σύρε πες του το μοναχός σου». + +«Άντε, κάμε μου τη χάρη. Πες του πως θα φύγω», την ξαναπαρακάλεσα. + +«Πού θα πας να φύγης;» + +«Σπίτι μου». + +«Γιατί;» + +«Δε με βαρέθηκες τόσον καιρό;» + +«Γιατί να σε βαρεθώ; Τι μου κάνεις να σε βαρεθώ;» + +Πήρε κι άναψε τη λάμπα και περίμενε να ζεσταθή το γιαλί για να της +δώση φως. + +«Να ζήσης, σύρε πες του Νίκου», της ξαναείπα και ξαναέκαμα να της +πιάσω το χέρι. + +«Δεν πάω, σου είπα· θα με φωνάξη». Μ' έσπρωξε κ' έδωσε φως της λάμπας. +Την κοίταξα. Είδα πως φορούσε πάλι τα πασουμάκια. + +«Τα ξανάβαλες; Δεν είπες — ;» + +«Δεν είδες πώς μούρχουνται και τα παπούτσια», μ' έκοψε κ έτρεξε όξω. + +Αποφάσισα να πάω να μπω στην κάμαρα του Νίκου κι ότι θέλει ας γίνη. Μα +καθώς έκαμα να βγω από την πόρτα, η Μαρία ξαναήρθε φορώντας τα +καινούργια παπούτσια. + +«Βλέπεις, δεν είναι κοντά, που είπε η θεια. Εδώ μοναχά με μαζώνει +λίγο, μα θ' ανοίξη μου είπε ο Νίκος». Έβαλε το πόδι στην καρέκλα και +μούδειξε το μέρος. Έπειτα το κατέβασε, σήκωσε λίγο το φουστάνι και +μούδειξε πάλι τα παπούτσια. + +«Καλά, ωραία είναι», της είπα και στάθηκα και την κοίταξα. + +Σε λίγο ήρθε η θεια, κατόπι ο θειος και καθήσαμε και φάγαμε. Ο Νίκος +παράγγειλε πως δεν αδειάζει και του πήγε η Μαρία το φαγί στην κάμαρά +του. + +Την άλλη μέρα, ότι ξύπνησα, πήγα ίσια και χτύπησα στην πόρτα του. Άμα +άκουσε πως είμαι γω, άνοιξε κ' ήρθε στη σάλα, Είτανε με το πουκάμισο +μονάχα και μ' ένα λινό πανταλόνι. Στα πόδια του είχε δεμένους κάτι +πάτους, που μοιάζανε πιότερο με γουρουνοτσάρουχα παρά με αρχαία +πέδιλα, καθώς τα ήθελε να είτανε. Στο χέρι του κρατούσε την πέννα. + +«Θα πλευριτώσης, κακομοίρη», του είπα, σαν τον είδα που άνοιξε την +πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι. + +«Μέσα είναι κακός αέρας», μου απάντησε· «τι με θέλεις; Λέγε γλήγορα». + +«Ξέρεις, λέω να φύγω», μουρμούρισα. + +«Καλά θα κάμης· κατευόδιο». + +Τον κοίταξα: «Δεν έχεις να μου δώσης τίποτα;» + +«Τι να σου δώσω;» + +«Το εικοσιπεντάρικο το ξέχασες;» + +«Α ναι· αν έχω να σ' το δώσω». + +«Πώς δεν έχεις; Προψές είδα — » + +«Αυτά είναι για να τυπώσω το δράμα μου», μ' έκοψε κ' έκαμε να φύγη. + +Τον κράτησα: «Ασ' ταστεία. Το θέλω για τα ναύλα μου». + +«Καλά, να λογαριάσω και σου λέω ύστερα», είπε και τράβηξε να μπη στην +κάμαρά του. + +«Τι ύστερα! Τώρα θα μου το δώσης», φώναξα τρέχοντας πίσω του. + +«Τώρα γράφω», απάντησε. + +Και μπήκε μέσα και συρτώθηκε. + +Το μεσημέρι ήρθε πάλι και κάθισε στο τραπέζι. Ντυμένος όπως και την +περασμένη μέρα. Έρριξε μερικές ματιές σε όλους μας, πότε αδιάφορες, +πότε περιπαιχτικές, λάγγεψε, μουρμούρισε στίχους, λογόπαιξε με κάτι +που είπε ο πατέρας του, χτύπησε τη Μαρία στο χέρι που δεν κρατούσε +καλά το περούνι, έκοψε το φαγί στη μέση και κάπνισε ένα τσιγαρέτο· +έπειτα, όταν απόφαγε, σηκώθηκε να πάη στην κάμαρά του. Το βράδι δεν +παρουσιάστηκε. Το άλλο μεσημέρι ήρθε στο τραπέζι κ' έκαμε τα ίδια. + +Πέρασαν έτσι τέσσερες πέντε μέρες. Δοκίμασα να τονέ ζυγώσω, στάθηκε +αδύνατο. Του έστειλα σημείωση με τη Μαρία, μα δεν έλαβα απόκριση. +Αναγκάστηκα να γράψω του πατέρα μου να μου στείλη τα έξοδα για να +γυρίσω σπίτι. Και περίμενα. Απένταρος καθώς είμουνα δεν μπορούσα να +μπω ούτε στον καφενέ να σκοτώσω την ώρα μου. Στο σπίτι είταν αδύνατο +να υποταχτή κανείς στην πειθαρχία που μας είχε βάλει ο Νίκος, να μη +μιλούμε δυνατά, να πατούμε στα δάχτυλα. Από τάλλο μέρος η γκρίνια των +γερόντων όλο και δυνάμωνε. Οι άνθρωποι που τους είχανε δώσει τα καπνά +τους, σα μάθανε πως ήρθε ο Νίκος, γυρεύανε λογαριασμό κι ο Νίκος δεν +μπορούσε να βρη ακόμα τη σημείωση πόσα πούλησε και πόσα άφησε. Ο +πατέρας του άρχισε να φοβάται μήπως τα πούλησε όλα κ' έφαγε τα +χρήματα, όξω από τις πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές, που του είχε +στείλει με τη Μαρία το βράδι που ήρθε. Έγραψε στο μεσίτη, που του είπε +ο Νίκος πως είχε αφήσει τα καπνά, μα απάντηση δεν ερχότανε. Δεν έμενε +άλλο παρά να πάη κάποιος στη Σύρα και να ξετάση να μάθη την αλήθεια. +Μα ποιος να πάη; Ο θειος δεν κοτούσε. Μια φορά δοκίμασε να βγη όξω από +το σύνορο του τόπου του κ' η εξουσία του βουλευτή του δεν έφτασε ως +εκεί να τονέ γλυτώση. Έπρεπε να πουλήση γλήγορα γλήγορα η θεια ένα +κομάτι οικόπεδο που είχε, για να πληρωθή ένας δανειστής που τον +προσωποκράτησε. Φαίνεται ναπομένανε κι άλλοι απλήρωτοι κι ο θειος δεν +αποφάσιζε να ξαναταξιδέψη. Έτσι έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω να δω τι +γίνανε τα καπνά και να τους γράψω. Μου δώσανε τα έξοδα και τράβηξα στη +Σύρα. + +Εκεί έμαθα: Πρώτα πως ο Νίκος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη τον. Έπειτα +πως αφού δοκίμασε να πουλήση τα καπνά και δεν του δίνατε την τιμή που +γύρευε, τάφησε στο μεσίτη και τράβηξε σε διάφορες δόσες απάνω από +χίλιες πεντακόσιες δραχμές. Περσότερες δεν του έδωσε ο μεσίτης. + +Δε συλλογιόμουνα τόσο το Νίκο όσο τους γερόντους εκεί που μια μέρα +ολάκερη δίσταζα να τους μηνήσω αυτά που έμαθα. Ρώτησα το μεσίτη σαν τι +μπορούσανε να πιάσουν τα καπνά. Άλλες δυόμισυ χιλιάδες το πολύ, μου +είπε, αν φροντίσω να τα παζαρέψω μόνος μου. Αποφάσισα τέλος να τα +γράψω αυτά στο θειο μου, όταν άξαφνα έλαβα γράμμα του Νίκου. Μου +γύρευε πρώτα να τονέ συμπαθήσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε τις +τελευταίες μέρες. Άμα όμως συλλογιστώ, μου έλεγε, πως τα ποιητικά έργα +γεννιούνται με πόνους σαν τα παιδιά, και πως ο αληθινός ποιητής +καταντά νευρικός σαν τη γυναίκα, θα τονέ νοιώσω και δε θα θελήσω να +τον εκδικηθώ, μη στρέγοντας στη χάρη που μου γυρεύει αδερφικά. Όπως +κάμω ας κάμω. Πρέπει να τονέ σώσω τη φορά αυτή και να μη φανερώσω στον +πατέρα του πως τράβηξε τόσα χρήματα από το μεσίτη. Το λιγώτερο τα μισά +πρέπει να σκεπαστούνε. + +Έδειξα το γράμμα στο μεσίτη, γυρεύοντας τη βοήθεια του. «Τα κατάλαβα», +μου είπε, «από το γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας του. Μα μια και +γνώριζα το Νίκο, ανάβαλα ναπαντήσω. Βάλε λοιπόν τα δυνατά σου να +πουλήσης τα καπνά περσότερο». Με σύστησε στον έναν και στον άλλον κι +άρχισα να τρέχω και να παζαρεύω, αφού έγραψα στο μεταξύ του θειου μου +και γύρεψα τη γνώμη του. Με άφησε λεύτερο να τα δώσω όσο μπορώ +καλήτερα. Μόνο να μην ταφήσω και να φύγω με παρακάλεσε. Περάσανε τρεις +βδομάδες για να καταφέρω να σκεπάσω τα μισά απ' όσα είχε πάρει ο Νίκος +και να παραδώσω στα χέρια της θειας μου, καθώς μου το απαίτησε ρητά, +κοντά τρεις μετρητές χιλιάδες. + +Ως τόσο το εμπορικό μου κατόρθωμα δεν είτανε τόσο μεγάλο όσο το +φαντάστηκα. Οι τρεις χιλιάδες μόλις φτάσανε να πληρωθούν εκείνοι που +είχανε δώσει του θειου μου τα καπνά τους. Όχι μόνο για το προικιό της +Μαρίας δεν περίσσεψε λεφτό, μα ούτε για τον υπομοίραρχο δεν έμεινε να +πάρη τους τόκους του αυτόν το χρόνο. + +Ο πατέρας μου είχε στείλει στο μεταξύ εκεί τα έξοδα του ταξιδιού μου +και θέλησα να φύγω αμέσως την άλλη μέρα. Μα η θεια ήθελε σώνει και +καλά να με κρατήση όσο να περάσουν τα Χριστούγεννα που ερχόντανε σε +λίγες μέρες. + +Ο Νίκος με δέχτηκε στην κάμαρά του το ίδιο βράδι, μου πρότεινε μάλιστα +να κοιμηθώ στον καναπέ του γιατί έκανε κρύο στη σάλα. + +«Αδύνατο να σ' ενοχλήσω», του είπα. + +«Μην είσαι αστείος», είπε, «μη θυμάσαι τις προάλλες. Είχα κάποιο λόγο +τότε». + +Δέχτηκα. Άμα όμως ήρθε η ώρα για να πέσουμε, είδα πως πήρε το καπέλο +του κ' έφυγε δίχως να μου πη πού πάει. Γύρισε τα χαράματα και την άλλη +μέρα ξύπνησε όταν εμείς είχαμε πια αποφάει. Από τη Μαρία έμαθα πως τη +ζωή αυτή την έκανε από δυο βδομάδες. + +«Και πού ξενυχτά;» τη ρώτησα. + +Σήκωσε τους ώμους. + +«Έχει καμιά αγαπητικιά;» + +Έφυγε δίχως ναπαντήση. Είδα πως δε φορούσε πια τα πασουμάκια και πως +είτανε πιο πολύ χλωμή κι ανόρεχτη. + +Το απόγεμα με φώναξε ο Νίκος στην κάμαρά του. Είχε φάει και ντυνότανε. + +«Νωρίς ξύπνησες», του είπα. + +«Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα». + +«Θα τέλειωσες το δράμα σου και γλεντάς τώρα». + +«Σ — » + +«Μπα, δεν το τέλειωσες; Ακόμα;» + +«Μπορεί κανένας να εργαστή δω μέσα; Στην προστυχιά, στην αηδία. Με +τέτοια χτήνη γύρω του. Άσ' τα. Έρχεσαι νάβγουμε όξω;» + +«Πού να πάμε;» + +«Στον καφενέ. Πού αλλού; Εκεί περνώ τη σιχασιά μου όσο να φύγω». + +«Τόχεις για την Αθήνα πάλι;» + +«Ποια Αθήνα! Τι να κάμω εκεί στην άλλη μούχλα;» + +«Αλλά;» + +«Στη Γερμανία θα πάω». + +Χαμογέλασα. + +«Δεν το πιστεύεις; Να, δες, μαθαίνω και γερμανικά» + +Έβγαλε από την τσέπη του ένα φυλλάδιο και μου τόδωσε. Είτανε αλήθεια +ένα κομάτι από γερμανική μέθοδο, από κείνες που πουλούνε στους +δρόμους. + +«Και τι θα κάμης στη Γερμανία;» + +«Να δω τη Γερμανία. Τι με κοιτάς; Όποιος δεν έχει δει τη Γερμανία δεν +είναι άνθρωπος. Δεν ξέρει τι θα πη ζωή. Γελάς ε; Τόσο νοιώθεις. +Νάμουνα σαν εσένα, θα πήγαινα να πάρω εκεί το δίπλωμά μου». + +«Δος μου χρήματα — » + +«Τι χρήματα; Αφορμές· γιατί σου λείπει η ζωή μέσα σου. Τι με κοιτάς; +Εδώ είναι καιρός χαμένος. Άκου τι μου γράφει ο Πάλας». + +Έβγαλε από την τσέπη του ένα πολυσέλιδο γράμμα και μου διάβασε μερικά +μέρη. Αν είτανε πρωθυπουργός, έλεγε, θάστελνε όλα τα παιδιά να +σπουδάζουνε στη Γερμανία και θάκοβε μισθούς σ' όλους τους συγγραφείς +και καλλιτέχνες να παν εκεί να δούνε τη ζωή με τα στραβά τους. Έτσι +μόνο μπορούσε να γίνη στο ρωμέικο ένα στουρμ και ντραγγ». + +«Τι, τι;» ρώτησα. + +«Ύστερα σου λέω γι' αυτό· άκουσε πρώτα παρακάτω: Μόνο αν μπάσουμε το +γερμανικό πνεύμα, θα μπορέσουμε να ζήσουμε. Για να ζήση κανένας, +πρέπει πρώτα να βρη τον εαυτό του, πράμα που μόνο εδώ στη Γερμανία +γίνεται. Εδώ θα καταλάβης την αρχαία Ελλάδα, εδώ θα νοιώσης τον +Αισχύλο και τον Παρθενώνα, άμα ακούσης την ένατη συμφωνία και μπης +στους κόσμους του Μπαΐκλιν. Θαντικρύσης το μεγάλο, θα αισθανθής το +τραγικό βάθος της αιωνιότητας, που αν δεν ακούσης τον ψαλμό της μέσα +σου, μην το στοχάζεσαι πως θα δημιουργήσης. Αυτό που βλέπεις γύρω σου +είναι ψευτιά. Αυτού δεν ξέρει κανένας τι θα πη ζωή, αυτού δε νοιώθει +τίποτες κανένας. Ό,τι σας ξιππάζει αυτού, εδώ το ξέρουνε κ' οι +κελνερίνες — » + +«Τι είναι κελνερίνες;» ρώτησα. + +«Θηλυκά γκαρσόνια. Πρέπει να ξέρης πως οι άντρες στη Γερμανία δεν +κάνουν ταπεινωτικές δουλειές». + +«Αλλά τι κάνουν;» + +«Αντρικές δουλειές. Πρώτα πρώτα γίνουνται στρατιώτες όπως στην αρχαία +Ελλάδα». + +«Δε σε πολυκαταλαβαίνω», του είπα. + +Γέλασε: «Θάτανε αφύσικο κιόλα να καταλάβαινες. Η Γερμανία δε νοιώθεται +έτσι εύκολα. Έλα πάμε». + + + +8 + + + +Με τράβηξε ίσια στον καφενέ. Ένας κύριος με γιαλιά και μαλλιά +μισόψαρα, μας έγνεψε από ένα τραπέζι. Ο Νίκος τονέ χαιρέτησε γερμανικά +και γερμανικά έκαμε τη σύστασή μας. Ο κύριος, αφού είπε κατιτίς του +Νίκου, γύρισε και με ρώτησε γερμανικά κάτι και μένα. + +«Δεν ξέρετε γερμανικά;» είπε άμα είδε πως τον κοίταξα με ανοιχτό +στόμα. + +«Ούτε τόνομά σας δεν κατάλαβα», του απάντησα. + +«Δόκτορ Ζαμπακίδης», είπε και μου ξαναέδωσε το χέρι. + +Ο Νίκος άρχισε να μιλή μαζί του γερμανικά. Μα για να συνεννοηθούν, +έπρεπε να ξαναλένε κ' οι δυο τη φράση ρωμέικα. + +«Προχώρεσε, βλέπω, ο ξάδερφος μου στα γερμανικά», είπα για να πω κάτι +και γω. + +«Πολύ. Έχει ταλέντο κ' ενθουσιασμό γι' αυτήν τη γλώσσα. Κ' είναι +αλήθεια ωραία γλώσσα». + +«Έχω ακούσει το εναντίο», είπα. + +Ο Νίκος γέλασε: «Ταρέσουνε τα γαλλικά. Άμα ακούω γαλλικά σβηούμαι στα +γέλια». + +«Όχι δα· μην είσαι υπερβολικός· και τα γαλλικά είναι ωραία γλώσσα», +είπε ο Ζαμπακίδης. + +«Ωραία για καλαμπούρια. Αστεία σαν το λαό που τη μιλεί. Με πιανουν τα +νεύρα μου νακούω για φραντσέζους», φώναξε ο Νίκος λαγγεύοντας. + +«Πού τους ξέρεις τους φραντσέζους;» του είπα. + +«Γνώρισα ένα σωρό· όλοι γελοίοι. Έπειτα ξέρω δυστυχώς τη φιλολογία +τους. Για γυναίκες. Έθνος που δεν έχει έναν ανώτερο ποιητή, ένα +μουσικό, ένα ζωγράφο της προκοπής. Αφίνω δα φιλόσοφο· κανέναν!» + +«Ξέχασες το Ρουσσώ, για να σου πω μονάχα έναν», είπε ο Ζαμπακίδης. + +«Έστω· μα κι αυτόνε τον καταδιώξανε. Ο Μεγάλος Φρειδερίκος τον έσωσε, +όπως έσωσε και το Βολταίρο». + +Ο Ζαμπακίδης τον κοίταξε. + +«Δεν τους σώζει ένας Ρουσσώ», ξακολούθησε ο Νίκος· «έπειτα κ' εκατό +Ρουσσώ νάχανε βγάλει, δεν εξιλεώνεται το κακό που κάμανε στην +ανθρωπότητα». + +«Ποιο κακό;» ρώτησα. + +«Την επανάσταση». + +«Κ' έκαμε κακό η επανάσταση;» + +«Τι μεγαλήτερο κακό ήθελες! Έβγαλε στη μέση τη μεσαία τάξη». + +«Και την επιστήμη», είπε ο Ζαμπακίδης. + +«Ποια επιστήμη; Την άρνηση της ζωής; Δε μ' αφίνεις, αδερφέ Δημητρό· +τάπαμε τόσες φορές· βαριούμαι τη συζήτηση». + +«Είσαι υπερβολικός· έπειτα μου φαίνεται πως συγχύζεις λίγο τα +πράματα», είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο. + +«Εγώ συγχύζω ή εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται;» φώναξε ο Νίκος: «Ή +γιατί σου αρνούμαι την ωφέλεια της επιστήμης σου για τη ζωή; Δε σου το +απόδειξα προχτές πως η επιστήμη έφαγε την αρχαία Ελλάδα; Είδες τι +αλλιότικα έγινε στη Ρώμη. Βλέπεις και τη Γερμανία σήμερα». + +«Μα σου είπα, πως δε σε κατάλαβα καλά», είπε ο Ζαμπακίδης. + +«Γι αυτό σούδωσα κ' εγώ να διαβάσης το άρθρο μου, για να με καταλάβης +καλήτερα». + +«Δεν το κατάλαβα περσότερο από τα λόγια σου». Ο Ζαμπακίδης χαμογέλασε. + +«Βέβαια θα πρόσεξες στη γλώσσα», είπε ο Νίκος κι αρχίσανε να συζητούνε +το γλωσσικό ζήτημα. Ο Ζαμπακίδης έλεγε πως η γλώσσα πρέπει νάχη μια +γραμματική, ο Νίκος υποστήριζε πως γραμματική είναι το ατομικό +αίσθημα. Θέλησα νανακατευτώ κ' εγώ στην κουβέντα, μα τα μπέρδεψα +γλήγορα και σώπασα. + +«Άσ' τα τώρα κ' έλα να κάμουμε το μάθημά μας», του είπε τέλος ο +Ζαμπακίδης. + +Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του το φύλλο της γερμανικής γραμματικής. + +Πήρα μιαν εφημερίδα να διαβάσω για να μην τους ενοχλώ. + +Δε θα περάσανε πέντε λεπτά όταν άκουσα τη φωνή του Ζαμπακίδη: + +«Α, α! Έτσι δεν κάνουμε τίποτα· πώς θα πάμε παρακάτω;» + +«Σου είπα, τη γραμματική τη βαριούμαι», είπε ο Νίκος και χασμουρήθηκε. + +«Τότε άφησε την ιδέα να μάθης γλώσσα. Χωρίς γραμματική είναι κόποι +άδικοι», ξαναείπε ο Ζαμπακίδης. + +Ο Νίκος γέλασε: «Σαν και με νοιάζει εμένα η γλώσσα; Τα στουρμ και +ντραγγ δε γίνουνται με τη γραμματική». + +Και σηκώθηκε. + +«Άντε κάμε το στην πρέφα τώρα. Καθήσανε και σε καρτερούνε», του είπε ο +Ζαμπακίδης με χαμόγελο. + +Πράματις σ' ένα τραπέζι παραπέρα προσμένανε το Νίκο δυο κύριοι με την +τράπουλα στο χέρι. + +Ο Ζαμπακίδης με κοίταξε μια στιγμή, άμα έφυγε ο Νίκος, δίχως να +μιλήση. + +«Αυτό είναι το μάθημα που κάνετε;» ρώτησα γελώντας. + +«Τα παίρνει αψά τα πράματα», μου απάντησε σα να μην πρόσεξε το ρώτημά +μου: «Έτσι και τώρα με τη Γερμανία». + +«Σπουδάσατε στη Γερμανία;» ρώτησα. + +Έγνεψε με το κεφάλι. + +«Νομικά;» + +«Όχι· φιλοσοφία και γεωλογία». + +«Κ' εξασκείτε — ;» + +«Γεωπονία στον κήπο μου», είπε με χαμόγελο. + +Τον κοίταξα. + +«Σας φαίνεται παράξενο;» μου είπε — «αυτού τέλειωσε το δικό μου στουρμ +και ντραγγ». + +«Τι είναι αυτό το στουρμ και ντραγγ; Δε με φωτίζετε!» + +«Πνευματικός αναβρασμός, πώς να σας το πω: κάτι σαν αυτό που θέλει να +κάμη τώρα ο ξάδερφος σας» . + +Και μου ξήγησε την ιστορική του σημασία. + +«Και κάματε κ' εσείς εδώ ένα τέτοιο πράμα;» τονέ ρώτησα. + +«Έκαμα! θέλησα δηλαδή να κάμω, όπως κι ο Νίκος». + +«Είστε ποιητής κ' εσείς;» + +«Πού να βρεθώ ποιητής; Σας είπα, σπούδασα γεωλογία». + +Τον κοίταξα λίγο περίεργα. + +Χαμογέλασε: «Ξαφνίζεστε, βλέπω. Νομίζετε πως δεν μπορεί να ονειρευτή +κ' ένας γεωλόγος ένα στουρμ και ντραγγ;» + +Ξακολούθησα να τον κοιτάζω. + +«Ε λοιπόν, παρόμοια σαν τον ξάδερφό σας θέλησα κ' εγώ ναναμορφώσω». + +«Τον κλάδο σας;» ρώτησα σαν είδα πως σώπασε. + +«Τι κλάδο μου! Μόνο τον κλάδο μου;» + +«Τι άλλο;» + +«Την κοινωνία ολάκερη, τη ζωή, τον κόσμο. Ν' ανατρέψω τον ίδιον το +θεό». + +«Πώς; με τι τρόπο; Με τη γεωλογία;» + +«Μάλιστα, με τη γεωλογία». + +«Δε σας καταλαβαίνω· για πέτε μου», είπα σαν τον είδα πως ξανασώπασε +κοιτάζοντας κατά το τραπέζι που είχε καθήσει ο Νίκος. + +«Τι να σας πω; Σας είπα σπούδασα στη Γερμανία. Πολλά απ' αυτά που λέει +ο Νίκος τάκουσα κ' εγώ εκεί. Ίσως κάπως λιγώτερο συγχυσμένα, μα αυτό +δεν έχει να κάμη. Φτάνει πως τάκουσα και φτάνει πως κατάλαβα πως η ζωή +δεν πάει τον ίσιο δρόμο της. Ή είστε αντίθετης γνώμης;» + +Συμφώνησα για να μην τονέ διακόψω. + +«Ε λοιπόν, πίστεψα πως σ' αυτό φταίει η θρησκεία και βιάστηκα να πάρω +τα διπλώματά μου και να γυρίσω εδώ να τη χτυπήσω». + +«Πώς να τη χτυπήσετε;» + +«Να πώς. Κατάφερα τρεις άλλους φίλους μου, που σπουδάζανε κι αυτοί στη +Γερμανία, και κάναμε ένα σύλλογο, ομάδα, καθώς την είπαμε. Μαζέψαμε +αναμεταξύ μας κάμποσα χρήματα, έγραψα εγώ μια μελέτη αναιρώντας την +ιδέα του θεού και τη μωσαϊκή κοσμογονία με τη θεωρία της γνώσης και με +τη γεωλογική επιστήμη, δέσαμε τις βαλίτσες μας, ήρθαμε στην Αθήνα και +ρίξαμε την μπόμπα». + +«Ποια μπόμπα;» + +«Τη μελέτη μου, που την τυπώσαμε σε βιβλίο με χρήματα της κάσσας μας». + +Σώπασε μια στιγμή χαμογελώντας. + +«Ε, και — ;» έκαμα να ρωτήσω. + +«Το αποτέλεσμα θέλετε να πήτε; Κάποιος καλόγερος, αρχιμαντρίτης ή +δεσπότης δε θυμούμαι, αναίρεσε σε μιαν εφημερίδα τη φιλοσοφική βάση +της μελέτης μου. Τη γεωλογική μου την κουρέλιασε κάποιος υφηγητής της +γεωλογίας, αποδείχνοντας πως είχα κάμει σφάλματα στη μετάφραση των +κειμένων που είχα παραθέσει στο βιβλίο μου». + +«Κ' εσείς δεν απαντήσατε;« + +«Τι ναπαντούσα; Ο συνάδερφός μου γεωλόγος είχε δίκιο στα σφάλματα που +μου βρήκε. Γι' αυτό επιμένω τώρα του Νίκου να μην καταφρονή τη +γραμματική!» + +«Και του καλόγερου δεν του απαντήσατε;» + +«Αυτού είχα να του απαντήσω. Μα πού; Ποια εφημερίδα μού άνοιγε τις +στήλες της να χτυπήσω τη θρησκεία;» + +«Γιατί δεν τυπώνατε νέο βιβλίο;» + +«Με τι χρήματα; Ο πατέρας μου δε μου ξανάστειλε πεντάρα. Δεν ήθελε +ούτε να με δη, σαν έμαθε πως τάβαλα με το θεό». + +«Κ' η κάσσα σας;» + +«Ποια κάσσα;» + +«Του συλλόγου που είπατε». + +«Ο σύλλογός μας διαλύθηκε». + +«Γιατί;» + +«Οι σύντροφοι μου δεν τον περιμέναν τέτοιον πόλεμο. Οι δυο απ' αυτούς +μάλιστα με αποκηρύξανε στον τύπο, άμα διαδόθηκε πως είχαμε κρυφή +εταιρία για να πολεμήσουμε τη θρησκεία». + +«Τόσο θάρρος είχανε;» + +«Τι θάρρος; Κάμανε σα γνωστικοί άνθρωποι. Ο ένας είναι τώρα γιατρός με +μεγάλη πελατεία, ο άλλος τμηματάρχης σε κάποιο υπουργείο. Ο τρίτος, +που μου έμεινε πιστότερος, δικηγορεί στο ειρηνοδικείο του χωριού του». + +«Κ' έπειτα τι έγινε;» + +«Αφού ναυάγησε η θρησκευτική ανατροπή, γυρίσαμε το νου με αυτόν τον +τρίτο σε άλλη ανταρσία. Θελήσαμε να σηκώσουμε αναβρασμό σε άλλη +σφαίρα». + +«Σε ποια;» + +«Τι ανάγκη να το μάθετε; Φτάνει να σας πω πως έλαβε τέλος χειρότερο. Ο +σύντροφός μου κατάντησε στο ειρηνοδικείο που σας είπα, κ' εγώ αφού +πείνασα και γυμνήτεψα κάμποσα χρόνια στην Αθήνα, γύρισα εδώ σαν πέθανε +ο πατέρας μου και καλλιεργώ τον κήπο κ' ένα μικρό αμπελάκι που μου +άφησε, σα δεν μπορούσε να με αποκληρώση ολότελα». + +«Τόσο κατάκαρδα το πήρε που είσαστε άθρησκος;» + +«Εγώ περσότερο που είταν εκείνος θρήσκος. Όταν αργότερα, που έμαθε πως +δυστυχώ, μου έγραψε να γυρίσω σπίτι, του έβαλα τον όρο να μην πατήση +παπάς στο κατώφλι αν με θέλη νάρθω. Δεν το δέχτηκε και δεν ήρθα ούτε +στο θάνατό του, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες». + +«Τόσος φανατισμός!» + +«Αρχές, βλέπετε· &πριντσίπιεν&, καθώς τις λένε στη γλώσσα που αγαπά ο +ξάδερφός σας». + +«Και μένετε πιστός σ' αυτές;» + +«Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο λόγος μας είτανε για τον ξάδερφό σας, που +παίρνει κι αυτός αψά τα πράματα και βιάζεται να πάη στη Γερμανία». + +«Είστε της ιδέας να μην πάη;» + +«Εγώ; Θεός φυλάξοι! Να μη βιαστή του λέω μονάχα. Να καθήση κανένα +χρόνο ακόμα εδώ μαζί μου, να μάθη κάπως τα γερμανικά. Κ' έπειτα — +πιστεύω θα σας είπε — » + +Κούνησα το κεφάλι δίχως να το θέλω. + +«Για τη δουλειά που λέμε, θάναι πιο σίγουρο να περιμείνουμε ένα χρόνο +ακόμα». + +Τον κοίταξα. + +«Ακούστε λοιπόν να σας τα πω με τη σειρά, αν δε βαριέστε», +ξακολούθησε. «Καθώς σας είπα, έχω έναν κήπο στο σπιτάκι που κάθουμαι. +Στην εξοχή είναι, μα πολύ κοντά. Αν θέλετε, έρχεστε καμιά μέρα με το +Νίκο να δήτε τα κουνέλια, τις κότες και τις μαλτέζικες κατσίκες μου. +Αυτό είναι όλο το ζωικό βασίλειο μου μαζί μ' ένα μαντρόσκυλο και δυο +γάτες. Το φυτικό είναι πλουσιώτερο· ελάτε μόνος να το δήτε. Τώρα ας +σας πω για το αμπελάκι μου, γιατί αυτό έχει σχέση με το θέμα. Καθώς +θακούσατε, τα κρασιά του τόπου δεν αξίζουν και πολύ· δεν ξέρει ο +κόσμος να τα κάμη, δε νοιάστηκε κανένας να τον οδηγήση». + +«Μα άκουσα πως η Κυβέρνηση», έκαμα να πω. + +«Παρακαλώ, αφήστε την Κυβέρνηση. Δεν μπερδεύουμαι στα πολιτικά. — +Είναι αλήθεια πως λίγοι με συμπαθούν εδώ στον τόπο κι αυτοί πολύ λίγο. +Μα εγώ τον αγαπώ. Βλέπετε εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα — αδυναμία τέλος, +καθώς το λέει ο Νίκος. Από τη σκληρή ζωή, που έχω κάμει τόσα χρόνια, +συνήθισα τόσο στην απλότητα, ώστε να μου φτάνη μόνο ο κήπος μου για να +συντηρούμαι. Έτσι το αμπελάκι μου απομένει σαν περίσσεμα να πήτε. Μια +στιγμή σκέφτηκα να το χαρίσω στο δήμο για τους φτωχούς κ' έτσι να +γλύτωνα από το βάσανό του. Μα ύστερα στοχάστηκα πως θα το τρώγαν οι +πλούσιοι και μου ήρθε μια άλλη ιδέα. Να κάμω δοκιμές μονάχος μου σ' +αυτό, πώς μπορούσε να καλητερέψη ο φυτός του τόπου και να γίνη το +κρασί περσότερο της προκοπής. Να σας διηγηθώ τους τρόπους που έβαλα σ' +ενέργεια, θα σας κουράση. Φτάνει να μάθετε πως ήρθα σ' ευχάριστα +αποτελέσματα· βρήκα μια μέθοδο να μην ξυνίζη το κρασί πριν από το +χρόνο, καθώς το παθαίνουν όλα εδώ. Το μόνο που με βασανίζει ακόμα +είναι το χρώμα. Δεν μπορώ να βρω το μέσο να το κάνω τόσο κιάρο όσο +χρειάζεται. Γι' αυτό λέω του Νίκου να μη βιάζεται. Έχω ελπίδες να το +καταφέρω ίσια με το χρόνο». + +Και δε δείξατε τη μέθοδό σας και στους άλλους, να την εφαρμόσουνε κι +αυτοί;» + +Χαμογέλασε: «Φαίνεστε που δεν ξέρετε ακόμα τον κόσμο. Ποιος ακούει από +μέθοδο; Ο κόσμος για να πειστή, θέλει να δη πρώτα θετικά πράματα. Ο +καλήτερος ο τρόπος για να διαδώσης ένα νέο πράμα είναι να το εφαρμόσης +πραχτικά. Κ' εγώ για να πείσω εδώ τον κόσμο, πρέπει να μπορέσω να +διαδώσω την εφεύρεση μου όξω από τον τόπο. Μα γι' αυτό εγώ είμαι +ανίκανος. Αδύνατο να πείσω τον εαυτό μου νάβγη πια όξω από αυτόν τον +τόπο». + +«Γιατί;» + +«Πολλά ρωτάτε. Σας φαίνουμαι παράξενος; Ας σας το πω. Γιατί φοβούμαι +μην πεθάνω. Και δεν είναι παράξενο μην πεθάνω από το φόβο μου μόλις +βγω από το σύνορο του τόπου». + +«Τόσο φοβάστε το θάνατο;» + +«Όχι τον ίδιον το θάνατο, μα το θάνατο όξω από το τόπο μου. +Παραξενεύεστε ε; Ας σας το πω κι αυτό: ο πόθος μου είναι να θαφτώ σ' +αυτό το χώμα που γεννήθηκα, ναναπαυτώ στον τάφο των γονιών μου, πλάι +στον πατέρα μου». Σώπασε μια στιγμή: «Ναι, πλάι στον πατέρα μου, μη με +κοιτάτε», ξακολούθησε με χαμόγελο· «θα θυμάστε που σας είπα πως δεν +ήρθα να τονέ δω που πέθαινε, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες. Αχ +να ξέρατε τι παράξενος που είναι ο άνθρωπος και τι κρυφές δίπλες έχει +η ψυχή του. Τι ωφελεί, αν θαρρή κανένας πως μπορεί και τις ξεδιαλύνει. +Κ' εγώ φαντάζουμαι πως το μπορώ, ωστόσο κάθε Παρασκευή πάω στον τάφο +του πατέρα μου και του ανάβω ένα κερί. Αλλά με κάματε κ' έφυγα από την +ομιλία μας. Τι λέγαμε;» + +«Πως δε θέλετε να ταξιδέψετε». + +«Α ναι. Λοιπόν έπρεπε να βρω κάποιον άλλον — » + +«Και διαλέξατε το Νίκο;» τον έκοψα γελώντας. + +«Μη γελάτε, το ξέρω όσο κ' εσείς πως δεν είναι ο κατάλληλος. Πρώτα +γιατί είναι άνθρωπος που ακούει μόνο τις ορμές του. Τώρα τον είδατε, +άφησε το μάθημά μας, ξέχασε τα μεγάλα όνειρα για τη διασκέδαση της +στιγμής. Έπειτα δεν είναι κείνος που θάπαιρνε το έργο αυτό με την ψυχή +του, με την αγάπη του κοινού καλού. Το παίρνει μόνο για τον εαυτό του, +γιατί του γίνεται μέσο να πάη στη Γερμανία. Μα εμένα μου φτάνει αυτό. +Το ζήτημά μου είναι να βγη το κρασί μου όξω από την Ελλάδα. Άμα τα +καταφέρω αυτό, θα πειστή ο κόσμος και θάρθη μόνος του να μου γυρέψη να +τονέ φωτίσω, αντίς να τρέχω τώρα εγώ να τον πείσω με τα λόγια. Κ' έτσι +τελειώνει πια το έργο μου. Το σκούντημα θέλω να δώσω γω, τα παραπέρα +έρχουνται μόνα τους. Θα τους ξυπνήση όλους το συμφέρο. Με καταλάβατε +τώρα;» + +«Σας κατάλαβα. Μα ο Νίκος!» + +«Ας τονέ βοηθήσουμε κι αυτόν να γίνη μέγας. Καλό και τούτο για τον +τόπο. Να βγάλη ένα μεγάλον ποιητή». + +«Μεγάλος ποιητής ο Νίκος;» Γέλασα πάλι. + +«Γιατί όχι; Δεν έχει τόσους το ρωμαίικο; Κ' ένας ο Νίκος παραπάνω». + +«Δεν τονέ συμβουλεύετε καλήτερα να πιάση μια δουλειά να ζήση», είπα. + +Χαμογέλασε: «Φαίνεται πως δε σάλεψε μέσα σας η ορμή για το μεγάλο. Να +τονέ συμβουλέψω; Μα δε σας είπα πριν την ιστορία μου; Θαρρείτε πως δε +με συμβουλέψανε κ' εμέ; Αχ δεν το ξέρετε πως κάνει ευτυχισμένον τον +άνθρωπο η ιδέα πως είναι κατιτίς ξεχωριστό σ' αυτόν τον κόσμο. Μη +νομίσετε πως θα σώσετε τον κόσμο, αν ξερριζώσετε τέτοιες ορμές». + +«Όχι τον κόσμο, μα ένα νέο ήθελα να σώσω». + +Γέλασε δυνατά τώρα: «Δοκιμάστε αφού το θέλετε. Ωστόσο πιο πραχτικό +θάτανε, ανίσως δοκιμάζατε κατιτίς άλλο. Και γι' αυτό θα σας χρωστούσα +κ' εγώ χάρη. Δεν ξέρω αν το προσέξατε πως είμαι ανήσυχος όλη την ώρα +που μιλούμε. Έτσι είμαι πάντα σαν κάθεται να παίξη ο Νίκος. Σηκώνουμαι +γλήγορα και φεύγω. Αφίνω στη μέση και το σκάκι μου, που παίζω κάποτε +μ' ένα γιατρό. Και τώρα αν δεν έπιανα μ' εσάς εδώ κουβέντα, θα είχα +φύγει από ώρα. Μη με κοιτάτε, δεν μπορώ να σας το πω, πολύ περσότερο +να το ξεστομίσω στον ίδιον. Εσείς έχετε θάρρος πιο πολύ μαζί του. Σας +λέω πως δυστυχώς το ξέρουν κι άλλοι εδώ μέσα και το μουρμουρίζουνε. Δε +θάθελα να είμαι μπροστά, αν βγη ολότελα στο φόρο. Γι' αυτό φεύγω! Αν +νοιώθετε από το παιγνίδι που παίζει, πηγαίνετε καθήστε κοντά του μια +στιγμή, βεβαιωθήτε μόνος σας και κάμετε το χρέος σας Κάντε μου αυτή τη +χάρη και συμπαθάτε με που σας αφίνω». + +Και μου έδωσε το χέρι του κ' έφυγε. Μου είχε πει την υποψία του +καθαρώτερα απ' όσο φανταζότανε και πρώτη ιδέα μου κ' εμέ είτανε να +σηκωθώ να φύγω. Μα η περιέργεια με κράτησε κι αποφάσισα και πήγα και +κάθησα κοντά στο Νίκο. Δεν άργησα να το βεβαιωθώ πως είτανε +συνεννοημένος με τον έναν από κείνους, που παίζανε μαζί, και γελούσανε +τον άλλον. + +«Δεν ταφίνεις τώρα νάβγουμ' όξω λίγο», του είπα σιγά μια στιγμή που +είδα πως μπορούσε ναφήση το παιγνίδι. + +«Γύρισε σε λίγο να με πάρης», απάντησε. Κέρδιζε κ' είτανε σε καλή +διάθεση και πείραζε τον άλλον που έχανε. + +Βγήκα έναν περίπατο και ξαναγύρισα. Τονέ βρήκα τώρα ξαναμμένο. Δεν +έπιανε καλό χαρτί και τα είχε βάλει μ' έναν παπά, που είχε καθήσει στο +πλευρό του κ' έκανε χάζι το παιγνίδι. Δυοτρείς άλλοι, που καθόντανε +γύρω, γελούσανε και κάνανε νόημα του παπά να μη σηκωθή. + +Ξανάφυγα και γύρισα άμα νύχτωσε. Δεν είταν ο παπάς εκεί και κάθησα +κοντά στο Νίκο. + +«Θαργήσης ακόμα;» τονέ ρώτησα. + +«Τώρα καθώς έμπλεξα», μου απάντησε· «δε βλέπεις πόσα μ' έχουνε +γραμμένον. Κάτσε λίγο, μπας και μου φέρεις γούρι». + +Κάθησα, μα δεν τον ωφέλησα. + +«Μου το κρέμασες κ' εσύ· άντε φεύγα. Πες σπίτι πως θα φάω όξω απόψε», +μου είπε δίχως να γυρίση να με δη. + + + +9 + + + +Η Μαρία πήρε το βράδι τη δουλειά της κ' ήρθε στην κάμαρα. + +«Δεν ξέρεις πώς σε καρτερούσα νάρθης», γύρισε και μου είπε άξαφνα. + +«Πολύ που σ' έννοιασε πούφυγα», μουρμούρισα. + +Σα να μη μ' άκουσε: «Πού πήγατε το απόγεμα;» με ρώτησε. + +«Περίπατο, στον καφενέ — » + +«Κι αυτός γιατί δεν ήρθε να φάη; Πού τον άφησες;» + +«Στον καφενέ». + +«Έπαιζε τα χαρτιά, ε;» + +Κούνησα το κεφάλι. + +«Δε σου είπε τίποτας;» + +«Τι να μου πη;» + +«Δε σου είπε πως τοιμάζεται να φύγη;» + +«Τι λέει ο Νίκος! Τόχεις πως τα παίρνω μετρητά;» + +«Κι όμως να δης θα φύγη· και θα πάη χαμένος. Γι' αυτό σ' ήθελα. Να του +πης τίποτα, μπα και του γύριζες το κεφάλι». + +«Με τι χρήματα να φύγη; Ποιος του δίνει;» + +«Θα το δης που θα του δώσουν», είπε και σώπασε μια στιγμή. Ύστερα μου +διηγήθηκε πως ο Νίκος είχε σφίξει πάλι τη μάννα του για χρήματα. +Άκουσε πως θα κάμη δάνειο για να πληρώση τον τόκο του γαμπρού της και +γυρεύει, σώνει και καλά να δανειστή και γι' αυτόνε χίλιες δραχμές. +Στερνή φορά λέει και τάζει πως δε θα ξαναγυρέψη τίποτες. Παρατιέται κι +από κληρονομιές κι απ' όλα. Φτάνει να τονέ σώση τώρα. + +«Θα τον πάρουνε στο λαιμό τους», είπα. + +«Αυτό λέω και γω. Να τόλεγες και συ του θειου σου. Φοβάμαι θα τον +καταφέρη ο Νίκος». + +«Τι θα μου δώσης να του το πω;» της απάντησα κοιτάζοντάς τηνε με +χαμόγελο. + +Σαν το συλλογίζουμαι τώρα, δεν μπορώ να το πιστέψω πως είχα την καρδιά +να βρω μια τέτοια απάντηση. Μα καθώς καθόταν αγνάντια μου, τυλιγμένη +με το κόκκινο σαλάκι της, μου θύμισε εκείνο το βράδι ένα μήνα +πρωτήτερα, που μου σφουγγάρισε την κάμαρα και μου άναψε και τη φωτιά. +Όλος ο μήνας σα να μην είχε περάσει για μένα τη στιγμή αυτή, σα να μην +είχε έρθει ο Νίκος και γω σα να μην έλειψα. Κ' έβλεπα μόνο τα μάτια +της που γυαλίζανε υγρά και τα μάγουλά της που καίγανε. + +Σηκώθηκα και της έπιασα το χέρι, μα φοβήθηκα. Είτανε κρύο κ' έτρεμε. + +«Τι είσαι έτσι; τι έπαθες;» τη ρώτησα. + +«Μ' έπιασε πάλε κρύο· θα μου ξανάρθη θέρμη», μουρμούρισε και μάζεψε το +πλέξιμό της: «Πάω να πέσω». + +Έφυγε κ' έπεσα και κοιμήθηκα και γω. + +Το άλλο πρωί τη βρήκα πάλι ορθή και δούλευε σαν πάντα, μα είταν +κίτρινη και φαινότανε πως έσερνε με κόπο τα πόδια της. + +Ο Νίκος ξύπνησε την ημέρα αυτή νωρίτερα. Είχε διάθεση, μιλούσε και +γελούσε κ' είτανε ξεχωριστά περιποιητικός στη μάννα του. + +Σαν αποφάγαμε, έβγαλε και μούδωσε ένα πούρο. Ο πατέρας του δε θέλησε +να πάρη· τονέ χτυπούσε στο κεφάλι. + +«Πάμε μέσα να το καπνίσουμε, μην πειράξη η μυρουδιά τη μητέρα», μου +είπε και σηκώθηκε. + +Περάσαμε στην κάμαρά του κ' η Μαρία μας έφερε κει τον καφέ. + +«Έλα, τι έρριξες τα μούτρα; Λες πως σε ξέχασα εσένα; Βάλε το χέρι σου +στην τσέπη μου», της είπε ο Νίκος. + +Η Μαρία το έβαλε κ' έβγαλε από κει ένα χαρτί, που είχε κάτι τυλιγμένο +μέσα: «Δεν το θέλω, είναι από τα χαρτιά», είπε και το άφησε στο +τραπέζι. + +«Κουτή! Έλα δω, το πήρα επίτηδες για σένα», την κράτησε ο Νίκος καθώς +έκαμε να φύγη. + +Στάθηκε και τον κοίταξε: «Το λες, αλήθεια;» + +«Θα σε γελάσω για ένα παλιοκορκέτο;» + +Η Μαρία το πήρε από το χέρι του κ' έφυγε. + +«Γιατί τη γελάς;» του είπα. + +Με κοίταξε: «Ε, δεν είναι καλό το πούρο;» + +«Πού το βρήκες; Λαθραίο θα είναι». + +«Αν έχης υποψίες και συ, μην το φουμάρης». Ρούφηξε τον καφέ του και +κάπνισε: «Άμα έφυγες εψές, τους τσάκισα· οχτακόσια καπίκια τους πήρα», +είπε φυσώντας τον καπνό. + +«Γι' αυτό έχεις σημέρα όρεξη». + +Δεν απάντησε. + +Νόμισα πως βρήκα την περίσταση να του πω εκείνο που ήθελα: «Δε μου +λες, γιατί παίζεις χαρτιά;» τονέ ρώτησα. + +«Γιατί μ' αρέσει». + +«Γι' αυτό μόνο;» + +«Για τι άλλο;» Με κοίταξε παράξενα. + +Δεν μπόρεσα να του το πω κοφτά και γύρεψα να βρω κάποιον τρόπο: «Μα δε +λυπάσαι τον καιρό που χάνεις;» του είπα. + +«Ωχ, αδερφέ! θα μ' αρχίσης τώρα με ωφελιμισμούς;» απάντησε ζαρώνοντας +τα μούτρα· «μου φτάνει ο Ζαμπακίδης κι ο κριτικός των «Προπυλαίων». + +«Δε μου λες, τι είναι αυτός ο Ζαμπακίδης;» άλλαξα ομιλία. + +«Ένας αγαθός ηλίθιος. Ανθρωπάκος». + +«Μα αυτός έζησε στη Γερμανία!» + +«Χωρίς να τη γνωρίση. Νάχης δει τη Γερμανία και να μιλής για κοινές +ωφέλειες, να ξέρης πως ο Φάουστ έκαψε την καλύβα του Φιλήμονα και της +Βαυκίδας και να τσαμπουνάς για δικαιοσύνη και ηθική», είπε και +σηκώθηκε να περπατήση. + +«Πώς, δεν υπάρχει ηθική στη Γερμανία;» τονέ ρώτησα. + +«Τι θα πη ηθική;» μου απάντησε απότομα· «ο δυνατός στέκει απάνω απ' +όλες αυτές τις κουταμάρες». + +«Ώστε μπορεί να κλέβη κιόλα;» Τον κοίταξα κατάματα. + +Μου φάνηκε σα να κοκκίνησε. Μα η Μαρία μπήκε μέσα και μας έκοψε: +«Θάρθης να φάμε απόψε;» τονέ ρώτησε. + +«Γιατί ρωτάς;» της είπε μισοαπότομα. + +«Τόχω να φτιάσω πήττα. Α δεν έρθης, να την αφήσω γι' αύριο το γιόμα». + +«Καλά, ας τηνε γι' αύριο το γιόμα». + +Η Μαρία έφυγε. + +«Ορίστε τώρα», φώναξε ο Νίκος, «να χάσης τη λευτεριά σου για ένα +κομάτι σπανακόπηττα. Κι αυτό λέγεται ζωή. Αχ πότε θα γλυτώσω από δω +μέσα!» Έσφιξε τους γρόθους και κοίταξε το ταβάνι: «Να σε κράζη όξω η +ζωή, να σε προσμένη ο κόσμος, και συ νάσαι κλεισμένος σ' ένα κλουβί +μαζί με χτήνη». + +«Έλα, σήκω πάμε». + +«Πού να πάμε;» + +«Άλλος πάλε από δω. Πρέπει να του δώσω λόγο που θα πάμε! Ξέρεις πως +είσαι βαρετός και συ;» + +«Το ξέρω, μα στον καφενέ δεν έρχουμαι». + +«Μια στιγμή μόνο· να με γλυτώσης μη με μπλέξη ο Ζαμπακίδης κ' ύστερα +φεύγεις». + +«Τόχεις να κάτσης πάλε στα χαρτιά;» + +«Ω διάβολε, λογαριασμό θα σου δώσω!» Έκαμε να πάρη το καπέλο του. Τον +κράτησα: «Μπορώ να σου πω κάτι;» του είπα. + +«Τι θες;» + +«Έρχουμαι μαζί σου, μα με τη συμφωνία — » + +«Να μην παίξω, ε;» + +«Όχι να μην παίξης. Να μην παίξης μόνο, καθώς έπαιζες εχτές». + +«Πώς έπαιζα;» + +«Ξέρεις, κάτι νοιώθω από το παιγνίδι — ». + +«Ε και — ;» + +«Ο τρόπος που έπαιζες δε μ' άρεσε». + +Με κοίταξε. + +«Ούτε κι ο τρόπος που έπαιζε ο δεξιός σου». Τον κοίταξα και γω +κατάματα. + +Δεν μπόρεσε να μην κοκκινήση: «Αναιδέστατε», μουρμούρισε, άδραξε το +καπέλο του κ' έφυγε. + +Το βράδι δεν ήρθε να φάη κ' η Μαρία μπήκε, ετοίμασε την κάμαρα για τη +νύχτα κ' έφυγε δίχως να καθήση. + +Σε λίγο πήρα να γδυθώ και γω να πέσω, όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα +αγάλια και παρουσιάστηκε ο Νίκος. + +«Πέφτεις να κοιμηθής;» με ρώτησε δίχως να βγάλη το καπέλο του. + +«Αν έχης όρεξη, ξαναντύνουμαι», είπα. + +«Όχι, δεν ήρθα για να κάτσω, ήρθα να μου δώσης χρήματα». + +«Έχω δυοτρείς δραχμές — σ' τις δίνω, αν τις θέλης». + +«Χωρατεύεις. Το λιγώτερο ένα εικοσιπεντάρικο». + +Είχα ένα μοναχό εικοσιπεντάρικο κι αυτό ραμμένο στη φανέλα μου να μην +το χάσω. Είταν από κείνα που μου έστειλε ο πατέρας μου για έξοδα να +φύγω κι ούτε μου πέρασε στο νου να του το δώσω. + +«Λέγε, μου δίνεις ή να φύγω;» είπε βιαστικά. + +Του έδειξα το σακκάκι μου, που είχα κρεμάσει στην καρέκλα: «Εκεί έχω +το πορτοφόλι μου· άνοιξε και πάρε όσα βρης». + +Πήγε, το πήρε και βρήκε μέσα τρεις δραχμές. Με κοίταξε με χαμόγελο: +«Δεν έχεις άλλες; Λες αλήθεια;» + +Στενοχωρήθηκα. + +«Δε σου περίσσεψε κάνας παπούς από το ταξίδι;» είπε πετώντας το +πορτοφόλι στην καρέκλα και τσεπώνοντας τις τρεις δραχμές. + +Τον κοίταξα ξαφνισμένος. + +«Σε ποια κάλτσα τονέ φυλάς; Έλα βγάλ' τον». + +Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στο κεφάλι: «Νίκο!» μουρμούρισα. + +Γέλασε: «Στάσου να σε ψάξω». + +Έμεινα μαρμαρωμένος. + +«Μπαγαπόντη», είπε κι άνοιξε την πόρτα κ' έφυγε. + +Να τρέξω πίσω του να τονέ φωνάξω και να του γυρέψω λόγο; Να τονέ βάλω +να με ψάξη, να του δείξω το εικοσιπεντάρικο, το γράμμα του πατέρα μου, +να ξυπνήσω το θειο να του γυρέψω το λογαριασμό από τα έξοδά μου; Τι +θάβγαζα με όλ' αυτά; Θάφερνα μόνο στο σπίτι μια ταραχή περσότερο. +Βρήκα πιο φρόνιμο να σωπάσω και το πρωί να σηκωθώ να φύγω. Εκεί που τα +συλλογιζόμουν αυτά, με τρόμαξε ανοίγοντας σιγά η πόρτα κατά τη σάλα. +Τάχασα ολότελα, όταν είδα τη Μαρία να μπη πατώντας στα νύχια και +μισόγδυμνη. + +«Γλύτωσέ με», μου είπε μόλις ανασαίνοντας και σμίγοντας τα χέρια +μπροστά στο σαγόνι της. Χέρια και φωνή της τρέμανε. + +«Τι είναι;» ρώτησα, «τι έπαθες;» + +«Σώσε με· μ' έστειλε να — ». Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια, κλαίοντας +πνιχτά. + +«Πού σ' έστειλε;» + +«Να — να πάρω — » + +«Τι να πάρης;» + +«Στην τσέπη του πατέρα του». + +Έμεινα άφωνος. + +«Καρτερεί μέσα· θα με πνίξη, α δεν του πάω». + +«Μην πας μέσα· κάτσ' εδώ», της είπα. + +«Α δεν πάω, θα πάη να πάρη ο ίδιος. Δεν τον ξέρεις. Δος μου ό, τι +έχεις να του πάω, να ζήσης!» Έπιασε τα χέρια μου, τρέμοντας πάντα +ολόβολη. + +Ξήλωσα τη φανέλα μου και της έδωσα το εικοσιπεντάρικο που είχα. + +Η Μαρία έφυγε και σε λίγο άκουσα την οξώπορτα, που άνοιξε και +ξανάκλεισε σιγά. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και σαν πήρε και +ξημέρωνε σηκώθηκα και βγήκα όξω. Μου είταν αδύνατο ναπαντηθώ με το +Νίκο, άμα θα ερχότανε. + + + +10 + + + +Άμα γύρισα, κοιμότανε στην κάμαρά του. Βρήκα τη Μαρία που συνταζότανε +να πλύνη την τραπεζαρία και το θειο μου φορτωμένον το σακκούλι του να +πάη όξω στο χτήμα, να φέρη ψωμί στους αργάτες. + +Θάρθω και γω μαζί σου», του είπα. + +«Έλα και γυρίζουμε το γιόμα», απάντησε. + +Είχα αποφασίσει να του γυρέψω αυτουνού να με δανείση όσα μου +χρειαζόντανε να φύγω κι άμα βγήκαμε στο δρόμο, άρχισα να ψάχνω να βρω +τον τρόπο πώς να του το πω. Όσες φορές είχα μιλήσει μαζί του για τη +δική μου τη δουλειά, με συμβούλεψε νακούσω τον πατέρα μου. Και τώρα +του είπα πως είχα τάχα φόβο μην ο πατέρας μου θυμώση, που δε γυρίζω +σπίτι τις γιορτές. + +«Δε ντρέπεσαι, παιδί μου», μου απάντησε, «σαν κ' έμεινες σε ξένο σπίτι +για να θυμώση; Θα σε κρατούσαμε μεις, αν ξέραμε πως θα θύμωνε;» + +«Αυτό λέω, δεν έπρεπε να με κρατήσετε». + +«Α δεν είχε άλλα παιδιά ο πατέρας σου, δε σε κρατούσαμε. Μα αυτός έχει +ένα σωρό και μείς είμαστε μοναχοί μας. Α δεν είχαμε και σένα, θα μας +είχε πιάσει απελπισία. Τη βλέπεις τη ζωή που κάνουμε». + +Είδα πως ο τρόπος, που άνοιξα την ομιλία, δεν είταν ο σωστός. Αντίς να +φέρω στη μέση το δικό μου το ζήτημα, ξανάκρισα την ιστορία του Νίκου +κι ο θειος, μια και του θύμησα τον πόνο του, δεν εννοούσε να σωπάση. +Άρχισε να κλαίη τη μοίρα του και να μου ξαναλέη πράματα, που τα είχα +ακούσει πολλές φορές. Αναγκάστηκα να τον παρηγορήσω γω»: + +«Μην τα παίρνης έτσι κατάκαρδα», του είπα· «με τον καιρό θα φρονιμέψη +ο Νίκος». + +«Σα γεράση; Σα μας αφανίση και μας φάη εμάς; Δεν τον είδες τώρα, +τόρριξε και στα χαρτιά. Πού βρίσκει τα χρήματα ήθελα να ξέρω». + +«Σαν και παίζει με χρήματα; Παίζει να περνά την ώρα του», είπα. + +«Αχ έβγα μια νυχτιά όξω να τονέ δης αν παίζη για να περνά την ώρα. +Παίζει πασέτα ως την αυγή· όπου φτάση, με όλους τους ρεμπεσκέδες, τους +χειρότερους παλιάθρωπους. Μια βραδιά πριν έρθης πιάστηκε κιόλας, +δάρθηκε με κάποιονε. Χάρη δική μου δεν τον πήρανε στην αστυνομία. Ας +τα, μην τα μελετάς. Νάτανε στο χέρι μου, θα τούδινα λεφτά να φύγη». + +«Και πού να πάη;» είπα. + +Μου διηγήθηκε όσα είχα μάθει από τη Μαρία κι από το Ζαμπακίδη. + +«Τα παίρνεις σοβαρά κ' ελόγου σου τα σκέδια του Ζαμπακίδη;» ρώτησα +λιγάκι ξαφνισμένος. + +«Βρε φέρε μου λεφτά και βλέπεις! Λες πως δεν το σκέφτηκα πρωτήτερα από +το Ζαμπακίδη να κάμω κρασί τη σταφίδα μου; Πού είναι μοναχά +ταναθεματισμένα τα χρήματα!» Αναστέναξε και μου ιστόρησε πώς και τι +θάκανε, αν είχε χρήματα. + +Σα φτάσαμε στο χτήμα, ο θειος ξέχασε το Νίκο. Μου μίλησε για τις +δουλειές του εκεί. Είπε στους αργάτες τι να κάμουνε, μου έφτιασε καφέ, +τάγισε το σκύλο του και γυρίσαμε το μεσημέρι σπίτι. + +Μα καθώς κάναμε νανεβούμε τη σκάλα, έτρεξε πίσω μας η θεια και μας +κράτησε: «Ελάτε δω», μας είπε και μας τράβηξε στο πλυσταριό αποκάτω +από τη σκάλα του σπιτιού. + +«Τι είναι;» ρώτησε ξαφνισμένος ο θειος. + +«Μας έκλεισε όξω ο Νίκος. Τον ξύπνησε η Μαρία με το σφουγγάρισμα, την +έδειρε την κακομοίρα, μπήκα στη μέση να τη γλυτώσω, μούδωσε και μένα +μια και μας πέταξε και τις δυο όξω με τις σπρωχτιές. Μην τα ρωτάς· +μαζεύτηκε όλη η γειτονιά!» + +«Θα πάω να φέρω την αστυνομία. Τον κερατά, δε βαστιέται άλλο. Θα μας +βγάλη κι από το σπίτι μας», αγρίεψε ο θειος. + +Τον έμπασα στο πλυσταριό. + +«Μηδά αυτό, μηδά δε ράγισε και τον καθρέφτη !», ξακολούθησε η θεια, +«αφίνω δα το δόλιο το κορίτσι, που θα πουντιάση έτσι βρεμμένο που +είναι. Δεν είχαμε ούτε σπίρτα νανάψουμε κάνε φωτιά. Ντράπηκα να πάω +στη γειτονιά». + +Γύρισα κ' είδα τη Μαρία μαζεμμένη σε μιαν άκρη. Είχε το κεφάλι της +σκυμμένο κι ούτε γύρισε να μας κοιτάξη. + +«Θα πάω στον αστυνόμο», ξαναφώναξε ο θειος. + +«Πάμε καλήτερα να σπάσουμε την πόρτα», του είπα. + +Μα η θεια δεν άφησε, για να μην ξαναμαζέψουμε τον κόσμο. + +«Τι διάολο, νηστικοί θα κάτσουμε;» φώναξε ο θειος «θα κάηκε και το +φαγί, φοβάμαι· ή τόχες κατεβασμένο;» ρώτησε τη Μαρία. + +Εκείνη δεν αποκρίθηκε. + +Πρότεινα νανάψουμε φωτιά και να καθήσουμε όσο να φύγη ο Νίκος και +νανοίξη η πόρτα. Μα ο θειος πεινούσε και ξαναφοβέριξε πως θα πάη στον +αστυνόμο να τονέ μάθη γνώση. Η θεια του θύμησε πως έπρεπε να τονέ μάθη +γνώση τότε που είτανε μικρός κι όχι τώρα καθώς τον άφησε και +κατάντησε. Ο θειος θύμωσε περσότερο και της φώναξε πως αυτή φταίει που +δεν άκουσε να τον κάμουν απόπαιδο, καθώς το αποφάσισε πολλές φορές. +Έτσι με τη λογομαχία των γερόντων πέρασε κάμποση ώρα, όσο που ακούσαμε +νανοίξη απάνω η οξώπορτα κ' έπειτα πατήματα, που κατεβαίνανε στη +σκάλα. Ο θειος έκαμε να πεταχτή, μα τον κράτησα κ' έκλεισα την πόρτα. +Από τη χαραμάδα είδα το Νίκο, που πέρασε στην αυλή με σιγανό ήσυχο +βήμα και σκυμμένες πλάτες καθώς πάντα. + +Ανεβήκαμε στο σπίτι κι ο θειος έτρεξε ίσια στην κουζίνα. Το φαγί δεν +είχε πιάσει. Ο Νίκος είχε φροντίσει και το κατέβασε· έφαγε πρώτα κ' +έπειτα έφυγε. + +Η Μαρία δεν ήρθε στο τραπέζι. Το βράδι έμαθα από τη θεια πως έπεσε στα +ρούχα θερμασμένη πάλι. Την άλλη μέρα δε σηκώθηκε. Ξαναπαρουσιάστηκε +την τρίτη, που είτανε Χριστούγεννα. Είταν αλλασμένη και στα πόδια της +τριζοβολούσαν τα παπούτσια, που της είχε φέρει ο Νίκος. + +Το μεσημέρι, όταν μπήκα στην τραπεζαρία για να φάμε, βρήκα το Νίκο και +μιλούσε με τον πατέρα του. Είτανε σε καλή διάθεση και σαν αποφάγαμε +ξανάβγαλε να μου δώση ένα πούρο. + +«Με σκοτίζει», είπα και δεν το πήρα. + +Γέλασε: Άλλος Ζαμπακίδης, που δεν μπόρεσε να το συνηθίση στη +Γερμανία». + +Σε λίγο ακούστηκε η μπασιά που άνοιγε κι ο Νίκος έτρεξε γοργά στην +κάμαρά του. Ήρθανε κάποιοι δικοί του θειου. Τους γνώριζα κι αρχίσαμε +να μιλούμε όταν καθήσανε. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Μαρία ήρθε και +μου ένεψε στην πόρτα. Σηκώθηκα και πήγα. + +«Σε θέλει μέσα ο Νίκος», μου είπε. + +«Πες του, δεν μπορώ ναφήσω τους ανθρώπους», απάντησα. Μα πριν προφτάσω +να ξαναμπώ στην τραπεζαρία, ο Νίκος με άδραξε από τον ώμο: + +«Έλα μέσα, ηλίθιε», φώναξε. + +Να δοκίμαζα να του ξεφύγω, θάκανα θόρυβο· τον άφησα, να με τραβήξη. + +«Τι αγαπάς;» είπα μπαίνοντας στην κάμαρα. + +«Καταλαβαίνεις που είσαι γελοίος; Τι με κοιτάς; Έλα κάτσε, κάτι έχω να +σου πω». + +«Τι να μου πης;» + +«Να μου κάμης συντροφιά· δεν τους βαριέσαι κείνους μέσα. Έπειτα έχουμε +και κάποιους λογαριασμούς μαζί». + +Σαν τον είχα δει πρωτήτερα με τόση διάθεση, νόμισα πως θα είχε +κερδίσει την περασμένη νυχτιά κ' ήθελε να μου πληρώση εκείνα που μου +χρωστούσε και να με καλοπιάση πάλι μ' αυτό, κατά τη συνήθεια του. Με +την ιδέα αυτή κάθησα. + +«Έλα, πάρε κάπνισέ το τώρα που ξεθύμωσες», μου είπε βγάζοντας πάλι ένα +πούρο από την τσέπη του. + +«Με σκοτίζει», ξαναείπα. + +«Δε σου τόπα πως είσαι γελοίος: Φαίνεσαι που δε νοιώθεις τη ζωή», είπε +και περπάτησε στην κάμαρα, σωπαίνοντας λίγες στιγμές: «Για να σου πω», +γύρισε έπειτα σταματώντας μπροστά μου, «τι σούλεγε χτες η μάννα μου;» + +«Τι μούλεγε;» + +«Εσύ ξέρεις τι σούλεγε». + +«Δε μ' αφίνεις!» έκαμα αδιάφορα. + +«Τι να σ' αφήσω; Είναι ζήτημα σοβαρό για μένα και περίμενα πως θα με +βοηθούσες και συ». + +«Σε τι να σε βοηθήσω εγώ;» του είπα. + +«Ξέρεις σε τι· δεν είναι ανάγκη να μου κρύβεσαι». + +Τον κοίταξα μην ξέροντας τι να του πω. + +«Έλα· άσ' τα αυτά. Θα μου κάμης τη χάρη να πης της μάννας μου να μου +δώση εκείνα που της γυρεύω», ξακολούθησε. + +«Εγώ να της πω;» + +«Ναι, εσύ». + +«Μη με μπερδεύης εμένα, σε παρακαλώ». + +«Τότε μην μπερδεύεσαι μόνος σου και μην της λες να μη μου δώση +πεντάρα», μου απάντησε απότομα και με κοίταξε στα μάτια. + +Πράματις την περασμένη μέρα μου είχε μιλήσει η μάννα του για τη +στενοχώρια, που την έβαλε γυρεύοντάς της πάλι χρήματα. Φαίνεται πως ο +Νίκος είτανε ξυπνημένος κ' ήρθε στην πόρτα της σάλας κι άκουσε πως εγώ +της είπα να μην του δώση πεντάρα. Μπλέχτηκα λοιπόν και νόμισα πως +έπρεπε να κάμω το θυμωμένο για να γλυτώσω: + +«Δε με ξεφορτώνεσαι», του είπα και σηκώθηκα. + +«Δεν ξέρω ποιος φορτώθηκε τον άλλον θαρρώ πως έπρεπε να βαρεθής πια — +», μου απάντησε. + +«Να μένω εδώ θέλεις να πης;» ρώτησα θυμώνοντας σταλήθεια: «Δος μου το +εικοσιπεντάρικο που μου χρωστάς και θα σου τόχω χάρη εγώ να φύγω». + +«Πιστεύω εσύ να μου χρωστάς καναδυό άλλα», είπε. + +Τον κοίταξα ξαφνισμένος. + +«Το κέρδος έπρεπε να το μοιράσουμε», ξακολούθησε χαμογελώντας. + +«Παραείσαι άτιμος», του φώναξα. + +Με κοίταξε χαμογελώντας πάντα: «Μεταξύ μας τώρα; Δεν αφίνεις τις +τιμιότητες γι' αλλουνούς; Πόσα έχεις ακόμα στη φανέλα;» + +Τα έχασα σταληθινά. + +«Για στάσου να σε ψάξω», είπε κ' έκαμε ναπλώση απάνω μου. + +«Άντε να χαθής», του είπα και γύρισα να βγω από την πόρτα. + +«Θέλεις νάρθη το κορίτσι για να τα βγάλη, ε; Ή λες πως δεν το ξέρω +γιατί μου έστρωσες εδώ;» ξαναφώναξε χαμογελώντας. + +Δεν μπόρεσα να κρατηθώ· του έσφιξα μια στο στόμα. Αδραχτήκαμε. +Ακούσανε από μέσα την ταραχή κ' ήρθαν και μας χωρίσανε. Το μόνο, που +μου έμενε, είτανε να πάρω το καπέλο μου να φύγω, αφίνοντας το Νίκο να +'βρίζη πίσω μου και μέ και τους γονιούς του, που με μπάσανε στο σπίτι +τους. + +Να μείνω πια στου θειου μου είταν αδύνατο. Έπρεπε να φύγω αμέσως με +όποιον τρόπο. Στην απελπισία μου ήρθε στο νου μου ο Ζαμπακίδης. Τονέ +βρήκα στον καφενέ, του είπα ό, τι μπορούσα να του πω από την ιστορία +και του γύρεψα να με βοηθήση να φύγω. Το έκαμε πρόθυμα και το άλλο +πρωί έφυγα με το βαπόρι. + +Γύρισα σπίτι μου. Σε κάνα μήνα η θεια μας έγραψε πως ο Νίκος έφυγε και +πάει με κρασιά στη Γερμανία. Αυτή δεν ήθελε να του δώση χρήματα, μα ο +Νίκος είχε τον πατέρα του με το μέρος του και της είταν αδύνατο να +βαστάξη την διπλή γκρίνια. + + + + +ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ + + + +1 + + + +Σε λίγους μήνες ήρθα πάλι στην Αθήνα να ξαναδώσω εξέτασες. Τον ξάδερφο +μου τον ξαναθυμήθηκα μια μέρα μόνο, που απάντησα στο δρόμο το +Βελαδράπα και με ρώτησε για κείνον. Ο Βελαδράπας όμως ήξερε πιο πολλά +από μένα: δηλαδή πως ο Νίκος είχε στείλει σε κάποια εφημερίδα έξοχες +εντύπωσες από το ταξίδι του. Η περιγραφή της Βενετίας κι ο τρόπος που +ένοιωσε, λέει, τη Βενετσιάνικη τέχνη κάμανε μεγάλη αίσθηση σε όσους +καταλαβαίνουν από τέχνη κι ο ύμνος του στο σύνορο της Γερμανίας είτανε +μεγαλόπρεπη λυρική έμπνευση. Αριστοκρατική. Κατιτίς πινδαρικό και +ντανουντσιακό. + +«Είναι ζενιάλ ο ξάδερφός σου», μου είπε ο Βελαδράπας και μου έταξε πως +θα μου στείλη τα φύλλα με τις ταξιδιωτικές εντύπωσες του Νίκου. + +Την άλλη μέρα προτίμησε να μου τα φέρη ο ίδιος για να μη χαθούνε στο +ταχυδρομείο. Έλαβε μάλιστα τον κόπο να μου τα διαβάση μόνος του. Δεν +κατάλαβα πολλά πράματα. Τα μισά κιόλας είτανε γερμανικά και δυστυχώς +κι ο Βελαδράπας δεν ήξερε να μου τα ξηγήση. Έπειτα άκουγα στην αράδα +ονόματα που δεν τα γνώριζα. Μου φανήκανε σαν είδος ψυχοχάρτι, σαν +τρισάγιο. Το μόνο που κατάλαβα καλήτερα είτανε πως δεν ξέρω ποια +εικόνα ή ποιο τοπείο θύμησε στο Νίκο κάποιο ποίημα του Βελαδράπα και +τα παράθεσε. + +«Δεν είναι το καλήτερό μου», είπε αφού το διάβασε. + +«Έχετε πολλά γραμμένα;» τονέ ρώτησα. + +«Τυπωμένα μόνο δυο τόμους λυρικά και τρία δράματα. Αν θέλετε, σας τα +στέλνω». + +Διαμαρτυρήθηκα για την τιμή, που δε μου άξιζε. Ως τόσο την άλλη μέρα +μου έφερε πάλι ο ίδιος όλους τους τόμους του με αφιέρωση κολακευτική +και διαφορετική στον καθέναν. Δυο απ' αυτούς είχανε και την εικόνα του +μπροστά μπροστά. Τον ευχαρίστησα και του έταξα πως θα τους διαβάσω +όλους, άμα ξαδειάσω. Για την ώρα έκοψα μια από τις εικόνες και την +κάρφωσα στον τοίχο. + +Μια άλλη μέρα ξαναπέρασε από το σπίτι μου, μα δεν κάθησε πολύ όταν του +είπα πως σε λίγες μέρες θάδινα εξέτασες. Μου προσφέρθηκε να μιλήση σ' +έναν καθηγητή που τονέ γνώριζε στενά και την ημέρα που θα ξεταζόμουνα +τονέ βρήκα και με καρτερούσε στην αυλή του Πανεπιστημίου. Κάθησε ως το +τέλος κι όταν άκουσε πως με κάμανε προλύτη, έτρεξε να με παρηγορήση κ' +έμεινε μαζί μου ως τα μεσάνυχτα. Το άλλο το πρωί ήρθε και με πήρε από +το σπίτι μου. Με φίλεψε καφέ όξω στο «Σωκράτη», που πήγαμε και +καθήσαμε, με δάνεισε ένα δίδραχμο, άμα είδε πως είμουν απένταρος, και +το βράδι μούδωσε μπιλιέτο για το θέατρο. Κοντά στάλλα είτανε κ' +ηθοποιός ερασιτέχνης — μύστης καθώς τόλεγε — κ' έπαιζε τους υπερέτες +στις κωμωδίες και στις τραγωδίες κανέναν άγγελο. + +Έτσι γινήκαμε φίλοι με το Βελαδράπα. Είταν ευγενικό παιδί, καλή +καρδιά. Μόνη του αδυναμία είταν η αγάπη του στο θέατρο και στο μεγάλο, +καθώς τόλεγε. Θαύμαζε το Νίκο για την ορμή του νου του και το βαθύ της +σκέψης του. Ήξερε κ' έλεγε απόξω πολλά ποιήματά του και ξεχωριστά του +άρεσε εκείνο που είχε κάμει στο βαπόρι, όταν πήγαινε να εμπορευτή στη +Σύρα, κι από τις πολλές φορές που τάκουσα τόμαθα και γω απόξω. Πολύ +συχνά συλλογιζόμουνα τι ευχαρίστηση βρίσκει ο Βελαδράπας μ' εμένα τον +ανήξερο κι αμύητο στα μυστήρια της τέχνης κι από τη ντροπή μου +αναγκαζόμουνα να λέω ναι σ' ό, τι μου διηγότανε, να βρίσκω ωραίο ό, τι +μου διάβαζε, να του σφίγγω το χέρι όταν άκουγα καινούργιο ποίημά του +και μια μέρα που με νύσταξε με το πρώτο του ποιητικό διήγημα, τη +Φεγγαρώ ή Φεγγάρω δε θυμούμαι, σαν είδε πως έδειξα πως συγκινήθηκα, +μου είπε ευχαριστημένος: + +«Βλέπω πως αρχινάς να μπαίνης στο νόημα». + +Κ' έτσι πήγαινα ταχτικά στο θέατρο κ' έπινα συχνά καφέδες δίχως να +πληρώνω. + +Ο Βελαδράπας είχε πάντα χαρτζιλίκι μπόλικο. Η οικογένειά του +κατοικούσε στην Αθήνα κι ο πατέρας του, τελωνιακός υπάλληλος +πρωτήτερα, φαινότανε πως είχε πιο πολλά από τη σύνταξή του. Η κάμαρα +του φίλου μου, που μ' έπαιρνε και πηγαίναμε, αν κι απάνω στη σοφίτα, +είτανε καλά συγυρισμένη, και το τσάι, που μας στέλναν αποκάτω, +ερχότανε με πολλά παξιμαδάκια, Μια μέρα με γνώρισε στη μάννα του και +στην αδερφή του, νόστιμο κορίτσι ως δεκοχτώ χρονώ, με γελούμενα μάτια +που δε μ' αφήσανε ατάραχο. Τα ρούχα μου δεν είτανε της προκοπής για να +ελπίσω να της κάμω εντύπωση, όμως μια κι ο αδερφός της δεν είτανε +ντυμένος πολύ καλήτερα, έπαιρνα και γω το θάρρος να χτυπώ την πόρτα +του συχνότερα παρ' ότι ένοιωθα την όρεξη της συντροφιάς του. Γιατί του +άρεσε να είναι τόσο άτσαλος, ενώ, όπως φαινότανε, είχε τα μέσα να +ντύνεται πιο ανθρωπινά, δεν μπορούσα να το ξηγήσω. Πως δεν είναι +οργανική ανάγκη για έναν ποιητή να είναι και βρώμικος, καθώς πίστευα +πρωτήτερα γιατί έτσι είχα ακούσει, είχα πια απόδειξη τον ποιητή +Βιδούρη και την τελευταία μεταμόρφωση του ξαδέρφου μου. Το λόγο τον +έμαθα υστερότερα άμα σχετίστηκα πιο στενά με το Βελαδράπα. Τα χρήματα, +που του έδινε ο πατέρας του να κάνη ρούχα, τα ξόδευε για να τυπώνη τα +βιβλία του. Κ' έτσι ταίριαζε περσότερο μαζί μου κι ακόμα περσότερο +στον κύκλο, που μαζευότανε ακόμα στο καφενεδάκι του Κολονακιού, όχι +όμως τόσο ταχτικά, γιατί ο ποιητής Βιδούρης έκοψε άξαφνα να πηγαίνη +εκεί. Ο Βαλαδράπας με πήρε καναδυό φορές και μένα στο συγκάθισμά τους, +μα ούτε κείνοι δείξανε προθυμία να με προσέξουν, ούτε και γω βρήκα +πολλή ευχαρίστηση στη συντροφιά τους. Το καλό είτανε για με πως η +οικογένεια του Βελαδράπα του είχε μποδισμένο να τους φέρνη σπίτι του. +Μου το είπε παστρικά η μητέρα του μια μέρα, που άκουσε πως δεν υπερετώ +και γω τις Μούσες. Σαν της είπα μάλιστα πως κάνω πραχτική εξάσκηση σε +δικηγόρο και πως σκοπός μου είναι να δικηγορήσω και γω σε κάνα χρόνο, +σηκώθηκα στα μάτια της. Την Κυριακή με καλέσανε τραπέζι κι ο γέρο +Πετροδίκης μου φέρθηκε με πολύ σεβασμό και μια στιγμή που έλειψε ο +Βελαδράπας μου είπε πως καταχάρηκε που είδε πως έπιασε ο γιος του +φιλία μαζί μου και μ' ένα στόμα και κείνος κ' η γυναίκα του με +παρακαλέσανε να βάλω τα δυνατά μου να τον πείσω ναφήση τα ποιήματα, +που είναι καιρός χαμένος, και να δώση κι αυτός εξετάσες. Ο Βελαδράπας +είτανε γραμμένος στη Νομική και τελειόφοιτος από δυοτρία χρόνια. + +Τους έταξα πως θα προσπαθήσω, δίχως εννοείται και να στοχαστώ να το +κάμω. Όχι γιατί και γω δεν είμουνα και δεν είμαι ακόμα της ιδέας πως +τα ποιήματα είναι καιρός χαμένος, μα από την πείρα, που είχα από τον +ξάδερφό μου, είχα πια και την πεποίθηση πως τανώτερα μυαλά δεν είναι +καμωμένα για πραχτικές δουλειές. Σωστά ή όχι, πρέπει να τα ταγίζη η +κοινωνία για τις πνευματικές υπερεσίες που της προσφέρνουν. Αλλά δεν +είτανε μονάχα αυτός ο λόγος. Είχα και το φόβο πως αν του ξεστόμιζα +τέτοιο πράμα, θα θύμωνε και θα μου έκοβε ολότελα τη φιλία. Κ' η φιλία +του άρχισε να γίνεται για μένα σημαντικώτερη, γιατί η Θάλεια, καθώς τη +λέγανε την αδερφή του, άρχισε να μου αρέση όλο και περσότερο. Της +άρεσα και γω; Αυτό είταν το λιγώτερο που μ' ένοιαζε. Φτάνει πως οι +γονιοί της με βλέπανε με καλό μάτι, πως ο πατέρας της θυμήθηκε ότι μια +φορά που είταν υποτελώνης σ' ένα σκάλωμα της επαρχίας μου, είχε +ακούσει για τον πατέρα μου πως είταν ένας από τους καλούς νοικοκυρέους +και κομματάρχες. Θυμότανε μάλιστα πως τότες είταν κι αντιπρόσωπος του +βουλευτή που είχε την εξουσία. Μου γύρεψε πολλές κομματικές +πληροφορίες και τον είδα πως ευχαριστήθηκε από την ενημερότητά μου. Το +μοναχό κακό είταν τα παλιά μου ρούχα. Δε μου άρεσε ποτέ νάμαι +κακοντυμένος και πάντα φρόντιζα νάχω μια φορεσιά να φαίνουμαι στον +κόσμο. Μα είχα βλέπεις βάλει χρέη από τις πρώτες μου εξέτασες και τα +χρήματα, που έλαβα από τον πατέρα μου για να κάμω ρούχα, πήγανε σ' +αυτά. + +Κ' έτσι αναγκαζόμουνα κ' έπλενα με τσιγένι το σακκάκι μου κάθε φορά +που θα πήγαινα στου Βελαδράπα. Πολλές φορές κατέβαινε και μου άνοιγε η +ίδια η Θάλεια, κάποτε ανέβαινε και στην κάμαρα του αδερφού της κι όταν +εκείνος διάβαζε κανένα ποίημά του, ξεκαρδιζότανε στα γέλια, ή αν +τύχαινε να μην έχη πολλή όρεξη, τον κοίταζε μονάχα με λοξή ματιά, που +μου θύμιζε τη ματιά του ποιητή Βιδούρη. Και σα μ' έπιανε και μένα να +χαμογελώ, την έβλεπα κ' ευχαριστιότανε και για να την ευχαριστώ και γω +το έκανα συχνότερα απ' ότι άξιζε και σε περίσταση ακόμα, που από +συνήθεια πια με συγκινούσαν κάπως τα ποιήματα του φίλου μου. Άμα είναι +κανείς ερωτεμένος γίνεται ρομαντικός δίχως να θέλη. Πολλές φορές εκεί +που ο Βελαδράπας τραγουδούσε τα ξανθά μαλλιά τα λυτά στους ώμους, τα +γαλανά ονειρεμένα μάτια, εκεί που φανταζότανε την ερωμένη του να +τριγυρνά στους παραδείσιους αιθέρες, ή να φωτίζη με το γέλιο της τους +βυθούς του Ταρτάρου και να μαρμαρώνη τον Κέρβερο με τη ματιά της, μ' +έκανε και με να πέφτω σε όνειρα, ναλλάζω με τη φαντασία μου το χρώμα +των μαλλιών και των ματιών και να βλέπω μια μορφή, που έμοιαζε της +Θάλειας, να βγαίνη γελαστή στην πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην +επαρχία, άμα ακούη τα πατήματά μου στη σκάλα, ναρπάζη τα δικόγραφα από +το χέρι μου και να με φέρνη μέσα σε μια καλοσυγυρισμένη τραπεζαρία, +που μας καρτερούσε το φαγί. Μια μέρα μάλιστα δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε +και ξομολογήθηκα στο Βελαδράπα παρόμοιο όνειρο. + +«Στο βάθος μένεις ακόμα πεζότατος», μου είπε χαλώντας τα μούτρα του: +«Θαρρώ κι ακούω την αδερφή μου». + +«Δεν ξέρεις πώς τη βαριούμαι αυτή την αδερφή μου», μου είπε μια άλλη +μέρα που τον έμπλεξε να την πάη κάπου κ' έμεινε μαζί της όλο το +απόγεμα. Όταν την έβγαζε περίπατο, του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση αν +τους έβρισκα στο δρόμο και κολλούσα μαζί τους. «Μ' έσωσες», μου έλεγε +στο αυτί. Εννοείται πως και γω δεν άφινα ποτέ περίσταση να πάη χαμένη. +Όμως ένοιωθα πως η Θάλεια στενοχωριότανε ανάμεσα στους δυο. Ντρεπότανε +τη ντυμασιά μας, που λίγο ταίριαζε με τη δική της, πάντα περιποιημένη +και πάντα μοντέρνα. Όταν τους έσμιγα, προτιμούσε να τραβούμε όλο +σταπόμερα. Πολύ πιο δύσκολα αποφάσιζε ναρθή μαζί μου στο θέατρο. +Μιαδυό φορές, που έτυχε να τους μπλέξω, φρόντισε κ' είδε κάποια +φιλενάδα της και της φώναξε μπροστά μου: «Κρίμα, καημένη, να μην +καθούμαστε κοντά κοντά». Μ' έφερε στην ανάγκη ν' αλλάξω τη θέση μου με +τη φιλενάδα της. Μια άλλη φορά πάλι, που ο αδερφός της είχε μέρος στην +παράσταση και μείναμε μονάχοι στην πλατεία, δε δέχτηκε που της +προσφέρθηκα να πάμε να τη φιλέψω ένα γλυκό. Πως η αφορμή είταν +πράματις τα ρούχα μου, το είδα όταν τέλος κατάφερα να βρω ένα ράφτη να +μου κάμη με πίστωση μια καλή φορεσιά. Τη φόρεσα μια Κυριακή μαζί με +ολοκαίνουργα παπούτσια και καπέλο της μόδας και παρουσιάστηκα στην +πόρτα της. Η ματιά της άρχισε να πέφτη απάνω μου ιλαρότερη. Και δεν +έφερε αντιλογία ύστερα όταν ο αδερφός της μας τράβηξε στο Ζάππειο, +οπού του άρεσε να κοιτάζη τις όμορφες που σεργιανούσαν. Τη ντυμασιά +του Βελαδράπα φαίνεται να την είχε συνηθίσει και να μην της έκανε πια +εντύπωση. Έδειχνε κιόλας πως είταν αμελημένη επίτηδες για να ταιριάζη +με τα μακριά μαλλιά και το σφηνάτο μούσι. + +Η Θάλεια άρχισε νάρχεται πιο πρόθυμα στο θέατρο και δεν της έφτανε +νάχη μόνο μπιλιέτα τζάμπα, μα ήθελε και καλές θέσες, στα μπροστινά +καθίσματα. Καταλάβαινα πως χαιρότανε κιόλας, σα δεν κάθιζε μαζί μας ο +αδερφός της και στα διαλείμματα σηκωνότανε τώρα εκείνη πρώτη και +περπατούσαμε ένα γύρο στην πλατεία. Όσο περσότερο τη γνώριζα, δεν την +εύρισκα καθόλου βαρετή, καθώς την εύρισκε ο αδερφός της. Καθάλλο +μάλιστα. Ταιριάζανε οι γνώμες μας σε όλα και στη γλώσσα ακόμα. Το +μαλλιαρό ιδίωμα, που ακούγαμε στη σκηνή που έπαιζε ο Βελαδράπας, μας +πείραζε και τους δυο στα νεύρα. Εννοείται πως εγώ φυλαγόμουνα να πω τη +γνώμη μου μπροστά στο φίλο μου, μα η αδερφή του τον πείραζε κ' +ευχαριστιόμουνα μέσα μου. Έπειτα μου άρεσε στη Θάλεια το μετρημένο και +πραχτικό μυαλό της. Μου φαινότανε σα νάκουγα τη μάννα μου, άμα μου +μιλούσε σοβαρά για πράματα του κόσμου. Φυσικά, σα βγαλμένη από το +Αρσάκειο, είταν αναπτυγμένη πιότερο από τη μάννα μου, μα στο βάθος +έμενε πιστή, αγνή ελληνοπούλα. Τη φρονιμάδα της φαινότανε να την +ξεχνούσε μοναχά σαν έβλεπε κανένα νέο καλοντυμένο και καλοκαμωμένο. Αν +την κοίταζε, της άρεσε να τον κοιτά κι αυτή. Σιγά σιγά όμως πήρανε ν' +αριεύουν οι ματιές στους άλλους. Στο μεταξύ της είχα διηγηθή και γω +την ιστορία μου, τα οικογενειακά μου, τα σχέδιά μου για το μέλλον και +τα ρέστα. Ήξερα πως δεν της άρεσε και πως ούτε το σκεφτότανε να φύγη +από την Αθήνα και της είπα πως λογάριαζα να μείνω να κάμω εκεί το +δικηγόρο. Κ' έτσι σα να συνεννοηθήκαμε καλήτερα. Και μια μέρα που η +δούλα έλειπε κ' ήρθε μονάχη της και μου άνοιξε την πόρτα, καθώς δόσαμε +τα χέρια μας, ανεβήκαμε τη σκάλα χωρίς κανένας από τους δυο μας ν' +αποφασίση να ταφήση πρώτος. Μιαν άλλη μέρα πάλι στην κάμαρα του +Βελαδράπα, κάποια στιγμή που έλειψε τούτος, τη βρήκε η μάννα της +ακκουμπημένη στον ώμο μου. Φαίνεται όμως να μην το πήρε για κακό και +δεν έπαψε κι αυτή κι ο γέρο Πετροδίκης να με βλέπουνε με καλό μάτι και +να με κρατούνε συχνά να τρώγω σπίτι τους. + +Πέρασαν έτσι δυοτρείς μήνες. Είχε έρθει το χινόπωρο κι ο πατέρας μου +μού είχε στείλει χρήματα κ' έκαμα καινούργια φορεσιά. Η Θάλεια είταν +ευχαριστημένη. + +Μια Κυριακή απόγεμα είχαμε βγει περίπατο με τα δυο αδέρφια. Εκεί που +κόβαμε βόλτες στο Σύνταγμα, η Θάλεια παρατήρησε έναν που πήγαινε +κάμποσα βήματα μπροστά μας και μας τον έδειξε για την παράξενη +ντυμασιά του. Φορούσε βελουδένιο καφετί κοστούμι· το σακκάκι είτανε με +δίπλες και με ζώνη στη μέση, το πανταλόνι κοντό ως το γόνα και στο +κεφάλι του είχε ένα μικρό πρασινωπό καβούκι μ' ένα φτερό ορθό αποπίσω. + +«Θα κατέβηκε από το ποδήλατο», είπα. + +«Ιταλιάνος θάναι», είπε η Θάλεια. + +«Γερμανός, βάζω στοίχημα», είπε ο αδερφός της. + +«Ό,τι κι αν είναι, σε περνάει, Βελαδράπα· δες έχει και μακριά μαλλιά». + +Γελάσαμε. + +«Πάμε να τονέ δούμε κι από μπροστά τι φάτσα έχει», ξαναείπε η Θάλεια. + +Γοργέψαμε το βήμα και τονέ φτάσαμε στην άκρη της πλατείας. Μα καθώς +γύρισε και βρέθηκε αντίκρυ μας, τα χάσαμε κ' οι τρεις. Ο άγνωστος +έβγαλε το καπέλο του και στάθηκε μπροστά μας. + +«Βρε, βρε!» φώναξε σε μια στιγμή ο Βελαδράπας και τον αγκάλιασε. + +Η πρώτη σκέψη μου είτανε να φύγω, άμα τέλος υποψιάστηκα και γω πως ο +άγνωστος με τα γενάκια, που φιλιότανε με το Βελαδράπα, δεν είταν άλλος +παρά ο ξάδερφος μου ο Νίκος. Μα εκείνος, σα να μην είχε τρέξει τίποτες +αναμεταξύ μας, μου άπλωσε το χέρι κ' έπειτα στάθηκε ξεσκούφωτος και +τεντωμένος μπροστά στη Θάλεια. + +«Ο κ. Κλήμης Μαινάλκας — Νίκος Γκάβρας — , η αδερφή μου», σύστησε ο +Βελαδράπας. + +Ο Νίκος έσκυψε το κορμί βαθιά κ' έβαλε το καπέλο του. + +Η Θάλεια κοκκίνησε λίγο βλέποντας κάποιους γύρω να κοιτάζουνε λίγο +περίεργα. + +«Πότε ήρθες; από πού;» ρώτησε ο Βελαδράπας ενώ κινήσαμε να περπατούμε +προς τα όξω. + +«Χτες το βράδι, από το Μόναχο», είπε ο Νίκος, τονίζοντας την τελευταία +λέξη. + +«Θα μας φέρνης εντύπωσες, υλικό, έργα. Τι έχεις έτοιμα;» ξαναείπε ο +Βελαδράπας. + +«Είναι κι ο κ. Κλήμης ποιητής;» ρώτησε η Θάλεια κοίταζοντας το Νίκο +περίεργα πάντα και λιγάκι φοβισμένα. + +«Με συμπαθάτε, δεν άκουσα», είπε κείνος κ' ήρθε και μπήκε ανάμεσα από +μένα και τη Θάλεια. + +«Ρώτησα — γράφετε και σεις;» ξαναείπε αυτή. + +«Έγραφα άλλοτε», είπε ο Νίκος. + +Ο Βελαδράπας τον κοίταξε ξαφνισμένος. Κάτι έκαμε να πη, μα τον έκοψε η +αδερφή του ρωτώντας πάλι το Νίκο: + +«Σπουδάζατε στο Μόναχο;» + +«Γλεντούσα», αποκρίθηκε κείνος. + +»Είναι ωραία πόλις το Μόναχο. Μια φίλη μου είτανε πέρσι εκεί». + +«Έρχουνται και χαζεύουν πολλοί έλληνες», είπε ο Νίκος. + +«Είναι κι ο τάφος του Όθωνος, μου έλεγε η φίλη μου». + +«Μου φαίνεται· άκουσα, νομίζω, κάτι τέτοιο». + +«Ε, πού τραβάτε;» φώναξε ο Βελαδράπας, σαν είδε πως δε στρίψαμε κατά +το Ζάππειο, που μας τραβούσε αυτός. + +«Να κάμουμε το γύρο, να δούμε λίγη φύση», είπε η Θάλεια. + +«Σήμερα μούγινες ρομαντική, που είναι ο τόπος γεμάτος μπλέμπα. Σύρτε +σεις, εγώ δεν έρχουμαι. Θα πάω στο Ζάππειο», ξαναείπε ο Βελαδράπας. + +Η Θάλεια στάθηκε και με κοίταξε: «Ας διαλέξη τότε ο κ. Κλήμης, σα +μουσαφίρης που είναι», είπε: «Τι προτιμάτε το γύρο ή το Ζάππειο;» +ρώτησε το Νίκο. + +«Μου είν' αδιάφορο· έρχουμαι όπου πάτε», είπε κείνος και την κοίταξε. + +Μα ο Βελαδράπας την τράβηξε από το χέρι κ' έτσι ακολουθήσαμε και μεις. + +«Τι απαίσιος κόσμος», μουρμούρισε ο Νίκος σαν προχωρήσαμε στον κήπο. + +Η Θάλεια τον κοίταξε: «Είναι καλήτερος στο Μόναχο;» ρώτησε σαν +πειραγμένη. + +Ο Νίκος χαμογέλασε. + +«Δεν το πιστεύω νάναι κομψότερος εκεί ο κόσμος», ξαναείπε η Θάλεια. + +«Από δω — » + +«Από τας Αθήνας; Μα αι Αθήναι φημίζονται, κύριε Κλήμη. Αι Αθηναίαι +φημίζονται παντού για το ντύσιμό τους. Το λένε κ' οι ίδιοι οι ξένοι +που έρχονται. Η φίλη μου μού έλεγε πως δεν είδε ούτε μια γερμανίδα που +να ξέρη να ντυθή». + +«Αντιλήψεις διαφορετικές, δεσποινίς Θυμάρη», είπε ο Νίκος +χαμογελώντας. + +Ή Θάλεια κοκκίνησε: «Με συμπαθάτε, δε λέγομαι Θυμάρη, κ. Κλήμη». + +«Ούτε και γω Κλήμης», είπε ο Νίκος. + +«Κλήμης Μαινάλκας», διόρθωσε ο Βελαδράπας. + +«Νίκος Γκάβρας», είπε ο Νίκος. + +«Άντε να χαθής· εσύ μας ανακατεύεις, Βελαδράπα, με τα διπλά σου +ονόματα», γύρισε η Θάλεια στον αδερφό της. + +«Όπως ακούω τριπλά», πρόστεσε ο Νίκος. + +Γελάσαμε όλοι. Το παρατσούκλι του φίλου μου εγώ το πρόδωσα μια μέρα +της αδερφής του από παραδρομή. Της άρεσε κ' έτσι τον έλεγε πάντα από +τότε. + +«Έδωσες εξέτασες;» με ρώτησε ο Νίκος. + +«Διδάχτορας, ομότιμός σου», με πρόλαβε κι απάντησε ο Βελαδράπας. + +Δεν τονέ διόρθωσα, καθώς δεν τονέ διόρθωσα και τότε που με σύστησε στο +σπίτι του μ' αυτόν τον τίτλο. Δε μ' είχε προδώσει πως είμουνα προλύτης +ούτε στην αδερφή του. Όσο κι αν ζούσε στα υπερπέραν για τον εαυτό του, +όταν είτανε για τους άλλους δεν ξεχνούσε ποτέ τη σημασία της +πραγματικότητος. + +Αφού κάμαμε ένα δυο σουλάτσα στην πλατεία, ο Βελαδράπας είπε πως +κουράστηκε και καθήσαμε. Ο Νίκος έβγαλε κι άναψε μια μικρή πίπα. + +«Πες μας λοιπόν πώς πέρασες στο Μόναχο;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Θαυμάσια», αποκρίθηκε. + +«Είχατε καιρό εκεί;» ρώτησε η Θάλεια. + +«Αρκετό», είπε ο Νίκος. + +«Και γλεντούσατε όλον τον καιρό;» + +«Τι θέλατε να κάνω;» + +«Όλο μπίρα πίνουνε στο Μόναχο, μου έλεγε η φίλη μου. Πίνατε και σεις +πολλή;» + +«Προτιμούσα το κρασί», είπε ο Νίκος. + +Θυμήθηκα τα κρασιά του Ζαμπακίδη και λίγο να τονέ ρωτήσω πώς πήγε το +εμπόριο μ' αυτά. Μα η Θάλεια δεν άφησε: + +«Με τι το πίνατε;» ξαναείπε: «Η γερμανική κουζίνα είναι ελεεινή. Η +φίλη μου δεν μπόρεσε να φάη ούτε μια φορά της προκοπής δυο μήνες που +έμεινε στη Γερμανία. Οι Γερμανοί είναι, λέει, χοντράνθρωποι, δεν +έχουνε πολιτισμό». + +Ο Νίκος γέλασε. Η Θάλεια μου έρριξε μια ματιά, μα δεν είτανε για το +Νίκο. Ήθελε να με κάμη να προσέξω στην πλατεία που σεργιανούσε ο +κόσμος. Ο αδερφός της φαινότανε πως είτανε τις τελευταίες μέρες +ερωτεμένος με κάποια, που δεν μπορούσαμε να την ανακαλύψουμε. Εκείνη +τη στιγμή είχε πέσει η υποψία της Θάλειας κάπου και γι' αυτό μου +ένεψε. + +«Σε τσακώσαμε», φώναξα του Βελαδράπα που είχε ξεχαστή και φαινόταν πως +δεν άκουγε τι λέγαμε. + +Κοκκίνησε. Γελάσαμε όλοι. + +«Ο ίδιος ο αιώνιος μένεις, καημένε», του είπε ο Νίκος που κατάλαβε. + +«Θα μας πης λοιπόν, τι έγραψες;» ρώτησε ο Βελαδράπας για ναλλάξη την +κουβέντα: «Τι γίνεται το δράμα σου;» + +«Τόσκισα», απάντησε ο Νίκος. + +«Γιατί;» + +«Γιατί δεν άξιζε». + +«Άσε ταστεία». + +«Καλά θα κάμης να τα σκίσης όλα όσα έγραψες και συ». + +«Μπράβο! Πήτε του τα και σεις, κ. Γκάβρα!» φώναξε η Θάλεια: «Βλέπεις», +γύρισε στον αδερφό της, «δεν είμαστε μεις μονάχα που σου το λέμε πως +χάνεις τον καιρό σου. Θάσουνα τώρα δικηγόρος». + +«Άσε, καημένη, τα σαχλά. Φτάνει να τα λέη ο μπαμπάς», της είπε με θυμό +ο Βελαδράπας. + +«Βλέπεις, τα λέει κι ο φίλος σου. Δεν έχω δίκιο, κ. Γκάβρα; Δε θάκανε +καλήτερα να διάβαζε να πάρη το χαρτί του;» ξαναείπε η Θάλεια. + +«Ποιο χαρτί;» ρώτησε ο Νίκος. + +«Το δίπλωμα». + +Ο Νίκος γέλασε. + +«Γιατί γελάτε;» + +«Κάθε ρωμιός χρωστά να πάρη δίπλωμα». + +«Εσείς άκουσα το πήρατε». + +«Σας το χαρίζω». + +«Ευχαριστώ· έχω το δικό μου». Η Θάλεια χαμογέλασε. + +«Και τι σας χρησιμεύει;» χαμογέλασε κι ο Νίκος. + +«Δε μιλώ για τις αστείες αθηνέικες ομίχλες· μιλώ για τις ομίχλες του +βαθιού μοτίβου», είπε ο Νίκος. + +Η Θάλεια με κοίταξε. Ο Βελαδράπας άνοιξε το στόμα. + +«Για τις ομίχλες των Αλπολάγκαδων, των ψηλών κορφών, της +Βοριοθάλασσας. Αυτές θέλουνε δυνατές ψυχές να τις βαστάξουν», +ξακολούθησε ο Νίκος. + +«Πήγες και στη Βοριοθάλασσα; Είναι όμορφη;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Μουσική ομορφιά. Εκεί η φύση δεν κάνει πλαστική επίδειξη, καθώς εδώ. +Δεν είναι σα σκιαγραφία. Δε σε υπνωτίζει, σε μεταρσιώνει». + +Η Θάλεια γέλασε: «Μιλείτε με προκατάληψη για την ελληνική φύση. Το +παθαίνουν πολλοί που πηγαίνουνε στην Ευρώπη. Ξιπάζουνται». + +Ο Νίκος χαμογέλασε. + +«Σωπάτε, κ. Γκάβρα», ξακολούθησε η Θάλεια, «θα μου πήτε μένα για το +κλίμα της Αττικής, γι' αυτόν τον ορίζοντα που τονέ θαυμάζουν όλοι οι +ξένοι; Δε ντρεπόσαστε να λέτε πως ζουν αλλού καλήτερα από δω;» + +«Με παρανοήσατε. Δε σας είπα πως αλλού ζούνε καλήτερα· σας είπα πως +εμείς εδώ δε ζούμε», τόνισε τα τελευταία λόγια ο Νίκος. + +«Καλά, τότε να πεθάνουμε όλοι. Αυτό θα θέλετε;» + +«Όχι αυτό, μα να το νοιώσουμε πως δε ζούμε και τότε θαρχίσουμε να +ζούμε. Άμα δηλαδή το καταλάβουμε πως η ζωή αυτή δεν είναι αληθινή ζωή, +αλλά νεκροφάνεια». + +«Και ποια είναι αληθινή ζωή; Στις ομίχλες;» γέλασε η Θάλεια. + +«Αυτό δε λέγεται με λόγια· το αισθάνεται κανένας», της απάντησε ο +Βαλαδράπας. + +Η αδερφή του τού έδωσε μια φάπα ανάλαφρη. Γέλασε κι ο Νίκος. + +«Τι μου χρησιμεύει; Πώς, δε χρησιμεύουν τα διπλώματα;» + +«Αλλού ναι, στην Ελλάδα όχι». + +«Γιατί,;» + +«Αν είχατε βγει πέρα από το Μπρίντεζι, δε θα ρωτούσατε». + +Η Θάλεια κοκκίνησε: «Δε σας καταλαβαίνω, κ. Γκάβρα», μουρμούρισε. + +»Για να με καταλάβη κανένας, δεσποινίς μου, πρέπει να ζη». + +«Και γω δε ζω;» + +«Όχι μόνο εσείς, μα κανείς δε ζει σ' αυτόν τον τόπο». + +Δεν τέντωσε τα μάτια μονάχα η Θάλεια, μα κι ο Βελαδράπας έμεινε με το +στόμα ανοιχτό. + +«Και στους άλλους τόπους ζούνε καλήτερα από δω; Έχουνε πουθενά αυτόν +τον ουρανό, αυτή τη θάλασσα;» Η Θάλεια έδειξε με το χέρι της κατά το +Φάληρο. + +Ο Νίκος χαμογέλασε. + +«Και γω δεν το πιστεύω νάχη η φύση πουθενά αλλού τέτοιες γραμμές, τόση +μεγαλοπρέπεια», είπε κι ο Βελαδράπας τεντώνοντας το χέρι πλατιά και +φέρνοντας το μάτι γύρω με κίνημα του κεφαλιού. + +«Δε λέω πως λείπει κάποια τραγικότητα από το τοπείο αυτό», είπε ο +Νίκος, «μα έπρεπε νάχης δει τις Άλπεις, τις κορφές (είπε κάποια +ονόματα γερμανικά), τους βράχους, τα δάση, τακρολίμνια, τις ομίχλες — +» + +«Ουφ! Αφήστε με καλέ και σεις με τις ομίχλες σας», φώναξε η Θάλεια — +«θα παραβάλω αυτό το φως με τις ομίχλες; Πλήττω που τις ακούω». + +Ο Νίκος την κοίταξε χαμογελιόντας: «Έπρεπε να τις δήτε πρώτα». + +«Τι να τις δω; Σαν και δεν είδαμε ποτέ μας καταχνιά, κ. Γκάβρα; Για τι +μας παίρνετε; Έπεσε πέρσι το χειμώνα μια, που αν κρατούσε καμιά ώρα +ακόμα, θα πήγαινε σκαστή όλη η Αθήνα». + +«Για τον Πάλα, αλήθεια, δε ρώτησα. Τι γίνεται; τον είδες», ρώτησε σε +λίγο ο Βελαδράπας. + +«Πέρασε από το Μόναχο για λίγες μέρες», είπε αδιάφορα ο Νίκος. + +«Και πού πήγαινε;» + +«Στη Γαλλία». + +«Στη Γαλλία!» είπε ξαφνισμένα ο Βελαδράπας. + +«Έμπλεξε με κάποιους ρούσσους κ' έγινε δημοκράτης». + +«Στον εικοστόν αιώνα δημοκράτης!» ξαφνίστηκε πάλι ο Βελαδράπας. + +«Και γω δημοκράτις είμαι», είπε η Θάλεια, «δεν τη χωνεύω την +αριστοκρατία. Όλες σημέρα σου κάνουν τον αριστοκράτη. Βλέπεις +μπακαλοπούλες και σου ξεφυτρώνουνε μεμιάς με τα φασαμαίν στο χέρι. Δεν +ξέρετε πως τις σιχαίνουμαι. Νάναι καμιά από οικογένεια, υποφέρεται. +Έχει δικαίωμα να το κάνη». + +«Δε σου είπε ο Πάλας, δεν ξανάγραψε τίποτες;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +Ο Νίκος κούνησε τους ώμους. + +«Και συ το λες αλήθεια πως δεν ξαναγράφεις;» + +«Τι; ψέματα;» + +«Αδικείς την τέχνη. Τα γράμματα, που είχες στείλει στην αρχή, +αναστατώσανε τα πνεύματα. Κ' η σκηνή, που δημοσίεψες από το δράμα σου, +είταν αριστούργημα. Μας έβαλες όλους κάτω. Το αναγνώρισε κι ο +Αβραμίκος κι ας τον είχες χτυπήσει. Είπε πως φαντάζεται το δράμα σου +σα νέο είδος τέχνης, μεταμουσικό να το πούμε». + +«Ποιος είναι ο Αβραμίκος;» ρώτησε η Θάλεια. + +«Ο καλήτερος κριτικός μας», είπε ο Βελαδράπας. + +«Ο μωρότερος», τον έκοψε ο Νίκος· «σκολαστικός, δε νοιώθει τίποτες. +Κανένας σας δε νοιώθει γρι από τέχνη». + +Η Θάλεια όμως βαρέθηκε τις κουβέντες για την τέχνη και σηκώθηκε. + +Σηκωθήκαμε όλοι μας και σουλατσάραμε όσο που πήρε και βράδιασε. Άμα +γυρίσαμε στην πόλη, συνοδέψαμε τη Θάλεια ως την πόρτα της. + +«Ελπίζω να σας ξαναδούμε», είπε δίνοντας το χέρι της πρώτα στο Νίκο. + +Εκείνος στάθηκε προσοχή, σκύβοντας το κορμί και κρατώντας το καπέλο +του στο χέρι: «Αν σας κάνη ευχαρίστηση», είπε. + +Η Θάλεια μπήκε μέσα και σαν είδα πως έμεινε ο Βελαδράπας μαζί μας, +σκέφτηκα ναφήσω μονάχους τους δύο ποιητές. Δεν είχα καμιά όρεξη να +μπλέξω πάλι με το Νίκο και το κάλεσμα, που του έκαμε η Θάλεια, δε μου +άρεσε πολύ. «Όχι», στοχαζόμουνα, «ο Νίκος πρέπει να μείνη μακριά». Μα +εκεί που γύρευα να βρω μια πρόφαση να τονέ χωριστώ κιόλα, εκείνος +άδραξε άξαφνα το μπράτσο μου: + +«Πού κάθεσαι;» με ρώτησε. + +«Εκεί που καθόμουνα», είπα ξερά. + +«Μπράβο· μου φαίνεται, έχεις έναν καναπέ». + +«Μα σκεπάσματα δεν έχω». + +«Μας δίνει η σπιτονοικοκυρά σου. Τώρα πάμε πουθενά να φάμε. Βελαδράπα, +θα μείνης βέβαια μαζί μας». + +«Α μου συμπαθάς, να σου κάμω κιόλας το τραπέζι», είπε κείνος. + +«Σε καμιά μπίρα να πάμε· δεν τρώω ποτέ ζεστό φαγί το βράδι», είπε ο +Νίκος. + +«Εγώ έχω να σμίξω κάποιον», είπα, άμα φτάσαμε στην μπίρα που θα +μπαίνανε. + +«Και πού θα μ' εύρης έπειτα;» με ρώτησε ο Νίκος: «Δεν περνάς να με +πάρης από δω;» + +Κούνησα το κεφάλι κ' έφυγα με την ιδέα να μην ξαναγυρίσω. Πήγα στο +ξενοδοχείο να φάω και γω κι από κει στον καφενέ για να βρω καμιά +συντροφιά. Δε βρήκα κανέναν κι αποφάσισα τα πάω σπίτι μου να κοιμηθώ. +Μα πάλι συλλογίστηκα πως ο Νίκος το ήξερε το σπίτι και θαρχότανε κει. +Και να μην το ήξερε, θα τον έφερνε ο Βελαδράπας. Είδα πια πως έμπλεξα +γι αυτό το βράδι, βαρέθηκα να μένω μόνος και γύρισα θέλοντας και μη +στην μπίρα. + + + +3 + + + +Τους βρήκα καθισμένους δίπλα δίπλα και μιλούσανε. + +«Έλα κάθησε και συ νακούσης», μου είπε ο Βελαδράπας. + +Ο Νίκος μόλις πρόσεξε που κάθησα αντίκρυ του και ξακολούθησε την +κουβέντα του. Μιλούσε για το Βερολίνο κ' έλεγε πως δεν του άρεσε. Το +βρήκε αμερικάνικο πολύ κι ο αμερικανισμός, είπε, φοβάται πως θα φάη τη +Γερμανία. + +«Ο σοσιαλισμός θέλεις να πης;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Και τα δυο. Η Γερμανία πρέπει να κλειστή στο γοτθικό της πνεύμα». + +«Το γοτθικό είναι το μεγάλο βέβαια. Δεν τόνοιωσε ο Γκαίτε πρώτος;» +ξαναρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Ο Λούθηρος. Λούθηρος — Μπίσμαρκ, αυτοί είναι οι δυο πόλοι», απάντησε +ο Νίκος και ξακολούθησε να μιλή για το Μόναχο τώρα: «Είναι η μόνη πόλη +του κόσμου, είπε, που μπορεί να ζήση ένας νους μορφωμένος αισθητικά». + +«Ναι, αυτό το είπε κι ο Ίψεν», είπε ο Βελαδράπας. + +«Άλλο είπε ο Ίψεν αυτός δεν ένοιωσε καλά τη ζωή, τη σύγχυζε». + +«Είταν όμως αριστοκράτης», ξαναείπε ο Βελαδράπας. + +«Κι αυτό το παρανόησε· δεν κατάλαβε διόλου το Γκαίτε». + +«Στο Μόναχο τον καταλάβανε το Γκαίτε;» + +«Γκαίτε και Μπετόβεν, αυτό είναι το Μόναχο. Ο Φάουστ κ' η ένατη +συμφωνία χυμένα στον αέρα. Μεταρσιώνεσαι παντού. Νοιώθεις βαθιά σου το +μεσαίωνα. Σε όποιον καφενέ κι αν μπης, θυμάσαι το καπελιό του +Άουερμπαχ, σε κάθε γωνιά δρόμου έχεις κ' ένα Γκρέτχεν μπροστά σου. +Πολλές φορές, βλέποντας τους φοιτητές να γλεντούνε, θαρρούσα κ' είτανε +μαζί τους ο Μεφίστος». + +«Μονομαχούν οι φοιτητές, ε;» + +«Όλοι είναι πετσοκομμένοι. Ο γερμανός, που δεν έχει σπαθιές στο +πρόσωπο, δε θεωρείται άνθρωπος». + +«Αυτό μου φαίνεται λίγο αντιαισθητικό», είπε ο Βελαδράπας. + +Ο Νίκος γέλασε. + +«Μα τα κορίτσια πώς τους θέλουν έτσι;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Οι γερμανίδες δεν είναι ρωμιές», είπε ο Νίκος κι ο Βελαδράπας έμεινε +σκεφτικός. + +«Είναι όμορφες οι γερμανίδες;» ξαναρώτησε έπειτα από λίγο. + +«Έχεις δει την Αμαρτία του Στουκ;» του είπε ο Νίκος. + +Ο Βελαδράπας κούνησε το κεφάλι. + +«Ε, τέτοιες είναι». + +«Είναι χειραφετημένες αλήθεια;» + +«Γυναίκες είναι. Τι μεγαλήτερη χειραφεσία θέλει η γερμανίδα, όταν +μπορή και βγαίνη ελεύτερα στο δρόμο με το νόθο της παιδί, δίχως να +ντρέπεται κανένανε; Σου θυμίζει το ποίημα του Γκαίτε». Είπε γερμανικά +κάποιους στίχους και τους ξήγησε, αφού το γύρεψε ο Βελαδράπας: «Μη με +ρωτάτε από ποιόνε τόχω το παιδί στην κοιλιά». Κάτι τέτοιο απάνω κάτω. + +Ο Βελαδράπας τέντωσε το αυτί του κι ο Νίκος ξακολούθησε: «Η γερμανίδα +είναι έρωτας και μουσική. Ο άντρας της τα δίνει και τα δυο. Τι άλλο +θέλει;» + +«Η γυναίκα λοιπόν, καθώς τη θέλει ο Νίτσε», είπε ο Βελαδράπας. + +«Για σώπα — σαν και παίζουν. — Α, όχι. Μου φάνηκε πως άκουσα κάποιο +μοτίβο από το Σίγφριδ», είπε ο Νίκος, αφού πρόσεξε στο κομάτι, που +είχε αρχίσει ένα βιολί κ' ένα πιάνο που παίζανε στην μπίρα. + +«Άκουσες Βάγνερ στο Μόναχο;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Σαν κι άκουσα τίποτες άλλο;» + +«Μα ο Νίτσε τον καταδικάζει». + +«Άδικα. Έχω ψυχολογήσει την αιτία και θα τη γράψω σε μελέτη». + +«Ώστε έτσι τόλεγες πως δε θα ξαναγράψης;» ρώτησε γελούμενα ο +Βελαδράπας. + +«Ελληνικά είπα δε θα ξαναγράψω». + +Ο Βελαδράπας κάτι θέλησε να ξαναπή, μα τον έκοψε ένας που ήρθε στο +τραπέζι κ' έδωσε το χέρι του Νίκου. + +«Μαινάλκα, τρόμαξα να σε γνωρίσω», του είπε. + +Δε θα τονέ γνώριζα και γω πως είταν ο Θέμης Φλοίσβος, α δεν άκουγα να +πη τόνομά του ο Βελαδράπας, που τον προσκάλεσε να καθήση, ξεχνώντας το +περσινό ξυλοκόπημά τους. Είχε αφήσει και κείνος τα μουστάκια κ' έκοψε +κιόλα τα μακριά μαλλιά. Τα ρούχα του είταν καθαρώτερα και στο λαιμό +του κάτω από το ψηλό φωκόλο κυμάτιζε πλατειά γραβάτα δεμένη φιόγκο. Η +μεταμόρφωση μου ξηγήθηκε σε λίγο σαν άκουσα πως αναγκάστηκε να γίνη +δημοσιογράφος για να ζήση. + +«Και δε γράφεις πια δράματα;» τονέ ρώτησε ο Νίκος. + +«Πώς δε γράφω; Έδωσα ένα στο Αθηναίο και θα το παίζανε το καλοκαίρι, +μα φοβηθήκανε γιατί είτανε πολύ επαναστατικό. Δεν μπορούσε να το +νοιώση ο κόσμος κ' έτσι δεν αποφασίσανε να κάμουνε τα σκηνικά». + +Αφού μιλήσανε κάμποση ώρα για το θέατρο και για το δράμα, ο Φλοίσβος +ρώτησε το Νίκο πώς πέρασε στη Γερμανία κ' έτσι η κουβέντα ήρθε πάλι +στο Μόναχο. Ο Νίκος διηγήθηκε τα ίδια πράματα κι άλλα καινούργια. +Θέατρο, μουσική, στρατός, γυναίκες και το γοτθικό. + +«Και καλλιτέχνες, ποιητές σύχρονους δε γνώρισες;» τονέ ρώτησε ο Θέμης +Φλοίσβος, που άκουγε με προσοχή όλη την ώρα. + +«Ένα δυο που αξίζουνε, τους γνώρισα», είπε ο Νίκος και διηγήθηκε πως +μ' έναν από δαύτους έγινε φίλος και διασκέδασε πολύ μαζί του. Μας +περίγραψε τα γλέντια τους σ' ένα καλλιτεχνικό κέντρο, είδος βακχικής +κατακόμβης. Εκεί μέσα, είπε, αιστάνθηκε τα ελευσινιακά μυστήρια και το +διονυσιακό μοτίβο και γνώρισε τη χτηνωδία της γυναίκας. + +«Κ' ύστερα απ' αυτή τη ζωή να ξαναρθής εδώ σ' αυτή τη μούχλα! Πώς σου +φαίνεται αλήθεια;» τονέ ρώτησε ο Φλοίσβος. + +«Τη βροχή νοστάλγησα περσότερο απ' όλα», είπε ο Νίκος και σώπασε. + +«Σου πήρα τέλεια συνέντευξη. Αύριο θα δης θα κάμη κρότο», είπε σε λίγο +ο Φλοίσβος τρίβοντας τα χέρια του. + +«Μην κάμης τίποτα αηδίες», είπε αδιάφορα ο Νίκος. + +Ο Φλοίσβος γέλασε: «Πάω, φεύγω τώρα», είπε και σηκώθηκε. + +«Κάτσε λίγο, θα φύγουμε όλοι», είπε ο Βελαδράπας. + +«Πάω να γράψω, δεν μπορώ». + +«Πού γράφεις;» τονέ ρώτησε ο Νίκος. + +«Στο Μηνύτορα». + +Ο Φλοίσβος έφυγε. Κοντεύανε μεσάνυχτα κι ο Βελαδράπας άρχισε να +χασμουριέται. + +«Ε, το χαλούμε τώρα;» είπε και φώναξε και πλήρωσε. + +Σηκωθήκαμε. Ο Νίκος θυμήθηκε το άσθμα του και γύρεψε να πάμε σπίτι με +το αμάξι. + +«Αν το πληρώνης», του είπα. + +Μα ο Βελαδράπας φώναξε έναν αμαξά. Μπήκε κι ο ίδιος στο αμάξι, +περάσαμε και πήραμε τη βαλίτσα του Νίκου από ένα καπνοπωλείο, όπου την +είχε αφήσει, κι αποκεί τραβήξαμε στην κάμαρά μου. Ο Βελαδράπας βοήθησε +το Νίκο νανεβάση τη βαλίτσα του στη σκάλα, μας καλονύχτισε και τράβηξε +να πάη πεζός στο σπίτι του. + +«Πέρασε η ώρα, πρέπει να τρέξω», του είπα, σα φτάσαμε στην Ομόνοια κ' +είδα πως ο κόσμος στεκόταν και τον κοίταζε· + +Χωριστήκαμε. + +Το απόγεμα δεν ήρθε ο Βελαδράπας να με πάρη από το γραφείο μου, όπως +το συνήθιζε. Κατάλαβα πως θάτανε με το Νίκο και δε με χρειαζότανε. Το +βράδι ήρθε ο Νίκος πολύ αργά να κοιμηθή. Είμουνα στο κρεββάτι κ' έκαμα +πως δεν τον ένοιωσα. + +Το πρωί, σαν ξύπνησα κ' ετοιμάστηκα να φύγω, μου φάνηκε πως έκαμε κι +αυτός το ίδιο. Το άλλο βράδι δεν ήρθε ολότελα να κοιμηθή. Πέρασαν έτσι +τρεις τέσσερες μέρες. Φαίνεται πως δεν είχε κι αυτός την όρεξή μου. +Είμουνα ευχαριστημένος και θα του χάριζα και το Βελαδράπα ακόμα, που +δεν τον ξαναείδα, α δεν πιθυμούσα τη Θάλεια κι α δεν έβλεπα κιόλας πως +το βράδι είχε καλή παράσταση στο θέατρο που έπαιζε ο Βελαδράπας. Το +δειλινό λοιπόν αποφάσισα και τράβηξα ίσια από το γραφείο μου στο σπίτι +του. Κατέβηκε η υπηρέτρια και μου είπε πως είχε φύγει από ώρα. + +«Μόνος του;» ρώτησα. + +«Όχι· με την κυρία Θάλεια και μ' ένα φίλο του που ήρθε τώρα». + +Ο δρόμος θόλωσε μπροστά μου. Δίχως να το νοιώσω τράβηξα στο Ζάππειο. +Σα βρήκα την πλατεία αδειανή, τότε στοχάστηκα πως φυσούσε βοριάς και +δεν είχε λόγο νάβγη εκεί ο Βελαδράπας. Γύρισα κ' έψαξα στα +ζαχαροπλαστεία, που ήξερα πως άρεσε της Θάλειας να πηγαίνη. Σ' ένα από +αυτά είδα τον ποιητή Βιδούρη καθισμένο σ' έναν κύκλο ντιστεγκέδων. +Είχε αφήσει το μουστάκι του κι αυτός. Μου έρριξε μια ματιά, σα να με +γνώρισε και να περίμενε να τονέ χαιρετίσω. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και +δεν του έβγαλα αμέσως το καπέλο. Έπειτα στοχάστηκα πως μπορούσα να +ρωτήσω αυτόνε μην τους είδε. Μα είτανε πια αργά κ' έφυγα φουρκισμένος +με τη χωριατιά μου. + +Το άλλο το πρωί μόλις ξυπνήσαμε, ο Νίκος βγήκε στο παράθυρο και +πρόσμεινε όσο που περάσανε οι εφημερίδες. Πήρε το Μηνήτορα και τον +ξεδίπλωσε βιαστικά. Τα μάτια του σταματήσανε στην πρώτη σελίδα και +διάβασε λίγα λεπτά της ώρας κάνοντας δυο τρεις φορές το συνηθισμένο +του σπασμό του σαγονιού, που δεν τον είδα να τον κάμη την περασμένη +μέρα και νόμισα πως τονέ λησμόνησε. + +«Να, δες ο Θέμης Φλοίσβος κάνει την επίδειξή του», μου είπε τέλος +δίδοντάς μου την εφημερίδα. + +Την πήρα και διάβασα γραμμένα σε χρονογράφημα όσα μας είχε διηγηθή ο +Νίκος στην μπίρα. Ο Θέμης Φλοίσβος τα ιστορούσε με την υπογραφή του, +σα να τα είχε δει με τα μάτια του κι αφίνοντας να νοηθή πως τα είχε +ζήσει ο ίδιος. Προσκαλούσε το ρωμαίικο ναφήση το ρουσφέτι και τις +εκλογές, που είχαμε κείνες τις μέρες, και να ζήση μια ζωή με ποίηση, +με μουσική, με στρατό, με μεταρσίωση και με μεθήσι. Δεν είχε ξεχάσει +να τα βάλη και με τον ουρανό της Αττικής που δε βρέχει συχνά, καθώς +στη Βορειοθάλασσα. + +Ο Νίκος ντύθηκε στο μεταξύ που διάβαζα. Είχε φορέσει την ίδια ντυμασιά +που φορούσε και την περασμένη μέρα. + +«Τι διάβολο και σημέρα θα βγης όξω σαν ταξιδιώτης;» του είπα και πήρα +το καπέλο μου να φύγω, γιατί βιαζόμουνα να πάω στο γραφείο μου. + +«Έτσι βγαίνουμε στο Μόναχο. Αλλά Ρούμπενς», μου αποκρίθηκε φορώντας το +χνουδωτό γυαλιστερό καβούκι με το στενόν κόθρο. + +Έκαμα να βγω. + +«Στάσου· θάρθω και γω», μου είπε κ' έρριξε απάνω του μια μακριά +πρασινωπή πελερίνα. + +Βγήκαμε στο δρόμο. + +Μου είταν αδύνατο να υποφέρω την ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά στη +Θάλεια. Ήθελα να λογικευτώ, έφερνα στο νου μου τη φρονιμάδα της +Θάλειας, θυμόμουνα τις περιγελαστικές ματιές που του έρριχνε την ημέρα +που τον πρωτοείδε, το ξάφνισμά της από τα λόγια του, την περιφρόνηση +που ήξερα πως είχε σε όλη τη φάρα των ακαμάτιδων ποιητάδων, τα +στοχαζόμουνα όλα αυτά και ησύχαζα για μια στιγμή. Μα πάλι η ιδέα πως ο +Νίκος είναι κοντά της μου ξανακεντούσε την καρδιά. Δεν έβλεπα την ώρα +που θάρχιζε το θέατρο. Φανταζόμουνα πως δεν είτανε δυνατό να λείψη +εκείνη τη βραδιά η Θάλεια. Μια στιγμή αποφάσισα να ξαναπάω σπίτι της +να ρωτήσω για το Βελαδράπα, βρίσκοντας αφορμή να του γυρέψω εισιτήριο. +Μα η σκέψη, πως με ξέχασε τώρα που ήρθε ο Νίκος, με κράτησε. Μισή ώρα +πριν αρχίση το θέατρο πήγα κ' έπιασα μια σκοτεινή γωνιά στο δρόμο που +θα περνούσε ο Βελαδράπας. Είχα σκοπό αν περάση μόνος με το Νίκο να μην +τους μιλήσω μα αν είτανε κ' η Θάλεια μαζί, τότε να πάω μαζί τους. + +Δεν περάσανε πολλές στιγμές και νάτοι, ερχόντανε κ' οι τρεις. Μα αντίς +να τραβήξω ίσια σ' αυτούς, έστριψα στον άλλο δρόμο και τράβηξα σπίτι +μου. Κάθησα στα σκοτεινά και μου ερχότανε να κλάψω. Μα η ιδέα αυτή μ' +έκαμε γελοίο στον εαυτό μου και πετάχτηκα. Άναψα το φως, συγυρίστηκα +λίγο και τράβηξα ίσια στο θέατρο. + +Η παράσταση είχε αρχίσει. Παίζαν ένα δράμα που ξεχνώ τον τίτλο του. +Είταν ερωτικό και γινότανε στο σπίτι ενός παπά. Έφτασα την ώρα που +ένας νέος φοιτητής φιλιότανε με την ξαδέρφη του. Ένας καλόγερος +καθισμένος παραπέρα τους κοίταζε λοξά, κάνοντας πως διάβαζε. Γύρισα κ' +έρριξα ματιές γύρω στα θεωρεία, όπου ήξερα πως ήθελε να πηγαίνη η +Θάλεια. Δεν μπόρεσα να τη δω και ξαναπρόσεξα στη σκηνή. Σαν τέλειωσε η +πρώτη πράξη, μπαίνοντας πάλι στην πλατεία, ξαγνάντισα σ' ένα από τα +πρώτα θεωρεία τη Θάλεια, που κοίταζε με τα γυαλιά κάπου αντίκρυ της. +Είταν αργά πια και κάθησα στη θέση μου. Δεν μπορούσα να τη βλέπω από +κει. Όταν ξανάκλεισε η σκηνή, σηκώθηκα και πήγα και στάθηκα αντίκρυ +στο θεωρείο. Είταν η Θάλεια μόνη με το Νίκο. Εκείνη κοίταζε πάλι με τα +γυαλιά κι ο Νίκος καθότανε δεξιά της ακκουμπησμένος στο χέρι του, +αδιάφορος κι αγέλαστος σαν πάντα και παίζοντας τα δάχτυλά του στα +μακριά του τα μαλλιά. Έδειχνε πως δεν πρόσεχε κανέναν τριγύρω του. +Τους έρριχνα κρυφές ματιές προσέχοντας να μη με δη η Θάλεια πως +κοιτάζω. Μα εκείνη είχε το νου της στάλλα θεωρεία. Μια στιγμή έσκυψε +κ' είπε κατιτίς του Νίκου, δίνοντάς του τα γυαλιά, μα αυτός ούτε +κουνήθηκε. Κάτι θα της είπε μόνο, φαίνεται, γιατί εκείνη γέλασε. Πήγα +πιο κοντά και στάθηκα στη μέση της πλατείας με την ελπίδα πως θα με +πάρη εκεί το μάτι της και θα με κράξη. Κόντευε όμως να περάση το +διάλειμμα κ' η Θάλεια δε γύριζε τα μάτια κάτω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ +άλλο, ανέβηκα και χτύπησα στο θεωρείο. + +Σα μπήκα μέσα ο Νίκος δεν ταράχτηκε από τη θέση του. Η Θάλεια μούδωσε +το χέρι: + +«Τι γίνατε; Να μη σας δούμε τόσες μέρες;» είπε. + +Απάντησα πως είχα πολλή δουλειά στο γραφείο μου. + +«Βλέπετε πως είναι επιμελής ο ξάδερφός σας· δεν είναι σαν κ' εσάς» +γύρισε κ' είπε του Νίκου. + +«Μοιάζετε», απάντησε εκείνος δίχως να κοιτάξη. + +«Πώς σας φαίνεται το δράμα;» ρώτησα τη Θάλεια. + +«Σαχλό. Βαρέθηκα. Σας αρέσει σάς;» + +Απάντησα πως μου φάνηκε λίγο αιστηματικό, όμως με συγκίνησε. + +«Προτιμώ τα γέλια από τις συγκίνησες. Τα δράματα με πλήττουν. Κι ο +ξάδερφός σας είναι σύμφωνος. — Ή όχι;» ρώτησε το Νίκο. + +«Σε τι παρακαλώ;» απάντησε κείνος σα να μην πρόσεξε τι είπε η Θάλεια. + +«Πως πλήττετε και σεις στα δράματα». + +«Σ' αυτό το δράμα ναι», είπε ο Νίκος. + +Η Θάλεια πήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρυνά: «Τι αναίδεια! Τι φανερά +που τον κοιτά! Τρελλάθηκε μαζί του. Αυτό καταντά σκάνταλο», είπε +ξαναγυρίζοντας στο Νίκο. + +«Δεν αφίνεις τον κοσμάκη να κοιτάζεται», μουρμούρισε κείνος. + +Το «δεν αφίνεις» μ' έκαμε να παραξενευτώ. Μα ήξερα το Νίκο πως έπαιρνε +γλήγορα θάρρος. + +Χτύπησε το κουδούνι στη σκηνή κ' έκαμα να φύγω. + +«Πού πάτε;» ρώτησε η Θάλεια. + +«Κάτω στη θέση μου». + +«Εδώ έχει κάθισμα· ακούτε πιο καλά από δω». + +Κάθησα ανάμεσα από αυτή κι από το Νίκο. Η παράσταση ξανάρχισε κι ο +Νίκος έκλεισε τα μάτια γέρνοντας το κεφάλι στο χέρι, σε τρόπο που να +φαίνεται καλήτερα από γύρω πως κοιμάται. Η Θάλεια ξαναπήρε τα γυαλιά +και κοίταξε αντικρυνά. + +«Νάτος ξανακοιμήθηκε», είπε σε λίγο αφίνοντας τα γυαλιά κ' έσκυψε +αποπίσω μου και χτύπησε με τη βεντάλια της τον ώμο του Νίκου. + +«Άσε με, παρακαλώ· νυστάζω», της είπε τούτος δυνατά· + +«Στ! στ!» φώναξαν από την πλατεία. Κάποιοι γυρίσαν κιόλα και +κοιτάξανε. + +«Δεν είν' εδώ ξενοδοχείο», του σφύριξε και πάλι η Θάλεια. + +Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Η Θάλεια ξανακοίταξε στη σκηνή λίγες στιγμές κ' +έπειτα πήρε πάλι τα γυαλιά της. + +Σε λίγο ο αδερφός της κόρης, που αγαπούσε τον ξάδερφό της, ένα +δυστυχισμένο ηλίθιο παιδί, μπήκε στη σκηνή και το θέατρο σείστησε από +τα γέλια. Η Θάλεια γύρισε κι αυτή προς τη σκηνή και γέλασε μαζί. Ο +Νίκος δεν ταράχτηκε. + +«Δέστε τον, κάνει πως κοιμάται. Αφήστε τώρα τα καμώματα· δε σας +στέκουνε», του μουρμούρισε πάλι η Θάλεια σκύβοντας μπροστά μου κ' +έκαμε να τον ξαναχτυπήση με τη βεντάλια της. + +Της έπιασα το χέρι. + +«Σας ενοχλήσαμε; Άλλος από δω. Πολύ ρομαντικός γίνατε απόψε», μου είπε +και ξαναπήρε τα γυαλιά της και κοίταξε τριγύρω όσο που έκλεισε η σκηνή +κ' η παράσταση τέλειωσε. + +Κάτω στην πόρτα βρήκαμε το Βελαδράπα. + +«Ε, το πήρες λοιπόν το μπιλιέτο;» μου είπε μόλις με είδε. + +«Ποιο μπιλιέτο;» + +»Πώς ήρθες τότε;» + +«Πλήρωσα κ' ήρθα». + +«Δεν πέρασες από το σπίτι σου; Δε σου τόδωσε η σπιτονοικοκυρά σου; + +«Όχι», του είπα. + +«Και γω τους άφησα τουτουνούς στην μπίρα κ' ήρθα στο γραφείο σου. Δε +σε βρήκα κει κ' έτρεξα μην είσαι σπίτι σου». + +«Μοναχούς στην μπίρα», είπα μέσα μου και μου ήρθε να του δώσω μια στο +μουσούδι. + +Η Θάλεια στεκότανε και κοίταζε τον κόσμο που έβγαινε. Ο Νίκος είχε +φορέσει την πελερίνα του με σηκωμένο το γιακά και μουρμούριζε στίχους +μισοκλείνοντας τα μάτια. Είδα πως είχε βγάλει το φτερό από το καπέλο +του. + +«Είχες δίκιο», του είπε ο Βελαδράπας, άμα βγήκαμε στο δρόμο, «απόψε δε +μου άρεσε διόλου το δράμα. Ανόρεχτα έπαιξα το μέρος μου». + +«Τι μέρος, βρε; Υπερέτης είσουνα πάλι· τις βαλίτσες έφερες δίχως να +βγάλης λέξη», του φώναξε η Θάλεια σβησμένη στα γέλια. + +«Ψεύτικο, κατώτερο έργο· δε μεταρσιώνει, δεν αφίνει τίποτε για το +περιθώριο», ξακολούθησε ο Βελαδράπας χωρίς να προσέξη την αδερφή του. + +Ο Νίκος δεν απάντησε και τράβηξε μπροστά. Η Θάλεια και γω μείναμε +πίσω. + +«Απόψε βλέπω είσαστε πολύ συγκινημένος», μου είπε. + +«Και σεις πολύ φαιδρή· σας διασκεδάζει ο ξάδερφος μου»· + +«Μη σας πειράζη;» + +Δεν της απάντησα. + +«Είστε γελοίος», μου ξαναείπε ύστερα από μικρή σιωπή. + +Κι αλήθεια γελοίος φαινόμουνα στον εαυτό μου όλη την ώρα έπειτα, σαν +την αφήσαμε στην πόρτα της και γυρίσαμε με το Βελαδράπα και το Νίκο +στον καφενέ, όπου σμίξαμε το Θέμη Φλοίσβο. + +Το άλλο απόγεμα έφυγα νωρίτερα από το γραφείο μου και τράβηξα στου +Βελαδράπα. Βρήκα τα δυο αδέρφια που μαλλώνανε. Ο Βελαδράπας ήθελε να +γράψη κ' η Θάλεια τονέ βίαζε να τη συνοδέψη όξω να δη τη διαδήλωση, +που θα γινότανε. Του είχε πάρει το χειρόγραφο και τόκρυψε. + +«Γράφεις κι αύριο. Έλα τώρα, σήκω», τον τραβούσε. + +«Λες πως βρίσκεται η όρεξη, όποτε σου καπνίση εσένα; Έπειτα το ξέρεις +πως σιχαίνουμαι την πολιτική και τα πλήθη», φώναξε ο Βελαδράπας. + +Βοήθησα και γω και τονέ σηκώσαμε από το τραπέζι. + +Η Θάλεια πήγε να βάλη το καπέλο της. + +«Άι σιχτίρ, δεν είναι ζωή αυτή! Το φριχτότερο πράμα είναι να μη σε +νοιώθουνε στο σπίτι σου», μουρμούρισε ο Βελαδράπας βουρτσίζοντας τη +ζακέτα του και σιάζοντας τα μαλλιά μπρος στον καθρέφτη. Το μούσι, του +είχε απαιτήσει εκείνες τις μέρες ο θιασάρχης του και το ξούρισε. + +Η Θάλεια ξαναήρθε κρατώντας στο χέρι ένα ψαλλίδι κ' ένα μάτσο άσπρο +και μπλε κορδόνι. Έκοψε ένα κομάτι και τόδεσε στο στήθος της. + +«Έλα, στάσου να σου βάλω και το δικό σου», είπε ύστερα στον αδερφό +της. + +«Κάνε μου τη χάρη, ξεφορτώσου με· δε φτάνει που μούκοψες τη διάθεση». + +Η Θάλεια, σα να μην άκουσε, έκοψε ένα κομάτι και τονέ σίμωσε. + +«Άμε στο διάολο, σου είπα· θα με κάμης και γελοίο τώρα», την έσπρωξε ο +Βελαδράπας. + +«Καλά, μη θες να βάλης κ' έπειτα ξαναγύρεψε τάλληρο του μπαμπά», του +είπε κείνη σοβαρά. + +Μουρμούρισε λίγο, μα την άφησε και του έδεσε το κορδόνι στην +κουμπότρυπα. Εγώ κι από οικογενειακή παράδοση και σα δημοκράτης που +είμουνα, συμπαθούσα το κορδόνι και δεν είχα λόγο να της φέρω +αντίσταση. + +Βγήκαμε στην Ομόνοια. Η Θάλεια μετρούσε μ' ευχαρίστηση τα μαγαζιά και +τα σπίτια, που είχαν κρεμασμένα κορδονικά σημάδια, κι ο Βελαδράπας +ξέχασε την ανορεξία του κοιτάζοντας τις όμορφες στο δρόμο και στα +παράθυρα και σκουντώντας με όταν καμιά του άρεσε ξεχωριστά. Η +διαδήλωση πέρασε τέλος κ' η Θάλεια κουρασμένη πια γύρεψε να καθίσουμε. + +«Πάμε στην μπίρα», είπε ο Βελαδράπας, «να βρούμε και τους άλλους». + +«Ποιους άλλους;» ρώτησα. + +«Το Νίκο και τη λοιπή παρέα». + +«Με συμπαθάτε εμέ να σας αφήσω», είπα και στάθηκα. + +«Ελάτε και δε θα χάσετε· να τους δήτε πώς είναι όλοι τους», μου είπε η +Θάλεια. + +«Τους ξέρω». + +«Την ποιήτρια και τον ποιήτριο δεν τους ξέρετε». + +Θέλοντας και μη πήγα κοντά τους. + +Σε μια σκοτεινή άκρη της μπίρας καθότανε ο ξάδερφός μου και τριγύρω +του οι ίδιοι νέοι που είχα δει στο εξοχικό καφενεδάκι. Έλειπε μόνο ο +Θέμης Φλοίσβος και παραπάνω είταν ένας άλλος μελαχρινός νέος και μια +κυρία. + +«Νάτοι, εδώ είναι κ' οι δυο», μου είπε η Θάλεια σαν μπήκαμε στην πόρτα +και τους είδε. + +Σηκωθήκανε και χαιρετήσατε τη Θάλεια κι ο Βελαδράπας με παρουσίασε +στους δυο άγνωστους· + +«Ο κ. Ιππόλυτος Κλεαρέτης, η δεσποινίδα Ιππολύτα Κλεαρέτη». + +Καθήσαμε. Η Θάλεια κ’ η τελευταία ρίξανε λοξές ματιές η μια στην άλλη. + +«Λοιπόν, ταποφασίσαμε, Θυμάρη», είπε του Βελαδράπα ένας από τους +συγκαθούμενους, που είχα ακούσει πως έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο +Ταγχόιζερ, «το Σφυρί, θάναι ο τίτλος». + +«Σύμφωνοι», είπε ο Βελαδράπας. + +«Ποια στήλη θα πάρης εσύ; Ποιόν κύκλο; Καθένας πρέπει να διαλέξη μια +περιοχή και κει να χτυπά. Εγώ πήρα το δράμα, ο Κλεαρέτης τη λυρική +ποίηση, η Κλεαρέτη τη μουσική και τη φιλοσοφία, ο Μαινάλκας τη +γερμανική ζωή». + +«Αλλά γερμανικά θα σας τα στέλνω», αντίκοψε ο Νίκος. + +«Είπαμε· τα μεταφράζει ο Κλεαρέτης· του τα στέλνουμε». + +«Πού θάναι ο Κλεαρέτης;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Θα γυρίζω στην Αίγυπτο για συντρομές», είπε ο ίδιος ο Κλεαρέτης. + +«Κ’ η δεσποινίδα Κλεαρέτη στη Ρουσσία», είπε ένας άλλος. + +«Τότε εγώ παίρνω το θέατρο», είπε ο Βελαδράπας. + +«Μα το δράμα το ανάλαβα εγώ», τον έκοψε ο Ταγχόιζερ. + +«Άλλο δράμα κι άλλο θέατρο», ξαναείπε ο Βελαδράπας· «δεν είναι έτσι, +Νίκο;» + +Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι. + +«Και γω πήρα την ιστορία και τη φιλοσοφία της τέχνης», πετάχτηκε από +τη γωνιά ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, δίχως να +σηκώση απ' αυτό τα μάτια του. + +«Καλά», είπε ο Βελαδράπας, «μα την πολεμική ποιος θα την πάρη;» + +«Πολεμικό θάναι όλο το περιοδικό απ' άκρη σ' άκρη. θα σπάζη, θα +γκρεμίζη αλύπητα τα είδωλα — » + +Τις κορυφές, τον Αβραμίκο πρώτον», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά. + +«Τη γενική πολεμική εννοώ», ξαναείπε ο Βελαδράπας, «τα κύρια άρθρα». + +«Η πολιτική αποκλείνεται — » του απάντησε κάποιος. + +«Μα τα κοινωνικά ζητήματα;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Κι αυτά», φώναξε ο Ταγχόιζερ: «Καθαρή τέχνη. Σημαία μας θάναι το +γύρισμα στον τραγικό, στον ηρωικό λυρισμό». + +«Και στη σκληράδα», ξαναπετάχτηκε ο σγουμπός, δίχως να σηκώση τα μάτια +του από το βιβλίο. Σήκωσε μόνο το γρόθο του στο ψήλος του ώμου. + +Ο Νίκος λάγγεψε με το σαγόνι. + +«Και ποιος θάμπη διευθυντής κ' εκδότης;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Κανείς», είπε ο Ταγχόιζερ: «Ούτε τόπος ούτε χρόνος θα γράφεται στο +ξώφυλλο. Το Σφυρί μονάχα με παχιά μεγάλα γράμματα. Διαμαντένια +γράμματα σε μαύρο ξώφυλλο». + +«Εγώ λέω πράσινο, να συμβολίζη την αναγέννηση», είπε ένας. + +«Κόκκινο, επαναστατικό», είπε άλλος. + +«Καλήτερα ένα σφυρί μονάχα, δίχως γράμματα», είπε ο σγουμπός με τα +γυαλιά και κοίταξε το Νίκο. + +Ο Νίκος ένεψε με το κεφάλι. + +«Κ' οι συντρομές που θάρχουνται, αν δε βάλουμε κατατόπι;» ρώτησε ο +Βελαδράπας. + +«Βάζουμε ένα άγνωστο ψευδώνυμο, ποστ ρεστάντ». + +«Εγώ λέω ναλλάξουμε όλοι μας ψευδώνυμα», πρότεινε κάποιος. + +«Γράφουμε τότε όλοι ανώνυμα», είπε άλλος. + +«Έτσι χάνεται η ατομικότητα. Το όνομα είναι η δύναμη· εγώ θα γράφω πια +με τόνομά μου», είπε ο Νίκος. + +«Μα έτσι λείπει το μυστήριο, που δίνει την επιβολή», είπε ο Ταγχόιζερ. + +«Η ατομικότητα τη δίνει», φώναξε ο σγουμπός. + +«Θαποκλειστή κ' η επιστήμη;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +Η Θάλεια με σκούντησε. + +«Όπου δεν έχει σχέση με την τέχνη». + +«Μα στην εποχή μας τέχνη κ' επιστήμη — τι λες, Νίκο;» + +Ο Νίκος είχε ξεχαστή. + +«Η ποίηση του μέλλοντος θα είναι επιστημονική», απάντησε ο σγουμπός κι +ο Βελαδράπας ησύχασε. + +Η Θάλεια τους έρριχνε ματιές όλη την ώρα και γύριζε και κοίταζε κ' +εμένα σα να μου έλεγε; «Βλέπεις που δεν ήθελες ναρθής;» Περσότερο όμως +κοίταζε την Κλεαρέτη φυλάγοντας τις στιγμές που εκείνη δεν την +πρόσεχε. Μα κ' η Κλεαρέτη δεν κοίταζε λιγώτερο τη Θάλεια κι όταν η μια +έπιανε την άλλη, γυρίζανε κ' οι δυο τα μάτια αλλού. + +«Δες πόσες κορδέλες έχει απάνω της, πώς είναι τα μαλλιά της· κοίταξε +τι φτερά έχει βάλει στο καπέλο της, τι παπουτσάρες που φορεί», βρήκε +την περίσταση να μου μουρμουρίση η Θάλεια διάφορες στιγμές εκεί που +συζητούσαν οι άλλοι. + +Κ' είταν αλήθεια παράξενα ντυμένη αυτή η Κλεαρέτη. Φορούσε ένα πράσινο +φόρεμα μ' ένα σωρό κόκκινα φιογκάκια, πλατύ καπέλο με φανταχτερά φτερά +και τα ποδήματά της είταν καταλασπωμένα. Καθόταν αμίλητη όλη την ώρα +κοιτάζοντας τον έναν και τον άλλον κι ακκουμπώντας τον αγκώνα στην +καρέκλα του αδερφού της, καθώς τονέ νόμιζα τον Κλεαρέτη. Εκείνο που +μου έκαμε λιγάκι εντύπωση είταν πως δεν του έμοιαζε καθόλου. Εκείνος +μαυριδερός νόστιμος νέος, τούτη άσπρη, ξανθή σχεδόν και τρομερά άχαρη. +Η χλωμάδα του προσώπου της, τα μαλλιά της, τα χτενισμένα αλά Κλεό, που +της κρεμόντανε στα μάγουλα, και τα ξέθωρα και βαθουλά μάτια της σε +κάνανε να μην μπορής να την κοιτάξης. Κι ωστόσο έβλεπα τα μάτια ολονών +τριγύρω της να τη θωρούνε μ' ευχαρίστηση, τόσο που η Θάλεια, αν και +καταφρονούσε αυτόν τον κύκλο, φαινότανε πως πειραζότανε λιγάκι που την +προσέχανε λιγώτερο από την Κλεαρέτη. + +«Πρέπει λοιπόν ναρχίσουμε να ετοιμάζουμε ύλη», είπε πάλι ο Βελαδράπας. + +«Εγώ αύριο τελειώνω τη μελέτη για το Μποτιτσέλι», είπε ο σγουμπός. + +«Κ' η Ιππολύτα μας έδωσε κιόλα ένα ποίημα», είπε ο Ταγχόιζερ, που +φαινότανε σα μισοαναγνωρισμένος διευθυντής του περιοδικού. + +«Πού είναι το; δεν τόχεις εδώ να τακούσουμε;» ρώτησε ο Βελαδράπας και +τεντώθηκε. + +Η Θάλεια με ξανασκούντησε. + +«Έλα, Ιππολύτα, διάβασέ το», είπαν κι άλλοι. + +«Ας το διάβαση ο Ιπόλυτος· εγώ έχω άθλια απαγγελία», άνοιξε τέλος το +στόμα της η ποιήτρια κοκκινίζοντας. + +«Όχι, εσύ διάβασέ το· δικό σου είναι», είπε ο Κλεαρέτης κ' έβγαλε από +την τσέπη ένα τετράδιο. + +«Η ιδέα είναι δική σου», ξαναείπε κείνη. + +«Εσύ τόγραψες», της είπε ο Κλεαρέτης. + +«Εμπρός, ποιήτρια, διάβασέ το συ», φώναξε ο Νίκος. + +Η Θάλεια δεν μπόρεσε να μη γελάση κι ο αδερφός της την αγριοκοίταξε. + +Το διάβασε ο Ιππόλυτος. Σα φιλοσοφικό, που είπαν όλοι τους πως είταν, +η Θάλεια και γω δε νοιώσαμε τίποτες. Τον τίτλο μόνο _Μελικέρτη_ κ' ένα +σωρό ονόματα ακούσαμε κοντά στη Θέληση και τη Δύναμη, τη Σοφία και τη +Σκέψη, τη Διαιώνιση και την Εξέλιξη· αϊτούς και φίδια, σφυριά και +κύτταρα, Άδες και Σύμπαντα, Τιτάνες και Τιτάνιες και το γύρισμα ή +επωδό που το λένε: Ω Ρουθ, βάρα το τύμπανο, ω Όμπερον, ρίχνε άμμο στην +κλεψύδρα. + +«Μ' αυτό θαρχίσουμε», είπε ο Ταγχόιζερ παίρνοντας το τετράδιο από τον +Κλεαρέτη: «&Μελικέρτη& με μεγάλα στοιχεία στην πρώτη σελίδα. Ωραίος +τίτλος — Από τα μάρμαρα του πόνου», διάβασε παρακάτω στο χειρόγραφο. + +«Από το μούρμουρο του πόνου», τονέ διόρθωσε η Κλεαρέτη. + +«Βρήκες καλά τον τόνο στο ρυθμό και στη γλώσσα, Ιππολύτα», της είπε ο +Νίκος κοιτάζοντάς τηνε στα μάτια: «Κρίμα που δεν τόγραψες γερμανικά». + +«Στη γλώσσα όχι· δεν είμαι σύμφωνος», πετάχτηκε ο Βελαδράπας· «αν +αρχίσουμ' έτσι, θα φτάσουμε στην καθαρεύουσα». + +«Είπαμε, στη γλώσσα ελευθερία. Καθένας ας τη γράφη σύμφωνα με το +αίσθημά του. Οι κανόνες είναι σχολαστικισμοί», φώναξε ο σγουμπός και +ξανάσκυψε στο βιβλίο του. + +«Πολύ ωραία! Να πέσουμε στην αναρχία;» άναψε ο Βελαδράπας και μαζί του +η γλωσσική συζήτηση. + +Οι γνώμες είτανε τόσο ανάκατες και χωρισμένες, που δεν μπορούσα να +πάρω κάβο μες το θόρυβο. Η Θάλεια ευτυχώς θυμήθηκε πως την περιμένανε +στο σπίτι κι άδραξε το Βελαδράπα από το χέρι: + +«Άσε τις κουβέντες τώρα· περιμένει ο μπαμπάς». Τρόμαξε να τονέ σηκώση. + +«Θα μείνης;» ρώτησε ο Βελαδράπας το Νίκο. + +Εκείνος κοίταξε μια στιγμή την Κλεαρέτη κ' έπειτα τη Θάλεια. Τόσο +επιδειχτικά που η Θάλεια κοκκίνησε και χαιρερετώντας όλους μ' ένα +κούνημα του κεφαλιού έτρεξε στην πόρτα. Ο Νίκος έκαμε να σηκωθή, μα +είταν αργά. + +Ο Βελαδράπας είτανε θυμωμένος μ' όλους: «Ε, καλά δεν τους τάπα; Δε +βαστιούνται. Γίνουνται όργανα του Κλεαρέτη, που θέλει να εκμεταλλευτή +το περιοδικό και να τσεπώνη συντρομές στην Αίγυπτο. Γι' αυτό φοβάται +την καθαρή δημοτική», άρχισε σα βγήκαμε στο δρόμο. + +«Την είδες τι σουρουκλεμέ σου είναι; Να της φαίνεται πως είναι κι +όμορφη! Δεν πιάνει να ράψη το φουστάνι της, που είναι καταξυλωμένο και +το κρατεί με καρφίτσες, μα θέλει να μου γράφη ποιήματα», άρχισε μαζί +κ' η Θάλεια από την άλλη μεριά. + +«Αν είν' έτσι, δε θα λάβω μέρος. Γράφω καλήτερα στο Σύμπαν», +μουρμούρισε ο Βελαδράπας. + +«Λέτε να τα γράφη μοναχή της; Δεν πιστεύω· εκείνος της τα γράφει. Δεν +είδατε πώς μαλλώνανε; Ο ένας έλεγε ταλλουνού: δικό σου είναι», +ξακολούθησε η Θάλεια. + +«Μαζί τα γράφουν», είπε ο Βελαδράπας· «ο Κλεαρέτης δεν μπορεί να γράψη +στίχους, δίνει την ιδέα μόνο και τη γράφει η Ιππολύτα». + +«Δε ντρέπεσαι! Αυτή δεν μπορεί να βγάλη λόγο απ' το στόμα της και θα +γράψη και ποιήματα; Εκείνος τα γράφει και θέλει να την περνά κι αυτή +για λόγια». + +«Αδερφός της είναι;» ρώτησα. + +Η Θάλεια γέλασε: «Τι αδερφός της, καλέ; Αρρεβωνιαστικός της. Λένε +δηλαδή, μα δεν τους πιστεύω. Δεν είδατε πώς καθόντανε; Δεν είδατε +ξετσιπωσιά!» + +«Κ' έχουν τα ίδια ονόματα;» ρώτησα. + +«Είναι ψευδώνυμα», είπε ο Βελαδράπας. + +«Από πού είναι;» + +«Από τη Σμύρνη, λέει», είπε η Θάλεια. + +«Ο Κλεαρέτης· αυτή είναι από την Πόλη», είπε ο Βελαδράπας. + +«Είτανε γκουβερνάντα στην Οδησσό κι από κει την έκλεψε κείνος και +γυρίζουνε μαζί και ζητιανεύουν». + +«Ποιος σου τάπε αυτά;» θύμωσε ο Βελαδράπας: «Τι θα πη την έκλεψε; Ο +Κλεαρέτης γυρίζει στα κέντρα του ελληνισμού με τα βιβλία του κι +ανταποκριτής εφημερίδων. Όταν πέρασε από την Οντέσσα τη γνώρισε σ' ένα +ελληνικό σπίτι που είτανε δασκάλα». + +«Τι δασκάλα! Γκουβερνάντα είτανε. Φαίνεται», τον έκοψε η Θάλεια. + +«Δασκάλα της μουσικής· παίζει έξοχο πιάνο. Λοιπόν εκεί γνωριστήκανε +και παντρεύτηκαν». + +«Δίχως παπά», γέλασε η Θάλεια. + +«Δίχως παπά βέβαια, μοντέρνος γάμος». + +Η Θάλεια γέλασε πιο δυνατά. + +«Δε φταις εσύ, φταίω εγώ που σε φέρνω σ' ανθρώπους», της είπε ο +Βελαδράπας: «Δε σ’ αφίνω να κάθεσαι με τη μαμά και με την Παναγιώτα +στην κουζίνα». + +Κόντεψε να πιαστούνε στα χέρια. Βριζόντανε όσο που φτάσαμε στην πόρτα +τους. Τους άφησα εκεί κ' έφυγα. + + + +6 + + + +Όταν πήγα τη νύχτα αργά στο σπίτι μου, βρήκα στο τραπέζι μια σημείωση +του Νίκου. Μου έγραφε να πω σε όποιον έρθη και με ρωτήση γι' αυτόν πως +δεν τον είδα ολότελα απόταν ήρθε στην Αθήνα. Περσότερα θα μου πη άμα +με σμίξη. Είδα κιόλας πώς έλειπε η βαλίτσα του και τα ρούχα του από το +ντουλάπι. Δόξασα το Θεό που τον ξεφορτώθηκα κ' έπεσα και κοιμήθηκα. + +Το πρωί, άμα σηκώθηκα και πήρα να ντυθώ, άκουσα να χτυπά βιαστικά η +πόρτα μου. Ντύθηκα γλήγορα και πήγα κι άνοιξα. Ξαφνίστηκα σαν είδα την +ξαδέρφη μου, την αδερφή του Νίκου. + +«Πού είναι; Πες μου γλήγορα τι κάνει;» φώναξε χυμώντας μέσα. + +«Ποιος τι κάνει;» ρώτησα. + +«Ο Νίκος». + +Γέλασα. + +«Μπράβο σου, γελάς κιόλα. Να μ' αφήσης άυπνη όλη νύχτα καταμόναχη στο +ξενοδοχείο! Πήγα να τρελλαθώ όσο να ξημερώση. Καλά, δεν ήρθες στο +σταθμό, δεν ερχόσουνα κάνε ψες το βράδι στο ξενοδοχείο;» + +Απάνω κάτω κατάλαβα τι έτρεξε, προτού μου ξηγήση πώς μου τηλεγράφησε +να πάω να την πάρω στο σταθμό κι αφού δε με βρήκε κει, κίνησε κ' ήρθε +σπίτι μου και μου άφησε σημείωση να πάω να την εύρω στο ξενοδοχείο. + +Δεν μπορούσα πια να της κρύψω τίποτες, μάλιστα σα μου διηγήθηκε πως ο +Νίκος, αφού δεν πήγε καλά το εμπόριο των κρασιών του Ζαμπακίδη, έγραψε +στον πατέρα του πως θέλει να γυρίση σπίτι του να κάμη το δικηγόρο εκεί +στον τόπο ή να βρη καμιάν άλλη θέση, και τους γύρεψε τα έξοδα του +γυρισμού. Ο πατέρας του, αφού είτανε κ' εκλογές κιόλας, δανείστηκε και +του τάστειλε αμέσως για ναρθή γλήγορα να ψηφίση κ' έτσι αν πιτύχη ο +βουλευτής του να τονέ διορίση. Εκεί όμως που περιμένανε το Νίκο, +λάβανε γράμμα του πως ήρθε στην Αθήνα κρυολογημένος βαριά κ' έπεσε στο +στρώμα. Τους γύρεψε εκατό δραχμές, του τις στείλανε αμέσως και +μηνύσανε της αδερφής του, που είτανε στο Ανάπλι με τον άντρα της, +ναρθή να τονέ γεροκομήση. Έτσι έφυγε κι αυτή την άλλη μέρα. Μου +τηλεγράφησε μένα κι αφού δε με βρήκε στο σταθμό, πήγε στο δρόμο και +στον αριθμό, που της γράψανε πως κάθεται ο Νίκος. Εκεί όμως έμαθε πως +δεν κάθεται κανένας Νίκος. Κ' έτσι έτρεξε στο δικό μου σπίτι όλη +νύχτα. + +Τη συμβούλεψα να τηλεγραφήση στους γονιούς της πως ο Νίκος είναι +καλήτερα και να γυρίση γλήγορα στον άντρα της, αφού μάλιστα μου είπε +πως ο υπομοίραρχος δεν ήθελε να την αφήση νάρθη, θυμωμένος καθώς +είτανε με τα πεθερικά του, που δεν του πληρώνουν αυτουνού τον τόκο, +παρά ξοδεύουν άδικα για το γιο τους. + +«Να πάω πίσω, δίχως να δω το Νίκο! Αυτό δε γίνεται. Σαν κ' έχω άλλον +αδερφό απ' αυτόν; Έχω δυο χρόνια να τονέ δω», μου είπε και δακρύσανε +τα μάτια της. + +«Σου περισσεύει κάνα ειποσιπεντάρικο;» τη ρώτησα. + +«Για τι; μου είπε». + +«Γράψε του πως θέλεις να τονέ δης να του το δώσης και τότε θα τρέξη να +σε βρη ο ίδιος». + +«Μην τα λες αυτά», μου απάντησε, «δεν είναι τέτοιος ο Νίκος. Μπορεί να +κάνη τρέλλες, καθώς όλοι οι νέοι, μα εμένα μ' αγαπάει. Νάχα μαζί μου +να σούδειχνα τα γράμματα, που μούστελνε απ' τη Γερμανία». + +Μα σε λίγο τα ξέχασε αυτά κι άρχισε να μου παραπονιέται πως ο Νίκος δε +φέρθηκε καλά να μην πάη να ψηφίση στις εκλογές. Ο βουλευτής τους θα +πιτύχη και θα τονέ διόριζε, αν πήγαινε να ενεργήση κι αυτός σαν τους +άλλους δικηγόρους. Έπειτα δεν έκαμε καλά να γελάση και τη μάννα του. +Της έγραψε πως τόσο την πόνεσε, που δε βλέπει την ώρα να γυρίση ναύρη +παρηγοριά στα μάτια της. Και τώρα νάρθη να κάθεται δω και να της παίζη +τέτοιες ιστορίες, να τη βάζη σε ανησυχία πως είναι βαριά άρρωστος! + +«Βλέπεις λοιπόν», της είπα, «και συ θέλεις να τονέ δης». + +Όμως στάθηκε αδύνατο να την καταφέρω να φύγη. Με βίασε, μου έπεσε στα +πόδια να της βρω το Νίκο. Μια θύμωνα, μια τη λυπόμουνα. Μα να +ξαναμπλέξω με το Νίκο μια και τον ξεφορτώθηκα! + +«Τώρα δεν μπορούμε να τον εύρουμε», της είπα· «να σε πάω στο +ξενοδοχείο σου και το μεσημέρι, άμα θα βγω από το γραφείο μου, +έρχουμαι και σε παίρνω και πάμε». + +Το δέχτηκε με χίλια βάσανα. Στο γραφείο μου συλλογιζόμουνα όλη την ώρα +πως ίσως θα είτανε καλήτερα να την παραιτήσω ολότελα. Μα πάλι μου +φάνηκε πολύ βαρύ, και πήγα και την πήρα. Το απόγεμα, αφού γυρίσαμε +πρώτα στα καφενεία, που ήξερα πως πηγαίνει ο Νίκος, την πήρα και +πήγαμε και καθήσαμε στην μπίρα που μαζευόντανε οι λόγιοι. Διάλεξα ένα +απόμερο τραπέζι που να μη φαίνεται από την πόρτα κ' έτσι έλπιζα να +πιάσω το Νίκο στην παγίδα, Ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο +στο χέρι, η Ιππολύτα, ο Θέμης Φλοίσβος και δυο άλλοι ακόμα ήρθαν και +καθήσανε στην άκρο, που κάθονταν και την περασμένη μέρα. + +«Να οι φίλοι του αδερφού σου», είπα της ξαδέρφης μου. + +«Μ' αυτούς πηγαίνει;» αναστέναξε ρίχνοντας θλιβερές ματιές απάνω τους: +«Κ' εκείνη ποια είναι;.·» + +«Μια μεγάλη ποιήτρια. Μα άσ' την αυτή και πρόσεχε στην πόρτα. Μην +πεταχτής σαν τονέ δης να μπη. Ασ' τονε να ζυγώση στο τραπέζι εκεί κ' +έπειτα σήκω πιάσ' τον άξαφνα». + +Κατάστρωσα το σκέδιο έτσι, ώστε άμα θα σηκωνόταν αυτή να πάη στο Νίκο, +να πεταχτώ εγώ να φύγω. Πλήρωσα κιόλας, πήρα μιαν εφημερίδα και την +κρατούσα μπροστά μου και περίμενα. Μα η ώρα περνούσε κι ο Νίκος δε +φαινότανε. + +«Εκείνος δεν είναι;» τινάχτηκε μια στιγμή η ξαδέρφη μου κ' έδειξε ένα +νέο που μπήκε μέσα και τράβηξε ίσια στο ποιητικό τραπέζι. + +Γελάστηκε από το ξουρισμένο μουστάκι του. Της το είχε γράψει η μάννα +της πως ο αδερφός της έκαμε κι αυτή την πράξη. Της ξήγησα πως ο Νίκος +άφησε πάλι όχι μόνον το μουστάκι του, μα και τα γένια. + +Έγυρε απογοητεμένη στον καναπέ. Εγώ κοίταζα το νέο που είχε σιμώσει +στο τραπέζι. Κρατώντας τα καπέλο του στο χέρι, έσκισε με μεγαλόπρεπη +ηρεμία τάλλα τραπέζια και στάθηκε ορθός μπροστά στην Ιππολύτα. Ούτε κι +άμα χαιρέτησε δεν έσκυψε. Τον έβλεπα από το πλευρό. Τα ορθά μαλλιά +του, το ψηλό του μέτωπο, η μακριά καμπυλωτή μύτη μου θυμήσανε μιαν +εικόνα, του Σίλλερ θαρρώ, που είχε κρεμασμένη στην κάμαρα του ο Νίκος +κ' η Μαρία δεν μπορούσε να τη δη. Ήθελε να την πετάξη από κει· τόσο +δεν της άρεσε το μάτι του, που κοίταζε αγριωπά στο μάκρος, κ' η +περιγελαστική σούφρα που κάνανε τα χείλια του. Παρόμοια εντύπωση μου +κάνανε και μένα τα χείλια αυτού του νέου. Κι ωστόσο είταν όμορφος, +πολύ όμορφος. Είχε ένα μαντύα αναρριχτό διπλωτά στις πλάτες σαν αρχαία +χλαμύδα κ' έστεκε πάντα ακίνητος. Κι άμα μιλούσε κατάφερνε να μη +σαλεύη τα χείλια, να μη χαλά την περιγελαστική τους δίπλα. Καθώς έμαθα +ύστερα από το Βελαδράπα, είταν εκείνος που υποψιάστηκα, ο νέος +προφήτης, που είχα ακούσει πως ήρθε από τη λυβική έρημο να κάμη εκείνο +που δεν κάμανε οι πρόδρομοί του, να βάλη στη θέση τους όλους τους +έλληνες ποιητές από τον Όμηρο κ' εδώθε. + +Μα ο Νίκος δε φαινότανε. Δεν ερχότανε κι ο Βελαδράπας κι άρχισα +νανησυχώ και γω περσότερο από την ξαδέρφη μου. «Αν πήγε κει!» +στοχαζόμουνα και με την ιδέα αυτή δεν μπορούσα να καθήσω άλλο στην +μπίρα. + +«Άκουσε», είπα της ξαδέρφης μου, κάθησε συ εδώ. Φοβούμαι μην πήγε +κάπου αλλού ο Νίκος. Πάω να δω εκεί και θα σου τονέ φέρω, αν τονέ βρω. +Εσύ μείνε και περίμενε δω. Μη φύγης». + +Τράβηξα στου Βελαδράπα. Ο Νίκος είτανε κει κ’ η Θάλεια μαζί τους. + +Άκουσα τη φωνή της απόξω. Σα με είδε που μπήκα στην κάμαρα του αδερφού +της, μου φάνηκε σα να μην της άρεσε. + +«Με συμπαθάτε που σας ενοχλώ», της είπα· «ήρθα μονάχα για να πω κάτι +του ξαδέρφου μου». + +Ο Νίκος σα να κατάλαβε, έκαμε πως δεν άκουσε τι είπα. Είχε ένα βιβλίο +στο χέρι και το ξεφύλλιζε. + +«Μπορώ κάτι να σου πω», του είπα και τον έπιασα από τον ώμο, δίχως +ναφήσω το καπέλο μου από το χέρι. + +«Ύστερα μου λες», απάντησε ξερά χωρίς να πάψη να κουνιέται στην +καρέκλα που καθότανε και χωρίς να σηκώση τα μάτια από το βιβλίο. + +«Είναι ανάγκη», του ξαναείπα. + +«Αηδίες. Το ξέρω τι θα μου πης», απάντησε πάλι στον ίδιον τόνο. + +«Καλά σας λέει, αφήστε τις κουταμάρες τώρα. Τα λέτε κ' ύστερα τα +μυστικά σας», είπε κ' η Θάλεια. + +Έκαμα να φύγω. + +«Πού πας; Κάθησε να βγούμε όλοι μαζί», μου φώναξε ο Βελαδράπας. + +«Πού αγαπάς να πάμε; Δεν είπαμε να πιούμε τσάι εδώ;» τον αποπήρε η +Θάλεια. + +«Εσύ τόπες· εγώ σας είπα θα πάω στην μπίρα», φώναξε κείνος. + +«Σας περιμένουν κιόλα», είπα. + +«Ποιοί είναι κει;» ρώτησε ο Βελαδράπας. + +«Οι χτεσινοί». + +«Κ' η δεσποινίδα Κλεαρέτου;» πετάχτηκε η Θάλεια κοιτάζοντας με +χαμόγελο το Νίκο. + +«Κλεαρέτη», τη διόρθωσε ο Νίκος. + +«Κατά τη δική σας τη γραμματική», ξαναείπε η Θάλεια. + +«Έλα σήκω, Νίκο· πάμε να δούμε τι θα κάνουμε. Αύριο θα φύγη ο +Κλεαρέτης. Πρέπει να του το πω οριστικά», είπε ο Βελαδράπας. + +«Τα λέμε με την Κλεαρέτη που θα μείνη. Την έχει πληρεξούσιο», απάντησε +ο Νίκος. + +Έλα, άσε ταστεία· σήκω τώρα πάμε», τονέ σκούντησε ο Βελαδράπας και +πήρε το καπέλο του. + +Η Θάλεια έτρεξε και του το άδραξε από το χέρι: «Κάτσε κάτω, κάνε μου +τη χάρη. Θα πιούμε τσάι εδώ κι από κει θα πάμε στο Σύνταγμα να δούμε +την κίνηση. Κ' εσείς, παρακαλώ — », γύρισε σ' εμέ κ' έκαμε να πάρη και +το δικό μου καπέλο. + +«Κι από το Σύνταγμα στην μπίρα μια στιγμή», είπε ο Νίκος. + +«Στην μπίρα δεν έρχουμαι· σας τόπα», φώναξε η Θάλεια. + +«Έχεις τόση αντιπάθεια στην Κλεαρέτη;» + +«Δε μου αρέσει κι αυτή και κείνος. Δεν είναι άνθρωποι καθώς πρέπει κι +αν ο Βελαδράπας δεν πάψη να τους συναναστρέφεται, θα το πω του +μπαμπά». + +«Ξεφορτώσου με, αυτό θα κάνης καλά. Εγώ θα τους φέρω και δω να +σκάσης», της φώναξε ο Βελαδράπας. + +«Δεν κοπιάζεις; Α θες να τους πετάξω κάτω από τη σκάλα». + +«Τη ζηλεύεις που είναι ωραία», της είπε ο Νίκος δίχως να γελάση. + +«Τα μούτρα της! Αυτή να ζηλέψω! Φτάνει μόνο το χρώμα της. Σα χλεμπόνα +είναι!» + +«Αυτό το χρώμα είναι ίσια ίσια το ξεχωριστό της. Σαν εικόνα του +Μποτιτσέλι». + +Ο Βελαδράπας τον κοίταξε κι αυτός, σα να μην ήξερε αν τα λέη στα +σοβαρά ή μόνο για να πειράξη την αδερφή του. + +«Αδικείτε το γούστο σας, αν το λέτε σοβαρά πως είναι ωραία αυτό το +τέρας», είπε κείνη. + +«Πρόσεξες τα μάτια της; Είδες τα χέρια της; Και να την άκουγες να +παίζη πιάνο. Αισθάνεται το Μπαχ σα γερμανίδα». + +«Αυτή, αυτή;» + +«Ναι, αυτή· και πώς μιλεί για τη φιλοσοφία!» + +«Δεν ξέρει ούτε το στόμα της νανοίξη. Τα παπούτσια της πες της να +χαρή», φώναξε η Θάλεια κ' έφυγε από την κάμαρα. + +«Μπορώ να πω κάτι του Νίκου;» ρώτησα το Βελαδράπα. + +«Ξέρω τι θα μου πης. Ήρθε και σε βρήκε η Πολυξένη», μου είπε ο Νίκος +απότομα, σα βγήκε όξω ο Βελαδράπας. + +«Ναι, θέλει να σε δη· τι να την κάνω;» + +«Να με ξεφορτωθής και συ και κείνη». + +Άναψα: «Ξέρεις, δεν υποφέρνεσαι. Άμα χρειάζεσαι κανέναν — ». Από το +θυμό μου δεν μπορούσα να βρω λόγια. + +«Άι να χαθής», μου είπε και μου γύρισε την πλάτη. + +Έκαμα να χυμήσω απάνω του. Μα η Θάλεια άνοιξε την πόρτα κάνοντας τόπο +της υπερέτριας, που ερχότανε πίσω με το δίσκο. Την άφησα και πέρασε κ' +έπειτα πετάχτηκα αμέσως όξω. Καθώς κατέβαινα τη σκάλα, άκουσα τα +πατήματά της που τρέξανε κατόπι μου. Μου φάνηκε σα να με φώναξε κιόλα +κάποιος. Μα δε σταμάτησα. + +Πήγα στην μπίρα και πήρα την ξαδέρφη μου και την άλλη μέρα τη +συνέβγαλα στο σταθμό. Έφυγε δίχως να δη τον αδερφό της. + + + +7 + + + +Μου φαινόντανε απίστευτα όσα έβλεπα. Σα να ονειρευόμουνα. Η Θάλεια, +που κλαιγότανε τον αδερφό της, γιατί έμπλεξε με τους μαγκούφιδες, να +μπερδευτή η ίδια μ' έναν από δαύτους! Η γνωστική, η πραχτική, η +μετρημένη Θάλεια; Τι καρτερεί απ' αυτούς; Θέλει να παίξη μοναχά; Μα +τότε εγώ την παρανόησα τόσον καιρό; Δεν ήθελα να το πιστέψω, δεν ήθελα +να χάσω την ελπίδα. Τέλος πάντων κάτι είχα πλάσει και γω με το νου μου +και δε μου άρεσε να το αφήσω να μου γκρεμιστή για να διασκεδάση μια +στιγμή μονάχα ο ξάδερφος μου. Έπειτα μου φαινόταν πως το είχα κιόλα +χρέος και πολλές φορές στοχάστηκα να τρέξω να τα πω όλα της Θάλειας, +να της φανερώσω ποιος είναι ο Νίκος. Μα δεν εύρισκα το θάρρος και μου +ερχότανε πάλι η ιδέα να πάω καλήτερα στη μάννα της. Φανταζόμουνα πως +μόλις θα το άκουγε, θάκλεινε αμέσως την πόρτα της του Νίκου. Όμως δεν +μπορούσα να το αποφασίσω ούτε αυτό και βρήκα ευκολώτερο να πιάσω την +κουβέντα μόνο με το Βελαδράπα. Σχεδίασα πώς να του ανοίξω την καρδιά +μου, πώς να τον κάμω να αισθανθή τη θέση μου και την τιμή της αδερφής +του. + +Όταν τονέ βρήκα, μου έδωσε αυτός την αφορμή: + +«Γιατί έφυγες έτσι εψές: Τι είχες με το Νίκο:» μου είπε. + +Του διηγήθηκα όλη την ιστορία. + +«Δεν τονέ νοιώθεις και τον παρεξηγείς· τονέ μετράς με το συνηθισμένο +μέτρο», μου απάντησε. + +Μου ήρθε να του δώσω μια κατραπακιά, μα τον είδα τόσο σοβαρό, που τονέ +λυπήθηκα. Τον κοίταξα μονάχα με χαμόγελο. + +«Αυτό είναι ίσια ίσια η δύναμη του Νίκου, να μπορή να κλωτσοπατά τις +συνθήκες, να μην υποτάζεται σ' αυτές», μου είπε με τον ίδιο σοβαρόν +τόνο. + +«Τι λες, βρε;» θύμωσα στο τέλος· «νάρθη η αδερφή του επίτηδες γι' +αυτόν και να μην πάη να τη βρη;» + +«Τι η Εκάβη προς αυτόν κι αυτός προς την Εκάβη;» μου απάντησε +γελώντας. + +«Η αδερφή του!» + +«Η αδερφή του, ναι. Τι κολοκύθια είν' αυτά; Γιατί τους γέννησε η ίδια +μάννα; Αυτές είναι αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η δύναμη είναι να +μπορής να τις νικάς». + +«Να μην είσαι δηλαδή άνθρωπος». + +«Να είσαι υπεράνθρωπος». + +Θέλησα κάτι να του πω, μα με πήρε μπροστά με τα λόγια κι άρχισε να μου +εξηγή με όλο το σοβαρό πως φυσική συγγένεια δε θα πη τίποτες. Η μοναχή +συγγένεια είναι η κατ’ εκλογή συγγένεια: «Το ξέρω· ό, τι και να σου +πω, δε θα με νοιώσης, μια και δε διάβασες το Γκαίτε», μου είπε σαν +είδε πως τον κοίταξα χαμογελώντας. + +«Άσ' τα αυτά», τον έκοψα· «δε μου λες, πήγατε ψες στην μπίρα; Τους +κατάφερες;» + +«Πήγαμε». + +«Όλοι σας;» + +«Ναι». + +«Ήρθε κ' η Θάλεια;» + +«Ήρθε». + +Τον κοίταξα: «Θα με συμπαθήσης να σου πω ένα λόγο;» του είπα. + +«Πες». + +«Δε βρίσκεις πως δεν ταιριάζει η Θάλεια σ' αυτή τη συντροφιά;» + +«Ακούς και συ αυτά που λέει για την Κλεαρέτη; Ωχ καημένε! Βλέπω πως +ζης και συ αιώνες πίσω. Έπειτα ποιος της είπε νάρχεται; Μου κάνει χάρη +κιόλας να με ξεφορτωθή. Το ξέρεις πως τη βαριούμαι». + +«Σα θέλεις άκου με», του είπα· «καλά θα κάμης να μην την ξαναπάρης +μαζί σου· κι ακόμα — ». + +Δε μ' άφησε να τελειώσω: «Σου κάνω χάρη και δεν ξαναπάω και γω μαζί +τους. Μάλλωσα ψες με όλους. + +«Και με το Νίκο;» + +«Και μ' αυτόνε», μου είπε και μου διηγήθηκε το γλωσσικό καυγά τους. + +Το άλλο βράδυ δεν μπόρεσα να κρατηθώ να μην περάσω από την μπίρα και +να ρίξω μέσα μια κρυφή ματιά. Τον είδα που καθότανε πάλι στον κύκλο +ανάμεσα από τη Θάλεια και την Κλεαρέτη. Κι ο Νίκος αντίκρυ τους. Έφυγα +γοργά να μη με δούνε. + +Πήγα στον τόπο μου για να ψηφίσω, με την απόφαση να μην ξανάρθω στην +Αθήνα. Μα δεν μπόρεσα να μείνω και γύρισα σε λίγες μέρες. Δυοτρείς +φορές κίνησα να πάω στου Βελαδράπα, μα δεν κατάφερα να φτάσω ως την +πόρτα του. Και κείνος, μην ξέροντας ίσως πως γύρισα, δεν ήρθε να με +βρη. + +Δεν τον απάντησα ούτε στο δρόμο. Πέρασα ένα δυο βράδια απόξω από την +μπίρα, μα είδα άδειο το τραπέζι της συντροφιάς. Άξαφνα μια μέρα πήρε +το μάτι μου το Νίκο που περνούσε με το τραμ. Στεκότανε πίσω ορθός +μιλώντας με τον ποιητή Βιδούρη και φορούσε μαύρη φορεσιά και ημίψηλο, +μου φάνηκε. Περσότερο με ξάφνισε που είχε κομμένα και τα μαλλιά. Με +είχε συνηθισμένο με τις μεταμόρφωσές του, αυτή τη φορά όμως μου έβαλε +πολλές υποψίες. Σα να είδα σε όλα αυτά το γούστο της Θάλειας. + +Θα είχε περάσει καμιά βδομάδα, όταν απάντησα στο δρόμο το γέρο +Πετροδίκη. + +«Τι έγινες, βρε αδερφέ;» μου φώναξε· «να μη σε ξαναδούμε». + +«Έλειπα· πήγα να ψηφίσω», δικαιολογήθηκα μπερδεμένος λιγάκι. + +«Το στοχαστήκαμε, για να μη σε δούμε. Την πάθατε ε; Δεν μπορέσατε να +βγάλετε το δικό σας. Γι' αυτό δεν έρχεσαι, μη σου κρεμάσουμε τον +τενεκέ;» + +Το είχα λησμονήσει πως έχασε ο υποψήφιος, που πήγα να του δώσω ψήφο. Ο +γέρο Πετροδίκης, σα με είδε πως δεν είχα πάρει κατάκαρδα τον τοπικό +χαμό, άρχισε να μου ξεχύνη τη χαρά του για το γενικό θρίαμβο του +κορδονιού και πήγαμε έτσι ένα διάστημα μαζί. + +«Ε, δεν έρχεσαι μεθαύριο την Κυριακή να φάμε σπίτι και να τα πούμε +καλήτερα;» μου είπε άμα θα χωρίζαμε. + +Του το έταξα και την Κυριακή πήγα. Η Θάλεια με δέχτηκε πρόσχαρα. Με +ρώτησε πότε έφυγα, πότε ήρθα, πώς πέρασα, μου κρέμασε τον τενεκέ, +είπαμε με αυτή και τη μητέρα της αδιάφορες κουβέντες, όσο που ήρθε κι +ο πατέρας της και καθήσαμε στο τραπέζι. Κατέβηκε κι ο Βελαδράπας από +τη σοφίτα απάνω που έγραφε, και ξαφνίστηκε σα με είδε. Δεν του είχε +πει κανένας, είπε, πως θαρχόμουνα να φάω. Αυτό έκαμε τη μάννα του να +φανερώση πως ο γέρο Πετροδίκης είχε ξεχάσει να τους πη πως με είδε και +με προσκάλεσε να φάμε. Μόλις την Κυριακή πρωί το θυμήθηκε κ' έτσι δεν +το άκουσε ο Βελαδράπας. + +Φάγαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, η Θάλεια κάθησε στο πιάνο, ο Βελαδράπας +γρατσούνισε μαζί της το βιολί του, όσο που η ώρα πέρασε κι ο γέρο +Πετροδίκης μου ζήτησε συμπάθιο κ' έφυγε. + +«Πάμε και μεις όξω;» είπα σε λίγο του Βελαδράπα. + +«Καρτερώ το Νίκο· θαρθή στις πέντε», μου απάντησε. + +Κάθησα λιγάκι κ' έπειτα σηκώθηκα. + +«Τι, φεύγετε;» με ρώτησε η Θάλεια. + +«Έχω να πάω κάπου· να με συμπαθάτε». + +Χαιρέτησα, ευχαριστώντας κι αυτή και τη μητέρα της. Με συνεβγάλανε στη +σκάλα: «Να σας ξαναδούμε», μου είπανε κ’ οι δυο. + +Ο Βελαδράπας αποφάσισε ναρθή μαζί μου λίγο όξω: «Έχω καιρό· ως τις +πέντε θάμαι δω», είπε της Θάλειας. + +Μου ήρθε όρεξη να τονέ διώξω κι αυτόν από κοντά μου και να μείνω +μόνος. Είχα μετανοιώσει πια που γύρισα από τον τόπο μου κι αυτό +συλλογιζόμουνα όλη την ώρα, που ο Βελαδράπας μου μιλούσε για ένα νέο +δράμα που έγραφε. Μου είπε πως σπάνια πια βλέπει τους συναδέρφους του, +εξόν από το Νίκο. Μου είπε ακόμα πως ο Κλεαρέτης έφυγε και πως ο Θέμης +Φλοίσβος είναι ερωτεμένος με την Κλεαρέτη στα γερά κ' έγραψε ένα άρθρο +γι' αυτή στο Μηνύτορα. + +«Τι κάνει αυτή εδώ;» τονέ ρώτησα. + +«Γράφει μια φιλοσοφική μελέτη». + +«Και πώς ζει;» + +«Γυρεύει να βρη να δίνη μαθήματα στη μουσική και σε ξένες γλώσσες». + +«Ξέρει γλώσσες;» + +«Πολλές. Δεν ξέρεις τι μόρφωση έχει! Και το παίξιμο της! Μεταρσιώνει!» + +Μου είπε διάφορα άλλα, όσο που μ' άφησε. + +Είδα πια πως το φρονιμώτερο είτανε να μην ξαναδώ ούτε τη Θάλεια ούτε +κανέναν από τους δικούς της. Αν μπορούσα μάλιστα, θάφευγα. Μα πού να +πήγαινα; Στο σπίτι μου είταν αδύνατο να παρουσιαστώ δίχως την άδεια. Η +Θάλεια δεν είταν η μοναχή στον κόσμο. Πήρα την απόφαση και προσπάθησα +να την ξεχάσω με τη δουλειά στο γραφείο μου. Γύρεψα άλλες συντροφιές +κι απόφευγα να φαίνουμαι σε κάθε μέρος που μπορούσα να την απαντήσω. +Ωστόσο η σύμτωση την έφερε μπροστά μου. Μια μέρα την απάντησα με +κάποια φιλενάδα της, καθώς έβγαινα στην Ομόνοια. Πρόφτασα κ' έκαμα πως +δεν την είδα. Μιαν άλλη μέρα καθώς πήγαινα να μπω σ' έναν καφενέ, να +την πάλι με τον αδερφό της και με το Νίκο στο άλλο πεζοδρόμιο. Καλά +και δε με είδε ο Βελαδράπας και δε χαιρέτησα. Ο Νίκος έκαμε πως δε με +πρόσεξε και κείνη γύρισε επίτηδες αλλού τα μάτια. + + + +8 + + + +Πέρασαν έτσι καναδυό βδομάδες, όταν άξαφνα μια μέρα είδα το Βελαδράπα +νάμπη στο γραφείο μου. Είτανε σοβαρός και κάθησε, αφού με ρώτησε αν +αδειάζω. + +«Έχω να σου πω κάτι σπουδαίο», μου είπε σιγά· «σου το λέω σα φίλος και +θέλω νακούσω τι λες κ' εσύ». + +Άφησα το γράψιμο κ' ετοιμάστηκα να τον ακούσω. + +«Διάβασε αυτό εδώ», μου είπε. + +Είταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή και τον ειδοποιούσε πως ο Νίκος +σχεδιάζει να του κλέψη την αδερφή. + +Δεν ξέρω γιατί χάρηκα μέσα μου. Σα να μούφυγε από την καρδιά μεγάλο +βάρος. Δίπλωσα το γράμμα και του το ξαναέδωσα. + +«Το πιστεύεις;» με ρώτησε. + +Δεν απάντησα. + +«Τι μου λες να κάμω;» + +Σήκωσα τους ώμους αδιάφορα. + +«Το πιστεύεις να το κάμη αυτό ο Νίκος;» με ξαναρώτησε. + +«Το πιστεύω», είπα. + +Έσκυψε το κεφάλι: «Τότε είμαι ναυτοχτονήσω. Η μαμά κι ο μπαμπάς θα τα +βάλουνε με μένα». + +«Μπορώ να σε ρωτήσω και γω;» του είπα· «εσύ δε βάζεις υποψία; δεν +είδες τίποτες;» + +Με κοίταξε σουφρώνοντας τα χείλια και μαζεύοντας τους ώμους. Έπειτα +ξανάσκυψε το κεφάλι. Τονέ λυπήθηκα. + +«Δεν ξέρω τι να κάμω», είπε πάλι. + +«Να του κλείσης την πόρτα και να ειδοποιήσης τη μαμά σου». + +«Εγώ έλεγα καλήτερα να το πω της Θάλειας». + +«Τι θα ωφελήση;» + +«Να του κόψη το θάρρος που τούδωσε. Και να τον παρακαλέσω κι αυτόνε να +μην ξαναρθή σπίτι». + +«Καλά, κάμε έτσι·». + +«Εσύ δεν μπορείς να του πης τίποτες; Δεν ξέρεις πως θα με υποχρέωνες. +Σε μένα ξέρεις πέφτει δύσκολο. Θα μ' έσωζες». + +«Αδύνατο», του είπα σε τρόπο που δεν τόλμησε να με ξαναπαρακαλέση. + +Κάθησε λίγο κ' έφυγε έπειτα. + +Έχασα όλη τη χαρά και μ' έπιασε βαθειά θλίψη, όταν έμεινα μονάχος. +Ένοιωσα πάλι βάρος μέσα μου σα να είμουνα εγώ η αιτία που έφτασε ως +εκεί το πράμα. Τώρα έβλεπα πως φέρθηκα κουτά από την αρχή, πως έπρεπε, +μόλις είδα νάμπη μέσα ο Νίκος, να ειδοποιήσω το γέρο Πετροδίκη να λάβη +τα μέτρα του. Δεν έγραφα κάνε εγώ τότε ένα ανώνυμο γράμμα, αφού δεν +είχα την τόλμη να το πω! Άρχισα να ξανασυλλογίζουμαι τι έχασα, ενώ +είμουνα στο δρόμο να το λησμονήσω. + +Την άλλη μέρα περίμενα από περιέργεια μην έρθη ο Βελαδράπας και μου πη +τι έκαμε. Μα πέρασε κ' η άλλη και δεν ήρθε. Το άλλο το απόγεμα τους +είδα και τους τρεις που ανεβαίνανε στο Σύνταγμα. Και κείνος, που έκαμε +πρώτος πως δε μ' είδε, είταν ο Βελαδράπας. Νόμισα πως με ντράπηκε, που +τον είδα να είναι πάλι με το Νίκο και την αδερφή του μαζί, έπειτα από +το γράμμα που έλαβε. Σε δυο τρεις μέρες όμως τον ξαναπάντησα μονάχο +του κ' έκαμε πάλι πως δε μ' είδε. Δεν ξέρω τι μ' έσπρωξε μέσα μου κ' +έτρεξα και τον έπιασα. + +«Κάνεις πως δε με βλέπεις;» + +«Δε ντρέπεσαι να με ζυγώνης», μου είπε θυμωμένα. + +«Γιατί;» + +«Ξέρεις γιατί». + +Ξαφνίστηκα. + +«Εσύ τόγραψες το γράμμα. Αυτό λέγεται ατιμία», μου είπε αγριωπά. + +Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι· μου ήρθε να του σπάσω το μουσούδι. + +«Έπρεπε νάχης το θάρρος να μου το πης. Όχι να συκοφαντής ανώνυμα. Όσα +είχες εσύ στο νου σου τάρριξες στους άλλους. Φταίω εγώ που σου άνοιξα +την πόρτα μου», φώναξε τόσο δυνατά, ώστε κάποιοι που περνούσανε +σταματήσανε και μας κοίταξαν. + +Έκαμα να ξαμώσω απάνω του, μα σαν είδα πως θα μάζευα τον κόσμο, τον +άφησα κ' έφυγε. Φαντάστηκα πως ο Νίκος θα τάρριξε σε μένα για να +γλυτώση, κι αποφάσισα να πάω να βρω το γέρο Πετροδίκη να του πω τι +τρέχει, να εξιλεωθώ σε κείνον κάνε. + +Κίνησα και πήγα στον καφενέ, που περνούσε τις ώρες του. Μα δεν τον +βρήκα παρά μόνο την άλλη μέρα, που ξαναπήγα. Καθότανε μαζί με άλλους. +Με δέχτηκε χαρούμενος, φώναξε και μου φέρανε καφέ, με σύστησε στους +φίλους του και μου έκαμε παράπονα γιατί δε με ξαναείδανε σπίτι τους. +Τον είδα τόσο ανίδεο από καθετί, τόσο δίχως υποψία και τόσο γκαρδιακό +μαζί μου, που δεν έλαβα το θάρρος να τον πάρω στο άλλο το τραπέζι και +να του πω ό, τι λογάριαζα. Γιατί να ταράξω την καρδιά κι αυτουνού με +πράματα, που δεν είχα πια κανένα όφελος να τανακατέψω; Κάθησα καμπόσο +και σηκώθηκα κ' έφυγα, αφού του έταξα πως θα πάω την Κυριακή σπίτι +του. Εννοείται πως όχι μόνο δεν πήγα, μα και φρόντισα να μην +ξαναπαντηθώ μαζί του. + + +9 + + + +Μου γράψανε από το σπίτι μου να πάω εκεί τα Χριστούγεννα κ' έτσι βρήκα +αφορμή να λείψω πάλι λίγο από την Αθήνα. Σε λίγες μέρες μας ήρθε το +μήνυμα πως ο Νίκος αρρεβωνιάστηκε με τη Θάλεια. Το έγραψε της μητέρας +μου η μητέρα του Νίκου και της έλεγε με μεγάλη χαρά πως κοντά στις +πενήντα χιλιάδες που του δίνανε προίκα, ο πεθερός του φρόντισε και του +βρήκε θέση σε κάποια τράπεζα. Άκουσα με απάθεια πια το νέο κ' έκαμα +κατά διαταγή του πατέρα μου τα συχαρητήρια τηλεγραφήματα της +οικογένειάς μας στο θειο, στο Νίκο και στην οικογένεια της νύφης. +Ωστόσο δε μου άρεσε να ξαναγυρίσω αμέσως στην Αθήνα. Κατάφερα τον +πατέρα μου να πιστέψη κι αυτός πως είναι καλήτερο να μείνω λίγους +μήνες σπίτι και να πάω στην Αθήνα, άμα θα σίμωνε ο καιρός να δώσω +εξέτασες για την άδεια. + +Είχα ξεχασμένη ολότελα τη Θάλεια όταν πήγα. Έδωσα εξέτασες, τόβαλα +στην εφημερίδα, τύπωσα μπιλιέτα με το νέο τίτλο μου και τόρριξα στο +γλέντι λίγες μέρες. Άμα σωθήκανε τα χρήματα κ' ετοιμαζόμουνα να φύγω +πάλι, θυμήθηκα ένα μπαούλο με βιβλία κι ασπρόρρουχα, που είχα αφήσει +στην παλιά νοικοκυρά μου και πήγα να το πάρω. + +«Άντε να το βρης μαζί με τα δικά μου χρήματα», μου είπε η κυρά Αμαλία, +όταν της το γύρεψα. + +Και μου διηγήθηκε πως ύστερα από κάνα μήνα που έφυγα, πήγε ο ξάδερφος +μου και της γύρεψε αν είχε κάμαρα για μια κυρία που είχε μαζί του. Σαν +της είχα γράψει εγώ πως δε θα ξαναγύριζα, τους έδειξε τη δική μου. Της +άρεσε της κυρίας και την έπιασε. Μια και γνώριζε τον ξάδερφό μου, δεν +έβαλε κακό στο νου της. Αφού της είπε μάλιστα πως είτανε ξαδέρφη και +των δυο μας ούτε ρώτησε περσότερα. Τον πρώτο μήνα της τον πληρώσανε. +Το τι γινότανε όμως εκεί μέσα δεν περιγράφεται. Μαζεύονταν ένα σωρό, +ένας κ' ένας, όλοι τους παράξενοι, άλλοι ξυρισμένοι, άλλοι με μακριά +μαλλιά, και χαλούσανε τον κόσμο. Κοντέψανε να της φύγουν όλοι οι άλλοι +νοικάρηδες. Πολλές φορές τους παρακάλεσε να κανουνε σαν άνθρωποι, +έκαμε καυγάδες με δαύτους, αποφάσισε να πάη και στην αστυνομία να τους +βγάλη με το στανιό, μα λογάριαζε πάντα πως θάχανε όχι μοναχά τα νοίκια +που της χρωστούσε η κυρία, μα μαζί με αυτά και τα πλυστικά και τα +λεφτά για το φαγί που παράγγελνε συχνά και της φέρναν από το μαγέρικο +του αντρός της. Πράματα δεν είχε μπόλικα να της κρατήση. Μια φορά που +τη στενοχώρεσε, της πλήρωσε ένα μέρος κ' έτσι με την ελπίδα πως μπορεί +να πάρη και τάλλα και με το τάξιμο του ξάδερφού μου, πως θα πληρώση +αυτός, αναγκάστηκε να μην τη διώξη όσο που τη βδομάδα που πέρασε έφυγε +κρυφά τη νύχτα. Ένας από κείνους που ερχόντανε στην κάμαρά της +συνεννοήθηκε με το διάκο, που καθότανε στην αποκάτω κάμαρα, και +κατέβασαν από το παράθυρο τα πράματα με το σκοινί στην κάμαρα του +διάκου κι αποκεί από τάλλο το παράθυρο τα βγάλανε στο δρόμο. Μαζί με +αυτά πήγε και το δικό μου μπαούλο, που είχε μείνει σε μια γωνιά, αφού +είπε η κυρία πως δεν την πείραζε να μένη. Η κυρά Αμαλία άκουσε τη +φασαρία στην κάμαρα του διάκου, μα όσο να ντυθή να πάη να δη τι +τρέχει, είτανε πια αργά. Τα πράματα είτανε φευγατισμένα. Κ' η κυρά +Αμαλία άρχισε να μου λέη τι είπε και τι έψαλε του διάκου. + +«Και την κυρία πώς τη λέγανε;» ρώτησα. + +«Μαριγώ μας είπε πως τη λέγανε και κυρά Μαριγώ την κράζαμε. Μα κείνοι +που πηγαίνανε κ' ερχόντανε τη λέγανε κάπως αλλιώς. Σαν και τους +έπαιρνες λογαριασμό;» + +Δεν είχα πια δισταγμό ποια είτανε. Μα το ανακάτωμα του Νίκου σε όλη +αυτή την ιστορία μου φάνηκε λίγο παράξενο. + +«Ερχότανε συχνά ο ξάδερφός μου;» ρώτησα την κυρά Αμαλία. + +«Κάθε μέρα δω είτανε». + +«Ως τώρα τελευταία;» + +«Το απόγεμα πρι να γείνη άφαντη η κυρία, μ' εκείνονε βγήκε όξω». + +«Κι ο φίλος μου με το μακρύ ζακέ; τονέ θυμάσαι; ερχότανε κι αυτός;» + +«Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά; Πώς δεν ερχότανε! Τώρα κοντά μια νύχτα +που πήγα και τους έβαλα τις φωνές γιατί κάνανε ανησυχία, εκείνος βγήκε +κάτι να μου πη και τον πήρα με τις σπρωχτιές». + +Μου κεντήθηκε η περιέργεια. Έπρεπε να μάθω περσότερα γι' αυτή την +ιστορία. Χαιρέτησα την κυρά Αμαλία και το απόγεμα την ίδια μέρα έφερα +ένα γύρο τους καφενέδες, που ήξερα πως φώλιαζαν οι μαλλιαροί, πέρασα +κι από την μπίρα, μα δεν μπόρεσα να δω κανέναν. Τότε θυμήθηκα το +απόμερο καφενεδάκι του Κολονακιού. Είχε πιάσει καλοκαίρι και +στοχάστηκα πως θα μαζεύουνται εκεί όξω στη δροσιά. Πήρα ένα φίλο μου +για συντροφιά, δίχως να του πω τίποτες, και τον τράβηξα κατά κείνα τα +μέρη. Από μακριά ξαγνάντισα τα κόκκινα μαλλιά του Βελαδράπα. Καθόταν +πλάι στον ποιητή Βιδούρη. Μαζί τους είταν κάποιοι από τους παλιούς μου +γνώριμους και κάποιοι νέοι που τους έβλεπα πρώτη φορά. Πίσω από τον +ποιητή Βιδούρη ξανακαθότανε στο άλλο το τραπέζι ο αξιόπρεπος κύριος, +που έμοιαζε σαν απόστρατος αξιωματικός. Σαν είδα πως δεν είταν εκεί ο +Νίκος, είπα του συντρόφου μου να καθήσουμε λιγάκι στη δροσιά και μεις. +Καθήσαμε κι όταν ο ποιητής Βιδούρης γύρισε κατά μας τα μάτια, του +έβγαλα το καπέλο. Με χαιρέτησε κι αυτός. Οι άλλοι γύρισαν και +κοιτάζανε κι ο Βελαδράπας μου φάνηκε πως ξαφνίστηκε, σα με παρατήρησε. +Σε λίγο τον είδα μπήκε μες το καφενείο και κάτι είπε στο παιδί. Άμα +ήπιαμε τον καφέ μας, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Δεν είχαμε κάμει πολλά +βήματα, όταν το παιδί του καφενέ έτρεξε και με σταμάτησε: + +«Ένας κύριος εκεί θέλει να σε σμίξη και γυρεύει να του πης πού +κάθεσαι», μου είπε. + +Του είπα το ξενοδοχείο μου κ' έφυγα. + +Την άλλη μέρα, όταν είχα σηκωθή, χτύπησε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο +Βελαδράπας. + +«Έρχουμαι με ντροπή μου», είπε, «μα χρωστώ να σου πάρω συμπάθιο για +την προσβολή που σου έκαμα τότε. Εκείνος ο άτιμος με κούρτισε». + +«Ποιος;» ρώτησα κι ας τον κατάλαβα. + +«Εκείνος ο μπαγαπόντες, μα καλά τα πλήρωσα και γω». + +Τον κοίταξα ξαφνισμένος. + +«Τι δεν τα ξέρεις;» μου είπε. + +«Τι να ξέρω;» + +«Πως έγινε άφαντος ο — ». + +«Πού να το ξέρω;» + +«Ο μπαμπάς μου τόγραψε στο σπίτι του, στο θειο σου. Δεν τόμαθες;» + +Τονέ βεβαίωσα πως δεν είχα είδηση. + +«Άκου να σου τα πω λοιπόν», είπε. + +Φώναξα και μας φέρανε καφέ κι ο Βελαδράπας διηγήθηκε στο μεταξύ: + +«Τότε που έλαβα το γράμμα που σου έδειξα, αντίς να κάμω καθώς με +συμβούλεψες, στάθηκα ανόητος και το έδειξα του Νίκου. Μου είπε πως +είναι συκοφαντίες δικές σου, πως εσύ έβαλες κάποιον κ' έγραψε το +γράμμα. Στην αρχή δεν το πίστεψα, μα μ' έβαλε να ρωτήσω και τη Θάλεια, +αν είναι αλήθεια ή όχι». + +«Τι αν είναι αλήθεια;» ρώτησα. + +Μπερδεύτηκε: «Δηλαδή αν ένοιωσε το Νίκο νάχη κακό σκοπό κι αν εσύ +είχες ιδέα για τη Θάλεια. Τι τα θέλεις· έτσι με κατάφερε και σου +φέρθηκα όπως δεν έπρεπε». Σταμάτησε, σα νάχασε τη σειρά. + +«Έπειτα;» ρώτησα. + +«Έπειτα το γράμμα μ' έκανε κ' εμέ να προσέξω κ' είδα πράματις πως η +Θάλεια τονέ συμπαθούσε. Έγραφα ένα δράμα τότες — το είδες που το +τύπωσα; — και δε μου περίσσευε καιρός να χάσω γι' αυτό το πράμα. Είναι +αλήθεια πως δεν το πήρα για σπουδαίο, όσο που μια μέρα η μαμά τους +έπιασε στη σκάλα όξω από την κάμαρά μου. Δεν την είχε δει η Θάλεια πως +είτανε στην ταράτσα και — ». + +«Τι και;» + +«Τέλος παντων — τον πέταξε όξω αμέσως, πήρε να δείρη τη Θάλεια, τάβαλε +με μένα που τον έφερα στο σπίτι, τάκουσε η υπερέτρια, γίνανε ένα σωρό +φασαρίες. Έπειτα έπιασε πάλι η μαμά ένα γράμμα του Νίκου. Εκείνος μ' +έβαλε εμέ να μεσιτέψω, η Θάλεια φοβέριξε τη μαμά πως θα φύγη κρυφά +μαζί του, όσο που την ανάγκασε και το είπε του μπαμπά. Αυτός δεν ήθελε +ούτε νακούση, έγινε έξω φρενών το ξέκοψε της Θάλειας πως δεν τη δίνει +σε άνθρωπο, που δεν κάνει καμιά δουλειά, και τάβαλε κι αυτός με μένα. +Δεν ξέρεις τι τράβηξα από όλους εκεί μέσα. Τέλος πείσαμε το μπαμπά πως +ο Νίκος είναι δικηγόρος, ρώτησε κι ο ίδιος κ' έμαθε πως η μητέρα του +έχει καλή περιουσία κι άμα τέλος δέχτηκε κι ο Νίκος να τονέ διορίσουνε +στην Τράπεζα, αφού του έπεσε του μπαμπά κ' η Θάλεια στα πόδια, είπε το +ναι κι αρρεβωνιαστήκανε. Στην αρχή κανένα μήνα πήγε ήσυχα το πράμα κι +όλοι είμαστε ευχαριστημένοι. Ο μπαμπάς αποφάσισε να τους αγοράση ένα +σπίτι που το βρήκε φτηνό και να γίνη ο γάμος. Μα έπειτα ο Νίκος άρχισε +να ρεμπελεύη. Έλειπε συχνά από το γραφείο του και μια μέρα, που +ειδοποιήσανε τον μπαμπά από την Τράπεζα, θύμωσε κ' έκαμε παρατήρησες +του Νίκου. Μα κι ο Νίκος θύμωσε κι αυτός και δεν ήρθε ολότελα δυο +βδομάδες σπίτι. Έμπλεξε με την παρέα όξω, με την Κλεαρέτη, ξενυχτούσε, +τάμαθε η Θάλεια, ζήλευε και παρόμοιες αηδίες». + +«Και συ πήγαινες όξω μαζί του;» τονέ ρώτησα. + +«Τι νάκανα; έμπλεξα», απάντησε κοκκινίζοντας λίγο· «κοίταξα να τονέ +μαζέψω και το κατάφερα να τονέ φέρω πάλι σπίτι. Τα ξαναφτιάσανε με τη +Θάλεια. Ο μπαμπάς πήγε στην Τράπεζα και κατάφερε με κάποιο φίλο του να +τον περάσουνε για άρρωστο τις μέρες που έλειψε. Έγινε πιο ταχτικός στο +γραφείο του, μα τώρα άρχισε να γυρεύη από τη Θάλεια να μην καθήσουν +εδώ άμα θα παντρευόντανε, αλλά να πάνε στη Γερμανία, λέγοντας του +μπαμπά πως πάει να τελειοποιηθή ο Νίκος στην επιστήμη του. Η Θάλεια +δεν ήθελε να πάη. Την κατάλαβα πως είχε μετανοιώσει που +αρρεβωνιάστηκε, όταν γνώρισε πια ποιος είταν ο Νίκος. Είχε κιόλας +πάντα υποψίες πως έχει φιλίες με την Κλεαρέτη, το είπε μάλιστα και της +μαμάς και ξαναγίνανε νέες σκηνές κι ο Νίκος έπαψε πάλι νάρχεται στο +σπίτι. Ο μπαμπάς κ' η μαμά σκεφτήκανε να διαλύσουν αυτοί το +συνοικέσιο, το είπανε της Θάλειας, μα εκείνη — ». + +Ο Βελαδράπας σώπασε μια στιγμή. + +«Δεν ήθελε, ε;» + +«Μην τα ρωτάς. Η ατιμία του δεν έχει όρια. Μπήκα στη μέση και +ξανασυμβίβασα το πράμα. Ο Νίκος ξαναήρθε σπίτι και φαινόταν ήσυχος +λίγον καιρό. Μα πάλι του άναψε ο καημός της Γερμανίας και ξανάρχισε να +γκρινιάζη τη Θάλεια να πη του μπαμπά να του δώση χρήματα. Η Θάλεια δεν +του έλεγε τίποτε κι ο Νίκος μια θύμωνε, μια ξεθύμωνε μαζί της, πότε +ερχότανε ταχτικά καμπόσες μέρες, πότε χανότανε καμπόσες πάλι, όσο που +την περασμένη βδομάδα τονέ χάσαμε ολότελα. Είμουν άρρωστος τρεις μέρες +και δεν μπορούσα να βγω να δω τι γίνεται. Μα μ' έβγαλε από τον κόπο ο +Θέμης Φλοίσβος. Ήρθε αγριεμένος σπίτι και μου είπε πως ο Νίκος έφυγε +με την Κλεαρέτη». + +«Για πού;» + +«Κανείς δεν ξέρει. Μπορεί νάναι και δω πουθενά κρυμμένοι». + +Δεν μπόρεσα να μη γελάσω. + +«Και μηδά φτάνει αυτό;» ξακολούθησε ο Βελαδράπας θυμωμένος, «μα έκαμε +κι άλλη ατιμία. Έβαλε την υπογραφή του μπαμπά και τράβηξε από την +Τράπεζα τρεις χιλιάδες δραχμές». + +«Πάνε κι αυτές με τα δικά μου ασπρόρρουχα», ξαναγέλασα. + +«Αυτές δεν πάνε ακόμα. Ο μπαμπάς έγραψε του πατέρα του να τις πληρώση, +αλλιώτικα θα τον καταγγείλη η Τράπεζα. Δεν είναι αστεία τρεις χιλιάδες +δραχμές· γιατί να τις πληρώσουμε μεις; Μας φτάνουν τάλλα». + +Ξανασώπασε μια στιγμή. + +«Βλέπεις τι άνθρωπος είταν ο ξάδερφος σου!» είπε έπειτα και σηκώθηκε. + +«Υπεράνθρωπος», χαμογέλασα. + +Έσκυψε το κεφάλι. + +«Ε, πάμε τώρα λιγάκι όξω», του είπα σε λίγο και τονέ χτύπησα +παρηγορετικά στην πλάτη. + +«Ξέρεις, η μαμά σαν άκουσε πας είσαι δω, γύρεψε να σε δη· μου είπε να +σε πάρω να πάμε», με παρακάλεσε. + +«Ντρέπουμαι νάρθω», του απάντησα. + +Και δεν πήγα. Τι να έκανα να πάω; Μα το απομεσήμερο ήρθε και με βρήκε +πάλι ο Βελαδράπας. Η μαμά του ήθελε σώνει και καλά να με δη. + +Αναγκάστηκα και πήγα. Τη βρήκα μοναχή της στην τραπεζαρία. Με ήθελε να +πω και γω του αντρός της να μην καταγγείλη το Νίκο. Φοβότανε πως με +την καταγγελία δε θα βγάλη τίποτε, παρά θα γίνη μεγαλήτερο το +σούσουρο. Μπορεί κιόλας ο Νίκος να το μετανοιώση στο μεταξύ και να +γυρίση. + +«Να τη στεφανωνότανε μονάχα κ' ύστερα ας έφευγε να πάη όπου θέλει», +μου είπε και δάκρυσε. + +Της έταξα πως θα το κάμω κ' έφυγα. Η Θάλεια δε βγήκε κι ας κάθησα +κοντά μια ώρα. Η μαμά της ούτε καν την δικαιολόγησε γιατί δε βγήκε. + +Δεν έλαβα καιρό ούτε να σκεφτώ αν έπρεπε να πάω να σμίξω το γέρο +Πετροδίκη, γιατί περνώντας από το ξενοδοχείο μου βρήκα τηλεγράφημα του +πατέρα μου να φύγω αμέσως για την Πάτρα, να περιμείνω τη μητέρα μου, +που θάφτανε κει με το βαπόρι την άλλη μέρα. Απάνω κάτω μάντεψα τι +θάτρεχε κι όταν την έσμιξα, έμαθα πως χτύπησε αποπληξία την αδερφή της +κ' έτρεξε να την προφτάση ζωντανή. Φύγαμε βιαστικά και το βράδι +σταματήσαμε με το αμάξι στην αυλόπορτα της θειας μου. + +Η Μαρία έτρεξε κάτω άμα μας άκουσε. + +«Είναι λίγο καλήτερα», είπε σιγαλά, σα να φοβότανε μην την ακούση +απάνω η άρρωστη: «Να μη σας δη απόψε. Ο γιατρός διάταξε ησυχία». + +Ανεβήκαμε σιγά τη σκάλα και μπήκαμε σιγότερα στην τραπεζαρία που είταν +ο θειος. Άμα μας είδε, έπεσε κλαίοντας στην αγκαλιά μας. Την άρρωστη +την είχανε στην κάμαρα του Νίκου και κοντά της είτανε μονάχα η κόρη +της, που είχε φτάσει πρωτήτερα από μας. + +Στην τραπεζαρία είταν ακόμα μια αδερφή του θειου κ' οι τέσσερες +καθόμαστε σαν πετρωμένοι, τρομάζοντας μην τρίξη και το κάθισμα. + +Η Μαρία μόνο πήγαινε κ' ερχότανε ανάλαφρα σαν ίσκιος, πατώντας +ξεπόδετη στα νύχια και κάθε φορά που ο θειος ξεχνιούμενος σήκωνε τη +φωνή περσότερο, παρουσιαζότανε στην πόρτα με το δάχτυλο στα χείλη. +Είτανε κατάχλωμη και τα μάτια της βαθουλωμένα. + +Διηγήθηκα του θειου ό, τι γνώριζα από την ιστορία του γιου του και του +είπα πως μόνη σωτηρία είναι να πληρωθή η Τράπεζα και να σκεπαστή το +πράμα. + +«Πού να βρω τα χρήματα, παιδί μου;» μου απάντησε: «Βρήκα κάποιονε να +μας δανείση με υποθήκη το χτήμα της θειας σου, μα στην κατάσταση που +είναι αυτή πώς να υπογράψη; Αυτή δεν μπορεί να κουνηθή. Φοβούμαστε +ακόμα και να της το πούμε, μην της έρθη και δεύτερη». + +Η μητέρα μου έσκυψε λίγες στιγμές το κεφάλι της συλλογισμένη. + +«Πιάσε και γράψε του πατέρα σου να βρη τα χρήματα· πες του όπως κάμη +να τα βρη», μου είπε έπειτα. + +Η Μαρία μου έφερε χαρτί κ' έκαμα το γράμμα. Έκαμα κ' ένα άλλο του γέρο +Πετροδίκη, παρασταίνοντας τη θέση της μητέρας του Νίκου και +παρακαλώντας τον να περιμείνη ακόμα λίγες μέρες. Λογαριάζαμε πως το +πολύ σε τέσσερες μέρες θα είχαμε απάντηση από τον πατέρα μου. + +Την άλλη μέρα μπήκε η μητέρα μου στην αδερφή της και κείνη φάνηκε σα +να τη γνώρισε. Την τρίτη είπε ο γιατρός πως ξέφυγε τον κίνδυνο για την +ώρα. Η ανησυχία είτανε τώρα τι θαπαντήση ο πατέρας μου. Η μητέρα μου +ήθελε να του τηλεγραφήσω. Μα ξέροντας το χαραχτήρα του και τη λίγη +σκοτούρα, που είχε για τους δικούς της γυναικός του, είπα πως του +τηλεγράφησα, δίχως και να το κάμω. + +Το άλλο πρωί σαν ξύπνησα, η Μαρία μαζί με τον καφέ μου έφερε ένα +γράμμα και μιαν εφημερίδα. Άνοιξα το γράμμα. Είταν από το Βελαδράπα +και μου έλεγε πως το δικό μου γράμμα στον πατέρα του έφτασε αργά. Η +Τράπεζα είχε λάβει από μέρες πια τα μέτρα της κ' η γερμανική αστυνομία +έπιασε το Νίκο στο Μόναχο, που πήγε με την Κλεαρέτη. Ο Θέμης Φλοίσβος +μάλιστα για να τους εκδικηθή έκαμε το φευγιό τους και τη σύλληψη του +Νίκου ανάγνωσμα στο Μηνύτορα. Μου έστελνε το φύλλο να το δω και γω. + +Ο θειος έλειπε από το σπίτι και πήγα κ' έκραξα τη μητέρα μου και της +διάβασα το γράμμα. + +«Κοίταξε μην το μάθη η θεια», της είπα καθώς έφευγε. + +«Τι να μη μάθη η θεια;» άκουσα άξαφνα από πίσω μου τη φωνή της Μαρίας, +που είχε μπη στην κάμαρα κι απόδετη όπως περπατούσε, δεν την κατάλαβα. + +«Τίποτες», μουρμούρισα. + +«Πώς τίποτες; Είταν το γράμμα απ' τον πατέρα σου; Δεν μπορεί να κάμη +τίποτες;* + +Δεν της απάντησα. + +«Αλήθεια δεν μπορεί να κάμη τίποτες;» με ξαναρώτησε. + +«Τι να κάμη; Είναι πια αργά». + +«Τι αργά;» είπε χλωμαίνοντας. + +«Τον τσακώσανε το Νίκο». + +Ακούμπησε το χέρι της στον τοίχο και με κοίταξε μια στιγμή. Έπειτα +δίχως να πη λόγο βγήκε από την πόρτα. + +Άνοιξα την εφημερίδα να διαβάσω τι έγραφε ο Θέμης Φλοίσβος. Μα άξαφνα +στοχάστηκα πως η εφημερίδα μπορή να ήρθε και στον καφενέ και να το +μάθη ο θειος ξαφνικά στην αγορά. Σηκώθηκα να πάω να τον προλάβω. Καθώς +βγήκα αγάλια στο σαλότο, από τη μισοανοιγμένη πόρτα της κουζίνας είδα +τη Μαρία σωριασμένη στο τραπέζι με το κεφάλι σκυφτό στα χέρια της — — +— — — — — — — — — — — — — — — — — — — + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — +— — — — — + +Ο φίλος μου, που μου διηγήθηκε την ιστορία, σώπασε. + +«Κ' ύστερα;» τονέ ρώτησα. + +«Τι ύστερα;» + +«Τι απογίνανε;» + +«Ποιοι τι απογίνανε; Ο Νίκος κάθησε καναδυό χρόνια φυλακή και τώρα δεν +τον ξέρω και γω πού βρίσκεται. Ο φίλος μου ο Βελαδράπας έκοψε τα +μαλλιά, άφησε το μουστάκι του και τα δράματα, και κάθησε και διάβασε. +Πήρε το δίπλωμά του και σημέρα είναι δικαστής. Κάνει και φιγούρα +κιόλας», + +«Κ' η Θάλεια;» + +«Πολλά ζητάς. Μη θες να ξέρω τι έγινε κ' η Κλεαρέτη;» μου απάντησε και +δεν ξαναμίλησε. + + + +Τ Ε Λ Ο Σ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λογογράφους μας +ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ +εις 120 τόμους δεμένους αξίας δραχ 315 +με 10 Δραχ. κατά μήνα + +ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ + +ΑΙΣΧΥΛΟΥ +Πέρσαι, Μεταφρ. Ιωάννου Ζερβού 1,50 +Αγαμέμνων, Μεταφρ. Ι. Γρυπάρη 1,50 +Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1,50 +Χοηφόροι, Μεταφρ. Ιω. Γρυπάρη 1,50 +Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1,50 +Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1,50 +Ικέτιδες, Μεταφρ. Μ. Αυγέρη 1,50 +Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10,50 + +ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ +Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1,50 +Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1,50 +Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1,50 +Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1,50 +Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1,50 +Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1,50 +Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1,50 +Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10,50 + +ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ +Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1,50 +Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1,50 +Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1,50 +Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50 +Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1,50 +Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1,50 +Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1,50 +Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50 +Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1,50 +Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50 +Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1,50 +Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1,50 +Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1,50 +Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1,50 +Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1,50 +Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1,50 +Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1,50 +Τρωάδες, Μετάφρασις Α Καμπάνη 1,50 +Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 28,50 + +ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ +Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2 + +ΟΜΗΡΟΥ +Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τομ 4; 8; +Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τομ.4; 6; + +ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ +Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2 +Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3; +Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3 +Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2 +Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2 +Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2,50 +Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50 +Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50 +Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50 +Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50 +Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2,50 +Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμους [*] + +ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ +Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη +Κύρου Ανάβασις, Μ. Αναστασ. τομ. 3; + +ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ +Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου + +ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ +Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβου τ.4 + +ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ +Άπαντα Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τομ. 6 + +ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ +Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού +Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα +Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου +Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου + +ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥς +Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλου +Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλου +Οι τέσσερες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλου + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου +Απολογία Σωκράτ, Μτ. Α. Μωραϊτίδου +Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου +Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου +Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα +Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα +Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα +Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα +Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου +Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα +Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου +Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη +Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη +Ίππαρχος-Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου +Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη +Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη +Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη +Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη +Πρωταγόρας, Μετάφρ Α. Χαροκόπου +Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως +Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου +Ιππίας μείζων και ελάσσων Μτ. Ζάμπα +Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού +Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2 +Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου +Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου +Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα τόμ 4; +Ερυξίας-Αξίοχος-Αλκυών, Μτ. Μάνε +Δημόδοκος - Σίσυφος-Κλειτοφών- +Ίων-Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη +Θεάγης - περί Δικαίου-περί Αρετής, +Μετάφρασις Λυμπεροπούλου +Επιστολά και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα +Ολόκληρος ο Πλάτων εις 33 τόμους + +ΗΡΟΔΟΤΟΥ +Μούσαι Μετ. Α. Σκαλίδου τομ 4 + +ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ +Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή + +ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ +Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη + +Δια τους αγοράζοντας όλην την σειράν των Αρχαίων Ελλήνων +Συγγραφέων το δέσιμον εκάστου τόμου υπελογίσθσ λεπτά 50. +Δια τους αγοράζοντας τόμους χωριστά το δέσιμον εκάστου +τόμου δραχ. 1.- + +[* Εφ' εξής πολλές από τις τιμές είναι δισδιάκριτες, οπότε +δεν τις αναγράφω] + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Superhuman, by Konstantinos Chatzopoulos + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SUPERHUMAN *** + +***** This file should be named 31437-0.txt or 31437-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/1/4/3/31437/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/31437-0.zip b/31437-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..46d041c --- /dev/null +++ b/31437-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..423ac26 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31437 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31437) |
