summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:55:47 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 19:55:47 -0700
commitb612ed4446509dd987c3d6faeaeed0a17d202bd4 (patch)
treede55b1d8cb77998f2469a9d21c8b79bb752ede05
initial commit of ebook 31437HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31437-0.txt6072
-rw-r--r--31437-0.zipbin0 -> 111462 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 6088 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31437-0.txt b/31437-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..fb2022b
--- /dev/null
+++ b/31437-0.txt
@@ -0,0 +1,6072 @@
+The Project Gutenberg EBook of Superhuman, by Konstantinos Chatzopoulos
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Superhuman
+ Novel
+
+Author: Konstantinos Chatzopoulos
+
+Release Date: February 27, 2010 [EBook #31437]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SUPERHUMAN ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words
+have been included in &&.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.
+Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με
+έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&.
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+ΦΕΞΗ
+
+
+
+Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
+
+ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1915
+ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+ΦΕΞΗ
+
+Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
+
+
+ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ
+
+
+ΔΙΗΓΗΜΑ
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1915
+
+
+Υ Π Ε Ρ Α Ν θ Ρ Ω Π Ο Σ
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
+
+
+
+Είτανε τον καιρό που διάβαζα να δώσω εξετάσες στο Πανεπιστήμιο.
+Πολεμούσα να μάθω απόξω τους ορισμούς και τις διάκρισες από τις
+διάφορες Δουλείες — ένας από τους σοφούς που θα μας ξετάζανε απαιτούσε
+να του απαντούμε με τα ίδια λόγια του βιβλίου του — όταν άνοιξε άξαφνα
+η πόρτα κι ο ξάδερφός μου Νίκος Γκάβρας χύμησε στην κάμαρα:
+
+«Είμαι τελειωμένος — θέλω γλήγορα καφέ. Έρχουμαι ίσια από το βαπόρι.
+Ανέβηκα στην Αθήνα να δω εσένα μοναχά. Το βράδι ξαναφεύγω», είπε πριν
+προφτάσω να καλοσηκωθώ και να χαιρετηθούμε.
+
+Πήγα κι άναψα το καμινέτο, ενώ εκείνος ξαπλώθηκε στο κρεβάτι μου.
+
+«Πας ναναλάβης τα καθήκοντά σου;» τονέ ρώτησα.
+
+«Ποια καθήκοντά μου;» απάντησε αδιάφορα.
+
+«Μην είταν άλλος Νίκος Γκάβρας;»
+
+Δεν είταν πολλές μέρες που είχα δει στην εφημερίδα πως διορίστηκε
+γραμματικός της Εφορίας στα Σάλωνα.
+
+«Ουφ! Αηδίες του πατέρα μου. Με ξευτέλισε χωρίς να με ρωτήση».
+
+«Ώστε δεν πας;»
+
+«Αυτό δα μούλειπε!»
+
+«Τότε για πού με το καλό; Είπες, φεύγεις απόψε».
+
+«Φτιάσε πρώτα τον καφέ κ' έπειτα σ' τα λέω. Είμαι κατακομμένος. Δεν
+έκλεισα μάτι οληνύχτα. Σα να μη φτάνανε οι κοριοί, είταν και τα βόδια
+αποπάνω από το κεφάλι μου. Καλά κάνω και δεν ταξιδεύω ποτέ με το
+παλιοβάπορο».
+
+«Τι, με την «Πάρο» ήρθες;»
+
+«Μ' αυτόν το διάολο. Αφού φόρτωσα τα καπνά μ' αυτό, μου δώσανε
+μπιλιέτο τζάμπα».
+
+«Ποια καπνά;» ρώτησα ενώ του έδινα τον καφέ.
+
+«Πάω με καπνά στη Σύρα», είπε κι ανασηκώθηκε.
+
+Τον κοίταξα: «Με καπνά στη Σύρα;!»
+
+Κούνησε το κεφάλι: «Έλα, φέρε ένα τσιγάρο», είπε.
+
+Του έδωσα το πακέτο μου με τον καπνό. Μα το πέταξε πάλι στο τραπέζι.
+
+«Δεν μπορώ να στρίψω. Στείλε να μας πάρουν τσιγαρέτα».
+
+Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα μην περνά στο δρόμο κανείς λούστρος.
+Δεν μπόρεσα να δω κανέναν.
+
+«Αδύνατο να πιω καφέ χωρίς τσιγάρο», είπε πάλι.
+
+Αναγκάστηκα να φωνάξω τη νοικοκυρά μου. Της έδωσα ένα μονό και την
+έστειλα στο καπνοπωλείο, που είτανε στη γωνιά του δρόμου.
+
+Ο ξάδερφος μου σηκώθηκε και περπατούσε αμίλητος πέρα δώθε στην κάμαρα.
+Είτανε κοντά στην πόρτα, άμα σε λίγο ήρθε η νοικοκυρά με τα τσιγάρα.
+Τα πήρε από το χέρι της, της άφησε μια δεκάρα από τα ρέστα και πέταξε
+τάλλα απάνω στο τραπέζι.
+
+«Εμπόριο λοιπόν», του είπα.
+
+Άναψε ένα τσιγάρο και ξανακάθησε μπροστά στον καφέ του.
+
+«Εμπόριο, ναι· πώς, δε σ' αρέσει;»
+
+«Ταιριάζει με την ποίηση πιότερο από το υπαλληλίκι;»
+
+«Η ποίηση είναι ζωή κ' η ζωή είναι εμπόριο», είπε φυσώντας τον καπνό
+σε ψιλά, ψιλούτσικα στεφάνια. «Τι με κοιτάς; Δεν το καταλαβαίνεις;»
+
+Σηκώθηκε, έσκισε δυοτρείς φορές την κάμαρα, κοιτάζοντας το πάτωμα και
+καπνίζοντας· έπειτα πέταξε το τσιγάρο του από τανοιχτό παράθυρο και
+στάθηκε μπροστά μου:
+
+«Τι με κοιτάς;»
+
+«Που πέταξες το τσιγάρο. Δε σ' αρέσει ο καπνός;»
+
+«Δεν καπνίζω ποτέ τσιγάρο πέρα από δέκα ρουφιξιές».
+
+«Κακό συνήθιο για έναν έμπορο. Το εμπόριο θέλει οικονομία».
+
+«Κολοκύθια! Προϊστορικές ιδέες! Αυτού βρίσκεται ακόμα το εμπορικό σου
+δίκαιο; Το εμπόριο είναι έμπνευση, πες του καθηγητή σου. Τόλμη,
+κίνδυνος σαν τη ζωή. Γι' αυτό είναι ποίηση· με νοιώθεις;»
+
+«Πώς όχι! Μόνο πού βρήκες τα κεφάλαια δε νοιώθω».
+
+Χαμογέλασε: «Αυτό είναι ίσα ίσα η τέχνη», είπε.
+
+«Έβαλες στο χέρι κάνα σύντροφο;»
+
+«Τον πατέρα μου».
+
+«Άρχισε πάλι ο θειος τα εμπόρια;» μου ξέφυγε ο λόγος ξέροντας πως ο
+πατέρας του είτανε καταστρεμμένος έμπορος.
+
+«Αυτή τη φορά μονάχα. Θα του δώσω τα μισά απ' ό, τι βγάλω», είπε ο
+Νίκος.
+
+«Κ' ύστερα θα ξακολουθήσης μοναχός;»
+
+«Θα δω· α δε βγάλω περιοδικό».
+
+Τον κοίταξα με κάποιο ξάφνισμα: «Έχεις πολλά καπνά μαζί σου;»
+
+«Πενήντα τόσα δέματα».
+
+«Πολλές οκάδες;»
+
+«Εδώ έχω τη φορτωτική», είπε κ' έδειξε την τσέπη του.
+
+«Και δεν κοιτάς να τα πουλήσης εδώ; Ή έχεις πιότερες εμπορικές
+γνωριμίες στη Σύρα;»
+
+Δε μου απάντησε. Ρούφηξε ακόμα μια φορά το φλιτζάνι του και ξαπλώθηκε
+στο κρεβάτι. Κοιτάζοντας το ταβάνι μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια
+του.
+
+«Ε, δεν είτανε καλή ιδέα;» γύρισε και μου είπε άξαφνα σαν περάσανε
+μερικές στιγμές.
+
+«Ποια ιδέα;»
+
+«Να κάμω εμπόριο».
+
+«Λαμπρή· μόνο που δε θυμάσαι πόσο πράμα έχεις μαζί σου».
+
+«Εδώ έχω τη φορτωτική, γελοίε!» Έβαλε το χέρι στην τσέπη κ' έβγαλε ένα
+μάτσο χαρτιά: «Θα την έχω στη βαλίτσα», είπε αφού έψαξε και δεν τη
+βρήκε.
+
+«Εκείνη εκεί δεν είναι;» ρώτησα δείχνοντας ένα μαβί χαρτί διπλωμένο
+στα δυο.
+
+«Όχι», είπε ανοίγοντάς το.
+
+Είδα πως είτανε στίχοι γραμμένοι με μολύβι.
+
+«Άσε τότε τη φορτωτική και διάβασέ μου το ποίημα», είπα.
+
+Με κοίταξε κ' έπειτα κοίταξε στο χαρτί: «Πρέπει ναλλάξουνε καναδυό
+λέξες. Τόγραψα βιαστικά σήμερα το πρωί».
+
+«Στο βαπόρι;».
+
+Κούνησε το κεφάλι: «Σα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ανέβηκα πάνω ότι
+θαμποχάραζε. Δε φαντάζεσαι τι μαγεία, τι μυστήριο που είταν το
+ξημέρωμα. Τάστρα τρεμοσβήνανε· τα κύματα, τα βουνά στο μάκρος — !»
+
+«Δε μου διαβάζεις καλήτερα το ποίημα;»
+
+Το δίπλωσε και τόβαλε στην τσέπη.
+
+«Έλα, διάβασε το τώρα· μην το βάζης μέσα».
+
+Με κοίταξε μια στιγμή λίγο δισταχτικά. Έπειτα: «Άκου να σ' το πω
+λοιπόν», είπε και βάζοντας το ένα πόδι απάνω στάλλο, άρχισε:
+
+ «Πριν το δάσος να φωτίση,
+ πριν ξυπνήσουν τα πουλιά,
+ τρέμει τάστρο για να σβήσει
+ στα κατάχλωμα μαλλιά,
+ με προσμένει εκεί στη βρύση
+ το παιδί του βασιλιά».
+
+Σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Έπειτα ξανάρχισε, χαμηλώνοντας
+βραχνά τη φωνή:
+
+ «Τι σου αγάπησε, θλιμμένη,
+ το παιδί του βασιλιά;
+ Τη φωνή μου τη χαμένη
+ και τα ξέπλεκα μαλλιά.
+ Μιαν αυγή θαμπή του Απρίλη
+ μ' ηύρε μόνη στην πηγή
+ και μου φίλησε τα χείλη
+ και μου πήρε τη φωνή.
+ Και μου ξέπλεξε στον ώμο
+ τα κατάχλωμα μαλλιά.
+ Μη με βρη η αυγή στο δρόμο,
+ μην ξυπνήσουν τα πουλιά».
+
+Έπαψε και με ξανακοίταξε.
+
+«Είναι το ποίημα, που είπες πως έγραψες την αυγή;» ρώτησα.
+
+«Ναι».
+
+Μα δεν άκουσα ούτε βουνά, ούτε κύματα, ούτε — »
+
+«Μην ήθελες νακούσης και το ρουχαλητό των Αρβανιτάδων, που κοιμόντανε
+στο κατάστρωμα; Ειρηνοδίκη!»
+
+Γέλασα: «Με συμπαθάς· δεν καταλαβαίνω πολύ από ποίηση», του είπα,
+καθώς είναι κ' η αλήθεια.
+
+«Την ποίηση την αισθάνουνται· δεν την καταλαβαίνουν». Σηκώθηκε και
+περπάτησε πάλι στην κάμαρα με σκυμμένο το κεφάλι. Έπειτα πήγε στο
+παράθυρο και στάθηκε, θωρώντας όξω και μουρμουρίζοντας:
+
+*
+
+ Μη με βρη η αυγή στο δρόμο,
+ μην ξυπνήσουν τα πουλιά».
+
+Τον κοίταξα.
+
+«Έλα, σήκω ντύσου νάβγουμ' όξω. Βαρέθηκα εδώ μέσα», είπε άξαφνα,
+πετώντας το τσιγάρο του άμα γύρισε και μ' είδε.
+
+«Πού θες να πάμε;» ρώτησα.
+
+«Να φάμε! Πεινώ· κοντεύει μεσημέρι».
+
+Πήρα και ντύθηκα και σε λίγο είμαστε στο δρόμο. Έτρωγα σ' ένα από τα
+μικρά ξενοδοχεία της Ομόνοιας κι ο ξάδερφός μου με ακολούθησε εκεί
+δίχως αντιλογία.
+
+Η χινοπωριάτικη μέρα, σκουντουφλιασμένη κ' έτοιμη για βροχή την ώρα
+που μπήκαμε στο ξενοδοχείο, είχε ξαστερώσει πάλι σαν αποφάγαμε και
+ξαναβγήκαμε όξω. Κλεισμένος καθώς είμουνα πολλές βδομάδες, μια κ'
+έχασα το διάβασμα εκείνη την ημέρα, μου ήρθε όρεξη νανασάνω λίγον
+καθαρόν αέρα.
+
+«Δεν πάμε σε καμιά εξοχή;» είπα του Νίκου.
+
+«Πάμε πρώτα ως το Σύνταγμα. Τρέξε να πάρουμε το τραμ», απάντησε και
+τάχυνε το βήμα.
+
+Το πήραμε και μας έφερε στο Σύνταγμα. Πρι να σταματήση, ο Νίκος πήδησε
+και μπήκε σ' ένα από τα καφενεία εκεί. Άμα σε λίγο μπήκα και γω από
+την άλλη πόρτα, τον είδα που έστεκε και κοίταζε στα τραπέζια γύρω του,
+σα να γύρευε κάποιον.
+
+«Ούτε από το τραμ να πηδάς δεν έμαθες ακόμα», μου είπε όταν τονέ
+σίμωσα.
+
+«Θες να καθήσουμε;»
+
+«Όχι», είπε και κίνησε κατά την πόρτα.
+
+Καθώς βγαίναμε, μου έδειξε ένα μεσόκοπον κύριο, που καθότανε μοναχός
+σ' ένα τραπέζι και διάβαζε εφημερίδα.
+
+«Ποιος είναι;» τονέ ρώτησα.
+
+«Ο λόγιος Καραβέργας. Δεν τον έχεις ακουστά;»
+
+Στάθηκα και τον ξανακοίταξα με τρόπο. Δεν είχε απάνω του τίποτες
+φανταχτερό, που να τον ξεχώριζε από τους συνηθισμένους ανθρώπους.
+
+«Τι γράφει;» ρώτησα.
+
+«Πολλά και διάφορα».
+
+«Είναι καλός;»
+
+«Ο καλήτερος για το πούμπλικο. Περιγράφει καταλεπτώς, δεν αφίνει
+τίποτες ανείπωτο. Νοιώθει την τέχνη σαν και λόγου σου».
+
+«Δε γνωρίζεστε;»
+
+«Γνωριζόμαστε, μα κάνει το σπουδαίο. Άμα με είδε από τον καθρέφτη που
+έμπαινα, ζύγωσε την εφημερίδα κοντήτερα στα μάτια του. Με το
+ψευτοσοβαρό κοιτάζει να κρατήση τη θέση του στην τέχνη. Ας πιάσω
+δυοτρείς χιλιάδες στα χέρια μου και βλέπεις πώς τους βάζω στη θέση
+τους όλους τους παρακεντέδες».
+
+Περάσαμε στο αντικρινό το πεζοδρόμιο. Έφερε μια βόλτα και τον άλλον
+καφενέ και ξαναβγήκε, σέρνοντάς με κατά την πλατεία του παλατιού.
+Καθώς πηγαίναμε, άξαφνα κατέβασε το γύρο του καπέλου του και σήκωσε το
+γιακά από το σακάκι.
+
+«Κρυώνεις;» τονέ ρώτησα.
+
+«Ο ήλιος καίει, διάολε! Δεν εννοεί να χειμωνιάση», μουρμούρισε και
+κάνοντας δυο μεγάλα βήματα, με άφησε πίσω του.
+
+Ακολούθησα κοιτάζοντάς τον. Ο ήλιος δεν έκαιγε μονάχα, μα γιάλιζε
+κιόλας αλύπητα την τριμμένη φορεσιά του. Οι αγκώνες λίγο θέλανε να
+τρυπήσουν και κάτω στις άκρες του πανταλονιού του γνώρισα την
+ιδιοτροπία της θειας μου να μη μαντάρη ποτέ της φάγωμα με το ίδιο το
+χρώμα του ρούχου.
+
+Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στη γωνιά του δρόμου, όταν άξαφνα σταμάτησε.
+
+«Δεν μπορώ να πάρω ανήφορο· μου πιάνεται η αναπνοή», γύρισε και μου
+είπε βάζοντας το χέρι στο στήθος.
+
+«Παράφαγες», μουρμούρισα.
+
+Με αγριοκοίταξε: «Αστείος είσαι».
+
+«Τότε τι έπαθες;»
+
+«Ό,τι πάντα».
+
+«Τι;»
+
+«Είμαι ασθματικός».
+
+«Από πότε;»
+
+«Από πάντα».
+
+Είχα να τονέ δω λίγους μήνες μόνο. Ως τότε δεν είχα ακούσει τίποτε.
+Ήξερα μονάχα πως υπόφερε από πυρετούς. Σ' αυτούς και στο ποιητικό του
+φυσικό έρριχνα τη χλωμάδα της θωριάς του.
+
+«Τότε δεν έπρεπε να εκτεθής στις συγκίνησες του εμπορίου», έκαμα να
+του πω.
+
+«Ουφ, είσαι βαρετός, καημένε», μ' έκοψε απότομα και ξαναγύρισε κείθε
+δαγκάνοντας τα χείλια.
+
+Τονέ λυπήθηκα και θέλησα να τονέ βοηθήσω πιάνοντας το μπράτσο του.
+«Πάμε να καθήσουμε στον καφενέ», έκαμα πάλι να του πω· μα εκείνος είχε
+γνέψει κιόλας αντικρινά, και δυο αμάξια τρέξανε με μιας ποιο να
+πρωτοφτάση.
+
+Πήδησε σ' ένα απ' αυτά και μου έκαμε και μένα νόημα νανέβω.
+
+Κάθησα κοντά του και το αμάξι κίνησε. Δεν άκουσα καλά που είπε του
+αμαξά να μας πάη, ούτε τόλμησα να ρωτήσω.
+
+Δεν τους παραξέρω τους δρόμους του Κολωνακίου, για να θυμηθώ σε ποιόνε
+σταματήσαμε. Μου είπε να πλερώσω τον αμαξά και να περιμείνω, μια
+στιγμή, κι αυτός κατέβηκε γλήγορα και μπήκε σε μια πόρτα.
+
+Θα τον περίμενα ίσια με τρία τέταρτα όσο που ξαναβγήκε. Έπιασε το
+μπράτσο μου και τραβήξαμε προς ταπάνω. Είτανε φαιδρότερος και στον
+ανήφορο τώρα ξέχασε το άσθμα του.
+
+«Σε ποιόν έκαμες τόσο σύντομη βίζιτα»; τονέ ρώτησα.
+
+«Σ' ένα φίλο και συνάδερφο».
+
+«Στις Μούσες ή στο εμπόριο;»
+
+«Ουφ, άσε τις κοινοτοπίες, σαχλέ», μου είπε απότομα.
+
+Σε μια πόρτα ανοιχτή ένα δουλικό έπλενε τη μπασιά. Σα μας είδε
+χαμογέλασε.
+
+Ο Νίκος στάθηκε.
+
+«Σ' αρέσει;» ρώτησα βλέποντας το εκστατικό του.
+
+«Τα μαλλιά της στην αντηλιά. Και το χαμόγελο της έχει κάτι της Λουίζας
+Τζοκόντας», είπε χωρίς να κουνηθή.
+
+«Και τα πόδια της μες τα νερά!»
+
+«Χυδαίε!» Στράβωσε τα μούτρα κι άφησε το μπράτσο μου.
+
+Σε λίγο φτάσαμε σ' ένα καφενεδάκι με μια λεύκα ψηλή μπροστά στην πόρτα
+του και μια βρύση σιδερένια πλάι στη λεύκα. Ένας κύκλος νέοι είτανε
+καθισμένοι σ' ένα από τα τραπέζια όξω στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος τράβηξε
+ίσια κατ' αυτούς και γω κοντά του. Άμα τον είδαν, ανασηκωθήκανε όλοι
+και τον προσδεχτήκαν, ένας κιόλα ψηλός, λιγνός, με κόκκινα μαλλιά που
+μοιάζανε σαν περούκα, με μούσι μυτερό και με σταχτιά ζακέτα μακριά
+ίσια με το γόνα, τον αγκάλιασε και τονέ φίλησε. Μονάχα ένας δεν
+κουνήθηκε ολότελα από τη θέση του, παρά του άπλωσε μόνο το χέρι απάνω
+από το τραπέζι. Θα είταν έξι ως εφτά νέοι. Χλωμοί, αδύνατοι, σκυφτοί
+οι περισσότεροι, με μακριά μαλλιά και φορεσιές ένα βαθμό παραπάνω ή
+παρακάτω από του ξαδέρφου μου. Κατάλαβα πως είχα πέσει σε φωλιά λογίων
+και κείνο που μου χτύπησε πιο πολύ στα μάτια είταν πως όλοι τους
+είχανε ξουρισμένο το μουστάκι.
+
+Ο Νίκος κάθησε σε μια καρέκλα και γω στο πλάι του. Να με συστήση στον
+κύκλο το βρήκε περιττό.
+
+«Απάνω στην ώρα ήρθες, Μαινάλκα», είπε του ξαδέρφου μου ένας από τους
+συγκαθούμενους: «Ο Θέμης Φλοίσβος μας διαβάζει το καινούργιο δράμα
+του».
+
+«Τότε να πιάσω πάλι από την αρχή», πετάχτηκε τούτος, γυρίζοντας απάνω
+στο γόνα του τα φύλλα του χειρόγραφου.
+
+«Όχι· τράβα γραμμή. Του Μαινάλκα του διαβάζεις την αρχή άλλη ώρα»,
+είπε κείνος που χαιρέτησε το Νίκο δίχως να σηκωθή.
+
+Οι άλλοι δε μιλήσανε κι ο Θέμης Φλοίσβος άρχισε, ξακολούθησε δηλαδή το
+διάβασμα. Είταν ο πιο άγριος κ' ελεεινός στην ειδή απ' όλους. Μαύρος,
+ξεραγκιανός, με ορθά μαλλιά και γουρλωμένα μάτια. Στα μάγουλά του
+κρεμότανε αριό το πρώτο χνούδι, ο λαιμός του ξέβγαινε λιγνός,
+καμπυλωτός απάνω από μια μουντή στενή λουρίδα, που φαινότανε στη θέση
+του κολάρου δεμένη μπροστά μ' ένα τρίχινο σκοινί για λαιμοδέτη, και
+στα δάχτυλά του, που τρέμανε νευρικά κρατώντας το χειρόγραφα, τα νύχια
+μαυρίζανε μελανότερα από τα μάτια του. Η φωνή του πότε βαρειά σα
+μπουμπουνητό, πότε βαθειά σα ναρχότανε από άλλον κόσμο.
+
+Φυσικά, από τη μέση καθώς το άκουσα, μου είταν αδύνατο να μπω στο
+νόημα του έργου. Το μόνο που κατάλαβα είναι πως είτανε σε στίχους πότε
+κοντούς πότε μακριούς, αλλού με ρίμες αλλού δίχως. Μου φάνηκε πως
+παιζότανε ανάμεσα ουρανού και γης, νυχτιάς και μέρας, την ώρα που
+χτυπά τη πόρτα του &πνεμάτου& ο θάνατος, που παλεύει η αθανασία με τη
+φθορά. Ήρωας του είταν η ψυχή του Σύμπαντος. Από τάλλα πρόσωπα δεν
+μπόρεσα να κρατήσω σωστό λογαριασμό. Η Ελένη κι ο Σενέκας παίζανε
+μεγάλο μέρος. Δαιμόνοι και δρακόντοι, στοιχιά και νεράιδες, εωσφόροι
+και κατσίβελοι, η Αθηνά η Ρουθ, η Εύα, ο Φοίβος, ο άγιος Πολύκαρπος, η
+Δήμητρα ο Αχιλλέας, ο Προμηθέας, ο Κολοκοτρώνης καυγαδίζανε στον κήπο
+της Αμίντας, ανίσως δε γελιούμαι, ο Άριελ είχε ερωτικό συναπάντημα με
+την Ηρώ, ο Μωάμεθ μονομάχησε με το Διγενή Ακρίτα, η Αρέθουσα ή
+Αρετούσα σκότωσε τον Κάστορα, γέλασε τον Πολύφημο, έφυγε με τον
+Καρλομάγνο, η Κασσάντρα τραγούδησε ένα πεσσιμιστικό σονέττο δίχως
+ρίμες, τα δέντρα της απαντήσανε με θυμό σε ομηρικό εξάμετρο, τέλος
+κάποιος Καβαλκάντης, ιππότης ή ημίθεος δεν κατάλαβα, έκλεισε το όραμα
+μ' έναν πανθεϊστικό μονόλογο.
+
+«Το στερνό θυμίζει κάποιο ποίημα του Γκαίτε», μουρμούρισε, αποπίσω
+μου, του Νίκου εκείνος που καθότανε κοντά μου.
+
+«Κ' η μορφή του Γεμιστού, καθώς τονέ φέρνει στην τρίτη πράξη, είναι
+απήχηση του Μεφιστόφελη», απάντησε ο Νίκος.
+
+Γενικά η υποδοχή δε στάθηκε τόσο θερμή. Μόνο εκείνος, που είχε φιλήσει
+πρωτήτερα τον ξάδερφό μου, σηκώθηκε και του έσφιξε το χέρι.
+
+«Δεύτερο όνειρο θερινής νυκτός», είπε κοιτάζοντας εκείνον που δεν είχε
+σηκωθή να προσδεχτή το Νίκο.
+
+«Κάτσε κάτω, Βελαδράπα», είπε τούτος, τραβώντας τον από την ουρά της
+ζακέτας του και ρίχνοντας μια ματιά σε μένα.
+
+Είταν ο μόνος που καταδέχτηκε να με προσέξη. Την ώρα που διαβαζότανε
+το δράμα μού είχε ρίξει μιαδυό παρόμοιες ματιές, που μου δώσανε την
+υποψία πως δεν άκουγε το συναξάρι με την ίδια κατάνυξη που το ακούγανε
+οι άλλοι γύρω του. Αυτό μ' έκαμε να τον προσέξω και γω. Δεν είταν τόσο
+νέος όσο τον πήρα την πρώτη στιγμή χάρη στο ξουρισμένο μουστάκι του.
+Κάποιες ζαρωματιές στα μάγουλα και ψαρές τρίχες πλάι σταυτιά δείχνανε
+πως δεν είταν πια στην πρώτη νιότη. Το ντύσιμό του ακόμα τον πρόδινε
+για άνθρωπο του κόσμου πιότερο παρά για ποιητή. Καθαρός και
+περιποιημένος, με δροσερή, ζωηρή όψη. Μου φαινότανε σα να τον είχα δει
+συχνά στους καφενέδες που μπήκαμε πρωτήτερα με το Νίκο. Η μορφή του, η
+στάση, τα κινήματά του μοιάζανε σα νάτανε μαθημένα, αναπτυγμένα μέσα
+κει. Ο τρόπος που έβαζε το ένα πόδι απάνω στάλλο, που έσιαζε το
+πανταλόνι, που κοίταζε τα παπούτσια του, που φορούσε το καπέλο, που
+έδενε το λαιμοδέτη, που βαστούσε το μπαστούνι, που μισόκλεινε τα
+μάτια, όλα φαινότανε πως είτανε ζυγιασμένα καλά μπρος στον καθρέφτη.
+Μια του χερονομία δυοτρείς φορές είταν και κείνη για να δείξη το
+διαμαντένιο δαχτυλίδι του και τα χρυσά κουμπιά στο φρεσκοσιδερωμένο
+μανικέτι. Πολλές στιγμές, εκεί που διαβαζότανε το δράμα, ρώτησα τον
+εαυτό μου τι ήθελε αυτός ο ντιστεγκές μέσα στην άθλια αυτή φάλαγγα.
+Είχα ακουστά πως πολλοί διαλεχτοί της κοινωνίας έχουν την αδυναμία
+νανακατεύουνται με τους αλήτες διαλεχτούς του νου, και μια τέτοια
+ιδιοτροπία φανταζόμουνα πως είχε φέρει και τον αριστοκράτη αυτόν σε
+κείνη την παράξενη συντροφιά. Φαινότανε πως τονέ διασκέδαζε το πράμα·
+Δεν άφινε να πάη χαμένη καμιά περίσταση για να διακόψη την ποιητική
+απόλαψη με μορφασμό ή με λόγο, που μιαδυό στιγμές κάμανε και τον ίδιον
+το δραματογράφο να ξεκαρδιστή στα γέλια. Είχε την προσοχή του τόσο στο
+δράμα, όσο και στους καθισμένους γύρω του. Κ' ενώ διόρθωνε μια
+χασμωδία στο στίχο, ή σύσταινε ναλλαχτή μια λέξη, ή λογόπαιζε με
+κάποια φράση, είτανε σύχρονα κι ο ευταξίας της φάλαγγας. Θύμιζε του
+Βελαδράπα να μαζέψη την ουρά της ζακέτας του που σερνότανε στο χώμα,
+έκανε νόημα του ενός να μην τρώη τα νύχια του, του άλλου να μη φτύνη
+κάνοντας θόρυβο με το λαρύγγι του, χτυπούσε με το μαστούνι του έναν
+τρίτο που σκάλιζε τη μύτη και απανωτά το δραματικό που ξυνότανε ολοένα
+στο σβέρκο του εκεί που διάβαζε.
+
+«Καλό είναι το δράμα σου, Φλοίσβε», είπε όταν ο Βελαδράπας κάθησε στη
+θέση του· «ένα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί βγαίνει ο Αρναούτης και κυνηγά
+τον Πάρι»;
+
+«Ο Αρναούτης είναι το σύμβολο της ηθικής των αστών, των νόμων», ξήγησε
+ο ποιητής.
+
+«Ο αστυνόμος δηλαδή του δράματος».
+
+«Ναι, κάτι τέτοιο».
+
+Όλοι σκάσανε τα γέλια.
+
+«Ποιος είν' αυτός;» βρήκα την περίσταση και ρώτησα το Νίκο.
+
+«Ο ποιητής Βιδούρης».
+
+«Είναι ψευδώνυμο;»
+
+«Μισοψευδώνυμο· Βεδούρα λέγαν τον πατέρα του», μου σφύριξε ο πλαγινός
+που άκουσε το ρώτημα, ένας κοντακιανός, σγουμπός νέος με ματογιάλια
+και μ' ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά του όλη την ώρα.
+
+«Μαινάλκα! Πού βρέθηκες εδώ;» άκουσα την ίδια στιγμή πίσω μου μια φωνή
+κι ο ρουμελιώτικος αχός της, που τόσο λίγο ταίριαζε στην περιοχή αυτή,
+με ξάφνισε. Γύρισα κ' είδα το Νίκο να φιλιέται μ' έναν καλοκαμωμένο
+και καλοντυμένο νέο· Ο ποιητής Βιδούρης με κοίταξε πάλι και δεν ξέρω
+και γω γιατί χαμογέλασα. Σα να με κολάκεψε το καταδεχτικό του. Οι
+άλλοι, αν έπεφτε τυχαία το μάτι τους απάνω μου, με κοιτάζανε μ' έναν
+τρόπο που έδειχνε πως απορούσανε για την αδιακρισία ενός άγνωστου και
+τιποτένιου νάρθη να καθήση στον κύκλο τους. Από τη στιγμή μάλιστα που
+ο νιοφερμένος ήρθε και κάθησε ανάμεσα από μένα και το Νίκο, μου
+φαινότανε πως χωρίστηκα ολότελα από τον κόσμο. Τόσο στενοχωριόμουν και
+ξενευόμουνα. Σ' ένα τραπέζι πίσω από τον ποιητή Βιδούρη καθόταν ένας
+κύριος ηλικιωμένος. Μιαδυό φορές είδα τον ποιητή που γύρισε και του
+είπε κάτι, μου φάνηκε σα να του πήρε κιόλα ή τούδωσε τσιγάρο· δε
+θυμούμαι. Όμως μου έκαμε εντύπωση ο τρόπος που του μίλησε. Έτσι
+μιλούνε μόνο στους υπερέτες, στους υποταχτικούς. Για υπερέτης του δεν
+έμοιαζε· ο τρόπος του, η φορεσιά, το ύφος του σα να πρόδινε τον
+απόστρατο αξιωματικό. Ίσως νάτανε φίλος του, ίσως μόνο θαυμαστής του
+και τον ακολουθούσε σα σκυλί. Ό,τι κι αν είταν, τονέ συμπάθησα τον
+άνθρωπο και κάποια στιγμή δοκίμασα να σηκωθώ να πάω να καθήσω δίπλα
+του, να τον παρηγορήσω και να με παρηγορήση για την αδικιά που μας
+έγινε να γεννηθούμε ασήμαντοι άνθρωποι.
+
+Μα η συζήτηση τριγύρω μου άρχισε να σοβαρεύη και νανάβη. Ο φίλος του
+Νίκου, που ήρθε και κάθησε κοντά μου, φαινότανε πως μόλις είχε ρθη από
+τη Γερμανία και μιλούσε γι' αυτή μ' ενθουσιασμό που δεν τονέ
+συμεριζότανε όλη η φάλαγγα.
+
+Όσο κι αν ξεσπάθωσε με το μέρος του ο Θέμης Φλοίσβος, οι περισσότεροι
+φαινόντανε πως συμφωνούσανε με το Βελαδράπα και το σγουμπό με τα
+γιαλιά, που υποστηρίζανε πως όχι μόνο το γερμανικό πνεύμα είναι
+κατώτερο από το λατινικό, αλλά και πως γνήσιος κληρονόμος του
+ελληνικού είναι το λατινικό. Σε κάθε λόγο των αντίγνωμων ο
+γερμανόφιλος στο πλάγι μου λάγγευε, κουνούσε τον ώμο του και το σαγόνι
+με σπασμούς που τον τρομάζανε κανέναν.
+
+«Κολοκύθια», φώναζε με τη ρουμελιώτικη προφορά του «Κληρονόμοι του
+Αισχύλου και του Φειδία είναι ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Μπαίκλιν».
+
+«Η ιταλική αναγέννηση είναι το πρώτο ξανάζημα της αρχαιότητος, που το
+χρωστά ο κόσμος στο Μιχαήλ Ψελλό και στον Πλήθωνα. Ο Σαίξπηρ είναι
+μιμητής της Αναγέννησης, ο Γκαίτε αντιγραφέας», απάντησε πιο ήσυχος ο
+σγουμπός με τα γιαλιά σε αλαφρό εφτανησιώτικο τόνο.
+
+«Ο Γκαίτε αντιγραφέας!» φώναξε ο πλαγινός μου αγριεμμένος.
+
+«Ο Γκαίτε είτανε μεγάλος άνθρωπος, πνευματικός αριστοκράτης, όχι όμως
+και μεγάλος ποιητής», ξαναείπε ο πρώτος.
+
+Στο γενικό ανακάτωμα δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια γνώμη νίκησε. Ο
+διπλανός μου λάγγευε, χερονομούσε νευρικά, ο Βελαδράπας είχε σηκωθή
+ορθός, ο Νίκος είτανε με την ιδέα του φίλου του και τάβαλε μ' έναν
+άλλον αντίκρυ. Ο ακόλουθος του Βιδούρη ζύγωσε το κάθισμά του κι άκουγε
+με προσοχή.
+
+«Κληρονόμοι του Αισχύλου, του Νταβίντσι και του Καλδερόν είναι ο
+Λεκόντ Ντελίλ, ο Ντανούντσιο κι ο Δεκάστρος», πετάχτηκε πάλι ο
+σγουμπός με τα γιαλιά, που στο μεταξύ είχε σκύψει στο βιβλίο του και
+φαινότανε πως δεν πρόσεχε στη συζήτηση.
+
+«Βρε γελοίε», φώναξε ο Θέμης Φλοίσβος, «θα συγκρίνης το Λεκόντ Ντελίλ
+με τον Αισχύλο; Νάλεγες κάνε το Δάντε!».
+
+Ο Βελαδράπας θύμωσε: «Άκου τον κουτεντέ! Μα δεν είναι Ιταλός ο
+Δάντες;»
+
+«Ποιος σε γέλασε;» αναταράχτηκε ο πλαγινός μου. «Ο Δάντες είναι
+γερμανικής καταγωγής. Όλοι οι μεγάλοι είναι Γερμανοί, όλη η Αναγέννηση
+έχει γερμανικό χαραχτήρα. Ό,τι τρανό έχει ο κόσμος είναι γερμανικό».
+
+Ο Βιδούρης κοίταζε μια τους συζητητές, μια τα παπούτσια του.
+
+«Ο Φάουστ δεν είναι η γερμανική μεταμόρφωση του Προμηθέα;» ξακολούθησε
+ο πλαγινός μου.
+
+«Γερμανικές κουταμάρες», φώναξε ο Βελαδράπας κι ο σγουμπός γέλασε
+σαρκαστικά.
+
+«Για πρόσεξε! Άμα μιλώ εγώ να μη γελάς».
+
+«Και τι είσαι συ;»
+
+«Σου τα βγάζω ταυτιά, αυτό είμαι».
+
+«Κι ο Υπεράνθρωπος στη Γερμανία βγήκε», φώναξε την ίδια στιγμή ο Θέμης
+Φλοίσβος και ξύστηκε στο σβέρκο του.
+
+«Σώπα εσύ μπαίγνιο», του είπε ο Βελαδράπας.
+
+Πριν προλάβη να φυλαχτή, ένας μπάτσος του άστραψε στο πρόσωπο κ' έτσι
+άξαφνα βρέθηκε αναστατωμένη όλη η φάλαγγα. Χύμησα κ' έπιασα το Θέμη
+Φλοίσβο, που είχε αδράξει το Βελαδράπα από τα μαλλιά και τα τραβούσε,
+σα να ήθελε να μου βγάλη την υποψία πως είτανε περούκα. Με μια
+τρικλοποδιά, που του έβαλε, τον είχε ρίξει χάμω. Τούτος πάλι τον
+άρπαξε από το σκοινί που είχε δεμένο στο λαιμό για λαιμοδέτη. Τρόμαξα
+να τους χωρίσω.
+
+Αν κι ο γερμανόφιλος έβγαλε ταυτιά του σγουμπού με τα γιαλιά, δεν
+έλαβα καιρό να γυρίσω να δω. Στη γενική αναμπουμπούλα, μόνο ο Βιδούρης
+είχε μείνει ατάραχος στο κάθισμά του. Ξεκαρδισμένος στα γέλια,
+τραβούσε από την ουρά το ζακέ του Βελαδράπα.
+
+Άμα ησύχασα τον άγριο δραματογράφο και γύρισα να δω τον ξάδερφό μου,
+τούτος είχε πάρει το φίλο του κ' έστριβε στη γωνιά του δρόμου. Ένας
+ένας φύγανε κ' οι άλλοι κ' έμεινα μόνος να βοηθήσω το Βελαδράπα να
+τινάξη τα ρούχα του από τις σκόνες.
+
+«Να σας γνωρίσω. Ο κ. Αγγελής Πετροδίκης, Φλώρος Θυμάρης εν Αρκαδία. Ο
+κύριος — », είπε ο ποιητής Βιδούρης κοιτάζοντάς με.
+
+«Άκουσα Βελαδράπας», μουρμούρισα, αφού είπα τόνομά μου.
+
+«Όχι· αυτό είναι για τη μεταξύ μας χρήση», ξαναείπε ο Βιδούρης, μας
+έβγαλε με φόρα το καπέλο του και πήδησε στο αμάξι, που πήγε και του
+έφερε στο μεταξύ ο παράξενος ακόλουθός του.
+
+
+
+2
+
+
+
+Ξαναγύρισα στο Πραγματικό μου Δίκαιο και σε δυοτρείς μέρες είχα
+ξεχάσει ολότελα τους ποιητικούς καυγάδες μπροστά στις ένοιες τις δικές
+μου. Σε δυο βδομάδες έπρεπε νάδινα εξετάσες. Αν περνούσε καμιά στιγμή
+στο νου μου ο Νίκος, τονέ φανταζόμουνα στη Σύρα να παζαρεύη τα καπνά
+του.
+
+Θάχανε περάσει πεντέξι μέρες. Γυρίζοντας από το ξενοδοχείο, που πήγα
+να φάω το μεσημέρι, έμαθα από τη νοικοκυρά μου πως ήρθε κάποιος και με
+γύρεψε την ώρα που έλειπα. Το μόνο σημάδι, που μου έδωσε από τον
+άγνωστο, είταν πως είχε ξουρισμένο το μουστάκι. Μου πήγε αμέσως ο νους
+στο Βελαδράπα. Όταν είχα μείνει μοναχός μαζί του ύστερα από τον καυγά,
+μούταξε πως θάρθη μια από κείνες τις μέρες σπίτι μου, να μου φέρη τα
+κιτάπια, απόπου είχε κλέψει ο Θέμης Φλοίσβος τα περσότερα μέρη στο
+δράμα του. Έτσι φοβήθηκα μην είναι αυτός, σύρτωσα την πόρτα κ' έγυρα
+στο κρεβάτι μου ναναπαυτώ.
+
+Δίχως να το θέλω με πήρε ο ύπνος και με πήρε για να ξαφνιστώ περσότερο
+και να πεταχτώ τρομαγμένος από ένα τράνταγμα της πόρτας. Έτρεξα εκεί
+διστάζοντας αν πρέπη νανοίξω ή όχι.
+
+«Έλα τώρα, αστείε· άνοιξε· μέσα είσαι», γνώρισα τη φωνή του Νίκου.
+
+Δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια, σαν άνοιξα την πόρτα. Είταν ο Νίκος
+δίχως το μουστάκι του.
+
+«Τι γελάς, χάχα;» μου είπε, μ' έσπρωξε και τράβηξε και κάθησε στο
+κρεβάτι μου, πετώντας στο τραπέζι το καπέλο του με κίνημα, που πρώτη
+φορά το παρατηρούσα σ' αυτόν και που δε φαινότανε να τόχε ακόμα
+μαθημένο καλά.
+
+«Δε σε περίμενα πως θάχες τόσο εμπορικό μυαλό. Ε, βγάλαμε πολλά; Με
+γεια τα ρούχα κιόλας. Συριανά είναι;»
+
+Δε μου απάντησε. Πήρε την εφημερίδα από το τραπέζι και την έφερε κοντά
+κοντά στα μάτια του, μισοκλείνοντάς τα.
+
+«Μπα! Έγινες και κοντόφταλμος στη Σύρα;»
+
+Δε με πρόσεξε πάλι. Λάγγεψε μόνο, κουνώντας νευρικά ώμο και σαγόνι
+μαζί. Σαν είδα πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα, πήρα και γω το βιβλίο
+μου και κάθησα κοντά στο παράθυρο.
+
+Πέρασε λίγη ώρα δίχως μιλιά.
+
+«Να, δες τα πάλι!» Σηκώθηκε άξαφνα πετώντας την εφημερίδα και
+χτυπώντας με το χέρι το τραπέζι.
+
+Ξαφνίστηκα: «Τι είναι;» ρώτησα.
+
+«Όλο στη Γαλλία, όλο με τη Γαλλία!»
+
+«Τι έκαμε η Γαλλία;»
+
+«Να, τα θωρηχτά τα στέλνουνε να καθαριστούνε κει».
+
+«Πού ήθελες να πάνε;»
+
+«Στη Γερμανία».
+
+«Γιατί; Καθαρίζουνε καλήτερα στη Γερμανία;»
+
+«Βέβαια καλήτερα. Όλα τα κάνουνε καλήτερα στη Γερμανία. Μα εμείς όλο
+με τη Γαλλία. Από τη Γαλλία παραγγελίες, από τη Γαλλία αναμορφωτές,
+γαλλικές στολές ο στρατός, γαλλικό συρμό ο κόσμος, γαλλικά στα
+σκολειά, γαλλικά μιλεί η καλή κοινωνία, γαλλική επιστήμη, γαλλική
+φιλολογία. Γι' αυτό είμαστε σε τέτοιο χάλι». Σηκώθηκε και περπάτησε
+θυμωμένος πέρα δώθε: «Πότε θα νοιώση τέλος αυτός ο τόπος πως του
+χρειάζεται να μπάση λίγο γερμανικό πνεύμα!»
+
+«Ώστε είσαι με το γερμανικό κόμμα. Δε μου λες αλήθεια, έφαγες καμιά
+προχτές και συ;» τονέ ρώτησα.
+
+Δεν απάντησε.
+
+«Κι ο γερμανομανής ο φίλος σου πώς λέγεται;»
+
+«Ποιος απ' όλους;»
+
+«Εκείνος που ήρθε ύστερα και κάθησε κοντά μας».
+
+«Διαμαντής Πάλας».
+
+«Έξυπνος φαίνεται».
+
+«Το δυνατότερο μυαλό της ρωμιοσύνης».
+
+«Στη Γερμανία σπούδασε;»
+
+«Τώρα θα πάη».
+
+«Τι θα σπουδάση;»
+
+«Τη ζωή».
+
+«Είναι πολύ φίλος σου;»
+
+«Πνευματικός φίλος. Διανοητική αλληλεγγύη έχουμε».
+
+Μου αποκρινότανε περπαντώντας πάντα πέρα δώθε. Αυτή τη φορά παρατήρησα
+πως δεν πέταξε το τσιγάρο του ύστερα από λίγες ρουφηξιές· κόντευε
+μάλιστα να του κάψη τα δάχτυλα. Το ίδιο, όταν τα πρόσεξα καλήτερα, μου
+κάμαν εντύπωση τα ρούχα που φορούσε. Ούτε καινούργια φαινόντανε, ούτε
+καλά κομμένα στο κορμί του. Έρριξα μια ματιά και στο καπέλο του, απάνω
+στο τραπέζι, και μου φάνηκε πως είταν η ίδια η σταχτιά ρεπούμπλικα με
+τους πλατιούς γύρους, που φορούσε εκεί όξω στο ποιητικό συνέδριο ο
+πνευματικός φίλος του, ο Διαμαντής Πάλας, καθώς τον είπε. Όλ' αυτά με
+κάμανε να υποψιαστώ και να το βρω λιγάκι αφύσικο πως γύρισε τόσο
+γλήγορα από το ταξίδι του. Μου πέρασε στο νου πως όλη η ιστορία του
+ταξιδιού είτανε μονάχα ποιητική φαντασιοπληξία, μύθος που τον έπλασε
+μονάχα για να με ξαφνίση. Θυμήθηκα τη φορτωτική που είχε ξεχάσει στη
+βαλίτσα και το πως δεν ήξερε να μου πη πόσες οκάδες καπνά είχε· και
+γέλασα μέσα μου με την αφέλεια που είχα να τα πάρω μετρητά.
+
+«Λοιπόν πώς πέρασες στη Σύρα; Δε μου είπες», τονέ ρώτησα και γω για να
+παίξω.
+
+«Ποια Σύρα; Απόψε φεύγω για τη Σύρα», απάντησε δίχως να σταθή.
+
+«Απόψε! Πού είσουνα τόσες μέρες;»
+
+Με κοίταξε: «Αύριο πηγαίνουν τα καπνά. Να φύγω απόψε, τα προφτάνω».
+
+Το είπε τόσο σοβαρά που φουρκίστηκα.
+
+«Έλα, άσ' τα χωρατά. Τι γούστο βρίσκεις να μου πουλάς τέτοια
+παραμύθια;» είπα βαριεστισμένος αληθινά να χάνω την ώρα μου και γύρισα
+τα μάτια στο βιβλίο.
+
+«Τι παραμύθια! Σου είπα φεύγω απόψε, θέλω μάλιστα να με δανείσης ένα
+εικοσιπεντάρικο. Γι' αυτό ήρθα», είπε σταματώντας και κοιτάζοντάς με.
+
+«Πού να το βρω;»
+
+«Τότε πώς να κάμω; Αύριο στις δέκα πρέπει νάμαι στη Σύρα».
+
+«Ας έφευγες την ημέρα που ήρθες, πρι να φας τα ναύλα σου».
+
+«Για να μη φύγω, θα πη πως έπρεπε να μείνω», είπε σοβαρά.
+
+Γέλασα.
+
+«Μη γελάς. Σήκω γλήγορα και βρες μου το εικοσιπεντάρικο. Πρέπει να
+φύγω δίχως άλλο».
+
+Και ξακολούθησε να επιμένη. Έσκυψα κ' έκανα πως διάβαζα. Μα είταν
+αδύνατο να του γλυτώσω. Μου πήρε το βιβλίο από τα χέρια.
+
+«Το εικοσιπεντάρικο και χάθηκα», μου είπε.
+
+Έμπλεξα. Αφού τον παίδεψα κάμποσο κι αφού μου έταξε πως θα μου το
+στείλη αμέσως από τη Σύρα, αποφάσισα να του το δώσω με τον όρο να μου
+δείξη πρώτα τη φορτωτική από τα καπνά. Κ' έτσι σηκώθηκα να πάμε στο
+ξενοδοχείο που καθότανε. Πήρα το καπέλο μου και τράβηξα κατά την
+πόρτα.
+
+ — «θέλω μια χάρη ακόμα», μου είπε σταματώντας με· «να μου δανείσης το
+παλτό σου».
+
+«Είναι γαλλικού συρμού και δε σου κάνει», απάντησα.
+
+«Έλα. άσ' τις αηδίες».
+
+Έρριξε το μάτι γύρω για να δη που το είχα κρεμασμένο.
+
+«Είναι παλιό», του ξαναείπα.
+
+«Έλα τώρα, γελοίε, βγάλ' το· τόχεις στο ντουλάπι».
+
+Άνοιξα τα ντουλάπι και βεβαιώθηκε πως δεν είταν εκεί.
+
+«Θα τόχης στο ράφτη, μπαγαπόνταρε. Πάμε να το πάρουμε».
+
+«Άντε πάμε».
+
+Το είχα κάτω από το μαξιλάρι μου, για να το κάνη πιο ψηλό, κ' έτσι
+γλύτωσε.
+
+
+
+3
+
+
+
+Σε δυο βδομάδες έδωσα εξέτασες κι αντίς το λίαν καλώς που καρτερούσα
+το λιγώτερο, ξαφνίστηκα ακούγοντας πως έπρεπε να ξαναπαρουσιαστώ
+ύστερα από έξι μήνες. Δε μου ναυαγούσανε μόνο τόσα άλλα όνειρα, μα
+έχανα και την ελπίδα να ψαρέψω με το δίπλωμα καναδυό κατοστάρικα από
+τον πατέρα μου και να ξοφλήσω κάποιους λογαριασμούς. Μέσα σ' αυτούς
+είταν και το εικοσιπεντάρικο που δανείστηκα για να δώσω του Νίκου. Δεν
+μου έμενε άλλο μέσο παρά να γράψω τουτουνού να με δανείση τώρα καμιά
+διακοσαριά δραχμές από τα κέρδη του κ' έτσι να βγω από τη δύσκολη τη
+θέση που βρέθηκα. Έστειλα το γράμμα και περίμενα. Ξαφνίστηκα όταν
+έλαβα μια κάρτα του από τη Σμύρνη. Πώς βρέθηκε εκεί, μου έλεγε πως θα
+μου το γράψη αργότερα· μου ζητούσε μόνο να του στείλω αμέσως πενήντα
+φράγκα στόνομα κάποιας Μαριγώς ή Κατίνας Χασάπη, δε θυμούμαι καλά.
+Ανάγκη μεγάλη μούγραφε, που δεν παίρνει αναβολή.
+
+Άλλη τόση αναβολή όμως έπαιρνε κ' η δική μου ανάγκη.
+
+Δεν μπορούσα να μείνω άλλο στην Αθήνα. Μα πάλι πώς να παρουσιαστώ στο
+σπίτι μου και με τι πρόσωπο να βγω στον κόσμο στον τόπο μου; Στην
+απελπισία μου ήρθε μια ιδέα. Να πάω για κανένα μήνα στους γονιούς του
+Νίκου, όσο να κρυώση το πράμα. Η μάννα του Νίκου είταν αδερφή της
+δικής μου κι ο πατέρας του, άνθρωπος αγαθός καθώς τον ήξερα, μου
+παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα σαν ο μόνος συγγενής που θα μπορούσε να
+νοιώση τη στενοχώρια μου. Κοντά σ' αυτό, στον τόπο που καθόντανε αυτοί
+με γνώριζε τόσο λίγο ο κόσμος, ώστε για την ώρα γλύτωνα από κάθε
+ενόχληση. Πούλησα λοιπόν ό, τι μπορούσα από τα πράματά μου, δανείστηκα
+λίγες δραχμές από ένα φίλο μου, κ' έτσι πήρα το βαπόρι κ' έφτασα στο
+μικρό τον τόπο που κατοικούσαν οι θειοί μου.
+
+Με δεχτήκανε χαρούμενοι και με βάλανε στην κάμαρα του Νίκου. Τους
+διηγήθηκα το πάθημά μου κι ο θειος μου δέχτηκε να μεσιτέψη στον πατέρα
+μου. Ύστερα από τόση στενοχώρια κι από την κλεισμάρα της μελέτης
+τόσους μήνες, η ησυχία που βρήκα εκεί είτανε σωστό ξανάσασμα. Το
+χινόπωρο είτανε κιόλας ήμερο και το μέρος όμορφο, στην άκρη από τη
+θάλασσα. Δε μετάνοιωσα που ήρθα και γλήγορα θαύρισκα το θάρρος και την
+όρεξη να ξαναρχίσω το διάβασμα, αν από την πρώτη κουβέντα που άνοιξα
+με τη θεια μου δε μου φανερωνότανε πως και δω δε βασίλευε η ησυχία που
+φαινότανε.
+
+«Εμπόριο λοιπόν ο Νίκος», της είπα, σα μείναμε μοναχοί την άλλη μέρα
+του ερχομού μου.
+
+Αναστέναξε: «Εμπόριο στη φυλακή».
+
+«Στη φυλακή;»
+
+«Τι, δεν τα ξέρεις;» μου είπε. «Δε σου τόπε ο Νίκος γιατί πήγε στη
+Σύρα;»
+
+Τότε έμαθα πως καθαυτό αφορμή του ταξιδιού του Νίκου δεν είταν το
+εμπόριο. Τον περασμένο χρόνο που είταν έφεδρος, αποσπασμένος στην
+αστυνομία της Σύρας, είχε δείρει κάποιον εκεί και κείνος τον
+κατάγγειλε. Του ήρθε λοιπόν η κλήση να πάη να δικαστή. Σα θα πήγαινε
+που θα πήγαινε, κατέβηκε του πατέρα του η ιδέα να πάρη μερικά καπνά
+μαζί του. Η μητέρα του αντιστάθηκε, μα δεν την ακούσανε. Τώρα ήρθανε
+όπως τα φοβότανε. Εδώ κ' ένα μήνα τους έγραψε ο Νίκος πως τονέ βάλανε
+δεκαπέντε μέρες φυλακή κ' έτσι δεν μπόρεσε ακόμα να φροντίση για τα
+καπνά. Από τότε δεν τους ξανάγραψε.
+
+«Είπες τον είδες στην Αθήνα που πέρασε. Πόσες μέρες κάθησε;» με ρώτησε
+η θεια.
+
+«Ή μια ή δυο· να σου πω σε γελώ. Είμουνα σκοτισμένος με το διάβασμα».
+
+«Τι μια ή δυο; Μια βδομάδα ύστερα από την ημέρα που έφυγε αποδώ ήρθε
+άνθρωπος από την Αθήνα και μας είπε πως τον είδε κει ακόμα».
+
+Δεν απάντησα για να μην μπερδευτώ.
+
+«Δε φταίει αυτός· φταίει ο πατέρας του. Και νάταν καν μοναχά ο δικός
+μας ο καπνός! Μα αυτοί πήγανε και μπλεχτήκανε και με τον κόσμο».
+
+Και μου διηγήθηκε πώς καταφέρανε δυοτρείς άλλους που είχαν απούλητα
+καπνά και τους τα πήρανε βερεσέ. Αυτή χάλασε τον κόσμο να τους πείση
+να μην το κάμουνε, μα στάθηκε αδύνατο.
+
+Την άλλη μέρα πάλι εκεί που τρώγαμε ήρθε η κουβέντα του Νίκου.
+
+«Να μη μας ξαναγράψη εκείνο το παιδί!» είπε ο θειος.
+
+«Καρτέρα», απάντησε η θεια· «τα καπνά είναι χαμένα. Τήρα μοναχά πώς θα
+ξεμπλέξουμε με τον κόσμο, που θα γυρεύη τα λεφτά του».
+
+«Δε μ' αφίνεις και συ! Σαν και θα πης ποτέ καλό λόγο. Όλο στο κακό
+πάει ο νους σου!»
+
+Εκείνη θέλησε να ξαναπή κάτι, μα ο θειος την έκοψε με θυμό:
+
+«Άσ' την αυτή την κουβέντα!»
+
+«Αυτή η γκρίνια της μ' έκαμε και καταστράφηκα», γύρισε σε μένα ο
+θειος, άμα η θεια βγήκε όξω: «Ό,τι κι αν έπιανα, να κάνω, όλο το
+ενάντιο μούλεγε. Θα χάσης, θα ζημιωθής, θα μας χαντακώσης, με
+τρωγότανε πάντα. Πάντα το κακό. Όσο πούρθε κι αυτό στο τέλος. Έτσι και
+τώρα που είπα να βάλω σε μια σειρά αυτό το παιδί. Αφού δεν ήθελε να
+κάμη εδώ το δικηγόρο, αφού δεν μπορέσαμε να το καταφέρουμε να πάρη τη
+θέση που του βρήκαμε, ας δοκιμάση, είπα, κάνε το εμπόριο, σαν είδα που
+είχε όρεξη. Μπας κ' έμπαινε σε δρόμο, μπας και γλυκαινότανε στον παρά
+κι άφινε τα γραψίματα και τις φυλλάδες, που δε βγάζουνε καρβέλι».
+
+«Έχει πολλά καπνά μαζί του ο Νίκος;» ρώτησα.
+
+«Τρισήμισυ χιλιάδες οκάδες».
+
+«Και πόσα μπορεί να βγάλη;»
+
+«Σα σταθή άξιος, και τέσσερες και πέντε χιλιάδες δραχμές».
+
+«Μπράβο!»
+
+«Αμ' τι λες;» είπε ο θειος κι αστράψανε τα μάτια του.
+
+«Ώστε είναι γερή δουλειά;»
+
+«Μα αν δεν είτανε, θαποφάσιζα να μπερδευτώ;»
+
+«Ο Νίκος μου είπε πως θα τα μοιράσετε όσα βγάλη».
+
+«Δε ντρέπεσαι! Έτσι του είπα για να τονέ βάλω στο φιλότιμο. Μου φτάνει
+εμένανε ό, τι αξίζει ο δικός μου ο καπνός, κι αν του πάρω και καμιά
+χιλιάδα ακόμα να πλερώσω κάτι κουτσοχρέη στο παζάρι».
+
+Κι ο θειος ρούφηξε το κρασί του, ενώ η θεια, που μπήκε μέσα στο μεταξύ
+και ξανακάθησε στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι της.
+
+«Θα μ' αφήσης, γυναίκα; δε βαστιέσαι!» φώναξε θυμωμένα κ' έκαμε
+νακκουμπήση το ποτήρι του στο τραπέζι.
+
+Μα το ποτήρι σκόνταψε και το κρασί χύθηκε στο τραπεζομάντηλο.
+
+«Γούρι, θα πουληθούνε τα καπνά», είπα, εκεί που η θεια με την
+ψυχοπαίδα της πήρανε και σκουπίζανε το τραπέζι. Η όψη τον θειου
+ξαστέρωσε πάλι με το λόγο μου.
+
+Παρόμοια μαλλώματα γινόντανε συχνά, σχεδόν κάθε φορά που ερχότανε η
+ομιλία για την επιχείρηση του Νίκου. Από αυτά και από τις κουβέντες με
+τη θεια μου έμαθα πως από το καλό αποτέλεσμα της επιχείρησης
+κρεμόντανε περσότερα ζητήματα απ' όσα μου είπε ο θειος· να
+σουβατισθούνε οι τοίχοι του σπιτιού, που τα σανίδια ξεβγαίνανε παντού
+από τις τρύπες των τσατμάδων, να διορθωθούνε τα ξεχαρβαλωμένα τα
+παράθυρα, να στεριωθή η κουζίνα και το παράρτημά της, που προσθετά
+καθώς είταν από τον καιρό που μεταφερθήκανε από την αυλή, όπου
+βρισκόντανε στα παλιά τα χρόνια, είχανε ξεκολλήσει από τάλλο σπίτι και
+γέρνανε κατά την αυλή στηριγμένα προσωρινά με δυο χοντρούς πάλους. Και
+κοντά σ' αυτά έπρεπε να δοθή και μέρος για το προικιό που είχανε τάξει
+της Μαρίας, της ψυχοπαίδας του σπιτιού.
+
+Ο Νίκος είταν το μονάκριβο αγόρι των γερόντων. Είχαν ακόμα μια κοπέλα,
+μα είταν από χρόνια παντρεμμένη μ' έναν υπομοίραρχο και μαλλωμένη με
+τους γονιούς της. Ο θειος είταν ακόμα έμπορος, απάνω στις δόξες του,
+όταν την πάντρεψε κι ο γαμπρός άφησε την προίκα στα χέρια του. Μα η
+γκρίνια της θειας, που κατάστρεψε τον άντρα της, ρούφηξε μαζί και την
+προίκα του υπομοίραχου κ' ύστερα από πολλούς καυγάδες συμβιβάστηκε
+τούτος να του δίνουνε χρονικής το μισό εισόδημα από το μοναχό χτήμα
+που είχε απομείνει της θειας. Το εισόδημα εκείνης της χρονιάς είτανε
+κάπου χίλιες οκάδες καπνός, που τον είχε κι αυτόνε μαζί του ο Νίκος.
+Κ' έτσι ένας από τους πολλούς που καρτερούσανε από την επιχείρηση
+είτανε κι ο υπομοίραρχος.
+
+Τούτα μου τα διηγήθηκε η Μαρία, που είτανε περσότερο σαν κόρη του
+σπιτιού παρά σαν υπερέτρια. Την είχε πάρει η θεια μου από μικρή που
+ορφάνεψε, με το σκοπό να την παντρέψη. Μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά και
+στατυχήματα της θειας στάθηκε πιο πονετική από την κόρη της. Θα
+κόντευε τα εικοσιπέντε χρόνια και δε γύρεψε ποτέ τη δούλεψη της, δε
+μελέτησε για παντρειά. Κρατούσε όλο το σπίτι μοναχή, περνούσε με τη
+θεια όλες τις πίκρες και τις στενοχώριες. Γι' αυτό κ' η θεια, όταν
+τέλος στρέχτηκε να δώση τα καπνά από το χτήμα της, έβαλε όρο σε πατέρα
+και γιο πως το πρώτο μερδικό από το κέρδος θα μπη στην τράπεζα για την
+προίκα της Μαρίας.
+
+Η Μαρία είταν ήσυχο, ήμερο, απλό κορίτσι. Ούτε όμορφη, ούτε άσκημη.
+Την ήξερα από μικρός που ερχόμουνα με τη μάννα μου στη θεια, κ' είχε
+μαζί μου τόσο θάρρος, ώστε σαν τέλειωνε το βράδι τη δουλειά της στην
+κουζίνα, έπαιρνε το πλέξιμό της και ρχότανε μέσα στην κάμαρά μου και
+κουβεντιάζαμε. Τι λέγαμε; Πες τίποτα. Ό,τι μπορεί να πη κανείς με μια
+κοπέλα, που μοναχή σκοτούρα της έχει το πλύσιμο, το μαγεριό, το
+σάρωμα, το στρώσε ξέστρωσε. Για όλα αυτά μου διηγότανε, για τις
+στενοχώριες του σπιτιού και το περσότερο τι γινότανε στη γειτονιά και
+τι ακουγότανε στη χώρα. Απ' αυτή έμαθα πώς το λέγανε το νόστιμο
+κορίτσι που καθότανε καρσί, τίνος είτανε το άλλο που καυγάδιζε ολημέρα
+με τις γειτόνισσες, για ποια περνούσε ο ένας κι ο άλλος νέος, ποια
+είχε προίκα πιο πολλή και ποια τους πιότερους εργολάβους. Δίχως να
+ξέρω καλά τα πρόσωπα, σε λίγες μέρες ήξερα τη ζωή όλου του τόπου. Κι
+όσα περσότερα μάθαινα, τόσο περσότερα ρωτούσα. Η Μαρία είχε ανάγκη να
+διηγάται και γω ανάγκη να μιλώ με κάποιον. Άλλον κανένανε δε γνώριζα
+στον τόπο. Δυοτρείς δικούς του θειου μου μόνο, μα ηλικιωμένους· και τι
+νάλεγα με δαύτους στον καφενέ, που τους έσμιγα κάποτε; Καναδυό νέοι
+σπουδαστές, που είχα γνωρίσει από το Νίκο άλλοτες, λείπανε τώρα. Σιγά
+σιγά είχα ξεθαρρέψει πάλι με τα βιβλία μου, μα όρεξη σωστή για
+διάβασμα δεν είχα. Ο νους μου χρειαζότανε ακόμα κάποιο ξέσκασμα, που
+δεν μπορούσα να το βρω ούτε στους καυγάδες του σπιτιού, που όλο κι
+αψώνανε όσο δεν ερχότανε μήνυμα από το Νίκο, ούτε στα σκέδια που μου
+κατάστρωνε ο θειος μου πώς μπορεί να καλλιεργηθή μεθοδικώτερα το χτήμα
+της γυναίκας του. Απ' όλα αυτά μου είτανε πιο ευχάριστες οι φλυαρίες
+της Μαρίας. Κι αν κάποτες ο θειος τραβούσε περσότερες μαστίχες στην
+αγορά και τα σκέδιά του ανοίγανε πλατύτερα φτερά το βράδι στο τραπέζι,
+αν κανένα σπουδαίο περιστατικό της μέρας του έδινε αφορμή να με μπάση
+βαθύτερα στον κομματικό οργανισμό του τόπου, ή αν το μάλλωμά του με τη
+θεια έφτανε ως το σημείο να την πιάσουν αυτή τα νεύρα της και να
+χρειαστή τα γεροκόμια της Μαρίας, η κάμαρα του Νίκου, που πήγαινα να
+κοιμηθώ, μου φαινότανε σαν άδεια. Γελούσα ο ίδιος με τον εαυτό μου σαν
+το κατάλαβα πόσο είχα συνηθίσει τη Μαρία.
+
+Είπα όμορφη δεν είταν. Ο τρόπος της δεν είχε καμιά χάρη, το ντύσιμο
+της απελπιστικό· όπως μπουγάδιαζε στο πλυσταριό, όπως δούλευε στην
+κουζίνα ερχότανε στην κάμαρά μου. Όμοια οι κουβέντες της άχαρες· τα
+ίδια και τα ίδια πάντα. Τι εύρισκα σ' αυτές; τι μου άρεσε; Είχα κάμει
+από τα παράθυρα εργολαβίες με πιο όμορφες κοπέλες, μπορεί να είχα
+κρυφοσμίξει και καμιά σε κάνα απόμερο ή σε σκοτεινή μπασιά τη νύχτα.
+Όμως πρώτη φορά βρισκόμουνα μονάχος με κορίτσι και μιλούσα έτσι φανερά
+και λεύτερα μαζί του. Κι αυτό με ξάφνιζε. Μ' ευχαριστούσε να νοιώθω
+κοντά μου το θηλυκό, νακούω φωνή γυναίκεια να μιλή. Κ' η Μαρία
+μιλούσε. Σκυφτή στο πλέξιμο της φλυαρούσε. Κι όταν πάλι σώπαινε και
+στη σιγή της κάμαρας δεν ακουγότανε άλλο από τις βελόνες της κι από το
+τσιτσίρισμα της λάμπας, μ' έπιανε κάτι σαν ανησυχία κάποτε. Μιαδυό
+φορές σήκωσε άξαφνα τα μάτια και μ' έπιασε να την κοιτάζω. Μου φάνηκε
+σα να στενοχωρήθηκε. Ένα άλλο βράδι χαμογέλασε. Κι ως τόσο δεν
+κουνήθηκα. Μια μέρα πάλι ήρθε ξαφνικά στην κάμαρά μου. Εκεί που έπλενε
+της μπήκε μια αγγίδα στο χέρι, η θεια δεν έβλεπε καλά, και δίνοντάς
+μου μια βελόνα, με παρακάλεσε εμέ να της τη βγάλω. Την κάθισα στον
+καναπέ δίπλα μου και πήρα το ανασκουμπωμένο μπράτσο της στα γόνατά μου
+για να μου δώση χέρι καλήτερα. Έβαλε τάλλο το χέρι της στον ώμο μου κι
+ακκούμπησε κει το κεφάλι. Έκαμα την εγχείριση, γύρισα και την κοίταξα
+και την άφησα να ξαναπάη στη δουλειά της. Πολλή ώρα ύστερα ένοιωθα το
+ανατρίχιασμα από το γγίξιμο, άκουγα στο μάγουλό μου το γαργάλισμα από
+την ανάσα της. Είχα τόσο τη ντροπή, το φόβο της γυναίκας; Δεν το
+πιστεύω. Είταν ο σεβασμός στο σπίτι που με φιλοξενούσε, είταν τα όσα
+άκουσα από τη θεια για τη Μαρία, που με κρατούσανε; Μπορεί. Κοντά σ'
+αυτά όμως ο τρόπος της Μαρίας είχε κατιτίς παράξενο, το μάτι της κάτι
+ξερό και θλιβερό μαζί. Πολλές φορές, εκεί που φλυαρούσε και
+μωρολογούσε, κοβόταν άξαφνα η όρεξη της και σώπαζε. Έτσι που με
+ξάφνιζε και μ' ενοχλούσε. Μα τόβρισκα και φυσικό. Γιατί όσο κι αν η
+θεια, με όλη την αναγνώριση που της είχε, θαρρούσε την αφοσίωση της
+Μαρίας σα φυσική υποχρέωση στο σπίτι, όπου μεγάλωσε κ' έφαγε το ψωμί
+του, όμως κ' εμένα δε μου φαινότανε λιγώτερο φυσικό, πως ένα κορίτσι
+δεν παρατούσε τον εαυτό του δίχως καμιά θλίψη ολότελα.
+
+Θάχε περάσει κοντά μήνας από τότε που ήρθα κι ο Νίκος ούτε φαινότανε
+ούτε ακουγότανε.
+
+«Δεν είναι από καλό του», έλεγε πάντα η θεια, σαν ερχότανε η κουβέντα
+του.
+
+Ο θειος είτανε πιο πολύ αισιόδοξος. Πότε υποψιαζότανε πως θα μπήκε για
+περσότερο καιρό στη φυλακή και ντράπηκε να το γράψη, πότε πάλι πίστευε
+πως καρτερεί να πουλήση τα καπνά σε καλή τιμή και νάρθη να τους
+ξαφνίση με τα χρήματα. Η Μαρία άκουγε δίχως να μιλή. Μου έρριχνε
+κάποτε καμιά λοξή ματιά μονάχα.
+
+Ένα βράδι, που είχε ξανασυζητηθή το πράμα στο τραπέζι, σαν ήρθε ύστερα
+μέσα στην κάμαρα, μου είπε άξαφνα κοιτώντας με στα μάτια:
+
+«Να σε ρωτήσω κατιτίς, θα μου πης την αλήθεια;»
+
+Αν ξέρω, θα σου την πω», αποκρίθηκα.
+
+«Στη ζωή σου;»
+
+«Στη ζωή μου».
+
+«Έχει ο Νίκος καμιά αγαπητικιά στην Αθήνα;»
+
+Δεν πιστεύω — δεν ξέρω».
+
+«Δεν μπορεί, θα ξέρης. Μούκαμες όρκο τη ζωή σου. Πες μου το· μη
+φοβάσαι, δεν το λέω της θειας».
+
+Με ξανακοίταξε με τέτοιον τρόπο, που αν ήξερα πράγματι, θα της τόλεγα.
+
+«Στην Αθήνα όχι», απάντησα.
+
+«Στη Σύρα;»
+
+«Πού να ξέρω!»
+
+«Ξέρεις και δεν το λες. Γι' αυτό κάθεται κει».
+
+Έσκυψε στο πλέξιμό της.
+
+«Πάνε τα καπνά», μουρμούρισε σε λίγο.
+
+«Και γω φοβούμαι, πάνε», μου έφυγε και μένα ο λόγος.
+
+Γύρισε και με κοίταξε δίχως να μιλήση.
+
+Θυμήθηκα πως περίμενε κι αυτή το μερδικό της από τα καπνά κι όσο κι αν
+είμουνα βέβαιος πως δεν το πολυπίστευε, όμως μετάνοιωσα που της έκοψα
+έστω και μια μικρή μονάχα ελπίδα. Θέλησα να σκεπάσω το λάθος μου,
+γυρίζοντας την κουβέντα σταστεία:
+
+«Εγώ σου είπα ό, τι ήξερα σ' ότι με ρώτησες. Θα μου πης και συ να σε
+ρωτήσω;» της είπα.
+
+Με κοίταξε:
+
+«Τι;»
+
+«Εσύ δεν αγαπάς κανένανε;»
+
+Κοκκίνησε και ξανάσκυψε στη δουλειά της.
+
+«Ντρέπεσαι να το πης· σ' έπιασα». Σηκώθηκα και τη ζύγωσα.
+
+Δεν κουνήθηκε. Της έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι και την
+κοίταξα στα μάτια:
+
+«Κάποιον αγαπάς».
+
+Με κοίταξε αμίλητη.
+
+«Κάποιον αγαπάς», ξαναείπα και έσκυψα πιότερο απάνω της.
+
+Μια τρυπησιά, που μούδωσε στο χέρι με τη βελόνα της, μ' έκανε να της
+αφήσω το κεφάλι και να καθήσω στην καρέκλα μου.
+
+Σηκώθηκε κ' έφυγε δίχως να μου κάμη το κρεβάτι καθώς πάντα. Την άλλη
+μέρα μου φάνηκε πως είτανε θυμωμένη. Όμως το βράδι ξαναήρθε και
+φλυάρησε στην κάμαρα του Νίκου.
+
+Ο θειος με πήρε ένα απόγεμα και πήγαμε στο χτήμα της θειας καμιά ώρα
+όξω από τη χώρα. Είτανε ζεστή χινοπωριάτικη λιακάδα, ο κάμπος
+χλοϊσμένος, ήσυχος, ο κόσμος όργωνε, έσπερνε, τα κοπάδια βοσκούσαν κ'
+έτσι άνοιξε περσότερο η διάθεση του θειου. Εκεί μου ανάπτυξε και μου
+ξήγησε επιτόπια τις μεταρρύθμισες που είχε στο νου του. Μου μιλούσε
+για σπίτια, για μαντριά, για ξεχερσώματα, γι' αυλάκια και χαντάκια,
+γι' αλώνια και για λιάστρες και για στέρνες και δεν ξέρω για τι άλλο
+με τόση ζωηράδα, σα να τάβλεπε πραματικά μπροστά του. Έδειχνε τη θέση
+του καθενός, περίγραφε τη λειτουργία του, λογάριαζε τα έξοδα, τα
+έσοδα, τα κέρδη. Εγώ εννοείται δεν έβλεπα άλλο από μια ξυλάστρα σε μια
+λαγκαδιά με ράχες χαμηλές όλο και πέτρα γύρω, ένα μισογκρεμισμένο
+σπίτι, ένα πηγάδι μ' ένα φράξο δίπλα του και μ' έναν άδειον
+περιστεριώνα, ένα ξερόρεμα στο σύνορο και κει κοντά σ' ένα γούπατο
+βαρκό μιαν άπλα με κλήματα, που κρεμόντανε απάνω τους τα τελευταία
+κίτρινα φύλλα. Κατάλαβα πως είταν η σταφίδα, που μου είχε πει η Μαρία
+πως τη φυτέψανε, όταν οι άλλοι λογαριάζανε να ξεριζώσουν τις δικές
+τους, κ' η θεια κλαιγότανε πως το καλλιέργημά της τρώει διπλά έξοδα
+από τα έσοδα που δίνει.
+
+Αφού ο θειος μου έκαμε καφέ και για να με περιποιηθή καλήτερα έκοψε κ'
+ένα πεπόνι από τα κρεμασμένα στο ταβάνι του σπιτιού, αφού τάγισε
+έπειτα και το σκύλο που είχε κει για να του φυλά το χτήμα, με πήρε και
+με πήγε μισή ώρα μακρήτερα ίσια με τη μάννα του νερού, που ερχότανε,
+καθώς μου είπε, από το ποτάμι που περνούσε πίσω από τις ράχες. Σε
+κάποια βραδινή κουβέντα μας πριοτήτερα μου είχε αναπτύξει ένα άλλο
+σκέδιο γενικώτερο· πώς θα μπορούσε να ποτιστή όλος ο κάμπος από το
+νερό της μάννας. Σ' αυτό το σκέδιο βάσιζε το πρόγραμμά του μια φορά
+που γύρεψε να γείνη δήμαρχος στον τόπο. Μα τα κόμματα δεν τον αφήσανε
+να βγη. Τον πολεμήσανε. Αυτόν τον πόλεμο και το ναυαγισμένο σκέδιό του
+ξαναθυμήθηκε και τώρα και με την ομιλία αυτή γυρίσαμε στο σπίτι. Είχε
+νυχτώσει καλά κ' η θεια μας καρτερούσε ανήσυχη γιατί είμαστε χωρίς
+παλτά. Τα βράδια είταν κρύα.
+
+Ο θειος, κουρασμένος καθώς είτανε, νύσταξε γλήγορα ύστερα από το φαγί.
+Πέρασα και γω στην κάμαρά μου. Ζέστα γλυκειά κι αναλαμπή από τη γωνιά
+με ξαφνίσανε, καθώς άνοιξα την πόρτα.
+
+Η Μαρία ήρθε αποπίσω με τη λάμπα.
+
+«Σαν έλειψες, σφουγγάρισα την κάμαρα και σου άναψα λίγη φωτιά για να
+στεγνώση», είπε αφίνοντας τη λάμπα στο τραπέζι.
+
+Γύρισα και την κοίταξα. Μου φάνηκε σαν αλλοιώτικη. Είχε ριγμένο στις
+πλάτες της ένα κόκκινο σαλάκι. Και της πήγαινε. Έβαλα το χέρι μου στον
+ώμο της κ' έκαμα να τη φέρω πιο κοντά μου.
+
+«Δεν έστρωσα της θειας ακόμα», είπε και τραβήχτηκε.
+
+Δεν έκαμα να την κρατήσω. Όσο να γυρίσω εκείθε, είχε κλείσει την πόρτα
+πίσω της. Φουρκίστηκα με τον εαυτό μου. Να την αφήσω να μου φύγη!
+Άκουγα τα πατήματά της όξω στο σαλότο, που πήγαινε κ' ερχότανε, κι
+ανατρίχιαζα προσμένοντας νανοίξη η πόρτα και να ξανάμπη με το πλέξιμό
+της, όπως κάθε βράδι.
+
+Μα άξαφνα η θεια της φώναξε από μέσα: «Δεν ακούς, μωρή; Βροντάει κάτω
+η αυλόπορτα».
+
+Στάθηκα μια στιγμή τεντώνοντας το αυτί. Έπειτα πετάχτηκα κι άνοιξα την
+πόρτα μου, την ώρα που η Μαρία έτρεξε προς την μπασιά.
+
+«Ο Νίκος θάναι», μου είπε η θεια βγαίνοντας από την άλλη πόρτα:
+
+«Πάει η οργισμένη δίχως φως. Δεν παίρνεις από μέσα το λυχνάρι;»
+
+Πήγα στην κουζίνα και το πήρα και βγήκα στην ταράτσα. Προτίμησα να
+φέξω από κει στην αυλόπορτα. Καθώς έπεσε το φως κάτω, μου φάνηκε πως
+είδα έναν ίσκιο που έσπρωχνε τη Μαρία από πάνω του.
+
+«Έλα φέξε μας στη σκάλα», είπε μια φωνή. Είτανε του Νίκου.
+
+Πήγα με το φως στη σκάλα. Ο Νίκος μπρος και πίσω του η Μαρία ανέβαζαν
+ένα μπαούλο. Παραμέρισα και περάσανε.
+
+«Την έφαγες, ε; Μήτ' ένα δίπλωμα δεν είσαι άξιος να πάρης, κακομοίρη!»
+είταν ο πρώτος λόγος του Νίκου, μόλις άφησε το μπαούλο στην κορφή της
+σκάλας: «Έλα, βόηθα και συ· κουράστηκα», είπε και πήρε το φως από τα
+χέρια μου.
+
+Μπάσαμε με τη Μαρία μέσα το μπαούλο και κείνος ακολούθησε. Η μητέρα
+του ξαφνίστηκε καθώς τον είδε:
+
+«Μπα, παιδί μου, θέατρο γίνηκες!» του είπε.
+
+Κατάλαβα πως εννοούσε το ξουρισμένο μουστάκι του:
+
+«Είναι μόδα τώρα Θεια», της είπα.
+
+Ο Νίκος δεν έδωσε απόκριση και τράβηξε στην κάμαρα του:
+
+«Μου άναψες και φωτιά· καλά μου έστρωσες εδώ», μου είπε ρίχνοντας
+ματιά στη Μαρία, που έτρεξε κοντά του και τονέ ρώτησε αν έφαγε.
+
+«Όχι· έχετε τίποτες;» της είπε.
+
+«Αυγά θα σου τηγανίσω».
+
+Δεν της απάντησε. «Πώς την έπαθες, βρω κουτεντέ;» γύρισε πάλι σ'
+εμένα.
+
+«Να σου τηγανίσω αυγά;» ξαναρώτησε η Μαρία.
+
+«Τηγάνισε ότι διάολο θέλεις». Κάθησε στον καναπέ, πετώντας το καπέλο
+του στο τραπέζι.
+
+Ο θειος τον άκουσε φαίνεται από μέσα και του φώναξε.
+
+«Τι ρεκάζει, Δεν έρχεται δω;» είπε ο Νίκος.
+
+«Είναι πεσμένος», του είπε η μάννα του — «έλα μια στιγμή μέσα να σε
+δη».
+
+«Αύριο με βλέπει· τώρα είμαι κουρασμένος». Ξαπλώθηκε καλήτερα στον
+καναπέ.
+
+Ο πατέρας του ξαναφώναξε από μέσα.
+
+«Δεν τονέ λυπάσαι γέροντ' άθρωπο να τονέ σηκώσης από το στρώμα», του
+ξαναείπε η μάννα του.
+
+«Με σκότισε κι αυτός και συ κατάλαβες;» Γύρισε κατά τη φωτιά,
+μουρμουρίζοντας κάτι, στίχους μου φάνηκε.
+
+Ο πατέρας του δεν ξαναφώναξε κι ο Νίκος έμεινε λίγες στιγμές στην ίδια
+θέση. Έπειτα σηκώθηκε άξαφνα και τράβηξε προς την τραπεζαρία. Η μάννα
+του τον ακολούθησε και η περιέργεια μ' έσπρωξε κ' εμέ να πάω κοντά
+τους.
+
+Οι γέροι δεν είχανε ξεχωριστή κρεββατοκάμαρα και κοιμόντανε στην
+τραπεζαρία. Ένα καντήλι τη φώτιζε θαμπά από το τζάκι και καθώς μπήκα,
+είδα το θειο ανακαθισμένο στο στρώμα του δίπλα στη γωνιά. Φορούσε το
+νυχτικό άσπρο σκούφο του κ' είχε ριχτή στους ώμους μια παλιορόμπα.
+
+«Καλώς ώρισες», είπε του Νίκου.
+
+Τούτος αφού του έδωσε το χέρι, κάθισε στον καναπέ. Η μάννα του και γω
+σταθήκαμε κοντά στην πόρτα κι αποπίσω μου έτρεξε η Μαρία από το
+μαγεριό.
+
+Πέρασε μια στιγμή αμίλητη.
+
+«Ε, τι χαμπέρια;» είπε τέλος ο θειος.
+
+Ο Νίκος δεν απάντησε.
+
+«Πώς πέρασες στο ταξίδι;»
+
+«Καλά», μουρμούρισε ο Νίκος.
+
+Πέρασε πάλι μια στιγμή δίχως να πη τίποτε κανείς.
+
+«Και τα καπνά — ; Τα πούλησες καλά;» ρώτησε πάλι ο πατέρας του.
+
+«Πούλησα ένα μέρος», είπε ο Νίκος.
+
+«Και τάλλα;»
+
+«Τάφησα».
+
+«Πού; σε ποιόνε τάφησες;»
+
+«Σ' άνθρωπο δικό μου».
+
+«Πάνε τα δόλια τα καπνά», αναστέναξε ο θειος χτυπώντας τα χέρια.
+
+Η θεια σταύρωσε τα δικά της κ' έσκυψε το κεφάλι. «Σε ποιόνε τάφησες,
+μωρέ; Πού τάφησες; Στη Σύρα;» ξαναρώτησε απελπισμένα ο πατέρας του.
+
+«Μαρία! Διάολε! Φέρε μου να φάω», φώναξε ο Νίκος.
+
+Η Μαρία έτρεξε στο μαγεριό.
+
+«Δε φταις εσύ· έχει δίκιο η μάννα σου. Εγώ δε βάζω ακόμα γνώση. Μα δε
+σε πάντεχα τόσο μαγκούφη», ξαναφώναξε ο θειος.
+
+«Σώπα, κάνε μου τη χάρη· δεν ήρθα για καυγάδες», είπε ο Νίκος ατάραχα.
+
+Η Μαρία ήρθε και κατέβασε τη λάμπα, που κρεμότανε στη μέση της κάμαρας
+απάνω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Είταν η λάμπα που είχε στο μαγαζί του
+ο θειος τον καιρό που είταν έμπορος.
+
+«Δε μου λες κάνε πόσα πούλησες και πόσα άφησες, προκομμένε», ρώτησε ο
+γέρος.
+
+«Μέσα έχω τη σημείωση· αύριο τη βλέπεις», απάντησε ο Νίκος.
+
+Η Μαρία άναψε τη λάμπα κ' έκανε να βάλη το γιαλί.
+
+«Τι αύριο, διάολε!» θύμωσε ο πατέρας του: «Δεν ξέρεις πόσα πούλησες;
+Πόσα λεφτά έφερες;»
+
+«Να φάω πρώτα και σου λέω», ξαναείπε ο Νίκος ήσυχα.
+
+«Τήρα αυτάδεια! Να φάη πρώτα ο γάιδαρος!» φώναξε ο θειος και τινάχτηκε
+ορθός.
+
+Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός με ορμή. Μα καθώς έκαμε να περάση, σκούντησε
+με τον αγκώνα τη Μαρία και τουτηνής της έφυγε το γιαλί από το χέρι κ'
+έπεσε κομάτια απάνω στο τραπέζι.
+
+«Σ' τον πήρε ο διάολος τον κέφαλο και σένανε! Δεν τηράς μπροστά σου·
+μπας και σου φύγη λόγος!» φώναξε πάλι ο θειος και χύμησε απάνω της με
+σηκωμένο χέρι.
+
+Η θεια μπήκε στη μέση. Ο Νίκος γλύστρησε στο μεταξύ από την πόρτα. Τον
+ακολούθησα στην κάμαρά του.
+
+«Πώς φέρνεσ' έτσι στον πατέρα σου;» έκαμα να του πω.
+
+«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», μου απάντησε απότομα: «Πότε θα ξαναδώσης
+εξέτασες;»
+
+«Άμα ξαναπάς και συ για εμπόριο».
+
+Γελάσαμε κ' οι δυο. Έβγαλε κι άναψε τσιγάρο.
+
+Η Μαρία ήρθε να του βάλη τραπέζι: «Πήγα ναν τη φάω εγώ», του είπε.
+
+«Οι γυναίκες είναι για να δέρνουνται. Φέρε γλήγορα να φάω».
+
+«Φαίνεσαι που έρχεσαι από την Ανατολή», του είπα.
+
+Σεργιάνισε στην κάμαρα κοιτάζοντας χάμω.
+
+«Είναι όμορφη η Σμύρνη;» τονέ ρώτησα σαν έφυγε η Μαρία.
+
+«Γιατί δε μούστειλες τα χρήματα, παλιάθρωπε;» είπε σταματώντας.
+
+«Γιατί δεν είχα».
+
+«Δεν ξέρεις τι μου χάλασες!» Ξανασεργιάνισε πέρα δώθε.
+
+«Μα πώς βρέθηκες ξαφνικά στη Σμύρνη;»
+
+«Σωστό ρομάντσο, τραγικό ρομάντσο».
+
+Η Μαρία, μπαίνοντας με το φαγί, τον έκοψε. Κάθησε στο τραπέζι κι
+άρχισε να τρώη.
+
+«Τι μου τόφερες έτσι το τυρί;» της φώναξε άξαφνα. «Θες να σ' το πετάξω
+στο κεφάλι; Δεν ξέρεις πως το θέλω ξεροτηγανισμένο;»
+
+«Εσύ με βίασες. Ναν το ξαναβάλω στη φωτιά».
+
+Η Μαρία έκαμε να πάρη το πιάτο.
+
+«Έλα, άσ' το. Φέρε μου κρασί».
+
+Η Μαρία πήγε κ' έφερε τη μπουκάλα.
+
+«Αυτό έχει μοναχά;» της είπε ο Νίκος, σαν είδε πως δε γέμισε καλά το
+ποτήρι.
+
+«Καλά που έμεινε κι αυτό· πού να το ξέραμε πως θάρθης, να παίρναμε
+πιότερο».
+
+«Δεν έπαιξε το μάτι σου; Δεν καρτερούσες τίποτες;»
+
+Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.
+
+«Σα μ' άφησες δίχως κρασί, θα τα πετάξω στη φωτιά και γω», είπε ο
+Νίκος αδειάζοντας το ποτήρι.
+
+Ο πατέρας του, που δεν έπαψε να τρώγεται μέσα με τη θεια, τη στιγμή
+αυτή φώναξε δυνατότερα.
+
+«Θα μου βγάλη το φαγί από τη μύτη!» είπε ο Νίκος κι άφησε με βρόντο το
+ποτήρι στο τραπέζι.
+
+«Δεν πιστεύω νάκλεισε το κρασοπουλιό καρσί· δος μου να πάω να γεμίσω
+την μποτίλια», είπε η Μαρία.
+
+Σα να μην την πρόσεξε. Έμεινε λίγες στιγμές συλλογισμένος: «Στάσου
+πρώτα», είπε κ' έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε ένα μάτσο
+χαρτονομίσματα, κράτησε μερικά — εικοσιπεντάρικα μου φανήκανε — κ'
+έδωσε τάλλα της Μαρίας: «Σύρε μέσα δος του τα, να συχάση».
+
+Η Μαρία τα πήρε και βγήκε.
+
+«Θα τονέ δης που θα σωπάση», γύρισε και μου είπε εμένα.
+
+«Πούλησες λοιπόν καπνά;» τονέ ρώτησα.
+
+Ξακολούθησε το φαγί του δίχως ναπαντήση.
+
+Η Μαρία ξαναήρθε σε λίγο.
+
+«Ε, τι είπε;» ρώτησε ο Νίκος.
+
+«Γύρεψε και του πήγα το κερί. — Να πάω για κρασί τώρα;» είπε η Μαρία
+και πήρε τη μπουκάλα: «Ας έβγη ένας σας να σταθή στην ταράτσα· μοναχή
+φοβάμαι».
+
+Σηκώθηκα, άδραξα την μποτίλια από το χέρι της και βγήκα.
+
+Άμα γύρισα, βρήκα τη Μαρία που σήκωνε τα πιάτα.
+
+«Καθένας νοιώθει τον προορισμό του», είπε ο Νίκος και με κοίταξε με
+χαμόγελο: «Τη ζωή δεν τη γελάς».
+
+«Καλά· μα δε μας λες λοιπόν πώς πέρασες στη Σμύρνη;»
+
+«Υπέροχα. Σαν όνειρο». Σώπασε μια στιγμή και με κοίταξε: «Νέος
+κόσμος», ξακολούθησε, «τρανός κόσμος. Οι τούρκοι είνε λαός κυρίων.
+Είχε δίκιο ο Μπίσμαρκ. Εκεί ένοιωσα τι θα πη κύριος. Να μην είμαι
+τούρκος!»
+
+Η Μαρία, που μπήκε κείνη τη στιγμή με δυο ποτήρια στο χέρι, τον
+κοίταξε ξαφνισμένα. Απίθωσε τα ποτήρια στο τραπέζι και τα γέμισε
+κρασί.
+
+«Ναι, τούρκος! Ανώτερος λαός, αριστοκράτης», ξαναείπε ο Νίκος πίνοντας
+από το ποτήρι του.
+
+«Γνώρισες πολλούς τούρκους;» τονέ ρώτησα.
+
+«Τι, είναι τούρκοι στη Σύρα;» πετάχτηκε η Μαρία.
+
+«Τούρκοι μονάτοι· μέρος τούρκικο δεν είναι;»
+
+«Ώστε σου αρέσανε· λαός πολιτισμένος, ε;» τον κοίταξα γελώντας.
+
+«Τι θα πη πολιτισμός;» θύμωσε· «η ευρωπαϊκή οχλοκρατία; Η κατάπτωση, η
+παρανόηση της ζωής; Των ωρών ο γύρος στην Ασία θα σταματήση». Άδειασε
+το ποτήρι του και γύρεψε από τη Μαρία και του το ξαναγέμισε.
+
+«Έμεινες πολύ στην Αθήνα τώρα;» ρώτησα.
+
+«Ούτε ανέβηκα· θάτανε τέλεια απογοήτεψη έπειτα από το δράμα της
+Ιωνίας. Έπρεπε ναπομονωθώ».
+
+Η Μαρία έστεκε και τον κοίταζε.
+
+«Ε, Μαρία, τι κάθεσαι; Δεν πας να κοιμηθής; Δε σου έφερα τίποτες. Μην
+καρτεράς», της είπε.
+
+«Καρτερώ να μου πης πού να σου στρώσω», μουρμούρισε η Μαρία.
+
+«Πού αλλού από το κρεββάτι μου;»
+
+Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε.
+
+«Κοιμούμαι δω στον καναπέ», είπα.
+
+«Όχι, φίλε μου· δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλονε στην ίδια κάμαρα. —
+Στρώσε στη σάλα».
+
+Η σάλα είταν πλαγινά στην κάμαρά του κ' η Μαρία μπήκε κει να συγυρίση.
+Ο Νίκος σηκώθηκε και περπατούσε:
+
+«Είταν αποκάλυψη αυτό το ταξίδι. Πρέπει να μετουσιωθή σ' ένα έργο»,
+είπε σα μονολογώντας.
+
+«Ρομάντσο ή — », έκαμα να τονέ ρωτήσω.
+
+«Δράμα, δράμα· είταν τόσο τραγικό».
+
+«Καμιά ερωτοδουλειά;» ρώτησα σιγά, όταν η Μαρία έφυγε από τη σάλα.
+
+«Κι αυτό μαζί· όλος ο κόσμος· εκεί ένοιωσα τον Μπάιρον. Πρέπει να
+νικηθή η Μοίρα».
+
+«Διηγήσου μου λοιπόν».
+
+«Τι να σου διηγηθώ! Δε διηγούνται αυτά. Τα ζει κανένας μόνο· τα
+αισθάνεται. Είναι δράμα, σου είπα. Πρέπει να μονωθώ και να το γράψω.
+Τι είναι αυτή η Ανατολή!»
+
+«Καμιά χανούμισσα;»
+
+«Κι αυτή. Είναι πολλά· αδιήγητα».
+
+Η Μαρία ξαναήρθε μέσα.
+
+«Δε σου είπα διάολε! δε σου τάφερα. Μην καρτεράς».
+
+«Ήρθα να σου στρώσω καθαρά σεντόνια», είπε κείνη μουδιασμένα.
+
+Ο Νίκος περπάτησε πάλι πέρα δώθε, κοιτάζοντάς την που συγύριζε το
+κρεββάτι του. Μα σε λίγο, σα να του ήρθε ξαφνική ιδέα.
+
+«Φέξε μου δω», μου είπε εμένα κ' έκαμε κατά την πόρτα.
+
+Πήρα τη λάμπα και πήγα κοντά του στο σαλότο. Άνοιξε εκεί το μπαούλο
+του, έψαξε μέσα σ' ένα ανακάτωμα από ασπρόρρουχα πλυμένα κι άπλυτα,
+χαρτιά, παπούτσια, κ' έβγαλε ένα δεματάκι.
+
+Γυρίσαμε στην κάμαρα.
+
+«Έλα να σ' τα δώσω», είπε της Μαρίας.
+
+«Τάφερες;» είπε κείνη γελαστή, απλώνοντας το χέρι.
+
+Ο Νίκος ξετύλιξε το δέμα: «Έλα, άπλωσε το πόδι σου», της είπε.
+
+Η Μαρία κατέβασε τα μούτρα: «Δε σου είπα γω παντόφλες», μουρμούρισε.
+
+«Για δες τις πρώτα», είπε ο Νίκος κρατώντας τις ψηλά μπροστά της.
+
+Είταν ένα ζευγάρι χρυσοκεντημένα πασουμάκια.
+
+«Έλα, φόρεσέ τις».
+
+«Έτσι;» είπε η Μαρία κ' έδειξε τα πόδια της. Είτανε ξυπόλυτη, καθώς
+σφουγγάρισε.
+
+«Έτσι τις φορούν οι τούρκισσες».
+
+Η Μαρία τις φόρεσε και περπάτησε στην κάμαρα, κοιτάζοντας τα πόδια
+της: «Ίσα ίσα μούρχονται», είπε με χαμόγελο: «Μα εγώ σου είπα
+παπούτσια», ξαναμουρμούρισε κοιτάζοντας το Νίκο.
+
+«Σα δε σ' αρέσουνε, φέρ' τις πάλε δω», έκαμε θυμωμένα εκείνος.
+
+Δεν τον πρόσεξε. Τις έβγαλε, τις κοίταξε, τις ξανακοίταξε και τις
+φόρεσε πάλι και κοίταξε τα πόδια της: «Έτσι τις φορούν αλήθεια οι
+τούρκισσες;» είπε.
+
+«Έτσι», αποκρίθηκε ο Νίκος.
+
+«Βγαίνουν έτσι στο δρόμο;»
+
+«Οι τούρκισσες δε βγαίνουνε στο δρόμο».
+
+«Τότες πού τις είδες;»
+
+«Στα μπαλκόνια, στις αυλές τις είδα».
+
+Η Μαρία τον κοίταξε.
+
+«Στάσου μια στιγμή», της είπε ο Νίκος. Μπήκε στη σάλα, ξέστρωσε το
+σεντόνι από τον καναπέ και γύρισε και την τύλιξε μ' αυτό, αφίνοντας να
+φαίνουνται μόνο τα μάτια της κ' οι άκρες από τα πασουμάκια: «Σύρε δες
+μέσα στον καθρέφτη», της είπε· «έτσι είναι οι τούρκισσες».
+
+Πήρε τη λάμπα και της έφεξε. Η Μαρία στάθηκε αντίκρυ στον καθρέφτη και
+κοιτάχτηκε μια στιγμή:
+
+«Και δε σκιάζουνται τα παιδιά που τις βλέπουν;» είπε πετώντας το
+σεντόνι αποπάνω της.
+
+Ο Νίκος δεν απάντησε. Σεργιάνιζε στη σάλα.
+
+Η Μαρία, αφού ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη στρίβοντας τα πόδια για να
+τα δη πώς φαίνουνται κι από τις φτέρνες, κάθησε κάτω κ' έβγαλε το ένα
+πασουμάκι: «Με το χέρι είναι κεντισμένο· στον κατηφέ», είπε
+κοιτάζοντας το. «Πόσο έχουνε;» ρώτησε το Νίκο.
+
+«Τι σε μέλει; Σ' αρέσουνε μονάχα;» της είπε κείνος.
+
+Η Μαρία ξαναφόρεσε το πασουμάκι και σηκώθηκε. Ο Νίκος πήρε τη λάμπα
+και ξαναήρθαμε στην κάμαρά του:
+
+«Σύρε κοιμήσου τώρα», της είπε, «κι αύριο — »
+
+«Κι αύριο τι;» Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.
+
+«Άντε τώρα», τη σκούντησε.
+
+Έκαμε να φύγη, μα την κράτησε. «Στάσου πρώτα», της είπε, την πήρε στη
+σάλα, της μουρμούρισε κάτι και γύρισε σε με.
+
+Τον κοίταξα. Γέλασε κι άδειασε το ποτήρι του.
+
+Σε λίγο μπήκε η Μαρία μέσα σκεπασμένη πάλι με το σεντόνι. Με κοίταξε
+κατάματα, κούνησε το κεφάλι και γύρισε κ' έφυγε από την πόρτα.
+
+Άρχισα να τα χάνω λιγάκι.
+
+«Έτσι την είδα», μου είπε σιγαλά ο Νίκος, «έτσι απάνω κάτω. Γυρίζω με
+τόνειρο σπασμένο. Μα πρέπει να νικηθή η Μοίρα». Γέμισε πάλι το ποτήρι
+κ' ήπιε.
+
+«Μα λέγε μου λοιπόν, ποια είδες έτσι;» τονέ ρώτησα.
+
+«Τι να σου πω! Δεν τάδες;»
+
+«Τι να δω;»
+
+«Τα πασουμάκια».
+
+«Πού ταγόρασες;»
+
+«Ηλίθιε!»
+
+«Τότε πού τα βρήκες;»
+
+«Νάξερες τι ιστορία έχουνε! Να μπορούσα να σου την πω!»
+
+«Νισάφι· πες λοιπόν!»
+
+«Τι να σου πω! Την ξέρεις την Κόρη των Αθηνών του Μπάιρον;»
+
+Κούνησα το κεφάλι για να γλυτώνω.
+
+«Ε λοιπόν, την είδα ζωντανή», μου είπε κοιτάζοντάς με.
+
+«Τη Μαριγώ Χασάπη;» ρώτησα γελώντας.
+
+«Τη σκλάβα, τη σωστή γυναίκα. Έζησα μια τραγωδία. Να μούστελνες τα
+χρήματα — ».
+
+«Τι θάκανες;»
+
+Δε μου απάντησε. Κάθησε μπροστά στο τραπέζι με σκυμμένο το κεφάλι.
+
+«Είναι το μόνο σημείο που συμφωνώ με το Σοπενάουερ», γύρισε και μου
+είπε άξαφνα σε λίγο.
+
+Τον κοίταξα.
+
+«Δεν αρκούνε δυο θέλησες», ξακολούθησε, «χρειάζεται κ' η θέληση του
+Παντός. Κ' έτσι αρχίζει η τραγωδία της ζωής. Ο αγώνας με τη Μοίρα.
+Ήρωας είναι όποιος τη νικά. Αυτό θάναι το δράμα μου».
+
+Έσκισε δυοτρείς φορές αμίλητος την κάμαρα κ' έπειτα στάθηκε μπροστά
+μου: «Έλα, πιε», είπε γεμίζοντας τα ποτήρια. «Στη θύμησή της! Του
+ποιητή του είναι δοσμένο να γεύεται τις τραγικότητες. Γι' αυτό ζει
+στόνειρο· με τους ίσκιους, με τις προβολές της βάναυσης ζωής. Η ζωή
+χωρίς την τραγικότητα είναι πλήξη. Έλα, πιε στη θύμησή της!»
+
+Ήπιαμε.
+
+«Θα μου πης λοιπόν την ιστορία;» έκαμα να του πω.
+
+«Ο ποιητής δε βεβηλώνει το είναι του. Πιε, πιε μονάχα».
+
+Μα η μπουκάλα είχε αδειάσει.
+
+«Σύρε ξαναγέμισέ τη», μου είπε όταν το παρατήρησε.
+
+«Θα κλείσανε τώρα», του απάντησα.
+
+Ξαπλώθηκε στον καναπέ κ' έμεινε αμίλητος. Δοκίμασα να τον ξαναρωτήσω
+κάτι, μα δε μου έδωσε απόκριση. Τέλος βαρέθηκα και γω και προτίμησα να
+τον αφήσω να ησυχάση.
+
+
+
+5
+
+
+
+Είταν αργά άμα σηκώθηκα την άλλη μέρα. Είχα ξυπνήσει την αυγή, μου
+φάνηκε πως άκουσα μιλήματα μέσα στην κάμαρα του Νίκου, μα η νύστα μου
+νίκησε την περιέργεια και ξανάκλεισα τα μάτια.
+
+Άμα ντύθηκα, έκαμα να μπω στην κάμαρα του Νίκου, μα η πόρτα είτανε
+συρτωμένη από μέσα κ' έτσι πήγα στην τραπεζαρία. Βρήκα τη θεια
+καθισμένη με τη ρόκα της κοντά στη φωτιά και σκουντουφλιασμένη.
+«Παρακάτσατε τη νύχτα με τον προκομμένο», με ρώτησε σε λίγο αφού
+κάθησα εκεί κοντά της· «τι σούλεγε;»
+
+«Τίποτες· κουβεντιάζαμε», της είπα: «Πού είναι τος; δεν ξύπνησε
+ακόμα;»
+
+«Σύρε μέσα να τονέ δης' κλειδώθηκε· δεν άφησε ούτε τον πατέρα του να
+μπη». Αναστέναξε: «Κλειδώθηκε και γράφει με τη λάμπα. Τον πειράζει ο
+ήλιος, λέει, κ' έκλεισε το παραθύρι. Κάποιος λέει νάχη τον ήλιο κι
+αυτός καίει φως μέρα μεσημέρι. Και νάτανε κάνε φτηνό και το
+πετρέλαιο».
+
+Η Μαρία μου έφερε καφέ. Η όψη της γελούσε. Τον άφησε στο τραπέζι και
+γύρισε να φύγη.
+
+«Έλα δω, μωρή· τι κάνει μέσα;» της φώναξε η θεια.
+
+«Ξέρω γω; Σαν και ξαναπήγα μέσα;» είπε η Μαρία αδιάφορα.
+
+Γύρισα και την ξανακοίταξα. Είτανε χτενισμένη, πιο συγυρισμένη και στα
+πόδια της φορούσε τα πασουμάκια.
+
+«Είδες τι της έφερε;» μου είπε η θεια.
+
+«Όμορφα είναι», μουρμούρισα.
+
+«Μούφερε και τα παπούτσια· με κουμπιά και με λουστρίνι», είπε
+γελούμενα η Μαρία: «Να τα φέρω να τα δης;»
+
+Και βγήκε γλήγορα χτυπώντας τα τακούνια από τα πασουμάκια.
+
+«Μου πήρε ταυτιά από την αυγή με το βρόντο· μα ας τα χαρή μια μέρα η
+κακομοίρα. Κορίτσι είναι κι αυτή», είπε η θεια.
+
+Η Μαρία γύρισε, με τα παπούτσια. Είταν από τα έτοιμα που πουλούνε στο
+Αναβρυτήριο
+
+«Καλά δεν είναι;»
+
+Τα πήρα κ' έκαμα πως τα κοίταζα: «Ωραία είναι», της είπα.
+
+«Σαν κοντά μου κάζονται· δε σε στενεύουνε;» ρώτησε η θεια.
+
+«Αμπά! Σα νάτανε παραγγελιά. Να δης να τα φορέσω».
+
+Μου τάδραξε από το χέρι. Μα μόλις κάθησε να τα φορέση, ο Νίκος τη
+φώναζε από μέσα. Τάφησε κ' έφυγε γλήγορα.
+
+Κάθησα να πιω τον καφέ μου και πήρα την εφημερίδα από το τζάκι. Της
+θειας της άρεσε νακούη τα νέα κι αν και μου είταν κάπως βαρετό να
+κάθουμαι να της ξηγώ κάθε φράση που διάβαζα, όμως για χάρη της θυσίαζα
+πρόθυμα μια ώρα κάθε πρωί.
+
+Εκεί που άρχισα να της διαβάζω, η Μαρία μας έκοψε, ξαναμπαίνοντας μέσα
+με δυο κονίσματα στα χέρια της.
+
+«Τι είν' αυτά, μωρή;» ρώτησε η θεια.
+
+«Μου τάδωσε ναν τα φέρω δω· δεν τα θέλει μέσα, λέει. Είναι ανεβασμένος
+στο τραπέζι και θέλει να κατεβάση και το κονοστάσι». Η φωνή της Μαρίας
+έτρεμε.
+
+Η θεια πετάχτηκε άγρια στην πόρτα: «Σύρ' τα πάλι μέσα», είπε της
+Μαρίας, «βάλ' τα γλήγορα κει που είτανε. Όσο είμαι ζωντανή, το ορίζω
+γω το σπίτι μου».
+
+«Μαρία! Έλα πάρε κι αυτά, μην τα πετάξω απ' το παράθυρο», φώναξε από
+την κάμαρά του ο Νίκος, ενώ η μάννα του έβγαινε στο σαλότο.
+
+«Θα σε πετάξω πρώτα εσένα εγώ απ' το σπίτι, γάιδαρε», του φώναξε κ' η
+μάννα του και χύμησε να μπη στην κάμαρα.
+
+Ο Νίκος πρόλαβε κ' έκλεισε την πόρτα: «Έλα, Μαρία, παρ' τα· αλλιώς θα
+τα πετάξω κάτω, σου είπα», ξαναφώναξε από μέσα.
+
+Η Μαρία έκαμε να πάη από την άλλη πόρτα, μα η θεια την άρπαξε:
+
+«Μην πειράξης, κακομοίρη, τίποτας, γιατί τζογάπι δε μου δίνεις. Βάλε
+πάλι τα κονίσματα στον τόπο τους, μην πας γυρεύοντας για μεγαλήτερα».
+
+Ξαναχτύπησε δυνατά την πόρτα.
+
+Μα αντίς νανοίξη αυτή, ακούστηκε νανοίγη το παράθυρο.
+
+«Θα τα πετάξη αλήθεια», μουρμούρισε η Μαρία, σμίγοντας τα χέρια
+μπροστά στο στήθος κ' έτρεξε στο παράθυρο του μαγεριού.
+
+Χύμησα κ' έπιασα τη θεια, που αγρίεψε περσότερο και χτυπούσε
+δυνατότερα την πόρτα, βρίζοντας ολοένα.
+
+«Τα πέταξε», μου έκαμε νόημα η Μαρία, βγαίνοντας από το μαγεριό και
+τρέχοντας στη σκάλα.
+
+«Έλα, άσε τον το ζουρλό, δεν τα πετά· έτσι το κάνει», γύρεψα να
+ησυχάσω τη θεια.
+
+«Θα τον πετάξω όξω απ' το σπίτι μου. Θα φέρω την εξουσία», φώναζε
+κείνη.
+
+Τρόμαξα να την μπάσω στην τραπεζαρία. Έπεσε τρέμοντας στον καναπέ. Την
+έπιασε το νευρικό της, καθώς τόλεγε.
+
+Έτρεξα να κράξω τη Μαρία, ναρθή να τη βοηθήση. Τη βρήκα που ανέβαινε
+τη σκάλα κρατώντας το κονοστάσι που είχε πετάξει ο Νίκος από το
+παράθυρο. «Θα ρίξη ο θεός φωτιά να μας κάψη», μου είπε με δάκρυα,
+δείχνοντας ένα κόνισμα σπασμένο στη μέση.
+
+Το άδραξα από το χέρι της και το απίθωσα χάμω: «Μην πης πως τα
+πέταξε», της είπα σιγαλά και την έσπρωξα στην τραπεζαρία, μπαίνοντας
+και γω μαζί της.
+
+Πέρασε ώρα ως που να ησυχάση λίγο η θεια. Κόντευε πια μεσημέρι. Ξάφνω
+θυμήθηκα το κονοστάσι, που είχα αφήσει πριν όξω από την πόρτα και πήγα
+να το πάρω, μην τόβρη ο θειος που θαρχότανε κ' έχουμε νέες φασαρίες.
+Το πήρα κι αυτό και το σπασμένο κόνισμα και πήγα στην κουζίνα να τα
+κρύψω. Έβαλα το κονοστάσι μέσα στο κασόνι με τα κάρβουνα, το κόνισμα
+όμως δίσταζα να το πετάξω εκεί. Καθώς κρατούσα τα κομάτια του και τα
+κοίταζα, ξαφνίστηκα. Τα ταίριασα κι αν είχα τα χέρια μου άδεια, θάκανα
+αλήθεια το σταυρό μου. Τόσο παράξενος μου φάνηκε ο άγιος που είτανε
+ζωγραφισμένος εκεί. Φορούσε μακριά αρβανίτικη φουστανέλα ίσια με το
+γόνα και ψηλή τουρλωτή φέσα. Δε θυμούμαι καλά αν είχε τσαρούχια και
+βλαχόκαλτσες ή τουζλούκια. Απάνω από το κεφάλι του διάβασα τα λόγια «ο
+άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων». Δεν μπόρεσα να μη γελάσω κ' η Μαρία
+που ήρθε άξαφνα στην κουζίνα μ' έπιασε με το χαμόγελο.
+
+«Γελάς», μου είπε· «δε λες θα μας οργιστή ο θεός; Είδες πώς τόκαμε; Να
+μη στοχάζεται την αμαρτία!» Δίπλωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος: «Δεν
+τάκουσες εψές; Γίνηκε τούρκος. Τώρα έχει ένα μακρί τσιμπούκι και
+καπνίζει».
+
+«Δε φορεί και φέσι;» ρώτησα.
+
+Δε μου απάντησε. Στάθηκε μια στιγμή: «Δε με κάνει και μένα τούρκισσα»,
+είπε τινάζοντας γοργά από τα πόδια της τα πασουμάκια: «Δεν τα
+ξαναφορώ, δεν ξαναπηγαίνω μέσα!»
+
+«Μην τα ξαναφοράς, μην ξαναπάς μέσα», της είπα σιγαλά κ' έπιασα το
+χέρι της.
+
+Δε σήκωσε τα μάτια από χάμω.
+
+«Κοίτα, άκου με, Μαρία», της ξαναείπα· «να, κρύψε πουθενά το κόνισμα,
+μην το δη η θεια. Κ' ύστερα, πάρε και ποδέσου ταχτικά, σα φρόνιμο
+κορίτσι που είσαι».
+
+Μου έρριξε μια ματιά σαν ξαφνισμένη, πήρε το κόνισμα κι άφησε το χέρι
+μου.
+
+
+
+6
+
+
+
+Όταν ήρθε ο θειος το μεσημέρι, βρήκε ησυχασμένη τη θεια. Είτανε
+πεινασμένος, μα φαινότανε χαρούμενος. Αφού ρώτησε πώς το κάμανε το
+κρέας και βίασε τη Μαρία να βάλη γλήγορα τραπέζι, άρχισε να διηγάται
+πόσους ξεπλήρωσε όξω στην αγορά με τα χρήματα που είχε φέρει ο Νίκος.
+Η θεια έκανε πως δεν τον άκουγε. Μόνο σαν της είπε πως πλήρωσε και στο
+εμπορικό εκείνα που είχε ψουνίσει αυτή, γύρισε και τον έκοψε:
+
+«Δέκα δραχμές τις έβαλε; Ενιά κι ογδοήντα είτανε. Να πας να τις
+γυρέψης πίσω τις δυο δεκάρες».
+
+«Καλά, θα πάω», της απάντησε ο θειος και ξακολούθησε την κουβέντα του,
+δίχως να προσέχη στο μουρμούρισμά της:
+
+«Ξανάσανα λιγάκι», είπε τέλος γυρίζοντας σε μένα.
+
+«Τώρα νακούσουν κ' οι άλλοι πως γύρισε ο έμπορας και θα ιδής
+ξανάσασμα», ξαναπετάχτηκε η θεια από την άκρη της.
+
+«Σώπα, γριά, μη σεκλετίζεσαι κι όλα θα κονομηθούνε. Δεν αφίνει κανέναν
+ο θεός να πάη χαμένος», της απάντησε ήσυχα ο θειος: «Ο Νίκος πού
+είναι; Δε βγήκε όξω;» ρώτησε τη Μαρία, που ήρθε κ' έβαζε τραπέζι.
+
+«Μέσα είναι», είπε κείνη.
+
+«Άντε φέρε το φαγί και πες του κι αυτουνού ναρθή να φάμε». Πήγε κ'
+έπιασε τη θέση του στην κορφή του τραπεζιού.
+
+Κάθησα και γω στη δική μου, προσμένοντας με κάποια ανησυχία νέα
+ταραχή, άμα θάκουγε ο θειος πως δεν έρχεται ο γιος του στο τραπέζι. Η
+Μαρία έφερε το φαγί και κάθησε κι αυτή, αφού περίμενε να καθήση πρώτα
+η θεια.
+
+Ο θειος πήρε να σερβίρη κατά τη συνήθεια του, όταν άνοιξε η πόρτα και
+παρουσιάστηκε ο Νίκος. Στάθηκε μια στιγμή, πήγε κ' έρριξε μια ματιά
+όξω από την τζαμόπορτα του μπαλκονιού κ' ύστερα ήρθε και κάθησε στη
+θέση του αμίλητος και σοβαρός. Είτανε φρεσκοξυρισμένος. Καθώς μπήκε
+στην πόρτα, η μακριά ζακέτα που είδα πως φορούσε, μου θύμησε το
+Βελαδράπα. Μα όταν κάθησε, είδα πως είταν κατακαίνουργη. Κι ο
+λαιμοδέτης του της ώρας και δεμένος σφιχτά, στενόμακρα, καθώς είταν
+τότε η μόδα.
+
+«Μπα πανάθεμα τα χαμπέρια σου, Νίκο!» φώναξε ύ θειος» σαν τον είδε από
+κοντά, καθώς κάθησε δίπλα του: «Εψές δε σε πρόσεξα. Έτσι έρχεσαι από
+τη Σύρα; Ή σημέρα το ξούρισες;» Και γέλασε.
+
+«Πώς, δε σ' αρέσω;» του είπε ο Νίκος, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο και
+κοιτάζοντάς τονε λοξά και με χαμόγελο. Έπειτα έκαμε ένα σπασμό με το
+σαγόνι του και γύρισε στο φαγί του.
+
+Μ' εμάς τους άλλους δεν άλλαξε ούτε λόγο· ούτε μας έρριξε ολότελα
+ματιά. Μα μια κίνηση του χεριού, που μου θύμησε τον ποιητή Βιδούρη,
+μας έδειξε μονάχα ένα ασημένιο βραχιόλι που φορούσε κάτω από το
+μανικέτι του. Σε καναδυό ρωτήματα του πατέρα του απάντησε ξερά,
+λακωνικά κι αφού άδειασε το πιάτο του και το ποτήρι, σηκώθηκε.
+
+«Αχά, πού πας;» τονέ ρώτησε ο θειος.
+
+«Έχω δουλειά μέσα», είπε.
+
+«Πότε θαδειάσης, που σε θέλω;»
+
+«Σαν αποφάς, έλα φώναξέ με».
+
+Έφυγε. Η μάννα του ούτε γύρισε να τον κοιτάξη όλη την ώρα, ούτε έβγαλε
+κι αυτή λόγο από τα στόμα της.
+
+Μου είτανε τόσο στενόχωρα εκεί μέσα, που μόλις σηκωθήκαμε από το
+τραπέζι, πήρα το καπέλο μου και βγήκα όξω.
+
+Καθώς μπλέκανε τα πράματα, δεν είχα πια ελπίδα να μεσιτέψη ο θειος μου
+και να καταφέρη τον πατέρα μου να με ξαναστείλη στην Αθήνα. Στο
+τελευταίο γράμμα του που είχα λάβει, μου το ξέκοψε· έπρεπε να πάω να
+μείνω στο σπίτι όσο νάρθη η ώρα για να ξαναδώσω εξέτασες· θα
+προτιμούσα βέβαια νάμενα στου θειου, μα τώρα που ήρθε ο Νίκος πώς να
+μείνω; Αν έλεγα, θα μου δίνανε την καμαρούλα, που κοιμότανε η Μαρία.
+Μα διάβολος βαστούσε ολημέρα σε μια τρύπα; Κ' έπειτα θα μπορούσα να
+βρω ησυχία μέσα σε τόσες φασαρίες; Το βρήκα λοιπόν καλήτερο να γυρίσω
+σπίτι μου. Είχα δει πως ο Νίκος κράτησε κάμποσα χρήματα κ' είπα πως
+μπορούσε να μου δώση το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστούσε κ' έτσι να
+φύγω. Αφού σεργιάνισα όλο ταπόγεμα όξω, γύρισα ταποβραδίς στο σπίτι με
+την απόφαση αυτή.
+
+Δε βρήκα κανένανε στην τραπεζαρία που μπήκα. Είτανε σκοτεινά κιόλας κ'
+η φωτιά σβηστή. Στάθηκα και συλλογιόμουνα. Καθώς περνούσα, είχα δει
+φως στην κάμαρα του Νίκου, όμως δεν αποφάσιζα να πάω να του χτυπήσω.
+Μια έκανα προς τα κει, μια στεκόμουνα. Ή Μαρία μ' άκουσε κ' ήρθε μέσα.
+
+«Εσύ είσαι;» μου είπε.
+
+«Πού είν' η θεια;» τη ρώτησα.
+
+Μου αποκρίθηκε πως πήγε κάπου να συλλυπηθή και δεν ήξερε κι αυτή πώς
+άργησε τόσο.
+
+«Κοίτα, ξέχασα νανάψω φωτιά», είπε άξαφνα κ' έτρεξε όξω.
+
+Ξαναγύρισε φορτωμένη ξύλα.
+
+«Μέσα είν' ο Νίκος;» τη ρώτησα εκεί που άναβε τη φωτιά.
+
+«Μέσα είναι».
+
+«Δεν ξανάγινε τίποτες;»
+
+«Όχι».
+
+«Κουβέντιασε με τον πατέρα του; Δε μαλλώσανε;»
+
+«Όχι».
+
+Άναψε τη φωτιά και σηκώθηκε από τη γωνιά.
+
+«Για να σου πω, Μαρία», της είπα.
+
+«Τι θέλεις; Νανάψω πρώτα τη λάμπα».
+
+Έκαμα να την πιάσω από το χέρι.
+
+«Τι θέλεις;» με ρώτησε απότομα ξεφεύγοντας.
+
+«Σύρε πες του Νίκου πως τονέ θέλω».
+
+«Τι τονέ θέλεις;»
+
+«Τονέ θέλω».
+
+Βγήκε. Άκουσα που άνοιξε την πόρτα του Νίκου και σε λίγο που την
+ξανάκλεισε.
+
+«Δεν αδειάζει τώρα», μου είπε ξαναμπαίνοντας.
+
+«Αδειάζει δεν αδειάζει. Έχω ανάγκη να τονέ δω, άντε ξαναπές του».
+
+«Σύρε πες του το μοναχός σου».
+
+«Άντε, κάμε μου τη χάρη. Πες του πως θα φύγω», την ξαναπαρακάλεσα.
+
+«Πού θα πας να φύγης;»
+
+«Σπίτι μου».
+
+«Γιατί;»
+
+«Δε με βαρέθηκες τόσον καιρό;»
+
+«Γιατί να σε βαρεθώ; Τι μου κάνεις να σε βαρεθώ;»
+
+Πήρε κι άναψε τη λάμπα και περίμενε να ζεσταθή το γιαλί για να της
+δώση φως.
+
+«Να ζήσης, σύρε πες του Νίκου», της ξαναείπα και ξαναέκαμα να της
+πιάσω το χέρι.
+
+«Δεν πάω, σου είπα· θα με φωνάξη». Μ' έσπρωξε κ' έδωσε φως της λάμπας.
+Την κοίταξα. Είδα πως φορούσε πάλι τα πασουμάκια.
+
+«Τα ξανάβαλες; Δεν είπες — ;»
+
+«Δεν είδες πώς μούρχουνται και τα παπούτσια», μ' έκοψε κ έτρεξε όξω.
+
+Αποφάσισα να πάω να μπω στην κάμαρα του Νίκου κι ότι θέλει ας γίνη. Μα
+καθώς έκαμα να βγω από την πόρτα, η Μαρία ξαναήρθε φορώντας τα
+καινούργια παπούτσια.
+
+«Βλέπεις, δεν είναι κοντά, που είπε η θεια. Εδώ μοναχά με μαζώνει
+λίγο, μα θ' ανοίξη μου είπε ο Νίκος». Έβαλε το πόδι στην καρέκλα και
+μούδειξε το μέρος. Έπειτα το κατέβασε, σήκωσε λίγο το φουστάνι και
+μούδειξε πάλι τα παπούτσια.
+
+«Καλά, ωραία είναι», της είπα και στάθηκα και την κοίταξα.
+
+Σε λίγο ήρθε η θεια, κατόπι ο θειος και καθήσαμε και φάγαμε. Ο Νίκος
+παράγγειλε πως δεν αδειάζει και του πήγε η Μαρία το φαγί στην κάμαρά
+του.
+
+Την άλλη μέρα, ότι ξύπνησα, πήγα ίσια και χτύπησα στην πόρτα του. Άμα
+άκουσε πως είμαι γω, άνοιξε κ' ήρθε στη σάλα, Είτανε με το πουκάμισο
+μονάχα και μ' ένα λινό πανταλόνι. Στα πόδια του είχε δεμένους κάτι
+πάτους, που μοιάζανε πιότερο με γουρουνοτσάρουχα παρά με αρχαία
+πέδιλα, καθώς τα ήθελε να είτανε. Στο χέρι του κρατούσε την πέννα.
+
+«Θα πλευριτώσης, κακομοίρη», του είπα, σαν τον είδα που άνοιξε την
+πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι.
+
+«Μέσα είναι κακός αέρας», μου απάντησε· «τι με θέλεις; Λέγε γλήγορα».
+
+«Ξέρεις, λέω να φύγω», μουρμούρισα.
+
+«Καλά θα κάμης· κατευόδιο».
+
+Τον κοίταξα: «Δεν έχεις να μου δώσης τίποτα;»
+
+«Τι να σου δώσω;»
+
+«Το εικοσιπεντάρικο το ξέχασες;»
+
+«Α ναι· αν έχω να σ' το δώσω».
+
+«Πώς δεν έχεις; Προψές είδα — »
+
+«Αυτά είναι για να τυπώσω το δράμα μου», μ' έκοψε κ' έκαμε να φύγη.
+
+Τον κράτησα: «Ασ' ταστεία. Το θέλω για τα ναύλα μου».
+
+«Καλά, να λογαριάσω και σου λέω ύστερα», είπε και τράβηξε να μπη στην
+κάμαρά του.
+
+«Τι ύστερα! Τώρα θα μου το δώσης», φώναξα τρέχοντας πίσω του.
+
+«Τώρα γράφω», απάντησε.
+
+Και μπήκε μέσα και συρτώθηκε.
+
+Το μεσημέρι ήρθε πάλι και κάθισε στο τραπέζι. Ντυμένος όπως και την
+περασμένη μέρα. Έρριξε μερικές ματιές σε όλους μας, πότε αδιάφορες,
+πότε περιπαιχτικές, λάγγεψε, μουρμούρισε στίχους, λογόπαιξε με κάτι
+που είπε ο πατέρας του, χτύπησε τη Μαρία στο χέρι που δεν κρατούσε
+καλά το περούνι, έκοψε το φαγί στη μέση και κάπνισε ένα τσιγαρέτο·
+έπειτα, όταν απόφαγε, σηκώθηκε να πάη στην κάμαρά του. Το βράδι δεν
+παρουσιάστηκε. Το άλλο μεσημέρι ήρθε στο τραπέζι κ' έκαμε τα ίδια.
+
+Πέρασαν έτσι τέσσερες πέντε μέρες. Δοκίμασα να τονέ ζυγώσω, στάθηκε
+αδύνατο. Του έστειλα σημείωση με τη Μαρία, μα δεν έλαβα απόκριση.
+Αναγκάστηκα να γράψω του πατέρα μου να μου στείλη τα έξοδα για να
+γυρίσω σπίτι. Και περίμενα. Απένταρος καθώς είμουνα δεν μπορούσα να
+μπω ούτε στον καφενέ να σκοτώσω την ώρα μου. Στο σπίτι είταν αδύνατο
+να υποταχτή κανείς στην πειθαρχία που μας είχε βάλει ο Νίκος, να μη
+μιλούμε δυνατά, να πατούμε στα δάχτυλα. Από τάλλο μέρος η γκρίνια των
+γερόντων όλο και δυνάμωνε. Οι άνθρωποι που τους είχανε δώσει τα καπνά
+τους, σα μάθανε πως ήρθε ο Νίκος, γυρεύανε λογαριασμό κι ο Νίκος δεν
+μπορούσε να βρη ακόμα τη σημείωση πόσα πούλησε και πόσα άφησε. Ο
+πατέρας του άρχισε να φοβάται μήπως τα πούλησε όλα κ' έφαγε τα
+χρήματα, όξω από τις πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές, που του είχε
+στείλει με τη Μαρία το βράδι που ήρθε. Έγραψε στο μεσίτη, που του είπε
+ο Νίκος πως είχε αφήσει τα καπνά, μα απάντηση δεν ερχότανε. Δεν έμενε
+άλλο παρά να πάη κάποιος στη Σύρα και να ξετάση να μάθη την αλήθεια.
+Μα ποιος να πάη; Ο θειος δεν κοτούσε. Μια φορά δοκίμασε να βγη όξω από
+το σύνορο του τόπου του κ' η εξουσία του βουλευτή του δεν έφτασε ως
+εκεί να τονέ γλυτώση. Έπρεπε να πουλήση γλήγορα γλήγορα η θεια ένα
+κομάτι οικόπεδο που είχε, για να πληρωθή ένας δανειστής που τον
+προσωποκράτησε. Φαίνεται ναπομένανε κι άλλοι απλήρωτοι κι ο θειος δεν
+αποφάσιζε να ξαναταξιδέψη. Έτσι έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω να δω τι
+γίνανε τα καπνά και να τους γράψω. Μου δώσανε τα έξοδα και τράβηξα στη
+Σύρα.
+
+Εκεί έμαθα: Πρώτα πως ο Νίκος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη τον. Έπειτα
+πως αφού δοκίμασε να πουλήση τα καπνά και δεν του δίνατε την τιμή που
+γύρευε, τάφησε στο μεσίτη και τράβηξε σε διάφορες δόσες απάνω από
+χίλιες πεντακόσιες δραχμές. Περσότερες δεν του έδωσε ο μεσίτης.
+
+Δε συλλογιόμουνα τόσο το Νίκο όσο τους γερόντους εκεί που μια μέρα
+ολάκερη δίσταζα να τους μηνήσω αυτά που έμαθα. Ρώτησα το μεσίτη σαν τι
+μπορούσανε να πιάσουν τα καπνά. Άλλες δυόμισυ χιλιάδες το πολύ, μου
+είπε, αν φροντίσω να τα παζαρέψω μόνος μου. Αποφάσισα τέλος να τα
+γράψω αυτά στο θειο μου, όταν άξαφνα έλαβα γράμμα του Νίκου. Μου
+γύρευε πρώτα να τονέ συμπαθήσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε τις
+τελευταίες μέρες. Άμα όμως συλλογιστώ, μου έλεγε, πως τα ποιητικά έργα
+γεννιούνται με πόνους σαν τα παιδιά, και πως ο αληθινός ποιητής
+καταντά νευρικός σαν τη γυναίκα, θα τονέ νοιώσω και δε θα θελήσω να
+τον εκδικηθώ, μη στρέγοντας στη χάρη που μου γυρεύει αδερφικά. Όπως
+κάμω ας κάμω. Πρέπει να τονέ σώσω τη φορά αυτή και να μη φανερώσω στον
+πατέρα του πως τράβηξε τόσα χρήματα από το μεσίτη. Το λιγώτερο τα μισά
+πρέπει να σκεπαστούνε.
+
+Έδειξα το γράμμα στο μεσίτη, γυρεύοντας τη βοήθεια του. «Τα κατάλαβα»,
+μου είπε, «από το γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας του. Μα μια και
+γνώριζα το Νίκο, ανάβαλα ναπαντήσω. Βάλε λοιπόν τα δυνατά σου να
+πουλήσης τα καπνά περσότερο». Με σύστησε στον έναν και στον άλλον κι
+άρχισα να τρέχω και να παζαρεύω, αφού έγραψα στο μεταξύ του θειου μου
+και γύρεψα τη γνώμη του. Με άφησε λεύτερο να τα δώσω όσο μπορώ
+καλήτερα. Μόνο να μην ταφήσω και να φύγω με παρακάλεσε. Περάσανε τρεις
+βδομάδες για να καταφέρω να σκεπάσω τα μισά απ' όσα είχε πάρει ο Νίκος
+και να παραδώσω στα χέρια της θειας μου, καθώς μου το απαίτησε ρητά,
+κοντά τρεις μετρητές χιλιάδες.
+
+Ως τόσο το εμπορικό μου κατόρθωμα δεν είτανε τόσο μεγάλο όσο το
+φαντάστηκα. Οι τρεις χιλιάδες μόλις φτάσανε να πληρωθούν εκείνοι που
+είχανε δώσει του θειου μου τα καπνά τους. Όχι μόνο για το προικιό της
+Μαρίας δεν περίσσεψε λεφτό, μα ούτε για τον υπομοίραρχο δεν έμεινε να
+πάρη τους τόκους του αυτόν το χρόνο.
+
+Ο πατέρας μου είχε στείλει στο μεταξύ εκεί τα έξοδα του ταξιδιού μου
+και θέλησα να φύγω αμέσως την άλλη μέρα. Μα η θεια ήθελε σώνει και
+καλά να με κρατήση όσο να περάσουν τα Χριστούγεννα που ερχόντανε σε
+λίγες μέρες.
+
+Ο Νίκος με δέχτηκε στην κάμαρά του το ίδιο βράδι, μου πρότεινε μάλιστα
+να κοιμηθώ στον καναπέ του γιατί έκανε κρύο στη σάλα.
+
+«Αδύνατο να σ' ενοχλήσω», του είπα.
+
+«Μην είσαι αστείος», είπε, «μη θυμάσαι τις προάλλες. Είχα κάποιο λόγο
+τότε».
+
+Δέχτηκα. Άμα όμως ήρθε η ώρα για να πέσουμε, είδα πως πήρε το καπέλο
+του κ' έφυγε δίχως να μου πη πού πάει. Γύρισε τα χαράματα και την άλλη
+μέρα ξύπνησε όταν εμείς είχαμε πια αποφάει. Από τη Μαρία έμαθα πως τη
+ζωή αυτή την έκανε από δυο βδομάδες.
+
+«Και πού ξενυχτά;» τη ρώτησα.
+
+Σήκωσε τους ώμους.
+
+«Έχει καμιά αγαπητικιά;»
+
+Έφυγε δίχως ναπαντήση. Είδα πως δε φορούσε πια τα πασουμάκια και πως
+είτανε πιο πολύ χλωμή κι ανόρεχτη.
+
+Το απόγεμα με φώναξε ο Νίκος στην κάμαρά του. Είχε φάει και ντυνότανε.
+
+«Νωρίς ξύπνησες», του είπα.
+
+«Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα».
+
+«Θα τέλειωσες το δράμα σου και γλεντάς τώρα».
+
+«Σ — »
+
+«Μπα, δεν το τέλειωσες; Ακόμα;»
+
+«Μπορεί κανένας να εργαστή δω μέσα; Στην προστυχιά, στην αηδία. Με
+τέτοια χτήνη γύρω του. Άσ' τα. Έρχεσαι νάβγουμε όξω;»
+
+«Πού να πάμε;»
+
+«Στον καφενέ. Πού αλλού; Εκεί περνώ τη σιχασιά μου όσο να φύγω».
+
+«Τόχεις για την Αθήνα πάλι;»
+
+«Ποια Αθήνα! Τι να κάμω εκεί στην άλλη μούχλα;»
+
+«Αλλά;»
+
+«Στη Γερμανία θα πάω».
+
+Χαμογέλασα.
+
+«Δεν το πιστεύεις; Να, δες, μαθαίνω και γερμανικά»
+
+Έβγαλε από την τσέπη του ένα φυλλάδιο και μου τόδωσε. Είτανε αλήθεια
+ένα κομάτι από γερμανική μέθοδο, από κείνες που πουλούνε στους
+δρόμους.
+
+«Και τι θα κάμης στη Γερμανία;»
+
+«Να δω τη Γερμανία. Τι με κοιτάς; Όποιος δεν έχει δει τη Γερμανία δεν
+είναι άνθρωπος. Δεν ξέρει τι θα πη ζωή. Γελάς ε; Τόσο νοιώθεις.
+Νάμουνα σαν εσένα, θα πήγαινα να πάρω εκεί το δίπλωμά μου».
+
+«Δος μου χρήματα — »
+
+«Τι χρήματα; Αφορμές· γιατί σου λείπει η ζωή μέσα σου. Τι με κοιτάς;
+Εδώ είναι καιρός χαμένος. Άκου τι μου γράφει ο Πάλας».
+
+Έβγαλε από την τσέπη του ένα πολυσέλιδο γράμμα και μου διάβασε μερικά
+μέρη. Αν είτανε πρωθυπουργός, έλεγε, θάστελνε όλα τα παιδιά να
+σπουδάζουνε στη Γερμανία και θάκοβε μισθούς σ' όλους τους συγγραφείς
+και καλλιτέχνες να παν εκεί να δούνε τη ζωή με τα στραβά τους. Έτσι
+μόνο μπορούσε να γίνη στο ρωμέικο ένα στουρμ και ντραγγ».
+
+«Τι, τι;» ρώτησα.
+
+«Ύστερα σου λέω γι' αυτό· άκουσε πρώτα παρακάτω: Μόνο αν μπάσουμε το
+γερμανικό πνεύμα, θα μπορέσουμε να ζήσουμε. Για να ζήση κανένας,
+πρέπει πρώτα να βρη τον εαυτό του, πράμα που μόνο εδώ στη Γερμανία
+γίνεται. Εδώ θα καταλάβης την αρχαία Ελλάδα, εδώ θα νοιώσης τον
+Αισχύλο και τον Παρθενώνα, άμα ακούσης την ένατη συμφωνία και μπης
+στους κόσμους του Μπαΐκλιν. Θαντικρύσης το μεγάλο, θα αισθανθής το
+τραγικό βάθος της αιωνιότητας, που αν δεν ακούσης τον ψαλμό της μέσα
+σου, μην το στοχάζεσαι πως θα δημιουργήσης. Αυτό που βλέπεις γύρω σου
+είναι ψευτιά. Αυτού δεν ξέρει κανένας τι θα πη ζωή, αυτού δε νοιώθει
+τίποτες κανένας. Ό,τι σας ξιππάζει αυτού, εδώ το ξέρουνε κ' οι
+κελνερίνες — »
+
+«Τι είναι κελνερίνες;» ρώτησα.
+
+«Θηλυκά γκαρσόνια. Πρέπει να ξέρης πως οι άντρες στη Γερμανία δεν
+κάνουν ταπεινωτικές δουλειές».
+
+«Αλλά τι κάνουν;»
+
+«Αντρικές δουλειές. Πρώτα πρώτα γίνουνται στρατιώτες όπως στην αρχαία
+Ελλάδα».
+
+«Δε σε πολυκαταλαβαίνω», του είπα.
+
+Γέλασε: «Θάτανε αφύσικο κιόλα να καταλάβαινες. Η Γερμανία δε νοιώθεται
+έτσι εύκολα. Έλα πάμε».
+
+
+
+8
+
+
+
+Με τράβηξε ίσια στον καφενέ. Ένας κύριος με γιαλιά και μαλλιά
+μισόψαρα, μας έγνεψε από ένα τραπέζι. Ο Νίκος τονέ χαιρέτησε γερμανικά
+και γερμανικά έκαμε τη σύστασή μας. Ο κύριος, αφού είπε κατιτίς του
+Νίκου, γύρισε και με ρώτησε γερμανικά κάτι και μένα.
+
+«Δεν ξέρετε γερμανικά;» είπε άμα είδε πως τον κοίταξα με ανοιχτό
+στόμα.
+
+«Ούτε τόνομά σας δεν κατάλαβα», του απάντησα.
+
+«Δόκτορ Ζαμπακίδης», είπε και μου ξαναέδωσε το χέρι.
+
+Ο Νίκος άρχισε να μιλή μαζί του γερμανικά. Μα για να συνεννοηθούν,
+έπρεπε να ξαναλένε κ' οι δυο τη φράση ρωμέικα.
+
+«Προχώρεσε, βλέπω, ο ξάδερφος μου στα γερμανικά», είπα για να πω κάτι
+και γω.
+
+«Πολύ. Έχει ταλέντο κ' ενθουσιασμό γι' αυτήν τη γλώσσα. Κ' είναι
+αλήθεια ωραία γλώσσα».
+
+«Έχω ακούσει το εναντίο», είπα.
+
+Ο Νίκος γέλασε: «Ταρέσουνε τα γαλλικά. Άμα ακούω γαλλικά σβηούμαι στα
+γέλια».
+
+«Όχι δα· μην είσαι υπερβολικός· και τα γαλλικά είναι ωραία γλώσσα»,
+είπε ο Ζαμπακίδης.
+
+«Ωραία για καλαμπούρια. Αστεία σαν το λαό που τη μιλεί. Με πιανουν τα
+νεύρα μου νακούω για φραντσέζους», φώναξε ο Νίκος λαγγεύοντας.
+
+«Πού τους ξέρεις τους φραντσέζους;» του είπα.
+
+«Γνώρισα ένα σωρό· όλοι γελοίοι. Έπειτα ξέρω δυστυχώς τη φιλολογία
+τους. Για γυναίκες. Έθνος που δεν έχει έναν ανώτερο ποιητή, ένα
+μουσικό, ένα ζωγράφο της προκοπής. Αφίνω δα φιλόσοφο· κανέναν!»
+
+«Ξέχασες το Ρουσσώ, για να σου πω μονάχα έναν», είπε ο Ζαμπακίδης.
+
+«Έστω· μα κι αυτόνε τον καταδιώξανε. Ο Μεγάλος Φρειδερίκος τον έσωσε,
+όπως έσωσε και το Βολταίρο».
+
+Ο Ζαμπακίδης τον κοίταξε.
+
+«Δεν τους σώζει ένας Ρουσσώ», ξακολούθησε ο Νίκος· «έπειτα κ' εκατό
+Ρουσσώ νάχανε βγάλει, δεν εξιλεώνεται το κακό που κάμανε στην
+ανθρωπότητα».
+
+«Ποιο κακό;» ρώτησα.
+
+«Την επανάσταση».
+
+«Κ' έκαμε κακό η επανάσταση;»
+
+«Τι μεγαλήτερο κακό ήθελες! Έβγαλε στη μέση τη μεσαία τάξη».
+
+«Και την επιστήμη», είπε ο Ζαμπακίδης.
+
+«Ποια επιστήμη; Την άρνηση της ζωής; Δε μ' αφίνεις, αδερφέ Δημητρό·
+τάπαμε τόσες φορές· βαριούμαι τη συζήτηση».
+
+«Είσαι υπερβολικός· έπειτα μου φαίνεται πως συγχύζεις λίγο τα
+πράματα», είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.
+
+«Εγώ συγχύζω ή εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται;» φώναξε ο Νίκος: «Ή
+γιατί σου αρνούμαι την ωφέλεια της επιστήμης σου για τη ζωή; Δε σου το
+απόδειξα προχτές πως η επιστήμη έφαγε την αρχαία Ελλάδα; Είδες τι
+αλλιότικα έγινε στη Ρώμη. Βλέπεις και τη Γερμανία σήμερα».
+
+«Μα σου είπα, πως δε σε κατάλαβα καλά», είπε ο Ζαμπακίδης.
+
+«Γι αυτό σούδωσα κ' εγώ να διαβάσης το άρθρο μου, για να με καταλάβης
+καλήτερα».
+
+«Δεν το κατάλαβα περσότερο από τα λόγια σου». Ο Ζαμπακίδης χαμογέλασε.
+
+«Βέβαια θα πρόσεξες στη γλώσσα», είπε ο Νίκος κι αρχίσανε να συζητούνε
+το γλωσσικό ζήτημα. Ο Ζαμπακίδης έλεγε πως η γλώσσα πρέπει νάχη μια
+γραμματική, ο Νίκος υποστήριζε πως γραμματική είναι το ατομικό
+αίσθημα. Θέλησα νανακατευτώ κ' εγώ στην κουβέντα, μα τα μπέρδεψα
+γλήγορα και σώπασα.
+
+«Άσ' τα τώρα κ' έλα να κάμουμε το μάθημά μας», του είπε τέλος ο
+Ζαμπακίδης.
+
+Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του το φύλλο της γερμανικής γραμματικής.
+
+Πήρα μιαν εφημερίδα να διαβάσω για να μην τους ενοχλώ.
+
+Δε θα περάσανε πέντε λεπτά όταν άκουσα τη φωνή του Ζαμπακίδη:
+
+«Α, α! Έτσι δεν κάνουμε τίποτα· πώς θα πάμε παρακάτω;»
+
+«Σου είπα, τη γραμματική τη βαριούμαι», είπε ο Νίκος και χασμουρήθηκε.
+
+«Τότε άφησε την ιδέα να μάθης γλώσσα. Χωρίς γραμματική είναι κόποι
+άδικοι», ξαναείπε ο Ζαμπακίδης.
+
+Ο Νίκος γέλασε: «Σαν και με νοιάζει εμένα η γλώσσα; Τα στουρμ και
+ντραγγ δε γίνουνται με τη γραμματική».
+
+Και σηκώθηκε.
+
+«Άντε κάμε το στην πρέφα τώρα. Καθήσανε και σε καρτερούνε», του είπε ο
+Ζαμπακίδης με χαμόγελο.
+
+Πράματις σ' ένα τραπέζι παραπέρα προσμένανε το Νίκο δυο κύριοι με την
+τράπουλα στο χέρι.
+
+Ο Ζαμπακίδης με κοίταξε μια στιγμή, άμα έφυγε ο Νίκος, δίχως να
+μιλήση.
+
+«Αυτό είναι το μάθημα που κάνετε;» ρώτησα γελώντας.
+
+«Τα παίρνει αψά τα πράματα», μου απάντησε σα να μην πρόσεξε το ρώτημά
+μου: «Έτσι και τώρα με τη Γερμανία».
+
+«Σπουδάσατε στη Γερμανία;» ρώτησα.
+
+Έγνεψε με το κεφάλι.
+
+«Νομικά;»
+
+«Όχι· φιλοσοφία και γεωλογία».
+
+«Κ' εξασκείτε — ;»
+
+«Γεωπονία στον κήπο μου», είπε με χαμόγελο.
+
+Τον κοίταξα.
+
+«Σας φαίνεται παράξενο;» μου είπε — «αυτού τέλειωσε το δικό μου στουρμ
+και ντραγγ».
+
+«Τι είναι αυτό το στουρμ και ντραγγ; Δε με φωτίζετε!»
+
+«Πνευματικός αναβρασμός, πώς να σας το πω: κάτι σαν αυτό που θέλει να
+κάμη τώρα ο ξάδερφος σας» .
+
+Και μου ξήγησε την ιστορική του σημασία.
+
+«Και κάματε κ' εσείς εδώ ένα τέτοιο πράμα;» τονέ ρώτησα.
+
+«Έκαμα! θέλησα δηλαδή να κάμω, όπως κι ο Νίκος».
+
+«Είστε ποιητής κ' εσείς;»
+
+«Πού να βρεθώ ποιητής; Σας είπα, σπούδασα γεωλογία».
+
+Τον κοίταξα λίγο περίεργα.
+
+Χαμογέλασε: «Ξαφνίζεστε, βλέπω. Νομίζετε πως δεν μπορεί να ονειρευτή
+κ' ένας γεωλόγος ένα στουρμ και ντραγγ;»
+
+Ξακολούθησα να τον κοιτάζω.
+
+«Ε λοιπόν, παρόμοια σαν τον ξάδερφό σας θέλησα κ' εγώ ναναμορφώσω».
+
+«Τον κλάδο σας;» ρώτησα σαν είδα πως σώπασε.
+
+«Τι κλάδο μου! Μόνο τον κλάδο μου;»
+
+«Τι άλλο;»
+
+«Την κοινωνία ολάκερη, τη ζωή, τον κόσμο. Ν' ανατρέψω τον ίδιον το
+θεό».
+
+«Πώς; με τι τρόπο; Με τη γεωλογία;»
+
+«Μάλιστα, με τη γεωλογία».
+
+«Δε σας καταλαβαίνω· για πέτε μου», είπα σαν τον είδα πως ξανασώπασε
+κοιτάζοντας κατά το τραπέζι που είχε καθήσει ο Νίκος.
+
+«Τι να σας πω; Σας είπα σπούδασα στη Γερμανία. Πολλά απ' αυτά που λέει
+ο Νίκος τάκουσα κ' εγώ εκεί. Ίσως κάπως λιγώτερο συγχυσμένα, μα αυτό
+δεν έχει να κάμη. Φτάνει πως τάκουσα και φτάνει πως κατάλαβα πως η ζωή
+δεν πάει τον ίσιο δρόμο της. Ή είστε αντίθετης γνώμης;»
+
+Συμφώνησα για να μην τονέ διακόψω.
+
+«Ε λοιπόν, πίστεψα πως σ' αυτό φταίει η θρησκεία και βιάστηκα να πάρω
+τα διπλώματά μου και να γυρίσω εδώ να τη χτυπήσω».
+
+«Πώς να τη χτυπήσετε;»
+
+«Να πώς. Κατάφερα τρεις άλλους φίλους μου, που σπουδάζανε κι αυτοί στη
+Γερμανία, και κάναμε ένα σύλλογο, ομάδα, καθώς την είπαμε. Μαζέψαμε
+αναμεταξύ μας κάμποσα χρήματα, έγραψα εγώ μια μελέτη αναιρώντας την
+ιδέα του θεού και τη μωσαϊκή κοσμογονία με τη θεωρία της γνώσης και με
+τη γεωλογική επιστήμη, δέσαμε τις βαλίτσες μας, ήρθαμε στην Αθήνα και
+ρίξαμε την μπόμπα».
+
+«Ποια μπόμπα;»
+
+«Τη μελέτη μου, που την τυπώσαμε σε βιβλίο με χρήματα της κάσσας μας».
+
+Σώπασε μια στιγμή χαμογελώντας.
+
+«Ε, και — ;» έκαμα να ρωτήσω.
+
+«Το αποτέλεσμα θέλετε να πήτε; Κάποιος καλόγερος, αρχιμαντρίτης ή
+δεσπότης δε θυμούμαι, αναίρεσε σε μιαν εφημερίδα τη φιλοσοφική βάση
+της μελέτης μου. Τη γεωλογική μου την κουρέλιασε κάποιος υφηγητής της
+γεωλογίας, αποδείχνοντας πως είχα κάμει σφάλματα στη μετάφραση των
+κειμένων που είχα παραθέσει στο βιβλίο μου».
+
+«Κ' εσείς δεν απαντήσατε;«
+
+«Τι ναπαντούσα; Ο συνάδερφός μου γεωλόγος είχε δίκιο στα σφάλματα που
+μου βρήκε. Γι' αυτό επιμένω τώρα του Νίκου να μην καταφρονή τη
+γραμματική!»
+
+«Και του καλόγερου δεν του απαντήσατε;»
+
+«Αυτού είχα να του απαντήσω. Μα πού; Ποια εφημερίδα μού άνοιγε τις
+στήλες της να χτυπήσω τη θρησκεία;»
+
+«Γιατί δεν τυπώνατε νέο βιβλίο;»
+
+«Με τι χρήματα; Ο πατέρας μου δε μου ξανάστειλε πεντάρα. Δεν ήθελε
+ούτε να με δη, σαν έμαθε πως τάβαλα με το θεό».
+
+«Κ' η κάσσα σας;»
+
+«Ποια κάσσα;»
+
+«Του συλλόγου που είπατε».
+
+«Ο σύλλογός μας διαλύθηκε».
+
+«Γιατί;»
+
+«Οι σύντροφοι μου δεν τον περιμέναν τέτοιον πόλεμο. Οι δυο απ' αυτούς
+μάλιστα με αποκηρύξανε στον τύπο, άμα διαδόθηκε πως είχαμε κρυφή
+εταιρία για να πολεμήσουμε τη θρησκεία».
+
+«Τόσο θάρρος είχανε;»
+
+«Τι θάρρος; Κάμανε σα γνωστικοί άνθρωποι. Ο ένας είναι τώρα γιατρός με
+μεγάλη πελατεία, ο άλλος τμηματάρχης σε κάποιο υπουργείο. Ο τρίτος,
+που μου έμεινε πιστότερος, δικηγορεί στο ειρηνοδικείο του χωριού του».
+
+«Κ' έπειτα τι έγινε;»
+
+«Αφού ναυάγησε η θρησκευτική ανατροπή, γυρίσαμε το νου με αυτόν τον
+τρίτο σε άλλη ανταρσία. Θελήσαμε να σηκώσουμε αναβρασμό σε άλλη
+σφαίρα».
+
+«Σε ποια;»
+
+«Τι ανάγκη να το μάθετε; Φτάνει να σας πω πως έλαβε τέλος χειρότερο. Ο
+σύντροφός μου κατάντησε στο ειρηνοδικείο που σας είπα, κ' εγώ αφού
+πείνασα και γυμνήτεψα κάμποσα χρόνια στην Αθήνα, γύρισα εδώ σαν πέθανε
+ο πατέρας μου και καλλιεργώ τον κήπο κ' ένα μικρό αμπελάκι που μου
+άφησε, σα δεν μπορούσε να με αποκληρώση ολότελα».
+
+«Τόσο κατάκαρδα το πήρε που είσαστε άθρησκος;»
+
+«Εγώ περσότερο που είταν εκείνος θρήσκος. Όταν αργότερα, που έμαθε πως
+δυστυχώ, μου έγραψε να γυρίσω σπίτι, του έβαλα τον όρο να μην πατήση
+παπάς στο κατώφλι αν με θέλη νάρθω. Δεν το δέχτηκε και δεν ήρθα ούτε
+στο θάνατό του, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες».
+
+«Τόσος φανατισμός!»
+
+«Αρχές, βλέπετε· &πριντσίπιεν&, καθώς τις λένε στη γλώσσα που αγαπά ο
+ξάδερφός σας».
+
+«Και μένετε πιστός σ' αυτές;»
+
+«Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο λόγος μας είτανε για τον ξάδερφό σας, που
+παίρνει κι αυτός αψά τα πράματα και βιάζεται να πάη στη Γερμανία».
+
+«Είστε της ιδέας να μην πάη;»
+
+«Εγώ; Θεός φυλάξοι! Να μη βιαστή του λέω μονάχα. Να καθήση κανένα
+χρόνο ακόμα εδώ μαζί μου, να μάθη κάπως τα γερμανικά. Κ' έπειτα —
+πιστεύω θα σας είπε — »
+
+Κούνησα το κεφάλι δίχως να το θέλω.
+
+«Για τη δουλειά που λέμε, θάναι πιο σίγουρο να περιμείνουμε ένα χρόνο
+ακόμα».
+
+Τον κοίταξα.
+
+«Ακούστε λοιπόν να σας τα πω με τη σειρά, αν δε βαριέστε»,
+ξακολούθησε. «Καθώς σας είπα, έχω έναν κήπο στο σπιτάκι που κάθουμαι.
+Στην εξοχή είναι, μα πολύ κοντά. Αν θέλετε, έρχεστε καμιά μέρα με το
+Νίκο να δήτε τα κουνέλια, τις κότες και τις μαλτέζικες κατσίκες μου.
+Αυτό είναι όλο το ζωικό βασίλειο μου μαζί μ' ένα μαντρόσκυλο και δυο
+γάτες. Το φυτικό είναι πλουσιώτερο· ελάτε μόνος να το δήτε. Τώρα ας
+σας πω για το αμπελάκι μου, γιατί αυτό έχει σχέση με το θέμα. Καθώς
+θακούσατε, τα κρασιά του τόπου δεν αξίζουν και πολύ· δεν ξέρει ο
+κόσμος να τα κάμη, δε νοιάστηκε κανένας να τον οδηγήση».
+
+«Μα άκουσα πως η Κυβέρνηση», έκαμα να πω.
+
+«Παρακαλώ, αφήστε την Κυβέρνηση. Δεν μπερδεύουμαι στα πολιτικά. —
+Είναι αλήθεια πως λίγοι με συμπαθούν εδώ στον τόπο κι αυτοί πολύ λίγο.
+Μα εγώ τον αγαπώ. Βλέπετε εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα — αδυναμία τέλος,
+καθώς το λέει ο Νίκος. Από τη σκληρή ζωή, που έχω κάμει τόσα χρόνια,
+συνήθισα τόσο στην απλότητα, ώστε να μου φτάνη μόνο ο κήπος μου για να
+συντηρούμαι. Έτσι το αμπελάκι μου απομένει σαν περίσσεμα να πήτε. Μια
+στιγμή σκέφτηκα να το χαρίσω στο δήμο για τους φτωχούς κ' έτσι να
+γλύτωνα από το βάσανό του. Μα ύστερα στοχάστηκα πως θα το τρώγαν οι
+πλούσιοι και μου ήρθε μια άλλη ιδέα. Να κάμω δοκιμές μονάχος μου σ'
+αυτό, πώς μπορούσε να καλητερέψη ο φυτός του τόπου και να γίνη το
+κρασί περσότερο της προκοπής. Να σας διηγηθώ τους τρόπους που έβαλα σ'
+ενέργεια, θα σας κουράση. Φτάνει να μάθετε πως ήρθα σ' ευχάριστα
+αποτελέσματα· βρήκα μια μέθοδο να μην ξυνίζη το κρασί πριν από το
+χρόνο, καθώς το παθαίνουν όλα εδώ. Το μόνο που με βασανίζει ακόμα
+είναι το χρώμα. Δεν μπορώ να βρω το μέσο να το κάνω τόσο κιάρο όσο
+χρειάζεται. Γι' αυτό λέω του Νίκου να μη βιάζεται. Έχω ελπίδες να το
+καταφέρω ίσια με το χρόνο».
+
+Και δε δείξατε τη μέθοδό σας και στους άλλους, να την εφαρμόσουνε κι
+αυτοί;»
+
+Χαμογέλασε: «Φαίνεστε που δεν ξέρετε ακόμα τον κόσμο. Ποιος ακούει από
+μέθοδο; Ο κόσμος για να πειστή, θέλει να δη πρώτα θετικά πράματα. Ο
+καλήτερος ο τρόπος για να διαδώσης ένα νέο πράμα είναι να το εφαρμόσης
+πραχτικά. Κ' εγώ για να πείσω εδώ τον κόσμο, πρέπει να μπορέσω να
+διαδώσω την εφεύρεση μου όξω από τον τόπο. Μα γι' αυτό εγώ είμαι
+ανίκανος. Αδύνατο να πείσω τον εαυτό μου νάβγη πια όξω από αυτόν τον
+τόπο».
+
+«Γιατί;»
+
+«Πολλά ρωτάτε. Σας φαίνουμαι παράξενος; Ας σας το πω. Γιατί φοβούμαι
+μην πεθάνω. Και δεν είναι παράξενο μην πεθάνω από το φόβο μου μόλις
+βγω από το σύνορο του τόπου».
+
+«Τόσο φοβάστε το θάνατο;»
+
+«Όχι τον ίδιον το θάνατο, μα το θάνατο όξω από το τόπο μου.
+Παραξενεύεστε ε; Ας σας το πω κι αυτό: ο πόθος μου είναι να θαφτώ σ'
+αυτό το χώμα που γεννήθηκα, ναναπαυτώ στον τάφο των γονιών μου, πλάι
+στον πατέρα μου». Σώπασε μια στιγμή: «Ναι, πλάι στον πατέρα μου, μη με
+κοιτάτε», ξακολούθησε με χαμόγελο· «θα θυμάστε που σας είπα πως δεν
+ήρθα να τονέ δω που πέθαινε, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες. Αχ
+να ξέρατε τι παράξενος που είναι ο άνθρωπος και τι κρυφές δίπλες έχει
+η ψυχή του. Τι ωφελεί, αν θαρρή κανένας πως μπορεί και τις ξεδιαλύνει.
+Κ' εγώ φαντάζουμαι πως το μπορώ, ωστόσο κάθε Παρασκευή πάω στον τάφο
+του πατέρα μου και του ανάβω ένα κερί. Αλλά με κάματε κ' έφυγα από την
+ομιλία μας. Τι λέγαμε;»
+
+«Πως δε θέλετε να ταξιδέψετε».
+
+«Α ναι. Λοιπόν έπρεπε να βρω κάποιον άλλον — »
+
+«Και διαλέξατε το Νίκο;» τον έκοψα γελώντας.
+
+«Μη γελάτε, το ξέρω όσο κ' εσείς πως δεν είναι ο κατάλληλος. Πρώτα
+γιατί είναι άνθρωπος που ακούει μόνο τις ορμές του. Τώρα τον είδατε,
+άφησε το μάθημά μας, ξέχασε τα μεγάλα όνειρα για τη διασκέδαση της
+στιγμής. Έπειτα δεν είναι κείνος που θάπαιρνε το έργο αυτό με την ψυχή
+του, με την αγάπη του κοινού καλού. Το παίρνει μόνο για τον εαυτό του,
+γιατί του γίνεται μέσο να πάη στη Γερμανία. Μα εμένα μου φτάνει αυτό.
+Το ζήτημά μου είναι να βγη το κρασί μου όξω από την Ελλάδα. Άμα τα
+καταφέρω αυτό, θα πειστή ο κόσμος και θάρθη μόνος του να μου γυρέψη να
+τονέ φωτίσω, αντίς να τρέχω τώρα εγώ να τον πείσω με τα λόγια. Κ' έτσι
+τελειώνει πια το έργο μου. Το σκούντημα θέλω να δώσω γω, τα παραπέρα
+έρχουνται μόνα τους. Θα τους ξυπνήση όλους το συμφέρο. Με καταλάβατε
+τώρα;»
+
+«Σας κατάλαβα. Μα ο Νίκος!»
+
+«Ας τονέ βοηθήσουμε κι αυτόν να γίνη μέγας. Καλό και τούτο για τον
+τόπο. Να βγάλη ένα μεγάλον ποιητή».
+
+«Μεγάλος ποιητής ο Νίκος;» Γέλασα πάλι.
+
+«Γιατί όχι; Δεν έχει τόσους το ρωμαίικο; Κ' ένας ο Νίκος παραπάνω».
+
+«Δεν τονέ συμβουλεύετε καλήτερα να πιάση μια δουλειά να ζήση», είπα.
+
+Χαμογέλασε: «Φαίνεται πως δε σάλεψε μέσα σας η ορμή για το μεγάλο. Να
+τονέ συμβουλέψω; Μα δε σας είπα πριν την ιστορία μου; Θαρρείτε πως δε
+με συμβουλέψανε κ' εμέ; Αχ δεν το ξέρετε πως κάνει ευτυχισμένον τον
+άνθρωπο η ιδέα πως είναι κατιτίς ξεχωριστό σ' αυτόν τον κόσμο. Μη
+νομίσετε πως θα σώσετε τον κόσμο, αν ξερριζώσετε τέτοιες ορμές».
+
+«Όχι τον κόσμο, μα ένα νέο ήθελα να σώσω».
+
+Γέλασε δυνατά τώρα: «Δοκιμάστε αφού το θέλετε. Ωστόσο πιο πραχτικό
+θάτανε, ανίσως δοκιμάζατε κατιτίς άλλο. Και γι' αυτό θα σας χρωστούσα
+κ' εγώ χάρη. Δεν ξέρω αν το προσέξατε πως είμαι ανήσυχος όλη την ώρα
+που μιλούμε. Έτσι είμαι πάντα σαν κάθεται να παίξη ο Νίκος. Σηκώνουμαι
+γλήγορα και φεύγω. Αφίνω στη μέση και το σκάκι μου, που παίζω κάποτε
+μ' ένα γιατρό. Και τώρα αν δεν έπιανα μ' εσάς εδώ κουβέντα, θα είχα
+φύγει από ώρα. Μη με κοιτάτε, δεν μπορώ να σας το πω, πολύ περσότερο
+να το ξεστομίσω στον ίδιον. Εσείς έχετε θάρρος πιο πολύ μαζί του. Σας
+λέω πως δυστυχώς το ξέρουν κι άλλοι εδώ μέσα και το μουρμουρίζουνε. Δε
+θάθελα να είμαι μπροστά, αν βγη ολότελα στο φόρο. Γι' αυτό φεύγω! Αν
+νοιώθετε από το παιγνίδι που παίζει, πηγαίνετε καθήστε κοντά του μια
+στιγμή, βεβαιωθήτε μόνος σας και κάμετε το χρέος σας Κάντε μου αυτή τη
+χάρη και συμπαθάτε με που σας αφίνω».
+
+Και μου έδωσε το χέρι του κ' έφυγε. Μου είχε πει την υποψία του
+καθαρώτερα απ' όσο φανταζότανε και πρώτη ιδέα μου κ' εμέ είτανε να
+σηκωθώ να φύγω. Μα η περιέργεια με κράτησε κι αποφάσισα και πήγα και
+κάθησα κοντά στο Νίκο. Δεν άργησα να το βεβαιωθώ πως είτανε
+συνεννοημένος με τον έναν από κείνους, που παίζανε μαζί, και γελούσανε
+τον άλλον.
+
+«Δεν ταφίνεις τώρα νάβγουμ' όξω λίγο», του είπα σιγά μια στιγμή που
+είδα πως μπορούσε ναφήση το παιγνίδι.
+
+«Γύρισε σε λίγο να με πάρης», απάντησε. Κέρδιζε κ' είτανε σε καλή
+διάθεση και πείραζε τον άλλον που έχανε.
+
+Βγήκα έναν περίπατο και ξαναγύρισα. Τονέ βρήκα τώρα ξαναμμένο. Δεν
+έπιανε καλό χαρτί και τα είχε βάλει μ' έναν παπά, που είχε καθήσει στο
+πλευρό του κ' έκανε χάζι το παιγνίδι. Δυοτρείς άλλοι, που καθόντανε
+γύρω, γελούσανε και κάνανε νόημα του παπά να μη σηκωθή.
+
+Ξανάφυγα και γύρισα άμα νύχτωσε. Δεν είταν ο παπάς εκεί και κάθησα
+κοντά στο Νίκο.
+
+«Θαργήσης ακόμα;» τονέ ρώτησα.
+
+«Τώρα καθώς έμπλεξα», μου απάντησε· «δε βλέπεις πόσα μ' έχουνε
+γραμμένον. Κάτσε λίγο, μπας και μου φέρεις γούρι».
+
+Κάθησα, μα δεν τον ωφέλησα.
+
+«Μου το κρέμασες κ' εσύ· άντε φεύγα. Πες σπίτι πως θα φάω όξω απόψε»,
+μου είπε δίχως να γυρίση να με δη.
+
+
+
+9
+
+
+
+Η Μαρία πήρε το βράδι τη δουλειά της κ' ήρθε στην κάμαρα.
+
+«Δεν ξέρεις πώς σε καρτερούσα νάρθης», γύρισε και μου είπε άξαφνα.
+
+«Πολύ που σ' έννοιασε πούφυγα», μουρμούρισα.
+
+Σα να μη μ' άκουσε: «Πού πήγατε το απόγεμα;» με ρώτησε.
+
+«Περίπατο, στον καφενέ — »
+
+«Κι αυτός γιατί δεν ήρθε να φάη; Πού τον άφησες;»
+
+«Στον καφενέ».
+
+«Έπαιζε τα χαρτιά, ε;»
+
+Κούνησα το κεφάλι.
+
+«Δε σου είπε τίποτας;»
+
+«Τι να μου πη;»
+
+«Δε σου είπε πως τοιμάζεται να φύγη;»
+
+«Τι λέει ο Νίκος! Τόχεις πως τα παίρνω μετρητά;»
+
+«Κι όμως να δης θα φύγη· και θα πάη χαμένος. Γι' αυτό σ' ήθελα. Να του
+πης τίποτα, μπα και του γύριζες το κεφάλι».
+
+«Με τι χρήματα να φύγη; Ποιος του δίνει;»
+
+«Θα το δης που θα του δώσουν», είπε και σώπασε μια στιγμή. Ύστερα μου
+διηγήθηκε πως ο Νίκος είχε σφίξει πάλι τη μάννα του για χρήματα.
+Άκουσε πως θα κάμη δάνειο για να πληρώση τον τόκο του γαμπρού της και
+γυρεύει, σώνει και καλά να δανειστή και γι' αυτόνε χίλιες δραχμές.
+Στερνή φορά λέει και τάζει πως δε θα ξαναγυρέψη τίποτες. Παρατιέται κι
+από κληρονομιές κι απ' όλα. Φτάνει να τονέ σώση τώρα.
+
+«Θα τον πάρουνε στο λαιμό τους», είπα.
+
+«Αυτό λέω και γω. Να τόλεγες και συ του θειου σου. Φοβάμαι θα τον
+καταφέρη ο Νίκος».
+
+«Τι θα μου δώσης να του το πω;» της απάντησα κοιτάζοντάς τηνε με
+χαμόγελο.
+
+Σαν το συλλογίζουμαι τώρα, δεν μπορώ να το πιστέψω πως είχα την καρδιά
+να βρω μια τέτοια απάντηση. Μα καθώς καθόταν αγνάντια μου, τυλιγμένη
+με το κόκκινο σαλάκι της, μου θύμισε εκείνο το βράδι ένα μήνα
+πρωτήτερα, που μου σφουγγάρισε την κάμαρα και μου άναψε και τη φωτιά.
+Όλος ο μήνας σα να μην είχε περάσει για μένα τη στιγμή αυτή, σα να μην
+είχε έρθει ο Νίκος και γω σα να μην έλειψα. Κ' έβλεπα μόνο τα μάτια
+της που γυαλίζανε υγρά και τα μάγουλά της που καίγανε.
+
+Σηκώθηκα και της έπιασα το χέρι, μα φοβήθηκα. Είτανε κρύο κ' έτρεμε.
+
+«Τι είσαι έτσι; τι έπαθες;» τη ρώτησα.
+
+«Μ' έπιασε πάλε κρύο· θα μου ξανάρθη θέρμη», μουρμούρισε και μάζεψε το
+πλέξιμό της: «Πάω να πέσω».
+
+Έφυγε κ' έπεσα και κοιμήθηκα και γω.
+
+Το άλλο πρωί τη βρήκα πάλι ορθή και δούλευε σαν πάντα, μα είταν
+κίτρινη και φαινότανε πως έσερνε με κόπο τα πόδια της.
+
+Ο Νίκος ξύπνησε την ημέρα αυτή νωρίτερα. Είχε διάθεση, μιλούσε και
+γελούσε κ' είτανε ξεχωριστά περιποιητικός στη μάννα του.
+
+Σαν αποφάγαμε, έβγαλε και μούδωσε ένα πούρο. Ο πατέρας του δε θέλησε
+να πάρη· τονέ χτυπούσε στο κεφάλι.
+
+«Πάμε μέσα να το καπνίσουμε, μην πειράξη η μυρουδιά τη μητέρα», μου
+είπε και σηκώθηκε.
+
+Περάσαμε στην κάμαρά του κ' η Μαρία μας έφερε κει τον καφέ.
+
+«Έλα, τι έρριξες τα μούτρα; Λες πως σε ξέχασα εσένα; Βάλε το χέρι σου
+στην τσέπη μου», της είπε ο Νίκος.
+
+Η Μαρία το έβαλε κ' έβγαλε από κει ένα χαρτί, που είχε κάτι τυλιγμένο
+μέσα: «Δεν το θέλω, είναι από τα χαρτιά», είπε και το άφησε στο
+τραπέζι.
+
+«Κουτή! Έλα δω, το πήρα επίτηδες για σένα», την κράτησε ο Νίκος καθώς
+έκαμε να φύγη.
+
+Στάθηκε και τον κοίταξε: «Το λες, αλήθεια;»
+
+«Θα σε γελάσω για ένα παλιοκορκέτο;»
+
+Η Μαρία το πήρε από το χέρι του κ' έφυγε.
+
+«Γιατί τη γελάς;» του είπα.
+
+Με κοίταξε: «Ε, δεν είναι καλό το πούρο;»
+
+«Πού το βρήκες; Λαθραίο θα είναι».
+
+«Αν έχης υποψίες και συ, μην το φουμάρης». Ρούφηξε τον καφέ του και
+κάπνισε: «Άμα έφυγες εψές, τους τσάκισα· οχτακόσια καπίκια τους πήρα»,
+είπε φυσώντας τον καπνό.
+
+«Γι' αυτό έχεις σημέρα όρεξη».
+
+Δεν απάντησε.
+
+Νόμισα πως βρήκα την περίσταση να του πω εκείνο που ήθελα: «Δε μου
+λες, γιατί παίζεις χαρτιά;» τονέ ρώτησα.
+
+«Γιατί μ' αρέσει».
+
+«Γι' αυτό μόνο;»
+
+«Για τι άλλο;» Με κοίταξε παράξενα.
+
+Δεν μπόρεσα να του το πω κοφτά και γύρεψα να βρω κάποιον τρόπο: «Μα δε
+λυπάσαι τον καιρό που χάνεις;» του είπα.
+
+«Ωχ, αδερφέ! θα μ' αρχίσης τώρα με ωφελιμισμούς;» απάντησε ζαρώνοντας
+τα μούτρα· «μου φτάνει ο Ζαμπακίδης κι ο κριτικός των «Προπυλαίων».
+
+«Δε μου λες, τι είναι αυτός ο Ζαμπακίδης;» άλλαξα ομιλία.
+
+«Ένας αγαθός ηλίθιος. Ανθρωπάκος».
+
+«Μα αυτός έζησε στη Γερμανία!»
+
+«Χωρίς να τη γνωρίση. Νάχης δει τη Γερμανία και να μιλής για κοινές
+ωφέλειες, να ξέρης πως ο Φάουστ έκαψε την καλύβα του Φιλήμονα και της
+Βαυκίδας και να τσαμπουνάς για δικαιοσύνη και ηθική», είπε και
+σηκώθηκε να περπατήση.
+
+«Πώς, δεν υπάρχει ηθική στη Γερμανία;» τονέ ρώτησα.
+
+«Τι θα πη ηθική;» μου απάντησε απότομα· «ο δυνατός στέκει απάνω απ'
+όλες αυτές τις κουταμάρες».
+
+«Ώστε μπορεί να κλέβη κιόλα;» Τον κοίταξα κατάματα.
+
+Μου φάνηκε σα να κοκκίνησε. Μα η Μαρία μπήκε μέσα και μας έκοψε:
+«Θάρθης να φάμε απόψε;» τονέ ρώτησε.
+
+«Γιατί ρωτάς;» της είπε μισοαπότομα.
+
+«Τόχω να φτιάσω πήττα. Α δεν έρθης, να την αφήσω γι' αύριο το γιόμα».
+
+«Καλά, ας τηνε γι' αύριο το γιόμα».
+
+Η Μαρία έφυγε.
+
+«Ορίστε τώρα», φώναξε ο Νίκος, «να χάσης τη λευτεριά σου για ένα
+κομάτι σπανακόπηττα. Κι αυτό λέγεται ζωή. Αχ πότε θα γλυτώσω από δω
+μέσα!» Έσφιξε τους γρόθους και κοίταξε το ταβάνι: «Να σε κράζη όξω η
+ζωή, να σε προσμένη ο κόσμος, και συ νάσαι κλεισμένος σ' ένα κλουβί
+μαζί με χτήνη».
+
+«Έλα, σήκω πάμε».
+
+«Πού να πάμε;»
+
+«Άλλος πάλε από δω. Πρέπει να του δώσω λόγο που θα πάμε! Ξέρεις πως
+είσαι βαρετός και συ;»
+
+«Το ξέρω, μα στον καφενέ δεν έρχουμαι».
+
+«Μια στιγμή μόνο· να με γλυτώσης μη με μπλέξη ο Ζαμπακίδης κ' ύστερα
+φεύγεις».
+
+«Τόχεις να κάτσης πάλε στα χαρτιά;»
+
+«Ω διάβολε, λογαριασμό θα σου δώσω!» Έκαμε να πάρη το καπέλο του. Τον
+κράτησα: «Μπορώ να σου πω κάτι;» του είπα.
+
+«Τι θες;»
+
+«Έρχουμαι μαζί σου, μα με τη συμφωνία — »
+
+«Να μην παίξω, ε;»
+
+«Όχι να μην παίξης. Να μην παίξης μόνο, καθώς έπαιζες εχτές».
+
+«Πώς έπαιζα;»
+
+«Ξέρεις, κάτι νοιώθω από το παιγνίδι — ».
+
+«Ε και — ;»
+
+«Ο τρόπος που έπαιζες δε μ' άρεσε».
+
+Με κοίταξε.
+
+«Ούτε κι ο τρόπος που έπαιζε ο δεξιός σου». Τον κοίταξα και γω
+κατάματα.
+
+Δεν μπόρεσε να μην κοκκινήση: «Αναιδέστατε», μουρμούρισε, άδραξε το
+καπέλο του κ' έφυγε.
+
+Το βράδι δεν ήρθε να φάη κ' η Μαρία μπήκε, ετοίμασε την κάμαρα για τη
+νύχτα κ' έφυγε δίχως να καθήση.
+
+Σε λίγο πήρα να γδυθώ και γω να πέσω, όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα
+αγάλια και παρουσιάστηκε ο Νίκος.
+
+«Πέφτεις να κοιμηθής;» με ρώτησε δίχως να βγάλη το καπέλο του.
+
+«Αν έχης όρεξη, ξαναντύνουμαι», είπα.
+
+«Όχι, δεν ήρθα για να κάτσω, ήρθα να μου δώσης χρήματα».
+
+«Έχω δυοτρείς δραχμές — σ' τις δίνω, αν τις θέλης».
+
+«Χωρατεύεις. Το λιγώτερο ένα εικοσιπεντάρικο».
+
+Είχα ένα μοναχό εικοσιπεντάρικο κι αυτό ραμμένο στη φανέλα μου να μην
+το χάσω. Είταν από κείνα που μου έστειλε ο πατέρας μου για έξοδα να
+φύγω κι ούτε μου πέρασε στο νου να του το δώσω.
+
+«Λέγε, μου δίνεις ή να φύγω;» είπε βιαστικά.
+
+Του έδειξα το σακκάκι μου, που είχα κρεμάσει στην καρέκλα: «Εκεί έχω
+το πορτοφόλι μου· άνοιξε και πάρε όσα βρης».
+
+Πήγε, το πήρε και βρήκε μέσα τρεις δραχμές. Με κοίταξε με χαμόγελο:
+«Δεν έχεις άλλες; Λες αλήθεια;»
+
+Στενοχωρήθηκα.
+
+«Δε σου περίσσεψε κάνας παπούς από το ταξίδι;» είπε πετώντας το
+πορτοφόλι στην καρέκλα και τσεπώνοντας τις τρεις δραχμές.
+
+Τον κοίταξα ξαφνισμένος.
+
+«Σε ποια κάλτσα τονέ φυλάς; Έλα βγάλ' τον».
+
+Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στο κεφάλι: «Νίκο!» μουρμούρισα.
+
+Γέλασε: «Στάσου να σε ψάξω».
+
+Έμεινα μαρμαρωμένος.
+
+«Μπαγαπόντη», είπε κι άνοιξε την πόρτα κ' έφυγε.
+
+Να τρέξω πίσω του να τονέ φωνάξω και να του γυρέψω λόγο; Να τονέ βάλω
+να με ψάξη, να του δείξω το εικοσιπεντάρικο, το γράμμα του πατέρα μου,
+να ξυπνήσω το θειο να του γυρέψω το λογαριασμό από τα έξοδά μου; Τι
+θάβγαζα με όλ' αυτά; Θάφερνα μόνο στο σπίτι μια ταραχή περσότερο.
+Βρήκα πιο φρόνιμο να σωπάσω και το πρωί να σηκωθώ να φύγω. Εκεί που τα
+συλλογιζόμουν αυτά, με τρόμαξε ανοίγοντας σιγά η πόρτα κατά τη σάλα.
+Τάχασα ολότελα, όταν είδα τη Μαρία να μπη πατώντας στα νύχια και
+μισόγδυμνη.
+
+«Γλύτωσέ με», μου είπε μόλις ανασαίνοντας και σμίγοντας τα χέρια
+μπροστά στο σαγόνι της. Χέρια και φωνή της τρέμανε.
+
+«Τι είναι;» ρώτησα, «τι έπαθες;»
+
+«Σώσε με· μ' έστειλε να — ». Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια, κλαίοντας
+πνιχτά.
+
+«Πού σ' έστειλε;»
+
+«Να — να πάρω — »
+
+«Τι να πάρης;»
+
+«Στην τσέπη του πατέρα του».
+
+Έμεινα άφωνος.
+
+«Καρτερεί μέσα· θα με πνίξη, α δεν του πάω».
+
+«Μην πας μέσα· κάτσ' εδώ», της είπα.
+
+«Α δεν πάω, θα πάη να πάρη ο ίδιος. Δεν τον ξέρεις. Δος μου ό, τι
+έχεις να του πάω, να ζήσης!» Έπιασε τα χέρια μου, τρέμοντας πάντα
+ολόβολη.
+
+Ξήλωσα τη φανέλα μου και της έδωσα το εικοσιπεντάρικο που είχα.
+
+Η Μαρία έφυγε και σε λίγο άκουσα την οξώπορτα, που άνοιξε και
+ξανάκλεισε σιγά. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και σαν πήρε και
+ξημέρωνε σηκώθηκα και βγήκα όξω. Μου είταν αδύνατο ναπαντηθώ με το
+Νίκο, άμα θα ερχότανε.
+
+
+
+10
+
+
+
+Άμα γύρισα, κοιμότανε στην κάμαρά του. Βρήκα τη Μαρία που συνταζότανε
+να πλύνη την τραπεζαρία και το θειο μου φορτωμένον το σακκούλι του να
+πάη όξω στο χτήμα, να φέρη ψωμί στους αργάτες.
+
+Θάρθω και γω μαζί σου», του είπα.
+
+«Έλα και γυρίζουμε το γιόμα», απάντησε.
+
+Είχα αποφασίσει να του γυρέψω αυτουνού να με δανείση όσα μου
+χρειαζόντανε να φύγω κι άμα βγήκαμε στο δρόμο, άρχισα να ψάχνω να βρω
+τον τρόπο πώς να του το πω. Όσες φορές είχα μιλήσει μαζί του για τη
+δική μου τη δουλειά, με συμβούλεψε νακούσω τον πατέρα μου. Και τώρα
+του είπα πως είχα τάχα φόβο μην ο πατέρας μου θυμώση, που δε γυρίζω
+σπίτι τις γιορτές.
+
+«Δε ντρέπεσαι, παιδί μου», μου απάντησε, «σαν κ' έμεινες σε ξένο σπίτι
+για να θυμώση; Θα σε κρατούσαμε μεις, αν ξέραμε πως θα θύμωνε;»
+
+«Αυτό λέω, δεν έπρεπε να με κρατήσετε».
+
+«Α δεν είχε άλλα παιδιά ο πατέρας σου, δε σε κρατούσαμε. Μα αυτός έχει
+ένα σωρό και μείς είμαστε μοναχοί μας. Α δεν είχαμε και σένα, θα μας
+είχε πιάσει απελπισία. Τη βλέπεις τη ζωή που κάνουμε».
+
+Είδα πως ο τρόπος, που άνοιξα την ομιλία, δεν είταν ο σωστός. Αντίς να
+φέρω στη μέση το δικό μου το ζήτημα, ξανάκρισα την ιστορία του Νίκου
+κι ο θειος, μια και του θύμησα τον πόνο του, δεν εννοούσε να σωπάση.
+Άρχισε να κλαίη τη μοίρα του και να μου ξαναλέη πράματα, που τα είχα
+ακούσει πολλές φορές. Αναγκάστηκα να τον παρηγορήσω γω»:
+
+«Μην τα παίρνης έτσι κατάκαρδα», του είπα· «με τον καιρό θα φρονιμέψη
+ο Νίκος».
+
+«Σα γεράση; Σα μας αφανίση και μας φάη εμάς; Δεν τον είδες τώρα,
+τόρριξε και στα χαρτιά. Πού βρίσκει τα χρήματα ήθελα να ξέρω».
+
+«Σαν και παίζει με χρήματα; Παίζει να περνά την ώρα του», είπα.
+
+«Αχ έβγα μια νυχτιά όξω να τονέ δης αν παίζη για να περνά την ώρα.
+Παίζει πασέτα ως την αυγή· όπου φτάση, με όλους τους ρεμπεσκέδες, τους
+χειρότερους παλιάθρωπους. Μια βραδιά πριν έρθης πιάστηκε κιόλας,
+δάρθηκε με κάποιονε. Χάρη δική μου δεν τον πήρανε στην αστυνομία. Ας
+τα, μην τα μελετάς. Νάτανε στο χέρι μου, θα τούδινα λεφτά να φύγη».
+
+«Και πού να πάη;» είπα.
+
+Μου διηγήθηκε όσα είχα μάθει από τη Μαρία κι από το Ζαμπακίδη.
+
+«Τα παίρνεις σοβαρά κ' ελόγου σου τα σκέδια του Ζαμπακίδη;» ρώτησα
+λιγάκι ξαφνισμένος.
+
+«Βρε φέρε μου λεφτά και βλέπεις! Λες πως δεν το σκέφτηκα πρωτήτερα από
+το Ζαμπακίδη να κάμω κρασί τη σταφίδα μου; Πού είναι μοναχά
+ταναθεματισμένα τα χρήματα!» Αναστέναξε και μου ιστόρησε πώς και τι
+θάκανε, αν είχε χρήματα.
+
+Σα φτάσαμε στο χτήμα, ο θειος ξέχασε το Νίκο. Μου μίλησε για τις
+δουλειές του εκεί. Είπε στους αργάτες τι να κάμουνε, μου έφτιασε καφέ,
+τάγισε το σκύλο του και γυρίσαμε το μεσημέρι σπίτι.
+
+Μα καθώς κάναμε νανεβούμε τη σκάλα, έτρεξε πίσω μας η θεια και μας
+κράτησε: «Ελάτε δω», μας είπε και μας τράβηξε στο πλυσταριό αποκάτω
+από τη σκάλα του σπιτιού.
+
+«Τι είναι;» ρώτησε ξαφνισμένος ο θειος.
+
+«Μας έκλεισε όξω ο Νίκος. Τον ξύπνησε η Μαρία με το σφουγγάρισμα, την
+έδειρε την κακομοίρα, μπήκα στη μέση να τη γλυτώσω, μούδωσε και μένα
+μια και μας πέταξε και τις δυο όξω με τις σπρωχτιές. Μην τα ρωτάς·
+μαζεύτηκε όλη η γειτονιά!»
+
+«Θα πάω να φέρω την αστυνομία. Τον κερατά, δε βαστιέται άλλο. Θα μας
+βγάλη κι από το σπίτι μας», αγρίεψε ο θειος.
+
+Τον έμπασα στο πλυσταριό.
+
+«Μηδά αυτό, μηδά δε ράγισε και τον καθρέφτη !», ξακολούθησε η θεια,
+«αφίνω δα το δόλιο το κορίτσι, που θα πουντιάση έτσι βρεμμένο που
+είναι. Δεν είχαμε ούτε σπίρτα νανάψουμε κάνε φωτιά. Ντράπηκα να πάω
+στη γειτονιά».
+
+Γύρισα κ' είδα τη Μαρία μαζεμμένη σε μιαν άκρη. Είχε το κεφάλι της
+σκυμμένο κι ούτε γύρισε να μας κοιτάξη.
+
+«Θα πάω στον αστυνόμο», ξαναφώναξε ο θειος.
+
+«Πάμε καλήτερα να σπάσουμε την πόρτα», του είπα.
+
+Μα η θεια δεν άφησε, για να μην ξαναμαζέψουμε τον κόσμο.
+
+«Τι διάολο, νηστικοί θα κάτσουμε;» φώναξε ο θειος «θα κάηκε και το
+φαγί, φοβάμαι· ή τόχες κατεβασμένο;» ρώτησε τη Μαρία.
+
+Εκείνη δεν αποκρίθηκε.
+
+Πρότεινα νανάψουμε φωτιά και να καθήσουμε όσο να φύγη ο Νίκος και
+νανοίξη η πόρτα. Μα ο θειος πεινούσε και ξαναφοβέριξε πως θα πάη στον
+αστυνόμο να τονέ μάθη γνώση. Η θεια του θύμησε πως έπρεπε να τονέ μάθη
+γνώση τότε που είτανε μικρός κι όχι τώρα καθώς τον άφησε και
+κατάντησε. Ο θειος θύμωσε περσότερο και της φώναξε πως αυτή φταίει που
+δεν άκουσε να τον κάμουν απόπαιδο, καθώς το αποφάσισε πολλές φορές.
+Έτσι με τη λογομαχία των γερόντων πέρασε κάμποση ώρα, όσο που ακούσαμε
+νανοίξη απάνω η οξώπορτα κ' έπειτα πατήματα, που κατεβαίνανε στη
+σκάλα. Ο θειος έκαμε να πεταχτή, μα τον κράτησα κ' έκλεισα την πόρτα.
+Από τη χαραμάδα είδα το Νίκο, που πέρασε στην αυλή με σιγανό ήσυχο
+βήμα και σκυμμένες πλάτες καθώς πάντα.
+
+Ανεβήκαμε στο σπίτι κι ο θειος έτρεξε ίσια στην κουζίνα. Το φαγί δεν
+είχε πιάσει. Ο Νίκος είχε φροντίσει και το κατέβασε· έφαγε πρώτα κ'
+έπειτα έφυγε.
+
+Η Μαρία δεν ήρθε στο τραπέζι. Το βράδι έμαθα από τη θεια πως έπεσε στα
+ρούχα θερμασμένη πάλι. Την άλλη μέρα δε σηκώθηκε. Ξαναπαρουσιάστηκε
+την τρίτη, που είτανε Χριστούγεννα. Είταν αλλασμένη και στα πόδια της
+τριζοβολούσαν τα παπούτσια, που της είχε φέρει ο Νίκος.
+
+Το μεσημέρι, όταν μπήκα στην τραπεζαρία για να φάμε, βρήκα το Νίκο και
+μιλούσε με τον πατέρα του. Είτανε σε καλή διάθεση και σαν αποφάγαμε
+ξανάβγαλε να μου δώση ένα πούρο.
+
+«Με σκοτίζει», είπα και δεν το πήρα.
+
+Γέλασε: Άλλος Ζαμπακίδης, που δεν μπόρεσε να το συνηθίση στη
+Γερμανία».
+
+Σε λίγο ακούστηκε η μπασιά που άνοιγε κι ο Νίκος έτρεξε γοργά στην
+κάμαρά του. Ήρθανε κάποιοι δικοί του θειου. Τους γνώριζα κι αρχίσαμε
+να μιλούμε όταν καθήσανε. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Μαρία ήρθε και
+μου ένεψε στην πόρτα. Σηκώθηκα και πήγα.
+
+«Σε θέλει μέσα ο Νίκος», μου είπε.
+
+«Πες του, δεν μπορώ ναφήσω τους ανθρώπους», απάντησα. Μα πριν προφτάσω
+να ξαναμπώ στην τραπεζαρία, ο Νίκος με άδραξε από τον ώμο:
+
+«Έλα μέσα, ηλίθιε», φώναξε.
+
+Να δοκίμαζα να του ξεφύγω, θάκανα θόρυβο· τον άφησα, να με τραβήξη.
+
+«Τι αγαπάς;» είπα μπαίνοντας στην κάμαρα.
+
+«Καταλαβαίνεις που είσαι γελοίος; Τι με κοιτάς; Έλα κάτσε, κάτι έχω να
+σου πω».
+
+«Τι να μου πης;»
+
+«Να μου κάμης συντροφιά· δεν τους βαριέσαι κείνους μέσα. Έπειτα έχουμε
+και κάποιους λογαριασμούς μαζί».
+
+Σαν τον είχα δει πρωτήτερα με τόση διάθεση, νόμισα πως θα είχε
+κερδίσει την περασμένη νυχτιά κ' ήθελε να μου πληρώση εκείνα που μου
+χρωστούσε και να με καλοπιάση πάλι μ' αυτό, κατά τη συνήθεια του. Με
+την ιδέα αυτή κάθησα.
+
+«Έλα, πάρε κάπνισέ το τώρα που ξεθύμωσες», μου είπε βγάζοντας πάλι ένα
+πούρο από την τσέπη του.
+
+«Με σκοτίζει», ξαναείπα.
+
+«Δε σου τόπα πως είσαι γελοίος: Φαίνεσαι που δε νοιώθεις τη ζωή», είπε
+και περπάτησε στην κάμαρα, σωπαίνοντας λίγες στιγμές: «Για να σου πω»,
+γύρισε έπειτα σταματώντας μπροστά μου, «τι σούλεγε χτες η μάννα μου;»
+
+«Τι μούλεγε;»
+
+«Εσύ ξέρεις τι σούλεγε».
+
+«Δε μ' αφίνεις!» έκαμα αδιάφορα.
+
+«Τι να σ' αφήσω; Είναι ζήτημα σοβαρό για μένα και περίμενα πως θα με
+βοηθούσες και συ».
+
+«Σε τι να σε βοηθήσω εγώ;» του είπα.
+
+«Ξέρεις σε τι· δεν είναι ανάγκη να μου κρύβεσαι».
+
+Τον κοίταξα μην ξέροντας τι να του πω.
+
+«Έλα· άσ' τα αυτά. Θα μου κάμης τη χάρη να πης της μάννας μου να μου
+δώση εκείνα που της γυρεύω», ξακολούθησε.
+
+«Εγώ να της πω;»
+
+«Ναι, εσύ».
+
+«Μη με μπερδεύης εμένα, σε παρακαλώ».
+
+«Τότε μην μπερδεύεσαι μόνος σου και μην της λες να μη μου δώση
+πεντάρα», μου απάντησε απότομα και με κοίταξε στα μάτια.
+
+Πράματις την περασμένη μέρα μου είχε μιλήσει η μάννα του για τη
+στενοχώρια, που την έβαλε γυρεύοντάς της πάλι χρήματα. Φαίνεται πως ο
+Νίκος είτανε ξυπνημένος κ' ήρθε στην πόρτα της σάλας κι άκουσε πως εγώ
+της είπα να μην του δώση πεντάρα. Μπλέχτηκα λοιπόν και νόμισα πως
+έπρεπε να κάμω το θυμωμένο για να γλυτώσω:
+
+«Δε με ξεφορτώνεσαι», του είπα και σηκώθηκα.
+
+«Δεν ξέρω ποιος φορτώθηκε τον άλλον θαρρώ πως έπρεπε να βαρεθής πια —
+», μου απάντησε.
+
+«Να μένω εδώ θέλεις να πης;» ρώτησα θυμώνοντας σταλήθεια: «Δος μου το
+εικοσιπεντάρικο που μου χρωστάς και θα σου τόχω χάρη εγώ να φύγω».
+
+«Πιστεύω εσύ να μου χρωστάς καναδυό άλλα», είπε.
+
+Τον κοίταξα ξαφνισμένος.
+
+«Το κέρδος έπρεπε να το μοιράσουμε», ξακολούθησε χαμογελώντας.
+
+«Παραείσαι άτιμος», του φώναξα.
+
+Με κοίταξε χαμογελώντας πάντα: «Μεταξύ μας τώρα; Δεν αφίνεις τις
+τιμιότητες γι' αλλουνούς; Πόσα έχεις ακόμα στη φανέλα;»
+
+Τα έχασα σταληθινά.
+
+«Για στάσου να σε ψάξω», είπε κ' έκαμε ναπλώση απάνω μου.
+
+«Άντε να χαθής», του είπα και γύρισα να βγω από την πόρτα.
+
+«Θέλεις νάρθη το κορίτσι για να τα βγάλη, ε; Ή λες πως δεν το ξέρω
+γιατί μου έστρωσες εδώ;» ξαναφώναξε χαμογελώντας.
+
+Δεν μπόρεσα να κρατηθώ· του έσφιξα μια στο στόμα. Αδραχτήκαμε.
+Ακούσανε από μέσα την ταραχή κ' ήρθαν και μας χωρίσανε. Το μόνο, που
+μου έμενε, είτανε να πάρω το καπέλο μου να φύγω, αφίνοντας το Νίκο να
+'βρίζη πίσω μου και μέ και τους γονιούς του, που με μπάσανε στο σπίτι
+τους.
+
+Να μείνω πια στου θειου μου είταν αδύνατο. Έπρεπε να φύγω αμέσως με
+όποιον τρόπο. Στην απελπισία μου ήρθε στο νου μου ο Ζαμπακίδης. Τονέ
+βρήκα στον καφενέ, του είπα ό, τι μπορούσα να του πω από την ιστορία
+και του γύρεψα να με βοηθήση να φύγω. Το έκαμε πρόθυμα και το άλλο
+πρωί έφυγα με το βαπόρι.
+
+Γύρισα σπίτι μου. Σε κάνα μήνα η θεια μας έγραψε πως ο Νίκος έφυγε και
+πάει με κρασιά στη Γερμανία. Αυτή δεν ήθελε να του δώση χρήματα, μα ο
+Νίκος είχε τον πατέρα του με το μέρος του και της είταν αδύνατο να
+βαστάξη την διπλή γκρίνια.
+
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
+
+
+
+1
+
+
+
+Σε λίγους μήνες ήρθα πάλι στην Αθήνα να ξαναδώσω εξέτασες. Τον ξάδερφο
+μου τον ξαναθυμήθηκα μια μέρα μόνο, που απάντησα στο δρόμο το
+Βελαδράπα και με ρώτησε για κείνον. Ο Βελαδράπας όμως ήξερε πιο πολλά
+από μένα: δηλαδή πως ο Νίκος είχε στείλει σε κάποια εφημερίδα έξοχες
+εντύπωσες από το ταξίδι του. Η περιγραφή της Βενετίας κι ο τρόπος που
+ένοιωσε, λέει, τη Βενετσιάνικη τέχνη κάμανε μεγάλη αίσθηση σε όσους
+καταλαβαίνουν από τέχνη κι ο ύμνος του στο σύνορο της Γερμανίας είτανε
+μεγαλόπρεπη λυρική έμπνευση. Αριστοκρατική. Κατιτίς πινδαρικό και
+ντανουντσιακό.
+
+«Είναι ζενιάλ ο ξάδερφός σου», μου είπε ο Βελαδράπας και μου έταξε πως
+θα μου στείλη τα φύλλα με τις ταξιδιωτικές εντύπωσες του Νίκου.
+
+Την άλλη μέρα προτίμησε να μου τα φέρη ο ίδιος για να μη χαθούνε στο
+ταχυδρομείο. Έλαβε μάλιστα τον κόπο να μου τα διαβάση μόνος του. Δεν
+κατάλαβα πολλά πράματα. Τα μισά κιόλας είτανε γερμανικά και δυστυχώς
+κι ο Βελαδράπας δεν ήξερε να μου τα ξηγήση. Έπειτα άκουγα στην αράδα
+ονόματα που δεν τα γνώριζα. Μου φανήκανε σαν είδος ψυχοχάρτι, σαν
+τρισάγιο. Το μόνο που κατάλαβα καλήτερα είτανε πως δεν ξέρω ποια
+εικόνα ή ποιο τοπείο θύμησε στο Νίκο κάποιο ποίημα του Βελαδράπα και
+τα παράθεσε.
+
+«Δεν είναι το καλήτερό μου», είπε αφού το διάβασε.
+
+«Έχετε πολλά γραμμένα;» τονέ ρώτησα.
+
+«Τυπωμένα μόνο δυο τόμους λυρικά και τρία δράματα. Αν θέλετε, σας τα
+στέλνω».
+
+Διαμαρτυρήθηκα για την τιμή, που δε μου άξιζε. Ως τόσο την άλλη μέρα
+μου έφερε πάλι ο ίδιος όλους τους τόμους του με αφιέρωση κολακευτική
+και διαφορετική στον καθέναν. Δυο απ' αυτούς είχανε και την εικόνα του
+μπροστά μπροστά. Τον ευχαρίστησα και του έταξα πως θα τους διαβάσω
+όλους, άμα ξαδειάσω. Για την ώρα έκοψα μια από τις εικόνες και την
+κάρφωσα στον τοίχο.
+
+Μια άλλη μέρα ξαναπέρασε από το σπίτι μου, μα δεν κάθησε πολύ όταν του
+είπα πως σε λίγες μέρες θάδινα εξέτασες. Μου προσφέρθηκε να μιλήση σ'
+έναν καθηγητή που τονέ γνώριζε στενά και την ημέρα που θα ξεταζόμουνα
+τονέ βρήκα και με καρτερούσε στην αυλή του Πανεπιστημίου. Κάθησε ως το
+τέλος κι όταν άκουσε πως με κάμανε προλύτη, έτρεξε να με παρηγορήση κ'
+έμεινε μαζί μου ως τα μεσάνυχτα. Το άλλο το πρωί ήρθε και με πήρε από
+το σπίτι μου. Με φίλεψε καφέ όξω στο «Σωκράτη», που πήγαμε και
+καθήσαμε, με δάνεισε ένα δίδραχμο, άμα είδε πως είμουν απένταρος, και
+το βράδι μούδωσε μπιλιέτο για το θέατρο. Κοντά στάλλα είτανε κ'
+ηθοποιός ερασιτέχνης — μύστης καθώς τόλεγε — κ' έπαιζε τους υπερέτες
+στις κωμωδίες και στις τραγωδίες κανέναν άγγελο.
+
+Έτσι γινήκαμε φίλοι με το Βελαδράπα. Είταν ευγενικό παιδί, καλή
+καρδιά. Μόνη του αδυναμία είταν η αγάπη του στο θέατρο και στο μεγάλο,
+καθώς τόλεγε. Θαύμαζε το Νίκο για την ορμή του νου του και το βαθύ της
+σκέψης του. Ήξερε κ' έλεγε απόξω πολλά ποιήματά του και ξεχωριστά του
+άρεσε εκείνο που είχε κάμει στο βαπόρι, όταν πήγαινε να εμπορευτή στη
+Σύρα, κι από τις πολλές φορές που τάκουσα τόμαθα και γω απόξω. Πολύ
+συχνά συλλογιζόμουνα τι ευχαρίστηση βρίσκει ο Βελαδράπας μ' εμένα τον
+ανήξερο κι αμύητο στα μυστήρια της τέχνης κι από τη ντροπή μου
+αναγκαζόμουνα να λέω ναι σ' ό, τι μου διηγότανε, να βρίσκω ωραίο ό, τι
+μου διάβαζε, να του σφίγγω το χέρι όταν άκουγα καινούργιο ποίημά του
+και μια μέρα που με νύσταξε με το πρώτο του ποιητικό διήγημα, τη
+Φεγγαρώ ή Φεγγάρω δε θυμούμαι, σαν είδε πως έδειξα πως συγκινήθηκα,
+μου είπε ευχαριστημένος:
+
+«Βλέπω πως αρχινάς να μπαίνης στο νόημα».
+
+Κ' έτσι πήγαινα ταχτικά στο θέατρο κ' έπινα συχνά καφέδες δίχως να
+πληρώνω.
+
+Ο Βελαδράπας είχε πάντα χαρτζιλίκι μπόλικο. Η οικογένειά του
+κατοικούσε στην Αθήνα κι ο πατέρας του, τελωνιακός υπάλληλος
+πρωτήτερα, φαινότανε πως είχε πιο πολλά από τη σύνταξή του. Η κάμαρα
+του φίλου μου, που μ' έπαιρνε και πηγαίναμε, αν κι απάνω στη σοφίτα,
+είτανε καλά συγυρισμένη, και το τσάι, που μας στέλναν αποκάτω,
+ερχότανε με πολλά παξιμαδάκια, Μια μέρα με γνώρισε στη μάννα του και
+στην αδερφή του, νόστιμο κορίτσι ως δεκοχτώ χρονώ, με γελούμενα μάτια
+που δε μ' αφήσανε ατάραχο. Τα ρούχα μου δεν είτανε της προκοπής για να
+ελπίσω να της κάμω εντύπωση, όμως μια κι ο αδερφός της δεν είτανε
+ντυμένος πολύ καλήτερα, έπαιρνα και γω το θάρρος να χτυπώ την πόρτα
+του συχνότερα παρ' ότι ένοιωθα την όρεξη της συντροφιάς του. Γιατί του
+άρεσε να είναι τόσο άτσαλος, ενώ, όπως φαινότανε, είχε τα μέσα να
+ντύνεται πιο ανθρωπινά, δεν μπορούσα να το ξηγήσω. Πως δεν είναι
+οργανική ανάγκη για έναν ποιητή να είναι και βρώμικος, καθώς πίστευα
+πρωτήτερα γιατί έτσι είχα ακούσει, είχα πια απόδειξη τον ποιητή
+Βιδούρη και την τελευταία μεταμόρφωση του ξαδέρφου μου. Το λόγο τον
+έμαθα υστερότερα άμα σχετίστηκα πιο στενά με το Βελαδράπα. Τα χρήματα,
+που του έδινε ο πατέρας του να κάνη ρούχα, τα ξόδευε για να τυπώνη τα
+βιβλία του. Κ' έτσι ταίριαζε περσότερο μαζί μου κι ακόμα περσότερο
+στον κύκλο, που μαζευότανε ακόμα στο καφενεδάκι του Κολονακιού, όχι
+όμως τόσο ταχτικά, γιατί ο ποιητής Βιδούρης έκοψε άξαφνα να πηγαίνη
+εκεί. Ο Βαλαδράπας με πήρε καναδυό φορές και μένα στο συγκάθισμά τους,
+μα ούτε κείνοι δείξανε προθυμία να με προσέξουν, ούτε και γω βρήκα
+πολλή ευχαρίστηση στη συντροφιά τους. Το καλό είτανε για με πως η
+οικογένεια του Βελαδράπα του είχε μποδισμένο να τους φέρνη σπίτι του.
+Μου το είπε παστρικά η μητέρα του μια μέρα, που άκουσε πως δεν υπερετώ
+και γω τις Μούσες. Σαν της είπα μάλιστα πως κάνω πραχτική εξάσκηση σε
+δικηγόρο και πως σκοπός μου είναι να δικηγορήσω και γω σε κάνα χρόνο,
+σηκώθηκα στα μάτια της. Την Κυριακή με καλέσανε τραπέζι κι ο γέρο
+Πετροδίκης μου φέρθηκε με πολύ σεβασμό και μια στιγμή που έλειψε ο
+Βελαδράπας μου είπε πως καταχάρηκε που είδε πως έπιασε ο γιος του
+φιλία μαζί μου και μ' ένα στόμα και κείνος κ' η γυναίκα του με
+παρακαλέσανε να βάλω τα δυνατά μου να τον πείσω ναφήση τα ποιήματα,
+που είναι καιρός χαμένος, και να δώση κι αυτός εξετάσες. Ο Βελαδράπας
+είτανε γραμμένος στη Νομική και τελειόφοιτος από δυοτρία χρόνια.
+
+Τους έταξα πως θα προσπαθήσω, δίχως εννοείται και να στοχαστώ να το
+κάμω. Όχι γιατί και γω δεν είμουνα και δεν είμαι ακόμα της ιδέας πως
+τα ποιήματα είναι καιρός χαμένος, μα από την πείρα, που είχα από τον
+ξάδερφό μου, είχα πια και την πεποίθηση πως τανώτερα μυαλά δεν είναι
+καμωμένα για πραχτικές δουλειές. Σωστά ή όχι, πρέπει να τα ταγίζη η
+κοινωνία για τις πνευματικές υπερεσίες που της προσφέρνουν. Αλλά δεν
+είτανε μονάχα αυτός ο λόγος. Είχα και το φόβο πως αν του ξεστόμιζα
+τέτοιο πράμα, θα θύμωνε και θα μου έκοβε ολότελα τη φιλία. Κ' η φιλία
+του άρχισε να γίνεται για μένα σημαντικώτερη, γιατί η Θάλεια, καθώς τη
+λέγανε την αδερφή του, άρχισε να μου αρέση όλο και περσότερο. Της
+άρεσα και γω; Αυτό είταν το λιγώτερο που μ' ένοιαζε. Φτάνει πως οι
+γονιοί της με βλέπανε με καλό μάτι, πως ο πατέρας της θυμήθηκε ότι μια
+φορά που είταν υποτελώνης σ' ένα σκάλωμα της επαρχίας μου, είχε
+ακούσει για τον πατέρα μου πως είταν ένας από τους καλούς νοικοκυρέους
+και κομματάρχες. Θυμότανε μάλιστα πως τότες είταν κι αντιπρόσωπος του
+βουλευτή που είχε την εξουσία. Μου γύρεψε πολλές κομματικές
+πληροφορίες και τον είδα πως ευχαριστήθηκε από την ενημερότητά μου. Το
+μοναχό κακό είταν τα παλιά μου ρούχα. Δε μου άρεσε ποτέ νάμαι
+κακοντυμένος και πάντα φρόντιζα νάχω μια φορεσιά να φαίνουμαι στον
+κόσμο. Μα είχα βλέπεις βάλει χρέη από τις πρώτες μου εξέτασες και τα
+χρήματα, που έλαβα από τον πατέρα μου για να κάμω ρούχα, πήγανε σ'
+αυτά.
+
+Κ' έτσι αναγκαζόμουνα κ' έπλενα με τσιγένι το σακκάκι μου κάθε φορά
+που θα πήγαινα στου Βελαδράπα. Πολλές φορές κατέβαινε και μου άνοιγε η
+ίδια η Θάλεια, κάποτε ανέβαινε και στην κάμαρα του αδερφού της κι όταν
+εκείνος διάβαζε κανένα ποίημά του, ξεκαρδιζότανε στα γέλια, ή αν
+τύχαινε να μην έχη πολλή όρεξη, τον κοίταζε μονάχα με λοξή ματιά, που
+μου θύμιζε τη ματιά του ποιητή Βιδούρη. Και σα μ' έπιανε και μένα να
+χαμογελώ, την έβλεπα κ' ευχαριστιότανε και για να την ευχαριστώ και γω
+το έκανα συχνότερα απ' ότι άξιζε και σε περίσταση ακόμα, που από
+συνήθεια πια με συγκινούσαν κάπως τα ποιήματα του φίλου μου. Άμα είναι
+κανείς ερωτεμένος γίνεται ρομαντικός δίχως να θέλη. Πολλές φορές εκεί
+που ο Βελαδράπας τραγουδούσε τα ξανθά μαλλιά τα λυτά στους ώμους, τα
+γαλανά ονειρεμένα μάτια, εκεί που φανταζότανε την ερωμένη του να
+τριγυρνά στους παραδείσιους αιθέρες, ή να φωτίζη με το γέλιο της τους
+βυθούς του Ταρτάρου και να μαρμαρώνη τον Κέρβερο με τη ματιά της, μ'
+έκανε και με να πέφτω σε όνειρα, ναλλάζω με τη φαντασία μου το χρώμα
+των μαλλιών και των ματιών και να βλέπω μια μορφή, που έμοιαζε της
+Θάλειας, να βγαίνη γελαστή στην πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην
+επαρχία, άμα ακούη τα πατήματά μου στη σκάλα, ναρπάζη τα δικόγραφα από
+το χέρι μου και να με φέρνη μέσα σε μια καλοσυγυρισμένη τραπεζαρία,
+που μας καρτερούσε το φαγί. Μια μέρα μάλιστα δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε
+και ξομολογήθηκα στο Βελαδράπα παρόμοιο όνειρο.
+
+«Στο βάθος μένεις ακόμα πεζότατος», μου είπε χαλώντας τα μούτρα του:
+«Θαρρώ κι ακούω την αδερφή μου».
+
+«Δεν ξέρεις πώς τη βαριούμαι αυτή την αδερφή μου», μου είπε μια άλλη
+μέρα που τον έμπλεξε να την πάη κάπου κ' έμεινε μαζί της όλο το
+απόγεμα. Όταν την έβγαζε περίπατο, του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση αν
+τους έβρισκα στο δρόμο και κολλούσα μαζί τους. «Μ' έσωσες», μου έλεγε
+στο αυτί. Εννοείται πως και γω δεν άφινα ποτέ περίσταση να πάη χαμένη.
+Όμως ένοιωθα πως η Θάλεια στενοχωριότανε ανάμεσα στους δυο. Ντρεπότανε
+τη ντυμασιά μας, που λίγο ταίριαζε με τη δική της, πάντα περιποιημένη
+και πάντα μοντέρνα. Όταν τους έσμιγα, προτιμούσε να τραβούμε όλο
+σταπόμερα. Πολύ πιο δύσκολα αποφάσιζε ναρθή μαζί μου στο θέατρο.
+Μιαδυό φορές, που έτυχε να τους μπλέξω, φρόντισε κ' είδε κάποια
+φιλενάδα της και της φώναξε μπροστά μου: «Κρίμα, καημένη, να μην
+καθούμαστε κοντά κοντά». Μ' έφερε στην ανάγκη ν' αλλάξω τη θέση μου με
+τη φιλενάδα της. Μια άλλη φορά πάλι, που ο αδερφός της είχε μέρος στην
+παράσταση και μείναμε μονάχοι στην πλατεία, δε δέχτηκε που της
+προσφέρθηκα να πάμε να τη φιλέψω ένα γλυκό. Πως η αφορμή είταν
+πράματις τα ρούχα μου, το είδα όταν τέλος κατάφερα να βρω ένα ράφτη να
+μου κάμη με πίστωση μια καλή φορεσιά. Τη φόρεσα μια Κυριακή μαζί με
+ολοκαίνουργα παπούτσια και καπέλο της μόδας και παρουσιάστηκα στην
+πόρτα της. Η ματιά της άρχισε να πέφτη απάνω μου ιλαρότερη. Και δεν
+έφερε αντιλογία ύστερα όταν ο αδερφός της μας τράβηξε στο Ζάππειο,
+οπού του άρεσε να κοιτάζη τις όμορφες που σεργιανούσαν. Τη ντυμασιά
+του Βελαδράπα φαίνεται να την είχε συνηθίσει και να μην της έκανε πια
+εντύπωση. Έδειχνε κιόλας πως είταν αμελημένη επίτηδες για να ταιριάζη
+με τα μακριά μαλλιά και το σφηνάτο μούσι.
+
+Η Θάλεια άρχισε νάρχεται πιο πρόθυμα στο θέατρο και δεν της έφτανε
+νάχη μόνο μπιλιέτα τζάμπα, μα ήθελε και καλές θέσες, στα μπροστινά
+καθίσματα. Καταλάβαινα πως χαιρότανε κιόλας, σα δεν κάθιζε μαζί μας ο
+αδερφός της και στα διαλείμματα σηκωνότανε τώρα εκείνη πρώτη και
+περπατούσαμε ένα γύρο στην πλατεία. Όσο περσότερο τη γνώριζα, δεν την
+εύρισκα καθόλου βαρετή, καθώς την εύρισκε ο αδερφός της. Καθάλλο
+μάλιστα. Ταιριάζανε οι γνώμες μας σε όλα και στη γλώσσα ακόμα. Το
+μαλλιαρό ιδίωμα, που ακούγαμε στη σκηνή που έπαιζε ο Βελαδράπας, μας
+πείραζε και τους δυο στα νεύρα. Εννοείται πως εγώ φυλαγόμουνα να πω τη
+γνώμη μου μπροστά στο φίλο μου, μα η αδερφή του τον πείραζε κ'
+ευχαριστιόμουνα μέσα μου. Έπειτα μου άρεσε στη Θάλεια το μετρημένο και
+πραχτικό μυαλό της. Μου φαινότανε σα νάκουγα τη μάννα μου, άμα μου
+μιλούσε σοβαρά για πράματα του κόσμου. Φυσικά, σα βγαλμένη από το
+Αρσάκειο, είταν αναπτυγμένη πιότερο από τη μάννα μου, μα στο βάθος
+έμενε πιστή, αγνή ελληνοπούλα. Τη φρονιμάδα της φαινότανε να την
+ξεχνούσε μοναχά σαν έβλεπε κανένα νέο καλοντυμένο και καλοκαμωμένο. Αν
+την κοίταζε, της άρεσε να τον κοιτά κι αυτή. Σιγά σιγά όμως πήρανε ν'
+αριεύουν οι ματιές στους άλλους. Στο μεταξύ της είχα διηγηθή και γω
+την ιστορία μου, τα οικογενειακά μου, τα σχέδιά μου για το μέλλον και
+τα ρέστα. Ήξερα πως δεν της άρεσε και πως ούτε το σκεφτότανε να φύγη
+από την Αθήνα και της είπα πως λογάριαζα να μείνω να κάμω εκεί το
+δικηγόρο. Κ' έτσι σα να συνεννοηθήκαμε καλήτερα. Και μια μέρα που η
+δούλα έλειπε κ' ήρθε μονάχη της και μου άνοιξε την πόρτα, καθώς δόσαμε
+τα χέρια μας, ανεβήκαμε τη σκάλα χωρίς κανένας από τους δυο μας ν'
+αποφασίση να ταφήση πρώτος. Μιαν άλλη μέρα πάλι στην κάμαρα του
+Βελαδράπα, κάποια στιγμή που έλειψε τούτος, τη βρήκε η μάννα της
+ακκουμπημένη στον ώμο μου. Φαίνεται όμως να μην το πήρε για κακό και
+δεν έπαψε κι αυτή κι ο γέρο Πετροδίκης να με βλέπουνε με καλό μάτι και
+να με κρατούνε συχνά να τρώγω σπίτι τους.
+
+Πέρασαν έτσι δυοτρείς μήνες. Είχε έρθει το χινόπωρο κι ο πατέρας μου
+μού είχε στείλει χρήματα κ' έκαμα καινούργια φορεσιά. Η Θάλεια είταν
+ευχαριστημένη.
+
+Μια Κυριακή απόγεμα είχαμε βγει περίπατο με τα δυο αδέρφια. Εκεί που
+κόβαμε βόλτες στο Σύνταγμα, η Θάλεια παρατήρησε έναν που πήγαινε
+κάμποσα βήματα μπροστά μας και μας τον έδειξε για την παράξενη
+ντυμασιά του. Φορούσε βελουδένιο καφετί κοστούμι· το σακκάκι είτανε με
+δίπλες και με ζώνη στη μέση, το πανταλόνι κοντό ως το γόνα και στο
+κεφάλι του είχε ένα μικρό πρασινωπό καβούκι μ' ένα φτερό ορθό αποπίσω.
+
+«Θα κατέβηκε από το ποδήλατο», είπα.
+
+«Ιταλιάνος θάναι», είπε η Θάλεια.
+
+«Γερμανός, βάζω στοίχημα», είπε ο αδερφός της.
+
+«Ό,τι κι αν είναι, σε περνάει, Βελαδράπα· δες έχει και μακριά μαλλιά».
+
+Γελάσαμε.
+
+«Πάμε να τονέ δούμε κι από μπροστά τι φάτσα έχει», ξαναείπε η Θάλεια.
+
+Γοργέψαμε το βήμα και τονέ φτάσαμε στην άκρη της πλατείας. Μα καθώς
+γύρισε και βρέθηκε αντίκρυ μας, τα χάσαμε κ' οι τρεις. Ο άγνωστος
+έβγαλε το καπέλο του και στάθηκε μπροστά μας.
+
+«Βρε, βρε!» φώναξε σε μια στιγμή ο Βελαδράπας και τον αγκάλιασε.
+
+Η πρώτη σκέψη μου είτανε να φύγω, άμα τέλος υποψιάστηκα και γω πως ο
+άγνωστος με τα γενάκια, που φιλιότανε με το Βελαδράπα, δεν είταν άλλος
+παρά ο ξάδερφος μου ο Νίκος. Μα εκείνος, σα να μην είχε τρέξει τίποτες
+αναμεταξύ μας, μου άπλωσε το χέρι κ' έπειτα στάθηκε ξεσκούφωτος και
+τεντωμένος μπροστά στη Θάλεια.
+
+«Ο κ. Κλήμης Μαινάλκας — Νίκος Γκάβρας — , η αδερφή μου», σύστησε ο
+Βελαδράπας.
+
+Ο Νίκος έσκυψε το κορμί βαθιά κ' έβαλε το καπέλο του.
+
+Η Θάλεια κοκκίνησε λίγο βλέποντας κάποιους γύρω να κοιτάζουνε λίγο
+περίεργα.
+
+«Πότε ήρθες; από πού;» ρώτησε ο Βελαδράπας ενώ κινήσαμε να περπατούμε
+προς τα όξω.
+
+«Χτες το βράδι, από το Μόναχο», είπε ο Νίκος, τονίζοντας την τελευταία
+λέξη.
+
+«Θα μας φέρνης εντύπωσες, υλικό, έργα. Τι έχεις έτοιμα;» ξαναείπε ο
+Βελαδράπας.
+
+«Είναι κι ο κ. Κλήμης ποιητής;» ρώτησε η Θάλεια κοίταζοντας το Νίκο
+περίεργα πάντα και λιγάκι φοβισμένα.
+
+«Με συμπαθάτε, δεν άκουσα», είπε κείνος κ' ήρθε και μπήκε ανάμεσα από
+μένα και τη Θάλεια.
+
+«Ρώτησα — γράφετε και σεις;» ξαναείπε αυτή.
+
+«Έγραφα άλλοτε», είπε ο Νίκος.
+
+Ο Βελαδράπας τον κοίταξε ξαφνισμένος. Κάτι έκαμε να πη, μα τον έκοψε η
+αδερφή του ρωτώντας πάλι το Νίκο:
+
+«Σπουδάζατε στο Μόναχο;»
+
+«Γλεντούσα», αποκρίθηκε κείνος.
+
+»Είναι ωραία πόλις το Μόναχο. Μια φίλη μου είτανε πέρσι εκεί».
+
+«Έρχουνται και χαζεύουν πολλοί έλληνες», είπε ο Νίκος.
+
+«Είναι κι ο τάφος του Όθωνος, μου έλεγε η φίλη μου».
+
+«Μου φαίνεται· άκουσα, νομίζω, κάτι τέτοιο».
+
+«Ε, πού τραβάτε;» φώναξε ο Βελαδράπας, σαν είδε πως δε στρίψαμε κατά
+το Ζάππειο, που μας τραβούσε αυτός.
+
+«Να κάμουμε το γύρο, να δούμε λίγη φύση», είπε η Θάλεια.
+
+«Σήμερα μούγινες ρομαντική, που είναι ο τόπος γεμάτος μπλέμπα. Σύρτε
+σεις, εγώ δεν έρχουμαι. Θα πάω στο Ζάππειο», ξαναείπε ο Βελαδράπας.
+
+Η Θάλεια στάθηκε και με κοίταξε: «Ας διαλέξη τότε ο κ. Κλήμης, σα
+μουσαφίρης που είναι», είπε: «Τι προτιμάτε το γύρο ή το Ζάππειο;»
+ρώτησε το Νίκο.
+
+«Μου είν' αδιάφορο· έρχουμαι όπου πάτε», είπε κείνος και την κοίταξε.
+
+Μα ο Βελαδράπας την τράβηξε από το χέρι κ' έτσι ακολουθήσαμε και μεις.
+
+«Τι απαίσιος κόσμος», μουρμούρισε ο Νίκος σαν προχωρήσαμε στον κήπο.
+
+Η Θάλεια τον κοίταξε: «Είναι καλήτερος στο Μόναχο;» ρώτησε σαν
+πειραγμένη.
+
+Ο Νίκος χαμογέλασε.
+
+«Δεν το πιστεύω νάναι κομψότερος εκεί ο κόσμος», ξαναείπε η Θάλεια.
+
+«Από δω — »
+
+«Από τας Αθήνας; Μα αι Αθήναι φημίζονται, κύριε Κλήμη. Αι Αθηναίαι
+φημίζονται παντού για το ντύσιμό τους. Το λένε κ' οι ίδιοι οι ξένοι
+που έρχονται. Η φίλη μου μού έλεγε πως δεν είδε ούτε μια γερμανίδα που
+να ξέρη να ντυθή».
+
+«Αντιλήψεις διαφορετικές, δεσποινίς Θυμάρη», είπε ο Νίκος
+χαμογελώντας.
+
+Ή Θάλεια κοκκίνησε: «Με συμπαθάτε, δε λέγομαι Θυμάρη, κ. Κλήμη».
+
+«Ούτε και γω Κλήμης», είπε ο Νίκος.
+
+«Κλήμης Μαινάλκας», διόρθωσε ο Βελαδράπας.
+
+«Νίκος Γκάβρας», είπε ο Νίκος.
+
+«Άντε να χαθής· εσύ μας ανακατεύεις, Βελαδράπα, με τα διπλά σου
+ονόματα», γύρισε η Θάλεια στον αδερφό της.
+
+«Όπως ακούω τριπλά», πρόστεσε ο Νίκος.
+
+Γελάσαμε όλοι. Το παρατσούκλι του φίλου μου εγώ το πρόδωσα μια μέρα
+της αδερφής του από παραδρομή. Της άρεσε κ' έτσι τον έλεγε πάντα από
+τότε.
+
+«Έδωσες εξέτασες;» με ρώτησε ο Νίκος.
+
+«Διδάχτορας, ομότιμός σου», με πρόλαβε κι απάντησε ο Βελαδράπας.
+
+Δεν τονέ διόρθωσα, καθώς δεν τονέ διόρθωσα και τότε που με σύστησε στο
+σπίτι του μ' αυτόν τον τίτλο. Δε μ' είχε προδώσει πως είμουνα προλύτης
+ούτε στην αδερφή του. Όσο κι αν ζούσε στα υπερπέραν για τον εαυτό του,
+όταν είτανε για τους άλλους δεν ξεχνούσε ποτέ τη σημασία της
+πραγματικότητος.
+
+Αφού κάμαμε ένα δυο σουλάτσα στην πλατεία, ο Βελαδράπας είπε πως
+κουράστηκε και καθήσαμε. Ο Νίκος έβγαλε κι άναψε μια μικρή πίπα.
+
+«Πες μας λοιπόν πώς πέρασες στο Μόναχο;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Θαυμάσια», αποκρίθηκε.
+
+«Είχατε καιρό εκεί;» ρώτησε η Θάλεια.
+
+«Αρκετό», είπε ο Νίκος.
+
+«Και γλεντούσατε όλον τον καιρό;»
+
+«Τι θέλατε να κάνω;»
+
+«Όλο μπίρα πίνουνε στο Μόναχο, μου έλεγε η φίλη μου. Πίνατε και σεις
+πολλή;»
+
+«Προτιμούσα το κρασί», είπε ο Νίκος.
+
+Θυμήθηκα τα κρασιά του Ζαμπακίδη και λίγο να τονέ ρωτήσω πώς πήγε το
+εμπόριο μ' αυτά. Μα η Θάλεια δεν άφησε:
+
+«Με τι το πίνατε;» ξαναείπε: «Η γερμανική κουζίνα είναι ελεεινή. Η
+φίλη μου δεν μπόρεσε να φάη ούτε μια φορά της προκοπής δυο μήνες που
+έμεινε στη Γερμανία. Οι Γερμανοί είναι, λέει, χοντράνθρωποι, δεν
+έχουνε πολιτισμό».
+
+Ο Νίκος γέλασε. Η Θάλεια μου έρριξε μια ματιά, μα δεν είτανε για το
+Νίκο. Ήθελε να με κάμη να προσέξω στην πλατεία που σεργιανούσε ο
+κόσμος. Ο αδερφός της φαινότανε πως είτανε τις τελευταίες μέρες
+ερωτεμένος με κάποια, που δεν μπορούσαμε να την ανακαλύψουμε. Εκείνη
+τη στιγμή είχε πέσει η υποψία της Θάλειας κάπου και γι' αυτό μου
+ένεψε.
+
+«Σε τσακώσαμε», φώναξα του Βελαδράπα που είχε ξεχαστή και φαινόταν πως
+δεν άκουγε τι λέγαμε.
+
+Κοκκίνησε. Γελάσαμε όλοι.
+
+«Ο ίδιος ο αιώνιος μένεις, καημένε», του είπε ο Νίκος που κατάλαβε.
+
+«Θα μας πης λοιπόν, τι έγραψες;» ρώτησε ο Βελαδράπας για ναλλάξη την
+κουβέντα: «Τι γίνεται το δράμα σου;»
+
+«Τόσκισα», απάντησε ο Νίκος.
+
+«Γιατί;»
+
+«Γιατί δεν άξιζε».
+
+«Άσε ταστεία».
+
+«Καλά θα κάμης να τα σκίσης όλα όσα έγραψες και συ».
+
+«Μπράβο! Πήτε του τα και σεις, κ. Γκάβρα!» φώναξε η Θάλεια: «Βλέπεις»,
+γύρισε στον αδερφό της, «δεν είμαστε μεις μονάχα που σου το λέμε πως
+χάνεις τον καιρό σου. Θάσουνα τώρα δικηγόρος».
+
+«Άσε, καημένη, τα σαχλά. Φτάνει να τα λέη ο μπαμπάς», της είπε με θυμό
+ο Βελαδράπας.
+
+«Βλέπεις, τα λέει κι ο φίλος σου. Δεν έχω δίκιο, κ. Γκάβρα; Δε θάκανε
+καλήτερα να διάβαζε να πάρη το χαρτί του;» ξαναείπε η Θάλεια.
+
+«Ποιο χαρτί;» ρώτησε ο Νίκος.
+
+«Το δίπλωμα».
+
+Ο Νίκος γέλασε.
+
+«Γιατί γελάτε;»
+
+«Κάθε ρωμιός χρωστά να πάρη δίπλωμα».
+
+«Εσείς άκουσα το πήρατε».
+
+«Σας το χαρίζω».
+
+«Ευχαριστώ· έχω το δικό μου». Η Θάλεια χαμογέλασε.
+
+«Και τι σας χρησιμεύει;» χαμογέλασε κι ο Νίκος.
+
+«Δε μιλώ για τις αστείες αθηνέικες ομίχλες· μιλώ για τις ομίχλες του
+βαθιού μοτίβου», είπε ο Νίκος.
+
+Η Θάλεια με κοίταξε. Ο Βελαδράπας άνοιξε το στόμα.
+
+«Για τις ομίχλες των Αλπολάγκαδων, των ψηλών κορφών, της
+Βοριοθάλασσας. Αυτές θέλουνε δυνατές ψυχές να τις βαστάξουν»,
+ξακολούθησε ο Νίκος.
+
+«Πήγες και στη Βοριοθάλασσα; Είναι όμορφη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Μουσική ομορφιά. Εκεί η φύση δεν κάνει πλαστική επίδειξη, καθώς εδώ.
+Δεν είναι σα σκιαγραφία. Δε σε υπνωτίζει, σε μεταρσιώνει».
+
+Η Θάλεια γέλασε: «Μιλείτε με προκατάληψη για την ελληνική φύση. Το
+παθαίνουν πολλοί που πηγαίνουνε στην Ευρώπη. Ξιπάζουνται».
+
+Ο Νίκος χαμογέλασε.
+
+«Σωπάτε, κ. Γκάβρα», ξακολούθησε η Θάλεια, «θα μου πήτε μένα για το
+κλίμα της Αττικής, γι' αυτόν τον ορίζοντα που τονέ θαυμάζουν όλοι οι
+ξένοι; Δε ντρεπόσαστε να λέτε πως ζουν αλλού καλήτερα από δω;»
+
+«Με παρανοήσατε. Δε σας είπα πως αλλού ζούνε καλήτερα· σας είπα πως
+εμείς εδώ δε ζούμε», τόνισε τα τελευταία λόγια ο Νίκος.
+
+«Καλά, τότε να πεθάνουμε όλοι. Αυτό θα θέλετε;»
+
+«Όχι αυτό, μα να το νοιώσουμε πως δε ζούμε και τότε θαρχίσουμε να
+ζούμε. Άμα δηλαδή το καταλάβουμε πως η ζωή αυτή δεν είναι αληθινή ζωή,
+αλλά νεκροφάνεια».
+
+«Και ποια είναι αληθινή ζωή; Στις ομίχλες;» γέλασε η Θάλεια.
+
+«Αυτό δε λέγεται με λόγια· το αισθάνεται κανένας», της απάντησε ο
+Βαλαδράπας.
+
+Η αδερφή του τού έδωσε μια φάπα ανάλαφρη. Γέλασε κι ο Νίκος.
+
+«Τι μου χρησιμεύει; Πώς, δε χρησιμεύουν τα διπλώματα;»
+
+«Αλλού ναι, στην Ελλάδα όχι».
+
+«Γιατί,;»
+
+«Αν είχατε βγει πέρα από το Μπρίντεζι, δε θα ρωτούσατε».
+
+Η Θάλεια κοκκίνησε: «Δε σας καταλαβαίνω, κ. Γκάβρα», μουρμούρισε.
+
+»Για να με καταλάβη κανένας, δεσποινίς μου, πρέπει να ζη».
+
+«Και γω δε ζω;»
+
+«Όχι μόνο εσείς, μα κανείς δε ζει σ' αυτόν τον τόπο».
+
+Δεν τέντωσε τα μάτια μονάχα η Θάλεια, μα κι ο Βελαδράπας έμεινε με το
+στόμα ανοιχτό.
+
+«Και στους άλλους τόπους ζούνε καλήτερα από δω; Έχουνε πουθενά αυτόν
+τον ουρανό, αυτή τη θάλασσα;» Η Θάλεια έδειξε με το χέρι της κατά το
+Φάληρο.
+
+Ο Νίκος χαμογέλασε.
+
+«Και γω δεν το πιστεύω νάχη η φύση πουθενά αλλού τέτοιες γραμμές, τόση
+μεγαλοπρέπεια», είπε κι ο Βελαδράπας τεντώνοντας το χέρι πλατιά και
+φέρνοντας το μάτι γύρω με κίνημα του κεφαλιού.
+
+«Δε λέω πως λείπει κάποια τραγικότητα από το τοπείο αυτό», είπε ο
+Νίκος, «μα έπρεπε νάχης δει τις Άλπεις, τις κορφές (είπε κάποια
+ονόματα γερμανικά), τους βράχους, τα δάση, τακρολίμνια, τις ομίχλες —
+
+«Ουφ! Αφήστε με καλέ και σεις με τις ομίχλες σας», φώναξε η Θάλεια —
+«θα παραβάλω αυτό το φως με τις ομίχλες; Πλήττω που τις ακούω».
+
+Ο Νίκος την κοίταξε χαμογελιόντας: «Έπρεπε να τις δήτε πρώτα».
+
+«Τι να τις δω; Σαν και δεν είδαμε ποτέ μας καταχνιά, κ. Γκάβρα; Για τι
+μας παίρνετε; Έπεσε πέρσι το χειμώνα μια, που αν κρατούσε καμιά ώρα
+ακόμα, θα πήγαινε σκαστή όλη η Αθήνα».
+
+«Για τον Πάλα, αλήθεια, δε ρώτησα. Τι γίνεται; τον είδες», ρώτησε σε
+λίγο ο Βελαδράπας.
+
+«Πέρασε από το Μόναχο για λίγες μέρες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.
+
+«Και πού πήγαινε;»
+
+«Στη Γαλλία».
+
+«Στη Γαλλία!» είπε ξαφνισμένα ο Βελαδράπας.
+
+«Έμπλεξε με κάποιους ρούσσους κ' έγινε δημοκράτης».
+
+«Στον εικοστόν αιώνα δημοκράτης!» ξαφνίστηκε πάλι ο Βελαδράπας.
+
+«Και γω δημοκράτις είμαι», είπε η Θάλεια, «δεν τη χωνεύω την
+αριστοκρατία. Όλες σημέρα σου κάνουν τον αριστοκράτη. Βλέπεις
+μπακαλοπούλες και σου ξεφυτρώνουνε μεμιάς με τα φασαμαίν στο χέρι. Δεν
+ξέρετε πως τις σιχαίνουμαι. Νάναι καμιά από οικογένεια, υποφέρεται.
+Έχει δικαίωμα να το κάνη».
+
+«Δε σου είπε ο Πάλας, δεν ξανάγραψε τίποτες;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+Ο Νίκος κούνησε τους ώμους.
+
+«Και συ το λες αλήθεια πως δεν ξαναγράφεις;»
+
+«Τι; ψέματα;»
+
+«Αδικείς την τέχνη. Τα γράμματα, που είχες στείλει στην αρχή,
+αναστατώσανε τα πνεύματα. Κ' η σκηνή, που δημοσίεψες από το δράμα σου,
+είταν αριστούργημα. Μας έβαλες όλους κάτω. Το αναγνώρισε κι ο
+Αβραμίκος κι ας τον είχες χτυπήσει. Είπε πως φαντάζεται το δράμα σου
+σα νέο είδος τέχνης, μεταμουσικό να το πούμε».
+
+«Ποιος είναι ο Αβραμίκος;» ρώτησε η Θάλεια.
+
+«Ο καλήτερος κριτικός μας», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Ο μωρότερος», τον έκοψε ο Νίκος· «σκολαστικός, δε νοιώθει τίποτες.
+Κανένας σας δε νοιώθει γρι από τέχνη».
+
+Η Θάλεια όμως βαρέθηκε τις κουβέντες για την τέχνη και σηκώθηκε.
+
+Σηκωθήκαμε όλοι μας και σουλατσάραμε όσο που πήρε και βράδιασε. Άμα
+γυρίσαμε στην πόλη, συνοδέψαμε τη Θάλεια ως την πόρτα της.
+
+«Ελπίζω να σας ξαναδούμε», είπε δίνοντας το χέρι της πρώτα στο Νίκο.
+
+Εκείνος στάθηκε προσοχή, σκύβοντας το κορμί και κρατώντας το καπέλο
+του στο χέρι: «Αν σας κάνη ευχαρίστηση», είπε.
+
+Η Θάλεια μπήκε μέσα και σαν είδα πως έμεινε ο Βελαδράπας μαζί μας,
+σκέφτηκα ναφήσω μονάχους τους δύο ποιητές. Δεν είχα καμιά όρεξη να
+μπλέξω πάλι με το Νίκο και το κάλεσμα, που του έκαμε η Θάλεια, δε μου
+άρεσε πολύ. «Όχι», στοχαζόμουνα, «ο Νίκος πρέπει να μείνη μακριά». Μα
+εκεί που γύρευα να βρω μια πρόφαση να τονέ χωριστώ κιόλα, εκείνος
+άδραξε άξαφνα το μπράτσο μου:
+
+«Πού κάθεσαι;» με ρώτησε.
+
+«Εκεί που καθόμουνα», είπα ξερά.
+
+«Μπράβο· μου φαίνεται, έχεις έναν καναπέ».
+
+«Μα σκεπάσματα δεν έχω».
+
+«Μας δίνει η σπιτονοικοκυρά σου. Τώρα πάμε πουθενά να φάμε. Βελαδράπα,
+θα μείνης βέβαια μαζί μας».
+
+«Α μου συμπαθάς, να σου κάμω κιόλας το τραπέζι», είπε κείνος.
+
+«Σε καμιά μπίρα να πάμε· δεν τρώω ποτέ ζεστό φαγί το βράδι», είπε ο
+Νίκος.
+
+«Εγώ έχω να σμίξω κάποιον», είπα, άμα φτάσαμε στην μπίρα που θα
+μπαίνανε.
+
+«Και πού θα μ' εύρης έπειτα;» με ρώτησε ο Νίκος: «Δεν περνάς να με
+πάρης από δω;»
+
+Κούνησα το κεφάλι κ' έφυγα με την ιδέα να μην ξαναγυρίσω. Πήγα στο
+ξενοδοχείο να φάω και γω κι από κει στον καφενέ για να βρω καμιά
+συντροφιά. Δε βρήκα κανέναν κι αποφάσισα τα πάω σπίτι μου να κοιμηθώ.
+Μα πάλι συλλογίστηκα πως ο Νίκος το ήξερε το σπίτι και θαρχότανε κει.
+Και να μην το ήξερε, θα τον έφερνε ο Βελαδράπας. Είδα πια πως έμπλεξα
+γι αυτό το βράδι, βαρέθηκα να μένω μόνος και γύρισα θέλοντας και μη
+στην μπίρα.
+
+
+
+3
+
+
+
+Τους βρήκα καθισμένους δίπλα δίπλα και μιλούσανε.
+
+«Έλα κάθησε και συ νακούσης», μου είπε ο Βελαδράπας.
+
+Ο Νίκος μόλις πρόσεξε που κάθησα αντίκρυ του και ξακολούθησε την
+κουβέντα του. Μιλούσε για το Βερολίνο κ' έλεγε πως δεν του άρεσε. Το
+βρήκε αμερικάνικο πολύ κι ο αμερικανισμός, είπε, φοβάται πως θα φάη τη
+Γερμανία.
+
+«Ο σοσιαλισμός θέλεις να πης;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Και τα δυο. Η Γερμανία πρέπει να κλειστή στο γοτθικό της πνεύμα».
+
+«Το γοτθικό είναι το μεγάλο βέβαια. Δεν τόνοιωσε ο Γκαίτε πρώτος;»
+ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Ο Λούθηρος. Λούθηρος — Μπίσμαρκ, αυτοί είναι οι δυο πόλοι», απάντησε
+ο Νίκος και ξακολούθησε να μιλή για το Μόναχο τώρα: «Είναι η μόνη πόλη
+του κόσμου, είπε, που μπορεί να ζήση ένας νους μορφωμένος αισθητικά».
+
+«Ναι, αυτό το είπε κι ο Ίψεν», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Άλλο είπε ο Ίψεν αυτός δεν ένοιωσε καλά τη ζωή, τη σύγχυζε».
+
+«Είταν όμως αριστοκράτης», ξαναείπε ο Βελαδράπας.
+
+«Κι αυτό το παρανόησε· δεν κατάλαβε διόλου το Γκαίτε».
+
+«Στο Μόναχο τον καταλάβανε το Γκαίτε;»
+
+«Γκαίτε και Μπετόβεν, αυτό είναι το Μόναχο. Ο Φάουστ κ' η ένατη
+συμφωνία χυμένα στον αέρα. Μεταρσιώνεσαι παντού. Νοιώθεις βαθιά σου το
+μεσαίωνα. Σε όποιον καφενέ κι αν μπης, θυμάσαι το καπελιό του
+Άουερμπαχ, σε κάθε γωνιά δρόμου έχεις κ' ένα Γκρέτχεν μπροστά σου.
+Πολλές φορές, βλέποντας τους φοιτητές να γλεντούνε, θαρρούσα κ' είτανε
+μαζί τους ο Μεφίστος».
+
+«Μονομαχούν οι φοιτητές, ε;»
+
+«Όλοι είναι πετσοκομμένοι. Ο γερμανός, που δεν έχει σπαθιές στο
+πρόσωπο, δε θεωρείται άνθρωπος».
+
+«Αυτό μου φαίνεται λίγο αντιαισθητικό», είπε ο Βελαδράπας.
+
+Ο Νίκος γέλασε.
+
+«Μα τα κορίτσια πώς τους θέλουν έτσι;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Οι γερμανίδες δεν είναι ρωμιές», είπε ο Νίκος κι ο Βελαδράπας έμεινε
+σκεφτικός.
+
+«Είναι όμορφες οι γερμανίδες;» ξαναρώτησε έπειτα από λίγο.
+
+«Έχεις δει την Αμαρτία του Στουκ;» του είπε ο Νίκος.
+
+Ο Βελαδράπας κούνησε το κεφάλι.
+
+«Ε, τέτοιες είναι».
+
+«Είναι χειραφετημένες αλήθεια;»
+
+«Γυναίκες είναι. Τι μεγαλήτερη χειραφεσία θέλει η γερμανίδα, όταν
+μπορή και βγαίνη ελεύτερα στο δρόμο με το νόθο της παιδί, δίχως να
+ντρέπεται κανένανε; Σου θυμίζει το ποίημα του Γκαίτε». Είπε γερμανικά
+κάποιους στίχους και τους ξήγησε, αφού το γύρεψε ο Βελαδράπας: «Μη με
+ρωτάτε από ποιόνε τόχω το παιδί στην κοιλιά». Κάτι τέτοιο απάνω κάτω.
+
+Ο Βελαδράπας τέντωσε το αυτί του κι ο Νίκος ξακολούθησε: «Η γερμανίδα
+είναι έρωτας και μουσική. Ο άντρας της τα δίνει και τα δυο. Τι άλλο
+θέλει;»
+
+«Η γυναίκα λοιπόν, καθώς τη θέλει ο Νίτσε», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Για σώπα — σαν και παίζουν. — Α, όχι. Μου φάνηκε πως άκουσα κάποιο
+μοτίβο από το Σίγφριδ», είπε ο Νίκος, αφού πρόσεξε στο κομάτι, που
+είχε αρχίσει ένα βιολί κ' ένα πιάνο που παίζανε στην μπίρα.
+
+«Άκουσες Βάγνερ στο Μόναχο;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Σαν κι άκουσα τίποτες άλλο;»
+
+«Μα ο Νίτσε τον καταδικάζει».
+
+«Άδικα. Έχω ψυχολογήσει την αιτία και θα τη γράψω σε μελέτη».
+
+«Ώστε έτσι τόλεγες πως δε θα ξαναγράψης;» ρώτησε γελούμενα ο
+Βελαδράπας.
+
+«Ελληνικά είπα δε θα ξαναγράψω».
+
+Ο Βελαδράπας κάτι θέλησε να ξαναπή, μα τον έκοψε ένας που ήρθε στο
+τραπέζι κ' έδωσε το χέρι του Νίκου.
+
+«Μαινάλκα, τρόμαξα να σε γνωρίσω», του είπε.
+
+Δε θα τονέ γνώριζα και γω πως είταν ο Θέμης Φλοίσβος, α δεν άκουγα να
+πη τόνομά του ο Βελαδράπας, που τον προσκάλεσε να καθήση, ξεχνώντας το
+περσινό ξυλοκόπημά τους. Είχε αφήσει και κείνος τα μουστάκια κ' έκοψε
+κιόλα τα μακριά μαλλιά. Τα ρούχα του είταν καθαρώτερα και στο λαιμό
+του κάτω από το ψηλό φωκόλο κυμάτιζε πλατειά γραβάτα δεμένη φιόγκο. Η
+μεταμόρφωση μου ξηγήθηκε σε λίγο σαν άκουσα πως αναγκάστηκε να γίνη
+δημοσιογράφος για να ζήση.
+
+«Και δε γράφεις πια δράματα;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.
+
+«Πώς δε γράφω; Έδωσα ένα στο Αθηναίο και θα το παίζανε το καλοκαίρι,
+μα φοβηθήκανε γιατί είτανε πολύ επαναστατικό. Δεν μπορούσε να το
+νοιώση ο κόσμος κ' έτσι δεν αποφασίσανε να κάμουνε τα σκηνικά».
+
+Αφού μιλήσανε κάμποση ώρα για το θέατρο και για το δράμα, ο Φλοίσβος
+ρώτησε το Νίκο πώς πέρασε στη Γερμανία κ' έτσι η κουβέντα ήρθε πάλι
+στο Μόναχο. Ο Νίκος διηγήθηκε τα ίδια πράματα κι άλλα καινούργια.
+Θέατρο, μουσική, στρατός, γυναίκες και το γοτθικό.
+
+«Και καλλιτέχνες, ποιητές σύχρονους δε γνώρισες;» τονέ ρώτησε ο Θέμης
+Φλοίσβος, που άκουγε με προσοχή όλη την ώρα.
+
+«Ένα δυο που αξίζουνε, τους γνώρισα», είπε ο Νίκος και διηγήθηκε πως
+μ' έναν από δαύτους έγινε φίλος και διασκέδασε πολύ μαζί του. Μας
+περίγραψε τα γλέντια τους σ' ένα καλλιτεχνικό κέντρο, είδος βακχικής
+κατακόμβης. Εκεί μέσα, είπε, αιστάνθηκε τα ελευσινιακά μυστήρια και το
+διονυσιακό μοτίβο και γνώρισε τη χτηνωδία της γυναίκας.
+
+«Κ' ύστερα απ' αυτή τη ζωή να ξαναρθής εδώ σ' αυτή τη μούχλα! Πώς σου
+φαίνεται αλήθεια;» τονέ ρώτησε ο Φλοίσβος.
+
+«Τη βροχή νοστάλγησα περσότερο απ' όλα», είπε ο Νίκος και σώπασε.
+
+«Σου πήρα τέλεια συνέντευξη. Αύριο θα δης θα κάμη κρότο», είπε σε λίγο
+ο Φλοίσβος τρίβοντας τα χέρια του.
+
+«Μην κάμης τίποτα αηδίες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.
+
+Ο Φλοίσβος γέλασε: «Πάω, φεύγω τώρα», είπε και σηκώθηκε.
+
+«Κάτσε λίγο, θα φύγουμε όλοι», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Πάω να γράψω, δεν μπορώ».
+
+«Πού γράφεις;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.
+
+«Στο Μηνύτορα».
+
+Ο Φλοίσβος έφυγε. Κοντεύανε μεσάνυχτα κι ο Βελαδράπας άρχισε να
+χασμουριέται.
+
+«Ε, το χαλούμε τώρα;» είπε και φώναξε και πλήρωσε.
+
+Σηκωθήκαμε. Ο Νίκος θυμήθηκε το άσθμα του και γύρεψε να πάμε σπίτι με
+το αμάξι.
+
+«Αν το πληρώνης», του είπα.
+
+Μα ο Βελαδράπας φώναξε έναν αμαξά. Μπήκε κι ο ίδιος στο αμάξι,
+περάσαμε και πήραμε τη βαλίτσα του Νίκου από ένα καπνοπωλείο, όπου την
+είχε αφήσει, κι αποκεί τραβήξαμε στην κάμαρά μου. Ο Βελαδράπας βοήθησε
+το Νίκο νανεβάση τη βαλίτσα του στη σκάλα, μας καλονύχτισε και τράβηξε
+να πάη πεζός στο σπίτι του.
+
+«Πέρασε η ώρα, πρέπει να τρέξω», του είπα, σα φτάσαμε στην Ομόνοια κ'
+είδα πως ο κόσμος στεκόταν και τον κοίταζε·
+
+Χωριστήκαμε.
+
+Το απόγεμα δεν ήρθε ο Βελαδράπας να με πάρη από το γραφείο μου, όπως
+το συνήθιζε. Κατάλαβα πως θάτανε με το Νίκο και δε με χρειαζότανε. Το
+βράδι ήρθε ο Νίκος πολύ αργά να κοιμηθή. Είμουνα στο κρεββάτι κ' έκαμα
+πως δεν τον ένοιωσα.
+
+Το πρωί, σαν ξύπνησα κ' ετοιμάστηκα να φύγω, μου φάνηκε πως έκαμε κι
+αυτός το ίδιο. Το άλλο βράδι δεν ήρθε ολότελα να κοιμηθή. Πέρασαν έτσι
+τρεις τέσσερες μέρες. Φαίνεται πως δεν είχε κι αυτός την όρεξή μου.
+Είμουνα ευχαριστημένος και θα του χάριζα και το Βελαδράπα ακόμα, που
+δεν τον ξαναείδα, α δεν πιθυμούσα τη Θάλεια κι α δεν έβλεπα κιόλας πως
+το βράδι είχε καλή παράσταση στο θέατρο που έπαιζε ο Βελαδράπας. Το
+δειλινό λοιπόν αποφάσισα και τράβηξα ίσια από το γραφείο μου στο σπίτι
+του. Κατέβηκε η υπηρέτρια και μου είπε πως είχε φύγει από ώρα.
+
+«Μόνος του;» ρώτησα.
+
+«Όχι· με την κυρία Θάλεια και μ' ένα φίλο του που ήρθε τώρα».
+
+Ο δρόμος θόλωσε μπροστά μου. Δίχως να το νοιώσω τράβηξα στο Ζάππειο.
+Σα βρήκα την πλατεία αδειανή, τότε στοχάστηκα πως φυσούσε βοριάς και
+δεν είχε λόγο νάβγη εκεί ο Βελαδράπας. Γύρισα κ' έψαξα στα
+ζαχαροπλαστεία, που ήξερα πως άρεσε της Θάλειας να πηγαίνη. Σ' ένα από
+αυτά είδα τον ποιητή Βιδούρη καθισμένο σ' έναν κύκλο ντιστεγκέδων.
+Είχε αφήσει το μουστάκι του κι αυτός. Μου έρριξε μια ματιά, σα να με
+γνώρισε και να περίμενε να τονέ χαιρετίσω. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και
+δεν του έβγαλα αμέσως το καπέλο. Έπειτα στοχάστηκα πως μπορούσα να
+ρωτήσω αυτόνε μην τους είδε. Μα είτανε πια αργά κ' έφυγα φουρκισμένος
+με τη χωριατιά μου.
+
+Το άλλο το πρωί μόλις ξυπνήσαμε, ο Νίκος βγήκε στο παράθυρο και
+πρόσμεινε όσο που περάσανε οι εφημερίδες. Πήρε το Μηνήτορα και τον
+ξεδίπλωσε βιαστικά. Τα μάτια του σταματήσανε στην πρώτη σελίδα και
+διάβασε λίγα λεπτά της ώρας κάνοντας δυο τρεις φορές το συνηθισμένο
+του σπασμό του σαγονιού, που δεν τον είδα να τον κάμη την περασμένη
+μέρα και νόμισα πως τονέ λησμόνησε.
+
+«Να, δες ο Θέμης Φλοίσβος κάνει την επίδειξή του», μου είπε τέλος
+δίδοντάς μου την εφημερίδα.
+
+Την πήρα και διάβασα γραμμένα σε χρονογράφημα όσα μας είχε διηγηθή ο
+Νίκος στην μπίρα. Ο Θέμης Φλοίσβος τα ιστορούσε με την υπογραφή του,
+σα να τα είχε δει με τα μάτια του κι αφίνοντας να νοηθή πως τα είχε
+ζήσει ο ίδιος. Προσκαλούσε το ρωμαίικο ναφήση το ρουσφέτι και τις
+εκλογές, που είχαμε κείνες τις μέρες, και να ζήση μια ζωή με ποίηση,
+με μουσική, με στρατό, με μεταρσίωση και με μεθήσι. Δεν είχε ξεχάσει
+να τα βάλη και με τον ουρανό της Αττικής που δε βρέχει συχνά, καθώς
+στη Βορειοθάλασσα.
+
+Ο Νίκος ντύθηκε στο μεταξύ που διάβαζα. Είχε φορέσει την ίδια ντυμασιά
+που φορούσε και την περασμένη μέρα.
+
+«Τι διάβολο και σημέρα θα βγης όξω σαν ταξιδιώτης;» του είπα και πήρα
+το καπέλο μου να φύγω, γιατί βιαζόμουνα να πάω στο γραφείο μου.
+
+«Έτσι βγαίνουμε στο Μόναχο. Αλλά Ρούμπενς», μου αποκρίθηκε φορώντας το
+χνουδωτό γυαλιστερό καβούκι με το στενόν κόθρο.
+
+Έκαμα να βγω.
+
+«Στάσου· θάρθω και γω», μου είπε κ' έρριξε απάνω του μια μακριά
+πρασινωπή πελερίνα.
+
+Βγήκαμε στο δρόμο.
+
+Μου είταν αδύνατο να υποφέρω την ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά στη
+Θάλεια. Ήθελα να λογικευτώ, έφερνα στο νου μου τη φρονιμάδα της
+Θάλειας, θυμόμουνα τις περιγελαστικές ματιές που του έρριχνε την ημέρα
+που τον πρωτοείδε, το ξάφνισμά της από τα λόγια του, την περιφρόνηση
+που ήξερα πως είχε σε όλη τη φάρα των ακαμάτιδων ποιητάδων, τα
+στοχαζόμουνα όλα αυτά και ησύχαζα για μια στιγμή. Μα πάλι η ιδέα πως ο
+Νίκος είναι κοντά της μου ξανακεντούσε την καρδιά. Δεν έβλεπα την ώρα
+που θάρχιζε το θέατρο. Φανταζόμουνα πως δεν είτανε δυνατό να λείψη
+εκείνη τη βραδιά η Θάλεια. Μια στιγμή αποφάσισα να ξαναπάω σπίτι της
+να ρωτήσω για το Βελαδράπα, βρίσκοντας αφορμή να του γυρέψω εισιτήριο.
+Μα η σκέψη, πως με ξέχασε τώρα που ήρθε ο Νίκος, με κράτησε. Μισή ώρα
+πριν αρχίση το θέατρο πήγα κ' έπιασα μια σκοτεινή γωνιά στο δρόμο που
+θα περνούσε ο Βελαδράπας. Είχα σκοπό αν περάση μόνος με το Νίκο να μην
+τους μιλήσω μα αν είτανε κ' η Θάλεια μαζί, τότε να πάω μαζί τους.
+
+Δεν περάσανε πολλές στιγμές και νάτοι, ερχόντανε κ' οι τρεις. Μα αντίς
+να τραβήξω ίσια σ' αυτούς, έστριψα στον άλλο δρόμο και τράβηξα σπίτι
+μου. Κάθησα στα σκοτεινά και μου ερχότανε να κλάψω. Μα η ιδέα αυτή μ'
+έκαμε γελοίο στον εαυτό μου και πετάχτηκα. Άναψα το φως, συγυρίστηκα
+λίγο και τράβηξα ίσια στο θέατρο.
+
+Η παράσταση είχε αρχίσει. Παίζαν ένα δράμα που ξεχνώ τον τίτλο του.
+Είταν ερωτικό και γινότανε στο σπίτι ενός παπά. Έφτασα την ώρα που
+ένας νέος φοιτητής φιλιότανε με την ξαδέρφη του. Ένας καλόγερος
+καθισμένος παραπέρα τους κοίταζε λοξά, κάνοντας πως διάβαζε. Γύρισα κ'
+έρριξα ματιές γύρω στα θεωρεία, όπου ήξερα πως ήθελε να πηγαίνη η
+Θάλεια. Δεν μπόρεσα να τη δω και ξαναπρόσεξα στη σκηνή. Σαν τέλειωσε η
+πρώτη πράξη, μπαίνοντας πάλι στην πλατεία, ξαγνάντισα σ' ένα από τα
+πρώτα θεωρεία τη Θάλεια, που κοίταζε με τα γυαλιά κάπου αντίκρυ της.
+Είταν αργά πια και κάθησα στη θέση μου. Δεν μπορούσα να τη βλέπω από
+κει. Όταν ξανάκλεισε η σκηνή, σηκώθηκα και πήγα και στάθηκα αντίκρυ
+στο θεωρείο. Είταν η Θάλεια μόνη με το Νίκο. Εκείνη κοίταζε πάλι με τα
+γυαλιά κι ο Νίκος καθότανε δεξιά της ακκουμπησμένος στο χέρι του,
+αδιάφορος κι αγέλαστος σαν πάντα και παίζοντας τα δάχτυλά του στα
+μακριά του τα μαλλιά. Έδειχνε πως δεν πρόσεχε κανέναν τριγύρω του.
+Τους έρριχνα κρυφές ματιές προσέχοντας να μη με δη η Θάλεια πως
+κοιτάζω. Μα εκείνη είχε το νου της στάλλα θεωρεία. Μια στιγμή έσκυψε
+κ' είπε κατιτίς του Νίκου, δίνοντάς του τα γυαλιά, μα αυτός ούτε
+κουνήθηκε. Κάτι θα της είπε μόνο, φαίνεται, γιατί εκείνη γέλασε. Πήγα
+πιο κοντά και στάθηκα στη μέση της πλατείας με την ελπίδα πως θα με
+πάρη εκεί το μάτι της και θα με κράξη. Κόντευε όμως να περάση το
+διάλειμμα κ' η Θάλεια δε γύριζε τα μάτια κάτω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ
+άλλο, ανέβηκα και χτύπησα στο θεωρείο.
+
+Σα μπήκα μέσα ο Νίκος δεν ταράχτηκε από τη θέση του. Η Θάλεια μούδωσε
+το χέρι:
+
+«Τι γίνατε; Να μη σας δούμε τόσες μέρες;» είπε.
+
+Απάντησα πως είχα πολλή δουλειά στο γραφείο μου.
+
+«Βλέπετε πως είναι επιμελής ο ξάδερφός σας· δεν είναι σαν κ' εσάς»
+γύρισε κ' είπε του Νίκου.
+
+«Μοιάζετε», απάντησε εκείνος δίχως να κοιτάξη.
+
+«Πώς σας φαίνεται το δράμα;» ρώτησα τη Θάλεια.
+
+«Σαχλό. Βαρέθηκα. Σας αρέσει σάς;»
+
+Απάντησα πως μου φάνηκε λίγο αιστηματικό, όμως με συγκίνησε.
+
+«Προτιμώ τα γέλια από τις συγκίνησες. Τα δράματα με πλήττουν. Κι ο
+ξάδερφός σας είναι σύμφωνος. — Ή όχι;» ρώτησε το Νίκο.
+
+«Σε τι παρακαλώ;» απάντησε κείνος σα να μην πρόσεξε τι είπε η Θάλεια.
+
+«Πως πλήττετε και σεις στα δράματα».
+
+«Σ' αυτό το δράμα ναι», είπε ο Νίκος.
+
+Η Θάλεια πήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρυνά: «Τι αναίδεια! Τι φανερά
+που τον κοιτά! Τρελλάθηκε μαζί του. Αυτό καταντά σκάνταλο», είπε
+ξαναγυρίζοντας στο Νίκο.
+
+«Δεν αφίνεις τον κοσμάκη να κοιτάζεται», μουρμούρισε κείνος.
+
+Το «δεν αφίνεις» μ' έκαμε να παραξενευτώ. Μα ήξερα το Νίκο πως έπαιρνε
+γλήγορα θάρρος.
+
+Χτύπησε το κουδούνι στη σκηνή κ' έκαμα να φύγω.
+
+«Πού πάτε;» ρώτησε η Θάλεια.
+
+«Κάτω στη θέση μου».
+
+«Εδώ έχει κάθισμα· ακούτε πιο καλά από δω».
+
+Κάθησα ανάμεσα από αυτή κι από το Νίκο. Η παράσταση ξανάρχισε κι ο
+Νίκος έκλεισε τα μάτια γέρνοντας το κεφάλι στο χέρι, σε τρόπο που να
+φαίνεται καλήτερα από γύρω πως κοιμάται. Η Θάλεια ξαναπήρε τα γυαλιά
+και κοίταξε αντικρυνά.
+
+«Νάτος ξανακοιμήθηκε», είπε σε λίγο αφίνοντας τα γυαλιά κ' έσκυψε
+αποπίσω μου και χτύπησε με τη βεντάλια της τον ώμο του Νίκου.
+
+«Άσε με, παρακαλώ· νυστάζω», της είπε τούτος δυνατά·
+
+«Στ! στ!» φώναξαν από την πλατεία. Κάποιοι γυρίσαν κιόλα και
+κοιτάξανε.
+
+«Δεν είν' εδώ ξενοδοχείο», του σφύριξε και πάλι η Θάλεια.
+
+Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Η Θάλεια ξανακοίταξε στη σκηνή λίγες στιγμές κ'
+έπειτα πήρε πάλι τα γυαλιά της.
+
+Σε λίγο ο αδερφός της κόρης, που αγαπούσε τον ξάδερφό της, ένα
+δυστυχισμένο ηλίθιο παιδί, μπήκε στη σκηνή και το θέατρο σείστησε από
+τα γέλια. Η Θάλεια γύρισε κι αυτή προς τη σκηνή και γέλασε μαζί. Ο
+Νίκος δεν ταράχτηκε.
+
+«Δέστε τον, κάνει πως κοιμάται. Αφήστε τώρα τα καμώματα· δε σας
+στέκουνε», του μουρμούρισε πάλι η Θάλεια σκύβοντας μπροστά μου κ'
+έκαμε να τον ξαναχτυπήση με τη βεντάλια της.
+
+Της έπιασα το χέρι.
+
+«Σας ενοχλήσαμε; Άλλος από δω. Πολύ ρομαντικός γίνατε απόψε», μου είπε
+και ξαναπήρε τα γυαλιά της και κοίταξε τριγύρω όσο που έκλεισε η σκηνή
+κ' η παράσταση τέλειωσε.
+
+Κάτω στην πόρτα βρήκαμε το Βελαδράπα.
+
+«Ε, το πήρες λοιπόν το μπιλιέτο;» μου είπε μόλις με είδε.
+
+«Ποιο μπιλιέτο;»
+
+»Πώς ήρθες τότε;»
+
+«Πλήρωσα κ' ήρθα».
+
+«Δεν πέρασες από το σπίτι σου; Δε σου τόδωσε η σπιτονοικοκυρά σου;
+
+«Όχι», του είπα.
+
+«Και γω τους άφησα τουτουνούς στην μπίρα κ' ήρθα στο γραφείο σου. Δε
+σε βρήκα κει κ' έτρεξα μην είσαι σπίτι σου».
+
+«Μοναχούς στην μπίρα», είπα μέσα μου και μου ήρθε να του δώσω μια στο
+μουσούδι.
+
+Η Θάλεια στεκότανε και κοίταζε τον κόσμο που έβγαινε. Ο Νίκος είχε
+φορέσει την πελερίνα του με σηκωμένο το γιακά και μουρμούριζε στίχους
+μισοκλείνοντας τα μάτια. Είδα πως είχε βγάλει το φτερό από το καπέλο
+του.
+
+«Είχες δίκιο», του είπε ο Βελαδράπας, άμα βγήκαμε στο δρόμο, «απόψε δε
+μου άρεσε διόλου το δράμα. Ανόρεχτα έπαιξα το μέρος μου».
+
+«Τι μέρος, βρε; Υπερέτης είσουνα πάλι· τις βαλίτσες έφερες δίχως να
+βγάλης λέξη», του φώναξε η Θάλεια σβησμένη στα γέλια.
+
+«Ψεύτικο, κατώτερο έργο· δε μεταρσιώνει, δεν αφίνει τίποτε για το
+περιθώριο», ξακολούθησε ο Βελαδράπας χωρίς να προσέξη την αδερφή του.
+
+Ο Νίκος δεν απάντησε και τράβηξε μπροστά. Η Θάλεια και γω μείναμε
+πίσω.
+
+«Απόψε βλέπω είσαστε πολύ συγκινημένος», μου είπε.
+
+«Και σεις πολύ φαιδρή· σας διασκεδάζει ο ξάδερφος μου»·
+
+«Μη σας πειράζη;»
+
+Δεν της απάντησα.
+
+«Είστε γελοίος», μου ξαναείπε ύστερα από μικρή σιωπή.
+
+Κι αλήθεια γελοίος φαινόμουνα στον εαυτό μου όλη την ώρα έπειτα, σαν
+την αφήσαμε στην πόρτα της και γυρίσαμε με το Βελαδράπα και το Νίκο
+στον καφενέ, όπου σμίξαμε το Θέμη Φλοίσβο.
+
+Το άλλο απόγεμα έφυγα νωρίτερα από το γραφείο μου και τράβηξα στου
+Βελαδράπα. Βρήκα τα δυο αδέρφια που μαλλώνανε. Ο Βελαδράπας ήθελε να
+γράψη κ' η Θάλεια τονέ βίαζε να τη συνοδέψη όξω να δη τη διαδήλωση,
+που θα γινότανε. Του είχε πάρει το χειρόγραφο και τόκρυψε.
+
+«Γράφεις κι αύριο. Έλα τώρα, σήκω», τον τραβούσε.
+
+«Λες πως βρίσκεται η όρεξη, όποτε σου καπνίση εσένα; Έπειτα το ξέρεις
+πως σιχαίνουμαι την πολιτική και τα πλήθη», φώναξε ο Βελαδράπας.
+
+Βοήθησα και γω και τονέ σηκώσαμε από το τραπέζι.
+
+Η Θάλεια πήγε να βάλη το καπέλο της.
+
+«Άι σιχτίρ, δεν είναι ζωή αυτή! Το φριχτότερο πράμα είναι να μη σε
+νοιώθουνε στο σπίτι σου», μουρμούρισε ο Βελαδράπας βουρτσίζοντας τη
+ζακέτα του και σιάζοντας τα μαλλιά μπρος στον καθρέφτη. Το μούσι, του
+είχε απαιτήσει εκείνες τις μέρες ο θιασάρχης του και το ξούρισε.
+
+Η Θάλεια ξαναήρθε κρατώντας στο χέρι ένα ψαλλίδι κ' ένα μάτσο άσπρο
+και μπλε κορδόνι. Έκοψε ένα κομάτι και τόδεσε στο στήθος της.
+
+«Έλα, στάσου να σου βάλω και το δικό σου», είπε ύστερα στον αδερφό
+της.
+
+«Κάνε μου τη χάρη, ξεφορτώσου με· δε φτάνει που μούκοψες τη διάθεση».
+
+Η Θάλεια, σα να μην άκουσε, έκοψε ένα κομάτι και τονέ σίμωσε.
+
+«Άμε στο διάολο, σου είπα· θα με κάμης και γελοίο τώρα», την έσπρωξε ο
+Βελαδράπας.
+
+«Καλά, μη θες να βάλης κ' έπειτα ξαναγύρεψε τάλληρο του μπαμπά», του
+είπε κείνη σοβαρά.
+
+Μουρμούρισε λίγο, μα την άφησε και του έδεσε το κορδόνι στην
+κουμπότρυπα. Εγώ κι από οικογενειακή παράδοση και σα δημοκράτης που
+είμουνα, συμπαθούσα το κορδόνι και δεν είχα λόγο να της φέρω
+αντίσταση.
+
+Βγήκαμε στην Ομόνοια. Η Θάλεια μετρούσε μ' ευχαρίστηση τα μαγαζιά και
+τα σπίτια, που είχαν κρεμασμένα κορδονικά σημάδια, κι ο Βελαδράπας
+ξέχασε την ανορεξία του κοιτάζοντας τις όμορφες στο δρόμο και στα
+παράθυρα και σκουντώντας με όταν καμιά του άρεσε ξεχωριστά. Η
+διαδήλωση πέρασε τέλος κ' η Θάλεια κουρασμένη πια γύρεψε να καθίσουμε.
+
+«Πάμε στην μπίρα», είπε ο Βελαδράπας, «να βρούμε και τους άλλους».
+
+«Ποιους άλλους;» ρώτησα.
+
+«Το Νίκο και τη λοιπή παρέα».
+
+«Με συμπαθάτε εμέ να σας αφήσω», είπα και στάθηκα.
+
+«Ελάτε και δε θα χάσετε· να τους δήτε πώς είναι όλοι τους», μου είπε η
+Θάλεια.
+
+«Τους ξέρω».
+
+«Την ποιήτρια και τον ποιήτριο δεν τους ξέρετε».
+
+Θέλοντας και μη πήγα κοντά τους.
+
+Σε μια σκοτεινή άκρη της μπίρας καθότανε ο ξάδερφός μου και τριγύρω
+του οι ίδιοι νέοι που είχα δει στο εξοχικό καφενεδάκι. Έλειπε μόνο ο
+Θέμης Φλοίσβος και παραπάνω είταν ένας άλλος μελαχρινός νέος και μια
+κυρία.
+
+«Νάτοι, εδώ είναι κ' οι δυο», μου είπε η Θάλεια σαν μπήκαμε στην πόρτα
+και τους είδε.
+
+Σηκωθήκανε και χαιρετήσατε τη Θάλεια κι ο Βελαδράπας με παρουσίασε
+στους δυο άγνωστους·
+
+«Ο κ. Ιππόλυτος Κλεαρέτης, η δεσποινίδα Ιππολύτα Κλεαρέτη».
+
+Καθήσαμε. Η Θάλεια κ’ η τελευταία ρίξανε λοξές ματιές η μια στην άλλη.
+
+«Λοιπόν, ταποφασίσαμε, Θυμάρη», είπε του Βελαδράπα ένας από τους
+συγκαθούμενους, που είχα ακούσει πως έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο
+Ταγχόιζερ, «το Σφυρί, θάναι ο τίτλος».
+
+«Σύμφωνοι», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Ποια στήλη θα πάρης εσύ; Ποιόν κύκλο; Καθένας πρέπει να διαλέξη μια
+περιοχή και κει να χτυπά. Εγώ πήρα το δράμα, ο Κλεαρέτης τη λυρική
+ποίηση, η Κλεαρέτη τη μουσική και τη φιλοσοφία, ο Μαινάλκας τη
+γερμανική ζωή».
+
+«Αλλά γερμανικά θα σας τα στέλνω», αντίκοψε ο Νίκος.
+
+«Είπαμε· τα μεταφράζει ο Κλεαρέτης· του τα στέλνουμε».
+
+«Πού θάναι ο Κλεαρέτης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Θα γυρίζω στην Αίγυπτο για συντρομές», είπε ο ίδιος ο Κλεαρέτης.
+
+«Κ’ η δεσποινίδα Κλεαρέτη στη Ρουσσία», είπε ένας άλλος.
+
+«Τότε εγώ παίρνω το θέατρο», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Μα το δράμα το ανάλαβα εγώ», τον έκοψε ο Ταγχόιζερ.
+
+«Άλλο δράμα κι άλλο θέατρο», ξαναείπε ο Βελαδράπας· «δεν είναι έτσι,
+Νίκο;»
+
+Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι.
+
+«Και γω πήρα την ιστορία και τη φιλοσοφία της τέχνης», πετάχτηκε από
+τη γωνιά ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, δίχως να
+σηκώση απ' αυτό τα μάτια του.
+
+«Καλά», είπε ο Βελαδράπας, «μα την πολεμική ποιος θα την πάρη;»
+
+«Πολεμικό θάναι όλο το περιοδικό απ' άκρη σ' άκρη. θα σπάζη, θα
+γκρεμίζη αλύπητα τα είδωλα — »
+
+Τις κορυφές, τον Αβραμίκο πρώτον», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά.
+
+«Τη γενική πολεμική εννοώ», ξαναείπε ο Βελαδράπας, «τα κύρια άρθρα».
+
+«Η πολιτική αποκλείνεται — » του απάντησε κάποιος.
+
+«Μα τα κοινωνικά ζητήματα;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Κι αυτά», φώναξε ο Ταγχόιζερ: «Καθαρή τέχνη. Σημαία μας θάναι το
+γύρισμα στον τραγικό, στον ηρωικό λυρισμό».
+
+«Και στη σκληράδα», ξαναπετάχτηκε ο σγουμπός, δίχως να σηκώση τα μάτια
+του από το βιβλίο. Σήκωσε μόνο το γρόθο του στο ψήλος του ώμου.
+
+Ο Νίκος λάγγεψε με το σαγόνι.
+
+«Και ποιος θάμπη διευθυντής κ' εκδότης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Κανείς», είπε ο Ταγχόιζερ: «Ούτε τόπος ούτε χρόνος θα γράφεται στο
+ξώφυλλο. Το Σφυρί μονάχα με παχιά μεγάλα γράμματα. Διαμαντένια
+γράμματα σε μαύρο ξώφυλλο».
+
+«Εγώ λέω πράσινο, να συμβολίζη την αναγέννηση», είπε ένας.
+
+«Κόκκινο, επαναστατικό», είπε άλλος.
+
+«Καλήτερα ένα σφυρί μονάχα, δίχως γράμματα», είπε ο σγουμπός με τα
+γυαλιά και κοίταξε το Νίκο.
+
+Ο Νίκος ένεψε με το κεφάλι.
+
+«Κ' οι συντρομές που θάρχουνται, αν δε βάλουμε κατατόπι;» ρώτησε ο
+Βελαδράπας.
+
+«Βάζουμε ένα άγνωστο ψευδώνυμο, ποστ ρεστάντ».
+
+«Εγώ λέω ναλλάξουμε όλοι μας ψευδώνυμα», πρότεινε κάποιος.
+
+«Γράφουμε τότε όλοι ανώνυμα», είπε άλλος.
+
+«Έτσι χάνεται η ατομικότητα. Το όνομα είναι η δύναμη· εγώ θα γράφω πια
+με τόνομά μου», είπε ο Νίκος.
+
+«Μα έτσι λείπει το μυστήριο, που δίνει την επιβολή», είπε ο Ταγχόιζερ.
+
+«Η ατομικότητα τη δίνει», φώναξε ο σγουμπός.
+
+«Θαποκλειστή κ' η επιστήμη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+Η Θάλεια με σκούντησε.
+
+«Όπου δεν έχει σχέση με την τέχνη».
+
+«Μα στην εποχή μας τέχνη κ' επιστήμη — τι λες, Νίκο;»
+
+Ο Νίκος είχε ξεχαστή.
+
+«Η ποίηση του μέλλοντος θα είναι επιστημονική», απάντησε ο σγουμπός κι
+ο Βελαδράπας ησύχασε.
+
+Η Θάλεια τους έρριχνε ματιές όλη την ώρα και γύριζε και κοίταζε κ'
+εμένα σα να μου έλεγε; «Βλέπεις που δεν ήθελες ναρθής;» Περσότερο όμως
+κοίταζε την Κλεαρέτη φυλάγοντας τις στιγμές που εκείνη δεν την
+πρόσεχε. Μα κ' η Κλεαρέτη δεν κοίταζε λιγώτερο τη Θάλεια κι όταν η μια
+έπιανε την άλλη, γυρίζανε κ' οι δυο τα μάτια αλλού.
+
+«Δες πόσες κορδέλες έχει απάνω της, πώς είναι τα μαλλιά της· κοίταξε
+τι φτερά έχει βάλει στο καπέλο της, τι παπουτσάρες που φορεί», βρήκε
+την περίσταση να μου μουρμουρίση η Θάλεια διάφορες στιγμές εκεί που
+συζητούσαν οι άλλοι.
+
+Κ' είταν αλήθεια παράξενα ντυμένη αυτή η Κλεαρέτη. Φορούσε ένα πράσινο
+φόρεμα μ' ένα σωρό κόκκινα φιογκάκια, πλατύ καπέλο με φανταχτερά φτερά
+και τα ποδήματά της είταν καταλασπωμένα. Καθόταν αμίλητη όλη την ώρα
+κοιτάζοντας τον έναν και τον άλλον κι ακκουμπώντας τον αγκώνα στην
+καρέκλα του αδερφού της, καθώς τονέ νόμιζα τον Κλεαρέτη. Εκείνο που
+μου έκαμε λιγάκι εντύπωση είταν πως δεν του έμοιαζε καθόλου. Εκείνος
+μαυριδερός νόστιμος νέος, τούτη άσπρη, ξανθή σχεδόν και τρομερά άχαρη.
+Η χλωμάδα του προσώπου της, τα μαλλιά της, τα χτενισμένα αλά Κλεό, που
+της κρεμόντανε στα μάγουλα, και τα ξέθωρα και βαθουλά μάτια της σε
+κάνανε να μην μπορής να την κοιτάξης. Κι ωστόσο έβλεπα τα μάτια ολονών
+τριγύρω της να τη θωρούνε μ' ευχαρίστηση, τόσο που η Θάλεια, αν και
+καταφρονούσε αυτόν τον κύκλο, φαινότανε πως πειραζότανε λιγάκι που την
+προσέχανε λιγώτερο από την Κλεαρέτη.
+
+«Πρέπει λοιπόν ναρχίσουμε να ετοιμάζουμε ύλη», είπε πάλι ο Βελαδράπας.
+
+«Εγώ αύριο τελειώνω τη μελέτη για το Μποτιτσέλι», είπε ο σγουμπός.
+
+«Κ' η Ιππολύτα μας έδωσε κιόλα ένα ποίημα», είπε ο Ταγχόιζερ, που
+φαινότανε σα μισοαναγνωρισμένος διευθυντής του περιοδικού.
+
+«Πού είναι το; δεν τόχεις εδώ να τακούσουμε;» ρώτησε ο Βελαδράπας και
+τεντώθηκε.
+
+Η Θάλεια με ξανασκούντησε.
+
+«Έλα, Ιππολύτα, διάβασέ το», είπαν κι άλλοι.
+
+«Ας το διάβαση ο Ιπόλυτος· εγώ έχω άθλια απαγγελία», άνοιξε τέλος το
+στόμα της η ποιήτρια κοκκινίζοντας.
+
+«Όχι, εσύ διάβασέ το· δικό σου είναι», είπε ο Κλεαρέτης κ' έβγαλε από
+την τσέπη ένα τετράδιο.
+
+«Η ιδέα είναι δική σου», ξαναείπε κείνη.
+
+«Εσύ τόγραψες», της είπε ο Κλεαρέτης.
+
+«Εμπρός, ποιήτρια, διάβασέ το συ», φώναξε ο Νίκος.
+
+Η Θάλεια δεν μπόρεσε να μη γελάση κι ο αδερφός της την αγριοκοίταξε.
+
+Το διάβασε ο Ιππόλυτος. Σα φιλοσοφικό, που είπαν όλοι τους πως είταν,
+η Θάλεια και γω δε νοιώσαμε τίποτες. Τον τίτλο μόνο _Μελικέρτη_ κ' ένα
+σωρό ονόματα ακούσαμε κοντά στη Θέληση και τη Δύναμη, τη Σοφία και τη
+Σκέψη, τη Διαιώνιση και την Εξέλιξη· αϊτούς και φίδια, σφυριά και
+κύτταρα, Άδες και Σύμπαντα, Τιτάνες και Τιτάνιες και το γύρισμα ή
+επωδό που το λένε: Ω Ρουθ, βάρα το τύμπανο, ω Όμπερον, ρίχνε άμμο στην
+κλεψύδρα.
+
+«Μ' αυτό θαρχίσουμε», είπε ο Ταγχόιζερ παίρνοντας το τετράδιο από τον
+Κλεαρέτη: «&Μελικέρτη& με μεγάλα στοιχεία στην πρώτη σελίδα. Ωραίος
+τίτλος — Από τα μάρμαρα του πόνου», διάβασε παρακάτω στο χειρόγραφο.
+
+«Από το μούρμουρο του πόνου», τονέ διόρθωσε η Κλεαρέτη.
+
+«Βρήκες καλά τον τόνο στο ρυθμό και στη γλώσσα, Ιππολύτα», της είπε ο
+Νίκος κοιτάζοντάς τηνε στα μάτια: «Κρίμα που δεν τόγραψες γερμανικά».
+
+«Στη γλώσσα όχι· δεν είμαι σύμφωνος», πετάχτηκε ο Βελαδράπας· «αν
+αρχίσουμ' έτσι, θα φτάσουμε στην καθαρεύουσα».
+
+«Είπαμε, στη γλώσσα ελευθερία. Καθένας ας τη γράφη σύμφωνα με το
+αίσθημά του. Οι κανόνες είναι σχολαστικισμοί», φώναξε ο σγουμπός και
+ξανάσκυψε στο βιβλίο του.
+
+«Πολύ ωραία! Να πέσουμε στην αναρχία;» άναψε ο Βελαδράπας και μαζί του
+η γλωσσική συζήτηση.
+
+Οι γνώμες είτανε τόσο ανάκατες και χωρισμένες, που δεν μπορούσα να
+πάρω κάβο μες το θόρυβο. Η Θάλεια ευτυχώς θυμήθηκε πως την περιμένανε
+στο σπίτι κι άδραξε το Βελαδράπα από το χέρι:
+
+«Άσε τις κουβέντες τώρα· περιμένει ο μπαμπάς». Τρόμαξε να τονέ σηκώση.
+
+«Θα μείνης;» ρώτησε ο Βελαδράπας το Νίκο.
+
+Εκείνος κοίταξε μια στιγμή την Κλεαρέτη κ' έπειτα τη Θάλεια. Τόσο
+επιδειχτικά που η Θάλεια κοκκίνησε και χαιρερετώντας όλους μ' ένα
+κούνημα του κεφαλιού έτρεξε στην πόρτα. Ο Νίκος έκαμε να σηκωθή, μα
+είταν αργά.
+
+Ο Βελαδράπας είτανε θυμωμένος μ' όλους: «Ε, καλά δεν τους τάπα; Δε
+βαστιούνται. Γίνουνται όργανα του Κλεαρέτη, που θέλει να εκμεταλλευτή
+το περιοδικό και να τσεπώνη συντρομές στην Αίγυπτο. Γι' αυτό φοβάται
+την καθαρή δημοτική», άρχισε σα βγήκαμε στο δρόμο.
+
+«Την είδες τι σουρουκλεμέ σου είναι; Να της φαίνεται πως είναι κι
+όμορφη! Δεν πιάνει να ράψη το φουστάνι της, που είναι καταξυλωμένο και
+το κρατεί με καρφίτσες, μα θέλει να μου γράφη ποιήματα», άρχισε μαζί
+κ' η Θάλεια από την άλλη μεριά.
+
+«Αν είν' έτσι, δε θα λάβω μέρος. Γράφω καλήτερα στο Σύμπαν»,
+μουρμούρισε ο Βελαδράπας.
+
+«Λέτε να τα γράφη μοναχή της; Δεν πιστεύω· εκείνος της τα γράφει. Δεν
+είδατε πώς μαλλώνανε; Ο ένας έλεγε ταλλουνού: δικό σου είναι»,
+ξακολούθησε η Θάλεια.
+
+«Μαζί τα γράφουν», είπε ο Βελαδράπας· «ο Κλεαρέτης δεν μπορεί να γράψη
+στίχους, δίνει την ιδέα μόνο και τη γράφει η Ιππολύτα».
+
+«Δε ντρέπεσαι! Αυτή δεν μπορεί να βγάλη λόγο απ' το στόμα της και θα
+γράψη και ποιήματα; Εκείνος τα γράφει και θέλει να την περνά κι αυτή
+για λόγια».
+
+«Αδερφός της είναι;» ρώτησα.
+
+Η Θάλεια γέλασε: «Τι αδερφός της, καλέ; Αρρεβωνιαστικός της. Λένε
+δηλαδή, μα δεν τους πιστεύω. Δεν είδατε πώς καθόντανε; Δεν είδατε
+ξετσιπωσιά!»
+
+«Κ' έχουν τα ίδια ονόματα;» ρώτησα.
+
+«Είναι ψευδώνυμα», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Από πού είναι;»
+
+«Από τη Σμύρνη, λέει», είπε η Θάλεια.
+
+«Ο Κλεαρέτης· αυτή είναι από την Πόλη», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Είτανε γκουβερνάντα στην Οδησσό κι από κει την έκλεψε κείνος και
+γυρίζουνε μαζί και ζητιανεύουν».
+
+«Ποιος σου τάπε αυτά;» θύμωσε ο Βελαδράπας: «Τι θα πη την έκλεψε; Ο
+Κλεαρέτης γυρίζει στα κέντρα του ελληνισμού με τα βιβλία του κι
+ανταποκριτής εφημερίδων. Όταν πέρασε από την Οντέσσα τη γνώρισε σ' ένα
+ελληνικό σπίτι που είτανε δασκάλα».
+
+«Τι δασκάλα! Γκουβερνάντα είτανε. Φαίνεται», τον έκοψε η Θάλεια.
+
+«Δασκάλα της μουσικής· παίζει έξοχο πιάνο. Λοιπόν εκεί γνωριστήκανε
+και παντρεύτηκαν».
+
+«Δίχως παπά», γέλασε η Θάλεια.
+
+«Δίχως παπά βέβαια, μοντέρνος γάμος».
+
+Η Θάλεια γέλασε πιο δυνατά.
+
+«Δε φταις εσύ, φταίω εγώ που σε φέρνω σ' ανθρώπους», της είπε ο
+Βελαδράπας: «Δε σ’ αφίνω να κάθεσαι με τη μαμά και με την Παναγιώτα
+στην κουζίνα».
+
+Κόντεψε να πιαστούνε στα χέρια. Βριζόντανε όσο που φτάσαμε στην πόρτα
+τους. Τους άφησα εκεί κ' έφυγα.
+
+
+
+6
+
+
+
+Όταν πήγα τη νύχτα αργά στο σπίτι μου, βρήκα στο τραπέζι μια σημείωση
+του Νίκου. Μου έγραφε να πω σε όποιον έρθη και με ρωτήση γι' αυτόν πως
+δεν τον είδα ολότελα απόταν ήρθε στην Αθήνα. Περσότερα θα μου πη άμα
+με σμίξη. Είδα κιόλας πώς έλειπε η βαλίτσα του και τα ρούχα του από το
+ντουλάπι. Δόξασα το Θεό που τον ξεφορτώθηκα κ' έπεσα και κοιμήθηκα.
+
+Το πρωί, άμα σηκώθηκα και πήρα να ντυθώ, άκουσα να χτυπά βιαστικά η
+πόρτα μου. Ντύθηκα γλήγορα και πήγα κι άνοιξα. Ξαφνίστηκα σαν είδα την
+ξαδέρφη μου, την αδερφή του Νίκου.
+
+«Πού είναι; Πες μου γλήγορα τι κάνει;» φώναξε χυμώντας μέσα.
+
+«Ποιος τι κάνει;» ρώτησα.
+
+«Ο Νίκος».
+
+Γέλασα.
+
+«Μπράβο σου, γελάς κιόλα. Να μ' αφήσης άυπνη όλη νύχτα καταμόναχη στο
+ξενοδοχείο! Πήγα να τρελλαθώ όσο να ξημερώση. Καλά, δεν ήρθες στο
+σταθμό, δεν ερχόσουνα κάνε ψες το βράδι στο ξενοδοχείο;»
+
+Απάνω κάτω κατάλαβα τι έτρεξε, προτού μου ξηγήση πώς μου τηλεγράφησε
+να πάω να την πάρω στο σταθμό κι αφού δε με βρήκε κει, κίνησε κ' ήρθε
+σπίτι μου και μου άφησε σημείωση να πάω να την εύρω στο ξενοδοχείο.
+
+Δεν μπορούσα πια να της κρύψω τίποτες, μάλιστα σα μου διηγήθηκε πως ο
+Νίκος, αφού δεν πήγε καλά το εμπόριο των κρασιών του Ζαμπακίδη, έγραψε
+στον πατέρα του πως θέλει να γυρίση σπίτι του να κάμη το δικηγόρο εκεί
+στον τόπο ή να βρη καμιάν άλλη θέση, και τους γύρεψε τα έξοδα του
+γυρισμού. Ο πατέρας του, αφού είτανε κ' εκλογές κιόλας, δανείστηκε και
+του τάστειλε αμέσως για ναρθή γλήγορα να ψηφίση κ' έτσι αν πιτύχη ο
+βουλευτής του να τονέ διορίση. Εκεί όμως που περιμένανε το Νίκο,
+λάβανε γράμμα του πως ήρθε στην Αθήνα κρυολογημένος βαριά κ' έπεσε στο
+στρώμα. Τους γύρεψε εκατό δραχμές, του τις στείλανε αμέσως και
+μηνύσανε της αδερφής του, που είτανε στο Ανάπλι με τον άντρα της,
+ναρθή να τονέ γεροκομήση. Έτσι έφυγε κι αυτή την άλλη μέρα. Μου
+τηλεγράφησε μένα κι αφού δε με βρήκε στο σταθμό, πήγε στο δρόμο και
+στον αριθμό, που της γράψανε πως κάθεται ο Νίκος. Εκεί όμως έμαθε πως
+δεν κάθεται κανένας Νίκος. Κ' έτσι έτρεξε στο δικό μου σπίτι όλη
+νύχτα.
+
+Τη συμβούλεψα να τηλεγραφήση στους γονιούς της πως ο Νίκος είναι
+καλήτερα και να γυρίση γλήγορα στον άντρα της, αφού μάλιστα μου είπε
+πως ο υπομοίραρχος δεν ήθελε να την αφήση νάρθη, θυμωμένος καθώς
+είτανε με τα πεθερικά του, που δεν του πληρώνουν αυτουνού τον τόκο,
+παρά ξοδεύουν άδικα για το γιο τους.
+
+«Να πάω πίσω, δίχως να δω το Νίκο! Αυτό δε γίνεται. Σαν κ' έχω άλλον
+αδερφό απ' αυτόν; Έχω δυο χρόνια να τονέ δω», μου είπε και δακρύσανε
+τα μάτια της.
+
+«Σου περισσεύει κάνα ειποσιπεντάρικο;» τη ρώτησα.
+
+«Για τι; μου είπε».
+
+«Γράψε του πως θέλεις να τονέ δης να του το δώσης και τότε θα τρέξη να
+σε βρη ο ίδιος».
+
+«Μην τα λες αυτά», μου απάντησε, «δεν είναι τέτοιος ο Νίκος. Μπορεί να
+κάνη τρέλλες, καθώς όλοι οι νέοι, μα εμένα μ' αγαπάει. Νάχα μαζί μου
+να σούδειχνα τα γράμματα, που μούστελνε απ' τη Γερμανία».
+
+Μα σε λίγο τα ξέχασε αυτά κι άρχισε να μου παραπονιέται πως ο Νίκος δε
+φέρθηκε καλά να μην πάη να ψηφίση στις εκλογές. Ο βουλευτής τους θα
+πιτύχη και θα τονέ διόριζε, αν πήγαινε να ενεργήση κι αυτός σαν τους
+άλλους δικηγόρους. Έπειτα δεν έκαμε καλά να γελάση και τη μάννα του.
+Της έγραψε πως τόσο την πόνεσε, που δε βλέπει την ώρα να γυρίση ναύρη
+παρηγοριά στα μάτια της. Και τώρα νάρθη να κάθεται δω και να της παίζη
+τέτοιες ιστορίες, να τη βάζη σε ανησυχία πως είναι βαριά άρρωστος!
+
+«Βλέπεις λοιπόν», της είπα, «και συ θέλεις να τονέ δης».
+
+Όμως στάθηκε αδύνατο να την καταφέρω να φύγη. Με βίασε, μου έπεσε στα
+πόδια να της βρω το Νίκο. Μια θύμωνα, μια τη λυπόμουνα. Μα να
+ξαναμπλέξω με το Νίκο μια και τον ξεφορτώθηκα!
+
+«Τώρα δεν μπορούμε να τον εύρουμε», της είπα· «να σε πάω στο
+ξενοδοχείο σου και το μεσημέρι, άμα θα βγω από το γραφείο μου,
+έρχουμαι και σε παίρνω και πάμε».
+
+Το δέχτηκε με χίλια βάσανα. Στο γραφείο μου συλλογιζόμουνα όλη την ώρα
+πως ίσως θα είτανε καλήτερα να την παραιτήσω ολότελα. Μα πάλι μου
+φάνηκε πολύ βαρύ, και πήγα και την πήρα. Το απόγεμα, αφού γυρίσαμε
+πρώτα στα καφενεία, που ήξερα πως πηγαίνει ο Νίκος, την πήρα και
+πήγαμε και καθήσαμε στην μπίρα που μαζευόντανε οι λόγιοι. Διάλεξα ένα
+απόμερο τραπέζι που να μη φαίνεται από την πόρτα κ' έτσι έλπιζα να
+πιάσω το Νίκο στην παγίδα, Ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο
+στο χέρι, η Ιππολύτα, ο Θέμης Φλοίσβος και δυο άλλοι ακόμα ήρθαν και
+καθήσανε στην άκρο, που κάθονταν και την περασμένη μέρα.
+
+«Να οι φίλοι του αδερφού σου», είπα της ξαδέρφης μου.
+
+«Μ' αυτούς πηγαίνει;» αναστέναξε ρίχνοντας θλιβερές ματιές απάνω τους:
+«Κ' εκείνη ποια είναι;.·»
+
+«Μια μεγάλη ποιήτρια. Μα άσ' την αυτή και πρόσεχε στην πόρτα. Μην
+πεταχτής σαν τονέ δης να μπη. Ασ' τονε να ζυγώση στο τραπέζι εκεί κ'
+έπειτα σήκω πιάσ' τον άξαφνα».
+
+Κατάστρωσα το σκέδιο έτσι, ώστε άμα θα σηκωνόταν αυτή να πάη στο Νίκο,
+να πεταχτώ εγώ να φύγω. Πλήρωσα κιόλας, πήρα μιαν εφημερίδα και την
+κρατούσα μπροστά μου και περίμενα. Μα η ώρα περνούσε κι ο Νίκος δε
+φαινότανε.
+
+«Εκείνος δεν είναι;» τινάχτηκε μια στιγμή η ξαδέρφη μου κ' έδειξε ένα
+νέο που μπήκε μέσα και τράβηξε ίσια στο ποιητικό τραπέζι.
+
+Γελάστηκε από το ξουρισμένο μουστάκι του. Της το είχε γράψει η μάννα
+της πως ο αδερφός της έκαμε κι αυτή την πράξη. Της ξήγησα πως ο Νίκος
+άφησε πάλι όχι μόνον το μουστάκι του, μα και τα γένια.
+
+Έγυρε απογοητεμένη στον καναπέ. Εγώ κοίταζα το νέο που είχε σιμώσει
+στο τραπέζι. Κρατώντας τα καπέλο του στο χέρι, έσκισε με μεγαλόπρεπη
+ηρεμία τάλλα τραπέζια και στάθηκε ορθός μπροστά στην Ιππολύτα. Ούτε κι
+άμα χαιρέτησε δεν έσκυψε. Τον έβλεπα από το πλευρό. Τα ορθά μαλλιά
+του, το ψηλό του μέτωπο, η μακριά καμπυλωτή μύτη μου θυμήσανε μιαν
+εικόνα, του Σίλλερ θαρρώ, που είχε κρεμασμένη στην κάμαρα του ο Νίκος
+κ' η Μαρία δεν μπορούσε να τη δη. Ήθελε να την πετάξη από κει· τόσο
+δεν της άρεσε το μάτι του, που κοίταζε αγριωπά στο μάκρος, κ' η
+περιγελαστική σούφρα που κάνανε τα χείλια του. Παρόμοια εντύπωση μου
+κάνανε και μένα τα χείλια αυτού του νέου. Κι ωστόσο είταν όμορφος,
+πολύ όμορφος. Είχε ένα μαντύα αναρριχτό διπλωτά στις πλάτες σαν αρχαία
+χλαμύδα κ' έστεκε πάντα ακίνητος. Κι άμα μιλούσε κατάφερνε να μη
+σαλεύη τα χείλια, να μη χαλά την περιγελαστική τους δίπλα. Καθώς έμαθα
+ύστερα από το Βελαδράπα, είταν εκείνος που υποψιάστηκα, ο νέος
+προφήτης, που είχα ακούσει πως ήρθε από τη λυβική έρημο να κάμη εκείνο
+που δεν κάμανε οι πρόδρομοί του, να βάλη στη θέση τους όλους τους
+έλληνες ποιητές από τον Όμηρο κ' εδώθε.
+
+Μα ο Νίκος δε φαινότανε. Δεν ερχότανε κι ο Βελαδράπας κι άρχισα
+νανησυχώ και γω περσότερο από την ξαδέρφη μου. «Αν πήγε κει!»
+στοχαζόμουνα και με την ιδέα αυτή δεν μπορούσα να καθήσω άλλο στην
+μπίρα.
+
+«Άκουσε», είπα της ξαδέρφης μου, κάθησε συ εδώ. Φοβούμαι μην πήγε
+κάπου αλλού ο Νίκος. Πάω να δω εκεί και θα σου τονέ φέρω, αν τονέ βρω.
+Εσύ μείνε και περίμενε δω. Μη φύγης».
+
+Τράβηξα στου Βελαδράπα. Ο Νίκος είτανε κει κ’ η Θάλεια μαζί τους.
+
+Άκουσα τη φωνή της απόξω. Σα με είδε που μπήκα στην κάμαρα του αδερφού
+της, μου φάνηκε σα να μην της άρεσε.
+
+«Με συμπαθάτε που σας ενοχλώ», της είπα· «ήρθα μονάχα για να πω κάτι
+του ξαδέρφου μου».
+
+Ο Νίκος σα να κατάλαβε, έκαμε πως δεν άκουσε τι είπα. Είχε ένα βιβλίο
+στο χέρι και το ξεφύλλιζε.
+
+«Μπορώ κάτι να σου πω», του είπα και τον έπιασα από τον ώμο, δίχως
+ναφήσω το καπέλο μου από το χέρι.
+
+«Ύστερα μου λες», απάντησε ξερά χωρίς να πάψη να κουνιέται στην
+καρέκλα που καθότανε και χωρίς να σηκώση τα μάτια από το βιβλίο.
+
+«Είναι ανάγκη», του ξαναείπα.
+
+«Αηδίες. Το ξέρω τι θα μου πης», απάντησε πάλι στον ίδιον τόνο.
+
+«Καλά σας λέει, αφήστε τις κουταμάρες τώρα. Τα λέτε κ' ύστερα τα
+μυστικά σας», είπε κ' η Θάλεια.
+
+Έκαμα να φύγω.
+
+«Πού πας; Κάθησε να βγούμε όλοι μαζί», μου φώναξε ο Βελαδράπας.
+
+«Πού αγαπάς να πάμε; Δεν είπαμε να πιούμε τσάι εδώ;» τον αποπήρε η
+Θάλεια.
+
+«Εσύ τόπες· εγώ σας είπα θα πάω στην μπίρα», φώναξε κείνος.
+
+«Σας περιμένουν κιόλα», είπα.
+
+«Ποιοί είναι κει;» ρώτησε ο Βελαδράπας.
+
+«Οι χτεσινοί».
+
+«Κ' η δεσποινίδα Κλεαρέτου;» πετάχτηκε η Θάλεια κοιτάζοντας με
+χαμόγελο το Νίκο.
+
+«Κλεαρέτη», τη διόρθωσε ο Νίκος.
+
+«Κατά τη δική σας τη γραμματική», ξαναείπε η Θάλεια.
+
+«Έλα σήκω, Νίκο· πάμε να δούμε τι θα κάνουμε. Αύριο θα φύγη ο
+Κλεαρέτης. Πρέπει να του το πω οριστικά», είπε ο Βελαδράπας.
+
+«Τα λέμε με την Κλεαρέτη που θα μείνη. Την έχει πληρεξούσιο», απάντησε
+ο Νίκος.
+
+Έλα, άσε ταστεία· σήκω τώρα πάμε», τονέ σκούντησε ο Βελαδράπας και
+πήρε το καπέλο του.
+
+Η Θάλεια έτρεξε και του το άδραξε από το χέρι: «Κάτσε κάτω, κάνε μου
+τη χάρη. Θα πιούμε τσάι εδώ κι από κει θα πάμε στο Σύνταγμα να δούμε
+την κίνηση. Κ' εσείς, παρακαλώ — », γύρισε σ' εμέ κ' έκαμε να πάρη και
+το δικό μου καπέλο.
+
+«Κι από το Σύνταγμα στην μπίρα μια στιγμή», είπε ο Νίκος.
+
+«Στην μπίρα δεν έρχουμαι· σας τόπα», φώναξε η Θάλεια.
+
+«Έχεις τόση αντιπάθεια στην Κλεαρέτη;»
+
+«Δε μου αρέσει κι αυτή και κείνος. Δεν είναι άνθρωποι καθώς πρέπει κι
+αν ο Βελαδράπας δεν πάψη να τους συναναστρέφεται, θα το πω του
+μπαμπά».
+
+«Ξεφορτώσου με, αυτό θα κάνης καλά. Εγώ θα τους φέρω και δω να
+σκάσης», της φώναξε ο Βελαδράπας.
+
+«Δεν κοπιάζεις; Α θες να τους πετάξω κάτω από τη σκάλα».
+
+«Τη ζηλεύεις που είναι ωραία», της είπε ο Νίκος δίχως να γελάση.
+
+«Τα μούτρα της! Αυτή να ζηλέψω! Φτάνει μόνο το χρώμα της. Σα χλεμπόνα
+είναι!»
+
+«Αυτό το χρώμα είναι ίσια ίσια το ξεχωριστό της. Σαν εικόνα του
+Μποτιτσέλι».
+
+Ο Βελαδράπας τον κοίταξε κι αυτός, σα να μην ήξερε αν τα λέη στα
+σοβαρά ή μόνο για να πειράξη την αδερφή του.
+
+«Αδικείτε το γούστο σας, αν το λέτε σοβαρά πως είναι ωραία αυτό το
+τέρας», είπε κείνη.
+
+«Πρόσεξες τα μάτια της; Είδες τα χέρια της; Και να την άκουγες να
+παίζη πιάνο. Αισθάνεται το Μπαχ σα γερμανίδα».
+
+«Αυτή, αυτή;»
+
+«Ναι, αυτή· και πώς μιλεί για τη φιλοσοφία!»
+
+«Δεν ξέρει ούτε το στόμα της νανοίξη. Τα παπούτσια της πες της να
+χαρή», φώναξε η Θάλεια κ' έφυγε από την κάμαρα.
+
+«Μπορώ να πω κάτι του Νίκου;» ρώτησα το Βελαδράπα.
+
+«Ξέρω τι θα μου πης. Ήρθε και σε βρήκε η Πολυξένη», μου είπε ο Νίκος
+απότομα, σα βγήκε όξω ο Βελαδράπας.
+
+«Ναι, θέλει να σε δη· τι να την κάνω;»
+
+«Να με ξεφορτωθής και συ και κείνη».
+
+Άναψα: «Ξέρεις, δεν υποφέρνεσαι. Άμα χρειάζεσαι κανέναν — ». Από το
+θυμό μου δεν μπορούσα να βρω λόγια.
+
+«Άι να χαθής», μου είπε και μου γύρισε την πλάτη.
+
+Έκαμα να χυμήσω απάνω του. Μα η Θάλεια άνοιξε την πόρτα κάνοντας τόπο
+της υπερέτριας, που ερχότανε πίσω με το δίσκο. Την άφησα και πέρασε κ'
+έπειτα πετάχτηκα αμέσως όξω. Καθώς κατέβαινα τη σκάλα, άκουσα τα
+πατήματά της που τρέξανε κατόπι μου. Μου φάνηκε σα να με φώναξε κιόλα
+κάποιος. Μα δε σταμάτησα.
+
+Πήγα στην μπίρα και πήρα την ξαδέρφη μου και την άλλη μέρα τη
+συνέβγαλα στο σταθμό. Έφυγε δίχως να δη τον αδερφό της.
+
+
+
+7
+
+
+
+Μου φαινόντανε απίστευτα όσα έβλεπα. Σα να ονειρευόμουνα. Η Θάλεια,
+που κλαιγότανε τον αδερφό της, γιατί έμπλεξε με τους μαγκούφιδες, να
+μπερδευτή η ίδια μ' έναν από δαύτους! Η γνωστική, η πραχτική, η
+μετρημένη Θάλεια; Τι καρτερεί απ' αυτούς; Θέλει να παίξη μοναχά; Μα
+τότε εγώ την παρανόησα τόσον καιρό; Δεν ήθελα να το πιστέψω, δεν ήθελα
+να χάσω την ελπίδα. Τέλος πάντων κάτι είχα πλάσει και γω με το νου μου
+και δε μου άρεσε να το αφήσω να μου γκρεμιστή για να διασκεδάση μια
+στιγμή μονάχα ο ξάδερφος μου. Έπειτα μου φαινόταν πως το είχα κιόλα
+χρέος και πολλές φορές στοχάστηκα να τρέξω να τα πω όλα της Θάλειας,
+να της φανερώσω ποιος είναι ο Νίκος. Μα δεν εύρισκα το θάρρος και μου
+ερχότανε πάλι η ιδέα να πάω καλήτερα στη μάννα της. Φανταζόμουνα πως
+μόλις θα το άκουγε, θάκλεινε αμέσως την πόρτα της του Νίκου. Όμως δεν
+μπορούσα να το αποφασίσω ούτε αυτό και βρήκα ευκολώτερο να πιάσω την
+κουβέντα μόνο με το Βελαδράπα. Σχεδίασα πώς να του ανοίξω την καρδιά
+μου, πώς να τον κάμω να αισθανθή τη θέση μου και την τιμή της αδερφής
+του.
+
+Όταν τονέ βρήκα, μου έδωσε αυτός την αφορμή:
+
+«Γιατί έφυγες έτσι εψές: Τι είχες με το Νίκο:» μου είπε.
+
+Του διηγήθηκα όλη την ιστορία.
+
+«Δεν τονέ νοιώθεις και τον παρεξηγείς· τονέ μετράς με το συνηθισμένο
+μέτρο», μου απάντησε.
+
+Μου ήρθε να του δώσω μια κατραπακιά, μα τον είδα τόσο σοβαρό, που τονέ
+λυπήθηκα. Τον κοίταξα μονάχα με χαμόγελο.
+
+«Αυτό είναι ίσια ίσια η δύναμη του Νίκου, να μπορή να κλωτσοπατά τις
+συνθήκες, να μην υποτάζεται σ' αυτές», μου είπε με τον ίδιο σοβαρόν
+τόνο.
+
+«Τι λες, βρε;» θύμωσα στο τέλος· «νάρθη η αδερφή του επίτηδες γι'
+αυτόν και να μην πάη να τη βρη;»
+
+«Τι η Εκάβη προς αυτόν κι αυτός προς την Εκάβη;» μου απάντησε
+γελώντας.
+
+«Η αδερφή του!»
+
+«Η αδερφή του, ναι. Τι κολοκύθια είν' αυτά; Γιατί τους γέννησε η ίδια
+μάννα; Αυτές είναι αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η δύναμη είναι να
+μπορής να τις νικάς».
+
+«Να μην είσαι δηλαδή άνθρωπος».
+
+«Να είσαι υπεράνθρωπος».
+
+Θέλησα κάτι να του πω, μα με πήρε μπροστά με τα λόγια κι άρχισε να μου
+εξηγή με όλο το σοβαρό πως φυσική συγγένεια δε θα πη τίποτες. Η μοναχή
+συγγένεια είναι η κατ’ εκλογή συγγένεια: «Το ξέρω· ό, τι και να σου
+πω, δε θα με νοιώσης, μια και δε διάβασες το Γκαίτε», μου είπε σαν
+είδε πως τον κοίταξα χαμογελώντας.
+
+«Άσ' τα αυτά», τον έκοψα· «δε μου λες, πήγατε ψες στην μπίρα; Τους
+κατάφερες;»
+
+«Πήγαμε».
+
+«Όλοι σας;»
+
+«Ναι».
+
+«Ήρθε κ' η Θάλεια;»
+
+«Ήρθε».
+
+Τον κοίταξα: «Θα με συμπαθήσης να σου πω ένα λόγο;» του είπα.
+
+«Πες».
+
+«Δε βρίσκεις πως δεν ταιριάζει η Θάλεια σ' αυτή τη συντροφιά;»
+
+«Ακούς και συ αυτά που λέει για την Κλεαρέτη; Ωχ καημένε! Βλέπω πως
+ζης και συ αιώνες πίσω. Έπειτα ποιος της είπε νάρχεται; Μου κάνει χάρη
+κιόλας να με ξεφορτωθή. Το ξέρεις πως τη βαριούμαι».
+
+«Σα θέλεις άκου με», του είπα· «καλά θα κάμης να μην την ξαναπάρης
+μαζί σου· κι ακόμα — ».
+
+Δε μ' άφησε να τελειώσω: «Σου κάνω χάρη και δεν ξαναπάω και γω μαζί
+τους. Μάλλωσα ψες με όλους.
+
+«Και με το Νίκο;»
+
+«Και μ' αυτόνε», μου είπε και μου διηγήθηκε το γλωσσικό καυγά τους.
+
+Το άλλο βράδυ δεν μπόρεσα να κρατηθώ να μην περάσω από την μπίρα και
+να ρίξω μέσα μια κρυφή ματιά. Τον είδα που καθότανε πάλι στον κύκλο
+ανάμεσα από τη Θάλεια και την Κλεαρέτη. Κι ο Νίκος αντίκρυ τους. Έφυγα
+γοργά να μη με δούνε.
+
+Πήγα στον τόπο μου για να ψηφίσω, με την απόφαση να μην ξανάρθω στην
+Αθήνα. Μα δεν μπόρεσα να μείνω και γύρισα σε λίγες μέρες. Δυοτρείς
+φορές κίνησα να πάω στου Βελαδράπα, μα δεν κατάφερα να φτάσω ως την
+πόρτα του. Και κείνος, μην ξέροντας ίσως πως γύρισα, δεν ήρθε να με
+βρη.
+
+Δεν τον απάντησα ούτε στο δρόμο. Πέρασα ένα δυο βράδια απόξω από την
+μπίρα, μα είδα άδειο το τραπέζι της συντροφιάς. Άξαφνα μια μέρα πήρε
+το μάτι μου το Νίκο που περνούσε με το τραμ. Στεκότανε πίσω ορθός
+μιλώντας με τον ποιητή Βιδούρη και φορούσε μαύρη φορεσιά και ημίψηλο,
+μου φάνηκε. Περσότερο με ξάφνισε που είχε κομμένα και τα μαλλιά. Με
+είχε συνηθισμένο με τις μεταμόρφωσές του, αυτή τη φορά όμως μου έβαλε
+πολλές υποψίες. Σα να είδα σε όλα αυτά το γούστο της Θάλειας.
+
+Θα είχε περάσει καμιά βδομάδα, όταν απάντησα στο δρόμο το γέρο
+Πετροδίκη.
+
+«Τι έγινες, βρε αδερφέ;» μου φώναξε· «να μη σε ξαναδούμε».
+
+«Έλειπα· πήγα να ψηφίσω», δικαιολογήθηκα μπερδεμένος λιγάκι.
+
+«Το στοχαστήκαμε, για να μη σε δούμε. Την πάθατε ε; Δεν μπορέσατε να
+βγάλετε το δικό σας. Γι' αυτό δεν έρχεσαι, μη σου κρεμάσουμε τον
+τενεκέ;»
+
+Το είχα λησμονήσει πως έχασε ο υποψήφιος, που πήγα να του δώσω ψήφο. Ο
+γέρο Πετροδίκης, σα με είδε πως δεν είχα πάρει κατάκαρδα τον τοπικό
+χαμό, άρχισε να μου ξεχύνη τη χαρά του για το γενικό θρίαμβο του
+κορδονιού και πήγαμε έτσι ένα διάστημα μαζί.
+
+«Ε, δεν έρχεσαι μεθαύριο την Κυριακή να φάμε σπίτι και να τα πούμε
+καλήτερα;» μου είπε άμα θα χωρίζαμε.
+
+Του το έταξα και την Κυριακή πήγα. Η Θάλεια με δέχτηκε πρόσχαρα. Με
+ρώτησε πότε έφυγα, πότε ήρθα, πώς πέρασα, μου κρέμασε τον τενεκέ,
+είπαμε με αυτή και τη μητέρα της αδιάφορες κουβέντες, όσο που ήρθε κι
+ο πατέρας της και καθήσαμε στο τραπέζι. Κατέβηκε κι ο Βελαδράπας από
+τη σοφίτα απάνω που έγραφε, και ξαφνίστηκε σα με είδε. Δεν του είχε
+πει κανένας, είπε, πως θαρχόμουνα να φάω. Αυτό έκαμε τη μάννα του να
+φανερώση πως ο γέρο Πετροδίκης είχε ξεχάσει να τους πη πως με είδε και
+με προσκάλεσε να φάμε. Μόλις την Κυριακή πρωί το θυμήθηκε κ' έτσι δεν
+το άκουσε ο Βελαδράπας.
+
+Φάγαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, η Θάλεια κάθησε στο πιάνο, ο Βελαδράπας
+γρατσούνισε μαζί της το βιολί του, όσο που η ώρα πέρασε κι ο γέρο
+Πετροδίκης μου ζήτησε συμπάθιο κ' έφυγε.
+
+«Πάμε και μεις όξω;» είπα σε λίγο του Βελαδράπα.
+
+«Καρτερώ το Νίκο· θαρθή στις πέντε», μου απάντησε.
+
+Κάθησα λιγάκι κ' έπειτα σηκώθηκα.
+
+«Τι, φεύγετε;» με ρώτησε η Θάλεια.
+
+«Έχω να πάω κάπου· να με συμπαθάτε».
+
+Χαιρέτησα, ευχαριστώντας κι αυτή και τη μητέρα της. Με συνεβγάλανε στη
+σκάλα: «Να σας ξαναδούμε», μου είπανε κ’ οι δυο.
+
+Ο Βελαδράπας αποφάσισε ναρθή μαζί μου λίγο όξω: «Έχω καιρό· ως τις
+πέντε θάμαι δω», είπε της Θάλειας.
+
+Μου ήρθε όρεξη να τονέ διώξω κι αυτόν από κοντά μου και να μείνω
+μόνος. Είχα μετανοιώσει πια που γύρισα από τον τόπο μου κι αυτό
+συλλογιζόμουνα όλη την ώρα, που ο Βελαδράπας μου μιλούσε για ένα νέο
+δράμα που έγραφε. Μου είπε πως σπάνια πια βλέπει τους συναδέρφους του,
+εξόν από το Νίκο. Μου είπε ακόμα πως ο Κλεαρέτης έφυγε και πως ο Θέμης
+Φλοίσβος είναι ερωτεμένος με την Κλεαρέτη στα γερά κ' έγραψε ένα άρθρο
+γι' αυτή στο Μηνύτορα.
+
+«Τι κάνει αυτή εδώ;» τονέ ρώτησα.
+
+«Γράφει μια φιλοσοφική μελέτη».
+
+«Και πώς ζει;»
+
+«Γυρεύει να βρη να δίνη μαθήματα στη μουσική και σε ξένες γλώσσες».
+
+«Ξέρει γλώσσες;»
+
+«Πολλές. Δεν ξέρεις τι μόρφωση έχει! Και το παίξιμο της! Μεταρσιώνει!»
+
+Μου είπε διάφορα άλλα, όσο που μ' άφησε.
+
+Είδα πια πως το φρονιμώτερο είτανε να μην ξαναδώ ούτε τη Θάλεια ούτε
+κανέναν από τους δικούς της. Αν μπορούσα μάλιστα, θάφευγα. Μα πού να
+πήγαινα; Στο σπίτι μου είταν αδύνατο να παρουσιαστώ δίχως την άδεια. Η
+Θάλεια δεν είταν η μοναχή στον κόσμο. Πήρα την απόφαση και προσπάθησα
+να την ξεχάσω με τη δουλειά στο γραφείο μου. Γύρεψα άλλες συντροφιές
+κι απόφευγα να φαίνουμαι σε κάθε μέρος που μπορούσα να την απαντήσω.
+Ωστόσο η σύμτωση την έφερε μπροστά μου. Μια μέρα την απάντησα με
+κάποια φιλενάδα της, καθώς έβγαινα στην Ομόνοια. Πρόφτασα κ' έκαμα πως
+δεν την είδα. Μιαν άλλη μέρα καθώς πήγαινα να μπω σ' έναν καφενέ, να
+την πάλι με τον αδερφό της και με το Νίκο στο άλλο πεζοδρόμιο. Καλά
+και δε με είδε ο Βελαδράπας και δε χαιρέτησα. Ο Νίκος έκαμε πως δε με
+πρόσεξε και κείνη γύρισε επίτηδες αλλού τα μάτια.
+
+
+
+8
+
+
+
+Πέρασαν έτσι καναδυό βδομάδες, όταν άξαφνα μια μέρα είδα το Βελαδράπα
+νάμπη στο γραφείο μου. Είτανε σοβαρός και κάθησε, αφού με ρώτησε αν
+αδειάζω.
+
+«Έχω να σου πω κάτι σπουδαίο», μου είπε σιγά· «σου το λέω σα φίλος και
+θέλω νακούσω τι λες κ' εσύ».
+
+Άφησα το γράψιμο κ' ετοιμάστηκα να τον ακούσω.
+
+«Διάβασε αυτό εδώ», μου είπε.
+
+Είταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή και τον ειδοποιούσε πως ο Νίκος
+σχεδιάζει να του κλέψη την αδερφή.
+
+Δεν ξέρω γιατί χάρηκα μέσα μου. Σα να μούφυγε από την καρδιά μεγάλο
+βάρος. Δίπλωσα το γράμμα και του το ξαναέδωσα.
+
+«Το πιστεύεις;» με ρώτησε.
+
+Δεν απάντησα.
+
+«Τι μου λες να κάμω;»
+
+Σήκωσα τους ώμους αδιάφορα.
+
+«Το πιστεύεις να το κάμη αυτό ο Νίκος;» με ξαναρώτησε.
+
+«Το πιστεύω», είπα.
+
+Έσκυψε το κεφάλι: «Τότε είμαι ναυτοχτονήσω. Η μαμά κι ο μπαμπάς θα τα
+βάλουνε με μένα».
+
+«Μπορώ να σε ρωτήσω και γω;» του είπα· «εσύ δε βάζεις υποψία; δεν
+είδες τίποτες;»
+
+Με κοίταξε σουφρώνοντας τα χείλια και μαζεύοντας τους ώμους. Έπειτα
+ξανάσκυψε το κεφάλι. Τονέ λυπήθηκα.
+
+«Δεν ξέρω τι να κάμω», είπε πάλι.
+
+«Να του κλείσης την πόρτα και να ειδοποιήσης τη μαμά σου».
+
+«Εγώ έλεγα καλήτερα να το πω της Θάλειας».
+
+«Τι θα ωφελήση;»
+
+«Να του κόψη το θάρρος που τούδωσε. Και να τον παρακαλέσω κι αυτόνε να
+μην ξαναρθή σπίτι».
+
+«Καλά, κάμε έτσι·».
+
+«Εσύ δεν μπορείς να του πης τίποτες; Δεν ξέρεις πως θα με υποχρέωνες.
+Σε μένα ξέρεις πέφτει δύσκολο. Θα μ' έσωζες».
+
+«Αδύνατο», του είπα σε τρόπο που δεν τόλμησε να με ξαναπαρακαλέση.
+
+Κάθησε λίγο κ' έφυγε έπειτα.
+
+Έχασα όλη τη χαρά και μ' έπιασε βαθειά θλίψη, όταν έμεινα μονάχος.
+Ένοιωσα πάλι βάρος μέσα μου σα να είμουνα εγώ η αιτία που έφτασε ως
+εκεί το πράμα. Τώρα έβλεπα πως φέρθηκα κουτά από την αρχή, πως έπρεπε,
+μόλις είδα νάμπη μέσα ο Νίκος, να ειδοποιήσω το γέρο Πετροδίκη να λάβη
+τα μέτρα του. Δεν έγραφα κάνε εγώ τότε ένα ανώνυμο γράμμα, αφού δεν
+είχα την τόλμη να το πω! Άρχισα να ξανασυλλογίζουμαι τι έχασα, ενώ
+είμουνα στο δρόμο να το λησμονήσω.
+
+Την άλλη μέρα περίμενα από περιέργεια μην έρθη ο Βελαδράπας και μου πη
+τι έκαμε. Μα πέρασε κ' η άλλη και δεν ήρθε. Το άλλο το απόγεμα τους
+είδα και τους τρεις που ανεβαίνανε στο Σύνταγμα. Και κείνος, που έκαμε
+πρώτος πως δε μ' είδε, είταν ο Βελαδράπας. Νόμισα πως με ντράπηκε, που
+τον είδα να είναι πάλι με το Νίκο και την αδερφή του μαζί, έπειτα από
+το γράμμα που έλαβε. Σε δυο τρεις μέρες όμως τον ξαναπάντησα μονάχο
+του κ' έκαμε πάλι πως δε μ' είδε. Δεν ξέρω τι μ' έσπρωξε μέσα μου κ'
+έτρεξα και τον έπιασα.
+
+«Κάνεις πως δε με βλέπεις;»
+
+«Δε ντρέπεσαι να με ζυγώνης», μου είπε θυμωμένα.
+
+«Γιατί;»
+
+«Ξέρεις γιατί».
+
+Ξαφνίστηκα.
+
+«Εσύ τόγραψες το γράμμα. Αυτό λέγεται ατιμία», μου είπε αγριωπά.
+
+Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι· μου ήρθε να του σπάσω το μουσούδι.
+
+«Έπρεπε νάχης το θάρρος να μου το πης. Όχι να συκοφαντής ανώνυμα. Όσα
+είχες εσύ στο νου σου τάρριξες στους άλλους. Φταίω εγώ που σου άνοιξα
+την πόρτα μου», φώναξε τόσο δυνατά, ώστε κάποιοι που περνούσανε
+σταματήσανε και μας κοίταξαν.
+
+Έκαμα να ξαμώσω απάνω του, μα σαν είδα πως θα μάζευα τον κόσμο, τον
+άφησα κ' έφυγε. Φαντάστηκα πως ο Νίκος θα τάρριξε σε μένα για να
+γλυτώση, κι αποφάσισα να πάω να βρω το γέρο Πετροδίκη να του πω τι
+τρέχει, να εξιλεωθώ σε κείνον κάνε.
+
+Κίνησα και πήγα στον καφενέ, που περνούσε τις ώρες του. Μα δεν τον
+βρήκα παρά μόνο την άλλη μέρα, που ξαναπήγα. Καθότανε μαζί με άλλους.
+Με δέχτηκε χαρούμενος, φώναξε και μου φέρανε καφέ, με σύστησε στους
+φίλους του και μου έκαμε παράπονα γιατί δε με ξαναείδανε σπίτι τους.
+Τον είδα τόσο ανίδεο από καθετί, τόσο δίχως υποψία και τόσο γκαρδιακό
+μαζί μου, που δεν έλαβα το θάρρος να τον πάρω στο άλλο το τραπέζι και
+να του πω ό, τι λογάριαζα. Γιατί να ταράξω την καρδιά κι αυτουνού με
+πράματα, που δεν είχα πια κανένα όφελος να τανακατέψω; Κάθησα καμπόσο
+και σηκώθηκα κ' έφυγα, αφού του έταξα πως θα πάω την Κυριακή σπίτι
+του. Εννοείται πως όχι μόνο δεν πήγα, μα και φρόντισα να μην
+ξαναπαντηθώ μαζί του.
+
+
+9
+
+
+
+Μου γράψανε από το σπίτι μου να πάω εκεί τα Χριστούγεννα κ' έτσι βρήκα
+αφορμή να λείψω πάλι λίγο από την Αθήνα. Σε λίγες μέρες μας ήρθε το
+μήνυμα πως ο Νίκος αρρεβωνιάστηκε με τη Θάλεια. Το έγραψε της μητέρας
+μου η μητέρα του Νίκου και της έλεγε με μεγάλη χαρά πως κοντά στις
+πενήντα χιλιάδες που του δίνανε προίκα, ο πεθερός του φρόντισε και του
+βρήκε θέση σε κάποια τράπεζα. Άκουσα με απάθεια πια το νέο κ' έκαμα
+κατά διαταγή του πατέρα μου τα συχαρητήρια τηλεγραφήματα της
+οικογένειάς μας στο θειο, στο Νίκο και στην οικογένεια της νύφης.
+Ωστόσο δε μου άρεσε να ξαναγυρίσω αμέσως στην Αθήνα. Κατάφερα τον
+πατέρα μου να πιστέψη κι αυτός πως είναι καλήτερο να μείνω λίγους
+μήνες σπίτι και να πάω στην Αθήνα, άμα θα σίμωνε ο καιρός να δώσω
+εξέτασες για την άδεια.
+
+Είχα ξεχασμένη ολότελα τη Θάλεια όταν πήγα. Έδωσα εξέτασες, τόβαλα
+στην εφημερίδα, τύπωσα μπιλιέτα με το νέο τίτλο μου και τόρριξα στο
+γλέντι λίγες μέρες. Άμα σωθήκανε τα χρήματα κ' ετοιμαζόμουνα να φύγω
+πάλι, θυμήθηκα ένα μπαούλο με βιβλία κι ασπρόρρουχα, που είχα αφήσει
+στην παλιά νοικοκυρά μου και πήγα να το πάρω.
+
+«Άντε να το βρης μαζί με τα δικά μου χρήματα», μου είπε η κυρά Αμαλία,
+όταν της το γύρεψα.
+
+Και μου διηγήθηκε πως ύστερα από κάνα μήνα που έφυγα, πήγε ο ξάδερφος
+μου και της γύρεψε αν είχε κάμαρα για μια κυρία που είχε μαζί του. Σαν
+της είχα γράψει εγώ πως δε θα ξαναγύριζα, τους έδειξε τη δική μου. Της
+άρεσε της κυρίας και την έπιασε. Μια και γνώριζε τον ξάδερφό μου, δεν
+έβαλε κακό στο νου της. Αφού της είπε μάλιστα πως είτανε ξαδέρφη και
+των δυο μας ούτε ρώτησε περσότερα. Τον πρώτο μήνα της τον πληρώσανε.
+Το τι γινότανε όμως εκεί μέσα δεν περιγράφεται. Μαζεύονταν ένα σωρό,
+ένας κ' ένας, όλοι τους παράξενοι, άλλοι ξυρισμένοι, άλλοι με μακριά
+μαλλιά, και χαλούσανε τον κόσμο. Κοντέψανε να της φύγουν όλοι οι άλλοι
+νοικάρηδες. Πολλές φορές τους παρακάλεσε να κανουνε σαν άνθρωποι,
+έκαμε καυγάδες με δαύτους, αποφάσισε να πάη και στην αστυνομία να τους
+βγάλη με το στανιό, μα λογάριαζε πάντα πως θάχανε όχι μοναχά τα νοίκια
+που της χρωστούσε η κυρία, μα μαζί με αυτά και τα πλυστικά και τα
+λεφτά για το φαγί που παράγγελνε συχνά και της φέρναν από το μαγέρικο
+του αντρός της. Πράματα δεν είχε μπόλικα να της κρατήση. Μια φορά που
+τη στενοχώρεσε, της πλήρωσε ένα μέρος κ' έτσι με την ελπίδα πως μπορεί
+να πάρη και τάλλα και με το τάξιμο του ξάδερφού μου, πως θα πληρώση
+αυτός, αναγκάστηκε να μην τη διώξη όσο που τη βδομάδα που πέρασε έφυγε
+κρυφά τη νύχτα. Ένας από κείνους που ερχόντανε στην κάμαρά της
+συνεννοήθηκε με το διάκο, που καθότανε στην αποκάτω κάμαρα, και
+κατέβασαν από το παράθυρο τα πράματα με το σκοινί στην κάμαρα του
+διάκου κι αποκεί από τάλλο το παράθυρο τα βγάλανε στο δρόμο. Μαζί με
+αυτά πήγε και το δικό μου μπαούλο, που είχε μείνει σε μια γωνιά, αφού
+είπε η κυρία πως δεν την πείραζε να μένη. Η κυρά Αμαλία άκουσε τη
+φασαρία στην κάμαρα του διάκου, μα όσο να ντυθή να πάη να δη τι
+τρέχει, είτανε πια αργά. Τα πράματα είτανε φευγατισμένα. Κ' η κυρά
+Αμαλία άρχισε να μου λέη τι είπε και τι έψαλε του διάκου.
+
+«Και την κυρία πώς τη λέγανε;» ρώτησα.
+
+«Μαριγώ μας είπε πως τη λέγανε και κυρά Μαριγώ την κράζαμε. Μα κείνοι
+που πηγαίνανε κ' ερχόντανε τη λέγανε κάπως αλλιώς. Σαν και τους
+έπαιρνες λογαριασμό;»
+
+Δεν είχα πια δισταγμό ποια είτανε. Μα το ανακάτωμα του Νίκου σε όλη
+αυτή την ιστορία μου φάνηκε λίγο παράξενο.
+
+«Ερχότανε συχνά ο ξάδερφός μου;» ρώτησα την κυρά Αμαλία.
+
+«Κάθε μέρα δω είτανε».
+
+«Ως τώρα τελευταία;»
+
+«Το απόγεμα πρι να γείνη άφαντη η κυρία, μ' εκείνονε βγήκε όξω».
+
+«Κι ο φίλος μου με το μακρύ ζακέ; τονέ θυμάσαι; ερχότανε κι αυτός;»
+
+«Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά; Πώς δεν ερχότανε! Τώρα κοντά μια νύχτα
+που πήγα και τους έβαλα τις φωνές γιατί κάνανε ανησυχία, εκείνος βγήκε
+κάτι να μου πη και τον πήρα με τις σπρωχτιές».
+
+Μου κεντήθηκε η περιέργεια. Έπρεπε να μάθω περσότερα γι' αυτή την
+ιστορία. Χαιρέτησα την κυρά Αμαλία και το απόγεμα την ίδια μέρα έφερα
+ένα γύρο τους καφενέδες, που ήξερα πως φώλιαζαν οι μαλλιαροί, πέρασα
+κι από την μπίρα, μα δεν μπόρεσα να δω κανέναν. Τότε θυμήθηκα το
+απόμερο καφενεδάκι του Κολονακιού. Είχε πιάσει καλοκαίρι και
+στοχάστηκα πως θα μαζεύουνται εκεί όξω στη δροσιά. Πήρα ένα φίλο μου
+για συντροφιά, δίχως να του πω τίποτες, και τον τράβηξα κατά κείνα τα
+μέρη. Από μακριά ξαγνάντισα τα κόκκινα μαλλιά του Βελαδράπα. Καθόταν
+πλάι στον ποιητή Βιδούρη. Μαζί τους είταν κάποιοι από τους παλιούς μου
+γνώριμους και κάποιοι νέοι που τους έβλεπα πρώτη φορά. Πίσω από τον
+ποιητή Βιδούρη ξανακαθότανε στο άλλο το τραπέζι ο αξιόπρεπος κύριος,
+που έμοιαζε σαν απόστρατος αξιωματικός. Σαν είδα πως δεν είταν εκεί ο
+Νίκος, είπα του συντρόφου μου να καθήσουμε λιγάκι στη δροσιά και μεις.
+Καθήσαμε κι όταν ο ποιητής Βιδούρης γύρισε κατά μας τα μάτια, του
+έβγαλα το καπέλο. Με χαιρέτησε κι αυτός. Οι άλλοι γύρισαν και
+κοιτάζανε κι ο Βελαδράπας μου φάνηκε πως ξαφνίστηκε, σα με παρατήρησε.
+Σε λίγο τον είδα μπήκε μες το καφενείο και κάτι είπε στο παιδί. Άμα
+ήπιαμε τον καφέ μας, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Δεν είχαμε κάμει πολλά
+βήματα, όταν το παιδί του καφενέ έτρεξε και με σταμάτησε:
+
+«Ένας κύριος εκεί θέλει να σε σμίξη και γυρεύει να του πης πού
+κάθεσαι», μου είπε.
+
+Του είπα το ξενοδοχείο μου κ' έφυγα.
+
+Την άλλη μέρα, όταν είχα σηκωθή, χτύπησε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο
+Βελαδράπας.
+
+«Έρχουμαι με ντροπή μου», είπε, «μα χρωστώ να σου πάρω συμπάθιο για
+την προσβολή που σου έκαμα τότε. Εκείνος ο άτιμος με κούρτισε».
+
+«Ποιος;» ρώτησα κι ας τον κατάλαβα.
+
+«Εκείνος ο μπαγαπόντες, μα καλά τα πλήρωσα και γω».
+
+Τον κοίταξα ξαφνισμένος.
+
+«Τι δεν τα ξέρεις;» μου είπε.
+
+«Τι να ξέρω;»
+
+«Πως έγινε άφαντος ο — ».
+
+«Πού να το ξέρω;»
+
+«Ο μπαμπάς μου τόγραψε στο σπίτι του, στο θειο σου. Δεν τόμαθες;»
+
+Τονέ βεβαίωσα πως δεν είχα είδηση.
+
+«Άκου να σου τα πω λοιπόν», είπε.
+
+Φώναξα και μας φέρανε καφέ κι ο Βελαδράπας διηγήθηκε στο μεταξύ:
+
+«Τότε που έλαβα το γράμμα που σου έδειξα, αντίς να κάμω καθώς με
+συμβούλεψες, στάθηκα ανόητος και το έδειξα του Νίκου. Μου είπε πως
+είναι συκοφαντίες δικές σου, πως εσύ έβαλες κάποιον κ' έγραψε το
+γράμμα. Στην αρχή δεν το πίστεψα, μα μ' έβαλε να ρωτήσω και τη Θάλεια,
+αν είναι αλήθεια ή όχι».
+
+«Τι αν είναι αλήθεια;» ρώτησα.
+
+Μπερδεύτηκε: «Δηλαδή αν ένοιωσε το Νίκο νάχη κακό σκοπό κι αν εσύ
+είχες ιδέα για τη Θάλεια. Τι τα θέλεις· έτσι με κατάφερε και σου
+φέρθηκα όπως δεν έπρεπε». Σταμάτησε, σα νάχασε τη σειρά.
+
+«Έπειτα;» ρώτησα.
+
+«Έπειτα το γράμμα μ' έκανε κ' εμέ να προσέξω κ' είδα πράματις πως η
+Θάλεια τονέ συμπαθούσε. Έγραφα ένα δράμα τότες — το είδες που το
+τύπωσα; — και δε μου περίσσευε καιρός να χάσω γι' αυτό το πράμα. Είναι
+αλήθεια πως δεν το πήρα για σπουδαίο, όσο που μια μέρα η μαμά τους
+έπιασε στη σκάλα όξω από την κάμαρά μου. Δεν την είχε δει η Θάλεια πως
+είτανε στην ταράτσα και — ».
+
+«Τι και;»
+
+«Τέλος παντων — τον πέταξε όξω αμέσως, πήρε να δείρη τη Θάλεια, τάβαλε
+με μένα που τον έφερα στο σπίτι, τάκουσε η υπερέτρια, γίνανε ένα σωρό
+φασαρίες. Έπειτα έπιασε πάλι η μαμά ένα γράμμα του Νίκου. Εκείνος μ'
+έβαλε εμέ να μεσιτέψω, η Θάλεια φοβέριξε τη μαμά πως θα φύγη κρυφά
+μαζί του, όσο που την ανάγκασε και το είπε του μπαμπά. Αυτός δεν ήθελε
+ούτε νακούση, έγινε έξω φρενών το ξέκοψε της Θάλειας πως δεν τη δίνει
+σε άνθρωπο, που δεν κάνει καμιά δουλειά, και τάβαλε κι αυτός με μένα.
+Δεν ξέρεις τι τράβηξα από όλους εκεί μέσα. Τέλος πείσαμε το μπαμπά πως
+ο Νίκος είναι δικηγόρος, ρώτησε κι ο ίδιος κ' έμαθε πως η μητέρα του
+έχει καλή περιουσία κι άμα τέλος δέχτηκε κι ο Νίκος να τονέ διορίσουνε
+στην Τράπεζα, αφού του έπεσε του μπαμπά κ' η Θάλεια στα πόδια, είπε το
+ναι κι αρρεβωνιαστήκανε. Στην αρχή κανένα μήνα πήγε ήσυχα το πράμα κι
+όλοι είμαστε ευχαριστημένοι. Ο μπαμπάς αποφάσισε να τους αγοράση ένα
+σπίτι που το βρήκε φτηνό και να γίνη ο γάμος. Μα έπειτα ο Νίκος άρχισε
+να ρεμπελεύη. Έλειπε συχνά από το γραφείο του και μια μέρα, που
+ειδοποιήσανε τον μπαμπά από την Τράπεζα, θύμωσε κ' έκαμε παρατήρησες
+του Νίκου. Μα κι ο Νίκος θύμωσε κι αυτός και δεν ήρθε ολότελα δυο
+βδομάδες σπίτι. Έμπλεξε με την παρέα όξω, με την Κλεαρέτη, ξενυχτούσε,
+τάμαθε η Θάλεια, ζήλευε και παρόμοιες αηδίες».
+
+«Και συ πήγαινες όξω μαζί του;» τονέ ρώτησα.
+
+«Τι νάκανα; έμπλεξα», απάντησε κοκκινίζοντας λίγο· «κοίταξα να τονέ
+μαζέψω και το κατάφερα να τονέ φέρω πάλι σπίτι. Τα ξαναφτιάσανε με τη
+Θάλεια. Ο μπαμπάς πήγε στην Τράπεζα και κατάφερε με κάποιο φίλο του να
+τον περάσουνε για άρρωστο τις μέρες που έλειψε. Έγινε πιο ταχτικός στο
+γραφείο του, μα τώρα άρχισε να γυρεύη από τη Θάλεια να μην καθήσουν
+εδώ άμα θα παντρευόντανε, αλλά να πάνε στη Γερμανία, λέγοντας του
+μπαμπά πως πάει να τελειοποιηθή ο Νίκος στην επιστήμη του. Η Θάλεια
+δεν ήθελε να πάη. Την κατάλαβα πως είχε μετανοιώσει που
+αρρεβωνιάστηκε, όταν γνώρισε πια ποιος είταν ο Νίκος. Είχε κιόλας
+πάντα υποψίες πως έχει φιλίες με την Κλεαρέτη, το είπε μάλιστα και της
+μαμάς και ξαναγίνανε νέες σκηνές κι ο Νίκος έπαψε πάλι νάρχεται στο
+σπίτι. Ο μπαμπάς κ' η μαμά σκεφτήκανε να διαλύσουν αυτοί το
+συνοικέσιο, το είπανε της Θάλειας, μα εκείνη — ».
+
+Ο Βελαδράπας σώπασε μια στιγμή.
+
+«Δεν ήθελε, ε;»
+
+«Μην τα ρωτάς. Η ατιμία του δεν έχει όρια. Μπήκα στη μέση και
+ξανασυμβίβασα το πράμα. Ο Νίκος ξαναήρθε σπίτι και φαινόταν ήσυχος
+λίγον καιρό. Μα πάλι του άναψε ο καημός της Γερμανίας και ξανάρχισε να
+γκρινιάζη τη Θάλεια να πη του μπαμπά να του δώση χρήματα. Η Θάλεια δεν
+του έλεγε τίποτε κι ο Νίκος μια θύμωνε, μια ξεθύμωνε μαζί της, πότε
+ερχότανε ταχτικά καμπόσες μέρες, πότε χανότανε καμπόσες πάλι, όσο που
+την περασμένη βδομάδα τονέ χάσαμε ολότελα. Είμουν άρρωστος τρεις μέρες
+και δεν μπορούσα να βγω να δω τι γίνεται. Μα μ' έβγαλε από τον κόπο ο
+Θέμης Φλοίσβος. Ήρθε αγριεμένος σπίτι και μου είπε πως ο Νίκος έφυγε
+με την Κλεαρέτη».
+
+«Για πού;»
+
+«Κανείς δεν ξέρει. Μπορεί νάναι και δω πουθενά κρυμμένοι».
+
+Δεν μπόρεσα να μη γελάσω.
+
+«Και μηδά φτάνει αυτό;» ξακολούθησε ο Βελαδράπας θυμωμένος, «μα έκαμε
+κι άλλη ατιμία. Έβαλε την υπογραφή του μπαμπά και τράβηξε από την
+Τράπεζα τρεις χιλιάδες δραχμές».
+
+«Πάνε κι αυτές με τα δικά μου ασπρόρρουχα», ξαναγέλασα.
+
+«Αυτές δεν πάνε ακόμα. Ο μπαμπάς έγραψε του πατέρα του να τις πληρώση,
+αλλιώτικα θα τον καταγγείλη η Τράπεζα. Δεν είναι αστεία τρεις χιλιάδες
+δραχμές· γιατί να τις πληρώσουμε μεις; Μας φτάνουν τάλλα».
+
+Ξανασώπασε μια στιγμή.
+
+«Βλέπεις τι άνθρωπος είταν ο ξάδερφος σου!» είπε έπειτα και σηκώθηκε.
+
+«Υπεράνθρωπος», χαμογέλασα.
+
+Έσκυψε το κεφάλι.
+
+«Ε, πάμε τώρα λιγάκι όξω», του είπα σε λίγο και τονέ χτύπησα
+παρηγορετικά στην πλάτη.
+
+«Ξέρεις, η μαμά σαν άκουσε πας είσαι δω, γύρεψε να σε δη· μου είπε να
+σε πάρω να πάμε», με παρακάλεσε.
+
+«Ντρέπουμαι νάρθω», του απάντησα.
+
+Και δεν πήγα. Τι να έκανα να πάω; Μα το απομεσήμερο ήρθε και με βρήκε
+πάλι ο Βελαδράπας. Η μαμά του ήθελε σώνει και καλά να με δη.
+
+Αναγκάστηκα και πήγα. Τη βρήκα μοναχή της στην τραπεζαρία. Με ήθελε να
+πω και γω του αντρός της να μην καταγγείλη το Νίκο. Φοβότανε πως με
+την καταγγελία δε θα βγάλη τίποτε, παρά θα γίνη μεγαλήτερο το
+σούσουρο. Μπορεί κιόλας ο Νίκος να το μετανοιώση στο μεταξύ και να
+γυρίση.
+
+«Να τη στεφανωνότανε μονάχα κ' ύστερα ας έφευγε να πάη όπου θέλει»,
+μου είπε και δάκρυσε.
+
+Της έταξα πως θα το κάμω κ' έφυγα. Η Θάλεια δε βγήκε κι ας κάθησα
+κοντά μια ώρα. Η μαμά της ούτε καν την δικαιολόγησε γιατί δε βγήκε.
+
+Δεν έλαβα καιρό ούτε να σκεφτώ αν έπρεπε να πάω να σμίξω το γέρο
+Πετροδίκη, γιατί περνώντας από το ξενοδοχείο μου βρήκα τηλεγράφημα του
+πατέρα μου να φύγω αμέσως για την Πάτρα, να περιμείνω τη μητέρα μου,
+που θάφτανε κει με το βαπόρι την άλλη μέρα. Απάνω κάτω μάντεψα τι
+θάτρεχε κι όταν την έσμιξα, έμαθα πως χτύπησε αποπληξία την αδερφή της
+κ' έτρεξε να την προφτάση ζωντανή. Φύγαμε βιαστικά και το βράδι
+σταματήσαμε με το αμάξι στην αυλόπορτα της θειας μου.
+
+Η Μαρία έτρεξε κάτω άμα μας άκουσε.
+
+«Είναι λίγο καλήτερα», είπε σιγαλά, σα να φοβότανε μην την ακούση
+απάνω η άρρωστη: «Να μη σας δη απόψε. Ο γιατρός διάταξε ησυχία».
+
+Ανεβήκαμε σιγά τη σκάλα και μπήκαμε σιγότερα στην τραπεζαρία που είταν
+ο θειος. Άμα μας είδε, έπεσε κλαίοντας στην αγκαλιά μας. Την άρρωστη
+την είχανε στην κάμαρα του Νίκου και κοντά της είτανε μονάχα η κόρη
+της, που είχε φτάσει πρωτήτερα από μας.
+
+Στην τραπεζαρία είταν ακόμα μια αδερφή του θειου κ' οι τέσσερες
+καθόμαστε σαν πετρωμένοι, τρομάζοντας μην τρίξη και το κάθισμα.
+
+Η Μαρία μόνο πήγαινε κ' ερχότανε ανάλαφρα σαν ίσκιος, πατώντας
+ξεπόδετη στα νύχια και κάθε φορά που ο θειος ξεχνιούμενος σήκωνε τη
+φωνή περσότερο, παρουσιαζότανε στην πόρτα με το δάχτυλο στα χείλη.
+Είτανε κατάχλωμη και τα μάτια της βαθουλωμένα.
+
+Διηγήθηκα του θειου ό, τι γνώριζα από την ιστορία του γιου του και του
+είπα πως μόνη σωτηρία είναι να πληρωθή η Τράπεζα και να σκεπαστή το
+πράμα.
+
+«Πού να βρω τα χρήματα, παιδί μου;» μου απάντησε: «Βρήκα κάποιονε να
+μας δανείση με υποθήκη το χτήμα της θειας σου, μα στην κατάσταση που
+είναι αυτή πώς να υπογράψη; Αυτή δεν μπορεί να κουνηθή. Φοβούμαστε
+ακόμα και να της το πούμε, μην της έρθη και δεύτερη».
+
+Η μητέρα μου έσκυψε λίγες στιγμές το κεφάλι της συλλογισμένη.
+
+«Πιάσε και γράψε του πατέρα σου να βρη τα χρήματα· πες του όπως κάμη
+να τα βρη», μου είπε έπειτα.
+
+Η Μαρία μου έφερε χαρτί κ' έκαμα το γράμμα. Έκαμα κ' ένα άλλο του γέρο
+Πετροδίκη, παρασταίνοντας τη θέση της μητέρας του Νίκου και
+παρακαλώντας τον να περιμείνη ακόμα λίγες μέρες. Λογαριάζαμε πως το
+πολύ σε τέσσερες μέρες θα είχαμε απάντηση από τον πατέρα μου.
+
+Την άλλη μέρα μπήκε η μητέρα μου στην αδερφή της και κείνη φάνηκε σα
+να τη γνώρισε. Την τρίτη είπε ο γιατρός πως ξέφυγε τον κίνδυνο για την
+ώρα. Η ανησυχία είτανε τώρα τι θαπαντήση ο πατέρας μου. Η μητέρα μου
+ήθελε να του τηλεγραφήσω. Μα ξέροντας το χαραχτήρα του και τη λίγη
+σκοτούρα, που είχε για τους δικούς της γυναικός του, είπα πως του
+τηλεγράφησα, δίχως και να το κάμω.
+
+Το άλλο πρωί σαν ξύπνησα, η Μαρία μαζί με τον καφέ μου έφερε ένα
+γράμμα και μιαν εφημερίδα. Άνοιξα το γράμμα. Είταν από το Βελαδράπα
+και μου έλεγε πως το δικό μου γράμμα στον πατέρα του έφτασε αργά. Η
+Τράπεζα είχε λάβει από μέρες πια τα μέτρα της κ' η γερμανική αστυνομία
+έπιασε το Νίκο στο Μόναχο, που πήγε με την Κλεαρέτη. Ο Θέμης Φλοίσβος
+μάλιστα για να τους εκδικηθή έκαμε το φευγιό τους και τη σύλληψη του
+Νίκου ανάγνωσμα στο Μηνύτορα. Μου έστελνε το φύλλο να το δω και γω.
+
+Ο θειος έλειπε από το σπίτι και πήγα κ' έκραξα τη μητέρα μου και της
+διάβασα το γράμμα.
+
+«Κοίταξε μην το μάθη η θεια», της είπα καθώς έφευγε.
+
+«Τι να μη μάθη η θεια;» άκουσα άξαφνα από πίσω μου τη φωνή της Μαρίας,
+που είχε μπη στην κάμαρα κι απόδετη όπως περπατούσε, δεν την κατάλαβα.
+
+«Τίποτες», μουρμούρισα.
+
+«Πώς τίποτες; Είταν το γράμμα απ' τον πατέρα σου; Δεν μπορεί να κάμη
+τίποτες;*
+
+Δεν της απάντησα.
+
+«Αλήθεια δεν μπορεί να κάμη τίποτες;» με ξαναρώτησε.
+
+«Τι να κάμη; Είναι πια αργά».
+
+«Τι αργά;» είπε χλωμαίνοντας.
+
+«Τον τσακώσανε το Νίκο».
+
+Ακούμπησε το χέρι της στον τοίχο και με κοίταξε μια στιγμή. Έπειτα
+δίχως να πη λόγο βγήκε από την πόρτα.
+
+Άνοιξα την εφημερίδα να διαβάσω τι έγραφε ο Θέμης Φλοίσβος. Μα άξαφνα
+στοχάστηκα πως η εφημερίδα μπορή να ήρθε και στον καφενέ και να το
+μάθη ο θειος ξαφνικά στην αγορά. Σηκώθηκα να πάω να τον προλάβω. Καθώς
+βγήκα αγάλια στο σαλότο, από τη μισοανοιγμένη πόρτα της κουζίνας είδα
+τη Μαρία σωριασμένη στο τραπέζι με το κεφάλι σκυφτό στα χέρια της — —
+— — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+— — — — —
+
+Ο φίλος μου, που μου διηγήθηκε την ιστορία, σώπασε.
+
+«Κ' ύστερα;» τονέ ρώτησα.
+
+«Τι ύστερα;»
+
+«Τι απογίνανε;»
+
+«Ποιοι τι απογίνανε; Ο Νίκος κάθησε καναδυό χρόνια φυλακή και τώρα δεν
+τον ξέρω και γω πού βρίσκεται. Ο φίλος μου ο Βελαδράπας έκοψε τα
+μαλλιά, άφησε το μουστάκι του και τα δράματα, και κάθησε και διάβασε.
+Πήρε το δίπλωμά του και σημέρα είναι δικαστής. Κάνει και φιγούρα
+κιόλας»,
+
+«Κ' η Θάλεια;»
+
+«Πολλά ζητάς. Μη θες να ξέρω τι έγινε κ' η Κλεαρέτη;» μου απάντησε και
+δεν ξαναμίλησε.
+
+
+
+Τ Ε Λ Ο Σ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λογογράφους μας
+ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
+εις 120 τόμους δεμένους αξίας δραχ 315
+με 10 Δραχ. κατά μήνα
+
+ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
+
+ΑΙΣΧΥΛΟΥ
+Πέρσαι, Μεταφρ. Ιωάννου Ζερβού 1,50
+Αγαμέμνων, Μεταφρ. Ι. Γρυπάρη 1,50
+Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1,50
+Χοηφόροι, Μεταφρ. Ιω. Γρυπάρη 1,50
+Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1,50
+Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1,50
+Ικέτιδες, Μεταφρ. Μ. Αυγέρη 1,50
+Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10,50
+
+ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
+Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1,50
+Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1,50
+Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1,50
+Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1,50
+Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1,50
+Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1,50
+Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1,50
+Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10,50
+
+ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
+Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1,50
+Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1,50
+Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1,50
+Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50
+Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1,50
+Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1,50
+Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1,50
+Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50
+Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1,50
+Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50
+Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1,50
+Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1,50
+Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1,50
+Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1,50
+Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1,50
+Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1,50
+Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1,50
+Τρωάδες, Μετάφρασις Α Καμπάνη 1,50
+Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 28,50
+
+ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
+Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2
+
+ΟΜΗΡΟΥ
+Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τομ 4; 8;
+Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τομ.4; 6;
+
+ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
+Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2
+Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3;
+Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3
+Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2
+Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2
+Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2,50
+Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
+Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
+Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
+Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
+Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2,50
+Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμους [*]
+
+ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
+Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη
+Κύρου Ανάβασις, Μ. Αναστασ. τομ. 3;
+
+ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ
+Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου
+
+ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
+Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβου τ.4
+
+ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
+Άπαντα Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τομ. 6
+
+ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
+Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού
+Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα
+Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
+Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου
+
+ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥς
+Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλου
+Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλου
+Οι τέσσερες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλου
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου
+Απολογία Σωκράτ, Μτ. Α. Μωραϊτίδου
+Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου
+Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου
+Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
+Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
+Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
+Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
+Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
+Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
+Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου
+Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη
+Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη
+Ίππαρχος-Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου
+Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
+Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
+Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
+Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη
+Πρωταγόρας, Μετάφρ Α. Χαροκόπου
+Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως
+Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου
+Ιππίας μείζων και ελάσσων Μτ. Ζάμπα
+Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού
+Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2
+Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
+Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου
+Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα τόμ 4;
+Ερυξίας-Αξίοχος-Αλκυών, Μτ. Μάνε
+Δημόδοκος - Σίσυφος-Κλειτοφών-
+Ίων-Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη
+Θεάγης - περί Δικαίου-περί Αρετής,
+Μετάφρασις Λυμπεροπούλου
+Επιστολά και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα
+Ολόκληρος ο Πλάτων εις 33 τόμους
+
+ΗΡΟΔΟΤΟΥ
+Μούσαι Μετ. Α. Σκαλίδου τομ 4
+
+ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
+Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή
+
+ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ
+Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη
+
+Δια τους αγοράζοντας όλην την σειράν των Αρχαίων Ελλήνων
+Συγγραφέων το δέσιμον εκάστου τόμου υπελογίσθσ λεπτά 50.
+Δια τους αγοράζοντας τόμους χωριστά το δέσιμον εκάστου
+τόμου δραχ. 1.-
+
+[* Εφ' εξής πολλές από τις τιμές είναι δισδιάκριτες, οπότε
+δεν τις αναγράφω]
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Superhuman, by Konstantinos Chatzopoulos
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SUPERHUMAN ***
+
+***** This file should be named 31437-0.txt or 31437-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/1/4/3/31437/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/31437-0.zip b/31437-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..46d041c
--- /dev/null
+++ b/31437-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..423ac26
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31437 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31437)