diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31433-0.txt | 9448 | ||||
| -rw-r--r-- | 31433-0.zip | bin | 0 -> 253413 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 9464 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31433-0.txt b/31433-0.txt new file mode 100644 index 0000000..ebc3afa --- /dev/null +++ b/31433-0.txt @@ -0,0 +1,9448 @@ +The Project Gutenberg EBook of Roses and apples, by Ioannis Psycharis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Roses and apples + Volume A + +Author: Ioannis Psycharis + +Release Date: February 27, 2010 [EBook #31433] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ROSES AND APPLES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have +been transferred at the end of the book (as endnotes). The tonic +system has been changed from polytonic to monotonic. A table with +spelling and other mistakes has been incorporated in the text. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in +italics are included in _. + +Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των +σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το τονικό +σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο Πίνακας +παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψη στο κείμενο. Η ορθογραφία του +βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους +χαρακτήρες περικλείονται σε _. + + + + +ΨΥΧΑΡΗΣ + + + + +Ρόδα και Μήλα + + + + +ΤΟΜΟΣ Α' + + + + Quale i fioretti dal notturno gielo + Chinati e chiusi, poi che'l Sol gl' imbianca, + Si drizzan tutti aperti in loro stelo. + Dante, Inf. II, 43(1-3). + + + +ΑΘΗΝΑ + +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ +à PARIS, chez: +Η. WELTER, EDITEUR +(4, RUE BERNATD-PALISSY,4) + +1902 + + + + +Ρόδα και Μήλα + + + + +ΑΦΙΕΡΩΜΑ + + + +Μια μέρα περπατούσαμε μαζί στο περιβόλι της Αγάπης. Μαζί μυρίζαμε τα +ρόδα· κόφταμε τα μήλα μαζί. Τα ρόδα χρήσιμα δεν είναι· είναι πιο +χρήσιμα τα μήλα. Το καλοκαίρι, σα δηψάς, το μήλο σε δροσίζει, και +σαν πεινάς, σε θρέφει. Το ρόδο το καημένο άλλη δουλειά δεν ξέρει +παρά να μοσκοβολάη. Ωςτόσο μου έλεγες στο περιβόλι της Αγάπης πως +ταγαπούσες τα δύστυχα τα ρόδα, πως σαν τα μυρίζεις, σου φαίνεται πιο +νόστιμο και το μήλο. + +Μήπως κι ο νους του αθρώπου δεν έχει τα ρόδα και τα μήλα του σαν το +περιβόλι; Ρόδα είναι της φαντασίας μας τα παιδιά· μήλα τα παιδιά της +επιστήμης. Και τα δυο μαζί στολίζουνε ταθρώπινο το περιβόλι. + +Στο περιβόλι της Αγάπης, που περπατούσαμε μια μέρα μαζί, τέτοια +λόγια σου είπα, και σήμερις σου μάζωξα, να σου τα χαρίσω, τα μικρά +μου τα ρόδα και τα μήλα μου τα μικρά, που αν τύχη κ' έχουνε αλήθεια +λίγο ζουμί και λίγη μυρουδιά, σε Σένα το χρωστούνε, το χρωστούνε στο +Περιβόλι της Αγάπης. + +Τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901. + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ + + + +Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ. — Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. — ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ. — ΟΜΟΡΦΙΑ... ΚΙ ΑΗΔΙΑ. +— ΤΕΧΝΗΤΗ. — ΦΙΛΟΣ ΣΤΕΝΟΣ. — Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ. + + +Α + + +Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ. + +Όταν πήρα να μαζώξω δώθε κείθε όσα είχα δημοσιεμένα είτε σε +περιοδικά, είτε σε φημερίδες, και που τα ξανατυπώνω σήμερις με τη +χρονολογική τους τη σειρά· όταν τα ξαναδιάβασα κ' έβαλα στο καθένα +κι από μια σημείωση, όταν από το πρώτο που έγραψα ίσια με το στερνό, +τα κοίταξα ένα ένα, δεν μπόρεσα να μην απορήσω, βλέποντας πώς και με +τι τρόπο άλλαξε το ζήτημα το γλωσσικό από τα 1888 ως τα 1901. Τότες +πολεμούσαμε τους δασκάλους, γιατί όλοι τους είτανε δασκάλοι· τώρα +πολεμούμε κάτι μισοδασκάλους — ή δασκαλάκια. Τότες πολεμούσαμε την +καθαρέβουσα· τώρα πολεμούμε τη μισοκαθαρέβουσα. Τότες πολεμούσαμε +μια γλώσσα που ήθελε κάτι να φανή· τώρα πολεμούμε μια γλώσσα που δε +θέλει τίποτα να είναι. Τότες πολεμούσαμε μια γραμματική που γύρεβε +να μας φέρη πίσω ίσα με του Ξενοφώντα το τυπικό· τώρα πολεμούμε μια +γραμματική που μήτε ομπρός λέει να πάη μήτε πίσω, παρά στέκεται +αγράμματη στον αέρα. Τότες πολεμούσαμε πεθαμμένους· τώρα πολεμούμε +τους αγέννητους. + +Και να πούμε την αλήθεια, είχε κάποιο μεγαλείο του Κόντου η αρχή να +ξαναττικίση την Ελλάδα. Σήμερις όμως βλέπω και καμιάν αρχή δε +θέλουν· «Εμείς, λέει, νακούσουμε λόγο; Για ποιους μας παίρνεις; +Εμείς είμαστε ποιητάδες και γράφουμε όπως μας κατεβή, χωρίς λόγο +κανένα!» Κ' έτσι βγήκε στη μέση και κοντέβει να γίνη της μόδας μια +κάποια _ μισή γλώσσα, _ που αρέσει πολύ σε κείνους που τη γράφουνε. + +Η _ μισή γλώσσα _ τι πράμα είναι ωςτόσο; Για να δούμε. + +Η _ μισή γλώσσα _ είναι γλώσσα που της έβγαλαν κι άλλο ένα όνομα· τη +λένε πως είναι _ απλή _ · γιατί τάχα; Γιατί ανακατώνει πολλές +γλώσσες, δηλαδή γιατί γραμματική δεν έχει — και πώς να μην είναι +απλή, αφού είναι κι ακανόνιστη; Μάλιστα θα σου πούνε πως είναι σωστή +αηδία η γραμματική. Ανυπόφορο πράμα, δυσάρεστο, σιχαμένο. Δεν τον +αφίνετε ήσυχο τον ποιητή; Στον κόσμο τον πολιτισμένο, στην Εβρώπη, ο +ποιητής, ένας Ηugo, ένας Renan, ησυχία δεν έχουνε αν άξαφνα τους +περάση υποψία πως κάπου, σε μιαν αράδα, σε μια λέξη, σε μια συλλαβή, +τους ξέφυγε κανένα λάθος, πως τάχα δεν έγραψαν τη γλώσσα τους +αχάλαστα κι αλάθεφτα, προσέχοντας ως και στον πιο μικρό κανόνα της +γραμματικής. Τι μουρλοί και τι ζαβοί! Δε ρωτούσανε καλήτερα τον +ποιητή το Ρωμιό; Αφτός, ησυχία του είναι να μην προσέχη σε τίποτις, +ο λυρισμός του, η ποίησή του, το ύψος του είναι να βάζη μια λέξη +αρχαία κοντά σε μια δημοτική, έναν τύπο δημοτικό πλάγι πλάγι μ' έναν +αττικό τύπο, κάποτε το ίδιο να μας το λέη όπως το λέει ο δάσκαλος, +κάποτε πάλε όπως το λέει ο λαός. Χαρά του νανακατέβη καθαρέβουσα και +δημοτική. Και τέτοια είναι η μισή γλώσσα. + +Πολύ ωραία, πολύ κατάβαθα ψυχολόγησαν το Ρωμιό, και γεια τους, όσοι +πήγαν και μας ανακάλυψαν το λαμπρό το σύστημα της ανακατωσούρας. Δε +μου λέτε, σας παρακαλώ, το ανακάτεμα με τι τρόπο θα γίνη; Πόση +δημοτική θα βάζουμε και πόση καθαρέβουσα; Κανένας, εννοείται, από +τους λεγάμενους δε θα ορίση το ποσό, μήτε σκοπέβει να το ορίση. Δεν +είναι δουλειά του, θα σας πη. Κι αφτός ο λόγος, το κάτω κάτω — ή το +άνω κάτω — τι σημαίνει; Σημαίνει πως ο καθένας θανακατέβη, όπως +τύχη, όπως του φανή, όπως ξέρει — δηλαδή πως ο καθένας θα' χη +σύστημα δικό του. Τι λέγαμε για τα ψυχολογικά του Ρωμιού; Ο Ρωμιός, +που έχει φιλότιμο περίσσιο, θακούση άραγες ποτέ του τον έναν πιο +πολύ από τον άλλονα; Ίδιοι τους αφτοί θακούγουνται αναμεταξύ τους; Ο +Θεός φυλάξη! Κοιτάζουν τα πρόσωπα, στα πρόσωπα προσέχουνε. Ο τάδες +το γράφει έτσι; Αμέσως εγώ να το γράψω αλλιώς! Το λοιπόν τι βγαίνει; +Βγαίνει που το μόνο σύστημα που μπορεί στην Ελλάδα να τα βγάλη πέρα, +που μπορεί όλους τους Ρωμιούς μαζί να τους κάμη να είναι σύφωνοι, το +μόνο είναι το _ απρόσωπο _ σύστημα, είναι η γραμματική, είναι η +γλώσσα του λαού. + +Φοβούμαι μήπως κ' οι ανυπόταχτοι, ανεξάρτητοι, μεγαλόφρονοί μας +ποιητάδες, που ζυγό δε θέλουνε κι αποτινάζουν τη γραμματική, δεν +κατάλαβαν ακόμη τι θα πη αληθινή λεφτεριά. Το βάρος, ο ζυγός κ' η +σκλαβιά μου φαίνουνται αφτά που γυρέβουνε του λόγου τους, δηλαδή να +βάλουνε τους άλλους και τον εαφτό τους να υποταχτούνε στη φαντασία +ενός και μόνου. Η καθαφτό ανεξαρτησία είναι ανώνυμη, σαν το λαό. Δεν +ακούς κανέναν, όταν τους ακούς όλους, κ' είναι μάλιστα σα να μην +τους άκουες μήτε δάφτους, αφού ακούς και τον εαφτό σου, αφού μέσα σ' +όλους είσαι κι ο ίδιος, είσαι και συ λαός. + +Μα δεν πιστέβω η _ μισή γλώσσα _ να τα στοχάστηκε αφτά, μήτε να +βγήκε στους δρόμους να φωνάζη από τόσο μεγάλο έρωτα για την +ανεξαρτησία. Θάχη άλλους λόγους, τόσο σπουδαίους μάλιστα που μπορεί +περίφημα να βαστάξη ακόμα χρόνια, να κάμη και κάμποσους οπαδούς, +γιατί θαρρώ πως βασίζεται η _ μισή γλώσσα _ σε βάση ακλόνιστη, +τουλάχιστο σε βάση που ο σημερνός Ρωμιός τη σέβεται και δεν τολμάει +να τη χαλάση, θέλω να πω την τεμπελιά. Κι αν προτιμάτε αδουλεψιά να +την πήτε, δε με πειράζει, γιατί το ίδιο πέφτει. Ζήτημα δεν είναι, +πως το βρίσκει ο καθένας πολύ πιο έφκολο να πετάη στο χαρτί ό τι του +κατέβη, μα δημοτική, μα καθαρέβουσα, δίχως να ψάχνη, δίχως να +ιδρώνη. Γιατί πάλε κι ο τόσος κόπος; Ελάτε να το ρίξουμε όξω. Δε +βλέπετε, καλέ, πως τάχουμε όλα έτοιμα; Τι αγαπάτε, να σας το +σερβίρω: Ξενισμούς; Ορίστε! Άλλο τίποτα! Μα κάλλια θέλετε ίσως κ' +έναν αττικισμό; Αμέσως! Τι λέτε πάλε να σας έδινα έτσι κανένα +χουζουρεμένονε μισοδασκαλισμοδημοτικοκαθαρεβισμό; Φέρ' το αφτό, και +μοιάζει λαμπρό πράμα. Όλα τάχει. + +Το σύστημα, για να σκοτώση κανείς τη δημοτική, βέβαια πως είναι +πρώτης. Καλήτερο δεν υπάρχει. Όσο δεν προσπαθείς, σαν πιάνεις την +πέννα στο χέρι, να συλλογέσαι ρωμαίικα, γιατί αφτός είναι ο κόμπος, +κι όχι να τα γράφης μονάχα, όσο δεν πασκίζεις να τα πης ρωμαίικα, +φυσικά κι ο νους σου θα ξενίζη κ' η ψυχή σου, ώςπου να ξενίσης ή να +ξυνίσης κι ο ίδιος. — «Αι! καλά! Τι με κόφτει; Ο κόσμος είναι +μεγάλος. Μήπως θα μείνω στην τρύπα μου κρυμμένος, δίχως να γυρίσω να +δω και τι γίνεται στην οικουμένη; Ας ξενίσω, αν ξενίζοντας ο νους +μου ξανοίγει, αν η ψυχή μου πολλαπλασιάζεται και πάει!» Μα τότες έχω +και γω κάτι να σου απαντήσω, φίλε μου, που μου τα ψέλνεις. «Εμένα τα +λες; θα σου κάμω. Εγώ θα σου πω τάχα ποτέ μου πως δεν είναι αδέρφια +όλοι του κόσμου οι λαοί; Μήπως δεν το ξέρουμε πως ο καθένας κάτι +μαθαίνει, κάτι χαρίζει του αλλουνού; Ίσα ίσα γι' αφτό, παιδί μου, +προτού να μιλής, προτού να μας κάμης τον περήφανο, θαρρώ πως πρέπει +να γυρέψης να δης τι κρύβγει μέσαθέ του ο δικός σου ο λαός, που δεν +το σκάλιξες ως τώρα, και τότες πια να καταλάβης αν από το λαό το +δικό σου δεν μπορεί να ξανοίξη ο νους, να πολλαπλασιαστή, που λες, +κ' η ψυχή των αλλωνώνε. Όσο δεν τα κοιτάζεις αφτά, δεν αδικείς το +λαό σου μονάχα· τον κόσμο αλάκαιρο αδικείς!» + +Και δεν είναι ζήτημα, πως ο λαός ο ρωμαίικος, και στη γλώσσα του και +στην ψυχή του — το ίδιο είναι — έχει ανυπόψιαστους θησαβρούς. Εσύ +όμως, ο ανεξάρτητος, εσύ ο οικουμενικός, βλέπω και θέλεις μόνο να +παίρνης από τους ξένους, χωρίς να τους δίνης τίποτα. Κι αφτό θα το +κάνης, γιατί δεν έπιασες να μελετήσης τι τους λείπει και τι έχεις +εσύ. Μα τι κάθουμαι και λέω; Εσύ που όλο καφκιέσαι πως σε μέλει για +γενικές μεγάλες ιδέες, για γενικές λαμπροφάνταχτες ψυχολογίες, δεν +το συλλογίστηκες να ξετάσης τι πράμα είναι μήτε τα περίφημα τα _ +γενικά _ σου αφτά, που χάνεις το νου σου για δάφτα. Ιδέες και +ψυχολογίες γιόμισες και τα μυαλά σου και τα χαρτιά σου. Τις λέξες +όμως που κάθε μέρα τις λες — ή που σε ξένα βιβλία τις διαβάζεις, τις +πιο κοινές λέξες, τις πιο συνηθισμένες, δεν κόπιασες να ξεδιαλίσης +το νόημα τους. Ωςτόσο ποιος δεν παρατήρησε ή δε βρέθηκε σε θέση να +παρατηρήση τι χοντρά, τι βάρβαρα, τι χυδαία κάθε γλώσσα μας +παρασταίνει όσα νοιώθει η αθρώπινη καρδιά; Όπως για να πούμε τα +χρώματα, έτσι για να πούμε και τα αιστήματα, δεν έχουμε παρά φτωχές +κακορίζικες λέξες. Ξέρουμε, λόγου χάρη, _ πράσινο _ και _ μαβί _. Μα +πόσα πράσινα είναι, που λέξη δε βρίσκουμε να τα ζουγραφίσουμε; +Κοιτάξτε πόσα είναι τα δέντρα και πόσες οι πρασινάδες!Μα κοιτάξτε +και χρωματιές, πόσες αποχρωματιές θέλει και πόσες ξεχρωματιές, για +να πάη απαρατήρητα το μάτι μας από το πράσινο στο μαβί! Αμέ, για να +πάη άνοιωθα κ' η ψυχή μας από την αγάπη στο μίσος, από το μίσος στην +αγάπη, πόσες άλλες χρωματιές κι αποχρωματιές, πόσες θωριές κι +αποθωριές δεν υπάρχουνε, που μήτε τις υποψιάζεται η γλώσσα; Τι είναι +το μίσος και που αρχίζει; Άξαφνα, σε απλή, σε ήσυχη κουβέντα, μ' ένα +φίλο, ή και με την κόρη που αγαπώ, φιλονικούμε για κανένα πράμα που +το κάτω κάτω μπορεί να μας είναι αδιάφορο και στους δυο μας. Δε +συφωνούμε όμως. Η ασυφωνιά μας αφτή, σαν τι να είναι; Είναι πάντα +φιλία; Είναι πάντα αγάπη; Αν είναι, βέβαια πως δεν είναι ολότελα η +ίδια που είτανε και προτού φιλονικήσουμε, γιατί φιλονικία τι θα πη; +Θα πη πως είτε πολύ είτε λίγο, εναντιώνεται ο ένας τον άλλονε. Κ' η +αγάπη εναντίωση δε θέλει. Μήπως πάλε κ' είναι μίσος; Μα το μίσος το +καθαφτό φτάνει σε βαθμό τέτοιο, σου εναντιώνεται τόσο και τόσο, που +καταντάει πια να γίνη ενάντιο και στη ζωή σου, που γυρέβει και να +σκοτώση. Δεν είναι λοιπόν ούτε αγάπη ούτε μίσος, κι ωςτόσο ένα είναι +από τα δυο, ή στην αγάπη θα καταντήση ή στο μίσος, απόδειξη που αν +τύχη και φιλονικήσης με κανέναν που σου είναι αδιάφορος, μπορεί από +την πρώτη φιλονικία να ριζώση στην καρδιά σου ένα κάτι που κατόπι +γίνεται μίσος, κι α φιλονίκησες με την κόρη που λατρέβεις, +θαποξεχάσης τη φιλονικία, θαλλάξης και γνώμη, αν εκείνη δεν αλλάξη. +Κι αν αλλάξης κι αν αλλάξη, δεν αλλάξατε τίποτις εσείς, τάλλαξε η +αγάπη, διές όμως πώς άλλαξε κι αφτή, αφού έγινε μεγαλήτερη, κ' έγινε +μεγαλήτερη, γιατί θέλησε, όσο γνωρίζεστε και πάτε, να σμίγετε +περισσότερο, νάχετε σ' όλα τις ίδιες ιδέες. + +Λοιπόν από την απλή φιλονικία θαρθούμε ή σε αγάπη περισσότερη ή σε +περισσότερο μίσος, γιατί όπως κι αν το πάρη κανείς, το κάτω κάτω, η +φιλονικία πιο πολύ μοιάζει με το μίσος παρά με την αγάπη, Κ' ίσα ίσα +βλέπουμε τι ανίκανες που είναι οι λέξες. Οι λέξες μας παρασταίνουν +την καρδιά, μόνο σαν έφταξε το πάθος στην άκρη του, στο μίσος ή στην +αγάπη. Μα για να πάμε από το τίποτις, από τανύπαρχτο, ίσια με το +μίσος, ίσια με την αγάπη, για να πάμε μάλιστα κάποτες από το _ μίσος +_ στην _ αγάπη _ κι από την αγάπη στο μίσος, υπάρχουνε χίλιες και +χίλιες αγάπες, μίσητα χίλια και χίλια, που όνομα δεν έχουν ως τώρα. + +Τα ονόματα ποιος θα τα βρη; Και ποιος θα πη πως εκείνος που τα +βρήκε, δεν πλούτισε συνάμα και τον τόπο του και τους άλλους τόπους; +Για να τα βρη όμως, πρέπει πρώτα πρώτα στη γλώσσα του να τα γυρέψη. +Πώς δε γυρέβουμε στη γλώσσα τη δική μας και γι' αφτά που είπαμε και +για τόσα και τόσα; Η γλώσσα η ρωμαίικη — σήμερις είναι πια και +γνωστό — έχει μια δύναμη, μια εφκολία μοναδικιά, με μιαν κατάληξη, +μ' ένα ζεβγάρωμα, μ' ένα προσκόλλημα, μ' ένα χαδεφτικό, να σου +πλουτίση, όχι το λεξικό που τυπώνεται, μα και το ατύπωτο ακόμα +λεξικό της καρδιάς μας. Κ' έτσι αμέσως ανοίγει τα μάτια της και +κοιτάζει μέσα της πιο βαθιά ως κ' η αθρώπινη ψυχή σ' όλη την +οικουμένη. + +Μα πολύ άτοπα φιλοσοφώ, και ξέχασα πως η _ μισή γλώσσα _ μάς έβγαλε +τώρα και φιλοσόφους, που τη θέλουνε μισή, γιατί έτσι, λέει, το θέλει +κ' η φιλοσοφία. Εγώ λέω πάλε μήπως κ' η φιλοσοφία τους είναι μισή +όσο είναι κ' η γλώσσα τους. Φαντάστηκαν πως ο άθρωπος όλος μαζί δεν +είναι ένας, πως μπορείς να κουνήσης το χέρι, δίχως ο νους πρώτα +πρώτα να κάμη το κίνημα του χεριού. Φαντάστηκαν πως ο ποιητής μπορεί +να προσέξη στην ποίηση, να προσέξη στην ιδέα, να προσέξη στην τέχνη, +να προσέξη και στη φιλοσοφία την ίδια, αν πρώτα δεν προσέξη στη +γλώσσα! Κι αφτοί έρχουνται και μας μιλούνε για μια Γερμανία που μήτε +την έννοιωσαν ακόμα. Κι αφτοί έρχουνται και μιλούνε για δικές τους +ιδέες, που θαρρούν πως έχουνε, ας είναι ακόμα και μισές. + +Αστόχαστα φτωχά κεφάλια κι αφιλοσόφητη φιλοσοφία! + + +Β' + + +ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. + +Η _ μισή γλώσσα _ σε τι απάνω στηρίζεται λοιπόν, ως τώρα δεν το +βλέπω. Ένα βλέπω κ' ένα ξέρω, πως κάθε λαός έχει χρέος _ ναληθέψη _. +Δε φτάνει που ζη, πρέπει κ' οι άλλοι να το δούνε και για να το +δούνε, πρέπει το έθνος να φανή εκείνο που είναι, να μην περνάη σαν +τόνειρο, παρά να γίνη αλήθεια, δηλαδή να κάμη αλήθεια και την ψυχή +του και το νου του και τα όνειρα του, μ' ένα λόγο, ζη μόνο σαν +αληθέβει. Μισή αλήθεια όμως δεν έχει. Θέλει αλήθεια γερή. + +Δεν πιστέβω ούτε η _ μισή γλώσσα _ ούτε η καθαρέβουσα τέτοιο σκοπό +νάχη, σκοπό να μας ξυπνήση από τον ύπνο το βαρή που κοιμάται σήμερις +η ψυχή μας. Μάλιστα, να κοιτάξης την ουσία της ουσίας, θα καταλάβης +πως καθαρέβουσα και _ μισή γλώσσα _ το ίδιο είναι. Ας αφήσουμε τα +λόγια κι ας προσέξουμε στα πράματα. Η Ελλάδα τι είναι σήμερις; Ένα +βασίλειο κ' ένας τόπος. Μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _ +ονόματα δεν έχουνε να το πουν αφτό, παρά κ' οι δυο τους θα σου το +πούνε με τρεις ανύπαρχτες λέξες· βασίλειον, βασιλεύς, Ελλάς. + +Ας παραδεχτούμε πια πως το βασίλειον, όσο άτοπο κι αν είναι το _ ν +_, όσο κι α δεν έχει μισές αλήθειες ή μισές ψεφτιές, ας παραδεχτούμε +όμως πώς ένα κακόμοιρο _ ν _ μπορεί και να μην μπη σε λογαριασμό. Τα +δυο άλλα τώρα να δούμε, αρχίζοντας από το _ βασιλεύς _. Τι λέξη +είναι αφτή; Μήπως ο λαός την ξέρει; Όχι. Ο λαός το ξέρει _ βασιλιάς +_. Στην Πόλη μάλιστα έτσι λέει το Σουλτάνο. Και γιατί; Γιατί έτσι +έλεγε πρώτα τον αφτοκράτορα, πριν από την άλωση. Λοιπόν είναι +καθιερωμένος, ιστορικός, πατροπαράδοτος τύπος στο λαό. + +Ο _ βασιλεύς _ τώρα τι ιστορικά έχει; Φτάνει κανείς νάμαθε δυο +ελληνικά στο σκολειό, για να δη αμέσως πως τέτοια κατάληξη — εφς — +γιατί έτσι το λένε — δεν έχει καμιά ονομαστική στην αρχαία γλώσσα, +πως _ φ _ και _ ς _ πλάγι πλάγι καμιά λέξη δε μας δείχνει. Μπας και +μας δείχνει αραδιαστά _ φ _ και _ ς _ σήμερις η γλώσσα μας πουθενά; +Διόλου. Μήτε κατάληξη — εφς στην ονομαστική, μήτε — φς — σε καμιά +λέξη δεν έχει! Κ' έτσι μήτε ελληνικό είναι μήτε ρωμαίικο. +Βαρβαρισμός και στη μια γλώσσα και στην άλληνα. + +Για να δούμε και την Ελλάδα. Καλήτερα δεν τα πάει. Μας την κάμανε +τριτόκλιτη· _ η Ελλάς, της Ελλάδος, εν Ελλάδι, την Ελλάδα _. Ο λαός +όμως ταρχαία τα τριτόκλιτα δεν τα θέλει, αφού πρωτόκλιτα τα ξέρει. +Κι αν τα ξέρει πρωτόκλιτα, θα πη πως τα τριτόκλιτα δε θα τα μάθη, +και του κάκου. — «Να σου πάλε κ' οι φαντασίες του Ψυχάρη!» — +Φαντασίες; Ορίστε, διαβάστε. Κάποιος, που για την Ελλάδα έκαμε +κάμποσα, που την έκαμε κιόλας Ελλάδα, ο κάποιος αφτός, σαν έγινε +κατόπι το βασίλειο, σα γέρασε κι ο ίδιος, θυμήθηκε τα νιάτα του, μας +δηγήθηκε τον καιρό που καθότανε, λέει, κ' έκλαιγε «την Ελλάς». Ποιος +θαρρείτε πως μιλεί έτσι; Κάτω, παρακαλώ, τις γραμματικές σας! Έτσι +μιλεί ο Κολοκοτρώνης ο ίδιος{1}· Λοιπόν αν ένας άθρωπος σαν κι +αφτόνα, δεν μπόρεσε να κλίνη τα τριτόκλιτά σας, τι κάθεστε και μου +λέτε για καθαρέβουσες και μισές γλώσσες; Και μη θαρρήτε πως φταίνε +τάχα τα χρόνια που ζούσε ο Κολοκοτρώνης και πώς τότες, όσο +Κολοκοτρώνης κι αν είσουνα, μπορούσες πολύ καλά να κάμης τέτοιο +λάθος, γιατί δεν ήξεραν πολλά γράμματα. Τίποτις! Όλα η καθαρέβουσα +τα φταίει, που είναι γλώσσα νεκρή, κ' έτσι τα ίδια λάθια, ίσως +μάλιστα πιο χοντρά, γίνουνται ακόμη και σήμερις, όχι μόνο στο λαό, +σα μισομάθη δασκάλικους τύπους, μα και στους δασκάλους τους ίδιους, +στους πιο περίφημους όπως και στη συνηθισμένη την καθαρέβουσα. +Διάβασα, λ. χ., στο Νέον Άστυ (Μάρτη, 28, 1902, σελ 2, στ.5)· +«ελάχιστοι _θυσίαι_»· στ' Αναγνώσματα του Whitney, που μετάφρασε ο +κ. Χατζηδάκης και που είναι πολύ καλό βιβλίο, γράφει (σελ 549)· +«ώστε να δύναται», ενώ στην ίδια σελίδα και παντού βάζει την +υποταχτική· «εάν δύνωνται», σελ 549, «θα δύνηται». σελ 574, κτλ. +κτλ. Πιο απάνω (σελ 470) βλέπω την ακόλουθη φράση· «. . . λαλείται +υπό φυλών, αίτινες προ δύο περίπου εκατονταετηρίδων (τω 1644) +καταλαβώντες την Σινικήν κατέστησαν άξιαι γενικωτέρας τινός +προσοχής.» Μήτε το «Νέον Άστυ» μήτε τον κ Χατζηδάκη κατηγορούμε. +Κατηγορούμε μονάχα τη γλώσσα που γράφουνε. Βέβαια πως κάνουμε και +μεις λάθια στη δημοτική, τα περισσότερα όμως γιατί δε μελετήθηκε +ακόμη αρκετά και γιατί μας χάλασε η καθαρέβουσα τη φυσική λαλιά μας· +ωςτόσο είναι λάθια που δε θα τα κάνουμε ποτέ μας, λ. χ., να +συντάξουμε αρσενικό με θηλυκό, να πούμε άξαφνα _ η καλός γυναίκα, _ +όπως είδαμε να λένε _ αίτινες. . . καταλαβόντες, ελάχιστοι θυσίαι, _ +δηλαδή να κάνουμε τα λάθια που όσο κι α μελετήθηκε, κάνει πάντα η +καθαρέβουσα. + +Να μην κατηγορούμε λοιπόν τη δημοτική, παρά να καταλάβουμε μια και +καλή ως που μας κατάντησε η καθαρέβουσα κ' η _ μισή γλώσσα _. Για να +το συλλογιστούμε τώρα δίχως πάθος, ήσυχα, μάλιστα με τον πατριωτισμό +που θέλει τέτοιο ζήτημα, με την αγάπη που θέλει ο λαός. Πρώτα +ναποκριθήτε στο ρώτημά μου· μπορεί κάθε Γάλλος, ως κι ο πιο +αγράμματος, να πη τόνομα του τόπου του, χωρίς να κάμη λάθος; Βέβαια! +Μπορεί όμως κάθε Ρωμιός να πη και να κλίνη αλάθεφτα του τόπου του +δικού του τόνομα; Όχι, το βλέπουμε κι από τον Κολοκοτρώνη πως δεν +μπορεί. Λοιπόν τι βγαίνει; βγαίνει που το έθνος δεν έχει όνομα +εθνικό. Κ' η αλήθεια είναι που χάρη στην καθαρέβουσα, σήμερις η _ +Ελλάδα _ όνομα δεν έχει. + +Όνομα δε θα της κάμουνε μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _. +Αν είτανε τόντις _ μισή _, αν ίδια της καταλάβαινε τι θέλει και τι +θα πη σωστός συβιβασμός, αντίς να γράφη κι αφτή, απαράλλαχτα σαν την +καθαρέβουσα, _ Ελλάς _ και _ βασιλεύς, _ θα προσπαθούσε τουλάχιστο, +δε λέω πια να γράφη _ Το ρωμαίικο _, δε λέω να γράφη _ Ρωμιοσύνη _, +μα να γράφη _ η Ελλάδα _, δε λέω να γράφη _ βασιλιάς _, αφού δεν +έχει το κουράγιο, μα τουλάχιστο να γράφη _ ο βασιλέας _. Όσο δε +γίνουν αφτά, μπορεί να γράφουν όσο θέλουνε. Τίποτα δε θα καταφέρουνε +κι όλα του βρόντου. + +Κ' έτσι θαρρώ πως του κάκου πολεμούνε και του κάκου γράφουνε πολλοί, +που τυχαίνει κάποτε να δω τα ονόματά τους και τη μισή τους ή +ανακατεμένη γλώσσα σε κάτι περιοδικά· ο Κουρτίδης, ο Βώκος, ο +Καμπάνης, ο Ν. Ροντάκης — «από την Πόλι», με _ ι _ — και κάτι άλλοι. +Δε λέω πια τίποτις για το _ Διόνυσο _. Είναι τόντις σα λύσσα, +ξαφρισμένη τα γραψίματά του. Πώς δε βαριέται; Αλήθεια όμως, κι αφτό +μας το ξηγούνε οι γιατροί· θα κόλλησε από το Νίτσε, γιατί το ξέρουμε +σήμερις πως κολλητική αρρώστια είναι κ' η τρέλλα· ο τρελλός πάλε πώς +να βαρεθή; Διασκεδάζει με την τρέλλα του, μοναχός του, και μάλιστα +καμαρώνει. + +Παρατήρησα όμως πως κι ο _ Διόνυσος _, και το _ Περιοδικό τους _, +και τα _ Παναθήναια _, κάθε τόσο, τσακώνουνται, μαλλώνουνε, +χτυπιούνται αναμεταξύ τους, πειράζουνται και τρώγουνται. Πολύ άδικο +έχουνε. Γιατί τόσους πολέμους; Είναι όλοι τους το ίδιο. Ίσως +φαντάζουνται πως αλήθεια διαφωνούνε, πως έχουν ο καθένας ιδέα δική +του και δική του γνώμη. Το φαντάζουνται αφτό, γιατί όσο μεγάλη κι αν +είναι η Αθήνα, ζούνε πλάγι πλάγι ο ένας με τον άλλονα, και τότες +τυχαίνει πολύ έφκολα να μη βλέπουν οι αθρώποι παρά τη μύτη του +γειτόνου και γι' αφτό να βασανίζουνται. Στο Παρίσι, που κάθουμαι, τα +βλέπω αλλιώς τα πράματα, δηλαδή από πιο μακριά, ίσως κι από πιο +αψηλά. Καλέ, είναι όλοι τους αδέρφια! Όλοι τους, ανακατεμένη γλώσσα +κι ανακατεμένα μυαλά. Και να μη θαρρέψη κανένας πως το λέω από θυμό, +από πείσμα. Διόλου, μα διόλου. Πολύ ήσυχα μάλιστα. Μα πώς δεν τα +παίρνουνε τώρα ήσυχα κ' ίδιοι τους να τα διαβάσουν εκείνα που +γράφουνε, να τα διαβάσουν, έτσι, μια μέρα, σα να διαβάζανε ξένα, σα +να διαβάζανε σελίδες που δεν είναι δικές τους, που τις έγραψε άξαφνα +κανένας άλλος; Και τότες, ακόμη πιο ήσυχα, να τους ρωτήξω· + +«Στο Θεό σας, είναι αφτά πράματα που γράφουνται; Δεν τα βλέπετε; Δεν +τα σιχαίνεστε; Αλήθεια, το φαντάζεστε πως είναι γράμματα, πως είναι +φιλολογία, πως είναι ύφος, πως είναι γλώσσα; Καλέ, μαζώξτε τα +γλήγορα, μην τύχη και τα δη ο κόσμος, που είναι όλα σας γελοία και +παιδιακήσια!» + + +Γ' + + +ΟΜΟΡΦΙΑ. . . ΚΙ ΑΗΔΙΑ + +Τέτοια γλώσσα, παιδιά μου, άσκημη γλώσσα, γλώσσα μισή, γλώσσα του +εγωισμού, ανύπαρχτη γλώσσα, η Ομορφιά δεν τη θέλει, δεν τη θέλει η +Καλοσύνη, δεν τη θέλει η Αγάπη. + +Μα μήτε η ορθή κρίση δεν τη θέλει. + +Για να το συλλογιστούμε και μια στιγμή. Εδώ δε χρειάζουνται και τόσα +λόγια. Ποιος θαρθή ποτέ να μας πη με τα σωστά του, πως μια κ' είναι +το ζήτημα να γράφη κανείς τη γλώσσα του, δεν πρέπει να τη γράφη +ορθά; + +Και θαρρούνε πως ο Ρωμιός, που είναι περήφανος κιόλας κι από σόι, θα +γυρίση ποτέ του να τα κοιτάξη τα μισά τους, τα ψέφτικά τους τα +συστήματα; Ελάτε νακούσετε τι λέει ένας Ρωμιός που νοιώθει, κ ύστερα +να μου πήτε· + +«Τότε, μου γράφει ένας φίλος, ο Π. Βλαστός, νόμιζα ακόμη σωστή την +περίφημη θεωρία «της μέσης οδού». . . Έπειτα μελέτησα κ' είδα την +Αλήθεια από πιο κοντά και κατάλαβα πως είναι κι αυτή — σαν όλες τις +μεγάλες θεές — πολύ πιο όμορφη με τη μαρμαρένια της γύμνα — χωρίς +τους πέπλους και τα φακιόλια και τους κορσέδες του συβιβασμού. + +Τι σκοπούς έχω; Όλους. Πολύ θα πήτε. Είναι όμως Ρωμαίικο, είναι κ' +Ελληνικό. Τον κόσμον όλο ήθελαν οι αρχαίοι να καταλάβουν, ολόκληρο +τον κόσμο και μεις καταπιανόμαστε ναδράξουμε. Αθηναίοι της Ακρόπολης +κι Αθηναίοι των Πιπεριών, λατρευτές της Κόρης και λατρευτές της +Παναγίας της Αθηνιώτισσας, ένα είμαστε κ' ένα θέλουμε — το ίδιο — +την απόλυτη Ομορφιά.» + +Πολύ ωραία το είπε ο νέος ο ποιητής, που θακουστή κατόπι τόνομά του +{2}. Το είπε ο Βλαστός τόσο καλά. που του ζήτησα την άδεια +ναντιγράψω αφτά του τα λόγια. Ναι! την απόλυτη ομορφιά γυρέβει κι ο +αττικισμός που λάθος στην καθαρέβουσα δε θέλει. Την απόλυτη ομορφιά +γυρέβουμε και μεις που θέλουμε τη γλώσσα μας ακέρια. Την απόλυτη +ομορφιά έχει μέσα στην ψυχή του ο λαός, και στα χείλη του την έχει, +αφού την απόλυτη ομορφιά ως κ' η γλώσσα του μας τη φανερώνει. Όχι +νάρχεστε του λόγου σας, με τα μισά σας τα μυαλά, να μας μιλήτε για +μισή γλώσσα, να προφασίζεστε μάλιστα ποίηση, να προφασίζεστε τρελλή, +αχαλίνωτη, ακράτητη φαντασία, εμάς να το λέτε, εμάς να μας το +μάθετε, ποίηση και φαντασία τι θα πη, και να φωνάζετε πως βαστάτε +την Ομορφιά, βαστώντας κουρελλιασμένη κούκλα στο χέρι. Αηδία. + + +Δ' + + +ΤΕΧΝΗΤΗ + +Μα, μπορεί να μας πούνε, αν καθήσης και γράψης ακέρια τη δημοτική, +όπως η γραμματική της το θέλει, θα γράψης τεχνητή γλώσσα, και τότες +τι καταλάβαμε; + +Αφτό, οι φίλοι μας μπορούνε να μας το πουν, όχι όμως οι δασκάλοι, +γιατί δεν έχουνε και το δικαίωμα. Η γλώσσα τους είναι τεχνητή από το +άλφα στο ωμέγα. Λοιπόν εμείς με τους φίλους μας συζητούμε· δε +συζητούμε διόλου με τους δασκάλους. + +Κάθε πράμα με την ώρα του· αφτά πρέπει καμιά μέρα να ξεταστούνε σε +ιδιαίτερη μελέτη, όπως ελπίζω να γίνη κατόπι, γιατί το ζήτημα θέλει +προσοχή, θέλει μεθοδικά να το πιάσουμε. Μα δεν είναι πάλε και τόσο +δυσκολόπιαστο, που να μην προσπαθήσουμε κι από τώρα με δυο λόγια να +δείξουμε, το ζήτημα ποιο είναι. + +Να το πούμε με δυο λόγια, γλώσσα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην +είναι _ τεχνητή _. Τεχνητή ως κ' η γλώσσα των παιδιώνε, σαν +πρωτομαθαίνουνε να λένε ρ ή κ αντίς λ ή τ, που τους είναι πολύ +πιο έφκολα. Για να πούνε _ ρ _, χρειάζεται κόπος· σημαίνει λοιπόν +πως δεν τους είναι φυσικό. + +Σήμερις που η γλωσσολογία, σπουδάζοντας από πιο κοντά τα καθέκαστα, +κατάλαβε πως υπάρχουνε αθρώπινες λαλιές, όσες υπάρχουνε κι αθρώποι, +πως με το κάθε άτομο κ' η λαλιά θαλλάξη, αφού δεν έχουμε ο καθένας +μας μήτε το ίδιο στόμα, μήτε τα ίδια δόντια, μήτε την ίδια γλώσσα +κτλ., κι ωςτόσο με τη γλώσσα, με τα δόντια, με το στόμα κτλ., +μορφώνουμε τους ήχους, δηλαδή τη λαλιά μας, σήμερις λοιπόν μπορεί να +πούμε πως κάθε συλαλιά είναι πράμα τεχνητό, πως άρα μιλούνε μαζί ας +είναι και δυο νομάτοι, πάντα ο ένας θα πάρη κάτι από τον άλλονε, +πάντα θα πασκίση στην κουβέντα κάπως ναπομιμηθή και ξένη λαλιά. + +Σαν είναι όμως η λαλιά ξένη, σα δε μου είναι φυσική, θα πη πως είναι +τεχνητή λαλιά. + +Τότες γιατί να κατηγορούμε την καθαρέβουσα; Γιατί να φωνάζουμε πως +είναι ξένη, πως δεν είναι φυσική; + +Περίεργο το ρώτημα! Ελάτε να το συλλογιστούμε μια στιγμούλα. Το +παιδί που βάζει τα δυνατά του να προφέρη το _ ρ _, ο άθρωπος που +άθελα ή με σκοπό παίρνει λέξες ή παίρνει ήχους από άλλον άθρωπο, ο +επαρχιώτης που γυρέβει να διορθώση την προφορά του, να μιλήση σαν +τον Αθηναίο, αφτοί όλοι τι θα μιμηθούνε; θα μιμηθούνε γλώσσα +ζωντανή, δηλαδή γλώσσα που μιλιέται σε κάποιο μέρος του κόσμου, +γλώσσα που έχει πατρίδα, γλώσσα που γεννήθηκε με τον άθρωπο, γλώσσα +που άμα σκαλίξης σε χάρτη γεωγραφικό, θα πης· Στον τάδε ή στον τάδε +τόπο, τέτοια ή τέτοια γλώσσα ξέρουνε, η γλώσσα έχει τέτοια +γραμματική, τέτοιους ήχους, τέτοιο τυπικό. + +Η καθαρέβουσα όμως τι θα μιμηθή; Θα μιμηθή γλώσσα, ήχους, +γραμματική, λέξες, τυπικό, που βρίσκουνται στα βιβλία. + +Η διαφορά λοιπόν είναι αφτή, κ' είναι διαφορά που δε χωρατέβει. +Εμείς γράφοντας τη δημοτική, τη ζωή θα μιμηθούμε — όπως τα παιδιά, +όπως οι επαρχιώτες, όπως οι αθρώποι όλοι· η καθαρέβουσα θα μιμηθή +μόνο τη νέκρα. Κι από γεννήσιο της αφτή μυρίζει νεκρίλα. + +Το ίδιο μπορεί να πούμε και για την περίφημη τη διγλωσσία, που εδώ +και μερικά χρόνια πάνε και ψάχνουν οι δασκάλοι, σ' όλους τους τόπους +του κόσμου και σ' όλες τις εποχές της ιστορίας, για να μας μάθουνε +τάχα πως κι αλλού, πως και σ' άλλα χρόνια, μια γλώσσα μιλούσανε και +πως γράφανε μιαν άλλη, πως ο Ίπσεν είναι από τη Νορβηγία κι ωςτόσο +γράφει τα δανικά, πως οι τραγικοί στις τραγωδίες τους βάζανε χορούς +με δωρικά, πως οι Αττικοί στην καθεμερνή τους την κουβέντα μιλούσαν +άλλη γλώσσα, μα πως γράφανε άλλη, πως είχανε λοιπόν κι αφτοί +διγλωσσία κτλ. κτλ. κτλ. + +Είναι τόντις ναπορήση κανένας πώς έρχουνται και μας λένε τέτοια +πράματα. Πού και ποια διγλωσσία; Τα δανικά που γράφει ο Ίπσεν, είναι +ή δεν είναι γλώσσα ζωντανή, γλώσσα που μιλιέται σ' ένα μέρος του +κόσμου γνωστό, δηλαδή στη Δανία; Τα δωρικά που βάζανε οι τραγικοί +στους χορούς τους είτανε ή δεν είτανε τότες ζωντανή γλώσσα; Τα +δωρικά που _ ίσως _ ανακατέβανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα, +είτανε ή δεν είτανε γλώσσα σε κείνα τα χρόνια; Λοιπόν τι κάθεστε και +μας λέτε; Τι συγκρίνετε με την καθαρέβουσα — πολλή της η τιμή! — τον +Ίπσεν και τους τραγικούς; Διγλωσσία έχουμε και στη δημοτική, σα +γράφουμε _ αγαπούμε _ και σα γράφουμε _ αγαπάμε. Αγαπώμεν _ όμως δε +γράφουμε, γιατί αφτό δε λέγεται πουθενά, γιατί αφτό πουθενά δεν +είναι γλώσσα, γιατί, όπως κι ο Ίπσεν, όπως κ' οι τραγικοί, όπως κι +άλλοι σ' άλλους τόπους, θα μιμηθούμε τη ζωή, όχι το θάνατο, σαν την +καθαρέβουσα. + +Κ' έτσι γίνεται θρούβαλα το υστερνό επιχείρημα του δασκαλισμού. + +Κ' έτσι έχουμε το δικαίωμα, τη ζωή να μιμηθούμε, γράφοντας τεχνητή, +μα ζωντανή γλώσσα. + +Κ' η ζωντανή γλώσσα ποια είναι; Είναι η γλώσσα του λαού, που όσο κι +αν τη χάλασε κι αν προσπάθησε να τη χαλάση η καθαρέβουσα, είναι +ολοζώντανη η γραμματική της. Είναι βέβαιο, μάλιστα, είναι βέβαιο και +λυπητερό πως η καθαρέβουσα μάς έβγαλε στη μέση ένα είδος μισή +γλώσσα, ένα είδος _ μειξολαλιά _, που λεν οι γλωσσολόγοι. Εμείς +έχουμε τώρα να την ξαναφτειάξουμε στα βιβλία μας, τη γλώσσα του +λαού. Εμείς έχουμε, όχι να κάμουμε, μα να ξανακάμουμε τη γλώσσα τη +χαλασμένη. Πώς όμως; Να την κάμουμε του κεφαλιού μας; Ποιος το είπε +αφτό; Αφτό οι δασκάλοι το κάνουνε, όχι εμείς που με σέβας, που με +αγάπη, που με πατριωτισμό και με λατρεία, προσέχουμε στη γραμματική, +προσέχουμε στο τυπικό, προσέχουμε στους ήχους του λαού, για να +μιμηθούμε, στην τεχνητή μας γλώσσα — ναι! ας τη λένε, σα θέλουνε, +και τεχνητή — τη γλώσσα που ζη και που μιλιέται. + +Κι αλήθεια έτσι γίνεται σήμερις στα έργα τα φιλολογικά που βγαίνουνε +μέρα την ημέρα. Πάρτε, ανοίξτε κανένα βιβλίο του Καρκαβίτσα, λόγου +χάρη, τα _ Λόγια της Πλώρης _, και διαβάστε· ορίστε τεχνητή γλώσσα +που μιμιέται τη ζωντανή· _ ανεχτίμητος _, σελ 44, _ σταύρωσες _, σελ +54, 62, ο _ τάπητας _, σελ 81, _ ανάτειλε _ (στο νου μου μια ιδέα), +σελ 87, _ του Σωτήρα _, σελ 93, _ κατάχρησες _, σελ 107, _ φύλακας +_, σελ 141, _ ο έλικας βαποριού _, σελ 144, _ συθέμελα _, σελ 145, _ +αγανάχτησι _, σελ 150, _ ακροατές _, σελ 151, _ χαραχτήρα _, σελ +234, _ παράκλησες _, σελ 265, _ πρόληψες _, σελ 270, _ χερονομιώντας +_, σελ 272, _ συφοράς _, σελ 276, _ το κεφάλι της Μέδουσας _, σελ +280, κτλ. κτλ. + +Ένα από τα δυο· ή λέει ο λαός, δηλαδή κ' οι γραμματισμένοι μαζί του, +_ ανεχτίμητος, σταύρωσες, ο τάπητας, του Σωτήρα, ανάτειλε, +κατάχρησες, ο φύλακας, ο έλικας, συθέμελα, αγανάχτηση, ακροατές, +χαραχτήρα, παράκλησες, πρόληψες, χερονομώ, συμφοράς, Μέδουσας _, — ή +δεν τα λένε. + +Αν τα λένε, θα πη πως η καθαρέβουσα του κάκου πολεμά και πως τους +νεκρούς τους τύπους της, μια και τους μάθη ο λαός, αμέσως τους +ζωντανέβει. + +Α δεν τους λένε, θα πη πως τους έφτειαξε ο Καρκαβίτσας· πώς όμως θα +του είτανε δυνατό να τους φτειάξη, χωρίς να μιμηθή τύπους ζωντανούς; +Δεν πιστέβω, λ. χ., να είπε ποτέ κανένας _ Μέδουσας ή ελάχιστη _ +(σελ 170){3} Μα _ μπορούσε _ καθένας να τα πη, και για τούτο μας +φαίνουνται τόσο φυσικά, τόσο ζωντανά, σα μας τα λέει. Ποτέ της +μάλιστα η καθαρέβουσα, ό τι κι αν κάμη, δε θα κατορθώση νάχη το +φυσικό ύφος που έχει η δημοτική μας, όσο τεχνητή κι αν τη λένε. + +Λοιπόν, όπως κι αν το πάρης, γράφοντας τους τύπους που είπαμε, ο +Καρκαβίτσας ή κάθε άλλος μιμήθηκε τη ζωή, και τότες δε σημαίνει +τίποτις ο όρος τεχνητή γλώσσα. + +Εγώ μάλιστα θαρρώ πως έχει μεγάλο δίκιο σαν τα βάζει αυτά ο +Καρκαβίτσας, και πως άδικο έχει σαν ανακατέβει καθαρέβουσες και +δημοτική. Δεν το κάνει διόλου, για να μην είναι τάχα η γλώσσα του +τεχνητή, αφού βλέπουμε πως με την τέχνη του ξέρει περίφημα να μιμηθή +τη ζωή την ίδια, το κάνει, γιατί. . . δεν του μέλει. Τι να του μέλει +για τέτοιες μικροδουλειές, ενός ποιητή σαν τον Καρκαβίτσα; Ο +Καρκαβίτσας τη θάλασσα συλλογιέται, τους αφρούς και τις ομορφιές +της, τους πάτους της τους απάτητους, τα πλεούμενα και τα πέλαγα. +Τάλλα, τη γραμματική, τους τύπους, τα ηχολογικά, ταφίνει σε μας τους +μικρούς, τους δασκάλους, τους γλωσσολόγους, που τι νοιώθουμε από +θάλασσα, τι από πέλαγα, τι από ποίηση και τι από τέχνη; + +Ωςτόσο θαρρώ πως μικροί και μεγάλοι, καλά θα κάμουμε να προσέχουμε. +Σ' ένα μονάχα, δηλαδή στη γλώσσα, να μάθουμε την προσοχή, θα τη +μάθουμε και σ' όλα τάλλα. Φοβούμαι μήπως κι ο φίλος μας ο +Καρκαβίτσας πολύ πολύ δεν προσέχει. Κάποτε βάζει το ένα, κάποτε +τάλλο, και να τονέ ρωτήξης, ο ίδιος, υποθέτω, δε θα ξέρη να σου πη. +Γιατί άξαφνα, σελ 66, σου λέει πασχίζοντας (πασχίζοντας με χ, είναι +τo δημοτικό, παντού στην Ελλάδα), αλλού πάλε, σελ 66, θα σου το πη _ +πάσχουν να _ σελ 61. Βέβαια, εδώ και κει, θα σου φέρη με κάποια +τέχνη και μια λέξη δασκάλικη — τα είπαμε κι αλλού — μα τυχαίνει +κάποτε να σου φέρη κανέναν τύπο δασκαλικό και δίχως τέχνη, εκεί +μάλιστα που ίσως θαρρεί πως είναι τέχνη να σου βάλη κ' ένα +δασκαλισμό· λόγου χάρη, σελ 132, γράφει _ επροσκαλούσε _, και στην +ακόλουθη αράδα, _ επαρακάλει _, γιατί θέλησε ναποφύγη δυο φορές +αραδιαστά την κατάληξη — _ ούσε, προσκαλούσε, παρακαλούσε _ · κ' ίσα +ίσα, με το να θελήση να την αποφύγη, μας τη θυμίζει, γιατί δεν έκαμε +πομονή να το σιάξη, με τρόπο που να είναι η γλώσσα του ομαλή κ' έτσι +κανένας να μη νοιώση τίποτις. + +Μα τι ναπελπιζόμαστε; Είναι ποιητής, είναι δημιουργός ο Καρκαβίτσας, +και θα καταλάβη. Έπειτα, μια κ' έννοιωσε ο Ρωμιός ποιο είναι το +σωστό, ποιο τωραίο, του κάκου! Ησυχία δε θάχη, ως όπου το καταφέρη. +Πομονή μας χρειάζεται. Είναι σήμερις η Ανάγκη μεγάλη. Εγώ πιστέβω! +Πιστέβω πως το ρωμαίικο — ή σαν αγαπάτε κ' έτσι να το πήτε, δε με +πειράζει — πιστέβω πως ο ελληνισμός έχει στη Μεσόγειο, εκεί κάτω, +πρόσωπο να παίξη και πρόσωπο σπουδαίο και ξακουστό, το πρόσωπο του +Πολιτισμού. Πρέπει, σα σημάνη η ώρα, έτοιμοι να είμαστε. Και γλήγορα +να κάνουμε, γιατί πρώτο γνώρισμα του πολιτισμού είναι γλώσσα, κι όχι +γλώσσα μισή, μα σωστή, δυνατή, εθνική γλώσσα. + + +Ε' + + +ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ; + +Είπα τόνομα του Καρκαβίτσα. Πρέπει τώρα να πω και τόνομα του Παλαμά. +Οπαδοί κ' οι δυο τους — ή μισοί οπαδοί — της μισής γλώσσας. Δεν τους +ανάφερα πιο απάνω μαζί με τους άλλους, μα. . . ξύλο θέλουνε κ' οι +δυο τους. Ίσως πάλε τους αξίζει μόνο μισό ξύλο. Ο Παλαμάς έγραψε την +ακέρια δημοτική πολλές φορές· ο Καρκαβίτσας προσπαθεί να τη γράψη, +και να συγκρίνης τους δασκαλισμούς του με τους δασκαλισμούς του +Βώκου, του Κουρτίδη, του Διόνυσου κι όσων είπαμε, θα φωνάζης πως ο +Καρκαβίτσας μιλεί σα σωστός βαρκάρης. Ο Καρκαβίτσας ωςτόσο ακόμα +θαρρώ δεν καλομπήκε στο νόημα, γιατί του έρχεται σα δύσκολο να γράφη +αλάθεφτα τη δημοτική. Ναι, στην αρχή μπορεί δύσκολο να φαίνεται, μα +δύσκολο στην αρχή μονάχα και για να γίνη έφκολο κατόπι. Ο +Καρκαβίτσας δεν προσέχει αρκετά στη γλώσσα, η γλώσσα του δεν έχει τη +χρειαζούμενη φόρμα, για τούτο δεν την έχουνε, όπως έπρεπε κι όπως +μπορούσε, μήτε τα παραμύθια του, που κάποτε, συχνά μάλιστα, ως κ' η +υπόθεσή τους είναι _ μισή _, δεν είναι δουλεμένα στα μέσα και στα +όξω με την ασάλεφτη πομονή, με το πείσμα ή σαν προτιμάς, με την +τέχνη που προσμένει κανείς από τέτοιο τεχνίτη, γιατί τέχνη αφτό +σημαίνει, να λες εκείνο που θέλεις να πης και να το λες με τρόπο, +που να είναι αδύνατο να το πη κανείς αλλιώς. + +Η _ εντέλεια _, που κυνηγούμε ο καθένας, τέτοιο νόημα έχει, και στη +γλώσσα και στην ουσία, που είναι το ίδιο. Αφτά ο Καρκαβίτσας τα +ξέρει. Ο Παλαμάς. . . Αχ! και τι άκουσε ο καλός μας ο Παλαμάς το +κάτω κάτω για τη μισή γλώσσα, που κάποτε γράφει; Του τα είπε μια +μέρα ένας κάμποσο ανάττικος _ Αττικός _, και του λέει πως καμιά +διαφορά η γλώσσα του δεν έχει με την καθαρέβουσα, καμιά διαφορά +μάλιστα με τη γλώσσα που γράφει κι ο ίδιος ο Αττικός. Φοβερό το +κοπλιμέντο, γιατί ο Αττικός που τα λέει αφτά, τι νομίζετε πως κάνει; +Στο ίδιο τάρθρο, στην ίδια στήλη, βγάζει όνομα καινούριο του +ρεπορτέρη και μας τον κάνει _ πευθήν _, «εν συνεντεύξει μετά +πευθήνος», και λίγο παρακάτω μιλεί για _ σαιζόν _, «την έναρξιν της +χειμερινής σαιζόν.» Και τώρα να μου πήτε, μα να μου το πήτε με τα +σωστά σας, αν τέτοια γλώσσα είναι ή δεν είναι κωμωδία, κι αν αλήθεια +φαντάζεται κανένας, πως θα βρεθή ποτές έθνος, ας είναι και το έθνος +το ρωμαίικο, εξόν αν υπάρχει πουθενά έθνος που να θέλη να γίνη και +περίγελο του εαφτού του, ένα έθνος που να καταδεχτή στη ζωή του να +γράψη τέτοιες μισές, τέτοιες άγλωσσες γλώσσες! + +Εγώ δεν το πιστέβω. Μα μήτε ο Παλαμάς δεν τα πιστέβει μήτε τα θέλει, +όσο κι αν του αρέσει νανακατέβη περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα, ψυχρή +καθαρέβουσα και φλογισμένη δημοτική. Αφτός μάλιστα τη δημοτική την +ξέρει περίφημα, την παίζει στα δάχτυλά του. Μα ελάτε πια να το πούμε +και παστρικά, εγώ θαρρώ πως ο Παλαμάς όλα τα φταίει. Ακούτε κει να +κάθουμαι τόση ώρα να φιλονικώ με τους Διόνυσους και ναραδιάζω +φιλοσοφίες, χωρίς να το καταλάβω απαρχής πως αφτά είναι προσωπικά! +Και βέβαια. Τίποτις άλλο. Από τη στιγμή που ο Παλαμάς έγραψε για το +_ Γιαννίρη _ ένα άρθρο, και που τον είπε πως είτανε το μυθιστόρημα +της ελληνικής ψυχής, αμέσως βγήκαν οι Διόνυσοι στη μέση, κι αμέσως η +δημοτική έγινε μισή γλώσσα. Και πειδής έγραψα και γω κάτι μια μέρα +για το _ Θάνατο Παλληκαριού _ και το είπα πως είταν αριστούργημα, +και πειδής το λέω και το ξαναλέω πως ο Παλαμάς είναι ο ποιητής μας, +είναι το διαμάντι και το καμάρι μας, την έπαθε άσκημη σήμερις κι ο +Παλαμάς, γιατί κι αφτός τι δεν ακούει; Φτάνει κανείς δυο αράδες να +διαβάση, να καταλάβη από το μίσος κι από τη λύσσα, πως είναι όλα και +πάντα προσωπικά. + +Τα προσωπικά! Και πού λείπουνε; και πού δεν πρέπει να τα γυρέβουμε; +Η φαντασία του αθρώπου είναι μεγάλη κ’ η φαντασία του ποιητή θάματα +κατορθώνει, μα μήτε ο μεγαλήτερος ο ποιητής δε φαντάζεται ως πού +μπορεί να πάη η ρωμαίικη μανία, που ό τι κι αν τύχη να κάμης, πάντα +θα πη πως τόκαμες για λόγους προσωπικούς. Φαίνεται πως ο Ρωμιός ο +ίδιος, σε όσα καταπιάνεται, γράφει, συλλογιέται και λέει, δεν έχει +ποτέ άλλους λόγους παρά προσωπικούς, πάντα με το εγώ του κι ομπρός. +Έτσι λέει πως άμα είσαι και συ Ρωμιός, τέτοιους λόγους θάχης. + +Ο φίλος ο Ξενόπουλος — αφτός κακό παιδί δεν είναι, είναι και +κριτικός με κάποια κρίση{4} — γράφει στα Παναθήναια, 1901, σελ 29. +«Αφ' ου [να ξέρετε πως το _ αφ' ου _ δεν είναι χυδαίο σαν το αφού] +αι λέξεις· 'περηφάνεια, θεοφάνεια και Επίσκοπος είνε πλέον +δημοτικώταται, — δεν πιστεύω να το αρνήται κανείς, — δεν βλέπω τον +λόγον διατί η Επιφάνεια θα γίνη Απανωσιά». Και πιο απάνω λέει — «αι +μάταιαι και πεισματικαί εκείναι αντικαταστάσεις των κοινοτέρων και +δημοτικών πλέον επιστημονικών όρων, δι' άλλων λέξεων, όλως δι' όλου +εξαφνικών» κτλ. κτλ. . . . + +Όταν τα διαβάζει κανείς αφτά, σα φρόνιμα του φαίνουνται. Όταν τα +συλλογιστή, βλέπει πως ο αγαθός μας ο Ξενόπουλος δεν έννοιωσε ποιο +είναι καθαφτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι θαρρώ για επιστημονικούς +όρους, δηλαδή γενικό ζήτημα, και πρώτα πρώτα πρέπει ναφήσουμε ήσυχο +τον _ επίσκοπο _, γιατί δεν είδα να τον είπε και κανένας αλλιώς παρά +_ επίσκοπο _, άμα θέλησε για _ επίσκοπο _ να μιλήση. Την _ +περηφάνεια _ και τη _ θεοφάνεια _ δεν τις πείραξε κανένας· λοιπόν ας +τις αφήσουμε και δάφτες. Ο λόγος για την _ επιφάνεια_· νομίζω πως +και δημοτικό νάγινε τόνομα, δεν έχει να κάμη, επειδή μπορεί ένας +επιστημονικός όρος να κατάντησε πολύ γνωστός στο λαό, κι ωςτόσο να +μην είναι σωστός· βέβαια, μια και συνήθισε ο λαός τον όρο με τρόπο +που να τον έκαμε γλώσσα του σαν το _ ψωμί _ και το _ νερό _, σαν το +_ χτικιό _ ή _ ταστέρια _, τότες περιττό, μα κι αδύνατο να του τον +αλλάξης. Ποιος θα πιστέψη όμως πως η επιφάνεια στη Ρωμιοσύνη παίρνει +και δίνει όπως, λ. χ., η λέξη surface στη Γαλλία; Κανείς. Λοιπόν +κάτι μπορεί να γίνη στην Ελλάδα, που αλλού κάποτες πέρασε η ώρα να +κατορθωθή, κι αφτό πρέπει να το θωρούμε πλεονέκτημα· ένας λαός που +σήμερις αρχίζει να καταγίνεται σ' επιστημονικά, είναι τυχερός, +γιατί, ενώ πάλιωσαν κάτι όροι στην Εβρώπη, του είναι δυνατό να +φτειάξη καινούριους, πιο ταιριαζούμενους όρους. + +Να δήτε όμως πως ίσα ίσα στην Εβρώπη την ίδια, τέτοιο σκοπό +κυνηγούνε. Σήμερις προσπαθούν παντού να βγάλουν όρους +επιστημονικούς, που νάχουν _ αμέσως _ ένα νόημα για τον καθένα, που +κι ο αγράμματος να τους καταλαβαίνη. Λόγου χάρη, στη Γερμανία, εδώ +και χρόνια, είτανε συνήθεια τη _ φτογγολογία _ να τη λένε Phonetik. +Μα τι θα πη Phonetik; Για να το νοιώση κανείς, πρέπει να ξέρη τα +ελληνικά, τα βαθιά μάλιστα, γιατί τότε μόνο θα μάθη πως φωνή θα πη _ +λαλιά _. Λοιπόν οι Γερμανοί, πολύ φρόνιμα και πολύ _ μεθοδικά _, τον +άλλαξαν τον όρο, και τη Phonetik την είπανε Lautlehre, με δυο λέξες +που η καθεμιά είναι από τις πιο κοινές, τις πιο πρόστυχες και που +από τις δυο μαζί ζεβγαρωμένες, βγαίνει _ αμέσως _ νόημα για τον +καθέναν. Και να ξέρουμε κιόλας πως η αλλαγή αφτή, όχι μόνο έγινε με +λόγο πραχτικό, μα είναι κ' η επιστήμη κερδεμένη, αφού η Lautlehre +μας δείχνει πως η ουσία της Phonetik ή της _ φθογγολογίας _, είναι +να σπουδάζη τους ήχους, κ' έτσι μπορούμε και μεις πολύ πιο σωστά να +τη λέμε _ Ηχολογία _ από δω κι ομπρός. + +Λοιπόν, αν και στη Γερμανία, που η λέξη Phonetik είχε καταντήσει +πολύ πιο κοινή από την _ επιφάνεια _ ή τη _ φτογγολογία _ στην +Ελλάδα, οι γλωσσολόγοι άλλαξαν τον όρο, τι να πούμε για την Ελλάδα, +που κάθε κλάδος της επιστήμης μόλις άρχισε να πρασινίζη; Πολύ πιο +έφκολα θαλλάξης τους όρους, γιατί τους έμαθε λιγώτερος κόσμος. +Δείχνεις και τον πλούτο της δημοτικής, που ανάγκη δεν έχει να +μεταφράζη και να κλέφτη από ξένες γλώσσες, παρά πλάθει και δικές της +με την ακούραστη δύναμή της. Η _ απανωσιά _ μπορεί να μην είναι και +καλή, ίσως γιατί θυμίζει λιγάκι το επίθετο _ απανωτός _, που το +νόημά του είναι διαφορετικό. Μα βέβαια πως θα μπορέσης να ξηγήσης +την _ απανωσιά _ πολύ πιο έφκολα στο παιδί, από την _ επιφάνεια. Αν +πάλε δεν αξίζει, ας γυρέψουμε άλλη καμιά, κι ο λαός θα την έχη χωρίς +άλλο, ή τουλάχιστο μπορεί με τη γλώσσα του να μορφώσουμε την +κατάλληλη λέξη· να μη μας λεν όμως πως το κάνουμε από πείσμα, πως +είναι _ μάταια _ και _ πεισματικά _, γιατί κατάντησε πια σωστή +αδικία, εκεί που πολεμάει κανείς για το καλό, εκεί που βάζει +σπουδαία ζητήματα με το νου του, νάρχουνται να φωνάζουνε πως το εγώ +μας κοιτάζουμε και πως από ματαιότητα προσπαθούμε να πλουτίσουμε τη +γλώσσα και να βρούμε σωστούς όρους! + +Αχ! να ήξεραν τα ψεγάδια μας όπως τα ξέρουμε μείς, τουλάχιστο θα μας +κατηγορούσανε όταν αξίζουμε κατηγόριο. Πάνε και λένε ό τι τους +κατεβή, μα κανένας δε μας χτυπά, εκεί που πρέπει, εκεί που μας πονεί +το δόντι, γιατί ένα μονάχα μπορώ να πω κ' είναι αλήθεια, δηλαδή πως +άμα μου ξεφύγη και γράψω κανέναν όρο παρμένο από την καθαρέβουσα, _ +συνάφεια, κλίση, συζυγία, συνοχή _, το γράφω από _ τεμπελιά! _ +Βαριέμαι να γυρέβω. Και με το συμπάθειο, θαρρώ πως η αρρώστια μου +είναι κ' η δική σας αρρώστια. Σα δε γράφετε τη δημοτική, σα γράφετε +τη μισή γλώσσα, δε θα πη διόλου πως η φαντασία σας συνεπαίρνει, πως +η ποίηση σας τραβά στα ουράνια, θα πη πως ραχατέβετε και πως σας +τρόμαξε η δουλειά. + + +Γ' + + +ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ + +Αν οι δικοί μας παν και ξεσκαλίζουνε προσωπικά ως και στην απρόσωπη +την επιστήμη, τι δεν κάνουνε κάθε μέρα τα προσωπικά στην Ελλάδα, που +είναι του τόπου γέννημα και θρέμμα; + +Είδα στην «Ακρόπολη», 5 του Τρυγητή, 1901, ένα πολύ μακρί και πολύ +περίεργο άρθρο του κ Γ. Σωτηριάδη, του γνωστού βυζαντινολόγου. +Είναι, λέει, _ φίλος στενός _ της δημοτικής, και του φαίνεται η +καθαρέβουσα «κατάψυχρη μούμια.» Όσο φίλος όμως κι αν είναι της +δημοτικής, δε μοιάζει μεγάλη φιλία νάχη μήτε για μένα μήτε για τον +Αργύρη τον Εφταλιώτη μήτε για κανέναν από μας. Και το λυπούμαι πολύ, +γιατί τόσο έρωτα πάλε νάχη μέσα του κανείς για τη δημοτική και τόσο +να πολεμά εκείνους που τη γράφουνε, μου έρχεται σαν κάπως +δυσκολοπίστεφτο. Ως τώρα κατάλαβα πως σαν είναι δυο που αγαπούνε +κατάκαρδα την ίδια ιδέα, στο τέλος αγαπιούνται κι αφτοί, τουλάχιστο +δε μαλλώνουν. Εμάς, ο κ Σωτηριάδης μας κάνει πια σκουπίδια. Μιλεί +για το _ θανατικά καταδικασμένο σύστημά μας _ («καταδίκην θανατικήν +του συστήματος»), για την _ αηδία _ που του φέρνει το _ ιδίωμα _ το +δικό μας το _ χυδαιοφραγκορωμανικό _ (;;)· Και κοιτάξτε τώρα πόσο +συφέρνει να λέγεται κανείς «στενός φίλος» της δημοτικής. Πολύ πιο +έφκολα μπορεί τότε και χτυπά τους δημοτικούς. Από το χτύπημα, +εννοείται, κάτι αρπάζει κ' η δημοτική. + +Λέω πως χτυπάει τους δημοτικούς, και στον πατριωτισμό τους μάλιστα, +μα καλά καλά δεν ξέρω ποιους θέλει να πη. Τον Εφταλιώτη και μένα, +μας βάζει ομπρός στα γερά. Γράφει και τόνομά μας. Για έναν άλλονα +όμως λέει μονάχα πως ένας του λόγος θα μείνη «ως αιώνιον μαρτύριον +της αμφιβόλου φιλοπατρίας του». Ήθελα να μάθω, έτσι, από ξερή +περιέργεια, γιατί ο κ. Σωτηριάδης μας ονομάζει εμάς με τόνομά μας, +και σωπαίνει για τον τρίτο; Το συλλογίστηκε; Δεν τόλμησε να τον +πειράξη; Έχει μαζί του λιγώτερα προσωπικά; Δεν είναι τόσο στενός του +φίλος; Πού να ξέρω; Πώς δε βάζει όμως τόνομά του, αφού μάλιστα λέει +πως το «μαρτύριον» θαπομείνη _ αιώνιο _, πράμα που πάντα είναι πολύ +κολακεφτικό για κείνονε που το είπες; Εγώ φοβούμαι μήπως τάρθρο του +κ Σωτηριάδη απομείνη για μας _ μαρτύριο _, δηλαδή βάσανο, γιατί έτσι +ξέρω τη λέξη. Τότες όμως το αιώνιο πάει πολύ. + +Ας αφήσουμε τα χωρατά. Είναι πολύ σπουδαίο πράμα, είναι όμως και +πολύ πιτήδειο, σαν πολεμά κανείς μια ιδέα, να κατηγορήση πρώτα πρώτα +τους αντίπαλους του απάνω στον πατριωτισμό τους. Φαίνεται μεγάλος +πατριώτης ο ίδιος. Έπειτα, είναι ο καλήτερος τρόπος για να τους +μισήση και το πλήθος. Την τέχνη αφτή ο κ. Σωτηριάδης την παίζει στα +δάχτυλά του. Κι άσκημα το είπα πως μας χτυπά, πως μας κατηγορεί. Τα +λέει ξεναντίας ήσυχα, σοβαρά, τα λέει τόσο γλυκά που μόλις το +νοιώθεις· είναι τα λόγια του σα μέλι, μα ίσως και σα φαρμάκι που +στάζει στάζει και που σου γιόμισε άξαφνα το ποτήρι, δίχως να το +καταλάβης. + +Ας αντιγράψουμε λοιπόν έναν παράγραφο του άρθρου, για να μείνη κι +αφτός «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας» του. . . κ. +Σωτηριάδη, γιατί να φέρνεται κανείς όπως φέρνεται με αθρώπους που +σαν και μας, τη ζωή τους θυσιάζουνε για την Ελλάδα, θα πη πως κι ο +πατριωτισμός ο δικός του είναι λίγο. . . προσωπικός. + +«Έχει, λέει, το ατύχημα ενίοτε η καλή υπόθεσις της δημοτικής — ή +όπερ έν και το αυτό, της εθνικής μας νέας γλώσσης — να ευρίσκη +υπερασπιστάς άνδρας αρίστους βεβαίως κατά πάντα τα άλλα (βλέπετε την +αμεροληψία — και τη μαργιολιά;), αλλά προς ούς δυσπίστως διατίθεται +το ελληνικόν ευθύς εξ αρχής. (Κακή την έχουμε! Και κοιτάξτε τι +νόστιμα που στάζει. ) Άλλοτε υπερήσπισαν την γλώσσαν μας οι ξένοι +προπαγανδισταί (έσταξε πια) και οι ελληνοκαθολικοί (το ποτηράκι +γιομίζει λίγο λίγο), νεωστί δε σημαιοφόρος τις προσήλθεν εις μέσον ο +κ. Ψυχάρης (προσοχή στο ποτήρι), όστις ομοίως (δεν είναι νόστιμο +αφτό το μικρούτσικο επίρρημα;) _ ετοποθέτησεν _ εαυτόν έξω του +ελληνικού εδάφους τόσον ενωρίς ώστε να _ απομάθη _ μεν την ελληνικήν +γλώσσαν, ν' αποξενωθή δε και του ελληνισμού τόσον ώστε να γίνη +Γάλλος _ υπήκοος _ (λυπούμαι, μα δεν είναι όλους διόλου σωστό· +γάλλος _ πολίτης _, γιατί στη Γαλλία δεν είμαστε _ υπήκοοι _. +Δημοκρατία.), να συνταυτισθή μάλιστα με τους Γάλλους ριζοσπάστας +(θέλει να πη το σοσιαλισμό, μα δεν πειράζει· αφτοί όμως οι +ριζοσπάστες είναι φοβερά αντικληρικοί και με τους προπαγαντιστάδες, +με τους καθολικούς σα να μην πολυταιριάζουνε), και να _ απαλλαγή _ +της χρήσεως της ελληνικής γλώσσης εντός του οίκου του ολοτελώς (από +που το ξέρει; Στο σπίτι μου δεν πιστέβω να τον κάλεσα ποτέ μου. ) +Διά να γράψη τα ελληνικά του _ κατόπιν _ ο κ. Ψυχάρης (κοιτάξτε σιγά +σιγά πως γιόμισε το ποτήρι) συνέλεξεν ως ψηφίδας τας λησμονηθείσας +από της παιδικής του ηλικίας λέξεις και κατήρτισε το _ ψηφιδωτόν _ +των γλωσσικών του _ γυμνασμάτων _. (Αφτό εδώ είναι άλλο, δέφτερο +ποτήρι). Το μειονέκτημα όμως τούτο είνε μέγα και τα γραφόμενά του +δεν κατώρθωσαν _κανέναν να ενθουσιάσουν_· έμειναν χωρίς ζωήν +(κατάψυχρη μούμια και γω, σαν την καθαρέβουσα), και ο ψυχαρισμός +ούτος, όστις είνε μειονέκτημα του αλλογενούς (;) σχεδόν συγγραφέως, +κατήντησε συνώνυμος προς το δημοτικόν λεκτικόν και ύφος (πώς νάγινε +όμως τέτοια _ συνωνυμία; _ μην τρέχη κάτι;), όπερ και τους +δημοτικούς πολύ έβλαψε και ημάς (αφτό πια είναι το τρίτο ποτηράκι) +τους στενούς — χωρίς καμμίαν προσωπικήν γνωριμίαν — (λυπούμαι) +φίλους των έφερεν εις δύσκολον θέσιν.» + +Αλήθεια, πολύ μου κακοφαίνεται να βρεθή ένας στενός μου φίλος σε +τόσο δύσκολη θέση και γω μάλιστα να το φταίω — μα να δήτε που +βρέθηκα τώρα κι ο ίδιος σε θέση δυσκολώτερη. Εμένα, οι _ ψηφίδες _ +με βασανίζουνε και τα _ ψηφιδωτά _ του κ. Σωτηριάδη. Σαν τι πράματα +να είναι τάχα; Εγώ λέω πως θάναι οι _ μωζάικες _. Οι μωζάικες είναι +κάτι κύβοι ή κυβούλια, μικρά γυάλινα διαφορόχρωμα κομματάκια, που +σαν τα βάζουνε πλάγι πλάγι με τέχνη, κάνουνε λογιώ λογιώ ζουγραφιές. +Τέτοιες μωζάικες έφτειαναν πολλές πολλές στα Βυζάντιο και τις +έφτειαναν, όχι μόνο για εκκλησιές, μα και για το βασιλικό παλάτι και +για πλούσια σπίτια. Λίγο λίγο παράπεσε η τέχνη, και πουθενά στην +Ανατολή, όσο ξέρω, ή στην Ελλάδα, δεν κατασκεβάζουνε τέτοια +γυαλοκόμματα. Στη Βενετιά όμως, ακόμη και σήμερις, έχουνε φάμπρικες +ξεπίτηδες για μωζάικες, και μάλιστα στην Εβρώπη τρελλαίνουνται για +τα ιστορικά της μωζάικας. Γράφηκαν άπειρα βιβλία και για την τέχνη +την ίδια και για την κατασκεβή, και για τα μεσαιωνικά της ιστορικά +στο Βυζάντιο. Ο φίλος μου ο G. Millet έγραψε μια μελέτη για του +Δαφνιού τις μωζάικες, εδώ και λίγα χρόνια, στην «Αρχαιολογική +Εφημερίδα», 1894{5}. Είναι στην Εβρώπη τόσο πολύ γνωστές οι +μωζάικες, που η λέξη έγινε πάγκοινη· και στα σαλόνια θα την ακούσης +και στους δρόμους. Για τούτο, τη βλέπεις στα βιβλία, στα περιοδικά, +στις φημερίδες, και την έχουνε σαν είδος όρο μεταφορικό, για να πουν +άξαφνα πως ένα πράμα είναι τεχνητό, ή πως είναι ποικιλόχρωμο, δηλαδή +πως σφαντάζει{6}. + +Δεν πιστέβω μήτε στην Πόλη, μήτε στην Αθήνα, μήτε πουθενά στην +Ελλάδα, η λέξη _ ψηφίς _ να είναι πολύ συνηθισμένη, βέβαια όχι όπως +η μωζάικα στην Εβρώπη. Μεταφορικός όρος δεν έγινε η λέξη. Μα εγώ +θαρρώ πως κ' ίδια η μωζάικα πολύ γνωστή δεν είναι. Βιβλία πολλά να +γραφήκανε για τα ιστορικά της δεν είδα, και στα σαλόνια ταθηναίικα +δεν την άκουσα ποτέ μου, μήτε από κυρίες μήτε από κυρίους. Να σου +όμως που τη διαβάζω στάρθρο του κ. Σωτηριάδη. Και σε τι μέρος; Και +με ποια έννοια; Για να πη, νομίζω, πως η γλώσσα μου είναι τεχνητή, +δηλαδή να το πη με το νόημα που έχει συχνά η μωζάικα στην Εβρώπη. +Και τώρα πήτε μου δεν είναι νόστιμο, εγώ που κάθουμαι στο Παρίσι, σα +γράφω ρωμαίικα, λέξη να μη φυσώ για μωζάικες — ούτε για ψηφίδες — +και του λόγου του, που κάθεται στην Ελλάδα, να κάνη τη γλώσσα του +σωστή μωζάικα, με χίλιους όρους παρμένους από την Εβρώπη και +μάλιστα, φοβούμαι, να παίρνη τους όρους που κατάντησαν πια πρόστυχοι +και που γούστο δεν έχουνε; Ή μήπως έπαθε ο κ. Σωτηριάδης — και +πολλοί δασκάλοι μαζί του — εκείνο που μας λέει πως εμείς το πάθαμε; +Μήπως _ τοποθέτησε _ τον _ εαφτό του _ όξω από το ελληνικό _ έδαφος; +_ + +Ο εβλογημένος! Νάλεγε τουλάχιστο την _ ψηφίδα _ του μωζάικα! Θάτανε +πιο ρωμαίικο. Μα ο μεταφρασμένος ο ξενισμός έχει κάτι πιο άνοστο, +κάτι πιο ξένο ακόμη κι από την καθαρέβουσα την ίδια. Κοντά στο νου, +αφού ξένο θα μας φανή όχι το πράμα μονάχα, μα ως κ' η λέξη. Κ έτσι +νομίζω πως το _ φραγκορωμανικό _ και μάλιστα _ το χυδαίο _, γιατί +ένας καλός συγραφέας στη Γαλλία θαποφύγη τέτοιους όρους, είναι η _ +ψηφίδα _ του κ. Σωτηριάδη περισσότερο από τη γλώσσα τη δική μας, τη +ρωμαίικη. + +Μα ξέχασα που ο κ. Σωτηριάδης μου λέει, πως μια και τοποθέτησα τον +εαφτό μου όξω από το χώμα το ελληνικό, _ απόμαθα _ και τη γλώσσα την +ελληνική. Βάζω στοίχημα πως δε φαντάζεται ο ίδιος τι σωστά που το +είπε! Ναι, την _ απόμαθα _, γιατί εγώ ξέρω πως _ απομαθαίνω _ +ρωμαίικα θα πη _ μαθαίνω κατάβαθα _, όπως και το _ αποτελειώνω +τελειώνω ολότελα _, όπως το _ αποβράζω έβρασε πια και σώνει _. Αφτό +που εννοεί ο κ. Σωτηριάδης, εμείς το λέμε ξεμαθαίνω. Μήπως λοιπόν +και την _ ξεμάθαινε _ τη γλώσσα στην Αθήνα, όσο εγώ την _ απομάθαινα +_ στο Παρίσι; Να που κάτι ξέρουμε και μεις. + +Καλέ, στο Παρίσι να μας έρθη ο κ. Σωτηριάδης, πρώτα για να κάμη την +προσωπική γνωριμία ενός στενού του φίλου — στο μάθημά μου, λόγου +χάρη — έπειτα, ίσως, για να καταλάβη πόσο προσέχουμε, στο Παρίσι, να +μη βάζουμε κάτι όρους χυδαίους σαν τις _ ψηφίδες _, γιατί εδώ +προσπαθούμε να είναι το ύφος πάντα πρωτότυπο και διαλεχτό, μα στο +τέλος, τι θαρρείτε; ας κοπιάση στο Παρίσι για να μάθη και τα +ρωμαίικα! Δε χωρατέβω διόλου, και πρέπει μάλιστα να του δηγηθώ κάτι +περίεργα ιστορικά μου. Σαν προετοιμαζόμουνα για να δώσω εξέταση, να +γίνω υφηγητής — agrégé που λέμε δω —, άκουα τα μαθήματα ενός +καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, του μακαρίτη του E. Benoist, που είτανε +άθρωπος λιγάκι παράξενος, μα όσο γίνεται καλός. Άναφτε γλήγορα, +θύμωνε, άλλο τίποτα, και μ' αγαπούσε πολύ. Μεταφράζαμε στην παράδοσή +του από τα γαλλικά στα λατινικά. Φρόνιμα, ήσυχα, προσεχτικά, έψαχνα +στο λεξικό μου, και κει που είχε λέξη γαλλική, έβαζα γλυκά γλυκά +λατινική λέξη, το συγύριζα, τόστρωννα, μην τύχη και μου ξεφύγη +κανένα λάθος. Λάθος δεν είχε. Του δίνω χαρούμενος τη μετάφραση, +ρίχνει μια ματιά, δε μου την πετάει στο πρόσωπο, γιατί δεν τα +συνηθίζουμε αφτά, μα μου πετάει τις φωνές, θυμωμένος· «Τη μετάφρασή +σου, λέει, την έκαμες με το λεξικό. Δεν αξίζει!» — «Καλά, και πώς να +την κάμω; Χωρίς λεξικό;» — «Έπρεπε να το συλλογιστής πρώτα λατινικά, +ύστερα να το _ γράψης _. Τότες, θα τόγραφες όπως πρέπει. Λεξικά εδώ +δε χρειάζουνται.» + +Τι να σας πω; Τον άρπαξε το λόγο του ο νους μου, τον απορρούφηξε. +Κατόπι, σαν άρχισα να γράφω ρωμαίικα, θυμήθηκα τον καλό μου τον +καθηγητή. Αιώνια η μνήμη του! Για να γράψης μια γλώσσα, θέλει πρώτα, +ο νους σου να συλλογέται κ' η ψυχή σου να γράφη, όχι τα λεξικά να +ξεφυλλίζης. Οι μωζάικες είναι του δασκάλου. + +Ίσως όμως βρίσκει ο κ. Σωτηριάδης πως και φρόνιμες νάτανε οι ιδέες +μας, και σωστή να είταν η αρχή μας, δεν πιάσαμε καλά τη δουλειά. +Μπορεί. Πώς δεν την πιάνει αλλιώς; Έτοιμος να μελετήσω το σύστημά +του. Γιατί δεν άρχισε προτού ναρχίσουμε; Γιατί δεν άρχισαν άλλοι; +Γιατί δε γράφει και τώρα τη δημοτική ο κ. Σωτηριάδης, να συγκρίνουμε +τουλάχιστο; Είδα ως τώρα, ο κ. Σωτηριάδης να γράφη την καθαρέβουσα. +Μπορεί να πιστέβη πως έτσι θα λυθή το ζήτημα. Φταίω πολύ που δεν την +έγραψα και γω, να δείξω, γράφοντας την καθαρέβουσα, πώς πρέπει να +γράφουμε τη δημοτική. + +Μας φοβερίζει πως γρήγορα θα φανή κανένας «Παύλος», που να μας φέρη +στον ίσο δρόμο. Τον προσμένω με χαρά μου και προσμένω τι θα μας πη. +Ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη πώς θα γράφη τον _ πατέρα _; Θα τον κάμη ο +_ πατερός, του πατερού _, ή θα τον αφήση _ ο πατέρας, του πατέρα _, +δηλαδή όπως τον έχουμε από τώρα; Υποθέτω, θα τον αφήση. Τότες, τι +καταλάβαμε; + +Τι καταλάβαμε, κ' η «θανατική» μας η «καταδίκη» τι σημαίνει; Η +καταδίκη μας είναι που «αγνοούν αυτοί οι άνθρωποι (εμείς δηλαδή) πως +με τέτοια πράγματα ημπορούσαν ν' αρχίσουν ίσως οι πρόππαποί μας κατά +τον δέκατον έκτον αιώνα, όχι όμως οι σημερινοί επίγονοι αυτών.» Τα +λόγια τούτα δεν είναι του κ. Σωτηριάδη. Του τάλεγε αφτά «είς εκ των +αρίστων συγγραφέων _ δημοτικών _ (;;) λογοτεχνημάτων.» Ντράπηκε όμως +να μας δηλώση τόνομά του. Κ' είχε δίκιο. Είναι ανοησία. Τίποτις άλλο +— αφού _ νόημα _ δεν έχει. + + — Ανοησία; Να πάλε και τα συνηθισμένα μας. Αρχίζεις πάλε και +φωνάζεις. — Φωνάζω, τι να κάμω; Φαρμάκια να στάζω; — Τίποτα, φίλε +μου. Άσκημα, πολύ άσκημα τόπιασες το ζήτημα, και συ κ' οι φίλοι σου. +Δεν έπρεπε να σηκώσετε πόλεμο. Έπρεπε ήσυχα ήσυχα να ξηγήσετε τα +καθέκαστα στους δασκάλους. Τι βγαίνει από τις φωνές, τις +χαστουκοχαστουκιές, τις τουφεκιές, τις βροντοκανονιές; — Τέτοια μας +λένε μερικοί φίλοι της δημοτικής, μάλιστα πιο στενοί από τον κ. +Σωτηριάδη. Έχουνε πολύ δίκιο. Έπρεπε λοιπόν, από τα 1821, όπως το +ήθελε ο Κοραής, να κάμουν ανεξάρτητη την Ελλάδα. — δίχως πόλεμο! + +Οι μεγάλοι σηκωμοί, στην ιστορία, δε γίνουνται μ' όλο το κέφι. Τους +αθρώπους έφκολα δεν τους αλλάζεις, αφτό, νομίζω, το είπε κι ο +Χριστός, θα τόλεγε κι ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη, ειδεμή δε θάτανε +Πάβλος. Μα και με τις φωνές μας και με τη μάχη μας τη μεγάλη για την +Ιδέα, φαίνεται πως έτυχε κάποτε να συνεπάρουμε και μερικούς, που το +λέει να «ενθουσιάσουμε» ο κ. Σωτηριάδης. Τα γραφούμενά μου, αν τον +ακούσης, «δεν κατώρθωσαν κανέναν να ενθουσιάσουν». Πολύ νόστιμο, που +το γράφει κιόλας αφτό στην «Ακρόπολη». Σα βγήκε το «Ταξίδι μου», όχι +«ενθουσιάστηκε», τρελλάθηκε ο Γαβριηλίδης, κόντεψε να βάλη όλο το +Ταξίδι στην «Ακρόπολη». Και του έφκουμαι του κ. Σωτηριάδη, αντίς ένα +του άρθρο, να του βάλη καμιά μέρα ο Γαβριηλίδης στην Ακρόπολη, +αλάκαιρο βιβλίο. + +Γελώ, κι ωςτόσο είμαι καταλυπημένος. Κακό, πολύ κακό πράμα η +αχαριστία, και φοβούμαι μήπως αλήθεια είναι αχάριστος ο Ρωμιός. +Βέβαια είναι ο κ. Σωτηριάδης. Εδώ έχουμε ζητήματα σπουδαία, και σαν +πολύ άτοπο μου φαίνεται νάρχεται κανείς να χτυπάη, από λόγους +προσωπικούς, έναν άθρωπο και μάλιστα τρεις αθρώπους στον πατριωτισμό +τους. Δηλαδή δεν είναι καθαφτό χτύπημα. Είναι χερότερο, είναι το +φαρμάκι εκείνο που είπαμε. Μα μήπως έχει και κανένα δικαίωμα να μας +τα λέη εμάς αφτά; Υποθέτω πως αγαπάει τον τόπο του, κ' είναι χρέος +του. Δεν κατάλαβα όμως, ο φοβερός πατριώτης τι κατώρθωσε ως τώρα για +να κάνη τον περήφανο, να μας κρίνη εμάς και να μας κατακρίνη. Το πιο +γνωστό του έργο είναι μια μελέτη με τον τίτλο· «Zur Kritik des +Johannes von Antiochia (Jahrb. f. class. Philol. Suppl. XVI, 1888)», +που είχε μάλιστα την καλοσύνη να μου τη στείλη τότες, σαν τη +δημοσίεψε και δεν πρόφταξα να του κάμω επίκριση ο ίδιος, μα έβαλα +ένα μαθητή μου, πολύ άξιο νέο, να μιλήση, και μίλησε με κάμποσους +επαίνους για τη μελέτη.{7} Είναι η μελέτη του αφτή γραμμένη _ +γερμανικά. _ Λοιπόν, τι φωνάζει; + +Να χαίρεται ο κ. Σωτηριάδης που δε ζω στην Αθήνα. Έτσι κανένας δεν +έχει φόβο, μήτε τη θέση του να γυρέψω μήτε το μιστό του να του πάρω, +μα μήτε και το παραμικρό ρουσφετάκι να ζητήσω ποτέ για μένα. Ωςτόσο +δεν πιστέβω, από κείνους που παίρνουνε και θέση και μιστό και +ρουσφέτι, πολλοί να είπανε λόγια τόσο ζεστά, τόσο φλογισμένα για την +Ελλάδα. Ας ρίξουνε και μια ματιά στο _ Ταξίδι· αμύνεσθαι περί +πάτρης, _ το λέει και το ξώφυλλο. Μπορεί τώρα ο καθένας, κι ο κ. +Σωτηριάδης ο ίδιος, να τα δη μαζωμένα όσα έγραψα, στα Ρόδα και Μήλα. +Μπορεί μάλιστα να δη πως κι ο κ. Σωτηριάδης και κάμποσοι άλλοι, +χρωστούνε κάποιο σέβας σ' έναν άθρωπο, που ίσα ίσα γιατί δε ζη στην +Ελλάδα, δείχνει πως δουλέβει αφιλόκερδα για την Ιδέα. + + +Ζ' + + +ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ. + +Είμαι πολύ, μα πολύ κουτός. Κουτός, ζαβός και μουρλός, ό τι θέλεις, +πες με. Τάγραφα όσα διάβασες, αναγνώστη μου, στην εξοχή. Δεν είχα +μαζί μου όλα μου τα βιβλία. Θυμήθηκα λοιπόν πώς είχε γίνη ένα κάποιο +άρθρο στη Revue Critique για τον κ. Σωτηριάδη· μα τι έλεγε τάρθρο +δεν το θυμούμουνα. Έβαλα κατωσέλιδα μόνο τόνομα του περιοδικού, κ' +είπα, σα γυρίσω στο Παρίσι, να βάλω και τον αριθμό. + +Ψάχνω, βρίσκω τάρθρο, το ξαναδιαβάζω, και τι βλέπω; Μια σημείωση +δική μου — όπως συνηθίζουμε στη Revue Critique, ύστερις από τους +επαίνους, να δείχνουμε κ' ένα δυο ψεγαδάκια. Μα τι να σας τα +πολυλογώ; Ιδού κ' η σημειωσούλα· + +Dans ce court passage où l'auteur, étudiant la langue de Malalas, +témoigne d'un sentiment très fin du grec ancien et de connaissances +grammaticales solides, il est fâcheux d'avoir à relever quelques +inexactitudes d'autant plous regrettables que M. Sotiriadis est +Grec. L' expression _ neugriechisch _ qu'il emploie est obscure dans +sa pensée: entend-il par là le grec médiéval (quelle époque alors ?) +ou le grec _ moderne _ ? C'est ce dernier qu'il semble viser et, +dans ce cas, la plupart des formes qu'il cite sont erronées: p. 61, +il faudrait dire ανιψιός, non ανεψιός; — p.66, on lit: neugr . . . . +παίρνω, Aorist immer (!)επήρα, pour πήρα. On est plus que surpris, _ +ibid. _, de voir κονταριά, μαχαιρεά donnés comme formes modernes, +alors que εά est un vocalisme de transition propre au moyen âge; +auj. κονταριά, etc. Enfin γράφει προς τον στρατηγόν et εζήτουν να +φονεύσωσι n'ont jamais été modernes. La précision scientifique exige +une scrupuleuse fidélité dans la citation des formes historiques. + +Καταλάβατε τώρα την κουταμάρα μου; Κάθουμαι και φιλονικώ ήσυχα και +σοβαρά με τον κ. Σωτηριάδη, σταλιές σταλιές παίρνω το φαρμάκι του, +το κοιτάζω και το μετρώ, χωρίς να νοιώσω τι τρέχει. Δεν τρέχει και +τίποτα πολύ σπουδαίο να, καταλόγησα μερικά του λαθάκια στη δημοτική, +καθώς είδαμε και πιο απάνω πως καλά καλά δεν την ξέρει. Τι είναι +αφτό; Τίποτις. Ωςτόσο έφταξε για να μας τα ψάλη ο κ. Σωτηριάδης, να +τα ψάλη και της δημοτικής, όσο λίγο κι αν την _ απόμαθε. _ + +Προσωπικά! Προσωπικά! + + +Η’ + + +ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ. + +... Ο Αργύρης ο Εφταλιώτης γυρέβει από αναγνώστη, που είναι Έλληνας, +δυο φοβερά πράματα: ναρνηθή τόνομά του και την πίστη του. Πρέπει να +υποθέσουμε _ ή πως δεν ξέρει _ πόσο μεγάλο πράμα γυρέβει, _ ή πως το +ξέρει _ κι απαιτεί την παράδοξη αφτή θυσία από το ελληνικό έθνος. +Γιατί εδώ το ζήτημα το γλωσσικό παίρνει πια καινούρια θωριά, και +καταντάει σήμερις προπαγαντίδικο, όχι όμως με την ωραία σημερνή +έννοια της λέξης, παρά με την _ παλιά ρωμανοκαθολική, _ που η τάση +της είτανε κατεφτείας να _ διακόψη _ κάθε είδος _ εθνική παράδοση, _ +για να κατασκεβάση με το καινούριο ελληνικό έθνος μια λεβαντίνικη +φυλή, με κάθε άλλο παρά εθνική συνείδηση και συνοχή... + +Ποιος τα λέει αφτά; Εγώ; Θα το κατάλαβες και μοναχός σου, αναγνώστη +μου Έλληνα, πως εγώ τέτοια δε συνηθίζω. Τα λέει ο στενός μας ο +φίλος, γιατί δεν του φτάνει που μας χτυπά εμάς και την ιδέα μας, +χτυπάει τώρα και το ρωμαίικο και τη ρωμιοσύνη μαζί. Από πού κι ως +πού όμως ο τόσος ο θυμός; Από τον τίτλο _ Ιστορία της Ρωμιοσύνης, _ +που έβαλε ο Αργύρης στο βιβλίο του, να δηγηθή τα ιστορικά της +Ρωμιοσύνης από τον Κωσταντίνο το Μεγάλο ίσα με τον Ιουστινιανό. + +Λοιπόν τώρα να το καλοσυλλογιστούμε το πράμα σα μιλεί κανείς για +Ρωμιό και για Ρωμιοσύνη, α') σου αλλάζει τόνομα και την πίστη· β') +κάνει ρωμανοκαθολική προπαγάντα. Σπουδαία αφτά. Για να τα ξετάσουμε +λιγάκι. + + _ Ρωμιός _ θα πη _ Ρωμαίος. _ Το _ αι _, με κατοπινό _ ο _, έγινε _ +ι _, όπως ο _ παλαιός _ έγινε _ παλιός _, το _ δίκαιο δίκιο, _ το _ +και κι _ πριν από λέξη που αρχίζει με _ α, ο, ου, _ λ. χ. ο τάδες κι +ο τάδες, _ και όλα, κιόλα, κιόλας _ κτλ. κτλ. + +Μα ποιος τους τόδωσε στους Έλληνες τόνομα ετούτο; Ποιος τόλμησε και +τους είπε Ρωμαίους; Ποιος άλλος παρά ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, όπως +είναι και γνωστό; Τρομερός λοιπόν _ προπαγαντίστας _ αφτός! Τους +άλλαξε τόνομα, να δήτε που τους άλλαξε και την πίστη. Και βέβαια! +Πρώτα λέγουνταν Έλληνες και λάτρεβαν τους αρχαίους τους θεούς. Ήρθε +ο Κωσταντίνος και μας τους έκαμε καθολικούς! Να με συμπαθάτε και +γελάστηκα, γιατί τότες καθολικούς βασιλιάδες δεν είχε, αφού πριν από +τον Κωσταντίνο δεν είχε στον αφτοκρατορικό θρόνο ούτε χριστιανούς! +Μα δεν είχε τότε μήτε καθολικούς μήτε ορθόδοξους· χριστιανοί +λέγουνταν όλοι, όσοι δεν είταν ειδωλολάτρες ή _ εθνικοί _. Φταίει ο +κ. Σωτηριάδης που μου σκούνταψε η πέννα· θάρρεψα και γω πως άμα +είσουνα ρωμιός, είσουνα και καθολικός. Νά σου όμως που υπάρχουνε και +Ρωμιοί που καθολικοί δεν είναι. Πρώτος ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος. + +Αφτός γρυ από _ ελληνικά _ δεν ήξερε, μήτε του έμελε για την Ελλάδα· +«πόλιν αντίρροπον της Ρώμης εζήτει{8}.» + +Δεν έχτιζε καινούρια πόλη, έχτιζε δέφτερη Ρώμη (_ νέα Ρώμη _ ) και +τα περιχώρια της Κωσταντινούπολης είχανε ονόματα λατινικά, το _ +Σκούταρι _, λ. χ., που και σήμερις ακόμη έτσι το λένε. Άλλαξε τότες +η πρωτέβουσα· δεν άλλαξε ο Καίσαρας. Οι στρατιώτες του Κωσταντίνου +έκαναν την προσεφκή τους λατινικά{9}. Το κομμάντο κι αφτό στη +λατινική, τα λατινικά είταν η επίσημη γλώσσα, και στο Παλάτι +μιλούσανε λατινικά{10}. Λατινικά έβγαζε τους λόγους του και στη +σύγκλητο και στη σύνοδο ακόμη, και μάλιστα μπροστά σ' επισκόπους που +είταν ελληνόγλωσσοι {11}. Με τα _ Ελληνικά _ δεν τάβγαζες πέρα· +δύναμη και πλούτο για όσους σπουδάζανε τα λατινικά, «μετ' εκείνων +δυνάμεις τε και πλούτους{12}.» + +Ίσως όμως, θα μου πήτε, οι διαδόχοι του πήραν άλλο δρόμο; Ποιοι +τάχατες απ' αφτούς; Ο Ιουστινιανός; Όχι, βέβαια. Αφτός έλεγε για τη +λατινική πως είτανε «η πάτριος ημών φωνή.» Ακούστε τον, και τότες να +καταλάβετε· «και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά +ταύτη δη τη κοινή τε και ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον +διά το πρόχειρον της ερμηνείας{13}», απαράλλαχτα δηλαδή με το ύφος +που θα μιλούσε για καμιά πρόστυχη και χυδαία γλώσσα, «τω πλήθει +κατάλληλον» (Διάτ. ξς', α', §2), γλώσσα κατάλληλη για το πλήθος. Για +να μιλή κανείς όπως πρέπει, ανάγκη να τα πη λατινικά, κοίτ. Ν., +Διάτ. ιε', Πρ «δια τούτο τη πατρίω φωνή defensoras αυτούς καλούμεν.» +Το _ δια τούτο _ σημαίνει πως αφτά είναι τα «παλαιά ονόματα», και +πως η «φωνή των Ρωμαίων» είναι «κυριωτάτη δια το της πολιτείας +σχήμα», όπως το λέει κιόλας, Ν., 1 Διάτ. ξς, α § 2. Μα σε κείνα τα +χρόνια, δε μιλούσαν έτσι μονάχα οι βασιλιάδες· είτανε της καλής +αναθροφής να ξέρη κανείς τα λατινικά, κ' ένας προκομμένος νέος το +είχε συστατικό του σαν τα μάθαινε. Πριν από τον Ιουστινιανό, το λέει +κι ο Χρυσόστομος «νέος τις κομιδή πλούσιος ων επεδήμησέ ποτε τη +πόλει τη ημετέρα κατά λόγων παίδευσιν εκατέραν, την τε Ιταλών την τε +Ελλήνων {14}.» Και θα παρατήρησε ο καθένας πως βάζει τα λατινικά +πρώτα από τα ελληνικά. Προπαγαντίστας κι αφτός, αθεόφοβος. Σαν το +Χρυσόστομο, τα λεν και χίλιοι άλλοι{15}. Ίδια η λέξη _ ελληνισμός _ +δεν είχε διόλου, μα διόλου, τη σημασία που της δίνει ο κ. Σωτηριάδης +κι άλλοι πολλοί. Σημαίνει «μάθηση ελληνική», και το είχανε τότες για +κακό πράμα. «Αρνησάμενος την κακήν κληρονομίαν του ελληνισμού των _ +εμών πατέρων _ και γονέων{16}». Ο Ιουστινιανός όμως το παράκανε· τα +ελληνικά το κάτω κάτω — φαίνεται κι από το ύφος του — τα +καταφρονούσε, τον ελληνισμό δεν τον αγαπούσε διόλου, και την Αθήνα +πια, που είταν του ελληνισμού η στερνή αποφεγγιά, την αφάνισε, +διάλυσε και το Πανεπιστήμιο{17}. + +Μα τι κάθουμαι και λέω; Ως και τόνομα «Γραικός» είτανε τότες όνομα +μισητό και σιχαμένο{18}, τόνομα «Έλλην» άλλο δεν ήθελε να πη παρά _ +ειδωλολατρία{19}. Μας το λέει κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός — «επειδή +τίνες εύρηνται τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη» +κτλ. κτλ.{20}. Τι διαβολεμένος προπαγαντίστας όμως ο Ιουστινιανός, +που όχι μόνο μας άλλαξε τόνομα, σαν τον Κωσταντίνο, μα που δεν ήθελε +κάνε να τακούση! + +Τόνειρό του, ο πόθος του, η λαχτάρα του είταν «η δόξα των Ρωμαίων», +όπως γράφει κ' ένα νόμισμα{21}. Πολέμησε χρόνια και χρόνια, να γίνη +καίσαρας σωστός, να πάρη όλη την Ιταλία, να βασιλέψη πιώτερο μάλιστα +στη Δύση παρά στην Ανατολή, κι αν τον κατηγορήση κανένας που είχε το +νου του στη Ρώμη, αντίς να τον έχη στην Πόλη, που πήγε να ξολοθρέψη +τους βαρβάρους της Ιταλίας, αντίς να συλλογιστή τους ασιατικούς +βαρβάρους, αντίς να τους αφήση να δυναμώσουν κ' ίσως έτσι κατόπι να +μας φέρη και τους Τούρκους, γιατί με τα χρήματα που πήγαν και με +τους στρατούς που χαθήκανε, αφάνισε το Κράτος, ό τι κι αν πη +κανένας, άδικα θα το πη, επειδής ο Ιουστινιανός δε φταίει, έτσι τα +ήξερε, έτσι τάβλεπε, άλλο τότες οι αφτοκράτορες, από παιδιά που +είτανε, δε μαθαίνανε παρά τη Ρώμη, που είταν η αληθινή τους, η μόνη +τους η παράδοση, και στο δέκατο ακόμα τον αιώνα, ο Νικηφόρος ο Φωκάς +θύμωνε με τα σωστά του, έλεγε τον πάπα κουτό και ζαβό, που τον +καλούσε «βασιλέα των Ελλήνων», κι όχι, όπως έπρεπε, όπως είχε χρέος +να τον πη «βασιλέα των Ρωμαίων{22}.» + +Ορίστε λοιπόν που βρήκαμε κι άλλονε προπαγαντίστα, το Νικηφόρο το +Φωκά, «τον τρέμει η γις κι ο κόσμος.» Κι ο Νικηφόρος ο Φωκάς είχε +απαράλλαχτα την ίδια ιδέα που είχε ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, αφού κι +αφτός νόμιζε πως «νέα Ρώμη» δε σημαίνει τάχα διόλου Ρώμη δέφτερης +τάξης, παρά Ρώμη αφτοκρατορικιά, Ρώμη που ο Καίσαρας βασιλέβει, Ρώμη +λατινική της Ιταλίας, — «νόμιμη, αναγνωρισμένη διαδόχισσα της +αρχαίας{23}» — κ' έτσι βαστούμε πια και τον πιο περίφημο σημερνό μας +προπαγαντίστα, τον Οικουμενικό τον Πατριάρχη, που κι ας μας χτυπούν +εμάς, όσο θέλουνε, γιατί γράφουμε τα ρωμαίικα, ο Οικουμενικός +Πατριάρχης ωςτόσο λέγεται κ' είναι αναγκασμένος να λέγεται +«Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ.» + +Αφτά ο κ. Σωτηριάδης _ ή τα ξέρει ή δεν τα ξέρει _. Α δεν τα ξέρει, +θαπορήσω πως ταψηφάει, καθώς απόρησα όταν είδα ένα βυζαντινολόγο να +μιλάη με κάποιο καταφρόνιο για τις μωζάικες, που οι βυζαντινοί τις +είχανε για καμάρι και για δόξα. Αν τα ξέρει, πώς μπορεί να +κατηγορήση τον Αργύρη τον Εφταλιώτη για πράματα που πρώτος τα +φταίει, αφού θαρρεί πως είναι φταίξιμο, ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος; Ή +μήπως τα ξέρει, και μας λέει άλλα κι ανακατέβει στο ζήτημα +καθολικούς και προπαγάντες, για να μας στάξη φαρμάκι περισσότερο, κ' +έτσι, αν μπορεί και δίχως να φαίνεται, να μας τα κάμη όλα φαρμάκι, +ως και το ζήτημα; Τότες — δε θέλω πολλά να πω και το λέω χωρίς πίκρα +καμιά — τέτοιοι τρόποι δε μου φαίνουνται όμορφοι, είναι λίγο +επιστημονικοί, και θαρρώ πως καλά θα κάμη να το συλλογιστή ο κ. +Σωτηριάδης. + +Μα, θα μας πη — αχ! το λένε κι άλλοι! — ο Ρωμιός, ό τι κι αν είτανε +πρώτα, σήμερις κατάντησε νάχη σημασία κακή. Αφτό είναι αλήθεια. +Δηλαδή, πιο σωστό να παρατηρήσουμε πως έχει κακή, μα πως έχει και +καλή συνάμα· λόγου χάρη, τα καμώματα του κ. Σωτηριάδη, _ ρωμαίικα. _ +Με κακή σημασία. Μα δε _ μιλεί ρωμαίικα, _ που θα είχε σημασία καλή, +αφού στη ζωή μου δεν άκουσα να πη κανείς με κακή σημασία, _ μίλα +ρωμαίικα, _ δηλαδή παστρικά. Μήπως όμως η φράση _ βγήκε στο ρωμαίικο +_ είναι για κακό; Για κακό βγαίνει κανείς να σεργιανίση στην Ελλάδα; +Στα χωριά, σαν πήγαινα παντού και κουβέντιαζα με τους απλούς +αθρώπους, με ρωτούσανε· «Τι κάνει το ρωμαίικο;», και δεν κατάλαβα να +μου το λέγανε με σημασία κακή, αφού με αγάπη και με πόθο ήθελαν οι +καημένοι να μάθουνε τι γίνεται το έθνος, και δίνανε στη λέξη το +ρωμαίικο απαράλλαχτα τη σημασία που δίνουν οι δασκάλοι στη λέξη _ +ελληνισμός _. Μάλιστα ένας δάσκαλος μου δηγήθηκε πως μια μέρα ρώτηξε +ενός χωρικού αν είταν «Έλλην» — πάει να πη έλληνας _ υπήκοος, _ +γιατί τέτοιο νόημα έχει — και πως τον κοίταξε ο χωρικός κατάματα, +σαν άθρωπος που δε νοιώθει τι του λένε, και του αποκρίθηκε στο +τέλος· «Όχι, καλέ! Εγώ είμαι Ρωμιός.» + +Κ έτσι θα σου το πούνε στην Ελλάδα παντού και θα σου το πούνε με +κάφκημα. Πολύ έφκολο να δοκιμάσης, να δης. Θυμούμαι τη χαρά τους, +κάθε φορά που τους έλεγα τη λέξη. — «Είδες πως τα ξέρει τα +ρωμαίικα!» — Και βέβαια δε με κατηγορούσανε, παρά τους φαίνουνταν +παράξενο να κάθουμαι στην Εβρώπη και να μιλάω την καθάρια δημοτική — +δηλαδή αφτοί αλλιώς τα βλέπουν από τον κ. Σωτηριάδη. Μα γιατί πάλε +να σας τα μωρολογώ; Και στην κοινωνία, θα τακούσετε κάθε ώρα, και να +το καλοξετάσετε το πράμα, θα δήτε πως Ρωμιός δεν υπάρχει που να μην +ξέρη, που να μη συνηθίζη τη λέξη. Θα σου πη μάλιστα πολλές φορές· +«Είμαι Ρωμιός!» Και δεν πιστέβω με κακή σημασία να το λέη, που δεν +του μοιάζει κιόλας νάχη τόσο άσκημη ιδέα για λόγου του. + +Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσεξίες της +καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα +ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής, +κι αφτά είναι που η λέξη _ Ρωμιός και Ρωμιοσύνη _ μας έκοψε την +εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι, +πρέπει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να +κόφτη άραγες την παράδοση, αφού η παράδοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; Ή +μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον +Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις σταναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα +και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου +που να χαντακώνεται σαν το ρωμαίικο, που από την πρόληψη, από το +δασκαλισμό, να καταστρέφη τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο +διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα +πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα +μελετά. + +Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο τόχαψε μια μορφιά, +ώςπου να γίνη άφαντο, και πως τους Λατίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε +ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το _ Ρωμαίο _ τον έκαμε _ Ρωμιό, _ +πάει να πη Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του +ιστοριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να +καταντήση το _ ρωμαίικο, _ που σήμαινε πρώτα το _ λατινικό _ — μην +το ξεχνούμε — να σημαίνη σήμερις παντού _ ελληνισμό, _ και μάλιστα _ +ελληνισμό _ κι _ ορθοδοξία _ συνάμα. Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη, +έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται +και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά +του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το +Ρωμαίο, με τρόπο που να του πάρη ως και τη δόξα την καμαρωμένη του, +τόνομά του{24}. + +Είπαμε αλλού{25} πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και +πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυζάντιο, έμαθε τον εθνισμό +της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη, +έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την +Ελλάδα θα είτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας +πώς μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβη ένωση, γιατί +στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνη κράτος χωριστό, να πολεμήση +κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώση αφτό. + +Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε +πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρνει το μάτι αμέσως, γιατί +πρέπει να ψάξης κατάβαθα στην ψυχή, να τα δης μέσα της; Μήπως δε +θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι +πόλεμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η +ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες +μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί, +ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα +στο αίμα το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο +σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώση, σα φάη κόκκαλα +αντρειωμένου. Το ίδιο κ' ένα έθνος θα δυναμώση, σαν το θρέψης με τα +κόκκαλα τα ιερά της Ιστορίας. + +Και τι βγαίνει απ' αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να +κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο +θεός φυλάξη! Ο αγαπητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του +Λαμπρίδη{26}, πως τόνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο +Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ{27}» πως ο +Ρωμιός είτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και +τιμημένο. Τόσο το καλήτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο +σκοπός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις +δυο. Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελλάδα, να την κάμουμε +βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κανένας ναρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι +αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοι του κατόπι, σφιχτοκράτησε και +σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει +ναποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή — και γω λιγώτερο από κάθε +άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και +κυριολεξία, στο βιβλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού +έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαντινή την +ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια +σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά, +που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίση ο Αργύρης. + +Πρέπει να πάψη το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα +μας τόμαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τόνομα το +ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλήτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι +Έλληνες κ' οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πη, ένας λαός να φυλάξη και τα δυο +αυτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον +Παρθενώνα, μας άφησε την Αγια Σοφιά ο Ιουστινιανός, που είτανε +Ρωμαίος — και για τούτο πρέπει νάχουμε σέβας για το Ρωμιό. + +Από το Ρωμιό βαστούμε και τη γλυκειά μας την κουβέντα, το ύφος μας +αφτό που κουβεντιάζει και παίζει. Το ξέρω πως και στο ύφος μας +απάνω, μας χτυπούνε. Εγώ θαρρώ πως η αρχαία η Ελλάδα ζη πάντα, γιατί +κι ο Πλάτωνας, σα δε γελιέμαι, το είχε και το ήθελε το ύφος το +κουβεντιάρικο, ταπλό, που καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπόρεσε ποτε +της να ταρπάξη τόσο ταιριαχτά που να το κάμη και δικό της. Μας είπαν +ωςτόσο πως εμείς τόχουμε τέτοιο ύφος, γιατί δε ζούμε στην Αθήνα, +γιατί δεν ξέρουμε ποιές λέξες μπορεί κανείς να πη στο θέατρο, ποιες +άλλες στον καφενέ, και ποιες άλλες στο «φροντιστήριο», που κάθεται +και γράφει ο φιλόσοφος. Δε ζούμε στην Αθήνα, και γι' αφτό, νομίζω, +βλέπουμε καλήτερα πώς κρίνουνε τους αρχαίους αλλού, πώς νοιώθουνε +την ομορφιά τους, πώς πολεμούν και να τη μιμηθούνε. Η καθαρέβουσα +πίστεψε πως άμα μιλεί κανείς για σοβαρά ζητήματα, πρέπει αμέσως να +κάνη και τον κατσούφη. Ουσία και ύφος δεν είναι ανάγκη να μοιάζουνε +σε τέτοιο βαθμό. Διέστε τον Πλάτωνα πώς παίζει φιλοσοφώντας. Μα και +στην Εβρώπη, που φοβούμαι και κατάλαβε τον Πλάτωνα κάπως καλήτερα +παρά που τον καταλαβαίνουν ακόμη στην Αθήνα, δε βλέπω τέτοια +μαχμουρλίκια. Με τις λέξες της κουβέντας, το ύφος ζωντανέβει και +πάει. Αφτό μάλιστα περνά εδώ για τέχνη. Στο Παρίσι, μια φορά κ' έναν +καιρό, έλεγαν τα ίδια, δηλαδή πως κάτι φράσες είναι άτοπες ολότελα, +όχι μόνο σε βιβλία επιστημονικά, μα και στο θέατρο ακόμη. Ως κ' η +λέξη _ μαντίλι _ καταδικασμένη, ξωρισμένη. Την είπαν όμως, κ' οι +Γάλλοι που την είπανε, δε ζούσανε, όσο ξέρω, μακριά από το Παρίσι. +Τα _ χυδαία _ μάλιστα παντού τα φιλοξενίσανε, και στην ιστοριογραφία +και στην επιστήμη· εννοείται, τα βάζουν εκεί που πρέπει κι όχι όπως +τύχη, ξέρουνε και τα φέρνουνε με τρόπο. Αποφέβγουν το νόημα το +χυδαίο· τα χυδαία όμως δεν ταποφέβγουνε διόλου, μήτε τις λέξες τις +πιο δημοτικές δεν τις αποφέβγουνε — από τον καιρό που κατέβηκε ο +ρωμαντισμός, όπως η ρωμιοσύνη κατεβαίνει σήμερις από τα βουνά, κι +άνοιξε ολόφαρδες τις πόρτες και χούμηξαν όλα τα χυδαία, μέσα στα +Παλάτια όλα. + +................................................................. + +................................................................. + +Εσένα, κανείς να μη σ' αγγίξη! Βαστούμε ρόπαλο στο χέρι, πολύ γερό. +Το ρόπαλό μας είναι η αλήθεια. Ένας ένας, όποιος προβάλη να σε +χτυπήση, ένας ένας θα τσακιστή και θα πέση, τι να κάμη; Εσύ έπαθες +πολλά, εγώ για σένα ήθελα να χύσω ένα δάκρι, που μέσα του να είναι +όλα τα δάκρια της καρδιάς μου, που με το δάκρι μου αφτό να κλάψω τα +βάσανά σου όλα μαζί. Εσύ αιώνες κ' αιώνες ζης, πολεμάς, κι +αναστενάζεις. Εσένα τα όνειρά σου, εσένα οι πόθοι σου κ' οι μεγάλες +σου οι λαχτάρες, εσένα κ' οι θυμοί σου πάντα, γιατί πάντα σου το +είχες αφτό, βλέπουνε την ιδέα, κ' η ορμή σου πάντα θα πεταχτή στα +πιο αψηλά, τα πιο μεγάλα και τα πιο ωραία. Κάποτε στραβοπατείς, +κάποτε δεν το ξεδιακρίνεις το καλό, μα φτάνει να σου το δείξουνε και +το δίψασες αμέσως. Εσύ ξέρεις και την αγάπη. Εσύ είσαι πανόμορφη. Τα +μάτια σου τα μάβρα, γιομάτα ελπίδα, γιομάτα θλίψη που με σφάζει, +μέρα δεν είναι που να μην τα θωρώ και να μην τα θαμάζω και να μην τα +πονώ τα μάτια σου τα μεγάλα. Εσένα δε σου κοστίζει να θυσιαστής. Εσύ +το σκοπό μονάχα κοιτάζεις. Εσύ γεννήθηκες με την πίστη. Εσύ έμαθες +την πομονή, εσύ για τα γενναία συνεπαίρνεσαι. Κ' η πομονή σου, τα +γενναία θα σε κάμη ναπολάψης. Περεχυμένη στους κάμπους και στα +βουνά, περεχυμένη στης θάλασσας τους αφρούς, στα πρασινόφορα τα +Νησιά, με πέφκους πέφκους ολόγυρά σου, με τον ουρανό σου τον +ολόλαμπρο, παντού σε ξανοίγω, παντού σε προσκυνώ, παντού σε λατρέβω, +αθάνατη μου εσύ ψυχή της Ρωμιοσύνης. + +Γραμμένο στο Ροσμαπαμόνι, τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901. + + + +ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ {28} + + + +Όπως τόχω σημειωμένο και παρακάτω, η μελέτη μου αφτή γράφηκε +Άβγουστο μήνα 1886, είναι δηλαδή το πρώτο πρώτο ρωμαίικο που έγραψα, +όχι μόνο προτού γράψω _ Το Ταξίδι μου _, μα προτού ακόμα κάνω το +ταξίδι το ίδιο, που έδωσε και τον τίτλο του στο βιβλίο μου. Η μελέτη +μου γράφηκε με το σκοπό να τη διαβάσω στο Συνέδριο του Ελληνικού +φιλολογικού Συλλόγου της Πόλης, που είτανε τότες να γίνη. Δεν έγινε +όμως κ' έτσι δεν έγινε μήτε τανάγνωσμά μου. + +Όταν έφτασα στην Πόλη, ο Foy που εκεί καθότανε σε κείνα τα χρόνια, +μου είπε αμέσως πως η τούρκικη κυβέρνηση θα εμποδίση το Συνέδριο. +Στα Θεραπειά πάλε ο πρέσβης της Γερμανίας, κ. von Radowitz, +περπατούσε στο ριχτίμ· κ' έλεγε πως του κάκου ήρθαμε και δε θα δούμε +Συνέδριο. Μ' άλλα λόγια, το εμπόδισε όχι ο Σουλτάνος, που πρώτα είχε +δώσει την άδεια, μα ο φίλος μας ο Κάιζερος. Γιατί αφτό; Γιατί, όπως +είδαμε και στα 1897, ο Γουλιέλμος είχε την ιδέα που στα 1821 την +είχε η Εβρώπη όλη, η αφτοκρατορική και βασιλική Εβρώπη· ο νόμιμος ο +_ βασιλιάς _ είτανε για την Εβρώπη ο Σουλτάνος· οι Έλληνες είταν +επαναστάτες, κ' οι βασιλιάδες επανάσταση δε θέλανε. Μπορούσε να γίνη +κακό μάθημα για τους λαούς τους. Δε συλλογιούντανε διόλου πως ο +Τούρκος είτανε καταχτητής, μα κι αν το συλλογιούντανε, δεν τους +πείραζε, γιατί το ίδιο έκανε, αφού δεν είναι ο Τούρκος ο μόνος +καταχτητής, κι όπου βλέπουνε σηκωμό, θαρρούνε αμέσως πως θα +σηκωθούνε κ' οι χώρες που έχουν ίδιοι τους σκλαβωμένες. Η Κρήτη, στα +1897, του φάνηκε του Γουλιέλμου σα νάτανε κανένα Νησί άνομο, άσεβο +κι αθεόφοβο που πάει άξαφνα και πολεμάει, με ποιόνα; με το βασιλιά +του, πάει να πη με το Θεό. Από χρόνια, στην Τουρκιά, είχε συφέρο +λοιπόν η Γερμανία να κολακέβη τον Τούρκο, μα να μην αφίνη διόλου το +ρωμαίικο να παίρνη απάνω του. Κ' έτσι δεν άφησε μήτε τον ήσυχο και +τον καλό Σύλλογο να κάμη ταθώο του το Συνέδριο, που το χαίρουνταν +και το πρόσμεναν όλοι. + +Δεν έβγαλα το λόγο μου κ' ίσως γλύτωσα τότες από κάμποσα που θάκουα +ο ίδιος, — μόνο που θάκουαν τη γλώσσα μου οι Πολίτες. Ωςτόσο δεν το +πιστέβω. Θυμώνουνε, σα με διαβάζουνε σαν τους τα διαβάζω, λένε πως +μιλώ σαν που μιλεί όλος ο κόσμος, γιατί δεν τα βλέπουνε τυπωμένα. Το +μάτι τους δε συνήθισε ακόμα· ταφτί τους εννοείται συνήθισε χρόνια +και χρόνια, αφού γλώσσα τους είναι. + +Μα εγώ θαρρώ πως και να με διαβάζανε, πάλε δε θα γινότανε τόσο κακό, +γιατί στη μελέτη μου τη μικρούτσικη αφτή, προσπάθησα να κάμω κάτι +που μου φάνηκε κάπως περίεργο. Η γλώσσα όχι μόνο μορφωμένη δεν +είτανε τότες, μα κανένας ακόμα δεν την είχε γράψει για φιλολογικό, +καλλιτεχνικό, επιστημονικό σκοπό. Και γω βγήκα να τους μιλήσω μ' ένα +είδος ακαδημαϊκό ύφος, σα να γράφουνταν τάχατις αιώνες κ' αιώνες και +σα να είτανε πια συνήθεια να μιλή κανείς, να παίζη, να χαμογελάη, να +συζητά για τα πιο σπουδαία ταντικείμενα σ' αφτή μας τη γλώσσα, τη +δημοτική. Και τα χοντρά και τα πρωτάκουστα γι' αφτούς που τους +έλεγα, τους τάλεγα ήμερα κι απλά, σαν που θα τάλεγε κανένας σε μιαν +εβρωπαϊκή Ακαδημία, έτσι, με τρόπο, μήτε πολύ πολύ σοβαρά, μα μήτε +και πολύ πολύ στο ψιλό. + +Δημοσίεψε ωςτόσο τη μελέτη μου ο _ Σύλλογος _, και θέλει δε θέλει, +βρίσκεται τώρα η δημοτική πολιτογραφημένη στα ιερά βιβλία του +Συλλόγου. Χαίρουμε πολύ, γιατί το πρώτο ποίημα που γράφηκε στη +δημοτική, γράφηκε στην Πόλη, ο _ Σπανίας. _ Θάτανε αδικία να μην +είχε κ' η σημερνή μας η δημοτική τη θέση που της αξίζει σ' ένα +πολίτικο περιοδικό, σ' ένα μάλιστα που ως τότε γράφουνταν η +καθαρέβουσα μόνη. + +Δημοσιέφτηκε η μελέτη μου και χώρια, ύστερις από το Ταξίδι. Διώρθωσα +τα τυπογραφικά φύλλα, σα γύρισα στα Παρίσι. Την ξανατυπώνω σήμερις +χωρίς πολλά διορθώματα, μόλις με δυο τρεις αλλαγές πού και πού. +Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην ξεχάση πως είναι το πρώτο μου και πως +ο ίδιος δεν έχω και τόσο μεγάλη ιδέα γι' αφτό μου το δοκίμιο· θα δη +και κάμποσα, μέσα, που τώρα δεν τα συνηθίζω πια. Τότες έλεγα _ που +_, τανυπόφορο το _ που _, εκεί που, κατόπι, και στο _ Ταξίδι _ το +ίδιο, έβαλα _ πως _. Έχω και κάτι _ αλλά _, για να πω το _ μα _ της +δημοτικής. Έγραφα τον αόριστο _ σώσετε _ αντίς _ σώσατε _. Είναι και +κάτι πολίτικα, σαν την αιτιατική _ με λέτε _ κτλ., που υστερώτερα +την έκαμα γενική όπως το συνηθίζουνε στην Αθήνα· _ μου λέτε _ κτλ. +Κάτι άλλους τύπους τους άφησα, για να δείξω και τον πόθο που είχαμε +από τότες να τα πούμε όλα στην καθάρια δημοτική. Ο τύπος _ τον +εμαφτό μου _ είναι πολύ σωστός, αν και παραδεχτήκαμε σήμερις τον _ +εαφτό μου. _ Το πιο περίεργο είναι που στη μελέτη μου, ο _ Ρωμιός _ +ονομάζεται πάντα _ Γραικός _. Ο _ Ρωμιός _, σε κείνα τα χρόνια, δε +χτυπούσε όμορφα σταφτί γράφοντας τα ρωμαίικα και μελετώντας την ψυχή +της Ρωμιοσόνης, καταλάβαμε πως έχει κι αφτός τα καλά του και το +μεγαλείο του. + +Είναι βέβαιο που αν έγραφα σήμερα τη μελέτη μου, αλλιώς θα την +έγραφα ως και την εικόνα του ποταμού, στο τέλος της μελέτης, κάπως +θα τη συγύριζα. Τίποτις όμως δε θάλλαζα στις ιδέες· όσα έλεγα τότες +για τη γλώσσα, προσμένω ακόμα να μας αποδείξουν πως σωστά δεν είναι. +Τόσο πολύ θαρρώ μάλιστα πως από τότες είπα τα σπουδαιότερα, που +ξαναδιαβάζοντας τη μελέτη μου, απόρησα βλέποντας πως σ' ένα μου +άρθρο γαλλικό{29}, γραμμένο στα 1901, έβαλα κάμποσα που κι ο ίδιος +τα νόμιζα κ' οι άλλοι τα είπανε πως είτανε καινούρια, κι ωςτόσο θα +τα δούνε και στο πρώτο μου αφτό δοκίμιο, δηλαδή πως η διγλωσσία +είναι πράμα κοινό στους λαούς της Ανατολής, και πως ίσως από δάφτους +μας κόλλησε και μας το κακό. Όσα πάλι έγραψα για τα πολλά που έχουμε +να κάνουμε ώςπου μάθουμε τη δημοτική, για τη μέθοδο, για τα λεξικά, +για τη γραμματική που πρέπει να γίνη, για την επιστημονική και +σοβαρή μελέτη της δημοτικής, το ξέρω πολύ καλά πως από αφτά όλα, +τίποτις δεν έγινε ακόμη· μα σα γίνουν, αν τύχη και γίνουν ποτέ τους, +όπως το ελπίζω και τόχω μάλιστα για βέβαιο, θα γίνουνε με τον τρόπο +που προσπάθησα να δείξω εδώ. Εννοείται, κι ο ίδιος, μελετώντας +μερονυχτίς, πιστέβω νάμαθα τη γλώσσα μας κάπως καλήτερα παρά που την +ήξερα τότες. Έπρεπε να περάσουνε δεκαπέντε χρόνια ώςπου να καταλάβω +πως ο τίτλος _ Ιστoρικά και γλωσσολογικά ζητήματα_ είτανε ξενισμός, +και πως ρωμαίικα θα το πούμε δίχως ουσιαστικό κανένα, καθώς θα +τόλεγαν κ' οι αρχαίοι, δίχως αφερημένο κι αφτοί. _ Ιστορικά και +γλωσσολογικά _ να τα πούμε, μου φαίνεται πως φτάνει και πως τα λέει +όλα. + +Στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, άφησα το προοίμιο το γαλλικό +και τη γαλλική σημείωση, που δημοσιεφτήκανε τότες μαζί με τα +ρωμαίικα στο Σύλλογο. Είναι πάντα καλός _ οιωνός _ να φαίνουνται +αδερφωμένες η Γαλλία κ' η Ελλάδα. + +27 του Τρυγητή, 1901. + + + + +QUESTIONS D'HISTOIRE ET DE LINGUISTIQUE + +AVANT-PROPOS + +Lorsque M. le Ministre de l'Instruction publique et des Beaux — Arts +voulut bien me confier une mission auprès du Congrès du Syllogue +philologique hellénique de Constantinople, qui devait avoir lieu en +septembre 1886, j'ai longtemps hésité sur la langue dont j'aurais à +me servir dans la communication que je me proposais de lire au +Congrès. Le français était tout indiqué, et, je dois faire ici cet +aveu, il m'eût été plus facile d'écrire cette courte étude en +français. Je ne l'ai cependant pas fait. Il me parut plus juste de +parler grec devant une assemblée grecque: c'était une marque de +sympathie de plus à donner au Syllogue. D'autre part, je voulus +rendre hommage à ma langue maternelle et je résolus d'écrire mon +discours en grec. + +On voudra bien excuser l' audace de cette tentative, en faveur même +du sentiment qui l'a inspirée. J'ai rencontré auprès du Syllogue, et +particulièrement dans la personne de son honorable Président, tant +de bienveillance, on m'a témoigné tant d'amitié durant mon court +séjour à Constantinople, que j'ai appris à compter sur l'indulgence +de cette savante Compagnie et des amis qui m'ont reçu. + +Mais je crains bien, hélas! de ne pas retrouver les mêmes +dispositions auprès d'un autre public. On me fera un crime d'une +chose pourtant naturelle: c'est d'avoir écrit, à l'heure où nous +vivons et pour des Grecs qui ne sont plus anciens, une langue +moderne comme nous tous et non pas une langue ancienne. Le Syllogue +n'est composé que des membres les plus éclairés de la société +grecque, et aucun d'eux ne croit plus sans doute, suivant un préjugé +bien démodé, que la langue populaire est une langue barbare. +D'autres sont, aujourd'hui encore, dans cette idée. 11 ne faut pas +s'en étonner outre mesure. Tout le monde n'est pas obligé d'être +grammairien, nul surtout n'est tenu d'être linguiste en naissant. Il +est tout naturel qu'on traite de bizarre ou d'anomal tel phénomène +phonétique ou morphologique dont on ne s'est pas suffisamment rendu +compte. Les hommes déclarent souvent absurde ce qu'ils ne +comprennent pas encore. Qu'on me permette de le dire, il y à encore +en Grèce, comme à Constantinople, bien des progrès à faire dans la +science du langage. Quand on en est réduit à juger d'un point en +litige sans connaissance de cause, on est bien obligé de formuler +des jugements _à priori_. Peu de nos compatriotes se sont +probablement demandé la façon dont a pu se former le nominatif +moderne πατέρας; j'ajoute que peu de nos compatriotes avaient à se +poser cette question, dont l'examen constitue le travail des +spécialistes. Cela n'empêche personne de décréter que πατέρας est +une forme incorrecte. Cette solution du problème parait, en effet, +plus commode. 11 est vrai qu'avant de se prononcer en semblable +matière, il serait peut-être plus sage de réfléchir. Nous pourrions +prier nos juges de vouloir bien se rendre compte, au préalable, ne +fût-ce que de la formation du paradigme ancien de πατήρ et de la +genèse du paradigme moderne. Leur avis, après cette courte étude, +aurait probablement plus de poids. Mais il ne faut pas exiger des +hommes la logique. Chacun dira son opinion, sans examen, et il n'y +aura même guère moyen de lui faire changer d'avis. Cet état de +choses tient à des causes purement historiques: les études +grammaticales étant encore trop peu avancées en Grèce, il fallait +s'attendre à voir surgir au hasard toutes les opinions. + +Je ne veux pas insister sur ce point. Mais on en arrive parfois à de +singulières contradictions! La forme ancienne est rétablie presque +toujours au détriment de la forme moderne normale. Ainsi au lieu de +έτοιμη, on dira ετοίμη (η τράπεζα είναι ετοίμη), au lieu de +καταλαβαίνω, καταλαμβάνω, et εμβαίνω au lieu de μπαίνω. Or, il se +trouve que μπαίνω (bèno) est une prononciation plus ancienne que +εμβαίνω et que cette forme constitue, au point de vue phonétique, +une violation de règle élémentaire pour le grec ancien aussi bien +que pour le grec moderne {31}: elle est incorrecte de toutes façons. +Ετοίμη ne contrarie pas moins l'accentuation ancienne elle- même qui +veut qu'on recule l'accent, toutes les fois que la quantité le +permet et on sait que le η de ετοίμη est aujourd'hui devenu bref. +Έτοιμη est donc aussi légitime aujourd'hui que l'était έτοιμoς dans +l'ancienne langue; la règle est la même: elle ne varie que dans son +application. En disant ετοίμη, nous faisons la même faute +qu'auraient faite les anciens, si, par exemple, ils avaient prononcé +εδιδόσο, διδόμαι, etc.: loin de nous conformer à leur exemple, nous +leur mettons une erreur sur les lèvres, sans compter que le grec +ancien disait plutôt έτοιμος au féminin. Καταλαμβάνω, à cause de la +combinaison moderne _ μβ _, est tout aussi choquant que εμβαίνω +{31a}. On ne s'aperçoit pas beaucoup de ces anomalies qui, pour un +helléniste, ont quelque chose de déconcertant, et l'on prend +volontiers pour le fond ce qui n'est que l'innocente apparence: on +juge d'après ce qu'on voit imprimé sur le papier et il est toujours +plus facile de se conformer à la lettre qu' à l'esprit. Ετοίμη, +καταλαμβάνω, εμβαίνω ont dans les livres un air d'antiquité et il +reste convenu que les formes anciennes seules sont les formes +nobles. + +Voila un principe qu'il serait peut-être dangereux de proclamer trop +haut! On laisserait croire que la noblesse, c'est la forme, non le +fond. Des gens malintentionnés nous prendraient au mot et pourraient +prétendre qu'on se rejette sur le canon grammatical, à défaut +d'idées. Hélas! si le fait d'écrire la langue ancienne pouvait nous +assurer du même coup que nous n'aurions à exprimer que des pensées +élevées et que de beaux sentiments, ce serait une joie pour le +monde. Tous les peuples renonceraient à leur propre langue pour se +consacrer à l'usage des formes anciennes. Le français serait bien +vite abandonné. Y a-t-il, en effet, des langues plus incorrectes, +formées de plus de fautes que le français, que l'allemand, que +l'anglais, que toutes les langues modernes? Si la perfection avait +dû être cherchée dans l'imitation des types classiques, Voltaire +aurait certainement écrit _ Candide _ en grec et Gœthe aurait +composé son _ Faust _ en hexamètres dactyliques. Mais je crains +qu'il ne faille encore d'autres qualités pour former l'écrivain. La +connaissance de la grammaire ne lui suffit pas. Il lui faut d'abord +une forte conviction, une pensée toujours sérieuse; il lui faut +l'originalité de l'expression et la nouveauté de l'esprit. +L'important, c'est d'avoir quelque chose à dire: la façon de le dire +vient d'elle-même. L'amour de la vérité devient le but dominant; +l'idée porte en elle son expression. Il faut aussi que l'écrivain +sache plaire. Il lui est défendu d'être ennuyeux. L'exposition sèche +et nue ne lui convient pas davantage. Qu'il y mette un peu de son +âme. Une légère ironie, un certain enjouement ne dépareront jamais +le discours le plus sévère. Combien on doit se garder d'énoncer d'un +ton d'oracle les vérités même les plus transcendantes! Un artiste +évitera jusqu'aux mots recherchés, jusqu'aux termes un peu rares, +qui ne sont pas dans le domaine commun. C'est avec les mots les plus +connus, les plus vulgaires, qu'il bâtira son œuvre. L'affectation +lui fait horreur, parce qu’elle exclut la précision. La vertu la +plus difficile chez l'écrivain, est par-dessus tout la teneur +toujours égale, toujours soutenue du style, la constance de l'effort +artistique. Les défaillances sont interdites. Tout doit sortir d'un +seul jet, avec une continuité perpétuellement variée par la justesse +inattendue de l'expression et la richesse d'un fonds inépuisé. C'est +la ce qui fait la véritable noblesse d'une langue littéraire. Mais, +_à priori_, toutes ces qualités peuvent se rencontrer aussi bien +dans la langue moderne que dans l'ancienne, puisqu'elles tiennent à +l'homme même. Le principe fondamental, est d'être compris. Un grand +écrivain parlera toujours pour le monde entier. Il y a d'ailleurs un +criterium très sur et d'application bien commode, pour juger des +meilleures œuvres: dans l'ordre des productions de l'esprit, ce que +comprennent sans effort les femmes les plus simples, peut être, sans +autre examen, déclare excellent{32}. Ce qu'elles ne comprennent pas +est inférieur. C'est là le principe, on peut le dire, qui à fondé la +littérature française; c'est par là qu'elle est arrivée à cette +qualité essentielle: la précision. + +Il ne faut pas non plus confondre la langue et le style: c'est une +distinction que j'ai essayé d'établir ailleurs{33} et qui me semble +avoir la plus grande importance. De la confusion entre la langue et +le style résulte, à mon sens, le malentendu qui est au fond de +toutes les discussions sur la langue moderne. Un des arguments les +plus fréquemment invoqués en faveur de l'usage de la langue ancienne +consiste à dire: «Nous soutiendrez-vous que Racine ou que Gœthe +parlaient la langue du peuple?» Sans doute. Je pense que cela n'a +jamais été mis en question. Il y a là une nuance qui parait +insignifiante et qui est des plus profondes. Assurément, Racine ne +parlait pas en vers _ comme _ le peuple, mais c'est bien _ la langue +du peuple _ qu'il écrivait. Je ne crois pas que le faubourien se +serve journellement d'un style aussi solennel que celui d'Athalie: + + Oui, je viens dans son temple adorer l'Éternel! + +Mais chacun de ces mots est _ populaire _ encore aujourd'hui. On +objectera peut-être que ce n'est pas communément l'usage d'appeler +Dieu l'Éternel. C'est encore là un détail de style. Le mot _ éternel +_ se retrouve dans le langage le plus familier, qui crée même la +forme _ sempiternel _: un sempiternel bavard {34}. On sait, en +revanche, que ce n'est pas ce qui se passe en grec: la comparaison +cesse par conséquent d'être exacte. En grec, c'est le contraire du +français qui à lieu: on parle la plupart du temps _comme_ le peuple; +mais ce n'est pas de la _langue_ du peuple qu'on se sert. Si je veux +exprimer cette idée fort simple: _ ma fille est malade, _ je dirai: +η κόρη μου είναι άρρωστη. D'autre part, si je dis: η θυγάτηρ μου +ασθενεί, je ne parle plus la _ langue _ du peuple, cela est certain; +mais je n'exprime pas pour cela une idée d'ordre plus relevé: je +parle _ comme _ le peuple dans une autre _ langue _. + +Cette confusion entre la langue et le style n'est pourtant pas la +raison unique du mépris dans lequel certaines personnes tiennent la +langue moderne. Je ne crois pas davantage qu'il y ait dans le +purisme, comme on le prétend quelquefois, un vain désir de paraître, +de faire étalage de savoir, ni que l'emploi des formes anciennes +repose en dernière analyse sur un sentiment de vanité ou d'orgueil. +Quel mérite y aurait-il à montrer qu'on sait décliner et conjuguer +suivant un paradigme, que tout le monde peut trouver dans sa +grammaire? Ce n'est pas là une connaissance bien difficile à +acquérir et, de mon temps du moins, tous nos élèves de quatrième +étaient arrivés à ce degré de culture. Je crois que la raison de ce +mépris est à la fois plus simple et plus profonde: c'est une pure +question de vocabulaire. + +Lorsque les études linguistiques ne sont pas encore très avancées, +ce qui frappe avant tout dans une langue, ce sont les mots: on croit +volontiers que ce qui caractérise principalement une langue, ce qui +la distingue d'une autre, c'est le vocabulaire, C'est pourquoi, et +cette observation a déjà été faite plusieurs fois, la linguistique +commence partout avec l' étymologie. La meilleure illustration de ce +fait, ce sont les auteurs anciens, tant latins que grecs. Ils ne +voyaient rien au delà de l' étymologie, je parle surtout des époques +classiques; ils ne saisissaient pas la véritable nature du langage. +Mais le vocabulaire est chose complètement secondaire et rentre +aujourd'hui tout à fait au second plan. On ne s'occupe plus d' +étymologie, que lorsque l'on a établi sur des bases solides la +grammaire d'une langue. On a compris que ce qui caractérise une +langue, ce ne sont pas les mots, c'est le système grammatical tout +entier, ce sont, entre autres, les désinences dans la conjugaison +des verbes ou la déclinaison des substantifs. Une langue peut être +uniquement composée de mots étrangers, même de mots appartenant à +d'autres familles de langues, sans pour cela perdre son caractère +distinctif. Il y à même plus; c'est parfois aux mots étrangers que +se reconnait le plus sûrement la continuité d'un système grammatical +en vigueur depuis des siècles: le grec moderne en est un exemple +bien remarquable. En effet, tout mot étranger qui entre aujourd'hui +dans le français, y entre tel quel, sans subir aucune modification +de désinence, parce que les Français ont perdu tout sentiment des +flexions casuelles. En grec, au contraire, encore de nos jours, tout +mot étranger doit forcément se modeler sur le patron des flexions +existantes. Prenons le mot _ café _; en grec on déclinera ο καφέ-ς, +pluriel οι καφέ-δ- ες: une forme ο καφέ, οι καφέ serait absolument +inouïe: elle ne peut pas se produire. Même règle pour les féminins: +on dira η κουβέντα, της κουβέντας. Ce ς du génitif est tout à fait +frappant. C'est le même ς que nous avons dans ο λόγο-ς, οι πατέρε-ς, +της μούση-ς. Ainsi les mots étrangers nous prouvent ici de la façon +la plus évidente la persistance de la langue ancienne et de son +système grammatical. + +Un observateur superficiel ne reconnait pas facilement ce principe. +Il s'irrite de voir des _racines_ étrangères; il ne sait pas qu'ici +comme partout ailleurs l'esprit seul compte et que la lettre n'est +rien. Seulement, quand il s'agit de séparer un radical de sa +désinence et de considérer ces deux éléments indépendamment l'un de +l'autre, il y a déjà à faire un petit travail d'abstraction bien +simple, qui parait difficile au premier abord. C'est pourquoi +plusieurs personnes traitent le grec moderne de langue bâtarde, +corrompue, souillée de xénismes. Elles disent: ce n'est pas une +langue! Elles entendent par là que ce n'est pas une langue +originale, parce qu'elle est _ remplie _ d'éléments étrangers. Il +reste d'ailleurs bien entendu que la classification méthodique de +ces éléments n'a jamais été tentée et qu'on en parle un peu au +hasard. Ils sont fort peu nombreux; mais fussent-ils à compter par +milliers, la langue n'en serait pas pour cela devenue étrangère: au +contraire, elle aura prouvé sa vitalité de la façon la plus +inattendue. Qu'on ne me reproche pas d'insister ici sur des vérités +trop évidentes. J'ai vu plusieurs personnes s'arrêter surtout aux +mots étrangers: c'est ce qui les choque le plus. Les mots les +frappent, parce qu'en effet c'est ce qu'il y a de plus facilement +observable. C'est la surface de la langue. En soi-même, le +vocabulaire est d'une importance qui, pour l'analyse scientifique, +se réduit proprement à zéro. + +En revanche, on croit très naïvement qu'écrire la langue moderne +revient à se servir uniquement du vocabulaire populaire. Cet axiome +est soutenu avec sérieux par plusieurs bons esprits. Rien n'est plus +faux. Ceux qui veulent introduire la langue moderne dans l'usage +courant, n'ont jamais soutenu autre chose que ce principe +rudimentaire: respecter le système grammatical moderne et n'y pas +faire passer tout crûment les déclinaisons ou les conjugaisons de +l'ancienne langue; en effet, ce serait créer un mélange des plus +disparates dans l'emploi des formes. Personne n'a raisonnablement +prétendu ni même songé à prétendre qu'il ne fallait pas recourir, +dans tous les cas où un mot ancien n'avait pas d'équivalent moderne, +aux richesses que met entre nos mains la lexicologie de la vieille +langue. Si un écrivain est amené à se servir, à côté de mots comme +μάτι, σπίτι, άντρας, λόγος, d'une expression telle que παλαίφατος, +par exemple, il ne cessera pas d'écrire en langue moderne. Un +critique a vivement reproché à Solomos d'avoir employé, dans une +pièce célèbre, le mot κόμη, _ chevelure _: και στην κόμη στεφάνι +φορεί. Le même critique prend texte de ce vers pour déclarer que la +langue moderne ne saurait guère devenir une langue littéraire, et +pour nous apprendre que l'indigence du vocabulaire populaire ne peut +suffire à l'expression des mille nuances de la pensée. C'est +là assurément une glorieuse découverte! Mais elle n'avait pas besoin +d'être faite: personne ne l'ignorait. La seule chose à faire, dans +l'espèce, eut été de rechercher si, en disant κόμη à l'accusatif, le +poète s'était servi de la forme ancienne κόμην ou de la forme +moderne κόμη. Du moment qu'il s'est arrêté à cette dernière, tout +débat est clos et la critique reste sans objet. + +En ce qui concerne les emprunts mêmes qu'on peut faire au lexique +ancien, nous pouvons reconnaître deux catégories de mots. Nous avons +d'abord des termes comme άτομος, je suppose, qui ne contrarient en +rien ni la phonétique ni la morphologie modernes. Ceux-là, on +pourrait les employer par milliers, qu'on ne romprait pas le système +grammatical de la langue vivante{35}. L'emploi des mots de ce genre +dépend uniquement des exigences du style. Mais il y a aussi les mots +qui se trouvent en opposition directe avec les lois phonétiques ou +morphologiques actuelles. Les mots qui sont dans ce cas, quand ils +sont indispensables à l'expression d'une idée, n'en ont pas moins le +droit de passer dans le vocabulaire courant, sous condition expresse +de revêtir les flexions de la langue vivante: η κλίσις, της κλίσεως +ne peut guère se décliner autrement que η κλίση, της κλίσης, du +moment qu'on a l'intention de se servir de la langue _ moderne. _ +S'il fallait relever en français tous les mots du vocabulaire qui +rentrent dans cette catégorie, c'est-a-dire qui ont pénétré dans la +langue par voie savante et non par voie populaire, on en serait +réduit à copier la moitié du dictionnaire de l'Académie. Le peuple +ne connait certainement pas des termes tels que nominatif, +phonétique, syntaxe, impératif catégorique, etc., etc. Ceux qui +emploient ces mots, par écrit ou dans la conversation, parlent +toujours français. + +On doit même aller beaucoup plus loin dans cette voie. Les mots +savants contrarient souvent en français la phonétique, non pas +seulement de l'époque de la formation du français, comme le mot _ +livre _ (au lieu de _ loivre _, qui eût été la forme régulière), +mais encore la phonétique courante. Tel est, par exemple, le mot _ +substantif _. Il faut néanmoins remarquer que le français en cas +pareil ne dira pas _ substantivum _ ou _ substantivus _; il modèlera +la désinence du mot latin sur la désinence populaire et depuis +longtemps reçue _ if _ pour _ ivus, _ comme eût fait en grec la +langue littéraire, si, au lieu de persister à écrire βασιλεύς, forme +qui n'est ni ancienne{36} ni moderne, elle avait simplement consenti +à dire _ βασιλιάς _ ou même βασιλέας. Mais tous les termes du +vocabulaire ancien, dont nous avons besoin aujourd'hui, ne sauraient +être, en passant dans le grec moderne, d'une morphologie aussi +facile ni aussi simple que βασιλέας ou βασιλιάς. Le mot ουσία, qui +est un mot bien nécessaire, comme tant d'autres termes abstraits, ne +serait grammaticalement correct que sous la forme σιά, ou tout au +moins ουσιά. Néanmoins, cette forme aurait un grand inconvénient: +elle serait incompréhensible. En pareil cas, on ne peut donc guère +toucher à la phonétique; mais la morphologie subira nécessairement +toutes les modifications exigées par les règles de la grammaire +moderne et se moulera sur les paradigmes existants: on déclinera την +ουσία, οι ουσίες, parce que le peuple, s'il venait à se servir de ce +mot, le déclinerait ainsi. D'autre part, la flexion et le terme +seraient sous ce nouvel aspect compris de tout le monde. Ecrire une +langue moderne, c'est se conformer à l'ensemble du système +grammatical de la langue populaire, c'est-a-dire de la langue +vivante. + +La règle dominante, en pareille occurrence, est d'être clair. Le mot +emprunté se plie autant que possible aux exigences actuelles de la +langue. C'est pour lui le seul moyen de devenir populaire. Si le +peuple vient à apprendre un mot tel que άτομος, il n'y changera +jamais rien: il le laissera subsister tel quel. Au contraire, il ne +pourra jamais admettre une forme comme βασιλεύς, parce que celle-ci +est devenue de nos jours une forme complètement anomale: il peut la +répéter sur le moment même où il l'entend, mais il ne sera pas long +à la rejeter. La langue savante ne tient pas compte de cet état de +choses, parce qu'elle opère sans la connaissance et sans la prise en +considération des règles grammaticales modernes: malheureusement, +quelque ardeur qu'on y mette, on ne pourra pas aller contre ces +règles: elles sont historiques; elles ont donc leur raison d'être en +dehors de notre volonté. Nous sommes tout aussi impuissants à +détruire ces règles et à nier la réalité de la grammaire populaire, +que nous sommes impuissants à vivre en un autre siècle que celui ou +nous sommes nés. + +Nous sommes donc bien obligés de compter avec ces règles et de les +enfreindre dans la mesure seulement où elles peuvent être tournées. +Nous n'avons ici qu'a suivre l'exemple de toutes les langues +modernes, dont le vocabulaire s'est toujours trouvé en défaut et +s'est vu forcé de puiser dans un vocabulaire ancien. Les mots +anciens ont toujours subi une transformation préparatoire qui les +rhabillait en quelque sorte à la mode du temps. Mais la question de +vocabulaire importe si peu en elle-même, que plusieurs mots +d'origine uniquement savante ont pu passer dans le français le plus +populaire, dès l'instant où ils ne violaient pas la grammaire +vivante. Le mot _idée_ en est l'exemple le plus frappant. Le gamin +de Paris, quand il se frappe le front en disant: _Idée!_ ne parle +pas une langue ancienne ou étrangère. Idée est aujourd'hui un mot +français. + +Disons plus. Un écrivain peut avoir à se servir, dans ces +conditions, d'un mot rare ou appartenant uniquement à la langue +poétique ancienne, quant il s'agit d'un effet particulier à +produire. C'est affaire de style. Des mots comme δίος{37} peuvent +devenir nécessaires à un certain moment, suivant la couleur que l'on +veut donner à sa pensée, et c'est de cette façon que Solomos n'a pas +craint d'appeler κόμη une chevelure. Ces emprunts ne rompent en rien +l'unité de la langue moderne. La seule mesure en pareil cas. c'est +le talent de l'écrivain et les besoins de sa pensée. + +Toute langue littéraire s'est vue forcée à un moment, donne +d'enrichir son vocabulaire. Le grec, à sa plus belle époque, n'a pas +échappé à cette loi générale. A mesure que l'esprit humain se +développe, que ses connaissances s'étendent et que les nuances de la +pensée se multiplient, l'écrivain s'ingénie à trouver des termes qui +serviront, soit à désigner un objet jusqu'alors inconnu, soit à +rendre d'une façon plus précise les mille aspects du monde +intellectuel et moral. On peut maintenant se demander comment s'y +prenaient les langues anciennes elles-mêmes quand elles se +trouvaient dans l'obligation d'employer des mots encore absents du +vocabulaire et nécessaires à l'expression d'idées nouvelles. +Plusieurs personnes se font à ce sujet les représentations les plus +fausses: elles croient très sérieusement que Platon ou Thucydide +créaient et mettaient en circulation des formes grammaticales de +leur invention. Il n'y à pas d'opinion plus contraire à la vérité +historique. Thucydide et Platon n'ont jamais rien _ inventé. _ Les +mots nouveaux dans le grec ancien se formaient à l'aide de +désinences, de propositions, comme dans les verbes composés, et +surtout de suffixes _ déjà existants _ dans la langue parlée, c'est- +a-dire dans la langue _ populaire _ et dont celle-ci fournissait +seule le modèle. Thucydide, par exemple, emploie pour la première +fois les substantifs τολμητής, κινδυνευτής, εικαστής, etc., etc. +(voyez Thucydide, par A. Croiset, Paris, 1886, p. 111). Mais les +éléments mêmes dont ces substantifs sont formés, se trouvaient déjà +dans la langue bien avant Thucydide, puisqu'ils sont antérieurs même +à l'époque où le grec s'est séparé des langues indo-européennes +congénères et a vécu d'une vie indépendante. Le suffixe -τα-, +servant à designer les noms d'agents, est plus vieux qu'Homère et +que tous les Hellènes. Quand Thucydide disait τολμη- τής, etc., il +prenait tout simplement ce suffice -τα-, (en ionien et attique -τη-) +dans les substantifs tels que ποι-η-τή-ς, νικ-η- τή-ς, etc., etc. + +Plus tard, de ces formations et d'autres semblables comme δεσ-μώ-τη- +ς, πολ-ί-τη-ς, etc., etc., se sont détachés de nouveaux suffixes - +ήτη-, - ώτη-, -ίτη-, que les anciens ont formés _par erreur_, parce +que dans δεσμώτης et πολίτης ils ne reconnaissaient plus le vieux +suffixe -τα-, - τη, et qu'ils croyaient avoir affaire à un suffixe - +ώτι-, -ίτη-, qu'ils séparaient de πολ-ίτη-ς, δεσμ-ώτη-ς, au lieu d'y +sentir la composition primitive πολ-ί-τη-ς, δεσμ-ώ-τη-ς, etc. C'est +ainsi qu'ils ont pu dire, contre toute étymologie et contre toute +règle, οδίτης, στρατιώτης, νησιώτης, etc., etc., etc. Les écrivains +grecs n'ont jamais inventé ni crée de toutes pièces aucune forme +grammaticale nouvelle; ils ont toujours opèré sur les formes +grammaticales existantes. Ce travail se faisait par le peuple et +d'une façon _ inconsciente; _ c'étaient aussi quelquefois les +écrivains, comme nous venons de le voir pour Thucydide, qui +puisaient dans le vieux fond de la langue. Mais les écrivains eux- +mêmes suivaient absolument les voies de l'analogie populaire. Peuple +et écrivains agissaient exactement de la même manière que l'on agit +aujourd'hui, soit en français, quand on dit _ os-eur, _ sur _ os-er, +_ d'après le modèle fourni par la corrélation qui s'observe entre _ +penseur _ et _ penser _; soit en grec moderne, quand on étend ce +même suffixe -ώτη-, demeure toujours vivant dans la langue, à des +substantifs tels que Χιώτης, etc., etc. Les anciens, s'ils étaient à +notre place, n'auraient jamais pu dire Χίος ni recourir à une +formation de ce genre: le mot et la forme ont disparu de la langue +vivante de nos jours, et les anciens n'ont jamais pris leurs modèles +que dans la langue vivante, par la simple raison qu'ils n'avaient +pas de _ grammaires _ pouvant les renseigner sur les formes tombées +hors d'usage, de leur temps. Il ne faut jamais perdre de vue cette +vérité, il ne faut jamais oublier, quand on raisonne sur la langue +ancienne, que celle-ci est de _ formation purement populaire. _ +C'est pour avoir méconnu ce principe élémentaire et devenu presque +banal à l'heure qu'il est, qu'on s'est mépris si souvent sur le +caractère et sur la valeur de la langue moderne{38}. + +J'ai essayé d'exposer tout au long quelques-unes des observations +qui précédent dans le dernier chapitre des _Essais_ de grammaire +historique. S'il m'est permis de parler même du morceau que j'offre +aujourd'hui au Syllogue, j'ai fait mon possible pour conformer la +langue de ce discours à des principes qui ne me sont pas +particuliers, mais aux principes généraux suivis dans toutes les +langues modernes. Je prierai donc toutes les personnes qui voudront +bien me faire des critiques au sujet de cette étude, de se reporter +à mes _Essais de grammaire_, car je crois bien y avoir dit tout ce +que je pense en matière de langue littéraire: je m'y suis également +efforcé de répondre d'avance aux objections courantes. Je prendrai +la liberté de prévenir le public d'une autre difficulté qu'il +rencontrera dans le cours de cette lecture. Ce n'est pas ici le lieu +et je n'ai guère le temps de développer cette thèse{39}. Mais deux +mots suffiront. On peut observer, — et cette observation s'applique +à tous les pays et à toutes les langues du monde, — que toutes les +fois qu'une langue parlée n'est pas écrite, n'est pas fixée sur le +papier de manière à frapper les yeux, il se produit deux phénomènes +curieux: d'abord, on ne reconnait plus les formes usuelles, qu'on +emploie journellement soi-même, des qu'on les voit imprimées. +D'autre part, peu de gens se rendent compte de la façon dont ils +parlent et il arrive à bien des personnes de nier l'existence de +telle forme, qu'elles viennent de jeter dans la conversation cinq +minutes auparavant. En général, on fait comme le bourgeois +gentilhomme, de la phonétique sans le savoir. + +Cela tient à ce que l'observation par les yeux est plus à portée de +nos sens, tandis que l'observation par l'oreille est chose d'infinie +délicatesse et demande un exercice constant, et, si je puis dire, un +dressage spécial. J'ai eu souvent l'occasion d'en faire la remarque +durant mon voyage. Un ami me soutenait un jour de la meilleure foi +du monde que la forme σχωρνώ (συγχορέω-ώ) n'existait pas, tandis que +non seulement elle existe, mais que, d'après ce que nous savons +aujourd'hui des lois phonétiques de la langue moderne, cette forme +doit forcement exister et qu'elle existe par le fait. Il est facile +de comprendre cependant que le public, qui ne se rend pas compte de +la légitimité de cette forme et qui ne s'est pas attachè à suivre +les degrés intermédiaires par lesquels συγχωρώ doit fatalement +aboutir à σχωρνώ, nie l'existence de ce verbe. 11 serait encore plus +surpris, si on lui disait que σχωρνώ lui-même arrivera par la force +des choses à σκωρνώ, à moins que cette forme ne se soit déjà +produite dans quelque pays grec, ce qui est fort à présumer. + +Durant mon court séjour en Orient, je me suis livré à ce sujet à une +série d'expériences qui m'ont souvent beaucoup amusé. Comme les +voyages d'exploration scientifique ne me sont pas toujours +loisibles, j'en suis réduit bien des fois à conjecturer l'existence +de telle forme que souvent je n'ai pas encore eu l'occasion de +recueillir de mes propres oreilles, me réservant de la vérifier sur +place. Je m'étais dit, entre autres, que φκαριστώ (ευχαριστώ) devait +se dire à coup sûr à Constantinople. Cependant, toutes les fois que +j'interrogeais directement une personne sur cette forme, elle me +répondait négativement, par l'unique raison que cette forme lui +semblait bizarre: elle lui semblait bizarre, parce qu'elle ne +l'avait jamais vue _écrite_. J'ai eu un jour le bonheur d'entendre +dire ce verbe φκαριστώ, devant l'ami même qui se refusait à en +admettre la possibilité. Il était pourtant facile de prévoir +φκαριστώ, par le seul examen d'autres lois phonétiques, d'ailleurs +fort simples, qui rendent cette forme nécessaire. Mais je ne veux +pas chercher très loin mes exemples. Nous étonnerons beaucoup de nos +compatriotes en leur apprenant que tout le monde prononce καλόζ +δούλος et non pas καλός δούλος. Rien n'est plus vrai cependant. Ce +qui serait extraordinaire, ce serait d'entendre dire καλός δούλος. +C'est pourtant ainsi que les mots sont imprimés sur le papier: ce ζ +parait une véritable monstruosité, tant est fort le respect +superstitieux de l'écriture. Ajoutons que l'on considère en soi-même +et indépendamment d'autres phénomènes phonétiques, la combinaison +καλός δούλος; on ne sait pas que le ς se prononcera de la même façon +devant γ, β, μ, ν, ρ, λ (ainsi que devant g, d, b), parce que tous +ces phonèmes sont des _sonores_ et que par conséquent ils attirent +la sonore ζ, σ étant une _ sourde _; qu'en revanche devant κ, π, τ, +qui sont des sourdes, on n'entendra jamais autre chose qu'un ς +(καλός κόπος) et que même — tant la phonétique populaire est +délicate et conséquente avec elle-même — devant χ, θ, φ, le σ final +du mot précédent se fera à peine percevoir, par la simple raison que +la combinaison de deux spirantes sourdes est antipathique à la +physiologie de la langue moderne. Comme ces détails échappent +nécessairement à la plupart, le ζ au lieu du ς surprend; on n'en +comprend pas la légitimité et on ne l'admet pas. Si on considérait +ce groupe de consonnes en corrélation avec les phénomènes +congénères, la combinaison ζδ paraitrait toute naturelle: il +deviendrait même évident que toute autre combinaison serait fautive +et, par conséquent, impossible. + +C'est que tout se tient dans le langage: un mot suffit souvent pour +la déduction en linguistique, parce qu'un seul phénomène révèle à +lui seul la présence d'autres phénomènes connexes. De la seule +prononciation πάντα, par exemple (_ panda _, non _ panta _; la _ +sourde _ τ se change en sonore d, sous l'influence du ν qui est _ +sonore _ ), on peut conjecturer en toute sûreté l'existence d'une +quantité d'autres prononciations, qui au premier abord ne paraissent +avoir aucun rapport avec le mot πάντα, telles que σβήνω (ζβήνω et +non σβ.), βγαίνω (εκβαίνω), γδύνω, etc., toujours en vertu de cette +loi de l'attraction des sonores, qui éclate dans _ panda _; à l'aide +de quelques indices seulement, on peut presque reconstruire tout le +système d'une langue ou d'un dialecte. En revanche, un linguiste se +persuadera facilement qu'une langue, où l'on entend la prononciation +πάντα _ (panda) _, ne peut guère souffrir des combinaisons de +consonnes telles que εκβαίνω, εκδίκησις, ενθυμούμαι, etc., etc., où +la loi de l'attraction des sonores est violée. Du premier coup, le +linguiste comprendra que ce sont là des prononciations factices. + +Aussi, tant qu'une prononciation _ panda _ restera dans quelque coin +de la Grèce que ce soit, il sera impossible de faire croire au monde +que le grec ancien n'a pas changé, justement parce que ce _ panda _ +à lui tout seul suppose des phénomènes analogues. Je me permets de +signaler le fait aux personnes qui introduisent dans un style, du +reste rempli de formes anciennes, ces particules να, θα, δεν, με +(μετά), εδώ. N'y eut-il dans la langue littéraire que ces particules +seules, dût-on expulser toutes les autres formes modernes, celles-là +suffiront aux philologues futurs pour reconstituer la langue +populaire de nos jours. Les formes en apparence les plus éloignées +se commandent: ces petits mots θα, δεν, να, montrent abondamment à +des yeux exercés que la langue à subi une transformation radicale. +Du moment qu'on donne accueil à ces formes-là, rien ne sert de +rejeter dans l'ombre et de dissimuler des phénomènes tels que ξέρω, +ακόμη, καταλαβαίνω, έτσι, etc., etc. Ceux-ci ne supposent pas des +transformations moins foncières que celles qui ont amène θα pour +θέλω ίνα. D'ailleurs, même si on parvenait à refouler ces formes, la +prononciation moderne resterait toujours, comme dans _ panda _. Or, +la prononciation à elle seule serait un guide des plus sûrs dans +cette voie de reconstruction de la langue populaire, si tant est que +celle-ci puisse jamais disparaître. + +Mais, en réalité, il n'est guère possible qu'elle disparaisse. On ne +sait pas très bien à quoi l'on s'attaque, quand on parle de ramener +la langue ancienne et de faire oublier _graduellement_ la langue +moderne. Les difficultés apparaitraient innombrables, si, au lieu de +faire ce rêve d'une façon vague et trop générale, on voulait entrer +dans le détail. Prenons deux exemples, pour fixer les idées. Le δ +est devenu aujourd'hui une spirante (ημίφωνο) et n'est plus une +explosive (άφωνο). Cette transformation en amène une autre: ν ne +peut plus subsister devant δ spirante, de même qu'en grec ancien il +ne subsiste pas devant σ spirante: il tombe ou s'assimile, ce qui, +pour le principe, revient au même. C'est pourquoi on dit aujourd'hui +το δούλο, non τον δουλον, δε δίνω, non δεν δίνω, etc., etc.: dans +l'intérieur du mot, en revanche, l'ancienne explosive s'est +maintenue, parce qu'elle était protégée par le ν, qui en était +inséparable: aussi prononçons nous άντρας, έντεκα, etc., etc. Cette +prononciation vient directement de l'antiquité, transmise de bouche +en bouche par voie populaire. Or, au lieu de άντρας, το δούλο, on +cherche à introduire les prononciations savantes ένδεκα, τον δούλον. +Cela est impossible. Le peuple, s'il apprend à dire ένδεκα pour +έντεκα, ne pourra jamais en faire autre chose que έδεκα, en laissant +régulièrement tomber le ν, comme dans το δούλο. Ainsi, au lieu de +ramener l'ancien grec, on détruira au contraire la forme ancienne +heureusement conservée dans έντεκα. Pour réussir dans une pareille +entreprise, il faudrait rendre au δ sa valeur d'explosive, c'est-a- +dire aller contre les faits accomplis. La tentative échouera donc +forcément, puisqu'il est impossible de changer les conditions +physiologiques où la langue se développe aujourd'hui et de +promulguer un décret, suivant lequel tout δ devra cesser d'être +spirante dans tout pays parlant grec. + +Le second exemple est d'ordre morphologique: il nous est, fourni par +les nominatifs modernes ράχη, πόλη, βρύση, qui doivent leur +existence à la coïncidence phonétique des désinences -ιν et-ην; +celles-ci, à une certaine époque, se sont prononcées -in l'une et +l'autre: voila pourquoi, sur le modèle de μνήμην, μνήμη, et de +nombreux substantifs de cette catégorie, on a décliné πόλην, πόλη +(phonétiquement: mnimin = polin, d'où poli = mnimi). Le peuple +refera perpétuellement le même travail, parce que le changement de +déclinaison est commandé par la nature même des choses. Πόλις ne +pourraît reprendre place dans la langue vivante, je veux dire être +communément employé dans tout pays parlant, grec, que si la +distinction entre πόλιν et μνήμην était toujours maintenue à +l'accusatif. Mais ce serait encore aller contre l'histoire et contre +la nature que chercher à rétablir cette distinction. On est toujours +impuissant contre le fait accompli. Ici ce sont les conditions +psychologiques nouvelles qui sont impossibles à modifier: on n'a pas +plus de prise sur l'analogie que sur l'âme humaine. + +Ce à quoi il faut surtout veiller, c'est à ne pas gâter la langue du +peuple par des efforts mal dirigés; ces efforts ne peuvent aboutir +qu'à la formation de types hybrides tels que έδεκα et bien d'autres. +La liste en serait longue et j'ai essayé d'en donner quelques +exemples dans le discours qu'on va lire. Personne en Grèce ou dans +l'Orient grec, n'a certainement le désir d'entraver le développement +d'une langue nationale ni de provoquer la création d'une langue +informe, sans unité et sans règles. C'est pourtant à quoi l'on +marche, sans s'en apercevoir. Les intentions peuvent être +excellentes; la voie qu'on suit n'est pas la bonne. Les théories ont +beau être séduisantes et tenter beaucoup d'esprits: il importe de +descendre de ces hauteurs pour envisager de sang froid la réalité +des choses. Il y a, dans ces tentatives constantes de retour vers la +langue ancienne, un danger sérieux, qu'il ne convient plus de +dissimuler; le devoir de chacun est de l'écarter, car de trop graves +intérêts sont en jeu. Il s'agit, ou bien d'arriver à la formation +d'une langue littéraire vraiment nationale, ou de s'en passer à tout +jamais. + +Une dernière observation. Les personnes qui voudront bien me faire +l'honneur de me lire m'objecteront, je les en préviens d'avance, que +j'emploie des formes qui n'existent pas. Si elles veulent bien +pousser la complaisance jusqu'à se faire lire, au lieu de lire +elles-mêmes, telle page qui leur semblera suspecte, le résultat de +cette petite expérience ne sera guère douteux. Une forme, qui choque +à la lecture, passera inaperçue à l'audition. Je ne citerai que la +forme άθρωπος pour άνθρωπος, dont le ν serait aujourd'hui +phonétiquement incorrect. Le peuple et les personnes instruites +elles-mêmes, quand elles ne se surveillent pas, prononcent άθρωπος. +Mais, sur le papier, cette orthographe arrête l'œil. C'est cependant +la seule prononciation régulière et usuelle de la langue moderne. + +Il ne me reste plus qu'à dire un mot du système orthographique que +j'ai suivi dans ces pages. J'ai maintenu l'orthographe +conventionnelle, qui est l'orthographe ancienne. C'est ce que tout +le monde fait et il serait dangereux d'y rien changer. De plus, +j'écris η πόλη, της πόλης, et non η πόλι, της πόλις, qui ne répond à +aucun paradigme de la vieille grammaire: πόλη, décliné sur μνήμη, +doit s'écrire de même, puisque nous gardons le η de la première +déclinaison. Pour l'orthographe des formes de la déclinaison de +l'article et des substantifs, on voudra bien se reporter à ce que +j'en ai dit dans _les Essais de grammaire historique néo-grecque_. +Il n'y a pas dans le dialecte attique et, par suite, dans la κοινή +ancienne, qui sont en pareil cas les seuls modèles à suivre, un +accusatif pluriel τιμαίς. Il y à des nominatifs pluriels λαμπάδες, +μητέρες, etc. Or, comme cette désinence -ες est le seul point de +départ des formes τες λαμπάδες, τες ώρες, οι ώρες, c'est encore se +conformer aux principes de la vieille orthographe que d'écrire par +un ε et non par un αι J'en dirai autant de οι fem. plur. et de τις +acc. fem. plur. Η et της constituent des barbarismes et, comme tels, +doivent être écartés. Je ne me suis permis d'innover que sur un seul +point; j'ai partout écrit αφ, αβ, εφ, εβ, pour αυ, ευ. Il est +impossible d'écrire υρίσκω pour βρίσκω. Mais du moment qu'on admet +ici le β pour υ, il est plus logique d'analyser partout la +diphtongue ancienne de la même façon: cette orthographe aura de plus +le privilège de nous donner la vraie prononciation moderne, sans +rien de conventionnel. + +Je sais bien qu'avec le maintien de l'orthographe ancienne pour des +formes modernes, on tombe dans un océan de contradictions, mais il +est difficile, pour ne pas dire impraticable, d'innover sur ce +point. Il est, d'ailleurs, bien entendu que partout où l'orthographe +moderne est consacrée, il ne nous reste qu'a l'adopter, surtout +quand il s'agit d'indiquer par là des différences caractéristiques. +Nous ne pouvons écrire autrement que φτάνει, άντρας, πεθερός, +Κωστής, κόμπος, σεντούκι, πουλώ, βγάζω, μπαίνω, etc. C'est ce que +l'ait tout le monde, et c'est aussi ce que je me suis par la cru +autorisé à faire. + +Dans l'essai qu'on va lire, j'ai simplement voulu traiter quelques +questions historiques. Le Syllogue a pris une excellente initiative +avec ses publications de documents populaires. Il n'y a qu'à +persévérer dans cette bonne voie. Je me suis proposé de mon côté de +signaler l'importance que les études linguistiques pourraient +acquérir dans le modeste domaine du néo-grec et la difficulté que +présente l'examen d'un dialecte sur place. La confection d'une +grammaire et d'un dictionnaire modernes sont la grande œuvre à +poursuivre. Toute l'attention devrait être tournée de ce côté: ce +serait faire acte de patriotisme et bien mériter de la science +contemporaine, que de mener à bonne fin une pareille entreprise. + +Je veux, en terminant cette préface assez longue, transmettre au +Syllogue philologique hellénique l'expression de la haute sympathie +que M. le ministre m'avait particulièrement chargé de témoigner de +sa part à cette association si laborieuse, si sincère et vouée à un +travail scientifique qui lui fait tant d'honneur. Elle peut être +certaine que la France est toujours avec elle. + +Paris, septembre 1886. + + + + + +ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ + +ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ. — ΛΕΞΙΚΟ. + + + ΑΞΙΟΤΙΜΟΙ ΚΥΡΙΟΙ, + +Δεν είναι συνήθεια, το ξέρω, στα φιλολογικά συνέδρια, να κάμνη +κανείς τη βιογραφία του και να μιλή για τον εμαφτό του. Μόλον τούτο +πρέπει να σας ανοίξω την καρδιά μου. Δεν μπορώ να ξεχάσω που είμαι +παιδί σας, που είμαι του τόπου παιδί και που μικρός άφησα την Πόλη. +Τι άλλο θέλετε να σας πω πρώτα πρώτα παρά τη χαρά μου, τώρα πού +βρίσκουμαι μεταξύ σας, τώρα που ξαναβλέπω την πατρίδα; Της πατρίδας +η αγάπη είναι ριζωμένη μέσα στη μέση της καρδιάς. Γεννιέται με την +ψυχή μας, σ' ολωνών τα στήθια φυτρώνει, και για να φυτρώση, φτάνει +να γεννηθούμε. + +Δεν άσπρισαν ακόμη τα μαλλιά μου κι ωςτόσό τι να σας πω; Άμα +ξαναείδα την Πόλη, με φάνηκε σα να ξαναχαίρουμουν της νιότης μου τα +πρώτα χρόνια. Μπορεί να με γέλασαν τα μάτια μου, μα σαν μπήκα στο +παλιό μας το σπίτι, θαρρούσα που με γλυκοκοίταζαν οι τοίχοι. Τα +δέντρα του περιβολιού που πήγαινα συχνά με το βιβλίο στο χέρι — τι +καλά που το θυμούμαι τώρα! — κουνιούνταν και ψιθύριζαν αγάλια +σταφτιά μου «Καλώς ώρισες, παιδί μου!» Ναι! κ' οι πέτρες στο δρόμο +με χαιρετούσαν, και μ' έρχουνταν όλο να τις πω «Πετρίτσες μου +αγαπημένες, κακοστρωμένα μου σοκάκια, με τι καρδιοχτύπι σας +ξαναπατώ!» + +Βλέπετε που είχα κάμποσους λόγους να μην αρχίσουμε με μιας τα +γλωσσολογικά. Όταν ο σοφός μας κι αξιότιμος Πρόεδρος με συλλογίστηκε +και μ' έστειλε την πρόσκλησή σας, δεν είτανε μόνο μια τιμή ξεχωριστή +να πέση τέτοιο κάλεσμα σε μένα· είταν και μια μεγάλη χαρά που σας +χρωστούσα στη ζωή μου· έπρεπε να σας το δείξω. Καταλάβετε ποιος +είταν ο κρυφός πόθος της καρδιάς μου. Ας το πούμε φανερά· ένα +συνέδριο στην Πόλη είναι μια γιορτή για τα μάτια και για το νου. Δεν +μπορεί να μοιάξη με κανένα άλλο συνέδριο στον κόσμο. Εδώ δεν έχει +κανείς μόνο νακούση και να μάθη, έχει να διή και ναπορήση. Να τόχετε +για βέβαιο όλοι μας εδώ μαζί σας συμπαθούμε, και για την ιδέα που +είχετε να μας δείξετε την πρόοδο της ελληνικής επιστήμης, και γιατί +βλέπουμε σε τι τόπο προδέβει. Καλά κάμετε να μας καλέσετε. Όσο +έλειπα από την Πόλη, θυμούμαι που διάβαζα συχνά στα δημοτικά μας +παραμύθια για βασιλοπούλες που φορούσαν τον ουρανό με τάστρα, τη +θάλασσα με τα ψάρια και τη γις με τα λουλούδια. Δεν μπορούσα να +καταλάβω τι είταν αφτές οι τρεις φορεσιές. Σαν είδα τις γαλανές +πεδιάδες τουρανού μας, τη μαβειά θάλασσα που αφρίζει και μοιάζει +κάμπος ασπρολούλουδα γεμάτος, σαν πάτησα τούτη την περίφηρη γις και +βρέθηκα μέσα σε τέτοια φύση, κατάλαβα το παραμύθι, θαρρούσα τώρα και +γω που φορούσα τον ουρανό με τάστρα, τη θάλασσα με τους αφρούς της, +τη χαρούμενη γις με τα χορτάρια. Όταν ακούτε και σας μιλώ με τέτοιο +τρόπο, μήτε σας κολακέβω, μήτε φαίνουμαι αχάριστος για τη Γαλλία που +μ' έκαμε παιδί της. Έγινε πατρίδα μου και μητέρα. Εκεινής είναι η +ζωή μου. Εκείνη με σπούδαξε, εκείνη με μόρφωσε νου και ψυχή. Την ώρα +που σας το λέω, θυμούμαι που κάτω κάτω στα δυτικά της παράλια, άφησα +τα παιδιά μου και της γυναίκας μου τον πατέρα. Βλέπετε που πρέπει +διπλά να σας αγαπώ, και σα Γραικός, και σα Γάλλος. Η Γαλλία στάθηκε +πάντοτες ο πιο πιστός φίλος του Γραικού, συχνά μάλιστα φανερώθηκε ο +μόνος μας φίλος. Ξέρετε που στην αρχή αφτουνού μας του αιώνα, με τον +d' Ansse de Villoison και με τον Hase, η Γαλλία θέλησε πρώτη να +διδάξη τη γλώσσα που μιλούμε. Και σήμερα πάλε μας έδωσε αφορμή, σε +δημόσια μαθήματα, να μελετήσουμε της γλώσσας μας την ιστορία. Μην +κοιτάζετε που με διάλεξε για τόσο μεγάλο έργο· με πήρε μόνο και μόνο +για να δείξη στους άλλους Γραικούς την αιώνιά της αγάπη για την +Ελλάδα και για τα ελληνικά γράμματα. Για τον ίδιο λόγο με στέλνει σε +σας ο κ. Υπουργός της γενικής Παιδείας. Εμένα τίμησε· εσάς θέλησε να +δοξάση. Ήρθα να σας φέρω τους φιλικούς του χαιρετισμούς. Έτσι +βρέθηκα και γω μέσα σ' αφτό το Συνέδριο. Τη σημερνή μου τη χαρά τη +χρωστώ και κείνηνα στη Γαλλία. Δεν έχω δίκιο να σας λέω που την +αγαπώ σα μητέρα; Τώρα όμως μπορώ να πω που αγαπώ την Πόλη σαν +πολυλατρεμένη μου γιαγιά. + +Μην έχετε φόβο κανένα! Ο σκοπός μου σήμερα δεν είναι να σας μιλήσω +για το «_ ζήτημα της γλώσσης _». «_ Ζήτημα της γλώσσης _» λέμε μεις, +όταν πιάνει κανείς και ξετάζει τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε. Τι +γλώσσα πρέπει να γράφη κανείς, δεν μπορεί να είναι ζήτημα. Όλοι οι +λαοί του κόσμου κ' οι Αρχαίοι μέσα σ' αφτούς, έγραψαν τη γλώσσα του +καιρού τους, τη δημοτική γλώσσα. Όταν έλεγε ο Πλάτωνας _ ειμί _ και +_ πατήρ _, ο πρόστυχος ο Αθηναίος δεν τόλεγε διαφορετικά· δε γνώριζε +τύπους _ πατέρας _ ή _ είμαι _. Το _ ειμί _ και το _ πατήρ _ είταν +οι δημοτικές, οι χυδαίες λέξες εκείνης της εποχής. Αφτό το ξέρετε +και σεις πολύ καλήτερα από μένα, και δεν είναι ανάγκη να σας λέω +πράματα, που θα τα μάθη κάθε παιδί, άμα πατήση στο σκολειό. Το _ +ζήτημα _ είναι, τι γλώσσα γράφει κανείς, με τι τρόπο τη γράφει, κι +αν η γλώσσα που γράφει είναι ή δεν είναι σωστή. Μα μείντε ήσυχοι. +Μήτε γι' αφτό το ζήτημα δε θέλω να σας πω τίποτις. Προσπαθώ να σας +μιλήσω γραικικά. γιατί θωρώ χρέος του καθενός, όσο μπορεί και με τα +μικρά του μέσα, να σπουδάξη, να καλλιεργήση, αν είναι δυνατό +μάλιστα, και να γράψη την εθνική του γλώσσα, τη γλώσσα που του έμαθε +η μάννα του. Πολύ σέβουμαι το λαό. Λαός είμαι και γω. Να τον ξεπέσω, +με φαίνεται που κι ο ίδιος ξεπέφτω. Ξέρω που πάντα θα βρεθή κανένας +άλλος — κανένας φίλος πιστός να με κατηγορήση. Ας αφήσουμε τους +φίλους μας να λένε για μας όσα θέλουν. Τι σας φαίνεται; Όταν έχει +κανείς πολλές αμαρτίες — ο λόγος μου είναι για μένα — σαν πιο +φρόνιμο μ' έρχεται να μην τις φωνάζη πολύ δυνατά. Με τέτοιο τρόπο +κάποτες στέκουνται κ' οι άλλοι και δε λεν τίποτις. Να πω βάρβαρο το +έθνος, θα με πουν και μένα βάρβαρο. Δεν καταδέχουμαι τέτοιο πράμα. +Πολύ πιο σωστό είναι να μην αρνηθώ τη γενιά μου· τότες με σέβεται κι +ο κόσμος. + +Εμένα με φτάνει που με δείχνετε τόση καλοσύνη, με φτάνει που +καταδέχεστε και μ' ακούτε. Δεν είναι δουλειά μου να βγάλω σήμερα στη +μέση τέτοια ζητήματα. Ήθελα μόνο και μόνο να σας μιλήσω για κάτι +ζητήματα της γλωσσικής μας ιστορίας. Ήθελα να διούμε μαζί τι μπορεί +να μας μάθουν τα μεσαιωνικά κείμενα, τι αξία έχουν αφτά τα κείμενα, +και να συλλογιστούμε αν είναι τρόπος να γίνη πρώτα καμιά Γραμματική, +ύστερα κανένα Λεξικό της νεοελληνικής. + +Αν είχε κανείς να γράψη την ιστορία της γλώσσας μας, έπρεπε να +καθήση να τη γράψη στην Πόλη. Καλήτερος τόπος δεν υπάρχει για τέτοιο +έργο. Να μιλήση κανένας εδώ για την ιστορία της γλώσσας, είναι σα να +σας μιλούσε εδώ την ίδια σας την ιστορία. Μέσα σε τόσες άλλες δόξες, +δυο δόξες μεγάλες κατώρθωσε νάχη η Πόλη. Εσάς χρωστά ο κόσμος την +αρχαιότητα. Εσείς σώσετε τα παλιά τα χερόγραφα και ταριστουργήματα +των Ελλήνων. Από σας η Εβρώπη τα πήρε και τάμαθε. Χάρη σε σας, για +δέφτερη φορά ξαναγεννήθηκε ο αθρώπινος νους και φωτίστηκε η +επιστήμη. Μα δε σας έφταξε μόνο αφτό· την αρχαία τη γλώσσα δεν τη +φυλάξετε μόνο στο χαρτί· έμεινε στα χείλια σας απάνω. Εκεί, ακόμη +και σήμερα, βασιλέβει. Όταν κανείς συλλογιέται τέτοιο πράμα, μόλις +του φαίνεται δυνατό, κι όταν το λέει, μόλις μπορεί ο ίδιος να +πιστέψη τα λόγια του. Φανταστήτε τι είναι, μια γλώσσα να ζη τόσους +αιώνες και να μιλιέται τρεις χιλιάδες χρόνια και παραπάνω! Ίσως +είναι μεγαλήτερη δόξα, παρά να την έχη κανείς μόνο γραμμένη στα +βιβλία. + +Κι ωςτόσο είναι αλήθεια. Δεν κόπηκε η σειρά. Ο λαός πάντα σώζει και +βαστά την παράδοση την αρχαία. Τη γλώσσα που σήμερα λαλεί, την έχει +από τα χρόνια τα παλιά, από τους αρχαίους την άκουσε, την πήρε, +μπορώ να πω, μέσα από των αρχαίων το στόμα. Κι από πού το βλέπουμε; +Από τους τύπους που συνηθίζει η γλώσσα μας ακόμη και σήμερα. Ο +καθένας διάβασε στη γραμματική, μερικοί μάλιστα έμαθαν απ' όξω τα +συνηρημένα ρήματα και κλίνουν το _ φιλέ-ω, φιλώ, φιλέ-εις, φιλείς, +φιλέ-ει, φιλεί. _ Ξέρετε όλοι σας που το _ φιλέω _ είναι της ιωνικής +και το _ φιλώ _ της αττικής. Πώς από το _ φιλέω _ μπόρεσε να βγη το +_ φιλώ, _ πώς χάθηκε ο τόνος στο ε, πώς πήρε περισπωμένη το ω, είναι +πολύ δύσκολο ζήτημα κι ο σκοπός μου δεν είναι να το ξετάσουμε τώρα. +Το βέβαιο όμως είναι που ο πρώτος άθρωπος που είπε φιλώ αντίς φιλέω, +ή _ μουσών _ αντίς μουσάων, έπρεπε πρώτα να είχε ακουσμένο τον τύπο +φιλέω ή μουσάων. *Αν ο ίδιος δεν είχε μάθει τον ασυναίρετο τύπο, δε +θα συναιρούσε ποτές μήτε το _ μουσάων _ μήτε το _φιλέω_. Τους +συνηρημένους τύπους δεν τους ήβρε στη γραμματική, γιατί πρι γίνη +γραμματική, πρέπει να γίνη γλώσσα. Άκουσε μοναχός του τα _φιλέω_ και +τότες τόκαμε _φιλώ_. Για τούτο σήμερα λέμε που η αττική άλλο δεν +είναι παρά μεταπλασμός της ιωνικής. Το συνηρημένο το _ φιλώ _ έχει +μέσα του και βαστά ταρχαιότερο το _ φιλέω. _ Με το ίδιο σύστημα, +μέσα στο νεώτερο το _ μουσών _ κάθεται η παλιά γενική _ μουσάων _. Η +αττική έσωσε την ιωνική όταν πια δε μιλούσε κανείς ιωνικά. Την πήρε, +την έκρυψε και τη φύλαξε μέσα της. + +Ακούστε τώρα και το δικό μας το λαό. Ο λαός δε θα σας πη ποτές _ τας +ώρας _. Ο τύπος της κοινής είναι _ τις ώρες· _ σε μερικά χωριά λεν +όμως ακόμη και σήμερα _ τες ώρες, _ μάλιστα και _ τας ώρες _. Αφτό +το _τες_ από πού έρχεται; Πώς έγινε; Δε θέλω τώρα να σας διαβάσω όσα +έγραψα αλλού για το _τες_{40}. Ένα μόνο ήθελα να σας θυμίσω. Ο +πρώτος Γραικός που είπε τες αντίς τας, δε θάλεγε στη ζωή του το τες, +αν πρώτα δεν ήξερε το τας. Και το τας από πού το πήρε; Το είχε +ακούσει από τους αρχαίους κι από τότες το γνώριζε. Σαν που σώζεται +το _ φιλέω _ μέσα στο _ φιλώ _, έτσι σώζεται και το _ τας _ μέσα στο +_ τες _. Η καινούρια μας αφτή αιτιατική είναι παιδί της παλιάς +αιτιατικής _ τας _· από μέσα της βγήκε. Αναμεταξύ στο τας και το τες +δεν είναι κανένας άλλος τύπος, κι άμεσα πήρε η μια αιτιατική τον +τόπο της αλληνής. Έτσι και το τίς μπήκε λίγο λίγο στη θέση του τές. +Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, που ο λαός δεν μπορεί να πη τας ώρας. Αν +τόλεγε, δεν θα βαστούσε την παράδοση την αρχαία. Μια φορά που το τας +έγινε τες κ' έπειτα τις, είναι αδύνατο πια ο λαός να ξέρη το τας. +Δεν τόχει καμιά ανάγκη. Μπορεί να το μάθη μόνο στα βιβλία, σαν που +το μάθαμε όλοι μας· μ' άλλα λόγια, αν τύχη και το πη σήμερα ο λαός, +δεν το λέει γιατί τάκουσε κατεφτείας από τους αρχαίους — το διάβασε +τυπωμένο και το λέει. Μα στα βιβλία ό τι θέλει κανείς κι όποιος +θέλει μπορεί να διαβάση. Κ' ένας ξένος είναι άξιος να βρη μέσα στη +γραμματική τον τύπο τάς την αιτιατική τές ή τίς μόνο ένας Γραικός +μπορεί να τη γνωρίζη, χωρίς να τη διή γραμμένη στα βιβλία. Στην +Εβρώπη, όλος ο κόσμος μαθαίνει τα ελληνικά στο σκολειό· κανένας +Εβρωπαίος όμως δε θα πη πού βάσταξε ταρχαίο το τάς, σαν που το βαστά +σήμερα ο λαός, λέγοντας τές ή τίς. Την παράδοση μόνος εκείνος την +έχει· η αρχαία γλώσσα, για να πέση στου λαού το στόμα, κατέβηκε ίσια +το δρόμο της, η για να το πούμε πιο σωστά, τύπους άλλαξε, δεν άλλαξε +στόμα. Το στόμα πάντα ελληνικά λαλούσε. + +Βλέπετε λοιπό με τι τρόπο πρέπει να κρίνουμε τα πράματα και να +καταλάβουμε τα ιστορικά φαινόμενα. Ίσια ίσια γιατί μεταμορφώνει τη +γλώσσα του ο λαός, τη φυλάει, κ' ίσια ίσια γιατί άλλαξε η γλώσσα, +έμεινε πάντοτες η ίδια. Αλλάζοντας τη γλώσσα τη βαστούσετε και σεις. +Σώσετε μάλιστα πολλούς νόρους που, αν κανείς δεν προσέξη καλά, +φαίνουνται κατάλληλοι μόνο για την αρχαία γλωσσική κατάσταση της +ελληνικής. Ξέρετε που σήμερα κάθε Πολίτης θα πη άκουσα αντίς ήκουσα +κ' έτοιμη αντίς ετοίμη. + +Αν έλεγε _ ήκουσα _ ή _ ετοίμη _, θα παράβαινε κ' ίδιας της αρχαίας +τον κανόνα. Ο τόνος στην αρχαία κατεβαίνει μόνο όταν η υστερνή +συλλαβή της λέξης είναι διπλόχρονη. Ταρσενικό έτοιμος μπορεί λοιπό +στην αττική να μείνη προπαροξύτονο· η γενική ετοίμου, η δοτική +ετοίμω, η θηλυκή ονομαστική ετοίμη δεν μπορούν όμως να βαστάξουν τον +τόνο στην προπαραλήγουσα, γιατί το η, το ω και το ου είταν τότες +διπλόχρονα. Τώρα που είναι απλόχρονα, είναι ανάγκη να λέμε έτοιμη, +για τον ίδιο λόγο που έλεγαν οι αρχαίοι έτοιμος. Όσο απλόχρονο είναι +το οι, τόσο απλόχρονο είναι σήμερα και το _ η _· πολύ σωστά +προφέρνετε όλοι σας _ έτοιμι _ κι όχι _ετοίμι_, ακόμη κι αν τύχη να +πήτε _ετοίμι_. _Ετοίμι_ δεν το κάμνετε ποτές. Μιλώντας έτσι, +προσέχει ο λαός τον ίδιο νόμο, γιατί αν τόνιζε _ετοίμη_, θα είτανε +σα νάβαζε τους αρχαίους να τονίσουν ανθρώπος αντίς άνθρωπος. Ποτές +όμως ο λαός δε θα βγάλη προπροπαραξύτονα, αφού τέτοια δε γνώριζε +μήτε η αρχαία{41}. Εκεί που δε χάθηκαν οι συλλαβές, δεν μπορούσε να +χαθή ο κανόνας. Εκεί που χάθηκαν τα διπλόχρονα, ο κανόνας έμεινε. + +Τα ίδια και με το η του παρατατικού ήκουσα. Το η είχε το λόγο του, +όταν είταν το η διπλόχρονο. Αφού δεν είναι, η άφξηση δεν έχει πια +κανένα νόημα. Για να καταλάβουμε τι θα πη, πρέπει να πιάσουμε βιβλίο +και να διούμε που γράφει _η_ κι όχι _ι_, γιατί στην προφορά δε +διακρίνεται. Η ζωντανή προφορά είναι ωςτόσο η μόνη αλήθεια. Με τη +γραμματική δε γίνουνται οι γλώσσες και για να τις μιλήση κανείς, δεν +έχει ανάγκη να τις διαβάζη. Ο παρατατικός ήκουσα για τους αρχαίους +είταν ο φυσικός τύπος δεν τους έρχουνταν ποτές να το πουν αλλιώς. +Προτού να μάθουν τι θα πη γράψιμο, ήξεραν κ' έλεγαν _ ήκουσα _. Στον +καιρό του Περικλή δεν είχαν οι Αθηναίοι δασκάλους να τους διδάξουν +τα ρήματα. Μόλις γνώριζαν τι θα πη γραμματική. Γραμματικές δε +σώθηκαν από κείνα τα χρόνια και πολύ πιο ύστερα αρχίσανε στην Ελλάδα +να γράφουνται γραμματικές. Η μόνη γραμματική είταν η δημοτική +γλώσσα. + +Μια γλώσσα, αν μπορώ να το πω έτσι, είναι μια γέννα παντοτεινή. Ο +ένας τύπος γεννά τον άλλονα, ο καινούριος ο τύπος μας παριστάνει τον +τύπο τον αρχαίο, σαν τα παιδιά που χωρίς να μοιάζουν ποτές +απαράλλαχτα τον πατέρα τους, μόλον τούτο έχουν το ίδιο αίμα και μας +δείχτουνε μια εικόνα καινούρια κάθε γιος του πατρός του. Οι γλώσσες +είναι σαν τους αθρώπους — ο άθρωπος στέκεται πάντοτες ο ίδιος, +τάτομα αλλάζουν και παν. Ένα παιδί δεν ξεπέφτει, γιατί δε μοιάζει +όλους διόλου τον πατέρα του στο πρόσωπο και στην ψυχή. Φτάνει με το +πρόσωπό του και με την ψυχή του, με την καινούρια του τη μορφή, να +φανή άξιος, καλός, αν είναι δυνατό, και περίφημος άντρας. Τι αλλαγή +είναι ο μεγάλος φυσικός νόμος, ο μόνος ίσως που βλέπουμε καθαρά και +που σε κάθε πράμα, στάστρο που φέγγει, στο λουλούδι που φυτρώνει και +στη λέξη που γεννιέται, μας φανερώνει την ύπαρξή του. Έχω πολύ σέβας +για τους προγόνους μας και μεγάλη ιδέα για τον Αδάμ αφού του +χρωστούμε όλοι μας τη ζωή. Αλλά φανταστήτε, αξιότιμοι Κύριοι, αν από +τον καιρό του Αδάμ δεν άλλαζε ο κόσμος κι αν έμοιαζε κάθε γιος +απαράλλαχτα τον πατέρα του, τι θα είμαστε σήμερα! Ας το πούμε σιγά +σιγά, να μη μας ακούσουν· ο ίδιος ο Αδάμ θα βαριούνταν τη ζωή, κι +όλοι μας εμείς που βρεθήκαμε τώρα στην Πόλη, δε θα γιορτάζαμε ίσως +αφτό το Συνέδριο, μήτε θα είχαμε Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο! Και θα +είταν τόντις κρίμα. + +Αφτή της γλώσσας μας η αλλαγή δεν έγινε μόνο στην Πόλη, και μπορεί +να με πήτε πού, αν έμεινε η γλώσσα, δεν είναι, σαν που σας τόλεγα, η +δόξα μόνο δική σας. Έχετε δίκιο. Παντού στην Ελλάδα μεταμορφώνουνταν +η αρχαία. Πρέπει όμως να συλλογιστούμε που για τη μόρφωση μιας +κοινής γλώσσας, πολύ μεγάλη σημασία έχουν τα λεγάμενα κέντρα, μ' +άλλα λόγια οι πρωτέβουσες. Εκεί γίνουνται οι εθνικές γλώσσες, που +όλος ο κόσμος τις μιλεί, που καταντούν κοινή συνήθεια και που μέσα +τους μαζέβουν και συγκεντρώνουν όλους τους άλλους ιδιωτισμούς. Στις +πρωτέβουσες μέσα έχουν την αρχή τους· οι πρωτέβουσες είναι ρίζα τους +και φύτρα. Τόσο είναι αλήθεια αφτό που λέμε, που μόλον ότι σ' όλη +την Ελλάδα μιλούσαν τα γραικικά, μόνο στην Πόλη πρωτογράφηκε η +γλώσσα κι άρχισε να φαίνεται μια καινούρια φιλολογία. Εσείς μας +δώσετε το πρώτο μας φιλολογικό μνημείο. Ο Σπανέας και του Πρόδρομου +οι στίχοι από δω βγήκαν. Η κοινή γλώσσα άρεζε μάλιστα και στο +παλάτι. Ο Πρόδρομος έγραφε για τους Κομνηνούς και τον άκουγαν +Κομνηνοί. Είχε τον αφτοκράτορα προστάτη. Τέτοιο πράμα μόνο σε +πρωτέβουσα θα το διήτε· σαν το Φραγκίσκο τον Α στη Γαλλία, πάντα +ένας φρόνιμος βασιλέας, με κεφάλι πολιτικό και με νου, θα διαφεντέψη +και θα προστατέψη την κοινή, την εθνική τη γλώσσα του λαού, γιατί +απάνω στο λαό στηρίζεται κι ο ίδιος. + +Ο Σπανέας (λέω την παραλλαγή που δημοσίευε ο Legrand{42}, γιατί οι +άλλες{43} δεν έχουν την ίδια αξία), ο Σπανέας και κείνος γράφηκε για +κανένα βασιλόπουλο ή τουλάχιστο για κανένα πρόσωπο σημαντικό{44}. +Τόνομα του Σπανέα ήθελα προ πάντα να σας θυμίσω, γιατί αφτό και μόνο +θα μας δείξη πόσα κάμετε για τη γλώσσα. Ο Σπανέας στο ποίημα του +μετάφραζε τον Ισοκράτη. Είπα μετάφραζε, γιατί δε γύρεβε να κλέψη μια +ή δυο λέξες αρχαίες, χωρίς να τις καταλάβη καλά. Έβαζε τον Ισοκράτη +στην κοινή γλώσσα εκείνης της εποχής, για να μπορέση ο καθένας να +τον ακούση. Κι αφτό τι θα πη; Θα πη που στα χίλια εκατό και τόσα — +γιατί τότες συμπεραίνω να στιχουργήθηκε αφτό το ποίημα — δεν τους +έφτανε μόνο ναντιγράφουν τον Ισοκράτη· είταν και μερικοί που +διάβαζαν τα ελληνικά, για να τα μεταφράσουν. Ο Σπανέας με τον +παραινετικό του λόγο βαστά τη σειρά του κ' έχει την ιστορική του +σημασία. Μας δειχτεί πλάγι πλάγι το μεσαιώνα με τα παλιά τα χρόνια. +Ό τι παίρνει από τους αρχαίους το κάμνει καινούριο· η γλώσσα του, με +τέτοιο τρόπο, βρίσκεται ίσια ίσια στη μέση, στην αρχαία μεταξύ και +στη νέα, σαν ένα γεφύρι που περνά τους αθρώπους από τη μια μεριά του +ποταμού στην άλλη μεριά. Έτσι δεν πεθνήσκει το έθνος· δε χάνει την +αιώνια παράδοση ο λαός. Τέτοια είναι κ’η δική σας η δόξα. Δε +φυλάξετε μόνο το χάρτινο θησαβρό, των αρχαίων τα γράμματα· μέσα μέσα +στη γλώσσα τη σημερνή βαστάξετε την αρχαία την ίδια, το ζωντανό +θησαβρό. Εσείς είστε η αλυσίδα που μας ενώνει με την αρχαιότητα, με +την αθάνατή μας μητέρα. + +Φανταστήτε τι χαρά θα περεχούσε σήμερα την καρδιά της Εβρώπης, αν +άξαφνα βρίσκουνταν κανένας στίχος προομηρικός! Δε θα είταν ανάγκη να +είναι ο στίχος ωραίος. Όσο λιγώτερη ποιητική ή φιλολογική αξία έχει +ένα κείμενο αρχαίο, τόσο πιώτερο βάρος έχει για τον ιστοριογράφο, +γιατί τότες μας δείχτει καλήτερα την απλή φύση, χωρίς στολίδι +κανένα, μας ξεσκεπάζει αθώα και παστρικά την ιστορία και την +αλήθεια. Ο στίχος ο ωγύγιος θα είταν ατίμητος στίχος, γιατί θα μας +έδειχτε την αρχαία κατάσταση, το παλιώτερο γραμματολογικό σύστημα +της ελληνικής, θα βλέπαμε μια γλώσσα ακόμη πιο αρχαία από τη γλώσσα +που έγραψαν Όμηρος και Πλάτωνας. Όμηρος και Πλάτωνας δε θα +ξαναγίνουν ποτές — το ίδιο κεφάλι δε φαίνεται στον κόσμο δυο φορές, +γιατί και να φαίνουνταν, άμα αλλάξουν τα περιστατικά, θαλλάξη και +κείνο{45}. Μπορεί νάρθουν άλλοι που να τους αξίζουν και να κάμουν +πάλε στον καιρό τους ό τι κάμανε στο δικό τους εκείνοι, σαν που +είδαμε στην Εβρώπη να βγουν τόσα φώτα. Δάντε, Σαικσπείρο, Γκέτε, +Βολταίρο, που δε φοβούνται σύγκριση με κανέναν. Ας μη χάσουμε την +ελπίδα που θάχουμε και μεις καμιά μέρα άντρες μεγάλους. Ένα έθνος +πρέπει πάντα να βάζη την ιδέα του αψηλά. Στο μεσαιώνα αρχινούσε η +φιλολογία μας να λουλουδιάζη· αν της αρχαίας η μίμηση δεν την είχε +πλακώσει κατόπι, — θέλω να πω στα δικά μας τα χρόνια — , από του +Πρόδρομου και του Σπανέα τους στίχους θάβγαινε μια ποίηση νέα, σαν +που βγήκαν από την άμορφη γλώσσα της μεσαιωνικής Γαλλίας τόσα έργα +που απορεί σήμερα ο νους μας. Η Cantilène de Sainte Eulalie, τα +Serments de Strasbourg έχουνε χίλιες φορές πιώτερη αξία, όταν τα +συγκρίνουμε με τη γλώσσα του Ρασίνα. Κοντά στο μικρό παιδί βλέπουμε +και τον άντρα. + +Τώρα παρατηρείτε τι σημασία μπορεί νάχη μια μέρα ένας στίχος του +Πρόδρομου ή του Σπανέα. Πολλή ποίηση δεν έχουν, πρέπει να το πούμε +παστρικά, μήτε ο ένας μήτε ο άλλος. Μα κι ο προομηρικός στίχος που +λέγαμε, είμαι βέβαιος που πολλή ποίηση δε θα είχε. Ας ελπίζουμε που +κι ο Πρόδρομος κατόπι, — σαν το στίχο τούτο ή ας είναι και σαν τα +Serments de Stasbourg, — θα γεννήση καμιά ποίηση μεγαλήτερη. Όταν +τρέχει ο ποταμός, ο καθένας μπορεί να διή τα νερά του· το δύσκολο +είναι να βρη την πηγή του. Άμα μορφωθή η καινούρια μας φιλολογία, θα +σας δοξάσουν τότες και σας, όχι μόνο γιατί σώσετε τον Πλάτωνα τον +αρχαίο, αλλά και γιατί δώσετε πρώτοι σας ζωή στον πατέρα του Πλάτωνα +που θα μας έρθη. + +Η περιέργεια του αθρώπου είναι διπλή. Είναι σαν τα βιβλία που +σπουδάζει. Των αρχαίων τα έργα που σήμερα μελετούμε έχουνε για μας +δυω λογιώ σημασία· ή στην ιστορική τους, στην επιστημονική τους αξία +θα προσέξουμε, ή στη φιλολογική{46}. Ή θα κοιτάξουμε να διούμε τι +μπορεί να πάθουμε απ' αφτά τα έργα για τα έθιμα, για τους νόμους, +για τη θρησκεία, για τη γλώσσα, ας είναι και για την τοπογραφία της +Αθήνας ή της Ρώμης, ή μας φτάνει να πιάσουμε το βιβλίο στο χέρι, να +διαβάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή, μόνο και μόνο γιατί μας αρέσει +τέτοια συντροφιά, γιατί γυρέβουμε να βρούμε στους αρχαίους ή κανένα +όμορφο στίχο, ή καμιά σκέψη μεγάλη, ή καμιά ιδέα που μας υψώνει το +νου. Ήσυχα και γλυκά περνούν οι ώρες, όσο φαιδραίνεται η ψυχή μας +και ξεκουράζεται ο νους μας με τα λόγια που μας λεν τόσοι και +τέτοιοι άντρες. Απορούμε με την τέχνη τους, με τη χάρη της γλώσσας, +με το ύφος και τη γνώση τους. Κάποτες μάλιστα τυχαίνει ναπορήσουμε +με την ίδια μας τη γνώση, που ξέρουμε και βρίσκουμε στα συγγράμματα +τους τόσες ωραιότητες. + +Η επιστήμη άλλα γυρέβει. Πριν απορήση με την τέχνη του Σοφοκλή, θα +πάη πρώτα να διή πώς γράφουν τα διάφορα χερόγραφα το στίχο που μας +αρέσει· έπειτα θα πάρη να ξετάση κάθε λέξη, για να βγάλη το νόημα +παστρικά. Τότες θα μελετήση την τραγωδία αλάκαιρη του ποιητή· θα +κάμη ανάλυση και χυμία. Θέλει να μάθη· δεν της φτάνει να θαμάζη και +να χαίρεται. Ο Σοφοκλής καταντά να είναι ιστορικό, όχι μόνο +φιλολογικό μνημείο. Η επιστήμη θα μας πη, μελετώντας το Σοφοκλή, σε +τι κατάσταση, σε τι περίοδο βρίσκουνταν τότες η θρησκεία, η +φιλοσοφία, η γλώσσα του αθρώπου. Δεν της μέλει για τη χαρά που +μπορεί να της προμηθέψη ένας όμορφος στίχος. Ο φιλόλογος έχει +πιώτερη τύχη. Είναι σαν τον πλούσιο που κάθεται στο τραπέζι και +ξέρει να ξετιμήση κάθε νόστιμο φαγητό που θα του φέρουν. Η επιστήμη +όλο δουλέβει· σπάνια κάθεται η ίδια στο τραπέζι· το στρώννει μόνο +και φέβγει, γιατί θέλει να προδέψη και να βρη κάθε μέρα τίποτις +καινούριο, κάθε μέρα καινούρια θροφή. + +Για τούτο βλέπετε που σήμερα δε χορταίνουμε με ταριστουργήματα +μοναχά· μας χρειάζεται κι άλλη μελέτη. Δοθήκαμε στην επιγραφική +τέχνη, και σηκώνουμε κάθε γραμμή που μπορεί κάτι να μας μάθη για την +ιστορία την αρχαία. Όλες οι επιγραφές, αν τις βάλετε μαζί τη μια με +την άλλη, ίσως δεν αξίζουν ένα στίχο της Ιλιάδας η μια φράση του +Δημοστένη. Αδιάφορο είναι! Ο σκοπός είναι να διούμε τι γίνεται, με +τα χρόνια που περνούν και με τους αιώνες που σπρώχτουν ο ένας τον +άλλο, η αθρώπινη ψυχή κι ο αθρώπινος νους. Την ιστορία του πολεμούμε +να καταλάβουμε· το μεγαλήτερο μυστήριο είναι ο άθρωπος ο ίδιος. +Μπροστά στον άθρωπο, τολμώ να το πω, κι ο Σοφοκλής φαίνεται μικρός. +Τάτομα δε λογαριάζουν, όταν είναι τέτοιο αντικείμενο στη μέση. Και +δεν έχει να κάμη αν η εποχή που μελετούμε είναι μεγάλη και ξακουστή, +ή παρακατιανή κι άγνωστη. Σ' όλη τη σειρά της μακρινής του ζωής, ο +άθρωπος μνήσκει άθρωπος. Το λουλούδι, άμα ξανοίξη, δείχτει στον +καθέναν την ομορφιά του, κι ο κόσμος δεν έχει παρά να το κοιτάξη για +να χαρή. Όταν είναι κρυμμένο κάτω στη γις, όταν ακόμη δε βγήκε και +κάθεται όλο μαζί στο σπόρο του μαζωμένο, τότες είναι που αξίζει να +διούμε με τι τρόπο γεννιέται και πως μεγαλώνει. + +Ό τι από μέσα της βγάζει του αθρώπου η ψυχή, ό τι μας φανερώνει την +αθρώπινη ύπαρξη κ' ενέργεια, μοιάζει με το λουλούδι. Η επιστήμη θα +προσπαθήση να μάθη από πού πήραν τα φύλλα τωραίο τους χρώμα, πώς +αναπνέουν τα ρόδα και πώς αγαπούν της ζωής των το μυστικό πολεμά να +καταλάβη και να μας πη. Μέσα σ' αφτά τα λουλούδια, ίσως το πιο +περίεργο είναι το λουλούδι που φυτρώνει μέσα στην ψυχή και που +ξανοίγει στο στόμα κάθε αθρώπου — η γλώσσα. Ας βάλουμε με το νου μας +πόσες μυριάδες χρόνια είναι τώρα που ακούστηκε στον κόσμο η πρώτη +μας λαλιά. Δεν έφεξε μέρα, δεν πέρασε ώρα μήτε στιγμή από τότες, που +να μη βγάλουμε καινούριους τύπους, καινούριες γλώσσες. Αφτό είναι σ' +όλους γνωστό. Ο λόγος όμως είναι να μάθουμε όχι που έγινε έτσι το +πράμα μα γιατί έγινε και γιατί είναι έτσι. Πώς κι από πού μπορούμε +αδιάκοπα κ' αιώνια να δημιουργούμε με τέτοιο τρόπο; Πού βρίσκουμε τη +δύναμη να φτειάνουμε κάθε μέρα πλάσματα νέα; Γιατί αλλάζουμε +μερικούς τύπους, και γιατί άλλοι πάλε χρόνια περνούν και δεν +αλλάζουν; Πώς ξαπλώνεται λίγο λίγο, πώς από μέσα από τα χωριά +βγαίνει μια γλώσσα και καταντά γλώσσα κοινή; Πώς χάνεται μια γλώσσα +και πώς αρχίζει μια άλλη να διαδίδεται και να μιλιέται; Πώς κάθε +κούνημα των οργάνων, πώς κάθε λογισμός του μυαλού μπορεί να φέρη μια +καινούρια αλλαγή; Μελέτη κ' ιστορία μιας γλώσσας άλλο δεν είναι παρά +σπουδή κ' ιστορία της αθρώπινης ψυχής. + +Οι γλωσσολόγοι δεν έχουν πολλή πέραση στον κόσμο, θα διήτε να τους +κατηγορήσουν ή τουλάχιστο να μην τους πολυσυνοριστούν. Τους έχουν +πού και πού για κοντομάτηδες και μικρόλογους αθρώπους. Μην πιστέψετε +τέτοιο πράμα. Η γλωσσολογία σήμερα, μπορούμε να το πούμε, τέλειωσε +με την περίοδο της σκολαστικής, σαν που τόκαμαν κι άλλες επιστήμες· +μπήκε τώρα στη φιλοσοφική της σειρά. Και κείνη θέλει σ' όλα να μάθη +την αρχή, την πρώτη αιτία. Είταν ένας καιρός που ο μόνος της σκοπός +στάθηκε να μαζέβη ύλη. Έλεγε, παραδείματος χάρη, που η γαλλική λέξη +vie, ζωή, βγήκε από τη λατινική vita. Έπεσε το τ, το α έγινε ε· +τέλος έπεσε κι αφτό το ε, γιατί σήμερα κανείς πια δεν το προφέρνει. +Όλα αφτά είναι σωστά. Μα θέλουμε άλλα. Γιατί να πέση, σαν που λεν, +το τ κι όχι το β (v); Γιατί το α να γίνη ε και πώς συνέβηκε τέτοιο +πράμα; Το διπλόχρονο λατινικό ι γιατί άξαφνα να καταντήση απλό ι; +Μικρολογία δεν είναι να κάμνουμε τέτοιο ρώτημα. Το κάτω κάτω τι μας +μέλει να ξέρουμε που το vita έφερε τον τύπο vie; Πιώτερο μας +συφέρνει να διούμε αν το φαινόμενο αφτό μπορεί να μας δώση μια ιδέα +πιο σωστή για την ψυχική κατάσταση που βρίσκουνταν ο άθρωπος, όταν +από το vita έβγαλε λίγο λίγο το vie. Έτσι βλέπουμε τον τρόπο που +μπορεί και γίνεται ένα πράμα, εκεί που πρώτα δεν είταν. Η ψυχή μας +φανερώνει την ενέργεια που μέσα της έχει, και προσπαθούμε να διούμε +πώς φανερώνεται αφτή η ενέργεια. + +Μια λέξη μοναχή δε θα μας το μάθη. Η γλωσσολογία μόλις άρχισε σήμερα +να σπουδάζη τέτοια ζητήματα. Να λύση κανείς ένα πρόβλημα, τόσο +σπουδαίο πράμα δεν είναι· κάτι κατώρθωσε, μόνο όταν κατάλαβε που το +πρόβλημα υπάρχει. Άμα προκόψη η επιστήμη, άμα τελειοποιηθή, θα +μπορέση βέβαια να μας ξεσκεπάση καμιά μέρα τον κρυφό μηχανισμό της +γλωσσικής ενέργειας του αθρώπου. Η ενέργεια αφτή είναι διπλή, είναι +ψυχική και φυσιολογική, γιατί σήμερα μάθαμε και κοιτάζουμε το +φυσιολογικό λόγο κάθε αλλαγής. Τότες η επιστήμη θα μας κάμη να +βλέπουμε, σα σ' έναν καθρέφτη, το μέσα της γλωσσικής μας ζωής, την +εσωτερική ενέργεια του αθρώπου, τα όργανά του και το νου του. + +Για την ώρα φτάνει να προτοιμάζουμε την πρόοδο της επιστήμης, να της +στρώσουμε, να της σιάξουμε το δρόμο. Για τέτοια δουλειά χρειάζουνται +μελέτες πολλές. Ένα ένα πρέπει να πάρουμε τα γλωσσικά φαινόμενα και +να διούμε το νόημά τους, πρέπει να μελετούμε τα κείμενα. Είναι +βέβαιο που μήτε στου _ Πουλολόγου_ τους στίχους, μήτε στην +ψεφτολειτουργία του _ Σπανού _ μπορεί ναπαντήσουμε του Αριστοφάνη τη +χάρη ή του Πλάτωνα τη σοφία. Αλλά μήτε γυρέβει κανείς τέτοια +πράματα. Όσο πιο κακογραμμένα είναι, όσο λιγώτερη τέχνη μας +φανερώνουν τα ιστορικά μνημεία, τόσο θέλουν πιώτερη προσοχή από +μέρος μας και πιώτερο σέβας. Σε κάθε γλώσσα τα κείμενα είναι τα +πρώτα θεμέλια της επιστήμης. Εκεί βλέπουμε πώς μορφώνουνται, πώς +χάνουνται και πώς γίνουνται γλώσσες. Καταλαβαίνουμε τον τρόπο που +ζούσαν, που συλλογιούνταν και που μιλούσαν οι πεθαμμένοι. Μελετούμε +τους γενικούς νόμους της ιστορίας. Τέτοια σημασία πρέπει νάχουν και +για μας τα μεσαιωνικά στιχουργήματα. Ο Ντάντες είναι μεγάλος +ποιητής. Τα Serments de Strasbourg ποίηση καμιά δεν έχουν. Ωςτόσο +για το γλωσσολόγο ή τον ιστοριογράφο αξίζουν την Divina Commedia και +μάλιστα ίσως την ξεπερνούν. + +Πολλοί δικοί μας κατάλαβαν πόσο σπουδαία είναι τα κείμενα για τέτοια +μελέτη. Είναι τιμή για την Ελλάδα που βγήκαν τόσοι σοφοί να βρουν +και να τυπώσουν τα μεσαιωνικά μας μνημεία. Ταιριάζει ναναφέρουμε +τόνομα του μεγάλου μου και περίφημου φίλου και δασκάλου Κ. Σάθα. Ο +κ. Σ. Λάμπρος, με πολλή ακρίβεια και κριτική μέθοδο, μας έδωσε +κάμποσα βυζαντινά ποιήματα σε μια συλλογή{47} που είναι δόξα και για +τον εγδότη τον ίδιο και για τη γραικική επιστήμη. Έπρεπε να σας πω +κι άλλα μερικά ονόματα· μα ίσως μας έρθουν περισσότερα στο νου, αν +κοιτάξουμε στην Εβρώπη{48}. Ο Σύλλογος κατάλαβε πολύ καλά πόσο +πολύτιμη μπορεί να είναι τέτοια εργασία. Με χαρά μας είδαμε τον +κατάλογο που δημοσιέβει ο κ. Παππαδόπουλος Κεραμέας με τόσο κόπο και +τόση τέχνη. Και πριν είταν τόνομά του γνωστό στην Εβρώπη και τώρα θα +γίνη ακόμη πιο γνωστό. Πολύ σας τιμούν τέτοιες μελέτες. Για να +τυπώση κανείς τα χερόγραφα, πρέπει πρώτα να ξέρη σε τι βιβλιοθήκη +βρίσκουνται και τι γράφουν. Αφτό ίσια ίσια θέλει να μας μάθη ο κ. +Παπαδόπουλος. Ένας μεθοδικός κατάλογος είναι σήμερα η πιο δύσκολη +εργασία που μπορεί ναγίνη κ' η πιο χρήσιμη. + +Όλοι σας εσείς που πιάσετε τέτοια δουλειά, πήρετε το δρόμο που σας +έδειξε ένας περίφημος Γραικός, ο μεγάλος ο Κοραής {49}. Ξέρετε που +σήμερα οι ιδέες του Κοραή δεν μπορούν πολύ να μας χρησιμέψουν. Όσα +είπε για τη γλώσσα μήτε σωστά μας φαίνουνται, μήτε έχουν καμιά +σοβαρή ιστορική βάση. Ο Κοραής αγαπούσε να βάζη, το ένα με τάλλο +συστήματα αντίθετα — αφτή είταν η χαρά του και πολύ του άρεζε να μην +έχη σύστημα. Ποιητής δεν είταν, και για τούτο, όσο έζησε, δεν άφησε +την εθνική μας, τη δημοτική μας φιλολογία να μεγαλώση· ίσως το +νόμισε χρέος του να την πνίξη στα σπάργανά της. Είχε πάντα προαίρεση +καλή. Από τότες χάλασε η αρχαία μας η γλώσσα κ' η νέα μας η +δημοτική. Ο Κοραής δε θέλησε ποτές — ή δεν μπόρεσε! — να ξεχωρίση τη +μια από την άλλη και να διή που η καθεμιά έχει την ιστορία και τη +γραμματική της. Τόσο μακριά δεν του έμελε να πάη ο νους του. Είταν +πατριώτης μεγαλόκαρδος, γενναίος, κ' ίσως κανένας από μας δεν έχει +τόσο αθώα, τόσο ωραία ψυχή· αγωνίζουνταν πάντα για το καλό με πόθο +κι άπειρο κόπο, και βέβαια πιώτερο με πόθο παρά με σκέψη. Και για +τον καιρό που ζούσε, — είταν ο καιρός του Humboldt, του I. Grimm και +του Bopp! — καλός γλωσσολόγος δεν είταν{50}. Αν όμως και δεν ήξερε +μέθοδο κ' επιστήμη, αν κ' οι ετυμολογίες του μας κάμνουν πού και πού +να χαμογελούμε, ο νους του συχνά έβλεπε την αλήθεια, και χωρίς ίσως +ο ίδιος να το διή καλά καλά, έβρισκε το σωστό. Κατάλαβε λαμπρά τι +αξίζουν τα εθνικά μας αφτά ταρχεία, κι όταν κατόπι γίνη λόγος για +τον Κοραή, όταν ξεχαστή, σαν που ταιριάζει, η γλωσσολογία του και +διούμε που οι ιδέες του δεν είχαν και δεν έχουν αξία αληθινή — ο +μεγαλήτερός του έπαινος θα είναι που διάβασε και σπούδαξε δυο τρία +μεσαιωνικά ποιήματα, τον Πρόδρομο και το Γεωργιλλά. + +Η ιδέα του Κοραή είταν πολύ φρόνιμη. Είδε τι θέλει η Εβρώπη από μας. +Δεν προσμένει να της δώσουμε μήτε Όμηρο μήτε Πλάτωνα. Τους Λατίνους +και τους αρχαίους Έλληνες τους σπούδαξαν πολλοί σοφοί άντρες της +Δύσης με περισσότεοη τύχη ή με περισσότερη γνώση παρά που μπορούμε +νάχουμε ποτές. Ο σκοπός είναι η επιστήμη να προδέψη. Ό τι έγινε μια +φορά δεν είναι ανάγκη να ξαναγίνη. Δεν πειράζει να μην έχη ένας +τόπος μια καλή έγδοση του Βεργιλίου, αν την έχη ένας άλλος. Τίποτις +καινούριο δεν μπορεί πια σήμερα να βγη από τη μελέτη ή του Σοφοκλή ή +του Θουκυδίδη. Όσα είπαν οι άλλοι, πρέπει να πιάση να συνάξη κανείς +και να ξαναπή. Η κλασσική φιλολογία είναι σήμερα γνωστή. Ένας νέος +εγδότης μόλις θα μπορέση ή να διάβαση μια λέξη καλήτερα παρά που τη +διάβασαν ίσια με τώρα, ή να ξεδιαλίση με πιιότερη ακρίβεια το νόημα +ενός στίχου που είχε ξεφύγει στους άλλους. Άφτή τη δουλειά κάμνουν +ίσια ίσια στην Εβρώπη με μάθηση πολλή και τέχνη μεγάλη. Βρίσκουνται +κάπου κάπου και μερικοί πιο προκομμένοι, πιο ξυπνοί, που φωτίζουν τη +σπουδή της αρχαιότητας με καινούριες ιδέες. Μα δεν είναι καλό να +χάνεται ο κόπος που έγινε μια φορά. Δεν έχουμε παρά να μιμηθούμε +τους σοφούς που κόπιασαν ίσια με τώρα για την αρχαιότητα. Όταν +πρέπει να κάμουμε καμιά έγδοση για τα σκολειά, μας είναι έφκολο το +πράμα. Ας πάρουμε κι ας μεταφράσουμε τόσα καλά βιβλία που γράφηκαν ή +στη Γερμανία ή στη Γαλλία ή στην Αγγλία. Δε λέω που ο μεταφραστής ή +ο εγδότης δεν μπορεί να βάλη πού και πού τίποτις δικό του, να +διορθώση ένα κόμμα ή να δώση ερμηνεία πιο σωστή για μια λέξη, κ' +έτσι να μας βγάλη στη μέση, για το κοινό, καμιά καινούρια νοστιμάδα. +Όσο θερισμένος κι αν είναι ένας κάμπος πάντα κατορθώνει κανείς να +μαζέψη δυο τρία στάχια που έπεσαν καταγής. Απομεινάρια βρίσκουνται +παντού. Μα δεν έχουμε ελπίδα ή να σπείρουμε πολλά ή να πλουτίσουμε, +γιατί μεγάλοι θεριστάδες πέρασαν και περνούν ακόμη κάθε μέρα μέσα +στον κάμπο{51}. + +Η πρώτη μας δουλειά είναι το λοιπό να δημοσιέβουμε μνημεία +μεσαιωνικά. Γι' αφτά τα μνημεία είναι που τόντις αξίζει να γίνη μια +ξεχωριστή _ Βιβλιοθήκη _ και να μας τα σκολιάσουν οι λόγιοι με την +ίδια κριτική μέθοδο που μελετούν και σημειώνουν τους αρχαίους. +Τέτοια εργασία δεν έγινε και πρέπει να γίνη. Μάλιστα για τις +γλωσσολογικές μελέτες, ή, να το πούμε καλήτερα, για τη γλωσσολογική +φιλοσοφία, τα μεσαιωνικά κείμενα, σε κάθε γλώσσα — ας είναι γαλλικά, +γερμανικά, γραικικά, — έχουν πολύ πιώτερη αξία για την επιστήμη παρά +τα κείμενα ταρχαία. Μοναχό του φαίνεται το πράμα. Μόνο στις +μεταγενέστερες γλώσσες μπορεί να μας δείξη ένας τύπος καινούριος την +ιστορική σειρά που έπρεπε να βαστάξη για ναφήση την παλαιά του μορφή +και να πάρη άλλη. Εδώ είναι που βλέπουμε την αρχή και το τέλος, και +για να σπουδάξη κανείς ένα φαινόμενο ιστορικό, θέλει ίσια ίσια να +ξέρη πού και πώς αρχίζει, ύστερα πώς και πού τελειώνει. Οι αρχαίες +οι γλώσσες είναι αδύνατο να μας δείξουν ένα τέτοιο πράμα. Μάθαμε που +η γενική _ μουσών _ έχει πρωτότυπο _ μουσάων _ και το _ μουσάων _ +πρωτότυπο * _ μουσασων _. Όμως εκεί πρέπει να σταθούμε. Παρέκει δε +φτάνουμε. Βάλτε μάλιστα που ο τύπος * _ μουσασων _ πουθενά δεν +υπάρχει{52} κι αναγκάζεται η επιστήμη να συμπεραίνη που ύπαρξε. Σ' +άλλα πολλά μήτε τόσο μακριά δεν μπορεί να προχωρήση. Την πρώτη αρχή +της προσωπικής κατάληξης τής -μι συζυγίας, δίδωμι, τίθημι, ίστημι +είναι πολύ πιθανό που θα πεθάνουμε δίχως να τη βρούμε. Η ονομαστική +_ βασιλεύς _ (με το θέμα -ευ-=-ηυ- ) θα μείνη μυστήριο για τους +γλωσσολόγους. Δεν ξέρουμε ποιο είναι το πρωτότυπο. Αν όμως θέλουμε +να διούμε πώς η ονομαστική _ βασιλεύς _ κατήντησε στον τύπο _ +βασιλιάς _ ή βασιλές, μας είναι πολύ έφκολο· ίσια ίσια γιατί έχουμε +το πρωτότυπο. + +Έχουμε και κάτι παραπάνω. Ξέρουμε από πόσα διάφορα στάδια πέρασε μια +λέξη για ναλλάξη μορφή. Σήμερα δεν πιστέβει κανείς που το λατινικό +vita έγινε με μιας vie, μήτε που το _ μουσάων _ έγινε _ μουσών _ από +το πρωί στο βράδυ. Μόνο στα βιβλία βλέπουμε τέτοια θαυματουργήματα· +οι γραμματικές δεν τόχουν τίποτις να βάλουν κοντά κοντά το _ μουσάων +_ και το _ μουσών _ τραβούνε μια γραμμή μεταξύ στους δυο τύπους, +έπειτα νομίζει ο καθένας που τα πράματα συνέβηκαν ξαφνικά, σαν που +τα είδε γραμμένα, και μ' αφτή την ιδέα κοιμάται ήσυχος. Για να βγη +όμως τόντις ένας τύπος _ μουσών _ ή vie, χρειάστηκε ενέργεια +αδιάκοπη, χρειάστηκε, για να το πούμε πιο σωστά, μάσημα καθημερνό. +Έπρεπε το t του vita νακουστή πρώτα σαν dh, ίσως σα δικό μας δ, +έπειτα σα h ή δασεία, κ' έτσι λίγο λίγο ναφανιστή. Το a, για να +καταντήση να λέγεται e, θέλει διάφορους μεσιανούς τύπους. Το άω +πρέπει να πάρη, λίγο λίγο, τουλάχιστο δυο τρεις προφορές, για να το +πουν ώ. Όποιος μιλεί για συναίρεση δε μας έμαθε τίποτις· μας λέει +που έγινε το πράμα, δε μας λέει πώς γίνεται. Ο λόγος είναι να μας +δείξη πόσες φορές είταν ανάγκη η γλώσσα να κουνήση, και ναλλάξη η +αναπνοή τον ίσιο της δρόμο, για να χαθή το α, για να περάση ο τόνος +στο ω και με τέτοιο τρόπο να πάρη περισπωμένη τάτονο το ω, μ' άλλα +λόγια να χωνέψη την οξεία του α, γιατί η οξεία ακούγουνταν ακόμη και +με την περισπωμένη που είχε το ω{53}. Ό τι λέμε για την αρχαία, +μπορούμε να το πούμε πολύ καλήτερα για τις μεταγενέστερες γλώσσες. +Παντού ζητούμε τη σειρά αλάκαιρη. Πρώτα, όταν απαντούσαν έναν τύπο +ψη αντίς ψυχή, έλεγαν αμέσως που χάθηκε το χ, κ' έτσι έγινε η ψυχή, +ψή. Δε μιλώ για όσους νομίζουν και μας διδάσκουν που η ψυχή έγινε +ψή, «κατά παραφθοράν», γιατί μ' αφτό το λίγο δεν ξηγούν τίποτις κ' +έπρεπε τουλάχιστο να μας πουν πώς και με τι τρόπο έγινε αφτή η +παραφθορά. Τόσο έφκολα τα πράματα δεν είναι. Για να χαθή το χ, +έπρεπε πρώτα να προφέρουν το χ σα δασεία, έπειτα κ' η δασεία +ξεψύχησε· τότες βρέθηκαν τα δυο ι κοντά το ένα στάλλο, και τάλεγαν +και τα δυο μαζί· το πρώτο λιγόστεβε με τον καιρό, ώςπου να μην +ακουστή, κ' έμεινε το δέφτερο μοναχό του. Χρειάστηκαν κάμποσα χρόνια +για να φανή τέτοιος τύπος, και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι που τα +διάφορα στάδια, οι διάφοροι αφτοί χρωματισμοί ψυ'ή, ψυή, ψυή, ψ υ ή, +ψή {54} σώζουνται ακόμη και σήμερα, ξεχωριστά ο κάθε χρωματισμός σε +διάφορα χωριά. + +Natura saltus non facit, λέει ένα ρητό. Lingua saltus non facit, +μπορούμε να πούμε και μεις. Για να περάσουν από τον ένα στον άλλο +βαθμό κ' έτσι να προχωρήσουν, τα φυσικά φαινόμενα δεν κάμνουν +πήδημα. Η γλωσσολογία μάς δείχτει που ο γενικός αφτός ο νόμος είναι +αλήθεια και για τη μέσα ενέργεια του αθρώπου. Μπορούμε να +συγκρίνουμε κάθε μεταβολή που γίνεται στη γλώσσα με μια γραμμή· στη +μιαν άκρη βλέπουμε το πρωτότυπο, ας πούμε την ονομαστική _ βασιλεύς +_ στην άλλη άκρη βρίσκουμε το σημερνό μας _ βασιλιάς _. Πρέπει τώρα +να κατορθώσουμε να βάλουμε κοντά τον ένα στον άλλο όλους τους +βαθμούς της γραμμής, όσο μικροί, όσο άφαντοι κι αν είναι. Τέτοια +δουλειά δεν μπορεί να γίνη για το _ μουσάων _ και _ μουσών· _ μας +λείπουν τα κείμενα για να μας δείξουν τη σειρά. Αλλάζει το ζήτημα, +άμα θέλουμε να διούμε με τι τρόπο μπόρεσαν κ' είπαν την ονομαστική _ +βασιλιάς _ αντίς _ βασιλεύς. _ Εδώ έχουμε τη γραμμή αλάκαιρη. Δε +θέλω ναραδιάσω όλους τους βαθμούς, γιατί θα μας χρειάζουνταν +κάμποσος καιρός και δεν κάμνουμε μάθημα. Φτάνει να σας θυμίσω έναν +απ' αυτούς τους βαθμούς. Για να γίνη _ βασιλιά _ η αιτιατική _ +βασιλέα _, έπρεπε πρώτα να φανή ένας τύπος _ βασιλιά _, που κι αφτός +λίγο λίγο βγαίνει από τον τύπο _ βασιλέα _. Η αιτιατική _ βασιλεά _ +βρίσκεται στα κείμενα (διές το Σπανέα Α, στ 12), πριν ακόμη βγη +κανένας τύπος _ βασιλιά _. + + Τον βασιλεάν αγάπα τον και τίμα και φοβού τον. + +Έναν τύπο _ μουσαών _, ας είναι και _ μουσαών _, πουθενά δε βλέπουμε +στην αρχαία. Ξεναντίας, γιατί ξέρουμε τον τύπο _ βασιλεά _, +συμπεραίνουμε που ύπαρξε και για το _ μουσάων _ κάποιος τέτοιος +μεσιανός τύπος στην αρχαία. + +Ακούω τι θα με πήτε. Για να πιάση ένας λαός να μελετήση τη γλώσσα +του, δεν είναι ανάγκη αφτή η γλώσσα νάχη γενική επιστημονική αξία. +Του φτάνει που είναι γλώσσα του. Μάλιστα όταν αφτή η γλώσσα είναι η +γραικική, ο καθένας, κι ας μην είναι Γραικός, θα θελήση να τη μάθη. +Ποιος δε θανοίξη τα μάτια του για να διή τι απόγινε μια γλώσσα που +τη μιλούσαν ο Περικλής κι ο Σωκράτης στη μικρούτσικη τη χώρα που +γέμισε τον κόσμο; Τόντις αξίζει τον κόπο να πέση κανείς κατακέφαλα +σε τέτοια σπουδή. Τόσο το καλήτερο αν μπορεί να βγη από κεί μέσα +κανένα όφελος για τα ιστορικά, εθνολογικά, ή φιλοσοφικά ζητήματα, +που σήμερα κυριέβουν ολωνών την προσοχή στην Εβρώπη. Η επιστήμη δεν +έχει καμιά έννοια να μάθη, αν κατορθώσουμε ποτές ή όχι να φέρουμε +πίσω τους αρχαίους τους τύπους· μ' αφτό δε θα προκόψη. Άμα θελήση να +τους μελετήση, πάει ίσια στους αρχαίους και τους βρίσκει. Ο σκοπός +της είναι να καταλάβη ποιοι τύποι καινούριοι βγήκαν από τους +αρχαίους μέσα. + +Είναι αλήθεια — και μπορεί να με κάμετε την παρατήρηση — που η +γλώσσα μας σήμερα βρίσκεται σε μια περίοδο ξεχωριστή. Δεν έχει για +το γλωσσολόγο την αξία της γαλλικής. Τόσο προχωρημένη δεν είναι η +γραικική· δεν είναι, για να μιλήσουμε σαν που μιλούν κάποτες, τόσο _ +χαλασμένη. _ Βέβαια θα προτιμούσαν οι γλωσσολόγοι να τη διούν και +κείνηνα στον ίδιο βαθμό που βλέπουν τις νεολατινικές γλώσσες. Όσο +πιώτερο διαφέρει ένας τύπος καινούριος από έναν αρχαίο, τόσο +μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχει η μελέτη του για την επιστήμη. Είναι +πολύ πιο περίεργο να δείξη κανείς πώς από ένα diurnum, αντίς dies, +βγήκε το γαλλικό jour, παρά να διή πώς έγινε _μέρα_ ο τύπος _ημέρα_, +μόλον ότι κι αφτό έχει τη δυσκολία του. + +Η γλώσσα μας δεν άλλαξε αρκετά. Κοιτάξτε την κλίση· έχουμε ακόμη +ονομαστική, γενική, αιτιατική, μάλιστα και κλητική! Η ονομαστική, η +γενική, στη δέφτερη κλίση, κ' η αιτιατική, σώζουν την κατάληξή τους. +Η κοινή λέει πάντα ο _ κόπος, του κόπου, τον κόπο, _ σαν την αρχαία, +πάντα κλίνει _ η γλώσσα, της γλώσσας{55}. _ Αν πάρετε κι άλλες +πολλές λέξες, θα διήτε μόλις διαφορά. Ας συγκρίνουμε το σημερνό μας +_ κόπος _ με ταρχαίο. Μπορεί να πη κανείς που λίγο άλλαξε. Ξέρω που +η οξεία χάθηκε και που μια τέτοια διαφορά κάτι σημαίνει· μα είναι +γενική διαφορά κ' έγινε σ' όλη μας τη γλώσσα· κανείς πια δε μιλεί μ' +οξείες μ' άλλα λόγια κανείς δεν υψώνει τη φωνή βάζοντας τον +τόνο{56}. Το ο και κείνο, μάλιστα στα τέλος της λέξης, θα το προφέρη +ο καθένας σήμερα μ' ανοιχτό στόμα (o ouvert), μόλον ότι τόλεγε η +αρχαία κλειστά{57}, πάει να πη με το στόμα πάντα στρογγυλεμένο, μα +λιγώτερο ανοιχτό. Θα συφωνήσετε όμως μαζί μου που τέτοιες διαφορές +μόλις φαίνουνται, και που πρέπει κανείς, για να τις διή, να προσέξη +στην προφορά, γιατί στο χαρτί δεν τις βλέπει, και — πολύ πιο έφκολα +θα διή τι διαφορά υπάρχει μεταξύ του Brentas και του chanter. Αμέσως +την παίρνει το μάτι. Όσο πιώτερο σπουδάζει κανείς σήμερα, την κοινή +γλώσσα του λαού, τόσο πιο σωστό του έρχεται να τη συγκρίνη με τη +δημοτική της λατινικής (latin vulgaire) που μιλιούνταν απάνω κάτω +στο δέφτερο ή στον τέταρτο αιώνα του Χριστού, στον καιρό που δεν +είταν ακόμη πρι γίνουν οι νεολατινικές γλώσσες ό τι έγιναν τώρα. Μ’ +άλλα λόγια, για να προφτάξη η γλώσσα μας τη γαλλική, για να _ χαλάση +_ καλά και να μας δείξη με την αρχαία, την ίδια διαφορά που έχουν τα +γαλλικά σήμερα με τα λατινικά, μας χρειάζουνται χίλια, χίλια +πεντακόσια χρόνια, αν ξακολουθήση και πάρη η γλώσσα μας τον ήσυχο +δρόμο που πήρε ίσια με τώρα. + +Βλέπετε που οι σημερνοί μας γλωσσολόγοι δε θα διούν τέτοια πρόοδο. +Δε θα πη όμως που πρέπει να καταφρονήσουν τη γλώσσα του λαού, γιατί +δεν είναι αρκετά προχωρημένη. Αν είχαμε σήμερα κανένα κείμενο που να +μας σώζη τη δημοτική της λατινικής, τι δε θα δίναμε για τέτοιο +θησαβρό! Ίσια ίσια γιατί βρίσκεται πιο κοντά στην αρχαία, μας φύλαξε +καλήτερα η γραικική την ιστορική σειρά κάθε αλλαγής, και μπορούμε να +διούμε, για να πη τινάς, πόσα σκαλιά έπρεπε να κατεβή ένας τύπος +αρχαίος για να φτάξη ίσια με τα χρόνια μας. Τους βαθμούς αφτούς δεν +τους έχουμε πάντα μήτε στις νεολατινικές γλώσσες. Είδαμε για ποιο +λόγο· γιατί λείπουν τα μνημεία της λατινικής δημοτικής. Η μεσιανή +περίοδο που βρίσκεται τώρα η γραικική, είναι που της δίνει τόση +αξία. Ταποτελέσματα, θέλω να πω τα τελειωμένα, τα κατωρθωμένα +πράματα, δεν έχουν αξία για τους φιλοσόφους· του Φιλόσοφου ο σκοπός +είναι να διή πώς αρχίζουν, πώς προκόφτουν, πώς ξετυλιούνται λίγο +λίγο τα ιστορικά φαινόμενα. Στοχαστήτε τώρα τι δε θα δώσουν — αν και +σε χίλια χρόνια διαβάζουν ακόμη οι αθρώποι (μόλις φαίνεται πιθανό, +γιατί θα σωθή ως τότε το χαρτί και προτού μάλιστα να σωθή, θα +βαρεθούν καμιά μέρα τα βιβλία) — τι δε θα δώσουν, όταν η γλώσσα μας +προχωρήση σαν τις νεολατινικές, για κανένα κείμενο που θα μπορέση να +δείξη τη σημερνή κατάσταση της κοινής, τη φωνολογία της, το τυπικό +της! Τι δε θα δώσουν, ας πούμε, για τα δημοτικά τραγούδια! + +Μα και τόσο καιρό δεν είναι ανάγκη να προσμένουν τα παιδιά μας, για +να διούν τη γλώσσα τους ναλλάξη. Πολλοί παρατήρησαν, — και κατάντησε +σήμερα να είναι γενική αλήθεια — που όσο δε γράφηκε μια ζωντανή +γλώσσα, τόσο πιο έφκολα προχωρεί, δηλαδής αλλάζει και _ χαλνά. _ Ο +λόγος είναι απλός κι αμέσως φαίνεται. Κάθε γλώσσα μεταμορφώνεται, +μόνο που μιλιέται. Για να σταθή, πρέπει κανείς να τη σταματήση όχι +για πάντα, μα τουλάχιστο για μερικά χρόνια. Τους τύπους που κάθε +μέρα περνούν από το στόμα και τρέχουν, πρέπει να βρεθή ένας να τους +καθίση στα χαρτί κ' έτσι, με κάποιο τρόπο, να τους κόψη το δρόμο. +Όταν το κατορθώση, τότες στέκουνται για μια ώρα. Τέτοιο πράμα, μόνο +τα βιβλία το καταφέρνουν. Ένας ποιητής ή ένας πεζογράφος παίρνει +τους ζωντανούς, τους _ δημοτικούς _ τύπους της γλώσσας που μιλιέται +στον καιρό του· τους δίνει με τα έργα του βάση και χώμα, κ' έτσι +τους ριζώνει μέσα στη μνήμη των αθρώπων. Καταντούν τύποι κλασσικοί. + +Ας φέρουμε παράδειμα τη γαλλική φιλολογία. Όταν άρχισε να γράφεται η +γαλλική γλώσσα, παραδέχτηκαν οι πεζογράφοι κ' οι ποιητάδες, για να +γράψουν τα βιβλία τους, τη σύνταξη, τη φωνολογία, το τυπικό του +λαού. Σε κείνο τον καιρό, ο λαός έκλινε, ας πούμε, j'aime, tu aimes, +il aime. Μα κοιτάξτε τι έγινε. Όποιος πιάση σήμερα να γράψη, θα πη +φυσικά και δίχως να το συλλογιστή μια στιγμή tu aimes· έτσι — είναι +τώρα τρεις αιώνες και παραπάνω — κατάντησε συνήθεια να γράφουμε και +να λέμε. Ίσως όμως νομίζετε που ο τύπος από τότες δεν άλλαξε; +Άλλαξε. Ο λαός έκαμε καινούριο τύπο κι αντίς tu aimes, έβγαλε +δέφτερο πρόσωπο taimes, γιατί το u, που βρίσκεται ανάμεσα στην +προσωπική αντωνυμία και στο ρήμα, δεν έχει πια το λόγο του, αφού το +πρώτο και τρίτο πρόσωπο δεν έχουν κανένα φωνήεντο σ' αφτή τη θέση, +και φαίνουνται σα να είναι με το ρήμα μια και μόνη λέξη. Αφτό το _u_ +χαλνούσε το νόημα του aimer, και λέγοντας tu aimes, νόμισε ο λαός +πως έλεγε κανένα άγνωστο ρήμα uaimer. Πολύ φρόνιμα λοιπόν ωμάλωσε κ' +έσιαξε τα τρία πρόσωπα και τάκαμε να μοιάζουν το ένα με τάλλο. Όσο +σωστός όμως κι αν είναι ο τύπος taimes, του είναι αδύνατο να +προκόψη. Γιατί; Γιατί η γραμμένη και γραφούμενη γλώσσα μάς συνήθισε +να κλίνουμε tu aimes, έτσι έσωσε τον τύπο tu aimes. Ο λαός δεν +κατώρθωσε να μας μάθη το δικό του τον τύπο, μήτε μάλιστα κατώρθωσε ο +ίδιος να τον παραδεχτή όλους διόλου. Πιο συχνά θακούσετε στο Παρίσι +να λέη ο λαός tu aimes παρά taimes. Το δέφτερο πρόσωπο tu aimes, ο +αρχαίος αφτός ο τύπος, ακόμη ζη, και ζη γιατί γράφηκε στην ώρα του. + +Στην Ελλάδα, καθώς ξέρετε, ακουλούθησαν τα πράματα έναν άλλο δρόμο. +Σήμερα που όλος ο κόσμος λέει ο _ πατέρας _ και που χάθηκε η +περιττοσύλλαβη ονομαστική, όσοι γράφουνε γράφουν _ πατήρ. _ Αντίς να +πάρουν τον τύπο το ζωντανό παίρνουν έναν τύπο αρχαίο. Είναι σα να +είχαν κλίνει και γράψει στη Γαλλία amas, στον καιρό που έλεγαν όλοι +tu aimes. Η γλώσσα που γράφεται χωρίστηκε από τη γλώσσα που +μιλιέται. Είναι σα να είταν αναμεταξύ τους κανένας γκρεμνός· η μια +στέκεται από τη μια μεριά, η άλλη από την άλλη. Μ’ αφτό τον τρόπο, η +κοινή γλώσσα, η δημοτική, έμεινε ανεξάρτητη. Δεν έχει βιβλίο, +σκολειό, παράδοση, που να τη βαστάξη, και μπορεί να τραβήξη ίσια το +δρόμο της, χωρίς κανένας να της πη στάσου. Αφτό το χρωστούμε στην +καθαρέβουσα, κ' είναι μια τύχη για τους γλωσσολόγους που δε γράφηκε +η γλώσσα του λαού· έτσι θα προκόψη και θα _ χαλάση, _ που λένε, πολύ +πιο έφκολα. Δε θα περάση πολής καιρός και θα διούμε κάμποσα περίεργα +φαινόμενα. Η γλώσσα μας θα καταντήση πολύ πιο αξιοσπούδαστη παρά που +μας φαίνεται σήμερα. Είναι πιθανό να βγουν τύποι _ άθρους _ ή _ +άρρους _ ή _ άρους αντίς _ άθρωπος· _ θα ξεχάσουν το _ς_ και μάλιστα +μπορεί να πουν ο _ άρου _ για όλο τον ενικό αριθμό. Τα ουδέτερα και +ταρσενικά θάχουν την ίδια κλίση. Τα ουσιαστικά θα χάσουν την +κατάληξή τους και το τελικό ς μόλις θα μείνη στην ονομαστική. Ξέρετε +που οι γλώσσες, όσο προχωρούν, τόσο γίνουνται και πιο απλές. Στην +αρχή μας δείχτουν άπειρο πλούτο· έπειτα το κλιτικό και συζυγικό τους +σύστημα σομμαζώνεται, ή, αν το θέλετε κ' έτσι, ομαλώνεται και μας +παρουσιάζει πιώτερη ενότητα κι αρμονία. Η αρχαία και κείνη με τον +καιρό πολύ έσιαξε το τυπικό της και τη φωνολογία της. Η δική μας θα +πάθη το ίδιο, τώρα μάλιστα που κανείς δε θέλει να τη γράψη. Ισως +στερηθούν και τα ρήματα την προσωπική τους κατάληξη, σαν τα γαλλικά +ρήματα στον ενεστώτα της οριστικής κτλ.{58}. Μα δεν είναι ανάγκη να +κοιτάξουμε μόνο τι θα συνέβη κατόπι. Κάμποσα τέτοια συνέβηκαν ίσια +με σήμερα, μόνο και μόνο για το λόγο που δε γράφηκε η γλώσσα μας +απαρχής, σαν που μιλιούνταν. Είταν ένας καιρός που έκλιναν το _ +πράμα, του πραμάτου, το _ γόνυ, του γονάτου. _ Δε βρέθηκε κανένας +συγραφέας για να σώση αφτούς τους τύπους. Γρήγορα λοιπόν ήρθε η ώρα +που έκλιναν _ το πράμα, του πραμάτου_, μα _το γόνα _ (μεσαιωνικός +τύπος, που διαβάζεται στο Σοφιανό και στον Ημπέριο Γ'. 600), _ του +γονάτου. _ Κι αφτό το _ γόνα, _ δε βγήκε κανένας να το καθιέρωση κ' +έτσι να το συνηθίσουμε. Προχώρησε τότες η γλώσσα και φάνηκε μια +ονομαστική _ γόνατο, _ γιατί η γλώσσα μας έχει τάση να ισοσυλλαβίζη +τα περιττοσύλλαβα, κι αν προσέξη κανείς σ' αφτό το νόμο, έφκολα θα +καταλάβη που γρήγορα θαρχίση ο λαός να λέη _ το πράματο, _ σαν που +λέει _ το κέρατο, ταλόγατο, το γόνατο. _ Πρέπει μάλιστα να +προσμένουμε τέτοιο τύπο· — η ονομαστική _ πράματο _ ίσως ακούγεται +και σήμερα πουθενά στην Ελλάδα· τουλάχιστο θακουστή, αφού δεν +παραδεχτήκαμε στα πεζά την κλίση _ πράμα, πραμάτου, γόνατο, γονάτου. + +Είναι μερικοί — όχι βέβαια πολλοί, γιατί τέτοιες ιδέες δεν μπορεί να +τις έχη ο καθένας — που νομίζουν το εναντίο, και θαρρούν πως με τα +γράμματα, με τα βιβλία, με τη γραμματική, με τα σκολειά, θα σιάξουν +τη γλώσσα και θα ξαναφέρουν πίσω την αρχαία. Αν έχουν τέτοια γνώμη, +εμείς πάλε γιατί να τους τη σηκώσουμε; Τι μας πειράζει; Η ιστορία +δεν αλλάζει για το χατίρι κανενός όσο κι αν πη κανείς που θα γίνη +ένα πράμα, αν οι ιστορικοί νόμοι δεν το συχωρνούν, ποτές δε θα γίνη +σαν που το θέλει η ιδέα μας. Πρέπει κανείς να το συλλογιστή καλά, +για να βγάλη προφητεία, και με φαίνεται που βγαίνει προφήτης, +λέγοντας που η αρχαία θα γυρίση πίσω. Δεν έχουμε κανένα ιστορικό +διδόμενο, που να βασιστή τέτοιο συμπέρασμα. Σας παρακαλώ όμως να μη +με κάμετε και μένα προφήτη. Σας λέω πράματα που τα ξέρει όλος ο +κόσμος· οι αξιότιμοι γλωσσολόγοι που βρίσκουνται στο Συνέδριο, +βέβαια δε θαναιρέσουν τα λόγια μας. Να πη κανείς που η γλώσσα +θαλλάξη, γιατί δε γράφεται, λέει μιαν αλήθεια γνωστή· το παρατήρησαν +κι αλλού. Είναι νόμος γενικός· προφητεία δεν είναι. Άμα πούμε όμως +που γρήγορα ή «βαθμηδόν» θαναστήσουμε την αρχαία, κάμνουμε +προφητείες, γιατί ως τώρα καμμιά γλώσσα δε φάνηκε Λάζαρος. + +Ανάγκη μεγάλη δεν είναι, πολλά λόγια και πολλές σοφίες δε +χρειάζουνται για ναποδείξη κανείς που το πράμα είναι αδύνατο. Ένα +μόνο φτάνει να πούμε. Ας φανταστούμε που ο κόπος μας δεν πήγε του +κάκου, που τόντις κοντέβει η μέρα που όλοι μας μαζί θα μιλούμε την +αρχαία, θα λέμε τους αρχαίους τύπους, θα κλίνουμε _ ο πατήρ, τοις +πατράσι, _ θάχουμε απαρέφατο· θα ξέρουμε μόνο _ κάθημαι _ κι όχι _ +κάθουμαι, ετοίμη _ κι όχι _ έτοιμη, ήκουσα _ κι όχι _ άκουσα. _ Ας +υποθέσουμε μάλιστα που αφτή η μεγάλη μέρα έφεξε πια σήμερα. Να μας +όλους που ελληνίζουμε και πάμε. Πόσο καιρό νομίζετε να βαστάξη +τέτοια χρυσή εποχή; Η αρχαία, με τους αθρώπους που είχε να τη +γράφουν, άλλαξε. Θέλετε η δική μας η αρχαία να μην αλλάξη και κείνη; +Είστε βέβαιοι που όλος αφτός ο κόπος δε θα καταστραφή καμιά μέρα; +Την αλλαγή την έφερε γενικός γλωσσολογικός νόμος κ' ιστορικά +περιστατικά. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το δρόμο που μπορεί να +πάρη η ιστορία. Δεν μπορούμε απαρχής να φτειάξουμε την ιστορία με το +θέλημά μας. Δεν μπορούμε να κάμουμε να μη μιλούν τις γλώσσες αθρώποι +— κι όσo τις μιλήσουν αθρώποι, πάντοτες θα πάθουν οι γλώσσες τα ίδια +παθήματα. Πιστέβω κανείς στη ζωή του να μη νόμισε πως είναι δυνατό, +ένα έθνος αλάκαιρο να ξέρη τη γραμματική σαν που την ξέρει ο +δάσκαλος στο σκολειό, — κι όχι μόνο να την ξέρη, μα ποτές του να μην +την ξεχάση, μήτε όταν κλάψη μήτε όταν τύχη και χαρή, να βασανίζεται, +να τυραννιέται μέρα νύχτα μήπως του ξεφύγη κι αλλάξη τους μαθημένους +τύπους, μήπως η παλιά συνήθεια τον ξανακάμη σκλάβο Θα προσέξη να μην +πη ποτές, ποτές του και με κανέναν τρόπο τη μάννα του _ μάννα _, το +παιδί του _ παιδί _, και την κόρη του _ κόρη _ · να λέει πάντοτε: _ +μήτερ _, να μη φωνάξη ποτές του παιδιού του· «Παιδάκι μου, σώπα· +έλα! μην κλαίς», παρά να του λέη· «Σίγησον, ω παι»· να μη μιλήση +ποτές μέσα του την κοινή γλώσσα· να μάθη να συλλογέται αρχαία, ακόμη +κι όταν είναι μοναχός του· να μη φανή άθρωπος, να γίνη θαματουργός. +Και δε φτάνει, μόνο οι προκομμένοι να συνηθίσουν και να μάθουν καμιά +ώρα μια γραμματική που μας είναι σήμερα ξένη, και που κανείς δεν την +ξέρει φυσικά του, πρέπει κ' οι πιο πρόστυχοι, οι πιο χωριάτες, σ' +όλη την Ελλάδα, σε κάθε χωριό, σε κάθε τρύπα, να ξεχάσουν τη μητρική +τους γλώσσα. Αν τη θυμηθούν, ας είναι και μια μόνη στιγμή στη ζωή +τους, αν τους ξεφύγη ένας μόνος χυδαίος τύπος, τέλειωσε πάει! Άλλαξε +η γλώσσα. Ένας χαλασμένος τύπος χάλασε τη γλώσσα όλη. Ο χαλασμένος ο +τύπος πρώτα θα μας δείξη, που κι άλλες πολλές λέξες πήραν την ίδια +σειρά· μα είναι κι άλλο. Παρατήρησαν οι γλωσσολόγοι — και +λογαριάζουν αφτή την παρατήρηση μέσα στους πιο σταθερούς νόμους που +τους στάθηκε δυνατό να ξεδιαλίσουν ίσια με σήμερα, — που ένας τύπος +καινούριος σώνει για ναλλάξη ένα σύστημα αλάκαιρο ή της κλίσης ή της +συζυγίας. Αφτό είναι που λέγεται αναλογία, _ συνεκδρομή _ σαν που +τόλεγαν πριν οι αρχαίοι γραμματολόγοι. Φανταστήτε τώρα αν είναι +τόντις δυνατό μια γλώσσα να πάη πίσω. Έτσι δεν ξολοθρέβουνται οι +γλώσσες. Κάποτες θαρρούμε που ο λαός λίγο λίγο θα φωτιστή από τα +βιβλία μας και που με τα χρόνια θα συνηθίση και τη γλώσσα μας. Με +φαίνεται όμως που για να τη συνηθίση, θάπρεπε τουλάχιστο να την +καταλάβαινε — και δεν την καταλαβαίνει. Το πολύ πολύ αρπάζει μια +λέξη από δω κι από κει. Μα δεν έχει να κάμη που ένας χωρικός, ένας +δούλος, ένας εργάτης μαθαίνει πού και πού κανέναν τύπο αρχαίο και +σας τον ξαναλέει. Ακούμε τα τέτοια κι ανάφτει η φαντασία μας — +αμέσως νομίζουμε πως έφκολα θα μάθη και τους άλλους τύπους ο +χωρικός. Μα για να γίνη τέτοιο πράμα, έπρεπε πρώτα πρώτα κι αφτοί οι +προκομμένοι, όχι μόνο να μη λεν ποτέ τους, αλλά και να μην +καταλαβαίνουν πια κανέναν τύπο καινούριο. + +Για την ώρα βλέπουμε πολύ φανερά με τι τρόπο μεταμορφώνει ο λαός +τους αρχαίους τύπους που μαθαίνει στο σκολειό. Μια τέτοια +μεταμόρφωση έχει μάλιστα δικούς της ιδιαίτερους νόμους, και θα είταν +περίεργο γλωσσολογικό ζήτημα, να μπορούσε κανείς να βάλη αφτούς τους +νόμους με τη σειρά τους. Όποιος το κάμη θα μάθη κάμποσα. Πρώτα +θαπαντήση τύπους στη γλώσσα μας που δεν τους έχει καμιά άλλη γλώσσα, +Θακούση το λαό κάπου να λέη _ ζωμί _ και κάπου _ ζουμός _. Γιατί; +Γιατί θελήσαμε να του μάθουμε τη λέξη _ ζωμός _ αντίς το _ ζουμί _ +που έλεγε. Άμα το ω έγινε ο, ο τύπος _ ζωμός _ δεν μπορεί να είναι +πια σήμερα τύπος σωστός, κι ο λόγιος ο ίδιος που λέει _ ζωμός, _ +ορθά δεν το λέει, αφού και κείνος δε βάζει πια _ ω μέγα, _ μόνο +προφέρνει _ όμικρο _. Τούτο τόμικρο όμως είταν ανάγκη να γίνη _ ου, +_ σαν που το δείξαμε πιο απάνω (σελ 109,3)· με τέτοιο τρόπο είπε ο +λαός _ ζουμί _. Είναι λοιπό δυο κανονικοί τύποι, ο τύπος _ ζωμός _ +με ω και μ' οξεία για την αρχαία, ο τύπος _ ζουμί _ με ου και χωρίς +οξεία για τη νεοελληνική. Ανακάτωσαν όμως τους δυο τύπους, και +μπέρδεψαν τις δυο γλώσσες τη μια με την άλλη, την αρχαία και τη νέα· +τότες φάνηκε ένας τύπος που είναι λάθος και στην αρχαία και στη νέα, +ο τύπος _ ζωμί _. Το λάθος μας τόφερε το σκολειό· το χρωστούμε στο +σκολειό. Ο λαός που έλεγε ήσυχα τον κανονικό του τύπο _ ζουμί _, +άκουσε να το λεν άλλοι _ ζωμός _· είπε αμέσως και κείνος ένα, _ ο, +ζομός _ {59}, ή άφησε το _ ου _ και πήρε την κατάληξη _ -ος, ζουμός +_. Δε μας είναι φυσικό, πάει να πη δεν είναι κανονικό να λέμε σήμερα +ζωμός για τούτο φτειάνουμε τέτοιους τύπους. Ό τι δεν είναι φυσικό, ό +τι δεν είναι κανονικό, είναι αδύνατο να το μάθη κανείς σωστά, αφού +σωστό δεν είναι. Μπορούσα να σας αναφέρω πολλά τέτοια τέρατα και +σύναξα κάμποσους ανώμαλους τύπους σαν το _ ζουμός _ και μάλιστα πολύ +πιο περίεργους, _ ητοίμασε _ αντίς _ ετοίμασον, την αμάξη _ και +χίλια άλλα. Όλοι αφτοί οι τύποι έχουν την ίδια αρχή· έρχουνται από +την καθαρέβουσα. Αν αφίναμε το λαό να μιλήση τη γλώσσα του, δε θα +τους ακούγαμε ποτές. Με το σύστημα τούτο δε φέρνουμε πίσω την +αρχαία· χαλνούμε την αρχαία και τη νέα. Κ' έτσι θα είναι πάντα. + +Για το γλωσσολόγο όμως, αφτό το σύστημα έχει τα καλά του. Του δίνει +αφορμή να μελετήση κάμποσα σπάνια γλωσσικά φαινόμενα, θα διή κι άλλα +πολλά, που θα του δείξουν πώς λίγο λίγο μορφώθηκε η γλώσσα μας. Η +γλώσσα του λαού δε χαλνά πάντα τους αρχαίους τύπους που της μαθαίνει +το σκολειό· συχνά κανονίζει την καθαρέβουσα, την ξανασιάζει, την +αλλάζει με το ίδιο σύστημα που ακουλούθησε, είναι τώρα χρόνια και +καιρός, για ναλλάξη την αρχαία. Ξαναρχίζει κάθε μέρα τον ίδιο κόπο, +γιατί όσες αλλαγές έτυχε να γίνουν, είχαν τον ιστορικό τους λόγο κι +αφτός ο λόγος δε χάθηκε ακόμη· πάντα υπάρχει. Με τους ίδιους +φωνολογικούς νόμους ξαναφτειάνει ο λαός τους ίδιους δημοτικούς +τύπους. + +Παραδείματος χάρη, είναι σ' όλους γνωστό που δυο ο, το ένα κοντά +στάλλο, είναι σαν ένα μόνο ο στην προφορά. Μα πώς έγινε τέτοιο +πράμα; Με μιας έγινε; Τάτονα και τα τονισμένα _ ο _ μήπως πήραν όλα +τον ίδιο δρόμο στην ίδια εποχή; Όχι βέβαια! Πρώτα συναιρέθηκαν +τάτονα _ ο· _ τότες μόνο άρχισαν και πρόφεραν ένα _ ο _ τονισμένο κ' +ένα άτονο _ ο _ κατόπι από το τονισμένο, σα σκέττο _ ο _. Κι από πού +βλέπουμε που αλήθεια έτσι έγινε το πράμα: Μας το δείχτει η +καθαρέβουσα. Η λέξη _ πρόοδος _ κ' η λέξη _ προοδεύω _ δημοτικές δεν +είναι, ωςτόσο σήμερα κατάντησαν, μπορεί να πούμε, κοινή συνήθεια· +και τις δυό τις ξέρει ή τουλάχιστο θα τις καταλάβη όλος ο κόσμος. +Παρατηρήστε τώρα με τι τρόπο και σεις οι ίδιοι θα προφέρετε τη μια +και την άλλη λέξη. Άμα δεν προσέξετε, θα πήτε όλοι σας _ προδεύω _. +μα λέτε ακόμη και σήμερα _ πρόοδο _, με δυο _ ο _. Έχουμε λοιπό δυο +τύπους, το ρήμα _ προδεύω, εις, ει _ κτλ. και το κοινό όνομα _ η +πρόοδο, της πρόοδος _ κτλ. Πήραμε τον ίδιο δρόμο που πήρε πρώτα κ' η +γλώσσα. Το παράδειμα τούτο είναι σπουδαίο· εκεί που δεν έχουμε +κείμενα να καταλάβουμε πώς έγινε μια αλλαγή, με τι τρόπο και με τι +σειρά μετατράπηκαν τα γλωσσικά φαινόμενα, φτάνει να μελετήσουμε τη +ζωντανή τη γλώσσα και να διούμε πώς αλλάζει τους μαθημένους τύπους· +αμέσως βλέπουμε πώς άλλαξε όλη η γλώσσα κ' έτσι φωτίζεται η +μεσαιωνική μας γραμματική. Τότες μας έρχεται πιο έφκολο να +καταλάβουμε γιατί ο τύπος _ ζώο _ {60} είναι κοινός και γιατί δε λεν +όλοι _ το ζω, του ζού, τα ζω _, με την ίδια συνήθεια κ' εφκολία που +λεν πατέρας. του πατέρα, τους πατέρες _. Το ρήμα _ σπρώχτω +(=εισπροωθώ) _ είναι κοινό, γιατί τα δυο άτονα _ ο _ μπόρεσαν αμέσως +κ' έγιναν _ ο _ απλό. Μα ο τύπος _ το ζω _ δε βρίσκεται παρά στα +χωριά· δεν κατάντησε γενικός. Η κοινή γλώσσα άργησε κι ακόμη αργεί +να τον παραδεχτή. Ίσια ίσια γιατί ο τύπος _ ζώο _ είχε τόνο στο +πρώτο το ο (ω)· για τούτο φάνηκε ο συνηρημένος τύπος ύστερις από +τους άλλους, που είχανε δυο άτονα _ ο _, με τη σειρά, ή που έβαζαν +τόνο μόνο στο δέφτερο _ ο _ ή στο δέφτερο φωνήεντο, γιατί ο νόμος +είναι ο ίδιος για όλα τα φωνήεντα (πρβλ. διγούμαι και διήγημα κτλ. +Πιο έφκολα θα πούνε δηγούμαι παρά δήγημα, που ωςτόσο κι αφτό +αρχίζουνε και το λένε). Ισως μερικοί νομίζουν, ίσως μάλιστα και σας +είπαν που δεν αγαπώ την καθαρέβουσα. Πόσο μ' αδικούν! πόσο με +κατηγορούν! Είδετε τώρα πόσο αψηλά ξεναντίας ανεβάζω την +καθαρέβουσα, αφού προσπαθώ να σας δείξω τι πολύτιμη μπορεί να είναι +η σπουδή της και για τα ιστορικά προβλήματα που αγαπά σήμερα η +επιστήμη. + +Σας αρέσουν αφτά τα προβλήματα και σας, αξιότιμοι Κύριοι. Ποιος +έδωσε πιώτερη προσοχή από σας στα μνημεία, στη μελέτη της +νεοελληνικής; Έχετε μέσα στο Σύλλογό σας τόσα γερά και φρόνιμα +κεφάλια, τόσους σοφούς, που δεν ξέρει κανείς ποιόνα να πρωτοπή. +Ιστορία, γλωσσολογία, ποίηση, τέχνη, αρχαιολογία, φυσική, χυμία, +αστρονομία, ξένες γλώσσες, περσικά, ρουσσικά, αραβικά, λατινικά, +ηθική και παιδαγωγία, δεν είναι ζήτημα που να μην ξετάζετε και που +να μη βρέθηκε ένας από σας να φανή πρώτος. Αφτό θα πουν όσοι +διάβασαν τους τόσους τόμους που δημοσιέψετε ίσια με σήμερα. Τις +σοφές σας μελέτες τις παρατήρησε πολύ κι απόρησε με την ποικιλία +τους και με το σοβαρό τους χαραχτήρα η δική μας η Association pour +l'encouragement des études grecques en France. Με παράγγειλε να σας +πω πόση συμπάθεια έχει για το Σύλλογο. Για να σας το δείξη, σας +έδωσε βραβείο. Ένα μάλιστα παρατήρησε η επιτροπή μας, θέλω να πω τον +πόθο και τη φροντίδα σας να μαζώνετε κείμενα δημοτικά. Αφτή είναι η +μεγάλη και σοβαρή δουλειά· τέτοιο έργο θέλησε και κείνη να το +παινέση. Και τούτος ο λόγος μου ίσια ίσια με κάμνει τώρα να σας +μιλήσω για τάλλα δυο ζητήματα που ήθελα να μελετήσουμε σήμερα μαζί, +— ένα λεξικό και μια γραμματική. + +Φαντάζουμαι, τώρα που μιλώ στο Σύλλογο μπροστά, που μιλώ μπροστά σε +καμιά Ακαδημία. Και δεν έχω δίκιο; Δεν είστε μια ελληνική Ακαδημία; +Τέτοιος τίτλος είναι τιμή σας. Είναι όμως και βάρος. Ό τι κάμνουν +αλλού Ακαδημίες, πρέπει εσείς εδώ να το κάμετε μοναχοί σας. Το πρώτο +έργο μιας Ακαδημίας είναι να βγάλη Γραμματική και Λεξικό, ή +τουλάχιστο να διορίση να γίνουν τέτοια βιβλία κ' ίδια να τα +προτοιμάση. Δεν έχω ανάγκη να σας πω με τι τρόπο πρέπει να γίνουν. +Το ξέρετε χωρίς να σας το μάθη κανείς, κι αν είχα να σας μιλήσω για +τέτοια εργασία, δε θα μ' έφτανε η λίγη ώρα που μπορώ να καθήσω μαζί +σας. Μια σύντομη γραμματική της κοινής μας γλώσσας είναι το πιο +χρήσιμο και το πιο αναγκαίο βιβλίο που μπορεί να γραφή σήμερα. Στην +Εβρώπη τέτοια βιβλία διδάσκουνται στα σκολειά. Κάθε λαός μαθαίνει να +διαβάζη και να γράφη τη γλώσσα που μιλεί· μαθαίνει και την ιστορία +της. Αν έπρεπε ή στην Ιταλία, ή στη Γερμανία, ή στη Γαλλία, να +σπουδάζουν τα παιδιά μόνο τις αρχαίες γλώσσες, σε λίγο καιρό δε θα +ήξερε πια κανείς τη ζωντανή τη γλώσσα· δε θα ήξερε όμως και τις +αρχαίες, γιατί το κάθε πράμα γίνεται στον κόσμο με την ώρα του. Για +να ξέρη, κανείς καλά μια γλώσσα που δε μιλιέται, χρειάζουνται +ανύπαρχτα περιστατικά· πρέπει να γεννηθή στον καιρό που μιλιούνταν +ακόμη αφτή η γλώσσα. Αλλιώς, εκεί που πάει να μιλήση αρχαία, ο νους +του, που πια αρχαίος δεν είναι, παίρνει άλλη σειρά, έχει άλλες +ιδέες, και πώς θέλετε να ταιριάξουν παλιές φορεσιές με πρόσωπα +καινούρια; Οι χιτώνες κ' οι χλαμύδες είναι πολύ ωραία ρούχα· +στοχαστήτε όμως να μας έβλεπε σήμερα κανείς στο Συνέδριο όλους +ασπροντυμένους και ξυπόλυτους. Θα του έρχουνταν κάπως παράξενο. Η +γλώσσα και κείνη είναι σαν το χιτώνα και τη χλαμύδα· δεν το βλέπει +κανείς αμέσως, γιατί δε φαίνεται η χλαμύδα η δική μας, και τη +φορούμε στο κεφάλι μέσα· μα λιγώτερο παράξενη φορεσιά δεν είναι. Ο +άθρωπος δεν μπορεί να γίνη διαφορετικός απ' ό τι είναι. Είναι όπως +τον έκαμαν τα χρόνια που γεννήθηκε. Η ψυχική του ενέργεια αλλάζει +αδιάκοπα· τα γλωσσικά του όργανα παίρνουν άλλες συνήθειες. Παλιό +τυπικό μαζί με καινούριες ιδέες να παν πλάγι πλάγι, είναι μόνο και +μόνο μπερδεμός για το τυπικό, χαμός για τις ιδέες. + +Έργο πολύ πιο σπουδαίο θα είταν, αν μπορούσε να γίνη όχι μόνο μια +Γραμματική σύντομη, αλλά και καμιά Γενική ιστορική Γραμματική της +γραικικής. Για τέτοιο έργο δεν έχουμε όμως ακόμη το υλικό που μας +χρειάζεται. Έπρεπε πρώτα να ξέρουμε καλά τη μεσαιωνική ιστορία της +γλώσσας, έπειτα να μαζωχτούν από κάθε χωριό ή τουλάχιστο από κάθε +χώρα, μονογραφίες και σύντομες γραμματικές που να μας μάθουν τη +φωνολογία, το τυπικό, τη σύνταξη κάθε χωριού και κάθε χώρας. Ο μόνος +που έκαμε ίσια με σήμερα τέτοια γραμματική μονογραφία είναι ο κ. +Μορόζης{61}. Κάθε έπαινο αξίζει το βιβλίο του. Είταν κατόρθωμα πολύ +δύσκολο, Για να πιάση κανείς τέτοια δουλειά, πρέπει φυσικά όχι μόνο +να γνωρίζη τέλεια την αρχαία γλώσσα — εννοώ να τη γνωρίζη όχι σαν +που τη μαθαίνει κάθε άθρωπος στο σκολειό, μα να τη σπουδάξη δυο τρία +χρόνια στα πανεπιστήμια της Εβρώπης· — πρέπει να σπούδαξε και +γλωσσολογία. Πρέπει να κάμη αφτή τη σπουδή έργο ζωής και να ξέρη όσα +λεν, όσα γράφουν οι γλωσσολόγοι κ' οι νεογλωσσολόγοι στην Εβρώπη. +Δεν είναι μεγαλήτερος κόπος και πιο δύσκολη τέχνη, παρά να μπορέση +κανείς να μελετήση μια γλώσσα ζωντανή, ας πούμε γλώσσα ενός χωριού, +ή ό τι χωρικά κι αν είναι. Να βγη κανείς στο ταξίδι με το χαρτί στο +χέρι, δεν κατώρθωσε τίποτις, κι όσοι έπιασαν τη δουλειά με τέτοιο +σύστημα, χωρίς να σπουδάξουν πρώτα καμιά δεκαριά χρόνια το λίγο +λίγο, έχασαν την ώρα τους. Χρειάζεται προτοιμασία και γύμναση +ιδιαίτερη. Μια μέρα οι χωρικές γλώσσες θα γίνουν η βάση της +γλωσσολογίας. Τι σημασία έχει τέτοια σπουδή, το ξέρετε. Στα χωριά +άρχισαν όλες οι γλώσσες να μιλιούνται κι από κει βγήκαν οι πιο +περίφημες. Από τα διάφορα χωριά, όταν τα συγκρίνουμε το ένα με +τάλλο, είναι που θα διούμε πώς μορφώνουνται, πώς γεννιούνται, πώς +λίγο λίγο ξαπλώνουνται, πώς καταντούν οι γλώσσες να είναι γενικές κι +από πόσα στάδια πέρασε ένας τύπος, προτού να φτάξη στο βαθμό που +βλέπουμε να βρίσκεται τώρα. Δεν έχω ανάγκη να σας πω που η αττική, +σαν που την ξέρουμε σήμερα και σαν που την έγραψαν, είταν κοινή +γλώσσα. Γεννήθηκε όμως στα χωριά και τα διάφορα χωρικά (patois). που +μιλιούνταν τότες στην Αττική, συγκεντρώθηκαν, ενώθηκαν κ' έγιναν +ύστερα γλώσσα του Ξενοφώντα. Για τούτο η αττική έχει τόσες +ανωμαλίες· οι κοινές γλώσσες είναι πάντα ανώμαλες, γιατί παίρνουν +από το ένα χωριό κι από τάλλο, κ' έτσι μορφώνουνται. Σε κάθε χωριό +μιλούν παστρικά τη γλώσσα που μιλούν, κ' ένας φωνολογικός ή +μορφολογικός νόμος δεν έχει ποτές εξαίρεση καμιά. Πάντα τον +προσέχουν· οι κοινές γλώσσες είναι γεμάτες εξαίρεσες, γιατί +ανακάτωσαν τη γλώσσα του ενός και του άλλου χωρίου. Συχνά όμως δυο +χωριά που ανακατώνουνται με τέτοιο τρόπο, έχουν όλους διόλου +αντίθετους φωνολογικούς νόμους και γραμματολογικό σύστημα που +διαφέρει από τη μια άκρη στην άλλη. Αν είταν η επιστήμη πιο +προχωρημένη σε κείνα τα χρόνια, οι Αθηναίοι θα σπούδαζαν τα ιδιωτικά +κάθε χωρίου, θα πρόσεχαν τα χωρικά που είταν τότες στην Αττική και +θα μας έσωζαν τη γραμματική τους. Τέτοιο βιβλίο θάξιζε Ξενοφώντα. + +Δεν καταλάβαιναν τότες ακόμη τι σημαίνει τέτοια μελέτη. Και σήμερα +μόλις το μάθαμε. Δε φτάνει νάχη κανείς ψηφιά όσα χρειάζουνται και +ξεχωριστά σημεία με πολύπλοκο αρφάβητο, για να σημειώση τον κάθε +φτόγγο που θακούση· πρέπει ταφτί του να προσέχη και νακούη καλά. +Πολύ λίγοι ξέρουν τόντις με τι τρόπο μιλούν και μόλις παρατηρούν οι +ίδιοι τους τύπους που συνηθίζουν και λεν. Πόσους άκουσα να με πούνε +για καμιά λέξη που τους έλεγα — «Ουδέποτε λέγεται ούτως!» Περνούσε +μια στιγμή, και κει που δεν πρόσεχαν, οι ίδιοι έλεγαν τη λέξη σαν +που τους την είχα μάθει. Πόσες φορές έτυχε να με πη κανένας φίλος +«Ουδείς συνηθίζει να προφέρη όλους διόλου· όλοι το λέγουσι με ω». +Ωςτόσο κι ο φίλος μου πρόφερνε όλους διόλου χωρίς ο ίδιος να το +ξέρη. Αφτό το περίεργο φαινόμενο το βλέπουμε κι αλλού. Όσο δε +γράφηκε μια γλώσσα ίσια σαν που λαλιέται, όσο δεν είδε κανείς τις +λέξες τυπωμένες στο χαρτί, δεν μπορεί να τις θυμηθή. Δεν του +φαίνουνται ορθές και για τούτο μήτε πιστέβει πως υπάρχουν. Μπορούσα +πολλά να σας πω για τις δυσκολίες που θαπαντήση κανείς σε μια τέτοια +μελέτη· είναι τόσο πολλές, που έπρεπε να γραφή ένας τόμος ολάκαιρος +για να δείξη με τι τρόπο καταντά δυνατό να συνάξουμε τούς διάφορους +τύπους, να σημειώσουμε τα «πτερόεντα έπεα» του Λαού. Φτάνει ένας +νέος ναρχίση να μάθη επιστήμη και το βλέπει αμέσως. Να συνάζη κανείς +τραγούδια και παραμύθια πολύ πιο έφκολο δεν είναι. Νομίζει ο καθένας +που μπορεί να το κάμη. Είναι λάθος. Πρέπει πρώτα να μελετήση πολλά +άλλα πράματα και πρώτα απ' όλα τη γλώσσα μας. Ως τώρα δεν έγινε +καμιά τέτοια συλλογή που νάχη καμιά φωνολογική αξία. Ο Σύλλογος, που +ξέρει τι θα πη σοβαρή μελέτη, θα θελήση μάλιστα να μορφώση μερικούς +νέους, για να καταλάβουν τι είναι μια τέτοια δουλειά. Θα μας στείλη +δυο τρεις νέους στην Εβρώπη. Πολύ έφκολα μπορούμε στο Παρίσι — θα +είναι βέβαια το ίδιο και στη Γερμανία — να δίνουμε σημείωση στο +Σύλλογο για τον τρόπο που θα σπουδάζουν οι νέοι, για τον πόθο τους +και την προκοπή τους. Παρατήρησαν — το παρατήρησα και γω στην +παράδοση μου — που ποτές κανένας Γραικός δεν πάει νακούση μαθήματα, +άμα γίνεται λόγος σ' ένα μάθημα για τη μεσαιωνική και τη σημερνή +ιστορία και γραμματική της γλώσσας μας. Θαρρεί που τέτοιο μάθημα δεν +τόχει ανάγκη. Ο Γραικός αγαπά να πιστέβη πως τα ξέρει όλα, και +μάλιστα που ξέρει τα γραικικά. Μήτε στοχάζεται που μπορεί να μην τα +ξέρη. Στα μαθήματά μας έρχουνται Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί· Γραικούς +δεν είδα. Είναι κακό πράμα· δεν είναι πολύ και για τιμή μας. Είμαι +βέβαιος που ο Σύλλογος θα το διορθώση. + +Ο σκοπός είναι να μάθουμε τη γλώσσα μας. Έρχουνται πολλοί νέοι στο +Παρίσι και σπουδάζουν ο ένας νομικά, ο άλλος γιατρική· μηχανικοί και +μάλιστα δικηγόροι θέλουνε να γίνουν όλοι. Δε φτάνει. Ας σπουδάξουν +πού και πού λίγη γλωσσολογία. Αφτή είναι ή βάσιμη σπουδή· με τη +γλωσσολογία φωτίζεται και κάθε άλλη επιστήμη, αφού ένα έθνος πρέπει +πρώτα πρώτα νάχη μια γλώσσα δική του, για να καλλιεργήση κάθε τέχνη. +Να σας πω όλη την αλήθεια, πολύ λυπούμαι — ίσως μάλιστα και +ντρέπουμαι — που δε βλέπω ποτές στο μάθημα μου κανένα γραικόπαιδο. +Αφιέρωσα τη ζωή μου στη μελέτη της εθνικής μας γλώσσας. Είναι καλό +οι νέοι μας να το ξέρουν. Αντίς να λεν κάθε ώρα· «Η γλώσσα, μας δε +γράφεται· είναι ακανόνιστη και πρόστυχη· δεν έχουμε γλώσσα», θα +είταν πολύ πιο φρόνιμο και θα ταίριαζε παραπάνω νακούσουν πρώτα τι +λένε γι' αφτό το ζήτημα όσοι τόκαμαν έργο ζωής, κ' ίσως κάτι +νοιώθουν και κείνοι. + +Ένας γλωσσολογικός χάρτης της γραικικής θα γίνη με το σύστημα που +είπαμε, όταν πιάση κανείς και συνάξη όλα τα χωρικά. Τη βορεινή και +μεσηβρινή Γαλλία την ξεχωρίζει ένας ποταμός, κ' έτσι βλέπουμε απάνω +κάτω τα φυσικά σύνορα της βορεινής και της μεσημβρινής γαλλικής. Ο +λόγος είναι να βρούμε τέτοια γλωσσολογικά σύνορα και για την Ελλάδα, +να βάλουμε χωριστά κάθε γλωσσικό σύστημα. Όση διαφορά έχουν οι +νεολατινικές γλώσσες αναμεταξύ τους, τόση διαφορά κι ακόμη +μεγαλήτερη θαπαντήσουμε στην Ελλάδα. Ίσως ο τονισμός θα μας δώση το +σωστό γνώρισμα και θα διακρίνει τη μια γλωσσική χώρα από την άλλη. +Συμπεραίνω ο τονισμός της οξείας που λέγαμε, να μη χάθηκε παντού +στην ίδια εποχή. Μπορεί και σήμερα να σώζεται πουθενά. — Εκεί που +έμεινε πιώτερο καιρό, θακούγεται και σήμερα διαφορετική προφορά και +θα βρίσκουνται τύποι που αλλού δεν μπορεί να βρεθούνε. + +Με τη γενική γραμματική θα καταλάβουμε καλά και την κοινή γλώσσα. +Είπαμε που κάθε κοινή γλώσσα είναι ανώμαλη. Η αττική είχε τους +τύπους πονέσω, καλέσω κοντά στους τύπους φιλήσω, πολεμήσω κι άλλους +τέτοιους, γιατί η αρχαία είχε ανακατώσει το ένα με τάλλο τα διάφορα +συστήματά της — έω-ω συζυγίας. Με τον ίδιο τρόπο κ' η σημερνή μας η +κοινή γλώσσα συνηθίζει τύπους αντίθετους. Όλος ο κόσμος θα πη εγώ· +ωςτόσο παντού παραδέχουνται τους τύπους λέμε, λέτε, λεν. Κατάντησαν +τύποι γενικοί κι από κάθε άθρωπο μπορεί να τους ακούσετε. Δεν είναι +όμως σωστό να βρίσκουνται τέτοιοι τύποι στο ίδιο στόμα· όποιος ξέρει +το _λέμε_, έπρεπε να ξέρη και το _έώ_ αντίς _εγώ_· όποιος πάλε θα πη +_εγώ_, έπρεπε νάχη πρώτο, δέφτεοο και τρίτο πληθυντικό πρόσωπο +λέγουμε, λέγετε, λέγoυv. Oι τύποι _λέμε, λεν_ άρχισαν από το δέφτερο +πρόσωπο του πληθυντικού λέγετε· με τους φωνολογικούς νόμους, δεν +μπορεί κανείς να συλλογιστή μήτε μια στιγμή που το λέγαμε και λέγουν +έγιναν κατεφτείας _λεν και λέμε._ Πρώτα το λέγετε γίνεται λέετε και +τότες μόνο μπορεί να γίνη λέτε. Άμα όμως έχουμε τον τύπο λέτε, +καταλαβαίνουμε τους άλλους· το λέτε κλίνεται φυσικά_λέ-ω, λε- ς, λέ- +ει_ (τύπος της κοινής· ο τύπος λε είναι συνηρημένος), λέ-με, λέ-ν· η +ρίζα του λέμε γίνεται τότες λέ-· με την κατάληξη -ω, -ις, - ει, -με, +-τε, -ν, ο ενεστώτας δεν μπορεί να καταντήση παρά στο λέμε κτλ. Μα +ένας τύπος _λέτε_ μπορεί μόνο να φανή σε μια χώρα που δε θέλει γ +μέσα σε δυο φωνήεντα, σ' ενα χωριό που ο καθένας θα πη _εώ, λόος, +λαός, (λαγός), αώρι, άουρος, αελάδα, και μάλιστα _ακούω, κλαίω, +καίω, _ κτλ. κτλ. Εκεί που λεν _εγώ_, θα πουν _αγελάδα, άγουρος, +αγώρι, λαγός, λόγος_, και μάλιστα _λαγός (λαός), ναγός (ναός), Θεγός +(Θεός), ακούγω, κλαίγω, καίγω_, γιατί πάντα μέσα σε δυο φωνήεντα +θακουστή και το γ. Βλέπετε όμως που είναι δυο φωνολογικά συστήματα +όλους διόλου διαφορετικά· ένα σύστημα η αντωνυμία _εγώ_, άλλο +σύστημα το ρήμα _λέμε_ κτλ. Η κοινή γλώσσα πήρε τύπους κι από τα δυo +συστήματα — τάχει ανακατωμένα και τα δυo· αν πάτε στα χωριά, θα +διήτε το κάθε σύστημα στον τόπο του. Απαραίτητα κι ακάματα, εκεί που +λεν _εώ_, θα πουν _άουρος_· εκεί που λεν _ εγώ _, άλλο δε θακούσετε +παρά _άγουρος {62}. Οι μόνες ορθές, θέλω να πω οι μόνες κανονικές +γλώσσες είναι οι χωρικές, είναι τα χωρικά _(patois)_. Στα χωριά, +μήτε οι φωνολογικοί μήτε οι αναλογικοί νόμοι γνωρίζουν από εξαίρεση. +Στις αρχαίες γλώσσες, μας φαίνεται κάποτες που αφτοί οι φωνολογικοί +νόμοι δεν έχουν πολλή σταθερότητα, και μερικοί γλωσσολόγοι στην +Εβρώπη θα σας πουν που δυο τύποι αντίθετοι βρίσκουνται στην ίδια +γλώσσα. Ξεχνούν όμως που ξέρουμε μόνο την κοινή την αρχαία· αν +ξέραμε τα χωρικά κείνης της εποχής, θα βλέπαμε που ένας νόμος +φωνολογικός και στις αρχαίες τις γλώσσες δε σαλέβει. Είναι αλήθεια +που πρέπει κανείς νάχη πολλή μέθοδο για τέτοια μελέτη· άξαφνα σ' ένα +χωριό θακούση έναν άθρωπο να πη _ εώ _, κ' έναν άλλο να πη _ άγουρος +_. Μάλιστα μπορεί ο ίδιος χωρικός κάπου να πη _ εγώ _, κάπου _ εώ _. +Για τούτο πολλοί χωρικοί, όταν τους ρωτήξετε για καμιά λέξη, σας +απαντούν «Κ' έτσι τη λεν κ' έτσι» — Είναι λάθος. Οι νέοι που +συνάζουν τύπους με τέτοια ιδέα και νομίζουν τόντις που η γλώσσα του +χωριού έχει δυο τύπους διαφορετικούς για να πη το ίδιο πράμα, θα +κάμουν πολύ πιο φρόνιμα να παρατήσουν τη δουλειά, γιατί η δουλειά +τους δε θαξίζη. Όταν καταλάβη κανείς το γραμματικό σύστημα ενός +χωριού, θα διή αμέσως που τέτοια διγλωσσία δεν υπάρχει και που είναι +πάντα μόνο ένας κανονικός τύπος. Ο σκοπός είναι ίσια ίσια να +διακρίνη ποιος από τους δυο είναι ο ντόπιος τύπος και ποιος είναι ο +ξένος. Άμα κάμη αφτή τη σημαντική διάκριση, θα καταλάβη που ένας από +τους δυο τύπους είναι ο σωστός και που ο άλλος είναι μαθημένος απ' +αλλού{63}. Άμα είναι έτσι, κ' η γλώσσα του χωρικού δεν είναι πια +χωρική γλώσσα· καταντά και κείνη γλώσσα κοινή. + +Ώςπου να γίνη για τα διάφορα χωρικά που μιλιούνται σήμερα ένας +γενικός κατάλογος, ώςπου να φανή τέτοιο βιβλίο — τέτοιο μνημείο! — +χρειάζουνται χρόνια και χρόνια. Πρέπει κανείς να πάρη κάθε τύπο της +αρχαίας, να διή τι έγινε στο μεσαιώνα, έπειτα να μάθη πώς +μεταμορφώνεται ο ίδιος τύπος σ' όλη την Ελλάδα· θα μας ξηγήση και +τον αρχαίο τον τύπο κι όλους τους καινούριους με τη σειρά τους. Έτσι +θα βλέπουμε όλη την ιστορική σειρά της ελληνικής από τα παλιά τα +χρόνια ίσια με την ώρα που μιλούμε. Τέτοιο έργο μπορεί νανάψη νέων +καρδιές και κεφάλια. Είναι μια χαρά να φανή κανείς πρώτος στην +επιστήμη και να κάμη πράμα που δεν τόκαμε κανένας πριν. Πρέπει να +ξεπεράση όσους έγραψαν, όσους μελέτησαν τη γλώσσα. Ο πατριωτισμός θα +του δώση δύναμη, πόθο και φωτιά. Δε θάχη πρόληψη καμιά. Δε θα γυρέβη +στη γλώσσα μας διορισμούς ή ωγύγιους τύπους. Θα θέλη να ξέρη μόνο +την αλήθεια, γιατί η αλήθεια βγαίνει πάντοτες ωραιότερη από κάθε +φαντασία, όσο νόστιμη κι αν είναι η φαντασία. Χάρη στην αλήθεια, +βλέπουμε και στην ψυχή μας μέσα και στων αλλωνών την ψυχή. + +Σε καμιά εκατοστή χρόνια — μπορεί και παραπάνω! — ίσως βρεθή και για +τη γλώσσα μας κανένας Diez, κανένας Bopp ή κανένας Grimm, ας είναι +και κανένας Vuk Stefanowitch. Για την ώρα, ας κάμουνε τη μικρή +σύντομη γραμματική που σας έλεγα. Πόσους θαρέση, ένα τέτοιο +βιβλιαράκι! Όσοι καταφρονούν τη γλώσσα μας — αν είναι και τέτοιοι — +θα χαρούν και κείνοι, γιατί τουλάχιστο θα μάθουν τι είναι αφτή η +γλώσσα που καταφρονούν και δε θα την κατηγορούν πια χωρίς να την +ξέρουν. Ο λόγος είναι να πάρη κανείς τους κοινούς τύπους και να τους +βάλη όλους με τη σειρά τους. Τον _πατέρα_, τον έχει κάθε τόπος όνομα +ξεχωριστό· ο ένας θα πη _ πατέρας_, ο άλλος _κύρης, τσύρης, φέντης, +αφέντης, αφές, μπαμπάς_ {64}. Ο κοινός τύπος που κάθε Γραικός θα +καταλάβη και θα μπορέση να πη είναι ο τύπος _ πατέρας _, ίσια ίσια +γιατί είναι τύπος της κοινής συνήθειας. Το ίδιο και με την κλίση· τα +ουσιαστικά _μέρα, μέρας, γλώσσα, γλώσσας, λόγος, λόγου, λόγοι, +λόγους, δώρο, δώρου, πράμα, παιδί, πατέρας, ράχη, ράχης_, τάρθρο, οι +αντωνυμίες, τα ρήματα, τα επίθετα, κλίνουνται παντού με τον ίδιο +τρόπο κ' έχουν τύπους κοινούς που τους ξέρει ο καθένας{65}. Είταν +πρώτα συνήθεια να γράφουνται τέτοια βιβλία. Στα χίλια πεντακόσια +τριάντα ο Σοφιανός έκαμε μια πολύ καλή γραμματική της γλώσσας μας· +στα χίλια εξακόσια τριάντα οχτώ έβγαζε ο Πόρτιος τη δική του _ +Γραμματική της ρωμαϊκής γλώσσας _ και την αφιέρωνε στον Καρδινάλε +Λούκα του Ριχελίου. Δεν πρέπει να κοπή μια τέτοια σειρά. Ας κάμουν +άλλοι άλλες. Δεν μπορούμε πια ναφιερώσουμε βιβλία στο Δούκα του +Ριχελίου· ταφιερώνουμε στο έθνος που τάχει πιώτερη ανάγκη. Του +Πόρτιου η Γραμματική, αν τη διορθώσουμε πού και πού, μπορεί και +σήμερα να φανή χρήσιμη και να την έχη ο καθένας για πρόχερο οδηγό. +Πόσο ήθελα και τι καλό θα είτανε να γράφουνταν καμιά τέτοια +γραμματική και σ' αφτή μας τη γλώσσα! Τον περασμένο χειμώνα ο κ. +Wilhem Meyer, καθηγητής στη Γένα, που για μεγάλη μου τιμή στάθηκε +μαθητής μου και που είναι ένας από τους πιο γνωστούς γλωσσολόγους +της Γερμανίας και τόντις μάστορης στα νεολατινικά, ξανατυπώνει του +Πόρτιου τη Γραμματική με σκόλια και σημειώματα. Τα σημειώματα θα +είναι σα μια άλλη Γραμματική. Τον είχα βάλει να κάμη και την έγδοση +και τα σκόλια. Μα ξέρετε που ο Πόρτιος έγραψε τη γραμματική του στη +λατινική γλώσσα· θα είταν καλό να τη μετάφραζε κανένας γραικικά, για +να ξέρουμε και μεις τι γράφουνται για τη γλώσσα μας. Του Πόρτιου το +πρωτότυπο βιβλίο είναι δυσέβρετο. Ο Δουκάγγης πήρε τη Γραμματική του +Πόρτιου και την τύπωσε στην Εισαγωγή του Λεξικού του· μ' αφτό δεν +έγινε όμως λιγώτερο σπάνια, γιατί ο Δουκάγγης ο ίδιος είναι σπάνιος, +κοστίζει ακριβά και δε βρίσκεται στα χέρια του καθενός. + +Τόνομα του Δουκάγγη είναι καημός μου και χαρά μου. Είναι χαρά μου, +γιατί πολύ με χρησιμέβει το Λεξικό του. Είναι όμως και καημός μου. +Όσο το βλέπω, λυπούμαι που δε βγαίνει σήμερα κανείς να μας ξαναδώση +έναν άλλο Δουκάγγη — Ή να φανή και καλήτερος από το Δουκάγγη. Την +ύλη την έχει. Έχει πρώτα πρώτα τον ίδιο το Δουκάγγη. Έγιναν από +τότες, κι ακόμη πριν, πολλά γλωσσάρια. Του Σοφοκλή το Λεξικό είναι +βέβαια το πιο σπουδαίο απ' όλα και τιμά τη γραικική επιστήμη. Είναι +και του Πόρτιου, του Μέρσιου, του Σομαβέρα· είναι τα διάφορα +ιδιωτικά γλωσσάρια που βρίσκουνται σκορπισμένα ή σε γλωσσολογικές +μελέτες ή σε συλλογές. Ο λόγος είναι να τα μαζώξη κανείς και να τα +βάλη όλα σ' ένα σώμα. Πρέπει πολλοί σοφοί μαζί ναρχίσουν τη δουλειά, +για να καταφέρουν τέτοιο έργο. Ένας δε φτάνει. Χρειάζεται +νακολουθήση κανείς κ' ένα σύστημα μεθοδικό. Για κάθε λέξη πρέπει να +γίνη μελέτη ξεχωριστή. Θαρχίσουμε από την αρχαία. Θα διούμε τι +σημασία είχε μια λέξη στην ομηρική ή στην κλασσική εποχή, πόσες +διάφορες σημασίες πήρε κατόπι, ποια μέσα σ' όλες έμεινε και ποια +σημασία χάθηκε, πώς λίγο λίγο έλαβε μια λέξη καινούριο χρωματισμό, +τα στάδια από πού πέρασε και την ψυχολογική της σειρά ώςπου να +καταντήση στη σημερνή της σημασία. Τότες βλέπουμε πόσες σημασίες +έχει μια λέξη στις διάφορες γραικικές χώρες και ποια είναι η κοινή, +η συνηθισμένη σημασία. Ο λεξικογράφος μας θαναφέρη τα κείμενα, τα +μεσαιωνικά χερόγραφα, θα πη τον αριθμό του κώδικα, το φύλλο και την +αράδα, θα κάμη ό τι δεν έκαμε ο ίδιος ο Δουκάγγης. Έτσι, σα με τη _ +Γενική Γραμματική _, θάχουμε έναν ιστορικό καθρέφτη όλης της +ελληνικής, από την αρχαία ίσια με τώρα. + +Συγκριτική _ σημασιολογία ή σημαντική _ μπορεί να γίνη μόνο με τα +λεξικά· και μας χρειάζουνται λεξικά για να καταλάβουμε τα μεσαιωνικά +κείμενα. Συχνά μας έρχεται δύσκολο ναποφασίσουμε αν η τάδε λέξη στα +χίλια ή χίλια διακόσια έχει πάντα την αρχαία της σημασία ή αν πρέπει +να της δώσουμε το νόημα που έχει σήμερα (πρβλ. το ρήμα πρόσεχε του +Σπανία Α',2). Άμα διούμε ποια είναι η συνηθισμένη της και κοινή +σημασία στα κείμενα της ίδιας εποχής, τότες βγαίνει αμέσως το νόημα. +Θέλουμε όμως λεξικά, για να το μάθουμε γρήγορα και με μια ματιά. Τα +μεσαιωνικά κείμενα θα μας δείξουν και σε ποια εποχή άρχισαν πολλές +λέξες να γίνουνται ελληνικές από ξένες που είταν{66}. Κάθε γλώσσα +πλουτίζει μ' άλλες γλώσσες και πληθαίνει το λεχτικό της. Για την +αρχαία, δε θα μπορέση να μάθη κανείς από πού της ήρθαν κάτι ξένες +λέξες, σαν άνθρωπος, Αθήναι κτλ. Το μόνο που μπόρεσε να πη με +βεβαιότητα η σημερνή μας επιστήμη, είναι που οι λέξες άνθρωπος, +Αθήναι και κάτι άλλα γεωγραφικά ονόματα, δε φαίνουνται ελληνικές +λέξες. Ξένες λέξες και ρίζες είχαν κ' οι αρχαίοι· είναι μάλιστα πολύ +πιθανό να τις είχαν από τα πιο παλιά τα χρόνια, γιατί κ' οι Έλληνες +γνώρισαν ξένους λαούς, ξένα έθνη, είχαν εμπόριο με πολλούς ξένους, +και πριν έρθουν ακόμη στην Εβρώπη, μπορεί στο δρόμο τους κάμποσα να +μάζωξαν από δω κι από κει, μπορεί και στην Ελλάδα, που κάθησαν, +κάμποσα να πήραν από τους πρώτους κάτοικους που νίκησαν οι προγόνοι +μας. Δεν ξέρουμε όμως αρκετά τη γλώσσα τους για να προσδιορίσουμε, +κάθε φορά που απαντούμε μέσα της κάτι παράξενες λέξες, τι είταν και +τι δεν είταν ξένης παραγωγής. Θα μας είναι πολύ πιο έφκολο για τα +γραικικά να βρούμε την αλήθεια και να ετυμολογήσουμε κάθε λέξη. +Μπορεί κανείς για τα γραικικά να διακρίνη τρεις διάφορες εποχές, που +πήρε λέξες η γλώσσα μας από άλλες γλώσσες και μάλιστα από λατινικές +γλώσσες· α) τη _ ρωμαϊκή εποχή _. Οι Ρωμαίοι μας έδωσαν τα ονόματα _ +Γεννάρης, Φλεβάρης, Μάρτης, Απρίλης, Μάης, Γιούνης, Γιούλης _ κτλ., +_ Κωσταντίνος, ακκουμπώ, πόρτα _ {67}· β') τη _ φράγκικη εποχή _. Οι +σταβροφορίες είσαξαν κάμποσα στη γλώσσα μας, και πρέπει να κάμουμε +τμήμα ξεχωριστό γι' αφτή την περίοδο της ιστορίας μας· γ') _ τη +μεταγενέστερη ή σημερνή εποχή _. Για την γ' και τη β' εποχή +χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Όταν πη κανείς για μια λέξη που είναι _ +φράγκικη _, είναι σα να μην έλεγε τίποτις. Η επιστήμη άλλο γυρέβει· +θέλει να προσδιορίσουμε αν είναι η λέξη ιταλική, γαλλική ή ισπανική· +έτσι μόνο θα μάθουμε περίεργα ιστορικά, θρησκευτικά, νομολογικά, +πολιτικά διδόμενα, και θα καταλάβουμε τι φωνολογικούς νόμους έχουν +και τα γραικικά κ' οι λατινικές γλώσσες, γιατί και κείνες θα +φεληθούν κάμποσο απ' αφτή μας τη σπουδή. Τέτοια δουλειά δεν είδαμε +να γίνη ακόμη{68}. Όπως φανή του καθενός, θα μας πη τη λέξη ιταλική +ή γαλλική· καπότες θα μας τη βγάλη ισπανική, κάποτες πορτογαλλική. +Μ' αφτό το σύστημα όμως μήτε η γλωσσολογία προκόφτει, μήτε η +ιστορία· είναι επιστημονικά ζητήματα και δεν μπορεί, μήτε μάλιστα +ταιριάζει να παίρνουμε τη συνήθεια να τα μελετούμε όπως τύχη. Τέλος, +χρειάζεται να κάμουμε κι άλλα τέσσερα τμήματα. Δεν είναι μόνο η +λατινική κ' οι λατινικές γλώσσες που πλούτισαν τη δική μας. Είναι +α') τα _ γερμανικά και ταγγλικά·_ β')τα _σλαβικά, κοπέλα _ κι άλλα +τέτοια· γ') _ ταραβικά _ (μαζί μ' αφτά ας λογαριάσουμε και τα +τούρκικα), _ τουφέκι _ κτλ. Άλλες λέξες πάλε, αφού τις πήραν από μας +άλλοι λαοί, γύρισαν πίσω και τις έχουμε για ξένες, μόλον ότι είναι +γραικικές· _ εφέντης _, οθωμανικός τίτλος από τα αφέντης =αυθέντης, +πρβλ. Αθήν. I', 9· τόνομα _ αφές _ (=πατέρας, σε μερικά χωριά) δεν +έχει την παραμικρή συγγένεια με την τούρκικη λέξη· _ σεντούκι +(=σανδύκιον) _. Έτσι και το γαλλικό tonnelle (κληματαριά) πέρασε +στην αγγλική κ' έγινε tunnel, άλλαξε όμως σημασία. Και πολλοί +νομίζουνε σήμερα στη Γαλλία που το tunnel είναι αγγλικό· δ') η _ +καθαρέβουσα _. Η λέξη _ εγωισμός _, ας πούμε, δεν είναι αρχαία. Την +έφτειαξαν οι Γάλλοι κι από τους Γάλλους την άκουσαν ο Κοραής κ' οι +φίλοι του· κάμποσοι πιστέβουν πως είναι ελληνική λέξη. Στο ίδιο +κεφάλαιο μπορούμε να βάλουμε και κάτι λέξες που είναι αρχαίες αν +κοιτάξουμε τον τύπο, μα που πήραν ξένη σημασία. Τέτοιες έχουμε +άπειρες. _ Κύριος _ γραικικά θα πη ο Θεός, και _ κύρης _ ο πατέρας· +εμείς το κάμαμε σήμερα να σημαίνη Monsieur· είναι σημασία άγνωστη +στο λαό, που λέει πιο σωστά _ αφέντης, αφεντικό _. Έχουμε και κάτι +άλλα που βέβαια ελληνικά δεν είναι· άνθρωπος του κόσμου, homme du +monde (στο μεσαιώνα θάλεγαν τουλάχιστο κοσμικός), εν δεδομένη τινί +στιγμή, dans un moment donné, η λύσις εγγίζει, la solution approche, +περίστασις, circonstance, η βασιλίς των ποτών, la reine des +liqueurs! κτλ. κτλ. κτλ. θα καταντούσε τόμος, αν ήθελε κανείς +ναραδιάση όλους αφτούς τους ξενισμούς{69}. + +Δεν είπαμε τίποτις ακόμη για την επιστημονική ουσία της ετυμολογίας. +Η ετυμολογία δεν είναι ξεχωριστός κλάδος της επιστήμης· δε θέλει +μελέτη ιδιαίτερη. Όποιος ετυμολογεί, εφαρμόζει μόνο και μόνο τους +φωνολογικούς νόμους που έμαθε, σπουδάζοντας όλη τη γλώσσα και το +γενικό σύστημα της γραμματικής της. Ξέρετε που όπου πρόκοψαν οι +γλωσσολογικές μελέτες, κάμνουν ετυμολογίες μόνο όταν κατάλαβαν +αφτούς τους νόμους. Αν ετυμολογούσανε, χωρίς να γνωρίζουν πρώτα τη +γλώσσα, η ετυμολογία άλλο δε θα είταν παρά παιχνίδι. Η ετυμολογία +είναι το τέλος της σοφίας· με την ετυμολογία δεν μπορεί ναρχίση η +επιστήμη. Πρέπει όμως να περάσουν κάμποσα χρόνια για να το διή +κανείς. Στη Γαλλία, στο δέκατο έβδομο αιώνα, όταν ακόμη δεν είχαν +καμιά ιδέα για γλωσσολογία και μήτε συμπέραιναν που τα γαλλικά και +τα λατινικά είναι η ίδια γλώσσα, ετυμολογούσαν, όπως τύχαινε, κ' +έλεγαν που το car έρχεται από το γαρ και που το diner είναι ταρχαίο +_ δειπνείν _. Πριν πιάση κανείς να μελετήση γλωσσολογία όπως τη +μελετούμε σήμερα, προσέχει μόνο στις λέξες, και νομίζει που το +βάσιμο και διακριτικό σημείο σε μια γλώσσα είναι το λεχτικό της. +Έπειτα βλέπει που οι λέξες, πάει να πη, οι ρίζες, δεν έχουν καμιά +μεγάλη σημασία, και που ταληθινό γνώρισμα και το μόνο σημαντικό για +τους γλωσσολόγους είναι η γραμματική, το τυπικό κ' η φωνολογία. +Πολλούς θακούσετε να σας πουν που η γλώσσα μας είναι γεμάτη ξένες +λέξες και μάλιστα που κατάντησε ξένη, που γλώσσα δεν έχουμε κτλ. Θα +σας φέρουν απόδειξη κάτι λέξες σαν _ κρεββάτι, καφές, σπίτι, +αρματώνω, κουβέντα _ και μερικά τέτοια· λέω μερικά, γιατί πολλά δεν +είναι· όσοι μιλούνε για ξενισμούς, δεν τους μέτρησαν ποτές και δεν +έκαμαν κατάλογο μεθοδικό, να βάλουνε μέσα όλους τους ξενισμούς, +μόλον ότι θα είταν, πιστέβω, ένα τέτοιο έργο πιο χρήσιμο πράμα παρά +να κάθεται κανείς να λέη πάντα τα ίδια και να κατηγορή τη +δυστυχισμένη μας τη γλώσσα που δε φταίει. Άμα γίνη το λεξικό, θα +διούμε που οι ξένες λέξες είναι πολύ σπάνιες. Μόλον τούτο, άκουσα +πως θέλουν πολλοί να τις βγάλουν από τη γλώσσα μας. Δεν μπόρεσα να +το πιστέψω. Στις λέξες ξένης παραγωγής είναι που βλέπει κανείς ίσια +ίσια πόσο ζωντανή, ακόμη και σήμερα, είναι η αρχαία γραμματική. Η _ +μέρα _ να κλίνεται _ μέρας _, κι ο _ λόγος, του λόγου _, δεν είναι +παράξενο. Το περίεργο είναι που η παλιά κατάληξη σώζεται και στις +ξένες λέξες· αφτό είναι το σπουδαίο. Δεν κλίνουν πουθενά στην Ελλάδα +_ ο καφέ, οι καφέ, τους καφέ, η κουβέντα, της κουβέντα, οι κουβέντα, +τις κουβέντα _, κ' είναι αδύνατο ο γραικικός λαός να κλίνη, για την +ώρα με τέτοιο τρόπο. Αφτό σημαίνει που το ς της αρσενικής +ονομαστικής ή της θηλυκής γενικής βάσταξε και πάντα βαστά όλη του τη +δύναμη και χρήση. Η γλώσσα θα είταν ξένη, αν οι ξένες λέξες δεν +κλίνουνταν. Άμα κλίνουνται, θα πη πως έγιναν πια γραικικές· με λέξες +ξένης παραγωγής η γλώσσα δε χάνει το χαραχτήρα της και μνήσκει +πάντοτες η ίδια. Έτσι είναι ακόμη και σήμερα. Το γαλλικό το faux-col +το ξέρετε. Στην Ελλάδα πήραν τη λέξη. Πώς την είπαν; Το φοκόλ, του +φοκόλς όχι! Τόκλιναν αμέσως, σα να είταν κανένα γραικικό, αρχαίο +όνομα, και το είπαν το φοκόλο, τον φοκόλου, όπως λεν τάλογο, του +αλόγου, το δώρο, του δώρου. Από κει βλέπουμε που ο λαός πάντα +θυμάται και ξέρει το κλιτικό σύστημα της αρχαίας για τα ουδέτερα. +Τίποτις με το _ φακόλο _ δεν αλλάζει· η γλώσσα μήτε κούνησε{70}. Το +ίδιο και με τη γενική του καφέ. Για να είναι τόνομα γραικικό, πρέπει +νάχουμε φωνήεντο στη γενική κι αφτό το φωνήεντο να είναι το ίδιο +φωνήεντο που ακούγεται στην ενική ονομαστική. Ο γενικός αφτός ο +νόμος είναι πολύ παλιός. Έχει την αρχή του στην ελληνική. Οι Έλληνες +έκλιναν _ η ημέρα, της ημέρας, η σοφία, της σοφίας _ · έπειτα είπαν +_ η γλώσσα, της γλώσσας, ο νεανίας, του νεανία, ο πατέρας, του +πατέρα _. Έτσι κλίνεται κι ο _ καφές _ στη γενική, με φωνήεντο, +καθώς κ' η γενική _ πατέρα, νεανία _. + +Οι γραικικές ετυμολογίες μεγάλη δυσκολία δεν έχουν. Ένας μαθητής μου +μια μέρα ήρθε να με βρη και τον έβλεπα σα ζεματισμένο. «Δεν αξίζει +τον κόπο, με λέει, να κάμη κανείς ετυμολογικό Γλωσσάριο της +νεοελληνικής, γιατί αμέσως φαίνεται η παραγωγή κάθε λέξης και πολλή +δουλειά δε θέλει να την ετυμολογήσουμε. Πού είναι οι λατινικές +γλώσσες! Εκεί τουλάχιστο χαίρεται κανείς να βρη πράματα που δε +βρίσκουν άλλοι και με τη μελέτη, με τη δυσκολία, ανάφτει και +ξανοίγει ο νους του γλωσσολόγου κι ο κόσμος καμαρώνει». Είναι +αλήθεια. Μεγάλη σοφία δε χρειάζεται για να διή κανένας από πού +έρχουνται και το _ καμαρώνω _ του φίλου μου (καμάρα, κάμνω σαν την +καμάρα, περηφανέβουμαι), κι άλλα μερικά, σαν το _ σιμώνω _ (σιμός, _ +σιμόω, σιμώσας τον αυχένα _, ένας που σκύφτει το λαιμό, που έρχεται +πιο κοντά σ' ένα μέρος παρά που είταν πριν, που κοντέβει· _ η εθνική +μας εορτή ογλήγορα σιμώνει _ — πλησιάζει, έλεγε ένας ποιητής), _ +στρίφτω, _ στρίφτω το μουστάκι μου (εις τρίβω), _ γερός _ (υγιηρός), +_ άσπρος _ (asperum, πρβλ. Gloss. Laod. 72, 1, 19, Essais de de +gramm. hist. II. σελ. 79· «δηνάριον τραχύ... λευκόν, asprum {71} . +Άλλα πάλε πολλά είναι ανεξήγητα,_ εδώ, όχι, έτσι, μαζί _. Θα μας +φανούν έφκολα κι αφτά, άμα μάθουμε τους διάφορους τύπους που έχει η +ίδια λέξη στις διάφορες χώρες. Πρώτα πρώτα πρέπει κανείς να μελετήση +καλά τους φωνολογικούς νόμους, μ' άλλα λόγια να καταλάβη και νακούση +πώς προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες σε κάθε τόπο, το _ εγώ _, +το _ διά _, το _ πατέρας _, πώς κλίνουν κάθε όνομα και κάθε ρήμα κι +από κει να βγάλη γενικούς κανόνες. Για να ετυμολογήσουμε μια λέξη, +ας πούμε τόνομα _ Φλάτσα _, πρέπει να μάθουμε α') αν τάτονο ι μέσα +σε δυο φωνήεντα χάνεται ή όχι στη χώρα που έχουν τον τύπο _Φλάτσα_, +δηλαδής αν προφέρνουν τέτοιο _ι_· β') αν η πλοκή _κι, κε_, καταντά +_τσι, τσε_ σ' αφτή τη χώρα· γ') αν το _σ_ δε θέλει κατόπι του _ι_ κι +αν η συνήθεια είναι να λεν _ άξος, σώπα _, αντίς _ άξιος, σιώπα _. +Άμα είναι τέτοια συνήθεια, φαίνεται αμέσως η ετυμολογία κ' έχουμε +κάθε δικαίωμα να πούμε που το _ Φλάτσα _, άλλο δεν είναι παρά _ +Φυλάκια, φυλάκιον, φυλακή _ {72}, γιατί τότες κ' οι φωνολογικοί +νόμοι είναι σύφωνοι και το _ Φυλάκια _ γίνεται _ Φλάτσια, Φλάτσα _ +ταχτικά. Αν όμως στη χώρα που θακούσετε να λένε _ Φλάτσα _, δεν +είναι συνήθεια να χάνεται τάτονο _ι_ μέσα σε δυο φωνήεντα και με _λ_ +κατόπι, αν το _κι_ δε γίνεται _τσι_, αν το _σ_ θέλει _ι_, τότες η +ετυμολογία μας δεν αξίζει. Πρέπει να γυρέψουμε άλληνα. Η ετυμολογία +δεν είναι για διασκέδαση· θέλει μάθηση και σκέψη. + +Κάθε λέξη είναι όμως ιστορικό, είναι και ψυχολογικό μνημείο. Δε +φτάνει να την ετυμολογούμε, μόνο και μόνο για να μάθουμε την +παραγωγή της· από τη σπουδή της μπορεί να φεληθή κ' η ιστορία. Θα +είχε κανείς πολλά να πη για τέτοιο αντικείμενο. Ο γλωσσολόγος θα +κοιτάξη την ψυχολογική αξία αφτής της μελέτης. Το περίεργο θα είταν +ίσια ίσια να μπορούσε κανείς να βρη το δρόμο, την ψυχολογική σειρά +που πήρε κάθε λέξη για ναλλάξη νόημα. Πρέπει κανείς, για τέτοια +δουλειά, να διαβάση το βιβλίο που θα τυπώση σε λίγο ο σοφός μου +φίλος και δάσκαλος Α. Darmester{73}. Εκεί θα βρη τον καλήτερο οδηγό +και δεν είναι ανάγκη να σας πω όσα θα σας πουν άλλοι με πολύ πιώτερη +γνώση. Από τη γλώσσα κι από τις λέξες βλέπει κανείς αν ένας λαός +έχει φαντασία και ποίηση ή όχι. Ο λαός δεν αγαπά να λέη ξερά τα +πράματα κ' η γλώσσα του είναι γεμάτη εικόνες. Αφτές οι εικόνες είναι +σαν τα χρώματα σε μια ζουγραφιά· στολίζουν κι ομορφαίνουν τη γλώσσα. +Την κάμνουν και φαντάζει. Με τη φαντασία του λαού όλη η φύση +ζωντανέβει και στάψυχα πράματα δίνει ψυχή. Όσα βλέπει, είναι +φαντασία· φαντάζεται κάθε πράμα και θα πη το καθετίς σαν που το +φαντάζεται και το βλέπει. Testa σημαίνει _ tesson _ · ο λαός τόκαμε +_ tête _, και σημαίνει σήμερα κεφάλι. Για να πη που περπατεί +γρήγορα, θα το φέρη, _ έκοψα _ δρόμο, τον έκαμα κομμάτια κ' έτσι +λιγόστεψε, πρβλ. το _ carpere prata fuga _ του Βεργίλιου. Ή μπορεί +ακόμη να σε πη· _ πήρε δρόμο _, τον έκαμε κ' έγινε δικός του, πρβλ. +_ gagner pays _. Έπειτα ξεχνά την αρχική σημασία και τότες του +χρειάζεται καινούρια εικόνα. Δεν καταλαβαίνει πια κανείς σήμερα στη +Γαλλία που tête σημαίνει tesson. Για τούτο θακούσετε να σας το πη ο +λαός· ta boule = ta tête, le caisson = το κεφάλι (se faire sauter le +caisson), και το λέει έτσι, ίσια ίσια με τον ίδιο τρόπο που είπε +πρώτα _ ta tête _. Για τον ετυμολόγο, η λέξη _ tête _ δεν έχει +πιώτερη εβγένεια παρά το caisson ή ta boule· το ίδιο νόημα έχουν κ' +οι δυο. Όποιος θελήση να μιλήση χωρίς να βάλη στη γλώσσα του καμιά +μεταφορική εικόνα και προσπαθήση να δώση σε κάθε λέξη την +ετυμολογική της και ξερή αξία, θα διή, αν το συλλογιστή καλά, που +θαναγκαστή να μείνη βουβός όλη του τη ζωή. + +Η μεταφορά φαίνεται σ' όλα τα λόγια που θα πούμε, και στα πιο +συνηθισμένα. Στη γλώσσα μας έχουμε λέξη _ διαβάζω _, που σημαίνει _ +περνώ _. Στο μεσαιώνα έλεγαν ακόμη· + + Ολόκληρον ε δ ι ά β α σ α μήναν εις τον ξενώνα. + (Πρόδρ. Ε', στ. 88). + +Ύστερα το _ διαβάζω _ {74} πήρε τη σημασία του _ αναγινώσκω _, που +και κείνο άλλο δε θα πη παρά _ αναγνωρίζω _. Το _ διαβάζω _ έχασε +όλους διόλου σήμερα στην κοινή συνήθεια το νόημα που είχε στο στίχο +του Πρόδρομου. Για τούτο θακούσετε πολλούς να σας πουν· _ πέρασα _ +το τάδε βιβλίο μια φορά ή δυο φορές. Την ίδια εικόνα μεταχερίζεται +πάλε, γιατί η πρώτη πάλιωσε και του χρειάζεται άλλη που να μοιάζη με +την πρώτη. Πολλοί νεολογισμοί έχουν τέτοιο λόγο· η φαντασία του λαού +είναι ζωηρή κι όλο θέλει καινούριες μεταφορικές εικόνες{75}. Δεν +ξέρω τι σημασία είχε η λέξη _ ρις, ρινός _ στους αρχαίους μήτε ποια +είναι η ρίζα της· βέβαια μήτε με το _ ρέω _ (γιατί ε, κι όχι ι {76} +μήτε με το _ ρέγχω _ έχει καμιά συγγένεια. Πολύ γρήγορα χάθηκε η +λέξη, γιατί δεν είχε πια καμιά νοστιμάδα για το λαό και δεν έβλεπε +κανείς τι μπορούσε να πη _ ρις _. Πιο έφκολα μας έρχεται να +καταλάβουμε τι σημαίνει _ μύτη. Μύτις, μύτιδος _, θα πη, _ μούτσουνο +_. Κανείς όμως σήμερα, λέγοντας _ μύτη _, δεν πάει πια να συλλογιστή +το _ μούτσουνο· _ μπορεί μάλιστα, πουθενά στην Ελλάδα, να λεν τη _ +μύτη μούτσουνο _ (έχει μεγάλο μούτσουνο {77} = μύτη), γιατί η λέξη _ +μύτη _ άλλο δε θυμίζει σ' όλο τον κόσμο παρά την αθρώπινη μύτη, ό τι +θύμιζε στους αρχαίους κ' η λέξη _ ρις, ρινός, _ που θα είχε πρώτα +ποιος ξέρει τι σημασία. Για να πούμε όλη την αλήθεια, — και +χρωστούμε να την πούμε, — ο λαός μας μεγάλη φαντασία δεν έδειξε σε +τέτοιες ονομασίες· άφησε τις αρχαίες λέξες απάνω κάτω παντού όπως +είταν· τις βάσταξε με το ίδιο νόημα, χωρίς να τις αλλάξη, χωρίς να +βρη καινούριες εικόνες, χωρίς ο νους του να πλουτίση τη μεταφορική +λεξικολογία. Όταν ο λαός λέει _ κεφάλι, μέτωπο, χείλια, στόμα, +δόντια, γλώσσα, αφτιά, ποδάρια, δάχτυλο, νύχι, φρύδια, στήθος, χέρια +_ δε βλέπουμε να πήρε δρόμο η φαντασία του και καμιά ζωηράδα δε μας +φανερώνει ο νους του. Μιλεί σαν τους αρχαίους, και τόσο πνέμα δε +χρειάζεται για να λέη κανείς τα πράματα ίσια σαν που τάλεγαν τρεις +χιλιάδες χρόνια πριν. Η φωνολογία μόνη άλλαξε, γιατί έπρεπε ναλλάξη +με τους ιστορικούς νόμους της γλώσσας μας· το νόημα έμεινε. Μόλις σε +κάτι λέξες σαν κορμί (σώμα), μαλλί (θριξ), μάτι (οφθαλμός), +ματόφυλλα (βλέφαρα), έδειξε ο λαός κάποια φαντασία, κάποια ποίηση. + +Ο σκοπός του λεξικολόγου είναι να μας δείξη με τη μελέτη που θα κάμη +τι γίνεται μέσα στην ψυχή του αθρώπου, πώς αλλάζει νόημα μια λέξη +και τι μπορεί να μας μάθουν τέτοιες αλλαγές για την ιστορία, για τα +ήθη, για τα έθιμα, για το νου και για το χαραχτήρα ενός λαού. Το +επίθετο _ νόστιμος _ θα πη _ κάτι ή κάποιος _ που γυρίζει σπίτι, +_που ξανάρχεται στην πατρίδα. Νόστιμον ήμαρ_ λέει ο Όμηρος· είναι η +μέρα που ξαναβλέπει κανείς τους δικούς του. Είναι μια χαρισάμενη +μέρα. Ο ξένος που όλο ταξιδέβει, δεν έχει τέτοια τύχη· για τούτο +ξένος σημαίνει και _ δύστυχος _. Αχ! ο ξένος! πέθανε και πάει, σας +λέει ο λαός. Από κει φαίνεται όλος ο Γραικός· ξέρετε που είναι ένα +σωρό δημοτικά τραγούδια για την ξενιτειά. Ένας ποιητής στο μεσαιώνα +λέει μάλιστα· + + Η ξενιτειά κι ο θάνατος αδέλφια λογούνται{78}. + +Η μεγαλήτερη δυστυχία για το Γραικό είναι η ξενιτειά, το πιο _ +νόστιμο _ απ' όλα, η πατρίδα. + +Κανένας όμως δε βαστά σπαθί στο χέρι, κανένας δε μας βιάζει και +καλά, θέλουμε δε θέλουμε, να δώσουμε ετυμολογίες, να βρούμε την +ψυχολογική σειρά που ζητούμε. + +Όταν κανείς δεν μπόρεσε ακόμη να λύση ένα πρόβλημα που μελετά, δεν +έχει καμιά ανάγκη να μιλήση. Η αρχή της επιστήμης είναι πολύ απλή +και πολύ δύσκολη· φτάνει να μάθη κανείς, εκεί που πρέπει, να λέη τις +δυο λέξες· _ δεν ξέρω _. Είναι πολλά πράματα που δεν μπορούμε να τα +καταλάβουμε· ωςτόσο έχουν όλα το λόγο τους. Ο ουρανός είναι αιώνιο +μυστήριο για τον άθρωπο. Ας είναι όμως ο κόσμος πρόβλημα ανεξήγητο +ποιος θα πη τη φύση βάρβαρη; Η γλωσσική ενέργεια του αθρώπου είναι +μυστήριο και κείνη, μυστήριο σπουδαίο, γιατί μας ανοίγει την ψυχή +και μας φανερώνει την ιστορία ενός λαού. Ένας βυζαντινός ποιητής +είπε κάπου· + + Άνθρωπος, όταν περπατεί, κόσμος μικρός υπάρχει.{79} + +Θάλεγε μεγαλήτερη αλήθεια, αν έγραφε με τη γλώσσα του· + + Άνθρωπος, όταν ομιλεί, κόσμος μικρός υπάρχει. + +Ο κόσμος αφτός είναι μάλιστα κόσμος μεγάλος. Η επιστήμη έχει δυο +αντικείμενα κι αφτά τα δυο όλο μελετά· τη φύση και τον άθρωπο. Όσο +σπουδάζουμε τη φύση, πρέπει να σπουδάζουμε και τον άθρωπο. Έχουν την +ίδια σημασία, την ίδια αξία. Η χυμική αστρονομία μας έδειξε μάλιστα, +δεν είναι τώρα πολύς καιρός, την υλική ενότητα του κόσμου{80} και +μας έμαθε που ό τι βλέπουμε να γίνεται στον άθρωπο μέσα, γίνεται και +στους ουρανούς. Τάστρα και κείνα αιώνια δεν είναι· σαν τον άθρωπο +γεννιούνται, μεγαλώνουν και σβήνουν. Έν το παν. Ταρχαίο το ρητό +σήμερα μόνο φαίνεται αλήθεια. Δεν πρέπει λοιπό ναμελούμε καμμιά +μελέτη, όσο μικρή κι αν είναι. Όποια σπουδή είναι ικανή να μας +ανοίξη το νου, να μας μάθη τίποτις ή για τον υλικό βίο και τη φύση +του κόσμου, ή για τον κρυφό οργανισμό του αθρώπου και της ψυχής του, +είναι μεγάλη, είναι σοβαρή κι άγια σπουδή, γιατί μόνη της θα μας +φανερώση τα δυο μεγάλα, σοβαρά κι άγια μυστήρια, την αθρωπότητα και +τον κόσμο. + +Είναι μια χαρά για μένα να συναναστρέφουμαι μαζί σας και καλοσύνη +δική σας να μ' ακούτε· ας το πω τώρα και γω, είναι σήμερα για μένα +μια πολύ _ νόστιμη _ μέρα. Μόνοι σας εσείς είστε άξιοι να λύσετε τα +ιστορικά προβλήματα που μας προτείνει η γλώσσα μας και να φωτίσετε +όσους δεν ξέρουν. Από σας θα φωτιστώ και γω ο ίδιος, για τούτο μ' +αρέσει να συζητούμε μαζί τέτοια σοβαρά αντικείμενα. Δεν είναι του +καθενός δουλειά να κρίνη και να μιλή για τη γλώσσα, να την κατηγορή +ή να την υψώνη. Ένας φρόνιμος άθρωπος δε θα θελήση να δώση γνώμη +παρά για τα πράματα που σπούδαξε και που ξέρει. Σας βεβαιώνω που άμα +κανένας με μιλήση για μηχανικά, γιατρική ή τριγωνομετρία, αμέσως +σωπαίνω. Δεν τόχω μάλιστα διόλου ντροπή να του πω· «Σε παρακαλώ να +με συχωρέσης· μα δε νοιώθω από τριγωνομετρία». Μπορεί ένας να +προκόψη πολύ στη φυσική ή στη χυμία, μπορεί να γίνη περίφημος +μαθηματικός· μπορεί μάλιστα να ξέρη και δυο γράμματα· δε θα πη που +είναι γλωσσολόγος, μήτε που η γνώμη του έχει την παραμικρή αξία, +όταν έρθη να μας μιλήση για τη γλώσσα. Για να τον ακούσουμε πρέπει +να κάμη τα γλωσσικά ζητήματα έργο κι όχι πάρεργο, να σας μιμηθή, να +τα μελετήση σαν και σας, να σπουδάξη την αρχαία και τη νέα γλώσσα. +Όποιος πήγε στο σκολειό, όποιος διάβασε Ξενοφώντα και παίρνει το +κοντύλι να γράψη, δεν έγινε μ' αφτό αρειοπαγίτης. Χρειάζεται κάτι +παραπάνω. Να ξέρω που το _ ίστημι _ κλίνεται _ίστης, ίσταμεν_, η +ράχη _ράχις, ράχεως_ — και να δείξω στους άλλους που τα ξέρω — +μεγάλα πράματα δεν κατώρθωσα. Το ξέρουν και τα παιδιά. Για +ναποφασίση κανείς τι είναι χυδαίο{81} και τι δεν είναι, να πη που η +γλώσσα είναι πρόστυχη, πού θέλει διόρθωση, που πρέπει να την +καθαρίσουμε, δε φτάνει να γνωρίζη την αρχαία γραμματική, είναι +ανάγκη να κοπιάση να μάθη και τη νέα. Μάλιστα μπορούμε να πούμε +χωρίς να κάμουμε λάθος, που όποιος μιλεί για διόρθωση δε μελέτησε +αρκετά, όχι μόνο τα γραικικά, αλλά και την αρχαία γλώσσα. Πιο +φρόνιμο είναι νακούμε όσους ξέρουν — και πιώτερη τιμή θα μας κάμη. + +Όποιος σήμερα μιλεί για γλώσσα, πρέπει πάντα να θυμάται την πρώτη +αρχή της γλωσσολογικής επιστήμης. Η γλωσσολογία μάς έμαθε που ο λαός +και μόνος ο λαός έκαμε και πάντα κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. +Είναι πολύ σπουδαίος όρος· η επιστήμη δεν ήβρε στα χρόνια μας καμιά +αλήθεια που νάχη πιώτερη φιλοσοφία. Όσο κανείς δεν προσέξη αφτή την +αλήθεια, δε θα μπορέση να καταλάβη κανένα γλωσσικό φαινόμενο· όλα θα +του έρχουνται σα χάος· άμα τη μάθη, αμέσως φωτίζεται όλη η ιστορία. +Η αρχαία μας η γλώσσα μορφώθηκε με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια +ψυχική ενέργεια, με τα ίδια λάθη που μορφώθηκε κ' η σημερνή μας η +δημοτική. Αφτά είναι γνωστά σ' όλους τους γλωσσολόγους· είναι καιρός +να τα ξέρουμε και μεις. + +Αλλιώς, ό τι αν πούμε για τη γλώσσα δε θα μπορέση ποτές να είναι +σωστό, αφού για να κρίνουμε σωστά, θα μας λείπη πάντα η κυριώτερη +αρχή, — δε θάχουμε την ιστορική βάση. + +Προτού νάρθουν οι Έλληνες στην Ελλάδα, προτού να χωριστή η γλώσσα +τους από την κοινή μητέρα την αρυοεβρωπαϊκή, κι όταν κατόπι +χωρίστηκε, όσοι μιλούσαν, όσοι, μ' άλλα λόγια, έκαμαν τη γλώσσα, +είταν απλοί, αγράμματοι αθρώποι· κανένας δεν _ ταχτοποίησε _, δε _ +διώρθωσε _ τη γλώσσα τους. Όσα _ λάθη _ ακούσετε και κάμη σήμερα ο +πιο πρόστυχος άθρωπος, τάκαμναν και κείνοι στον καιρό τους. Θέλω να +σας αναφέρω ένα παράδειμα. Η παραμάννα του μωρού μου συνηθίζει και +λέει viande crute (crue)· μια μέρα τη ρώτηξα να με πη γιατί το λέει +έτσι. Μ' αποκρίθηκε πολύ φυσικά· «Και βέβαια, αφεντικό, έτσι είναι +το σωστό, αφού λέμε viande cuite: puisqu'on dit viande cuite». Στην +εποχή που μορφώνουνται οι γλώσσες, τέτοια _ λάθη _ κάμνουν όλοι. Η +γλώσσα που έγραψαν ο Πλάτωνας κι ο Θουκυδίδης είτανε φορτωμένη με _ +λάθη _ ακόμη πιο χοντρά. Ο άθρωπος είναι πάντα άθρωπος· η φύση του +δεν αλλάζει· ό τι λαό κι αν πάρετε, ό τι εποχή κι αν πιάσετε να +μελετήσετε, — ας είναι κι ωγύγια εποχή —, πάντα θα βρήτε στον άθρωπο +μέσα την ίδια απροσεξία, τους ίδιους ανόητους μεταπλασμούς. Είναι +σήμερα η δόξα της γλωσσολογίας που το κατάλαβε, και κατάλαβε πράμα +πολύ σημαντικό, αφού μας δείχτει την αθρώπινη φύση όπως είναι, όχι +όπως τη φαντάζουνται όσοι δεν τη μελέτησαν. Η γλωσσολογία πήγε +μάλιστα πολύ πιο μακριά· μπόρεσε ναναστήση όλο το γραμματικό σύστημα +της αρυοεβρωπαϊκής, χωρίς νάχη μήτε ένα μνημείο κείνης της εποχής. +Ξέρει με τι τρόπο μιλούσαν, είναι τώρα χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια, +είδε μάλιστα που μιλούσαν πάντα με τα ίδια _ λάθη_. + +Έπρεπε αφτά να διδάσκουνται χωρίς άλλο στο σκολειό ή τουλάχιστο στο +πανεπιστήμιο. Είναι αλήθεια που για ναραδιάση κανείς όλα τα _ λάθη _ +της αρχαίας, θα του χρειάζουνταν καμιά δεκαριά τόμοι, χίλιες σελίδες +ο κάθε τόμος. Μα φτάνει να πάρη τις πιο συνηθισμένες λέξες κι αμέσως +φαίνεται το πράμα. Η αιτιατική _ εμέ _ στην αρχή δεν είχε _ ε _ +έβαλαν ένα _ ε _ οι αρχαίοι μόνο και μόνο γιατί άκουγαν ένα _ ε _ +στην ονομαστική _ εγώ _. Έτσι και μεις σήμερα λέμε _ εσύ _, με _ ε +_, γιατί βλέπαμε ε στην αιτιατική _ εμέ (εμένα) _ και στην +ονομαστική _ εγώ _ · ακλουθήσαμε το δρόμο που μας έδειξε η αρχαία η +ίδια. Το δέφτερο πρόσωπο του παθητικού παρακείμενου _ δέδοσαι _ και +του παθητικού ενεστώτα _ δίδοσαι _ δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο νάχη +_ σ _, αφού ξέρουμε που το _ σ _ ανάμεσα σε δυο φωνήεντα χάνεται +πάντα στην αρχαία· π. χ. _ λύη _, όχι _ λύεσαι, ελύου _, όχι _ +ελύεσο, μουσάων, όχι μουσάσων, γένεος _, όχι _ γένεσος _ κτλ. κτλ. +Άκουγαν όμως κάθε ώρα τους παρακείμενους κ' υπερσεντέλικους _ +λέλεκσαι, ελέλεκ-σο _ · νόμισαν τότες που ο παρακείμενος έχει πάντα +το _ σ _, ακόμη κι όταν είναι φωνήεντο μπροστά στην κατάληξη, κι όχι +σύφωνο καθώς στο _ λέλεκ-σαι _ · από κει βγήκε ο παρακείμενος _ +δέδοσαι _ · ο παρακείμενος έφερε και τον ενεστώτα _ δίδοσαι _, γιατί +τους φάνηκε που την ίδια κατάληξη έπρεπε νάχουν κ' οι δυο αφτοί +χρόνοι. Σώζουνταν όμως πάντα το δέφτερο πρόσωπο _ λύη _ · εμείς το +σιάξαμε κι αφτό και βάλαμε παντού στον παθητικό την κατάληξη _ -σαις +_ Η αντωνυμία _ ημείς _ δεν είχε πρώτα δασεία _ · την πήρε από το +δέφτερο πρόσωπο _ υμείς _. Βλέπετε που οι αρχαίοι έκαμαν απάνω κάτω +τον ίδιο λογαριασμό που έκαμνε κ' η παραμάννα. — «Ημείς βέβαια! Έτσι +είναι το σωστό, αφού λέμε υμείς». Δε φτάνει μάλιστα τούτο· το _ η _ +της αντωνυμίας ημείς είταν πρώτα ασμείς. Οι Έλληνες _ χάλασαν _ το +λοιπό τον τύπο _ ασμείς _ και τον έκαμαν _ ημείς _ · βάσταξαν όμως +παράλογα την πλοκή _ σμ _ στο πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού _ εσμέν +_, γιατί θαρρούσαν πώς θέλει _ σ _ σαν το δέφτερο πρόσωπο _ εστέ _. +Με την ίδια _ αναλογία _, φτειάξαμε και μεις την αντωνυμία _ εσείς +_, γιατί είχαμε το πρώτο πρόσωπο _ εμείς _ που και κείνο πήρε το _ ε +_ από την αιτιατική _ εμέ _ · το ουσιαστικό μας ρήμα _ είμαι, είσαι, +είναι _, αν το συγκρίνετε με την κλίση της αρχαίας της κοινής _ +ειμί, ει, εστί _, θα σας φανή πολύ πιο ορθό, αφού αρχίζει και +τελειώνει με τα ίδια φωνήεντα _ ίμε, ίσε, ίνε _. Το _ είναι _ είταν +πρώτα ένι· ύστερα έγινε _ ίναι _, κ' έπειτα _ είναι _ · έμοιαξε με +το πρώτο πρόσωπο και με το δέφτερο, όπως έμοιαξε το _ εσμέν _ με το +_ εστέ, εστί _ κτλ. + +Βλέπω που πολλοί προσπαθούν όλο και λεν _ κάθημαι _ αντίς _ κάθουμαι +_. Βέβαια θα νομίζουν που ο τύπος _ κάθημαι _ είναι πολύ πιο +κανονικός. Δεν είναι όμως διόλου. Το _ κάθημαι _ είναι _ παραφθορά _ +· έπρεπε οι αρχαίοι να το πουν _ κάθησμαι _, με το ίδιο _ σ _ που +έχει το δέφτερο και τρίτο πρόσωπο _ ήσαι, ήσται _. Το τρίτο πρόσωπο +_ κάθηται _ είναι μάλιστα _ λάθος _ διπλό. Δεν είχε _ μ _ και μόλον +τούτο έλειψε το _ σ _, μόλον ότι έλεγαν _ ήσται _ · έγιναν το λοιπό +δυο τύποι αντίθετοι, _ ήσται _ με _ σ _, και _ κάθηται _ χωρίς _ σ +_. Ο μόνος σωστός τύπος θα είταν _ κάθησται _. Το είπαν όμως χωρίς _ +σ _, γιατί δεν άκουγαν το _ σ _ στο πρώτο πρόσωπο _ κάθημαι _ · +νόμιζαν που η ρίζα είταν _ κάθη- _ και τους έφτανε να βάζουν την +κατάληξη μόνο, _ -μαι, -σαι, -ται _. Για να ομαλώσουν όλο τον ενικό, +έκλιναν το λοιπόν _ κάθηται _ χωρίς _ σ _. Έτσι και μεις ωμαλώσαμε +όλα τα ρήματα κ' έχουμε παντού στην παθητική φωνή _ ου _ μπροστά +στην κατάληξη _ -μαι _. Για τούτο λέμε πολύ σωστά _ κάθουμαι _, όχι +_ κάθημαι _. Άμα πάρη κανείς έναν τύπο της αρχαίας, θα διή που είναι +τύπος _ χαλασμένος _. Η γενική πληθυντική _ μουσών _ και κείνη, δεν +είναι μήτε γνήσιος μήτε ορθός τύπος· η γενική _ μουσάων _ είναι πολύ +καλήτερη, αφού είναι πιο αρχαία. Μάλιστα, όποιος τα θελήση όλα ακόμη +πιο ορθά, θα πρέπη να πη _ μουσάσων _ · ύστερα και το _ μουσάσων _ +πρέπει να ταφήση και να το κάμη _ μονσjασων _ και στο τέλος να λέη +μόνο μοντ-j-ασων, γιατί αφτός ο τύπος είναι ο πιο αρχαίος· όλοι οι +άλλοι είναι τύποι _ χαλασμένοι _, είναι _ λάθη _. Αν κανείς σας +ρωτήξη με τι δικαίωμα βγαίνει άξαφνα ένας και κλίνει σαν το λαό της +_ γλώσ-σας _ αντίς _ γλώσσης _, αμέσως τονέ ρωτάτε γιατί κλίνει ο +ίδιος _ μουσών _, εκεί που είναι πολύ λιγώτερο _ λάθος _ να πη μου- +σάων _ κτλ. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση· όποιος ανοίξη το στόμα για +να πη δυο λόγια — ας μιλήση ό τι γλώσσα θέλει — πάντα θα κάμη άπειρα +λάθη. Γλώσσα ιδανική κι απόλυτος τύπος δεν υπάρχουν πουθενά. Κανείς +όμως δε βρέθηκε ως τώρα να κατηγορήση τους αρχαίους, που χάλασαν τη +γλώσσα τους. Και για ποιο λόγο δεν τους κατηγορούμε; Γιατί η +επιστήμη σέβεται την ιστορία και τα έργα του λαού. + +Έτσι θα καταλάβουμε όλη την αξία της δημοτικής και θα διούμε που +είναι τόντις συνέχεια της αρχαίας. Μια γλώσσα αλλάζει μοναχή της· +δεν έχει ανάγκη, για ναλλάξη, να τη μιλήσουν ξένοι, ή να ζήση με +ξένους ένας λαός. Τέτοιες ιδέες δεν τις έχει πια σήμερα κανείς. Πιο +αρχαία μιλεί ο λαός από μας, γιατί τους τύπους που συνηθίζει, τους +πήρε από την αρχαία και δεν πέρασε μια στιγμή από τα χρόνια του +Περικλή που να μη βρεθούν αφτοί οι τύποι στο στόμα του· τους δικούς +μας τους τύπους τους έχουμε παρμένους από τα βιβλία. Δεν είναι +πατροπαράδοτοι. + +Ποιος θάρθη το λοιπό να πη τώρα ενός λαού· — «Τη γλώσσα που μιλείς, +δεν τη θέλω, γιατί δεν είναι κανονική· να πάρης τη δική μου που έχει +γραμματική!» Τέτοιος λόγος με φαίνεται — και θα σας φαίνεται και σας +– τουλάχιστο κάτι παράξενος, για να μην πούμε άλλο. Είναι σα νάλεγε +που κρίνει πιο σωστά και που έχει πιώτερη γνώση παρά ένα έθνος +αλάκαιρο. Μπορούν όμως μια εκατοστή αθρώποι, εκεί που είναι χιλιάδες +και χιλιάδες άλλοι, να πιστεύουν και να πουν που τη φρόνηση μόνοι +τους εκείνοι την έχουν; Ξεχνούν το ρητό· Vox populi. Vox Dei. +Ξεχνούν που ο Χριστός ύψωνε τους φτωχούς, και που μιλούσε τη γλώσσα +τους. Είμαι βέβαιος που όταν ακούτε τέτοια λόγια, παίρνετε το +σύστημα που πήρα και γω μ' όσους έρχουνται και με λεν που η γλώσσα +μας θέλει διόρθωση ή που είναι πρόστυχη και βάρβαρη. Χαμογελώ μ' όση +γλύκα μ' έδωσε ο Θεός, κάμνω το χαρούμενο, κουνώ χίλιες φορές το +κεφάλι, το βάζω ίσια με κάτω κι όλο λέω· «Ναι! Ναι! Έχετε δίκιο! όλο +Ναι!» Με τα σωστά του να φιλονικήση κανείς για τέτοια πράματα, να +μιλήση σοβαρά, είναι αδύνατο· χάνει άδικα την ώρα του. Θυμούμαι το +λόγο του Σπανέα· πρέπει, λέει, ένας φρόνιμος άθρωπος μόνο με τους +φρόνιμους να πολεμά, με τους φρόνιμους ο πόλεμος βαστά ένα +μερόνυχτο, + + Του δε ζαβού και πελελού χρόνον — και πάλιν άρχει {82}. + +Δε θα καταπείσουμε ποτές έναν άθρωπο που έχει τέτοιες ιδέες — και +του κάκου πολεμούμε. + +Σπουδασμένοι, σοφοί και σοβαροί άντρες σαν και σας μπορεί μόνοι τους +να δώσουν και μια γνώμη σε τέτοια ζητήματα. Όποιας ιδέας κι αν +είστε, η ιδέα σας θάχη πάντα πέραση στον κόσμο. Καταλάβετε μάλιστα +πολύ σωστά και πολύ φρόνιμα που δεν μπορεί κανείς να γράφη δυο +γλώσσες, νάχη δυο τυπικά, δυο φωνολογίες, δυο γραμματικές, μια +αρχαία και μια νέα, πλάγι πλάγι τη μια με την άλλη, — να κάμνη _ +συμβιβασμούς _, να βάζη κοντά κοντά, σαν που το είπαν, τον Περικλή +και το _ βαρκάρη _. Είδετε που τέτοιο σύστημα δεν έχει τον τόπο του. +Νανακατώση, κανείς αρχαία και νέα μαζί, να βάζη στο ίδιο κατεβατό +δυο γλώσσες, δυο ιστορίες, δυο αντίθετες εποχές, τα χρόνια του +Σοφοκλή και τα δικά μας, δεν προσέχει την ουσία της τέχνης, που +θέλει ενότητα κι αρμονία. Σας το μολογώ φανερά, ένα _ θα _, ένα _ με +_, ένα μικρούτσικο _ να _ με χαλνά την όρεξη, με φαρμακώνει τη χαρά +μου, όταν πάρω να διαβάσω καμιά σελίδα γραμμένη στην αρχαία γλώσσα. +Σ' αφτό μόνο δε συφωνώ με την καθαρέβουσα· Ή πρέπει να γράφουμε +όλους διόλου την αρχαία, χωρίς να κάμουμε ποτές λάθος, ή τα πατρικά +μας τα γραικικά. Όποιος λέει πως η γλώσσα _ προχώρησε _, όποιος +θέλει να _ προχωρήση _, πρέπει δίχως άλλο να φέρη πίσω και τη +σύνταξη της αρχαίας. Δε φτάνει να κλίνη _ πατήρ _ και _ πατράσι _, +να συνηθίζη _ λίθους _ αντίς _ πέτρες _ · είναι απαραίτητο να φανή +αττικός σε κάθε φράση που θα γράψη. Αλλιώς θακούση να του πουν ό τι +μ' έλεγε μια μέρα ένας σοφός και μεγάλος ελληνιστής· «C'est une +grande faute de goût de ne pas sentir que la langue ancienne, telle +qu'il serait humainement possible de l'écrire aujourd'hui, sera +toujours moins correcte et moins élégante que la langue vulgaire». +Έτσι είναι. Η αρχαία η γλώσσα δεν μπορεί σήμερα να είναι παρά μισή +γλώσσα· η δημοτική είναι γλώσσα σωστή. Κάλλια το λοιπό να μην τα +θέλουμε όλα μισά. Αν είναι μάλιστα ο σκοπός μας να δείξουμε που δεν +άλλαξε ή που δε _ χάλασε _ η γλώσσα, είναι ανάγκη να φύγουν τα _ να +_ και τα _ θα _· ένα θα κ' ένα _ να _, ας είναι κ' ένα _ με _ (μετά) +φτάνει μοναχό του για να δείξη σ' όσους ξέρουν από γραμματική, που η +γλώσσα έπαθε πολύ πιο σπουδαίες μεταβολές παρά όταν πη κανείς _ +πατέρας, κόρη, ίσκιος, τραπέζι, πουλώ _ κι όλα τάλλα. Την ίδια +παρατήρηση πρέπει να κάμουμε και για την υποταχτική με το _ να _ ή +με το _ ίνα _. Όποιος γράφει _ θέλω ίνα ποιήσω _, με μιας +καταστρέφει την αρχαία· αμέσως βλέπουμε που άλλαξε όχι μόνο η +γλώσσα, μα που άλλαξε κι ο νους· από _ συθετική _ που είταν, έγινε η +γλώσσα _ αναλυτική _. Έτσι φαίνεται όλη η διαφορά, και μάλιστα στο _ +θέλω ίνα ποιήσω _, φαίνεται πολύ πιώτερο παρά στους τύπους _ δόντια, +μάτια, στόμα, ράχη, ποδάρια _ κτλ., γιατί σ' αφτές τις λέξες άλλαξαν +οι τύποι, οι ιδέες δεν άλλαξαν. Αν πάλε, σαν που με το λεν πολλοί, +δε γράφουν _ ίνα ποιήσω _ τάχατις για να δείξουν πως δεν άλλαξε η +γλώσσα και που τέτοιος δεν είναι ο σκοπός τους, τότες με φαίνεται +πιο απλό και πιο έφκολο να γράψη κανείς _ θέλω να κάμω _, αφού είναι +το ίδιο. Αν άλλαξε, άλλαξε και με τη μια φράση και με την άλλη. Το _ +θέλω να κάμω _ το καταλαβαίνει τουλάχιστο και το λέει όλος ο κόσμος. +Κάτι θα πη κι αφτό. Αν έγραφα την καθαρέβουσα, θάγραφα αμέσως _ θέλω +ποιήσαι _. Θακουλουθούσα το δικό σας το σύστημα, που με φαίνεται το +μόνο σωστό, γιατί ξέρετε και δεν ανακατώνετε τις δυο γλώσσες. Άκουσα +πολλές φορές να πουν πώς είστε la citadelle du purisme· είναι +έπαινος σας. Παρατήρησαν παντού μάλιστα στην Εβρώπη, όταν ήρθε η +πρόσκλησή σας, που αντίς υποταχτική με το _ να _, βάλετε πολύ πιο +φρόνιμα απαρέφατα. + +Να σας πω το κάτω κάτω, δε με μέλει για τη γλώσσα που γράφει κανείς· +φτάνει να βγη τίποτις από τα λόγια που θα με πη, φτάνει ο λόγος του +ναξίζη και νάχη μέσα και δυο ιδέες, να με μάθη πράματα που δεν ξέρω. +Κοιτάζω την ψυχή κι όχι μόνο τη φορεσιά, το νου κι όχι μόνο το +τυπικό. Ο λαός κάθε μέρα στο Παρίσι συνηθίζει και λέει τις λέξες +ciel (le ciel de mon lit, un ciel de boue, όταν είναι βροχή), n'est +pas (il n'est pas bête!), plus (plus souvent!), pur (c'est une pure +blague), que (pas si bête que ça), le fond (le fond du sac), mon +cœur (gentil comme un cœur). Με τους ίδιους τύπους, με τις ίδιες +λέξες σας βγάζει ο Ρασίνας τον περίφημο στίχο που έχει τόση +νοστιμάδα και γλυκύτητα· Le ciel n'est pas plus pur que le fond +de mon cœur. + +Η γλώσσα είναι ό τι την κάμη ο νους. Η εβγένεια είναι μέσα στην +ψυχή, όχι στα λόγια. Τα λόγια δεν έχουν άλλη ζωή παρά τη ζωή που +τους δίνει ο άθρωπος, άλλη ποίηση παρά την ποίηση που έχει μέσα του +και κείνος. Είναι παιδιά του. Σκλάβοι τους δεν είμαστε. Ο νους είναι +που ζωντανέβει τη γραμματική. Φτάνει νάχουμε μια ιδέα, να τρέμη η +καρδιά μας, και βλέπετε αμέσως και τη γλώσσα να χύνη όλα της τα +λουλούδια· βλέπετε την κάθε λέξη να λάμπη σαν ολόφωτο φεγγάρι. + +Ξέρω τι θα με πήτε· δεν έγραψαν πάντα μήτε σ' όλους τους τόπους τη +γλώσσα που μιλούσαν{83}. Είναι βέβαιο. Μάλιστα στανατολικά μέρη +φαίνεται μια κάποια διγλωσσία να είναι νόμος ιστορικός. Στην +Καλκούττα και στο Μπέναρες, ακόμη και σήμερα, τυπώνουνται φημερίδες +σασκριτικές· κανείς όμως δε μιλεί σασκριτικά. Στην Κίνα η γλώσσα του +λαού δε γράφηκε ποτές. Οι Άραβες άλλη γλώσσα μιλούν κι άλλη γράφουν. +Έτσι και μεις. Άλλους πάλε τους αρέσει νάχουν έναν κύκλο φίλους και +τους φτάνει να τους διαβάζουν οι φίλοι τους μόνοι. Οι Αλεξαντρινοί +τέτοιο σύστημα είχανε. Δεν τους έμελε για τον όχλο. Συχνά μάλιστα +κανείς είναι αναγκασμένος να μιλή για λίγους, γιατί και λίγοι τον +ακούν. Τότες το κάμνει έφκολα σύστημα. Τέτοια τυχαίνουν, όταν είναι +μια φιλολογία στην παρακμή της. + +Όταν είναι καλοκαίρι, ο ήλιος φέγγει για όλο τον κόσμο, τα δέντρα, +για όλους πρασινίζουν· ένας λαός, στις καλοκαιρινές του τις ώρες, +δεν ξέρει τέτοιες νοστιμάδες και δεν έμαθε ακόμη να πουλή σοφίες. Τα +συστήματα που λέμε φαίνουνται μόνο και βγαίνουνε στη μέση, ή όταν +ακόμη δε μορφώθηκε καινούρια γλώσσα, σα στον καιρό του Ντάντε που +γύρεβε ο καθένας να γράφη λατινικά, ή στα χρόνια που χάθηκαν οι +δόξες οι παλιές και που η ποίηση βαστιέται με τη μίμηση μόνο. Παν τα +φώτα, παν οι μεγάλες ιδέες, κι ο κόσμος αποχαιρετά όλους τους ήλιους +που βασιλέβουν. Κανείς πια δεν κοιτάζει ποίηση και φιλολογία. Ένας +ποιητής, για να ελκύση τους λίγους που απομνήσκουν, προσπαθεί να +τους μαγέψη με κάτι μικρούτσικες, πολυδουλεμένες, πολύτεχνες +νοστιμάδες. + +Ένας όμως που φτάνει νέος σε μια νέα εποχή, που νοιώθει το κεφάλι +του γεμάτο ιδέες, φαντασίες, εικόνες καινούριες, δεν έχει καιρό να +συλλογιστή τόσες τεχνολογίες και να βάλη τέτοιες σοφίες με το νου +του. Ένα μόνο γυρέβει, πώς να πη γρήγορα και παστρικά ό τι έχει να +πη. Πρώτα βλέπει αν έχει τόντις να πη τίποτες· ύστερα γράφει. Δε +θέλει να στολίση μήτε την ιδέα του μήτε τη φράση του. Το στολίδι του +είναι η αλήθεια· φτάνει να την ακούση ο κόσμος, και τα λόγια του +είναι καλά. Διέστε το Δημοστένη! Τι κεραβνός και τι λιοντάρι! Ορμά, +ίσια στην αλήθεια· την αλήθεια θέλει· πρέπει να την καταλάβη ο +καθένας και προσπαθεί όχι να τη συγυρίση, όχι να χτενίση την ιδέα +του, μα να την πη με τρόπο που να καταπείση το λαό. Ένας μεγάλος +συγραφέας είναι σαν καθρέφτης· στα λόγια του μέσα ο καθένας βλέπει +την ίδια του την εικόνα. Στα βιβλία του ζη, αναπνέει, χαίρεται και +λυπάται, κλαίει και γελά ένας ολάκαιρος αιώνας κ' η αθρωπότητα όλη. +Είναι κεντρικός σαν τον ήλιο και τον κόσμο φωτίζει· εκεί που ο ίδιος +δεν ξέρω τι μου γίνεται μέσα μου και δε βρίσκω λόγια να το πω, +εκείνος με το λέει και με κάμνει να καταλάβω την ψυχή μου. Μιλεί για +το λαό και σαν το λαό. Τη γλώσσα του λαού θέλει. Ο λαός δε θα ξεχάση +τόνομά του· όσα είπε θα μείνουνε στη μνήμη του λαού. Για να φανούν +αριστουργήματα, χρειάζουνται δυο πράματα μόνο· νους μεγάλος και +λόγος απλός. Ένα γερό κεφάλι δε γυρέβει πώς να φαντάξη, πώς να +ξεσκονίση μέσα από τα βιβλία καμιά σπάνια λέξη, για ναπορήσουμε με +την τέχνη του. Δε γράφει για να φαντάξη. Δεν του μέλει για έπαινο +και για δόξα· μήτε ξέρει τι είναι έπαινος και δόξα. Μπορεί τόνομά +του να δοξαστή, εκείνος μήτε το βλέπει. Τι θα την κάμη, τη δόξα; Του +φτάνει να σας πη την ιδέα του — και σας τη λέει με πόθο και ζέση — +κι όποιος διαβάση τα βιβλία του, νομίζει πως τον ακούει και μιλεί. + +Οι ελπίδες μου είναι μεγάλες. Θα μας βγη βέβαια μια μέρα κανένας +τέτοιος ποιητής ή πεζογράφος. Δε γίνεται να κοπή η σειρά· ένα έθνος, +που είχε μια φιλολογία σαν την αρχαία τη δική μας, θα βγάλη πάλε +καμιά φιλολογία μεγάλη· θα ξανακάμη αριστουργήματα καινούρια. Για +ναξίζη όμως τους αρχαίους, για να μοιάζη με κείνους, δεν πρέπει να +τους μιμηθή, αφού στα χρόνια τους δε μιμήθηκαν κανένα. Ο ποιητής που +προσμένουμε θα μιμηθή την αθρώπινη ψυχή και τη φύση που θα βλέπη +μπροστά του· έτσι έκαμαν όσοι έγραψαν ύστερα από τους αρχαίους στην +Εβρώπη και βγήκαν ίσιοι με κείνους. Ώςπου νάχουμε κανέναν Ντάντε ή +κανένα Σαικσπείρο (είναι καλό νάχη ένα έθνος το μάτι του στα πιο +αψηλά βουνά), μπορούμε να πιάσουμε αλλιώς τη δουλειά και να μη +γυρέβουμε απαρχής μεγαλεία. Για να γράψη κανείς την εθνική του +γλώσσα, δε χρειάζεται διόλου να είναι έξοχος νους, ή να βγη αμέσως +φωστήρας· φτάνει να ξέρη λίγη γραμματική. Που είναι ντροπή να γράψη +κανείς την εθνική του γλώσσα, που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, ποιος +Γραικός θα τολμήση πια σήμερα να το πη και ποιος Γραικός να τακούση; +Με φαίνεται που πάλιωσαν αφτές οι ιδέες. Είναι ένας _ χωρατάς _ που +κάμνουν κάποτες και να σας πω την αλήθεια άκουσα να με τον κάμουν +και μένα. «Τι τάχατις; Τη γλώσσα του μάγερά μας θέλεις να γράφουμε;» +Και βέβαια! Του μάγερά μας τη γλώσσα θέλω. Πρώτα πρώτα σαν πιο +φρόνιμο μ' έρχεται να μιλούμε την ίδια γλώσσα, γιατί αν του +μιλήσουμε άλληνα, άξαφνα μπορεί να μη μας καταλάβη και να μη βρούμε +φαγί να φάμε· αν ο λαός δε μας καταλάβη, έτσι κι αφτή μας η +φιλολογία θα πεθάνη από την πείνα. Μάθαμε μάλιστα, — και δεν είταν +ανάγκη να προκόψη πολύ η φιλολογία για να μας το δείξη — που ο +Σαικσπείρος, ο Βολταίρος κι ο Γκέτες έγραφαν και μιλούσαν ίσια ίσια +του μάγερά τους τη γλώσσα. Όταν ο Βολταίρος έλεγε je suis, tu es, il +est, ο Γκέτες ich bin, du bist, er ist, ο Σαικσπείρος I am, he is, +έτσι απαράλλαχτα τόλεγε κι ο μάγεράς τους σε κείνα τα χρόνια και το +λέει ακόμη και σήμερα. Δεν είχε ο ένας τύπους ειμί, ει, εστί, πατήρ, +πατράσι κι ο άλλος τύπους είμαι είσαι, είναι, πατέρας, τους πατέρες, +στους πατέρες. Να μιλή κανείς σαν το μάγερά του ή να μιλή τη γλώσσα +του μάγερά του, είναι πράματα όλους διόλου διαφορετικά. Είδετε +πουθενά καμιά γλώσσα που να μην τη μιλούν κ' οι μάγειροι; Είδετε +πουθενά κανέναν ποιητή που να μη συλλογιέται τίποτις άλλο παρά +κρέατα, βόδια, αρνιά, όρνιθες, ψάρια, αλάτι και πιπέρι, ξύδι και +λάδι; Όχι! Ωςτόσο κ' οι δυo τους την ίδια γλώσσα μιλούν, κι ο ένας +μπορεί να καταλάβη τον άλλο. Δε μοιάζουν πάντα οι ιδέες· η +γραμματική όμως δεν αλλάζει. Έπειτα, τι να σας πω; Αν είμουν +ποιητής, θα με κολάκεβε με το παραπάνω, αν μπορούσε κι ο μάγεράς μου +να ξέρη τους στίχους μου απ' όξω. + +Δεν πρέπει ένας φρόνιμος άθρωπος να δίνη προσοχή σε τέτοιους +χωρατάδες, μάλιστα μέσα σ' ένα σοφό Συνέδριο σαν το δικό σας. Όλα με +τον καιρό μεταμορφώνουνται κ' η γλώσσα του μάγερα καταντά γλώσσα του +Πλάτωνα ή του Σοφοκλή. Να μη νομίζουμε το λοιπόν που ο μάγερας μιλεί +γλώσσα _ χαλασμένη _, αφού βλέπουμε που την έγραψαν τέτοιοι αθρώποι. +Ίσως μάλιστα με τον καιρό σας φανή πια άνορθη η καθαρέβουσα. Η +καθαρέβουσα έχει την ίδια σύνταξη που έχει κι ο μάγερας· το παιδί +μου είναι άρρωστο, σας λέει ο μάγερας· το τέκνον μου _ ασθενεί _ και +μάλιστα είναι _ ασθενές_ (!), γράφει η καθαρέβουσα. Τι κάμνει όμως; +Βάζει άλλες λέξες, μα τα ίδια λέει. Οι τύποι είναι αρχαίοι· η γλώσσα +αρχαία δεν είναι. Ο μάγερας τουλάχιστο μιλεί μόνο ταπλά του τα +γραικικά· η γραμματική του είναι πάντοτες η ίδια, έχει τυπικό, +φωνολογία και σύνταξη που δεν αλλάζουν. Η καθαρέβουσα είναι πολύ πιο +ανώμαλη, γιατί σας έχει πλάγι πλάγι πράματα αντίθετα, παλιό τυπικό, +σύνταξη καινούρια. Ποιος όμως στοχάζεται Πλάτωνα, ας είναι και +Πλούταρχο ή Λουκιανό, να μιλή και να γράφη με τέτοιο τρόπο; Μήτε ο +Χρυσόστομος έτσι δεν έγραφε. + +Τον ίδιο δρόμο που πήρε ο αθρώπινος νους, παίρνει κ' η γλώσσα του +αθρώπου. Αλλάζει και μόλον τούτο μνήσκει πάντοτες η ίδια. Μια γλώσσα +είναι σαν ένας φαρδής ποταμός. Κανείς δεν μπορεί να πη που αρχίζει ο +ποταμός. Άγνωστη η πηγή του! Το ρέμα του είναι σιγανό και στενά τα +παράλια που λούζει. Λίγο λίγο μεγαλώνει. Η γις ποτίζεται με τα νερά +του κ' οι κάμποι γεμίζουν πρασινάδα· δροσίζουνται οι ρίζες και τα +δέντρα χύνουν όλα τους τα φύλλα. Αν πάτε με τον ποταμό, γρήγορα θα +διήτε στο δρόμο σας σπίτια, χωράφια και ζωή. Σωρέβουνται σε μια +μικρή χώρα άντρες, γυναίκες και παιδιά. Γίνεται δ ή μ ο ς· έχει τα +έθιμά του και τη γλώσσα του. Ο ποταμός όλο τρέχει κι όσο πάει +φουσκώνει η ορμή του. Λες που για να περάση, σκάφτει τα χώματα και +τρυπά τις πεδιάδες. Πληθαίνουν τα λαμπρά νερά, πληθαίνουν κ' οι +αθρώποι. Παντού βλέπεις χωράφια και πάλε χωράφια. Δεν είναι τόπος +χωρίς κάτοικο, αγρός χωρίς εργάτη. Φαίνουνται προάστεια πηχτά, +τοίχοι αψηλοί, σπίτια χιλιάδες· προχωρεί ο ποταμός — και τέλος νάτος +που μπαίνει σε πόλη μεγάλη και ξακουστή. .. + +Κολόνες μαρμαρένιες στηλώνουν τα παλάτια. Υψώνουνται ναοί. Περίφημες +Ακαδημίες μας ξεσκεπάζουν το σοβαρό τους μέτωπο και μας δείχτουν το +πρόσωπό τους. Απάνω στους λόφους βλέπεις σπίτια καμαρωμένα, και +ξαπλώνουνται ίσια με κάτω στις κοιλάδες μυρωδιές και περβόλια. Η +ενέργεια του αθρώπου φανερώνεται με χίλιους κόπους. Τι δεν έκαμαν +και τι δε θα κάμουν; Αφτή η χώρα δε μοιάζει πια με τα πρώτα χωριά +που είδαμε στο δρόμο μας. Εδώ είναι δήμοι πολλοί. Δεν έχουν έθιμα +μόνο· έχουν και νόμους. Καλλιέργησαν κάθε τέχνη, έβγαλαν ποίηση κ' +επιστήμη. Στα θέατρά τους, στα δράματα που παίζουνε, φαίνεται ο +μοναδικός νους του λαού. Σ' όλα χάραξε την ιδέα του και την έκαμε _ +κτήμα ες αεί _ {84}, για να μάθουν κ' οι άλλοι κατόπι να +κυβερνιούνται και να ζουν. Είναι πολιτεία κι όχι μόνο πόλη. Ο +πολιτισμός εδώ γυρέβει την αρχή του. Είναι ξυπνός ο λαός, γεμάτος +ζωή. Τρέχει, κοπιάζει, χτίζει και δημιουργεί. Σα μέλισσες παν κ' +έρχουνται οι πολίτες. Βράζει το πλήθος μέσα στους δρόμους. Ο καθένας +στη δουλειά του. Ο χωρικός ιδρώνει όξω στον κάμπο. Τα παιδιά +τραγουδούν ηρωικά τραγούδια. Ο στρατιώτης γυμνάζεται· ο ρήτορας +βγάζει λόγους κι ο φιλόσοφος χαμογελώντας κατεβαίνει στο γιαλό, κι +όσο πλύνει τα ποδάρια του στο κύμα που τρέχει, έργα αθάνατα μελετά. + +Ήσυχος, κι ακάματος βαδίζει ο ποταμός και καμαρώνει. Περηφανέβεται +που βλέπει τόση δόξα. Τα νερά του χαδέβουν τους τοίχους και τα +γεφύρια· αντανακλούν τα παλάτια και τους λόφους, τον τρεχάμενο λαό +και το φιλόσοφο. Αργοπορεί το κύμα σα να θέλη να σταθή, για να χαρή +ακόμη μια στιγμή την πόλη και την ομορφιά της. Τη νύχτα με το +φεγγάρι, την ημέρα με τον ήλιο, ζουγραφίζει μέσα του ο ποταμός το +κάθε πράμα και βγάζει την ωραία εικόνα που βλέπει. Η μια πόλη +κοιτάζει την άλληνα μέσα στο νερό. Κι ωςτόσο θα περάση το ποτάμι! Θα +περάση και κατόπι ποιος ξέρει τι θαπαντήση. Μπορεί ακόμη να βρη, +στην πόλη κοντά, μπαξέδες συγυρισμένους και χωριά καλλιεργημένα. +Κατεβαίνοντας όμως δε θανταμώση, παρά θλίψη και μοναξιά. Η γις +ξαναβάζει τα μάβρα της ρούχα. Μόλις φαίνεται, πού και πού, μια +καλαμιά στον κάμπο, ένα ρημοκκλήσι σ' ωρφανεμένη χώρα. + +Μα τι πειράζει; Σαν τον ποταμό, είναι κι ο άθρωπος. Η ενέργεια της +ψυχής του δεν πεθνήσκει. Ο ποταμός θα λούση πάλε χωριά, προάστεια, +ίσως γρήγορα και πόλη. Τότες τα νερά του θα μας βγάλουν καινούριες +εικόνες, θα ξαναρχίση άλλους γύρους το ποτάμι· θα μπη σ' άλλα +χώματα, θα σκάψη άλλες πεδιάδες. Μπορεί μάλιστα τα κύματά του να +πάρουν άλλη θωριά, να διή ουρανό που δε γνώριζε πρώτα, και σαν τον +ουρανό με τα σύννεφα, να γίνη, και κείνος άσπρος και γαλάζιος. Ίσως +άλλαξε κι ο ποταμός. Ποιος θα μας πη πόσα ρυάκια μάζωξε στο δρόμο; +Ποιος θα μας πη, ύστερα από τόσες χώρες που ξέπλυνε, που τα νερά του +είναι πάντοτες τα ίδια, που η φύση τους δεν άλλαξε λιγάκι; Πέρασε +από τόσα χώματα μέσα, που θα πήραν τα νερά του καινούρια στοιχεία, +καινούρια σώματα που δεν είχε πρώτα. Κανένας βέβαια δε θα πιστέψη +που βάσταξε ο ποταμός την ίδια χυμική σύγκραση, που είναι το ίδιο κι +απαράλλαχτο νερό. Κανείς όμως πάλε δε θα πη που δεν είναι ο ίδιος +ποταμός, που δε βγαίνει από την ίδια αθάνατη πηγή. + +Έτσι και με τις γλώσσες. Πάντα μας δείχτουν καινούριες εικόνες, +ιδέες καινούριες. Μέσα σε κάθε γλώσσα φαίνεται κι ο άθρωπος που την +έκαμε· η γλώσσα αντανακλά την ψυχή του, σαν τον ποταμό. Αλλάζουν οι +τύποι, κάποτες κ' οι λέξες, μα οι γλώσσες μνήσκουν πάντοτες οι +ίδιες. Ο ποταμός ο δικός μας απάντησε στο δρόμο που πήρε μια πόλη +μεγάλη, μια αιώνια φιλολογία. Πρέπει τώρα να του χτίσουμε γρήγορα +καμιά πόλη καινούρια, περίφημη σαν την πρώτη που είδε ξαναμορφωμένη +σαν τον ποταμό, για να καμαρώση το ποτάμι και τα δικά μας τα +μεγαλεία. Την πρώτη πόλη ο ποταμός πια δε θα την ξαναδιή· για τούτο +πρέπει σήμερα να κάμουμε πόλη δική μας, γιατί σ' αφτό τον κόσμο που +γίνουνται όλα τα πράματα, ένα μόνο δεν μπορεί να γίνη — να παν πίσω +τα ποτάμια. + +Μήνας Άβγουστος, 1886. + +-------------- + +NOTES + +Je place ici quelques remarques qui ne méritent guère de figurer +ailleurs que dans une courte note. Elles font suite à la Préface qui +se trouve en tête de ce discours et ont trait à quelques questions +d'orthographe {85}. + +J'ai écrit en un seul mot les locutions telles que τόντις (= τω +όντι, par réduction des deux _ο_ à un seul _ο_ et par adjonction du +_ς_ adverbial), δηλαδής, μόλον τούτο, αφού, κατεφτείας (de κατ' +ευθείαν; le ν final disparait régulièrement et le _ς_ adverbial +s'ajoute alors à la désinence), όλους διόλου etc. On ne sent plus +guère aujourd'hui dans ces locutions que des adverbes simples. +Egalement, j'écris γύρω, γύρω, avec _ω_ pour _ω [υπογεγραμμένο]_), +suivant l'analogie des autres adverbes en ω, απάνω, κάτω, etc. Dans +γύρω et peut-être dans τόντις, nous avons les deux seuls exemples +d'un datif ancien conservé par voie populaire dans des locutions +toutes faites. Un autre datif nous est fourni par une formule de +salutation dialectale, usitée à Chio, kalisiméra καλή σοί μέρα. +Τόντις parait être plutôt un mot d'origine savante devenu +aujourd'hui populaire. + +Je ne puis entrer dans l'examen de toutes les orthographes +particulières que je me suis vu forcé d'adopter, du moment que je me +conformais aux principes de l'ancienne orthographe. Les questions +spéciales traitées dans ce discours s'adressent à un publie +instruit: il saura donc reconnaître de lui-même les règles qui m'ont +guidé. Il est évident, par exemple, que nous ne pouvons accentuer +aujourd'hui autrement que Περικλής, χρυσή. Περικλής se décline de +nos jours, sur ποιητής et χρυσή sur καλή; le circonflexe n'a donc +plus aucun sens, puisque les anciens eux-mêmes, en pareil cas, +mettent l'aigu. Ce qui serait aller contre les habitudes +orthographiques anciennes, ce serait précisément d'écrire Περικλής, +alors qu'on décline του Περικλή. + +Il sera tout aussi superflu de donner quelques autres explications: +il n'est pas besoin de dire pourquoi nous écrivons την Πόλη, mais τη +γραμματική, sans ν final et pourquoi le ν final disparait devant +toute autre combinaison que κ, π, τ et les voyelles: on suppose les +lecteurs familiers avec les règles élémentaires du grec moderne. + +Toutes les formes employées dans ce discours trouveront ainsi leur +justification dans les règles de la grammaire populaire. Certaines +personnes prétendent, il est vrai, que la langue _populaire_ n'a pas +de grammaire; mais leur idée ainsi énoncée, manque de clarté. La +grammaire de la langue populaire ne se trouve pas à l'état de livre +imprimé. Cela est exact; mais, il ne faut pas en conclure qu'elle +n'existe pas. Jusqu'ici on n'a pas encore conçu la possibilité d'une +langue vivante et pariée — écrite, ou non écrite, peu importe! — qui +ne reposerait pas sur un système phonétique, morphologique et +syntaxique propre, en d'autres termes, qui n'aurait pas sa +grammaire. + +Il à paru inutile de marquer par un signe particulier la +prononciation de i (υ, η, ι, οι, ει, υι) devant une voyelle +suivante: il suffit d'écrire ποιος au lieu de πιος: on prononcera +naturellement comme s'il y avait ποιος ou πγοιός. Ces prononciations +sont tellement familières à tout le monde, qu'il est à peine besoin +de les rappeler par l'écriture. Le γ n'a été admis que dans les mots +où il était consacré par l'usage, comme dans γιος, γιατρός, etc. — +Du reste, — qu'on nous permette de le dire, — toutes les +orthographes suivies dans ce discours sont des orthographes voulues. +C'est à dessein que nous écrivons συγραφέας, φαρδής, etc. (voyez +plus haut à Περικλής), de même προεστός, προεστού, τον ίδρο, etc.; +τον ίδρο serait assurément plus correct. Mais on trouve ι bref dans +Euripide, Ion. 1175, en tout cas chez Quintus de Smyrne. Or, toutes +les fois que nous avons un prétexte quelconque pour simplifier +l'orthographe, il est bon d'en profiter. C'est pourquoi on peut +risquer καλοσύνη, et, inversement, διαδώθηκα, parce que tous les +aor. passifs des verbes en -ώνω (ancien -όω){86} s'écrivent de même. +Voici donc une dernière confession. Je ne me suis fait naturellement +aucun scrupule d'emprunter à la langue ancienne tous les mots +nécessaires soit à la pensée, soit au sujet traité. Je me suis +permis pourtant une innovation. Les termes de _ brève _ et de _ +longue _, _ μακρόν _ et _ βραχύ _, qui appartiennent à la vieille +terminologie grammaticale, ne sont pas très exacts en eux-mêmes: de +plus — ce qui est grave — ces deux adjectifs μακρόν et βραχύ +contrarient trop ouvertement, à leurs diverses flexions, la +morphologie en même temps que la phonétique modernes: on pourrait, +il est vrai, dire régulièrement το βραχέο, d'après το φωνήεντο +(voyez _Revue des Etudes grecques_. t.I, No 2.): mais j'ai cru +devoir préférer les deux expressions διπλόχρονο (longue), απλόχρονο +(brève), expressions qui m'ont paru plus précises même au point de +vue linguistique. Certaines personnes nous diront que le peuple +n'emploie pas et ne comprend pas les mots tels que: ενέργεια, +φιλολογία. χυμία, κατάληξη, δήμος, etc., etc. Elles prétendent +qu'écrire de cette façon, ce n'est plus écrire une langue populaire. +Le reproche porte à faux. Le peuple, selon toute vraisemblance, ne +se nourrit pas des ouvrages de Kant et il est à présumer que les +habitants de Fribourg en Brisgau ne lisent pas couramment les +traites de M. Hermann Paul. Cela ne veut pas dire qu'il faut +supprimer la philosophie ou la linguistique, sous prétexte que le +peuple ne comprend pas la philosophie ou la linguistique. Cela ne +veut pas dire davantage qu'il faut supprimer la langue du peuple. On +n'étudie plus de nos jours la philosophie ou la linguistique, comme +on l'étudiait il y à deux mille ans. Il est tout aussi logique, +quand on écrit, de ne plus se servir d'une langue qu'on parlait il y +à deux mille ans. Il nous faut une langue aussi moderne que notre +pensée même. + + + +Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ {87} + + + +Ο μεγάλος μου ο πεθερός μου έλεγε κ' έλεγε συχνά πως δεν πρέπει +κανείς ποτέ ναπαντάη, σα γράφουνε για μας άτοπα ή μπόσικα λόγια όσοι +δεν έχουν άλλη δουλειά. Έλεγε όμως πως κι αφτοί θέλουν απάντηση, +όταν άξαφνα σε κατηγορήσουνε για τον πατριωτισμό σου. Δεν πρέπει να +τους αφίνουμε να λένε· πρέπει κάτι να πούμε και μεις. + +Σα βγήκε το _ Ταξίδι _, τα σερτάρια μου ξέρουνε τι άκουσα και τι δεν +άκουσα, γιατί φύλαξα τις φημερίδες εκείνης της εποχής μ' όλες τις +νοστιμάδες που τυπώνανε κάθε μέρα. Είτανε λύσσα· ένας μάλιστα ήθελε +και καλά να μου κόψουνε ταφτιά μου. Δεν αποκρίθηκα λέξη. Τα διάβαζα, +διασκέδαζα, γελούσα, όταν άξαφνα είδα κάπου ένα άρθρο, που βέβαια δε +γύρεβε να πη τίποτις δυσάρεστο ή να με πειράξη στην αγάπη μου για +την Ελλάδα, μα που ήθελε ναποδείξη πως η δημοτική μας είναι γλώσσα +της σκλαβιάς και πως πατριωτικό δεν είναι να τη γράφουμε. Αποκρίθηκα +τότες, και πολύ πρόθυμα δημοσίεψαν το γράμμα μου στην «Εφημερίδα». + +Όπως τόμαθα υστερώτερα, δηλαδή σα βγήκε το γράμμα μου — γιατί έβαλε +και μια σημείωση, στην αρχή, μαζί με το γράμμα μου, η «Εφημερίδα» — +ο κ. Α. Γ. Η., που λέει τάρθρο μου, είναι ο κ. Αγησίλαος +Γιαννόπουλος Ηπειρώτης. Καμιά ιδέα, κανένα σκοπό να τον πειράξω δεν +είχα. Όσα έλεγε τότες, πόσοι δεν τα ξαναείπαν κατόπι, και με τι ύφος +και με τι χοντροβρισιές! Ο κ. Γιαννόπουλος έγραφε με τρόπο εβγενικό, +σοβαρά, σαν άθρωπος που ήσυχα σου λέει τη γνώμη του και θαρρεί πως +είναι η σωστή γνώμη. Τη γνώμη του αφτή πολλοί ακόμα την έχουνε στην +Ελλάδα. Τους τα ξηγήσαμε, τους τα ξεδιαλίσαμε όλα με το νυ και με το +σίγμα· τίποτα, μα τίποτα να μας αποκριθούνε δεν έχουνε, κι ωςτόσο τη +γνώμη τους δεν την αλλάζουνε, μόνο και μόνο γιατί είναι γνώμη τους, +κι ας μην έχη και βάση καμιά. + +Με τον κ. Γιαννόπουλο τουλάχιστο συζητούσα, φιλονικούσαμε, του έλεγα +τους λόγους μου, μιλούσαμε για τα ιστορικά της δημοτικής, όπως +ταιριάζει κάθε φορά που κατηγορούνε τη γλώσσα, γιατί παρατήρησα πως +το μάθημα το μεγάλο και το μεγάλο το γιατρικό είναι να πιάνουμε να +μελετούμε κατάβαθα την ιστορική μας γραμματική, άμα νοιώθουμε και +μας κολνάει στο μυαλό η φοβερή μας εκείνη αρρώστια, να λέμε τη +γλώσσα μας πρόστυχη κι ανίκανη, αψηφώντας κι αδυναμώνοντας έτσι την +ψυχή μας την ίδια. Μου είναι άγνωστο αν ο κ. Γιαννόπουλος άλλαξε +γνώμη{88}. Θα συλλογίστηκε ωςτόσο αλλιώς για μερικά πράματα, που του +φαίνουνταν τότες αληθινά. Μας το δείχνουνε, μας ταποδείχνουνε τα +ιστορικά μας, πως κάθε γλώσσα μορφώνεται μοναχή της, και μας +ταποδείχνουνε με τρόπο που και να θέλη κανείς, δεν μπορεί να πη το +ενάντιο κι αναγκάζεται να το πιστέψη. Ας αφήσουμε παράμερα πια κάθε +πρόληψη, κάθε ψέφτικη γνώμη, κι ας το καταλάβουμε τι καλό, τι ωραίο, +τι θεόλαμπρο πράμα που είναι να καθήση κανείς με την ησυχία του, +ήμερα, χωρίς πάθος, να ξεφυλλίση τα παλιά μας τα βιβλία, να σπουδάξη +τη γλώσσα μας και της γλώσσας μας την ιστορία. Θα μάθη πολλά. Κι +αφτό έχουμε ανάγκη, να μαθαίνουμε. Ας το πούμε παστρικά· όσο την +είχε και τη βασάνιζε ο Τούρκος ο καταραμένος τη δύστυχη την Ελλάδα, +βέβαια πως κ' η επιστήμη δεν μπορούσε να προκόψη. Βέβαια πως και +ταρχαία τα ελληνικά δεν μπορούσανε να σπουδαχτούν όπως έπρεπε. Αν τα +σπούδαζαν από τότες, αδύνατο σήμερις να πίστεβε κανένας πως η +καθαρέβουσα μοιάζει με τη γλώσσα εκείνη την ωραία. Δε θυμούμαι ποιος +ελληνιστής στην Εβρώπη είπε μια μέρα πως οι Έλληνες οι σημερνοί +γυρέβουνε να δείξουνε με την καθαρέβουσα πως είναι απόγονοι των +αρχαίων και πως δείχνουν ίσα ίσα το ενάντιο, μόνο με το να νομίζουνε +πως η καθαρέβουσα είναι γλώσσα ελληνική. Και κοντά στο νου πως δε θα +το νομίζανε, αν είχανε δε λέω διαβασμένα όπως πρέπει ταριστουργήματα +της χρυσής μας εποχής, μα τουλάχιστο καταλάβει τη γραμματική την +ίδια, καθώς την καταλαβαίνουνε στην Εβρώπη, καθώς την καταλάβαινε κι +ο ελληνιστής που σας είπα. Τότες θα βλέπανε πως η δημοτική μονάχα +βαστάει από την αρχαία, ενώ η καθαρέβουσα δεν είναι γλώσσα καθαφτό, +δεν μπορεί το λοιπόν και να βαστάη από την αρχαία τη γλώσσα. Ποιος +φταίει όμως που δεν το βλέπουνε; Φταίνε τα χρόνια της σκλαβιάς, και +σαν τα ξετάζει κανείς τα πράματα δίχως πάθος, καταλαβαίνει πως της +σκλαβιάς η γλώσσα είναι η καθαρέβουσα, πως πατροπαράδοτη από στόμα +σε στόμα κι από γενεά σε γενεά, δεν υπάρχει άλλη από τη δημοτική. +Και να μη θαρρήτε τάχα πως με πάθος σας τα λέω αφτά. Τι θα με +πείραζε, σας παρακαλώ, η καθαρέβουσα, τι θα μπορούσα νάχω κιόλας να +πω εναντίο της, αν είτανε αρχαία γλώσσα; Όσα λέμε δω, είναι, σας +βεβαιώνω, πολύ απλά· πολλές σοφίες δε θέλουνε, για να τα νοιώσουμε. +Ας τα νοιώσουμε λοιπόν και μια ώρα προτήτερα, να δήτε πως τα +σιάζουμε όλα. + +28 του Τρυγητή, 1901. + + +Αξιότιμε Κύριε, + +Τώρα μόλις έλαβα τον αριθμό 211 της «Εφημερίδος» σας. Είχα λάβει +πριν τους αριθμούς 201, 202 και σας έγραψα ιδιαίτερο γράμμα, για να +σας πω αμέσως πόσο με συγκίνησαν αφτά τα δυο άρθρα (αρ. 201, 202). +Το σημερνό μου το γράμμα, θα σας παρακαλέσω να με κάμετε τη χάρη να +το δημοσιέψετε. Δεν έχω συνήθεια ναπαντώ σε προσωπικά άρθρα· όταν +είναι λόγος για γλωσσικά ή γραμματικά ζητήματα, προτιμώ ναπαντήσω με +βιβλία· όταν κατηγορούν του λαού τη γλώσσα και τη δική μου, πάλε δε +λέω τίποτις, γιατί με φαίνεται πως τα είπα όλα. Όταν όμως καταλάβω +που κατηγορώντας εμένα κατηγορεί κανείς όλο το έθνος, νομίζω χρέος +μου ναποκριθώ τουλάχιστο με δυο λόγια. Καταντά γενικό ζήτημα. + +Ο κ. Α. Γ. Η. (δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ακούστηκε ως τώρα τόνομά +του στην επιστήμη) γράφει τακόλουθα για τη δημοτική γλώσσα στον +αριθμό 211 της «Εφημερίδος». σελ. 1, στήλη β'· «Η δημώδης ημών +γλώσσα, οποία σώζεται εις τα δημοτικά προ του 21 άσματα και οποία +διετυπώθη και εν αυτώ τω βιβλίω του κ. Ψυχάρη φέρει την σφραγίδα της +μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας». Λυπήθηκα +πολύ, όταν είδα αφτή τη λέξη. Ας αφήσουμε τη γλώσσα του κ. Ψυχάρη· +δεν πιστέβω νάχη κανένας το δικαίωμα να πη που του Ψυχάρη η γλώσσα +«φέρει την σφραγίδα της δουλείας», κι όποιος το λέει βέβαια δε θα +διάβασε το βιβλίο του. Μα δε λυπούμαι που δε με διάβασε ο κ. Α. Γ. +Η. Με κακοφαίνεται μόνο που μπόρεσε ένας Γραικός να γράψη τέτοιο +λόγο. Δεν ταιριάζει και μάλιστα, για να πω φανερά την ιδέα μου, +είναι άτοπο να μιλή κανείς έτσι για τη γλώσσα του. Είναι +επιστημονικό λάθος· είναι και λάθος εθνικό. Τα βλέπουμε στην Εβρώπη +κι απορούμε· έπειτα λέει ο κόσμος πως οι Έλληνες δεν έχουν κρίση, +ίσως και που μας λείπει αξιοπρέπεια. Δε γίνεται να κατηγορή κανείς +και τη γλώσσα του και το έθνος που τη μιλεί· πρέπει να σέβεται και +τη γλώσσα και το έθνος του. Κατάλαβα όμως τι τρέχει· ο κ. Α. Γ. Η. +γράφει παρακάτω· «η γλώσσα αυτή, ην διεμόρφωσαν μακροί δουλείας και +παθημάτων αιώνες». Για τούτο νομίζει, υποθέτω, πως «φέρει την +σφραγίδα... της _ δουλείας _». Παρακαλώ τον κ. Α. Γ. Η. να με δώση +την άδεια να του μάθω που η επιστήμη σήμερα δεν παραδέχεται τέτοια +αρχή· κανένας στην Εβρώπη δεν πιστέβει πια που μπορεί μια γλώσσα — +όποια γλώσσα κι αν είναι — να _ διαμορφωθή εν δουλεία _ κτλ. Η +επιστήμη που δεν το πιστέβει μορφώθηκε η ίδια σ' ανεξάρτητα κράτη· +μας διδάσκει που κάθε γλώσσα αλλάζει μοναχή της και δίχως να υπάρχη +καμιά ξεχωριστή, εξωτερική αιτία της αλλαγής. Η _ δουλεία _ δεν +μπόρεσε ως τώρα μήτε να φτειάξη μήτε να χαλάση γραμματική. Κάτι +ξέρει κ' η επιστήμη που το λέει. Είναι πολύ πιο σωστό και πιο +φρόνιμο να την ακούμε παρά να βγάζουμε γλωσσολογικούς νόμους του +κεφαλιού μας. + +Δε σπουδάζουμε την ιστορία και δε γυρέβουμε να μάθουμε σε ποια εποχή +άρχισαν πρώτη φορά να φαίνουνται μερικοί τύποι δημοτικοί. Έπειτα +μιλούμε για _δουλείαν_. Ο κ. Α. Γ. Η. βέβαια θα ξέχασε που η +ονομαστική _ μεγάλος _ (Gloss. Laod., 193, 1, 23, 197, 1, 23), που +τα ισοσύλλαβα _ γυναίκα _ (Gloss. Laod., 197, 2, 20), _ εβδομάδα _ +(Gloss. Laod., 207, 1, 15 - 16), _ διάλυση _ (αντίς _ διάλυσις _ +Gloss. Laod., 170, 1, 21) βρίσκουνται στον ένατο αιώνα. Στον έβδομο +θαπαντήση ο κ. Α. Γ. Η. την πληθυντική ονομαστική οι _ Αινειάδες _ +(Μαλαλάς, 170, 3, έκδοση της Μπόννας), _ Πέρσες _ (331, 18), _ +Σκύθες _ (26,5). Στον τέταρτο αιώνα δεν έλεγαν πια το ν μπροστά στα +ημίφωνα _ χ γ θ δ σ ζ φ β_ (Πάπυροι του αρχιδούκα Rainer, Βιέννα, +1887, II, σελ. 83. gr. 1 α.) Έδειξα μάλιστα στο Ταξίδι μου (σελ. +178) που μόνο οι λόγιοι μπόρεσαν και μας έβγαλαν την προφορά _ +καταλαμβάνω _, σε μια εποχή που κανείς πια δεν ήξερε τους +φωνολογικούς νόμους της αρχαίας· η προφορά _ άντρας, έντεκα, κόμπος, +θαμπώνω, _ κτλ., κτλ., σώζεται όμως από τα πιο παλιά τα χρόνια· κι ο +Περικλής τέτοια προφορά είχε. Στον πρώτο ή στο δέφτερο αιώνα προ +Χριστού γνώριζαν την πληθυντική ονομαστική του θηλυκού οι γυναίκες +(Pap. Lup., 61, 250; Ρap. Leid. I, 11,3). Η _δουλεία_ μέσα σ' αφτά +τι γίνεται και πού θα τη βάλουμε; Αν ο κ. Α. Γ. Η. είχε μελετήσει τη +_ δημοτική _, θάβλεπε που όση διαφορά έχουν αναμεταξύ τους η γλώσσα +του Ξενοφώντα και της Ιλιάδας η γλώσσα, τόση διαφορά έχει κ' η δική +μας με τη γλώσσα του Ξενοφώντα. Από του Όμηρου στου Ξενοφώντα τα +χρόνια καμιά _ δουλεία _ δεν μπόρεσε να φέρη τη διαφορά. Μια γλώσσα +αλλάζει, γιατί είναι γλώσσα και της φτάνει που είναι γλώσσα για +ναλλάξη. Όταν ανακατώνεται κανείς σε τέτοια ζητήματα, είναι ανάγκη +να ξέρη, τουλάχιστο τα στοιχεία της επιστήμης. Περισσότερο μοιάζει η +δημοτική μας με την αττική, παρά που μοιάζουν τα σημερνά τα γαλλικά +με τα γαλλικά που μιλιούνταν ακόμη στο δέκατο αιώνα. Η _ δουλεία _ +όμως μήτε μόρφωσε μήτε _διαμόρφωσε_ τα γαλλικά. Μπορούσε να κάμουμε +κι άλλη μια παρατήρηση, γιατί βλέπω που ο κ. Α. Γ. Η. δεν την έκαμε· +ο κ. Α. Γ. Η. μιλεί για _ δουλείαν _. Τα νόστιμο είναι που η _ +δημοτική _ δε γνωρίζει αφτή τη λέξη· η καθαρέβουσα την έβγαλε στη +μέση. + +Είναι νόμος ιστορικός· όσο προδέβει, όσο προχωρεί και φωτίζεται ένα +έθνος, τόσο περισσότερο καλλιεργεί, πλουτίζει και σέβεται τη +δημοτική του γλώσσα, τόσο περισσότερη διαφορά έχει αφτή η γλώσσα με +την αρχαία που τη γέννησε· το παιδί χωρίζεται από τη μάννα του, +γιατί μπορεί να περπατήση μοναχό του. Ο νους μεγαλώνει· υψώνουνται +οι ιδέες· η γλώσσα γίνεται ανεξάρτητη και κείνη. Μόνο όταν ένα έθνος +δεν είναι ανεξάρτητο, όταν έχει αφέντη ξένο, πάει να πη όταν έθνος +δεν υπάρχει και δεν υπάρχει λαός, τότε μορφώνεται γλώσσα +αριστοκρατική, γλώσσα που μήτε την καταλαβαίνει, που μήτε έχει +ανάγκη να την καταλάβη ο λαός. + +Μάλιστα, αν το συλλογιστούμε καλά, θα διούμε που όσα λέει ο κ. Α. Γ. +Η. για τη δημοτική, ταιριάζουν πολύ καλήτερα για την καθαρέβουσα. +Φαίνεται πως είταν η μοίρα μου να λέω όλο στους δικούς μας πράματα +σκληρά, κάποτες και δυσάρεστα· ξέρουν όμως οι δικοί μας με τι νου, +με τι σκοπό, με τι αγάπη τους τα λέω· κάθε φορά που με αναγκάζουν οι +δασκάλοι, τους μιλώ και γω όπως πρέπει να τους μιλήση κάθε Γραικός· +φταίν εκείνοι, αφού έχουν τη συνήθεια να μας λεν πράματα ακόμη πιο +δυσάρεστα. Ας μας ακούση κι ο κ. Α. Γ. Η., γιατί μπορούμε να του +αποδείξουμε ήσυχα κι απλά που η μόνη γλώσσα που «φέρει την +σφραγίδα.. της δουλείας», είναι η δική του. Ο καθένας αμέσως θα το +καταλάβη. Πρώτα πρώτα πολλοί θα παρατήρησαν αφτό το περίεργο το +ιστορικό, που σήμερα στην Ελλάδα, στανεξάρτητο το βασίλειο, η +δημοτική λογαριάζει κάμποσους φίλους και μερικούς οπαδούς· όλος ο +κόσμος τη μιλεί· τη γράφουν οι φημερίδες, τουλάχιστο δυο τρεις· οι +περισσότερες την αγαπούν και τη διαφεντέβουν, αν και δεν τη γράφουν· +ο τύπος δεν μπορεί μοναχός του να κάμη επανάσταση κ' είναι +αναγκασμένος νακολουθή το παλιό το σύστημα· προσπαθεί όμως ναποφύγη +όσο δυνατό τα κορακίστικα και τις _ ελληνικούρες _ · τα σοβαρά τα +φύλλα σέβουνται τη δημοτική· μόνος ο κ. Α. Γ. Η. λέει πως «φέρει τη +σφραγίδα... της δουλείας»· πολλοί μελετούν την ιστορία της με +περιέργεια· όλοι καταγίνουνται στο γλωσσικό ζήτημα. Στην Ανατολή +μήτε υπάρχει ζήτημα· η καθαρέβουσα βασιλέβει. Η καθαρέβουσα στην +Ελλάδα μοιάζει μόνο σα να είναι το υστερνό σημείο που μας άφησαν +ακόμη και τώρα οι «μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες», που +μόρφωσαν αφτή τη γλώσσα, και δεν είναι παράξενο που τη μόρφωσαν· +είναι πολύ ψυχολογικό. Όταν ένας άθρωπος έχει φιλότιμο — φιλότιμο +πότε μας έλειψε; — θα προσπαθήση με κάθε τρόπο να δείξη στους άλλους +την αξία του· ίσως κάποτες και την παρακάμη. Όσο περισσότερο τον +καταφρονήσουν οι άλλοι, τόσο περισσότερο θα θελήση να τους πη· «Κάτι +είμαι και γω και θα το διήτε». Θα στολιστή, θα συγυριστή για να τον +καμαρώση ο κόσμος. Εμείς, όταν ο Τούρκος μας πατούσε το κεφάλι, όταν +Ελλάδα δεν είταν ακόμη πουθενά, όταν ελληνικό βασίλειο δεν ύπαρχε, +τι προτέρημα, τι δόξα μπορούσαμε να δείξουμε στους άλλους λαούς; Πώς +να τους πούμε· «Έχουμε προγόνους περίφημους που δεν τους έχει +κανένας· είμαστε οι ίδιοι Έλληνες που ζούσαν και στα παλιά τα χρόνια +και που ο κόσμος όλος σήμερα σπουδάζει τα έργα τους κι απορεί;» +Στοχαστήκαμε τότες τη γλώσσα· είπαμε στους Εβρωπαίους· «Μας +καταφρονείτε; δε μας ψηφάτε; Για σταθήτε λιγάκι· να μας ακούσετε πώς +μιλούμε και να μας διαβάσετε πώς γράφουμε!» Είταν η μόνη μας δόξα· +αρχίσαμε να μιμούμαστε τους αρχαίους. Η _ μόδα _ αφτή βγήκε σ' έναν +καιρό που δεν μπορούσε ακόμη ο Σωλομός να τραγουδήση δημοτικά την +αναγέννηση της πατρίδας. Η ιδέα μας όμως και σε κείνα τα χρόνια +σωστή δεν είταν· πιάσαμε το ζήτημα ανάποδα και το βλέπουμε τώρα. + +Αν το είχαμε συλλογιστή μια στιγμή, θα καταλαβαίναμε που για να +δείξουμε στον κόσμο πως είμαστε τόντις παιδιά των αρχαίων, ανάγκη +καμιά δεν είχαμε να πάρουμε τη γλώσσα τους· από τη δημοτική θα +φαίνουνταν ακόμη καλήτερα πως είναι πρόγονοί μας. Έπρεπε να πούμε· +«Αφτή η ονομαστική _ πατέρας _, αφτοί οι τύποι _ άντρας, νύφη _ κι +όλη μας η γλώσσα μαζί, όπως τη μιλεί σήμερα ο λαός μας, σας δείχτουν +που η αρχαία σώθηκε ίδια κι απαράλλαχτη μέσα στη δική μας, που ο +λαός ο γραικικός την πήρε από των αρχαίων το στόμα και που από τα +παλιά τα χρόνια, δεν πέρασε μισή στιγμή που να μη μιλήση ο ίδιος ο +λαός την ίδια τη γλώσσα. Για να κάμη ονομαστική _ πατέρας _, έπρεπε +νακούση μια αιτιατική _ πατέραν _ και για νακούση αφτή την +αιτιατική, έπρεπε πρώτα να ξέρη την αιτιατική _ πατέρα _ · την +αιτιατική _ πατέρα _ δεν μπορούσε όμως να τη μάθη παρά από τους +αρχαίους. Η ονομαστική _ πατέρας _ είναι ο θησαβρός μας, η δόξα μας +και δεν πρέπει να τολμήση κανείς να την αγγίξη {89}». Με τη +γραμματική και τη γλωσσολογία είταν έφκολο ναποδείξη κανείς πως έτσι +είταν το σωστό και να ταποδείξη όπως ο μαθηματικός διδάσκει τη +γεωμετρία, θέλω να πω με τόσο φως και τόση δύναμη που δε θα +βρίσκουνταν άθρωπος να πη όχι· μάλιστα θα καταλάβαινε αμέσως ο +καθένας που η ονομαστική _ πατήρ _ της καθαρέβουσας κι όσοι τύποι +της μοιάζουν, καμιά σημασία δεν έχουν και δε μας μαθαίνουν τίποτες, +γιατί κ' ένας ξένος μπορεί να πάρη την ονομαστική _ πατήρ _ κι ό τι +περιττοσύλλαβα θέλει μέσα από τα βιβλία, μα που μόνο ένας Γραικός, +γεννημένος Γραικός, ξέρει να κλίνη φυσικά και δίχως να το σπούδαξε +στη ζωή του, ο _ πατέρας, του πατέρα _ κτλ. Ο πρώτος όρος της +επιστήμης είναι, που όσο πιo _δημοτικός_, όσο πιο _ χαλασμένος _ +είναι ένας τύπος, τόσο περισσότερη αξία έχει για το γλωσσολόγο και +τον ιστοριογράφο, τόσο και πιο καθάρια μας δείχτει πως είναι γνήσιος +και σωστός. + +Μα σε κείνα τα χρόνια, πού να συλλογιστή κανείς γραμματική και +γλωσσολογία; Δεν είχαμε καιρό να φιλοσοφήσουμε. Ο τύπος _ πατήρ _ +φάνταζε καλά στο χαρτί· αμέσως τον έπαιρνε το μάτι. Δεν είχε κανείς +ανάγκη να τον ξηγήση· φαίνουνταν αρχαίος. Τον έβλεπαν οι Εβρωπαίοι +κι απορούσαν. Ύστερα κατάλαβαν που δεν αξίζει· πολλά γράμματα τότες +ο κόσμος δεν ήξερε. Έτσι έμεινε η συνήθεια, και νόμισαν οι δασκάλοι +που φτάνει ναρχαΐζουν και θα μοιάζουν τους αρχαίους. Μάλιστα +προσπαθούσαν κάθε μέρα ναρχαΐζουν περισσότερο. Ξεσκόνισαν τις +δοτικές, λίγο λίγο και τα μέσα ρήματα. Έχει κι αφτό το λόγο του· +είναι ψυχολογικό. Ο νους του αθρώπου είναι γεμάτος περιέργεια· άμα +μπη σ' ένα δρόμο, θα θελήση να διή ως πού πάει αφτός ο δρόμος, να +βρη την άκρη του δρόμου. Ελλήνιζαν και κείνοι και προχωρούσαν. +Έμαθαν κιόλας που στην Εβρώπη γνωρίζουν πολύ καλά τα ελληνικά· +πειράχτηκε το φιλότιμό τους· πήγανε μερικοί στην Εβρώπη, γύρισαν και +μας είπαν που πρέπει να διορθώσουμε, να καθαρίσουμε και την +καθαρέβουσα. Ξέχασαν όμως να παρατηρήσουν που οι Εβρωπαίοι δε +μελετούσαν την αρχαία για να τη γράφουν και να την κάμουνε γλώσσα +τους, μα μόνο και μόνο για να φωτίσουν την επιστήμη. Οι δασκάλοι μας +θαρρούσαν που η σπουδή της αρχαίας έχει σκοπούς πραχτικούς. Για +τούτο δυσκολέβουνται ακόμη και σήμερα· δεν ξέρουν πώς να σιάξουν τη +γλώσσα τους και βασανίζουνται. Βλέπω που πολλοί Αθηναίοι θυμώνουν, +όταν τύχη κι ακούσουν ή διαβάσουν κανέναν αόριστο _ εκομισάμην ή +εδεξάμην _. Κάμποσοι φίλοι μου μέ τα λεν και σταναχωριούνται· πρέπει +ξεναντίας ναπορούν πώς δεν κατώρθωσαν οι δασκάλοι, ύστερα από τόσους +κόπους, να γράφουν καλήτερα τα ελληνικά· τα ελληνικά τους μας +έρχουνται σαν κάπως μικρούτσικα, αδύναμα και νερουλά. Πολεμούν οι +ίδιοι να τα συγυρίσουν και δεν το κατάφεραν ως τώρα. + +Δύσκολα θα το καταφέρουν, ή να το πούμε πιο σωστά δε θα το +καταφέρουν ποτέ τους. Και γιατί αφτό; Γιατί δεν κυβερνούν πια τον +κόσμο μοναχοί τους· τους κάμνουν _ αντιπολίτεψη _. Το καινούριο, το +τολμηρό μας κόμμα μεγαλώνει και δυναμώνει κάθε μέρα. Πρέπει να +μεγαλώση· ο ίδιος ιστορικός νόμος που μας έφερε την καθαρέβουσα, μας +έφερε και την αγάπη της δημοτικής και το θάρρος να την αγαπούμε. Άμα +έγινε Ελλάδα, άμα κάμαμε βασίλειο ανεξάρτητο, άλλαξαν κ' οι ιδέες. +Δεν είχαν πια ανάγκη οι δικοί μας να στολίζουνται με τεχνητή, με +ψέφτικη δόξα· η δόξα τους η νέα είταν αληθινή δόξα. Για να καταλάβη +ο κόσμος πως είναι παιδιά των Ελλήνων και που μπορούν και κείνοι να +βγούνε με τους αρχαίους, τους έφτανε να δείξουν την Ακρόπολη και να +πουν· «Είναι δική μας· χύσαμε το αίμα μας για να γίνη ακόμη πιο +περίφημη». Στην Ανατολή όμως έμεινε η καθαρέβουσα. Στην Ανατολή, +δηλαδή στη σκλαβωμένη την Ελλάδα, με την καθαρέβουσα παρηγοριούνται· +με την καθαρέβουσα ησυχάζουν· περηφανέβουνται τουλάχιστο με τη +γλώσσα. Τι θα την κάμουν, τη _ δημοτική; _ Χρήσιμη δεν τους είναι. Ο +λαός δεν ανακατώνεται στα πολιτικά ζητήματα, αφού ζητήματα δεν +υπάρχουν κι αφού μας έπνιξαν το λαό μας. Άμα φανή ο λαός, θα φανή, +κ' η γλώσσα του. Για τούτο στην Ελλάδα δεν πρέπει νανησυχούμε, μήτε +να νομίζουμε πως είναι πάρα πολύ αργά, που χαλάσαμε τη γλώσσα και +που δεν είναι πια δυνατό να τη διορθώσουμε. Μοναχό του θα γίνη το +πράμα. Ένα μόνο πρέπει να ρωτούμε, αν το βασίλειο θα ζήση ή όχι, αν +όλοι οι Γραικοί μαζί θα καταστραφούν ή αν αρχίζουν τώρα μόνο +νακούγουνται στον κόσμο. Δεν πιστέβω να καταστραφή ποτές ο Γραικός· +έχω μάλιστα την πεποίθηση, όχι μόνο που το βασίλειο θα μεγαλώση, μα +που θα γίνη ξακουστό στην ιστορία και που η Ανατολή θα μείνη δική +του. Αν είναι έτσι, η γλώσσα του λαού θα νικήση και πρέπει να +τόχουμε για βέβαιο. Θαναγκαστούν όλοι μια μέρα να μιλούν ίδια κι +απαράλλαχτα σαν το λαό. Θα πιάση τότες ο καθένας να σπουδάζη τη +δημοτική με τα σωστά του, γιατί θα καταλάβη που τίποτις δε βγαίνει +μήτε από την αττική μήτε από την καθαρέβουσα, και που μόνο η +δημοτική θα μπορέση να μας γλυτώση από το χάος — από το θάνατο. θα +την καλλιεργήσουν· επιστημονικά και φιλολογικά βιβλία θα γράφουνται +σ' αφτή τη γλώσσα· θα γράφουνται και νομικά, όπως γράφουνταν και στο +μεσαιώνα, όχι μόνο βιβλία της νομικής, σαν τις _ Ασσίζες της Κύπρος +_, μα και της γιατρικής εκεινού του καιρού, γιατί προσπαθούσαν τότες +να γράφουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού κι όσο ανήμπορη, ακατάστατη κι +αν είταν η προσπάθεια, γίνουνταν τουλάχιστο μια αρχή. Αν οι Τούρκοι +δεν έπαιρναν την Πόλη, η δημοτική θα είταν πια σήμερα κλασσική +γλώσσα. Η κρητική φιλολογία, που αρχινούσε τότες να λουλουδιάζη, +έπεσε άμα έπεσε κ' η Κρήτη στου Τούρκου τα χέρια. Ο λαός μας όμως, ο +αθάνατός μας ο λαός, δεν ξεχνούσε τη γλώσσα του· την είχε και τη +φύλαγε, τη βαστούσε στα σωθικά του μέσα. Ποιος μπορούσε να μας την +πάρη; Δεν της έλειπε μήτε δύναμη μήτε ζωή. Κάθε μέρα μάλιστα +γίνουνταν πιο δυνατή, πιο ωραία, πιο κανονική· στρώννουνταν η +γραμματική της, ξεφορτώνουνταν κάτι περιττοσύλλαβα που της έμνησκαν +ακόμη, και της έβλεπες πάντα περισσότερη ενότητα κι αρμονία. +Καλητέρεβε και πήγαινε. Πώς να μην προδέψη, αφού πρόδεβε ο λαός κ' +ήξερε που μ' αφτή του τη γλώσσα θα νικήση; Τη μιλούσε και θυμούνταν +πως είναι Γραικός. Τα κορμιά μας μοναχά είταν αλυσοδεμένα· η +λεφτεριά ζούσε στην ψυχή μας, στη γλώσσα μας μέσα· μορφώνουνταν η +γλώσσα μας ανεξάρτητα και χωρίς να μπορέση να τη σταματήση κανένας. +Μα δε μας άφιναν οι δασκάλοι να κάμουμε φιλολογία δική μας· ίσια +ίσια στον καιρό που άρχιζε να ξανοίγη κ' η γλώσσα μας κ' η καρδιά +μας, σοφίστηκαν εκείνοι πως πρέπει να μάθουμε την αρχαία· μας έλεγαν +πως η αρχαία θα μας δοξάση και που με την καθαρέβουσα θα φανούμε +άντρες, παιδιά των Ελλήνων κτλ. κτλ. Είχαν άδικο να το λεν. Εμείς θα +το σιάξουμε τώρα κι αφτό. Η Κρήτη θα σπάση καμιά μέρα το χέρι που +την κρατεί· γραικικά χέρια θα τη χαδέβουν και θανασάνη· θανασάνη κ' +η πατρίδα. + +Τότες όλα διορθώνουνται. Fata viam invenient. Οι ιστορικοί νόμοι +είναι σαν τα ποτάμια· ποτές δε στέκεται η ορμή τους· και χιλιάδες +δασκάλοι μέσα να βρεθούν, το ποτάμι θα τους χύση όλους στη θάλασσα +τη μεγάλη, που είναι ο λαός. + +Το γλωσσικό το ζήτημα είναι ζήτημα εθνικό. Δεν πρέπει το λοιπό να +μιλούμε για γλώσσα δημοτική· το μόνο όνομα που της ταιριάζει είναι +_εθνική_ γλώσσα. Η γλώσσα που δεν είναι εθνική, είναι μια άλλη +γλώσσα· φτάνει κανείς για να το καταλάβη, να μελετήση τους +ακόλουθους στίχους. Ελπίζω να τους μελετήση κι ο κ. Α Γ. Η. Είδαμε +που η _ δουλεία _ δε μόρφωσε μήτε τη γραμματική, μήτε τις ιδέες, +μήτε το ύφος της εθνικής. Ας διή τώρα και κείνος ποια γλώσσα «φέρει +την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της +δουλείας», ποια είναι η γλώσσα της σκλαβιάς. Τον περασμένο χρόνο +διάβασα σε μια φημερίδα · όχι όμως αθηναίικη φημερίδα, όχι στην +Ελλάδα · τωραίο ποίημα και τον ωραίο τίτλο που σας αντιγράφω· + + Σαπφική ωδή + τη Α. Α. Μ. τω κραταιώ ημών άνακτι Σουλτάν + Απτούλ Χαμίτ Χαν τω Β' + επί τη ενδεκαετεί επετηρίδι της εις τον θρόνον αναρρήσεως + αυτού. + Έθνεους κυδρού, πολυάρατ' ώναξ, + Όθμανών δορυθρασέων γε χαίρε· + Χαίρε και σφι δην ευκλεώς άνασσε + ολβιοδαίμων. + Χαίρε εις αιώνα φίλαν, αταρβές + Πολλάων σκαπτούχε φυλάν, μέγ' εύχος + Κάρτα πιστών τεών θεράπων οτρηρών + αγλαόθωκον...{90} + +Δεν τους αντιγράφω όλους· είναι ακόμη τριάντα έξη στίχοι με το ίδιο +ύφος. Η γλώσσα η δική μας τέτοια ποίηση δεν ξέρει και δε θα τη μάθη +στη ζωή της. Όχι μόνο δε θα μπορούσε, μα μήτε θα τολμούσε αφτός ο +ποιητής να μιλήση έτσι στην εθνική τη γλώσσα. Δε θα τον άφιναν τα +κλέφτικα τα τραγούδια, θα θύμωναν τα λέφτερα τα βουνά. + +Και τι βγαίνει τώρα απ' όσα είπαμε; Βγαίνει που χρωστούμε σέβας στη +γλώσσα του λαού, όπως σέβουνται τη δική τους όλα τανεξάρτητα τα +κράτη, και που πρέπει να φύγουν οι ξένοι, για να τελειώση η _ +δουλεία _, και για ναρχίσουμε πια με τα σωστά μας τη _ δουλειά _. + +Ελπίζω, αξιότιμε Κύριε, να μη σας κούρασα· το γράμμα μου έγινε +μελέτη. Δεν το βουλλώνω ακόμη. Θέλω πρώτα να σας πω που με κολάκεψε +με το παραπάνω η συμπάθεια κ' η φιλοφροσύνη που με δείξατε τόσες +φορές που μιλήσετε για το βιβλιαράκι μου στην «Εφημερίδα» σας. + +Άβγουστο μήνα, 19, 1888. Perros-Guirec, Côtes-du-Nord. + + + +ΖΟΥΛΙΑ {91} + + + +Ποιος έγραψε τη Ζούλια; Ο θυμός. + +Είχα διαβάσει στην Εστία κάτι νοστιμάδες, κάτι λεφτολεφτούτσικες +φιλοσοφίες και σοφίες, για να μας μάθουνε τι πράμα είναι η +«ζηλοτυπία». Είπα τότες με το νου μου· Αφού τη λένε «ζηλοτυπία», δεν +μπορεί να νοιώθουνε τι θα πη ζούλια. Κ' έγραψα το δήγημά μου. Δεν +ξέρω γιατί άρεσε περισσότερο στην Αθήνα το πρώτο μέρος από το +δέφτερο. Θυμούμαι τότες που φιλονικούσανε αλάκαιρο μήνα στο Παρίσι, +ποιο είναι το καλήτερο, το πρώτο ή το δέφτερο. Έβρισκαν το πρώτο πως +είχε πιο πολύ πάθος, το δέφτεοο πως είτανε ίσως πιο βαθιά +ψυχολογημένο. Έχω ένα πολύτιμο γράμμα του Taine απάνω στη _Ζούλια_ +μου, που το φυλάγω για καμάρι και παρηγοριά μου, γιατί το διαβάζω +κάποτες και λέω· «Αι! δε θα είμαι και τόσο μπόσικος όπως το θαρρούνε +στην Αθήνα.» Χρέος μου ναναφέρω κ' ένα λαμπρό άρθρο του μεγάλου μου +φίλου του Anatole France, που το συλλογιούμαι και ντρέπουμαι· τι δεν +είπε για τη «Ζούλια». + +Ύστερις απ' αφτούς, έλαβα τότες κ' ένα γράμμα του καλού μου φίλου Κ. +Μάνου και μου έκαμε μάλιστα μια πολύ σωστή παρατήρηση. Μου έλεγε πως +έκαμα λάθος, εκεί που γράφω, στο τέλος του δέφτερου πλίκου, πως +βγήκε ο Πάλμος «να πάρη λουτρό». + +Το ρωμαίικο είναι «_ να κάμη λουτρό _». και τόντις θέλησα να το +διορθώσω. Μα τάφησα έπειτα, γιατί άκουσα και στην Αθήνα έτσι να το +λένε, _ παίρνω λουτρό _, καθώς λένε και για το τραίνο πως το +παίρνουνε _. Μπορεί να είναι ξενισμός, μου φαίνεται όμως πως +τέτοιους ξενισμούς έχει σήμερις κάθε γλώσσα, έχει κ' η δημοτική μας. +Ας με συμπαθήσουνε λοιπόν οι φίλοι, κι ας δούμε τώρα και τη _ Ζούλια +_ την ίδια. + +28 του Τρυγητή, 1901. + +Φίλτατε Δροσίνη, + +Μου έκαμες τη χάρη να μου στείλης έναν τόμο της Εστίας (Γεννάρη — +Γιούλη 1890). Αμέσως την άνοιξα κι αμέσως πήγε το μάτι μου σ' ένα +μέρος που είτανε λόγος για _ζηλοτυπία_. Πολύ μου άρεσαν όσα διάβασα +για τη ζηλοτυπία· είχαν κάμποση νοστιμάδα, είταν και γεμάτα +ξυπνητάδες. Να σου πω την αλήθεια, δε νοιώθω γρυ από ψυχολογία· μην +προσμένης να σου αραδιάσω φιλοσοφίες και σοφίες. Θυμήθηκα όμως, +εκείνη την ώρα, δυο μου φίλους, δυστυχισμένους και τους δυο. Βρέθηκε +να τους ανταμώσω πέρσι στο Παρίσι, πού και πώς μη ρωτάς. Είχα να +τους διώ από τα παιδιακήσια μου χρόνια στην Πόλη. Είναι σήμερα +σωστοί πέντε μήνες, την ίδια μέρα και με το ίδιο ταχυδρομείο, στις +εντεκάμισυ το πρωί, στην εξοχή, έλαβα δυο πλίκους και μέσα στον κάθε +πλίκο λίγες κόλλες χαρτί. Είταν του καθενός η ιστορία γραμμένη από +το χέρι του. Σου στέλνω τη μια και την άλλη. Ίσως τις διαβάσης. + +ΠΡΩΤΟΣ ΠΛΙΚΟΣ +«................................................................ +Πού είμαι, πού βρίσκουμαι, δεν μπόρεσα ακόμη να το καταλάβω. Τι +παράξενο σπίτι που τοίχους δεν έχει! Δεν είναι ξύλο, δεν είναι +πέτρα, δεν είναι σίδερο τα ντουβάρια· είναι καμωμένα από καταχνιά +και μοιάζουν πιο γερά παρά ξύλο, πέτρα και σίδερο. Πολεμώ να κάμω +τρύπα και δεν το κατορθώνω. Με το χέρι, με το ποδάρι, με το κεφάλι, +χτύπα. Του κάκου. Δεν γκρεμνά. Τίποτις δε βλέπω. + +Ώρες, μήνες, χρόνια περνούσαν και τίποτις δεν έβλεπα. + +Ποιος το λέει πώς δεν μπορεί μάτι αθρώπου να κοιτάξη τον ήλιο; Στον +ήλιο μέσα να ζούσα, δε θα μου έφτανε το φως του. Να φύγη, να +ξεσκορπιστή το χάος αφτό που με σκοτώνει. + +Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα! + +Είναι βράχος μια τέτοια νύχτα. Να μη φέγγη και ποτές! Οι κακούργοι! +Με γέλασαν κι όλο με γελούν. Κόκκινο μελάνι, κόκκινο ζήτησα να μου +φέρουν, κι αφτό είναι μάβρο σαν το αίμα. + +Τι να σπάσω, να ξεθυμάνω; Τρίζουν τα δόντια μου, φωνάζω, και δεν +έρχεται κανείς και κανείς δε μιλεί. Λέξη δεν ακούω. + +................................................................. +Αγριέβουμαι. Δε σφαλνώ μάτι. Κι ο τοίχος πάντα μπροστά. Τι θέλουν +άραγες; Πάλε τα ρούχα μου να ξεσκίσω; Όχι! όχι! Είμαι φίνος και δε +με πιάνουν. Το ντουβάρι μόνο να πέση! Και δε θέλει. Να το πάλε +μαλακό σαν το μπαμπάκι, και κλοτσιά να του δώσης, δε σαλέβει. + +Τους αρέσει να θυμώνω, για να μου λεν ύστερα παραμύθια. Σφίξε, +Καρλή, δάγκασε, Καρλή, τους γρόθους σου στο στόμα σου μέσα· να σε +δέσουμε κατόπι. Μη σας μέλη! Δεν το κάμνω πια και θα διήτε. Ο +κολλάρος μου με πνίγει. Να μπορούσα να τον πετάξω! Δε θα τον πετάξω, +να μη χαίρουνται. Είδες άθρωπο πιο ήσυχο από μένα; — Ας πεθάνω και +μια ώρα προτήτερα, να τελειώση. + +Είναι απέραντη η μοναξιά. + +Ας μου πουν καμιά ψεφτιά, μα τουλάχιστο ας μιλήσουν. Ας ακούσω μια +φωνή! Να μη μου ξαναμασούν όμως όλο τα ίδια. Ποιος; Εγώ δεν ξέρω τι +λέω; Να τους το δείξω. Τα θυμούμαι σα να είταν και σήμερις. Είμουν +τότες αλλού. Στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη. Είμουν και γω σαν +τους άλλους. Θα καταλάβουν πως είχα δίκιο. Όλα θα τα καταστρώσω με +τη σειρά τους στο χαρτί. Πρέπει πια και κείνοι να κρίνουν ίσια τα +πράματα, ίσια και σωστά σαν και μένα. Και τότες θα μ' αφήσουν, και +θα πέση το ντουβάρι και θα με βγάλουν όξω, όξω στα ηλιοπερέχυτα τα +περιβόλια. + +Μα που μπορούν αφτοί να με καταλάβουν; Κανένας τους δεν αγάπησε σαν +και μένα. + +Τα χαρούμενα, τα χρυσά, ταθώα της, τα καλά της τα μαλλιά, πως +έλαμπαν εκεί κάτω, στο περιβόλι, όταν την είδα πρώτη φορά με την +αδερφή μου μαζί, που περπατούσε πλάγι πλάγι η Λέλα με την Ελένη! Τα +μαλλιά σου, να τα φιλήσω, γιατί λιώνει η καρδιά μου, μόνο που τα +θυμούμαι. Είταν πίσω το περιβόλι, κ' έρχουνταν η Λέλα σαν τον ήλιο +κι ανέβαινε τα σκαλοπάτια του σπιτιού. Ποιος, ποιος να μην τη +λατρέψη: Άμα φάνηκε, της έδωσα τη ζωή μου. Να της το πω, να την +πάρω, να την αρπάξω, να φύγω, να την έχω γυναίκα μου, δική μου, να +είναι δική μου όλη μέρα. + +Την κοίταζα και της φώναζε μέσα μου η ψυχή μου· Εσύ είσαι η μόνη που +θαγαπήσω. + +Η μόνη! η μόνη! ακούς! + +Γιατί τάχατις να είναι τόσο ανήξερες οι γυναίκες; Εμείς αμέσως, με +μιας αγαπούμε, σαν την αστραπή που σε καίει πριν ακόμη να σ' αγγίξη. +Εκείνες, καιρός τις χρειάζεται, καιρός! Είναι σαν τα λουλούδια η +αρχοντιά τους· αγάλια αγάλια· θέλουν ώρα να ξανοίξουνε. + +Νανουρίσματα και τραγούδια, χάδια μέλι γεμάτα, λόγια γλυκά λόγια, τι +ήθελε; να της το δώσω! Να την προσέχω σαν παιδί μου· ό τι ζητήση, να +της το φέρω. Λέλα τι προστάζεις; Λέλα, θες να φύγω; Θες να μείνω, +Λέλα, Λέλα, θες να πέσω κατά γης και γονατισμένος μέρες αλάκαιρες να +σε προσκυνώ σαν εικόνα; Είναι σαν τρεμουλιαστό πουλάκι η γυναίκα. +Μην πας και την ξαφνιάσης. Πρέπει μάννα της να γίνης, να της μιλής +σιγά κρυφά, να της μάθης εσύ τα μυστήρια του κόσμου και της ψυχής. + +Αχ! δε λέω να μ' αγαπήση· ας διή μόνο πόσο την αγαπώ! + +Και πώς δεν τόβλεπε, πώς δεν το καταλάβαινε που μια φλόγα είταν +αναμμένη στα στήθια μου μέσα; Δεν τόννοιωθε; Όχι! Δεν τόννοιωσε μήτε +κείνη μήτε κανένας άλλος. Κάθησε τώρα μέσα στο μυαλό μου· και δε +βγαίνει πια και βήμα δεν κάμνει που να μην τη διώ. Ήσυχη και γλυκειά +σαν το καλοκαίρι, με το μαλακό της το χαμογέλοιο, με τα μικρά της τα +ποδαράκια, πήγαινε κ' έρχουνταν η Λέλα μέσα στο σπίτι. Έτρεχε απάνω +στο Σταβροδρόμι με την Ελένη, έκαμνε βίζιτες με την Ελένη, τη +συντρόφεβε παντού, έπαιζε πιάνο μαζί της, μελετούσε μαζί της, +μιλούσε, χωράτεβε, σα να μην ήξερε τίποτις. Καμώνουνταν και τότες ή +όχι; Κάπου κάπου συλλογισμένη την έβρισκες και κάθουνταν. + +Όλα τάχω παρατηρημένα. + +Τι συλλογιούνταν; Από το πρόσωπό της έφεγγε μια χαρά, μια χαρά +σιγανή, μια ήμερη, ξέγνοιαστη χαρά· εμένα βέβαια δε συλλογιούνταν. +Πώς μπορούσε να με συλλογιέται και να κάθεται ατάραχη, με τόση +καλοσύνη στα μάτια; Απάθεια, απάθεια κι απονιά, εκεί που +βασανίζουμουν και πονούσα. Με τα είκοσί της τα χρόνια, έμοιαζε ακόμη +παιδί, τρυφερό είκοσι χρονώ παιδάκι, και σα μεγαλήτερή της +φαίνουνταν η Ελένη. Η Λέλα βάσανα δεν είχε, η Λέλα δεν πονούσε, δεν +της έμελε για τίποτις εκεινής, και στο τραπέζι, κάθε μέρα, η Ελένη +αντίκρυ στον πατέρα, εγώ αντίκρυ της Λέλας, την κοίταζα κ' η καρδιά +μου πετούσε να μπη μέσα στην καρδιά της. Πώς την αγαπούσα! Κορμί και +ψυχή. Δική μου και κανενός άλλου, θα το μάθη. Δεν αγάπησε, όποιος +για πάντα δεν αγαπά. + +Εσένα μόνη, τάκουσες, Λέλα; τακούς! + +Γίνεται τουλάχιστο να μη με λυπηθή; Να με λυπηθή; Όχι. Να μ' +αγαπήση. Σα φωτιά τριγύρω της ανέβαινε η αγάπη η δική μου. Έπρεπε να +την κάψη. Είχε καρδιά ή δεν είχε, είταν πεπρωμένο η φλόγα αφτή να +την αγγίξη, γιατί αγάπη τέτοια δε στάθηκε στον κόσμο ποτές και ποιος +μπορεί να ξεφύγη, όταν αγαπάς με τόση ζάλη, με τόση ορμή; + +Είταν αδύνατο η Λέλα να μείνη αδιάφορη και κρύα, να περπατή με το +μαλακό της το χαμογέλοιο, κι όταν την αντάμωνα, ήσυχα να διαβαίνη +και μόλις να με βλέπη. Και τον πάγο και τους βράχους αφτούς εδώ θα +τους διής να κορώσουν, άμα τους βάλης σπίθα παρμένη από μέσα από την +καρδιά σου. + +Όλα τάχω παρατηρημένα. + +Έτσι μόνο, για τούτο μοναχά το λόγο, με μιας κατάλαβε η Λέλα. + +Πες το, φως μου, σαν που το είπες εκείνη τη νύχτα, πες το, Λέλα, να +το ξανακούσω. Όχι! μάρμαρο δεν είταν· την ψυχή της, άκουσα την ψυχή +της που μου μιλούσε. Κατέβαινα τη σκάλα στα σκοτεινά· κρέμουνταν το +λυχναράκι μισοσβησμένο στο ταβάνι. — Και να πάλε που τίποτις δε +βλέπω. Σκότος, πάντα το σκότος που με τυφλώνει. — Η Λέλα! Βλέπω +άξαφνα τη Λέλα που πηγαίνει απάνω στην κάμερή της. Βρέθηκα πλάγι +της, κοντά κοντά, και σα μισοπεθαμμένος ψιθύρισα, που μόλις μπορούσε +να το πάρη ταφτί της· + + — Λέλα, είσαι συ; + + — Ναι! γυρνά και μου λέει. Τη φωνή της δε θα την ξεχάσω στη ζωή +μου. Η φωνή της! Άκουσες άγγελο να λαλή και με μια λέξη ναπαντήση· +«Ναι! ναι! το είδα, το ξέρω· μη γυρέβης άλλο να σου πω.» + +Πάει να φύγη και σκουντάφτει το μικρό της το ποδαράκι· κοντέβει να +πέση, τη βαστώ. Με καίει ακόμη το πετσί της. + + — Λέλα, δεν έπαθες τίποτις; Λέλα μου, πες το. + + — Όχι! όχι! Είναι αργά. + + — Καλή νύχτα! καλή νύχτα! Λέλα, ύπνο καλό. Κοιμήσου καλά. + + — Καλή νύχτα! — Και γίνεται άφαντο το παιδί μου. Είδες νύχτα καλή; +Βαρειές οι ώρες και κύματα οι λογισμοί. + +Θα θελήση; δε θα θελήση; Πώς να της το πω; Και μπορώ να της πω +τίποτις: Έχω δικαίωμα; Ίσως τρόμαξε κ' έτρεμε η φωνή της. Το +φαντάστηκα πως γυναίκα μου θα γίνη. Όχι, δε θα θελήση. + +Μ' έπιασε φόβος. Από την ξενιτειά που μας ήρθε, κάτω στην πατρίδα +της, εκεί κάτω στη Δύση, ίσως έταξε τίποτις κανενός, σα γυρίση πάλε +πίσω. Κάτι θα με κρύφτη· είναι αδύνατο με την ομορφιά της, να μην +την αγάπησε όποιος την είδε. Για τούτο κάμνει πρώτα την αδιάφορη και +παίζει και γελά· για τούτο μόλις μια λέξη ξέρει να μου πη, εκεί που +η αγάπη με τρελλαίνει. Για τούτο κάθεται ώρες και συλλογιέται. + +Όλα τάχω παρατηρημένα. + +Αν είναι αλήθεια, να μου το πη παστρικά. Δεν έχω δίκιο; Να μου το πη +ορθά κοφτά, κι όρκο της βάζω πως τραβιούμαι και φέβγω. Δε με βλέπει +πια. Κάλλια τη δική μου τη ζωή παρά τη ζωή τη δική της να χαλάσω, Θα +φύγω, θα φύγω. Και μπορώ; + +Καλή νύχτα! καλή νύχτα! + +Δε γίνεται έτσι να τυραννιούμαι. Μ' έπνιξε αφτή η καταχνιά. Φτάνει, +φτάνει! + +Γλύτωσα· ο τοίχος τρυπά, φαίνεται ο ουρανός. Στο περιβόλι μας εκεί +κάτω! Στο περιβόλι μας είναι πίσω συκιές και πλατάνοι. Μα έχει μια +πόρτα δεξιά ο μπαξές, μια πόρτα που βγαίνει πλάγι στο δρόμο, στο +δρόμο δεξιά μεριά, μια πόρτα μικρή, καταραμένη. Άνοιξα και μπήκα +τότες εγώ. Είναι ίσκιος και δροσιά στο περιβόλι μας πίσω. Τι αγαθό +που είναι το περιβόλι! Τι καλοσύνη που την έχει η αβγή! Γλυκοχαράζει +για να χαίρεται ο κόσμος. Το πρωί είναι άπειρο το φως, το πρωί +γεμίζει ο ουρανός χαμογέλοια, βάζει ρούχα καινούρια και γιορτάζουν +τα περιβόλια. Λέλα, κάθου, μη σηκωθής. Μείνε, μείνε ακκουμπισμένη +στη συκιά που σε σκεπάζει, ολόχρουσό μου κεφαλάκι. Τα φύλλα +κουνιούνται αγάλια αγάλια και σου λεν καλημέρα. Τι ωραία που είσαι! +Τρέμει η καρδιά μου που θα ραγίση. Ακούς τι σου λέω ψιθυριστά, +χαμηλά, ντροπαλά, αγάλια αγάλια σαν τα δέντρα που σου μιλούνε; Σε +χαδέβει η φύση όλη κ' η φωνή μου σε χαδέβει. + + — Λέλα, μη σου φανή ξένο το ρώτημά μου. Λέλα, πες το, σε παρακαλώ. +Τι σε πειράζει να μου το πης; Ίσως άφησες εκεί κάτω στην πατρίδα +κανένα φίλο — ίσως κανέναν που αγαπάς; + + — Όχι, μου κάμνει σιγά, πουθενά δεν έχω φίλο. + +Και της έπιασα το χέρι και μου φάνηκε πως ο κόσμος είτανε δικός μου. + +................................................................. +Κομματάκια! κομματάκια! κομματάκια! +................................................................. + +Όχι! όχι! Δε θέλω ακόμη· έπρεπε πάντα να συλλογιούμαι το περιβόλι με +τη χαρά του. Μου έρχεται ησυχία σαν το θυμούμαι. Αλήθεια που έφεγγε +τότες πολύ! Ο ήλιος με τάιζε φως. Διψούσα και τόπινε η ψυχή μου. Τι +παράδοξα, τι διαμαντόλαμπα μάτια που τα είχε η Λέλα! Στα μάτια της +μέσα είταν αχτίδα κρυμμένη· άνοιγε τα βλέφαρά της κ' η νύχτα +σπιθοβολούσε. Τι καλά που ήξερε να με μαγέψη! Πού τάβρισκε τα γλυκά, +τα χαριτωμένα, τα ουρανόφωτα λόγια που μου έλεγε; Τι απλά, τι άκακα +που μιλούσε! Δε θα ξαναζήσω άλλη τέτοια χρονιά. + + — Μη σε μέλη, μην τυραννιέσαι, Καρλή. Είναι πιο φρόνιμο, πιο σωστό +να μην το πούμε κανενός. Μη βιάζεσαι, Κάρλο μου. Ξέρω πως δεν είμαι +για σένα. Δε γίνεται, το ξέρω. Μην πης όχι, Καρλή. Τι κακόμοιρη εγώ! +τι αξίζω, να με πάρης γυναίκα; Ο πατέρας σου δε θα θελήση ποτές και +ντρέπουμαι μόνο που το βάζει ο νους μου, πως μπορεί να μάθη τέτοιο +πράμα. Ξέχασες πως είμαι φτωχοκόριτσο και ξένο, πως μ' έφεραν εδώ +για να συντροφέβω την Ελένη, να κάθουμαι μαζί της; Έχουμε καιρό. +Βλέπουμε κατόπι. Αν το πης, θα μας χωρίσουν και μου αρέσει τόσο να +μιλής και να σε κοιτάζω! Ίσως πάλε φταίω γω που σ' άκουσα εκείνο το +βράδυ, που αποκρίθηκα ναι. Τι να κάμω; Αχ! δεν ξέρεις· μου +φαίνουνταν τόσο παράξενο! Δε φαντάζουμουν πως θα μ' αγαπήση κανένας. +Δεν μπορούσα να το πιστέψω πως θα μ' αγαπήσης εσύ. Εσύ! Κάθουμουν +ώρες και συλλογιούμουν. Έπειτα, τι να σου πω; Χωρίς να το θέλω, +χαίρουμουν και γελούσα που το συλλογιούμουν. Η ζωή μου σα νάλλαξε με +μιας. Όχι, Καρλή, να μην το πούμε ακόμη κανενός. Τι καλό πράμα που +είναι νάχη κανείς ένα κρυφό και μέσα του να το φυλάη! Να είσαι +ήσυχος, φίλε μου καλέ. Εγώ δε λυπούμαι. Δεν το μετανοιώνω. Ό τι +έκαμα, το ήξερα και τόκαμα — Να βασανίζεσαι εσύ και να σ' αφήσω +παραπονεμένο; Δε μου είτανε δυνατό. Το ήθελα και τόκανα. Δεν μπορεί +κανείς να μου πη τίποτις. Είναι δική μου δουλειά. Ό τι έχω, πάρτο, +στο δίνω. Όχι, δε λυπούμαι. Ίσως παίζεις εσύ μαζί μου. Μ' έχεις τώρα +σαν παιχνιδάκι σου, Καρλή. Είναι δικό σου το παιχνιδάκι. Δικιά σου +είμαι όλη. + +Κουράστηκα και πια δεν μπορώ. Θα πέσω κατά γης. Θα σφαλήξω τα μάτια, +να βλέπω μόνο τη Λέλα και να την ακούω. + +«Δεν έχω φίλο πουθενά.» Ναι! Αφτό μπορεί κανείς να το πιστέψη. Θα πη +πως δεν αγαπούσε ή πως δεν αγάπησε κανέναν εκεί κάτω στον τόπο της. +Μα θα πη άραγες πως δεν την αγαπούσε ή πως δεν την αγάπησε ποτέ +κανένας; Τι τάχα; Δε γύρεψε κανένας να την πάρη; Δεν της είπε +κανένας τουλάχιστο δυο γλυκά λόγια; Δεν άρεσε κανενός; Πώς γίνεται; +Αναθράφηκε σε μια τέτοια πόλη και δε βρέθηκε κανείς να της κάμη ένα +κοπλιμέντο ή λίγο κόρτε, ή να την κοιτάξη καλά στα μάτια, ή να της +δώση να καταλάβη τίποτις, ή να μην ξιππαστή από την ομορφιά της; Δε +γίνεται. Μπορεί εκείνη να μην αγάπησε· πάει καλά·, μα να μην +αγαπήθηκε; άλλος λόγος. Γιατί τότες δε μου το λέει; Αφού μου κρύφτει +μικρά, τιποτένια πράματα, μπορεί να μου κρύψη μια μέρα και +μεγαλήτερα. Το είπε η ίδια· της αρέσουν τα κρυφά· είναι καλό πράμα +νάχη κανείς ένα κρυφό — και να το φυλάη! Μήπως είναι κρυψιάρα; + +Κάτι θα τρέχη. Το ξέρω. Και τώρα κάτι θα τρέχη. Το βλέπω. Όλα τάχω +παρατηρημένα. Ένα είναι βέβαιο, πως την αγαπώ. Την αγαπώ. Αφτό είναι +βέβαιο. Είναι το μόνο βέβαιο. Να πάρης μια ώρα από τη ζωή μου, ό τι +ώρα θέλεις, να την κόψης, να την κάμης κομμάτια, κομματάκια, ακόμη +πιο μικρά κομματάκια, δε θα βρης ένα ψίχουλο καιρό που να μην είναι +και κείνη μέσα· πάντα και πάντα εκείνηνα συλλογιούμαι. Γιατί και +στον ύπνο μου μπήκε. Περεχύθηκε στη ζωή μου και σαν τα νερό παντού +μεριά τη γεμίζει. Όταν είναι μακριά, άμα δεν την έχω κατάστηθα +μπροστά μου, άμα βγη, άμα καθήση με την Ελένη, άμα πάη στον +περίπατο, άμα δεν τη βλέπω, το μάτι μου στο κυνήγι και πίσω της η +ψηχή μου. Απελπισία και λαχτάρα ώςπου να την ξαναδιώ, ώςπου να +γυρίση, ώςπου νανεβώ στην κάμερή της, να σφαλοιχτούμε! Τι κάμνει, +όσο λείπει; Τι κάμνει, με θυμάται; Και δεν παίρνω την αναπνοή μου. +Κι από το πρωί ως τα βράδυ όλο το ίδιο. Μήπως εγώ γελώ και χαίρουμαι +και σεργιανίζω και χωρατέβω; Μπορώ να πιάσω δουλειά; Μπορώ τίποτις +ναρχίσω; Μια τρύπα στον τοίχο κι όλο να τη βλέπω! + +Εγώ την αγαπώ. Αφτό είναι βέβαιο. Είναι το μόνο βέβαιο. Είναι βέβαιο +— ακόμη πιο βέβαιο — όχι πως δε μ' αγαπά σαν που την αγαπώ, μα πως +μήτε ξέρει, μήτε κατάλαβε την αγάπη μου όλη. Δεν την ακούς πώς +μιλεί; Δεν τα ξεχνώ. «Μη σε μέλη» και «Να είσαι ήσυχος» και «Μη +βιάζεσαι» και «Μην τυραννιέσαι.» Μπορώ να μην τυραννιούμαι; Ήσυχη τη +θέλεις την αγάπη κι αγάπη τη λες; Ναι! είσαι ήσυχη, είσαι φρόνιμη +εσύ. Ώρες σε προσμένω, καρτερώ στα σπίτι μονάχος, γυρίζεις κι όταν +μπορέσω μια στιγμή να σε διώ, μια στιγμή στη σκάλα να σ' αρπάξω, +μήτε βλέπεις τα βάσανά μου. Ξέρω τώρα γιατί μ' αγάπησες· για να μη +βασανίζουμαι, για να μη μ' αφήσης παραπονεμένο. Με λυπήθηκες· δε μ' +αγάπησες. Εγώ δε θέλω μονάχα την ομορφιά σου· εγώ την ψυχή σου θέλω. + +Έρχεσαι χαρούμενη σπίτι, χαμογελάς και δε μου λες· «Καρλή, καλέ μου +Καρλή, μην πονής και πονώ σαν και σένα.» Δε νοιώθεις τι είναι αγάπη +κ' ύστερα μου λες πως ίσως παίζω μαζί σου! + +Μην παίζουμε, παρακαλώ, με την κούκλα. Γιατί σπάνει. + +Να μη βιάζουμαι; Να μη θέλω να το μάθη ο κόσμος όλος πως είσαι δική +μου; Σα γυναίκα μου δική μου! Να κρύφτουμαι, να φοβούμαι από το φως, +να μη γυρέβω τον ήλιο; Και ποιος μπορεί να μου πη τίποτις; Μπας δεν +είμαι τριάντα τεσσάρω χρονώ άντρας; Να γίνης εσύ γυναίκα μου, στον +κόσμο μπροστά, να παντρεφτούμε, και να μη χαρή η γις όλη; Ποιoς +άραγες μπορεί να μη χαρή; Θα πειραχτή μήπως κανένας; Γιατί να μην το +πούμε κανενός; Είναι ζωή αφτή που τραβώ; Να χάνουμαι για σένα, κάθε +ώρα να σε ζητώ, να θέλω πάντα μου τα μάτια σου και τη φωνή σου, από +πάνω ως κάτω να σε λατρέβη η ψυχή μου, και κοντά μου να μην είσαι; +Δεν πρέπει λοιπό να σ' αγαπώ; Κάτι, κάτι λόγο θάχης. + +Δε θα ξανακούσω πάλε τη λαλιά της; Αγριέβουμαι μέσα στη μοναξιά. Να +την πάλε που βγήκε, που πήγε απάνω στο Σταβροδρόμι, που μ' αφίνει. +Λέλα μου, Λέλα, είναι μια γλύκα τόνομά σου. Πότε θα σ' αρπάξω να +φύγω, να πάμε μακριά οι δυο μας μαζί; Να ξαπλώση από πάνω μας o +ουρανός τη γαλανή του τη φορεσιά. Δεν είναι, δεν υπάρχει κανένας +τόπος πουθενά που να μην πονή η καρδιά, που νανασάνη η ψυχή μας, +κανένας ήσυχος, ολόφαιδρος τόπος, ηλιολουσμένος, που να μη +μαρτυριούμαι; Δεν κάθεται πουθενά, δεν έχει σπίτι η Εφτυχία, να πάμε +και μεις μια φορά να τη βρούμε; Λέλα μου, μη μ' αφίνης. Μια στιγμή +να μη σε διώ, χάθηκε ο κόσμος. + +Και δεν το νοιώθω, και δεν το ξέρω τάχα πως δε μ' αγαπά; Όταν +έρχεται και της πιάνω το χέρι, μόλις μου σφίγγει το χέρι. Όταν την +απαντώ στη σκάλα, μια ματιά μόλις και φέβγει. Ναι, βέβαια ξέρει και +γέρνει στο στήθος μου απάνω το χρυσό της το κεφαλάκι, όταν είμαστε +κ' οι δυο μας ολομόναχοι τη νύχτα στην κάμερή της, όταν την έχω και +τη βαστώ και τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, όταν είναι δική μου. Μα ποý +τα φιλιά, τα λωλά φιλιά που της δίνω; Μήτε τα νοιώθει. Με κάθε φιλί +μου φαίνεται πως μπαίνει η ψυχή μου μέσα στην ψυχή της. Μα η φλόγα η +δική μου δεν την καίει, δεν την έκαψε ποτέ σαν που με καίει εμένα. +Λέλα, Λέλα, τρελλαίνουμαι για σένα και σε διψώ. Τι τραβιέσαι; +Σκιάζεσαι και φέβγεις; Τρόμαξες με την πάρα πολλή, με την +ξεφρενιασμένη μου την αγάπη; Έλα πάλε στο πλεβρό μου, έλα κι απόψε, +πουλί μου. Είναι νύχτα, εσύ που αγαπάς τα κρυφά, και κανένας δε μας +βλέπει... Ποιόνα φοβάσαι; Φοβάσαι κανέναν; Και τη νύχτα θέλεις να +κρυφτής; Θυμούμαι τι μου είπες. Εγώ τώρα δεν το ξεχνώ. «Έχουμε +καιρό. Να μην το πης κανενός!» Γιατί, αν τόλεγα, θα το μάθαινε +Εκείνος! + +Σώπα, σώπα! Να μην ακούσω τη φωνή σου. Αν ακούσω τη φωνή σου, μπορεί +πάλε να σε πιστέψω, και δε θέλω. Και δεν πρέπει να σε πιστέψω. + +«Τι αξίζω, να με πάρης γυναίκα;» Ναι! Τι αξίζεις; Τώρα το ξέρω τι +αξίζεις, γιατί το είδα. Ποιος είχε δίκιο; Ο Καρλής, πάντα ο Καρλής. +Μαζί μου ή και με κανέναν άλλο, το ίδιο της είναι. Εκείνη ξέρει τι +κάμνει. Εκεινής δεν της κοστίζει τίποτις η αγάπη. Και για τούτο +είναι κρύα μαζί μου, κρύα, όταν την καίνε τα φιλιά μου. Μάρμαρο και +χιόνια. Χιόνια βουνό που δε λιώνει. Κατάλαβα με μιας. Ταγάπησα +εκείνο το γράμμα, γιατί μ' έφεξε σαν το κερί και την είδα, την +αλήθεια! Ανεβαίνω στην κάμερή της και τα βλέπω. Κομματάκια, +κομματάκια χαρτί. Σκόρπια κατά γης. Ξεσκισμένα λιανά λιανά. Και +σκύφτω και τα μαζώνω ένα ένα. Κι απάνω στο ένα, τη διάβασα τη λέξη +«αγάπη μου». Και το γράψιμο το γνωρίζω. Κομματάκια, κομματάκια. Το +ένα το κομματάκι μόνο γραμμένο, κάτασπρα καμιά δεκαριά, γιατί τα +μάβρα τάρριξε στη φωτιά, μην τύχη και ταρπάξη το μάτι μου, και +καταλάβω! Την προσμένω νάρθη, να διούμε τι θα μου πη. Όλεθρος και +χαμός! Κομματάκια, κομματάκια. Ναι! κουρέλλια την κάμαμε τη ζωή μας· + +Να τη μάγισσα, να τη νεράιδα, την ψέφτρα, να τη σκύλα που μπαίνει. +Και πριν ανοίξη το χείλι, την αρπάζω από το χέρι. Εδώ! Αμέσως εδώ! +Πέσε χάμου και φίλησε πόδι. Παρακάλειε να μη σε σκοτώσω και φώναξε, +φώναξε δυνατά, να σ' ακούσω, πως με γέλασες, πως το σιχαμένο σου το +στόμα ψεφτιές ξερνά και μόνο ψεφτιές. Από πού έρχεσαι; Πού +κυλιούσουν; Πατσαβούρα! Και την τραβώ και της σφίγγω τα μπράτσα που +τα ξεσκίζω με τα νύχια μου· την πετώ απάνω στο κρεββάτι, την πιάνω +από το λαιμό. Να τη χτυπήσω, να την μπατσίσω, να τη στραγγουλίσω. +Κάτι να της κάμω! + + — Το γράμμα! το γράμμα! Ποιανού είναι το γράμμα; Και να πάλε που με +μιλεί. Να που ακούω πάλε τη φωνή της· + + — Καρλή μου, Καρλή, μια στιγμή μόνο. Ό τι θέλεις, να με κάμης. Μα +πρώτα να σου πω. Δεν είναι για μένα το γράμμα. Μου τόφεραν το πρωί, +σήμερα το πρωί. Σε φοβούμαι. Όλα, όλα θα στα ξηγήσω. + +Κι αρχινίζει και μου αραδιάζει ένα σωρό παραμύθια. Η φωνή της, η +γλυκειά της η φωνή! Μου τα λέει και την πιστέβω. Πώς να μην την +πιστέψης, άμα σου μιλήση, άμα τη διής; Δεν είναι δική μου, τώρα που +την έχω κοντά μου, τώρα που τη βλέπω; Δεν είναι τα λόγια, της ζάχαρη +και μέλι; Γονατίζω μπροστά της. Χέρια και πόδια της φιλώ. Λέλα μου, +σκότωσε με, να τελειώσω. Διές με που κλαίω σαν το παιδί. Δεν +τόννοιωσες ακόμη πόσο σ' αγαπώ; Δεν το φταις εσύ που πονώ· το φταίει +η αγάπη που σου έχω. Λέλα μου, να με λυπηθής. Αρνί σου θα γίνω. +Κοίταξέ με. Τα ματάκια σου, δώσε με τα ματάκια σου να τάχω πάντα +μαζί μου, πάντα να μ' ακλουθούν και να θέλγουν. Τότες πια δεν +τυραννιούμαι. + + — Έπρεπε να σε μισήσω, Καρλή, και δε σε μισώ. Δεν ξέρω κ' η ίδια τι +μου γίνεται. Είμαι ακόμη παιδί. Είμαι άπραχτο παιδί. Εσύ τόσα είδες, +τόσα έμαθες! Εσύ είσαι άντρας. Ναι! Το κατάλαβα πως δεν παίζεις μαζί +μου. Ίσως έχεις δίκιο που παραπονιέσαι. Δε θέλεις να γελώ; Δε γελώ. +Δε θέλεις να χωρατέβω; Δε χωρατέβω. Μπορώ εγώ, Καρλή μου, να ξέρω +την αγάπη σαν και σένα; Ακόμη τρέμω που το θυμούμαι. Πώς μ' άρπαξες; +Πώς με τίναξες! Μ' έδειρες, κόντεψες να με δείρης. Οι τρίχες σου +ολόρθιες σηκωμένες και φρενιασμένη κάθε ματιά σου. Έπρεπε να σε +μισήσω, Καρλή, και δεν μπορώ να σε μισήσω. Δεν ξέρω τι μου γίνεται. +Την αγάπη μου θέλεις. Όσο μ' αγαπάς, σ' αγαπώ και γω τώρα. Καρλή +μου, Καρλή, πες μου το αλήθεια πως μ' αγαπάς, να τακούσω! + + — Εσένα, Λέλα, να μη σ' αγαπώ; — Και την παίρνω στο στήθος μου +απάνω και στο στήθος το δικό της, εκείνη τη στιγμή, μου φαίνεται πως +νοιώθω τη φλόγα, την ίδια φλόγα που εμένα με καίει. — Μου φαίνεται +πως την έννοιωσα τότες! Ο κόσμος είναι μικρός. Τι μικρούτσικος που +είναι! Μέσα στην καταχνιά θολοσκεπάζουνται, χάνουνται όλα και +τίποτις πια δεν υπάρχει. Σα να μην είχε ουρανό και θάλασσα και +καράβια. Λιγάκι ήλιο. παρακαλώ. Τώρα που δεν τη βλέπω, +σταναχωριούμαι, και τη γυρέβω. Τεντωμένος ο νους μου, κουρδισμένος, +τσιτωμένος, και τη συλλογιούμαι. Εγώ ξέρω. Ένα κομμάτι από δω, ένα +κομμάτι από κει. Σκόρπια κατά γης. Έτσι είναι κ' η αλήθεια. Τα +μαζώνεις, τα βάζεις το ένα με τάλλο, τα ταιριάζεις. Άξαφνα βγαίνει +το νόημα. Βγαίνει κ' η αλήθεια. Την ξεσκίζουμε, για να μην τη +διούμε. Μα σκύφτεις εσύ και την πιάνεις. + +Αν είταν τίποτις, πολύ πιο φρόνιμα θάκαμνε, πολύ πιο σωστά να μου το +πη, για να το ξέρω. Σκέψου το, Λέλα. Δε θα θύμωνα· δε θάλεγα λόγο. +Αχ! μόνο να την κλειδώσω, να βάλω και μάνταλο, για να μην της γράφη +κανένας πια. Παραμύθια! παραμύθια! Μου αράδιαζε παραμύθια. Αφού +αγαπούσε την αδερφή μου εκείνος ο καταραμένος, πως δε μου έγραφε +εμένα; Η Λέλα είναι δική μου. Μην την αγγίξης. Τάχα γιατί και +κείνος, λέει, είναι ξένος στην Πόλη, γιατί δεν τολμά, γιατί βλέπει +πως ακούμε τη Λέλα, γι' αφτό θα πάη να της γράψη; Η Λέλα θα τον +προστατέψη; Η Λέλα θα σηκωθή να πη του πατέρα πως θέλει η αφεντιά +του να πάρη την Ελένη: Ή εμένα τάχα η Λέλα να μου μιλήση; Και που το +φαντάστηκε πως μπορεί η Λέλα να μου μιλήση; Παραμύθια! παραμύθια! +Πρώτα πρώτα, πώς έβαλε τέτοιο πράμα με το νου του; Τι; γιατί δίνει +στην Ελένη μαθήματα μουσική, πρέπει να πάη να την αγαπήση; Ποιος +καφκιέται μπροστά μου για αγάπη; Εγώ τον έφερα στο σπίτι. Εγώ να του +δώσω δρόμο. Αμέσως να πάρη άλλο δάσκαλο η Ελένη, να μην είναι, να +μην είναι πάντα στο μάθημα η Λέλα. + +Να φύγη αφτός, να ξεπαστρεφτή, να μη φανή πια. Να χαρούμε την αγάπη +στα γεμάτα. Θέλω η ζωή της να μοιάζη με την ήσυχη την ακρογιαλιά που +κοιμάται μέσα στα λιμάνια. Θα στρώσω γλυκά και τον άμμο· θα μαλακώσω +και το χώμα. Αφού την αγαπώ, τι μας λείπει; Δεν μπορώ να ζω σε μια +κόλαση τέτοια· είναι πίσσα και βράζει. Λέλα, πότε θα σε φιλήσω στο +στόμα, δίχως να συλλογιούμαι πια τίποτις άλλο; Πότε θα ξεχάσω τους +καημούς; Αγάπη μου εσύ, γιατί με σκοτώνεις; Τι σου έκαμα και με +καταστρέφεις; Δε με λυπάσαι; + +Και μπορώ να το ξεχάσω; Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Κι αφτό σου το λένε +ζούλια. Να βλέπης, είναι ζούλια. Μάζωξε πουθενά δύο ιδέες, βάλ'τις +δίπλα τη μια στην άλλη, πάρε κλωστή να τις ράψης, δείξε πως έχεις +νου και κρίση, πως κάτι νοιώθεις από λογική, θα σε πουν αμέσως +ζουλιάρη. Ζουλιάρης εγώ δεν είμαι. Εγώ προσέχω και προσμένω. Εγώ +είμαι καλός. Μου τόταξε και προσμένω. Με πρόφαση ή δίχως πρόφαση, ό +τι αιτία κι αν είναι, δεν πρέπει να τον ξαναδιή, δεν πρέπει να της +γράψη, λόγο δεν πρέπει να της πη. + +Λίγο λίγο ξεφανερώνουνται όλα και ξετρυπώνουν. Γκρέμησε πια τα +ντουβάρι. Κάθουμαι και προσμένω στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη +εκεί κάτω. Εγώ έχω μάτια και βλέπω. + +Μη φοβάσαι. Τώρα είμαι ήσυχος. Δε θυμώνω. Εδώ χρειάζεται κρύο αίμα +και σκέψη. Κρυφά κρυφά όλα τα παρατηρώ ένα ένα — και παίρνω και +σημείωση. Θέλει το πράμα συλλογή, πομονή και πονηριά. Μη φοβάσαι. +Παράλογα κι αστόχαστα, δουλειά δεν καταφέρνεις. Λέλα, μη φοβάσαι, +σου λέω. Φοβήθηκες εσύ ψέφτρα, και δε μου είπες την αλήθεια. Έτρεμες +να μη σε σκοτώσω. — Άκουσες τι ταπεινά που μου μιλούσε; Ύστερα, για +να το κρύψη, κάμνει πως μ' αγαπά και ρίχτει φωτιές στην αγκαλιά μου. +Άναψε, κόρωσε με μιας. Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Δε λέω γρυ· +προσμένω, καρτερώ. Έτσι καμιά μέρα θα τους πιάσω. Πρέπει να τους +πιάσω, για να της δείξω πως με γελά. Έτσι να γλυτώσω κι απ' αφτή την +καταχνιά. Ναι! Κατάλαβα τώρα. Ησυχάζω. Ώρες καρτερώ, προσμένω να το +μάθω. + +Και δεν έχω πάλε δίκιο; Ποιος λέει πως δεν έχω δίκιο; Τον είδα, με +τα μάτια μου τον είδα. Μόλις τρεις μέρες ύστερις από κείνα που της +είπα! Εκείνος δεν προσμένει· τον έβγαλα, τον έδιωξα, μάθημα πια δεν +έδινε στην Ελένη, όχι! πρέπει ο κύριος αμέσως να γυρίση! Δεν είταν +όνειρο· τον είδα. Να τος πάλε που ξετρυπώνει. Η αλήθεια ξετρυπώνει +μαζί του. Από το παράθυρο απάνω, που κάθουμαι και καρτερώ, τον είδα. +Να τος που ξεπροβάλλει. Όξω στο δρόμο τρέχει, τρέχει βιαστικά, πλάγι +στο σπίτι, έρχεται από κει πίσω που είναι η πόρτα του μπαξέ. Σα +νάκουσα την πόρτα να τρίζη. Εγώ ξέρω η πόρτα πού είναι. Αχ! ας +φαίνουνταν αφτή η πόρτα από το παραθύρι, και τους τσάκωνα αμέσως. +Γιατί, γιατί να στρίβη ο δρόμος, γιατί να μην τη βλέπω από κει που +κάθουμαι και καρτερώ, την πόρτα την καταραμένη! Και τι πειράζει που +δεν τη βλέπω; Η Λέλα πού είναι; Στο περιβόλι; Και βέβαια! Ορμώ στην +κάμερή της. Δεν είναι. Κατεβαίνω. Να της ίσια που ανεβαίνει τα +σκαλοπάτια του σπιτιού. Λοιπόν κ' η Λέλα είτανε στο περιβόλι! Μαζί +του! Της γνέφω δυνατά· στη στιγμή απάνω, να πάη στην κάμερή της. + + — Σήμερα πια θα μου την πης την αλήθεια. Σας είδα. Είσουνα μαζί του +στο περιβόλι. Δεν ντρέπεσαι; Πες το, φτύς' το, ή ξαναρχίζω. + +Καρλή, εκείνο που δεν είναι, δεν μπορώ να στο πω. Είμουνα μόνη. Δεν +είδα ψυχή. Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη. Θυμήσου τι σου έλεγα την άλλη +μέρα, Καρλή· την υστερνή, τη μόνη φορά που μου έγραψε, του είπα να +μη μου γράψη πια, πως δεν είτανε δουλειά μου και να μη μου μιλήση +για τέτοια πράματα. + +Θύμωσα και δεν έπρεπε να θυμώσω. Έπρεπε γλυκά και με τρόπο να την +παρακαλέσω νανεβή στην κάμερή της. Φοβήθηκε πάλε και πάλε μου +αράδιασε ψεφτιές. Αν τόλεγε ίσως μπορούσα να την πνίξω. Όχι! δε +λυσσιάζω, να μη χαίρουνται. Καλά! Καλά! Βλέπουμε κατόπι — και +κατεβαίνω. + +Κατέβηκα, ναι! Η μόνη ώρα που χάρηκα με τα σωστά μου! Ξάνοιξε η +καρδιά μου πρώτη φορά. Ο ήλιος μου πότιζε την ψυχή. Ύστερις ας +σκοτεινιάση! Αναγάλλιασα τουλάχιστο μια στιγμή, ησύχασα, γιατί τώρα +είμουν πια βέβαιος. Λέλα, Λέλα, με καταστρέφεις, μα, ξέρω γιατί με +καταστρέφεις. Λέλα, μ' απάτησες, μα το ξέρω τώρα πως μ' απατάς. Αχ! +ναι, ξέρω, το ξέρω πως δε γελάστηκα. Το ξέρω πως είχα δίκιο. +Κατεβαίνω και μου δίνουν το γράμμα. Δεν ακούτε τα γέλοια που πετώ; +Δε βλέπεις την αλήθεια; Δε σε θαμπώνει; Εμένα με στράβωσε το φως +της. Τι κουτός που δεν το κατάλαβα ακόμη! Το διαβάζω το γράμμα. +Τόφεραν τώρα, μου λέει ο δούλος. Είτανε γράμμα δικό του. Γράμμα του +μορφονιού! Το βλέπω πάλε το γράψιμό του, που φτάνει να το διώ κι +ανατριχιάζω. Μου γράφει εμένα. Πως αγαπά τάχα! — την Ελένη. Πως +είναι σα χαμένος, και γιατί δε θέλουμε νάρχεται πια σπίτι; Πως +τρελλαίνεται και δεν τολμά να μιλήση, μα πως τώρα έκαμε πια απόφαση, +τα ξέτασε, τα ζύγιασε, τάβαλε όλα σε τάξη. Πώς έγραψε πρώτα της +Λέλας, να την παρακαλέση, γιατί ξέρει πως είμαι καλός και δεν μπορεί +πια να ζήση, αν είναι να μην ξανάρθη... Και δεν τέλειωνε το γράμμα. +«Αν είναι να μην ξανάρθη.» Είδες εσύ τι λαμπρά που το στοχάστηκε; +Θυμήσου τώρα το λόγο της· «Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη.» Τόννοιωσες; +Στο περιβόλι μάνι μάνι του μίλησε — «Πρόσεχε, ο Καρλής έχει υποψία, +γράψ' του αόρατα θέματα, να τον ξεχνιάσης.» — Κ' η Λέλα το ήξερε +πολύ καλά πως θα μου γράψη. Τι δε γράφει εκείνος για να ξανάρθη; Οι +δυο τους μαζί τάχουν ταιριασμένα, συφωνημένα. Και για να μην το +μυριστή ο Καρλής, ας του κοπανίσουμε ιστορίες. Κομματάκια! +κομματάκια ψεφτιές! Ο Καρλής έχει μάτια και βλέπει, έχει μάτια και +μαζώνει. Να πάρη την Ελένη, για να είναι μέρα νύχτα στο σπίτι — μαζί +με τη Λέλα! Με τη Λέλα! Όχι. Δε θα γίνη τέτοιο πράμα. Μήτε κείνος +μήτε κανένας άλλος! + +Καλά! καλά! Καρτερώ και προσμένω. + +Βράδυασε. Νυχτώνει. Είναι νύχτα και σκοτάδι. Πάει ο κόσμος να +πλαγιάση. Κρέμεται το λυχναράκι μισοσβησμένο στο ταβάνι ψηλά και +τρεμοφέγγει. Κατεβαίνω τη σκάλα. Όλα σκοτεινά. Αχ! δεν είναι για μας +τα λουλούδια· δεν είναι τα τραγούδια για μας. Πάει το καλοκαίρι· παν +οι μάβρες οι συκιές και τα δέντρα και τα φύλλα που κρυφά κρυφά της +μιλούνε. Ένας πόνος απέραντος με πνίγει, θα πεθάνω από τον καημό. Η +καρδιά μου φουσκώνει, και τα κλάματα γίνουνται πλημμύρα μέσα στην +ψυχή μου. Όχι! όχι! δεν πρέπει να κλαίω, να τη λυπούμαι. Κατεβαίνω +τη σκάλα. Λέλα μου, είσαι συ; Είναι η Λέλα με τη γλυκειά της τη +φωνή· να της πάλε που ανεβαίνει σαν και πρώτα. Να η αγγελοκαμωμένη, +η πιο θεόμορφη απ' όλες. Ο κόσμος δεν είδε τέτοια κόρη. Να το στόμα +της και τα μαλλιά της και το ουράνιο το κορμί, το κορμί της το ξαθό +που με τρελλαίνει η μυρωδιά του. + + — Καλή νύχτα! καλή νύχτα! Λέλα, κοιμήσου καλά! + +Και της αρπάζω ένα φιλί που ακόμη στα χείλια μου τόχω. + + — Λέλα μου, Λέλα, κανείς δε σ' αγάπησε σαν και μένα. + +Ακκουμπά στην πλάτη μου μια στιγμή, σα λιγοθυμισμένη. + + — Αχ! Εσύ ζωή μου, μου λέει. + + — Ένα φιλί, να μου δώσης ακόμη ένα φιλί, Λέλα, ένα φιλί σου. + + — Γρήρορα, γρήγορα, να μη μας διή κανένας. Καρλή μου σ’ αγαπώ. + +................................................................. + +Φέβγει, φέβγει. Σκοτεινιάζει. Τι ερημιά που την έχει η κάμερή μου! +Τραβιούμαι στην κάμερή μου. Πέφτω και πλαγιάζω. Με παίρνει ο ύπνος. +Έφυγε βιαστικά. Γιατί να φύγη; Πού τρέχει; Ακόμη φοβάται; + +Μήπως είταν όνειρο, Καρλή; + +Όχι. Όνειρο τέτοιο δε γίνεται. Δεν πρέπει να είταν όνειρο. Δε θέλω +να είταν όνειρο. + +Πέφτω και πλαγιάζω. Κοιμούμαι, δεν κοιμούμαι, πού να το ξέρω; Μέρα +και νύχτα, ύπνος και ξύπνος είναι το ίδιο. + +Γέρνα από δω, γέρνα από κει. Πέφτω στο κρεββάτι και κυλιούμαι. +Σφάλνα τα μάτια, σαν μπορείς. Μόνος! Ολομόναχος! Έρημος απόμεινα και +μόνος. Έφυγε, έφυγε βιαστικά. + +Για να μη μας διή κανένας; + +Λέλα, Λέλα, πού είσαι; + +Όχι, όνειρο δεν είταν, όνειρο δεν μπορεί να είταν. + +Άξαφνα τη βλέπω, σαν που τη βλέπω ακόμη και τώρα — σαν που τα βλέπω +ταναθεματισμένα αφτά τα ντουβάρια — βλέπω το κάτασπρό της, τολόχρυσό +της το κορμί — και κείνος, Εκείνος, κοντά της, πλάγι της +πλαγιασμένος εκεί απάνω, στην κάμερή της! + +Ορμώ στην κάμερή της απάνω. Χυμώ. — Τη νύχτα είναι πιο έφκολο το +πράμα, πολύ πιο έφκολο να γίνη, γιατί δεν ακούω τη φωνή της, γιατί +δε φαίνεται το πρόσωπό της. — Ψεφτιές πια δε θα μου πη. — Τρέχα, +τρέχα εκεί απάνω. — Ποτές να μη γίνη τέτοιο πράμα. Όχι. Μήτε κείνος +μήτε κανένας άλλος. Να γλυτώσω. — Γρήγορα, γρήγορα, να μην ξυπνήση. +Σφίγγε, Καρλή, δυνατά. Το χέρι μου στο λαιμό της. Σφίξε, να της +στραγγουλίσης το λαιμό. Σφίγγε, σφίγγε δυνατά. Σφίξε ακόμη μια και +να της που πάει. Ξεψύχησε, πάει. Πάει η ζωή μου. Σκότωσα τη ζωή μου. +Πάει και λέξη δεν είπε. Έλα δω να σου δώσω στο στόμα, απάνω στο +στόμα, ένα αθάνατο φιλί, ένα φιλί που κανένας άλλος δεν μπορεί να +σου το πάρει. Τώρα πια είσαι για πάντα δική μου. + +Εγώ ξέρω τι λέω. Ξέρω γιατί παραπονιούμαι, γιατί βασανιούμαι. Εγώ το +θυμούμαι καλά· ίσια σε κείνη τη στιγμή περεχύθηκε γύρω τριγύρω μου η +καταχνιά αφτή που πια δε μ' αφίνει και που με πνίγει. + +................................................................. +Κομματάκια! Κομματάκια! Κομματάκια! +................................................................. + +Λέλα, Λέλα, πού είσαι; Η Λέλα τώρα πού λες να είναι; Λες να είναι +στον τάφο της μέσα; Εκεί κάτω στη μάβρη γις; Εκεί κάτω στο κιβούρι; +Πού είναι τολόχρυσο, το ηλιόπλαστο το παιδί; Ή μήπως πήγε στον +ουρανό πουθενά, κάπου σταστέρια μακριά; Λες να είναι άλλος κόσμος; +Δείξε μου πού είναι, γιατί εδώ μέσα τίποτις δε βλέπω. Να τρέξω, να +προφτάξω, να τη ρωτήξω. «Λέλα μου, Λέλα, μοναδικιά μου αγάπη, Λέλα, +τώρα που πεθάναμε κ' οι δυο μας, Λέλα, τώρα που δε φοβάσαι, τώρα να +μου το πης αν είταν αλήθεια — Εκείνο.» + +................................................................. + +Ο Καρλής είχε βάλει στη διαθήκη του να μου στείλουν όλα του τα +χαρτιά. Ήθελε να τα διαβάσω, ίσως να δικιολογηθή, ποιος το ξέρει; +Τόσα έγραψε στο φρενοκομείο. + +Αφού είχε γίνη το κακό στην Πόλη, κατόρθωσαν οι φίλοι του να φύγη. +Τον έφεραν πια τρελλό στο Παρίσι. Έμεινε δυο χρόνια άρρωστος. Όταν +πήγα στην εξοχή, εκεί τον άφησα. Μήτε γω μήτε κανένας άλλος δεν +μπορούσε να τον πλησιάση. Μια μέρα πήγαν και του είπαν, τάχατις για +να τον ησυχάσουν, πως η αδερφή του παντρέφτηκε και πήρε το νέο το +μουσικό που την αγαπούσε. Μήτε θέλησε να τακούση. Θύμωσε και φώναξε· +«— Πάλε ψεφτιές! Εγώ ξέρω την αλήθεια.» Δεν ήθελε ο δύστυχος να +τακούση και γύρεβε να μην το μάθη, για να μη διή πως είχε σκοτώσει +άδικα τη Λέλα. Ο Καρλής είναι στην Πόλη γνωστός. Παντού είναι +γνωστός ο Καρλής. + +ΔΕΦΤΕΡΟΣ ΠΛΙΚΟΣ + +Καλέ μου Ψυχάρη, + +Πήγες στην εξοχή κι απόμεινα στο Παρίσι δίχως φίλο. Τι δε μου +γράφεις; Το παράκαμες πια. Περίεργη αρρώστια που την έχεις! Τη λες +αγραφιά και γελάς. Κάλλια, αντίς να της βρης όνομα, να της έβρισκες +γιατρικό. Τόμους αλάκαιρους μας κατεβάζεις κι άμα είναι να γράψης +γράμμα, η πέννα σου ξερή και το καλαμάρι σου γεμάτο άμμο. Έννοια +σου, καλέ μου. Μαζί σου θα θυμώσω; Και δε σε ξέρω; Πού προφταίνεις +εσύ να μου γράψης; Πού σ' αφίνουν ησυχία; Είμαι βέβαιος που στην +Πόλη και στην Αθήνα, μάλιστα στην Πόλη, όλα τα περιοδικά, όλες οι +φημερίδες, όλα τα τυπογραφεία θα σου ζητούν κάτι να τους δώσης. Μη +βλέπης που σε βρίζουν· είναι αλήθεια που σε βρίζουν, αδερφέ μου, μα +σε διαβάζουν κιόλας. Τι φτειάνεις εκεί κάτω; Τάβαλες πάλε με κανένα +δάσκαλο; Σου βγήκε πάλε στη μέση το Χατζηδουλάκι του Κόντου, ή +ξετρύπωσε άξαφνα κανένα άγνωστο Νεροποντίκι από μέσα από τις λάσπες; +Καμιά φορά μου στέλνουν και μένα οι βρεκεκεξιάρηδες κάτι φυλλάδες +που σε χτυπούν. Εγώ τους το είπα· δε μου αρέσουν αφτά. Να κοπιάζης +μέρα νύχτα για μας και να σε λεν τέτοιες αηδίες, δεν ταιριάζει κ' +είναι ντροπή. Εσύ όμως, το ξέρω, μήτε τα προσέχεις, μήτε γυρίζεις να +κοιτάξης. Τραβάς ίσια το δρόμο σου, σα να μην είταν οι δασκάλοι στον +κόσμο. Θα μελετάς πάλε κανένα βιβλίο που θα μας αραδιάσης με τη +σειρά τους γενικά, απρόσωπα ζητήματα της επιστήμης. Έχεις άδικο, +Ψυχάρη. Μη χολοσκάνης τους δασκάλους, αποκρίσου τους και μια φορά. +Παρ' τους έναν έναν, πες πια και τόνομά τους, δείξε στον Πέτρο πως +μιλεί για όσα μήτε είδε στόνειρό του, δείξε στον Πάβλο πως είναι +σοφιστής και με πονηριά παιδιακήσια, καμώνεται πως είπες εκείνα, που +δε λες· μέτρησε τα λάθη του να χαμηλώση τη μύτη, βάλε μέσα +προσωπικότητες και βρισιές. Έτσι χαίρουνται τουλάχιστο οι δασκάλοι. +Αφτά μόνο γυρέβουν. Ακόμη δεν το κατάλαβες; Τι αθώος που είσαι! Εσύ +μήτε ξέρεις τόνομά τους. + +Μην κάθεσαι όλο και σπουδάζης. Αχ! καημένε μου Ψυχάρη, άφησε πια και +συ τις μεγάλες τις δουλειές, τη γλώσσα και τη γλωσσολογία. Θέλεις να +σου πω την αλήθεια; Δεν αξίζουν όλα αφτά· ένα πράμα μόνο αξίζει· η +μικρούτσικη, η λίγη μας η ζωή. Πολύ καλήτερα από μένα στο ξήγησε, +είναι τώρα χρόνια και χρόνια, ο γέρος μας ο Αριστοτέλης. Να νοιώθης +πως νοιώθεις και να συλλογιέσαι πως συλλογιέσαι, αφτό είναι ζωή. +Πόνεσε, βασανίσου, δεν πειράζει· τουλάχιστο ζης. Τι είναι η εφτυχία; +Μια ενέργεια. Φτάνει κάτι να κάμνης, κάτι να νοιώθης, κάτι να +συλλογιέσαι, και να ξέρης πως συλλογιέσαι και πως νοιώθεις· τότες +έζησες, σώνει. Εκεί που πια δεν είναι ενέργεια καμιά, εκεί που σου +κατάντησαν όλα αδιάφορα, που για τίποτις δε σε μέλει, εκεί μη +γυρέβης τον παράδεισο, αν και φαίνεται παράδεισος να μην έχης +έννοιες, πίκρες και καημούς. Κάλλια την κόλαση παρά τέτοια +παράδεισο. Δύσκολο, φίλε μου, να ζη μόνη, έρημη η ψυχή· πώς θέλεις +τότες να ενεργήση, να μπη σε δουλειά, ναγαπήση ή να μισήση; Δεν +άκουσες τι λέει ο γέρος· «Μονώτη μεν ουν χαλεπός ο βίος· ου γαρ +ράδιον καθ' αυτόν ενεργείν συνεχώς, μεθ' ετέρων δε και προς άλλους +ράον.» + +Ίσως εκείνη την ώρα που το είπε, είταν και κείνος μόνος. + +Ζήσε, καλέ μου, και συ· μη διαβάζης πάντα βιβλία· προσπάθησε να +διαβάσης λιγάκι και μέσα στην καρδιά μας, τι γράφει. Μην κλειδώνεσαι +στη βιβλιοθήκη σου ολημερίς. Έβγα όξω, να πάρης την αναπνοή σου. Πες +μας τα βάσανα που πονούμε, κουβέντιασε με την ψυχή μας, μην πολεμάς +όλο να καταπείσης το νου μας. Ψυχή έχουμε· ο νους σα να μας λείπη +ακόμη. Ας κάμουν το ίδιο κ' οι δασκάλοι. Ας αφήσουν τον Κόντο κι ας +κοιτάξουν τη ζωή. Δε με βλέπεις εμένα; Εσύ, φίλε μου, ξέρεις τι είδα +και τι έπαθα. Κι ωςτόσο τίποτις δε λυπούμαι. Οι ώρες εκείνες είταν +οι μόνες ώρες της ζωής μου. + +Μήπως δεν είμουν και γω μια φορά σαν και σένα; Με γνώρισες παιδί και +με θυμάσαι. Ορμητικός, γενναίος — κ' ένα φιλότιμο ρωμαίικο, τι θες +παραπάνω; Να μη με ξεπεράση κανένας, παντού να φανώ πρώτος στην +τέχνη και στην επιστήμη, κάτι να είμαι, νακουστή τόνομά μου. Το +κεφάλι μου καζάνι· έβραζαν ιδέες μέσα, ποια να πρωτοβγή! Και δος του +βιβλία, μελέτη, γραψίματα, φωτιά. Τόσα χρόνια μάζωνα, έγραφα, +διάβαζα. Και τώρα!... + +Διές εδωπέρα στο σπιτάκι που νοίκιασα κοντά κοντά στο Παρίσι, διές +τι ήσυχος που είμαι. Το παραθύρι μου είναι ανοιχτό και κοιτάζω πού +και πού το περιβόλι, γιατί έχω και περιβόλι. Ταγέρι το χαδεφτικό που +φυσά μέσα στα λουλούδια και που παίζει μαζί με τα φύλλα, είναι η +μόνη μου χαρά. Τι γλυκειά που είναι η μυρωδιά του! Εδώ που κάθουμαι +είναι ίσκιος και μια ολόδροση ζέστη γέμισε την κάμερή μου. Το +πράσινο χορτάρι, οι τριανταφυλλιές κ' οι μηλιές, το πουλί που πηδά +και κάμνει σκαλοπάτι το κλαδί, ο ήλιος και το καλοκαίρι, αφτά μου +αρέσουν κι αφτά ξέρω τώρα. Αφτά μου έμαθαν τι είναι η ζωή· αφτά +είναι η ζωή· η ζωή μου είταν αφτά. Μου θυμίζουν τα παλιά τα χρόνια +και για τούτο ταγαπώ. Αφτά μου απόμειναν κι άλλο τίποτις δεν έχω. Σα +νάδειασε ο κόσμος με μιας. Ο τοίχος του περιβολιού μου είναι χαμηλός +και βλέπω πέρα πέρα κάμπους και πρασινάδες. Ο ουρανός από πάνω +μοιάζει σα γαλανή πεδιάδα που κοιμάται. Δε γυρέβω να μάθω αν είναι +πουθενά κανένας πλανήτης στον ουρανό καλήτερος από το δικό μας. Δε +γυρέβω να μάθω αν υπάρχει πουθενά καμιά αιώνια πρασινάδα. Έρημος ο +κάμπος για μένα κι ο ουρανός ερημιά. Ξέρω πως η αγάπη πουθενά πια δε +θα καρπώση. + +Όλα, φίλε μου, σαν όνειρο μου φαίνουνται, όλα σαν παραμύθι. Ή τώρα +να χαλάση ο ουρανός και να καταστραφούν οι κάμποι, ή χρόνια ακόμη να +βαστάξουν, το ίδιο δεν είναι; Πάντα μια μέρα θα χαθούν. Και δεν +αξίζει να κοπιάζης. Το χέρι να κουνήσω, ένα βήμα να κάμω, να πάρω +χαρτί και να γράψω, όλα μου έρχουνται σαν παραμύθι. Δεν είμαστε όλοι +μας σαν παραμύθια, παραμύθια που περπατούνε — ή που κάθουνται: +Γεννήθηκες, έζησες, πέθανες. Και τι βγαίνει; + +Κάθουμαι στη φωλιά μου και συλλογιούμαι. Τόσο μου φτάνει. Εδώ κρότο +δεν ακούς, παρά τα δέντρα που ψιθυρίζουν. Και κοντά κοντά, μόλις +μισή ώρα διάστημα, τρέχει, φωνάζει, βράζει το Παρίσι. Πηγαίνω και γω +κάποτες να διώ, τρέχω με τους άλλους, και μάνι μάνι γυρίζω πάλε +σπίτι με το βαποράκι που κατεβαίνει τον ποταμό. Τέτοια κ' η ζωή μου. +Έρχουμαι από τα πανηγύρια κι από τις χαρές, και να που βρέθηκα με +μιας ολομόναχος στην έρημη τη σπηλιά. + +Κατοικούσα παλάτι λαμπρό· το είχα χτίσει ο ίδιος. Έβαλα μέσα πλούτο +και θησαβρούς, έβαλα χρυσές ελπίδες και μάνταλο χρυσό. Έβαλα μέσα ό +τι είχα. Δεν είτανε μάρμαρο το παλάτι, ούτε σίδερο, ούτε ξύλο. Οι +κάμαρες, οι σκάλες, τα ντουβάρια, τα πατώματα και τα ταβάνια είτανε +ψυχή, μια ψυχή που τα ζωντάνεβε όλα. Είχα φτειάξει το βασιλικό μου +το παλάτι με την ψυχή της. Άξαφνα γκρέμησε το παλάτι και τώρα είναι +απέραντη η μοναξιά γύρω γύρω. Τι να παραπονεθώ; Δεν παραπονιούμαι. +Τι φοβούμαι; Κανένα μεγαλήτερο κακό; Δεν μπορεί πια τίποτις να πάθω. +Έπαθα τώρα το πιο φοβερό δυστύχημα της ζωής μου και ξέρω ποιο είναι. +Δε βασανίζουμαι· δεν τυραννιούμαι. Είμαι ήσυχος κι απελπισμένος. + +Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα. + +Μη μου λες όμως, τώρα που έγινε, τώρα που το θέλησα, που τόκαμα ο +ίδιος, μη μου λες πως το μετάνοιωσα και πως για τούτο είμαι +απελπισμένος. Εγώ φταίω που έγραψα τέτοια λέξη· άλλη δε βρίσκω και +για να με καταλάβης, έπρεπε καμιάν άλλη να βρω. Απελπισμένη καρδιά +είναι η καρδιά εκεινού που το πάθος, κανένα τρομερό, άγριο πάθος του +μανίζει στα σωθικά του. Λες πως έχει μέσα του φωτιά και θέλει να +ξεσπάση, σαν το πυρωμένο το βουνό, που το τρώει και το δαιμονίζει +μια φλόγα, ώςπου η φλόγα να βγη όξω, να χυθή, γιατί πρέπει να +ξεθυμάνη, γιατί κι ο απελπισμένος άλλη ελπίδα δεν έχει να γλυτώση, +παρά να σπείρη όλεθρο και χαμό, αφού στο βόθρο της ψυχής του θρέφει +την κόλαση που θα τον πνίξη. Είμαι και γω δίχως ελπίδα· μα κοίταξε +το βουνό, όχι όταν αστραποβολά και μουγγρίζει, διές το σαν πέρασαν +αιώνες κ' ησύχασε πια. Έσβησε το καμίνι· λίγο λίγο στρώθηκε και +πάγωσε το χώμα· η τρύπα η αναμμένη που βροντούσε, έκαμε πάτο βαθιά +κάτω στη γις και δε σαλέβει. Σώπασαν όλα. Από τα σύννεφα απάνω +πέφτουν πέφτουν οι βροχές κάθε μέρα. Ανεβαίνουν τα νερά και +ξαπλώνουνται σιγά σιγά σα γαλήνη. Η λύπη η δική μου μοιάζει με τη +λίμνη που κοιμάται μέσα στο βουνό, μακριά, στη μοναξιά, παραιτημένη, +που άνεμοι κι ανεμοζάλες δεν την κοιλούνε. Μήτε χόρτο μήτε λουλούδι +στην άκρη της δε φυτρώνει· γύρω γύρω, σα στεφάνι, ίσια με την κορφή +του βουνού, βγήκαν τα κυπαρίσσια και σκεπάζουν τον ουρανό. Είναι η +λίμνη ατάραχη και κρύα· είναι μάβρη η θωριά της. Τα κύματά της δεν +αφρίζουν, και θλίψη παντοτεινή φωλιάζει μέσα στον ίσκιο που τη +γεμίζει. Ποτές ο ήλιος δε θα την παρηγορήση. + +Παρηγοριά δεν έχει η ζωή μου, μα ο πόνος δε με τρελλαίνει, δε χτυπώ +τα στήθια μου, δε φωνάζω. Μια στιγμή, ένα δέφτερο της στιγμής, +νόμισα και γω πως θα χάσω τα λογικά μου· δεν είμουν όμως ποτέ σαν το +καμίνι εκείνο· είμουν πάντοτες σαν τη λίμνη. Μήτε απελπισμό ξέρω +μήτε απελπισία· πώς να σου το πω; Είναι πιο μεγάλο το κακό μου και +γιατρεμό δεν έχει. Είναι η ανελπισιά. + +Εσύ που πολεμάς με τους δασκάλους, εσένα που οι δασκάλοι σε +πολεμούνε, το στομάχι σου είναι γερό κι από τέτοια δε νοιώθεις. Μήτε +απελπισία μήτε ανελπισιά δε σου ήρθε ποτές σου, και για τούτο καμιά +φορά απορείς μ' όσα σου γράφω, ή δίνεις στα λόγια μου ένα νόημα που +δεν έχουν, που δεν μπορεί νάχουν. Άλλος είναι ο καημός μου. Ναι! +είναι αλήθεια· παντρέφτηκε, τον πήρε· ναι! είναι αλήθεια που συχνά +μου φαίνεται σα νάγινε ποτάμι η ψυχή μου, σα να βράχηκε από τα +κλάματα τα πολλά. Ναι! μα μη λες πως είναι ζούλια. Η ζούλια, φίλε +μου, είναι μια καταχνιά που κυλιέσαι μέσα της δίχως να βλέπης πια τι +σου γίνεται, που κάθε ώρα φοβάσαι, που τρέμεις να μάθης κι όλο +γυρέβεις να μάθης, που δε θέλεις μάτι να την κοιτάξη κι ανέμου +φυσιματιά να την αγγίξη, που σε πιάνει φρίκη μήπως σε ξεχάση μια +στιγμή, που ησυχία δε βρίσκεις, γιατί ξέρεις πως η ζωή είναι λίγη, +γιατί είναι απέραντος ο πόθος της ψυχής και δε χορταίνει, γιατί όλα +μας αποχαιρετούν, όλα ένα ένα μας αφίνουν, εκεί που τα ζητούμε +αιώνια όλα, γιατί άμα σου πη μια γυναίκα πως σ' αγαπά και την +αγαπήσης εσύ με το χτύπημα της καρδιάς σου, άρχισε η μεγάλη ταραχή, +ξεφυτρώνουν οι υποψίες, σκιάζεσαι με το παραμικρό, με το πιο +ασήμαντο πράμα, δεν μπορείς να γλυτώσης από τον καημό, όχι τάχατις +πως την έχεις άπιστη εκείνη, όχι πως αλήθεια σε γελά, μα γυρέβεις +μια αγάπη που ο κόσμος δε θα στη δώση, μια ατέλειωτη αγάπη, μια +αγάπη ακέρια και παντοτεινή, που σύννεφο δεν την είδε, που τίποτις +δεν τη λιγοστέβει, μια αγάπη που κάθε λογισμός της αγαπημένης να +είναι δικός σου, που μήτε η ομορφιά τουρανού μήτε της άνοιξης τα +χάδια να μην είναι άξια να μαγέψουν τη μονάκριβη κόρη, να της +βάλουν, ας είναι και μια στιγμή, άλλη ιδέα στο νου της, άλλη χαρά, +ξένη χαρά στην ψυχή της, μια αγάπη που, θέλει δε θέλει, να μην +μπορέση να σε γελάση, ας είναι και με το φύλλο που παίζει, ας είναι +και με το φως που λούζει το πρόσωπό της, μια αγάπη που πρέπει να +είναι όλη της για σένα και μόνο, να τη βαστάς, να τη φυλάης πλάγι +σου κάθε ώρα, σαν το φιλάργερο που κρύφτει το μάλαμά του, για να μην +το λερώση κι ο ήλιος ο ίδιος. + +Εγώ έχασα το θησαβρό μου και δε θα τον ξαναβρώ. Δεν μπορώ πια μήτε +να τον κρύφτω μήτε να ζουλέβω. Ναι! θέλησα και γω αγάπη παντοτεινή, +μοναδική και γεμάτη. Ξέρω όμως, έμαθα τώρα πως δεν είτανε για μένα. +Δε με γέλασε, δε μου είπε, εκείνη τη βραδειά, πως μ' αγαπούσε. Τι να +φοβηθώ; Για να φοβάσαι, πρέπει ή να σ' αγαπά ή τουλάχιστο να στο +λέη. Τέτοια τύχη δεν την είχα· δεν άκουσα ψεφτιά από το στόμα της να +βγη! Κλαίω τώρα μοναχός μου. Ο πόνος μου είναι πικρός· είναι η ψυχή +μου λαβωμένη. Μα δεν το συλλογίστηκα μήτε να γδικηθώ μήτε να +σκοτώσω. Μη σε μέλη. Οθέλλος δεν είμαι και δε θα γίνω. + +Οθέλλος! Γιατί μου μιλείς όλο για τον Οθέλλο; Σου φαίνεται τάχα και +τόσο ζουλιάρης ο Οθέλλος; Να σου πω, δεν τον έχω για πολύ ζουλιάρη. +Ο ζουλιάρης, κι από παιδί θα τον καταλάβης πως είναι ζουλιάρης. +Εκείνος απαρχής δε ζουλέβει, και στο τέλος πάει κ' η ζούλια του· +πέθανε η Δεσδεμόνα, δεν του απόμεινε υποψία καμιά. Είταν περαστικό +το κακό του. Για να κορώση, έπρεπε νάρθη ένας τρίτος να του βάλη +λόγια. Έπειτα, τι θέλεις; Είναι και παντρεμένος. Για την αγάπη του +φοβάται ή για την τιμή του; Αν είναι φιλότιμο, τι μας πειράζει εμάς; +Ο ίδιος σου λέει πως μίσος δεν έχει και πως φρόντισε μόνο να πεθάνη +έντιμος. Μην κοιτάζης που ξεστομίζει μια φορά μπροστά στη Δεσδεμόνα +και κάτι βρώμικα λόγια — εμείς τουλάχιστο τα δασκαλέψαμε, γιατί εκεί +που μιλεί εγγλέζικα ο ποιητής, βάλαμε λέξες αρχαίες· μην κοιτάζης +που είναι σαν το μπακίρι η θωριά του. Μάβρος δεν είναι. Είναι λόρδος +και δεν το σηκώνει η αφεντιά του να δώση η μιλέντη σε κανένα +μορφονιό μαντίλι δικό του. Αχ! εκείνο το μαντίλι! Να μην είταν το +μαντίλι, δε θα είταν κ' η ζούλια. Τα φέρνει όλα ένα περιστατικό που +μπορούσε και να μην υπάρξη· δεν τα φέρνει το πάθος μονάχο. Εμείς τα +περιστατικά τα φτειάνουμε απατοί μας, με την ψυχή μας τα φτειάνουμε, +τα φέρνουμε, δε μας φέρνουνε τίποτις αφτά· φτάνει νακούσουμε μια +λέξη κι ανάβουμε. Εκείνος με μιας δε γίνεται θεριό· ο άγγλος, λέει, +θέλει ώρα να θυμώση· πρέπει πρώτα να το συλλογιστή. Ρωμαίικο αίμα +δεν έχει. Να μη σε πειράξη ο λόγος μου, εσύ που μας έβαλες ταίρι +ταίρι στην Ακρόπολη απάνω, το Σαικσπείρο με τους Αρχαίους, μα το +κάτω κάτω ο Σαικσπείρος είναι και ξένος. Τι θα τον κάμουμε εμείς; +Μπορεί στη Λόντρα έτσι να είναι τα πράματα και να θέλη Γιάγο ο +ζουλιάρης. Μα τι λες και συ; Ό τι κι αν είναι η καρδιά μας, μικρή +μεγάλη, καλή κακή, δεν το νομίζεις πιο σωστό για την ώρα, να +μεταφράζουμε στη γλώσσα μας την καρδιά τη δική μας, παρά των αλλονών +την καρδιά; Εμείς ζουλέβουμε μοναχοί μας· δεν έχουμε ανάγκη τους +Γιάγους, κι αν έρχουνταν κανένας Γιάγος να μας πη τίποτις, πρώτα +πρώτα θα παίρναμε υποψία και θα ζουλέβαμε για το Γιάγο τον ίδιο, +μήπως και κάτι τρέχει. Η αγάπη μας γίνεται μέσα μας Γιάγος. + +Μήτε τρικυμιά μήτε θόρυβος κανένας με ταράζει, μήτε κανένα μίσος με +θερίζει. Αξεδιάλυτη λύπη, που μου περεχύνει την ψυχή, μου έρχεται +όταν τη συλλογιούμαι. Πόσο την αγαπώ! Δεν τη θυμάσαι τη Μοιρίτα με +τα μάβρα της τα μαλλιά, με τα ήσυχα τα μάτια, με το σοβαρό, το γλυκό +πρόσωπό της, με ταθώα της τα χείλια, τη μελαχρινή, τη +σιγανοπερπάτητη κόρη; Τι αμηχάνεφτη, τι απονήρεφτη που είταν! Τι +ουράνια καλοσύνη που την είχε! Και την ώρα εκείνη που όλα μου τα +είπε, ήξερε ακόμη να μαλακώση, να χαδέψη τον πόνο μου τρυφερά. Πάντα +το βλέπω εκείνο το νησί, το νησί μας εκεί κάτω, που μυρίζει με τις +γαζίες και που λαμποκοπή με τον ήλιο. Δε θα με πάη, δε θα με φέρη +πια στην Πρίγκιπο το βαπόρι; Δε θανεβώ πάλε στον Άη Γιώργη; Αχ! φίλε +μου, πέντε χρόνια που δεν την είδα τη Μοιρίτα. Να μην την ξαναδιώ +και ποτές μου! Ίσως κάλλια που ζω, ίσως κάλλια να μην πεθάνω, για να +γίνη κι αφτό καμιά μέρα. + +Κάθεται πλάγι μου η Μοιρίτα, όταν καθήσω, περπατεί μαζί μου, όταν +περπατώ. Η Μοιρίτα, παντού η Μοιρίτα. Κάποτες μου φαίνεται σα να μην +είμαι πια τίποτις εγώ, σαν ο ίδιος να μην υπάρχω, σα να είταν όλο +μέσα μου εκείνη, σα νάγινε νους μου, αίμα μου, κόκκαλό μου και ψυχή +της ψυχής μου. Ένα λόγο να πω ακούω τη φωνή της, ένα κίνημα να κάμω +είναι κίνημά της, να γυρίσω να διώ, με τα μάτια της βλέπω. Δε ζω, ζη +εκείνη. Μια στιγμή να φύγη, να μην την έχω μέσα μου σαν που την έχω, +μια στιγμή να την ξεχάσω, είναι σα να ξεχνιούμουν ο ίδιος. Καμιά +φορά, όταν παν κ' έρχουνται οι λογισμοί, όταν περνά η μέρα και δεν +μπορώ άλλο να θυμηθώ παρά την ώρα εκείνη που την αποχαιρέτησα, όταν +τη βλέπω που μ' αποχαιρετά και δε μου βγαίνει ο χωρισμός από την +καρδιά κι από το νου, τότες μου φαίνεται πως πάλε μ' αφίνει και με +μιας θολοσκεπάζεται ο κόσμος, πως κατεβαίνει κατεβαίνει η +καταχνιά... Το νοιώθω πως την αγαπώ σαν και πρώτα και το νοιώθω πως +είναι αδύνατο να κάμω χωρίς τη Μοιρίτα. + +Άδικα με μαλλώνεις· με λυπάσαι που πονώ και μου λες πως εγώ φταίω, +πως δεν έπρεπε να φύγω, πως είταν πιο φρόνιμο να την πάρω γυναίκα. +Ξέρω γιατί μου μιλείς έτσι· στα χάλια που βρίσκουμαι, μέσα στην +ασάλεφτη θλίψη που με πλακώνει, στοχάζεσαι και συ πως ότι κι αν +είταν, πιο δυστυχισμένος, πιο κακορρίζικος δε θα είμουν παρά τώρα. +Κατάλαβες, φίλε μου, αν και χωρατέβω μαζί σου και γελώ, αν και σου +γράφω πως αγαπώ το καλοκαίρι, γιατί μου θυμίζει τα χρόνια τα παλιά, +ή πως μου αρέσουν ακόμη τα λουλούδια, γιατί μου θυμίζουν τη μυρωδιά +της, κατάλαβες πως τέτοια χαρά, χαρά δεν είναι και πως χάθηκε, πως +πάει η ζωή μου. Σε βεβαιώνω πως δεν μπορούσα να μείνω, αν και το +τραβούσε η καμένη μου η καρδιά. Δε γίνουνταν αλλιώς. Στη θέση μου +θάκαμνες το ίδιο και συ και κάθε άλλος. + +Μη θυμώνης μαζί της· εκείνη δε φταίει. Μην την κατηγορής, μην τη λες +άπιστη. Είσαι φίλος μου, γνωρίζεις το βάσανό μου και για τούτο την +κατακρίνεις και δεν μπορείς να της το συχωρέσης. Αν την άκουγες, αν +την έβλεπες, θάλλαζες γνώμη. Όχι! αδερφέ μου, πίστεψέ με, δε +θάμνησκες, δε θα την τυραννούσες — και δε θα τυραννιούσουν ο ίδιος! +Μήτε θα θύμωνες, καλέ μου· δικαίωμα δεν είχες. Μια στιγμή, ταράχτηκα +και γω, πήγα να ζουλέψω, γιατί θαρρούσα τότες πως μ' αγαπούσε και +μου έκρυφτε κάτι. Νόμισα πως με γελούσε, την ώρα εκείνη που δίχως να +με προσμένη, την απάντησα εκεί απάνω στον Άη Γιώργη, μπροστά στο +μοναστήρι, και την είδα να κάθεται συλλογισμένη, να διαβάζη ένα +γράμμα και να κλαίη. Ποιανού είταν το γράμμα; τι είταν τα κλάματα; +Αμέσως έννοιωσα πως είταν κάτι, — κάτι που δεν το ήξερα. Δεν είχε τη +συνηθισμένη της την όψη· ο τρόπος της μου φάνηκε παράξενος και +πήγαινα — ο δύστυχος! — να τρέξω να της πάρω βιαστικά από τα χέρια +το γράμμα. Πόσο χαίρουμαι τώρα που δεν τόκαμα! Γιατί να μου έρθη +υποψία πως γύρεβε τάχατις κάτι να μου κρύψη; Η καημένη! Σκυμμένο +είταν το πρόσωπό της, λυπητερά κοίταζε κάτω στο χώμα και δε μ' +έβλεπε. Άμα βρέθηκα κοντά της, σηκώθηκε. + + — Αχ! Πάλμο μου, εσύ είσαι; Έλα, έλα να σου μιλήσω. Καλά που +έρχεσαι! Έλα να σου δείξω ένα γράμμα που μου έφεραν το πρωί, σήμερα +το πρωί. Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Έχω ζάλη. Δεν έπρεπε να το διαβάσω +αφτό το γράμμα. Άσκημα έκαμα που το διάβασα και θέλω να με μαλλώσης. +Αχ! Πάλμο, να λυπηθής την κακόμοιρη σου τη Μοιρίτα! + +Μου τάλεγε μ' έναν τρόπο που μου ραγίζει την καρδιά, μόνο που το +θυμούμαι. Άρχιζαν πάλε να βρέχουνται τα μάγουλά της. Πώς να την +αφήσω να κλαίη; Ο μεγαλήτερός μου ο καημός είταν ο καημός της. Ήθελα +να μοιάζη η ζωή της με την ήσυχη την ακρογιαλιά που κοιμάται μέσα +στα λιμάνια. Προσπαθούσα να στρώσω γλυκά και τον άμμο, να μαλακώσω +και το χώμα. Μήπως μπορούσνα τη βλέπω πικραμένη, φαρμακωμένη, και να +μην της γλυκάνω την ψυχή μ' ένα λόγο; Πρέπει να της έπεσε κανένα +δυσκολονίκητο κακό, για να κλαίη, εκείνη που είταν ήμερη πάντα, +χαρούμενη και συμαζωμένη. Τι είχε το παιδί μου, τι του έτυχε και δε +μου έδειχτε πια σαν και πρώτα το σοβαρό του, το γλυκοσυλλογισμένο +πρόσωπό του που χαμογελούσε; Φοβήθηκα και καρδιοχτυπούσα. Μου έδωσε +το γράμμα και δε θέλησα να το διαβάσω, να μη θαρρή πως δεν την +πιστέβω· εκείνη να μου πη τι είχε μέσα. Με κοίταξε και με πήρε από +το χέρι κι ανεβήκαμε λιγάκι, και πήγαμε να καθήσουμε εκεί απάνω, στη +θάλασσα μπροστά. + +Καθήσαμε στην ίδια θέση που την είχα φιλημένη πρώτη φορά. Έλεγε σε +δυο ώρες να βραδυάση κι αργοπορούσε. Άστραφτε το καλοκαίρι. Από τον +Άη Γεώργη, αψηλά, βλέπαμε λίγο παρέκει τον κατήφορο με τις πεφκιές +ίσια με το γιαλό, και πέρα πέρα τα κύματα που γυάλιζαν και +φωτοβολούσαν. Ο ήλιος με τις αχτίδες του τα περεχούσε, τα γέμιζε +φλόγες, τάκαμνε πυρκαγιά· λες πως έπεφτε να ξαπλωθή στο πέλαγος +απάνω και πως το πέλαγος είχε γίνη κανένας ήλιος γιγαντωμένος. +Λαμποκοπούσαν και τότες τα νερά· τα συχνοτηρούσαμε και τότες. Είταν +πια αρραβωνιαστικιά μου. Από μικρή την αγαπούσα· την ήθελα από +μικρή. Είμουν αγώρι, το θυμάσαι, και σου μιλούσα για τη Μοιρίτα. Ότι +έγινα άντρας, πήγα να τη ζητήσω. Ένα χρόνο αλάκαιρο — τι χρονιά +είταν εκείνη! — έζησα... όχι! δεν έζησα, μου φαίνουνταν πως άλλαζε η +ζωή μου· ξάνοιγε κάθε μέρα, ξεσκεπάζουνταν κάθε μέρα παραπάνω η +ομορφιά κ' η ψυχή της· κάθε μέρα με κάθε καινούριο θησαβρό που μου +φανέρωνε, έννοιωθα, σαν την αβγή, αγάπη καινούρια να χαράζη. Είταν η +Μοιρίτα δική μου· τι δεν κατώρθωνα, τι δεν μπορούσα να καταφέρω για +μια τέτοια κόρη! Για χατίρι της μόνο έλεγα να γίνω μεγάλος και δόξα +να κερδίσω. Εκείνη είταν ο σκοπός μου, είταν ενέργεια κ' ύπαρξή μου. +Η Μοιρίτα μ' άκουγε με πόθο, με χαρά, γύρεβε όλο να καθήση μαζί μου, +ήθελε πάντα να της λέω πόσο την αγαπούσα, να καταλάβη. Η άτυχη η +Μοιρίτα! Νόμιζε και κείνη πως μ' αγαπούσε. Αχ! τι μυστήριο είναι +αφτό! Χωρίς ίδια της να το ξέρη άλλονε αγαπούσε, όχι εμένα. Για να +φανή αφτό, για να το μάθη, για να το μάθω, έπρεπε νάρθη τίποτις +ξαφνικά να μας φέρη την αλήθεια. Εκεί που κάθεσαι τη νύχτα και +γράφεις, και περνούν οι ώρες και το ξεχνάς, και χαίρεσαι την ησυχία +και θαρρείς πως θα τελείωσης προτού ξημερώση, άξαφνα, στη μοναξιά, +αρχίζουν τα πουλιά να κελαϊδούν και βλέπεις το σκοτάδι που ασπρίζει. +Σαν το πουλάκι καμιά φορά έρχεται ένας λόγος και βγαίνει το φως. +Έτσι και γω, εκείνο το βράδυ, τα κατάλαβα όλα με μιας, τα κατάλαβα +πριν καταλάβη κ' ίδια η Μοιρίτα, τα κατάλαβα στην παινεμένη τη θέση +που ξάνοιξε πρώτα η ζωή μου. + +Μιλούσαμε σιγά σιγά και κοιτάζαμε το γιαλό. Δεν έκλαιγε πια. Και το +γλυκό της, το σοβαρό της πρόσωπο με μάγεβε που το θωρούσα, μου +καταπράυνε την καρδιά. Λέγαμε και ξαναλέγαμε πάντα τα ίδια. + + — Όχι! όχι! Μην πης τέτοια λέξη, μην πης πως τον αγαπώ. Δε θέλω να +τον αγαπώ, δεν πρέπει να τον αγαπώ. Εσύ έχεις τα λόγο μου· εσένα θα +πάρω. Λυπούμαι που διάβασα το γράμμα και ντρέπουμαι τώρα. Αχ! γιατί +να στο δώσω; Μα μπορώ και να σου κρύψω τίποτις; Εσύ είσαι φίλος μου, +ναι! ο καλήτερός μου φίλος είσαι συ· από παιδί σε γνωρίζω και σ' +αγαπώ· έχω θάρρος, έχω εμπιστοσύνη μαζί σου και για τούτο έτρεξα +αμέσως να σου δείξω και το γράμμα του, για τούτο δε σου έκρυψα και +τα κλάματά μου. Δεν ξέρω γιατί έκλαιγα· ζαλίστηκα κ' έκλαψα. Δε θέλω +όμως να μου λες πως τον αγαπώ και πως το κατάλαβα τώρα που το γράφει +εκείνος. Θυμάσαι που μόλις τον έβλεπα· δε μου μίλησε στη ζωή του· +έφεβγε, τραβιούνταν και μήτε συλλογίζουμουν πως μπορούσε να μ' +αγαπήση... Όχι! Πάλμο, δε θέλω και δεν πρέπει. Είναι δική σου η +Μοιρίτα. Δε θέλω πια νακούσω μήτε τόνομά του — Έκλαψα, γιατί λέει +πως είναι δυστυχισμένος, πως τον πήρε ο καημός, και φοβήθηκα μήπως +εγώ φταίω, μήπως του έδωσα αφορμή — και δεν ταιριάζει. Μα πώς είναι +δυνατό να είμαι η αιτία, αφού μήτε τον κοίταξα μήτε του είπα ποτές +μου δυο λόγια; Δε γίνεται να πεθάνη για μένα κι ούτε μπορώ να το +πιστέψω. Να τα ξεχάσουμε αφτά, να τα ξεχάσης όπως και γω θα τα +ξεχάσω. Μη με παρακαλής να σ' αφήσω. Δεν μπορεί να σ' αφήσω. Φέβγει +εκείνος και μ' αφίνει, και μας αφίνει, και μου το γράφει ο ίδιος. Τι +άλλο θέλεις; Έτσι όλα πάλε καλά, σιάζουνται όλα και μνήσκουμε ήσυχοι +οι δυο μας. Διές τι ήσυχη που είμαι. Πέρασε τώρα. Μην το +συλλογιέσαι. Μιλώ μαζί σου, σα να μιλούσα μοναχή μου. Είχα λίγη +ζάλη· μα δεν είναι τίποτις. Πάλμο, μη φοβάσαι. Να με πάρης, να μ' +αγαπάς, να μ' έχης σαν παιδί σου.» + +Τέτοια μου έλεγε η Μοιρίτα κ' ένας απέραντος πόνος λίγο λίγο, σαν το +νερό που σταλάζει, μου γέμιζε, μου έπνιγε την καρδιά. Όχι! δε +φοβούμουν! Τι να φοβηθώ; Ταθώο το κορίτσι! Αλήθεια είναι! Μου έδειξε +το γράμμα. Δεν της ήρθε στο νου πως μπορούσε κάτι να μου κρύψη, δε +στοχάστηκε πως η αγάπη, άδικα ή όχι, τρομάζει με το παραμικρό· δεν +είπε μέσα της, όταν έλαβε το γράμμα· «Θα λυπηθή ή δε θα λυπηθή να +του το δώσω;» Το διάβασε δίχως να το ξεσκίση, το φύλαξε ως το βράδυ· +δεν της είταν αδιάφορο το γράμμα. Και μήπως δεν έφτανε τόσο μόνο; +Εγώ που την αγαπούσα, που την ήθελα όλη για μένα, πώς να μείνω, πώς +να χαρώ μισή την εφτυχία μαζί της; Και δεν τόβλεπα πως το νόμιζε +χρέος της να με πάρη; πως η καρδιά της πολεμούσε και πονούσε; Η καλή +μου, η καημένη μου η Μοιρίτα! Δεν έφταιγε εκείνη. Έτσι το είχε φέρει +η τύχη. Ο Παβλής την αγαπούσε χρόνια και χρόνια· δεν τολμούσε να τη +ζητήση, γιατί είτανε φτωχός και δεν ήθελαν οι γονιοί της. Σε μας +είναι, βλέπεις, πάντα οι ίδιες ιστορίες. Όταν έμαθε πως παντρέβεται, +δεν ξαναφάνηκε πια στο σπίτι. Ο δύστυχος, μοναχός του πονούσε και +δέρνουνταν, και κανενός δεν έδειχνε το βάσανό του. Είχε αποφασίσει +να ξενιτεφτή. «Ξέρω, της έγραφε, πως τον αγαπάς· κάθε μέρα το λέει ο +κόσμος και τακούω. Να ζήσης, να ζήσης χρόνια μαζί του· να χαρής τα +λαμπρά σου τα νιάτα. Είναι καλός, είναι γενναίος, και τον αγαπώ, που +σε διάλεξε εσένα, που θα φροντίση πάντα για σένα, που θα είναι πάντα +με σένα. Εγώ φέβγω, φέβγω μακριά. Τι σε πειράζει τώρα να στο πω; Δεν +μπορώ πια κρυφό να το βαστάξω. Έπρεπε να μάθης πως θα είναι κάπου +στην ξένη γις ένας που λωλάθηκε για σένα· αχ! μη με ρωτάς τι θα +γίνω.» + +Βασίλεβε ο ήλιος και τα νερά, σαν πληγωμένα, αντανακλούσαν εκεί κάτω +τον κόκκινό του το δίσκο. Έμοιαζε η θάλασσα λυπημένη και λίγο λίγο +προχωρούσε το σκοτάδι να την πλακώση· ο ουρανός είχε θλίψη κ' η +καρδιά μου βαριοπονούσε. Γονάτισα μπροστά της και της έπιασα τα χέρι +και της είπα· + +— Μοιρίτα μου, εσύ ζωή μου, μην τυραννιέσαι. Δεν το φταις εσύ +που πονώ· το φταίει η αγάπη που σου έχω. Μοιρίτα μου, παιδί μου, +ναι! σαν παιδί μου σ' αγαπώ. + +— Κι από τα μάβρα της, από τα γλυκά της τα μάτια, στο χέρι μου +απάνω, έπεσε ένα δάκρι. Και το ήπια εκείνο το δάκρι και τόχω πάντα +μέσα στην ψυχή μου. + +Μιλούσε κ' έλεγε εκείνο το δάκρι· «Πάει ο ήλιος· πάει η ελπίδα!» + +Κατεβήκαμε μαζί. Περπατούσαμε πλάγι πλάγι σιγά, σα δυο φίλοι. +Φτάξαμε σπίτι με τη νύχτα. Το πρωί πήρα το βαπόρι, ανέβηκα στο +Σταβροδρόμι, έτρεξα στου Παβλή. Είταν πια φεβγάτος. Αμέσως πήγα στο +Γαλατά, που μπαρκαρίζουνταν, και τον έφερα πίσω. «Να μη φύγης, να +μείνης!» Και φιληθήκαμε και σφιχταγκαλιαστήκαμε. Μίλησα ο ίδιος της +μητέρας της και τάσιαξα όλα.. Και την πήρε και τον πήρε. + +Γράφε μου, γράφε μου, καλέ μου. Έχω ανάγκη να μου γράφης. Έγινα σαν +το νεκροθάφτη· έθαψα τη χαρά μου· έθαψα και τον Πάλμο μαζί. Είμαι +τριάντα χρονώ παλληκάρι κι όλο μου φαίνεται πως με πήραν τα +γεράματα. Μη νομίζης όμως πως έβαλα με τα νου μου να πεθάνω. Μακάρι +να είταν κι άλλη ζωή, για να τη θυμούμαι. Η παρηγοριά μου είναι που +τη θυμούμαι. Κάποτες μου έρχεται σα να κατεβαίνω κάτω βαθιά, δεν +ξέρω πού, και δεν μπορώ να σταθώ· κι ο κατήφορος είναι μια γλύκα, +σαν το βελούδο μαλακός· στράφτει ο ήλιος και φαντάζουμαι τότες πως +κολυμπώ στις αχτίδες του μέσα· όλα τα ξεχνώ, βλέπω μόνο τη Μοιρίτα +και θαρρώ πως βυθίζουμαι, αγάλια αγάλια, σε καμιάν άβυσσο γεμάτη +φως, θαρρώ πως ξανοίγει μπροστά μου κανένας ήσυχος, ολόφαιδρος +τόπος, ηλιολουσμένος, που δεν πονεί η καρδιά μου. Τότες πια τίποτις +δε συλλογιούμαι, τίποτις δε νοιώθω, δε ζω, θυμούμαι τη Μοιρίτα. + +Ίσως έρθω καμιά ώρα να σε διώ εκεί κάτω, να διώ και λίγη θάλασσα. +Την αποθύμησα. Μα ξέρεις που δε μου αρέσει και πολύ πολύ τώρα να +σαλέβω. Είναι και κάμποσο μακριά. Κάλλια να μείνω εδώ που +καταστάλαξα. Γράψε μου, στείλε μου κανένα βιβλίο νόστιμο, μίλησέ +μου, σα θέλεις, και για γλωσσολογία ή και για γλώσσα. Μη μου λες +όμως να μπω και γω μέσα στο χορό, να κάμω ή να τυπώσω τίποτις, ας +είναι κι από τα παλιά μου. Είχα και γω πρώτα δυο τρεις ιδέες· ίσως +μπορούσα κάτι να κατορθώσω. Δε μου στρέγει πια. Σταφίνω εσένα. +Στοχάσου, φίλε μου, ως πού κατάντησα αφού και για τη γλώσσα δε με +μέλει. Κάπου μου έρχεται και μένα να τους πω τίποτις, να +διασκεδάσης· έπειτα βαριούμαι. Πρέπει καμιά μέρα να παρακαλέσης τον +Κόντο, να μας βγάλη κανένα ρομάντσο, να διούμε η γλώσσα του τι +αξίζει. Τι μας πειράζει να μάθουμε πως ο Κοραής βάζει ένα Μ εκεί που +θέλει δυο, ή πως βάζει δυο εκεί που θέλει ένα; Μου φαίνεται πως μήτε +του Κόντου μήτε του Κοραή η γλώσσα, αληθινή, ζωντανή γλώσσα δεν +είναι, γιατί εμείς, νομίζω, δε λέμε μήτε _ σεσαπημένος _, μήτε _ +σεσημμένος ή σεσηπώς _, λέμε _ σαπίζω _ και _ σαπισμένος _ · δε λέμε +_μήτε ο μήτε η λέμβος _ · λέμε απλά _ βάρκα _ οι βρεκεκεξιάρηδες +τόχουν πως είναι ιταλικό και δεν το καταδέχουνται· εσύ πάλε μου +έμαθες πως είναι λατινικό και τόχουμε στη γλώσσα μας, κοντέβουν τώρα +τουλάχιστο χίλια πεντακόσια χρόνια. Εγώ έτσι το συνηθίζω. Άκουσα +μάλιστα πως τα παιδιά στο σκολειό μιλούν κάθε τόσο για ονόματα +πρώτης, δέφτερης ή τρίτης _ κλίσης _ · βλέπω και κάμνουν ίσια ίσια +εκείνο που μου έλεγες μια φορά· ταίριαξαν τη λέξη με τη γραμματική +του λαού. Φυσικό είταν να γίνη το πράμα· έτσι βγαίνει κι ο τύπος +ορθός. Οι καβγάδες τότες τι σημαίνουν και τι μας χρησιμέβουνε; Δυo +λογιώτατοι, στην έδρα του ο καθένας, πολεμούν ο ένας με τον άλλονα, +ποιος θα νικήση, κι από τη μια έδρα στην άλλη, αψηλά αψηλά στα +σύννεφα και μακριά από — πάνω από τα κεφάλια μας, πετούν τα βιβλία +που μήτε τα διαβάζει και που μήτε τα είδε ο λαός. Από τα τέτοια +τιποτις δε βγαίνει· από τα ρομάντσα, από τους στίχους, από το θέατρο +θα φανή αν είναι άξιο το έθνος να δείξη ποίηση και φαντασία, να κάμη +και φιλολογία δική του, — όχι όμως από τας γλωσσικάς παρατηρήσεις! +Οι δασκάλοι που κατηγορούν τη γλώσσα του λαού και που μας πουλούν τη +δική τους, τι κατάφεραν ίσια με τώρα; Μας έβγαλαν και κανένα βιβλίο +που νάχη μέσα του λίγη ζωή; Χασμουριέσαι μόνο που τανοίγεις. Εγώ σε +τέτοια ζητήματα δεν ανακατώνουμαι πια· μα μου φαίνεται, με τα μικρά +μου τα μυαλά, πως θα είταν καλό και θα ταίριαζε, να μας χάριζαν +πρώτα οι δασκάλοι κανένα παραμυθάκι με μια σταλιά φαντασία, κ' +ύστερα να μας ανεβάσουν τη γλώσσα τους ίσια με τον ουρανό. Θα είταν +ο πιο σωστός τρόπος να μας απαντήσουν και να μας δείξουν πως έχουμε +άδικο. Οι βρισιές δεν αξίζουν· από τις βρισιές βλέπεις την ανημποριά +τους. Εμείς τουλάχιστο με τη γλώσσα μας ξέρουμε και μιλούμε για +γραμματική· ξέρουμε όμως και παραμύθια. Οι ίδιοι λεν τη γλώσσα τους +τεχνητή και σα νάχουνε δίκιο· τεχνητή, ναι! εκεί όμως που χρειάζεται +λίγη τέχνη, η καθαρέβουσα δεν πιστέβω να ταιριάζη· άτεχνη κι άτεκνη +είναι γεννημένη. + +Πες τα καμιά μέρα, σαν αδειάσης, πες κι άλλα πολλά. Τι θέλεις εγώ να +γράφω; Τάχατις για να ξεχάσω; Για τούτο μου τα παραγγέλνεις; Αχ! +καημένε μου Ψυχάρη, δεν ξεχνώ και δεν μπορώ να ξεχάσω. Και δε θέλω +να ξεχάσω, γιατί αφτό μου απόμεινε τώρα. Η χαρά μου είναι που τη +θυμούμαι. + +Να ζήσης, καλέ μου, που στάθηκες τόσο πιστός μου φίλος και που μ' +αγαπάς. Σε γλυκοφιλώ, αδερφέ μου. + +Ο ΠΑΛΜΟΣ». + + +Άμα διάβασα το γράμμα του Πάλμου, σηκώθηκα και πήρα το σιδερόδρομο. +Ο κακόμοιρος ο Πάλμος! Μου μιλούσε για τη γλώσσα, μην τύχη και +θαρρέψω πως αδιαφορούσε και δε συλλογιούνταν πάρα τα δικά του. Δε +μου άρεσε όμως το γράμμα του, μάλιστα εκεί που έλεγε πως ίσως είταν +καλήτερο να μην πεθάνη. Την άλλη μέρα, το βράδυ, είμουνα στο Παρίσι. +Έτρεξα στην εξοχή που κάθουνταν ο Πάλμος. Η νοικοκερά ήρθε βιαστικά +να μ' ανταμώση και μου τα είπε όλα. Το πρωί βγήκε ο Πάλμος να πάρη +λουτρό στον ποταμό. Άξαφνα φαίνεται πως τον παράσυρε το ρέμα. +Κολυμπούσε και προσπαθούσε να φύγη από το μέρος εκείνο. Έπειτα +ξάπλωσε τα χέρια και πια δεν τον είδαν. Όταν έφεραν το νεκρό του, +έμοιαζε σαν αποκοιμισμένος. Δεν μπορούσε κανένας να πη αν πνίγηκε +άθελα ή όχι. Είταν άξιος κολυμπιστής. Νόμιζαν πως ζαλίστηκε, γιατί +είταν ήλιος εκεί που πολεμούσε με το κύμα, κ' έλεγαν πως θαμπώθηκε +από το φως και δεν έβλεπε, να γλυτώση. Εγώ θαρρώ πως ο θάνατος έχει +μια γλύκα μοναδική που τραβά τους βαριοπονεμένους, και πως δεν το +βάσταξε του Πάλμου η καρδιά να πη σύρε του Χάρου, όταν έρχουνταν ο +Χάρος να τον πάρη στην αγκαλιά του. + +Τέτοια, φίλε μου Δροσίνη, είχα σήμερα να σου μηνήσω. θλιβερά και τα +δυο. Ο Πάλμος κι ο Καρλής αγάπησαν το ίδιο· είχαν κ' οι δυο τους τον +ίδιο πόθο, ήθελαν αχάλαστη την αγάπη, παντοτεινή κι αλάκαιρη. Ο ένας +σκότωσε, σκοτώθηκε ο άλλος. Η ζούλια είναι ένας φόβος που σε πιάνει +μήπως χάσης εκείνο που θαρρείς πως είναι δικό σου, ή που τόντις +είναι δικό σου· άμα τόχασες, άμα διής πως πια δικό σου δεν είναι, +πάει η ζούλια κι αρχίζει άλλος καημός. Αφτό τον καημό, μπορείς όπως +θέλεις να τον πης, πότε απελπισία, πότε ανελπισιά, πότε θυμό, πότε +πίκρα. Όποιος όμως αγάπησε με τα σωστά του, τέλειωσε, πάει, δε θα +ξαναγαπήση. Να λυπάσαι τις γυναίκες — είναι καλές κι ανήξερες σαν τα +παιδάκια· γυρέβουμε να μας δώσουν πράματα αδύνατα, που τα θαρρούμε +δυνατά. Το νοιώθουν κάποτες οι ίδιες και πονούν. Εκείνες δε φταιν +και δε φταίμε μήτε μεις. Η αγάπη, όπου περάση, ή σπέρνει ή παίρνει +ζωή. Τέτοιος νόμος την κυβερνά και πάντα συντροφικά τρέχει πλάγι της +ο Χάρος. + +Τι να σου πω τώρα και γω, να τελειώσω; Πως σε ζουλέβω; Όχι, φίλτατε, +δε σε ζουλέβω. Είναι αλήθεια, θα μου άρεζε πολύ να κατάφερνα και γω +καμιάν _ Αμαρυλλίδα _ σαν τη δική σου, νάκαμνα τους στίχους που +κάμνεις, να σου κάθιζα μια μέρα κανένα _ Γιο της Αστραπής _ ή καμιά +_ Ηλιογέννητη κόρη _ · είναι αλήθεια, μου καίει την καρδιά που δεν +το κατορθώνω· προσπαθώ και δεν μπορώ να σε ξεπεράσω. Μα δεν το λέω +ζούλια. Είναι Φιλότιμο. Φιλοτιμιέται ο καθένας κάτι να φανή και να +βάλη κάτω το γείτονα του. Κάπου κάπου χολοσκάνει που δεν μπορεί να +το πιτύχη, και που τον άφησε πίσω μακριά ο γείτονας του. Όπως όμως +κι αν είναι ή κι αν το πης, πολεμά, ιδρώνει και κοπιάζει. _ Αγαθή δ' +έρις ήδε βροτοίσι _. Μα ίσως είναι καλό να μην το παρακάμουμε μήτε +αφτό στην Ελλάδα. + + Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ + +Παρίσι, μήνα Γεννάρη, 1891. + + + +ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ {92} + + + +Φαίνεται πως ύστερις από τη _ Ζούλια _, έβγαλα κ' ένα τηλεφώνημα! Με +τον τίτλο _ Τηλεφωνήματα _ δημοσίεψε τότες η _ Εστία _ ένα γράμμα +μου — αφτό εδώ — που αναγκάστηκα να το γράψω, γιατί τόσο πολύ +προσέχουνε στα ψυχολογικά της Ζούλιας οι δασκάλοι, που πήγανε να +σοφιστούνε πως η Ζούλια είταν όνομα κύριο, Julie, πράμα που δεν +μπορεί να είναι, όπως θαρρώ και ταπόδειξα στο γραμματάκι μου. Το +είπαν αφτό, τάχα για να δη ο κόσμος πως μήτε τίτλο στη δημοτική +καταλαβαίνει κανένας, μα χωρίς να το υποψιαστούνε, μας έδειξε ο +λόγος τους πόσο λίγο καταλαβαίνουν ίδιοι τους τα ρωμαίικα. Άλλοι +πάλε είπαν πως ο τύπος ζούλια δεν υπάρχει! Κι από κει βλέπουμε τι +ωραία ξέρουν τη γλώσσα που κατηγορούνε. Η αλήθεια είναι που στα +Εφτάνησα λένε και ζήλια. Δε θα πη πως είναι τύπος γενικός, αφού σε +πολλούς τόπους, κ' ίσα ίσα στην Πόλη, εκεί δα που παίζεται και το +δράμα, ζούλια τη λένε με _ ου _. Να προσέξουμε μάλιστα. Θα δούμε πως +και στην κοινή γλώσσα, κάμποσο συνηθισμένος είναι ο τύπος αφτός, +αφού πιο συχνά θα πούνε _ ζουλιάρικος _, παρά _ ζηλιάρικος _, κ'έτσι +θαρρώ πάντα πως η _ ζήλια _ είναι σα δασκαλισμός, γιατί _ ζούλια _ +την ξέρουνε και στην αδασκάλεφτη Κρήτη. Ελπίζω να την έμαθαν τώρα +λιγάκι και στην Αθήνα, τη _ ζηλεμένη _. + +«...Ο τύπος _ Ζούλια _ είναι ο μόνος ορθός. Όποιος λέει _ ζήλια _, +ας είναι και βαρκάρης, τόμαθε από κανένα δάσκαλο. Να το ξετάσετε το +πράμα, — γιατί αξίζει, — να πάρετε έναν έναν εκείνους που το +συνηθίζουν και θα διήτε πως είναι δασκαλισμός. Ένας που χάνει τα +λογικά του, δε ζηλέβει, ζουλέβει, είναι ζουλιάρης, έχει ζούλια. Κι ο +δάσκαλος, άμα ζουλέψη με τα σωστά του, θα ζουλέψη με _ ου _. Είναι +και πολύτιμος τύπος, γιατί βλέπουμε πως και το _ η _ γίνεται _ ου _, +κι όχι μόνο το _ υ _ · να καταστρέψουμε τώρα την ιστορική γραμματική +και να βγάλουμε το _ ου _, δε γίνεται, θα χαθή ο κόσμος! Ο Κοραής +συνήθιζε τα τέτοια· εμείς σήμερα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε τον Κοραή. +Μα δε μου φαίνεται και να είναι τόσο το κακό. Κύριο όνομα Ζούλια δεν +το γνωρίζω και να είστε βέβαιος πως θα το μεταχερίζουνται πολύ +λίγοι. Είναι... δασκαλισμός. Ναι! δασκαλισμός. Ο λαός ξέρει μόνο δυο +τύπους, ή Τζούλια ή Ζουλή — ής. Αφτή η Ζούλια που λέτε μας έρχεται +από την Ιταλία· είναι η Giulia. Όλος ο κόσμος θα το προφέρη φυσικά +Τζούλια και δεν μπορεί να το προφέρη αλλιώς. Για να πη το _ ς _ +πρέπει νάρθη καμιά Julie από το Παρίσι. Άμα είναι το -α στη μέση — +Τζούλια —, έχει ιταλικό πασσαπόρτι το κορίτσι. Ο δάσκαλος όμως δεν +αγαπά και δεν καταδέχεται το τζ· δεν τολμά και να ταλλάξη όλους +διόλου· τότες το μισοφτειάνει Ζούλια. Έτσι μπορεί να μοιάξη και με +τη δική μας τη ζούλια. Μα και να μοιάξη δεν πειράζει. Το νόημα θα +φανή αμέσως. Το ίδιο και με τα γαλλικά. Jalousie θα πη ζούλια, θα πη +και καφάσι· un amour sans jalousie, λ χ., μπορεί κανείς να το +καταλάβη όπως θέλει. Constance είναι κοινό, είναι και κύριο όνομα +(γυναίκα και πολιτεία, Constanz). Θα πη μάλιστα και πιμονή, +καρτερωσύνη. Ποιος όμως θα συλλογιστή να μη βάλη τίτλο Jalousie ή +Constance; Κανένας. Μπορούμε λοιπόν και μεις να ξακολουθήσουμε να +λέμε τη ζούλια όπως τη λέμε. Μάλιστα να σας πω την αλήθεια, δε +βλέπω, δεν ξέρω πώς είναι δυνατό να παραξηγηθή· εμείς συνηθίζουμε +πάντοτες τα κύρια ονόματα με το άρθρο. Για να είναι η ζούλια Giulia, +έπρεπε νάχη πρώτα κ' ένα _ η _. Έτσι βάζουμε ήσυχα Ζούλια, πολύ πιο +ήσυχα μάλιστα παρά αν έπρεπε να βάλουμε Constance, γαλλικά, που +γίνεται παρανόημα πολύ πιο έφκολα.» + + + +Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ {93} + + + +«Άξαφνα, στον ύπνο μου μέσα, μου φάνηκε πως το ρολόγι μου σπάνει. +Δεν τάκουγα πια. Ξύπνησα την ίδια στιγμή κι άρχισα αμέσως να μετρώ. +Μετρούσα και στέκουμουν και δεν τολμούσα. Είταν η ώρα μια το πρωί. +Εκεί που κοιμούμουν ήσυχα, δεν ξέρω πώς, μου κατέβηκε μια υποψία, +ορμητικά, σαν ταστροπελέκι. Και τώρα, με τα μάτια ανοιχτά, πολεμούσα +και δεν μπορούσα να τελειώσω το λογαριασμό μου. + +Θα πάρω χαρτί να τα σημειώσω. Στάσου να διούμε. + +Η αδερφή μου. Ο άντρας της· δυο. Τα τρία τους τα παιδιά· πέντε. Ο +παπούς· έξη. Η μητέρα· εφτά. Ο θείος κ' η θεία· εννιά. Τα ξαδέρφια +μας· έντεκα. Εγώ· δώδεκα. + +Κ' οι δούλοι κοιμούνται στάλλο το σπίτι. + +Είναι κι αφτός ο καταραμένος. Ο μουσαφίρης. Του πατέρα ο φίλος. Την +άνοιξη, κάθε χρόνο, πρέπει νάρθη στην εξοχή, να μας κάμη βίζιτα. + +Δώδεκα. + +Καθήσαμε το λοιπό στο τραπέζι δεκατρείς. + +Θα κοιμηθούμε δεκατρείς όλη τη νύχτα. + +Όχι! Δε γίνεται. Είναι αδύνατο να γίνη. + +Δεν μπορεί να ξυπνήσουμε δεκατρείς. + +Θα ξυπνήσουμε δώδεκα. + +Ποιος άραγες, ποιος είναι που δε θα ξυπνήση με τους άλλους; + +Ποιος; Εγώ που το συλλογίστηκα! Είναι αλήθεια που θα πεθάνω; Προτού +φέξη; + +Τι να κάμω; τι να κάμω, για να γλυτώσω; + +Ο ίδιος αφτός ο καταραμένος που ήρθε και πέρσι! + +Ησύχασα! Ο φόβος μου δεν είχε τον τόπο του. Τίποτις δε θα πάθω. Να +που ήρθε και πέρσι και δεν έπαθε τίποτε κανείς. + +Πέρσι; Θυμούμαι. Φρίκη με πιάνει. + +Ναι, πέρσι, την άνοιξη, σωστός ένας χρόνος, είταν πάλε αφτός εδώ. + +Είτανε μουσαφίρης. + +Στάσου! στάσου! Αχ! τι τρομάρα! Σα να φώναξε η καρδιά μου φοβερά. + +Λογάριασε, πρόσεχε μην κάμης λάθος. Πέρσι, την ίδια νύχτα, +κοιμηθήκαμε δεκατρείς· πέρσι, την ίδια μέρα δεκατρείς καθήσαμε στο +τραπέζι. + +Λεν πως πρέπει ο χρόνος να σωθή, για να γίνη το κακό. + +Αχ! γιατί ο πατέρας να πεθάνη; Να ζούσε, θα είμαστε δεκατέσσερεις. +Πρόπερσι πέθανε· μεγάλωσαν τα παιδιά και μας τάβαλαν πια κι αφτά στο +τραπέζι μαζί μας. Έτσι θέλησε ο παπούς. Έτσι το θέλησε η κακή μου η +τύχη! + +Η μητέρα μου τόλεγε πέρσι. Είχε δίκιο. Όχι! δεν την άκουσα. Να μην +καθήσουνε στο τραπέζι δεκατρείς. Δεν την άκουγα και γελούσα. Δεν +άφησα να βγάλουν τα παιδιά, να τα βάλουνε σε χωριστό τραπέζι. + +Μια φορά να πέση πουθενά ο θάνατος, πέφτει πέφτει κι ανασαμό δεν +έχει. + +Ένα χρόνο, έναν αλάκαιρο χρόνο, έκαμε ο Χάρος βίγλα τριγύρω στο +σπίτι και τώρα εμένα θαρπάξη. + +Μη! Μη! + +Πότε φέγγει; Στις πέντε. + +Στις πέντε, πεθαμμένος. Τέλειωσε, πάει! Να μη φέξη, για τόνομα του +Θεού: Ας μπορούσε τουλάχιστο να φέξη μια ώρα πιο αργά· να ξεχνιάση +το Χάρο. + +Τι είναι που τρίζει; Κάτι κρότους ακούω. Ο κρότος μεγαλώνει. Με +τρομάζει. + +Κατάλαβα τι είναι. Τίποτις δεν είναι. Του παπού η αναπνοή, στην +κάμερη πλάγι, που κοιμάται. + +Βαριά, βαριά παίρνει την αναπνοή του. Δυσκολέβεται να την πάρη. Τι +καρδιοχτύπια είναι τούτα; Τακούω ίσια με δω. + +Αχ! και πώς να μην το συλλογιστώ αμέσως; Ενενήντα δυο χρονώ γέρος. +Εκείνος θα πεθάνη! + +Ήρθε η ώρα του. Ήρθε! ήρθε. Και πάει ο γέρος. + +Είδες πώς χωράτεβε, πώς έπαιζε κάτω στο τραπέζι μαζί μας; Ο Χάρος +πίσω του στεκότανε και στραβοκοίταζε. Θα παλαίψη ο γέρος· είναι σαν +το σίδερο. Μα τι θέλεις πια; + +Σώπασε το καρδιοχτύπι. Τι; Έγινε κιόλας; Να που ξαναρχίζει. Τι +καρδιοχτύπι τρομερό! Σηκώνεται, περπατεί, τρέχει τρέχει το +καρδιοχτύπι, μπαίνει στην κάμερή μου, στα σεντόνια μου μέσα, στο +ποκάμισό μου, στο στήθος μου μπήκε. + +Δεν είταν του παπού το καρδιοχτύπι που άκουα. Είταν το δικό μου — +και τώρα το κατάλαβα! + +Μεγαλώνει· μεγαλώνει ώρα την ώρα. + +Τα ξέρω πια πως θα πεθάνω. Θεοφάνερα το βλέπω. Θα πεθάνω μόνο και +μόνο γιατί φοβούμαι πως θα πεθάνω. + +Ο καταραμένος ο μουσαφίρης! Εκείνος όλα τα φταίει. + +Γίνεται τέτοιο πράμα; Εγώ, εγώ να φοβούμαι; Εγώ να τρέμω; Εγώ να +πιστέβω σ' αφτά και να πεθάνω γιατί τα πιστέβω; Δε γίνεται. Να +συλλογιστώ, νάρθω στο νου μου. Δεν μπορώ. Είναι αλήθεια που δεν +μπορώ; Και γιατί, γιατί; Τι ανεξήγητο που είναι! Διάβαζε, σπούδαζε +στα βιβλία, δυνάμωνε τα μυαλά σου· ύστερα να που κατάντησες· ακούς +και πιστέβεις τέτοια παραμύθια! Και ποιος αφτός; Εγώ δα που και τόσο +θρήσκος δεν είμαι, δεν είμαι διόλου. + +Ίσια ίσια για τούτο. Είμαι τώρα μόνος και φοβούμαι. + +Μόνος ολομόναχος. Ο κόσμος και γω. Τίποτις άλλο. Στον ουρανό +κανένας! + +Και τι πειράζει; Ας είναι ή ας μην είναι στον ουρανό κανένας, όπως +κι αν το πάρης, ή έτσι ή αλλιώς, η ιδέα μου αφτή πως θα πεθάνω, +γιατί καθήσαμε στο τραπέζι δεκατρείς, μπορεί να είναι μπόσικη. Και +μήπως δεν το βλέπω πως είναι παραμύθια; Παραμύθια φερμένα και ποιος +ξέρει από πού; Από την Εβρώπη; Και τα πιστέβω; Φτάνει πια. Πρέπει να +φανώ άντρας. Τι; δεν το κατώρθωσα ακόμη να τα ξεφορτωθώ, να τα +ξετινάξω αφτά τα παιδιακήσια που είναι ντροπή; + + — Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς... + +Μου έμαθε η μάννα μου να το λέω. Ας το πω και τώρα, να με σώση· τι +πειράζει; Όχι! δεν έχει δύναμη να με σώση, αφού δεν πιστέβω. +Τέλειωσε! Θα πεθάνω. + +Πρέπει, πρέπει με κάθε τρόπο να πιστέψω. Ας ξανακάμω την προσεφκή +μου. + + — Πάτερ ημών... + +Αχ! δε μ' ακούει! Δε θα μ' ακούση. Δε θέλει να μ' ακούση. + +Να όμως που κάτι νόημα έχουν κι αφτά τα παραμύθια. Πες τα ανόητα όσο +θέλεις· σε κυνηγούν όπου πας, σε παραζαλίζουνε, σου βάζουν άνω κάτω +το κεφάλι και γίνεται τότες το κακό. Νομίζεις πως κάτι θα τύχη, και +τυχαίνει, γιατί το νομίζεις. + +Τρεις ήμισυ. + +Χτύπα, χτύπα, καρδιά μου, και σπάσε σαν το ρολόγι. + +Έπρεπε νάχω τίποτις απάνω μου, κανένα φυλαχτό, ό τι κι αν είναι. +Τόχεις και σου δίνει θάρρος και σε προφυλάγει. Να το πιάσω, να το +βαστάξω, να μη φύγη. + +Αχ! τι σκουπίδι που είναι ο άθρωπος! Ναι! το θάρρος είναι που του +λείπει. Δε θέλει μοναξιά· είναι γεμάτος αγάπη και πόνο, έχει +απέραντη καρδιά κι όλα τα ζωντανέβει και σ' όλα μέσα βάζει την ψυχή +του. Νομίζει πως όλα έχουν την ίδια ψυχή και πως από παντού βγαίνει +θλίψη ή χαρά. + +Και ποιος ξέρει αν έχει λάθος! + +Να που έβλαψε, να που μπορεί κ' ένα νούμερο να βλάψη. + +Τέσσερεις παρά κάρτο. + +Έρχεται ο Χάρος και του κάκου! + +Όλα, όλα τα ξαναβλέπω με μιας. Τα χαρούμενά μου τα νιάτα, τη ζωή μου +από παιδί. Κάθουνταν ο παπούς απάνω στο σοφά και μ' έπαιρνε στη +γούνα του μέσα και κρύφτουμουν και γελούσε ο παπούς! Αχ! όλα, όλα τα +θυμούμαι. Πόσο μ' αγαπούσε! Κάτω, εκεί κάτω στον μπαξέ μας, τι +πρασινάδα που είταν! Πήγαινα κ' έτρωγα ερίκια. Άγουρα τα διάλεγα και +μου άρεζαν. Όχι! κι από το παράθυρο να σκύψω να διώ, δεν τα βλέπω +πια τα δέντρα και τις πρασινάδες. Είναι νύχτα παντοτεινή για μένα. +Αχ! τι καλός, τι ωραίος που είναι ο ήλιος! + +Δε θέλω! Δε θέλω! + +Κάτασπρο το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Φαίνεται πως έτσι θα πεθάνω, +χτυπώντας χτυπώντας η καρδιά μου, ώςπου να πιαστή η αναπνοή μου. +Πιάνεται. Ο Χάρος με πλακώνει..Το κεφάλι μου θα γίνη φλόγα. + +Ναι, σαν είμουνα παιδί! Μπας και μου τάμαθε ο παπούς τέτοια +παραμύθια; Κ' έλεγα πως μ' αγαπούσε! Τι αγάπη είναι αφτή; Και πώς +δεν πεθαίνει τώρα, σα μ' αγαπά, για να γλυτώσω εγώ; + +Τέσσερεις. + +Να σκοτώσω κανέναν κ' έτσι να γλυτώσω. + +Πρέπει να πεθάνη ο μουσαφίρης. + +Να, τώρα, γρήγορα θα πιαστή και το κεφάλι μου. Ίδρος, κρύος ίδρος με +περεχύνει. Αφού πιαστή και το κεφάλι μου, δε θα νοιώθω τίποτις πια, +δε θα νοιώθω τον πόνο. Θα ψυχομαχώ. + +Να φωνάξω, νάρθη κανένας! Δεν έχω φωνή. + +Να σηκωθώ, να τρέξω, να φύγω. Δεν μπορώ. Πιάστηκαν τα πόδια μου από +το φόβο. — Έχω πιστόλι στο σερτάρι. Για να δω! + +Τέσσερεις και κάρτο. + +Θέλω να καθήσω ήσυχα στο κρεββάτι, να μετρήσω τα καρδιοχτύπια μου +ένα ένα, ώςπου να σωθούνε. Να κάμω κουράγιο. Τι να παλαίβω τώρα; +Έγινε πια το κακό. Σε λίγη ώρα... + +Είναι σαν τα κύματα που τρεμοπηδάνε. Φούσκωσε η θάλασσα και θα με +πνίξη. + +Λίγο λίγο. + +Πόσο έχω ακόμη; + +Να τελειώση αφτό το βάσανο πια. Όταν πεθάνω, θα πεθάνη κι ο φόβος +μαζί μου. Έτσι θα γλυτώσω. + +Πού κοιμάται ο μουσαφίρης; + +Τέσσερεις ήμισυ. + +Να σηκωθώ! Κάπου να πάω. Να βγω όξω από το σπίτι, να μην είμαστε +μέσα δεκατρείς. Μούδιασε η καρδιά μου και δεν μπορώ. Είμαι του +Χάρου. Δε θα με λυπηθή και κανένας; Γίνεται να πεθάνω, που έχω τόσα +να κάμω, που έχω τόσα στο νου μου; Όχι! τέτοιο άδικο πράμα δε +γίνεται! Σηκώνουμαι και παλαίβω και σκοτώνω. Ο καταραμένος ο +μουσαφίρης! Έχω δύναμη ακόμη. Νοιώθω πως έχω. Θα σηκωθώ. Να πεθάνη +αφτός, μια πιστολιά και σώνει, να ησυχάσουμε όλοι. Να μπουν όλα σε +τάξη. + +Αχ! να μπορούσα μόνο να κουνήσω το πόδι! + +Ή να σκοτωθώ, να τελειώση; + +Μ' έπιασε, μ' έπιασε ο Χάρος και με βαστά. + +Πέντε παρά κάρτο!...» + +Ξύπνησα τότες με τα σωστά μου. Είταν η ώρα οχτώ. Είχα φανταστή στον +ύπνο μου μέσα πως ξυπνούσα. Κοντέβουν τώρα δέκα χρόνια που είδα το +φοβερό αφτό τόνειρο και τόγραψα αμέσως το πρωί, να το θυμούμαι. Τι +καλά που περνούσαμε τότες στο σπίτι μας στην εξοχή! Ζούσε ο καλός +μου ο παπούς. Πρόπερσι πέθανε ο καημένος, εκατό χρονώ γέρος. Δεν +είμαστε πια στο τραπέζι δεκατρείς όταν έρχεται ο μουσαφίρης. + +Παρίσι, 1891. + + + +Ο ΜΑΓΟΣ {94} + + + +Μια φορά κ' έναν καιρό, είτανε μια μικρή, μικρούτσικη χώρα. Αχ! τι +χάρη που την είχε η μικρούτσικη πολιτεία. Τι νόστιμοι που είταν οι +μικροπολίτες! Πόσο μπόι λες τάχατις να είχαν; Οι μικροπολίτες είταν +κοντούτσικοι, ψιλούτσικοι, ομορφοκαμωμένοι κ' ίσια μ' ένα δάχτυλο +μεγάλοι. Είχαν κάτι πρόσωπα σοβαρούτσικα και χλωμά, με μυτερά μυτερά +μουστακάκια. Μα τι ωραιούτσικα μουστακάκια που τα είχαν! Κάποτες +ζάρωναν τα μαβρούτσικά τους τα φρύδια και νόμιζες πια πως μεγάλα +πράματα συλλογιούνταν. Η φορεσιά τους είτανε μια χαρά· φορούσαν κάτι +στενούτσικα πανταλονάκια, σουρτουκάκια σαν τα δικά μας κι +αψηλούτσικα γυαλιστερά καπέλλα. Τους έβλεπες και τους αγαπούσες. +Έπρεπε όμως νάχης καλά μάτια να τους διής. Έγραφε η ιστορία πως οι +πατέρες τους είτανε γιγάντοι κ' είχαν κάμει παιδιά νάνους. Δεν ξέρω +να σας πω αν οι μικροπολίτες είταν από γεννήσιο τους μικροί ή αν +εκεί που έπρεπε να μεγαλώσουνε, δε μικραίνανε λίγο λίγο, ώςπου με +τον καιρό να καταντήσουν πια τζουτζέδες. Ένα μόνο ξέρω, δεν +τόννοιωθαν οι μικροπολίτες πως είτανε μικροί κ' έτσι δεν το είχαν +και καημό. Μήτε τόβαζε ο νους τους, και τόβλεπες αμέσως από το +περπάτημά τους. Είταν πολύ περίεργο το περπάτημά τους· περπατούσαν +πηδηχτά πηδηχτά, όμως με κάποια περηφάνεια και τη μύτη πάντα ψηλά. +Θωρούσες ένα μικροπολίτη και στοχάζουσουν πως ερχότανε βασιλιάς. + +Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Σεργιάνιζαν όλη +μέρα στους δρόμους, συχνοχαιρετιούνταν, έκαμναν κοπλιμέντα και +τσιριμόνιες, κουβέντιαζαν ως και με τα χεράκια τους, μιλούσανε, +γελούσανε, φιλοσοφούσαν αναμεταξύ τους. Έπειτα ο καθένας, σαν κάτι +πιο καμαρωμένος, πήγαινε στο μικρούτσικό του το σπιτάκι κ' έγραφε +μάνι μάνι ένα βιβλίο. Τι λες νάγραφε μέσα στο βιβλίο; Οι +μικροπολίτες γράφανε βιβλία ο ένας για τον άλλον. Φαίνεται πως στη +Μικρόπολη είχε μεγάλα κεφάλια πολλά. Άξαφνα διάβαζες πως ο τάδε +μικροπολίτης είταν ο πιο περίφημος ιστορικός του κόσμου, ο τάδε πάλε +πως είταν ο πιο τρομερός ποιητής που μπορεί κανένας να φανταστή. +Άξαφνα διάβαζες και το εναντίο. Ο ίδιος ο μικροπολίτης έγραφε +δέφτερο βιβλίο και σου ξηγούσε πως ο μεγαλήτερος ποιητής κι ο πιο +περίφημος ιστορικός δεν είταν ο πρώτος που είπε, μα ένας άλλος, και +παστρικούτσικα σου έλεγε και το λόγο. Κάθε τόσο σου έβγαζαν και +κανένα φωστήρα στη μέση· ο τάδες έκαμνε αμίμητους στίχους· ο άλλος, +άμα που φάνηκε, τάβαλε πια όλα σε τάξη, τάσιαξε όλα· αμέσως βρήκε τι +γλώσσα και τι μέτρο θέλει η τραγωδία, τι μέτρο και τι γλώσσα η +κωμωδία. Ο τρίτος δίδασκε με τι τρόπο πρέπει να γράφεται η ιστορία, +με τι τρόπο η μυθιστορία. Ένας άλλος είταν πια αλήθεια κριτικός, μα +τι κριτικός! κριτικός με τα σωστά του, κι από τα βιβλία του έφεγγε +τέχνη, έφεγγε επιστήμη. Οι μικροπολίτες τραγωδία δεν είχανε, μήτε +κωμωδία, μήτε ιστορία, μήτε μυθιστορία, μήτε κρίση, μήτε επιστήμη, +μήτε τέχνη. Μα δεν πείραζε. Είχαν ένα σωρό κριτικούς, κωμικούς, +τραγικούς και σοφούς. Μπρε παιδιά! αφού σας το λέω· Όλα βρίσκουνταν +εκεί μέσα, στην αιώνια Μικρόπολη, και δεν είχες ανάγκη να γυρίσης +τον κόσμο και να γυρέψης αλλού πουθενά ποιητάδες ή φιλοσόφους. + +Οι μικροπολίτες παινούσαν ο ένας τον άλλονα· μη νομίζης όμως πως +είταν από καλοσύνη. Το πουλάκι το γλυκό που λέγεται καλοσύνη, το +πουλάκι που και το ίδιο μαγέβεται με το κελάδημά του, δεν +πολυτραγουδούσε μέσα στην καρδιά τους. Το στηθουλάκι τους είτανε +μικρουλό, σαν κάτι στενούτσικο το κλουβί, και δε χωρούσε μέσα ταγαθό +το πουλί μας. Αγάπη στα σπλάχνα τους δεν είχαν οι μικροπολίτες· δε +ζεσταίνουνταν η ψυχή τους, δεν τους έβλεπες να κλαιν ή και να +δακρίζουν, όταν καμιά ιδέα μεγάλη, μ' όλη της την ομορφιά, +ξεφανερώνουνταν μπροστά τους. Παινιούνταν αναμεταξύ τους, γιατί +ήθελε ο καθένας κάτι να φανή· παινούσε για να τον παινέσουν. Πού +καιρός για δάκρια; Πού καιρός για καλοσύνη; Ο καθένας δεν είχε άλλο +στο νου του παρά το χαδεμένο του το εγώ. + +Καλοσύνη δεν ήξεραν οι μικροπολίτες, κ' ίσως για τούτο δεν είταν και +τα βιβλία τους καλά. Δεν ήξεραν καλοσύνη, κ' έτσι δεν μπορούσανε να +διούν αν και παρέξω απ' αφτούς δεν είταν καμιά ωραιότητα στον κόσμο, +δεν μπορούσανε να τη χαρούνε — δε χαίρουνταν ωραιότητα καμιά, κ' +έτσι τους είταν αδύνατο και να καταλάβουν τι είναι ωραίο και τι δεν +είναι — δεν το καταλάβαιναν, κ' έτσι τους είτανε δύσκολο να +προκόψουν και κείνοι· δεν πρόκοφταν, κ' έτσι δε μεγάλωναν και πολύ. +Ο νους κ' η καρδιά πάνε συχνά ταίρι ταίρι· έχει κι ο νους καλοσύνη +δική του· δεν είναι μόνο της καρδίας η καλοσύνη. Είναι και του νου, +φτάνει να μην τον κλειδώνης· φτάνει, κι ο νους σου ναγαπά + +Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Τόσο, που δεν +κατώρθωναν όλα να τα κάμουν. Είταν πάντα σαν ανταρεμένοι. Έτρεχαν +και φιλονικούσαν. Έφτειαναν όλο κάτι χρυσούτσικες στάτουες, με το +πρόσωπο του καθενός μικρωμένο, που γυάλιζε σαν ψιλό ψιλό διαμαντάκι +και που μπορούσε μόλις να το πάρη το μάτι. Αφιέρωνε μια στάτουα ο +ένας ταλλουνού· ή την πετούσε πάλε ο ένας σταλλουνού το κεφάλι. +Τέτοιες είταν οι δουλειές τους. Τι κρίμας που δεν έχω απάνω μου +καμιάν απ' αφτές τις στάτουες τις χαριτωμένες, να σας τη δείξω, να +διήτε τι μικρές, τι νόστιμες αλήθεια που είτανε. + +Οι μικροπολίτες μιλούσανε μια πολύ παράξενη γλώσσα. Συνήθιζαν κάτι +λέξες που τις είχαν πρώτα, οι πατέρες τους, οι γιγάντοι. Μα όταν +έβγαιναν από το μικρούτσικο τους το στοματάκι φάνταζαν πολύ +περίεργα. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν οι μικροπολίτες να πουν τα +πράματα νέττα σκέττα. Ξεσκάλιζαν και κάτι παλιούς τύπους μέσα στα +βιβλία και καμάρωναν. Οι μικροπολίτισσες — αχ! τι άσκημα που το λέω! +— αι μικροπολίτισσαι — όχι δα! έκαμα πάλε λάθος — αι μικροπολίτιδες +_ λίαν εγοητεύοντο _, και την ώρα που τους άκουγαν και κατόπι, που +θυμούνταν τα λαμπρούτσικά τους τα λόγια — να το πούμε όπως πρέπει, +_λίαν εγοητεύοντο και ακούουσαι και ακηκυίαι _. Οι μικροπολίτες +έγραφαν και μιλούσαν όλη μέρα. Συχνά δεν καταλάβαινε ο ένας τον +άλλονα. Τι τύχη, αλήθεια, που την είχαν! Κάποτες ο μικροπολίτης δεν +καταλάβαινε κι ο ίδιος τι έγραφε. Δεν είναι τύχη κι αφτό; + +Οι μικροπολίτες είχαν ψιλή, ψιλούτσικη φωνή. Έλεγες και +τραγουδούσαν. Είταν όλοι τους τενόροι. Δεν ξέρω τι είχαν πάθει οι +μικροπολίτες. Δεν άκουγες όμως για κανένα μικροπολίτη, νάκαμε ποτέ +του παιδί. + +Έτσι ζούσαν οι μικροπολίτες, έτσι ζούσαν και βασίλεβαν αναμεταξύ +τους. Ζούσαν ήσυχα και παινεμένα και δε γήραζαν. Οι μικροπολίτες δε +μοιάζανε με κανέναν άλλο λαό. Τι περίεργη ιστορία! Άμα έρχουνταν +κανένας ξένος στη Μικρόπολη, όσο μπόι κι αν είχε, γίνουνταν αμέσως +άφαντος ο ξένος. Οι μικροπολίτες ανέβαιναν απάνω του και τον +αποσκέπαζαν τον κακορρίζικο. Ο ένας κάθουνταν απάνω σταφτί του, ο +άλλος απάνω στο μύτη του, ο άλλος στο μάτι του ή στο δάχτυλο του. +Κοίταζε τότες ο καθένας καλά και δεν έβλεπε παρά το δάχτυλο, το +μάτι, ταφτί ή τη μύτη. Συλλογιούνταν τότες ο καθένας με το νου του· +«Αφτουνού όλα του λείπουν. Έχει μόνο τη μύτη, ταφτί, το μάτι ή το +δάχτυλο. Δε μας αξίζει». Ποτέ τους οι μικροπολίτες δεν είδαν +αλάκαιρο τον άθρωπο. Οι μικροπολίτες οι καημένοι είχανε μικρό, +μικρούτσικο μυαλό, στενό, στενούτσικο κεφαλάκι. Μα ας ταφήσουμε πια. +Τι; Θα τους κατηγορήσουμε τώρα; Οι μικροπολίτες είναι δικοί μας, ας +είναι και δασκάλοι. Μήπως δεν έχει κάθε έθνος τους δικούς του; Εγώ +τους γνώρισα τους μικροπολίτες και τους αγαπώ. Κάμποσο διασκέδασα +μαζί τους. Είχαν αλήθεια πολλή χάρη και νοστιμάδα. + +Πόσο βάσταξε η Μικρόπολη, δεν το ξέρω να σας το πω. Κανείς στον +κόσμο δεν είδε ποτέ τους μικροπολίτες, κ' έτσι δεν μπόρεσε να πη +κανείς πόσο έζησαν τα μικρουλάκια. Διάβασα όμως στα βιβλία πως μια +φορά ήρθε στον τόπο τους ένας μάγος. Είταν πολύ καλός άθρωπος και +του άρεζε να σπουδάζη και να μαθαίνη. Έλεγαν πως είτανε μάγος, γιατί +είχε πάντοτε στην τζέπη του ένα γυαλί, μα την αλήθεια! ένα παράξενο +γυαλί, χοντρό στη μέση και στις άκρες ψιλό, ξεστρογγυλωμένο με +τέχνη, λαμπερό και πολυδουλεμένο. Ο μάγος με το γυαλί του +προσπαθούσε να διή τους μικροπολίτες. Έβαζε το γυαλί και δος του +κοίταζε όσο μπορούσε. Αχ! τι παράδοξο πράμα που ακουλούθησε τότες! +Τι πρωτάκουστο ιστορικό! Τι περίεργο γυαλί που είταν εκείνο! Όσες +αχτίδες είχε ο ήλιος, όσες αχτίδες σκόρπιζε απάνω στη γις, τις +έπαιρνε το γυαλί, τις περιμάζεβε μέσα του, τις συγκέντρωνε, τις +έκαμνε μια φλόγα μοναδική. Οι μικροπολίτες έλιωναν έλιωναν ένας +ένας· φαίνεται πως τους έκαιγε το γυαλί, και δε βαστούσε το τρυφερό +τους το πετσάκι σε τέτοια φωτιά. Έτσι αφανίστηκαν όλοι κ' έμεινε η +χώρα άδεια μια στιγμή. Τότες όμως από τους βράχους, από τα βουνά κι +από τις πεδιάδες, από τα περιγιάλια κι από τα χωριά γύρω γύρω, +προχωρούσαν άλλοι μικροί, μικρούτσικοι αθρώποι κι αφτοί, που δε +φαίνουνταν πριν. Είταν προστυχοντυμένοι και ντροπαλοί. Έννοιωθαν πως +είχε ήλιο στη χώρα, κ' έρχουνταν τώρα ο καθένας να χαρή τη ζωή και +το φως. Οι χωρικοί, λέει, δε φοβούνται τον ήλιο κ' η ζέστη τους +αρέσει. Τους κοίταζε πάλε ο μάγος με το γυαλί του. Αχ! τι περίεργο +γυαλί είταν εκείνο! Αντίς να διή τα προσώπατα μόνο, έβλεπε, μέσα στο +ψιλούτσικο, στο λιγνούτσικό τους το κορμί, την καρδιά και το μυαλό. +Μεγάλωναν οι καρδιές λίγο λίγο με το γυαλί, μεγάλωναν και τα μυαλά. +Αφού μεγάλωσαν οι νούδες, μεγάλωσαν πια τότες κ' οι αθρώποι. Να +πούμε την αλήθεια, δεν έγινε το πράμα με μιας. Ίσως τους έδειχνε το +γιαλί όχι όπως είταν εκείνη την ώρα, μα όπως θα γίνουνταν κατόπι. +Όσο τους κοίταζε ο μάγος, τόσο έρχουνταν έρχουνταν οι χωρικοί ο ένας +απάνω στον άλλονα, χαρούμενοι και τρεχάτοι, στη Μικρόπολη μέσα. + +Έτσι με τον καιρό έγινε πια κ' η Μικρόπολη Μεγαλόπολη σαν τις άλλες. +Έγιναν κ' οι χωρικοί μεγαλοπολίτες. Οι μεγαλοπολίτες είχαν και +κείνοι κάμποση δουλειά. Πρώτη φορά θωρούσαν τον κόσμο κ' ήθελαν όλα +να τα πούνε, να τα πουν όλα με μιας. Οι μεγαλοπολίτες όμως λαλούσαν +τη γλώσσα που λαλούνε στους κάμπους και στα βουνά. Έτσι, λέω, να το +πιάσουμε και μεις γιατί κ' η ψυχή της Ρωμιοσύνης πώς θα κάμη, πώς θα +φανή, αν της σηκώσουμε τη φυσική λαλιά της; Φτάνει να μας αφήσουν +ήσυχους οι δασκάλοι και να μη χαλνούν τη γλώσσα του κάμπου και του +βουνού. Ψυχή και γλώσσα είναι το ίδιο. + +Τι λες τώρα να σημαίνη αφτό το παραμύθι: Είναι αξιόλογο παραμύθι και +μπορεί ο καθένας όπως θέλει να το πάρη· ο καθένας μπορεί να πη πως +είναι ίδιος του μεγαλοπολίτης και μικροπολίτες οι άλλοι. Είναι +μαργιόλικο παραμύθι κ' έχει το νόημά του κι αφτό. Η ποίηση κ' η +φιλοσοφία, το δράμα και τα ρομάντσα, η φιλολογία, σαν που λέμε, +είναι το γυαλί. Κι ο Μάγος πάλε ποιος να είναι; Οι μάγοι είναι +πολλοί. Μάγος είναι όποιος ξέρει και βλέπει με το γυαλί. Είναι πολύ +σημαντικό πρόσωπο και πιάνει και τον τόπο του. Πώς έγινε η Ελλάδα +μεγάλη στα χρόνια τα παλιά; Τάχα μήπως με τι δύναμη νίκησε στους +μηδικούς πολέμους; Νίκησε τάχα με τα όπλα ή με τα έργα που είχε +βγάλει και που έβγαζε ο νους της; Εγώ νομίζω πως ο Λεωνίδας, όταν +πάλαιβε στις Θερμοπύλες, πάλαιβε για την Ιλιάδα, πάλαιβε για να +διαφεντέψη τους αρχαίους μας τους ραψωδούς· εγώ νομίζω πως οι δικοί +μας, όταν πάλαιβε το Μεσολόγγι, πάλαιβαν και κείνοι για τα τραγούδια +του λαού μας, που τα τραγουδούσαν τότες τα βουνά. Για να βγη +ανεξάρτητο ένα έθνος, για να καταλάβη πως υπάρχει, πρέπει να το φέρη +πρώτα η ποίηση που θρέφει στα σωθικά του, ύστερα το σπαθί. Ο μόνος ο +νικητής είναι ο μάγος, γιατί ο μάγος, άμα φανή, βλέπει μέσα στου +λαού την καρδιά. Δε βλέπει τους άλλους, τους κουρδισμένους, τους +τσιτωμένους, τα ψέφτικά ταθρωπάκια. Χάνεις τον κόπο σου να γυρέβης +να τα διής. Ο μάγος βλέπει το έθνος, και τότες πια και το έθνος +βλέπει το ίδιο τι είναι, βλέπει τι αξίζει. Η ψυχή του μεγαλώνει και +γίνεται φανερή. Τέτοια πανάγια δουλειά κάμνει η φιλολογία, η ελαφρά +φιλολογία, που δεν είναι λαφριά και που δεν είναι μπόσικο +παιχνιδάκι. Φτειάνει έθνος και φωτίζει από μέσα τους λαούς. + +Παρίσι 1891. + + + +ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ {95} + + + +Το μικρό το παραμυθάκι — Ο Μάγος — ταφιέρωσα τότες στον Τρικούπη, κι +αφτό λέει τακόλουθο γραμματάκι μου στο Δροσίνη. + +Ελπίζω καμιά μέρα να πω περισσότερα για τον Τρικούπη απ' όσα +προφταίνω να πω εδώ, που δεν είναι κι ο τόπος. Όταν του αφιέρωσα το +Μάγο, δεν τον είχα δει ακόμα. Τον είδα, σα γύρισα στην Αθήνα, στα +1893. Θυμούμαι μια φορά που ήρθε να μου κάνη βίζιτα στη Βιχτώρια — +εκεί κατέβηκα — κι άλλη μια φορά που πήγα σπίτι του, στο γραφείο του +κάτω· και τις δυο φορές καθήσαμε πολλή ώρα μαζί και μιλήσαμε +κάμποσο, για πολλά πράματα, εννοείται και για τη γλώσσα. Και την +πρώτη φορά και τη δέφτερη, απόρησα με την εφκολία που καταλάβαινε +αμέσως ό τι του έλεγες· τάρπαζε ο νους του αμέσως, ως και κάτι +γλωσσολογικά που είναι κάμποσο δυσκολούτσικα για ένανε μάλιστα που +δεν καταγίνεται σ' αφτά. Τον είδα, προτού φύγω, κι άλλη μια φορά. Δε +θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Είτανε χορός στη ρούσσικη Πρεσβεία, ο +βασιλιάς, η βασίλισσα, τα βασιλόπαιδα, κόσμος και κόσμος. Χορέβανε, +γελούσανε, διασκεδάζανε, λαλούσανε για χίλια δυο πράματα, και +φυσικά, όπως τυχαίνει στους χορούς και στους σουαρέδες, μεγάλα +πράματα δε λέγανε. Να πω την αλήθεια, με πήρε βαριομάρα τρομερή, μου +ήρθε μάλιστα και πλήξη. Σέρνουμουν εδώ και κει, δεν ήξερα τι να +κάμω, καμιά όρεξη δεν είχα για κουβέντες· με ποιόνα και για τι +αντικείμενο; Άλλο δε γύρεβα παρά να φύγω, δεν το κατόρθωσα όμως, και +πήγα τουλάχιστο να τραβηχτώ σε μια κοχίτσα, να συλλογέμαι τα δικά +μου. Άρχιζε τότες στην καρδιά μου να τρέμη _ Τόνειρο του Γιαννίρη _, +και στη γωνιά που κάθησα, μου φάνηκε σα να είμουνα μόνος. Άξαφνα, +μέσα στην πολυκοσμία, στις φωτοχυσίες, βλέπω δυο μάτια, μεγάλα +μεγάλα κι ολόμαβρα. Είχαν εκείνα τα μάτια τόσο φως που θαρρούσες κ' +έφεγγαν αφτά μονάχα. Είταν ο Τρικούπης. Ο Τρικούπης, αψηλό ανάστημα +δεν είχε· συνήθιζε μάλιστα κ' έσκυβε λιγάκι το λαιμό του προς το +στήθος. Στέκουντα λοιπόν ακκουμπισμένος στον τοίχο, με τις πλάτες +κατεβασμένες, κ' έτσι, μέσα στο πλήθος, δεν έβλεπες παρά το κεφάλι +και τα μάτια. Όμορφος βέβαια δεν είτανε· μα τέτοια μάτια, και τα +αμορφότερα παλληκάρια δεν τάχουνε. Τι δεν έλεγαν τα μάτια εκείνα; +Γεμάτα γεμάτα λογισμούς, γεμάτα όνειρα, γεμάτα θέληση και λύπη +συνάμα· σου έδειχναν τα μάτια του εκείνα τι ποθούσε να κάμη μια μέρα +την Ελλάδα, σα να τόννοιωθε πως δε θα μπορούσε. + +Ανατρίχιασα. Δεν του μίλησα εκείνη τη βραδειά. Τα μάτια του όμως +πολλές φορές τα θυμήθηκα. Δεν ξέρω αν ο Τρικούπης έκλαιγε· είταν +άντρας. Μα βέβαια πως τα μάτια του τα ωραία και τα συλλογισμένα, θα +τα θόλωσε λύπη ακόμα πιο πικρή παρά τη βραδειά που τον είδα, την ώρα +τη θλιβερή, που από την Ελλάδα μακριά μακριά, έμεινε ολομόναχος, +παραιτημένος, καταφρονεμένος, την ώρα που κατάλαβε τον τόπο τον +αχάριστο και που για πάντα σβήσανε τα μάτια του τα μεγάλα. + +Θαρρώ πως κάποιο χρέος να τα θυμάται έχει σήμερις κ' η Ελλάδα. + +1 του Σταβρού, 1901. + +Φίλτατε Δροσίνη, + +Θυμάσαι τους μικροπολίτες; Δεν ξέρεις τι μπελά που μου δίνουν! Οι +φίλοι μου γυρέβουνε να τους πω τι νόημα έχει το παραμύθι· τους +αποκρίνουμαι πως προσπάθησα να τους το ξηγήσω όσο μπόρεσα πιο +παστρικά στο τέλος του παραμυθιού. Όχι! λένε, δεν τους φτάνει. Ο +καθένας το παίρνει διαφορετικά. Και τι θα πη τούτο; και τι θα πη +εκείνο; Και γιατί και πώς καταστράφηκαν οι μικροπολίτες; Και να μην +είταν από τις πολλές φωνές; Και γιατί και πώς κάθουνται στη μύτη του +ξένου και δε βλέπουν παρά τη μύτη; Και τι σημαίνει το κάτω κάτω; Να +σου πω την αλήθεια, ζαλίστηκα και μ' έπιασε φόβος, μπας και δε +βγαίνει αμέσως το νόημα; Άρχισα πια κι ο ίδιος να το μελετώ. Λίγο +λίγο κατάλαβα· κατάλαβα πως το παραμυθάκι δεν έχει μόνο φιλολογική +σημασία· μπορεί νάχη και πολιτική. Για τούτο σήμερα και γω αποφάσισα +να ταφιερώσω ενός Μεγαλοπολίτη — του Τρικούπη. + +Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ + + + +OΝΕΙΡΕΒΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ {96} + + + +Είναι απλό γράμμα. Δεν το βάζω με τα ιδιαίτερα γράμματα, παρακάτω, +γιατί μπορεί νάχη και κάποια φιλολογική σημασία. Τουλάχιστο, έτσι +έλεγε τότες ο Γαβριηλίδης που το δημοσίεψε· είπε μάλιστα, και πολύ +κολακέφτηκα, πως αξίζει να το _ μελετήσουνε _ και να _ το +προσέξουνε_. + +Ο φίλος μου ο Στέφανος Στεφάνου μου είχε στείλει κάτι ποιήματά του +τυπωμένα στην _ Ακρόπολη _. Μου άρεσαν και του έγραψα τα λίγα λόγια. + +Αξιότιμε κύριε Στεφάνου, + +Πολύ ωραίος είναι της συλλογής σας ο τίτλος! _ Ονειρεύουνται τα ρόδα +_ · Les roses sont en train de rêver, γιατί έτσι μου φαίνεται πως +πρέπει να μεταφραστή. Τον είπα σε μερικούς φίλους μου, απ' αφτούς +τους συβολιστάδες{97} που αγαπάτε, και τους άρεσε πάρα πολύ. Είναι +ωραίος, γιατί πρώτη φορά, αν έχω καλό μνημονικό, βάλατε ρήμα αντίς +όνομα, κ' έτσι με τον ενεστώτα μοιάζει σα να μην έχη τόνειρο +τελειωμό, και τέτοια βέβαια είταν η ιδέα σας. Πολύ σωστή. Πολύ σωστά +κι όσα μου γράφετε για λέξες μεσαιωνικές ή μάλιστα και παλιότερες. +Να σας πω την αλήθεια, είναι καιρός τώρα που προσμένω να μας βγη +κανένας ποιητής, που να μελετήση κατάκαρδα τα μεσαιωνικά μας αφτά +ποιήματα· νομίζω μάλιστα πως μπορούμε, και κάποτες έχουμε χρέος, +όταν το φέρη η σειρά του λόγου, να παίρνουμε καμιά λέξη αρχαία, +εννοώ της κλασσικής εποχής, να την κεντήσουμε πουθενά με τις άλλες, +φτάνει να είναι κι ο τύπος της δημοτικός σαν τους άλλους. Μα δε +σώνει ακόμη κι αφτό και μια συνηθισμένη, κοινή, δημοτική λέξη, +μπορεί άξαφνα, εκεί που πρέπει, να δείξη πως έχει μέσα της, ακόμη +και τώρα, την πρώτη ψυχή της, το πρώτο της νόημα. + +Ξέρετε πως ο Racine κι ο Corneille και πολλοί άλλοι της ίδιας εποχής +λένε charme ή charmante, για να πουν εκείνο που σημαίνει και το +λατινικό carmen=τραγούδι μάγου ή μάγισσας που _ ξελλογιάζει +(θελκτήριος επωδή) _. Κ' έτσι βγαίνει σωστά το νόημα του στίχου της +Φαίδρας + +Quel charme l'attirait sur ces bords redoutables· + +Σήμερα όμως κι ακόμη σε κείνα τα χρόνια, δεν έχει και δεν είχε η +λέξη charmer την ίδια δύναμη. Νομίζω το λοιπόν πως μόλον τούτο +μπορούμε να της δώσουμε μια τέτοια σημασία ακόμη και τώρα, αν το +φέρουμε με τρόπο, π. χ. αν παρατηρήσουμε πρώτα πως υπάρχει κάποια +διαφορά μεταξύ του charmer και ravir. Αφτό το ravir είναι όλους +διόλου αντίθετο, και σημαίνει ένα πράμα που έρχεται και σε +συνεπαίρνει, ενώ το charmer κάθεται και σε τραβά. + +Δεν πειράζει και δεν έχει να πη, που λίγοι σε καταλαβαίνουν και +ξέρουνε να νοιώσουν τέτοια ψιλοψιλούτσικα πράματα, σαν τα προσέχεις +και τα βάζεις στα βιβλία σου. Η γλώσσα που γράφει κανείς πρέπει να +είναι σαν το νερό της λίμνης, που όλος ο κόσμος αμέσως μπορεί να δη +τον ουρανό που την έχει καθρέφτη, μα που λίγοι, πολλοί λίγοι +γνωρίζουν και ξεδιαλίσανε με τι στοιχεία, με τι κύματα, κι από πού +παρμένα, είναι καμωμένο το ήσυχο εκείνο της λίμνης το νερό. Έτσι και +μεις, πρέπει στη στιγμή να βλέπη ο καθένας τι θέλουμε να πούμε, να +μας έχη καθρέφτη του ο καθένας, ακόμη και σα δεν είναι άξιος ο +καθένας να καταλάβη, να ξεσκαλίση τι κρύφτουμε μέσα μας και μεις. + +Κάθε αναγνώστης δε θα παρατηρήση με τι σκοπό βάλαμε σ' ένα μέρος +charmer και στάλλο ravir. Εμείς όμως το βάζουμε, και το ύφος μας +τότες έχει μια κάποια μυστικιά δύναμη που τη νοιώθει και κείνος που +δεν μπορεί να την αναλύση. Με τον ίδιο τρόπο μου φαίνεται πως και +ρωμαίικα έχουμε το δικαίωμα να _ετυμολογούμε_ γράφοντας, κι όπως το +charme σημαίνει carmen εδώ και κει, εδώ και κει πάλε και μεις να +λέμε κάτι λέξες πολύ κοινές, μα που σήμερις άλλαξε πια το νόημά +τους, να τις λέμε όμως άξαφνα με το νόημα που είχαν πρώτα, λ χ. τη +λέξη νόστιμος και μερικές άλλες. + +Τέτοια αρχή παραδέχουνται πολλοί από τους συβολιστάδες. + +Ένας μάλιστα μεταχερίζεται πάντα το συνηθισμένο το λεχτικό και δεν +ξετρυπώνει αρχαϊκά. Ως εδώ πάει καλά. Ο λόγος είναι τώρα να δούμε αν +μπορούμε, σαν που το λέτε, να κάμουμε και κάτι παραπάνω. Όταν κανείς +γράφει γαλλικά, είναι έφκολο να δανείζεται λατινικά. Αντίς +tremblant, λέει, σα θέλει, trémulant, αντίς d'ivoire, λέει éburnéen, +κ' έγινε η δουλειά. + +Βλέπετε όμως πως είναι πάντα γαλλικά. Θέλω να πω, μ' άλλα λόγια, πως +δεν αλλάζει η γραμματική, δε χαλνά το σημερνό γλωσσικό σύστημα. + +Με τα ελληνικά όμως έχουμε άλλους μπελάδες. Να πάρουμε μιαν αρχαία +λέξη όπου κι όπως τύχη, κάποτε θα τύχη ναναγκαστούμε να πάρουμε μαζί +της και την αρχαία γραμματική, γιατί δε γίνεται και πάντα ναλλάξουμε +πολύ πολύ τον τύπο. Αδύνατο, λ χ., να πούμε _ κοπεύς _ και να το +κάνουμε _ κοπιάς _ · σα να μην πολυταιριάζη. _ Κοπέας _ ίσως. + +Τέτοια είναι η δυσκολία κ' έτσι ό τι γίνεται σε μια γλώσσα, δε +γίνεται σε μιαν άλλη. Ό τι γίνεται σ' έναν τόπο, δε γίνεται πάλε σε +κάθε τόπο. + +Να συλλογιστήτε πως οι συβολιστάδες ή συμπολιστάδες φαίνουνται +σήμερα μόνο στη Γαλλία, ύστερις από τόσους αιώνες, που κάθε χρόνο, +κάθε ώρα, μπορεί να πη κανείς, η γαλλική φιλολογία βγάζει μυριάδες +καρπούς, ύστερις, πολύ πιο ύστερις από την κλασσική της εποχή. + +Μου φαίνεται πολύ πιο σωστό, πολύ πιο αναγκαίο, πρώτα να +ταχτοποιηθούνε τα πράματα για τη γλώσσα. Κατόπι βλέπουμε. + +Εγώ νομίζω πως βρίσκεται η γλώσσα μας η φιλολογική στην εποχή που +βρίσκουνταν η γλώσσα του Rabelais και του Ronsard, μόνο με τη +διαφορά που δεν έχουμε μήτε Ronsard μήτε Rabelais. + +Κατάλαβα όμως πως του Ronsard τη δόξα κυνηγάτε. Και του Ronsard τη +δόξα πρέπει να κυνηγήσετε. Αφτός είναι πολύ σωστός σκοπός. + +Ίσως απορήσετε, και δεν τολμώ να το πω δυνατά, να μη μ' ακούσουν, +αλήθεια όμως, ποίηση δεν έχουμε ακόμη, δηλαδή έχουμε ποιητάδες, +έχουμε και ποίηση, μα η ποίηση πολλή τέχνη ακόμη δεν έχει. Οι πιο +ωραίοι μας στίχοι είναι οι δημοτικοί με τις αιώνιες δεκαπέντε +συλλαβές τους ο καθένας. Τέχνη στιχουργική δεν υπάρχει ως τώρα, +τέχνη σπουδαία που άξυστη συλλαβή δε θαφήση, και που θα δώση κάποια +σημασία ως και σ' ένα φωνήεντο. Είναι χρόνια που το είπα ενός νέου +ποιητή και νόμιζα τότες πως κάτι θα κατάφερνε κι αφτός. Η ιδέα μου +είναι πως μπορεί ο στίχος ο δεκαπεντοσύλλαβας να μείνη, μα λιγάκι να +κοπή, όπως έκαμαν κ' οι φίλοι του V. Hugo κι ο Hugo ο ίδιος με τον +παλιό μονότονο και μονόχορδο στίχο του Boileau. Έπειτα μπορεί κανείς +να κάμη χίλια καινούρια πράματα, να κονταίνη, να βραδύνη, να ταχύνη, +άξαφνα και να σπάση το μέτρο. Έχετε μερικά τέτοια που μου φαίνουνται +πολύ πιτυχημένα. + +Αν μπορείτε να το κάμετε έργο ζωής, έργο σπουδής, αν έχετε τη +θέληση, θα το καταφέρετε, γιατί απ' όπου κι αν πιάση κανείς τη +δουλειά, φτάνει να την πιάση σοβαρά και ξανανιώνει ότι κι αν πιάση. +Μου φάνηκε πως τέτοια ιδέα έχετε, και για τούτο μου άρεσαν οι στίχοι +σας και για τούτο σας φωνάζω· Ομπρός! Τους διάβασα τρεις φορές, μα +πρέπει να σας πω πως το νόημα παστρικά ακόμη δε βγήκε. Αφτό καλό +πράμα δεν είναι, και δω χρειάζεται προσοχή. Και τα δύσκολα κανείς +έφκολα πρέπει να τα λέη, και τα σκοτεινά καθαρά. + +Προσοχή, παρακαλώ, και στη γλώσσα. Τώρα ελπίζω κι άλλα καινούρια να +δούμε. + +Ο πρόθυμός σας ΨΥΧΑΡΗΣ + +Παρίσι, Δεκέβρη, 29, 1892. + + + +ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ {98} + + + +«Πες με ποιος ο γονιός σου, λέγε τόνομά σου και τον άντρα σου, να +μάθω τα χρόνια σου, γυναίκα, κι από ποια πόλη είσαι.- β. Ο Νίκαντρος +είναι πατέρας μου, πατρίδα μου η Πάρο, όνομα είχα Σωκρατέα· +πεθαμμένη, μ' έβαλε ο Παρμενίωνας ο σύζυγός μου στον τάφο· μου έκαμε +και τούτη τη χάρη, ένα μνήμα της τιμημένης μου ζωής και για τους +κατόπι αθρώπους. Και μένα, χωρίς να προσέξη το νεαρό μου βρέφος, η +πικρή Εριννύα της αιμορραγίας χάλασε το γλυκό μου το βίο. Κ' έτσι μ' +όλους μου τους πόνους δεν έβγαλα το μωρό μου στο φως, μα κάτω στην +κοιλιά μου είναι κρυμμένο με τους πεθαμμένους. Μέσα από την τρίτη +δεκάδα της ελικιάς μου, κόντεψα να προφτάξω έξη χρόνια ακόμη· κι +άφησα στον άντρα μου παιδιά αρσενική γενιά. Δυο άφησα στον πατέρα +μου και στον ποθητό μου τον άντρα. Εγώ όμως με το τρίτο μου παιδί +κέρδισα αφτόνα τον τόπο. γ. Εσύ τώρα, θεά που σ' όλους βασιλέβεις, +πολυώνυμη Κόρη, πάρ' την απ' το χέρι, πήγαινέ τηνε στων εβλαβών τον +κάμπο. Στους διαβάτες ας δώση Θεός καμιά χαρά, αφού πουν ένα χαίρε +στη Σωκρατέα κάτω στη γις {99}. + + + +ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ {100} + + + +Είταν αφτά στον καιρό που το _ Άστυ _ έβγαζε τις περίφημες τις +ιντερβιούδες του {101}. Έτρεχε ο ρεπορτιέρης από το ένα σπίτι +στάλλο, άρπαζε ό τι του λέγανε και πολύ πιο συχνά ό τι δεν του +λέγανε, κ' έτσι γιόμιζε κόλλες και κόλλες χαρτί. Ρωτούσε δηλαδή τον +καθένανε τι φρονούσε για τον τάδε πεζογράφο ή ποιητή — και σου +έβγαζε πια το άχτι του ο καθένας, που είτανε χαρά Θεού. Σ' ένα μου +άρθρο στο Παρίσι {102} — L'interview athénienne — έβαλα κάμποσα που +γράφανε ή για τους συναδέρφους ή για μένα — για μένα, πρέπει να πω, +τα περισσότερα και τα πιο κωμικά. Δεν απόρησα διόλου. Είναι πάντα +πολύ νόστιμο να βλέπη κανείς τι καταντάει μια μόδα εβρωπαϊκή σε μια +κοινωνία που δεν έχει... τα χρόνια της Εβρώπης. Άκουσαν πως κάνουνε +οι φημερίδες ιντερβιούδες στην Εβρώπη· βγήκε να κάμη κι ο Μποέμ. Και +γιατί να μην κάμη, αφού είχε κιόλας όνομα φράγκικο, Μποέμ; Πώς να μη +φανή λοιπόν τέλειος παρισιάνος και στις ρεπορταρίες του; + +Αλλού, στο Παρίσι, όπως και σ' άλλες πρωτέβουσες, αναμεταξύ τους οι +συνάδερφοι βέβαια που τρώγουνται· γίνεται όμως το πράμα πάντα με +τρόπο· μόλις θα δείξουνε τα δόντια. Εδώ είτανε σα να πήγαινες να +ρωτήξης τη γάτα τι _ φρονεί _ για το ποντίκι. Θανοίξη αμέσως το +στόμα, να το χάψη. Μπορεί πάλε νάχη το γούστο του κι αφτό· την +ειλικρίνεια. + +Ο Μποέμ και μένα με ρώτηξε τι _φρονούσα_ κτλ. Ιδέα δεν είχα να δώσω +απάντηση. Έπειτα βρέθηκε αφορμή — και προσπάθησα να δείξω πως οι +γάτες στο Παρίσι βάζουνε τουλάχιστο γυαλιά και διαβάζουνε. + +2 του Σταβρού, 1901. + + +Απάντηση στον Μπoέμ. + +_Αξιότιμε κύριε, _ + +Σήμερα το πρωί έλαβα το γράμμα σας· σήμερα το πρωί ήθελα να σας +στείλω ένα γράμμα μου και γω. Είταν έτοιμο και μου φάνηκε πως τέτοιο +μου ζητήξατε. Το βάζω μέσα στον ίδιο πλίκο. + +Σας παρακαλώ να μου στείλετε όσους αριθμούς βγάλατε ως τώρα με +ιντερβιού. Ο πρώτος έλεγε μερικά άτοπα για μένα, κι ο δέφτερος +ακόμη. Θα μου άρεζε να διώ τι λεν κ' οι άλλοι. + +Διόρθωση δε γυρέβω· σας παρακαλώ όμως πολύ να κάμετε προσοχή να μην +έχη λάθη τυπογραφικά. Τα καλλιγράφησα όσο μπόρεσα. + + Ο πρόθυμός σας. + + +Απάντηση στο Άστυ {103}. + +_Αξιότιμε κύριε Άννινε, _ + +Έτυχε σήμερα το πρωί να πάω στου ξαδέρφου μου του Βικέλα. Ο Βικέλας +έλειπε. Είταν όμως σπίτι του ένας νέος, ξάδερφός μου φαίνεται κι +αφτός, ανίψι του Βικέλα. Κάθησα μια στιγμή να πούμε τίποτις. Άξαφνα, +εκεί που μου μιλούσε το παιδί για τα μαθήματά του, βλέπω, στο +τραπέζι του Βικέλα απάνω, το Άστυ, και στην πρώτη σελίδα τόνομά μου. +«Τα διπλώματα του κ. Παλαμά και το «εφτός» του κ. Ψυχάρη.» Και +παρακάτω διαβάζω· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει _ εφτός _, και ζητεί να +το επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός ο δυστυχής λέγει +και προφέρει πάντοτε _ αυτός _». Τα λόγια που αντιγράφω είναι του κ. +Παράσχου, και τα σημειώνει ο συντάχτης σας, ο _ Μποέμ _. + +Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα όταν είδα αφτά τα λόγια! + +Εμείς οι γλωσσολόγοι — μα γιατί μόνο τάχατις οι γλωσσολόγοι; — όλοι +μας εμείς που μάθαμε να σπουδάζουμε καμιά επιστήμη, όποια κι αν +είναι, ας πούμε και ψυχολογία, κάπου κάπου τέτοια χαρά μας +περεχύνει. Είδος χαρά ξεχωριστή και που δε μοιάζει με καμιάν άλλη. +Είμαστε και μεις λιγάκι σαν τους αστρονόμους. Ο αστρονόμος παρατηρεί +τον ουρανό, αραδιάζει τους αριθμούς του, και σου λέει — «Την τάδε +μέρα, τάδε ώρα, σε τόσα χρόνια, θανακαλύψης ένα φως εκεί που δε +φαίνεται τώρα, γιατί τότες ένα άστρο θα φέξη, ένας κομήτης θα διαβή +εκειπέρα, στα σκοτεινά.» Έρχεται η ώρα, και λάμπει το φως, τάστρο +φέγγει και διαβαίνει ο κομήτης. + +Φαντάσου όμως ο αστρονόμος να πη άξαφνα· «Άβριο θα πέση μια πέτρα +από τον ουρανό ίσια ίσια στο τάδε και τάδε μέρος». Πάει ο αστρονόμος +να διή, πέφτει η πέτρα και του σπάνει ένα κόκκαλο. Ο αστρονόμος τι +θα κάμη; Θα χαρή. + +Έτσι τόπαθα και γω σήμερις, αν και δε μου έσπασε η πέτρα κανένα +κόκκαλο. Δεν κάθουμαι στην Αθήνα, μα τους Αθηναίους τους +συλλογιούμαι πάντα. Όταν έβγαλα το _ Ταξίδι μου _ και γράφηκαν τόσα +άρθρα, παρατήρησα κάτι πράματα και γω σαν τον αστρονόμο, που από +μακριά κοιτάζει τον ουρανό, και προσπαθεί να καταλάβη τι τρέχει εκεί +απάνω, γιατί του έρχουνται πρώτα πρώτα σα λιγάκι παράξενα μερικά που +βλέπει, και για να τα ξηγήση, θέλει να βρη τον κρυμμένο λόγο, να +μάθη αν υπάρχει κανένας νόμος άγνωστος ακόμη, που να του δείξη στο +τέλος πώς και με τι τρόπο, η επιστήμη του θα ταιριάξη το ένα με +τάλλο ένα σωρό αλλόκοτα φαινόμενα, που μοιάζουν όλους διόλου +αντίθετα και χωρίς αιτία καμιά. Κάποτες φοβάται μήπως τάχασε κι ο +ουρανός. + +Έτσι φοβήθηκα και γω μήπως τάχασε η Αθήνα. Παρατηρούσα κάτι +περιστατικά που δεν τα χωρούσε ο νους μου. Πότε, να τους άκουγες, +έλεγα τάδε πράμα, πότε πάλε το εναντίο. Ο ένας έγραφε ένα, ο άλλος +άλλο, κι όλοι ανάποδα. Πώς να τα ταιριάξω; Άξαφνα φως μου κατέβηκε. +Εκεί που συλλογιούμουνα και γύρεβα, τόννοιωσα πια και φώναξα αμέσως· +— «Δεν το διάβασαν το βιβλίο μου!» + +Δεν το διάβασαν και μιλούν. Κ' έτσι για όλα. Μιλούν και δε +διαβάζουνε. Να διαβάζανε και να μιλούσαν κατόπι, δε θα κατάστρωνναν +κάθε μέρα τόσες τρέλλες. Δε λέω πως δεν καταλαβαίνουνε — αφτό πια +εννοείται, γιατί ποιος μπορεί να καταλάβη και να κυλιέται ακόμη στης +καθαρέβουσας τις λάσπες; — λέω πως μήτε διάβασαν. Και για τι ζήτημα +θαρρείτε πως είναι ο λόγος; Για το πιο σοβαρό και το πιο μεγάλο, για +ένα εθνικό ζήτημα, το γλωσσικό! Δε διαβάζουν τίποτις, δεν ξέρουν +τίποτις, τίποτις δε σπουδάζουν, τίποτις δεν ξετάζουν — και μιλούν. +Ανοησίες βουνά το ένα απάνω στάλλο σου ανεβάζουν, ώςπου και της +Ασίας τα βουνά κουκκί να γίνουν μπροστά σε τέτοιο βουνό, ώςπου από +κάτω από το βουνό τους και τη γλώσσα τους να θάψουν και την πατρίδα +την ίδια.» + +Δε διαβάζουν! Αφτά στοχάζουμουν, αφτά έλεγα, και μου φαίνουνταν πως +έτσι καταλάβαινα περίφημα τόσα και τόσα, που χωρίς τέτοια εξήγηση, +αδύνατο να τα καταλάβη κανείς. Δε διαβάζουνε! Δεν είχα όμως την +απόδειξη. Φανταστήτε τώρα πόσο χάρηκα όταν είδα τα λόγια του κ. +Παράσχου· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει _ εφτός _» κτλ. Έβλεπα πως είχα +δίκιο! + +Το _ε_ διόλου δεν το καταφρονώ· πολλοί το συνηθίζουν κ' έχει το λόγο +του. Μα στη ζωή μου δεν έγραψα _ εφτός _· πάντα _ αφτός _ το γράφω! +Ωςτόσο τι ακούω; Πως βγαίνω και γράφω _ εφτός _. Το λοιπόν τι θα πη +αφτό; θα πη πως δε διαβάζουνε και μιλούνε. + +Και τώρα δε μου λέτε με τι σκοπό σηκώθηκε άξαφνα ο Ψυχάρης στο +ποδάρι; Δε μου λέτε τάχα τι νόημα έχει που κοπιάζει μέρα νύχτα; Πώς +θα την κρίνουμε τη δουλειά που κάνει; Για ποιο λόγο είπε ο Ψυχάρης +πως γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο, πως μόνο από την εθνική γλώσσα +θα βγη εθνική φιλολογία, πως βάρβαρη δεν είναι η γλώσσα, πως αφτή +ξέρει και πως αφτή θα μείνη; Γιατί σπούδαζε χρόνια και χρόνια ο +Ψυχάρης; Να σας το πω το γιατί· για να γράψη _ εφτός _ και «να το +επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός» κτλ. + +Τώρα μου φαίνεται πως χωρίς άλλο πρέπει ο κ. Παράσχος να μου δείξη +πού και σε ποιο μέρος, σε ποιο μου βιβλίο, έγραψα _ εφτός _ αντίς _ +αφτός _. + +Αν ο κ. Παράσχος δεν μπορεί να μου δείξη το μέρος, τότες — τι άλλο +να πω; — τότες φοβούμαι μήπως ο κ. Παράσχος ντροπιαστή λιγάκι. + +Κατηγορώ τον κ. Παράσχο που δε διαβάζει. Μα να πούμε την αλήθεια, ο +ίδιος πολύ δε διαβάζω. Προσπαθώ όσο μπορώ να πλουτίσω το νου μου· +δεν το κατορθώνω πάντα όπως θα μου άρεζε και μένα. Τα βιβλία πολλά, +και πού ένας άθρωπος να προφτάξη; Άμα μου στείλη κανείς τίποτις, το +νομίζω χρέος μου να το διαβάσω και να του πω τη γνώμη μου. Συχνά +τυχαίνει ναργήσω ναποκριθώ και δεν πρέπει να θυμώνουν. Έπειτα, είναι +κι άλλος μπελάς. Δύσκολο κανείς σ' ένα γράμμα μέσα να τα βάλη όλα, +όπως τα νοιώθει. Την αλήθεια τη λέω πάντα στα γράμματά μου, μα — +είναι κ' ένα μα — αναγκαίο κάποτες είναι να καταλάβη κανείς και με +τι τρόπο την είπα. + +Και για να καταφέρη κανείς να γράψη εκείνο που θέλει να γράψη κι όχι +άλλο, να πη την αλήθεια χωρίς να βρίση έναν άθρωπο που σου χαρίζει +το βιβλίο του, μα και να του δώση να καταλάβη πως το βιβλίο δεν +αξίζει και πολύ, είναι κάμποση δουλειά και κόπος. Κι αφτό θέλει +καιρό. Στο Παρίσι έχουμε να κάμουμε μάλιστα με το παραπάνω. Για +τούτο και γω δεν το κατορθώνω να καταπίνω βιβλιοθήκες. Να μη νομίζη +λοιπόν ο κόσμος πως φυλάω μέσα στο νου μου όσα γράφουνται στην +Αθήνα. Βέβαια όχι, και το λυπούμαι, μα δεν μπορώ να ταλλάξω. + +Θα μου άρεζε να τα διάβαζα όλα. Δε θα πη όμως αφτό πως πρέπει κανείς +όλους να τους χωνέβη και να του αρέσουν όλα. Φτάνει ζούλια να μην +είναι στη μέση. Ο νους μπορεί να μισήση όσο θέλει. Να μισήση όμως το +νου κι όχι το πρόσωπο. Δυναμώνει ο νους με τέτοιο μίσος, και +καλήτερα βλέπει τι σκοπό κυνηγά ο ίδιος, άμα πρώτα καταλάβη ποια +είναι η ιδέα του αλλουνού, και διή πως αφτή η ιδέα δεν μπορεί να +ταιριάξη με τη δική του. Ο ένας άξαφνα κάθεται τη νύχτα και +δουλέβει, με τη λάμπα αναμμένη· ο άλλος πάλε σηκώνεται με τα +χαράματα και τραγουδάει όλη μέρα· δεν είναι δυνατό οι δυο αφτοί να +ζήσουνε στην ίδια κάμαρα. + +Όταν κανένας δε μου φαίνεται νάχη σωρό σωρό ιδέες ή τουλάχιστο +τέτοιες ιδέες που ναξίζη να ξετάσης τι είπε και τι δεν είπε, +αποφέβγω και γω τα βιβλία του. Τότες μήτε για τα βιβλία του μιλώ στη +ζωή μου, μήτε για τις ιδέες του. Έτσι τόπαθα με τον κ. Παράσχο. Άμα +όμως βρεθή αφορμή, και να μην είδα τι έγραψε, θα γυρέψω να μάθω +ποιος είναι ο τάδε και τι λέει. + +Έτσι ακολούθησε και σήμερα το πρωί στου Βικέλα. Ρώτηξα του νέου μου +του ξαδέρφου να μου πη, ο κ. Παράσχος ποιος είναι και τι κάμνει. + +Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ. + + — Μα, να σας πω, μου λέει, δεν τον πολυδιάβασα (τα ίδια βλέπω +κιαφτός!). Μα φαίνεται πως έχει μέσα του κάτι. + + — Γιατί δεν το βαστά εκεί που τόχει; του κάμνω και γω. + +Χαμογέλασε το παιδί και μου έδειξε πάλε το Άστυ. + + — Τρώγουνται, λέει. + +Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ. Μετρημένα τα λόγια του, μα +σωστούτσικα. + +Ναι! τρώγουνται πάρα πολύ. + +Έτσι μοιάζει πως είναι, και δε γιατρέφτηκε ακόμη το κακό. Ο Ρωμιός +φοβάται τον έπαινο — για τους άλλους εννοείται — μην ο ίδιος φανή +μικρός — Δεν είναι όμορφο πράμα. Ας δροσίση λιγάκι κ' η καλοσύνη την +καρδιά μας. Πρέπει να χαίρεται κανείς, άμα βρίσκει πως έχουν +προτερήματα κ' οι άλλοι, που μπορεί να μας λείπουν εμάς. Βλέπω πως +κι ο κ. Παράσχος όλο τα παλιά χρόνια δοξάζει. + +Βέβαια! Και τα παλιά χρόνια για πέταμα δεν είναι. Είχαν και τα παλιά +χρόνια μερικούς που κάτι άξιζαν και κείνοι. Είναι ο Σολωμός — Θεός! +— είναι ο Βηλαράς — αχ! ο Βηλαράς! σήμερα να ζούσε! — είναι ο +Βαλαωρίτης — τι δράμα μοναδικό, τι αριστούργημα η _ Κερά Φροσύνη _ +του εκείνη! Σωστά αφτά. Να πω την αλήθεια, όλους τους άλλους στον +Άδη μέσα τους αφίνω· το έθνος θα γλυτώση, την ώρα που θα τους +ξεχάση, και πρώτα απ’ όλους τον Κοραή. Κάτι όμως είναι να φάνηκε +ένας Σολωμός, ένας Βηλαράς, ένας Βαλαωρίτης. Μα κ' οι σημερνοί μας +πάλε για πέταμα όλοι δεν είναι. Έπειτα, τι να σας πω; Πάντα κανείς +τα παλιά χρόνια να δοξάζη, μου έρχεται σαν κάπως παλιωμένο και +τούτο. Το συνηθίζουνε πάρα πολλοί και κατάντησε πρόστυχο. Laudator +temporis acti. Αν άξαφνα ο κ. Παράσχος έβγαινε να μας πη — λέω ο κ. +Παράσχος ή κανένας άλλος, γιατί για τον κ. Παράσχο τι με μέλει; +πόλεμο μαζί του δεν έχω — αν έβγαινε να μας πη· + + — «Στα χρόνια τα παλιά, ζούσανε πολλοί που σήμερα τους ξεχνάτε. Το +Σολωμό σα να μην τον ξέρετε πια. Έχετε άδικο. Είταν ίσως ο μόνος μας +ποιητής, αφού πρώτος αφτός φάνηκε ύστερις από τα χρόνια της +σκλαβιάς, ύστερις απ' όλονα το μεσαιώνα. Ο Βηλαράς έννοιωθε τι θα πη +επιστήμη, έννοιωθε και ποίηση. Μπορεί να μην είναι οι μύθοι του +αριστουργήματα μπορεί να μην κατώρθωσε να κάμη όσα ήθελε κι όπως τα +ήθελε· μα πιο μεγάλη, πιο αψηλή ιδέα δε γίνεται από την ιδέα που +είχε ο Βηλαράς για την ελληνική φιλολογία, από το σκοπό που +κυνηγούσε. Ο Βαλαωρίτης είναι μάγος, και της καρδιάς τα μυστήρια και +της γλώσσας έμαθε να τα ξεδιαλίζη. Κανένας ίσως στην τέχνη και στη +γλώσσα δεν τον ξεπερνά. Σέβουνταν το λαό και τούτο φτάνει. Διαβάστε +το Σολωμό, το Βηλαρά και το Βαλαωρίτη, όπως κι ο γέρος εγώ που σας +τα λέω αφτά, σας διαβάζω και βλέπω πόσο προκόψατε από τα χρόνια τα +δικά μας.» !! + +Αν κανένας γέρος μας μιλούσε με τέτοιο τρόπο, θα είταν πολύ πιο +νόστιμο από το αιώνιο το κατηγορητό. + +Τι τάχατις; Δεν έχουμε και μεις τους δικούς μας; Στην Εβρώπη, και +μάλιστα, στο Παρίσι — αλήθεια όμως! πού να συγκριθή το Παρίσι με την +Αθήνα; — τόσο κακά δεν κρίνουν όσοι ξέρουν. Η τωρινή μας φιλολογία +δεν τους φαίνεται για ρίξιμο. Λεν πως είναι σα λουλούδι που έχει +δικιά του φρέσκα μυρουδιά και που τέτοιο δε φυτρώνει στου Παρισιού +τους δρόμους. Έχει τη χάρη του, έχει την ομορφιά του. Όλους τώρα να +τους αραδιάσω; Ας πάρουμε μόνο μερικούς από κείνους που βλέπω στο _ +Άστυ _ τόνομά τους. Πολλοί πολλοί δεν είναι, το ξέρω· μα θα +πληθαίνουν. Αφίνω πια όσους τώρα γράφουν ή γράψανε στίχους στα +τελεφταία τα χρόνια. Οι πεζογράφοι μας τάχατις δεν έχουν αξία καμιά; +Του Δροσίνη τα παραμυθάκια δεν είναι σαν την αβγή δροσάτα; Την _ +Αμαρυλλίδα _ τι την κάμνουμε; Αφτός ο Δροσίνης ένα λάττωμα, ένα κακό +έχει. Τίποτις πια δε γράφει, προτιμά να γράφουν οι άλλοι κι ο ίδιος +να σκοτώνεται να τα δημοσιέβη. Μα ένα του στίχο να διής, αμέσως +φαίνεται τα παλληκάρι. Δεν του φτάνει που έχει μέσα του ποίηση· +θέλει και την τέχνη. Διάβασα κάτι μικρά του ποιήματα στην Εστία, +είναι τώρα κανένας μήνας. Να το νύχι, να και το λιοντάρι. Ο Δροσίνης +ένα ρομάντσο να μας κατάφερνε, δε γίνεται, θα είτανε ρομάντσο από +μάστορη καμωμένο. + +Μήπως ο Καρκαβίτσας δεν έγραψε και κείνος μερικά, που τόντις απορεί +κανείς πώς μπόρεσε και φάνηκε τέτοιος ψυχολόγος, να μας δείξη την +ψυχή του λαού και να μας τη δείξη τόσο απλά και με τόσο βάθος; Δεν +πιστέβω μήτε στην Αθήνα μήτε αλλού, να το κατορθώση όποιος τύχη να +μας γράψη ένα παραμύθι σαν τον _ Αφορεσμένο _. Άλλη γλώσσα να +συνηθίση, και βλέπετε τότες τι ζωή έχει μέσα του ο καλός αφτός ο +τεχνίτης. + +Αμέ ο Παλαμάς; Να τα ξαναπώ πάλε; Και κείνος στη γλώσσα παραπάνω να +πρόσεχε, να την καλλιεργούσε, να την πάστρεβε, θα μας έφτειανε +αριστουργήματα. Μήπως δεν είναι και δυο τρεις άλλοι που πολύ νόστιμα +γράφουν, ο Στεφελίδης κι ο Μήτσος ο Χατζόπουλος; Άλλα πάλε μπορεί +και να μην αξίζουνε. Λόγου χάρη, του Μιτσάκη η _ Φιλολογική σελίδα _ +δε μου πολυάρεσε· είναι παιχνίδια. Μια γλώσσα κανείς να ξέρη και του +φτάνει. Η Αλεξάντρα Παππαδοπούλου και κείνη με χάρη τα λέει. Κι ο +Μάνος; Αχ! το κακό το παιδί! Θησαβρούς μέσα του κρύφτει και δεν τους +βγάζει. Είμαι μαζί του θυμωμένος, γιατί μπορεί ό τι θέλει να γράψη +και να καλογράψη — μα δε θέλει. + +Τι να πω τώρα για τον Αργύρη, για τον Αργύρη μας το χρυσό; Ήθελα να +ξέρω τι του λείπει. Έχει γλώσσα, τέχνη έχει. Διαβάστε τον Αργύρη, να +διήτε στα παραμύθια του μέσα ζωντανή τη ζωή, ζωντανή τη γλώσσα της +Ρωμιοσύνης. Εκείνος ο Αργύρης! Ποιος από μας τον αξίζει τον Αργύρη; +Μιαν αράδα του Αργύρη μου να διαβάσω, μου έρχεται να ξεσκίσω όσα +έγραψα ως τώρα. Και τι να πω για τις _ Φυλλάδες του Γεροδήμου _; +Πετράδια, μαργαριτάρια και διαμάντια. Άπλωσε τα χέρι και τα +μαζέβεις. + +Δεν έχουμε και τον καλό μας τον Πάλλη; Δεν έχουμε και το +Μικρογιάννη; Μικρός είναι, μα θα προκόψη. Μας έδειξαν πως με τη +γλώσσα του λαού γράφει κανείς ό τι θέλει, όχι μόνο παραμύθια και +στίχους, μπορεί κανείς να μιλήση άξαφνα και για ζητήματα της +επιστήμης — κάτι θα πη κι αφτό — και πιο σωστά μάλιστα παρά που το +συνηθίζουν οι δασκάλοι. + +Τέτοια, σήμερα το πρωί, συλλογιούμουνα στου Βικέλα. Θυμούμουν και +του Βικέλα τους στίχους, όταν έγραφε ρωμαίικα ο Βικέλας και μας +μετάφραζε τον Όμηρο — κι όχι το Σαικσπήρο. Θυμούμουν τους στίχους +του Βικέλα, θυμούμουν τους Αθηναίους και κοίταζα τον ξάδερφο μου, +του Βικέλα τανίψι, δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, που μοιάζει δεκατεσσάρω. + +Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ. + +Σπουδάζει, λέει, μηχανικά. Μηχανικά; Ας είναι! Ελπίζω να μάθη, να +διαβάση, και να μιλή μόνο για όσα διάβασε. Εκείνος θα μας διαβάζη +κατόπι και θα μας κρίνη. Ίσως όχι εκείνος ακόμη. Μου φάνηκε σα +λιγάκι δασκαλεμένος. Μα θα καταλάβη κατόπι, και θα μας διαβάζουν τα +παιδιά του. Θέλουμε καιρό να ξεσκουριάση το έθνος. Μας αφάνισαν οι +δασκάλοι. Θαφανιστούν όμως κι αφτοί καμιά μέρα. + +Καμιά μέρα τα εγγόνια μας θα γελούν που ακούαμε τους δασκάλους. +Καμιά μέρα του ξαδέρφου μου τα παιδιά θα ξέρουν τη γλώσσα τους και +θα τη γράφουν, όπως ξέρει και γράφει τη γλώσσα του όλος ο κόσμος σ' +όλη την οικουμένη. + +Είναι νόστιμο αλήθεια το ξαδερφάκι μου πολύ. + +Χάρηκα που το είδα. + +Πρέπει νάχουμε θάρρος εμείς που γράφουμε την εθνική τη γλώσσα. Εγώ +συχνά τυχαίνει να γράφω γαλλικά, και βέβαια πως θα τα γράφω όλη τη +ζωή μου και πως θα γράψω ακόμη πολλά. Άρθρα θα κάμω· μυθιστορήματα +θαραδιάσω. Μήπως δεν είναι γλώσσα μου κι αφτή; Δε μου έρχεται +μάλιστα και πιο έφκολα να τη γράφω, παρά να γράφω γλώσσα, που όσο +μητρικιά μου κι αν είναι, ακόμη δε γράφηκε; Κι όμως τι να πω; Όσα +γράφω γαλλικά, μπορεί σήμερα ναρέσουν άβριο θα ξεχαστούνε. Μα και να +μην ξεχαστούν άβριο, πόσο άραγες θα μείνουν; Εκατό χρόνια; Κι αφτά +πολλά. Ας μείνουν και παραπάνω. Ας υποθέσουμε μάλιστα, σα θέλετε, +πως μπορεί άξαφνα και να μείνουνε σαν του Chenier τους στίχους. Τι +κέρδισα; Τόνομά το πιο μεγάλο που μπορεί να βγη σ' έναν αιώνα μέσα, +κι αφτό θα χαθή σε μια θάλασσα, που κάθε κύμα σου φωνάζει άλλα +ονόματα πιο μεγάλα ή μεγάλα σαν κι αφτό. Ωκεανός μια τέτοια +φιλολογία! Κι ο ίδιος ο Chenier τι είναι; Δε βροντά, μουρμουρίζει +μόνο τόνομά του. Απελπισία μας έρχεται να το συλλογιστούμε. Και +πόσοι άλλοι, και κείνοι καλοί, άξιοι και κείνοι, που μήτε θακουστή +τόνομά τους, που τα έργα τους θα καταποντιστούν, που η θάλασσα θα +τους φάη αλάκαιρους! Θολώνεται ο νους, τρουμάζει η καρδιά, δέρνεσαι +και κλαις, σαν το στοχάζεσαι, και λες· Πώς να κάμω; + +Άμα πάρω την πέννα μου και γράψω μια μόνη λέξη ρωμαίικη, δε νοιώθω +μέσα μου πια καμιά ταραχή. Ησυχία, γαλήνη με περεχύνει. Γίνουμαι σαν +τους ολύμπιους θεούς. Δεν το λέω για μένα μόνο, και δίχως περηφάνεια +το λέω· το λέω για όλους μας εμάς που γράφουμε τη γλώσσα του λαού +και χτίζουμε στην Ελλάδα την εθνική φιλολογία. Έχουμε _ ολύμπια +δώματα _ σαν τους θεούς. Αιώνια παλάτια. Μάρμαρο η κάθε λέξη. Τη +γράφω κι ανατριχιάζω — Ό τι πω, είναι για τους αιώνες. Ρωμαίικα να +γράψω, λειτουργώ. Σέβουμαι και την αθάνατη γλώσσα και μένα τον ίδιο +που τη γράφω. + +Κ' έτσι κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Το θάνατο σκοτώσαμε. + +Να σκοτώναμε τώρα λιγάκι και τους δασκάλους, καλό θάτανε. Από κει +βγαίνει ζωή. + + _Ο πρόθυμός σας._ + +Παρίσι, 9 του Απρίλη, μέρα Κεριακή, 1893. + + + +ΑΘΗΝΑΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ {104} + + + +Όταν έφτασα στην Αθήνα, στα 1893, ερχάμενος από τη Θεσσαλία, μόλις +κατέβηκα στη Βιχτώρια και παρουσιάστηκε την άλλη μέρα ο Μποέμ, να +μου κάμη ιντερβιού. Συνήθεια δεν είναι να δημοσιέβη κανείς τις +ιντερβιούδες που γράφουν οι άλλοι για σένα. Μα θέλησα να το βάλω κι +αφτό στο βιβλίο μου για κάμποσους λόγους, που θαρρώ κ' έχουνε κάποιο +βάρος. Πρώτη φορά τότες από τα 1886, γύριζα στην Αθήνα. Έμεινα +κάμποσο, την είδα, την αγάπησα πολύ. Όλα τάβλεπα μ' άλλα μάτια παρά +στον καιρό του _ Ταξιδιού _, μου φαίνουνταν πως άνοιγε ο νους μου, +πως άλλαζε η ζωή μου, και νομίζω πως και στο ιντερβιού αφτό ακούει +κανένας σαν αντιλαλιά κρυφή απ' όσα έννοιωθα κι άρχιζα να +ονειρέβουμαι για την Ελλάδα σε κείνη την εποχή. Κάμποσα είπα και για +τη γλώσσα, που θα μου άρεζε να μην πάνε χαμένα όλους διόλου, +τουλάχιστο για να καταλάβουνε πως τάλεγα κι από τότες. Μα υπάρχει κι +άλλος λόγος που τα ξανατυπώνω. Όσο μιλούσα, ο Μποέμ σημείωνε τα +λόγια μου. Δεν το κατώρθωσε όμως, όχι τάχα πως είχε τότες κακή +θέληση, μα γιατί καθότανε σε μιαν καρέγλα κ' έγραφε στα γόνατά του, +κ' έτσι δεν πρόφταινε, αφού πιο γρήγορις από το κοντύλι τρέχει πάντα +η κουβέντα. Έβαλε το λοιπόν κάτι πράματα, που δεν τα είπα στη ζωή +μου, όπως θα το καταλάβη ο καθένας από μερικούς τύπους που θα μου +τους δάνεισε ο Μποέμ, γιατί εγώ δεν τους συνηθίζω. Μα ο Μποέμ +πάσκισε ναπομιμηθή και το ύφος της κουβέντας. Και σ' αφτό δεν +πέτυχε, γιατί δεν μπήκε στο νόημα. Σαν έρχεται κανείς για ιντερβιού, +τυχαίνει συχνά ή να του πης ένα λόγο, για να τον αποσώση εκείνος, +όταν τα στρώση με την ησυχία του στο χαρτί για τον τύπο, ή να πης +και δυο φορές ένα πράμα — για να το νοιώση καλήτερα. Ο Μποέμ, σαν +του τάλεγα δυο φορές, τάβαζε δυο φορές κι αφτός. Τέτοιο σύστημα +έχουνε μερικοί ρεπορτέρηδες, και δεν είναι σωστό, γιατί έτσι δε σου +δίνουν ιδέα σωστή για τον άθρωπο που τους μίλησε· δίνουνε συνάμα +ιδέα λυπητερή και κείνου που άκουγε και που δεν καταλάβαινε, όσο κι +αν του τα κοπάνιζες. Κι αλήθεια πολλά δεν κατάλαβε, είτε γιατί +είτανε γλωσσολογικά, καλλιτεχνικά και δύσκολα, είτε γιατί δεν +πήγαινε ο νους του στα σοβαρά που του ξηγούσα, και τάπαιρνε όλα +παίζοντας και για χωρατά. Έτσι στο ιντερβιού εκείνο με βάζει άξαφνα +και λέω μερικά πράματα, που μοιάζει σα να τάλεγε κανένας τρελλός. Δε +θέλησα λοιπόν, αν το διαβάσουνε κατόπι, να θαρρέψουν πως εγώ είπα +όσα είπε ο Μποέμ. Θυμούμαι και τότες πως ο μακαρίτης ο θειος μου, ο +Μιχαλάκης ο Μελάς, σάστισε που ωνόμασα τον Ηρόδοτο reporter. Το +είπα, ναι, μα... όχι όπως το είπε ο Μποέμ. Το ίδιο και για κάτι +άλλα, που είναι κι άτοπα, γιατί με βάζει και μιλώ για την Ελλάδα και +για τα ταξίδια μου μ' έναν τρόπο που όποιος διάβασε το _ Ταξίδι μου +_ το ίδιο, ξέρει πως δεν μπορεί νάναι ο τρόπος ο δικός μου. + +Τα ξαναπέρασα όλα με προσοχή. Άφησα όσο μπόρεσα το ύφος της +κουβέντας. Τα διώρθωσα όμως κ' ελπίζω να φαίνουνται πιο υποφερτά, +και τουλάχιστο να λεν εκείνο που ήθελα να πω, και που το λέω ακόμη +και σήμερις. Τα δικά του έμειναν ανάλλαχτα. + +9 του Σταβρού, 1901. + + — Είστε ρεπόρτερ, κύριε; + + — Μάλιστα. + + — Πού γράφετε, στο Άστυ; + + — Μάλιστα. + + — Εσείς ήρθατε να μου κάνετε ιντερβιού· μα τώρα που σας έχω, θα σας +ιντερβιουβάρω εγώ πρώτα. + + — Εις τας διαταγάς σας. + + — Ποιες φημερίδες εδωπέρα πουλιούνται περισσότερο; + + — Η «Ακρόπολις», η «Ν. Εφημερίς», το «Άστυ»... + + — Γράφετε πολλοί σ' αφτό; + + — Πολλοί. + + — Πώς γράφετε; ο καθένας χωριστά γράφει, ή ο καθένας απ' όλα; + + — Ο καθένας χωριστά. + + — Εσείς, τι γράφετε; + + — Εγώ; ... «συνελήφθη ο διαβόητος λωποδύτης»... «Ο δραστήριος +αστυνόμος κατέσχε χθες»... + + — Καλά ... έχουμε και στη Γαλλία και στην Αμερική ρεπορτέρηδες, μα +στην Ελλάδα πρωτοβγήκαν αφτοί. + +Η χειρ μου ακουσίως εφέρθη προς τον μύστακά μου, αλλά ο κ. Ψυχάρης +μου έκοψε το... χέρι. + + — Και βέβαια! Πρώτος reporter, που λένε σήμερις, στάθηκε στον κόσμο +ο Ηρόδοτος. + + — Ο Ηρόδοτος! + + — Και τι άλλο είτανε παρά ρεπορταρία η δουλειά που έκανε, να ρωτά +και να γράφη; Για τούτο μάλιστα ωνόμασε τα βιβλία του ιστορία. Ένας +φίλος μου στο Παρίσι έπιασε να μεταφράση τον Ηρόδοτο γαλλικά· του +είπα, σα γυρέβει σωστή μετάφραση, να βάλη τίτλο _Les enquêtes +d'Hérodote_, γιατί αφτό σημαίνει το ρήμα _ ιστορέω _, γυρέβω να μάθω +ξετάζω, ερεβνώ {105}. Βλέπετε, λοιπόν είδος ρεπορταρία. + +Πάλιν η χειρ μου υψώθη προς τον μύστακα μου, αφού την φοράν ταύτην +τουλάχιστον, αν δεν εξελαμβανόμην εφευρέτης του ρεπορτάζ, εγινόμην +όμως ίσος με τον Ηρόδοτον, αλλ ο κ. Ψυχάρης εξηκολούθησε. + + — Και τώρα τι γυρέβετε από μένα; Πρόθυμος να το κάμω. Θυμούμαι τον +πεθερό μου το μακαρίτη που μας έλεγε πάντα, πως όλοι μας έχουμε το +δικαίωμα να κερδίζουμε και να ζούμε, κ' έτσι σωστό δεν είναι, όπως +καμώνουνται μερικοί, να μη θέλουνε τάχατις να τους ιντερβιουβάρουνε. +Μάλιστα, γιατί στο Παρίσι είναι λογιώ λογιώ ρεπορτόρηδες, έλεγε +χωρατέβοντας πως όταν παρουσιάζουνταν ένας, συλλογιούνταν αν τον +πλερώνανε στη φημερίδα του με το μιστό ή με τη γραμμή, και κανόνιζε +τα λόγια του. Το λοιπόν αν πλερώνεστε με τη γραμμή, να σας τα πω και +πιο μπόλικα. + +Εθεώρησα συμφέρον μου να απαντήσω με την γραμμήν και ο κ. Ψυχάρης +ετοποθετήθη παραπλεύρως μου μειδιών, υπομονητικός κτλ. κτλ. + + Αι εντυπώσεις του + + — Ήρθα, εδώ κ' ένας μήνας, από τη Γαλλία, σταλμένος από τη γαλλική +κυβέρνηση στη Θεσσαλία και στα Κυκλαδικά νησιά. Θα το ήθελα πολύ, +θάπρεπε μάλιστα να μπορούσα να σεργιανίσω όλη την Ελλάδα. Μα μόνο +στη Θεσσαλία κατώρθωσα να πάω· άβριο πάλε φέβγω και πηγαίνω στα +νησιά. Ελπίζω να μείνω κάνα χρόνο στην Ελλάδα, να δω τον κάθε τόπο. +Πρέπει κανείς όλα να τα συνάξη, για να βγη μια ιστορία της γλώσσας +μας, μια ιστορική γραμματική. Πρέπει κανείς να πάη στην Κρήτη — αχ! +τι θησαβρούς δε θα βρη στην Κρήτη! — να πάη στην Κύπρο, στην +Τραπεζούντα, στη Μικρασία. + +Στη Θεσσαλία, είδα πολλά και περίεργα. Εκείνο το Πήλιο, τι λαμπρό +που είναι! Αμέ τα βουνά που, όταν είναι κάτω κανένας, μέσα στη +ρεματιά, σου φαίνεται κι ανεβαίνουν από κάθε μέρος σα θεόρατος +τοίχος. Μου θυμίζουν εκείνα τα δημοτικά, τα παραμύθια, που κάθεται +ένας δράκος και φυλάει θησαβρούς. Το ίδιο κ' η Θεσσαλία. Πλούσιος +τόπος χωρίς δρόμους· παλάτι μάλαμα γεμάτο, μα που είναι από μέσα +κλειδωμένο. + +Ποίηση και δέντρα όσα θέλετε. Ταξιδέψαμε νύχτα με τη γυναίκα μου· +μεσάνυχτα φύγαμε από τη Ζαγορά, και δεν ξέρετε τι μαγεφτικά που +είτανε με το φεγγάρι. Πουθενά δεν είδα τέτοιο θέαμα μοναδικό· βουνά +και θάλασσα μαζί, πελώρια και τα δυο. Τάχει αφτά μόνο η Θεσσαλία. +Καλός ο τόπος κ' η φιλοξενία χρυσή. Τώρα, σα γυρίσω από τα Νησιά, θα +μείνω ακόμη ένα μήνα στην Αθήνα, και στο μεταξύ θα πάω δεκαπέντε +μέρες στη Ρούμελη, μαζί με το Δροσίνη... + + Η δημώδης + + — Για την δημώδη τι θα μου πήτε, κ. Ψυχάρη; + + — Μήπως δεν τάπαμε πολλές φορές; + + — Ας πούμε λίγα και σήμερα... + + — Να σας πω κάτι λοιπόν και να το σημειώσετε, γιατί θαρρώ πως έχει +πολύ να κάνη. Να το γράψετε όπως σας το λέω. Το λοιπόν, αφτοί που +κάθουνται ήσυχα στο γραφείο τους και σας φτειάνουνε λέξες, λόγου +χάρη, _ εργοστάσιον των πίλων _ κι άλλα τέτοια, ή που βγήκανε άξαφνα +και μας είπανε _ η οδός, της οδού _, αντίς _ ο δρόμος, του δρόμου _, +που ξέρει ο λαός, αφτοί που μας βγάζουν τάχα ελληνικά ονόματα για το +κάθε πράμα, τι σκοπό είχανε; Είχαν εννοείται το σκοπό να μάθη ο λαός +τις λέξες, τα ονόματα που φτειάνουνε, είχαν το σκοπό να κάμουνε +γλώσσα εθνική. Δεν είναι έτσι; Αφτά που μας κανονίσανε στο γραφείο +τους δεν είναι προσδιορισμένα για τους φιλοσόφους, φιλοσοφία δεν +είναι· εκείνοι που πήγαν και ξεσκάλισαν τη λέξη και την κλίση, την +είπανε _η οδός, της οδού_, για να τη λέη ο αμαξάς, για να τη λέη το +έθνος· όλο το έθνος έχει το δικαίωμα ναρπάξη τη λέξη, να την κάμη +δική του. Βέβαια! Το _ εργοστάσιον των πίλων _ είναι καμωμένο για +τους καπελλάδες, για να το μάθουνε και να το λεν οι καπελλάδες. Δεν +μπορεί να είχαν οι δασκάλοι παρά τέτοιο σκοπό. + +Τι κατώρθωσαν όμως; Δυο πράματα μεγάλα, μα την αλήθεια. Χάλασαν την +αρχαία, χάλασαν και τη δημοτική. Πώς χαλνούν τη δημοτική; Τη +χαλνούν, αφού της σηκώνουν τον κανονικό της τύπο, τη λέξη _ δρόμος, +δρόμου _, και παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως είναι αρχαία κ' η λέξη, +αρχαίος κι ο τύπος. Τώρα όμως, αντίς αφτόνα, τι άλλον τύπο της +μαθαίνουν της δημοτικής; _ Η οδός, της οδού _. Νομίζετε ποτέ ο +ελληνικός λαός, νομίζετε το ρωμαίικο να μάθη ποτέ να κλίνη _ η οδός, +της οδού, αι οδοί, τας οδούς _; Αφτό ποτέ. Κ' έτσι χάλασαν και την +αρχαία, γιατί ο αμαξάς, ο βαρκάρης τι θα κάμουνε; Την κλίση _ η +οδός, της οδού _ δεν μπορεί να τη μάθουνε, και τότες ακούτε άξαφνα +καμιά γενική _ της οδούς _ ή καμιά αιτιατική πληθυντική _ τας οδάς _ +(Ο Πάλλης άκουσε και _ τους οδούς _) . Τότες όμως τι κερδίσανε οι +δασκάλοι; Τίποτις. Και γιατί τάχα τίποτις; Γιατί, βλέπετε, αφτοί +όλοι που φτειάνουνε γλώσσα με τα βιβλία, κάθουνται στο καμεράκι τους +κ' έχουν ολόγυρα στους τοίχους, μέσα στη βιβλιοθήκη τους, +γραμματικές, λεξικά λογιώ λογιώνε. Και θαρρούνε πως φτάνει. Έχουνε +λάθος μεγάλο. Δε βγήκαν αφτοί όξω στο δρόμο, να δούνε και το φως. +Είναι σωστοί καλαμαράδες. Πραχτικά κεφάλια δεν είναι. Από τίποτις +δεν ξέρουν αφτοί, μήτε από δρόμους, μήτε από ουρανό, μήτε από ζωή. +Νομίζουν ίσως πως όλο το έθνος θα περπατή με τη γραμματική στο χέρι, +θα ψάχνη στα βιβλία πώς λέγεται η γενική _ της οδού! _ Αν είναι όμως +όλο το έθνος να βαδίζη με τη γραμματική στο χέρι, δεν υπάρχει έθνος. +Μήτε αγρονομία τότες υπάρχει, μήτε στρατός, μήτε τίποτις! +_Γραμματισμένο_ έθνος δε φάνηκε ποτέ. Ο άθρωπος πάντα μιλεί φυσικά. +Τώρα θα δήτε τι θα γίνη... γιατί, να το ξέρετε, ο ουρανός να πέση, +αφτός ο όμορφος ουρανός της Αθήνας, η δημοτική θα ζήση· μπορεί να μη +ζήσουμε μεις· αφτή θα ζήση... το λέγαμε σήμερις και με τον Παλαμά... +Λοιπόν, ελάτε τώρα να δήτε τι θα γίνη. Απ' αφτούς τους δασκαλικούς +τύπους που λέγαμε, ο λαός παίρνει μερικούς, μα τους ξεχνάει αμέσως. +Δεν είπαμε _ εργοστάσιον πίλων; _ Μήπως ο λαός, ο αμαξάς, το ξέρει +αφτό; όχι. Καπελλάδικο το ξέρει· στο _ καπελλάδικο _ θα σας πάη. Το +_ εργοστάσιον των πίλων _, είναι γραμμένο στο χαρτί από το δάσκαλο. +Μα ο λαός, τα τέτοια, τα φορτώνει στον πετεινό. + +Άλλα πάλε δεν τα ξεχνάει με τον ίδιο τρόπο· τακούει και τα θυμάται. +Τι να κάμη; Ο άθρωπος πεινάει, πεινάει για μάθηση, για γλώσσα· του +φέρνετε άξαφνα εσείς ένα πιάτο φαγί. Πρέπει να το φάη· μα πρέπει και +να το χωνέψη. Και να παρατηρήστε, παρακαλώ, πως είναι κάτι λέξες +που, θέλει δε θέλει, αναγκάζεται να τις καταπιή, ας υποθέσουμε τη +λέξη οδός, αφού κάθε μέρα του την κοπανίζετε — ή τη λέξη ο +βουλεφτής, που την έχει ανάγκη. Του κάκου, _ πρέπει _ να τη μάθη +όλος ο λαός, αφού ο καθένας, ως κι ο αγράμματος ο χωρικός, άμα γίνη +είκοσι ενός χρονώ, άμα πάρη ψήφο, χρειάζεται τη λέξη. Ως εδώ, καλά. +Μα τι του κάμνετε του χωρικού; Του μαθαίνετε, μαζί με τη λέξη, μια +κατάληξη που μπορούμε να την πούμε ξένη, την κατάληξη _ - αι, +βουλευταί _. Ο λαός δεν την ξέρει· την ξέρει _ -ες _, αφού σήμερις η +ονομαστική _ ώραι _ πολύ ταχτικά κ' αιώνα τον αιώνα, έγινε _ ώρες +_.Το ίδιο, δεν ξέρει ο λαός και καμιά κατάληξη _ -ου _ της γενικής, +στα θηλυκά, _ της οδού _. Ο λαός το λοιπόν τι θα κάμη; Τη γενική _ +οδού _ θα την ταιριάξη με τη γραμματική τη δική του και θα σας την +πη _ της οδός _, όπως τακούμε κάθε μέρα. Να δούμε τώρα και την +ονομαστική _ βουλευταί _, τι γίνεται αφτή. Ο λαός σας το κάνει _ +βουλευταί-οι _, γιατί κατάληξη _ -οι _ ξέρει πολύ καλά. Το _ +βουλευταί- οι _, που σας λέω, τάκουσα στη Θεσσαλία. Θα μου πήτε, +τάκουσα σε κανένα χωριό. Και τι έχει να κάνη; Μήπως το χωριό δεν +είναι κι αφτό λαός; Μήπως το χωριό δεν ψηφίζει; Μήπως, αφού θέλουν +εθνική γλώσσα, το χωριό, έθνος δεν είναι; Ας ταφήσουμε όμως, σα δε +θέλετε· την ονομαστική _ βουλευταί _ παντού τη διορθώνει ο λαός και +την κάνει πότε _ βουλευτές _, πότε _ βουλευταίοι _, πότε _ +βουλευτάδες _. Το λεν ακόμη κ' οι γραμματισμένοι, σα μιλούνε φυσικά +και τους ξεφέβγει. Πολύ σωστά το λέει ο λαός, γιατί ξένη δεν του +είναι η κατάληξη _ -άδες _· την έχει κλερονορημένη από τους +αρχαίους, _ αι λαμπάδες _ {106}. Είναι κατάληξη αρχαία, γιατί τώρα +που ταξιδέβω, ακούω συχνά ένα πράμα, που κάθε φορά που θα τακούσω, +θα θυμώσω. «Να πας στο τάδε νησί, στο τάδε βουνό, στο τάδε το χωριό, +μου λέει ο ένας κι ο άλλος. Εκεί θακούσης αρχαία γλώσσα.» Εγώ του +λέω· Το στόμα σου νανοίξης, κι ό τι πης είναι αρχαίο. Ό τι κι αν +πης, αρχαίο είναι! Το _ δεν _, που κάθε μέρα το συνηθίζεις, αρχαίο, +πολύ αρχαίο κι αφτό. Τόχει κάπου ο Όμηρος αντίς _ ουκ _, εκεί που +λέει· «άριστον Αχαιών ουδέν έτισε», πάει να πη _ ουκ έτισε _. +Πηγαίνουνε μερικοί στην Τραπεζούντα κι ακούνε πως λένε στην +Τραπεζούντα, _ κ' έχω _, δηλαδή _ ουκ έχω _. Φωνάζουνε αμέσως· Εκεί +πια είναι αρχαία γλώσσα! Μα τι αρχαία γλώσσα; Πιο αρχαίο είναι +τάχατις το _ ουκ _ από το _ ουδέν; _ Καλέ, δεν προσέχουνε στη +γλώσσα, και τα λεν. Τώρα, πώς χάθηκε το _ ουκ _ στην κοινή και γιατί +χάθηκε, έχει το λόγο του· κάθε πράμα, που χάνεται σ' αφτό τον κόσμο, +δε χάνεται χωρίς το λόγο του· εμείς συχνοτυχαίνει να μην τον +ξέρουμε· μα τι πειράζει; Αφτός υπάρχει. Όλα στη γλώσσα μας έχουνε +τον ιστορικό τους το λόγο, έχουνε τη σειρά τους. Δεν είπαμε πως ο +λαός ξεχνάει τόσα και τόσα που του μαθαίνουν οι δασκάλοι; Θαρρείτε +πως δεν έχει το λόγο του κι αφτό; Έχει το λόγο του, και σαν τα +ξεχνούνε και σαν τα διορθώνουνε. Κ' έτσι πάντα και πάντα θα είναι, +και δε γίνεται, δε γίνεται αλλιώς. Δε γίνεται! + +Δεν πρέπει να νομίζουμε και να λέμε πως μόνο στην Ελλάδα ακολουθούνε +αφτά. Αφτά παντού ακολουθούνε, και το ξέρει όλος ο κόσμος πως +αλλάζουνε οι γλώσσες· κρυφό δεν είναι, δεν είναι δω κανένας μάγος, +μαγική καμιά δε θέλει, να τα μάθη ο καθένας. Όπως η αστρονομία θα +ξετάση πώς τρέχουν και γυρίζουν ταστέρια, έτσι κ' η γλωσσολογία +κοιτάζει πώς αλλάζουνε, πώς μορφώνουνται οι γλώσσες. Αφτά το λοιπόν +που μαθαίνουνε στο λαό, _ εργοστάσιον των πίλων, η οδός _, όχι μόνο +δεν αξίζουνε, μα είναι κακό μεγάλο, γιατί χαλνούνε το νόμο το +γλωσσολογικό. — Άλλο κακό είναι που δε διαβάζουνε, δεν προσέχουνε κ' +έτσι αδύνατο να καταλάβουνε. Βλέπω εδώ κάτι πολύ μπόσικα πράματα... + +Και μου έδειξε την υπό ημερομηνίαν 24 Αυγούστου 1893 «Ακρόπολιν» εν +η περιείχετο μία ανταπόκρισις εκ Παρισίων κάποιου κ. Φραγκούδη. + + — Διέτε τώρα τι λέει αφτός· «Πρέπει κατά τον κ. Ψυχάρην να λέγωμεν +το _ δωμάτι _ αντί το _ δωμάτιον _ {107}». Εγώ ποτέ μου δεν είπα το +δωμάτι, μήτε μπόρεσα να πω στη ζωή μου πώς πρέπει να το λέμε! Αν +έλεγα τη λέξη, θα την έλεγα δωμάτιο, καθώς θα την πη όποιος τη +συνηθίζει. Για να πιστέψη κανείς πως ένας γλωσσολόγος τόβαλε με το +νου του να θελήση τέτοιο ανόητο πράμα, θα πη πως από τίποτα δε +νοιώθει· δεν κατάλαβε και το ζήτημα ποιο είναι. Μα πώς το λέει αφτό, +αφού μήτε δωμάτι, μήτε δωμάτιον, μα μήτε και δωμάτιο δε γράφω· εγώ +έγραψα πάντα κάμαρα. Κι αφτό είναι το σωστό· είναι το σωστό, αφού +έτσι το λένε, και σώνει. Είναι όμως και πολύ αρχαίο. Ταρχαίο είτανε +καμάρα το πήραν οι Ρωμαίοι και τόκαμαν κάμερα (camera)· από κει το +ξαναπήραμε εμείς — γι' αφτό είναι και παροξύτονο. + + — Και είναι σωστό, κ. Ψυχάρη; + + — Όσο γίνεται σωστό, και βέβαια! + +Τι περίεργο ρώτημα! Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως σε κανένα μέρος +του κόσμου, δε ρωτά ο λαός, μα μήτε κι ο γραμματισμένος, την ώρα που +πάει να πη μια λέξη και προτού την πη· «Σωστό είναι αφτό που θα πω; +Και γιατί και πώς είναι σωστό;» Τα λέει ο καθένας, επειδής έτσι τα +βρήκε· τα βρίσκει έτοιμα και τα λέει. Μόνο στην Ελλάδα μιλούνε πάντα +με τη γραμματική στο χέρι. «Είναι το τάδε σωστό; Όχι! Είναι ξένο. +Λοιπόν, πώς πρέπει να το λέμε;» Αφήστε το λαό να μιλήση όπως θέλει· +αγκαλά, ούτε προσέχει σ' αφτά, ούτε τα ξέρει. Όσα του μαθαίνουν οι +δασκάλοι, τα κανονίζει και πάει, γιατί έχει μέσα του τον κανόνα. + +Εμείς όμως που γράφουμε, που κάνουμε ρομάντσα, πρέπει να +συλλογιστούμε καλά τη δουλειά, να την πιάσουμε αλλιώς, γιατί εμείς +δασκάλοι δεν είμαστε· δε ζούμε στο γραφείο μας, περπατούμε στους +δρόμους, γράφουμε για όλους, γράφουμε για τη ζωή, κ' έτσι πρέπει +νακολουθούμε το λαό, το λαό και μόνο. Γι' αφτό είπα, και γω κι άλλοι +μαζί μας, πως από τη φιλολογία θα βγη φως... + + + Αισθητικαί θεωρίαι + + — Επί ποίων φιλολογικών βάσεων στηρίζεται το νέον σας ρομάντζο το +«Δώρον του Γάμου;» Ημπορείτε να μου ειπήτε συντόμως την αισθητικήν +σας; + + — Το ζήτημα θα σας το πω με δυο λόγια. Θαρρώ πως δεν πρέπει κανείς, +σα βάζει πρόσωπα σ' ένα ρομάντζο, να προσέχη μόνο στον τόπο που +βρίσκουνται τα πρόσωπα, στα σπίτια, στις κάμαρες, στους μπερντέδες, +στα χαλιά, μα να προσέξη πολύ περισσότερο στην ψυχή, τόσο μάλιστα να +προσέξη που να ξεχάση τον τόπο και να βλέπη την ψυχή μονάχα. Τι +πειράζει πού και σε τι μέρος βρίσκεται κανένας, άμα βρίσκεις την +ψυχή; Αντίς άξαφνα κανένας να πάη στη Νάξο, νανεβή απάνω στο βουνό, +να κοιτάζη από κει πέρα τη θάλασσα, τον κάμπο, και να τα περιγράψη +όλα, κάλλια να καθήση κανείς, που να πούμε, μέσα στην ψυχή του +αθρώπου κι από κει, από την ψυχή του, να κοιτάζη θάλασσα, κάμπο, +βουνά, κι αφτά να περιγράφη. Έτσι μπορεί κανείς πολύ καλά να κάμη +ρομάντζο, δίχως να σας πη όχι μόνο σε τι σπίτι, μα μήτε και σε τι +μέρος του κόσμου βρίσκουνται τα πρόσωπα. Τι να σας πω; Μου φαίνεται +πως γίνεται τότες το μυθιστόρημα πιο γενικό, με πιο γενική +ψυχολογία, με πιο γενικό νόημα, που μπορεί αμέσως πιο έφκολα να το +καταλάβη κι ο Άγγλος κι ο Γάλλος κι ο Ρωμιός, γιατί παντού το κάτω +κάτω είναι ίδια η ψυχή, δε μοιάζουν όμως οι τόποι, δε αρέσουνε σ' +όλους, δε διαβάζουν όλοι τις περιγραφές, μα η αθρώπινη ψυχή, στους +θυμούς της, στην αγάπη της, στους καημούς της, στα πάθια της, που +όλους το ίδιο μας τυραννούνε, όλους θα μας συναρπάξη, κι αφτά τα +διαβάζουνε όλοι. Τι θαρρείτε; Σήμερις στο Παρίσι, ως και του Λοτή, +ως και του Ζολά τις πολλές τις περιγραφές, αρχίζουμε λιγάκι και τις +βαριούνται. Αφτό που σας λέω δε θα πη, όπως μπορεί κανένας ίσως να +το πιστέψη στην Ελλάδα, πως μιλώ από μίσος ή πως τάχω κακά με το +Ζολά. Διόλου. Δεν είμαι και τίποτις, για να τάχω ή καλά ή κακά μαζί +του. Έγραψα μάλιστα, καθώς και πολλοί άλλοι, ένα μικρό άρθρο για το +υστερνό του το μυθιστόρημα — Docteur Pascal — και τα μισοείπα κι +αφτά. Φαίνεται πως άδικο δεν είχα, αφού ο ίδιος ο Ζολάς μου έστειλε +γραμματάκι, να μου μηνήση πως μίλησα για το βιβλίο του ίσα ίσα όπως +του άρεζε και πως βρέθηκε να είμαι ο μόνος που είπε όσα κι αυτός +ήθελε νακούση, γιατί έλεγα πως στον Πασκάλ περιγραφές έχει πολύ πιο +λίγες, κ' είναι σωστός συβολισμός όλο του το βιβλίο. Πάει να πη πως +το πρόσωπο μπορούσε να ζήση και σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου, πάντα +θα πάθαινε τα ίδια. Δεν είναι πρόσωπα πια, είναι ιδέες, είναι ψυχές. +Κ' έτσι μου φαίνεται πως αχαμνό διόλου δε θάτανε νάγραφε κανείς, που +να πούμε, τη γεωγραφία της ψυχής. Αφτό να κάνουμε ρωμαίικα. Ο Ρωμιός +έχει μέσα του ζωή, πολλή ζωή, λαμπρό είναι το έθνος, και ποιος +μυθιστοριογράφος βγήκε να μας δείξη την ψυχή της Ρωμιοσύνης; Αφτά +και στο Παρίσι τα θέλουνε, γιατί κανείς δεν τα ξέρει, και κει +αρέσουν τα καινούρια, όσα δεν είπε κανείς ακόμη, όχι να καταφρονούμε +άδικα και μπόσικα τα ρωμαίικα και τους Ρωμιούς. Αφτά πρέπει να +γίνουνε και στην Ελλάδα, γιατί αφτά είναι κι ο σκοπός ο μεγάλος, +αφτή κ' η μεγάλη μας η δουλειά. + + Το «Κρινάκι της Αμμουδιάς» + + — Τόρα θα γράψετε τίποτε άλλο; + + — Ναι! Έχω στο νου μου πολλά, ένα μάλιστα που του βρήκα τόνομά του, +μα που ακόμη δεν τόγραψα. Το λέω· _ Το Κρινάκι της Αμμουδιάς _. +Κάπου στη Θεσσαλία, σε μιαν αμμουδιά, φυτρώνουνε κάτι άσπρα κι +αδύναμα κρινάκια. Είναι πολύ νόστιμα. Συλλογιούμαι να το κάμω +ρομάντσο, και θα το κάμω με πόθο, γιατί μου αρέσει ο τίτλος. Ό τι +κάνει κανείς, πρέπει να το κάνη με πόθο, με αγάπη {108} + + — Πώς θα το γράψετε; + + — θα το γράψω ρωμαίικα κ' ύστερα θα το μεταφράσω. + + — Ούτω γράφετε πάντοτε; + + — Πολύ συχνά έτσι το κάνω. Κάποτε μάλιστα, σα δυσκολέβουμαι να πω +τίποτις γαλλικά, σα δε μου φαίνεται να το είπα με την ταιριαζούμενη +τέχνη, το λέω πρώτα ρωμαίικα, και να δήτε πως από το ρωμαίικο στο +γαλλικό έρχεται καλούτσικα, γιατί σαν προσπαθήση κανένας να το φέρη +με τρόπο, και το ύφος το γαλλικό άξαφνα ξανανιώνει, μοιάζει σαν πιο +καινούριο, σαν πρωτόφαντο· έχει κάποια μυρουδιά ρωμαίικη, που έχει +το γούστο της. Τα ρωμαίικα είναι λαμπρή γλώσσα, πλούσια, καθάρια και +δροσάτη σαν το κρύο το νερό. Θυμηθήτε πως ο Chenier τέτοιο σύστημα +είχε· μα εκείνος μετάφραζε από ταρχαία τα ελληνικά· εμείς θαρρώ κάτι +θα κατορθώσουμε μεταφράζοντας, ή παραφράζοντας από τα σημερνά μας. +Και τώρα τι άλλο να σας πω; + + Ο βίος εν Παρισίοις + + — Ό τι θέλετε. Πώς περνάτε στο Παρίσι; + + — Στο Παρίσι; Μα πολύ καλά, και βέβαια! Είμαι, καθώς θα ξέρετε, +καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, είμαι πολίτης Γάλλος και τόχω για τιμή +μου. Αφτά και στο _ Ταξίδι μου _ τα είπα {109}. Τη Γαλλία την αγαπώ +και την έχω σαν πατρίδα μου. Πολλά της χρωστώ, πολλά της χρωστάει κ' +η Ελλάδα, και καλά θα κάμουνε να μην το ξεχνούνε με το παραπάνω. Δεν +είμαι όμως από κείνους που φέβγουν και ξαπολνούν την Ελλάδα· δε +θέλησα ποτέ μου να της πω· «έχε γεια και σώνει!», αφού γι' αφτήνα +δουλέβω πάντα και πολεμώ. Το θάρρεψα χρέος μου να κάμω για την +Ελλάδα όσο μπορώ κ' είναι στη δύναμη μου· γι' αφτό βγήκα και γω να +γράφω ρωμαίικα. Μα κι αφτά τα είπα πολλές φορές{110}. Μερικοί εδώ σα +να το πήραν όμως πολύ άσκημα που βρέθηκε στο τέλος ένας να γράψη και +τα ρωμαίικα. Δεν ξέρουνε και φωνάζουνε. + + — Δημοσιογραφείτε τακτικώς ή εκτάκτως στο Παρίσι; + + — Κάποτε ταχτικά, κάποτες όχι· έτσι κ' έτσι. + + — Πού γράφετε; + + — Σαν κάμη κανείς τάρθρο του, όπου ταιριάζη, εκεί το βάζει. Για τον +Καρκαβίτσα έγραψα στο Χρόνο. Γράφω και στο Φιγκαρό, στο Βολταίρο. + + + Αι φιλολογικαί Συνεντεύξεις + + — Τώρα, δια τους συγχρόνους Έλληνας συγγραφείς δεν θα μου πήτε την +γνώμην σας; + + — Α! όχι — όσα είχα να πω, τα είπα· έστειλα κιόλας γράμμα στο Άστυ. +Εσείς δεν είσαστε ο Μποέμ; + + — Μάλιστα! + + — Κάματε πολύ κακά να τις γράψετε τις ιντερβιούδες σας, έτσι. Ό τι +σας έλεγαν, το γράφατε. Μα πήγατε και κρυφά σε μερικούς. Όσα όμως +λέει κανείς ενός φίλου του, δεν τα καταστρώννει και στο χαρτί. Εγώ +στο γράμμα μου εκείνο που μπήκε στο Άστυ, είπα κάτι και για σας, +δηλαδή για το Χατζόπουλο· σαν έμαθα πως ο Χατζόπουλος κι ο Μποέμ, +είναι το ίδιο, θύμωσα κ' είπα να σβήσω το μέρος που μιλούσα για τα +δηγήματά σας. Μα θα πούνε, συλλογίστηκα, πως τόσβησα ίσως από πάθος, +κ' έτσι τάφησα. Δε μου αρέσανε διόλου οι ιντερβιούδες όλες αφτές. Τι +διάβολο! Πρέπει κανείς νάχη μέσα του και λίγη δύναμη, να δείχνη και +κάποιο θαμασμό για κείνα που γράφουνε κ' οι άλλοι, όχι να βρίζη, να +χτυπά, όπως έκαμαν τότες όλοι μας οι πεζογράφοι και ποιητάδες. Δε +λέω πια τι είπανε και τι δεν είπανε για μένα, πως δεν ξέρω τη γλώσσα +κτλ. Μερικοί βλέπουνε στα βιβλία μου δυο τρεις τύπους που δεν τους +παρατήρησαν ίδιοι τους στο λαό — γιατί ποιος προσέχει στου λαού τη +γλώσσα; — κ'έπειτα βγαίνουνε κι αποφασίζουνε πως ο λαός δεν το λέει! +Το κάτω κάτω, δεν τους μέλει και πολύ, φτάνει να βρουν τίποτις, ό τι +κι αν είναι, να κατηγορούνε. Θαρρώ πως πρέπει ξεναντίας να χαίρεται +κανένας για ό τι καλό γράφεται. Σα δω τίποτις τέτοιο, καμαρώνω και +λέω· «Μπράβο του! Να που ο τάδες έβγαλε κ' ένα καλό βιβλίο. Προτιμώ +μάλιστα να βρέθηκε κανένας άλλος να το γράψη, κι ο ίδιος να γλυτώσω +από τον κόπο.» + + Διά τας κυρίας + + — Και πώς την ευρήκατε την Αθήνα; + + — Όμορφη — όμορφη! + + — Τι σας ήρεσε περισσότερον; + + — Όλα· ο ουρανός, οι δρόμοι, τα σπίτια. Μα δεν είναι κ' η Ακρόπολη; +Αφτό πια θα έφτανε και μόνο του. Εγώ και στους δρόμους σεργιανίζω, +πηγαίνω, τρέχω, τώρα μάλιστα που είναι και λίγη δροσιά. Πολύ μ' +αρέσει. Δε διαβάζουν όμως εδώ. Το κακό αφτό είναι. Διαβάζουνε +τίποτις βιβλία, ρομάντζες; + + — Διαβάζουν σατυρικάς εφημερίδας πολύ. + + — Δε διαβάζουνε λοιπόν και ρομάντζες; Έχουν άδικο. Εμείς για τις +κυρίες γράφουμε. Πρέπει εκείνες να μας διαβάζουνε. Δεν το λέω για +μένα μονάχα· το λέω για όλους μας. Την _ Αμαρυλλίδα _ του Δροσίνη, +μήπως δεν έπρεπε όλος ο κόσμος να τη διαβάζη, όπως κι όλα τάλλα τα +ρωμαίικα τα έργα; Για ποιους δουλέβει, και κοπιάζει κανείς; Για τις +γυναίκες. Το είπε αφτό κι ο μεγάλος ο Gœthe. Γράφουμε, για να +διαβάζουν οι κυρίες. Δε λέω· είναι μερικές που κάπως διαβάζουνε· μα +ίσως καλό θάτανε να διάβαζαν περισσότερα, να είταν και περισσότερες. + +Στη Γαλλία, διαβάζει, δουλέβει ο κόσμος. Στη Γαλλία, παίρνει +κατάκαρδα κανένας ό τι δουλειά κι αν πιάση· ό τι γράψη, ρομάντζα, +στίχους, θα χύση μέσα την ψυχή του. Δε θα καθήση να γράψη κανείς για +ό τι του κατέβη, για όλα τα μπόσικα, μάνι μάνι. Εκεί, το να γράφη +κανείς, τόχουνε δουλειά και τέχνη. Άθρωπος εκεί δεν είναι που να μη +δουλέβη και πολύ μάλιστα. Έτσι και το σωστό. Για να γράψη κανείς +ρομάντζο, καθώς και να βγη άξαφνα γλωσσολόγος, χρειάζεται πρώτα να +προετοιμαστή, να μάθη, να ιδρώση. Άμα πιάση κανείς κοντύλι στο χέρι, +θα πη πως τόκαμε απόφαση πια να βάλη τα δυνατά του όλα, όχι μισά +μισά να τα φτειάνη κι όπως τύχη. Για τούτο και γω σας λέω, αφήστε +τις μισοδουλειές και δε θα τα βγάλουμε πέρα, γιατί μισή τέχνη δεν +υπάρχει, δεν υπάρχει μισή ψυχή — δεν υπάρχει και μισή γλώσσα{111}. + + + +ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ + + + +I +Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ {112} + + +Από μακριά την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη, το βράδυ, όσο έτρεχε το +τραίνο και κατέβαινα στον Περαιά, να με πάρη το βαπόρι που με πήγε +στην Τήνο. Την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη και λυπούμουν. Ανοίγει η +καρδιά μου, άμα τα πατήσω τα χώματα εκείνα, τάγια χώματα της Αθήνας. +Έλεγα μέσα μου· «Πού αλλού στην Ελλάδα θα βρω τέτοιους ρεπορτέρηδες; +Πού τόσους φίλους και φημερίδες τόσες; Πού θα γελούν οι δρόμοι όπως +γελούνε στην Αθήνα;» + +Μ' άρεσαν όλα και τα καμάρωνα όλα. Αμέ τα βουνά εκείνα της Αττικής, +που τάβλεπα πρώτη φορά στην Κηφισιά και δεν μπορούσα να τα χορτάσω, +πού θα τα χαρούν τα μάτια μου τώρα που φέβγω; Όταν ο ήλιος +βασιλέβει, πέρα πέρα, τα βουνάκια ροδοσκοτεινιάζουν αράδα αράδα, το +ένα πίσω από τάλλο, λες πως πλαγιάζουνε να κοιμηθούνε· το τελεφταίο +το βουνάκι, κάτω κάτω, που φαίνεται μόλις, τόχει ψιλή καταχνιά +κουκκουλωμένο και δεν μπορείς να καταλάβης αν είναι σύννεφο, αν +είναι βουνό. Πήγαινε να το διής και δεν έχεις ανάγκη να διαβάσης +μυθολογία μήτε κανένα βιβλίο που γράφει για τους αρχαίους θεούς. Το +βλέπεις κι ανατριχιάζεις. Δες αμέσως πως εκεί, μέσα στο σύννεφο και +στην καταχνιά, εκεί θα κάθουνται θεοί. + +Τέτοια θυμούμουν όταν ανέβηκα στο βαπόρι, κ' είμουν πολύ +συλλογισμένος. Είχα μεγάλο καημό. Την καινούρια την Ακρόπολη, +στοχάζουμουν τώρα, ποιος και πού θα μας τη χτίση; Τους καινούριους +μας τους θεούς σε τι βουνό, σε τι μέρος θα τους διούμε! + +Ταξίδεψα μ' έναν παππά. Πολύ άξιος, προκομμένος παππάς, +σπουδασμένος, με τρόπους ωραίους, δάσκαλος στη Σαντορίνη, ήξερε κι +από δημοτική. Γνώρισα κ' έναν άλλο παππά σ' ένα χωριό της Τήνος· +είναι φιλόξενα ανοιχτόκαρδα της Τήνος τα χωριά (της χώρας τη +φιλοξενία άλλη μέρα πρέπει να την πούμε). Το πρόσωπο εκείνου του +παππά έλαμπε από ξυπνητάδα· τα μάτια του γλυκά γλυκά και γελαστά· +είχαν όμως και την πονηριά τους. Περιοδικά, φημερίδες, εβρωπαϊκά +βιβλία, τα παρακολουθούσε, τα διάβαζε όλα. Τον είδα και τον αγάπησα +εκείνο τον παππά. Τι περιποίηση που μου έκαμε! Δε μ' άφινε να φύγω· +πρώτα να μου χαρίση και το κομπολόγι του. + +Το κομπολόγι σου, παππά μου, θα το φυλάξω και μη σε μέλη. Θα σε +συχνοθυμούμαι. Βγήκα στο ταξίδι με την ιδέα πως στην Ελλάδα όλα θα +μου φανούν όμορφα κι ωραία. Μα μη νομίζης πως σου κάνω τον έπαινο, +μόνο και μόνο, γιατί αποφάσισα να παινέσω τον καθέναν και το καθετί. +Όχι! Εσύ τιμάς τον ελληνισμό. Και δεν πρέπει αμέσως κι απαρχής να το +πούμε; Θρησκεία και πατριωτισμός το ίδιο είναι στην Ελλάδα. Τη +θρησκεία την αφίνω ήσυχη· ήσυχους και τους παππάδες. Μόνο οι +δεισιδαιμονίες με πειράζουν και δεν τις θέλω. Για τούτο μ' αρέσει +πολύ να ταξιδέβω με παππάδες. Τόχουν άλλοι για κακό, εγώ τόχω για +καλό, όταν είναι καλός ο παππάς και ξέρει να κουβεντιάση, που να +περάση η ώρα. + +Οι δεισιδαιμονίες αφτές δε ρωτώ πότε θα τελειώσουνε, ρωτώ μόνο πότε +θα λιγοστέψουν; Ο Ρωμιός, τώρα που τον είδα σε κάμποσα μέρη της +Ελλάδας, σα να είναι παντού ο ίδιος· ο ελληνικός λαός — μαζί +λογαριάζω και τους πλουσίους και τους προκομμένους — μου φαίνεται +σαν ένα λαμπρό παλληκάρι, που κάτι άφαντες αρίφνητες μικρούτσικες +κλωστίτσες τον έχουν από παντού σφιχτοδεμένο, και δεν μπορεί να +κουνήση. Δεν μπορεί να κουνήση, γιατί πρώτα πρέπει να συλλογιστή τι +μέρα θα φύγη· αν τύχη να είναι τρίτη, χάθηκε ο κόσμος. Αν άξαφνα το +πρωί, εκεί που τρέχει στη δουλειά του, ανταμώση στο δρόμο έναν +παππά, γυρίζει πίσω. Κάθεται και πάει να σηκωθή· στέκεται και πάει +να καθήση· λέει — Τι θέλει ο Θεός, να σηκωθώ ή να καθήσω; Κάνει +βίζιτα ενός φίλου του· μα σκουντάφτει στη σκάλα· θα πη πως κάτι θα +πάθη. Πέφτει κι αρρωστά· φωνάζει το γιατρό· μέσα του όμως φωνάζει κ' +έναν άγιο. Όλη του η ζωή είναι σαν ένα θάμα παντοτεινό. Μοναχός του +τίποτα δεν κατορθώνει. Τις κλωστίτσες εκείνες θαρρεί πως κάποιος +κάπου τις βαστά και πότε τη μια τραβά, πότε την άλλη· έτσι κι ο +Ρωμιός πότε καλά, πότε κακά, πότε χαίρεται, πότε λυπάται. Μόνο την +έννοια του έχει ο ουρανός. + +Οι δασκαλισμοί τώρα και κείνοι μου φαίνουνται πως είναι ένα σωρό +κλωστίτσες. Κάθε δασκαλισμός και δεισιδαιμονία. Γιατί να διήτε τι +τρέχει. Ο Ρωμιός που ταξιδέβει με παππά, τι νομίζει; Λέει πως θάχη +φουρτούνα. Τη φουρτούνα ο παππάς θα τη φέρη. Θαρρεί δηλαδή πως +φουρτούνα και μπουνάτσα δεν είναι δουλειά της μετεωρολογίας, δεν +είναι πράματα φυσικά, μα πως ένας άθρωπος μπορεί ναλλάξη και μάλιστα +να χαλάση τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο. Κι ο δάσκαλος πάλε τι +λέει; Λέει πως εκείνος μπορεί ναλλάξη και να χαλάση τη γλώσσα του +λαού, που πήρε δικό της δρόμο και που έχει νόμους δικούς της. + +Έπειτα, όλο να φωνάζουμε πως είναι πρόστυχη η γλώσσα, μήπως δεν +είναι και τούτο δεισιδαιμονία και πρόληψη; Πρέπει να λέμε το +εναντίο. Αχ! πόσο θα μ' άρεζε να τόλεγαν πρώτα πρώτα οι κυρίες! Για +κείνες πολεμούμε, για να μας διαβάζουν εκείνες, πότε να γελούν, πότε +και να δακρίζουν. Την ψυχή μας βγάζουμε για να διασκεδάσουνε μια ώρα +και να μη βαρεθούν τα δύστυχά μας τα βιβλία. Στα βιβλία μας μέσα, +και το νου μας θα χύσουμε και την καρδιά μας, ώςπου να γίνη ζωή το +χαρτί μας. Οι κυρίες πρέπει μαζί μας να είναι. Δεν το είπαμε κι +αλλού; Από τη μάννα θα μάθη το παιδί, και για κείνες θα γράφουν τα +χρυσά βιβλία της αγάπης, που σαν της άνοιξης τα ρόδα θα μυρίζουν. Η +φιλολογία μας θα είναι δική τους και να το ξέρουν. Τι ωραία που +φιλονικούν οι κυρίες! Μα γιατί να φιλονικούν; Είδα μια πολύ νόστιμη +στην Αθήνα, που ήθελε και καλά την καθαρέβουσα. Τάκουσα και πόνεσε η +καρδιά μου. Τι θα κάμουμε τώρα εμείς; Θαρχίσουμε να συζητούμε κάθε +τόσο με τις κυρίες, να τις μιλούμε για επιστήμη και γλωσσολογία, να +τις δώσουμε να καταλάβουν πως η γλωσσολογία κ' η επιστήμη +καθαρέβουσα δεν ξέρουν και πως μόνο εθνική γλώσσα γνωρίζουν; Όχι! +Δεν ταιριάζει να τις το λέμε. Εγώ ντρέπομαι να μιλώ για γλωσσολογία +και γραμματική με τις κυρίες, γιατί θα μοιάζω δάσκαλος και δεν είναι +και δουλειά τους. Παιδιά, άλλο πρέπει να τις πούμε. + +Να τις πούμε πως γράφουμε τη δημοτική, γιατί έτσι μας αρέσει. Και +γιατί τάχατις έτσι να μας αρέση; Μας αρέσει έτσι, γιατί πολύ πιο +δύσκολο είναι να γράφουμε τη δημοτική. Την καθαρέβουσα ο καθένας +μπορεί να τη γράψη, και κατάντησε τόσο πρόστυχη γλώσσα, που είναι +αηδία. Εμείς όμως είμαστε λίγοι. Κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Ποια +είναι αφτά; Τούτα δα, που γράφουμε την εθνική γλώσσα, εκείνη τη +γλώσσα που ο λαός όλος την ξέρει και τη μιλεί δίχως λάθος, κι όμως +γενήκαμε ένα είδος αριστοκρατία. Τώρα μάλιστα βγήκαμε και της μόδας. +Μαζί μας το λοιπόν πρέπει να είναι οι κυρίες, οι καλές, οι +προκομμένες, που δε θέλουνε να είναι σαν τους άλλους, να μοιάζουνε +με όλο τον κόσμο, που τόχουν καημό και στενοχωριούνται, άμα διούν +πως η καθεμιά φορεί το φουστάνι και το καπέλλο που φόρεσαν πρώτες +εκείνες. Έτσι και το δικό μας το δημοτικό το καπελλάκι, ο καθένας +δεν μπορεί να το φορέση. + +Και σαν πώς να είναι αφτό μας το καπελλάκι; Όμορφο πολύ και πολύ +απλό, γιατί πρέπει να πούμε κι άλλο ένα στις κυρίες· όσο πιο +πολιτισμένος, όσο πιο καλλιεργημένος είναι κανείς, όσο πιο +ξεβγενισμένος ο νους του, τόσο περισσότερο θέλει απλή γλώσσα και +τέχνη απλή. + +Νύχτωσε και τρέχει το βαποράκι. Κάθουμαι στο κατάστρωμα κι +αποχαιρετώ την Αθήνα. Αποκοιμήθηκα ή όχι, ποιος το ξέρει; Μου +φαίνεται τώρα πως βλέπω μιαν Ακρόπολη καινούρια, πως βλέπω +καινούριους θεούς. Στου Παρθενώνα μας τα σκαλοπάτια κάθουνται +γυναίκες πολλές αραδιασμένες· τις προσκυνούν οι καινούριοι θεοί και +τις φέρνουν κάτι λουλούδια, που μοιάζει πως αναποδογυρίζει ο ουρανός +από μοσκοβολιά. + + +ΙΙ +ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ {113} + + +Όταν είμουνα στη Ζαγορά της Θεσσαλίας, παραπονιούμουν κάθε τόσο για +τα _ καλντερίμια _. Ο Δροσίνης κάμποσες φορές άκουσε τα παράπονά μου +και θα τα θυμάται. Τάκουσαν όμως και τα καλντερίμια — τάκουσαν και +τα θυμούνται. Αχ! εκείνοι οι δρόμοι που ανεβοκατεβαίνουνε σαν τα +κύματα, μα σαν κάτι κύματα πέτρινα και κοφτερά! Τα καλντερίμια με +κυνηγούν. Τώρα που βγήκα πάλε στο ταξίδι, και κείνα κατόπι μαζί μου. +Καλντερίμια βρίσκω και στην Τήνο. Δε λέω για τους δρόμους, γιατί σε +κάτι χωριά που πήγα, δεν ήταν και τόση κακοτοπιά. Τα καλντερίμια εδώ +έγιναν κρεββάτι, και σε τέτοιο κρεββάτι έπεσα να κοιμηθώ στις +τέσσερεις ήμισυ το πρωί, που έφτασα στην Τήνο, αφανισμένος από το +ταξίδι. Δεν είτανε στρώμα· είταν ανήφορος και κατήφορος όλο πέτρα. + +Ας είναι! δεν πειράζει· κοιμούμαι και σε πέτρα — φτάνει να είμαι +μόνος. Έλα δα που στο κρεββάτι που πλάγιασα είταν ένα σωρό κόσμος +μαζί μου. Πολέμησα τρεις ώρες. Σκότωσα μερικούς και μερικές, όσους +κι όσες μπόρεσα. Οι άλλοι κ' οι άλλες μ' έφαγαν. Οι πέτρες είταν από +μέσα κούφιες και κατοικημένες. Νόστιμοι μικρούτσικοι κάτοικοι, με +του μελιού το χρώμα. Το αίμα μου στην Τήνο απόμεινε όλο. + +Για να προκόψη η επιστήμη, για να μάθη χωριανές γλώσσες, τι δεν +κάνει ο γλωσσολόγος; Αφίνει το σπιτικό του, ως και στης Τήνος τα +ξενοδοχεία πάει να καθήση. Δυο νύχτες με την αράδα κοιμήθηκα λαμπρά +στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, απάνω σ' ένα ξύλινο τραπέζι, +μάλιστα απάνω σε δυο, γιατί έχω και μπόι. Μεσημέρι και βράδυ με +σερβίριζε ο ξενοδόχος το ξακουστό το τηνιακό το κρέας. Αλήθεια, πιο +μαλακό, πολύ πιο τρυφερό από το κρέας είταν το ξύλο του τραπεζιού. +Κρασί έπινα ξύδι. Όταν έφυγα, πλέρωσα και _ δωμάτιον _. Έτσι έγραφε +ο λογαριασμός του ξενοδόχου. Ο ξενοδόχος εκείνος δεν μπορούσε να +καταλάβη γιατί δε θέλησα να πλαγιάσω στο _ δωμάτιον _. Του φάνηκε +πολύ παράξενο. Είναι, φαίνεται, συνηθισμένος· πιο παστρικό κρεββάτι, +λέει, δεν υπάρχει. Θύμωσε, φώναξε, μ' έβρισε στο δρόμο, +λυσσιασμένος, φρενιασμένος· μου είπε πως είμουν κ' ιδιότροπος. + +Τους Τηνιακούς για τέτοια πράματα δεν τους μέλει. Τι καλότυχοι που +είναι οι Τηνιακοί! Έχουν την Παναγια που τους γιατρέβει. Άκουσα +μάλιστα πως γιατρέβει και τους τρελλούς. Ησύχασα και γω μ' αφτό. +Εκεί που κόντεβα να τρελλαθώ από τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα +φαγιά, ήξερα πως η Παναγια θα με γιατρέψη. + +Τι καλό πράμα να τα γιατρέβη όλα η Παναγιά! Ρώτησα δυο Τηνιακούς, +δυο χαριτωμένα παιδιά, αν είναι στην Τήνο γιατροί και τι ανάγκη τους +έχουν. Αφού έγινε γιατρός η Παναγιά, στη θάλασσα αμέσως να πετάξουμε +τα γιατρικά και τους γιατρούς μαζί. + +Πολύ φρόνιμα μου είπαν οι δυο μου Τηνιακοί πως η Παναγια δυο φορές +μόνο το χρόνο γιατρέβει, Άβγουστο στις δεκαπέντε και Μάρτη στις +είκοσι πέντε. Λοιπόν έχουν τους γιατρούς για όλο τάλλο διάστημα. Η +Παναγια δε θέλει να κάνη θάματα κάθε μέρα. Για τούτο τους είδα σα +λίγο συλλογισμένους τους Τηνιακούς· τα λόγια τους μετρημένα, +κατεβασμένα τα προσώπατά τους. Μόλις τους βλέπεις. Ή πολύ σοφοί θα +είναι ή θα τους καίη τόντις την καρδιά η τεμπελιά της Παναγιάς. + +Τηνιακοί, συλλογισμένα μου παιδιά, ένα λόγο να σας πω. Συμπαθώ πολύ +μαζί σας. Μου κακοφαίνεται και μένα που δε σας γιατρέβει κάθε μέρα η +Παναγιά. Έμαθα μάλιστα πως μόνο τους ξένους γιατρέβει, και τους +ντόπιους τους αφίνει κατά πως είναι. Μου κακοφαίνεται και τούτο. +Παιδιά μου, έναν άλλο λόγο να σας πω. Αν είμουν Παναγιά, άλλη +δουλειά δε θα είχα παρά να σας γιατρέβω. Θα γιάτρεβα μάλιστα όλο τον +κόσμο όλη μέρα. Ο κόσμος ο κακόμοιρος πονεί. Δεν πονεί μόνο δυο +φορές το χρόνο. Έχει βάσανα δίχως σκόλη. Δε σας βάρεσαν την ψυχή τα +δάκρια που χύνει; Εμένα, η δική μου η ψυχή αναστενάζει και την +έπνιξαν τα κλάματα του κόσμου. + +Αχ! παιδάκια μου, να είμουν Παναγιά, τι καλό θα σας έκαμνα όλους! +Και τους ντόπιους θα γιάτρεβα και τους ξένους. Και δε θα γιάτρεβα +μόνο τους τρελλούς, τους στραβούς και τους παράλυτους. Αμέ τι; Να +είμαι Παναγιά και να φέρνουμαι σαν τους γιατρούς, που ο ένας είναι +για τα δόντια, ο άλλος για ταφτιά, ο άλλος πάλε για κάτι άλλα! Δεν +ταιριάζει. Ποιος θα με βαστούσε εμένα, αν είμουνα Παναγιά; Και τι +τάχα; Τέτοιες αρρώστιες θα γιάτρεβα μόνο; Θα γιάτρεβα, παιδιά μου, +και τις αρρώστιες της ψυχής. + +Θα γιάτρεβα πρώτα πρώτα την καημένη μας την ψυχή, την ψυχή του +αθρώπου που το βράδυ, όταν ο ήλιος βασιλέβει, λύπη γιομίζει και +θάνατο συλλογιέται, τη δύστυχή μας την ψυχή που όλο θέλει κι όλο δεν +μπορεί, την ψυχή μας που έχει χάλια, γιατί είναι καλή και γενναία +ψυχή κι όμως είναι περιωρισμένη. Αν είμουν Παναγιά, δε θα μπορούσε +κανείς να μετρήση τα θάματά μου. Αφού θα είχα τη δύναμη να κάνω το +ένα, θα είχα τη δύναμη να κάνω κι όλα τάλλα. Έπειτα, χάρισμα θα +τάκαμνα, παιδιά. Θα είμουν Παναγιά, θα είμουν όμως και ποιητής. Για +να γιατρέψω, δε θα γύρεβα πρώτα να με πιστέβη ο άρρωστος ή να +πιστέβη πως θα γιατρεφτή. Ο ποιητής τέτοιες έννοιες δεν έχει. +Σκορπάει τα διαμάντια του απάνω στη γις, πιστέβεις ή δεν πιστέβεις, +κ' έτσι καμιά μέρα, και στραβός να είσαι, θα καταλάβης πως εκεί +μπροστά σου κάτι λάμπει, κ' ίσως ανοίξουν τα μάτια σου μοναχά τους, +για να διής και το φως. + +Κρίμας, αλήθεια, να μην είμαι Παναγιά. Σας το λέω, παιδιά μου, θα +τάπαιρνα όλα ένα ένα και θα τα γιάτρεβα όλα. Θα γιάτρεβα τα +καλντερίμια, θα γιάτρεβα τα τηνιακά ξενοδοχεία, τους τηνιακούς +ξενοδόχους, τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα φαγιά. Θα γιάτρεβα +όλους τους Τηνιακούς — θα γιάτρεβα και την Παναγια την ίδια που δεν +μπορεί όλα να τα γιατρέψη. + +Τέτοια έλεγα τους Τηνιακούς, μα σα να μην τους πολύ άρεζαν τα λόγια +μου. Έχουνε δίκιο οι Τηνιακοί. Δε μιλούμε την ίδια γλώσσα. Ίσως για +τούτο και τα λόγια μου δεν τους αρέσουν. + +Εμένα πάλε μ' αρέσει η Τήνο με το παραπάνω, όταν κάθουμαι ήσυχα στην +Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο της «Εστίας», με τον καλό τον Κασδόνη, που +είναι και κείνος Τηνιακός, και μου λέει για την Τήνο. Στου Κασδόνη +μαζέβουνται ταπόγεμα κάθε μέρα όσοι γράφουν ή στίχους ή παραμύθια. +Βιβλία κανείς δεν αγοράζει. Τι να τα κάμη, αφού διαβάζει ο καθείς τα +δικά του και τα δικά του μόνο, κάποτε και μόνος; Έχω ιδέα που καμιά +ώρα αφτό το βιβλιοπωλείο θα γίνη Ακαδημία. Γιατί οι Ακαδημίες έτσι +γίνουνται. Γίνουνται μοναχές τους, και κει που δεν ξέρεις πως θα +γίνουν. Είναι σαν τα λουλουδάκια του κάμπου· άξαφνα φυτρώνουν και +μεγαλώνουνε, φτάνει να είναι και το χώμα. Κάτι θα κατορθώσουν όλα +αφτά τα παλληκάρια. Για κάθε πράμα θα σου μιλήσουνε, για γλώσσα, για +ποίηση, για ρομάντζα, για φιλολογία· μόνο Ακαδημία δε βάνουνε στο +νου τους, κ' ίσια ίσια για τούτο παίρνει δρόμο λίγο λίγο η μικρή +Ακαδημία του Κασδόνη. + +Δημοτική, εθνική Ακαδημία! Άμα φανερωθή, δίχως να είναι και Παναγιά, +θα γιατρέψη πια και τους δασκάλους. + + +III +ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ {114} + + +Να μην είταν οι παππάδες, τι θα γίνουμουν και γω δεν τοξέρω. Όπου +πήγα, πρώτος φίλος μου κι ο παππάς. Πολύ τους αγαπώ τους παππάδες. +Είναι προκομμένοι, είναι καλοί, είναι κ' έξυπνοι, είναι έξυπνοι κι +αθώοι. Τους βλέπω και καμαρώνω. Αφτοί βάσταξαν τον ελληνισμό και +σήμερις ακόμη, σε μέρη πολλά, αφτούς έχει πατρίδα η Ρωμιοσύνη. Τι +περίεργο πράμα! Και μένα μ' αγαπούν οι παππάδες. Αλήθεια, δεν +ταξίζω. Στο Παρίσι, που λέω πια την ιδέα μου παστρικά, και μιλώ για +τα θρησκεφτικά ζητήματα μ'όλο το θάρρος, δεν μπορείτε να φανταστήτε +τι ωραία που τα πηγαίνουμε με τους παππάδες. Τι να πω τώρα για τους +δικούς μας; Βέβαια θα διάβασαν _ το Ταξίδι μου _ και θα είδαν πως τη +θρησκεία, δεν την πειράζω, μάλιστα πως λέω και τα καλά της. Για κάτι +άλλα θυμώνω, για κάτι δεισιδαιμονίες, για κάτι συνήθειες, ίσως για +τα τηνιακά Καταστήματα, γιατί έτσι λεν εκεί την εκκλησιά, όχι όμως +για την Παναγιά, που δε μου έκαμε και κανένα κακό. + +Οι παππάδες το κατάλαβαν και για τούτο παντού με φιλοξένισαν και θα +με φιλοξενίσουν ακόμη. Και γω πάλε, άμα διώ παππά, ξανοίγει η καρδιά +μου. Και κει που βλέπω παππάδες, αμέσως ξέρω πως θα καλοπεράσω. Στη +Σύρα ως τόσο δεν είδα παππά· καλοπέρασα όμως και στη Σύρα. Τωραίο, +ταγαπημένο το νησί! Τόβαλα στην καρδιά μου. Είναι το πρώτο ελληνικό +χώμα, ή, να το πούμε πιο σωστά, η πρώτη ελληνική πέτρα που πάτησα +τότες, όταν ήρθα στην Ελλάδα. Και τώρα πόσο πιο όμορφη μου φάνηκε +ακόμη! Έφτασε νύχτα το βαπόρι. Με τα φέσια της όλα έμοιαζε η Σύρα, +από μακριά που την είδα, σαν ένας μικρούτσικος στρογγυλός +χρυσοκεντημένος ουρανός, γεμάτος άστρα πηχτοκαρφωμένα. Τι θαρρείτε; +Έχει κ' η Σύρα αστερουδάκια δικά της. Ξέρουν εκεί τι θα πη επιστήμη, +σου φτειάνουν κάτι λαμπρούς γεωγραφικούς χάρτες, γράφουν ιστορικά +σπουδαία βιβλία και χτυπούν ένα χάζι τον Περραιβό, σου κάμνουν και +κωμωδίες. Κι από το πρωί ως το βράδυ φιλονικούνε για ό τι θέλεις, +και για τον Ίπσεν και για μένα. + +Στη Σύρα πολύ μ' άρεσε κι ο ξενοδόχος. Δε μοιάζει διόλου του +ξενοδόχου της Τήνος. (Αχ! Τήνο, Τήνο, δυστυχισμένο μου νησί, πού να +το ξέρης σε ποιανού γλώσσα θα πέσης!) Ο ξενοδόχος της Σύρας δεν +είναι ξενοδόχος· είναι φίλος. Είναι μάλιστα πατέρας· έχει την έννοια +σου· ρωτά πώς είσαι. Αν άξαφνα σου πονεί το στομάχι, θα σου +παραγγείλη ο ίδιος το φαγί που σου χρειάζεται. — «Εγώ, λέει, αφτό +νομίζω καλό, εσύ τώρα να διατάξης. Σαράντα χρόνια ξενοδόχος, είμαι +και γιατρός. Να διώ τη γλώσσα σου!». Απαράλλαχτος ο γέρος ο +Bressant, όποιος τον πρόφταξε. Κ' η πετσέττα που βαστά στο χέρι να +σε σερβίρη, έχει αξιοπρέπεια και κείνη. Να πάτε δίχως άλλο στη Σύρα, +μόνο και μόνο για το γέρο Μάτση. Ακούτε με κι αξίζει. + +Πολύ όμως δυσαρεστήθηκα στη Σύρα, όταν κατέβηκα στην πλατέα και δεν +είδα παρά τάγαλμα του Μιαούλη. Πρόσμενα πως θα είταν και του Βικέλα. +Του έπρεπε, αφού είναι Συριανός. Κάμποσο θα μ' άρεζε νάβλεπα το +Βικέλα μαρμαρένιο, με τα μεγάλα τα πανωβράκκια σαν του Μιαούλη, με +το καππότο, με το γελέκι και το καζακί, με το ζουνάρι, τις κάρτσες +και τα παππούτσια, να βαστά το κανοκιάλι στο ένα του το χέρι και με +τάλλο να βαστά τη λαγουδέρα. Θα μου θύμιζε τον πρώτο μου το Βικέλα, +που χτυπούσε τους δασκάλους, που έγραφε στίχους δημοτικούς και δεν +ήξερε παρά δημοτική. Δεν είχε ακόμη δασκαλέψει το Σαικσπείρο και +φόρτωνε στον πετεινό όλα τα τελικά τα _ν_. Αφού ξέχασε τα βρακκάδικα +και δεν τα θέλει, ελάτε να του κάμουμε άγαλμα εμείς με τα βρακκιά, +να τα φορέση. + +Τώρα που τάγραψα αφτά, κάθουμαι και συλλογιούμαι· «Λέτε να +πειραχτή;» Και τι να πειραχτή; Δε με ξέρει; Για να γελάσω μια +στιγμή, τι δε γράφω; Γράφω όμως δίχως κακία. Το κάτω κάτω, πώς να +θυμώση, αφού κι άγαλμα θέλω να του κάμω; + +Ωραία ταγάλματα κ' η τέχνη ωραία. Σαν την ωραιότητα της φύσης τίποτε +όμως δεν είναι. Κ' η τέχνη, για ναξίζη, τη φύση πρώτα πρέπει να +μιμηθή. Δεν πιστέβω ποτέ στη ζωή μου να είδα ό τι είδα στη Σύρα, +μήτε να το είδε κανένας. Τη νύχτα, με το φεγγάρι, δεν υπάρχει πράμα +στον κόσμο που νάχη της Σύρας την ομορφιά. Για να το καταλάβης, +πρέπει νανεβής απάνω τη στράτα, ώςπου να διής έναν καφενέ που έχει +όνομα «Ορφεύς»... Εκεί, σε κείνον τον καφενέ, εννόησα πρώτη φορά, +κοντέβουν τώρα εφτά χρόνια, με τι τρόπο και με τι σύστημα, ήσυχα και +κανονικά, ο λαός διορθώνει τους δασκαλισμούς, γιατί ο λαός ή «Ορφές» +θα το κάνη πολύ σωστά, όπως ένας μου το είπε, ή θα το λέη νέττα +σκέττα καφενές. Εσένα μη σε μέλη για τους δασκαλισμούς· πήγαινε ίσια +το δρόμο σου. Άμα είναι ησυχία κι αγεράκι δε φυσά, θώρειε τη θάλασσα +πέρα πέρα που γιαλίζει σα γιάλινος απέραντος κάμπος. Κοίταξε και +τους βράχους που γκρεμνούνε και παν κάτου ως το γιαλό, ολόλαμποι +βράχοι που στράφτουνε σαν τασήμι. Ανέβα ακόμη πιο αψηλά· άξαφνα +στρίβει ο δρόμος και λες πως μπαίνει μέσα στα βουνά, στη ρεματιά +μέσα. Τα βουνά μοιάζουνε σα να είταν από ατσάλι καμωμένα κι +αχτινοβολούνε. Κάτασπρη η στράτα. Περπατείς και το βήμα σου δεν +τακούς. Σωπασιά μεγάλη παντού μεριά. Πού είσαι, και συ πια δεν το +ξέρεις· ξεχνάς πως υπάρχει ζωή, θαρρείς πως είσαι φάντασμα, και που +βαδίζεις μέσα στο φεγγάρι, στα βουνά του και τους γκρεμνούς του, +μέσα στο φως του. + +Και ποιο νησί στην Ελλάδα δε σε μαγέβει; Η Άντρο πάλι έχει και τη +θάλασσα μαγεμένη. Πρέπει να διής τις αμμουδιές εκείνες, βαθιά μέσα +στο λιμάνι, με τα βουνά γύρω γύρω. Έρχουνται τα κύματα, φαρδιά +φαρδιά με τον αφρό τους, έρχουνται και απλώνουνται, ξαπλώνουνται και +φωνάζουν της αμμουδιάς· «Έλα, έλα μαζί μας, εσύ που μας μαγέβεις και +μας τραβάς, έλα να σε τραβήξουμε και μεις, έλα να σε πάμε πέρα +στανοιχτά.» Μου φάνηκε σα να είταν το τραγούδι της αγάπης. Εσύ που +κοιμάσαι στην ακρογιαλιά, έλα, φωνάζει κ' η αγάπη, έλα νανοίξη ο +ουρανός, νανοίξη κ' η ψυχή σου. + +Η Άντρο έχει πανώρια βουνά. Τα βλέπεις δεξιά και σου γελούνε· είναι +γιομάτα πρασινάδες, λουλούδια γιομάτα· τα βλέπεις αριστερά και +τρομάζεις· είναι σαν ντουβάρια από γιγάντους χτισμένα· πέτρες και +γκρεμνά· μήτε φύλλα, μήτε κλαδί. Η Άντρο τέτοια είναι, ταντρειωμένο, +τόμορφο νησί· έχει δύναμη και χάρη. Οι αμμουδιές της είναι +χαριτωμένες, τα κύματά της φοβερά, οι _ ανερούσες _ εκείνες που σε +παίρνουν και σε παρασέρνουν και δε σ' αφίνουνε πια. Κ' η αγάπη +τέτοια είναι· έχει αμμουδιές κι ανερούσες. Θέλω κ' η ποίηση να είναι +τέτοια, θέλω να μοιάζη της Άντρος, να είναι χαρά και τρομάρα. + +Άλλη πάλε είναι της Πάρος μου η νοστιμιά. Η Πάρο βουνά δεν έχει· +έχει ραχούλες. Μήτε κρύο πολύ κάνει στην Πάρο, μήτε πολύ ζέστη· τα +σοκάκια της είναι μικρά, όπως και τα σπιτάκια. Όλα της είναι ήσυχα, +φρόνιμα, καλούτσικα, γελαστά, όλα της έχουν κάποιο μέτρο και κάποιο +γούστο. Κ' η θάλασσα στην Πάρο δεν ξέρει από φουρτούνες· εκεί, κάθε +χρόνο, το καλοκαίρι, έρχουνται τα σφουγγαράδικα και ψαρέβουνε δίχως +φόβο. Κατεβαίνει ο βουτηχτής κάτω στης θάλασσας τον πάτο· μέσα σ' +ένα λάστιχο κατεβαίνει μαζί του κι ο γλυκός ο Παρειανός αέρας· +κάποτες βλέπεις μια φούσκα, μιαν ασπράδα που ανεβαίνει· θα πη πως ο +βουτηχτής πήρε την αναπνοή του, κ' έτσι μπορείς να καταλάβης σε τι +μέρος βρίσκεται ο βουτηχτής. Τα ίδια και μεις όλοι· γυρέβουμε, +ψάχνουμε, πολεμούμε, καμιά αλήθεια να φανή, να πάρουμε την αναπνοή +μας, να διή ο κόσμος από τι μέρος βγαίνει ασπράδα. Όλα τάλλα η +θάλασσα τα σκεπάζει. + +Από την Πάρο βαστώ και γω. Παρκιώτης είταν της μητέρας μου ο +πατέρας. Από την Πάρο βαστώ κι ας πα να λεν οι δασκάλοι. Το μέτρο μ’ +αρέσει και πολύ μέτριος είμαι. Νομίζουν πως στη γλώσσα που γράφω τα +τόλμησα πια όλα. Δεν τόλμησα όσα τολμά ο λαός· όχι γιατί τα +φοβούμαι, μα γιατί δεν είναι καιρός ακόμα· όσα σήκωνε ο καιρός ο +δικός μας, τόλμησα μόνο και θα το καταλάβουν κατόπι οι άλλες γενεές. + +Από την Πάρο στην Αξιά πήγα με καΐκι κι από τη Χώρα πήγα ίσια στα +χωριά. Ποιος είδε κάμπους αθεόρατους, κάμπους μέσα στη μέση του +βουνού; Στα βουνά της Αξιάς θα διής κάμπους δεντροφορεμένους και +θαπορήσης όσο θαπορούσες, αν έβλεπες άξαφνα θάλασσα ψηλά μέσα στη +μέση του νησιού. Θα μάθης τόνομα κάθε βουνού, το Καναβάρι, το +Σταβρομενίτη, τη Βουκολόμαντρα, τον Καλυβά, τη Μονόπετρα, το Παχύ +Γκρεμνάρι, τον Ανεμόμυλο και τον Καρκό. Κάθουνται τα βουνά και +καμαρώνουν τ' Απεράθου, τωραιότερο απ' όλα τα χωριά. Η φύση όλη το +καμαρώνει· ο ήλιος το γλυκοφιλά κ' οι αχτίδες του, σαν ερωτεμένες, +χαδέβουν ταμπέλια τ' Απεραθιού. Λες πως πλαγιάζουν και χουζουρέβουν +και πως τις βάζει ο ήλιος να κοιμηθούν· «Εδώ μ' αρέσει, αχτίδες μου +χρυσές, εδώ μ' αρέσει να σας βλέπω· αφανίζεστε όλη μέρα απάνω στις +κορφές, στα καλντερίμια, στις κοφτερές τις πέτρες· εδώ κάτω να +ξεκουραστήτε· έχετε στρώμα κι απακκούμπι.» + +Ένα πρωί, από τ' Απεράθου, είδα και την Αμοργό. Είταν ψιλούτσικη +καταχνιά, μια περίεργη καταχνιά, σα φωτολουσμένη. Πού και πού +άσπριζε μια χαραμάδα, πολύ μακριά, — συννεφούδι, κυματάκι, ποιος +ξέρει; Δεν ξεχώριζες θάλασσα κι ουρανό· σα ροδάκινο μεγάλο, στο +χνούδι του τυλιμένο, έμοιαζε πως κρέμουνταν η Αμοργό στάπειρο μέσα. + +Θα του κάμουμε ένα άγαλμα λαμπρό Εκεινού που θα βγη να μας πρωτοπή +την ομορφιά της Ελλάδας, γιατί μου φάνηκε πως έχουν τέτοιο παράπονο +τα νησιά. Ποιος γυρίζει να τα διή; Αντίς να διαβάζετε ξένα και να +γράφετε ξένα, τρεχάτε, παιδιά, στα νησιά, τρέχατε και στη στεριά. +Ρωμαίικα ρομάντζα προσμένουμε από σας όλους, προσμένουμε ρομάντζα +που ρωμαίικο χώμα να μυρίζουν. Από σας όλους να μάθουμε θέμε τα +κάλλη κάθε χώρας, το μυστικό κάθε ψυχής. Πολύ θα μ' άρεζε και μένα, +παιδιά, να μπορούσα κάτι να καταφέρω. Μα δεν αδειάζω· έχω άλλες +δουλειές. Κάποιος τώρα πρέπει να φανή. Το ροδάκινο που κρέμεται στον +αέρα ψηλά, ποιος θα το κόψη; Ποιος θα ξεχωρίση θάλασσα κι ουρανό; +Ποιος θα ζωντανέψη και τις πέτρες; Εκείνος θα γίνη «άλλος Ορφές». +Ομπρός το λοιπόν, και μη φοβάστε. Άγαλμα θα του φτειάσουμε, σας λέω. +Φέρνουμε και μάρμαρο από την Πάρο. + + +IV +ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ {115} + + +Γιατί βγήκα στο ταξίδι και τι γυρέβω, δεν το κατάλαβα ακόμη. + +Κοριτσάκι μου, εσύ που προβαίνεις στο παράθυρό σου, αντίκρυ στην +κάμερή μου, και με κοιτάζεις κι απορείς και δεν ξέρεις γιατί άξαφνα +σηκώνουμαι και περπατώ, άξαφνα κάθουμαι και γράφω, γιατί ξεσκίζω +κάθε τόσο μια κόλλα χαρτί και ξαναρχίζω, γιατί κάποτε χαμογελώ και +κάποτε πάλε στέκουμαι ώρες και συλλογιούμαι, κοριτσάκι μου εσύ, να +σου πω τα ιστορικά μου· δυο πράματα σιχαίνουμαι στον κόσμο, δυο +είναι που μου φέρνουν αηδία, να ταξιδέβω και να γράφω. Να γράφω και +να ταξιδέβω στην Ελλάδα έγινε τώρα η δουλειά μου. Από κει να +καταλάβης. + +Αν τύχη και διαβάζεις το Άστυ, μη βλέπης που λέω τόσα για τα νησιά +και που τρελλάθηκα για την ομορφιά τους. Θέλεις να μάθης την +αλήθεια; Βλαστημώ την ώρα που ήρθα. Εμένα μ' αρέσει να μην το κουνώ +από το σπιτικό μου, το χειμώνα ήσυχα να δουλέβω, το καλοκαίρι να +σκυλοχουζουρέβω. Το μουλάρι, με σκοτώνει· το κεντιστήρι δεν το +νοιώθει το μουλάρι· το στομάχι μου το νοιώθει και γίνεται τρύπα. +Τρέχα απάνω στα βουνά, τρέχα με τον ήλιο και το βοριά μαζί, τρέχα +στα μονοπάτια, που ξεφέβγουν τα πόδια σου από τις σκάλες στις +αγκίστρες του βουνού, τρέχα σε δρόμους στενούς, ντουβάρια αριστερά, +και δεξιά ντουβάρια, που χτυπάς, ξεγδέρνεις και πηγαίνεις· βάστα την +ομπρέλλα με το ένα χέρι, βάστα με τάλλο το καπέλλο σου, με τάλλο +βάστα το καπίστρι, με το τέταρτο βάστα την ψυχή σου. Ανάθεμάν τα! + +Και για τι σκοπό, για τι όφελος τα βάσανα κι ο κόπος; Για νακούσης +την προφορά, για να σου πουν παραμύθια, και κει που σου τα λένε να +τους φέβγη η ομιλία, να τρέχουν τα λόγια μάνι μάνι και συ να +ταρπάζης. Και μήπως έφκολο είναι να το καταφέρης; Καλήτερα ψήφους να +μαζώνης παρά να μαζώνης παραμύθια! Πρέπει σαν το βουλεφτή να +ρητορέβης, όλο τα ίδια να κοπανίζης και να μην κουράζεσαι ποτέ. Σε +μερικά χωριά ντρέπουνται και τραβιούνται· κάποτε μ' ένα φράγκο ή και +με μια δεκάρα πάει η ντροπή και τότες πια δε γλυτώνεις. Σ' άλλα +χωριά πάλε άλλες ιστορίες. Με πονοκέφαλο, με θέρμη, με βήχα και με +συνάχι, κατεβαίνεις από τ' Απεράθου στους Βόθρους· όχι! δεν +κατεβαίνεις· κατρακυλάς· το μουλάρι λέει να πατήση και φοβάται· φυσά +βοριάς, παλληκάρι, και σου σπάνει τη μούρη· από την άκρη του βουνού, +μπροστά σου, απάνω από τα βράχια και τους γκρεμνούς, σαν άσπρες +φοράδες, μπρούμυτα κάτι σύννεφα πετιούνται και θαρρείς πως θα σε +πλακώσουν. Ας είναι! Δεν πειράζει. Οι Βόθροι δεν είναι μακριά· ας +διούμε και κει πώς μιλούνε. Νύχτωσε. Πρέπει ακόμη να κάμης κουράγιο, +ώςπου να φτάσης κάτω στη ρεματιά, γιατί εκεί κάτω είναι οι Βόθροι, +ανάμεσα σε δυο βουνά. Άξαφνα, το ένα βουνό ζωντανέβει και στη μέση +του βουνού βλέπεις φώτα αναμμένα, σα να είχε μάτια, χίλια μάτια το +βουνό, σα να είτανε σπηλιές κ' η κάθε σπηλιά φλόγα — είναι τα +παράθυρα του χωριού που λάμπουν ένα ένα· χαίρεσαι και συλλογιέσαι· +Εδώ θα λεν παραμύθια πολλά, θα λεν παραμύθια και στους Βόθρους. Να +κ' η ρεματιά, να κ' οι Βόθροι! + +Σου ανοίγει την πόρτα του ένας χωρικός και μπαίνεις μέσα. Σε +καλοδέχεται. Του είπες τι γυρέβεις και γιατί ήρθες· είναι πρόθυμος +να κάμη ό τι θέλεις. Θα μείνης λίγες ώρες, απόψε πρέπει να γίνη η +δουλειά κι άβριο το πρωί. — Μάλιστα, θα γίνη! — Εκεί που το +πιστέβεις με τα σωστά σου, γυρίζεις και τι βλέπεις; Ο νοικοκύρης +έφυγε· ο μεγαλήτερός του γιός έπεσε απάνω σε δυο σάκκους πίτερα και +ρουχαλίζει· η κόρη του ξαπλώθηκε στο κρεββάτι και κοιμάται, είκοσι +χρονώ γυναίκα· μια άλλη, δεκαπέντε χρονώ, καμώνεται πως νυστάζει. +Βουβάθηκαν όλοι. Μόνη της η γριά, καλή γριά, προσπαθεί να θυμηθή +κανένα παραμύθι. Οι άλλοι ξέρουνε, μα τι τους μέλει; Αδιαφορία και +για τον κόπο το δικό σου και για την επιστήμη που σ' έφερε ως +εκειδά. Ναγόραζες σμυρίγλι, θα τους βαστούσες όλη νύχτα στο ποδάρι. + +Θέλεις να φύγης, να πας σ' άλλο νησί. Βαπόρι δεν έχει. Οι ώρες σου +είναι μετρημένες· ο σκοπός σου είναι να διής πολλά νησιά, να τα +πάρης ένα ένα· θα είταν καλό, θα είταν ωραίο να τάβλεπες όλα. +Αδύνατο! Βαπόρι δεν έχει. Κι ας μην έχη! Τι πειράζει; Να μη σου +κακοφανή, να μην πικραθής, να μη σου κάψη ο πόνος την καρδιά. Το +κάτω κάτω γιατί ήρθες; Για να σπουδάσης τη γλώσσα ενός τόπου, παιδί +μου, που για τέτοια σπουδή έχει περισσότερη αδιαφορία κι από τους +Βόθρους· και γνωστός να είσαι, δε φαίνεται να ξέρη καλά καλά σε τι +καταγίνεσαι τόσα χρόνια. Για τέτοια πράματα φροντίζουμε καλήτερα +αλλού. Παραίτα λοιπόν ήσυχα τη μελέτη και γράφε να ξεθυμάνης. Γράφε, +και πού; Όπου τύχη κι όπου βρεθής. Με την πέννα και το καλαμάρι στην +τζέπη, τράβα, εσύ από το ένα στάλλο χωριό, και στο δρόμο, κάθου +απάνω στο μουλάρι, να συλλογιέσαι για επιστήμη και για τέχνη! + +Εφτυχισμένο κοριτσάκι που δε γράφεις, πόσο σε ζουλέβω! Όσες ανοησίες +κι αν ακούσης, ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, εσένα δε σε νοιάζει. Και +γω θα γίνω τώρα σαν και σένα. Να χολοσκάνη κανείς, δεν αξίζει. Τι +λέει το τραγούδι; Σου κρένω, δε μου κρένεις. Έτσι να κάμουνε είναι +και πιο σωστό. Να μην τους δίνουμε απάντηση τους δασκάλους. Τι +βγαίνει από τα πολλά τα λόγια; Οι δασκάλοι κάθε τόσο φωνάζουν πως +άλλη γλώσσα μιλούνε στη Θεσσαλία, άλλη γλώσσα στα νησιά, στο Μοριά +άλλη γλώσσα, πως δεν ξέρει κανείς ποια απ' αφτές να πρωτογράψη, πως +δεν μπορεί ο ένας να καταλάβη τον άλλονα, και πως για τούτο πρέπει +να γράφουμε την καθαρέβουσα, που ο καθένας την καταλαβαίνει! Είναι +τάχατις ανάγκη να τους δείξουμε πως ίδιοι τους δεν καταλαβαίνουν τι +τρέχει, δε βλέπουν και δεν ακούνε; Φτάνει κανείς να πάη σε δυο χωριά +ή σε τρία, και να θελήση να μάθη την ντόπια γλώσσα του χωριού, τα +βέρα χωριάτικα, που λεν, τα _ χοντρά _, για να του φανερωθή η +αλήθεια. Πολύ δύσκολα θα μάθη τα χωριάτικα αφτά, γιατί χάνουνται και +πάνε. Παντού η κοινή γλώσσα βασιλέβει· δεν τη μιλούνε πάντα +αναμεταξύ τους, μα την καταλαβαίνουν όλοι, και με τους ξένους αφτήνα +μιλούν, την κοινή, την πανελλήνια γλώσσα, την πανελλήνια δημοτική. + +Την άκουσα παντού και παντού τη μίλησα και γω· με καταλάβαιναν πολύ +καλά και τους καταλάβαινα. Έπρεπε να τους παρακαλέσω, για να μου +πουν τα χοντρά. Δε θα κάμουν οι δασκάλοι, αφτή η γλώσσα να μην +υπάρχη, αφού υπάρχει, ακόμη κι αν τους αρέσει να φωνάξουν πως δεν +υπάρχει γλώσσα. Και τώρα που την έχει ο λαός, θέλουνε να του τη +σηκώσουν και να του καθίσουνε μιαν άλλη με το ζόρι, που μήτε ίδιοι +τους δεν τη μιλούνε, μήτε ο λαός μπορεί να την καταλάβη. + +Αφτή τη γλώσσα, κοριτσάκι μου, ναγαπάς — αφτή τη γλώσσα να γράφουμε, +για να μας διαβάζης. + +Γρήγορα θα γλυτώσω κι απ' αφτόνα τον μπελά, κι από τα γραψίματα κι +από τα ταξίδια· ακόμη ένα γραμματάκι, και σώνει πια. Ας είναι οι +φίλοι καλά που παντού και σ' όλη την Ελλάδα με περιποιήθηκαν, και με +είχανε σαν παιδί του σπιτιού. Να πω τώρα για τη Ζαγορά; Εκεί δεν +είτανε σπίτι, μα παλάτι, παλάτι και φιλοξένια βασιλική. Και πόσα +άλλα θέλω να πω! Δεν έχω λόγια. Εδώ στο Δαμαριώνα, στην Αξιά, που +κάθουμαι τώρα και γράφω, ήρθα προψές ταπόγεμα, η ώρα μια· πήγα στου +βουλεφτή· δε με γνώριζε διόλου· του είπα τι γυρέβω. Αμέσως, στην +ίδια στιγμή, γέμισε το σπίτι παιδιά, παραμύθια — και φαγιά. + +Όλοι, όσους είδα πάντα και παντού έβαλαν τα δυνατά τους, να μ' +εφκολύνουν τη δουλειά· ήξεραν πολύ καλά τι σπουδάζω, τι αξίζει η +σπουδή, σε τι καταγίνουμαι τόσα χρόνια. Έκαμα και δυο τρεις +γλωσσολόγους. Γλωσσολογικές κουβέντες — κουβέντες κι όχι φιλονικίες +— είχαμε κάτω στα χώρα της Αξιάς, κάθε βράδυ στο τραπέζι, με τον +καλήτερο απ' όλους τους Χωρεσιανούς. Γνωριστήκαμε στη Σύρα, στο +ξενοδοχείο. Πήγαινα στην Πάρο, εκείνος στην Αξιά. Κοίταζε από το +παράθυρο και πρόσμενε όλη μέρα να με φέρη το καΐκι, μην τύχη κ' έρθω +και δεν πάω στο σπίτι του. + +Πρόθυμος, ανοιχτόκαρδος ο κόσμος εδώ. Ο δήμαρχος -όχι της Χώρας - +του Χαλκιού της Τραγαίας, το βράδυ, στις εννιά, του παρουσιάστηκα, +πρόσταξε κρεββάτι και τραπέζι, προτού να του πω και τόνομά μου! Να +μην ξεχάσω τους παππάδες! Τι δε μου έκαμε ο Νάξιος ο Δεσπότης! Τι δε +μου έκαμε στις Μέλανες, εδώ, ένας φτωχός παππάς! Ξεπέζεψα μια στιγμή +και κάθησα στον καφενέ· ήρθε ο παππάς να μου κουβεντιάση κι αμέσως +να μου δώση ροδάκινα, ρόδια, βασιλικό. Το χρέος μου, λέει, είναι +ναγαπώ τους αθρώπους. + +Να μην ξεχάσω και τις γριές. Από την Παρκιά έφυγα πολύ πρωί για τη +Σάντα Μαρίνα· πείνασα στο δρόμο. Μπήκα σ' ένα χαμηλό πρόστυχο +σπιτάκι. Μου σερβίρισε η γριά ό τι είχε, ψωμί, τυρί, σταφύλι και +καφέ. Κάθησα σ' ένα σκαμνί· είταν και δυο γατίτσες· είταν κ' ένα +σκυλάκι· τους έρριχτα μια ψίχα πού και πού· έρχουνταν και τρεις +όρνιθες και τσιμπούσαν, πολύ φιλικά, πολύ συντροφικά, όλα τους μαζί. +Η πόρτα είταν ανοιχτή· έβλεπα μπροστά μου την Αξιά, τη θάλασσα και +τον ουρανό· ησυχία μεγάλη· σα νανουρίσματα έμοιαζαν τα λόγια της +γριάς, και μια στιγμή κόντεψα ναλησμονήσω πως ταξιδέβω και πως +γράφω. + + +V +ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ {116} +Από τη Σαντορίνη. + + +Το παράπονό μου το παλιό θέλω πάλε να τακούσης. Μοναχό γιατί να μ' +αφίνης; Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Τα +λόγια που σου έλεγα τότες, πες μου, χρυσό μου, και σήμερις ακόμη και +την ώρα αφτή που σου γράφω, δεν κελαδούνε μέσα στην καρδιά σου, σαν +πουλάκια γλυκά; Το χάρηκαν της Χιός τα βουνά, το χάρηκε ο κόσμος, το +τραγούδι της αγάπης που έκαμα, φως μου, για σένα. Μήπως το ξεχνάς; +Όταν είσαι μακριά, παρηγοριά δεν έχω. Αναστέναζα και σε ζητούσα στο +Πυργί· αναστενάζω και σε ζητώ στη Σαντορίνη. Από το Μεροβίγλι, ψηλά +ψηλά, απάνω στα γκρεμνά, που κάθουμαι και σου μιλώ, βλέπω κάτω στη +θάλασσα τα νησάκια που μέσα τους έχουνε φλόγα κρυμμένη, το Βουλκάνο +που δεν κοιμάται ποτέ, κι ας μοιάζη σαν αποκοιμισμένος. Καημένες τα +λεν εδώ τα νησάκια που είναι όλο φωτιά, τη Μεγάλη Καημένη και τη +Μικρή. Είμαι σαν τα νησάκια καίω· είμαι ο Μεγάλος ο Καημένος. + +Όπου πάω, εσένα ποθώ. Εσένα συλλογιούμαι σ' όλο μου το ταξίδι. Στη +Σύρα, που περπατούσα με το φεγγάρι, εσένα είχα στο νου μου, και +θαρρούσα πως δεν έβλεπα ζωή πουθενά και πως σέρνουμουν και γω σ' +έναν κόσμο πεθαμμένο. Άξαφνα κατέβαινα στο γιαλό, μήτε τον κατήφορο +φοβούμουνα μήτε το σκοτάδι μήτε τους βράχους. Με θωρούσαν και +κρυφολαλούσαν. Ποιος είναι τούτος ο τρελλός; -Όχι! δεν είμαι +τρελλός. Κατέβαινα κάτω στο γιαλό, κάτω στη μοναξιά, για να φωνάζω +τόνομά σου, για να πιστέβω πως είσαι κοντά μου, για να ξέρω πως +υπάρχεις. + +Σ' ό τι νησί κι αν είμουν, είχα πάντα βία να φύγω. Γρήγορα γρήγορα +να πάω! Ίσως στάλλο το νησί καλήτερα θα είναι· ίσως θα κάμω καλήτερη +δουλειά. Πήγαινα και πάλι έλεγα τα ίδια κ' ήθελα πάλε να τρέξω +αμέσως αλλού. Είτανε πλήξη, δεν είτανε βία, και πάντοτε νόμιζα πως +θα βρεθή κανένα νησί, το νησί της Ησυχίας, η κούνια που θα βάλω τον +πόνο μου να πλαγιάση, ο ουρανός που θα νταντέψη το βάσανό μου. Τι με +μέλει για την επιστήμη, τη γλωσσολογία και τα παραμύθια που συνάζω; +Η Ιδέα μου είσαι Εσύ, η Ιδέα που με φωτίζει στο δρόμο που βαδίζω, +που μου δίνει και το θάρρος. Εσύ ξέρεις πάντα το σκοπό μου. Για σένα +πολεμώ και δουλέβω. Φτωχός είμουν και μ' έκαμες πλούσιο, γιατί δικό +μου τίποτις δεν έχω· δυο πράματα μόνο γύρεβα στον κόσμο, μια γλώσσα +και λίγη ποίηση. Τη γλώσσα την πήρα από το στόμα του λαού· την +ποίησή μου από σένα την πήρα. + +Την ποίησή μου από σένα την πήρα και του κάκου παραπονιούμαι. +Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Σε +συλλογιούμουνα στο Πυργί κ' έχυνα δάκρια πικρά. Δεν μπορούσα, δεν +ήθελα να πιστέψω πως ο Χάρος μια μέρα θα πη της αγάπης μας· Έλα, +έλα, και δω θα τελειώσης! Δεν το πίστεβα πως ο κόσμος μια μέρα θα σε +ξεχάση. Σήμερα πια δε φοβούμαι το Χάρο· η αγάπη μας δεν έχει τέλος +κι ο κόσμος δε σε ξεχνά. + +Είταν αδύνατο, άδικο είταν ένα πλάσμα σαν και σένα, τόση χάρη και +τόσος νους, τόση χάρη παιδιακήσια και νους τόσο γερός, τόση ψυχή, +τόσο φως να χαθούν, κι άμα πεθάνης να μην ξέρη κανείς πως είσουν της +πλάσης το στολίδι, το καμάρι τουρανού. Για τούτο έκλαια κι +απελπίζουμουν και ζητούσα κάτι να κάμω για σένα, κανένα ποίημα να +σου χαρίσω, που να σε δοξάζη, που να μείνη παντοτεινά. Και διές +τώρα! Το κατάφερα κ' έχω χαρά. Κρίμα που δεν είσαι πλάγι μου να σε +δείξω μια βάρκα βαρκούλα μικρή που αρμενίζει αλάργα στο γιαλό. Τι +νόστιμη, τι χαριτωμένη, τι μικρούτσικη μικρουλή που φαίνεται αλήθεια +από δω απάνω στο βουνό! Μόλις τα μάτια σου την ξανοίγουν και μοιάζει +σαν τιποτένια. Κι όμως, παιδάκι μου, μη φοβάσαι. + +Έφτειαξα μια βάρκα για σένα που δεν μπορεί φουρτούνα να τη χαλάση. +Έβαλα μέσα την ομορφιά σου, έβαλα την ψυχή και τους λογισμούς σου, +έβαλα τη ζωή σου, έβαλα και την αγάπη μας μέσα. Τότες είπα της +βαρκούλας να τρέχη, να τρέχη στα αιώνια τα νερά. + +Έτσι θα γλυτώσης Εσύ κι από το Χάρο κι από τον Άδη. Όσο η θάλασσα +δεν ξεραθή, θα φουσκώνη η βαρκούλα τα παννιά της· όσο ζήση αφτός ο +λαός, θα ζήσης και συ. Και κοίταξε τι ωραία! Πρώτη φορά στην +περίφημη την Ελλάδα, προσπάθησε ένας ποιητής να φτειάξη τέτοια +βαρκούλα, πρώτη φορά πολεμάς για χατίρι Μιανής και Μιανής δόξα. +Πολλοί κάμνουνε και κάμανε στίχους, πότε για τη μια, πότε για την +άλλη. Εγώ για σένα μόνο μιλώ, και δίχως να πω τόνομά σου, ο κόσμος +ξέρει ποια είσαι. Λοιπόν ήσυχη να μείνης. Εσένα θα σε ζουλέβουν όλες +οι γυναίκες, γιατί πλούτη κι αρχοντιά η καθεμιά μπορεί νάχη· μπορεί +νάχη η καθεμιά καρδιά μεγάλη και μεγάλο νου· η καθεμιά δεν μπορεί +νάχη αθάνατη δόξα σαν και σένα. Νόστιμα κι αθώα σαν τη βαρκούλα που +σου λέω, κάμε το ταξιδάκι σου τώρα, σιγά σιγά, με τα γλυκά σου τα +χαμογέλοια, με την πανάγαθή σου ψυχή, κάμε το ταξιδάκι σου και +χαίρου άτρεμα τον Ωκεανό· είναι καλός ο καπετάνιος. + +Και τι μας μέλει εμάς για τη δόξα; Και μήπως έχει νόημα κανένα; Η +δόξα τίποτις δεν είναι· η αγάπη όλα τα κατορθώνει. Γιατί θέλω τη +δόξα για σένα; γιατί σ' αγαπώ. Γιατί γυρέβω ποίηση και γλώσσα; Μήπως +για μένα τις γυρέβω; Την ποίηση και τη γλώσσα τις γυρέβω για τους +άλλους, για τους άλλους πονώ και δουλέβω. Έλα, μικρό μου, το λοιπόν, +ας αφήσουμε τη δόξα κι ας συλλογιστούμε μόνο την αγάπη. Την αγάπη να +βάλουμε τώρα με το νου μας. + +Ο κόσμος αγάπη διψά. Είναι τόσοι δυστυχισμένοι, είναι τόσοι φτωχοί, +είναι τόσες καρδιές πικραμένες. Έλα ναγαπήσουμε τον κόσμο. Δεν μπορώ +ένα δάκρι να διώ κ' η ψυχή μου να μη βραχή. Ο πόθος μου, ο μόνος, +είναι να παρηγορηθούν οι πικραμένοι. Δεν αγαπώ εσένα μονάχα· αγαπώ +τον κόσμο όλο. Μ' έκαψαν τα βάσανά του. Δε σου το είπα πως είμαι ο +Μεγάλος ο Καημένος; + +Έλα, πουλί μου, να καούμε κ' οι δυο, ναγαπήσουμε και τον καημό μας. +Ο καημός μας είναι καλός, αφού είναι έλεος γεμάτος. Ποιο είναι το +γιατρικό που μπορεί να γιατρέψη τον κόσμο; Η αγάπη, κανένα άλλο. Για +να γιατρέψης τους αρρώστους, πρέπει πρώτα να τους αγαπήσης. Πρέπει +εκείνους να συλλογιέσαι κι όχι εσένα. Η επιστήμη μονάχη δε φτάνει. Η +αγάπη θα της δώση ύπαρξη και ζωή. Η περιέργεια είναι μια αγάπη, +αγάπη για να μάθης, αγάπη που σα μαγνήτης σε τραβά, που σε κάμνει +τάγνωστα να γυρέβης, αγάπη που γεννά την επιστήμη. + +Αγάπη είναι κ' η τέχνη. Για να καταλάβης τους αθρώπους, πρέπει να +τους αγαπήσης. Και πώς είναι δυνατό να μπης μέσα στην ψυχή τους, τα +πάθη τους όλα να ξεδιαλίσης και να τα γράψης, αν πρώτα δεν τους +αγαπήσης; Πρέπει ναγαπήσης και τη φύση, για να πης την ομορφιά της· +αλλιώς δε νοιώθεις και τη φύση. Πρέπει να λωλαθής για τα βουνά, +πρέπει η θάλασσα να σε τρελλάνη, πρέπει ο νους σου να χαθή για ένα +χρυσολούλουδο του κάμπου. Κ' η τέχνη τι άλλο είναι παρά ένα λουλούδι +που θα κόψης, παρά μια ψυχή που θα μυρίσης; + +Έλα, βάρκα βαρκούλα μικρή, έλα ναρμενίσουμε τώρα στον Ωκεανό της +αγάπης. Έλα πάντα να βαστάς ανοιχτά το γιαλό, πέρα και πέρα να πάμε. +Να μην αγαπήσουμε εκείνους μονάχα που είναι πονεμένη η καρδιά τους· +ας αγαπήσουμε τους εφτυχισμένους, τους καλότυχους, τους μεγάλους· ας +αγαπήσουμε όσους έχουν και δόξα και πλούτο και νου. Γιατί να τάχουν +αφτά, σα δεν τους αγαπούμε; Έλα να τα χαρούμε μαζί τους, άμα τους +αγαπήσουμε σαν αδέρφια· έλα να δροσιστή η ψυχή τους, κ' η αγάπη μας +να τους μάθη πως πλούτος μεγαλήτερος απ' αφτήνα δεν είναι, πως δεν +έχει εφτυχία πιο μεγάλη. + +Πρέπει, όταν ο κόσμος κοιμάται, εμείς να ξαγρυπνούμε, να δουλέβουμε +για τον κόσμο. Ας δουλέψουμε για όλους, ας δουλέψουμε και για τους +ζαβούς, τους ζουλιάρηδες, τους κουφούς και τους στραβωμένους. Ας +τους αγαπήσουμε, να μας αγαπήσουν ίσως και κείνοι. Η καλοσύνη μας να +γίνη βουνό, που να μη βλέπουν οι κακοί την κορφή της. Ποτέ να μη μας +κουράζουνε, να μη μας χαλνούν το κουράγιο η ανοησία και το μίσος, το +μίσος το σιχαμερό που όλο γιομίζει το στόμα του ψεφτιές, που το +ξέρει και που δεν έχει ντροπή. + +Και τι να δώσουμε, οι δυο μας εμείς οι μικροί, τι να δώσουμε τους +κακούς, τους πλούσιους και τους πονεμένους; Πρέπει να δώσουμε στον +κόσμο ποίηση όση μπορούμε. Έλα να την κάμουμε ποτάμι, να ποτίση τη +γις, στους κάμπους να ξεπλημμυρίση, κ' ύστερα μαζί μας αλάργα ναρθή, +να μας πάρη στον Ωκεανό της δόξας και της αγάπης. + + + +ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ + + + +Αγησίλαος Γιαννόπουλος Ηπειρώτης.. 166.167.169.170.171. 172. 178. +Άννινος (Θ.)................................................ 249. +Αργύρης Εφταλιώτης ................. 28. 29. 39. 40. 44. 48. 257. +Βαλαωρίτης.............................................. 254.255. +Βερναρδάκης (Δ.)......................................... 104, 1. +Βηλαράς ....................................... 102, 1. 254. 255. +Βικέλας (Δ.) .............................. 249.250.257.286. 287. +Βλαστός (Π.)............................................. 15. 16. +Βλαχογιάννης............................................. 100, 1. +Βώκος..................................................... 13.23. +Γαβριηλίδης............................................. 36. 241. +Γεωργιάδης (Α.)........................................... 25, 1. +Δεστούνης (Γ.)........................................... 100, 2. +Διόνυσος.................................................. 13.14. +Δροσίνης............................ 181.220.239.256.264.275.281. +Καμπάνης..................................................... 13. +Κακλαμάνος (Δ.).......................................... 249, 1. +Καρκαβίτσας ..................... 20. 21. 22. 23.256.273.284.285. +Κολοκοτρώνης......................................... 3.10.12.13. +Κόντος.................................................. 202.218. +Κοραής......................... 101.102.102, 1.135.218. 223. 255. +Κουρτίδης................................................ 13. 23. +Λαμπρίδης (I.)................................................48. +Λάμπρος (Σ.)................................................ 100. +Μάνος (Κ.)............................................. 180. 257. +Μελάς (Μ.).................................................. 261. +Μηλιαράκης (Α.).......................................... 100, 2. +Μιαούλης................................................ 286.287. +Μικρογιάννης................................................ 257. +Μιτσάκης.................................................... 257. +Μποέμ................................ 248.249.250.260.273.275, 1. +Ξενόπουλος (Γρ.) ....................................25.25, 1.26. +Παλαμάς ................................ 22.23.24.48.250.256.266. +Πάλλης...................................................... 257. +Παππαδοπούλου (Α.) ......................................... 257. +Παππαδόπουλος (Κεραμέας) ....................................101. +Παράσχος. ....................................250. 252. 254. 255. +Περραιβός................................................... 286. +Πολίτης (Ν. Γ.).............................................. 48. +Ροντάκης (Ν.)................................................ 13. +Σάθας (Κ.).................................................. 100. +Σολωμός........................................... 173. 254. 255. +Στέφανος Στεφάνου............................................241. +Στεφελίδης.................................................. 257. +Σωτηριάδης (Γ.) 28. 29. 30.31. 32.33.34.35. 36.37.38.39.40.42.44. +45.46. +Τρικούπης (Χ.) ......................................238.239.240. +Φραγκούδης(Γ. Σ.)........................................... 268. +Χατζηδάκης (Γ. Ν.)................................ 12.102. 1.133. +Χατζόπουλος (Μ.) ...................................... 257. 273. +Χρυσόστομος............................................. 42. 159. +Anatole France.............................................. 180. +Benoist (Ε.)................................................. 34. +Krumbacher (Κ.) ....................................100. 2.128.1. +Pernot (Η.).............................................. 246. 1. +Solomos.................................................. 66. 70. +Sotiriadis .................................................. 38. +Taine....................................................... 180. + + + +ΠΙΝΑΚΑΣ Σελ +ΑΦΙΕΡΩΜΑ................................ 1 +ΠΡΟΛΟΓΟΣ............................. 3-51 +Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ...................3-10 +ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.......... 10-14 +ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΑΗΔΙΑ............. 15-16 +ΤΕΧΝΗΤΗ........................16-22 +ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ:........ 22-28 +ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ........28-37 +ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ......................37-39 +ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.......... 39-51 +ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ....... 53-165 +Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ......166-179 +ΖΟΥΛΙΑ..........................180-221 +ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ......................222-223 +Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ....................224-230 +Ο ΜΑΓΟΣ.........................231-237 +ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ .........238-240 +OΝEΙΡΕΒΟΥΝΤAΙ ΤΑ ΡΟΔΑ...........241-245 +ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ..............246-247 +ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ....248-259 +ΑΘΗΝΑΙΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ.............260-275 +ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ...........276-301 +Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ..................276-280 +ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ............... 281-285 +ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ............. 285-291 +ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ................291-295 +ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ..............296-301 +ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ 302 +ΠΑΡΑΤΥΠΩΜΑΤΑ, ΔΙΟΡΘΩΜΑΤΑ ΚΙ ΑΠΟΣΩΜΑΤΑ 303 + + + +PARIS. — ΙΜΡRΙΜΕRIE CHARLES BLOT, RUE BLEUE, 7. + + + +Τυπώθηκαν, όλα μαζί, αντίτυπα 547, δηλαδή + +σε καλό γαλλικό χαρτί................. αντ. 500 +σε χαρτί του λούσσου........................ 30 +σε χαρτί ολλαντέζικο διαλεχτό............... 15 +σε χαρτί Γιαπανέζικο αφτοκτατορικό........... 2 + --- + 547 + +Τα χαρτιά λούσσο (30 αντ.) και τα γιαπανέζικα (2 αντ.) +δεν πουλιούνται. + +Πουλιούνται μονάχα τα πεντακόσια, το καθένα....... φρ. χρ. 6 +και τα ολλαντέζικα (αρ. 12-13), το καθένα .......φρ. χρ. 25 + + +************* + +1} Βιβλιοθήκη της Εστίας, Ο γέρο Κολοκοτρώνης (κι όχι ο «Γέρων - +Κολοκοτρώνης», όπως το βάζει πολύ άσεβα η Εστία), τόμ Α', 1889, σελ +61. + +2} Θα παρατήρησε ο καθένας τη φράση που λέει στο γράμμα του πως +ήθελαν οι αρχαίοι τον κόσμον όλο να «καταλάβουν». Αφτό θα πη τέχνη, +δηλαδή να βάζη κανείς μια λέξη με το κοινό, συνηθισμένο της το +νόημα, και συνάμα όποιος θέλει να βρίσκη μέσα της και το νόημά της +ταρχαίο. Δεν τα νοιώθουν ακόμη αφτά στην Ελλάδα· τάννοιωθε στη +Γαλλία ένας Ρασίνας, και δε θα πη πως μιλούσε λατινικά, σαν έλεγε +μια λέξη και με την παλιά της και με την τωρινή της σημασία. Ο +σωστός ο α ρ χ α ϊ σ μ ό ς τέτοιος είναι. + +3} Ίδιος ο Καρκαβίτσας, σαν έγραφε ακόμη την καθαρέβουσα, έγραφε +ελαχίστη, κοίτ. Η Λ υ γ ε ρ ή, σελ 7. + +4} Είναι μάλιστα τρομερός κριτικός, γιατί βλέπω και λέει πως μου +λείπει «το ασύλληπτον και απροσδιόριστον εκείνο κάτι το οποίον +ονομάζουν πνεύμα της γλώσσης ή γλωσσικόν αίσθημα». Παναθήναια, Β', +σελ 299. Και δίκιο θάχη ο Ξενόπουλος, επειδή από πού μπορώ να το +μάθω το κάτι εκείνο το άπιαστο, όσο δε μας γράψη κανένα βιβλίο στη +δημοτική ο Ξενόπουλος ο ίδιος; Μα λέω μήπως είναι και τούτα. . . π ρ +ο σ ω π ι κ ά; Στα 1893, θυμούμαι, έλεγε άλλα για μένα ο Ξενόπουλος +(κοίτ. Άστυ, 9 του Νοέβρη, 1893, 1, 5-6)· «Η ομιλία του είχεν εις +τοιούτον, βαθμόν τον οικείον τόνον» και τέτοια πολλά, που μοιάζει σα +να μη μου έλειπε τότες το κάτι. Μα έτυχε θαρρώ κατόπι - στην +προκήρυξη του Διαγωνισμού - να δηγηθώ και γω κάτι για τον Ξενόπουλο. +Ίσως έτσι πάει κ' η γλώσσα μου και το δικό μου το κάτι. Γιατί αλλιώς +πώς να καταλάβω μερικά πράματα που δε θα είχανε το λόγο τους; Ο Α. +Γεωργιάδης, στο πρώτο του άρθρο για μένα, σα δεν είταν ακόμη ολότελα +φίλος της δημοτικής, έλεγε ίσα ίσα πως απόρησε πολλές φορές, +βλέποντας με να ζω «τόσον μακράν του ελληνισμού» κι ωςτόσο διόλου να +μη μου λείπη το κάτι εκείνο, και σα με διαβάζει κανείς, να θαρρή πως +ακούει κουβέντα ζωντανή (κοίτ. Ρόδα και Μήλα, Β', το άρθρο Μισή +γλώσσα)· ο Ξενόπουλος δε θέλει μήτε η γλώσσα μου ζωντανή να είναι +(Παν. Β', 300)! Ο κακόμοιρος ο Γεωργιάδης το θέλει - γιατί δεν έχει +μαζί μου προσωπικά. + +5} Κοίταξε και Byz. Zeitschr. Χ, 690. + +6} Ας σημειωθή μάλιστα εδώ πως ο Ιουστινιανός ο ίδιος έτσι τις +ήθελε, σφανταχτερές σφανταχτερές και με πολύ μάλαμα, κοίτ. Ch. +Diehl, Justinien, Παρίσι, 1901, σελ 657. + +7} Revue Critique, Ν. 40, 1889, σελ 196-197. + +8} Ζωσ. (Mendelssohn) 8, 2 (Β, 95, 18). + +9} Ευσ. Β. Κ. Δ', 19 (Heikel, 125,5): και της ευχής δε τοις +στρατιωτικοίς άπασι διδάσκαλος ην αυτός, Ρωμαία γλώττη τους πάντας +ώδε λέγειν εγκελευσάμενος· «Σε μόνον οίδαμεν θεόν» κτλ. κτλ. + +10} Hertzberg, Gesch. Griech. I, 145 (Noch immer hatte die +lateinische Sprache bisher in dem amtlichen Verkehr ihre Herrschaft +behauptet; bis gegen Ende des sechsten Jahrhunderts erscheint das +Latein noch als die offizielle Sprache bei dem _ Commando _ in der +Armee) Κοίτ. και Sitz. b. της Βιέννας, τ. 73, σ. 95. + +11} Ευσ. Β. Κ., Γ, 13, 1 (Heickel, 83, 13): Ο μεν δη ταύτα ειπών +Ρωμαία γλώττη, υφερμηνεύοντος ετέρου, παρεδίδου τον λόγον τοις της +συνόδου προέδροις. + +12} Λιβ. 133, 16. + +13} Νεαρ, Διάτ. ζ, 1. + +14} Προς τους πολεμούντας τοις επί το μονάζειν ενάγουσιν, Migne, 51, +III, 1, σελ 357. + +15} Θεοφ. Χρονογρ. (de Boor) 24, 20. Αποφθέγμ. των άγ. γερ. 89 Α. + +16} Κοίταξε τωραίο άρθρο ε λ λ η ν ι σ μ ό ς, στο Λεξικό του Ερρίκου +Στεφάνου. + +17} Ch. Diehl, Justinien, Paris 1901, σελ 553. Κοίταξε όλο το +κεφάλαιο· Athènes et le paganisme, 547-566. + +18} Προκ. Ανέκδ. 134, 2. + +19} Κοίτ. Ch. Diehl, 551, και Προκ. Ιστ. (Α', α') π. II. II. 104, +15· 131, 10-11. + +20} Κωδ. Α', 11, 10. + +21} Κοίτ. Ch. Diehl, σελ 177, σημ.6· Babelon, Mém. de la Soc. des +Antiq. de France, τ. 57, σ. 310, 321 (ο λόγος για το Βελισάριο). + +22} Revue critique 1901, αρ 36, σελ 195, σημ. 1. + +23} Κοίτ. Ch. Diehl, Justinien, Παρίσι, 1901, σελ 666. + +24} Κοίτ. De Mytilène en Bretagne, Grande Revue, 1er février 1902, +σελ 297, και Krumbacher, Byz. Lit. g., 2 εκδ, σελ 3. + +25} Για το «Ρωμαίικο θέατρο» 12-14. Κοίταξε, για τα καθέκαστα, Et. +de philol. néo-grecque, τη μελέτη του Lafoscade, 83, 158. Σήμερις +τόκαμε σωστό βιβλίο. De epistulis imperatorum magistraluumque +romanorum, Insulis, MDCCCCII. Κοίτ. και Ch. Diehl, Justinien, +Παρίσι, σελ 566. + +26} Κοίτ. τον Αγώνα, Ιούλιο, 1901. + +27} Κοίτ. το Άστυ, Ιούλιο, 1901. + +28} Δημοσιεφτήκανε πρώτα, με τον τίτλο ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ +ΖΗΤΗΜΑΤΑ, στην Εικοσιπενταετηρίδα του Ελληνικού φιλολογικού Συλλόγου +της Πόλης, τ. 18, Παράρτημα, 1888, σελ 441-452, 463-496. + +29} La Bataille littéraire en Grèce, Revue de Paris, 1er mars 1901, +σελ. 109 κι ακόλ. + +30} Voyez Revue Critique, loc. cit. + +31} C'est ce que j'ai essayé d'établir dans la _ Revue Critique, _ +1887, p. 461-468, No 14. + +31a} Voyez Revue Critique, loc cit. + +32} Il s' agit ici des œuvres d'imagination, de la littérature +proprement dite. En matière de productions scientifiques, on peut +dire, au contraire, qu'une œuvre a d'autant plus de valeur qu'elle a +un public plus restreint et qu'elle est estimée de moins de monde. +Mais cela ne tient nullement a la langue employée : cela ne dépend +que de la pensée. + +33} Essais de gramm. hist. néo-grecque. Paris, Leroux, 1886, tome I, +p. 268-274. + +34} Eternel, qui est aujourd'hui un si beau mot, Vient lui-même, non +pas du latin classique, mais du latin barbare _ alternalis _ . + +35} A _ fortiori _ , cela doit être entendu ainsi de tous les termes +scientifiques spéciaux. Il va de soi que le peuple ne comprend pas +et n'a pas à comprendre un mot tel que κατάληξη. Mais il ne comprend +pas davantage κατάληξις, pas plus qu'en France il ne sait ce que +c'est qu'une _ désinence _; personne toutefois ne s'est avisé +jusqu'ici de dire en français _ desinentia _; la langue vivante +garde toujours son système grammatical. De ce qu'on parle la langue +du peuple, il ne s'ensuit nullement qu'on doive être compris du +peuple. Il s'agit simplement d'écrire une langue que le peuple +_puisse_ apprendre un jour. Pour cela, il est indispensable que le +vocabulaire de l'écrivain soit conforme a la morphologie vivante. +Tous les Français écrivent en français _ moderne _, quelles que +soient les matières dont ils traitent. Toute objection dans ce sens +tombe d'elle-même. + +36} On prononce aujourd'hui βασιλέφς. La combinaison φς constitue un +barbarisme au point de vue ancien. + +37} Si la langue littéraire avait suivi dès le début le chemin +qu'ont pris toutes les autres langues, le vocabulaire moderne se +serait enrichi de plus de nuances qu'il n'en possède. Ολύμπιος, par +exemple, serait régulièrement devenu λύμπιος. Le sens spécial +d'olympien (dieu de l'Olympe) se serait perdu et, par une gradation +de sens facile a supposer, nous aurions eu peut-être dans λύμπιος +une nuance semblable à celle qu'exprime le mot _ divin, _ dans des +locutions comme _ une grâce divine _ ou _ un divin sourire; divin _ +signifie ici quelque chose de plus qu'un sourire _ charmant. _ Mais +pour créer des acceptions de ce genre, il eût fallu un Ronsard suivi +d'un Racine. + +38} Aux personnes désireuses de faire plus ample connaissance avec +la langue ancienne, je ne puis mieux faire que de recommander un +livre d'une lecture aussi facile qu'agréable : c'est le _Précis de +grammaire comparée du grec et du latin_, par M. V. Henry, Paris, +Hachette, 1888. + +39} Je prépare en ce moment un assez long travail sur les manières +de recueillir et d'étudier un dialecte sur place. La question y sera +traitée a part. Les jeunes gens qui préparent pour le Syllogue des +collections de poésies populaires ne sauraient trop se mettre en +garde contre les formes que les paysans eux-mêmes prennent souvent +pour des formes vulgaires et courantes. + +40}Essais de grammaire historique néo-greque, Paris, E. Leroux, +1886, I, p. 19-136. + +41} Πρέπει μάλιστα να παρατηρήσουμε που όταν τύχη στη σειρά του +λόγου τετρασύλλαβο, η προπροπαραλήγουσα χάνει τον τόνο, αν είχε +τόνο, και τονίζεται η παραλήγουσα μόνη. Παραδείματος χάρη, λέμε +ά θ ρ ω π ο ς, μα ά θ ρ ω π ό ς μου, πρόφερε ά θ ρ ο π ό ς μ ο υ· +λέμε κ ά μ α ρ α, μα κ ά μ α ρ ά μ ο υ. Φυσικά, όταν η αρχική +συλλαβή είναι φωνήεντο, μαζί με τον τόνο χάνεται και το φωνήεντο· +π.χ. θα πούμε είκοσι (=ίκοσι), μα κοσιένα (είκοσι ένα). Με τέτοιο +τρόπο χάθηκε το ι του ίνα και το ο του όπου. Ίνα π ο λ ε μ ά ς έγινε +να π ο λ ε μ ά ς, λέγε να π ο λ ε μ ά ς ό π ο υ θα πη — που θα πη, +λέγε πουθαπί. Ο τόνος κ' η αρχική συλλαβή χάνουνται στην ίδια στιγμή. + +Έτσι και στα γερμανικά· einen, μα 'nen Bécher. - Αφού γράφηκαν αφτά, +διάβασα μια μελέτη του κ. Foy, Griechische Vocaslstudien, Bezz, +Beitr. XII, 38 ακόλ. Βλέπω που με κατηγορεί πολύ ο κ. Foy, γιατί +είπα κι αλλού τέτοιο πράμα. Ο λόγος του είναι που μια συλλαβή με +τόνο δε χάνεται σε καμιά γλώσσα, και που πρέπει για να χαθή, μια +άλλη συλλαβή να πάρη τον τόνο της πρώτης και με κάποιο τρόπο, ο +τόνος να πηδήξη. Αφτό δεν είναι σωστό, αφού είδαμε που μήτε στους +τύπους κ ά μ ε ρ ή μου, μήτε στο ίνα π ο λ ε μ ά ς, πηδά ο τόνος. Η +λήγουσα στο π ο λ ε μ ά ς κ' η παραλήγουσα στο κ ά μ ε ρ ή μας είχαν +πάντοτες τον ίδιο τόνο. Έτσι και στο κ ο σ ι έ ν α. Τα τετρασύλλαβα +στη γλώσσα μας δε θέλουν τονισμό διπλό. Ίσια ίσια το νόμο τούτο δεν +είχε παρατηρήσει ο σοφός μας φίλος. - Ίνα κάμω και ίνα π ο λ ε μ ώ +είναι το ίδιο παράδειμα. Για του κ. Foy τη μελέτη, διές Revue +Critique, 1888, 329 - 333, (αρ. 17). + + 42} Legrand, Bibliothèque grecque vulgaire, Paris, 1880, Tome I., +p. 1-10. + +43} Mélanges Rénier, Paris, 1886, 262-283. Le poème à Spaneas. + +44} Διέστε το στ. 146. + + Όταν σε στήσουν εις αρχήν και πιάσης εξουσίαν + +και το στ. 49. + + Στρατιώται ήσαν οι όλοι σου και πάπποι και προπάπποι + Και όλον το γενολόγιν σου. + +45} Ο λόγος μου είναι που αν ο Πλάτωνας ζούσε σήμερα, δε θάγραφε +βέβαια την αρχαία. Και στον καιρό του έγραψε γλώσσα κ α ι ν ο ύ ρ ι +α, την αττική, όχι την ομηρική. + +46} Φιλολογία εννοούμε σήμερα στην κοινή γλώσσα littérature και +φιλολογικός θα πη littéraire. Το συνηθισμένο της το νόημα έχει η +λέξη και δω. + +47} Collection de romans grecs en langue vulgaire et en vers, Paris, +1880, par S. Lambros. + +48} Πρώτος ο Crusius. Σήμερα κι άλλοι πολλοί, ο E. Miller, ο G. +Meyer, ο G. Miller, ο Γ. Δεστούνης, ο K. Krumbacher. Ο φίλος μου ο +Legrand πιώτερα απ' όλους πλούτισε και τη βιβλιοθήκη μας και το νου +μας. Θα είταν αδικία να μην αναφέρω τον άξιο και σοφό Α. Μηλιαράκη. + +49] [Κατηγορήθηκαν κατόπι πολύ όσα έγραψα εδώ, ήσυχα και χωρίς +πάθος, για τον Κοραή. Τάφησα όπως είτανε. Νόστιμο να με κατηγορούν +οι καλαμαράδες, που πρώτοι κατηγόρησαν τον Κοραή στα ελληνικά του]. + +50} [Για τον Grimm, κοίταξε Whitney-jolly, _Αναγνώσματα περί των +γενικών αρχών της συγκριτικής γλωσσικής_, μετάφραση του Χατζηδάκη, +1898, σελ 707-709. Ο Grimm είναι ο πατέρας της ιστορικής +γραμματικής. Για τα έργα του Bopp, κοίτ. Αναγνώσματα, 699 ακόλ και +Β. Delbrück, Einleitung in das Spachstudium, 1884, 1-2, κι ακόλ. Στα +1812, ο Bopp είτανε στο Παρίσι και σπούδαζε. + +Στην ίδια την εποχή έγραφε κι ο Wilhelm von Humbold (κοίτ. +Αναγνώσματα, 710-711), και τόσοι άλλοι· ο F. A. Wolf, από τα 1795, +είχε δημοσιέψει ταθάνατα _Προλεγόμενά_ του, δηλαδή, τότες η επιστήμη +έννοιωθε πια τι θα πη δημοτική ποίηση και δημοτική γλώσσα, είτε +Όμηρο σπούδαζε, σαν το Wolf, είτε γραμματική, σαν τον Grimm. Μα ο +Κοραής, που είδε πολλά πράματα στην Εβρώπη, δε φαίνεται να καλομπήκε +στο νόημα· τουλάχιστο τα γράμματά του στο Chardon de la Rochette δε +δείχνουνε διόλου πως κατάλαβε τι σημασία είχε η γαλλική επανάσταση, +κι ωςτόσο ζούσε στη Γαλλία. Ίσως δεν έβλεπε και τι γινότανε στην +Ελλάδα· να μην ξεχνούμε πως σε κείνα τα χρόνια ζούσε κι ο Βηλαράς, +πως σε κείνα τα χρόνια (1812, 11 του Μαγιού) έγραφε το γράμμα που +δημοσίεψε ο Βλαχογιάννης στο Διόνυσο (τ. Β', 1902, σελ 202-207), και +που σαν το διαβάζουμε σήμερις, απορούμε πώς μπόρεσε και τα είπε και +τα κατάλαβε και τα προμάντεψε όλα. Μεγάλος άθρωπος αφτό θα πη, να μη +βλέπη την εποχή του μονάχα, παρά να προβλέπη και τη μελλούμενη. Όλα +τα βιβλία του Κοραή δεν αξίζουνε μια σελίδα μόνο από το γράμμα +εκείνο του Βηλαρά. Είναι το βαγγέλιο της δημοτικής. Και λυπάται +κανένας σα βλέπει πως ένα έθνος αξιώθηκε νάχη τέτοιους αθρώπους κι +ακόμα δεν κατάλαβε την αλήθεια]. + +51} Ο μόνος τρόπος να κάμη κανείς δουλειά χρήσιμη και πρωτοφανή +είναι νακουλουθήση το σύστημα του κ. Βερναρδάκη (Ευριπίδου +Φοίνισσαι, 1888) και να συγκρίνη στα σχόλια την αρχαία γλώσσα με τη +δημοτική. Τους αρχαίους σήμερα για να τους καταλάβουμε καλά, πρέπει +πρώτα να τους μεταφράζουμε. Τέτοια βιβλία τα καμαρώνουν και στην +Εβρώπη, γιατί δεν έγιναν ακόμη πουθενά. + +52} Για να το πούμε πιο σωστά, σώθηκε στο λατινικό musarum. + +53} Η προφορά της περισπωμένης είναι σήμερα μυστήριο για την +επιστήμη· ξέρουμε μοναχά που όποιος έλεγε περισπωμένη, έλεγε όλο +μαζί οξεία και βαρεία· το πώς μας ξεφέβγει. + +54} Essais de gramm. hist. t. II, Εισαγωγή, σελ LVI κι ακόλουθες. + +55} Όποιος θέλει μπορεί να πάρη, αν του αρέσει, κανένα άλλο +παράδειμα. Μα για το ζήτημα που γίνεται τώρα, δεν έχει να πη τίποτις +που η γενική μας είναι γ λ ώ σ σ α ς κι όχι γ λ ώ σ σ η ς. Ο λόγος +μας είναι για την κατάληξη, και το η της γενικής μ ο ύ σ η ς δεν +έχει να κάμη μήτε πολύ μήτε λίγο με την κατάληξη -ς- Με τον ίδιο +τρόπο, η ονομ. π α τ έ ρ α ς βαστά το ς της ονομ. π ο λ ί τ η ς, ν ε +α ν ί α ς ή λ ό γ ο ς. Το α της γενικής μας είναι το α της γενικής +η μ έ ρ α ς. + + 56} Για να παραστήσουμε τη διαφορά που λέω, πρέπει να πάρουμε τη +μουσική. Ας πούμε το λοιπό [το βιβλίο έχει δυο παραδείγματα το ένα +με τρεις νότες λα και το άλλο λα, λα, ντο, λα] + +Το ντο (do) σημαίνει οξεία. Τ' άσπρο το λα μας δείχτει τον τόνο το +σημερνό (accent d'intensité). Με το ντο η φωνή σηκώνεται, πετά πιο +ψηλά. Με το λα δεν ανεβαίνει, στέκεται στην ίδια γραμμή, μα +βαστιέται πιώτερο καιρό στη γραμμή της. Οι αρχαίοι, όταν έλεγαν +τόνος, ανέβαζαν τη φωνή με το ό· εμείς την κατεβάζουμε , την κάμουνε +πιο βαρειά. Ο κανένας ξέρει που η διαφορά αφτή του τονισμού είναι +γενική και κοινή σ'όλες τις μεταγενέστερες γλώσσες, στις +νεολατινικές και στις άλλες. Ο νέος μας ο τονισμός, το λεγάμενο +accent d'intensité, ας πούμε η ε ν τ ο ν ή, έφερε όλες τις άλλες +φωνολογικές αλλαγές που παρατηρούμε στη γλώσσα. Ας με συχωρέσουν, αν +τη λέω μικρή διαφορά. + +57} Γι' αφτό το λόγο μπορεί κανείς να καταλάβη πώς, σε μερικές +χώρες, τάτονο ο έγινε ου, πρβλ. κ ό μ π ο ς και κ ο υ μ π ί. Το _μ_ +δε σημαίνει· είναι γενικός νόμος, γιατί λεν και ο υ π ό λ ε μ ο υ ς, +και ο υ ά θ ρ ο υ π ο υ ς και τ ο ύ ν αντίς τ ό ν. Τέτοιους τύπους +έχει κ' η κοινή μας γλώσσα. Η κοινή όμως δεν τους παραδέχεται όλους· +θα διούμε την αιτία παρακάτω. + +58} Γράφουν πάντα j'aime, tu aimes, il aime, ils aiment, μα h +προφορά κατάντησε να είναι σήμερα η ίδια και για τα τέσσερα αφτά τα +πρόσωπα· em θα τα πουν και τα τέσσερα. Χωρίς τις αντωνυμίες, je, tu, +ils (iz), δε θα μπορούσε κανείς να ξέρη για ποιο πρόσωπο γίνεται +λόγος. Εμείς λέμε ακόμη αγαπό, αγαπάς, αγαπά. + +59} Αν είχαμε συνήθεια να γράφουμε τις λέξες σαν που τις προφέρουμε, +_ ζομός, Αθίνε, κάθιμε, ετίμι, ιμίς, _ θα βλέπαμε αμέσως που δε λέμε +διόλου αρχαίους τύπους. Το πιστέβουμε μόνο, γιατί τους γράφουμε _ +ζωμός, Αθήναι, κάθημαι, έτοιμη, ημείς _ · νομίζουμε που τόντις έτσι +μιλούμε. + +60} Οι άλλοι τύποι του ενικού και πληθυντικού βγήκαν από την +ονομαστική του ενικού ζω· η κανονική και ταχτική γενική μιας +ονομαστικής ζω δεν μπορεί να είναι παρά ζ ο ύ, όχι ζ ώ ο υ, έτσι και +τα ζ α. Συναίρεση είναι αδύνατο και περιττό να γυρέβουμε· το ζ ώ ο υ +δεν μπορεί να γίνη ζ ο ύ, μήτε το ζ ώ α ζ ά, με κ α ν έ ν α ν τ ρ +ό π ο. + +61} Έκαμαν κι άλλοι, μα δεν είναι να τους λογαριάσουμε. + +62} Ο σοφός μου φίλος Κ. Krumbacher έγραψε μια πολύ σημαντική μελέτη +για το γ' Ein irrationaler Spirant im Griechischen, München 1886. Ο +κ. Krumbacher γράφει που στην ίδια χώρα κλίνουν α κ ο ύ γ ω, α κ ο ύ +μ ε, ά κ ο υ γ α ή α κ ο ύ ω, ά κ ο υ γ α. Τέτοια ανωμαλία δεν +μπορεί να υπάρχη παρά στις κοινές ή κεντρικές γλώσσες, κι ο +Krumbacher παρατήρησε μόνo τις κεντρικές γλώσσες. Τα κέντρα δε +βρίσκουνται μοναχά στις πολιτείες — και τα χωριά μπορεί να είναι +κεντρικά. Μάλιστα στα νησιά, κάθε πρωτέβουσα είναι κέντρο κ' η +γλώσσα κάθε πρωτέβουσας είναι κοινή. Όπου έχει εμπόριο, λιμένα, +καράβια, οι γλώσσες είναι πάντοτες χαλασμένες. Αν πάτε π.χ., στη +Χιο, δεν πρέπει να γυρέψετε τα χιώτικα στη χώρα· στη χώρα θα βρήτε +δυο τρεις ιδιωτισμούς, σαν το π ά μ ε ν ε, το ί ν τ α κι' άλλα +τέτοια πολύ γνωστά· μα η γλώσσα είναι κοινή. Αν πάμε πάλε στα χωριά, +και κει θέλει μεγάλο κόπο για να ξεδιαλίση κανείς την αληθινή γλώσσα +του χωριού. Πολλά χωριά έχουν εμπόριο αναμεταξύ τους, και τόσο +φτάνει για να χαλαστή η ντόπια γλώσσα. Παρατήρησα μάλιστα που, άμα +βγη ο χωρικός από το χωριό του, ξεχνά τα χωρικά του και δίχως ο +ίδιος να το παρατηρήση, πιάνει και μιλεί κοινή γλώσσα. Χρειάζεται +βιβλίο για να πη κανείς όσα έχει να πη για τέτοιο αντικείμενο και να +δείξη τη δυσκολία της μελέτης αφτής. + +63} Όποιος θέλει να βεβαιωθή που είναι τόντις έτσι το πράμα, φτάνει +να προσέξη και θα το καταλάβη. Όταν ένας χωρικός λέει ε ώ, α κ ο ύ ω +και α κ ο ύ γ ω, θα πη ή που τ α ξ ί δ ε ψ ε ο ίδιος ή που έζησε μ' +άλλους χωρικούς που ταξίδεψαν κ' έφεραν έτσι ξένους τύπους στο +χωριό. Άμα ρωτήξη να μάθη, θα διή πάντα που είναι μια τέτοια αιτία +στη μέση. + +64} Στην Πόλη μάλιστα, όταν είναι πολλά παιδιά σ' ένα σπίτι, λένε +μιλώντας για τον πατέρα, ο ί δ ι ο ς. Σύγκρινέ το με τη φράση· Αυτός +έφη. + +65} Όποιος κάμη τέτοια γραμματική θα γνωρίζη, πιστέβω, τους +φωνολογικούς νόμους της κοινής και θα μπορέση να ξεχωρίση και να +διακρίνη τους τύπους του λαού από τους τύπους του σχολειού. Όπου βρη +στην κοινή δυο τύπους διαφορετικούς για την ίδια λέξη, θα πάρη +φυσικά τον τύπο το δημοτικό και θα ξέρη ποιος είναι ο αληθινός ο +τύπος. Στην Πόλη, π. χ., θακούσουμε να λεν και μ ά γ ε ι ρ α ς και +μ ά γ ε ρ α ς. Πρέπει αμέσως να καταλάβουμε που ο τύπος μ ά γ ε ρ α +ς είναι ο μόνος κανονικός και να διούμε για ποιο λόγο· ο λόγος είναι +που ι μπροστά σε ρ, όταν είναι άτονο, γίνεται ταχτικά ε (κάθε +εξαίρεση θάχη το λόγο της). Ο τύπος μ ά γ ε ι ρ α ς, με ει είναι +τύπος χαλασμένος· λεν το ι γιατί γράφει ει. Όταν ξέρει κανείς λίγη +γλωσσολογία, έφκολα βλέπει τα τέτοια. — Δεν έχει να πη που η κοινή +γλώσσα παραδέχεται δυο διάφορους δημοτικούς τύπους για μια μόνη +λέξη, α γ α π ά ω, α γ α π ώ, τ ί π ο τ ις, τ ί π ο τ ε ς κτλ. Οι +αρχαίοι και κείνοι έγραφαν και μ ε ί ζ ο ν ε ς και μ ε ί ζ ο υ ς κι +άλλα τέτοια χιλιάδες· μάλιστα είχαν και πολλά δυσκολώτερα. Ό τι κι +αν πη κανείς για τη γλωσσική ποικιλία που υπάρχει σήμερα, δε θα βρη +τύπους που να διαφέρουν περισσότερο από το τ έ σ σ α ρ ε ς και π ί +σ υ ρ ε ς. Ποιος μπορεί να καταλάβη, α δεν τόμαθε, που π λ η σ ί ο ς +και π λ α τ ί ο ς είναι η ίδια λέξη; Αφτή η ποικιλία είναι πλούτος· +δεν ταιριάζει να την κατηγορούμε και πολύ πιο σωστό είναι να τη +σπουδάζουμε. Η κοινή γλώσσα δεν έχει τέτοια ποικιλία, όπως κ' η +αρχαία η κοινή δεν την είχε. Ακόμη κι όταν παίρνουμε δυο τύπους που +διαφέρουν ο ένας από τον άλλο, σαν το μ ε ί ζ ο ν ε ς και μ ε ί ζ ο +υ ς, ο σκοπός είναι οι τύποι που συνηθίζουμε να είναι αλήθεια +δημοτικοί κι όχι ψεφτοδημοτικοί σαν που είναι ο τύπος μ ά γ ε ι ρ α +ς. + + 66} Essais de grammaire historique néo-grecque, tom I, σελ. 245- +250. Προσπάθησα ναποδείξω που η ονομασία ξένη λέξη είναι όρος +γραμματικής, αλλά που για την κοινή χρήση δεν έχει κανένα νόημα· μα +βλέπω που ο κ. Χατζηδάκης δεν το κατάλαβε. Θύμωσε, απόρησε, έβαλε +επιφωνηματικά σημεία, δεν απόδειξε όμως πως έχω λάθος. Η αλήθεια +είναι που ο λαός δεν ξέρει ξένες λέξες· όσες λέξες λέει, τις έχει +για δικές του. Ένας λόγιος ή ένας γραμματολόγος να σκαλίζη στα +βιβλία και να μας λέη για μια λέξη πώς είναι ξένη, δεν έχει να κάμη· +ο λόγιος άξαφνα μας λέει που το σεντούκι είναι ξένο, κι ωςτόσο είναι +γραικικό. Διές παρακάτω. + +67} Περίεργο που άλλαξε ο τόνος, accumbo. - Οι βυζαντινοί είχαν τον +τίτλο π ο ρ τ ά ρ η ς, π ο ρ τ ά ρ ι ο ς· (Μαλ. 184-22) και τη λέξη +π ό ρ τ α (πρβλ. και του Σοφοκλή το Γλωσσάριο). Αδύνατο λοιπό να +είναι η π ό ρ τ α ιταλική λέξη. Πολλοί παν και το λεν έτσι, μα δε +σημαίνει. Όσο αρχαίο είναι τόνομα Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς, τόσο αρχαία +είναι κ' η π ό ρ τ α. + +68} Ένας πολύ άξιος νέος, ο κ. Gœtzelmann, μαθητής του κ. F. +Neumann, είχε σκοπό να κάμη τέτοια μελέτη κ' ήρθε να με βρη είναι +τώρα δυο χρόνια. Ο δυστυχισμένος ο νέος πέθανε πριν τελειώση τη +δουλειά. + +69} Το ίδιο πράμα ο ένας το λέει ντροπή, ο άλλος τόχει τιμή. Όπως το +πάρη ο καθένας. Τους ξενισμούς που λέμε, πολλοί τους αγαπούν και +κανένας δεν τους αποφέβγει. Τις ξένες λέξες, μάλιστα τις ιταλικές, +νομίζουμε αμαρτία να τις έχουμε. Ο Victor Hugo έκρινε διαφορετικά κ' +είπε κάπου για τα γραικικά μας· + + Langue d'Homère où Dante a jeté quelques mots! + (Les Chants du Crépuscule, VIII.) + +70} Η καθαρέβουσα ξεναντίας παραδέχεται ξένα κύρια ονόματα χωρίς να +τα κλίνη. Πολλοί γράφουν ο Gœthe, του Gœthe και κατάντησε συνήθεια. +Ο λαός δε θα μπορέση ποτές να πη έτσι. Δεν έχει κανείς παρά να +δοκιμάσει και να μάθη ενός χωρικού τόνομα ο Gœthe· αμέσως ο χωρικός +θα το κλίνη ο Γκέτες. + +71} Πρβλ. Observations phonétiques sur quelques phénomènes néo- +grecs, Paris, 1888, p. 312-315. + +72} Κ ό ρ τ ο, αντίς Κ ό ρ ι ν θ ο ς, θα είταν ακόμη καλήτερο +παράδειμα, γιατί μόνο όταν προσέξη κανείς καλά στους φωνολογικούς +νόμους, μπορεί να καταλάβη που το Κ ό ρ τ ο είναι ο κανονικός τύπος. +Τόνομα Κ ό ρ ι ν θ ο ς δεν μπορούσε να γίνη άλλο παρά Κ ό ρ τ ο· +τανάφερα τώρα κι αλλού. Revue Critique, 1887, σ. 408. + +73} Ταξιόλογο αφτό το βιβλίο είναι τώρα τυπωμένο· De la vie des +mots, Paris, 1887. + +74} Το ρήμα δ ι α β ι β ά ζ ω έγινε ταχτικά δ ι α β ά ζ ω, πρβλ. +Revue Critique, 1887, σελ. 261, σημ. 3. + +75} Όχι μόνο ο λαός, μα κι όσοι γράφουν κ' έχουν ανάγκη νέες λέξες +για νέες ιδέες· διές De la création actuelle des mots nouveaux dans +la langue française, A. Darmesteter, Paris, 1877, σελ. 35-36. + +76} Curtius, p 352. Με δίκιο δε βάζει το ρ ι ς μαζί με το ρ έ ω. + +77} Στην Πόλη κι αλλού, μ ο ύ τ σ ο υ ν ο σημαίνει όλο το πρόσωπο +(τιμή στο μούτσουνό σου.) Δεν ξέρω αν πουθενά σημαίνει μόνο τη μ ύ τ +η. + +78} Περί της ξενιτείας (Wagner, Carmina, σελ. 205), στ. 67. + +79} Βρίσκεται ο στίχος σ' ένα ανέγδοτο χερόγραφο στο Oxford, Bodl. +Libr. Auct. Τ. 5, 22, φύλλο 6β. αρ. 4-5. Το χερόγραφο γράφει +ανθρωπος· περπατει. Είναι μια παραλλαγή του Σπανέα· πρβλ. Μélanges +Rènier, Paris, 1886, 262-283. + +80} Έτσι το λέει ο κ. Janssen: l'unité matérielle du monde. Πρέπει +να διαβάση κανείς τον ωραίο λόγο του μεγάλου μας αστρονόμου. Séance +annuelle des cinq Académies, 25 Octobre, 1887. + +81} Τόνομα χ υ δ α ί α ή δ η μ ο τ ι κ ή γλώσσα (grec vulgaire) +δεν είναι μήτε επιστημονικό μήτε σωστό. Όλες οι γλώσσες είναι +δημοτικές, άμα είναι γλώσσες. Κανείς ακόμη δεν είπε που ο Πλάτωνας, +όσο μεγάλος κι αν είταν, έβγαλε μοναχός του κι από το κεφάλι του +μέσα ή που γέννησε την κλίση, τα ρήματα, τα ονόματα, τη γραμματική +κι όλη τη γλώσσα. Πήρε τη γλώσσα του λαού κ' έβαλε μέσα τις ιδέες +του και το νου του· δεν έγραψε καμιά γραμματική. Όταν είναι μάλιστα +μια γλώσσα εθνική σαν τα γραικικά, καταντά αδύνατο να την πούμε +χυδαία, γιατί τότες λέμε χυδαίο και το έθνος αλάκαιρο. Το έθνος όμως +χυδαίο δεν είναι. + +82} Auct. Τ. 5, 22, φ. 3β, αρ. 10 — 12. Το χερόγραφο δε βάζει καλά +τους στίχους. Με φρόνημον μαχήν πηήσον κε με λουλον (άτονο ο γίνεται +ου ταχτικά) αγαπήν. Οτη έναν ημερόνηκτον ένε του φρονημου η μάχη. +Του δε ζαβού κε πελελού χρόνον και παλην άρχη. — Θάξιζε να βρη +κανείς το πρωτότυπο. Ο κώδικας του Oxford είναι παρακατιανός +κώδικας. + +83} Είναι μόλις ανάγκη να το σημειώσουμε· όταν κανείς λέει πως θα +γράψη γλώσσα που μιλιέται, έχει φυσικά στο νου του το τυπικό και το +φωνολογικό σύστημα της γλώσσας όλης, όχι κάθε λέξη ξεχωριστά. Σήμερα +κλίνουμε ράχη, ράχης, πόλη, πόλης κτλ. Με τον ίδιο τρόπο θα πούμε η +κλίση, της κλίσης, η κατάληξη, της κατάληξης. Αν έγραφε κανείς η +κλίσις, της κλίσεως, η κατάληξις, της καταλήξεως, δε θάγραφε τη +γλώσσα που μιλιέται σήμερα, θάγραφε τη γλώσσα που μιλιούνταν είναι +τώρα χρόνια και καιρός. Η γλώσσα μας περιττοσύλλαβα πια δεν έχει· +δεν μπορούμε λοιπό να της τα φορτώσουμε. Προσέχει κανείς τους +γενικούς νόμους της γλώσσας, όχι τα ιδιαίτερα και περαστικά. — Έτσι +και με τα φωνολογικά φαινόμενα. Για πολλούς λόγους, η πλοκή μφ είναι +σήμερα άτοπη· η προφορά μφ (mf) μήτε για την αρχαία, μήτε για τη νέα +γλώσσα μπορεί να είναι σωστή. Όπως λέμε ν ύ φ η, π ε θ ε ρ ό ς, έτσι +θα πη κανείς ταχτικά και σ ύ φ ω ν ο ς, σ υ φ έ ρ ο (πληθυντική +ονομαστική του σ υ μ φ έ ρ ο ν=σ υ φ έ ρ ο, σ υ φ έ ρ ο υ, όχι σ υ +μ φ έ ρ ο ν τ ο ς, αφού τα περιττοσύλλαβα χάνουνται· σαν το δ ώ ρ ο +κλίνεται και το σ υ φ έ ρ ο, γιατί έχει την ίδια κατάληξη). Όλος ο +κόσμος θα μας καταλάβη, , άμα πούμε σ ύ φ ω ν ο ς και πολλοί μάλιστα +διαφορετικά δεν το λεν. Ο τύπος φαίνεται παράξενος, όταν είναι +γραμμένος, γιατί ο καθένας ξέρει μόνο τον τύπο που διαβάζει και που +γράφουν τα βιβλία, όχι τον τύπο που άκουσε (διές τον Πρόλογο). +Γράφουμε πάντα σ ύ μ φ ω ν ο ς, σ υ μ φ έ ρ ο ν· το μάτι μας έτσι το +συνήθισε κι άμα το διούμε γραμμένο διαφορετικά, μόλον ότι αλήθεια +λέμε σ ύ φ ω ν ος άμα δεν προσέξουμε, δεν μπορούμε να πιστέψουμε που +τόντις υπάρχει τέτοιος τύπος. — Όπου δεν είναι δυνατό νακολουθήση +κανείς τους φωνολογικούς νόμους, όπου καταντά δύσκολο να καταλάβουμε +τον κανονικό τύπο, πρέπει να ταιριάξουμε τουλάχιστο το τυπικό. Αν +πούμε σ ι ά (ουσία) ή ο υ σ ι ά, που θα είταν οι ταχτικοί τύποι, +κανείς δε θα καταλάβη τι λέμε. Τότες δεν έχουμε παρά να κλίνουμε την +ο υ σ ί α, τις ο υ σ ί ε ς, κ' η γλώσσα βαστά τη φωνολογική της +ενότητα. Τέτοιες ακανόνιστες λέξες έχει κάθε γλώσσα. Ό τι είναι ο +τύπος την ουσία στα γραικικά είναι στα γαλλικά οι τύποι _substance, +affectation, passion _ , κτλ. + +84} Θουκ. Α', 22. + +85} Voici d'autre part quelques renseignements complémentaires sur +deux ou trois faits cités dans le discours même. Sur κάθημαι, on +peut lire la _Grammaire_ de S. Portius, p. 181, édition W. Meyer. +aujourd'hui parue; sur γόνατο, de même, p. 137, ibidem. — Rapprochez +de Φλάτσα les formes φλακισμένος, Picat.132, φλακές Picat. 261. Ce +texte est de 1508, 1510 environ. + +86} Le ν de ces verbes est analogique : δούλωσα coincide avec l'aor. +έζωσα, etc.; on forme alors δουλώνω sur ζώννω (voir W. Meyer. +_Grammaire_ de S. Portius, p. 189). Ici il faut maintenir le ω; un ο +laisserait croire que le ν est intercalaire, ce qui est faux. Nous +simplifions du moins en écrivant δουλώνω, avec un seul ν, au lieu +des deux ν de ζώννω. + +87} Δημοσιέφτηκε στην «Εφημερίδα» του Κορομηλά, 4 του Σταβρού, 1888. + +88} Ο κ. Γιαννόπουλος αποκρίθηκε στην Ε φ η μ ε ρ ί δ α (15 του +Σεφτέβρη, 1888, σελ.} και φυσικά ξαναείπε τα ίδια. Μα δε σημαίνει +τίποτις αφτό. Πάντα πρέπει ο Ρωμιός ναποκριθή και τόχει γι' αμαρτία +να σωπάση. Όσο περιττό λοιπόν κι αν είναι ναρχίσης μαζί του καθαφτό +επιστημονική απρόσωπη συζήτηση, όσο κι αν α π ο κ ρ ι θ ή , δε θα πη +πως δεν άλλαξε γνώμη. Αποκρίνεται για να μην πέση μικρός μπρος στους +άλλους· συλλογέται όμως, σαν είναι μοναχός του. + +89} Πρβλ. όσα είπαμε για τον τύπο _ πατέρας _ στον Πρόλογο του +Κυρούλη κτλ., Για το Ρ ω μ α ί ι κ ο Θ έ α τ ρ ο, σελ. 74 κι ακόλ. + +90} «Επιθεώρησις, τετάρτη, 19 Αυγούστου, 1887». Ο ποιητής υπογράφει +Η. Α. + +91} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, τ. Α', αρ. 12 (σελ. 177-184), Μάρτη, +24, 1891· αρ. 14 (σελ. 200-215), Απρίλη, 7, 1891. Η γαλλική μου +μετάφραση, στο Παρίσι, μαζί με το Cadeau de noces, 1893, σελ. 233- +319. + +92} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, στον ίδιο αριθμό με το Δ έ φ τ ε ρ ο +Π λ ί κ ο. + +93} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, Φλεβάρη, 23, 1892, τ. Α', αρ. 8 (σελ. +113-115). Γαλλικά παραφρασμένο στο Cadeau de noces, σελ 217. + +94} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, Μάρτη, 8, 1892, τ. Α', αρ. 10 (σελ. +145-147). Γαλλικά Παραφρασμένο στο Autour de la Grèce, σελ 233. + +95} Δημοσιεύτηκε στην Εστία, Μάρτη, 15, 1892, αρ. 11 (σελ. 170). + +96} Δημοσιέφτηκε στην Ακρόπολη, Δεκέβρη, 29, 1892. + +97} Τότες, στο γράμμα μου, τους έγραφα νέττα σκέττα symbolistes. Μα +βλέπω κ' έγινε από τότες κάμποσος λόγος για σ υ β ο λ ι σ μ ό· +άκουσα μάλιστα να τους λένε απαράλλαχτα όπως τους βάζω εδώ. Το πιο +σωστό θάτανε ωςτόσο να τους λέγαμε συμπολιστάδες· αφού είναι το +πράμα παρμένο από την Εβρώπη, πιο ηθικό να το φανερώνη κ' η λέξη. Σα +βγάλουμε κατόπι σ υ μ π ο λ ι σ τ ά δ ε ς μεγάλους, τόνομα δε θάχη +να κάμη τίποτα. + +98} Δημοσιέφτηκε στις _Etudes de philologie néo-grecque_, 1892 (του +Χριστού), σελ 70. Μεταφρασμένο από αρχαία επιγραφή, κοίτ. τη +σημείωση, σελ 76. Ο φίλος μου ο Pernot είχε μελετήσει την επιγραφή· +προσπάθησα να τη μεταφράσω, αν και μεγάλη αξία δεν έχει — μήτε η +επιγραφή, μήτε η μετάφραση. + +99} Ιδού και το κείμενο ταρχαίο, καθώς τόχει ο Bœckh (C.I.G., αρ. +2415). + + + α Φράζε τίνος γονέος, σέο τ' ούνομα και πόσιν αύδα + Και χρόνον είπε, γύναι, και πόλεως όθεν εί. + β Νείκανδρος γενέτωρ, πατρίς Πάρος, ούνομα δ'ήν μοι + Σωκρατέα· φθιμένην Παρμενίων δ' έθετο + 5 Σύνλεκτρος τύμβω με· χάριν δε μοι ώπασε τήνδε, + Εύδόξου ζωάς μνήμα και εσσομένοις. + Και με πικρά, νεαροίο βρέφους αφύλακτος, Ερεινύς + Αιμορύτοιο νόσου τερπνόν έλυσε βίον· + Ούθ' υπ' εμαίς ωδείσι το νήπιον ες φάος ήγον, +10 Αλλ' υπό γαστρί φίλα κεύθεται εν φθιμένοις. + Τρισσάς εκ δεκάδος δε προς έξ ετέων χρόνον ήλθον, + Άνδρί λιπούσα τέκνων αρσενόπαιδα γονάν. + Δισσά δε πατρί λιπούσα και ιμερτώ συνομεύνω + Αυτά υπό τριτάτω τόνδε λέλογχα τόπον. 15 + γ Αλλά συ, παμβασίλεια θεά, πολυώνυμε Κούρα, + Τήνδ' άγ' επ' ευσεβέων χώρον ελούσα χερός. + Τοις δε παρερχομένοισι θεός τέρψιν τινά δοίη + Είπασιν χαίρειν Σωκρατέα κατά γης. + + _Διονύσιος Μάγνης ποιητής έγραψεν_. + +100} Δημοσιέφτηκε στο Ά σ τ υ, Απρίλη, 9, 1893. + +101} Κοίταξε παρακάτω την πρώτη σημείωση στο Α θ η ν α ί ι κ ο +ι ν τ ε ρ β ι ο ύ, 263, 1. + +102} Το ξανατύπωσα στο Autour de la Grèce. σελ 225. + +103} Δε γνώριζα τότε διόλου τον Κακλαμάνο. Γνωριστήκαμε μόνο το +καλοκαίρι του 1893. + +104} Δημοσιεύτηκε στο «Α σ τ υ», 26 του Τρυγητή, 1893. Δεν ξέρω +γιατί το είπα ι ν τ ε ρ β ι ο ύ. Υποθέτω γιατί έτσι το ξέρουνε στην +Εβρώπη κι αφού από την Εβρώπη το πήραμε, σωστό είναι να το βλέπουμε +κι από τη λέξη. Στον πληθυντικό πάλε, τόβαλα ιντερβιούδες, γιατί +θαρρώ πως ρωμαίικα έτσι έρχεται. Δε μας τρομάζει όμως διόλου το +δασκάλικο σ υ ν έ ν τ ε υ ξ ι ς· αφτό κ' ίδιοι τους οι ρεπορτέρηδες, +σα μιλούνε γλήγορα, δηλαδή σα μιλούνε τη γλώσσα τους, σ υ ν έ ν τ ε +ξ η θα το πούνε, όπως και το α υ ξ ά ν ω έγινε α ξ α ί ν ω. + +105} Κοίταξε τι λέει κι ο Ηρόδοτος ο ίδιος Β', 118· Α', 1. + +106} Δηλαδή θάρρεψαν από τη λέξη λαμπάδες πως είταν η κατάληξη, - +άδες, όπως και στην αρχαία θάρρεψαν από τη λέξη δεσμώτης πως είτανε +- ώτη - κτλ. Πρβλ πιο απάνω, σελ 72. + +107} Γ. Σ. Φραγκούδης, στην Ακρόπολη, 24 Αυγούστου, 1893. + +108} Το Κ ρ ι ν ά κ ι της Α μ μ ο υ δ ι ά ς δεν έγινε ρομάντσο, παρά +μόνο κεφάλαιο σΤόνειρο του Γιαννίρη (σελ 109-157). + +109} Δυο λόγια, σελ α' - δ'. + +110} Ταξίδι, σελ α' - β'. + +111} Το ιντερβιού έχει στο τέλος, με την υπογραφή του Μποέμ, και +τακόλουθα λόγια· «Και τελείωσε με την έκφρασιν ανθρώπου πεποίθησιν +έχοντος εις το μέλλον, μη πτοουμένου από κατακρίσεις, αποβλέποντος +μετά φιλοσοφικού τινος σκεπτικισμού προς τας επιθέσεις, με ήθος +ανθρώπου ο οποίος ειξεύρει ότι «ό τι έχει να γίνη θα γίνη» +ετελείωσε, λέγων· + + — Au revoir, φίλε μου». + +Αμέ, δεν τα είπαμε πως ο Αθηναίος είναι τετραπέρατος στην ξυπνητάδα; +Ερχούμουν από το Παρίσι· έπρεπε να τελειώσω παρισιάνικα μ' ένα au +revoir. Έχει πολύ λάθος και πολύ άσκημα τάκουσε. Με πήρε και μένα +για κανέναν Αθηναίο, που κάθε τόσο βγάζει και τα γαλλικά του στη +μέση, να δείξη πως δεν τον αγοράζεις. Εγώ, σα μιλώ γαλλικά, γαλλικά +τα λέω· σα μιλώ πάλε ρωμαϊκά, τα λέω ρωμαίικα. Και το _au revoir_, +καλή αντάμωση θα το πω. Φαίνεται λοιπόν πως στο Παρίσι ξέρουμε +καλήτερα τα ρωμαίικα παρά που τα ξέρει ο ίδιος ο Μποέμ, στην Αθήνα. + +112} Δημοσιεύτηκε στο Άστυ, πέμτη, 9 του Σταβρού, 1893. + +113} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Κεριακή, 12 του Σταβρού, 1893. + +114} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Τρίτη, 28 του Σταβρού, 1893. + +115} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Κεριακή, 3 τ' Άη Δημήτρη, 1893. + +116} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Τρίτη, 5 τ' Άη Δημήτρη, 1893. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Roses and apples, by Ioannis Psycharis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ROSES AND APPLES *** + +***** This file should be named 31433-0.txt or 31433-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/1/4/3/31433/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/31433-0.zip b/31433-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..4a026d7 --- /dev/null +++ b/31433-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..40c3f93 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31433 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31433) |
