summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--31402-0.txt2572
-rw-r--r--31402-0.zipbin0 -> 60191 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 2588 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/31402-0.txt b/31402-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..766453e
--- /dev/null
+++ b/31402-0.txt
@@ -0,0 +1,2572 @@
+The Project Gutenberg EBook of Euthydemus, by Plato
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Euthydemus
+
+Author: Plato
+
+Translator: Aristeidis Harokopos
+ Ioannis N. Gryparis
+
+Release Date: February 25, 2010 [EBook #31402]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK EUTHYDEMUS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been
+transferred at the end of the book. My corrections have been included in
+double square brackets [[]], while bold words in &&. The tonic system
+has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of
+the book has not been changed.
+
+Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
+σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος. Διορθώσεις μου περικλείονται σε διπλές
+αγκύλες [[]],ενώ έντονοι χαρακτήρες σε &&. Ο τονισμός έχει αλλάξει από
+πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου.
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
+
+
+Μ Ε ΤΑ Φ Ρ Α Σ Η
+Α. ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ
+
+
+ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+ΙΩ. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ {1}
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ
+
+
+
+Την κλείδα προς κατανόησιν του μικρού τούτου και δευτερευούσης
+σημασίας πλατωνικού διαλόγου ευρίσκομεν εις τον επίλογον αυτού.
+Εκεί διηγείται ο Κρίτων ο γηραιός φίλος του Σωκράτους προς αυτόν,
+ότι απερχόμενος εκ του Λυκείου, όπου οι δύο σοφισταί ή μάλλον
+εριστικοί Ευθύδημος και Διονυσόδωρος είχον κάμη επίδειξιν της
+τέχνης των, συνήντησεν ένα ρήτορα εκ των πεφημισμένων τότε εν
+Αθήναις· ούτος του εξέφρασε, λέγει, την άκραν του περιφρόνησιν διά
+την εριστικήν, αλλά συγχρόνως, ως άνθρωπος ο οποίος μόνον εν τη
+ιδία εαυτού τέχνη βλέπει την αληθινήν σοφίαν, εξέτεινε την
+περιφρόνησιν και δι' όλους γενικώς τους φιλοσόφους και την
+φιλοσοφίαν. Εξ όσων άλλων λέγονται ενταύθα περί του ρήτορος τούτου,
+ότι κυρίως ήτο ποιητής λόγων (λογογράφος, ρητοροδιδάσκαλος) και ότι
+ουδέποτε ο ίδιος παρουσιάσθη εις δικαστήριον, εικάζεται πολύ
+πιθανώς ότι πρόκειται περί του Ισοκράτους, εις τους λόγους άλλως τε
+του οποίου ουχί άπαξ απαντώσι τοιαύται επιπόλαιοι επιθέσεις
+εναντίον της φιλοσοφίας και των φιλοσόφων, δυνάμεναι εξ ίσου και
+αδιακρίτως να αποβλέπωσι και εις τον Πλάτωνα αυτόν και εις τον
+Αντισθένην και τους Μεγαρικούς και οιονδήποτε άλλον. Και αν ακόμη η
+υπόθεσις αύτη περί υπαινιγμού προς τον Ισοκράτην δεν είναι τελείως
+βάσιμος (διότι πράγματι πολλοί κριτικοί την επολέμησαν) το βέβαιον
+είναι οπωσδήποτε ότι ο Πλάτων εγένετο αντικείμενον επιθέσεως
+τοιούτου τινός είδους, εκ της οποίας του εδίδετο αφορμή να χωρίση
+άπαξ διά παντός τον ιδικόν του σωκρατισμόν των διαφόρων άλλων
+σωκρατικών σχολών των αντιπάλων του.
+
+Και τοιουτοτρόπως έγραψε την ευφυεστάτην και αληθώς αριστοφάνειον
+ταύτην σάτυραν, εις την οποίαν παρουσιάζει τους δύο ασήμους
+σοφιστάς Ευθύδημον και Διονυσόδωρον, ως αγοραίους γελωτοποιούς,
+επιδεικνύοντας μετά περισσής αηδίας και ψυχρότητος την διαλεκτικήν
+εκείνην, ήτις μολονότι πηγάζουσα εκ της σχολής του Σωκράτους,
+υπέστη τοσαύτην παρέκκλισιν, οφειλομένην κυρίως εις την επίδρασιν
+του Ζήνωνος. Δια τους δύο τούτους εριστικούς οι παράδοξοι
+συλλογισμοί δεν είναι πλέον βοηθητικόν απλώς μέσον της γυμναστικής
+του πνεύματος· κατήντησαν να αποτελούν καθ' εαυτούς, ως σοφίσματα,
+τον σκοπόν ιδίας τέχνης, της εριστικής, ασφαλέστατον δε συγχρόνως
+μέσον, υπό τας γνωστάς συνθήκας υπό τας οποίας διετέλει τότε η
+Αθηναϊκή κοινωνία, ευκόλου χρηματισμού· προ παντός δε ήσαν
+προορισμένοι να εκπλήττουν, να περιάγουν εις αμηχανίαν και να
+προκαλούν τους γέλωτας και τας επευφημίας του πλήθους.
+
+Πράγματι οι ελεεινοί ήρωες του διαλόγου ή παίζουν με την διπλήν
+εκδοχήν των λέξεων, ή παρέρχονται σιωπηλώς και παραλείπουν τους
+περιοριστικούς μιας εννοίας προσδιορισμούς, ή μεταχειρίζονται
+κατασκευήν φράσεως δικαιολογουμένης μεν υπό ειδικής τινος συνηθείας
+της γλώσσης, αλλοιούσης όμως εν τη προκειμένη περιστάσει το νόημα,
+ή αντικαθιστούν τας διαφόρους σημασίας της κτητικής αντωνυμίας, και
+με αυτά και άλλα όμοια σοφά τεχνάσματα καταλήγουν εις σειράν
+συμπερασμάτων αφαντάστου παραδοξότητος.
+
+Μεταξύ όμως των αηδών παραδοξολογιών των δυο τούτων ανδρών ο Πλάτων
+παρεισάγει κάπως λαθρεμπορικώς και με πονηράν επιτηδειότητα
+προτάσεις, αι οποίοι είναι γνωστόν ότι ανήκουν εις τον Αντισθένην,
+όπως π.χ. είναι ο ισχυρισμός περί του αδυνάτου άλλων κρίσεων εκτός
+των της ταυτότητος, περί του αδυνάτου επίσης της αντιλογίας ή και
+γενικώτερον οιασδήποτε ψευδούς βεβαιώσεως. Τας απορίας λοιπόν
+ταύτας, τας οποίας ο αρχηγός της κυνικής σχολής υπεστήριζε σοβαρώς
+και επιστημονικώς (περί αυτού δεν επιτρέπεται αμφιβολία), ο Πλάτων
+θέτει εις το στόμα του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου και με αυτόν
+τον τρόπον εξευτελίζει την διδασκαλίαν των αντιπάλων του. Ίσως δε
+ακόμη και το γεγονός ότι παριστά τους δύο εριστικούς γελωτοποιούς
+ως μεταπηδήσαντας από της ρητορικής εις την διαλεκτικήν, και εις
+ηλικίαν μάλιστα προχωρημένην, να περιέχη άλλον εκ προθέσεως
+υπαινιγμόν κατά του Αντισθένους, όστις ομοίαν οδόν είχεν ακολουθήση
+και τον οποίον εν τω Σοφιστή ονομάζει «οψιμαθή γέροντα».
+
+Ώστε εις όλον τον διάλογον επικρατεί κυρίως το σατυρικόν στοιχείον
+και εξασκείται το σκώμμα και η γνωστή σωκρατική ειρωνεία μετά
+περισσής δεξιοτεχνίας. Οι παρεμβαλλόμενοι δε απέριττοι και ευθείς
+διάλογοι του Σωκράτους προς τον νεαρόν Κλεινίαν, διά των οποίων
+αναζητούν την «βασιλικήν επιστήμην» του υπερτάτου αγαθού, καθώς
+αντιτίθενται προς τα κενά λογοπαικτικά σχοινοβατήματα των δύο
+εριστικών, δίδουν τόνον και έντασιν μοναδικήν εις την εικόνα· ακόμη
+δε εξαίρεται η εκ του συνόλου καλλιτεχνική εντύπωσις με μερικάς
+περιγραφάς, αι οποίαι πάλλονται από ζωήν και μετρημένον
+πραγματισμόν.
+
+Ως προς την σειράν την οποίαν κατέχει ο διάλογος εις την
+χρονολογικήν ακολουθίαν των πλατωνικών έργων, τούτο μόνον ίσως
+δύναται να θεωρηθή βέβαιον, ότι είναι πάντως προγενέστερος του
+Μένωνος, όστις πάλιν προϋποθέτει προ αυτού τον Πρωταγόραν και τον
+Γοργίαν. Ο τελευταίος δε εκδότης του Πλάτωνος, ο ημέτερος Σ.
+Μοραΐτης καταλέγει τα πειστικώτατα των επιχειρημάτων, εξ ων
+αποδεικνύεται ότι ο Ευθύδημος είναι βεβαίως ύστερος του Πρωταγόρου.
+
+
+
+ΠΛΑΤΩΝΟΣ
+ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
+
+
+
+ (ΚΡΙΤΩΝ
+ (ΣΩΚΡΑΤΗΣ
+ (ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
+ΠΡΟΣΩΠΑ (ΔΙΟΝΥΣΟΔΩΡΟΣ
+ (ΚΛΕΙΝΙΑΣ
+ (ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ
+
+
+
+ Κρίτων.
+Ποιος ήτανε, Σωκράτη, εκείνος που εσυζητούσες μαζί του εχθές εις το
+Λύκειον; Επλησίασα γιατί ήθελα να σας ακούσω, μα ήταν τόσον πολύς
+συνωστισμός γύρω σας, που δεν ημπόρεσα νακούσω τίποτε καθαρά.
+Ανασηκώθηκα όμως στα πόδια μου για να ιδώ τουλάχιστον και μου
+εφάνηκε πως ήτανε ξένος εκείνος που συζητούσατε· ποιος ήτανε
+λοιπόν;
+
+ Σωκράτης
+Μα για ποιον ερωτάς, Κρίτων; γιατί δεν ήτανε ένας, ήτανε
+δύο.
+
+ Κρίτων
+Εκείνος που λέγω εγώ εκάθητο τρίτος στη σειρά δεξιά σου· ανάμεσά
+σας ήτανε το παιδί του Αξιόχου· πόσον, αλήθεια, μου φάνηκε πως
+εμεγάλωσε, Σωκράτη! σαν να έχη επάνω κάτω την ίδια ηλικία με τον
+δικό μου τον Κριτόβουλο· εκείνος όμως είναι ισχνός και
+μικροκαμωμένος διά την ηλικίαν του, ενώ αυτός είναι πλέον
+σχηματισμένος και αλήθεια ωραιότατος και χαριτωμένος νέος.
+
+ Σωκράτης
+Εκείνος που μ' ερωτάς, Κρίτων, είναι ο Ευθύδημος· και ο άλλος που
+εκάθητο αριστερά μου, ο αδελφός του ο Διονυσόδωρος· είχε και αυτός
+μέρος εις την συζήτησιν.
+
+ Κρίτων
+Δεν γνωρίζω ούτε τον έναν ούτε τον άλλον.
+
+ Σωκράτης
+Είναι καθώς φαίνεται, κάποιοι καινούργιοι πάλιν σοφισταί.
+
+ Κρίτων
+Και από πού, νάχωμε καλό ρώτημα; και ποια είναι η σοφία των;
+
+ Σωκράτης
+Η καταγωγή τους, όσο ξέρω, είναι κάπου εκεί από τη Χίο, αλλά επήγαν
+και εγκατεστάθησαν εις τους Θουρίους· από εκεί εξορισμένοι,
+τριγυρίζουν πολλά χρόνια τώρα κατ' αυτά εδώ τα μέρη. Όσο διά την
+σοφίαν των, που ερωτάς, είναι θαυμασία, Κρίτων· τίποτε δεν υπάρχει
+που να μην το ηξεύρουν· εγώ τουλάχιστον ως τώρα δεν είχα γνωρίση τι
+πράγμα είναι οι παγκρατιασταί· αυτοί, αλήθεια, ξεχωρίζουν εις όλα
+τα είδη των αγώνων, όχι όπως εκείνοι οι Ακαρνάνες αδελφοί, που
+μόνον με το σώμα ήσαν ικανοί να πολεμούν εν πρώτοις και εις αυτό το
+κεφάλαιον υπερέχουν απ' όλους, μ' ένα είδος μάχης που τους
+εξασφαλίζει πάντοτε την νίκην· γνωρίζουν δηλαδή άριστα την
+οπλομαχητικήν τέχνην, και ημπορούν ακόμη και να την διδάσκουν εις
+όποιον τους πληρώση· έπειτα είναι πρώτης τάξεως πολεμισταί εις τους
+δικαστικούς αγώνας και άλλους διδάσκουν να ομιλούν και να συνθέτουν
+λόγους διά τα δικαστήρια. Μέχρι τούδε λοιπόν η ικανότης των
+περιωρίζετο εις αυτά μόνον που ανέφερα, τώρα όμως πλέον έφθασαν εις
+την άκραν τελειότητα της παγκρατιαστικής τέχνης· διότι το μόνον
+είδος της μάχης που είχαν αφήση ακόμη ακαλλιέργητον, τώρα το
+επεξεργάσθησαν και αυτό εις βαθμόν, που να μην ημπορή πλέον
+απολύτως κανείς ούτε χέρι να τους σηκώση· τόσο φοβεροί έχουν γίνη
+να πολεμούν με τα λόγια και να ανασκευάζουν κάθε τι που ήθελεν ειπή
+ένας άλλος, είτε ψέμμα είτε αλήθεια. Εγώ λοιπόν, αγαπητέ μου
+Κρίτων, έχω σκοπόν να τους παραδώσω τον εαυτόν μου, διότι
+υπόσχονται εις ολίγον χρόνον να κάμουν τον πρώτον τυχόντα
+εμπειρότατον εις αυτό το είδος.
+
+ Κρίτων
+Αλλά, Σωκράτη, δεν φοβάσαι την ηλικία σου, μήπως είσαι πλέον πολύ
+γέρος;
+
+ Σωκράτης
+Κάθε άλλο, φίλε μου· και έχω ίσα ίσα επαρκή λόγον, που με
+ενθαρρύνει να μη φοβούμαι· διότι και αυτοί οι ίδιοι, αν θέλης να
+ξέρης, ήσαν προχωρημένοι πλέον εις την ηλικίαν, όταν επεδόθησαν εις
+την καλλιέργειαν αυτής της τέχνης, της εριστικής, που τόσον επιθυμώ
+να την μάθω και εγώ· πέρυσι ή προπέρυσι δεν είχαν ακόμη αποκτήση
+αυτήν την σοφίαν. Ένα μόνον πράγμα φοβούμαι, μήπως πάλιν τους
+ντροπιάσω και αυτούς τους ανθρώπους, όπως τον Κόννον του Μητροβίου,
+τον κιθαριστήν, που μου δίδει ακόμη και τώρα μαθήματα μουσικής· όσο
+μας βλέπουν τα παιδιά, οι συμμαθηταί μου, και εμένα περιγελούν και
+τον Κόννον τον λέγουν γεροντοδιδάσκαλον ·να μη συμβή λοιπόν το
+ίδιον και με αυτούς ξένους ανθρώπους, και ίσως, στοχάζομαι, από
+φόβο να μην ακούσουν τα ίδια, να μη θελήσουν να με δεχθούν μαθητήν
+των. Αλλά εγώ, όπως εκατάφερα και μερικούς άλλους γέροντας να
+έρχωνται μαζί μου να παίρνουν μαθήματα από τον Κόννον, έτσι και
+τώρα θα προσπαθήσω να παρασύρω μερικούς άλλους· και πρώτα πρώτα
+εσένα, αν θέλης να μ' ακούσης· ίσως μάλιστα δεν θα ήταν άσχημο
+δόλωμα να πάρωμε μαζί και τους υιούς σου· διότι είμαι βέβαιος ότι,
+διά να τους έχουν εκείνους, θα συγκατανεύσουν να μας διδάξουν και
+εμάς.
+
+ Κρίτων
+Δεν βλέπω να είναι καθόλου δύσκολον το πράγμα, αν αυτό είναι η
+επιθυμία σου· αλλά εξήγησέ μου πρώτα ποια είναι η σοφία των, διά να
+γνωρίζω τουλάχιστον τι έχομεν και να μάθωμεν.
+
+ Σωκράτης
+Φθάνει να έχης όρεξιν ν' ακούης· διότι δεν θα ημπορούσα να
+προφασισθώ πως δεν τους επρόσεξα, αλλ' απεναντίας τους ήκουσα με
+την μεγαλυτέραν μου προσοχήν και δεν ελησμόνησα τίποτε· θα
+προσπαθήσω λοιπόν να σου τα διηγηθώ όλα καταλεπτώς από την αρχήν ως
+το τέλος:
+
+Έτυχε κατά καλήν μου τύχην να κάθωμαι μόνος μου εκεί που με είδες
+εις το αποδυτήριον και είχα αποφασίση πλέον να σηκωθώ να φύγω· αλλά
+μόλις σηκώνομαι, μου γίνεται έξαφνα το συνηθισμένον μου σημείον, το
+δαιμόνιον· ξανακάθωμαι λοιπόν πάλιν και σε λίγο πράγματι, να και
+μπαίνουν αυτοί οι δύο αδελφοί, ο Ευθύδημος και ο Διονυσόδωρος, και
+άλλοι πολλοί νέοι μαζί, μαθηταί των, καθώς μου φαίνεται· και αφού
+εμβήκαν, ήρχισαν να περιπατούν κάτω από την στεγασμένην την στοάν·
+δεν θα είχαν ακόμη κάμη δύο ή τρεις γύρους και μπαίνει ο Κλεινίας,
+αυτός που σου φάνηκε, και δεν έχεις άδικο, πως εμεγάλωσε τόσο πολύ·
+και από πίσω του ένα πλήθος ερασταί, μεταξύ των άλλων και ο
+Κτήσιππος, ένας νέος από την Παιανίαν, καλό και άξιο παληκάρι σε
+όλα του, αλλά κάπως παράφορος, όπως δα συμβαίνει συνήθως εις αυτήν
+την ηλικίαν. Μόλις με είδε από εκεί που εμβήκεν ο Κλεινίας, να
+κάθωμαι μόνος μου, διευθύνεται αμέσως προς το μέρος μου και κάθεται
+πλάι μου, δεξιά μεριά, όπως το παρετήρησες και συ. Ο Διονυσόδωρος
+τότε και ο Ευδύθημος, όταν τον είδαν, εσταμάτησαν πρώτα και κάτι
+άρχισαν να λέγουν μεταξύ των, ενώ από καιρόν εις καιρόν έστρεφαν τα
+βλέμματά των προς ημάς — διότι τους παρακολουθούσα εγώ με πολλήν
+προσοχήν· τέλος πλησιάζουν και κάθονται και αυτοί, ο Ευθύδημος
+κοντά εις τον νέον και ο Διονυσόδωρος αριστερά μου· οι άλλοι επήραν
+θέσιν όπως έτυχεν ο καθένας. Αφού λοιπόν αντήλλαξα μαζί των τους
+θερμοτέρους χαιρετισμούς, ύστερ' από τόσον καιρόν που είχα να τους
+ιδώ, εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του λέγω: Αγαπητέ μου, να σε
+παρουσιάσω εις τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον, ανθρώπους
+αληθινά σοφούς όχι εις μικρά και ασήμαντα πράγματα, αλλά εις τα
+σπουδαιότατα· διότι γνωρίζουν κατά βάθος όλα τα μυστήρια της
+πολεμικής τέχνης, όσα χρειάζεται να γνωρίζη ένας που θέλει να γίνη
+καλός στρατηγός, να διοική ένα στράτευμα, να το παρατάσση εις
+μάχην, και να το καταστήση εν γένει εμπειροπόλεμον. Εκτός τούτου
+ημπορούν και να διδάξουν έναν άνθρωπον να υπερασπίζεται τον εαυτόν
+του ενώπιον των δικαστηρίων, εάν κανείς ήθελε τον αδικήση.
+
+Τα λόγια μου φαίνεται αυτά επροκάλεσαν τον οίκτον των δύο αδελφών·
+εγύρισαν συγχρόνως και εκύτταξεν ο ένας τον άλλον και εγέλασαν· και
+ο Ευθύδημος είπε:
+
+— Δεν καταγινόμεθα πλέον, Σωκράτη, με αυτά, αλλά τα έχομεν έτσι
+μόνον ως πάρεργα.
+
+Εγώ παραξενεύτηκα και του είπα:
+
+— Θα είναι λοιπόν εξαιρετικής σημασίας η κυρία σας ενασχόλησις,
+αφού τόσον σπουδαία πράγματα τα θεωρείτε πλέον ως πάρεργα, και σας
+εξορκίζομεν να μας πήτε κ' εμάς, ποίον είναι αυτό τώρα το έργον
+σας.
+
+— Φρονούμεν ότι είμεθα εις θέσιν παρά κάθε άλλον καλύτερα και
+γρηγορότερα να διδάξωμεν την αρετήν.
+
+— Θεέ και Κύριε! καλέ τι μας λέτε! και πως εκάμετε αυτήν την
+θαυμασίαν ανακάλυψιν; Εγώ είχα ακόμη την ιδέαν, όπως το έλεγα δα
+και προ ολίγου, ότι εκείνο που κυρίως διεκρίνεσθε ήτο η διδασκαλία
+της οπλομαχητικής, και έτσι σας συνιστούσα· διότι ενθυμούμαι, όταν
+ήλθετε εδώ την πρώτην φοράν, αυτό το επάγγελμα είχετε. Αν όμως τώρα
+πράγματι κατέχετε αυτήν την επιστήμην που λέγετε, το έλεός σας
+επικαλούμαι· διότι τίποτε ολιγώτερον, παρά ως προς θεούς πρέπει
+πλέον να σας αποτείνωμαι και να σας δεηθώ να τύχω της συγγνώμης σας
+δι' όσα είπα πρωτύτερα. Αλλά ιδέτε όμως καλά, Ευθύδημε και συ
+Διονυσόδωρε, εάν είναι αλήθεια αυτό που μας είπατε και μην το
+ευρίσκετε, σας παρακαλώ, παράδοξον, αν το μεγαλείον των επαγγελιών
+σας με καθιστά κάπως άπιστον.
+
+— Να είσαι, μου απήντησαν, τελείως βέβαιος, Σωκράτη, ότι το πράγμα
+έχει όπως σου το είπαμεν.
+
+— Εν τοιαύτη περιπτώσει εγώ τουλάχιστον σας μακαρίζω δι' αυτό σας
+το απόκτημα πολύ περισσότερον παρά τον μέγαν βασιλέα διά την
+δύναμίν του· αυτό μόνον σας παρακαλώ να μου ειπήτε ακόμη, αν έχετε
+σκοπόν να επιδείξετε αυτήν σας την σοφίαν, ή τι προτίθεσθε να
+κάμετε;
+
+— Αλλά δι' αυτό ακριβώς ήλθαμεν, Σωκράτη, εδώ, διά να την
+επιδείξωμεν και να την διδάξωμεν εις όσους θέλουν να την μάθουν.
+
+— Μα ότι όλοι όσοι δεν την έχουν θα θελήσουν να την αποκτήσουν,
+εγώ σας το εγγυώμαι· και πρώτα πρώτα εγώ, έπειτα ο Κλεινίας αυτός,
+και κοντά σ' εμάς ο Κτήσιππος απ' εκεί και όλοι αυτοί οι άλλοι που
+βλέπετε, και του έδειξα τους εραστάς του Κλεινίου που μας είχαν ήδη
+περικυκλώση· διότι, πρέπει να σου είπω, ο Κτήσιππος κατ' αρχάς είχε
+καθήση αρκετά μακρυά από τον Κλεινίαν· αλλ' επειδή ο Ευθύδημος, όσο
+μου ωμιλούσε, έσκυβε προς τα εμπρός, απέκρυπτε τον Κλεινίαν, που
+εκάθητο μεταξύ των δύο μας, από τους οφθαλμούς του Κτησίππου· αυτός
+όμως, επειδή δεν ήθελε να στερήται την θέαν του φίλου του, είναι δε
+συγχρόνως και νέος φιλομαθής, εσηκώθηκε πρώτος και ήλθε κ' εστάθηκε
+κοντά μας· άμα τον είδαν λοιπόν και οι άλλοι εμιμήθησαν το
+παράδειγμά του κ' ήλθαν κ' εστάθηκαν γύρω μας, και οι ερασταί του
+Κλεινίου και οι φίλοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου. Αυτούς
+λοιπόν όλους εγώ τους έδειξα εις τον Ευθύδημον και του έλεγε πως
+όλοι είμεθα έτοιμοι να διδαχθώμεν από αυτόν. Πράγματι δε και ο
+Κτήσιππος επεβεβαίωσε με προθυμίαν μεγάλην την επιθυμίαν του, και
+όλοι οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις των προς τους δύο αδελφούς,
+διά να μας αποκαλύψουν τα μυστήρια της τέχνης των.
+
+Είπα λοιπόν εγώ απευθυνόμενος προς τον Ευθύδημον και τον
+Διονυσόδωρον:
+
+— Είναι, βλέπετε, ανάγκη εκ παντός τρόπου να ικανοποιήσετε αυτούς
+τους νέους και προς χάριν ιδικήν μου να κάμετε την επίδειξιν·
+αναγνωρίζω βέβαια ότι δεν είναι τώρα πολύ εύκολον να γίνη το πράγμα
+καθ' όλην αυτού την έκτασιν, αλλά ειπήτε μου σας παρακαλώ αυτό:
+μόνον εκείνον, που είναι πλέον πεπεισμένος ότι πρέπει να διδαχθή
+την αρετήν παρ' υμών, ημπορείτε να καταστήσετε ενάρετον, ή επίσης
+και εκείνον που δεν είναι ακόμη πεπεισμένος, είτε διότι αμφιβάλλει
+αν η αρετή είναι πράγμα που ημπορεί να διδαχθή, είτε διότι δεν
+παραδέχεται ότι σεις είσθε οι καταλληλότεροι αυτής διδάσκαλοι;
+δύναται λοιπόν, σας ερωτώ, να αποδείξη επίσης η τέχνη σας και εις
+τον ούτω σκεπτόμενον, ότι και διδάσκεται η αρετή και σεις είσθε
+εκείνοι, που παρά κάθε άλλον καλύτερα ημπορείτε να την διδάξετε;
+
+— Μάλιστα, απήντησεν ο Διονυσόδωρος, ημπορεί να το αποδείξη και
+αυτό η τέχνη μας, Σωκράτη.
+
+— Ώστε δεν υπάρχει, Διονυσόδωρε, κανείς εις τον κόσμον που να
+ημπορή καλύτερ' από σας να προτρέψη τους ανθρώπους εις την
+φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής;
+
+— Πράγματι, αυτό πιστεύομεν, Σωκράτη.
+
+— Τότε λοιπόν αφήσετε την επίδειξιν των άλλων δι' ευθετώτερον
+καιρόν, και αυτό μόνον σας ζητώ τώρα να κάμετε: πείσατε αυτόν τον
+νεαρόν φίλον μας, ότι πρέπει να επιδοθή εξ ολοκλήρου εις την
+φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής, και θα μας υποχρεώσετε
+και 'μένα και όλους αυτούς, διότι συμβαίνει όλοι μας να έχωμεν
+εξαιρετικόν ενδιαφέρον περί του νέου και είναι μεγάλη η επιθυμία
+μας να γίνη όσον ημπορεί καλύτερος· ονομάζεται Κλεινίας και είναι
+υιός του Αξιόχου, εγγονός του παλαιού Αλκιβιάδου και πρώτος
+εξάδελφος του σημερινού Αλκιβιάδου. {2} Είναι ακόμη νέος και
+φοβούμεθα, ότι πρέπει να φοβήται κανείς πάντοτε δι' αυτήν την
+ηλικίαν, μήπως μας προλάβη κανείς και δώση κάποιαν άλλην διεύθυνσιν
+εις το πνεύμα του και μας τον χαλάση· δεν ημπορούσετε λοιπόν να
+έλθετε εις καταλληλοτέραν στιγμήν· και αν δεν υπάρχη τίποτε να σας
+εμποδίζη, δοκιμάσετε τον νέον και συνδιαλεχθήτε μαζί του επί
+παρουσία μου.
+
+Αυτά του είπα επάνω κάτω αυτολεξεί, και ο Ευθύδημος αμέσως με ύφος
+ανθρώπου που έχει θάρρος και πεποίθησιν εις τον εαυτόν του μου
+λέγει:
+
+— Αλλά τίποτε δεν μας εμποδίζει, Σώκρατες, αρκεί μόνον να θέλη ο
+νέος ναπαντήση εις τας ερωτήσεις μας.
+
+— Α, όσο δι' αυτό, έγνοια σου, είναι αρκετά συνηθισμένος· διότι
+αυτοί εδώ οι φίλοι του δεν τον αφήνουν σχεδόν ποτέ από κοντά, και
+συχνά τον ερωτούν και συνδιαλέγονται μαζί του· ώστε ελπίζω να
+αποκριθή με θάρρος και χωρίς δυσκολίαν.
+
+Αλλά πως θα ημπορέσω, Κρίτων, να σου διηγηθώ τώρα καλώς τα μετά
+ταύτα; διότι δεν είναι μικρόν πράγμα ν' αναλάβη κανείς να κάμη
+πιστήν διήγησιν τόσον θαυμαστής σοφίας· ώστε και εγώ, όπως οι
+ποιηταί, πριν επιληφθώ της διηγήσεως, έχω ανάγκην να επικαλεσθώ τας
+Μούσας και την Μνημοσύνην. Ήρχισε λοιπόν κατ' αυτόν, νομίζω, τον
+τρόπον ο Ευθύδημος την ομιλίαν:
+
+— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, ποίοι είναι εκείνοι που μανθάνουν, οι
+σοφοί ή οι αμαθείς;
+
+Και ο νέος, σαν δύσκολον φυσικά που ήτο το ερώτημα, εκοκκίνησε, και
+με προφανή απορίαν έστρεψε τα βλέμματά του προς εμένα.
+
+Εγώ άμα τον είδα, που τα έχασε: θάρρος, του είπα, Κλεινία, και
+απάντησε χωρίς συστολήν ό,τι σου φαίνεται το ορθότερον· ίσως απ'
+αυτό να βγη ανυπολόγιστος ωφέλεια για σένα.
+
+Εν τω μεταξύ όμως ο Διονυσόδωρος έσκυψεν ολίγον και μου είπε εις το
+αυτί, ενώ ολόκληρον το πρόσωπον του εμειδία:
+
+— Και μολαταύτα σου προλέγω, Σωκράτη, πως ό,τι και να απαντήση ο
+νέος θα πέση έξω.
+
+Και ενώ μου έλεγεν αυτά ο νέος εν τω μεταξύ είχε πλέον απαντήση,
+ώστε δεν ευρήκα καιρόν να του συστήσω καν να προσέξη εις την
+απάντησίν του, αλλ' απεκρίθη, ότι βέβαια οι σοφοί είναι εκείνοι που
+μανθάνουν.
+
+Και ο Ευθύδημος τον ερώτησε πάλιν:
+
+— Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι, τους οποίους ονομάζεις διδασκάλους, ή
+όχι;
+
+Ο Κλεινίας απήντησε καταφατικώς.
+
+— Λοιπόν οι διδάσκαλοι δεν είναι διδάσκαλοι εκείνων που μανθάνουν,
+όπως ο κιθαριστής ή ο γραμματιστής ήσαν βέβαια διδάσκαλοι και
+ιδικοί σου και άλλων παιδιών, σεις δε μαθηταί;
+
+— Μάλιστα.
+
+— Αλλά τον καιρόν που εμανθάνετε, δεν εγνωρίζετε ακόμη τα
+πράγματα, που εμανθάνετε;
+
+— Όχι.
+
+— Τότε λοιπόν, που δεν τα εγνωρίζετε ακόμη, ήσασθε σοφοί;
+
+— Όχι, βέβαια.
+
+— Ώστε αφού δεν ήσασθε σοφοί, ήσασθε αμαθείς;
+
+— Εννοείται και ήμασθε.
+
+— Εσείς λοιπόν που εμανθάνετε τα πράγματα, που δεν εγνωρίζετε, τα
+εμανθάνετε ενώ ήσασθε αμαθείς.
+
+Ο νέος απήντησε καταφατικώς με κλίσιν της κεφαλής.
+
+— Ώστε οι αμαθείς είναι εκείνοι που μανθάνουν, Κλεινία, και όχι οι
+σοφοί, καθώς εσύ φρονείς.
+
+Μόλις είπεν αυτά, όπως ένας χορός εις το σημείον του διδασκάλου,
+όλοι οι ακόλουθοι εκείνοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου
+εξερράγησαν εις θορυβώδεις επευφημίας και γέλωτας. Και πριν ακόμη
+λάβη ο νέος καιρόν να πάρη καλά καλά την αναπνοήν του τον
+παραλαμβάνει ο Διονυσόδωρος και τον ερωτά:
+
+— Αλλά δεν μου λέγεις, Κλεινία, όταν ο διδάσκαλός σας σάς εμάνθανε
+κάτι τι από στήθους, ποιοι το εμάνθανον, οι σοφοί ή οι αμαθείς;
+
+— Οι σοφοί, απήντησεν ο Κλεινίας.
+
+— Οι σοφοί λοιπόν μανθάνουν και όχι οι αμαθείς. Ώστε δεν απήντησες
+σωστά εις τον Ευθύδημον.
+
+Τότε δα ήσαν και αν ήσαν τα γέλοια και ο θόρυβος εκ μέρους των
+θαυμαστών του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου, εις τους οποίους
+επροξένει κατάπληξιν η τόση του σοφία. Εμείς οι άλλοι εμείναμεν
+εμβρόντητοι χωρίς λέξιν να λέγωμεν. Και μόλις μας είδεν εις αυτήν
+την κατάστασιν ο Ευθύδημος, διά να μας δώση ακόμη μεγαλυτέραν ιδέαν
+της σοφίας του, αρπάζει πάλιν τον νέον και τον ερωτά, δίδων, όπως
+οι γυμνασμένοι χορευταί, άλλην στροφήν εις την ιδίαν ερώτησιν:
+
+— Ειπέ μας λοιπόν τώρα, εκείνοι που μανθάνουν, μανθάνουν όσα
+γνωρίζουν ή όσα δεν γνωρίζουν;
+
+Και ο Διονυσόδωρος πάλιν μου ψιθυρίζει σιγά εις το αυτί:
+
+— Να ιδής, άλλο πάλιν αυτό, Σωκράτη, σαν το πρώτο.
+
+— Αλλά και η πρώτη, μα τον Δία, ερώτησις ήτο πράγματι ανταξία
+υμών.
+
+— Όλο τέτοια ερωτήματα κάνομ' εμείς, που δεν ημπορεί κανείς να τα
+βγάλη πέρα.
+
+— Και αυτό βέβαια εξηγεί πως έχετε τόσον κύρος μεταξύ των μαθητών
+σας.
+
+Εν τούτοις ο Κλεινίας είχεν αποκριθή εις τον Ευθύδημον, ότι
+μανθάνουν όσα δεν γνωρίζουν εκείνοι που μανθάνουν.
+
+Και ο Ευθύδημος εξηκολούθησε να τον ερωτά κατά τον αυτόν τρόπον
+καθώς και πρότερον:
+
+— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, γνωρίζεις τα γράμματα;
+
+— Τα γνωρίζω.
+
+— Μα όλα;
+
+— Όλα.
+
+— Αλλά όταν ένας απαγγέλλη κάτι τι, δεν απαγγέλλει γράμματα;
+
+— Βεβαίως.
+
+— Ώστε απαγγέλλει κάτι που εσύ το γνωρίζεις, αφού τα γνωρίζεις
+όλα;
+
+Παρεδέχθη και αυτό.
+
+— Ε, πώς; δεν μανθάνεις λοιπόν εσύ εκείνα που σου αποστηθίζουν,
+αλλά μανθάνει εκείνος που δεν γνωρίζει γράμματα;
+
+— Όχι, απήντησεν, αλλά εγώ μανθάνω.
+
+— Μανθάνεις λοιπόν εκείνα που γνωρίζεις, αφού γνωρίζεις όλα τα
+γράμματα.
+
+Ηναγκάσθη να συγκατανεύση.
+
+— Δεν απήντησες λοιπόν ορθώς.
+
+Δεν είχεν ακόμη καλά καλά τελειώση ο Ευθύδημος, και αμέσως παίρνει
+τον λόγον, ως να ήτο σφαίρα, ο Διονυσόδωρος και σημαδεύει πάλιν τον
+νέον:
+
+— Α, Κλεινία, είπε, προσπαθεί να σε γελάση ο Ευθύδημος διότι, ειπέ
+μου, το να μανθάνη κανείς δεν σημαίνει να αποκτά την γνώσιν εκείνου
+του πράγματος που μανθάνει;
+
+— Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεινίας.
+
+— Το δε να γνωρίζη κανείς είναι τίποτε άλλο, παρά να κατέχη πλέον
+αυτήν την γνώσιν;
+
+— Όχι βέβαια.
+
+— Το να μη γνωρίζη λοιπόν κανείς θα ειπή να μην έχη ακόμη αποκτήση
+την γνώσιν· ή όχι;
+
+— Μάλιστα.
+
+— Ποιοί λοιπόν είναι εκείνοι που αποκτούν κάτι τι, εκείνοι που το
+έχουν ήδη, ή που δεν το έχουν;
+
+— Εκείνοι που δεν το έχουν.
+
+— Δεν ωμολόγησες ότι και όσοι δεν γνωρίζουν είναι από εκείνους που
+δεν έχουν κάτι;
+
+Συγκατένευσεν.
+
+— Ώστε όσοι μανθάνουν, είναι από εκείνους που αποκτούν κάτι τι,
+και όχι από εκείνους που έχουν.
+
+— Βεβαίως.
+
+— Ώστε μανθάνουν, Κλεινία, εκείνοι που δεν γνωρίζουν και όχι
+εκείνοι που γνωρίζουν.
+
+Τρίτην φοράν, καθώς εις το πάλαιμα, ετοιμάζετο ο Ευθύδημος να ρίψη
+καταγής τον νέον αλλά εγώ επειδή τον είδα καταπονεμένον πλέον και
+ήθελα να τον ξεκουράσω, διά να μη χάση όλως διόλου το θάρρος του,
+του είπα διά να τον εγκαρδιώσω:
+
+— Μην παραξενεύεσαι, Κλεινία, από αυτό το είδος της συζητήσεως,
+εις το οποίον είσαι ασυνήθιστος· διότι ίσως δεν ημπορείς να
+εννοήσης ποίος είναι ο σκοπός των φίλων μας εδώ μ' αυτά που κάνουν
+με σένα· κάνουν δηλαδή το ίδιον ό,τι και οι Κορύβαντες όταν
+υποβάλλουν εις την τελετήν του ενθρονισμού εκείνον που πρόκειται να
+μυήσουν εις τα μυστήριά των· και εκεί, καθώς θα γνωρίζης ίσως, αν
+έχης μυηθή, αρχίζουν με κάτι χορούς και άλλα τέτοια παιγνίδια· έτσι
+και αυτοί τώρα δεν κάνουν άλλο, παρά να χορεύουν και να πηδούν γύρω
+σου αστειευόμενοι, διά να σε μυήσουν κατόπιν. Φαντάσου τώρα λοιπόν
+και συ ότι και αυτά εδώ είναι τα προοίμια των σοφιστικών μυστηρίων,
+Και εν τούτοις όπως το ορίζει ο Πρόδικος, πρέπει κανείς να μάθη την
+ορθήν και κυρίαν σημασίαν των λέξεων, πράγμα ακριβώς το οποίον
+ήθελαν να σου διδάξουν οι ξένοι· διότι δεν ήξευρες, ότι το
+&μανθάνω& το λέγουν οι άνθρωποι και όταν κανείς αποκτά την γνώσιν
+ενός πράγματος την οποίαν προηγουμένως δεν είχεν, αλλά την ιδίαν
+λέξιν μεταχειρίζονται επίσης και όταν, αφού αποκτήση την γνώσιν
+ενός πράγματος, σκέπτεται διά μέσου της γνώσεως ταύτης, περί αυτού
+του ιδίου πράγματος, είτε τούτο είναι πράξις είτε ιδέα·
+συνηθέστερον μεταχειρίζονται εις την περίστασιν αυτήν μάλλον το
+ρήμα: &καταλαμβάνω& παρά το: &μανθάνω&, μεταχειρίζονται όμως ενίοτε
+και το &μανθάνω&. Εσύ όμως δεν είχες προσέξη, όπως σου το απέδειξαν
+αυτοί, ότι η ιδία λέξις εφαρμόζεται εις δύο όλως διόλου
+διαφορετικάς περιστάσεις, και δι' εκείνον που γνωρίζει και δι'
+εκείνον που δεν γνωρίζει. Το ίδιον δε συνέβη και με την δευτέραν
+ερώτησιν που σου έκαμαν, εάν μανθάνη κανείς εκείνα που γνωρίζει ή
+εκείνα που δεν γνωρίζει. Όλα λοιπόν αυτά είναι παιγνίδια ως προς τα
+καθ' αυτό μαθήματα· και δι' αυτό ισχυρίσθην εγώ ότι έπαιζαν μαζί
+σου· και τα ονομάζω παιγνίδια, διότι και αν κανείς ήθελε μάθη πολλά
+τέτοια και αν ακόμη και όλα τα εμάθαινε, δεν θα εγνώριζε καλύτερον
+την αληθή φύσιν και ουσίαν των πραγμάτων· το πολύ θα ημπορούσε να
+διασκεδάζη με τους ανθρώπους και να τους εξαφνίζη με αυτήν την
+διπλήν σημασίαν των λέξεων, όπως ένας που σου βάζει πόδι και σε
+ρίχτει ανάσκελα, ή όπως εκείνοι που σου τραβούν από πίσω το σκαμνί
+την ώραν που πας να καθίσης και πεθαίνουν ύστερα στα γέλοια άμα σε
+ιδούν ξαπλωμένο φαρδύ πλατύ καταγής· ώστε όλα αυτά που έκαμαν ως
+τώρα με σένα να τα πάρης έτσι για παιγνίδι· τώρα βέβαια θα έλθη και
+η σειρά των σπουδαίων και σοβαρών, και θα αναλάβω εγώ την
+υποχρέωσιν να τους παρακαλέσω να κρατήσουν την υπόσχεσίν που μας
+έδωσαν· διότι υπεσχέθησαν να μας διδάξουν την τέχνην, με την οποίαν
+να προτρέπωνται οι άνθρωποι εις την καλλιέργειαν της αρετής· αλλά
+ενόμισαν, μου φαίνεται, πως έπρεπε ν' αρχίσουν μ' αυτάς τας
+αστειότητας μαζί σου. Ας είναι λοιπόν, φίλε μου Ευθύδημε και
+Διονυσόδωρε· επαίξατε όσο επαίξατε και ίσως να φθάνη πλέον. Ελάτε
+τώρα εις το προκείμενον και διδάξετε τον νέον, πως πρέπει να
+καλλιεργήση την αρετήν και την σοφίαν. Προηγουμένως θα σας εκθέσω
+εγώ τας βλέψεις μου επ' αυτού του αντικειμένου και κατά ποίον
+τρόπον επιθυμώ να το ακούσω πραγματευόμενον το ζήτημα· αλλά σας
+παρακαλώ μη με περιγελάσετε, εάν εύρητε πως τα λέγω απλοϊκά και
+γελοία· η επιθυμία ν' ακούσω και να επωφεληθώ της σοφίας σας μου
+δίδει το θάρρος να αυτοσχεδιάσω εμπρός σας. Ανεχθήτε λοιπόν να με
+ακούσετε, σεις και οι μαθηταί σας, χωρίς να γελάσετε, συ δε, υιέ
+του Αξιόχου, απάντησε μου:
+
+— Αρά γε όλοι οι άνθρωποι επιθυμούμεν να είμεθα ευτυχείς; αλλά τι
+λέγω; μήπως αμέσως — αμέσως άρχισα με καμμίαν από εκείνας τας
+ανοησίας που εφοβούμην; διότι πράγματι είναι ανόητον και να κάνη
+κανείς τέτοιαν ερώτησιν και οποίος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν
+θέλει να είναι ευτυχής;
+
+— Κανείς βέβαια, είπεν ο Κλεινίας.
+
+— Έστω λοιπόν· αφού καθένας επιθυμεί να είναι ευτυχής, πώς θα
+ημπορούσε να γίνη; τάχα αν ήθελεν αποκτήση πολλά αγαθά; ή μήπως
+αυτή η ερώτησις να είναι ακόμη πιο ανόητη και από την πρώτην; διότι
+είναι φανερόν πως έτσι είναι το πράγμα.
+
+Έμεινε σύμφωνος.
+
+— Ας εξετάσωμεν όμως, ποία μεταξύ όλων των πραγμάτων ονομάζομεν
+αγαθά; ή είναι εύκολον και αυτό, και δεν χρειάζεται καμμιά πολύ
+μεγάλη σοφία διά να το εύρη κανείς; διότι ο καθένας θα μας έλεγε,
+παραδείγματος χάριν, ότι ένα καλόν πράγμα είναι, να είσαι πλούσιος·
+δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη. — Επίσης η υγιεία, η
+ευμορφιά και αι άλλαι όμοιαι τελειότητες του σώματος, δεν είναι και
+αυταί αγαθά; — Έμεινε σύμφωνος. — Αλλά ακόμη και η ευγένεια και η
+δύναμις, αι τιμαί και τα αξιώματα εις την πατρίδα σου είναι φανερόν
+πως είναι αγαθά. Το παρεδέχθη και αυτό. — Ποία είναι τώρα τα αγαθά
+που μας υπολείπονται ακόμη; τι να είναι τάχα η σωφροσύνη, η
+δικαιοσύνη και η ανδρεία; παραδέχεσαι εσύ, Κλεινία, ότι θα ήτο
+ορθόν να κατατάξωμεν και αυτά μεταξύ των αγαθών, ή όχι; διότι
+ημπορούσε κανείς να το αμφισβητήση· εσύ όμως τι φρονείς; — Και αυτά
+είναι αγαθά, μου απεκρίθη. — Έστω λοιπόν, αλλά την σοφίαν σε ποια
+σειρά τάχα να την βάλωμεν; εις τα αγαθά; ή ποια είναι η ιδέα σου; —
+Εις τα αγαθά. — Κύτταξε μήπως παρελείψαμεν κανένα άλλο, που να
+αξίζη τον κόπον. — Μα μου φαίνεται πως δεν παρελείψαμεν.
+
+Αλλά εγώ, αφού εσυλλογίσθηκα ολίγον, — Μα τον θεόν, είπα, ολίγο
+έλειψε ναφήσωμεν έξω το σπουδαιότερον! — Και ποιό είναι αυτό; μ'
+ερώτησεν ο Κλεινίας. — Την ευτυχίαν, Κλεινία, αυτό το δώρον να
+επιτυγχάνη κανείς εις όλα τα πράγματα, που όλοι οι άνθρωποι, και οι
+χειρότεροι ακόμη, θεωρούν το πρώτον απ' όλα τα αγαθά. — Αλήθεια
+λέγεις, είπεν ο Κλεινίας. Και εγώ, σαν να ήλθα πάλιν εις τον εαυτόν
+μου, — Ολίγο έλειψε, του είπα, Κλεινία, να γίνωμεν και οι δύο
+καταγέλαστοι εμπρός εις αυτούς τους ξένους. — Πώς αυτό; με ηρώτησε.
+— Διότι ενώ ήδη έχομεν αναφέρη ανωτέρω μεταξύ των αγαθών την
+ευτυχίαν, εκάμαμεν τώρα πάλιν λόγον περί αυτής. — Και τι έχει να
+κάμη αυτό; — Είναι γελοίον να επανέρχεται κανείς εις εκείνο, που
+έχει ήδη είπη, και να επαναλαμβάνη δύο φορές τα ίδια πράγματα. — Τι
+θέλεις να είπης; — Η σοφία, του απήντησα, είναι δίχως άλλο η
+ευτυχία· κ' ένα παιδί μπορεί να το καταλάβη αυτό.
+
+Εκείνος παρεξενεύθη· τόσον είναι ακόμη νέος και απλούς· και εγώ το
+παρετήρησα και του είπα:
+
+— Και πως; δεν γνωρίζεις τάχα, Κλεινία, ότι την μεγαλυτέραν από
+κάθε άλλον επιτυχίαν εις την αύλησιν την έχουν οι εξ επαγγέλματος
+αυληταί; — Το γνωρίζω. — Το ίδιον δε και οι γραματισταί εις την
+γραφήν και την ανάγνωσιν των γραμμάτων; — Βεβαιότατα. — Τι δε; ως
+προς τους κινδύνους της θαλάσσης μήπως νομίζεις πως υπάρχουν άλλοι
+τινές που να τους διαφεύγουν επιτυχέστερον από τους σοφούς
+κυβερνήτας; — Όχι βέβαια.
+
+— Και αν επήγαινες εις τον πόλεμον, δεν θα επροτιμούσες να
+συμμερισθής τους κινδύνους και τας τύχας της εκστρατείας με ένα
+σοφόν μάλλον στρατηγόν παρά με ένα αμαθή; — Και βέβαια με σοφόν. —
+Το ίδιον και αν συνέβαινε να ασθενήσης, δεν θα εμπιστεύεσο τον
+εαυτόν σου μάλλον εις ένα σοφόν ιατρόν παρά εις ένα αμαθή; —
+Αναμφιβόλως. — Διότι βέβαια παραδέχεσαι ότι θα είχες μεγαλυτέρας
+πιθανότητας επιτυχίας, όταν έχης να κάμης με ένα σοφόν παρά με ένα
+αμαθή· ή όχι; — Μάλιστα. — Ώστε η σοφία είναι εκείνη που
+εξασφαλίζει πάντοτε την επιτυχίαν εις τον άνθρωπον διότι με την
+σοφίαν ποτέ δεν είναι δυνατόν να πέση κανείς έξω και μαζί της κατ'
+ανάγκην κάθε επιχείρησις θα στέφεται υπό επιτυχίας· διότι
+διαφορετικά δεν θα ήτο πλέον σοφία.
+
+Τέλος πάντων εμείναμεν, δεν ηξεύρω πώς, σύμφωνοι ότι γενικώς το
+πράγμα είναι έτσι όπως το είπαμεν και ότι πανταχού και πάντοτε η
+επιτυχία συμβαδίζει μετά της σοφίας. Και αφού εσυμφωνήσαμεν εις
+αυτό, τον ηρώτησα εκ νέου ποίαν ιδέαν θα είχε τώρα δι' εκείνα που
+παραδέχθημεν κατ' αρχάς. Διότι παρεδέχθημεν, του είπα, ότι θα
+είμεθα ευτυχείς και ευχαριστημένοι, αν είχαμεν πολλά αγαθά, —
+Μάλιστα. — Λοιπόν, σε ερωτώ, θα ήμεθα ευτυχείς με τα αγαθά που
+κατέχομεν, αν μας ωφελούσαν, ή αν δεν μας ωφελούσαν εις τίποτε; —
+Αν μας ωφελούσαν βέβαια. — Θα ωφελούσαν όμως αρά γε εις τίποτε, αν
+απλώς τα είχαμεν, χωρίς να κάμωμεν καμμίαν χρήσιν αυτών; αν,
+παραδείγματος χάριν, είχαμεν αφθόνους τροφάς και δεν τας ετρώγαμεν,
+ή ποτά και δεν τα επίναμεν, θα ημπορούσαμεν να ειπούμεν ότι μας
+ωφελούν τίποτε; — Όχι βέβαια. — Έτσι και όλοι οι τεχνίται, αν είχαν
+όλα, που του χρειάζονται του καθενός διά το επάγγελμά του, και δεν
+έκαμναν καμμίαν χρήσιν αυτών, θα ήσαν αρά γε ευτυχείς απλώς και
+μόνον δι' αυτό, διότι έχουν δηλαδή όλα όσα πρέπει να έχη ο
+τεχνίτης; αν, παραδείγματος χάριν, ένα ξυλουργός είχεν όλα τα
+εργαλεία που του χρειάζονται και όλην επίσης την ξυλικήν, δεν τα
+ειργάζετο όμως, θα έβλεπε τάχα καμμίαν ωφέλειαν από αυτό; — Καμμίαν
+απολύτως. — Και λοιπόν, αν ένας άνθρωπος είχε άπειρα πλούτη και όλα
+εκείνα τα άλλα αγαθά που ανεφέραμεν, χωρίς όμως να τα χρησιμοποιή
+καθόλου, η κτήσις αρά γε αυτών των αγαθών μόνη θα έφθανε διά να τον
+κάμη ευτυχή; — Όχι βέβαια, Σώκρατες. — Πρέπει λοιπόν, καθώς
+φαίνεται, διά να είναι ευτυχής ένας άνθρωπος, όχι μόνον να είναι
+κάτοχος όλων αυτών των αγαθών, αλλά και να τα μεταχειρίζεται
+προσέτι· διότι άλλως εις τίποτε δεν του χρησιμεύει η απόκτησίς των.
+— Αυτό είναι η αλήθεια. — Παραδέχεσαι λοιπόν τώρα, Κλεινία, ότι η
+κτήσις και η χρήσις των αγαθών αρκούν διά να κάμουν ένα άνθρωπον
+ευτηχή; — Έτσι μου φαίνεται. — Αλλά οφείλει αρά γε να κάμνη ορθήν
+χρήσιν, ή είναι αδιάφορον το πράγμα; — Ορθήν βέβαια. — Πολύ σωστά
+απήντησες· επειδή πολύ χειρότερον είναι, νομίζω, να κάμνη κανείς
+κακήν χρήσιν ενός πράγματος, παρά να μην κάμνη καθόλου· διότι το
+πρώτον είναι κακόν, ενώ το άλλο τουλάχιστον δεν είναι ούτε καλόν
+ούτε κακόν· ή δεν είναι έτσι; — Έτσι μάλιστα. — Αλλά, δεν μου
+λέγεις, υπάρχει άλλο πράγμα που να διδάσκη την κατεργασίαν και την
+χρήσιν των ξύλων παρά η ξυλουργική επιστήμη; — Όχι βέβαια. — Και
+εις την κατασκευήν επίσης των εργαλείων η σχετική επιστήμη είναι
+βέβαια εκείνη που διδάσκει το ορθόν. — Μάλιστα. — Το ίδιον λοιπόν
+και διά την χρήσιν των αγαθών εκείνων που ανεφέραμεν εις την αρχήν,
+του πλούτου και της υγιείας και του κάλλους, δεν είναι η επιστήμη η
+οποία καθοδηγεί και διδάσκει πώς να τα μεταχειριζώμεθα ορθώς, ή
+τίποτε άλλο τάχα; — Η επιστήμη. — Όχι λοιπόν μόνον την επιτυχίαν,
+αλλά και την καλήν χρήσιν, καθώς φαίνεται, παρέχει η επιστήμη εις
+τους ανθρώπους εις όλα όσα έχουν ή κάμνουν. — Συμφωνώ. — Και μα την
+αλήθεια τι το όφελος από όλα τα άλλα πράγματα, που ημπορεί να έχη ο
+άνθρωπος, δίχως την φρόνησιν και την σοφίαν; τι θα τον ωφελήσουν
+όσα και αν έχη και όσα και αν κάνη, όταν δεν έχη νουν; δεν είναι
+προτιμότερον να έχη ολιγώτερα από τα άλλα και να έχη νουν; και σε
+παρακαλώ εξέτασε το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· όσον ολιγώτερα
+κάμνη κανείς, δεν θα περιπίπτη και εις ολιγώτερα σφάλματα; και εις
+όσον ολιγώτερα σφάλματα περιπίπτη, δεν θα ευρίσκεται και εις
+ολιγώτερον κακήν κατάστασιν; και εις όσον ολιγώτερον κακήν
+κατάστασιν ευρίσκεται, δεν θα είναι και ολιγώτερον δυστυχής; — Και
+βέβαια. — Και πότε θα κάμνη κανείς ολιγώτερα, όταν είναι πτωχός ή
+πλούσιος; — Όταν είναι πτωχός.
+
+— Και όταν είναι ασθενής ή ισχυρός; — Ασθενής· — Όταν έχη αξιώματα
+και τιμάς, ή όταν δεν έχη; — Όταν δεν έχη. — Επίσης όταν είναι
+ανδρείος και ανεπτυγμένος θα πράττη ολιγώτερα, ή δειλός; — Δειλός.
+— Λοιπόν και οκνηρός μάλλον ή δραστήριος;
+
+— Μάλιστα. — Και αργός μάλλον ή γρήγορος; και ένας που έχει
+αμβλείαν μάλλον την ακοήν και την όρασιν ή οξείαν;
+
+Και αφού εμείναμεν σύμφωνοι εις όλα αυτά, — Διά να ανακεφαλαιώσωμεν
+λοιπόν, είπα, Ω Κλεινία, φαίνεται πως όλα εκείνα, που ωνομάσαμεν
+εις την αρχήν αγαθά, δεν θα ειπή ότι ημπορούν να θεωρηθούν αυτά
+καθ' εαυτά και εκ φύσεως αγαθά, αλλά το πράγμα, κατά τα φαινόμενα,
+έχει ως εξής· εάν μεν ευρίσκωνται εις την εξουσίαν της αμαθείας,
+είναι χειρότερα από τα αντίθετα κακά, διότι παρέχουν περισσότερα
+μέσα ενεργείας εις τον ανόητον, κάτοχον αυτών· εάν όμως εξυπηρετούν
+την φρόνησιν και την σοφίαν, τότε είναι τα μεγαλύτερα αγαθά· καθ'
+εαυτά όμως δεν έχουν καμμίαν απολύτως αξίαν ούτε τα μεν ούτε τα δε.
+
+— Μου φαίνεται ότι έχεις απόλυτον δίκαιον, όπως τα λέγεις.
+
+— Ποίον είναι λοιπόν το συμπέρασμά μας απ' όλα όσα είπαμεν; ότι
+γενικώς τίποτε από τα άλλα δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν, εκτός
+αν εξαιρέσης δύο μόνον πράγματα, την σοφίαν, η οποία είναι καλόν
+και την αμάθειαν, η οποία είναι κακόν. — Είμαι σύμφωνος.
+
+— Τώρα λοιπόν ας προχωρήσωμεν και παρακάτω· επειδή όλοι οι
+άνθρωποι έχουν την επιθυμίαν και θέλουν να γίνουν ευτυχείς, είδομεν
+δε ότι διά να γίνωμεν τοιούτοι πρέπει να μεταχειριζώμεθα τα
+πράγματα, και μάλιστα να τα μεταχειριζόμεθα ορθώς, και ότι την
+ορθήν αυτών χρήσιν και την επιτυχίαν επομένως μας την παρέχει η
+επιστήμη, πρέπει λοιπόν κάθε άνθρωπος εκ παντός τρόπου και με όλας
+του τας δυνάμεις να επιδιώκη πώς να γίνη όσον το δυνατόν σοφώτερος;
+ή όχι; — Μάλιστα.
+
+— Με την πεποίθησιν επομένως αυτήν, ότι πολύ περισσότερον αξίζει
+να παραλάβη κανείς σοφίαν από τον πατέρα του παρά οσαδήποτε
+χρήματα, καθώς επίσης από τους επιτρόπους του, από τους φίλους του,
+και τους άλλους και εκείνους που του κάμνουν τον εραστήν, από τους
+ξένους, από τους συμπολίτας του, μεταχειριζόμένος μάλιστα και
+δεήσεις και ικεσίας διά να του μεταδώσουν την σοφίαν, δεν είναι
+καθόλου αισχρόν ούτε καμμία εντροπή, Κλεινία, χάριν ενός τοιούτου
+σκοπού να κάμνη και τον υπηρέτην ακόμη και τον δούλον, επί καλού
+εννοείται πάντοτε, και εις τον εραστήν του και εις κάθε άλλον
+άνθρωπον, αρκεί να το κάμνη από την ζωηράν επιθυμίαν να γίνη σοφός·
+ή δεν είσαι και συ αυτής της ιδέας;
+
+— Απεναντίας· όλα αυτά που λέγεις μου φαίνονται σωστότατα.
+
+— Εάν, εννοείται, εν πάση περιπτώσει είναι η σοφία πράγμα που να
+ημπορή να διδαχθή και δεν κατεβαίνει έτσι μόνη της εις τα κεφάλια
+των ανθρώπων από τον ουρανόν· διότι υπολείπεται να εξετάσωμεν και
+αυτό το ζήτημα, εις το οποίον δεν έχομεν ακόμη συμφωνήση εγώ και
+συ. — Αλλά εγώ, Σωκράτη, παραδέχομαι ότι ημπορεί να διδαχθή.
+
+Γεμάτος χαράν από αυτήν την απάντησιν, — Θαυμάσια! ανέκραξα, ω
+άριστε των ανθρώπων, και έκαμες πολύ καλά που με απήλλαξες από
+αυτήν την μακράν εξέτασιν, αν ημπορή να διδαχθή η σοφία ή όχι· τώρα
+λοιπόν, αφού πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να διδαχθή και ότι είναι
+το μόνον πράγμα που παρέχει εις τον άνθρωπον την ευδοκίμησιν και
+την ευδαιμονίαν, ημπορείς να μη παραδεχθής ότι είναι ανάγκη με κάθε
+τρόπον να την επιδιώκωμεν, και συ ο ίδιος δεν έχεις εις τον νουν
+σου να το κάμης; — Δίχως άλλο, Σωκράτη, και με όλα μου τα δυνατά
+μάλιστα.
+
+Κατενθουσιασμένος από αυτήν του την διαβεβαίωσιν, — Ιδού λοιπόν,
+είπα, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, το ιδικόν μου παράδειγμα, πώς επάνω
+κάτω θα επιθυμούσα να είναι οι προτρεπτικοί διά την αρετήν λόγοι,
+αλλά ίσως κάπως ακατέργαστον και παρατραβηγμένον· τώρα όποιος από
+τους δύο σας θέλει ας κάμη το ίδιον, αλλά με όλους τους κανόνας της
+τέχνης· ή, αν δεν θέλετε αυτό, από εκεί που το άφησα εγώ, αναλάβετε
+να διδάξετε τον νέον, αν πρέπη να μάθη όλας τας επιστήμας, ή
+υπάρχει μία, που ημπορεί να τον κάμη άνθρωπον ενάρετον και ευτυχή,
+και ποια είναι αυτή· διότι, καθώς σας έλεγα και απ' αρχής,
+συμβαίνει να έχωμεν όλοι μας την ζωηροτέραν επιθυμίαν να γίνη αυτός
+ο νέος καλός και σοφός άνθρωπος.
+
+Αφού λοιπόν είπα αυτά, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν διά να
+ιδώ κατά ποίον τρόπον θα επελαμβάνοντο της συζητήσεως και πως θα
+ήρχιζαν διά να παροτρύνουν τον Κλεινίαν εις την άσκησιν της σοφίας
+και της αρετής. Τον λόγον έλαβε πρώτος ο Διονυσόδωρος, ο
+μεγαλύτερος από τους δύο αδελφούς, και όλοι προσηλώσαμεν επάνω του
+τα βλέμματά μας με την ιδέαν ότι θα ηκούαμεν αμέσως λόγους
+θαυμαστούς από το στόμα του· και δεν εβγήκαμεν πραγματικώς
+γελασμένοι· διότι, είναι η αλήθεια, μας είπε, Κρίτων, πράγματα
+θαυμάσια, που αξίζει να τα ακούσης και συ· τόσον ήσαν κατάλληλα να
+παρακινήσουν τον άνθρωπον εις την καλλιέργειαν της αρετής.
+
+— Ειπέ μου, Σωκράτη, και όλοι εσείς, που καθώς λέγετε επιθυμείτε
+να γίνη σοφός αυτός ο νέος, αστειεύεσθε με αυτά που λέγετε, ή
+πραγματικώς το επιθυμείτε με όλα σας τα σοβαρά;
+
+Και εμένα μου επέρασε τότε από την ιδέαν, πως ημπορεί πράγματι να
+επίστευσαν, ότι είχαμεν διάθεσιν να αστειευθούμεν, όταν τους
+παρακαλέσαμεν προηγουμένως να συζητήσουν με τον νεαρόν φίλον μας,
+και δι' αυτό ήρχισαν και εκείνοι να παίζουν μαζί του και να μη
+σπουδαιολογούν. Αυτό μου επέρασε από τον νουν και δι' αυτό έσπευσα
+να τον διαβεβαιώσω με τον θετικώτερον τρόπον ότι σπουδαιολογούμεν
+με όλα μας τα σωστά.
+
+— Πρόσεχε λοιπόν, Σωκράτη, εξηκολούθησεν ο Διονυσόδωρος, μήπως
+απαρνηθής σε λίγο, αυτό που διαβεβαιώνεις τώρα. — Ηξεύρω καλά
+εκείνο που λέγω, και δεν είναι φόβος να το αρνηθώ. — Καλά λοιπόν
+λέγετε πως επιθυμείτε να γίνη σοφός ο φίλος σας. — Αυτό ακριβώς. —
+Και τώρα, σας παρακαλώ, είναι σοφός ο Κλεινίας ή όχι; — Ο ίδιος
+λέγει πως δεν είναι ακόμη, διότι δεν είναι καθόλου φαντασμένο το
+παιδί. — Εσείς λοιπόν θέλετε να γίνη σοφός, και να μην είναι
+αμαθής. — Μάλιστα, αυτό θέλομεν. — Ώστε θέλετε λοιπόν να γίνη
+εκείνο που δεν είναι, και να μην είναι πλέον εκείνο που είναι τώρα.
+
+Εγώ επάνω εις αυτό εταράχθηκα ολίγον και ο Διονυσόδωρος
+επωφελούμενος της ταραχής μου έσπευσεν αμέσως να είπη: Αφού λοιπόν
+επιθυμείτε να μην είναι πλέον ο Κλεινίας εκείνο που είναι τώρα,
+πάει να πη, καθώς φαίνεται, πως επιθυμείτε να μην είναι ζωντανός;
+Να, μα την αλήθεια, φίλοι μια φορά και ερασταί, που πρώτ' απ' όλα
+επιθυμούν τον θάνατον του αγαπημένου των!
+
+Μόλις ήκουσε αυτό ο Κτήσιππος άναψαν αμέσως τα αίματά του και
+γεμάτος αγανάκτησιν του λέγει: Ξένε μου Θούριε, αν δεν ήτανε κάπως
+χονδρόν εκ μέρους μου, θα σου έλεγα &στο κεφάλι σου&, που
+φαντάσθηκες να μας αποδώσης τέτοιο ψέμμα σε μένα και σ' αυτούς τους
+άλλους, που είναι και να το λέγη κανείς αμαρτία, πως εγώ επιθυμώ
+τον θάνατον αυτού! — Κτήσιππε, του είπεν ο Ευθύδημος, παραδέχεσαι,
+πως ημπορεί κανείς να ψευσθή; — Το παραδέχομαι βέβαια, εκτός αν
+είμαι παράφρων. — Αλλ' όταν κανείς ψεύδεται, λέγει το πράγμα περί
+του οποίου πρόκειται ο λόγος, ή δεν το λέγει; — Το λέγει. — Λοιπόν,
+αφού το λέγει, θα πη ότι δεν λέγει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που
+λέγει. — Αυτό ν' ακούεται. — Αλλά βέβαια θα παραδεχθής, ότι εκείνο
+που λέγει είναι ένα κάποιο πράγμα χωριστόν από όλα τα άλλα. — Δεν
+έχω αντίρρησιν. — Ώστε εκείνος που το λέγει αυτό, λέγει ένα πράγμα
+που υπάρχει. — Ναι. — Αλλά εκείνος που λέγει ένα πράγμα που υπάρχει
+λέγει το πραγματικόν, το αληθινόν· ώστε ο Διονυσόδωρος, αφού λέγει
+εκείνο που υπάρχει, λέγει εκείνο που είναι, και επομένως δεν είπε
+κανένα ψέμμα για σένα. — Ναι, μα εκείνος που το λέγει αυτό,
+Ευθύδημε, λέγει πράγμα που δεν είναι.
+
+Τότε ο Ευθύδημος, — Όταν λέγωμεν, είπεν, ένα πράγμα που δεν είναι,
+εννοούμεν τίποτε άλλο παρά πως αυτό το πράγμα δεν υπάρχει; —
+Μάλιστα, πως δεν υπάρχει. — Και ένα πράγμα που δεν υπάρχει, καθόλου
+βέβαια και πουθενά δεν υπάρχει. — Σύμφωνος. — Και ημπορεί λοιπόν να
+ενεργήση κανείς τίποτε με τα πράγματα που δεν υπάρχουν, εις τρόπον
+ώστε να κάμη εις τον Κλεινίαν, όποιος και αν είναι, κάτι που
+καθόλου δεν υπάρχει; — Δεν μου φαίνεται εμένα τουλάχιστον,
+απήντησεν ο Κτήσιππος. — Αλλά οι ρήτορες, όταν ομιλούν ενώπιον του
+λαού, τίποτε δεν ενεργούν; — Ενεργούν βέβαια. — Αφού λοιπόν
+ενεργούν, θα πη πως κάμνουν κάτι. — Μάλιστα. — Ώστε ομιλώ σημαίνει
+ενεργώ και κάμνω. — Έστω. — Κανείς λοιπόν δεν λέγει πράγματα που
+δεν υπάρχουν, διότι και απλώς με το να λέγη, κάμνει ήδη κάτι τι, συ
+δε ωμολόγησες ότι είναι αδύνατον να κάμη κανένα πράγμα που δεν
+υπάρχει· ώστε, συμφώνως με την ομολογίαν σου, κανείς δεν ημπορεί να
+ειπή ψέμματα, αλλά, εάν ωμίλησεν ο Διονυσόδωρος, είπε πράγματα
+αληθινά και που υπάρχουν. — Ναι, μα τον Δία, Ευθύδημε, απήντησεν ο
+Κτήσιππος· ίσως να λέγη ο Διονυσόδωρος πράγματα που είναι, δεν τα
+λέγει όμως και όπως είναι.
+
+— Πώς λέγεις, Κτήσιππε; ηρώτησεν ο Διονυσόδωρος· υπάρχουν άνθρωποι
+που λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Υπάρχουν βέβαια, απήντησεν, οι
+άνθρωποι οι καλοί και που λέγουν την αλήθειαν. — Αλλά, επανέλαβεν
+εκείνος, τα κακά πράγματα δεν είναι κάτι τι κακόν, και τα καλά
+πράγματα δεν είναι κάτι τι καλόν; — Μάλιστα. — Και υποστηρίζεις ότι
+οι καλοί άνθρωποι λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Ναι, το
+υποστηρίζω, — Κακώς λοιπόν λέγουν, Κτήσιππε, οι καλοί άνθρωποι τα
+κακά, αφού τα λέγουν όπως είναι. — Ναι, μα τον Δία, είπεν εκείνος,
+και προ πάντων μάλιστα ομιλούν κακώς διά τους κακούς ανθρώπους· και
+δι' αυτό, αν θέλης να με ακούσης, θα φυλαχθής και συ να μην είσαι
+από αυτούς, διά να μην ομιλούν και δι' εσένα κακόν οι καλοί
+άνθρωποι· διότι, πρέπει να ηξεύρης, οι καλοί ομιλούν πάντα κακόν
+διά τους κακούς.
+
+— Λοιπόν και διά τους μεγάλους, έλαβε τον λόγον ο Ευθύδημος,
+ομιλούν μεγάλα και διά τους ζεστούς ζεστά; — Βεβαιότατα, απήντησεν
+ο Κτήσιππος, και διά τους κρύους κρύα, και λέγουν πως οι λόγοι των
+και οι ομιλίες των είναι κρύες. — Α, α, εσύ, βλέπω, Κτήσιππε, είπεν
+ο Διονυσόδωρος, ήρχισες τα πειράγματα και τας ύβρεις. — Κάθε άλλο,
+μα την αλήθεια! εγώ απεναντίας σε εκτιμώ πολύ, Διονυσόδωρε, αλλά σε
+συμβουλεύω ως φίλον και θέλω να εννοήσης ότι δεν πρέπει να λέγης
+εμπρός μου και με τόση αδιαντροπιά, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον
+ανθρώπων, που τους έχω καλύτερα και απ' τα μάτια μου.
+
+Εγώ καθώς τους είδα να τα χοντραίνουν έτσι μεταξύ των, ηθέλησα να
+γυρίσω το πράγμα εις το αστείον και είπα εις τον Κτήσιππον:
+
+— Μου φαίνεται, Κτήσιππε, ότι εμείς οφείλομεν να δεχώμεθα από τους
+ξένους μας ό,τι έχουν την ευχαρίστησιν να μας δίδουν και να μην
+καθήμεθα να συζητούμεν διά τας λέξεις· διότι, αν γνωρίζουν κατ'
+αυτόν τον τρόπον να θανατώνουν τους ανθρώπους, ώστε από κακούς και
+αμαθείς να τους ξανακάνουν καλούς και σοφούς, και ευρήκαν είτε
+αυτοί μόνοι των είτε από κανένα άλλον έμαθαν αυτό το θαυματουργόν
+είδος της καταστροφής και του ολέθρου, ώστε να χαλούν ένα
+παλιάνθρωπον και εις την θέσιν του να παρουσιάζουν έναν άνθρωπον
+της προκοπής — εάν, λέγω, γνωρίζουν αυτήν την τέχνην, και θα την
+γνωρίζουν βέβαια, αφού μας το διεβεβαίωσαν προ ολίγου, ότι αυτή
+είναι η νέα τέχνη των που την ανακάλυψαν τώρα κοντά, να κάνουν τους
+ανθρώπους από κακούς καλούς, ας τους παραχωρήσωμεν αυτό που μας
+ζητούν: ας θυσιάσουν τον νεαρόν φίλον μας, φθάνει να μας τον
+ξανακάμουν άνθρωπον με γνώσιν και νουν, και ακόμη και όλους μας
+εμάς τους άλλους· και αν σεις οι νέοι φοβάσθε, δέχομαι εγώ, σαν
+άνθρωπος χωρίς αξίαν, να γίνη το πείραμα επάνω μου· διότι καθώς
+είμαι και γέρος, υποβάλλομαι προθύμως εις αυτόν τον κίνδυνον και
+παραδίδω τον εαυτόν μου εις τον φίλον μας τον Διονυσόδωρον, ως να
+ήτο η Μήδεια από την Κολχίδα. Ας με σφάξη και, αν το θέλη, ας με
+βράση, ή ας με κάμη ό,τι άλλο επιθυμεί· αρκεί να με ξανακάμη
+άνθρωπον καλόν και προκομμένο.
+
+Τότε ο Κτήσιππος, — Και εγώ, είπεν, είμαι πρόθυμος, Σωκράτη, να
+παραδώσω τον εαυτόν μου εις τους ξένους να με κάμουν ό,τι θέλουν,
+και να με γδάρουν ακόμη, και περισσότερον μάλιστα απ' ό,τι γδέρνουν
+συνήθως, φθάνει μόνον εις το τέλος το δέρμα μου να καταντήση όχι
+εις ασκόν, όπως του Μαρσύου, αλλά εις αρετήν· και όμως ο
+Διονυσόδωρος απ' εδώ, του πέρασε από την ιδέαν πως εθύμωσα και
+αγρίεψα μαζί του· δεν έχει όμως δίκαιον· εγώ δεν υβρίζω, αλλ' απλώς
+αντιλέγω και αποκρούω εκείνα που αδίκως μου απέδωσεν εις τους
+λόγους του. Την αντιλογίαν λοιπόν, κύριε μου Διονυσόδωρε, μην την
+ονομάζης ύβριν· η ύβρις είναι όλως διόλου διαφορετικόν πράγμα.
+
+Επάνω εις αυτό του λέγει ο Διονυσόδωρος: — Και παραδέχεσαι τάχα
+εσύ, μ' αυτά που λέγεις, πως υπάρχει αντιλογία;
+
+— Το παραδέχομαι βεβαία, και με όλα τα σωστά μου μάλιστα· ή μήπως
+τάχα εσύ αρνείσαι την ύπαρξίν της, Διονυσόδωρε; — Αι λοιπόν, εγώ
+σου λέγω. πως ποτέ δεν θα ημπορέσης να μου αποδείξης, ότι ήκουσες
+δύο ανθρώπους να αντιλέγουν ο ένας του άλλου. — Αλήθεια λες· αλλά
+ας το ακούσωμεν τώρα, αφού θα σου παρουσιάσω την ευγενεία μου τον
+Κτήσιππον, να αντιλέγη προς εσένα τον Διονυσόδωρον. Θα ανελάμβανες
+πράγματι να μου δώσης την απόδειξιν αυτού που ισχυρίζεσαι; —
+Βεβαιότατα. — Λέγε μου λοιπόν δεν ημπορούμεν να κάμωμεν λόγον περί
+όλων των πραγμάτων: — Ημπορούμεν. Όπως υπάρχουν, ή όπως δεν
+υπάρχουν; — Όπως υπάρχουν. — Διότι βέβαια, αν ενθυμείσαι, Κτήσιππε,
+απεδείξαμεν και προηγουμένως ότι κανείς δεν λέγει ένα πράγμα που
+δεν υπάρχει· δεν ευρέθηκε ποτέ κανείς να κάμνη λόγον διά το τίποτε.
+— Και τι έχει να κάμη; είπεν ο Κτήσιππος· μήπως δι' αυτό
+αντιλέγομεν ολιγώτερον εγώ και συ: — Αλλά θα αντιλέγαμεν αρά γε, αν
+εκάμναμεν και οι δύο μας λόγον περί του αυτού πράγματος; ή θα
+ελέγαμεν απεναντίας τα αυτά πράγματα; — Τα αυτά. — Αλλά μήπως θα
+αντιλέγαμεν, όταν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος λέγωμεν το πράγμα όπως
+είναι; ή μάλλον, εν τοιαύτη περιπτώσει, κανείς από τους δύο μας δεν
+θα έκαμνε λόγον περί αυτού του πράγματος; — Δεν θα έκαμνε. — Αλλ'
+αρά γε, όταν εγώ μεν λέγω ένα πράγμα όπως είναι, συ δε ομιλείς περί
+άλλου πράγματος, μήπως αντιλέγομεν τάχα τότε; ή δεν είναι μάλλον
+αληθές, ότι εγώ μεν ομιλώ περί εκείνου του πράγματος, συ δε ούτε
+καν λόγον κάμεις περί αυτού; και εν τοιαύτη περιπτώσει πώς θα ήτο
+δυνατόν να αντιλέγωμεν;
+
+Και ο μεν Κτήσιππος έμεινεν αναπολόγητος και εσιώπησεν· εγώ δε, με
+απορίαν μου και θαυμασμόν δι όσα ήκουσα, — Πώς λέγεις, τον ηρώτησα,
+Διονυσόδωρε; έχω πράγματι ακούση από πολλούς και πολλάκις να
+κάμνουν χρήσιν αυτού του συλλογισμού και πάντοτε τον εθαύμασα·
+διότι και η σχολή του Πρωταγόρα και άλλοι ακόμη αρχαιότεροι
+φιλόσοφοι τον μετεχειρίζοντο συχνά· εμένα πάντα μου εκίνησε τον
+θαυμασμόν, και μου φαίνεται ότι και όλους τους άλλους ανατρέπει και
+αυτόν τον ίδιον· ελπίζω όμως να με διδάξης εσύ καλύτερα από κάθε
+άλλον, ποίον είναι το αληθές περί αυτού. «Δεν ημπορεί κανείς να
+ειπή ψεύματα», αυτό είναι το νόημα του συλλογισμού· δεν είναι έτσι;
+αλλ' ή κατ' ανάγκην εκείνος που ομιλεί θα λέγη αλήθειαν, ή δεν θα
+ομιλή; — Αυτό είναι, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Θέλουν να ειπούν
+με αυτό, ότι είναι αδύνατον κανείς να είπη ψεύματα, ημπορεί όμως να
+έχη ψευδείς δοξασίας; — Όχι, ούτε ψευδείς δοξασίας, μου απήντησεν.
+— Ώστε δεν υπάρχει καθόλου ούτε ψευδής δοξασία; — Όχι, — Ούτε
+αμάθεια επομένως, ούτε αμαθείς άνθρωποι· διότι τ' άλλο παρά τούτο,
+αν υπήρχε, θα ήτο η αμάθεια, να μην έχη κανείς ορθάς ιδέας περί των
+πραγμάτων; — Βεβαιότατα. — Αλλ' αυτό δεν γίνεται, είπα εγώ. — Όχι
+βέβαια. — Το λέγεις έτσι αυτό, Διονυσόδωρε, απλώς διά να γίνεται
+λόγος και να μας εκπλήξης με αυτήν την παραδοξολογίαν, ή
+πραγματικώς το πιστεύεις πως δεν υπάρχει κανείς αμαθής εις τον
+κόσμον; — Αλλ' απόδειξέ μας συ το εναντίον. — Αλλά είναι δυνατόν να
+γίνη αυτό, κατά τον λόγον σου, να αναιρέση κανείς έναν άλλον, αφού
+κανένας δεν λέγει ψεύματα; — Όχι, δεν είναι δυνατόν, είπεν ο
+Ευθύδημος — Αλλά μήπως σου εζήτησα εγώ, επανέλαβεν ο Διονυσόδωρος,
+να αναιρέσης τον ισχυρισμόν μου; διότι ένα πράγμα που δεν υπάρχει,
+πως είναι δυνατόν κανείς να το ζητήση; — Ω Ευθύδημε, είπα εγώ, δεν
+εννοώ ακόμη κατά βάθος όλα αυτά ωραία και σοφά πράγματα· κάτι όμως
+άρχισα αμυδρώς να καταλαμβάνω. Ίσως θα σου κάμω μίαν ερώτησιν κάπως
+ολίγον ανόητον, και σε παρακαλώ να μου συμπαθήσης· κοίταξε λοιπόν:
+αφού δεν είναι δυνατόν κανείς να απατάται, ούτε να έχη ψευδείς
+δοξασίας, ούτε να είναι αμαθής, ούτε επομένως και να διαπράξη
+κανένα σφάλμα δεν είναι δυνατόν, όταν κάμνη κάτι τι; αυτό δεν
+ισχυρίζεσθε; — Αυτό ακριβώς, μου απήντησε. — Ιδού λοιπόν τώρα η
+ανόητος η ερώτησις, που ήθελα να σας κάμω: αφού δεν είναι δυνατόν
+να σφάλλωμεν, ούτε εις τας πράξεις μας, ούτε εις τους λόγους μας,
+ούτε εις τας σκέψεις μας. εσείς, νάχετε καλό! αφού είναι έτσι, τι
+ήλθετε τότε να διδάξετε εδώ; ή δεν μας εβεβαιώσετε προ ολίγου ότι
+είσθε εις θέσιν καλύτερα από τον καθένα να διδάξετε την αρετήν εις
+όλους εκείνους που ήθελαν να την μάθουν;
+
+— Και τόσον λοιπόν κρονόληρος κατήντησες, Σωκράτη, είπεν ο
+Διονυσόδωρος, ώστε να έρχεσαι να μας επαναλαμβάνης τώρα εκείνα που
+είπαμεν εις την αρχήν; και αν είπα τίποτα πέρυσι θα το ενθυμηθής
+τώρα, με αυτά όμως που σου λέγω αυτήν την στιγμήν δεν ηξεύρεις τι
+να κάμης; — Διότι, είπα εγώ, είναι πολύ δύσκολα· και φυσικά, αφού
+τα λέγουν άνθρωποι τόσον σοφοί· και αυτό που είπες τώρα τελευταία
+είναι όχι ολιγώτερον δύσκολον, και πράγματι δεν ηξεύρω τι να κάμω·
+διότι τι θέλεις να είπης με αυτό το: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης&,
+που μου λέγεις, Διονυσόδωρε; ότι δηλαδή δεν ημπορώ να αναιρέσω τα
+επιχειρήματά σου; διότι, ειπέ μου, τι άλλο εννοεί αυτή η φράσις
+σου: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης& με τον λόγον μου; — Ακριβώς αυτό
+που λέγεις, πως είναι πολύ δύσκολον να κάμης τίποτε· διότι, έλα να
+σ' ερωτήσω. — Πριν να μου απαντήσης εσύ, Διονυσόδωρε; — Πώς, δεν
+θέλεις να αποκριθής λοιπόν; — Μα είναι δίκαιον αυτό; — Και βέβαια
+είναι. — Και για ποιο λόγο; ή επειδή ίσως μας ήλθες εδώ πράγματι
+σοφώτατος εις την τέχνην των λόγων και γνωρίζεις πότε πρέπει να
+αποκρίνεται κανείς και πότε δεν πρέπει; έτσι και τώρα δεν θα
+απαντήσης ουδέ λέξιν, επειδή γνωρίζεις ίσως ότι δεν πρέπει; —
+Εξακολουθείς να φλυαρής, βλέπω, και ξεχνάς να αποκριθής· μα έλα,
+καλέ μου, κάμε αυτό που σου λέγω, και απάντησέ μου, αφού το
+ομολογείς πως είμαι σοφός. — Ας υπακούσω λοιπόν, αφού είναι ανάγκη,
+καθώς φαίνεται· εσύ είσαι ο κύριος, λοιπόν εις τας διαταγάς σου,
+ερώτα με. — Λέγε μου, εκείνα που εννοούν είναι όσα έχουν ψυχήν, ή
+εννοούν και τα άψυχα; — Όχι, εκείνα που έχουν ψυχήν μόνον. — Και
+μήπως ηξεύρεις κανένα λόγον, καμμίαν φράσιν, που να έχη ψυχήν; —
+Όχι, μα την αλήθειαν. — Πώς λοιπόν με ηρώτησες προ ολίγου: τι
+εννοεί η φράσις σου; — Τι άλλο, παρά θα έκαμα αυτό το λάθος, καθώς
+φαίνεται, από βλακείαν μου· ή μήπως δεν έκαμα λάθος, αλλά είναι και
+αυτό σωστόν, που είπα πως εννούν και οι λόγοι; τι λέγεις και συ,
+έκαμα λάθος ή όχι; διότι αν δεν έκαμα, ουδέ συ θα με εξελέγξης, με
+όλην σου την σοφίαν, ούτε θα ημπορέσης να κάμης τίποτε με αυτό που
+είπα· αν δε έκαμα λάθος, ουδέ τότε πάλιν θα έχης δίκαιον, αφού
+υπεστήριξες ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να απατηθή· και δεν θα
+ειπής βέβαια τώρα, ότι με αυτά που λέγω, αναφέρομαι εις πράγματα
+που έλεγες πέρυσι· αλλά μου φαίνεται, Διονυσόδωρε και Ευθύδημε, ότι
+αυτός ο λόγος μένει πάντοτε εις την θέσιν του, και ότι, όπως και
+άλλοτε, έτσι και τώρα, ενώ ρίπτει καταγής τους άλλους, πίπτει όμως
+και ο ίδιος· και αυτή δε η τέχνη σας δεν έχει εύρη ακόμη τρόπον,
+ώστε να μη συμβαίνη αυτό, αν και είναι τόσον πράγματι θαυμαστή διά
+την λεπτολογίαν της.
+
+Επάνω εις αυτά λέγει τότε και ο Κτήσιππος: — Αι, φίλοι μας από τους
+Θουρίους ή από την Χίον, ή και απ' όπου αλλού σας αρέσει να είσθε
+και να σας λέγουν, θαυμάσια είναι αλήθεια αυτά που λέγετε, και δεν
+σας μέλλει, βλέπω, να παραμιλήτε ξυπνοί!
+
+Αλλά εγώ φοβούμενος μήπως το πράγμα καταντήση εις πειράγματα και
+ύβρεις, επροσπάθησα πάλιν να καταπραΰνω τον Κτήσιππον και του είπα:
+— Σου επαναμβάνω πάλιν, Κτήσιππε, και σένα αυτά που έλεγα πριν και
+του Κλεινία· ότι δεν γνωρίζεις ακόμη την θαυμαστήν σοφίαν των ξένων
+μας· δεν θέλουν όμως να μας την επιδείξουν εις τα σοβαρά, αλλά
+μιμούνται τον Πρωτέα, τον Αιγύπτιον σοφιστήν, και μας απατούν με
+διαφόρους γοητείας. Ας μιμηθώμεν λοιπόν και ημείς τον Μενέλαον, και
+ας μη ξεκολλήσωμεν από πάνω των, πριν να μας δείξουν την επιστήμην
+των υπό την σοβαράν της όψιν· διότι είμαι πεπεισμένος ότι έχουν να
+μας παρουσιάσουν κάτι τι το εξαιρετικώς ωραίον, όταν άπαξ
+αποφασίσουν να σπουδαιολογήσουν· αλλά εμπρός! Έλα να τους κάμωμεν
+παρακλήσεις, εξορκισμούς, δεήσεις, διά να μας εμφανισθούν υπό την
+αληθινήν των μορφήν. Εγώ μάλιστα θέλω πάλιν προηγουμένως να τους
+εξηγήσω υπό ποίαν μορφήν τους ικετεύω να μου εμφανισθούν· και προς
+τούτο θα αναλάβω τον λόγον μου, από εκεί που τον είχα διακόψη πριν,
+και θα προσπαθήσω όσον ημπορώ καλύτερα να εκθέσω και το υπόλοιπον·
+ίσως τοιουτοτρόπως κατορθώσω να κλονίσω την απόφασίν των, και να με
+ελεήσουν και με λυπηθούν που με τόσον έντονον προσπάθειαν ζητώ να
+σπουδαιολογήσωμεν, και [[να]] σπουδαιολογήσουν επί τέλους και αυτοί.
+
+Έλα λοιπόν τώρα εσύ, Κλεινία, και θύμησέ μου που είχαμεν αφήση τότε
+τον λόγον μας· αν καλώς εγώ ενθυμούμαι κάπου εκεί νομίζω; είχαμεν
+μείνη σύμφωνοι εις το τέλος, ότι πρέπει να επιδοθώμεν εις την
+φιλοσοφίαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα, απεκρίθη ο Κλεινίας. — Η δε
+φιλοσοφία δεν είναι η απόκτησις επιστήμης; — Βεβαίως. — Αλλά ποία
+να είναι, αρά γε η επιστήμη, που αξίζει να αποκτήσωμεν; δεν είναι
+τάχα εκείνη απλώς, που θα μας ωφελήση; — Αυτή ακριβώς. — Αν λοιπόν
+εγνωρίζαμεν έξαφνα να ευρίσκωμεν διατρέχοντες την γην, τα μέρη όπου
+υπάρχει περισσότερος χρυσός κεκρυμμένος, αυτή η γνώσις θα μας
+ωφελούσε τάχα; — Ίσως, μου απήντησε, — Αλλά είχαμεν αποδείξη πριν,
+ότι θα μας ήτο όλως διόλου ανωφελές και αν ακόμη, χωρίς κανένα
+κόπον και χωρίς να σκάπτωμεν την γην, ηθέλαμεν αποκτήση όλον τον
+χρυσόν του κόσμου· ώστε ούτε αν ηξεύραμεν να μεταβάλλωμεν τους
+λίθους εις χρυσόν, θα είχε καμμίαν αξίαν δι' ημάς αυτή η γνώσις·
+διότι αν δεν θα εγνωρίζαμεν να κάμνωμεν και χρήσιν αυτού, απεδείχθη
+ότι καμμίαν ωφέλειαν δεν θα είχε το πράγμα· ή δεν το ενθυμείσαι; —
+Πολύ καλά το ενθυμούμαι, — Ούτε λοιπόν, καθώς φαίνεται, καμμία άλλη
+επιστήμη ημπορεί να μας ωφελήση εις τίποτε, ούτε η οικονομολογική,
+ούτε η ιατρική, ούτε κάθε άλλη, εάν είναι απλώς ικανή να κάμνη
+μόνον κάτι, όχι όμως και να διδάσκη την χρήσιν εκείνου που κάμνει·
+δεν είναι έτσι; — Σύμφωνος. — Και αν ακόμη υπήρχε μία επιστήμη, που
+να ημπορούσε να κάμνη τους ανθρώπους αθανάτους, χωρίς όμως και να
+τους διδάσκη συγχρόνως την χρήσιν της αθανασίας, ουδέ από αυτήν θα
+είχαμεν καμμίαν ωφέλειαν συμφώνως με την αρχήν που παρεδέχθημεν. —
+Συμμερίζομαι απολύτως την ιδέαν σου.
+
+— Ώστε λοιπόν, ωραίε μου φίλε, έχομεν ανάγκην από μίαν τοιαύτην
+επιστήμην, η οποία να συνδυάση συγχρόνως και τας δύο αυτάς
+ιδιότητας: και να γνωρίζη να κάμνη κάτι τι, και να γνωρίζη την
+χρήσιν εκείνου που κάμνει. — Είναι προφανές. — Δεν μας χρειάζεται
+λοιπόν διόλου, καθώς φαίνεται, να είμεθα περίφημοι κιθαροποιοί και
+να γίνωμεν κάτοχοι αυτής της τέχνης· διότι εδώ η τέχνη που
+κατασκευάζει και η τέχνη που μεταχειρίζεται είναι όλως διόλου
+χωριστά πράγματα, και ενώ πρόκειται περί του αυτού αντικειμένου,
+διαφέρουν καθ' ολοκληρίαν· διότι δεν διαφέρουν πράγματι τελείως η
+κιθαροποιητική τέχνη και η κιθαριστική μεταξύ των; — Βεβαιότατα. —
+Ούτε και η αυλοποιητική βέβαια μας χρειάζεται περισσότερον, διότι
+το ίδιον συμβαίνει και με αυτήν. — Σύμφωνος. — Αλλά, προς θεού!
+μήπως τάχα αν μάθωμεν την λογοποιητικήν τέχνην, να είναι, λέγεις,
+αυτή που πρέπει ν' αποκτήσωμεν διά να γίνωμεν ευτυχείς; Δεν το
+πιστεύω εγώ, μου απεκρίθη ο Κλεινίας. — Και που στηρίζεσαι,
+παρακαλώ, διά να το λέγης αυτό; — Διότι βλέπω αυτούς τους
+λογοποιούς, που συνθέτουν τους λόγους, πως δεν ημπορούν να
+μεταχειρισθούν τους λόγους των, που κάμνουν οι ίδιοι, απαράλλακτα
+όπως και οι κιθαροποιοί τα όργανα που κατασκευάζουν· αλλά και εδώ
+άλλοι είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν και ημπορούν να
+μεταχειρίζωνται, όσα κατεσκεύασαν εκείνοι, χωρίς να είναι εις θέσιν
+οι ίδιοι να συνθέσουν ένα λόγον· είναι λοιπόν φανερόν, ότι και περί
+λόγων προκειμένου, άλλη είναι η τέχνη που τους κάμνει, και άλλη που
+τους μεταχειρίζεται. — Αρκετά πειστική μου φαίνεται η απόδειξις που
+έδωσες, ότι δεν είναι και αυτή η τέχνη των λογοποιών εκείνη, της
+οποίας η απόκτησις θα ημπορούσε να μας κάμη ευτυχείς· και μολαταύτα
+εγώ εφανταζόμουν πως κάπου εδώ θα ευρίσκαμεν την επιστήμην, που
+ζητούμεν τόσην ώραν· διότι, να σου ειπώ την αλήθεια, κάθε φορά που
+τύχη να ευρεθώ με αυτούς τους λογοποιούς, μου κάμνουν την εντύπωσιν
+ανθρώπων σοφωτάτων, και αυτή δε η τέχνη των μου φαίνεται θεία και
+υψηλή· και αυτό δεν με παραξενεύει· διότι αποτελεί πράγματι μέρος
+της τέχνης των εξορκιστών, και ολίγον μόνον είναι κατωτέρα από
+αυτήν· και η μεν τέχνη των εξορκιστών γητεύει τα φείδια και τα
+σφαλάγγια και τους σκορπιούς και άλλα φαρμακερά ζώα και ασθενείας,
+των δε λογοποιών καταπραΰνει και γητεύει, ούτως ειπείν, τους
+δικαστάς και τους βουλευτάς και κάθε είδους συναθροίσεις των
+πολλών· ή μήπως έχεις τίποτε διαφορετικήν ιδέαν εσύ; — Όχι, είμαι
+τελείως σύμφωνος μαζί σου. — Πού λοιπόν, είπα εγώ, να στραφώμεν
+πλέον και εις ποίαν τέχνην να απευθυνθώμεν; — Όσον δι' εμένα δεν
+βλέπω τίποτε, μου απήντησε. — Εγώ όμως νομίζω πως το ευρήκα. — ποια
+είναι; ηρώτησεν ο Κλεινίας. — Η στρατηγική τέχνη μου φαίνεται ότι
+είναι παρά κάθε άλλην εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα κάμη τον
+άνθρωπον ευτυχή — Δεν το παραδέχομαι εγώ αυτό. — Και διατί,
+παρακαλώ; — Μα αυτή είναι απλώς ένα κυνήγι ανθρώπων. — Αι λοιπόν; —
+Κάθε κυνήγι, μου απεκρίθη, τίποτε περισσότερον δεν κάμνει παρά να
+κυνηγά και να πιάνη το θήραμα· αφού όμως πιάσουν εκείνο που
+κυνηγήσουν, δεν είναι εις θέσιν να το κάμουν τίποτε, αλλά οι μεν
+κυνηγοί και οι ψαράδες το παραδίδουν εις τους μαγείρου ς· οι δε
+γεωμέτραι πάλιν και οι αστρονόμοι και οι μαθηματικοί διότι και
+αυτοί επίσης είναι κυνηγοί, αφού δεν κάμνουν αυτοί τα γεωμετρικά
+σχήματα, αλλά υπάρχουν ήδη αυτά και απλώς μόνον τα ανευρίσκουν —
+επειδή λοιπόν δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιήσουν τας ανακαλύψεις των,
+τας παραδίδουν, όσοι τουλάχιστον απ' αυτούς δεν είναι τελείως
+ανόητοι, εις τους διαλεκτικούς, διά να κάμουν εκείνοι την
+προσήκουσαν χρήσιν. — Έστω, σοφώτατε και ωραιότατε Κλεινία, έτσι
+λοιπόν λες νάναι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη· και οι στρατηγοί
+επίσης, κατά τον ίδιον και απαράλλακτον τρόπον, όταν κυριεύσουν
+καμμίαν πόλιν ή κανένα στρατόπεδον, το παραδίδουν εις τους
+πολιτικούς· διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πως να κάμουν με αυτά που
+εκυρίευσαν· ακριβώς όπως οι κυνηγοί που πιάνουν τα ορτύκια τα
+παραδίδουν εις τους ορτυκοτρόφους. Εάν λοιπόν εμείς χρειαζώμεθα
+εκείνην την τέχνην, που είναι εις θέσιν και να μεταχειρίζεται όσα
+κατασκευάζει ή όσα οπωσδήποτε αποκτά, και η τοιαύτη τέχνη μόνον
+είναι που θα μας κάμη ευτυχείς, άλλην καμμίαν τότε βέβαια πρέπει να
+ζητήσωμεν αντί της στρατηγικής.
+
+ Κρίτων
+Τι μου λες εκεί, Σωκράτη; αλήθεια τα είπεν αυτά εκείνο το
+παιδάριον;
+
+ Σωκράτης
+Τι; δεν το πιστεύεις. Κρίτων;
+
+ Κρίτων
+Όχι, μα τον θεόν, δεν το πιστεύω· διότι, αν πραγματικώς τα είπεν
+αυτά, τότε σου λέγω ότι δεν έχει ανάγκην ούτε τον Ευθύδημον ούτε
+κανένα άλλον άνθρωπον να πάρη δάσκαλον.
+
+ Σωκράτης
+Τότε, λοιπόν στο θεό σου! μήπως ήτανε τάχα ο Κτήσιππος που τα είπε
+αυτά και εγώ δεν το ενθυμούμαι;
+
+ Κρίτων
+Ποιος Κτήσιππος;
+
+ Σωκράτης
+Τουλάχιστον, αυτό το γνωρίζω καλά, πως δεν ήτο ούτε ο Ευθύδημος
+ούτε ο Διονυσόδωρος που τα είπε· αλλά, ευλογημένε μου Κρίτων, μήπως
+λες να ήτανε παρόν κανένα από τα υπέρτερα όντα και τα είπε εκείνα
+τα λόγια; διότι, ότι τα ήκουσα, αυτό τουλάχιστον είμαι απολύτως
+βέβαιος.
+
+ Κρίτων
+Ναι, μα την αλήθεια, Σωκράτη· κάποιο πράγματι υπέρτερον πνεύμα, μου
+φαίνεται, πως θα ήτανε, και πολύ μάλιστα υπέρτερον. Αλλά λέγε μου
+τώρα, εζητήσατε καμμίαν άλλην τέχνην κατόπιν; και την ευρήκετε επί
+τέλους, ή δεν την ευρήκετε εκείνην που εζητούσετε;
+
+ Σωκράτης
+Πού βρήκαμε, φίλε μου! καταντήσαμεν αλήθεια γελοίοι, σαν τα παιδιά
+που κυνηγούν τους κορυδαλούς· κάθε φορά που επιστεύαμε πως, να! θα
+την πιάσωμε πλέον την επιστήμην, εκείνη πάντα και μας έφευγε από
+μέσ' απ' τα χέρια μας. Μα τι να κάθωμαι τώρα να σου τα πολυλογώ και
+να σου τα αναφέρω όλα; αλλά όταν τέλος εφθάσαμεν εις την τέχνην του
+βασιλεύειν, και εξετάζαμεν, αν είναι αυτή που παρέχει και
+εξασφαλίζει την ευδαιμονίαν εις τους ανθρώπους, τότε δα είναι που
+είδαμεν πως επέσαμεν εις λαβύρινθον και, ενώ ενομίζαμεν πως
+ευρισκόμεθα εις το τέλος, αναγκασθήκαμε να γυρίσωμεν εις τα βήματά
+μας και να ευρεθώμεν εις την αρχήν των ερευνών μας, τόσον σοφοί,
+όσον ήμεθα και ότε επελήφθημεν το πρώτον της συζητήσεως.
+
+ Κρίτων
+Και πώς σας συνέβη αυτό, Σωκράτη;
+
+ Σωκράτης
+Θα σου το ειπώ· κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι η πολιτική και η
+τέχνη του βασιλεύειν είναι το ίδιον πράγμα.
+
+ Κρίτων
+Και λοιπόν;
+
+ Σωκράτης
+Εις αυτήν την τέχνην, εσκέφθημεν, και η στρατηγική και όλαι αι
+άλλαι παραδίδουν να κυβερνά όσα ήθελον αποκτήση αι ίδιαι, διότι
+είναι η μόνη που γνωρίζει να κάμνη χρήσιν αυτών. Παρεδέχθημεν
+λοιπόν ότι αυτή θα είναι προφανώς η επιστήμη που ζητούμεν και η
+αιτία της αληθούς ευδαιμονίας της πολιτείας και ότι, με μίαν λέξιν,
+κατά τον στίχον του Αισχύλου, {3} αυτή μόνη κάθηται εις την πρύμνην
+της πόλεως με το πηδάλιον εις τας χείρας και διευθύνει και κυβερνά
+το παν προς κοινήν όλων ωφέλειαν.
+
+ Κρίτων
+Και δεν ήτο τάχα ορθή η ιδέα σας, Σωκράτη;
+
+ Σωκράτης
+Θα το κρίνης μόνος σου, Κρίτων, αν έχης την υπομονήν να ακούσης και
+τι επηκολούθησε κατόπιν· διότι επήραμεν πάλιν να εξετάσωμεν το
+ζήτημα και κατ' αυτόν τον τρόπον: Έλα να ιδούμεν, είπαμεν, αυτή η
+τέχνη του βασιλεύειν, εις την οποίαν τα πάντα υπόκεινται, κάμνει
+κάποιο έργον; ή δεν κάμνει κανένα; Δίχως άλλο θα κάμνη, είπαμεν
+εμείς μεταξύ μας. Και συ δεν θα έλεγες το ίδιον, Κρίτων;
+
+ Κρίτων
+Βεβαίως.
+
+ Σωκράτης
+Ποίον λοιπόν θα έλεγες πως είναι το έργον της; όπως έξαφνα, εάν σε
+ερωτούσα, ποίον είναι το έργον, το οποίον παρέχει η ιατρική
+εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί; δεν θα μου
+απαντούσες την υγιείαν;
+
+ Κρίτων
+Μάλιστα.
+
+ Σωκράτης
+Τι δε; και η ιδική σου τέχνη, η γεωργική, εις την δικαιοδοσίαν της,
+ποίον έργον κάμνει; δεν θα μου απαντούσες, ότι εξάγει από την γην
+την τροφήν μας;
+
+ Κρίτων
+Μάλιστα.
+
+ Σωκράτης
+Λοιπόν, η βασιλική τέχνη εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου
+την εξασκεί, τι κάμνει; ίσως να εδυσκολεύεσο ολίγον να απαντήσης.
+
+ Κρίτων
+Το ομολογώ πράγματι, Σωκράτη.
+
+ Σωκράτης
+Και ημείς το ίδιον, Κρίτων· αλλ' αυτό τουλάχιστον το γνωρίζεις,
+ότι, αν είναι η επιστήμη που ζητούμεν, πρέπει κατ' ανάγκην να είναι
+ωφέλιμος.
+
+ Κρίτων
+Αναμφιβόλως.
+
+ Σωκράτης
+Δεν πρέπει λοιπόν να μας παρέχη κάποιο αγαθόν;
+
+ Κρίτων
+Ανάγκη πάσα.
+
+ Σωκράτης
+Αλλά το αγαθόν, παρεδέχθημεν εγώ και ο Κλεινίας, δεν είναι άλλο
+παρά μία κάποια επιστήμη.
+
+ Κρίτων
+Ναι, έτσι μου είπες.
+
+ Σωκράτης
+Αλλά είχομεν εύρη, ότι όλα μεν τα άλλα που θα ημπορούσαμεν να
+θεωρήσωμεν έργα της πολιτικής — και τοιαύτα είναι πολλά,
+παραδείγματος χάριν να κάμνη πλουσίους τους πολίτας, να τους παρέχη
+την ελευθερίαν, να τους εξασφαλίζη από τας στάσεις — όλα αυτά δεν
+είναι ούτε κακά ούτε καλά, αλλ' ότι έπρεπε να τους κάμη σοφούς και
+κατόχους της επιστήμης, εάν επρόκειτο να είναι εκείνη που θα μας
+ήτο ωφέλιμος και θα μας έκαμνεν ευτυχείς.
+
+ Κρίτων
+Αυτό είναι· τουλάχιστον μου έλεγες προ ολίγου ότι έτσι το
+παραδεχθήκατε πως πρέπει να είναι.
+
+ Σωκράτης
+Α! λοιπόν τώρα· η τέχνη η βασιλική κάμνει αρά γε τους ανθρώπους
+σοφούς και καλούς;
+
+ Κρίτων
+Τι θα την ημπόδιζε, Σωκράτη;
+
+ Σωκράτης
+Αλλά τους κάμνει αρά γε όλους καλούς και εις όλα; και αυτή είναι
+που τους μανθάνει όλας τας επιστήμας, την υποδηματοποιίαν, την
+ξυλουργικήν και τας άλλας;
+
+ Κρίτων
+Δεν το πιστεύω, Σωκράτη.
+
+ Σωκράτης
+Ποίαν λοιπόν τότε επιστήμην; και εις τι θα μας χρησιμεύη αύτη;
+διότι πρέπει να μην κάμνη τίποτε από εκείνα, που δεν είναι ούτε
+καλά ούτε κακά, να μας κάμνη δε κοινωνούς όχι καμμιάς άλλης
+επιστήμης, παρά του εαυτού της. Ας είπωμεν λοιπόν τώρα, ποία να
+είναι αυτή, και τι θα μας χρησιμεύη να κάμνωμεν. Θέλεις να
+ειπούμεν, Κρίτων, ότι θα είναι μία επιστήμη, με την οποίαν θα
+κάμνωμεν τους άλλους καλούς ανθρώπους;
+
+ Κρίτων
+Και βέβαια.
+
+ Σωκράτης
+Αλλά εις τι θα είναι καλοί, και εις τι χρήσιμοι; ή θα ειπούμεν
+πάλιν εις το να κάμνουν άλλους καλούς, και οι άλλοι εκείνοι άλλους
+και ούτω καθεξής; εις τι όμως θα είναι καλοί πουθενά δεν θα
+ιδούμεν, αφού δεν δίδομεν καμμίαν σημασίαν εις αυτά που θεωρούνται
+ως έργα της πολιτικής, και τοιουτοτρόπως κινδυνεύομεν να γυρίζωμεν
+διαρκώς μέσα εις τον αυτόν φαύλον κύκλον, και, όπως έλεγα πριν,
+απέχομεν εξ ίσου, ή και μάλιστα ακόμη περισσότερον παρά ποτέ, από
+το να εύρωμεν την επιστήμην εκείνην που θα μας κάμη ευτυχείς;
+
+ Κρίτων
+Μα τον θεόν, Σωκράτη, περιήλθετε, καθώς φαίνεται, εις μεγάλην
+απορίαν.
+
+ Σωκράτης
+Πραγματικώς, Κρίτων, επειδή και εγώ το έβλεπα πως επέσαμεν εις αυτό
+το αδιέξοδον, ήρχισα πάλιν να ικετεύω τους ξένους ως Διοσκούρους
+και να επικαλούμαι με όλην την δύναμιν της φωνής μου, την βοήθειάν
+των, διά να μας σώσουν, εμένα και τον νεαρόν φίλον μας, από αυτήν
+την τρικυμίαν του λόγου, να πάρουν επί τέλους το πράγμα εις τα
+σοβαρά, και σοβαρά να μας διδάξουν, ποία είναι εκείνη η επιστήμη,
+που έχομεν ανάγκην διά να διέλθωμεν ευτυχείς το υπόλοιπον της ζωής
+μας.
+
+ Κρίτων
+Αι λοιπόν; κατεδέχθη τέλος ο Ευθύδημος να ικανοποιήση την επιθυμίαν
+σας;
+
+ Σωκράτης
+Πώς όχι; και ήρχισε μάλιστα, φίλε μου, με ένα ύφος πολύ υπερήφανον
+ως εξής:
+
+— Θέλεις, μου είπε, Σωκράτη, να σου διδάξω αυτήν την επιστήμην,
+που τόσον σας βασανίζει να την ευρήτε, ή θέλεις να σου αποδείξω ότι
+την κατέχεις ήδη; — Ω μακάριε Ευθύδημε, του είπα, είναι αλήθεια στο
+χέρι σου να το κάμης αυτό; Απολύτως, μου απεκρίθη. — Μα τον Δία!
+απόδειξέ μου λοιπόν ότι την κατέχω· διότι αυτό είναι πολύ
+ευκολώτερον, παρά να κάθομαι τώρα να μαθαίνω εις αυτήν την ηλικίαν
+που ευρίσκομαι. — Έλα λοιπόν να μου απαντήσης εις αυτό που θα σε
+ερωτήσω· είναι τίποτε που να το γνωρίζης; Βεβαίως, του απήντησα,
+και πολλά πράγματα μάλιστα, αλλά ασήμαντα οπωσδήποτε. — Αυτό αρκεί,
+μου είπε· λοιπόν φρονείς τώρα, ότι μεταξύ των πραγμάτων, που
+υπάρχουν, ευρίσκεται κανένα, που να μην είναι εκείνο που είναι; —
+Όχι μα την αλήθειαν, αυτό δεν είναι δυνατόν. — Δεν είπες όμως ότι
+εσύ γνωρίζεις κάτι τι; — Μάλιστα. — Λοιπόν αφού γνωρίζεις, θα ειπή
+πως είσαι επιστήμων. — Μάλιστα, αυτού δηλαδή του πράγματος που
+γνωρίζω.
+
+— Αυτό δεν έχει να κάμη· αφού είσαι επιστήμων, δεν είναι ανάγκη να
+γνωρίζης τα πάντα; — Όχι, μα τον Δία, αφού αγνοώ τόσα άλλα
+πράγματα. — Αι λοιπόν, εάν είναι κάτι που να μην το γνωρίζης, θα
+ειπή πως δεν είσαι επιστήμων. — Εκείνου που δεν γνωρίζω, φίλε μου.
+— Μήπως τάχα με αυτό θα είσαι ολιγώτερον ανεπιστήμων; και μολαταύτα
+προ ολίγου μας εβεβαίωσες ότι είσαι επιστήμων, και τοιουτοτρόπως
+ευρίσκεται, συγχρόνως και υπό την αυτήν έποψιν, ότι είσαι εκείνο
+που είσαι, και πάλιν ότι δεν είσαι. — Πάει καλά, Ευθύδημε, και
+χρυσά είναι τα λόγια σου· πως λοιπόν κατέχω εκείνην την επιστήμην,
+που εζητούσαμεν; επειδή φυσικά, καθώς μας εδίδαξες, είναι αδύνατον
+το ίδιον πράγμα να είναι συγχρόνως και να μην είναι· ούτως ώστε,
+εάν γνωρίζω ένα πράγμα, τα γνωρίζω όλα· διότι δεν ημπορεί να είμαι
+επιστήμων συγχρόνως και ανεπιστήμων αφού δε τα γνωρίζω όλα, κατέχω
+επομένως και εκείνην την επιστήμην· αυτός είναι ο συλλογισμός που
+κάνεις, και αυτή είναι η σοφία που ανεκάλυψες;
+
+— Εσύ μόνος σου ανασκευάζεις, Σωκράτη, τον εαυτόν σου.
+
+— Αλλά, ω Ευθύδημε, του είπα, μήπως και συ δεν παθαίνεις αυτό το
+ίδιον πάθημα; όσο για μένα ποτέ δεν θα ημπορούσα να αγανακτήσω, αν
+συνέβαινε να πάθω οτιδήποτε από κοινού μαζί σου και μαζί με τον
+Διονυσόδωρον αυτόν, τον αγαπημένον μου φίλον· λέγε μου λοιπόν, και
+σεις, δεν υπάρχουν πράγματα που τα γνωρίζετε, και άλλα που δεν τα
+γνωρίζετε: Κάθε άλλο, μου απεκρίθη ο Διονυσόδωρος. — Πώς λέγετε;
+είπα εγώ· δεν γνωρίζετε λοιπόν τίποτε; — Απεναντίας, μου απεκρίθη.
+— Τότε λοιπόν τα γνωρίζετε όλα. αφού γνωρίζετε κάτι. Όλα μάλιστα,
+επίσης δε και συ, αν γνωρίζης ένα μόνον πράγμα, τα γνωρίζεις όλα. —
+Ω θεέ μου, ανέκραξα, ποίον θαύμα και ποίος ανεκτίμητος θησαυρός μας
+απεκαλύφθη! μήπως αρά γε και όλοι οι άλλοι άνθρωποι τα γνωρίζουν
+όλα, ή δεν ηξεύρουν τίποτε: — Δεν ημπορεί, φυσικά, άλλα μεν να
+γνωρίζουν, άλλα δε να μη γνωρίζουν και να είναι συγχρόνως σοφοί και
+άσοφοι. Αλλά τι λοιπόν; τον ηρώτησα. — Όλοι τα γνωρίζουν όλα,
+εφόσον γνωρίζουν και ένα μόνον πράγμα. — Δόξα νάχη ο θεός! τώρα το
+βλέπω, Διονυσόδωρε, πως ομιλείτε επί τέλους εις τα σοβαρά, και
+εισηκούσθησαν τέλος πάντων αι παρακλήσεις μου· αλήθεια λοιπόν τα
+γνωρίζετε όλα εσείς; την ξυλουργικήν παραδείγματος χάριν, την
+βυρσοδεψικήν; — Μάλιστα, μου απεκρίθη. Μήπως ηξεύρετε και να
+ράπτετε υποδήματα; — Ναι, βέβαια και να κόπτωμεν ακόμη και πάτους.
+Μήπως γνωρίζετε και τα τέτοια, πόσος είναι ο αριθμός των άστρων και
+των κόκκων της άμμου; Και βεβαίως, μου είπε· ή τάχα πιστεύεις πως
+θα το αρνηθώμεν:
+
+Επάνω εις αυτά λαμβάνει τον λόγον ο Κτήσιππος και λέγει: — Στο θεό
+σου, Διονυσόδωρε, δόσετέ μας μίαν απόδειξιν, που να πιστεύσω πως
+λέγετε την αλήθειαν. Τι απόδειξιν θέλεις; — Γνωρίζεις εσύ πόσα
+δόντια έχει ο Ευθύδημος, και ο Ευθύδημος πόσα έχεις εσύ; — Δεν σου
+αρκεί που ήκουσες ότι τα γνωρίζομεν όλα; του απεκρίθη. Άφησέ τα
+αυτά, και απαντήσατε αυτήν μόνον πλέον την φοράν, διά να μας
+αποδείξετε πως λέγετε την αλήθειαν· και αν ειπήτε καθένας σας πόσα
+δόντια έχει ο άλλος και βρεθούν σωστά, αφού τα μετρήσωμεν, τότε
+πλέον θα σας πιστεύσωμεν και εις όλα τα άλλα.
+
+Εκείνοι, επειδή έβλεπαν πως τους κορόιδευε, δεν απαντούσαν εις το
+κάθε τι που τους ερωτούσε ο Κτήσιππος. αλλά γενικώς επανελάμβανον
+ότι όλα τα γνωρίζουν διότι απροκαλύπτως πλέον ο Κτήσιππος δεν άφησε
+τίποτε που να μην τους ερωτά, και τα πλέον γελοία ακόμη πράγματα,
+αν τα γνωρίζουν· εκείνοι δε με ακλόνητον γενναιότητα αντιμετώπιζαν
+όλας τας ερωτήσεις, διαβεβαιούντες ότι τα γνωρίζουν, όπως οι κάπροι
+που πέφτουν μόνοι των επάνω εις τον σίδηρον που τους πληγώνει·
+ούτως ώστε και εμένα επί τέλους με ώθησεν η απιστία μου να ερωτήσω
+τον Ευθύδημον, εάν γνωρίζη και να χορεύη ο Διονυσόδωρος. — Μάλιστα,
+μου απεκρίθη εκείνος. — Όχι όμως βέβαια και να γέρνη τούμπες μέσα
+σε στημένα μαχαίρια, και να κάμνη τον τροχόν εις την ηλικίαν που
+ευρίσκεται· ή και μέχρις αυτού του σημείου φθάνει η ικανότης του; —
+Τίποτε δεν είναι που να μην το γνωρίζη. — Και τα γνωρίζετε όλα τώρα
+μόνον, ή από πάντα; — Από πάντα, μου απήντησε. — Και όταν ήσαστε
+παιδιά, και ευθύς που γεννηθήκετε τα ηξεύρετε όλα; — Όλα απήντησαν
+και οι δύο μαζί.
+
+Το πράγμα μας εφαίνετο όλως διόλου απίστευτον ο δε Ευθύδημος
+απευθυνόμενος προς εμέ· — Τι; δεν το πιστεύεις, μου είπε, Σωκράτη;
+— Δεν πιστεύω παρά ένα πράγμα, του είπα, ότι πράγματι πρέπει να
+είσθε πολύ σοφοί. — Αλλ' αν θέλης να μου απαντάς, θα σου αποδείξω
+πως παραδέχεσαι και συ αυτά που σου φαίνονται τόσον θαυμαστά. — Ω!
+απεκρίθην, αυτός ο έλεγχος θα ήτο πολύ ευχάριστος· διότι, εάν ήμουν
+ως τώρα σοφός χωρίς να το έχω είδησιν, και μου αποδείξης εσύ ότι
+όλα τα γνωρίζω και από πάντα, τι πολυτιμότερον εύρημα θα ημπορούσα
+να εύρω εις όλην μου την ζωήν;
+
+— Απάντα μου λοιπόν. — Ερώτα με και θα σου απαντώ. — Είσαι αρά γε,
+Σωκράτη, επιστήμων πράγματός τινος, ή δεν είσαι; — Ε, είμαι. — Και
+με εκείνο το πράγμα που σε κάμνει να είσαι επιστήμων, με αυτό το
+ίδιον γνωρίζεις ό,τι γνωρίζεις, ή με τίποτε άλλο; — Με εκείνο που
+με κάμνει να είμαι επιστήμων διότι υποθέτω ότι εννοείς την ψυχήν· ή
+δεν θέλεις να πης αυτό; — Δεν εντρέπεσαι, Σωκράτη, να ερωτάς ενώ σε
+ερωτούν; — Πολύ καλά· μα τι θέλεις να κάμω; είμαι έτοιμος, όπως με
+προστάξεις· όταν με ρωτάς κάτι τι, που δεν καταλαβαίνω, απαιτείς
+μολαταύτα να αποκρίνωμαι, χωρίς να σου ζητώ επεξηγήσεις· αι; —
+Φαντάζεσαι όμως βέβαια πως πάντα κάτι θέλει να πη εκείνο που σε
+ερωτώ. — Μάλιστα. Ε, εις αυτό λοιπόν που φαντάζεσαι, να απαντάς.
+Ναι, μα αν εσύ έχης άλλο πράγμα εις τον νουν σου, όταν με ερωτάς,
+κ' εγώ το πάρω αλλιώς και σου αποκριθώ σύμφωνα μ' αυτό που
+φαντάζομαι, ημπορεί ποτέ εσύ να στέρξης εις μίαν απάντησιν άσχετον
+με το ερώτημά σου; — Εγώ; με φθάνει και με παραφθάνει αυτό εμένα·
+όχι όμως και εσένα, καθώς φαίνεται. — Δεν θα αποκριθώ λοιπόν
+πράγματι, πριν να καταλάβω καλά τι μ' ερωτούν — Δεν θα αποκριθής
+βέβαια εις ό,τι νομίζεις πως σ' ερωτούν, διότι δεν είσαι δι' άλλο
+παρά να φλυαρής και να μας κάνης τον πρωτινό, όταν δεν πρέπει.
+
+Είδα λοιπόν εγώ τότε πως εθύμωνε, που εζητούσα να διευκρινίζω τα
+λεγόμενα, όσω αυτός ήθελε να με τυλίξη μέσα εις τας λέξεις, που μου
+έστηνε γύρω σαν βρόχια. Και ενθυμήθηκα αμέσως τον μουσικοδιδάσκαλόν
+μου τον Κόννον, που και εκείνος μου θυμώνει πάντα, όταν δεν τον
+υπακούω, και έπειτα με παραιτεί ως ανεπίδεκτον μαθήσεως. Αφού
+λοιπόν ήμουν αποφασισμένος να ακολουθήσω τα μαθήματα του Ευθυδήμου,
+έκρινα πως έπρεπε να υποχωρήσω, μήπως με χαρακτηρίση ως δύστροπον
+και ασυμβίβαστον, και δεν με δεχθή μαθητήν του. Του λέγω λοιπόν: —
+Ε, καλά, Ευθύδημε, αφού το ευρίσκης έτσι σωστόν, ας κάμωμεν κατά
+την επιθυμίαν σου· γνωρίζεις καλύτερ' από μένα τους νόμους της
+συζητήσεως, διότι εσύ είσαι διδάσκαλος εις αυτήν την τέχνην, ενώ
+εγώ είμαι όλως διόλου αρχάριος· ώστε επανάλαβε εξ αρχής τας
+ερωτήσεις σου. — Λοιπόν, απάντησέ μου πάλιν, όσα γνωρίζεις, τα
+γνωρίζεις διά μέσου κάποιου πράγματος, ή όχι; — Μάλιστα, του
+απήντησα, διά μέσου της ψυχής. — Να τον μας πάλιν! αποκρίνεται
+περισσότερα απ' ό,τι τον ερωτούν· δεν σε ηρώτησα διά μέσου τίνος,
+αλλ' απλώς, αν γνωρίζης διά μέσου κάποιου πράγματος. — Η απαιδευσία
+μου φαίνεται πάλιν με έκαμε ν' απαντήσω περισσότερα απ' ό,τι
+έπρεπε· συγχώρησέ με· εις το εξής θα αποκρίνομαι απλώς εις το
+ερωτόμενον: ό,τι γνωρίζω, το γνωρίζω [πάντοτε] διά μέσου κάποιου
+πράγματος. — Και τάχα με αυτό το ίδιον μέσον πάντοτε, ή άλλοτε μεν
+με το αυτό, άλλοτε δε με άλλο; — Πάντοτε με το αυτό, όταν γνωρίζω
+κάτι τι. — Δεν θα παύσης λοιπόν επί τέλους να προσθέτης περιττά
+πράγματα εις τας απαντήσεις σου; — Μα εφοβήθηκα μήπως μας εξαπατήση
+εκείνο το: &πάντοτε.& — Δεν έχομεν φόβον, όσο δι' αυτό. εμείς· ίσως
+όμως εσύ· λέγε λοιπόν πάντοτε με το ίδιον μέσον γνωρίζεις; Πάντοτε,
+του απεκρίθην, αφού είναι ανάγκη να αφαιρέσωμεν εκείνο το: &όταν.&
+— Λοιπόν πάντοτε με αυτό το μέσον γνωρίζεις, και αφού γνωρίζεις
+πάντοτε, μήπως άλλα μεν τα γνωρίζεις με αυτό το μέσον που
+γνωρίζεις, άλλα δε με άλλο; ή με αυτό όλα; Όλα με αυτό, όσα
+τουλάχιστον γνωρίζω, — Πάλι τα ιδία! ξαναπέσαμε εις την αυτήν
+περιττολογίαν. — Αποσύρω, αφού είναι έτσι, το: &όσα τουλάχιστον
+γνωρίζω& — Να μην αποσύρης τίποτε· δεν έχω ανάγκην να σου το ζητήσω
+αυτό· μόνον λέγε μου, θα ημπορούσες να εγνώριζες όλα, αν δεν
+εγνώριζες το παν; — Αυτό θα ήτο τερατωδώς ακατανόητον, είπα εγώ.
+Και εκείνος· — Πρόσθετε τώρα, είπε, ό,τι σου αρέση, αφού μου
+ωμολόγησες πλέον ότι γνωρίζεις το παν. — Πραγματικώς, αφού δεν έχει
+καμμίαν σημασίαν το: &όσα γνωρίζω,& φαίνεται ότι γνωρίζω το παν. —
+ομολόγησες δε ακόμη, ότι και πάντοτε γνωρίζεις με το μέσον που
+γνωρίζεις, είτε όταν γνωρίζης κάτι τι είτε όπως αλλέως θέλεις να το
+πάρης· με φθάνει πως ωμολόγησες, ότι πάντοτε γνωρίζεις και
+συγχρόνως τα πάντα· είναι λοιπόν φανερόν ότι εγνώριζες και όταν
+ήσουν παιδί, και κατά την στιγμήν της γεννήσεώς σου, και κατά την
+στιγμήν της συλλήψεώς σου ακόμη, και πριν να γεννηθής ο ίδιος, και
+πριν να γίνη ο ουρανός και η γη, εγνώριζες τα πάντα, αφού πάντοτε
+γνωρίζεις, και μα τον Δία, και πάντοτε θα γνωρίζης τα πάντα, εάν το
+θέλω εγώ.
+
+— Αλλ' άμποτε να το θελήσης, του είπα, ανεκτίμητε Ευθύδημε, εάν
+πράγματι λέγης την αλήθειαν· τι να σου ειπώ όμως, δεν το
+παραπιστεύω να έχης αυτήν την δύναμιν, εκτός τουλάχιστον αν έδιδε
+την συγκατάθεσίν του και ο αδελφός σου αυτός ο Διονυσόδωρος· τότε
+ίσως μάλιστα· πέτε μου όμως, σας παρακαλώ — διότι κατά τα άλλα δεν
+βλέπω πως θα ημπορούσα να σας αμφισβητήσω, ανθρώπους τόσον
+υπερφυσικής σοφίας, ότι εγώ, δεν γνωρίζω τα πάντα, αφού εσείς είσθε
+που το λέγετε· πως όμως, Ευθύδημε, ημπορώ να ισχυρισθώ αυτό,
+παραδείγματος χάριν, το πράγμα: ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι
+άδικοι; έλα λέγε μου, αυτό το γνωρίζω ή δεν το γνωρίζω; — Το
+γνωρίζεις, μου απεκρίθη. — Τι πράγμα; — Ότι δεν είναι άδικοι οι
+αγαθοί. — Βεβαίως, του απεκρίθην, αυτό ν' ακούεται, αλλά δεν σε
+ερωτώ αυτό· αλλά πού έμαθα εγώ ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι;
+— Πουθενά, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Ώστε επομένως είναι πράγμα
+που δεν το γνωρίζω εγώ αυτό. — Μας χαλάς την υπόθεσιν, είπεν ο
+Ευθύδημος προς τον Διονυσόδωρον· τώρα θα φανή πως δεν γνωρίζει και
+έτσι πως είναι επιστήμων και ανεπιστήμων συγχρόνως.
+
+Ο Διονυσόδωρος τότε εκοκκίνησε. — Αλλά συ, ω Ευθύδημε, δεν σου
+φαίνεται πως λέγει σωστά ο αδελφός σου, που όλα τα γνωρίζει;
+
+Αλλά έλαβε τον λόγον αμέσως ο Διονυσόδωρος και είπε· — Πώς; εγώ
+αδελφός του Ευθυδήμου; Και εγώ του είπα· — Άφησέ τα τώρα, καλέ μου,
+αυτά, έως να με διδάξη ο Ευθύδημος, ότι γνωρίζω πως οι αγαθοί
+άνθρωποι είναι άδικοι, και μη μου φθονήσης το ωραίον αυτό μάθημα. —
+Φεύγεις, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, και δεν θέλεις να
+αποκριθής. — Πολύ φυσικά, του απήντησα εγώ· είμαι ασθενέστερος και
+από τον καθένα σας χωριστά, ώστε, κατά πολύ περισσότερον λόγον, πώς
+να μη φεύγω εμπρός και εις τους δύο σας μαζί; διότι βέβαια δεν
+ημπορώ να έχω την δύναμιν του Ηρακλέους, ο οποίος μολαταύτα δεν
+ημπόρεσε να τα καταφέρη συγχρόνως και με την Ύδραν, που ήτο
+σοφίστρια και με την σοφίαν της εξεφύτρωνε, κάθε φορά που της
+έκοπτε μίαν κεφαλήν του λόγου, πολλάς άλλας εις την θέσιν της μιας,
+και με τον Καρκίνον, άλλον αυτόν πάλιν σοφιστήν, που ήλθε πέρ' από
+την θάλασσαν και προ μικρού, καθώς μου φαίνεται, απεβιβάσθη, και ο
+οποίος επειδή παρηνώχλει τον Ηρακλέα έτσι από τα αριστερά με λόγια
+και με δαγκάματα, τον ηνάγκασε να επικαλεσθή την βοήθειαν του
+ανεψιού του Ιολάου· και αυτός μεν πράγματι τον εβοήθησεν αρκετά· ο
+ιδικός μου όμως ο Ιόλαος [ο Πατροκλής {4}] αν ήρχετο εις βοήθειάν
+μου, περισσότερον κακόν φοβούμαι πως θα έκαμνε. — Έλα λοιπόν τώρα,
+είπεν ο Διονυσόδωρος, αφού μας εχόρτασες αρκετά με τα παραμύθια
+σου, απάντησε μου σ' αυτό: ο Ιόλαος ήτο περισσότερον ανεψιός του
+Ηρακλέους παρά δικός σου; — Το βλέπω, Διονυσόδωρέ μου, πως το
+καλύτερον που έχω να κάμω είναι να σου αποκριθώ, διότι αλλέως δεν
+θα θέσης τέλος εις τας ερωτήσεις σου (είμαι πολύ βέβαιος περί
+τούτου) διά να με εμποδίσης από φθόνον να μάθω από τον Ευθύδημον
+εκείνην την σοφίαν, που επρόκειτο να με διδάξη. — Απάντησέ μου
+λοιπόν — Θα σου απαντήσω, του είπα, ότι του Ηρακλέους ήτο ανεψιός ο
+Ιόλαος, ιδικός μου όμως καθόλου, όπως στοχάζομαι, διότι δεν ήτο
+πατέρας του ο Πατροκλής, ο αδελφός μου· το βέβαιον είναι πως είχε
+κάπως όμοιον όνομα, Ιφικλής, ο αδελφός του Ηρακλέους. — Ο Πατροκλής
+λοιπόν είναι ο αδελφός σου; — Ναι, του απήντησα, από την αυτήν
+τουλάχιστον μητέρα, όχι όμως και από τον ίδιον πατέρα. — Είναι
+επομένως και δεν είναι αδελφός σου. — Ομοπάτριος αδελφός μου δεν
+είναι, διότι ο πατέρας του εκείνου ήτο ο Χαιρέδημος, και εμένα ο
+Σωφρονίσκος. — Αλλά πατέρας ήτο ο Χαιρέδημος, και ο Σωφρονίσκος
+επίσης. — Αναμφιβόλως, του απεκρίθην, ο ένας δικός μου και άλλος
+δικός του, — Ο Χαιρέδημος λοιπόν ήτο άλλο πράγμα, από τον πατέρα; —
+Άλλο βέβαια πράγμα από τον πατέρα τον δικό μου. — Ήτο λοιπόν
+πατέρας αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα; ή ημπορεί ποτέ εσύ να
+είσαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν; — Φοβούμαι, μα την αλήθεια,
+μήπως στο τέλος και αυτό καταντήσωμεν να μας το αποδείξης·
+οπωσδήποτε δεν στοχάζομαι να είμαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν. —
+Αφού λοιπόν δεν είσαι το ίδιον, θα πη πως είσαι άλλο πράγμα. — Άλλο
+μάλιστα. — Αν λοιπόν είσαι άλλο πράγμα από την πέτραν, δεν είσαι
+πέτρα· και αν είσαι άλλο πράγμα από τον χρυσόν, δεν είσαι χρυσός. —
+Βεβαίως. — Επομένως και ο Χαιρέδημος δεν θα είναι πατέρας, αφού ήτο
+άλλο πράγμα από τον πατέρα. — Έτσι φαίνεται, πως δεν είναι πατέρας.
+
+— Και αν ο Χαιρέδημος είναι πατέρας, προσέθεσεν ο Ευθύδημος,
+απεναντίας πάλιν ο Σωφρονίσκος, αφού θα είναι άλλο πράγμα από
+πατέρας, δεν θα είναι πατέρας, ώστε συ, Σωκράτη, δεν θα έχης
+πατέρα.
+
+Τότε και ο Κτήσιππος διακόψας· — Αλλά και με τον ιδικόν σας πατέρα,
+είπε, δεν συμβαίνει το ίδιον; δεν είναι και αυτός άλλο πράγμα από
+τον πατέρα μου; — Καθόλου, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Αλλά τότε
+λοιπόν είναι ο ίδιος; — Ο ίδιος βεβαία, — Να σου πω, δεν θα το
+επεθυμούσα καθόλου· αλλά δεν μου λέγεις, Ευθύδημε, εδικός μου μόνον
+πατέρας είναι, ή και των άλλων ανθρώπων; — Και των άλλων, απεκρίθη·
+τι θα ήθελες τάχα; να είναι ο αυτός πατέρας και να μην είναι: —
+Έτσι ενόμιζα εγώ, είπεν ο Κτήσιππος. — Πώς; θέλεις ο χρυσός να μην
+είναι χρυσός, ή ο άνθρωπος να μην είναι άνθρωπος: — Πρόσεξε,
+Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, μήπως δεν συνάπτεις, καθώς λέγει η
+παροιμία, λινάρι με λινάρι· διότι, αλήθεια, θα ήτο τερατώδες το
+πράγμα, αν ο πατέρας σου ήτο πατέρας όλων των ανθρώπων. — Μα είναι.
+— Αλλά, είπε πάλιν ο Κτήσιππος, μόνον των ανθρώπων πατέρας είναι, ή
+μήπως και των ίππων και όλων των άλλων ζώων; — Όλων, απεκρίθη. —
+Μήπως και η μητέρα σου το ίδιον; — Βέβαια και η μητέρα μου. — Και
+όλων των αχινών λοιπόν της θάλασσας θα είναι μητέρα η μητέρα σου. —
+Και η δική σου. — Και συ επομένως είσαι αδελφός με τους κωβιούς και
+με τα σκυλάκια και με τα γουρουνάκια. — Όπως και εσύ. — Προσέτι δε
+έχεις πατέρα και τον σκύλο. — Απαράλλακτα και συ. — Αμέσως ημπορώ,
+είπε και ο Διονυσόδωρος, να σε κάμω να το ομολογήσης και ο ίδιος,
+φθάνει να μου αποκριθής· λέγε μου, σε παρακαλώ, έχεις σκύλο; — Ναι,
+και πολύ κακορρίζικο. — Έχει και κουτάβια; — Σαν τη μάννα τους κι'
+αυτά.
+
+— Πατέρας λοιπόν αυτών δεν είναι ο σκύλος; — Βέβαια· τον είδα και
+με τα μάτια μου που ανέβαινε τη σκύλα μου. — Αυτός ο σκύλος δεν
+είναι δικός σου; — Μάλιστα. — Λοιπόν ο σκύλος αυτός που είναι
+πατέρας, είναι δικός σου, επομένως πατέρας δικός σου, και συ
+αδελφός των κουταβιών.
+
+Και αμέσως επήρε τον λόγον ο Διονυσόδωρος, διά να μην τον προλάβη
+και πη τίποτε ο Κτήσιππος και του λέγει· — Πε μου ακόμη και ένα
+άλλο· αυτόν τον σκύλο τον κτυπάς; Και ο Κτήσιπος εγέλασε και του
+είπε· — Ναι, μα τον θεόν· γιατί δεν μπορώ εσένα. — Ώστε κτυπάς τον
+πατέρα σου; — Αυτές οι ξυλιές που του δίνω, θα ήτανε πιο δίκιο να
+τις έτρωγε ο πατέρας σας, που δεν ηξεύρω τι του ήλθε και γέννησε
+έτσι σοφά παιδιά· αλλά δεν αμφιβάλλω βέβαια, Ευθύδημε, πως πολλά
+αγαθά από την σοφίαν σας αυτήν θα απήλαυσεν ο πατέρας. . . των
+κουταβιών, — Μα δεν έχει καμμιάν ανάγκην από τα πολλά αγαθά,
+Κτήσιππε, ούτε εκείνος ούτε συ. — Ούτε συ ο ίδιος, Ευθύδημε; — Ούτ'
+εγώ ούτε κανείς άλλος άνθρωπος· διότι λέγε μου σε παρακαλώ,
+Κτήσιππε· νομίζεις ότι είναι καλόν δι' ένα που είναι άρρωστος να
+πάρη φάρμακον, ή σου φαίνεται πως δεν είναι καλόν να το πάρη, ενώ
+έχει ανάγκην; ή, όταν πηγαίνη εις τον πόλεμον, να πηγαίνη με όπλα,
+ή δίχως όπλα; — Με όπλα βέβαια· αν και φοβούμαι, ότι θα βγάλης
+πάλιν από την απάντησίν μου κανένα από εκείνα τα νόστιμά σου
+συμπεράσματα. — Θα το κρίνης συ μόνος σου καλύτερα· αλλά απάντησέ
+μου. Αφού ωμολόγησες ότι είναι καλόν διά τον άρρωστον το φάρμακον,
+όταν υπάρχη ανάγκη να το πάρη, πρέπει λοιπόν αυτό το καλόν να το
+πάρη εις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ποσότητα, και νομίζεις ότι θα
+τον ωφελούσε περισσότερον, αν έτριβε κανείς και του έδινε να πιη
+μίαν ολόκληρον άμαξαν ελλεβόρου; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν,
+Ευθύδημε, εάν βέβαια εκείνος που θα το έπινε ήτον τόσο μεγάλος,
+όσος ο ανδριάς που είναι εις τους Δελφούς. — Και αφού λοιπόν είναι
+καλόν να πηγαίνη κανείς εις τον πόλεμον με όπλα, θα έπρεπεν αρά γε
+να φορή και όσον το δυνατόν περισσοτέρας ασπίδας και δόρατα, αφού
+είναι καλόν; — Και βέβαια έτσι πρέπει, είπεν ο Κτήσιππος· ή μήπως
+εσύ δεν το παραδέχεσαι, Ευθύδημε, και φρονείς ότι πρέπει να πηγαίνη
+με ένα μόνον δόρυ και με μίαν ασπίδα; — Ναι έτσι λέγω. — Έτσι
+λοιπόν θα ώλπιζες εσύ και τον Γηρυόνην και τον Βριάρεων; κρίμα κ'
+εγώ ενόμιζα πως κάτι περισσότερα νοιώθετε, εσύ και ο φίλος μας
+απεδώ, αφού μάλιστα είσθε και διδάσκαλοι της οπλομαχητικής..
+
+Και ο μεν Ευθύδημος εσιώπησεν· ο δε Διονυσόδωρος εγύρισε τον λόγον
+εις την προηγουμένην απάντησιν του Κτησίππου και τον ηρώτησε· —
+Λοιπόν σου φαίνεται πως είναι καλόν να έχη κανείς και χρυσόν; —
+Βέβαια, και μάλιστα και πολύν, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και δεν
+φρονείς ότι τα καλά πράγματα πρέπει να τα έχη κανείς παντού και
+πάντοτε; — Αναμφιβόλως, είπεν.
+
+— Δεν ωμολόγησες δε ότι και ο χρυσός είναι πράγμα καλόν; — Το
+ωμολόγησα πράγματι. — Δεν πρέπει λοιπόν να τον έχη κανείς πάντοτε
+και παντού, και προ πάντων μαζί του; και δεν θα ήτο ευτυχέστατος αν
+θα είχε τρία μεν τάλαντα χρυσού μέσα εις την κοιλίαν του, ένα
+τάλαντον εις το κρανίον του, και από ένα στατήρα εις το κάθε του
+μάτι; — Και πραγματικώς, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, λέγουν
+ότι μεταξύ των Σκυθών εκείνοι θεωρούνται ευτυχέστατοι και άνθρωποι
+μεγαλυτέρας αξίας, που έχουν πολύ χρυσίον μέσα εις τα κρανία, τα
+ιδικά των, διά να μιλήσω κ' εγώ όπως εσύ, που έλεγες σκύλον τον
+πατέρα μου· και εκείνο που είναι ακόμη θαυμαστότερον, και πίνουν
+μέσα από τα επιχρυσωμένα κρανία των, και τα βλέπουν μέσα τα κρανία
+των, ενώ τα κρατούν εις τα χέρια των. — Και δεν μου λέγεις; είπεν ο
+Ευθύδημος· αυτοί οι Σκύθαι σου και οι άλλοι άνθρωποι βλέπουν εκείνα
+που ημπορούν να βλέπουν, ή που δεν ημπορούν;
+
+— Εκείνα που ημπορούν βέβαια. — Και εσύ το ίδιον; — Κ' εγώ το
+ίδιον. — Τα ρούχα που φορούμε τα βλέπεις; — Τα βλέπω. — Ώστε τα
+ρούχα μας ημπορούν να βλέπουν. — Και θαυμάσια μάλιστα, είπεν ο
+Κτήσιππος. — Και τι βλέπουν; — Τίποτε βλέπουν· εσύ όμως είσαι
+αρκετά αστείος, που να νομίζης ίσως, πως δεν βλέπουν· αλλά μα την
+αλήθειαν, Ευθύδημε, μου φαίνεται πως εσύ ξύπνος ονειρεύεσαι, και αν
+είναι δυνατόν να ομιλή κανείς χωρίς να λέγη τίποτε, εσύ θαρρώ πως
+το κατορθώνεις αυτό περίφημα.
+
+Επάνω εις αυτό ο Διονυσόδωρος ηρώτησε τον Κτήσιππον· — Και δεν
+είναι αρά γε δυνατόν διά τους σιωπώντας να ομιλούν; {5} — Όλως
+διόλου αδύνατον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και διά τους λαλούντας
+επίσης να σκοπούν; — Ακόμη ολιγώτερον. — Έτσι λοιπόν όταν ομιλής
+διά λίθους, ξύλα, σίδερα, δεν ομιλείς διά σιωπώντα πράγματα; — Κάθε
+άλλο, φίλε μου, αν τύχη μάλιστα να περνώ από γύφτικα· εκεί δα
+θακούσης τα σιδερικά να φωνάζουν και να σκούζουν, αν τα εγγίξη
+κανείς· ώστε αυτή τη φορά γελάστηκες, φαίνεται, από υπερβολικήν
+σοφίαν, και δεν κατάλαβες πως δεν είπες τίποτε· αλλά απόδειξέ μου
+τώρα και το άλλο, πως είναι δυνατόν διά τους λαλούντας να σιωπούν.
+
+Και ενώ έλεγεν αυτά ο Κτήσιππος, εφαίνετο πως ενέτεινεν όλας του
+τας δυνάμεις διά να αρέση εις τον ερωμένον του.
+
+— Λοιπόν, τον ηρώτησεν ο Ευθύδημος, όταν σιωπάς δεν σιωπάς όλα τα
+πράγματα; — Μάλιστα, του απεκρίθη. — Σιωπάς επομένως και τα
+λαλούντα, αφού βέβαια και τα λαλούντα περιλαμβάνονται μέσα εις το:
+όλα τα πράγματα. — Και πώς; είπεν ο Κτήσιππος, όλα τα πράγματα δεν
+σιωπούν; — Όχι βέβαια, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Όλα λοιπόν τότε
+ομιλούν, αγαπητέ μου; — Εκείνα τουλάχιστον που ομιλούν. — Δεν είναι
+αυτό που σε ερωτώ, είπεν ο Κτήσιππος, αλλά, αν όλα τα πράγματα
+ομιλούν ή σιωπούν; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά και τα δύο
+μαζί, επετάχτηκε και είπεν ο Διονυσόδωρος· και είμαι βέβαιος ότι
+δεν θα έχης να αντιτάξης τίποτε εις αυτήν την απάντησιν.
+
+Αλλά ο Κτήσιππος, κατά την συνήθειάν του, εξέσπασε στα γέλοια και,
+— Ευθύδημε, είπεν, ο αδελφός σου επαμφοτέρισεν εις αυτό που τον
+ηρώτησα, και πάει, χάθηκε, νικήθηκε.
+
+Και ο Κλεινίας ευχαριστήθηκε υπερβολικά και εγέλασε, πράγμα το
+οποίον έκαμε τον Κτήσιππον να φουσκώση και να γίνη δέκα φορές τόσος
+από την χαράν του· κατά την ιδέαν μου όμως ο Κτήσιππος,
+τετραπέρατος καθώς είναι, θα τα κρυφάκουσεν αυτά απ' αυτούς τους
+ιδίους και έμαθε το μυστικό τους· διότι αληθινά σ' αυτό το είδος
+της σοφίας κανείς εις τον κόσμον δεν μπορεί να τους παραβγή.
+
+Τότε εγώ εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του είπα· — Διατί, φίλε
+μου, γελάς διά πράγματα τόσον σοβαρά και ωραία;
+
+Και αμέσως ο Διονυσόδωρος, — Μπα! και είδες ποτέ σου εσύ, μου είπε,
+Σωκράτη, κανένα πράγμα ωραίον; — Είδα, του απήντησα, και πολλά
+μάλιστα, Διονυσόδωρε. — Και αυτά αρά γε ήσαν διαφορετικά από το
+ωραίον, ή το ίδιο πράγμα με αυτό;
+
+Εγώ τα έχασα κυριολεκτικώς, μη γνωρίζοντας τι να απαντήσω εις αυτήν
+την ερώτησιν και είπα μέσα μου πως καλά να την πάθω που δεν ήξερα
+κάλλια να βουβαθώ· οπωσδήποτε του απήντησα, πως είναι διαφορετικά
+από αυτό το ίδιον το ωραίον· ευρίσκεται όμως εις το καθένα από αυτά
+μια κάποια ωραιότης. — Εάν λοιπόν τύχη και σου ευρεθή και σένα ένα
+βώδι, θα πη πως είσαι βώδι, και τώρα που έτυχε να ευρίσκωμαι κ' εγώ
+μαζί σου, θα πη πως είσαι Διονυσόδωρος; — Δάγκασε τη γλώσσα σου και
+μη βλαστημάς, του είπα εγώ. — Αλλά πώς ημπορεί, όταν ένα πράγμα που
+είναι διαφορετικόν από άλλο προστεθή εις αυτό, να γίνεται αυτό το
+διαφορετικόν άλλο απ' ό,τι είναι;
+
+— Αυτό απορείς; του είπα, αποπειρώμενος τώρα και εγώ να μιμηθώ την
+σοφίαν των, που τόσον επεθυμούσα να αποκτήσω.
+
+— Πώς να μην απορώ, μου είπε, και εγώ και όλοι οι άνθρωποι δι' ένα
+πράγμα που δεν υπάρχει; — Τι λέγεις, Διονυσόδωρε; το
+ωραίον δεν είναι ωραίον, και το άσχημον δεν είναι άσχημον;
+
+— Ναι, εάν μου φαίνεται εμένα. — Και δεν σου φαίνεται λοιπόν;
+
+— Πολύ καλά. — Λοιπόν και το ίδιον δεν είναι ίδιον, και το
+διαφορετικόν δεν είναι διαφορετικόν; διότι βέβαια δεν ημπορεί ποτέ
+το διαφορετικόν να είναι ίδιον· εγώ τουλάχιστον δεν επίστευα πως
+και ένα παιδί θα ήτο δυνατόν να αμφιβάλη ότι δεν είναι διαφορετικόν
+το διαφορετικόν· αλλά καταλαβαίνω, Διονυσόδωρε, πως από σκοπού και
+εν γνώσει το παρέτρεξες αυτό, διότι κατά τα άλλα αναγνωρίζω, ότι
+καθώς οι τεχνίται που τους επιβάλλεται να γνωρίζουν εις την
+εντέλειαν το κάθε τι του επαγγέλματός των, έτσι και σεις εξασκείτε
+την διαλογικήν τέχνην με όλην την τελειότητα.
+
+— Και ξεύρεις λοιπόν, με ηρώτησε, τι επιβαρύνει έκαστον τεχνίτην
+να κάμη; εν πρώτοις ποίον επιβαρύνει να χαλκεύη; {6} — Τον χαλκέα. —
+Ποίον να κεραμεύη; — Τον κεραμέα. Ποίον να σφάζη και να γδέρνη και
+να κόπτη εις μικρά κομμάτια το κρέας και να τα βράζη ή να τα ψήνη;
+— Τον μάγειρον. — Καλά λοιπόν θα κάμη, εκείνος που κάμει ό,τι τον
+επιβαρύνει; — Μάλιστα — Τον μάγειρον δε, καθώς είπες, επιβαρύνει να
+κόπτη και να γδέρνη· το ωμολόγησες αυτό, ή όχι; — Αλλοίμονο! το
+ωμολόγησα, αλλά συχώρεσέ με, — Είναι λοιπόν φανερόν ότι, αν κανείς
+σφάξη τον μάγειρον και τον κόψη κομμάτια και τον βράση ή τον ψήση,
+θα κάμη ό,τι τον επιβαρύνει να κάμνη· το ίδιο και εκείνος που
+σφυροκοπήση τον χαλκέα και που κοπανίση τον κεραμέα και τον κάμη
+πηλόν.
+
+— Μα τον Ποσειδώνα! είπα, εγώ τότε· τώρα πλέον μ' αυτό επέθεσες
+τον κολοφώνα εις την σοφίαν σας· αρά γε θα την αποκτήσω και εγώ
+ποτέ, ώστε να γίνη και δική μου; — Και μήπως τάχα, Σωκράτη, θα την
+γνωρίσης, αν γίνη δική σου; — Εάν τουλάχιστον το θελήσης εσύ,
+πιστεύω ναι. — Και υποθέτεις λοιπόν, εξηκολούθησε, πως γνωρίζεις τα
+δικά σου; — Αν δεν λέγης συ τίποτε άλλο· διότι από σένα πρέπει να
+αρχίζωμεν και εις τον Ευθύδημον να τελειώνωμεν. — Νομίζεις λοιπόν
+ότι εκείνα τα πράγματα είναι δικά σου, που τα έχεις εις την κατοχήν
+σου και μπορείς να τα κάμης ό,τι θέλεις; παραδείγματος χάριν, το
+βώδι και το πρόβατον, που θα μπορούσες να τα πουλήσης και να τα
+χαρίσης και να τα θυσιάσης σε όποιο θεό θέλεις, νομίζεις πως είναι
+δικά σου; και εκείνα, που δεν θα μπορούσες να διαθέσης κατ' αυτόν
+τον τρόπον, δεν θα είναι δικά σου;
+
+Και εγώ, επειδή δεν αμφέβαλλα ότι κάτι ωραίο θα έβγαινε πάλι στη
+μέση από αυτάς τας ερωτήσεις και ήθελα να το ακούσω μια ώρ'
+αρχύτερα, έσπευσα να του απαντήσω ότι πραγματικώς εκείνα μόνον
+νομίζω δικά μου. — Τώρα λοιπόν λέγε μου, ζώα δεν ονομάζεις εκείνα
+που έχουν ψυχήν; — Ναι, του είπα. — Ομολογείς λοιπόν ότι μόνον
+εκείνα τα ζώα είναι δικά σου, που μπορείς να τα κάμης ό,τι είπαμε
+πριν; — Ομολογώ.
+
+Και εδώ εσταμάτησεν ολίγον ο Διονυσόδωρος με κάποια πολύ ειρωνικήν
+έκφρασιν, σαν να επρόκειτο τάχα να καταιβάση καμμιά μεγάλη σοφία..
+— Λέγε μου, είπεν επί τέλους, Σωκράτη, έχεις δικό σου Δία πατρώον;
+
+Εγώ υπώπτευσα που ήθελε να καταλήξη με την ερώτησίν του, εκεί όπου
+και πράγματι κατέληξε, και εζητούσα κάποιαν απηλπισμένην διέξοδον
+και καθώς ψάρι πιασμένο στα δίκτυα ήρχισα να τα γυρνώ για να
+ξεφύγω. — Όχι δεν έχω, του απήντησα λοιπόν, Διονυσόδωρε. — Αλήθεια;
+φαίνεται λοιπόν πως είσαι πολύ κακομοιριασμένος άνθρωπος και ούτε
+καν Αθηναίος, αφού δεν έχεις ούτε πατρώους θεούς ούτε δικάς σου
+θυσίας ούτε κανένα καλόν και ωραίον πράγμα. Δάγκασε τη γλώσσα σου
+και μη βλαστημάς, Διονυσόδωρε, του είπα· μη με προπαίρνης έτσι
+άδικα· έχω και βωμούς και θυσίας ιδικάς μου και πατρικάς και απ'
+όλα αυτά που έχουν και οι άλλοι Αθηναίοι. — Και πώς λοιπόν; οι
+άλλοι Αθηναίοι δεν έχουν Δία πατρώον; — Δεν το έχουν καθόλου αυτό
+το επώνυμον οι Ίωνες, ούτε όσοι έχουν αποικήση από αυτήν την πόλιν,
+ούτε ημείς οι ίδιοι οι Αθηναίοι· έχομεν απλώς Απόλλωνα πατρώον,
+επειδή αυτός θεωρείται πατήρ του Ίωνος· ο Ζευς όμως δεν καλείται
+παρ' ημίν πατρώος, αλλά έρκειος και φράτριος, όπως και η Αθηνά
+φρατρία. — Αυτό αρκεί, είπεν ο Διονυσόδωρος· έχεις λοιπόν, καθώς
+φαίνεται, Απόλλωνα και Δία και Αθηνάν. — Έχω πράγματι. — Αυτοί
+λοιπόν δεν είναι θεοί δικοί σου; — Ιδικοί μου πρόγονοι, του
+απήντησα εγώ, και δεσπόται. — Αλλ' οπωσδήποτε δικοί σου· ή δεν το
+ωμολόγησες προ ολίγου; — Ναι, το ωμολόγησα· τι να κάμω; — Αυτοί δε
+οι θεοί δεν είναι και ζώα; διότι ωμολόγησες ότι όσα έχουν ψυχήν
+είναι ζώα· ή μήπως αυτοί οι θεοί δεν έχουν ψυχήν; — Έχουν, του
+είπα, — Είναι λοιπόν και ζώα. — Μάλιστα. — Λοιπόν, έλεγες ότι
+εκείνα είναι ζώα δικά σου, που ημπορείς να τα δώσης, να τα πουλήσης
+και να τα θυσιάσης σε οποίον θεόν θέλεις. — Ναι, το ωμολόγησα,
+Ευθύδημε· διότι δεν μου επιτρέπεται πλέον ν' αποσύρω τον λόγον μου.
+— Έλα τώρα λοιπόν λέγε μου· αφού ισχυρίζεσαι ότι είναι δικός σου ο
+Ζευς και οι άλλοι θεοί, είναι επομένως εις την εξουσίαν σου να τους
+πουλήσης, ή να τους δώσης ή ό,τι άλλο θέλεις να τους κάμης, όπως
+και τα άλλα ζώα;
+
+Εγώ τότε, Κρίτων, ως κεραυνόπληκτος από αυτό το επιχείρημα, έμεινα
+άναυδος και αναπολόγητος· ο δε Κτήσιππος ηθέλησε να έλθη εις
+βοήθειάν μου και ανέκραξε· — Πυππάξ, ω Ηράκλεις! {7} τι θαυμασία
+λογική! — Και ο Διονυσόδωρος. — Τι; είπεν· ο Ηρακλής είναι πύππαξ,
+ή ο πύππαξ Ηρακλής; — Και ο Κτήσιππος, — Ω θεέ μου, είπε, τι φοβερά
+σοφία! αποσύρομαι και εγώ· αυτοί οι άνθρωποι είναι ακαταμάχητοι.
+
+Τότε δα, αγαπητέ μου Κρίτων, κανείς δεν έμεινε από τους
+παρισταμένους που να μην υπερεπαινέση τους ξένους και την σοφίαν
+των· από τα γέλοια και τα χειροκροτήματα και την χαράν των ολίγον
+έλειψε να πάθουν· ναι μεν εχειροκρότουν οι θαυμασταί του Ευθυδήμου
+και πριν, σε κάθε από εκείνα τα νόστιμα που έλεγαν· τότε όμως και
+οι κίονες αυτοί του Λυκείου λες κ' εχειροκροτούσαν από την μεγάλην
+των ευχαρίστησιν. Και εγώ ο ίδιος, τόση ήτο η έκπληξίς μου, ώστε
+ωμολόγησα ότι ποτέ μου δεν συνήντησα τόσον σοφούς ανθρώπους, και
+τελείως υποδουλωθείς υπό της σοφίας των ησθάνθην την ανάγκην να
+τους επιδαψιλεύσω επαίνους και εγκώμια. — Ευτυχείς θνητοί, τους
+είπα, τι θαυμαστή αυτή σας η ικανότης να αποτελειώσετε τόσον
+σύντομα και εις ολίγην ώραν ένα τόσον δύσκολον έργον! αλήθεια,
+πολλά και άλλα ωραία πράγματα έχει κανείς να θαυμάση, Ευθύδημε και
+Διονυσόδωρε, εις τους λόγους σας· εκείνο όμως τα ξεπερνά όλα, που
+δεν λαμβάνετε καθόλου υπ' όψιν σας τους πολλούς ανθρώπους, τους
+σοβαρούς προπάντων και εκείνους που τους λογαριάζουν για κάτι, αλλά
+μόνον τους ομοίους σας· διότι εγώ βέβαια γνωρίζω καλά πως ολίγοι
+μόνον άνθρωποι θα ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτούς σας τους
+λόγους, ακριβώς εκείνοι που σας ομοιάζουν· ενώ οι άλλοι έχουν
+τέτοιαν ιδέαν δι' αυτούς, ώστε, είμαι βέβαιος, περισσότερον θα
+εντρέπωνται, αν επρόκειτο να εξελέγξουν άλλους με τέτοια
+επιχειρήματα, παρά να εξελέγχονται οι ίδιοι. Και αυτό δε ακόμη
+δεικνύει μεγάλην εκ μέρους σας καταδεκτικότητα και ευγένειαν· πώς,
+όταν λέγετε ότι δεν υπάρχει τίποτε ούτε ωραίον, ούτε καλόν, ούτε
+λευκόν, ούτε τίποτε τέτοιο, και ότι κανένα πράγμα δεν διαφέρει από
+ένα άλλο, είναι η αλήθεια, και με όλα σας τα δίκαια το καυχάσθε και
+σεις, πώς ράπτετε τα στόματα των ανθρώπων· αλλά συγχρόνως όχι μόνον
+των άλλων, αλλά και τα δικά σας τα στόματα φαίνεσθε να ράπτετε·
+πράγμα το οποίον είναι πολύ λεπτόν εκ μέρους σας, και αφαιρεί από
+τας συζητήσεις σας κάτι που θα ήτο πολύ φορτικόν διά τους άλλους.
+Το δε θαυμαστότερον ακόμη, είναι ότι εσείς έχετε κατ' αυτόν τον
+τρόπον οικονομήση τα πράγματα και τόσον τεχνικά τα παρουσιάζετε,
+ώστε σε πολύ λίγον καιρό να τα μαθαίνη οποιοσδήποτε άνθρωπος· να,
+τώρα έξαφνα επρόσεξα τον Κτήσιππον και είδα πόσο γρήγορα ημπόρεσε
+να σας μιμηθή· είναι μεγάλον βέβαια πλεονέκτημα της τέχνης σας, να
+ημπορήτε τόσο γρήγορα να την μεταδίδετε, έχει όμως το πράγμα και
+την κακήν του όψιν, όταν συζητήτε ενώπιον ακροατών· και αν θέλετε
+να με ακούσετε, σας συμβουλεύω να αποφεύγετε να ομιλήτε εμπρός εις
+πολλούς ανθρώπους, διότι είναι φόβος να μη μάθουν αμέσως την τέχνην
+σας, χωρίς και να σας γνωρίζουν χάριν δι' αυτό· το καλύτερον που
+έχετε να κάμετε, είναι, σας διαβεβαιώ, να συζητήτε μόνον μεταξύ σας
+οι αδελφοί· ή τέλος πάντων, αν πρόκειται εμπρός εις κανένα άλλον,
+μόνον εμπρός εις εκείνον που θα πληρώση χρήματα διά να σας ακούση·
+το ίδιον μάλιστα, εάν ηξεύρετε το συμφέρον σας, θα συμβουλεύσετε
+και τους μαθητάς σας, ποτέ με κανένα άλλον άνθρωπον να μη συζητούν,
+παρά μόνον με σας ή μεταξύ των· διότι το σπάνιον, Ευθύδημε, είναι
+εκείνο που κάμνει πολύτιμον ένα πράγμα· το νερό βλέπεις, είναι
+πάμφθηνον, αν και είναι το καλύτερον από όλα τα πράγματα, καθώς το
+λέγει και ο Πίνδαρος. Ελάτε όμως τώρα, δεχθήτε μας, εμένα και τον
+Κλεινίαν, μαθητάς σας.
+
+Κατόπιν λοιπόν από αυτά, Κρίτων, και κάτι άλλα που είπαμεν,
+ανεχωρήσαμεν. Σκέψου τώρα και συ αν θέλης να πάρης μαθήματα μαζί
+μας από τους ανθρώπους· αυτοί υπόσχονται πως ημπορούν να διδάξουν
+την τέχνην των εις όποιον και αν είναι, φθάνει να τους πληρώση· δεν
+εξαιρούν καμμίαν ούτε διάνοιαν ούτε ηλικίαν και μάλιστα, πράγμα το
+οποίον σε ενδιαφέρει προ πάντων εσένα να το ακούσης, διαβεβαιούν
+πως ούτε αι χρηματιστικαί επιχειρήσεις ημπορούν να εμποδίσουν
+κανένα διά να παραλάβη ακόπως και εύκολα την σοφίαν.
+
+ Κρίτων
+Είναι η αλήθεια, Σωκράτη, πως εγώ αγαπώ να ακούω και με
+ευχαρίστησίν μου πάντα να μανθάνω κάτι· φοβούμαι όμως πως δεν είμαι
+από τους ομοίους με τον Ευθύδημον, αλλά από εκείνους τους άλλους,
+που έλεγες δα και συ, που καλύτερα θα είχαν να εξελέγχωνται, παρά
+να εξελέγχουν με τέτοια μέσα. Βέβαια θα ήτο γελοίον εκ μέρους μου
+να θέλω εγώ να σου δώσω συμβουλάς, μ' όλα ταύτα θα σου διηγηθώ
+εκείνα που ήκουσα. Αφού τελείωσεν η συζήτησίς σας, με επλησίασεν,
+εκεί που περιπατούσα, κάποιος από τον κύκλον σας, άνθρωπος με πολύ
+μεγάλην ιδέαν διά τον εαυτόν του, από εκείνους που έχουν έργον να
+συγγράφουν λόγους διά τα δικαστήρια, και μου λέγει· — Εσύ, δεν
+ήκουσες αυτούς τους σοφούς; — Όχι, δυστυχώς, του απήντησα ήτον
+τόσον πλήθος, που δεν ημπόρεσα να πλησιάσω αρκετά ώστε να ακούω. —
+Και όμως άξιζε τον κόπον να τους ακούσης, μου είπε. — Διατί; τον
+ηρώτησα. Θα ήκουες να συζητούν άνθρωποι, που θεωρούνται σήμερον οι
+πρώτοι εις αυτό το είδος των λόγων. — Και πώς σου εφάνησαν εσένα;
+τον ηρώτησα. — Εμένα; τι άλλο παρά οι συνηθισμένες φλυαρίες που
+ακούει κανείς πάντα από αυτούς τους ανθρώπους, που καταγίνονται με
+όλην τους την σοβαρότητα εις πράγματα όλως διόλου ανάξια λόγου.
+Αυτή ήτο επάνω κάτω αυτολεξεί η απάντησίς του. — Οπωσδήποτε, του
+είπα εγώ, δεν ημπορείς να αρνηθής, ότι η φιλοσοφία είναι ένα ωραίον
+πράγμα.
+
+— Τι ωραίον πράγμα κάθεσαι και μου λες, ευλογημένε μου; εγώ σου
+λέγω πως τίποτε δεν αξίζει· και αν ήσουν μάλιστα τώρα εκεί να
+ήκουες, θαρρώ πως θα εντρεπόσουν και ο ίδιος δια λογαριασμόν του
+φίλου σου· δεν έστεκε καθόλου εις την αξιοπρέπειάν του, να τίθεται
+εις την διάθεσιν ανθρώπων, που δεν τους μέλει να λέγουν ό,τι λάχη,
+και που πιάνονται από κάθε λέξιν που τους παρουσιάση η τύχη· και
+αυτοί, όπως σου έλεγα και προηγουμένως, θεωρούνται από τους
+καλυτέρους σήμερα εις αυτό το είδος· αλλά, να σου πω την αλήθεια.
+Κρίτων, και αυτή η φιλοσοφία και εκείνοι που επιδίδονται εις αυτήν
+είναι άνθρωποι γελοίοι και ούτε αξίζει να τους λαμβάνη κανείς υπ'
+όψιν. Εγώ μολαταύτα, Σωκράτη, δεν ευρίσκω πως έχει δίκαιον ούτε
+αυτός ούτε οποιοσδήποτε άλλος να κατηγορή αυτάς τας σπουδάς· αλλά
+να συζητή κανείς δημοσία με αυτού του είδους τους ανθρώπους, μου
+φαίνεται πώς έχει δίκαιον να το ψέγη.
+
+ Σωκράτης
+Είναι πολύ περίεργοι, Κρίτων, αυτοί οι άνθρωποι· αν και δεν ηξεύρω
+καλά καλά ακόμη τι να πω· τι ήτανε αυτός ο άνθρωπος που σε
+επλησίασε και σου έψαλε τον εξάψαλμον της φιλοσοφίας; ήτο κανένας
+ρήτωρ, από εκείνους που είναι ικανοί να αγωνίζωνται αυτοπροσώπως
+εις τα δικαστήρια, ή από εκείνους, που στέλλουν τους τοιούτους
+εκεί, και συνθέτουν λόγους, που τους μεταχειρίζονται οι ρήτορες;
+
+ Κρίτων
+Όχι, μα την αλήθεια· διόλου δεν είναι ρήτωρ, ούτε πιστεύω να έχη
+εμφανισθή ποτέ ενώπιον δικαστηρίου· αλλά λέγουν ότι αυτά τα
+πράγματα είναι ακριβώς η επιστήμη του και είναι έξοχος εις το είδος
+του και συνθέτει μοναδικούς λόγους.
+
+ Σωκράτης
+Α, τώρα ενόησα· και ακριβώς περί αυτών των ανθρώπων επρόκειτο και
+εγώ να σου ομιλήσω. Είναι ίσα ίσα εκείνοι, που ο Πρόδικος τους
+κατέτασσεν εις τα πρόθυρα της φιλοσοφίας και της πολιτικής· αυτοί
+όχι μόνον πιστεύουν οι ίδιοι πως είναι οι σοφώτατοι μεταξύ των
+ανθρώπων, αλλά νομίζουν ότι και πολλοί άλλοι τους θεωρούν ως
+τοιούτους, και ότι κανείς άλλος παρά οι φιλόσοφοι είναι το μόνον
+πρόσκομμα, ώστε να μην συμμερίζωνται και όλοι γενικώς οι άνθρωποι
+αυτήν την ιδέαν. Φαντάζονται λοιπόν, πως αν ημπορούσαν να
+δυσφημήσουν τους φιλοσόφους ως αναξίους πάσης προσοχής και
+εκτιμήσεως, τότε αναμφισβητήτως και κατά την ιδέαν όλων εις αυτούς
+θα έμενεν ο στέφανος της σοφίας· και πιστεύουν μεν πράγματι ότι
+είναι σοφώτατοι, αλλά εις τας ιδιαιτέρας συζητήσεις, αν τύχη και τα
+φέρουν στενά, ισχυρίζονται ότι τους κόβουν τη φόρα τους άνθρωποι
+σαν τον Ευθύδημον· σοφοί ότι είναι, έχουν όλα τους τα δίκαια να το
+πιστεύουν· ολίγη φιλοσοφία, ολίγη πολιτική, το πράγμα έχει τον
+λόγον του· κατ' αυτόν τον τρόπον μετέχει κανείς και από τα δύο,
+όσον χρειάζεται, και έξω από τους κινδύνους και τους αγώνας
+απολαμβάνει τους καρπούς της σοφίας του.
+
+ Κρίτων
+Ε καλά· τι φρονείς εσύ, Σωκράτη, δι' αυτά που λέγουν· διότι
+οπωσδήποτε ο λόγος των έχει κάποιαν επίφασιν.
+
+ Σωκράτης
+Και πράγματι έχει, Κρίτων, αλλά καθώς λέγεις και συ, επίφασιν
+μάλλον παρά αλήθειαν· διότι δεν είναι εύκολον να τους πείσης, ότι
+και οι άνθρωποι και όλα τα άλλα που ευρίσκονται μεταξύ δύο
+πραγμάτων και μετέχουν και από τα δύο, όσα μεν σύγκεινται από κακόν
+και από καλόν, γίνονται καλύτερα από το ένα και χειρότερα από το
+άλλο· όσα δε σύγκεινται από δύο καλά, τα οποία δεν τείνουν προς τον
+αυτόν σκοπόν, γίνονται χειρότερα και από τα δύο διά τον σκοπόν που
+χρησιμεύει το καθένα των χωριστά· {8} όσα δε συγκείμενα από δύο
+κακά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, ευρίσκονται
+μεταξύ των δύο, μόνον αυτά θα είναι καλύτερα και από τα δύο
+στοιχεία χωριστά, από τα οποία μέρος μετέχουν. Κατ' αυτόν τον
+τρόπον λοιπόν, εάν η φιλοσοφία είναι καλόν πράγμα και η πολιτική
+επίσης, αλλά η καθεμία των προς άλλον σκοπόν, οι άνθρωποι αυτοί
+μετέχοντες και από τας δύο και ευρισκόμενοι επομένως εις το μέσον
+μεταξύ των δύο, τίποτε δεν λέγουν, διότι είναι χειρότεροι και από
+τους φιλοσόφους και από τους πολιτικούς. Εάν δε η φιλοσοφία είναι
+καλόν και η πολιτική κακόν, είναι καλύτεροι μεν από τους
+πολιτικούς, χειρότεροι όμως από τους φιλοσόφους. Εάν δε είναι κακά
+και τα δύο, και η φιλοσοφία και η πολιτική, τότε μόνον ίσως θα
+είχον δίκαιον, εις καμμίαν όμως άλλην περίστασιν. Δεν πιστεύω όμως
+ποτέ να ισχυρισθούν ούτε ότι και τα δύο είναι κακά, ούτε ότι το ένα
+είναι κακόν και το άλλο καλόν· και αυτοί επομένως, οι οποίοι
+μετέχουν και από τα δύο, είναι τωόντι κατώτεροι ως προς εκείνο που
+αποτελεί την αξίαν και της φιλοσοφίας και της πολιτικής, και ενώ
+πραγματικώς είναι τρίτοι, ζητούν να θεωρούνται ότι είναι πρώτοι.
+Βεβαίως ημείς πρέπει να τους συγχωρούμεν και να μην αγανακτούμεν
+εναντίον των δι' αυτήν την αξίωσιν που έχουν, όχι όμως και να τους
+εκτιμώμεν περισσότερον απ' ό,τι αξίζουν, αλλά να τους δίδωμεν την
+εμπρέπουσαν θέσιν· διότι πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι με κάθε
+άνθρωπον, που έχει να μας παρουσιάση κάτι οπωσδήποτε λογικόν και
+φρόνιμον πράγμα και το οποίον επεξεργάζεται με όλον του τον ζήλον
+και την δύναμιν.
+
+ Κρίτων
+Αλήθεια και εγώ, Σωκράτη, όπως σου το λέγω πάντοτε, ευρίσκομαι εις
+μεγάλην απορίαν διά τους υιούς μου, τι να κάμω· και ο μεν νεώτερος
+είναι ακόμη πολύ μικρός, ο Κριτόβουλός μου όμως έφθασε πλέον εις
+ώριμον ηλικίαν και έχει ανάγκην ανθρώπου, ο οποίος να αναλάβη την
+μόρφωσίν του. Εγώ λοιπόν κάθε φορά, που [[θα]] συνδιαλεχθώ μαζί σου,
+μένω πεπεισμένος ότι είναι τρέλλα να φροντίζη κανείς, χάριν των
+τέκνων του, διά τόσα άλλα πράγματα, παραδείγματος χάριν, διά τον
+γάμον, πώς να τους δώση, νυμφευόμενος, μητέρα από καλλίστην
+οικογένειαν, διά την περιουσίαν, πώς να τους κάμη όσον είναι
+δυνατόν πλουσιωτέρους — να αμελή δε την εκπαίδευσιν αυτών. Όταν
+όμως γυρίζω και βλέπω εκείνους που επαγγέλλονται την μόρφωσιν της
+νεολαίας, με τρομάζουν, και διά να σου είπω την αλήθειαν, ούτε ένα
+δεν ευρίσκω από αυτούς που να έχη τα απαιτούμενα προσόντα· ώστε δεν
+βλέπω διά ποίον λόγον να ωθήσω τον νέον εις την σπουδήν της
+φιλοσοφίας.
+
+ Σωκράτης
+Ε, αγαπητέ μου Κρίτων, δεν γνωρίζεις ότι εις κάθε επάγγελμα οι
+ανίκανοι και οι ανάξιοι λόγου αποτελούν την πλειονοψηφίαν, ολίγοι
+δε είναι οι καλοί και οι άξιοι πάσης εκτιμήσεως; λέγε μου, η
+γυμναστική δεν σου φαίνεται καλόν πράγμα, και η ρητορική επίσης και
+το εμπόριον και η στρατιωτική τέχνη;
+
+ Κρίτων
+Βεβαίως και κατά πάντα λόγον.
+
+ Σωκράτης
+Τι συμβαίνει όμως; δεν παρατηρείς ότι οι περισσότεροι από εκείνους
+που καταγίνονται με αυτάς τας τέχνας είναι καταγέλαστοι εις ό,τι
+κάμνουν;
+
+ Κρίτων
+Ναι, μα τον Δία, αλήθεια είναι αυτό που λες.
+
+ Σωκράτης
+Αλλά μήπως λοιπόν δι' αυτόν τον λόγον και ο ίδιος θα αποκηρύξης όλα
+τα επαγγέλματα και τον υιόν σου θα αποτρέψης από αυτά;
+
+ Κρίτων
+Δεν θα ήτο καθόλου σωστόν και δίκαιον.
+
+ Σωκράτης
+Μην κάμης λοιπόν, Κρίτων, πράγμα που δεν πρέπει. Άφησε τους να
+κουρεύωνται εκείνους που επαγγέλλονται τον φιλόσοφον, είτε καλοί
+είναι είτε κακοί· αλλά εξέτασε αυτό καθ' εαυτό το πράγμα, την
+φιλοσοφίαν, με όλην σου την προσοχήν· και αν μεν σου φαίνεται το
+πράγμα ανάξιον λόγου, με όλα σου τα δίκαια να αποτρέπης από αυτήν,
+όχι μόνον τα παιδιά σου, αλλά και κάθε άνθρωπον εν γένει· εάν όμως
+την εύρης τοιαύτην, οποίαν την φαντάζομαι εγώ ότι είναι, τότε να
+επιδοθής με όλην σου την εμπιστοσύνην και με όλας σου τας δυνάμεις
+εις την καλλιέργειαν αυτής, και ο ίδιος και συν γυναιξί και
+τέκνοις, που λέγει και η παροιμία.
+
+
+
+
+
+Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν
+ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν
+συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη
+(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος)
+σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του
+τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό
+της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο
+Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο
+Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ.
+προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά,
+Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη,
+Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού,
+Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια
+σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται
+για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
+
+ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και επίκριση
+των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της κενότητας της
+σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των επιφανών και
+φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων. Ωρισμένοι
+υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη.
+
+
+
+
+
+Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
+ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
+
+
+
+
+ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
+
+
+
+
+ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
+
+
+1} Το εξώφυλλο αναφέρει σαν μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο, ενώ η
+δεύτερη σελίδα τον Ν. Γρυπάρη. Ο μεταφραστής θα πρέπει να είναι ο
+Α. Χαροκόπος, μια και στην έκδοση της Αντιγόνης, όπου αναφέρονται
+όλα τα κείμενα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων που έχει εκδώσει ο Φέξης,
+το βιβλίο αναφέρεται με μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο.
+
+2} Του ενδόξου δηλ. Αλκιβιάδου. Ο παλαιός Αλκιβιάδης είχε δύο υιούς
+τον Κλεινίαν, πατέρα του μεγάλου Αλκιβιάδου, και τον Αξίοχον,
+πατέρα του Κλεινίου τούτου περί του οποίου πρόκειται εν τω διαλόγω.
+
+3} Αισχύλ. Επτά επί Θήβας στίχ. 2.
+
+ και στην πρύμνα της πολιτείας γυρνάει το δονάκι
+ χωρίς να κλη τα βλέφαρά του ο ύπνος —.
+
+4} Εκ των κατωτέρω λεγομένων μανθάνομεν ότι η μήτηρ του Σωκράτους
+Φαιναρέτη είχεν εκ του πρώτου συζύγου της Χαιρεδήμου και άλλον
+υιόν, τον Πατροκλήν τούτον, ομομήτριον αδελφόν επομένως του
+Σωκράτους.
+
+5} Είναι αδύνατον σχεδόν να αποδοθή το του κειμένου &σιγώντα
+λέγειν,& ούτως ώστε να διατηρηθή η εν αυτώ αμφιλογία, επί της
+οποίας ακριβώς στηρίζεται το σόφισμα· τα &σιγώντα& δηλ. είναι και
+αρσενικόν ενικόν και ουδέτερον πληθυντικόν.
+
+6} Αμετάφραστος πάλιν η αμφιλογία της ελλην. φράσεως, τίνα προσή-
+κει χαλκεύειν, εν τη οποία το τίνα δύναται να ληφθή και ως
+υποκείμενον του προσήκει χαλκεύειν αλλά και ως αντικείμενον του
+χαλκεύειν.
+
+7} Αφήνω αμετάφραστον την θαυμαστικήν επιφώνησιν, &πυππάξ, ω
+Ηράκλεις·& ο Διονυσόδωρος εκδεχόμενος το πυππάξ ως όνομα, κάμνει το
+ανούσιον χαριτολόγημα το οποίον θέτει και τον Κτήσιππον εκτός
+μάχης, υπό αηδίας.
+
+8} Ο οίνος αγαθόν και το έλαιον αγαθόν· το κράμα είναι χείρον
+εκείνων, ούτε προς πόσιν αγαθόν, ως ο οίνος, ούτε προς φωτισμόν, ως
+το έλαιον. Σ. Μωραΐτης.
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Euthydemus, by Plato
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK EUTHYDEMUS ***
+
+***** This file should be named 31402-0.txt or 31402-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/1/4/0/31402/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/31402-0.zip b/31402-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..dd6922f
--- /dev/null
+++ b/31402-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..7a93013
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #31402 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31402)