diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31405-0.txt | 3357 | ||||
| -rw-r--r-- | 31405-0.zip | bin | 0 -> 71732 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 3373 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31405-0.txt b/31405-0.txt new file mode 100644 index 0000000..71f4b33 --- /dev/null +++ b/31405-0.txt @@ -0,0 +1,3357 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Tempest, by William Shakespeare + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Tempest + +Author: William Shakespeare + +Translator: Iakovos Polylas + +Release Date: February 25, 2010 [EBook #31405] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE TEMPEST *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. A footnote has +been transferred at the end of the book. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. +Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. +Μία υποσημείωση έχει μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ +ΦΕΞΗ + +Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ +ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ 5 +ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ + + +1913 + +Το λεκτικόν της μεταφράσεως έμεινεν όπως εις την πρώτην έκδοσιν, με +σπανίας παραλλαγάς, σύμφωνα με τας γλωσσικάς αντιλήψεις του Πολυλά — +όπως φανερώνονται εις την πολύ μεταγενεστέραν μετάφρασιν του Άμλετ. + +Ο εκδότης + +ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ + +Π Ρ Ο Σ Ω Π Α +ΑΛΟΝΖΟΣ, βασιλέας της Νεάπολις +ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, αδελφός του. +ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, ο νόμιμος δούκας του Μιλάνου. +ΑΝΤΩΝΙΟΣ, αδελφός του, ο άνομος δούκας του Μιλάνου. +ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ, υιός του βασιλέα της Νεάπολις. +ΓΟΝΖΑΛΟΣ, τίμιος γέροντας, σύμβουλος του βασιλέα της Νεάπολις. +ΑΔΡΙΑΝΟΣ, ) + ) Ευγενείς +ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ,) +ΚΑΛΙΜΠΑΝ, άγριος και κακόμορφος δούλος. +ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ, ξεφαντωτής. +ΣΤΕΦΑΝΟΣ, μέθυσος κελλάρης. +Καραβοκύρης, πλωτάρης και ναύταις. +ΜΙΡΑΝΤΑ, θυγατέρα του Προσπέρου. +ΑΡΙΕΛ, αέριο Πνεύμα. +Η ΔΗΜΗΤΡΑ. ) +Η ΗΡΑ. )Πνεύματα +ΝΥΜΦΑΙΣ. ) +ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ.) + +Άλλα Πνεύματα, που υπηρετούν τον ΠΡΟΣΠΕΡΟ. + + +ΣΚΗΝΗ. — Κατ' αρχάς ένα καράβι στη θάλασσα· έπειτα ένα έρημο νησί. + + +ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ + + +ΣΚΗΝΗ Α'. + + +Καράβι' ς την θάλασσα· θαλασσοζάλη με βροντές και μ' αστραπές + +(Μπαίνουν ο ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ και έπειτα ο ΠΛΩΡΗΤΗΣ}. + +ΚΑΡΑΒ. Πλωρήτη, — + +ΠΛΩΡ. Εδώ, αφέντη — πώς ακούς την καρδιά σου; + +ΚΑΡΑΒ. Καλά· φώναζε τους ναύταις· βάλε όλα σου τα δυνατά, ειδεμή θα +τσακισθούμε. (Βγαίνει). + +(Μπαίνουν Ναύταις). + +ΠΛΩΡ. Ελάτε, φίλοι μου· σαν παλληκάρια, παιδιά μου· με καρδιά, με +καρδιά· μαζώξτε το τρίτο πανί· το νου σας στη σφυρίχτρα του καραβοκύρη. +— Φύσα, ξεθύμανε όλο σου τον αγέρα, αν σε χωράη ο τόπος! + +(Μπαίνουν ο ΑΛΟΝΤΖΟΣ, ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ, ο +ΓΟΝΖΑΛΟΣ και άλλοι). + +ΑΛΟΝΖ. Καλέ Πλωρήτη, φρόντιζε· πού είναι ο καραβοκύρης; κάμετε ωσάν +άνδρες. + +ΠΛΩΡ. Γεια, στη ζωή σας, κοπιάστε κάτω. + +ΑΝΤΩΝ. Πλωρήτη, πού είναι ο καραβοκύρης; + +ΠΛΩΡ. Δεν τον ακούτε; Εσείς χαλάτε τους κόπους μας. Μείνετε στες +κάμαρές σας· εσείς βοηθάτε την τρικυμία. + +ΓΟΝΖ. Έλα, φίλε μου, ολίγ' υπομονή. + +ΠΛΩΡ. Αν την είχε το πέλαο. Όξ' από ‘δώ! Έγνοια πώχουν για τον βασιλέα +αυτά πού μουγκρίζουν! Κάτω· σιγάτε· μη μας σκοτίζετε. + +ΓΟΝΖ. Καλό· μόν' θυμήσου ποίους έχεις εδώ μέσα. + +ΠΛΩΡ. Δεν έχω κανένα που ν' αγαπάω καλύτερ' από τον εαυτό μου· του +λόγου σου είσαι σύμβουλος· πρόσταξε, αν ημπορής, τούτα τα στοιχεία να +βουβαθούνε, και κάμε την ειρήνη ανάμεσό τους, κ' εμείς πλια δεν τραβάμε +σχοινί· ας κάμ' η εξουσία σου· αν δεν ημπορείς, κάτεχέ μας χάρη ότι +έζησες τόσο, και πήγαινε στην κάμαρή σου, ετοιμάσου για τη συμφορά, αν +θε να φθάση, (Προς τους ναύταις). Έξυπνα, παιδιά μου, — Όξω από τη +μέση, σας είπα. (Βγαίνει). + +ΓΌΝΖ. Εγώ πέρνω μεγάλη παρηγοριά απ' αυτό το υποκείμενο· φαίνεταί μου, +αυτός δεν είναι για πνίμμα· μοιάζει όλος για την κρεμάστρα. Κράτει +σφικτά, μοίρα καλή, το φούρκισμά του! Τη θηλειά, που του φυλάς, κάμε +την για μας παλαμάρι, γιατί, ολίγ' ωφελούν τα δικά μας! Ανίσως αυτός +δεν εγεννήθηκε για την κρεμάλα η θέση μας είναι ελεεινή. (Βγαίνουν). + +Μπαίνει ο ΠΛΩΡΗΤΗΣ) + +ΠΛΩΡ. Κάτω το μεγάλο κατάρτι· σφικτά. Κάτω· παρακάτω μαζώξτε όλα τα +πανιά, αφήστε μοναχά το μεγάλο. (Ακούεται κραυγή από μέσα). Πανούκλα +στα φωνατά τους! τόσο δεν βροντάει ο καιρός, ούτε αυτό μας το έργο. +(Μπαίνουν ο Σεβαστιανός, ο Γονζάλος και ο Αντώνιος). Πάλι πίσω; τι +κάνετ' εδώ; θα τ' αφήσουμε γι' απελπισμένο; και θα πνιγούμε; σας +αρέσει να βουλήσουμε; + +ΣΕΒΑΣΤ. Φάουσα στο λάρυγγά σου. άπονο σκυλί, φωνάρα και βλάσφημε! + +ΠΛΩΡ. Δουλεύτε σεις, κάνε. + +ΑΝΤΩΝ. Στη φούρκα, σκυλί, στη φούρκα! ληστή, που άλλο δεν ξέρεις ειμή +να κάνης αντάρες και να βρίζης· σκιαζόμασθε να πνιγούμε λιγώτερό σου. + +ΓΟΝΖ. Τούτος δεν πνίγεται, σας βεβαιώνω εγώ, και ας ήτουν το καράβι μας +καρυδοτσέφλι κ' ευκολόπαρτο ωσάν καλοπέσουλη κόρη. + +ΠΛΩΡ. Ας βγούμ' όξω· απλώστε τα δυο χαμηλά πανιά, και πάλι στ' ανοικτά. + +(Μπαίνουν ναύταις βρεμμένοι). + +ΝΑΥΤ. Όλα χαμένα! στα πατερμά μας! στα πατερμά μας! όλα χαμένα! +(Βγαίνουν). + +ΠΛΩΡ. Τι; θα κρυώσουν τα χείλη μας; + +ΓΟΝΖ. Ο βασιλέας και ο υιός του δέονται! ας κάμουμε το αυτό κ' εμείς, +διότι το ίδιο μας μέλλεται. + +ΣΕΒΑΣΤ. Σκάζω από τη χολή μου. + +ΑΝΤΩΝ. Πες που μεθυστάδες ερρίξανε τη ζωή μας! κύτταξ' εκείνον τον +ληστή, τον πλατυλάρυγγα! α! να σε ξεπλύνουν δέκα φορές τα ρεύματα πριν +αποπνιγής! + +ΓΟΝΖ. Θα κρεμασθή, σας είπα· αγκαλά κάθε ρανίδα άρμης, ορκίζεται το +ενάντιο, και χάσκει πλατειά να τον καταπιή. (Ανακατωμένες φωνές από +μέσα: Θε! Ελέησέ μας! βουλάμε, βουλάμε! — έχετε γεια, γυναίκα μου, +και παιδιά μου! έχε γεια, αδελφέ! βουλάμε, βουλάμε, βουλάμε!) + +ΑΝΤΩΝ. Ας πάμε σιμά στον βασιλέα να βουλήσωμ' όλοι μαζή του. (Βγαίνει). + +ΣΕΒΑΣΤ. Πάμε να τον αποχαιρετήσουμε. (Βγαίνει). + +ΓΟΝΖ. Τώρα εγώ έδινα χίλια μίλια θάλασσα για μία ζευγιά άκαρπο χώμα· ας +ήτουν μακρουλό ρίκι, βράχλο μαυρουδερό, ό,τι θέλεις· του θεού το θέλημ' +ας γένη! αλλ' αγαπούσα καλύτερα να πεθάνω στεγνός. (Βγαίνει). + + + ΣΚΗΝΗ Β'. + + + (Μπαίνουν ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ και η ΜΙΡΑΝΤΑ). + +ΜΙΡ. Αφού με την τέχνη σου, πατέρα μου υπεράκριβε, έφερες τάγρια νερά +σε τόση ταραχή, εσύ ταπείνωσέ τα· ο ουρανός δείχνει πώς θα χύση +ανυπόφορη πίσσα, μόν' η θάλασσ' ανεβαίνει ως την όψη του στερεώματος +και πνίγει τη φλόγα. Ω! τους είδα, και επόνεσα με τους πονεμένους! ένα +ωραίο καράβι, που είχε βέβαια μέσα του κάποια αξιόλογα πλάσματα, +κατασυντριμμένο! Αχ! ίσια κατά την καρδιά μου ήρθε κ' έκρουσ' εκείν' η +βοή! Οι άμοιροι! εχαθήκαν! Αν ήμουν εγώ τότε ένας μεγαλοδύναμος θεός, +θα εβύθιζα μέσα στη γη τα πέλαγα, πριν καταπιούν έτσι το καλό +πλεούμενο, μ' όσες απάνω του εβαστούσε ψυχές! + +ΠΡΟΣΠ. Ησύχασε· μην τρέμης άλλο· λέγε της ελεητικής καρδιάς σου ότι +κανένα κακό δεν έγινε. + +ΜΙΡ. Ω! ημέρα του πόνου! + +ΠΡΟΣΠ. Κακό κανένα. Τάκαμ' όλα για την φροντίδα πώχω για σε, (για σε, +μονάκριβή μου θυγατέρα!) που αγνοείς, ποία είσαι, διότι δεν γνωρίζεις +πόθεν κατάγομ' εγώ· ούτε πως είμαι πολύ καλύτερος απ' ό,τι φαίνομαι, +και για τον Πρόσπερο μεγαλύτερα δεν ηξέρεις, ειμή πως είναι νοικοκύρης +ενός φτωχού σπηλαίου και πατέρας σου. + +ΜΙΡ. Ο νους μου δεν εγύρεψε ποτέ να μάθη άλλα. + +ΠΡΟΣΠ. Είναι καιρός να σου μάθω περισσότερα. Δος μου ένα χέρι να βγάλω +το μαγικό φόρεμά μου. Έτσι. (Βάνει κάτω τη χλαμύδα του). — Τέχνη μου, +στέκ' αυτού. — Στέγνωσε τα μάτια σου· παρηγορήσου. Το φοβερό θέαμα του +καταποντισμού, που έγγιξε μέσα σου όλη τη δύναμη της λύπης, εγώ με +κάποιο εύρεμα της τέχνης μου τόσο ακίνδυνα τώχω διορίσει, ώστε ψυχή δεν +είναι, — όχι, μηδέ τρίχα έχασε κανείς μέσα σ' εκείνο το καράβι, που +άκουσες κ' εβόησε, που είδες κ' εβυθίσθηκε. Κάθισε· γιατί τώρα μέλλεις +να μάθης περισσότερα. + +ΜΙΡ. Πολλές φορές αρχίνησες να μου ειπής ποία είμαι, πλην έμεινες, και +μ' άφησες σε μάταιην έρευνα, τελειώνοντας με το: στάσου, όχι ακόμη. + +ΠΡΟΣΠ. Ιδού, η ώρα έφθασε· τούτ' η στιγμή καθαυτό σε προστάζει ν' +ανοίξης ταυτιά σου· υπάκουσέ την και πρόσεχε. Θυμάσαι έναν καιρό πριν +κατοικήσουμε τούτο το σπήλαιο; δεν το πιστεύω· γιατί δεν είχες ακόμη +κλείσει τους τρεις χρόνους τότε. + +ΜΙΡ. Μάλιστα, αφέντη, θυμάμαι. + +ΠΡΟΣΠ. Ωσάν τι θυμάσαι; άλλην κατοικίαν, ή άλλους ανθρώπους; Εικόνισέ +μου το καθετί, που η μνήμη σου έχει φυλάξει. + +ΜΙΡ. Είναι πέρα, πέρα, και κάλλια ως όνειρο παρ' ως πράμμα βέβαιο, που +ν' αναπαύεται στην ενθύμησή μου. Δεν είχα έναν καιρό πέντ' έξη γυναίκες +οπού μ' επρόσεχαν; + +ΠΡΟΣΠ. Τες είχες, και περισσότερες. Μιράντα· αλλά πώς σώζετ' αυτό +ζωντανό μέσα στο νου σου; Τι άλλο ακόμα ξανοίγεις οπίσω σου στη +σκοτεινήν άβυσσο του καιρού; Αφού κάτι θυμάσαι πριν έρθης εδώ, δύνασαι +να θυμάσαι και το πώς ήρθες εδώ. + +ΜΙΡ. Αυτό δεν το θυμάμαι. + +ΠΡΟΣΠ. Δώδεκα χρόνους κ' εδώ, Μιράντα, δώδεκα χρόνους κ' εδώ, ο πατέρας +σου ήταν δούκας του Μιλάνου, και δυνατός μονάρχης. + +ΜΙΡ. Αφέντη, δεν είσαι ο πατέρας μου; + +ΠΡΟΣΠ. Η μητέρα σου ήταν τιμημένη, και αυτή σ' έλεγε θυγατέρα μου· και +ο πατέρας σου ήταν δούκας του Μιλάνου, και μόνη του κληρονόμα μία +βασιλοπούλα από το γενναίο του αίμα. + +ΜΙΡ. Ω Θε! ποία άσχημη μηχανή μας έκαμε κ' εφύγαμ' από κει; ή μήπως +ήταν για μας τ' ουρανού χάρη; + +ΠΡΟΣΠ. Και τα δύο, κόρη μου, και τα δύο· άσχημη μηχανή, ως είπες, μας +έσυρ' από κει, και τ' ουρανού χάρη μας έσωσ' εδώ. + +ΜΙΡ. Ω! μου κλαίει η καρδιά ενώ φαντάζομαι πόση θλίψη θα σου επροξένησα +τότε κ' εγώ δεν το θυμάμαι! Λέγε, αν αγαπάς. + +ΠΡΟΣΠ. Ο αδελφός μου, και θείος σου, τόνομα Αντώνιος. — πρόσεχε, +παρακαλώ σε, — ένας αδελφός να βρεθή τόσον άπιστος! — εκείνος, που +κατόπι σου, κόρη μου, ήταν ο πολυαγαπητός μου, και του είχα θαρρέψει τη +βασιλεία μου, που ανάμεσα στα άλλα κράτη επρώτευε τότε, διότι εις το +αξίωμα ο πλέον μεγάλος δούκας ελογιάζετο ο Πρόσπερος, και, για τες +ελεύθερες τέχνες, ασύγκριτος. Εις τούτες ενώ εγώ είχα όλον τον νου μου, +του αδελφού μου επαράδωσα την κυβέρνηση, και της βασιλείας μου έγινα +ξένος, ενώ μ' είχε αρπάξει η αγάπη της μυστικής σπουδής, κ' ήμουν εις +εκείνη βυθισμένος. Ο δολερός θείος σου, — ακούς; + +ΜΙΡ. Μ' όλη μου την προσοχή, αφέντη. + +ΠΡΟΣΠ. Αφού έμαθε μία φορά πώς να στέργη στα ζητήματα, πώς να τ' +αρνιέται, ενός να δίνη ύφος, άλλου να κόφτη την περισσή κορυφή, αυτός +εξανάπλασε τα πλάσματα που ήταν δικά μου· εννοώ, ότι από τα υποκείμενα +άλλα άλλαξε, και άλλα εξαναμόρφωσε, κ' έχοντας το κλειδί τόσο του +επαγγελματικού όσο του επαγγέλματος, εσυμφώνησε όλες τες καρδιές εις το +Κράτος όπως άρεσε της ακοής του· εις τρόπον ώστε, ιδού, αυτός εγίνη ο +κίσσερας, που έκρυψε τη βασιλική μου ρίζα, κ' ερρούφηξε από πάνου της +την χλωρασιά μου. — Δεν προσέχεις. Παρακαλώ, άκουε με. + +ΜΙΡ. Γλυκέ μου πατέρα, αφοκράζομαι. + +ΠΡΟΣΠ. Το να είμαι, ως είπα, αδιάφορος εις τα κοσμικά τέλη, και όλος +αφιερωμένος εις την μοναξιά, και εις το να πλουτίζω τον νου μου με +πράμμα που, ανίσως δεν ήταν, όπως είναι, απόκρυφο, άξιζε για όσα +θαυμάζει ο κόσμος, αυτό εξύπνησε την κακή προαίρεση του δολερού αδελφού +μου, και το θάρρος μου, καθώς τυχαίνει ενός καλού γονέα, εγέννησε μέσα +εις εκείνον μίαν δολιότητα, στο ενάντιο της τόση, όσο ήταν το θάρρος +μου· άμετρο θάρρος τωόντι, τέλεια εμπιστοσύνη! Αυτός, βλέποντας εις τα +χέρια του όχι μόνον όλα τα εισοδήματά μου, αλλά και όσα άλλα μπορούσε +να πάρη η εξουσία μου, — ωσάν ο άνθρωπος, που με το να ξαναλέη ένα +ψέμμα έκαμε το θυμητικό του να φταίη τόσο της αλήθειας, όστε αυτός ο +ίδιος να πιστεύη το ψέμμα του, — επίστεψε ότι τωόντι αυτός ήταν ο +δούκας, ενώ ενεργούσε στο ποδάρι μου, κ' εφορούσε το πρόσωπο της +βασιλικής αρχής με κάθε προτέρημά της· — απ' αυτά μεγαλώνοντας η +φιλαρχία του, — ακούς; + +ΜΙΡ. Η ιστορία σου, αφέντη, θα έδινε την ακοή των κουφών. + +ΠΡΟΣΠ. Για ν' αφανίση την χώριση, που τον διέκρινε ακόμη από το +υποκείμενο, που αυτός επαράσταινε, θέλει εξ ανάγκης να γενή αληθινός +δούκας του Μιλάνου. Εμένα, του μαύρου, ήταν η βιβλιοθήκη μου αρκετή +δουκαρχία! Τι άξιζα εγώ, εις τη γνώμη του, για κοσμικές βασιλείες; +Κάνει συμμαχία (τόσο τον έφρυξε η δίψα της βασιλείας!) με τον βασιλέα +της Νεάπολης, τάζοντας του χρονικό δόσιμο και προσκύνημα, υποτάζοντας +εις την κορώνα εκεινού το στεφάνι του, αναγκάζοντας την δουκαρχία, έως +τότε ολόρθη, (αλλοίμονον, ταλαίπωρο Μιλάνο!) να σκύψη με μεγάλην +ατιμία. + +ΜΙΡ. Ω Ουρανέ! + +ΠΡΟΣΠ. Σημείωσε τη συμφωνία, και ό,τι ακολούθησε, και έπειτα λέγε μου +αν τούτος ήταν αδελφός. + +ΜΙΡ. Θ' αμάρταινα να μη στοχαστώ αξιόλογα για τη μητέρα σου· καλές +λαγόνες έφεραν κακά τέκνα. + +ΠΡΟΣΠ Τώρα η συμφωνία. Ο Βασιλεύς της Νεάπολης, παλαιός εχθρός μου, +στέργει στα ζητήματα του αδελφού μου· δηλαδή ότι σ' αμοιβή της +προσκύνησης και του δοσίματος, τα οποία επροείπα, εκείνος αμέσως να με +βγάλη σύρριζα από το κράτος μου, εμέ και το αίμα μου, και να παραδώση +του αδελφού μου τωραίο Μιλάνο μ' όλες τες τιμές· σύμφωνα, αφού +εμαζώχθηκε ένα προδοτικό στράτευμα, το διωρισμένο μεσανύκτι, ο Αντώνιος +ανοίγει τες πύλες του Μιλάνου, και στη νεκρήν ώρα της νυκτός οι +προσταγμένοι υπηρέτες γοργά μας άρπαξαν, εμέ και σένα όλη κλάυματα. + +ΜΙΡ. Ω! για τόνομα του Μεγαλοδύναμου! τα κλάυματα πώκαμα τότε δεν τα +θυμάμαι· ας ματακλάψω τώρα· εκείνος ο στοχασμός με κάνει να δακρύσω. + +ΠΡΟΣΠ. Άκουσε ολίγο ακόμα, κ' έπειτα σε φέρνω στην υπόθεση που μας +εγγίζει τώρα, δίχως την οποία τούτη η διήγηση θα ήταν πολύ άκαιρη. + +ΜΙΡ. Πώς δεν μας αφανίσανε τότε; + +ΠΡΟΣΠ. Σωστό είναι το ερώτημά σου, κόρη μου· η ιστορία μου το +παρακινεί. Ακριβή μου, δεν ετόλμησαν, (τόσην αγάπη μου είχε ο λαός +μου), ούτε ηθέλησαν η πράξη τους να σημειωθή με το αίμα, αλλά με +χρώματα ωραιότερα εζωγράφισαν τη μαύρη βουλή τους. Σύντομα, μας έσυραν +απάνου σε βάρκα, μας έφεραν κάμποσο διάστημα μεσοθαλασσής, όπου είχαν +έτοιμο καραβιού παλαιό σκαφίδι σαρακιασμένο, γδυμένο, δίχως άρμενα, +δίχως σχοινιά, δίχως κατάρτι· ως και οι ποντικοί το είχαν αφήσει από +φυσικό φόβο· αυτού μας έστησαν να φωνάζουμε της θάλασσας, που +εμούγκριζε κατά μας, να στενάζουμε των ανέμων, οπού, σπλαχνικά +αντιστενάζοντας, με την αγάπη τους άλλο δεν έκαναν ειμή να μας +πειράξουν. + +ΜΙΡ. Ωιμέ, τι φροντίδα θα ήμουνα τότε για σε! + +ΠΡΟΣΠ. Ω! ήσουν ένα Χερουβείμ, εσύ μ' εφύλαξες! Χαμογελούσες εσύ, +γιομάτη θάρρος από τον ουρανό — ενώ εγώ έχυνα στο πέλαο δάκρυα πικρά, +και αποκάτου εις το βάρος μου εβογγούσα, εκείνο ανάστησε μέσα μου την +ανδραγαθία, έτοιμη να υπομείνη ό,τι μπορούσε ν' ακολουθήση. + +ΜΙΡ. Πώς αράξαμε; + +ΠΡΟΣΠ. Με του θεού το χέρι. Είχαμε κάμποση τροφή, και κάμποσο νερό, που +ένας ευγενής Νεαπολίτης, λεγόμενος Γονζάλος (επιφορτισμένος τότε να +εκτελέση όλο αυτό το σχέδιο) σπλαχνικά μας είχε δώσει, μαζή με λαμπρά +φορέματα, πανικά, ρούχα, και άλλα χρειαζόμενα, που έως τώρα πολύ μας +ωφέλησαν· ομοίως απ' αγαθοσύνη του, γνωρίζοντας πόσο εγώ αγαπούσα τα +βιβλία μου, εκείνος μ' επρόβλεψε μέσ' από τη βιβλιοθήκη μου με βιβλία, +που εγώ τιμώ περισσότερο από το θρονί μου. + +ΜΙΡ. Να έβλεπα έναν καιρό αυτόν τον άνθρωπο! + +ΠΡΟΣΠ. Τώρα σηκώνομαι. — Κάθου, και άκουσε το τέλος του θαλασσινού μας +παραδαρμού. Εδώ, εις τούτο το νησί, εσωθήκαμε, κ' εδώ εγώ, δάσκαλός +σου, σ' επρόκοψα καλύτερ' απ' ό,τι μπορούν άλλοι βασιλείς, που έχουν +περισσότερην ευκαιρία για μάταιες ώρες, και δασκάλους όχι επιμελείς. + +ΜΙΡ. Από τον Θεό νάχης τη χάρη! Αλλά, παρακαλώ σε, αφέντη, (γιατί +αυτός ο στοχασμός δεν μ' αφίνει ανασασμό) τι σε παρακίνησε να σηκώσης +τούτη τη θαλασσοταραχή; + +ΠΡΟΣΠ. Μάθε ακόμη και τούτο. — Η ευεργέτρια τύχη, τώρα ακριβή κυρά μου, +εκατάφερε (παράδοξο πράμμα!) τους εχθρούς μου εις τούτο τακρογιάλι· και +εις το προαιρετικό μου βρίσκω ότι το ζενίθ μου κυβερνιέται από ένα +ευτυχισμένον άστρο, του οποίου ανίσως εγώ δεν καλοπιάσω τώρα την +ενέργεια, αλλά την παρατρέξω, η κατάσταση μου κατόπι μέλλει πάντα να +ξεπέση. — Τώρα μην ερωτάς παρέκει. Κλίνεις στον ύπνο· αυτή η νύστα +είναι καλή· μη την διώξης. Ξέρω πως δεν δύνασαι να κάμης αλλιώς, (Η +Μιράντα αποκοιμιέται). Έβγα, υπηρέτη· έλα· είμ' έτοιμος τώρα. Σίμωσε, +Άριελ μου· έλα. + +(Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ). + +ΑΡΙΕΛ. Χαίρε, χαίρε, μεγάλε αφέντη! φρόνιμε κύριε, χαίρε! Έρχομαι να +σου κάμω ό,τι καλύτερο αγαπάς· να πετώ, να πλέω, στες φλόγες μέσα να +βουτώ, απάνω στα σγουρά σύγνεφα καβαλλικευτά ν' αρμενίζω· εις την +δυνατή σου προσταγή έτοιμος είναι ο Άριελ μ' όλα του τα ιδιώματα. + +ΠΡΟΣΠ. Πνεύμα, έκαμες την τρικυμία καταλεπτώς καθώς εγώ σου επρόσταξα; + +ΑΡΙΕΛ. Δεν άφησα το παραμικρό. Εχύθηκα στο βασιλικό καράβι· πότε στην +πλώρη πότε στη μέση· στο κατάστρωμα, σε κάθε γωνιά, εφλόγιζα τρομάρα· +κάποτ' εσχιζόμουνα, κ' έκαια σε διάφορα μέρη· στο ένα στ' άλλο κατάρτι, +στα ξάρτια, έλαμπα ξεχωριστά, και πάλ' έσμιγα κ' εγενόμουνα ένας· του +Διός η αστραπές, της τρομερής βροντής η προμηνύτρες, δεν είναι πλια +ξαφνιστές και για το μάτι ακατάφθαστες· ο βρόντος, η φωτιά, που έσκαζε +από τη θειάφη, εφαίνετο πως πολιορκούσαν τον μεγάλον Ποσειδώνα, κ' +έκαναν τα τολμηρά κύματά του να τρέμουν, μάλιστα εσάλευαν τη φοβερή του +τρίαινα. + +ΠΡΟΣΠ. Εύγε σου, Πνεύμα! Ποίος ευρέθη τόσο σταθερός, τόσον ακλόνητος, +ώστε να μείνουν γερά τα λογικά του σε τόση αντάρα; + +ΑΡΙΕΛ. Παντού της τρέλλας η μάνητα, παντού τα καμώματα της απελπισίας· +όλοι, όξω από τους ναύταις, εβούτησαν μέσα στους πικρούς αφρούς, κι' +άφησαν το καράβι όλο φλόγες μ' εμένα πιασμένο. Του βασιλέα ο υιός, ο +Φερδινάνδος, μ' ολόρθα μαλλιά (καλάμια τότε, όχι μαλλιά), επρωτοπήδησε +μέσα στο πέλαο φωνάζοντας. «άδειασ' η Κόλαση, κ' οι ευδαίμονες όλοι +είναι δω μέσα». + +ΠΡΟΣΠ. Α! έτσι σε θέλω, Πνεύμα μου! Αλλά δεν εγίνηκε αυτό σιμά στ' +ακρογιάλι; + +ΑΡΙΕΛ. Σιμά τελείως, Κύριε μου. + +ΠΡΟΣΠ. Αλλ' εσωθήκανε. Άριελ; + +ΑΡΙΕΛ. Δεν εχάθη τρίχα. Τα φορέματά τους είν' απείραχτα, και λάμπουν +καλύτερα παρά πρώτα· και, κατά την προσταγή σου, συντροφιές συντροφιές +τους εσκόρπισα μέσα εις το νησί· έκαμα τον υιό του βασιλέα να βγη +καταμόνας· τον άφησα που ανάσαινε με στεναγμούς, σε μίαν ανάποδη γωνιά +του νησιού, καθούμενος, με τα χέρια λυπητερά, έτσι, σταυρωμένα. + +ΠΡΟΣΠ. Το βασιλικό καράβι, τους ναύταις του, λέγε τι τους έκαμες, και +τον επίλοιπο στόλο; + +ΑΡΙΕΛ. Ακίνδυνα είν' αραγμένο το βασιλικό καράβι. Σ' εκείνον τον +απόσκεπον λιμένα, απ' όπου ένα μεσανύκτι μ' εσήκωσες να πάω να σου φέρω +δροσιά μέσ' απ' τες καταπολεμημένες Βέρμουθες, εκεί τόχω κρυμμένο· οι +ναύταις κοίτοντ' όλοι πλαγιασμένοι αποκάτω εις το κατάστρωμα, γιατί από +τον κόπο καταδυνατισμένους εύκολα μ' ένα μάγευμα τους αποκοίμισα· όσο +για τάλλα καράβια, που 'χα περισκορπίσει, εματάσμιξαν όλα, και πλέουνε +στα Μεσόγαια πέλαγα, κινημένοι θλιβερά προς την Νεάπολη, θαρρώντας πως +είδαν του βασιλέα το καράβι καταποντισμένο, και το μέγα υποκείμενό του +χαμένο. + +ΠΡΟΣΠ. Άριελ, με ακρίβεια έκαμες το θέλημα· αλλά περισσεύει ακόμη +δουλειά. Πόσο έχει η μέρα; + +ΑΡΙΕΛ. Το μεσημέρι επέρασε. + +ΠΡΟΣΠ. Από μίαν ώρα τολιγώτερο. Το διάστημα καιρού από τώρα έως τες +έξη πρέπει να οικονομηθή από μας πολύτιμα. + +ΑΡΙΕΛ. Άλλος κόπος πάλι; Αφού με κάνεις να κοπιάζω, ας σου θυμίσω κάνε +κ' εγώ [εσύ] το τι μώταξες, και ακόμη δεν είδα. + +ΠΡΟΣΠ. Γεια, γεια, βαργομάς: τι μπορείς να ζητάς; + +ΑΡΙΕΛ. Την ελευθερία μου. + +ΠΡΟΣΠ. Πριν αποσωθή ο καιρός; μην το ξαναπής. + +ΑΡΙΕΛ. Σε παρακαλώ να θυμηθής ότι χρήσιμα σ' έχω δουλέψει· δεν σου 'πα +ψέμματα, λάθη δεν έκαμα, υπηρέτησα άχολα και απαραπόνευτα· μώταξες να +μου κόψης ολάκαιρον ένα χρόνο. + +ΠΡΟΣΠ. Λησμόνησες από ποίο μαρτύριο εγώ σ' ελευθέρωσα; + +ΑΡΙΕΛ. Όχι. + +ΠΡΟΣΠ. Το λησμόνησες. και τώρα σου φαίνεται βαρύ να πατής την άμμο του +πικρού πελάου, να πετάς αγνάντια στον δριμύν βορεινόν αέρα, να μου +κάνης δουλειά μέσα στες φλέβες της γης, όταν την καίη το πάγος. + +ΑΡΙΕΛ. Όχι, κύριε. + +ΠΡΟΣΠ. Ψέμματα, πονηρό πράμμα. Λησμόνησες την μιαρή στρίγλα, την +Συκόρακα, η οποία από τα γεράματα και από τον φθόνο είχε καταντήσει +κουλούρα; την ελησμόνησες; + +ΑΡΙΕΛ. Όχι, Κύριε. + +ΠΡΟΣΠ. Την ελησμόνησες· πού εγεννήθηκε; μίλησε, λέγε μου. + +ΑΡΙΕΛ. Κύριε, εις το Αλγέρι. + +ΠΡΟΣΠ. Α! αυτού εγεννήθηκε; Πρέπει κάθε μήνα να σου ιστορώ ποίος +ήσουν άλλη φορά, γιατί το λησμονάς. Αυτή την τρισκατάρατη στρίγλα, την +Συκόρακα, εξ αιτίας από κρίματα πλήθια, και μάγια τρομαχτικά να τα +δέχετ' ανθρώπου ακοή, την εξώρισαν από το Αλγέρι, καθώς ηξέρεις· +ηθέλησαν να της χαρίσουν τη ζωή, για κάποιο τι που είχε κάμει· ψέμματα +; + +ΑΡΙΕΛ. Αλήθεια, Κύριε. + +ΠΡΟΣΠ. Έφεραν τη γαλανομμάτα στρίγλα εγγαστρωμένη, κ' εδώ την άφησαν οι +ναύταις. Εσύ, τώρα σκλάβος μου, ήσουν τότε, ως εσύ ο ίδιος ανέφερες, +δούλος εκείνης· και επειδή ήσουν πνεύμα πάρα αξιόλογο για να ενεργάς τα +καταχθόνια και επικατάρατα θελήματα, εσύ δεν υπάκουες εις τες μεγάλες +προσταγές της, όσο που εκείνη, με το χέρι των πλέον δυνατών υπουργών +της, και εις την αμέρωτη οργή της, σ' έκλεισε μέσα σε μια ραϊσμένη +κουκουναριά, και σ' εκείνη τη σχισματιά φυλακωμένος έμεινες με πάθη +δώδεκα χρόνους. Εις αυτό το διάστημα εκείνη απέθανε, και σ' άφησε εκεί. +όπου εστέναζες όσο γοργά βροντάει μυλόπετρα· τότε ετούτο το νησί (όξω +από το παιδί που εκείνη εγέννησ' εδώ, ένα παρδαλό σκυλόπουλο, +στριγλοβγαλμένο), δεν το ετιμούσε ανθρώπου μορφή καμμία. + +ΑΡΙΕΛ. Μάλιστα· το παιδί της, ο Κάλιμπαν. + +ΠΡΟΣΠ. Το είπα κ' εγώ, ανόητο πράμμα· εκείνος ο Κάλιμπαν, τον οποίον +εγώ έχω δούλο τώρα· κανείς δεν ηξέρει καλύτερά σου σε ποίο μαρτύριο σ' +ηύρα· ο βογγητός σου έκανε τους λύκους να μουγκρίζουν, και τον αγροίκα +κατάκαρδα η πάντα θυμωμένη αρκούδα· ήταν μαρτύριο για τους κολασμένους, +ούτε αυτή η Συκοράς δεν είχε δύναμη να το λύση· η τέχνη μου εστάθη, +όταν έφθασα εδώ και σ' άκουσα, που έκαμε την κουκουναριά κι' άνοιξε, +και σ' απόλυσε. + +ΑΡΙΕΛ. Ευχαριστώ σε, Κύριε. + +ΠΡΟΣΠ. Γόγγυζε ακόμη, και σχίζω ένα ιδρύ, και σε μπήχνω σφήνα στα +καμπωτερά του σπλάχνα, να βοάς εκεί μέσα δώδεκα χειμώνες. + +ΑΡΙΕΛ. Συγχώρησέ με, Κύριε. Θέλει προσέχω εις την προσταγή· και το +πνευματικό μου έργο θέλει το κάνω ήμερα. + +ΠΡΟΣΠ. Έτσι κάμε, και πάνω σε δύο ημέραις σε απολύω. + +ΑΡΙΕΛ. Ιδού ο αγαθός Κύριος μου! Τι έχω να κάμω; λέγε τι; τι έχω να +κάμω; + +ΠΡΟΣΠ. Πήγαινε μορφώσου νύμφη θαλασσινή· ας μην είσαι υποκείμενος εις +άλλην όραση παρά τη δική μου· αόρατος για κάθε άλλη κόρη οφθαλμού. +Πήγαινε λάβε αυτό το σχήμα, και εις αυτό μέσα γύρισ' εδώ. Τρέχα με +σπουδή. (Ο Άριελ βγαίνει). — Ξύπνα, καρδούλα μου, ξύπνα! εκοιμήθηκες +αρκετά. Ξύπνα! + +ΜΙΡ. Η παράδοξη ιστορία σου μου έφερε βάρος. + +ΠΡΟΣΠ. Ξετίναξε το. Έλα, πάμε να εύρουμε τον δούλο μου, τον Κάλιμπαν, +όπου δεν μας αποκραίνεται ποτέ ανθρωπινά. + +ΜΙΡ. Εκείνος, αφέντη, είναι ένας αχρείος, που δεν μ' αρέσει να βλέπω. + +ΠΡΟΣΠ. Αλλ' όποιος και αν είναι, πώς να τον υστερηθούμε; εκείνος μας +ανάβει φωτιά, μας φέρνει ξύλα, μας κάνει αναγκαίες υπηρεσίες. Ε! +σκλάβε! Κάλιμπαν! χώμα, που είσαι; ξεβουβάσου! + +ΚΑΛΙΜΠ. (από μέσα). Μέσα είναι ξύλα αρκετά. + +ΠΡΟΣΠ. Έβγα όξω, σου λέω· χρειάζεσαι γι' άλλη δουλειά. Έβγα, έβγα, +χελώνα! Κ' έτσι; + +(Γυρίζει ο ΑΡΙΕΛ ωσάν Θαλασσονύμφη). + +ΠΡΟΣΠ. {Προς τον Άριελ). Ωραίο φάντασμα! χαριτωμένε μου Άριελ, αγροίκα +εις το αυτί. + +ΑΡΙΕΛ. Κύριέ μου, θέλει γένη. (Ο Άριελ βγαίνει). + +ΠΡΟΣΠ. Ε! συ, φαρμακερέ αχρείε, γεννημένε από τον ίδιο Πειρασμό με την +πονηρή μάννα σου, έβγα όξω! + +(Μπαίνει ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ). + +ΚΑΛΙΜΠ. Όση ποτέ κακή δροσιά η μάννα μου ερράντισε με κοράκου φτερό +μέσ' από θανάσιμη λίμνη, απάνου σας να στάξη! Πύρινη νοτιά να φυσήση +κατά σας, να σας καταπληγώση! + +ΠΡΟΣΠ. Για τούτα, που είπες, μείνε βέβαιος, βράδυ θέλει σου έρθουν +μουδιάσματα, και στα νεφρά τόσα βελόνια, που να σου κλείσουν την +αναπνοή· ίσκιοι, όσο διάστημα της νυκτός έχουν το ελεύθερο, δεν θα σου +αφήσουν ανάπαψη· θα τσιμπηθής πυκνά πυκνά σαν την κηρήθρα, με +τσιμπησιές αψύτερες από το κεντρί της μέλισσας, που την δουλεύει. + +ΚΑΛΙΜΠ. Θα γιωματίσω. Τούτο το νησί είναι δικό μου· τώχω από την +Συκόρακα τη μητέρα μου, και συ μου το πέρνεις. Ότι επρωτώρθες, μ' +εχάιδεψες και με στοχάσθηκες πολύ· μου έδινες νερό με μούρες μέσα· και +μου έδειχνες πώς να λέω το φως το μεγάλο, και πώς το μικρότερο, που +καίνε την ημέρα και τη νύκτα· και τότε εγώ σ' αγάπησα, και σου +εφανέρωσα όλα τα ιδιώματα του νησιού· τες γλυκές βρύσες, τα γλυφά +πηγάδια, τους τόπους τους άκαρπους και τους καρπερούς· ανάθεμά με που +έπραξα έτσι! — Τα μάγια όλα της Συκόρακας, ζάμπες, κανδηλοσβύστες, +νυκτερίδες, απάνου σας να πέσουν! γιατί απ' όσους έχετε υπηκόους εγώ +είμαι, που πρώτα ήμουν του εαυτού μου βασιλέας· και σεις με κλείτε +γουρούνι μέσα σε τούτον τον άγριο βράχο, και μου κρατείτε το επίλοιπο +νησί. + +ΠΡΟΣΠ. Ανδράποδο, ψέμματα γιομάτο, οπού το δάρμα ακούς, όχι την +καλοσύνη· λάσπη 'καθώς είσαι, εγώ εφέρθηκα προς εσέ με φιλάνθρωπα +σπλάχνα, και σ' επήρα και σ' είχα εις το σπήλαιο μου, όσο που επάσχισες +ν' ατιμάσης το τέκνο μου. + +ΚΑΛΙΜΠ. Ω! Ω! Ω! — να μου 'χε πιτύχει! μ' επρόλαβες, ειδεμή θα +εγιόμιζα τούτο το νησί Καλιμπάνους. + +ΠΡΟΣΠ. Ανδράποδο μισητό, όπου σφραγίδα καλού καμμία δεν πιαίνει, και +όπου χωράει κάθε κακό! Εγώ σ' ελυπήθηκα, επαιδεύθηκα για να σε κάμω να +μιλήσης, σ' εμάθαινα πότε το ένα πράμμα, πότε το άλλο· ενώ μήτε συ ο +ίδιος, άγριε, τι ήθελες να πης μέσα σου δεν ήξερες, αλλά εγαύγυζες ωσάν +κτήνος, εχάρισα εγώ των λογισμών σου λόγια, που τους έκαμαν γνωστούς· +όμως η αισχρή γενειά σου, και ας έμαθες, είχε εις τον εαυτό της κάτι, +οπού μ' αυτό δεν ημπορούσαν να συγκάμουν ταγαθά πλάσματα· για τούτο, +όπως σ' άξιζε, σ' επεριόρισα μέσα σε τούτη την πέτρα, ενώ σου έπρεπε +κάτι χειρότερο από φυλακή. + +ΚΑΛΙΜΠ. Μίλια μ' εμάθετ' εσείς· σε τούτο μοναχά μ' ωφέλησε· ξέρω και +καταριούμαι· λοιμική να σας θερίση, γιατί μου εμάθετε τη μιλιά σας! + +ΠΡΟΣΠ. Στρίγλας γέννημα, φεύγ' από δω. Φέρε μας ξύλα μέσα, και γλήγορα, +για καλύτερο σου· είναι και άλλη δουλειά. Σηκώνεις τες πλάτες, +παληόκορμο; αν αμελήσης, ή αν κάμης κακοθέλητα την παραμικρή από τες +προσταγές μου, σε στρεβλώνω με γεροντικά μουδιάσματα, σου γιομίζω τα +κόκκαλα σφάγια, όσο να βγάλης μουγκρίσματα και βοή, τα θεριά να +τρομάξουν. + +ΚΑΛΙΜΠ. Μη, παρακαλώ σε! — (Μόνος του). Πρέπει να υπακούσω· τόσο μπορεί +η τέχνη του, ώστ' ήθελ' είναι αρκετή να υποτάξη τον Θεό της μητρός μου, +τον Σέτεβο, να τον προσκυνήση. + +ΠΡΟΣΠ. Μ' ακούς, ανδράποδο: (Ο Κάλιμπαν βγαίνει). + +(Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ αόρατος, λαλώντας και τραγουδώντας. Ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ τον +ακολουθάει). + + + Το τραγούδι του Άριελ. + + + Εδώ στους άμμους φθάσετε, + κ' εδώ χεροπιασθήτε· + δώστε φιλιά και λάβετε + (το κύμα αποκοιμείται) + κ' εδώ 'πιδέξιο στήσετε + στην αμμουδιά, χορό. + Και αντιφωνήστε, Πνεύματα, + γλυκά σ' ό,τι λαλώ, + να, να, τους αγροικώ. +Αντιφ. Μπάου, βγάου. (Σκόρπια). + Γαυγύζουν τα μαντρόσκυλα. +Αντιφ. Μπάου, βγάου. (Σκόρπια). + Τον πέτειν' αγροικάω. + με κορδωμένο φέρσιμο. + λαλεί κουκουρουκού. + +ΦΕΡΔΙΝ. Τούτ' η μουσική πού να 'ναι; στον αέρα τάχα, ή στη γη; πλια +δεν αχάει· — και βέβαια κάποιον θεόν του νησιού συνοδεύει. Σε βράχο +απάνω καθούμενος, και ξανακλαίοντας του πατρός μου, του βασιλέα, το +καταπόντισμα, άκουσα κ' εσιγοσίμωσε κοντά μου αυτή η μουσική απάνω στα +κύματα, ημερώνοντας το θυμό τους και το πάθος μου με το γλυκό της ήχο. +Από κει την ακολούθησα, ή, κάλλιο, μ' έσυρ' εκείνη. — Αλλ' εχάθη· όχι· +αρχίζει πάλι. + + Ο Άριελ τραγουδάει. + + Εις πολύ βάθος κοίτεται + το σώμα του πατρός σου^ + κοράλια είναι τα κόκκαλα, + τα μάτια μαργαρίτες. + Κάθε φθαρτό της φύσης του^ + μέσα στο κύμα πέρνει + ξένη μορφή πολύτιμη, + και η κόρες της θαλάσσης + απ' ώρα σ' ώρα σήμαντρο + βαρούν για τη θανή του. + Άκου τες· τώρα τες γροικώ, + ντιν, ντον, νεκρά σημαίνουν. +Αντιφ. Ντιν, ντον. + +ΦΕΡΔΙΝ. Το τραγούδι αναφέρει τον πνιγμό του πατρός μου· τούτο δεν είναι +ανθρώπινο πράμμα, μήτε είναι ήχος της γης. Τώρα το ακούω αποπάνου μου. + +ΠΡΟΣΠ. Σήκωσε τα βλέφαρά σου, και λέγε, τι βλέπεις εκεί πέρα; + +ΜΙΡ. Τι είν' αυτό; ένα πνεύμα; Θεέ μου, πώς κυττάζει τριγύρω! +Πίστεψε με, αφέντη, η μορφή του είναι καλή. — Αμμ' είναι πνεύμα! + +ΠΡΟΣΠ. Όχι, κόρη μου· τρώει και κοιμάται, κ' έχει τες ίδιες αισθήσεις, +που έχουμε κ' εμείς· τες ίδιες· τούτος ο καλός νέος, που βλέπεις, +ευρέθη στο καραβοτσάκισμα, και, αν δεν τον είχε βλάψει κομμάτι η θλίψη, +η οποία είναι ο μαρασμός της ωμορφιάς, μπορούσες να τον ειπής ωραίον.. +Έχασε τους συντρόφους του, και περιπλανιέται να τους εύρη. + +ΜΙΡ. Ημπορούσα να τον ειπώ θεοτικόν, γιατί εις την φύση πράμμα τόσο +λαμπρό ποτέ μου δεν είδα. + +ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του). Προχωρεί, βλέπω, καταπού τα σπρώχνει η ψυχή μου. +Πνεύμα, εκλεκτό πνεύμα, σ' ελευθερώνω γι' αυτό σε δυο ημέραις. + +ΦΕΡΔΙΝ. Άσφαλτα είν' η θεά, που αυτά τα τραγούδια ακολουθάνε! — Δέξου +να σε ρωτήσω ταπεινά εάν μένης εις τούτο το νησί, και να μου δώσης +καμμίαν καλήν οδηγία, πώς πρέπει εδώ να πορεύωμαι· ο πόθος μου ο +πρώτος, και πρέπει τέλος να σου τ' ομολογήσω, είναι, ω εσύ, θαύμα, να +μάθω, αν είσαι θνητή κόρη ή όχι. + +ΜΙΡ. Θαύμα δεν είμαι, κύριε, αλλά βέβαια μία κόρη. + +ΦΕΡΔΙΝ. Η γλώσσα μου! Ουρανοί! απ' όσους την ομιλούν εγώ είμ' ο +καλύτερος! ανίσως ευρισκόμουν εκεί, όπου αυτή μιλιέται. + +ΠΡΟΣΠ. Πώς! ο καλύτερος; τι εγενόσουν ανίσως σ' άκουε ο βασιλέας της +Νεάπολης. + +ΦΕΡΔΙΝ. Ένας έρημος, ορφανός, οποίος είμαι τώρα; που θαυμάζει να σ' +ακούη να μελετάς τον βασιλέα της Νεάπολης· αυτός με αγροικάει, και, +γιατί με αγροικάει, κλαίω· εγώ ο ίδιος είμαι ο βασιλέας της Νεάπολης, +εγώ, που με τούτα τα μάτια (και από εκείνη τη στιγμή δεν έπαυσε η +πλημμύρα τους), είδα τον πατέρα μου, τον βασιλέα, να καταποντισθή. + +ΜΙΡ. Ωιμένα, ωιμένα! + +ΦΕΡΔΙΝ. Και, στην τιμή μου, μαζή μ' όλους τους αυλικούς του· ομοίως, ο +Δούκας του Μιλάνου και ο καλός υιός του είναι ξεχωρισμένοι για πάντα. + +ΠΡΟΣΠ. Ο Δούκας του Μιλάνου και η καλύτερη θυγατέρα του ημπορούσαν να +σ' αποστομώσουν, αν ήταν τώρα καιρός. (Μόνος του). Πρώτη ματιά κ' +επαίξανε τα μάτια του! — Άριελ, αξιόλογο πνεύμα, για τούτο θα σου +χαρίσω την ελευθερία! — Ένα λόγο, κύριε, — κάπως έβλαψες τον εαυτό +σου, φοβούμαι· — ένα λόγο, κύριε. + +ΜΙΡ. Για ποίαν αιτία ομιλεί τόσο σκληρά ο πατέρας μου; Τούτος είναι ο +τρίτος άνδρας, οπού εγώ βλέπω, για τούτον επρωτοστέναξα· η ευσπλαχνία +ας κινήση τον πατέρα μου, προς το μέρος μου να κλίνη! + +ΦΕΡΔΙΝ. Ω! αν είσαι παρθένα, κ' είν' ακόμ' απαράδοτη η αγάπη σου, θα σε +κάμω βασίλισσα της Νεάπολης. + +ΠΡΟΣΠ. Αγάλι, Κύριε· ένα λόγο ζητώ. — (Μόνος του). Καθένας τους είναι +εις του άλλου την εξουσία· πλην η υπόθεση πάρα γοργά προχωρεί, και +χρειάζεται να την δυσκολέψω, μήπως το ευκολοκέρδιστο πράμμα φανή +αψήφιστο εύρεμα. — Ένα λόγο, κύριε, — σου λέγω να μ' ακούσης· — του +λόγου σου εδώ κλέφτεις ένα ξένο όνομα, κ' εμπήκες εις τούτο το νησί +κατάσκοπος, να μου το πάρης εμένα, που είμαι ο κύριός του. + +ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, σε βεβαιώνω, ωσάν άνδρας. + +ΜΙΡ. Τίποτε κακό δεν δύναται να μείνη μέσα εις παρόμοιον ναό. Αν το +πονηρό Πνεύμα έχη τόσο ώμορφο σπίτι, ταγαθά όντα θα πολεμούνε να +κατοικήσουνε μαζή του. + +ΠΡΟΣΠ. (Προς τον Φερδινάνδον). Ακολούθα με. — (Προς την Μιράντα). Μην +ομιλής εσύ γι' αυτόν· είν' ένας προδότης. (Προς τον Φερδινάνδον). +Προβάτει· θα σου αλυσοδέσω λαιμό και πόδι· αντάμα, θα πίνης άρμη, θα +τρως νερόχορτα, μαραμμένες ρίζες, και τα τζέφλια όπου εκουναρήθη το +βαλανίδι. Ακολούθα. + +ΦΕΡΔΙΝ. Όχι· φυλάγομαι από παρόμοιαν φιλοξενία, όσο που ο εχθρός μου +δεν είναι δυνατώτερος. (Ξεσπαθώνει). + +ΜΙΡ. Ω ακριβέ μου πατέρα, μη τον δοκιμάσης υπέρμετρα, γιατί είναι +γλυκότροπος, και όχι δειλός. + +ΠΡΟΣΠ. Και τι; θα βάλης νόμο του πατρός σου: — Ρίξε το σπαθί σου· +προδότη· δείχνεις κάποια γενναιότη, αλλ' η καρδιά δεν σε βαστάει, τόσο +την έχει πλακωμένη το κρίμα. Έλα, άφησε αυτή τη στάση· μάθε ότι εγώ +είμ' αρκετός να σε ξαρματώσω τώρα με τούτο το ραβδί, και να κάμω να +πέση το σπαθί σου. + +ΜΙΡ. Αν μ' αγαπάς, πατέρα! + +ΠΡΟΣΠ. Άφησέ με, μην πιάνεσαι από τα ρούχα μου. + +ΜΙΡ. Αφέντη, λυπήσου με· εγώ του γένομ' εγγυήτρα. + +ΠΡΟΣΠ. Σιωπή! Αν ειπής ένα λόγο ακόμα, με κάνεις να σε μαλώσω, και μη +χάσης και την αγάπη μου! Να μιλής εσύ για έναν ψεύτη! Σίγα· εσύ +φαντάζεσαι που δεν υπάρχουν άλλες μορφές να του μοιάζουν γιατί δεν +έχεις ιδεί άλλους, ειμή αυτόν και τον Κάλιμπαν. Τρελλή κόρη! Σιμά εις +το πολύ των ανδρών, τούτος είν' ένας Κάλιμπαν, κ' εκείνοι, σιμά του, +άγγελοι. + +ΜΙΡ. Η αγάπες μας λοιπόν είναι πολύ ταπεινές· εγώ δεν φιλοτιμούμαι να +ιδώ καλύτερον άνδρα. + +ΠΡΟΣΠ. (Προς τον Φερδινάνδον). Προβάτει· υποτάξου· τα νεύρα σου +εγύρισαν παιδιάρικα, και δεν έχουν δύναμη μέσα τους. + +ΦΕΡΔΙΝ. Αληθινά· όλ' η αντρειά μου, ωσάν εις τα ονείρατα, είναι δεμένη· +του πατρός μου ο θάνατος, τούτο μου το δείλιασμα, όλων των φίλων μου ο +πνιγμός απ' αυτόν εδώ τον άνθρωπο, που μ' έχει στα χέρι του, οι +φοβερισμοί, ήταν όλα αλαφριά για εμένα, ανίσως μέσ' από τη φυλακή μου +έβλεπα μία φορά την ημέρα τούτη την κόρη· ελευθερίαν ας χαίρεται καθ' +άλλη γωνία της οικουμένης· εμέν' αρκεί παρόμοια φυλακή. + +ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του). Δουλεύει. — Προβάτει. — Έκαμες καλά το χρέος σου, +ωραίε Άριελ. (Προς τον Φερδιν. και Μιρ.). Ακολουθείτε με. (προς τον +Άριελ). Άκουσε τι θα μου κάμης ακόμα. + +ΜΙΡ. Παρηγορήσου· ο πατέρας μου, κύριε, είναι καλύτερης ψυχής άνθρωπος +απ' ό,τι φαίνεται με τα λόγια· αυτά, που έκαμε τώρα, δεν τα συνηθάει +ποτέ του. + +ΠΡΟΣΠ. Θέλει γενής ελεύθερος όσον οι αέρηδες απάνω στα όρη· μόνον κάμε +απαράλλακτα την κάθε προσταγή μου. + +ΑΡΙΕΛ. Κατά γράμμα. + +ΠΡΟΣΠ. Προβατείτε, ακολουθάτε· — πάψε να μιλής γι' αυτόν. + + + + +ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ + + + + +Έν' άλλο μέρος του νησιού. + +Μπαίνουν, ο ΑΛΟΝΤΖΟΣ, ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΓΟΝΖΑΛΟΣ, ο +ΑΔΡΙΑΝΟΣ, ο ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, και άλλοι. + +ΓΟΝΖ. Παρακαλώ σε, Κύριε, στάσου καλόκαρδος· έχεις, ως έχουμ' εμείς +όλοι, αιτία να χαρής· γιατί η σωτηρία μας υπερβαίνει τον χαμό μας· η +συμφορά μας δεν είναι από τες σπάνιες· καθημερινώς κάποιου ναύτη η +γυναίκα, ο καραβοκύρης, ο έμπορος, έχουν την ιδίαν αφορμή να κλαίνε, +όπου έχουμ' εμείς· αλλά για το θαύμα (εννοώ το πώς εσωθήκαμε), ολίγοι +σε μυριάδες μπορούν να μιλήσουν ωσάν εμάς· ως είσαι φρόνιμος λοιπόν, +αντιζύγιασε τη θλίψη μας με την παρηγοριά μας. + +ΑΛΟΝΖ. Πάψε παρακαλώ σε. + +ΣΕΒΑΣΤ. Του αρέσει η παρηγοριά ωσάν το κρύο ζουμί. + +ΑΝΤΩΝ. Ο ιατρός μας δεν χάνει τόσο εύκολα την ελπίδα. + +ΣΕΒΑΣΤ. Τήραξε, ολοένα σηκώνει τωρολόι του μυαλού του· σ' ολίγο βαρεί. + +ΓΟΝΖ. Κύριε, — + +ΣΕΒΑΣΤ. Μία· — λέγε. + +ΓΟΝΖ. Ανίσως, όποια θλίψη τύχη, την ξενοδεχθή κανείς, ο ξενοδόχος... + +ΣΕΒΑΣΤ. Πλουταίνει. + +ΓΟΝΖ. Πλουταίνει, τωόντι, καϋμούς· εμίλησες σωστότερα απ' ό,τι +εννοούσες να μιλήσης. + +ΣΕΒΑΣΤ. Η εξήγησή σου είναι γνωστικώτερη απ' ό,τι απάντεχα από σε. + +ΓΟΝΖ. Λοιπόν, κύριέ μου, — + +ΑΝΤΩΝ. Ε! πώς κακοξοδεύει τη γλώσσα του! + +ΑΛΟΝΖ. Λυπήσου με, σε παρακαλώ. + +ΓΟΝΖ. Καλά, σωπαίνω· όμως... + +ΣΕΒΑΣΤ. Θα μιλή. + +ΑΝΤΩΝ. Ένα νόστιμο στοίχημα· ποιός από τους δύο θα πρωτολαλήση, αυτός ή +ο Αδριανός; + +ΣΕΒΑΣΤ. Ο παληοπέτεινας. + +ΑΝΤΩΝ. Το πετεινάρι. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ας είναι· τι στοιχηματίζουμε; + +ΑΝΤΩΝ. Ένα γέλιο. + +ΣΕΒΑΣΤ. Σύμφωνοι. + +ΑΔΡΙΑΝ. Μ' όλον ότι τούτη η νήσος φαίνεται έρημη. + +ΣΕΒΑΣΤ. Χα! χα! χα! + +ΑΝΤΩΝ. Κ' έτσι επλέρωσες το στοίχημα. + +ΑΔΡΙΑΝ. Ακατοίκητη και σχεδόν απλησίαστη. + +ΣΕΒΑΣΤ. Όμως. + +ΑΔΡΙΑΝ. Όμως. + +ΑΝΤΩΝ. Μπορούσε να λείψη; + +ΑΔΡΙΑΝ. Η κράση της πρέπει εξ ανάγκης να είναι ψιλή, γλυκειά, και +τρυφερή. + +ΑΝΤΩΝ. Η κοπέλλα ήταν γλυκοτρυφεροζυμωμένη. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ναίσκε, και ήξερε ψιλές κατεργαριές, καθώς η σοφία του το +φανέρωσε. + +ΑΔΡΙΑΝ. Εδώ ταέρι πνέει κατά μας γλυκύτατα. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ως νάχε πλεμόνια και σάπια. + +ΑΝΤΩΝ. Ή σαν να ήταν ευωδιασμένο από μία λίμνη. + +ΓΟΝΖ. Εδώ βρίσκεις κάθε πράμμα χρήσιμο για τη ζωή. + +ΑΝΤΩΝ. Ναι, όξω από τα μέσα για να ζης. + +ΣΕΒΑΣΤ. Απ' αυτά δεν είναι κανένα, ή λίγα. + +ΓΟΝΖ. Τι δύναμις και τι θυμός σ' εκείνη τη χλωρασιά! τι πρασινάδα! + +ΑΝΤΩΝ. Η γη, αλήθεια, είναι λιόκαυτη. + +ΣΕΒΑΣΤ. Μ' ένα κομμάτι πρασινάδα στη μέση. + +ΑΝΤΩΝ. Αυτός δεν σφάλλει παραπολύ. + +ΣΕΒΑΣΤ. Όχι· το μοναχό λάθος του πως είναι βλέπει τα πράμματα ανάποδα. + +ΓΟΝΖ. Αλλ' απ' όλα το παραδοξότερο είναι (και είναι σχεδόν απίστευτο) — + +ΣΕΒΑΣΤ. Καθώς είναι απίστευτα πολλά παράδοξα. + +ΓΟΝΖ. Ότι τα φορέματά μας, που ήταν βουτημένα στη θάλασσα, απόμειναν μ' +όλον τούτο άγγιχτα και λαμπρά, όστε θα έλεγες ότι η άρμη τα ματάβαψε, +αντί να τα χαλάση. + +ΑΝΤΩΝ. Ανίσως μία από τες τσέπες του μπορούσε να μιλήση, αυτή δεν θα +τον έψευε; + +ΣΕΒΑΣΤ. Βέβαια· ή πολύ άδικα εδεχότουν μέσα της τη μαρτυρία του. + +ΓΟΝΖ. Εγώ λέω που η εντυμασιές μας είναι ακόμη καινούριες καθώς τες +πρωτοφορέσαμε στην Αφρική, στο γάμο της καλής μας βασιλοπούλας, της +Κλάριβελ, με τον βασιλέα του Τουνεζιού. + +ΣΕΒΑΣΤ. Καλός γάμος, και καλότυχοι εμείς στο γυρισμό μας! + +ΑΔΡΙΑΝ. Το Τούνεζι δεν ετιμήθηκε με άλλη παρόμοια βασίλισσα. + +ΓΟΝΖ. Ποτέ, από τον καιρό της χήρας Διδώς. + +ΑΚΤΩΝ. Ω! της χήρας Διδώς! ω το κουτόλογο! τι μπαίνει αυτή η χήρα! +η χήρα Διδώ! + +ΣΕΒΑΣΤ. Και τι; αν είχε μελετήσει και τον απόχηρον Αινεία; Μην +παραξενεύεσαι τόσο εύκολα, Κύριέ μου. + +ΑΔΡΙΑΝ. Η χήρα Διδώ, είπες; με κάνεις και συλλογίζομαι απάνου σ' αυτό· +ήταν από την Καρχηδόνα, όχι από το Τούνεζι. + +ΓΟΝΖ. Αυτό το Τούνεζι, Κύριε, ήταν η Καρχηδόνα. + +ΑΔΡΙΑΝ. Η Καρχηδόνα; + +ΓΟΝΖ. Σε βεβαιώνω, η Καρχηδόνα. + +ΑΝΤΩΝ. Ο λόγος του αξίζει περισσότερο από τη λύρα τη θαυματουργή! + +ΣΕΒΑΣΤ. Αυτός εσήκωσε όχι τα τείχη μοναχά, αλλά και τα σπίτια. + +ΑΝΤΩΝ. Ποιό άλλο πράμμα από τα αδύνατα θέλει του φανή πάλι εύκολο; + +ΣΕΒΑΣΤ. Μετακομίζει σπίτι του, θαρρώ, τούτο το νησί, στην τσέπη του, +και το χαρίζει μήλο του παιδιού του. + +ΑΝΤΩΝ. Και σπέρνοντας στη θάλασσα τους σπόρους του βγάνει όξω και άλλα +νησιά. + +ΓΟΝΖ. Πώς; + +ΑΝΤΩΝ. Έλα· άλλο δεν έχω να ειπώ. + +ΓΟΝΖ. Ελέγαμε, Κύριε, πως τα φορέματά μας φαίνονται τώρα καινούρια, σαν +τον καιρό που ευρισκόμασθε στο Τούνεζι, στο γάμο της θυγατέρας σου, που +τώρα είναι βασίλισσα. + +ΑΝΤΩΝ. Κ' η αξιολογώτερη απ' όσες ποτέ επήγαν εκεί! + +ΣΕΒΑΣΤ. Παρακαλώ, από τον καιρό της χήρας Διδώς. + +ΑΝΤΩΝ. Ναι, της χήρας Διδώς. Η χήρα Διδώ! + +ΓΟΝΖ. Δεν είναι το σωκάρδι μου καινούριο σαν την ημέρα που το +πρωτόβαλα; ενοώ, σε κάποιον τρόπο. + +ΑΝΤΩΝ. Ώμορφα εψαρεύθηκε αυτός ο τρόπος. + +ΓΟΝΖ. Όταν το εφόρεσα στο γάμο της θυγατέρας σου; + +ΑΛΟΝΖ. Μου μπήχνετε αυτά τα λόγια στ' αυτιά, και βιάζετε την υπομονή +της ψυχής μου! Να μην είχα ποτέ στεφανώσει τη θυγατέρα μου εκεί! γιατί +ερχόμενος από 'κεί χάνω τον υιό μου· μηδ' εκείνη (τόσο μακρυά την έχω +από την Ιταλία) ελπίζω να την ματαϊδώ. Ω συ, κληρονόμε μου της Νεάπολης +και του Μιλάνου, ποιο τέρας του πελάου σ' εχορτάσθη; + +ΦΡΑΓΚ. Κύριε, μπορεί να ζη· Τον είδα να κτυπάη ταφρισμένα νερά, τάχε +αποκάτου, και τα κυρίευε· τη θάλασσα επατούσε, σπρώχνοντας από κοντά +του την έχθρα της, με τα στήθια κατά τον αφρό, που τον απαντούσε +ολοφούσκωτος· την άφοβη κεφαλή του εβαστούσε αποπάνου από τα ωργισμένα +κύματα, και με τα χέρια του, καλά κουπιά, ανδρειωμένα λαμνοκοπούσε +πάντα κατά τη στερηά, η οποία έγερνε απάνου στα γλειμμένα θεμέλια της, +ωσάν να έσκυφτε για να τον βοηθήση. Είμαι βέβαιος ότι εβγήκε στη γη +ζωντανός. + +ΑΛΟΝΖ. Όχι, όχι, τον έχασα. + +ΣΕΒΑΣΤ. Κύριε, για τη μεγάλη συμφορά κάτεχε χάρι του εαυτού σου, που +δεν ηθέλησες να μακαρίσης την Ευρώπη μας με τη θυγατέρα σου, αλλά +επροτίμησες να την χάσης μ' έναν Αφρικανό· κ' εκεί τολιγώτερο που +μπορεί να πάθη είναι να βρίσκεται εξωρισμένη από τα μάτια σου που τώρα +την κλαίουν. + +ΑΛΟΝΖ. Παρακαλώ σε, πάψε. + +ΣΕΒΑΣΤ. Εγονυκλιθήκαμε μπροστά σου, και πόσ' άλλα δεν εκάμαμ' εμείς +όλοι για να σου αλλάξουμε τη γνώμη· ως και της κόρης η ωραία ψυχή, +ζυγιάζοντας, αυτού του γάμου το μίσος και τη φιλόστοργη υποταγή της, +εδίσταζε πού να κλίνη. Εχάσαμε τον υιό σου, φοβούμαι, για πάντα· ετούτη +η υπόθεση εχήρεψε στο Μιλάνο και στη Νεάπολη περισσότερες γυναίκες απ' +όσους άνδρες γυρίζουν με μας να τες παρηγορήσουν. Το φταίσμα είναι δικό +σου. + + +ΑΛΟΝΖ. Δικός μου και ο ακριβώτερος χαμός. + +ΓΟΝΖ. Κύριέ μου Σεβαστιανέ, της αλήθειας, που φλέγεις, λείπει κομμάτι ο +ευγενικός ο τρόπος, και ο καιρός· τρίβεις την πληγή, ενώ έπρεπε να την +γλυκάνης. + +ΣΕΒΑΣΤ. Εξαίρετα. + +ΑΝΤΩΝ. Και ωσάν άξιος χειρουργός. + +ΓΟΝΖ. Μαυρίλα έχομεν όλοι μας, Κύριε, όταν είσαι συγνεφιασμένος. + +ΣΕΒΑΣΤ. Μαυρίλα; + +ΑΝΤΩΝ. Μαύρη και σκοτεινή! + +ΓΟΝΖ. Ανίσως μου έδιναν να φυτέψω τούτο το νησί, κύριέ μου — + +ΑΝΤΩΝ· θα το εφύτευε τσουκνίδα. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ή ξυνόχορτο, ή μολόχα. + +ΓΟΝΖ. Και αν ήμουν ο βασιλέας του νησιού, τι ήθελα να κάμω; + +ΣΕΒΑΣΤ. Θα σου έλειπε το κρασί, και δεν θα μεθούσες. + +ΓΟΝΖ. Εις την πολιτεία μου κατώρθωνα κάθε πράμμα με ασυνήθιστους +τρόπους· γιατί δεν ήθελε υποφέρω καμμιάς λογής εμπόριο· αρχές, μήτε να +μελετιώνται· τα γράμματα, αγνώριστα· δούλοι, τίποτε· πλούτη και +φτώχια, όξω· συμφωνίες, διαδοχές, κάτω· τέρμονας εις την γη, κανένας· η +γη, άσκαφτη, ξαμπέλωτη· μήτε μέταλλα, μήτε στάρι, μήτε κρασί, μήτε +λάδι· καμμιά δουλειά· οι άνδρες άνεργοι όλοι, και η γυναίκες ακόμη, +πλην άφθαρτες και καθαρές· βασιλεία, καμμία. + +ΣΕΒΑΣΤ. Και μ' όλον τούτο ήθελε να είναι ο βασιλέας. + +ΑΝΤΩΝ. Το τέλος της πολιτείας του ξαστοχάει την αρχή. + +ΓΟΝΖ. Κάθε πράμμα, κοινό για όλους, θα το εγεννούσε η φύσις δίχως +ίδρωτά μας, δίχως δυσκολία· αφού η προδοσίες και οι φόνοι ήθελε είναι +αγνώριστα, τι χρεία θα είχα για σπαθιά, για κοντάρια, για τουφέκια, ή +γι' άλλη μηχανή; δεν θα τα ήθελα· έπρεπε μοναχή της η φύσις να βγάνη +άφθονα όλα τα καλά, να τρέφεται ο άκακος λαός μου. + +ΣΕΒΑΣΤ. Δεν θα εγνώριζαν παντρειές οι υπηκόοι του; + +ΑΝΤΩΝ. Ολότελα, αδελφέ μου· αργοί όλοι· αμαρτωλές και κατεργαρέοι. + +ΓΟΝΖ· θα κυβερνούσα, Κύριε, τόσο τέλεια, ώστε να νικήσω τον χρυσόν +αιώνα. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ζήτω η Μεγαλειότης σου! + +ΑΝΤΩΝ. Ζήτω ο Γονζάλος! + +ΓΟΝΖ. Μ' αφοκράζεσαι, Κύριε; + +ΑΛΟΝΖ. Παρακαλώ, πάμε· για με δεν είναι τίποτε αυτά που μιλείς. + +ΓΟΝΖ. Σε πιστεύω, Κύριε· και γι' άλλο δεν τόκαμα παρά για να δώσω αιτία +τούτων των κυρίων, πώχουν πλευρά τόσο γαργαλιστικά και καλοκίνητα, ώστ' +ένα τίποτε τους παρακινεί να γελάνε. + +ΑΝΤΩΝ. Για το υποκείμενό σου εγελούσαμε. + +ΓΟΝΖ. Που σε τούτο το είδος τρελλού μετεωρισμού είναι ένα τίποτε +μπροστά σας· μην παύετε λοιπόν, και γελάτε ακόμα για ένα τίποτε. + +ΑΝΤΩΝ. Είδες κοπανιά που μας έσυρε; + +ΣΕΒΑΣΤ. Μόν' επήγε χαμένη. + +ΓΟΝΖ. Εγεννηθήκατε άνδρες τολμηρόκαρδοι· σεις θα εμετατοπίζετε το +φεγγάρι από τη σφαίρα του, αν ετύχαινε για πέντε βδομάδες να μην +αλλάξη. + +Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ αόρατος, τραγουδώντας με σεμνόν ήχο. + +ΣΕΒΑΣΤ. Βέβαια, κ' έπειτα θα εκυνηγούσαμε νυκτερίδες. + +ΑΝΤΩΝ. Έλα, κύριέ μου, μη θυμώνης. + +ΓΟΝΖ. Όχι, σας βεβαιώνω, δεν ριψοκινδυνεύω τόσο εύκολα τη γνώση μου· +θέλετε να με περιγελάτε αποκοιμημένον; γιατί νυστάζω. + +ΑΝΤΩΝ. Πέσε κοιμήσου, και άκουέ μας. + +Αποκοιμούνται όλοι, όξω από τον ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟ, τον ΑΝΤΩΝΙΟ και τον ΑΛΟΝΖΟ. + +ΑΛΟΝΖ. Πώς; είναι και αποκοιμημένοι! Επιθυμούσα κ' εγώ τα μάτια μου να +κλείσουν, και μ' αυτά οι στοχασμοί μου. Αισθάνομαι, που κλίνουν εις τον +ύπνο. + +ΣΕΒΑΣΤ. Παρακαλώ σε, Κύριε, μην αρνηθής το βαρύ κάλεσμά του· σπανίως +έρχεται να εύρη τη θλίψη· όταν έρχεται, είναι παρηγορητής. + +ΑΝΤΩΝ. Εμείς οι δύο, Κύριε, μένουμε φύλακες, ενώ αναπαύεσαι, +αγρυπνώντας για την ασφάλειά σου. + +ΑΛΟΝΖ. Ευχαριστώ σας. Αξιοθαύμαστο βάρος! + +Ο ΑΛΟΝΖΟΣ αποκοιμιέται, ο ΑΡΙΕΛ βγαίνει. + +ΣΕΒΑΣΤ. Τι παράδοξος ύπνος τους επλάκωσε! + +ΑΝΤΩΝ. Προέρχεται από τον αέρα. + +ΣΕΒΑΣΤ. Γιατί λοιπόν δεν βαραίνει ως και τα βλέφαρά μας; Εγώ δεν +νυστάζω. + +ΑΝΤΩΝ. Ούτ' εγώ· τα λογικά μου είν' ελαφρά. Έπεσαν όλοι μαζή σαν +ματιαγμένοι· τους έρριξε χάμου σαν αστροπελέκι. Τι μπορούσε, άξιε +Σεβαστιανέ; — Ω! τι μπορούσε! — φθάνει· — και όμως, θαρρώ, στο πρόσωπό +σου βλέπω το τι έπρεπε νάσαι· η ευκαιρία σου μιλεί· η δυνατή φαντασία +μου θωράει μία κορώνα, η οποία κατεβαίνει απάνου στην κεφαλή σου. + +ΣΕΒΑΣΤ. Τι; είσαι έξυπνος; + +ΑΝΤΩΝ. Δεν μ' ακούς που μιλώ; + +ΣΕΒΑΣΤ. Σ' ακούω· και βέβαια είναι μια αποκοιμημένη ομιλία, και συ +μιλείς εις τον ύπνο σου. Σαν τι ήταν αυτό που είπες; Παράξενη ανάπαυση +! μ' ολάνοικτα μάτια κανένας να κοιμάται! να στέκη να μιλή, να +κινιέται, και να κοιμάται βαθυά! + +ΑΝΤΩΝ. Μεγαλόψυχε Σεβαστιανέ, αφίνεις τη μοίρα σου να κοιμάται, — +μάλιστα, να πεθάνη· και, έξυπνος, έχεις τα μάτια σφαλισμένα. + +ΣΕΒΑΣΤ. Εσύ φανερά ρουχαλίζεις, και τα ρουχαλίσματά σου ακούονται. + +ΑΝΤΩΝ. Είμαι σοβαρώτερος παρ' ό,τι συνηθώ· πρέπει να γένης και συ το +ίδιο, και κάνοντάς το, τριπλασιάζεσαι. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ας είναι· είμαι ατάραχος ωσάν νερό στεκάμενο. + +ΑΝΤΩΝ. Εγώ θέλει σε μάθω να τρέχης. + +ΣΕΒΑΣΤ. Τρέχα συ· μία προγονική οκνηρία μ' έμαθε να φυλάω τα ρηχά. + +ΑΝΤΩΝ. Ω! να ήξερες πόσο λατρεύεις την ιδέα εκεί που την αναπαίζεις! +πόσο, γδύνοντάς την, πλέον σφικτά την περιλαμβάνεις! Μάλιστα οι +άνθρωποι, που αγαπούν τα ρηχά, τρέχουν πολλές φορές σιμά στα βάθη· +εκείν' η ίδια δειλιά τους, είτε η οκνηρία, τους σέρνει. + +ΣΕΒΑΣΤ. Παρακαλώ σε, λέγε· το κύτταγμά σου, η όψη σου, κηρύττουν κάτι +σημαντικό, και ένα γέννημα βέβαια, που σου δίνει μεγάλη οδύνη όσο να +φανερωθή. + +ΑΝΤΩΝ. Ιδού, Κύριε. Μ' όλον ότι εδώ ο Κύριος με το αδύνατο θυμητικό, +τούτος (ο οποίος δεν θενάχη περισσότερο θυμητικό αφού σκεπασθή με +χώμα), από τώρα σχεδόν εκατάπεισε (γιατί άλλο να κάμη δεν ηξέρει) τον +βασιλέα, ότι ο υιός του ζη, όμως είναι τόσο αδύνατο να μην επνίγη, όσο +είναι αδύνατο τούτος, που κοιμάται εδώ, να πλέη. + +ΣΕΒΑΣΤ. Δεν έχω καμμιάν ελπίδα να μην επνίγη. + +ΑΝΤΩΝ. Ω! αυτή η καμμιά σου ελπίδα πόσο μεγάλη σου γεννάει άλλην +ελπίδα! Η καμμιά σου ελπίδα κατοικεί, σου δείχνει αλλού μία τόσο υψηλή, +ώστε η ίδια φιλοδοξία δεν είναι αρκετή να ξανοίξη τίποτε παρέκει, και +εις το εύρεμά της ακόμη απορεί. Ομολογείς μ' εμέ πως ο Φερδινάνδος +επνίγη; + +ΣΕΒΑΣΤ. Πάει. + +ΑΝΤΩΝ. Τώρα, λέγε μου, κατόπι του ποιος είναι ο διάδοχος εις την +βασιλεία της Νεάπολης; + +ΣΕΒΑΣΤ. Η Κλάριβελ. + +ΑΝΤΩΝ. Αυτή, που είναι βασίλισσα του Τουνεζιού· αυτή που βρίσκεται στα +πέρατα της γης· αυτή, που όσο να λάβη μίαν είδηση από τη Νεάπολη, +(γιατί δεν έχει μηνυτή τον Ήλιο, δεν λέω ταργό φεγγάρι) τραχαίνει και +βγάνει τρίχες ταπαλό πηγούνι του βρέφους· αυτή, η αιτία που μας +εκατάπιε όλους η θάλασσα, η οποία έβγαλε πάλι όξω κάποιους από μας, +όπως κατορθώσουν πράξη, πώχει πρόλογο τα περασμένα. Τα ερχόμενα είναι +δουλειά δική σου και δική μου. + +ΣΕΒΑΣΤ. Τι λογής πράμμα είν' αυτό; πώς είπες; είναι βέβαιο ότι η +θυγατέρα του αδελφού μου είναι βασίλισσα του Τουνεζιού, ότι είναι και +διάδοχος εις την βασιλεία της Νεάπολης· σ' αυτούς τους τόπους ανάμεσα +είναι κάμποσο διάστημα. + +ΑΝΤΩΝ. Ένα διάστημα, που κάθε του οργιά, σου φαίνεται, φωνάζει. «πώς θα +μας ξαναμετρήση τούτ' η Κλάριβελ για να γυρίση στη Νεάπολη;» — Μείνε +στο Τούνεζι, και ας μην κοιμάται ο Σεβαστιανός! Υπόθεσε ότι είναι +θάνατος αυτό, που τους άδραξε τώρα· αυτοί δεν ήθελ' ευρίσκονται +χειρότερα απ' ό,τι είναι. Δεν λείπουν άνθρωποι άξιοι να κυβερνήσουν τη +Νεάπολη έτσι, όπως τούτος που κοιμάται· ευρίσκονται αυλικοί, που ξέρουν +πολλές και άτοπες ομιλίες όσες ετούτος ο Γονζάλος. εγώ ο ίδιος μπορώ να +περισσολογώ άλλο τόσο. Ω! να είχες και συ το στοχασμό μου! τι ύπνος +ετούτος για το μεγαλείο σου! Μ' εννοείς; + +ΣΕΒΑΣΤ. Μου φαίνεται, σ' εννοώ. + +ΑΝΤΩΝ. Κ' η καρδιά σου καλοδέχεται τη χρυσή σου τύχη; + +ΣΕΒΑΣΤ. Θυμούμαι που εσύ έβγαλες τον αδελφό σου τον Πρόσπερο. + +ΑΝΤΩΝ. Αλήθεια· και ιδές, πόσο μου αρμόζουν αυτά τα φορέματα! πολύ +καλύτερα παρά πρώτα. Οι δούλοι του αδελφού μου ήταν τότε συντρόφοι μου, +τώρα με προσκυνούνε. + +ΣΕΒΑΣΤ. Πλην η συνείδησή σου — + +ΑΝΤΩΝ. Μάλιστα, Κύριε· πού φωλιάζει αυτό; ανίσως ήταν μία χιονίστρα, +ήθελε μ' αναγκάσει να πλατύνω το πόδημα· αλλ' εγώ δεν ακούω μέσα μου +αυτήν την θεότητα· είκοσι συνείδησες, ανάμεσό μου και της βασιλείας του +Μιλάνου, ας πήξουνε και ας λυώσουνε, δεν με πειράζει! Εδώ κοίτεται ο +αδελφός σου, — άξιζε τάχα περισσότερο από το χώμα που κοίτεται, ανίσως +αυτός ήταν εκείνο που φαίνεται; με τούτο το πιστό σίδερο, τρία δάκτυλα +μέσα, εγώ του στρώνω το κρεββάτι για πάντα, ενώ εσύ, αν έκανες το ίδιο, +στην αιώνια τύφλα θα έμπαζες το μουχλιασμένο εκείνο γεροντάκι με τες +φρόνιμες νουθεσίες, να μην τον έχουμε να μας κατακραίνη. Όσο για τους +άλλους, αυτοί θέλει μας ακούνε με την προθυμία, που ο γάτος γλύφει το +γάλα· θέλει βαρούν την ώρα σε ό,τι ειπούμ' εμείς, που αρμόζει του +καιρού. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ακολουθώ, φίλε, τα καμώματά σου. Όπως εσύ απόκτησες το Μιλάνο, +ομοίως κ' εγώ παίρνω τη Νεάπολη· ξεσπάθωσε· ένα κτύπημα σ' ελευθερώνει +από το δόσιμο που πληρώνεις, κ' εγώ, ο βασιλέας, θέλει σ' αγαπώ. + +ΑΝΤΩΝ. Ξεσπάθωσε σύγχρονα και συ, και άμα σηκώσω το χέρι μου, κάμε και +συ το ίδιο, και κτύπησε τον Γονζάλο. + +ΣΕΒΑΣΤ. Στάσου! ένα λόγο μοναχά. (Συνομιλούν παράμερα). + + Μουσική. Ο ΑΡΙΕΛ μεταμπαίνει αόρατος. + +ΑΡΙΕΛ. Ο Κύριός μου με το μέσο της τέχνης του προβλέπει τον κίνδυνο που +βρίσκονται τούτοι οι φίλοι του, και με στέλνει (ειδεμή το σχέδιό του +αφανίζεται) να τους φυλάξω τη ζωή. + +Τραγουδάει στο αυτί του ΓΟΝΖΑΛΟΥ. + + Ενώ κοιμάσ' αμέριμνα, + Καιρό δεν χάνει η άγρυπνη + Κοντά σου η Προδοσιά. + Αν θέλης τη ζωούλα σου, + Διώξε τον ύπνο, πρόσεχε. + Σήκω, σου λέω, γοργά. + +ΑΝΤΩΝ. Λοιπόν γλήγορα κ' οι δύο. + +ΓΟΝΖ. Άγγελοι καλοί, φυλάξτε τον βασιλέα! + +ΑΛΟΝΖ. Α! Α! ξυπνάτε! — Γιατί ξεσπάθωτοι; γιατί εκείνο το +ξαγριεμμένο κύτταγμα; + +ΓΟΝΖ. Τι εσυνέβηκε; + +ΣΕΒΑΣΤ. Ενώ εστεκόμεθα εδώ, κ' εφυλάγαμε την ανάπαυσή σας, τώρα, τώρα, +ακούσαμε ξάφνου ένα κουφομούγγρισμα, σαν από βουβάλια, ή καλύτερ' από +λιοντάρια· δεν σας εξύπνησε; μου βρόντησε στ' αυτί τρομακτικά. + +ΑΛΟΝΖ. Δεν άκουσα το παραμικρό. + +ΑΝΤΩΝ. Ω! ήταν βοή αρκετή να δειλιάση κ' ένα θερίο, να κάμη σεισμό· +εμούγγριζε βέβαια ένα κοπάδι λιοντάρια. + +ΑΛΟΝΖ. Άκουσες αυτά, Γονζάλε; + +ΓΟΝΖ. Στην τιμή μου, Κύριε, άκουσα ένα μουρμούρισμα, ένα πολύ παράξενο +μουρμούρισμα, που μ' εξύπνησε· σ' ετάραξα, Κύριε, κ' εφώναξα· ανοίγω τα +μάτια, και βλέπω τα σπαθιά τους γυμνά· — ακούστηκ' ένας αχός, αυτό είν' +αλήθεια, είναι καλύτερα, νάχουμε τον νου μας, ή να φύγουμ' από δω· ας +ξεσπαθώσουμε. + +ΑΛΟΝΖ. Ας έβγουμ' από τούτον τον τόπο, και ας κάμουμε και άλλες έρευνες +για τον υιό μου. + +ΓΟΝΖ. Ο θεός να τον φυλάξη από τα θεριά· γιατί βέβαια στο νησί +βρίσκεται. + +ΑΛΟΝΖ. Εμπρός. + +ΑΡΙΕΛ. Ο Κύριός μου, ο Πρόσπερος, πρέπει να μάθη εκείνα, που έκαμα· και +συ, βασιλέα, πήγαινε ακίνδυνα, γύρευε τον υιό σου. + + + ΣΚΗΝΗ Β'. + + + Έν' άλλο μέρος του νησιού. + +Μπαίνει ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ φορτωμένος ξύλα. Ακούεται βροντή. + +ΚΑΛΙΜΠ. Όσα μιάσματα ο Ήλιος ρουφάει μέσ' από βυθίσματα, βάλτους, ρηχά, +να πέσουν όλα απάνου στον Πρόσπερο, και να μην του αφήσουν ογγιά σάρκα +γερή! Μ' ακούν τα πνεύματά του, κι' όμως εξ ανάγκης πρέπει να +καταριούμαι. Αλλέως δεν θα μ' ετσιμπούσαν, δεν θα μ' ετρόμαζαν μ' +ίσκιους, δεν θα μ' έμπηχναν στο βούρκο, δεν θα έκαιαν ωσάν δαυλιά στα +σκοτάδια, να με παραστρατήσουν, ανίσως εκείνος δεν τους επρόσταζε. +Αμμή, για την παραμικρήν αφορμή, τους βάνει να με κυνηγάν πότε ωσάν +μαϊμούδες, που μου κάνουν κάθε λογής άσχημα μούτρα, μου τριζοκτυπούν τα +δόντια τους, κ' έπειτα με δαγκάν. πότε ωσάν σκατζοχέροι, που μουλώνουν +κουβαριασμένοι στο δρόμο εμένα του ξυπόλυτου, και όπου πατήσω μου +στηλώνουν ταγκάθια τους. Άλλες φορές πάλι είμαι τυλιγμένος από ένα σωρό +φίδια, πού με σχισμένες γλώσσες με βουρλίζουν σφουριξιές. Γεια, τώρα, +γεια! + +Μπαίνει ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ. + +Εδώ έρχεται ένα πνεύμ' από τα δικά του, κ' έρχεται να με βασανίση, +γιατί αργώ να φέρω μέσα τα ξύλα. Ας πέσω πίστομα, ίσως να μη με +καταλάβη. + +ΤΡΙΝΚ. Εδώ δεν είναι ούτε φυτό, ούτε δενδρούλι κανένα για να σκεπασθής +από τον καιρό· και ολοένα βράζει και άλλη ανεμοζάλη· την ακούω, που +τραγουδάει στον αέρα· εκείν' η μαυρίλα, κείνο το σύγνεφο το τρανό, +μοιάζει έν' ασκί χαλασμένο έτοιμο να σκάση. Αν έχη να ρίξη αστροπελέκια +σαν πρώτα, δεν ηξέρω που να κρυφθώ· κείνο το σύγνεφο πρέπει να πέση +νεροποντή. — Τι έχουμ' εδώ; είν' άνθρωπος, ή ψάρι; ψόφιο, ή ζωντανό; +ψάρι· βρωμάει σαν ψάρι· ένα ψάρι σπάνιο! μία παλιά και ψαρίστικη βρώμα! +Αν ήμουν τώρα στην Αγγλία (σαν άλλη φορά), και είχα τούτο το ψάρι +ζωγραφισμένο μοναχά, καθένας ήθελε τρέχη να το ιδή, και ήθελε πλερώνη +μ' ασήμι· με τούτο το τέρας εκεί εγενόμουν άνθρωπος· εκεί, όποιος δείξη +κάποιο ζώο παράξενο γίνετ' άνθρωπος· αγκαλά δεν δίνουν έναν οβολό για +να γλυτώσουν ένα κρατημένον, βγάνουν όξω δέκα για να ιδούν ένα λείψανο +της Ινδίας. Με σκέλη, σαν άνθρωπος, και η πλέγες του, σαν χέρια! ζεστό, +μα την αλήθεια! αλλάζω γνώμη τώρα· τούτο δεν είναι ψάρι, είν' ένας +κάτοικος του νησιού, που προ ολίγου κάτι θα έπαθε από το αστροπελέκι. +(Βροντάει). Ωιμένα! Νάσου πάλι η κακοκαιρία! καλύτερα να χωθώ αποκάτου +από τη γούνα μου. Άλλο καταφύγιο δεν είναι εδώ τριγύρου. Η χρεία μας +μαθαίνει να πέσουμε με παράξενη συντροφιά. — Κουκουλώνομ' εδώ, όσο να +ξεθυμάν' η αντάρα. + +Μπαίνει ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ τραγουδώντας και βαστώντας ένα φλασκί. + +ΣΤΕΦΑΝ. Εγλύτωσα τη θάλασσα, + θα τελειώσω στη στερηά. + +Αυτός είν' ένας άσχημος σκοπός, για ξόδι. Καλά, ιδού η παρηγοριά μου. +(Πίνει). + + Ο ναύκληρος, ο δούλος του, + Μ' εμέ και μ' άλλους δυο, + Την Χρυσαυγή αγαπούσαμε, + Την Φρόσω, την Μαριώ. + Την Κατερίνη αφίναμε + Να κουρευθ' η γλωσσού, + Που τάχα δεν της άρεγε + Η οσμή του κατραμιού. + Τους ναύταις καταργιότουνε. + Αμμή το ξέρω γω, + Που για 'να ράφτ' η δύστυχη + Βαστούσε τον καϋμό. + Στη φούρκ' αυτή και ο ράφτης της, + Κ' εμείς για το γιαλό. + +Άσχημος σκοπός και τούτος· αλλ' ιδού η παρηγοριά μου. + +(Πίνει). + +ΚΑΛΙΜΠ. Μη με βασανίζης, ω! + +ΣΤΕΦΑΝ. Τι εσυνέβηκε; Έχουμε διαόλους εδώ; μας γελοπαίζεις μ' άγρια +πράμματα, με Ινδιάνους; Α! εγλύτωσα από του να πνιγώ για να σκιαχθώ +τώρα τα τέσσερα πόδια σας; Επειδή είναι γραμμένο. «άνθρωπος που +αρκουδίζει, δεν τον σκιάζει ποτέ». Και αυτό θ' αληθεύη πάλι όσο ζη ο +Στέφανος. + +ΚΑΛΙΜΠ. Το πνεύμα με βασανίζει, ω! + +ΣΤΕΦΑΝ. Ετούτο είναι κάποιο τέρας του νησιού, τετράποδο, που από κείνο, +που εγώ λογιάζω, αρρώστησε· πού στο δαίμονα έμαθε τη γλώσσα μας; Θέλει +το βοηθήσω· δεν χάνω τίποτε· ανίσως μου πιτύχη να το γλυτώσω, και να +το ημερώσω, και να το φέρω μαζή μου στη Νεάπολη, αυτό είναι χάρισμα για +κάθε βασιλέα που να εφόρεσε ποτέ αγελαδινό τομάρι. + +ΚΑΛΙΜΠ. Μη με βασανίζης στη ζωή σου· θα φέρω στο σπίτι τα ξύλα το +γληγορώτερο. + +ΣΤΕΦΑΝ. Βρίσκεται βαρυά, και παραλογάει. Θέλει πιη από το φλασκί μου· +ανίσως δεν έπιε κρασί ποτέ του, αυτό θέλει του διώξη τη θέρμη· ανίσως +μπορέσω να το γλυτώσω, και να το ημερώσω, δεν θα ξοδιάζω πολύ γι' αυτό· +αυτό μάλιστα θα με πορεύη, και καλά. + +ΚΑΛΙΜΠ. Ως την ώρα λίγο με πειράζεις· σε λίγο θα κάμης χειρότερα· το +γνωρίζω από το τρεμουλιό σου. Ολοένα δουλεύει απάνου σου ο Πρόσπερος. + +ΣΤΕΦΑΝ. Άφηστα αυτά τώρα. Άνοιξε το στόμα σου· ιδού, τούτο σε μαθαίνει +να μιλής, γιατί· άνοιξε το στόμα σου· τούτο σου ξετινάζει το τάραμα, σε +βεβαιώνω· δεν γνωρίζεις το φίλο σου· άνοιξε πάλι τη μούρη σου. + +ΤΡΙΝΚ. Μου φαίνεται σαν να εγνώριζα τούτη τη φωνή, σαν να ήταν του —, +αλλ' εκείνος επνίγηκε, και τούτοι είναι διαόλοι! ω θεέ μου. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τέσσερα πόδια, και δύο φωνές! Έν' αξιόλογο τέρας! τώρα η +μπροστινή φωνή έχει να παινέση το φίλο του, και η πισινή θ' +ασχημομιλήση και θα κατηγορήση. Ανίσως όλο το κρασί στο φλασκί μου +μπορή να το γλυτώση, το κάνω. Έλα! ας είναι! ας χύσω λίγο μέσα στ' άλλο +σου το στόμα. + +ΤΡΙΝΚ. Στέφανε! + +ΣΤΕΦΑΝ. Τάλλο σου το στόμα μ' έκραξε! Θεέ μου, Θεέ, τούτος είναι +δαίμονας, όχι τέρας. Του αφίνω γεια· με τον πειρασμό μη πολλά λόγια. + +ΤΡΙΝΚ. Αν είσαι ο Στέφανος 'γγίξε με, και μίλησέ μου· γιατί εγώ είμαι +ο Τρίνκουλος· — μη σκιάζεσαι, — ο καλός σου φίλος, ο Τρίνκουλος. + +ΣΤΕΦΑΝ. Αν είσαι ο Τρίνκουλος, έβγα όξω· να σε σύρω από τα φτενώτερα +σκέλη· αν βρίσκωνται εδώ του Τρίνκολου τα σκέλη, βέβαια είναι τούτα· ο +Τρίνκουλος όλος! πώς εκατάντησες να σε κάμη κάθισμά του τούτο +ταπόρριμμα: Ξέρει και κλάνει Τρίνκουλους; + +ΤΡΙΝΚ. Μου εφάνηκε σβυμμένος από ταστροπελέκι. Κ' έτσι δεν επνίγηκες, +Στέφανε; τώρα, θαρρώ, δεν επνίγηκες· επέρασ' η ανεμοζάλη; εγώ +εκρύφθηκ' αποκάτου από τη γούνα αυτού του ψοφημιού, γιατί εσκιάχθηκα +τον καιρό. Λοιπόν ζης, Στέφανε; Ω. Στέφανε, δύο Νεαπολίταις γλυτωμένοι! + +ΣΤΕΦΑΝ. Στη ζωή σου, μη μ' ανακατώσης τόσο το στομάχι· δεν βαστάω πάρα +πολύ. + +ΚΑΛΙΜΠ. Τούτα είναι ψιλά πράμματα, μην ίσως είναι και πνεύματα. Εκείνος +είναι ένας άξιος θεός και βαστάει ένα ουράνιο πιοτό. Θα γονατίσω +μπροστά του. + +ΣΤΕΦΑΝ. Πώς εγλύτωσες; πώς ήρθες εδώ; ορκίσου απάνου σε τούτο το +φλασκί, πώς ήρθες εδώ. Εγώ εγλύτωσ' απάνου σ' ένα βουτσί κρασί της +Ισπανίας, ριμμένο στο πέλαο από τους ναύταις, μα τούτο το φλασκί· εγώ ο +ίδιος τώκαμ' από δένδρου φλούδα, με τούτα μου τα χέρια, αφού το ρεύμα +μ' έσυρε στη στερηά. + +ΚΑΛΙΜΠ. Εγώ ορκίζομ' απάνου σ' αυτό το φλασκί, πως είμαι αληθινός +δούλος σου· γιατί τούτο το πιοτό δεν είναι της γης. + +ΣΤΕΦΑΝ. Να! ορκίσου λοιπόν, πώς εσώθηκες. + +ΤΡΙΝΚ. Εκολύμπησα, αδελφέ, σαν νησσάρι· σου ορκίζομαι, εγώ πλέω σαν +νησσάρι. + +ΣΤΕΦΑΝ. Να· φίλησε το βιβλίο· αγκαλά ξέρης και πλες σαν νησσάρι, είσαι +καμωμένος σαν χήνα. + +ΤΡΙΝΚ. Ω Στέφανε! έχεις και άλλο; + +ΣΤΕΦΑΝ. Το βουτσί ολάκερο, αδελφέ μου. Το κρασοστάσι μου είναι σ' ένα +βράχο παραγιαλού· εκεί έχω κρυμμένο το κρασί μου. Απόρριμμα, μωρέ, πώς +πάει η τρεμούλα σου; + +ΚΑΛΙΜΠ. Δεν είσαι ουρανοκατέβατος; + +ΣΤΕΦΑΝ. Φεγγαροκατέβατος, σε βεβαιώνω· εγώ ήμουν εκείνον τον καιρό ο +άνθρωπος του φεγγαριού. + +ΚΑΛΙΜΠ. Αλήθεια· εγώ σ' είδα μέσα στο φεγγάρι, και σε λατρεύω· η κυρά +μου μού 'δειξε που ήσουν με το σκυλί σου, και με το βάτο σου. + +ΣΤΕΦΑΝ. Κόπιασε, ορκίσου απάνου σ' αυτό· φίλησε το βιβλίο· σε λίγο το +προικίζω με καινούρια γράμματα· ορκίσου. + +ΤΡΙΝΚ. Μα τούτο το φως, αυτό είν' ένα κουτό τέρας. Εγώ να το σκιάζωμαι; +ένα τιποτένιο τέρας· ο άνθρωπος μέσα στο φεγγάρι; — ένα τέρας, που τα +καταπίνει όλα. Τραβάς καλά, τέρας, μα την αλήθεια. + +ΚΑΛΙΜΠ. Σου δείχνω κάθε πιθαμή καρπερό χώμα στο νησί, και σου φιλώ τα +πόδια· παρακαλώ σε, να σ' έχω θεό. + +ΤΡΙΝΚ. Στη ζωή μου, κουτοπόνηρο και μέθυσο τέρας! Την ώρα, που ο θεός +του θα κοιμάται, αυτό θα του κλέφτη το φλασκί. + +ΚΑΛΙΜΠ. θα σου φιλήσω τα πόδια, θα ορκισθώ δούλος σου. + +ΣΤΕΦΑΝ. Έλα, πέσε κάτου, και ορκίσου. + +ΤΡΙΝΚ. Θα σκάσω από τα γέλια με τούτο το ζω — τι κατεργάρικο τέρας! — +το βάρουνα στην ψυχή μου. + +ΣΤΕΦΑΝ. Έλα φίλησε. + +ΤΡΙΝΚ. Μόν' που το μαύρο εμέθυσε· ένα βρωμερό τέρας. + +ΚΑΛΙΜΠ. Εγώ σου δείχνω τες καλύτερες βρύσες· σου μαζεύω κούραμα, σου +βγάνω ψάρια, σου φέρνω όσα ξύλα αγαπάς. Πανούκλα να κόψη τον τύραννο +που δουλεύω! Δεν του κουβαλώ άλλα ξύλα, μόνο σέν' ακολουθώ, θαυμαστέ +άνθρωπε. + +ΤΡΙΝΚ. Ω γέλια, να ξιππάζεται το μπαίγνιο για ένα μαύρο μεθύστακα! + +ΚΑΛΙΜΠ. Θέλε με, παρακαλώ, να σε πάω κει, όπου βγαίνουν η αγριομηλιές, +και με τα μακρυά μου νύχια εγώ να σου ξεθάφτω ύκνες, να σου δείξω που +φωλιάζει ο πετρίτης, να σου μάθω πώς παγιδεύεται η γοργοκίνητη μαϊμού, +να σε φέρω στες στρυμωχτές λεφτοκαρυές, και κάποτε να σου κυνηγώ μικρά +ζαρκάδια μέσ' από τα γκρεμά. Έρχεσαι μαζή μου; + +ΣΤΕΦΑΝ. Έλα τώρα, δείξε μας το δρόμο, δίχως τόσες πολυλογίες. +Τρίνκουλε, επειδή ο βασιλέας και όλ' η συντροφιά μας επνιγήκανε, εμείς +τα κληρονομούμ' εδώ. Να, βάστα το φλασκί. Συντεχνίτη μου Τρίνκουλε, το +ματαγεμίζουμε σε λίγο. + +ΚΑΛΙΜΠ. (Τραγουδώντας μεθυσμένα). + + Υγεία σ' αφίνω, αφέντη μου — + +ΤΡΙΝΚ. Το τέρας σκούζει, το τέρας μεθάει. + +ΚΑΛΙΜΠ. Καλάμια δεν σμίγω + Για ψάρια πιλιό. + Δεν πάω κάθε λίγο + Για ξύλα, το ζω. + Δεν τρίβω ταρμάρια. + Δεν πλένω δισκάρια. + Νέον ηύρε λεβέντη + Ο Μπαλ Κα — λιμπάν. — + Εύρ' άλλονε, — αφέντη. — + Σαν τον Καλιμπάν. + +Ελευθεριά, σκόλη! σκόλη, ελευθεριά! ελευθεριά, σκόλη, ελευθεριά! + +ΣΤΕΦΑΝ. Ω άξιο τέρας! δείξε μας το δρόμο. (Βγαίνουν). + + + ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ + + + ΣΚΗΝΗ Α'. + + + Μπαίνει ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ βαστώντας ένα γογγύλι. + +ΦΕΡΔΙΝ. Κάποιες ξεφάντωσες είναι κοπιαστικές, αλλά εις την ηδονή +νοστιμίζει και ο κόπος· το να σκύψης εις δουλικά έργα είναι κάποτε +μεγαλοψυχία, και πάμπτωχα μέσα αποβλέπουν εις πλουσιώτατα τέλη. Τούτο +το μεροκάματο ήθελε τώχω βαρύ όσο είναι αξιομίσητο· αλλ' η κυρία, που +δουλεύω, τα νεκρά ανασταίνει, και τους κόπους μου τους κατασταίνει +χαρές. Ω! αυτή είναι δέκα φορές τόσο γλυκότροπη όσο τραχύς ο πατέρας +της· και εκείνος είναι ζυμωμένος αγριότη. Πρέπει να κουβαλήσω κάμποσες +χιλιάδες από τούτα τα γογγύλια, και να θιμωνιάσω, κατά την αυστηρή +προσταγή· η γλυκειά μου κυρία..· κλαίει όταν με βλέπη να δουλεύω, και +λέγει ότι σε τούτο το ταπεινό έργο δεν έτυχε ποτέ παρόμοιος εργάτης. +Λησμονώ· αλλά μέσα εις τούτους τους γλυκούς λογισμούς αλαφραίνουν οι +κόποι μου· και, φαίνεταί μου, σχολάζω λησμονώντας. + +Μπαίνει η ΜΙΡΑΝΤΑ και ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, ο οποίος μένει εις ένα κάποιο +διάστημα. + +ΜΙΡ. Ωιμένα! τώρα, παρακαλώ σε, μην κοπιάσης τόσο· να τάχε κάψει +ταστροπελέκι εκείνα τα γογγύλια, που είσαι προσταγμένος να θιμωνιάσης! +Παρακαλώ σε, θέσε το κάτου, και ησύχασε· όταν καή θα δακρύζη, που σ' +έχει αγανακτήσει. Ο πατέρας μου είναι βυθισμένος εις την σπουδή του· +παρακαλώ σε, αναπαύου· για τούτες τες τρεις ώρες αυτός δεν βγαίνει. + +ΦΕΡΔΙΝ. Ω υπεράκριβή μου Κυρία, ο ήλιος θέλει βασιλέψη, και πάλι θα +μείνη ακάμωτος ο διωρισμένος κόπος. + +ΜΙΡ. Κάθησε, και ωστόσο εγώ φέρνω τα γογγύλια σου· παρακαλώ σε, δόσ' +μου το αυτό· εγώ σου το φέρνω στη θιμωνιά. + +ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, πολύτιμο πλάσμα· καλύτερα να κοπούν τα νεύρα μου, ν' +ανοιχθούν η πλάτες μου, παρά να υποφέρης εσύ παρόμοιαν ατιμία, κ' εγώ +να κάθωμαι οκνός να σε κυττάζω. + +ΜΙΡ. Μου πρέπει όσο σου πρέπει· κ' εγώ θα το έκανα πολύ ευκολώτερα, +γιατί εγώ το καλοθέλω, κ' εσύ το μισείς. + +ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του). Καϋμένο σκουλήκι, είσαι άρρωστο· ειδεμή, δεν θα +ερχόσουν εδώ τώρα. + +ΜΙΡ. Δείχνεις κουρασμένος. + +ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, ευγενική μου κυρία· μου φαίνεται ότι αναπνέω το δροσάτο +αέρι της αυγής όταν είσαι εσύ κοντά μου, και ας ήταν νύκτα. Σε παρακαλώ +(το περισσότερο για να το βάλω στες προσευχές μου) τι όνομα έχεις; + +ΜΙΡ. Μιράντα· ω πατέρα! σε παράκουσα και το είπα! + +ΦΕΡΔΙΝ. Αξιοθαύμαστη Μιράντα! αλήθεια η κορυφή του θαύματος! που +αξίζεις ό,τι ακριβό έχει ο κόσμος! Πολλές κυρίες εμάτιασα με κύτταγμα +τρυφερό, και πολλές φορές τα γλυκομίλητα χείλη τους υπόταξαν τα πάρα +πρόθυμα αυτιά μου· διάφορες γυναίκες μ' άρεσαν για διάφορες αρετές, +αλλά την ψυχή μου δεν συνεπήρε καμμία τόσο βαθυά, ώστε να μη της ιδώ +κάποιο λάθος να πολεμάη από τες χάρες της την υψηλότερη, και να την +κατεβάζη· αλλά συ, ω συ, τόσο τέλεια, ασύγκριτη τόσο, επλάσθης με κάθε +άλλου πλάσματος το άνθος. + +ΜΙΡ. Εγώ δεν γνωρίζω καμμία του γένους μου· δεν θυμούμαι καμμιάς +γυναικός πρόσωπο, ειμή, από τον καθρέφτη, το δικό μου· μήτε είδα +άλλους, άξιους να τους ονομάσω άνδρες, παρά σε, καλέ μου φίλε, και τον +ακριβό μου πατέρα· πώς είναι κει όξω τα πράγματα, είμαι άμαθη· αλλά στη +σεμνότη μου απάνου (το μαργαριτάρι της προίκας μου), δεν επιθυμούσα +άλλον σύντροφο στον κόσμο παρά σε, μήτε δύναται η φαντασία να πλάση +άλλη μορφή, παρά σε, να μ' αρέση· — αλλά εγώ παραμιλώ, και σ' αυτά +λησμονώ τες νουθεσίες του πατρός μου. + +ΦΕΡΔΙΝ. Εγώ 'μαι βασιλέως υιός, Μιράντα· στοχάζομαι και βασιλέας, (έτσι +να μην ήμουν!), και βέβαια δεν θα έστεργα τούτη τη δουλική αγγαρεία όσο +δεν θα υπόφερνα να μου μολύνη η μύγα τα χείλη. Άκουσε την ψυχή μου, που +μιλεί· τη στιγμή που σε πρωτόειδα η καρδιά μου ευθύς ώρμησε να σε +δουλέψη· αυτού υπάρχει δύναμις άξια να με σκλαβώση, και γι' αγάπη σου +ιδού με, ευχαριστημένος φορτώνομαι ξύλα. + +ΜΙΡ. Μ' αγαπάς; + +ΦΕΡΔΙΝ. Ω Ουρανοί και Γη, γενήτε μάρτυρες εις τούτη τη φωνή μου, και σ' +εκείνο, που ομολογώ, στεφανώστε μ' αγαθό τέλος, αν ομιλώ με αλήθεια· +και ανίσως με δόλο, τότε όσα καλά και αν μου μέλλουνε γυρίστε τα όλα σε +τόσες συμφορές! Εγώ παραπάνου απ' ό,τι και αν είναι στον κόσμο σ' +αγαπώ, σε σέβομαι, και σε δοξάζω. + +ΜΙΡ. Τρελλή πούμαι, να κλαίω για κείνο που χαίρομαι. + +ΠΡΟΣΠ. (Μόνος του), Ωραία συναπαντηθήκαν δυο πολύτιμες ψυχές! Ουρανοί, +βρέξτε χάρι απάνου σ' ό,τι βλασταίνει ανάμεσό τους! + +ΦΕΡΔΙΝ. Τι κλαις; + +ΜΙΡ. Γιατί δεν είμ' άξια, και δεν τολμώ να προσφέρω εκείνο που ποθώ να +δώσω, και τρέμω να δεχθώ εκείνο, π' αν το στερηθώ, πεθαίνω· αλλ' αυτά +είναι μάταια· και εκείνο όσο περισσότερο πάσχει να κρυφθή, τόσο +περισσότερο μεγαλώνει και φαίνεται. Μακρυά από μένα, εντροπαλή τέχνη! +και σπρώξε με, άδολη εσύ και άγια απλότης! Εγώ 'μαι γυναίκα σου, ει δε +μή, θέλει πεθάνω δούλα σου· για σύντροφο μπορείς να μ' αρνηθής· αλλά +δούλα θα σου είμαι, θέλης και μη θέλης. + +ΦΕΡΔΙΝ. Κυρία μου υπεράκριβη, κ' εγώ πάντα, καθώς είμαι τώρα, ταπεινός. + +ΜΙΡ. Λοιπόν, άνδρας μου; + +ΦΕΡΔΙΝ. Ναι, και με καρδιά τόσο πρόθυμη, όσο της σκλαβιάς για την +ελευθερία· — ιδού το χέρι μου. + +ΜΙΡ. Ιδού και το δικό μου, και σ' αυτό μέσα η καρδιά μου· και τώρα, +χαίρε για μισή ώρα. + +ΦΕΡΔΙΝ. Πες χίλιες ώρες! χίλιες! (Βγαίνουν). + +ΠΡΟΣΠ. Δεν μπορώ να χαρώ γι' αυτά ίσια μ' αυτούς· επειδή αυτοί σ' όλα +θαυμάζονται· αλλά για τίποτε άλλο δεν γένεται να χαρώ τόσο. Πηγαίνω εις +τη βίβλο μου, γιατί πριν του δειλινού μου μένουν πολλά να κατορθώσω. +(Βγαίνει). + + + ΣΚΗΝΗ Β'. + + + Έν' άλλο μέρος του νησιού. + +Μπαίνουν ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ και ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ. ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ κατόπι τους μ' ένα +φλασκί. + +ΣΤΕΦΑΝ. Άφησέ με ήσυχο· — σαν αδειάση το βουτσί τότε πίνουμε νερό· +πρώτα, μήτε στάλα. Δούλο — τέρας, πιε στην υγειά μου. + +ΤΡΙΝΚ. Δούλο — τέρας! καλέ, τι νησί είναι τούτο; Λένε πως πέντε +μοναχά είναι μέσα σε τούτο το νησί· εμείς είμασθε τα τρία· ανίσως τάλλα +δύο έχουνε τα μυαλά μας, η πολιτεία κουνιέται. + +ΣΤΕΦΑΝ. Πιε, δούλο — τέρας, όταν σου το προστάζω εγώ· τα μάτια σου +είναι χωσμένα μέσα στο κεφάλι σου. + +ΤΡΙΝΚ. Και πού αλλού θα τάχη χωσμένα; ήθελ' είναι ένα άξιο τέρας, μα +την αλήθεια, ανίσως τάχε στην ουρά του. + +ΣΤΕΦΑΝ. Ο τερατάνθρωπός μου έπνιξε τη γλώσσα του μέσα στο κρασί· όσο +για με, το πέλαο δεν με πνίγει· εκολύμπησα, πριχού πιάσω στερηά, εδώ κ' +εκεί, εξήντα πέντε μίλια, μα τούτο το φως. Θα σ' έχω υπασπιστή, ή +σημαιοφόρο; + +ΤΡΙΝΚ. Υπασπιστής σου, αν αγαπάς· αυτό δεν βαστάει σημαία. + +ΣΤΕΦΑΝ. Δεν θέλει τρέχουμε, κυρ τέρας. + +ΤΡΙΝΚ. Μήτε θέλει περπατήτε· θέλει κάθεσθε σαν σκύλοι, και θέλει +στέκεσθε βουβοί. + +ΣΤΕΦΑΝ. Απόρριμμα, μίλιε μία φορά, αν αλήθεια είσαι ένα καλό απόρριμμα. + +ΚΑΛΙΜΠ. Τι κάν' η Υψηλότης σου; να γλύψω το παπούτσι σου· εκείνον δεν +τον θέλω γι' αφέντη· δεν αξίζει. + +ΤΡΙΝΚ. Ψέμματα, αμαθέστατο τέρας· εγώ έχω μούτρο να βάλω κάτου ένα +χωροφύλακα· και τι, ψάρι βρώμιο, ευρέθηκε ποτέ άνθρωπος φοβιτσιάρης να +πιη όσο ‘γώ σήμερα; Τολμάς και λες ψέμμα τόσο χοντρό και ολάκερο εσύ, +που είσαι μισό ψάρι και μισό τέρας; + +ΚΑΛΙΜΠ. Ιδές! πώς μ' αναπαίζει! θα τον αφήσης, αφέντη μου; + +ΤΡΙΝΚ. «Αφέντη μου» λέει! Ένα τέρας νάναι έτσι κουτόμυαλο! + +ΚΑΛΙΜΠ. Να το, να το πάλι 'πίσω. Δάγκασέ τονε σκότωσέ τον, παρακαλώ σε. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τρίνκουλε, βάστα τη γλώσσα σου· αν κάμης αταξίες, το πρώτο +δένδρο... Το τέρας το καψερό είναι υπήκοος μου, και δεν συγχωρώ να μου +το βρίζουν. + +ΚΑΛΙΜΠ. Ευχαριστώ τον υψηλό μου αφέντη. Συγκατεβαίνεις ν' αφοκρασθής +πάλι το ζήτημά μου; + +ΣΤΕΦΑΝ. Ναίσκε· αμμή πώς; γονάτισε και ματαπές το· εγώ στέκομαι ορθός· +έτσι και ο Τρίνκουλος. + +Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ αόρατος. + +ΚΑΛΙΜΠ. Καθώς σου έλεγα, δουλεύω ένα τύραννο· ένα μάγο, που με τη σοφία +του μου έκλεψε τούτο το νησί. + +ΑΡΙΕΛ. Ψέμματα. + +ΚΑΛΙΜΠ. Εσύ τα λες, μαϊμού αναγελάστρα· εσύ. Να σ' εχαλούσε ο γενναίος +μου Κύριος! εγώ δεν λέω ψέμματα. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τρίνκουλε, ανίσως τον πειράξης πάλι στην ομιλία του, μα τούτο +το χέρι, σου πετάω κανένα δόντι. + +ΤΡΙΝΚ. Και τι; εγώ δεν εμίλησα. + +ΣΤΕΦΑΝ. Σώπαινε, λοιπόν, και φθάνει. (Προς τον Κάλιμπαν). Λέγε. + +ΚΑΛΙΜΠ. Σου λέγω, με μαγικά επήρε το νησί· εμένα το πήρε· ανίσως η +Μεγαλειότης σου θελήση να τον κάμη να μου την πλερώση (γιατί ξέρω +πώχεις καρδιά, αυτός δεν έχει)... + +ΣΤΕΦΑΝ. Βεβαιότατα. + +ΚΑΛΙΜΠ. Θέλ' είσαι βασιλέας τούτου του νησιού, κ' εγώ δούλος σου + +ΣΤΕΦΑΝ. Πώς ξεμπερδεύεται αυτή η δουλειά; Μπορείς να με φέρης εκεί που +χρειάζεται: + +ΚΑΛΙΜΠ. Μάλιστα, μάλιστα, αφέντη, στον καταδίνω στον ύπνο του, και +αυτού μπορείς να του μπήξης ένα καρφί στο κεφάλι. + +ΑΡΙΕΛ. Ψέμματα, δεν μπορείς. + +ΚΑΛΙΜΠ. Τι αναγουλιασμένο, μουρλό πράμμα είναι τούτο; Μπαίγνιο, αλήθεια +! — Παρακαλώ την Μεγαλειότητά σου, δείρε το, πάρ' του το φλασκί· σαν +του λείψη αυτό, ας πιη άρμη, γιατί δε του δείχνω που 'ναι ταναβρυστικά +νερά. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τρίνκουλε, μη βάνεσαι άλλο σε κίνδυνο· αντίσκοψε πάλι το τέρας +μ' ένα λόγο μοναχά, και η μακροθυμία μου παύει σε λυώνω στις ξυλιές. + +ΤΡΙΝΚ. Και τι έκαμα; δεν έκαμα τίποτε. Ας πάω κάνε παρέκει. + +ΣΤΕΦΑΝ. Δεν είπες που αυτός λέει ψέμματα; + +ΑΡΙΕΛ. Εσύ τα λες. + +ΣΤΕΦΑΝ. Εγώ τα λέω; να λοιπόν. (Τον κτυπά. Αν σ' αρέση αυτό, ψεύσε με +και άλλη φορά. + +ΤΡΙΝΚ. Εγώ δεν σ' έψευσα. — Εχάσετε, βλέπω, με τα μυαλά και ταυτιά. +Ανάθεμα στο φλασκί σου· είναι δουλειές του κρασιού· πανούκλα να πάρη το +τέρας σου, και ο διάολος τα χέρια σου. + +ΚΑΛΙΜΠ. Χα, χα, χα. + +ΣΤΕΦΑΝ. Λέγε τώρα την ιστορία σου. — Στη ζωή σου στέκα παρέκει. + +ΚΑΛΙΜΠ. Πάρ' τον καλά, καλά· — σε λίγον καιρό ως κ' εγώ θα τον βαρώ. + +ΣΤΕΦΑΝ. Στέκα παρέκει. — Έλα, μπροστά! + +ΚΑΛΙΜΠ. Λοιπόν, καθώς σου έλεγα, συνηθάει να κοιμάται το απόγιωμα· +αυτού μπορείς να του πετάξης τα μυαλά, αφού πρώτα του τσακώσης τα +βιβλία του· ή του σπας μ' ένα κούτσουρο το καύκαλο, ή μ' ένα παλούκι +του βγάνεις τάντερα· ή του κόβεις τον λάρυγγα με το μαχαίρι σου· μόνο +θυμήσου ν' αδράξης πρώτα τα βιβλία του· γιατί άμα του λείψουν εκείνα, +μένει ένας κουτός σαν κ' εμέ, και δεν έχει εξουσία απάνου σε κανένα +πνεύμα. Όλα τού έχουν έχθρητα ριζωμένη μέσα τους όσο την έχω εγώ· μόνο +κάψε τα βιβλία του· έχει ωραία σκεύη (έτσι τα λέει), με τα οποία θα +στολίση το σπίτι του σαν το αποκτήση· και κείνο που πρέπει να στοχασθής +βαθύτερα, είναι της θυγατρός του τα κάλλη· αυτός ο ίδιος την λέει +ασύγκριτη· εγώ δεν είδα άλλη γυναίκα παρά την Συκόρακα, την μητέρα μου, +και εκείνην· μα εκείνη τόσο περνάει την Συκόρακα όσο το παρά πολύ +περνάει το λίγο. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τόσο καλή είναι η κόρη; + +ΚΑΛΙΜΠ. Ναίσκε, αφέντη, σου πρέπει, σε βεβαιώνω, και θα σου κάμη παιδιά +παλληκάρια. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, εγώ σκοτώνω τον άνθρωπο· η θυγατέρα του κ' εγώ θέλ' +είμαστε βασιλέας και βασίλισσα (Ζήτω η Μεγαλειότης μας!) και ο +Τρίνκουλος και συ ο ίδιος αντιβασιλιάδες μου. Σ' αρέσει το σχέδιο, +Τρίνκουλε; + +ΤΡΙΝΚ. Πολύ. + +ΣΤΕΦΑΝ. Δος μου το χέρι σου· μου πονεί που σ' εβάρεσα· μα όσο ζης +βάστα τη γλώσσα σου. + +ΚΑΛΙΜΠ. Σε μισή ώρα θα κοιμάται· τον χαλάς τότε; + +ΣΤΕΦΑΝ. Ναι, στην τιμή μου. + +ΑΡΙΕΛ. Τούτο θα τ' αναφέρω του Κυρίου μου. + +ΚΑΛΙΜΠ. Μ' εκαλοκάρδισες· είμ' όλος χαρά· ας χαρούμε· θέλεις να μου +τραγουδήσης τον σκοπό, που μου εμάθαινες προ λίγη ώρα: + +ΣΤΕΦΑΝ. Κάνω, τέρας, κάθε πράμμα που να ζητήσης. Έλα, Τρίνκουλε, ας +τραγουδήσουμε. + + Τους περγελάμε, — τους περγελάμε· + Δεσμά δεν έχει ο λογισμός. — + +ΚΑΛΙΜΠ. Δεν είν' αυτός ο σκοπός. + +Ο ΑΡΙΕΛ παίζει τον σκοπό με αυλό και τύμπανο. + +ΣΤΕΦΑΝ. Πώς; τούτος είναι ο σκοπός; + +ΤΡΙΝΚ. Τούτος είναι ο σκοπός του τραγουδιού μας, και τον παίζει η +εικόνα του Κανενού. + +ΣΤΕΦΑΝ. Αν είσαι άνθρωπος, φανερώσου στη μορφή σου· αν είσαι δαίμονας, +κάμ' όπως θέλεις. + +ΤΡΙΝΚ. Ω! Έλεος για τον αμαρτωλό! + +ΣΤΕΦΑΝ. Όποιος πεθαίνει πλερώνει κάθε του χρέος. Δεν σε ψηφάω. — Ω Θε +μου, βόηβα. + +ΚΑΛΙΜΠ. Φοβάσαι; + +ΣΤΕΦΑΝ. Όχι, τέρας, εγώ δεν φοβούμαι. + +ΚΑΛΙΜΠ. Μη φοβάσαι. Το νησί είναι γιομάτο βρόντους, αχούς και γλυκούς +ήχους, που τέρπουν και δεν πειράζουν· πότε μύρια γύρου λεπτά λαλούμενα +σιγοκελαϊδούν στ' αυτιά μου· πότε φωνές, και ας εξύπνησ' από πολύν +ύπνο, με κάνουν και ξαναποκοιμιώμαι — και τότε στης υπνοφαντασίας μου +τα νέφη, φαίνεταί μου, σχίζονται, και φανερώνουν πλούτη έτοιμα να +πέσουν απάνω μου, τόσο που όταν ξυπνάω φωνάζω να μεταϊδώ τα ονείρατα. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τούτο θέλ' είναι για μένα ένα καλό βασίλειο, όπου θενάχω τη +μουσική μου χάρισμα. + +ΚΑΛΙΜΠ. Αφού πρώτα χαλασθή ο Πρόσπερος. + +ΣΤΕΦΑΝ. Αυτό σε λίγο γίνεται· θυμούμαι την ιστορία. + +ΤΡΙΝΚ. Ο ήχος φεύγει· ας πάμε κατόπι του· και έπειτα κάνουμε τη δουλειά +μας. + +ΣΤΕΦΑΝ. Μπροστά, τέρας· εμείς ακολουθάμε· ήθελα νάβλεπα τούτο τον +τυμπανιστή. Πάει ολοένα. + +ΤΡΙΝΚ. Έρχεσαι; Εγώ θα πάω κατόπι, Στέφανε. (Βγαίνουν). + + + ΣΚΗΝΗ Γ'· + + + Έν άλλο μέρος του νησιού. + + +Μπαίνουν ο ΑΛΟΝΖΟΣ, ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΓΟΝΖΑΛΟΣ, ο ΑΔΡΙΑΝΟΣ, +ο ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ και άλλοι. + +ΓΟΝΖ. Μα τον θεό, Κύριε, δεν ημπορώ να περπατήσω περισσότερο· μου +πονούν τα παληά κόκκαλά μου· τούτος ο δρόμος αληθινά πλέκει γύραις σε +λαβύρινθο δίχως άκρη! κάμε υπομονή, πρέπει εξ ανάγκης να ησυχάσω. + +ΑΛΟΝΖ. Φίλε μου, δεν σε κατηγορώ· εγώ ο ίδιος είμαι αδυνατισμένος +τόσον, ώστ' ενεκρώθηκ' η καρδιά μου· κάθησε, ησύχασε· κ' εδώ αποθέτω +την ελπίδα, δεν δέχομαι πλέον την κολακεία της. Eπνίγηκε εκείνος, που +περιπλανούμενοι εμείς τον γυρεύουμε, και το πέλαο γελάει με τη μάταιή +μας έρευνα εις την ξηρά. Ας είναι· επήγε. + +ΑΝΤΩΝ. (μόνος του). Χαίρομαι τωόντι πως έχασε κάθ' ελπίδα. (Προς τον +Σεβαστ.). Για μία φορά που σου έσφαλε, μην αθέτησης τη βουλή, που +αποφάσισες να κατορθώσης. + +ΣΕΒΑΣΤ. Πρώτη ευκαιρία που τύχη, δεν θα μας φύγη. + +ΑΝΤΩΝ. Ας είναι για βράδυ τώρα, που τους καταπόνεσ' ο δρόμος, δεν θέλει +αγρυπνήσουν, μήτε μπορούν, καθώς σαν ήταν ακούραστοι. + +ΣΕΒΑΣΤ. Κ' εγώ λέω για βράδι· φθάνει. + +Μουσική σεμνή και παράξενη· και ο Πρόσπερος αποπάνω αόρατος. + +ΑΛΟΝΖ. Ποία αρμονία είναι τούτη! φίλοι μου, γροικάτε! + +ΓΟΝΖ· θαυμαστή, γλυκειά μουσική! + +Μπαίνουν διάφορες παράξενες μορφές, φέρνοντας ένα γιώμα. Χορεύουν +τριγύρω μ' ευγενικά προσκυνήματα, και αφού επροσκάλεσαν τον βασιλέα και +τους άλλους να γευματίσουν, φεύγουν. + +ΑΛΟΝΖ. Φυλάξετέ μας, Ουρανοί! ποιοι ήσαν τούτοι; + +ΣΕΒΑΣΤ. Μία παράστασις από έμψυχες κούκλες. Τώρα πιστεύω ότι σώζεται το +μονοκέρατο τέρας, ότι στην Αραβία είναι ένα δένδρο, του φοίνικος το +θρονί, και ότι ένας φοίνικας εκεί βασιλεύει. + +ΑΝΤΩΝ. Το πιστεύω κ' εγώ, και ό,τι άλλο παράδοξο μου ειπούνε, θέλει +ορκισθώ πως είναι αλήθεια· οι ταξειδιώταις δεν είπαν ψέμματα ποτέ, +αγκαλά στην πατρίδα τους κατακραίνωνται. + +ΓΟΝΖ. Εάν ανάφερνα τούτο στη Νεάπολη, θα μ' επίστευαν; εάν έλεγα ότι +είδα νησιώταις (γιατί βέβαια κάτοικοι του νησιού είναι), οπού με την +τερατώδη μορφή τους, έχουν όμως ήθη γλυκά, που δεν τα βρίσκεις εις +πολλούς του ανθρωπινού μας γένους, τολμώ να ειπώ· εις κανένα. + +ΠΡΟΣΠ. (μόνος του). Τίμιε άνθρωπε, εμίλησες σωστά, γιατί κάποιοι από +σας αυτού είναι χειρότεροι από δαίμονες. + +ΑΛΟΝΖ. Ακόμη θαυμάζομαι εκείνες τες μορφές, εκείνα τα νεύματα, και +εκείνον τον ήχο, που εφανέρωναν (αγκαλά τους λείπη τόργανο της γλώσσας) +ένα είδος αξιόλογης άφωνης ομιλίας. + +ΠΡΟΣΠ. (μόνος του). Πριν ιδής το τέλος μην επαινάς. + +ΦΡΑΓΚ. Πόσο παράξενα έγιναν άφαντοι! + +ΣΕΒΑΣΤ. Δεν μας πειράζει, αφού άφησαν οπίσω τα φαγητά τους· γιατί +έχουμ' όρεξη. Σ' αρέσει να δοκιμάσης απ' αυτά, που είν' εδώ; + +ΑΛΟΝΖ. Όσο για με, δεν θέλω. + +ΓΟΝΖ. Μα την αλήθεια, δεν πρέπει να φοβάσαι. Εις τον καιρό, που εμείς +ήμαστε παιδιά, ποιος επίστευε πως ευρίσκονταν άνθρωποι βουνήσιοι μ' ένα +πουγγί κρέας κρεμάμενο από το λαιμό τους, ωσάν τα βουβάλια; ή πώς ήταν +άνθρωποι με τα κεφάλια κολλημένα στο στήθος; και τώρα γνωρίζουμε ότι +όποιος έβανε αυτό το στοίχημα θα έβγαινε βέβαια κερδεμμένος. + +ΑΛΟΝΖ. Θα καθήσω και θα γευθώ, και ας είναι το ύστερό μου, δεν με +μέλει· γιατί αισθάνομαι πως το καλύτερο επέρασε. — Αδελφέ, και συ, +Κύριέ μου (προς τον Δούκα), καθήστε και κάμετε όπως κάνω εγώ. + +Αστραπή και βροντή. Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ σε μορφήν Αρπυίας, κτυπάει τα φτερά +του απάνω στο τραπέζι, που με ώμορφη τέχνη γίνετ' άφαντο. + +ΑΡΙΕΛ. Εσείς είσθε τρεις κακούργοι, και η Μοίρα (της οποίας ετούτος ο +κάτω κόσμος μ' όσα έχει μέσα του είναι όργανο) έκαμε τη θάλασσα να σας +ξεράση μέσ' από τον αχόρταγο βυθό της, εις τούτο το νησί, που άνθρωπος +δεν κατοικάει, ανάξιοι καθώς είσθε με ανθρώπους να συζήτε. Εγώ σας +επήρα τον νου. (Βλέποντας τον Σεβαστιανό, τον Αλόνζο και τους άλλους να +ξεσπαθώνουν). Εκείνη καθ' αυτό είναι η ανδρεία, που κάνει τους +ανθρώπους και πνίγονται, και κρεμούνται μοναχοί τους. Μωροί! Εγώ και οι +σύντροφοί μου είμαστε της Μοίρας υπουργοί· τα σπαθιά σας είναι ύλη, που +όσο είν' ικανή να λαβώση τους βροντόφωνους ανέμους, ή με κούφια +κτυπήματα τάσχιστα νερά να θανατώση, τόσο δύναται να πειράξη του φτερού +μου το χνούδι· οι συνυπηρέταις μου είν' ομοίως απλήγωτοι· αλλ' ανίσως +και ήσαστε ικανοί να βλάψετε, τώρα εκείνα τα σπαθιά σας έγιναν βαρυά, +και δεν τα σηκώνετε. Αλλά θυμηθήτε (ετούτος με σας είν' ο σκοπός μου) +πως σεις οι τρεις εδιώξετε από το Μιλάνο τον αγαθό Πρόσπερο. Του πελάου +(που σας το επλέρωσε) τον επαραδώσετε με τακριμάτιστο βρέφος του· γι' +αυτή τη μαύρη πράξη, η Δύναμες, χρονίζοντας, όχι αλησμονώντας, εκίνησαν +θάλασσες και στερηές, ναι, και τα πλάσματ' όλα, ωργισμένα με σας, να +σας καταπολεμήσουν. Εσέν', Αλόνζε, επήραν τον υιο σου, και με το στόμα +μου αποφασίζουν, αργός αφανισμός (χειρότερος απ' άλλον κακόν έξαφνον +θάνατο), πάτημα προς πάτημα, όπου στρίψετε, να σας παραστέκη· που για +ν' αποφύγετε τες όργητές τους, (που αλλιώς εδώ σας πλακώνουν, στο έρμο +τούτο νησί) άλλος τρόπος δεν είναι, ειμή καρδίας κατάνυξη, και άδολη η +επίλοιπη ζωή σας. + +Γίνετ' άφαντος μέσα στες βροντές· έπειτα με γλυκεία μουσική +ματαμπαίνουν η Μορφές, και χορεύοντας και κάνοντας διάφορα σχήματα +παίρνουν το τραπέζι. + +ΠΡΟΣΠ. (Παράμερα). Άξια επαράστησες τα σχήμα αυτής της Αρπυίας, Αριέλ +μου· ήταν χαριτωμένη ενώ εκατάτρωγε. Από την παραγγελία μου δεν άφησες +το παραμικρό, εις ό,τι είχες να ειπής· και ιδού με καλή ζωή, και με +θαυμάσια προσοχή, οι πλέον κατώτεροι υπηρέταις μου ενέργησαν καθένας +εις το είδος τους. Η υψηλές μαγείες μου δουλεύουν, και τούτοι οι εχθροί +μου είναι όλοι πιασμένοι στου νου τους από την πλάνη· τώρα τους κρατώ· +έτσι παρμένους τους αφίνω, και πηγαίνω να εύρω τον νέον Φερδινάνδο +(που, στοχάζοντ' επνίγηκε) και την αγαπημένη του μονάκριβή μου +θυγατέρα. + +Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ αποπάνω φεύγει. + +ΓΟΝΖ. Εις τόνομα του Υψίστου, Κύριε, τι στέκεσαι μ' αυτό τακίνητο +βλέμμα; + +ΑΛΟΝΖ. Ω φρίκη! ω φρίκη! φαίνεταί μου· τα κύματα είχαν μιλιά, και μου +τώλεγαν· οι αέρηδες μου τώψαλλαν· και η βροντή, το βαθύ κείνο και +τρομερόν όργανο, επρόφερνε του Πρόσπερου τόνομα· καταβοούσε ως κ' +εκείνη το ανόμημά μου· γι' αυτό ο υιός μου έχει κρεββάτι τον άμμο· κ' +εγώ θα πάω σε βάθη οποία ποτέ δεν έπιασε το σκανδήλι, να τον εύρω, και +να κοίτωμαι μαζί του εκεί σκεπασμένος. (Βγαίνει). + +ΣΕΒΑΣΤ. Ένα, ένα δαίμονα τη φορά, καταπολεμώ τους λεγεώνες τους. + +ΑΝΤΩΝ. Έχε με μάρτυρα στη μονομαχία. (Ο Σεβαστ. και ο Αντών. βγαίνουν}. + +ΓΟΝΖ. Είν' απελπισμένοι και οι τρεις· το μέγα τους κρίμα, ωσάν ένα +φαρμάκι που εδόθη για να ενεργήση με μάκρος καιρού, τώρ' αρχινάει να +νικήση τα λογικά τους. Παρακαλώ σας, πώχετ' ελαφρότερα τα πόδια, +προφθάστε τους γλήγορα, και φυλάξετέ τους απ' ό,τι μπορεί να τους +καταφέρη αυτή τους η μάνητα. + +ΑΔΡΙΑΝ. Ακολούθησέ μας, σε παρακαλώ. + + + + +Π Ρ Α Ξ I Σ Τ Ε Τ Α Ρ Τ Η + + + ΣΚΗΝΗ Α'. + + + Μπροστά στο σπήλαιο του Πρόσπερου. Μπαίνει ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ +και η ΜΙΡΑΝΤΑ. + +ΠΡΟΣΠ. Αν σέχω παιδέψει πολύ αυστηρά η ανταμοιβή πάλι σε πλερώνει· +γιατί δίνοντάς σου τούτην εγώ σου έδωσα μία κλωστή της ζωής μου, ή +καλύτερα κείνο, για το όποιον εγώ ζω. Ιδού, πάλι σου την παραδίνω· τα +παθήματά σου άλλο δεν ήταν παρά τόσες δοκιμές, που ηθέλησα να βάλω της +αγάπης σου, και, θαύμα! αυτή εφάνη καθαρό χρυσάφι. Εδώ, στην όψη του +ουρανού, βεβαιώνω το πλούσιό μου δώρο. Ω Φερδινάνδε, μη μου χαμογελάς, +πως την έχω καύχημα, επειδή θα την ιδής να περάση τον έπαινο τόσο, ώστε +αυτός να κουτσαίνη κατόπι της. + +ΦΕΡΔΙΝ. Το πιστεύω, και τίποτε δεν είν' αρκετό να σαλέψη την πίστη μου. + +ΠΡΟΣΠ. Ως δώρο μου λοιπόν, και ως απόκτημά σου, που εκέρδησες γενναία, +λάβε την θυγατέρα μου· αλλ' ανίσως της λύσης το παρθενικό ζωνάρι πριν +ευλογηθή ο γάμος με όλες τες ιερές ευχές, οι ουρανοί κανένα ράντισμα +γλυκό δεν θέλει ρίξουν, να ριζώση τούτος ο δεσμός· αλλά στείρα έχθρητα, +καταφρόνεση με μάτι φαρμακερό, και διχόνοια, θα γιομίσουν εκείνη σας +την κλίνη με χόρτα τόσο άσχημα, ώστε να σας γένη και των δύο μισητή· +φυλάξου λοιπόν έως να φέξουν για σας τα φώτα του Υμεναίου. + +ΦΕΡΔΙΝ. Απάνω στην ελπίδα πώχω για γαληνές ημέρες, τέκνα καλά, και +μάκρος ζωής, μ' ακέραιη την αγάπη που είναι τώρα, το σκοτεινότερο +σπήλιο, ο ευκαιρότερος τόπος, η πλέον δυνατή παρακίνηση του κακού μας +δαίμονος, δεν θα είναι ποτέ αρκετά να λυώσουν την τιμή μου εις το +πάθος, ώστε να βλάψω τον αιθέρα εκείνης της λαμπρής ημέρας, όταν τάλογα +του Απόλλωνος για με θέλ' είναι πνιγμένα, και η νύκτα ασάλευτη. + +ΠΡΟΣΠ. Ώμορφα εμίλησες. Κάθησε λοιπόν, και συνομιλήστε· είναι δική +σου. Έ! Άριελ, τεχνικέ μου υπηρέτη, Άριελ! + +Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ. + +ΑΡΙΕΛ. Τι αγαπάει ο δυνατός Κύριός μου; ιδού με. + +ΠΡΟΣΠ. Συ και οι κατώτεροι συντρόφοι σου εκτελέσετε άξια την ύστερη +υπηρεσία σας, και σας θέλω πάλι γι' άλλη παρόμοια μηχανή. Πήγαινε, φέρ' +εδώ τον όχλο (απάνω εις τον οποίο σου δίνω εξουσία) εδώ, εις τούτον τον +τόπο· παρακίνησε τους να είναι έξυπνοι· γιατί πρέπει να παραστήσω +μπροστά εις τούτο το νέο τέρι κάποιο παιγνίδι της τέχνης μου· το έταξα +και το προσμένουν από με. + +ΑΡΙΕΛ. Ευθύς; + +ΠΡΟΣΠ. Ναι, σε ριπή οφθαλμού. + +ΑΡΙΕΛ. Δεν προφθαίνεις να πης άμε κ' έλα, να πνεύσης δύο φορές, και να +φωνάξης ν α, ν α· και καθένας τους ακροπηδώντας είναι δω με χάρες και +με νεύματα. Μ' αγαπάς, Κύριε; όχι. + +ΠΡΟΣΠ. Πολύ, αξιόλογε Άριελ μου. Μη σιμώσης πριν με ακούσης να σε +κράξω. + +ΑΡΙΕΛ. Πολύ καλά σ' εννοώ. (Βγαίνει). + +ΠΡΟΣΠ. Πρόσεξε να 'σαι αληθινός· χαλίνωσε κομμάτι το παιγνίδισμα· οι +φοβερώτεροι όρκοι είν' άχυρα για φωτιά του αίματος. Στάσου +φρονιμώτερος, μήπως παραβής το τάμμα πώκαμες. + +ΦΕΡΔΙΝ. Σε βεβαιώνω, κύριε, ότι το λευκό, ψυχρό, παρθενικό χιόνι +πρααίνει τη φλόγα απάνου στην καρδιά μου. + +ΠΡΟΣΠ. Καλά. Έλα, Άριελ· καλύτερα να περισσέψουν πνεύματα παρά να λείψη +ένα· φανερώσου, και ζωντανά. Σιωπή· κυττάζετε· σιγάτε. + +Ακούεται γλυκεία μουσική. Μπαίνει η ΙΡΙΣ. + +ΙΡΙΣ. Δήμητρα, πολύδωρη θεά, οι πλούσιοι καρποί σου, γέννημα, στάρι, +κριθάρι, λαθήρι και βρώμι· τα βουνά σου τα χορτερά, που βόσκουν τα +πρόβατα, και οι λειμώνες σου γιομάτοι αχυροσκέπαστες καλύβες, που αυτά +ξενυκτίζουν η ροδοκρινοστόλιστες ακροποταμιές σου, τες οποίες με την +προσταγή σου ο υγρός Απρίλης περιντύνει, να φτειάσουν η κρυόκαρδες +νύμφες παρθενικά στεφάνια· τα δάση σου τα κατάσκια, που αρέσουν του +απαρηγόρητου νέου, όταν φύγη την αλύπητη αγαπημένη του· οι φραγμένοι +αμπελώνες σου, και η ακροπελαγιά σου, άκαρπη και βράχους γιομάτη, που η +ίδια παίρνεις αέρα. Η βασίλισσα τουρανού, που μέχει υγρό δοξάρι της, +και μηνύτρα, θέλει να τα αφήσης όλα, και νάρθης σε τούτη την χούφτα +χλωρασιά, καθ' αυτό εις τούτον τον τόπο, να κάμετε χαρές με την υψηλή +της χάρη. Με βία πετούν τα παγώνια της. Σίμωσε, πλούσια Δήμητρα, να την +προϋπαντήσης. + +Μπαίνει η ΔΗΜΗΤΡΑ. + +ΔΗΜΗΤ. Χαίρε, πολυχρώματη μηνύτρα, που ποτέ δεν παρακούς τη γυναίκα του +Διός· που με τα κίτρινα φτερά σου στα άνθια μου απάνου σταλάζεις μέλι, +και χύνεις δροσιστικές βροχές, με την μίαν άκρη και με την άλλη του +γαλάζιου δοξαριού σου στεφανώνεις τα σύλλογγα χωράφια μου και τες +γυμνές αμμουδιές μου, λαμπρό ζωνάρι της υπερήφανης γης μου· γιατί η +βασίλισσά σου μ' εκάλεσε εδώ, εις το φτωχό τούτο χορτάρι; + +ΙΡΙΣ. Για να γιορτασθή ο δεσμός μιας αληθινής αγάπης, και φιλοδωρηθή +κανένα χάρισμα εις τους ευλογητούς αγαπημένους. + +ΔΗΜΗΤ. Πες μου Ουράνιο δοξάρι, η Αφροδίτη και το παιδί της (θα το ξέρης +εσύ) συνοδεύουν τάχα τη βασίλισσα; από τη ώρα, που αυτή και το τυφλό +τέκνο της έπλεξαν τον τρόπο, με τον οποίον ο μαύρος Άδης μου πήρε την +κόρη, αρνήθηκα την αχρεία συντροφιά τους. + +ΙΡΙΣ. Μη φοβάσαι· την απάντησα κ' έσχιζε τα σύγνεφα κατά την Πάφο, μαζί +με το παιδί της, περιστεροσυρμένοι· εφαντάζονταν να χωρέση κάποιο +μάγευμα ερωτικό εις τον άνδρα και εις την κόρη, που βλέπεις (και τούτοι +έχουν τάμμα να μην πλησιάσουν εις το νυφικό κρεββάτι πριν ανάψη η +λαμπάδα του Υμεναίου)· αλλά δεν επίτυχαν· η θερμή αγαπημένη του Άρη +έστρεψε οπίσω· το σκληρόγνωμο παιδί της εσύντριψε τα βέλη του, έκαμ' +όρκο ναφήση το τόξευμα, να παίζη με σπουργίτες, και να μείνη παιδί +αληθινά. + +ΔΗΜΗΤ. Η υψηλή βασίλισσα, η μεγάλη Ήρα έρχεται· την γνωρίζω από το +βάδισμά της. + +ΗΡΑ. Τι κάν' η ευεργέτρια αδελφή μου; συνέργησε μ' εμέ να ευλογήσουμε +τούτο το τέρι, να ευτυχήσουν, και να δοξασθούν εις τα τέκνα τους. — +Λάβετε τιμές, πλούτη, του γάμου τα καλά, μακροημέρευση και καθημερινές +χαρές. Σας ψάλλ' η Ήρα τες ευχές της. + +ΔΗΜΗΤ. Λάβετε τους θησαυρούς της γης, την αφθονία· αποθήκες γιομάτες +πάντα, αμπέλια φορτωμένα σταφύλια, δένδρα βαϊσμέν' από τώμορφο βάρος· η +άνοιξη για σας να προφθάση εις τα τέλη του φθινόπωρου· η σπάνη και η +χρεία να μην έρθουν κοντά σας ποτέ· ιδού απάνω στην κεφαλή σας της +Δήμητρας ή ευχές. + +ΦΕΡΔΙΝ. Τούτο είναι λαμπρότατο θέαμα, κ' η αρμονία του μαγεύει. Μπορώ +να τα στοχαστώ, πνεύματα; + +ΠΡΟΣΠ. Πνεύματα, που με το μέσο της τέχνης μου εκάλεσα από τη σφαίρα +τους, για να ενεργήσουν εκείνο, που μου φαντάσθηκε τώρα. + +ΦΕΡΔΙΝ. Ας ζήσω για πάντα εδώ· ο θαυμαστός πατέρας, και μία σύντροφος, +κατασταίνουν τούτο τον τόπο ένα Παράδεισο. + +Η ΗΡΑ κ' η ΔΗΜΗΤΡΑ κρυφομιλούν και στέλνουν την ΙΡΙ για θέλημα. + +ΠΡΟΣΠ. Τέκνα μου, σιωπή· η Ήρα με τη Δήμητρα κρυφομιλούν σοβαρά. Κάτι +μέλλει να γίνη ακόμα· σιγάτε· μείνετε ήσυχοι, ειδεμή η μαγεία μας +συγχύζεται. + +ΙΡΙΣ. Εσείς, Νύμφες, λεγόμενες Ναϊάδες, έφοροι στους περιπλανούμενους +ρύακες, στεφανωμένες βούρλα, και με το βλέμμα πάντα σεμνό, αφήστε τον +αφρό του ποταμού, και στο κάλεσμα υπακούστε· της Ήρας είναι η προσταγή. +Εδώ, σε τούτο το πράσινο χώμα, ελάτε, φρόνιμες νύμφες, και βοηθήσετε να +γιορτασθή ο δεσμός μιας αληθινής αγάπης. Μην αργήτε. + + Μπαίνουν κάμποσες Νύμφες. + +Εσείς, ηλιοκαϋμένοι θεριστάδες, κουρασμένοι από του Αυγούστου τους +κόπους, αφήστε τους αγρούς, ελάτε δω, και χαρήτε· κάμετε σχόλη σήμερα· +βάλτε τα ψάθινα σκιάδια σας, και καθένας με καθεμία από τούτες τες +δροσερές νύμφες χορεύτε ως συνηθάτε. + +Μπαίνουν θεριστάδες, ωραία ντυμένοι· κάνουν με τες Νύμφες ένα νόστιμο +χορό· προς το τέλος, ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ ταράζετ' έξαφνα, και μιλεί· ύστερα με +μία παράξενη, κούφια, και ανακατωμένη βοή, θλιβερά γίνοντ' άφαντοι. + +ΠΡΟΣΠ. (μόνος του). Είχα λησμονήσει τη μαύρη εκείνη συνωμοσία του ζώου +Κάλιμπαν με τους συντρόφους του, να με χαλάσουν· η διωρισμένη στιγμή +επλάκωσε. (Προς τα πνεύματα). Εξαίρετα. Φευγάτε· παύσετε. + +ΦΕΡΔΙΝ. Αυτό είναι πολύ παράδοξο· ο πατέρας σου έχει κάποιο πάθος, που +τον καταπολεμάει. + +ΜΙΡ. Ποτέ έως τα σήμερα δεν τον έχω ιδεί να οργισθή τόσο υπερβολικά. + +ΠΡΟΣΠ. Άλλαξες όψη, υιε μου, και φαίνεσαι στενοχωρημένος· καλοκαρδίσου· +τώρα η ξεφάντωσές μας έπαυσαν· τούτοι οι παραστάτες μας, καθώς σας +προείπα, ήταν όλοι πνεύματα, και εσκόρπισαν στον αέρα, στον λεπτόν +αέρα· και, ίσα με ταθεμέλιωτο κτίριο τούτου του οράματος, οι +νεφελοστεφάνωτοι πύργοι, τα λαμπρά παλάτια, οι ιεροί ναοί, και αυτή η +μεγάλη σφαίρα, ναι, και όσα χωράει, όλα θα λυώσουν και όπως τανυπόστατο +τούτο θέαμα εσβύσθη, ομοίως κ' εκείνα μήτε τρίμμα θαφήσουν κατόπι τους· +είμεθα φτειασμένοι ωσάν τα ονείρατα, και τη μικρή ζωή μας περιζώνει +ένας ύπνος. Φίλε μου,· είμαι συγχυσμένος· υπόφερε την αδυναμία μου· ο +νους μου, του γέρου, είναι σκοτισμένος. Δεν θέλω να σας πειράξη η +αδιαθεσία μου! Αν αγαπάτε, τραβηχθήτε μέσα στο σπήλιο μου, και +ησυχάσετ' εκεί. Θα κάμω δύο τρία πατήματα να γαληνέψω την ταραγμένη +ψυχή μου. + +ΦΕΡΔΙΝ. ) Ακριβή μας είναι η ησυχία σου. (Βγαίνουν). και ΜΙΡ ) ΠΡΟΣΠ. +Έλα, με στοχασμού ριπή. — Ευχαριστώ σας. — Άριελ, έλα. + +ΑΡΙΕΛ. (Μπαίνοντας). Ένα είμαι με τους λογισμούς σου. Τι αγαπάς; + +ΠΡΟΣΠ. Πνεύμα, να γένουμ' έτοιμοι ν' απαντήσουμε τον Κάλιμπαν. + +ΑΡΙΕΛ. Μάλιστα, κύριέ μου· την ώρα, που σου παράσταινα τη Δήμητρα, +ηθέλησα να σου το θυμίσω· αλλ' εφοβήθηκα μη σε συγχύσω. + +ΠΡΟΣΠ. Ξαναπές μου, που άφησες αυτά τα υποκείμενα; + +ΑΡΙΕΛ. Σου είπα, Κύριε, πως ήταν κοκκινοφλογισμένοι από τα μεθύσι· τόσο +ανδρειωμένοι, που βαρούσαν τον αέρα, γιατί τους έπνεε στο πρόσωπο, +εκτυπούσαν τη γη, γιατί φιλούσε τα πόδια τους, αλλά δίχως να σαλέψουν +ποτέ από το σκοπό τους· εγώ έκρουσα το τύμπανό μου, και τότε, σαν +τάστρωτα πουλάρια, με ταυτιά τεντωμένα, τα μάτια ολάνοικτα, τη μύτη +σηκωμένη, ως να ήθελαν να μυρισθούνε τη μουσική, τόσο τους εμάγεψα την +ακοή, που, ωσάν τα μοσχάρια, ακολούθησαν το μουγγάλισμά μου, μέσα σε +δοντερά τριβόλια, αγκυλωτούς ασπαλάθρους, παλιούρους, και βάτους, που +μπήκαν στα μαλακά τους πόδια· τελοσπάντων τους άφησα μέσα στη σάπιαν +αφριά του βάλτου, που είναι παρέκει του σπήλιου σου· εκεί μέσα +εχορεύανε ως το πηγούνι, ώστε ο άσχημος βούρκος τους εκαταβρώμεψε. + +ΠΡΟΣΠ. Καλά τους έκαμες, πουλί μου· στάσου ακόμα στην αόρατη μορφή σου· +φέρε από το σπίτι μου τα παλαιά ρούχα, δόλωμα να πιασθούν οι κλέφτες. + +ΑΡΙΕΛ. Τρέχω, τρέχω. (Βγαίνει). + +ΠΡΟΣΠ. Ένας δαίμονας, ένας γεννημένος δαίμονας, που εις το φυσικό του η +ανατροφή δεν μπορεί να πιάση· εις τον οποίον κάθε φιλάνθρωπος κόπος +μου επήγε χαμένος· τελείως χαμένος· και καθώς με τους χρόνους +ασχημαίνει χειρότερα το κορμί του, όμοια και η ψυχή του σαπαίνει· θα +τους μαστιγώσω όλους (ξαναμπαίνει ο Άριελ φορτωμένος με λαμπρά +φορέματα) τόσο, που να μουγγρίσουν. Έλα, κρέμασ' τα από τούτο το +σχοινί. + +Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ και ο ΑΡΙΕΛ μένουν αόρατοι. Μπαίνουν ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ, ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ +και ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ, όλοι βρεμμένοι. + +ΚΑΛΙΜΠ Παρακαλώ σας ελαφροπατήστε, μην ο τυφλός χάμουργας νοήση σαλαγή· +τώρα είμεθα σιμά στο σπήλαιό του. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, η Νεράιδα σου, που λες, είναι μία άκακη Νεράιδα, μας +έστησε μία καλή. + +ΤΡΙΝΚ. Τέρας, εγώ μυρίζω όλος αλογοκάτουρο, και η μύτη μου είναι πολύ +συγχυσμένη γι' αυτό. + +ΣΤΕΦΑΝ. Καθώς και η δική μου. Άκουσε, τέρας, ανίσως εθύμωνα με σε, +βλέπεις. + +ΤΡΙΝΚ. Ήσουν ένα χαμένο τέρας. + +ΚΑΛΙΜΠ. Καλέ μου αφέντη, μη μου αφαιρέσης την εύνοιά σου· υπόφερε +κομμάτι, επειδή όσα θα σε κάμω να κερδίσης είναι αρκετά να σβύσουν το +βάσανο, που μας έτυχε. Λοιπόν μιλήτε σιγανά· ακόμα τα πάντα είναι +ήσυχα, ωσάν τα μεσάνυκτα. + +ΤΡΙΝΚ. Άκουσα· μα να χάσουμε τα φλασκιά μας μέσα στη λίμνη! + +ΣΤΕΦΑΝ. Αυτή όχι μοναχά είναι μία μεγάλη συμφορά και ατιμία, τέρας, μα +και αμέτρητος χαμός. + +ΤΡΙΝΚ. Αυτό με καίει χειρότερα παρά τούτο το βρέξιμο. Και όμως αυτά +είναι της άκακης Νεράιδας σου τα καμώματα, τέρας. + +ΣΤΕΦΑΝ. Θα πάω ναύρω το φλασκί μου, και ας χαθώ. + +ΚΑΛΙΜΠ. Παρακαλώ σε, βασιλέα μου, ησύχασε· βλέπεις εδώ, τούτο είναι το +στόμα του σπηλαίου· αγάλι, αγάλι, έμπα μέσα. Πράξε αυτό το καλό κρίμα, +που κάνει δικό σου τούτο το νησί· για πάντα, κ' εμέ, τον Κάλιμπάν σου, +ποδογρύφτη σου. + +ΣΤΕΦΑΝ. Δόσ' μου το χέρι σου, ολοένα αγριεύω. + +ΤΡΙΝΚ. Ω βασιλέα Στέφανε! ω συντεχνίτη! ω άξιε Στέφανε! Κύτταξε τι +φορεσιές είναι έτοιμες για σένα εδώ! + +ΚΑΛΙΜΠ. Άφησ' τα, εσύ τρελλό, είναι παληοσκούτια. + +ΤΡΙΝΚ. Ω, ω, τέρας, εμείς ξέρουμε τι πάει να πη παληοσκούτι. Ω βασιλέα +Στέφανε! + +ΣΤΕΦΑΝ. Άφησε κείνε το πανωφόρι· μα την αλήθεια, το θέλω γω. + +ΤΡΙΝΚ. Η εξοχότης σου ας το πάρη. + +ΚΑΛΙΜΠ. Υδρώπικας να πνίξη το μουρλό! Τι νοιώθετε με το να χαϊδεύετε +αυτά τα παληοσκούτια; πάμετε, και ας κάμουμε πρώτα το φονικό· ανίσως +ξυπνήση, μας γιομίζει τσιμπιές από τα νύχια ως την κορφή· μας +κατασταίνει παράξενα πράγματα. + +ΣΤΕΦΑΝ. Ησύχασε, τέρας. — Κυράτσα λινιά, τούτο δεν είναι το σωκάρδι +μου; ιδού το πήρα· τώρα σωκάρδι μου, μ' εμέ, σκιάζομαι, θα χάσης το +μαλλί σου, και θα καταντήσης σωκάρδι κουρεμμένο. + +ΤΡΙΝΚ. Κάμε, κάμε· αν με συγχωράη η εξοχότης σου· εμείς κλέφτουμε ίσια, +με λινιά και με στάφνη. + +ΣΤΕΦΑΝ. Ευγέ σου, νόστιμο· πάρ' ένα φόρεμα γι' αυτό· το πνεύμα δεν +θέλει μείνη αβράβευτο όσο εγώ είμαι βασιλέας τούτου του νησιού. +«Κλέφτουμε ίσια, με λινιά και με στάφνη» αξιόλογη νοστιμάδα! να κι' +άλλο φόρεμα γι' αυτό! + +ΤΡΙΝΚ. Τέρας, έλα, μάθε και συ να χεραπλώνης, και φορτώσου τα επίλοιπα. + +ΚΑΛΙΜΠ. Δεν θέλω να ξέρω εγώ τίποτε από τούτα· χανουμε τον καιρό μας, +και θα μας αλλάξη όλους σε πετροκαβούρους ή σε μαϊμούδες με τάσχημο +κούτελο το στενό. + +ΣΤΕΦΑΝ. Τέρας, χεράπλωνε και συ· βόηθα να τα φέρουμε κει πώχω το +βουτσάκι μου, ή διαφορετικά σ' εξορίζω από το βασίλειό μου· έλα, φέρε +τούτο. + +ΤΡΙΝΚ. Και τούτο. + +ΣΤΕΦΑΝ. Ναι, και τούτο. + +Ταραχή από κυνηγούς· διάφορα πνεύματα σαν λαγωνικά βγαίνουν, και τους +κυνηγούν. Ο ΠΡΟΣΠΕΡΌΣ και ο ΑΡΙΕΛ παρακινούν τα λαγωνικά. + +ΠΡΟΣΠ. Μπρος, μπρος. + +ΑΡΙΕΛ. Τρέχα, τρέχα απάνω τους. + +ΠΡΟΣΠ. Σου, σου. (Ο Κάλιμπαν, ο Στέφανος και ο Τρίνκουλος φεύγουν, και +οι σκύλοι κατόπι τους). Τρέξε, βάλε τα δαιμονόπουλά μου να τους +στρεβλώσουν τες κλείδωσες με ξερούς σπαραγμούς, να τους κοντήνουν τα +νεύρα με γεροντικά μουδιάσματα, να τους ξεψυχίσουν τσιμπιές, να γένη το +δέρμα τους παρδαλό σαν της τίγρης ή του αγριόγατου. + +ΑΡΙΕΛ. Άκουσε, βογγάνε. + +ΠΡΟΣΠ. Να κυνηγηθούν πλέρια. Σε τούτη τη στιγμή είναι στο χέρι μου όλοι +οι εχθροί μου. Σ' ολίγο παύουν όλ' οι κόποι μου, και συ θα λάβης τον +αέρα της ελευθερίας· για λίγο ακολούθα με, και υπηρέτησέ με. + + + + +Π Ρ Α Ξ I Σ Π Ε Μ Π Τ Η + + + + +ΣΚΗΝΗ Α'. + + + Ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ με τα μαγικά του φορέματα και ο ΑΡΙΕΛ. + +ΠΡΟΣΠ. Τώρα το σχέδιό μου ωριμάζει· τα μάγια μου δεν ραΐζουν· τα +πνεύματά μου υπακούνε, και ο καιρός με το βάρος του, άσκυφτος οδεύει. +Τι ώρα είναι; + +ΑΡΙΕΛ. Η έκτη ώρα· καιρός, εις τον οποίον, κύριέ μου, ως είπες, θα +πάψουν η εργασίες μας. + +ΠΡΟΣΠ. Το είπα, από τη στιγμή, πού επροξένησα την τρικυμία. Λέγε, +πνεύμα μου, τι κάνει ο βασιλέας με τους άλλους; + +ΑΡΙΕΛ. Κλεισμένοι μαζή, σε τέτοιο καθ' αυτό τρόπον, όπως ηθέλησες· +απαράλλακτα ως τους άφησες, κύριε· όλοι φυλακωμένοι μέσα στο δάσος από +φιλουριές, που προφυλάγει το σπήλιο σου από τον χειμώνα· αδύνατο είναι +να σαλέψουν, αν εσύ δεν τους ελευθερώσης. Ο βασιλέας με τον αδελφό του +και με τον αδελφό σου μένουν κ' οι τρεις έξω φρενών, και οι άλλοι, +γιομάτοι θλίψη και τρομάρα, τους κλαίνε· αλλ' εξόχως ο αγαθός γέρο — +Γονζάλος, καθώς τον είπες — τα δάκρυά του καταβρέχουν τα γένεια του +καθώς του χειμώνα τα νερά ξεχειλίζουν από τες κεραμωτές· τα μάγια σου +τους καταπονούν τόσο, ώστε αν τους έβλεπες τώρα ήθελε συντριβή η καρδιά +σου. + +ΠΡΟΣΠ. Το στοχάζεσαι, πνεύμα; + +ΑΡΙΕΛ. Η δική μου βέβαια, κύριε, αν ήμουν άνθρωπος. + +ΠΡΟΣΠ. Και η δική μου πρέπει. Γροικάς εσύ, που δεν είσαι παρά αγέρι, +ένα άγγιγμα, μια αίσθηση από τες θλίψες τους, κ' εγώ, ένας από το είδος +τους, που αισθάνομαι το κάθε πάθος σφιχτά σαν αυτοί, δεν πρέπει νάχω +τρυφερώτερα από σε σπλάχνα. Αγκαλά με τες μεγάλες τους αδικίες +κατάκαρδα πληγωμένος, όμως μετέχω με τον υψηλότερο λόγο μου ενάντια +στην οργή μου· λάμπει καλύτερα η αρετή παρά η εκδίκηση· αφού +μετανοήσανε, το νόημα του σκοπού μου δεν απλώνει παρέκει, μήτε να τους +ασχημοκυττάζω. Πήγαινε, ελευθέρωσε τους Άριελ. Λύω τα μάγια μου, +γειαίνω τα λογικά τους, και ας γυρίσουν όποιοι ήταν. + +ΑΡΙΕΛ. Τρέχω να τους φέρω, Κύριε. (Βγαίνει). + +ΠΡΟΣΠ. Εσείς, ίσκιοι του βουνού, του ποταμού, της στεκάμενης λίμνης, +και του δάσους, και σεις, που απάνου στους άμμους μ' αγνώριστη ποδοβολή +κυνηγάτε τον Ποσειδώνα ενώ τραβιέται, και που άμα γύρη πίσω, τον +φεύγετε· σεις, πνευματίδια, που με το φεγγάρι μορφώνετε εκείνους τους +πικροπράσινους κύκλους, που δεν τσιμπάει ταρνάκι· κ' εσείς πάλι, πώχετε +ξεφάντωση να φτειάνετε μυκάνους το μεσανύκτι, που χαίρεσθε όταν βαρή το +σήμαντρο το σοβαρό της εσπέρας· με τη βοήθειά σας (αγκαλά το κράτος σας +ολίγο είναι) εγώ εσκοτάδιασα τον ήλιο μεσημερνά, έκραξα όξω τους +αδάμαστους ανέμους, κ' έστησα άγριο πόλεμο ανάμεσα στην πράσινη θάλασσα +και τον γαλάζιον ουρανό· του κεραυνού, που σκάει με τρομακτικό βρόντο, +έβαλα εγώ φωτιά, κ' έσχισα το μέγα δένδρο του Δία με του Δία το πελέκι· +το στερεοθεμέλιωτο βουνό εκλόνησα, κ' έσπασα σύρριζα κουκουναριές και +κέδρους· μνήματα στην προσταγή μου εξύπνησαν τους κεκοιμημένους· +άνοιξαν, και τους ελευθερώσαν, μ' αυτή τη δυνατή μου τέχνη. Αλλά τούτη +τη μαύρη μαγεία τώρα την αθετώ, και αφού διορίσω κάποια ουράνια μουσική +(ολοένα το κάνω) να ενεργήση στα λογικά τους το σκοπό μου, για τον +οποίο γίνεται τούτο ταέρινο μάγευμα, συντρίβω τη ράβδο μου, την θάφτω +κάποσες οργυιές μέσα στη γη, και κάτω, σε βάθη, που ποτέ δεν τα έπιασε +το σκανδήλι, βυθίζω τη βίβλο μου. + +Ακούεται σεμνή μουσική. Μπαίνει ο ΑΡΙΕΛ, κατόπι του ο ΑΛΟΝΖΟΣ με +φέρσιμο τρελλού, συνωδευμένος από τον ΓΟΝΖΑΛΟ· ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ και ο +ΑΝΤΩΝΙΟΣ στην ίδια κατάσταση, συνωδευμένοι από τον ΑΡΙΕΛ και από τον +ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ· όλοι μπαίνουν μέσα στον κύκλο, που είχε κάμει ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, +και στέκουν αυτού μαγευμένοι· αυτά παρατηρώντας ο ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ, λέγει. + +Ένας σεμνός ήχος, η καλύτερη παρηγορία του συγχυσμένου λογισμού, ας +γειάνη τα μυαλά σου, άχρηστα τώρα, βρασμένα μέσα στο κεφάλι σου! +Σταθήτ' αυτού, γιατί σας δένει το μάγευμα. — Γονζάλε, άγιε και +τιμημένε, τα μάτια μου, άμα εχαρήκαν τα δικά σου, χύνουνε δάκρυα +φιλικά. — Το μάγευμα διαλύεται γλήγορα και όπως η αυγή παίρνει της +νύκτας σκορπίζοντας το σκότος, ομοίως τα λογικά τους γλυκοχαράζοντας +ολοένα διώχνουν την τυφλή καταχνιά, που περισκεπάζει τον φωτεινότερο +νου τους. — Ω αγαθέ Γονζάλε, ο αληθινός λυτρωτής μου, και ο άδολος +φίλος εκείνου, που συνοδεύεις, θα πλερώσω τες ευεργεσίες του περισσά, +και με τα λόγια και με τα έργα. Άπονα, Αλόνζε· μ' εμεταχειρίσθηκες, +εμένα και τη θυγατέρα μου· στην πράξη συνέργησε ο αδελφός σου· γι' αυτό +θερίζεσαι τώρα, Σεβαστιανέ. Μία σάρκα κ' ένα αίμα, εσύ, αδελφός μου, +που εδέχθηκες εις την ψυχή σου τη φιλαρχία, έδιωξες τη συνείδηση και τη +φύση· που μαζί με τον Σεβαστιανό (που για τούτο ακούει μέσα του φρικτήν +οδύνη) ηθέλετε να δολοφονήσετε τον βασιλέα σας· σε συγχωρώ, μ' όλον ότι +είσαι άνθρωπος! — Η νόησή τους αρχινάει να φουσκώνη, και το ρεύμα, που +ολοένα σιμώνει, θα γιομίση τα λογικά όρια, που τώρα είναι ακόμα έρημα +και βουρκωμένα. Κανένας απ' αυτούς (και με κττάζουν) δεν ημπορεί να με +γνωρίση. — Πήγαινε, Άριελ, φέρε μου το κάλυμμά μου, και το σπαθί μου. +{Ο Άριελ βγαίνει). Θα ξεσκεπασθώ, και θα φανώ, όποιος ήμουν άλλη φορά, +δούκας του Μιλάνου. — Γλήγορα, πνεύμα, σε λίγο είσ' ελεύθερος. + +Ο ΑΡΙΕΛ ματαμπαίνει και βοηθώντας τον ΠΡΟΣΠΕΡΟ να ντυθή τραγουδάει. + +Όπου ρουφάει το μελίσσι ρουφάω κ' εγώ· μονιάζω μέσα στο λούλουδο· αυτού +κοίτομαι την ώρα, που σκούζ' η κουκουβάγια. Στης νυκτερίδας τον ώμο +πετώ προς το καλοκαίρι χαρούμενα· χαρούμενος, χαρούμενος μέλλει να ζω +αποκάτου εις τάνθι που κρέμετ' από το κλαδί. + +ΠΡΟΣΠ. Και τι! αυτός είναι ο χαριτωμένος μου Άριελ! Θα μου λείψης· +όμως πρέπει να λάβης την ελευθερία σου. — Έτσι, έτσι. — Τρέχα στο +βασιλικό καράβι, αόρατος καθώς είσαι: εκεί θάβρης τους ναύταις +αποκοιμημένους αποκάτου από το κατάστρωμα· αφού ξυπνήσης τον καραβοκύρη +και τον πλωρήτη, σπρώξε τους εδώ, κ' ευθύς, παρακαλώ σε. + +ΑΡΙΕΛ. Καταπίνω τον αέρα μπροστά μου, και θα είμαι γυρισμένος πριχού ο +κτύπος του σφυγμού σου δευτερωθή. (Βγαίνει). + +ΓΟΝΖ. Όπου βασανισμός, όπου σύγχυση, όπου τέρατα, όπου τρόμος, όλα εδώ +κατοικούν! Του Υψίστου το χέρι να μας έβγανε από τούτον τον κατάφοβο +τόπο! + +ΠΡΟΣΠ. Κύτταξε, Βασιλέα, τον αδικημένον Δούκα του Μιλάνου, τον +Πρόσπερο· να βεβαιωθής καλύτερα ότι ο πρίγκιπας, που σου μιλεί, ζη +αληθινά, ιδού σε περιλαμβάνω, και σου λέγω από καρδιάς, καλώς ήρθες μ' +όλη σου την συντροφιά. + +ΑΛΟΝΖ. Αν είσαι εκείνος ή όχι, ή αν είσαι κάποιο μαγευμένο τίποτε, για +να μείνω πάλι γελασμένος, καθώς προ ολίγου, δεν ηξεύρω· ο σφυγμός σου +κτυπάει ως από σάρκα κ' αίμα, και από την στιγμήν, που σ' είδα, +ολιγοστεύει αυτό που επλάκωνε τον νου μου, και που ήτον, φοβούμαι, της +τρέλλας η οδύνη. Όλα τούτα, αν υπάρχουν τωόντι, πρέπει να εξηγηθούνε +παράδοξα. + + +Την δουκαρχία σου επιστρέφω, και σε παρακαλώ να με συγχωρέσης γιατί σ' +έχω αδικήσει. Αλλά πώς γίνεται να ζη ο Πρόσπερος, και να είν' εδώ; + +ΠΡΟΣΠ. Πρώτα, ευγενικέ μου φίλε, ν' ασπασθώ τα γερατειά σου· δίχως +μέτρο, δίχως όρια είναι η τιμιότης σου. + +ΓΟΝΖ. Αν αυτό, που βλέπω, είναι ή δεν είναι, δεν ορκίζομαι. + +ΠΡΟΣΠ. Κρατείς ακόμα από το νησί κάποιες λεπτολογίες, που σ' εμποδίζουν +να πιστέψης πράμματα βέβαια. — Καλώς ήρθετε όλοι οι φίλοι μου, (Χαμηλά +προς τον Σεβαστιανό και τον Αντώνιο). Αλλά σεις, άξιο ζευγάρι, — +μπορούσα, κύριοι, να σύρω απάνω σας την οργή της Μεγαλειότητάς του, και +να σας αποδείξω προδότες· τώρα δεν θέλω να φανερώσω τα μυστικά. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ο πειρασμός μιλεί μέσα του. + +ΠΡΟΣΠ. Όχι· — όσο για σε, κακή ψυχή, που αν σ' έλεγα αδελφόν, θα +εμόλυνα τα χείλη μου, σου συγχωρώ την πλέον αισχρή από τες αδικίες σου, +— σου τα συγχωρώ όλα· και απαιτώ από σε το θρόνο μου, που στανικώς, το +ξέρω, πρέπει να μου ξαναδώσης. + +ΑΛΟΝΖ. Αν είσαι ο Πρόσπερος, λέγε μου καταλεπτώς πώς εσώθηκες, πώς μας +απάντησες εδώ, ενώ δεν είναι παρά τρεις ώρες αφότου εμείς ετσακισθήκαμε +σε τούτο τακρογιάλι, κ' εγώ έχασα (πόσο με σφάζ' η ενθύμηση!) τον +ακριβό μου υιο Φερδινάνδο. + +ΠΡΟΣΠ. Πόσο μου πονεί, Κύριε! + +ΑΛΟΝΖ. Αγιάτρευτος είναι ο πόνος, και η υπομονή δα ωμολόγησε ότι τα +μέσα της δεν ωφελούν. + +ΠΡΟΣΠ. Εγώ μάλιστα στοχάζομαι ότι δεν την εζήτησες να σε θεραπεύση· από +τη γλυκειά της χάρη, εις όμοιον πόνο, λαβαίνω εγώ υψηλό βοήθημα, και +παύω τα παράπονα. + +ΑΛΟΝΖ. Υπόφερες και συ παρόμοιον χαμό; + +ΠΡΟΣΠ. Τόσο μεγάλος, τόσο νωπός· και να βαστάξω τον πόνο μου λείπουν +εκείνες η παρηγοριές, εις τες οποίες δύνασαι εσύ να προστρέξης· επειδή +εγώ έχασα τη θυγατέρα μου. + +ΑΛΟΝΖ. Μία θυγατέρα! ω Ουρανέ! να ζούσαν κ' οι δύο στη Νεάπολη, +βασιλέας εκεί και βασίλισσα! Α! να ζούσαν, και ας ήμουν εγώ χωσμένος +στην αμμώδη κλίνη, όπου κοίτεται ο υιός μου! Πότε έχασες τη θυγατέρα +σου; + +ΠΡΟΣΠ. Εις τούτη την τρικυμία. — Καταλαβαίνω ότι οι Κύριοι εδώ απορούν +για τούτο το συναπάντημα τόσο, που κατατρώνε τον νου τους, και +φοβούνται μήπως τους γελούν τα μάτια τους, μήπως τα λόγια τους δεν +είναι φυσική πνοή. Αλλ' όπως και αν εταράχθηκαν τα λογικά σας, +βεβαιωθήτε ότι εγώ είμαι ο Πρόσπερος, εκείνος ο ίδιος δούκας, ο οποίος +είχε διωχθή από το Μιλάνο, ο οποίος με παράδοξον τρόπο, σε τούτο +τακρογιάλι, όπου σεις ετσακισθήκετε, εβγήκε γλυτωμένος να το κυριέψη. +Φθάνει για τώρα· γιατί τούτο δεν είναι διήγηση μιας στιγμής, μήτε +αρμόζει σε τούτη την πρώτη απάντησή μας. Καλώς ήρθες, Κύριε· τούτο το +σπήλαιο είν' η Αυλή μου· εδώ έχω λίγους υπηρέτες, και εις το νησί δεν +έχω υπηκόους. Σε παρακαλώ να κυττάξης εκεί μέσα. Αφού μου ξανάδωσες τη +δουκαρχία μου, εγώ σ' ανταμείβω με πράμμα ώμορφο άλλο τόσο· βγάνω όξω +τουλάχιστο ένα θαύμα, να σ' ευχαριστήσω, όσο μ' ευχαριστάει ο θρόνος +μου. + +Το έμπα του Σπηλαίου ανοίγει, και φαίνονται ο ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ και η +ΜΙΡΑΝΤΑ, που παίζουν τους πεσσούς. + +ΜΙΡ. Γλυκέ μου φίλε, με γελάς. + +ΦΕΡΔΙΝ. Όχι, ακριβή μου αγάπη, δεν θα το έκανα για όλα τα καλά του +κόσμου. + +ΜΙΡ. Ναι, αν ήτον για κάμποσα βασίλεια, ας μ' ελάθευες, σου έλεγα ότι +παίζεις τίμια. + +ΑΛΟΝΖ. Ανίσως αυτό που βλέπω καταντήση πάλι έν' από τα δράματα του +νησιού, θα χάσω δεύτερη φορά τακριβό μου τέκνο! + +ΣΕΒΑΣΤ. Ω μέγα θαύμα! + +ΦΕΡΔΙΝ. Η θάλασσα, ναι, φοβερίζει, αλλά σπλαχνίζεται· αδίκως την +εκαταράστηκα. (Ο Φερδινάνδος γονατίζει μπροστά στον Αλόνζο). + +ΑΛΟΝΖ. Α! όλες η ευχές ενού πασίχαρου πατρός να σε περιζώσουν! Σήκω, +και λέγε πως ήρθες εδώ. + +ΜΙΡ. Ω θαύμα! Ιδές πόσα καλά πλάσματα! Ώμορφη που είναι η ανθρωπότης! +Λαμπρέ καινούριε κόσμε, ωραία πούσαι κατοικημένος! + +ΠΡΟΣΠ. Για σε είναι καινούριος. + +ΑΛΟΝΖ. Ποία είν' αυτή η κόρη, πού έπαιζε μαζί σου; η γνωριμία σας +μπορεί νάναι, το πολύ, από τρείς ώρες· είν' αυτή τάχα η θεά, πού μας +εχώρισε και μας ένωσε πάλι; + +ΦΕΡΔΙΝ. Κύριε, θνητή είναι· όμως αθάνατη Πρόνοια ηθέλησε να την κάμη +δική μου· την εδιάλεξα όταν ήτον αδύνατο να ζητήσω συμβουλή του πατρός +μου· μήτ' έλεγα πως τον είχα· είναι θυγατέρα τούτου του ξακουσμένου +δουκός του Μιλάνου, που τόσες φορές άκουσα να δοξάζεται, και δεν τον +είχα ιδεί ποτέ· από τον οποίον έλαβα δεύτερη ζωή, και δεύτερον πατέρα +μου τον εχάρισε τούτη η κυρία. + +ΑΛΟΝΖ. Η οποία έγινε θυγατέρα μου. Αλλά πόσο θέλει φανή παράδοξο, πως +πρέπει να ζητήσω συγχώρεση της θυγατέρας μου! + +ΠΡΟΣΠ. Κύριε, πάψε. Ας μη βαρύνουμε την ενθύμησή μας με θλίψες +περασμένες. + +ΓΟΝΖ. Εγώ έκλαια μέσα μου· για τούτο εσώπαινα έως τώρα. Σκύψετε, θεοί, +και απάνω των δύο κατεβάσετε στεφάνι ευλογημένο· γιατί σεις εγράψετε το +δρόμο, οπού μας έφερ' εδώ. + +ΑΛΟΝΖ. Γένοιτο, λέγω κ' εγώ, Γονζάλε! + +ΓΟΝΖ. Ο Δούκας του Μιλάνου εδιώχθηκε από το Μιλάνο, όπως το γένος του +βασιλέψη στη Νεάπολη; Ω! αναγαλλιασθήτε μ' ασυνήθιστη αναγάλλιαση! +χαράξετέ το με χρυσά γράμματα απάνω σ' αιώνιες στήλες. Εις ένα και το +αυτό ταξείδι, η Κλάριβελ εύρηκε άνδρα εις το Τούνεζι, ο Φερδινάνδος, ο +αδελφός της, μία σύντροφο εκεί, που ο ίδιος ήταν χαμένος, ο Πρόσπερος +τη δουκαρχία του σ' ένα έρημο νησί, και καθένας από μας ηύρε τον εαυτό +του ενώ είχε βγη από τον εαυτό του. + +ΑΛΟΝΖ. (Προς τον Φερδιν. και την Μιράντα). Δόστε μου τα χέρια σας· ο +καϋμός και η θλίψη να σφίξουν πάντα την καρδιά, που δεν θέλει τη χαρά +σας. + +ΓΟΝΖ. Γένοιτο.! Αμήν! + +Ματαμπαίνει ο ΑΡΙΕΛ με τον Καραβοκύρη, και με τον πλωρήτη, που +ακολουθούν τρομασμένοι. + +Κύτταξε, κύριε, κύτταξε, να και άλλοι της συντροφιάς μας! Εγώ είχα +προφητέψει ότι, αν η στερηά είχε φούρκες, τούτο το υποκείμενο δεν θα +επνιγότουν. Τώρα, βλάσφημε άνθρωπε, που στη θάλασσα δεν ηξέρεις παρά +κατάρες, στη στερηά έχασες τη γλώσσα σου; Τι νέα; + +ΠΛΩΡ. Απ' όλα το καλύτερο είναι, ότι βρίσκομε γλυτωμένους τον βασιλέα +με τη συντροφιά του· δεύτερα, το καράβι μας, που εδώ και τρεις ώρες +τώχαμε παραδώσει για τσακισμένο, σώζεται γερό και ωραία ευτρεπισμένο, +απαράλλακτα ωσάν την ώρα που το πρωτορρίξαμε στο πέλαο. + +ΑΡΙΕΛ. (Μοναχός του). Κύριε όλα τούτα τάκαμ' από τη στιγμή που σε +άφησα. + +ΠΡΟΣΠ. (Μοναχός του). Επιδέξιο μου Πνεύμα! + +ΑΛΟΝΖ. Τούτα δεν είναι πράμματα φυσικά· περισσεύουν πάντα στο +παραδοξότερο. Λέγε, πώς ήρθες εδώ; + +ΠΛΩΡ. Αν επίστευα πως είμαι αλήθεια έξυπνος, θα επάσχιζα να σου το +διηγηθώ. Εκοιμώμασθε σαν νεκροί, και (το πώς, δεν ηξεύρουμε) όλοι σωρό +αποκάτου από το κατάστρωμα, όταν, προ ολίγου, παράξενες και διάφορες +βοές, μουγκρίσματα, σκουξίματα, ουρλιάσματα, και άλυσσες συρμένες, και +μύριοι ήχοι, όλοι φοβεροί, μας εξύπνησαν με μιας, ελεύθεροι· τότε μ' +όλο του το ευτρέπισμα είδαμε κ' έλαμπε το καλό βασιλικό καράβι· ο +Καραβοκύρης επηδούσε βλέποντάς το. Σε μία στιγμή, αν σ' αρέση, ωσάν στα +ονείρατα, μας εχώρισαν από τους άλλους, και μας εκουβάλησαν εδώ με +τούτα μας τα ξαφνισμένα μούτρα. + +ΑΡΙΕΛ. (Μοναχός του). Επήγε καλά έτσι; + +ΠΡΟΣΠ. (Μοναχός του) Θαυμαστά, ξυπνάδα μου. Λαβαίνεις την ελευθεριά +σου. + +ΑΛΟΝΖ. Άνθρωπος δεν επάτησε ποτέ παρόμοιο λαβύρινθο· και εις όλα τούτα +είναι κάτι που η φύσις δεν επροξένησε ποτέ. Κάποιο μαντείο πρέπει να +μας φωτίση. + +ΠΡΟΣΠ. Κύριέ μου, μη βασανίζης το πνεύμα σου με το να ερευνήσης αυτά τα +παράδοξα. Με πρώτη ευκαιρία (και θέλει τύχη γλήγορα) εγώ σου ξεδιαλύνω, +ένα προς ένα, όσα εσυνέβηκαν, εις τρόπον ώστε θα τα εύρης όλα πιθανά. +Ωστόσο έχε καλή καρδιά, και παύσε τον φόβο. — (Παράμερα). Έλα δω, +πνεύμα, ελευθέρωσε τον Κάλιμπαν με τους συντρόφους του· λύσε τα μαγια. +(Ο ΑΡΙΕΛ βγαίνει). Τι κάν' η Υψηλότης σου; λείπουν ακόμη από τη +συντροφιά σας κάποια ανάποδα παιδιά, που λησμονήσετε. + +Ματαμπαίνει ο ΑΡΙΕΛ τραβώντας μέσα τον ΚΑΛΙΜΠΑΝ, τον ΣΤΕΦΑΝΟ και τον +ΤΡΙΝΚΟΥΛΟ, ντυμένους με τα κλεμμένα φορέματα. + +ΣΤΕΦΑΝ. Κάθε άνθρωπος ας φροντίζη για τους άλλους, και κανείς ας μη +γνοιάζεται για τον εαυτό του· γιατί όλα είναι της τύχης. Αντριέψου! +τέρας, αντριέψου! + +ΤΡΙΝΚ. Αν αυτά πώχω στο κεφάλι μου είναι καλοί κατάσκοποι, τούτο είναι +ένα λαμπρό θέαμα! + +ΚΑΛΙΜΠ. Ω Σέτεβε! τούτα είν' άξια πνεύματα τωόντι! Πώς γυαλίζει ο +κύριος μου! φοβούμαι θα με παιδέψη. + +ΣΕΒΑΣΤ. Α! Α! τ' είν' τούτα; Κύριε μου Αντώνιε, είναι για πούλημα; + +ΑΝΤΩΝ. Ως φαίνεται· έν' απ' αυτά είναι φανερό ψάρι, και άσφαλτα για το +φόρο. + +ΠΡΟΣΠ. Παρατηρήσετε εκείνα που φορούνε, και ύστερα πέστε πόση τιμή +έχουν απάνω τους αυτά τα υποκείμενα. Τούτος ο κακόμορφος κατέργαρος +εγεννήθη από μία στρίγλα, και μία στρίγλα τόσο φοβερή, που εβίαζε το +φεγγάρι, κ' εκυβερνούσε όπως ήθελε τα κύματα, ν' ανεβούν και να +κατεβούν, δίχως τη δύναμή του. Τούτ' οι τρεις μ' εκλέψανε, και εκείνος +ο μισοδαίμονας (γιατί είναι νόθος) έκαμε το ένα του μ' αυτούς για να +μου πάρη τη ζωή. Οι δύο πρέπει να ομολογήσετε ότι είναι δικοί σας· +τούτο το πράμμα του σκότους το αναγνωρίζω για δικό μου. + +ΚΑΛΙΜΠ. Ω θανάσιμες τσιμπιές που καρτερώ! + +ΑΛΟΝΖ. Δεν είναι αυτός ο Στέφανος; ο μέθυσος κελλάρης μου; + +ΣΕΒΑΣΤ. Μεθάει ολοένα· πού ηύρε το κρασί; + +ΑΛΟΝΖ. Μήτε ο Τρίνκουλος βαστιέται· που να ευρήκανε το πιοτό, που τους +ερρόδισε; πώς αρτύσθηκες έτσι; + +ΤΡΙΝΚ. Από την ώρα που σας άφησα αρτύσθηκα τόσο καλά, που την μύγα δεν +την έχω χρεία. + +ΣΕΒΑΣΤ. Ε, Στέφανε! + +ΣΤΕΦΑΝ. Α! μη με 'γγίξης· δεν είμαι Στέφανος, μόνο πατόκορφα ένα +μούδιασμα. + +ΠΡΟΣΠ. Ήθελες νάσαι βασιλέας του νησιού, κατέργαρε; + +ΣΤΕΦΑΝ. Θελάμουνα βέβαια ένας πικρός βασιλέας. + +ΑΛΟΝΖ. Δεν είδα ποτέ πράμμα τόσο αλλόκοτο (δείχνοντας τον Κάλιμπαν). + +ΠΡΟΣΠ. Στραβός είναι στα ήθη του καθώς εις τη μορφή του. Πήγαινε, +σκλάβε, στο σπήλαιο μου, πάρε μαζί σου και τους συντρόφους σου· και αν +επιθυμάς να σε συμπαθήσω, ευτρέπισέ το ώμορφα. + +ΚΑΛΙΜΠ. Μάλιστα, κ' εδώ κ' εμπρός θα κάνω φρόνιμα, θα πασχήσω να +κερδίσω την αγάπη σου. Χοντρό γαϊδούρι που ήμουνα να κάνω θεό εκείνον +τον μεθύστακα! να λατρεύω αυτό ξόανο! + +ΠΡΟΣΠ. Σύρε· φεύγα. + +ΑΛΟΝΖ. Σύρτε· και βάλτε τα φορέματα όπου τα βρήκετε. + +ΣΕΒΑΣΤ. Λέγε καλύτερα, όπου τάκλεψαν. + + + Βγαίνουν ο ΚΑΛΙΜΠΑΝ, ο ΤΡΙΝΚΟΥΛΟΣ και ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ + +ΠΡΟΣΠ. Κύριε, προσκαλώ την Υψηλότητά σου και τη συνοδία σου εις το +φτωχό μου σπήλαιο· όπου θ' αναπαυθήτε τούτη τη νύκτα μοναχά, μέρος της +οποίας θα περάσουμε μ' ένα διήγημα που, είμαι βέβαιος, θα κάμη να +φεύγουν η ώρες· την ιστορία της ζωής μου, και τα μερικά περιστατικά, +που μου 'λαχαν, αφού έφθασα εις τούτο το νησί· και άμα ξημερώση, θα σας +φέρω στο καράβι σας, και μ' αυτό στη Νεάπολη, που ελπίζω να ιδώ να +τελεσθή των δύο μας ακριβαγαπημένων ο γάμος· και εκείθε ν' αποτραβηχθώ +στο Μιλάνο, όπου των φροντίδων μου το ένα τρίτο θα το αφιερώσω του +τάφου μου. + +ΑΛΟΝΖ. Ποθώ δυνατά ν' ακούσω την ιστορία της ζωής σου. Πρέπει να δένη +θαυμάσια την ακοή. + +ΠΡΟΣΠ. Θα τα φανερώσω όλα· και σας τάζω ατάραχη τη θάλασσα, δεξιούς +τους ανέμους, και τόσο καλό το αρμένισμα, να προφθάσουμε τον βασιλικόν +στόλον σου, πού εμάκρυνε πέρα. — Άριελ μου, πουλάκι μου, αυτό είναι +έργον σου· ύστερα, με τα στοιχεία· μείν' ελεύθερος, και χαίρου! +(Παράμερα). Παρακαλώ, σίμωσ' εδώ. (Βγαίνουν). + + + Τ Ε Λ Ο Σ + + + ΕΠΙΛΟΓΟΣ + +Τον εκφωνεί ο Πρόσπερος). + +Τώρα τα μάγια μου είν' όλα χαλασμένα, και δεν έχω παρά τη δική μου +δύναμη, και αυτή είναι ολίγη. Τώρα είναι βέβαιο ότι στην εξουσία σας +στέκεται να με περιορίσετε εδώ ή να με στείλετε στη Νεάπολη. Αφού +εξανάλαβα τη δουκαρχία μου, και εσυγχώρεσα τον επίβουλο, ας μη με +κλείση εις τούτο το γυμνό νησάκι η μαγεία σας· αλλά λύστε με με τα καλά +σας χέρια. Μία καλοπροαίρετη πνοή σας πρέπει να φουσκώση τα πανιά μου, +διαφορετικά ο σκοπός μου χάνεται, και αυτός ήτουν, ν' αρέσω. Τώρα μου +λείπουν πνεύματα να προστάζω, τέχνη να μαγεύω, και το τέλος μου είναι η +απελπισία, αν δεν με σώσ' η Δέησις, πώχει άρματα τόσο δυνατά, ώστε +πολιορκεί, και στενεύει το θείον Έλεος και από κάθε πταίσμα μας λυεί. +Έτσι και σας να σας αφεθούν η αμαρτίες σας, ευχαριστηθήτε να μ' +ελευθερώσετε. + + + + +ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΣ ΤΗΝ "ΤΡΙΚΥΜΙΑ„ + + + + +Ενώ προσφέρω εις τους ομογενείς μου την μετάφρασιν αξιολόγου δράματος +του μεγάλου Σαίξπηρ, μου συμφέρει να παρακινήσω τον αναγνώστη να +εμβαθύνη εις την ουσία του, ίσως, μαγεμμένος από τα κάλλη της ιδέας, +που το ζωογονεί, μου γνωρίση χάρη ότι τον έκαμα μετοχο του πολύτιμου +θησαυρού, και μου συγχωρέση τα πολλά ελαττώματα της μεταφράσεως, έως να +κάμη άλλος άλλη καλύτερη. + +Θαυμάζεται εις την «Τρικυμία» η τεχνική οικονομία του δράματος, μ' όλον +ότι, καθώς ορθά επαρατηρήθηκε, λείπει η πλοκή. Η πλοκή, η οποία +ζητάται, υπάρχει εις όσα συνέβηκαν πριν αρχίση η πράξις· και τούτη πάλι +άλλο δεν είναι ειμή η λύσις εκείνης της πλοκής. Και τωόντι, η αντίθετη +κατάστασις των ατόμων, που ενεργούνε ή πάσχουνε εις το δράμα, εγεννήθη +εις τον περασμένον καιρό, και ο ποιητής εφρόντισε να την φανερώση +καθαρά εις την διήγηση, την οποίαν κάνει ο Πρόσπερος της θυγατρός του, +και η οποία, σιμά εις τάλλα, χρησιμεύει ως πρόλογος εις την ερχόμενη +πράξη. — Ένα παλαιό μεγάλο αδίκημα έμεινε ατιμώρητο· έφθασε η ώρα να +παιδευθούν οι κακούργοι, και να λάβουν οι αθώοι την ανταμοιβή τους. +Τότε η βουλή της Θείας Πρόνοιας εκτελείται εις το δράμα. + +Η εκπλήρωσις αυτής της ηθικής ανάγκης, με άλλα λόγια η λύσις της +πλοκής, ευρίσκεται εις τα χέρια του ιδίου αδικημένου ατόμου· και το +μέσο για να πιτύχη αυτό το τέλος είναι ένα υπερφυσικόν όργανον, η +μαγεία, — το μόνον άξιον ν' ανταποκριθή εις το νόημα, που γεννάται εις +αυτή τη μεγάλη ψυχή. Αλλά θέλει φανή ότι, εάν από ένα μέρος τούτο το +φοβερό εργαλείο ημπορή να θεωρηθή ως το μέτρον του ύψους του +υποκειμένου, που το μεταχειρίζεται, από τάλλο, αυτό δεν βιάζει διόλου +τα φυσικά ιδιώματα του ανθρώπου· επειδή, ενώ φαίνεται ότι όλα τα +υποκείμενα του δράματος υποτάσσονται εις εκείνη την παντοδύναμη και +μυστική μαγεία, αυτά πραγματικώς ενεργούν σύμφωνα με την φύση. + +Ο Πρόσπερος· άμα η τύχη του επαράδωσε τους εχθρούς του, μορφώνει το +σχέδιο της υψηλής του εκδικήσεως, και προς τούτο δίνει γένεσιν εις δύο +πράξες, που σύγχρονα και χωριστά προχωρούν συντρέχοντας εις το +διωρισμένο τέλος. Η μία είναι η ένωσις της θυγατρός του με τον υιο του +παλαιού εχθρού του. Ο Πρόσπερος προδιαθέτει την τρυφερή καρδία της +κόρης, όπου γλήγορα πρέπει να φυτρώση η αγάπη, με το &φοβερό θέαμα τον +καταποντισμού, που εγγίζει μέσα της όλη τη δύναμη της λύπης·& επειδή +αυτή μέλλει γλήγορα να γνωρίση τον κόσμο, με τα κακά του, την αγάπη, με +τους κινδύνους της, ο φρόνιμος πατέρας, ο οποίος έως τότε δεν ηθέλησε +να ταράξη την αθόλωτη γαλήνη εκείνης της ψυχής, τώρα αναγκάζεται να της +διηγηθή όσα αυτοί υπέφεραν από την αδικία των ανθρώπων, πόσο πάλι τους +ωφέλησε η αγαθοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος είχε προσταγή να τους +παραδώση αλύπητα εις τον αφανισμό, πώς η Θεία Πρόνοια τους εφύλαξε, και +τέλος, να της ενθυμίση πόσον αυτή χρωστάει εις τον πατέρα, ο οποίος, +εις την έρημο, εδυνήθηκε να καλλωπίση το πνεύμα της, και να μορφώση +ηθικά την ψυχή της. Εις αυτή τη θαυμαστή διήγηση φανερώνεται η παλαιά +και δίκαιη αγανάκτησις, την οποίαν αισθάνεται κατάκαρδα ο Πρόσπερος για +την αχρειότητα των εχθρών του· όμως το αίσθημα της έχθρας δεν χωράει +εις την καρδιά της Μιράντας· αυτή, ακούοντας την θλιβερήν ιστορία, +μόνον κλαίει τα παθήματα του πατρός της, και ενώ δεν προφέρει κανένα +λόγο πικρό για τους κακοποιούς, δεν βλέπει την ώρα να γνωρίση τον +ευεργέτη! Αλλά η βαθεία συγκίνησις, που της προξενούν τα περασμένα +πάθη και η αδικίες, δεν αρκεί να σβύση την άλλη φρικτήν εντύπωση της +τρικυμίας, ουδέ την ησυχάζουν τα λόγια του_ πατρός, εις τον οποίον +εσυνήθισε ν' αναπαύεται πάντοτε η ψυχή της· &αυτός ο στοχασμός δεν +αφίνει ανασασμό·& βέβαια, επειδή αυτή δεν δύναται να συμβιβάση με την +άκρα ημερότητα και φιλανθρωπία του πατρός της τον εξολοθρευτικόν +χαρακτήρα εκείνης της πράξεως, και με το θάρρος μιας αγγελικής ψυχής +θέλει να τον βιάση να την δικαιολογήση. Η ευαίσθητη κόρη λυγίζει +αποκάτω εις τόσες νέες και λυπηρές εντύπωσες, και εις αυτή τη φυσική +της διάθεση εύκολα ενεργάει η μαγική δύναμη του Πρόσπερου, ο οποίος την +αποκοιμίζει, όπως επαναφέρη την γαλήνην εις την ταραγμένη ψυχή της. + +Άμα προετοίμασε την θυγατέρα όπως αρμόζει του σκοπού του, ο Πρόσπερος +κράζει τον αέριον υπηρέτη του, τον Άριελ, και αφού πρώτα επληροφορήθηκε +ότι τούτος εκτέλεσε πιστά τες διαταγές του, εις τρόπον ώστε η τρομερή +τρικυμία, ενώ εχώρισε τους εχθρούς του από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, τους +έβγαλε όμως άβλαπτους εις το έρημο νησί, ετοιμάζεται να εξακολουθήση το +έργον του, με το πνεύμα. + +Κ' εδώ ο ποιητής, ο οποίος εργάζεται με ομηρική αταραξία, διακόπτει +μίαν στιγμή την πράξη του δράματος· χρειάζεται να φανερωθή κατά βάθος η +σχέσις του Πρόσπερου με το πνεύμα, και να εξηγηθή καθαρά η προθυμία, με +την οποίαν εκείνο κάνει έως το τέλος όλα τα θελήματα του κυρίου του. +Αρμόζει εις την φύση του Άριελ, ο οποίος ανήκει εις τα πνεύματα του +αέρος, να μην υποφέρη την υποδούλωση και να ζητάη ανυπόμονα την +ελευθερία του· αλλά ο Πρόσπερος τον αναγκάζει πάλι να τον υπηρετήση με +ζήλο, διότι όχι μοναχά ως μάγος δύναται να τον υποτάξη, αλλά τον έχει +και ηθικά δεμένον με μία μεγάλη ευεργεσία, επειδή ο Άριελ του χρωστάει +την ελευθερία του. — Κ' εδώ δεν ημπορεί κανείς να μη μείνη πολλή ώρα +προσηλωμένος εις τούτη τη ζωντανή και αθάνατη εικόνα· της μιαρής +στρίγλας, η οποία αφαιρεί εις ένα αξιόλογο και άκακο πνεύμα την +πολύτιμη ελευθερία, και το παιδεύει με ανήκουστο μαρτύριο, επειδή αυτό +δεν έστεργε να συμμορφωθή με τη μαύρη ψυχή της, — και του αγαθοποιού +μάγου, ο οποίος το γλυτώνει και το κρατεί εις την υπηρεσία του, όπως +κατορθώση με το μέσον του υψηλά και άγια νοήματα. — Αυτός λοιπόν ο +δεσμός της ευγνωμοσύνης κατασταίνει γλυκειά και δίκαιη την εξουσία του +Πρόσπερου απάνω εις το πνεύμα· πρόσθεσε ότι ο Πρόσπερος του τάζει να το +ελευθερώση γλήγορα, και θέλει εύρης πλέρια δικαιολογημένη τη χαριτωμένη +ετοιμότητα με την οποία το πνεύμα, αν και φυσικά φιλελεύθερο, +ανταποκρίνεται εις το παραμικρό νεύμα του κυρίου του. + +Αφού έστειλε τον Άριελ να του φέρη εκεί τον υιο του βασιλέα, με τον +τρόπον, που ο ίδιος του δείχνει, ο Πρόσπερος θα ενεργήση με αισθητικό +μέσον εις την ψυχή της θυγατρός του, και κράζει μπροστά της τον +Κάλιμπαν, — τον οποίον αυτή αποφεύγει, επειδή εγνώρισε εις αυτόν +ενωμένη την ηθική ασχημάδα με τη σωματική, — όπως τόσο προθυμότερα και +διψασμένα ορμήσουν η καρδιά και τα μάτια της ν' αναπαυθούν εις την καλή +μορφή και εις την ευγενική ψυχή του νέου, που θα προβάλη σιμά της. — Με +τούτη την αφορμή, ο ποιητής ξεσκεπάζει τη σχέση του Πρόσπερου με τον +Κάλιμπαν, εις την οποία φανερώνεται πάλι ποίος είναι ο Πρόσπερος· +αγκαλά θυσιασμένος από την κακία των ανθρώπων, εφύλαξε ακέραιο εις την +ψυχή του ένα ακλόνητο θάρρος εις το Καλό, και εις τάγριο τέρας, που +απάντησε εις το έρημο νησί, εσεβάσθηκε το ίχνος της ανθρώπινης μορφής, +κ' έλπισε, και με άκραν υπομονή επάσχισε να ημερώση την ψύχη του και να +τον καταστήση όμοιόν του· αλλά το τέκνο της κακόπαικτης στρίγλας και +του δαίμονος είναι ύλη, η οποία δεν υποφέρει το πνεύμα, που πολεμάει να +την υποτάξη εις την ζωηφόρον ενέργειάν του. Άγριος ακαταδάμαστος, +κουφός εις τον λόγον, περιωρισμένος εις το να υπακούη τες φυσικές +ορμές, και να δέχεται τες εντύπωσες της εξωτερικής φύσεως, ο Κάλιμπαν +είναι ένα όν τέλειο εις το είδος του, το οποίον ο ποιητής δεν ηύρε εις +την φύση, αλλά το έπλασε μ' έναν οργανισμόν τόσο αναγκαίον και σύμφωνον +εις τα μέρη του, ώστε δεν φαίνεται αφύσικο, και δικαίως εθαυμάσθηκε ως +ένα από τα πρωτότυπα και ποιητικότερα γεννήματα του νοός του { } — Ο +Πρόσπερος απομακρύνει τον Κάλιμπαν εις την στιγμή, που θα φθάση ο υιός +του βασιλέα να συναπαντηθή με την θυγατέρα του. Εύκολα ερωτεύονται οι +δύο νέοι, καθώς επιθυμεί ο Πρόσπερος, και η έξαφνη αγάπη, ενώ φαίνεται +έργον της μαγείας, εξηγείται πάλι με λεπτά ψυχολογικά αίτια και εις +τους δύο αγαπημένους. Κατά την προσταγή του Πρόσπερου, ο Άριελ +επλησίασε εις τον Φερδινάνδο, που έκλαιε τον πατέρα του· με τους ήχους +μιας ουράνιας μουσικής καταπαύει ολόγυρά του την ταραχή της φύσεως, και +σταλάζει μέσα του γλυκύτατη μελαγχολία· μ' ένα μυστικό τραγούδι του +αφαιρεί κάθ' ελπίδα, εις τρόπον ώστε ο νέος σχεδόν έχει την βεβαιότητα +ότι έμεινε ορφανός και μόνος, αλλά και ελεύθερος, εις τον κόσμο· εις +αυτή τη διάθεση της ψυχής του πώς να μην έχη ακαταμάχητη δύναμη η +αγγελική μορφή της Μιράντας, και η άκρα συμπάθεια, που αυτή εξηγεί για +τες συμφορές του; Με άλλη τόση ευκολία βλασταίνει η αγάπη εις την ψυχή +της Μιράντας, εις την οποίαν η ωραιότης του λυπημένου νέου, ο οποίος +άμα την είδε βάνει στα πόδια της το βασιλικό στεφάνι, ο κίνδυνος, από +τον οποίον εσώθη, και αυτή η ανεξήγητη οργή του πατρός της· συντρέχουν +να σπρώξου το πάθος εις την ακμή του. Αλλά ο φρόνιμος πατέρας θα +γνωρίση αν είναι γερή η ρίζα αυτής της αγάπης και υποτάζει τον υιον του +βασιλέα εις δύσκολες δοκιμές· ο νέος δεν ημπορεί ν' αντισταθή, δεμένος +από τη μαγική δύναμη του Πρόσπερου, ή καλύτερα από την αγάπη, η οποία +δύναται εις την ψυχή του περισσότερο παρά το μίσος της δουλείας. + +Η &ένωσις &τούτων των δύο πολυτίμων ψυχών& τελειοποιείται εις μίαν άλλη +σκηνή, που οι δύο νέοι εκφράζουν ανεμπόδιστα και ελεύθερα τα αισθήματά +τους. Αυτή αρχίζει μ' ένα υψηλό μονόλογο του Φερδινάνδου· ενώ το σώμα +του σκύφτει μηχανικά εις το δουλικόν έργο, η βασιλική καρδιά του +ευρίσκει παρηγορίαν εις ανώτερα νοήματα και εις την αγάπη. Εις τον +διάλογο, που ακολουθεί, φανερώνεται, εις όλη τη δύναμη της· από ένα +μέρος, ο έρωτας του νέου· ο οποίος εβγήκε άφθαρτος μέσ' από τη διαφθορά +του κόσμου, και δέχεται εις την ψυχή του την εντύπωση της άβλαπτης +παρθενικής φύσεως, τόσον ακέραια και θερμά, ώστε εις την λατρεία της +θυσιάζει και αυτή τη βασιλική αξιοπρέπεια, την οποίαν άδικα βλέπει +καταπατημένη· και από τάλλο, η αγάπη της κόρης, η οποία πρωτακούει τα +τρυφερά αισθήματα, και τα ομολογεί με άτεχνη χάρη, και νικημένη από τα +παθητικά λόγια του αγαπημένου, ταπεινά του χαρίζει την καρδιά της. Η +ερωτεμμένη κόρη απομακραίνεται θεληματικώς, καθώς την παρακινεί η +φυσική σεμνότης, από την στιγμή που έσμιξε το χέρι του αγαπημένου νέου. +Ο Πρόσπερος τους ακούει και τους βλέπει, και με την πατρικήν ευχή του +σφραγίζει τον άγιον εκείνον δεσμό, και ύστερα τον εορτάζει με τα +χαρμόσυνα πλάσματα της μαγείας του. + +Σύγχρονα με τούτην την πράξη, ξετυλίγεται μία άλλη, η οποία συμπληρώνει +το σχέδιο του Πρόσπερου· η τιμωρία των εχθρών του. Ο Πρόσπερος παιδεύει +τον βασιλέα της Νεάπολης με την βεβαιότητα ότι έχασε τον μονάκριβόν +του κληρονόμο· εις τους άλλους δύο κακούργους δίνει αφορμή να +φανερώσουν τες πλέον κρυφές βδελυρές επιθυμίες της ψυχής των, και +έρχεται ώρα, που με τούτο το φρικτό μυστικό αυτός θα πληγώση θανάσιμα +την αναίσθητη συνείδησή τους· η τιμωρία λοιπόν είναι όλη ηθική, και +παρμένη από την ίδια φύση των υποκειμένων, που την υποφέρουν. Ποία +δικαιότερη και τρομερώτερη μάστιγα εις τον κακούργον άνθρωπο παρά το να +ξεσκεπασθούν ταπόκρυφα της ψυχής του; Ο Άριελ, κατά την προσταγή του +Πρόσπερου, αποκοιμίζει τον βασιλέα και τους αυλικούς του, και αφίνει +έξυπνους τον Αντώνιο, και τον Σεβαστιανό· ύστερος αποκοιμιέται ο +βασιλέας, διότι η μαγική ενέργεια του πνεύματος ευρίσκει μεγαλύτερη +αντίσταση εις την λύπη, που κατακυριεύει την καρδιά του πατρός. Ο +Αντώνιος, εις του οποίου την ψυχή άλλο αίσθημα δεν βασιλεύει ειμή +εκείνο της φιλαρχίας, θέλει να ελευθερωθή από την στανικήν προσκύνηση, +με την οποίαν είχε αγοράσει την βοήθεια του βασιλέα της Νεάπολης εις +την αρπαγή του· και με λεπτότατη τέχνη σέρνει όπου θέλει αυτός την +&οκνηρή& ψυχή του Σεβαστιάνου, ο οποίος γίνεται εργαλείο του δίχως να +το καταλάβη. Ο Πρόσπερος όμως προφθαίνει να εμποδίση το μελετημένο +κρίμα, εις το οποίον εφάνηκε η σκληρή και αμετανόητη καρδιά των δύο +κακούργων· και με τη φοβερή φωνή της θείας δίκης, που εικονίζεται από +τον Άριελ, τους φέρνει εις την άκραν απελπισία, και ξυπνάει τη +μετάνοια, η οποία εκοιμότουν εις την ψυχή του Αλόνζου. Χάνουν και οι +τρεις τον νου τους: και εις αυτούς η τρέλλα, ενώ φαίνεται έργον της +μαγείας του Πρόσπερου, είναι καθώς λέγει ο Γονζάλος, &το μέγα κρίμα +τους, που ωσάν ένα φαρμάκι, που εδόθη για να ενεργήσει με μάκρος +καιρού, αρχινάει να νικήση τα λογικά τους.& + +Αφού ο Πρόσπερος ενέργησε εις τα διάφορα άτομα εις τρόπον ώστε, χωρίς +αυτά να το ξέρουν, συνέργησαν εις τον υψηλό σκοπό τους, η βαθεία ψυχή +του στρέφεται εις τον εαυτό της και προετοιμάζεται εις την απαθή +συναπάντηση με τους εχθρούς του· θεληματικώς γδύνεται από την +υπερφυσική δύναμη, την οποίαν είχε αποκτήσει, βέβαια φοβούμενος μήπως +αυτή καμμία φορά καταντήση φθοροποιά, εις τα φθαρτά χέρια του ανθρώπου. +Ελευθερώνει τους εχθρούς του, και βλέπει θαυμαστά πιτυχημένο το σχέδιό +του· η μετάνοια αναγέννησε τον βασιλέα της Νεάπολης· η παλαιά έχθρα, +που έως τότε είχε πλακώσει τη φυσική του γενναιότητα, έδωσε τόπον εις +την αγάπη, και με τη δύναμη της μετάνοιας αυτός υψώνεται εις το νόημα, +που ελεύθερα έπλασε ο Πρόσπερος, την ένωση του τέκνου του με το τέκνο +του εχθρού του. + +Η φιλίωσις του Πρόσπερου με τον βασιλέα στηρίζεται εις την ευγένεια της +ψυχής, αλλά επειδή εις τους άλλους δύο εχθρούς του αυτή δεν υπάρχει, +μάταια ήθελε είναι με αυτούς η φιλίωσις, ώστε άλλο δεν μένει του +Πρόσπερου παρά να χαλινώση με αυστηρά λόγια την ακαταδάμαστη κλίση τους +εις το κακό. + +Ποτέ ίσως η ποίησις δεν έπλασε ένα χαρακτήρα τόσο βαθύν και υψηλόν, +όσον είναι εκείνος του Πρόσπερου· ενώ εις την ψυχή του δεν κοιμούνται, +αλλά μάλιστα ευρίσκονται εις όλην την ενέργειάν τους τανθρώπινα πάθη, +αυτά υποτάσσονται όλα εις τον λόγον, και από τούτον τον θρίαμβον του +λόγου πηγάζει μία πράξη, η οποία μετέχει της θείας δυνάμεως και +μακροθυμίας. Το ύψος τούτου του υποκειμένου μετριέται καλύτερα με την +παράθεση των άλλων ατόμων, — της Μιράντας, του Φερδινάνδου, του +Γονζάλου και του Αλόνζου —,εις τα οποία υπάρχει, πλέον ή ολιγώτερον, η +ηθική ευγένεια, αλλά δεν έφθασε εις τέλειαν ηθικήν ελευθερία· και με +την δυνατήν αντίθεσιν, η οποία φαίνεται εις τον Αντώνιο και Σεβαστιανό, +των οποίων η φιλαυτία έσβυσε κάθε άλλο αίσθημα, και απολίθωσε την +καρδιά, — και εις τον Κάλιμπαν, εις τον οποίον λείπει διόλου η ηθική +ελευθερία, και κυριεύει η τυφλή ανάγκη της φύσεως. Με τέτοιον τρόπον η +διάφορες μορφές, που φαίνονται εις το δράμα, εάν και κάποιες είναι +άδετες με την εξωτερική του οικονομία, συντρέχουν όλες να διαφωτίσουν +τη μεγάλη μορφή, που εξέχει, και εις την οποίαν ο ΣΑΙΞΠΗΡ έδωσε τον +τύπον της ανθρωπίνης τελειότητος + +Ο Μεταφραστής + +Κέρκυρα τη 3 Αυγούστου 1855. + } Αναγκαία εις την πολυσήμαντη εικόνα είναι και τούτη η μορφή, και τα +χαρακτηριστικά της συμπληρώνονται εις ένα κωμικό μέρος του οράματος· — +εκεί φαίνονται, η μωρία του όταν υποτάσσεται θεληματικώς εις τον ανόητο +μεθύστακα, για το &ουράνιο πιοτό&, που βαστάει, η αξιογέλαστη φιλαυτία +του, όταν γίνεται άσπονδος εχθρός του Τρίνκουλου, που τον αναπαίζει, +και η απονία του, ενωμένη με μία μεγάλη δειλία, όταν υπαγορεύη του +Στέφανου, με πόσους σκληρούς τρόπους δύναται να φονεύση τον μάγον ενώ +κοιμάται. + + + + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Tempest, by William Shakespeare + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE TEMPEST *** + +***** This file should be named 31405-0.txt or 31405-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/1/4/0/31405/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/31405-0.zip b/31405-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..d46ca61 --- /dev/null +++ b/31405-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..3d3a22d --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31405 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31405) |
