diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 31402-0.txt | 2572 | ||||
| -rw-r--r-- | 31402-0.zip | bin | 0 -> 60191 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 2588 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/31402-0.txt b/31402-0.txt new file mode 100644 index 0000000..766453e --- /dev/null +++ b/31402-0.txt @@ -0,0 +1,2572 @@ +The Project Gutenberg EBook of Euthydemus, by Plato + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Euthydemus + +Author: Plato + +Translator: Aristeidis Harokopos + Ioannis N. Gryparis + +Release Date: February 25, 2010 [EBook #31402] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK EUTHYDEMUS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + +Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been +transferred at the end of the book. My corrections have been included in +double square brackets [[]], while bold words in &&. The tonic system +has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of +the book has not been changed. + +Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των +σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος. Διορθώσεις μου περικλείονται σε διπλές +αγκύλες [[]],ενώ έντονοι χαρακτήρες σε &&. Ο τονισμός έχει αλλάξει από +πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + + + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ + + +Μ Ε ΤΑ Φ Ρ Α Σ Η +Α. ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ + + +ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +ΙΩ. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ {1} + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ + + + +Την κλείδα προς κατανόησιν του μικρού τούτου και δευτερευούσης +σημασίας πλατωνικού διαλόγου ευρίσκομεν εις τον επίλογον αυτού. +Εκεί διηγείται ο Κρίτων ο γηραιός φίλος του Σωκράτους προς αυτόν, +ότι απερχόμενος εκ του Λυκείου, όπου οι δύο σοφισταί ή μάλλον +εριστικοί Ευθύδημος και Διονυσόδωρος είχον κάμη επίδειξιν της +τέχνης των, συνήντησεν ένα ρήτορα εκ των πεφημισμένων τότε εν +Αθήναις· ούτος του εξέφρασε, λέγει, την άκραν του περιφρόνησιν διά +την εριστικήν, αλλά συγχρόνως, ως άνθρωπος ο οποίος μόνον εν τη +ιδία εαυτού τέχνη βλέπει την αληθινήν σοφίαν, εξέτεινε την +περιφρόνησιν και δι' όλους γενικώς τους φιλοσόφους και την +φιλοσοφίαν. Εξ όσων άλλων λέγονται ενταύθα περί του ρήτορος τούτου, +ότι κυρίως ήτο ποιητής λόγων (λογογράφος, ρητοροδιδάσκαλος) και ότι +ουδέποτε ο ίδιος παρουσιάσθη εις δικαστήριον, εικάζεται πολύ +πιθανώς ότι πρόκειται περί του Ισοκράτους, εις τους λόγους άλλως τε +του οποίου ουχί άπαξ απαντώσι τοιαύται επιπόλαιοι επιθέσεις +εναντίον της φιλοσοφίας και των φιλοσόφων, δυνάμεναι εξ ίσου και +αδιακρίτως να αποβλέπωσι και εις τον Πλάτωνα αυτόν και εις τον +Αντισθένην και τους Μεγαρικούς και οιονδήποτε άλλον. Και αν ακόμη η +υπόθεσις αύτη περί υπαινιγμού προς τον Ισοκράτην δεν είναι τελείως +βάσιμος (διότι πράγματι πολλοί κριτικοί την επολέμησαν) το βέβαιον +είναι οπωσδήποτε ότι ο Πλάτων εγένετο αντικείμενον επιθέσεως +τοιούτου τινός είδους, εκ της οποίας του εδίδετο αφορμή να χωρίση +άπαξ διά παντός τον ιδικόν του σωκρατισμόν των διαφόρων άλλων +σωκρατικών σχολών των αντιπάλων του. + +Και τοιουτοτρόπως έγραψε την ευφυεστάτην και αληθώς αριστοφάνειον +ταύτην σάτυραν, εις την οποίαν παρουσιάζει τους δύο ασήμους +σοφιστάς Ευθύδημον και Διονυσόδωρον, ως αγοραίους γελωτοποιούς, +επιδεικνύοντας μετά περισσής αηδίας και ψυχρότητος την διαλεκτικήν +εκείνην, ήτις μολονότι πηγάζουσα εκ της σχολής του Σωκράτους, +υπέστη τοσαύτην παρέκκλισιν, οφειλομένην κυρίως εις την επίδρασιν +του Ζήνωνος. Δια τους δύο τούτους εριστικούς οι παράδοξοι +συλλογισμοί δεν είναι πλέον βοηθητικόν απλώς μέσον της γυμναστικής +του πνεύματος· κατήντησαν να αποτελούν καθ' εαυτούς, ως σοφίσματα, +τον σκοπόν ιδίας τέχνης, της εριστικής, ασφαλέστατον δε συγχρόνως +μέσον, υπό τας γνωστάς συνθήκας υπό τας οποίας διετέλει τότε η +Αθηναϊκή κοινωνία, ευκόλου χρηματισμού· προ παντός δε ήσαν +προορισμένοι να εκπλήττουν, να περιάγουν εις αμηχανίαν και να +προκαλούν τους γέλωτας και τας επευφημίας του πλήθους. + +Πράγματι οι ελεεινοί ήρωες του διαλόγου ή παίζουν με την διπλήν +εκδοχήν των λέξεων, ή παρέρχονται σιωπηλώς και παραλείπουν τους +περιοριστικούς μιας εννοίας προσδιορισμούς, ή μεταχειρίζονται +κατασκευήν φράσεως δικαιολογουμένης μεν υπό ειδικής τινος συνηθείας +της γλώσσης, αλλοιούσης όμως εν τη προκειμένη περιστάσει το νόημα, +ή αντικαθιστούν τας διαφόρους σημασίας της κτητικής αντωνυμίας, και +με αυτά και άλλα όμοια σοφά τεχνάσματα καταλήγουν εις σειράν +συμπερασμάτων αφαντάστου παραδοξότητος. + +Μεταξύ όμως των αηδών παραδοξολογιών των δυο τούτων ανδρών ο Πλάτων +παρεισάγει κάπως λαθρεμπορικώς και με πονηράν επιτηδειότητα +προτάσεις, αι οποίοι είναι γνωστόν ότι ανήκουν εις τον Αντισθένην, +όπως π.χ. είναι ο ισχυρισμός περί του αδυνάτου άλλων κρίσεων εκτός +των της ταυτότητος, περί του αδυνάτου επίσης της αντιλογίας ή και +γενικώτερον οιασδήποτε ψευδούς βεβαιώσεως. Τας απορίας λοιπόν +ταύτας, τας οποίας ο αρχηγός της κυνικής σχολής υπεστήριζε σοβαρώς +και επιστημονικώς (περί αυτού δεν επιτρέπεται αμφιβολία), ο Πλάτων +θέτει εις το στόμα του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου και με αυτόν +τον τρόπον εξευτελίζει την διδασκαλίαν των αντιπάλων του. Ίσως δε +ακόμη και το γεγονός ότι παριστά τους δύο εριστικούς γελωτοποιούς +ως μεταπηδήσαντας από της ρητορικής εις την διαλεκτικήν, και εις +ηλικίαν μάλιστα προχωρημένην, να περιέχη άλλον εκ προθέσεως +υπαινιγμόν κατά του Αντισθένους, όστις ομοίαν οδόν είχεν ακολουθήση +και τον οποίον εν τω Σοφιστή ονομάζει «οψιμαθή γέροντα». + +Ώστε εις όλον τον διάλογον επικρατεί κυρίως το σατυρικόν στοιχείον +και εξασκείται το σκώμμα και η γνωστή σωκρατική ειρωνεία μετά +περισσής δεξιοτεχνίας. Οι παρεμβαλλόμενοι δε απέριττοι και ευθείς +διάλογοι του Σωκράτους προς τον νεαρόν Κλεινίαν, διά των οποίων +αναζητούν την «βασιλικήν επιστήμην» του υπερτάτου αγαθού, καθώς +αντιτίθενται προς τα κενά λογοπαικτικά σχοινοβατήματα των δύο +εριστικών, δίδουν τόνον και έντασιν μοναδικήν εις την εικόνα· ακόμη +δε εξαίρεται η εκ του συνόλου καλλιτεχνική εντύπωσις με μερικάς +περιγραφάς, αι οποίαι πάλλονται από ζωήν και μετρημένον +πραγματισμόν. + +Ως προς την σειράν την οποίαν κατέχει ο διάλογος εις την +χρονολογικήν ακολουθίαν των πλατωνικών έργων, τούτο μόνον ίσως +δύναται να θεωρηθή βέβαιον, ότι είναι πάντως προγενέστερος του +Μένωνος, όστις πάλιν προϋποθέτει προ αυτού τον Πρωταγόραν και τον +Γοργίαν. Ο τελευταίος δε εκδότης του Πλάτωνος, ο ημέτερος Σ. +Μοραΐτης καταλέγει τα πειστικώτατα των επιχειρημάτων, εξ ων +αποδεικνύεται ότι ο Ευθύδημος είναι βεβαίως ύστερος του Πρωταγόρου. + + + +ΠΛΑΤΩΝΟΣ +ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ + + + + (ΚΡΙΤΩΝ + (ΣΩΚΡΑΤΗΣ + (ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ +ΠΡΟΣΩΠΑ (ΔΙΟΝΥΣΟΔΩΡΟΣ + (ΚΛΕΙΝΙΑΣ + (ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ + + + + Κρίτων. +Ποιος ήτανε, Σωκράτη, εκείνος που εσυζητούσες μαζί του εχθές εις το +Λύκειον; Επλησίασα γιατί ήθελα να σας ακούσω, μα ήταν τόσον πολύς +συνωστισμός γύρω σας, που δεν ημπόρεσα νακούσω τίποτε καθαρά. +Ανασηκώθηκα όμως στα πόδια μου για να ιδώ τουλάχιστον και μου +εφάνηκε πως ήτανε ξένος εκείνος που συζητούσατε· ποιος ήτανε +λοιπόν; + + Σωκράτης +Μα για ποιον ερωτάς, Κρίτων; γιατί δεν ήτανε ένας, ήτανε +δύο. + + Κρίτων +Εκείνος που λέγω εγώ εκάθητο τρίτος στη σειρά δεξιά σου· ανάμεσά +σας ήτανε το παιδί του Αξιόχου· πόσον, αλήθεια, μου φάνηκε πως +εμεγάλωσε, Σωκράτη! σαν να έχη επάνω κάτω την ίδια ηλικία με τον +δικό μου τον Κριτόβουλο· εκείνος όμως είναι ισχνός και +μικροκαμωμένος διά την ηλικίαν του, ενώ αυτός είναι πλέον +σχηματισμένος και αλήθεια ωραιότατος και χαριτωμένος νέος. + + Σωκράτης +Εκείνος που μ' ερωτάς, Κρίτων, είναι ο Ευθύδημος· και ο άλλος που +εκάθητο αριστερά μου, ο αδελφός του ο Διονυσόδωρος· είχε και αυτός +μέρος εις την συζήτησιν. + + Κρίτων +Δεν γνωρίζω ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. + + Σωκράτης +Είναι καθώς φαίνεται, κάποιοι καινούργιοι πάλιν σοφισταί. + + Κρίτων +Και από πού, νάχωμε καλό ρώτημα; και ποια είναι η σοφία των; + + Σωκράτης +Η καταγωγή τους, όσο ξέρω, είναι κάπου εκεί από τη Χίο, αλλά επήγαν +και εγκατεστάθησαν εις τους Θουρίους· από εκεί εξορισμένοι, +τριγυρίζουν πολλά χρόνια τώρα κατ' αυτά εδώ τα μέρη. Όσο διά την +σοφίαν των, που ερωτάς, είναι θαυμασία, Κρίτων· τίποτε δεν υπάρχει +που να μην το ηξεύρουν· εγώ τουλάχιστον ως τώρα δεν είχα γνωρίση τι +πράγμα είναι οι παγκρατιασταί· αυτοί, αλήθεια, ξεχωρίζουν εις όλα +τα είδη των αγώνων, όχι όπως εκείνοι οι Ακαρνάνες αδελφοί, που +μόνον με το σώμα ήσαν ικανοί να πολεμούν εν πρώτοις και εις αυτό το +κεφάλαιον υπερέχουν απ' όλους, μ' ένα είδος μάχης που τους +εξασφαλίζει πάντοτε την νίκην· γνωρίζουν δηλαδή άριστα την +οπλομαχητικήν τέχνην, και ημπορούν ακόμη και να την διδάσκουν εις +όποιον τους πληρώση· έπειτα είναι πρώτης τάξεως πολεμισταί εις τους +δικαστικούς αγώνας και άλλους διδάσκουν να ομιλούν και να συνθέτουν +λόγους διά τα δικαστήρια. Μέχρι τούδε λοιπόν η ικανότης των +περιωρίζετο εις αυτά μόνον που ανέφερα, τώρα όμως πλέον έφθασαν εις +την άκραν τελειότητα της παγκρατιαστικής τέχνης· διότι το μόνον +είδος της μάχης που είχαν αφήση ακόμη ακαλλιέργητον, τώρα το +επεξεργάσθησαν και αυτό εις βαθμόν, που να μην ημπορή πλέον +απολύτως κανείς ούτε χέρι να τους σηκώση· τόσο φοβεροί έχουν γίνη +να πολεμούν με τα λόγια και να ανασκευάζουν κάθε τι που ήθελεν ειπή +ένας άλλος, είτε ψέμμα είτε αλήθεια. Εγώ λοιπόν, αγαπητέ μου +Κρίτων, έχω σκοπόν να τους παραδώσω τον εαυτόν μου, διότι +υπόσχονται εις ολίγον χρόνον να κάμουν τον πρώτον τυχόντα +εμπειρότατον εις αυτό το είδος. + + Κρίτων +Αλλά, Σωκράτη, δεν φοβάσαι την ηλικία σου, μήπως είσαι πλέον πολύ +γέρος; + + Σωκράτης +Κάθε άλλο, φίλε μου· και έχω ίσα ίσα επαρκή λόγον, που με +ενθαρρύνει να μη φοβούμαι· διότι και αυτοί οι ίδιοι, αν θέλης να +ξέρης, ήσαν προχωρημένοι πλέον εις την ηλικίαν, όταν επεδόθησαν εις +την καλλιέργειαν αυτής της τέχνης, της εριστικής, που τόσον επιθυμώ +να την μάθω και εγώ· πέρυσι ή προπέρυσι δεν είχαν ακόμη αποκτήση +αυτήν την σοφίαν. Ένα μόνον πράγμα φοβούμαι, μήπως πάλιν τους +ντροπιάσω και αυτούς τους ανθρώπους, όπως τον Κόννον του Μητροβίου, +τον κιθαριστήν, που μου δίδει ακόμη και τώρα μαθήματα μουσικής· όσο +μας βλέπουν τα παιδιά, οι συμμαθηταί μου, και εμένα περιγελούν και +τον Κόννον τον λέγουν γεροντοδιδάσκαλον ·να μη συμβή λοιπόν το +ίδιον και με αυτούς ξένους ανθρώπους, και ίσως, στοχάζομαι, από +φόβο να μην ακούσουν τα ίδια, να μη θελήσουν να με δεχθούν μαθητήν +των. Αλλά εγώ, όπως εκατάφερα και μερικούς άλλους γέροντας να +έρχωνται μαζί μου να παίρνουν μαθήματα από τον Κόννον, έτσι και +τώρα θα προσπαθήσω να παρασύρω μερικούς άλλους· και πρώτα πρώτα +εσένα, αν θέλης να μ' ακούσης· ίσως μάλιστα δεν θα ήταν άσχημο +δόλωμα να πάρωμε μαζί και τους υιούς σου· διότι είμαι βέβαιος ότι, +διά να τους έχουν εκείνους, θα συγκατανεύσουν να μας διδάξουν και +εμάς. + + Κρίτων +Δεν βλέπω να είναι καθόλου δύσκολον το πράγμα, αν αυτό είναι η +επιθυμία σου· αλλά εξήγησέ μου πρώτα ποια είναι η σοφία των, διά να +γνωρίζω τουλάχιστον τι έχομεν και να μάθωμεν. + + Σωκράτης +Φθάνει να έχης όρεξιν ν' ακούης· διότι δεν θα ημπορούσα να +προφασισθώ πως δεν τους επρόσεξα, αλλ' απεναντίας τους ήκουσα με +την μεγαλυτέραν μου προσοχήν και δεν ελησμόνησα τίποτε· θα +προσπαθήσω λοιπόν να σου τα διηγηθώ όλα καταλεπτώς από την αρχήν ως +το τέλος: + +Έτυχε κατά καλήν μου τύχην να κάθωμαι μόνος μου εκεί που με είδες +εις το αποδυτήριον και είχα αποφασίση πλέον να σηκωθώ να φύγω· αλλά +μόλις σηκώνομαι, μου γίνεται έξαφνα το συνηθισμένον μου σημείον, το +δαιμόνιον· ξανακάθωμαι λοιπόν πάλιν και σε λίγο πράγματι, να και +μπαίνουν αυτοί οι δύο αδελφοί, ο Ευθύδημος και ο Διονυσόδωρος, και +άλλοι πολλοί νέοι μαζί, μαθηταί των, καθώς μου φαίνεται· και αφού +εμβήκαν, ήρχισαν να περιπατούν κάτω από την στεγασμένην την στοάν· +δεν θα είχαν ακόμη κάμη δύο ή τρεις γύρους και μπαίνει ο Κλεινίας, +αυτός που σου φάνηκε, και δεν έχεις άδικο, πως εμεγάλωσε τόσο πολύ· +και από πίσω του ένα πλήθος ερασταί, μεταξύ των άλλων και ο +Κτήσιππος, ένας νέος από την Παιανίαν, καλό και άξιο παληκάρι σε +όλα του, αλλά κάπως παράφορος, όπως δα συμβαίνει συνήθως εις αυτήν +την ηλικίαν. Μόλις με είδε από εκεί που εμβήκεν ο Κλεινίας, να +κάθωμαι μόνος μου, διευθύνεται αμέσως προς το μέρος μου και κάθεται +πλάι μου, δεξιά μεριά, όπως το παρετήρησες και συ. Ο Διονυσόδωρος +τότε και ο Ευδύθημος, όταν τον είδαν, εσταμάτησαν πρώτα και κάτι +άρχισαν να λέγουν μεταξύ των, ενώ από καιρόν εις καιρόν έστρεφαν τα +βλέμματά των προς ημάς — διότι τους παρακολουθούσα εγώ με πολλήν +προσοχήν· τέλος πλησιάζουν και κάθονται και αυτοί, ο Ευθύδημος +κοντά εις τον νέον και ο Διονυσόδωρος αριστερά μου· οι άλλοι επήραν +θέσιν όπως έτυχεν ο καθένας. Αφού λοιπόν αντήλλαξα μαζί των τους +θερμοτέρους χαιρετισμούς, ύστερ' από τόσον καιρόν που είχα να τους +ιδώ, εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του λέγω: Αγαπητέ μου, να σε +παρουσιάσω εις τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον, ανθρώπους +αληθινά σοφούς όχι εις μικρά και ασήμαντα πράγματα, αλλά εις τα +σπουδαιότατα· διότι γνωρίζουν κατά βάθος όλα τα μυστήρια της +πολεμικής τέχνης, όσα χρειάζεται να γνωρίζη ένας που θέλει να γίνη +καλός στρατηγός, να διοική ένα στράτευμα, να το παρατάσση εις +μάχην, και να το καταστήση εν γένει εμπειροπόλεμον. Εκτός τούτου +ημπορούν και να διδάξουν έναν άνθρωπον να υπερασπίζεται τον εαυτόν +του ενώπιον των δικαστηρίων, εάν κανείς ήθελε τον αδικήση. + +Τα λόγια μου φαίνεται αυτά επροκάλεσαν τον οίκτον των δύο αδελφών· +εγύρισαν συγχρόνως και εκύτταξεν ο ένας τον άλλον και εγέλασαν· και +ο Ευθύδημος είπε: + +— Δεν καταγινόμεθα πλέον, Σωκράτη, με αυτά, αλλά τα έχομεν έτσι +μόνον ως πάρεργα. + +Εγώ παραξενεύτηκα και του είπα: + +— Θα είναι λοιπόν εξαιρετικής σημασίας η κυρία σας ενασχόλησις, +αφού τόσον σπουδαία πράγματα τα θεωρείτε πλέον ως πάρεργα, και σας +εξορκίζομεν να μας πήτε κ' εμάς, ποίον είναι αυτό τώρα το έργον +σας. + +— Φρονούμεν ότι είμεθα εις θέσιν παρά κάθε άλλον καλύτερα και +γρηγορότερα να διδάξωμεν την αρετήν. + +— Θεέ και Κύριε! καλέ τι μας λέτε! και πως εκάμετε αυτήν την +θαυμασίαν ανακάλυψιν; Εγώ είχα ακόμη την ιδέαν, όπως το έλεγα δα +και προ ολίγου, ότι εκείνο που κυρίως διεκρίνεσθε ήτο η διδασκαλία +της οπλομαχητικής, και έτσι σας συνιστούσα· διότι ενθυμούμαι, όταν +ήλθετε εδώ την πρώτην φοράν, αυτό το επάγγελμα είχετε. Αν όμως τώρα +πράγματι κατέχετε αυτήν την επιστήμην που λέγετε, το έλεός σας +επικαλούμαι· διότι τίποτε ολιγώτερον, παρά ως προς θεούς πρέπει +πλέον να σας αποτείνωμαι και να σας δεηθώ να τύχω της συγγνώμης σας +δι' όσα είπα πρωτύτερα. Αλλά ιδέτε όμως καλά, Ευθύδημε και συ +Διονυσόδωρε, εάν είναι αλήθεια αυτό που μας είπατε και μην το +ευρίσκετε, σας παρακαλώ, παράδοξον, αν το μεγαλείον των επαγγελιών +σας με καθιστά κάπως άπιστον. + +— Να είσαι, μου απήντησαν, τελείως βέβαιος, Σωκράτη, ότι το πράγμα +έχει όπως σου το είπαμεν. + +— Εν τοιαύτη περιπτώσει εγώ τουλάχιστον σας μακαρίζω δι' αυτό σας +το απόκτημα πολύ περισσότερον παρά τον μέγαν βασιλέα διά την +δύναμίν του· αυτό μόνον σας παρακαλώ να μου ειπήτε ακόμη, αν έχετε +σκοπόν να επιδείξετε αυτήν σας την σοφίαν, ή τι προτίθεσθε να +κάμετε; + +— Αλλά δι' αυτό ακριβώς ήλθαμεν, Σωκράτη, εδώ, διά να την +επιδείξωμεν και να την διδάξωμεν εις όσους θέλουν να την μάθουν. + +— Μα ότι όλοι όσοι δεν την έχουν θα θελήσουν να την αποκτήσουν, +εγώ σας το εγγυώμαι· και πρώτα πρώτα εγώ, έπειτα ο Κλεινίας αυτός, +και κοντά σ' εμάς ο Κτήσιππος απ' εκεί και όλοι αυτοί οι άλλοι που +βλέπετε, και του έδειξα τους εραστάς του Κλεινίου που μας είχαν ήδη +περικυκλώση· διότι, πρέπει να σου είπω, ο Κτήσιππος κατ' αρχάς είχε +καθήση αρκετά μακρυά από τον Κλεινίαν· αλλ' επειδή ο Ευθύδημος, όσο +μου ωμιλούσε, έσκυβε προς τα εμπρός, απέκρυπτε τον Κλεινίαν, που +εκάθητο μεταξύ των δύο μας, από τους οφθαλμούς του Κτησίππου· αυτός +όμως, επειδή δεν ήθελε να στερήται την θέαν του φίλου του, είναι δε +συγχρόνως και νέος φιλομαθής, εσηκώθηκε πρώτος και ήλθε κ' εστάθηκε +κοντά μας· άμα τον είδαν λοιπόν και οι άλλοι εμιμήθησαν το +παράδειγμά του κ' ήλθαν κ' εστάθηκαν γύρω μας, και οι ερασταί του +Κλεινίου και οι φίλοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου. Αυτούς +λοιπόν όλους εγώ τους έδειξα εις τον Ευθύδημον και του έλεγε πως +όλοι είμεθα έτοιμοι να διδαχθώμεν από αυτόν. Πράγματι δε και ο +Κτήσιππος επεβεβαίωσε με προθυμίαν μεγάλην την επιθυμίαν του, και +όλοι οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις των προς τους δύο αδελφούς, +διά να μας αποκαλύψουν τα μυστήρια της τέχνης των. + +Είπα λοιπόν εγώ απευθυνόμενος προς τον Ευθύδημον και τον +Διονυσόδωρον: + +— Είναι, βλέπετε, ανάγκη εκ παντός τρόπου να ικανοποιήσετε αυτούς +τους νέους και προς χάριν ιδικήν μου να κάμετε την επίδειξιν· +αναγνωρίζω βέβαια ότι δεν είναι τώρα πολύ εύκολον να γίνη το πράγμα +καθ' όλην αυτού την έκτασιν, αλλά ειπήτε μου σας παρακαλώ αυτό: +μόνον εκείνον, που είναι πλέον πεπεισμένος ότι πρέπει να διδαχθή +την αρετήν παρ' υμών, ημπορείτε να καταστήσετε ενάρετον, ή επίσης +και εκείνον που δεν είναι ακόμη πεπεισμένος, είτε διότι αμφιβάλλει +αν η αρετή είναι πράγμα που ημπορεί να διδαχθή, είτε διότι δεν +παραδέχεται ότι σεις είσθε οι καταλληλότεροι αυτής διδάσκαλοι; +δύναται λοιπόν, σας ερωτώ, να αποδείξη επίσης η τέχνη σας και εις +τον ούτω σκεπτόμενον, ότι και διδάσκεται η αρετή και σεις είσθε +εκείνοι, που παρά κάθε άλλον καλύτερα ημπορείτε να την διδάξετε; + +— Μάλιστα, απήντησεν ο Διονυσόδωρος, ημπορεί να το αποδείξη και +αυτό η τέχνη μας, Σωκράτη. + +— Ώστε δεν υπάρχει, Διονυσόδωρε, κανείς εις τον κόσμον που να +ημπορή καλύτερ' από σας να προτρέψη τους ανθρώπους εις την +φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής; + +— Πράγματι, αυτό πιστεύομεν, Σωκράτη. + +— Τότε λοιπόν αφήσετε την επίδειξιν των άλλων δι' ευθετώτερον +καιρόν, και αυτό μόνον σας ζητώ τώρα να κάμετε: πείσατε αυτόν τον +νεαρόν φίλον μας, ότι πρέπει να επιδοθή εξ ολοκλήρου εις την +φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής, και θα μας υποχρεώσετε +και 'μένα και όλους αυτούς, διότι συμβαίνει όλοι μας να έχωμεν +εξαιρετικόν ενδιαφέρον περί του νέου και είναι μεγάλη η επιθυμία +μας να γίνη όσον ημπορεί καλύτερος· ονομάζεται Κλεινίας και είναι +υιός του Αξιόχου, εγγονός του παλαιού Αλκιβιάδου και πρώτος +εξάδελφος του σημερινού Αλκιβιάδου. {2} Είναι ακόμη νέος και +φοβούμεθα, ότι πρέπει να φοβήται κανείς πάντοτε δι' αυτήν την +ηλικίαν, μήπως μας προλάβη κανείς και δώση κάποιαν άλλην διεύθυνσιν +εις το πνεύμα του και μας τον χαλάση· δεν ημπορούσετε λοιπόν να +έλθετε εις καταλληλοτέραν στιγμήν· και αν δεν υπάρχη τίποτε να σας +εμποδίζη, δοκιμάσετε τον νέον και συνδιαλεχθήτε μαζί του επί +παρουσία μου. + +Αυτά του είπα επάνω κάτω αυτολεξεί, και ο Ευθύδημος αμέσως με ύφος +ανθρώπου που έχει θάρρος και πεποίθησιν εις τον εαυτόν του μου +λέγει: + +— Αλλά τίποτε δεν μας εμποδίζει, Σώκρατες, αρκεί μόνον να θέλη ο +νέος ναπαντήση εις τας ερωτήσεις μας. + +— Α, όσο δι' αυτό, έγνοια σου, είναι αρκετά συνηθισμένος· διότι +αυτοί εδώ οι φίλοι του δεν τον αφήνουν σχεδόν ποτέ από κοντά, και +συχνά τον ερωτούν και συνδιαλέγονται μαζί του· ώστε ελπίζω να +αποκριθή με θάρρος και χωρίς δυσκολίαν. + +Αλλά πως θα ημπορέσω, Κρίτων, να σου διηγηθώ τώρα καλώς τα μετά +ταύτα; διότι δεν είναι μικρόν πράγμα ν' αναλάβη κανείς να κάμη +πιστήν διήγησιν τόσον θαυμαστής σοφίας· ώστε και εγώ, όπως οι +ποιηταί, πριν επιληφθώ της διηγήσεως, έχω ανάγκην να επικαλεσθώ τας +Μούσας και την Μνημοσύνην. Ήρχισε λοιπόν κατ' αυτόν, νομίζω, τον +τρόπον ο Ευθύδημος την ομιλίαν: + +— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, ποίοι είναι εκείνοι που μανθάνουν, οι +σοφοί ή οι αμαθείς; + +Και ο νέος, σαν δύσκολον φυσικά που ήτο το ερώτημα, εκοκκίνησε, και +με προφανή απορίαν έστρεψε τα βλέμματά του προς εμένα. + +Εγώ άμα τον είδα, που τα έχασε: θάρρος, του είπα, Κλεινία, και +απάντησε χωρίς συστολήν ό,τι σου φαίνεται το ορθότερον· ίσως απ' +αυτό να βγη ανυπολόγιστος ωφέλεια για σένα. + +Εν τω μεταξύ όμως ο Διονυσόδωρος έσκυψεν ολίγον και μου είπε εις το +αυτί, ενώ ολόκληρον το πρόσωπον του εμειδία: + +— Και μολαταύτα σου προλέγω, Σωκράτη, πως ό,τι και να απαντήση ο +νέος θα πέση έξω. + +Και ενώ μου έλεγεν αυτά ο νέος εν τω μεταξύ είχε πλέον απαντήση, +ώστε δεν ευρήκα καιρόν να του συστήσω καν να προσέξη εις την +απάντησίν του, αλλ' απεκρίθη, ότι βέβαια οι σοφοί είναι εκείνοι που +μανθάνουν. + +Και ο Ευθύδημος τον ερώτησε πάλιν: + +— Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι, τους οποίους ονομάζεις διδασκάλους, ή +όχι; + +Ο Κλεινίας απήντησε καταφατικώς. + +— Λοιπόν οι διδάσκαλοι δεν είναι διδάσκαλοι εκείνων που μανθάνουν, +όπως ο κιθαριστής ή ο γραμματιστής ήσαν βέβαια διδάσκαλοι και +ιδικοί σου και άλλων παιδιών, σεις δε μαθηταί; + +— Μάλιστα. + +— Αλλά τον καιρόν που εμανθάνετε, δεν εγνωρίζετε ακόμη τα +πράγματα, που εμανθάνετε; + +— Όχι. + +— Τότε λοιπόν, που δεν τα εγνωρίζετε ακόμη, ήσασθε σοφοί; + +— Όχι, βέβαια. + +— Ώστε αφού δεν ήσασθε σοφοί, ήσασθε αμαθείς; + +— Εννοείται και ήμασθε. + +— Εσείς λοιπόν που εμανθάνετε τα πράγματα, που δεν εγνωρίζετε, τα +εμανθάνετε ενώ ήσασθε αμαθείς. + +Ο νέος απήντησε καταφατικώς με κλίσιν της κεφαλής. + +— Ώστε οι αμαθείς είναι εκείνοι που μανθάνουν, Κλεινία, και όχι οι +σοφοί, καθώς εσύ φρονείς. + +Μόλις είπεν αυτά, όπως ένας χορός εις το σημείον του διδασκάλου, +όλοι οι ακόλουθοι εκείνοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου +εξερράγησαν εις θορυβώδεις επευφημίας και γέλωτας. Και πριν ακόμη +λάβη ο νέος καιρόν να πάρη καλά καλά την αναπνοήν του τον +παραλαμβάνει ο Διονυσόδωρος και τον ερωτά: + +— Αλλά δεν μου λέγεις, Κλεινία, όταν ο διδάσκαλός σας σάς εμάνθανε +κάτι τι από στήθους, ποιοι το εμάνθανον, οι σοφοί ή οι αμαθείς; + +— Οι σοφοί, απήντησεν ο Κλεινίας. + +— Οι σοφοί λοιπόν μανθάνουν και όχι οι αμαθείς. Ώστε δεν απήντησες +σωστά εις τον Ευθύδημον. + +Τότε δα ήσαν και αν ήσαν τα γέλοια και ο θόρυβος εκ μέρους των +θαυμαστών του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου, εις τους οποίους +επροξένει κατάπληξιν η τόση του σοφία. Εμείς οι άλλοι εμείναμεν +εμβρόντητοι χωρίς λέξιν να λέγωμεν. Και μόλις μας είδεν εις αυτήν +την κατάστασιν ο Ευθύδημος, διά να μας δώση ακόμη μεγαλυτέραν ιδέαν +της σοφίας του, αρπάζει πάλιν τον νέον και τον ερωτά, δίδων, όπως +οι γυμνασμένοι χορευταί, άλλην στροφήν εις την ιδίαν ερώτησιν: + +— Ειπέ μας λοιπόν τώρα, εκείνοι που μανθάνουν, μανθάνουν όσα +γνωρίζουν ή όσα δεν γνωρίζουν; + +Και ο Διονυσόδωρος πάλιν μου ψιθυρίζει σιγά εις το αυτί: + +— Να ιδής, άλλο πάλιν αυτό, Σωκράτη, σαν το πρώτο. + +— Αλλά και η πρώτη, μα τον Δία, ερώτησις ήτο πράγματι ανταξία +υμών. + +— Όλο τέτοια ερωτήματα κάνομ' εμείς, που δεν ημπορεί κανείς να τα +βγάλη πέρα. + +— Και αυτό βέβαια εξηγεί πως έχετε τόσον κύρος μεταξύ των μαθητών +σας. + +Εν τούτοις ο Κλεινίας είχεν αποκριθή εις τον Ευθύδημον, ότι +μανθάνουν όσα δεν γνωρίζουν εκείνοι που μανθάνουν. + +Και ο Ευθύδημος εξηκολούθησε να τον ερωτά κατά τον αυτόν τρόπον +καθώς και πρότερον: + +— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, γνωρίζεις τα γράμματα; + +— Τα γνωρίζω. + +— Μα όλα; + +— Όλα. + +— Αλλά όταν ένας απαγγέλλη κάτι τι, δεν απαγγέλλει γράμματα; + +— Βεβαίως. + +— Ώστε απαγγέλλει κάτι που εσύ το γνωρίζεις, αφού τα γνωρίζεις +όλα; + +Παρεδέχθη και αυτό. + +— Ε, πώς; δεν μανθάνεις λοιπόν εσύ εκείνα που σου αποστηθίζουν, +αλλά μανθάνει εκείνος που δεν γνωρίζει γράμματα; + +— Όχι, απήντησεν, αλλά εγώ μανθάνω. + +— Μανθάνεις λοιπόν εκείνα που γνωρίζεις, αφού γνωρίζεις όλα τα +γράμματα. + +Ηναγκάσθη να συγκατανεύση. + +— Δεν απήντησες λοιπόν ορθώς. + +Δεν είχεν ακόμη καλά καλά τελειώση ο Ευθύδημος, και αμέσως παίρνει +τον λόγον, ως να ήτο σφαίρα, ο Διονυσόδωρος και σημαδεύει πάλιν τον +νέον: + +— Α, Κλεινία, είπε, προσπαθεί να σε γελάση ο Ευθύδημος διότι, ειπέ +μου, το να μανθάνη κανείς δεν σημαίνει να αποκτά την γνώσιν εκείνου +του πράγματος που μανθάνει; + +— Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεινίας. + +— Το δε να γνωρίζη κανείς είναι τίποτε άλλο, παρά να κατέχη πλέον +αυτήν την γνώσιν; + +— Όχι βέβαια. + +— Το να μη γνωρίζη λοιπόν κανείς θα ειπή να μην έχη ακόμη αποκτήση +την γνώσιν· ή όχι; + +— Μάλιστα. + +— Ποιοί λοιπόν είναι εκείνοι που αποκτούν κάτι τι, εκείνοι που το +έχουν ήδη, ή που δεν το έχουν; + +— Εκείνοι που δεν το έχουν. + +— Δεν ωμολόγησες ότι και όσοι δεν γνωρίζουν είναι από εκείνους που +δεν έχουν κάτι; + +Συγκατένευσεν. + +— Ώστε όσοι μανθάνουν, είναι από εκείνους που αποκτούν κάτι τι, +και όχι από εκείνους που έχουν. + +— Βεβαίως. + +— Ώστε μανθάνουν, Κλεινία, εκείνοι που δεν γνωρίζουν και όχι +εκείνοι που γνωρίζουν. + +Τρίτην φοράν, καθώς εις το πάλαιμα, ετοιμάζετο ο Ευθύδημος να ρίψη +καταγής τον νέον αλλά εγώ επειδή τον είδα καταπονεμένον πλέον και +ήθελα να τον ξεκουράσω, διά να μη χάση όλως διόλου το θάρρος του, +του είπα διά να τον εγκαρδιώσω: + +— Μην παραξενεύεσαι, Κλεινία, από αυτό το είδος της συζητήσεως, +εις το οποίον είσαι ασυνήθιστος· διότι ίσως δεν ημπορείς να +εννοήσης ποίος είναι ο σκοπός των φίλων μας εδώ μ' αυτά που κάνουν +με σένα· κάνουν δηλαδή το ίδιον ό,τι και οι Κορύβαντες όταν +υποβάλλουν εις την τελετήν του ενθρονισμού εκείνον που πρόκειται να +μυήσουν εις τα μυστήριά των· και εκεί, καθώς θα γνωρίζης ίσως, αν +έχης μυηθή, αρχίζουν με κάτι χορούς και άλλα τέτοια παιγνίδια· έτσι +και αυτοί τώρα δεν κάνουν άλλο, παρά να χορεύουν και να πηδούν γύρω +σου αστειευόμενοι, διά να σε μυήσουν κατόπιν. Φαντάσου τώρα λοιπόν +και συ ότι και αυτά εδώ είναι τα προοίμια των σοφιστικών μυστηρίων, +Και εν τούτοις όπως το ορίζει ο Πρόδικος, πρέπει κανείς να μάθη την +ορθήν και κυρίαν σημασίαν των λέξεων, πράγμα ακριβώς το οποίον +ήθελαν να σου διδάξουν οι ξένοι· διότι δεν ήξευρες, ότι το +&μανθάνω& το λέγουν οι άνθρωποι και όταν κανείς αποκτά την γνώσιν +ενός πράγματος την οποίαν προηγουμένως δεν είχεν, αλλά την ιδίαν +λέξιν μεταχειρίζονται επίσης και όταν, αφού αποκτήση την γνώσιν +ενός πράγματος, σκέπτεται διά μέσου της γνώσεως ταύτης, περί αυτού +του ιδίου πράγματος, είτε τούτο είναι πράξις είτε ιδέα· +συνηθέστερον μεταχειρίζονται εις την περίστασιν αυτήν μάλλον το +ρήμα: &καταλαμβάνω& παρά το: &μανθάνω&, μεταχειρίζονται όμως ενίοτε +και το &μανθάνω&. Εσύ όμως δεν είχες προσέξη, όπως σου το απέδειξαν +αυτοί, ότι η ιδία λέξις εφαρμόζεται εις δύο όλως διόλου +διαφορετικάς περιστάσεις, και δι' εκείνον που γνωρίζει και δι' +εκείνον που δεν γνωρίζει. Το ίδιον δε συνέβη και με την δευτέραν +ερώτησιν που σου έκαμαν, εάν μανθάνη κανείς εκείνα που γνωρίζει ή +εκείνα που δεν γνωρίζει. Όλα λοιπόν αυτά είναι παιγνίδια ως προς τα +καθ' αυτό μαθήματα· και δι' αυτό ισχυρίσθην εγώ ότι έπαιζαν μαζί +σου· και τα ονομάζω παιγνίδια, διότι και αν κανείς ήθελε μάθη πολλά +τέτοια και αν ακόμη και όλα τα εμάθαινε, δεν θα εγνώριζε καλύτερον +την αληθή φύσιν και ουσίαν των πραγμάτων· το πολύ θα ημπορούσε να +διασκεδάζη με τους ανθρώπους και να τους εξαφνίζη με αυτήν την +διπλήν σημασίαν των λέξεων, όπως ένας που σου βάζει πόδι και σε +ρίχτει ανάσκελα, ή όπως εκείνοι που σου τραβούν από πίσω το σκαμνί +την ώραν που πας να καθίσης και πεθαίνουν ύστερα στα γέλοια άμα σε +ιδούν ξαπλωμένο φαρδύ πλατύ καταγής· ώστε όλα αυτά που έκαμαν ως +τώρα με σένα να τα πάρης έτσι για παιγνίδι· τώρα βέβαια θα έλθη και +η σειρά των σπουδαίων και σοβαρών, και θα αναλάβω εγώ την +υποχρέωσιν να τους παρακαλέσω να κρατήσουν την υπόσχεσίν που μας +έδωσαν· διότι υπεσχέθησαν να μας διδάξουν την τέχνην, με την οποίαν +να προτρέπωνται οι άνθρωποι εις την καλλιέργειαν της αρετής· αλλά +ενόμισαν, μου φαίνεται, πως έπρεπε ν' αρχίσουν μ' αυτάς τας +αστειότητας μαζί σου. Ας είναι λοιπόν, φίλε μου Ευθύδημε και +Διονυσόδωρε· επαίξατε όσο επαίξατε και ίσως να φθάνη πλέον. Ελάτε +τώρα εις το προκείμενον και διδάξετε τον νέον, πως πρέπει να +καλλιεργήση την αρετήν και την σοφίαν. Προηγουμένως θα σας εκθέσω +εγώ τας βλέψεις μου επ' αυτού του αντικειμένου και κατά ποίον +τρόπον επιθυμώ να το ακούσω πραγματευόμενον το ζήτημα· αλλά σας +παρακαλώ μη με περιγελάσετε, εάν εύρητε πως τα λέγω απλοϊκά και +γελοία· η επιθυμία ν' ακούσω και να επωφεληθώ της σοφίας σας μου +δίδει το θάρρος να αυτοσχεδιάσω εμπρός σας. Ανεχθήτε λοιπόν να με +ακούσετε, σεις και οι μαθηταί σας, χωρίς να γελάσετε, συ δε, υιέ +του Αξιόχου, απάντησε μου: + +— Αρά γε όλοι οι άνθρωποι επιθυμούμεν να είμεθα ευτυχείς; αλλά τι +λέγω; μήπως αμέσως — αμέσως άρχισα με καμμίαν από εκείνας τας +ανοησίας που εφοβούμην; διότι πράγματι είναι ανόητον και να κάνη +κανείς τέτοιαν ερώτησιν και οποίος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν +θέλει να είναι ευτυχής; + +— Κανείς βέβαια, είπεν ο Κλεινίας. + +— Έστω λοιπόν· αφού καθένας επιθυμεί να είναι ευτυχής, πώς θα +ημπορούσε να γίνη; τάχα αν ήθελεν αποκτήση πολλά αγαθά; ή μήπως +αυτή η ερώτησις να είναι ακόμη πιο ανόητη και από την πρώτην; διότι +είναι φανερόν πως έτσι είναι το πράγμα. + +Έμεινε σύμφωνος. + +— Ας εξετάσωμεν όμως, ποία μεταξύ όλων των πραγμάτων ονομάζομεν +αγαθά; ή είναι εύκολον και αυτό, και δεν χρειάζεται καμμιά πολύ +μεγάλη σοφία διά να το εύρη κανείς; διότι ο καθένας θα μας έλεγε, +παραδείγματος χάριν, ότι ένα καλόν πράγμα είναι, να είσαι πλούσιος· +δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη. — Επίσης η υγιεία, η +ευμορφιά και αι άλλαι όμοιαι τελειότητες του σώματος, δεν είναι και +αυταί αγαθά; — Έμεινε σύμφωνος. — Αλλά ακόμη και η ευγένεια και η +δύναμις, αι τιμαί και τα αξιώματα εις την πατρίδα σου είναι φανερόν +πως είναι αγαθά. Το παρεδέχθη και αυτό. — Ποία είναι τώρα τα αγαθά +που μας υπολείπονται ακόμη; τι να είναι τάχα η σωφροσύνη, η +δικαιοσύνη και η ανδρεία; παραδέχεσαι εσύ, Κλεινία, ότι θα ήτο +ορθόν να κατατάξωμεν και αυτά μεταξύ των αγαθών, ή όχι; διότι +ημπορούσε κανείς να το αμφισβητήση· εσύ όμως τι φρονείς; — Και αυτά +είναι αγαθά, μου απεκρίθη. — Έστω λοιπόν, αλλά την σοφίαν σε ποια +σειρά τάχα να την βάλωμεν; εις τα αγαθά; ή ποια είναι η ιδέα σου; — +Εις τα αγαθά. — Κύτταξε μήπως παρελείψαμεν κανένα άλλο, που να +αξίζη τον κόπον. — Μα μου φαίνεται πως δεν παρελείψαμεν. + +Αλλά εγώ, αφού εσυλλογίσθηκα ολίγον, — Μα τον θεόν, είπα, ολίγο +έλειψε ναφήσωμεν έξω το σπουδαιότερον! — Και ποιό είναι αυτό; μ' +ερώτησεν ο Κλεινίας. — Την ευτυχίαν, Κλεινία, αυτό το δώρον να +επιτυγχάνη κανείς εις όλα τα πράγματα, που όλοι οι άνθρωποι, και οι +χειρότεροι ακόμη, θεωρούν το πρώτον απ' όλα τα αγαθά. — Αλήθεια +λέγεις, είπεν ο Κλεινίας. Και εγώ, σαν να ήλθα πάλιν εις τον εαυτόν +μου, — Ολίγο έλειψε, του είπα, Κλεινία, να γίνωμεν και οι δύο +καταγέλαστοι εμπρός εις αυτούς τους ξένους. — Πώς αυτό; με ηρώτησε. +— Διότι ενώ ήδη έχομεν αναφέρη ανωτέρω μεταξύ των αγαθών την +ευτυχίαν, εκάμαμεν τώρα πάλιν λόγον περί αυτής. — Και τι έχει να +κάμη αυτό; — Είναι γελοίον να επανέρχεται κανείς εις εκείνο, που +έχει ήδη είπη, και να επαναλαμβάνη δύο φορές τα ίδια πράγματα. — Τι +θέλεις να είπης; — Η σοφία, του απήντησα, είναι δίχως άλλο η +ευτυχία· κ' ένα παιδί μπορεί να το καταλάβη αυτό. + +Εκείνος παρεξενεύθη· τόσον είναι ακόμη νέος και απλούς· και εγώ το +παρετήρησα και του είπα: + +— Και πως; δεν γνωρίζεις τάχα, Κλεινία, ότι την μεγαλυτέραν από +κάθε άλλον επιτυχίαν εις την αύλησιν την έχουν οι εξ επαγγέλματος +αυληταί; — Το γνωρίζω. — Το ίδιον δε και οι γραματισταί εις την +γραφήν και την ανάγνωσιν των γραμμάτων; — Βεβαιότατα. — Τι δε; ως +προς τους κινδύνους της θαλάσσης μήπως νομίζεις πως υπάρχουν άλλοι +τινές που να τους διαφεύγουν επιτυχέστερον από τους σοφούς +κυβερνήτας; — Όχι βέβαια. + +— Και αν επήγαινες εις τον πόλεμον, δεν θα επροτιμούσες να +συμμερισθής τους κινδύνους και τας τύχας της εκστρατείας με ένα +σοφόν μάλλον στρατηγόν παρά με ένα αμαθή; — Και βέβαια με σοφόν. — +Το ίδιον και αν συνέβαινε να ασθενήσης, δεν θα εμπιστεύεσο τον +εαυτόν σου μάλλον εις ένα σοφόν ιατρόν παρά εις ένα αμαθή; — +Αναμφιβόλως. — Διότι βέβαια παραδέχεσαι ότι θα είχες μεγαλυτέρας +πιθανότητας επιτυχίας, όταν έχης να κάμης με ένα σοφόν παρά με ένα +αμαθή· ή όχι; — Μάλιστα. — Ώστε η σοφία είναι εκείνη που +εξασφαλίζει πάντοτε την επιτυχίαν εις τον άνθρωπον διότι με την +σοφίαν ποτέ δεν είναι δυνατόν να πέση κανείς έξω και μαζί της κατ' +ανάγκην κάθε επιχείρησις θα στέφεται υπό επιτυχίας· διότι +διαφορετικά δεν θα ήτο πλέον σοφία. + +Τέλος πάντων εμείναμεν, δεν ηξεύρω πώς, σύμφωνοι ότι γενικώς το +πράγμα είναι έτσι όπως το είπαμεν και ότι πανταχού και πάντοτε η +επιτυχία συμβαδίζει μετά της σοφίας. Και αφού εσυμφωνήσαμεν εις +αυτό, τον ηρώτησα εκ νέου ποίαν ιδέαν θα είχε τώρα δι' εκείνα που +παραδέχθημεν κατ' αρχάς. Διότι παρεδέχθημεν, του είπα, ότι θα +είμεθα ευτυχείς και ευχαριστημένοι, αν είχαμεν πολλά αγαθά, — +Μάλιστα. — Λοιπόν, σε ερωτώ, θα ήμεθα ευτυχείς με τα αγαθά που +κατέχομεν, αν μας ωφελούσαν, ή αν δεν μας ωφελούσαν εις τίποτε; — +Αν μας ωφελούσαν βέβαια. — Θα ωφελούσαν όμως αρά γε εις τίποτε, αν +απλώς τα είχαμεν, χωρίς να κάμωμεν καμμίαν χρήσιν αυτών; αν, +παραδείγματος χάριν, είχαμεν αφθόνους τροφάς και δεν τας ετρώγαμεν, +ή ποτά και δεν τα επίναμεν, θα ημπορούσαμεν να ειπούμεν ότι μας +ωφελούν τίποτε; — Όχι βέβαια. — Έτσι και όλοι οι τεχνίται, αν είχαν +όλα, που του χρειάζονται του καθενός διά το επάγγελμά του, και δεν +έκαμναν καμμίαν χρήσιν αυτών, θα ήσαν αρά γε ευτυχείς απλώς και +μόνον δι' αυτό, διότι έχουν δηλαδή όλα όσα πρέπει να έχη ο +τεχνίτης; αν, παραδείγματος χάριν, ένα ξυλουργός είχεν όλα τα +εργαλεία που του χρειάζονται και όλην επίσης την ξυλικήν, δεν τα +ειργάζετο όμως, θα έβλεπε τάχα καμμίαν ωφέλειαν από αυτό; — Καμμίαν +απολύτως. — Και λοιπόν, αν ένας άνθρωπος είχε άπειρα πλούτη και όλα +εκείνα τα άλλα αγαθά που ανεφέραμεν, χωρίς όμως να τα χρησιμοποιή +καθόλου, η κτήσις αρά γε αυτών των αγαθών μόνη θα έφθανε διά να τον +κάμη ευτυχή; — Όχι βέβαια, Σώκρατες. — Πρέπει λοιπόν, καθώς +φαίνεται, διά να είναι ευτυχής ένας άνθρωπος, όχι μόνον να είναι +κάτοχος όλων αυτών των αγαθών, αλλά και να τα μεταχειρίζεται +προσέτι· διότι άλλως εις τίποτε δεν του χρησιμεύει η απόκτησίς των. +— Αυτό είναι η αλήθεια. — Παραδέχεσαι λοιπόν τώρα, Κλεινία, ότι η +κτήσις και η χρήσις των αγαθών αρκούν διά να κάμουν ένα άνθρωπον +ευτηχή; — Έτσι μου φαίνεται. — Αλλά οφείλει αρά γε να κάμνη ορθήν +χρήσιν, ή είναι αδιάφορον το πράγμα; — Ορθήν βέβαια. — Πολύ σωστά +απήντησες· επειδή πολύ χειρότερον είναι, νομίζω, να κάμνη κανείς +κακήν χρήσιν ενός πράγματος, παρά να μην κάμνη καθόλου· διότι το +πρώτον είναι κακόν, ενώ το άλλο τουλάχιστον δεν είναι ούτε καλόν +ούτε κακόν· ή δεν είναι έτσι; — Έτσι μάλιστα. — Αλλά, δεν μου +λέγεις, υπάρχει άλλο πράγμα που να διδάσκη την κατεργασίαν και την +χρήσιν των ξύλων παρά η ξυλουργική επιστήμη; — Όχι βέβαια. — Και +εις την κατασκευήν επίσης των εργαλείων η σχετική επιστήμη είναι +βέβαια εκείνη που διδάσκει το ορθόν. — Μάλιστα. — Το ίδιον λοιπόν +και διά την χρήσιν των αγαθών εκείνων που ανεφέραμεν εις την αρχήν, +του πλούτου και της υγιείας και του κάλλους, δεν είναι η επιστήμη η +οποία καθοδηγεί και διδάσκει πώς να τα μεταχειριζώμεθα ορθώς, ή +τίποτε άλλο τάχα; — Η επιστήμη. — Όχι λοιπόν μόνον την επιτυχίαν, +αλλά και την καλήν χρήσιν, καθώς φαίνεται, παρέχει η επιστήμη εις +τους ανθρώπους εις όλα όσα έχουν ή κάμνουν. — Συμφωνώ. — Και μα την +αλήθεια τι το όφελος από όλα τα άλλα πράγματα, που ημπορεί να έχη ο +άνθρωπος, δίχως την φρόνησιν και την σοφίαν; τι θα τον ωφελήσουν +όσα και αν έχη και όσα και αν κάνη, όταν δεν έχη νουν; δεν είναι +προτιμότερον να έχη ολιγώτερα από τα άλλα και να έχη νουν; και σε +παρακαλώ εξέτασε το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· όσον ολιγώτερα +κάμνη κανείς, δεν θα περιπίπτη και εις ολιγώτερα σφάλματα; και εις +όσον ολιγώτερα σφάλματα περιπίπτη, δεν θα ευρίσκεται και εις +ολιγώτερον κακήν κατάστασιν; και εις όσον ολιγώτερον κακήν +κατάστασιν ευρίσκεται, δεν θα είναι και ολιγώτερον δυστυχής; — Και +βέβαια. — Και πότε θα κάμνη κανείς ολιγώτερα, όταν είναι πτωχός ή +πλούσιος; — Όταν είναι πτωχός. + +— Και όταν είναι ασθενής ή ισχυρός; — Ασθενής· — Όταν έχη αξιώματα +και τιμάς, ή όταν δεν έχη; — Όταν δεν έχη. — Επίσης όταν είναι +ανδρείος και ανεπτυγμένος θα πράττη ολιγώτερα, ή δειλός; — Δειλός. +— Λοιπόν και οκνηρός μάλλον ή δραστήριος; + +— Μάλιστα. — Και αργός μάλλον ή γρήγορος; και ένας που έχει +αμβλείαν μάλλον την ακοήν και την όρασιν ή οξείαν; + +Και αφού εμείναμεν σύμφωνοι εις όλα αυτά, — Διά να ανακεφαλαιώσωμεν +λοιπόν, είπα, Ω Κλεινία, φαίνεται πως όλα εκείνα, που ωνομάσαμεν +εις την αρχήν αγαθά, δεν θα ειπή ότι ημπορούν να θεωρηθούν αυτά +καθ' εαυτά και εκ φύσεως αγαθά, αλλά το πράγμα, κατά τα φαινόμενα, +έχει ως εξής· εάν μεν ευρίσκωνται εις την εξουσίαν της αμαθείας, +είναι χειρότερα από τα αντίθετα κακά, διότι παρέχουν περισσότερα +μέσα ενεργείας εις τον ανόητον, κάτοχον αυτών· εάν όμως εξυπηρετούν +την φρόνησιν και την σοφίαν, τότε είναι τα μεγαλύτερα αγαθά· καθ' +εαυτά όμως δεν έχουν καμμίαν απολύτως αξίαν ούτε τα μεν ούτε τα δε. + +— Μου φαίνεται ότι έχεις απόλυτον δίκαιον, όπως τα λέγεις. + +— Ποίον είναι λοιπόν το συμπέρασμά μας απ' όλα όσα είπαμεν; ότι +γενικώς τίποτε από τα άλλα δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν, εκτός +αν εξαιρέσης δύο μόνον πράγματα, την σοφίαν, η οποία είναι καλόν +και την αμάθειαν, η οποία είναι κακόν. — Είμαι σύμφωνος. + +— Τώρα λοιπόν ας προχωρήσωμεν και παρακάτω· επειδή όλοι οι +άνθρωποι έχουν την επιθυμίαν και θέλουν να γίνουν ευτυχείς, είδομεν +δε ότι διά να γίνωμεν τοιούτοι πρέπει να μεταχειριζώμεθα τα +πράγματα, και μάλιστα να τα μεταχειριζόμεθα ορθώς, και ότι την +ορθήν αυτών χρήσιν και την επιτυχίαν επομένως μας την παρέχει η +επιστήμη, πρέπει λοιπόν κάθε άνθρωπος εκ παντός τρόπου και με όλας +του τας δυνάμεις να επιδιώκη πώς να γίνη όσον το δυνατόν σοφώτερος; +ή όχι; — Μάλιστα. + +— Με την πεποίθησιν επομένως αυτήν, ότι πολύ περισσότερον αξίζει +να παραλάβη κανείς σοφίαν από τον πατέρα του παρά οσαδήποτε +χρήματα, καθώς επίσης από τους επιτρόπους του, από τους φίλους του, +και τους άλλους και εκείνους που του κάμνουν τον εραστήν, από τους +ξένους, από τους συμπολίτας του, μεταχειριζόμένος μάλιστα και +δεήσεις και ικεσίας διά να του μεταδώσουν την σοφίαν, δεν είναι +καθόλου αισχρόν ούτε καμμία εντροπή, Κλεινία, χάριν ενός τοιούτου +σκοπού να κάμνη και τον υπηρέτην ακόμη και τον δούλον, επί καλού +εννοείται πάντοτε, και εις τον εραστήν του και εις κάθε άλλον +άνθρωπον, αρκεί να το κάμνη από την ζωηράν επιθυμίαν να γίνη σοφός· +ή δεν είσαι και συ αυτής της ιδέας; + +— Απεναντίας· όλα αυτά που λέγεις μου φαίνονται σωστότατα. + +— Εάν, εννοείται, εν πάση περιπτώσει είναι η σοφία πράγμα που να +ημπορή να διδαχθή και δεν κατεβαίνει έτσι μόνη της εις τα κεφάλια +των ανθρώπων από τον ουρανόν· διότι υπολείπεται να εξετάσωμεν και +αυτό το ζήτημα, εις το οποίον δεν έχομεν ακόμη συμφωνήση εγώ και +συ. — Αλλά εγώ, Σωκράτη, παραδέχομαι ότι ημπορεί να διδαχθή. + +Γεμάτος χαράν από αυτήν την απάντησιν, — Θαυμάσια! ανέκραξα, ω +άριστε των ανθρώπων, και έκαμες πολύ καλά που με απήλλαξες από +αυτήν την μακράν εξέτασιν, αν ημπορή να διδαχθή η σοφία ή όχι· τώρα +λοιπόν, αφού πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να διδαχθή και ότι είναι +το μόνον πράγμα που παρέχει εις τον άνθρωπον την ευδοκίμησιν και +την ευδαιμονίαν, ημπορείς να μη παραδεχθής ότι είναι ανάγκη με κάθε +τρόπον να την επιδιώκωμεν, και συ ο ίδιος δεν έχεις εις τον νουν +σου να το κάμης; — Δίχως άλλο, Σωκράτη, και με όλα μου τα δυνατά +μάλιστα. + +Κατενθουσιασμένος από αυτήν του την διαβεβαίωσιν, — Ιδού λοιπόν, +είπα, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, το ιδικόν μου παράδειγμα, πώς επάνω +κάτω θα επιθυμούσα να είναι οι προτρεπτικοί διά την αρετήν λόγοι, +αλλά ίσως κάπως ακατέργαστον και παρατραβηγμένον· τώρα όποιος από +τους δύο σας θέλει ας κάμη το ίδιον, αλλά με όλους τους κανόνας της +τέχνης· ή, αν δεν θέλετε αυτό, από εκεί που το άφησα εγώ, αναλάβετε +να διδάξετε τον νέον, αν πρέπη να μάθη όλας τας επιστήμας, ή +υπάρχει μία, που ημπορεί να τον κάμη άνθρωπον ενάρετον και ευτυχή, +και ποια είναι αυτή· διότι, καθώς σας έλεγα και απ' αρχής, +συμβαίνει να έχωμεν όλοι μας την ζωηροτέραν επιθυμίαν να γίνη αυτός +ο νέος καλός και σοφός άνθρωπος. + +Αφού λοιπόν είπα αυτά, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν διά να +ιδώ κατά ποίον τρόπον θα επελαμβάνοντο της συζητήσεως και πως θα +ήρχιζαν διά να παροτρύνουν τον Κλεινίαν εις την άσκησιν της σοφίας +και της αρετής. Τον λόγον έλαβε πρώτος ο Διονυσόδωρος, ο +μεγαλύτερος από τους δύο αδελφούς, και όλοι προσηλώσαμεν επάνω του +τα βλέμματά μας με την ιδέαν ότι θα ηκούαμεν αμέσως λόγους +θαυμαστούς από το στόμα του· και δεν εβγήκαμεν πραγματικώς +γελασμένοι· διότι, είναι η αλήθεια, μας είπε, Κρίτων, πράγματα +θαυμάσια, που αξίζει να τα ακούσης και συ· τόσον ήσαν κατάλληλα να +παρακινήσουν τον άνθρωπον εις την καλλιέργειαν της αρετής. + +— Ειπέ μου, Σωκράτη, και όλοι εσείς, που καθώς λέγετε επιθυμείτε +να γίνη σοφός αυτός ο νέος, αστειεύεσθε με αυτά που λέγετε, ή +πραγματικώς το επιθυμείτε με όλα σας τα σοβαρά; + +Και εμένα μου επέρασε τότε από την ιδέαν, πως ημπορεί πράγματι να +επίστευσαν, ότι είχαμεν διάθεσιν να αστειευθούμεν, όταν τους +παρακαλέσαμεν προηγουμένως να συζητήσουν με τον νεαρόν φίλον μας, +και δι' αυτό ήρχισαν και εκείνοι να παίζουν μαζί του και να μη +σπουδαιολογούν. Αυτό μου επέρασε από τον νουν και δι' αυτό έσπευσα +να τον διαβεβαιώσω με τον θετικώτερον τρόπον ότι σπουδαιολογούμεν +με όλα μας τα σωστά. + +— Πρόσεχε λοιπόν, Σωκράτη, εξηκολούθησεν ο Διονυσόδωρος, μήπως +απαρνηθής σε λίγο, αυτό που διαβεβαιώνεις τώρα. — Ηξεύρω καλά +εκείνο που λέγω, και δεν είναι φόβος να το αρνηθώ. — Καλά λοιπόν +λέγετε πως επιθυμείτε να γίνη σοφός ο φίλος σας. — Αυτό ακριβώς. — +Και τώρα, σας παρακαλώ, είναι σοφός ο Κλεινίας ή όχι; — Ο ίδιος +λέγει πως δεν είναι ακόμη, διότι δεν είναι καθόλου φαντασμένο το +παιδί. — Εσείς λοιπόν θέλετε να γίνη σοφός, και να μην είναι +αμαθής. — Μάλιστα, αυτό θέλομεν. — Ώστε θέλετε λοιπόν να γίνη +εκείνο που δεν είναι, και να μην είναι πλέον εκείνο που είναι τώρα. + +Εγώ επάνω εις αυτό εταράχθηκα ολίγον και ο Διονυσόδωρος +επωφελούμενος της ταραχής μου έσπευσεν αμέσως να είπη: Αφού λοιπόν +επιθυμείτε να μην είναι πλέον ο Κλεινίας εκείνο που είναι τώρα, +πάει να πη, καθώς φαίνεται, πως επιθυμείτε να μην είναι ζωντανός; +Να, μα την αλήθεια, φίλοι μια φορά και ερασταί, που πρώτ' απ' όλα +επιθυμούν τον θάνατον του αγαπημένου των! + +Μόλις ήκουσε αυτό ο Κτήσιππος άναψαν αμέσως τα αίματά του και +γεμάτος αγανάκτησιν του λέγει: Ξένε μου Θούριε, αν δεν ήτανε κάπως +χονδρόν εκ μέρους μου, θα σου έλεγα &στο κεφάλι σου&, που +φαντάσθηκες να μας αποδώσης τέτοιο ψέμμα σε μένα και σ' αυτούς τους +άλλους, που είναι και να το λέγη κανείς αμαρτία, πως εγώ επιθυμώ +τον θάνατον αυτού! — Κτήσιππε, του είπεν ο Ευθύδημος, παραδέχεσαι, +πως ημπορεί κανείς να ψευσθή; — Το παραδέχομαι βέβαια, εκτός αν +είμαι παράφρων. — Αλλ' όταν κανείς ψεύδεται, λέγει το πράγμα περί +του οποίου πρόκειται ο λόγος, ή δεν το λέγει; — Το λέγει. — Λοιπόν, +αφού το λέγει, θα πη ότι δεν λέγει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που +λέγει. — Αυτό ν' ακούεται. — Αλλά βέβαια θα παραδεχθής, ότι εκείνο +που λέγει είναι ένα κάποιο πράγμα χωριστόν από όλα τα άλλα. — Δεν +έχω αντίρρησιν. — Ώστε εκείνος που το λέγει αυτό, λέγει ένα πράγμα +που υπάρχει. — Ναι. — Αλλά εκείνος που λέγει ένα πράγμα που υπάρχει +λέγει το πραγματικόν, το αληθινόν· ώστε ο Διονυσόδωρος, αφού λέγει +εκείνο που υπάρχει, λέγει εκείνο που είναι, και επομένως δεν είπε +κανένα ψέμμα για σένα. — Ναι, μα εκείνος που το λέγει αυτό, +Ευθύδημε, λέγει πράγμα που δεν είναι. + +Τότε ο Ευθύδημος, — Όταν λέγωμεν, είπεν, ένα πράγμα που δεν είναι, +εννοούμεν τίποτε άλλο παρά πως αυτό το πράγμα δεν υπάρχει; — +Μάλιστα, πως δεν υπάρχει. — Και ένα πράγμα που δεν υπάρχει, καθόλου +βέβαια και πουθενά δεν υπάρχει. — Σύμφωνος. — Και ημπορεί λοιπόν να +ενεργήση κανείς τίποτε με τα πράγματα που δεν υπάρχουν, εις τρόπον +ώστε να κάμη εις τον Κλεινίαν, όποιος και αν είναι, κάτι που +καθόλου δεν υπάρχει; — Δεν μου φαίνεται εμένα τουλάχιστον, +απήντησεν ο Κτήσιππος. — Αλλά οι ρήτορες, όταν ομιλούν ενώπιον του +λαού, τίποτε δεν ενεργούν; — Ενεργούν βέβαια. — Αφού λοιπόν +ενεργούν, θα πη πως κάμνουν κάτι. — Μάλιστα. — Ώστε ομιλώ σημαίνει +ενεργώ και κάμνω. — Έστω. — Κανείς λοιπόν δεν λέγει πράγματα που +δεν υπάρχουν, διότι και απλώς με το να λέγη, κάμνει ήδη κάτι τι, συ +δε ωμολόγησες ότι είναι αδύνατον να κάμη κανένα πράγμα που δεν +υπάρχει· ώστε, συμφώνως με την ομολογίαν σου, κανείς δεν ημπορεί να +ειπή ψέμματα, αλλά, εάν ωμίλησεν ο Διονυσόδωρος, είπε πράγματα +αληθινά και που υπάρχουν. — Ναι, μα τον Δία, Ευθύδημε, απήντησεν ο +Κτήσιππος· ίσως να λέγη ο Διονυσόδωρος πράγματα που είναι, δεν τα +λέγει όμως και όπως είναι. + +— Πώς λέγεις, Κτήσιππε; ηρώτησεν ο Διονυσόδωρος· υπάρχουν άνθρωποι +που λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Υπάρχουν βέβαια, απήντησεν, οι +άνθρωποι οι καλοί και που λέγουν την αλήθειαν. — Αλλά, επανέλαβεν +εκείνος, τα κακά πράγματα δεν είναι κάτι τι κακόν, και τα καλά +πράγματα δεν είναι κάτι τι καλόν; — Μάλιστα. — Και υποστηρίζεις ότι +οι καλοί άνθρωποι λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Ναι, το +υποστηρίζω, — Κακώς λοιπόν λέγουν, Κτήσιππε, οι καλοί άνθρωποι τα +κακά, αφού τα λέγουν όπως είναι. — Ναι, μα τον Δία, είπεν εκείνος, +και προ πάντων μάλιστα ομιλούν κακώς διά τους κακούς ανθρώπους· και +δι' αυτό, αν θέλης να με ακούσης, θα φυλαχθής και συ να μην είσαι +από αυτούς, διά να μην ομιλούν και δι' εσένα κακόν οι καλοί +άνθρωποι· διότι, πρέπει να ηξεύρης, οι καλοί ομιλούν πάντα κακόν +διά τους κακούς. + +— Λοιπόν και διά τους μεγάλους, έλαβε τον λόγον ο Ευθύδημος, +ομιλούν μεγάλα και διά τους ζεστούς ζεστά; — Βεβαιότατα, απήντησεν +ο Κτήσιππος, και διά τους κρύους κρύα, και λέγουν πως οι λόγοι των +και οι ομιλίες των είναι κρύες. — Α, α, εσύ, βλέπω, Κτήσιππε, είπεν +ο Διονυσόδωρος, ήρχισες τα πειράγματα και τας ύβρεις. — Κάθε άλλο, +μα την αλήθεια! εγώ απεναντίας σε εκτιμώ πολύ, Διονυσόδωρε, αλλά σε +συμβουλεύω ως φίλον και θέλω να εννοήσης ότι δεν πρέπει να λέγης +εμπρός μου και με τόση αδιαντροπιά, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον +ανθρώπων, που τους έχω καλύτερα και απ' τα μάτια μου. + +Εγώ καθώς τους είδα να τα χοντραίνουν έτσι μεταξύ των, ηθέλησα να +γυρίσω το πράγμα εις το αστείον και είπα εις τον Κτήσιππον: + +— Μου φαίνεται, Κτήσιππε, ότι εμείς οφείλομεν να δεχώμεθα από τους +ξένους μας ό,τι έχουν την ευχαρίστησιν να μας δίδουν και να μην +καθήμεθα να συζητούμεν διά τας λέξεις· διότι, αν γνωρίζουν κατ' +αυτόν τον τρόπον να θανατώνουν τους ανθρώπους, ώστε από κακούς και +αμαθείς να τους ξανακάνουν καλούς και σοφούς, και ευρήκαν είτε +αυτοί μόνοι των είτε από κανένα άλλον έμαθαν αυτό το θαυματουργόν +είδος της καταστροφής και του ολέθρου, ώστε να χαλούν ένα +παλιάνθρωπον και εις την θέσιν του να παρουσιάζουν έναν άνθρωπον +της προκοπής — εάν, λέγω, γνωρίζουν αυτήν την τέχνην, και θα την +γνωρίζουν βέβαια, αφού μας το διεβεβαίωσαν προ ολίγου, ότι αυτή +είναι η νέα τέχνη των που την ανακάλυψαν τώρα κοντά, να κάνουν τους +ανθρώπους από κακούς καλούς, ας τους παραχωρήσωμεν αυτό που μας +ζητούν: ας θυσιάσουν τον νεαρόν φίλον μας, φθάνει να μας τον +ξανακάμουν άνθρωπον με γνώσιν και νουν, και ακόμη και όλους μας +εμάς τους άλλους· και αν σεις οι νέοι φοβάσθε, δέχομαι εγώ, σαν +άνθρωπος χωρίς αξίαν, να γίνη το πείραμα επάνω μου· διότι καθώς +είμαι και γέρος, υποβάλλομαι προθύμως εις αυτόν τον κίνδυνον και +παραδίδω τον εαυτόν μου εις τον φίλον μας τον Διονυσόδωρον, ως να +ήτο η Μήδεια από την Κολχίδα. Ας με σφάξη και, αν το θέλη, ας με +βράση, ή ας με κάμη ό,τι άλλο επιθυμεί· αρκεί να με ξανακάμη +άνθρωπον καλόν και προκομμένο. + +Τότε ο Κτήσιππος, — Και εγώ, είπεν, είμαι πρόθυμος, Σωκράτη, να +παραδώσω τον εαυτόν μου εις τους ξένους να με κάμουν ό,τι θέλουν, +και να με γδάρουν ακόμη, και περισσότερον μάλιστα απ' ό,τι γδέρνουν +συνήθως, φθάνει μόνον εις το τέλος το δέρμα μου να καταντήση όχι +εις ασκόν, όπως του Μαρσύου, αλλά εις αρετήν· και όμως ο +Διονυσόδωρος απ' εδώ, του πέρασε από την ιδέαν πως εθύμωσα και +αγρίεψα μαζί του· δεν έχει όμως δίκαιον· εγώ δεν υβρίζω, αλλ' απλώς +αντιλέγω και αποκρούω εκείνα που αδίκως μου απέδωσεν εις τους +λόγους του. Την αντιλογίαν λοιπόν, κύριε μου Διονυσόδωρε, μην την +ονομάζης ύβριν· η ύβρις είναι όλως διόλου διαφορετικόν πράγμα. + +Επάνω εις αυτό του λέγει ο Διονυσόδωρος: — Και παραδέχεσαι τάχα +εσύ, μ' αυτά που λέγεις, πως υπάρχει αντιλογία; + +— Το παραδέχομαι βεβαία, και με όλα τα σωστά μου μάλιστα· ή μήπως +τάχα εσύ αρνείσαι την ύπαρξίν της, Διονυσόδωρε; — Αι λοιπόν, εγώ +σου λέγω. πως ποτέ δεν θα ημπορέσης να μου αποδείξης, ότι ήκουσες +δύο ανθρώπους να αντιλέγουν ο ένας του άλλου. — Αλήθεια λες· αλλά +ας το ακούσωμεν τώρα, αφού θα σου παρουσιάσω την ευγενεία μου τον +Κτήσιππον, να αντιλέγη προς εσένα τον Διονυσόδωρον. Θα ανελάμβανες +πράγματι να μου δώσης την απόδειξιν αυτού που ισχυρίζεσαι; — +Βεβαιότατα. — Λέγε μου λοιπόν δεν ημπορούμεν να κάμωμεν λόγον περί +όλων των πραγμάτων: — Ημπορούμεν. Όπως υπάρχουν, ή όπως δεν +υπάρχουν; — Όπως υπάρχουν. — Διότι βέβαια, αν ενθυμείσαι, Κτήσιππε, +απεδείξαμεν και προηγουμένως ότι κανείς δεν λέγει ένα πράγμα που +δεν υπάρχει· δεν ευρέθηκε ποτέ κανείς να κάμνη λόγον διά το τίποτε. +— Και τι έχει να κάμη; είπεν ο Κτήσιππος· μήπως δι' αυτό +αντιλέγομεν ολιγώτερον εγώ και συ: — Αλλά θα αντιλέγαμεν αρά γε, αν +εκάμναμεν και οι δύο μας λόγον περί του αυτού πράγματος; ή θα +ελέγαμεν απεναντίας τα αυτά πράγματα; — Τα αυτά. — Αλλά μήπως θα +αντιλέγαμεν, όταν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος λέγωμεν το πράγμα όπως +είναι; ή μάλλον, εν τοιαύτη περιπτώσει, κανείς από τους δύο μας δεν +θα έκαμνε λόγον περί αυτού του πράγματος; — Δεν θα έκαμνε. — Αλλ' +αρά γε, όταν εγώ μεν λέγω ένα πράγμα όπως είναι, συ δε ομιλείς περί +άλλου πράγματος, μήπως αντιλέγομεν τάχα τότε; ή δεν είναι μάλλον +αληθές, ότι εγώ μεν ομιλώ περί εκείνου του πράγματος, συ δε ούτε +καν λόγον κάμεις περί αυτού; και εν τοιαύτη περιπτώσει πώς θα ήτο +δυνατόν να αντιλέγωμεν; + +Και ο μεν Κτήσιππος έμεινεν αναπολόγητος και εσιώπησεν· εγώ δε, με +απορίαν μου και θαυμασμόν δι όσα ήκουσα, — Πώς λέγεις, τον ηρώτησα, +Διονυσόδωρε; έχω πράγματι ακούση από πολλούς και πολλάκις να +κάμνουν χρήσιν αυτού του συλλογισμού και πάντοτε τον εθαύμασα· +διότι και η σχολή του Πρωταγόρα και άλλοι ακόμη αρχαιότεροι +φιλόσοφοι τον μετεχειρίζοντο συχνά· εμένα πάντα μου εκίνησε τον +θαυμασμόν, και μου φαίνεται ότι και όλους τους άλλους ανατρέπει και +αυτόν τον ίδιον· ελπίζω όμως να με διδάξης εσύ καλύτερα από κάθε +άλλον, ποίον είναι το αληθές περί αυτού. «Δεν ημπορεί κανείς να +ειπή ψεύματα», αυτό είναι το νόημα του συλλογισμού· δεν είναι έτσι; +αλλ' ή κατ' ανάγκην εκείνος που ομιλεί θα λέγη αλήθειαν, ή δεν θα +ομιλή; — Αυτό είναι, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Θέλουν να ειπούν +με αυτό, ότι είναι αδύνατον κανείς να είπη ψεύματα, ημπορεί όμως να +έχη ψευδείς δοξασίας; — Όχι, ούτε ψευδείς δοξασίας, μου απήντησεν. +— Ώστε δεν υπάρχει καθόλου ούτε ψευδής δοξασία; — Όχι, — Ούτε +αμάθεια επομένως, ούτε αμαθείς άνθρωποι· διότι τ' άλλο παρά τούτο, +αν υπήρχε, θα ήτο η αμάθεια, να μην έχη κανείς ορθάς ιδέας περί των +πραγμάτων; — Βεβαιότατα. — Αλλ' αυτό δεν γίνεται, είπα εγώ. — Όχι +βέβαια. — Το λέγεις έτσι αυτό, Διονυσόδωρε, απλώς διά να γίνεται +λόγος και να μας εκπλήξης με αυτήν την παραδοξολογίαν, ή +πραγματικώς το πιστεύεις πως δεν υπάρχει κανείς αμαθής εις τον +κόσμον; — Αλλ' απόδειξέ μας συ το εναντίον. — Αλλά είναι δυνατόν να +γίνη αυτό, κατά τον λόγον σου, να αναιρέση κανείς έναν άλλον, αφού +κανένας δεν λέγει ψεύματα; — Όχι, δεν είναι δυνατόν, είπεν ο +Ευθύδημος — Αλλά μήπως σου εζήτησα εγώ, επανέλαβεν ο Διονυσόδωρος, +να αναιρέσης τον ισχυρισμόν μου; διότι ένα πράγμα που δεν υπάρχει, +πως είναι δυνατόν κανείς να το ζητήση; — Ω Ευθύδημε, είπα εγώ, δεν +εννοώ ακόμη κατά βάθος όλα αυτά ωραία και σοφά πράγματα· κάτι όμως +άρχισα αμυδρώς να καταλαμβάνω. Ίσως θα σου κάμω μίαν ερώτησιν κάπως +ολίγον ανόητον, και σε παρακαλώ να μου συμπαθήσης· κοίταξε λοιπόν: +αφού δεν είναι δυνατόν κανείς να απατάται, ούτε να έχη ψευδείς +δοξασίας, ούτε να είναι αμαθής, ούτε επομένως και να διαπράξη +κανένα σφάλμα δεν είναι δυνατόν, όταν κάμνη κάτι τι; αυτό δεν +ισχυρίζεσθε; — Αυτό ακριβώς, μου απήντησε. — Ιδού λοιπόν τώρα η +ανόητος η ερώτησις, που ήθελα να σας κάμω: αφού δεν είναι δυνατόν +να σφάλλωμεν, ούτε εις τας πράξεις μας, ούτε εις τους λόγους μας, +ούτε εις τας σκέψεις μας. εσείς, νάχετε καλό! αφού είναι έτσι, τι +ήλθετε τότε να διδάξετε εδώ; ή δεν μας εβεβαιώσετε προ ολίγου ότι +είσθε εις θέσιν καλύτερα από τον καθένα να διδάξετε την αρετήν εις +όλους εκείνους που ήθελαν να την μάθουν; + +— Και τόσον λοιπόν κρονόληρος κατήντησες, Σωκράτη, είπεν ο +Διονυσόδωρος, ώστε να έρχεσαι να μας επαναλαμβάνης τώρα εκείνα που +είπαμεν εις την αρχήν; και αν είπα τίποτα πέρυσι θα το ενθυμηθής +τώρα, με αυτά όμως που σου λέγω αυτήν την στιγμήν δεν ηξεύρεις τι +να κάμης; — Διότι, είπα εγώ, είναι πολύ δύσκολα· και φυσικά, αφού +τα λέγουν άνθρωποι τόσον σοφοί· και αυτό που είπες τώρα τελευταία +είναι όχι ολιγώτερον δύσκολον, και πράγματι δεν ηξεύρω τι να κάμω· +διότι τι θέλεις να είπης με αυτό το: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης&, +που μου λέγεις, Διονυσόδωρε; ότι δηλαδή δεν ημπορώ να αναιρέσω τα +επιχειρήματά σου; διότι, ειπέ μου, τι άλλο εννοεί αυτή η φράσις +σου: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης& με τον λόγον μου; — Ακριβώς αυτό +που λέγεις, πως είναι πολύ δύσκολον να κάμης τίποτε· διότι, έλα να +σ' ερωτήσω. — Πριν να μου απαντήσης εσύ, Διονυσόδωρε; — Πώς, δεν +θέλεις να αποκριθής λοιπόν; — Μα είναι δίκαιον αυτό; — Και βέβαια +είναι. — Και για ποιο λόγο; ή επειδή ίσως μας ήλθες εδώ πράγματι +σοφώτατος εις την τέχνην των λόγων και γνωρίζεις πότε πρέπει να +αποκρίνεται κανείς και πότε δεν πρέπει; έτσι και τώρα δεν θα +απαντήσης ουδέ λέξιν, επειδή γνωρίζεις ίσως ότι δεν πρέπει; — +Εξακολουθείς να φλυαρής, βλέπω, και ξεχνάς να αποκριθής· μα έλα, +καλέ μου, κάμε αυτό που σου λέγω, και απάντησέ μου, αφού το +ομολογείς πως είμαι σοφός. — Ας υπακούσω λοιπόν, αφού είναι ανάγκη, +καθώς φαίνεται· εσύ είσαι ο κύριος, λοιπόν εις τας διαταγάς σου, +ερώτα με. — Λέγε μου, εκείνα που εννοούν είναι όσα έχουν ψυχήν, ή +εννοούν και τα άψυχα; — Όχι, εκείνα που έχουν ψυχήν μόνον. — Και +μήπως ηξεύρεις κανένα λόγον, καμμίαν φράσιν, που να έχη ψυχήν; — +Όχι, μα την αλήθειαν. — Πώς λοιπόν με ηρώτησες προ ολίγου: τι +εννοεί η φράσις σου; — Τι άλλο, παρά θα έκαμα αυτό το λάθος, καθώς +φαίνεται, από βλακείαν μου· ή μήπως δεν έκαμα λάθος, αλλά είναι και +αυτό σωστόν, που είπα πως εννούν και οι λόγοι; τι λέγεις και συ, +έκαμα λάθος ή όχι; διότι αν δεν έκαμα, ουδέ συ θα με εξελέγξης, με +όλην σου την σοφίαν, ούτε θα ημπορέσης να κάμης τίποτε με αυτό που +είπα· αν δε έκαμα λάθος, ουδέ τότε πάλιν θα έχης δίκαιον, αφού +υπεστήριξες ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να απατηθή· και δεν θα +ειπής βέβαια τώρα, ότι με αυτά που λέγω, αναφέρομαι εις πράγματα +που έλεγες πέρυσι· αλλά μου φαίνεται, Διονυσόδωρε και Ευθύδημε, ότι +αυτός ο λόγος μένει πάντοτε εις την θέσιν του, και ότι, όπως και +άλλοτε, έτσι και τώρα, ενώ ρίπτει καταγής τους άλλους, πίπτει όμως +και ο ίδιος· και αυτή δε η τέχνη σας δεν έχει εύρη ακόμη τρόπον, +ώστε να μη συμβαίνη αυτό, αν και είναι τόσον πράγματι θαυμαστή διά +την λεπτολογίαν της. + +Επάνω εις αυτά λέγει τότε και ο Κτήσιππος: — Αι, φίλοι μας από τους +Θουρίους ή από την Χίον, ή και απ' όπου αλλού σας αρέσει να είσθε +και να σας λέγουν, θαυμάσια είναι αλήθεια αυτά που λέγετε, και δεν +σας μέλλει, βλέπω, να παραμιλήτε ξυπνοί! + +Αλλά εγώ φοβούμενος μήπως το πράγμα καταντήση εις πειράγματα και +ύβρεις, επροσπάθησα πάλιν να καταπραΰνω τον Κτήσιππον και του είπα: +— Σου επαναμβάνω πάλιν, Κτήσιππε, και σένα αυτά που έλεγα πριν και +του Κλεινία· ότι δεν γνωρίζεις ακόμη την θαυμαστήν σοφίαν των ξένων +μας· δεν θέλουν όμως να μας την επιδείξουν εις τα σοβαρά, αλλά +μιμούνται τον Πρωτέα, τον Αιγύπτιον σοφιστήν, και μας απατούν με +διαφόρους γοητείας. Ας μιμηθώμεν λοιπόν και ημείς τον Μενέλαον, και +ας μη ξεκολλήσωμεν από πάνω των, πριν να μας δείξουν την επιστήμην +των υπό την σοβαράν της όψιν· διότι είμαι πεπεισμένος ότι έχουν να +μας παρουσιάσουν κάτι τι το εξαιρετικώς ωραίον, όταν άπαξ +αποφασίσουν να σπουδαιολογήσουν· αλλά εμπρός! Έλα να τους κάμωμεν +παρακλήσεις, εξορκισμούς, δεήσεις, διά να μας εμφανισθούν υπό την +αληθινήν των μορφήν. Εγώ μάλιστα θέλω πάλιν προηγουμένως να τους +εξηγήσω υπό ποίαν μορφήν τους ικετεύω να μου εμφανισθούν· και προς +τούτο θα αναλάβω τον λόγον μου, από εκεί που τον είχα διακόψη πριν, +και θα προσπαθήσω όσον ημπορώ καλύτερα να εκθέσω και το υπόλοιπον· +ίσως τοιουτοτρόπως κατορθώσω να κλονίσω την απόφασίν των, και να με +ελεήσουν και με λυπηθούν που με τόσον έντονον προσπάθειαν ζητώ να +σπουδαιολογήσωμεν, και [[να]] σπουδαιολογήσουν επί τέλους και αυτοί. + +Έλα λοιπόν τώρα εσύ, Κλεινία, και θύμησέ μου που είχαμεν αφήση τότε +τον λόγον μας· αν καλώς εγώ ενθυμούμαι κάπου εκεί νομίζω; είχαμεν +μείνη σύμφωνοι εις το τέλος, ότι πρέπει να επιδοθώμεν εις την +φιλοσοφίαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα, απεκρίθη ο Κλεινίας. — Η δε +φιλοσοφία δεν είναι η απόκτησις επιστήμης; — Βεβαίως. — Αλλά ποία +να είναι, αρά γε η επιστήμη, που αξίζει να αποκτήσωμεν; δεν είναι +τάχα εκείνη απλώς, που θα μας ωφελήση; — Αυτή ακριβώς. — Αν λοιπόν +εγνωρίζαμεν έξαφνα να ευρίσκωμεν διατρέχοντες την γην, τα μέρη όπου +υπάρχει περισσότερος χρυσός κεκρυμμένος, αυτή η γνώσις θα μας +ωφελούσε τάχα; — Ίσως, μου απήντησε, — Αλλά είχαμεν αποδείξη πριν, +ότι θα μας ήτο όλως διόλου ανωφελές και αν ακόμη, χωρίς κανένα +κόπον και χωρίς να σκάπτωμεν την γην, ηθέλαμεν αποκτήση όλον τον +χρυσόν του κόσμου· ώστε ούτε αν ηξεύραμεν να μεταβάλλωμεν τους +λίθους εις χρυσόν, θα είχε καμμίαν αξίαν δι' ημάς αυτή η γνώσις· +διότι αν δεν θα εγνωρίζαμεν να κάμνωμεν και χρήσιν αυτού, απεδείχθη +ότι καμμίαν ωφέλειαν δεν θα είχε το πράγμα· ή δεν το ενθυμείσαι; — +Πολύ καλά το ενθυμούμαι, — Ούτε λοιπόν, καθώς φαίνεται, καμμία άλλη +επιστήμη ημπορεί να μας ωφελήση εις τίποτε, ούτε η οικονομολογική, +ούτε η ιατρική, ούτε κάθε άλλη, εάν είναι απλώς ικανή να κάμνη +μόνον κάτι, όχι όμως και να διδάσκη την χρήσιν εκείνου που κάμνει· +δεν είναι έτσι; — Σύμφωνος. — Και αν ακόμη υπήρχε μία επιστήμη, που +να ημπορούσε να κάμνη τους ανθρώπους αθανάτους, χωρίς όμως και να +τους διδάσκη συγχρόνως την χρήσιν της αθανασίας, ουδέ από αυτήν θα +είχαμεν καμμίαν ωφέλειαν συμφώνως με την αρχήν που παρεδέχθημεν. — +Συμμερίζομαι απολύτως την ιδέαν σου. + +— Ώστε λοιπόν, ωραίε μου φίλε, έχομεν ανάγκην από μίαν τοιαύτην +επιστήμην, η οποία να συνδυάση συγχρόνως και τας δύο αυτάς +ιδιότητας: και να γνωρίζη να κάμνη κάτι τι, και να γνωρίζη την +χρήσιν εκείνου που κάμνει. — Είναι προφανές. — Δεν μας χρειάζεται +λοιπόν διόλου, καθώς φαίνεται, να είμεθα περίφημοι κιθαροποιοί και +να γίνωμεν κάτοχοι αυτής της τέχνης· διότι εδώ η τέχνη που +κατασκευάζει και η τέχνη που μεταχειρίζεται είναι όλως διόλου +χωριστά πράγματα, και ενώ πρόκειται περί του αυτού αντικειμένου, +διαφέρουν καθ' ολοκληρίαν· διότι δεν διαφέρουν πράγματι τελείως η +κιθαροποιητική τέχνη και η κιθαριστική μεταξύ των; — Βεβαιότατα. — +Ούτε και η αυλοποιητική βέβαια μας χρειάζεται περισσότερον, διότι +το ίδιον συμβαίνει και με αυτήν. — Σύμφωνος. — Αλλά, προς θεού! +μήπως τάχα αν μάθωμεν την λογοποιητικήν τέχνην, να είναι, λέγεις, +αυτή που πρέπει ν' αποκτήσωμεν διά να γίνωμεν ευτυχείς; Δεν το +πιστεύω εγώ, μου απεκρίθη ο Κλεινίας. — Και που στηρίζεσαι, +παρακαλώ, διά να το λέγης αυτό; — Διότι βλέπω αυτούς τους +λογοποιούς, που συνθέτουν τους λόγους, πως δεν ημπορούν να +μεταχειρισθούν τους λόγους των, που κάμνουν οι ίδιοι, απαράλλακτα +όπως και οι κιθαροποιοί τα όργανα που κατασκευάζουν· αλλά και εδώ +άλλοι είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν και ημπορούν να +μεταχειρίζωνται, όσα κατεσκεύασαν εκείνοι, χωρίς να είναι εις θέσιν +οι ίδιοι να συνθέσουν ένα λόγον· είναι λοιπόν φανερόν, ότι και περί +λόγων προκειμένου, άλλη είναι η τέχνη που τους κάμνει, και άλλη που +τους μεταχειρίζεται. — Αρκετά πειστική μου φαίνεται η απόδειξις που +έδωσες, ότι δεν είναι και αυτή η τέχνη των λογοποιών εκείνη, της +οποίας η απόκτησις θα ημπορούσε να μας κάμη ευτυχείς· και μολαταύτα +εγώ εφανταζόμουν πως κάπου εδώ θα ευρίσκαμεν την επιστήμην, που +ζητούμεν τόσην ώραν· διότι, να σου ειπώ την αλήθεια, κάθε φορά που +τύχη να ευρεθώ με αυτούς τους λογοποιούς, μου κάμνουν την εντύπωσιν +ανθρώπων σοφωτάτων, και αυτή δε η τέχνη των μου φαίνεται θεία και +υψηλή· και αυτό δεν με παραξενεύει· διότι αποτελεί πράγματι μέρος +της τέχνης των εξορκιστών, και ολίγον μόνον είναι κατωτέρα από +αυτήν· και η μεν τέχνη των εξορκιστών γητεύει τα φείδια και τα +σφαλάγγια και τους σκορπιούς και άλλα φαρμακερά ζώα και ασθενείας, +των δε λογοποιών καταπραΰνει και γητεύει, ούτως ειπείν, τους +δικαστάς και τους βουλευτάς και κάθε είδους συναθροίσεις των +πολλών· ή μήπως έχεις τίποτε διαφορετικήν ιδέαν εσύ; — Όχι, είμαι +τελείως σύμφωνος μαζί σου. — Πού λοιπόν, είπα εγώ, να στραφώμεν +πλέον και εις ποίαν τέχνην να απευθυνθώμεν; — Όσον δι' εμένα δεν +βλέπω τίποτε, μου απήντησε. — Εγώ όμως νομίζω πως το ευρήκα. — ποια +είναι; ηρώτησεν ο Κλεινίας. — Η στρατηγική τέχνη μου φαίνεται ότι +είναι παρά κάθε άλλην εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα κάμη τον +άνθρωπον ευτυχή — Δεν το παραδέχομαι εγώ αυτό. — Και διατί, +παρακαλώ; — Μα αυτή είναι απλώς ένα κυνήγι ανθρώπων. — Αι λοιπόν; — +Κάθε κυνήγι, μου απεκρίθη, τίποτε περισσότερον δεν κάμνει παρά να +κυνηγά και να πιάνη το θήραμα· αφού όμως πιάσουν εκείνο που +κυνηγήσουν, δεν είναι εις θέσιν να το κάμουν τίποτε, αλλά οι μεν +κυνηγοί και οι ψαράδες το παραδίδουν εις τους μαγείρου ς· οι δε +γεωμέτραι πάλιν και οι αστρονόμοι και οι μαθηματικοί διότι και +αυτοί επίσης είναι κυνηγοί, αφού δεν κάμνουν αυτοί τα γεωμετρικά +σχήματα, αλλά υπάρχουν ήδη αυτά και απλώς μόνον τα ανευρίσκουν — +επειδή λοιπόν δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιήσουν τας ανακαλύψεις των, +τας παραδίδουν, όσοι τουλάχιστον απ' αυτούς δεν είναι τελείως +ανόητοι, εις τους διαλεκτικούς, διά να κάμουν εκείνοι την +προσήκουσαν χρήσιν. — Έστω, σοφώτατε και ωραιότατε Κλεινία, έτσι +λοιπόν λες νάναι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη· και οι στρατηγοί +επίσης, κατά τον ίδιον και απαράλλακτον τρόπον, όταν κυριεύσουν +καμμίαν πόλιν ή κανένα στρατόπεδον, το παραδίδουν εις τους +πολιτικούς· διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πως να κάμουν με αυτά που +εκυρίευσαν· ακριβώς όπως οι κυνηγοί που πιάνουν τα ορτύκια τα +παραδίδουν εις τους ορτυκοτρόφους. Εάν λοιπόν εμείς χρειαζώμεθα +εκείνην την τέχνην, που είναι εις θέσιν και να μεταχειρίζεται όσα +κατασκευάζει ή όσα οπωσδήποτε αποκτά, και η τοιαύτη τέχνη μόνον +είναι που θα μας κάμη ευτυχείς, άλλην καμμίαν τότε βέβαια πρέπει να +ζητήσωμεν αντί της στρατηγικής. + + Κρίτων +Τι μου λες εκεί, Σωκράτη; αλήθεια τα είπεν αυτά εκείνο το +παιδάριον; + + Σωκράτης +Τι; δεν το πιστεύεις. Κρίτων; + + Κρίτων +Όχι, μα τον θεόν, δεν το πιστεύω· διότι, αν πραγματικώς τα είπεν +αυτά, τότε σου λέγω ότι δεν έχει ανάγκην ούτε τον Ευθύδημον ούτε +κανένα άλλον άνθρωπον να πάρη δάσκαλον. + + Σωκράτης +Τότε, λοιπόν στο θεό σου! μήπως ήτανε τάχα ο Κτήσιππος που τα είπε +αυτά και εγώ δεν το ενθυμούμαι; + + Κρίτων +Ποιος Κτήσιππος; + + Σωκράτης +Τουλάχιστον, αυτό το γνωρίζω καλά, πως δεν ήτο ούτε ο Ευθύδημος +ούτε ο Διονυσόδωρος που τα είπε· αλλά, ευλογημένε μου Κρίτων, μήπως +λες να ήτανε παρόν κανένα από τα υπέρτερα όντα και τα είπε εκείνα +τα λόγια; διότι, ότι τα ήκουσα, αυτό τουλάχιστον είμαι απολύτως +βέβαιος. + + Κρίτων +Ναι, μα την αλήθεια, Σωκράτη· κάποιο πράγματι υπέρτερον πνεύμα, μου +φαίνεται, πως θα ήτανε, και πολύ μάλιστα υπέρτερον. Αλλά λέγε μου +τώρα, εζητήσατε καμμίαν άλλην τέχνην κατόπιν; και την ευρήκετε επί +τέλους, ή δεν την ευρήκετε εκείνην που εζητούσετε; + + Σωκράτης +Πού βρήκαμε, φίλε μου! καταντήσαμεν αλήθεια γελοίοι, σαν τα παιδιά +που κυνηγούν τους κορυδαλούς· κάθε φορά που επιστεύαμε πως, να! θα +την πιάσωμε πλέον την επιστήμην, εκείνη πάντα και μας έφευγε από +μέσ' απ' τα χέρια μας. Μα τι να κάθωμαι τώρα να σου τα πολυλογώ και +να σου τα αναφέρω όλα; αλλά όταν τέλος εφθάσαμεν εις την τέχνην του +βασιλεύειν, και εξετάζαμεν, αν είναι αυτή που παρέχει και +εξασφαλίζει την ευδαιμονίαν εις τους ανθρώπους, τότε δα είναι που +είδαμεν πως επέσαμεν εις λαβύρινθον και, ενώ ενομίζαμεν πως +ευρισκόμεθα εις το τέλος, αναγκασθήκαμε να γυρίσωμεν εις τα βήματά +μας και να ευρεθώμεν εις την αρχήν των ερευνών μας, τόσον σοφοί, +όσον ήμεθα και ότε επελήφθημεν το πρώτον της συζητήσεως. + + Κρίτων +Και πώς σας συνέβη αυτό, Σωκράτη; + + Σωκράτης +Θα σου το ειπώ· κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι η πολιτική και η +τέχνη του βασιλεύειν είναι το ίδιον πράγμα. + + Κρίτων +Και λοιπόν; + + Σωκράτης +Εις αυτήν την τέχνην, εσκέφθημεν, και η στρατηγική και όλαι αι +άλλαι παραδίδουν να κυβερνά όσα ήθελον αποκτήση αι ίδιαι, διότι +είναι η μόνη που γνωρίζει να κάμνη χρήσιν αυτών. Παρεδέχθημεν +λοιπόν ότι αυτή θα είναι προφανώς η επιστήμη που ζητούμεν και η +αιτία της αληθούς ευδαιμονίας της πολιτείας και ότι, με μίαν λέξιν, +κατά τον στίχον του Αισχύλου, {3} αυτή μόνη κάθηται εις την πρύμνην +της πόλεως με το πηδάλιον εις τας χείρας και διευθύνει και κυβερνά +το παν προς κοινήν όλων ωφέλειαν. + + Κρίτων +Και δεν ήτο τάχα ορθή η ιδέα σας, Σωκράτη; + + Σωκράτης +Θα το κρίνης μόνος σου, Κρίτων, αν έχης την υπομονήν να ακούσης και +τι επηκολούθησε κατόπιν· διότι επήραμεν πάλιν να εξετάσωμεν το +ζήτημα και κατ' αυτόν τον τρόπον: Έλα να ιδούμεν, είπαμεν, αυτή η +τέχνη του βασιλεύειν, εις την οποίαν τα πάντα υπόκεινται, κάμνει +κάποιο έργον; ή δεν κάμνει κανένα; Δίχως άλλο θα κάμνη, είπαμεν +εμείς μεταξύ μας. Και συ δεν θα έλεγες το ίδιον, Κρίτων; + + Κρίτων +Βεβαίως. + + Σωκράτης +Ποίον λοιπόν θα έλεγες πως είναι το έργον της; όπως έξαφνα, εάν σε +ερωτούσα, ποίον είναι το έργον, το οποίον παρέχει η ιατρική +εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί; δεν θα μου +απαντούσες την υγιείαν; + + Κρίτων +Μάλιστα. + + Σωκράτης +Τι δε; και η ιδική σου τέχνη, η γεωργική, εις την δικαιοδοσίαν της, +ποίον έργον κάμνει; δεν θα μου απαντούσες, ότι εξάγει από την γην +την τροφήν μας; + + Κρίτων +Μάλιστα. + + Σωκράτης +Λοιπόν, η βασιλική τέχνη εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου +την εξασκεί, τι κάμνει; ίσως να εδυσκολεύεσο ολίγον να απαντήσης. + + Κρίτων +Το ομολογώ πράγματι, Σωκράτη. + + Σωκράτης +Και ημείς το ίδιον, Κρίτων· αλλ' αυτό τουλάχιστον το γνωρίζεις, +ότι, αν είναι η επιστήμη που ζητούμεν, πρέπει κατ' ανάγκην να είναι +ωφέλιμος. + + Κρίτων +Αναμφιβόλως. + + Σωκράτης +Δεν πρέπει λοιπόν να μας παρέχη κάποιο αγαθόν; + + Κρίτων +Ανάγκη πάσα. + + Σωκράτης +Αλλά το αγαθόν, παρεδέχθημεν εγώ και ο Κλεινίας, δεν είναι άλλο +παρά μία κάποια επιστήμη. + + Κρίτων +Ναι, έτσι μου είπες. + + Σωκράτης +Αλλά είχομεν εύρη, ότι όλα μεν τα άλλα που θα ημπορούσαμεν να +θεωρήσωμεν έργα της πολιτικής — και τοιαύτα είναι πολλά, +παραδείγματος χάριν να κάμνη πλουσίους τους πολίτας, να τους παρέχη +την ελευθερίαν, να τους εξασφαλίζη από τας στάσεις — όλα αυτά δεν +είναι ούτε κακά ούτε καλά, αλλ' ότι έπρεπε να τους κάμη σοφούς και +κατόχους της επιστήμης, εάν επρόκειτο να είναι εκείνη που θα μας +ήτο ωφέλιμος και θα μας έκαμνεν ευτυχείς. + + Κρίτων +Αυτό είναι· τουλάχιστον μου έλεγες προ ολίγου ότι έτσι το +παραδεχθήκατε πως πρέπει να είναι. + + Σωκράτης +Α! λοιπόν τώρα· η τέχνη η βασιλική κάμνει αρά γε τους ανθρώπους +σοφούς και καλούς; + + Κρίτων +Τι θα την ημπόδιζε, Σωκράτη; + + Σωκράτης +Αλλά τους κάμνει αρά γε όλους καλούς και εις όλα; και αυτή είναι +που τους μανθάνει όλας τας επιστήμας, την υποδηματοποιίαν, την +ξυλουργικήν και τας άλλας; + + Κρίτων +Δεν το πιστεύω, Σωκράτη. + + Σωκράτης +Ποίαν λοιπόν τότε επιστήμην; και εις τι θα μας χρησιμεύη αύτη; +διότι πρέπει να μην κάμνη τίποτε από εκείνα, που δεν είναι ούτε +καλά ούτε κακά, να μας κάμνη δε κοινωνούς όχι καμμιάς άλλης +επιστήμης, παρά του εαυτού της. Ας είπωμεν λοιπόν τώρα, ποία να +είναι αυτή, και τι θα μας χρησιμεύη να κάμνωμεν. Θέλεις να +ειπούμεν, Κρίτων, ότι θα είναι μία επιστήμη, με την οποίαν θα +κάμνωμεν τους άλλους καλούς ανθρώπους; + + Κρίτων +Και βέβαια. + + Σωκράτης +Αλλά εις τι θα είναι καλοί, και εις τι χρήσιμοι; ή θα ειπούμεν +πάλιν εις το να κάμνουν άλλους καλούς, και οι άλλοι εκείνοι άλλους +και ούτω καθεξής; εις τι όμως θα είναι καλοί πουθενά δεν θα +ιδούμεν, αφού δεν δίδομεν καμμίαν σημασίαν εις αυτά που θεωρούνται +ως έργα της πολιτικής, και τοιουτοτρόπως κινδυνεύομεν να γυρίζωμεν +διαρκώς μέσα εις τον αυτόν φαύλον κύκλον, και, όπως έλεγα πριν, +απέχομεν εξ ίσου, ή και μάλιστα ακόμη περισσότερον παρά ποτέ, από +το να εύρωμεν την επιστήμην εκείνην που θα μας κάμη ευτυχείς; + + Κρίτων +Μα τον θεόν, Σωκράτη, περιήλθετε, καθώς φαίνεται, εις μεγάλην +απορίαν. + + Σωκράτης +Πραγματικώς, Κρίτων, επειδή και εγώ το έβλεπα πως επέσαμεν εις αυτό +το αδιέξοδον, ήρχισα πάλιν να ικετεύω τους ξένους ως Διοσκούρους +και να επικαλούμαι με όλην την δύναμιν της φωνής μου, την βοήθειάν +των, διά να μας σώσουν, εμένα και τον νεαρόν φίλον μας, από αυτήν +την τρικυμίαν του λόγου, να πάρουν επί τέλους το πράγμα εις τα +σοβαρά, και σοβαρά να μας διδάξουν, ποία είναι εκείνη η επιστήμη, +που έχομεν ανάγκην διά να διέλθωμεν ευτυχείς το υπόλοιπον της ζωής +μας. + + Κρίτων +Αι λοιπόν; κατεδέχθη τέλος ο Ευθύδημος να ικανοποιήση την επιθυμίαν +σας; + + Σωκράτης +Πώς όχι; και ήρχισε μάλιστα, φίλε μου, με ένα ύφος πολύ υπερήφανον +ως εξής: + +— Θέλεις, μου είπε, Σωκράτη, να σου διδάξω αυτήν την επιστήμην, +που τόσον σας βασανίζει να την ευρήτε, ή θέλεις να σου αποδείξω ότι +την κατέχεις ήδη; — Ω μακάριε Ευθύδημε, του είπα, είναι αλήθεια στο +χέρι σου να το κάμης αυτό; Απολύτως, μου απεκρίθη. — Μα τον Δία! +απόδειξέ μου λοιπόν ότι την κατέχω· διότι αυτό είναι πολύ +ευκολώτερον, παρά να κάθομαι τώρα να μαθαίνω εις αυτήν την ηλικίαν +που ευρίσκομαι. — Έλα λοιπόν να μου απαντήσης εις αυτό που θα σε +ερωτήσω· είναι τίποτε που να το γνωρίζης; Βεβαίως, του απήντησα, +και πολλά πράγματα μάλιστα, αλλά ασήμαντα οπωσδήποτε. — Αυτό αρκεί, +μου είπε· λοιπόν φρονείς τώρα, ότι μεταξύ των πραγμάτων, που +υπάρχουν, ευρίσκεται κανένα, που να μην είναι εκείνο που είναι; — +Όχι μα την αλήθειαν, αυτό δεν είναι δυνατόν. — Δεν είπες όμως ότι +εσύ γνωρίζεις κάτι τι; — Μάλιστα. — Λοιπόν αφού γνωρίζεις, θα ειπή +πως είσαι επιστήμων. — Μάλιστα, αυτού δηλαδή του πράγματος που +γνωρίζω. + +— Αυτό δεν έχει να κάμη· αφού είσαι επιστήμων, δεν είναι ανάγκη να +γνωρίζης τα πάντα; — Όχι, μα τον Δία, αφού αγνοώ τόσα άλλα +πράγματα. — Αι λοιπόν, εάν είναι κάτι που να μην το γνωρίζης, θα +ειπή πως δεν είσαι επιστήμων. — Εκείνου που δεν γνωρίζω, φίλε μου. +— Μήπως τάχα με αυτό θα είσαι ολιγώτερον ανεπιστήμων; και μολαταύτα +προ ολίγου μας εβεβαίωσες ότι είσαι επιστήμων, και τοιουτοτρόπως +ευρίσκεται, συγχρόνως και υπό την αυτήν έποψιν, ότι είσαι εκείνο +που είσαι, και πάλιν ότι δεν είσαι. — Πάει καλά, Ευθύδημε, και +χρυσά είναι τα λόγια σου· πως λοιπόν κατέχω εκείνην την επιστήμην, +που εζητούσαμεν; επειδή φυσικά, καθώς μας εδίδαξες, είναι αδύνατον +το ίδιον πράγμα να είναι συγχρόνως και να μην είναι· ούτως ώστε, +εάν γνωρίζω ένα πράγμα, τα γνωρίζω όλα· διότι δεν ημπορεί να είμαι +επιστήμων συγχρόνως και ανεπιστήμων αφού δε τα γνωρίζω όλα, κατέχω +επομένως και εκείνην την επιστήμην· αυτός είναι ο συλλογισμός που +κάνεις, και αυτή είναι η σοφία που ανεκάλυψες; + +— Εσύ μόνος σου ανασκευάζεις, Σωκράτη, τον εαυτόν σου. + +— Αλλά, ω Ευθύδημε, του είπα, μήπως και συ δεν παθαίνεις αυτό το +ίδιον πάθημα; όσο για μένα ποτέ δεν θα ημπορούσα να αγανακτήσω, αν +συνέβαινε να πάθω οτιδήποτε από κοινού μαζί σου και μαζί με τον +Διονυσόδωρον αυτόν, τον αγαπημένον μου φίλον· λέγε μου λοιπόν, και +σεις, δεν υπάρχουν πράγματα που τα γνωρίζετε, και άλλα που δεν τα +γνωρίζετε: Κάθε άλλο, μου απεκρίθη ο Διονυσόδωρος. — Πώς λέγετε; +είπα εγώ· δεν γνωρίζετε λοιπόν τίποτε; — Απεναντίας, μου απεκρίθη. +— Τότε λοιπόν τα γνωρίζετε όλα. αφού γνωρίζετε κάτι. Όλα μάλιστα, +επίσης δε και συ, αν γνωρίζης ένα μόνον πράγμα, τα γνωρίζεις όλα. — +Ω θεέ μου, ανέκραξα, ποίον θαύμα και ποίος ανεκτίμητος θησαυρός μας +απεκαλύφθη! μήπως αρά γε και όλοι οι άλλοι άνθρωποι τα γνωρίζουν +όλα, ή δεν ηξεύρουν τίποτε: — Δεν ημπορεί, φυσικά, άλλα μεν να +γνωρίζουν, άλλα δε να μη γνωρίζουν και να είναι συγχρόνως σοφοί και +άσοφοι. Αλλά τι λοιπόν; τον ηρώτησα. — Όλοι τα γνωρίζουν όλα, +εφόσον γνωρίζουν και ένα μόνον πράγμα. — Δόξα νάχη ο θεός! τώρα το +βλέπω, Διονυσόδωρε, πως ομιλείτε επί τέλους εις τα σοβαρά, και +εισηκούσθησαν τέλος πάντων αι παρακλήσεις μου· αλήθεια λοιπόν τα +γνωρίζετε όλα εσείς; την ξυλουργικήν παραδείγματος χάριν, την +βυρσοδεψικήν; — Μάλιστα, μου απεκρίθη. Μήπως ηξεύρετε και να +ράπτετε υποδήματα; — Ναι, βέβαια και να κόπτωμεν ακόμη και πάτους. +Μήπως γνωρίζετε και τα τέτοια, πόσος είναι ο αριθμός των άστρων και +των κόκκων της άμμου; Και βεβαίως, μου είπε· ή τάχα πιστεύεις πως +θα το αρνηθώμεν: + +Επάνω εις αυτά λαμβάνει τον λόγον ο Κτήσιππος και λέγει: — Στο θεό +σου, Διονυσόδωρε, δόσετέ μας μίαν απόδειξιν, που να πιστεύσω πως +λέγετε την αλήθειαν. Τι απόδειξιν θέλεις; — Γνωρίζεις εσύ πόσα +δόντια έχει ο Ευθύδημος, και ο Ευθύδημος πόσα έχεις εσύ; — Δεν σου +αρκεί που ήκουσες ότι τα γνωρίζομεν όλα; του απεκρίθη. Άφησέ τα +αυτά, και απαντήσατε αυτήν μόνον πλέον την φοράν, διά να μας +αποδείξετε πως λέγετε την αλήθειαν· και αν ειπήτε καθένας σας πόσα +δόντια έχει ο άλλος και βρεθούν σωστά, αφού τα μετρήσωμεν, τότε +πλέον θα σας πιστεύσωμεν και εις όλα τα άλλα. + +Εκείνοι, επειδή έβλεπαν πως τους κορόιδευε, δεν απαντούσαν εις το +κάθε τι που τους ερωτούσε ο Κτήσιππος. αλλά γενικώς επανελάμβανον +ότι όλα τα γνωρίζουν διότι απροκαλύπτως πλέον ο Κτήσιππος δεν άφησε +τίποτε που να μην τους ερωτά, και τα πλέον γελοία ακόμη πράγματα, +αν τα γνωρίζουν· εκείνοι δε με ακλόνητον γενναιότητα αντιμετώπιζαν +όλας τας ερωτήσεις, διαβεβαιούντες ότι τα γνωρίζουν, όπως οι κάπροι +που πέφτουν μόνοι των επάνω εις τον σίδηρον που τους πληγώνει· +ούτως ώστε και εμένα επί τέλους με ώθησεν η απιστία μου να ερωτήσω +τον Ευθύδημον, εάν γνωρίζη και να χορεύη ο Διονυσόδωρος. — Μάλιστα, +μου απεκρίθη εκείνος. — Όχι όμως βέβαια και να γέρνη τούμπες μέσα +σε στημένα μαχαίρια, και να κάμνη τον τροχόν εις την ηλικίαν που +ευρίσκεται· ή και μέχρις αυτού του σημείου φθάνει η ικανότης του; — +Τίποτε δεν είναι που να μην το γνωρίζη. — Και τα γνωρίζετε όλα τώρα +μόνον, ή από πάντα; — Από πάντα, μου απήντησε. — Και όταν ήσαστε +παιδιά, και ευθύς που γεννηθήκετε τα ηξεύρετε όλα; — Όλα απήντησαν +και οι δύο μαζί. + +Το πράγμα μας εφαίνετο όλως διόλου απίστευτον ο δε Ευθύδημος +απευθυνόμενος προς εμέ· — Τι; δεν το πιστεύεις, μου είπε, Σωκράτη; +— Δεν πιστεύω παρά ένα πράγμα, του είπα, ότι πράγματι πρέπει να +είσθε πολύ σοφοί. — Αλλ' αν θέλης να μου απαντάς, θα σου αποδείξω +πως παραδέχεσαι και συ αυτά που σου φαίνονται τόσον θαυμαστά. — Ω! +απεκρίθην, αυτός ο έλεγχος θα ήτο πολύ ευχάριστος· διότι, εάν ήμουν +ως τώρα σοφός χωρίς να το έχω είδησιν, και μου αποδείξης εσύ ότι +όλα τα γνωρίζω και από πάντα, τι πολυτιμότερον εύρημα θα ημπορούσα +να εύρω εις όλην μου την ζωήν; + +— Απάντα μου λοιπόν. — Ερώτα με και θα σου απαντώ. — Είσαι αρά γε, +Σωκράτη, επιστήμων πράγματός τινος, ή δεν είσαι; — Ε, είμαι. — Και +με εκείνο το πράγμα που σε κάμνει να είσαι επιστήμων, με αυτό το +ίδιον γνωρίζεις ό,τι γνωρίζεις, ή με τίποτε άλλο; — Με εκείνο που +με κάμνει να είμαι επιστήμων διότι υποθέτω ότι εννοείς την ψυχήν· ή +δεν θέλεις να πης αυτό; — Δεν εντρέπεσαι, Σωκράτη, να ερωτάς ενώ σε +ερωτούν; — Πολύ καλά· μα τι θέλεις να κάμω; είμαι έτοιμος, όπως με +προστάξεις· όταν με ρωτάς κάτι τι, που δεν καταλαβαίνω, απαιτείς +μολαταύτα να αποκρίνωμαι, χωρίς να σου ζητώ επεξηγήσεις· αι; — +Φαντάζεσαι όμως βέβαια πως πάντα κάτι θέλει να πη εκείνο που σε +ερωτώ. — Μάλιστα. Ε, εις αυτό λοιπόν που φαντάζεσαι, να απαντάς. +Ναι, μα αν εσύ έχης άλλο πράγμα εις τον νουν σου, όταν με ερωτάς, +κ' εγώ το πάρω αλλιώς και σου αποκριθώ σύμφωνα μ' αυτό που +φαντάζομαι, ημπορεί ποτέ εσύ να στέρξης εις μίαν απάντησιν άσχετον +με το ερώτημά σου; — Εγώ; με φθάνει και με παραφθάνει αυτό εμένα· +όχι όμως και εσένα, καθώς φαίνεται. — Δεν θα αποκριθώ λοιπόν +πράγματι, πριν να καταλάβω καλά τι μ' ερωτούν — Δεν θα αποκριθής +βέβαια εις ό,τι νομίζεις πως σ' ερωτούν, διότι δεν είσαι δι' άλλο +παρά να φλυαρής και να μας κάνης τον πρωτινό, όταν δεν πρέπει. + +Είδα λοιπόν εγώ τότε πως εθύμωνε, που εζητούσα να διευκρινίζω τα +λεγόμενα, όσω αυτός ήθελε να με τυλίξη μέσα εις τας λέξεις, που μου +έστηνε γύρω σαν βρόχια. Και ενθυμήθηκα αμέσως τον μουσικοδιδάσκαλόν +μου τον Κόννον, που και εκείνος μου θυμώνει πάντα, όταν δεν τον +υπακούω, και έπειτα με παραιτεί ως ανεπίδεκτον μαθήσεως. Αφού +λοιπόν ήμουν αποφασισμένος να ακολουθήσω τα μαθήματα του Ευθυδήμου, +έκρινα πως έπρεπε να υποχωρήσω, μήπως με χαρακτηρίση ως δύστροπον +και ασυμβίβαστον, και δεν με δεχθή μαθητήν του. Του λέγω λοιπόν: — +Ε, καλά, Ευθύδημε, αφού το ευρίσκης έτσι σωστόν, ας κάμωμεν κατά +την επιθυμίαν σου· γνωρίζεις καλύτερ' από μένα τους νόμους της +συζητήσεως, διότι εσύ είσαι διδάσκαλος εις αυτήν την τέχνην, ενώ +εγώ είμαι όλως διόλου αρχάριος· ώστε επανάλαβε εξ αρχής τας +ερωτήσεις σου. — Λοιπόν, απάντησέ μου πάλιν, όσα γνωρίζεις, τα +γνωρίζεις διά μέσου κάποιου πράγματος, ή όχι; — Μάλιστα, του +απήντησα, διά μέσου της ψυχής. — Να τον μας πάλιν! αποκρίνεται +περισσότερα απ' ό,τι τον ερωτούν· δεν σε ηρώτησα διά μέσου τίνος, +αλλ' απλώς, αν γνωρίζης διά μέσου κάποιου πράγματος. — Η απαιδευσία +μου φαίνεται πάλιν με έκαμε ν' απαντήσω περισσότερα απ' ό,τι +έπρεπε· συγχώρησέ με· εις το εξής θα αποκρίνομαι απλώς εις το +ερωτόμενον: ό,τι γνωρίζω, το γνωρίζω [πάντοτε] διά μέσου κάποιου +πράγματος. — Και τάχα με αυτό το ίδιον μέσον πάντοτε, ή άλλοτε μεν +με το αυτό, άλλοτε δε με άλλο; — Πάντοτε με το αυτό, όταν γνωρίζω +κάτι τι. — Δεν θα παύσης λοιπόν επί τέλους να προσθέτης περιττά +πράγματα εις τας απαντήσεις σου; — Μα εφοβήθηκα μήπως μας εξαπατήση +εκείνο το: &πάντοτε.& — Δεν έχομεν φόβον, όσο δι' αυτό. εμείς· ίσως +όμως εσύ· λέγε λοιπόν πάντοτε με το ίδιον μέσον γνωρίζεις; Πάντοτε, +του απεκρίθην, αφού είναι ανάγκη να αφαιρέσωμεν εκείνο το: &όταν.& +— Λοιπόν πάντοτε με αυτό το μέσον γνωρίζεις, και αφού γνωρίζεις +πάντοτε, μήπως άλλα μεν τα γνωρίζεις με αυτό το μέσον που +γνωρίζεις, άλλα δε με άλλο; ή με αυτό όλα; Όλα με αυτό, όσα +τουλάχιστον γνωρίζω, — Πάλι τα ιδία! ξαναπέσαμε εις την αυτήν +περιττολογίαν. — Αποσύρω, αφού είναι έτσι, το: &όσα τουλάχιστον +γνωρίζω& — Να μην αποσύρης τίποτε· δεν έχω ανάγκην να σου το ζητήσω +αυτό· μόνον λέγε μου, θα ημπορούσες να εγνώριζες όλα, αν δεν +εγνώριζες το παν; — Αυτό θα ήτο τερατωδώς ακατανόητον, είπα εγώ. +Και εκείνος· — Πρόσθετε τώρα, είπε, ό,τι σου αρέση, αφού μου +ωμολόγησες πλέον ότι γνωρίζεις το παν. — Πραγματικώς, αφού δεν έχει +καμμίαν σημασίαν το: &όσα γνωρίζω,& φαίνεται ότι γνωρίζω το παν. — +ομολόγησες δε ακόμη, ότι και πάντοτε γνωρίζεις με το μέσον που +γνωρίζεις, είτε όταν γνωρίζης κάτι τι είτε όπως αλλέως θέλεις να το +πάρης· με φθάνει πως ωμολόγησες, ότι πάντοτε γνωρίζεις και +συγχρόνως τα πάντα· είναι λοιπόν φανερόν ότι εγνώριζες και όταν +ήσουν παιδί, και κατά την στιγμήν της γεννήσεώς σου, και κατά την +στιγμήν της συλλήψεώς σου ακόμη, και πριν να γεννηθής ο ίδιος, και +πριν να γίνη ο ουρανός και η γη, εγνώριζες τα πάντα, αφού πάντοτε +γνωρίζεις, και μα τον Δία, και πάντοτε θα γνωρίζης τα πάντα, εάν το +θέλω εγώ. + +— Αλλ' άμποτε να το θελήσης, του είπα, ανεκτίμητε Ευθύδημε, εάν +πράγματι λέγης την αλήθειαν· τι να σου ειπώ όμως, δεν το +παραπιστεύω να έχης αυτήν την δύναμιν, εκτός τουλάχιστον αν έδιδε +την συγκατάθεσίν του και ο αδελφός σου αυτός ο Διονυσόδωρος· τότε +ίσως μάλιστα· πέτε μου όμως, σας παρακαλώ — διότι κατά τα άλλα δεν +βλέπω πως θα ημπορούσα να σας αμφισβητήσω, ανθρώπους τόσον +υπερφυσικής σοφίας, ότι εγώ, δεν γνωρίζω τα πάντα, αφού εσείς είσθε +που το λέγετε· πως όμως, Ευθύδημε, ημπορώ να ισχυρισθώ αυτό, +παραδείγματος χάριν, το πράγμα: ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι +άδικοι; έλα λέγε μου, αυτό το γνωρίζω ή δεν το γνωρίζω; — Το +γνωρίζεις, μου απεκρίθη. — Τι πράγμα; — Ότι δεν είναι άδικοι οι +αγαθοί. — Βεβαίως, του απεκρίθην, αυτό ν' ακούεται, αλλά δεν σε +ερωτώ αυτό· αλλά πού έμαθα εγώ ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι; +— Πουθενά, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Ώστε επομένως είναι πράγμα +που δεν το γνωρίζω εγώ αυτό. — Μας χαλάς την υπόθεσιν, είπεν ο +Ευθύδημος προς τον Διονυσόδωρον· τώρα θα φανή πως δεν γνωρίζει και +έτσι πως είναι επιστήμων και ανεπιστήμων συγχρόνως. + +Ο Διονυσόδωρος τότε εκοκκίνησε. — Αλλά συ, ω Ευθύδημε, δεν σου +φαίνεται πως λέγει σωστά ο αδελφός σου, που όλα τα γνωρίζει; + +Αλλά έλαβε τον λόγον αμέσως ο Διονυσόδωρος και είπε· — Πώς; εγώ +αδελφός του Ευθυδήμου; Και εγώ του είπα· — Άφησέ τα τώρα, καλέ μου, +αυτά, έως να με διδάξη ο Ευθύδημος, ότι γνωρίζω πως οι αγαθοί +άνθρωποι είναι άδικοι, και μη μου φθονήσης το ωραίον αυτό μάθημα. — +Φεύγεις, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, και δεν θέλεις να +αποκριθής. — Πολύ φυσικά, του απήντησα εγώ· είμαι ασθενέστερος και +από τον καθένα σας χωριστά, ώστε, κατά πολύ περισσότερον λόγον, πώς +να μη φεύγω εμπρός και εις τους δύο σας μαζί; διότι βέβαια δεν +ημπορώ να έχω την δύναμιν του Ηρακλέους, ο οποίος μολαταύτα δεν +ημπόρεσε να τα καταφέρη συγχρόνως και με την Ύδραν, που ήτο +σοφίστρια και με την σοφίαν της εξεφύτρωνε, κάθε φορά που της +έκοπτε μίαν κεφαλήν του λόγου, πολλάς άλλας εις την θέσιν της μιας, +και με τον Καρκίνον, άλλον αυτόν πάλιν σοφιστήν, που ήλθε πέρ' από +την θάλασσαν και προ μικρού, καθώς μου φαίνεται, απεβιβάσθη, και ο +οποίος επειδή παρηνώχλει τον Ηρακλέα έτσι από τα αριστερά με λόγια +και με δαγκάματα, τον ηνάγκασε να επικαλεσθή την βοήθειαν του +ανεψιού του Ιολάου· και αυτός μεν πράγματι τον εβοήθησεν αρκετά· ο +ιδικός μου όμως ο Ιόλαος [ο Πατροκλής {4}] αν ήρχετο εις βοήθειάν +μου, περισσότερον κακόν φοβούμαι πως θα έκαμνε. — Έλα λοιπόν τώρα, +είπεν ο Διονυσόδωρος, αφού μας εχόρτασες αρκετά με τα παραμύθια +σου, απάντησε μου σ' αυτό: ο Ιόλαος ήτο περισσότερον ανεψιός του +Ηρακλέους παρά δικός σου; — Το βλέπω, Διονυσόδωρέ μου, πως το +καλύτερον που έχω να κάμω είναι να σου αποκριθώ, διότι αλλέως δεν +θα θέσης τέλος εις τας ερωτήσεις σου (είμαι πολύ βέβαιος περί +τούτου) διά να με εμποδίσης από φθόνον να μάθω από τον Ευθύδημον +εκείνην την σοφίαν, που επρόκειτο να με διδάξη. — Απάντησέ μου +λοιπόν — Θα σου απαντήσω, του είπα, ότι του Ηρακλέους ήτο ανεψιός ο +Ιόλαος, ιδικός μου όμως καθόλου, όπως στοχάζομαι, διότι δεν ήτο +πατέρας του ο Πατροκλής, ο αδελφός μου· το βέβαιον είναι πως είχε +κάπως όμοιον όνομα, Ιφικλής, ο αδελφός του Ηρακλέους. — Ο Πατροκλής +λοιπόν είναι ο αδελφός σου; — Ναι, του απήντησα, από την αυτήν +τουλάχιστον μητέρα, όχι όμως και από τον ίδιον πατέρα. — Είναι +επομένως και δεν είναι αδελφός σου. — Ομοπάτριος αδελφός μου δεν +είναι, διότι ο πατέρας του εκείνου ήτο ο Χαιρέδημος, και εμένα ο +Σωφρονίσκος. — Αλλά πατέρας ήτο ο Χαιρέδημος, και ο Σωφρονίσκος +επίσης. — Αναμφιβόλως, του απεκρίθην, ο ένας δικός μου και άλλος +δικός του, — Ο Χαιρέδημος λοιπόν ήτο άλλο πράγμα, από τον πατέρα; — +Άλλο βέβαια πράγμα από τον πατέρα τον δικό μου. — Ήτο λοιπόν +πατέρας αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα; ή ημπορεί ποτέ εσύ να +είσαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν; — Φοβούμαι, μα την αλήθεια, +μήπως στο τέλος και αυτό καταντήσωμεν να μας το αποδείξης· +οπωσδήποτε δεν στοχάζομαι να είμαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν. — +Αφού λοιπόν δεν είσαι το ίδιον, θα πη πως είσαι άλλο πράγμα. — Άλλο +μάλιστα. — Αν λοιπόν είσαι άλλο πράγμα από την πέτραν, δεν είσαι +πέτρα· και αν είσαι άλλο πράγμα από τον χρυσόν, δεν είσαι χρυσός. — +Βεβαίως. — Επομένως και ο Χαιρέδημος δεν θα είναι πατέρας, αφού ήτο +άλλο πράγμα από τον πατέρα. — Έτσι φαίνεται, πως δεν είναι πατέρας. + +— Και αν ο Χαιρέδημος είναι πατέρας, προσέθεσεν ο Ευθύδημος, +απεναντίας πάλιν ο Σωφρονίσκος, αφού θα είναι άλλο πράγμα από +πατέρας, δεν θα είναι πατέρας, ώστε συ, Σωκράτη, δεν θα έχης +πατέρα. + +Τότε και ο Κτήσιππος διακόψας· — Αλλά και με τον ιδικόν σας πατέρα, +είπε, δεν συμβαίνει το ίδιον; δεν είναι και αυτός άλλο πράγμα από +τον πατέρα μου; — Καθόλου, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Αλλά τότε +λοιπόν είναι ο ίδιος; — Ο ίδιος βεβαία, — Να σου πω, δεν θα το +επεθυμούσα καθόλου· αλλά δεν μου λέγεις, Ευθύδημε, εδικός μου μόνον +πατέρας είναι, ή και των άλλων ανθρώπων; — Και των άλλων, απεκρίθη· +τι θα ήθελες τάχα; να είναι ο αυτός πατέρας και να μην είναι: — +Έτσι ενόμιζα εγώ, είπεν ο Κτήσιππος. — Πώς; θέλεις ο χρυσός να μην +είναι χρυσός, ή ο άνθρωπος να μην είναι άνθρωπος: — Πρόσεξε, +Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, μήπως δεν συνάπτεις, καθώς λέγει η +παροιμία, λινάρι με λινάρι· διότι, αλήθεια, θα ήτο τερατώδες το +πράγμα, αν ο πατέρας σου ήτο πατέρας όλων των ανθρώπων. — Μα είναι. +— Αλλά, είπε πάλιν ο Κτήσιππος, μόνον των ανθρώπων πατέρας είναι, ή +μήπως και των ίππων και όλων των άλλων ζώων; — Όλων, απεκρίθη. — +Μήπως και η μητέρα σου το ίδιον; — Βέβαια και η μητέρα μου. — Και +όλων των αχινών λοιπόν της θάλασσας θα είναι μητέρα η μητέρα σου. — +Και η δική σου. — Και συ επομένως είσαι αδελφός με τους κωβιούς και +με τα σκυλάκια και με τα γουρουνάκια. — Όπως και εσύ. — Προσέτι δε +έχεις πατέρα και τον σκύλο. — Απαράλλακτα και συ. — Αμέσως ημπορώ, +είπε και ο Διονυσόδωρος, να σε κάμω να το ομολογήσης και ο ίδιος, +φθάνει να μου αποκριθής· λέγε μου, σε παρακαλώ, έχεις σκύλο; — Ναι, +και πολύ κακορρίζικο. — Έχει και κουτάβια; — Σαν τη μάννα τους κι' +αυτά. + +— Πατέρας λοιπόν αυτών δεν είναι ο σκύλος; — Βέβαια· τον είδα και +με τα μάτια μου που ανέβαινε τη σκύλα μου. — Αυτός ο σκύλος δεν +είναι δικός σου; — Μάλιστα. — Λοιπόν ο σκύλος αυτός που είναι +πατέρας, είναι δικός σου, επομένως πατέρας δικός σου, και συ +αδελφός των κουταβιών. + +Και αμέσως επήρε τον λόγον ο Διονυσόδωρος, διά να μην τον προλάβη +και πη τίποτε ο Κτήσιππος και του λέγει· — Πε μου ακόμη και ένα +άλλο· αυτόν τον σκύλο τον κτυπάς; Και ο Κτήσιπος εγέλασε και του +είπε· — Ναι, μα τον θεόν· γιατί δεν μπορώ εσένα. — Ώστε κτυπάς τον +πατέρα σου; — Αυτές οι ξυλιές που του δίνω, θα ήτανε πιο δίκιο να +τις έτρωγε ο πατέρας σας, που δεν ηξεύρω τι του ήλθε και γέννησε +έτσι σοφά παιδιά· αλλά δεν αμφιβάλλω βέβαια, Ευθύδημε, πως πολλά +αγαθά από την σοφίαν σας αυτήν θα απήλαυσεν ο πατέρας. . . των +κουταβιών, — Μα δεν έχει καμμιάν ανάγκην από τα πολλά αγαθά, +Κτήσιππε, ούτε εκείνος ούτε συ. — Ούτε συ ο ίδιος, Ευθύδημε; — Ούτ' +εγώ ούτε κανείς άλλος άνθρωπος· διότι λέγε μου σε παρακαλώ, +Κτήσιππε· νομίζεις ότι είναι καλόν δι' ένα που είναι άρρωστος να +πάρη φάρμακον, ή σου φαίνεται πως δεν είναι καλόν να το πάρη, ενώ +έχει ανάγκην; ή, όταν πηγαίνη εις τον πόλεμον, να πηγαίνη με όπλα, +ή δίχως όπλα; — Με όπλα βέβαια· αν και φοβούμαι, ότι θα βγάλης +πάλιν από την απάντησίν μου κανένα από εκείνα τα νόστιμά σου +συμπεράσματα. — Θα το κρίνης συ μόνος σου καλύτερα· αλλά απάντησέ +μου. Αφού ωμολόγησες ότι είναι καλόν διά τον άρρωστον το φάρμακον, +όταν υπάρχη ανάγκη να το πάρη, πρέπει λοιπόν αυτό το καλόν να το +πάρη εις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ποσότητα, και νομίζεις ότι θα +τον ωφελούσε περισσότερον, αν έτριβε κανείς και του έδινε να πιη +μίαν ολόκληρον άμαξαν ελλεβόρου; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν, +Ευθύδημε, εάν βέβαια εκείνος που θα το έπινε ήτον τόσο μεγάλος, +όσος ο ανδριάς που είναι εις τους Δελφούς. — Και αφού λοιπόν είναι +καλόν να πηγαίνη κανείς εις τον πόλεμον με όπλα, θα έπρεπεν αρά γε +να φορή και όσον το δυνατόν περισσοτέρας ασπίδας και δόρατα, αφού +είναι καλόν; — Και βέβαια έτσι πρέπει, είπεν ο Κτήσιππος· ή μήπως +εσύ δεν το παραδέχεσαι, Ευθύδημε, και φρονείς ότι πρέπει να πηγαίνη +με ένα μόνον δόρυ και με μίαν ασπίδα; — Ναι έτσι λέγω. — Έτσι +λοιπόν θα ώλπιζες εσύ και τον Γηρυόνην και τον Βριάρεων; κρίμα κ' +εγώ ενόμιζα πως κάτι περισσότερα νοιώθετε, εσύ και ο φίλος μας +απεδώ, αφού μάλιστα είσθε και διδάσκαλοι της οπλομαχητικής.. + +Και ο μεν Ευθύδημος εσιώπησεν· ο δε Διονυσόδωρος εγύρισε τον λόγον +εις την προηγουμένην απάντησιν του Κτησίππου και τον ηρώτησε· — +Λοιπόν σου φαίνεται πως είναι καλόν να έχη κανείς και χρυσόν; — +Βέβαια, και μάλιστα και πολύν, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και δεν +φρονείς ότι τα καλά πράγματα πρέπει να τα έχη κανείς παντού και +πάντοτε; — Αναμφιβόλως, είπεν. + +— Δεν ωμολόγησες δε ότι και ο χρυσός είναι πράγμα καλόν; — Το +ωμολόγησα πράγματι. — Δεν πρέπει λοιπόν να τον έχη κανείς πάντοτε +και παντού, και προ πάντων μαζί του; και δεν θα ήτο ευτυχέστατος αν +θα είχε τρία μεν τάλαντα χρυσού μέσα εις την κοιλίαν του, ένα +τάλαντον εις το κρανίον του, και από ένα στατήρα εις το κάθε του +μάτι; — Και πραγματικώς, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, λέγουν +ότι μεταξύ των Σκυθών εκείνοι θεωρούνται ευτυχέστατοι και άνθρωποι +μεγαλυτέρας αξίας, που έχουν πολύ χρυσίον μέσα εις τα κρανία, τα +ιδικά των, διά να μιλήσω κ' εγώ όπως εσύ, που έλεγες σκύλον τον +πατέρα μου· και εκείνο που είναι ακόμη θαυμαστότερον, και πίνουν +μέσα από τα επιχρυσωμένα κρανία των, και τα βλέπουν μέσα τα κρανία +των, ενώ τα κρατούν εις τα χέρια των. — Και δεν μου λέγεις; είπεν ο +Ευθύδημος· αυτοί οι Σκύθαι σου και οι άλλοι άνθρωποι βλέπουν εκείνα +που ημπορούν να βλέπουν, ή που δεν ημπορούν; + +— Εκείνα που ημπορούν βέβαια. — Και εσύ το ίδιον; — Κ' εγώ το +ίδιον. — Τα ρούχα που φορούμε τα βλέπεις; — Τα βλέπω. — Ώστε τα +ρούχα μας ημπορούν να βλέπουν. — Και θαυμάσια μάλιστα, είπεν ο +Κτήσιππος. — Και τι βλέπουν; — Τίποτε βλέπουν· εσύ όμως είσαι +αρκετά αστείος, που να νομίζης ίσως, πως δεν βλέπουν· αλλά μα την +αλήθειαν, Ευθύδημε, μου φαίνεται πως εσύ ξύπνος ονειρεύεσαι, και αν +είναι δυνατόν να ομιλή κανείς χωρίς να λέγη τίποτε, εσύ θαρρώ πως +το κατορθώνεις αυτό περίφημα. + +Επάνω εις αυτό ο Διονυσόδωρος ηρώτησε τον Κτήσιππον· — Και δεν +είναι αρά γε δυνατόν διά τους σιωπώντας να ομιλούν; {5} — Όλως +διόλου αδύνατον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και διά τους λαλούντας +επίσης να σκοπούν; — Ακόμη ολιγώτερον. — Έτσι λοιπόν όταν ομιλής +διά λίθους, ξύλα, σίδερα, δεν ομιλείς διά σιωπώντα πράγματα; — Κάθε +άλλο, φίλε μου, αν τύχη μάλιστα να περνώ από γύφτικα· εκεί δα +θακούσης τα σιδερικά να φωνάζουν και να σκούζουν, αν τα εγγίξη +κανείς· ώστε αυτή τη φορά γελάστηκες, φαίνεται, από υπερβολικήν +σοφίαν, και δεν κατάλαβες πως δεν είπες τίποτε· αλλά απόδειξέ μου +τώρα και το άλλο, πως είναι δυνατόν διά τους λαλούντας να σιωπούν. + +Και ενώ έλεγεν αυτά ο Κτήσιππος, εφαίνετο πως ενέτεινεν όλας του +τας δυνάμεις διά να αρέση εις τον ερωμένον του. + +— Λοιπόν, τον ηρώτησεν ο Ευθύδημος, όταν σιωπάς δεν σιωπάς όλα τα +πράγματα; — Μάλιστα, του απεκρίθη. — Σιωπάς επομένως και τα +λαλούντα, αφού βέβαια και τα λαλούντα περιλαμβάνονται μέσα εις το: +όλα τα πράγματα. — Και πώς; είπεν ο Κτήσιππος, όλα τα πράγματα δεν +σιωπούν; — Όχι βέβαια, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Όλα λοιπόν τότε +ομιλούν, αγαπητέ μου; — Εκείνα τουλάχιστον που ομιλούν. — Δεν είναι +αυτό που σε ερωτώ, είπεν ο Κτήσιππος, αλλά, αν όλα τα πράγματα +ομιλούν ή σιωπούν; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά και τα δύο +μαζί, επετάχτηκε και είπεν ο Διονυσόδωρος· και είμαι βέβαιος ότι +δεν θα έχης να αντιτάξης τίποτε εις αυτήν την απάντησιν. + +Αλλά ο Κτήσιππος, κατά την συνήθειάν του, εξέσπασε στα γέλοια και, +— Ευθύδημε, είπεν, ο αδελφός σου επαμφοτέρισεν εις αυτό που τον +ηρώτησα, και πάει, χάθηκε, νικήθηκε. + +Και ο Κλεινίας ευχαριστήθηκε υπερβολικά και εγέλασε, πράγμα το +οποίον έκαμε τον Κτήσιππον να φουσκώση και να γίνη δέκα φορές τόσος +από την χαράν του· κατά την ιδέαν μου όμως ο Κτήσιππος, +τετραπέρατος καθώς είναι, θα τα κρυφάκουσεν αυτά απ' αυτούς τους +ιδίους και έμαθε το μυστικό τους· διότι αληθινά σ' αυτό το είδος +της σοφίας κανείς εις τον κόσμον δεν μπορεί να τους παραβγή. + +Τότε εγώ εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του είπα· — Διατί, φίλε +μου, γελάς διά πράγματα τόσον σοβαρά και ωραία; + +Και αμέσως ο Διονυσόδωρος, — Μπα! και είδες ποτέ σου εσύ, μου είπε, +Σωκράτη, κανένα πράγμα ωραίον; — Είδα, του απήντησα, και πολλά +μάλιστα, Διονυσόδωρε. — Και αυτά αρά γε ήσαν διαφορετικά από το +ωραίον, ή το ίδιο πράγμα με αυτό; + +Εγώ τα έχασα κυριολεκτικώς, μη γνωρίζοντας τι να απαντήσω εις αυτήν +την ερώτησιν και είπα μέσα μου πως καλά να την πάθω που δεν ήξερα +κάλλια να βουβαθώ· οπωσδήποτε του απήντησα, πως είναι διαφορετικά +από αυτό το ίδιον το ωραίον· ευρίσκεται όμως εις το καθένα από αυτά +μια κάποια ωραιότης. — Εάν λοιπόν τύχη και σου ευρεθή και σένα ένα +βώδι, θα πη πως είσαι βώδι, και τώρα που έτυχε να ευρίσκωμαι κ' εγώ +μαζί σου, θα πη πως είσαι Διονυσόδωρος; — Δάγκασε τη γλώσσα σου και +μη βλαστημάς, του είπα εγώ. — Αλλά πώς ημπορεί, όταν ένα πράγμα που +είναι διαφορετικόν από άλλο προστεθή εις αυτό, να γίνεται αυτό το +διαφορετικόν άλλο απ' ό,τι είναι; + +— Αυτό απορείς; του είπα, αποπειρώμενος τώρα και εγώ να μιμηθώ την +σοφίαν των, που τόσον επεθυμούσα να αποκτήσω. + +— Πώς να μην απορώ, μου είπε, και εγώ και όλοι οι άνθρωποι δι' ένα +πράγμα που δεν υπάρχει; — Τι λέγεις, Διονυσόδωρε; το +ωραίον δεν είναι ωραίον, και το άσχημον δεν είναι άσχημον; + +— Ναι, εάν μου φαίνεται εμένα. — Και δεν σου φαίνεται λοιπόν; + +— Πολύ καλά. — Λοιπόν και το ίδιον δεν είναι ίδιον, και το +διαφορετικόν δεν είναι διαφορετικόν; διότι βέβαια δεν ημπορεί ποτέ +το διαφορετικόν να είναι ίδιον· εγώ τουλάχιστον δεν επίστευα πως +και ένα παιδί θα ήτο δυνατόν να αμφιβάλη ότι δεν είναι διαφορετικόν +το διαφορετικόν· αλλά καταλαβαίνω, Διονυσόδωρε, πως από σκοπού και +εν γνώσει το παρέτρεξες αυτό, διότι κατά τα άλλα αναγνωρίζω, ότι +καθώς οι τεχνίται που τους επιβάλλεται να γνωρίζουν εις την +εντέλειαν το κάθε τι του επαγγέλματός των, έτσι και σεις εξασκείτε +την διαλογικήν τέχνην με όλην την τελειότητα. + +— Και ξεύρεις λοιπόν, με ηρώτησε, τι επιβαρύνει έκαστον τεχνίτην +να κάμη; εν πρώτοις ποίον επιβαρύνει να χαλκεύη; {6} — Τον χαλκέα. — +Ποίον να κεραμεύη; — Τον κεραμέα. Ποίον να σφάζη και να γδέρνη και +να κόπτη εις μικρά κομμάτια το κρέας και να τα βράζη ή να τα ψήνη; +— Τον μάγειρον. — Καλά λοιπόν θα κάμη, εκείνος που κάμει ό,τι τον +επιβαρύνει; — Μάλιστα — Τον μάγειρον δε, καθώς είπες, επιβαρύνει να +κόπτη και να γδέρνη· το ωμολόγησες αυτό, ή όχι; — Αλλοίμονο! το +ωμολόγησα, αλλά συχώρεσέ με, — Είναι λοιπόν φανερόν ότι, αν κανείς +σφάξη τον μάγειρον και τον κόψη κομμάτια και τον βράση ή τον ψήση, +θα κάμη ό,τι τον επιβαρύνει να κάμνη· το ίδιο και εκείνος που +σφυροκοπήση τον χαλκέα και που κοπανίση τον κεραμέα και τον κάμη +πηλόν. + +— Μα τον Ποσειδώνα! είπα, εγώ τότε· τώρα πλέον μ' αυτό επέθεσες +τον κολοφώνα εις την σοφίαν σας· αρά γε θα την αποκτήσω και εγώ +ποτέ, ώστε να γίνη και δική μου; — Και μήπως τάχα, Σωκράτη, θα την +γνωρίσης, αν γίνη δική σου; — Εάν τουλάχιστον το θελήσης εσύ, +πιστεύω ναι. — Και υποθέτεις λοιπόν, εξηκολούθησε, πως γνωρίζεις τα +δικά σου; — Αν δεν λέγης συ τίποτε άλλο· διότι από σένα πρέπει να +αρχίζωμεν και εις τον Ευθύδημον να τελειώνωμεν. — Νομίζεις λοιπόν +ότι εκείνα τα πράγματα είναι δικά σου, που τα έχεις εις την κατοχήν +σου και μπορείς να τα κάμης ό,τι θέλεις; παραδείγματος χάριν, το +βώδι και το πρόβατον, που θα μπορούσες να τα πουλήσης και να τα +χαρίσης και να τα θυσιάσης σε όποιο θεό θέλεις, νομίζεις πως είναι +δικά σου; και εκείνα, που δεν θα μπορούσες να διαθέσης κατ' αυτόν +τον τρόπον, δεν θα είναι δικά σου; + +Και εγώ, επειδή δεν αμφέβαλλα ότι κάτι ωραίο θα έβγαινε πάλι στη +μέση από αυτάς τας ερωτήσεις και ήθελα να το ακούσω μια ώρ' +αρχύτερα, έσπευσα να του απαντήσω ότι πραγματικώς εκείνα μόνον +νομίζω δικά μου. — Τώρα λοιπόν λέγε μου, ζώα δεν ονομάζεις εκείνα +που έχουν ψυχήν; — Ναι, του είπα. — Ομολογείς λοιπόν ότι μόνον +εκείνα τα ζώα είναι δικά σου, που μπορείς να τα κάμης ό,τι είπαμε +πριν; — Ομολογώ. + +Και εδώ εσταμάτησεν ολίγον ο Διονυσόδωρος με κάποια πολύ ειρωνικήν +έκφρασιν, σαν να επρόκειτο τάχα να καταιβάση καμμιά μεγάλη σοφία.. +— Λέγε μου, είπεν επί τέλους, Σωκράτη, έχεις δικό σου Δία πατρώον; + +Εγώ υπώπτευσα που ήθελε να καταλήξη με την ερώτησίν του, εκεί όπου +και πράγματι κατέληξε, και εζητούσα κάποιαν απηλπισμένην διέξοδον +και καθώς ψάρι πιασμένο στα δίκτυα ήρχισα να τα γυρνώ για να +ξεφύγω. — Όχι δεν έχω, του απήντησα λοιπόν, Διονυσόδωρε. — Αλήθεια; +φαίνεται λοιπόν πως είσαι πολύ κακομοιριασμένος άνθρωπος και ούτε +καν Αθηναίος, αφού δεν έχεις ούτε πατρώους θεούς ούτε δικάς σου +θυσίας ούτε κανένα καλόν και ωραίον πράγμα. Δάγκασε τη γλώσσα σου +και μη βλαστημάς, Διονυσόδωρε, του είπα· μη με προπαίρνης έτσι +άδικα· έχω και βωμούς και θυσίας ιδικάς μου και πατρικάς και απ' +όλα αυτά που έχουν και οι άλλοι Αθηναίοι. — Και πώς λοιπόν; οι +άλλοι Αθηναίοι δεν έχουν Δία πατρώον; — Δεν το έχουν καθόλου αυτό +το επώνυμον οι Ίωνες, ούτε όσοι έχουν αποικήση από αυτήν την πόλιν, +ούτε ημείς οι ίδιοι οι Αθηναίοι· έχομεν απλώς Απόλλωνα πατρώον, +επειδή αυτός θεωρείται πατήρ του Ίωνος· ο Ζευς όμως δεν καλείται +παρ' ημίν πατρώος, αλλά έρκειος και φράτριος, όπως και η Αθηνά +φρατρία. — Αυτό αρκεί, είπεν ο Διονυσόδωρος· έχεις λοιπόν, καθώς +φαίνεται, Απόλλωνα και Δία και Αθηνάν. — Έχω πράγματι. — Αυτοί +λοιπόν δεν είναι θεοί δικοί σου; — Ιδικοί μου πρόγονοι, του +απήντησα εγώ, και δεσπόται. — Αλλ' οπωσδήποτε δικοί σου· ή δεν το +ωμολόγησες προ ολίγου; — Ναι, το ωμολόγησα· τι να κάμω; — Αυτοί δε +οι θεοί δεν είναι και ζώα; διότι ωμολόγησες ότι όσα έχουν ψυχήν +είναι ζώα· ή μήπως αυτοί οι θεοί δεν έχουν ψυχήν; — Έχουν, του +είπα, — Είναι λοιπόν και ζώα. — Μάλιστα. — Λοιπόν, έλεγες ότι +εκείνα είναι ζώα δικά σου, που ημπορείς να τα δώσης, να τα πουλήσης +και να τα θυσιάσης σε οποίον θεόν θέλεις. — Ναι, το ωμολόγησα, +Ευθύδημε· διότι δεν μου επιτρέπεται πλέον ν' αποσύρω τον λόγον μου. +— Έλα τώρα λοιπόν λέγε μου· αφού ισχυρίζεσαι ότι είναι δικός σου ο +Ζευς και οι άλλοι θεοί, είναι επομένως εις την εξουσίαν σου να τους +πουλήσης, ή να τους δώσης ή ό,τι άλλο θέλεις να τους κάμης, όπως +και τα άλλα ζώα; + +Εγώ τότε, Κρίτων, ως κεραυνόπληκτος από αυτό το επιχείρημα, έμεινα +άναυδος και αναπολόγητος· ο δε Κτήσιππος ηθέλησε να έλθη εις +βοήθειάν μου και ανέκραξε· — Πυππάξ, ω Ηράκλεις! {7} τι θαυμασία +λογική! — Και ο Διονυσόδωρος. — Τι; είπεν· ο Ηρακλής είναι πύππαξ, +ή ο πύππαξ Ηρακλής; — Και ο Κτήσιππος, — Ω θεέ μου, είπε, τι φοβερά +σοφία! αποσύρομαι και εγώ· αυτοί οι άνθρωποι είναι ακαταμάχητοι. + +Τότε δα, αγαπητέ μου Κρίτων, κανείς δεν έμεινε από τους +παρισταμένους που να μην υπερεπαινέση τους ξένους και την σοφίαν +των· από τα γέλοια και τα χειροκροτήματα και την χαράν των ολίγον +έλειψε να πάθουν· ναι μεν εχειροκρότουν οι θαυμασταί του Ευθυδήμου +και πριν, σε κάθε από εκείνα τα νόστιμα που έλεγαν· τότε όμως και +οι κίονες αυτοί του Λυκείου λες κ' εχειροκροτούσαν από την μεγάλην +των ευχαρίστησιν. Και εγώ ο ίδιος, τόση ήτο η έκπληξίς μου, ώστε +ωμολόγησα ότι ποτέ μου δεν συνήντησα τόσον σοφούς ανθρώπους, και +τελείως υποδουλωθείς υπό της σοφίας των ησθάνθην την ανάγκην να +τους επιδαψιλεύσω επαίνους και εγκώμια. — Ευτυχείς θνητοί, τους +είπα, τι θαυμαστή αυτή σας η ικανότης να αποτελειώσετε τόσον +σύντομα και εις ολίγην ώραν ένα τόσον δύσκολον έργον! αλήθεια, +πολλά και άλλα ωραία πράγματα έχει κανείς να θαυμάση, Ευθύδημε και +Διονυσόδωρε, εις τους λόγους σας· εκείνο όμως τα ξεπερνά όλα, που +δεν λαμβάνετε καθόλου υπ' όψιν σας τους πολλούς ανθρώπους, τους +σοβαρούς προπάντων και εκείνους που τους λογαριάζουν για κάτι, αλλά +μόνον τους ομοίους σας· διότι εγώ βέβαια γνωρίζω καλά πως ολίγοι +μόνον άνθρωποι θα ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτούς σας τους +λόγους, ακριβώς εκείνοι που σας ομοιάζουν· ενώ οι άλλοι έχουν +τέτοιαν ιδέαν δι' αυτούς, ώστε, είμαι βέβαιος, περισσότερον θα +εντρέπωνται, αν επρόκειτο να εξελέγξουν άλλους με τέτοια +επιχειρήματα, παρά να εξελέγχονται οι ίδιοι. Και αυτό δε ακόμη +δεικνύει μεγάλην εκ μέρους σας καταδεκτικότητα και ευγένειαν· πώς, +όταν λέγετε ότι δεν υπάρχει τίποτε ούτε ωραίον, ούτε καλόν, ούτε +λευκόν, ούτε τίποτε τέτοιο, και ότι κανένα πράγμα δεν διαφέρει από +ένα άλλο, είναι η αλήθεια, και με όλα σας τα δίκαια το καυχάσθε και +σεις, πώς ράπτετε τα στόματα των ανθρώπων· αλλά συγχρόνως όχι μόνον +των άλλων, αλλά και τα δικά σας τα στόματα φαίνεσθε να ράπτετε· +πράγμα το οποίον είναι πολύ λεπτόν εκ μέρους σας, και αφαιρεί από +τας συζητήσεις σας κάτι που θα ήτο πολύ φορτικόν διά τους άλλους. +Το δε θαυμαστότερον ακόμη, είναι ότι εσείς έχετε κατ' αυτόν τον +τρόπον οικονομήση τα πράγματα και τόσον τεχνικά τα παρουσιάζετε, +ώστε σε πολύ λίγον καιρό να τα μαθαίνη οποιοσδήποτε άνθρωπος· να, +τώρα έξαφνα επρόσεξα τον Κτήσιππον και είδα πόσο γρήγορα ημπόρεσε +να σας μιμηθή· είναι μεγάλον βέβαια πλεονέκτημα της τέχνης σας, να +ημπορήτε τόσο γρήγορα να την μεταδίδετε, έχει όμως το πράγμα και +την κακήν του όψιν, όταν συζητήτε ενώπιον ακροατών· και αν θέλετε +να με ακούσετε, σας συμβουλεύω να αποφεύγετε να ομιλήτε εμπρός εις +πολλούς ανθρώπους, διότι είναι φόβος να μη μάθουν αμέσως την τέχνην +σας, χωρίς και να σας γνωρίζουν χάριν δι' αυτό· το καλύτερον που +έχετε να κάμετε, είναι, σας διαβεβαιώ, να συζητήτε μόνον μεταξύ σας +οι αδελφοί· ή τέλος πάντων, αν πρόκειται εμπρός εις κανένα άλλον, +μόνον εμπρός εις εκείνον που θα πληρώση χρήματα διά να σας ακούση· +το ίδιον μάλιστα, εάν ηξεύρετε το συμφέρον σας, θα συμβουλεύσετε +και τους μαθητάς σας, ποτέ με κανένα άλλον άνθρωπον να μη συζητούν, +παρά μόνον με σας ή μεταξύ των· διότι το σπάνιον, Ευθύδημε, είναι +εκείνο που κάμνει πολύτιμον ένα πράγμα· το νερό βλέπεις, είναι +πάμφθηνον, αν και είναι το καλύτερον από όλα τα πράγματα, καθώς το +λέγει και ο Πίνδαρος. Ελάτε όμως τώρα, δεχθήτε μας, εμένα και τον +Κλεινίαν, μαθητάς σας. + +Κατόπιν λοιπόν από αυτά, Κρίτων, και κάτι άλλα που είπαμεν, +ανεχωρήσαμεν. Σκέψου τώρα και συ αν θέλης να πάρης μαθήματα μαζί +μας από τους ανθρώπους· αυτοί υπόσχονται πως ημπορούν να διδάξουν +την τέχνην των εις όποιον και αν είναι, φθάνει να τους πληρώση· δεν +εξαιρούν καμμίαν ούτε διάνοιαν ούτε ηλικίαν και μάλιστα, πράγμα το +οποίον σε ενδιαφέρει προ πάντων εσένα να το ακούσης, διαβεβαιούν +πως ούτε αι χρηματιστικαί επιχειρήσεις ημπορούν να εμποδίσουν +κανένα διά να παραλάβη ακόπως και εύκολα την σοφίαν. + + Κρίτων +Είναι η αλήθεια, Σωκράτη, πως εγώ αγαπώ να ακούω και με +ευχαρίστησίν μου πάντα να μανθάνω κάτι· φοβούμαι όμως πως δεν είμαι +από τους ομοίους με τον Ευθύδημον, αλλά από εκείνους τους άλλους, +που έλεγες δα και συ, που καλύτερα θα είχαν να εξελέγχωνται, παρά +να εξελέγχουν με τέτοια μέσα. Βέβαια θα ήτο γελοίον εκ μέρους μου +να θέλω εγώ να σου δώσω συμβουλάς, μ' όλα ταύτα θα σου διηγηθώ +εκείνα που ήκουσα. Αφού τελείωσεν η συζήτησίς σας, με επλησίασεν, +εκεί που περιπατούσα, κάποιος από τον κύκλον σας, άνθρωπος με πολύ +μεγάλην ιδέαν διά τον εαυτόν του, από εκείνους που έχουν έργον να +συγγράφουν λόγους διά τα δικαστήρια, και μου λέγει· — Εσύ, δεν +ήκουσες αυτούς τους σοφούς; — Όχι, δυστυχώς, του απήντησα ήτον +τόσον πλήθος, που δεν ημπόρεσα να πλησιάσω αρκετά ώστε να ακούω. — +Και όμως άξιζε τον κόπον να τους ακούσης, μου είπε. — Διατί; τον +ηρώτησα. Θα ήκουες να συζητούν άνθρωποι, που θεωρούνται σήμερον οι +πρώτοι εις αυτό το είδος των λόγων. — Και πώς σου εφάνησαν εσένα; +τον ηρώτησα. — Εμένα; τι άλλο παρά οι συνηθισμένες φλυαρίες που +ακούει κανείς πάντα από αυτούς τους ανθρώπους, που καταγίνονται με +όλην τους την σοβαρότητα εις πράγματα όλως διόλου ανάξια λόγου. +Αυτή ήτο επάνω κάτω αυτολεξεί η απάντησίς του. — Οπωσδήποτε, του +είπα εγώ, δεν ημπορείς να αρνηθής, ότι η φιλοσοφία είναι ένα ωραίον +πράγμα. + +— Τι ωραίον πράγμα κάθεσαι και μου λες, ευλογημένε μου; εγώ σου +λέγω πως τίποτε δεν αξίζει· και αν ήσουν μάλιστα τώρα εκεί να +ήκουες, θαρρώ πως θα εντρεπόσουν και ο ίδιος δια λογαριασμόν του +φίλου σου· δεν έστεκε καθόλου εις την αξιοπρέπειάν του, να τίθεται +εις την διάθεσιν ανθρώπων, που δεν τους μέλει να λέγουν ό,τι λάχη, +και που πιάνονται από κάθε λέξιν που τους παρουσιάση η τύχη· και +αυτοί, όπως σου έλεγα και προηγουμένως, θεωρούνται από τους +καλυτέρους σήμερα εις αυτό το είδος· αλλά, να σου πω την αλήθεια. +Κρίτων, και αυτή η φιλοσοφία και εκείνοι που επιδίδονται εις αυτήν +είναι άνθρωποι γελοίοι και ούτε αξίζει να τους λαμβάνη κανείς υπ' +όψιν. Εγώ μολαταύτα, Σωκράτη, δεν ευρίσκω πως έχει δίκαιον ούτε +αυτός ούτε οποιοσδήποτε άλλος να κατηγορή αυτάς τας σπουδάς· αλλά +να συζητή κανείς δημοσία με αυτού του είδους τους ανθρώπους, μου +φαίνεται πώς έχει δίκαιον να το ψέγη. + + Σωκράτης +Είναι πολύ περίεργοι, Κρίτων, αυτοί οι άνθρωποι· αν και δεν ηξεύρω +καλά καλά ακόμη τι να πω· τι ήτανε αυτός ο άνθρωπος που σε +επλησίασε και σου έψαλε τον εξάψαλμον της φιλοσοφίας; ήτο κανένας +ρήτωρ, από εκείνους που είναι ικανοί να αγωνίζωνται αυτοπροσώπως +εις τα δικαστήρια, ή από εκείνους, που στέλλουν τους τοιούτους +εκεί, και συνθέτουν λόγους, που τους μεταχειρίζονται οι ρήτορες; + + Κρίτων +Όχι, μα την αλήθεια· διόλου δεν είναι ρήτωρ, ούτε πιστεύω να έχη +εμφανισθή ποτέ ενώπιον δικαστηρίου· αλλά λέγουν ότι αυτά τα +πράγματα είναι ακριβώς η επιστήμη του και είναι έξοχος εις το είδος +του και συνθέτει μοναδικούς λόγους. + + Σωκράτης +Α, τώρα ενόησα· και ακριβώς περί αυτών των ανθρώπων επρόκειτο και +εγώ να σου ομιλήσω. Είναι ίσα ίσα εκείνοι, που ο Πρόδικος τους +κατέτασσεν εις τα πρόθυρα της φιλοσοφίας και της πολιτικής· αυτοί +όχι μόνον πιστεύουν οι ίδιοι πως είναι οι σοφώτατοι μεταξύ των +ανθρώπων, αλλά νομίζουν ότι και πολλοί άλλοι τους θεωρούν ως +τοιούτους, και ότι κανείς άλλος παρά οι φιλόσοφοι είναι το μόνον +πρόσκομμα, ώστε να μην συμμερίζωνται και όλοι γενικώς οι άνθρωποι +αυτήν την ιδέαν. Φαντάζονται λοιπόν, πως αν ημπορούσαν να +δυσφημήσουν τους φιλοσόφους ως αναξίους πάσης προσοχής και +εκτιμήσεως, τότε αναμφισβητήτως και κατά την ιδέαν όλων εις αυτούς +θα έμενεν ο στέφανος της σοφίας· και πιστεύουν μεν πράγματι ότι +είναι σοφώτατοι, αλλά εις τας ιδιαιτέρας συζητήσεις, αν τύχη και τα +φέρουν στενά, ισχυρίζονται ότι τους κόβουν τη φόρα τους άνθρωποι +σαν τον Ευθύδημον· σοφοί ότι είναι, έχουν όλα τους τα δίκαια να το +πιστεύουν· ολίγη φιλοσοφία, ολίγη πολιτική, το πράγμα έχει τον +λόγον του· κατ' αυτόν τον τρόπον μετέχει κανείς και από τα δύο, +όσον χρειάζεται, και έξω από τους κινδύνους και τους αγώνας +απολαμβάνει τους καρπούς της σοφίας του. + + Κρίτων +Ε καλά· τι φρονείς εσύ, Σωκράτη, δι' αυτά που λέγουν· διότι +οπωσδήποτε ο λόγος των έχει κάποιαν επίφασιν. + + Σωκράτης +Και πράγματι έχει, Κρίτων, αλλά καθώς λέγεις και συ, επίφασιν +μάλλον παρά αλήθειαν· διότι δεν είναι εύκολον να τους πείσης, ότι +και οι άνθρωποι και όλα τα άλλα που ευρίσκονται μεταξύ δύο +πραγμάτων και μετέχουν και από τα δύο, όσα μεν σύγκεινται από κακόν +και από καλόν, γίνονται καλύτερα από το ένα και χειρότερα από το +άλλο· όσα δε σύγκεινται από δύο καλά, τα οποία δεν τείνουν προς τον +αυτόν σκοπόν, γίνονται χειρότερα και από τα δύο διά τον σκοπόν που +χρησιμεύει το καθένα των χωριστά· {8} όσα δε συγκείμενα από δύο +κακά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, ευρίσκονται +μεταξύ των δύο, μόνον αυτά θα είναι καλύτερα και από τα δύο +στοιχεία χωριστά, από τα οποία μέρος μετέχουν. Κατ' αυτόν τον +τρόπον λοιπόν, εάν η φιλοσοφία είναι καλόν πράγμα και η πολιτική +επίσης, αλλά η καθεμία των προς άλλον σκοπόν, οι άνθρωποι αυτοί +μετέχοντες και από τας δύο και ευρισκόμενοι επομένως εις το μέσον +μεταξύ των δύο, τίποτε δεν λέγουν, διότι είναι χειρότεροι και από +τους φιλοσόφους και από τους πολιτικούς. Εάν δε η φιλοσοφία είναι +καλόν και η πολιτική κακόν, είναι καλύτεροι μεν από τους +πολιτικούς, χειρότεροι όμως από τους φιλοσόφους. Εάν δε είναι κακά +και τα δύο, και η φιλοσοφία και η πολιτική, τότε μόνον ίσως θα +είχον δίκαιον, εις καμμίαν όμως άλλην περίστασιν. Δεν πιστεύω όμως +ποτέ να ισχυρισθούν ούτε ότι και τα δύο είναι κακά, ούτε ότι το ένα +είναι κακόν και το άλλο καλόν· και αυτοί επομένως, οι οποίοι +μετέχουν και από τα δύο, είναι τωόντι κατώτεροι ως προς εκείνο που +αποτελεί την αξίαν και της φιλοσοφίας και της πολιτικής, και ενώ +πραγματικώς είναι τρίτοι, ζητούν να θεωρούνται ότι είναι πρώτοι. +Βεβαίως ημείς πρέπει να τους συγχωρούμεν και να μην αγανακτούμεν +εναντίον των δι' αυτήν την αξίωσιν που έχουν, όχι όμως και να τους +εκτιμώμεν περισσότερον απ' ό,τι αξίζουν, αλλά να τους δίδωμεν την +εμπρέπουσαν θέσιν· διότι πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι με κάθε +άνθρωπον, που έχει να μας παρουσιάση κάτι οπωσδήποτε λογικόν και +φρόνιμον πράγμα και το οποίον επεξεργάζεται με όλον του τον ζήλον +και την δύναμιν. + + Κρίτων +Αλήθεια και εγώ, Σωκράτη, όπως σου το λέγω πάντοτε, ευρίσκομαι εις +μεγάλην απορίαν διά τους υιούς μου, τι να κάμω· και ο μεν νεώτερος +είναι ακόμη πολύ μικρός, ο Κριτόβουλός μου όμως έφθασε πλέον εις +ώριμον ηλικίαν και έχει ανάγκην ανθρώπου, ο οποίος να αναλάβη την +μόρφωσίν του. Εγώ λοιπόν κάθε φορά, που [[θα]] συνδιαλεχθώ μαζί σου, +μένω πεπεισμένος ότι είναι τρέλλα να φροντίζη κανείς, χάριν των +τέκνων του, διά τόσα άλλα πράγματα, παραδείγματος χάριν, διά τον +γάμον, πώς να τους δώση, νυμφευόμενος, μητέρα από καλλίστην +οικογένειαν, διά την περιουσίαν, πώς να τους κάμη όσον είναι +δυνατόν πλουσιωτέρους — να αμελή δε την εκπαίδευσιν αυτών. Όταν +όμως γυρίζω και βλέπω εκείνους που επαγγέλλονται την μόρφωσιν της +νεολαίας, με τρομάζουν, και διά να σου είπω την αλήθειαν, ούτε ένα +δεν ευρίσκω από αυτούς που να έχη τα απαιτούμενα προσόντα· ώστε δεν +βλέπω διά ποίον λόγον να ωθήσω τον νέον εις την σπουδήν της +φιλοσοφίας. + + Σωκράτης +Ε, αγαπητέ μου Κρίτων, δεν γνωρίζεις ότι εις κάθε επάγγελμα οι +ανίκανοι και οι ανάξιοι λόγου αποτελούν την πλειονοψηφίαν, ολίγοι +δε είναι οι καλοί και οι άξιοι πάσης εκτιμήσεως; λέγε μου, η +γυμναστική δεν σου φαίνεται καλόν πράγμα, και η ρητορική επίσης και +το εμπόριον και η στρατιωτική τέχνη; + + Κρίτων +Βεβαίως και κατά πάντα λόγον. + + Σωκράτης +Τι συμβαίνει όμως; δεν παρατηρείς ότι οι περισσότεροι από εκείνους +που καταγίνονται με αυτάς τας τέχνας είναι καταγέλαστοι εις ό,τι +κάμνουν; + + Κρίτων +Ναι, μα τον Δία, αλήθεια είναι αυτό που λες. + + Σωκράτης +Αλλά μήπως λοιπόν δι' αυτόν τον λόγον και ο ίδιος θα αποκηρύξης όλα +τα επαγγέλματα και τον υιόν σου θα αποτρέψης από αυτά; + + Κρίτων +Δεν θα ήτο καθόλου σωστόν και δίκαιον. + + Σωκράτης +Μην κάμης λοιπόν, Κρίτων, πράγμα που δεν πρέπει. Άφησε τους να +κουρεύωνται εκείνους που επαγγέλλονται τον φιλόσοφον, είτε καλοί +είναι είτε κακοί· αλλά εξέτασε αυτό καθ' εαυτό το πράγμα, την +φιλοσοφίαν, με όλην σου την προσοχήν· και αν μεν σου φαίνεται το +πράγμα ανάξιον λόγου, με όλα σου τα δίκαια να αποτρέπης από αυτήν, +όχι μόνον τα παιδιά σου, αλλά και κάθε άνθρωπον εν γένει· εάν όμως +την εύρης τοιαύτην, οποίαν την φαντάζομαι εγώ ότι είναι, τότε να +επιδοθής με όλην σου την εμπιστοσύνην και με όλας σου τας δυνάμεις +εις την καλλιέργειαν αυτής, και ο ίδιος και συν γυναιξί και +τέκνοις, που λέγει και η παροιμία. + + + + + +Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν +ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν +συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη +(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) +σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του +τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό +της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο +Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο +Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. +προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, +Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, +Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, +Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια +σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται +για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα. + +ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και επίκριση +των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της κενότητας της +σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των επιφανών και +φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων. Ωρισμένοι +υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη. + + + + + +Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ +ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ. + + + + +ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61 + + + + +ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10 + + +1} Το εξώφυλλο αναφέρει σαν μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο, ενώ η +δεύτερη σελίδα τον Ν. Γρυπάρη. Ο μεταφραστής θα πρέπει να είναι ο +Α. Χαροκόπος, μια και στην έκδοση της Αντιγόνης, όπου αναφέρονται +όλα τα κείμενα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων που έχει εκδώσει ο Φέξης, +το βιβλίο αναφέρεται με μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο. + +2} Του ενδόξου δηλ. Αλκιβιάδου. Ο παλαιός Αλκιβιάδης είχε δύο υιούς +τον Κλεινίαν, πατέρα του μεγάλου Αλκιβιάδου, και τον Αξίοχον, +πατέρα του Κλεινίου τούτου περί του οποίου πρόκειται εν τω διαλόγω. + +3} Αισχύλ. Επτά επί Θήβας στίχ. 2. + + και στην πρύμνα της πολιτείας γυρνάει το δονάκι + χωρίς να κλη τα βλέφαρά του ο ύπνος —. + +4} Εκ των κατωτέρω λεγομένων μανθάνομεν ότι η μήτηρ του Σωκράτους +Φαιναρέτη είχεν εκ του πρώτου συζύγου της Χαιρεδήμου και άλλον +υιόν, τον Πατροκλήν τούτον, ομομήτριον αδελφόν επομένως του +Σωκράτους. + +5} Είναι αδύνατον σχεδόν να αποδοθή το του κειμένου &σιγώντα +λέγειν,& ούτως ώστε να διατηρηθή η εν αυτώ αμφιλογία, επί της +οποίας ακριβώς στηρίζεται το σόφισμα· τα &σιγώντα& δηλ. είναι και +αρσενικόν ενικόν και ουδέτερον πληθυντικόν. + +6} Αμετάφραστος πάλιν η αμφιλογία της ελλην. φράσεως, τίνα προσή- +κει χαλκεύειν, εν τη οποία το τίνα δύναται να ληφθή και ως +υποκείμενον του προσήκει χαλκεύειν αλλά και ως αντικείμενον του +χαλκεύειν. + +7} Αφήνω αμετάφραστον την θαυμαστικήν επιφώνησιν, &πυππάξ, ω +Ηράκλεις·& ο Διονυσόδωρος εκδεχόμενος το πυππάξ ως όνομα, κάμνει το +ανούσιον χαριτολόγημα το οποίον θέτει και τον Κτήσιππον εκτός +μάχης, υπό αηδίας. + +8} Ο οίνος αγαθόν και το έλαιον αγαθόν· το κράμα είναι χείρον +εκείνων, ούτε προς πόσιν αγαθόν, ως ο οίνος, ούτε προς φωτισμόν, ως +το έλαιον. Σ. Μωραΐτης. + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Euthydemus, by Plato + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK EUTHYDEMUS *** + +***** This file should be named 31402-0.txt or 31402-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/1/4/0/31402/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/31402-0.zip b/31402-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..dd6922f --- /dev/null +++ b/31402-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..7a93013 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #31402 (https://www.gutenberg.org/ebooks/31402) |
