summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31433-0.txt9448
-rw-r--r--31433-0.zipbin0 -> 253413 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 9464 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31433-0.txt b/31433-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..ebc3afa
--- /dev/null
+++ b/31433-0.txt
@@ -0,0 +1,9448 @@
+The Project Gutenberg EBook of Roses and apples, by Ioannis Psycharis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Roses and apples
+ Volume A
+
+Author: Ioannis Psycharis
+
+Release Date: February 27, 2010 [EBook #31433]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ROSES AND APPLES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have
+been transferred at the end of the book (as endnotes). The tonic
+system has been changed from polytonic to monotonic. A table with
+spelling and other mistakes has been incorporated in the text.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
+italics are included in _.
+
+Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
+σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το τονικό
+σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο Πίνακας
+παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψη στο κείμενο. Η ορθογραφία του
+βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους
+χαρακτήρες περικλείονται σε _.
+
+
+
+
+ΨΥΧΑΡΗΣ
+
+
+
+
+Ρόδα και Μήλα
+
+
+
+
+ΤΟΜΟΣ Α'
+
+
+
+ Quale i fioretti dal notturno gielo
+ Chinati e chiusi, poi che'l Sol gl' imbianca,
+ Si drizzan tutti aperti in loro stelo.
+ Dante, Inf. II, 43(1-3).
+
+
+
+ΑΘΗΝΑ
+
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+à PARIS, chez:
+Η. WELTER, EDITEUR
+(4, RUE BERNATD-PALISSY,4)
+
+1902
+
+
+
+
+Ρόδα και Μήλα
+
+
+
+
+ΑΦΙΕΡΩΜΑ
+
+
+
+Μια μέρα περπατούσαμε μαζί στο περιβόλι της Αγάπης. Μαζί μυρίζαμε τα
+ρόδα· κόφταμε τα μήλα μαζί. Τα ρόδα χρήσιμα δεν είναι· είναι πιο
+χρήσιμα τα μήλα. Το καλοκαίρι, σα δηψάς, το μήλο σε δροσίζει, και
+σαν πεινάς, σε θρέφει. Το ρόδο το καημένο άλλη δουλειά δεν ξέρει
+παρά να μοσκοβολάη. Ωςτόσο μου έλεγες στο περιβόλι της Αγάπης πως
+ταγαπούσες τα δύστυχα τα ρόδα, πως σαν τα μυρίζεις, σου φαίνεται πιο
+νόστιμο και το μήλο.
+
+Μήπως κι ο νους του αθρώπου δεν έχει τα ρόδα και τα μήλα του σαν το
+περιβόλι; Ρόδα είναι της φαντασίας μας τα παιδιά· μήλα τα παιδιά της
+επιστήμης. Και τα δυο μαζί στολίζουνε ταθρώπινο το περιβόλι.
+
+Στο περιβόλι της Αγάπης, που περπατούσαμε μια μέρα μαζί, τέτοια
+λόγια σου είπα, και σήμερις σου μάζωξα, να σου τα χαρίσω, τα μικρά
+μου τα ρόδα και τα μήλα μου τα μικρά, που αν τύχη κ' έχουνε αλήθεια
+λίγο ζουμί και λίγη μυρουδιά, σε Σένα το χρωστούνε, το χρωστούνε στο
+Περιβόλι της Αγάπης.
+
+Τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901.
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ. — Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. — ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ. — ΟΜΟΡΦΙΑ... ΚΙ ΑΗΔΙΑ.
+— ΤΕΧΝΗΤΗ. — ΦΙΛΟΣ ΣΤΕΝΟΣ. — Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.
+
+
+
+
+Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ.
+
+Όταν πήρα να μαζώξω δώθε κείθε όσα είχα δημοσιεμένα είτε σε
+περιοδικά, είτε σε φημερίδες, και που τα ξανατυπώνω σήμερις με τη
+χρονολογική τους τη σειρά· όταν τα ξαναδιάβασα κ' έβαλα στο καθένα
+κι από μια σημείωση, όταν από το πρώτο που έγραψα ίσια με το στερνό,
+τα κοίταξα ένα ένα, δεν μπόρεσα να μην απορήσω, βλέποντας πώς και με
+τι τρόπο άλλαξε το ζήτημα το γλωσσικό από τα 1888 ως τα 1901. Τότες
+πολεμούσαμε τους δασκάλους, γιατί όλοι τους είτανε δασκάλοι· τώρα
+πολεμούμε κάτι μισοδασκάλους — ή δασκαλάκια. Τότες πολεμούσαμε την
+καθαρέβουσα· τώρα πολεμούμε τη μισοκαθαρέβουσα. Τότες πολεμούσαμε
+μια γλώσσα που ήθελε κάτι να φανή· τώρα πολεμούμε μια γλώσσα που δε
+θέλει τίποτα να είναι. Τότες πολεμούσαμε μια γραμματική που γύρεβε
+να μας φέρη πίσω ίσα με του Ξενοφώντα το τυπικό· τώρα πολεμούμε μια
+γραμματική που μήτε ομπρός λέει να πάη μήτε πίσω, παρά στέκεται
+αγράμματη στον αέρα. Τότες πολεμούσαμε πεθαμμένους· τώρα πολεμούμε
+τους αγέννητους.
+
+Και να πούμε την αλήθεια, είχε κάποιο μεγαλείο του Κόντου η αρχή να
+ξαναττικίση την Ελλάδα. Σήμερις όμως βλέπω και καμιάν αρχή δε
+θέλουν· «Εμείς, λέει, νακούσουμε λόγο; Για ποιους μας παίρνεις;
+Εμείς είμαστε ποιητάδες και γράφουμε όπως μας κατεβή, χωρίς λόγο
+κανένα!» Κ' έτσι βγήκε στη μέση και κοντέβει να γίνη της μόδας μια
+κάποια _ μισή γλώσσα, _ που αρέσει πολύ σε κείνους που τη γράφουνε.
+
+Η _ μισή γλώσσα _ τι πράμα είναι ωςτόσο; Για να δούμε.
+
+Η _ μισή γλώσσα _ είναι γλώσσα που της έβγαλαν κι άλλο ένα όνομα· τη
+λένε πως είναι _ απλή _ · γιατί τάχα; Γιατί ανακατώνει πολλές
+γλώσσες, δηλαδή γιατί γραμματική δεν έχει — και πώς να μην είναι
+απλή, αφού είναι κι ακανόνιστη; Μάλιστα θα σου πούνε πως είναι σωστή
+αηδία η γραμματική. Ανυπόφορο πράμα, δυσάρεστο, σιχαμένο. Δεν τον
+αφίνετε ήσυχο τον ποιητή; Στον κόσμο τον πολιτισμένο, στην Εβρώπη, ο
+ποιητής, ένας Ηugo, ένας Renan, ησυχία δεν έχουνε αν άξαφνα τους
+περάση υποψία πως κάπου, σε μιαν αράδα, σε μια λέξη, σε μια συλλαβή,
+τους ξέφυγε κανένα λάθος, πως τάχα δεν έγραψαν τη γλώσσα τους
+αχάλαστα κι αλάθεφτα, προσέχοντας ως και στον πιο μικρό κανόνα της
+γραμματικής. Τι μουρλοί και τι ζαβοί! Δε ρωτούσανε καλήτερα τον
+ποιητή το Ρωμιό; Αφτός, ησυχία του είναι να μην προσέχη σε τίποτις,
+ο λυρισμός του, η ποίησή του, το ύψος του είναι να βάζη μια λέξη
+αρχαία κοντά σε μια δημοτική, έναν τύπο δημοτικό πλάγι πλάγι μ' έναν
+αττικό τύπο, κάποτε το ίδιο να μας το λέη όπως το λέει ο δάσκαλος,
+κάποτε πάλε όπως το λέει ο λαός. Χαρά του νανακατέβη καθαρέβουσα και
+δημοτική. Και τέτοια είναι η μισή γλώσσα.
+
+Πολύ ωραία, πολύ κατάβαθα ψυχολόγησαν το Ρωμιό, και γεια τους, όσοι
+πήγαν και μας ανακάλυψαν το λαμπρό το σύστημα της ανακατωσούρας. Δε
+μου λέτε, σας παρακαλώ, το ανακάτεμα με τι τρόπο θα γίνη; Πόση
+δημοτική θα βάζουμε και πόση καθαρέβουσα; Κανένας, εννοείται, από
+τους λεγάμενους δε θα ορίση το ποσό, μήτε σκοπέβει να το ορίση. Δεν
+είναι δουλειά του, θα σας πη. Κι αφτός ο λόγος, το κάτω κάτω — ή το
+άνω κάτω — τι σημαίνει; Σημαίνει πως ο καθένας θανακατέβη, όπως
+τύχη, όπως του φανή, όπως ξέρει — δηλαδή πως ο καθένας θα' χη
+σύστημα δικό του. Τι λέγαμε για τα ψυχολογικά του Ρωμιού; Ο Ρωμιός,
+που έχει φιλότιμο περίσσιο, θακούση άραγες ποτέ του τον έναν πιο
+πολύ από τον άλλονα; Ίδιοι τους αφτοί θακούγουνται αναμεταξύ τους; Ο
+Θεός φυλάξη! Κοιτάζουν τα πρόσωπα, στα πρόσωπα προσέχουνε. Ο τάδες
+το γράφει έτσι; Αμέσως εγώ να το γράψω αλλιώς! Το λοιπόν τι βγαίνει;
+Βγαίνει που το μόνο σύστημα που μπορεί στην Ελλάδα να τα βγάλη πέρα,
+που μπορεί όλους τους Ρωμιούς μαζί να τους κάμη να είναι σύφωνοι, το
+μόνο είναι το _ απρόσωπο _ σύστημα, είναι η γραμματική, είναι η
+γλώσσα του λαού.
+
+Φοβούμαι μήπως κ' οι ανυπόταχτοι, ανεξάρτητοι, μεγαλόφρονοί μας
+ποιητάδες, που ζυγό δε θέλουνε κι αποτινάζουν τη γραμματική, δεν
+κατάλαβαν ακόμη τι θα πη αληθινή λεφτεριά. Το βάρος, ο ζυγός κ' η
+σκλαβιά μου φαίνουνται αφτά που γυρέβουνε του λόγου τους, δηλαδή να
+βάλουνε τους άλλους και τον εαφτό τους να υποταχτούνε στη φαντασία
+ενός και μόνου. Η καθαφτό ανεξαρτησία είναι ανώνυμη, σαν το λαό. Δεν
+ακούς κανέναν, όταν τους ακούς όλους, κ' είναι μάλιστα σα να μην
+τους άκουες μήτε δάφτους, αφού ακούς και τον εαφτό σου, αφού μέσα σ'
+όλους είσαι κι ο ίδιος, είσαι και συ λαός.
+
+Μα δεν πιστέβω η _ μισή γλώσσα _ να τα στοχάστηκε αφτά, μήτε να
+βγήκε στους δρόμους να φωνάζη από τόσο μεγάλο έρωτα για την
+ανεξαρτησία. Θάχη άλλους λόγους, τόσο σπουδαίους μάλιστα που μπορεί
+περίφημα να βαστάξη ακόμα χρόνια, να κάμη και κάμποσους οπαδούς,
+γιατί θαρρώ πως βασίζεται η _ μισή γλώσσα _ σε βάση ακλόνιστη,
+τουλάχιστο σε βάση που ο σημερνός Ρωμιός τη σέβεται και δεν τολμάει
+να τη χαλάση, θέλω να πω την τεμπελιά. Κι αν προτιμάτε αδουλεψιά να
+την πήτε, δε με πειράζει, γιατί το ίδιο πέφτει. Ζήτημα δεν είναι,
+πως το βρίσκει ο καθένας πολύ πιο έφκολο να πετάη στο χαρτί ό τι του
+κατέβη, μα δημοτική, μα καθαρέβουσα, δίχως να ψάχνη, δίχως να
+ιδρώνη. Γιατί πάλε κι ο τόσος κόπος; Ελάτε να το ρίξουμε όξω. Δε
+βλέπετε, καλέ, πως τάχουμε όλα έτοιμα; Τι αγαπάτε, να σας το
+σερβίρω: Ξενισμούς; Ορίστε! Άλλο τίποτα! Μα κάλλια θέλετε ίσως κ'
+έναν αττικισμό; Αμέσως! Τι λέτε πάλε να σας έδινα έτσι κανένα
+χουζουρεμένονε μισοδασκαλισμοδημοτικοκαθαρεβισμό; Φέρ' το αφτό, και
+μοιάζει λαμπρό πράμα. Όλα τάχει.
+
+Το σύστημα, για να σκοτώση κανείς τη δημοτική, βέβαια πως είναι
+πρώτης. Καλήτερο δεν υπάρχει. Όσο δεν προσπαθείς, σαν πιάνεις την
+πέννα στο χέρι, να συλλογέσαι ρωμαίικα, γιατί αφτός είναι ο κόμπος,
+κι όχι να τα γράφης μονάχα, όσο δεν πασκίζεις να τα πης ρωμαίικα,
+φυσικά κι ο νους σου θα ξενίζη κ' η ψυχή σου, ώςπου να ξενίσης ή να
+ξυνίσης κι ο ίδιος. — «Αι! καλά! Τι με κόφτει; Ο κόσμος είναι
+μεγάλος. Μήπως θα μείνω στην τρύπα μου κρυμμένος, δίχως να γυρίσω να
+δω και τι γίνεται στην οικουμένη; Ας ξενίσω, αν ξενίζοντας ο νους
+μου ξανοίγει, αν η ψυχή μου πολλαπλασιάζεται και πάει!» Μα τότες έχω
+και γω κάτι να σου απαντήσω, φίλε μου, που μου τα ψέλνεις. «Εμένα τα
+λες; θα σου κάμω. Εγώ θα σου πω τάχα ποτέ μου πως δεν είναι αδέρφια
+όλοι του κόσμου οι λαοί; Μήπως δεν το ξέρουμε πως ο καθένας κάτι
+μαθαίνει, κάτι χαρίζει του αλλουνού; Ίσα ίσα γι' αφτό, παιδί μου,
+προτού να μιλής, προτού να μας κάμης τον περήφανο, θαρρώ πως πρέπει
+να γυρέψης να δης τι κρύβγει μέσαθέ του ο δικός σου ο λαός, που δεν
+το σκάλιξες ως τώρα, και τότες πια να καταλάβης αν από το λαό το
+δικό σου δεν μπορεί να ξανοίξη ο νους, να πολλαπλασιαστή, που λες,
+κ' η ψυχή των αλλωνώνε. Όσο δεν τα κοιτάζεις αφτά, δεν αδικείς το
+λαό σου μονάχα· τον κόσμο αλάκαιρο αδικείς!»
+
+Και δεν είναι ζήτημα, πως ο λαός ο ρωμαίικος, και στη γλώσσα του και
+στην ψυχή του — το ίδιο είναι — έχει ανυπόψιαστους θησαβρούς. Εσύ
+όμως, ο ανεξάρτητος, εσύ ο οικουμενικός, βλέπω και θέλεις μόνο να
+παίρνης από τους ξένους, χωρίς να τους δίνης τίποτα. Κι αφτό θα το
+κάνης, γιατί δεν έπιασες να μελετήσης τι τους λείπει και τι έχεις
+εσύ. Μα τι κάθουμαι και λέω; Εσύ που όλο καφκιέσαι πως σε μέλει για
+γενικές μεγάλες ιδέες, για γενικές λαμπροφάνταχτες ψυχολογίες, δεν
+το συλλογίστηκες να ξετάσης τι πράμα είναι μήτε τα περίφημα τα _
+γενικά _ σου αφτά, που χάνεις το νου σου για δάφτα. Ιδέες και
+ψυχολογίες γιόμισες και τα μυαλά σου και τα χαρτιά σου. Τις λέξες
+όμως που κάθε μέρα τις λες — ή που σε ξένα βιβλία τις διαβάζεις, τις
+πιο κοινές λέξες, τις πιο συνηθισμένες, δεν κόπιασες να ξεδιαλίσης
+το νόημα τους. Ωςτόσο ποιος δεν παρατήρησε ή δε βρέθηκε σε θέση να
+παρατηρήση τι χοντρά, τι βάρβαρα, τι χυδαία κάθε γλώσσα μας
+παρασταίνει όσα νοιώθει η αθρώπινη καρδιά; Όπως για να πούμε τα
+χρώματα, έτσι για να πούμε και τα αιστήματα, δεν έχουμε παρά φτωχές
+κακορίζικες λέξες. Ξέρουμε, λόγου χάρη, _ πράσινο _ και _ μαβί _. Μα
+πόσα πράσινα είναι, που λέξη δε βρίσκουμε να τα ζουγραφίσουμε;
+Κοιτάξτε πόσα είναι τα δέντρα και πόσες οι πρασινάδες!Μα κοιτάξτε
+και χρωματιές, πόσες αποχρωματιές θέλει και πόσες ξεχρωματιές, για
+να πάη απαρατήρητα το μάτι μας από το πράσινο στο μαβί! Αμέ, για να
+πάη άνοιωθα κ' η ψυχή μας από την αγάπη στο μίσος, από το μίσος στην
+αγάπη, πόσες άλλες χρωματιές κι αποχρωματιές, πόσες θωριές κι
+αποθωριές δεν υπάρχουνε, που μήτε τις υποψιάζεται η γλώσσα; Τι είναι
+το μίσος και που αρχίζει; Άξαφνα, σε απλή, σε ήσυχη κουβέντα, μ' ένα
+φίλο, ή και με την κόρη που αγαπώ, φιλονικούμε για κανένα πράμα που
+το κάτω κάτω μπορεί να μας είναι αδιάφορο και στους δυο μας. Δε
+συφωνούμε όμως. Η ασυφωνιά μας αφτή, σαν τι να είναι; Είναι πάντα
+φιλία; Είναι πάντα αγάπη; Αν είναι, βέβαια πως δεν είναι ολότελα η
+ίδια που είτανε και προτού φιλονικήσουμε, γιατί φιλονικία τι θα πη;
+Θα πη πως είτε πολύ είτε λίγο, εναντιώνεται ο ένας τον άλλονε. Κ' η
+αγάπη εναντίωση δε θέλει. Μήπως πάλε κ' είναι μίσος; Μα το μίσος το
+καθαφτό φτάνει σε βαθμό τέτοιο, σου εναντιώνεται τόσο και τόσο, που
+καταντάει πια να γίνη ενάντιο και στη ζωή σου, που γυρέβει και να
+σκοτώση. Δεν είναι λοιπόν ούτε αγάπη ούτε μίσος, κι ωςτόσο ένα είναι
+από τα δυο, ή στην αγάπη θα καταντήση ή στο μίσος, απόδειξη που αν
+τύχη και φιλονικήσης με κανέναν που σου είναι αδιάφορος, μπορεί από
+την πρώτη φιλονικία να ριζώση στην καρδιά σου ένα κάτι που κατόπι
+γίνεται μίσος, κι α φιλονίκησες με την κόρη που λατρέβεις,
+θαποξεχάσης τη φιλονικία, θαλλάξης και γνώμη, αν εκείνη δεν αλλάξη.
+Κι αν αλλάξης κι αν αλλάξη, δεν αλλάξατε τίποτις εσείς, τάλλαξε η
+αγάπη, διές όμως πώς άλλαξε κι αφτή, αφού έγινε μεγαλήτερη, κ' έγινε
+μεγαλήτερη, γιατί θέλησε, όσο γνωρίζεστε και πάτε, να σμίγετε
+περισσότερο, νάχετε σ' όλα τις ίδιες ιδέες.
+
+Λοιπόν από την απλή φιλονικία θαρθούμε ή σε αγάπη περισσότερη ή σε
+περισσότερο μίσος, γιατί όπως κι αν το πάρη κανείς, το κάτω κάτω, η
+φιλονικία πιο πολύ μοιάζει με το μίσος παρά με την αγάπη, Κ' ίσα ίσα
+βλέπουμε τι ανίκανες που είναι οι λέξες. Οι λέξες μας παρασταίνουν
+την καρδιά, μόνο σαν έφταξε το πάθος στην άκρη του, στο μίσος ή στην
+αγάπη. Μα για να πάμε από το τίποτις, από τανύπαρχτο, ίσια με το
+μίσος, ίσια με την αγάπη, για να πάμε μάλιστα κάποτες από το _ μίσος
+_ στην _ αγάπη _ κι από την αγάπη στο μίσος, υπάρχουνε χίλιες και
+χίλιες αγάπες, μίσητα χίλια και χίλια, που όνομα δεν έχουν ως τώρα.
+
+Τα ονόματα ποιος θα τα βρη; Και ποιος θα πη πως εκείνος που τα
+βρήκε, δεν πλούτισε συνάμα και τον τόπο του και τους άλλους τόπους;
+Για να τα βρη όμως, πρέπει πρώτα πρώτα στη γλώσσα του να τα γυρέψη.
+Πώς δε γυρέβουμε στη γλώσσα τη δική μας και γι' αφτά που είπαμε και
+για τόσα και τόσα; Η γλώσσα η ρωμαίικη — σήμερις είναι πια και
+γνωστό — έχει μια δύναμη, μια εφκολία μοναδικιά, με μιαν κατάληξη,
+μ' ένα ζεβγάρωμα, μ' ένα προσκόλλημα, μ' ένα χαδεφτικό, να σου
+πλουτίση, όχι το λεξικό που τυπώνεται, μα και το ατύπωτο ακόμα
+λεξικό της καρδιάς μας. Κ' έτσι αμέσως ανοίγει τα μάτια της και
+κοιτάζει μέσα της πιο βαθιά ως κ' η αθρώπινη ψυχή σ' όλη την
+οικουμένη.
+
+Μα πολύ άτοπα φιλοσοφώ, και ξέχασα πως η _ μισή γλώσσα _ μάς έβγαλε
+τώρα και φιλοσόφους, που τη θέλουνε μισή, γιατί έτσι, λέει, το θέλει
+κ' η φιλοσοφία. Εγώ λέω πάλε μήπως κ' η φιλοσοφία τους είναι μισή
+όσο είναι κ' η γλώσσα τους. Φαντάστηκαν πως ο άθρωπος όλος μαζί δεν
+είναι ένας, πως μπορείς να κουνήσης το χέρι, δίχως ο νους πρώτα
+πρώτα να κάμη το κίνημα του χεριού. Φαντάστηκαν πως ο ποιητής μπορεί
+να προσέξη στην ποίηση, να προσέξη στην ιδέα, να προσέξη στην τέχνη,
+να προσέξη και στη φιλοσοφία την ίδια, αν πρώτα δεν προσέξη στη
+γλώσσα! Κι αφτοί έρχουνται και μας μιλούνε για μια Γερμανία που μήτε
+την έννοιωσαν ακόμα. Κι αφτοί έρχουνται και μιλούνε για δικές τους
+ιδέες, που θαρρούν πως έχουνε, ας είναι ακόμα και μισές.
+
+Αστόχαστα φτωχά κεφάλια κι αφιλοσόφητη φιλοσοφία!
+
+
+Β'
+
+
+ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.
+
+Η _ μισή γλώσσα _ σε τι απάνω στηρίζεται λοιπόν, ως τώρα δεν το
+βλέπω. Ένα βλέπω κ' ένα ξέρω, πως κάθε λαός έχει χρέος _ ναληθέψη _.
+Δε φτάνει που ζη, πρέπει κ' οι άλλοι να το δούνε και για να το
+δούνε, πρέπει το έθνος να φανή εκείνο που είναι, να μην περνάη σαν
+τόνειρο, παρά να γίνη αλήθεια, δηλαδή να κάμη αλήθεια και την ψυχή
+του και το νου του και τα όνειρα του, μ' ένα λόγο, ζη μόνο σαν
+αληθέβει. Μισή αλήθεια όμως δεν έχει. Θέλει αλήθεια γερή.
+
+Δεν πιστέβω ούτε η _ μισή γλώσσα _ ούτε η καθαρέβουσα τέτοιο σκοπό
+νάχη, σκοπό να μας ξυπνήση από τον ύπνο το βαρή που κοιμάται σήμερις
+η ψυχή μας. Μάλιστα, να κοιτάξης την ουσία της ουσίας, θα καταλάβης
+πως καθαρέβουσα και _ μισή γλώσσα _ το ίδιο είναι. Ας αφήσουμε τα
+λόγια κι ας προσέξουμε στα πράματα. Η Ελλάδα τι είναι σήμερις; Ένα
+βασίλειο κ' ένας τόπος. Μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _
+ονόματα δεν έχουνε να το πουν αφτό, παρά κ' οι δυο τους θα σου το
+πούνε με τρεις ανύπαρχτες λέξες· βασίλειον, βασιλεύς, Ελλάς.
+
+Ας παραδεχτούμε πια πως το βασίλειον, όσο άτοπο κι αν είναι το _ ν
+_, όσο κι α δεν έχει μισές αλήθειες ή μισές ψεφτιές, ας παραδεχτούμε
+όμως πώς ένα κακόμοιρο _ ν _ μπορεί και να μην μπη σε λογαριασμό. Τα
+δυο άλλα τώρα να δούμε, αρχίζοντας από το _ βασιλεύς _. Τι λέξη
+είναι αφτή; Μήπως ο λαός την ξέρει; Όχι. Ο λαός το ξέρει _ βασιλιάς
+_. Στην Πόλη μάλιστα έτσι λέει το Σουλτάνο. Και γιατί; Γιατί έτσι
+έλεγε πρώτα τον αφτοκράτορα, πριν από την άλωση. Λοιπόν είναι
+καθιερωμένος, ιστορικός, πατροπαράδοτος τύπος στο λαό.
+
+Ο _ βασιλεύς _ τώρα τι ιστορικά έχει; Φτάνει κανείς νάμαθε δυο
+ελληνικά στο σκολειό, για να δη αμέσως πως τέτοια κατάληξη — εφς —
+γιατί έτσι το λένε — δεν έχει καμιά ονομαστική στην αρχαία γλώσσα,
+πως _ φ _ και _ ς _ πλάγι πλάγι καμιά λέξη δε μας δείχνει. Μπας και
+μας δείχνει αραδιαστά _ φ _ και _ ς _ σήμερις η γλώσσα μας πουθενά;
+Διόλου. Μήτε κατάληξη — εφς στην ονομαστική, μήτε — φς — σε καμιά
+λέξη δεν έχει! Κ' έτσι μήτε ελληνικό είναι μήτε ρωμαίικο.
+Βαρβαρισμός και στη μια γλώσσα και στην άλληνα.
+
+Για να δούμε και την Ελλάδα. Καλήτερα δεν τα πάει. Μας την κάμανε
+τριτόκλιτη· _ η Ελλάς, της Ελλάδος, εν Ελλάδι, την Ελλάδα _. Ο λαός
+όμως ταρχαία τα τριτόκλιτα δεν τα θέλει, αφού πρωτόκλιτα τα ξέρει.
+Κι αν τα ξέρει πρωτόκλιτα, θα πη πως τα τριτόκλιτα δε θα τα μάθη,
+και του κάκου. — «Να σου πάλε κ' οι φαντασίες του Ψυχάρη!» —
+Φαντασίες; Ορίστε, διαβάστε. Κάποιος, που για την Ελλάδα έκαμε
+κάμποσα, που την έκαμε κιόλας Ελλάδα, ο κάποιος αφτός, σαν έγινε
+κατόπι το βασίλειο, σα γέρασε κι ο ίδιος, θυμήθηκε τα νιάτα του, μας
+δηγήθηκε τον καιρό που καθότανε, λέει, κ' έκλαιγε «την Ελλάς». Ποιος
+θαρρείτε πως μιλεί έτσι; Κάτω, παρακαλώ, τις γραμματικές σας! Έτσι
+μιλεί ο Κολοκοτρώνης ο ίδιος{1}· Λοιπόν αν ένας άθρωπος σαν κι
+αφτόνα, δεν μπόρεσε να κλίνη τα τριτόκλιτά σας, τι κάθεστε και μου
+λέτε για καθαρέβουσες και μισές γλώσσες; Και μη θαρρήτε πως φταίνε
+τάχα τα χρόνια που ζούσε ο Κολοκοτρώνης και πώς τότες, όσο
+Κολοκοτρώνης κι αν είσουνα, μπορούσες πολύ καλά να κάμης τέτοιο
+λάθος, γιατί δεν ήξεραν πολλά γράμματα. Τίποτις! Όλα η καθαρέβουσα
+τα φταίει, που είναι γλώσσα νεκρή, κ' έτσι τα ίδια λάθια, ίσως
+μάλιστα πιο χοντρά, γίνουνται ακόμη και σήμερις, όχι μόνο στο λαό,
+σα μισομάθη δασκάλικους τύπους, μα και στους δασκάλους τους ίδιους,
+στους πιο περίφημους όπως και στη συνηθισμένη την καθαρέβουσα.
+Διάβασα, λ. χ., στο Νέον Άστυ (Μάρτη, 28, 1902, σελ 2, στ.5)·
+«ελάχιστοι _θυσίαι_»· στ' Αναγνώσματα του Whitney, που μετάφρασε ο
+κ. Χατζηδάκης και που είναι πολύ καλό βιβλίο, γράφει (σελ 549)·
+«ώστε να δύναται», ενώ στην ίδια σελίδα και παντού βάζει την
+υποταχτική· «εάν δύνωνται», σελ 549, «θα δύνηται». σελ 574, κτλ.
+κτλ. Πιο απάνω (σελ 470) βλέπω την ακόλουθη φράση· «. . . λαλείται
+υπό φυλών, αίτινες προ δύο περίπου εκατονταετηρίδων (τω 1644)
+καταλαβώντες την Σινικήν κατέστησαν άξιαι γενικωτέρας τινός
+προσοχής.» Μήτε το «Νέον Άστυ» μήτε τον κ Χατζηδάκη κατηγορούμε.
+Κατηγορούμε μονάχα τη γλώσσα που γράφουνε. Βέβαια πως κάνουμε και
+μεις λάθια στη δημοτική, τα περισσότερα όμως γιατί δε μελετήθηκε
+ακόμη αρκετά και γιατί μας χάλασε η καθαρέβουσα τη φυσική λαλιά μας·
+ωςτόσο είναι λάθια που δε θα τα κάνουμε ποτέ μας, λ. χ., να
+συντάξουμε αρσενικό με θηλυκό, να πούμε άξαφνα _ η καλός γυναίκα, _
+όπως είδαμε να λένε _ αίτινες. . . καταλαβόντες, ελάχιστοι θυσίαι, _
+δηλαδή να κάνουμε τα λάθια που όσο κι α μελετήθηκε, κάνει πάντα η
+καθαρέβουσα.
+
+Να μην κατηγορούμε λοιπόν τη δημοτική, παρά να καταλάβουμε μια και
+καλή ως που μας κατάντησε η καθαρέβουσα κ' η _ μισή γλώσσα _. Για να
+το συλλογιστούμε τώρα δίχως πάθος, ήσυχα, μάλιστα με τον πατριωτισμό
+που θέλει τέτοιο ζήτημα, με την αγάπη που θέλει ο λαός. Πρώτα
+ναποκριθήτε στο ρώτημά μου· μπορεί κάθε Γάλλος, ως κι ο πιο
+αγράμματος, να πη τόνομα του τόπου του, χωρίς να κάμη λάθος; Βέβαια!
+Μπορεί όμως κάθε Ρωμιός να πη και να κλίνη αλάθεφτα του τόπου του
+δικού του τόνομα; Όχι, το βλέπουμε κι από τον Κολοκοτρώνη πως δεν
+μπορεί. Λοιπόν τι βγαίνει; βγαίνει που το έθνος δεν έχει όνομα
+εθνικό. Κ' η αλήθεια είναι που χάρη στην καθαρέβουσα, σήμερις η _
+Ελλάδα _ όνομα δεν έχει.
+
+Όνομα δε θα της κάμουνε μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _.
+Αν είτανε τόντις _ μισή _, αν ίδια της καταλάβαινε τι θέλει και τι
+θα πη σωστός συβιβασμός, αντίς να γράφη κι αφτή, απαράλλαχτα σαν την
+καθαρέβουσα, _ Ελλάς _ και _ βασιλεύς, _ θα προσπαθούσε τουλάχιστο,
+δε λέω πια να γράφη _ Το ρωμαίικο _, δε λέω να γράφη _ Ρωμιοσύνη _,
+μα να γράφη _ η Ελλάδα _, δε λέω να γράφη _ βασιλιάς _, αφού δεν
+έχει το κουράγιο, μα τουλάχιστο να γράφη _ ο βασιλέας _. Όσο δε
+γίνουν αφτά, μπορεί να γράφουν όσο θέλουνε. Τίποτα δε θα καταφέρουνε
+κι όλα του βρόντου.
+
+Κ' έτσι θαρρώ πως του κάκου πολεμούνε και του κάκου γράφουνε πολλοί,
+που τυχαίνει κάποτε να δω τα ονόματά τους και τη μισή τους ή
+ανακατεμένη γλώσσα σε κάτι περιοδικά· ο Κουρτίδης, ο Βώκος, ο
+Καμπάνης, ο Ν. Ροντάκης — «από την Πόλι», με _ ι _ — και κάτι άλλοι.
+Δε λέω πια τίποτις για το _ Διόνυσο _. Είναι τόντις σα λύσσα,
+ξαφρισμένη τα γραψίματά του. Πώς δε βαριέται; Αλήθεια όμως, κι αφτό
+μας το ξηγούνε οι γιατροί· θα κόλλησε από το Νίτσε, γιατί το ξέρουμε
+σήμερις πως κολλητική αρρώστια είναι κ' η τρέλλα· ο τρελλός πάλε πώς
+να βαρεθή; Διασκεδάζει με την τρέλλα του, μοναχός του, και μάλιστα
+καμαρώνει.
+
+Παρατήρησα όμως πως κι ο _ Διόνυσος _, και το _ Περιοδικό τους _,
+και τα _ Παναθήναια _, κάθε τόσο, τσακώνουνται, μαλλώνουνε,
+χτυπιούνται αναμεταξύ τους, πειράζουνται και τρώγουνται. Πολύ άδικο
+έχουνε. Γιατί τόσους πολέμους; Είναι όλοι τους το ίδιο. Ίσως
+φαντάζουνται πως αλήθεια διαφωνούνε, πως έχουν ο καθένας ιδέα δική
+του και δική του γνώμη. Το φαντάζουνται αφτό, γιατί όσο μεγάλη κι αν
+είναι η Αθήνα, ζούνε πλάγι πλάγι ο ένας με τον άλλονα, και τότες
+τυχαίνει πολύ έφκολα να μη βλέπουν οι αθρώποι παρά τη μύτη του
+γειτόνου και γι' αφτό να βασανίζουνται. Στο Παρίσι, που κάθουμαι, τα
+βλέπω αλλιώς τα πράματα, δηλαδή από πιο μακριά, ίσως κι από πιο
+αψηλά. Καλέ, είναι όλοι τους αδέρφια! Όλοι τους, ανακατεμένη γλώσσα
+κι ανακατεμένα μυαλά. Και να μη θαρρέψη κανένας πως το λέω από θυμό,
+από πείσμα. Διόλου, μα διόλου. Πολύ ήσυχα μάλιστα. Μα πώς δεν τα
+παίρνουνε τώρα ήσυχα κ' ίδιοι τους να τα διαβάσουν εκείνα που
+γράφουνε, να τα διαβάσουν, έτσι, μια μέρα, σα να διαβάζανε ξένα, σα
+να διαβάζανε σελίδες που δεν είναι δικές τους, που τις έγραψε άξαφνα
+κανένας άλλος; Και τότες, ακόμη πιο ήσυχα, να τους ρωτήξω·
+
+«Στο Θεό σας, είναι αφτά πράματα που γράφουνται; Δεν τα βλέπετε; Δεν
+τα σιχαίνεστε; Αλήθεια, το φαντάζεστε πως είναι γράμματα, πως είναι
+φιλολογία, πως είναι ύφος, πως είναι γλώσσα; Καλέ, μαζώξτε τα
+γλήγορα, μην τύχη και τα δη ο κόσμος, που είναι όλα σας γελοία και
+παιδιακήσια!»
+
+
+Γ'
+
+
+ΟΜΟΡΦΙΑ. . . ΚΙ ΑΗΔΙΑ
+
+Τέτοια γλώσσα, παιδιά μου, άσκημη γλώσσα, γλώσσα μισή, γλώσσα του
+εγωισμού, ανύπαρχτη γλώσσα, η Ομορφιά δεν τη θέλει, δεν τη θέλει η
+Καλοσύνη, δεν τη θέλει η Αγάπη.
+
+Μα μήτε η ορθή κρίση δεν τη θέλει.
+
+Για να το συλλογιστούμε και μια στιγμή. Εδώ δε χρειάζουνται και τόσα
+λόγια. Ποιος θαρθή ποτέ να μας πη με τα σωστά του, πως μια κ' είναι
+το ζήτημα να γράφη κανείς τη γλώσσα του, δεν πρέπει να τη γράφη
+ορθά;
+
+Και θαρρούνε πως ο Ρωμιός, που είναι περήφανος κιόλας κι από σόι, θα
+γυρίση ποτέ του να τα κοιτάξη τα μισά τους, τα ψέφτικά τους τα
+συστήματα; Ελάτε νακούσετε τι λέει ένας Ρωμιός που νοιώθει, κ ύστερα
+να μου πήτε·
+
+«Τότε, μου γράφει ένας φίλος, ο Π. Βλαστός, νόμιζα ακόμη σωστή την
+περίφημη θεωρία «της μέσης οδού». . . Έπειτα μελέτησα κ' είδα την
+Αλήθεια από πιο κοντά και κατάλαβα πως είναι κι αυτή — σαν όλες τις
+μεγάλες θεές — πολύ πιο όμορφη με τη μαρμαρένια της γύμνα — χωρίς
+τους πέπλους και τα φακιόλια και τους κορσέδες του συβιβασμού.
+
+Τι σκοπούς έχω; Όλους. Πολύ θα πήτε. Είναι όμως Ρωμαίικο, είναι κ'
+Ελληνικό. Τον κόσμον όλο ήθελαν οι αρχαίοι να καταλάβουν, ολόκληρο
+τον κόσμο και μεις καταπιανόμαστε ναδράξουμε. Αθηναίοι της Ακρόπολης
+κι Αθηναίοι των Πιπεριών, λατρευτές της Κόρης και λατρευτές της
+Παναγίας της Αθηνιώτισσας, ένα είμαστε κ' ένα θέλουμε — το ίδιο —
+την απόλυτη Ομορφιά.»
+
+Πολύ ωραία το είπε ο νέος ο ποιητής, που θακουστή κατόπι τόνομά του
+{2}. Το είπε ο Βλαστός τόσο καλά. που του ζήτησα την άδεια
+ναντιγράψω αφτά του τα λόγια. Ναι! την απόλυτη ομορφιά γυρέβει κι ο
+αττικισμός που λάθος στην καθαρέβουσα δε θέλει. Την απόλυτη ομορφιά
+γυρέβουμε και μεις που θέλουμε τη γλώσσα μας ακέρια. Την απόλυτη
+ομορφιά έχει μέσα στην ψυχή του ο λαός, και στα χείλη του την έχει,
+αφού την απόλυτη ομορφιά ως κ' η γλώσσα του μας τη φανερώνει. Όχι
+νάρχεστε του λόγου σας, με τα μισά σας τα μυαλά, να μας μιλήτε για
+μισή γλώσσα, να προφασίζεστε μάλιστα ποίηση, να προφασίζεστε τρελλή,
+αχαλίνωτη, ακράτητη φαντασία, εμάς να το λέτε, εμάς να μας το
+μάθετε, ποίηση και φαντασία τι θα πη, και να φωνάζετε πως βαστάτε
+την Ομορφιά, βαστώντας κουρελλιασμένη κούκλα στο χέρι. Αηδία.
+
+
+Δ'
+
+
+ΤΕΧΝΗΤΗ
+
+Μα, μπορεί να μας πούνε, αν καθήσης και γράψης ακέρια τη δημοτική,
+όπως η γραμματική της το θέλει, θα γράψης τεχνητή γλώσσα, και τότες
+τι καταλάβαμε;
+
+Αφτό, οι φίλοι μας μπορούνε να μας το πουν, όχι όμως οι δασκάλοι,
+γιατί δεν έχουνε και το δικαίωμα. Η γλώσσα τους είναι τεχνητή από το
+άλφα στο ωμέγα. Λοιπόν εμείς με τους φίλους μας συζητούμε· δε
+συζητούμε διόλου με τους δασκάλους.
+
+Κάθε πράμα με την ώρα του· αφτά πρέπει καμιά μέρα να ξεταστούνε σε
+ιδιαίτερη μελέτη, όπως ελπίζω να γίνη κατόπι, γιατί το ζήτημα θέλει
+προσοχή, θέλει μεθοδικά να το πιάσουμε. Μα δεν είναι πάλε και τόσο
+δυσκολόπιαστο, που να μην προσπαθήσουμε κι από τώρα με δυο λόγια να
+δείξουμε, το ζήτημα ποιο είναι.
+
+Να το πούμε με δυο λόγια, γλώσσα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην
+είναι _ τεχνητή _. Τεχνητή ως κ' η γλώσσα των παιδιώνε, σαν
+πρωτομαθαίνουνε να λένε ρ ή κ αντίς λ ή τ, που τους είναι πολύ
+πιο έφκολα. Για να πούνε _ ρ _, χρειάζεται κόπος· σημαίνει λοιπόν
+πως δεν τους είναι φυσικό.
+
+Σήμερις που η γλωσσολογία, σπουδάζοντας από πιο κοντά τα καθέκαστα,
+κατάλαβε πως υπάρχουνε αθρώπινες λαλιές, όσες υπάρχουνε κι αθρώποι,
+πως με το κάθε άτομο κ' η λαλιά θαλλάξη, αφού δεν έχουμε ο καθένας
+μας μήτε το ίδιο στόμα, μήτε τα ίδια δόντια, μήτε την ίδια γλώσσα
+κτλ., κι ωςτόσο με τη γλώσσα, με τα δόντια, με το στόμα κτλ.,
+μορφώνουμε τους ήχους, δηλαδή τη λαλιά μας, σήμερις λοιπόν μπορεί να
+πούμε πως κάθε συλαλιά είναι πράμα τεχνητό, πως άρα μιλούνε μαζί ας
+είναι και δυο νομάτοι, πάντα ο ένας θα πάρη κάτι από τον άλλονε,
+πάντα θα πασκίση στην κουβέντα κάπως ναπομιμηθή και ξένη λαλιά.
+
+Σαν είναι όμως η λαλιά ξένη, σα δε μου είναι φυσική, θα πη πως είναι
+τεχνητή λαλιά.
+
+Τότες γιατί να κατηγορούμε την καθαρέβουσα; Γιατί να φωνάζουμε πως
+είναι ξένη, πως δεν είναι φυσική;
+
+Περίεργο το ρώτημα! Ελάτε να το συλλογιστούμε μια στιγμούλα. Το
+παιδί που βάζει τα δυνατά του να προφέρη το _ ρ _, ο άθρωπος που
+άθελα ή με σκοπό παίρνει λέξες ή παίρνει ήχους από άλλον άθρωπο, ο
+επαρχιώτης που γυρέβει να διορθώση την προφορά του, να μιλήση σαν
+τον Αθηναίο, αφτοί όλοι τι θα μιμηθούνε; θα μιμηθούνε γλώσσα
+ζωντανή, δηλαδή γλώσσα που μιλιέται σε κάποιο μέρος του κόσμου,
+γλώσσα που έχει πατρίδα, γλώσσα που γεννήθηκε με τον άθρωπο, γλώσσα
+που άμα σκαλίξης σε χάρτη γεωγραφικό, θα πης· Στον τάδε ή στον τάδε
+τόπο, τέτοια ή τέτοια γλώσσα ξέρουνε, η γλώσσα έχει τέτοια
+γραμματική, τέτοιους ήχους, τέτοιο τυπικό.
+
+Η καθαρέβουσα όμως τι θα μιμηθή; Θα μιμηθή γλώσσα, ήχους,
+γραμματική, λέξες, τυπικό, που βρίσκουνται στα βιβλία.
+
+Η διαφορά λοιπόν είναι αφτή, κ' είναι διαφορά που δε χωρατέβει.
+Εμείς γράφοντας τη δημοτική, τη ζωή θα μιμηθούμε — όπως τα παιδιά,
+όπως οι επαρχιώτες, όπως οι αθρώποι όλοι· η καθαρέβουσα θα μιμηθή
+μόνο τη νέκρα. Κι από γεννήσιο της αφτή μυρίζει νεκρίλα.
+
+Το ίδιο μπορεί να πούμε και για την περίφημη τη διγλωσσία, που εδώ
+και μερικά χρόνια πάνε και ψάχνουν οι δασκάλοι, σ' όλους τους τόπους
+του κόσμου και σ' όλες τις εποχές της ιστορίας, για να μας μάθουνε
+τάχα πως κι αλλού, πως και σ' άλλα χρόνια, μια γλώσσα μιλούσανε και
+πως γράφανε μιαν άλλη, πως ο Ίπσεν είναι από τη Νορβηγία κι ωςτόσο
+γράφει τα δανικά, πως οι τραγικοί στις τραγωδίες τους βάζανε χορούς
+με δωρικά, πως οι Αττικοί στην καθεμερνή τους την κουβέντα μιλούσαν
+άλλη γλώσσα, μα πως γράφανε άλλη, πως είχανε λοιπόν κι αφτοί
+διγλωσσία κτλ. κτλ. κτλ.
+
+Είναι τόντις ναπορήση κανένας πώς έρχουνται και μας λένε τέτοια
+πράματα. Πού και ποια διγλωσσία; Τα δανικά που γράφει ο Ίπσεν, είναι
+ή δεν είναι γλώσσα ζωντανή, γλώσσα που μιλιέται σ' ένα μέρος του
+κόσμου γνωστό, δηλαδή στη Δανία; Τα δωρικά που βάζανε οι τραγικοί
+στους χορούς τους είτανε ή δεν είτανε τότες ζωντανή γλώσσα; Τα
+δωρικά που _ ίσως _ ανακατέβανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα,
+είτανε ή δεν είτανε γλώσσα σε κείνα τα χρόνια; Λοιπόν τι κάθεστε και
+μας λέτε; Τι συγκρίνετε με την καθαρέβουσα — πολλή της η τιμή! — τον
+Ίπσεν και τους τραγικούς; Διγλωσσία έχουμε και στη δημοτική, σα
+γράφουμε _ αγαπούμε _ και σα γράφουμε _ αγαπάμε. Αγαπώμεν _ όμως δε
+γράφουμε, γιατί αφτό δε λέγεται πουθενά, γιατί αφτό πουθενά δεν
+είναι γλώσσα, γιατί, όπως κι ο Ίπσεν, όπως κ' οι τραγικοί, όπως κι
+άλλοι σ' άλλους τόπους, θα μιμηθούμε τη ζωή, όχι το θάνατο, σαν την
+καθαρέβουσα.
+
+Κ' έτσι γίνεται θρούβαλα το υστερνό επιχείρημα του δασκαλισμού.
+
+Κ' έτσι έχουμε το δικαίωμα, τη ζωή να μιμηθούμε, γράφοντας τεχνητή,
+μα ζωντανή γλώσσα.
+
+Κ' η ζωντανή γλώσσα ποια είναι; Είναι η γλώσσα του λαού, που όσο κι
+αν τη χάλασε κι αν προσπάθησε να τη χαλάση η καθαρέβουσα, είναι
+ολοζώντανη η γραμματική της. Είναι βέβαιο, μάλιστα, είναι βέβαιο και
+λυπητερό πως η καθαρέβουσα μάς έβγαλε στη μέση ένα είδος μισή
+γλώσσα, ένα είδος _ μειξολαλιά _, που λεν οι γλωσσολόγοι. Εμείς
+έχουμε τώρα να την ξαναφτειάξουμε στα βιβλία μας, τη γλώσσα του
+λαού. Εμείς έχουμε, όχι να κάμουμε, μα να ξανακάμουμε τη γλώσσα τη
+χαλασμένη. Πώς όμως; Να την κάμουμε του κεφαλιού μας; Ποιος το είπε
+αφτό; Αφτό οι δασκάλοι το κάνουνε, όχι εμείς που με σέβας, που με
+αγάπη, που με πατριωτισμό και με λατρεία, προσέχουμε στη γραμματική,
+προσέχουμε στο τυπικό, προσέχουμε στους ήχους του λαού, για να
+μιμηθούμε, στην τεχνητή μας γλώσσα — ναι! ας τη λένε, σα θέλουνε,
+και τεχνητή — τη γλώσσα που ζη και που μιλιέται.
+
+Κι αλήθεια έτσι γίνεται σήμερις στα έργα τα φιλολογικά που βγαίνουνε
+μέρα την ημέρα. Πάρτε, ανοίξτε κανένα βιβλίο του Καρκαβίτσα, λόγου
+χάρη, τα _ Λόγια της Πλώρης _, και διαβάστε· ορίστε τεχνητή γλώσσα
+που μιμιέται τη ζωντανή· _ ανεχτίμητος _, σελ 44, _ σταύρωσες _, σελ
+54, 62, ο _ τάπητας _, σελ 81, _ ανάτειλε _ (στο νου μου μια ιδέα),
+σελ 87, _ του Σωτήρα _, σελ 93, _ κατάχρησες _, σελ 107, _ φύλακας
+_, σελ 141, _ ο έλικας βαποριού _, σελ 144, _ συθέμελα _, σελ 145, _
+αγανάχτησι _, σελ 150, _ ακροατές _, σελ 151, _ χαραχτήρα _, σελ
+234, _ παράκλησες _, σελ 265, _ πρόληψες _, σελ 270, _ χερονομιώντας
+_, σελ 272, _ συφοράς _, σελ 276, _ το κεφάλι της Μέδουσας _, σελ
+280, κτλ. κτλ.
+
+Ένα από τα δυο· ή λέει ο λαός, δηλαδή κ' οι γραμματισμένοι μαζί του,
+_ ανεχτίμητος, σταύρωσες, ο τάπητας, του Σωτήρα, ανάτειλε,
+κατάχρησες, ο φύλακας, ο έλικας, συθέμελα, αγανάχτηση, ακροατές,
+χαραχτήρα, παράκλησες, πρόληψες, χερονομώ, συμφοράς, Μέδουσας _, — ή
+δεν τα λένε.
+
+Αν τα λένε, θα πη πως η καθαρέβουσα του κάκου πολεμά και πως τους
+νεκρούς τους τύπους της, μια και τους μάθη ο λαός, αμέσως τους
+ζωντανέβει.
+
+Α δεν τους λένε, θα πη πως τους έφτειαξε ο Καρκαβίτσας· πώς όμως θα
+του είτανε δυνατό να τους φτειάξη, χωρίς να μιμηθή τύπους ζωντανούς;
+Δεν πιστέβω, λ. χ., να είπε ποτέ κανένας _ Μέδουσας ή ελάχιστη _
+(σελ 170){3} Μα _ μπορούσε _ καθένας να τα πη, και για τούτο μας
+φαίνουνται τόσο φυσικά, τόσο ζωντανά, σα μας τα λέει. Ποτέ της
+μάλιστα η καθαρέβουσα, ό τι κι αν κάμη, δε θα κατορθώση νάχη το
+φυσικό ύφος που έχει η δημοτική μας, όσο τεχνητή κι αν τη λένε.
+
+Λοιπόν, όπως κι αν το πάρης, γράφοντας τους τύπους που είπαμε, ο
+Καρκαβίτσας ή κάθε άλλος μιμήθηκε τη ζωή, και τότες δε σημαίνει
+τίποτις ο όρος τεχνητή γλώσσα.
+
+Εγώ μάλιστα θαρρώ πως έχει μεγάλο δίκιο σαν τα βάζει αυτά ο
+Καρκαβίτσας, και πως άδικο έχει σαν ανακατέβει καθαρέβουσες και
+δημοτική. Δεν το κάνει διόλου, για να μην είναι τάχα η γλώσσα του
+τεχνητή, αφού βλέπουμε πως με την τέχνη του ξέρει περίφημα να μιμηθή
+τη ζωή την ίδια, το κάνει, γιατί. . . δεν του μέλει. Τι να του μέλει
+για τέτοιες μικροδουλειές, ενός ποιητή σαν τον Καρκαβίτσα; Ο
+Καρκαβίτσας τη θάλασσα συλλογιέται, τους αφρούς και τις ομορφιές
+της, τους πάτους της τους απάτητους, τα πλεούμενα και τα πέλαγα.
+Τάλλα, τη γραμματική, τους τύπους, τα ηχολογικά, ταφίνει σε μας τους
+μικρούς, τους δασκάλους, τους γλωσσολόγους, που τι νοιώθουμε από
+θάλασσα, τι από πέλαγα, τι από ποίηση και τι από τέχνη;
+
+Ωςτόσο θαρρώ πως μικροί και μεγάλοι, καλά θα κάμουμε να προσέχουμε.
+Σ' ένα μονάχα, δηλαδή στη γλώσσα, να μάθουμε την προσοχή, θα τη
+μάθουμε και σ' όλα τάλλα. Φοβούμαι μήπως κι ο φίλος μας ο
+Καρκαβίτσας πολύ πολύ δεν προσέχει. Κάποτε βάζει το ένα, κάποτε
+τάλλο, και να τονέ ρωτήξης, ο ίδιος, υποθέτω, δε θα ξέρη να σου πη.
+Γιατί άξαφνα, σελ 66, σου λέει πασχίζοντας (πασχίζοντας με χ, είναι
+τo δημοτικό, παντού στην Ελλάδα), αλλού πάλε, σελ 66, θα σου το πη _
+πάσχουν να _ σελ 61. Βέβαια, εδώ και κει, θα σου φέρη με κάποια
+τέχνη και μια λέξη δασκάλικη — τα είπαμε κι αλλού — μα τυχαίνει
+κάποτε να σου φέρη κανέναν τύπο δασκαλικό και δίχως τέχνη, εκεί
+μάλιστα που ίσως θαρρεί πως είναι τέχνη να σου βάλη κ' ένα
+δασκαλισμό· λόγου χάρη, σελ 132, γράφει _ επροσκαλούσε _, και στην
+ακόλουθη αράδα, _ επαρακάλει _, γιατί θέλησε ναποφύγη δυο φορές
+αραδιαστά την κατάληξη — _ ούσε, προσκαλούσε, παρακαλούσε _ · κ' ίσα
+ίσα, με το να θελήση να την αποφύγη, μας τη θυμίζει, γιατί δεν έκαμε
+πομονή να το σιάξη, με τρόπο που να είναι η γλώσσα του ομαλή κ' έτσι
+κανένας να μη νοιώση τίποτις.
+
+Μα τι ναπελπιζόμαστε; Είναι ποιητής, είναι δημιουργός ο Καρκαβίτσας,
+και θα καταλάβη. Έπειτα, μια κ' έννοιωσε ο Ρωμιός ποιο είναι το
+σωστό, ποιο τωραίο, του κάκου! Ησυχία δε θάχη, ως όπου το καταφέρη.
+Πομονή μας χρειάζεται. Είναι σήμερις η Ανάγκη μεγάλη. Εγώ πιστέβω!
+Πιστέβω πως το ρωμαίικο — ή σαν αγαπάτε κ' έτσι να το πήτε, δε με
+πειράζει — πιστέβω πως ο ελληνισμός έχει στη Μεσόγειο, εκεί κάτω,
+πρόσωπο να παίξη και πρόσωπο σπουδαίο και ξακουστό, το πρόσωπο του
+Πολιτισμού. Πρέπει, σα σημάνη η ώρα, έτοιμοι να είμαστε. Και γλήγορα
+να κάνουμε, γιατί πρώτο γνώρισμα του πολιτισμού είναι γλώσσα, κι όχι
+γλώσσα μισή, μα σωστή, δυνατή, εθνική γλώσσα.
+
+
+Ε'
+
+
+ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ;
+
+Είπα τόνομα του Καρκαβίτσα. Πρέπει τώρα να πω και τόνομα του Παλαμά.
+Οπαδοί κ' οι δυο τους — ή μισοί οπαδοί — της μισής γλώσσας. Δεν τους
+ανάφερα πιο απάνω μαζί με τους άλλους, μα. . . ξύλο θέλουνε κ' οι
+δυο τους. Ίσως πάλε τους αξίζει μόνο μισό ξύλο. Ο Παλαμάς έγραψε την
+ακέρια δημοτική πολλές φορές· ο Καρκαβίτσας προσπαθεί να τη γράψη,
+και να συγκρίνης τους δασκαλισμούς του με τους δασκαλισμούς του
+Βώκου, του Κουρτίδη, του Διόνυσου κι όσων είπαμε, θα φωνάζης πως ο
+Καρκαβίτσας μιλεί σα σωστός βαρκάρης. Ο Καρκαβίτσας ωςτόσο ακόμα
+θαρρώ δεν καλομπήκε στο νόημα, γιατί του έρχεται σα δύσκολο να γράφη
+αλάθεφτα τη δημοτική. Ναι, στην αρχή μπορεί δύσκολο να φαίνεται, μα
+δύσκολο στην αρχή μονάχα και για να γίνη έφκολο κατόπι. Ο
+Καρκαβίτσας δεν προσέχει αρκετά στη γλώσσα, η γλώσσα του δεν έχει τη
+χρειαζούμενη φόρμα, για τούτο δεν την έχουνε, όπως έπρεπε κι όπως
+μπορούσε, μήτε τα παραμύθια του, που κάποτε, συχνά μάλιστα, ως κ' η
+υπόθεσή τους είναι _ μισή _, δεν είναι δουλεμένα στα μέσα και στα
+όξω με την ασάλεφτη πομονή, με το πείσμα ή σαν προτιμάς, με την
+τέχνη που προσμένει κανείς από τέτοιο τεχνίτη, γιατί τέχνη αφτό
+σημαίνει, να λες εκείνο που θέλεις να πης και να το λες με τρόπο,
+που να είναι αδύνατο να το πη κανείς αλλιώς.
+
+Η _ εντέλεια _, που κυνηγούμε ο καθένας, τέτοιο νόημα έχει, και στη
+γλώσσα και στην ουσία, που είναι το ίδιο. Αφτά ο Καρκαβίτσας τα
+ξέρει. Ο Παλαμάς. . . Αχ! και τι άκουσε ο καλός μας ο Παλαμάς το
+κάτω κάτω για τη μισή γλώσσα, που κάποτε γράφει; Του τα είπε μια
+μέρα ένας κάμποσο ανάττικος _ Αττικός _, και του λέει πως καμιά
+διαφορά η γλώσσα του δεν έχει με την καθαρέβουσα, καμιά διαφορά
+μάλιστα με τη γλώσσα που γράφει κι ο ίδιος ο Αττικός. Φοβερό το
+κοπλιμέντο, γιατί ο Αττικός που τα λέει αφτά, τι νομίζετε πως κάνει;
+Στο ίδιο τάρθρο, στην ίδια στήλη, βγάζει όνομα καινούριο του
+ρεπορτέρη και μας τον κάνει _ πευθήν _, «εν συνεντεύξει μετά
+πευθήνος», και λίγο παρακάτω μιλεί για _ σαιζόν _, «την έναρξιν της
+χειμερινής σαιζόν.» Και τώρα να μου πήτε, μα να μου το πήτε με τα
+σωστά σας, αν τέτοια γλώσσα είναι ή δεν είναι κωμωδία, κι αν αλήθεια
+φαντάζεται κανένας, πως θα βρεθή ποτές έθνος, ας είναι και το έθνος
+το ρωμαίικο, εξόν αν υπάρχει πουθενά έθνος που να θέλη να γίνη και
+περίγελο του εαφτού του, ένα έθνος που να καταδεχτή στη ζωή του να
+γράψη τέτοιες μισές, τέτοιες άγλωσσες γλώσσες!
+
+Εγώ δεν το πιστέβω. Μα μήτε ο Παλαμάς δεν τα πιστέβει μήτε τα θέλει,
+όσο κι αν του αρέσει νανακατέβη περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα, ψυχρή
+καθαρέβουσα και φλογισμένη δημοτική. Αφτός μάλιστα τη δημοτική την
+ξέρει περίφημα, την παίζει στα δάχτυλά του. Μα ελάτε πια να το πούμε
+και παστρικά, εγώ θαρρώ πως ο Παλαμάς όλα τα φταίει. Ακούτε κει να
+κάθουμαι τόση ώρα να φιλονικώ με τους Διόνυσους και ναραδιάζω
+φιλοσοφίες, χωρίς να το καταλάβω απαρχής πως αφτά είναι προσωπικά!
+Και βέβαια. Τίποτις άλλο. Από τη στιγμή που ο Παλαμάς έγραψε για το
+_ Γιαννίρη _ ένα άρθρο, και που τον είπε πως είτανε το μυθιστόρημα
+της ελληνικής ψυχής, αμέσως βγήκαν οι Διόνυσοι στη μέση, κι αμέσως η
+δημοτική έγινε μισή γλώσσα. Και πειδής έγραψα και γω κάτι μια μέρα
+για το _ Θάνατο Παλληκαριού _ και το είπα πως είταν αριστούργημα,
+και πειδής το λέω και το ξαναλέω πως ο Παλαμάς είναι ο ποιητής μας,
+είναι το διαμάντι και το καμάρι μας, την έπαθε άσκημη σήμερις κι ο
+Παλαμάς, γιατί κι αφτός τι δεν ακούει; Φτάνει κανείς δυο αράδες να
+διαβάση, να καταλάβη από το μίσος κι από τη λύσσα, πως είναι όλα και
+πάντα προσωπικά.
+
+Τα προσωπικά! Και πού λείπουνε; και πού δεν πρέπει να τα γυρέβουμε;
+Η φαντασία του αθρώπου είναι μεγάλη κ’ η φαντασία του ποιητή θάματα
+κατορθώνει, μα μήτε ο μεγαλήτερος ο ποιητής δε φαντάζεται ως πού
+μπορεί να πάη η ρωμαίικη μανία, που ό τι κι αν τύχη να κάμης, πάντα
+θα πη πως τόκαμες για λόγους προσωπικούς. Φαίνεται πως ο Ρωμιός ο
+ίδιος, σε όσα καταπιάνεται, γράφει, συλλογιέται και λέει, δεν έχει
+ποτέ άλλους λόγους παρά προσωπικούς, πάντα με το εγώ του κι ομπρός.
+Έτσι λέει πως άμα είσαι και συ Ρωμιός, τέτοιους λόγους θάχης.
+
+Ο φίλος ο Ξενόπουλος — αφτός κακό παιδί δεν είναι, είναι και
+κριτικός με κάποια κρίση{4} — γράφει στα Παναθήναια, 1901, σελ 29.
+«Αφ' ου [να ξέρετε πως το _ αφ' ου _ δεν είναι χυδαίο σαν το αφού]
+αι λέξεις· 'περηφάνεια, θεοφάνεια και Επίσκοπος είνε πλέον
+δημοτικώταται, — δεν πιστεύω να το αρνήται κανείς, — δεν βλέπω τον
+λόγον διατί η Επιφάνεια θα γίνη Απανωσιά». Και πιο απάνω λέει — «αι
+μάταιαι και πεισματικαί εκείναι αντικαταστάσεις των κοινοτέρων και
+δημοτικών πλέον επιστημονικών όρων, δι' άλλων λέξεων, όλως δι' όλου
+εξαφνικών» κτλ. κτλ. . . .
+
+Όταν τα διαβάζει κανείς αφτά, σα φρόνιμα του φαίνουνται. Όταν τα
+συλλογιστή, βλέπει πως ο αγαθός μας ο Ξενόπουλος δεν έννοιωσε ποιο
+είναι καθαφτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι θαρρώ για επιστημονικούς
+όρους, δηλαδή γενικό ζήτημα, και πρώτα πρώτα πρέπει ναφήσουμε ήσυχο
+τον _ επίσκοπο _, γιατί δεν είδα να τον είπε και κανένας αλλιώς παρά
+_ επίσκοπο _, άμα θέλησε για _ επίσκοπο _ να μιλήση. Την _
+περηφάνεια _ και τη _ θεοφάνεια _ δεν τις πείραξε κανένας· λοιπόν ας
+τις αφήσουμε και δάφτες. Ο λόγος για την _ επιφάνεια_· νομίζω πως
+και δημοτικό νάγινε τόνομα, δεν έχει να κάμη, επειδή μπορεί ένας
+επιστημονικός όρος να κατάντησε πολύ γνωστός στο λαό, κι ωςτόσο να
+μην είναι σωστός· βέβαια, μια και συνήθισε ο λαός τον όρο με τρόπο
+που να τον έκαμε γλώσσα του σαν το _ ψωμί _ και το _ νερό _, σαν το
+_ χτικιό _ ή _ ταστέρια _, τότες περιττό, μα κι αδύνατο να του τον
+αλλάξης. Ποιος θα πιστέψη όμως πως η επιφάνεια στη Ρωμιοσύνη παίρνει
+και δίνει όπως, λ. χ., η λέξη surface στη Γαλλία; Κανείς. Λοιπόν
+κάτι μπορεί να γίνη στην Ελλάδα, που αλλού κάποτες πέρασε η ώρα να
+κατορθωθή, κι αφτό πρέπει να το θωρούμε πλεονέκτημα· ένας λαός που
+σήμερις αρχίζει να καταγίνεται σ' επιστημονικά, είναι τυχερός,
+γιατί, ενώ πάλιωσαν κάτι όροι στην Εβρώπη, του είναι δυνατό να
+φτειάξη καινούριους, πιο ταιριαζούμενους όρους.
+
+Να δήτε όμως πως ίσα ίσα στην Εβρώπη την ίδια, τέτοιο σκοπό
+κυνηγούνε. Σήμερις προσπαθούν παντού να βγάλουν όρους
+επιστημονικούς, που νάχουν _ αμέσως _ ένα νόημα για τον καθένα, που
+κι ο αγράμματος να τους καταλαβαίνη. Λόγου χάρη, στη Γερμανία, εδώ
+και χρόνια, είτανε συνήθεια τη _ φτογγολογία _ να τη λένε Phonetik.
+Μα τι θα πη Phonetik; Για να το νοιώση κανείς, πρέπει να ξέρη τα
+ελληνικά, τα βαθιά μάλιστα, γιατί τότε μόνο θα μάθη πως φωνή θα πη _
+λαλιά _. Λοιπόν οι Γερμανοί, πολύ φρόνιμα και πολύ _ μεθοδικά _, τον
+άλλαξαν τον όρο, και τη Phonetik την είπανε Lautlehre, με δυο λέξες
+που η καθεμιά είναι από τις πιο κοινές, τις πιο πρόστυχες και που
+από τις δυο μαζί ζεβγαρωμένες, βγαίνει _ αμέσως _ νόημα για τον
+καθέναν. Και να ξέρουμε κιόλας πως η αλλαγή αφτή, όχι μόνο έγινε με
+λόγο πραχτικό, μα είναι κ' η επιστήμη κερδεμένη, αφού η Lautlehre
+μας δείχνει πως η ουσία της Phonetik ή της _ φθογγολογίας _, είναι
+να σπουδάζη τους ήχους, κ' έτσι μπορούμε και μεις πολύ πιο σωστά να
+τη λέμε _ Ηχολογία _ από δω κι ομπρός.
+
+Λοιπόν, αν και στη Γερμανία, που η λέξη Phonetik είχε καταντήσει
+πολύ πιο κοινή από την _ επιφάνεια _ ή τη _ φτογγολογία _ στην
+Ελλάδα, οι γλωσσολόγοι άλλαξαν τον όρο, τι να πούμε για την Ελλάδα,
+που κάθε κλάδος της επιστήμης μόλις άρχισε να πρασινίζη; Πολύ πιο
+έφκολα θαλλάξης τους όρους, γιατί τους έμαθε λιγώτερος κόσμος.
+Δείχνεις και τον πλούτο της δημοτικής, που ανάγκη δεν έχει να
+μεταφράζη και να κλέφτη από ξένες γλώσσες, παρά πλάθει και δικές της
+με την ακούραστη δύναμή της. Η _ απανωσιά _ μπορεί να μην είναι και
+καλή, ίσως γιατί θυμίζει λιγάκι το επίθετο _ απανωτός _, που το
+νόημά του είναι διαφορετικό. Μα βέβαια πως θα μπορέσης να ξηγήσης
+την _ απανωσιά _ πολύ πιο έφκολα στο παιδί, από την _ επιφάνεια. Αν
+πάλε δεν αξίζει, ας γυρέψουμε άλλη καμιά, κι ο λαός θα την έχη χωρίς
+άλλο, ή τουλάχιστο μπορεί με τη γλώσσα του να μορφώσουμε την
+κατάλληλη λέξη· να μη μας λεν όμως πως το κάνουμε από πείσμα, πως
+είναι _ μάταια _ και _ πεισματικά _, γιατί κατάντησε πια σωστή
+αδικία, εκεί που πολεμάει κανείς για το καλό, εκεί που βάζει
+σπουδαία ζητήματα με το νου του, νάρχουνται να φωνάζουνε πως το εγώ
+μας κοιτάζουμε και πως από ματαιότητα προσπαθούμε να πλουτίσουμε τη
+γλώσσα και να βρούμε σωστούς όρους!
+
+Αχ! να ήξεραν τα ψεγάδια μας όπως τα ξέρουμε μείς, τουλάχιστο θα μας
+κατηγορούσανε όταν αξίζουμε κατηγόριο. Πάνε και λένε ό τι τους
+κατεβή, μα κανένας δε μας χτυπά, εκεί που πρέπει, εκεί που μας πονεί
+το δόντι, γιατί ένα μονάχα μπορώ να πω κ' είναι αλήθεια, δηλαδή πως
+άμα μου ξεφύγη και γράψω κανέναν όρο παρμένο από την καθαρέβουσα, _
+συνάφεια, κλίση, συζυγία, συνοχή _, το γράφω από _ τεμπελιά! _
+Βαριέμαι να γυρέβω. Και με το συμπάθειο, θαρρώ πως η αρρώστια μου
+είναι κ' η δική σας αρρώστια. Σα δε γράφετε τη δημοτική, σα γράφετε
+τη μισή γλώσσα, δε θα πη διόλου πως η φαντασία σας συνεπαίρνει, πως
+η ποίηση σας τραβά στα ουράνια, θα πη πως ραχατέβετε και πως σας
+τρόμαξε η δουλειά.
+
+
+Γ'
+
+
+ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ
+
+Αν οι δικοί μας παν και ξεσκαλίζουνε προσωπικά ως και στην απρόσωπη
+την επιστήμη, τι δεν κάνουνε κάθε μέρα τα προσωπικά στην Ελλάδα, που
+είναι του τόπου γέννημα και θρέμμα;
+
+Είδα στην «Ακρόπολη», 5 του Τρυγητή, 1901, ένα πολύ μακρί και πολύ
+περίεργο άρθρο του κ Γ. Σωτηριάδη, του γνωστού βυζαντινολόγου.
+Είναι, λέει, _ φίλος στενός _ της δημοτικής, και του φαίνεται η
+καθαρέβουσα «κατάψυχρη μούμια.» Όσο φίλος όμως κι αν είναι της
+δημοτικής, δε μοιάζει μεγάλη φιλία νάχη μήτε για μένα μήτε για τον
+Αργύρη τον Εφταλιώτη μήτε για κανέναν από μας. Και το λυπούμαι πολύ,
+γιατί τόσο έρωτα πάλε νάχη μέσα του κανείς για τη δημοτική και τόσο
+να πολεμά εκείνους που τη γράφουνε, μου έρχεται σαν κάπως
+δυσκολοπίστεφτο. Ως τώρα κατάλαβα πως σαν είναι δυο που αγαπούνε
+κατάκαρδα την ίδια ιδέα, στο τέλος αγαπιούνται κι αφτοί, τουλάχιστο
+δε μαλλώνουν. Εμάς, ο κ Σωτηριάδης μας κάνει πια σκουπίδια. Μιλεί
+για το _ θανατικά καταδικασμένο σύστημά μας _ («καταδίκην θανατικήν
+του συστήματος»), για την _ αηδία _ που του φέρνει το _ ιδίωμα _ το
+δικό μας το _ χυδαιοφραγκορωμανικό _ (;;)· Και κοιτάξτε τώρα πόσο
+συφέρνει να λέγεται κανείς «στενός φίλος» της δημοτικής. Πολύ πιο
+έφκολα μπορεί τότε και χτυπά τους δημοτικούς. Από το χτύπημα,
+εννοείται, κάτι αρπάζει κ' η δημοτική.
+
+Λέω πως χτυπάει τους δημοτικούς, και στον πατριωτισμό τους μάλιστα,
+μα καλά καλά δεν ξέρω ποιους θέλει να πη. Τον Εφταλιώτη και μένα,
+μας βάζει ομπρός στα γερά. Γράφει και τόνομά μας. Για έναν άλλονα
+όμως λέει μονάχα πως ένας του λόγος θα μείνη «ως αιώνιον μαρτύριον
+της αμφιβόλου φιλοπατρίας του». Ήθελα να μάθω, έτσι, από ξερή
+περιέργεια, γιατί ο κ. Σωτηριάδης μας ονομάζει εμάς με τόνομά μας,
+και σωπαίνει για τον τρίτο; Το συλλογίστηκε; Δεν τόλμησε να τον
+πειράξη; Έχει μαζί του λιγώτερα προσωπικά; Δεν είναι τόσο στενός του
+φίλος; Πού να ξέρω; Πώς δε βάζει όμως τόνομά του, αφού μάλιστα λέει
+πως το «μαρτύριον» θαπομείνη _ αιώνιο _, πράμα που πάντα είναι πολύ
+κολακεφτικό για κείνονε που το είπες; Εγώ φοβούμαι μήπως τάρθρο του
+κ Σωτηριάδη απομείνη για μας _ μαρτύριο _, δηλαδή βάσανο, γιατί έτσι
+ξέρω τη λέξη. Τότες όμως το αιώνιο πάει πολύ.
+
+Ας αφήσουμε τα χωρατά. Είναι πολύ σπουδαίο πράμα, είναι όμως και
+πολύ πιτήδειο, σαν πολεμά κανείς μια ιδέα, να κατηγορήση πρώτα πρώτα
+τους αντίπαλους του απάνω στον πατριωτισμό τους. Φαίνεται μεγάλος
+πατριώτης ο ίδιος. Έπειτα, είναι ο καλήτερος τρόπος για να τους
+μισήση και το πλήθος. Την τέχνη αφτή ο κ. Σωτηριάδης την παίζει στα
+δάχτυλά του. Κι άσκημα το είπα πως μας χτυπά, πως μας κατηγορεί. Τα
+λέει ξεναντίας ήσυχα, σοβαρά, τα λέει τόσο γλυκά που μόλις το
+νοιώθεις· είναι τα λόγια του σα μέλι, μα ίσως και σα φαρμάκι που
+στάζει στάζει και που σου γιόμισε άξαφνα το ποτήρι, δίχως να το
+καταλάβης.
+
+Ας αντιγράψουμε λοιπόν έναν παράγραφο του άρθρου, για να μείνη κι
+αφτός «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας» του. . . κ.
+Σωτηριάδη, γιατί να φέρνεται κανείς όπως φέρνεται με αθρώπους που
+σαν και μας, τη ζωή τους θυσιάζουνε για την Ελλάδα, θα πη πως κι ο
+πατριωτισμός ο δικός του είναι λίγο. . . προσωπικός.
+
+«Έχει, λέει, το ατύχημα ενίοτε η καλή υπόθεσις της δημοτικής — ή
+όπερ έν και το αυτό, της εθνικής μας νέας γλώσσης — να ευρίσκη
+υπερασπιστάς άνδρας αρίστους βεβαίως κατά πάντα τα άλλα (βλέπετε την
+αμεροληψία — και τη μαργιολιά;), αλλά προς ούς δυσπίστως διατίθεται
+το ελληνικόν ευθύς εξ αρχής. (Κακή την έχουμε! Και κοιτάξτε τι
+νόστιμα που στάζει. ) Άλλοτε υπερήσπισαν την γλώσσαν μας οι ξένοι
+προπαγανδισταί (έσταξε πια) και οι ελληνοκαθολικοί (το ποτηράκι
+γιομίζει λίγο λίγο), νεωστί δε σημαιοφόρος τις προσήλθεν εις μέσον ο
+κ. Ψυχάρης (προσοχή στο ποτήρι), όστις ομοίως (δεν είναι νόστιμο
+αφτό το μικρούτσικο επίρρημα;) _ ετοποθέτησεν _ εαυτόν έξω του
+ελληνικού εδάφους τόσον ενωρίς ώστε να _ απομάθη _ μεν την ελληνικήν
+γλώσσαν, ν' αποξενωθή δε και του ελληνισμού τόσον ώστε να γίνη
+Γάλλος _ υπήκοος _ (λυπούμαι, μα δεν είναι όλους διόλου σωστό·
+γάλλος _ πολίτης _, γιατί στη Γαλλία δεν είμαστε _ υπήκοοι _.
+Δημοκρατία.), να συνταυτισθή μάλιστα με τους Γάλλους ριζοσπάστας
+(θέλει να πη το σοσιαλισμό, μα δεν πειράζει· αφτοί όμως οι
+ριζοσπάστες είναι φοβερά αντικληρικοί και με τους προπαγαντιστάδες,
+με τους καθολικούς σα να μην πολυταιριάζουνε), και να _ απαλλαγή _
+της χρήσεως της ελληνικής γλώσσης εντός του οίκου του ολοτελώς (από
+που το ξέρει; Στο σπίτι μου δεν πιστέβω να τον κάλεσα ποτέ μου. )
+Διά να γράψη τα ελληνικά του _ κατόπιν _ ο κ. Ψυχάρης (κοιτάξτε σιγά
+σιγά πως γιόμισε το ποτήρι) συνέλεξεν ως ψηφίδας τας λησμονηθείσας
+από της παιδικής του ηλικίας λέξεις και κατήρτισε το _ ψηφιδωτόν _
+των γλωσσικών του _ γυμνασμάτων _. (Αφτό εδώ είναι άλλο, δέφτερο
+ποτήρι). Το μειονέκτημα όμως τούτο είνε μέγα και τα γραφόμενά του
+δεν κατώρθωσαν _κανέναν να ενθουσιάσουν_· έμειναν χωρίς ζωήν
+(κατάψυχρη μούμια και γω, σαν την καθαρέβουσα), και ο ψυχαρισμός
+ούτος, όστις είνε μειονέκτημα του αλλογενούς (;) σχεδόν συγγραφέως,
+κατήντησε συνώνυμος προς το δημοτικόν λεκτικόν και ύφος (πώς νάγινε
+όμως τέτοια _ συνωνυμία; _ μην τρέχη κάτι;), όπερ και τους
+δημοτικούς πολύ έβλαψε και ημάς (αφτό πια είναι το τρίτο ποτηράκι)
+τους στενούς — χωρίς καμμίαν προσωπικήν γνωριμίαν — (λυπούμαι)
+φίλους των έφερεν εις δύσκολον θέσιν.»
+
+Αλήθεια, πολύ μου κακοφαίνεται να βρεθή ένας στενός μου φίλος σε
+τόσο δύσκολη θέση και γω μάλιστα να το φταίω — μα να δήτε που
+βρέθηκα τώρα κι ο ίδιος σε θέση δυσκολώτερη. Εμένα, οι _ ψηφίδες _
+με βασανίζουνε και τα _ ψηφιδωτά _ του κ. Σωτηριάδη. Σαν τι πράματα
+να είναι τάχα; Εγώ λέω πως θάναι οι _ μωζάικες _. Οι μωζάικες είναι
+κάτι κύβοι ή κυβούλια, μικρά γυάλινα διαφορόχρωμα κομματάκια, που
+σαν τα βάζουνε πλάγι πλάγι με τέχνη, κάνουνε λογιώ λογιώ ζουγραφιές.
+Τέτοιες μωζάικες έφτειαναν πολλές πολλές στα Βυζάντιο και τις
+έφτειαναν, όχι μόνο για εκκλησιές, μα και για το βασιλικό παλάτι και
+για πλούσια σπίτια. Λίγο λίγο παράπεσε η τέχνη, και πουθενά στην
+Ανατολή, όσο ξέρω, ή στην Ελλάδα, δεν κατασκεβάζουνε τέτοια
+γυαλοκόμματα. Στη Βενετιά όμως, ακόμη και σήμερις, έχουνε φάμπρικες
+ξεπίτηδες για μωζάικες, και μάλιστα στην Εβρώπη τρελλαίνουνται για
+τα ιστορικά της μωζάικας. Γράφηκαν άπειρα βιβλία και για την τέχνη
+την ίδια και για την κατασκεβή, και για τα μεσαιωνικά της ιστορικά
+στο Βυζάντιο. Ο φίλος μου ο G. Millet έγραψε μια μελέτη για του
+Δαφνιού τις μωζάικες, εδώ και λίγα χρόνια, στην «Αρχαιολογική
+Εφημερίδα», 1894{5}. Είναι στην Εβρώπη τόσο πολύ γνωστές οι
+μωζάικες, που η λέξη έγινε πάγκοινη· και στα σαλόνια θα την ακούσης
+και στους δρόμους. Για τούτο, τη βλέπεις στα βιβλία, στα περιοδικά,
+στις φημερίδες, και την έχουνε σαν είδος όρο μεταφορικό, για να πουν
+άξαφνα πως ένα πράμα είναι τεχνητό, ή πως είναι ποικιλόχρωμο, δηλαδή
+πως σφαντάζει{6}.
+
+Δεν πιστέβω μήτε στην Πόλη, μήτε στην Αθήνα, μήτε πουθενά στην
+Ελλάδα, η λέξη _ ψηφίς _ να είναι πολύ συνηθισμένη, βέβαια όχι όπως
+η μωζάικα στην Εβρώπη. Μεταφορικός όρος δεν έγινε η λέξη. Μα εγώ
+θαρρώ πως κ' ίδια η μωζάικα πολύ γνωστή δεν είναι. Βιβλία πολλά να
+γραφήκανε για τα ιστορικά της δεν είδα, και στα σαλόνια ταθηναίικα
+δεν την άκουσα ποτέ μου, μήτε από κυρίες μήτε από κυρίους. Να σου
+όμως που τη διαβάζω στάρθρο του κ. Σωτηριάδη. Και σε τι μέρος; Και
+με ποια έννοια; Για να πη, νομίζω, πως η γλώσσα μου είναι τεχνητή,
+δηλαδή να το πη με το νόημα που έχει συχνά η μωζάικα στην Εβρώπη.
+Και τώρα πήτε μου δεν είναι νόστιμο, εγώ που κάθουμαι στο Παρίσι, σα
+γράφω ρωμαίικα, λέξη να μη φυσώ για μωζάικες — ούτε για ψηφίδες —
+και του λόγου του, που κάθεται στην Ελλάδα, να κάνη τη γλώσσα του
+σωστή μωζάικα, με χίλιους όρους παρμένους από την Εβρώπη και
+μάλιστα, φοβούμαι, να παίρνη τους όρους που κατάντησαν πια πρόστυχοι
+και που γούστο δεν έχουνε; Ή μήπως έπαθε ο κ. Σωτηριάδης — και
+πολλοί δασκάλοι μαζί του — εκείνο που μας λέει πως εμείς το πάθαμε;
+Μήπως _ τοποθέτησε _ τον _ εαφτό του _ όξω από το ελληνικό _ έδαφος;
+_
+
+Ο εβλογημένος! Νάλεγε τουλάχιστο την _ ψηφίδα _ του μωζάικα! Θάτανε
+πιο ρωμαίικο. Μα ο μεταφρασμένος ο ξενισμός έχει κάτι πιο άνοστο,
+κάτι πιο ξένο ακόμη κι από την καθαρέβουσα την ίδια. Κοντά στο νου,
+αφού ξένο θα μας φανή όχι το πράμα μονάχα, μα ως κ' η λέξη. Κ έτσι
+νομίζω πως το _ φραγκορωμανικό _ και μάλιστα _ το χυδαίο _, γιατί
+ένας καλός συγραφέας στη Γαλλία θαποφύγη τέτοιους όρους, είναι η _
+ψηφίδα _ του κ. Σωτηριάδη περισσότερο από τη γλώσσα τη δική μας, τη
+ρωμαίικη.
+
+Μα ξέχασα που ο κ. Σωτηριάδης μου λέει, πως μια και τοποθέτησα τον
+εαφτό μου όξω από το χώμα το ελληνικό, _ απόμαθα _ και τη γλώσσα την
+ελληνική. Βάζω στοίχημα πως δε φαντάζεται ο ίδιος τι σωστά που το
+είπε! Ναι, την _ απόμαθα _, γιατί εγώ ξέρω πως _ απομαθαίνω _
+ρωμαίικα θα πη _ μαθαίνω κατάβαθα _, όπως και το _ αποτελειώνω
+τελειώνω ολότελα _, όπως το _ αποβράζω έβρασε πια και σώνει _. Αφτό
+που εννοεί ο κ. Σωτηριάδης, εμείς το λέμε ξεμαθαίνω. Μήπως λοιπόν
+και την _ ξεμάθαινε _ τη γλώσσα στην Αθήνα, όσο εγώ την _ απομάθαινα
+_ στο Παρίσι; Να που κάτι ξέρουμε και μεις.
+
+Καλέ, στο Παρίσι να μας έρθη ο κ. Σωτηριάδης, πρώτα για να κάμη την
+προσωπική γνωριμία ενός στενού του φίλου — στο μάθημά μου, λόγου
+χάρη — έπειτα, ίσως, για να καταλάβη πόσο προσέχουμε, στο Παρίσι, να
+μη βάζουμε κάτι όρους χυδαίους σαν τις _ ψηφίδες _, γιατί εδώ
+προσπαθούμε να είναι το ύφος πάντα πρωτότυπο και διαλεχτό, μα στο
+τέλος, τι θαρρείτε; ας κοπιάση στο Παρίσι για να μάθη και τα
+ρωμαίικα! Δε χωρατέβω διόλου, και πρέπει μάλιστα να του δηγηθώ κάτι
+περίεργα ιστορικά μου. Σαν προετοιμαζόμουνα για να δώσω εξέταση, να
+γίνω υφηγητής — agrégé που λέμε δω —, άκουα τα μαθήματα ενός
+καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, του μακαρίτη του E. Benoist, που είτανε
+άθρωπος λιγάκι παράξενος, μα όσο γίνεται καλός. Άναφτε γλήγορα,
+θύμωνε, άλλο τίποτα, και μ' αγαπούσε πολύ. Μεταφράζαμε στην παράδοσή
+του από τα γαλλικά στα λατινικά. Φρόνιμα, ήσυχα, προσεχτικά, έψαχνα
+στο λεξικό μου, και κει που είχε λέξη γαλλική, έβαζα γλυκά γλυκά
+λατινική λέξη, το συγύριζα, τόστρωννα, μην τύχη και μου ξεφύγη
+κανένα λάθος. Λάθος δεν είχε. Του δίνω χαρούμενος τη μετάφραση,
+ρίχνει μια ματιά, δε μου την πετάει στο πρόσωπο, γιατί δεν τα
+συνηθίζουμε αφτά, μα μου πετάει τις φωνές, θυμωμένος· «Τη μετάφρασή
+σου, λέει, την έκαμες με το λεξικό. Δεν αξίζει!» — «Καλά, και πώς να
+την κάμω; Χωρίς λεξικό;» — «Έπρεπε να το συλλογιστής πρώτα λατινικά,
+ύστερα να το _ γράψης _. Τότες, θα τόγραφες όπως πρέπει. Λεξικά εδώ
+δε χρειάζουνται.»
+
+Τι να σας πω; Τον άρπαξε το λόγο του ο νους μου, τον απορρούφηξε.
+Κατόπι, σαν άρχισα να γράφω ρωμαίικα, θυμήθηκα τον καλό μου τον
+καθηγητή. Αιώνια η μνήμη του! Για να γράψης μια γλώσσα, θέλει πρώτα,
+ο νους σου να συλλογέται κ' η ψυχή σου να γράφη, όχι τα λεξικά να
+ξεφυλλίζης. Οι μωζάικες είναι του δασκάλου.
+
+Ίσως όμως βρίσκει ο κ. Σωτηριάδης πως και φρόνιμες νάτανε οι ιδέες
+μας, και σωστή να είταν η αρχή μας, δεν πιάσαμε καλά τη δουλειά.
+Μπορεί. Πώς δεν την πιάνει αλλιώς; Έτοιμος να μελετήσω το σύστημά
+του. Γιατί δεν άρχισε προτού ναρχίσουμε; Γιατί δεν άρχισαν άλλοι;
+Γιατί δε γράφει και τώρα τη δημοτική ο κ. Σωτηριάδης, να συγκρίνουμε
+τουλάχιστο; Είδα ως τώρα, ο κ. Σωτηριάδης να γράφη την καθαρέβουσα.
+Μπορεί να πιστέβη πως έτσι θα λυθή το ζήτημα. Φταίω πολύ που δεν την
+έγραψα και γω, να δείξω, γράφοντας την καθαρέβουσα, πώς πρέπει να
+γράφουμε τη δημοτική.
+
+Μας φοβερίζει πως γρήγορα θα φανή κανένας «Παύλος», που να μας φέρη
+στον ίσο δρόμο. Τον προσμένω με χαρά μου και προσμένω τι θα μας πη.
+Ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη πώς θα γράφη τον _ πατέρα _; Θα τον κάμη ο
+_ πατερός, του πατερού _, ή θα τον αφήση _ ο πατέρας, του πατέρα _,
+δηλαδή όπως τον έχουμε από τώρα; Υποθέτω, θα τον αφήση. Τότες, τι
+καταλάβαμε;
+
+Τι καταλάβαμε, κ' η «θανατική» μας η «καταδίκη» τι σημαίνει; Η
+καταδίκη μας είναι που «αγνοούν αυτοί οι άνθρωποι (εμείς δηλαδή) πως
+με τέτοια πράγματα ημπορούσαν ν' αρχίσουν ίσως οι πρόππαποί μας κατά
+τον δέκατον έκτον αιώνα, όχι όμως οι σημερινοί επίγονοι αυτών.» Τα
+λόγια τούτα δεν είναι του κ. Σωτηριάδη. Του τάλεγε αφτά «είς εκ των
+αρίστων συγγραφέων _ δημοτικών _ (;;) λογοτεχνημάτων.» Ντράπηκε όμως
+να μας δηλώση τόνομά του. Κ' είχε δίκιο. Είναι ανοησία. Τίποτις άλλο
+— αφού _ νόημα _ δεν έχει.
+
+ — Ανοησία; Να πάλε και τα συνηθισμένα μας. Αρχίζεις πάλε και
+φωνάζεις. — Φωνάζω, τι να κάμω; Φαρμάκια να στάζω; — Τίποτα, φίλε
+μου. Άσκημα, πολύ άσκημα τόπιασες το ζήτημα, και συ κ' οι φίλοι σου.
+Δεν έπρεπε να σηκώσετε πόλεμο. Έπρεπε ήσυχα ήσυχα να ξηγήσετε τα
+καθέκαστα στους δασκάλους. Τι βγαίνει από τις φωνές, τις
+χαστουκοχαστουκιές, τις τουφεκιές, τις βροντοκανονιές; — Τέτοια μας
+λένε μερικοί φίλοι της δημοτικής, μάλιστα πιο στενοί από τον κ.
+Σωτηριάδη. Έχουνε πολύ δίκιο. Έπρεπε λοιπόν, από τα 1821, όπως το
+ήθελε ο Κοραής, να κάμουν ανεξάρτητη την Ελλάδα. — δίχως πόλεμο!
+
+Οι μεγάλοι σηκωμοί, στην ιστορία, δε γίνουνται μ' όλο το κέφι. Τους
+αθρώπους έφκολα δεν τους αλλάζεις, αφτό, νομίζω, το είπε κι ο
+Χριστός, θα τόλεγε κι ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη, ειδεμή δε θάτανε
+Πάβλος. Μα και με τις φωνές μας και με τη μάχη μας τη μεγάλη για την
+Ιδέα, φαίνεται πως έτυχε κάποτε να συνεπάρουμε και μερικούς, που το
+λέει να «ενθουσιάσουμε» ο κ. Σωτηριάδης. Τα γραφούμενά μου, αν τον
+ακούσης, «δεν κατώρθωσαν κανέναν να ενθουσιάσουν». Πολύ νόστιμο, που
+το γράφει κιόλας αφτό στην «Ακρόπολη». Σα βγήκε το «Ταξίδι μου», όχι
+«ενθουσιάστηκε», τρελλάθηκε ο Γαβριηλίδης, κόντεψε να βάλη όλο το
+Ταξίδι στην «Ακρόπολη». Και του έφκουμαι του κ. Σωτηριάδη, αντίς ένα
+του άρθρο, να του βάλη καμιά μέρα ο Γαβριηλίδης στην Ακρόπολη,
+αλάκαιρο βιβλίο.
+
+Γελώ, κι ωςτόσο είμαι καταλυπημένος. Κακό, πολύ κακό πράμα η
+αχαριστία, και φοβούμαι μήπως αλήθεια είναι αχάριστος ο Ρωμιός.
+Βέβαια είναι ο κ. Σωτηριάδης. Εδώ έχουμε ζητήματα σπουδαία, και σαν
+πολύ άτοπο μου φαίνεται νάρχεται κανείς να χτυπάη, από λόγους
+προσωπικούς, έναν άθρωπο και μάλιστα τρεις αθρώπους στον πατριωτισμό
+τους. Δηλαδή δεν είναι καθαφτό χτύπημα. Είναι χερότερο, είναι το
+φαρμάκι εκείνο που είπαμε. Μα μήπως έχει και κανένα δικαίωμα να μας
+τα λέη εμάς αφτά; Υποθέτω πως αγαπάει τον τόπο του, κ' είναι χρέος
+του. Δεν κατάλαβα όμως, ο φοβερός πατριώτης τι κατώρθωσε ως τώρα για
+να κάνη τον περήφανο, να μας κρίνη εμάς και να μας κατακρίνη. Το πιο
+γνωστό του έργο είναι μια μελέτη με τον τίτλο· «Zur Kritik des
+Johannes von Antiochia (Jahrb. f. class. Philol. Suppl. XVI, 1888)»,
+που είχε μάλιστα την καλοσύνη να μου τη στείλη τότες, σαν τη
+δημοσίεψε και δεν πρόφταξα να του κάμω επίκριση ο ίδιος, μα έβαλα
+ένα μαθητή μου, πολύ άξιο νέο, να μιλήση, και μίλησε με κάμποσους
+επαίνους για τη μελέτη.{7} Είναι η μελέτη του αφτή γραμμένη _
+γερμανικά. _ Λοιπόν, τι φωνάζει;
+
+Να χαίρεται ο κ. Σωτηριάδης που δε ζω στην Αθήνα. Έτσι κανένας δεν
+έχει φόβο, μήτε τη θέση του να γυρέψω μήτε το μιστό του να του πάρω,
+μα μήτε και το παραμικρό ρουσφετάκι να ζητήσω ποτέ για μένα. Ωςτόσο
+δεν πιστέβω, από κείνους που παίρνουνε και θέση και μιστό και
+ρουσφέτι, πολλοί να είπανε λόγια τόσο ζεστά, τόσο φλογισμένα για την
+Ελλάδα. Ας ρίξουνε και μια ματιά στο _ Ταξίδι· αμύνεσθαι περί
+πάτρης, _ το λέει και το ξώφυλλο. Μπορεί τώρα ο καθένας, κι ο κ.
+Σωτηριάδης ο ίδιος, να τα δη μαζωμένα όσα έγραψα, στα Ρόδα και Μήλα.
+Μπορεί μάλιστα να δη πως κι ο κ. Σωτηριάδης και κάμποσοι άλλοι,
+χρωστούνε κάποιο σέβας σ' έναν άθρωπο, που ίσα ίσα γιατί δε ζη στην
+Ελλάδα, δείχνει πως δουλέβει αφιλόκερδα για την Ιδέα.
+
+
+Ζ'
+
+
+ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ.
+
+Είμαι πολύ, μα πολύ κουτός. Κουτός, ζαβός και μουρλός, ό τι θέλεις,
+πες με. Τάγραφα όσα διάβασες, αναγνώστη μου, στην εξοχή. Δεν είχα
+μαζί μου όλα μου τα βιβλία. Θυμήθηκα λοιπόν πώς είχε γίνη ένα κάποιο
+άρθρο στη Revue Critique για τον κ. Σωτηριάδη· μα τι έλεγε τάρθρο
+δεν το θυμούμουνα. Έβαλα κατωσέλιδα μόνο τόνομα του περιοδικού, κ'
+είπα, σα γυρίσω στο Παρίσι, να βάλω και τον αριθμό.
+
+Ψάχνω, βρίσκω τάρθρο, το ξαναδιαβάζω, και τι βλέπω; Μια σημείωση
+δική μου — όπως συνηθίζουμε στη Revue Critique, ύστερις από τους
+επαίνους, να δείχνουμε κ' ένα δυο ψεγαδάκια. Μα τι να σας τα
+πολυλογώ; Ιδού κ' η σημειωσούλα·
+
+Dans ce court passage où l'auteur, étudiant la langue de Malalas,
+témoigne d'un sentiment très fin du grec ancien et de connaissances
+grammaticales solides, il est fâcheux d'avoir à relever quelques
+inexactitudes d'autant plous regrettables que M. Sotiriadis est
+Grec. L' expression _ neugriechisch _ qu'il emploie est obscure dans
+sa pensée: entend-il par là le grec médiéval (quelle époque alors ?)
+ou le grec _ moderne _ ? C'est ce dernier qu'il semble viser et,
+dans ce cas, la plupart des formes qu'il cite sont erronées: p. 61,
+il faudrait dire ανιψιός, non ανεψιός; — p.66, on lit: neugr . . . .
+παίρνω, Aorist immer (!)επήρα, pour πήρα. On est plus que surpris, _
+ibid. _, de voir κονταριά, μαχαιρεά donnés comme formes modernes,
+alors que εά est un vocalisme de transition propre au moyen âge;
+auj. κονταριά, etc. Enfin γράφει προς τον στρατηγόν et εζήτουν να
+φονεύσωσι n'ont jamais été modernes. La précision scientifique exige
+une scrupuleuse fidélité dans la citation des formes historiques.
+
+Καταλάβατε τώρα την κουταμάρα μου; Κάθουμαι και φιλονικώ ήσυχα και
+σοβαρά με τον κ. Σωτηριάδη, σταλιές σταλιές παίρνω το φαρμάκι του,
+το κοιτάζω και το μετρώ, χωρίς να νοιώσω τι τρέχει. Δεν τρέχει και
+τίποτα πολύ σπουδαίο να, καταλόγησα μερικά του λαθάκια στη δημοτική,
+καθώς είδαμε και πιο απάνω πως καλά καλά δεν την ξέρει. Τι είναι
+αφτό; Τίποτις. Ωςτόσο έφταξε για να μας τα ψάλη ο κ. Σωτηριάδης, να
+τα ψάλη και της δημοτικής, όσο λίγο κι αν την _ απόμαθε. _
+
+Προσωπικά! Προσωπικά!
+
+
+Η’
+
+
+ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.
+
+... Ο Αργύρης ο Εφταλιώτης γυρέβει από αναγνώστη, που είναι Έλληνας,
+δυο φοβερά πράματα: ναρνηθή τόνομά του και την πίστη του. Πρέπει να
+υποθέσουμε _ ή πως δεν ξέρει _ πόσο μεγάλο πράμα γυρέβει, _ ή πως το
+ξέρει _ κι απαιτεί την παράδοξη αφτή θυσία από το ελληνικό έθνος.
+Γιατί εδώ το ζήτημα το γλωσσικό παίρνει πια καινούρια θωριά, και
+καταντάει σήμερις προπαγαντίδικο, όχι όμως με την ωραία σημερνή
+έννοια της λέξης, παρά με την _ παλιά ρωμανοκαθολική, _ που η τάση
+της είτανε κατεφτείας να _ διακόψη _ κάθε είδος _ εθνική παράδοση, _
+για να κατασκεβάση με το καινούριο ελληνικό έθνος μια λεβαντίνικη
+φυλή, με κάθε άλλο παρά εθνική συνείδηση και συνοχή...
+
+Ποιος τα λέει αφτά; Εγώ; Θα το κατάλαβες και μοναχός σου, αναγνώστη
+μου Έλληνα, πως εγώ τέτοια δε συνηθίζω. Τα λέει ο στενός μας ο
+φίλος, γιατί δεν του φτάνει που μας χτυπά εμάς και την ιδέα μας,
+χτυπάει τώρα και το ρωμαίικο και τη ρωμιοσύνη μαζί. Από πού κι ως
+πού όμως ο τόσος ο θυμός; Από τον τίτλο _ Ιστορία της Ρωμιοσύνης, _
+που έβαλε ο Αργύρης στο βιβλίο του, να δηγηθή τα ιστορικά της
+Ρωμιοσύνης από τον Κωσταντίνο το Μεγάλο ίσα με τον Ιουστινιανό.
+
+Λοιπόν τώρα να το καλοσυλλογιστούμε το πράμα σα μιλεί κανείς για
+Ρωμιό και για Ρωμιοσύνη, α') σου αλλάζει τόνομα και την πίστη· β')
+κάνει ρωμανοκαθολική προπαγάντα. Σπουδαία αφτά. Για να τα ξετάσουμε
+λιγάκι.
+
+ _ Ρωμιός _ θα πη _ Ρωμαίος. _ Το _ αι _, με κατοπινό _ ο _, έγινε _
+ι _, όπως ο _ παλαιός _ έγινε _ παλιός _, το _ δίκαιο δίκιο, _ το _
+και κι _ πριν από λέξη που αρχίζει με _ α, ο, ου, _ λ. χ. ο τάδες κι
+ο τάδες, _ και όλα, κιόλα, κιόλας _ κτλ. κτλ.
+
+Μα ποιος τους τόδωσε στους Έλληνες τόνομα ετούτο; Ποιος τόλμησε και
+τους είπε Ρωμαίους; Ποιος άλλος παρά ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, όπως
+είναι και γνωστό; Τρομερός λοιπόν _ προπαγαντίστας _ αφτός! Τους
+άλλαξε τόνομα, να δήτε που τους άλλαξε και την πίστη. Και βέβαια!
+Πρώτα λέγουνταν Έλληνες και λάτρεβαν τους αρχαίους τους θεούς. Ήρθε
+ο Κωσταντίνος και μας τους έκαμε καθολικούς! Να με συμπαθάτε και
+γελάστηκα, γιατί τότες καθολικούς βασιλιάδες δεν είχε, αφού πριν από
+τον Κωσταντίνο δεν είχε στον αφτοκρατορικό θρόνο ούτε χριστιανούς!
+Μα δεν είχε τότε μήτε καθολικούς μήτε ορθόδοξους· χριστιανοί
+λέγουνταν όλοι, όσοι δεν είταν ειδωλολάτρες ή _ εθνικοί _. Φταίει ο
+κ. Σωτηριάδης που μου σκούνταψε η πέννα· θάρρεψα και γω πως άμα
+είσουνα ρωμιός, είσουνα και καθολικός. Νά σου όμως που υπάρχουνε και
+Ρωμιοί που καθολικοί δεν είναι. Πρώτος ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος.
+
+Αφτός γρυ από _ ελληνικά _ δεν ήξερε, μήτε του έμελε για την Ελλάδα·
+«πόλιν αντίρροπον της Ρώμης εζήτει{8}.»
+
+Δεν έχτιζε καινούρια πόλη, έχτιζε δέφτερη Ρώμη (_ νέα Ρώμη _ ) και
+τα περιχώρια της Κωσταντινούπολης είχανε ονόματα λατινικά, το _
+Σκούταρι _, λ. χ., που και σήμερις ακόμη έτσι το λένε. Άλλαξε τότες
+η πρωτέβουσα· δεν άλλαξε ο Καίσαρας. Οι στρατιώτες του Κωσταντίνου
+έκαναν την προσεφκή τους λατινικά{9}. Το κομμάντο κι αφτό στη
+λατινική, τα λατινικά είταν η επίσημη γλώσσα, και στο Παλάτι
+μιλούσανε λατινικά{10}. Λατινικά έβγαζε τους λόγους του και στη
+σύγκλητο και στη σύνοδο ακόμη, και μάλιστα μπροστά σ' επισκόπους που
+είταν ελληνόγλωσσοι {11}. Με τα _ Ελληνικά _ δεν τάβγαζες πέρα·
+δύναμη και πλούτο για όσους σπουδάζανε τα λατινικά, «μετ' εκείνων
+δυνάμεις τε και πλούτους{12}.»
+
+Ίσως όμως, θα μου πήτε, οι διαδόχοι του πήραν άλλο δρόμο; Ποιοι
+τάχατες απ' αφτούς; Ο Ιουστινιανός; Όχι, βέβαια. Αφτός έλεγε για τη
+λατινική πως είτανε «η πάτριος ημών φωνή.» Ακούστε τον, και τότες να
+καταλάβετε· «και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά
+ταύτη δη τη κοινή τε και ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον
+διά το πρόχειρον της ερμηνείας{13}», απαράλλαχτα δηλαδή με το ύφος
+που θα μιλούσε για καμιά πρόστυχη και χυδαία γλώσσα, «τω πλήθει
+κατάλληλον» (Διάτ. ξς', α', §2), γλώσσα κατάλληλη για το πλήθος. Για
+να μιλή κανείς όπως πρέπει, ανάγκη να τα πη λατινικά, κοίτ. Ν.,
+Διάτ. ιε', Πρ «δια τούτο τη πατρίω φωνή defensoras αυτούς καλούμεν.»
+Το _ δια τούτο _ σημαίνει πως αφτά είναι τα «παλαιά ονόματα», και
+πως η «φωνή των Ρωμαίων» είναι «κυριωτάτη δια το της πολιτείας
+σχήμα», όπως το λέει κιόλας, Ν., 1 Διάτ. ξς, α § 2. Μα σε κείνα τα
+χρόνια, δε μιλούσαν έτσι μονάχα οι βασιλιάδες· είτανε της καλής
+αναθροφής να ξέρη κανείς τα λατινικά, κ' ένας προκομμένος νέος το
+είχε συστατικό του σαν τα μάθαινε. Πριν από τον Ιουστινιανό, το λέει
+κι ο Χρυσόστομος «νέος τις κομιδή πλούσιος ων επεδήμησέ ποτε τη
+πόλει τη ημετέρα κατά λόγων παίδευσιν εκατέραν, την τε Ιταλών την τε
+Ελλήνων {14}.» Και θα παρατήρησε ο καθένας πως βάζει τα λατινικά
+πρώτα από τα ελληνικά. Προπαγαντίστας κι αφτός, αθεόφοβος. Σαν το
+Χρυσόστομο, τα λεν και χίλιοι άλλοι{15}. Ίδια η λέξη _ ελληνισμός _
+δεν είχε διόλου, μα διόλου, τη σημασία που της δίνει ο κ. Σωτηριάδης
+κι άλλοι πολλοί. Σημαίνει «μάθηση ελληνική», και το είχανε τότες για
+κακό πράμα. «Αρνησάμενος την κακήν κληρονομίαν του ελληνισμού των _
+εμών πατέρων _ και γονέων{16}». Ο Ιουστινιανός όμως το παράκανε· τα
+ελληνικά το κάτω κάτω — φαίνεται κι από το ύφος του — τα
+καταφρονούσε, τον ελληνισμό δεν τον αγαπούσε διόλου, και την Αθήνα
+πια, που είταν του ελληνισμού η στερνή αποφεγγιά, την αφάνισε,
+διάλυσε και το Πανεπιστήμιο{17}.
+
+Μα τι κάθουμαι και λέω; Ως και τόνομα «Γραικός» είτανε τότες όνομα
+μισητό και σιχαμένο{18}, τόνομα «Έλλην» άλλο δεν ήθελε να πη παρά _
+ειδωλολατρία{19}. Μας το λέει κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός — «επειδή
+τίνες εύρηνται τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη»
+κτλ. κτλ.{20}. Τι διαβολεμένος προπαγαντίστας όμως ο Ιουστινιανός,
+που όχι μόνο μας άλλαξε τόνομα, σαν τον Κωσταντίνο, μα που δεν ήθελε
+κάνε να τακούση!
+
+Τόνειρό του, ο πόθος του, η λαχτάρα του είταν «η δόξα των Ρωμαίων»,
+όπως γράφει κ' ένα νόμισμα{21}. Πολέμησε χρόνια και χρόνια, να γίνη
+καίσαρας σωστός, να πάρη όλη την Ιταλία, να βασιλέψη πιώτερο μάλιστα
+στη Δύση παρά στην Ανατολή, κι αν τον κατηγορήση κανένας που είχε το
+νου του στη Ρώμη, αντίς να τον έχη στην Πόλη, που πήγε να ξολοθρέψη
+τους βαρβάρους της Ιταλίας, αντίς να συλλογιστή τους ασιατικούς
+βαρβάρους, αντίς να τους αφήση να δυναμώσουν κ' ίσως έτσι κατόπι να
+μας φέρη και τους Τούρκους, γιατί με τα χρήματα που πήγαν και με
+τους στρατούς που χαθήκανε, αφάνισε το Κράτος, ό τι κι αν πη
+κανένας, άδικα θα το πη, επειδής ο Ιουστινιανός δε φταίει, έτσι τα
+ήξερε, έτσι τάβλεπε, άλλο τότες οι αφτοκράτορες, από παιδιά που
+είτανε, δε μαθαίνανε παρά τη Ρώμη, που είταν η αληθινή τους, η μόνη
+τους η παράδοση, και στο δέκατο ακόμα τον αιώνα, ο Νικηφόρος ο Φωκάς
+θύμωνε με τα σωστά του, έλεγε τον πάπα κουτό και ζαβό, που τον
+καλούσε «βασιλέα των Ελλήνων», κι όχι, όπως έπρεπε, όπως είχε χρέος
+να τον πη «βασιλέα των Ρωμαίων{22}.»
+
+Ορίστε λοιπόν που βρήκαμε κι άλλονε προπαγαντίστα, το Νικηφόρο το
+Φωκά, «τον τρέμει η γις κι ο κόσμος.» Κι ο Νικηφόρος ο Φωκάς είχε
+απαράλλαχτα την ίδια ιδέα που είχε ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, αφού κι
+αφτός νόμιζε πως «νέα Ρώμη» δε σημαίνει τάχα διόλου Ρώμη δέφτερης
+τάξης, παρά Ρώμη αφτοκρατορικιά, Ρώμη που ο Καίσαρας βασιλέβει, Ρώμη
+λατινική της Ιταλίας, — «νόμιμη, αναγνωρισμένη διαδόχισσα της
+αρχαίας{23}» — κ' έτσι βαστούμε πια και τον πιο περίφημο σημερνό μας
+προπαγαντίστα, τον Οικουμενικό τον Πατριάρχη, που κι ας μας χτυπούν
+εμάς, όσο θέλουνε, γιατί γράφουμε τα ρωμαίικα, ο Οικουμενικός
+Πατριάρχης ωςτόσο λέγεται κ' είναι αναγκασμένος να λέγεται
+«Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ.»
+
+Αφτά ο κ. Σωτηριάδης _ ή τα ξέρει ή δεν τα ξέρει _. Α δεν τα ξέρει,
+θαπορήσω πως ταψηφάει, καθώς απόρησα όταν είδα ένα βυζαντινολόγο να
+μιλάη με κάποιο καταφρόνιο για τις μωζάικες, που οι βυζαντινοί τις
+είχανε για καμάρι και για δόξα. Αν τα ξέρει, πώς μπορεί να
+κατηγορήση τον Αργύρη τον Εφταλιώτη για πράματα που πρώτος τα
+φταίει, αφού θαρρεί πως είναι φταίξιμο, ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος; Ή
+μήπως τα ξέρει, και μας λέει άλλα κι ανακατέβει στο ζήτημα
+καθολικούς και προπαγάντες, για να μας στάξη φαρμάκι περισσότερο, κ'
+έτσι, αν μπορεί και δίχως να φαίνεται, να μας τα κάμη όλα φαρμάκι,
+ως και το ζήτημα; Τότες — δε θέλω πολλά να πω και το λέω χωρίς πίκρα
+καμιά — τέτοιοι τρόποι δε μου φαίνουνται όμορφοι, είναι λίγο
+επιστημονικοί, και θαρρώ πως καλά θα κάμη να το συλλογιστή ο κ.
+Σωτηριάδης.
+
+Μα, θα μας πη — αχ! το λένε κι άλλοι! — ο Ρωμιός, ό τι κι αν είτανε
+πρώτα, σήμερις κατάντησε νάχη σημασία κακή. Αφτό είναι αλήθεια.
+Δηλαδή, πιο σωστό να παρατηρήσουμε πως έχει κακή, μα πως έχει και
+καλή συνάμα· λόγου χάρη, τα καμώματα του κ. Σωτηριάδη, _ ρωμαίικα. _
+Με κακή σημασία. Μα δε _ μιλεί ρωμαίικα, _ που θα είχε σημασία καλή,
+αφού στη ζωή μου δεν άκουσα να πη κανείς με κακή σημασία, _ μίλα
+ρωμαίικα, _ δηλαδή παστρικά. Μήπως όμως η φράση _ βγήκε στο ρωμαίικο
+_ είναι για κακό; Για κακό βγαίνει κανείς να σεργιανίση στην Ελλάδα;
+Στα χωριά, σαν πήγαινα παντού και κουβέντιαζα με τους απλούς
+αθρώπους, με ρωτούσανε· «Τι κάνει το ρωμαίικο;», και δεν κατάλαβα να
+μου το λέγανε με σημασία κακή, αφού με αγάπη και με πόθο ήθελαν οι
+καημένοι να μάθουνε τι γίνεται το έθνος, και δίνανε στη λέξη το
+ρωμαίικο απαράλλαχτα τη σημασία που δίνουν οι δασκάλοι στη λέξη _
+ελληνισμός _. Μάλιστα ένας δάσκαλος μου δηγήθηκε πως μια μέρα ρώτηξε
+ενός χωρικού αν είταν «Έλλην» — πάει να πη έλληνας _ υπήκοος, _
+γιατί τέτοιο νόημα έχει — και πως τον κοίταξε ο χωρικός κατάματα,
+σαν άθρωπος που δε νοιώθει τι του λένε, και του αποκρίθηκε στο
+τέλος· «Όχι, καλέ! Εγώ είμαι Ρωμιός.»
+
+Κ έτσι θα σου το πούνε στην Ελλάδα παντού και θα σου το πούνε με
+κάφκημα. Πολύ έφκολο να δοκιμάσης, να δης. Θυμούμαι τη χαρά τους,
+κάθε φορά που τους έλεγα τη λέξη. — «Είδες πως τα ξέρει τα
+ρωμαίικα!» — Και βέβαια δε με κατηγορούσανε, παρά τους φαίνουνταν
+παράξενο να κάθουμαι στην Εβρώπη και να μιλάω την καθάρια δημοτική —
+δηλαδή αφτοί αλλιώς τα βλέπουν από τον κ. Σωτηριάδη. Μα γιατί πάλε
+να σας τα μωρολογώ; Και στην κοινωνία, θα τακούσετε κάθε ώρα, και να
+το καλοξετάσετε το πράμα, θα δήτε πως Ρωμιός δεν υπάρχει που να μην
+ξέρη, που να μη συνηθίζη τη λέξη. Θα σου πη μάλιστα πολλές φορές·
+«Είμαι Ρωμιός!» Και δεν πιστέβω με κακή σημασία να το λέη, που δεν
+του μοιάζει κιόλας νάχη τόσο άσκημη ιδέα για λόγου του.
+
+Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσεξίες της
+καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα
+ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής,
+κι αφτά είναι που η λέξη _ Ρωμιός και Ρωμιοσύνη _ μας έκοψε την
+εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι,
+πρέπει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να
+κόφτη άραγες την παράδοση, αφού η παράδοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; Ή
+μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον
+Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις σταναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα
+και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου
+που να χαντακώνεται σαν το ρωμαίικο, που από την πρόληψη, από το
+δασκαλισμό, να καταστρέφη τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο
+διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα
+πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα
+μελετά.
+
+Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο τόχαψε μια μορφιά,
+ώςπου να γίνη άφαντο, και πως τους Λατίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε
+ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το _ Ρωμαίο _ τον έκαμε _ Ρωμιό, _
+πάει να πη Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του
+ιστοριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να
+καταντήση το _ ρωμαίικο, _ που σήμαινε πρώτα το _ λατινικό _ — μην
+το ξεχνούμε — να σημαίνη σήμερις παντού _ ελληνισμό, _ και μάλιστα _
+ελληνισμό _ κι _ ορθοδοξία _ συνάμα. Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη,
+έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται
+και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά
+του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το
+Ρωμαίο, με τρόπο που να του πάρη ως και τη δόξα την καμαρωμένη του,
+τόνομά του{24}.
+
+Είπαμε αλλού{25} πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και
+πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυζάντιο, έμαθε τον εθνισμό
+της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη,
+έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την
+Ελλάδα θα είτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας
+πώς μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβη ένωση, γιατί
+στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνη κράτος χωριστό, να πολεμήση
+κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώση αφτό.
+
+Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε
+πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρνει το μάτι αμέσως, γιατί
+πρέπει να ψάξης κατάβαθα στην ψυχή, να τα δης μέσα της; Μήπως δε
+θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι
+πόλεμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η
+ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες
+μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί,
+ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα
+στο αίμα το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο
+σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώση, σα φάη κόκκαλα
+αντρειωμένου. Το ίδιο κ' ένα έθνος θα δυναμώση, σαν το θρέψης με τα
+κόκκαλα τα ιερά της Ιστορίας.
+
+Και τι βγαίνει απ' αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να
+κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο
+θεός φυλάξη! Ο αγαπητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του
+Λαμπρίδη{26}, πως τόνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο
+Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ{27}» πως ο
+Ρωμιός είτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και
+τιμημένο. Τόσο το καλήτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο
+σκοπός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις
+δυο. Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελλάδα, να την κάμουμε
+βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κανένας ναρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι
+αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοι του κατόπι, σφιχτοκράτησε και
+σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει
+ναποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή — και γω λιγώτερο από κάθε
+άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και
+κυριολεξία, στο βιβλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού
+έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαντινή την
+ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια
+σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά,
+που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίση ο Αργύρης.
+
+Πρέπει να πάψη το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα
+μας τόμαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τόνομα το
+ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλήτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι
+Έλληνες κ' οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πη, ένας λαός να φυλάξη και τα δυο
+αυτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον
+Παρθενώνα, μας άφησε την Αγια Σοφιά ο Ιουστινιανός, που είτανε
+Ρωμαίος — και για τούτο πρέπει νάχουμε σέβας για το Ρωμιό.
+
+Από το Ρωμιό βαστούμε και τη γλυκειά μας την κουβέντα, το ύφος μας
+αφτό που κουβεντιάζει και παίζει. Το ξέρω πως και στο ύφος μας
+απάνω, μας χτυπούνε. Εγώ θαρρώ πως η αρχαία η Ελλάδα ζη πάντα, γιατί
+κι ο Πλάτωνας, σα δε γελιέμαι, το είχε και το ήθελε το ύφος το
+κουβεντιάρικο, ταπλό, που καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπόρεσε ποτε
+της να ταρπάξη τόσο ταιριαχτά που να το κάμη και δικό της. Μας είπαν
+ωςτόσο πως εμείς τόχουμε τέτοιο ύφος, γιατί δε ζούμε στην Αθήνα,
+γιατί δεν ξέρουμε ποιές λέξες μπορεί κανείς να πη στο θέατρο, ποιες
+άλλες στον καφενέ, και ποιες άλλες στο «φροντιστήριο», που κάθεται
+και γράφει ο φιλόσοφος. Δε ζούμε στην Αθήνα, και γι' αφτό, νομίζω,
+βλέπουμε καλήτερα πώς κρίνουνε τους αρχαίους αλλού, πώς νοιώθουνε
+την ομορφιά τους, πώς πολεμούν και να τη μιμηθούνε. Η καθαρέβουσα
+πίστεψε πως άμα μιλεί κανείς για σοβαρά ζητήματα, πρέπει αμέσως να
+κάνη και τον κατσούφη. Ουσία και ύφος δεν είναι ανάγκη να μοιάζουνε
+σε τέτοιο βαθμό. Διέστε τον Πλάτωνα πώς παίζει φιλοσοφώντας. Μα και
+στην Εβρώπη, που φοβούμαι και κατάλαβε τον Πλάτωνα κάπως καλήτερα
+παρά που τον καταλαβαίνουν ακόμη στην Αθήνα, δε βλέπω τέτοια
+μαχμουρλίκια. Με τις λέξες της κουβέντας, το ύφος ζωντανέβει και
+πάει. Αφτό μάλιστα περνά εδώ για τέχνη. Στο Παρίσι, μια φορά κ' έναν
+καιρό, έλεγαν τα ίδια, δηλαδή πως κάτι φράσες είναι άτοπες ολότελα,
+όχι μόνο σε βιβλία επιστημονικά, μα και στο θέατρο ακόμη. Ως κ' η
+λέξη _ μαντίλι _ καταδικασμένη, ξωρισμένη. Την είπαν όμως, κ' οι
+Γάλλοι που την είπανε, δε ζούσανε, όσο ξέρω, μακριά από το Παρίσι.
+Τα _ χυδαία _ μάλιστα παντού τα φιλοξενίσανε, και στην ιστοριογραφία
+και στην επιστήμη· εννοείται, τα βάζουν εκεί που πρέπει κι όχι όπως
+τύχη, ξέρουνε και τα φέρνουνε με τρόπο. Αποφέβγουν το νόημα το
+χυδαίο· τα χυδαία όμως δεν ταποφέβγουνε διόλου, μήτε τις λέξες τις
+πιο δημοτικές δεν τις αποφέβγουνε — από τον καιρό που κατέβηκε ο
+ρωμαντισμός, όπως η ρωμιοσύνη κατεβαίνει σήμερις από τα βουνά, κι
+άνοιξε ολόφαρδες τις πόρτες και χούμηξαν όλα τα χυδαία, μέσα στα
+Παλάτια όλα.
+
+.................................................................
+
+.................................................................
+
+Εσένα, κανείς να μη σ' αγγίξη! Βαστούμε ρόπαλο στο χέρι, πολύ γερό.
+Το ρόπαλό μας είναι η αλήθεια. Ένας ένας, όποιος προβάλη να σε
+χτυπήση, ένας ένας θα τσακιστή και θα πέση, τι να κάμη; Εσύ έπαθες
+πολλά, εγώ για σένα ήθελα να χύσω ένα δάκρι, που μέσα του να είναι
+όλα τα δάκρια της καρδιάς μου, που με το δάκρι μου αφτό να κλάψω τα
+βάσανά σου όλα μαζί. Εσύ αιώνες κ' αιώνες ζης, πολεμάς, κι
+αναστενάζεις. Εσένα τα όνειρά σου, εσένα οι πόθοι σου κ' οι μεγάλες
+σου οι λαχτάρες, εσένα κ' οι θυμοί σου πάντα, γιατί πάντα σου το
+είχες αφτό, βλέπουνε την ιδέα, κ' η ορμή σου πάντα θα πεταχτή στα
+πιο αψηλά, τα πιο μεγάλα και τα πιο ωραία. Κάποτε στραβοπατείς,
+κάποτε δεν το ξεδιακρίνεις το καλό, μα φτάνει να σου το δείξουνε και
+το δίψασες αμέσως. Εσύ ξέρεις και την αγάπη. Εσύ είσαι πανόμορφη. Τα
+μάτια σου τα μάβρα, γιομάτα ελπίδα, γιομάτα θλίψη που με σφάζει,
+μέρα δεν είναι που να μην τα θωρώ και να μην τα θαμάζω και να μην τα
+πονώ τα μάτια σου τα μεγάλα. Εσένα δε σου κοστίζει να θυσιαστής. Εσύ
+το σκοπό μονάχα κοιτάζεις. Εσύ γεννήθηκες με την πίστη. Εσύ έμαθες
+την πομονή, εσύ για τα γενναία συνεπαίρνεσαι. Κ' η πομονή σου, τα
+γενναία θα σε κάμη ναπολάψης. Περεχυμένη στους κάμπους και στα
+βουνά, περεχυμένη στης θάλασσας τους αφρούς, στα πρασινόφορα τα
+Νησιά, με πέφκους πέφκους ολόγυρά σου, με τον ουρανό σου τον
+ολόλαμπρο, παντού σε ξανοίγω, παντού σε προσκυνώ, παντού σε λατρέβω,
+αθάνατη μου εσύ ψυχή της Ρωμιοσύνης.
+
+Γραμμένο στο Ροσμαπαμόνι, τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901.
+
+
+
+ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ {28}
+
+
+
+Όπως τόχω σημειωμένο και παρακάτω, η μελέτη μου αφτή γράφηκε
+Άβγουστο μήνα 1886, είναι δηλαδή το πρώτο πρώτο ρωμαίικο που έγραψα,
+όχι μόνο προτού γράψω _ Το Ταξίδι μου _, μα προτού ακόμα κάνω το
+ταξίδι το ίδιο, που έδωσε και τον τίτλο του στο βιβλίο μου. Η μελέτη
+μου γράφηκε με το σκοπό να τη διαβάσω στο Συνέδριο του Ελληνικού
+φιλολογικού Συλλόγου της Πόλης, που είτανε τότες να γίνη. Δεν έγινε
+όμως κ' έτσι δεν έγινε μήτε τανάγνωσμά μου.
+
+Όταν έφτασα στην Πόλη, ο Foy που εκεί καθότανε σε κείνα τα χρόνια,
+μου είπε αμέσως πως η τούρκικη κυβέρνηση θα εμποδίση το Συνέδριο.
+Στα Θεραπειά πάλε ο πρέσβης της Γερμανίας, κ. von Radowitz,
+περπατούσε στο ριχτίμ· κ' έλεγε πως του κάκου ήρθαμε και δε θα δούμε
+Συνέδριο. Μ' άλλα λόγια, το εμπόδισε όχι ο Σουλτάνος, που πρώτα είχε
+δώσει την άδεια, μα ο φίλος μας ο Κάιζερος. Γιατί αφτό; Γιατί, όπως
+είδαμε και στα 1897, ο Γουλιέλμος είχε την ιδέα που στα 1821 την
+είχε η Εβρώπη όλη, η αφτοκρατορική και βασιλική Εβρώπη· ο νόμιμος ο
+_ βασιλιάς _ είτανε για την Εβρώπη ο Σουλτάνος· οι Έλληνες είταν
+επαναστάτες, κ' οι βασιλιάδες επανάσταση δε θέλανε. Μπορούσε να γίνη
+κακό μάθημα για τους λαούς τους. Δε συλλογιούντανε διόλου πως ο
+Τούρκος είτανε καταχτητής, μα κι αν το συλλογιούντανε, δεν τους
+πείραζε, γιατί το ίδιο έκανε, αφού δεν είναι ο Τούρκος ο μόνος
+καταχτητής, κι όπου βλέπουνε σηκωμό, θαρρούνε αμέσως πως θα
+σηκωθούνε κ' οι χώρες που έχουν ίδιοι τους σκλαβωμένες. Η Κρήτη, στα
+1897, του φάνηκε του Γουλιέλμου σα νάτανε κανένα Νησί άνομο, άσεβο
+κι αθεόφοβο που πάει άξαφνα και πολεμάει, με ποιόνα; με το βασιλιά
+του, πάει να πη με το Θεό. Από χρόνια, στην Τουρκιά, είχε συφέρο
+λοιπόν η Γερμανία να κολακέβη τον Τούρκο, μα να μην αφίνη διόλου το
+ρωμαίικο να παίρνη απάνω του. Κ' έτσι δεν άφησε μήτε τον ήσυχο και
+τον καλό Σύλλογο να κάμη ταθώο του το Συνέδριο, που το χαίρουνταν
+και το πρόσμεναν όλοι.
+
+Δεν έβγαλα το λόγο μου κ' ίσως γλύτωσα τότες από κάμποσα που θάκουα
+ο ίδιος, — μόνο που θάκουαν τη γλώσσα μου οι Πολίτες. Ωςτόσο δεν το
+πιστέβω. Θυμώνουνε, σα με διαβάζουνε σαν τους τα διαβάζω, λένε πως
+μιλώ σαν που μιλεί όλος ο κόσμος, γιατί δεν τα βλέπουνε τυπωμένα. Το
+μάτι τους δε συνήθισε ακόμα· ταφτί τους εννοείται συνήθισε χρόνια
+και χρόνια, αφού γλώσσα τους είναι.
+
+Μα εγώ θαρρώ πως και να με διαβάζανε, πάλε δε θα γινότανε τόσο κακό,
+γιατί στη μελέτη μου τη μικρούτσικη αφτή, προσπάθησα να κάμω κάτι
+που μου φάνηκε κάπως περίεργο. Η γλώσσα όχι μόνο μορφωμένη δεν
+είτανε τότες, μα κανένας ακόμα δεν την είχε γράψει για φιλολογικό,
+καλλιτεχνικό, επιστημονικό σκοπό. Και γω βγήκα να τους μιλήσω μ' ένα
+είδος ακαδημαϊκό ύφος, σα να γράφουνταν τάχατις αιώνες κ' αιώνες και
+σα να είτανε πια συνήθεια να μιλή κανείς, να παίζη, να χαμογελάη, να
+συζητά για τα πιο σπουδαία ταντικείμενα σ' αφτή μας τη γλώσσα, τη
+δημοτική. Και τα χοντρά και τα πρωτάκουστα γι' αφτούς που τους
+έλεγα, τους τάλεγα ήμερα κι απλά, σαν που θα τάλεγε κανένας σε μιαν
+εβρωπαϊκή Ακαδημία, έτσι, με τρόπο, μήτε πολύ πολύ σοβαρά, μα μήτε
+και πολύ πολύ στο ψιλό.
+
+Δημοσίεψε ωςτόσο τη μελέτη μου ο _ Σύλλογος _, και θέλει δε θέλει,
+βρίσκεται τώρα η δημοτική πολιτογραφημένη στα ιερά βιβλία του
+Συλλόγου. Χαίρουμε πολύ, γιατί το πρώτο ποίημα που γράφηκε στη
+δημοτική, γράφηκε στην Πόλη, ο _ Σπανίας. _ Θάτανε αδικία να μην
+είχε κ' η σημερνή μας η δημοτική τη θέση που της αξίζει σ' ένα
+πολίτικο περιοδικό, σ' ένα μάλιστα που ως τότε γράφουνταν η
+καθαρέβουσα μόνη.
+
+Δημοσιέφτηκε η μελέτη μου και χώρια, ύστερις από το Ταξίδι. Διώρθωσα
+τα τυπογραφικά φύλλα, σα γύρισα στα Παρίσι. Την ξανατυπώνω σήμερις
+χωρίς πολλά διορθώματα, μόλις με δυο τρεις αλλαγές πού και πού.
+Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην ξεχάση πως είναι το πρώτο μου και πως
+ο ίδιος δεν έχω και τόσο μεγάλη ιδέα γι' αφτό μου το δοκίμιο· θα δη
+και κάμποσα, μέσα, που τώρα δεν τα συνηθίζω πια. Τότες έλεγα _ που
+_, τανυπόφορο το _ που _, εκεί που, κατόπι, και στο _ Ταξίδι _ το
+ίδιο, έβαλα _ πως _. Έχω και κάτι _ αλλά _, για να πω το _ μα _ της
+δημοτικής. Έγραφα τον αόριστο _ σώσετε _ αντίς _ σώσατε _. Είναι και
+κάτι πολίτικα, σαν την αιτιατική _ με λέτε _ κτλ., που υστερώτερα
+την έκαμα γενική όπως το συνηθίζουνε στην Αθήνα· _ μου λέτε _ κτλ.
+Κάτι άλλους τύπους τους άφησα, για να δείξω και τον πόθο που είχαμε
+από τότες να τα πούμε όλα στην καθάρια δημοτική. Ο τύπος _ τον
+εμαφτό μου _ είναι πολύ σωστός, αν και παραδεχτήκαμε σήμερις τον _
+εαφτό μου. _ Το πιο περίεργο είναι που στη μελέτη μου, ο _ Ρωμιός _
+ονομάζεται πάντα _ Γραικός _. Ο _ Ρωμιός _, σε κείνα τα χρόνια, δε
+χτυπούσε όμορφα σταφτί γράφοντας τα ρωμαίικα και μελετώντας την ψυχή
+της Ρωμιοσόνης, καταλάβαμε πως έχει κι αφτός τα καλά του και το
+μεγαλείο του.
+
+Είναι βέβαιο που αν έγραφα σήμερα τη μελέτη μου, αλλιώς θα την
+έγραφα ως και την εικόνα του ποταμού, στο τέλος της μελέτης, κάπως
+θα τη συγύριζα. Τίποτις όμως δε θάλλαζα στις ιδέες· όσα έλεγα τότες
+για τη γλώσσα, προσμένω ακόμα να μας αποδείξουν πως σωστά δεν είναι.
+Τόσο πολύ θαρρώ μάλιστα πως από τότες είπα τα σπουδαιότερα, που
+ξαναδιαβάζοντας τη μελέτη μου, απόρησα βλέποντας πως σ' ένα μου
+άρθρο γαλλικό{29}, γραμμένο στα 1901, έβαλα κάμποσα που κι ο ίδιος
+τα νόμιζα κ' οι άλλοι τα είπανε πως είτανε καινούρια, κι ωςτόσο θα
+τα δούνε και στο πρώτο μου αφτό δοκίμιο, δηλαδή πως η διγλωσσία
+είναι πράμα κοινό στους λαούς της Ανατολής, και πως ίσως από δάφτους
+μας κόλλησε και μας το κακό. Όσα πάλι έγραψα για τα πολλά που έχουμε
+να κάνουμε ώςπου μάθουμε τη δημοτική, για τη μέθοδο, για τα λεξικά,
+για τη γραμματική που πρέπει να γίνη, για την επιστημονική και
+σοβαρή μελέτη της δημοτικής, το ξέρω πολύ καλά πως από αφτά όλα,
+τίποτις δεν έγινε ακόμη· μα σα γίνουν, αν τύχη και γίνουν ποτέ τους,
+όπως το ελπίζω και τόχω μάλιστα για βέβαιο, θα γίνουνε με τον τρόπο
+που προσπάθησα να δείξω εδώ. Εννοείται, κι ο ίδιος, μελετώντας
+μερονυχτίς, πιστέβω νάμαθα τη γλώσσα μας κάπως καλήτερα παρά που την
+ήξερα τότες. Έπρεπε να περάσουνε δεκαπέντε χρόνια ώςπου να καταλάβω
+πως ο τίτλος _ Ιστoρικά και γλωσσολογικά ζητήματα_ είτανε ξενισμός,
+και πως ρωμαίικα θα το πούμε δίχως ουσιαστικό κανένα, καθώς θα
+τόλεγαν κ' οι αρχαίοι, δίχως αφερημένο κι αφτοί. _ Ιστορικά και
+γλωσσολογικά _ να τα πούμε, μου φαίνεται πως φτάνει και πως τα λέει
+όλα.
+
+Στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, άφησα το προοίμιο το γαλλικό
+και τη γαλλική σημείωση, που δημοσιεφτήκανε τότες μαζί με τα
+ρωμαίικα στο Σύλλογο. Είναι πάντα καλός _ οιωνός _ να φαίνουνται
+αδερφωμένες η Γαλλία κ' η Ελλάδα.
+
+27 του Τρυγητή, 1901.
+
+
+
+
+QUESTIONS D'HISTOIRE ET DE LINGUISTIQUE
+
+AVANT-PROPOS
+
+Lorsque M. le Ministre de l'Instruction publique et des Beaux — Arts
+voulut bien me confier une mission auprès du Congrès du Syllogue
+philologique hellénique de Constantinople, qui devait avoir lieu en
+septembre 1886, j'ai longtemps hésité sur la langue dont j'aurais à
+me servir dans la communication que je me proposais de lire au
+Congrès. Le français était tout indiqué, et, je dois faire ici cet
+aveu, il m'eût été plus facile d'écrire cette courte étude en
+français. Je ne l'ai cependant pas fait. Il me parut plus juste de
+parler grec devant une assemblée grecque: c'était une marque de
+sympathie de plus à donner au Syllogue. D'autre part, je voulus
+rendre hommage à ma langue maternelle et je résolus d'écrire mon
+discours en grec.
+
+On voudra bien excuser l' audace de cette tentative, en faveur même
+du sentiment qui l'a inspirée. J'ai rencontré auprès du Syllogue, et
+particulièrement dans la personne de son honorable Président, tant
+de bienveillance, on m'a témoigné tant d'amitié durant mon court
+séjour à Constantinople, que j'ai appris à compter sur l'indulgence
+de cette savante Compagnie et des amis qui m'ont reçu.
+
+Mais je crains bien, hélas! de ne pas retrouver les mêmes
+dispositions auprès d'un autre public. On me fera un crime d'une
+chose pourtant naturelle: c'est d'avoir écrit, à l'heure où nous
+vivons et pour des Grecs qui ne sont plus anciens, une langue
+moderne comme nous tous et non pas une langue ancienne. Le Syllogue
+n'est composé que des membres les plus éclairés de la société
+grecque, et aucun d'eux ne croit plus sans doute, suivant un préjugé
+bien démodé, que la langue populaire est une langue barbare.
+D'autres sont, aujourd'hui encore, dans cette idée. 11 ne faut pas
+s'en étonner outre mesure. Tout le monde n'est pas obligé d'être
+grammairien, nul surtout n'est tenu d'être linguiste en naissant. Il
+est tout naturel qu'on traite de bizarre ou d'anomal tel phénomène
+phonétique ou morphologique dont on ne s'est pas suffisamment rendu
+compte. Les hommes déclarent souvent absurde ce qu'ils ne
+comprennent pas encore. Qu'on me permette de le dire, il y à encore
+en Grèce, comme à Constantinople, bien des progrès à faire dans la
+science du langage. Quand on en est réduit à juger d'un point en
+litige sans connaissance de cause, on est bien obligé de formuler
+des jugements _à priori_. Peu de nos compatriotes se sont
+probablement demandé la façon dont a pu se former le nominatif
+moderne πατέρας; j'ajoute que peu de nos compatriotes avaient à se
+poser cette question, dont l'examen constitue le travail des
+spécialistes. Cela n'empêche personne de décréter que πατέρας est
+une forme incorrecte. Cette solution du problème parait, en effet,
+plus commode. 11 est vrai qu'avant de se prononcer en semblable
+matière, il serait peut-être plus sage de réfléchir. Nous pourrions
+prier nos juges de vouloir bien se rendre compte, au préalable, ne
+fût-ce que de la formation du paradigme ancien de πατήρ et de la
+genèse du paradigme moderne. Leur avis, après cette courte étude,
+aurait probablement plus de poids. Mais il ne faut pas exiger des
+hommes la logique. Chacun dira son opinion, sans examen, et il n'y
+aura même guère moyen de lui faire changer d'avis. Cet état de
+choses tient à des causes purement historiques: les études
+grammaticales étant encore trop peu avancées en Grèce, il fallait
+s'attendre à voir surgir au hasard toutes les opinions.
+
+Je ne veux pas insister sur ce point. Mais on en arrive parfois à de
+singulières contradictions! La forme ancienne est rétablie presque
+toujours au détriment de la forme moderne normale. Ainsi au lieu de
+έτοιμη, on dira ετοίμη (η τράπεζα είναι ετοίμη), au lieu de
+καταλαβαίνω, καταλαμβάνω, et εμβαίνω au lieu de μπαίνω. Or, il se
+trouve que μπαίνω (bèno) est une prononciation plus ancienne que
+εμβαίνω et que cette forme constitue, au point de vue phonétique,
+une violation de règle élémentaire pour le grec ancien aussi bien
+que pour le grec moderne {31}: elle est incorrecte de toutes façons.
+Ετοίμη ne contrarie pas moins l'accentuation ancienne elle- même qui
+veut qu'on recule l'accent, toutes les fois que la quantité le
+permet et on sait que le η de ετοίμη est aujourd'hui devenu bref.
+Έτοιμη est donc aussi légitime aujourd'hui que l'était έτοιμoς dans
+l'ancienne langue; la règle est la même: elle ne varie que dans son
+application. En disant ετοίμη, nous faisons la même faute
+qu'auraient faite les anciens, si, par exemple, ils avaient prononcé
+εδιδόσο, διδόμαι, etc.: loin de nous conformer à leur exemple, nous
+leur mettons une erreur sur les lèvres, sans compter que le grec
+ancien disait plutôt έτοιμος au féminin. Καταλαμβάνω, à cause de la
+combinaison moderne _ μβ _, est tout aussi choquant que εμβαίνω
+{31a}. On ne s'aperçoit pas beaucoup de ces anomalies qui, pour un
+helléniste, ont quelque chose de déconcertant, et l'on prend
+volontiers pour le fond ce qui n'est que l'innocente apparence: on
+juge d'après ce qu'on voit imprimé sur le papier et il est toujours
+plus facile de se conformer à la lettre qu' à l'esprit. Ετοίμη,
+καταλαμβάνω, εμβαίνω ont dans les livres un air d'antiquité et il
+reste convenu que les formes anciennes seules sont les formes
+nobles.
+
+Voila un principe qu'il serait peut-être dangereux de proclamer trop
+haut! On laisserait croire que la noblesse, c'est la forme, non le
+fond. Des gens malintentionnés nous prendraient au mot et pourraient
+prétendre qu'on se rejette sur le canon grammatical, à défaut
+d'idées. Hélas! si le fait d'écrire la langue ancienne pouvait nous
+assurer du même coup que nous n'aurions à exprimer que des pensées
+élevées et que de beaux sentiments, ce serait une joie pour le
+monde. Tous les peuples renonceraient à leur propre langue pour se
+consacrer à l'usage des formes anciennes. Le français serait bien
+vite abandonné. Y a-t-il, en effet, des langues plus incorrectes,
+formées de plus de fautes que le français, que l'allemand, que
+l'anglais, que toutes les langues modernes? Si la perfection avait
+dû être cherchée dans l'imitation des types classiques, Voltaire
+aurait certainement écrit _ Candide _ en grec et Gœthe aurait
+composé son _ Faust _ en hexamètres dactyliques. Mais je crains
+qu'il ne faille encore d'autres qualités pour former l'écrivain. La
+connaissance de la grammaire ne lui suffit pas. Il lui faut d'abord
+une forte conviction, une pensée toujours sérieuse; il lui faut
+l'originalité de l'expression et la nouveauté de l'esprit.
+L'important, c'est d'avoir quelque chose à dire: la façon de le dire
+vient d'elle-même. L'amour de la vérité devient le but dominant;
+l'idée porte en elle son expression. Il faut aussi que l'écrivain
+sache plaire. Il lui est défendu d'être ennuyeux. L'exposition sèche
+et nue ne lui convient pas davantage. Qu'il y mette un peu de son
+âme. Une légère ironie, un certain enjouement ne dépareront jamais
+le discours le plus sévère. Combien on doit se garder d'énoncer d'un
+ton d'oracle les vérités même les plus transcendantes! Un artiste
+évitera jusqu'aux mots recherchés, jusqu'aux termes un peu rares,
+qui ne sont pas dans le domaine commun. C'est avec les mots les plus
+connus, les plus vulgaires, qu'il bâtira son œuvre. L'affectation
+lui fait horreur, parce qu’elle exclut la précision. La vertu la
+plus difficile chez l'écrivain, est par-dessus tout la teneur
+toujours égale, toujours soutenue du style, la constance de l'effort
+artistique. Les défaillances sont interdites. Tout doit sortir d'un
+seul jet, avec une continuité perpétuellement variée par la justesse
+inattendue de l'expression et la richesse d'un fonds inépuisé. C'est
+la ce qui fait la véritable noblesse d'une langue littéraire. Mais,
+_à priori_, toutes ces qualités peuvent se rencontrer aussi bien
+dans la langue moderne que dans l'ancienne, puisqu'elles tiennent à
+l'homme même. Le principe fondamental, est d'être compris. Un grand
+écrivain parlera toujours pour le monde entier. Il y a d'ailleurs un
+criterium très sur et d'application bien commode, pour juger des
+meilleures œuvres: dans l'ordre des productions de l'esprit, ce que
+comprennent sans effort les femmes les plus simples, peut être, sans
+autre examen, déclare excellent{32}. Ce qu'elles ne comprennent pas
+est inférieur. C'est là le principe, on peut le dire, qui à fondé la
+littérature française; c'est par là qu'elle est arrivée à cette
+qualité essentielle: la précision.
+
+Il ne faut pas non plus confondre la langue et le style: c'est une
+distinction que j'ai essayé d'établir ailleurs{33} et qui me semble
+avoir la plus grande importance. De la confusion entre la langue et
+le style résulte, à mon sens, le malentendu qui est au fond de
+toutes les discussions sur la langue moderne. Un des arguments les
+plus fréquemment invoqués en faveur de l'usage de la langue ancienne
+consiste à dire: «Nous soutiendrez-vous que Racine ou que Gœthe
+parlaient la langue du peuple?» Sans doute. Je pense que cela n'a
+jamais été mis en question. Il y a là une nuance qui parait
+insignifiante et qui est des plus profondes. Assurément, Racine ne
+parlait pas en vers _ comme _ le peuple, mais c'est bien _ la langue
+du peuple _ qu'il écrivait. Je ne crois pas que le faubourien se
+serve journellement d'un style aussi solennel que celui d'Athalie:
+
+ Oui, je viens dans son temple adorer l'Éternel!
+
+Mais chacun de ces mots est _ populaire _ encore aujourd'hui. On
+objectera peut-être que ce n'est pas communément l'usage d'appeler
+Dieu l'Éternel. C'est encore là un détail de style. Le mot _ éternel
+_ se retrouve dans le langage le plus familier, qui crée même la
+forme _ sempiternel _: un sempiternel bavard {34}. On sait, en
+revanche, que ce n'est pas ce qui se passe en grec: la comparaison
+cesse par conséquent d'être exacte. En grec, c'est le contraire du
+français qui à lieu: on parle la plupart du temps _comme_ le peuple;
+mais ce n'est pas de la _langue_ du peuple qu'on se sert. Si je veux
+exprimer cette idée fort simple: _ ma fille est malade, _ je dirai:
+η κόρη μου είναι άρρωστη. D'autre part, si je dis: η θυγάτηρ μου
+ασθενεί, je ne parle plus la _ langue _ du peuple, cela est certain;
+mais je n'exprime pas pour cela une idée d'ordre plus relevé: je
+parle _ comme _ le peuple dans une autre _ langue _.
+
+Cette confusion entre la langue et le style n'est pourtant pas la
+raison unique du mépris dans lequel certaines personnes tiennent la
+langue moderne. Je ne crois pas davantage qu'il y ait dans le
+purisme, comme on le prétend quelquefois, un vain désir de paraître,
+de faire étalage de savoir, ni que l'emploi des formes anciennes
+repose en dernière analyse sur un sentiment de vanité ou d'orgueil.
+Quel mérite y aurait-il à montrer qu'on sait décliner et conjuguer
+suivant un paradigme, que tout le monde peut trouver dans sa
+grammaire? Ce n'est pas là une connaissance bien difficile à
+acquérir et, de mon temps du moins, tous nos élèves de quatrième
+étaient arrivés à ce degré de culture. Je crois que la raison de ce
+mépris est à la fois plus simple et plus profonde: c'est une pure
+question de vocabulaire.
+
+Lorsque les études linguistiques ne sont pas encore très avancées,
+ce qui frappe avant tout dans une langue, ce sont les mots: on croit
+volontiers que ce qui caractérise principalement une langue, ce qui
+la distingue d'une autre, c'est le vocabulaire, C'est pourquoi, et
+cette observation a déjà été faite plusieurs fois, la linguistique
+commence partout avec l' étymologie. La meilleure illustration de ce
+fait, ce sont les auteurs anciens, tant latins que grecs. Ils ne
+voyaient rien au delà de l' étymologie, je parle surtout des époques
+classiques; ils ne saisissaient pas la véritable nature du langage.
+Mais le vocabulaire est chose complètement secondaire et rentre
+aujourd'hui tout à fait au second plan. On ne s'occupe plus d'
+étymologie, que lorsque l'on a établi sur des bases solides la
+grammaire d'une langue. On a compris que ce qui caractérise une
+langue, ce ne sont pas les mots, c'est le système grammatical tout
+entier, ce sont, entre autres, les désinences dans la conjugaison
+des verbes ou la déclinaison des substantifs. Une langue peut être
+uniquement composée de mots étrangers, même de mots appartenant à
+d'autres familles de langues, sans pour cela perdre son caractère
+distinctif. Il y à même plus; c'est parfois aux mots étrangers que
+se reconnait le plus sûrement la continuité d'un système grammatical
+en vigueur depuis des siècles: le grec moderne en est un exemple
+bien remarquable. En effet, tout mot étranger qui entre aujourd'hui
+dans le français, y entre tel quel, sans subir aucune modification
+de désinence, parce que les Français ont perdu tout sentiment des
+flexions casuelles. En grec, au contraire, encore de nos jours, tout
+mot étranger doit forcément se modeler sur le patron des flexions
+existantes. Prenons le mot _ café _; en grec on déclinera ο καφέ-ς,
+pluriel οι καφέ-δ- ες: une forme ο καφέ, οι καφέ serait absolument
+inouïe: elle ne peut pas se produire. Même règle pour les féminins:
+on dira η κουβέντα, της κουβέντας. Ce ς du génitif est tout à fait
+frappant. C'est le même ς que nous avons dans ο λόγο-ς, οι πατέρε-ς,
+της μούση-ς. Ainsi les mots étrangers nous prouvent ici de la façon
+la plus évidente la persistance de la langue ancienne et de son
+système grammatical.
+
+Un observateur superficiel ne reconnait pas facilement ce principe.
+Il s'irrite de voir des _racines_ étrangères; il ne sait pas qu'ici
+comme partout ailleurs l'esprit seul compte et que la lettre n'est
+rien. Seulement, quand il s'agit de séparer un radical de sa
+désinence et de considérer ces deux éléments indépendamment l'un de
+l'autre, il y a déjà à faire un petit travail d'abstraction bien
+simple, qui parait difficile au premier abord. C'est pourquoi
+plusieurs personnes traitent le grec moderne de langue bâtarde,
+corrompue, souillée de xénismes. Elles disent: ce n'est pas une
+langue! Elles entendent par là que ce n'est pas une langue
+originale, parce qu'elle est _ remplie _ d'éléments étrangers. Il
+reste d'ailleurs bien entendu que la classification méthodique de
+ces éléments n'a jamais été tentée et qu'on en parle un peu au
+hasard. Ils sont fort peu nombreux; mais fussent-ils à compter par
+milliers, la langue n'en serait pas pour cela devenue étrangère: au
+contraire, elle aura prouvé sa vitalité de la façon la plus
+inattendue. Qu'on ne me reproche pas d'insister ici sur des vérités
+trop évidentes. J'ai vu plusieurs personnes s'arrêter surtout aux
+mots étrangers: c'est ce qui les choque le plus. Les mots les
+frappent, parce qu'en effet c'est ce qu'il y a de plus facilement
+observable. C'est la surface de la langue. En soi-même, le
+vocabulaire est d'une importance qui, pour l'analyse scientifique,
+se réduit proprement à zéro.
+
+En revanche, on croit très naïvement qu'écrire la langue moderne
+revient à se servir uniquement du vocabulaire populaire. Cet axiome
+est soutenu avec sérieux par plusieurs bons esprits. Rien n'est plus
+faux. Ceux qui veulent introduire la langue moderne dans l'usage
+courant, n'ont jamais soutenu autre chose que ce principe
+rudimentaire: respecter le système grammatical moderne et n'y pas
+faire passer tout crûment les déclinaisons ou les conjugaisons de
+l'ancienne langue; en effet, ce serait créer un mélange des plus
+disparates dans l'emploi des formes. Personne n'a raisonnablement
+prétendu ni même songé à prétendre qu'il ne fallait pas recourir,
+dans tous les cas où un mot ancien n'avait pas d'équivalent moderne,
+aux richesses que met entre nos mains la lexicologie de la vieille
+langue. Si un écrivain est amené à se servir, à côté de mots comme
+μάτι, σπίτι, άντρας, λόγος, d'une expression telle que παλαίφατος,
+par exemple, il ne cessera pas d'écrire en langue moderne. Un
+critique a vivement reproché à Solomos d'avoir employé, dans une
+pièce célèbre, le mot κόμη, _ chevelure _: και στην κόμη στεφάνι
+φορεί. Le même critique prend texte de ce vers pour déclarer que la
+langue moderne ne saurait guère devenir une langue littéraire, et
+pour nous apprendre que l'indigence du vocabulaire populaire ne peut
+suffire à l'expression des mille nuances de la pensée. C'est
+là assurément une glorieuse découverte! Mais elle n'avait pas besoin
+d'être faite: personne ne l'ignorait. La seule chose à faire, dans
+l'espèce, eut été de rechercher si, en disant κόμη à l'accusatif, le
+poète s'était servi de la forme ancienne κόμην ou de la forme
+moderne κόμη. Du moment qu'il s'est arrêté à cette dernière, tout
+débat est clos et la critique reste sans objet.
+
+En ce qui concerne les emprunts mêmes qu'on peut faire au lexique
+ancien, nous pouvons reconnaître deux catégories de mots. Nous avons
+d'abord des termes comme άτομος, je suppose, qui ne contrarient en
+rien ni la phonétique ni la morphologie modernes. Ceux-là, on
+pourrait les employer par milliers, qu'on ne romprait pas le système
+grammatical de la langue vivante{35}. L'emploi des mots de ce genre
+dépend uniquement des exigences du style. Mais il y a aussi les mots
+qui se trouvent en opposition directe avec les lois phonétiques ou
+morphologiques actuelles. Les mots qui sont dans ce cas, quand ils
+sont indispensables à l'expression d'une idée, n'en ont pas moins le
+droit de passer dans le vocabulaire courant, sous condition expresse
+de revêtir les flexions de la langue vivante: η κλίσις, της κλίσεως
+ne peut guère se décliner autrement que η κλίση, της κλίσης, du
+moment qu'on a l'intention de se servir de la langue _ moderne. _
+S'il fallait relever en français tous les mots du vocabulaire qui
+rentrent dans cette catégorie, c'est-a-dire qui ont pénétré dans la
+langue par voie savante et non par voie populaire, on en serait
+réduit à copier la moitié du dictionnaire de l'Académie. Le peuple
+ne connait certainement pas des termes tels que nominatif,
+phonétique, syntaxe, impératif catégorique, etc., etc. Ceux qui
+emploient ces mots, par écrit ou dans la conversation, parlent
+toujours français.
+
+On doit même aller beaucoup plus loin dans cette voie. Les mots
+savants contrarient souvent en français la phonétique, non pas
+seulement de l'époque de la formation du français, comme le mot _
+livre _ (au lieu de _ loivre _, qui eût été la forme régulière),
+mais encore la phonétique courante. Tel est, par exemple, le mot _
+substantif _. Il faut néanmoins remarquer que le français en cas
+pareil ne dira pas _ substantivum _ ou _ substantivus _; il modèlera
+la désinence du mot latin sur la désinence populaire et depuis
+longtemps reçue _ if _ pour _ ivus, _ comme eût fait en grec la
+langue littéraire, si, au lieu de persister à écrire βασιλεύς, forme
+qui n'est ni ancienne{36} ni moderne, elle avait simplement consenti
+à dire _ βασιλιάς _ ou même βασιλέας. Mais tous les termes du
+vocabulaire ancien, dont nous avons besoin aujourd'hui, ne sauraient
+être, en passant dans le grec moderne, d'une morphologie aussi
+facile ni aussi simple que βασιλέας ou βασιλιάς. Le mot ουσία, qui
+est un mot bien nécessaire, comme tant d'autres termes abstraits, ne
+serait grammaticalement correct que sous la forme σιά, ou tout au
+moins ουσιά. Néanmoins, cette forme aurait un grand inconvénient:
+elle serait incompréhensible. En pareil cas, on ne peut donc guère
+toucher à la phonétique; mais la morphologie subira nécessairement
+toutes les modifications exigées par les règles de la grammaire
+moderne et se moulera sur les paradigmes existants: on déclinera την
+ουσία, οι ουσίες, parce que le peuple, s'il venait à se servir de ce
+mot, le déclinerait ainsi. D'autre part, la flexion et le terme
+seraient sous ce nouvel aspect compris de tout le monde. Ecrire une
+langue moderne, c'est se conformer à l'ensemble du système
+grammatical de la langue populaire, c'est-a-dire de la langue
+vivante.
+
+La règle dominante, en pareille occurrence, est d'être clair. Le mot
+emprunté se plie autant que possible aux exigences actuelles de la
+langue. C'est pour lui le seul moyen de devenir populaire. Si le
+peuple vient à apprendre un mot tel que άτομος, il n'y changera
+jamais rien: il le laissera subsister tel quel. Au contraire, il ne
+pourra jamais admettre une forme comme βασιλεύς, parce que celle-ci
+est devenue de nos jours une forme complètement anomale: il peut la
+répéter sur le moment même où il l'entend, mais il ne sera pas long
+à la rejeter. La langue savante ne tient pas compte de cet état de
+choses, parce qu'elle opère sans la connaissance et sans la prise en
+considération des règles grammaticales modernes: malheureusement,
+quelque ardeur qu'on y mette, on ne pourra pas aller contre ces
+règles: elles sont historiques; elles ont donc leur raison d'être en
+dehors de notre volonté. Nous sommes tout aussi impuissants à
+détruire ces règles et à nier la réalité de la grammaire populaire,
+que nous sommes impuissants à vivre en un autre siècle que celui ou
+nous sommes nés.
+
+Nous sommes donc bien obligés de compter avec ces règles et de les
+enfreindre dans la mesure seulement où elles peuvent être tournées.
+Nous n'avons ici qu'a suivre l'exemple de toutes les langues
+modernes, dont le vocabulaire s'est toujours trouvé en défaut et
+s'est vu forcé de puiser dans un vocabulaire ancien. Les mots
+anciens ont toujours subi une transformation préparatoire qui les
+rhabillait en quelque sorte à la mode du temps. Mais la question de
+vocabulaire importe si peu en elle-même, que plusieurs mots
+d'origine uniquement savante ont pu passer dans le français le plus
+populaire, dès l'instant où ils ne violaient pas la grammaire
+vivante. Le mot _idée_ en est l'exemple le plus frappant. Le gamin
+de Paris, quand il se frappe le front en disant: _Idée!_ ne parle
+pas une langue ancienne ou étrangère. Idée est aujourd'hui un mot
+français.
+
+Disons plus. Un écrivain peut avoir à se servir, dans ces
+conditions, d'un mot rare ou appartenant uniquement à la langue
+poétique ancienne, quant il s'agit d'un effet particulier à
+produire. C'est affaire de style. Des mots comme δίος{37} peuvent
+devenir nécessaires à un certain moment, suivant la couleur que l'on
+veut donner à sa pensée, et c'est de cette façon que Solomos n'a pas
+craint d'appeler κόμη une chevelure. Ces emprunts ne rompent en rien
+l'unité de la langue moderne. La seule mesure en pareil cas. c'est
+le talent de l'écrivain et les besoins de sa pensée.
+
+Toute langue littéraire s'est vue forcée à un moment, donne
+d'enrichir son vocabulaire. Le grec, à sa plus belle époque, n'a pas
+échappé à cette loi générale. A mesure que l'esprit humain se
+développe, que ses connaissances s'étendent et que les nuances de la
+pensée se multiplient, l'écrivain s'ingénie à trouver des termes qui
+serviront, soit à désigner un objet jusqu'alors inconnu, soit à
+rendre d'une façon plus précise les mille aspects du monde
+intellectuel et moral. On peut maintenant se demander comment s'y
+prenaient les langues anciennes elles-mêmes quand elles se
+trouvaient dans l'obligation d'employer des mots encore absents du
+vocabulaire et nécessaires à l'expression d'idées nouvelles.
+Plusieurs personnes se font à ce sujet les représentations les plus
+fausses: elles croient très sérieusement que Platon ou Thucydide
+créaient et mettaient en circulation des formes grammaticales de
+leur invention. Il n'y à pas d'opinion plus contraire à la vérité
+historique. Thucydide et Platon n'ont jamais rien _ inventé. _ Les
+mots nouveaux dans le grec ancien se formaient à l'aide de
+désinences, de propositions, comme dans les verbes composés, et
+surtout de suffixes _ déjà existants _ dans la langue parlée, c'est-
+a-dire dans la langue _ populaire _ et dont celle-ci fournissait
+seule le modèle. Thucydide, par exemple, emploie pour la première
+fois les substantifs τολμητής, κινδυνευτής, εικαστής, etc., etc.
+(voyez Thucydide, par A. Croiset, Paris, 1886, p. 111). Mais les
+éléments mêmes dont ces substantifs sont formés, se trouvaient déjà
+dans la langue bien avant Thucydide, puisqu'ils sont antérieurs même
+à l'époque où le grec s'est séparé des langues indo-européennes
+congénères et a vécu d'une vie indépendante. Le suffixe -τα-,
+servant à designer les noms d'agents, est plus vieux qu'Homère et
+que tous les Hellènes. Quand Thucydide disait τολμη- τής, etc., il
+prenait tout simplement ce suffice -τα-, (en ionien et attique -τη-)
+dans les substantifs tels que ποι-η-τή-ς, νικ-η- τή-ς, etc., etc.
+
+Plus tard, de ces formations et d'autres semblables comme δεσ-μώ-τη-
+ς, πολ-ί-τη-ς, etc., etc., se sont détachés de nouveaux suffixes -
+ήτη-, - ώτη-, -ίτη-, que les anciens ont formés _par erreur_, parce
+que dans δεσμώτης et πολίτης ils ne reconnaissaient plus le vieux
+suffixe -τα-, - τη, et qu'ils croyaient avoir affaire à un suffixe -
+ώτι-, -ίτη-, qu'ils séparaient de πολ-ίτη-ς, δεσμ-ώτη-ς, au lieu d'y
+sentir la composition primitive πολ-ί-τη-ς, δεσμ-ώ-τη-ς, etc. C'est
+ainsi qu'ils ont pu dire, contre toute étymologie et contre toute
+règle, οδίτης, στρατιώτης, νησιώτης, etc., etc., etc. Les écrivains
+grecs n'ont jamais inventé ni crée de toutes pièces aucune forme
+grammaticale nouvelle; ils ont toujours opèré sur les formes
+grammaticales existantes. Ce travail se faisait par le peuple et
+d'une façon _ inconsciente; _ c'étaient aussi quelquefois les
+écrivains, comme nous venons de le voir pour Thucydide, qui
+puisaient dans le vieux fond de la langue. Mais les écrivains eux-
+mêmes suivaient absolument les voies de l'analogie populaire. Peuple
+et écrivains agissaient exactement de la même manière que l'on agit
+aujourd'hui, soit en français, quand on dit _ os-eur, _ sur _ os-er,
+_ d'après le modèle fourni par la corrélation qui s'observe entre _
+penseur _ et _ penser _; soit en grec moderne, quand on étend ce
+même suffixe -ώτη-, demeure toujours vivant dans la langue, à des
+substantifs tels que Χιώτης, etc., etc. Les anciens, s'ils étaient à
+notre place, n'auraient jamais pu dire Χίος ni recourir à une
+formation de ce genre: le mot et la forme ont disparu de la langue
+vivante de nos jours, et les anciens n'ont jamais pris leurs modèles
+que dans la langue vivante, par la simple raison qu'ils n'avaient
+pas de _ grammaires _ pouvant les renseigner sur les formes tombées
+hors d'usage, de leur temps. Il ne faut jamais perdre de vue cette
+vérité, il ne faut jamais oublier, quand on raisonne sur la langue
+ancienne, que celle-ci est de _ formation purement populaire. _
+C'est pour avoir méconnu ce principe élémentaire et devenu presque
+banal à l'heure qu'il est, qu'on s'est mépris si souvent sur le
+caractère et sur la valeur de la langue moderne{38}.
+
+J'ai essayé d'exposer tout au long quelques-unes des observations
+qui précédent dans le dernier chapitre des _Essais_ de grammaire
+historique. S'il m'est permis de parler même du morceau que j'offre
+aujourd'hui au Syllogue, j'ai fait mon possible pour conformer la
+langue de ce discours à des principes qui ne me sont pas
+particuliers, mais aux principes généraux suivis dans toutes les
+langues modernes. Je prierai donc toutes les personnes qui voudront
+bien me faire des critiques au sujet de cette étude, de se reporter
+à mes _Essais de grammaire_, car je crois bien y avoir dit tout ce
+que je pense en matière de langue littéraire: je m'y suis également
+efforcé de répondre d'avance aux objections courantes. Je prendrai
+la liberté de prévenir le public d'une autre difficulté qu'il
+rencontrera dans le cours de cette lecture. Ce n'est pas ici le lieu
+et je n'ai guère le temps de développer cette thèse{39}. Mais deux
+mots suffiront. On peut observer, — et cette observation s'applique
+à tous les pays et à toutes les langues du monde, — que toutes les
+fois qu'une langue parlée n'est pas écrite, n'est pas fixée sur le
+papier de manière à frapper les yeux, il se produit deux phénomènes
+curieux: d'abord, on ne reconnait plus les formes usuelles, qu'on
+emploie journellement soi-même, des qu'on les voit imprimées.
+D'autre part, peu de gens se rendent compte de la façon dont ils
+parlent et il arrive à bien des personnes de nier l'existence de
+telle forme, qu'elles viennent de jeter dans la conversation cinq
+minutes auparavant. En général, on fait comme le bourgeois
+gentilhomme, de la phonétique sans le savoir.
+
+Cela tient à ce que l'observation par les yeux est plus à portée de
+nos sens, tandis que l'observation par l'oreille est chose d'infinie
+délicatesse et demande un exercice constant, et, si je puis dire, un
+dressage spécial. J'ai eu souvent l'occasion d'en faire la remarque
+durant mon voyage. Un ami me soutenait un jour de la meilleure foi
+du monde que la forme σχωρνώ (συγχορέω-ώ) n'existait pas, tandis que
+non seulement elle existe, mais que, d'après ce que nous savons
+aujourd'hui des lois phonétiques de la langue moderne, cette forme
+doit forcement exister et qu'elle existe par le fait. Il est facile
+de comprendre cependant que le public, qui ne se rend pas compte de
+la légitimité de cette forme et qui ne s'est pas attachè à suivre
+les degrés intermédiaires par lesquels συγχωρώ doit fatalement
+aboutir à σχωρνώ, nie l'existence de ce verbe. 11 serait encore plus
+surpris, si on lui disait que σχωρνώ lui-même arrivera par la force
+des choses à σκωρνώ, à moins que cette forme ne se soit déjà
+produite dans quelque pays grec, ce qui est fort à présumer.
+
+Durant mon court séjour en Orient, je me suis livré à ce sujet à une
+série d'expériences qui m'ont souvent beaucoup amusé. Comme les
+voyages d'exploration scientifique ne me sont pas toujours
+loisibles, j'en suis réduit bien des fois à conjecturer l'existence
+de telle forme que souvent je n'ai pas encore eu l'occasion de
+recueillir de mes propres oreilles, me réservant de la vérifier sur
+place. Je m'étais dit, entre autres, que φκαριστώ (ευχαριστώ) devait
+se dire à coup sûr à Constantinople. Cependant, toutes les fois que
+j'interrogeais directement une personne sur cette forme, elle me
+répondait négativement, par l'unique raison que cette forme lui
+semblait bizarre: elle lui semblait bizarre, parce qu'elle ne
+l'avait jamais vue _écrite_. J'ai eu un jour le bonheur d'entendre
+dire ce verbe φκαριστώ, devant l'ami même qui se refusait à en
+admettre la possibilité. Il était pourtant facile de prévoir
+φκαριστώ, par le seul examen d'autres lois phonétiques, d'ailleurs
+fort simples, qui rendent cette forme nécessaire. Mais je ne veux
+pas chercher très loin mes exemples. Nous étonnerons beaucoup de nos
+compatriotes en leur apprenant que tout le monde prononce καλόζ
+δούλος et non pas καλός δούλος. Rien n'est plus vrai cependant. Ce
+qui serait extraordinaire, ce serait d'entendre dire καλός δούλος.
+C'est pourtant ainsi que les mots sont imprimés sur le papier: ce ζ
+parait une véritable monstruosité, tant est fort le respect
+superstitieux de l'écriture. Ajoutons que l'on considère en soi-même
+et indépendamment d'autres phénomènes phonétiques, la combinaison
+καλός δούλος; on ne sait pas que le ς se prononcera de la même façon
+devant γ, β, μ, ν, ρ, λ (ainsi que devant g, d, b), parce que tous
+ces phonèmes sont des _sonores_ et que par conséquent ils attirent
+la sonore ζ, σ étant une _ sourde _; qu'en revanche devant κ, π, τ,
+qui sont des sourdes, on n'entendra jamais autre chose qu'un ς
+(καλός κόπος) et que même — tant la phonétique populaire est
+délicate et conséquente avec elle-même — devant χ, θ, φ, le σ final
+du mot précédent se fera à peine percevoir, par la simple raison que
+la combinaison de deux spirantes sourdes est antipathique à la
+physiologie de la langue moderne. Comme ces détails échappent
+nécessairement à la plupart, le ζ au lieu du ς surprend; on n'en
+comprend pas la légitimité et on ne l'admet pas. Si on considérait
+ce groupe de consonnes en corrélation avec les phénomènes
+congénères, la combinaison ζδ paraitrait toute naturelle: il
+deviendrait même évident que toute autre combinaison serait fautive
+et, par conséquent, impossible.
+
+C'est que tout se tient dans le langage: un mot suffit souvent pour
+la déduction en linguistique, parce qu'un seul phénomène révèle à
+lui seul la présence d'autres phénomènes connexes. De la seule
+prononciation πάντα, par exemple (_ panda _, non _ panta _; la _
+sourde _ τ se change en sonore d, sous l'influence du ν qui est _
+sonore _ ), on peut conjecturer en toute sûreté l'existence d'une
+quantité d'autres prononciations, qui au premier abord ne paraissent
+avoir aucun rapport avec le mot πάντα, telles que σβήνω (ζβήνω et
+non σβ.), βγαίνω (εκβαίνω), γδύνω, etc., toujours en vertu de cette
+loi de l'attraction des sonores, qui éclate dans _ panda _; à l'aide
+de quelques indices seulement, on peut presque reconstruire tout le
+système d'une langue ou d'un dialecte. En revanche, un linguiste se
+persuadera facilement qu'une langue, où l'on entend la prononciation
+πάντα _ (panda) _, ne peut guère souffrir des combinaisons de
+consonnes telles que εκβαίνω, εκδίκησις, ενθυμούμαι, etc., etc., où
+la loi de l'attraction des sonores est violée. Du premier coup, le
+linguiste comprendra que ce sont là des prononciations factices.
+
+Aussi, tant qu'une prononciation _ panda _ restera dans quelque coin
+de la Grèce que ce soit, il sera impossible de faire croire au monde
+que le grec ancien n'a pas changé, justement parce que ce _ panda _
+à lui tout seul suppose des phénomènes analogues. Je me permets de
+signaler le fait aux personnes qui introduisent dans un style, du
+reste rempli de formes anciennes, ces particules να, θα, δεν, με
+(μετά), εδώ. N'y eut-il dans la langue littéraire que ces particules
+seules, dût-on expulser toutes les autres formes modernes, celles-là
+suffiront aux philologues futurs pour reconstituer la langue
+populaire de nos jours. Les formes en apparence les plus éloignées
+se commandent: ces petits mots θα, δεν, να, montrent abondamment à
+des yeux exercés que la langue à subi une transformation radicale.
+Du moment qu'on donne accueil à ces formes-là, rien ne sert de
+rejeter dans l'ombre et de dissimuler des phénomènes tels que ξέρω,
+ακόμη, καταλαβαίνω, έτσι, etc., etc. Ceux-ci ne supposent pas des
+transformations moins foncières que celles qui ont amène θα pour
+θέλω ίνα. D'ailleurs, même si on parvenait à refouler ces formes, la
+prononciation moderne resterait toujours, comme dans _ panda _. Or,
+la prononciation à elle seule serait un guide des plus sûrs dans
+cette voie de reconstruction de la langue populaire, si tant est que
+celle-ci puisse jamais disparaître.
+
+Mais, en réalité, il n'est guère possible qu'elle disparaisse. On ne
+sait pas très bien à quoi l'on s'attaque, quand on parle de ramener
+la langue ancienne et de faire oublier _graduellement_ la langue
+moderne. Les difficultés apparaitraient innombrables, si, au lieu de
+faire ce rêve d'une façon vague et trop générale, on voulait entrer
+dans le détail. Prenons deux exemples, pour fixer les idées. Le δ
+est devenu aujourd'hui une spirante (ημίφωνο) et n'est plus une
+explosive (άφωνο). Cette transformation en amène une autre: ν ne
+peut plus subsister devant δ spirante, de même qu'en grec ancien il
+ne subsiste pas devant σ spirante: il tombe ou s'assimile, ce qui,
+pour le principe, revient au même. C'est pourquoi on dit aujourd'hui
+το δούλο, non τον δουλον, δε δίνω, non δεν δίνω, etc., etc.: dans
+l'intérieur du mot, en revanche, l'ancienne explosive s'est
+maintenue, parce qu'elle était protégée par le ν, qui en était
+inséparable: aussi prononçons nous άντρας, έντεκα, etc., etc. Cette
+prononciation vient directement de l'antiquité, transmise de bouche
+en bouche par voie populaire. Or, au lieu de άντρας, το δούλο, on
+cherche à introduire les prononciations savantes ένδεκα, τον δούλον.
+Cela est impossible. Le peuple, s'il apprend à dire ένδεκα pour
+έντεκα, ne pourra jamais en faire autre chose que έδεκα, en laissant
+régulièrement tomber le ν, comme dans το δούλο. Ainsi, au lieu de
+ramener l'ancien grec, on détruira au contraire la forme ancienne
+heureusement conservée dans έντεκα. Pour réussir dans une pareille
+entreprise, il faudrait rendre au δ sa valeur d'explosive, c'est-a-
+dire aller contre les faits accomplis. La tentative échouera donc
+forcément, puisqu'il est impossible de changer les conditions
+physiologiques où la langue se développe aujourd'hui et de
+promulguer un décret, suivant lequel tout δ devra cesser d'être
+spirante dans tout pays parlant grec.
+
+Le second exemple est d'ordre morphologique: il nous est, fourni par
+les nominatifs modernes ράχη, πόλη, βρύση, qui doivent leur
+existence à la coïncidence phonétique des désinences -ιν et-ην;
+celles-ci, à une certaine époque, se sont prononcées -in l'une et
+l'autre: voila pourquoi, sur le modèle de μνήμην, μνήμη, et de
+nombreux substantifs de cette catégorie, on a décliné πόλην, πόλη
+(phonétiquement: mnimin = polin, d'où poli = mnimi). Le peuple
+refera perpétuellement le même travail, parce que le changement de
+déclinaison est commandé par la nature même des choses. Πόλις ne
+pourraît reprendre place dans la langue vivante, je veux dire être
+communément employé dans tout pays parlant, grec, que si la
+distinction entre πόλιν et μνήμην était toujours maintenue à
+l'accusatif. Mais ce serait encore aller contre l'histoire et contre
+la nature que chercher à rétablir cette distinction. On est toujours
+impuissant contre le fait accompli. Ici ce sont les conditions
+psychologiques nouvelles qui sont impossibles à modifier: on n'a pas
+plus de prise sur l'analogie que sur l'âme humaine.
+
+Ce à quoi il faut surtout veiller, c'est à ne pas gâter la langue du
+peuple par des efforts mal dirigés; ces efforts ne peuvent aboutir
+qu'à la formation de types hybrides tels que έδεκα et bien d'autres.
+La liste en serait longue et j'ai essayé d'en donner quelques
+exemples dans le discours qu'on va lire. Personne en Grèce ou dans
+l'Orient grec, n'a certainement le désir d'entraver le développement
+d'une langue nationale ni de provoquer la création d'une langue
+informe, sans unité et sans règles. C'est pourtant à quoi l'on
+marche, sans s'en apercevoir. Les intentions peuvent être
+excellentes; la voie qu'on suit n'est pas la bonne. Les théories ont
+beau être séduisantes et tenter beaucoup d'esprits: il importe de
+descendre de ces hauteurs pour envisager de sang froid la réalité
+des choses. Il y a, dans ces tentatives constantes de retour vers la
+langue ancienne, un danger sérieux, qu'il ne convient plus de
+dissimuler; le devoir de chacun est de l'écarter, car de trop graves
+intérêts sont en jeu. Il s'agit, ou bien d'arriver à la formation
+d'une langue littéraire vraiment nationale, ou de s'en passer à tout
+jamais.
+
+Une dernière observation. Les personnes qui voudront bien me faire
+l'honneur de me lire m'objecteront, je les en préviens d'avance, que
+j'emploie des formes qui n'existent pas. Si elles veulent bien
+pousser la complaisance jusqu'à se faire lire, au lieu de lire
+elles-mêmes, telle page qui leur semblera suspecte, le résultat de
+cette petite expérience ne sera guère douteux. Une forme, qui choque
+à la lecture, passera inaperçue à l'audition. Je ne citerai que la
+forme άθρωπος pour άνθρωπος, dont le ν serait aujourd'hui
+phonétiquement incorrect. Le peuple et les personnes instruites
+elles-mêmes, quand elles ne se surveillent pas, prononcent άθρωπος.
+Mais, sur le papier, cette orthographe arrête l'œil. C'est cependant
+la seule prononciation régulière et usuelle de la langue moderne.
+
+Il ne me reste plus qu'à dire un mot du système orthographique que
+j'ai suivi dans ces pages. J'ai maintenu l'orthographe
+conventionnelle, qui est l'orthographe ancienne. C'est ce que tout
+le monde fait et il serait dangereux d'y rien changer. De plus,
+j'écris η πόλη, της πόλης, et non η πόλι, της πόλις, qui ne répond à
+aucun paradigme de la vieille grammaire: πόλη, décliné sur μνήμη,
+doit s'écrire de même, puisque nous gardons le η de la première
+déclinaison. Pour l'orthographe des formes de la déclinaison de
+l'article et des substantifs, on voudra bien se reporter à ce que
+j'en ai dit dans _les Essais de grammaire historique néo-grecque_.
+Il n'y a pas dans le dialecte attique et, par suite, dans la κοινή
+ancienne, qui sont en pareil cas les seuls modèles à suivre, un
+accusatif pluriel τιμαίς. Il y à des nominatifs pluriels λαμπάδες,
+μητέρες, etc. Or, comme cette désinence -ες est le seul point de
+départ des formes τες λαμπάδες, τες ώρες, οι ώρες, c'est encore se
+conformer aux principes de la vieille orthographe que d'écrire par
+un ε et non par un αι J'en dirai autant de οι fem. plur. et de τις
+acc. fem. plur. Η et της constituent des barbarismes et, comme tels,
+doivent être écartés. Je ne me suis permis d'innover que sur un seul
+point; j'ai partout écrit αφ, αβ, εφ, εβ, pour αυ, ευ. Il est
+impossible d'écrire υρίσκω pour βρίσκω. Mais du moment qu'on admet
+ici le β pour υ, il est plus logique d'analyser partout la
+diphtongue ancienne de la même façon: cette orthographe aura de plus
+le privilège de nous donner la vraie prononciation moderne, sans
+rien de conventionnel.
+
+Je sais bien qu'avec le maintien de l'orthographe ancienne pour des
+formes modernes, on tombe dans un océan de contradictions, mais il
+est difficile, pour ne pas dire impraticable, d'innover sur ce
+point. Il est, d'ailleurs, bien entendu que partout où l'orthographe
+moderne est consacrée, il ne nous reste qu'a l'adopter, surtout
+quand il s'agit d'indiquer par là des différences caractéristiques.
+Nous ne pouvons écrire autrement que φτάνει, άντρας, πεθερός,
+Κωστής, κόμπος, σεντούκι, πουλώ, βγάζω, μπαίνω, etc. C'est ce que
+l'ait tout le monde, et c'est aussi ce que je me suis par la cru
+autorisé à faire.
+
+Dans l'essai qu'on va lire, j'ai simplement voulu traiter quelques
+questions historiques. Le Syllogue a pris une excellente initiative
+avec ses publications de documents populaires. Il n'y a qu'à
+persévérer dans cette bonne voie. Je me suis proposé de mon côté de
+signaler l'importance que les études linguistiques pourraient
+acquérir dans le modeste domaine du néo-grec et la difficulté que
+présente l'examen d'un dialecte sur place. La confection d'une
+grammaire et d'un dictionnaire modernes sont la grande œuvre à
+poursuivre. Toute l'attention devrait être tournée de ce côté: ce
+serait faire acte de patriotisme et bien mériter de la science
+contemporaine, que de mener à bonne fin une pareille entreprise.
+
+Je veux, en terminant cette préface assez longue, transmettre au
+Syllogue philologique hellénique l'expression de la haute sympathie
+que M. le ministre m'avait particulièrement chargé de témoigner de
+sa part à cette association si laborieuse, si sincère et vouée à un
+travail scientifique qui lui fait tant d'honneur. Elle peut être
+certaine que la France est toujours avec elle.
+
+Paris, septembre 1886.
+
+
+
+
+
+ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
+
+ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ. — ΛΕΞΙΚΟ.
+
+
+ ΑΞΙΟΤΙΜΟΙ ΚΥΡΙΟΙ,
+
+Δεν είναι συνήθεια, το ξέρω, στα φιλολογικά συνέδρια, να κάμνη
+κανείς τη βιογραφία του και να μιλή για τον εμαφτό του. Μόλον τούτο
+πρέπει να σας ανοίξω την καρδιά μου. Δεν μπορώ να ξεχάσω που είμαι
+παιδί σας, που είμαι του τόπου παιδί και που μικρός άφησα την Πόλη.
+Τι άλλο θέλετε να σας πω πρώτα πρώτα παρά τη χαρά μου, τώρα πού
+βρίσκουμαι μεταξύ σας, τώρα που ξαναβλέπω την πατρίδα; Της πατρίδας
+η αγάπη είναι ριζωμένη μέσα στη μέση της καρδιάς. Γεννιέται με την
+ψυχή μας, σ' ολωνών τα στήθια φυτρώνει, και για να φυτρώση, φτάνει
+να γεννηθούμε.
+
+Δεν άσπρισαν ακόμη τα μαλλιά μου κι ωςτόσό τι να σας πω; Άμα
+ξαναείδα την Πόλη, με φάνηκε σα να ξαναχαίρουμουν της νιότης μου τα
+πρώτα χρόνια. Μπορεί να με γέλασαν τα μάτια μου, μα σαν μπήκα στο
+παλιό μας το σπίτι, θαρρούσα που με γλυκοκοίταζαν οι τοίχοι. Τα
+δέντρα του περιβολιού που πήγαινα συχνά με το βιβλίο στο χέρι — τι
+καλά που το θυμούμαι τώρα! — κουνιούνταν και ψιθύριζαν αγάλια
+σταφτιά μου «Καλώς ώρισες, παιδί μου!» Ναι! κ' οι πέτρες στο δρόμο
+με χαιρετούσαν, και μ' έρχουνταν όλο να τις πω «Πετρίτσες μου
+αγαπημένες, κακοστρωμένα μου σοκάκια, με τι καρδιοχτύπι σας
+ξαναπατώ!»
+
+Βλέπετε που είχα κάμποσους λόγους να μην αρχίσουμε με μιας τα
+γλωσσολογικά. Όταν ο σοφός μας κι αξιότιμος Πρόεδρος με συλλογίστηκε
+και μ' έστειλε την πρόσκλησή σας, δεν είτανε μόνο μια τιμή ξεχωριστή
+να πέση τέτοιο κάλεσμα σε μένα· είταν και μια μεγάλη χαρά που σας
+χρωστούσα στη ζωή μου· έπρεπε να σας το δείξω. Καταλάβετε ποιος
+είταν ο κρυφός πόθος της καρδιάς μου. Ας το πούμε φανερά· ένα
+συνέδριο στην Πόλη είναι μια γιορτή για τα μάτια και για το νου. Δεν
+μπορεί να μοιάξη με κανένα άλλο συνέδριο στον κόσμο. Εδώ δεν έχει
+κανείς μόνο νακούση και να μάθη, έχει να διή και ναπορήση. Να τόχετε
+για βέβαιο όλοι μας εδώ μαζί σας συμπαθούμε, και για την ιδέα που
+είχετε να μας δείξετε την πρόοδο της ελληνικής επιστήμης, και γιατί
+βλέπουμε σε τι τόπο προδέβει. Καλά κάμετε να μας καλέσετε. Όσο
+έλειπα από την Πόλη, θυμούμαι που διάβαζα συχνά στα δημοτικά μας
+παραμύθια για βασιλοπούλες που φορούσαν τον ουρανό με τάστρα, τη
+θάλασσα με τα ψάρια και τη γις με τα λουλούδια. Δεν μπορούσα να
+καταλάβω τι είταν αφτές οι τρεις φορεσιές. Σαν είδα τις γαλανές
+πεδιάδες τουρανού μας, τη μαβειά θάλασσα που αφρίζει και μοιάζει
+κάμπος ασπρολούλουδα γεμάτος, σαν πάτησα τούτη την περίφηρη γις και
+βρέθηκα μέσα σε τέτοια φύση, κατάλαβα το παραμύθι, θαρρούσα τώρα και
+γω που φορούσα τον ουρανό με τάστρα, τη θάλασσα με τους αφρούς της,
+τη χαρούμενη γις με τα χορτάρια. Όταν ακούτε και σας μιλώ με τέτοιο
+τρόπο, μήτε σας κολακέβω, μήτε φαίνουμαι αχάριστος για τη Γαλλία που
+μ' έκαμε παιδί της. Έγινε πατρίδα μου και μητέρα. Εκεινής είναι η
+ζωή μου. Εκείνη με σπούδαξε, εκείνη με μόρφωσε νου και ψυχή. Την ώρα
+που σας το λέω, θυμούμαι που κάτω κάτω στα δυτικά της παράλια, άφησα
+τα παιδιά μου και της γυναίκας μου τον πατέρα. Βλέπετε που πρέπει
+διπλά να σας αγαπώ, και σα Γραικός, και σα Γάλλος. Η Γαλλία στάθηκε
+πάντοτες ο πιο πιστός φίλος του Γραικού, συχνά μάλιστα φανερώθηκε ο
+μόνος μας φίλος. Ξέρετε που στην αρχή αφτουνού μας του αιώνα, με τον
+d' Ansse de Villoison και με τον Hase, η Γαλλία θέλησε πρώτη να
+διδάξη τη γλώσσα που μιλούμε. Και σήμερα πάλε μας έδωσε αφορμή, σε
+δημόσια μαθήματα, να μελετήσουμε της γλώσσας μας την ιστορία. Μην
+κοιτάζετε που με διάλεξε για τόσο μεγάλο έργο· με πήρε μόνο και μόνο
+για να δείξη στους άλλους Γραικούς την αιώνιά της αγάπη για την
+Ελλάδα και για τα ελληνικά γράμματα. Για τον ίδιο λόγο με στέλνει σε
+σας ο κ. Υπουργός της γενικής Παιδείας. Εμένα τίμησε· εσάς θέλησε να
+δοξάση. Ήρθα να σας φέρω τους φιλικούς του χαιρετισμούς. Έτσι
+βρέθηκα και γω μέσα σ' αφτό το Συνέδριο. Τη σημερνή μου τη χαρά τη
+χρωστώ και κείνηνα στη Γαλλία. Δεν έχω δίκιο να σας λέω που την
+αγαπώ σα μητέρα; Τώρα όμως μπορώ να πω που αγαπώ την Πόλη σαν
+πολυλατρεμένη μου γιαγιά.
+
+Μην έχετε φόβο κανένα! Ο σκοπός μου σήμερα δεν είναι να σας μιλήσω
+για το «_ ζήτημα της γλώσσης _». «_ Ζήτημα της γλώσσης _» λέμε μεις,
+όταν πιάνει κανείς και ξετάζει τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε. Τι
+γλώσσα πρέπει να γράφη κανείς, δεν μπορεί να είναι ζήτημα. Όλοι οι
+λαοί του κόσμου κ' οι Αρχαίοι μέσα σ' αφτούς, έγραψαν τη γλώσσα του
+καιρού τους, τη δημοτική γλώσσα. Όταν έλεγε ο Πλάτωνας _ ειμί _ και
+_ πατήρ _, ο πρόστυχος ο Αθηναίος δεν τόλεγε διαφορετικά· δε γνώριζε
+τύπους _ πατέρας _ ή _ είμαι _. Το _ ειμί _ και το _ πατήρ _ είταν
+οι δημοτικές, οι χυδαίες λέξες εκείνης της εποχής. Αφτό το ξέρετε
+και σεις πολύ καλήτερα από μένα, και δεν είναι ανάγκη να σας λέω
+πράματα, που θα τα μάθη κάθε παιδί, άμα πατήση στο σκολειό. Το _
+ζήτημα _ είναι, τι γλώσσα γράφει κανείς, με τι τρόπο τη γράφει, κι
+αν η γλώσσα που γράφει είναι ή δεν είναι σωστή. Μα μείντε ήσυχοι.
+Μήτε γι' αφτό το ζήτημα δε θέλω να σας πω τίποτις. Προσπαθώ να σας
+μιλήσω γραικικά. γιατί θωρώ χρέος του καθενός, όσο μπορεί και με τα
+μικρά του μέσα, να σπουδάξη, να καλλιεργήση, αν είναι δυνατό
+μάλιστα, και να γράψη την εθνική του γλώσσα, τη γλώσσα που του έμαθε
+η μάννα του. Πολύ σέβουμαι το λαό. Λαός είμαι και γω. Να τον ξεπέσω,
+με φαίνεται που κι ο ίδιος ξεπέφτω. Ξέρω που πάντα θα βρεθή κανένας
+άλλος — κανένας φίλος πιστός να με κατηγορήση. Ας αφήσουμε τους
+φίλους μας να λένε για μας όσα θέλουν. Τι σας φαίνεται; Όταν έχει
+κανείς πολλές αμαρτίες — ο λόγος μου είναι για μένα — σαν πιο
+φρόνιμο μ' έρχεται να μην τις φωνάζη πολύ δυνατά. Με τέτοιο τρόπο
+κάποτες στέκουνται κ' οι άλλοι και δε λεν τίποτις. Να πω βάρβαρο το
+έθνος, θα με πουν και μένα βάρβαρο. Δεν καταδέχουμαι τέτοιο πράμα.
+Πολύ πιο σωστό είναι να μην αρνηθώ τη γενιά μου· τότες με σέβεται κι
+ο κόσμος.
+
+Εμένα με φτάνει που με δείχνετε τόση καλοσύνη, με φτάνει που
+καταδέχεστε και μ' ακούτε. Δεν είναι δουλειά μου να βγάλω σήμερα στη
+μέση τέτοια ζητήματα. Ήθελα μόνο και μόνο να σας μιλήσω για κάτι
+ζητήματα της γλωσσικής μας ιστορίας. Ήθελα να διούμε μαζί τι μπορεί
+να μας μάθουν τα μεσαιωνικά κείμενα, τι αξία έχουν αφτά τα κείμενα,
+και να συλλογιστούμε αν είναι τρόπος να γίνη πρώτα καμιά Γραμματική,
+ύστερα κανένα Λεξικό της νεοελληνικής.
+
+Αν είχε κανείς να γράψη την ιστορία της γλώσσας μας, έπρεπε να
+καθήση να τη γράψη στην Πόλη. Καλήτερος τόπος δεν υπάρχει για τέτοιο
+έργο. Να μιλήση κανένας εδώ για την ιστορία της γλώσσας, είναι σα να
+σας μιλούσε εδώ την ίδια σας την ιστορία. Μέσα σε τόσες άλλες δόξες,
+δυο δόξες μεγάλες κατώρθωσε νάχη η Πόλη. Εσάς χρωστά ο κόσμος την
+αρχαιότητα. Εσείς σώσετε τα παλιά τα χερόγραφα και ταριστουργήματα
+των Ελλήνων. Από σας η Εβρώπη τα πήρε και τάμαθε. Χάρη σε σας, για
+δέφτερη φορά ξαναγεννήθηκε ο αθρώπινος νους και φωτίστηκε η
+επιστήμη. Μα δε σας έφταξε μόνο αφτό· την αρχαία τη γλώσσα δεν τη
+φυλάξετε μόνο στο χαρτί· έμεινε στα χείλια σας απάνω. Εκεί, ακόμη
+και σήμερα, βασιλέβει. Όταν κανείς συλλογιέται τέτοιο πράμα, μόλις
+του φαίνεται δυνατό, κι όταν το λέει, μόλις μπορεί ο ίδιος να
+πιστέψη τα λόγια του. Φανταστήτε τι είναι, μια γλώσσα να ζη τόσους
+αιώνες και να μιλιέται τρεις χιλιάδες χρόνια και παραπάνω! Ίσως
+είναι μεγαλήτερη δόξα, παρά να την έχη κανείς μόνο γραμμένη στα
+βιβλία.
+
+Κι ωςτόσο είναι αλήθεια. Δεν κόπηκε η σειρά. Ο λαός πάντα σώζει και
+βαστά την παράδοση την αρχαία. Τη γλώσσα που σήμερα λαλεί, την έχει
+από τα χρόνια τα παλιά, από τους αρχαίους την άκουσε, την πήρε,
+μπορώ να πω, μέσα από των αρχαίων το στόμα. Κι από πού το βλέπουμε;
+Από τους τύπους που συνηθίζει η γλώσσα μας ακόμη και σήμερα. Ο
+καθένας διάβασε στη γραμματική, μερικοί μάλιστα έμαθαν απ' όξω τα
+συνηρημένα ρήματα και κλίνουν το _ φιλέ-ω, φιλώ, φιλέ-εις, φιλείς,
+φιλέ-ει, φιλεί. _ Ξέρετε όλοι σας που το _ φιλέω _ είναι της ιωνικής
+και το _ φιλώ _ της αττικής. Πώς από το _ φιλέω _ μπόρεσε να βγη το
+_ φιλώ, _ πώς χάθηκε ο τόνος στο ε, πώς πήρε περισπωμένη το ω, είναι
+πολύ δύσκολο ζήτημα κι ο σκοπός μου δεν είναι να το ξετάσουμε τώρα.
+Το βέβαιο όμως είναι που ο πρώτος άθρωπος που είπε φιλώ αντίς φιλέω,
+ή _ μουσών _ αντίς μουσάων, έπρεπε πρώτα να είχε ακουσμένο τον τύπο
+φιλέω ή μουσάων. *Αν ο ίδιος δεν είχε μάθει τον ασυναίρετο τύπο, δε
+θα συναιρούσε ποτές μήτε το _ μουσάων _ μήτε το _φιλέω_. Τους
+συνηρημένους τύπους δεν τους ήβρε στη γραμματική, γιατί πρι γίνη
+γραμματική, πρέπει να γίνη γλώσσα. Άκουσε μοναχός του τα _φιλέω_ και
+τότες τόκαμε _φιλώ_. Για τούτο σήμερα λέμε που η αττική άλλο δεν
+είναι παρά μεταπλασμός της ιωνικής. Το συνηρημένο το _ φιλώ _ έχει
+μέσα του και βαστά ταρχαιότερο το _ φιλέω. _ Με το ίδιο σύστημα,
+μέσα στο νεώτερο το _ μουσών _ κάθεται η παλιά γενική _ μουσάων _. Η
+αττική έσωσε την ιωνική όταν πια δε μιλούσε κανείς ιωνικά. Την πήρε,
+την έκρυψε και τη φύλαξε μέσα της.
+
+Ακούστε τώρα και το δικό μας το λαό. Ο λαός δε θα σας πη ποτές _ τας
+ώρας _. Ο τύπος της κοινής είναι _ τις ώρες· _ σε μερικά χωριά λεν
+όμως ακόμη και σήμερα _ τες ώρες, _ μάλιστα και _ τας ώρες _. Αφτό
+το _τες_ από πού έρχεται; Πώς έγινε; Δε θέλω τώρα να σας διαβάσω όσα
+έγραψα αλλού για το _τες_{40}. Ένα μόνο ήθελα να σας θυμίσω. Ο
+πρώτος Γραικός που είπε τες αντίς τας, δε θάλεγε στη ζωή του το τες,
+αν πρώτα δεν ήξερε το τας. Και το τας από πού το πήρε; Το είχε
+ακούσει από τους αρχαίους κι από τότες το γνώριζε. Σαν που σώζεται
+το _ φιλέω _ μέσα στο _ φιλώ _, έτσι σώζεται και το _ τας _ μέσα στο
+_ τες _. Η καινούρια μας αφτή αιτιατική είναι παιδί της παλιάς
+αιτιατικής _ τας _· από μέσα της βγήκε. Αναμεταξύ στο τας και το τες
+δεν είναι κανένας άλλος τύπος, κι άμεσα πήρε η μια αιτιατική τον
+τόπο της αλληνής. Έτσι και το τίς μπήκε λίγο λίγο στη θέση του τές.
+Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, που ο λαός δεν μπορεί να πη τας ώρας. Αν
+τόλεγε, δεν θα βαστούσε την παράδοση την αρχαία. Μια φορά που το τας
+έγινε τες κ' έπειτα τις, είναι αδύνατο πια ο λαός να ξέρη το τας.
+Δεν τόχει καμιά ανάγκη. Μπορεί να το μάθη μόνο στα βιβλία, σαν που
+το μάθαμε όλοι μας· μ' άλλα λόγια, αν τύχη και το πη σήμερα ο λαός,
+δεν το λέει γιατί τάκουσε κατεφτείας από τους αρχαίους — το διάβασε
+τυπωμένο και το λέει. Μα στα βιβλία ό τι θέλει κανείς κι όποιος
+θέλει μπορεί να διαβάση. Κ' ένας ξένος είναι άξιος να βρη μέσα στη
+γραμματική τον τύπο τάς την αιτιατική τές ή τίς μόνο ένας Γραικός
+μπορεί να τη γνωρίζη, χωρίς να τη διή γραμμένη στα βιβλία. Στην
+Εβρώπη, όλος ο κόσμος μαθαίνει τα ελληνικά στο σκολειό· κανένας
+Εβρωπαίος όμως δε θα πη πού βάσταξε ταρχαίο το τάς, σαν που το βαστά
+σήμερα ο λαός, λέγοντας τές ή τίς. Την παράδοση μόνος εκείνος την
+έχει· η αρχαία γλώσσα, για να πέση στου λαού το στόμα, κατέβηκε ίσια
+το δρόμο της, η για να το πούμε πιο σωστά, τύπους άλλαξε, δεν άλλαξε
+στόμα. Το στόμα πάντα ελληνικά λαλούσε.
+
+Βλέπετε λοιπό με τι τρόπο πρέπει να κρίνουμε τα πράματα και να
+καταλάβουμε τα ιστορικά φαινόμενα. Ίσια ίσια γιατί μεταμορφώνει τη
+γλώσσα του ο λαός, τη φυλάει, κ' ίσια ίσια γιατί άλλαξε η γλώσσα,
+έμεινε πάντοτες η ίδια. Αλλάζοντας τη γλώσσα τη βαστούσετε και σεις.
+Σώσετε μάλιστα πολλούς νόρους που, αν κανείς δεν προσέξη καλά,
+φαίνουνται κατάλληλοι μόνο για την αρχαία γλωσσική κατάσταση της
+ελληνικής. Ξέρετε που σήμερα κάθε Πολίτης θα πη άκουσα αντίς ήκουσα
+κ' έτοιμη αντίς ετοίμη.
+
+Αν έλεγε _ ήκουσα _ ή _ ετοίμη _, θα παράβαινε κ' ίδιας της αρχαίας
+τον κανόνα. Ο τόνος στην αρχαία κατεβαίνει μόνο όταν η υστερνή
+συλλαβή της λέξης είναι διπλόχρονη. Ταρσενικό έτοιμος μπορεί λοιπό
+στην αττική να μείνη προπαροξύτονο· η γενική ετοίμου, η δοτική
+ετοίμω, η θηλυκή ονομαστική ετοίμη δεν μπορούν όμως να βαστάξουν τον
+τόνο στην προπαραλήγουσα, γιατί το η, το ω και το ου είταν τότες
+διπλόχρονα. Τώρα που είναι απλόχρονα, είναι ανάγκη να λέμε έτοιμη,
+για τον ίδιο λόγο που έλεγαν οι αρχαίοι έτοιμος. Όσο απλόχρονο είναι
+το οι, τόσο απλόχρονο είναι σήμερα και το _ η _· πολύ σωστά
+προφέρνετε όλοι σας _ έτοιμι _ κι όχι _ετοίμι_, ακόμη κι αν τύχη να
+πήτε _ετοίμι_. _Ετοίμι_ δεν το κάμνετε ποτές. Μιλώντας έτσι,
+προσέχει ο λαός τον ίδιο νόμο, γιατί αν τόνιζε _ετοίμη_, θα είτανε
+σα νάβαζε τους αρχαίους να τονίσουν ανθρώπος αντίς άνθρωπος. Ποτές
+όμως ο λαός δε θα βγάλη προπροπαραξύτονα, αφού τέτοια δε γνώριζε
+μήτε η αρχαία{41}. Εκεί που δε χάθηκαν οι συλλαβές, δεν μπορούσε να
+χαθή ο κανόνας. Εκεί που χάθηκαν τα διπλόχρονα, ο κανόνας έμεινε.
+
+Τα ίδια και με το η του παρατατικού ήκουσα. Το η είχε το λόγο του,
+όταν είταν το η διπλόχρονο. Αφού δεν είναι, η άφξηση δεν έχει πια
+κανένα νόημα. Για να καταλάβουμε τι θα πη, πρέπει να πιάσουμε βιβλίο
+και να διούμε που γράφει _η_ κι όχι _ι_, γιατί στην προφορά δε
+διακρίνεται. Η ζωντανή προφορά είναι ωςτόσο η μόνη αλήθεια. Με τη
+γραμματική δε γίνουνται οι γλώσσες και για να τις μιλήση κανείς, δεν
+έχει ανάγκη να τις διαβάζη. Ο παρατατικός ήκουσα για τους αρχαίους
+είταν ο φυσικός τύπος δεν τους έρχουνταν ποτές να το πουν αλλιώς.
+Προτού να μάθουν τι θα πη γράψιμο, ήξεραν κ' έλεγαν _ ήκουσα _. Στον
+καιρό του Περικλή δεν είχαν οι Αθηναίοι δασκάλους να τους διδάξουν
+τα ρήματα. Μόλις γνώριζαν τι θα πη γραμματική. Γραμματικές δε
+σώθηκαν από κείνα τα χρόνια και πολύ πιο ύστερα αρχίσανε στην Ελλάδα
+να γράφουνται γραμματικές. Η μόνη γραμματική είταν η δημοτική
+γλώσσα.
+
+Μια γλώσσα, αν μπορώ να το πω έτσι, είναι μια γέννα παντοτεινή. Ο
+ένας τύπος γεννά τον άλλονα, ο καινούριος ο τύπος μας παριστάνει τον
+τύπο τον αρχαίο, σαν τα παιδιά που χωρίς να μοιάζουν ποτές
+απαράλλαχτα τον πατέρα τους, μόλον τούτο έχουν το ίδιο αίμα και μας
+δείχτουνε μια εικόνα καινούρια κάθε γιος του πατρός του. Οι γλώσσες
+είναι σαν τους αθρώπους — ο άθρωπος στέκεται πάντοτες ο ίδιος,
+τάτομα αλλάζουν και παν. Ένα παιδί δεν ξεπέφτει, γιατί δε μοιάζει
+όλους διόλου τον πατέρα του στο πρόσωπο και στην ψυχή. Φτάνει με το
+πρόσωπό του και με την ψυχή του, με την καινούρια του τη μορφή, να
+φανή άξιος, καλός, αν είναι δυνατό, και περίφημος άντρας. Τι αλλαγή
+είναι ο μεγάλος φυσικός νόμος, ο μόνος ίσως που βλέπουμε καθαρά και
+που σε κάθε πράμα, στάστρο που φέγγει, στο λουλούδι που φυτρώνει και
+στη λέξη που γεννιέται, μας φανερώνει την ύπαρξή του. Έχω πολύ σέβας
+για τους προγόνους μας και μεγάλη ιδέα για τον Αδάμ αφού του
+χρωστούμε όλοι μας τη ζωή. Αλλά φανταστήτε, αξιότιμοι Κύριοι, αν από
+τον καιρό του Αδάμ δεν άλλαζε ο κόσμος κι αν έμοιαζε κάθε γιος
+απαράλλαχτα τον πατέρα του, τι θα είμαστε σήμερα! Ας το πούμε σιγά
+σιγά, να μη μας ακούσουν· ο ίδιος ο Αδάμ θα βαριούνταν τη ζωή, κι
+όλοι μας εμείς που βρεθήκαμε τώρα στην Πόλη, δε θα γιορτάζαμε ίσως
+αφτό το Συνέδριο, μήτε θα είχαμε Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο! Και θα
+είταν τόντις κρίμα.
+
+Αφτή της γλώσσας μας η αλλαγή δεν έγινε μόνο στην Πόλη, και μπορεί
+να με πήτε πού, αν έμεινε η γλώσσα, δεν είναι, σαν που σας τόλεγα, η
+δόξα μόνο δική σας. Έχετε δίκιο. Παντού στην Ελλάδα μεταμορφώνουνταν
+η αρχαία. Πρέπει όμως να συλλογιστούμε που για τη μόρφωση μιας
+κοινής γλώσσας, πολύ μεγάλη σημασία έχουν τα λεγάμενα κέντρα, μ'
+άλλα λόγια οι πρωτέβουσες. Εκεί γίνουνται οι εθνικές γλώσσες, που
+όλος ο κόσμος τις μιλεί, που καταντούν κοινή συνήθεια και που μέσα
+τους μαζέβουν και συγκεντρώνουν όλους τους άλλους ιδιωτισμούς. Στις
+πρωτέβουσες μέσα έχουν την αρχή τους· οι πρωτέβουσες είναι ρίζα τους
+και φύτρα. Τόσο είναι αλήθεια αφτό που λέμε, που μόλον ότι σ' όλη
+την Ελλάδα μιλούσαν τα γραικικά, μόνο στην Πόλη πρωτογράφηκε η
+γλώσσα κι άρχισε να φαίνεται μια καινούρια φιλολογία. Εσείς μας
+δώσετε το πρώτο μας φιλολογικό μνημείο. Ο Σπανέας και του Πρόδρομου
+οι στίχοι από δω βγήκαν. Η κοινή γλώσσα άρεζε μάλιστα και στο
+παλάτι. Ο Πρόδρομος έγραφε για τους Κομνηνούς και τον άκουγαν
+Κομνηνοί. Είχε τον αφτοκράτορα προστάτη. Τέτοιο πράμα μόνο σε
+πρωτέβουσα θα το διήτε· σαν το Φραγκίσκο τον Α στη Γαλλία, πάντα
+ένας φρόνιμος βασιλέας, με κεφάλι πολιτικό και με νου, θα διαφεντέψη
+και θα προστατέψη την κοινή, την εθνική τη γλώσσα του λαού, γιατί
+απάνω στο λαό στηρίζεται κι ο ίδιος.
+
+Ο Σπανέας (λέω την παραλλαγή που δημοσίευε ο Legrand{42}, γιατί οι
+άλλες{43} δεν έχουν την ίδια αξία), ο Σπανέας και κείνος γράφηκε για
+κανένα βασιλόπουλο ή τουλάχιστο για κανένα πρόσωπο σημαντικό{44}.
+Τόνομα του Σπανέα ήθελα προ πάντα να σας θυμίσω, γιατί αφτό και μόνο
+θα μας δείξη πόσα κάμετε για τη γλώσσα. Ο Σπανέας στο ποίημα του
+μετάφραζε τον Ισοκράτη. Είπα μετάφραζε, γιατί δε γύρεβε να κλέψη μια
+ή δυο λέξες αρχαίες, χωρίς να τις καταλάβη καλά. Έβαζε τον Ισοκράτη
+στην κοινή γλώσσα εκείνης της εποχής, για να μπορέση ο καθένας να
+τον ακούση. Κι αφτό τι θα πη; Θα πη που στα χίλια εκατό και τόσα —
+γιατί τότες συμπεραίνω να στιχουργήθηκε αφτό το ποίημα — δεν τους
+έφτανε μόνο ναντιγράφουν τον Ισοκράτη· είταν και μερικοί που
+διάβαζαν τα ελληνικά, για να τα μεταφράσουν. Ο Σπανέας με τον
+παραινετικό του λόγο βαστά τη σειρά του κ' έχει την ιστορική του
+σημασία. Μας δειχτεί πλάγι πλάγι το μεσαιώνα με τα παλιά τα χρόνια.
+Ό τι παίρνει από τους αρχαίους το κάμνει καινούριο· η γλώσσα του, με
+τέτοιο τρόπο, βρίσκεται ίσια ίσια στη μέση, στην αρχαία μεταξύ και
+στη νέα, σαν ένα γεφύρι που περνά τους αθρώπους από τη μια μεριά του
+ποταμού στην άλλη μεριά. Έτσι δεν πεθνήσκει το έθνος· δε χάνει την
+αιώνια παράδοση ο λαός. Τέτοια είναι κ’η δική σας η δόξα. Δε
+φυλάξετε μόνο το χάρτινο θησαβρό, των αρχαίων τα γράμματα· μέσα μέσα
+στη γλώσσα τη σημερνή βαστάξετε την αρχαία την ίδια, το ζωντανό
+θησαβρό. Εσείς είστε η αλυσίδα που μας ενώνει με την αρχαιότητα, με
+την αθάνατή μας μητέρα.
+
+Φανταστήτε τι χαρά θα περεχούσε σήμερα την καρδιά της Εβρώπης, αν
+άξαφνα βρίσκουνταν κανένας στίχος προομηρικός! Δε θα είταν ανάγκη να
+είναι ο στίχος ωραίος. Όσο λιγώτερη ποιητική ή φιλολογική αξία έχει
+ένα κείμενο αρχαίο, τόσο πιώτερο βάρος έχει για τον ιστοριογράφο,
+γιατί τότες μας δείχτει καλήτερα την απλή φύση, χωρίς στολίδι
+κανένα, μας ξεσκεπάζει αθώα και παστρικά την ιστορία και την
+αλήθεια. Ο στίχος ο ωγύγιος θα είταν ατίμητος στίχος, γιατί θα μας
+έδειχτε την αρχαία κατάσταση, το παλιώτερο γραμματολογικό σύστημα
+της ελληνικής, θα βλέπαμε μια γλώσσα ακόμη πιο αρχαία από τη γλώσσα
+που έγραψαν Όμηρος και Πλάτωνας. Όμηρος και Πλάτωνας δε θα
+ξαναγίνουν ποτές — το ίδιο κεφάλι δε φαίνεται στον κόσμο δυο φορές,
+γιατί και να φαίνουνταν, άμα αλλάξουν τα περιστατικά, θαλλάξη και
+κείνο{45}. Μπορεί νάρθουν άλλοι που να τους αξίζουν και να κάμουν
+πάλε στον καιρό τους ό τι κάμανε στο δικό τους εκείνοι, σαν που
+είδαμε στην Εβρώπη να βγουν τόσα φώτα. Δάντε, Σαικσπείρο, Γκέτε,
+Βολταίρο, που δε φοβούνται σύγκριση με κανέναν. Ας μη χάσουμε την
+ελπίδα που θάχουμε και μεις καμιά μέρα άντρες μεγάλους. Ένα έθνος
+πρέπει πάντα να βάζη την ιδέα του αψηλά. Στο μεσαιώνα αρχινούσε η
+φιλολογία μας να λουλουδιάζη· αν της αρχαίας η μίμηση δεν την είχε
+πλακώσει κατόπι, — θέλω να πω στα δικά μας τα χρόνια — , από του
+Πρόδρομου και του Σπανέα τους στίχους θάβγαινε μια ποίηση νέα, σαν
+που βγήκαν από την άμορφη γλώσσα της μεσαιωνικής Γαλλίας τόσα έργα
+που απορεί σήμερα ο νους μας. Η Cantilène de Sainte Eulalie, τα
+Serments de Strasbourg έχουνε χίλιες φορές πιώτερη αξία, όταν τα
+συγκρίνουμε με τη γλώσσα του Ρασίνα. Κοντά στο μικρό παιδί βλέπουμε
+και τον άντρα.
+
+Τώρα παρατηρείτε τι σημασία μπορεί νάχη μια μέρα ένας στίχος του
+Πρόδρομου ή του Σπανέα. Πολλή ποίηση δεν έχουν, πρέπει να το πούμε
+παστρικά, μήτε ο ένας μήτε ο άλλος. Μα κι ο προομηρικός στίχος που
+λέγαμε, είμαι βέβαιος που πολλή ποίηση δε θα είχε. Ας ελπίζουμε που
+κι ο Πρόδρομος κατόπι, — σαν το στίχο τούτο ή ας είναι και σαν τα
+Serments de Stasbourg, — θα γεννήση καμιά ποίηση μεγαλήτερη. Όταν
+τρέχει ο ποταμός, ο καθένας μπορεί να διή τα νερά του· το δύσκολο
+είναι να βρη την πηγή του. Άμα μορφωθή η καινούρια μας φιλολογία, θα
+σας δοξάσουν τότες και σας, όχι μόνο γιατί σώσετε τον Πλάτωνα τον
+αρχαίο, αλλά και γιατί δώσετε πρώτοι σας ζωή στον πατέρα του Πλάτωνα
+που θα μας έρθη.
+
+Η περιέργεια του αθρώπου είναι διπλή. Είναι σαν τα βιβλία που
+σπουδάζει. Των αρχαίων τα έργα που σήμερα μελετούμε έχουνε για μας
+δυω λογιώ σημασία· ή στην ιστορική τους, στην επιστημονική τους αξία
+θα προσέξουμε, ή στη φιλολογική{46}. Ή θα κοιτάξουμε να διούμε τι
+μπορεί να πάθουμε απ' αφτά τα έργα για τα έθιμα, για τους νόμους,
+για τη θρησκεία, για τη γλώσσα, ας είναι και για την τοπογραφία της
+Αθήνας ή της Ρώμης, ή μας φτάνει να πιάσουμε το βιβλίο στο χέρι, να
+διαβάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή, μόνο και μόνο γιατί μας αρέσει
+τέτοια συντροφιά, γιατί γυρέβουμε να βρούμε στους αρχαίους ή κανένα
+όμορφο στίχο, ή καμιά σκέψη μεγάλη, ή καμιά ιδέα που μας υψώνει το
+νου. Ήσυχα και γλυκά περνούν οι ώρες, όσο φαιδραίνεται η ψυχή μας
+και ξεκουράζεται ο νους μας με τα λόγια που μας λεν τόσοι και
+τέτοιοι άντρες. Απορούμε με την τέχνη τους, με τη χάρη της γλώσσας,
+με το ύφος και τη γνώση τους. Κάποτες μάλιστα τυχαίνει ναπορήσουμε
+με την ίδια μας τη γνώση, που ξέρουμε και βρίσκουμε στα συγγράμματα
+τους τόσες ωραιότητες.
+
+Η επιστήμη άλλα γυρέβει. Πριν απορήση με την τέχνη του Σοφοκλή, θα
+πάη πρώτα να διή πώς γράφουν τα διάφορα χερόγραφα το στίχο που μας
+αρέσει· έπειτα θα πάρη να ξετάση κάθε λέξη, για να βγάλη το νόημα
+παστρικά. Τότες θα μελετήση την τραγωδία αλάκαιρη του ποιητή· θα
+κάμη ανάλυση και χυμία. Θέλει να μάθη· δεν της φτάνει να θαμάζη και
+να χαίρεται. Ο Σοφοκλής καταντά να είναι ιστορικό, όχι μόνο
+φιλολογικό μνημείο. Η επιστήμη θα μας πη, μελετώντας το Σοφοκλή, σε
+τι κατάσταση, σε τι περίοδο βρίσκουνταν τότες η θρησκεία, η
+φιλοσοφία, η γλώσσα του αθρώπου. Δεν της μέλει για τη χαρά που
+μπορεί να της προμηθέψη ένας όμορφος στίχος. Ο φιλόλογος έχει
+πιώτερη τύχη. Είναι σαν τον πλούσιο που κάθεται στο τραπέζι και
+ξέρει να ξετιμήση κάθε νόστιμο φαγητό που θα του φέρουν. Η επιστήμη
+όλο δουλέβει· σπάνια κάθεται η ίδια στο τραπέζι· το στρώννει μόνο
+και φέβγει, γιατί θέλει να προδέψη και να βρη κάθε μέρα τίποτις
+καινούριο, κάθε μέρα καινούρια θροφή.
+
+Για τούτο βλέπετε που σήμερα δε χορταίνουμε με ταριστουργήματα
+μοναχά· μας χρειάζεται κι άλλη μελέτη. Δοθήκαμε στην επιγραφική
+τέχνη, και σηκώνουμε κάθε γραμμή που μπορεί κάτι να μας μάθη για την
+ιστορία την αρχαία. Όλες οι επιγραφές, αν τις βάλετε μαζί τη μια με
+την άλλη, ίσως δεν αξίζουν ένα στίχο της Ιλιάδας η μια φράση του
+Δημοστένη. Αδιάφορο είναι! Ο σκοπός είναι να διούμε τι γίνεται, με
+τα χρόνια που περνούν και με τους αιώνες που σπρώχτουν ο ένας τον
+άλλο, η αθρώπινη ψυχή κι ο αθρώπινος νους. Την ιστορία του πολεμούμε
+να καταλάβουμε· το μεγαλήτερο μυστήριο είναι ο άθρωπος ο ίδιος.
+Μπροστά στον άθρωπο, τολμώ να το πω, κι ο Σοφοκλής φαίνεται μικρός.
+Τάτομα δε λογαριάζουν, όταν είναι τέτοιο αντικείμενο στη μέση. Και
+δεν έχει να κάμη αν η εποχή που μελετούμε είναι μεγάλη και ξακουστή,
+ή παρακατιανή κι άγνωστη. Σ' όλη τη σειρά της μακρινής του ζωής, ο
+άθρωπος μνήσκει άθρωπος. Το λουλούδι, άμα ξανοίξη, δείχτει στον
+καθέναν την ομορφιά του, κι ο κόσμος δεν έχει παρά να το κοιτάξη για
+να χαρή. Όταν είναι κρυμμένο κάτω στη γις, όταν ακόμη δε βγήκε και
+κάθεται όλο μαζί στο σπόρο του μαζωμένο, τότες είναι που αξίζει να
+διούμε με τι τρόπο γεννιέται και πως μεγαλώνει.
+
+Ό τι από μέσα της βγάζει του αθρώπου η ψυχή, ό τι μας φανερώνει την
+αθρώπινη ύπαρξη κ' ενέργεια, μοιάζει με το λουλούδι. Η επιστήμη θα
+προσπαθήση να μάθη από πού πήραν τα φύλλα τωραίο τους χρώμα, πώς
+αναπνέουν τα ρόδα και πώς αγαπούν της ζωής των το μυστικό πολεμά να
+καταλάβη και να μας πη. Μέσα σ' αφτά τα λουλούδια, ίσως το πιο
+περίεργο είναι το λουλούδι που φυτρώνει μέσα στην ψυχή και που
+ξανοίγει στο στόμα κάθε αθρώπου — η γλώσσα. Ας βάλουμε με το νου μας
+πόσες μυριάδες χρόνια είναι τώρα που ακούστηκε στον κόσμο η πρώτη
+μας λαλιά. Δεν έφεξε μέρα, δεν πέρασε ώρα μήτε στιγμή από τότες, που
+να μη βγάλουμε καινούριους τύπους, καινούριες γλώσσες. Αφτό είναι σ'
+όλους γνωστό. Ο λόγος όμως είναι να μάθουμε όχι που έγινε έτσι το
+πράμα μα γιατί έγινε και γιατί είναι έτσι. Πώς κι από πού μπορούμε
+αδιάκοπα κ' αιώνια να δημιουργούμε με τέτοιο τρόπο; Πού βρίσκουμε τη
+δύναμη να φτειάνουμε κάθε μέρα πλάσματα νέα; Γιατί αλλάζουμε
+μερικούς τύπους, και γιατί άλλοι πάλε χρόνια περνούν και δεν
+αλλάζουν; Πώς ξαπλώνεται λίγο λίγο, πώς από μέσα από τα χωριά
+βγαίνει μια γλώσσα και καταντά γλώσσα κοινή; Πώς χάνεται μια γλώσσα
+και πώς αρχίζει μια άλλη να διαδίδεται και να μιλιέται; Πώς κάθε
+κούνημα των οργάνων, πώς κάθε λογισμός του μυαλού μπορεί να φέρη μια
+καινούρια αλλαγή; Μελέτη κ' ιστορία μιας γλώσσας άλλο δεν είναι παρά
+σπουδή κ' ιστορία της αθρώπινης ψυχής.
+
+Οι γλωσσολόγοι δεν έχουν πολλή πέραση στον κόσμο, θα διήτε να τους
+κατηγορήσουν ή τουλάχιστο να μην τους πολυσυνοριστούν. Τους έχουν
+πού και πού για κοντομάτηδες και μικρόλογους αθρώπους. Μην πιστέψετε
+τέτοιο πράμα. Η γλωσσολογία σήμερα, μπορούμε να το πούμε, τέλειωσε
+με την περίοδο της σκολαστικής, σαν που τόκαμαν κι άλλες επιστήμες·
+μπήκε τώρα στη φιλοσοφική της σειρά. Και κείνη θέλει σ' όλα να μάθη
+την αρχή, την πρώτη αιτία. Είταν ένας καιρός που ο μόνος της σκοπός
+στάθηκε να μαζέβη ύλη. Έλεγε, παραδείματος χάρη, που η γαλλική λέξη
+vie, ζωή, βγήκε από τη λατινική vita. Έπεσε το τ, το α έγινε ε·
+τέλος έπεσε κι αφτό το ε, γιατί σήμερα κανείς πια δεν το προφέρνει.
+Όλα αφτά είναι σωστά. Μα θέλουμε άλλα. Γιατί να πέση, σαν που λεν,
+το τ κι όχι το β (v); Γιατί το α να γίνη ε και πώς συνέβηκε τέτοιο
+πράμα; Το διπλόχρονο λατινικό ι γιατί άξαφνα να καταντήση απλό ι;
+Μικρολογία δεν είναι να κάμνουμε τέτοιο ρώτημα. Το κάτω κάτω τι μας
+μέλει να ξέρουμε που το vita έφερε τον τύπο vie; Πιώτερο μας
+συφέρνει να διούμε αν το φαινόμενο αφτό μπορεί να μας δώση μια ιδέα
+πιο σωστή για την ψυχική κατάσταση που βρίσκουνταν ο άθρωπος, όταν
+από το vita έβγαλε λίγο λίγο το vie. Έτσι βλέπουμε τον τρόπο που
+μπορεί και γίνεται ένα πράμα, εκεί που πρώτα δεν είταν. Η ψυχή μας
+φανερώνει την ενέργεια που μέσα της έχει, και προσπαθούμε να διούμε
+πώς φανερώνεται αφτή η ενέργεια.
+
+Μια λέξη μοναχή δε θα μας το μάθη. Η γλωσσολογία μόλις άρχισε σήμερα
+να σπουδάζη τέτοια ζητήματα. Να λύση κανείς ένα πρόβλημα, τόσο
+σπουδαίο πράμα δεν είναι· κάτι κατώρθωσε, μόνο όταν κατάλαβε που το
+πρόβλημα υπάρχει. Άμα προκόψη η επιστήμη, άμα τελειοποιηθή, θα
+μπορέση βέβαια να μας ξεσκεπάση καμιά μέρα τον κρυφό μηχανισμό της
+γλωσσικής ενέργειας του αθρώπου. Η ενέργεια αφτή είναι διπλή, είναι
+ψυχική και φυσιολογική, γιατί σήμερα μάθαμε και κοιτάζουμε το
+φυσιολογικό λόγο κάθε αλλαγής. Τότες η επιστήμη θα μας κάμη να
+βλέπουμε, σα σ' έναν καθρέφτη, το μέσα της γλωσσικής μας ζωής, την
+εσωτερική ενέργεια του αθρώπου, τα όργανά του και το νου του.
+
+Για την ώρα φτάνει να προτοιμάζουμε την πρόοδο της επιστήμης, να της
+στρώσουμε, να της σιάξουμε το δρόμο. Για τέτοια δουλειά χρειάζουνται
+μελέτες πολλές. Ένα ένα πρέπει να πάρουμε τα γλωσσικά φαινόμενα και
+να διούμε το νόημά τους, πρέπει να μελετούμε τα κείμενα. Είναι
+βέβαιο που μήτε στου _ Πουλολόγου_ τους στίχους, μήτε στην
+ψεφτολειτουργία του _ Σπανού _ μπορεί ναπαντήσουμε του Αριστοφάνη τη
+χάρη ή του Πλάτωνα τη σοφία. Αλλά μήτε γυρέβει κανείς τέτοια
+πράματα. Όσο πιο κακογραμμένα είναι, όσο λιγώτερη τέχνη μας
+φανερώνουν τα ιστορικά μνημεία, τόσο θέλουν πιώτερη προσοχή από
+μέρος μας και πιώτερο σέβας. Σε κάθε γλώσσα τα κείμενα είναι τα
+πρώτα θεμέλια της επιστήμης. Εκεί βλέπουμε πώς μορφώνουνται, πώς
+χάνουνται και πώς γίνουνται γλώσσες. Καταλαβαίνουμε τον τρόπο που
+ζούσαν, που συλλογιούνταν και που μιλούσαν οι πεθαμμένοι. Μελετούμε
+τους γενικούς νόμους της ιστορίας. Τέτοια σημασία πρέπει νάχουν και
+για μας τα μεσαιωνικά στιχουργήματα. Ο Ντάντες είναι μεγάλος
+ποιητής. Τα Serments de Strasbourg ποίηση καμιά δεν έχουν. Ωςτόσο
+για το γλωσσολόγο ή τον ιστοριογράφο αξίζουν την Divina Commedia και
+μάλιστα ίσως την ξεπερνούν.
+
+Πολλοί δικοί μας κατάλαβαν πόσο σπουδαία είναι τα κείμενα για τέτοια
+μελέτη. Είναι τιμή για την Ελλάδα που βγήκαν τόσοι σοφοί να βρουν
+και να τυπώσουν τα μεσαιωνικά μας μνημεία. Ταιριάζει ναναφέρουμε
+τόνομα του μεγάλου μου και περίφημου φίλου και δασκάλου Κ. Σάθα. Ο
+κ. Σ. Λάμπρος, με πολλή ακρίβεια και κριτική μέθοδο, μας έδωσε
+κάμποσα βυζαντινά ποιήματα σε μια συλλογή{47} που είναι δόξα και για
+τον εγδότη τον ίδιο και για τη γραικική επιστήμη. Έπρεπε να σας πω
+κι άλλα μερικά ονόματα· μα ίσως μας έρθουν περισσότερα στο νου, αν
+κοιτάξουμε στην Εβρώπη{48}. Ο Σύλλογος κατάλαβε πολύ καλά πόσο
+πολύτιμη μπορεί να είναι τέτοια εργασία. Με χαρά μας είδαμε τον
+κατάλογο που δημοσιέβει ο κ. Παππαδόπουλος Κεραμέας με τόσο κόπο και
+τόση τέχνη. Και πριν είταν τόνομά του γνωστό στην Εβρώπη και τώρα θα
+γίνη ακόμη πιο γνωστό. Πολύ σας τιμούν τέτοιες μελέτες. Για να
+τυπώση κανείς τα χερόγραφα, πρέπει πρώτα να ξέρη σε τι βιβλιοθήκη
+βρίσκουνται και τι γράφουν. Αφτό ίσια ίσια θέλει να μας μάθη ο κ.
+Παπαδόπουλος. Ένας μεθοδικός κατάλογος είναι σήμερα η πιο δύσκολη
+εργασία που μπορεί ναγίνη κ' η πιο χρήσιμη.
+
+Όλοι σας εσείς που πιάσετε τέτοια δουλειά, πήρετε το δρόμο που σας
+έδειξε ένας περίφημος Γραικός, ο μεγάλος ο Κοραής {49}. Ξέρετε που
+σήμερα οι ιδέες του Κοραή δεν μπορούν πολύ να μας χρησιμέψουν. Όσα
+είπε για τη γλώσσα μήτε σωστά μας φαίνουνται, μήτε έχουν καμιά
+σοβαρή ιστορική βάση. Ο Κοραής αγαπούσε να βάζη, το ένα με τάλλο
+συστήματα αντίθετα — αφτή είταν η χαρά του και πολύ του άρεζε να μην
+έχη σύστημα. Ποιητής δεν είταν, και για τούτο, όσο έζησε, δεν άφησε
+την εθνική μας, τη δημοτική μας φιλολογία να μεγαλώση· ίσως το
+νόμισε χρέος του να την πνίξη στα σπάργανά της. Είχε πάντα προαίρεση
+καλή. Από τότες χάλασε η αρχαία μας η γλώσσα κ' η νέα μας η
+δημοτική. Ο Κοραής δε θέλησε ποτές — ή δεν μπόρεσε! — να ξεχωρίση τη
+μια από την άλλη και να διή που η καθεμιά έχει την ιστορία και τη
+γραμματική της. Τόσο μακριά δεν του έμελε να πάη ο νους του. Είταν
+πατριώτης μεγαλόκαρδος, γενναίος, κ' ίσως κανένας από μας δεν έχει
+τόσο αθώα, τόσο ωραία ψυχή· αγωνίζουνταν πάντα για το καλό με πόθο
+κι άπειρο κόπο, και βέβαια πιώτερο με πόθο παρά με σκέψη. Και για
+τον καιρό που ζούσε, — είταν ο καιρός του Humboldt, του I. Grimm και
+του Bopp! — καλός γλωσσολόγος δεν είταν{50}. Αν όμως και δεν ήξερε
+μέθοδο κ' επιστήμη, αν κ' οι ετυμολογίες του μας κάμνουν πού και πού
+να χαμογελούμε, ο νους του συχνά έβλεπε την αλήθεια, και χωρίς ίσως
+ο ίδιος να το διή καλά καλά, έβρισκε το σωστό. Κατάλαβε λαμπρά τι
+αξίζουν τα εθνικά μας αφτά ταρχεία, κι όταν κατόπι γίνη λόγος για
+τον Κοραή, όταν ξεχαστή, σαν που ταιριάζει, η γλωσσολογία του και
+διούμε που οι ιδέες του δεν είχαν και δεν έχουν αξία αληθινή — ο
+μεγαλήτερός του έπαινος θα είναι που διάβασε και σπούδαξε δυο τρία
+μεσαιωνικά ποιήματα, τον Πρόδρομο και το Γεωργιλλά.
+
+Η ιδέα του Κοραή είταν πολύ φρόνιμη. Είδε τι θέλει η Εβρώπη από μας.
+Δεν προσμένει να της δώσουμε μήτε Όμηρο μήτε Πλάτωνα. Τους Λατίνους
+και τους αρχαίους Έλληνες τους σπούδαξαν πολλοί σοφοί άντρες της
+Δύσης με περισσότεοη τύχη ή με περισσότερη γνώση παρά που μπορούμε
+νάχουμε ποτές. Ο σκοπός είναι η επιστήμη να προδέψη. Ό τι έγινε μια
+φορά δεν είναι ανάγκη να ξαναγίνη. Δεν πειράζει να μην έχη ένας
+τόπος μια καλή έγδοση του Βεργιλίου, αν την έχη ένας άλλος. Τίποτις
+καινούριο δεν μπορεί πια σήμερα να βγη από τη μελέτη ή του Σοφοκλή ή
+του Θουκυδίδη. Όσα είπαν οι άλλοι, πρέπει να πιάση να συνάξη κανείς
+και να ξαναπή. Η κλασσική φιλολογία είναι σήμερα γνωστή. Ένας νέος
+εγδότης μόλις θα μπορέση ή να διάβαση μια λέξη καλήτερα παρά που τη
+διάβασαν ίσια με τώρα, ή να ξεδιαλίση με πιιότερη ακρίβεια το νόημα
+ενός στίχου που είχε ξεφύγει στους άλλους. Άφτή τη δουλειά κάμνουν
+ίσια ίσια στην Εβρώπη με μάθηση πολλή και τέχνη μεγάλη. Βρίσκουνται
+κάπου κάπου και μερικοί πιο προκομμένοι, πιο ξυπνοί, που φωτίζουν τη
+σπουδή της αρχαιότητας με καινούριες ιδέες. Μα δεν είναι καλό να
+χάνεται ο κόπος που έγινε μια φορά. Δεν έχουμε παρά να μιμηθούμε
+τους σοφούς που κόπιασαν ίσια με τώρα για την αρχαιότητα. Όταν
+πρέπει να κάμουμε καμιά έγδοση για τα σκολειά, μας είναι έφκολο το
+πράμα. Ας πάρουμε κι ας μεταφράσουμε τόσα καλά βιβλία που γράφηκαν ή
+στη Γερμανία ή στη Γαλλία ή στην Αγγλία. Δε λέω που ο μεταφραστής ή
+ο εγδότης δεν μπορεί να βάλη πού και πού τίποτις δικό του, να
+διορθώση ένα κόμμα ή να δώση ερμηνεία πιο σωστή για μια λέξη, κ'
+έτσι να μας βγάλη στη μέση, για το κοινό, καμιά καινούρια νοστιμάδα.
+Όσο θερισμένος κι αν είναι ένας κάμπος πάντα κατορθώνει κανείς να
+μαζέψη δυο τρία στάχια που έπεσαν καταγής. Απομεινάρια βρίσκουνται
+παντού. Μα δεν έχουμε ελπίδα ή να σπείρουμε πολλά ή να πλουτίσουμε,
+γιατί μεγάλοι θεριστάδες πέρασαν και περνούν ακόμη κάθε μέρα μέσα
+στον κάμπο{51}.
+
+Η πρώτη μας δουλειά είναι το λοιπό να δημοσιέβουμε μνημεία
+μεσαιωνικά. Γι' αφτά τα μνημεία είναι που τόντις αξίζει να γίνη μια
+ξεχωριστή _ Βιβλιοθήκη _ και να μας τα σκολιάσουν οι λόγιοι με την
+ίδια κριτική μέθοδο που μελετούν και σημειώνουν τους αρχαίους.
+Τέτοια εργασία δεν έγινε και πρέπει να γίνη. Μάλιστα για τις
+γλωσσολογικές μελέτες, ή, να το πούμε καλήτερα, για τη γλωσσολογική
+φιλοσοφία, τα μεσαιωνικά κείμενα, σε κάθε γλώσσα — ας είναι γαλλικά,
+γερμανικά, γραικικά, — έχουν πολύ πιώτερη αξία για την επιστήμη παρά
+τα κείμενα ταρχαία. Μοναχό του φαίνεται το πράμα. Μόνο στις
+μεταγενέστερες γλώσσες μπορεί να μας δείξη ένας τύπος καινούριος την
+ιστορική σειρά που έπρεπε να βαστάξη για ναφήση την παλαιά του μορφή
+και να πάρη άλλη. Εδώ είναι που βλέπουμε την αρχή και το τέλος, και
+για να σπουδάξη κανείς ένα φαινόμενο ιστορικό, θέλει ίσια ίσια να
+ξέρη πού και πώς αρχίζει, ύστερα πώς και πού τελειώνει. Οι αρχαίες
+οι γλώσσες είναι αδύνατο να μας δείξουν ένα τέτοιο πράμα. Μάθαμε που
+η γενική _ μουσών _ έχει πρωτότυπο _ μουσάων _ και το _ μουσάων _
+πρωτότυπο * _ μουσασων _. Όμως εκεί πρέπει να σταθούμε. Παρέκει δε
+φτάνουμε. Βάλτε μάλιστα που ο τύπος * _ μουσασων _ πουθενά δεν
+υπάρχει{52} κι αναγκάζεται η επιστήμη να συμπεραίνη που ύπαρξε. Σ'
+άλλα πολλά μήτε τόσο μακριά δεν μπορεί να προχωρήση. Την πρώτη αρχή
+της προσωπικής κατάληξης τής -μι συζυγίας, δίδωμι, τίθημι, ίστημι
+είναι πολύ πιθανό που θα πεθάνουμε δίχως να τη βρούμε. Η ονομαστική
+_ βασιλεύς _ (με το θέμα -ευ-=-ηυ- ) θα μείνη μυστήριο για τους
+γλωσσολόγους. Δεν ξέρουμε ποιο είναι το πρωτότυπο. Αν όμως θέλουμε
+να διούμε πώς η ονομαστική _ βασιλεύς _ κατήντησε στον τύπο _
+βασιλιάς _ ή βασιλές, μας είναι πολύ έφκολο· ίσια ίσια γιατί έχουμε
+το πρωτότυπο.
+
+Έχουμε και κάτι παραπάνω. Ξέρουμε από πόσα διάφορα στάδια πέρασε μια
+λέξη για ναλλάξη μορφή. Σήμερα δεν πιστέβει κανείς που το λατινικό
+vita έγινε με μιας vie, μήτε που το _ μουσάων _ έγινε _ μουσών _ από
+το πρωί στο βράδυ. Μόνο στα βιβλία βλέπουμε τέτοια θαυματουργήματα·
+οι γραμματικές δεν τόχουν τίποτις να βάλουν κοντά κοντά το _ μουσάων
+_ και το _ μουσών _ τραβούνε μια γραμμή μεταξύ στους δυο τύπους,
+έπειτα νομίζει ο καθένας που τα πράματα συνέβηκαν ξαφνικά, σαν που
+τα είδε γραμμένα, και μ' αφτή την ιδέα κοιμάται ήσυχος. Για να βγη
+όμως τόντις ένας τύπος _ μουσών _ ή vie, χρειάστηκε ενέργεια
+αδιάκοπη, χρειάστηκε, για να το πούμε πιο σωστά, μάσημα καθημερνό.
+Έπρεπε το t του vita νακουστή πρώτα σαν dh, ίσως σα δικό μας δ,
+έπειτα σα h ή δασεία, κ' έτσι λίγο λίγο ναφανιστή. Το a, για να
+καταντήση να λέγεται e, θέλει διάφορους μεσιανούς τύπους. Το άω
+πρέπει να πάρη, λίγο λίγο, τουλάχιστο δυο τρεις προφορές, για να το
+πουν ώ. Όποιος μιλεί για συναίρεση δε μας έμαθε τίποτις· μας λέει
+που έγινε το πράμα, δε μας λέει πώς γίνεται. Ο λόγος είναι να μας
+δείξη πόσες φορές είταν ανάγκη η γλώσσα να κουνήση, και ναλλάξη η
+αναπνοή τον ίσιο της δρόμο, για να χαθή το α, για να περάση ο τόνος
+στο ω και με τέτοιο τρόπο να πάρη περισπωμένη τάτονο το ω, μ' άλλα
+λόγια να χωνέψη την οξεία του α, γιατί η οξεία ακούγουνταν ακόμη και
+με την περισπωμένη που είχε το ω{53}. Ό τι λέμε για την αρχαία,
+μπορούμε να το πούμε πολύ καλήτερα για τις μεταγενέστερες γλώσσες.
+Παντού ζητούμε τη σειρά αλάκαιρη. Πρώτα, όταν απαντούσαν έναν τύπο
+ψη αντίς ψυχή, έλεγαν αμέσως που χάθηκε το χ, κ' έτσι έγινε η ψυχή,
+ψή. Δε μιλώ για όσους νομίζουν και μας διδάσκουν που η ψυχή έγινε
+ψή, «κατά παραφθοράν», γιατί μ' αφτό το λίγο δεν ξηγούν τίποτις κ'
+έπρεπε τουλάχιστο να μας πουν πώς και με τι τρόπο έγινε αφτή η
+παραφθορά. Τόσο έφκολα τα πράματα δεν είναι. Για να χαθή το χ,
+έπρεπε πρώτα να προφέρουν το χ σα δασεία, έπειτα κ' η δασεία
+ξεψύχησε· τότες βρέθηκαν τα δυο ι κοντά το ένα στάλλο, και τάλεγαν
+και τα δυο μαζί· το πρώτο λιγόστεβε με τον καιρό, ώςπου να μην
+ακουστή, κ' έμεινε το δέφτερο μοναχό του. Χρειάστηκαν κάμποσα χρόνια
+για να φανή τέτοιος τύπος, και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι που τα
+διάφορα στάδια, οι διάφοροι αφτοί χρωματισμοί ψυ'ή, ψυή, ψυή, ψ υ ή,
+ψή {54} σώζουνται ακόμη και σήμερα, ξεχωριστά ο κάθε χρωματισμός σε
+διάφορα χωριά.
+
+Natura saltus non facit, λέει ένα ρητό. Lingua saltus non facit,
+μπορούμε να πούμε και μεις. Για να περάσουν από τον ένα στον άλλο
+βαθμό κ' έτσι να προχωρήσουν, τα φυσικά φαινόμενα δεν κάμνουν
+πήδημα. Η γλωσσολογία μάς δείχτει που ο γενικός αφτός ο νόμος είναι
+αλήθεια και για τη μέσα ενέργεια του αθρώπου. Μπορούμε να
+συγκρίνουμε κάθε μεταβολή που γίνεται στη γλώσσα με μια γραμμή· στη
+μιαν άκρη βλέπουμε το πρωτότυπο, ας πούμε την ονομαστική _ βασιλεύς
+_ στην άλλη άκρη βρίσκουμε το σημερνό μας _ βασιλιάς _. Πρέπει τώρα
+να κατορθώσουμε να βάλουμε κοντά τον ένα στον άλλο όλους τους
+βαθμούς της γραμμής, όσο μικροί, όσο άφαντοι κι αν είναι. Τέτοια
+δουλειά δεν μπορεί να γίνη για το _ μουσάων _ και _ μουσών· _ μας
+λείπουν τα κείμενα για να μας δείξουν τη σειρά. Αλλάζει το ζήτημα,
+άμα θέλουμε να διούμε με τι τρόπο μπόρεσαν κ' είπαν την ονομαστική _
+βασιλιάς _ αντίς _ βασιλεύς. _ Εδώ έχουμε τη γραμμή αλάκαιρη. Δε
+θέλω ναραδιάσω όλους τους βαθμούς, γιατί θα μας χρειάζουνταν
+κάμποσος καιρός και δεν κάμνουμε μάθημα. Φτάνει να σας θυμίσω έναν
+απ' αυτούς τους βαθμούς. Για να γίνη _ βασιλιά _ η αιτιατική _
+βασιλέα _, έπρεπε πρώτα να φανή ένας τύπος _ βασιλιά _, που κι αφτός
+λίγο λίγο βγαίνει από τον τύπο _ βασιλέα _. Η αιτιατική _ βασιλεά _
+βρίσκεται στα κείμενα (διές το Σπανέα Α, στ 12), πριν ακόμη βγη
+κανένας τύπος _ βασιλιά _.
+
+ Τον βασιλεάν αγάπα τον και τίμα και φοβού τον.
+
+Έναν τύπο _ μουσαών _, ας είναι και _ μουσαών _, πουθενά δε βλέπουμε
+στην αρχαία. Ξεναντίας, γιατί ξέρουμε τον τύπο _ βασιλεά _,
+συμπεραίνουμε που ύπαρξε και για το _ μουσάων _ κάποιος τέτοιος
+μεσιανός τύπος στην αρχαία.
+
+Ακούω τι θα με πήτε. Για να πιάση ένας λαός να μελετήση τη γλώσσα
+του, δεν είναι ανάγκη αφτή η γλώσσα νάχη γενική επιστημονική αξία.
+Του φτάνει που είναι γλώσσα του. Μάλιστα όταν αφτή η γλώσσα είναι η
+γραικική, ο καθένας, κι ας μην είναι Γραικός, θα θελήση να τη μάθη.
+Ποιος δε θανοίξη τα μάτια του για να διή τι απόγινε μια γλώσσα που
+τη μιλούσαν ο Περικλής κι ο Σωκράτης στη μικρούτσικη τη χώρα που
+γέμισε τον κόσμο; Τόντις αξίζει τον κόπο να πέση κανείς κατακέφαλα
+σε τέτοια σπουδή. Τόσο το καλήτερο αν μπορεί να βγη από κεί μέσα
+κανένα όφελος για τα ιστορικά, εθνολογικά, ή φιλοσοφικά ζητήματα,
+που σήμερα κυριέβουν ολωνών την προσοχή στην Εβρώπη. Η επιστήμη δεν
+έχει καμιά έννοια να μάθη, αν κατορθώσουμε ποτές ή όχι να φέρουμε
+πίσω τους αρχαίους τους τύπους· μ' αφτό δε θα προκόψη. Άμα θελήση να
+τους μελετήση, πάει ίσια στους αρχαίους και τους βρίσκει. Ο σκοπός
+της είναι να καταλάβη ποιοι τύποι καινούριοι βγήκαν από τους
+αρχαίους μέσα.
+
+Είναι αλήθεια — και μπορεί να με κάμετε την παρατήρηση — που η
+γλώσσα μας σήμερα βρίσκεται σε μια περίοδο ξεχωριστή. Δεν έχει για
+το γλωσσολόγο την αξία της γαλλικής. Τόσο προχωρημένη δεν είναι η
+γραικική· δεν είναι, για να μιλήσουμε σαν που μιλούν κάποτες, τόσο _
+χαλασμένη. _ Βέβαια θα προτιμούσαν οι γλωσσολόγοι να τη διούν και
+κείνηνα στον ίδιο βαθμό που βλέπουν τις νεολατινικές γλώσσες. Όσο
+πιώτερο διαφέρει ένας τύπος καινούριος από έναν αρχαίο, τόσο
+μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχει η μελέτη του για την επιστήμη. Είναι
+πολύ πιο περίεργο να δείξη κανείς πώς από ένα diurnum, αντίς dies,
+βγήκε το γαλλικό jour, παρά να διή πώς έγινε _μέρα_ ο τύπος _ημέρα_,
+μόλον ότι κι αφτό έχει τη δυσκολία του.
+
+Η γλώσσα μας δεν άλλαξε αρκετά. Κοιτάξτε την κλίση· έχουμε ακόμη
+ονομαστική, γενική, αιτιατική, μάλιστα και κλητική! Η ονομαστική, η
+γενική, στη δέφτερη κλίση, κ' η αιτιατική, σώζουν την κατάληξή τους.
+Η κοινή λέει πάντα ο _ κόπος, του κόπου, τον κόπο, _ σαν την αρχαία,
+πάντα κλίνει _ η γλώσσα, της γλώσσας{55}. _ Αν πάρετε κι άλλες
+πολλές λέξες, θα διήτε μόλις διαφορά. Ας συγκρίνουμε το σημερνό μας
+_ κόπος _ με ταρχαίο. Μπορεί να πη κανείς που λίγο άλλαξε. Ξέρω που
+η οξεία χάθηκε και που μια τέτοια διαφορά κάτι σημαίνει· μα είναι
+γενική διαφορά κ' έγινε σ' όλη μας τη γλώσσα· κανείς πια δε μιλεί μ'
+οξείες μ' άλλα λόγια κανείς δεν υψώνει τη φωνή βάζοντας τον
+τόνο{56}. Το ο και κείνο, μάλιστα στα τέλος της λέξης, θα το προφέρη
+ο καθένας σήμερα μ' ανοιχτό στόμα (o ouvert), μόλον ότι τόλεγε η
+αρχαία κλειστά{57}, πάει να πη με το στόμα πάντα στρογγυλεμένο, μα
+λιγώτερο ανοιχτό. Θα συφωνήσετε όμως μαζί μου που τέτοιες διαφορές
+μόλις φαίνουνται, και που πρέπει κανείς, για να τις διή, να προσέξη
+στην προφορά, γιατί στο χαρτί δεν τις βλέπει, και — πολύ πιο έφκολα
+θα διή τι διαφορά υπάρχει μεταξύ του Brentas και του chanter. Αμέσως
+την παίρνει το μάτι. Όσο πιώτερο σπουδάζει κανείς σήμερα, την κοινή
+γλώσσα του λαού, τόσο πιο σωστό του έρχεται να τη συγκρίνη με τη
+δημοτική της λατινικής (latin vulgaire) που μιλιούνταν απάνω κάτω
+στο δέφτερο ή στον τέταρτο αιώνα του Χριστού, στον καιρό που δεν
+είταν ακόμη πρι γίνουν οι νεολατινικές γλώσσες ό τι έγιναν τώρα. Μ’
+άλλα λόγια, για να προφτάξη η γλώσσα μας τη γαλλική, για να _ χαλάση
+_ καλά και να μας δείξη με την αρχαία, την ίδια διαφορά που έχουν τα
+γαλλικά σήμερα με τα λατινικά, μας χρειάζουνται χίλια, χίλια
+πεντακόσια χρόνια, αν ξακολουθήση και πάρη η γλώσσα μας τον ήσυχο
+δρόμο που πήρε ίσια με τώρα.
+
+Βλέπετε που οι σημερνοί μας γλωσσολόγοι δε θα διούν τέτοια πρόοδο.
+Δε θα πη όμως που πρέπει να καταφρονήσουν τη γλώσσα του λαού, γιατί
+δεν είναι αρκετά προχωρημένη. Αν είχαμε σήμερα κανένα κείμενο που να
+μας σώζη τη δημοτική της λατινικής, τι δε θα δίναμε για τέτοιο
+θησαβρό! Ίσια ίσια γιατί βρίσκεται πιο κοντά στην αρχαία, μας φύλαξε
+καλήτερα η γραικική την ιστορική σειρά κάθε αλλαγής, και μπορούμε να
+διούμε, για να πη τινάς, πόσα σκαλιά έπρεπε να κατεβή ένας τύπος
+αρχαίος για να φτάξη ίσια με τα χρόνια μας. Τους βαθμούς αφτούς δεν
+τους έχουμε πάντα μήτε στις νεολατινικές γλώσσες. Είδαμε για ποιο
+λόγο· γιατί λείπουν τα μνημεία της λατινικής δημοτικής. Η μεσιανή
+περίοδο που βρίσκεται τώρα η γραικική, είναι που της δίνει τόση
+αξία. Ταποτελέσματα, θέλω να πω τα τελειωμένα, τα κατωρθωμένα
+πράματα, δεν έχουν αξία για τους φιλοσόφους· του Φιλόσοφου ο σκοπός
+είναι να διή πώς αρχίζουν, πώς προκόφτουν, πώς ξετυλιούνται λίγο
+λίγο τα ιστορικά φαινόμενα. Στοχαστήτε τώρα τι δε θα δώσουν — αν και
+σε χίλια χρόνια διαβάζουν ακόμη οι αθρώποι (μόλις φαίνεται πιθανό,
+γιατί θα σωθή ως τότε το χαρτί και προτού μάλιστα να σωθή, θα
+βαρεθούν καμιά μέρα τα βιβλία) — τι δε θα δώσουν, όταν η γλώσσα μας
+προχωρήση σαν τις νεολατινικές, για κανένα κείμενο που θα μπορέση να
+δείξη τη σημερνή κατάσταση της κοινής, τη φωνολογία της, το τυπικό
+της! Τι δε θα δώσουν, ας πούμε, για τα δημοτικά τραγούδια!
+
+Μα και τόσο καιρό δεν είναι ανάγκη να προσμένουν τα παιδιά μας, για
+να διούν τη γλώσσα τους ναλλάξη. Πολλοί παρατήρησαν, — και κατάντησε
+σήμερα να είναι γενική αλήθεια — που όσο δε γράφηκε μια ζωντανή
+γλώσσα, τόσο πιο έφκολα προχωρεί, δηλαδής αλλάζει και _ χαλνά. _ Ο
+λόγος είναι απλός κι αμέσως φαίνεται. Κάθε γλώσσα μεταμορφώνεται,
+μόνο που μιλιέται. Για να σταθή, πρέπει κανείς να τη σταματήση όχι
+για πάντα, μα τουλάχιστο για μερικά χρόνια. Τους τύπους που κάθε
+μέρα περνούν από το στόμα και τρέχουν, πρέπει να βρεθή ένας να τους
+καθίση στα χαρτί κ' έτσι, με κάποιο τρόπο, να τους κόψη το δρόμο.
+Όταν το κατορθώση, τότες στέκουνται για μια ώρα. Τέτοιο πράμα, μόνο
+τα βιβλία το καταφέρνουν. Ένας ποιητής ή ένας πεζογράφος παίρνει
+τους ζωντανούς, τους _ δημοτικούς _ τύπους της γλώσσας που μιλιέται
+στον καιρό του· τους δίνει με τα έργα του βάση και χώμα, κ' έτσι
+τους ριζώνει μέσα στη μνήμη των αθρώπων. Καταντούν τύποι κλασσικοί.
+
+Ας φέρουμε παράδειμα τη γαλλική φιλολογία. Όταν άρχισε να γράφεται η
+γαλλική γλώσσα, παραδέχτηκαν οι πεζογράφοι κ' οι ποιητάδες, για να
+γράψουν τα βιβλία τους, τη σύνταξη, τη φωνολογία, το τυπικό του
+λαού. Σε κείνο τον καιρό, ο λαός έκλινε, ας πούμε, j'aime, tu aimes,
+il aime. Μα κοιτάξτε τι έγινε. Όποιος πιάση σήμερα να γράψη, θα πη
+φυσικά και δίχως να το συλλογιστή μια στιγμή tu aimes· έτσι — είναι
+τώρα τρεις αιώνες και παραπάνω — κατάντησε συνήθεια να γράφουμε και
+να λέμε. Ίσως όμως νομίζετε που ο τύπος από τότες δεν άλλαξε;
+Άλλαξε. Ο λαός έκαμε καινούριο τύπο κι αντίς tu aimes, έβγαλε
+δέφτερο πρόσωπο taimes, γιατί το u, που βρίσκεται ανάμεσα στην
+προσωπική αντωνυμία και στο ρήμα, δεν έχει πια το λόγο του, αφού το
+πρώτο και τρίτο πρόσωπο δεν έχουν κανένα φωνήεντο σ' αφτή τη θέση,
+και φαίνουνται σα να είναι με το ρήμα μια και μόνη λέξη. Αφτό το _u_
+χαλνούσε το νόημα του aimer, και λέγοντας tu aimes, νόμισε ο λαός
+πως έλεγε κανένα άγνωστο ρήμα uaimer. Πολύ φρόνιμα λοιπόν ωμάλωσε κ'
+έσιαξε τα τρία πρόσωπα και τάκαμε να μοιάζουν το ένα με τάλλο. Όσο
+σωστός όμως κι αν είναι ο τύπος taimes, του είναι αδύνατο να
+προκόψη. Γιατί; Γιατί η γραμμένη και γραφούμενη γλώσσα μάς συνήθισε
+να κλίνουμε tu aimes, έτσι έσωσε τον τύπο tu aimes. Ο λαός δεν
+κατώρθωσε να μας μάθη το δικό του τον τύπο, μήτε μάλιστα κατώρθωσε ο
+ίδιος να τον παραδεχτή όλους διόλου. Πιο συχνά θακούσετε στο Παρίσι
+να λέη ο λαός tu aimes παρά taimes. Το δέφτερο πρόσωπο tu aimes, ο
+αρχαίος αφτός ο τύπος, ακόμη ζη, και ζη γιατί γράφηκε στην ώρα του.
+
+Στην Ελλάδα, καθώς ξέρετε, ακουλούθησαν τα πράματα έναν άλλο δρόμο.
+Σήμερα που όλος ο κόσμος λέει ο _ πατέρας _ και που χάθηκε η
+περιττοσύλλαβη ονομαστική, όσοι γράφουνε γράφουν _ πατήρ. _ Αντίς να
+πάρουν τον τύπο το ζωντανό παίρνουν έναν τύπο αρχαίο. Είναι σα να
+είχαν κλίνει και γράψει στη Γαλλία amas, στον καιρό που έλεγαν όλοι
+tu aimes. Η γλώσσα που γράφεται χωρίστηκε από τη γλώσσα που
+μιλιέται. Είναι σα να είταν αναμεταξύ τους κανένας γκρεμνός· η μια
+στέκεται από τη μια μεριά, η άλλη από την άλλη. Μ’ αφτό τον τρόπο, η
+κοινή γλώσσα, η δημοτική, έμεινε ανεξάρτητη. Δεν έχει βιβλίο,
+σκολειό, παράδοση, που να τη βαστάξη, και μπορεί να τραβήξη ίσια το
+δρόμο της, χωρίς κανένας να της πη στάσου. Αφτό το χρωστούμε στην
+καθαρέβουσα, κ' είναι μια τύχη για τους γλωσσολόγους που δε γράφηκε
+η γλώσσα του λαού· έτσι θα προκόψη και θα _ χαλάση, _ που λένε, πολύ
+πιο έφκολα. Δε θα περάση πολής καιρός και θα διούμε κάμποσα περίεργα
+φαινόμενα. Η γλώσσα μας θα καταντήση πολύ πιο αξιοσπούδαστη παρά που
+μας φαίνεται σήμερα. Είναι πιθανό να βγουν τύποι _ άθρους _ ή _
+άρρους _ ή _ άρους αντίς _ άθρωπος· _ θα ξεχάσουν το _ς_ και μάλιστα
+μπορεί να πουν ο _ άρου _ για όλο τον ενικό αριθμό. Τα ουδέτερα και
+ταρσενικά θάχουν την ίδια κλίση. Τα ουσιαστικά θα χάσουν την
+κατάληξή τους και το τελικό ς μόλις θα μείνη στην ονομαστική. Ξέρετε
+που οι γλώσσες, όσο προχωρούν, τόσο γίνουνται και πιο απλές. Στην
+αρχή μας δείχτουν άπειρο πλούτο· έπειτα το κλιτικό και συζυγικό τους
+σύστημα σομμαζώνεται, ή, αν το θέλετε κ' έτσι, ομαλώνεται και μας
+παρουσιάζει πιώτερη ενότητα κι αρμονία. Η αρχαία και κείνη με τον
+καιρό πολύ έσιαξε το τυπικό της και τη φωνολογία της. Η δική μας θα
+πάθη το ίδιο, τώρα μάλιστα που κανείς δε θέλει να τη γράψη. Ισως
+στερηθούν και τα ρήματα την προσωπική τους κατάληξη, σαν τα γαλλικά
+ρήματα στον ενεστώτα της οριστικής κτλ.{58}. Μα δεν είναι ανάγκη να
+κοιτάξουμε μόνο τι θα συνέβη κατόπι. Κάμποσα τέτοια συνέβηκαν ίσια
+με σήμερα, μόνο και μόνο για το λόγο που δε γράφηκε η γλώσσα μας
+απαρχής, σαν που μιλιούνταν. Είταν ένας καιρός που έκλιναν το _
+πράμα, του πραμάτου, το _ γόνυ, του γονάτου. _ Δε βρέθηκε κανένας
+συγραφέας για να σώση αφτούς τους τύπους. Γρήγορα λοιπόν ήρθε η ώρα
+που έκλιναν _ το πράμα, του πραμάτου_, μα _το γόνα _ (μεσαιωνικός
+τύπος, που διαβάζεται στο Σοφιανό και στον Ημπέριο Γ'. 600), _ του
+γονάτου. _ Κι αφτό το _ γόνα, _ δε βγήκε κανένας να το καθιέρωση κ'
+έτσι να το συνηθίσουμε. Προχώρησε τότες η γλώσσα και φάνηκε μια
+ονομαστική _ γόνατο, _ γιατί η γλώσσα μας έχει τάση να ισοσυλλαβίζη
+τα περιττοσύλλαβα, κι αν προσέξη κανείς σ' αφτό το νόμο, έφκολα θα
+καταλάβη που γρήγορα θαρχίση ο λαός να λέη _ το πράματο, _ σαν που
+λέει _ το κέρατο, ταλόγατο, το γόνατο. _ Πρέπει μάλιστα να
+προσμένουμε τέτοιο τύπο· — η ονομαστική _ πράματο _ ίσως ακούγεται
+και σήμερα πουθενά στην Ελλάδα· τουλάχιστο θακουστή, αφού δεν
+παραδεχτήκαμε στα πεζά την κλίση _ πράμα, πραμάτου, γόνατο, γονάτου.
+
+Είναι μερικοί — όχι βέβαια πολλοί, γιατί τέτοιες ιδέες δεν μπορεί να
+τις έχη ο καθένας — που νομίζουν το εναντίο, και θαρρούν πως με τα
+γράμματα, με τα βιβλία, με τη γραμματική, με τα σκολειά, θα σιάξουν
+τη γλώσσα και θα ξαναφέρουν πίσω την αρχαία. Αν έχουν τέτοια γνώμη,
+εμείς πάλε γιατί να τους τη σηκώσουμε; Τι μας πειράζει; Η ιστορία
+δεν αλλάζει για το χατίρι κανενός όσο κι αν πη κανείς που θα γίνη
+ένα πράμα, αν οι ιστορικοί νόμοι δεν το συχωρνούν, ποτές δε θα γίνη
+σαν που το θέλει η ιδέα μας. Πρέπει κανείς να το συλλογιστή καλά,
+για να βγάλη προφητεία, και με φαίνεται που βγαίνει προφήτης,
+λέγοντας που η αρχαία θα γυρίση πίσω. Δεν έχουμε κανένα ιστορικό
+διδόμενο, που να βασιστή τέτοιο συμπέρασμα. Σας παρακαλώ όμως να μη
+με κάμετε και μένα προφήτη. Σας λέω πράματα που τα ξέρει όλος ο
+κόσμος· οι αξιότιμοι γλωσσολόγοι που βρίσκουνται στο Συνέδριο,
+βέβαια δε θαναιρέσουν τα λόγια μας. Να πη κανείς που η γλώσσα
+θαλλάξη, γιατί δε γράφεται, λέει μιαν αλήθεια γνωστή· το παρατήρησαν
+κι αλλού. Είναι νόμος γενικός· προφητεία δεν είναι. Άμα πούμε όμως
+που γρήγορα ή «βαθμηδόν» θαναστήσουμε την αρχαία, κάμνουμε
+προφητείες, γιατί ως τώρα καμμιά γλώσσα δε φάνηκε Λάζαρος.
+
+Ανάγκη μεγάλη δεν είναι, πολλά λόγια και πολλές σοφίες δε
+χρειάζουνται για ναποδείξη κανείς που το πράμα είναι αδύνατο. Ένα
+μόνο φτάνει να πούμε. Ας φανταστούμε που ο κόπος μας δεν πήγε του
+κάκου, που τόντις κοντέβει η μέρα που όλοι μας μαζί θα μιλούμε την
+αρχαία, θα λέμε τους αρχαίους τύπους, θα κλίνουμε _ ο πατήρ, τοις
+πατράσι, _ θάχουμε απαρέφατο· θα ξέρουμε μόνο _ κάθημαι _ κι όχι _
+κάθουμαι, ετοίμη _ κι όχι _ έτοιμη, ήκουσα _ κι όχι _ άκουσα. _ Ας
+υποθέσουμε μάλιστα που αφτή η μεγάλη μέρα έφεξε πια σήμερα. Να μας
+όλους που ελληνίζουμε και πάμε. Πόσο καιρό νομίζετε να βαστάξη
+τέτοια χρυσή εποχή; Η αρχαία, με τους αθρώπους που είχε να τη
+γράφουν, άλλαξε. Θέλετε η δική μας η αρχαία να μην αλλάξη και κείνη;
+Είστε βέβαιοι που όλος αφτός ο κόπος δε θα καταστραφή καμιά μέρα;
+Την αλλαγή την έφερε γενικός γλωσσολογικός νόμος κ' ιστορικά
+περιστατικά. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το δρόμο που μπορεί να
+πάρη η ιστορία. Δεν μπορούμε απαρχής να φτειάξουμε την ιστορία με το
+θέλημά μας. Δεν μπορούμε να κάμουμε να μη μιλούν τις γλώσσες αθρώποι
+— κι όσo τις μιλήσουν αθρώποι, πάντοτες θα πάθουν οι γλώσσες τα ίδια
+παθήματα. Πιστέβω κανείς στη ζωή του να μη νόμισε πως είναι δυνατό,
+ένα έθνος αλάκαιρο να ξέρη τη γραμματική σαν που την ξέρει ο
+δάσκαλος στο σκολειό, — κι όχι μόνο να την ξέρη, μα ποτές του να μην
+την ξεχάση, μήτε όταν κλάψη μήτε όταν τύχη και χαρή, να βασανίζεται,
+να τυραννιέται μέρα νύχτα μήπως του ξεφύγη κι αλλάξη τους μαθημένους
+τύπους, μήπως η παλιά συνήθεια τον ξανακάμη σκλάβο Θα προσέξη να μην
+πη ποτές, ποτές του και με κανέναν τρόπο τη μάννα του _ μάννα _, το
+παιδί του _ παιδί _, και την κόρη του _ κόρη _ · να λέει πάντοτε: _
+μήτερ _, να μη φωνάξη ποτές του παιδιού του· «Παιδάκι μου, σώπα·
+έλα! μην κλαίς», παρά να του λέη· «Σίγησον, ω παι»· να μη μιλήση
+ποτές μέσα του την κοινή γλώσσα· να μάθη να συλλογέται αρχαία, ακόμη
+κι όταν είναι μοναχός του· να μη φανή άθρωπος, να γίνη θαματουργός.
+Και δε φτάνει, μόνο οι προκομμένοι να συνηθίσουν και να μάθουν καμιά
+ώρα μια γραμματική που μας είναι σήμερα ξένη, και που κανείς δεν την
+ξέρει φυσικά του, πρέπει κ' οι πιο πρόστυχοι, οι πιο χωριάτες, σ'
+όλη την Ελλάδα, σε κάθε χωριό, σε κάθε τρύπα, να ξεχάσουν τη μητρική
+τους γλώσσα. Αν τη θυμηθούν, ας είναι και μια μόνη στιγμή στη ζωή
+τους, αν τους ξεφύγη ένας μόνος χυδαίος τύπος, τέλειωσε πάει! Άλλαξε
+η γλώσσα. Ένας χαλασμένος τύπος χάλασε τη γλώσσα όλη. Ο χαλασμένος ο
+τύπος πρώτα θα μας δείξη, που κι άλλες πολλές λέξες πήραν την ίδια
+σειρά· μα είναι κι άλλο. Παρατήρησαν οι γλωσσολόγοι — και
+λογαριάζουν αφτή την παρατήρηση μέσα στους πιο σταθερούς νόμους που
+τους στάθηκε δυνατό να ξεδιαλίσουν ίσια με σήμερα, — που ένας τύπος
+καινούριος σώνει για ναλλάξη ένα σύστημα αλάκαιρο ή της κλίσης ή της
+συζυγίας. Αφτό είναι που λέγεται αναλογία, _ συνεκδρομή _ σαν που
+τόλεγαν πριν οι αρχαίοι γραμματολόγοι. Φανταστήτε τώρα αν είναι
+τόντις δυνατό μια γλώσσα να πάη πίσω. Έτσι δεν ξολοθρέβουνται οι
+γλώσσες. Κάποτες θαρρούμε που ο λαός λίγο λίγο θα φωτιστή από τα
+βιβλία μας και που με τα χρόνια θα συνηθίση και τη γλώσσα μας. Με
+φαίνεται όμως που για να τη συνηθίση, θάπρεπε τουλάχιστο να την
+καταλάβαινε — και δεν την καταλαβαίνει. Το πολύ πολύ αρπάζει μια
+λέξη από δω κι από κει. Μα δεν έχει να κάμη που ένας χωρικός, ένας
+δούλος, ένας εργάτης μαθαίνει πού και πού κανέναν τύπο αρχαίο και
+σας τον ξαναλέει. Ακούμε τα τέτοια κι ανάφτει η φαντασία μας —
+αμέσως νομίζουμε πως έφκολα θα μάθη και τους άλλους τύπους ο
+χωρικός. Μα για να γίνη τέτοιο πράμα, έπρεπε πρώτα πρώτα κι αφτοί οι
+προκομμένοι, όχι μόνο να μη λεν ποτέ τους, αλλά και να μην
+καταλαβαίνουν πια κανέναν τύπο καινούριο.
+
+Για την ώρα βλέπουμε πολύ φανερά με τι τρόπο μεταμορφώνει ο λαός
+τους αρχαίους τύπους που μαθαίνει στο σκολειό. Μια τέτοια
+μεταμόρφωση έχει μάλιστα δικούς της ιδιαίτερους νόμους, και θα είταν
+περίεργο γλωσσολογικό ζήτημα, να μπορούσε κανείς να βάλη αφτούς τους
+νόμους με τη σειρά τους. Όποιος το κάμη θα μάθη κάμποσα. Πρώτα
+θαπαντήση τύπους στη γλώσσα μας που δεν τους έχει καμιά άλλη γλώσσα,
+Θακούση το λαό κάπου να λέη _ ζωμί _ και κάπου _ ζουμός _. Γιατί;
+Γιατί θελήσαμε να του μάθουμε τη λέξη _ ζωμός _ αντίς το _ ζουμί _
+που έλεγε. Άμα το ω έγινε ο, ο τύπος _ ζωμός _ δεν μπορεί να είναι
+πια σήμερα τύπος σωστός, κι ο λόγιος ο ίδιος που λέει _ ζωμός, _
+ορθά δεν το λέει, αφού και κείνος δε βάζει πια _ ω μέγα, _ μόνο
+προφέρνει _ όμικρο _. Τούτο τόμικρο όμως είταν ανάγκη να γίνη _ ου,
+_ σαν που το δείξαμε πιο απάνω (σελ 109,3)· με τέτοιο τρόπο είπε ο
+λαός _ ζουμί _. Είναι λοιπό δυο κανονικοί τύποι, ο τύπος _ ζωμός _
+με ω και μ' οξεία για την αρχαία, ο τύπος _ ζουμί _ με ου και χωρίς
+οξεία για τη νεοελληνική. Ανακάτωσαν όμως τους δυο τύπους, και
+μπέρδεψαν τις δυο γλώσσες τη μια με την άλλη, την αρχαία και τη νέα·
+τότες φάνηκε ένας τύπος που είναι λάθος και στην αρχαία και στη νέα,
+ο τύπος _ ζωμί _. Το λάθος μας τόφερε το σκολειό· το χρωστούμε στο
+σκολειό. Ο λαός που έλεγε ήσυχα τον κανονικό του τύπο _ ζουμί _,
+άκουσε να το λεν άλλοι _ ζωμός _· είπε αμέσως και κείνος ένα, _ ο,
+ζομός _ {59}, ή άφησε το _ ου _ και πήρε την κατάληξη _ -ος, ζουμός
+_. Δε μας είναι φυσικό, πάει να πη δεν είναι κανονικό να λέμε σήμερα
+ζωμός για τούτο φτειάνουμε τέτοιους τύπους. Ό τι δεν είναι φυσικό, ό
+τι δεν είναι κανονικό, είναι αδύνατο να το μάθη κανείς σωστά, αφού
+σωστό δεν είναι. Μπορούσα να σας αναφέρω πολλά τέτοια τέρατα και
+σύναξα κάμποσους ανώμαλους τύπους σαν το _ ζουμός _ και μάλιστα πολύ
+πιο περίεργους, _ ητοίμασε _ αντίς _ ετοίμασον, την αμάξη _ και
+χίλια άλλα. Όλοι αφτοί οι τύποι έχουν την ίδια αρχή· έρχουνται από
+την καθαρέβουσα. Αν αφίναμε το λαό να μιλήση τη γλώσσα του, δε θα
+τους ακούγαμε ποτές. Με το σύστημα τούτο δε φέρνουμε πίσω την
+αρχαία· χαλνούμε την αρχαία και τη νέα. Κ' έτσι θα είναι πάντα.
+
+Για το γλωσσολόγο όμως, αφτό το σύστημα έχει τα καλά του. Του δίνει
+αφορμή να μελετήση κάμποσα σπάνια γλωσσικά φαινόμενα, θα διή κι άλλα
+πολλά, που θα του δείξουν πώς λίγο λίγο μορφώθηκε η γλώσσα μας. Η
+γλώσσα του λαού δε χαλνά πάντα τους αρχαίους τύπους που της μαθαίνει
+το σκολειό· συχνά κανονίζει την καθαρέβουσα, την ξανασιάζει, την
+αλλάζει με το ίδιο σύστημα που ακουλούθησε, είναι τώρα χρόνια και
+καιρός, για ναλλάξη την αρχαία. Ξαναρχίζει κάθε μέρα τον ίδιο κόπο,
+γιατί όσες αλλαγές έτυχε να γίνουν, είχαν τον ιστορικό τους λόγο κι
+αφτός ο λόγος δε χάθηκε ακόμη· πάντα υπάρχει. Με τους ίδιους
+φωνολογικούς νόμους ξαναφτειάνει ο λαός τους ίδιους δημοτικούς
+τύπους.
+
+Παραδείματος χάρη, είναι σ' όλους γνωστό που δυο ο, το ένα κοντά
+στάλλο, είναι σαν ένα μόνο ο στην προφορά. Μα πώς έγινε τέτοιο
+πράμα; Με μιας έγινε; Τάτονα και τα τονισμένα _ ο _ μήπως πήραν όλα
+τον ίδιο δρόμο στην ίδια εποχή; Όχι βέβαια! Πρώτα συναιρέθηκαν
+τάτονα _ ο· _ τότες μόνο άρχισαν και πρόφεραν ένα _ ο _ τονισμένο κ'
+ένα άτονο _ ο _ κατόπι από το τονισμένο, σα σκέττο _ ο _. Κι από πού
+βλέπουμε που αλήθεια έτσι έγινε το πράμα: Μας το δείχτει η
+καθαρέβουσα. Η λέξη _ πρόοδος _ κ' η λέξη _ προοδεύω _ δημοτικές δεν
+είναι, ωςτόσο σήμερα κατάντησαν, μπορεί να πούμε, κοινή συνήθεια·
+και τις δυό τις ξέρει ή τουλάχιστο θα τις καταλάβη όλος ο κόσμος.
+Παρατηρήστε τώρα με τι τρόπο και σεις οι ίδιοι θα προφέρετε τη μια
+και την άλλη λέξη. Άμα δεν προσέξετε, θα πήτε όλοι σας _ προδεύω _.
+μα λέτε ακόμη και σήμερα _ πρόοδο _, με δυο _ ο _. Έχουμε λοιπό δυο
+τύπους, το ρήμα _ προδεύω, εις, ει _ κτλ. και το κοινό όνομα _ η
+πρόοδο, της πρόοδος _ κτλ. Πήραμε τον ίδιο δρόμο που πήρε πρώτα κ' η
+γλώσσα. Το παράδειμα τούτο είναι σπουδαίο· εκεί που δεν έχουμε
+κείμενα να καταλάβουμε πώς έγινε μια αλλαγή, με τι τρόπο και με τι
+σειρά μετατράπηκαν τα γλωσσικά φαινόμενα, φτάνει να μελετήσουμε τη
+ζωντανή τη γλώσσα και να διούμε πώς αλλάζει τους μαθημένους τύπους·
+αμέσως βλέπουμε πώς άλλαξε όλη η γλώσσα κ' έτσι φωτίζεται η
+μεσαιωνική μας γραμματική. Τότες μας έρχεται πιο έφκολο να
+καταλάβουμε γιατί ο τύπος _ ζώο _ {60} είναι κοινός και γιατί δε λεν
+όλοι _ το ζω, του ζού, τα ζω _, με την ίδια συνήθεια κ' εφκολία που
+λεν πατέρας. του πατέρα, τους πατέρες _. Το ρήμα _ σπρώχτω
+(=εισπροωθώ) _ είναι κοινό, γιατί τα δυο άτονα _ ο _ μπόρεσαν αμέσως
+κ' έγιναν _ ο _ απλό. Μα ο τύπος _ το ζω _ δε βρίσκεται παρά στα
+χωριά· δεν κατάντησε γενικός. Η κοινή γλώσσα άργησε κι ακόμη αργεί
+να τον παραδεχτή. Ίσια ίσια γιατί ο τύπος _ ζώο _ είχε τόνο στο
+πρώτο το ο (ω)· για τούτο φάνηκε ο συνηρημένος τύπος ύστερις από
+τους άλλους, που είχανε δυο άτονα _ ο _, με τη σειρά, ή που έβαζαν
+τόνο μόνο στο δέφτερο _ ο _ ή στο δέφτερο φωνήεντο, γιατί ο νόμος
+είναι ο ίδιος για όλα τα φωνήεντα (πρβλ. διγούμαι και διήγημα κτλ.
+Πιο έφκολα θα πούνε δηγούμαι παρά δήγημα, που ωςτόσο κι αφτό
+αρχίζουνε και το λένε). Ισως μερικοί νομίζουν, ίσως μάλιστα και σας
+είπαν που δεν αγαπώ την καθαρέβουσα. Πόσο μ' αδικούν! πόσο με
+κατηγορούν! Είδετε τώρα πόσο αψηλά ξεναντίας ανεβάζω την
+καθαρέβουσα, αφού προσπαθώ να σας δείξω τι πολύτιμη μπορεί να είναι
+η σπουδή της και για τα ιστορικά προβλήματα που αγαπά σήμερα η
+επιστήμη.
+
+Σας αρέσουν αφτά τα προβλήματα και σας, αξιότιμοι Κύριοι. Ποιος
+έδωσε πιώτερη προσοχή από σας στα μνημεία, στη μελέτη της
+νεοελληνικής; Έχετε μέσα στο Σύλλογό σας τόσα γερά και φρόνιμα
+κεφάλια, τόσους σοφούς, που δεν ξέρει κανείς ποιόνα να πρωτοπή.
+Ιστορία, γλωσσολογία, ποίηση, τέχνη, αρχαιολογία, φυσική, χυμία,
+αστρονομία, ξένες γλώσσες, περσικά, ρουσσικά, αραβικά, λατινικά,
+ηθική και παιδαγωγία, δεν είναι ζήτημα που να μην ξετάζετε και που
+να μη βρέθηκε ένας από σας να φανή πρώτος. Αφτό θα πουν όσοι
+διάβασαν τους τόσους τόμους που δημοσιέψετε ίσια με σήμερα. Τις
+σοφές σας μελέτες τις παρατήρησε πολύ κι απόρησε με την ποικιλία
+τους και με το σοβαρό τους χαραχτήρα η δική μας η Association pour
+l'encouragement des études grecques en France. Με παράγγειλε να σας
+πω πόση συμπάθεια έχει για το Σύλλογο. Για να σας το δείξη, σας
+έδωσε βραβείο. Ένα μάλιστα παρατήρησε η επιτροπή μας, θέλω να πω τον
+πόθο και τη φροντίδα σας να μαζώνετε κείμενα δημοτικά. Αφτή είναι η
+μεγάλη και σοβαρή δουλειά· τέτοιο έργο θέλησε και κείνη να το
+παινέση. Και τούτος ο λόγος μου ίσια ίσια με κάμνει τώρα να σας
+μιλήσω για τάλλα δυο ζητήματα που ήθελα να μελετήσουμε σήμερα μαζί,
+— ένα λεξικό και μια γραμματική.
+
+Φαντάζουμαι, τώρα που μιλώ στο Σύλλογο μπροστά, που μιλώ μπροστά σε
+καμιά Ακαδημία. Και δεν έχω δίκιο; Δεν είστε μια ελληνική Ακαδημία;
+Τέτοιος τίτλος είναι τιμή σας. Είναι όμως και βάρος. Ό τι κάμνουν
+αλλού Ακαδημίες, πρέπει εσείς εδώ να το κάμετε μοναχοί σας. Το πρώτο
+έργο μιας Ακαδημίας είναι να βγάλη Γραμματική και Λεξικό, ή
+τουλάχιστο να διορίση να γίνουν τέτοια βιβλία κ' ίδια να τα
+προτοιμάση. Δεν έχω ανάγκη να σας πω με τι τρόπο πρέπει να γίνουν.
+Το ξέρετε χωρίς να σας το μάθη κανείς, κι αν είχα να σας μιλήσω για
+τέτοια εργασία, δε θα μ' έφτανε η λίγη ώρα που μπορώ να καθήσω μαζί
+σας. Μια σύντομη γραμματική της κοινής μας γλώσσας είναι το πιο
+χρήσιμο και το πιο αναγκαίο βιβλίο που μπορεί να γραφή σήμερα. Στην
+Εβρώπη τέτοια βιβλία διδάσκουνται στα σκολειά. Κάθε λαός μαθαίνει να
+διαβάζη και να γράφη τη γλώσσα που μιλεί· μαθαίνει και την ιστορία
+της. Αν έπρεπε ή στην Ιταλία, ή στη Γερμανία, ή στη Γαλλία, να
+σπουδάζουν τα παιδιά μόνο τις αρχαίες γλώσσες, σε λίγο καιρό δε θα
+ήξερε πια κανείς τη ζωντανή τη γλώσσα· δε θα ήξερε όμως και τις
+αρχαίες, γιατί το κάθε πράμα γίνεται στον κόσμο με την ώρα του. Για
+να ξέρη, κανείς καλά μια γλώσσα που δε μιλιέται, χρειάζουνται
+ανύπαρχτα περιστατικά· πρέπει να γεννηθή στον καιρό που μιλιούνταν
+ακόμη αφτή η γλώσσα. Αλλιώς, εκεί που πάει να μιλήση αρχαία, ο νους
+του, που πια αρχαίος δεν είναι, παίρνει άλλη σειρά, έχει άλλες
+ιδέες, και πώς θέλετε να ταιριάξουν παλιές φορεσιές με πρόσωπα
+καινούρια; Οι χιτώνες κ' οι χλαμύδες είναι πολύ ωραία ρούχα·
+στοχαστήτε όμως να μας έβλεπε σήμερα κανείς στο Συνέδριο όλους
+ασπροντυμένους και ξυπόλυτους. Θα του έρχουνταν κάπως παράξενο. Η
+γλώσσα και κείνη είναι σαν το χιτώνα και τη χλαμύδα· δεν το βλέπει
+κανείς αμέσως, γιατί δε φαίνεται η χλαμύδα η δική μας, και τη
+φορούμε στο κεφάλι μέσα· μα λιγώτερο παράξενη φορεσιά δεν είναι. Ο
+άθρωπος δεν μπορεί να γίνη διαφορετικός απ' ό τι είναι. Είναι όπως
+τον έκαμαν τα χρόνια που γεννήθηκε. Η ψυχική του ενέργεια αλλάζει
+αδιάκοπα· τα γλωσσικά του όργανα παίρνουν άλλες συνήθειες. Παλιό
+τυπικό μαζί με καινούριες ιδέες να παν πλάγι πλάγι, είναι μόνο και
+μόνο μπερδεμός για το τυπικό, χαμός για τις ιδέες.
+
+Έργο πολύ πιο σπουδαίο θα είταν, αν μπορούσε να γίνη όχι μόνο μια
+Γραμματική σύντομη, αλλά και καμιά Γενική ιστορική Γραμματική της
+γραικικής. Για τέτοιο έργο δεν έχουμε όμως ακόμη το υλικό που μας
+χρειάζεται. Έπρεπε πρώτα να ξέρουμε καλά τη μεσαιωνική ιστορία της
+γλώσσας, έπειτα να μαζωχτούν από κάθε χωριό ή τουλάχιστο από κάθε
+χώρα, μονογραφίες και σύντομες γραμματικές που να μας μάθουν τη
+φωνολογία, το τυπικό, τη σύνταξη κάθε χωριού και κάθε χώρας. Ο μόνος
+που έκαμε ίσια με σήμερα τέτοια γραμματική μονογραφία είναι ο κ.
+Μορόζης{61}. Κάθε έπαινο αξίζει το βιβλίο του. Είταν κατόρθωμα πολύ
+δύσκολο, Για να πιάση κανείς τέτοια δουλειά, πρέπει φυσικά όχι μόνο
+να γνωρίζη τέλεια την αρχαία γλώσσα — εννοώ να τη γνωρίζη όχι σαν
+που τη μαθαίνει κάθε άθρωπος στο σκολειό, μα να τη σπουδάξη δυο τρία
+χρόνια στα πανεπιστήμια της Εβρώπης· — πρέπει να σπούδαξε και
+γλωσσολογία. Πρέπει να κάμη αφτή τη σπουδή έργο ζωής και να ξέρη όσα
+λεν, όσα γράφουν οι γλωσσολόγοι κ' οι νεογλωσσολόγοι στην Εβρώπη.
+Δεν είναι μεγαλήτερος κόπος και πιο δύσκολη τέχνη, παρά να μπορέση
+κανείς να μελετήση μια γλώσσα ζωντανή, ας πούμε γλώσσα ενός χωριού,
+ή ό τι χωρικά κι αν είναι. Να βγη κανείς στο ταξίδι με το χαρτί στο
+χέρι, δεν κατώρθωσε τίποτις, κι όσοι έπιασαν τη δουλειά με τέτοιο
+σύστημα, χωρίς να σπουδάξουν πρώτα καμιά δεκαριά χρόνια το λίγο
+λίγο, έχασαν την ώρα τους. Χρειάζεται προτοιμασία και γύμναση
+ιδιαίτερη. Μια μέρα οι χωρικές γλώσσες θα γίνουν η βάση της
+γλωσσολογίας. Τι σημασία έχει τέτοια σπουδή, το ξέρετε. Στα χωριά
+άρχισαν όλες οι γλώσσες να μιλιούνται κι από κει βγήκαν οι πιο
+περίφημες. Από τα διάφορα χωριά, όταν τα συγκρίνουμε το ένα με
+τάλλο, είναι που θα διούμε πώς μορφώνουνται, πώς γεννιούνται, πώς
+λίγο λίγο ξαπλώνουνται, πώς καταντούν οι γλώσσες να είναι γενικές κι
+από πόσα στάδια πέρασε ένας τύπος, προτού να φτάξη στο βαθμό που
+βλέπουμε να βρίσκεται τώρα. Δεν έχω ανάγκη να σας πω που η αττική,
+σαν που την ξέρουμε σήμερα και σαν που την έγραψαν, είταν κοινή
+γλώσσα. Γεννήθηκε όμως στα χωριά και τα διάφορα χωρικά (patois). που
+μιλιούνταν τότες στην Αττική, συγκεντρώθηκαν, ενώθηκαν κ' έγιναν
+ύστερα γλώσσα του Ξενοφώντα. Για τούτο η αττική έχει τόσες
+ανωμαλίες· οι κοινές γλώσσες είναι πάντα ανώμαλες, γιατί παίρνουν
+από το ένα χωριό κι από τάλλο, κ' έτσι μορφώνουνται. Σε κάθε χωριό
+μιλούν παστρικά τη γλώσσα που μιλούν, κ' ένας φωνολογικός ή
+μορφολογικός νόμος δεν έχει ποτές εξαίρεση καμιά. Πάντα τον
+προσέχουν· οι κοινές γλώσσες είναι γεμάτες εξαίρεσες, γιατί
+ανακάτωσαν τη γλώσσα του ενός και του άλλου χωρίου. Συχνά όμως δυο
+χωριά που ανακατώνουνται με τέτοιο τρόπο, έχουν όλους διόλου
+αντίθετους φωνολογικούς νόμους και γραμματολογικό σύστημα που
+διαφέρει από τη μια άκρη στην άλλη. Αν είταν η επιστήμη πιο
+προχωρημένη σε κείνα τα χρόνια, οι Αθηναίοι θα σπούδαζαν τα ιδιωτικά
+κάθε χωρίου, θα πρόσεχαν τα χωρικά που είταν τότες στην Αττική και
+θα μας έσωζαν τη γραμματική τους. Τέτοιο βιβλίο θάξιζε Ξενοφώντα.
+
+Δεν καταλάβαιναν τότες ακόμη τι σημαίνει τέτοια μελέτη. Και σήμερα
+μόλις το μάθαμε. Δε φτάνει νάχη κανείς ψηφιά όσα χρειάζουνται και
+ξεχωριστά σημεία με πολύπλοκο αρφάβητο, για να σημειώση τον κάθε
+φτόγγο που θακούση· πρέπει ταφτί του να προσέχη και νακούη καλά.
+Πολύ λίγοι ξέρουν τόντις με τι τρόπο μιλούν και μόλις παρατηρούν οι
+ίδιοι τους τύπους που συνηθίζουν και λεν. Πόσους άκουσα να με πούνε
+για καμιά λέξη που τους έλεγα — «Ουδέποτε λέγεται ούτως!» Περνούσε
+μια στιγμή, και κει που δεν πρόσεχαν, οι ίδιοι έλεγαν τη λέξη σαν
+που τους την είχα μάθει. Πόσες φορές έτυχε να με πη κανένας φίλος
+«Ουδείς συνηθίζει να προφέρη όλους διόλου· όλοι το λέγουσι με ω».
+Ωςτόσο κι ο φίλος μου πρόφερνε όλους διόλου χωρίς ο ίδιος να το
+ξέρη. Αφτό το περίεργο φαινόμενο το βλέπουμε κι αλλού. Όσο δε
+γράφηκε μια γλώσσα ίσια σαν που λαλιέται, όσο δεν είδε κανείς τις
+λέξες τυπωμένες στο χαρτί, δεν μπορεί να τις θυμηθή. Δεν του
+φαίνουνται ορθές και για τούτο μήτε πιστέβει πως υπάρχουν. Μπορούσα
+πολλά να σας πω για τις δυσκολίες που θαπαντήση κανείς σε μια τέτοια
+μελέτη· είναι τόσο πολλές, που έπρεπε να γραφή ένας τόμος ολάκαιρος
+για να δείξη με τι τρόπο καταντά δυνατό να συνάξουμε τούς διάφορους
+τύπους, να σημειώσουμε τα «πτερόεντα έπεα» του Λαού. Φτάνει ένας
+νέος ναρχίση να μάθη επιστήμη και το βλέπει αμέσως. Να συνάζη κανείς
+τραγούδια και παραμύθια πολύ πιο έφκολο δεν είναι. Νομίζει ο καθένας
+που μπορεί να το κάμη. Είναι λάθος. Πρέπει πρώτα να μελετήση πολλά
+άλλα πράματα και πρώτα απ' όλα τη γλώσσα μας. Ως τώρα δεν έγινε
+καμιά τέτοια συλλογή που νάχη καμιά φωνολογική αξία. Ο Σύλλογος, που
+ξέρει τι θα πη σοβαρή μελέτη, θα θελήση μάλιστα να μορφώση μερικούς
+νέους, για να καταλάβουν τι είναι μια τέτοια δουλειά. Θα μας στείλη
+δυο τρεις νέους στην Εβρώπη. Πολύ έφκολα μπορούμε στο Παρίσι — θα
+είναι βέβαια το ίδιο και στη Γερμανία — να δίνουμε σημείωση στο
+Σύλλογο για τον τρόπο που θα σπουδάζουν οι νέοι, για τον πόθο τους
+και την προκοπή τους. Παρατήρησαν — το παρατήρησα και γω στην
+παράδοση μου — που ποτές κανένας Γραικός δεν πάει νακούση μαθήματα,
+άμα γίνεται λόγος σ' ένα μάθημα για τη μεσαιωνική και τη σημερνή
+ιστορία και γραμματική της γλώσσας μας. Θαρρεί που τέτοιο μάθημα δεν
+τόχει ανάγκη. Ο Γραικός αγαπά να πιστέβη πως τα ξέρει όλα, και
+μάλιστα που ξέρει τα γραικικά. Μήτε στοχάζεται που μπορεί να μην τα
+ξέρη. Στα μαθήματά μας έρχουνται Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί· Γραικούς
+δεν είδα. Είναι κακό πράμα· δεν είναι πολύ και για τιμή μας. Είμαι
+βέβαιος που ο Σύλλογος θα το διορθώση.
+
+Ο σκοπός είναι να μάθουμε τη γλώσσα μας. Έρχουνται πολλοί νέοι στο
+Παρίσι και σπουδάζουν ο ένας νομικά, ο άλλος γιατρική· μηχανικοί και
+μάλιστα δικηγόροι θέλουνε να γίνουν όλοι. Δε φτάνει. Ας σπουδάξουν
+πού και πού λίγη γλωσσολογία. Αφτή είναι ή βάσιμη σπουδή· με τη
+γλωσσολογία φωτίζεται και κάθε άλλη επιστήμη, αφού ένα έθνος πρέπει
+πρώτα πρώτα νάχη μια γλώσσα δική του, για να καλλιεργήση κάθε τέχνη.
+Να σας πω όλη την αλήθεια, πολύ λυπούμαι — ίσως μάλιστα και
+ντρέπουμαι — που δε βλέπω ποτές στο μάθημα μου κανένα γραικόπαιδο.
+Αφιέρωσα τη ζωή μου στη μελέτη της εθνικής μας γλώσσας. Είναι καλό
+οι νέοι μας να το ξέρουν. Αντίς να λεν κάθε ώρα· «Η γλώσσα, μας δε
+γράφεται· είναι ακανόνιστη και πρόστυχη· δεν έχουμε γλώσσα», θα
+είταν πολύ πιο φρόνιμο και θα ταίριαζε παραπάνω νακούσουν πρώτα τι
+λένε γι' αφτό το ζήτημα όσοι τόκαμαν έργο ζωής, κ' ίσως κάτι
+νοιώθουν και κείνοι.
+
+Ένας γλωσσολογικός χάρτης της γραικικής θα γίνη με το σύστημα που
+είπαμε, όταν πιάση κανείς και συνάξη όλα τα χωρικά. Τη βορεινή και
+μεσηβρινή Γαλλία την ξεχωρίζει ένας ποταμός, κ' έτσι βλέπουμε απάνω
+κάτω τα φυσικά σύνορα της βορεινής και της μεσημβρινής γαλλικής. Ο
+λόγος είναι να βρούμε τέτοια γλωσσολογικά σύνορα και για την Ελλάδα,
+να βάλουμε χωριστά κάθε γλωσσικό σύστημα. Όση διαφορά έχουν οι
+νεολατινικές γλώσσες αναμεταξύ τους, τόση διαφορά κι ακόμη
+μεγαλήτερη θαπαντήσουμε στην Ελλάδα. Ίσως ο τονισμός θα μας δώση το
+σωστό γνώρισμα και θα διακρίνει τη μια γλωσσική χώρα από την άλλη.
+Συμπεραίνω ο τονισμός της οξείας που λέγαμε, να μη χάθηκε παντού
+στην ίδια εποχή. Μπορεί και σήμερα να σώζεται πουθενά. — Εκεί που
+έμεινε πιώτερο καιρό, θακούγεται και σήμερα διαφορετική προφορά και
+θα βρίσκουνται τύποι που αλλού δεν μπορεί να βρεθούνε.
+
+Με τη γενική γραμματική θα καταλάβουμε καλά και την κοινή γλώσσα.
+Είπαμε που κάθε κοινή γλώσσα είναι ανώμαλη. Η αττική είχε τους
+τύπους πονέσω, καλέσω κοντά στους τύπους φιλήσω, πολεμήσω κι άλλους
+τέτοιους, γιατί η αρχαία είχε ανακατώσει το ένα με τάλλο τα διάφορα
+συστήματά της — έω-ω συζυγίας. Με τον ίδιο τρόπο κ' η σημερνή μας η
+κοινή γλώσσα συνηθίζει τύπους αντίθετους. Όλος ο κόσμος θα πη εγώ·
+ωςτόσο παντού παραδέχουνται τους τύπους λέμε, λέτε, λεν. Κατάντησαν
+τύποι γενικοί κι από κάθε άθρωπο μπορεί να τους ακούσετε. Δεν είναι
+όμως σωστό να βρίσκουνται τέτοιοι τύποι στο ίδιο στόμα· όποιος ξέρει
+το _λέμε_, έπρεπε να ξέρη και το _έώ_ αντίς _εγώ_· όποιος πάλε θα πη
+_εγώ_, έπρεπε νάχη πρώτο, δέφτεοο και τρίτο πληθυντικό πρόσωπο
+λέγουμε, λέγετε, λέγoυv. Oι τύποι _λέμε, λεν_ άρχισαν από το δέφτερο
+πρόσωπο του πληθυντικού λέγετε· με τους φωνολογικούς νόμους, δεν
+μπορεί κανείς να συλλογιστή μήτε μια στιγμή που το λέγαμε και λέγουν
+έγιναν κατεφτείας _λεν και λέμε._ Πρώτα το λέγετε γίνεται λέετε και
+τότες μόνο μπορεί να γίνη λέτε. Άμα όμως έχουμε τον τύπο λέτε,
+καταλαβαίνουμε τους άλλους· το λέτε κλίνεται φυσικά_λέ-ω, λε- ς, λέ-
+ει_ (τύπος της κοινής· ο τύπος λε είναι συνηρημένος), λέ-με, λέ-ν· η
+ρίζα του λέμε γίνεται τότες λέ-· με την κατάληξη -ω, -ις, - ει, -με,
+-τε, -ν, ο ενεστώτας δεν μπορεί να καταντήση παρά στο λέμε κτλ. Μα
+ένας τύπος _λέτε_ μπορεί μόνο να φανή σε μια χώρα που δε θέλει γ
+μέσα σε δυο φωνήεντα, σ' ενα χωριό που ο καθένας θα πη _εώ, λόος,
+λαός, (λαγός), αώρι, άουρος, αελάδα, και μάλιστα _ακούω, κλαίω,
+καίω, _ κτλ. κτλ. Εκεί που λεν _εγώ_, θα πουν _αγελάδα, άγουρος,
+αγώρι, λαγός, λόγος_, και μάλιστα _λαγός (λαός), ναγός (ναός), Θεγός
+(Θεός), ακούγω, κλαίγω, καίγω_, γιατί πάντα μέσα σε δυο φωνήεντα
+θακουστή και το γ. Βλέπετε όμως που είναι δυο φωνολογικά συστήματα
+όλους διόλου διαφορετικά· ένα σύστημα η αντωνυμία _εγώ_, άλλο
+σύστημα το ρήμα _λέμε_ κτλ. Η κοινή γλώσσα πήρε τύπους κι από τα δυo
+συστήματα — τάχει ανακατωμένα και τα δυo· αν πάτε στα χωριά, θα
+διήτε το κάθε σύστημα στον τόπο του. Απαραίτητα κι ακάματα, εκεί που
+λεν _εώ_, θα πουν _άουρος_· εκεί που λεν _ εγώ _, άλλο δε θακούσετε
+παρά _άγουρος {62}. Οι μόνες ορθές, θέλω να πω οι μόνες κανονικές
+γλώσσες είναι οι χωρικές, είναι τα χωρικά _(patois)_. Στα χωριά,
+μήτε οι φωνολογικοί μήτε οι αναλογικοί νόμοι γνωρίζουν από εξαίρεση.
+Στις αρχαίες γλώσσες, μας φαίνεται κάποτες που αφτοί οι φωνολογικοί
+νόμοι δεν έχουν πολλή σταθερότητα, και μερικοί γλωσσολόγοι στην
+Εβρώπη θα σας πουν που δυο τύποι αντίθετοι βρίσκουνται στην ίδια
+γλώσσα. Ξεχνούν όμως που ξέρουμε μόνο την κοινή την αρχαία· αν
+ξέραμε τα χωρικά κείνης της εποχής, θα βλέπαμε που ένας νόμος
+φωνολογικός και στις αρχαίες τις γλώσσες δε σαλέβει. Είναι αλήθεια
+που πρέπει κανείς νάχη πολλή μέθοδο για τέτοια μελέτη· άξαφνα σ' ένα
+χωριό θακούση έναν άθρωπο να πη _ εώ _, κ' έναν άλλο να πη _ άγουρος
+_. Μάλιστα μπορεί ο ίδιος χωρικός κάπου να πη _ εγώ _, κάπου _ εώ _.
+Για τούτο πολλοί χωρικοί, όταν τους ρωτήξετε για καμιά λέξη, σας
+απαντούν «Κ' έτσι τη λεν κ' έτσι» — Είναι λάθος. Οι νέοι που
+συνάζουν τύπους με τέτοια ιδέα και νομίζουν τόντις που η γλώσσα του
+χωριού έχει δυο τύπους διαφορετικούς για να πη το ίδιο πράμα, θα
+κάμουν πολύ πιο φρόνιμα να παρατήσουν τη δουλειά, γιατί η δουλειά
+τους δε θαξίζη. Όταν καταλάβη κανείς το γραμματικό σύστημα ενός
+χωριού, θα διή αμέσως που τέτοια διγλωσσία δεν υπάρχει και που είναι
+πάντα μόνο ένας κανονικός τύπος. Ο σκοπός είναι ίσια ίσια να
+διακρίνη ποιος από τους δυο είναι ο ντόπιος τύπος και ποιος είναι ο
+ξένος. Άμα κάμη αφτή τη σημαντική διάκριση, θα καταλάβη που ένας από
+τους δυο τύπους είναι ο σωστός και που ο άλλος είναι μαθημένος απ'
+αλλού{63}. Άμα είναι έτσι, κ' η γλώσσα του χωρικού δεν είναι πια
+χωρική γλώσσα· καταντά και κείνη γλώσσα κοινή.
+
+Ώςπου να γίνη για τα διάφορα χωρικά που μιλιούνται σήμερα ένας
+γενικός κατάλογος, ώςπου να φανή τέτοιο βιβλίο — τέτοιο μνημείο! —
+χρειάζουνται χρόνια και χρόνια. Πρέπει κανείς να πάρη κάθε τύπο της
+αρχαίας, να διή τι έγινε στο μεσαιώνα, έπειτα να μάθη πώς
+μεταμορφώνεται ο ίδιος τύπος σ' όλη την Ελλάδα· θα μας ξηγήση και
+τον αρχαίο τον τύπο κι όλους τους καινούριους με τη σειρά τους. Έτσι
+θα βλέπουμε όλη την ιστορική σειρά της ελληνικής από τα παλιά τα
+χρόνια ίσια με την ώρα που μιλούμε. Τέτοιο έργο μπορεί νανάψη νέων
+καρδιές και κεφάλια. Είναι μια χαρά να φανή κανείς πρώτος στην
+επιστήμη και να κάμη πράμα που δεν τόκαμε κανένας πριν. Πρέπει να
+ξεπεράση όσους έγραψαν, όσους μελέτησαν τη γλώσσα. Ο πατριωτισμός θα
+του δώση δύναμη, πόθο και φωτιά. Δε θάχη πρόληψη καμιά. Δε θα γυρέβη
+στη γλώσσα μας διορισμούς ή ωγύγιους τύπους. Θα θέλη να ξέρη μόνο
+την αλήθεια, γιατί η αλήθεια βγαίνει πάντοτες ωραιότερη από κάθε
+φαντασία, όσο νόστιμη κι αν είναι η φαντασία. Χάρη στην αλήθεια,
+βλέπουμε και στην ψυχή μας μέσα και στων αλλωνών την ψυχή.
+
+Σε καμιά εκατοστή χρόνια — μπορεί και παραπάνω! — ίσως βρεθή και για
+τη γλώσσα μας κανένας Diez, κανένας Bopp ή κανένας Grimm, ας είναι
+και κανένας Vuk Stefanowitch. Για την ώρα, ας κάμουνε τη μικρή
+σύντομη γραμματική που σας έλεγα. Πόσους θαρέση, ένα τέτοιο
+βιβλιαράκι! Όσοι καταφρονούν τη γλώσσα μας — αν είναι και τέτοιοι —
+θα χαρούν και κείνοι, γιατί τουλάχιστο θα μάθουν τι είναι αφτή η
+γλώσσα που καταφρονούν και δε θα την κατηγορούν πια χωρίς να την
+ξέρουν. Ο λόγος είναι να πάρη κανείς τους κοινούς τύπους και να τους
+βάλη όλους με τη σειρά τους. Τον _πατέρα_, τον έχει κάθε τόπος όνομα
+ξεχωριστό· ο ένας θα πη _ πατέρας_, ο άλλος _κύρης, τσύρης, φέντης,
+αφέντης, αφές, μπαμπάς_ {64}. Ο κοινός τύπος που κάθε Γραικός θα
+καταλάβη και θα μπορέση να πη είναι ο τύπος _ πατέρας _, ίσια ίσια
+γιατί είναι τύπος της κοινής συνήθειας. Το ίδιο και με την κλίση· τα
+ουσιαστικά _μέρα, μέρας, γλώσσα, γλώσσας, λόγος, λόγου, λόγοι,
+λόγους, δώρο, δώρου, πράμα, παιδί, πατέρας, ράχη, ράχης_, τάρθρο, οι
+αντωνυμίες, τα ρήματα, τα επίθετα, κλίνουνται παντού με τον ίδιο
+τρόπο κ' έχουν τύπους κοινούς που τους ξέρει ο καθένας{65}. Είταν
+πρώτα συνήθεια να γράφουνται τέτοια βιβλία. Στα χίλια πεντακόσια
+τριάντα ο Σοφιανός έκαμε μια πολύ καλή γραμματική της γλώσσας μας·
+στα χίλια εξακόσια τριάντα οχτώ έβγαζε ο Πόρτιος τη δική του _
+Γραμματική της ρωμαϊκής γλώσσας _ και την αφιέρωνε στον Καρδινάλε
+Λούκα του Ριχελίου. Δεν πρέπει να κοπή μια τέτοια σειρά. Ας κάμουν
+άλλοι άλλες. Δεν μπορούμε πια ναφιερώσουμε βιβλία στο Δούκα του
+Ριχελίου· ταφιερώνουμε στο έθνος που τάχει πιώτερη ανάγκη. Του
+Πόρτιου η Γραμματική, αν τη διορθώσουμε πού και πού, μπορεί και
+σήμερα να φανή χρήσιμη και να την έχη ο καθένας για πρόχερο οδηγό.
+Πόσο ήθελα και τι καλό θα είτανε να γράφουνταν καμιά τέτοια
+γραμματική και σ' αφτή μας τη γλώσσα! Τον περασμένο χειμώνα ο κ.
+Wilhem Meyer, καθηγητής στη Γένα, που για μεγάλη μου τιμή στάθηκε
+μαθητής μου και που είναι ένας από τους πιο γνωστούς γλωσσολόγους
+της Γερμανίας και τόντις μάστορης στα νεολατινικά, ξανατυπώνει του
+Πόρτιου τη Γραμματική με σκόλια και σημειώματα. Τα σημειώματα θα
+είναι σα μια άλλη Γραμματική. Τον είχα βάλει να κάμη και την έγδοση
+και τα σκόλια. Μα ξέρετε που ο Πόρτιος έγραψε τη γραμματική του στη
+λατινική γλώσσα· θα είταν καλό να τη μετάφραζε κανένας γραικικά, για
+να ξέρουμε και μεις τι γράφουνται για τη γλώσσα μας. Του Πόρτιου το
+πρωτότυπο βιβλίο είναι δυσέβρετο. Ο Δουκάγγης πήρε τη Γραμματική του
+Πόρτιου και την τύπωσε στην Εισαγωγή του Λεξικού του· μ' αφτό δεν
+έγινε όμως λιγώτερο σπάνια, γιατί ο Δουκάγγης ο ίδιος είναι σπάνιος,
+κοστίζει ακριβά και δε βρίσκεται στα χέρια του καθενός.
+
+Τόνομα του Δουκάγγη είναι καημός μου και χαρά μου. Είναι χαρά μου,
+γιατί πολύ με χρησιμέβει το Λεξικό του. Είναι όμως και καημός μου.
+Όσο το βλέπω, λυπούμαι που δε βγαίνει σήμερα κανείς να μας ξαναδώση
+έναν άλλο Δουκάγγη — Ή να φανή και καλήτερος από το Δουκάγγη. Την
+ύλη την έχει. Έχει πρώτα πρώτα τον ίδιο το Δουκάγγη. Έγιναν από
+τότες, κι ακόμη πριν, πολλά γλωσσάρια. Του Σοφοκλή το Λεξικό είναι
+βέβαια το πιο σπουδαίο απ' όλα και τιμά τη γραικική επιστήμη. Είναι
+και του Πόρτιου, του Μέρσιου, του Σομαβέρα· είναι τα διάφορα
+ιδιωτικά γλωσσάρια που βρίσκουνται σκορπισμένα ή σε γλωσσολογικές
+μελέτες ή σε συλλογές. Ο λόγος είναι να τα μαζώξη κανείς και να τα
+βάλη όλα σ' ένα σώμα. Πρέπει πολλοί σοφοί μαζί ναρχίσουν τη δουλειά,
+για να καταφέρουν τέτοιο έργο. Ένας δε φτάνει. Χρειάζεται
+νακολουθήση κανείς κ' ένα σύστημα μεθοδικό. Για κάθε λέξη πρέπει να
+γίνη μελέτη ξεχωριστή. Θαρχίσουμε από την αρχαία. Θα διούμε τι
+σημασία είχε μια λέξη στην ομηρική ή στην κλασσική εποχή, πόσες
+διάφορες σημασίες πήρε κατόπι, ποια μέσα σ' όλες έμεινε και ποια
+σημασία χάθηκε, πώς λίγο λίγο έλαβε μια λέξη καινούριο χρωματισμό,
+τα στάδια από πού πέρασε και την ψυχολογική της σειρά ώςπου να
+καταντήση στη σημερνή της σημασία. Τότες βλέπουμε πόσες σημασίες
+έχει μια λέξη στις διάφορες γραικικές χώρες και ποια είναι η κοινή,
+η συνηθισμένη σημασία. Ο λεξικογράφος μας θαναφέρη τα κείμενα, τα
+μεσαιωνικά χερόγραφα, θα πη τον αριθμό του κώδικα, το φύλλο και την
+αράδα, θα κάμη ό τι δεν έκαμε ο ίδιος ο Δουκάγγης. Έτσι, σα με τη _
+Γενική Γραμματική _, θάχουμε έναν ιστορικό καθρέφτη όλης της
+ελληνικής, από την αρχαία ίσια με τώρα.
+
+Συγκριτική _ σημασιολογία ή σημαντική _ μπορεί να γίνη μόνο με τα
+λεξικά· και μας χρειάζουνται λεξικά για να καταλάβουμε τα μεσαιωνικά
+κείμενα. Συχνά μας έρχεται δύσκολο ναποφασίσουμε αν η τάδε λέξη στα
+χίλια ή χίλια διακόσια έχει πάντα την αρχαία της σημασία ή αν πρέπει
+να της δώσουμε το νόημα που έχει σήμερα (πρβλ. το ρήμα πρόσεχε του
+Σπανία Α',2). Άμα διούμε ποια είναι η συνηθισμένη της και κοινή
+σημασία στα κείμενα της ίδιας εποχής, τότες βγαίνει αμέσως το νόημα.
+Θέλουμε όμως λεξικά, για να το μάθουμε γρήγορα και με μια ματιά. Τα
+μεσαιωνικά κείμενα θα μας δείξουν και σε ποια εποχή άρχισαν πολλές
+λέξες να γίνουνται ελληνικές από ξένες που είταν{66}. Κάθε γλώσσα
+πλουτίζει μ' άλλες γλώσσες και πληθαίνει το λεχτικό της. Για την
+αρχαία, δε θα μπορέση να μάθη κανείς από πού της ήρθαν κάτι ξένες
+λέξες, σαν άνθρωπος, Αθήναι κτλ. Το μόνο που μπόρεσε να πη με
+βεβαιότητα η σημερνή μας επιστήμη, είναι που οι λέξες άνθρωπος,
+Αθήναι και κάτι άλλα γεωγραφικά ονόματα, δε φαίνουνται ελληνικές
+λέξες. Ξένες λέξες και ρίζες είχαν κ' οι αρχαίοι· είναι μάλιστα πολύ
+πιθανό να τις είχαν από τα πιο παλιά τα χρόνια, γιατί κ' οι Έλληνες
+γνώρισαν ξένους λαούς, ξένα έθνη, είχαν εμπόριο με πολλούς ξένους,
+και πριν έρθουν ακόμη στην Εβρώπη, μπορεί στο δρόμο τους κάμποσα να
+μάζωξαν από δω κι από κει, μπορεί και στην Ελλάδα, που κάθησαν,
+κάμποσα να πήραν από τους πρώτους κάτοικους που νίκησαν οι προγόνοι
+μας. Δεν ξέρουμε όμως αρκετά τη γλώσσα τους για να προσδιορίσουμε,
+κάθε φορά που απαντούμε μέσα της κάτι παράξενες λέξες, τι είταν και
+τι δεν είταν ξένης παραγωγής. Θα μας είναι πολύ πιο έφκολο για τα
+γραικικά να βρούμε την αλήθεια και να ετυμολογήσουμε κάθε λέξη.
+Μπορεί κανείς για τα γραικικά να διακρίνη τρεις διάφορες εποχές, που
+πήρε λέξες η γλώσσα μας από άλλες γλώσσες και μάλιστα από λατινικές
+γλώσσες· α) τη _ ρωμαϊκή εποχή _. Οι Ρωμαίοι μας έδωσαν τα ονόματα _
+Γεννάρης, Φλεβάρης, Μάρτης, Απρίλης, Μάης, Γιούνης, Γιούλης _ κτλ.,
+_ Κωσταντίνος, ακκουμπώ, πόρτα _ {67}· β') τη _ φράγκικη εποχή _. Οι
+σταβροφορίες είσαξαν κάμποσα στη γλώσσα μας, και πρέπει να κάμουμε
+τμήμα ξεχωριστό γι' αφτή την περίοδο της ιστορίας μας· γ') _ τη
+μεταγενέστερη ή σημερνή εποχή _. Για την γ' και τη β' εποχή
+χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Όταν πη κανείς για μια λέξη που είναι _
+φράγκικη _, είναι σα να μην έλεγε τίποτις. Η επιστήμη άλλο γυρέβει·
+θέλει να προσδιορίσουμε αν είναι η λέξη ιταλική, γαλλική ή ισπανική·
+έτσι μόνο θα μάθουμε περίεργα ιστορικά, θρησκευτικά, νομολογικά,
+πολιτικά διδόμενα, και θα καταλάβουμε τι φωνολογικούς νόμους έχουν
+και τα γραικικά κ' οι λατινικές γλώσσες, γιατί και κείνες θα
+φεληθούν κάμποσο απ' αφτή μας τη σπουδή. Τέτοια δουλειά δεν είδαμε
+να γίνη ακόμη{68}. Όπως φανή του καθενός, θα μας πη τη λέξη ιταλική
+ή γαλλική· καπότες θα μας τη βγάλη ισπανική, κάποτες πορτογαλλική.
+Μ' αφτό το σύστημα όμως μήτε η γλωσσολογία προκόφτει, μήτε η
+ιστορία· είναι επιστημονικά ζητήματα και δεν μπορεί, μήτε μάλιστα
+ταιριάζει να παίρνουμε τη συνήθεια να τα μελετούμε όπως τύχη. Τέλος,
+χρειάζεται να κάμουμε κι άλλα τέσσερα τμήματα. Δεν είναι μόνο η
+λατινική κ' οι λατινικές γλώσσες που πλούτισαν τη δική μας. Είναι
+α') τα _ γερμανικά και ταγγλικά·_ β')τα _σλαβικά, κοπέλα _ κι άλλα
+τέτοια· γ') _ ταραβικά _ (μαζί μ' αφτά ας λογαριάσουμε και τα
+τούρκικα), _ τουφέκι _ κτλ. Άλλες λέξες πάλε, αφού τις πήραν από μας
+άλλοι λαοί, γύρισαν πίσω και τις έχουμε για ξένες, μόλον ότι είναι
+γραικικές· _ εφέντης _, οθωμανικός τίτλος από τα αφέντης =αυθέντης,
+πρβλ. Αθήν. I', 9· τόνομα _ αφές _ (=πατέρας, σε μερικά χωριά) δεν
+έχει την παραμικρή συγγένεια με την τούρκικη λέξη· _ σεντούκι
+(=σανδύκιον) _. Έτσι και το γαλλικό tonnelle (κληματαριά) πέρασε
+στην αγγλική κ' έγινε tunnel, άλλαξε όμως σημασία. Και πολλοί
+νομίζουνε σήμερα στη Γαλλία που το tunnel είναι αγγλικό· δ') η _
+καθαρέβουσα _. Η λέξη _ εγωισμός _, ας πούμε, δεν είναι αρχαία. Την
+έφτειαξαν οι Γάλλοι κι από τους Γάλλους την άκουσαν ο Κοραής κ' οι
+φίλοι του· κάμποσοι πιστέβουν πως είναι ελληνική λέξη. Στο ίδιο
+κεφάλαιο μπορούμε να βάλουμε και κάτι λέξες που είναι αρχαίες αν
+κοιτάξουμε τον τύπο, μα που πήραν ξένη σημασία. Τέτοιες έχουμε
+άπειρες. _ Κύριος _ γραικικά θα πη ο Θεός, και _ κύρης _ ο πατέρας·
+εμείς το κάμαμε σήμερα να σημαίνη Monsieur· είναι σημασία άγνωστη
+στο λαό, που λέει πιο σωστά _ αφέντης, αφεντικό _. Έχουμε και κάτι
+άλλα που βέβαια ελληνικά δεν είναι· άνθρωπος του κόσμου, homme du
+monde (στο μεσαιώνα θάλεγαν τουλάχιστο κοσμικός), εν δεδομένη τινί
+στιγμή, dans un moment donné, η λύσις εγγίζει, la solution approche,
+περίστασις, circonstance, η βασιλίς των ποτών, la reine des
+liqueurs! κτλ. κτλ. κτλ. θα καταντούσε τόμος, αν ήθελε κανείς
+ναραδιάση όλους αφτούς τους ξενισμούς{69}.
+
+Δεν είπαμε τίποτις ακόμη για την επιστημονική ουσία της ετυμολογίας.
+Η ετυμολογία δεν είναι ξεχωριστός κλάδος της επιστήμης· δε θέλει
+μελέτη ιδιαίτερη. Όποιος ετυμολογεί, εφαρμόζει μόνο και μόνο τους
+φωνολογικούς νόμους που έμαθε, σπουδάζοντας όλη τη γλώσσα και το
+γενικό σύστημα της γραμματικής της. Ξέρετε που όπου πρόκοψαν οι
+γλωσσολογικές μελέτες, κάμνουν ετυμολογίες μόνο όταν κατάλαβαν
+αφτούς τους νόμους. Αν ετυμολογούσανε, χωρίς να γνωρίζουν πρώτα τη
+γλώσσα, η ετυμολογία άλλο δε θα είταν παρά παιχνίδι. Η ετυμολογία
+είναι το τέλος της σοφίας· με την ετυμολογία δεν μπορεί ναρχίση η
+επιστήμη. Πρέπει όμως να περάσουν κάμποσα χρόνια για να το διή
+κανείς. Στη Γαλλία, στο δέκατο έβδομο αιώνα, όταν ακόμη δεν είχαν
+καμιά ιδέα για γλωσσολογία και μήτε συμπέραιναν που τα γαλλικά και
+τα λατινικά είναι η ίδια γλώσσα, ετυμολογούσαν, όπως τύχαινε, κ'
+έλεγαν που το car έρχεται από το γαρ και που το diner είναι ταρχαίο
+_ δειπνείν _. Πριν πιάση κανείς να μελετήση γλωσσολογία όπως τη
+μελετούμε σήμερα, προσέχει μόνο στις λέξες, και νομίζει που το
+βάσιμο και διακριτικό σημείο σε μια γλώσσα είναι το λεχτικό της.
+Έπειτα βλέπει που οι λέξες, πάει να πη, οι ρίζες, δεν έχουν καμιά
+μεγάλη σημασία, και που ταληθινό γνώρισμα και το μόνο σημαντικό για
+τους γλωσσολόγους είναι η γραμματική, το τυπικό κ' η φωνολογία.
+Πολλούς θακούσετε να σας πουν που η γλώσσα μας είναι γεμάτη ξένες
+λέξες και μάλιστα που κατάντησε ξένη, που γλώσσα δεν έχουμε κτλ. Θα
+σας φέρουν απόδειξη κάτι λέξες σαν _ κρεββάτι, καφές, σπίτι,
+αρματώνω, κουβέντα _ και μερικά τέτοια· λέω μερικά, γιατί πολλά δεν
+είναι· όσοι μιλούνε για ξενισμούς, δεν τους μέτρησαν ποτές και δεν
+έκαμαν κατάλογο μεθοδικό, να βάλουνε μέσα όλους τους ξενισμούς,
+μόλον ότι θα είταν, πιστέβω, ένα τέτοιο έργο πιο χρήσιμο πράμα παρά
+να κάθεται κανείς να λέη πάντα τα ίδια και να κατηγορή τη
+δυστυχισμένη μας τη γλώσσα που δε φταίει. Άμα γίνη το λεξικό, θα
+διούμε που οι ξένες λέξες είναι πολύ σπάνιες. Μόλον τούτο, άκουσα
+πως θέλουν πολλοί να τις βγάλουν από τη γλώσσα μας. Δεν μπόρεσα να
+το πιστέψω. Στις λέξες ξένης παραγωγής είναι που βλέπει κανείς ίσια
+ίσια πόσο ζωντανή, ακόμη και σήμερα, είναι η αρχαία γραμματική. Η _
+μέρα _ να κλίνεται _ μέρας _, κι ο _ λόγος, του λόγου _, δεν είναι
+παράξενο. Το περίεργο είναι που η παλιά κατάληξη σώζεται και στις
+ξένες λέξες· αφτό είναι το σπουδαίο. Δεν κλίνουν πουθενά στην Ελλάδα
+_ ο καφέ, οι καφέ, τους καφέ, η κουβέντα, της κουβέντα, οι κουβέντα,
+τις κουβέντα _, κ' είναι αδύνατο ο γραικικός λαός να κλίνη, για την
+ώρα με τέτοιο τρόπο. Αφτό σημαίνει που το ς της αρσενικής
+ονομαστικής ή της θηλυκής γενικής βάσταξε και πάντα βαστά όλη του τη
+δύναμη και χρήση. Η γλώσσα θα είταν ξένη, αν οι ξένες λέξες δεν
+κλίνουνταν. Άμα κλίνουνται, θα πη πως έγιναν πια γραικικές· με λέξες
+ξένης παραγωγής η γλώσσα δε χάνει το χαραχτήρα της και μνήσκει
+πάντοτες η ίδια. Έτσι είναι ακόμη και σήμερα. Το γαλλικό το faux-col
+το ξέρετε. Στην Ελλάδα πήραν τη λέξη. Πώς την είπαν; Το φοκόλ, του
+φοκόλς όχι! Τόκλιναν αμέσως, σα να είταν κανένα γραικικό, αρχαίο
+όνομα, και το είπαν το φοκόλο, τον φοκόλου, όπως λεν τάλογο, του
+αλόγου, το δώρο, του δώρου. Από κει βλέπουμε που ο λαός πάντα
+θυμάται και ξέρει το κλιτικό σύστημα της αρχαίας για τα ουδέτερα.
+Τίποτις με το _ φακόλο _ δεν αλλάζει· η γλώσσα μήτε κούνησε{70}. Το
+ίδιο και με τη γενική του καφέ. Για να είναι τόνομα γραικικό, πρέπει
+νάχουμε φωνήεντο στη γενική κι αφτό το φωνήεντο να είναι το ίδιο
+φωνήεντο που ακούγεται στην ενική ονομαστική. Ο γενικός αφτός ο
+νόμος είναι πολύ παλιός. Έχει την αρχή του στην ελληνική. Οι Έλληνες
+έκλιναν _ η ημέρα, της ημέρας, η σοφία, της σοφίας _ · έπειτα είπαν
+_ η γλώσσα, της γλώσσας, ο νεανίας, του νεανία, ο πατέρας, του
+πατέρα _. Έτσι κλίνεται κι ο _ καφές _ στη γενική, με φωνήεντο,
+καθώς κ' η γενική _ πατέρα, νεανία _.
+
+Οι γραικικές ετυμολογίες μεγάλη δυσκολία δεν έχουν. Ένας μαθητής μου
+μια μέρα ήρθε να με βρη και τον έβλεπα σα ζεματισμένο. «Δεν αξίζει
+τον κόπο, με λέει, να κάμη κανείς ετυμολογικό Γλωσσάριο της
+νεοελληνικής, γιατί αμέσως φαίνεται η παραγωγή κάθε λέξης και πολλή
+δουλειά δε θέλει να την ετυμολογήσουμε. Πού είναι οι λατινικές
+γλώσσες! Εκεί τουλάχιστο χαίρεται κανείς να βρη πράματα που δε
+βρίσκουν άλλοι και με τη μελέτη, με τη δυσκολία, ανάφτει και
+ξανοίγει ο νους του γλωσσολόγου κι ο κόσμος καμαρώνει». Είναι
+αλήθεια. Μεγάλη σοφία δε χρειάζεται για να διή κανένας από πού
+έρχουνται και το _ καμαρώνω _ του φίλου μου (καμάρα, κάμνω σαν την
+καμάρα, περηφανέβουμαι), κι άλλα μερικά, σαν το _ σιμώνω _ (σιμός, _
+σιμόω, σιμώσας τον αυχένα _, ένας που σκύφτει το λαιμό, που έρχεται
+πιο κοντά σ' ένα μέρος παρά που είταν πριν, που κοντέβει· _ η εθνική
+μας εορτή ογλήγορα σιμώνει _ — πλησιάζει, έλεγε ένας ποιητής), _
+στρίφτω, _ στρίφτω το μουστάκι μου (εις τρίβω), _ γερός _ (υγιηρός),
+_ άσπρος _ (asperum, πρβλ. Gloss. Laod. 72, 1, 19, Essais de de
+gramm. hist. II. σελ. 79· «δηνάριον τραχύ... λευκόν, asprum {71} .
+Άλλα πάλε πολλά είναι ανεξήγητα,_ εδώ, όχι, έτσι, μαζί _. Θα μας
+φανούν έφκολα κι αφτά, άμα μάθουμε τους διάφορους τύπους που έχει η
+ίδια λέξη στις διάφορες χώρες. Πρώτα πρώτα πρέπει κανείς να μελετήση
+καλά τους φωνολογικούς νόμους, μ' άλλα λόγια να καταλάβη και νακούση
+πώς προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες σε κάθε τόπο, το _ εγώ _,
+το _ διά _, το _ πατέρας _, πώς κλίνουν κάθε όνομα και κάθε ρήμα κι
+από κει να βγάλη γενικούς κανόνες. Για να ετυμολογήσουμε μια λέξη,
+ας πούμε τόνομα _ Φλάτσα _, πρέπει να μάθουμε α') αν τάτονο ι μέσα
+σε δυο φωνήεντα χάνεται ή όχι στη χώρα που έχουν τον τύπο _Φλάτσα_,
+δηλαδής αν προφέρνουν τέτοιο _ι_· β') αν η πλοκή _κι, κε_, καταντά
+_τσι, τσε_ σ' αφτή τη χώρα· γ') αν το _σ_ δε θέλει κατόπι του _ι_ κι
+αν η συνήθεια είναι να λεν _ άξος, σώπα _, αντίς _ άξιος, σιώπα _.
+Άμα είναι τέτοια συνήθεια, φαίνεται αμέσως η ετυμολογία κ' έχουμε
+κάθε δικαίωμα να πούμε που το _ Φλάτσα _, άλλο δεν είναι παρά _
+Φυλάκια, φυλάκιον, φυλακή _ {72}, γιατί τότες κ' οι φωνολογικοί
+νόμοι είναι σύφωνοι και το _ Φυλάκια _ γίνεται _ Φλάτσια, Φλάτσα _
+ταχτικά. Αν όμως στη χώρα που θακούσετε να λένε _ Φλάτσα _, δεν
+είναι συνήθεια να χάνεται τάτονο _ι_ μέσα σε δυο φωνήεντα και με _λ_
+κατόπι, αν το _κι_ δε γίνεται _τσι_, αν το _σ_ θέλει _ι_, τότες η
+ετυμολογία μας δεν αξίζει. Πρέπει να γυρέψουμε άλληνα. Η ετυμολογία
+δεν είναι για διασκέδαση· θέλει μάθηση και σκέψη.
+
+Κάθε λέξη είναι όμως ιστορικό, είναι και ψυχολογικό μνημείο. Δε
+φτάνει να την ετυμολογούμε, μόνο και μόνο για να μάθουμε την
+παραγωγή της· από τη σπουδή της μπορεί να φεληθή κ' η ιστορία. Θα
+είχε κανείς πολλά να πη για τέτοιο αντικείμενο. Ο γλωσσολόγος θα
+κοιτάξη την ψυχολογική αξία αφτής της μελέτης. Το περίεργο θα είταν
+ίσια ίσια να μπορούσε κανείς να βρη το δρόμο, την ψυχολογική σειρά
+που πήρε κάθε λέξη για ναλλάξη νόημα. Πρέπει κανείς, για τέτοια
+δουλειά, να διαβάση το βιβλίο που θα τυπώση σε λίγο ο σοφός μου
+φίλος και δάσκαλος Α. Darmester{73}. Εκεί θα βρη τον καλήτερο οδηγό
+και δεν είναι ανάγκη να σας πω όσα θα σας πουν άλλοι με πολύ πιώτερη
+γνώση. Από τη γλώσσα κι από τις λέξες βλέπει κανείς αν ένας λαός
+έχει φαντασία και ποίηση ή όχι. Ο λαός δεν αγαπά να λέη ξερά τα
+πράματα κ' η γλώσσα του είναι γεμάτη εικόνες. Αφτές οι εικόνες είναι
+σαν τα χρώματα σε μια ζουγραφιά· στολίζουν κι ομορφαίνουν τη γλώσσα.
+Την κάμνουν και φαντάζει. Με τη φαντασία του λαού όλη η φύση
+ζωντανέβει και στάψυχα πράματα δίνει ψυχή. Όσα βλέπει, είναι
+φαντασία· φαντάζεται κάθε πράμα και θα πη το καθετίς σαν που το
+φαντάζεται και το βλέπει. Testa σημαίνει _ tesson _ · ο λαός τόκαμε
+_ tête _, και σημαίνει σήμερα κεφάλι. Για να πη που περπατεί
+γρήγορα, θα το φέρη, _ έκοψα _ δρόμο, τον έκαμα κομμάτια κ' έτσι
+λιγόστεψε, πρβλ. το _ carpere prata fuga _ του Βεργίλιου. Ή μπορεί
+ακόμη να σε πη· _ πήρε δρόμο _, τον έκαμε κ' έγινε δικός του, πρβλ.
+_ gagner pays _. Έπειτα ξεχνά την αρχική σημασία και τότες του
+χρειάζεται καινούρια εικόνα. Δεν καταλαβαίνει πια κανείς σήμερα στη
+Γαλλία που tête σημαίνει tesson. Για τούτο θακούσετε να σας το πη ο
+λαός· ta boule = ta tête, le caisson = το κεφάλι (se faire sauter le
+caisson), και το λέει έτσι, ίσια ίσια με τον ίδιο τρόπο που είπε
+πρώτα _ ta tête _. Για τον ετυμολόγο, η λέξη _ tête _ δεν έχει
+πιώτερη εβγένεια παρά το caisson ή ta boule· το ίδιο νόημα έχουν κ'
+οι δυο. Όποιος θελήση να μιλήση χωρίς να βάλη στη γλώσσα του καμιά
+μεταφορική εικόνα και προσπαθήση να δώση σε κάθε λέξη την
+ετυμολογική της και ξερή αξία, θα διή, αν το συλλογιστή καλά, που
+θαναγκαστή να μείνη βουβός όλη του τη ζωή.
+
+Η μεταφορά φαίνεται σ' όλα τα λόγια που θα πούμε, και στα πιο
+συνηθισμένα. Στη γλώσσα μας έχουμε λέξη _ διαβάζω _, που σημαίνει _
+περνώ _. Στο μεσαιώνα έλεγαν ακόμη·
+
+ Ολόκληρον ε δ ι ά β α σ α μήναν εις τον ξενώνα.
+ (Πρόδρ. Ε', στ. 88).
+
+Ύστερα το _ διαβάζω _ {74} πήρε τη σημασία του _ αναγινώσκω _, που
+και κείνο άλλο δε θα πη παρά _ αναγνωρίζω _. Το _ διαβάζω _ έχασε
+όλους διόλου σήμερα στην κοινή συνήθεια το νόημα που είχε στο στίχο
+του Πρόδρομου. Για τούτο θακούσετε πολλούς να σας πουν· _ πέρασα _
+το τάδε βιβλίο μια φορά ή δυο φορές. Την ίδια εικόνα μεταχερίζεται
+πάλε, γιατί η πρώτη πάλιωσε και του χρειάζεται άλλη που να μοιάζη με
+την πρώτη. Πολλοί νεολογισμοί έχουν τέτοιο λόγο· η φαντασία του λαού
+είναι ζωηρή κι όλο θέλει καινούριες μεταφορικές εικόνες{75}. Δεν
+ξέρω τι σημασία είχε η λέξη _ ρις, ρινός _ στους αρχαίους μήτε ποια
+είναι η ρίζα της· βέβαια μήτε με το _ ρέω _ (γιατί ε, κι όχι ι {76}
+μήτε με το _ ρέγχω _ έχει καμιά συγγένεια. Πολύ γρήγορα χάθηκε η
+λέξη, γιατί δεν είχε πια καμιά νοστιμάδα για το λαό και δεν έβλεπε
+κανείς τι μπορούσε να πη _ ρις _. Πιο έφκολα μας έρχεται να
+καταλάβουμε τι σημαίνει _ μύτη. Μύτις, μύτιδος _, θα πη, _ μούτσουνο
+_. Κανείς όμως σήμερα, λέγοντας _ μύτη _, δεν πάει πια να συλλογιστή
+το _ μούτσουνο· _ μπορεί μάλιστα, πουθενά στην Ελλάδα, να λεν τη _
+μύτη μούτσουνο _ (έχει μεγάλο μούτσουνο {77} = μύτη), γιατί η λέξη _
+μύτη _ άλλο δε θυμίζει σ' όλο τον κόσμο παρά την αθρώπινη μύτη, ό τι
+θύμιζε στους αρχαίους κ' η λέξη _ ρις, ρινός, _ που θα είχε πρώτα
+ποιος ξέρει τι σημασία. Για να πούμε όλη την αλήθεια, — και
+χρωστούμε να την πούμε, — ο λαός μας μεγάλη φαντασία δεν έδειξε σε
+τέτοιες ονομασίες· άφησε τις αρχαίες λέξες απάνω κάτω παντού όπως
+είταν· τις βάσταξε με το ίδιο νόημα, χωρίς να τις αλλάξη, χωρίς να
+βρη καινούριες εικόνες, χωρίς ο νους του να πλουτίση τη μεταφορική
+λεξικολογία. Όταν ο λαός λέει _ κεφάλι, μέτωπο, χείλια, στόμα,
+δόντια, γλώσσα, αφτιά, ποδάρια, δάχτυλο, νύχι, φρύδια, στήθος, χέρια
+_ δε βλέπουμε να πήρε δρόμο η φαντασία του και καμιά ζωηράδα δε μας
+φανερώνει ο νους του. Μιλεί σαν τους αρχαίους, και τόσο πνέμα δε
+χρειάζεται για να λέη κανείς τα πράματα ίσια σαν που τάλεγαν τρεις
+χιλιάδες χρόνια πριν. Η φωνολογία μόνη άλλαξε, γιατί έπρεπε ναλλάξη
+με τους ιστορικούς νόμους της γλώσσας μας· το νόημα έμεινε. Μόλις σε
+κάτι λέξες σαν κορμί (σώμα), μαλλί (θριξ), μάτι (οφθαλμός),
+ματόφυλλα (βλέφαρα), έδειξε ο λαός κάποια φαντασία, κάποια ποίηση.
+
+Ο σκοπός του λεξικολόγου είναι να μας δείξη με τη μελέτη που θα κάμη
+τι γίνεται μέσα στην ψυχή του αθρώπου, πώς αλλάζει νόημα μια λέξη
+και τι μπορεί να μας μάθουν τέτοιες αλλαγές για την ιστορία, για τα
+ήθη, για τα έθιμα, για το νου και για το χαραχτήρα ενός λαού. Το
+επίθετο _ νόστιμος _ θα πη _ κάτι ή κάποιος _ που γυρίζει σπίτι,
+_που ξανάρχεται στην πατρίδα. Νόστιμον ήμαρ_ λέει ο Όμηρος· είναι η
+μέρα που ξαναβλέπει κανείς τους δικούς του. Είναι μια χαρισάμενη
+μέρα. Ο ξένος που όλο ταξιδέβει, δεν έχει τέτοια τύχη· για τούτο
+ξένος σημαίνει και _ δύστυχος _. Αχ! ο ξένος! πέθανε και πάει, σας
+λέει ο λαός. Από κει φαίνεται όλος ο Γραικός· ξέρετε που είναι ένα
+σωρό δημοτικά τραγούδια για την ξενιτειά. Ένας ποιητής στο μεσαιώνα
+λέει μάλιστα·
+
+ Η ξενιτειά κι ο θάνατος αδέλφια λογούνται{78}.
+
+Η μεγαλήτερη δυστυχία για το Γραικό είναι η ξενιτειά, το πιο _
+νόστιμο _ απ' όλα, η πατρίδα.
+
+Κανένας όμως δε βαστά σπαθί στο χέρι, κανένας δε μας βιάζει και
+καλά, θέλουμε δε θέλουμε, να δώσουμε ετυμολογίες, να βρούμε την
+ψυχολογική σειρά που ζητούμε.
+
+Όταν κανείς δεν μπόρεσε ακόμη να λύση ένα πρόβλημα που μελετά, δεν
+έχει καμιά ανάγκη να μιλήση. Η αρχή της επιστήμης είναι πολύ απλή
+και πολύ δύσκολη· φτάνει να μάθη κανείς, εκεί που πρέπει, να λέη τις
+δυο λέξες· _ δεν ξέρω _. Είναι πολλά πράματα που δεν μπορούμε να τα
+καταλάβουμε· ωςτόσο έχουν όλα το λόγο τους. Ο ουρανός είναι αιώνιο
+μυστήριο για τον άθρωπο. Ας είναι όμως ο κόσμος πρόβλημα ανεξήγητο
+ποιος θα πη τη φύση βάρβαρη; Η γλωσσική ενέργεια του αθρώπου είναι
+μυστήριο και κείνη, μυστήριο σπουδαίο, γιατί μας ανοίγει την ψυχή
+και μας φανερώνει την ιστορία ενός λαού. Ένας βυζαντινός ποιητής
+είπε κάπου·
+
+ Άνθρωπος, όταν περπατεί, κόσμος μικρός υπάρχει.{79}
+
+Θάλεγε μεγαλήτερη αλήθεια, αν έγραφε με τη γλώσσα του·
+
+ Άνθρωπος, όταν ομιλεί, κόσμος μικρός υπάρχει.
+
+Ο κόσμος αφτός είναι μάλιστα κόσμος μεγάλος. Η επιστήμη έχει δυο
+αντικείμενα κι αφτά τα δυο όλο μελετά· τη φύση και τον άθρωπο. Όσο
+σπουδάζουμε τη φύση, πρέπει να σπουδάζουμε και τον άθρωπο. Έχουν την
+ίδια σημασία, την ίδια αξία. Η χυμική αστρονομία μας έδειξε μάλιστα,
+δεν είναι τώρα πολύς καιρός, την υλική ενότητα του κόσμου{80} και
+μας έμαθε που ό τι βλέπουμε να γίνεται στον άθρωπο μέσα, γίνεται και
+στους ουρανούς. Τάστρα και κείνα αιώνια δεν είναι· σαν τον άθρωπο
+γεννιούνται, μεγαλώνουν και σβήνουν. Έν το παν. Ταρχαίο το ρητό
+σήμερα μόνο φαίνεται αλήθεια. Δεν πρέπει λοιπό ναμελούμε καμμιά
+μελέτη, όσο μικρή κι αν είναι. Όποια σπουδή είναι ικανή να μας
+ανοίξη το νου, να μας μάθη τίποτις ή για τον υλικό βίο και τη φύση
+του κόσμου, ή για τον κρυφό οργανισμό του αθρώπου και της ψυχής του,
+είναι μεγάλη, είναι σοβαρή κι άγια σπουδή, γιατί μόνη της θα μας
+φανερώση τα δυο μεγάλα, σοβαρά κι άγια μυστήρια, την αθρωπότητα και
+τον κόσμο.
+
+Είναι μια χαρά για μένα να συναναστρέφουμαι μαζί σας και καλοσύνη
+δική σας να μ' ακούτε· ας το πω τώρα και γω, είναι σήμερα για μένα
+μια πολύ _ νόστιμη _ μέρα. Μόνοι σας εσείς είστε άξιοι να λύσετε τα
+ιστορικά προβλήματα που μας προτείνει η γλώσσα μας και να φωτίσετε
+όσους δεν ξέρουν. Από σας θα φωτιστώ και γω ο ίδιος, για τούτο μ'
+αρέσει να συζητούμε μαζί τέτοια σοβαρά αντικείμενα. Δεν είναι του
+καθενός δουλειά να κρίνη και να μιλή για τη γλώσσα, να την κατηγορή
+ή να την υψώνη. Ένας φρόνιμος άθρωπος δε θα θελήση να δώση γνώμη
+παρά για τα πράματα που σπούδαξε και που ξέρει. Σας βεβαιώνω που άμα
+κανένας με μιλήση για μηχανικά, γιατρική ή τριγωνομετρία, αμέσως
+σωπαίνω. Δεν τόχω μάλιστα διόλου ντροπή να του πω· «Σε παρακαλώ να
+με συχωρέσης· μα δε νοιώθω από τριγωνομετρία». Μπορεί ένας να
+προκόψη πολύ στη φυσική ή στη χυμία, μπορεί να γίνη περίφημος
+μαθηματικός· μπορεί μάλιστα να ξέρη και δυο γράμματα· δε θα πη που
+είναι γλωσσολόγος, μήτε που η γνώμη του έχει την παραμικρή αξία,
+όταν έρθη να μας μιλήση για τη γλώσσα. Για να τον ακούσουμε πρέπει
+να κάμη τα γλωσσικά ζητήματα έργο κι όχι πάρεργο, να σας μιμηθή, να
+τα μελετήση σαν και σας, να σπουδάξη την αρχαία και τη νέα γλώσσα.
+Όποιος πήγε στο σκολειό, όποιος διάβασε Ξενοφώντα και παίρνει το
+κοντύλι να γράψη, δεν έγινε μ' αφτό αρειοπαγίτης. Χρειάζεται κάτι
+παραπάνω. Να ξέρω που το _ ίστημι _ κλίνεται _ίστης, ίσταμεν_, η
+ράχη _ράχις, ράχεως_ — και να δείξω στους άλλους που τα ξέρω —
+μεγάλα πράματα δεν κατώρθωσα. Το ξέρουν και τα παιδιά. Για
+ναποφασίση κανείς τι είναι χυδαίο{81} και τι δεν είναι, να πη που η
+γλώσσα είναι πρόστυχη, πού θέλει διόρθωση, που πρέπει να την
+καθαρίσουμε, δε φτάνει να γνωρίζη την αρχαία γραμματική, είναι
+ανάγκη να κοπιάση να μάθη και τη νέα. Μάλιστα μπορούμε να πούμε
+χωρίς να κάμουμε λάθος, που όποιος μιλεί για διόρθωση δε μελέτησε
+αρκετά, όχι μόνο τα γραικικά, αλλά και την αρχαία γλώσσα. Πιο
+φρόνιμο είναι νακούμε όσους ξέρουν — και πιώτερη τιμή θα μας κάμη.
+
+Όποιος σήμερα μιλεί για γλώσσα, πρέπει πάντα να θυμάται την πρώτη
+αρχή της γλωσσολογικής επιστήμης. Η γλωσσολογία μάς έμαθε που ο λαός
+και μόνος ο λαός έκαμε και πάντα κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου.
+Είναι πολύ σπουδαίος όρος· η επιστήμη δεν ήβρε στα χρόνια μας καμιά
+αλήθεια που νάχη πιώτερη φιλοσοφία. Όσο κανείς δεν προσέξη αφτή την
+αλήθεια, δε θα μπορέση να καταλάβη κανένα γλωσσικό φαινόμενο· όλα θα
+του έρχουνται σα χάος· άμα τη μάθη, αμέσως φωτίζεται όλη η ιστορία.
+Η αρχαία μας η γλώσσα μορφώθηκε με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια
+ψυχική ενέργεια, με τα ίδια λάθη που μορφώθηκε κ' η σημερνή μας η
+δημοτική. Αφτά είναι γνωστά σ' όλους τους γλωσσολόγους· είναι καιρός
+να τα ξέρουμε και μεις.
+
+Αλλιώς, ό τι αν πούμε για τη γλώσσα δε θα μπορέση ποτές να είναι
+σωστό, αφού για να κρίνουμε σωστά, θα μας λείπη πάντα η κυριώτερη
+αρχή, — δε θάχουμε την ιστορική βάση.
+
+Προτού νάρθουν οι Έλληνες στην Ελλάδα, προτού να χωριστή η γλώσσα
+τους από την κοινή μητέρα την αρυοεβρωπαϊκή, κι όταν κατόπι
+χωρίστηκε, όσοι μιλούσαν, όσοι, μ' άλλα λόγια, έκαμαν τη γλώσσα,
+είταν απλοί, αγράμματοι αθρώποι· κανένας δεν _ ταχτοποίησε _, δε _
+διώρθωσε _ τη γλώσσα τους. Όσα _ λάθη _ ακούσετε και κάμη σήμερα ο
+πιο πρόστυχος άθρωπος, τάκαμναν και κείνοι στον καιρό τους. Θέλω να
+σας αναφέρω ένα παράδειμα. Η παραμάννα του μωρού μου συνηθίζει και
+λέει viande crute (crue)· μια μέρα τη ρώτηξα να με πη γιατί το λέει
+έτσι. Μ' αποκρίθηκε πολύ φυσικά· «Και βέβαια, αφεντικό, έτσι είναι
+το σωστό, αφού λέμε viande cuite: puisqu'on dit viande cuite». Στην
+εποχή που μορφώνουνται οι γλώσσες, τέτοια _ λάθη _ κάμνουν όλοι. Η
+γλώσσα που έγραψαν ο Πλάτωνας κι ο Θουκυδίδης είτανε φορτωμένη με _
+λάθη _ ακόμη πιο χοντρά. Ο άθρωπος είναι πάντα άθρωπος· η φύση του
+δεν αλλάζει· ό τι λαό κι αν πάρετε, ό τι εποχή κι αν πιάσετε να
+μελετήσετε, — ας είναι κι ωγύγια εποχή —, πάντα θα βρήτε στον άθρωπο
+μέσα την ίδια απροσεξία, τους ίδιους ανόητους μεταπλασμούς. Είναι
+σήμερα η δόξα της γλωσσολογίας που το κατάλαβε, και κατάλαβε πράμα
+πολύ σημαντικό, αφού μας δείχτει την αθρώπινη φύση όπως είναι, όχι
+όπως τη φαντάζουνται όσοι δεν τη μελέτησαν. Η γλωσσολογία πήγε
+μάλιστα πολύ πιο μακριά· μπόρεσε ναναστήση όλο το γραμματικό σύστημα
+της αρυοεβρωπαϊκής, χωρίς νάχη μήτε ένα μνημείο κείνης της εποχής.
+Ξέρει με τι τρόπο μιλούσαν, είναι τώρα χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια,
+είδε μάλιστα που μιλούσαν πάντα με τα ίδια _ λάθη_.
+
+Έπρεπε αφτά να διδάσκουνται χωρίς άλλο στο σκολειό ή τουλάχιστο στο
+πανεπιστήμιο. Είναι αλήθεια που για ναραδιάση κανείς όλα τα _ λάθη _
+της αρχαίας, θα του χρειάζουνταν καμιά δεκαριά τόμοι, χίλιες σελίδες
+ο κάθε τόμος. Μα φτάνει να πάρη τις πιο συνηθισμένες λέξες κι αμέσως
+φαίνεται το πράμα. Η αιτιατική _ εμέ _ στην αρχή δεν είχε _ ε _
+έβαλαν ένα _ ε _ οι αρχαίοι μόνο και μόνο γιατί άκουγαν ένα _ ε _
+στην ονομαστική _ εγώ _. Έτσι και μεις σήμερα λέμε _ εσύ _, με _ ε
+_, γιατί βλέπαμε ε στην αιτιατική _ εμέ (εμένα) _ και στην
+ονομαστική _ εγώ _ · ακλουθήσαμε το δρόμο που μας έδειξε η αρχαία η
+ίδια. Το δέφτερο πρόσωπο του παθητικού παρακείμενου _ δέδοσαι _ και
+του παθητικού ενεστώτα _ δίδοσαι _ δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο νάχη
+_ σ _, αφού ξέρουμε που το _ σ _ ανάμεσα σε δυο φωνήεντα χάνεται
+πάντα στην αρχαία· π. χ. _ λύη _, όχι _ λύεσαι, ελύου _, όχι _
+ελύεσο, μουσάων, όχι μουσάσων, γένεος _, όχι _ γένεσος _ κτλ. κτλ.
+Άκουγαν όμως κάθε ώρα τους παρακείμενους κ' υπερσεντέλικους _
+λέλεκσαι, ελέλεκ-σο _ · νόμισαν τότες που ο παρακείμενος έχει πάντα
+το _ σ _, ακόμη κι όταν είναι φωνήεντο μπροστά στην κατάληξη, κι όχι
+σύφωνο καθώς στο _ λέλεκ-σαι _ · από κει βγήκε ο παρακείμενος _
+δέδοσαι _ · ο παρακείμενος έφερε και τον ενεστώτα _ δίδοσαι _, γιατί
+τους φάνηκε που την ίδια κατάληξη έπρεπε νάχουν κ' οι δυο αφτοί
+χρόνοι. Σώζουνταν όμως πάντα το δέφτερο πρόσωπο _ λύη _ · εμείς το
+σιάξαμε κι αφτό και βάλαμε παντού στον παθητικό την κατάληξη _ -σαις
+_ Η αντωνυμία _ ημείς _ δεν είχε πρώτα δασεία _ · την πήρε από το
+δέφτερο πρόσωπο _ υμείς _. Βλέπετε που οι αρχαίοι έκαμαν απάνω κάτω
+τον ίδιο λογαριασμό που έκαμνε κ' η παραμάννα. — «Ημείς βέβαια! Έτσι
+είναι το σωστό, αφού λέμε υμείς». Δε φτάνει μάλιστα τούτο· το _ η _
+της αντωνυμίας ημείς είταν πρώτα ασμείς. Οι Έλληνες _ χάλασαν _ το
+λοιπό τον τύπο _ ασμείς _ και τον έκαμαν _ ημείς _ · βάσταξαν όμως
+παράλογα την πλοκή _ σμ _ στο πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού _ εσμέν
+_, γιατί θαρρούσαν πώς θέλει _ σ _ σαν το δέφτερο πρόσωπο _ εστέ _.
+Με την ίδια _ αναλογία _, φτειάξαμε και μεις την αντωνυμία _ εσείς
+_, γιατί είχαμε το πρώτο πρόσωπο _ εμείς _ που και κείνο πήρε το _ ε
+_ από την αιτιατική _ εμέ _ · το ουσιαστικό μας ρήμα _ είμαι, είσαι,
+είναι _, αν το συγκρίνετε με την κλίση της αρχαίας της κοινής _
+ειμί, ει, εστί _, θα σας φανή πολύ πιο ορθό, αφού αρχίζει και
+τελειώνει με τα ίδια φωνήεντα _ ίμε, ίσε, ίνε _. Το _ είναι _ είταν
+πρώτα ένι· ύστερα έγινε _ ίναι _, κ' έπειτα _ είναι _ · έμοιαξε με
+το πρώτο πρόσωπο και με το δέφτερο, όπως έμοιαξε το _ εσμέν _ με το
+_ εστέ, εστί _ κτλ.
+
+Βλέπω που πολλοί προσπαθούν όλο και λεν _ κάθημαι _ αντίς _ κάθουμαι
+_. Βέβαια θα νομίζουν που ο τύπος _ κάθημαι _ είναι πολύ πιο
+κανονικός. Δεν είναι όμως διόλου. Το _ κάθημαι _ είναι _ παραφθορά _
+· έπρεπε οι αρχαίοι να το πουν _ κάθησμαι _, με το ίδιο _ σ _ που
+έχει το δέφτερο και τρίτο πρόσωπο _ ήσαι, ήσται _. Το τρίτο πρόσωπο
+_ κάθηται _ είναι μάλιστα _ λάθος _ διπλό. Δεν είχε _ μ _ και μόλον
+τούτο έλειψε το _ σ _, μόλον ότι έλεγαν _ ήσται _ · έγιναν το λοιπό
+δυο τύποι αντίθετοι, _ ήσται _ με _ σ _, και _ κάθηται _ χωρίς _ σ
+_. Ο μόνος σωστός τύπος θα είταν _ κάθησται _. Το είπαν όμως χωρίς _
+σ _, γιατί δεν άκουγαν το _ σ _ στο πρώτο πρόσωπο _ κάθημαι _ ·
+νόμιζαν που η ρίζα είταν _ κάθη- _ και τους έφτανε να βάζουν την
+κατάληξη μόνο, _ -μαι, -σαι, -ται _. Για να ομαλώσουν όλο τον ενικό,
+έκλιναν το λοιπόν _ κάθηται _ χωρίς _ σ _. Έτσι και μεις ωμαλώσαμε
+όλα τα ρήματα κ' έχουμε παντού στην παθητική φωνή _ ου _ μπροστά
+στην κατάληξη _ -μαι _. Για τούτο λέμε πολύ σωστά _ κάθουμαι _, όχι
+_ κάθημαι _. Άμα πάρη κανείς έναν τύπο της αρχαίας, θα διή που είναι
+τύπος _ χαλασμένος _. Η γενική πληθυντική _ μουσών _ και κείνη, δεν
+είναι μήτε γνήσιος μήτε ορθός τύπος· η γενική _ μουσάων _ είναι πολύ
+καλήτερη, αφού είναι πιο αρχαία. Μάλιστα, όποιος τα θελήση όλα ακόμη
+πιο ορθά, θα πρέπη να πη _ μουσάσων _ · ύστερα και το _ μουσάσων _
+πρέπει να ταφήση και να το κάμη _ μονσjασων _ και στο τέλος να λέη
+μόνο μοντ-j-ασων, γιατί αφτός ο τύπος είναι ο πιο αρχαίος· όλοι οι
+άλλοι είναι τύποι _ χαλασμένοι _, είναι _ λάθη _. Αν κανείς σας
+ρωτήξη με τι δικαίωμα βγαίνει άξαφνα ένας και κλίνει σαν το λαό της
+_ γλώσ-σας _ αντίς _ γλώσσης _, αμέσως τονέ ρωτάτε γιατί κλίνει ο
+ίδιος _ μουσών _, εκεί που είναι πολύ λιγώτερο _ λάθος _ να πη μου-
+σάων _ κτλ. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση· όποιος ανοίξη το στόμα για
+να πη δυο λόγια — ας μιλήση ό τι γλώσσα θέλει — πάντα θα κάμη άπειρα
+λάθη. Γλώσσα ιδανική κι απόλυτος τύπος δεν υπάρχουν πουθενά. Κανείς
+όμως δε βρέθηκε ως τώρα να κατηγορήση τους αρχαίους, που χάλασαν τη
+γλώσσα τους. Και για ποιο λόγο δεν τους κατηγορούμε; Γιατί η
+επιστήμη σέβεται την ιστορία και τα έργα του λαού.
+
+Έτσι θα καταλάβουμε όλη την αξία της δημοτικής και θα διούμε που
+είναι τόντις συνέχεια της αρχαίας. Μια γλώσσα αλλάζει μοναχή της·
+δεν έχει ανάγκη, για ναλλάξη, να τη μιλήσουν ξένοι, ή να ζήση με
+ξένους ένας λαός. Τέτοιες ιδέες δεν τις έχει πια σήμερα κανείς. Πιο
+αρχαία μιλεί ο λαός από μας, γιατί τους τύπους που συνηθίζει, τους
+πήρε από την αρχαία και δεν πέρασε μια στιγμή από τα χρόνια του
+Περικλή που να μη βρεθούν αφτοί οι τύποι στο στόμα του· τους δικούς
+μας τους τύπους τους έχουμε παρμένους από τα βιβλία. Δεν είναι
+πατροπαράδοτοι.
+
+Ποιος θάρθη το λοιπό να πη τώρα ενός λαού· — «Τη γλώσσα που μιλείς,
+δεν τη θέλω, γιατί δεν είναι κανονική· να πάρης τη δική μου που έχει
+γραμματική!» Τέτοιος λόγος με φαίνεται — και θα σας φαίνεται και σας
+– τουλάχιστο κάτι παράξενος, για να μην πούμε άλλο. Είναι σα νάλεγε
+που κρίνει πιο σωστά και που έχει πιώτερη γνώση παρά ένα έθνος
+αλάκαιρο. Μπορούν όμως μια εκατοστή αθρώποι, εκεί που είναι χιλιάδες
+και χιλιάδες άλλοι, να πιστεύουν και να πουν που τη φρόνηση μόνοι
+τους εκείνοι την έχουν; Ξεχνούν το ρητό· Vox populi. Vox Dei.
+Ξεχνούν που ο Χριστός ύψωνε τους φτωχούς, και που μιλούσε τη γλώσσα
+τους. Είμαι βέβαιος που όταν ακούτε τέτοια λόγια, παίρνετε το
+σύστημα που πήρα και γω μ' όσους έρχουνται και με λεν που η γλώσσα
+μας θέλει διόρθωση ή που είναι πρόστυχη και βάρβαρη. Χαμογελώ μ' όση
+γλύκα μ' έδωσε ο Θεός, κάμνω το χαρούμενο, κουνώ χίλιες φορές το
+κεφάλι, το βάζω ίσια με κάτω κι όλο λέω· «Ναι! Ναι! Έχετε δίκιο! όλο
+Ναι!» Με τα σωστά του να φιλονικήση κανείς για τέτοια πράματα, να
+μιλήση σοβαρά, είναι αδύνατο· χάνει άδικα την ώρα του. Θυμούμαι το
+λόγο του Σπανέα· πρέπει, λέει, ένας φρόνιμος άθρωπος μόνο με τους
+φρόνιμους να πολεμά, με τους φρόνιμους ο πόλεμος βαστά ένα
+μερόνυχτο,
+
+ Του δε ζαβού και πελελού χρόνον — και πάλιν άρχει {82}.
+
+Δε θα καταπείσουμε ποτές έναν άθρωπο που έχει τέτοιες ιδέες — και
+του κάκου πολεμούμε.
+
+Σπουδασμένοι, σοφοί και σοβαροί άντρες σαν και σας μπορεί μόνοι τους
+να δώσουν και μια γνώμη σε τέτοια ζητήματα. Όποιας ιδέας κι αν
+είστε, η ιδέα σας θάχη πάντα πέραση στον κόσμο. Καταλάβετε μάλιστα
+πολύ σωστά και πολύ φρόνιμα που δεν μπορεί κανείς να γράφη δυο
+γλώσσες, νάχη δυο τυπικά, δυο φωνολογίες, δυο γραμματικές, μια
+αρχαία και μια νέα, πλάγι πλάγι τη μια με την άλλη, — να κάμνη _
+συμβιβασμούς _, να βάζη κοντά κοντά, σαν που το είπαν, τον Περικλή
+και το _ βαρκάρη _. Είδετε που τέτοιο σύστημα δεν έχει τον τόπο του.
+Νανακατώση, κανείς αρχαία και νέα μαζί, να βάζη στο ίδιο κατεβατό
+δυο γλώσσες, δυο ιστορίες, δυο αντίθετες εποχές, τα χρόνια του
+Σοφοκλή και τα δικά μας, δεν προσέχει την ουσία της τέχνης, που
+θέλει ενότητα κι αρμονία. Σας το μολογώ φανερά, ένα _ θα _, ένα _ με
+_, ένα μικρούτσικο _ να _ με χαλνά την όρεξη, με φαρμακώνει τη χαρά
+μου, όταν πάρω να διαβάσω καμιά σελίδα γραμμένη στην αρχαία γλώσσα.
+Σ' αφτό μόνο δε συφωνώ με την καθαρέβουσα· Ή πρέπει να γράφουμε
+όλους διόλου την αρχαία, χωρίς να κάμουμε ποτές λάθος, ή τα πατρικά
+μας τα γραικικά. Όποιος λέει πως η γλώσσα _ προχώρησε _, όποιος
+θέλει να _ προχωρήση _, πρέπει δίχως άλλο να φέρη πίσω και τη
+σύνταξη της αρχαίας. Δε φτάνει να κλίνη _ πατήρ _ και _ πατράσι _,
+να συνηθίζη _ λίθους _ αντίς _ πέτρες _ · είναι απαραίτητο να φανή
+αττικός σε κάθε φράση που θα γράψη. Αλλιώς θακούση να του πουν ό τι
+μ' έλεγε μια μέρα ένας σοφός και μεγάλος ελληνιστής· «C'est une
+grande faute de goût de ne pas sentir que la langue ancienne, telle
+qu'il serait humainement possible de l'écrire aujourd'hui, sera
+toujours moins correcte et moins élégante que la langue vulgaire».
+Έτσι είναι. Η αρχαία η γλώσσα δεν μπορεί σήμερα να είναι παρά μισή
+γλώσσα· η δημοτική είναι γλώσσα σωστή. Κάλλια το λοιπό να μην τα
+θέλουμε όλα μισά. Αν είναι μάλιστα ο σκοπός μας να δείξουμε που δεν
+άλλαξε ή που δε _ χάλασε _ η γλώσσα, είναι ανάγκη να φύγουν τα _ να
+_ και τα _ θα _· ένα θα κ' ένα _ να _, ας είναι κ' ένα _ με _ (μετά)
+φτάνει μοναχό του για να δείξη σ' όσους ξέρουν από γραμματική, που η
+γλώσσα έπαθε πολύ πιο σπουδαίες μεταβολές παρά όταν πη κανείς _
+πατέρας, κόρη, ίσκιος, τραπέζι, πουλώ _ κι όλα τάλλα. Την ίδια
+παρατήρηση πρέπει να κάμουμε και για την υποταχτική με το _ να _ ή
+με το _ ίνα _. Όποιος γράφει _ θέλω ίνα ποιήσω _, με μιας
+καταστρέφει την αρχαία· αμέσως βλέπουμε που άλλαξε όχι μόνο η
+γλώσσα, μα που άλλαξε κι ο νους· από _ συθετική _ που είταν, έγινε η
+γλώσσα _ αναλυτική _. Έτσι φαίνεται όλη η διαφορά, και μάλιστα στο _
+θέλω ίνα ποιήσω _, φαίνεται πολύ πιώτερο παρά στους τύπους _ δόντια,
+μάτια, στόμα, ράχη, ποδάρια _ κτλ., γιατί σ' αφτές τις λέξες άλλαξαν
+οι τύποι, οι ιδέες δεν άλλαξαν. Αν πάλε, σαν που με το λεν πολλοί,
+δε γράφουν _ ίνα ποιήσω _ τάχατις για να δείξουν πως δεν άλλαξε η
+γλώσσα και που τέτοιος δεν είναι ο σκοπός τους, τότες με φαίνεται
+πιο απλό και πιο έφκολο να γράψη κανείς _ θέλω να κάμω _, αφού είναι
+το ίδιο. Αν άλλαξε, άλλαξε και με τη μια φράση και με την άλλη. Το _
+θέλω να κάμω _ το καταλαβαίνει τουλάχιστο και το λέει όλος ο κόσμος.
+Κάτι θα πη κι αφτό. Αν έγραφα την καθαρέβουσα, θάγραφα αμέσως _ θέλω
+ποιήσαι _. Θακουλουθούσα το δικό σας το σύστημα, που με φαίνεται το
+μόνο σωστό, γιατί ξέρετε και δεν ανακατώνετε τις δυο γλώσσες. Άκουσα
+πολλές φορές να πουν πώς είστε la citadelle du purisme· είναι
+έπαινος σας. Παρατήρησαν παντού μάλιστα στην Εβρώπη, όταν ήρθε η
+πρόσκλησή σας, που αντίς υποταχτική με το _ να _, βάλετε πολύ πιο
+φρόνιμα απαρέφατα.
+
+Να σας πω το κάτω κάτω, δε με μέλει για τη γλώσσα που γράφει κανείς·
+φτάνει να βγη τίποτις από τα λόγια που θα με πη, φτάνει ο λόγος του
+ναξίζη και νάχη μέσα και δυο ιδέες, να με μάθη πράματα που δεν ξέρω.
+Κοιτάζω την ψυχή κι όχι μόνο τη φορεσιά, το νου κι όχι μόνο το
+τυπικό. Ο λαός κάθε μέρα στο Παρίσι συνηθίζει και λέει τις λέξες
+ciel (le ciel de mon lit, un ciel de boue, όταν είναι βροχή), n'est
+pas (il n'est pas bête!), plus (plus souvent!), pur (c'est une pure
+blague), que (pas si bête que ça), le fond (le fond du sac), mon
+cœur (gentil comme un cœur). Με τους ίδιους τύπους, με τις ίδιες
+λέξες σας βγάζει ο Ρασίνας τον περίφημο στίχο που έχει τόση
+νοστιμάδα και γλυκύτητα· Le ciel n'est pas plus pur que le fond
+de mon cœur.
+
+Η γλώσσα είναι ό τι την κάμη ο νους. Η εβγένεια είναι μέσα στην
+ψυχή, όχι στα λόγια. Τα λόγια δεν έχουν άλλη ζωή παρά τη ζωή που
+τους δίνει ο άθρωπος, άλλη ποίηση παρά την ποίηση που έχει μέσα του
+και κείνος. Είναι παιδιά του. Σκλάβοι τους δεν είμαστε. Ο νους είναι
+που ζωντανέβει τη γραμματική. Φτάνει νάχουμε μια ιδέα, να τρέμη η
+καρδιά μας, και βλέπετε αμέσως και τη γλώσσα να χύνη όλα της τα
+λουλούδια· βλέπετε την κάθε λέξη να λάμπη σαν ολόφωτο φεγγάρι.
+
+Ξέρω τι θα με πήτε· δεν έγραψαν πάντα μήτε σ' όλους τους τόπους τη
+γλώσσα που μιλούσαν{83}. Είναι βέβαιο. Μάλιστα στανατολικά μέρη
+φαίνεται μια κάποια διγλωσσία να είναι νόμος ιστορικός. Στην
+Καλκούττα και στο Μπέναρες, ακόμη και σήμερα, τυπώνουνται φημερίδες
+σασκριτικές· κανείς όμως δε μιλεί σασκριτικά. Στην Κίνα η γλώσσα του
+λαού δε γράφηκε ποτές. Οι Άραβες άλλη γλώσσα μιλούν κι άλλη γράφουν.
+Έτσι και μεις. Άλλους πάλε τους αρέσει νάχουν έναν κύκλο φίλους και
+τους φτάνει να τους διαβάζουν οι φίλοι τους μόνοι. Οι Αλεξαντρινοί
+τέτοιο σύστημα είχανε. Δεν τους έμελε για τον όχλο. Συχνά μάλιστα
+κανείς είναι αναγκασμένος να μιλή για λίγους, γιατί και λίγοι τον
+ακούν. Τότες το κάμνει έφκολα σύστημα. Τέτοια τυχαίνουν, όταν είναι
+μια φιλολογία στην παρακμή της.
+
+Όταν είναι καλοκαίρι, ο ήλιος φέγγει για όλο τον κόσμο, τα δέντρα,
+για όλους πρασινίζουν· ένας λαός, στις καλοκαιρινές του τις ώρες,
+δεν ξέρει τέτοιες νοστιμάδες και δεν έμαθε ακόμη να πουλή σοφίες. Τα
+συστήματα που λέμε φαίνουνται μόνο και βγαίνουνε στη μέση, ή όταν
+ακόμη δε μορφώθηκε καινούρια γλώσσα, σα στον καιρό του Ντάντε που
+γύρεβε ο καθένας να γράφη λατινικά, ή στα χρόνια που χάθηκαν οι
+δόξες οι παλιές και που η ποίηση βαστιέται με τη μίμηση μόνο. Παν τα
+φώτα, παν οι μεγάλες ιδέες, κι ο κόσμος αποχαιρετά όλους τους ήλιους
+που βασιλέβουν. Κανείς πια δεν κοιτάζει ποίηση και φιλολογία. Ένας
+ποιητής, για να ελκύση τους λίγους που απομνήσκουν, προσπαθεί να
+τους μαγέψη με κάτι μικρούτσικες, πολυδουλεμένες, πολύτεχνες
+νοστιμάδες.
+
+Ένας όμως που φτάνει νέος σε μια νέα εποχή, που νοιώθει το κεφάλι
+του γεμάτο ιδέες, φαντασίες, εικόνες καινούριες, δεν έχει καιρό να
+συλλογιστή τόσες τεχνολογίες και να βάλη τέτοιες σοφίες με το νου
+του. Ένα μόνο γυρέβει, πώς να πη γρήγορα και παστρικά ό τι έχει να
+πη. Πρώτα βλέπει αν έχει τόντις να πη τίποτες· ύστερα γράφει. Δε
+θέλει να στολίση μήτε την ιδέα του μήτε τη φράση του. Το στολίδι του
+είναι η αλήθεια· φτάνει να την ακούση ο κόσμος, και τα λόγια του
+είναι καλά. Διέστε το Δημοστένη! Τι κεραβνός και τι λιοντάρι! Ορμά,
+ίσια στην αλήθεια· την αλήθεια θέλει· πρέπει να την καταλάβη ο
+καθένας και προσπαθεί όχι να τη συγυρίση, όχι να χτενίση την ιδέα
+του, μα να την πη με τρόπο που να καταπείση το λαό. Ένας μεγάλος
+συγραφέας είναι σαν καθρέφτης· στα λόγια του μέσα ο καθένας βλέπει
+την ίδια του την εικόνα. Στα βιβλία του ζη, αναπνέει, χαίρεται και
+λυπάται, κλαίει και γελά ένας ολάκαιρος αιώνας κ' η αθρωπότητα όλη.
+Είναι κεντρικός σαν τον ήλιο και τον κόσμο φωτίζει· εκεί που ο ίδιος
+δεν ξέρω τι μου γίνεται μέσα μου και δε βρίσκω λόγια να το πω,
+εκείνος με το λέει και με κάμνει να καταλάβω την ψυχή μου. Μιλεί για
+το λαό και σαν το λαό. Τη γλώσσα του λαού θέλει. Ο λαός δε θα ξεχάση
+τόνομά του· όσα είπε θα μείνουνε στη μνήμη του λαού. Για να φανούν
+αριστουργήματα, χρειάζουνται δυο πράματα μόνο· νους μεγάλος και
+λόγος απλός. Ένα γερό κεφάλι δε γυρέβει πώς να φαντάξη, πώς να
+ξεσκονίση μέσα από τα βιβλία καμιά σπάνια λέξη, για ναπορήσουμε με
+την τέχνη του. Δε γράφει για να φαντάξη. Δεν του μέλει για έπαινο
+και για δόξα· μήτε ξέρει τι είναι έπαινος και δόξα. Μπορεί τόνομά
+του να δοξαστή, εκείνος μήτε το βλέπει. Τι θα την κάμη, τη δόξα; Του
+φτάνει να σας πη την ιδέα του — και σας τη λέει με πόθο και ζέση —
+κι όποιος διαβάση τα βιβλία του, νομίζει πως τον ακούει και μιλεί.
+
+Οι ελπίδες μου είναι μεγάλες. Θα μας βγη βέβαια μια μέρα κανένας
+τέτοιος ποιητής ή πεζογράφος. Δε γίνεται να κοπή η σειρά· ένα έθνος,
+που είχε μια φιλολογία σαν την αρχαία τη δική μας, θα βγάλη πάλε
+καμιά φιλολογία μεγάλη· θα ξανακάμη αριστουργήματα καινούρια. Για
+ναξίζη όμως τους αρχαίους, για να μοιάζη με κείνους, δεν πρέπει να
+τους μιμηθή, αφού στα χρόνια τους δε μιμήθηκαν κανένα. Ο ποιητής που
+προσμένουμε θα μιμηθή την αθρώπινη ψυχή και τη φύση που θα βλέπη
+μπροστά του· έτσι έκαμαν όσοι έγραψαν ύστερα από τους αρχαίους στην
+Εβρώπη και βγήκαν ίσιοι με κείνους. Ώςπου νάχουμε κανέναν Ντάντε ή
+κανένα Σαικσπείρο (είναι καλό νάχη ένα έθνος το μάτι του στα πιο
+αψηλά βουνά), μπορούμε να πιάσουμε αλλιώς τη δουλειά και να μη
+γυρέβουμε απαρχής μεγαλεία. Για να γράψη κανείς την εθνική του
+γλώσσα, δε χρειάζεται διόλου να είναι έξοχος νους, ή να βγη αμέσως
+φωστήρας· φτάνει να ξέρη λίγη γραμματική. Που είναι ντροπή να γράψη
+κανείς την εθνική του γλώσσα, που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, ποιος
+Γραικός θα τολμήση πια σήμερα να το πη και ποιος Γραικός να τακούση;
+Με φαίνεται που πάλιωσαν αφτές οι ιδέες. Είναι ένας _ χωρατάς _ που
+κάμνουν κάποτες και να σας πω την αλήθεια άκουσα να με τον κάμουν
+και μένα. «Τι τάχατις; Τη γλώσσα του μάγερά μας θέλεις να γράφουμε;»
+Και βέβαια! Του μάγερά μας τη γλώσσα θέλω. Πρώτα πρώτα σαν πιο
+φρόνιμο μ' έρχεται να μιλούμε την ίδια γλώσσα, γιατί αν του
+μιλήσουμε άλληνα, άξαφνα μπορεί να μη μας καταλάβη και να μη βρούμε
+φαγί να φάμε· αν ο λαός δε μας καταλάβη, έτσι κι αφτή μας η
+φιλολογία θα πεθάνη από την πείνα. Μάθαμε μάλιστα, — και δεν είταν
+ανάγκη να προκόψη πολύ η φιλολογία για να μας το δείξη — που ο
+Σαικσπείρος, ο Βολταίρος κι ο Γκέτες έγραφαν και μιλούσαν ίσια ίσια
+του μάγερά τους τη γλώσσα. Όταν ο Βολταίρος έλεγε je suis, tu es, il
+est, ο Γκέτες ich bin, du bist, er ist, ο Σαικσπείρος I am, he is,
+έτσι απαράλλαχτα τόλεγε κι ο μάγεράς τους σε κείνα τα χρόνια και το
+λέει ακόμη και σήμερα. Δεν είχε ο ένας τύπους ειμί, ει, εστί, πατήρ,
+πατράσι κι ο άλλος τύπους είμαι είσαι, είναι, πατέρας, τους πατέρες,
+στους πατέρες. Να μιλή κανείς σαν το μάγερά του ή να μιλή τη γλώσσα
+του μάγερά του, είναι πράματα όλους διόλου διαφορετικά. Είδετε
+πουθενά καμιά γλώσσα που να μην τη μιλούν κ' οι μάγειροι; Είδετε
+πουθενά κανέναν ποιητή που να μη συλλογιέται τίποτις άλλο παρά
+κρέατα, βόδια, αρνιά, όρνιθες, ψάρια, αλάτι και πιπέρι, ξύδι και
+λάδι; Όχι! Ωςτόσο κ' οι δυo τους την ίδια γλώσσα μιλούν, κι ο ένας
+μπορεί να καταλάβη τον άλλο. Δε μοιάζουν πάντα οι ιδέες· η
+γραμματική όμως δεν αλλάζει. Έπειτα, τι να σας πω; Αν είμουν
+ποιητής, θα με κολάκεβε με το παραπάνω, αν μπορούσε κι ο μάγεράς μου
+να ξέρη τους στίχους μου απ' όξω.
+
+Δεν πρέπει ένας φρόνιμος άθρωπος να δίνη προσοχή σε τέτοιους
+χωρατάδες, μάλιστα μέσα σ' ένα σοφό Συνέδριο σαν το δικό σας. Όλα με
+τον καιρό μεταμορφώνουνται κ' η γλώσσα του μάγερα καταντά γλώσσα του
+Πλάτωνα ή του Σοφοκλή. Να μη νομίζουμε το λοιπόν που ο μάγερας μιλεί
+γλώσσα _ χαλασμένη _, αφού βλέπουμε που την έγραψαν τέτοιοι αθρώποι.
+Ίσως μάλιστα με τον καιρό σας φανή πια άνορθη η καθαρέβουσα. Η
+καθαρέβουσα έχει την ίδια σύνταξη που έχει κι ο μάγερας· το παιδί
+μου είναι άρρωστο, σας λέει ο μάγερας· το τέκνον μου _ ασθενεί _ και
+μάλιστα είναι _ ασθενές_ (!), γράφει η καθαρέβουσα. Τι κάμνει όμως;
+Βάζει άλλες λέξες, μα τα ίδια λέει. Οι τύποι είναι αρχαίοι· η γλώσσα
+αρχαία δεν είναι. Ο μάγερας τουλάχιστο μιλεί μόνο ταπλά του τα
+γραικικά· η γραμματική του είναι πάντοτες η ίδια, έχει τυπικό,
+φωνολογία και σύνταξη που δεν αλλάζουν. Η καθαρέβουσα είναι πολύ πιο
+ανώμαλη, γιατί σας έχει πλάγι πλάγι πράματα αντίθετα, παλιό τυπικό,
+σύνταξη καινούρια. Ποιος όμως στοχάζεται Πλάτωνα, ας είναι και
+Πλούταρχο ή Λουκιανό, να μιλή και να γράφη με τέτοιο τρόπο; Μήτε ο
+Χρυσόστομος έτσι δεν έγραφε.
+
+Τον ίδιο δρόμο που πήρε ο αθρώπινος νους, παίρνει κ' η γλώσσα του
+αθρώπου. Αλλάζει και μόλον τούτο μνήσκει πάντοτες η ίδια. Μια γλώσσα
+είναι σαν ένας φαρδής ποταμός. Κανείς δεν μπορεί να πη που αρχίζει ο
+ποταμός. Άγνωστη η πηγή του! Το ρέμα του είναι σιγανό και στενά τα
+παράλια που λούζει. Λίγο λίγο μεγαλώνει. Η γις ποτίζεται με τα νερά
+του κ' οι κάμποι γεμίζουν πρασινάδα· δροσίζουνται οι ρίζες και τα
+δέντρα χύνουν όλα τους τα φύλλα. Αν πάτε με τον ποταμό, γρήγορα θα
+διήτε στο δρόμο σας σπίτια, χωράφια και ζωή. Σωρέβουνται σε μια
+μικρή χώρα άντρες, γυναίκες και παιδιά. Γίνεται δ ή μ ο ς· έχει τα
+έθιμά του και τη γλώσσα του. Ο ποταμός όλο τρέχει κι όσο πάει
+φουσκώνει η ορμή του. Λες που για να περάση, σκάφτει τα χώματα και
+τρυπά τις πεδιάδες. Πληθαίνουν τα λαμπρά νερά, πληθαίνουν κ' οι
+αθρώποι. Παντού βλέπεις χωράφια και πάλε χωράφια. Δεν είναι τόπος
+χωρίς κάτοικο, αγρός χωρίς εργάτη. Φαίνουνται προάστεια πηχτά,
+τοίχοι αψηλοί, σπίτια χιλιάδες· προχωρεί ο ποταμός — και τέλος νάτος
+που μπαίνει σε πόλη μεγάλη και ξακουστή. ..
+
+Κολόνες μαρμαρένιες στηλώνουν τα παλάτια. Υψώνουνται ναοί. Περίφημες
+Ακαδημίες μας ξεσκεπάζουν το σοβαρό τους μέτωπο και μας δείχτουν το
+πρόσωπό τους. Απάνω στους λόφους βλέπεις σπίτια καμαρωμένα, και
+ξαπλώνουνται ίσια με κάτω στις κοιλάδες μυρωδιές και περβόλια. Η
+ενέργεια του αθρώπου φανερώνεται με χίλιους κόπους. Τι δεν έκαμαν
+και τι δε θα κάμουν; Αφτή η χώρα δε μοιάζει πια με τα πρώτα χωριά
+που είδαμε στο δρόμο μας. Εδώ είναι δήμοι πολλοί. Δεν έχουν έθιμα
+μόνο· έχουν και νόμους. Καλλιέργησαν κάθε τέχνη, έβγαλαν ποίηση κ'
+επιστήμη. Στα θέατρά τους, στα δράματα που παίζουνε, φαίνεται ο
+μοναδικός νους του λαού. Σ' όλα χάραξε την ιδέα του και την έκαμε _
+κτήμα ες αεί _ {84}, για να μάθουν κ' οι άλλοι κατόπι να
+κυβερνιούνται και να ζουν. Είναι πολιτεία κι όχι μόνο πόλη. Ο
+πολιτισμός εδώ γυρέβει την αρχή του. Είναι ξυπνός ο λαός, γεμάτος
+ζωή. Τρέχει, κοπιάζει, χτίζει και δημιουργεί. Σα μέλισσες παν κ'
+έρχουνται οι πολίτες. Βράζει το πλήθος μέσα στους δρόμους. Ο καθένας
+στη δουλειά του. Ο χωρικός ιδρώνει όξω στον κάμπο. Τα παιδιά
+τραγουδούν ηρωικά τραγούδια. Ο στρατιώτης γυμνάζεται· ο ρήτορας
+βγάζει λόγους κι ο φιλόσοφος χαμογελώντας κατεβαίνει στο γιαλό, κι
+όσο πλύνει τα ποδάρια του στο κύμα που τρέχει, έργα αθάνατα μελετά.
+
+Ήσυχος, κι ακάματος βαδίζει ο ποταμός και καμαρώνει. Περηφανέβεται
+που βλέπει τόση δόξα. Τα νερά του χαδέβουν τους τοίχους και τα
+γεφύρια· αντανακλούν τα παλάτια και τους λόφους, τον τρεχάμενο λαό
+και το φιλόσοφο. Αργοπορεί το κύμα σα να θέλη να σταθή, για να χαρή
+ακόμη μια στιγμή την πόλη και την ομορφιά της. Τη νύχτα με το
+φεγγάρι, την ημέρα με τον ήλιο, ζουγραφίζει μέσα του ο ποταμός το
+κάθε πράμα και βγάζει την ωραία εικόνα που βλέπει. Η μια πόλη
+κοιτάζει την άλληνα μέσα στο νερό. Κι ωςτόσο θα περάση το ποτάμι! Θα
+περάση και κατόπι ποιος ξέρει τι θαπαντήση. Μπορεί ακόμη να βρη,
+στην πόλη κοντά, μπαξέδες συγυρισμένους και χωριά καλλιεργημένα.
+Κατεβαίνοντας όμως δε θανταμώση, παρά θλίψη και μοναξιά. Η γις
+ξαναβάζει τα μάβρα της ρούχα. Μόλις φαίνεται, πού και πού, μια
+καλαμιά στον κάμπο, ένα ρημοκκλήσι σ' ωρφανεμένη χώρα.
+
+Μα τι πειράζει; Σαν τον ποταμό, είναι κι ο άθρωπος. Η ενέργεια της
+ψυχής του δεν πεθνήσκει. Ο ποταμός θα λούση πάλε χωριά, προάστεια,
+ίσως γρήγορα και πόλη. Τότες τα νερά του θα μας βγάλουν καινούριες
+εικόνες, θα ξαναρχίση άλλους γύρους το ποτάμι· θα μπη σ' άλλα
+χώματα, θα σκάψη άλλες πεδιάδες. Μπορεί μάλιστα τα κύματά του να
+πάρουν άλλη θωριά, να διή ουρανό που δε γνώριζε πρώτα, και σαν τον
+ουρανό με τα σύννεφα, να γίνη, και κείνος άσπρος και γαλάζιος. Ίσως
+άλλαξε κι ο ποταμός. Ποιος θα μας πη πόσα ρυάκια μάζωξε στο δρόμο;
+Ποιος θα μας πη, ύστερα από τόσες χώρες που ξέπλυνε, που τα νερά του
+είναι πάντοτες τα ίδια, που η φύση τους δεν άλλαξε λιγάκι; Πέρασε
+από τόσα χώματα μέσα, που θα πήραν τα νερά του καινούρια στοιχεία,
+καινούρια σώματα που δεν είχε πρώτα. Κανένας βέβαια δε θα πιστέψη
+που βάσταξε ο ποταμός την ίδια χυμική σύγκραση, που είναι το ίδιο κι
+απαράλλαχτο νερό. Κανείς όμως πάλε δε θα πη που δεν είναι ο ίδιος
+ποταμός, που δε βγαίνει από την ίδια αθάνατη πηγή.
+
+Έτσι και με τις γλώσσες. Πάντα μας δείχτουν καινούριες εικόνες,
+ιδέες καινούριες. Μέσα σε κάθε γλώσσα φαίνεται κι ο άθρωπος που την
+έκαμε· η γλώσσα αντανακλά την ψυχή του, σαν τον ποταμό. Αλλάζουν οι
+τύποι, κάποτες κ' οι λέξες, μα οι γλώσσες μνήσκουν πάντοτες οι
+ίδιες. Ο ποταμός ο δικός μας απάντησε στο δρόμο που πήρε μια πόλη
+μεγάλη, μια αιώνια φιλολογία. Πρέπει τώρα να του χτίσουμε γρήγορα
+καμιά πόλη καινούρια, περίφημη σαν την πρώτη που είδε ξαναμορφωμένη
+σαν τον ποταμό, για να καμαρώση το ποτάμι και τα δικά μας τα
+μεγαλεία. Την πρώτη πόλη ο ποταμός πια δε θα την ξαναδιή· για τούτο
+πρέπει σήμερα να κάμουμε πόλη δική μας, γιατί σ' αφτό τον κόσμο που
+γίνουνται όλα τα πράματα, ένα μόνο δεν μπορεί να γίνη — να παν πίσω
+τα ποτάμια.
+
+Μήνας Άβγουστος, 1886.
+
+--------------
+
+NOTES
+
+Je place ici quelques remarques qui ne méritent guère de figurer
+ailleurs que dans une courte note. Elles font suite à la Préface qui
+se trouve en tête de ce discours et ont trait à quelques questions
+d'orthographe {85}.
+
+J'ai écrit en un seul mot les locutions telles que τόντις (= τω
+όντι, par réduction des deux _ο_ à un seul _ο_ et par adjonction du
+_ς_ adverbial), δηλαδής, μόλον τούτο, αφού, κατεφτείας (de κατ'
+ευθείαν; le ν final disparait régulièrement et le _ς_ adverbial
+s'ajoute alors à la désinence), όλους διόλου etc. On ne sent plus
+guère aujourd'hui dans ces locutions que des adverbes simples.
+Egalement, j'écris γύρω, γύρω, avec _ω_ pour _ω [υπογεγραμμένο]_),
+suivant l'analogie des autres adverbes en ω, απάνω, κάτω, etc. Dans
+γύρω et peut-être dans τόντις, nous avons les deux seuls exemples
+d'un datif ancien conservé par voie populaire dans des locutions
+toutes faites. Un autre datif nous est fourni par une formule de
+salutation dialectale, usitée à Chio, kalisiméra καλή σοί μέρα.
+Τόντις parait être plutôt un mot d'origine savante devenu
+aujourd'hui populaire.
+
+Je ne puis entrer dans l'examen de toutes les orthographes
+particulières que je me suis vu forcé d'adopter, du moment que je me
+conformais aux principes de l'ancienne orthographe. Les questions
+spéciales traitées dans ce discours s'adressent à un publie
+instruit: il saura donc reconnaître de lui-même les règles qui m'ont
+guidé. Il est évident, par exemple, que nous ne pouvons accentuer
+aujourd'hui autrement que Περικλής, χρυσή. Περικλής se décline de
+nos jours, sur ποιητής et χρυσή sur καλή; le circonflexe n'a donc
+plus aucun sens, puisque les anciens eux-mêmes, en pareil cas,
+mettent l'aigu. Ce qui serait aller contre les habitudes
+orthographiques anciennes, ce serait précisément d'écrire Περικλής,
+alors qu'on décline του Περικλή.
+
+Il sera tout aussi superflu de donner quelques autres explications:
+il n'est pas besoin de dire pourquoi nous écrivons την Πόλη, mais τη
+γραμματική, sans ν final et pourquoi le ν final disparait devant
+toute autre combinaison que κ, π, τ et les voyelles: on suppose les
+lecteurs familiers avec les règles élémentaires du grec moderne.
+
+Toutes les formes employées dans ce discours trouveront ainsi leur
+justification dans les règles de la grammaire populaire. Certaines
+personnes prétendent, il est vrai, que la langue _populaire_ n'a pas
+de grammaire; mais leur idée ainsi énoncée, manque de clarté. La
+grammaire de la langue populaire ne se trouve pas à l'état de livre
+imprimé. Cela est exact; mais, il ne faut pas en conclure qu'elle
+n'existe pas. Jusqu'ici on n'a pas encore conçu la possibilité d'une
+langue vivante et pariée — écrite, ou non écrite, peu importe! — qui
+ne reposerait pas sur un système phonétique, morphologique et
+syntaxique propre, en d'autres termes, qui n'aurait pas sa
+grammaire.
+
+Il à paru inutile de marquer par un signe particulier la
+prononciation de i (υ, η, ι, οι, ει, υι) devant une voyelle
+suivante: il suffit d'écrire ποιος au lieu de πιος: on prononcera
+naturellement comme s'il y avait ποιος ou πγοιός. Ces prononciations
+sont tellement familières à tout le monde, qu'il est à peine besoin
+de les rappeler par l'écriture. Le γ n'a été admis que dans les mots
+où il était consacré par l'usage, comme dans γιος, γιατρός, etc. —
+Du reste, — qu'on nous permette de le dire, — toutes les
+orthographes suivies dans ce discours sont des orthographes voulues.
+C'est à dessein que nous écrivons συγραφέας, φαρδής, etc. (voyez
+plus haut à Περικλής), de même προεστός, προεστού, τον ίδρο, etc.;
+τον ίδρο serait assurément plus correct. Mais on trouve ι bref dans
+Euripide, Ion. 1175, en tout cas chez Quintus de Smyrne. Or, toutes
+les fois que nous avons un prétexte quelconque pour simplifier
+l'orthographe, il est bon d'en profiter. C'est pourquoi on peut
+risquer καλοσύνη, et, inversement, διαδώθηκα, parce que tous les
+aor. passifs des verbes en -ώνω (ancien -όω){86} s'écrivent de même.
+Voici donc une dernière confession. Je ne me suis fait naturellement
+aucun scrupule d'emprunter à la langue ancienne tous les mots
+nécessaires soit à la pensée, soit au sujet traité. Je me suis
+permis pourtant une innovation. Les termes de _ brève _ et de _
+longue _, _ μακρόν _ et _ βραχύ _, qui appartiennent à la vieille
+terminologie grammaticale, ne sont pas très exacts en eux-mêmes: de
+plus — ce qui est grave — ces deux adjectifs μακρόν et βραχύ
+contrarient trop ouvertement, à leurs diverses flexions, la
+morphologie en même temps que la phonétique modernes: on pourrait,
+il est vrai, dire régulièrement το βραχέο, d'après το φωνήεντο
+(voyez _Revue des Etudes grecques_. t.I, No 2.): mais j'ai cru
+devoir préférer les deux expressions διπλόχρονο (longue), απλόχρονο
+(brève), expressions qui m'ont paru plus précises même au point de
+vue linguistique. Certaines personnes nous diront que le peuple
+n'emploie pas et ne comprend pas les mots tels que: ενέργεια,
+φιλολογία. χυμία, κατάληξη, δήμος, etc., etc. Elles prétendent
+qu'écrire de cette façon, ce n'est plus écrire une langue populaire.
+Le reproche porte à faux. Le peuple, selon toute vraisemblance, ne
+se nourrit pas des ouvrages de Kant et il est à présumer que les
+habitants de Fribourg en Brisgau ne lisent pas couramment les
+traites de M. Hermann Paul. Cela ne veut pas dire qu'il faut
+supprimer la philosophie ou la linguistique, sous prétexte que le
+peuple ne comprend pas la philosophie ou la linguistique. Cela ne
+veut pas dire davantage qu'il faut supprimer la langue du peuple. On
+n'étudie plus de nos jours la philosophie ou la linguistique, comme
+on l'étudiait il y à deux mille ans. Il est tout aussi logique,
+quand on écrit, de ne plus se servir d'une langue qu'on parlait il y
+à deux mille ans. Il nous faut une langue aussi moderne que notre
+pensée même.
+
+
+
+Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ {87}
+
+
+
+Ο μεγάλος μου ο πεθερός μου έλεγε κ' έλεγε συχνά πως δεν πρέπει
+κανείς ποτέ ναπαντάη, σα γράφουνε για μας άτοπα ή μπόσικα λόγια όσοι
+δεν έχουν άλλη δουλειά. Έλεγε όμως πως κι αφτοί θέλουν απάντηση,
+όταν άξαφνα σε κατηγορήσουνε για τον πατριωτισμό σου. Δεν πρέπει να
+τους αφίνουμε να λένε· πρέπει κάτι να πούμε και μεις.
+
+Σα βγήκε το _ Ταξίδι _, τα σερτάρια μου ξέρουνε τι άκουσα και τι δεν
+άκουσα, γιατί φύλαξα τις φημερίδες εκείνης της εποχής μ' όλες τις
+νοστιμάδες που τυπώνανε κάθε μέρα. Είτανε λύσσα· ένας μάλιστα ήθελε
+και καλά να μου κόψουνε ταφτιά μου. Δεν αποκρίθηκα λέξη. Τα διάβαζα,
+διασκέδαζα, γελούσα, όταν άξαφνα είδα κάπου ένα άρθρο, που βέβαια δε
+γύρεβε να πη τίποτις δυσάρεστο ή να με πειράξη στην αγάπη μου για
+την Ελλάδα, μα που ήθελε ναποδείξη πως η δημοτική μας είναι γλώσσα
+της σκλαβιάς και πως πατριωτικό δεν είναι να τη γράφουμε. Αποκρίθηκα
+τότες, και πολύ πρόθυμα δημοσίεψαν το γράμμα μου στην «Εφημερίδα».
+
+Όπως τόμαθα υστερώτερα, δηλαδή σα βγήκε το γράμμα μου — γιατί έβαλε
+και μια σημείωση, στην αρχή, μαζί με το γράμμα μου, η «Εφημερίδα» —
+ο κ. Α. Γ. Η., που λέει τάρθρο μου, είναι ο κ. Αγησίλαος
+Γιαννόπουλος Ηπειρώτης. Καμιά ιδέα, κανένα σκοπό να τον πειράξω δεν
+είχα. Όσα έλεγε τότες, πόσοι δεν τα ξαναείπαν κατόπι, και με τι ύφος
+και με τι χοντροβρισιές! Ο κ. Γιαννόπουλος έγραφε με τρόπο εβγενικό,
+σοβαρά, σαν άθρωπος που ήσυχα σου λέει τη γνώμη του και θαρρεί πως
+είναι η σωστή γνώμη. Τη γνώμη του αφτή πολλοί ακόμα την έχουνε στην
+Ελλάδα. Τους τα ξηγήσαμε, τους τα ξεδιαλίσαμε όλα με το νυ και με το
+σίγμα· τίποτα, μα τίποτα να μας αποκριθούνε δεν έχουνε, κι ωςτόσο τη
+γνώμη τους δεν την αλλάζουνε, μόνο και μόνο γιατί είναι γνώμη τους,
+κι ας μην έχη και βάση καμιά.
+
+Με τον κ. Γιαννόπουλο τουλάχιστο συζητούσα, φιλονικούσαμε, του έλεγα
+τους λόγους μου, μιλούσαμε για τα ιστορικά της δημοτικής, όπως
+ταιριάζει κάθε φορά που κατηγορούνε τη γλώσσα, γιατί παρατήρησα πως
+το μάθημα το μεγάλο και το μεγάλο το γιατρικό είναι να πιάνουμε να
+μελετούμε κατάβαθα την ιστορική μας γραμματική, άμα νοιώθουμε και
+μας κολνάει στο μυαλό η φοβερή μας εκείνη αρρώστια, να λέμε τη
+γλώσσα μας πρόστυχη κι ανίκανη, αψηφώντας κι αδυναμώνοντας έτσι την
+ψυχή μας την ίδια. Μου είναι άγνωστο αν ο κ. Γιαννόπουλος άλλαξε
+γνώμη{88}. Θα συλλογίστηκε ωςτόσο αλλιώς για μερικά πράματα, που του
+φαίνουνταν τότες αληθινά. Μας το δείχνουνε, μας ταποδείχνουνε τα
+ιστορικά μας, πως κάθε γλώσσα μορφώνεται μοναχή της, και μας
+ταποδείχνουνε με τρόπο που και να θέλη κανείς, δεν μπορεί να πη το
+ενάντιο κι αναγκάζεται να το πιστέψη. Ας αφήσουμε παράμερα πια κάθε
+πρόληψη, κάθε ψέφτικη γνώμη, κι ας το καταλάβουμε τι καλό, τι ωραίο,
+τι θεόλαμπρο πράμα που είναι να καθήση κανείς με την ησυχία του,
+ήμερα, χωρίς πάθος, να ξεφυλλίση τα παλιά μας τα βιβλία, να σπουδάξη
+τη γλώσσα μας και της γλώσσας μας την ιστορία. Θα μάθη πολλά. Κι
+αφτό έχουμε ανάγκη, να μαθαίνουμε. Ας το πούμε παστρικά· όσο την
+είχε και τη βασάνιζε ο Τούρκος ο καταραμένος τη δύστυχη την Ελλάδα,
+βέβαια πως κ' η επιστήμη δεν μπορούσε να προκόψη. Βέβαια πως και
+ταρχαία τα ελληνικά δεν μπορούσανε να σπουδαχτούν όπως έπρεπε. Αν τα
+σπούδαζαν από τότες, αδύνατο σήμερις να πίστεβε κανένας πως η
+καθαρέβουσα μοιάζει με τη γλώσσα εκείνη την ωραία. Δε θυμούμαι ποιος
+ελληνιστής στην Εβρώπη είπε μια μέρα πως οι Έλληνες οι σημερνοί
+γυρέβουνε να δείξουνε με την καθαρέβουσα πως είναι απόγονοι των
+αρχαίων και πως δείχνουν ίσα ίσα το ενάντιο, μόνο με το να νομίζουνε
+πως η καθαρέβουσα είναι γλώσσα ελληνική. Και κοντά στο νου πως δε θα
+το νομίζανε, αν είχανε δε λέω διαβασμένα όπως πρέπει ταριστουργήματα
+της χρυσής μας εποχής, μα τουλάχιστο καταλάβει τη γραμματική την
+ίδια, καθώς την καταλαβαίνουνε στην Εβρώπη, καθώς την καταλάβαινε κι
+ο ελληνιστής που σας είπα. Τότες θα βλέπανε πως η δημοτική μονάχα
+βαστάει από την αρχαία, ενώ η καθαρέβουσα δεν είναι γλώσσα καθαφτό,
+δεν μπορεί το λοιπόν και να βαστάη από την αρχαία τη γλώσσα. Ποιος
+φταίει όμως που δεν το βλέπουνε; Φταίνε τα χρόνια της σκλαβιάς, και
+σαν τα ξετάζει κανείς τα πράματα δίχως πάθος, καταλαβαίνει πως της
+σκλαβιάς η γλώσσα είναι η καθαρέβουσα, πως πατροπαράδοτη από στόμα
+σε στόμα κι από γενεά σε γενεά, δεν υπάρχει άλλη από τη δημοτική.
+Και να μη θαρρήτε τάχα πως με πάθος σας τα λέω αφτά. Τι θα με
+πείραζε, σας παρακαλώ, η καθαρέβουσα, τι θα μπορούσα νάχω κιόλας να
+πω εναντίο της, αν είτανε αρχαία γλώσσα; Όσα λέμε δω, είναι, σας
+βεβαιώνω, πολύ απλά· πολλές σοφίες δε θέλουνε, για να τα νοιώσουμε.
+Ας τα νοιώσουμε λοιπόν και μια ώρα προτήτερα, να δήτε πως τα
+σιάζουμε όλα.
+
+28 του Τρυγητή, 1901.
+
+
+Αξιότιμε Κύριε,
+
+Τώρα μόλις έλαβα τον αριθμό 211 της «Εφημερίδος» σας. Είχα λάβει
+πριν τους αριθμούς 201, 202 και σας έγραψα ιδιαίτερο γράμμα, για να
+σας πω αμέσως πόσο με συγκίνησαν αφτά τα δυο άρθρα (αρ. 201, 202).
+Το σημερνό μου το γράμμα, θα σας παρακαλέσω να με κάμετε τη χάρη να
+το δημοσιέψετε. Δεν έχω συνήθεια ναπαντώ σε προσωπικά άρθρα· όταν
+είναι λόγος για γλωσσικά ή γραμματικά ζητήματα, προτιμώ ναπαντήσω με
+βιβλία· όταν κατηγορούν του λαού τη γλώσσα και τη δική μου, πάλε δε
+λέω τίποτις, γιατί με φαίνεται πως τα είπα όλα. Όταν όμως καταλάβω
+που κατηγορώντας εμένα κατηγορεί κανείς όλο το έθνος, νομίζω χρέος
+μου ναποκριθώ τουλάχιστο με δυο λόγια. Καταντά γενικό ζήτημα.
+
+Ο κ. Α. Γ. Η. (δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ακούστηκε ως τώρα τόνομά
+του στην επιστήμη) γράφει τακόλουθα για τη δημοτική γλώσσα στον
+αριθμό 211 της «Εφημερίδος». σελ. 1, στήλη β'· «Η δημώδης ημών
+γλώσσα, οποία σώζεται εις τα δημοτικά προ του 21 άσματα και οποία
+διετυπώθη και εν αυτώ τω βιβλίω του κ. Ψυχάρη φέρει την σφραγίδα της
+μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας». Λυπήθηκα
+πολύ, όταν είδα αφτή τη λέξη. Ας αφήσουμε τη γλώσσα του κ. Ψυχάρη·
+δεν πιστέβω νάχη κανένας το δικαίωμα να πη που του Ψυχάρη η γλώσσα
+«φέρει την σφραγίδα της δουλείας», κι όποιος το λέει βέβαια δε θα
+διάβασε το βιβλίο του. Μα δε λυπούμαι που δε με διάβασε ο κ. Α. Γ.
+Η. Με κακοφαίνεται μόνο που μπόρεσε ένας Γραικός να γράψη τέτοιο
+λόγο. Δεν ταιριάζει και μάλιστα, για να πω φανερά την ιδέα μου,
+είναι άτοπο να μιλή κανείς έτσι για τη γλώσσα του. Είναι
+επιστημονικό λάθος· είναι και λάθος εθνικό. Τα βλέπουμε στην Εβρώπη
+κι απορούμε· έπειτα λέει ο κόσμος πως οι Έλληνες δεν έχουν κρίση,
+ίσως και που μας λείπει αξιοπρέπεια. Δε γίνεται να κατηγορή κανείς
+και τη γλώσσα του και το έθνος που τη μιλεί· πρέπει να σέβεται και
+τη γλώσσα και το έθνος του. Κατάλαβα όμως τι τρέχει· ο κ. Α. Γ. Η.
+γράφει παρακάτω· «η γλώσσα αυτή, ην διεμόρφωσαν μακροί δουλείας και
+παθημάτων αιώνες». Για τούτο νομίζει, υποθέτω, πως «φέρει την
+σφραγίδα... της _ δουλείας _». Παρακαλώ τον κ. Α. Γ. Η. να με δώση
+την άδεια να του μάθω που η επιστήμη σήμερα δεν παραδέχεται τέτοια
+αρχή· κανένας στην Εβρώπη δεν πιστέβει πια που μπορεί μια γλώσσα —
+όποια γλώσσα κι αν είναι — να _ διαμορφωθή εν δουλεία _ κτλ. Η
+επιστήμη που δεν το πιστέβει μορφώθηκε η ίδια σ' ανεξάρτητα κράτη·
+μας διδάσκει που κάθε γλώσσα αλλάζει μοναχή της και δίχως να υπάρχη
+καμιά ξεχωριστή, εξωτερική αιτία της αλλαγής. Η _ δουλεία _ δεν
+μπόρεσε ως τώρα μήτε να φτειάξη μήτε να χαλάση γραμματική. Κάτι
+ξέρει κ' η επιστήμη που το λέει. Είναι πολύ πιο σωστό και πιο
+φρόνιμο να την ακούμε παρά να βγάζουμε γλωσσολογικούς νόμους του
+κεφαλιού μας.
+
+Δε σπουδάζουμε την ιστορία και δε γυρέβουμε να μάθουμε σε ποια εποχή
+άρχισαν πρώτη φορά να φαίνουνται μερικοί τύποι δημοτικοί. Έπειτα
+μιλούμε για _δουλείαν_. Ο κ. Α. Γ. Η. βέβαια θα ξέχασε που η
+ονομαστική _ μεγάλος _ (Gloss. Laod., 193, 1, 23, 197, 1, 23), που
+τα ισοσύλλαβα _ γυναίκα _ (Gloss. Laod., 197, 2, 20), _ εβδομάδα _
+(Gloss. Laod., 207, 1, 15 - 16), _ διάλυση _ (αντίς _ διάλυσις _
+Gloss. Laod., 170, 1, 21) βρίσκουνται στον ένατο αιώνα. Στον έβδομο
+θαπαντήση ο κ. Α. Γ. Η. την πληθυντική ονομαστική οι _ Αινειάδες _
+(Μαλαλάς, 170, 3, έκδοση της Μπόννας), _ Πέρσες _ (331, 18), _
+Σκύθες _ (26,5). Στον τέταρτο αιώνα δεν έλεγαν πια το ν μπροστά στα
+ημίφωνα _ χ γ θ δ σ ζ φ β_ (Πάπυροι του αρχιδούκα Rainer, Βιέννα,
+1887, II, σελ. 83. gr. 1 α.) Έδειξα μάλιστα στο Ταξίδι μου (σελ.
+178) που μόνο οι λόγιοι μπόρεσαν και μας έβγαλαν την προφορά _
+καταλαμβάνω _, σε μια εποχή που κανείς πια δεν ήξερε τους
+φωνολογικούς νόμους της αρχαίας· η προφορά _ άντρας, έντεκα, κόμπος,
+θαμπώνω, _ κτλ., κτλ., σώζεται όμως από τα πιο παλιά τα χρόνια· κι ο
+Περικλής τέτοια προφορά είχε. Στον πρώτο ή στο δέφτερο αιώνα προ
+Χριστού γνώριζαν την πληθυντική ονομαστική του θηλυκού οι γυναίκες
+(Pap. Lup., 61, 250; Ρap. Leid. I, 11,3). Η _δουλεία_ μέσα σ' αφτά
+τι γίνεται και πού θα τη βάλουμε; Αν ο κ. Α. Γ. Η. είχε μελετήσει τη
+_ δημοτική _, θάβλεπε που όση διαφορά έχουν αναμεταξύ τους η γλώσσα
+του Ξενοφώντα και της Ιλιάδας η γλώσσα, τόση διαφορά έχει κ' η δική
+μας με τη γλώσσα του Ξενοφώντα. Από του Όμηρου στου Ξενοφώντα τα
+χρόνια καμιά _ δουλεία _ δεν μπόρεσε να φέρη τη διαφορά. Μια γλώσσα
+αλλάζει, γιατί είναι γλώσσα και της φτάνει που είναι γλώσσα για
+ναλλάξη. Όταν ανακατώνεται κανείς σε τέτοια ζητήματα, είναι ανάγκη
+να ξέρη, τουλάχιστο τα στοιχεία της επιστήμης. Περισσότερο μοιάζει η
+δημοτική μας με την αττική, παρά που μοιάζουν τα σημερνά τα γαλλικά
+με τα γαλλικά που μιλιούνταν ακόμη στο δέκατο αιώνα. Η _ δουλεία _
+όμως μήτε μόρφωσε μήτε _διαμόρφωσε_ τα γαλλικά. Μπορούσε να κάμουμε
+κι άλλη μια παρατήρηση, γιατί βλέπω που ο κ. Α. Γ. Η. δεν την έκαμε·
+ο κ. Α. Γ. Η. μιλεί για _ δουλείαν _. Τα νόστιμο είναι που η _
+δημοτική _ δε γνωρίζει αφτή τη λέξη· η καθαρέβουσα την έβγαλε στη
+μέση.
+
+Είναι νόμος ιστορικός· όσο προδέβει, όσο προχωρεί και φωτίζεται ένα
+έθνος, τόσο περισσότερο καλλιεργεί, πλουτίζει και σέβεται τη
+δημοτική του γλώσσα, τόσο περισσότερη διαφορά έχει αφτή η γλώσσα με
+την αρχαία που τη γέννησε· το παιδί χωρίζεται από τη μάννα του,
+γιατί μπορεί να περπατήση μοναχό του. Ο νους μεγαλώνει· υψώνουνται
+οι ιδέες· η γλώσσα γίνεται ανεξάρτητη και κείνη. Μόνο όταν ένα έθνος
+δεν είναι ανεξάρτητο, όταν έχει αφέντη ξένο, πάει να πη όταν έθνος
+δεν υπάρχει και δεν υπάρχει λαός, τότε μορφώνεται γλώσσα
+αριστοκρατική, γλώσσα που μήτε την καταλαβαίνει, που μήτε έχει
+ανάγκη να την καταλάβη ο λαός.
+
+Μάλιστα, αν το συλλογιστούμε καλά, θα διούμε που όσα λέει ο κ. Α. Γ.
+Η. για τη δημοτική, ταιριάζουν πολύ καλήτερα για την καθαρέβουσα.
+Φαίνεται πως είταν η μοίρα μου να λέω όλο στους δικούς μας πράματα
+σκληρά, κάποτες και δυσάρεστα· ξέρουν όμως οι δικοί μας με τι νου,
+με τι σκοπό, με τι αγάπη τους τα λέω· κάθε φορά που με αναγκάζουν οι
+δασκάλοι, τους μιλώ και γω όπως πρέπει να τους μιλήση κάθε Γραικός·
+φταίν εκείνοι, αφού έχουν τη συνήθεια να μας λεν πράματα ακόμη πιο
+δυσάρεστα. Ας μας ακούση κι ο κ. Α. Γ. Η., γιατί μπορούμε να του
+αποδείξουμε ήσυχα κι απλά που η μόνη γλώσσα που «φέρει την
+σφραγίδα.. της δουλείας», είναι η δική του. Ο καθένας αμέσως θα το
+καταλάβη. Πρώτα πρώτα πολλοί θα παρατήρησαν αφτό το περίεργο το
+ιστορικό, που σήμερα στην Ελλάδα, στανεξάρτητο το βασίλειο, η
+δημοτική λογαριάζει κάμποσους φίλους και μερικούς οπαδούς· όλος ο
+κόσμος τη μιλεί· τη γράφουν οι φημερίδες, τουλάχιστο δυο τρεις· οι
+περισσότερες την αγαπούν και τη διαφεντέβουν, αν και δεν τη γράφουν·
+ο τύπος δεν μπορεί μοναχός του να κάμη επανάσταση κ' είναι
+αναγκασμένος νακολουθή το παλιό το σύστημα· προσπαθεί όμως ναποφύγη
+όσο δυνατό τα κορακίστικα και τις _ ελληνικούρες _ · τα σοβαρά τα
+φύλλα σέβουνται τη δημοτική· μόνος ο κ. Α. Γ. Η. λέει πως «φέρει τη
+σφραγίδα... της δουλείας»· πολλοί μελετούν την ιστορία της με
+περιέργεια· όλοι καταγίνουνται στο γλωσσικό ζήτημα. Στην Ανατολή
+μήτε υπάρχει ζήτημα· η καθαρέβουσα βασιλέβει. Η καθαρέβουσα στην
+Ελλάδα μοιάζει μόνο σα να είναι το υστερνό σημείο που μας άφησαν
+ακόμη και τώρα οι «μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες», που
+μόρφωσαν αφτή τη γλώσσα, και δεν είναι παράξενο που τη μόρφωσαν·
+είναι πολύ ψυχολογικό. Όταν ένας άθρωπος έχει φιλότιμο — φιλότιμο
+πότε μας έλειψε; — θα προσπαθήση με κάθε τρόπο να δείξη στους άλλους
+την αξία του· ίσως κάποτες και την παρακάμη. Όσο περισσότερο τον
+καταφρονήσουν οι άλλοι, τόσο περισσότερο θα θελήση να τους πη· «Κάτι
+είμαι και γω και θα το διήτε». Θα στολιστή, θα συγυριστή για να τον
+καμαρώση ο κόσμος. Εμείς, όταν ο Τούρκος μας πατούσε το κεφάλι, όταν
+Ελλάδα δεν είταν ακόμη πουθενά, όταν ελληνικό βασίλειο δεν ύπαρχε,
+τι προτέρημα, τι δόξα μπορούσαμε να δείξουμε στους άλλους λαούς; Πώς
+να τους πούμε· «Έχουμε προγόνους περίφημους που δεν τους έχει
+κανένας· είμαστε οι ίδιοι Έλληνες που ζούσαν και στα παλιά τα χρόνια
+και που ο κόσμος όλος σήμερα σπουδάζει τα έργα τους κι απορεί;»
+Στοχαστήκαμε τότες τη γλώσσα· είπαμε στους Εβρωπαίους· «Μας
+καταφρονείτε; δε μας ψηφάτε; Για σταθήτε λιγάκι· να μας ακούσετε πώς
+μιλούμε και να μας διαβάσετε πώς γράφουμε!» Είταν η μόνη μας δόξα·
+αρχίσαμε να μιμούμαστε τους αρχαίους. Η _ μόδα _ αφτή βγήκε σ' έναν
+καιρό που δεν μπορούσε ακόμη ο Σωλομός να τραγουδήση δημοτικά την
+αναγέννηση της πατρίδας. Η ιδέα μας όμως και σε κείνα τα χρόνια
+σωστή δεν είταν· πιάσαμε το ζήτημα ανάποδα και το βλέπουμε τώρα.
+
+Αν το είχαμε συλλογιστή μια στιγμή, θα καταλαβαίναμε που για να
+δείξουμε στον κόσμο πως είμαστε τόντις παιδιά των αρχαίων, ανάγκη
+καμιά δεν είχαμε να πάρουμε τη γλώσσα τους· από τη δημοτική θα
+φαίνουνταν ακόμη καλήτερα πως είναι πρόγονοί μας. Έπρεπε να πούμε·
+«Αφτή η ονομαστική _ πατέρας _, αφτοί οι τύποι _ άντρας, νύφη _ κι
+όλη μας η γλώσσα μαζί, όπως τη μιλεί σήμερα ο λαός μας, σας δείχτουν
+που η αρχαία σώθηκε ίδια κι απαράλλαχτη μέσα στη δική μας, που ο
+λαός ο γραικικός την πήρε από των αρχαίων το στόμα και που από τα
+παλιά τα χρόνια, δεν πέρασε μισή στιγμή που να μη μιλήση ο ίδιος ο
+λαός την ίδια τη γλώσσα. Για να κάμη ονομαστική _ πατέρας _, έπρεπε
+νακούση μια αιτιατική _ πατέραν _ και για νακούση αφτή την
+αιτιατική, έπρεπε πρώτα να ξέρη την αιτιατική _ πατέρα _ · την
+αιτιατική _ πατέρα _ δεν μπορούσε όμως να τη μάθη παρά από τους
+αρχαίους. Η ονομαστική _ πατέρας _ είναι ο θησαβρός μας, η δόξα μας
+και δεν πρέπει να τολμήση κανείς να την αγγίξη {89}». Με τη
+γραμματική και τη γλωσσολογία είταν έφκολο ναποδείξη κανείς πως έτσι
+είταν το σωστό και να ταποδείξη όπως ο μαθηματικός διδάσκει τη
+γεωμετρία, θέλω να πω με τόσο φως και τόση δύναμη που δε θα
+βρίσκουνταν άθρωπος να πη όχι· μάλιστα θα καταλάβαινε αμέσως ο
+καθένας που η ονομαστική _ πατήρ _ της καθαρέβουσας κι όσοι τύποι
+της μοιάζουν, καμιά σημασία δεν έχουν και δε μας μαθαίνουν τίποτες,
+γιατί κ' ένας ξένος μπορεί να πάρη την ονομαστική _ πατήρ _ κι ό τι
+περιττοσύλλαβα θέλει μέσα από τα βιβλία, μα που μόνο ένας Γραικός,
+γεννημένος Γραικός, ξέρει να κλίνη φυσικά και δίχως να το σπούδαξε
+στη ζωή του, ο _ πατέρας, του πατέρα _ κτλ. Ο πρώτος όρος της
+επιστήμης είναι, που όσο πιo _δημοτικός_, όσο πιο _ χαλασμένος _
+είναι ένας τύπος, τόσο περισσότερη αξία έχει για το γλωσσολόγο και
+τον ιστοριογράφο, τόσο και πιο καθάρια μας δείχτει πως είναι γνήσιος
+και σωστός.
+
+Μα σε κείνα τα χρόνια, πού να συλλογιστή κανείς γραμματική και
+γλωσσολογία; Δεν είχαμε καιρό να φιλοσοφήσουμε. Ο τύπος _ πατήρ _
+φάνταζε καλά στο χαρτί· αμέσως τον έπαιρνε το μάτι. Δεν είχε κανείς
+ανάγκη να τον ξηγήση· φαίνουνταν αρχαίος. Τον έβλεπαν οι Εβρωπαίοι
+κι απορούσαν. Ύστερα κατάλαβαν που δεν αξίζει· πολλά γράμματα τότες
+ο κόσμος δεν ήξερε. Έτσι έμεινε η συνήθεια, και νόμισαν οι δασκάλοι
+που φτάνει ναρχαΐζουν και θα μοιάζουν τους αρχαίους. Μάλιστα
+προσπαθούσαν κάθε μέρα ναρχαΐζουν περισσότερο. Ξεσκόνισαν τις
+δοτικές, λίγο λίγο και τα μέσα ρήματα. Έχει κι αφτό το λόγο του·
+είναι ψυχολογικό. Ο νους του αθρώπου είναι γεμάτος περιέργεια· άμα
+μπη σ' ένα δρόμο, θα θελήση να διή ως πού πάει αφτός ο δρόμος, να
+βρη την άκρη του δρόμου. Ελλήνιζαν και κείνοι και προχωρούσαν.
+Έμαθαν κιόλας που στην Εβρώπη γνωρίζουν πολύ καλά τα ελληνικά·
+πειράχτηκε το φιλότιμό τους· πήγανε μερικοί στην Εβρώπη, γύρισαν και
+μας είπαν που πρέπει να διορθώσουμε, να καθαρίσουμε και την
+καθαρέβουσα. Ξέχασαν όμως να παρατηρήσουν που οι Εβρωπαίοι δε
+μελετούσαν την αρχαία για να τη γράφουν και να την κάμουνε γλώσσα
+τους, μα μόνο και μόνο για να φωτίσουν την επιστήμη. Οι δασκάλοι μας
+θαρρούσαν που η σπουδή της αρχαίας έχει σκοπούς πραχτικούς. Για
+τούτο δυσκολέβουνται ακόμη και σήμερα· δεν ξέρουν πώς να σιάξουν τη
+γλώσσα τους και βασανίζουνται. Βλέπω που πολλοί Αθηναίοι θυμώνουν,
+όταν τύχη κι ακούσουν ή διαβάσουν κανέναν αόριστο _ εκομισάμην ή
+εδεξάμην _. Κάμποσοι φίλοι μου μέ τα λεν και σταναχωριούνται· πρέπει
+ξεναντίας ναπορούν πώς δεν κατώρθωσαν οι δασκάλοι, ύστερα από τόσους
+κόπους, να γράφουν καλήτερα τα ελληνικά· τα ελληνικά τους μας
+έρχουνται σαν κάπως μικρούτσικα, αδύναμα και νερουλά. Πολεμούν οι
+ίδιοι να τα συγυρίσουν και δεν το κατάφεραν ως τώρα.
+
+Δύσκολα θα το καταφέρουν, ή να το πούμε πιο σωστά δε θα το
+καταφέρουν ποτέ τους. Και γιατί αφτό; Γιατί δεν κυβερνούν πια τον
+κόσμο μοναχοί τους· τους κάμνουν _ αντιπολίτεψη _. Το καινούριο, το
+τολμηρό μας κόμμα μεγαλώνει και δυναμώνει κάθε μέρα. Πρέπει να
+μεγαλώση· ο ίδιος ιστορικός νόμος που μας έφερε την καθαρέβουσα, μας
+έφερε και την αγάπη της δημοτικής και το θάρρος να την αγαπούμε. Άμα
+έγινε Ελλάδα, άμα κάμαμε βασίλειο ανεξάρτητο, άλλαξαν κ' οι ιδέες.
+Δεν είχαν πια ανάγκη οι δικοί μας να στολίζουνται με τεχνητή, με
+ψέφτικη δόξα· η δόξα τους η νέα είταν αληθινή δόξα. Για να καταλάβη
+ο κόσμος πως είναι παιδιά των Ελλήνων και που μπορούν και κείνοι να
+βγούνε με τους αρχαίους, τους έφτανε να δείξουν την Ακρόπολη και να
+πουν· «Είναι δική μας· χύσαμε το αίμα μας για να γίνη ακόμη πιο
+περίφημη». Στην Ανατολή όμως έμεινε η καθαρέβουσα. Στην Ανατολή,
+δηλαδή στη σκλαβωμένη την Ελλάδα, με την καθαρέβουσα παρηγοριούνται·
+με την καθαρέβουσα ησυχάζουν· περηφανέβουνται τουλάχιστο με τη
+γλώσσα. Τι θα την κάμουν, τη _ δημοτική; _ Χρήσιμη δεν τους είναι. Ο
+λαός δεν ανακατώνεται στα πολιτικά ζητήματα, αφού ζητήματα δεν
+υπάρχουν κι αφού μας έπνιξαν το λαό μας. Άμα φανή ο λαός, θα φανή,
+κ' η γλώσσα του. Για τούτο στην Ελλάδα δεν πρέπει νανησυχούμε, μήτε
+να νομίζουμε πως είναι πάρα πολύ αργά, που χαλάσαμε τη γλώσσα και
+που δεν είναι πια δυνατό να τη διορθώσουμε. Μοναχό του θα γίνη το
+πράμα. Ένα μόνο πρέπει να ρωτούμε, αν το βασίλειο θα ζήση ή όχι, αν
+όλοι οι Γραικοί μαζί θα καταστραφούν ή αν αρχίζουν τώρα μόνο
+νακούγουνται στον κόσμο. Δεν πιστέβω να καταστραφή ποτές ο Γραικός·
+έχω μάλιστα την πεποίθηση, όχι μόνο που το βασίλειο θα μεγαλώση, μα
+που θα γίνη ξακουστό στην ιστορία και που η Ανατολή θα μείνη δική
+του. Αν είναι έτσι, η γλώσσα του λαού θα νικήση και πρέπει να
+τόχουμε για βέβαιο. Θαναγκαστούν όλοι μια μέρα να μιλούν ίδια κι
+απαράλλαχτα σαν το λαό. Θα πιάση τότες ο καθένας να σπουδάζη τη
+δημοτική με τα σωστά του, γιατί θα καταλάβη που τίποτις δε βγαίνει
+μήτε από την αττική μήτε από την καθαρέβουσα, και που μόνο η
+δημοτική θα μπορέση να μας γλυτώση από το χάος — από το θάνατο. θα
+την καλλιεργήσουν· επιστημονικά και φιλολογικά βιβλία θα γράφουνται
+σ' αφτή τη γλώσσα· θα γράφουνται και νομικά, όπως γράφουνταν και στο
+μεσαιώνα, όχι μόνο βιβλία της νομικής, σαν τις _ Ασσίζες της Κύπρος
+_, μα και της γιατρικής εκεινού του καιρού, γιατί προσπαθούσαν τότες
+να γράφουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού κι όσο ανήμπορη, ακατάστατη κι
+αν είταν η προσπάθεια, γίνουνταν τουλάχιστο μια αρχή. Αν οι Τούρκοι
+δεν έπαιρναν την Πόλη, η δημοτική θα είταν πια σήμερα κλασσική
+γλώσσα. Η κρητική φιλολογία, που αρχινούσε τότες να λουλουδιάζη,
+έπεσε άμα έπεσε κ' η Κρήτη στου Τούρκου τα χέρια. Ο λαός μας όμως, ο
+αθάνατός μας ο λαός, δεν ξεχνούσε τη γλώσσα του· την είχε και τη
+φύλαγε, τη βαστούσε στα σωθικά του μέσα. Ποιος μπορούσε να μας την
+πάρη; Δεν της έλειπε μήτε δύναμη μήτε ζωή. Κάθε μέρα μάλιστα
+γίνουνταν πιο δυνατή, πιο ωραία, πιο κανονική· στρώννουνταν η
+γραμματική της, ξεφορτώνουνταν κάτι περιττοσύλλαβα που της έμνησκαν
+ακόμη, και της έβλεπες πάντα περισσότερη ενότητα κι αρμονία.
+Καλητέρεβε και πήγαινε. Πώς να μην προδέψη, αφού πρόδεβε ο λαός κ'
+ήξερε που μ' αφτή του τη γλώσσα θα νικήση; Τη μιλούσε και θυμούνταν
+πως είναι Γραικός. Τα κορμιά μας μοναχά είταν αλυσοδεμένα· η
+λεφτεριά ζούσε στην ψυχή μας, στη γλώσσα μας μέσα· μορφώνουνταν η
+γλώσσα μας ανεξάρτητα και χωρίς να μπορέση να τη σταματήση κανένας.
+Μα δε μας άφιναν οι δασκάλοι να κάμουμε φιλολογία δική μας· ίσια
+ίσια στον καιρό που άρχιζε να ξανοίγη κ' η γλώσσα μας κ' η καρδιά
+μας, σοφίστηκαν εκείνοι πως πρέπει να μάθουμε την αρχαία· μας έλεγαν
+πως η αρχαία θα μας δοξάση και που με την καθαρέβουσα θα φανούμε
+άντρες, παιδιά των Ελλήνων κτλ. κτλ. Είχαν άδικο να το λεν. Εμείς θα
+το σιάξουμε τώρα κι αφτό. Η Κρήτη θα σπάση καμιά μέρα το χέρι που
+την κρατεί· γραικικά χέρια θα τη χαδέβουν και θανασάνη· θανασάνη κ'
+η πατρίδα.
+
+Τότες όλα διορθώνουνται. Fata viam invenient. Οι ιστορικοί νόμοι
+είναι σαν τα ποτάμια· ποτές δε στέκεται η ορμή τους· και χιλιάδες
+δασκάλοι μέσα να βρεθούν, το ποτάμι θα τους χύση όλους στη θάλασσα
+τη μεγάλη, που είναι ο λαός.
+
+Το γλωσσικό το ζήτημα είναι ζήτημα εθνικό. Δεν πρέπει το λοιπό να
+μιλούμε για γλώσσα δημοτική· το μόνο όνομα που της ταιριάζει είναι
+_εθνική_ γλώσσα. Η γλώσσα που δεν είναι εθνική, είναι μια άλλη
+γλώσσα· φτάνει κανείς για να το καταλάβη, να μελετήση τους
+ακόλουθους στίχους. Ελπίζω να τους μελετήση κι ο κ. Α Γ. Η. Είδαμε
+που η _ δουλεία _ δε μόρφωσε μήτε τη γραμματική, μήτε τις ιδέες,
+μήτε το ύφος της εθνικής. Ας διή τώρα και κείνος ποια γλώσσα «φέρει
+την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της
+δουλείας», ποια είναι η γλώσσα της σκλαβιάς. Τον περασμένο χρόνο
+διάβασα σε μια φημερίδα · όχι όμως αθηναίικη φημερίδα, όχι στην
+Ελλάδα · τωραίο ποίημα και τον ωραίο τίτλο που σας αντιγράφω·
+
+ Σαπφική ωδή
+ τη Α. Α. Μ. τω κραταιώ ημών άνακτι Σουλτάν
+ Απτούλ Χαμίτ Χαν τω Β'
+ επί τη ενδεκαετεί επετηρίδι της εις τον θρόνον αναρρήσεως
+ αυτού.
+ Έθνεους κυδρού, πολυάρατ' ώναξ,
+ Όθμανών δορυθρασέων γε χαίρε·
+ Χαίρε και σφι δην ευκλεώς άνασσε
+ ολβιοδαίμων.
+ Χαίρε εις αιώνα φίλαν, αταρβές
+ Πολλάων σκαπτούχε φυλάν, μέγ' εύχος
+ Κάρτα πιστών τεών θεράπων οτρηρών
+ αγλαόθωκον...{90}
+
+Δεν τους αντιγράφω όλους· είναι ακόμη τριάντα έξη στίχοι με το ίδιο
+ύφος. Η γλώσσα η δική μας τέτοια ποίηση δεν ξέρει και δε θα τη μάθη
+στη ζωή της. Όχι μόνο δε θα μπορούσε, μα μήτε θα τολμούσε αφτός ο
+ποιητής να μιλήση έτσι στην εθνική τη γλώσσα. Δε θα τον άφιναν τα
+κλέφτικα τα τραγούδια, θα θύμωναν τα λέφτερα τα βουνά.
+
+Και τι βγαίνει τώρα απ' όσα είπαμε; Βγαίνει που χρωστούμε σέβας στη
+γλώσσα του λαού, όπως σέβουνται τη δική τους όλα τανεξάρτητα τα
+κράτη, και που πρέπει να φύγουν οι ξένοι, για να τελειώση η _
+δουλεία _, και για ναρχίσουμε πια με τα σωστά μας τη _ δουλειά _.
+
+Ελπίζω, αξιότιμε Κύριε, να μη σας κούρασα· το γράμμα μου έγινε
+μελέτη. Δεν το βουλλώνω ακόμη. Θέλω πρώτα να σας πω που με κολάκεψε
+με το παραπάνω η συμπάθεια κ' η φιλοφροσύνη που με δείξατε τόσες
+φορές που μιλήσετε για το βιβλιαράκι μου στην «Εφημερίδα» σας.
+
+Άβγουστο μήνα, 19, 1888. Perros-Guirec, Côtes-du-Nord.
+
+
+
+ΖΟΥΛΙΑ {91}
+
+
+
+Ποιος έγραψε τη Ζούλια; Ο θυμός.
+
+Είχα διαβάσει στην Εστία κάτι νοστιμάδες, κάτι λεφτολεφτούτσικες
+φιλοσοφίες και σοφίες, για να μας μάθουνε τι πράμα είναι η
+«ζηλοτυπία». Είπα τότες με το νου μου· Αφού τη λένε «ζηλοτυπία», δεν
+μπορεί να νοιώθουνε τι θα πη ζούλια. Κ' έγραψα το δήγημά μου. Δεν
+ξέρω γιατί άρεσε περισσότερο στην Αθήνα το πρώτο μέρος από το
+δέφτερο. Θυμούμαι τότες που φιλονικούσανε αλάκαιρο μήνα στο Παρίσι,
+ποιο είναι το καλήτερο, το πρώτο ή το δέφτερο. Έβρισκαν το πρώτο πως
+είχε πιο πολύ πάθος, το δέφτεοο πως είτανε ίσως πιο βαθιά
+ψυχολογημένο. Έχω ένα πολύτιμο γράμμα του Taine απάνω στη _Ζούλια_
+μου, που το φυλάγω για καμάρι και παρηγοριά μου, γιατί το διαβάζω
+κάποτες και λέω· «Αι! δε θα είμαι και τόσο μπόσικος όπως το θαρρούνε
+στην Αθήνα.» Χρέος μου ναναφέρω κ' ένα λαμπρό άρθρο του μεγάλου μου
+φίλου του Anatole France, που το συλλογιούμαι και ντρέπουμαι· τι δεν
+είπε για τη «Ζούλια».
+
+Ύστερις απ' αφτούς, έλαβα τότες κ' ένα γράμμα του καλού μου φίλου Κ.
+Μάνου και μου έκαμε μάλιστα μια πολύ σωστή παρατήρηση. Μου έλεγε πως
+έκαμα λάθος, εκεί που γράφω, στο τέλος του δέφτερου πλίκου, πως
+βγήκε ο Πάλμος «να πάρη λουτρό».
+
+Το ρωμαίικο είναι «_ να κάμη λουτρό _». και τόντις θέλησα να το
+διορθώσω. Μα τάφησα έπειτα, γιατί άκουσα και στην Αθήνα έτσι να το
+λένε, _ παίρνω λουτρό _, καθώς λένε και για το τραίνο πως το
+παίρνουνε _. Μπορεί να είναι ξενισμός, μου φαίνεται όμως πως
+τέτοιους ξενισμούς έχει σήμερις κάθε γλώσσα, έχει κ' η δημοτική μας.
+Ας με συμπαθήσουνε λοιπόν οι φίλοι, κι ας δούμε τώρα και τη _ Ζούλια
+_ την ίδια.
+
+28 του Τρυγητή, 1901.
+
+Φίλτατε Δροσίνη,
+
+Μου έκαμες τη χάρη να μου στείλης έναν τόμο της Εστίας (Γεννάρη —
+Γιούλη 1890). Αμέσως την άνοιξα κι αμέσως πήγε το μάτι μου σ' ένα
+μέρος που είτανε λόγος για _ζηλοτυπία_. Πολύ μου άρεσαν όσα διάβασα
+για τη ζηλοτυπία· είχαν κάμποση νοστιμάδα, είταν και γεμάτα
+ξυπνητάδες. Να σου πω την αλήθεια, δε νοιώθω γρυ από ψυχολογία· μην
+προσμένης να σου αραδιάσω φιλοσοφίες και σοφίες. Θυμήθηκα όμως,
+εκείνη την ώρα, δυο μου φίλους, δυστυχισμένους και τους δυο. Βρέθηκε
+να τους ανταμώσω πέρσι στο Παρίσι, πού και πώς μη ρωτάς. Είχα να
+τους διώ από τα παιδιακήσια μου χρόνια στην Πόλη. Είναι σήμερα
+σωστοί πέντε μήνες, την ίδια μέρα και με το ίδιο ταχυδρομείο, στις
+εντεκάμισυ το πρωί, στην εξοχή, έλαβα δυο πλίκους και μέσα στον κάθε
+πλίκο λίγες κόλλες χαρτί. Είταν του καθενός η ιστορία γραμμένη από
+το χέρι του. Σου στέλνω τη μια και την άλλη. Ίσως τις διαβάσης.
+
+ΠΡΩΤΟΣ ΠΛΙΚΟΣ
+«................................................................
+Πού είμαι, πού βρίσκουμαι, δεν μπόρεσα ακόμη να το καταλάβω. Τι
+παράξενο σπίτι που τοίχους δεν έχει! Δεν είναι ξύλο, δεν είναι
+πέτρα, δεν είναι σίδερο τα ντουβάρια· είναι καμωμένα από καταχνιά
+και μοιάζουν πιο γερά παρά ξύλο, πέτρα και σίδερο. Πολεμώ να κάμω
+τρύπα και δεν το κατορθώνω. Με το χέρι, με το ποδάρι, με το κεφάλι,
+χτύπα. Του κάκου. Δεν γκρεμνά. Τίποτις δε βλέπω.
+
+Ώρες, μήνες, χρόνια περνούσαν και τίποτις δεν έβλεπα.
+
+Ποιος το λέει πώς δεν μπορεί μάτι αθρώπου να κοιτάξη τον ήλιο; Στον
+ήλιο μέσα να ζούσα, δε θα μου έφτανε το φως του. Να φύγη, να
+ξεσκορπιστή το χάος αφτό που με σκοτώνει.
+
+Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα!
+
+Είναι βράχος μια τέτοια νύχτα. Να μη φέγγη και ποτές! Οι κακούργοι!
+Με γέλασαν κι όλο με γελούν. Κόκκινο μελάνι, κόκκινο ζήτησα να μου
+φέρουν, κι αφτό είναι μάβρο σαν το αίμα.
+
+Τι να σπάσω, να ξεθυμάνω; Τρίζουν τα δόντια μου, φωνάζω, και δεν
+έρχεται κανείς και κανείς δε μιλεί. Λέξη δεν ακούω.
+
+.................................................................
+Αγριέβουμαι. Δε σφαλνώ μάτι. Κι ο τοίχος πάντα μπροστά. Τι θέλουν
+άραγες; Πάλε τα ρούχα μου να ξεσκίσω; Όχι! όχι! Είμαι φίνος και δε
+με πιάνουν. Το ντουβάρι μόνο να πέση! Και δε θέλει. Να το πάλε
+μαλακό σαν το μπαμπάκι, και κλοτσιά να του δώσης, δε σαλέβει.
+
+Τους αρέσει να θυμώνω, για να μου λεν ύστερα παραμύθια. Σφίξε,
+Καρλή, δάγκασε, Καρλή, τους γρόθους σου στο στόμα σου μέσα· να σε
+δέσουμε κατόπι. Μη σας μέλη! Δεν το κάμνω πια και θα διήτε. Ο
+κολλάρος μου με πνίγει. Να μπορούσα να τον πετάξω! Δε θα τον πετάξω,
+να μη χαίρουνται. Είδες άθρωπο πιο ήσυχο από μένα; — Ας πεθάνω και
+μια ώρα προτήτερα, να τελειώση.
+
+Είναι απέραντη η μοναξιά.
+
+Ας μου πουν καμιά ψεφτιά, μα τουλάχιστο ας μιλήσουν. Ας ακούσω μια
+φωνή! Να μη μου ξαναμασούν όμως όλο τα ίδια. Ποιος; Εγώ δεν ξέρω τι
+λέω; Να τους το δείξω. Τα θυμούμαι σα να είταν και σήμερις. Είμουν
+τότες αλλού. Στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη. Είμουν και γω σαν
+τους άλλους. Θα καταλάβουν πως είχα δίκιο. Όλα θα τα καταστρώσω με
+τη σειρά τους στο χαρτί. Πρέπει πια και κείνοι να κρίνουν ίσια τα
+πράματα, ίσια και σωστά σαν και μένα. Και τότες θα μ' αφήσουν, και
+θα πέση το ντουβάρι και θα με βγάλουν όξω, όξω στα ηλιοπερέχυτα τα
+περιβόλια.
+
+Μα που μπορούν αφτοί να με καταλάβουν; Κανένας τους δεν αγάπησε σαν
+και μένα.
+
+Τα χαρούμενα, τα χρυσά, ταθώα της, τα καλά της τα μαλλιά, πως
+έλαμπαν εκεί κάτω, στο περιβόλι, όταν την είδα πρώτη φορά με την
+αδερφή μου μαζί, που περπατούσε πλάγι πλάγι η Λέλα με την Ελένη! Τα
+μαλλιά σου, να τα φιλήσω, γιατί λιώνει η καρδιά μου, μόνο που τα
+θυμούμαι. Είταν πίσω το περιβόλι, κ' έρχουνταν η Λέλα σαν τον ήλιο
+κι ανέβαινε τα σκαλοπάτια του σπιτιού. Ποιος, ποιος να μην τη
+λατρέψη: Άμα φάνηκε, της έδωσα τη ζωή μου. Να της το πω, να την
+πάρω, να την αρπάξω, να φύγω, να την έχω γυναίκα μου, δική μου, να
+είναι δική μου όλη μέρα.
+
+Την κοίταζα και της φώναζε μέσα μου η ψυχή μου· Εσύ είσαι η μόνη που
+θαγαπήσω.
+
+Η μόνη! η μόνη! ακούς!
+
+Γιατί τάχατις να είναι τόσο ανήξερες οι γυναίκες; Εμείς αμέσως, με
+μιας αγαπούμε, σαν την αστραπή που σε καίει πριν ακόμη να σ' αγγίξη.
+Εκείνες, καιρός τις χρειάζεται, καιρός! Είναι σαν τα λουλούδια η
+αρχοντιά τους· αγάλια αγάλια· θέλουν ώρα να ξανοίξουνε.
+
+Νανουρίσματα και τραγούδια, χάδια μέλι γεμάτα, λόγια γλυκά λόγια, τι
+ήθελε; να της το δώσω! Να την προσέχω σαν παιδί μου· ό τι ζητήση, να
+της το φέρω. Λέλα τι προστάζεις; Λέλα, θες να φύγω; Θες να μείνω,
+Λέλα, Λέλα, θες να πέσω κατά γης και γονατισμένος μέρες αλάκαιρες να
+σε προσκυνώ σαν εικόνα; Είναι σαν τρεμουλιαστό πουλάκι η γυναίκα.
+Μην πας και την ξαφνιάσης. Πρέπει μάννα της να γίνης, να της μιλής
+σιγά κρυφά, να της μάθης εσύ τα μυστήρια του κόσμου και της ψυχής.
+
+Αχ! δε λέω να μ' αγαπήση· ας διή μόνο πόσο την αγαπώ!
+
+Και πώς δεν τόβλεπε, πώς δεν το καταλάβαινε που μια φλόγα είταν
+αναμμένη στα στήθια μου μέσα; Δεν τόννοιωθε; Όχι! Δεν τόννοιωσε μήτε
+κείνη μήτε κανένας άλλος. Κάθησε τώρα μέσα στο μυαλό μου· και δε
+βγαίνει πια και βήμα δεν κάμνει που να μην τη διώ. Ήσυχη και γλυκειά
+σαν το καλοκαίρι, με το μαλακό της το χαμογέλοιο, με τα μικρά της τα
+ποδαράκια, πήγαινε κ' έρχουνταν η Λέλα μέσα στο σπίτι. Έτρεχε απάνω
+στο Σταβροδρόμι με την Ελένη, έκαμνε βίζιτες με την Ελένη, τη
+συντρόφεβε παντού, έπαιζε πιάνο μαζί της, μελετούσε μαζί της,
+μιλούσε, χωράτεβε, σα να μην ήξερε τίποτις. Καμώνουνταν και τότες ή
+όχι; Κάπου κάπου συλλογισμένη την έβρισκες και κάθουνταν.
+
+Όλα τάχω παρατηρημένα.
+
+Τι συλλογιούνταν; Από το πρόσωπό της έφεγγε μια χαρά, μια χαρά
+σιγανή, μια ήμερη, ξέγνοιαστη χαρά· εμένα βέβαια δε συλλογιούνταν.
+Πώς μπορούσε να με συλλογιέται και να κάθεται ατάραχη, με τόση
+καλοσύνη στα μάτια; Απάθεια, απάθεια κι απονιά, εκεί που
+βασανίζουμουν και πονούσα. Με τα είκοσί της τα χρόνια, έμοιαζε ακόμη
+παιδί, τρυφερό είκοσι χρονώ παιδάκι, και σα μεγαλήτερή της
+φαίνουνταν η Ελένη. Η Λέλα βάσανα δεν είχε, η Λέλα δεν πονούσε, δεν
+της έμελε για τίποτις εκεινής, και στο τραπέζι, κάθε μέρα, η Ελένη
+αντίκρυ στον πατέρα, εγώ αντίκρυ της Λέλας, την κοίταζα κ' η καρδιά
+μου πετούσε να μπη μέσα στην καρδιά της. Πώς την αγαπούσα! Κορμί και
+ψυχή. Δική μου και κανενός άλλου, θα το μάθη. Δεν αγάπησε, όποιος
+για πάντα δεν αγαπά.
+
+Εσένα μόνη, τάκουσες, Λέλα; τακούς!
+
+Γίνεται τουλάχιστο να μη με λυπηθή; Να με λυπηθή; Όχι. Να μ'
+αγαπήση. Σα φωτιά τριγύρω της ανέβαινε η αγάπη η δική μου. Έπρεπε να
+την κάψη. Είχε καρδιά ή δεν είχε, είταν πεπρωμένο η φλόγα αφτή να
+την αγγίξη, γιατί αγάπη τέτοια δε στάθηκε στον κόσμο ποτές και ποιος
+μπορεί να ξεφύγη, όταν αγαπάς με τόση ζάλη, με τόση ορμή;
+
+Είταν αδύνατο η Λέλα να μείνη αδιάφορη και κρύα, να περπατή με το
+μαλακό της το χαμογέλοιο, κι όταν την αντάμωνα, ήσυχα να διαβαίνη
+και μόλις να με βλέπη. Και τον πάγο και τους βράχους αφτούς εδώ θα
+τους διής να κορώσουν, άμα τους βάλης σπίθα παρμένη από μέσα από την
+καρδιά σου.
+
+Όλα τάχω παρατηρημένα.
+
+Έτσι μόνο, για τούτο μοναχά το λόγο, με μιας κατάλαβε η Λέλα.
+
+Πες το, φως μου, σαν που το είπες εκείνη τη νύχτα, πες το, Λέλα, να
+το ξανακούσω. Όχι! μάρμαρο δεν είταν· την ψυχή της, άκουσα την ψυχή
+της που μου μιλούσε. Κατέβαινα τη σκάλα στα σκοτεινά· κρέμουνταν το
+λυχναράκι μισοσβησμένο στο ταβάνι. — Και να πάλε που τίποτις δε
+βλέπω. Σκότος, πάντα το σκότος που με τυφλώνει. — Η Λέλα! Βλέπω
+άξαφνα τη Λέλα που πηγαίνει απάνω στην κάμερή της. Βρέθηκα πλάγι
+της, κοντά κοντά, και σα μισοπεθαμμένος ψιθύρισα, που μόλις μπορούσε
+να το πάρη ταφτί της·
+
+ — Λέλα, είσαι συ;
+
+ — Ναι! γυρνά και μου λέει. Τη φωνή της δε θα την ξεχάσω στη ζωή
+μου. Η φωνή της! Άκουσες άγγελο να λαλή και με μια λέξη ναπαντήση·
+«Ναι! ναι! το είδα, το ξέρω· μη γυρέβης άλλο να σου πω.»
+
+Πάει να φύγη και σκουντάφτει το μικρό της το ποδαράκι· κοντέβει να
+πέση, τη βαστώ. Με καίει ακόμη το πετσί της.
+
+ — Λέλα, δεν έπαθες τίποτις; Λέλα μου, πες το.
+
+ — Όχι! όχι! Είναι αργά.
+
+ — Καλή νύχτα! καλή νύχτα! Λέλα, ύπνο καλό. Κοιμήσου καλά.
+
+ — Καλή νύχτα! — Και γίνεται άφαντο το παιδί μου. Είδες νύχτα καλή;
+Βαρειές οι ώρες και κύματα οι λογισμοί.
+
+Θα θελήση; δε θα θελήση; Πώς να της το πω; Και μπορώ να της πω
+τίποτις: Έχω δικαίωμα; Ίσως τρόμαξε κ' έτρεμε η φωνή της. Το
+φαντάστηκα πως γυναίκα μου θα γίνη. Όχι, δε θα θελήση.
+
+Μ' έπιασε φόβος. Από την ξενιτειά που μας ήρθε, κάτω στην πατρίδα
+της, εκεί κάτω στη Δύση, ίσως έταξε τίποτις κανενός, σα γυρίση πάλε
+πίσω. Κάτι θα με κρύφτη· είναι αδύνατο με την ομορφιά της, να μην
+την αγάπησε όποιος την είδε. Για τούτο κάμνει πρώτα την αδιάφορη και
+παίζει και γελά· για τούτο μόλις μια λέξη ξέρει να μου πη, εκεί που
+η αγάπη με τρελλαίνει. Για τούτο κάθεται ώρες και συλλογιέται.
+
+Όλα τάχω παρατηρημένα.
+
+Αν είναι αλήθεια, να μου το πη παστρικά. Δεν έχω δίκιο; Να μου το πη
+ορθά κοφτά, κι όρκο της βάζω πως τραβιούμαι και φέβγω. Δε με βλέπει
+πια. Κάλλια τη δική μου τη ζωή παρά τη ζωή τη δική της να χαλάσω, Θα
+φύγω, θα φύγω. Και μπορώ;
+
+Καλή νύχτα! καλή νύχτα!
+
+Δε γίνεται έτσι να τυραννιούμαι. Μ' έπνιξε αφτή η καταχνιά. Φτάνει,
+φτάνει!
+
+Γλύτωσα· ο τοίχος τρυπά, φαίνεται ο ουρανός. Στο περιβόλι μας εκεί
+κάτω! Στο περιβόλι μας είναι πίσω συκιές και πλατάνοι. Μα έχει μια
+πόρτα δεξιά ο μπαξές, μια πόρτα που βγαίνει πλάγι στο δρόμο, στο
+δρόμο δεξιά μεριά, μια πόρτα μικρή, καταραμένη. Άνοιξα και μπήκα
+τότες εγώ. Είναι ίσκιος και δροσιά στο περιβόλι μας πίσω. Τι αγαθό
+που είναι το περιβόλι! Τι καλοσύνη που την έχει η αβγή! Γλυκοχαράζει
+για να χαίρεται ο κόσμος. Το πρωί είναι άπειρο το φως, το πρωί
+γεμίζει ο ουρανός χαμογέλοια, βάζει ρούχα καινούρια και γιορτάζουν
+τα περιβόλια. Λέλα, κάθου, μη σηκωθής. Μείνε, μείνε ακκουμπισμένη
+στη συκιά που σε σκεπάζει, ολόχρουσό μου κεφαλάκι. Τα φύλλα
+κουνιούνται αγάλια αγάλια και σου λεν καλημέρα. Τι ωραία που είσαι!
+Τρέμει η καρδιά μου που θα ραγίση. Ακούς τι σου λέω ψιθυριστά,
+χαμηλά, ντροπαλά, αγάλια αγάλια σαν τα δέντρα που σου μιλούνε; Σε
+χαδέβει η φύση όλη κ' η φωνή μου σε χαδέβει.
+
+ — Λέλα, μη σου φανή ξένο το ρώτημά μου. Λέλα, πες το, σε παρακαλώ.
+Τι σε πειράζει να μου το πης; Ίσως άφησες εκεί κάτω στην πατρίδα
+κανένα φίλο — ίσως κανέναν που αγαπάς;
+
+ — Όχι, μου κάμνει σιγά, πουθενά δεν έχω φίλο.
+
+Και της έπιασα το χέρι και μου φάνηκε πως ο κόσμος είτανε δικός μου.
+
+.................................................................
+Κομματάκια! κομματάκια! κομματάκια!
+.................................................................
+
+Όχι! όχι! Δε θέλω ακόμη· έπρεπε πάντα να συλλογιούμαι το περιβόλι με
+τη χαρά του. Μου έρχεται ησυχία σαν το θυμούμαι. Αλήθεια που έφεγγε
+τότες πολύ! Ο ήλιος με τάιζε φως. Διψούσα και τόπινε η ψυχή μου. Τι
+παράδοξα, τι διαμαντόλαμπα μάτια που τα είχε η Λέλα! Στα μάτια της
+μέσα είταν αχτίδα κρυμμένη· άνοιγε τα βλέφαρά της κ' η νύχτα
+σπιθοβολούσε. Τι καλά που ήξερε να με μαγέψη! Πού τάβρισκε τα γλυκά,
+τα χαριτωμένα, τα ουρανόφωτα λόγια που μου έλεγε; Τι απλά, τι άκακα
+που μιλούσε! Δε θα ξαναζήσω άλλη τέτοια χρονιά.
+
+ — Μη σε μέλη, μην τυραννιέσαι, Καρλή. Είναι πιο φρόνιμο, πιο σωστό
+να μην το πούμε κανενός. Μη βιάζεσαι, Κάρλο μου. Ξέρω πως δεν είμαι
+για σένα. Δε γίνεται, το ξέρω. Μην πης όχι, Καρλή. Τι κακόμοιρη εγώ!
+τι αξίζω, να με πάρης γυναίκα; Ο πατέρας σου δε θα θελήση ποτές και
+ντρέπουμαι μόνο που το βάζει ο νους μου, πως μπορεί να μάθη τέτοιο
+πράμα. Ξέχασες πως είμαι φτωχοκόριτσο και ξένο, πως μ' έφεραν εδώ
+για να συντροφέβω την Ελένη, να κάθουμαι μαζί της; Έχουμε καιρό.
+Βλέπουμε κατόπι. Αν το πης, θα μας χωρίσουν και μου αρέσει τόσο να
+μιλής και να σε κοιτάζω! Ίσως πάλε φταίω γω που σ' άκουσα εκείνο το
+βράδυ, που αποκρίθηκα ναι. Τι να κάμω; Αχ! δεν ξέρεις· μου
+φαίνουνταν τόσο παράξενο! Δε φαντάζουμουν πως θα μ' αγαπήση κανένας.
+Δεν μπορούσα να το πιστέψω πως θα μ' αγαπήσης εσύ. Εσύ! Κάθουμουν
+ώρες και συλλογιούμουν. Έπειτα, τι να σου πω; Χωρίς να το θέλω,
+χαίρουμουν και γελούσα που το συλλογιούμουν. Η ζωή μου σα νάλλαξε με
+μιας. Όχι, Καρλή, να μην το πούμε ακόμη κανενός. Τι καλό πράμα που
+είναι νάχη κανείς ένα κρυφό και μέσα του να το φυλάη! Να είσαι
+ήσυχος, φίλε μου καλέ. Εγώ δε λυπούμαι. Δεν το μετανοιώνω. Ό τι
+έκαμα, το ήξερα και τόκαμα — Να βασανίζεσαι εσύ και να σ' αφήσω
+παραπονεμένο; Δε μου είτανε δυνατό. Το ήθελα και τόκανα. Δεν μπορεί
+κανείς να μου πη τίποτις. Είναι δική μου δουλειά. Ό τι έχω, πάρτο,
+στο δίνω. Όχι, δε λυπούμαι. Ίσως παίζεις εσύ μαζί μου. Μ' έχεις τώρα
+σαν παιχνιδάκι σου, Καρλή. Είναι δικό σου το παιχνιδάκι. Δικιά σου
+είμαι όλη.
+
+Κουράστηκα και πια δεν μπορώ. Θα πέσω κατά γης. Θα σφαλήξω τα μάτια,
+να βλέπω μόνο τη Λέλα και να την ακούω.
+
+«Δεν έχω φίλο πουθενά.» Ναι! Αφτό μπορεί κανείς να το πιστέψη. Θα πη
+πως δεν αγαπούσε ή πως δεν αγάπησε κανέναν εκεί κάτω στον τόπο της.
+Μα θα πη άραγες πως δεν την αγαπούσε ή πως δεν την αγάπησε ποτέ
+κανένας; Τι τάχα; Δε γύρεψε κανένας να την πάρη; Δεν της είπε
+κανένας τουλάχιστο δυο γλυκά λόγια; Δεν άρεσε κανενός; Πώς γίνεται;
+Αναθράφηκε σε μια τέτοια πόλη και δε βρέθηκε κανείς να της κάμη ένα
+κοπλιμέντο ή λίγο κόρτε, ή να την κοιτάξη καλά στα μάτια, ή να της
+δώση να καταλάβη τίποτις, ή να μην ξιππαστή από την ομορφιά της; Δε
+γίνεται. Μπορεί εκείνη να μην αγάπησε· πάει καλά·, μα να μην
+αγαπήθηκε; άλλος λόγος. Γιατί τότες δε μου το λέει; Αφού μου κρύφτει
+μικρά, τιποτένια πράματα, μπορεί να μου κρύψη μια μέρα και
+μεγαλήτερα. Το είπε η ίδια· της αρέσουν τα κρυφά· είναι καλό πράμα
+νάχη κανείς ένα κρυφό — και να το φυλάη! Μήπως είναι κρυψιάρα;
+
+Κάτι θα τρέχη. Το ξέρω. Και τώρα κάτι θα τρέχη. Το βλέπω. Όλα τάχω
+παρατηρημένα. Ένα είναι βέβαιο, πως την αγαπώ. Την αγαπώ. Αφτό είναι
+βέβαιο. Είναι το μόνο βέβαιο. Να πάρης μια ώρα από τη ζωή μου, ό τι
+ώρα θέλεις, να την κόψης, να την κάμης κομμάτια, κομματάκια, ακόμη
+πιο μικρά κομματάκια, δε θα βρης ένα ψίχουλο καιρό που να μην είναι
+και κείνη μέσα· πάντα και πάντα εκείνηνα συλλογιούμαι. Γιατί και
+στον ύπνο μου μπήκε. Περεχύθηκε στη ζωή μου και σαν τα νερό παντού
+μεριά τη γεμίζει. Όταν είναι μακριά, άμα δεν την έχω κατάστηθα
+μπροστά μου, άμα βγη, άμα καθήση με την Ελένη, άμα πάη στον
+περίπατο, άμα δεν τη βλέπω, το μάτι μου στο κυνήγι και πίσω της η
+ψηχή μου. Απελπισία και λαχτάρα ώςπου να την ξαναδιώ, ώςπου να
+γυρίση, ώςπου νανεβώ στην κάμερή της, να σφαλοιχτούμε! Τι κάμνει,
+όσο λείπει; Τι κάμνει, με θυμάται; Και δεν παίρνω την αναπνοή μου.
+Κι από το πρωί ως τα βράδυ όλο το ίδιο. Μήπως εγώ γελώ και χαίρουμαι
+και σεργιανίζω και χωρατέβω; Μπορώ να πιάσω δουλειά; Μπορώ τίποτις
+ναρχίσω; Μια τρύπα στον τοίχο κι όλο να τη βλέπω!
+
+Εγώ την αγαπώ. Αφτό είναι βέβαιο. Είναι το μόνο βέβαιο. Είναι βέβαιο
+— ακόμη πιο βέβαιο — όχι πως δε μ' αγαπά σαν που την αγαπώ, μα πως
+μήτε ξέρει, μήτε κατάλαβε την αγάπη μου όλη. Δεν την ακούς πώς
+μιλεί; Δεν τα ξεχνώ. «Μη σε μέλη» και «Να είσαι ήσυχος» και «Μη
+βιάζεσαι» και «Μην τυραννιέσαι.» Μπορώ να μην τυραννιούμαι; Ήσυχη τη
+θέλεις την αγάπη κι αγάπη τη λες; Ναι! είσαι ήσυχη, είσαι φρόνιμη
+εσύ. Ώρες σε προσμένω, καρτερώ στα σπίτι μονάχος, γυρίζεις κι όταν
+μπορέσω μια στιγμή να σε διώ, μια στιγμή στη σκάλα να σ' αρπάξω,
+μήτε βλέπεις τα βάσανά μου. Ξέρω τώρα γιατί μ' αγάπησες· για να μη
+βασανίζουμαι, για να μη μ' αφήσης παραπονεμένο. Με λυπήθηκες· δε μ'
+αγάπησες. Εγώ δε θέλω μονάχα την ομορφιά σου· εγώ την ψυχή σου θέλω.
+
+Έρχεσαι χαρούμενη σπίτι, χαμογελάς και δε μου λες· «Καρλή, καλέ μου
+Καρλή, μην πονής και πονώ σαν και σένα.» Δε νοιώθεις τι είναι αγάπη
+κ' ύστερα μου λες πως ίσως παίζω μαζί σου!
+
+Μην παίζουμε, παρακαλώ, με την κούκλα. Γιατί σπάνει.
+
+Να μη βιάζουμαι; Να μη θέλω να το μάθη ο κόσμος όλος πως είσαι δική
+μου; Σα γυναίκα μου δική μου! Να κρύφτουμαι, να φοβούμαι από το φως,
+να μη γυρέβω τον ήλιο; Και ποιος μπορεί να μου πη τίποτις; Μπας δεν
+είμαι τριάντα τεσσάρω χρονώ άντρας; Να γίνης εσύ γυναίκα μου, στον
+κόσμο μπροστά, να παντρεφτούμε, και να μη χαρή η γις όλη; Ποιoς
+άραγες μπορεί να μη χαρή; Θα πειραχτή μήπως κανένας; Γιατί να μην το
+πούμε κανενός; Είναι ζωή αφτή που τραβώ; Να χάνουμαι για σένα, κάθε
+ώρα να σε ζητώ, να θέλω πάντα μου τα μάτια σου και τη φωνή σου, από
+πάνω ως κάτω να σε λατρέβη η ψυχή μου, και κοντά μου να μην είσαι;
+Δεν πρέπει λοιπό να σ' αγαπώ; Κάτι, κάτι λόγο θάχης.
+
+Δε θα ξανακούσω πάλε τη λαλιά της; Αγριέβουμαι μέσα στη μοναξιά. Να
+την πάλε που βγήκε, που πήγε απάνω στο Σταβροδρόμι, που μ' αφίνει.
+Λέλα μου, Λέλα, είναι μια γλύκα τόνομά σου. Πότε θα σ' αρπάξω να
+φύγω, να πάμε μακριά οι δυο μας μαζί; Να ξαπλώση από πάνω μας o
+ουρανός τη γαλανή του τη φορεσιά. Δεν είναι, δεν υπάρχει κανένας
+τόπος πουθενά που να μην πονή η καρδιά, που νανασάνη η ψυχή μας,
+κανένας ήσυχος, ολόφαιδρος τόπος, ηλιολουσμένος, που να μη
+μαρτυριούμαι; Δεν κάθεται πουθενά, δεν έχει σπίτι η Εφτυχία, να πάμε
+και μεις μια φορά να τη βρούμε; Λέλα μου, μη μ' αφίνης. Μια στιγμή
+να μη σε διώ, χάθηκε ο κόσμος.
+
+Και δεν το νοιώθω, και δεν το ξέρω τάχα πως δε μ' αγαπά; Όταν
+έρχεται και της πιάνω το χέρι, μόλις μου σφίγγει το χέρι. Όταν την
+απαντώ στη σκάλα, μια ματιά μόλις και φέβγει. Ναι, βέβαια ξέρει και
+γέρνει στο στήθος μου απάνω το χρυσό της το κεφαλάκι, όταν είμαστε
+κ' οι δυο μας ολομόναχοι τη νύχτα στην κάμερή της, όταν την έχω και
+τη βαστώ και τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, όταν είναι δική μου. Μα ποý
+τα φιλιά, τα λωλά φιλιά που της δίνω; Μήτε τα νοιώθει. Με κάθε φιλί
+μου φαίνεται πως μπαίνει η ψυχή μου μέσα στην ψυχή της. Μα η φλόγα η
+δική μου δεν την καίει, δεν την έκαψε ποτέ σαν που με καίει εμένα.
+Λέλα, Λέλα, τρελλαίνουμαι για σένα και σε διψώ. Τι τραβιέσαι;
+Σκιάζεσαι και φέβγεις; Τρόμαξες με την πάρα πολλή, με την
+ξεφρενιασμένη μου την αγάπη; Έλα πάλε στο πλεβρό μου, έλα κι απόψε,
+πουλί μου. Είναι νύχτα, εσύ που αγαπάς τα κρυφά, και κανένας δε μας
+βλέπει... Ποιόνα φοβάσαι; Φοβάσαι κανέναν; Και τη νύχτα θέλεις να
+κρυφτής; Θυμούμαι τι μου είπες. Εγώ τώρα δεν το ξεχνώ. «Έχουμε
+καιρό. Να μην το πης κανενός!» Γιατί, αν τόλεγα, θα το μάθαινε
+Εκείνος!
+
+Σώπα, σώπα! Να μην ακούσω τη φωνή σου. Αν ακούσω τη φωνή σου, μπορεί
+πάλε να σε πιστέψω, και δε θέλω. Και δεν πρέπει να σε πιστέψω.
+
+«Τι αξίζω, να με πάρης γυναίκα;» Ναι! Τι αξίζεις; Τώρα το ξέρω τι
+αξίζεις, γιατί το είδα. Ποιος είχε δίκιο; Ο Καρλής, πάντα ο Καρλής.
+Μαζί μου ή και με κανέναν άλλο, το ίδιο της είναι. Εκείνη ξέρει τι
+κάμνει. Εκεινής δεν της κοστίζει τίποτις η αγάπη. Και για τούτο
+είναι κρύα μαζί μου, κρύα, όταν την καίνε τα φιλιά μου. Μάρμαρο και
+χιόνια. Χιόνια βουνό που δε λιώνει. Κατάλαβα με μιας. Ταγάπησα
+εκείνο το γράμμα, γιατί μ' έφεξε σαν το κερί και την είδα, την
+αλήθεια! Ανεβαίνω στην κάμερή της και τα βλέπω. Κομματάκια,
+κομματάκια χαρτί. Σκόρπια κατά γης. Ξεσκισμένα λιανά λιανά. Και
+σκύφτω και τα μαζώνω ένα ένα. Κι απάνω στο ένα, τη διάβασα τη λέξη
+«αγάπη μου». Και το γράψιμο το γνωρίζω. Κομματάκια, κομματάκια. Το
+ένα το κομματάκι μόνο γραμμένο, κάτασπρα καμιά δεκαριά, γιατί τα
+μάβρα τάρριξε στη φωτιά, μην τύχη και ταρπάξη το μάτι μου, και
+καταλάβω! Την προσμένω νάρθη, να διούμε τι θα μου πη. Όλεθρος και
+χαμός! Κομματάκια, κομματάκια. Ναι! κουρέλλια την κάμαμε τη ζωή μας·
+
+Να τη μάγισσα, να τη νεράιδα, την ψέφτρα, να τη σκύλα που μπαίνει.
+Και πριν ανοίξη το χείλι, την αρπάζω από το χέρι. Εδώ! Αμέσως εδώ!
+Πέσε χάμου και φίλησε πόδι. Παρακάλειε να μη σε σκοτώσω και φώναξε,
+φώναξε δυνατά, να σ' ακούσω, πως με γέλασες, πως το σιχαμένο σου το
+στόμα ψεφτιές ξερνά και μόνο ψεφτιές. Από πού έρχεσαι; Πού
+κυλιούσουν; Πατσαβούρα! Και την τραβώ και της σφίγγω τα μπράτσα που
+τα ξεσκίζω με τα νύχια μου· την πετώ απάνω στο κρεββάτι, την πιάνω
+από το λαιμό. Να τη χτυπήσω, να την μπατσίσω, να τη στραγγουλίσω.
+Κάτι να της κάμω!
+
+ — Το γράμμα! το γράμμα! Ποιανού είναι το γράμμα; Και να πάλε που με
+μιλεί. Να που ακούω πάλε τη φωνή της·
+
+ — Καρλή μου, Καρλή, μια στιγμή μόνο. Ό τι θέλεις, να με κάμης. Μα
+πρώτα να σου πω. Δεν είναι για μένα το γράμμα. Μου τόφεραν το πρωί,
+σήμερα το πρωί. Σε φοβούμαι. Όλα, όλα θα στα ξηγήσω.
+
+Κι αρχινίζει και μου αραδιάζει ένα σωρό παραμύθια. Η φωνή της, η
+γλυκειά της η φωνή! Μου τα λέει και την πιστέβω. Πώς να μην την
+πιστέψης, άμα σου μιλήση, άμα τη διής; Δεν είναι δική μου, τώρα που
+την έχω κοντά μου, τώρα που τη βλέπω; Δεν είναι τα λόγια, της ζάχαρη
+και μέλι; Γονατίζω μπροστά της. Χέρια και πόδια της φιλώ. Λέλα μου,
+σκότωσε με, να τελειώσω. Διές με που κλαίω σαν το παιδί. Δεν
+τόννοιωσες ακόμη πόσο σ' αγαπώ; Δεν το φταις εσύ που πονώ· το φταίει
+η αγάπη που σου έχω. Λέλα μου, να με λυπηθής. Αρνί σου θα γίνω.
+Κοίταξέ με. Τα ματάκια σου, δώσε με τα ματάκια σου να τάχω πάντα
+μαζί μου, πάντα να μ' ακλουθούν και να θέλγουν. Τότες πια δεν
+τυραννιούμαι.
+
+ — Έπρεπε να σε μισήσω, Καρλή, και δε σε μισώ. Δεν ξέρω κ' η ίδια τι
+μου γίνεται. Είμαι ακόμη παιδί. Είμαι άπραχτο παιδί. Εσύ τόσα είδες,
+τόσα έμαθες! Εσύ είσαι άντρας. Ναι! Το κατάλαβα πως δεν παίζεις μαζί
+μου. Ίσως έχεις δίκιο που παραπονιέσαι. Δε θέλεις να γελώ; Δε γελώ.
+Δε θέλεις να χωρατέβω; Δε χωρατέβω. Μπορώ εγώ, Καρλή μου, να ξέρω
+την αγάπη σαν και σένα; Ακόμη τρέμω που το θυμούμαι. Πώς μ' άρπαξες;
+Πώς με τίναξες! Μ' έδειρες, κόντεψες να με δείρης. Οι τρίχες σου
+ολόρθιες σηκωμένες και φρενιασμένη κάθε ματιά σου. Έπρεπε να σε
+μισήσω, Καρλή, και δεν μπορώ να σε μισήσω. Δεν ξέρω τι μου γίνεται.
+Την αγάπη μου θέλεις. Όσο μ' αγαπάς, σ' αγαπώ και γω τώρα. Καρλή
+μου, Καρλή, πες μου το αλήθεια πως μ' αγαπάς, να τακούσω!
+
+ — Εσένα, Λέλα, να μη σ' αγαπώ; — Και την παίρνω στο στήθος μου
+απάνω και στο στήθος το δικό της, εκείνη τη στιγμή, μου φαίνεται πως
+νοιώθω τη φλόγα, την ίδια φλόγα που εμένα με καίει. — Μου φαίνεται
+πως την έννοιωσα τότες! Ο κόσμος είναι μικρός. Τι μικρούτσικος που
+είναι! Μέσα στην καταχνιά θολοσκεπάζουνται, χάνουνται όλα και
+τίποτις πια δεν υπάρχει. Σα να μην είχε ουρανό και θάλασσα και
+καράβια. Λιγάκι ήλιο. παρακαλώ. Τώρα που δεν τη βλέπω,
+σταναχωριούμαι, και τη γυρέβω. Τεντωμένος ο νους μου, κουρδισμένος,
+τσιτωμένος, και τη συλλογιούμαι. Εγώ ξέρω. Ένα κομμάτι από δω, ένα
+κομμάτι από κει. Σκόρπια κατά γης. Έτσι είναι κ' η αλήθεια. Τα
+μαζώνεις, τα βάζεις το ένα με τάλλο, τα ταιριάζεις. Άξαφνα βγαίνει
+το νόημα. Βγαίνει κ' η αλήθεια. Την ξεσκίζουμε, για να μην τη
+διούμε. Μα σκύφτεις εσύ και την πιάνεις.
+
+Αν είταν τίποτις, πολύ πιο φρόνιμα θάκαμνε, πολύ πιο σωστά να μου το
+πη, για να το ξέρω. Σκέψου το, Λέλα. Δε θα θύμωνα· δε θάλεγα λόγο.
+Αχ! μόνο να την κλειδώσω, να βάλω και μάνταλο, για να μην της γράφη
+κανένας πια. Παραμύθια! παραμύθια! Μου αράδιαζε παραμύθια. Αφού
+αγαπούσε την αδερφή μου εκείνος ο καταραμένος, πως δε μου έγραφε
+εμένα; Η Λέλα είναι δική μου. Μην την αγγίξης. Τάχα γιατί και
+κείνος, λέει, είναι ξένος στην Πόλη, γιατί δεν τολμά, γιατί βλέπει
+πως ακούμε τη Λέλα, γι' αφτό θα πάη να της γράψη; Η Λέλα θα τον
+προστατέψη; Η Λέλα θα σηκωθή να πη του πατέρα πως θέλει η αφεντιά
+του να πάρη την Ελένη: Ή εμένα τάχα η Λέλα να μου μιλήση; Και που το
+φαντάστηκε πως μπορεί η Λέλα να μου μιλήση; Παραμύθια! παραμύθια!
+Πρώτα πρώτα, πώς έβαλε τέτοιο πράμα με το νου του; Τι; γιατί δίνει
+στην Ελένη μαθήματα μουσική, πρέπει να πάη να την αγαπήση; Ποιος
+καφκιέται μπροστά μου για αγάπη; Εγώ τον έφερα στο σπίτι. Εγώ να του
+δώσω δρόμο. Αμέσως να πάρη άλλο δάσκαλο η Ελένη, να μην είναι, να
+μην είναι πάντα στο μάθημα η Λέλα.
+
+Να φύγη αφτός, να ξεπαστρεφτή, να μη φανή πια. Να χαρούμε την αγάπη
+στα γεμάτα. Θέλω η ζωή της να μοιάζη με την ήσυχη την ακρογιαλιά που
+κοιμάται μέσα στα λιμάνια. Θα στρώσω γλυκά και τον άμμο· θα μαλακώσω
+και το χώμα. Αφού την αγαπώ, τι μας λείπει; Δεν μπορώ να ζω σε μια
+κόλαση τέτοια· είναι πίσσα και βράζει. Λέλα, πότε θα σε φιλήσω στο
+στόμα, δίχως να συλλογιούμαι πια τίποτις άλλο; Πότε θα ξεχάσω τους
+καημούς; Αγάπη μου εσύ, γιατί με σκοτώνεις; Τι σου έκαμα και με
+καταστρέφεις; Δε με λυπάσαι;
+
+Και μπορώ να το ξεχάσω; Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Κι αφτό σου το λένε
+ζούλια. Να βλέπης, είναι ζούλια. Μάζωξε πουθενά δύο ιδέες, βάλ'τις
+δίπλα τη μια στην άλλη, πάρε κλωστή να τις ράψης, δείξε πως έχεις
+νου και κρίση, πως κάτι νοιώθεις από λογική, θα σε πουν αμέσως
+ζουλιάρη. Ζουλιάρης εγώ δεν είμαι. Εγώ προσέχω και προσμένω. Εγώ
+είμαι καλός. Μου τόταξε και προσμένω. Με πρόφαση ή δίχως πρόφαση, ό
+τι αιτία κι αν είναι, δεν πρέπει να τον ξαναδιή, δεν πρέπει να της
+γράψη, λόγο δεν πρέπει να της πη.
+
+Λίγο λίγο ξεφανερώνουνται όλα και ξετρυπώνουν. Γκρέμησε πια τα
+ντουβάρι. Κάθουμαι και προσμένω στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη
+εκεί κάτω. Εγώ έχω μάτια και βλέπω.
+
+Μη φοβάσαι. Τώρα είμαι ήσυχος. Δε θυμώνω. Εδώ χρειάζεται κρύο αίμα
+και σκέψη. Κρυφά κρυφά όλα τα παρατηρώ ένα ένα — και παίρνω και
+σημείωση. Θέλει το πράμα συλλογή, πομονή και πονηριά. Μη φοβάσαι.
+Παράλογα κι αστόχαστα, δουλειά δεν καταφέρνεις. Λέλα, μη φοβάσαι,
+σου λέω. Φοβήθηκες εσύ ψέφτρα, και δε μου είπες την αλήθεια. Έτρεμες
+να μη σε σκοτώσω. — Άκουσες τι ταπεινά που μου μιλούσε; Ύστερα, για
+να το κρύψη, κάμνει πως μ' αγαπά και ρίχτει φωτιές στην αγκαλιά μου.
+Άναψε, κόρωσε με μιας. Εγώ έχω μάτια και βλέπω. Δε λέω γρυ·
+προσμένω, καρτερώ. Έτσι καμιά μέρα θα τους πιάσω. Πρέπει να τους
+πιάσω, για να της δείξω πως με γελά. Έτσι να γλυτώσω κι απ' αφτή την
+καταχνιά. Ναι! Κατάλαβα τώρα. Ησυχάζω. Ώρες καρτερώ, προσμένω να το
+μάθω.
+
+Και δεν έχω πάλε δίκιο; Ποιος λέει πως δεν έχω δίκιο; Τον είδα, με
+τα μάτια μου τον είδα. Μόλις τρεις μέρες ύστερις από κείνα που της
+είπα! Εκείνος δεν προσμένει· τον έβγαλα, τον έδιωξα, μάθημα πια δεν
+έδινε στην Ελένη, όχι! πρέπει ο κύριος αμέσως να γυρίση! Δεν είταν
+όνειρο· τον είδα. Να τος πάλε που ξετρυπώνει. Η αλήθεια ξετρυπώνει
+μαζί του. Από το παράθυρο απάνω, που κάθουμαι και καρτερώ, τον είδα.
+Να τος που ξεπροβάλλει. Όξω στο δρόμο τρέχει, τρέχει βιαστικά, πλάγι
+στο σπίτι, έρχεται από κει πίσω που είναι η πόρτα του μπαξέ. Σα
+νάκουσα την πόρτα να τρίζη. Εγώ ξέρω η πόρτα πού είναι. Αχ! ας
+φαίνουνταν αφτή η πόρτα από το παραθύρι, και τους τσάκωνα αμέσως.
+Γιατί, γιατί να στρίβη ο δρόμος, γιατί να μην τη βλέπω από κει που
+κάθουμαι και καρτερώ, την πόρτα την καταραμένη! Και τι πειράζει που
+δεν τη βλέπω; Η Λέλα πού είναι; Στο περιβόλι; Και βέβαια! Ορμώ στην
+κάμερή της. Δεν είναι. Κατεβαίνω. Να της ίσια που ανεβαίνει τα
+σκαλοπάτια του σπιτιού. Λοιπόν κ' η Λέλα είτανε στο περιβόλι! Μαζί
+του! Της γνέφω δυνατά· στη στιγμή απάνω, να πάη στην κάμερή της.
+
+ — Σήμερα πια θα μου την πης την αλήθεια. Σας είδα. Είσουνα μαζί του
+στο περιβόλι. Δεν ντρέπεσαι; Πες το, φτύς' το, ή ξαναρχίζω.
+
+Καρλή, εκείνο που δεν είναι, δεν μπορώ να στο πω. Είμουνα μόνη. Δεν
+είδα ψυχή. Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη. Θυμήσου τι σου έλεγα την άλλη
+μέρα, Καρλή· την υστερνή, τη μόνη φορά που μου έγραψε, του είπα να
+μη μου γράψη πια, πως δεν είτανε δουλειά μου και να μη μου μιλήση
+για τέτοια πράματα.
+
+Θύμωσα και δεν έπρεπε να θυμώσω. Έπρεπε γλυκά και με τρόπο να την
+παρακαλέσω νανεβή στην κάμερή της. Φοβήθηκε πάλε και πάλε μου
+αράδιασε ψεφτιές. Αν τόλεγε ίσως μπορούσα να την πνίξω. Όχι! δε
+λυσσιάζω, να μη χαίρουνται. Καλά! Καλά! Βλέπουμε κατόπι — και
+κατεβαίνω.
+
+Κατέβηκα, ναι! Η μόνη ώρα που χάρηκα με τα σωστά μου! Ξάνοιξε η
+καρδιά μου πρώτη φορά. Ο ήλιος μου πότιζε την ψυχή. Ύστερις ας
+σκοτεινιάση! Αναγάλλιασα τουλάχιστο μια στιγμή, ησύχασα, γιατί τώρα
+είμουν πια βέβαιος. Λέλα, Λέλα, με καταστρέφεις, μα, ξέρω γιατί με
+καταστρέφεις. Λέλα, μ' απάτησες, μα το ξέρω τώρα πως μ' απατάς. Αχ!
+ναι, ξέρω, το ξέρω πως δε γελάστηκα. Το ξέρω πως είχα δίκιο.
+Κατεβαίνω και μου δίνουν το γράμμα. Δεν ακούτε τα γέλοια που πετώ;
+Δε βλέπεις την αλήθεια; Δε σε θαμπώνει; Εμένα με στράβωσε το φως
+της. Τι κουτός που δεν το κατάλαβα ακόμη! Το διαβάζω το γράμμα.
+Τόφεραν τώρα, μου λέει ο δούλος. Είτανε γράμμα δικό του. Γράμμα του
+μορφονιού! Το βλέπω πάλε το γράψιμό του, που φτάνει να το διώ κι
+ανατριχιάζω. Μου γράφει εμένα. Πως αγαπά τάχα! — την Ελένη. Πως
+είναι σα χαμένος, και γιατί δε θέλουμε νάρχεται πια σπίτι; Πως
+τρελλαίνεται και δεν τολμά να μιλήση, μα πως τώρα έκαμε πια απόφαση,
+τα ξέτασε, τα ζύγιασε, τάβαλε όλα σε τάξη. Πώς έγραψε πρώτα της
+Λέλας, να την παρακαλέση, γιατί ξέρει πως είμαι καλός και δεν μπορεί
+πια να ζήση, αν είναι να μην ξανάρθη... Και δεν τέλειωνε το γράμμα.
+«Αν είναι να μην ξανάρθη.» Είδες εσύ τι λαμπρά που το στοχάστηκε;
+Θυμήσου τώρα το λόγο της· «Πήγαινε, ο ίδιος να στο πη.» Τόννοιωσες;
+Στο περιβόλι μάνι μάνι του μίλησε — «Πρόσεχε, ο Καρλής έχει υποψία,
+γράψ' του αόρατα θέματα, να τον ξεχνιάσης.» — Κ' η Λέλα το ήξερε
+πολύ καλά πως θα μου γράψη. Τι δε γράφει εκείνος για να ξανάρθη; Οι
+δυο τους μαζί τάχουν ταιριασμένα, συφωνημένα. Και για να μην το
+μυριστή ο Καρλής, ας του κοπανίσουμε ιστορίες. Κομματάκια!
+κομματάκια ψεφτιές! Ο Καρλής έχει μάτια και βλέπει, έχει μάτια και
+μαζώνει. Να πάρη την Ελένη, για να είναι μέρα νύχτα στο σπίτι — μαζί
+με τη Λέλα! Με τη Λέλα! Όχι. Δε θα γίνη τέτοιο πράμα. Μήτε κείνος
+μήτε κανένας άλλος!
+
+Καλά! καλά! Καρτερώ και προσμένω.
+
+Βράδυασε. Νυχτώνει. Είναι νύχτα και σκοτάδι. Πάει ο κόσμος να
+πλαγιάση. Κρέμεται το λυχναράκι μισοσβησμένο στο ταβάνι ψηλά και
+τρεμοφέγγει. Κατεβαίνω τη σκάλα. Όλα σκοτεινά. Αχ! δεν είναι για μας
+τα λουλούδια· δεν είναι τα τραγούδια για μας. Πάει το καλοκαίρι· παν
+οι μάβρες οι συκιές και τα δέντρα και τα φύλλα που κρυφά κρυφά της
+μιλούνε. Ένας πόνος απέραντος με πνίγει, θα πεθάνω από τον καημό. Η
+καρδιά μου φουσκώνει, και τα κλάματα γίνουνται πλημμύρα μέσα στην
+ψυχή μου. Όχι! όχι! δεν πρέπει να κλαίω, να τη λυπούμαι. Κατεβαίνω
+τη σκάλα. Λέλα μου, είσαι συ; Είναι η Λέλα με τη γλυκειά της τη
+φωνή· να της πάλε που ανεβαίνει σαν και πρώτα. Να η αγγελοκαμωμένη,
+η πιο θεόμορφη απ' όλες. Ο κόσμος δεν είδε τέτοια κόρη. Να το στόμα
+της και τα μαλλιά της και το ουράνιο το κορμί, το κορμί της το ξαθό
+που με τρελλαίνει η μυρωδιά του.
+
+ — Καλή νύχτα! καλή νύχτα! Λέλα, κοιμήσου καλά!
+
+Και της αρπάζω ένα φιλί που ακόμη στα χείλια μου τόχω.
+
+ — Λέλα μου, Λέλα, κανείς δε σ' αγάπησε σαν και μένα.
+
+Ακκουμπά στην πλάτη μου μια στιγμή, σα λιγοθυμισμένη.
+
+ — Αχ! Εσύ ζωή μου, μου λέει.
+
+ — Ένα φιλί, να μου δώσης ακόμη ένα φιλί, Λέλα, ένα φιλί σου.
+
+ — Γρήρορα, γρήγορα, να μη μας διή κανένας. Καρλή μου σ’ αγαπώ.
+
+.................................................................
+
+Φέβγει, φέβγει. Σκοτεινιάζει. Τι ερημιά που την έχει η κάμερή μου!
+Τραβιούμαι στην κάμερή μου. Πέφτω και πλαγιάζω. Με παίρνει ο ύπνος.
+Έφυγε βιαστικά. Γιατί να φύγη; Πού τρέχει; Ακόμη φοβάται;
+
+Μήπως είταν όνειρο, Καρλή;
+
+Όχι. Όνειρο τέτοιο δε γίνεται. Δεν πρέπει να είταν όνειρο. Δε θέλω
+να είταν όνειρο.
+
+Πέφτω και πλαγιάζω. Κοιμούμαι, δεν κοιμούμαι, πού να το ξέρω; Μέρα
+και νύχτα, ύπνος και ξύπνος είναι το ίδιο.
+
+Γέρνα από δω, γέρνα από κει. Πέφτω στο κρεββάτι και κυλιούμαι.
+Σφάλνα τα μάτια, σαν μπορείς. Μόνος! Ολομόναχος! Έρημος απόμεινα και
+μόνος. Έφυγε, έφυγε βιαστικά.
+
+Για να μη μας διή κανένας;
+
+Λέλα, Λέλα, πού είσαι;
+
+Όχι, όνειρο δεν είταν, όνειρο δεν μπορεί να είταν.
+
+Άξαφνα τη βλέπω, σαν που τη βλέπω ακόμη και τώρα — σαν που τα βλέπω
+ταναθεματισμένα αφτά τα ντουβάρια — βλέπω το κάτασπρό της, τολόχρυσό
+της το κορμί — και κείνος, Εκείνος, κοντά της, πλάγι της
+πλαγιασμένος εκεί απάνω, στην κάμερή της!
+
+Ορμώ στην κάμερή της απάνω. Χυμώ. — Τη νύχτα είναι πιο έφκολο το
+πράμα, πολύ πιο έφκολο να γίνη, γιατί δεν ακούω τη φωνή της, γιατί
+δε φαίνεται το πρόσωπό της. — Ψεφτιές πια δε θα μου πη. — Τρέχα,
+τρέχα εκεί απάνω. — Ποτές να μη γίνη τέτοιο πράμα. Όχι. Μήτε κείνος
+μήτε κανένας άλλος. Να γλυτώσω. — Γρήγορα, γρήγορα, να μην ξυπνήση.
+Σφίγγε, Καρλή, δυνατά. Το χέρι μου στο λαιμό της. Σφίξε, να της
+στραγγουλίσης το λαιμό. Σφίγγε, σφίγγε δυνατά. Σφίξε ακόμη μια και
+να της που πάει. Ξεψύχησε, πάει. Πάει η ζωή μου. Σκότωσα τη ζωή μου.
+Πάει και λέξη δεν είπε. Έλα δω να σου δώσω στο στόμα, απάνω στο
+στόμα, ένα αθάνατο φιλί, ένα φιλί που κανένας άλλος δεν μπορεί να
+σου το πάρει. Τώρα πια είσαι για πάντα δική μου.
+
+Εγώ ξέρω τι λέω. Ξέρω γιατί παραπονιούμαι, γιατί βασανιούμαι. Εγώ το
+θυμούμαι καλά· ίσια σε κείνη τη στιγμή περεχύθηκε γύρω τριγύρω μου η
+καταχνιά αφτή που πια δε μ' αφίνει και που με πνίγει.
+
+.................................................................
+Κομματάκια! Κομματάκια! Κομματάκια!
+.................................................................
+
+Λέλα, Λέλα, πού είσαι; Η Λέλα τώρα πού λες να είναι; Λες να είναι
+στον τάφο της μέσα; Εκεί κάτω στη μάβρη γις; Εκεί κάτω στο κιβούρι;
+Πού είναι τολόχρυσο, το ηλιόπλαστο το παιδί; Ή μήπως πήγε στον
+ουρανό πουθενά, κάπου σταστέρια μακριά; Λες να είναι άλλος κόσμος;
+Δείξε μου πού είναι, γιατί εδώ μέσα τίποτις δε βλέπω. Να τρέξω, να
+προφτάξω, να τη ρωτήξω. «Λέλα μου, Λέλα, μοναδικιά μου αγάπη, Λέλα,
+τώρα που πεθάναμε κ' οι δυο μας, Λέλα, τώρα που δε φοβάσαι, τώρα να
+μου το πης αν είταν αλήθεια — Εκείνο.»
+
+.................................................................
+
+Ο Καρλής είχε βάλει στη διαθήκη του να μου στείλουν όλα του τα
+χαρτιά. Ήθελε να τα διαβάσω, ίσως να δικιολογηθή, ποιος το ξέρει;
+Τόσα έγραψε στο φρενοκομείο.
+
+Αφού είχε γίνη το κακό στην Πόλη, κατόρθωσαν οι φίλοι του να φύγη.
+Τον έφεραν πια τρελλό στο Παρίσι. Έμεινε δυο χρόνια άρρωστος. Όταν
+πήγα στην εξοχή, εκεί τον άφησα. Μήτε γω μήτε κανένας άλλος δεν
+μπορούσε να τον πλησιάση. Μια μέρα πήγαν και του είπαν, τάχατις για
+να τον ησυχάσουν, πως η αδερφή του παντρέφτηκε και πήρε το νέο το
+μουσικό που την αγαπούσε. Μήτε θέλησε να τακούση. Θύμωσε και φώναξε·
+«— Πάλε ψεφτιές! Εγώ ξέρω την αλήθεια.» Δεν ήθελε ο δύστυχος να
+τακούση και γύρεβε να μην το μάθη, για να μη διή πως είχε σκοτώσει
+άδικα τη Λέλα. Ο Καρλής είναι στην Πόλη γνωστός. Παντού είναι
+γνωστός ο Καρλής.
+
+ΔΕΦΤΕΡΟΣ ΠΛΙΚΟΣ
+
+Καλέ μου Ψυχάρη,
+
+Πήγες στην εξοχή κι απόμεινα στο Παρίσι δίχως φίλο. Τι δε μου
+γράφεις; Το παράκαμες πια. Περίεργη αρρώστια που την έχεις! Τη λες
+αγραφιά και γελάς. Κάλλια, αντίς να της βρης όνομα, να της έβρισκες
+γιατρικό. Τόμους αλάκαιρους μας κατεβάζεις κι άμα είναι να γράψης
+γράμμα, η πέννα σου ξερή και το καλαμάρι σου γεμάτο άμμο. Έννοια
+σου, καλέ μου. Μαζί σου θα θυμώσω; Και δε σε ξέρω; Πού προφταίνεις
+εσύ να μου γράψης; Πού σ' αφίνουν ησυχία; Είμαι βέβαιος που στην
+Πόλη και στην Αθήνα, μάλιστα στην Πόλη, όλα τα περιοδικά, όλες οι
+φημερίδες, όλα τα τυπογραφεία θα σου ζητούν κάτι να τους δώσης. Μη
+βλέπης που σε βρίζουν· είναι αλήθεια που σε βρίζουν, αδερφέ μου, μα
+σε διαβάζουν κιόλας. Τι φτειάνεις εκεί κάτω; Τάβαλες πάλε με κανένα
+δάσκαλο; Σου βγήκε πάλε στη μέση το Χατζηδουλάκι του Κόντου, ή
+ξετρύπωσε άξαφνα κανένα άγνωστο Νεροποντίκι από μέσα από τις λάσπες;
+Καμιά φορά μου στέλνουν και μένα οι βρεκεκεξιάρηδες κάτι φυλλάδες
+που σε χτυπούν. Εγώ τους το είπα· δε μου αρέσουν αφτά. Να κοπιάζης
+μέρα νύχτα για μας και να σε λεν τέτοιες αηδίες, δεν ταιριάζει κ'
+είναι ντροπή. Εσύ όμως, το ξέρω, μήτε τα προσέχεις, μήτε γυρίζεις να
+κοιτάξης. Τραβάς ίσια το δρόμο σου, σα να μην είταν οι δασκάλοι στον
+κόσμο. Θα μελετάς πάλε κανένα βιβλίο που θα μας αραδιάσης με τη
+σειρά τους γενικά, απρόσωπα ζητήματα της επιστήμης. Έχεις άδικο,
+Ψυχάρη. Μη χολοσκάνης τους δασκάλους, αποκρίσου τους και μια φορά.
+Παρ' τους έναν έναν, πες πια και τόνομά τους, δείξε στον Πέτρο πως
+μιλεί για όσα μήτε είδε στόνειρό του, δείξε στον Πάβλο πως είναι
+σοφιστής και με πονηριά παιδιακήσια, καμώνεται πως είπες εκείνα, που
+δε λες· μέτρησε τα λάθη του να χαμηλώση τη μύτη, βάλε μέσα
+προσωπικότητες και βρισιές. Έτσι χαίρουνται τουλάχιστο οι δασκάλοι.
+Αφτά μόνο γυρέβουν. Ακόμη δεν το κατάλαβες; Τι αθώος που είσαι! Εσύ
+μήτε ξέρεις τόνομά τους.
+
+Μην κάθεσαι όλο και σπουδάζης. Αχ! καημένε μου Ψυχάρη, άφησε πια και
+συ τις μεγάλες τις δουλειές, τη γλώσσα και τη γλωσσολογία. Θέλεις να
+σου πω την αλήθεια; Δεν αξίζουν όλα αφτά· ένα πράμα μόνο αξίζει· η
+μικρούτσικη, η λίγη μας η ζωή. Πολύ καλήτερα από μένα στο ξήγησε,
+είναι τώρα χρόνια και χρόνια, ο γέρος μας ο Αριστοτέλης. Να νοιώθης
+πως νοιώθεις και να συλλογιέσαι πως συλλογιέσαι, αφτό είναι ζωή.
+Πόνεσε, βασανίσου, δεν πειράζει· τουλάχιστο ζης. Τι είναι η εφτυχία;
+Μια ενέργεια. Φτάνει κάτι να κάμνης, κάτι να νοιώθης, κάτι να
+συλλογιέσαι, και να ξέρης πως συλλογιέσαι και πως νοιώθεις· τότες
+έζησες, σώνει. Εκεί που πια δεν είναι ενέργεια καμιά, εκεί που σου
+κατάντησαν όλα αδιάφορα, που για τίποτις δε σε μέλει, εκεί μη
+γυρέβης τον παράδεισο, αν και φαίνεται παράδεισος να μην έχης
+έννοιες, πίκρες και καημούς. Κάλλια την κόλαση παρά τέτοια
+παράδεισο. Δύσκολο, φίλε μου, να ζη μόνη, έρημη η ψυχή· πώς θέλεις
+τότες να ενεργήση, να μπη σε δουλειά, ναγαπήση ή να μισήση; Δεν
+άκουσες τι λέει ο γέρος· «Μονώτη μεν ουν χαλεπός ο βίος· ου γαρ
+ράδιον καθ' αυτόν ενεργείν συνεχώς, μεθ' ετέρων δε και προς άλλους
+ράον.»
+
+Ίσως εκείνη την ώρα που το είπε, είταν και κείνος μόνος.
+
+Ζήσε, καλέ μου, και συ· μη διαβάζης πάντα βιβλία· προσπάθησε να
+διαβάσης λιγάκι και μέσα στην καρδιά μας, τι γράφει. Μην κλειδώνεσαι
+στη βιβλιοθήκη σου ολημερίς. Έβγα όξω, να πάρης την αναπνοή σου. Πες
+μας τα βάσανα που πονούμε, κουβέντιασε με την ψυχή μας, μην πολεμάς
+όλο να καταπείσης το νου μας. Ψυχή έχουμε· ο νους σα να μας λείπη
+ακόμη. Ας κάμουν το ίδιο κ' οι δασκάλοι. Ας αφήσουν τον Κόντο κι ας
+κοιτάξουν τη ζωή. Δε με βλέπεις εμένα; Εσύ, φίλε μου, ξέρεις τι είδα
+και τι έπαθα. Κι ωςτόσο τίποτις δε λυπούμαι. Οι ώρες εκείνες είταν
+οι μόνες ώρες της ζωής μου.
+
+Μήπως δεν είμουν και γω μια φορά σαν και σένα; Με γνώρισες παιδί και
+με θυμάσαι. Ορμητικός, γενναίος — κ' ένα φιλότιμο ρωμαίικο, τι θες
+παραπάνω; Να μη με ξεπεράση κανένας, παντού να φανώ πρώτος στην
+τέχνη και στην επιστήμη, κάτι να είμαι, νακουστή τόνομά μου. Το
+κεφάλι μου καζάνι· έβραζαν ιδέες μέσα, ποια να πρωτοβγή! Και δος του
+βιβλία, μελέτη, γραψίματα, φωτιά. Τόσα χρόνια μάζωνα, έγραφα,
+διάβαζα. Και τώρα!...
+
+Διές εδωπέρα στο σπιτάκι που νοίκιασα κοντά κοντά στο Παρίσι, διές
+τι ήσυχος που είμαι. Το παραθύρι μου είναι ανοιχτό και κοιτάζω πού
+και πού το περιβόλι, γιατί έχω και περιβόλι. Ταγέρι το χαδεφτικό που
+φυσά μέσα στα λουλούδια και που παίζει μαζί με τα φύλλα, είναι η
+μόνη μου χαρά. Τι γλυκειά που είναι η μυρωδιά του! Εδώ που κάθουμαι
+είναι ίσκιος και μια ολόδροση ζέστη γέμισε την κάμερή μου. Το
+πράσινο χορτάρι, οι τριανταφυλλιές κ' οι μηλιές, το πουλί που πηδά
+και κάμνει σκαλοπάτι το κλαδί, ο ήλιος και το καλοκαίρι, αφτά μου
+αρέσουν κι αφτά ξέρω τώρα. Αφτά μου έμαθαν τι είναι η ζωή· αφτά
+είναι η ζωή· η ζωή μου είταν αφτά. Μου θυμίζουν τα παλιά τα χρόνια
+και για τούτο ταγαπώ. Αφτά μου απόμειναν κι άλλο τίποτις δεν έχω. Σα
+νάδειασε ο κόσμος με μιας. Ο τοίχος του περιβολιού μου είναι χαμηλός
+και βλέπω πέρα πέρα κάμπους και πρασινάδες. Ο ουρανός από πάνω
+μοιάζει σα γαλανή πεδιάδα που κοιμάται. Δε γυρέβω να μάθω αν είναι
+πουθενά κανένας πλανήτης στον ουρανό καλήτερος από το δικό μας. Δε
+γυρέβω να μάθω αν υπάρχει πουθενά καμιά αιώνια πρασινάδα. Έρημος ο
+κάμπος για μένα κι ο ουρανός ερημιά. Ξέρω πως η αγάπη πουθενά πια δε
+θα καρπώση.
+
+Όλα, φίλε μου, σαν όνειρο μου φαίνουνται, όλα σαν παραμύθι. Ή τώρα
+να χαλάση ο ουρανός και να καταστραφούν οι κάμποι, ή χρόνια ακόμη να
+βαστάξουν, το ίδιο δεν είναι; Πάντα μια μέρα θα χαθούν. Και δεν
+αξίζει να κοπιάζης. Το χέρι να κουνήσω, ένα βήμα να κάμω, να πάρω
+χαρτί και να γράψω, όλα μου έρχουνται σαν παραμύθι. Δεν είμαστε όλοι
+μας σαν παραμύθια, παραμύθια που περπατούνε — ή που κάθουνται:
+Γεννήθηκες, έζησες, πέθανες. Και τι βγαίνει;
+
+Κάθουμαι στη φωλιά μου και συλλογιούμαι. Τόσο μου φτάνει. Εδώ κρότο
+δεν ακούς, παρά τα δέντρα που ψιθυρίζουν. Και κοντά κοντά, μόλις
+μισή ώρα διάστημα, τρέχει, φωνάζει, βράζει το Παρίσι. Πηγαίνω και γω
+κάποτες να διώ, τρέχω με τους άλλους, και μάνι μάνι γυρίζω πάλε
+σπίτι με το βαποράκι που κατεβαίνει τον ποταμό. Τέτοια κ' η ζωή μου.
+Έρχουμαι από τα πανηγύρια κι από τις χαρές, και να που βρέθηκα με
+μιας ολομόναχος στην έρημη τη σπηλιά.
+
+Κατοικούσα παλάτι λαμπρό· το είχα χτίσει ο ίδιος. Έβαλα μέσα πλούτο
+και θησαβρούς, έβαλα χρυσές ελπίδες και μάνταλο χρυσό. Έβαλα μέσα ό
+τι είχα. Δεν είτανε μάρμαρο το παλάτι, ούτε σίδερο, ούτε ξύλο. Οι
+κάμαρες, οι σκάλες, τα ντουβάρια, τα πατώματα και τα ταβάνια είτανε
+ψυχή, μια ψυχή που τα ζωντάνεβε όλα. Είχα φτειάξει το βασιλικό μου
+το παλάτι με την ψυχή της. Άξαφνα γκρέμησε το παλάτι και τώρα είναι
+απέραντη η μοναξιά γύρω γύρω. Τι να παραπονεθώ; Δεν παραπονιούμαι.
+Τι φοβούμαι; Κανένα μεγαλήτερο κακό; Δεν μπορεί πια τίποτις να πάθω.
+Έπαθα τώρα το πιο φοβερό δυστύχημα της ζωής μου και ξέρω ποιο είναι.
+Δε βασανίζουμαι· δεν τυραννιούμαι. Είμαι ήσυχος κι απελπισμένος.
+
+Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα.
+
+Μη μου λες όμως, τώρα που έγινε, τώρα που το θέλησα, που τόκαμα ο
+ίδιος, μη μου λες πως το μετάνοιωσα και πως για τούτο είμαι
+απελπισμένος. Εγώ φταίω που έγραψα τέτοια λέξη· άλλη δε βρίσκω και
+για να με καταλάβης, έπρεπε καμιάν άλλη να βρω. Απελπισμένη καρδιά
+είναι η καρδιά εκεινού που το πάθος, κανένα τρομερό, άγριο πάθος του
+μανίζει στα σωθικά του. Λες πως έχει μέσα του φωτιά και θέλει να
+ξεσπάση, σαν το πυρωμένο το βουνό, που το τρώει και το δαιμονίζει
+μια φλόγα, ώςπου η φλόγα να βγη όξω, να χυθή, γιατί πρέπει να
+ξεθυμάνη, γιατί κι ο απελπισμένος άλλη ελπίδα δεν έχει να γλυτώση,
+παρά να σπείρη όλεθρο και χαμό, αφού στο βόθρο της ψυχής του θρέφει
+την κόλαση που θα τον πνίξη. Είμαι και γω δίχως ελπίδα· μα κοίταξε
+το βουνό, όχι όταν αστραποβολά και μουγγρίζει, διές το σαν πέρασαν
+αιώνες κ' ησύχασε πια. Έσβησε το καμίνι· λίγο λίγο στρώθηκε και
+πάγωσε το χώμα· η τρύπα η αναμμένη που βροντούσε, έκαμε πάτο βαθιά
+κάτω στη γις και δε σαλέβει. Σώπασαν όλα. Από τα σύννεφα απάνω
+πέφτουν πέφτουν οι βροχές κάθε μέρα. Ανεβαίνουν τα νερά και
+ξαπλώνουνται σιγά σιγά σα γαλήνη. Η λύπη η δική μου μοιάζει με τη
+λίμνη που κοιμάται μέσα στο βουνό, μακριά, στη μοναξιά, παραιτημένη,
+που άνεμοι κι ανεμοζάλες δεν την κοιλούνε. Μήτε χόρτο μήτε λουλούδι
+στην άκρη της δε φυτρώνει· γύρω γύρω, σα στεφάνι, ίσια με την κορφή
+του βουνού, βγήκαν τα κυπαρίσσια και σκεπάζουν τον ουρανό. Είναι η
+λίμνη ατάραχη και κρύα· είναι μάβρη η θωριά της. Τα κύματά της δεν
+αφρίζουν, και θλίψη παντοτεινή φωλιάζει μέσα στον ίσκιο που τη
+γεμίζει. Ποτές ο ήλιος δε θα την παρηγορήση.
+
+Παρηγοριά δεν έχει η ζωή μου, μα ο πόνος δε με τρελλαίνει, δε χτυπώ
+τα στήθια μου, δε φωνάζω. Μια στιγμή, ένα δέφτερο της στιγμής,
+νόμισα και γω πως θα χάσω τα λογικά μου· δεν είμουν όμως ποτέ σαν το
+καμίνι εκείνο· είμουν πάντοτες σαν τη λίμνη. Μήτε απελπισμό ξέρω
+μήτε απελπισία· πώς να σου το πω; Είναι πιο μεγάλο το κακό μου και
+γιατρεμό δεν έχει. Είναι η ανελπισιά.
+
+Εσύ που πολεμάς με τους δασκάλους, εσένα που οι δασκάλοι σε
+πολεμούνε, το στομάχι σου είναι γερό κι από τέτοια δε νοιώθεις. Μήτε
+απελπισία μήτε ανελπισιά δε σου ήρθε ποτές σου, και για τούτο καμιά
+φορά απορείς μ' όσα σου γράφω, ή δίνεις στα λόγια μου ένα νόημα που
+δεν έχουν, που δεν μπορεί νάχουν. Άλλος είναι ο καημός μου. Ναι!
+είναι αλήθεια· παντρέφτηκε, τον πήρε· ναι! είναι αλήθεια που συχνά
+μου φαίνεται σα νάγινε ποτάμι η ψυχή μου, σα να βράχηκε από τα
+κλάματα τα πολλά. Ναι! μα μη λες πως είναι ζούλια. Η ζούλια, φίλε
+μου, είναι μια καταχνιά που κυλιέσαι μέσα της δίχως να βλέπης πια τι
+σου γίνεται, που κάθε ώρα φοβάσαι, που τρέμεις να μάθης κι όλο
+γυρέβεις να μάθης, που δε θέλεις μάτι να την κοιτάξη κι ανέμου
+φυσιματιά να την αγγίξη, που σε πιάνει φρίκη μήπως σε ξεχάση μια
+στιγμή, που ησυχία δε βρίσκεις, γιατί ξέρεις πως η ζωή είναι λίγη,
+γιατί είναι απέραντος ο πόθος της ψυχής και δε χορταίνει, γιατί όλα
+μας αποχαιρετούν, όλα ένα ένα μας αφίνουν, εκεί που τα ζητούμε
+αιώνια όλα, γιατί άμα σου πη μια γυναίκα πως σ' αγαπά και την
+αγαπήσης εσύ με το χτύπημα της καρδιάς σου, άρχισε η μεγάλη ταραχή,
+ξεφυτρώνουν οι υποψίες, σκιάζεσαι με το παραμικρό, με το πιο
+ασήμαντο πράμα, δεν μπορείς να γλυτώσης από τον καημό, όχι τάχατις
+πως την έχεις άπιστη εκείνη, όχι πως αλήθεια σε γελά, μα γυρέβεις
+μια αγάπη που ο κόσμος δε θα στη δώση, μια ατέλειωτη αγάπη, μια
+αγάπη ακέρια και παντοτεινή, που σύννεφο δεν την είδε, που τίποτις
+δεν τη λιγοστέβει, μια αγάπη που κάθε λογισμός της αγαπημένης να
+είναι δικός σου, που μήτε η ομορφιά τουρανού μήτε της άνοιξης τα
+χάδια να μην είναι άξια να μαγέψουν τη μονάκριβη κόρη, να της
+βάλουν, ας είναι και μια στιγμή, άλλη ιδέα στο νου της, άλλη χαρά,
+ξένη χαρά στην ψυχή της, μια αγάπη που, θέλει δε θέλει, να μην
+μπορέση να σε γελάση, ας είναι και με το φύλλο που παίζει, ας είναι
+και με το φως που λούζει το πρόσωπό της, μια αγάπη που πρέπει να
+είναι όλη της για σένα και μόνο, να τη βαστάς, να τη φυλάης πλάγι
+σου κάθε ώρα, σαν το φιλάργερο που κρύφτει το μάλαμά του, για να μην
+το λερώση κι ο ήλιος ο ίδιος.
+
+Εγώ έχασα το θησαβρό μου και δε θα τον ξαναβρώ. Δεν μπορώ πια μήτε
+να τον κρύφτω μήτε να ζουλέβω. Ναι! θέλησα και γω αγάπη παντοτεινή,
+μοναδική και γεμάτη. Ξέρω όμως, έμαθα τώρα πως δεν είτανε για μένα.
+Δε με γέλασε, δε μου είπε, εκείνη τη βραδειά, πως μ' αγαπούσε. Τι να
+φοβηθώ; Για να φοβάσαι, πρέπει ή να σ' αγαπά ή τουλάχιστο να στο
+λέη. Τέτοια τύχη δεν την είχα· δεν άκουσα ψεφτιά από το στόμα της να
+βγη! Κλαίω τώρα μοναχός μου. Ο πόνος μου είναι πικρός· είναι η ψυχή
+μου λαβωμένη. Μα δεν το συλλογίστηκα μήτε να γδικηθώ μήτε να
+σκοτώσω. Μη σε μέλη. Οθέλλος δεν είμαι και δε θα γίνω.
+
+Οθέλλος! Γιατί μου μιλείς όλο για τον Οθέλλο; Σου φαίνεται τάχα και
+τόσο ζουλιάρης ο Οθέλλος; Να σου πω, δεν τον έχω για πολύ ζουλιάρη.
+Ο ζουλιάρης, κι από παιδί θα τον καταλάβης πως είναι ζουλιάρης.
+Εκείνος απαρχής δε ζουλέβει, και στο τέλος πάει κ' η ζούλια του·
+πέθανε η Δεσδεμόνα, δεν του απόμεινε υποψία καμιά. Είταν περαστικό
+το κακό του. Για να κορώση, έπρεπε νάρθη ένας τρίτος να του βάλη
+λόγια. Έπειτα, τι θέλεις; Είναι και παντρεμένος. Για την αγάπη του
+φοβάται ή για την τιμή του; Αν είναι φιλότιμο, τι μας πειράζει εμάς;
+Ο ίδιος σου λέει πως μίσος δεν έχει και πως φρόντισε μόνο να πεθάνη
+έντιμος. Μην κοιτάζης που ξεστομίζει μια φορά μπροστά στη Δεσδεμόνα
+και κάτι βρώμικα λόγια — εμείς τουλάχιστο τα δασκαλέψαμε, γιατί εκεί
+που μιλεί εγγλέζικα ο ποιητής, βάλαμε λέξες αρχαίες· μην κοιτάζης
+που είναι σαν το μπακίρι η θωριά του. Μάβρος δεν είναι. Είναι λόρδος
+και δεν το σηκώνει η αφεντιά του να δώση η μιλέντη σε κανένα
+μορφονιό μαντίλι δικό του. Αχ! εκείνο το μαντίλι! Να μην είταν το
+μαντίλι, δε θα είταν κ' η ζούλια. Τα φέρνει όλα ένα περιστατικό που
+μπορούσε και να μην υπάρξη· δεν τα φέρνει το πάθος μονάχο. Εμείς τα
+περιστατικά τα φτειάνουμε απατοί μας, με την ψυχή μας τα φτειάνουμε,
+τα φέρνουμε, δε μας φέρνουνε τίποτις αφτά· φτάνει νακούσουμε μια
+λέξη κι ανάβουμε. Εκείνος με μιας δε γίνεται θεριό· ο άγγλος, λέει,
+θέλει ώρα να θυμώση· πρέπει πρώτα να το συλλογιστή. Ρωμαίικο αίμα
+δεν έχει. Να μη σε πειράξη ο λόγος μου, εσύ που μας έβαλες ταίρι
+ταίρι στην Ακρόπολη απάνω, το Σαικσπείρο με τους Αρχαίους, μα το
+κάτω κάτω ο Σαικσπείρος είναι και ξένος. Τι θα τον κάμουμε εμείς;
+Μπορεί στη Λόντρα έτσι να είναι τα πράματα και να θέλη Γιάγο ο
+ζουλιάρης. Μα τι λες και συ; Ό τι κι αν είναι η καρδιά μας, μικρή
+μεγάλη, καλή κακή, δεν το νομίζεις πιο σωστό για την ώρα, να
+μεταφράζουμε στη γλώσσα μας την καρδιά τη δική μας, παρά των αλλονών
+την καρδιά; Εμείς ζουλέβουμε μοναχοί μας· δεν έχουμε ανάγκη τους
+Γιάγους, κι αν έρχουνταν κανένας Γιάγος να μας πη τίποτις, πρώτα
+πρώτα θα παίρναμε υποψία και θα ζουλέβαμε για το Γιάγο τον ίδιο,
+μήπως και κάτι τρέχει. Η αγάπη μας γίνεται μέσα μας Γιάγος.
+
+Μήτε τρικυμιά μήτε θόρυβος κανένας με ταράζει, μήτε κανένα μίσος με
+θερίζει. Αξεδιάλυτη λύπη, που μου περεχύνει την ψυχή, μου έρχεται
+όταν τη συλλογιούμαι. Πόσο την αγαπώ! Δεν τη θυμάσαι τη Μοιρίτα με
+τα μάβρα της τα μαλλιά, με τα ήσυχα τα μάτια, με το σοβαρό, το γλυκό
+πρόσωπό της, με ταθώα της τα χείλια, τη μελαχρινή, τη
+σιγανοπερπάτητη κόρη; Τι αμηχάνεφτη, τι απονήρεφτη που είταν! Τι
+ουράνια καλοσύνη που την είχε! Και την ώρα εκείνη που όλα μου τα
+είπε, ήξερε ακόμη να μαλακώση, να χαδέψη τον πόνο μου τρυφερά. Πάντα
+το βλέπω εκείνο το νησί, το νησί μας εκεί κάτω, που μυρίζει με τις
+γαζίες και που λαμποκοπή με τον ήλιο. Δε θα με πάη, δε θα με φέρη
+πια στην Πρίγκιπο το βαπόρι; Δε θανεβώ πάλε στον Άη Γιώργη; Αχ! φίλε
+μου, πέντε χρόνια που δεν την είδα τη Μοιρίτα. Να μην την ξαναδιώ
+και ποτές μου! Ίσως κάλλια που ζω, ίσως κάλλια να μην πεθάνω, για να
+γίνη κι αφτό καμιά μέρα.
+
+Κάθεται πλάγι μου η Μοιρίτα, όταν καθήσω, περπατεί μαζί μου, όταν
+περπατώ. Η Μοιρίτα, παντού η Μοιρίτα. Κάποτες μου φαίνεται σα να μην
+είμαι πια τίποτις εγώ, σαν ο ίδιος να μην υπάρχω, σα να είταν όλο
+μέσα μου εκείνη, σα νάγινε νους μου, αίμα μου, κόκκαλό μου και ψυχή
+της ψυχής μου. Ένα λόγο να πω ακούω τη φωνή της, ένα κίνημα να κάμω
+είναι κίνημά της, να γυρίσω να διώ, με τα μάτια της βλέπω. Δε ζω, ζη
+εκείνη. Μια στιγμή να φύγη, να μην την έχω μέσα μου σαν που την έχω,
+μια στιγμή να την ξεχάσω, είναι σα να ξεχνιούμουν ο ίδιος. Καμιά
+φορά, όταν παν κ' έρχουνται οι λογισμοί, όταν περνά η μέρα και δεν
+μπορώ άλλο να θυμηθώ παρά την ώρα εκείνη που την αποχαιρέτησα, όταν
+τη βλέπω που μ' αποχαιρετά και δε μου βγαίνει ο χωρισμός από την
+καρδιά κι από το νου, τότες μου φαίνεται πως πάλε μ' αφίνει και με
+μιας θολοσκεπάζεται ο κόσμος, πως κατεβαίνει κατεβαίνει η
+καταχνιά... Το νοιώθω πως την αγαπώ σαν και πρώτα και το νοιώθω πως
+είναι αδύνατο να κάμω χωρίς τη Μοιρίτα.
+
+Άδικα με μαλλώνεις· με λυπάσαι που πονώ και μου λες πως εγώ φταίω,
+πως δεν έπρεπε να φύγω, πως είταν πιο φρόνιμο να την πάρω γυναίκα.
+Ξέρω γιατί μου μιλείς έτσι· στα χάλια που βρίσκουμαι, μέσα στην
+ασάλεφτη θλίψη που με πλακώνει, στοχάζεσαι και συ πως ότι κι αν
+είταν, πιο δυστυχισμένος, πιο κακορρίζικος δε θα είμουν παρά τώρα.
+Κατάλαβες, φίλε μου, αν και χωρατέβω μαζί σου και γελώ, αν και σου
+γράφω πως αγαπώ το καλοκαίρι, γιατί μου θυμίζει τα χρόνια τα παλιά,
+ή πως μου αρέσουν ακόμη τα λουλούδια, γιατί μου θυμίζουν τη μυρωδιά
+της, κατάλαβες πως τέτοια χαρά, χαρά δεν είναι και πως χάθηκε, πως
+πάει η ζωή μου. Σε βεβαιώνω πως δεν μπορούσα να μείνω, αν και το
+τραβούσε η καμένη μου η καρδιά. Δε γίνουνταν αλλιώς. Στη θέση μου
+θάκαμνες το ίδιο και συ και κάθε άλλος.
+
+Μη θυμώνης μαζί της· εκείνη δε φταίει. Μην την κατηγορής, μην τη λες
+άπιστη. Είσαι φίλος μου, γνωρίζεις το βάσανό μου και για τούτο την
+κατακρίνεις και δεν μπορείς να της το συχωρέσης. Αν την άκουγες, αν
+την έβλεπες, θάλλαζες γνώμη. Όχι! αδερφέ μου, πίστεψέ με, δε
+θάμνησκες, δε θα την τυραννούσες — και δε θα τυραννιούσουν ο ίδιος!
+Μήτε θα θύμωνες, καλέ μου· δικαίωμα δεν είχες. Μια στιγμή, ταράχτηκα
+και γω, πήγα να ζουλέψω, γιατί θαρρούσα τότες πως μ' αγαπούσε και
+μου έκρυφτε κάτι. Νόμισα πως με γελούσε, την ώρα εκείνη που δίχως να
+με προσμένη, την απάντησα εκεί απάνω στον Άη Γιώργη, μπροστά στο
+μοναστήρι, και την είδα να κάθεται συλλογισμένη, να διαβάζη ένα
+γράμμα και να κλαίη. Ποιανού είταν το γράμμα; τι είταν τα κλάματα;
+Αμέσως έννοιωσα πως είταν κάτι, — κάτι που δεν το ήξερα. Δεν είχε τη
+συνηθισμένη της την όψη· ο τρόπος της μου φάνηκε παράξενος και
+πήγαινα — ο δύστυχος! — να τρέξω να της πάρω βιαστικά από τα χέρια
+το γράμμα. Πόσο χαίρουμαι τώρα που δεν τόκαμα! Γιατί να μου έρθη
+υποψία πως γύρεβε τάχατις κάτι να μου κρύψη; Η καημένη! Σκυμμένο
+είταν το πρόσωπό της, λυπητερά κοίταζε κάτω στο χώμα και δε μ'
+έβλεπε. Άμα βρέθηκα κοντά της, σηκώθηκε.
+
+ — Αχ! Πάλμο μου, εσύ είσαι; Έλα, έλα να σου μιλήσω. Καλά που
+έρχεσαι! Έλα να σου δείξω ένα γράμμα που μου έφεραν το πρωί, σήμερα
+το πρωί. Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Έχω ζάλη. Δεν έπρεπε να το διαβάσω
+αφτό το γράμμα. Άσκημα έκαμα που το διάβασα και θέλω να με μαλλώσης.
+Αχ! Πάλμο, να λυπηθής την κακόμοιρη σου τη Μοιρίτα!
+
+Μου τάλεγε μ' έναν τρόπο που μου ραγίζει την καρδιά, μόνο που το
+θυμούμαι. Άρχιζαν πάλε να βρέχουνται τα μάγουλά της. Πώς να την
+αφήσω να κλαίη; Ο μεγαλήτερός μου ο καημός είταν ο καημός της. Ήθελα
+να μοιάζη η ζωή της με την ήσυχη την ακρογιαλιά που κοιμάται μέσα
+στα λιμάνια. Προσπαθούσα να στρώσω γλυκά και τον άμμο, να μαλακώσω
+και το χώμα. Μήπως μπορούσνα τη βλέπω πικραμένη, φαρμακωμένη, και να
+μην της γλυκάνω την ψυχή μ' ένα λόγο; Πρέπει να της έπεσε κανένα
+δυσκολονίκητο κακό, για να κλαίη, εκείνη που είταν ήμερη πάντα,
+χαρούμενη και συμαζωμένη. Τι είχε το παιδί μου, τι του έτυχε και δε
+μου έδειχτε πια σαν και πρώτα το σοβαρό του, το γλυκοσυλλογισμένο
+πρόσωπό του που χαμογελούσε; Φοβήθηκα και καρδιοχτυπούσα. Μου έδωσε
+το γράμμα και δε θέλησα να το διαβάσω, να μη θαρρή πως δεν την
+πιστέβω· εκείνη να μου πη τι είχε μέσα. Με κοίταξε και με πήρε από
+το χέρι κι ανεβήκαμε λιγάκι, και πήγαμε να καθήσουμε εκεί απάνω, στη
+θάλασσα μπροστά.
+
+Καθήσαμε στην ίδια θέση που την είχα φιλημένη πρώτη φορά. Έλεγε σε
+δυο ώρες να βραδυάση κι αργοπορούσε. Άστραφτε το καλοκαίρι. Από τον
+Άη Γεώργη, αψηλά, βλέπαμε λίγο παρέκει τον κατήφορο με τις πεφκιές
+ίσια με το γιαλό, και πέρα πέρα τα κύματα που γυάλιζαν και
+φωτοβολούσαν. Ο ήλιος με τις αχτίδες του τα περεχούσε, τα γέμιζε
+φλόγες, τάκαμνε πυρκαγιά· λες πως έπεφτε να ξαπλωθή στο πέλαγος
+απάνω και πως το πέλαγος είχε γίνη κανένας ήλιος γιγαντωμένος.
+Λαμποκοπούσαν και τότες τα νερά· τα συχνοτηρούσαμε και τότες. Είταν
+πια αρραβωνιαστικιά μου. Από μικρή την αγαπούσα· την ήθελα από
+μικρή. Είμουν αγώρι, το θυμάσαι, και σου μιλούσα για τη Μοιρίτα. Ότι
+έγινα άντρας, πήγα να τη ζητήσω. Ένα χρόνο αλάκαιρο — τι χρονιά
+είταν εκείνη! — έζησα... όχι! δεν έζησα, μου φαίνουνταν πως άλλαζε η
+ζωή μου· ξάνοιγε κάθε μέρα, ξεσκεπάζουνταν κάθε μέρα παραπάνω η
+ομορφιά κ' η ψυχή της· κάθε μέρα με κάθε καινούριο θησαβρό που μου
+φανέρωνε, έννοιωθα, σαν την αβγή, αγάπη καινούρια να χαράζη. Είταν η
+Μοιρίτα δική μου· τι δεν κατώρθωνα, τι δεν μπορούσα να καταφέρω για
+μια τέτοια κόρη! Για χατίρι της μόνο έλεγα να γίνω μεγάλος και δόξα
+να κερδίσω. Εκείνη είταν ο σκοπός μου, είταν ενέργεια κ' ύπαρξή μου.
+Η Μοιρίτα μ' άκουγε με πόθο, με χαρά, γύρεβε όλο να καθήση μαζί μου,
+ήθελε πάντα να της λέω πόσο την αγαπούσα, να καταλάβη. Η άτυχη η
+Μοιρίτα! Νόμιζε και κείνη πως μ' αγαπούσε. Αχ! τι μυστήριο είναι
+αφτό! Χωρίς ίδια της να το ξέρη άλλονε αγαπούσε, όχι εμένα. Για να
+φανή αφτό, για να το μάθη, για να το μάθω, έπρεπε νάρθη τίποτις
+ξαφνικά να μας φέρη την αλήθεια. Εκεί που κάθεσαι τη νύχτα και
+γράφεις, και περνούν οι ώρες και το ξεχνάς, και χαίρεσαι την ησυχία
+και θαρρείς πως θα τελείωσης προτού ξημερώση, άξαφνα, στη μοναξιά,
+αρχίζουν τα πουλιά να κελαϊδούν και βλέπεις το σκοτάδι που ασπρίζει.
+Σαν το πουλάκι καμιά φορά έρχεται ένας λόγος και βγαίνει το φως.
+Έτσι και γω, εκείνο το βράδυ, τα κατάλαβα όλα με μιας, τα κατάλαβα
+πριν καταλάβη κ' ίδια η Μοιρίτα, τα κατάλαβα στην παινεμένη τη θέση
+που ξάνοιξε πρώτα η ζωή μου.
+
+Μιλούσαμε σιγά σιγά και κοιτάζαμε το γιαλό. Δεν έκλαιγε πια. Και το
+γλυκό της, το σοβαρό της πρόσωπο με μάγεβε που το θωρούσα, μου
+καταπράυνε την καρδιά. Λέγαμε και ξαναλέγαμε πάντα τα ίδια.
+
+ — Όχι! όχι! Μην πης τέτοια λέξη, μην πης πως τον αγαπώ. Δε θέλω να
+τον αγαπώ, δεν πρέπει να τον αγαπώ. Εσύ έχεις τα λόγο μου· εσένα θα
+πάρω. Λυπούμαι που διάβασα το γράμμα και ντρέπουμαι τώρα. Αχ! γιατί
+να στο δώσω; Μα μπορώ και να σου κρύψω τίποτις; Εσύ είσαι φίλος μου,
+ναι! ο καλήτερός μου φίλος είσαι συ· από παιδί σε γνωρίζω και σ'
+αγαπώ· έχω θάρρος, έχω εμπιστοσύνη μαζί σου και για τούτο έτρεξα
+αμέσως να σου δείξω και το γράμμα του, για τούτο δε σου έκρυψα και
+τα κλάματά μου. Δεν ξέρω γιατί έκλαιγα· ζαλίστηκα κ' έκλαψα. Δε θέλω
+όμως να μου λες πως τον αγαπώ και πως το κατάλαβα τώρα που το γράφει
+εκείνος. Θυμάσαι που μόλις τον έβλεπα· δε μου μίλησε στη ζωή του·
+έφεβγε, τραβιούνταν και μήτε συλλογίζουμουν πως μπορούσε να μ'
+αγαπήση... Όχι! Πάλμο, δε θέλω και δεν πρέπει. Είναι δική σου η
+Μοιρίτα. Δε θέλω πια νακούσω μήτε τόνομά του — Έκλαψα, γιατί λέει
+πως είναι δυστυχισμένος, πως τον πήρε ο καημός, και φοβήθηκα μήπως
+εγώ φταίω, μήπως του έδωσα αφορμή — και δεν ταιριάζει. Μα πώς είναι
+δυνατό να είμαι η αιτία, αφού μήτε τον κοίταξα μήτε του είπα ποτές
+μου δυο λόγια; Δε γίνεται να πεθάνη για μένα κι ούτε μπορώ να το
+πιστέψω. Να τα ξεχάσουμε αφτά, να τα ξεχάσης όπως και γω θα τα
+ξεχάσω. Μη με παρακαλής να σ' αφήσω. Δεν μπορεί να σ' αφήσω. Φέβγει
+εκείνος και μ' αφίνει, και μας αφίνει, και μου το γράφει ο ίδιος. Τι
+άλλο θέλεις; Έτσι όλα πάλε καλά, σιάζουνται όλα και μνήσκουμε ήσυχοι
+οι δυο μας. Διές τι ήσυχη που είμαι. Πέρασε τώρα. Μην το
+συλλογιέσαι. Μιλώ μαζί σου, σα να μιλούσα μοναχή μου. Είχα λίγη
+ζάλη· μα δεν είναι τίποτις. Πάλμο, μη φοβάσαι. Να με πάρης, να μ'
+αγαπάς, να μ' έχης σαν παιδί σου.»
+
+Τέτοια μου έλεγε η Μοιρίτα κ' ένας απέραντος πόνος λίγο λίγο, σαν το
+νερό που σταλάζει, μου γέμιζε, μου έπνιγε την καρδιά. Όχι! δε
+φοβούμουν! Τι να φοβηθώ; Ταθώο το κορίτσι! Αλήθεια είναι! Μου έδειξε
+το γράμμα. Δεν της ήρθε στο νου πως μπορούσε κάτι να μου κρύψη, δε
+στοχάστηκε πως η αγάπη, άδικα ή όχι, τρομάζει με το παραμικρό· δεν
+είπε μέσα της, όταν έλαβε το γράμμα· «Θα λυπηθή ή δε θα λυπηθή να
+του το δώσω;» Το διάβασε δίχως να το ξεσκίση, το φύλαξε ως το βράδυ·
+δεν της είταν αδιάφορο το γράμμα. Και μήπως δεν έφτανε τόσο μόνο;
+Εγώ που την αγαπούσα, που την ήθελα όλη για μένα, πώς να μείνω, πώς
+να χαρώ μισή την εφτυχία μαζί της; Και δεν τόβλεπα πως το νόμιζε
+χρέος της να με πάρη; πως η καρδιά της πολεμούσε και πονούσε; Η καλή
+μου, η καημένη μου η Μοιρίτα! Δεν έφταιγε εκείνη. Έτσι το είχε φέρει
+η τύχη. Ο Παβλής την αγαπούσε χρόνια και χρόνια· δεν τολμούσε να τη
+ζητήση, γιατί είτανε φτωχός και δεν ήθελαν οι γονιοί της. Σε μας
+είναι, βλέπεις, πάντα οι ίδιες ιστορίες. Όταν έμαθε πως παντρέβεται,
+δεν ξαναφάνηκε πια στο σπίτι. Ο δύστυχος, μοναχός του πονούσε και
+δέρνουνταν, και κανενός δεν έδειχνε το βάσανό του. Είχε αποφασίσει
+να ξενιτεφτή. «Ξέρω, της έγραφε, πως τον αγαπάς· κάθε μέρα το λέει ο
+κόσμος και τακούω. Να ζήσης, να ζήσης χρόνια μαζί του· να χαρής τα
+λαμπρά σου τα νιάτα. Είναι καλός, είναι γενναίος, και τον αγαπώ, που
+σε διάλεξε εσένα, που θα φροντίση πάντα για σένα, που θα είναι πάντα
+με σένα. Εγώ φέβγω, φέβγω μακριά. Τι σε πειράζει τώρα να στο πω; Δεν
+μπορώ πια κρυφό να το βαστάξω. Έπρεπε να μάθης πως θα είναι κάπου
+στην ξένη γις ένας που λωλάθηκε για σένα· αχ! μη με ρωτάς τι θα
+γίνω.»
+
+Βασίλεβε ο ήλιος και τα νερά, σαν πληγωμένα, αντανακλούσαν εκεί κάτω
+τον κόκκινό του το δίσκο. Έμοιαζε η θάλασσα λυπημένη και λίγο λίγο
+προχωρούσε το σκοτάδι να την πλακώση· ο ουρανός είχε θλίψη κ' η
+καρδιά μου βαριοπονούσε. Γονάτισα μπροστά της και της έπιασα τα χέρι
+και της είπα·
+
+— Μοιρίτα μου, εσύ ζωή μου, μην τυραννιέσαι. Δεν το φταις εσύ
+που πονώ· το φταίει η αγάπη που σου έχω. Μοιρίτα μου, παιδί μου,
+ναι! σαν παιδί μου σ' αγαπώ.
+
+— Κι από τα μάβρα της, από τα γλυκά της τα μάτια, στο χέρι μου
+απάνω, έπεσε ένα δάκρι. Και το ήπια εκείνο το δάκρι και τόχω πάντα
+μέσα στην ψυχή μου.
+
+Μιλούσε κ' έλεγε εκείνο το δάκρι· «Πάει ο ήλιος· πάει η ελπίδα!»
+
+Κατεβήκαμε μαζί. Περπατούσαμε πλάγι πλάγι σιγά, σα δυο φίλοι.
+Φτάξαμε σπίτι με τη νύχτα. Το πρωί πήρα το βαπόρι, ανέβηκα στο
+Σταβροδρόμι, έτρεξα στου Παβλή. Είταν πια φεβγάτος. Αμέσως πήγα στο
+Γαλατά, που μπαρκαρίζουνταν, και τον έφερα πίσω. «Να μη φύγης, να
+μείνης!» Και φιληθήκαμε και σφιχταγκαλιαστήκαμε. Μίλησα ο ίδιος της
+μητέρας της και τάσιαξα όλα.. Και την πήρε και τον πήρε.
+
+Γράφε μου, γράφε μου, καλέ μου. Έχω ανάγκη να μου γράφης. Έγινα σαν
+το νεκροθάφτη· έθαψα τη χαρά μου· έθαψα και τον Πάλμο μαζί. Είμαι
+τριάντα χρονώ παλληκάρι κι όλο μου φαίνεται πως με πήραν τα
+γεράματα. Μη νομίζης όμως πως έβαλα με τα νου μου να πεθάνω. Μακάρι
+να είταν κι άλλη ζωή, για να τη θυμούμαι. Η παρηγοριά μου είναι που
+τη θυμούμαι. Κάποτες μου έρχεται σα να κατεβαίνω κάτω βαθιά, δεν
+ξέρω πού, και δεν μπορώ να σταθώ· κι ο κατήφορος είναι μια γλύκα,
+σαν το βελούδο μαλακός· στράφτει ο ήλιος και φαντάζουμαι τότες πως
+κολυμπώ στις αχτίδες του μέσα· όλα τα ξεχνώ, βλέπω μόνο τη Μοιρίτα
+και θαρρώ πως βυθίζουμαι, αγάλια αγάλια, σε καμιάν άβυσσο γεμάτη
+φως, θαρρώ πως ξανοίγει μπροστά μου κανένας ήσυχος, ολόφαιδρος
+τόπος, ηλιολουσμένος, που δεν πονεί η καρδιά μου. Τότες πια τίποτις
+δε συλλογιούμαι, τίποτις δε νοιώθω, δε ζω, θυμούμαι τη Μοιρίτα.
+
+Ίσως έρθω καμιά ώρα να σε διώ εκεί κάτω, να διώ και λίγη θάλασσα.
+Την αποθύμησα. Μα ξέρεις που δε μου αρέσει και πολύ πολύ τώρα να
+σαλέβω. Είναι και κάμποσο μακριά. Κάλλια να μείνω εδώ που
+καταστάλαξα. Γράψε μου, στείλε μου κανένα βιβλίο νόστιμο, μίλησέ
+μου, σα θέλεις, και για γλωσσολογία ή και για γλώσσα. Μη μου λες
+όμως να μπω και γω μέσα στο χορό, να κάμω ή να τυπώσω τίποτις, ας
+είναι κι από τα παλιά μου. Είχα και γω πρώτα δυο τρεις ιδέες· ίσως
+μπορούσα κάτι να κατορθώσω. Δε μου στρέγει πια. Σταφίνω εσένα.
+Στοχάσου, φίλε μου, ως πού κατάντησα αφού και για τη γλώσσα δε με
+μέλει. Κάπου μου έρχεται και μένα να τους πω τίποτις, να
+διασκεδάσης· έπειτα βαριούμαι. Πρέπει καμιά μέρα να παρακαλέσης τον
+Κόντο, να μας βγάλη κανένα ρομάντσο, να διούμε η γλώσσα του τι
+αξίζει. Τι μας πειράζει να μάθουμε πως ο Κοραής βάζει ένα Μ εκεί που
+θέλει δυο, ή πως βάζει δυο εκεί που θέλει ένα; Μου φαίνεται πως μήτε
+του Κόντου μήτε του Κοραή η γλώσσα, αληθινή, ζωντανή γλώσσα δεν
+είναι, γιατί εμείς, νομίζω, δε λέμε μήτε _ σεσαπημένος _, μήτε _
+σεσημμένος ή σεσηπώς _, λέμε _ σαπίζω _ και _ σαπισμένος _ · δε λέμε
+_μήτε ο μήτε η λέμβος _ · λέμε απλά _ βάρκα _ οι βρεκεκεξιάρηδες
+τόχουν πως είναι ιταλικό και δεν το καταδέχουνται· εσύ πάλε μου
+έμαθες πως είναι λατινικό και τόχουμε στη γλώσσα μας, κοντέβουν τώρα
+τουλάχιστο χίλια πεντακόσια χρόνια. Εγώ έτσι το συνηθίζω. Άκουσα
+μάλιστα πως τα παιδιά στο σκολειό μιλούν κάθε τόσο για ονόματα
+πρώτης, δέφτερης ή τρίτης _ κλίσης _ · βλέπω και κάμνουν ίσια ίσια
+εκείνο που μου έλεγες μια φορά· ταίριαξαν τη λέξη με τη γραμματική
+του λαού. Φυσικό είταν να γίνη το πράμα· έτσι βγαίνει κι ο τύπος
+ορθός. Οι καβγάδες τότες τι σημαίνουν και τι μας χρησιμέβουνε; Δυo
+λογιώτατοι, στην έδρα του ο καθένας, πολεμούν ο ένας με τον άλλονα,
+ποιος θα νικήση, κι από τη μια έδρα στην άλλη, αψηλά αψηλά στα
+σύννεφα και μακριά από — πάνω από τα κεφάλια μας, πετούν τα βιβλία
+που μήτε τα διαβάζει και που μήτε τα είδε ο λαός. Από τα τέτοια
+τιποτις δε βγαίνει· από τα ρομάντσα, από τους στίχους, από το θέατρο
+θα φανή αν είναι άξιο το έθνος να δείξη ποίηση και φαντασία, να κάμη
+και φιλολογία δική του, — όχι όμως από τας γλωσσικάς παρατηρήσεις!
+Οι δασκάλοι που κατηγορούν τη γλώσσα του λαού και που μας πουλούν τη
+δική τους, τι κατάφεραν ίσια με τώρα; Μας έβγαλαν και κανένα βιβλίο
+που νάχη μέσα του λίγη ζωή; Χασμουριέσαι μόνο που τανοίγεις. Εγώ σε
+τέτοια ζητήματα δεν ανακατώνουμαι πια· μα μου φαίνεται, με τα μικρά
+μου τα μυαλά, πως θα είταν καλό και θα ταίριαζε, να μας χάριζαν
+πρώτα οι δασκάλοι κανένα παραμυθάκι με μια σταλιά φαντασία, κ'
+ύστερα να μας ανεβάσουν τη γλώσσα τους ίσια με τον ουρανό. Θα είταν
+ο πιο σωστός τρόπος να μας απαντήσουν και να μας δείξουν πως έχουμε
+άδικο. Οι βρισιές δεν αξίζουν· από τις βρισιές βλέπεις την ανημποριά
+τους. Εμείς τουλάχιστο με τη γλώσσα μας ξέρουμε και μιλούμε για
+γραμματική· ξέρουμε όμως και παραμύθια. Οι ίδιοι λεν τη γλώσσα τους
+τεχνητή και σα νάχουνε δίκιο· τεχνητή, ναι! εκεί όμως που χρειάζεται
+λίγη τέχνη, η καθαρέβουσα δεν πιστέβω να ταιριάζη· άτεχνη κι άτεκνη
+είναι γεννημένη.
+
+Πες τα καμιά μέρα, σαν αδειάσης, πες κι άλλα πολλά. Τι θέλεις εγώ να
+γράφω; Τάχατις για να ξεχάσω; Για τούτο μου τα παραγγέλνεις; Αχ!
+καημένε μου Ψυχάρη, δεν ξεχνώ και δεν μπορώ να ξεχάσω. Και δε θέλω
+να ξεχάσω, γιατί αφτό μου απόμεινε τώρα. Η χαρά μου είναι που τη
+θυμούμαι.
+
+Να ζήσης, καλέ μου, που στάθηκες τόσο πιστός μου φίλος και που μ'
+αγαπάς. Σε γλυκοφιλώ, αδερφέ μου.
+
+Ο ΠΑΛΜΟΣ».
+
+
+Άμα διάβασα το γράμμα του Πάλμου, σηκώθηκα και πήρα το σιδερόδρομο.
+Ο κακόμοιρος ο Πάλμος! Μου μιλούσε για τη γλώσσα, μην τύχη και
+θαρρέψω πως αδιαφορούσε και δε συλλογιούνταν πάρα τα δικά του. Δε
+μου άρεσε όμως το γράμμα του, μάλιστα εκεί που έλεγε πως ίσως είταν
+καλήτερο να μην πεθάνη. Την άλλη μέρα, το βράδυ, είμουνα στο Παρίσι.
+Έτρεξα στην εξοχή που κάθουνταν ο Πάλμος. Η νοικοκερά ήρθε βιαστικά
+να μ' ανταμώση και μου τα είπε όλα. Το πρωί βγήκε ο Πάλμος να πάρη
+λουτρό στον ποταμό. Άξαφνα φαίνεται πως τον παράσυρε το ρέμα.
+Κολυμπούσε και προσπαθούσε να φύγη από το μέρος εκείνο. Έπειτα
+ξάπλωσε τα χέρια και πια δεν τον είδαν. Όταν έφεραν το νεκρό του,
+έμοιαζε σαν αποκοιμισμένος. Δεν μπορούσε κανένας να πη αν πνίγηκε
+άθελα ή όχι. Είταν άξιος κολυμπιστής. Νόμιζαν πως ζαλίστηκε, γιατί
+είταν ήλιος εκεί που πολεμούσε με το κύμα, κ' έλεγαν πως θαμπώθηκε
+από το φως και δεν έβλεπε, να γλυτώση. Εγώ θαρρώ πως ο θάνατος έχει
+μια γλύκα μοναδική που τραβά τους βαριοπονεμένους, και πως δεν το
+βάσταξε του Πάλμου η καρδιά να πη σύρε του Χάρου, όταν έρχουνταν ο
+Χάρος να τον πάρη στην αγκαλιά του.
+
+Τέτοια, φίλε μου Δροσίνη, είχα σήμερα να σου μηνήσω. θλιβερά και τα
+δυο. Ο Πάλμος κι ο Καρλής αγάπησαν το ίδιο· είχαν κ' οι δυο τους τον
+ίδιο πόθο, ήθελαν αχάλαστη την αγάπη, παντοτεινή κι αλάκαιρη. Ο ένας
+σκότωσε, σκοτώθηκε ο άλλος. Η ζούλια είναι ένας φόβος που σε πιάνει
+μήπως χάσης εκείνο που θαρρείς πως είναι δικό σου, ή που τόντις
+είναι δικό σου· άμα τόχασες, άμα διής πως πια δικό σου δεν είναι,
+πάει η ζούλια κι αρχίζει άλλος καημός. Αφτό τον καημό, μπορείς όπως
+θέλεις να τον πης, πότε απελπισία, πότε ανελπισιά, πότε θυμό, πότε
+πίκρα. Όποιος όμως αγάπησε με τα σωστά του, τέλειωσε, πάει, δε θα
+ξαναγαπήση. Να λυπάσαι τις γυναίκες — είναι καλές κι ανήξερες σαν τα
+παιδάκια· γυρέβουμε να μας δώσουν πράματα αδύνατα, που τα θαρρούμε
+δυνατά. Το νοιώθουν κάποτες οι ίδιες και πονούν. Εκείνες δε φταιν
+και δε φταίμε μήτε μεις. Η αγάπη, όπου περάση, ή σπέρνει ή παίρνει
+ζωή. Τέτοιος νόμος την κυβερνά και πάντα συντροφικά τρέχει πλάγι της
+ο Χάρος.
+
+Τι να σου πω τώρα και γω, να τελειώσω; Πως σε ζουλέβω; Όχι, φίλτατε,
+δε σε ζουλέβω. Είναι αλήθεια, θα μου άρεζε πολύ να κατάφερνα και γω
+καμιάν _ Αμαρυλλίδα _ σαν τη δική σου, νάκαμνα τους στίχους που
+κάμνεις, να σου κάθιζα μια μέρα κανένα _ Γιο της Αστραπής _ ή καμιά
+_ Ηλιογέννητη κόρη _ · είναι αλήθεια, μου καίει την καρδιά που δεν
+το κατορθώνω· προσπαθώ και δεν μπορώ να σε ξεπεράσω. Μα δεν το λέω
+ζούλια. Είναι Φιλότιμο. Φιλοτιμιέται ο καθένας κάτι να φανή και να
+βάλη κάτω το γείτονα του. Κάπου κάπου χολοσκάνει που δεν μπορεί να
+το πιτύχη, και που τον άφησε πίσω μακριά ο γείτονας του. Όπως όμως
+κι αν είναι ή κι αν το πης, πολεμά, ιδρώνει και κοπιάζει. _ Αγαθή δ'
+έρις ήδε βροτοίσι _. Μα ίσως είναι καλό να μην το παρακάμουμε μήτε
+αφτό στην Ελλάδα.
+
+ Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ
+
+Παρίσι, μήνα Γεννάρη, 1891.
+
+
+
+ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ {92}
+
+
+
+Φαίνεται πως ύστερις από τη _ Ζούλια _, έβγαλα κ' ένα τηλεφώνημα! Με
+τον τίτλο _ Τηλεφωνήματα _ δημοσίεψε τότες η _ Εστία _ ένα γράμμα
+μου — αφτό εδώ — που αναγκάστηκα να το γράψω, γιατί τόσο πολύ
+προσέχουνε στα ψυχολογικά της Ζούλιας οι δασκάλοι, που πήγανε να
+σοφιστούνε πως η Ζούλια είταν όνομα κύριο, Julie, πράμα που δεν
+μπορεί να είναι, όπως θαρρώ και ταπόδειξα στο γραμματάκι μου. Το
+είπαν αφτό, τάχα για να δη ο κόσμος πως μήτε τίτλο στη δημοτική
+καταλαβαίνει κανένας, μα χωρίς να το υποψιαστούνε, μας έδειξε ο
+λόγος τους πόσο λίγο καταλαβαίνουν ίδιοι τους τα ρωμαίικα. Άλλοι
+πάλε είπαν πως ο τύπος ζούλια δεν υπάρχει! Κι από κει βλέπουμε τι
+ωραία ξέρουν τη γλώσσα που κατηγορούνε. Η αλήθεια είναι που στα
+Εφτάνησα λένε και ζήλια. Δε θα πη πως είναι τύπος γενικός, αφού σε
+πολλούς τόπους, κ' ίσα ίσα στην Πόλη, εκεί δα που παίζεται και το
+δράμα, ζούλια τη λένε με _ ου _. Να προσέξουμε μάλιστα. Θα δούμε πως
+και στην κοινή γλώσσα, κάμποσο συνηθισμένος είναι ο τύπος αφτός,
+αφού πιο συχνά θα πούνε _ ζουλιάρικος _, παρά _ ζηλιάρικος _, κ'έτσι
+θαρρώ πάντα πως η _ ζήλια _ είναι σα δασκαλισμός, γιατί _ ζούλια _
+την ξέρουνε και στην αδασκάλεφτη Κρήτη. Ελπίζω να την έμαθαν τώρα
+λιγάκι και στην Αθήνα, τη _ ζηλεμένη _.
+
+«...Ο τύπος _ Ζούλια _ είναι ο μόνος ορθός. Όποιος λέει _ ζήλια _,
+ας είναι και βαρκάρης, τόμαθε από κανένα δάσκαλο. Να το ξετάσετε το
+πράμα, — γιατί αξίζει, — να πάρετε έναν έναν εκείνους που το
+συνηθίζουν και θα διήτε πως είναι δασκαλισμός. Ένας που χάνει τα
+λογικά του, δε ζηλέβει, ζουλέβει, είναι ζουλιάρης, έχει ζούλια. Κι ο
+δάσκαλος, άμα ζουλέψη με τα σωστά του, θα ζουλέψη με _ ου _. Είναι
+και πολύτιμος τύπος, γιατί βλέπουμε πως και το _ η _ γίνεται _ ου _,
+κι όχι μόνο το _ υ _ · να καταστρέψουμε τώρα την ιστορική γραμματική
+και να βγάλουμε το _ ου _, δε γίνεται, θα χαθή ο κόσμος! Ο Κοραής
+συνήθιζε τα τέτοια· εμείς σήμερα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε τον Κοραή.
+Μα δε μου φαίνεται και να είναι τόσο το κακό. Κύριο όνομα Ζούλια δεν
+το γνωρίζω και να είστε βέβαιος πως θα το μεταχερίζουνται πολύ
+λίγοι. Είναι... δασκαλισμός. Ναι! δασκαλισμός. Ο λαός ξέρει μόνο δυο
+τύπους, ή Τζούλια ή Ζουλή — ής. Αφτή η Ζούλια που λέτε μας έρχεται
+από την Ιταλία· είναι η Giulia. Όλος ο κόσμος θα το προφέρη φυσικά
+Τζούλια και δεν μπορεί να το προφέρη αλλιώς. Για να πη το _ ς _
+πρέπει νάρθη καμιά Julie από το Παρίσι. Άμα είναι το -α στη μέση —
+Τζούλια —, έχει ιταλικό πασσαπόρτι το κορίτσι. Ο δάσκαλος όμως δεν
+αγαπά και δεν καταδέχεται το τζ· δεν τολμά και να ταλλάξη όλους
+διόλου· τότες το μισοφτειάνει Ζούλια. Έτσι μπορεί να μοιάξη και με
+τη δική μας τη ζούλια. Μα και να μοιάξη δεν πειράζει. Το νόημα θα
+φανή αμέσως. Το ίδιο και με τα γαλλικά. Jalousie θα πη ζούλια, θα πη
+και καφάσι· un amour sans jalousie, λ χ., μπορεί κανείς να το
+καταλάβη όπως θέλει. Constance είναι κοινό, είναι και κύριο όνομα
+(γυναίκα και πολιτεία, Constanz). Θα πη μάλιστα και πιμονή,
+καρτερωσύνη. Ποιος όμως θα συλλογιστή να μη βάλη τίτλο Jalousie ή
+Constance; Κανένας. Μπορούμε λοιπόν και μεις να ξακολουθήσουμε να
+λέμε τη ζούλια όπως τη λέμε. Μάλιστα να σας πω την αλήθεια, δε
+βλέπω, δεν ξέρω πώς είναι δυνατό να παραξηγηθή· εμείς συνηθίζουμε
+πάντοτες τα κύρια ονόματα με το άρθρο. Για να είναι η ζούλια Giulia,
+έπρεπε νάχη πρώτα κ' ένα _ η _. Έτσι βάζουμε ήσυχα Ζούλια, πολύ πιο
+ήσυχα μάλιστα παρά αν έπρεπε να βάλουμε Constance, γαλλικά, που
+γίνεται παρανόημα πολύ πιο έφκολα.»
+
+
+
+Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ {93}
+
+
+
+«Άξαφνα, στον ύπνο μου μέσα, μου φάνηκε πως το ρολόγι μου σπάνει.
+Δεν τάκουγα πια. Ξύπνησα την ίδια στιγμή κι άρχισα αμέσως να μετρώ.
+Μετρούσα και στέκουμουν και δεν τολμούσα. Είταν η ώρα μια το πρωί.
+Εκεί που κοιμούμουν ήσυχα, δεν ξέρω πώς, μου κατέβηκε μια υποψία,
+ορμητικά, σαν ταστροπελέκι. Και τώρα, με τα μάτια ανοιχτά, πολεμούσα
+και δεν μπορούσα να τελειώσω το λογαριασμό μου.
+
+Θα πάρω χαρτί να τα σημειώσω. Στάσου να διούμε.
+
+Η αδερφή μου. Ο άντρας της· δυο. Τα τρία τους τα παιδιά· πέντε. Ο
+παπούς· έξη. Η μητέρα· εφτά. Ο θείος κ' η θεία· εννιά. Τα ξαδέρφια
+μας· έντεκα. Εγώ· δώδεκα.
+
+Κ' οι δούλοι κοιμούνται στάλλο το σπίτι.
+
+Είναι κι αφτός ο καταραμένος. Ο μουσαφίρης. Του πατέρα ο φίλος. Την
+άνοιξη, κάθε χρόνο, πρέπει νάρθη στην εξοχή, να μας κάμη βίζιτα.
+
+Δώδεκα.
+
+Καθήσαμε το λοιπό στο τραπέζι δεκατρείς.
+
+Θα κοιμηθούμε δεκατρείς όλη τη νύχτα.
+
+Όχι! Δε γίνεται. Είναι αδύνατο να γίνη.
+
+Δεν μπορεί να ξυπνήσουμε δεκατρείς.
+
+Θα ξυπνήσουμε δώδεκα.
+
+Ποιος άραγες, ποιος είναι που δε θα ξυπνήση με τους άλλους;
+
+Ποιος; Εγώ που το συλλογίστηκα! Είναι αλήθεια που θα πεθάνω; Προτού
+φέξη;
+
+Τι να κάμω; τι να κάμω, για να γλυτώσω;
+
+Ο ίδιος αφτός ο καταραμένος που ήρθε και πέρσι!
+
+Ησύχασα! Ο φόβος μου δεν είχε τον τόπο του. Τίποτις δε θα πάθω. Να
+που ήρθε και πέρσι και δεν έπαθε τίποτε κανείς.
+
+Πέρσι; Θυμούμαι. Φρίκη με πιάνει.
+
+Ναι, πέρσι, την άνοιξη, σωστός ένας χρόνος, είταν πάλε αφτός εδώ.
+
+Είτανε μουσαφίρης.
+
+Στάσου! στάσου! Αχ! τι τρομάρα! Σα να φώναξε η καρδιά μου φοβερά.
+
+Λογάριασε, πρόσεχε μην κάμης λάθος. Πέρσι, την ίδια νύχτα,
+κοιμηθήκαμε δεκατρείς· πέρσι, την ίδια μέρα δεκατρείς καθήσαμε στο
+τραπέζι.
+
+Λεν πως πρέπει ο χρόνος να σωθή, για να γίνη το κακό.
+
+Αχ! γιατί ο πατέρας να πεθάνη; Να ζούσε, θα είμαστε δεκατέσσερεις.
+Πρόπερσι πέθανε· μεγάλωσαν τα παιδιά και μας τάβαλαν πια κι αφτά στο
+τραπέζι μαζί μας. Έτσι θέλησε ο παπούς. Έτσι το θέλησε η κακή μου η
+τύχη!
+
+Η μητέρα μου τόλεγε πέρσι. Είχε δίκιο. Όχι! δεν την άκουσα. Να μην
+καθήσουνε στο τραπέζι δεκατρείς. Δεν την άκουγα και γελούσα. Δεν
+άφησα να βγάλουν τα παιδιά, να τα βάλουνε σε χωριστό τραπέζι.
+
+Μια φορά να πέση πουθενά ο θάνατος, πέφτει πέφτει κι ανασαμό δεν
+έχει.
+
+Ένα χρόνο, έναν αλάκαιρο χρόνο, έκαμε ο Χάρος βίγλα τριγύρω στο
+σπίτι και τώρα εμένα θαρπάξη.
+
+Μη! Μη!
+
+Πότε φέγγει; Στις πέντε.
+
+Στις πέντε, πεθαμμένος. Τέλειωσε, πάει! Να μη φέξη, για τόνομα του
+Θεού: Ας μπορούσε τουλάχιστο να φέξη μια ώρα πιο αργά· να ξεχνιάση
+το Χάρο.
+
+Τι είναι που τρίζει; Κάτι κρότους ακούω. Ο κρότος μεγαλώνει. Με
+τρομάζει.
+
+Κατάλαβα τι είναι. Τίποτις δεν είναι. Του παπού η αναπνοή, στην
+κάμερη πλάγι, που κοιμάται.
+
+Βαριά, βαριά παίρνει την αναπνοή του. Δυσκολέβεται να την πάρη. Τι
+καρδιοχτύπια είναι τούτα; Τακούω ίσια με δω.
+
+Αχ! και πώς να μην το συλλογιστώ αμέσως; Ενενήντα δυο χρονώ γέρος.
+Εκείνος θα πεθάνη!
+
+Ήρθε η ώρα του. Ήρθε! ήρθε. Και πάει ο γέρος.
+
+Είδες πώς χωράτεβε, πώς έπαιζε κάτω στο τραπέζι μαζί μας; Ο Χάρος
+πίσω του στεκότανε και στραβοκοίταζε. Θα παλαίψη ο γέρος· είναι σαν
+το σίδερο. Μα τι θέλεις πια;
+
+Σώπασε το καρδιοχτύπι. Τι; Έγινε κιόλας; Να που ξαναρχίζει. Τι
+καρδιοχτύπι τρομερό! Σηκώνεται, περπατεί, τρέχει τρέχει το
+καρδιοχτύπι, μπαίνει στην κάμερή μου, στα σεντόνια μου μέσα, στο
+ποκάμισό μου, στο στήθος μου μπήκε.
+
+Δεν είταν του παπού το καρδιοχτύπι που άκουα. Είταν το δικό μου —
+και τώρα το κατάλαβα!
+
+Μεγαλώνει· μεγαλώνει ώρα την ώρα.
+
+Τα ξέρω πια πως θα πεθάνω. Θεοφάνερα το βλέπω. Θα πεθάνω μόνο και
+μόνο γιατί φοβούμαι πως θα πεθάνω.
+
+Ο καταραμένος ο μουσαφίρης! Εκείνος όλα τα φταίει.
+
+Γίνεται τέτοιο πράμα; Εγώ, εγώ να φοβούμαι; Εγώ να τρέμω; Εγώ να
+πιστέβω σ' αφτά και να πεθάνω γιατί τα πιστέβω; Δε γίνεται. Να
+συλλογιστώ, νάρθω στο νου μου. Δεν μπορώ. Είναι αλήθεια που δεν
+μπορώ; Και γιατί, γιατί; Τι ανεξήγητο που είναι! Διάβαζε, σπούδαζε
+στα βιβλία, δυνάμωνε τα μυαλά σου· ύστερα να που κατάντησες· ακούς
+και πιστέβεις τέτοια παραμύθια! Και ποιος αφτός; Εγώ δα που και τόσο
+θρήσκος δεν είμαι, δεν είμαι διόλου.
+
+Ίσια ίσια για τούτο. Είμαι τώρα μόνος και φοβούμαι.
+
+Μόνος ολομόναχος. Ο κόσμος και γω. Τίποτις άλλο. Στον ουρανό
+κανένας!
+
+Και τι πειράζει; Ας είναι ή ας μην είναι στον ουρανό κανένας, όπως
+κι αν το πάρης, ή έτσι ή αλλιώς, η ιδέα μου αφτή πως θα πεθάνω,
+γιατί καθήσαμε στο τραπέζι δεκατρείς, μπορεί να είναι μπόσικη. Και
+μήπως δεν το βλέπω πως είναι παραμύθια; Παραμύθια φερμένα και ποιος
+ξέρει από πού; Από την Εβρώπη; Και τα πιστέβω; Φτάνει πια. Πρέπει να
+φανώ άντρας. Τι; δεν το κατώρθωσα ακόμη να τα ξεφορτωθώ, να τα
+ξετινάξω αφτά τα παιδιακήσια που είναι ντροπή;
+
+ — Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς...
+
+Μου έμαθε η μάννα μου να το λέω. Ας το πω και τώρα, να με σώση· τι
+πειράζει; Όχι! δεν έχει δύναμη να με σώση, αφού δεν πιστέβω.
+Τέλειωσε! Θα πεθάνω.
+
+Πρέπει, πρέπει με κάθε τρόπο να πιστέψω. Ας ξανακάμω την προσεφκή
+μου.
+
+ — Πάτερ ημών...
+
+Αχ! δε μ' ακούει! Δε θα μ' ακούση. Δε θέλει να μ' ακούση.
+
+Να όμως που κάτι νόημα έχουν κι αφτά τα παραμύθια. Πες τα ανόητα όσο
+θέλεις· σε κυνηγούν όπου πας, σε παραζαλίζουνε, σου βάζουν άνω κάτω
+το κεφάλι και γίνεται τότες το κακό. Νομίζεις πως κάτι θα τύχη, και
+τυχαίνει, γιατί το νομίζεις.
+
+Τρεις ήμισυ.
+
+Χτύπα, χτύπα, καρδιά μου, και σπάσε σαν το ρολόγι.
+
+Έπρεπε νάχω τίποτις απάνω μου, κανένα φυλαχτό, ό τι κι αν είναι.
+Τόχεις και σου δίνει θάρρος και σε προφυλάγει. Να το πιάσω, να το
+βαστάξω, να μη φύγη.
+
+Αχ! τι σκουπίδι που είναι ο άθρωπος! Ναι! το θάρρος είναι που του
+λείπει. Δε θέλει μοναξιά· είναι γεμάτος αγάπη και πόνο, έχει
+απέραντη καρδιά κι όλα τα ζωντανέβει και σ' όλα μέσα βάζει την ψυχή
+του. Νομίζει πως όλα έχουν την ίδια ψυχή και πως από παντού βγαίνει
+θλίψη ή χαρά.
+
+Και ποιος ξέρει αν έχει λάθος!
+
+Να που έβλαψε, να που μπορεί κ' ένα νούμερο να βλάψη.
+
+Τέσσερεις παρά κάρτο.
+
+Έρχεται ο Χάρος και του κάκου!
+
+Όλα, όλα τα ξαναβλέπω με μιας. Τα χαρούμενά μου τα νιάτα, τη ζωή μου
+από παιδί. Κάθουνταν ο παπούς απάνω στο σοφά και μ' έπαιρνε στη
+γούνα του μέσα και κρύφτουμουν και γελούσε ο παπούς! Αχ! όλα, όλα τα
+θυμούμαι. Πόσο μ' αγαπούσε! Κάτω, εκεί κάτω στον μπαξέ μας, τι
+πρασινάδα που είταν! Πήγαινα κ' έτρωγα ερίκια. Άγουρα τα διάλεγα και
+μου άρεζαν. Όχι! κι από το παράθυρο να σκύψω να διώ, δεν τα βλέπω
+πια τα δέντρα και τις πρασινάδες. Είναι νύχτα παντοτεινή για μένα.
+Αχ! τι καλός, τι ωραίος που είναι ο ήλιος!
+
+Δε θέλω! Δε θέλω!
+
+Κάτασπρο το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Φαίνεται πως έτσι θα πεθάνω,
+χτυπώντας χτυπώντας η καρδιά μου, ώςπου να πιαστή η αναπνοή μου.
+Πιάνεται. Ο Χάρος με πλακώνει..Το κεφάλι μου θα γίνη φλόγα.
+
+Ναι, σαν είμουνα παιδί! Μπας και μου τάμαθε ο παπούς τέτοια
+παραμύθια; Κ' έλεγα πως μ' αγαπούσε! Τι αγάπη είναι αφτή; Και πώς
+δεν πεθαίνει τώρα, σα μ' αγαπά, για να γλυτώσω εγώ;
+
+Τέσσερεις.
+
+Να σκοτώσω κανέναν κ' έτσι να γλυτώσω.
+
+Πρέπει να πεθάνη ο μουσαφίρης.
+
+Να, τώρα, γρήγορα θα πιαστή και το κεφάλι μου. Ίδρος, κρύος ίδρος με
+περεχύνει. Αφού πιαστή και το κεφάλι μου, δε θα νοιώθω τίποτις πια,
+δε θα νοιώθω τον πόνο. Θα ψυχομαχώ.
+
+Να φωνάξω, νάρθη κανένας! Δεν έχω φωνή.
+
+Να σηκωθώ, να τρέξω, να φύγω. Δεν μπορώ. Πιάστηκαν τα πόδια μου από
+το φόβο. — Έχω πιστόλι στο σερτάρι. Για να δω!
+
+Τέσσερεις και κάρτο.
+
+Θέλω να καθήσω ήσυχα στο κρεββάτι, να μετρήσω τα καρδιοχτύπια μου
+ένα ένα, ώςπου να σωθούνε. Να κάμω κουράγιο. Τι να παλαίβω τώρα;
+Έγινε πια το κακό. Σε λίγη ώρα...
+
+Είναι σαν τα κύματα που τρεμοπηδάνε. Φούσκωσε η θάλασσα και θα με
+πνίξη.
+
+Λίγο λίγο.
+
+Πόσο έχω ακόμη;
+
+Να τελειώση αφτό το βάσανο πια. Όταν πεθάνω, θα πεθάνη κι ο φόβος
+μαζί μου. Έτσι θα γλυτώσω.
+
+Πού κοιμάται ο μουσαφίρης;
+
+Τέσσερεις ήμισυ.
+
+Να σηκωθώ! Κάπου να πάω. Να βγω όξω από το σπίτι, να μην είμαστε
+μέσα δεκατρείς. Μούδιασε η καρδιά μου και δεν μπορώ. Είμαι του
+Χάρου. Δε θα με λυπηθή και κανένας; Γίνεται να πεθάνω, που έχω τόσα
+να κάμω, που έχω τόσα στο νου μου; Όχι! τέτοιο άδικο πράμα δε
+γίνεται! Σηκώνουμαι και παλαίβω και σκοτώνω. Ο καταραμένος ο
+μουσαφίρης! Έχω δύναμη ακόμη. Νοιώθω πως έχω. Θα σηκωθώ. Να πεθάνη
+αφτός, μια πιστολιά και σώνει, να ησυχάσουμε όλοι. Να μπουν όλα σε
+τάξη.
+
+Αχ! να μπορούσα μόνο να κουνήσω το πόδι!
+
+Ή να σκοτωθώ, να τελειώση;
+
+Μ' έπιασε, μ' έπιασε ο Χάρος και με βαστά.
+
+Πέντε παρά κάρτο!...»
+
+Ξύπνησα τότες με τα σωστά μου. Είταν η ώρα οχτώ. Είχα φανταστή στον
+ύπνο μου μέσα πως ξυπνούσα. Κοντέβουν τώρα δέκα χρόνια που είδα το
+φοβερό αφτό τόνειρο και τόγραψα αμέσως το πρωί, να το θυμούμαι. Τι
+καλά που περνούσαμε τότες στο σπίτι μας στην εξοχή! Ζούσε ο καλός
+μου ο παπούς. Πρόπερσι πέθανε ο καημένος, εκατό χρονώ γέρος. Δεν
+είμαστε πια στο τραπέζι δεκατρείς όταν έρχεται ο μουσαφίρης.
+
+Παρίσι, 1891.
+
+
+
+Ο ΜΑΓΟΣ {94}
+
+
+
+Μια φορά κ' έναν καιρό, είτανε μια μικρή, μικρούτσικη χώρα. Αχ! τι
+χάρη που την είχε η μικρούτσικη πολιτεία. Τι νόστιμοι που είταν οι
+μικροπολίτες! Πόσο μπόι λες τάχατις να είχαν; Οι μικροπολίτες είταν
+κοντούτσικοι, ψιλούτσικοι, ομορφοκαμωμένοι κ' ίσια μ' ένα δάχτυλο
+μεγάλοι. Είχαν κάτι πρόσωπα σοβαρούτσικα και χλωμά, με μυτερά μυτερά
+μουστακάκια. Μα τι ωραιούτσικα μουστακάκια που τα είχαν! Κάποτες
+ζάρωναν τα μαβρούτσικά τους τα φρύδια και νόμιζες πια πως μεγάλα
+πράματα συλλογιούνταν. Η φορεσιά τους είτανε μια χαρά· φορούσαν κάτι
+στενούτσικα πανταλονάκια, σουρτουκάκια σαν τα δικά μας κι
+αψηλούτσικα γυαλιστερά καπέλλα. Τους έβλεπες και τους αγαπούσες.
+Έπρεπε όμως νάχης καλά μάτια να τους διής. Έγραφε η ιστορία πως οι
+πατέρες τους είτανε γιγάντοι κ' είχαν κάμει παιδιά νάνους. Δεν ξέρω
+να σας πω αν οι μικροπολίτες είταν από γεννήσιο τους μικροί ή αν
+εκεί που έπρεπε να μεγαλώσουνε, δε μικραίνανε λίγο λίγο, ώςπου με
+τον καιρό να καταντήσουν πια τζουτζέδες. Ένα μόνο ξέρω, δεν
+τόννοιωθαν οι μικροπολίτες πως είτανε μικροί κ' έτσι δεν το είχαν
+και καημό. Μήτε τόβαζε ο νους τους, και τόβλεπες αμέσως από το
+περπάτημά τους. Είταν πολύ περίεργο το περπάτημά τους· περπατούσαν
+πηδηχτά πηδηχτά, όμως με κάποια περηφάνεια και τη μύτη πάντα ψηλά.
+Θωρούσες ένα μικροπολίτη και στοχάζουσουν πως ερχότανε βασιλιάς.
+
+Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Σεργιάνιζαν όλη
+μέρα στους δρόμους, συχνοχαιρετιούνταν, έκαμναν κοπλιμέντα και
+τσιριμόνιες, κουβέντιαζαν ως και με τα χεράκια τους, μιλούσανε,
+γελούσανε, φιλοσοφούσαν αναμεταξύ τους. Έπειτα ο καθένας, σαν κάτι
+πιο καμαρωμένος, πήγαινε στο μικρούτσικό του το σπιτάκι κ' έγραφε
+μάνι μάνι ένα βιβλίο. Τι λες νάγραφε μέσα στο βιβλίο; Οι
+μικροπολίτες γράφανε βιβλία ο ένας για τον άλλον. Φαίνεται πως στη
+Μικρόπολη είχε μεγάλα κεφάλια πολλά. Άξαφνα διάβαζες πως ο τάδε
+μικροπολίτης είταν ο πιο περίφημος ιστορικός του κόσμου, ο τάδε πάλε
+πως είταν ο πιο τρομερός ποιητής που μπορεί κανένας να φανταστή.
+Άξαφνα διάβαζες και το εναντίο. Ο ίδιος ο μικροπολίτης έγραφε
+δέφτερο βιβλίο και σου ξηγούσε πως ο μεγαλήτερος ποιητής κι ο πιο
+περίφημος ιστορικός δεν είταν ο πρώτος που είπε, μα ένας άλλος, και
+παστρικούτσικα σου έλεγε και το λόγο. Κάθε τόσο σου έβγαζαν και
+κανένα φωστήρα στη μέση· ο τάδες έκαμνε αμίμητους στίχους· ο άλλος,
+άμα που φάνηκε, τάβαλε πια όλα σε τάξη, τάσιαξε όλα· αμέσως βρήκε τι
+γλώσσα και τι μέτρο θέλει η τραγωδία, τι μέτρο και τι γλώσσα η
+κωμωδία. Ο τρίτος δίδασκε με τι τρόπο πρέπει να γράφεται η ιστορία,
+με τι τρόπο η μυθιστορία. Ένας άλλος είταν πια αλήθεια κριτικός, μα
+τι κριτικός! κριτικός με τα σωστά του, κι από τα βιβλία του έφεγγε
+τέχνη, έφεγγε επιστήμη. Οι μικροπολίτες τραγωδία δεν είχανε, μήτε
+κωμωδία, μήτε ιστορία, μήτε μυθιστορία, μήτε κρίση, μήτε επιστήμη,
+μήτε τέχνη. Μα δεν πείραζε. Είχαν ένα σωρό κριτικούς, κωμικούς,
+τραγικούς και σοφούς. Μπρε παιδιά! αφού σας το λέω· Όλα βρίσκουνταν
+εκεί μέσα, στην αιώνια Μικρόπολη, και δεν είχες ανάγκη να γυρίσης
+τον κόσμο και να γυρέψης αλλού πουθενά ποιητάδες ή φιλοσόφους.
+
+Οι μικροπολίτες παινούσαν ο ένας τον άλλονα· μη νομίζης όμως πως
+είταν από καλοσύνη. Το πουλάκι το γλυκό που λέγεται καλοσύνη, το
+πουλάκι που και το ίδιο μαγέβεται με το κελάδημά του, δεν
+πολυτραγουδούσε μέσα στην καρδιά τους. Το στηθουλάκι τους είτανε
+μικρουλό, σαν κάτι στενούτσικο το κλουβί, και δε χωρούσε μέσα ταγαθό
+το πουλί μας. Αγάπη στα σπλάχνα τους δεν είχαν οι μικροπολίτες· δε
+ζεσταίνουνταν η ψυχή τους, δεν τους έβλεπες να κλαιν ή και να
+δακρίζουν, όταν καμιά ιδέα μεγάλη, μ' όλη της την ομορφιά,
+ξεφανερώνουνταν μπροστά τους. Παινιούνταν αναμεταξύ τους, γιατί
+ήθελε ο καθένας κάτι να φανή· παινούσε για να τον παινέσουν. Πού
+καιρός για δάκρια; Πού καιρός για καλοσύνη; Ο καθένας δεν είχε άλλο
+στο νου του παρά το χαδεμένο του το εγώ.
+
+Καλοσύνη δεν ήξεραν οι μικροπολίτες, κ' ίσως για τούτο δεν είταν και
+τα βιβλία τους καλά. Δεν ήξεραν καλοσύνη, κ' έτσι δεν μπορούσανε να
+διούν αν και παρέξω απ' αφτούς δεν είταν καμιά ωραιότητα στον κόσμο,
+δεν μπορούσανε να τη χαρούνε — δε χαίρουνταν ωραιότητα καμιά, κ'
+έτσι τους είταν αδύνατο και να καταλάβουν τι είναι ωραίο και τι δεν
+είναι — δεν το καταλάβαιναν, κ' έτσι τους είτανε δύσκολο να
+προκόψουν και κείνοι· δεν πρόκοφταν, κ' έτσι δε μεγάλωναν και πολύ.
+Ο νους κ' η καρδιά πάνε συχνά ταίρι ταίρι· έχει κι ο νους καλοσύνη
+δική του· δεν είναι μόνο της καρδίας η καλοσύνη. Είναι και του νου,
+φτάνει να μην τον κλειδώνης· φτάνει, κι ο νους σου ναγαπά
+
+Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Τόσο, που δεν
+κατώρθωναν όλα να τα κάμουν. Είταν πάντα σαν ανταρεμένοι. Έτρεχαν
+και φιλονικούσαν. Έφτειαναν όλο κάτι χρυσούτσικες στάτουες, με το
+πρόσωπο του καθενός μικρωμένο, που γυάλιζε σαν ψιλό ψιλό διαμαντάκι
+και που μπορούσε μόλις να το πάρη το μάτι. Αφιέρωνε μια στάτουα ο
+ένας ταλλουνού· ή την πετούσε πάλε ο ένας σταλλουνού το κεφάλι.
+Τέτοιες είταν οι δουλειές τους. Τι κρίμας που δεν έχω απάνω μου
+καμιάν απ' αφτές τις στάτουες τις χαριτωμένες, να σας τη δείξω, να
+διήτε τι μικρές, τι νόστιμες αλήθεια που είτανε.
+
+Οι μικροπολίτες μιλούσανε μια πολύ παράξενη γλώσσα. Συνήθιζαν κάτι
+λέξες που τις είχαν πρώτα, οι πατέρες τους, οι γιγάντοι. Μα όταν
+έβγαιναν από το μικρούτσικο τους το στοματάκι φάνταζαν πολύ
+περίεργα. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν οι μικροπολίτες να πουν τα
+πράματα νέττα σκέττα. Ξεσκάλιζαν και κάτι παλιούς τύπους μέσα στα
+βιβλία και καμάρωναν. Οι μικροπολίτισσες — αχ! τι άσκημα που το λέω!
+— αι μικροπολίτισσαι — όχι δα! έκαμα πάλε λάθος — αι μικροπολίτιδες
+_ λίαν εγοητεύοντο _, και την ώρα που τους άκουγαν και κατόπι, που
+θυμούνταν τα λαμπρούτσικά τους τα λόγια — να το πούμε όπως πρέπει,
+_λίαν εγοητεύοντο και ακούουσαι και ακηκυίαι _. Οι μικροπολίτες
+έγραφαν και μιλούσαν όλη μέρα. Συχνά δεν καταλάβαινε ο ένας τον
+άλλονα. Τι τύχη, αλήθεια, που την είχαν! Κάποτες ο μικροπολίτης δεν
+καταλάβαινε κι ο ίδιος τι έγραφε. Δεν είναι τύχη κι αφτό;
+
+Οι μικροπολίτες είχαν ψιλή, ψιλούτσικη φωνή. Έλεγες και
+τραγουδούσαν. Είταν όλοι τους τενόροι. Δεν ξέρω τι είχαν πάθει οι
+μικροπολίτες. Δεν άκουγες όμως για κανένα μικροπολίτη, νάκαμε ποτέ
+του παιδί.
+
+Έτσι ζούσαν οι μικροπολίτες, έτσι ζούσαν και βασίλεβαν αναμεταξύ
+τους. Ζούσαν ήσυχα και παινεμένα και δε γήραζαν. Οι μικροπολίτες δε
+μοιάζανε με κανέναν άλλο λαό. Τι περίεργη ιστορία! Άμα έρχουνταν
+κανένας ξένος στη Μικρόπολη, όσο μπόι κι αν είχε, γίνουνταν αμέσως
+άφαντος ο ξένος. Οι μικροπολίτες ανέβαιναν απάνω του και τον
+αποσκέπαζαν τον κακορρίζικο. Ο ένας κάθουνταν απάνω σταφτί του, ο
+άλλος απάνω στο μύτη του, ο άλλος στο μάτι του ή στο δάχτυλο του.
+Κοίταζε τότες ο καθένας καλά και δεν έβλεπε παρά το δάχτυλο, το
+μάτι, ταφτί ή τη μύτη. Συλλογιούνταν τότες ο καθένας με το νου του·
+«Αφτουνού όλα του λείπουν. Έχει μόνο τη μύτη, ταφτί, το μάτι ή το
+δάχτυλο. Δε μας αξίζει». Ποτέ τους οι μικροπολίτες δεν είδαν
+αλάκαιρο τον άθρωπο. Οι μικροπολίτες οι καημένοι είχανε μικρό,
+μικρούτσικο μυαλό, στενό, στενούτσικο κεφαλάκι. Μα ας ταφήσουμε πια.
+Τι; Θα τους κατηγορήσουμε τώρα; Οι μικροπολίτες είναι δικοί μας, ας
+είναι και δασκάλοι. Μήπως δεν έχει κάθε έθνος τους δικούς του; Εγώ
+τους γνώρισα τους μικροπολίτες και τους αγαπώ. Κάμποσο διασκέδασα
+μαζί τους. Είχαν αλήθεια πολλή χάρη και νοστιμάδα.
+
+Πόσο βάσταξε η Μικρόπολη, δεν το ξέρω να σας το πω. Κανείς στον
+κόσμο δεν είδε ποτέ τους μικροπολίτες, κ' έτσι δεν μπόρεσε να πη
+κανείς πόσο έζησαν τα μικρουλάκια. Διάβασα όμως στα βιβλία πως μια
+φορά ήρθε στον τόπο τους ένας μάγος. Είταν πολύ καλός άθρωπος και
+του άρεζε να σπουδάζη και να μαθαίνη. Έλεγαν πως είτανε μάγος, γιατί
+είχε πάντοτε στην τζέπη του ένα γυαλί, μα την αλήθεια! ένα παράξενο
+γυαλί, χοντρό στη μέση και στις άκρες ψιλό, ξεστρογγυλωμένο με
+τέχνη, λαμπερό και πολυδουλεμένο. Ο μάγος με το γυαλί του
+προσπαθούσε να διή τους μικροπολίτες. Έβαζε το γυαλί και δος του
+κοίταζε όσο μπορούσε. Αχ! τι παράδοξο πράμα που ακουλούθησε τότες!
+Τι πρωτάκουστο ιστορικό! Τι περίεργο γυαλί που είταν εκείνο! Όσες
+αχτίδες είχε ο ήλιος, όσες αχτίδες σκόρπιζε απάνω στη γις, τις
+έπαιρνε το γυαλί, τις περιμάζεβε μέσα του, τις συγκέντρωνε, τις
+έκαμνε μια φλόγα μοναδική. Οι μικροπολίτες έλιωναν έλιωναν ένας
+ένας· φαίνεται πως τους έκαιγε το γυαλί, και δε βαστούσε το τρυφερό
+τους το πετσάκι σε τέτοια φωτιά. Έτσι αφανίστηκαν όλοι κ' έμεινε η
+χώρα άδεια μια στιγμή. Τότες όμως από τους βράχους, από τα βουνά κι
+από τις πεδιάδες, από τα περιγιάλια κι από τα χωριά γύρω γύρω,
+προχωρούσαν άλλοι μικροί, μικρούτσικοι αθρώποι κι αφτοί, που δε
+φαίνουνταν πριν. Είταν προστυχοντυμένοι και ντροπαλοί. Έννοιωθαν πως
+είχε ήλιο στη χώρα, κ' έρχουνταν τώρα ο καθένας να χαρή τη ζωή και
+το φως. Οι χωρικοί, λέει, δε φοβούνται τον ήλιο κ' η ζέστη τους
+αρέσει. Τους κοίταζε πάλε ο μάγος με το γυαλί του. Αχ! τι περίεργο
+γυαλί είταν εκείνο! Αντίς να διή τα προσώπατα μόνο, έβλεπε, μέσα στο
+ψιλούτσικο, στο λιγνούτσικό τους το κορμί, την καρδιά και το μυαλό.
+Μεγάλωναν οι καρδιές λίγο λίγο με το γυαλί, μεγάλωναν και τα μυαλά.
+Αφού μεγάλωσαν οι νούδες, μεγάλωσαν πια τότες κ' οι αθρώποι. Να
+πούμε την αλήθεια, δεν έγινε το πράμα με μιας. Ίσως τους έδειχνε το
+γιαλί όχι όπως είταν εκείνη την ώρα, μα όπως θα γίνουνταν κατόπι.
+Όσο τους κοίταζε ο μάγος, τόσο έρχουνταν έρχουνταν οι χωρικοί ο ένας
+απάνω στον άλλονα, χαρούμενοι και τρεχάτοι, στη Μικρόπολη μέσα.
+
+Έτσι με τον καιρό έγινε πια κ' η Μικρόπολη Μεγαλόπολη σαν τις άλλες.
+Έγιναν κ' οι χωρικοί μεγαλοπολίτες. Οι μεγαλοπολίτες είχαν και
+κείνοι κάμποση δουλειά. Πρώτη φορά θωρούσαν τον κόσμο κ' ήθελαν όλα
+να τα πούνε, να τα πουν όλα με μιας. Οι μεγαλοπολίτες όμως λαλούσαν
+τη γλώσσα που λαλούνε στους κάμπους και στα βουνά. Έτσι, λέω, να το
+πιάσουμε και μεις γιατί κ' η ψυχή της Ρωμιοσύνης πώς θα κάμη, πώς θα
+φανή, αν της σηκώσουμε τη φυσική λαλιά της; Φτάνει να μας αφήσουν
+ήσυχους οι δασκάλοι και να μη χαλνούν τη γλώσσα του κάμπου και του
+βουνού. Ψυχή και γλώσσα είναι το ίδιο.
+
+Τι λες τώρα να σημαίνη αφτό το παραμύθι: Είναι αξιόλογο παραμύθι και
+μπορεί ο καθένας όπως θέλει να το πάρη· ο καθένας μπορεί να πη πως
+είναι ίδιος του μεγαλοπολίτης και μικροπολίτες οι άλλοι. Είναι
+μαργιόλικο παραμύθι κ' έχει το νόημά του κι αφτό. Η ποίηση κ' η
+φιλοσοφία, το δράμα και τα ρομάντσα, η φιλολογία, σαν που λέμε,
+είναι το γυαλί. Κι ο Μάγος πάλε ποιος να είναι; Οι μάγοι είναι
+πολλοί. Μάγος είναι όποιος ξέρει και βλέπει με το γυαλί. Είναι πολύ
+σημαντικό πρόσωπο και πιάνει και τον τόπο του. Πώς έγινε η Ελλάδα
+μεγάλη στα χρόνια τα παλιά; Τάχα μήπως με τι δύναμη νίκησε στους
+μηδικούς πολέμους; Νίκησε τάχα με τα όπλα ή με τα έργα που είχε
+βγάλει και που έβγαζε ο νους της; Εγώ νομίζω πως ο Λεωνίδας, όταν
+πάλαιβε στις Θερμοπύλες, πάλαιβε για την Ιλιάδα, πάλαιβε για να
+διαφεντέψη τους αρχαίους μας τους ραψωδούς· εγώ νομίζω πως οι δικοί
+μας, όταν πάλαιβε το Μεσολόγγι, πάλαιβαν και κείνοι για τα τραγούδια
+του λαού μας, που τα τραγουδούσαν τότες τα βουνά. Για να βγη
+ανεξάρτητο ένα έθνος, για να καταλάβη πως υπάρχει, πρέπει να το φέρη
+πρώτα η ποίηση που θρέφει στα σωθικά του, ύστερα το σπαθί. Ο μόνος ο
+νικητής είναι ο μάγος, γιατί ο μάγος, άμα φανή, βλέπει μέσα στου
+λαού την καρδιά. Δε βλέπει τους άλλους, τους κουρδισμένους, τους
+τσιτωμένους, τα ψέφτικά ταθρωπάκια. Χάνεις τον κόπο σου να γυρέβης
+να τα διής. Ο μάγος βλέπει το έθνος, και τότες πια και το έθνος
+βλέπει το ίδιο τι είναι, βλέπει τι αξίζει. Η ψυχή του μεγαλώνει και
+γίνεται φανερή. Τέτοια πανάγια δουλειά κάμνει η φιλολογία, η ελαφρά
+φιλολογία, που δεν είναι λαφριά και που δεν είναι μπόσικο
+παιχνιδάκι. Φτειάνει έθνος και φωτίζει από μέσα τους λαούς.
+
+Παρίσι 1891.
+
+
+
+ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ {95}
+
+
+
+Το μικρό το παραμυθάκι — Ο Μάγος — ταφιέρωσα τότες στον Τρικούπη, κι
+αφτό λέει τακόλουθο γραμματάκι μου στο Δροσίνη.
+
+Ελπίζω καμιά μέρα να πω περισσότερα για τον Τρικούπη απ' όσα
+προφταίνω να πω εδώ, που δεν είναι κι ο τόπος. Όταν του αφιέρωσα το
+Μάγο, δεν τον είχα δει ακόμα. Τον είδα, σα γύρισα στην Αθήνα, στα
+1893. Θυμούμαι μια φορά που ήρθε να μου κάνη βίζιτα στη Βιχτώρια —
+εκεί κατέβηκα — κι άλλη μια φορά που πήγα σπίτι του, στο γραφείο του
+κάτω· και τις δυο φορές καθήσαμε πολλή ώρα μαζί και μιλήσαμε
+κάμποσο, για πολλά πράματα, εννοείται και για τη γλώσσα. Και την
+πρώτη φορά και τη δέφτερη, απόρησα με την εφκολία που καταλάβαινε
+αμέσως ό τι του έλεγες· τάρπαζε ο νους του αμέσως, ως και κάτι
+γλωσσολογικά που είναι κάμποσο δυσκολούτσικα για ένανε μάλιστα που
+δεν καταγίνεται σ' αφτά. Τον είδα, προτού φύγω, κι άλλη μια φορά. Δε
+θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Είτανε χορός στη ρούσσικη Πρεσβεία, ο
+βασιλιάς, η βασίλισσα, τα βασιλόπαιδα, κόσμος και κόσμος. Χορέβανε,
+γελούσανε, διασκεδάζανε, λαλούσανε για χίλια δυο πράματα, και
+φυσικά, όπως τυχαίνει στους χορούς και στους σουαρέδες, μεγάλα
+πράματα δε λέγανε. Να πω την αλήθεια, με πήρε βαριομάρα τρομερή, μου
+ήρθε μάλιστα και πλήξη. Σέρνουμουν εδώ και κει, δεν ήξερα τι να
+κάμω, καμιά όρεξη δεν είχα για κουβέντες· με ποιόνα και για τι
+αντικείμενο; Άλλο δε γύρεβα παρά να φύγω, δεν το κατόρθωσα όμως, και
+πήγα τουλάχιστο να τραβηχτώ σε μια κοχίτσα, να συλλογέμαι τα δικά
+μου. Άρχιζε τότες στην καρδιά μου να τρέμη _ Τόνειρο του Γιαννίρη _,
+και στη γωνιά που κάθησα, μου φάνηκε σα να είμουνα μόνος. Άξαφνα,
+μέσα στην πολυκοσμία, στις φωτοχυσίες, βλέπω δυο μάτια, μεγάλα
+μεγάλα κι ολόμαβρα. Είχαν εκείνα τα μάτια τόσο φως που θαρρούσες κ'
+έφεγγαν αφτά μονάχα. Είταν ο Τρικούπης. Ο Τρικούπης, αψηλό ανάστημα
+δεν είχε· συνήθιζε μάλιστα κ' έσκυβε λιγάκι το λαιμό του προς το
+στήθος. Στέκουντα λοιπόν ακκουμπισμένος στον τοίχο, με τις πλάτες
+κατεβασμένες, κ' έτσι, μέσα στο πλήθος, δεν έβλεπες παρά το κεφάλι
+και τα μάτια. Όμορφος βέβαια δεν είτανε· μα τέτοια μάτια, και τα
+αμορφότερα παλληκάρια δεν τάχουνε. Τι δεν έλεγαν τα μάτια εκείνα;
+Γεμάτα γεμάτα λογισμούς, γεμάτα όνειρα, γεμάτα θέληση και λύπη
+συνάμα· σου έδειχναν τα μάτια του εκείνα τι ποθούσε να κάμη μια μέρα
+την Ελλάδα, σα να τόννοιωθε πως δε θα μπορούσε.
+
+Ανατρίχιασα. Δεν του μίλησα εκείνη τη βραδειά. Τα μάτια του όμως
+πολλές φορές τα θυμήθηκα. Δεν ξέρω αν ο Τρικούπης έκλαιγε· είταν
+άντρας. Μα βέβαια πως τα μάτια του τα ωραία και τα συλλογισμένα, θα
+τα θόλωσε λύπη ακόμα πιο πικρή παρά τη βραδειά που τον είδα, την ώρα
+τη θλιβερή, που από την Ελλάδα μακριά μακριά, έμεινε ολομόναχος,
+παραιτημένος, καταφρονεμένος, την ώρα που κατάλαβε τον τόπο τον
+αχάριστο και που για πάντα σβήσανε τα μάτια του τα μεγάλα.
+
+Θαρρώ πως κάποιο χρέος να τα θυμάται έχει σήμερις κ' η Ελλάδα.
+
+1 του Σταβρού, 1901.
+
+Φίλτατε Δροσίνη,
+
+Θυμάσαι τους μικροπολίτες; Δεν ξέρεις τι μπελά που μου δίνουν! Οι
+φίλοι μου γυρέβουνε να τους πω τι νόημα έχει το παραμύθι· τους
+αποκρίνουμαι πως προσπάθησα να τους το ξηγήσω όσο μπόρεσα πιο
+παστρικά στο τέλος του παραμυθιού. Όχι! λένε, δεν τους φτάνει. Ο
+καθένας το παίρνει διαφορετικά. Και τι θα πη τούτο; και τι θα πη
+εκείνο; Και γιατί και πώς καταστράφηκαν οι μικροπολίτες; Και να μην
+είταν από τις πολλές φωνές; Και γιατί και πώς κάθουνται στη μύτη του
+ξένου και δε βλέπουν παρά τη μύτη; Και τι σημαίνει το κάτω κάτω; Να
+σου πω την αλήθεια, ζαλίστηκα και μ' έπιασε φόβος, μπας και δε
+βγαίνει αμέσως το νόημα; Άρχισα πια κι ο ίδιος να το μελετώ. Λίγο
+λίγο κατάλαβα· κατάλαβα πως το παραμυθάκι δεν έχει μόνο φιλολογική
+σημασία· μπορεί νάχη και πολιτική. Για τούτο σήμερα και γω αποφάσισα
+να ταφιερώσω ενός Μεγαλοπολίτη — του Τρικούπη.
+
+Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ
+
+
+
+OΝΕΙΡΕΒΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ {96}
+
+
+
+Είναι απλό γράμμα. Δεν το βάζω με τα ιδιαίτερα γράμματα, παρακάτω,
+γιατί μπορεί νάχη και κάποια φιλολογική σημασία. Τουλάχιστο, έτσι
+έλεγε τότες ο Γαβριηλίδης που το δημοσίεψε· είπε μάλιστα, και πολύ
+κολακέφτηκα, πως αξίζει να το _ μελετήσουνε _ και να _ το
+προσέξουνε_.
+
+Ο φίλος μου ο Στέφανος Στεφάνου μου είχε στείλει κάτι ποιήματά του
+τυπωμένα στην _ Ακρόπολη _. Μου άρεσαν και του έγραψα τα λίγα λόγια.
+
+Αξιότιμε κύριε Στεφάνου,
+
+Πολύ ωραίος είναι της συλλογής σας ο τίτλος! _ Ονειρεύουνται τα ρόδα
+_ · Les roses sont en train de rêver, γιατί έτσι μου φαίνεται πως
+πρέπει να μεταφραστή. Τον είπα σε μερικούς φίλους μου, απ' αφτούς
+τους συβολιστάδες{97} που αγαπάτε, και τους άρεσε πάρα πολύ. Είναι
+ωραίος, γιατί πρώτη φορά, αν έχω καλό μνημονικό, βάλατε ρήμα αντίς
+όνομα, κ' έτσι με τον ενεστώτα μοιάζει σα να μην έχη τόνειρο
+τελειωμό, και τέτοια βέβαια είταν η ιδέα σας. Πολύ σωστή. Πολύ σωστά
+κι όσα μου γράφετε για λέξες μεσαιωνικές ή μάλιστα και παλιότερες.
+Να σας πω την αλήθεια, είναι καιρός τώρα που προσμένω να μας βγη
+κανένας ποιητής, που να μελετήση κατάκαρδα τα μεσαιωνικά μας αφτά
+ποιήματα· νομίζω μάλιστα πως μπορούμε, και κάποτες έχουμε χρέος,
+όταν το φέρη η σειρά του λόγου, να παίρνουμε καμιά λέξη αρχαία,
+εννοώ της κλασσικής εποχής, να την κεντήσουμε πουθενά με τις άλλες,
+φτάνει να είναι κι ο τύπος της δημοτικός σαν τους άλλους. Μα δε
+σώνει ακόμη κι αφτό και μια συνηθισμένη, κοινή, δημοτική λέξη,
+μπορεί άξαφνα, εκεί που πρέπει, να δείξη πως έχει μέσα της, ακόμη
+και τώρα, την πρώτη ψυχή της, το πρώτο της νόημα.
+
+Ξέρετε πως ο Racine κι ο Corneille και πολλοί άλλοι της ίδιας εποχής
+λένε charme ή charmante, για να πουν εκείνο που σημαίνει και το
+λατινικό carmen=τραγούδι μάγου ή μάγισσας που _ ξελλογιάζει
+(θελκτήριος επωδή) _. Κ' έτσι βγαίνει σωστά το νόημα του στίχου της
+Φαίδρας
+
+Quel charme l'attirait sur ces bords redoutables·
+
+Σήμερα όμως κι ακόμη σε κείνα τα χρόνια, δεν έχει και δεν είχε η
+λέξη charmer την ίδια δύναμη. Νομίζω το λοιπόν πως μόλον τούτο
+μπορούμε να της δώσουμε μια τέτοια σημασία ακόμη και τώρα, αν το
+φέρουμε με τρόπο, π. χ. αν παρατηρήσουμε πρώτα πως υπάρχει κάποια
+διαφορά μεταξύ του charmer και ravir. Αφτό το ravir είναι όλους
+διόλου αντίθετο, και σημαίνει ένα πράμα που έρχεται και σε
+συνεπαίρνει, ενώ το charmer κάθεται και σε τραβά.
+
+Δεν πειράζει και δεν έχει να πη, που λίγοι σε καταλαβαίνουν και
+ξέρουνε να νοιώσουν τέτοια ψιλοψιλούτσικα πράματα, σαν τα προσέχεις
+και τα βάζεις στα βιβλία σου. Η γλώσσα που γράφει κανείς πρέπει να
+είναι σαν το νερό της λίμνης, που όλος ο κόσμος αμέσως μπορεί να δη
+τον ουρανό που την έχει καθρέφτη, μα που λίγοι, πολλοί λίγοι
+γνωρίζουν και ξεδιαλίσανε με τι στοιχεία, με τι κύματα, κι από πού
+παρμένα, είναι καμωμένο το ήσυχο εκείνο της λίμνης το νερό. Έτσι και
+μεις, πρέπει στη στιγμή να βλέπη ο καθένας τι θέλουμε να πούμε, να
+μας έχη καθρέφτη του ο καθένας, ακόμη και σα δεν είναι άξιος ο
+καθένας να καταλάβη, να ξεσκαλίση τι κρύφτουμε μέσα μας και μεις.
+
+Κάθε αναγνώστης δε θα παρατηρήση με τι σκοπό βάλαμε σ' ένα μέρος
+charmer και στάλλο ravir. Εμείς όμως το βάζουμε, και το ύφος μας
+τότες έχει μια κάποια μυστικιά δύναμη που τη νοιώθει και κείνος που
+δεν μπορεί να την αναλύση. Με τον ίδιο τρόπο μου φαίνεται πως και
+ρωμαίικα έχουμε το δικαίωμα να _ετυμολογούμε_ γράφοντας, κι όπως το
+charme σημαίνει carmen εδώ και κει, εδώ και κει πάλε και μεις να
+λέμε κάτι λέξες πολύ κοινές, μα που σήμερις άλλαξε πια το νόημά
+τους, να τις λέμε όμως άξαφνα με το νόημα που είχαν πρώτα, λ χ. τη
+λέξη νόστιμος και μερικές άλλες.
+
+Τέτοια αρχή παραδέχουνται πολλοί από τους συβολιστάδες.
+
+Ένας μάλιστα μεταχερίζεται πάντα το συνηθισμένο το λεχτικό και δεν
+ξετρυπώνει αρχαϊκά. Ως εδώ πάει καλά. Ο λόγος είναι τώρα να δούμε αν
+μπορούμε, σαν που το λέτε, να κάμουμε και κάτι παραπάνω. Όταν κανείς
+γράφει γαλλικά, είναι έφκολο να δανείζεται λατινικά. Αντίς
+tremblant, λέει, σα θέλει, trémulant, αντίς d'ivoire, λέει éburnéen,
+κ' έγινε η δουλειά.
+
+Βλέπετε όμως πως είναι πάντα γαλλικά. Θέλω να πω, μ' άλλα λόγια, πως
+δεν αλλάζει η γραμματική, δε χαλνά το σημερνό γλωσσικό σύστημα.
+
+Με τα ελληνικά όμως έχουμε άλλους μπελάδες. Να πάρουμε μιαν αρχαία
+λέξη όπου κι όπως τύχη, κάποτε θα τύχη ναναγκαστούμε να πάρουμε μαζί
+της και την αρχαία γραμματική, γιατί δε γίνεται και πάντα ναλλάξουμε
+πολύ πολύ τον τύπο. Αδύνατο, λ χ., να πούμε _ κοπεύς _ και να το
+κάνουμε _ κοπιάς _ · σα να μην πολυταιριάζη. _ Κοπέας _ ίσως.
+
+Τέτοια είναι η δυσκολία κ' έτσι ό τι γίνεται σε μια γλώσσα, δε
+γίνεται σε μιαν άλλη. Ό τι γίνεται σ' έναν τόπο, δε γίνεται πάλε σε
+κάθε τόπο.
+
+Να συλλογιστήτε πως οι συβολιστάδες ή συμπολιστάδες φαίνουνται
+σήμερα μόνο στη Γαλλία, ύστερις από τόσους αιώνες, που κάθε χρόνο,
+κάθε ώρα, μπορεί να πη κανείς, η γαλλική φιλολογία βγάζει μυριάδες
+καρπούς, ύστερις, πολύ πιο ύστερις από την κλασσική της εποχή.
+
+Μου φαίνεται πολύ πιο σωστό, πολύ πιο αναγκαίο, πρώτα να
+ταχτοποιηθούνε τα πράματα για τη γλώσσα. Κατόπι βλέπουμε.
+
+Εγώ νομίζω πως βρίσκεται η γλώσσα μας η φιλολογική στην εποχή που
+βρίσκουνταν η γλώσσα του Rabelais και του Ronsard, μόνο με τη
+διαφορά που δεν έχουμε μήτε Ronsard μήτε Rabelais.
+
+Κατάλαβα όμως πως του Ronsard τη δόξα κυνηγάτε. Και του Ronsard τη
+δόξα πρέπει να κυνηγήσετε. Αφτός είναι πολύ σωστός σκοπός.
+
+Ίσως απορήσετε, και δεν τολμώ να το πω δυνατά, να μη μ' ακούσουν,
+αλήθεια όμως, ποίηση δεν έχουμε ακόμη, δηλαδή έχουμε ποιητάδες,
+έχουμε και ποίηση, μα η ποίηση πολλή τέχνη ακόμη δεν έχει. Οι πιο
+ωραίοι μας στίχοι είναι οι δημοτικοί με τις αιώνιες δεκαπέντε
+συλλαβές τους ο καθένας. Τέχνη στιχουργική δεν υπάρχει ως τώρα,
+τέχνη σπουδαία που άξυστη συλλαβή δε θαφήση, και που θα δώση κάποια
+σημασία ως και σ' ένα φωνήεντο. Είναι χρόνια που το είπα ενός νέου
+ποιητή και νόμιζα τότες πως κάτι θα κατάφερνε κι αφτός. Η ιδέα μου
+είναι πως μπορεί ο στίχος ο δεκαπεντοσύλλαβας να μείνη, μα λιγάκι να
+κοπή, όπως έκαμαν κ' οι φίλοι του V. Hugo κι ο Hugo ο ίδιος με τον
+παλιό μονότονο και μονόχορδο στίχο του Boileau. Έπειτα μπορεί κανείς
+να κάμη χίλια καινούρια πράματα, να κονταίνη, να βραδύνη, να ταχύνη,
+άξαφνα και να σπάση το μέτρο. Έχετε μερικά τέτοια που μου φαίνουνται
+πολύ πιτυχημένα.
+
+Αν μπορείτε να το κάμετε έργο ζωής, έργο σπουδής, αν έχετε τη
+θέληση, θα το καταφέρετε, γιατί απ' όπου κι αν πιάση κανείς τη
+δουλειά, φτάνει να την πιάση σοβαρά και ξανανιώνει ότι κι αν πιάση.
+Μου φάνηκε πως τέτοια ιδέα έχετε, και για τούτο μου άρεσαν οι στίχοι
+σας και για τούτο σας φωνάζω· Ομπρός! Τους διάβασα τρεις φορές, μα
+πρέπει να σας πω πως το νόημα παστρικά ακόμη δε βγήκε. Αφτό καλό
+πράμα δεν είναι, και δω χρειάζεται προσοχή. Και τα δύσκολα κανείς
+έφκολα πρέπει να τα λέη, και τα σκοτεινά καθαρά.
+
+Προσοχή, παρακαλώ, και στη γλώσσα. Τώρα ελπίζω κι άλλα καινούρια να
+δούμε.
+
+Ο πρόθυμός σας ΨΥΧΑΡΗΣ
+
+Παρίσι, Δεκέβρη, 29, 1892.
+
+
+
+ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ {98}
+
+
+
+«Πες με ποιος ο γονιός σου, λέγε τόνομά σου και τον άντρα σου, να
+μάθω τα χρόνια σου, γυναίκα, κι από ποια πόλη είσαι.- β. Ο Νίκαντρος
+είναι πατέρας μου, πατρίδα μου η Πάρο, όνομα είχα Σωκρατέα·
+πεθαμμένη, μ' έβαλε ο Παρμενίωνας ο σύζυγός μου στον τάφο· μου έκαμε
+και τούτη τη χάρη, ένα μνήμα της τιμημένης μου ζωής και για τους
+κατόπι αθρώπους. Και μένα, χωρίς να προσέξη το νεαρό μου βρέφος, η
+πικρή Εριννύα της αιμορραγίας χάλασε το γλυκό μου το βίο. Κ' έτσι μ'
+όλους μου τους πόνους δεν έβγαλα το μωρό μου στο φως, μα κάτω στην
+κοιλιά μου είναι κρυμμένο με τους πεθαμμένους. Μέσα από την τρίτη
+δεκάδα της ελικιάς μου, κόντεψα να προφτάξω έξη χρόνια ακόμη· κι
+άφησα στον άντρα μου παιδιά αρσενική γενιά. Δυο άφησα στον πατέρα
+μου και στον ποθητό μου τον άντρα. Εγώ όμως με το τρίτο μου παιδί
+κέρδισα αφτόνα τον τόπο. γ. Εσύ τώρα, θεά που σ' όλους βασιλέβεις,
+πολυώνυμη Κόρη, πάρ' την απ' το χέρι, πήγαινέ τηνε στων εβλαβών τον
+κάμπο. Στους διαβάτες ας δώση Θεός καμιά χαρά, αφού πουν ένα χαίρε
+στη Σωκρατέα κάτω στη γις {99}.
+
+
+
+ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ {100}
+
+
+
+Είταν αφτά στον καιρό που το _ Άστυ _ έβγαζε τις περίφημες τις
+ιντερβιούδες του {101}. Έτρεχε ο ρεπορτιέρης από το ένα σπίτι
+στάλλο, άρπαζε ό τι του λέγανε και πολύ πιο συχνά ό τι δεν του
+λέγανε, κ' έτσι γιόμιζε κόλλες και κόλλες χαρτί. Ρωτούσε δηλαδή τον
+καθένανε τι φρονούσε για τον τάδε πεζογράφο ή ποιητή — και σου
+έβγαζε πια το άχτι του ο καθένας, που είτανε χαρά Θεού. Σ' ένα μου
+άρθρο στο Παρίσι {102} — L'interview athénienne — έβαλα κάμποσα που
+γράφανε ή για τους συναδέρφους ή για μένα — για μένα, πρέπει να πω,
+τα περισσότερα και τα πιο κωμικά. Δεν απόρησα διόλου. Είναι πάντα
+πολύ νόστιμο να βλέπη κανείς τι καταντάει μια μόδα εβρωπαϊκή σε μια
+κοινωνία που δεν έχει... τα χρόνια της Εβρώπης. Άκουσαν πως κάνουνε
+οι φημερίδες ιντερβιούδες στην Εβρώπη· βγήκε να κάμη κι ο Μποέμ. Και
+γιατί να μην κάμη, αφού είχε κιόλας όνομα φράγκικο, Μποέμ; Πώς να μη
+φανή λοιπόν τέλειος παρισιάνος και στις ρεπορταρίες του;
+
+Αλλού, στο Παρίσι, όπως και σ' άλλες πρωτέβουσες, αναμεταξύ τους οι
+συνάδερφοι βέβαια που τρώγουνται· γίνεται όμως το πράμα πάντα με
+τρόπο· μόλις θα δείξουνε τα δόντια. Εδώ είτανε σα να πήγαινες να
+ρωτήξης τη γάτα τι _ φρονεί _ για το ποντίκι. Θανοίξη αμέσως το
+στόμα, να το χάψη. Μπορεί πάλε νάχη το γούστο του κι αφτό· την
+ειλικρίνεια.
+
+Ο Μποέμ και μένα με ρώτηξε τι _φρονούσα_ κτλ. Ιδέα δεν είχα να δώσω
+απάντηση. Έπειτα βρέθηκε αφορμή — και προσπάθησα να δείξω πως οι
+γάτες στο Παρίσι βάζουνε τουλάχιστο γυαλιά και διαβάζουνε.
+
+2 του Σταβρού, 1901.
+
+
+Απάντηση στον Μπoέμ.
+
+_Αξιότιμε κύριε, _
+
+Σήμερα το πρωί έλαβα το γράμμα σας· σήμερα το πρωί ήθελα να σας
+στείλω ένα γράμμα μου και γω. Είταν έτοιμο και μου φάνηκε πως τέτοιο
+μου ζητήξατε. Το βάζω μέσα στον ίδιο πλίκο.
+
+Σας παρακαλώ να μου στείλετε όσους αριθμούς βγάλατε ως τώρα με
+ιντερβιού. Ο πρώτος έλεγε μερικά άτοπα για μένα, κι ο δέφτερος
+ακόμη. Θα μου άρεζε να διώ τι λεν κ' οι άλλοι.
+
+Διόρθωση δε γυρέβω· σας παρακαλώ όμως πολύ να κάμετε προσοχή να μην
+έχη λάθη τυπογραφικά. Τα καλλιγράφησα όσο μπόρεσα.
+
+ Ο πρόθυμός σας.
+
+
+Απάντηση στο Άστυ {103}.
+
+_Αξιότιμε κύριε Άννινε, _
+
+Έτυχε σήμερα το πρωί να πάω στου ξαδέρφου μου του Βικέλα. Ο Βικέλας
+έλειπε. Είταν όμως σπίτι του ένας νέος, ξάδερφός μου φαίνεται κι
+αφτός, ανίψι του Βικέλα. Κάθησα μια στιγμή να πούμε τίποτις. Άξαφνα,
+εκεί που μου μιλούσε το παιδί για τα μαθήματά του, βλέπω, στο
+τραπέζι του Βικέλα απάνω, το Άστυ, και στην πρώτη σελίδα τόνομά μου.
+«Τα διπλώματα του κ. Παλαμά και το «εφτός» του κ. Ψυχάρη.» Και
+παρακάτω διαβάζω· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει _ εφτός _, και ζητεί να
+το επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός ο δυστυχής λέγει
+και προφέρει πάντοτε _ αυτός _». Τα λόγια που αντιγράφω είναι του κ.
+Παράσχου, και τα σημειώνει ο συντάχτης σας, ο _ Μποέμ _.
+
+Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα όταν είδα αφτά τα λόγια!
+
+Εμείς οι γλωσσολόγοι — μα γιατί μόνο τάχατις οι γλωσσολόγοι; — όλοι
+μας εμείς που μάθαμε να σπουδάζουμε καμιά επιστήμη, όποια κι αν
+είναι, ας πούμε και ψυχολογία, κάπου κάπου τέτοια χαρά μας
+περεχύνει. Είδος χαρά ξεχωριστή και που δε μοιάζει με καμιάν άλλη.
+Είμαστε και μεις λιγάκι σαν τους αστρονόμους. Ο αστρονόμος παρατηρεί
+τον ουρανό, αραδιάζει τους αριθμούς του, και σου λέει — «Την τάδε
+μέρα, τάδε ώρα, σε τόσα χρόνια, θανακαλύψης ένα φως εκεί που δε
+φαίνεται τώρα, γιατί τότες ένα άστρο θα φέξη, ένας κομήτης θα διαβή
+εκειπέρα, στα σκοτεινά.» Έρχεται η ώρα, και λάμπει το φως, τάστρο
+φέγγει και διαβαίνει ο κομήτης.
+
+Φαντάσου όμως ο αστρονόμος να πη άξαφνα· «Άβριο θα πέση μια πέτρα
+από τον ουρανό ίσια ίσια στο τάδε και τάδε μέρος». Πάει ο αστρονόμος
+να διή, πέφτει η πέτρα και του σπάνει ένα κόκκαλο. Ο αστρονόμος τι
+θα κάμη; Θα χαρή.
+
+Έτσι τόπαθα και γω σήμερις, αν και δε μου έσπασε η πέτρα κανένα
+κόκκαλο. Δεν κάθουμαι στην Αθήνα, μα τους Αθηναίους τους
+συλλογιούμαι πάντα. Όταν έβγαλα το _ Ταξίδι μου _ και γράφηκαν τόσα
+άρθρα, παρατήρησα κάτι πράματα και γω σαν τον αστρονόμο, που από
+μακριά κοιτάζει τον ουρανό, και προσπαθεί να καταλάβη τι τρέχει εκεί
+απάνω, γιατί του έρχουνται πρώτα πρώτα σα λιγάκι παράξενα μερικά που
+βλέπει, και για να τα ξηγήση, θέλει να βρη τον κρυμμένο λόγο, να
+μάθη αν υπάρχει κανένας νόμος άγνωστος ακόμη, που να του δείξη στο
+τέλος πώς και με τι τρόπο, η επιστήμη του θα ταιριάξη το ένα με
+τάλλο ένα σωρό αλλόκοτα φαινόμενα, που μοιάζουν όλους διόλου
+αντίθετα και χωρίς αιτία καμιά. Κάποτες φοβάται μήπως τάχασε κι ο
+ουρανός.
+
+Έτσι φοβήθηκα και γω μήπως τάχασε η Αθήνα. Παρατηρούσα κάτι
+περιστατικά που δεν τα χωρούσε ο νους μου. Πότε, να τους άκουγες,
+έλεγα τάδε πράμα, πότε πάλε το εναντίο. Ο ένας έγραφε ένα, ο άλλος
+άλλο, κι όλοι ανάποδα. Πώς να τα ταιριάξω; Άξαφνα φως μου κατέβηκε.
+Εκεί που συλλογιούμουνα και γύρεβα, τόννοιωσα πια και φώναξα αμέσως·
+— «Δεν το διάβασαν το βιβλίο μου!»
+
+Δεν το διάβασαν και μιλούν. Κ' έτσι για όλα. Μιλούν και δε
+διαβάζουνε. Να διαβάζανε και να μιλούσαν κατόπι, δε θα κατάστρωνναν
+κάθε μέρα τόσες τρέλλες. Δε λέω πως δεν καταλαβαίνουνε — αφτό πια
+εννοείται, γιατί ποιος μπορεί να καταλάβη και να κυλιέται ακόμη στης
+καθαρέβουσας τις λάσπες; — λέω πως μήτε διάβασαν. Και για τι ζήτημα
+θαρρείτε πως είναι ο λόγος; Για το πιο σοβαρό και το πιο μεγάλο, για
+ένα εθνικό ζήτημα, το γλωσσικό! Δε διαβάζουν τίποτις, δεν ξέρουν
+τίποτις, τίποτις δε σπουδάζουν, τίποτις δεν ξετάζουν — και μιλούν.
+Ανοησίες βουνά το ένα απάνω στάλλο σου ανεβάζουν, ώςπου και της
+Ασίας τα βουνά κουκκί να γίνουν μπροστά σε τέτοιο βουνό, ώςπου από
+κάτω από το βουνό τους και τη γλώσσα τους να θάψουν και την πατρίδα
+την ίδια.»
+
+Δε διαβάζουν! Αφτά στοχάζουμουν, αφτά έλεγα, και μου φαίνουνταν πως
+έτσι καταλάβαινα περίφημα τόσα και τόσα, που χωρίς τέτοια εξήγηση,
+αδύνατο να τα καταλάβη κανείς. Δε διαβάζουνε! Δεν είχα όμως την
+απόδειξη. Φανταστήτε τώρα πόσο χάρηκα όταν είδα τα λόγια του κ.
+Παράσχου· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει _ εφτός _» κτλ. Έβλεπα πως είχα
+δίκιο!
+
+Το _ε_ διόλου δεν το καταφρονώ· πολλοί το συνηθίζουν κ' έχει το λόγο
+του. Μα στη ζωή μου δεν έγραψα _ εφτός _· πάντα _ αφτός _ το γράφω!
+Ωςτόσο τι ακούω; Πως βγαίνω και γράφω _ εφτός _. Το λοιπόν τι θα πη
+αφτό; θα πη πως δε διαβάζουνε και μιλούνε.
+
+Και τώρα δε μου λέτε με τι σκοπό σηκώθηκε άξαφνα ο Ψυχάρης στο
+ποδάρι; Δε μου λέτε τάχα τι νόημα έχει που κοπιάζει μέρα νύχτα; Πώς
+θα την κρίνουμε τη δουλειά που κάνει; Για ποιο λόγο είπε ο Ψυχάρης
+πως γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο, πως μόνο από την εθνική γλώσσα
+θα βγη εθνική φιλολογία, πως βάρβαρη δεν είναι η γλώσσα, πως αφτή
+ξέρει και πως αφτή θα μείνη; Γιατί σπούδαζε χρόνια και χρόνια ο
+Ψυχάρης; Να σας το πω το γιατί· για να γράψη _ εφτός _ και «να το
+επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός» κτλ.
+
+Τώρα μου φαίνεται πως χωρίς άλλο πρέπει ο κ. Παράσχος να μου δείξη
+πού και σε ποιο μέρος, σε ποιο μου βιβλίο, έγραψα _ εφτός _ αντίς _
+αφτός _.
+
+Αν ο κ. Παράσχος δεν μπορεί να μου δείξη το μέρος, τότες — τι άλλο
+να πω; — τότες φοβούμαι μήπως ο κ. Παράσχος ντροπιαστή λιγάκι.
+
+Κατηγορώ τον κ. Παράσχο που δε διαβάζει. Μα να πούμε την αλήθεια, ο
+ίδιος πολύ δε διαβάζω. Προσπαθώ όσο μπορώ να πλουτίσω το νου μου·
+δεν το κατορθώνω πάντα όπως θα μου άρεζε και μένα. Τα βιβλία πολλά,
+και πού ένας άθρωπος να προφτάξη; Άμα μου στείλη κανείς τίποτις, το
+νομίζω χρέος μου να το διαβάσω και να του πω τη γνώμη μου. Συχνά
+τυχαίνει ναργήσω ναποκριθώ και δεν πρέπει να θυμώνουν. Έπειτα, είναι
+κι άλλος μπελάς. Δύσκολο κανείς σ' ένα γράμμα μέσα να τα βάλη όλα,
+όπως τα νοιώθει. Την αλήθεια τη λέω πάντα στα γράμματά μου, μα —
+είναι κ' ένα μα — αναγκαίο κάποτες είναι να καταλάβη κανείς και με
+τι τρόπο την είπα.
+
+Και για να καταφέρη κανείς να γράψη εκείνο που θέλει να γράψη κι όχι
+άλλο, να πη την αλήθεια χωρίς να βρίση έναν άθρωπο που σου χαρίζει
+το βιβλίο του, μα και να του δώση να καταλάβη πως το βιβλίο δεν
+αξίζει και πολύ, είναι κάμποση δουλειά και κόπος. Κι αφτό θέλει
+καιρό. Στο Παρίσι έχουμε να κάμουμε μάλιστα με το παραπάνω. Για
+τούτο και γω δεν το κατορθώνω να καταπίνω βιβλιοθήκες. Να μη νομίζη
+λοιπόν ο κόσμος πως φυλάω μέσα στο νου μου όσα γράφουνται στην
+Αθήνα. Βέβαια όχι, και το λυπούμαι, μα δεν μπορώ να ταλλάξω.
+
+Θα μου άρεζε να τα διάβαζα όλα. Δε θα πη όμως αφτό πως πρέπει κανείς
+όλους να τους χωνέβη και να του αρέσουν όλα. Φτάνει ζούλια να μην
+είναι στη μέση. Ο νους μπορεί να μισήση όσο θέλει. Να μισήση όμως το
+νου κι όχι το πρόσωπο. Δυναμώνει ο νους με τέτοιο μίσος, και
+καλήτερα βλέπει τι σκοπό κυνηγά ο ίδιος, άμα πρώτα καταλάβη ποια
+είναι η ιδέα του αλλουνού, και διή πως αφτή η ιδέα δεν μπορεί να
+ταιριάξη με τη δική του. Ο ένας άξαφνα κάθεται τη νύχτα και
+δουλέβει, με τη λάμπα αναμμένη· ο άλλος πάλε σηκώνεται με τα
+χαράματα και τραγουδάει όλη μέρα· δεν είναι δυνατό οι δυο αφτοί να
+ζήσουνε στην ίδια κάμαρα.
+
+Όταν κανένας δε μου φαίνεται νάχη σωρό σωρό ιδέες ή τουλάχιστο
+τέτοιες ιδέες που ναξίζη να ξετάσης τι είπε και τι δεν είπε,
+αποφέβγω και γω τα βιβλία του. Τότες μήτε για τα βιβλία του μιλώ στη
+ζωή μου, μήτε για τις ιδέες του. Έτσι τόπαθα με τον κ. Παράσχο. Άμα
+όμως βρεθή αφορμή, και να μην είδα τι έγραψε, θα γυρέψω να μάθω
+ποιος είναι ο τάδε και τι λέει.
+
+Έτσι ακολούθησε και σήμερα το πρωί στου Βικέλα. Ρώτηξα του νέου μου
+του ξαδέρφου να μου πη, ο κ. Παράσχος ποιος είναι και τι κάμνει.
+
+Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ.
+
+ — Μα, να σας πω, μου λέει, δεν τον πολυδιάβασα (τα ίδια βλέπω
+κιαφτός!). Μα φαίνεται πως έχει μέσα του κάτι.
+
+ — Γιατί δεν το βαστά εκεί που τόχει; του κάμνω και γω.
+
+Χαμογέλασε το παιδί και μου έδειξε πάλε το Άστυ.
+
+ — Τρώγουνται, λέει.
+
+Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ. Μετρημένα τα λόγια του, μα
+σωστούτσικα.
+
+Ναι! τρώγουνται πάρα πολύ.
+
+Έτσι μοιάζει πως είναι, και δε γιατρέφτηκε ακόμη το κακό. Ο Ρωμιός
+φοβάται τον έπαινο — για τους άλλους εννοείται — μην ο ίδιος φανή
+μικρός — Δεν είναι όμορφο πράμα. Ας δροσίση λιγάκι κ' η καλοσύνη την
+καρδιά μας. Πρέπει να χαίρεται κανείς, άμα βρίσκει πως έχουν
+προτερήματα κ' οι άλλοι, που μπορεί να μας λείπουν εμάς. Βλέπω πως
+κι ο κ. Παράσχος όλο τα παλιά χρόνια δοξάζει.
+
+Βέβαια! Και τα παλιά χρόνια για πέταμα δεν είναι. Είχαν και τα παλιά
+χρόνια μερικούς που κάτι άξιζαν και κείνοι. Είναι ο Σολωμός — Θεός!
+— είναι ο Βηλαράς — αχ! ο Βηλαράς! σήμερα να ζούσε! — είναι ο
+Βαλαωρίτης — τι δράμα μοναδικό, τι αριστούργημα η _ Κερά Φροσύνη _
+του εκείνη! Σωστά αφτά. Να πω την αλήθεια, όλους τους άλλους στον
+Άδη μέσα τους αφίνω· το έθνος θα γλυτώση, την ώρα που θα τους
+ξεχάση, και πρώτα απ’ όλους τον Κοραή. Κάτι όμως είναι να φάνηκε
+ένας Σολωμός, ένας Βηλαράς, ένας Βαλαωρίτης. Μα κ' οι σημερνοί μας
+πάλε για πέταμα όλοι δεν είναι. Έπειτα, τι να σας πω; Πάντα κανείς
+τα παλιά χρόνια να δοξάζη, μου έρχεται σαν κάπως παλιωμένο και
+τούτο. Το συνηθίζουνε πάρα πολλοί και κατάντησε πρόστυχο. Laudator
+temporis acti. Αν άξαφνα ο κ. Παράσχος έβγαινε να μας πη — λέω ο κ.
+Παράσχος ή κανένας άλλος, γιατί για τον κ. Παράσχο τι με μέλει;
+πόλεμο μαζί του δεν έχω — αν έβγαινε να μας πη·
+
+ — «Στα χρόνια τα παλιά, ζούσανε πολλοί που σήμερα τους ξεχνάτε. Το
+Σολωμό σα να μην τον ξέρετε πια. Έχετε άδικο. Είταν ίσως ο μόνος μας
+ποιητής, αφού πρώτος αφτός φάνηκε ύστερις από τα χρόνια της
+σκλαβιάς, ύστερις απ' όλονα το μεσαιώνα. Ο Βηλαράς έννοιωθε τι θα πη
+επιστήμη, έννοιωθε και ποίηση. Μπορεί να μην είναι οι μύθοι του
+αριστουργήματα μπορεί να μην κατώρθωσε να κάμη όσα ήθελε κι όπως τα
+ήθελε· μα πιο μεγάλη, πιο αψηλή ιδέα δε γίνεται από την ιδέα που
+είχε ο Βηλαράς για την ελληνική φιλολογία, από το σκοπό που
+κυνηγούσε. Ο Βαλαωρίτης είναι μάγος, και της καρδιάς τα μυστήρια και
+της γλώσσας έμαθε να τα ξεδιαλίζη. Κανένας ίσως στην τέχνη και στη
+γλώσσα δεν τον ξεπερνά. Σέβουνταν το λαό και τούτο φτάνει. Διαβάστε
+το Σολωμό, το Βηλαρά και το Βαλαωρίτη, όπως κι ο γέρος εγώ που σας
+τα λέω αφτά, σας διαβάζω και βλέπω πόσο προκόψατε από τα χρόνια τα
+δικά μας.» !!
+
+Αν κανένας γέρος μας μιλούσε με τέτοιο τρόπο, θα είταν πολύ πιο
+νόστιμο από το αιώνιο το κατηγορητό.
+
+Τι τάχατις; Δεν έχουμε και μεις τους δικούς μας; Στην Εβρώπη, και
+μάλιστα, στο Παρίσι — αλήθεια όμως! πού να συγκριθή το Παρίσι με την
+Αθήνα; — τόσο κακά δεν κρίνουν όσοι ξέρουν. Η τωρινή μας φιλολογία
+δεν τους φαίνεται για ρίξιμο. Λεν πως είναι σα λουλούδι που έχει
+δικιά του φρέσκα μυρουδιά και που τέτοιο δε φυτρώνει στου Παρισιού
+τους δρόμους. Έχει τη χάρη του, έχει την ομορφιά του. Όλους τώρα να
+τους αραδιάσω; Ας πάρουμε μόνο μερικούς από κείνους που βλέπω στο _
+Άστυ _ τόνομά τους. Πολλοί πολλοί δεν είναι, το ξέρω· μα θα
+πληθαίνουν. Αφίνω πια όσους τώρα γράφουν ή γράψανε στίχους στα
+τελεφταία τα χρόνια. Οι πεζογράφοι μας τάχατις δεν έχουν αξία καμιά;
+Του Δροσίνη τα παραμυθάκια δεν είναι σαν την αβγή δροσάτα; Την _
+Αμαρυλλίδα _ τι την κάμνουμε; Αφτός ο Δροσίνης ένα λάττωμα, ένα κακό
+έχει. Τίποτις πια δε γράφει, προτιμά να γράφουν οι άλλοι κι ο ίδιος
+να σκοτώνεται να τα δημοσιέβη. Μα ένα του στίχο να διής, αμέσως
+φαίνεται τα παλληκάρι. Δεν του φτάνει που έχει μέσα του ποίηση·
+θέλει και την τέχνη. Διάβασα κάτι μικρά του ποιήματα στην Εστία,
+είναι τώρα κανένας μήνας. Να το νύχι, να και το λιοντάρι. Ο Δροσίνης
+ένα ρομάντσο να μας κατάφερνε, δε γίνεται, θα είτανε ρομάντσο από
+μάστορη καμωμένο.
+
+Μήπως ο Καρκαβίτσας δεν έγραψε και κείνος μερικά, που τόντις απορεί
+κανείς πώς μπόρεσε και φάνηκε τέτοιος ψυχολόγος, να μας δείξη την
+ψυχή του λαού και να μας τη δείξη τόσο απλά και με τόσο βάθος; Δεν
+πιστέβω μήτε στην Αθήνα μήτε αλλού, να το κατορθώση όποιος τύχη να
+μας γράψη ένα παραμύθι σαν τον _ Αφορεσμένο _. Άλλη γλώσσα να
+συνηθίση, και βλέπετε τότες τι ζωή έχει μέσα του ο καλός αφτός ο
+τεχνίτης.
+
+Αμέ ο Παλαμάς; Να τα ξαναπώ πάλε; Και κείνος στη γλώσσα παραπάνω να
+πρόσεχε, να την καλλιεργούσε, να την πάστρεβε, θα μας έφτειανε
+αριστουργήματα. Μήπως δεν είναι και δυο τρεις άλλοι που πολύ νόστιμα
+γράφουν, ο Στεφελίδης κι ο Μήτσος ο Χατζόπουλος; Άλλα πάλε μπορεί
+και να μην αξίζουνε. Λόγου χάρη, του Μιτσάκη η _ Φιλολογική σελίδα _
+δε μου πολυάρεσε· είναι παιχνίδια. Μια γλώσσα κανείς να ξέρη και του
+φτάνει. Η Αλεξάντρα Παππαδοπούλου και κείνη με χάρη τα λέει. Κι ο
+Μάνος; Αχ! το κακό το παιδί! Θησαβρούς μέσα του κρύφτει και δεν τους
+βγάζει. Είμαι μαζί του θυμωμένος, γιατί μπορεί ό τι θέλει να γράψη
+και να καλογράψη — μα δε θέλει.
+
+Τι να πω τώρα για τον Αργύρη, για τον Αργύρη μας το χρυσό; Ήθελα να
+ξέρω τι του λείπει. Έχει γλώσσα, τέχνη έχει. Διαβάστε τον Αργύρη, να
+διήτε στα παραμύθια του μέσα ζωντανή τη ζωή, ζωντανή τη γλώσσα της
+Ρωμιοσύνης. Εκείνος ο Αργύρης! Ποιος από μας τον αξίζει τον Αργύρη;
+Μιαν αράδα του Αργύρη μου να διαβάσω, μου έρχεται να ξεσκίσω όσα
+έγραψα ως τώρα. Και τι να πω για τις _ Φυλλάδες του Γεροδήμου _;
+Πετράδια, μαργαριτάρια και διαμάντια. Άπλωσε τα χέρι και τα
+μαζέβεις.
+
+Δεν έχουμε και τον καλό μας τον Πάλλη; Δεν έχουμε και το
+Μικρογιάννη; Μικρός είναι, μα θα προκόψη. Μας έδειξαν πως με τη
+γλώσσα του λαού γράφει κανείς ό τι θέλει, όχι μόνο παραμύθια και
+στίχους, μπορεί κανείς να μιλήση άξαφνα και για ζητήματα της
+επιστήμης — κάτι θα πη κι αφτό — και πιο σωστά μάλιστα παρά που το
+συνηθίζουν οι δασκάλοι.
+
+Τέτοια, σήμερα το πρωί, συλλογιούμουνα στου Βικέλα. Θυμούμουν και
+του Βικέλα τους στίχους, όταν έγραφε ρωμαίικα ο Βικέλας και μας
+μετάφραζε τον Όμηρο — κι όχι το Σαικσπήρο. Θυμούμουν τους στίχους
+του Βικέλα, θυμούμουν τους Αθηναίους και κοίταζα τον ξάδερφο μου,
+του Βικέλα τανίψι, δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, που μοιάζει δεκατεσσάρω.
+
+Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ.
+
+Σπουδάζει, λέει, μηχανικά. Μηχανικά; Ας είναι! Ελπίζω να μάθη, να
+διαβάση, και να μιλή μόνο για όσα διάβασε. Εκείνος θα μας διαβάζη
+κατόπι και θα μας κρίνη. Ίσως όχι εκείνος ακόμη. Μου φάνηκε σα
+λιγάκι δασκαλεμένος. Μα θα καταλάβη κατόπι, και θα μας διαβάζουν τα
+παιδιά του. Θέλουμε καιρό να ξεσκουριάση το έθνος. Μας αφάνισαν οι
+δασκάλοι. Θαφανιστούν όμως κι αφτοί καμιά μέρα.
+
+Καμιά μέρα τα εγγόνια μας θα γελούν που ακούαμε τους δασκάλους.
+Καμιά μέρα του ξαδέρφου μου τα παιδιά θα ξέρουν τη γλώσσα τους και
+θα τη γράφουν, όπως ξέρει και γράφει τη γλώσσα του όλος ο κόσμος σ'
+όλη την οικουμένη.
+
+Είναι νόστιμο αλήθεια το ξαδερφάκι μου πολύ.
+
+Χάρηκα που το είδα.
+
+Πρέπει νάχουμε θάρρος εμείς που γράφουμε την εθνική τη γλώσσα. Εγώ
+συχνά τυχαίνει να γράφω γαλλικά, και βέβαια πως θα τα γράφω όλη τη
+ζωή μου και πως θα γράψω ακόμη πολλά. Άρθρα θα κάμω· μυθιστορήματα
+θαραδιάσω. Μήπως δεν είναι γλώσσα μου κι αφτή; Δε μου έρχεται
+μάλιστα και πιο έφκολα να τη γράφω, παρά να γράφω γλώσσα, που όσο
+μητρικιά μου κι αν είναι, ακόμη δε γράφηκε; Κι όμως τι να πω; Όσα
+γράφω γαλλικά, μπορεί σήμερα ναρέσουν άβριο θα ξεχαστούνε. Μα και να
+μην ξεχαστούν άβριο, πόσο άραγες θα μείνουν; Εκατό χρόνια; Κι αφτά
+πολλά. Ας μείνουν και παραπάνω. Ας υποθέσουμε μάλιστα, σα θέλετε,
+πως μπορεί άξαφνα και να μείνουνε σαν του Chenier τους στίχους. Τι
+κέρδισα; Τόνομά το πιο μεγάλο που μπορεί να βγη σ' έναν αιώνα μέσα,
+κι αφτό θα χαθή σε μια θάλασσα, που κάθε κύμα σου φωνάζει άλλα
+ονόματα πιο μεγάλα ή μεγάλα σαν κι αφτό. Ωκεανός μια τέτοια
+φιλολογία! Κι ο ίδιος ο Chenier τι είναι; Δε βροντά, μουρμουρίζει
+μόνο τόνομά του. Απελπισία μας έρχεται να το συλλογιστούμε. Και
+πόσοι άλλοι, και κείνοι καλοί, άξιοι και κείνοι, που μήτε θακουστή
+τόνομά τους, που τα έργα τους θα καταποντιστούν, που η θάλασσα θα
+τους φάη αλάκαιρους! Θολώνεται ο νους, τρουμάζει η καρδιά, δέρνεσαι
+και κλαις, σαν το στοχάζεσαι, και λες· Πώς να κάμω;
+
+Άμα πάρω την πέννα μου και γράψω μια μόνη λέξη ρωμαίικη, δε νοιώθω
+μέσα μου πια καμιά ταραχή. Ησυχία, γαλήνη με περεχύνει. Γίνουμαι σαν
+τους ολύμπιους θεούς. Δεν το λέω για μένα μόνο, και δίχως περηφάνεια
+το λέω· το λέω για όλους μας εμάς που γράφουμε τη γλώσσα του λαού
+και χτίζουμε στην Ελλάδα την εθνική φιλολογία. Έχουμε _ ολύμπια
+δώματα _ σαν τους θεούς. Αιώνια παλάτια. Μάρμαρο η κάθε λέξη. Τη
+γράφω κι ανατριχιάζω — Ό τι πω, είναι για τους αιώνες. Ρωμαίικα να
+γράψω, λειτουργώ. Σέβουμαι και την αθάνατη γλώσσα και μένα τον ίδιο
+που τη γράφω.
+
+Κ' έτσι κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Το θάνατο σκοτώσαμε.
+
+Να σκοτώναμε τώρα λιγάκι και τους δασκάλους, καλό θάτανε. Από κει
+βγαίνει ζωή.
+
+ _Ο πρόθυμός σας._
+
+Παρίσι, 9 του Απρίλη, μέρα Κεριακή, 1893.
+
+
+
+ΑΘΗΝΑΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ {104}
+
+
+
+Όταν έφτασα στην Αθήνα, στα 1893, ερχάμενος από τη Θεσσαλία, μόλις
+κατέβηκα στη Βιχτώρια και παρουσιάστηκε την άλλη μέρα ο Μποέμ, να
+μου κάμη ιντερβιού. Συνήθεια δεν είναι να δημοσιέβη κανείς τις
+ιντερβιούδες που γράφουν οι άλλοι για σένα. Μα θέλησα να το βάλω κι
+αφτό στο βιβλίο μου για κάμποσους λόγους, που θαρρώ κ' έχουνε κάποιο
+βάρος. Πρώτη φορά τότες από τα 1886, γύριζα στην Αθήνα. Έμεινα
+κάμποσο, την είδα, την αγάπησα πολύ. Όλα τάβλεπα μ' άλλα μάτια παρά
+στον καιρό του _ Ταξιδιού _, μου φαίνουνταν πως άνοιγε ο νους μου,
+πως άλλαζε η ζωή μου, και νομίζω πως και στο ιντερβιού αφτό ακούει
+κανένας σαν αντιλαλιά κρυφή απ' όσα έννοιωθα κι άρχιζα να
+ονειρέβουμαι για την Ελλάδα σε κείνη την εποχή. Κάμποσα είπα και για
+τη γλώσσα, που θα μου άρεζε να μην πάνε χαμένα όλους διόλου,
+τουλάχιστο για να καταλάβουνε πως τάλεγα κι από τότες. Μα υπάρχει κι
+άλλος λόγος που τα ξανατυπώνω. Όσο μιλούσα, ο Μποέμ σημείωνε τα
+λόγια μου. Δεν το κατώρθωσε όμως, όχι τάχα πως είχε τότες κακή
+θέληση, μα γιατί καθότανε σε μιαν καρέγλα κ' έγραφε στα γόνατά του,
+κ' έτσι δεν πρόφταινε, αφού πιο γρήγορις από το κοντύλι τρέχει πάντα
+η κουβέντα. Έβαλε το λοιπόν κάτι πράματα, που δεν τα είπα στη ζωή
+μου, όπως θα το καταλάβη ο καθένας από μερικούς τύπους που θα μου
+τους δάνεισε ο Μποέμ, γιατί εγώ δεν τους συνηθίζω. Μα ο Μποέμ
+πάσκισε ναπομιμηθή και το ύφος της κουβέντας. Και σ' αφτό δεν
+πέτυχε, γιατί δεν μπήκε στο νόημα. Σαν έρχεται κανείς για ιντερβιού,
+τυχαίνει συχνά ή να του πης ένα λόγο, για να τον αποσώση εκείνος,
+όταν τα στρώση με την ησυχία του στο χαρτί για τον τύπο, ή να πης
+και δυο φορές ένα πράμα — για να το νοιώση καλήτερα. Ο Μποέμ, σαν
+του τάλεγα δυο φορές, τάβαζε δυο φορές κι αφτός. Τέτοιο σύστημα
+έχουνε μερικοί ρεπορτέρηδες, και δεν είναι σωστό, γιατί έτσι δε σου
+δίνουν ιδέα σωστή για τον άθρωπο που τους μίλησε· δίνουνε συνάμα
+ιδέα λυπητερή και κείνου που άκουγε και που δεν καταλάβαινε, όσο κι
+αν του τα κοπάνιζες. Κι αλήθεια πολλά δεν κατάλαβε, είτε γιατί
+είτανε γλωσσολογικά, καλλιτεχνικά και δύσκολα, είτε γιατί δεν
+πήγαινε ο νους του στα σοβαρά που του ξηγούσα, και τάπαιρνε όλα
+παίζοντας και για χωρατά. Έτσι στο ιντερβιού εκείνο με βάζει άξαφνα
+και λέω μερικά πράματα, που μοιάζει σα να τάλεγε κανένας τρελλός. Δε
+θέλησα λοιπόν, αν το διαβάσουνε κατόπι, να θαρρέψουν πως εγώ είπα
+όσα είπε ο Μποέμ. Θυμούμαι και τότες πως ο μακαρίτης ο θειος μου, ο
+Μιχαλάκης ο Μελάς, σάστισε που ωνόμασα τον Ηρόδοτο reporter. Το
+είπα, ναι, μα... όχι όπως το είπε ο Μποέμ. Το ίδιο και για κάτι
+άλλα, που είναι κι άτοπα, γιατί με βάζει και μιλώ για την Ελλάδα και
+για τα ταξίδια μου μ' έναν τρόπο που όποιος διάβασε το _ Ταξίδι μου
+_ το ίδιο, ξέρει πως δεν μπορεί νάναι ο τρόπος ο δικός μου.
+
+Τα ξαναπέρασα όλα με προσοχή. Άφησα όσο μπόρεσα το ύφος της
+κουβέντας. Τα διώρθωσα όμως κ' ελπίζω να φαίνουνται πιο υποφερτά,
+και τουλάχιστο να λεν εκείνο που ήθελα να πω, και που το λέω ακόμη
+και σήμερις. Τα δικά του έμειναν ανάλλαχτα.
+
+9 του Σταβρού, 1901.
+
+ — Είστε ρεπόρτερ, κύριε;
+
+ — Μάλιστα.
+
+ — Πού γράφετε, στο Άστυ;
+
+ — Μάλιστα.
+
+ — Εσείς ήρθατε να μου κάνετε ιντερβιού· μα τώρα που σας έχω, θα σας
+ιντερβιουβάρω εγώ πρώτα.
+
+ — Εις τας διαταγάς σας.
+
+ — Ποιες φημερίδες εδωπέρα πουλιούνται περισσότερο;
+
+ — Η «Ακρόπολις», η «Ν. Εφημερίς», το «Άστυ»...
+
+ — Γράφετε πολλοί σ' αφτό;
+
+ — Πολλοί.
+
+ — Πώς γράφετε; ο καθένας χωριστά γράφει, ή ο καθένας απ' όλα;
+
+ — Ο καθένας χωριστά.
+
+ — Εσείς, τι γράφετε;
+
+ — Εγώ; ... «συνελήφθη ο διαβόητος λωποδύτης»... «Ο δραστήριος
+αστυνόμος κατέσχε χθες»...
+
+ — Καλά ... έχουμε και στη Γαλλία και στην Αμερική ρεπορτέρηδες, μα
+στην Ελλάδα πρωτοβγήκαν αφτοί.
+
+Η χειρ μου ακουσίως εφέρθη προς τον μύστακά μου, αλλά ο κ. Ψυχάρης
+μου έκοψε το... χέρι.
+
+ — Και βέβαια! Πρώτος reporter, που λένε σήμερις, στάθηκε στον κόσμο
+ο Ηρόδοτος.
+
+ — Ο Ηρόδοτος!
+
+ — Και τι άλλο είτανε παρά ρεπορταρία η δουλειά που έκανε, να ρωτά
+και να γράφη; Για τούτο μάλιστα ωνόμασε τα βιβλία του ιστορία. Ένας
+φίλος μου στο Παρίσι έπιασε να μεταφράση τον Ηρόδοτο γαλλικά· του
+είπα, σα γυρέβει σωστή μετάφραση, να βάλη τίτλο _Les enquêtes
+d'Hérodote_, γιατί αφτό σημαίνει το ρήμα _ ιστορέω _, γυρέβω να μάθω
+ξετάζω, ερεβνώ {105}. Βλέπετε, λοιπόν είδος ρεπορταρία.
+
+Πάλιν η χειρ μου υψώθη προς τον μύστακα μου, αφού την φοράν ταύτην
+τουλάχιστον, αν δεν εξελαμβανόμην εφευρέτης του ρεπορτάζ, εγινόμην
+όμως ίσος με τον Ηρόδοτον, αλλ ο κ. Ψυχάρης εξηκολούθησε.
+
+ — Και τώρα τι γυρέβετε από μένα; Πρόθυμος να το κάμω. Θυμούμαι τον
+πεθερό μου το μακαρίτη που μας έλεγε πάντα, πως όλοι μας έχουμε το
+δικαίωμα να κερδίζουμε και να ζούμε, κ' έτσι σωστό δεν είναι, όπως
+καμώνουνται μερικοί, να μη θέλουνε τάχατις να τους ιντερβιουβάρουνε.
+Μάλιστα, γιατί στο Παρίσι είναι λογιώ λογιώ ρεπορτόρηδες, έλεγε
+χωρατέβοντας πως όταν παρουσιάζουνταν ένας, συλλογιούνταν αν τον
+πλερώνανε στη φημερίδα του με το μιστό ή με τη γραμμή, και κανόνιζε
+τα λόγια του. Το λοιπόν αν πλερώνεστε με τη γραμμή, να σας τα πω και
+πιο μπόλικα.
+
+Εθεώρησα συμφέρον μου να απαντήσω με την γραμμήν και ο κ. Ψυχάρης
+ετοποθετήθη παραπλεύρως μου μειδιών, υπομονητικός κτλ. κτλ.
+
+ Αι εντυπώσεις του
+
+ — Ήρθα, εδώ κ' ένας μήνας, από τη Γαλλία, σταλμένος από τη γαλλική
+κυβέρνηση στη Θεσσαλία και στα Κυκλαδικά νησιά. Θα το ήθελα πολύ,
+θάπρεπε μάλιστα να μπορούσα να σεργιανίσω όλη την Ελλάδα. Μα μόνο
+στη Θεσσαλία κατώρθωσα να πάω· άβριο πάλε φέβγω και πηγαίνω στα
+νησιά. Ελπίζω να μείνω κάνα χρόνο στην Ελλάδα, να δω τον κάθε τόπο.
+Πρέπει κανείς όλα να τα συνάξη, για να βγη μια ιστορία της γλώσσας
+μας, μια ιστορική γραμματική. Πρέπει κανείς να πάη στην Κρήτη — αχ!
+τι θησαβρούς δε θα βρη στην Κρήτη! — να πάη στην Κύπρο, στην
+Τραπεζούντα, στη Μικρασία.
+
+Στη Θεσσαλία, είδα πολλά και περίεργα. Εκείνο το Πήλιο, τι λαμπρό
+που είναι! Αμέ τα βουνά που, όταν είναι κάτω κανένας, μέσα στη
+ρεματιά, σου φαίνεται κι ανεβαίνουν από κάθε μέρος σα θεόρατος
+τοίχος. Μου θυμίζουν εκείνα τα δημοτικά, τα παραμύθια, που κάθεται
+ένας δράκος και φυλάει θησαβρούς. Το ίδιο κ' η Θεσσαλία. Πλούσιος
+τόπος χωρίς δρόμους· παλάτι μάλαμα γεμάτο, μα που είναι από μέσα
+κλειδωμένο.
+
+Ποίηση και δέντρα όσα θέλετε. Ταξιδέψαμε νύχτα με τη γυναίκα μου·
+μεσάνυχτα φύγαμε από τη Ζαγορά, και δεν ξέρετε τι μαγεφτικά που
+είτανε με το φεγγάρι. Πουθενά δεν είδα τέτοιο θέαμα μοναδικό· βουνά
+και θάλασσα μαζί, πελώρια και τα δυο. Τάχει αφτά μόνο η Θεσσαλία.
+Καλός ο τόπος κ' η φιλοξενία χρυσή. Τώρα, σα γυρίσω από τα Νησιά, θα
+μείνω ακόμη ένα μήνα στην Αθήνα, και στο μεταξύ θα πάω δεκαπέντε
+μέρες στη Ρούμελη, μαζί με το Δροσίνη...
+
+ Η δημώδης
+
+ — Για την δημώδη τι θα μου πήτε, κ. Ψυχάρη;
+
+ — Μήπως δεν τάπαμε πολλές φορές;
+
+ — Ας πούμε λίγα και σήμερα...
+
+ — Να σας πω κάτι λοιπόν και να το σημειώσετε, γιατί θαρρώ πως έχει
+πολύ να κάνη. Να το γράψετε όπως σας το λέω. Το λοιπόν, αφτοί που
+κάθουνται ήσυχα στο γραφείο τους και σας φτειάνουνε λέξες, λόγου
+χάρη, _ εργοστάσιον των πίλων _ κι άλλα τέτοια, ή που βγήκανε άξαφνα
+και μας είπανε _ η οδός, της οδού _, αντίς _ ο δρόμος, του δρόμου _,
+που ξέρει ο λαός, αφτοί που μας βγάζουν τάχα ελληνικά ονόματα για το
+κάθε πράμα, τι σκοπό είχανε; Είχαν εννοείται το σκοπό να μάθη ο λαός
+τις λέξες, τα ονόματα που φτειάνουνε, είχαν το σκοπό να κάμουνε
+γλώσσα εθνική. Δεν είναι έτσι; Αφτά που μας κανονίσανε στο γραφείο
+τους δεν είναι προσδιορισμένα για τους φιλοσόφους, φιλοσοφία δεν
+είναι· εκείνοι που πήγαν και ξεσκάλισαν τη λέξη και την κλίση, την
+είπανε _η οδός, της οδού_, για να τη λέη ο αμαξάς, για να τη λέη το
+έθνος· όλο το έθνος έχει το δικαίωμα ναρπάξη τη λέξη, να την κάμη
+δική του. Βέβαια! Το _ εργοστάσιον των πίλων _ είναι καμωμένο για
+τους καπελλάδες, για να το μάθουνε και να το λεν οι καπελλάδες. Δεν
+μπορεί να είχαν οι δασκάλοι παρά τέτοιο σκοπό.
+
+Τι κατώρθωσαν όμως; Δυο πράματα μεγάλα, μα την αλήθεια. Χάλασαν την
+αρχαία, χάλασαν και τη δημοτική. Πώς χαλνούν τη δημοτική; Τη
+χαλνούν, αφού της σηκώνουν τον κανονικό της τύπο, τη λέξη _ δρόμος,
+δρόμου _, και παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως είναι αρχαία κ' η λέξη,
+αρχαίος κι ο τύπος. Τώρα όμως, αντίς αφτόνα, τι άλλον τύπο της
+μαθαίνουν της δημοτικής; _ Η οδός, της οδού _. Νομίζετε ποτέ ο
+ελληνικός λαός, νομίζετε το ρωμαίικο να μάθη ποτέ να κλίνη _ η οδός,
+της οδού, αι οδοί, τας οδούς _; Αφτό ποτέ. Κ' έτσι χάλασαν και την
+αρχαία, γιατί ο αμαξάς, ο βαρκάρης τι θα κάμουνε; Την κλίση _ η
+οδός, της οδού _ δεν μπορεί να τη μάθουνε, και τότες ακούτε άξαφνα
+καμιά γενική _ της οδούς _ ή καμιά αιτιατική πληθυντική _ τας οδάς _
+(Ο Πάλλης άκουσε και _ τους οδούς _) . Τότες όμως τι κερδίσανε οι
+δασκάλοι; Τίποτις. Και γιατί τάχα τίποτις; Γιατί, βλέπετε, αφτοί
+όλοι που φτειάνουνε γλώσσα με τα βιβλία, κάθουνται στο καμεράκι τους
+κ' έχουν ολόγυρα στους τοίχους, μέσα στη βιβλιοθήκη τους,
+γραμματικές, λεξικά λογιώ λογιώνε. Και θαρρούνε πως φτάνει. Έχουνε
+λάθος μεγάλο. Δε βγήκαν αφτοί όξω στο δρόμο, να δούνε και το φως.
+Είναι σωστοί καλαμαράδες. Πραχτικά κεφάλια δεν είναι. Από τίποτις
+δεν ξέρουν αφτοί, μήτε από δρόμους, μήτε από ουρανό, μήτε από ζωή.
+Νομίζουν ίσως πως όλο το έθνος θα περπατή με τη γραμματική στο χέρι,
+θα ψάχνη στα βιβλία πώς λέγεται η γενική _ της οδού! _ Αν είναι όμως
+όλο το έθνος να βαδίζη με τη γραμματική στο χέρι, δεν υπάρχει έθνος.
+Μήτε αγρονομία τότες υπάρχει, μήτε στρατός, μήτε τίποτις!
+_Γραμματισμένο_ έθνος δε φάνηκε ποτέ. Ο άθρωπος πάντα μιλεί φυσικά.
+Τώρα θα δήτε τι θα γίνη... γιατί, να το ξέρετε, ο ουρανός να πέση,
+αφτός ο όμορφος ουρανός της Αθήνας, η δημοτική θα ζήση· μπορεί να μη
+ζήσουμε μεις· αφτή θα ζήση... το λέγαμε σήμερις και με τον Παλαμά...
+Λοιπόν, ελάτε τώρα να δήτε τι θα γίνη. Απ' αφτούς τους δασκαλικούς
+τύπους που λέγαμε, ο λαός παίρνει μερικούς, μα τους ξεχνάει αμέσως.
+Δεν είπαμε _ εργοστάσιον πίλων; _ Μήπως ο λαός, ο αμαξάς, το ξέρει
+αφτό; όχι. Καπελλάδικο το ξέρει· στο _ καπελλάδικο _ θα σας πάη. Το
+_ εργοστάσιον των πίλων _, είναι γραμμένο στο χαρτί από το δάσκαλο.
+Μα ο λαός, τα τέτοια, τα φορτώνει στον πετεινό.
+
+Άλλα πάλε δεν τα ξεχνάει με τον ίδιο τρόπο· τακούει και τα θυμάται.
+Τι να κάμη; Ο άθρωπος πεινάει, πεινάει για μάθηση, για γλώσσα· του
+φέρνετε άξαφνα εσείς ένα πιάτο φαγί. Πρέπει να το φάη· μα πρέπει και
+να το χωνέψη. Και να παρατηρήστε, παρακαλώ, πως είναι κάτι λέξες
+που, θέλει δε θέλει, αναγκάζεται να τις καταπιή, ας υποθέσουμε τη
+λέξη οδός, αφού κάθε μέρα του την κοπανίζετε — ή τη λέξη ο
+βουλεφτής, που την έχει ανάγκη. Του κάκου, _ πρέπει _ να τη μάθη
+όλος ο λαός, αφού ο καθένας, ως κι ο αγράμματος ο χωρικός, άμα γίνη
+είκοσι ενός χρονώ, άμα πάρη ψήφο, χρειάζεται τη λέξη. Ως εδώ, καλά.
+Μα τι του κάμνετε του χωρικού; Του μαθαίνετε, μαζί με τη λέξη, μια
+κατάληξη που μπορούμε να την πούμε ξένη, την κατάληξη _ - αι,
+βουλευταί _. Ο λαός δεν την ξέρει· την ξέρει _ -ες _, αφού σήμερις η
+ονομαστική _ ώραι _ πολύ ταχτικά κ' αιώνα τον αιώνα, έγινε _ ώρες
+_.Το ίδιο, δεν ξέρει ο λαός και καμιά κατάληξη _ -ου _ της γενικής,
+στα θηλυκά, _ της οδού _. Ο λαός το λοιπόν τι θα κάμη; Τη γενική _
+οδού _ θα την ταιριάξη με τη γραμματική τη δική του και θα σας την
+πη _ της οδός _, όπως τακούμε κάθε μέρα. Να δούμε τώρα και την
+ονομαστική _ βουλευταί _, τι γίνεται αφτή. Ο λαός σας το κάνει _
+βουλευταί-οι _, γιατί κατάληξη _ -οι _ ξέρει πολύ καλά. Το _
+βουλευταί- οι _, που σας λέω, τάκουσα στη Θεσσαλία. Θα μου πήτε,
+τάκουσα σε κανένα χωριό. Και τι έχει να κάνη; Μήπως το χωριό δεν
+είναι κι αφτό λαός; Μήπως το χωριό δεν ψηφίζει; Μήπως, αφού θέλουν
+εθνική γλώσσα, το χωριό, έθνος δεν είναι; Ας ταφήσουμε όμως, σα δε
+θέλετε· την ονομαστική _ βουλευταί _ παντού τη διορθώνει ο λαός και
+την κάνει πότε _ βουλευτές _, πότε _ βουλευταίοι _, πότε _
+βουλευτάδες _. Το λεν ακόμη κ' οι γραμματισμένοι, σα μιλούνε φυσικά
+και τους ξεφέβγει. Πολύ σωστά το λέει ο λαός, γιατί ξένη δεν του
+είναι η κατάληξη _ -άδες _· την έχει κλερονορημένη από τους
+αρχαίους, _ αι λαμπάδες _ {106}. Είναι κατάληξη αρχαία, γιατί τώρα
+που ταξιδέβω, ακούω συχνά ένα πράμα, που κάθε φορά που θα τακούσω,
+θα θυμώσω. «Να πας στο τάδε νησί, στο τάδε βουνό, στο τάδε το χωριό,
+μου λέει ο ένας κι ο άλλος. Εκεί θακούσης αρχαία γλώσσα.» Εγώ του
+λέω· Το στόμα σου νανοίξης, κι ό τι πης είναι αρχαίο. Ό τι κι αν
+πης, αρχαίο είναι! Το _ δεν _, που κάθε μέρα το συνηθίζεις, αρχαίο,
+πολύ αρχαίο κι αφτό. Τόχει κάπου ο Όμηρος αντίς _ ουκ _, εκεί που
+λέει· «άριστον Αχαιών ουδέν έτισε», πάει να πη _ ουκ έτισε _.
+Πηγαίνουνε μερικοί στην Τραπεζούντα κι ακούνε πως λένε στην
+Τραπεζούντα, _ κ' έχω _, δηλαδή _ ουκ έχω _. Φωνάζουνε αμέσως· Εκεί
+πια είναι αρχαία γλώσσα! Μα τι αρχαία γλώσσα; Πιο αρχαίο είναι
+τάχατις το _ ουκ _ από το _ ουδέν; _ Καλέ, δεν προσέχουνε στη
+γλώσσα, και τα λεν. Τώρα, πώς χάθηκε το _ ουκ _ στην κοινή και γιατί
+χάθηκε, έχει το λόγο του· κάθε πράμα, που χάνεται σ' αφτό τον κόσμο,
+δε χάνεται χωρίς το λόγο του· εμείς συχνοτυχαίνει να μην τον
+ξέρουμε· μα τι πειράζει; Αφτός υπάρχει. Όλα στη γλώσσα μας έχουνε
+τον ιστορικό τους το λόγο, έχουνε τη σειρά τους. Δεν είπαμε πως ο
+λαός ξεχνάει τόσα και τόσα που του μαθαίνουν οι δασκάλοι; Θαρρείτε
+πως δεν έχει το λόγο του κι αφτό; Έχει το λόγο του, και σαν τα
+ξεχνούνε και σαν τα διορθώνουνε. Κ' έτσι πάντα και πάντα θα είναι,
+και δε γίνεται, δε γίνεται αλλιώς. Δε γίνεται!
+
+Δεν πρέπει να νομίζουμε και να λέμε πως μόνο στην Ελλάδα ακολουθούνε
+αφτά. Αφτά παντού ακολουθούνε, και το ξέρει όλος ο κόσμος πως
+αλλάζουνε οι γλώσσες· κρυφό δεν είναι, δεν είναι δω κανένας μάγος,
+μαγική καμιά δε θέλει, να τα μάθη ο καθένας. Όπως η αστρονομία θα
+ξετάση πώς τρέχουν και γυρίζουν ταστέρια, έτσι κ' η γλωσσολογία
+κοιτάζει πώς αλλάζουνε, πώς μορφώνουνται οι γλώσσες. Αφτά το λοιπόν
+που μαθαίνουνε στο λαό, _ εργοστάσιον των πίλων, η οδός _, όχι μόνο
+δεν αξίζουνε, μα είναι κακό μεγάλο, γιατί χαλνούνε το νόμο το
+γλωσσολογικό. — Άλλο κακό είναι που δε διαβάζουνε, δεν προσέχουνε κ'
+έτσι αδύνατο να καταλάβουνε. Βλέπω εδώ κάτι πολύ μπόσικα πράματα...
+
+Και μου έδειξε την υπό ημερομηνίαν 24 Αυγούστου 1893 «Ακρόπολιν» εν
+η περιείχετο μία ανταπόκρισις εκ Παρισίων κάποιου κ. Φραγκούδη.
+
+ — Διέτε τώρα τι λέει αφτός· «Πρέπει κατά τον κ. Ψυχάρην να λέγωμεν
+το _ δωμάτι _ αντί το _ δωμάτιον _ {107}». Εγώ ποτέ μου δεν είπα το
+δωμάτι, μήτε μπόρεσα να πω στη ζωή μου πώς πρέπει να το λέμε! Αν
+έλεγα τη λέξη, θα την έλεγα δωμάτιο, καθώς θα την πη όποιος τη
+συνηθίζει. Για να πιστέψη κανείς πως ένας γλωσσολόγος τόβαλε με το
+νου του να θελήση τέτοιο ανόητο πράμα, θα πη πως από τίποτα δε
+νοιώθει· δεν κατάλαβε και το ζήτημα ποιο είναι. Μα πώς το λέει αφτό,
+αφού μήτε δωμάτι, μήτε δωμάτιον, μα μήτε και δωμάτιο δε γράφω· εγώ
+έγραψα πάντα κάμαρα. Κι αφτό είναι το σωστό· είναι το σωστό, αφού
+έτσι το λένε, και σώνει. Είναι όμως και πολύ αρχαίο. Ταρχαίο είτανε
+καμάρα το πήραν οι Ρωμαίοι και τόκαμαν κάμερα (camera)· από κει το
+ξαναπήραμε εμείς — γι' αφτό είναι και παροξύτονο.
+
+ — Και είναι σωστό, κ. Ψυχάρη;
+
+ — Όσο γίνεται σωστό, και βέβαια!
+
+Τι περίεργο ρώτημα! Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως σε κανένα μέρος
+του κόσμου, δε ρωτά ο λαός, μα μήτε κι ο γραμματισμένος, την ώρα που
+πάει να πη μια λέξη και προτού την πη· «Σωστό είναι αφτό που θα πω;
+Και γιατί και πώς είναι σωστό;» Τα λέει ο καθένας, επειδής έτσι τα
+βρήκε· τα βρίσκει έτοιμα και τα λέει. Μόνο στην Ελλάδα μιλούνε πάντα
+με τη γραμματική στο χέρι. «Είναι το τάδε σωστό; Όχι! Είναι ξένο.
+Λοιπόν, πώς πρέπει να το λέμε;» Αφήστε το λαό να μιλήση όπως θέλει·
+αγκαλά, ούτε προσέχει σ' αφτά, ούτε τα ξέρει. Όσα του μαθαίνουν οι
+δασκάλοι, τα κανονίζει και πάει, γιατί έχει μέσα του τον κανόνα.
+
+Εμείς όμως που γράφουμε, που κάνουμε ρομάντσα, πρέπει να
+συλλογιστούμε καλά τη δουλειά, να την πιάσουμε αλλιώς, γιατί εμείς
+δασκάλοι δεν είμαστε· δε ζούμε στο γραφείο μας, περπατούμε στους
+δρόμους, γράφουμε για όλους, γράφουμε για τη ζωή, κ' έτσι πρέπει
+νακολουθούμε το λαό, το λαό και μόνο. Γι' αφτό είπα, και γω κι άλλοι
+μαζί μας, πως από τη φιλολογία θα βγη φως...
+
+
+ Αισθητικαί θεωρίαι
+
+ — Επί ποίων φιλολογικών βάσεων στηρίζεται το νέον σας ρομάντζο το
+«Δώρον του Γάμου;» Ημπορείτε να μου ειπήτε συντόμως την αισθητικήν
+σας;
+
+ — Το ζήτημα θα σας το πω με δυο λόγια. Θαρρώ πως δεν πρέπει κανείς,
+σα βάζει πρόσωπα σ' ένα ρομάντζο, να προσέχη μόνο στον τόπο που
+βρίσκουνται τα πρόσωπα, στα σπίτια, στις κάμαρες, στους μπερντέδες,
+στα χαλιά, μα να προσέξη πολύ περισσότερο στην ψυχή, τόσο μάλιστα να
+προσέξη που να ξεχάση τον τόπο και να βλέπη την ψυχή μονάχα. Τι
+πειράζει πού και σε τι μέρος βρίσκεται κανένας, άμα βρίσκεις την
+ψυχή; Αντίς άξαφνα κανένας να πάη στη Νάξο, νανεβή απάνω στο βουνό,
+να κοιτάζη από κει πέρα τη θάλασσα, τον κάμπο, και να τα περιγράψη
+όλα, κάλλια να καθήση κανείς, που να πούμε, μέσα στην ψυχή του
+αθρώπου κι από κει, από την ψυχή του, να κοιτάζη θάλασσα, κάμπο,
+βουνά, κι αφτά να περιγράφη. Έτσι μπορεί κανείς πολύ καλά να κάμη
+ρομάντζο, δίχως να σας πη όχι μόνο σε τι σπίτι, μα μήτε και σε τι
+μέρος του κόσμου βρίσκουνται τα πρόσωπα. Τι να σας πω; Μου φαίνεται
+πως γίνεται τότες το μυθιστόρημα πιο γενικό, με πιο γενική
+ψυχολογία, με πιο γενικό νόημα, που μπορεί αμέσως πιο έφκολα να το
+καταλάβη κι ο Άγγλος κι ο Γάλλος κι ο Ρωμιός, γιατί παντού το κάτω
+κάτω είναι ίδια η ψυχή, δε μοιάζουν όμως οι τόποι, δε αρέσουνε σ'
+όλους, δε διαβάζουν όλοι τις περιγραφές, μα η αθρώπινη ψυχή, στους
+θυμούς της, στην αγάπη της, στους καημούς της, στα πάθια της, που
+όλους το ίδιο μας τυραννούνε, όλους θα μας συναρπάξη, κι αφτά τα
+διαβάζουνε όλοι. Τι θαρρείτε; Σήμερις στο Παρίσι, ως και του Λοτή,
+ως και του Ζολά τις πολλές τις περιγραφές, αρχίζουμε λιγάκι και τις
+βαριούνται. Αφτό που σας λέω δε θα πη, όπως μπορεί κανένας ίσως να
+το πιστέψη στην Ελλάδα, πως μιλώ από μίσος ή πως τάχω κακά με το
+Ζολά. Διόλου. Δεν είμαι και τίποτις, για να τάχω ή καλά ή κακά μαζί
+του. Έγραψα μάλιστα, καθώς και πολλοί άλλοι, ένα μικρό άρθρο για το
+υστερνό του το μυθιστόρημα — Docteur Pascal — και τα μισοείπα κι
+αφτά. Φαίνεται πως άδικο δεν είχα, αφού ο ίδιος ο Ζολάς μου έστειλε
+γραμματάκι, να μου μηνήση πως μίλησα για το βιβλίο του ίσα ίσα όπως
+του άρεζε και πως βρέθηκε να είμαι ο μόνος που είπε όσα κι αυτός
+ήθελε νακούση, γιατί έλεγα πως στον Πασκάλ περιγραφές έχει πολύ πιο
+λίγες, κ' είναι σωστός συβολισμός όλο του το βιβλίο. Πάει να πη πως
+το πρόσωπο μπορούσε να ζήση και σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου, πάντα
+θα πάθαινε τα ίδια. Δεν είναι πρόσωπα πια, είναι ιδέες, είναι ψυχές.
+Κ' έτσι μου φαίνεται πως αχαμνό διόλου δε θάτανε νάγραφε κανείς, που
+να πούμε, τη γεωγραφία της ψυχής. Αφτό να κάνουμε ρωμαίικα. Ο Ρωμιός
+έχει μέσα του ζωή, πολλή ζωή, λαμπρό είναι το έθνος, και ποιος
+μυθιστοριογράφος βγήκε να μας δείξη την ψυχή της Ρωμιοσύνης; Αφτά
+και στο Παρίσι τα θέλουνε, γιατί κανείς δεν τα ξέρει, και κει
+αρέσουν τα καινούρια, όσα δεν είπε κανείς ακόμη, όχι να καταφρονούμε
+άδικα και μπόσικα τα ρωμαίικα και τους Ρωμιούς. Αφτά πρέπει να
+γίνουνε και στην Ελλάδα, γιατί αφτά είναι κι ο σκοπός ο μεγάλος,
+αφτή κ' η μεγάλη μας η δουλειά.
+
+ Το «Κρινάκι της Αμμουδιάς»
+
+ — Τόρα θα γράψετε τίποτε άλλο;
+
+ — Ναι! Έχω στο νου μου πολλά, ένα μάλιστα που του βρήκα τόνομά του,
+μα που ακόμη δεν τόγραψα. Το λέω· _ Το Κρινάκι της Αμμουδιάς _.
+Κάπου στη Θεσσαλία, σε μιαν αμμουδιά, φυτρώνουνε κάτι άσπρα κι
+αδύναμα κρινάκια. Είναι πολύ νόστιμα. Συλλογιούμαι να το κάμω
+ρομάντσο, και θα το κάμω με πόθο, γιατί μου αρέσει ο τίτλος. Ό τι
+κάνει κανείς, πρέπει να το κάνη με πόθο, με αγάπη {108}
+
+ — Πώς θα το γράψετε;
+
+ — θα το γράψω ρωμαίικα κ' ύστερα θα το μεταφράσω.
+
+ — Ούτω γράφετε πάντοτε;
+
+ — Πολύ συχνά έτσι το κάνω. Κάποτε μάλιστα, σα δυσκολέβουμαι να πω
+τίποτις γαλλικά, σα δε μου φαίνεται να το είπα με την ταιριαζούμενη
+τέχνη, το λέω πρώτα ρωμαίικα, και να δήτε πως από το ρωμαίικο στο
+γαλλικό έρχεται καλούτσικα, γιατί σαν προσπαθήση κανένας να το φέρη
+με τρόπο, και το ύφος το γαλλικό άξαφνα ξανανιώνει, μοιάζει σαν πιο
+καινούριο, σαν πρωτόφαντο· έχει κάποια μυρουδιά ρωμαίικη, που έχει
+το γούστο της. Τα ρωμαίικα είναι λαμπρή γλώσσα, πλούσια, καθάρια και
+δροσάτη σαν το κρύο το νερό. Θυμηθήτε πως ο Chenier τέτοιο σύστημα
+είχε· μα εκείνος μετάφραζε από ταρχαία τα ελληνικά· εμείς θαρρώ κάτι
+θα κατορθώσουμε μεταφράζοντας, ή παραφράζοντας από τα σημερνά μας.
+Και τώρα τι άλλο να σας πω;
+
+ Ο βίος εν Παρισίοις
+
+ — Ό τι θέλετε. Πώς περνάτε στο Παρίσι;
+
+ — Στο Παρίσι; Μα πολύ καλά, και βέβαια! Είμαι, καθώς θα ξέρετε,
+καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, είμαι πολίτης Γάλλος και τόχω για τιμή
+μου. Αφτά και στο _ Ταξίδι μου _ τα είπα {109}. Τη Γαλλία την αγαπώ
+και την έχω σαν πατρίδα μου. Πολλά της χρωστώ, πολλά της χρωστάει κ'
+η Ελλάδα, και καλά θα κάμουνε να μην το ξεχνούνε με το παραπάνω. Δεν
+είμαι όμως από κείνους που φέβγουν και ξαπολνούν την Ελλάδα· δε
+θέλησα ποτέ μου να της πω· «έχε γεια και σώνει!», αφού γι' αφτήνα
+δουλέβω πάντα και πολεμώ. Το θάρρεψα χρέος μου να κάμω για την
+Ελλάδα όσο μπορώ κ' είναι στη δύναμη μου· γι' αφτό βγήκα και γω να
+γράφω ρωμαίικα. Μα κι αφτά τα είπα πολλές φορές{110}. Μερικοί εδώ σα
+να το πήραν όμως πολύ άσκημα που βρέθηκε στο τέλος ένας να γράψη και
+τα ρωμαίικα. Δεν ξέρουνε και φωνάζουνε.
+
+ — Δημοσιογραφείτε τακτικώς ή εκτάκτως στο Παρίσι;
+
+ — Κάποτε ταχτικά, κάποτες όχι· έτσι κ' έτσι.
+
+ — Πού γράφετε;
+
+ — Σαν κάμη κανείς τάρθρο του, όπου ταιριάζη, εκεί το βάζει. Για τον
+Καρκαβίτσα έγραψα στο Χρόνο. Γράφω και στο Φιγκαρό, στο Βολταίρο.
+
+
+ Αι φιλολογικαί Συνεντεύξεις
+
+ — Τώρα, δια τους συγχρόνους Έλληνας συγγραφείς δεν θα μου πήτε την
+γνώμην σας;
+
+ — Α! όχι — όσα είχα να πω, τα είπα· έστειλα κιόλας γράμμα στο Άστυ.
+Εσείς δεν είσαστε ο Μποέμ;
+
+ — Μάλιστα!
+
+ — Κάματε πολύ κακά να τις γράψετε τις ιντερβιούδες σας, έτσι. Ό τι
+σας έλεγαν, το γράφατε. Μα πήγατε και κρυφά σε μερικούς. Όσα όμως
+λέει κανείς ενός φίλου του, δεν τα καταστρώννει και στο χαρτί. Εγώ
+στο γράμμα μου εκείνο που μπήκε στο Άστυ, είπα κάτι και για σας,
+δηλαδή για το Χατζόπουλο· σαν έμαθα πως ο Χατζόπουλος κι ο Μποέμ,
+είναι το ίδιο, θύμωσα κ' είπα να σβήσω το μέρος που μιλούσα για τα
+δηγήματά σας. Μα θα πούνε, συλλογίστηκα, πως τόσβησα ίσως από πάθος,
+κ' έτσι τάφησα. Δε μου αρέσανε διόλου οι ιντερβιούδες όλες αφτές. Τι
+διάβολο! Πρέπει κανείς νάχη μέσα του και λίγη δύναμη, να δείχνη και
+κάποιο θαμασμό για κείνα που γράφουνε κ' οι άλλοι, όχι να βρίζη, να
+χτυπά, όπως έκαμαν τότες όλοι μας οι πεζογράφοι και ποιητάδες. Δε
+λέω πια τι είπανε και τι δεν είπανε για μένα, πως δεν ξέρω τη γλώσσα
+κτλ. Μερικοί βλέπουνε στα βιβλία μου δυο τρεις τύπους που δεν τους
+παρατήρησαν ίδιοι τους στο λαό — γιατί ποιος προσέχει στου λαού τη
+γλώσσα; — κ'έπειτα βγαίνουνε κι αποφασίζουνε πως ο λαός δεν το λέει!
+Το κάτω κάτω, δεν τους μέλει και πολύ, φτάνει να βρουν τίποτις, ό τι
+κι αν είναι, να κατηγορούνε. Θαρρώ πως πρέπει ξεναντίας να χαίρεται
+κανένας για ό τι καλό γράφεται. Σα δω τίποτις τέτοιο, καμαρώνω και
+λέω· «Μπράβο του! Να που ο τάδες έβγαλε κ' ένα καλό βιβλίο. Προτιμώ
+μάλιστα να βρέθηκε κανένας άλλος να το γράψη, κι ο ίδιος να γλυτώσω
+από τον κόπο.»
+
+ Διά τας κυρίας
+
+ — Και πώς την ευρήκατε την Αθήνα;
+
+ — Όμορφη — όμορφη!
+
+ — Τι σας ήρεσε περισσότερον;
+
+ — Όλα· ο ουρανός, οι δρόμοι, τα σπίτια. Μα δεν είναι κ' η Ακρόπολη;
+Αφτό πια θα έφτανε και μόνο του. Εγώ και στους δρόμους σεργιανίζω,
+πηγαίνω, τρέχω, τώρα μάλιστα που είναι και λίγη δροσιά. Πολύ μ'
+αρέσει. Δε διαβάζουν όμως εδώ. Το κακό αφτό είναι. Διαβάζουνε
+τίποτις βιβλία, ρομάντζες;
+
+ — Διαβάζουν σατυρικάς εφημερίδας πολύ.
+
+ — Δε διαβάζουνε λοιπόν και ρομάντζες; Έχουν άδικο. Εμείς για τις
+κυρίες γράφουμε. Πρέπει εκείνες να μας διαβάζουνε. Δεν το λέω για
+μένα μονάχα· το λέω για όλους μας. Την _ Αμαρυλλίδα _ του Δροσίνη,
+μήπως δεν έπρεπε όλος ο κόσμος να τη διαβάζη, όπως κι όλα τάλλα τα
+ρωμαίικα τα έργα; Για ποιους δουλέβει, και κοπιάζει κανείς; Για τις
+γυναίκες. Το είπε αφτό κι ο μεγάλος ο Gœthe. Γράφουμε, για να
+διαβάζουν οι κυρίες. Δε λέω· είναι μερικές που κάπως διαβάζουνε· μα
+ίσως καλό θάτανε να διάβαζαν περισσότερα, να είταν και περισσότερες.
+
+Στη Γαλλία, διαβάζει, δουλέβει ο κόσμος. Στη Γαλλία, παίρνει
+κατάκαρδα κανένας ό τι δουλειά κι αν πιάση· ό τι γράψη, ρομάντζα,
+στίχους, θα χύση μέσα την ψυχή του. Δε θα καθήση να γράψη κανείς για
+ό τι του κατέβη, για όλα τα μπόσικα, μάνι μάνι. Εκεί, το να γράφη
+κανείς, τόχουνε δουλειά και τέχνη. Άθρωπος εκεί δεν είναι που να μη
+δουλέβη και πολύ μάλιστα. Έτσι και το σωστό. Για να γράψη κανείς
+ρομάντζο, καθώς και να βγη άξαφνα γλωσσολόγος, χρειάζεται πρώτα να
+προετοιμαστή, να μάθη, να ιδρώση. Άμα πιάση κανείς κοντύλι στο χέρι,
+θα πη πως τόκαμε απόφαση πια να βάλη τα δυνατά του όλα, όχι μισά
+μισά να τα φτειάνη κι όπως τύχη. Για τούτο και γω σας λέω, αφήστε
+τις μισοδουλειές και δε θα τα βγάλουμε πέρα, γιατί μισή τέχνη δεν
+υπάρχει, δεν υπάρχει μισή ψυχή — δεν υπάρχει και μισή γλώσσα{111}.
+
+
+
+ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ
+
+
+
+I
+Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ {112}
+
+
+Από μακριά την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη, το βράδυ, όσο έτρεχε το
+τραίνο και κατέβαινα στον Περαιά, να με πάρη το βαπόρι που με πήγε
+στην Τήνο. Την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη και λυπούμουν. Ανοίγει η
+καρδιά μου, άμα τα πατήσω τα χώματα εκείνα, τάγια χώματα της Αθήνας.
+Έλεγα μέσα μου· «Πού αλλού στην Ελλάδα θα βρω τέτοιους ρεπορτέρηδες;
+Πού τόσους φίλους και φημερίδες τόσες; Πού θα γελούν οι δρόμοι όπως
+γελούνε στην Αθήνα;»
+
+Μ' άρεσαν όλα και τα καμάρωνα όλα. Αμέ τα βουνά εκείνα της Αττικής,
+που τάβλεπα πρώτη φορά στην Κηφισιά και δεν μπορούσα να τα χορτάσω,
+πού θα τα χαρούν τα μάτια μου τώρα που φέβγω; Όταν ο ήλιος
+βασιλέβει, πέρα πέρα, τα βουνάκια ροδοσκοτεινιάζουν αράδα αράδα, το
+ένα πίσω από τάλλο, λες πως πλαγιάζουνε να κοιμηθούνε· το τελεφταίο
+το βουνάκι, κάτω κάτω, που φαίνεται μόλις, τόχει ψιλή καταχνιά
+κουκκουλωμένο και δεν μπορείς να καταλάβης αν είναι σύννεφο, αν
+είναι βουνό. Πήγαινε να το διής και δεν έχεις ανάγκη να διαβάσης
+μυθολογία μήτε κανένα βιβλίο που γράφει για τους αρχαίους θεούς. Το
+βλέπεις κι ανατριχιάζεις. Δες αμέσως πως εκεί, μέσα στο σύννεφο και
+στην καταχνιά, εκεί θα κάθουνται θεοί.
+
+Τέτοια θυμούμουν όταν ανέβηκα στο βαπόρι, κ' είμουν πολύ
+συλλογισμένος. Είχα μεγάλο καημό. Την καινούρια την Ακρόπολη,
+στοχάζουμουν τώρα, ποιος και πού θα μας τη χτίση; Τους καινούριους
+μας τους θεούς σε τι βουνό, σε τι μέρος θα τους διούμε!
+
+Ταξίδεψα μ' έναν παππά. Πολύ άξιος, προκομμένος παππάς,
+σπουδασμένος, με τρόπους ωραίους, δάσκαλος στη Σαντορίνη, ήξερε κι
+από δημοτική. Γνώρισα κ' έναν άλλο παππά σ' ένα χωριό της Τήνος·
+είναι φιλόξενα ανοιχτόκαρδα της Τήνος τα χωριά (της χώρας τη
+φιλοξενία άλλη μέρα πρέπει να την πούμε). Το πρόσωπο εκείνου του
+παππά έλαμπε από ξυπνητάδα· τα μάτια του γλυκά γλυκά και γελαστά·
+είχαν όμως και την πονηριά τους. Περιοδικά, φημερίδες, εβρωπαϊκά
+βιβλία, τα παρακολουθούσε, τα διάβαζε όλα. Τον είδα και τον αγάπησα
+εκείνο τον παππά. Τι περιποίηση που μου έκαμε! Δε μ' άφινε να φύγω·
+πρώτα να μου χαρίση και το κομπολόγι του.
+
+Το κομπολόγι σου, παππά μου, θα το φυλάξω και μη σε μέλη. Θα σε
+συχνοθυμούμαι. Βγήκα στο ταξίδι με την ιδέα πως στην Ελλάδα όλα θα
+μου φανούν όμορφα κι ωραία. Μα μη νομίζης πως σου κάνω τον έπαινο,
+μόνο και μόνο, γιατί αποφάσισα να παινέσω τον καθέναν και το καθετί.
+Όχι! Εσύ τιμάς τον ελληνισμό. Και δεν πρέπει αμέσως κι απαρχής να το
+πούμε; Θρησκεία και πατριωτισμός το ίδιο είναι στην Ελλάδα. Τη
+θρησκεία την αφίνω ήσυχη· ήσυχους και τους παππάδες. Μόνο οι
+δεισιδαιμονίες με πειράζουν και δεν τις θέλω. Για τούτο μ' αρέσει
+πολύ να ταξιδέβω με παππάδες. Τόχουν άλλοι για κακό, εγώ τόχω για
+καλό, όταν είναι καλός ο παππάς και ξέρει να κουβεντιάση, που να
+περάση η ώρα.
+
+Οι δεισιδαιμονίες αφτές δε ρωτώ πότε θα τελειώσουνε, ρωτώ μόνο πότε
+θα λιγοστέψουν; Ο Ρωμιός, τώρα που τον είδα σε κάμποσα μέρη της
+Ελλάδας, σα να είναι παντού ο ίδιος· ο ελληνικός λαός — μαζί
+λογαριάζω και τους πλουσίους και τους προκομμένους — μου φαίνεται
+σαν ένα λαμπρό παλληκάρι, που κάτι άφαντες αρίφνητες μικρούτσικες
+κλωστίτσες τον έχουν από παντού σφιχτοδεμένο, και δεν μπορεί να
+κουνήση. Δεν μπορεί να κουνήση, γιατί πρώτα πρέπει να συλλογιστή τι
+μέρα θα φύγη· αν τύχη να είναι τρίτη, χάθηκε ο κόσμος. Αν άξαφνα το
+πρωί, εκεί που τρέχει στη δουλειά του, ανταμώση στο δρόμο έναν
+παππά, γυρίζει πίσω. Κάθεται και πάει να σηκωθή· στέκεται και πάει
+να καθήση· λέει — Τι θέλει ο Θεός, να σηκωθώ ή να καθήσω; Κάνει
+βίζιτα ενός φίλου του· μα σκουντάφτει στη σκάλα· θα πη πως κάτι θα
+πάθη. Πέφτει κι αρρωστά· φωνάζει το γιατρό· μέσα του όμως φωνάζει κ'
+έναν άγιο. Όλη του η ζωή είναι σαν ένα θάμα παντοτεινό. Μοναχός του
+τίποτα δεν κατορθώνει. Τις κλωστίτσες εκείνες θαρρεί πως κάποιος
+κάπου τις βαστά και πότε τη μια τραβά, πότε την άλλη· έτσι κι ο
+Ρωμιός πότε καλά, πότε κακά, πότε χαίρεται, πότε λυπάται. Μόνο την
+έννοια του έχει ο ουρανός.
+
+Οι δασκαλισμοί τώρα και κείνοι μου φαίνουνται πως είναι ένα σωρό
+κλωστίτσες. Κάθε δασκαλισμός και δεισιδαιμονία. Γιατί να διήτε τι
+τρέχει. Ο Ρωμιός που ταξιδέβει με παππά, τι νομίζει; Λέει πως θάχη
+φουρτούνα. Τη φουρτούνα ο παππάς θα τη φέρη. Θαρρεί δηλαδή πως
+φουρτούνα και μπουνάτσα δεν είναι δουλειά της μετεωρολογίας, δεν
+είναι πράματα φυσικά, μα πως ένας άθρωπος μπορεί ναλλάξη και μάλιστα
+να χαλάση τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο. Κι ο δάσκαλος πάλε τι
+λέει; Λέει πως εκείνος μπορεί ναλλάξη και να χαλάση τη γλώσσα του
+λαού, που πήρε δικό της δρόμο και που έχει νόμους δικούς της.
+
+Έπειτα, όλο να φωνάζουμε πως είναι πρόστυχη η γλώσσα, μήπως δεν
+είναι και τούτο δεισιδαιμονία και πρόληψη; Πρέπει να λέμε το
+εναντίο. Αχ! πόσο θα μ' άρεζε να τόλεγαν πρώτα πρώτα οι κυρίες! Για
+κείνες πολεμούμε, για να μας διαβάζουν εκείνες, πότε να γελούν, πότε
+και να δακρίζουν. Την ψυχή μας βγάζουμε για να διασκεδάσουνε μια ώρα
+και να μη βαρεθούν τα δύστυχά μας τα βιβλία. Στα βιβλία μας μέσα,
+και το νου μας θα χύσουμε και την καρδιά μας, ώςπου να γίνη ζωή το
+χαρτί μας. Οι κυρίες πρέπει μαζί μας να είναι. Δεν το είπαμε κι
+αλλού; Από τη μάννα θα μάθη το παιδί, και για κείνες θα γράφουν τα
+χρυσά βιβλία της αγάπης, που σαν της άνοιξης τα ρόδα θα μυρίζουν. Η
+φιλολογία μας θα είναι δική τους και να το ξέρουν. Τι ωραία που
+φιλονικούν οι κυρίες! Μα γιατί να φιλονικούν; Είδα μια πολύ νόστιμη
+στην Αθήνα, που ήθελε και καλά την καθαρέβουσα. Τάκουσα και πόνεσε η
+καρδιά μου. Τι θα κάμουμε τώρα εμείς; Θαρχίσουμε να συζητούμε κάθε
+τόσο με τις κυρίες, να τις μιλούμε για επιστήμη και γλωσσολογία, να
+τις δώσουμε να καταλάβουν πως η γλωσσολογία κ' η επιστήμη
+καθαρέβουσα δεν ξέρουν και πως μόνο εθνική γλώσσα γνωρίζουν; Όχι!
+Δεν ταιριάζει να τις το λέμε. Εγώ ντρέπομαι να μιλώ για γλωσσολογία
+και γραμματική με τις κυρίες, γιατί θα μοιάζω δάσκαλος και δεν είναι
+και δουλειά τους. Παιδιά, άλλο πρέπει να τις πούμε.
+
+Να τις πούμε πως γράφουμε τη δημοτική, γιατί έτσι μας αρέσει. Και
+γιατί τάχατις έτσι να μας αρέση; Μας αρέσει έτσι, γιατί πολύ πιο
+δύσκολο είναι να γράφουμε τη δημοτική. Την καθαρέβουσα ο καθένας
+μπορεί να τη γράψη, και κατάντησε τόσο πρόστυχη γλώσσα, που είναι
+αηδία. Εμείς όμως είμαστε λίγοι. Κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Ποια
+είναι αφτά; Τούτα δα, που γράφουμε την εθνική γλώσσα, εκείνη τη
+γλώσσα που ο λαός όλος την ξέρει και τη μιλεί δίχως λάθος, κι όμως
+γενήκαμε ένα είδος αριστοκρατία. Τώρα μάλιστα βγήκαμε και της μόδας.
+Μαζί μας το λοιπόν πρέπει να είναι οι κυρίες, οι καλές, οι
+προκομμένες, που δε θέλουνε να είναι σαν τους άλλους, να μοιάζουνε
+με όλο τον κόσμο, που τόχουν καημό και στενοχωριούνται, άμα διούν
+πως η καθεμιά φορεί το φουστάνι και το καπέλλο που φόρεσαν πρώτες
+εκείνες. Έτσι και το δικό μας το δημοτικό το καπελλάκι, ο καθένας
+δεν μπορεί να το φορέση.
+
+Και σαν πώς να είναι αφτό μας το καπελλάκι; Όμορφο πολύ και πολύ
+απλό, γιατί πρέπει να πούμε κι άλλο ένα στις κυρίες· όσο πιο
+πολιτισμένος, όσο πιο καλλιεργημένος είναι κανείς, όσο πιο
+ξεβγενισμένος ο νους του, τόσο περισσότερο θέλει απλή γλώσσα και
+τέχνη απλή.
+
+Νύχτωσε και τρέχει το βαποράκι. Κάθουμαι στο κατάστρωμα κι
+αποχαιρετώ την Αθήνα. Αποκοιμήθηκα ή όχι, ποιος το ξέρει; Μου
+φαίνεται τώρα πως βλέπω μιαν Ακρόπολη καινούρια, πως βλέπω
+καινούριους θεούς. Στου Παρθενώνα μας τα σκαλοπάτια κάθουνται
+γυναίκες πολλές αραδιασμένες· τις προσκυνούν οι καινούριοι θεοί και
+τις φέρνουν κάτι λουλούδια, που μοιάζει πως αναποδογυρίζει ο ουρανός
+από μοσκοβολιά.
+
+
+ΙΙ
+ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ {113}
+
+
+Όταν είμουνα στη Ζαγορά της Θεσσαλίας, παραπονιούμουν κάθε τόσο για
+τα _ καλντερίμια _. Ο Δροσίνης κάμποσες φορές άκουσε τα παράπονά μου
+και θα τα θυμάται. Τάκουσαν όμως και τα καλντερίμια — τάκουσαν και
+τα θυμούνται. Αχ! εκείνοι οι δρόμοι που ανεβοκατεβαίνουνε σαν τα
+κύματα, μα σαν κάτι κύματα πέτρινα και κοφτερά! Τα καλντερίμια με
+κυνηγούν. Τώρα που βγήκα πάλε στο ταξίδι, και κείνα κατόπι μαζί μου.
+Καλντερίμια βρίσκω και στην Τήνο. Δε λέω για τους δρόμους, γιατί σε
+κάτι χωριά που πήγα, δεν ήταν και τόση κακοτοπιά. Τα καλντερίμια εδώ
+έγιναν κρεββάτι, και σε τέτοιο κρεββάτι έπεσα να κοιμηθώ στις
+τέσσερεις ήμισυ το πρωί, που έφτασα στην Τήνο, αφανισμένος από το
+ταξίδι. Δεν είτανε στρώμα· είταν ανήφορος και κατήφορος όλο πέτρα.
+
+Ας είναι! δεν πειράζει· κοιμούμαι και σε πέτρα — φτάνει να είμαι
+μόνος. Έλα δα που στο κρεββάτι που πλάγιασα είταν ένα σωρό κόσμος
+μαζί μου. Πολέμησα τρεις ώρες. Σκότωσα μερικούς και μερικές, όσους
+κι όσες μπόρεσα. Οι άλλοι κ' οι άλλες μ' έφαγαν. Οι πέτρες είταν από
+μέσα κούφιες και κατοικημένες. Νόστιμοι μικρούτσικοι κάτοικοι, με
+του μελιού το χρώμα. Το αίμα μου στην Τήνο απόμεινε όλο.
+
+Για να προκόψη η επιστήμη, για να μάθη χωριανές γλώσσες, τι δεν
+κάνει ο γλωσσολόγος; Αφίνει το σπιτικό του, ως και στης Τήνος τα
+ξενοδοχεία πάει να καθήση. Δυο νύχτες με την αράδα κοιμήθηκα λαμπρά
+στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, απάνω σ' ένα ξύλινο τραπέζι,
+μάλιστα απάνω σε δυο, γιατί έχω και μπόι. Μεσημέρι και βράδυ με
+σερβίριζε ο ξενοδόχος το ξακουστό το τηνιακό το κρέας. Αλήθεια, πιο
+μαλακό, πολύ πιο τρυφερό από το κρέας είταν το ξύλο του τραπεζιού.
+Κρασί έπινα ξύδι. Όταν έφυγα, πλέρωσα και _ δωμάτιον _. Έτσι έγραφε
+ο λογαριασμός του ξενοδόχου. Ο ξενοδόχος εκείνος δεν μπορούσε να
+καταλάβη γιατί δε θέλησα να πλαγιάσω στο _ δωμάτιον _. Του φάνηκε
+πολύ παράξενο. Είναι, φαίνεται, συνηθισμένος· πιο παστρικό κρεββάτι,
+λέει, δεν υπάρχει. Θύμωσε, φώναξε, μ' έβρισε στο δρόμο,
+λυσσιασμένος, φρενιασμένος· μου είπε πως είμουν κ' ιδιότροπος.
+
+Τους Τηνιακούς για τέτοια πράματα δεν τους μέλει. Τι καλότυχοι που
+είναι οι Τηνιακοί! Έχουν την Παναγια που τους γιατρέβει. Άκουσα
+μάλιστα πως γιατρέβει και τους τρελλούς. Ησύχασα και γω μ' αφτό.
+Εκεί που κόντεβα να τρελλαθώ από τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα
+φαγιά, ήξερα πως η Παναγια θα με γιατρέψη.
+
+Τι καλό πράμα να τα γιατρέβη όλα η Παναγιά! Ρώτησα δυο Τηνιακούς,
+δυο χαριτωμένα παιδιά, αν είναι στην Τήνο γιατροί και τι ανάγκη τους
+έχουν. Αφού έγινε γιατρός η Παναγιά, στη θάλασσα αμέσως να πετάξουμε
+τα γιατρικά και τους γιατρούς μαζί.
+
+Πολύ φρόνιμα μου είπαν οι δυο μου Τηνιακοί πως η Παναγια δυο φορές
+μόνο το χρόνο γιατρέβει, Άβγουστο στις δεκαπέντε και Μάρτη στις
+είκοσι πέντε. Λοιπόν έχουν τους γιατρούς για όλο τάλλο διάστημα. Η
+Παναγια δε θέλει να κάνη θάματα κάθε μέρα. Για τούτο τους είδα σα
+λίγο συλλογισμένους τους Τηνιακούς· τα λόγια τους μετρημένα,
+κατεβασμένα τα προσώπατά τους. Μόλις τους βλέπεις. Ή πολύ σοφοί θα
+είναι ή θα τους καίη τόντις την καρδιά η τεμπελιά της Παναγιάς.
+
+Τηνιακοί, συλλογισμένα μου παιδιά, ένα λόγο να σας πω. Συμπαθώ πολύ
+μαζί σας. Μου κακοφαίνεται και μένα που δε σας γιατρέβει κάθε μέρα η
+Παναγιά. Έμαθα μάλιστα πως μόνο τους ξένους γιατρέβει, και τους
+ντόπιους τους αφίνει κατά πως είναι. Μου κακοφαίνεται και τούτο.
+Παιδιά μου, έναν άλλο λόγο να σας πω. Αν είμουν Παναγιά, άλλη
+δουλειά δε θα είχα παρά να σας γιατρέβω. Θα γιάτρεβα μάλιστα όλο τον
+κόσμο όλη μέρα. Ο κόσμος ο κακόμοιρος πονεί. Δεν πονεί μόνο δυο
+φορές το χρόνο. Έχει βάσανα δίχως σκόλη. Δε σας βάρεσαν την ψυχή τα
+δάκρια που χύνει; Εμένα, η δική μου η ψυχή αναστενάζει και την
+έπνιξαν τα κλάματα του κόσμου.
+
+Αχ! παιδάκια μου, να είμουν Παναγιά, τι καλό θα σας έκαμνα όλους!
+Και τους ντόπιους θα γιάτρεβα και τους ξένους. Και δε θα γιάτρεβα
+μόνο τους τρελλούς, τους στραβούς και τους παράλυτους. Αμέ τι; Να
+είμαι Παναγιά και να φέρνουμαι σαν τους γιατρούς, που ο ένας είναι
+για τα δόντια, ο άλλος για ταφτιά, ο άλλος πάλε για κάτι άλλα! Δεν
+ταιριάζει. Ποιος θα με βαστούσε εμένα, αν είμουνα Παναγιά; Και τι
+τάχα; Τέτοιες αρρώστιες θα γιάτρεβα μόνο; Θα γιάτρεβα, παιδιά μου,
+και τις αρρώστιες της ψυχής.
+
+Θα γιάτρεβα πρώτα πρώτα την καημένη μας την ψυχή, την ψυχή του
+αθρώπου που το βράδυ, όταν ο ήλιος βασιλέβει, λύπη γιομίζει και
+θάνατο συλλογιέται, τη δύστυχή μας την ψυχή που όλο θέλει κι όλο δεν
+μπορεί, την ψυχή μας που έχει χάλια, γιατί είναι καλή και γενναία
+ψυχή κι όμως είναι περιωρισμένη. Αν είμουν Παναγιά, δε θα μπορούσε
+κανείς να μετρήση τα θάματά μου. Αφού θα είχα τη δύναμη να κάνω το
+ένα, θα είχα τη δύναμη να κάνω κι όλα τάλλα. Έπειτα, χάρισμα θα
+τάκαμνα, παιδιά. Θα είμουν Παναγιά, θα είμουν όμως και ποιητής. Για
+να γιατρέψω, δε θα γύρεβα πρώτα να με πιστέβη ο άρρωστος ή να
+πιστέβη πως θα γιατρεφτή. Ο ποιητής τέτοιες έννοιες δεν έχει.
+Σκορπάει τα διαμάντια του απάνω στη γις, πιστέβεις ή δεν πιστέβεις,
+κ' έτσι καμιά μέρα, και στραβός να είσαι, θα καταλάβης πως εκεί
+μπροστά σου κάτι λάμπει, κ' ίσως ανοίξουν τα μάτια σου μοναχά τους,
+για να διής και το φως.
+
+Κρίμας, αλήθεια, να μην είμαι Παναγιά. Σας το λέω, παιδιά μου, θα
+τάπαιρνα όλα ένα ένα και θα τα γιάτρεβα όλα. Θα γιάτρεβα τα
+καλντερίμια, θα γιάτρεβα τα τηνιακά ξενοδοχεία, τους τηνιακούς
+ξενοδόχους, τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα φαγιά. Θα γιάτρεβα
+όλους τους Τηνιακούς — θα γιάτρεβα και την Παναγια την ίδια που δεν
+μπορεί όλα να τα γιατρέψη.
+
+Τέτοια έλεγα τους Τηνιακούς, μα σα να μην τους πολύ άρεζαν τα λόγια
+μου. Έχουνε δίκιο οι Τηνιακοί. Δε μιλούμε την ίδια γλώσσα. Ίσως για
+τούτο και τα λόγια μου δεν τους αρέσουν.
+
+Εμένα πάλε μ' αρέσει η Τήνο με το παραπάνω, όταν κάθουμαι ήσυχα στην
+Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο της «Εστίας», με τον καλό τον Κασδόνη, που
+είναι και κείνος Τηνιακός, και μου λέει για την Τήνο. Στου Κασδόνη
+μαζέβουνται ταπόγεμα κάθε μέρα όσοι γράφουν ή στίχους ή παραμύθια.
+Βιβλία κανείς δεν αγοράζει. Τι να τα κάμη, αφού διαβάζει ο καθείς τα
+δικά του και τα δικά του μόνο, κάποτε και μόνος; Έχω ιδέα που καμιά
+ώρα αφτό το βιβλιοπωλείο θα γίνη Ακαδημία. Γιατί οι Ακαδημίες έτσι
+γίνουνται. Γίνουνται μοναχές τους, και κει που δεν ξέρεις πως θα
+γίνουν. Είναι σαν τα λουλουδάκια του κάμπου· άξαφνα φυτρώνουν και
+μεγαλώνουνε, φτάνει να είναι και το χώμα. Κάτι θα κατορθώσουν όλα
+αφτά τα παλληκάρια. Για κάθε πράμα θα σου μιλήσουνε, για γλώσσα, για
+ποίηση, για ρομάντζα, για φιλολογία· μόνο Ακαδημία δε βάνουνε στο
+νου τους, κ' ίσια ίσια για τούτο παίρνει δρόμο λίγο λίγο η μικρή
+Ακαδημία του Κασδόνη.
+
+Δημοτική, εθνική Ακαδημία! Άμα φανερωθή, δίχως να είναι και Παναγιά,
+θα γιατρέψη πια και τους δασκάλους.
+
+
+III
+ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ {114}
+
+
+Να μην είταν οι παππάδες, τι θα γίνουμουν και γω δεν τοξέρω. Όπου
+πήγα, πρώτος φίλος μου κι ο παππάς. Πολύ τους αγαπώ τους παππάδες.
+Είναι προκομμένοι, είναι καλοί, είναι κ' έξυπνοι, είναι έξυπνοι κι
+αθώοι. Τους βλέπω και καμαρώνω. Αφτοί βάσταξαν τον ελληνισμό και
+σήμερις ακόμη, σε μέρη πολλά, αφτούς έχει πατρίδα η Ρωμιοσύνη. Τι
+περίεργο πράμα! Και μένα μ' αγαπούν οι παππάδες. Αλήθεια, δεν
+ταξίζω. Στο Παρίσι, που λέω πια την ιδέα μου παστρικά, και μιλώ για
+τα θρησκεφτικά ζητήματα μ'όλο το θάρρος, δεν μπορείτε να φανταστήτε
+τι ωραία που τα πηγαίνουμε με τους παππάδες. Τι να πω τώρα για τους
+δικούς μας; Βέβαια θα διάβασαν _ το Ταξίδι μου _ και θα είδαν πως τη
+θρησκεία, δεν την πειράζω, μάλιστα πως λέω και τα καλά της. Για κάτι
+άλλα θυμώνω, για κάτι δεισιδαιμονίες, για κάτι συνήθειες, ίσως για
+τα τηνιακά Καταστήματα, γιατί έτσι λεν εκεί την εκκλησιά, όχι όμως
+για την Παναγιά, που δε μου έκαμε και κανένα κακό.
+
+Οι παππάδες το κατάλαβαν και για τούτο παντού με φιλοξένισαν και θα
+με φιλοξενίσουν ακόμη. Και γω πάλε, άμα διώ παππά, ξανοίγει η καρδιά
+μου. Και κει που βλέπω παππάδες, αμέσως ξέρω πως θα καλοπεράσω. Στη
+Σύρα ως τόσο δεν είδα παππά· καλοπέρασα όμως και στη Σύρα. Τωραίο,
+ταγαπημένο το νησί! Τόβαλα στην καρδιά μου. Είναι το πρώτο ελληνικό
+χώμα, ή, να το πούμε πιο σωστά, η πρώτη ελληνική πέτρα που πάτησα
+τότες, όταν ήρθα στην Ελλάδα. Και τώρα πόσο πιο όμορφη μου φάνηκε
+ακόμη! Έφτασε νύχτα το βαπόρι. Με τα φέσια της όλα έμοιαζε η Σύρα,
+από μακριά που την είδα, σαν ένας μικρούτσικος στρογγυλός
+χρυσοκεντημένος ουρανός, γεμάτος άστρα πηχτοκαρφωμένα. Τι θαρρείτε;
+Έχει κ' η Σύρα αστερουδάκια δικά της. Ξέρουν εκεί τι θα πη επιστήμη,
+σου φτειάνουν κάτι λαμπρούς γεωγραφικούς χάρτες, γράφουν ιστορικά
+σπουδαία βιβλία και χτυπούν ένα χάζι τον Περραιβό, σου κάμνουν και
+κωμωδίες. Κι από το πρωί ως το βράδυ φιλονικούνε για ό τι θέλεις,
+και για τον Ίπσεν και για μένα.
+
+Στη Σύρα πολύ μ' άρεσε κι ο ξενοδόχος. Δε μοιάζει διόλου του
+ξενοδόχου της Τήνος. (Αχ! Τήνο, Τήνο, δυστυχισμένο μου νησί, πού να
+το ξέρης σε ποιανού γλώσσα θα πέσης!) Ο ξενοδόχος της Σύρας δεν
+είναι ξενοδόχος· είναι φίλος. Είναι μάλιστα πατέρας· έχει την έννοια
+σου· ρωτά πώς είσαι. Αν άξαφνα σου πονεί το στομάχι, θα σου
+παραγγείλη ο ίδιος το φαγί που σου χρειάζεται. — «Εγώ, λέει, αφτό
+νομίζω καλό, εσύ τώρα να διατάξης. Σαράντα χρόνια ξενοδόχος, είμαι
+και γιατρός. Να διώ τη γλώσσα σου!». Απαράλλαχτος ο γέρος ο
+Bressant, όποιος τον πρόφταξε. Κ' η πετσέττα που βαστά στο χέρι να
+σε σερβίρη, έχει αξιοπρέπεια και κείνη. Να πάτε δίχως άλλο στη Σύρα,
+μόνο και μόνο για το γέρο Μάτση. Ακούτε με κι αξίζει.
+
+Πολύ όμως δυσαρεστήθηκα στη Σύρα, όταν κατέβηκα στην πλατέα και δεν
+είδα παρά τάγαλμα του Μιαούλη. Πρόσμενα πως θα είταν και του Βικέλα.
+Του έπρεπε, αφού είναι Συριανός. Κάμποσο θα μ' άρεζε νάβλεπα το
+Βικέλα μαρμαρένιο, με τα μεγάλα τα πανωβράκκια σαν του Μιαούλη, με
+το καππότο, με το γελέκι και το καζακί, με το ζουνάρι, τις κάρτσες
+και τα παππούτσια, να βαστά το κανοκιάλι στο ένα του το χέρι και με
+τάλλο να βαστά τη λαγουδέρα. Θα μου θύμιζε τον πρώτο μου το Βικέλα,
+που χτυπούσε τους δασκάλους, που έγραφε στίχους δημοτικούς και δεν
+ήξερε παρά δημοτική. Δεν είχε ακόμη δασκαλέψει το Σαικσπείρο και
+φόρτωνε στον πετεινό όλα τα τελικά τα _ν_. Αφού ξέχασε τα βρακκάδικα
+και δεν τα θέλει, ελάτε να του κάμουμε άγαλμα εμείς με τα βρακκιά,
+να τα φορέση.
+
+Τώρα που τάγραψα αφτά, κάθουμαι και συλλογιούμαι· «Λέτε να
+πειραχτή;» Και τι να πειραχτή; Δε με ξέρει; Για να γελάσω μια
+στιγμή, τι δε γράφω; Γράφω όμως δίχως κακία. Το κάτω κάτω, πώς να
+θυμώση, αφού κι άγαλμα θέλω να του κάμω;
+
+Ωραία ταγάλματα κ' η τέχνη ωραία. Σαν την ωραιότητα της φύσης τίποτε
+όμως δεν είναι. Κ' η τέχνη, για ναξίζη, τη φύση πρώτα πρέπει να
+μιμηθή. Δεν πιστέβω ποτέ στη ζωή μου να είδα ό τι είδα στη Σύρα,
+μήτε να το είδε κανένας. Τη νύχτα, με το φεγγάρι, δεν υπάρχει πράμα
+στον κόσμο που νάχη της Σύρας την ομορφιά. Για να το καταλάβης,
+πρέπει νανεβής απάνω τη στράτα, ώςπου να διής έναν καφενέ που έχει
+όνομα «Ορφεύς»... Εκεί, σε κείνον τον καφενέ, εννόησα πρώτη φορά,
+κοντέβουν τώρα εφτά χρόνια, με τι τρόπο και με τι σύστημα, ήσυχα και
+κανονικά, ο λαός διορθώνει τους δασκαλισμούς, γιατί ο λαός ή «Ορφές»
+θα το κάνη πολύ σωστά, όπως ένας μου το είπε, ή θα το λέη νέττα
+σκέττα καφενές. Εσένα μη σε μέλη για τους δασκαλισμούς· πήγαινε ίσια
+το δρόμο σου. Άμα είναι ησυχία κι αγεράκι δε φυσά, θώρειε τη θάλασσα
+πέρα πέρα που γιαλίζει σα γιάλινος απέραντος κάμπος. Κοίταξε και
+τους βράχους που γκρεμνούνε και παν κάτου ως το γιαλό, ολόλαμποι
+βράχοι που στράφτουνε σαν τασήμι. Ανέβα ακόμη πιο αψηλά· άξαφνα
+στρίβει ο δρόμος και λες πως μπαίνει μέσα στα βουνά, στη ρεματιά
+μέσα. Τα βουνά μοιάζουνε σα να είταν από ατσάλι καμωμένα κι
+αχτινοβολούνε. Κάτασπρη η στράτα. Περπατείς και το βήμα σου δεν
+τακούς. Σωπασιά μεγάλη παντού μεριά. Πού είσαι, και συ πια δεν το
+ξέρεις· ξεχνάς πως υπάρχει ζωή, θαρρείς πως είσαι φάντασμα, και που
+βαδίζεις μέσα στο φεγγάρι, στα βουνά του και τους γκρεμνούς του,
+μέσα στο φως του.
+
+Και ποιο νησί στην Ελλάδα δε σε μαγέβει; Η Άντρο πάλι έχει και τη
+θάλασσα μαγεμένη. Πρέπει να διής τις αμμουδιές εκείνες, βαθιά μέσα
+στο λιμάνι, με τα βουνά γύρω γύρω. Έρχουνται τα κύματα, φαρδιά
+φαρδιά με τον αφρό τους, έρχουνται και απλώνουνται, ξαπλώνουνται και
+φωνάζουν της αμμουδιάς· «Έλα, έλα μαζί μας, εσύ που μας μαγέβεις και
+μας τραβάς, έλα να σε τραβήξουμε και μεις, έλα να σε πάμε πέρα
+στανοιχτά.» Μου φάνηκε σα να είταν το τραγούδι της αγάπης. Εσύ που
+κοιμάσαι στην ακρογιαλιά, έλα, φωνάζει κ' η αγάπη, έλα νανοίξη ο
+ουρανός, νανοίξη κ' η ψυχή σου.
+
+Η Άντρο έχει πανώρια βουνά. Τα βλέπεις δεξιά και σου γελούνε· είναι
+γιομάτα πρασινάδες, λουλούδια γιομάτα· τα βλέπεις αριστερά και
+τρομάζεις· είναι σαν ντουβάρια από γιγάντους χτισμένα· πέτρες και
+γκρεμνά· μήτε φύλλα, μήτε κλαδί. Η Άντρο τέτοια είναι, ταντρειωμένο,
+τόμορφο νησί· έχει δύναμη και χάρη. Οι αμμουδιές της είναι
+χαριτωμένες, τα κύματά της φοβερά, οι _ ανερούσες _ εκείνες που σε
+παίρνουν και σε παρασέρνουν και δε σ' αφίνουνε πια. Κ' η αγάπη
+τέτοια είναι· έχει αμμουδιές κι ανερούσες. Θέλω κ' η ποίηση να είναι
+τέτοια, θέλω να μοιάζη της Άντρος, να είναι χαρά και τρομάρα.
+
+Άλλη πάλε είναι της Πάρος μου η νοστιμιά. Η Πάρο βουνά δεν έχει·
+έχει ραχούλες. Μήτε κρύο πολύ κάνει στην Πάρο, μήτε πολύ ζέστη· τα
+σοκάκια της είναι μικρά, όπως και τα σπιτάκια. Όλα της είναι ήσυχα,
+φρόνιμα, καλούτσικα, γελαστά, όλα της έχουν κάποιο μέτρο και κάποιο
+γούστο. Κ' η θάλασσα στην Πάρο δεν ξέρει από φουρτούνες· εκεί, κάθε
+χρόνο, το καλοκαίρι, έρχουνται τα σφουγγαράδικα και ψαρέβουνε δίχως
+φόβο. Κατεβαίνει ο βουτηχτής κάτω στης θάλασσας τον πάτο· μέσα σ'
+ένα λάστιχο κατεβαίνει μαζί του κι ο γλυκός ο Παρειανός αέρας·
+κάποτες βλέπεις μια φούσκα, μιαν ασπράδα που ανεβαίνει· θα πη πως ο
+βουτηχτής πήρε την αναπνοή του, κ' έτσι μπορείς να καταλάβης σε τι
+μέρος βρίσκεται ο βουτηχτής. Τα ίδια και μεις όλοι· γυρέβουμε,
+ψάχνουμε, πολεμούμε, καμιά αλήθεια να φανή, να πάρουμε την αναπνοή
+μας, να διή ο κόσμος από τι μέρος βγαίνει ασπράδα. Όλα τάλλα η
+θάλασσα τα σκεπάζει.
+
+Από την Πάρο βαστώ και γω. Παρκιώτης είταν της μητέρας μου ο
+πατέρας. Από την Πάρο βαστώ κι ας πα να λεν οι δασκάλοι. Το μέτρο μ’
+αρέσει και πολύ μέτριος είμαι. Νομίζουν πως στη γλώσσα που γράφω τα
+τόλμησα πια όλα. Δεν τόλμησα όσα τολμά ο λαός· όχι γιατί τα
+φοβούμαι, μα γιατί δεν είναι καιρός ακόμα· όσα σήκωνε ο καιρός ο
+δικός μας, τόλμησα μόνο και θα το καταλάβουν κατόπι οι άλλες γενεές.
+
+Από την Πάρο στην Αξιά πήγα με καΐκι κι από τη Χώρα πήγα ίσια στα
+χωριά. Ποιος είδε κάμπους αθεόρατους, κάμπους μέσα στη μέση του
+βουνού; Στα βουνά της Αξιάς θα διής κάμπους δεντροφορεμένους και
+θαπορήσης όσο θαπορούσες, αν έβλεπες άξαφνα θάλασσα ψηλά μέσα στη
+μέση του νησιού. Θα μάθης τόνομα κάθε βουνού, το Καναβάρι, το
+Σταβρομενίτη, τη Βουκολόμαντρα, τον Καλυβά, τη Μονόπετρα, το Παχύ
+Γκρεμνάρι, τον Ανεμόμυλο και τον Καρκό. Κάθουνται τα βουνά και
+καμαρώνουν τ' Απεράθου, τωραιότερο απ' όλα τα χωριά. Η φύση όλη το
+καμαρώνει· ο ήλιος το γλυκοφιλά κ' οι αχτίδες του, σαν ερωτεμένες,
+χαδέβουν ταμπέλια τ' Απεραθιού. Λες πως πλαγιάζουν και χουζουρέβουν
+και πως τις βάζει ο ήλιος να κοιμηθούν· «Εδώ μ' αρέσει, αχτίδες μου
+χρυσές, εδώ μ' αρέσει να σας βλέπω· αφανίζεστε όλη μέρα απάνω στις
+κορφές, στα καλντερίμια, στις κοφτερές τις πέτρες· εδώ κάτω να
+ξεκουραστήτε· έχετε στρώμα κι απακκούμπι.»
+
+Ένα πρωί, από τ' Απεράθου, είδα και την Αμοργό. Είταν ψιλούτσικη
+καταχνιά, μια περίεργη καταχνιά, σα φωτολουσμένη. Πού και πού
+άσπριζε μια χαραμάδα, πολύ μακριά, — συννεφούδι, κυματάκι, ποιος
+ξέρει; Δεν ξεχώριζες θάλασσα κι ουρανό· σα ροδάκινο μεγάλο, στο
+χνούδι του τυλιμένο, έμοιαζε πως κρέμουνταν η Αμοργό στάπειρο μέσα.
+
+Θα του κάμουμε ένα άγαλμα λαμπρό Εκεινού που θα βγη να μας πρωτοπή
+την ομορφιά της Ελλάδας, γιατί μου φάνηκε πως έχουν τέτοιο παράπονο
+τα νησιά. Ποιος γυρίζει να τα διή; Αντίς να διαβάζετε ξένα και να
+γράφετε ξένα, τρεχάτε, παιδιά, στα νησιά, τρέχατε και στη στεριά.
+Ρωμαίικα ρομάντζα προσμένουμε από σας όλους, προσμένουμε ρομάντζα
+που ρωμαίικο χώμα να μυρίζουν. Από σας όλους να μάθουμε θέμε τα
+κάλλη κάθε χώρας, το μυστικό κάθε ψυχής. Πολύ θα μ' άρεζε και μένα,
+παιδιά, να μπορούσα κάτι να καταφέρω. Μα δεν αδειάζω· έχω άλλες
+δουλειές. Κάποιος τώρα πρέπει να φανή. Το ροδάκινο που κρέμεται στον
+αέρα ψηλά, ποιος θα το κόψη; Ποιος θα ξεχωρίση θάλασσα κι ουρανό;
+Ποιος θα ζωντανέψη και τις πέτρες; Εκείνος θα γίνη «άλλος Ορφές».
+Ομπρός το λοιπόν, και μη φοβάστε. Άγαλμα θα του φτειάσουμε, σας λέω.
+Φέρνουμε και μάρμαρο από την Πάρο.
+
+
+IV
+ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ {115}
+
+
+Γιατί βγήκα στο ταξίδι και τι γυρέβω, δεν το κατάλαβα ακόμη.
+
+Κοριτσάκι μου, εσύ που προβαίνεις στο παράθυρό σου, αντίκρυ στην
+κάμερή μου, και με κοιτάζεις κι απορείς και δεν ξέρεις γιατί άξαφνα
+σηκώνουμαι και περπατώ, άξαφνα κάθουμαι και γράφω, γιατί ξεσκίζω
+κάθε τόσο μια κόλλα χαρτί και ξαναρχίζω, γιατί κάποτε χαμογελώ και
+κάποτε πάλε στέκουμαι ώρες και συλλογιούμαι, κοριτσάκι μου εσύ, να
+σου πω τα ιστορικά μου· δυο πράματα σιχαίνουμαι στον κόσμο, δυο
+είναι που μου φέρνουν αηδία, να ταξιδέβω και να γράφω. Να γράφω και
+να ταξιδέβω στην Ελλάδα έγινε τώρα η δουλειά μου. Από κει να
+καταλάβης.
+
+Αν τύχη και διαβάζεις το Άστυ, μη βλέπης που λέω τόσα για τα νησιά
+και που τρελλάθηκα για την ομορφιά τους. Θέλεις να μάθης την
+αλήθεια; Βλαστημώ την ώρα που ήρθα. Εμένα μ' αρέσει να μην το κουνώ
+από το σπιτικό μου, το χειμώνα ήσυχα να δουλέβω, το καλοκαίρι να
+σκυλοχουζουρέβω. Το μουλάρι, με σκοτώνει· το κεντιστήρι δεν το
+νοιώθει το μουλάρι· το στομάχι μου το νοιώθει και γίνεται τρύπα.
+Τρέχα απάνω στα βουνά, τρέχα με τον ήλιο και το βοριά μαζί, τρέχα
+στα μονοπάτια, που ξεφέβγουν τα πόδια σου από τις σκάλες στις
+αγκίστρες του βουνού, τρέχα σε δρόμους στενούς, ντουβάρια αριστερά,
+και δεξιά ντουβάρια, που χτυπάς, ξεγδέρνεις και πηγαίνεις· βάστα την
+ομπρέλλα με το ένα χέρι, βάστα με τάλλο το καπέλλο σου, με τάλλο
+βάστα το καπίστρι, με το τέταρτο βάστα την ψυχή σου. Ανάθεμάν τα!
+
+Και για τι σκοπό, για τι όφελος τα βάσανα κι ο κόπος; Για νακούσης
+την προφορά, για να σου πουν παραμύθια, και κει που σου τα λένε να
+τους φέβγη η ομιλία, να τρέχουν τα λόγια μάνι μάνι και συ να
+ταρπάζης. Και μήπως έφκολο είναι να το καταφέρης; Καλήτερα ψήφους να
+μαζώνης παρά να μαζώνης παραμύθια! Πρέπει σαν το βουλεφτή να
+ρητορέβης, όλο τα ίδια να κοπανίζης και να μην κουράζεσαι ποτέ. Σε
+μερικά χωριά ντρέπουνται και τραβιούνται· κάποτε μ' ένα φράγκο ή και
+με μια δεκάρα πάει η ντροπή και τότες πια δε γλυτώνεις. Σ' άλλα
+χωριά πάλε άλλες ιστορίες. Με πονοκέφαλο, με θέρμη, με βήχα και με
+συνάχι, κατεβαίνεις από τ' Απεράθου στους Βόθρους· όχι! δεν
+κατεβαίνεις· κατρακυλάς· το μουλάρι λέει να πατήση και φοβάται· φυσά
+βοριάς, παλληκάρι, και σου σπάνει τη μούρη· από την άκρη του βουνού,
+μπροστά σου, απάνω από τα βράχια και τους γκρεμνούς, σαν άσπρες
+φοράδες, μπρούμυτα κάτι σύννεφα πετιούνται και θαρρείς πως θα σε
+πλακώσουν. Ας είναι! Δεν πειράζει. Οι Βόθροι δεν είναι μακριά· ας
+διούμε και κει πώς μιλούνε. Νύχτωσε. Πρέπει ακόμη να κάμης κουράγιο,
+ώςπου να φτάσης κάτω στη ρεματιά, γιατί εκεί κάτω είναι οι Βόθροι,
+ανάμεσα σε δυο βουνά. Άξαφνα, το ένα βουνό ζωντανέβει και στη μέση
+του βουνού βλέπεις φώτα αναμμένα, σα να είχε μάτια, χίλια μάτια το
+βουνό, σα να είτανε σπηλιές κ' η κάθε σπηλιά φλόγα — είναι τα
+παράθυρα του χωριού που λάμπουν ένα ένα· χαίρεσαι και συλλογιέσαι·
+Εδώ θα λεν παραμύθια πολλά, θα λεν παραμύθια και στους Βόθρους. Να
+κ' η ρεματιά, να κ' οι Βόθροι!
+
+Σου ανοίγει την πόρτα του ένας χωρικός και μπαίνεις μέσα. Σε
+καλοδέχεται. Του είπες τι γυρέβεις και γιατί ήρθες· είναι πρόθυμος
+να κάμη ό τι θέλεις. Θα μείνης λίγες ώρες, απόψε πρέπει να γίνη η
+δουλειά κι άβριο το πρωί. — Μάλιστα, θα γίνη! — Εκεί που το
+πιστέβεις με τα σωστά σου, γυρίζεις και τι βλέπεις; Ο νοικοκύρης
+έφυγε· ο μεγαλήτερός του γιός έπεσε απάνω σε δυο σάκκους πίτερα και
+ρουχαλίζει· η κόρη του ξαπλώθηκε στο κρεββάτι και κοιμάται, είκοσι
+χρονώ γυναίκα· μια άλλη, δεκαπέντε χρονώ, καμώνεται πως νυστάζει.
+Βουβάθηκαν όλοι. Μόνη της η γριά, καλή γριά, προσπαθεί να θυμηθή
+κανένα παραμύθι. Οι άλλοι ξέρουνε, μα τι τους μέλει; Αδιαφορία και
+για τον κόπο το δικό σου και για την επιστήμη που σ' έφερε ως
+εκειδά. Ναγόραζες σμυρίγλι, θα τους βαστούσες όλη νύχτα στο ποδάρι.
+
+Θέλεις να φύγης, να πας σ' άλλο νησί. Βαπόρι δεν έχει. Οι ώρες σου
+είναι μετρημένες· ο σκοπός σου είναι να διής πολλά νησιά, να τα
+πάρης ένα ένα· θα είταν καλό, θα είταν ωραίο να τάβλεπες όλα.
+Αδύνατο! Βαπόρι δεν έχει. Κι ας μην έχη! Τι πειράζει; Να μη σου
+κακοφανή, να μην πικραθής, να μη σου κάψη ο πόνος την καρδιά. Το
+κάτω κάτω γιατί ήρθες; Για να σπουδάσης τη γλώσσα ενός τόπου, παιδί
+μου, που για τέτοια σπουδή έχει περισσότερη αδιαφορία κι από τους
+Βόθρους· και γνωστός να είσαι, δε φαίνεται να ξέρη καλά καλά σε τι
+καταγίνεσαι τόσα χρόνια. Για τέτοια πράματα φροντίζουμε καλήτερα
+αλλού. Παραίτα λοιπόν ήσυχα τη μελέτη και γράφε να ξεθυμάνης. Γράφε,
+και πού; Όπου τύχη κι όπου βρεθής. Με την πέννα και το καλαμάρι στην
+τζέπη, τράβα, εσύ από το ένα στάλλο χωριό, και στο δρόμο, κάθου
+απάνω στο μουλάρι, να συλλογιέσαι για επιστήμη και για τέχνη!
+
+Εφτυχισμένο κοριτσάκι που δε γράφεις, πόσο σε ζουλέβω! Όσες ανοησίες
+κι αν ακούσης, ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, εσένα δε σε νοιάζει. Και
+γω θα γίνω τώρα σαν και σένα. Να χολοσκάνη κανείς, δεν αξίζει. Τι
+λέει το τραγούδι; Σου κρένω, δε μου κρένεις. Έτσι να κάμουνε είναι
+και πιο σωστό. Να μην τους δίνουμε απάντηση τους δασκάλους. Τι
+βγαίνει από τα πολλά τα λόγια; Οι δασκάλοι κάθε τόσο φωνάζουν πως
+άλλη γλώσσα μιλούνε στη Θεσσαλία, άλλη γλώσσα στα νησιά, στο Μοριά
+άλλη γλώσσα, πως δεν ξέρει κανείς ποια απ' αφτές να πρωτογράψη, πως
+δεν μπορεί ο ένας να καταλάβη τον άλλονα, και πως για τούτο πρέπει
+να γράφουμε την καθαρέβουσα, που ο καθένας την καταλαβαίνει! Είναι
+τάχατις ανάγκη να τους δείξουμε πως ίδιοι τους δεν καταλαβαίνουν τι
+τρέχει, δε βλέπουν και δεν ακούνε; Φτάνει κανείς να πάη σε δυο χωριά
+ή σε τρία, και να θελήση να μάθη την ντόπια γλώσσα του χωριού, τα
+βέρα χωριάτικα, που λεν, τα _ χοντρά _, για να του φανερωθή η
+αλήθεια. Πολύ δύσκολα θα μάθη τα χωριάτικα αφτά, γιατί χάνουνται και
+πάνε. Παντού η κοινή γλώσσα βασιλέβει· δεν τη μιλούνε πάντα
+αναμεταξύ τους, μα την καταλαβαίνουν όλοι, και με τους ξένους αφτήνα
+μιλούν, την κοινή, την πανελλήνια γλώσσα, την πανελλήνια δημοτική.
+
+Την άκουσα παντού και παντού τη μίλησα και γω· με καταλάβαιναν πολύ
+καλά και τους καταλάβαινα. Έπρεπε να τους παρακαλέσω, για να μου
+πουν τα χοντρά. Δε θα κάμουν οι δασκάλοι, αφτή η γλώσσα να μην
+υπάρχη, αφού υπάρχει, ακόμη κι αν τους αρέσει να φωνάξουν πως δεν
+υπάρχει γλώσσα. Και τώρα που την έχει ο λαός, θέλουνε να του τη
+σηκώσουν και να του καθίσουνε μιαν άλλη με το ζόρι, που μήτε ίδιοι
+τους δεν τη μιλούνε, μήτε ο λαός μπορεί να την καταλάβη.
+
+Αφτή τη γλώσσα, κοριτσάκι μου, ναγαπάς — αφτή τη γλώσσα να γράφουμε,
+για να μας διαβάζης.
+
+Γρήγορα θα γλυτώσω κι απ' αφτόνα τον μπελά, κι από τα γραψίματα κι
+από τα ταξίδια· ακόμη ένα γραμματάκι, και σώνει πια. Ας είναι οι
+φίλοι καλά που παντού και σ' όλη την Ελλάδα με περιποιήθηκαν, και με
+είχανε σαν παιδί του σπιτιού. Να πω τώρα για τη Ζαγορά; Εκεί δεν
+είτανε σπίτι, μα παλάτι, παλάτι και φιλοξένια βασιλική. Και πόσα
+άλλα θέλω να πω! Δεν έχω λόγια. Εδώ στο Δαμαριώνα, στην Αξιά, που
+κάθουμαι τώρα και γράφω, ήρθα προψές ταπόγεμα, η ώρα μια· πήγα στου
+βουλεφτή· δε με γνώριζε διόλου· του είπα τι γυρέβω. Αμέσως, στην
+ίδια στιγμή, γέμισε το σπίτι παιδιά, παραμύθια — και φαγιά.
+
+Όλοι, όσους είδα πάντα και παντού έβαλαν τα δυνατά τους, να μ'
+εφκολύνουν τη δουλειά· ήξεραν πολύ καλά τι σπουδάζω, τι αξίζει η
+σπουδή, σε τι καταγίνουμαι τόσα χρόνια. Έκαμα και δυο τρεις
+γλωσσολόγους. Γλωσσολογικές κουβέντες — κουβέντες κι όχι φιλονικίες
+— είχαμε κάτω στα χώρα της Αξιάς, κάθε βράδυ στο τραπέζι, με τον
+καλήτερο απ' όλους τους Χωρεσιανούς. Γνωριστήκαμε στη Σύρα, στο
+ξενοδοχείο. Πήγαινα στην Πάρο, εκείνος στην Αξιά. Κοίταζε από το
+παράθυρο και πρόσμενε όλη μέρα να με φέρη το καΐκι, μην τύχη κ' έρθω
+και δεν πάω στο σπίτι του.
+
+Πρόθυμος, ανοιχτόκαρδος ο κόσμος εδώ. Ο δήμαρχος -όχι της Χώρας -
+του Χαλκιού της Τραγαίας, το βράδυ, στις εννιά, του παρουσιάστηκα,
+πρόσταξε κρεββάτι και τραπέζι, προτού να του πω και τόνομά μου! Να
+μην ξεχάσω τους παππάδες! Τι δε μου έκαμε ο Νάξιος ο Δεσπότης! Τι δε
+μου έκαμε στις Μέλανες, εδώ, ένας φτωχός παππάς! Ξεπέζεψα μια στιγμή
+και κάθησα στον καφενέ· ήρθε ο παππάς να μου κουβεντιάση κι αμέσως
+να μου δώση ροδάκινα, ρόδια, βασιλικό. Το χρέος μου, λέει, είναι
+ναγαπώ τους αθρώπους.
+
+Να μην ξεχάσω και τις γριές. Από την Παρκιά έφυγα πολύ πρωί για τη
+Σάντα Μαρίνα· πείνασα στο δρόμο. Μπήκα σ' ένα χαμηλό πρόστυχο
+σπιτάκι. Μου σερβίρισε η γριά ό τι είχε, ψωμί, τυρί, σταφύλι και
+καφέ. Κάθησα σ' ένα σκαμνί· είταν και δυο γατίτσες· είταν κ' ένα
+σκυλάκι· τους έρριχτα μια ψίχα πού και πού· έρχουνταν και τρεις
+όρνιθες και τσιμπούσαν, πολύ φιλικά, πολύ συντροφικά, όλα τους μαζί.
+Η πόρτα είταν ανοιχτή· έβλεπα μπροστά μου την Αξιά, τη θάλασσα και
+τον ουρανό· ησυχία μεγάλη· σα νανουρίσματα έμοιαζαν τα λόγια της
+γριάς, και μια στιγμή κόντεψα ναλησμονήσω πως ταξιδέβω και πως
+γράφω.
+
+
+V
+ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ {116}
+Από τη Σαντορίνη.
+
+
+Το παράπονό μου το παλιό θέλω πάλε να τακούσης. Μοναχό γιατί να μ'
+αφίνης; Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Τα
+λόγια που σου έλεγα τότες, πες μου, χρυσό μου, και σήμερις ακόμη και
+την ώρα αφτή που σου γράφω, δεν κελαδούνε μέσα στην καρδιά σου, σαν
+πουλάκια γλυκά; Το χάρηκαν της Χιός τα βουνά, το χάρηκε ο κόσμος, το
+τραγούδι της αγάπης που έκαμα, φως μου, για σένα. Μήπως το ξεχνάς;
+Όταν είσαι μακριά, παρηγοριά δεν έχω. Αναστέναζα και σε ζητούσα στο
+Πυργί· αναστενάζω και σε ζητώ στη Σαντορίνη. Από το Μεροβίγλι, ψηλά
+ψηλά, απάνω στα γκρεμνά, που κάθουμαι και σου μιλώ, βλέπω κάτω στη
+θάλασσα τα νησάκια που μέσα τους έχουνε φλόγα κρυμμένη, το Βουλκάνο
+που δεν κοιμάται ποτέ, κι ας μοιάζη σαν αποκοιμισμένος. Καημένες τα
+λεν εδώ τα νησάκια που είναι όλο φωτιά, τη Μεγάλη Καημένη και τη
+Μικρή. Είμαι σαν τα νησάκια καίω· είμαι ο Μεγάλος ο Καημένος.
+
+Όπου πάω, εσένα ποθώ. Εσένα συλλογιούμαι σ' όλο μου το ταξίδι. Στη
+Σύρα, που περπατούσα με το φεγγάρι, εσένα είχα στο νου μου, και
+θαρρούσα πως δεν έβλεπα ζωή πουθενά και πως σέρνουμουν και γω σ'
+έναν κόσμο πεθαμμένο. Άξαφνα κατέβαινα στο γιαλό, μήτε τον κατήφορο
+φοβούμουνα μήτε το σκοτάδι μήτε τους βράχους. Με θωρούσαν και
+κρυφολαλούσαν. Ποιος είναι τούτος ο τρελλός; -Όχι! δεν είμαι
+τρελλός. Κατέβαινα κάτω στο γιαλό, κάτω στη μοναξιά, για να φωνάζω
+τόνομά σου, για να πιστέβω πως είσαι κοντά μου, για να ξέρω πως
+υπάρχεις.
+
+Σ' ό τι νησί κι αν είμουν, είχα πάντα βία να φύγω. Γρήγορα γρήγορα
+να πάω! Ίσως στάλλο το νησί καλήτερα θα είναι· ίσως θα κάμω καλήτερη
+δουλειά. Πήγαινα και πάλι έλεγα τα ίδια κ' ήθελα πάλε να τρέξω
+αμέσως αλλού. Είτανε πλήξη, δεν είτανε βία, και πάντοτε νόμιζα πως
+θα βρεθή κανένα νησί, το νησί της Ησυχίας, η κούνια που θα βάλω τον
+πόνο μου να πλαγιάση, ο ουρανός που θα νταντέψη το βάσανό μου. Τι με
+μέλει για την επιστήμη, τη γλωσσολογία και τα παραμύθια που συνάζω;
+Η Ιδέα μου είσαι Εσύ, η Ιδέα που με φωτίζει στο δρόμο που βαδίζω,
+που μου δίνει και το θάρρος. Εσύ ξέρεις πάντα το σκοπό μου. Για σένα
+πολεμώ και δουλέβω. Φτωχός είμουν και μ' έκαμες πλούσιο, γιατί δικό
+μου τίποτις δεν έχω· δυο πράματα μόνο γύρεβα στον κόσμο, μια γλώσσα
+και λίγη ποίηση. Τη γλώσσα την πήρα από το στόμα του λαού· την
+ποίησή μου από σένα την πήρα.
+
+Την ποίησή μου από σένα την πήρα και του κάκου παραπονιούμαι.
+Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Σε
+συλλογιούμουνα στο Πυργί κ' έχυνα δάκρια πικρά. Δεν μπορούσα, δεν
+ήθελα να πιστέψω πως ο Χάρος μια μέρα θα πη της αγάπης μας· Έλα,
+έλα, και δω θα τελειώσης! Δεν το πίστεβα πως ο κόσμος μια μέρα θα σε
+ξεχάση. Σήμερα πια δε φοβούμαι το Χάρο· η αγάπη μας δεν έχει τέλος
+κι ο κόσμος δε σε ξεχνά.
+
+Είταν αδύνατο, άδικο είταν ένα πλάσμα σαν και σένα, τόση χάρη και
+τόσος νους, τόση χάρη παιδιακήσια και νους τόσο γερός, τόση ψυχή,
+τόσο φως να χαθούν, κι άμα πεθάνης να μην ξέρη κανείς πως είσουν της
+πλάσης το στολίδι, το καμάρι τουρανού. Για τούτο έκλαια κι
+απελπίζουμουν και ζητούσα κάτι να κάμω για σένα, κανένα ποίημα να
+σου χαρίσω, που να σε δοξάζη, που να μείνη παντοτεινά. Και διές
+τώρα! Το κατάφερα κ' έχω χαρά. Κρίμα που δεν είσαι πλάγι μου να σε
+δείξω μια βάρκα βαρκούλα μικρή που αρμενίζει αλάργα στο γιαλό. Τι
+νόστιμη, τι χαριτωμένη, τι μικρούτσικη μικρουλή που φαίνεται αλήθεια
+από δω απάνω στο βουνό! Μόλις τα μάτια σου την ξανοίγουν και μοιάζει
+σαν τιποτένια. Κι όμως, παιδάκι μου, μη φοβάσαι.
+
+Έφτειαξα μια βάρκα για σένα που δεν μπορεί φουρτούνα να τη χαλάση.
+Έβαλα μέσα την ομορφιά σου, έβαλα την ψυχή και τους λογισμούς σου,
+έβαλα τη ζωή σου, έβαλα και την αγάπη μας μέσα. Τότες είπα της
+βαρκούλας να τρέχη, να τρέχη στα αιώνια τα νερά.
+
+Έτσι θα γλυτώσης Εσύ κι από το Χάρο κι από τον Άδη. Όσο η θάλασσα
+δεν ξεραθή, θα φουσκώνη η βαρκούλα τα παννιά της· όσο ζήση αφτός ο
+λαός, θα ζήσης και συ. Και κοίταξε τι ωραία! Πρώτη φορά στην
+περίφημη την Ελλάδα, προσπάθησε ένας ποιητής να φτειάξη τέτοια
+βαρκούλα, πρώτη φορά πολεμάς για χατίρι Μιανής και Μιανής δόξα.
+Πολλοί κάμνουνε και κάμανε στίχους, πότε για τη μια, πότε για την
+άλλη. Εγώ για σένα μόνο μιλώ, και δίχως να πω τόνομά σου, ο κόσμος
+ξέρει ποια είσαι. Λοιπόν ήσυχη να μείνης. Εσένα θα σε ζουλέβουν όλες
+οι γυναίκες, γιατί πλούτη κι αρχοντιά η καθεμιά μπορεί νάχη· μπορεί
+νάχη η καθεμιά καρδιά μεγάλη και μεγάλο νου· η καθεμιά δεν μπορεί
+νάχη αθάνατη δόξα σαν και σένα. Νόστιμα κι αθώα σαν τη βαρκούλα που
+σου λέω, κάμε το ταξιδάκι σου τώρα, σιγά σιγά, με τα γλυκά σου τα
+χαμογέλοια, με την πανάγαθή σου ψυχή, κάμε το ταξιδάκι σου και
+χαίρου άτρεμα τον Ωκεανό· είναι καλός ο καπετάνιος.
+
+Και τι μας μέλει εμάς για τη δόξα; Και μήπως έχει νόημα κανένα; Η
+δόξα τίποτις δεν είναι· η αγάπη όλα τα κατορθώνει. Γιατί θέλω τη
+δόξα για σένα; γιατί σ' αγαπώ. Γιατί γυρέβω ποίηση και γλώσσα; Μήπως
+για μένα τις γυρέβω; Την ποίηση και τη γλώσσα τις γυρέβω για τους
+άλλους, για τους άλλους πονώ και δουλέβω. Έλα, μικρό μου, το λοιπόν,
+ας αφήσουμε τη δόξα κι ας συλλογιστούμε μόνο την αγάπη. Την αγάπη να
+βάλουμε τώρα με το νου μας.
+
+Ο κόσμος αγάπη διψά. Είναι τόσοι δυστυχισμένοι, είναι τόσοι φτωχοί,
+είναι τόσες καρδιές πικραμένες. Έλα ναγαπήσουμε τον κόσμο. Δεν μπορώ
+ένα δάκρι να διώ κ' η ψυχή μου να μη βραχή. Ο πόθος μου, ο μόνος,
+είναι να παρηγορηθούν οι πικραμένοι. Δεν αγαπώ εσένα μονάχα· αγαπώ
+τον κόσμο όλο. Μ' έκαψαν τα βάσανά του. Δε σου το είπα πως είμαι ο
+Μεγάλος ο Καημένος;
+
+Έλα, πουλί μου, να καούμε κ' οι δυο, ναγαπήσουμε και τον καημό μας.
+Ο καημός μας είναι καλός, αφού είναι έλεος γεμάτος. Ποιο είναι το
+γιατρικό που μπορεί να γιατρέψη τον κόσμο; Η αγάπη, κανένα άλλο. Για
+να γιατρέψης τους αρρώστους, πρέπει πρώτα να τους αγαπήσης. Πρέπει
+εκείνους να συλλογιέσαι κι όχι εσένα. Η επιστήμη μονάχη δε φτάνει. Η
+αγάπη θα της δώση ύπαρξη και ζωή. Η περιέργεια είναι μια αγάπη,
+αγάπη για να μάθης, αγάπη που σα μαγνήτης σε τραβά, που σε κάμνει
+τάγνωστα να γυρέβης, αγάπη που γεννά την επιστήμη.
+
+Αγάπη είναι κ' η τέχνη. Για να καταλάβης τους αθρώπους, πρέπει να
+τους αγαπήσης. Και πώς είναι δυνατό να μπης μέσα στην ψυχή τους, τα
+πάθη τους όλα να ξεδιαλίσης και να τα γράψης, αν πρώτα δεν τους
+αγαπήσης; Πρέπει ναγαπήσης και τη φύση, για να πης την ομορφιά της·
+αλλιώς δε νοιώθεις και τη φύση. Πρέπει να λωλαθής για τα βουνά,
+πρέπει η θάλασσα να σε τρελλάνη, πρέπει ο νους σου να χαθή για ένα
+χρυσολούλουδο του κάμπου. Κ' η τέχνη τι άλλο είναι παρά ένα λουλούδι
+που θα κόψης, παρά μια ψυχή που θα μυρίσης;
+
+Έλα, βάρκα βαρκούλα μικρή, έλα ναρμενίσουμε τώρα στον Ωκεανό της
+αγάπης. Έλα πάντα να βαστάς ανοιχτά το γιαλό, πέρα και πέρα να πάμε.
+Να μην αγαπήσουμε εκείνους μονάχα που είναι πονεμένη η καρδιά τους·
+ας αγαπήσουμε τους εφτυχισμένους, τους καλότυχους, τους μεγάλους· ας
+αγαπήσουμε όσους έχουν και δόξα και πλούτο και νου. Γιατί να τάχουν
+αφτά, σα δεν τους αγαπούμε; Έλα να τα χαρούμε μαζί τους, άμα τους
+αγαπήσουμε σαν αδέρφια· έλα να δροσιστή η ψυχή τους, κ' η αγάπη μας
+να τους μάθη πως πλούτος μεγαλήτερος απ' αφτήνα δεν είναι, πως δεν
+έχει εφτυχία πιο μεγάλη.
+
+Πρέπει, όταν ο κόσμος κοιμάται, εμείς να ξαγρυπνούμε, να δουλέβουμε
+για τον κόσμο. Ας δουλέψουμε για όλους, ας δουλέψουμε και για τους
+ζαβούς, τους ζουλιάρηδες, τους κουφούς και τους στραβωμένους. Ας
+τους αγαπήσουμε, να μας αγαπήσουν ίσως και κείνοι. Η καλοσύνη μας να
+γίνη βουνό, που να μη βλέπουν οι κακοί την κορφή της. Ποτέ να μη μας
+κουράζουνε, να μη μας χαλνούν το κουράγιο η ανοησία και το μίσος, το
+μίσος το σιχαμερό που όλο γιομίζει το στόμα του ψεφτιές, που το
+ξέρει και που δεν έχει ντροπή.
+
+Και τι να δώσουμε, οι δυο μας εμείς οι μικροί, τι να δώσουμε τους
+κακούς, τους πλούσιους και τους πονεμένους; Πρέπει να δώσουμε στον
+κόσμο ποίηση όση μπορούμε. Έλα να την κάμουμε ποτάμι, να ποτίση τη
+γις, στους κάμπους να ξεπλημμυρίση, κ' ύστερα μαζί μας αλάργα ναρθή,
+να μας πάρη στον Ωκεανό της δόξας και της αγάπης.
+
+
+
+ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
+
+
+
+Αγησίλαος Γιαννόπουλος Ηπειρώτης.. 166.167.169.170.171. 172. 178.
+Άννινος (Θ.)................................................ 249.
+Αργύρης Εφταλιώτης ................. 28. 29. 39. 40. 44. 48. 257.
+Βαλαωρίτης.............................................. 254.255.
+Βερναρδάκης (Δ.)......................................... 104, 1.
+Βηλαράς ....................................... 102, 1. 254. 255.
+Βικέλας (Δ.) .............................. 249.250.257.286. 287.
+Βλαστός (Π.)............................................. 15. 16.
+Βλαχογιάννης............................................. 100, 1.
+Βώκος..................................................... 13.23.
+Γαβριηλίδης............................................. 36. 241.
+Γεωργιάδης (Α.)........................................... 25, 1.
+Δεστούνης (Γ.)........................................... 100, 2.
+Διόνυσος.................................................. 13.14.
+Δροσίνης............................ 181.220.239.256.264.275.281.
+Καμπάνης..................................................... 13.
+Κακλαμάνος (Δ.).......................................... 249, 1.
+Καρκαβίτσας ..................... 20. 21. 22. 23.256.273.284.285.
+Κολοκοτρώνης......................................... 3.10.12.13.
+Κόντος.................................................. 202.218.
+Κοραής......................... 101.102.102, 1.135.218. 223. 255.
+Κουρτίδης................................................ 13. 23.
+Λαμπρίδης (I.)................................................48.
+Λάμπρος (Σ.)................................................ 100.
+Μάνος (Κ.)............................................. 180. 257.
+Μελάς (Μ.).................................................. 261.
+Μηλιαράκης (Α.).......................................... 100, 2.
+Μιαούλης................................................ 286.287.
+Μικρογιάννης................................................ 257.
+Μιτσάκης.................................................... 257.
+Μποέμ................................ 248.249.250.260.273.275, 1.
+Ξενόπουλος (Γρ.) ....................................25.25, 1.26.
+Παλαμάς ................................ 22.23.24.48.250.256.266.
+Πάλλης...................................................... 257.
+Παππαδοπούλου (Α.) ......................................... 257.
+Παππαδόπουλος (Κεραμέας) ....................................101.
+Παράσχος. ....................................250. 252. 254. 255.
+Περραιβός................................................... 286.
+Πολίτης (Ν. Γ.).............................................. 48.
+Ροντάκης (Ν.)................................................ 13.
+Σάθας (Κ.).................................................. 100.
+Σολωμός........................................... 173. 254. 255.
+Στέφανος Στεφάνου............................................241.
+Στεφελίδης.................................................. 257.
+Σωτηριάδης (Γ.) 28. 29. 30.31. 32.33.34.35. 36.37.38.39.40.42.44.
+45.46.
+Τρικούπης (Χ.) ......................................238.239.240.
+Φραγκούδης(Γ. Σ.)........................................... 268.
+Χατζηδάκης (Γ. Ν.)................................ 12.102. 1.133.
+Χατζόπουλος (Μ.) ...................................... 257. 273.
+Χρυσόστομος............................................. 42. 159.
+Anatole France.............................................. 180.
+Benoist (Ε.)................................................. 34.
+Krumbacher (Κ.) ....................................100. 2.128.1.
+Pernot (Η.).............................................. 246. 1.
+Solomos.................................................. 66. 70.
+Sotiriadis .................................................. 38.
+Taine....................................................... 180.
+
+
+
+ΠΙΝΑΚΑΣ Σελ
+ΑΦΙΕΡΩΜΑ................................ 1
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ............................. 3-51
+Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ...................3-10
+ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.......... 10-14
+ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΑΗΔΙΑ............. 15-16
+ΤΕΧΝΗΤΗ........................16-22
+ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ:........ 22-28
+ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ........28-37
+ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ......................37-39
+ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.......... 39-51
+ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ....... 53-165
+Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ......166-179
+ΖΟΥΛΙΑ..........................180-221
+ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ......................222-223
+Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ....................224-230
+Ο ΜΑΓΟΣ.........................231-237
+ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ .........238-240
+OΝEΙΡΕΒΟΥΝΤAΙ ΤΑ ΡΟΔΑ...........241-245
+ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ..............246-247
+ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ....248-259
+ΑΘΗΝΑΙΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ.............260-275
+ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ...........276-301
+Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ..................276-280
+ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ............... 281-285
+ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ............. 285-291
+ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ................291-295
+ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ..............296-301
+ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ 302
+ΠΑΡΑΤΥΠΩΜΑΤΑ, ΔΙΟΡΘΩΜΑΤΑ ΚΙ ΑΠΟΣΩΜΑΤΑ 303
+
+
+
+PARIS. — ΙΜΡRΙΜΕRIE CHARLES BLOT, RUE BLEUE, 7.
+
+
+
+Τυπώθηκαν, όλα μαζί, αντίτυπα 547, δηλαδή
+
+σε καλό γαλλικό χαρτί................. αντ. 500
+σε χαρτί του λούσσου........................ 30
+σε χαρτί ολλαντέζικο διαλεχτό............... 15
+σε χαρτί Γιαπανέζικο αφτοκτατορικό........... 2
+ ---
+ 547
+
+Τα χαρτιά λούσσο (30 αντ.) και τα γιαπανέζικα (2 αντ.)
+δεν πουλιούνται.
+
+Πουλιούνται μονάχα τα πεντακόσια, το καθένα....... φρ. χρ. 6
+και τα ολλαντέζικα (αρ. 12-13), το καθένα .......φρ. χρ. 25
+
+
+*************
+
+1} Βιβλιοθήκη της Εστίας, Ο γέρο Κολοκοτρώνης (κι όχι ο «Γέρων -
+Κολοκοτρώνης», όπως το βάζει πολύ άσεβα η Εστία), τόμ Α', 1889, σελ
+61.
+
+2} Θα παρατήρησε ο καθένας τη φράση που λέει στο γράμμα του πως
+ήθελαν οι αρχαίοι τον κόσμον όλο να «καταλάβουν». Αφτό θα πη τέχνη,
+δηλαδή να βάζη κανείς μια λέξη με το κοινό, συνηθισμένο της το
+νόημα, και συνάμα όποιος θέλει να βρίσκη μέσα της και το νόημά της
+ταρχαίο. Δεν τα νοιώθουν ακόμη αφτά στην Ελλάδα· τάννοιωθε στη
+Γαλλία ένας Ρασίνας, και δε θα πη πως μιλούσε λατινικά, σαν έλεγε
+μια λέξη και με την παλιά της και με την τωρινή της σημασία. Ο
+σωστός ο α ρ χ α ϊ σ μ ό ς τέτοιος είναι.
+
+3} Ίδιος ο Καρκαβίτσας, σαν έγραφε ακόμη την καθαρέβουσα, έγραφε
+ελαχίστη, κοίτ. Η Λ υ γ ε ρ ή, σελ 7.
+
+4} Είναι μάλιστα τρομερός κριτικός, γιατί βλέπω και λέει πως μου
+λείπει «το ασύλληπτον και απροσδιόριστον εκείνο κάτι το οποίον
+ονομάζουν πνεύμα της γλώσσης ή γλωσσικόν αίσθημα». Παναθήναια, Β',
+σελ 299. Και δίκιο θάχη ο Ξενόπουλος, επειδή από πού μπορώ να το
+μάθω το κάτι εκείνο το άπιαστο, όσο δε μας γράψη κανένα βιβλίο στη
+δημοτική ο Ξενόπουλος ο ίδιος; Μα λέω μήπως είναι και τούτα. . . π ρ
+ο σ ω π ι κ ά; Στα 1893, θυμούμαι, έλεγε άλλα για μένα ο Ξενόπουλος
+(κοίτ. Άστυ, 9 του Νοέβρη, 1893, 1, 5-6)· «Η ομιλία του είχεν εις
+τοιούτον, βαθμόν τον οικείον τόνον» και τέτοια πολλά, που μοιάζει σα
+να μη μου έλειπε τότες το κάτι. Μα έτυχε θαρρώ κατόπι - στην
+προκήρυξη του Διαγωνισμού - να δηγηθώ και γω κάτι για τον Ξενόπουλο.
+Ίσως έτσι πάει κ' η γλώσσα μου και το δικό μου το κάτι. Γιατί αλλιώς
+πώς να καταλάβω μερικά πράματα που δε θα είχανε το λόγο τους; Ο Α.
+Γεωργιάδης, στο πρώτο του άρθρο για μένα, σα δεν είταν ακόμη ολότελα
+φίλος της δημοτικής, έλεγε ίσα ίσα πως απόρησε πολλές φορές,
+βλέποντας με να ζω «τόσον μακράν του ελληνισμού» κι ωςτόσο διόλου να
+μη μου λείπη το κάτι εκείνο, και σα με διαβάζει κανείς, να θαρρή πως
+ακούει κουβέντα ζωντανή (κοίτ. Ρόδα και Μήλα, Β', το άρθρο Μισή
+γλώσσα)· ο Ξενόπουλος δε θέλει μήτε η γλώσσα μου ζωντανή να είναι
+(Παν. Β', 300)! Ο κακόμοιρος ο Γεωργιάδης το θέλει - γιατί δεν έχει
+μαζί μου προσωπικά.
+
+5} Κοίταξε και Byz. Zeitschr. Χ, 690.
+
+6} Ας σημειωθή μάλιστα εδώ πως ο Ιουστινιανός ο ίδιος έτσι τις
+ήθελε, σφανταχτερές σφανταχτερές και με πολύ μάλαμα, κοίτ. Ch.
+Diehl, Justinien, Παρίσι, 1901, σελ 657.
+
+7} Revue Critique, Ν. 40, 1889, σελ 196-197.
+
+8} Ζωσ. (Mendelssohn) 8, 2 (Β, 95, 18).
+
+9} Ευσ. Β. Κ. Δ', 19 (Heikel, 125,5): και της ευχής δε τοις
+στρατιωτικοίς άπασι διδάσκαλος ην αυτός, Ρωμαία γλώττη τους πάντας
+ώδε λέγειν εγκελευσάμενος· «Σε μόνον οίδαμεν θεόν» κτλ. κτλ.
+
+10} Hertzberg, Gesch. Griech. I, 145 (Noch immer hatte die
+lateinische Sprache bisher in dem amtlichen Verkehr ihre Herrschaft
+behauptet; bis gegen Ende des sechsten Jahrhunderts erscheint das
+Latein noch als die offizielle Sprache bei dem _ Commando _ in der
+Armee) Κοίτ. και Sitz. b. της Βιέννας, τ. 73, σ. 95.
+
+11} Ευσ. Β. Κ., Γ, 13, 1 (Heickel, 83, 13): Ο μεν δη ταύτα ειπών
+Ρωμαία γλώττη, υφερμηνεύοντος ετέρου, παρεδίδου τον λόγον τοις της
+συνόδου προέδροις.
+
+12} Λιβ. 133, 16.
+
+13} Νεαρ, Διάτ. ζ, 1.
+
+14} Προς τους πολεμούντας τοις επί το μονάζειν ενάγουσιν, Migne, 51,
+III, 1, σελ 357.
+
+15} Θεοφ. Χρονογρ. (de Boor) 24, 20. Αποφθέγμ. των άγ. γερ. 89 Α.
+
+16} Κοίταξε τωραίο άρθρο ε λ λ η ν ι σ μ ό ς, στο Λεξικό του Ερρίκου
+Στεφάνου.
+
+17} Ch. Diehl, Justinien, Paris 1901, σελ 553. Κοίταξε όλο το
+κεφάλαιο· Athènes et le paganisme, 547-566.
+
+18} Προκ. Ανέκδ. 134, 2.
+
+19} Κοίτ. Ch. Diehl, 551, και Προκ. Ιστ. (Α', α') π. II. II. 104,
+15· 131, 10-11.
+
+20} Κωδ. Α', 11, 10.
+
+21} Κοίτ. Ch. Diehl, σελ 177, σημ.6· Babelon, Mém. de la Soc. des
+Antiq. de France, τ. 57, σ. 310, 321 (ο λόγος για το Βελισάριο).
+
+22} Revue critique 1901, αρ 36, σελ 195, σημ. 1.
+
+23} Κοίτ. Ch. Diehl, Justinien, Παρίσι, 1901, σελ 666.
+
+24} Κοίτ. De Mytilène en Bretagne, Grande Revue, 1er février 1902,
+σελ 297, και Krumbacher, Byz. Lit. g., 2 εκδ, σελ 3.
+
+25} Για το «Ρωμαίικο θέατρο» 12-14. Κοίταξε, για τα καθέκαστα, Et.
+de philol. néo-grecque, τη μελέτη του Lafoscade, 83, 158. Σήμερις
+τόκαμε σωστό βιβλίο. De epistulis imperatorum magistraluumque
+romanorum, Insulis, MDCCCCII. Κοίτ. και Ch. Diehl, Justinien,
+Παρίσι, σελ 566.
+
+26} Κοίτ. τον Αγώνα, Ιούλιο, 1901.
+
+27} Κοίτ. το Άστυ, Ιούλιο, 1901.
+
+28} Δημοσιεφτήκανε πρώτα, με τον τίτλο ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ
+ΖΗΤΗΜΑΤΑ, στην Εικοσιπενταετηρίδα του Ελληνικού φιλολογικού Συλλόγου
+της Πόλης, τ. 18, Παράρτημα, 1888, σελ 441-452, 463-496.
+
+29} La Bataille littéraire en Grèce, Revue de Paris, 1er mars 1901,
+σελ. 109 κι ακόλ.
+
+30} Voyez Revue Critique, loc. cit.
+
+31} C'est ce que j'ai essayé d'établir dans la _ Revue Critique, _
+1887, p. 461-468, No 14.
+
+31a} Voyez Revue Critique, loc cit.
+
+32} Il s' agit ici des œuvres d'imagination, de la littérature
+proprement dite. En matière de productions scientifiques, on peut
+dire, au contraire, qu'une œuvre a d'autant plus de valeur qu'elle a
+un public plus restreint et qu'elle est estimée de moins de monde.
+Mais cela ne tient nullement a la langue employée : cela ne dépend
+que de la pensée.
+
+33} Essais de gramm. hist. néo-grecque. Paris, Leroux, 1886, tome I,
+p. 268-274.
+
+34} Eternel, qui est aujourd'hui un si beau mot, Vient lui-même, non
+pas du latin classique, mais du latin barbare _ alternalis _ .
+
+35} A _ fortiori _ , cela doit être entendu ainsi de tous les termes
+scientifiques spéciaux. Il va de soi que le peuple ne comprend pas
+et n'a pas à comprendre un mot tel que κατάληξη. Mais il ne comprend
+pas davantage κατάληξις, pas plus qu'en France il ne sait ce que
+c'est qu'une _ désinence _; personne toutefois ne s'est avisé
+jusqu'ici de dire en français _ desinentia _; la langue vivante
+garde toujours son système grammatical. De ce qu'on parle la langue
+du peuple, il ne s'ensuit nullement qu'on doive être compris du
+peuple. Il s'agit simplement d'écrire une langue que le peuple
+_puisse_ apprendre un jour. Pour cela, il est indispensable que le
+vocabulaire de l'écrivain soit conforme a la morphologie vivante.
+Tous les Français écrivent en français _ moderne _, quelles que
+soient les matières dont ils traitent. Toute objection dans ce sens
+tombe d'elle-même.
+
+36} On prononce aujourd'hui βασιλέφς. La combinaison φς constitue un
+barbarisme au point de vue ancien.
+
+37} Si la langue littéraire avait suivi dès le début le chemin
+qu'ont pris toutes les autres langues, le vocabulaire moderne se
+serait enrichi de plus de nuances qu'il n'en possède. Ολύμπιος, par
+exemple, serait régulièrement devenu λύμπιος. Le sens spécial
+d'olympien (dieu de l'Olympe) se serait perdu et, par une gradation
+de sens facile a supposer, nous aurions eu peut-être dans λύμπιος
+une nuance semblable à celle qu'exprime le mot _ divin, _ dans des
+locutions comme _ une grâce divine _ ou _ un divin sourire; divin _
+signifie ici quelque chose de plus qu'un sourire _ charmant. _ Mais
+pour créer des acceptions de ce genre, il eût fallu un Ronsard suivi
+d'un Racine.
+
+38} Aux personnes désireuses de faire plus ample connaissance avec
+la langue ancienne, je ne puis mieux faire que de recommander un
+livre d'une lecture aussi facile qu'agréable : c'est le _Précis de
+grammaire comparée du grec et du latin_, par M. V. Henry, Paris,
+Hachette, 1888.
+
+39} Je prépare en ce moment un assez long travail sur les manières
+de recueillir et d'étudier un dialecte sur place. La question y sera
+traitée a part. Les jeunes gens qui préparent pour le Syllogue des
+collections de poésies populaires ne sauraient trop se mettre en
+garde contre les formes que les paysans eux-mêmes prennent souvent
+pour des formes vulgaires et courantes.
+
+40}Essais de grammaire historique néo-greque, Paris, E. Leroux,
+1886, I, p. 19-136.
+
+41} Πρέπει μάλιστα να παρατηρήσουμε που όταν τύχη στη σειρά του
+λόγου τετρασύλλαβο, η προπροπαραλήγουσα χάνει τον τόνο, αν είχε
+τόνο, και τονίζεται η παραλήγουσα μόνη. Παραδείματος χάρη, λέμε
+ά θ ρ ω π ο ς, μα ά θ ρ ω π ό ς μου, πρόφερε ά θ ρ ο π ό ς μ ο υ·
+λέμε κ ά μ α ρ α, μα κ ά μ α ρ ά μ ο υ. Φυσικά, όταν η αρχική
+συλλαβή είναι φωνήεντο, μαζί με τον τόνο χάνεται και το φωνήεντο·
+π.χ. θα πούμε είκοσι (=ίκοσι), μα κοσιένα (είκοσι ένα). Με τέτοιο
+τρόπο χάθηκε το ι του ίνα και το ο του όπου. Ίνα π ο λ ε μ ά ς έγινε
+να π ο λ ε μ ά ς, λέγε να π ο λ ε μ ά ς ό π ο υ θα πη — που θα πη,
+λέγε πουθαπί. Ο τόνος κ' η αρχική συλλαβή χάνουνται στην ίδια στιγμή.
+
+Έτσι και στα γερμανικά· einen, μα 'nen Bécher. - Αφού γράφηκαν αφτά,
+διάβασα μια μελέτη του κ. Foy, Griechische Vocaslstudien, Bezz,
+Beitr. XII, 38 ακόλ. Βλέπω που με κατηγορεί πολύ ο κ. Foy, γιατί
+είπα κι αλλού τέτοιο πράμα. Ο λόγος του είναι που μια συλλαβή με
+τόνο δε χάνεται σε καμιά γλώσσα, και που πρέπει για να χαθή, μια
+άλλη συλλαβή να πάρη τον τόνο της πρώτης και με κάποιο τρόπο, ο
+τόνος να πηδήξη. Αφτό δεν είναι σωστό, αφού είδαμε που μήτε στους
+τύπους κ ά μ ε ρ ή μου, μήτε στο ίνα π ο λ ε μ ά ς, πηδά ο τόνος. Η
+λήγουσα στο π ο λ ε μ ά ς κ' η παραλήγουσα στο κ ά μ ε ρ ή μας είχαν
+πάντοτες τον ίδιο τόνο. Έτσι και στο κ ο σ ι έ ν α. Τα τετρασύλλαβα
+στη γλώσσα μας δε θέλουν τονισμό διπλό. Ίσια ίσια το νόμο τούτο δεν
+είχε παρατηρήσει ο σοφός μας φίλος. - Ίνα κάμω και ίνα π ο λ ε μ ώ
+είναι το ίδιο παράδειμα. Για του κ. Foy τη μελέτη, διές Revue
+Critique, 1888, 329 - 333, (αρ. 17).
+
+ 42} Legrand, Bibliothèque grecque vulgaire, Paris, 1880, Tome I.,
+p. 1-10.
+
+43} Mélanges Rénier, Paris, 1886, 262-283. Le poème à Spaneas.
+
+44} Διέστε το στ. 146.
+
+ Όταν σε στήσουν εις αρχήν και πιάσης εξουσίαν
+
+και το στ. 49.
+
+ Στρατιώται ήσαν οι όλοι σου και πάπποι και προπάπποι
+ Και όλον το γενολόγιν σου.
+
+45} Ο λόγος μου είναι που αν ο Πλάτωνας ζούσε σήμερα, δε θάγραφε
+βέβαια την αρχαία. Και στον καιρό του έγραψε γλώσσα κ α ι ν ο ύ ρ ι
+α, την αττική, όχι την ομηρική.
+
+46} Φιλολογία εννοούμε σήμερα στην κοινή γλώσσα littérature και
+φιλολογικός θα πη littéraire. Το συνηθισμένο της το νόημα έχει η
+λέξη και δω.
+
+47} Collection de romans grecs en langue vulgaire et en vers, Paris,
+1880, par S. Lambros.
+
+48} Πρώτος ο Crusius. Σήμερα κι άλλοι πολλοί, ο E. Miller, ο G.
+Meyer, ο G. Miller, ο Γ. Δεστούνης, ο K. Krumbacher. Ο φίλος μου ο
+Legrand πιώτερα απ' όλους πλούτισε και τη βιβλιοθήκη μας και το νου
+μας. Θα είταν αδικία να μην αναφέρω τον άξιο και σοφό Α. Μηλιαράκη.
+
+49] [Κατηγορήθηκαν κατόπι πολύ όσα έγραψα εδώ, ήσυχα και χωρίς
+πάθος, για τον Κοραή. Τάφησα όπως είτανε. Νόστιμο να με κατηγορούν
+οι καλαμαράδες, που πρώτοι κατηγόρησαν τον Κοραή στα ελληνικά του].
+
+50} [Για τον Grimm, κοίταξε Whitney-jolly, _Αναγνώσματα περί των
+γενικών αρχών της συγκριτικής γλωσσικής_, μετάφραση του Χατζηδάκη,
+1898, σελ 707-709. Ο Grimm είναι ο πατέρας της ιστορικής
+γραμματικής. Για τα έργα του Bopp, κοίτ. Αναγνώσματα, 699 ακόλ και
+Β. Delbrück, Einleitung in das Spachstudium, 1884, 1-2, κι ακόλ. Στα
+1812, ο Bopp είτανε στο Παρίσι και σπούδαζε.
+
+Στην ίδια την εποχή έγραφε κι ο Wilhelm von Humbold (κοίτ.
+Αναγνώσματα, 710-711), και τόσοι άλλοι· ο F. A. Wolf, από τα 1795,
+είχε δημοσιέψει ταθάνατα _Προλεγόμενά_ του, δηλαδή, τότες η επιστήμη
+έννοιωθε πια τι θα πη δημοτική ποίηση και δημοτική γλώσσα, είτε
+Όμηρο σπούδαζε, σαν το Wolf, είτε γραμματική, σαν τον Grimm. Μα ο
+Κοραής, που είδε πολλά πράματα στην Εβρώπη, δε φαίνεται να καλομπήκε
+στο νόημα· τουλάχιστο τα γράμματά του στο Chardon de la Rochette δε
+δείχνουνε διόλου πως κατάλαβε τι σημασία είχε η γαλλική επανάσταση,
+κι ωςτόσο ζούσε στη Γαλλία. Ίσως δεν έβλεπε και τι γινότανε στην
+Ελλάδα· να μην ξεχνούμε πως σε κείνα τα χρόνια ζούσε κι ο Βηλαράς,
+πως σε κείνα τα χρόνια (1812, 11 του Μαγιού) έγραφε το γράμμα που
+δημοσίεψε ο Βλαχογιάννης στο Διόνυσο (τ. Β', 1902, σελ 202-207), και
+που σαν το διαβάζουμε σήμερις, απορούμε πώς μπόρεσε και τα είπε και
+τα κατάλαβε και τα προμάντεψε όλα. Μεγάλος άθρωπος αφτό θα πη, να μη
+βλέπη την εποχή του μονάχα, παρά να προβλέπη και τη μελλούμενη. Όλα
+τα βιβλία του Κοραή δεν αξίζουνε μια σελίδα μόνο από το γράμμα
+εκείνο του Βηλαρά. Είναι το βαγγέλιο της δημοτικής. Και λυπάται
+κανένας σα βλέπει πως ένα έθνος αξιώθηκε νάχη τέτοιους αθρώπους κι
+ακόμα δεν κατάλαβε την αλήθεια].
+
+51} Ο μόνος τρόπος να κάμη κανείς δουλειά χρήσιμη και πρωτοφανή
+είναι νακουλουθήση το σύστημα του κ. Βερναρδάκη (Ευριπίδου
+Φοίνισσαι, 1888) και να συγκρίνη στα σχόλια την αρχαία γλώσσα με τη
+δημοτική. Τους αρχαίους σήμερα για να τους καταλάβουμε καλά, πρέπει
+πρώτα να τους μεταφράζουμε. Τέτοια βιβλία τα καμαρώνουν και στην
+Εβρώπη, γιατί δεν έγιναν ακόμη πουθενά.
+
+52} Για να το πούμε πιο σωστά, σώθηκε στο λατινικό musarum.
+
+53} Η προφορά της περισπωμένης είναι σήμερα μυστήριο για την
+επιστήμη· ξέρουμε μοναχά που όποιος έλεγε περισπωμένη, έλεγε όλο
+μαζί οξεία και βαρεία· το πώς μας ξεφέβγει.
+
+54} Essais de gramm. hist. t. II, Εισαγωγή, σελ LVI κι ακόλουθες.
+
+55} Όποιος θέλει μπορεί να πάρη, αν του αρέσει, κανένα άλλο
+παράδειμα. Μα για το ζήτημα που γίνεται τώρα, δεν έχει να πη τίποτις
+που η γενική μας είναι γ λ ώ σ σ α ς κι όχι γ λ ώ σ σ η ς. Ο λόγος
+μας είναι για την κατάληξη, και το η της γενικής μ ο ύ σ η ς δεν
+έχει να κάμη μήτε πολύ μήτε λίγο με την κατάληξη -ς- Με τον ίδιο
+τρόπο, η ονομ. π α τ έ ρ α ς βαστά το ς της ονομ. π ο λ ί τ η ς, ν ε
+α ν ί α ς ή λ ό γ ο ς. Το α της γενικής μας είναι το α της γενικής
+η μ έ ρ α ς.
+
+ 56} Για να παραστήσουμε τη διαφορά που λέω, πρέπει να πάρουμε τη
+μουσική. Ας πούμε το λοιπό [το βιβλίο έχει δυο παραδείγματα το ένα
+με τρεις νότες λα και το άλλο λα, λα, ντο, λα]
+
+Το ντο (do) σημαίνει οξεία. Τ' άσπρο το λα μας δείχτει τον τόνο το
+σημερνό (accent d'intensité). Με το ντο η φωνή σηκώνεται, πετά πιο
+ψηλά. Με το λα δεν ανεβαίνει, στέκεται στην ίδια γραμμή, μα
+βαστιέται πιώτερο καιρό στη γραμμή της. Οι αρχαίοι, όταν έλεγαν
+τόνος, ανέβαζαν τη φωνή με το ό· εμείς την κατεβάζουμε , την κάμουνε
+πιο βαρειά. Ο κανένας ξέρει που η διαφορά αφτή του τονισμού είναι
+γενική και κοινή σ'όλες τις μεταγενέστερες γλώσσες, στις
+νεολατινικές και στις άλλες. Ο νέος μας ο τονισμός, το λεγάμενο
+accent d'intensité, ας πούμε η ε ν τ ο ν ή, έφερε όλες τις άλλες
+φωνολογικές αλλαγές που παρατηρούμε στη γλώσσα. Ας με συχωρέσουν, αν
+τη λέω μικρή διαφορά.
+
+57} Γι' αφτό το λόγο μπορεί κανείς να καταλάβη πώς, σε μερικές
+χώρες, τάτονο ο έγινε ου, πρβλ. κ ό μ π ο ς και κ ο υ μ π ί. Το _μ_
+δε σημαίνει· είναι γενικός νόμος, γιατί λεν και ο υ π ό λ ε μ ο υ ς,
+και ο υ ά θ ρ ο υ π ο υ ς και τ ο ύ ν αντίς τ ό ν. Τέτοιους τύπους
+έχει κ' η κοινή μας γλώσσα. Η κοινή όμως δεν τους παραδέχεται όλους·
+θα διούμε την αιτία παρακάτω.
+
+58} Γράφουν πάντα j'aime, tu aimes, il aime, ils aiment, μα h
+προφορά κατάντησε να είναι σήμερα η ίδια και για τα τέσσερα αφτά τα
+πρόσωπα· em θα τα πουν και τα τέσσερα. Χωρίς τις αντωνυμίες, je, tu,
+ils (iz), δε θα μπορούσε κανείς να ξέρη για ποιο πρόσωπο γίνεται
+λόγος. Εμείς λέμε ακόμη αγαπό, αγαπάς, αγαπά.
+
+59} Αν είχαμε συνήθεια να γράφουμε τις λέξες σαν που τις προφέρουμε,
+_ ζομός, Αθίνε, κάθιμε, ετίμι, ιμίς, _ θα βλέπαμε αμέσως που δε λέμε
+διόλου αρχαίους τύπους. Το πιστέβουμε μόνο, γιατί τους γράφουμε _
+ζωμός, Αθήναι, κάθημαι, έτοιμη, ημείς _ · νομίζουμε που τόντις έτσι
+μιλούμε.
+
+60} Οι άλλοι τύποι του ενικού και πληθυντικού βγήκαν από την
+ονομαστική του ενικού ζω· η κανονική και ταχτική γενική μιας
+ονομαστικής ζω δεν μπορεί να είναι παρά ζ ο ύ, όχι ζ ώ ο υ, έτσι και
+τα ζ α. Συναίρεση είναι αδύνατο και περιττό να γυρέβουμε· το ζ ώ ο υ
+δεν μπορεί να γίνη ζ ο ύ, μήτε το ζ ώ α ζ ά, με κ α ν έ ν α ν τ ρ
+ό π ο.
+
+61} Έκαμαν κι άλλοι, μα δεν είναι να τους λογαριάσουμε.
+
+62} Ο σοφός μου φίλος Κ. Krumbacher έγραψε μια πολύ σημαντική μελέτη
+για το γ' Ein irrationaler Spirant im Griechischen, München 1886. Ο
+κ. Krumbacher γράφει που στην ίδια χώρα κλίνουν α κ ο ύ γ ω, α κ ο ύ
+μ ε, ά κ ο υ γ α ή α κ ο ύ ω, ά κ ο υ γ α. Τέτοια ανωμαλία δεν
+μπορεί να υπάρχη παρά στις κοινές ή κεντρικές γλώσσες, κι ο
+Krumbacher παρατήρησε μόνo τις κεντρικές γλώσσες. Τα κέντρα δε
+βρίσκουνται μοναχά στις πολιτείες — και τα χωριά μπορεί να είναι
+κεντρικά. Μάλιστα στα νησιά, κάθε πρωτέβουσα είναι κέντρο κ' η
+γλώσσα κάθε πρωτέβουσας είναι κοινή. Όπου έχει εμπόριο, λιμένα,
+καράβια, οι γλώσσες είναι πάντοτες χαλασμένες. Αν πάτε π.χ., στη
+Χιο, δεν πρέπει να γυρέψετε τα χιώτικα στη χώρα· στη χώρα θα βρήτε
+δυο τρεις ιδιωτισμούς, σαν το π ά μ ε ν ε, το ί ν τ α κι' άλλα
+τέτοια πολύ γνωστά· μα η γλώσσα είναι κοινή. Αν πάμε πάλε στα χωριά,
+και κει θέλει μεγάλο κόπο για να ξεδιαλίση κανείς την αληθινή γλώσσα
+του χωριού. Πολλά χωριά έχουν εμπόριο αναμεταξύ τους, και τόσο
+φτάνει για να χαλαστή η ντόπια γλώσσα. Παρατήρησα μάλιστα που, άμα
+βγη ο χωρικός από το χωριό του, ξεχνά τα χωρικά του και δίχως ο
+ίδιος να το παρατηρήση, πιάνει και μιλεί κοινή γλώσσα. Χρειάζεται
+βιβλίο για να πη κανείς όσα έχει να πη για τέτοιο αντικείμενο και να
+δείξη τη δυσκολία της μελέτης αφτής.
+
+63} Όποιος θέλει να βεβαιωθή που είναι τόντις έτσι το πράμα, φτάνει
+να προσέξη και θα το καταλάβη. Όταν ένας χωρικός λέει ε ώ, α κ ο ύ ω
+και α κ ο ύ γ ω, θα πη ή που τ α ξ ί δ ε ψ ε ο ίδιος ή που έζησε μ'
+άλλους χωρικούς που ταξίδεψαν κ' έφεραν έτσι ξένους τύπους στο
+χωριό. Άμα ρωτήξη να μάθη, θα διή πάντα που είναι μια τέτοια αιτία
+στη μέση.
+
+64} Στην Πόλη μάλιστα, όταν είναι πολλά παιδιά σ' ένα σπίτι, λένε
+μιλώντας για τον πατέρα, ο ί δ ι ο ς. Σύγκρινέ το με τη φράση· Αυτός
+έφη.
+
+65} Όποιος κάμη τέτοια γραμματική θα γνωρίζη, πιστέβω, τους
+φωνολογικούς νόμους της κοινής και θα μπορέση να ξεχωρίση και να
+διακρίνη τους τύπους του λαού από τους τύπους του σχολειού. Όπου βρη
+στην κοινή δυο τύπους διαφορετικούς για την ίδια λέξη, θα πάρη
+φυσικά τον τύπο το δημοτικό και θα ξέρη ποιος είναι ο αληθινός ο
+τύπος. Στην Πόλη, π. χ., θακούσουμε να λεν και μ ά γ ε ι ρ α ς και
+μ ά γ ε ρ α ς. Πρέπει αμέσως να καταλάβουμε που ο τύπος μ ά γ ε ρ α
+ς είναι ο μόνος κανονικός και να διούμε για ποιο λόγο· ο λόγος είναι
+που ι μπροστά σε ρ, όταν είναι άτονο, γίνεται ταχτικά ε (κάθε
+εξαίρεση θάχη το λόγο της). Ο τύπος μ ά γ ε ι ρ α ς, με ει είναι
+τύπος χαλασμένος· λεν το ι γιατί γράφει ει. Όταν ξέρει κανείς λίγη
+γλωσσολογία, έφκολα βλέπει τα τέτοια. — Δεν έχει να πη που η κοινή
+γλώσσα παραδέχεται δυο διάφορους δημοτικούς τύπους για μια μόνη
+λέξη, α γ α π ά ω, α γ α π ώ, τ ί π ο τ ις, τ ί π ο τ ε ς κτλ. Οι
+αρχαίοι και κείνοι έγραφαν και μ ε ί ζ ο ν ε ς και μ ε ί ζ ο υ ς κι
+άλλα τέτοια χιλιάδες· μάλιστα είχαν και πολλά δυσκολώτερα. Ό τι κι
+αν πη κανείς για τη γλωσσική ποικιλία που υπάρχει σήμερα, δε θα βρη
+τύπους που να διαφέρουν περισσότερο από το τ έ σ σ α ρ ε ς και π ί
+σ υ ρ ε ς. Ποιος μπορεί να καταλάβη, α δεν τόμαθε, που π λ η σ ί ο ς
+και π λ α τ ί ο ς είναι η ίδια λέξη; Αφτή η ποικιλία είναι πλούτος·
+δεν ταιριάζει να την κατηγορούμε και πολύ πιο σωστό είναι να τη
+σπουδάζουμε. Η κοινή γλώσσα δεν έχει τέτοια ποικιλία, όπως κ' η
+αρχαία η κοινή δεν την είχε. Ακόμη κι όταν παίρνουμε δυο τύπους που
+διαφέρουν ο ένας από τον άλλο, σαν το μ ε ί ζ ο ν ε ς και μ ε ί ζ ο
+υ ς, ο σκοπός είναι οι τύποι που συνηθίζουμε να είναι αλήθεια
+δημοτικοί κι όχι ψεφτοδημοτικοί σαν που είναι ο τύπος μ ά γ ε ι ρ α
+ς.
+
+ 66} Essais de grammaire historique néo-grecque, tom I, σελ. 245-
+250. Προσπάθησα ναποδείξω που η ονομασία ξένη λέξη είναι όρος
+γραμματικής, αλλά που για την κοινή χρήση δεν έχει κανένα νόημα· μα
+βλέπω που ο κ. Χατζηδάκης δεν το κατάλαβε. Θύμωσε, απόρησε, έβαλε
+επιφωνηματικά σημεία, δεν απόδειξε όμως πως έχω λάθος. Η αλήθεια
+είναι που ο λαός δεν ξέρει ξένες λέξες· όσες λέξες λέει, τις έχει
+για δικές του. Ένας λόγιος ή ένας γραμματολόγος να σκαλίζη στα
+βιβλία και να μας λέη για μια λέξη πώς είναι ξένη, δεν έχει να κάμη·
+ο λόγιος άξαφνα μας λέει που το σεντούκι είναι ξένο, κι ωςτόσο είναι
+γραικικό. Διές παρακάτω.
+
+67} Περίεργο που άλλαξε ο τόνος, accumbo. - Οι βυζαντινοί είχαν τον
+τίτλο π ο ρ τ ά ρ η ς, π ο ρ τ ά ρ ι ο ς· (Μαλ. 184-22) και τη λέξη
+π ό ρ τ α (πρβλ. και του Σοφοκλή το Γλωσσάριο). Αδύνατο λοιπό να
+είναι η π ό ρ τ α ιταλική λέξη. Πολλοί παν και το λεν έτσι, μα δε
+σημαίνει. Όσο αρχαίο είναι τόνομα Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς, τόσο αρχαία
+είναι κ' η π ό ρ τ α.
+
+68} Ένας πολύ άξιος νέος, ο κ. Gœtzelmann, μαθητής του κ. F.
+Neumann, είχε σκοπό να κάμη τέτοια μελέτη κ' ήρθε να με βρη είναι
+τώρα δυο χρόνια. Ο δυστυχισμένος ο νέος πέθανε πριν τελειώση τη
+δουλειά.
+
+69} Το ίδιο πράμα ο ένας το λέει ντροπή, ο άλλος τόχει τιμή. Όπως το
+πάρη ο καθένας. Τους ξενισμούς που λέμε, πολλοί τους αγαπούν και
+κανένας δεν τους αποφέβγει. Τις ξένες λέξες, μάλιστα τις ιταλικές,
+νομίζουμε αμαρτία να τις έχουμε. Ο Victor Hugo έκρινε διαφορετικά κ'
+είπε κάπου για τα γραικικά μας·
+
+ Langue d'Homère où Dante a jeté quelques mots!
+ (Les Chants du Crépuscule, VIII.)
+
+70} Η καθαρέβουσα ξεναντίας παραδέχεται ξένα κύρια ονόματα χωρίς να
+τα κλίνη. Πολλοί γράφουν ο Gœthe, του Gœthe και κατάντησε συνήθεια.
+Ο λαός δε θα μπορέση ποτές να πη έτσι. Δεν έχει κανείς παρά να
+δοκιμάσει και να μάθη ενός χωρικού τόνομα ο Gœthe· αμέσως ο χωρικός
+θα το κλίνη ο Γκέτες.
+
+71} Πρβλ. Observations phonétiques sur quelques phénomènes néo-
+grecs, Paris, 1888, p. 312-315.
+
+72} Κ ό ρ τ ο, αντίς Κ ό ρ ι ν θ ο ς, θα είταν ακόμη καλήτερο
+παράδειμα, γιατί μόνο όταν προσέξη κανείς καλά στους φωνολογικούς
+νόμους, μπορεί να καταλάβη που το Κ ό ρ τ ο είναι ο κανονικός τύπος.
+Τόνομα Κ ό ρ ι ν θ ο ς δεν μπορούσε να γίνη άλλο παρά Κ ό ρ τ ο·
+τανάφερα τώρα κι αλλού. Revue Critique, 1887, σ. 408.
+
+73} Ταξιόλογο αφτό το βιβλίο είναι τώρα τυπωμένο· De la vie des
+mots, Paris, 1887.
+
+74} Το ρήμα δ ι α β ι β ά ζ ω έγινε ταχτικά δ ι α β ά ζ ω, πρβλ.
+Revue Critique, 1887, σελ. 261, σημ. 3.
+
+75} Όχι μόνο ο λαός, μα κι όσοι γράφουν κ' έχουν ανάγκη νέες λέξες
+για νέες ιδέες· διές De la création actuelle des mots nouveaux dans
+la langue française, A. Darmesteter, Paris, 1877, σελ. 35-36.
+
+76} Curtius, p 352. Με δίκιο δε βάζει το ρ ι ς μαζί με το ρ έ ω.
+
+77} Στην Πόλη κι αλλού, μ ο ύ τ σ ο υ ν ο σημαίνει όλο το πρόσωπο
+(τιμή στο μούτσουνό σου.) Δεν ξέρω αν πουθενά σημαίνει μόνο τη μ ύ τ
+η.
+
+78} Περί της ξενιτείας (Wagner, Carmina, σελ. 205), στ. 67.
+
+79} Βρίσκεται ο στίχος σ' ένα ανέγδοτο χερόγραφο στο Oxford, Bodl.
+Libr. Auct. Τ. 5, 22, φύλλο 6β. αρ. 4-5. Το χερόγραφο γράφει
+ανθρωπος· περπατει. Είναι μια παραλλαγή του Σπανέα· πρβλ. Μélanges
+Rènier, Paris, 1886, 262-283.
+
+80} Έτσι το λέει ο κ. Janssen: l'unité matérielle du monde. Πρέπει
+να διαβάση κανείς τον ωραίο λόγο του μεγάλου μας αστρονόμου. Séance
+annuelle des cinq Académies, 25 Octobre, 1887.
+
+81} Τόνομα χ υ δ α ί α ή δ η μ ο τ ι κ ή γλώσσα (grec vulgaire)
+δεν είναι μήτε επιστημονικό μήτε σωστό. Όλες οι γλώσσες είναι
+δημοτικές, άμα είναι γλώσσες. Κανείς ακόμη δεν είπε που ο Πλάτωνας,
+όσο μεγάλος κι αν είταν, έβγαλε μοναχός του κι από το κεφάλι του
+μέσα ή που γέννησε την κλίση, τα ρήματα, τα ονόματα, τη γραμματική
+κι όλη τη γλώσσα. Πήρε τη γλώσσα του λαού κ' έβαλε μέσα τις ιδέες
+του και το νου του· δεν έγραψε καμιά γραμματική. Όταν είναι μάλιστα
+μια γλώσσα εθνική σαν τα γραικικά, καταντά αδύνατο να την πούμε
+χυδαία, γιατί τότες λέμε χυδαίο και το έθνος αλάκαιρο. Το έθνος όμως
+χυδαίο δεν είναι.
+
+82} Auct. Τ. 5, 22, φ. 3β, αρ. 10 — 12. Το χερόγραφο δε βάζει καλά
+τους στίχους. Με φρόνημον μαχήν πηήσον κε με λουλον (άτονο ο γίνεται
+ου ταχτικά) αγαπήν. Οτη έναν ημερόνηκτον ένε του φρονημου η μάχη.
+Του δε ζαβού κε πελελού χρόνον και παλην άρχη. — Θάξιζε να βρη
+κανείς το πρωτότυπο. Ο κώδικας του Oxford είναι παρακατιανός
+κώδικας.
+
+83} Είναι μόλις ανάγκη να το σημειώσουμε· όταν κανείς λέει πως θα
+γράψη γλώσσα που μιλιέται, έχει φυσικά στο νου του το τυπικό και το
+φωνολογικό σύστημα της γλώσσας όλης, όχι κάθε λέξη ξεχωριστά. Σήμερα
+κλίνουμε ράχη, ράχης, πόλη, πόλης κτλ. Με τον ίδιο τρόπο θα πούμε η
+κλίση, της κλίσης, η κατάληξη, της κατάληξης. Αν έγραφε κανείς η
+κλίσις, της κλίσεως, η κατάληξις, της καταλήξεως, δε θάγραφε τη
+γλώσσα που μιλιέται σήμερα, θάγραφε τη γλώσσα που μιλιούνταν είναι
+τώρα χρόνια και καιρός. Η γλώσσα μας περιττοσύλλαβα πια δεν έχει·
+δεν μπορούμε λοιπό να της τα φορτώσουμε. Προσέχει κανείς τους
+γενικούς νόμους της γλώσσας, όχι τα ιδιαίτερα και περαστικά. — Έτσι
+και με τα φωνολογικά φαινόμενα. Για πολλούς λόγους, η πλοκή μφ είναι
+σήμερα άτοπη· η προφορά μφ (mf) μήτε για την αρχαία, μήτε για τη νέα
+γλώσσα μπορεί να είναι σωστή. Όπως λέμε ν ύ φ η, π ε θ ε ρ ό ς, έτσι
+θα πη κανείς ταχτικά και σ ύ φ ω ν ο ς, σ υ φ έ ρ ο (πληθυντική
+ονομαστική του σ υ μ φ έ ρ ο ν=σ υ φ έ ρ ο, σ υ φ έ ρ ο υ, όχι σ υ
+μ φ έ ρ ο ν τ ο ς, αφού τα περιττοσύλλαβα χάνουνται· σαν το δ ώ ρ ο
+κλίνεται και το σ υ φ έ ρ ο, γιατί έχει την ίδια κατάληξη). Όλος ο
+κόσμος θα μας καταλάβη, , άμα πούμε σ ύ φ ω ν ο ς και πολλοί μάλιστα
+διαφορετικά δεν το λεν. Ο τύπος φαίνεται παράξενος, όταν είναι
+γραμμένος, γιατί ο καθένας ξέρει μόνο τον τύπο που διαβάζει και που
+γράφουν τα βιβλία, όχι τον τύπο που άκουσε (διές τον Πρόλογο).
+Γράφουμε πάντα σ ύ μ φ ω ν ο ς, σ υ μ φ έ ρ ο ν· το μάτι μας έτσι το
+συνήθισε κι άμα το διούμε γραμμένο διαφορετικά, μόλον ότι αλήθεια
+λέμε σ ύ φ ω ν ος άμα δεν προσέξουμε, δεν μπορούμε να πιστέψουμε που
+τόντις υπάρχει τέτοιος τύπος. — Όπου δεν είναι δυνατό νακολουθήση
+κανείς τους φωνολογικούς νόμους, όπου καταντά δύσκολο να καταλάβουμε
+τον κανονικό τύπο, πρέπει να ταιριάξουμε τουλάχιστο το τυπικό. Αν
+πούμε σ ι ά (ουσία) ή ο υ σ ι ά, που θα είταν οι ταχτικοί τύποι,
+κανείς δε θα καταλάβη τι λέμε. Τότες δεν έχουμε παρά να κλίνουμε την
+ο υ σ ί α, τις ο υ σ ί ε ς, κ' η γλώσσα βαστά τη φωνολογική της
+ενότητα. Τέτοιες ακανόνιστες λέξες έχει κάθε γλώσσα. Ό τι είναι ο
+τύπος την ουσία στα γραικικά είναι στα γαλλικά οι τύποι _substance,
+affectation, passion _ , κτλ.
+
+84} Θουκ. Α', 22.
+
+85} Voici d'autre part quelques renseignements complémentaires sur
+deux ou trois faits cités dans le discours même. Sur κάθημαι, on
+peut lire la _Grammaire_ de S. Portius, p. 181, édition W. Meyer.
+aujourd'hui parue; sur γόνατο, de même, p. 137, ibidem. — Rapprochez
+de Φλάτσα les formes φλακισμένος, Picat.132, φλακές Picat. 261. Ce
+texte est de 1508, 1510 environ.
+
+86} Le ν de ces verbes est analogique : δούλωσα coincide avec l'aor.
+έζωσα, etc.; on forme alors δουλώνω sur ζώννω (voir W. Meyer.
+_Grammaire_ de S. Portius, p. 189). Ici il faut maintenir le ω; un ο
+laisserait croire que le ν est intercalaire, ce qui est faux. Nous
+simplifions du moins en écrivant δουλώνω, avec un seul ν, au lieu
+des deux ν de ζώννω.
+
+87} Δημοσιέφτηκε στην «Εφημερίδα» του Κορομηλά, 4 του Σταβρού, 1888.
+
+88} Ο κ. Γιαννόπουλος αποκρίθηκε στην Ε φ η μ ε ρ ί δ α (15 του
+Σεφτέβρη, 1888, σελ.} και φυσικά ξαναείπε τα ίδια. Μα δε σημαίνει
+τίποτις αφτό. Πάντα πρέπει ο Ρωμιός ναποκριθή και τόχει γι' αμαρτία
+να σωπάση. Όσο περιττό λοιπόν κι αν είναι ναρχίσης μαζί του καθαφτό
+επιστημονική απρόσωπη συζήτηση, όσο κι αν α π ο κ ρ ι θ ή , δε θα πη
+πως δεν άλλαξε γνώμη. Αποκρίνεται για να μην πέση μικρός μπρος στους
+άλλους· συλλογέται όμως, σαν είναι μοναχός του.
+
+89} Πρβλ. όσα είπαμε για τον τύπο _ πατέρας _ στον Πρόλογο του
+Κυρούλη κτλ., Για το Ρ ω μ α ί ι κ ο Θ έ α τ ρ ο, σελ. 74 κι ακόλ.
+
+90} «Επιθεώρησις, τετάρτη, 19 Αυγούστου, 1887». Ο ποιητής υπογράφει
+Η. Α.
+
+91} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, τ. Α', αρ. 12 (σελ. 177-184), Μάρτη,
+24, 1891· αρ. 14 (σελ. 200-215), Απρίλη, 7, 1891. Η γαλλική μου
+μετάφραση, στο Παρίσι, μαζί με το Cadeau de noces, 1893, σελ. 233-
+319.
+
+92} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, στον ίδιο αριθμό με το Δ έ φ τ ε ρ ο
+Π λ ί κ ο.
+
+93} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, Φλεβάρη, 23, 1892, τ. Α', αρ. 8 (σελ.
+113-115). Γαλλικά παραφρασμένο στο Cadeau de noces, σελ 217.
+
+94} Δημοσιέφτηκε στην Εστία, Μάρτη, 8, 1892, τ. Α', αρ. 10 (σελ.
+145-147). Γαλλικά Παραφρασμένο στο Autour de la Grèce, σελ 233.
+
+95} Δημοσιεύτηκε στην Εστία, Μάρτη, 15, 1892, αρ. 11 (σελ. 170).
+
+96} Δημοσιέφτηκε στην Ακρόπολη, Δεκέβρη, 29, 1892.
+
+97} Τότες, στο γράμμα μου, τους έγραφα νέττα σκέττα symbolistes. Μα
+βλέπω κ' έγινε από τότες κάμποσος λόγος για σ υ β ο λ ι σ μ ό·
+άκουσα μάλιστα να τους λένε απαράλλαχτα όπως τους βάζω εδώ. Το πιο
+σωστό θάτανε ωςτόσο να τους λέγαμε συμπολιστάδες· αφού είναι το
+πράμα παρμένο από την Εβρώπη, πιο ηθικό να το φανερώνη κ' η λέξη. Σα
+βγάλουμε κατόπι σ υ μ π ο λ ι σ τ ά δ ε ς μεγάλους, τόνομα δε θάχη
+να κάμη τίποτα.
+
+98} Δημοσιέφτηκε στις _Etudes de philologie néo-grecque_, 1892 (του
+Χριστού), σελ 70. Μεταφρασμένο από αρχαία επιγραφή, κοίτ. τη
+σημείωση, σελ 76. Ο φίλος μου ο Pernot είχε μελετήσει την επιγραφή·
+προσπάθησα να τη μεταφράσω, αν και μεγάλη αξία δεν έχει — μήτε η
+επιγραφή, μήτε η μετάφραση.
+
+99} Ιδού και το κείμενο ταρχαίο, καθώς τόχει ο Bœckh (C.I.G., αρ.
+2415).
+
+
+ α Φράζε τίνος γονέος, σέο τ' ούνομα και πόσιν αύδα
+ Και χρόνον είπε, γύναι, και πόλεως όθεν εί.
+ β Νείκανδρος γενέτωρ, πατρίς Πάρος, ούνομα δ'ήν μοι
+ Σωκρατέα· φθιμένην Παρμενίων δ' έθετο
+ 5 Σύνλεκτρος τύμβω με· χάριν δε μοι ώπασε τήνδε,
+ Εύδόξου ζωάς μνήμα και εσσομένοις.
+ Και με πικρά, νεαροίο βρέφους αφύλακτος, Ερεινύς
+ Αιμορύτοιο νόσου τερπνόν έλυσε βίον·
+ Ούθ' υπ' εμαίς ωδείσι το νήπιον ες φάος ήγον,
+10 Αλλ' υπό γαστρί φίλα κεύθεται εν φθιμένοις.
+ Τρισσάς εκ δεκάδος δε προς έξ ετέων χρόνον ήλθον,
+ Άνδρί λιπούσα τέκνων αρσενόπαιδα γονάν.
+ Δισσά δε πατρί λιπούσα και ιμερτώ συνομεύνω
+ Αυτά υπό τριτάτω τόνδε λέλογχα τόπον. 15
+ γ Αλλά συ, παμβασίλεια θεά, πολυώνυμε Κούρα,
+ Τήνδ' άγ' επ' ευσεβέων χώρον ελούσα χερός.
+ Τοις δε παρερχομένοισι θεός τέρψιν τινά δοίη
+ Είπασιν χαίρειν Σωκρατέα κατά γης.
+
+ _Διονύσιος Μάγνης ποιητής έγραψεν_.
+
+100} Δημοσιέφτηκε στο Ά σ τ υ, Απρίλη, 9, 1893.
+
+101} Κοίταξε παρακάτω την πρώτη σημείωση στο Α θ η ν α ί ι κ ο
+ι ν τ ε ρ β ι ο ύ, 263, 1.
+
+102} Το ξανατύπωσα στο Autour de la Grèce. σελ 225.
+
+103} Δε γνώριζα τότε διόλου τον Κακλαμάνο. Γνωριστήκαμε μόνο το
+καλοκαίρι του 1893.
+
+104} Δημοσιεύτηκε στο «Α σ τ υ», 26 του Τρυγητή, 1893. Δεν ξέρω
+γιατί το είπα ι ν τ ε ρ β ι ο ύ. Υποθέτω γιατί έτσι το ξέρουνε στην
+Εβρώπη κι αφού από την Εβρώπη το πήραμε, σωστό είναι να το βλέπουμε
+κι από τη λέξη. Στον πληθυντικό πάλε, τόβαλα ιντερβιούδες, γιατί
+θαρρώ πως ρωμαίικα έτσι έρχεται. Δε μας τρομάζει όμως διόλου το
+δασκάλικο σ υ ν έ ν τ ε υ ξ ι ς· αφτό κ' ίδιοι τους οι ρεπορτέρηδες,
+σα μιλούνε γλήγορα, δηλαδή σα μιλούνε τη γλώσσα τους, σ υ ν έ ν τ ε
+ξ η θα το πούνε, όπως και το α υ ξ ά ν ω έγινε α ξ α ί ν ω.
+
+105} Κοίταξε τι λέει κι ο Ηρόδοτος ο ίδιος Β', 118· Α', 1.
+
+106} Δηλαδή θάρρεψαν από τη λέξη λαμπάδες πως είταν η κατάληξη, -
+άδες, όπως και στην αρχαία θάρρεψαν από τη λέξη δεσμώτης πως είτανε
+- ώτη - κτλ. Πρβλ πιο απάνω, σελ 72.
+
+107} Γ. Σ. Φραγκούδης, στην Ακρόπολη, 24 Αυγούστου, 1893.
+
+108} Το Κ ρ ι ν ά κ ι της Α μ μ ο υ δ ι ά ς δεν έγινε ρομάντσο, παρά
+μόνο κεφάλαιο σΤόνειρο του Γιαννίρη (σελ 109-157).
+
+109} Δυο λόγια, σελ α' - δ'.
+
+110} Ταξίδι, σελ α' - β'.
+
+111} Το ιντερβιού έχει στο τέλος, με την υπογραφή του Μποέμ, και
+τακόλουθα λόγια· «Και τελείωσε με την έκφρασιν ανθρώπου πεποίθησιν
+έχοντος εις το μέλλον, μη πτοουμένου από κατακρίσεις, αποβλέποντος
+μετά φιλοσοφικού τινος σκεπτικισμού προς τας επιθέσεις, με ήθος
+ανθρώπου ο οποίος ειξεύρει ότι «ό τι έχει να γίνη θα γίνη»
+ετελείωσε, λέγων·
+
+ — Au revoir, φίλε μου».
+
+Αμέ, δεν τα είπαμε πως ο Αθηναίος είναι τετραπέρατος στην ξυπνητάδα;
+Ερχούμουν από το Παρίσι· έπρεπε να τελειώσω παρισιάνικα μ' ένα au
+revoir. Έχει πολύ λάθος και πολύ άσκημα τάκουσε. Με πήρε και μένα
+για κανέναν Αθηναίο, που κάθε τόσο βγάζει και τα γαλλικά του στη
+μέση, να δείξη πως δεν τον αγοράζεις. Εγώ, σα μιλώ γαλλικά, γαλλικά
+τα λέω· σα μιλώ πάλε ρωμαϊκά, τα λέω ρωμαίικα. Και το _au revoir_,
+καλή αντάμωση θα το πω. Φαίνεται λοιπόν πως στο Παρίσι ξέρουμε
+καλήτερα τα ρωμαίικα παρά που τα ξέρει ο ίδιος ο Μποέμ, στην Αθήνα.
+
+112} Δημοσιεύτηκε στο Άστυ, πέμτη, 9 του Σταβρού, 1893.
+
+113} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Κεριακή, 12 του Σταβρού, 1893.
+
+114} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Τρίτη, 28 του Σταβρού, 1893.
+
+115} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Κεριακή, 3 τ' Άη Δημήτρη, 1893.
+
+116} Δημοσιέφτηκε στο «Άστυ», Τρίτη, 5 τ' Άη Δημήτρη, 1893.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Roses and apples, by Ioannis Psycharis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ROSES AND APPLES ***
+
+***** This file should be named 31433-0.txt or 31433-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/1/4/3/31433/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/31433-0.zip b/31433-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..4a026d7
--- /dev/null
+++ b/31433-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..40c3f93
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31433 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31433)