summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31405-0.txt3357
-rw-r--r--31405-0.zipbin0 -> 71732 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 3373 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31405-0.txt b/31405-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..71f4b33
--- /dev/null
+++ b/31405-0.txt
@@ -0,0 +1,3357 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Tempest, by William Shakespeare
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Tempest
+
+Author: William Shakespeare
+
+Translator: Iakovos Polylas
+
+Release Date: February 25, 2010 [EBook #31405]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE TEMPEST ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. A footnote has
+been transferred at the end of the book.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.
+Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
+Μία υποσημείωση έχει μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+ΦΕΞΗ
+
+Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
+ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ 5
+ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+
+
+1913
+
+Το λεκτικόν της μεταφράσεως έμεινεν όπως εις την πρώτην έκδοσιν, με
+σπανίας παραλλαγάς, σύμφωνα με τας γλωσσικάς αντιλήψεις του Πολυλά —
+όπως φανερώνονται εις την πολύ μεταγενεστέραν μετάφρασιν του Άμλετ.
+
+Ο εκδότης
+
+ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ
+
+Π Ρ Ο Σ Ω Π Α
+ΑΛΟΝΖΟΣ, βασιλέας της Νεάπολις
+ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, αδελφός του.
+ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, ο νόμιμος δούκας του Μιλάνου.
+ΑΝΤΩΝΙΟΣ, αδελφός του, ο άνομος δούκας του Μιλάνου.
+ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ, υιός του βασιλέα της Νεάπολις.
+ΓΟΝΖΑΛΟΣ, τίμιος γέροντας, σύμβουλος του βασιλέα της Νεάπολις.
+ΑΔΡΙΑΝΟΣ, )
+ ) Ευγενείς
+ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ,)
+ΚΑΛΙΜΠΑΝ, άγριος και κακόμορφος δούλος.
+ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ, ξεφαντωτής.
+ΣΤΕΦΑΝΟΣ, μέθυσος κελλάρης.
+Καραβοκύρης, πλωτάρης και ναύταις.
+ΜΙΡΑΝΤΑ, θυγατέρα του Προσπέρου.
+ΑΡΙΕΛ, αέριο Πνεύμα.
+Η ΔΗΜΗΤΡΑ. )
+Η ΗΡΑ. )Πνεύματα
+ΝΥΜΦΑΙΣ. )
+ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ.)
+
+Άλλα Πνεύματα, που υπηρετούν τον ΠΡΟΣΠΕΡΟ.
+
+
+ΣΚΗΝΗ. — Κατ' αρχάς ένα καράβι στη θάλασσα· έπειτα ένα έρημο νησί.
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
+
+
+ΣΚΗΝΗ Α'.
+
+
+Καράβι' ς την θάλασσα· θαλασσοζάλη με βροντές και μ' αστραπές
+
+(Μπαίνουν ο ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ και έπειτα ο ΠΛΩΡΗΤΗΣ}.
+
+ΚΑΡΑΒ. Πλωρήτη, —
+
+ΠΛΩΡ. Εδώ, αφέντη — πώς ακούς την καρδιά σου;
+
+ΚΑΡΑΒ. Καλά· φώναζε τους ναύταις· βάλε όλα σου τα δυνατά, ειδεμή θα
+τσακισθούμε. (Βγαίνει).
+
+(Μπαίνουν Ναύταις).
+
+ΠΛΩΡ. Ελάτε, φίλοι μου· σαν παλληκάρια, παιδιά μου· με καρδιά, με
+καρδιά· μαζώξτε το τρίτο πανί· το νου σας στη σφυρίχτρα του καραβοκύρη.
+— Φύσα, ξεθύμανε όλο σου τον αγέρα, αν σε χωράη ο τόπος!
+
+(Μπαίνουν ο ΑΛΟΝΤΖΟΣ, ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ, ο
+ΓΟΝΖΑΛΟΣ και άλλοι).
+
+ΑΛΟΝΖ. Καλέ Πλωρήτη, φρόντιζε· πού είναι ο καραβοκύρης; κάμετε ωσάν
+άνδρες.
+
+ΠΛΩΡ. Γεια, στη ζωή σας, κοπιάστε κάτω.
+
+ΑΝΤΩΝ. Πλωρήτη, πού είναι ο καραβοκύρης;
+
+ΠΛΩΡ. Δεν τον ακούτε; Εσείς χαλάτε τους κόπους μας. Μείνετε στες
+κάμαρές σας· εσείς βοηθάτε την τρικυμία.
+
+ΓΟΝΖ. Έλα, φίλε μου, ολίγ' υπομονή.
+
+ΠΛΩΡ. Αν την είχε το πέλαο. Όξ' από ‘δώ! Έγνοια πώχουν για τον βασιλέα
+αυτά πού μουγκρίζουν! Κάτω· σιγάτε· μη μας σκοτίζετε.
+
+ΓΟΝΖ. Καλό· μόν' θυμήσου ποίους έχεις εδώ μέσα.
+
+ΠΛΩΡ. Δεν έχω κανένα που ν' αγαπάω καλύτερ' από τον εαυτό μου· του
+λόγου σου είσαι σύμβουλος· πρόσταξε, αν ημπορής, τούτα τα στοιχεία να
+βουβαθούνε, και κάμε την ειρήνη ανάμεσό τους, κ' εμείς πλια δεν τραβάμε
+σχοινί· ας κάμ' η εξουσία σου· αν δεν ημπορείς, κάτεχέ μας χάρη ότι
+έζησες τόσο, και πήγαινε στην κάμαρή σου, ετοιμάσου για τη συμφορά, αν
+θε να φθάση, (Προς τους ναύταις). Έξυπνα, παιδιά μου, — Όξω από τη
+μέση, σας είπα. (Βγαίνει).
+
+ΓΌΝΖ. Εγώ πέρνω μεγάλη παρηγοριά απ' αυτό το υποκείμενο· φαίνεταί μου,
+αυτός δεν είναι για πνίμμα· μοιάζει όλος για την κρεμάστρα. Κράτει
+σφικτά, μοίρα καλή, το φούρκισμά του! Τη θηλειά, που του φυλάς, κάμε
+την για μας παλαμάρι, γιατί, ολίγ' ωφελούν τα δικά μας! Ανίσως αυτός
+δεν εγεννήθηκε για την κρεμάλα η θέση μας είναι ελεεινή. (Βγαίνουν).
+
+Μπαίνει ο ΠΛΩΡΗΤΗΣ)
+
+ΠΛΩΡ. Κάτω το μεγάλο κατάρτι· σφικτά. Κάτω· παρακάτω μαζώξτε όλα τα
+πανιά, αφήστε μοναχά το μεγάλο. (Ακούεται κραυγή από μέσα). Πανούκλα
+στα φωνατά τους! τόσο δεν βροντάει ο καιρός, ούτε αυτό μας το έργο.
+(Μπαίνουν ο Σεβαστιανός, ο Γονζάλος και ο Αντώνιος). Πάλι πίσω; τι
+κάνετ' εδώ; θα τ' αφήσουμε γι' απελπισμένο; και θα πνιγούμε; σας
+αρέσει να βουλήσουμε;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Φάουσα στο λάρυγγά σου. άπονο σκυλί, φωνάρα και βλάσφημε!
+
+ΠΛΩΡ. Δουλεύτε σεις, κάνε.
+
+ΑΝΤΩΝ. Στη φούρκα, σκυλί, στη φούρκα! ληστή, που άλλο δεν ξέρεις ειμή
+να κάνης αντάρες και να βρίζης· σκιαζόμασθε να πνιγούμε λιγώτερό σου.
+
+ΓΟΝΖ. Τούτος δεν πνίγεται, σας βεβαιώνω εγώ, και ας ήτουν το καράβι μας
+καρυδοτσέφλι κ' ευκολόπαρτο ωσάν καλοπέσουλη κόρη.
+
+ΠΛΩΡ. Ας βγούμ' όξω· απλώστε τα δυο χαμηλά πανιά, και πάλι στ' ανοικτά.
+
+(Μπαίνουν ναύταις βρεμμένοι).
+
+ΝΑΥΤ. Όλα χαμένα! στα πατερμά μας! στα πατερμά μας! όλα χαμένα!
+(Βγαίνουν).
+
+ΠΛΩΡ. Τι; θα κρυώσουν τα χείλη μας;
+
+ΓΟΝΖ. Ο βασιλέας και ο υιός του δέονται! ας κάμουμε το αυτό κ' εμείς,
+διότι το ίδιο μας μέλλεται.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Σκάζω από τη χολή μου.
+
+ΑΝΤΩΝ. Πες που μεθυστάδες ερρίξανε τη ζωή μας! κύτταξ' εκείνον τον
+ληστή, τον πλατυλάρυγγα! α! να σε ξεπλύνουν δέκα φορές τα ρεύματα πριν
+αποπνιγής!
+
+ΓΟΝΖ. Θα κρεμασθή, σας είπα· αγκαλά κάθε ρανίδα άρμης, ορκίζεται το
+ενάντιο, και χάσκει πλατειά να τον καταπιή. (Ανακατωμένες φωνές από
+μέσα: Θε! Ελέησέ μας! βουλάμε, βουλάμε! — έχετε γεια, γυναίκα μου,
+και παιδιά μου! έχε γεια, αδελφέ! βουλάμε, βουλάμε, βουλάμε!)
+
+ΑΝΤΩΝ. Ας πάμε σιμά στον βασιλέα να βουλήσωμ' όλοι μαζή του. (Βγαίνει).
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Πάμε να τον αποχαιρετήσουμε. (Βγαίνει).
+
+ΓΟΝΖ. Τώρα εγώ έδινα χίλια μίλια θάλασσα για μία ζευγιά άκαρπο χώμα· ας
+ήτουν μακρουλό ρίκι, βράχλο μαυρουδερό, ό,τι θέλεις· του θεού το θέλημ'
+ας γένη! αλλ' αγαπούσα καλύτερα να πεθάνω στεγνός. (Βγαίνει).
+
+
+ ΣΚΗΝΗ Β'.
+
+
+ (Μπαίνουν ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ και η ΜΙΡΑΝΤΑ).
+
+ΜΙΡ. Αφού με την τέχνη σου, πατέρα μου υπεράκριβε, έφερες τάγρια νερά
+σε τόση ταραχή, εσύ ταπείνωσέ τα· ο ουρανός δείχνει πώς θα χύση
+ανυπόφορη πίσσα, μόν' η θάλασσ' ανεβαίνει ως την όψη του στερεώματος
+και πνίγει τη φλόγα. Ω! τους είδα, και επόνεσα με τους πονεμένους! ένα
+ωραίο καράβι, που είχε βέβαια μέσα του κάποια αξιόλογα πλάσματα,
+κατασυντριμμένο! Αχ! ίσια κατά την καρδιά μου ήρθε κ' έκρουσ' εκείν' η
+βοή! Οι άμοιροι! εχαθήκαν! Αν ήμουν εγώ τότε ένας μεγαλοδύναμος θεός,
+θα εβύθιζα μέσα στη γη τα πέλαγα, πριν καταπιούν έτσι το καλό
+πλεούμενο, μ' όσες απάνω του εβαστούσε ψυχές!
+
+ΠΡΟΣΠ. Ησύχασε· μην τρέμης άλλο· λέγε της ελεητικής καρδιάς σου ότι
+κανένα κακό δεν έγινε.
+
+ΜΙΡ. Ω! ημέρα του πόνου!
+
+ΠΡΟΣΠ. Κακό κανένα. Τάκαμ' όλα για την φροντίδα πώχω για σε, (για σε,
+μονάκριβή μου θυγατέρα!) που αγνοείς, ποία είσαι, διότι δεν γνωρίζεις
+πόθεν κατάγομ' εγώ· ούτε πως είμαι πολύ καλύτερος απ' ό,τι φαίνομαι,
+και για τον Πρόσπερο μεγαλύτερα δεν ηξέρεις, ειμή πως είναι νοικοκύρης
+ενός φτωχού σπηλαίου και πατέρας σου.
+
+ΜΙΡ. Ο νους μου δεν εγύρεψε ποτέ να μάθη άλλα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Είναι καιρός να σου μάθω περισσότερα. Δος μου ένα χέρι να βγάλω
+το μαγικό φόρεμά μου. Έτσι. (Βάνει κάτω τη χλαμύδα του). — Τέχνη μου,
+στέκ' αυτού. — Στέγνωσε τα μάτια σου· παρηγορήσου. Το φοβερό θέαμα του
+καταποντισμού, που έγγιξε μέσα σου όλη τη δύναμη της λύπης, εγώ με
+κάποιο εύρεμα της τέχνης μου τόσο ακίνδυνα τώχω διορίσει, ώστε ψυχή δεν
+είναι, — όχι, μηδέ τρίχα έχασε κανείς μέσα σ' εκείνο το καράβι, που
+άκουσες κ' εβόησε, που είδες κ' εβυθίσθηκε. Κάθισε· γιατί τώρα μέλλεις
+να μάθης περισσότερα.
+
+ΜΙΡ. Πολλές φορές αρχίνησες να μου ειπής ποία είμαι, πλην έμεινες, και
+μ' άφησες σε μάταιην έρευνα, τελειώνοντας με το: στάσου, όχι ακόμη.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ιδού, η ώρα έφθασε· τούτ' η στιγμή καθαυτό σε προστάζει ν'
+ανοίξης ταυτιά σου· υπάκουσέ την και πρόσεχε. Θυμάσαι έναν καιρό πριν
+κατοικήσουμε τούτο το σπήλαιο; δεν το πιστεύω· γιατί δεν είχες ακόμη
+κλείσει τους τρεις χρόνους τότε.
+
+ΜΙΡ. Μάλιστα, αφέντη, θυμάμαι.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ωσάν τι θυμάσαι; άλλην κατοικίαν, ή άλλους ανθρώπους; Εικόνισέ
+μου το καθετί, που η μνήμη σου έχει φυλάξει.
+
+ΜΙΡ. Είναι πέρα, πέρα, και κάλλια ως όνειρο παρ' ως πράμμα βέβαιο, που
+ν' αναπαύεται στην ενθύμησή μου. Δεν είχα έναν καιρό πέντ' έξη γυναίκες
+οπού μ' επρόσεχαν;
+
+ΠΡΟΣΠ. Τες είχες, και περισσότερες. Μιράντα· αλλά πώς σώζετ' αυτό
+ζωντανό μέσα στο νου σου; Τι άλλο ακόμα ξανοίγεις οπίσω σου στη
+σκοτεινήν άβυσσο του καιρού; Αφού κάτι θυμάσαι πριν έρθης εδώ, δύνασαι
+να θυμάσαι και το πώς ήρθες εδώ.
+
+ΜΙΡ. Αυτό δεν το θυμάμαι.
+
+ΠΡΟΣΠ. Δώδεκα χρόνους κ' εδώ, Μιράντα, δώδεκα χρόνους κ' εδώ, ο πατέρας
+σου ήταν δούκας του Μιλάνου, και δυνατός μονάρχης.
+
+ΜΙΡ. Αφέντη, δεν είσαι ο πατέρας μου;
+
+ΠΡΟΣΠ. Η μητέρα σου ήταν τιμημένη, και αυτή σ' έλεγε θυγατέρα μου· και
+ο πατέρας σου ήταν δούκας του Μιλάνου, και μόνη του κληρονόμα μία
+βασιλοπούλα από το γενναίο του αίμα.
+
+ΜΙΡ. Ω Θε! ποία άσχημη μηχανή μας έκαμε κ' εφύγαμ' από κει; ή μήπως
+ήταν για μας τ' ουρανού χάρη;
+
+ΠΡΟΣΠ. Και τα δύο, κόρη μου, και τα δύο· άσχημη μηχανή, ως είπες, μας
+έσυρ' από κει, και τ' ουρανού χάρη μας έσωσ' εδώ.
+
+ΜΙΡ. Ω! μου κλαίει η καρδιά ενώ φαντάζομαι πόση θλίψη θα σου επροξένησα
+τότε κ' εγώ δεν το θυμάμαι! Λέγε, αν αγαπάς.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ο αδελφός μου, και θείος σου, τόνομα Αντώνιος. — πρόσεχε,
+παρακαλώ σε, — ένας αδελφός να βρεθή τόσον άπιστος! — εκείνος, που
+κατόπι σου, κόρη μου, ήταν ο πολυαγαπητός μου, και του είχα θαρρέψει τη
+βασιλεία μου, που ανάμεσα στα άλλα κράτη επρώτευε τότε, διότι εις το
+αξίωμα ο πλέον μεγάλος δούκας ελογιάζετο ο Πρόσπερος, και, για τες
+ελεύθερες τέχνες, ασύγκριτος. Εις τούτες ενώ εγώ είχα όλον τον νου μου,
+του αδελφού μου επαράδωσα την κυβέρνηση, και της βασιλείας μου έγινα
+ξένος, ενώ μ' είχε αρπάξει η αγάπη της μυστικής σπουδής, κ' ήμουν εις
+εκείνη βυθισμένος. Ο δολερός θείος σου, — ακούς;
+
+ΜΙΡ. Μ' όλη μου την προσοχή, αφέντη.
+
+ΠΡΟΣΠ. Αφού έμαθε μία φορά πώς να στέργη στα ζητήματα, πώς να τ'
+αρνιέται, ενός να δίνη ύφος, άλλου να κόφτη την περισσή κορυφή, αυτός
+εξανάπλασε τα πλάσματα που ήταν δικά μου· εννοώ, ότι από τα υποκείμενα
+άλλα άλλαξε, και άλλα εξαναμόρφωσε, κ' έχοντας το κλειδί τόσο του
+επαγγελματικού όσο του επαγγέλματος, εσυμφώνησε όλες τες καρδιές εις το
+Κράτος όπως άρεσε της ακοής του· εις τρόπον ώστε, ιδού, αυτός εγίνη ο
+κίσσερας, που έκρυψε τη βασιλική μου ρίζα, κ' ερρούφηξε από πάνου της
+την χλωρασιά μου. — Δεν προσέχεις. Παρακαλώ, άκουε με.
+
+ΜΙΡ. Γλυκέ μου πατέρα, αφοκράζομαι.
+
+ΠΡΟΣΠ. Το να είμαι, ως είπα, αδιάφορος εις τα κοσμικά τέλη, και όλος
+αφιερωμένος εις την μοναξιά, και εις το να πλουτίζω τον νου μου με
+πράμμα που, ανίσως δεν ήταν, όπως είναι, απόκρυφο, άξιζε για όσα
+θαυμάζει ο κόσμος, αυτό εξύπνησε την κακή προαίρεση του δολερού αδελφού
+μου, και το θάρρος μου, καθώς τυχαίνει ενός καλού γονέα, εγέννησε μέσα
+εις εκείνον μίαν δολιότητα, στο ενάντιο της τόση, όσο ήταν το θάρρος
+μου· άμετρο θάρρος τωόντι, τέλεια εμπιστοσύνη! Αυτός, βλέποντας εις τα
+χέρια του όχι μόνον όλα τα εισοδήματά μου, αλλά και όσα άλλα μπορούσε
+να πάρη η εξουσία μου, — ωσάν ο άνθρωπος, που με το να ξαναλέη ένα
+ψέμμα έκαμε το θυμητικό του να φταίη τόσο της αλήθειας, όστε αυτός ο
+ίδιος να πιστεύη το ψέμμα του, — επίστεψε ότι τωόντι αυτός ήταν ο
+δούκας, ενώ ενεργούσε στο ποδάρι μου, κ' εφορούσε το πρόσωπο της
+βασιλικής αρχής με κάθε προτέρημά της· — απ' αυτά μεγαλώνοντας η
+φιλαρχία του, — ακούς;
+
+ΜΙΡ. Η ιστορία σου, αφέντη, θα έδινε την ακοή των κουφών.
+
+ΠΡΟΣΠ. Για ν' αφανίση την χώριση, που τον διέκρινε ακόμη από το
+υποκείμενο, που αυτός επαράσταινε, θέλει εξ ανάγκης να γενή αληθινός
+δούκας του Μιλάνου. Εμένα, του μαύρου, ήταν η βιβλιοθήκη μου αρκετή
+δουκαρχία! Τι άξιζα εγώ, εις τη γνώμη του, για κοσμικές βασιλείες;
+Κάνει συμμαχία (τόσο τον έφρυξε η δίψα της βασιλείας!) με τον βασιλέα
+της Νεάπολης, τάζοντας του χρονικό δόσιμο και προσκύνημα, υποτάζοντας
+εις την κορώνα εκεινού το στεφάνι του, αναγκάζοντας την δουκαρχία, έως
+τότε ολόρθη, (αλλοίμονον, ταλαίπωρο Μιλάνο!) να σκύψη με μεγάλην
+ατιμία.
+
+ΜΙΡ. Ω Ουρανέ!
+
+ΠΡΟΣΠ. Σημείωσε τη συμφωνία, και ό,τι ακολούθησε, και έπειτα λέγε μου
+αν τούτος ήταν αδελφός.
+
+ΜΙΡ. Θ' αμάρταινα να μη στοχαστώ αξιόλογα για τη μητέρα σου· καλές
+λαγόνες έφεραν κακά τέκνα.
+
+ΠΡΟΣΠ Τώρα η συμφωνία. Ο Βασιλεύς της Νεάπολης, παλαιός εχθρός μου,
+στέργει στα ζητήματα του αδελφού μου· δηλαδή ότι σ' αμοιβή της
+προσκύνησης και του δοσίματος, τα οποία επροείπα, εκείνος αμέσως να με
+βγάλη σύρριζα από το κράτος μου, εμέ και το αίμα μου, και να παραδώση
+του αδελφού μου τωραίο Μιλάνο μ' όλες τες τιμές· σύμφωνα, αφού
+εμαζώχθηκε ένα προδοτικό στράτευμα, το διωρισμένο μεσανύκτι, ο Αντώνιος
+ανοίγει τες πύλες του Μιλάνου, και στη νεκρήν ώρα της νυκτός οι
+προσταγμένοι υπηρέτες γοργά μας άρπαξαν, εμέ και σένα όλη κλάυματα.
+
+ΜΙΡ. Ω! για τόνομα του Μεγαλοδύναμου! τα κλάυματα πώκαμα τότε δεν τα
+θυμάμαι· ας ματακλάψω τώρα· εκείνος ο στοχασμός με κάνει να δακρύσω.
+
+ΠΡΟΣΠ. Άκουσε ολίγο ακόμα, κ' έπειτα σε φέρνω στην υπόθεση που μας
+εγγίζει τώρα, δίχως την οποία τούτη η διήγηση θα ήταν πολύ άκαιρη.
+
+ΜΙΡ. Πώς δεν μας αφανίσανε τότε;
+
+ΠΡΟΣΠ. Σωστό είναι το ερώτημά σου, κόρη μου· η ιστορία μου το
+παρακινεί. Ακριβή μου, δεν ετόλμησαν, (τόσην αγάπη μου είχε ο λαός
+μου), ούτε ηθέλησαν η πράξη τους να σημειωθή με το αίμα, αλλά με
+χρώματα ωραιότερα εζωγράφισαν τη μαύρη βουλή τους. Σύντομα, μας έσυραν
+απάνου σε βάρκα, μας έφεραν κάμποσο διάστημα μεσοθαλασσής, όπου είχαν
+έτοιμο καραβιού παλαιό σκαφίδι σαρακιασμένο, γδυμένο, δίχως άρμενα,
+δίχως σχοινιά, δίχως κατάρτι· ως και οι ποντικοί το είχαν αφήσει από
+φυσικό φόβο· αυτού μας έστησαν να φωνάζουμε της θάλασσας, που
+εμούγκριζε κατά μας, να στενάζουμε των ανέμων, οπού, σπλαχνικά
+αντιστενάζοντας, με την αγάπη τους άλλο δεν έκαναν ειμή να μας
+πειράξουν.
+
+ΜΙΡ. Ωιμέ, τι φροντίδα θα ήμουνα τότε για σε!
+
+ΠΡΟΣΠ. Ω! ήσουν ένα Χερουβείμ, εσύ μ' εφύλαξες! Χαμογελούσες εσύ,
+γιομάτη θάρρος από τον ουρανό — ενώ εγώ έχυνα στο πέλαο δάκρυα πικρά,
+και αποκάτου εις το βάρος μου εβογγούσα, εκείνο ανάστησε μέσα μου την
+ανδραγαθία, έτοιμη να υπομείνη ό,τι μπορούσε ν' ακολουθήση.
+
+ΜΙΡ. Πώς αράξαμε;
+
+ΠΡΟΣΠ. Με του θεού το χέρι. Είχαμε κάμποση τροφή, και κάμποσο νερό, που
+ένας ευγενής Νεαπολίτης, λεγόμενος Γονζάλος (επιφορτισμένος τότε να
+εκτελέση όλο αυτό το σχέδιο) σπλαχνικά μας είχε δώσει, μαζή με λαμπρά
+φορέματα, πανικά, ρούχα, και άλλα χρειαζόμενα, που έως τώρα πολύ μας
+ωφέλησαν· ομοίως απ' αγαθοσύνη του, γνωρίζοντας πόσο εγώ αγαπούσα τα
+βιβλία μου, εκείνος μ' επρόβλεψε μέσ' από τη βιβλιοθήκη μου με βιβλία,
+που εγώ τιμώ περισσότερο από το θρονί μου.
+
+ΜΙΡ. Να έβλεπα έναν καιρό αυτόν τον άνθρωπο!
+
+ΠΡΟΣΠ. Τώρα σηκώνομαι. — Κάθου, και άκουσε το τέλος του θαλασσινού μας
+παραδαρμού. Εδώ, εις τούτο το νησί, εσωθήκαμε, κ' εδώ εγώ, δάσκαλός
+σου, σ' επρόκοψα καλύτερ' απ' ό,τι μπορούν άλλοι βασιλείς, που έχουν
+περισσότερην ευκαιρία για μάταιες ώρες, και δασκάλους όχι επιμελείς.
+
+ΜΙΡ. Από τον Θεό νάχης τη χάρη! Αλλά, παρακαλώ σε, αφέντη, (γιατί
+αυτός ο στοχασμός δεν μ' αφίνει ανασασμό) τι σε παρακίνησε να σηκώσης
+τούτη τη θαλασσοταραχή;
+
+ΠΡΟΣΠ. Μάθε ακόμη και τούτο. — Η ευεργέτρια τύχη, τώρα ακριβή κυρά μου,
+εκατάφερε (παράδοξο πράμμα!) τους εχθρούς μου εις τούτο τακρογιάλι· και
+εις το προαιρετικό μου βρίσκω ότι το ζενίθ μου κυβερνιέται από ένα
+ευτυχισμένον άστρο, του οποίου ανίσως εγώ δεν καλοπιάσω τώρα την
+ενέργεια, αλλά την παρατρέξω, η κατάσταση μου κατόπι μέλλει πάντα να
+ξεπέση. — Τώρα μην ερωτάς παρέκει. Κλίνεις στον ύπνο· αυτή η νύστα
+είναι καλή· μη την διώξης. Ξέρω πως δεν δύνασαι να κάμης αλλιώς, (Η
+Μιράντα αποκοιμιέται). Έβγα, υπηρέτη· έλα· είμ' έτοιμος τώρα. Σίμωσε,
+Άριελ μου· έλα.
+
+(Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ).
+
+ΑΡΙΕΛ. Χαίρε, χαίρε, μεγάλε αφέντη! φρόνιμε κύριε, χαίρε! Έρχομαι να
+σου κάμω ό,τι καλύτερο αγαπάς· να πετώ, να πλέω, στες φλόγες μέσα να
+βουτώ, απάνω στα σγουρά σύγνεφα καβαλλικευτά ν' αρμενίζω· εις την
+δυνατή σου προσταγή έτοιμος είναι ο Άριελ μ' όλα του τα ιδιώματα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Πνεύμα, έκαμες την τρικυμία καταλεπτώς καθώς εγώ σου επρόσταξα;
+
+ΑΡΙΕΛ. Δεν άφησα το παραμικρό. Εχύθηκα στο βασιλικό καράβι· πότε στην
+πλώρη πότε στη μέση· στο κατάστρωμα, σε κάθε γωνιά, εφλόγιζα τρομάρα·
+κάποτ' εσχιζόμουνα, κ' έκαια σε διάφορα μέρη· στο ένα στ' άλλο κατάρτι,
+στα ξάρτια, έλαμπα ξεχωριστά, και πάλ' έσμιγα κ' εγενόμουνα ένας· του
+Διός η αστραπές, της τρομερής βροντής η προμηνύτρες, δεν είναι πλια
+ξαφνιστές και για το μάτι ακατάφθαστες· ο βρόντος, η φωτιά, που έσκαζε
+από τη θειάφη, εφαίνετο πως πολιορκούσαν τον μεγάλον Ποσειδώνα, κ'
+έκαναν τα τολμηρά κύματά του να τρέμουν, μάλιστα εσάλευαν τη φοβερή του
+τρίαινα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Εύγε σου, Πνεύμα! Ποίος ευρέθη τόσο σταθερός, τόσον ακλόνητος,
+ώστε να μείνουν γερά τα λογικά του σε τόση αντάρα;
+
+ΑΡΙΕΛ. Παντού της τρέλλας η μάνητα, παντού τα καμώματα της απελπισίας·
+όλοι, όξω από τους ναύταις, εβούτησαν μέσα στους πικρούς αφρούς, κι'
+άφησαν το καράβι όλο φλόγες μ' εμένα πιασμένο. Του βασιλέα ο υιός, ο
+Φερδινάνδος, μ' ολόρθα μαλλιά (καλάμια τότε, όχι μαλλιά), επρωτοπήδησε
+μέσα στο πέλαο φωνάζοντας. «άδειασ' η Κόλαση, κ' οι ευδαίμονες όλοι
+είναι δω μέσα».
+
+ΠΡΟΣΠ. Α! έτσι σε θέλω, Πνεύμα μου! Αλλά δεν εγίνηκε αυτό σιμά στ'
+ακρογιάλι;
+
+ΑΡΙΕΛ. Σιμά τελείως, Κύριε μου.
+
+ΠΡΟΣΠ. Αλλ' εσωθήκανε. Άριελ;
+
+ΑΡΙΕΛ. Δεν εχάθη τρίχα. Τα φορέματά τους είν' απείραχτα, και λάμπουν
+καλύτερα παρά πρώτα· και, κατά την προσταγή σου, συντροφιές συντροφιές
+τους εσκόρπισα μέσα εις το νησί· έκαμα τον υιό του βασιλέα να βγη
+καταμόνας· τον άφησα που ανάσαινε με στεναγμούς, σε μίαν ανάποδη γωνιά
+του νησιού, καθούμενος, με τα χέρια λυπητερά, έτσι, σταυρωμένα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Το βασιλικό καράβι, τους ναύταις του, λέγε τι τους έκαμες, και
+τον επίλοιπο στόλο;
+
+ΑΡΙΕΛ. Ακίνδυνα είν' αραγμένο το βασιλικό καράβι. Σ' εκείνον τον
+απόσκεπον λιμένα, απ' όπου ένα μεσανύκτι μ' εσήκωσες να πάω να σου φέρω
+δροσιά μέσ' απ' τες καταπολεμημένες Βέρμουθες, εκεί τόχω κρυμμένο· οι
+ναύταις κοίτοντ' όλοι πλαγιασμένοι αποκάτω εις το κατάστρωμα, γιατί από
+τον κόπο καταδυνατισμένους εύκολα μ' ένα μάγευμα τους αποκοίμισα· όσο
+για τάλλα καράβια, που 'χα περισκορπίσει, εματάσμιξαν όλα, και πλέουνε
+στα Μεσόγαια πέλαγα, κινημένοι θλιβερά προς την Νεάπολη, θαρρώντας πως
+είδαν του βασιλέα το καράβι καταποντισμένο, και το μέγα υποκείμενό του
+χαμένο.
+
+ΠΡΟΣΠ. Άριελ, με ακρίβεια έκαμες το θέλημα· αλλά περισσεύει ακόμη
+δουλειά. Πόσο έχει η μέρα;
+
+ΑΡΙΕΛ. Το μεσημέρι επέρασε.
+
+ΠΡΟΣΠ. Από μίαν ώρα τολιγώτερο. Το διάστημα καιρού από τώρα έως τες
+έξη πρέπει να οικονομηθή από μας πολύτιμα.
+
+ΑΡΙΕΛ. Άλλος κόπος πάλι; Αφού με κάνεις να κοπιάζω, ας σου θυμίσω κάνε
+κ' εγώ [εσύ] το τι μώταξες, και ακόμη δεν είδα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Γεια, γεια, βαργομάς: τι μπορείς να ζητάς;
+
+ΑΡΙΕΛ. Την ελευθερία μου.
+
+ΠΡΟΣΠ. Πριν αποσωθή ο καιρός; μην το ξαναπής.
+
+ΑΡΙΕΛ. Σε παρακαλώ να θυμηθής ότι χρήσιμα σ' έχω δουλέψει· δεν σου 'πα
+ψέμματα, λάθη δεν έκαμα, υπηρέτησα άχολα και απαραπόνευτα· μώταξες να
+μου κόψης ολάκαιρον ένα χρόνο.
+
+ΠΡΟΣΠ. Λησμόνησες από ποίο μαρτύριο εγώ σ' ελευθέρωσα;
+
+ΑΡΙΕΛ. Όχι.
+
+ΠΡΟΣΠ. Το λησμόνησες. και τώρα σου φαίνεται βαρύ να πατής την άμμο του
+πικρού πελάου, να πετάς αγνάντια στον δριμύν βορεινόν αέρα, να μου
+κάνης δουλειά μέσα στες φλέβες της γης, όταν την καίη το πάγος.
+
+ΑΡΙΕΛ. Όχι, κύριε.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ψέμματα, πονηρό πράμμα. Λησμόνησες την μιαρή στρίγλα, την
+Συκόρακα, η οποία από τα γεράματα και από τον φθόνο είχε καταντήσει
+κουλούρα; την ελησμόνησες;
+
+ΑΡΙΕΛ. Όχι, Κύριε.
+
+ΠΡΟΣΠ. Την ελησμόνησες· πού εγεννήθηκε; μίλησε, λέγε μου.
+
+ΑΡΙΕΛ. Κύριε, εις το Αλγέρι.
+
+ΠΡΟΣΠ. Α! αυτού εγεννήθηκε; Πρέπει κάθε μήνα να σου ιστορώ ποίος
+ήσουν άλλη φορά, γιατί το λησμονάς. Αυτή την τρισκατάρατη στρίγλα, την
+Συκόρακα, εξ αιτίας από κρίματα πλήθια, και μάγια τρομαχτικά να τα
+δέχετ' ανθρώπου ακοή, την εξώρισαν από το Αλγέρι, καθώς ηξέρεις·
+ηθέλησαν να της χαρίσουν τη ζωή, για κάποιο τι που είχε κάμει· ψέμματα
+;
+
+ΑΡΙΕΛ. Αλήθεια, Κύριε.
+
+ΠΡΟΣΠ. Έφεραν τη γαλανομμάτα στρίγλα εγγαστρωμένη, κ' εδώ την άφησαν οι
+ναύταις. Εσύ, τώρα σκλάβος μου, ήσουν τότε, ως εσύ ο ίδιος ανέφερες,
+δούλος εκείνης· και επειδή ήσουν πνεύμα πάρα αξιόλογο για να ενεργάς τα
+καταχθόνια και επικατάρατα θελήματα, εσύ δεν υπάκουες εις τες μεγάλες
+προσταγές της, όσο που εκείνη, με το χέρι των πλέον δυνατών υπουργών
+της, και εις την αμέρωτη οργή της, σ' έκλεισε μέσα σε μια ραϊσμένη
+κουκουναριά, και σ' εκείνη τη σχισματιά φυλακωμένος έμεινες με πάθη
+δώδεκα χρόνους. Εις αυτό το διάστημα εκείνη απέθανε, και σ' άφησε εκεί.
+όπου εστέναζες όσο γοργά βροντάει μυλόπετρα· τότε ετούτο το νησί (όξω
+από το παιδί που εκείνη εγέννησ' εδώ, ένα παρδαλό σκυλόπουλο,
+στριγλοβγαλμένο), δεν το ετιμούσε ανθρώπου μορφή καμμία.
+
+ΑΡΙΕΛ. Μάλιστα· το παιδί της, ο Κάλιμπαν.
+
+ΠΡΟΣΠ. Το είπα κ' εγώ, ανόητο πράμμα· εκείνος ο Κάλιμπαν, τον οποίον
+εγώ έχω δούλο τώρα· κανείς δεν ηξέρει καλύτερά σου σε ποίο μαρτύριο σ'
+ηύρα· ο βογγητός σου έκανε τους λύκους να μουγκρίζουν, και τον αγροίκα
+κατάκαρδα η πάντα θυμωμένη αρκούδα· ήταν μαρτύριο για τους κολασμένους,
+ούτε αυτή η Συκοράς δεν είχε δύναμη να το λύση· η τέχνη μου εστάθη,
+όταν έφθασα εδώ και σ' άκουσα, που έκαμε την κουκουναριά κι' άνοιξε,
+και σ' απόλυσε.
+
+ΑΡΙΕΛ. Ευχαριστώ σε, Κύριε.
+
+ΠΡΟΣΠ. Γόγγυζε ακόμη, και σχίζω ένα ιδρύ, και σε μπήχνω σφήνα στα
+καμπωτερά του σπλάχνα, να βοάς εκεί μέσα δώδεκα χειμώνες.
+
+ΑΡΙΕΛ. Συγχώρησέ με, Κύριε. Θέλει προσέχω εις την προσταγή· και το
+πνευματικό μου έργο θέλει το κάνω ήμερα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Έτσι κάμε, και πάνω σε δύο ημέραις σε απολύω.
+
+ΑΡΙΕΛ. Ιδού ο αγαθός Κύριος μου! Τι έχω να κάμω; λέγε τι; τι έχω να
+κάμω;
+
+ΠΡΟΣΠ. Πήγαινε μορφώσου νύμφη θαλασσινή· ας μην είσαι υποκείμενος εις
+άλλην όραση παρά τη δική μου· αόρατος για κάθε άλλη κόρη οφθαλμού.
+Πήγαινε λάβε αυτό το σχήμα, και εις αυτό μέσα γύρισ' εδώ. Τρέχα με
+σπουδή. (Ο Άριελ βγαίνει). — Ξύπνα, καρδούλα μου, ξύπνα! εκοιμήθηκες
+αρκετά. Ξύπνα!
+
+ΜΙΡ. Η παράδοξη ιστορία σου μου έφερε βάρος.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ξετίναξε το. Έλα, πάμε να εύρουμε τον δούλο μου, τον Κάλιμπαν,
+όπου δεν μας αποκραίνεται ποτέ ανθρωπινά.
+
+ΜΙΡ. Εκείνος, αφέντη, είναι ένας αχρείος, που δεν μ' αρέσει να βλέπω.
+
+ΠΡΟΣΠ. Αλλ' όποιος και αν είναι, πώς να τον υστερηθούμε; εκείνος μας
+ανάβει φωτιά, μας φέρνει ξύλα, μας κάνει αναγκαίες υπηρεσίες. Ε!
+σκλάβε! Κάλιμπαν! χώμα, που είσαι; ξεβουβάσου!
+
+ΚΑΛΙΜΠ. (από μέσα). Μέσα είναι ξύλα αρκετά.
+
+ΠΡΟΣΠ. Έβγα όξω, σου λέω· χρειάζεσαι γι' άλλη δουλειά. Έβγα, έβγα,
+χελώνα! Κ' έτσι;
+
+(Γυρίζει ο ΑΡΙΕΛ ωσάν Θαλασσονύμφη).
+
+ΠΡΟΣΠ. {Προς τον Άριελ). Ωραίο φάντασμα! χαριτωμένε μου Άριελ, αγροίκα
+εις το αυτί.
+
+ΑΡΙΕΛ. Κύριέ μου, θέλει γένη. (Ο Άριελ βγαίνει).
+
+ΠΡΟΣΠ. Ε! συ, φαρμακερέ αχρείε, γεννημένε από τον ίδιο Πειρασμό με την
+πονηρή μάννα σου, έβγα όξω!
+
+(Μπαίνει ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ).
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Όση ποτέ κακή δροσιά η μάννα μου ερράντισε με κοράκου φτερό
+μέσ' από θανάσιμη λίμνη, απάνου σας να στάξη! Πύρινη νοτιά να φυσήση
+κατά σας, να σας καταπληγώση!
+
+ΠΡΟΣΠ. Για τούτα, που είπες, μείνε βέβαιος, βράδυ θέλει σου έρθουν
+μουδιάσματα, και στα νεφρά τόσα βελόνια, που να σου κλείσουν την
+αναπνοή· ίσκιοι, όσο διάστημα της νυκτός έχουν το ελεύθερο, δεν θα σου
+αφήσουν ανάπαψη· θα τσιμπηθής πυκνά πυκνά σαν την κηρήθρα, με
+τσιμπησιές αψύτερες από το κεντρί της μέλισσας, που την δουλεύει.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Θα γιωματίσω. Τούτο το νησί είναι δικό μου· τώχω από την
+Συκόρακα τη μητέρα μου, και συ μου το πέρνεις. Ότι επρωτώρθες, μ'
+εχάιδεψες και με στοχάσθηκες πολύ· μου έδινες νερό με μούρες μέσα· και
+μου έδειχνες πώς να λέω το φως το μεγάλο, και πώς το μικρότερο, που
+καίνε την ημέρα και τη νύκτα· και τότε εγώ σ' αγάπησα, και σου
+εφανέρωσα όλα τα ιδιώματα του νησιού· τες γλυκές βρύσες, τα γλυφά
+πηγάδια, τους τόπους τους άκαρπους και τους καρπερούς· ανάθεμά με που
+έπραξα έτσι! — Τα μάγια όλα της Συκόρακας, ζάμπες, κανδηλοσβύστες,
+νυκτερίδες, απάνου σας να πέσουν! γιατί απ' όσους έχετε υπηκόους εγώ
+είμαι, που πρώτα ήμουν του εαυτού μου βασιλέας· και σεις με κλείτε
+γουρούνι μέσα σε τούτον τον άγριο βράχο, και μου κρατείτε το επίλοιπο
+νησί.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ανδράποδο, ψέμματα γιομάτο, οπού το δάρμα ακούς, όχι την
+καλοσύνη· λάσπη 'καθώς είσαι, εγώ εφέρθηκα προς εσέ με φιλάνθρωπα
+σπλάχνα, και σ' επήρα και σ' είχα εις το σπήλαιο μου, όσο που επάσχισες
+ν' ατιμάσης το τέκνο μου.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Ω! Ω! Ω! — να μου 'χε πιτύχει! μ' επρόλαβες, ειδεμή θα
+εγιόμιζα τούτο το νησί Καλιμπάνους.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ανδράποδο μισητό, όπου σφραγίδα καλού καμμία δεν πιαίνει, και
+όπου χωράει κάθε κακό! Εγώ σ' ελυπήθηκα, επαιδεύθηκα για να σε κάμω να
+μιλήσης, σ' εμάθαινα πότε το ένα πράμμα, πότε το άλλο· ενώ μήτε συ ο
+ίδιος, άγριε, τι ήθελες να πης μέσα σου δεν ήξερες, αλλά εγαύγυζες ωσάν
+κτήνος, εχάρισα εγώ των λογισμών σου λόγια, που τους έκαμαν γνωστούς·
+όμως η αισχρή γενειά σου, και ας έμαθες, είχε εις τον εαυτό της κάτι,
+οπού μ' αυτό δεν ημπορούσαν να συγκάμουν ταγαθά πλάσματα· για τούτο,
+όπως σ' άξιζε, σ' επεριόρισα μέσα σε τούτη την πέτρα, ενώ σου έπρεπε
+κάτι χειρότερο από φυλακή.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μίλια μ' εμάθετ' εσείς· σε τούτο μοναχά μ' ωφέλησε· ξέρω και
+καταριούμαι· λοιμική να σας θερίση, γιατί μου εμάθετε τη μιλιά σας!
+
+ΠΡΟΣΠ. Στρίγλας γέννημα, φεύγ' από δω. Φέρε μας ξύλα μέσα, και γλήγορα,
+για καλύτερο σου· είναι και άλλη δουλειά. Σηκώνεις τες πλάτες,
+παληόκορμο; αν αμελήσης, ή αν κάμης κακοθέλητα την παραμικρή από τες
+προσταγές μου, σε στρεβλώνω με γεροντικά μουδιάσματα, σου γιομίζω τα
+κόκκαλα σφάγια, όσο να βγάλης μουγκρίσματα και βοή, τα θεριά να
+τρομάξουν.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μη, παρακαλώ σε! — (Μόνος του). Πρέπει να υπακούσω· τόσο μπορεί
+η τέχνη του, ώστ' ήθελ' είναι αρκετή να υποτάξη τον Θεό της μητρός μου,
+τον Σέτεβο, να τον προσκυνήση.
+
+ΠΡΟΣΠ. Μ' ακούς, ανδράποδο: (Ο Κάλιμπαν βγαίνει).
+
+(Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ αόρατος, λαλώντας και τραγουδώντας. Ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ τον
+ακολουθάει).
+
+
+ Το τραγούδι του Άριελ.
+
+
+ Εδώ στους άμμους φθάσετε,
+ κ' εδώ χεροπιασθήτε·
+ δώστε φιλιά και λάβετε
+ (το κύμα αποκοιμείται)
+ κ' εδώ 'πιδέξιο στήσετε
+ στην αμμουδιά, χορό.
+ Και αντιφωνήστε, Πνεύματα,
+ γλυκά σ' ό,τι λαλώ,
+ να, να, τους αγροικώ.
+Αντιφ. Μπάου, βγάου. (Σκόρπια).
+ Γαυγύζουν τα μαντρόσκυλα.
+Αντιφ. Μπάου, βγάου. (Σκόρπια).
+ Τον πέτειν' αγροικάω.
+ με κορδωμένο φέρσιμο.
+ λαλεί κουκουρουκού.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Τούτ' η μουσική πού να 'ναι; στον αέρα τάχα, ή στη γη; πλια
+δεν αχάει· — και βέβαια κάποιον θεόν του νησιού συνοδεύει. Σε βράχο
+απάνω καθούμενος, και ξανακλαίοντας του πατρός μου, του βασιλέα, το
+καταπόντισμα, άκουσα κ' εσιγοσίμωσε κοντά μου αυτή η μουσική απάνω στα
+κύματα, ημερώνοντας το θυμό τους και το πάθος μου με το γλυκό της ήχο.
+Από κει την ακολούθησα, ή, κάλλιο, μ' έσυρ' εκείνη. — Αλλ' εχάθη· όχι·
+αρχίζει πάλι.
+
+ Ο Άριελ τραγουδάει.
+
+ Εις πολύ βάθος κοίτεται
+ το σώμα του πατρός σου^
+ κοράλια είναι τα κόκκαλα,
+ τα μάτια μαργαρίτες.
+ Κάθε φθαρτό της φύσης του^
+ μέσα στο κύμα πέρνει
+ ξένη μορφή πολύτιμη,
+ και η κόρες της θαλάσσης
+ απ' ώρα σ' ώρα σήμαντρο
+ βαρούν για τη θανή του.
+ Άκου τες· τώρα τες γροικώ,
+ ντιν, ντον, νεκρά σημαίνουν.
+Αντιφ. Ντιν, ντον.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Το τραγούδι αναφέρει τον πνιγμό του πατρός μου· τούτο δεν είναι
+ανθρώπινο πράμμα, μήτε είναι ήχος της γης. Τώρα το ακούω αποπάνου μου.
+
+ΠΡΟΣΠ. Σήκωσε τα βλέφαρά σου, και λέγε, τι βλέπεις εκεί πέρα;
+
+ΜΙΡ. Τι είν' αυτό; ένα πνεύμα; Θεέ μου, πώς κυττάζει τριγύρω!
+Πίστεψε με, αφέντη, η μορφή του είναι καλή. — Αμμ' είναι πνεύμα!
+
+ΠΡΟΣΠ. Όχι, κόρη μου· τρώει και κοιμάται, κ' έχει τες ίδιες αισθήσεις,
+που έχουμε κ' εμείς· τες ίδιες· τούτος ο καλός νέος, που βλέπεις,
+ευρέθη στο καραβοτσάκισμα, και, αν δεν τον είχε βλάψει κομμάτι η θλίψη,
+η οποία είναι ο μαρασμός της ωμορφιάς, μπορούσες να τον ειπής ωραίον..
+Έχασε τους συντρόφους του, και περιπλανιέται να τους εύρη.
+
+ΜΙΡ. Ημπορούσα να τον ειπώ θεοτικόν, γιατί εις την φύση πράμμα τόσο
+λαμπρό ποτέ μου δεν είδα.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του). Προχωρεί, βλέπω, καταπού τα σπρώχνει η ψυχή μου.
+Πνεύμα, εκλεκτό πνεύμα, σ' ελευθερώνω γι' αυτό σε δυο ημέραις.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Άσφαλτα είν' η θεά, που αυτά τα τραγούδια ακολουθάνε! — Δέξου
+να σε ρωτήσω ταπεινά εάν μένης εις τούτο το νησί, και να μου δώσης
+καμμίαν καλήν οδηγία, πώς πρέπει εδώ να πορεύωμαι· ο πόθος μου ο
+πρώτος, και πρέπει τέλος να σου τ' ομολογήσω, είναι, ω εσύ, θαύμα, να
+μάθω, αν είσαι θνητή κόρη ή όχι.
+
+ΜΙΡ. Θαύμα δεν είμαι, κύριε, αλλά βέβαια μία κόρη.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Η γλώσσα μου! Ουρανοί! απ' όσους την ομιλούν εγώ είμ' ο
+καλύτερος! ανίσως ευρισκόμουν εκεί, όπου αυτή μιλιέται.
+
+ΠΡΟΣΠ. Πώς! ο καλύτερος; τι εγενόσουν ανίσως σ' άκουε ο βασιλέας της
+Νεάπολης.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Ένας έρημος, ορφανός, οποίος είμαι τώρα; που θαυμάζει να σ'
+ακούη να μελετάς τον βασιλέα της Νεάπολης· αυτός με αγροικάει, και,
+γιατί με αγροικάει, κλαίω· εγώ ο ίδιος είμαι ο βασιλέας της Νεάπολης,
+εγώ, που με τούτα τα μάτια (και από εκείνη τη στιγμή δεν έπαυσε η
+πλημμύρα τους), είδα τον πατέρα μου, τον βασιλέα, να καταποντισθή.
+
+ΜΙΡ. Ωιμένα, ωιμένα!
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Και, στην τιμή μου, μαζή μ' όλους τους αυλικούς του· ομοίως, ο
+Δούκας του Μιλάνου και ο καλός υιός του είναι ξεχωρισμένοι για πάντα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ο Δούκας του Μιλάνου και η καλύτερη θυγατέρα του ημπορούσαν να
+σ' αποστομώσουν, αν ήταν τώρα καιρός. (Μόνος του). Πρώτη ματιά κ'
+επαίξανε τα μάτια του! — Άριελ, αξιόλογο πνεύμα, για τούτο θα σου
+χαρίσω την ελευθερία! — Ένα λόγο, κύριε, — κάπως έβλαψες τον εαυτό
+σου, φοβούμαι· — ένα λόγο, κύριε.
+
+ΜΙΡ. Για ποίαν αιτία ομιλεί τόσο σκληρά ο πατέρας μου; Τούτος είναι ο
+τρίτος άνδρας, οπού εγώ βλέπω, για τούτον επρωτοστέναξα· η ευσπλαχνία
+ας κινήση τον πατέρα μου, προς το μέρος μου να κλίνη!
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Ω! αν είσαι παρθένα, κ' είν' ακόμ' απαράδοτη η αγάπη σου, θα σε
+κάμω βασίλισσα της Νεάπολης.
+
+ΠΡΟΣΠ. Αγάλι, Κύριε· ένα λόγο ζητώ. — (Μόνος του). Καθένας τους είναι
+εις του άλλου την εξουσία· πλην η υπόθεση πάρα γοργά προχωρεί, και
+χρειάζεται να την δυσκολέψω, μήπως το ευκολοκέρδιστο πράμμα φανή
+αψήφιστο εύρεμα. — Ένα λόγο, κύριε, — σου λέγω να μ' ακούσης· — του
+λόγου σου εδώ κλέφτεις ένα ξένο όνομα, κ' εμπήκες εις τούτο το νησί
+κατάσκοπος, να μου το πάρης εμένα, που είμαι ο κύριός του.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, σε βεβαιώνω, ωσάν άνδρας.
+
+ΜΙΡ. Τίποτε κακό δεν δύναται να μείνη μέσα εις παρόμοιον ναό. Αν το
+πονηρό Πνεύμα έχη τόσο ώμορφο σπίτι, ταγαθά όντα θα πολεμούνε να
+κατοικήσουνε μαζή του.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Προς τον Φερδινάνδον). Ακολούθα με. — (Προς την Μιράντα). Μην
+ομιλής εσύ γι' αυτόν· είν' ένας προδότης. (Προς τον Φερδινάνδον).
+Προβάτει· θα σου αλυσοδέσω λαιμό και πόδι· αντάμα, θα πίνης άρμη, θα
+τρως νερόχορτα, μαραμμένες ρίζες, και τα τζέφλια όπου εκουναρήθη το
+βαλανίδι. Ακολούθα.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Όχι· φυλάγομαι από παρόμοιαν φιλοξενία, όσο που ο εχθρός μου
+δεν είναι δυνατώτερος. (Ξεσπαθώνει).
+
+ΜΙΡ. Ω ακριβέ μου πατέρα, μη τον δοκιμάσης υπέρμετρα, γιατί είναι
+γλυκότροπος, και όχι δειλός.
+
+ΠΡΟΣΠ. Και τι; θα βάλης νόμο του πατρός σου: — Ρίξε το σπαθί σου·
+προδότη· δείχνεις κάποια γενναιότη, αλλ' η καρδιά δεν σε βαστάει, τόσο
+την έχει πλακωμένη το κρίμα. Έλα, άφησε αυτή τη στάση· μάθε ότι εγώ
+είμ' αρκετός να σε ξαρματώσω τώρα με τούτο το ραβδί, και να κάμω να
+πέση το σπαθί σου.
+
+ΜΙΡ. Αν μ' αγαπάς, πατέρα!
+
+ΠΡΟΣΠ. Άφησέ με, μην πιάνεσαι από τα ρούχα μου.
+
+ΜΙΡ. Αφέντη, λυπήσου με· εγώ του γένομ' εγγυήτρα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Σιωπή! Αν ειπής ένα λόγο ακόμα, με κάνεις να σε μαλώσω, και μη
+χάσης και την αγάπη μου! Να μιλής εσύ για έναν ψεύτη! Σίγα· εσύ
+φαντάζεσαι που δεν υπάρχουν άλλες μορφές να του μοιάζουν γιατί δεν
+έχεις ιδεί άλλους, ειμή αυτόν και τον Κάλιμπαν. Τρελλή κόρη! Σιμά εις
+το πολύ των ανδρών, τούτος είν' ένας Κάλιμπαν, κ' εκείνοι, σιμά του,
+άγγελοι.
+
+ΜΙΡ. Η αγάπες μας λοιπόν είναι πολύ ταπεινές· εγώ δεν φιλοτιμούμαι να
+ιδώ καλύτερον άνδρα.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Προς τον Φερδινάνδον). Προβάτει· υποτάξου· τα νεύρα σου
+εγύρισαν παιδιάρικα, και δεν έχουν δύναμη μέσα τους.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Αληθινά· όλ' η αντρειά μου, ωσάν εις τα ονείρατα, είναι δεμένη·
+του πατρός μου ο θάνατος, τούτο μου το δείλιασμα, όλων των φίλων μου ο
+πνιγμός απ' αυτόν εδώ τον άνθρωπο, που μ' έχει στα χέρι του, οι
+φοβερισμοί, ήταν όλα αλαφριά για εμένα, ανίσως μέσ' από τη φυλακή μου
+έβλεπα μία φορά την ημέρα τούτη την κόρη· ελευθερίαν ας χαίρεται καθ'
+άλλη γωνία της οικουμένης· εμέν' αρκεί παρόμοια φυλακή.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του). Δουλεύει. — Προβάτει. — Έκαμες καλά το χρέος σου,
+ωραίε Άριελ. (Προς τον Φερδιν. και Μιρ.). Ακολουθείτε με. (προς τον
+Άριελ). Άκουσε τι θα μου κάμης ακόμα.
+
+ΜΙΡ. Παρηγορήσου· ο πατέρας μου, κύριε, είναι καλύτερης ψυχής άνθρωπος
+απ' ό,τι φαίνεται με τα λόγια· αυτά, που έκαμε τώρα, δεν τα συνηθάει
+ποτέ του.
+
+ΠΡΟΣΠ. Θέλει γενής ελεύθερος όσον οι αέρηδες απάνω στα όρη· μόνον κάμε
+απαράλλακτα την κάθε προσταγή μου.
+
+ΑΡΙΕΛ. Κατά γράμμα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Προβατείτε, ακολουθάτε· — πάψε να μιλής γι' αυτόν.
+
+
+
+
+ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
+
+
+
+
+Έν' άλλο μέρος του νησιού.
+
+Μπαίνουν, ο ΑΛΟΝΤΖΟΣ, ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΓΟΝΖΑΛΟΣ, ο
+ΑΔΡΙΑΝΟΣ, ο ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, και άλλοι.
+
+ΓΟΝΖ. Παρακαλώ σε, Κύριε, στάσου καλόκαρδος· έχεις, ως έχουμ' εμείς
+όλοι, αιτία να χαρής· γιατί η σωτηρία μας υπερβαίνει τον χαμό μας· η
+συμφορά μας δεν είναι από τες σπάνιες· καθημερινώς κάποιου ναύτη η
+γυναίκα, ο καραβοκύρης, ο έμπορος, έχουν την ιδίαν αφορμή να κλαίνε,
+όπου έχουμ' εμείς· αλλά για το θαύμα (εννοώ το πώς εσωθήκαμε), ολίγοι
+σε μυριάδες μπορούν να μιλήσουν ωσάν εμάς· ως είσαι φρόνιμος λοιπόν,
+αντιζύγιασε τη θλίψη μας με την παρηγοριά μας.
+
+ΑΛΟΝΖ. Πάψε παρακαλώ σε.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Του αρέσει η παρηγοριά ωσάν το κρύο ζουμί.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ο ιατρός μας δεν χάνει τόσο εύκολα την ελπίδα.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Τήραξε, ολοένα σηκώνει τωρολόι του μυαλού του· σ' ολίγο βαρεί.
+
+ΓΟΝΖ. Κύριε, —
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μία· — λέγε.
+
+ΓΟΝΖ. Ανίσως, όποια θλίψη τύχη, την ξενοδεχθή κανείς, ο ξενοδόχος...
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Πλουταίνει.
+
+ΓΟΝΖ. Πλουταίνει, τωόντι, καϋμούς· εμίλησες σωστότερα απ' ό,τι
+εννοούσες να μιλήσης.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Η εξήγησή σου είναι γνωστικώτερη απ' ό,τι απάντεχα από σε.
+
+ΓΟΝΖ. Λοιπόν, κύριέ μου, —
+
+ΑΝΤΩΝ. Ε! πώς κακοξοδεύει τη γλώσσα του!
+
+ΑΛΟΝΖ. Λυπήσου με, σε παρακαλώ.
+
+ΓΟΝΖ. Καλά, σωπαίνω· όμως...
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Θα μιλή.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ένα νόστιμο στοίχημα· ποιός από τους δύο θα πρωτολαλήση, αυτός ή
+ο Αδριανός;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ο παληοπέτεινας.
+
+ΑΝΤΩΝ. Το πετεινάρι.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ας είναι· τι στοιχηματίζουμε;
+
+ΑΝΤΩΝ. Ένα γέλιο.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Σύμφωνοι.
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Μ' όλον ότι τούτη η νήσος φαίνεται έρημη.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Χα! χα! χα!
+
+ΑΝΤΩΝ. Κ' έτσι επλέρωσες το στοίχημα.
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Ακατοίκητη και σχεδόν απλησίαστη.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Όμως.
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Όμως.
+
+ΑΝΤΩΝ. Μπορούσε να λείψη;
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Η κράση της πρέπει εξ ανάγκης να είναι ψιλή, γλυκειά, και
+τρυφερή.
+
+ΑΝΤΩΝ. Η κοπέλλα ήταν γλυκοτρυφεροζυμωμένη.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ναίσκε, και ήξερε ψιλές κατεργαριές, καθώς η σοφία του το
+φανέρωσε.
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Εδώ ταέρι πνέει κατά μας γλυκύτατα.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ως νάχε πλεμόνια και σάπια.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ή σαν να ήταν ευωδιασμένο από μία λίμνη.
+
+ΓΟΝΖ. Εδώ βρίσκεις κάθε πράμμα χρήσιμο για τη ζωή.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ναι, όξω από τα μέσα για να ζης.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Απ' αυτά δεν είναι κανένα, ή λίγα.
+
+ΓΟΝΖ. Τι δύναμις και τι θυμός σ' εκείνη τη χλωρασιά! τι πρασινάδα!
+
+ΑΝΤΩΝ. Η γη, αλήθεια, είναι λιόκαυτη.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μ' ένα κομμάτι πρασινάδα στη μέση.
+
+ΑΝΤΩΝ. Αυτός δεν σφάλλει παραπολύ.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Όχι· το μοναχό λάθος του πως είναι βλέπει τα πράμματα ανάποδα.
+
+ΓΟΝΖ. Αλλ' απ' όλα το παραδοξότερο είναι (και είναι σχεδόν απίστευτο) —
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Καθώς είναι απίστευτα πολλά παράδοξα.
+
+ΓΟΝΖ. Ότι τα φορέματά μας, που ήταν βουτημένα στη θάλασσα, απόμειναν μ'
+όλον τούτο άγγιχτα και λαμπρά, όστε θα έλεγες ότι η άρμη τα ματάβαψε,
+αντί να τα χαλάση.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ανίσως μία από τες τσέπες του μπορούσε να μιλήση, αυτή δεν θα
+τον έψευε;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Βέβαια· ή πολύ άδικα εδεχότουν μέσα της τη μαρτυρία του.
+
+ΓΟΝΖ. Εγώ λέω που η εντυμασιές μας είναι ακόμη καινούριες καθώς τες
+πρωτοφορέσαμε στην Αφρική, στο γάμο της καλής μας βασιλοπούλας, της
+Κλάριβελ, με τον βασιλέα του Τουνεζιού.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Καλός γάμος, και καλότυχοι εμείς στο γυρισμό μας!
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Το Τούνεζι δεν ετιμήθηκε με άλλη παρόμοια βασίλισσα.
+
+ΓΟΝΖ. Ποτέ, από τον καιρό της χήρας Διδώς.
+
+ΑΚΤΩΝ. Ω! της χήρας Διδώς! ω το κουτόλογο! τι μπαίνει αυτή η χήρα!
+η χήρα Διδώ!
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Και τι; αν είχε μελετήσει και τον απόχηρον Αινεία; Μην
+παραξενεύεσαι τόσο εύκολα, Κύριέ μου.
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Η χήρα Διδώ, είπες; με κάνεις και συλλογίζομαι απάνου σ' αυτό·
+ήταν από την Καρχηδόνα, όχι από το Τούνεζι.
+
+ΓΟΝΖ. Αυτό το Τούνεζι, Κύριε, ήταν η Καρχηδόνα.
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Η Καρχηδόνα;
+
+ΓΟΝΖ. Σε βεβαιώνω, η Καρχηδόνα.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ο λόγος του αξίζει περισσότερο από τη λύρα τη θαυματουργή!
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Αυτός εσήκωσε όχι τα τείχη μοναχά, αλλά και τα σπίτια.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ποιό άλλο πράμμα από τα αδύνατα θέλει του φανή πάλι εύκολο;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μετακομίζει σπίτι του, θαρρώ, τούτο το νησί, στην τσέπη του,
+και το χαρίζει μήλο του παιδιού του.
+
+ΑΝΤΩΝ. Και σπέρνοντας στη θάλασσα τους σπόρους του βγάνει όξω και άλλα
+νησιά.
+
+ΓΟΝΖ. Πώς;
+
+ΑΝΤΩΝ. Έλα· άλλο δεν έχω να ειπώ.
+
+ΓΟΝΖ. Ελέγαμε, Κύριε, πως τα φορέματά μας φαίνονται τώρα καινούρια, σαν
+τον καιρό που ευρισκόμασθε στο Τούνεζι, στο γάμο της θυγατέρας σου, που
+τώρα είναι βασίλισσα.
+
+ΑΝΤΩΝ. Κ' η αξιολογώτερη απ' όσες ποτέ επήγαν εκεί!
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Παρακαλώ, από τον καιρό της χήρας Διδώς.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ναι, της χήρας Διδώς. Η χήρα Διδώ!
+
+ΓΟΝΖ. Δεν είναι το σωκάρδι μου καινούριο σαν την ημέρα που το
+πρωτόβαλα; ενοώ, σε κάποιον τρόπο.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ώμορφα εψαρεύθηκε αυτός ο τρόπος.
+
+ΓΟΝΖ. Όταν το εφόρεσα στο γάμο της θυγατέρας σου;
+
+ΑΛΟΝΖ. Μου μπήχνετε αυτά τα λόγια στ' αυτιά, και βιάζετε την υπομονή
+της ψυχής μου! Να μην είχα ποτέ στεφανώσει τη θυγατέρα μου εκεί! γιατί
+ερχόμενος από 'κεί χάνω τον υιό μου· μηδ' εκείνη (τόσο μακρυά την έχω
+από την Ιταλία) ελπίζω να την ματαϊδώ. Ω συ, κληρονόμε μου της Νεάπολης
+και του Μιλάνου, ποιο τέρας του πελάου σ' εχορτάσθη;
+
+ΦΡΑΓΚ. Κύριε, μπορεί να ζη· Τον είδα να κτυπάη ταφρισμένα νερά, τάχε
+αποκάτου, και τα κυρίευε· τη θάλασσα επατούσε, σπρώχνοντας από κοντά
+του την έχθρα της, με τα στήθια κατά τον αφρό, που τον απαντούσε
+ολοφούσκωτος· την άφοβη κεφαλή του εβαστούσε αποπάνου από τα ωργισμένα
+κύματα, και με τα χέρια του, καλά κουπιά, ανδρειωμένα λαμνοκοπούσε
+πάντα κατά τη στερηά, η οποία έγερνε απάνου στα γλειμμένα θεμέλια της,
+ωσάν να έσκυφτε για να τον βοηθήση. Είμαι βέβαιος ότι εβγήκε στη γη
+ζωντανός.
+
+ΑΛΟΝΖ. Όχι, όχι, τον έχασα.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Κύριε, για τη μεγάλη συμφορά κάτεχε χάρι του εαυτού σου, που
+δεν ηθέλησες να μακαρίσης την Ευρώπη μας με τη θυγατέρα σου, αλλά
+επροτίμησες να την χάσης μ' έναν Αφρικανό· κ' εκεί τολιγώτερο που
+μπορεί να πάθη είναι να βρίσκεται εξωρισμένη από τα μάτια σου που τώρα
+την κλαίουν.
+
+ΑΛΟΝΖ. Παρακαλώ σε, πάψε.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Εγονυκλιθήκαμε μπροστά σου, και πόσ' άλλα δεν εκάμαμ' εμείς
+όλοι για να σου αλλάξουμε τη γνώμη· ως και της κόρης η ωραία ψυχή,
+ζυγιάζοντας, αυτού του γάμου το μίσος και τη φιλόστοργη υποταγή της,
+εδίσταζε πού να κλίνη. Εχάσαμε τον υιό σου, φοβούμαι, για πάντα· ετούτη
+η υπόθεση εχήρεψε στο Μιλάνο και στη Νεάπολη περισσότερες γυναίκες απ'
+όσους άνδρες γυρίζουν με μας να τες παρηγορήσουν. Το φταίσμα είναι δικό
+σου.
+
+
+ΑΛΟΝΖ. Δικός μου και ο ακριβώτερος χαμός.
+
+ΓΟΝΖ. Κύριέ μου Σεβαστιανέ, της αλήθειας, που φλέγεις, λείπει κομμάτι ο
+ευγενικός ο τρόπος, και ο καιρός· τρίβεις την πληγή, ενώ έπρεπε να την
+γλυκάνης.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Εξαίρετα.
+
+ΑΝΤΩΝ. Και ωσάν άξιος χειρουργός.
+
+ΓΟΝΖ. Μαυρίλα έχομεν όλοι μας, Κύριε, όταν είσαι συγνεφιασμένος.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μαυρίλα;
+
+ΑΝΤΩΝ. Μαύρη και σκοτεινή!
+
+ΓΟΝΖ. Ανίσως μου έδιναν να φυτέψω τούτο το νησί, κύριέ μου —
+
+ΑΝΤΩΝ· θα το εφύτευε τσουκνίδα.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ή ξυνόχορτο, ή μολόχα.
+
+ΓΟΝΖ. Και αν ήμουν ο βασιλέας του νησιού, τι ήθελα να κάμω;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Θα σου έλειπε το κρασί, και δεν θα μεθούσες.
+
+ΓΟΝΖ. Εις την πολιτεία μου κατώρθωνα κάθε πράμμα με ασυνήθιστους
+τρόπους· γιατί δεν ήθελε υποφέρω καμμιάς λογής εμπόριο· αρχές, μήτε να
+μελετιώνται· τα γράμματα, αγνώριστα· δούλοι, τίποτε· πλούτη και
+φτώχια, όξω· συμφωνίες, διαδοχές, κάτω· τέρμονας εις την γη, κανένας· η
+γη, άσκαφτη, ξαμπέλωτη· μήτε μέταλλα, μήτε στάρι, μήτε κρασί, μήτε
+λάδι· καμμιά δουλειά· οι άνδρες άνεργοι όλοι, και η γυναίκες ακόμη,
+πλην άφθαρτες και καθαρές· βασιλεία, καμμία.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Και μ' όλον τούτο ήθελε να είναι ο βασιλέας.
+
+ΑΝΤΩΝ. Το τέλος της πολιτείας του ξαστοχάει την αρχή.
+
+ΓΟΝΖ. Κάθε πράμμα, κοινό για όλους, θα το εγεννούσε η φύσις δίχως
+ίδρωτά μας, δίχως δυσκολία· αφού η προδοσίες και οι φόνοι ήθελε είναι
+αγνώριστα, τι χρεία θα είχα για σπαθιά, για κοντάρια, για τουφέκια, ή
+γι' άλλη μηχανή; δεν θα τα ήθελα· έπρεπε μοναχή της η φύσις να βγάνη
+άφθονα όλα τα καλά, να τρέφεται ο άκακος λαός μου.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Δεν θα εγνώριζαν παντρειές οι υπηκόοι του;
+
+ΑΝΤΩΝ. Ολότελα, αδελφέ μου· αργοί όλοι· αμαρτωλές και κατεργαρέοι.
+
+ΓΟΝΖ· θα κυβερνούσα, Κύριε, τόσο τέλεια, ώστε να νικήσω τον χρυσόν
+αιώνα.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ζήτω η Μεγαλειότης σου!
+
+ΑΝΤΩΝ. Ζήτω ο Γονζάλος!
+
+ΓΟΝΖ. Μ' αφοκράζεσαι, Κύριε;
+
+ΑΛΟΝΖ. Παρακαλώ, πάμε· για με δεν είναι τίποτε αυτά που μιλείς.
+
+ΓΟΝΖ. Σε πιστεύω, Κύριε· και γι' άλλο δεν τόκαμα παρά για να δώσω αιτία
+τούτων των κυρίων, πώχουν πλευρά τόσο γαργαλιστικά και καλοκίνητα, ώστ'
+ένα τίποτε τους παρακινεί να γελάνε.
+
+ΑΝΤΩΝ. Για το υποκείμενό σου εγελούσαμε.
+
+ΓΟΝΖ. Που σε τούτο το είδος τρελλού μετεωρισμού είναι ένα τίποτε
+μπροστά σας· μην παύετε λοιπόν, και γελάτε ακόμα για ένα τίποτε.
+
+ΑΝΤΩΝ. Είδες κοπανιά που μας έσυρε;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μόν' επήγε χαμένη.
+
+ΓΟΝΖ. Εγεννηθήκατε άνδρες τολμηρόκαρδοι· σεις θα εμετατοπίζετε το
+φεγγάρι από τη σφαίρα του, αν ετύχαινε για πέντε βδομάδες να μην
+αλλάξη.
+
+Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ αόρατος, τραγουδώντας με σεμνόν ήχο.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Βέβαια, κ' έπειτα θα εκυνηγούσαμε νυκτερίδες.
+
+ΑΝΤΩΝ. Έλα, κύριέ μου, μη θυμώνης.
+
+ΓΟΝΖ. Όχι, σας βεβαιώνω, δεν ριψοκινδυνεύω τόσο εύκολα τη γνώση μου·
+θέλετε να με περιγελάτε αποκοιμημένον; γιατί νυστάζω.
+
+ΑΝΤΩΝ. Πέσε κοιμήσου, και άκουέ μας.
+
+Αποκοιμούνται όλοι, όξω από τον ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟ, τον ΑΝΤΩΝΙΟ και τον ΑΛΟΝΖΟ.
+
+ΑΛΟΝΖ. Πώς; είναι και αποκοιμημένοι! Επιθυμούσα κ' εγώ τα μάτια μου να
+κλείσουν, και μ' αυτά οι στοχασμοί μου. Αισθάνομαι, που κλίνουν εις τον
+ύπνο.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Παρακαλώ σε, Κύριε, μην αρνηθής το βαρύ κάλεσμά του· σπανίως
+έρχεται να εύρη τη θλίψη· όταν έρχεται, είναι παρηγορητής.
+
+ΑΝΤΩΝ. Εμείς οι δύο, Κύριε, μένουμε φύλακες, ενώ αναπαύεσαι,
+αγρυπνώντας για την ασφάλειά σου.
+
+ΑΛΟΝΖ. Ευχαριστώ σας. Αξιοθαύμαστο βάρος!
+
+Ο ΑΛΟΝΖΟΣ αποκοιμιέται, ο ΑΡΙΕΛ βγαίνει.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Τι παράδοξος ύπνος τους επλάκωσε!
+
+ΑΝΤΩΝ. Προέρχεται από τον αέρα.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Γιατί λοιπόν δεν βαραίνει ως και τα βλέφαρά μας; Εγώ δεν
+νυστάζω.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ούτ' εγώ· τα λογικά μου είν' ελαφρά. Έπεσαν όλοι μαζή σαν
+ματιαγμένοι· τους έρριξε χάμου σαν αστροπελέκι. Τι μπορούσε, άξιε
+Σεβαστιανέ; — Ω! τι μπορούσε! — φθάνει· — και όμως, θαρρώ, στο πρόσωπό
+σου βλέπω το τι έπρεπε νάσαι· η ευκαιρία σου μιλεί· η δυνατή φαντασία
+μου θωράει μία κορώνα, η οποία κατεβαίνει απάνου στην κεφαλή σου.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Τι; είσαι έξυπνος;
+
+ΑΝΤΩΝ. Δεν μ' ακούς που μιλώ;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Σ' ακούω· και βέβαια είναι μια αποκοιμημένη ομιλία, και συ
+μιλείς εις τον ύπνο σου. Σαν τι ήταν αυτό που είπες; Παράξενη ανάπαυση
+! μ' ολάνοικτα μάτια κανένας να κοιμάται! να στέκη να μιλή, να
+κινιέται, και να κοιμάται βαθυά!
+
+ΑΝΤΩΝ. Μεγαλόψυχε Σεβαστιανέ, αφίνεις τη μοίρα σου να κοιμάται, —
+μάλιστα, να πεθάνη· και, έξυπνος, έχεις τα μάτια σφαλισμένα.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Εσύ φανερά ρουχαλίζεις, και τα ρουχαλίσματά σου ακούονται.
+
+ΑΝΤΩΝ. Είμαι σοβαρώτερος παρ' ό,τι συνηθώ· πρέπει να γένης και συ το
+ίδιο, και κάνοντάς το, τριπλασιάζεσαι.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ας είναι· είμαι ατάραχος ωσάν νερό στεκάμενο.
+
+ΑΝΤΩΝ. Εγώ θέλει σε μάθω να τρέχης.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Τρέχα συ· μία προγονική οκνηρία μ' έμαθε να φυλάω τα ρηχά.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ω! να ήξερες πόσο λατρεύεις την ιδέα εκεί που την αναπαίζεις!
+πόσο, γδύνοντάς την, πλέον σφικτά την περιλαμβάνεις! Μάλιστα οι
+άνθρωποι, που αγαπούν τα ρηχά, τρέχουν πολλές φορές σιμά στα βάθη·
+εκείν' η ίδια δειλιά τους, είτε η οκνηρία, τους σέρνει.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Παρακαλώ σε, λέγε· το κύτταγμά σου, η όψη σου, κηρύττουν κάτι
+σημαντικό, και ένα γέννημα βέβαια, που σου δίνει μεγάλη οδύνη όσο να
+φανερωθή.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ιδού, Κύριε. Μ' όλον ότι εδώ ο Κύριος με το αδύνατο θυμητικό,
+τούτος (ο οποίος δεν θενάχη περισσότερο θυμητικό αφού σκεπασθή με
+χώμα), από τώρα σχεδόν εκατάπεισε (γιατί άλλο να κάμη δεν ηξέρει) τον
+βασιλέα, ότι ο υιός του ζη, όμως είναι τόσο αδύνατο να μην επνίγη, όσο
+είναι αδύνατο τούτος, που κοιμάται εδώ, να πλέη.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Δεν έχω καμμιάν ελπίδα να μην επνίγη.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ω! αυτή η καμμιά σου ελπίδα πόσο μεγάλη σου γεννάει άλλην
+ελπίδα! Η καμμιά σου ελπίδα κατοικεί, σου δείχνει αλλού μία τόσο υψηλή,
+ώστε η ίδια φιλοδοξία δεν είναι αρκετή να ξανοίξη τίποτε παρέκει, και
+εις το εύρεμά της ακόμη απορεί. Ομολογείς μ' εμέ πως ο Φερδινάνδος
+επνίγη;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Πάει.
+
+ΑΝΤΩΝ. Τώρα, λέγε μου, κατόπι του ποιος είναι ο διάδοχος εις την
+βασιλεία της Νεάπολης;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Η Κλάριβελ.
+
+ΑΝΤΩΝ. Αυτή, που είναι βασίλισσα του Τουνεζιού· αυτή που βρίσκεται στα
+πέρατα της γης· αυτή, που όσο να λάβη μίαν είδηση από τη Νεάπολη,
+(γιατί δεν έχει μηνυτή τον Ήλιο, δεν λέω ταργό φεγγάρι) τραχαίνει και
+βγάνει τρίχες ταπαλό πηγούνι του βρέφους· αυτή, η αιτία που μας
+εκατάπιε όλους η θάλασσα, η οποία έβγαλε πάλι όξω κάποιους από μας,
+όπως κατορθώσουν πράξη, πώχει πρόλογο τα περασμένα. Τα ερχόμενα είναι
+δουλειά δική σου και δική μου.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Τι λογής πράμμα είν' αυτό; πώς είπες; είναι βέβαιο ότι η
+θυγατέρα του αδελφού μου είναι βασίλισσα του Τουνεζιού, ότι είναι και
+διάδοχος εις την βασιλεία της Νεάπολης· σ' αυτούς τους τόπους ανάμεσα
+είναι κάμποσο διάστημα.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ένα διάστημα, που κάθε του οργιά, σου φαίνεται, φωνάζει. «πώς θα
+μας ξαναμετρήση τούτ' η Κλάριβελ για να γυρίση στη Νεάπολη;» — Μείνε
+στο Τούνεζι, και ας μην κοιμάται ο Σεβαστιανός! Υπόθεσε ότι είναι
+θάνατος αυτό, που τους άδραξε τώρα· αυτοί δεν ήθελ' ευρίσκονται
+χειρότερα απ' ό,τι είναι. Δεν λείπουν άνθρωποι άξιοι να κυβερνήσουν τη
+Νεάπολη έτσι, όπως τούτος που κοιμάται· ευρίσκονται αυλικοί, που ξέρουν
+πολλές και άτοπες ομιλίες όσες ετούτος ο Γονζάλος. εγώ ο ίδιος μπορώ να
+περισσολογώ άλλο τόσο. Ω! να είχες και συ το στοχασμό μου! τι ύπνος
+ετούτος για το μεγαλείο σου! Μ' εννοείς;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μου φαίνεται, σ' εννοώ.
+
+ΑΝΤΩΝ. Κ' η καρδιά σου καλοδέχεται τη χρυσή σου τύχη;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Θυμούμαι που εσύ έβγαλες τον αδελφό σου τον Πρόσπερο.
+
+ΑΝΤΩΝ. Αλήθεια· και ιδές, πόσο μου αρμόζουν αυτά τα φορέματα! πολύ
+καλύτερα παρά πρώτα. Οι δούλοι του αδελφού μου ήταν τότε συντρόφοι μου,
+τώρα με προσκυνούνε.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Πλην η συνείδησή σου —
+
+ΑΝΤΩΝ. Μάλιστα, Κύριε· πού φωλιάζει αυτό; ανίσως ήταν μία χιονίστρα,
+ήθελε μ' αναγκάσει να πλατύνω το πόδημα· αλλ' εγώ δεν ακούω μέσα μου
+αυτήν την θεότητα· είκοσι συνείδησες, ανάμεσό μου και της βασιλείας του
+Μιλάνου, ας πήξουνε και ας λυώσουνε, δεν με πειράζει! Εδώ κοίτεται ο
+αδελφός σου, — άξιζε τάχα περισσότερο από το χώμα που κοίτεται, ανίσως
+αυτός ήταν εκείνο που φαίνεται; με τούτο το πιστό σίδερο, τρία δάκτυλα
+μέσα, εγώ του στρώνω το κρεββάτι για πάντα, ενώ εσύ, αν έκανες το ίδιο,
+στην αιώνια τύφλα θα έμπαζες το μουχλιασμένο εκείνο γεροντάκι με τες
+φρόνιμες νουθεσίες, να μην τον έχουμε να μας κατακραίνη. Όσο για τους
+άλλους, αυτοί θέλει μας ακούνε με την προθυμία, που ο γάτος γλύφει το
+γάλα· θέλει βαρούν την ώρα σε ό,τι ειπούμ' εμείς, που αρμόζει του
+καιρού.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ακολουθώ, φίλε, τα καμώματά σου. Όπως εσύ απόκτησες το Μιλάνο,
+ομοίως κ' εγώ παίρνω τη Νεάπολη· ξεσπάθωσε· ένα κτύπημα σ' ελευθερώνει
+από το δόσιμο που πληρώνεις, κ' εγώ, ο βασιλέας, θέλει σ' αγαπώ.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ξεσπάθωσε σύγχρονα και συ, και άμα σηκώσω το χέρι μου, κάμε και
+συ το ίδιο, και κτύπησε τον Γονζάλο.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Στάσου! ένα λόγο μοναχά. (Συνομιλούν παράμερα).
+
+ Μουσική. Ο ΑΡΙΕΛ μεταμπαίνει αόρατος.
+
+ΑΡΙΕΛ. Ο Κύριός μου με το μέσο της τέχνης του προβλέπει τον κίνδυνο που
+βρίσκονται τούτοι οι φίλοι του, και με στέλνει (ειδεμή το σχέδιό του
+αφανίζεται) να τους φυλάξω τη ζωή.
+
+Τραγουδάει στο αυτί του ΓΟΝΖΑΛΟΥ.
+
+ Ενώ κοιμάσ' αμέριμνα,
+ Καιρό δεν χάνει η άγρυπνη
+ Κοντά σου η Προδοσιά.
+ Αν θέλης τη ζωούλα σου,
+ Διώξε τον ύπνο, πρόσεχε.
+ Σήκω, σου λέω, γοργά.
+
+ΑΝΤΩΝ. Λοιπόν γλήγορα κ' οι δύο.
+
+ΓΟΝΖ. Άγγελοι καλοί, φυλάξτε τον βασιλέα!
+
+ΑΛΟΝΖ. Α! Α! ξυπνάτε! — Γιατί ξεσπάθωτοι; γιατί εκείνο το
+ξαγριεμμένο κύτταγμα;
+
+ΓΟΝΖ. Τι εσυνέβηκε;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ενώ εστεκόμεθα εδώ, κ' εφυλάγαμε την ανάπαυσή σας, τώρα, τώρα,
+ακούσαμε ξάφνου ένα κουφομούγγρισμα, σαν από βουβάλια, ή καλύτερ' από
+λιοντάρια· δεν σας εξύπνησε; μου βρόντησε στ' αυτί τρομακτικά.
+
+ΑΛΟΝΖ. Δεν άκουσα το παραμικρό.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ω! ήταν βοή αρκετή να δειλιάση κ' ένα θερίο, να κάμη σεισμό·
+εμούγγριζε βέβαια ένα κοπάδι λιοντάρια.
+
+ΑΛΟΝΖ. Άκουσες αυτά, Γονζάλε;
+
+ΓΟΝΖ. Στην τιμή μου, Κύριε, άκουσα ένα μουρμούρισμα, ένα πολύ παράξενο
+μουρμούρισμα, που μ' εξύπνησε· σ' ετάραξα, Κύριε, κ' εφώναξα· ανοίγω τα
+μάτια, και βλέπω τα σπαθιά τους γυμνά· — ακούστηκ' ένας αχός, αυτό είν'
+αλήθεια, είναι καλύτερα, νάχουμε τον νου μας, ή να φύγουμ' από δω· ας
+ξεσπαθώσουμε.
+
+ΑΛΟΝΖ. Ας έβγουμ' από τούτον τον τόπο, και ας κάμουμε και άλλες έρευνες
+για τον υιό μου.
+
+ΓΟΝΖ. Ο θεός να τον φυλάξη από τα θεριά· γιατί βέβαια στο νησί
+βρίσκεται.
+
+ΑΛΟΝΖ. Εμπρός.
+
+ΑΡΙΕΛ. Ο Κύριός μου, ο Πρόσπερος, πρέπει να μάθη εκείνα, που έκαμα· και
+συ, βασιλέα, πήγαινε ακίνδυνα, γύρευε τον υιό σου.
+
+
+ ΣΚΗΝΗ Β'.
+
+
+ Έν' άλλο μέρος του νησιού.
+
+Μπαίνει ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ φορτωμένος ξύλα. Ακούεται βροντή.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Όσα μιάσματα ο Ήλιος ρουφάει μέσ' από βυθίσματα, βάλτους, ρηχά,
+να πέσουν όλα απάνου στον Πρόσπερο, και να μην του αφήσουν ογγιά σάρκα
+γερή! Μ' ακούν τα πνεύματά του, κι' όμως εξ ανάγκης πρέπει να
+καταριούμαι. Αλλέως δεν θα μ' ετσιμπούσαν, δεν θα μ' ετρόμαζαν μ'
+ίσκιους, δεν θα μ' έμπηχναν στο βούρκο, δεν θα έκαιαν ωσάν δαυλιά στα
+σκοτάδια, να με παραστρατήσουν, ανίσως εκείνος δεν τους επρόσταζε.
+Αμμή, για την παραμικρήν αφορμή, τους βάνει να με κυνηγάν πότε ωσάν
+μαϊμούδες, που μου κάνουν κάθε λογής άσχημα μούτρα, μου τριζοκτυπούν τα
+δόντια τους, κ' έπειτα με δαγκάν. πότε ωσάν σκατζοχέροι, που μουλώνουν
+κουβαριασμένοι στο δρόμο εμένα του ξυπόλυτου, και όπου πατήσω μου
+στηλώνουν ταγκάθια τους. Άλλες φορές πάλι είμαι τυλιγμένος από ένα σωρό
+φίδια, πού με σχισμένες γλώσσες με βουρλίζουν σφουριξιές. Γεια, τώρα,
+γεια!
+
+Μπαίνει ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ.
+
+Εδώ έρχεται ένα πνεύμ' από τα δικά του, κ' έρχεται να με βασανίση,
+γιατί αργώ να φέρω μέσα τα ξύλα. Ας πέσω πίστομα, ίσως να μη με
+καταλάβη.
+
+ΤΡΙΝΚ. Εδώ δεν είναι ούτε φυτό, ούτε δενδρούλι κανένα για να σκεπασθής
+από τον καιρό· και ολοένα βράζει και άλλη ανεμοζάλη· την ακούω, που
+τραγουδάει στον αέρα· εκείν' η μαυρίλα, κείνο το σύγνεφο το τρανό,
+μοιάζει έν' ασκί χαλασμένο έτοιμο να σκάση. Αν έχη να ρίξη αστροπελέκια
+σαν πρώτα, δεν ηξέρω που να κρυφθώ· κείνο το σύγνεφο πρέπει να πέση
+νεροποντή. — Τι έχουμ' εδώ; είν' άνθρωπος, ή ψάρι; ψόφιο, ή ζωντανό;
+ψάρι· βρωμάει σαν ψάρι· ένα ψάρι σπάνιο! μία παλιά και ψαρίστικη βρώμα!
+Αν ήμουν τώρα στην Αγγλία (σαν άλλη φορά), και είχα τούτο το ψάρι
+ζωγραφισμένο μοναχά, καθένας ήθελε τρέχη να το ιδή, και ήθελε πλερώνη
+μ' ασήμι· με τούτο το τέρας εκεί εγενόμουν άνθρωπος· εκεί, όποιος δείξη
+κάποιο ζώο παράξενο γίνετ' άνθρωπος· αγκαλά δεν δίνουν έναν οβολό για
+να γλυτώσουν ένα κρατημένον, βγάνουν όξω δέκα για να ιδούν ένα λείψανο
+της Ινδίας. Με σκέλη, σαν άνθρωπος, και η πλέγες του, σαν χέρια! ζεστό,
+μα την αλήθεια! αλλάζω γνώμη τώρα· τούτο δεν είναι ψάρι, είν' ένας
+κάτοικος του νησιού, που προ ολίγου κάτι θα έπαθε από το αστροπελέκι.
+(Βροντάει). Ωιμένα! Νάσου πάλι η κακοκαιρία! καλύτερα να χωθώ αποκάτου
+από τη γούνα μου. Άλλο καταφύγιο δεν είναι εδώ τριγύρου. Η χρεία μας
+μαθαίνει να πέσουμε με παράξενη συντροφιά. — Κουκουλώνομ' εδώ, όσο να
+ξεθυμάν' η αντάρα.
+
+Μπαίνει ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ τραγουδώντας και βαστώντας ένα φλασκί.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Εγλύτωσα τη θάλασσα,
+ θα τελειώσω στη στερηά.
+
+Αυτός είν' ένας άσχημος σκοπός, για ξόδι. Καλά, ιδού η παρηγοριά μου.
+(Πίνει).
+
+ Ο ναύκληρος, ο δούλος του,
+ Μ' εμέ και μ' άλλους δυο,
+ Την Χρυσαυγή αγαπούσαμε,
+ Την Φρόσω, την Μαριώ.
+ Την Κατερίνη αφίναμε
+ Να κουρευθ' η γλωσσού,
+ Που τάχα δεν της άρεγε
+ Η οσμή του κατραμιού.
+ Τους ναύταις καταργιότουνε.
+ Αμμή το ξέρω γω,
+ Που για 'να ράφτ' η δύστυχη
+ Βαστούσε τον καϋμό.
+ Στη φούρκ' αυτή και ο ράφτης της,
+ Κ' εμείς για το γιαλό.
+
+Άσχημος σκοπός και τούτος· αλλ' ιδού η παρηγοριά μου.
+
+(Πίνει).
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μη με βασανίζης, ω!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τι εσυνέβηκε; Έχουμε διαόλους εδώ; μας γελοπαίζεις μ' άγρια
+πράμματα, με Ινδιάνους; Α! εγλύτωσα από του να πνιγώ για να σκιαχθώ
+τώρα τα τέσσερα πόδια σας; Επειδή είναι γραμμένο. «άνθρωπος που
+αρκουδίζει, δεν τον σκιάζει ποτέ». Και αυτό θ' αληθεύη πάλι όσο ζη ο
+Στέφανος.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Το πνεύμα με βασανίζει, ω!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ετούτο είναι κάποιο τέρας του νησιού, τετράποδο, που από κείνο,
+που εγώ λογιάζω, αρρώστησε· πού στο δαίμονα έμαθε τη γλώσσα μας; Θέλει
+το βοηθήσω· δεν χάνω τίποτε· ανίσως μου πιτύχη να το γλυτώσω, και να
+το ημερώσω, και να το φέρω μαζή μου στη Νεάπολη, αυτό είναι χάρισμα για
+κάθε βασιλέα που να εφόρεσε ποτέ αγελαδινό τομάρι.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μη με βασανίζης στη ζωή σου· θα φέρω στο σπίτι τα ξύλα το
+γληγορώτερο.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Βρίσκεται βαρυά, και παραλογάει. Θέλει πιη από το φλασκί μου·
+ανίσως δεν έπιε κρασί ποτέ του, αυτό θέλει του διώξη τη θέρμη· ανίσως
+μπορέσω να το γλυτώσω, και να το ημερώσω, δεν θα ξοδιάζω πολύ γι' αυτό·
+αυτό μάλιστα θα με πορεύη, και καλά.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Ως την ώρα λίγο με πειράζεις· σε λίγο θα κάμης χειρότερα· το
+γνωρίζω από το τρεμουλιό σου. Ολοένα δουλεύει απάνου σου ο Πρόσπερος.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Άφηστα αυτά τώρα. Άνοιξε το στόμα σου· ιδού, τούτο σε μαθαίνει
+να μιλής, γιατί· άνοιξε το στόμα σου· τούτο σου ξετινάζει το τάραμα, σε
+βεβαιώνω· δεν γνωρίζεις το φίλο σου· άνοιξε πάλι τη μούρη σου.
+
+ΤΡΙΝΚ. Μου φαίνεται σαν να εγνώριζα τούτη τη φωνή, σαν να ήταν του —,
+αλλ' εκείνος επνίγηκε, και τούτοι είναι διαόλοι! ω θεέ μου.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τέσσερα πόδια, και δύο φωνές! Έν' αξιόλογο τέρας! τώρα η
+μπροστινή φωνή έχει να παινέση το φίλο του, και η πισινή θ'
+ασχημομιλήση και θα κατηγορήση. Ανίσως όλο το κρασί στο φλασκί μου
+μπορή να το γλυτώση, το κάνω. Έλα! ας είναι! ας χύσω λίγο μέσα στ' άλλο
+σου το στόμα.
+
+ΤΡΙΝΚ. Στέφανε!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τάλλο σου το στόμα μ' έκραξε! Θεέ μου, Θεέ, τούτος είναι
+δαίμονας, όχι τέρας. Του αφίνω γεια· με τον πειρασμό μη πολλά λόγια.
+
+ΤΡΙΝΚ. Αν είσαι ο Στέφανος 'γγίξε με, και μίλησέ μου· γιατί εγώ είμαι
+ο Τρίνκουλος· — μη σκιάζεσαι, — ο καλός σου φίλος, ο Τρίνκουλος.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Αν είσαι ο Τρίνκουλος, έβγα όξω· να σε σύρω από τα φτενώτερα
+σκέλη· αν βρίσκωνται εδώ του Τρίνκολου τα σκέλη, βέβαια είναι τούτα· ο
+Τρίνκουλος όλος! πώς εκατάντησες να σε κάμη κάθισμά του τούτο
+ταπόρριμμα: Ξέρει και κλάνει Τρίνκουλους;
+
+ΤΡΙΝΚ. Μου εφάνηκε σβυμμένος από ταστροπελέκι. Κ' έτσι δεν επνίγηκες,
+Στέφανε; τώρα, θαρρώ, δεν επνίγηκες· επέρασ' η ανεμοζάλη; εγώ
+εκρύφθηκ' αποκάτου από τη γούνα αυτού του ψοφημιού, γιατί εσκιάχθηκα
+τον καιρό. Λοιπόν ζης, Στέφανε; Ω. Στέφανε, δύο Νεαπολίταις γλυτωμένοι!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Στη ζωή σου, μη μ' ανακατώσης τόσο το στομάχι· δεν βαστάω πάρα
+πολύ.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Τούτα είναι ψιλά πράμματα, μην ίσως είναι και πνεύματα. Εκείνος
+είναι ένας άξιος θεός και βαστάει ένα ουράνιο πιοτό. Θα γονατίσω
+μπροστά του.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Πώς εγλύτωσες; πώς ήρθες εδώ; ορκίσου απάνου σε τούτο το
+φλασκί, πώς ήρθες εδώ. Εγώ εγλύτωσ' απάνου σ' ένα βουτσί κρασί της
+Ισπανίας, ριμμένο στο πέλαο από τους ναύταις, μα τούτο το φλασκί· εγώ ο
+ίδιος τώκαμ' από δένδρου φλούδα, με τούτα μου τα χέρια, αφού το ρεύμα
+μ' έσυρε στη στερηά.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Εγώ ορκίζομ' απάνου σ' αυτό το φλασκί, πως είμαι αληθινός
+δούλος σου· γιατί τούτο το πιοτό δεν είναι της γης.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Να! ορκίσου λοιπόν, πώς εσώθηκες.
+
+ΤΡΙΝΚ. Εκολύμπησα, αδελφέ, σαν νησσάρι· σου ορκίζομαι, εγώ πλέω σαν
+νησσάρι.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Να· φίλησε το βιβλίο· αγκαλά ξέρης και πλες σαν νησσάρι, είσαι
+καμωμένος σαν χήνα.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ω Στέφανε! έχεις και άλλο;
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Το βουτσί ολάκερο, αδελφέ μου. Το κρασοστάσι μου είναι σ' ένα
+βράχο παραγιαλού· εκεί έχω κρυμμένο το κρασί μου. Απόρριμμα, μωρέ, πώς
+πάει η τρεμούλα σου;
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Δεν είσαι ουρανοκατέβατος;
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Φεγγαροκατέβατος, σε βεβαιώνω· εγώ ήμουν εκείνον τον καιρό ο
+άνθρωπος του φεγγαριού.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Αλήθεια· εγώ σ' είδα μέσα στο φεγγάρι, και σε λατρεύω· η κυρά
+μου μού 'δειξε που ήσουν με το σκυλί σου, και με το βάτο σου.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Κόπιασε, ορκίσου απάνου σ' αυτό· φίλησε το βιβλίο· σε λίγο το
+προικίζω με καινούρια γράμματα· ορκίσου.
+
+ΤΡΙΝΚ. Μα τούτο το φως, αυτό είν' ένα κουτό τέρας. Εγώ να το σκιάζωμαι;
+ένα τιποτένιο τέρας· ο άνθρωπος μέσα στο φεγγάρι; — ένα τέρας, που τα
+καταπίνει όλα. Τραβάς καλά, τέρας, μα την αλήθεια.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Σου δείχνω κάθε πιθαμή καρπερό χώμα στο νησί, και σου φιλώ τα
+πόδια· παρακαλώ σε, να σ' έχω θεό.
+
+ΤΡΙΝΚ. Στη ζωή μου, κουτοπόνηρο και μέθυσο τέρας! Την ώρα, που ο θεός
+του θα κοιμάται, αυτό θα του κλέφτη το φλασκί.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. θα σου φιλήσω τα πόδια, θα ορκισθώ δούλος σου.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Έλα, πέσε κάτου, και ορκίσου.
+
+ΤΡΙΝΚ. Θα σκάσω από τα γέλια με τούτο το ζω — τι κατεργάρικο τέρας! —
+το βάρουνα στην ψυχή μου.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Έλα φίλησε.
+
+ΤΡΙΝΚ. Μόν' που το μαύρο εμέθυσε· ένα βρωμερό τέρας.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Εγώ σου δείχνω τες καλύτερες βρύσες· σου μαζεύω κούραμα, σου
+βγάνω ψάρια, σου φέρνω όσα ξύλα αγαπάς. Πανούκλα να κόψη τον τύραννο
+που δουλεύω! Δεν του κουβαλώ άλλα ξύλα, μόνο σέν' ακολουθώ, θαυμαστέ
+άνθρωπε.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ω γέλια, να ξιππάζεται το μπαίγνιο για ένα μαύρο μεθύστακα!
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Θέλε με, παρακαλώ, να σε πάω κει, όπου βγαίνουν η αγριομηλιές,
+και με τα μακρυά μου νύχια εγώ να σου ξεθάφτω ύκνες, να σου δείξω που
+φωλιάζει ο πετρίτης, να σου μάθω πώς παγιδεύεται η γοργοκίνητη μαϊμού,
+να σε φέρω στες στρυμωχτές λεφτοκαρυές, και κάποτε να σου κυνηγώ μικρά
+ζαρκάδια μέσ' από τα γκρεμά. Έρχεσαι μαζή μου;
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Έλα τώρα, δείξε μας το δρόμο, δίχως τόσες πολυλογίες.
+Τρίνκουλε, επειδή ο βασιλέας και όλ' η συντροφιά μας επνιγήκανε, εμείς
+τα κληρονομούμ' εδώ. Να, βάστα το φλασκί. Συντεχνίτη μου Τρίνκουλε, το
+ματαγεμίζουμε σε λίγο.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. (Τραγουδώντας μεθυσμένα).
+
+ Υγεία σ' αφίνω, αφέντη μου —
+
+ΤΡΙΝΚ. Το τέρας σκούζει, το τέρας μεθάει.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Καλάμια δεν σμίγω
+ Για ψάρια πιλιό.
+ Δεν πάω κάθε λίγο
+ Για ξύλα, το ζω.
+ Δεν τρίβω ταρμάρια.
+ Δεν πλένω δισκάρια.
+ Νέον ηύρε λεβέντη
+ Ο Μπαλ Κα — λιμπάν. —
+ Εύρ' άλλονε, — αφέντη. —
+ Σαν τον Καλιμπάν.
+
+Ελευθεριά, σκόλη! σκόλη, ελευθεριά! ελευθεριά, σκόλη, ελευθεριά!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ω άξιο τέρας! δείξε μας το δρόμο. (Βγαίνουν).
+
+
+ ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ
+
+
+ ΣΚΗΝΗ Α'.
+
+
+ Μπαίνει ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ βαστώντας ένα γογγύλι.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Κάποιες ξεφάντωσες είναι κοπιαστικές, αλλά εις την ηδονή
+νοστιμίζει και ο κόπος· το να σκύψης εις δουλικά έργα είναι κάποτε
+μεγαλοψυχία, και πάμπτωχα μέσα αποβλέπουν εις πλουσιώτατα τέλη. Τούτο
+το μεροκάματο ήθελε τώχω βαρύ όσο είναι αξιομίσητο· αλλ' η κυρία, που
+δουλεύω, τα νεκρά ανασταίνει, και τους κόπους μου τους κατασταίνει
+χαρές. Ω! αυτή είναι δέκα φορές τόσο γλυκότροπη όσο τραχύς ο πατέρας
+της· και εκείνος είναι ζυμωμένος αγριότη. Πρέπει να κουβαλήσω κάμποσες
+χιλιάδες από τούτα τα γογγύλια, και να θιμωνιάσω, κατά την αυστηρή
+προσταγή· η γλυκειά μου κυρία..· κλαίει όταν με βλέπη να δουλεύω, και
+λέγει ότι σε τούτο το ταπεινό έργο δεν έτυχε ποτέ παρόμοιος εργάτης.
+Λησμονώ· αλλά μέσα εις τούτους τους γλυκούς λογισμούς αλαφραίνουν οι
+κόποι μου· και, φαίνεταί μου, σχολάζω λησμονώντας.
+
+Μπαίνει η ΜΙΡΑΝΤΑ και ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, ο οποίος μένει εις ένα κάποιο
+διάστημα.
+
+ΜΙΡ. Ωιμένα! τώρα, παρακαλώ σε, μην κοπιάσης τόσο· να τάχε κάψει
+ταστροπελέκι εκείνα τα γογγύλια, που είσαι προσταγμένος να θιμωνιάσης!
+Παρακαλώ σε, θέσε το κάτου, και ησύχασε· όταν καή θα δακρύζη, που σ'
+έχει αγανακτήσει. Ο πατέρας μου είναι βυθισμένος εις την σπουδή του·
+παρακαλώ σε, αναπαύου· για τούτες τες τρεις ώρες αυτός δεν βγαίνει.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Ω υπεράκριβή μου Κυρία, ο ήλιος θέλει βασιλέψη, και πάλι θα
+μείνη ακάμωτος ο διωρισμένος κόπος.
+
+ΜΙΡ. Κάθησε, και ωστόσο εγώ φέρνω τα γογγύλια σου· παρακαλώ σε, δόσ'
+μου το αυτό· εγώ σου το φέρνω στη θιμωνιά.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, πολύτιμο πλάσμα· καλύτερα να κοπούν τα νεύρα μου, ν'
+ανοιχθούν η πλάτες μου, παρά να υποφέρης εσύ παρόμοιαν ατιμία, κ' εγώ
+να κάθωμαι οκνός να σε κυττάζω.
+
+ΜΙΡ. Μου πρέπει όσο σου πρέπει· κ' εγώ θα το έκανα πολύ ευκολώτερα,
+γιατί εγώ το καλοθέλω, κ' εσύ το μισείς.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του). Καϋμένο σκουλήκι, είσαι άρρωστο· ειδεμή, δεν θα
+ερχόσουν εδώ τώρα.
+
+ΜΙΡ. Δείχνεις κουρασμένος.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, ευγενική μου κυρία· μου φαίνεται ότι αναπνέω το δροσάτο
+αέρι της αυγής όταν είσαι εσύ κοντά μου, και ας ήταν νύκτα. Σε παρακαλώ
+(το περισσότερο για να το βάλω στες προσευχές μου) τι όνομα έχεις;
+
+ΜΙΡ. Μιράντα· ω πατέρα! σε παράκουσα και το είπα!
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Αξιοθαύμαστη Μιράντα! αλήθεια η κορυφή του θαύματος! που
+αξίζεις ό,τι ακριβό έχει ο κόσμος! Πολλές κυρίες εμάτιασα με κύτταγμα
+τρυφερό, και πολλές φορές τα γλυκομίλητα χείλη τους υπόταξαν τα πάρα
+πρόθυμα αυτιά μου· διάφορες γυναίκες μ' άρεσαν για διάφορες αρετές,
+αλλά την ψυχή μου δεν συνεπήρε καμμία τόσο βαθυά, ώστε να μη της ιδώ
+κάποιο λάθος να πολεμάη από τες χάρες της την υψηλότερη, και να την
+κατεβάζη· αλλά συ, ω συ, τόσο τέλεια, ασύγκριτη τόσο, επλάσθης με κάθε
+άλλου πλάσματος το άνθος.
+
+ΜΙΡ. Εγώ δεν γνωρίζω καμμία του γένους μου· δεν θυμούμαι καμμιάς
+γυναικός πρόσωπο, ειμή, από τον καθρέφτη, το δικό μου· μήτε είδα
+άλλους, άξιους να τους ονομάσω άνδρες, παρά σε, καλέ μου φίλε, και τον
+ακριβό μου πατέρα· πώς είναι κει όξω τα πράγματα, είμαι άμαθη· αλλά στη
+σεμνότη μου απάνου (το μαργαριτάρι της προίκας μου), δεν επιθυμούσα
+άλλον σύντροφο στον κόσμο παρά σε, μήτε δύναται η φαντασία να πλάση
+άλλη μορφή, παρά σε, να μ' αρέση· — αλλά εγώ παραμιλώ, και σ' αυτά
+λησμονώ τες νουθεσίες του πατρός μου.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Εγώ 'μαι βασιλέως υιός, Μιράντα· στοχάζομαι και βασιλέας, (έτσι
+να μην ήμουν!), και βέβαια δεν θα έστεργα τούτη τη δουλική αγγαρεία όσο
+δεν θα υπόφερνα να μου μολύνη η μύγα τα χείλη. Άκουσε την ψυχή μου, που
+μιλεί· τη στιγμή που σε πρωτόειδα η καρδιά μου ευθύς ώρμησε να σε
+δουλέψη· αυτού υπάρχει δύναμις άξια να με σκλαβώση, και γι' αγάπη σου
+ιδού με, ευχαριστημένος φορτώνομαι ξύλα.
+
+ΜΙΡ. Μ' αγαπάς;
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Ω Ουρανοί και Γη, γενήτε μάρτυρες εις τούτη τη φωνή μου, και σ'
+εκείνο, που ομολογώ, στεφανώστε μ' αγαθό τέλος, αν ομιλώ με αλήθεια·
+και ανίσως με δόλο, τότε όσα καλά και αν μου μέλλουνε γυρίστε τα όλα σε
+τόσες συμφορές! Εγώ παραπάνου απ' ό,τι και αν είναι στον κόσμο σ'
+αγαπώ, σε σέβομαι, και σε δοξάζω.
+
+ΜΙΡ. Τρελλή πούμαι, να κλαίω για κείνο που χαίρομαι.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του), Ωραία συναπαντηθήκαν δυο πολύτιμες ψυχές! Ουρανοί,
+βρέξτε χάρι απάνου σ' ό,τι βλασταίνει ανάμεσό τους!
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Τι κλαις;
+
+ΜΙΡ. Γιατί δεν είμ' άξια, και δεν τολμώ να προσφέρω εκείνο που ποθώ να
+δώσω, και τρέμω να δεχθώ εκείνο, π' αν το στερηθώ, πεθαίνω· αλλ' αυτά
+είναι μάταια· και εκείνο όσο περισσότερο πάσχει να κρυφθή, τόσο
+περισσότερο μεγαλώνει και φαίνεται. Μακρυά από μένα, εντροπαλή τέχνη!
+και σπρώξε με, άδολη εσύ και άγια απλότης! Εγώ 'μαι γυναίκα σου, ει δε
+μή, θέλει πεθάνω δούλα σου· για σύντροφο μπορείς να μ' αρνηθής· αλλά
+δούλα θα σου είμαι, θέλης και μη θέλης.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Κυρία μου υπεράκριβη, κ' εγώ πάντα, καθώς είμαι τώρα, ταπεινός.
+
+ΜΙΡ. Λοιπόν, άνδρας μου;
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Ναι, και με καρδιά τόσο πρόθυμη, όσο της σκλαβιάς για την
+ελευθερία· — ιδού το χέρι μου.
+
+ΜΙΡ. Ιδού και το δικό μου, και σ' αυτό μέσα η καρδιά μου· και τώρα,
+χαίρε για μισή ώρα.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Πες χίλιες ώρες! χίλιες! (Βγαίνουν).
+
+ΠΡΟΣΠ. Δεν μπορώ να χαρώ γι' αυτά ίσια μ' αυτούς· επειδή αυτοί σ' όλα
+θαυμάζονται· αλλά για τίποτε άλλο δεν γένεται να χαρώ τόσο. Πηγαίνω εις
+τη βίβλο μου, γιατί πριν του δειλινού μου μένουν πολλά να κατορθώσω.
+(Βγαίνει).
+
+
+ ΣΚΗΝΗ Β'.
+
+
+ Έν' άλλο μέρος του νησιού.
+
+Μπαίνουν ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ και ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ. ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ κατόπι τους μ' ένα
+φλασκί.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Άφησέ με ήσυχο· — σαν αδειάση το βουτσί τότε πίνουμε νερό·
+πρώτα, μήτε στάλα. Δούλο — τέρας, πιε στην υγειά μου.
+
+ΤΡΙΝΚ. Δούλο — τέρας! καλέ, τι νησί είναι τούτο; Λένε πως πέντε
+μοναχά είναι μέσα σε τούτο το νησί· εμείς είμασθε τα τρία· ανίσως τάλλα
+δύο έχουνε τα μυαλά μας, η πολιτεία κουνιέται.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Πιε, δούλο — τέρας, όταν σου το προστάζω εγώ· τα μάτια σου
+είναι χωσμένα μέσα στο κεφάλι σου.
+
+ΤΡΙΝΚ. Και πού αλλού θα τάχη χωσμένα; ήθελ' είναι ένα άξιο τέρας, μα
+την αλήθεια, ανίσως τάχε στην ουρά του.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ο τερατάνθρωπός μου έπνιξε τη γλώσσα του μέσα στο κρασί· όσο
+για με, το πέλαο δεν με πνίγει· εκολύμπησα, πριχού πιάσω στερηά, εδώ κ'
+εκεί, εξήντα πέντε μίλια, μα τούτο το φως. Θα σ' έχω υπασπιστή, ή
+σημαιοφόρο;
+
+ΤΡΙΝΚ. Υπασπιστής σου, αν αγαπάς· αυτό δεν βαστάει σημαία.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Δεν θέλει τρέχουμε, κυρ τέρας.
+
+ΤΡΙΝΚ. Μήτε θέλει περπατήτε· θέλει κάθεσθε σαν σκύλοι, και θέλει
+στέκεσθε βουβοί.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Απόρριμμα, μίλιε μία φορά, αν αλήθεια είσαι ένα καλό απόρριμμα.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Τι κάν' η Υψηλότης σου; να γλύψω το παπούτσι σου· εκείνον δεν
+τον θέλω γι' αφέντη· δεν αξίζει.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ψέμματα, αμαθέστατο τέρας· εγώ έχω μούτρο να βάλω κάτου ένα
+χωροφύλακα· και τι, ψάρι βρώμιο, ευρέθηκε ποτέ άνθρωπος φοβιτσιάρης να
+πιη όσο ‘γώ σήμερα; Τολμάς και λες ψέμμα τόσο χοντρό και ολάκερο εσύ,
+που είσαι μισό ψάρι και μισό τέρας;
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Ιδές! πώς μ' αναπαίζει! θα τον αφήσης, αφέντη μου;
+
+ΤΡΙΝΚ. «Αφέντη μου» λέει! Ένα τέρας νάναι έτσι κουτόμυαλο!
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Να το, να το πάλι 'πίσω. Δάγκασέ τονε σκότωσέ τον, παρακαλώ σε.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τρίνκουλε, βάστα τη γλώσσα σου· αν κάμης αταξίες, το πρώτο
+δένδρο... Το τέρας το καψερό είναι υπήκοος μου, και δεν συγχωρώ να μου
+το βρίζουν.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Ευχαριστώ τον υψηλό μου αφέντη. Συγκατεβαίνεις ν' αφοκρασθής
+πάλι το ζήτημά μου;
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ναίσκε· αμμή πώς; γονάτισε και ματαπές το· εγώ στέκομαι ορθός·
+έτσι και ο Τρίνκουλος.
+
+Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ αόρατος.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Καθώς σου έλεγα, δουλεύω ένα τύραννο· ένα μάγο, που με τη σοφία
+του μου έκλεψε τούτο το νησί.
+
+ΑΡΙΕΛ. Ψέμματα.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Εσύ τα λες, μαϊμού αναγελάστρα· εσύ. Να σ' εχαλούσε ο γενναίος
+μου Κύριος! εγώ δεν λέω ψέμματα.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τρίνκουλε, ανίσως τον πειράξης πάλι στην ομιλία του, μα τούτο
+το χέρι, σου πετάω κανένα δόντι.
+
+ΤΡΙΝΚ. Και τι; εγώ δεν εμίλησα.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Σώπαινε, λοιπόν, και φθάνει. (Προς τον Κάλιμπαν). Λέγε.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Σου λέγω, με μαγικά επήρε το νησί· εμένα το πήρε· ανίσως η
+Μεγαλειότης σου θελήση να τον κάμη να μου την πλερώση (γιατί ξέρω
+πώχεις καρδιά, αυτός δεν έχει)...
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Βεβαιότατα.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Θέλ' είσαι βασιλέας τούτου του νησιού, κ' εγώ δούλος σου
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Πώς ξεμπερδεύεται αυτή η δουλειά; Μπορείς να με φέρης εκεί που
+χρειάζεται:
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μάλιστα, μάλιστα, αφέντη, στον καταδίνω στον ύπνο του, και
+αυτού μπορείς να του μπήξης ένα καρφί στο κεφάλι.
+
+ΑΡΙΕΛ. Ψέμματα, δεν μπορείς.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Τι αναγουλιασμένο, μουρλό πράμμα είναι τούτο; Μπαίγνιο, αλήθεια
+! — Παρακαλώ την Μεγαλειότητά σου, δείρε το, πάρ' του το φλασκί· σαν
+του λείψη αυτό, ας πιη άρμη, γιατί δε του δείχνω που 'ναι ταναβρυστικά
+νερά.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τρίνκουλε, μη βάνεσαι άλλο σε κίνδυνο· αντίσκοψε πάλι το τέρας
+μ' ένα λόγο μοναχά, και η μακροθυμία μου παύει σε λυώνω στις ξυλιές.
+
+ΤΡΙΝΚ. Και τι έκαμα; δεν έκαμα τίποτε. Ας πάω κάνε παρέκει.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Δεν είπες που αυτός λέει ψέμματα;
+
+ΑΡΙΕΛ. Εσύ τα λες.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Εγώ τα λέω; να λοιπόν. (Τον κτυπά. Αν σ' αρέση αυτό, ψεύσε με
+και άλλη φορά.
+
+ΤΡΙΝΚ. Εγώ δεν σ' έψευσα. — Εχάσετε, βλέπω, με τα μυαλά και ταυτιά.
+Ανάθεμα στο φλασκί σου· είναι δουλειές του κρασιού· πανούκλα να πάρη το
+τέρας σου, και ο διάολος τα χέρια σου.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Χα, χα, χα.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Λέγε τώρα την ιστορία σου. — Στη ζωή σου στέκα παρέκει.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Πάρ' τον καλά, καλά· — σε λίγον καιρό ως κ' εγώ θα τον βαρώ.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Στέκα παρέκει. — Έλα, μπροστά!
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Λοιπόν, καθώς σου έλεγα, συνηθάει να κοιμάται το απόγιωμα·
+αυτού μπορείς να του πετάξης τα μυαλά, αφού πρώτα του τσακώσης τα
+βιβλία του· ή του σπας μ' ένα κούτσουρο το καύκαλο, ή μ' ένα παλούκι
+του βγάνεις τάντερα· ή του κόβεις τον λάρυγγα με το μαχαίρι σου· μόνο
+θυμήσου ν' αδράξης πρώτα τα βιβλία του· γιατί άμα του λείψουν εκείνα,
+μένει ένας κουτός σαν κ' εμέ, και δεν έχει εξουσία απάνου σε κανένα
+πνεύμα. Όλα τού έχουν έχθρητα ριζωμένη μέσα τους όσο την έχω εγώ· μόνο
+κάψε τα βιβλία του· έχει ωραία σκεύη (έτσι τα λέει), με τα οποία θα
+στολίση το σπίτι του σαν το αποκτήση· και κείνο που πρέπει να στοχασθής
+βαθύτερα, είναι της θυγατρός του τα κάλλη· αυτός ο ίδιος την λέει
+ασύγκριτη· εγώ δεν είδα άλλη γυναίκα παρά την Συκόρακα, την μητέρα μου,
+και εκείνην· μα εκείνη τόσο περνάει την Συκόρακα όσο το παρά πολύ
+περνάει το λίγο.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τόσο καλή είναι η κόρη;
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Ναίσκε, αφέντη, σου πρέπει, σε βεβαιώνω, και θα σου κάμη παιδιά
+παλληκάρια.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, εγώ σκοτώνω τον άνθρωπο· η θυγατέρα του κ' εγώ θέλ'
+είμαστε βασιλέας και βασίλισσα (Ζήτω η Μεγαλειότης μας!) και ο
+Τρίνκουλος και συ ο ίδιος αντιβασιλιάδες μου. Σ' αρέσει το σχέδιο,
+Τρίνκουλε;
+
+ΤΡΙΝΚ. Πολύ.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Δος μου το χέρι σου· μου πονεί που σ' εβάρεσα· μα όσο ζης
+βάστα τη γλώσσα σου.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Σε μισή ώρα θα κοιμάται· τον χαλάς τότε;
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ναι, στην τιμή μου.
+
+ΑΡΙΕΛ. Τούτο θα τ' αναφέρω του Κυρίου μου.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μ' εκαλοκάρδισες· είμ' όλος χαρά· ας χαρούμε· θέλεις να μου
+τραγουδήσης τον σκοπό, που μου εμάθαινες προ λίγη ώρα:
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Κάνω, τέρας, κάθε πράμμα που να ζητήσης. Έλα, Τρίνκουλε, ας
+τραγουδήσουμε.
+
+ Τους περγελάμε, — τους περγελάμε·
+ Δεσμά δεν έχει ο λογισμός. —
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Δεν είν' αυτός ο σκοπός.
+
+Ο ΑΡΙΕΛ παίζει τον σκοπό με αυλό και τύμπανο.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Πώς; τούτος είναι ο σκοπός;
+
+ΤΡΙΝΚ. Τούτος είναι ο σκοπός του τραγουδιού μας, και τον παίζει η
+εικόνα του Κανενού.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Αν είσαι άνθρωπος, φανερώσου στη μορφή σου· αν είσαι δαίμονας,
+κάμ' όπως θέλεις.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ω! Έλεος για τον αμαρτωλό!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Όποιος πεθαίνει πλερώνει κάθε του χρέος. Δεν σε ψηφάω. — Ω Θε
+μου, βόηβα.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Φοβάσαι;
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Όχι, τέρας, εγώ δεν φοβούμαι.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μη φοβάσαι. Το νησί είναι γιομάτο βρόντους, αχούς και γλυκούς
+ήχους, που τέρπουν και δεν πειράζουν· πότε μύρια γύρου λεπτά λαλούμενα
+σιγοκελαϊδούν στ' αυτιά μου· πότε φωνές, και ας εξύπνησ' από πολύν
+ύπνο, με κάνουν και ξαναποκοιμιώμαι — και τότε στης υπνοφαντασίας μου
+τα νέφη, φαίνεταί μου, σχίζονται, και φανερώνουν πλούτη έτοιμα να
+πέσουν απάνω μου, τόσο που όταν ξυπνάω φωνάζω να μεταϊδώ τα ονείρατα.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τούτο θέλ' είναι για μένα ένα καλό βασίλειο, όπου θενάχω τη
+μουσική μου χάρισμα.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Αφού πρώτα χαλασθή ο Πρόσπερος.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Αυτό σε λίγο γίνεται· θυμούμαι την ιστορία.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ο ήχος φεύγει· ας πάμε κατόπι του· και έπειτα κάνουμε τη δουλειά
+μας.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Μπροστά, τέρας· εμείς ακολουθάμε· ήθελα νάβλεπα τούτο τον
+τυμπανιστή. Πάει ολοένα.
+
+ΤΡΙΝΚ. Έρχεσαι; Εγώ θα πάω κατόπι, Στέφανε. (Βγαίνουν).
+
+
+ ΣΚΗΝΗ Γ'·
+
+
+ Έν άλλο μέρος του νησιού.
+
+
+Μπαίνουν ο ΑΛΟΝΖΟΣ, ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΓΟΝΖΑΛΟΣ, ο ΑΔΡΙΑΝΟΣ,
+ο ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ και άλλοι.
+
+ΓΟΝΖ. Μα τον θεό, Κύριε, δεν ημπορώ να περπατήσω περισσότερο· μου
+πονούν τα παληά κόκκαλά μου· τούτος ο δρόμος αληθινά πλέκει γύραις σε
+λαβύρινθο δίχως άκρη! κάμε υπομονή, πρέπει εξ ανάγκης να ησυχάσω.
+
+ΑΛΟΝΖ. Φίλε μου, δεν σε κατηγορώ· εγώ ο ίδιος είμαι αδυνατισμένος
+τόσον, ώστ' ενεκρώθηκ' η καρδιά μου· κάθησε, ησύχασε· κ' εδώ αποθέτω
+την ελπίδα, δεν δέχομαι πλέον την κολακεία της. Eπνίγηκε εκείνος, που
+περιπλανούμενοι εμείς τον γυρεύουμε, και το πέλαο γελάει με τη μάταιή
+μας έρευνα εις την ξηρά. Ας είναι· επήγε.
+
+ΑΝΤΩΝ. (μόνος του). Χαίρομαι τωόντι πως έχασε κάθ' ελπίδα. (Προς τον
+Σεβαστ.). Για μία φορά που σου έσφαλε, μην αθέτησης τη βουλή, που
+αποφάσισες να κατορθώσης.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Πρώτη ευκαιρία που τύχη, δεν θα μας φύγη.
+
+ΑΝΤΩΝ. Ας είναι για βράδυ τώρα, που τους καταπόνεσ' ο δρόμος, δεν θέλει
+αγρυπνήσουν, μήτε μπορούν, καθώς σαν ήταν ακούραστοι.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Κ' εγώ λέω για βράδι· φθάνει.
+
+Μουσική σεμνή και παράξενη· και ο Πρόσπερος αποπάνω αόρατος.
+
+ΑΛΟΝΖ. Ποία αρμονία είναι τούτη! φίλοι μου, γροικάτε!
+
+ΓΟΝΖ· θαυμαστή, γλυκειά μουσική!
+
+Μπαίνουν διάφορες παράξενες μορφές, φέρνοντας ένα γιώμα. Χορεύουν
+τριγύρω μ' ευγενικά προσκυνήματα, και αφού επροσκάλεσαν τον βασιλέα και
+τους άλλους να γευματίσουν, φεύγουν.
+
+ΑΛΟΝΖ. Φυλάξετέ μας, Ουρανοί! ποιοι ήσαν τούτοι;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μία παράστασις από έμψυχες κούκλες. Τώρα πιστεύω ότι σώζεται το
+μονοκέρατο τέρας, ότι στην Αραβία είναι ένα δένδρο, του φοίνικος το
+θρονί, και ότι ένας φοίνικας εκεί βασιλεύει.
+
+ΑΝΤΩΝ. Το πιστεύω κ' εγώ, και ό,τι άλλο παράδοξο μου ειπούνε, θέλει
+ορκισθώ πως είναι αλήθεια· οι ταξειδιώταις δεν είπαν ψέμματα ποτέ,
+αγκαλά στην πατρίδα τους κατακραίνωνται.
+
+ΓΟΝΖ. Εάν ανάφερνα τούτο στη Νεάπολη, θα μ' επίστευαν; εάν έλεγα ότι
+είδα νησιώταις (γιατί βέβαια κάτοικοι του νησιού είναι), οπού με την
+τερατώδη μορφή τους, έχουν όμως ήθη γλυκά, που δεν τα βρίσκεις εις
+πολλούς του ανθρωπινού μας γένους, τολμώ να ειπώ· εις κανένα.
+
+ΠΡΟΣΠ. (μόνος του). Τίμιε άνθρωπε, εμίλησες σωστά, γιατί κάποιοι από
+σας αυτού είναι χειρότεροι από δαίμονες.
+
+ΑΛΟΝΖ. Ακόμη θαυμάζομαι εκείνες τες μορφές, εκείνα τα νεύματα, και
+εκείνον τον ήχο, που εφανέρωναν (αγκαλά τους λείπη τόργανο της γλώσσας)
+ένα είδος αξιόλογης άφωνης ομιλίας.
+
+ΠΡΟΣΠ. (μόνος του). Πριν ιδής το τέλος μην επαινάς.
+
+ΦΡΑΓΚ. Πόσο παράξενα έγιναν άφαντοι!
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Δεν μας πειράζει, αφού άφησαν οπίσω τα φαγητά τους· γιατί
+έχουμ' όρεξη. Σ' αρέσει να δοκιμάσης απ' αυτά, που είν' εδώ;
+
+ΑΛΟΝΖ. Όσο για με, δεν θέλω.
+
+ΓΟΝΖ. Μα την αλήθεια, δεν πρέπει να φοβάσαι. Εις τον καιρό, που εμείς
+ήμαστε παιδιά, ποιος επίστευε πως ευρίσκονταν άνθρωποι βουνήσιοι μ' ένα
+πουγγί κρέας κρεμάμενο από το λαιμό τους, ωσάν τα βουβάλια; ή πώς ήταν
+άνθρωποι με τα κεφάλια κολλημένα στο στήθος; και τώρα γνωρίζουμε ότι
+όποιος έβανε αυτό το στοίχημα θα έβγαινε βέβαια κερδεμμένος.
+
+ΑΛΟΝΖ. Θα καθήσω και θα γευθώ, και ας είναι το ύστερό μου, δεν με
+μέλει· γιατί αισθάνομαι πως το καλύτερο επέρασε. — Αδελφέ, και συ,
+Κύριέ μου (προς τον Δούκα), καθήστε και κάμετε όπως κάνω εγώ.
+
+Αστραπή και βροντή. Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ σε μορφήν Αρπυίας, κτυπάει τα φτερά
+του απάνω στο τραπέζι, που με ώμορφη τέχνη γίνετ' άφαντο.
+
+ΑΡΙΕΛ. Εσείς είσθε τρεις κακούργοι, και η Μοίρα (της οποίας ετούτος ο
+κάτω κόσμος μ' όσα έχει μέσα του είναι όργανο) έκαμε τη θάλασσα να σας
+ξεράση μέσ' από τον αχόρταγο βυθό της, εις τούτο το νησί, που άνθρωπος
+δεν κατοικάει, ανάξιοι καθώς είσθε με ανθρώπους να συζήτε. Εγώ σας
+επήρα τον νου. (Βλέποντας τον Σεβαστιανό, τον Αλόνζο και τους άλλους να
+ξεσπαθώνουν). Εκείνη καθ' αυτό είναι η ανδρεία, που κάνει τους
+ανθρώπους και πνίγονται, και κρεμούνται μοναχοί τους. Μωροί! Εγώ και οι
+σύντροφοί μου είμαστε της Μοίρας υπουργοί· τα σπαθιά σας είναι ύλη, που
+όσο είν' ικανή να λαβώση τους βροντόφωνους ανέμους, ή με κούφια
+κτυπήματα τάσχιστα νερά να θανατώση, τόσο δύναται να πειράξη του φτερού
+μου το χνούδι· οι συνυπηρέταις μου είν' ομοίως απλήγωτοι· αλλ' ανίσως
+και ήσαστε ικανοί να βλάψετε, τώρα εκείνα τα σπαθιά σας έγιναν βαρυά,
+και δεν τα σηκώνετε. Αλλά θυμηθήτε (ετούτος με σας είν' ο σκοπός μου)
+πως σεις οι τρεις εδιώξετε από το Μιλάνο τον αγαθό Πρόσπερο. Του πελάου
+(που σας το επλέρωσε) τον επαραδώσετε με τακριμάτιστο βρέφος του· γι'
+αυτή τη μαύρη πράξη, η Δύναμες, χρονίζοντας, όχι αλησμονώντας, εκίνησαν
+θάλασσες και στερηές, ναι, και τα πλάσματ' όλα, ωργισμένα με σας, να
+σας καταπολεμήσουν. Εσέν', Αλόνζε, επήραν τον υιο σου, και με το στόμα
+μου αποφασίζουν, αργός αφανισμός (χειρότερος απ' άλλον κακόν έξαφνον
+θάνατο), πάτημα προς πάτημα, όπου στρίψετε, να σας παραστέκη· που για
+ν' αποφύγετε τες όργητές τους, (που αλλιώς εδώ σας πλακώνουν, στο έρμο
+τούτο νησί) άλλος τρόπος δεν είναι, ειμή καρδίας κατάνυξη, και άδολη η
+επίλοιπη ζωή σας.
+
+Γίνετ' άφαντος μέσα στες βροντές· έπειτα με γλυκεία μουσική
+ματαμπαίνουν η Μορφές, και χορεύοντας και κάνοντας διάφορα σχήματα
+παίρνουν το τραπέζι.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Παράμερα). Άξια επαράστησες τα σχήμα αυτής της Αρπυίας, Αριέλ
+μου· ήταν χαριτωμένη ενώ εκατάτρωγε. Από την παραγγελία μου δεν άφησες
+το παραμικρό, εις ό,τι είχες να ειπής· και ιδού με καλή ζωή, και με
+θαυμάσια προσοχή, οι πλέον κατώτεροι υπηρέταις μου ενέργησαν καθένας
+εις το είδος τους. Η υψηλές μαγείες μου δουλεύουν, και τούτοι οι εχθροί
+μου είναι όλοι πιασμένοι στου νου τους από την πλάνη· τώρα τους κρατώ·
+έτσι παρμένους τους αφίνω, και πηγαίνω να εύρω τον νέον Φερδινάνδο
+(που, στοχάζοντ' επνίγηκε) και την αγαπημένη του μονάκριβή μου
+θυγατέρα.
+
+Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ αποπάνω φεύγει.
+
+ΓΟΝΖ. Εις τόνομα του Υψίστου, Κύριε, τι στέκεσαι μ' αυτό τακίνητο
+βλέμμα;
+
+ΑΛΟΝΖ. Ω φρίκη! ω φρίκη! φαίνεταί μου· τα κύματα είχαν μιλιά, και μου
+τώλεγαν· οι αέρηδες μου τώψαλλαν· και η βροντή, το βαθύ κείνο και
+τρομερόν όργανο, επρόφερνε του Πρόσπερου τόνομα· καταβοούσε ως κ'
+εκείνη το ανόμημά μου· γι' αυτό ο υιός μου έχει κρεββάτι τον άμμο· κ'
+εγώ θα πάω σε βάθη οποία ποτέ δεν έπιασε το σκανδήλι, να τον εύρω, και
+να κοίτωμαι μαζί του εκεί σκεπασμένος. (Βγαίνει).
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ένα, ένα δαίμονα τη φορά, καταπολεμώ τους λεγεώνες τους.
+
+ΑΝΤΩΝ. Έχε με μάρτυρα στη μονομαχία. (Ο Σεβαστ. και ο Αντών. βγαίνουν}.
+
+ΓΟΝΖ. Είν' απελπισμένοι και οι τρεις· το μέγα τους κρίμα, ωσάν ένα
+φαρμάκι που εδόθη για να ενεργήση με μάκρος καιρού, τώρ' αρχινάει να
+νικήση τα λογικά τους. Παρακαλώ σας, πώχετ' ελαφρότερα τα πόδια,
+προφθάστε τους γλήγορα, και φυλάξετέ τους απ' ό,τι μπορεί να τους
+καταφέρη αυτή τους η μάνητα.
+
+ΑΔΡΙΑΝ. Ακολούθησέ μας, σε παρακαλώ.
+
+
+
+
+Π Ρ Α Ξ I Σ Τ Ε Τ Α Ρ Τ Η
+
+
+ ΣΚΗΝΗ Α'.
+
+
+ Μπροστά στο σπήλαιο του Πρόσπερου. Μπαίνει ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ
+και η ΜΙΡΑΝΤΑ.
+
+ΠΡΟΣΠ. Αν σέχω παιδέψει πολύ αυστηρά η ανταμοιβή πάλι σε πλερώνει·
+γιατί δίνοντάς σου τούτην εγώ σου έδωσα μία κλωστή της ζωής μου, ή
+καλύτερα κείνο, για το όποιον εγώ ζω. Ιδού, πάλι σου την παραδίνω· τα
+παθήματά σου άλλο δεν ήταν παρά τόσες δοκιμές, που ηθέλησα να βάλω της
+αγάπης σου, και, θαύμα! αυτή εφάνη καθαρό χρυσάφι. Εδώ, στην όψη του
+ουρανού, βεβαιώνω το πλούσιό μου δώρο. Ω Φερδινάνδε, μη μου χαμογελάς,
+πως την έχω καύχημα, επειδή θα την ιδής να περάση τον έπαινο τόσο, ώστε
+αυτός να κουτσαίνη κατόπι της.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Το πιστεύω, και τίποτε δεν είν' αρκετό να σαλέψη την πίστη μου.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ως δώρο μου λοιπόν, και ως απόκτημά σου, που εκέρδησες γενναία,
+λάβε την θυγατέρα μου· αλλ' ανίσως της λύσης το παρθενικό ζωνάρι πριν
+ευλογηθή ο γάμος με όλες τες ιερές ευχές, οι ουρανοί κανένα ράντισμα
+γλυκό δεν θέλει ρίξουν, να ριζώση τούτος ο δεσμός· αλλά στείρα έχθρητα,
+καταφρόνεση με μάτι φαρμακερό, και διχόνοια, θα γιομίσουν εκείνη σας
+την κλίνη με χόρτα τόσο άσχημα, ώστε να σας γένη και των δύο μισητή·
+φυλάξου λοιπόν έως να φέξουν για σας τα φώτα του Υμεναίου.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Απάνω στην ελπίδα πώχω για γαληνές ημέρες, τέκνα καλά, και
+μάκρος ζωής, μ' ακέραιη την αγάπη που είναι τώρα, το σκοτεινότερο
+σπήλιο, ο ευκαιρότερος τόπος, η πλέον δυνατή παρακίνηση του κακού μας
+δαίμονος, δεν θα είναι ποτέ αρκετά να λυώσουν την τιμή μου εις το
+πάθος, ώστε να βλάψω τον αιθέρα εκείνης της λαμπρής ημέρας, όταν τάλογα
+του Απόλλωνος για με θέλ' είναι πνιγμένα, και η νύκτα ασάλευτη.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ώμορφα εμίλησες. Κάθησε λοιπόν, και συνομιλήστε· είναι δική
+σου. Έ! Άριελ, τεχνικέ μου υπηρέτη, Άριελ!
+
+Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ.
+
+ΑΡΙΕΛ. Τι αγαπάει ο δυνατός Κύριός μου; ιδού με.
+
+ΠΡΟΣΠ. Συ και οι κατώτεροι συντρόφοι σου εκτελέσετε άξια την ύστερη
+υπηρεσία σας, και σας θέλω πάλι γι' άλλη παρόμοια μηχανή. Πήγαινε, φέρ'
+εδώ τον όχλο (απάνω εις τον οποίο σου δίνω εξουσία) εδώ, εις τούτον τον
+τόπο· παρακίνησε τους να είναι έξυπνοι· γιατί πρέπει να παραστήσω
+μπροστά εις τούτο το νέο τέρι κάποιο παιγνίδι της τέχνης μου· το έταξα
+και το προσμένουν από με.
+
+ΑΡΙΕΛ. Ευθύς;
+
+ΠΡΟΣΠ. Ναι, σε ριπή οφθαλμού.
+
+ΑΡΙΕΛ. Δεν προφθαίνεις να πης άμε κ' έλα, να πνεύσης δύο φορές, και να
+φωνάξης ν α, ν α· και καθένας τους ακροπηδώντας είναι δω με χάρες και
+με νεύματα. Μ' αγαπάς, Κύριε; όχι.
+
+ΠΡΟΣΠ. Πολύ, αξιόλογε Άριελ μου. Μη σιμώσης πριν με ακούσης να σε
+κράξω.
+
+ΑΡΙΕΛ. Πολύ καλά σ' εννοώ. (Βγαίνει).
+
+ΠΡΟΣΠ. Πρόσεξε να 'σαι αληθινός· χαλίνωσε κομμάτι το παιγνίδισμα· οι
+φοβερώτεροι όρκοι είν' άχυρα για φωτιά του αίματος. Στάσου
+φρονιμώτερος, μήπως παραβής το τάμμα πώκαμες.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Σε βεβαιώνω, κύριε, ότι το λευκό, ψυχρό, παρθενικό χιόνι
+πρααίνει τη φλόγα απάνου στην καρδιά μου.
+
+ΠΡΟΣΠ. Καλά. Έλα, Άριελ· καλύτερα να περισσέψουν πνεύματα παρά να λείψη
+ένα· φανερώσου, και ζωντανά. Σιωπή· κυττάζετε· σιγάτε.
+
+Ακούεται γλυκεία μουσική. Μπαίνει η ΙΡΙΣ.
+
+ΙΡΙΣ. Δήμητρα, πολύδωρη θεά, οι πλούσιοι καρποί σου, γέννημα, στάρι,
+κριθάρι, λαθήρι και βρώμι· τα βουνά σου τα χορτερά, που βόσκουν τα
+πρόβατα, και οι λειμώνες σου γιομάτοι αχυροσκέπαστες καλύβες, που αυτά
+ξενυκτίζουν η ροδοκρινοστόλιστες ακροποταμιές σου, τες οποίες με την
+προσταγή σου ο υγρός Απρίλης περιντύνει, να φτειάσουν η κρυόκαρδες
+νύμφες παρθενικά στεφάνια· τα δάση σου τα κατάσκια, που αρέσουν του
+απαρηγόρητου νέου, όταν φύγη την αλύπητη αγαπημένη του· οι φραγμένοι
+αμπελώνες σου, και η ακροπελαγιά σου, άκαρπη και βράχους γιομάτη, που η
+ίδια παίρνεις αέρα. Η βασίλισσα τουρανού, που μέχει υγρό δοξάρι της,
+και μηνύτρα, θέλει να τα αφήσης όλα, και νάρθης σε τούτη την χούφτα
+χλωρασιά, καθ' αυτό εις τούτον τον τόπο, να κάμετε χαρές με την υψηλή
+της χάρη. Με βία πετούν τα παγώνια της. Σίμωσε, πλούσια Δήμητρα, να την
+προϋπαντήσης.
+
+Μπαίνει η ΔΗΜΗΤΡΑ.
+
+ΔΗΜΗΤ. Χαίρε, πολυχρώματη μηνύτρα, που ποτέ δεν παρακούς τη γυναίκα του
+Διός· που με τα κίτρινα φτερά σου στα άνθια μου απάνου σταλάζεις μέλι,
+και χύνεις δροσιστικές βροχές, με την μίαν άκρη και με την άλλη του
+γαλάζιου δοξαριού σου στεφανώνεις τα σύλλογγα χωράφια μου και τες
+γυμνές αμμουδιές μου, λαμπρό ζωνάρι της υπερήφανης γης μου· γιατί η
+βασίλισσά σου μ' εκάλεσε εδώ, εις το φτωχό τούτο χορτάρι;
+
+ΙΡΙΣ. Για να γιορτασθή ο δεσμός μιας αληθινής αγάπης, και φιλοδωρηθή
+κανένα χάρισμα εις τους ευλογητούς αγαπημένους.
+
+ΔΗΜΗΤ. Πες μου Ουράνιο δοξάρι, η Αφροδίτη και το παιδί της (θα το ξέρης
+εσύ) συνοδεύουν τάχα τη βασίλισσα; από τη ώρα, που αυτή και το τυφλό
+τέκνο της έπλεξαν τον τρόπο, με τον οποίον ο μαύρος Άδης μου πήρε την
+κόρη, αρνήθηκα την αχρεία συντροφιά τους.
+
+ΙΡΙΣ. Μη φοβάσαι· την απάντησα κ' έσχιζε τα σύγνεφα κατά την Πάφο, μαζί
+με το παιδί της, περιστεροσυρμένοι· εφαντάζονταν να χωρέση κάποιο
+μάγευμα ερωτικό εις τον άνδρα και εις την κόρη, που βλέπεις (και τούτοι
+έχουν τάμμα να μην πλησιάσουν εις το νυφικό κρεββάτι πριν ανάψη η
+λαμπάδα του Υμεναίου)· αλλά δεν επίτυχαν· η θερμή αγαπημένη του Άρη
+έστρεψε οπίσω· το σκληρόγνωμο παιδί της εσύντριψε τα βέλη του, έκαμ'
+όρκο ναφήση το τόξευμα, να παίζη με σπουργίτες, και να μείνη παιδί
+αληθινά.
+
+ΔΗΜΗΤ. Η υψηλή βασίλισσα, η μεγάλη Ήρα έρχεται· την γνωρίζω από το
+βάδισμά της.
+
+ΗΡΑ. Τι κάν' η ευεργέτρια αδελφή μου; συνέργησε μ' εμέ να ευλογήσουμε
+τούτο το τέρι, να ευτυχήσουν, και να δοξασθούν εις τα τέκνα τους. —
+Λάβετε τιμές, πλούτη, του γάμου τα καλά, μακροημέρευση και καθημερινές
+χαρές. Σας ψάλλ' η Ήρα τες ευχές της.
+
+ΔΗΜΗΤ. Λάβετε τους θησαυρούς της γης, την αφθονία· αποθήκες γιομάτες
+πάντα, αμπέλια φορτωμένα σταφύλια, δένδρα βαϊσμέν' από τώμορφο βάρος· η
+άνοιξη για σας να προφθάση εις τα τέλη του φθινόπωρου· η σπάνη και η
+χρεία να μην έρθουν κοντά σας ποτέ· ιδού απάνω στην κεφαλή σας της
+Δήμητρας ή ευχές.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Τούτο είναι λαμπρότατο θέαμα, κ' η αρμονία του μαγεύει. Μπορώ
+να τα στοχαστώ, πνεύματα;
+
+ΠΡΟΣΠ. Πνεύματα, που με το μέσο της τέχνης μου εκάλεσα από τη σφαίρα
+τους, για να ενεργήσουν εκείνο, που μου φαντάσθηκε τώρα.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Ας ζήσω για πάντα εδώ· ο θαυμαστός πατέρας, και μία σύντροφος,
+κατασταίνουν τούτο τον τόπο ένα Παράδεισο.
+
+Η ΗΡΑ κ' η ΔΗΜΗΤΡΑ κρυφομιλούν και στέλνουν την ΙΡΙ για θέλημα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Τέκνα μου, σιωπή· η Ήρα με τη Δήμητρα κρυφομιλούν σοβαρά. Κάτι
+μέλλει να γίνη ακόμα· σιγάτε· μείνετε ήσυχοι, ειδεμή η μαγεία μας
+συγχύζεται.
+
+ΙΡΙΣ. Εσείς, Νύμφες, λεγόμενες Ναϊάδες, έφοροι στους περιπλανούμενους
+ρύακες, στεφανωμένες βούρλα, και με το βλέμμα πάντα σεμνό, αφήστε τον
+αφρό του ποταμού, και στο κάλεσμα υπακούστε· της Ήρας είναι η προσταγή.
+Εδώ, σε τούτο το πράσινο χώμα, ελάτε, φρόνιμες νύμφες, και βοηθήσετε να
+γιορτασθή ο δεσμός μιας αληθινής αγάπης. Μην αργήτε.
+
+ Μπαίνουν κάμποσες Νύμφες.
+
+Εσείς, ηλιοκαϋμένοι θεριστάδες, κουρασμένοι από του Αυγούστου τους
+κόπους, αφήστε τους αγρούς, ελάτε δω, και χαρήτε· κάμετε σχόλη σήμερα·
+βάλτε τα ψάθινα σκιάδια σας, και καθένας με καθεμία από τούτες τες
+δροσερές νύμφες χορεύτε ως συνηθάτε.
+
+Μπαίνουν θεριστάδες, ωραία ντυμένοι· κάνουν με τες Νύμφες ένα νόστιμο
+χορό· προς το τέλος, ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ ταράζετ' έξαφνα, και μιλεί· ύστερα με
+μία παράξενη, κούφια, και ανακατωμένη βοή, θλιβερά γίνοντ' άφαντοι.
+
+ΠΡΟΣΠ. (μόνος του). Είχα λησμονήσει τη μαύρη εκείνη συνωμοσία του ζώου
+Κάλιμπαν με τους συντρόφους του, να με χαλάσουν· η διωρισμένη στιγμή
+επλάκωσε. (Προς τα πνεύματα). Εξαίρετα. Φευγάτε· παύσετε.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Αυτό είναι πολύ παράδοξο· ο πατέρας σου έχει κάποιο πάθος, που
+τον καταπολεμάει.
+
+ΜΙΡ. Ποτέ έως τα σήμερα δεν τον έχω ιδεί να οργισθή τόσο υπερβολικά.
+
+ΠΡΟΣΠ. Άλλαξες όψη, υιε μου, και φαίνεσαι στενοχωρημένος· καλοκαρδίσου·
+τώρα η ξεφάντωσές μας έπαυσαν· τούτοι οι παραστάτες μας, καθώς σας
+προείπα, ήταν όλοι πνεύματα, και εσκόρπισαν στον αέρα, στον λεπτόν
+αέρα· και, ίσα με ταθεμέλιωτο κτίριο τούτου του οράματος, οι
+νεφελοστεφάνωτοι πύργοι, τα λαμπρά παλάτια, οι ιεροί ναοί, και αυτή η
+μεγάλη σφαίρα, ναι, και όσα χωράει, όλα θα λυώσουν και όπως τανυπόστατο
+τούτο θέαμα εσβύσθη, ομοίως κ' εκείνα μήτε τρίμμα θαφήσουν κατόπι τους·
+είμεθα φτειασμένοι ωσάν τα ονείρατα, και τη μικρή ζωή μας περιζώνει
+ένας ύπνος. Φίλε μου,· είμαι συγχυσμένος· υπόφερε την αδυναμία μου· ο
+νους μου, του γέρου, είναι σκοτισμένος. Δεν θέλω να σας πειράξη η
+αδιαθεσία μου! Αν αγαπάτε, τραβηχθήτε μέσα στο σπήλιο μου, και
+ησυχάσετ' εκεί. Θα κάμω δύο τρία πατήματα να γαληνέψω την ταραγμένη
+ψυχή μου.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. ) Ακριβή μας είναι η ησυχία σου. (Βγαίνουν). και ΜΙΡ ) ΠΡΟΣΠ.
+Έλα, με στοχασμού ριπή. — Ευχαριστώ σας. — Άριελ, έλα.
+
+ΑΡΙΕΛ. (Μπαίνοντας). Ένα είμαι με τους λογισμούς σου. Τι αγαπάς;
+
+ΠΡΟΣΠ. Πνεύμα, να γένουμ' έτοιμοι ν' απαντήσουμε τον Κάλιμπαν.
+
+ΑΡΙΕΛ. Μάλιστα, κύριέ μου· την ώρα, που σου παράσταινα τη Δήμητρα,
+ηθέλησα να σου το θυμίσω· αλλ' εφοβήθηκα μη σε συγχύσω.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ξαναπές μου, που άφησες αυτά τα υποκείμενα;
+
+ΑΡΙΕΛ. Σου είπα, Κύριε, πως ήταν κοκκινοφλογισμένοι από τα μεθύσι· τόσο
+ανδρειωμένοι, που βαρούσαν τον αέρα, γιατί τους έπνεε στο πρόσωπο,
+εκτυπούσαν τη γη, γιατί φιλούσε τα πόδια τους, αλλά δίχως να σαλέψουν
+ποτέ από το σκοπό τους· εγώ έκρουσα το τύμπανό μου, και τότε, σαν
+τάστρωτα πουλάρια, με ταυτιά τεντωμένα, τα μάτια ολάνοικτα, τη μύτη
+σηκωμένη, ως να ήθελαν να μυρισθούνε τη μουσική, τόσο τους εμάγεψα την
+ακοή, που, ωσάν τα μοσχάρια, ακολούθησαν το μουγγάλισμά μου, μέσα σε
+δοντερά τριβόλια, αγκυλωτούς ασπαλάθρους, παλιούρους, και βάτους, που
+μπήκαν στα μαλακά τους πόδια· τελοσπάντων τους άφησα μέσα στη σάπιαν
+αφριά του βάλτου, που είναι παρέκει του σπήλιου σου· εκεί μέσα
+εχορεύανε ως το πηγούνι, ώστε ο άσχημος βούρκος τους εκαταβρώμεψε.
+
+ΠΡΟΣΠ. Καλά τους έκαμες, πουλί μου· στάσου ακόμα στην αόρατη μορφή σου·
+φέρε από το σπίτι μου τα παλαιά ρούχα, δόλωμα να πιασθούν οι κλέφτες.
+
+ΑΡΙΕΛ. Τρέχω, τρέχω. (Βγαίνει).
+
+ΠΡΟΣΠ. Ένας δαίμονας, ένας γεννημένος δαίμονας, που εις το φυσικό του η
+ανατροφή δεν μπορεί να πιάση· εις τον οποίον κάθε φιλάνθρωπος κόπος
+μου επήγε χαμένος· τελείως χαμένος· και καθώς με τους χρόνους
+ασχημαίνει χειρότερα το κορμί του, όμοια και η ψυχή του σαπαίνει· θα
+τους μαστιγώσω όλους (ξαναμπαίνει ο Άριελ φορτωμένος με λαμπρά
+φορέματα) τόσο, που να μουγγρίσουν. Έλα, κρέμασ' τα από τούτο το
+σχοινί.
+
+Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ και ο ΑΡΙΕΛ μένουν αόρατοι. Μπαίνουν ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ, ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ
+και ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ, όλοι βρεμμένοι.
+
+ΚΑΛΙΜΠ Παρακαλώ σας ελαφροπατήστε, μην ο τυφλός χάμουργας νοήση σαλαγή·
+τώρα είμεθα σιμά στο σπήλαιό του.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, η Νεράιδα σου, που λες, είναι μία άκακη Νεράιδα, μας
+έστησε μία καλή.
+
+ΤΡΙΝΚ. Τέρας, εγώ μυρίζω όλος αλογοκάτουρο, και η μύτη μου είναι πολύ
+συγχυσμένη γι' αυτό.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Καθώς και η δική μου. Άκουσε, τέρας, ανίσως εθύμωνα με σε,
+βλέπεις.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ήσουν ένα χαμένο τέρας.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Καλέ μου αφέντη, μη μου αφαιρέσης την εύνοιά σου· υπόφερε
+κομμάτι, επειδή όσα θα σε κάμω να κερδίσης είναι αρκετά να σβύσουν το
+βάσανο, που μας έτυχε. Λοιπόν μιλήτε σιγανά· ακόμα τα πάντα είναι
+ήσυχα, ωσάν τα μεσάνυκτα.
+
+ΤΡΙΝΚ. Άκουσα· μα να χάσουμε τα φλασκιά μας μέσα στη λίμνη!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Αυτή όχι μοναχά είναι μία μεγάλη συμφορά και ατιμία, τέρας, μα
+και αμέτρητος χαμός.
+
+ΤΡΙΝΚ. Αυτό με καίει χειρότερα παρά τούτο το βρέξιμο. Και όμως αυτά
+είναι της άκακης Νεράιδας σου τα καμώματα, τέρας.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Θα πάω ναύρω το φλασκί μου, και ας χαθώ.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Παρακαλώ σε, βασιλέα μου, ησύχασε· βλέπεις εδώ, τούτο είναι το
+στόμα του σπηλαίου· αγάλι, αγάλι, έμπα μέσα. Πράξε αυτό το καλό κρίμα,
+που κάνει δικό σου τούτο το νησί· για πάντα, κ' εμέ, τον Κάλιμπάν σου,
+ποδογρύφτη σου.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Δόσ' μου το χέρι σου, ολοένα αγριεύω.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ω βασιλέα Στέφανε! ω συντεχνίτη! ω άξιε Στέφανε! Κύτταξε τι
+φορεσιές είναι έτοιμες για σένα εδώ!
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Άφησ' τα, εσύ τρελλό, είναι παληοσκούτια.
+
+ΤΡΙΝΚ. Ω, ω, τέρας, εμείς ξέρουμε τι πάει να πη παληοσκούτι. Ω βασιλέα
+Στέφανε!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Άφησε κείνε το πανωφόρι· μα την αλήθεια, το θέλω γω.
+
+ΤΡΙΝΚ. Η εξοχότης σου ας το πάρη.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Υδρώπικας να πνίξη το μουρλό! Τι νοιώθετε με το να χαϊδεύετε
+αυτά τα παληοσκούτια; πάμετε, και ας κάμουμε πρώτα το φονικό· ανίσως
+ξυπνήση, μας γιομίζει τσιμπιές από τα νύχια ως την κορφή· μας
+κατασταίνει παράξενα πράγματα.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ησύχασε, τέρας. — Κυράτσα λινιά, τούτο δεν είναι το σωκάρδι
+μου; ιδού το πήρα· τώρα σωκάρδι μου, μ' εμέ, σκιάζομαι, θα χάσης το
+μαλλί σου, και θα καταντήσης σωκάρδι κουρεμμένο.
+
+ΤΡΙΝΚ. Κάμε, κάμε· αν με συγχωράη η εξοχότης σου· εμείς κλέφτουμε ίσια,
+με λινιά και με στάφνη.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ευγέ σου, νόστιμο· πάρ' ένα φόρεμα γι' αυτό· το πνεύμα δεν
+θέλει μείνη αβράβευτο όσο εγώ είμαι βασιλέας τούτου του νησιού.
+«Κλέφτουμε ίσια, με λινιά και με στάφνη» αξιόλογη νοστιμάδα! να κι'
+άλλο φόρεμα γι' αυτό!
+
+ΤΡΙΝΚ. Τέρας, έλα, μάθε και συ να χεραπλώνης, και φορτώσου τα επίλοιπα.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Δεν θέλω να ξέρω εγώ τίποτε από τούτα· χανουμε τον καιρό μας,
+και θα μας αλλάξη όλους σε πετροκαβούρους ή σε μαϊμούδες με τάσχημο
+κούτελο το στενό.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, χεράπλωνε και συ· βόηθα να τα φέρουμε κει πώχω το
+βουτσάκι μου, ή διαφορετικά σ' εξορίζω από το βασίλειό μου· έλα, φέρε
+τούτο.
+
+ΤΡΙΝΚ. Και τούτο.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Ναι, και τούτο.
+
+Ταραχή από κυνηγούς· διάφορα πνεύματα σαν λαγωνικά βγαίνουν, και τους
+κυνηγούν. Ο ΠΡΟΣΠΕΡΌΣ και ο ΑΡΙΕΛ παρακινούν τα λαγωνικά.
+
+ΠΡΟΣΠ. Μπρος, μπρος.
+
+ΑΡΙΕΛ. Τρέχα, τρέχα απάνω τους.
+
+ΠΡΟΣΠ. Σου, σου. (Ο Κάλιμπαν, ο Στέφανος και ο Τρίνκουλος φεύγουν, και
+οι σκύλοι κατόπι τους). Τρέξε, βάλε τα δαιμονόπουλά μου να τους
+στρεβλώσουν τες κλείδωσες με ξερούς σπαραγμούς, να τους κοντήνουν τα
+νεύρα με γεροντικά μουδιάσματα, να τους ξεψυχίσουν τσιμπιές, να γένη το
+δέρμα τους παρδαλό σαν της τίγρης ή του αγριόγατου.
+
+ΑΡΙΕΛ. Άκουσε, βογγάνε.
+
+ΠΡΟΣΠ. Να κυνηγηθούν πλέρια. Σε τούτη τη στιγμή είναι στο χέρι μου όλοι
+οι εχθροί μου. Σ' ολίγο παύουν όλ' οι κόποι μου, και συ θα λάβης τον
+αέρα της ελευθερίας· για λίγο ακολούθα με, και υπηρέτησέ με.
+
+
+
+
+Π Ρ Α Ξ I Σ Π Ε Μ Π Τ Η
+
+
+
+
+ΣΚΗΝΗ Α'.
+
+
+ Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ με τα μαγικά του φορέματα και ο ΑΡΙΕΛ.
+
+ΠΡΟΣΠ. Τώρα το σχέδιό μου ωριμάζει· τα μάγια μου δεν ραΐζουν· τα
+πνεύματά μου υπακούνε, και ο καιρός με το βάρος του, άσκυφτος οδεύει.
+Τι ώρα είναι;
+
+ΑΡΙΕΛ. Η έκτη ώρα· καιρός, εις τον οποίον, κύριέ μου, ως είπες, θα
+πάψουν η εργασίες μας.
+
+ΠΡΟΣΠ. Το είπα, από τη στιγμή, πού επροξένησα την τρικυμία. Λέγε,
+πνεύμα μου, τι κάνει ο βασιλέας με τους άλλους;
+
+ΑΡΙΕΛ. Κλεισμένοι μαζή, σε τέτοιο καθ' αυτό τρόπον, όπως ηθέλησες·
+απαράλλακτα ως τους άφησες, κύριε· όλοι φυλακωμένοι μέσα στο δάσος από
+φιλουριές, που προφυλάγει το σπήλιο σου από τον χειμώνα· αδύνατο είναι
+να σαλέψουν, αν εσύ δεν τους ελευθερώσης. Ο βασιλέας με τον αδελφό του
+και με τον αδελφό σου μένουν κ' οι τρεις έξω φρενών, και οι άλλοι,
+γιομάτοι θλίψη και τρομάρα, τους κλαίνε· αλλ' εξόχως ο αγαθός γέρο —
+Γονζάλος, καθώς τον είπες — τα δάκρυά του καταβρέχουν τα γένεια του
+καθώς του χειμώνα τα νερά ξεχειλίζουν από τες κεραμωτές· τα μάγια σου
+τους καταπονούν τόσο, ώστε αν τους έβλεπες τώρα ήθελε συντριβή η καρδιά
+σου.
+
+ΠΡΟΣΠ. Το στοχάζεσαι, πνεύμα;
+
+ΑΡΙΕΛ. Η δική μου βέβαια, κύριε, αν ήμουν άνθρωπος.
+
+ΠΡΟΣΠ. Και η δική μου πρέπει. Γροικάς εσύ, που δεν είσαι παρά αγέρι,
+ένα άγγιγμα, μια αίσθηση από τες θλίψες τους, κ' εγώ, ένας από το είδος
+τους, που αισθάνομαι το κάθε πάθος σφιχτά σαν αυτοί, δεν πρέπει νάχω
+τρυφερώτερα από σε σπλάχνα. Αγκαλά με τες μεγάλες τους αδικίες
+κατάκαρδα πληγωμένος, όμως μετέχω με τον υψηλότερο λόγο μου ενάντια
+στην οργή μου· λάμπει καλύτερα η αρετή παρά η εκδίκηση· αφού
+μετανοήσανε, το νόημα του σκοπού μου δεν απλώνει παρέκει, μήτε να τους
+ασχημοκυττάζω. Πήγαινε, ελευθέρωσε τους Άριελ. Λύω τα μάγια μου,
+γειαίνω τα λογικά τους, και ας γυρίσουν όποιοι ήταν.
+
+ΑΡΙΕΛ. Τρέχω να τους φέρω, Κύριε. (Βγαίνει).
+
+ΠΡΟΣΠ. Εσείς, ίσκιοι του βουνού, του ποταμού, της στεκάμενης λίμνης,
+και του δάσους, και σεις, που απάνου στους άμμους μ' αγνώριστη ποδοβολή
+κυνηγάτε τον Ποσειδώνα ενώ τραβιέται, και που άμα γύρη πίσω, τον
+φεύγετε· σεις, πνευματίδια, που με το φεγγάρι μορφώνετε εκείνους τους
+πικροπράσινους κύκλους, που δεν τσιμπάει ταρνάκι· κ' εσείς πάλι, πώχετε
+ξεφάντωση να φτειάνετε μυκάνους το μεσανύκτι, που χαίρεσθε όταν βαρή το
+σήμαντρο το σοβαρό της εσπέρας· με τη βοήθειά σας (αγκαλά το κράτος σας
+ολίγο είναι) εγώ εσκοτάδιασα τον ήλιο μεσημερνά, έκραξα όξω τους
+αδάμαστους ανέμους, κ' έστησα άγριο πόλεμο ανάμεσα στην πράσινη θάλασσα
+και τον γαλάζιον ουρανό· του κεραυνού, που σκάει με τρομακτικό βρόντο,
+έβαλα εγώ φωτιά, κ' έσχισα το μέγα δένδρο του Δία με του Δία το πελέκι·
+το στερεοθεμέλιωτο βουνό εκλόνησα, κ' έσπασα σύρριζα κουκουναριές και
+κέδρους· μνήματα στην προσταγή μου εξύπνησαν τους κεκοιμημένους·
+άνοιξαν, και τους ελευθερώσαν, μ' αυτή τη δυνατή μου τέχνη. Αλλά τούτη
+τη μαύρη μαγεία τώρα την αθετώ, και αφού διορίσω κάποια ουράνια μουσική
+(ολοένα το κάνω) να ενεργήση στα λογικά τους το σκοπό μου, για τον
+οποίο γίνεται τούτο ταέρινο μάγευμα, συντρίβω τη ράβδο μου, την θάφτω
+κάποσες οργυιές μέσα στη γη, και κάτω, σε βάθη, που ποτέ δεν τα έπιασε
+το σκανδήλι, βυθίζω τη βίβλο μου.
+
+Ακούεται σεμνή μουσική. Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ, κατόπι του ο ΑΛΟΝΖΟΣ με
+φέρσιμο τρελλού, συνωδευμένος από τον ΓΟΝΖΑΛΟ· ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ και ο
+ΑΝΤΩΝΙΟΣ στην ίδια κατάσταση, συνωδευμένοι από τον ΑΡΙΕΛ και από τον
+ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ· όλοι μπαίνουν μέσα στον κύκλο, που είχε κάμει ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ,
+και στέκουν αυτού μαγευμένοι· αυτά παρατηρώντας ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, λέγει.
+
+Ένας σεμνός ήχος, η καλύτερη παρηγορία του συγχυσμένου λογισμού, ας
+γειάνη τα μυαλά σου, άχρηστα τώρα, βρασμένα μέσα στο κεφάλι σου!
+Σταθήτ' αυτού, γιατί σας δένει το μάγευμα. — Γονζάλε, άγιε και
+τιμημένε, τα μάτια μου, άμα εχαρήκαν τα δικά σου, χύνουνε δάκρυα
+φιλικά. — Το μάγευμα διαλύεται γλήγορα και όπως η αυγή παίρνει της
+νύκτας σκορπίζοντας το σκότος, ομοίως τα λογικά τους γλυκοχαράζοντας
+ολοένα διώχνουν την τυφλή καταχνιά, που περισκεπάζει τον φωτεινότερο
+νου τους. — Ω αγαθέ Γονζάλε, ο αληθινός λυτρωτής μου, και ο άδολος
+φίλος εκείνου, που συνοδεύεις, θα πλερώσω τες ευεργεσίες του περισσά,
+και με τα λόγια και με τα έργα. Άπονα, Αλόνζε· μ' εμεταχειρίσθηκες,
+εμένα και τη θυγατέρα μου· στην πράξη συνέργησε ο αδελφός σου· γι' αυτό
+θερίζεσαι τώρα, Σεβαστιανέ. Μία σάρκα κ' ένα αίμα, εσύ, αδελφός μου,
+που εδέχθηκες εις την ψυχή σου τη φιλαρχία, έδιωξες τη συνείδηση και τη
+φύση· που μαζί με τον Σεβαστιανό (που για τούτο ακούει μέσα του φρικτήν
+οδύνη) ηθέλετε να δολοφονήσετε τον βασιλέα σας· σε συγχωρώ, μ' όλον ότι
+είσαι άνθρωπος! — Η νόησή τους αρχινάει να φουσκώνη, και το ρεύμα, που
+ολοένα σιμώνει, θα γιομίση τα λογικά όρια, που τώρα είναι ακόμα έρημα
+και βουρκωμένα. Κανένας απ' αυτούς (και με κττάζουν) δεν ημπορεί να με
+γνωρίση. — Πήγαινε, Άριελ, φέρε μου το κάλυμμά μου, και το σπαθί μου.
+{Ο Άριελ βγαίνει). Θα ξεσκεπασθώ, και θα φανώ, όποιος ήμουν άλλη φορά,
+δούκας του Μιλάνου. — Γλήγορα, πνεύμα, σε λίγο είσ' ελεύθερος.
+
+Ο ΑΡΙΕΛ ματαμπαίνει και βοηθώντας τον ΠΡΟΣΠΕΡΟ να ντυθή τραγουδάει.
+
+Όπου ρουφάει το μελίσσι ρουφάω κ' εγώ· μονιάζω μέσα στο λούλουδο· αυτού
+κοίτομαι την ώρα, που σκούζ' η κουκουβάγια. Στης νυκτερίδας τον ώμο
+πετώ προς το καλοκαίρι χαρούμενα· χαρούμενος, χαρούμενος μέλλει να ζω
+αποκάτου εις τάνθι που κρέμετ' από το κλαδί.
+
+ΠΡΟΣΠ. Και τι! αυτός είναι ο χαριτωμένος μου Άριελ! Θα μου λείψης·
+όμως πρέπει να λάβης την ελευθερία σου. — Έτσι, έτσι. — Τρέχα στο
+βασιλικό καράβι, αόρατος καθώς είσαι: εκεί θάβρης τους ναύταις
+αποκοιμημένους αποκάτου από το κατάστρωμα· αφού ξυπνήσης τον καραβοκύρη
+και τον πλωρήτη, σπρώξε τους εδώ, κ' ευθύς, παρακαλώ σε.
+
+ΑΡΙΕΛ. Καταπίνω τον αέρα μπροστά μου, και θα είμαι γυρισμένος πριχού ο
+κτύπος του σφυγμού σου δευτερωθή. (Βγαίνει).
+
+ΓΟΝΖ. Όπου βασανισμός, όπου σύγχυση, όπου τέρατα, όπου τρόμος, όλα εδώ
+κατοικούν! Του Υψίστου το χέρι να μας έβγανε από τούτον τον κατάφοβο
+τόπο!
+
+ΠΡΟΣΠ. Κύτταξε, Βασιλέα, τον αδικημένον Δούκα του Μιλάνου, τον
+Πρόσπερο· να βεβαιωθής καλύτερα ότι ο πρίγκιπας, που σου μιλεί, ζη
+αληθινά, ιδού σε περιλαμβάνω, και σου λέγω από καρδιάς, καλώς ήρθες μ'
+όλη σου την συντροφιά.
+
+ΑΛΟΝΖ. Αν είσαι εκείνος ή όχι, ή αν είσαι κάποιο μαγευμένο τίποτε, για
+να μείνω πάλι γελασμένος, καθώς προ ολίγου, δεν ηξεύρω· ο σφυγμός σου
+κτυπάει ως από σάρκα κ' αίμα, και από την στιγμήν, που σ' είδα,
+ολιγοστεύει αυτό που επλάκωνε τον νου μου, και που ήτον, φοβούμαι, της
+τρέλλας η οδύνη. Όλα τούτα, αν υπάρχουν τωόντι, πρέπει να εξηγηθούνε
+παράδοξα.
+
+
+Την δουκαρχία σου επιστρέφω, και σε παρακαλώ να με συγχωρέσης γιατί σ'
+έχω αδικήσει. Αλλά πώς γίνεται να ζη ο Πρόσπερος, και να είν' εδώ;
+
+ΠΡΟΣΠ. Πρώτα, ευγενικέ μου φίλε, ν' ασπασθώ τα γερατειά σου· δίχως
+μέτρο, δίχως όρια είναι η τιμιότης σου.
+
+ΓΟΝΖ. Αν αυτό, που βλέπω, είναι ή δεν είναι, δεν ορκίζομαι.
+
+ΠΡΟΣΠ. Κρατείς ακόμα από το νησί κάποιες λεπτολογίες, που σ' εμποδίζουν
+να πιστέψης πράμματα βέβαια. — Καλώς ήρθετε όλοι οι φίλοι μου, (Χαμηλά
+προς τον Σεβαστιανό και τον Αντώνιο). Αλλά σεις, άξιο ζευγάρι, —
+μπορούσα, κύριοι, να σύρω απάνω σας την οργή της Μεγαλειότητάς του, και
+να σας αποδείξω προδότες· τώρα δεν θέλω να φανερώσω τα μυστικά.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ο πειρασμός μιλεί μέσα του.
+
+ΠΡΟΣΠ. Όχι· — όσο για σε, κακή ψυχή, που αν σ' έλεγα αδελφόν, θα
+εμόλυνα τα χείλη μου, σου συγχωρώ την πλέον αισχρή από τες αδικίες σου,
+— σου τα συγχωρώ όλα· και απαιτώ από σε το θρόνο μου, που στανικώς, το
+ξέρω, πρέπει να μου ξαναδώσης.
+
+ΑΛΟΝΖ. Αν είσαι ο Πρόσπερος, λέγε μου καταλεπτώς πώς εσώθηκες, πώς μας
+απάντησες εδώ, ενώ δεν είναι παρά τρεις ώρες αφότου εμείς ετσακισθήκαμε
+σε τούτο τακρογιάλι, κ' εγώ έχασα (πόσο με σφάζ' η ενθύμηση!) τον
+ακριβό μου υιο Φερδινάνδο.
+
+ΠΡΟΣΠ. Πόσο μου πονεί, Κύριε!
+
+ΑΛΟΝΖ. Αγιάτρευτος είναι ο πόνος, και η υπομονή δα ωμολόγησε ότι τα
+μέσα της δεν ωφελούν.
+
+ΠΡΟΣΠ. Εγώ μάλιστα στοχάζομαι ότι δεν την εζήτησες να σε θεραπεύση· από
+τη γλυκειά της χάρη, εις όμοιον πόνο, λαβαίνω εγώ υψηλό βοήθημα, και
+παύω τα παράπονα.
+
+ΑΛΟΝΖ. Υπόφερες και συ παρόμοιον χαμό;
+
+ΠΡΟΣΠ. Τόσο μεγάλος, τόσο νωπός· και να βαστάξω τον πόνο μου λείπουν
+εκείνες η παρηγοριές, εις τες οποίες δύνασαι εσύ να προστρέξης· επειδή
+εγώ έχασα τη θυγατέρα μου.
+
+ΑΛΟΝΖ. Μία θυγατέρα! ω Ουρανέ! να ζούσαν κ' οι δύο στη Νεάπολη,
+βασιλέας εκεί και βασίλισσα! Α! να ζούσαν, και ας ήμουν εγώ χωσμένος
+στην αμμώδη κλίνη, όπου κοίτεται ο υιός μου! Πότε έχασες τη θυγατέρα
+σου;
+
+ΠΡΟΣΠ. Εις τούτη την τρικυμία. — Καταλαβαίνω ότι οι Κύριοι εδώ απορούν
+για τούτο το συναπάντημα τόσο, που κατατρώνε τον νου τους, και
+φοβούνται μήπως τους γελούν τα μάτια τους, μήπως τα λόγια τους δεν
+είναι φυσική πνοή. Αλλ' όπως και αν εταράχθηκαν τα λογικά σας,
+βεβαιωθήτε ότι εγώ είμαι ο Πρόσπερος, εκείνος ο ίδιος δούκας, ο οποίος
+είχε διωχθή από το Μιλάνο, ο οποίος με παράδοξον τρόπο, σε τούτο
+τακρογιάλι, όπου σεις ετσακισθήκετε, εβγήκε γλυτωμένος να το κυριέψη.
+Φθάνει για τώρα· γιατί τούτο δεν είναι διήγηση μιας στιγμής, μήτε
+αρμόζει σε τούτη την πρώτη απάντησή μας. Καλώς ήρθες, Κύριε· τούτο το
+σπήλαιο είν' η Αυλή μου· εδώ έχω λίγους υπηρέτες, και εις το νησί δεν
+έχω υπηκόους. Σε παρακαλώ να κυττάξης εκεί μέσα. Αφού μου ξανάδωσες τη
+δουκαρχία μου, εγώ σ' ανταμείβω με πράμμα ώμορφο άλλο τόσο· βγάνω όξω
+τουλάχιστο ένα θαύμα, να σ' ευχαριστήσω, όσο μ' ευχαριστάει ο θρόνος
+μου.
+
+Το έμπα του Σπηλαίου ανοίγει, και φαίνονται ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ και η
+ΜΙΡΑΝΤΑ, που παίζουν τους πεσσούς.
+
+ΜΙΡ. Γλυκέ μου φίλε, με γελάς.
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, ακριβή μου αγάπη, δεν θα το έκανα για όλα τα καλά του
+κόσμου.
+
+ΜΙΡ. Ναι, αν ήτον για κάμποσα βασίλεια, ας μ' ελάθευες, σου έλεγα ότι
+παίζεις τίμια.
+
+ΑΛΟΝΖ. Ανίσως αυτό που βλέπω καταντήση πάλι έν' από τα δράματα του
+νησιού, θα χάσω δεύτερη φορά τακριβό μου τέκνο!
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ω μέγα θαύμα!
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Η θάλασσα, ναι, φοβερίζει, αλλά σπλαχνίζεται· αδίκως την
+εκαταράστηκα. (Ο Φερδινάνδος γονατίζει μπροστά στον Αλόνζο).
+
+ΑΛΟΝΖ. Α! όλες η ευχές ενού πασίχαρου πατρός να σε περιζώσουν! Σήκω,
+και λέγε πως ήρθες εδώ.
+
+ΜΙΡ. Ω θαύμα! Ιδές πόσα καλά πλάσματα! Ώμορφη που είναι η ανθρωπότης!
+Λαμπρέ καινούριε κόσμε, ωραία πούσαι κατοικημένος!
+
+ΠΡΟΣΠ. Για σε είναι καινούριος.
+
+ΑΛΟΝΖ. Ποία είν' αυτή η κόρη, πού έπαιζε μαζί σου; η γνωριμία σας
+μπορεί νάναι, το πολύ, από τρείς ώρες· είν' αυτή τάχα η θεά, πού μας
+εχώρισε και μας ένωσε πάλι;
+
+ΦΕΡΔΙΝ. Κύριε, θνητή είναι· όμως αθάνατη Πρόνοια ηθέλησε να την κάμη
+δική μου· την εδιάλεξα όταν ήτον αδύνατο να ζητήσω συμβουλή του πατρός
+μου· μήτ' έλεγα πως τον είχα· είναι θυγατέρα τούτου του ξακουσμένου
+δουκός του Μιλάνου, που τόσες φορές άκουσα να δοξάζεται, και δεν τον
+είχα ιδεί ποτέ· από τον οποίον έλαβα δεύτερη ζωή, και δεύτερον πατέρα
+μου τον εχάρισε τούτη η κυρία.
+
+ΑΛΟΝΖ. Η οποία έγινε θυγατέρα μου. Αλλά πόσο θέλει φανή παράδοξο, πως
+πρέπει να ζητήσω συγχώρεση της θυγατέρας μου!
+
+ΠΡΟΣΠ. Κύριε, πάψε. Ας μη βαρύνουμε την ενθύμησή μας με θλίψες
+περασμένες.
+
+ΓΟΝΖ. Εγώ έκλαια μέσα μου· για τούτο εσώπαινα έως τώρα. Σκύψετε, θεοί,
+και απάνω των δύο κατεβάσετε στεφάνι ευλογημένο· γιατί σεις εγράψετε το
+δρόμο, οπού μας έφερ' εδώ.
+
+ΑΛΟΝΖ. Γένοιτο, λέγω κ' εγώ, Γονζάλε!
+
+ΓΟΝΖ. Ο Δούκας του Μιλάνου εδιώχθηκε από το Μιλάνο, όπως το γένος του
+βασιλέψη στη Νεάπολη; Ω! αναγαλλιασθήτε μ' ασυνήθιστη αναγάλλιαση!
+χαράξετέ το με χρυσά γράμματα απάνω σ' αιώνιες στήλες. Εις ένα και το
+αυτό ταξείδι, η Κλάριβελ εύρηκε άνδρα εις το Τούνεζι, ο Φερδινάνδος, ο
+αδελφός της, μία σύντροφο εκεί, που ο ίδιος ήταν χαμένος, ο Πρόσπερος
+τη δουκαρχία του σ' ένα έρημο νησί, και καθένας από μας ηύρε τον εαυτό
+του ενώ είχε βγη από τον εαυτό του.
+
+ΑΛΟΝΖ. (Προς τον Φερδιν. και την Μιράντα). Δόστε μου τα χέρια σας· ο
+καϋμός και η θλίψη να σφίξουν πάντα την καρδιά, που δεν θέλει τη χαρά
+σας.
+
+ΓΟΝΖ. Γένοιτο.! Αμήν!
+
+Ματαμπαίνει ο ΑΡΙΕΛ με τον Καραβοκύρη, και με τον πλωρήτη, που
+ακολουθούν τρομασμένοι.
+
+Κύτταξε, κύριε, κύτταξε, να και άλλοι της συντροφιάς μας! Εγώ είχα
+προφητέψει ότι, αν η στερηά είχε φούρκες, τούτο το υποκείμενο δεν θα
+επνιγότουν. Τώρα, βλάσφημε άνθρωπε, που στη θάλασσα δεν ηξέρεις παρά
+κατάρες, στη στερηά έχασες τη γλώσσα σου; Τι νέα;
+
+ΠΛΩΡ. Απ' όλα το καλύτερο είναι, ότι βρίσκομε γλυτωμένους τον βασιλέα
+με τη συντροφιά του· δεύτερα, το καράβι μας, που εδώ και τρεις ώρες
+τώχαμε παραδώσει για τσακισμένο, σώζεται γερό και ωραία ευτρεπισμένο,
+απαράλλακτα ωσάν την ώρα που το πρωτορρίξαμε στο πέλαο.
+
+ΑΡΙΕΛ. (Μοναχός του). Κύριε όλα τούτα τάκαμ' από τη στιγμή που σε
+άφησα.
+
+ΠΡΟΣΠ. (Μοναχός του). Επιδέξιο μου Πνεύμα!
+
+ΑΛΟΝΖ. Τούτα δεν είναι πράμματα φυσικά· περισσεύουν πάντα στο
+παραδοξότερο. Λέγε, πώς ήρθες εδώ;
+
+ΠΛΩΡ. Αν επίστευα πως είμαι αλήθεια έξυπνος, θα επάσχιζα να σου το
+διηγηθώ. Εκοιμώμασθε σαν νεκροί, και (το πώς, δεν ηξεύρουμε) όλοι σωρό
+αποκάτου από το κατάστρωμα, όταν, προ ολίγου, παράξενες και διάφορες
+βοές, μουγκρίσματα, σκουξίματα, ουρλιάσματα, και άλυσσες συρμένες, και
+μύριοι ήχοι, όλοι φοβεροί, μας εξύπνησαν με μιας, ελεύθεροι· τότε μ'
+όλο του το ευτρέπισμα είδαμε κ' έλαμπε το καλό βασιλικό καράβι· ο
+Καραβοκύρης επηδούσε βλέποντάς το. Σε μία στιγμή, αν σ' αρέση, ωσάν στα
+ονείρατα, μας εχώρισαν από τους άλλους, και μας εκουβάλησαν εδώ με
+τούτα μας τα ξαφνισμένα μούτρα.
+
+ΑΡΙΕΛ. (Μοναχός του). Επήγε καλά έτσι;
+
+ΠΡΟΣΠ. (Μοναχός του) Θαυμαστά, ξυπνάδα μου. Λαβαίνεις την ελευθεριά
+σου.
+
+ΑΛΟΝΖ. Άνθρωπος δεν επάτησε ποτέ παρόμοιο λαβύρινθο· και εις όλα τούτα
+είναι κάτι που η φύσις δεν επροξένησε ποτέ. Κάποιο μαντείο πρέπει να
+μας φωτίση.
+
+ΠΡΟΣΠ. Κύριέ μου, μη βασανίζης το πνεύμα σου με το να ερευνήσης αυτά τα
+παράδοξα. Με πρώτη ευκαιρία (και θέλει τύχη γλήγορα) εγώ σου ξεδιαλύνω,
+ένα προς ένα, όσα εσυνέβηκαν, εις τρόπον ώστε θα τα εύρης όλα πιθανά.
+Ωστόσο έχε καλή καρδιά, και παύσε τον φόβο. — (Παράμερα). Έλα δω,
+πνεύμα, ελευθέρωσε τον Κάλιμπαν με τους συντρόφους του· λύσε τα μαγια.
+(Ο ΑΡΙΕΛ βγαίνει). Τι κάν' η Υψηλότης σου; λείπουν ακόμη από τη
+συντροφιά σας κάποια ανάποδα παιδιά, που λησμονήσετε.
+
+Ματαμπαίνει ο ΑΡΙΕΛ τραβώντας μέσα τον ΚΑΛΙΜΠΑΝ, τον ΣΤΕΦΑΝΟ και τον
+ΤΡΙΝΚΟΥΛΟ, ντυμένους με τα κλεμμένα φορέματα.
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Κάθε άνθρωπος ας φροντίζη για τους άλλους, και κανείς ας μη
+γνοιάζεται για τον εαυτό του· γιατί όλα είναι της τύχης. Αντριέψου!
+τέρας, αντριέψου!
+
+ΤΡΙΝΚ. Αν αυτά πώχω στο κεφάλι μου είναι καλοί κατάσκοποι, τούτο είναι
+ένα λαμπρό θέαμα!
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Ω Σέτεβε! τούτα είν' άξια πνεύματα τωόντι! Πώς γυαλίζει ο
+κύριος μου! φοβούμαι θα με παιδέψη.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Α! Α! τ' είν' τούτα; Κύριε μου Αντώνιε, είναι για πούλημα;
+
+ΑΝΤΩΝ. Ως φαίνεται· έν' απ' αυτά είναι φανερό ψάρι, και άσφαλτα για το
+φόρο.
+
+ΠΡΟΣΠ. Παρατηρήσετε εκείνα που φορούνε, και ύστερα πέστε πόση τιμή
+έχουν απάνω τους αυτά τα υποκείμενα. Τούτος ο κακόμορφος κατέργαρος
+εγεννήθη από μία στρίγλα, και μία στρίγλα τόσο φοβερή, που εβίαζε το
+φεγγάρι, κ' εκυβερνούσε όπως ήθελε τα κύματα, ν' ανεβούν και να
+κατεβούν, δίχως τη δύναμή του. Τούτ' οι τρεις μ' εκλέψανε, και εκείνος
+ο μισοδαίμονας (γιατί είναι νόθος) έκαμε το ένα του μ' αυτούς για να
+μου πάρη τη ζωή. Οι δύο πρέπει να ομολογήσετε ότι είναι δικοί σας·
+τούτο το πράμμα του σκότους το αναγνωρίζω για δικό μου.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Ω θανάσιμες τσιμπιές που καρτερώ!
+
+ΑΛΟΝΖ. Δεν είναι αυτός ο Στέφανος; ο μέθυσος κελλάρης μου;
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Μεθάει ολοένα· πού ηύρε το κρασί;
+
+ΑΛΟΝΖ. Μήτε ο Τρίνκουλος βαστιέται· που να ευρήκανε το πιοτό, που τους
+ερρόδισε; πώς αρτύσθηκες έτσι;
+
+ΤΡΙΝΚ. Από την ώρα που σας άφησα αρτύσθηκα τόσο καλά, που την μύγα δεν
+την έχω χρεία.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Ε, Στέφανε!
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Α! μη με 'γγίξης· δεν είμαι Στέφανος, μόνο πατόκορφα ένα
+μούδιασμα.
+
+ΠΡΟΣΠ. Ήθελες νάσαι βασιλέας του νησιού, κατέργαρε;
+
+ΣΤΕΦΑΝ. Θελάμουνα βέβαια ένας πικρός βασιλέας.
+
+ΑΛΟΝΖ. Δεν είδα ποτέ πράμμα τόσο αλλόκοτο (δείχνοντας τον Κάλιμπαν).
+
+ΠΡΟΣΠ. Στραβός είναι στα ήθη του καθώς εις τη μορφή του. Πήγαινε,
+σκλάβε, στο σπήλαιο μου, πάρε μαζί σου και τους συντρόφους σου· και αν
+επιθυμάς να σε συμπαθήσω, ευτρέπισέ το ώμορφα.
+
+ΚΑΛΙΜΠ. Μάλιστα, κ' εδώ κ' εμπρός θα κάνω φρόνιμα, θα πασχήσω να
+κερδίσω την αγάπη σου. Χοντρό γαϊδούρι που ήμουνα να κάνω θεό εκείνον
+τον μεθύστακα! να λατρεύω αυτό ξόανο!
+
+ΠΡΟΣΠ. Σύρε· φεύγα.
+
+ΑΛΟΝΖ. Σύρτε· και βάλτε τα φορέματα όπου τα βρήκετε.
+
+ΣΕΒΑΣΤ. Λέγε καλύτερα, όπου τάκλεψαν.
+
+
+ Βγαίνουν ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ, ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ και ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ
+
+ΠΡΟΣΠ. Κύριε, προσκαλώ την Υψηλότητά σου και τη συνοδία σου εις το
+φτωχό μου σπήλαιο· όπου θ' αναπαυθήτε τούτη τη νύκτα μοναχά, μέρος της
+οποίας θα περάσουμε μ' ένα διήγημα που, είμαι βέβαιος, θα κάμη να
+φεύγουν η ώρες· την ιστορία της ζωής μου, και τα μερικά περιστατικά,
+που μου 'λαχαν, αφού έφθασα εις τούτο το νησί· και άμα ξημερώση, θα σας
+φέρω στο καράβι σας, και μ' αυτό στη Νεάπολη, που ελπίζω να ιδώ να
+τελεσθή των δύο μας ακριβαγαπημένων ο γάμος· και εκείθε ν' αποτραβηχθώ
+στο Μιλάνο, όπου των φροντίδων μου το ένα τρίτο θα το αφιερώσω του
+τάφου μου.
+
+ΑΛΟΝΖ. Ποθώ δυνατά ν' ακούσω την ιστορία της ζωής σου. Πρέπει να δένη
+θαυμάσια την ακοή.
+
+ΠΡΟΣΠ. Θα τα φανερώσω όλα· και σας τάζω ατάραχη τη θάλασσα, δεξιούς
+τους ανέμους, και τόσο καλό το αρμένισμα, να προφθάσουμε τον βασιλικόν
+στόλον σου, πού εμάκρυνε πέρα. — Άριελ μου, πουλάκι μου, αυτό είναι
+έργον σου· ύστερα, με τα στοιχεία· μείν' ελεύθερος, και χαίρου!
+(Παράμερα). Παρακαλώ, σίμωσ' εδώ. (Βγαίνουν).
+
+
+ Τ Ε Λ Ο Σ
+
+
+ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
+
+Τον εκφωνεί ο Πρόσπερος).
+
+Τώρα τα μάγια μου είν' όλα χαλασμένα, και δεν έχω παρά τη δική μου
+δύναμη, και αυτή είναι ολίγη. Τώρα είναι βέβαιο ότι στην εξουσία σας
+στέκεται να με περιορίσετε εδώ ή να με στείλετε στη Νεάπολη. Αφού
+εξανάλαβα τη δουκαρχία μου, και εσυγχώρεσα τον επίβουλο, ας μη με
+κλείση εις τούτο το γυμνό νησάκι η μαγεία σας· αλλά λύστε με με τα καλά
+σας χέρια. Μία καλοπροαίρετη πνοή σας πρέπει να φουσκώση τα πανιά μου,
+διαφορετικά ο σκοπός μου χάνεται, και αυτός ήτουν, ν' αρέσω. Τώρα μου
+λείπουν πνεύματα να προστάζω, τέχνη να μαγεύω, και το τέλος μου είναι η
+απελπισία, αν δεν με σώσ' η Δέησις, πώχει άρματα τόσο δυνατά, ώστε
+πολιορκεί, και στενεύει το θείον Έλεος και από κάθε πταίσμα μας λυεί.
+Έτσι και σας να σας αφεθούν η αμαρτίες σας, ευχαριστηθήτε να μ'
+ελευθερώσετε.
+
+
+
+
+ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΣ ΤΗΝ "ΤΡΙΚΥΜΙΑ„
+
+
+
+
+Ενώ προσφέρω εις τους ομογενείς μου την μετάφρασιν αξιολόγου δράματος
+του μεγάλου Σαίξπηρ, μου συμφέρει να παρακινήσω τον αναγνώστη να
+εμβαθύνη εις την ουσία του, ίσως, μαγεμμένος από τα κάλλη της ιδέας,
+που το ζωογονεί, μου γνωρίση χάρη ότι τον έκαμα μετοχο του πολύτιμου
+θησαυρού, και μου συγχωρέση τα πολλά ελαττώματα της μεταφράσεως, έως να
+κάμη άλλος άλλη καλύτερη.
+
+Θαυμάζεται εις την «Τρικυμία» η τεχνική οικονομία του δράματος, μ' όλον
+ότι, καθώς ορθά επαρατηρήθηκε, λείπει η πλοκή. Η πλοκή, η οποία
+ζητάται, υπάρχει εις όσα συνέβηκαν πριν αρχίση η πράξις· και τούτη πάλι
+άλλο δεν είναι ειμή η λύσις εκείνης της πλοκής. Και τωόντι, η αντίθετη
+κατάστασις των ατόμων, που ενεργούνε ή πάσχουνε εις το δράμα, εγεννήθη
+εις τον περασμένον καιρό, και ο ποιητής εφρόντισε να την φανερώση
+καθαρά εις την διήγηση, την οποίαν κάνει ο Πρόσπερος της θυγατρός του,
+και η οποία, σιμά εις τάλλα, χρησιμεύει ως πρόλογος εις την ερχόμενη
+πράξη. — Ένα παλαιό μεγάλο αδίκημα έμεινε ατιμώρητο· έφθασε η ώρα να
+παιδευθούν οι κακούργοι, και να λάβουν οι αθώοι την ανταμοιβή τους.
+Τότε η βουλή της Θείας Πρόνοιας εκτελείται εις το δράμα.
+
+Η εκπλήρωσις αυτής της ηθικής ανάγκης, με άλλα λόγια η λύσις της
+πλοκής, ευρίσκεται εις τα χέρια του ιδίου αδικημένου ατόμου· και το
+μέσο για να πιτύχη αυτό το τέλος είναι ένα υπερφυσικόν όργανον, η
+μαγεία, — το μόνον άξιον ν' ανταποκριθή εις το νόημα, που γεννάται εις
+αυτή τη μεγάλη ψυχή. Αλλά θέλει φανή ότι, εάν από ένα μέρος τούτο το
+φοβερό εργαλείο ημπορή να θεωρηθή ως το μέτρον του ύψους του
+υποκειμένου, που το μεταχειρίζεται, από τάλλο, αυτό δεν βιάζει διόλου
+τα φυσικά ιδιώματα του ανθρώπου· επειδή, ενώ φαίνεται ότι όλα τα
+υποκείμενα του δράματος υποτάσσονται εις εκείνη την παντοδύναμη και
+μυστική μαγεία, αυτά πραγματικώς ενεργούν σύμφωνα με την φύση.
+
+Ο Πρόσπερος· άμα η τύχη του επαράδωσε τους εχθρούς του, μορφώνει το
+σχέδιο της υψηλής του εκδικήσεως, και προς τούτο δίνει γένεσιν εις δύο
+πράξες, που σύγχρονα και χωριστά προχωρούν συντρέχοντας εις το
+διωρισμένο τέλος. Η μία είναι η ένωσις της θυγατρός του με τον υιο του
+παλαιού εχθρού του. Ο Πρόσπερος προδιαθέτει την τρυφερή καρδία της
+κόρης, όπου γλήγορα πρέπει να φυτρώση η αγάπη, με το &φοβερό θέαμα τον
+καταποντισμού, που εγγίζει μέσα της όλη τη δύναμη της λύπης·& επειδή
+αυτή μέλλει γλήγορα να γνωρίση τον κόσμο, με τα κακά του, την αγάπη, με
+τους κινδύνους της, ο φρόνιμος πατέρας, ο οποίος έως τότε δεν ηθέλησε
+να ταράξη την αθόλωτη γαλήνη εκείνης της ψυχής, τώρα αναγκάζεται να της
+διηγηθή όσα αυτοί υπέφεραν από την αδικία των ανθρώπων, πόσο πάλι τους
+ωφέλησε η αγαθοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος είχε προσταγή να τους
+παραδώση αλύπητα εις τον αφανισμό, πώς η Θεία Πρόνοια τους εφύλαξε, και
+τέλος, να της ενθυμίση πόσον αυτή χρωστάει εις τον πατέρα, ο οποίος,
+εις την έρημο, εδυνήθηκε να καλλωπίση το πνεύμα της, και να μορφώση
+ηθικά την ψυχή της. Εις αυτή τη θαυμαστή διήγηση φανερώνεται η παλαιά
+και δίκαιη αγανάκτησις, την οποίαν αισθάνεται κατάκαρδα ο Πρόσπερος για
+την αχρειότητα των εχθρών του· όμως το αίσθημα της έχθρας δεν χωράει
+εις την καρδιά της Μιράντας· αυτή, ακούοντας την θλιβερήν ιστορία,
+μόνον κλαίει τα παθήματα του πατρός της, και ενώ δεν προφέρει κανένα
+λόγο πικρό για τους κακοποιούς, δεν βλέπει την ώρα να γνωρίση τον
+ευεργέτη! Αλλά η βαθεία συγκίνησις, που της προξενούν τα περασμένα
+πάθη και η αδικίες, δεν αρκεί να σβύση την άλλη φρικτήν εντύπωση της
+τρικυμίας, ουδέ την ησυχάζουν τα λόγια του_ πατρός, εις τον οποίον
+εσυνήθισε ν' αναπαύεται πάντοτε η ψυχή της· &αυτός ο στοχασμός δεν
+αφίνει ανασασμό·& βέβαια, επειδή αυτή δεν δύναται να συμβιβάση με την
+άκρα ημερότητα και φιλανθρωπία του πατρός της τον εξολοθρευτικόν
+χαρακτήρα εκείνης της πράξεως, και με το θάρρος μιας αγγελικής ψυχής
+θέλει να τον βιάση να την δικαιολογήση. Η ευαίσθητη κόρη λυγίζει
+αποκάτω εις τόσες νέες και λυπηρές εντύπωσες, και εις αυτή τη φυσική
+της διάθεση εύκολα ενεργάει η μαγική δύναμη του Πρόσπερου, ο οποίος την
+αποκοιμίζει, όπως επαναφέρη την γαλήνην εις την ταραγμένη ψυχή της.
+
+Άμα προετοίμασε την θυγατέρα όπως αρμόζει του σκοπού του, ο Πρόσπερος
+κράζει τον αέριον υπηρέτη του, τον Άριελ, και αφού πρώτα επληροφορήθηκε
+ότι τούτος εκτέλεσε πιστά τες διαταγές του, εις τρόπον ώστε η τρομερή
+τρικυμία, ενώ εχώρισε τους εχθρούς του από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, τους
+έβγαλε όμως άβλαπτους εις το έρημο νησί, ετοιμάζεται να εξακολουθήση το
+έργον του, με το πνεύμα.
+
+Κ' εδώ ο ποιητής, ο οποίος εργάζεται με ομηρική αταραξία, διακόπτει
+μίαν στιγμή την πράξη του δράματος· χρειάζεται να φανερωθή κατά βάθος η
+σχέσις του Πρόσπερου με το πνεύμα, και να εξηγηθή καθαρά η προθυμία, με
+την οποίαν εκείνο κάνει έως το τέλος όλα τα θελήματα του κυρίου του.
+Αρμόζει εις την φύση του Άριελ, ο οποίος ανήκει εις τα πνεύματα του
+αέρος, να μην υποφέρη την υποδούλωση και να ζητάη ανυπόμονα την
+ελευθερία του· αλλά ο Πρόσπερος τον αναγκάζει πάλι να τον υπηρετήση με
+ζήλο, διότι όχι μοναχά ως μάγος δύναται να τον υποτάξη, αλλά τον έχει
+και ηθικά δεμένον με μία μεγάλη ευεργεσία, επειδή ο Άριελ του χρωστάει
+την ελευθερία του. — Κ' εδώ δεν ημπορεί κανείς να μη μείνη πολλή ώρα
+προσηλωμένος εις τούτη τη ζωντανή και αθάνατη εικόνα· της μιαρής
+στρίγλας, η οποία αφαιρεί εις ένα αξιόλογο και άκακο πνεύμα την
+πολύτιμη ελευθερία, και το παιδεύει με ανήκουστο μαρτύριο, επειδή αυτό
+δεν έστεργε να συμμορφωθή με τη μαύρη ψυχή της, — και του αγαθοποιού
+μάγου, ο οποίος το γλυτώνει και το κρατεί εις την υπηρεσία του, όπως
+κατορθώση με το μέσον του υψηλά και άγια νοήματα. — Αυτός λοιπόν ο
+δεσμός της ευγνωμοσύνης κατασταίνει γλυκειά και δίκαιη την εξουσία του
+Πρόσπερου απάνω εις το πνεύμα· πρόσθεσε ότι ο Πρόσπερος του τάζει να το
+ελευθερώση γλήγορα, και θέλει εύρης πλέρια δικαιολογημένη τη χαριτωμένη
+ετοιμότητα με την οποία το πνεύμα, αν και φυσικά φιλελεύθερο,
+ανταποκρίνεται εις το παραμικρό νεύμα του κυρίου του.
+
+Αφού έστειλε τον Άριελ να του φέρη εκεί τον υιο του βασιλέα, με τον
+τρόπον, που ο ίδιος του δείχνει, ο Πρόσπερος θα ενεργήση με αισθητικό
+μέσον εις την ψυχή της θυγατρός του, και κράζει μπροστά της τον
+Κάλιμπαν, — τον οποίον αυτή αποφεύγει, επειδή εγνώρισε εις αυτόν
+ενωμένη την ηθική ασχημάδα με τη σωματική, — όπως τόσο προθυμότερα και
+διψασμένα ορμήσουν η καρδιά και τα μάτια της ν' αναπαυθούν εις την καλή
+μορφή και εις την ευγενική ψυχή του νέου, που θα προβάλη σιμά της. — Με
+τούτη την αφορμή, ο ποιητής ξεσκεπάζει τη σχέση του Πρόσπερου με τον
+Κάλιμπαν, εις την οποία φανερώνεται πάλι ποίος είναι ο Πρόσπερος·
+αγκαλά θυσιασμένος από την κακία των ανθρώπων, εφύλαξε ακέραιο εις την
+ψυχή του ένα ακλόνητο θάρρος εις το Καλό, και εις τάγριο τέρας, που
+απάντησε εις το έρημο νησί, εσεβάσθηκε το ίχνος της ανθρώπινης μορφής,
+κ' έλπισε, και με άκραν υπομονή επάσχισε να ημερώση την ψύχη του και να
+τον καταστήση όμοιόν του· αλλά το τέκνο της κακόπαικτης στρίγλας και
+του δαίμονος είναι ύλη, η οποία δεν υποφέρει το πνεύμα, που πολεμάει να
+την υποτάξη εις την ζωηφόρον ενέργειάν του. Άγριος ακαταδάμαστος,
+κουφός εις τον λόγον, περιωρισμένος εις το να υπακούη τες φυσικές
+ορμές, και να δέχεται τες εντύπωσες της εξωτερικής φύσεως, ο Κάλιμπαν
+είναι ένα όν τέλειο εις το είδος του, το οποίον ο ποιητής δεν ηύρε εις
+την φύση, αλλά το έπλασε μ' έναν οργανισμόν τόσο αναγκαίον και σύμφωνον
+εις τα μέρη του, ώστε δεν φαίνεται αφύσικο, και δικαίως εθαυμάσθηκε ως
+ένα από τα πρωτότυπα και ποιητικότερα γεννήματα του νοός του { } — Ο
+Πρόσπερος απομακρύνει τον Κάλιμπαν εις την στιγμή, που θα φθάση ο υιός
+του βασιλέα να συναπαντηθή με την θυγατέρα του. Εύκολα ερωτεύονται οι
+δύο νέοι, καθώς επιθυμεί ο Πρόσπερος, και η έξαφνη αγάπη, ενώ φαίνεται
+έργον της μαγείας, εξηγείται πάλι με λεπτά ψυχολογικά αίτια και εις
+τους δύο αγαπημένους. Κατά την προσταγή του Πρόσπερου, ο Άριελ
+επλησίασε εις τον Φερδινάνδο, που έκλαιε τον πατέρα του· με τους ήχους
+μιας ουράνιας μουσικής καταπαύει ολόγυρά του την ταραχή της φύσεως, και
+σταλάζει μέσα του γλυκύτατη μελαγχολία· μ' ένα μυστικό τραγούδι του
+αφαιρεί κάθ' ελπίδα, εις τρόπον ώστε ο νέος σχεδόν έχει την βεβαιότητα
+ότι έμεινε ορφανός και μόνος, αλλά και ελεύθερος, εις τον κόσμο· εις
+αυτή τη διάθεση της ψυχής του πώς να μην έχη ακαταμάχητη δύναμη η
+αγγελική μορφή της Μιράντας, και η άκρα συμπάθεια, που αυτή εξηγεί για
+τες συμφορές του; Με άλλη τόση ευκολία βλασταίνει η αγάπη εις την ψυχή
+της Μιράντας, εις την οποίαν η ωραιότης του λυπημένου νέου, ο οποίος
+άμα την είδε βάνει στα πόδια της το βασιλικό στεφάνι, ο κίνδυνος, από
+τον οποίον εσώθη, και αυτή η ανεξήγητη οργή του πατρός της· συντρέχουν
+να σπρώξου το πάθος εις την ακμή του. Αλλά ο φρόνιμος πατέρας θα
+γνωρίση αν είναι γερή η ρίζα αυτής της αγάπης και υποτάζει τον υιον του
+βασιλέα εις δύσκολες δοκιμές· ο νέος δεν ημπορεί ν' αντισταθή, δεμένος
+από τη μαγική δύναμη του Πρόσπερου, ή καλύτερα από την αγάπη, η οποία
+δύναται εις την ψυχή του περισσότερο παρά το μίσος της δουλείας.
+
+Η &ένωσις &τούτων των δύο πολυτίμων ψυχών& τελειοποιείται εις μίαν άλλη
+σκηνή, που οι δύο νέοι εκφράζουν ανεμπόδιστα και ελεύθερα τα αισθήματά
+τους. Αυτή αρχίζει μ' ένα υψηλό μονόλογο του Φερδινάνδου· ενώ το σώμα
+του σκύφτει μηχανικά εις το δουλικόν έργο, η βασιλική καρδιά του
+ευρίσκει παρηγορίαν εις ανώτερα νοήματα και εις την αγάπη. Εις τον
+διάλογο, που ακολουθεί, φανερώνεται, εις όλη τη δύναμη της· από ένα
+μέρος, ο έρωτας του νέου· ο οποίος εβγήκε άφθαρτος μέσ' από τη διαφθορά
+του κόσμου, και δέχεται εις την ψυχή του την εντύπωση της άβλαπτης
+παρθενικής φύσεως, τόσον ακέραια και θερμά, ώστε εις την λατρεία της
+θυσιάζει και αυτή τη βασιλική αξιοπρέπεια, την οποίαν άδικα βλέπει
+καταπατημένη· και από τάλλο, η αγάπη της κόρης, η οποία πρωτακούει τα
+τρυφερά αισθήματα, και τα ομολογεί με άτεχνη χάρη, και νικημένη από τα
+παθητικά λόγια του αγαπημένου, ταπεινά του χαρίζει την καρδιά της. Η
+ερωτεμμένη κόρη απομακραίνεται θεληματικώς, καθώς την παρακινεί η
+φυσική σεμνότης, από την στιγμή που έσμιξε το χέρι του αγαπημένου νέου.
+Ο Πρόσπερος τους ακούει και τους βλέπει, και με την πατρικήν ευχή του
+σφραγίζει τον άγιον εκείνον δεσμό, και ύστερα τον εορτάζει με τα
+χαρμόσυνα πλάσματα της μαγείας του.
+
+Σύγχρονα με τούτην την πράξη, ξετυλίγεται μία άλλη, η οποία συμπληρώνει
+το σχέδιο του Πρόσπερου· η τιμωρία των εχθρών του. Ο Πρόσπερος παιδεύει
+τον βασιλέα της Νεάπολης με την βεβαιότητα ότι έχασε τον μονάκριβόν
+του κληρονόμο· εις τους άλλους δύο κακούργους δίνει αφορμή να
+φανερώσουν τες πλέον κρυφές βδελυρές επιθυμίες της ψυχής των, και
+έρχεται ώρα, που με τούτο το φρικτό μυστικό αυτός θα πληγώση θανάσιμα
+την αναίσθητη συνείδησή τους· η τιμωρία λοιπόν είναι όλη ηθική, και
+παρμένη από την ίδια φύση των υποκειμένων, που την υποφέρουν. Ποία
+δικαιότερη και τρομερώτερη μάστιγα εις τον κακούργον άνθρωπο παρά το να
+ξεσκεπασθούν ταπόκρυφα της ψυχής του; Ο Άριελ, κατά την προσταγή του
+Πρόσπερου, αποκοιμίζει τον βασιλέα και τους αυλικούς του, και αφίνει
+έξυπνους τον Αντώνιο, και τον Σεβαστιανό· ύστερος αποκοιμιέται ο
+βασιλέας, διότι η μαγική ενέργεια του πνεύματος ευρίσκει μεγαλύτερη
+αντίσταση εις την λύπη, που κατακυριεύει την καρδιά του πατρός. Ο
+Αντώνιος, εις του οποίου την ψυχή άλλο αίσθημα δεν βασιλεύει ειμή
+εκείνο της φιλαρχίας, θέλει να ελευθερωθή από την στανικήν προσκύνηση,
+με την οποίαν είχε αγοράσει την βοήθεια του βασιλέα της Νεάπολης εις
+την αρπαγή του· και με λεπτότατη τέχνη σέρνει όπου θέλει αυτός την
+&οκνηρή& ψυχή του Σεβαστιάνου, ο οποίος γίνεται εργαλείο του δίχως να
+το καταλάβη. Ο Πρόσπερος όμως προφθαίνει να εμποδίση το μελετημένο
+κρίμα, εις το οποίον εφάνηκε η σκληρή και αμετανόητη καρδιά των δύο
+κακούργων· και με τη φοβερή φωνή της θείας δίκης, που εικονίζεται από
+τον Άριελ, τους φέρνει εις την άκραν απελπισία, και ξυπνάει τη
+μετάνοια, η οποία εκοιμότουν εις την ψυχή του Αλόνζου. Χάνουν και οι
+τρεις τον νου τους: και εις αυτούς η τρέλλα, ενώ φαίνεται έργον της
+μαγείας του Πρόσπερου, είναι καθώς λέγει ο Γονζάλος, &το μέγα κρίμα
+τους, που ωσάν ένα φαρμάκι, που εδόθη για να ενεργήσει με μάκρος
+καιρού, αρχινάει να νικήση τα λογικά τους.&
+
+Αφού ο Πρόσπερος ενέργησε εις τα διάφορα άτομα εις τρόπον ώστε, χωρίς
+αυτά να το ξέρουν, συνέργησαν εις τον υψηλό σκοπό τους, η βαθεία ψυχή
+του στρέφεται εις τον εαυτό της και προετοιμάζεται εις την απαθή
+συναπάντηση με τους εχθρούς του· θεληματικώς γδύνεται από την
+υπερφυσική δύναμη, την οποίαν είχε αποκτήσει, βέβαια φοβούμενος μήπως
+αυτή καμμία φορά καταντήση φθοροποιά, εις τα φθαρτά χέρια του ανθρώπου.
+Ελευθερώνει τους εχθρούς του, και βλέπει θαυμαστά πιτυχημένο το σχέδιό
+του· η μετάνοια αναγέννησε τον βασιλέα της Νεάπολης· η παλαιά έχθρα,
+που έως τότε είχε πλακώσει τη φυσική του γενναιότητα, έδωσε τόπον εις
+την αγάπη, και με τη δύναμη της μετάνοιας αυτός υψώνεται εις το νόημα,
+που ελεύθερα έπλασε ο Πρόσπερος, την ένωση του τέκνου του με το τέκνο
+του εχθρού του.
+
+Η φιλίωσις του Πρόσπερου με τον βασιλέα στηρίζεται εις την ευγένεια της
+ψυχής, αλλά επειδή εις τους άλλους δύο εχθρούς του αυτή δεν υπάρχει,
+μάταια ήθελε είναι με αυτούς η φιλίωσις, ώστε άλλο δεν μένει του
+Πρόσπερου παρά να χαλινώση με αυστηρά λόγια την ακαταδάμαστη κλίση τους
+εις το κακό.
+
+Ποτέ ίσως η ποίησις δεν έπλασε ένα χαρακτήρα τόσο βαθύν και υψηλόν,
+όσον είναι εκείνος του Πρόσπερου· ενώ εις την ψυχή του δεν κοιμούνται,
+αλλά μάλιστα ευρίσκονται εις όλην την ενέργειάν τους τανθρώπινα πάθη,
+αυτά υποτάσσονται όλα εις τον λόγον, και από τούτον τον θρίαμβον του
+λόγου πηγάζει μία πράξη, η οποία μετέχει της θείας δυνάμεως και
+μακροθυμίας. Το ύψος τούτου του υποκειμένου μετριέται καλύτερα με την
+παράθεση των άλλων ατόμων, — της Μιράντας, του Φερδινάνδου, του
+Γονζάλου και του Αλόνζου —,εις τα οποία υπάρχει, πλέον ή ολιγώτερον, η
+ηθική ευγένεια, αλλά δεν έφθασε εις τέλειαν ηθικήν ελευθερία· και με
+την δυνατήν αντίθεσιν, η οποία φαίνεται εις τον Αντώνιο και Σεβαστιανό,
+των οποίων η φιλαυτία έσβυσε κάθε άλλο αίσθημα, και απολίθωσε την
+καρδιά, — και εις τον Κάλιμπαν, εις τον οποίον λείπει διόλου η ηθική
+ελευθερία, και κυριεύει η τυφλή ανάγκη της φύσεως. Με τέτοιον τρόπον η
+διάφορες μορφές, που φαίνονται εις το δράμα, εάν και κάποιες είναι
+άδετες με την εξωτερική του οικονομία, συντρέχουν όλες να διαφωτίσουν
+τη μεγάλη μορφή, που εξέχει, και εις την οποίαν ο ΣΑΙΞΠΗΡ έδωσε τον
+τύπον της ανθρωπίνης τελειότητος
+
+Ο Μεταφραστής
+
+Κέρκυρα τη 3 Αυγούστου 1855.
+ } Αναγκαία εις την πολυσήμαντη εικόνα είναι και τούτη η μορφή, και τα
+χαρακτηριστικά της συμπληρώνονται εις ένα κωμικό μέρος του οράματος· —
+εκεί φαίνονται, η μωρία του όταν υποτάσσεται θεληματικώς εις τον ανόητο
+μεθύστακα, για το &ουράνιο πιοτό&, που βαστάει, η αξιογέλαστη φιλαυτία
+του, όταν γίνεται άσπονδος εχθρός του Τρίνκουλου, που τον αναπαίζει,
+και η απονία του, ενωμένη με μία μεγάλη δειλία, όταν υπαγορεύη του
+Στέφανου, με πόσους σκληρούς τρόπους δύναται να φονεύση τον μάγον ενώ
+κοιμάται.
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Tempest, by William Shakespeare
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE TEMPEST ***
+
+***** This file should be named 31405-0.txt or 31405-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/1/4/0/31405/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/31405-0.zip b/31405-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..d46ca61
--- /dev/null
+++ b/31405-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..3d3a22d
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31405 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31405)