summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/27429-h/27429-h.htm
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '27429-h/27429-h.htm')
-rw-r--r--27429-h/27429-h.htm3592
1 files changed, 3592 insertions, 0 deletions
diff --git a/27429-h/27429-h.htm b/27429-h/27429-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..2ced11c
--- /dev/null
+++ b/27429-h/27429-h.htm
@@ -0,0 +1,3592 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.01 Transitional//EN">
+<HTML>
+<HEAD>
+<META HTTP-EQUIV="Content-Type" CONTENT="text/html; charset=utf-8">
+<META NAME="generator" CONTENT="NoteTab Light">
+<TITLE>Εκκλησιάζουσαι</TITLE>
+</HEAD>
+<BODY>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Ecclesiazusae, by Aristophanes
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Ecclesiazusae
+ Assemblywomen (alternate title)
+
+Author: Aristophanes
+
+Release Date: March 12, 2012 [EBook #27429]
+First Posted: December 6, 2008
+Last Updated: November 12, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ECCLESIAZUSAE ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>
+</p>
+
+<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<BR>
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p>
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ</h2>
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΑΙ</h2>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">
+ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΜΜΕΤΡΟΣ<BR>
+ΠΟΛ. Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ<BR>
+(POL ARCAS)</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<BR>
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ<BR>
+1910<BR>
+
+
+
+Δ Η Λ Ω Σ I Σ</p>
+
+
+
+<p>Απαγορεύεται η από σκηνής διδασκαλία των υπ' εμού παραφρασθεισών<BR>
+κωμωδιών του Αριστοφάνους, άνευ της εγγράφου αδείας μου, συμφώνως προς<BR>
+τον νόμον ΓΥΠΓ' (υπ' αριθ. 3483 της 11 Δεκεμβρίου 1909.</p>
+
+<p>ΠΟΛ. Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>Το έργον τούτο αποτελεί ειδικώς σάτυραν της αθηναϊκής Βουλής και της<BR>
+πολιτικής διοικήσεως εν Αθήναις, παριστών τας γυναίκας ως<BR>
+αναλαμβανούσας την διοίκησιν των κοινών προς επανόρθωσιν των κακών<BR>
+κειμένων. Σατυρίζεται ταυτοχρόνως η πλατωνική πολιτεία και αι περί<BR>
+κοινογαμίας και κοινοκτημοσύνης θεωρίαι.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ γυνή Αθηναία<BR>
+ΜΕΡΙΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ (Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, θ, I, κλπ.)<BR>
+ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ<BR>
+ΒΛΕΠΥΡΟΣ σύζυγος της Πραξαγόρας<BR>
+ΑΝΗΡ [ΓΕΙΤΩΝ] (του Βλεπύρου)<BR>
+ΧΡΕΜΗΣ πολίτης Αθηναίος<BR>
+Ο ΚΑΤΑΘΕΙΣ (ΑΝΗΡ Α')<BR>
+Ο ΜΗ ΚΑΤΑΘΕΙΣ (ΑΝΗΡ Β')<BR>
+ΚΗΡΥΞ<BR>
+ΜΕΡΙΚΑΙ ΓΡΑΙΑΙ (Α', Β', Γ')<BR>
+ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ (του Βλεπύρου)<BR>
+ΔΕΣΠΟΤΗΣ (όστις δύναται να ήνε και ο Βλέπυρος)<BR>
+ΠΡΟΣΩΠΑ ΒΩΒΑ<BR>
+ΣΙΜΩΝ & ΠΑΡΜΕΝΩΝ κομίζοντες τα σκεύη του Καταθέντος. (Μέρος Β')<BR>
+ΑΥΛΗΤΗΣ (Μέρος Δ')<BR>
+ΓΕΡΩΝ διαβάτης (Μέρος Δ').</p>
+
+<p>[Η παράφρασις αύτη των «Εκκλησιαζουσών» εδιδάχθη το πρώτον εις το<BR>
+θέατρον της «Νέας Σκηνής» την 11 Αυγούστου 1904].</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ<BR>
+"ΕΚΚΔΗΣΙΑΖΟΥΣΑΙ"</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>[Η σκηνή παριστά οδόν απόκεντρον και σκοτεινήν. Οικίαι τινές χαμηλαί<BR>
+φαίνονται κατά σειράν, εξ απόψεως δε η Ακρόπολις μετά του Παρθενώνος.<BR>
+Είνε νυξ].</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ εξέρχεται μετά προφυλάξεως εκ της οικίας της, κρατούσα<BR>
+λύχνον ανημμένον, τον οποίον τοποθετεί επί τινος λίθου και ομιλεί προς<BR>
+αυτόν: {1}</p>
+
+<p>Ώ φως λαμπρό του λύχνου μου! — που στον τροχό τον πλάσανε,<BR>
+και ύστερα ψηλά ψηλά στο σπίτι τον κρεμάσανε!<BR>
+Λύχνε, θα ειπώ την τύχη σου και την καταγωγή:<BR>
+Βγαλμένος από τον τροχό, που ζύμωσε τη γη,<BR>
+χύνεις αχτίνες λαμπερές, κ' η [λαδερή σου] μύτη<BR>
+λαβαίνει όλες της τιμές του Ήλιου μέσ' στο σπίτι.<BR>
+Λοιπόν το φως σου χύνε<BR>
+'ς ό,τι μαζύ σου είνε.<BR>
+Τα μυστικά μας έχουμε και όλα τα κρυμμένα<BR>
+'ς εσέ φανερωμένα,—<BR>
+γιατί ποτέ δεν κρύψαμε απ' το δικό σου μάτι<BR>
+της στάσεις, που λαβαίνουμε απάνω στο κρεββάτι,<BR>
+ούτε μπορέσαμε ποτέ μέσ' στα κρυφά μας δώματα,<BR>
+να κρύψουμ' από το μάτι σου τα ντούρα μας τα σώματα,<BR>
+και κάθε μας κρυφή μεριά φωτίζεις μοναχός σου,<BR>
+και όπου τρίχες μας ανθούν, γυαλοκοπούν στο φως σου.<BR>
+Κι' όταν, από τους άνδρες μας κρυφά, στης αποθήκες<BR>
+πάμε για φρούτα και κρασί, πάντα μπροστά μας βγήκες,<BR>
+και μολονότι εγκληματείς μαζύ μας τόσους χρόνους,<BR>
+ποτέ δεν το μαρτύρησες, λυχνάρι, στους γειτόνους!<BR>
+Γι' αυτό θα μάθης σήμερα, [αγαπητό καντήλι μου],<BR>
+ό,τι εσυμφωνήσαμε εγώ και κάθε φίλη μου<BR>
+στων Σκίρων την πανήγυρι. . . Μα [βλέπω ερημιά],<BR>
+κι' απ' όσες καρτερώ ναρθούν, δεν φαίνεται καμμιά. . .<BR>
+Κοντεύει όμως η αυγή,<BR>
+και είνε χρέος η Βουλή πρωί πρωί να βγη. . .<BR>
+Και πρέπει να προφθάσουμε<BR>
+της έδρες τους να πιάσουμε,<BR>
+—που κάποτ' ο Φυρόμαχος είπε γι' αυτές, πως «πρέπει<BR>
+η πόρνες όταν κάθωνται κανείς να μη της βλέπη».<BR>
+Τι να συμβαίνη άρα γε; μήπως δεν είχαν έννοια<BR>
+να ράψουνε τα γένεια,<BR>
+που είπαμε να φέρνουμε, ή μήπως δεν μπορούνε<BR>
+να κλέψουν τα φορέματα, που οι άνδρες τους φορούνε;<BR>
+Μα βλέπω ένα φως εκεί που φθάνει γάλι-γάλι·<BR>
+μήπως είν' άνδρας πούρχεται; εγώ το στρίβω πάλι.</p>
+
+<p>(Διατίθεται να παραλάβη τον λύχνον και να φύγη. Εισέρχεται αριστερόθεν<BR>
+η Α' ΓΥΝΗ φέρουσα λύχνον, περιβολήν ανδρικήν ανά χείρας μετά πλαστής<BR>
+γενειάδα και βακτηρίαν).</p>
+
+<p>{1} Ο μονόλογος ούτος της Πραξαγόρας πρέπει ν' απαγγέλληται υπό του<BR>
+ηθοποιού όσον οίον τι πομπωδώς, διότι διά τούτου παρωδεί και σατιρίζει<BR>
+ο Αριστοφάνης το ύφος των τραγικών ποιητών.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ και κατά μικρόν αι ΓΥΝΑΙΚΕΣ Α', Β', Γ, Δ'. κλπ.</p>
+
+<p>Α' ΓΥΝΗ<BR>
+Ε! ώρα να τραβήξουμε λοιπόν για τη Βουλή·<BR>
+τώρα για δεύτερη φορά ο πετεινός λαλεί.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Εγώ σας καρτερούσα,<BR>
+κι' ολονυχτής τα μάτια μου να κλείνω δεν μπορούσα.<BR>
+Α, στάσου τώρα μια στιγμή για να ειδοποιήσω<BR>
+και τη γειτόνισσ' από δω, και να της γρατσουνίσω<BR>
+την πόρτα με το νύχι μου, κ' εκείνη να το στρίψη,<BR>
+χωρίς να νοιώση ο άνδρας της τη νύχτα πως θα λείψη.</p>
+
+<p>(Εκτελεί. Μετά στιγμήν ανοίγεται η θύρα και εξέρχεται μετά προφυλάξεως<BR>
+η Β' ΓΥΝΗ κρατούσα γένεια, ράβδον, ενδύματα και υποδήματα ανδρικά εις<BR>
+τας χείρας).</p>
+
+<p>Β' ΓΥΝΗ<BR>
+Την ώρα όπου σ' άκουσα να γρατσουνάς τη θύρα<BR>
+φορούσα τα παπούτσια μου· γιατί αυτός που πήρα,<BR>
+[και είνε Σαλαμίνιος ο άνδρας μου], φιλτάτη,<BR>
+γερό κουπί μου τράβαγε τη νύχτα στο κρεββάτι.<BR>
+[Έτσι δεν ήταν δυνατό να κοιμηθώ σιμά του],<BR>
+και τώρα μόλις βούτηξα κι' αυτό το φόρεμά του.</p>
+
+<p>Α' ΓΥΝΗ<BR>
+Να, τώρα βλέπω πούρχεται εδώ κ' η Κλειναρέτη,<BR>
+και η Σωστράτη. . . έρχεται μαζύ κ' η Φιλαινέτη. . .</p>
+
+<p>(Καταφθάνουσι βαθμηδόν πολλαί ΓΥΝΑΙΚΕΣ ομού, φέρουσαι ανά χείρας<BR>
+ενδύματα ανδρών).</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ ερχόμενη προς αυτάς:<BR>
+Ελάτε γρήγορα και σεις, γιατί ωρκίσθ' η Γλύκη<BR>
+πως όποια θάρθη υστερνή θα φάη καταδίκη,<BR>
+[και φοβερή αλήθεια],<BR>
+τρεις μπότσες άδολο κρασί, κ' ένα σταμνί ρεβίθια.</p>
+
+<p>Α' ΓΥΝΗ<BR>
+Να και του Σμικυθίωνος η Μελιστίχη πάλι,<BR>
+που της αρβύλες της πλατειές τανδρός της έχει βάλη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Θαρρώ πως είνε μόνη αυτή, που ησυχία βρήκε<BR>
+τη νύχτ' από τον άνδρα της, και τώσκασε και βγήκε.</p>
+
+<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR>
+Καλέ δεν βλέπετ' από κει κι' αυτή τη Γευσιστράτη<BR>
+του ταβερνιάρη, που 'ρχεται μ' ένα κερί τρεχάτη;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Να κ' η Φιλοδωρήταινα. . . να και η Χαιρητάδη. . .<BR>
+Ου!. . . βλέπω κι' άλλες πού 'ρχονται, ολόκληρο κοπάδι·<BR>
+όλο το άνθος δηλαδή της πόλεως.</p>
+
+<p>(Εισέρχεται πλήθος γυναικών, αι οποίαι, σχηματίζουσιν εκατέρωθεν τα<BR>
+δύο τμήματα του χορού).</p>
+
+<p>Γ’ ΓΥΝΗ ερχομένη ταχέως<BR>
+Ουφ! πόσο,<BR>
+φιλτάτη, εκοπίασα, ως πού να ξετρυπώσω!<BR>
+γιατί έφαγεν ο άνδρας μου όσες σαρδέλλες είχα<BR>
+το βράδυ, και μου πνίγηκε τη νύχτ' από το βήχα.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Καθήστε, τώρα πούσθ' εδώ,<BR>
+να σας ρωτήσω και να ιδώ<BR>
+αν ίσως κ' εκτελέσατε τα προμελετημένα<BR>
+στων Σκίρων την πανηγύρι.</p>
+
+<p>Δ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Α, όσο δα για μένα,<BR>
+έχω στης αμασχάλες<BR>
+και από δάσος πειό πυκνές της τρίχες και μεγάλες,<BR>
+κατά τη συμφωνία μας. Έκαμα κι' άλλο ακόμα·<BR>
+όταν επήγε ο άνδρας μου στην αγορά, το σώμα<BR>
+πασάλειψα, και στάθηκα στον ήλιον όλη μέρα.</p>
+
+<p>Ε’ ΓΥΝΗ<BR>
+Μα το ξυράφι πέταξα από το σπίτι πέρα,<BR>
+και τρίχες άφησα κ' εγώ στο σώμα μου να βγάζω,<BR>
+που, όσο είνε δυνατό, γυναίκα να μη μοιάζω.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Έχετε και τα γένεια σας, που όταν θα μπορέσουμε<BR>
+να συναχθούμε, είπαμε πως όλες θα φορέσουμε;</p>
+
+<p>Δ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Ωραία γένεια έφτιασα κ' εγώ, μα την Εκάτη!</p>
+
+<p>Ε’ ΓΥΝΗ<BR>
+Κ' εγώ πολύ καλήτερα κι' από του Επικράτη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Και σεις τι λέτε;</p>
+
+<p>Δ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Σύμφωνες, και με την ίδια γνώμη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Βλέπω λοιπόν πως κάματε και όλα τάλλ' ακόμη,<BR>
+κ' επήρατ', όπως είπαμε, Λακωνικές κουντούρες,<BR>
+και ανδρικά φορέματα, και ανδρικές μαγκούρες.</p>
+
+<p>Ζ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Κ' εγώ επήρα μία<BR>
+απ' τον ξυλοκουβαλητή εκείνον το Λαμία<BR>
+την ώραν που κοιμώτανε.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Φαίνετ' αυτή τον κάνει<BR>
+που, όταν τη φορτώνεται στους ώμους, όλο κλάνει.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Μα το θεό! αν έφερνε του Άργου το τομάρι<BR>
+πούχε τα μάτια τα πολλά, μπορούσε να την πάρη<BR>
+κι' όλον να βγάλη στη βοσκή τον Δήμον Αθηναίων!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Ελάτε, τι θα κάνουμε να πούμε τώρα πλέον,<BR>
+όσο ταστέρια φαίνονται στον ουρανό να λάμπουν.<BR>
+Γιατ' η Βουλή, όπου εμείς κ' η φίλες όλες θα 'μπουν,<BR>
+πρέπει να γίνη το πρωί.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Α, ώστε, μα τον Δία,<BR>
+τας θέσεις μας θα πάρουμε μπροστά στα Πρυτανεία,<BR>
+κάτ' απ' το βράχο της Πνυκός.</p>
+
+<p>Η ΓΥΝΗ εισέρχεται κρατούσα ηλακάτην και νήθουσα μαλλίον.</p>
+
+<p>Την ώρα να μη χάνω,<BR>
+πήρα και τούτα τα μαλλιά μέσ' στη Βουλή να ξάνω.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ εν οργή.<BR>
+Γεμάτη νάνε η Βουλή και λόγου της να ξαίνη;!<BR>
+— τι λες, δυστυχισμένη;</p>
+
+<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR>
+Βέβαια, μα την Άρτεμι! μαζύ μ' αυτή πηγαίνω·<BR>
+και τάχα τι χειρότερα θ' ακούσω κι'αν θα ξαίνω;<BR>
+Είν' τα παιδάκια μου γυμνά.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Κατάλαβες τι κάνεις,<BR>
+να πας και συ να ξάνης<BR>
+την ώρα, που δεν πρέπει<BR>
+κανένας ίχνος γυναικός απάνω μας να βλέπη;<BR>
+Καλά θα την παθαίναμε αν έβγαινε καμμιά,<BR>
+κι' αδρασκελώντας τα σκαμνιά<BR>
+τη φούστα της ν' ανοίξη,<BR>
+και στη γεμάτη τη Βουλή το πράμα της να δείξη.<BR>
+Αν όμως πάμε πειό μπροστά της θέσεις μας να πιάσουμε,<BR>
+χωμένες μέσ' τα ρούχα τους, όλους θα τους γελάσουμε.<BR>
+Κ' εκεί που θα καθίσουμε<BR>
+και γένεια θα κολλήσουμε,<BR>
+ποιός δεν θα πη πως είμαστε σαν άνδρες στην αράδα;<BR>
+Κι' ο στρατηγός Αγύρριος, πούχε τη γενειάδα<BR>
+του Πρόνομου, εκρύφτηκε το ίδιο και καλήτερα·<BR>
+κι' όμως γυναίκα ήτανε και λόγου του προτήτερα!<BR>
+Και τι μεγάλα πράματα κάνει στην πόλι τώρα!<BR>
+Έτσι λοιπόν θα κάνουμε κ' εμείς καλό στη χώρα<BR>
+απ' αύριο, η τόλμη μας αν πάη κατ' ευχή,<BR>
+και πάρουμε στα χέρια μας του τόπου την αρχή·<BR>
+γιατί, καθώς τον φτιάνουμε αυτόν τον τόπο πειά,<BR>
+ούτε πανιά τον παν εμπρός, μα ούτε και κουπιά!</p>
+
+<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR>
+Μα το γυναικοπάζαρο πώς θα μπορέση πάλι<BR>
+και ρήτορες να βγάλη!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Και στης γυναίκες ρήτορες μπορεί κανείς να βρίσκη.<BR>
+Λένε πως και οι πούστηδες εκείν' οι νεανίσκοι<BR>
+βγαίνουνε όλοι ρήτορες κι' από τους εκλεκτούς.<BR>
+Μήπως κ ' εμείς δεν κάνουμε ίδια δουλειά μ' αυτούς;</p>
+
+<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR>
+Δεν ξέρω η κακομοίρα·<BR>
+μα γίνονται πολλά κακά εκεί που λείπ' η πείρα.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Γι' αυτό κ' εμαζευθήκαμε λοιπόν 'ς αυτόν τον τόπο,<BR>
+για να προμελετήσουμε, γειτόνισσες, τον τρόπο.<BR>
+Κάμετε γρήγορα λοιπόν τα γένεια να κολλήσετε,<BR>
+όσες εσχεδιάσατε πως πρέπει να μιλήσετε.</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ (προς την Η' Γυναίκα).<BR>
+Κουτή, και ποια είν' από μας, όπου δεν έχει γλώσσα<BR>
+που να μην κόβη τόσα;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Βάλτε τα γένεια κάθε μια, την ώρα της μη χάνη,<BR>
+κι' ας γίνη άνδρας· εγώ δε θα βάλω το στεφάνι,<BR>
+και γένεια θα κολλήσω<BR>
+αν ίσως και μου κατεβή μπροστά σας να μιλήσω.</p>
+
+<p>(Εκτελούν όλαι).</p>
+
+<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR>
+Γλυκειά μου Πραξαγόρα,<BR>
+σκέψου, καϋμένη, τώρα—<BR>
+αστεία κάπως φαίνεται η γενειάδ' αυτή.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Αστεία; και γιατί;</p>
+
+<p>Β’ ΓΥΝΗ (εφαρμόζουσα την γενειάδα).<BR>
+Μα έτσι, με τα γένεια μας και σαγονοδεμένες,<BR>
+μοιάζουμε όλες με σουπιές απ' τη φωτιά καϋμένες.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ (λαμβάνουσα ύφος κωμικώς σοβαρόν).<BR>
+Ο υπηρέτης του βωμού τη γάττ' ας τριγυρίση<BR>
+κι' ας έβγη με το αίμα της της έδρες να ραντίση.<BR>
+Ε! Αριφράδη! σώπασε! — Και λόγο ποιός θα βγάλη;</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR>
+Εγώ.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Λαμπρά! να στέφανος, και βάλ' τον στο κεφάλι</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ εκτελούσα.<BR>
+Να με λοιπόν!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Έ, μίλησε!</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR>
+Έτσι το λες εσύ;<BR>
+Πως θα μιλήσω δηλαδή προτού να πιω κρασί;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Για ιδές· κρασί θέλει να πιή!</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR>
+Και βέβαια· γιατί<BR>
+φορώ στεφάνι, βρε κουτή;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Φύγε από 'δω εσύ, τρελλή!<BR>
+γιατί τα ίδια, φαίνεται, θα φτιάσης στη Βουλή.</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR>
+Γιατί, παρακαλώ; γιατί;<BR>
+δεν πίνουν στη Βουλή κι' αυτοί;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Είσαι βεβαία; πίνουνε μέσ' στη Βουλή που πάνε;</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR>
+Κι' απ' το καλήτερο κρασί, μα τη θεά, ρουφάνε·<BR>
+γι' αυτό κ' η κάθ' απόφασι, που απ' τη Βουλή μας βγαίνει<BR>
+όταν μεθούν, είνε κι' αυτή σαν τούτους μεθυσμένη.<BR>
+Ώ, μα τον Δία το θεό,<BR>
+ρουφάνε, σου το βεβαιώ.<BR>
+Και ποιά θα ήταν αφορμή τέτοια κακά να γίνουνε,<BR>
+αν ίσως στη Βουλή κρασί δεν βρίσκανε να πίνουνε;<BR>
+Μα μεθυσμένοι κάθονται και βρίζονται και βρίζουνε,<BR>
+και οι τοξόται [μπαίνουνε στη μέση και χωρίζουνε,<BR>
+και σπρώχνονται και σπρώχνουνε]<BR>
+και τους μπεκρήδες διώχνουνε!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Τράβα και κάτσε κάτω συ! Είσαι κολοκυθένια!</p>
+
+<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR>
+Μα το θεό, το ήθελα να μείνω δίχως γένεια,<BR>
+γιατί θα σκάσω απ' του κρασιού τη δίψα τη μεγάλη.</p>
+
+<p>(αποσύρεται)</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Ε! μήπως έχει όρεξι να ρητορέψη άλλη;</p>
+
+<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Εγώ!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Εμπρός του λόγου σου, βάλ' το στεφάνι αυθωρεί,<BR>
+γιατί κ' η ώρα προχωρεί.<BR>
+Μίλησε συ λοιπόν καλά, στάσου σαν άνδρας ντούρα,<BR>
+και στήριζε το σώμα σου καλά με τη μαγκούρα.</p>
+
+<p>Γ’ ΓΥΝΗ στεφανουμένη και λαμβάνουσα τον λόγον.<BR>
+Ήθελα άλλη να 'βγαινε ρητόρισσα προτήτερα,<BR>
+ν' αγόρευε καλήτερα<BR>
+στην άκρη να καθήσω·<BR>
+αλλά, εγώ τουλάχιστον ποτέ μου δεν θ' αφήσω,<BR>
+γιατί δεν είν' καλή δουλειά,<BR>
+ν' ανοίγουν μόνο για νερό τους λάκκους μεσ' στα καπηλιά,<BR>
+Δεν το φρονώ, μα της θεές. . .</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μα της θεές! πού τρέχεις,<BR>
+δυστυχισμένο θηλυκό! το νου σου πού τον έχεις;</p>
+
+<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Μπα! σφάλμα έκαμα; και ποιο;<BR>
+Εγώ δε ζήτησα να πιω.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Όλα τα είπες μια χαρά· μα στης θεές ωρκίστηκες<BR>
+άνδρας εσύ, πως μίλησες με λέξεις γυναικίστικες;</p>
+
+<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Ου!. . . ναι, μα τον Απόλλωνα!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Παύσε και συ τη λίμα,<BR>
+γιατί εγώ για τη Βουλή δεν κάνω ούτε βήμα,<BR>
+αν ίσως δεν προγυμνασθώ.</p>
+
+<p>(της αφαιρεί τον στέφανον από την κεφαλήν).</p>
+
+<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Φέρ' το στεφάνι πίσω·<BR>
+τώρα μελέτησα καλά και θα το ξαναρχίσω.</p>
+
+<p>(λαμβάνει τον στέφανον εκ νέου και την στάσιν του ρήτορος)</p>
+
+<p>— Εγώ λοιπόν, γυναίκες μου. . .</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Γυναίκες,— συφορά σου,—<BR>
+τους άνδρας πάλι κοπανάς που βλέπεις μπρος σου;</p>
+
+<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR>
+Στάσου!<BR>
+μου φάνη τον Επίγονο πως είδα [από πίσω]<BR>
+και με γυναίκες νόμισα πως πρέπει να μιλήσω.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Γκρεμίσου απ' αυτού και συ, και κάθησε πειο κείθε?<BR>
+θα πάρω εγώ το στέφανο και θα μιλήσω.—Είθε<BR>
+την προσευχή μου οι θεοί ν' ακούσουν τουρανού,<BR>
+και να 'πιτύχουν όλ' αυτά που μου 'ρθανε στο νου.</p>
+
+<p>(Ανέρχεται επί λίθου και αγορεύει:)</p>
+
+<p>Αγαπώ κ' εγώ τον τόπο, όπως σεις, ώ άνδρες, όλοι,<BR>
+και γι' αυτό δεν υποφέρω όσα γίνονται στην πόλι.<BR>
+Είνε όλ' οι άρχοντές μας παληανθρώποι πέρα-πέρα,<BR>
+κι' αν φανή κανείς πως είνε αγαθός για μιαν ημέρα,<BR>
+Θάνε μασκαράς για δέκα. 'Σ άλλον έδωκες τη θέσι;<BR>
+άλλα θάχης' απ' τα χείρου στα χειρότερα θα πέση.<BR>
+Δύσκολο κανείς να βάλη<BR>
+νου και φρόνησι με λόγια σε ανόητο κεφάλι.<BR>
+Σεις φοβείσθε πάντα όσους την αγάπη τους σας δίδουν<BR>
+κι'όλο γλείφετε εκείνους, όπου πάντα σας προδίδουν.<BR>
+Ήταν εποχή, ώ άνδρες, που Βουλές δεν λειτουργούσαν,<BR>
+τον Αγύρριον εν τούτοις να τον βρίζουν δεν αργούσαν<BR>
+τώρα πούχουμε Βουλή,<BR>
+επαινούν αυτόν που δίδει τον παρά τον πειό πολύ·<BR>
+κι' όποιος μερδικό δεν παίρνει, κρίνει άξιον θανάτου<BR>
+όποιον βουλευτάς πληρώνει να κερδίζη τη δουλειά του.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+'Στην Αφροδίτη! μίλησες με φρόνησι μεγάλη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Την Αφροδίτη έπιασες, δυστυχισμένη, πάλι;<BR>
+Λαμπρά θα τα κατάφερνες και στη Βουλή απάνω,<BR>
+το ίδιο αν σου ξέφευγε.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Μπα, δεν το ξανακάνω,</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Το νου σου, και φορές πολλές<BR>
+μη συνηθίσης να το λες.</p>
+
+<p>(Εξακολουθούσα την αγόρευσίν της).</p>
+
+<p>Όταν καμμιά συμμαχία για την πόλι εσυμφωνείτο,<BR>
+έλεγαν πως αν δεν γίνη, συμφορά τρανή θα ήτο·<BR>
+κι' όταν εγινόταν πάλι,<BR>
+έπεφταν σε στενοχώρια και 'ς απελπισία μεγάλη·<BR>
+κι' απ' τους ρήτορας κανένας, ή για το 'να ή για τάλλο<BR>
+συμβουλή αν είχε δώση, πάθαινε κακό μεγάλο.<BR>
+Ο φτωχός, οπού για φόρο ούτ' ένα λεφτό δεν δίνει,<BR>
+σκούζει πάντα πως ο στόλος πρέπει άφευκτα να γίνη,<BR>
+από τάλλο δε το μέρος πλούσιοι και γεωργοί,<BR>
+[πώχουνε παρά και γη],<BR>
+δεν τον θέλουν. Είχες πρώτα με 'τους Κορινθίους γίνη<BR>
+άσπονδος εχθρός, το ίδιο σ' εμισούσανε κ' εκείνοι·<BR>
+τώρα έχουνε στο νου<BR>
+φίλοι σου να γίνουν, τώρα φίλος τους και συ γενού<BR>
+Αργείος [ο δημαγωγός, πούνε σοφός και φρόνιμος],<BR>
+είν' αμαθής· κ' είνε για σας σοφός ο Ιερώνυμος,<BR>
+[εκείνο το κορόιδο,<BR>
+που σας τα κάνει ρόιδο!]<BR>
+Συ λοιπόν είσαι, ώ Δήμε, η αιτία όλου τούτου,<BR>
+που μοιράζετε το χρήμα και του δημοσίου πλούτου,<BR>
+και κυττάτ' ιδιαιτέρως<BR>
+τι καθένας θα μπορέση να τραβήξη κατά μέρος,<BR>
+κ'οι πολίται, όλ' οι μπούφοι,<BR>
+να κυλιώνται από δώθε και από κει σαν κλωτσοσκούφι.<BR>
+Αν 'ς εμένα θα πεισθήτε,<BR>
+έχετε καιρό ακόμη και μπορείτε να σωθήτε.<BR>
+Σας προτείνω λοιπόν τώρα<BR>
+να εμπιστευθήτε όλοι στης γυναίκες μας τη χώρα,<BR>
+που της έχουμ' επιστάτες και ταμίες μεσ' στο σπίτι!</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Εύγε! εύγε! Μα τον Δία!. . .</p>
+
+<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR>
+Πες τα! πες τα, συμπολίτη</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Πόσο είνε η γυναίκα απ' τον άνδρα πειό καλή,<BR>
+θα σας τ' αποδείξω τώρα. Πρώτον, πλένει το μαλλί<BR>
+πάντα σε θερμό νερό,<BR>
+σύμφωνα μ' αυτό το νόμο, πούταν στον παληόν καιρό.<BR>
+Και ποτέ δεν θα τη δήτε τη γυναίκα, κατά πόδα<BR>
+να πηγαίνη με τη μόδα.<BR>
+Αν των Αθηνών η πόλις ήθελε ν' ακολουθή<BR>
+'ς ό,τι κάνουν η γυναίκες, δεν θα είχε και σωθή,<BR>
+κι' αν δεν είχε τέτοια νόσο<BR>
+να μας ξεφουρνίζη τάχα και μια μόδα κάθε τόσο;<BR>
+Η γυναίκες όπως πρώτα κάθονται και τηγανίζουν<BR>
+όπως πρώτα με τη στάμνα στο κεφάλι τους γυρίζουν·<BR>
+όπως πρώτα θεσμοφόροι τρέχουνε στο πανηγύρι·<BR>
+όπως πρώτα ξεροτρίβει κάθε μια το νοικοκύρη·<BR>
+όπως πρώτα τους γαμιάδες μεσ' στο σπίτι κρυφοβάνουν·<BR>
+όπως πρώτα τους μεζέδες τους καλήτερους τους φτιάνουν·<BR>
+όπως πρώτα κρασοπίνουν [και περνούν ζωή και κόττα].<BR>
+κ' επί τέλους το γαμίσι τους αρέσει όπως πρώτα!<BR>
+Εις αυτές λοιπόν, ώ άνδρες, ας αφήσουμε τον τόπο,<BR>
+δίχως πλέον να ρωτάμε για να μάθουμε τον τρόπο<BR>
+όπου θα διοικηθούμε·<BR>
+αλλά τούτα να σκεφθούμε:<BR>
+ότι σαν καλές μαννάδες, θα σκεφθούν εκείνες πρώτες<BR>
+ναύρουν τρόπο για να σώσουν τους δικούς των στρατιώτες·<BR>
+κι' άλλη ποιά, αν όχ 'η μάννα,<BR>
+θα φροντίση για να στείλη στο παιδί της κουραμάνα;<BR>
+Μόνον η γυναίκα ξέρει τον παρά να κομποδένη,<BR>
+και ποτέ στην εξουσία δεν εβγήκε απατημένη,<BR>
+γιατ' αυτή ξέρει τον τρόπο [με τα λόγια τα μεγάλα]<BR>
+ν' απατάη και τον άνδρα. Άφησε τα πειά και τάλλα.<BR>
+Αν πεισθήτε 'ς όσα είπα και μ' ακούσετε κ' εμένα,<BR>
+θα περάσετε, πολίται, τη ζωή ευτυχισμένα.</p>
+
+<p>(κατέρχεται του λίθου).</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Ώ Πραξαγόρα μου γλυκεία! τα είπες μια χαρά.<BR>
+Και όλ' αυτά πού τάμαθες, φτωχή μου;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μια φορά<BR>
+μεσ' στης φευγάλας τον καιρό, όπως κ' η άλλες βγήκα,<BR>
+κ' έμεινα με τον άνδρα, μου εκεί κοντά στην Πνύκα·<BR>
+άκουα το λοιπόν εκεί παρλάτες κατά κόρον,<BR>
+κ' έτσι την έμαθα κ' εγώ την τέχνη των ρητόρων.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Αφού λοιπόν, βρε αδελφή,<BR>
+αδίκως δεν εγίνηκες σπουδαία και σοφή,<BR>
+σ' εκλέγουμ' από σήμερα και στρατηγό μεγάλη,<BR>
+αν τα πιτύχης όλ' αυτά, που σου 'ρθαν στο κεφάλι.<BR>
+Μ' αν πληρωθή ο Κέφαλος και πεταχθή μπροστά σου<BR>
+κ' ειπή ότι μ' αυτά που λες δεν είσαι στα σωστά σου,<BR>
+τι θα του ειπής, παρακαλώ;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Θα 'πω πως ετρελλάθη.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Δεν είν' η πρώτη δα φορά που ο κόσμος θα το μάθη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Πως είν' υποχονδριακός.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Καθένας πειά το βλέπει.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Έ, θα του ειπώ πως φέρνεται στην πόλι όπως πρέπει,<BR>
+μα φτιάνει πιάτα άσχημα.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Και αν σε κοροϊδέψει<BR>
+κι' ο Νεοκλείδης ο τσιμπλής, τι θα του ειπής;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Να στέψη<BR>
+και σαν μπορή ευκόλως,<BR>
+ας διακρίνη τη μεριά πουν' του σκυλλιού ο κώλος.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Και αν σου φτιάσουν την δουλειά;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Τι λόγος! να δα η ώρα!<BR>
+θα το δεχτώ· όσο γι' αυτό είμαι δασκάλα τώρα!</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Κι' αυτό δεν το σκεφθήκαμε: Αν έλθουν οι τοξόται<BR>
+και σε μαλλιοτραβήξουνε, σαν τι θα κάμης τότε;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ (δεικνύουσα τον τρόπον της αμύνης).<BR>
+Να, θα τους σπρώξω έτσι δα με δύναμι μεγάλη,<BR>
+αλλά στη μέση, έννοια σου, κάνεις δεν θα με βάλη.</p>
+
+<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR>
+Και τέλος αν σε πιάσουνε, τους λέμε και σ' αφίνουν.</p>
+
+<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR>
+Αυτά που θυμηθήκατε μπορούν λαμπρά να γίνουν'<BR>
+μ' αυτό δεν το σκεφθήκαμε: Και πώς θα θυμηθούμε<BR>
+τα χέρια να σηκώσουμε εκεί που θα βρεθούμε,<BR>
+αφού εσυνηθίσαμε τα σκέλια να σηκώνουμε;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Το πράμα είνε δύσκολο· αλλά το κατορθώνουμε<BR>
+πειό εύκολα να γίνη,<BR>
+αρκεί το ένα μπράτσο μας ολόγυμνο να μείνη.<BR>
+Εμπρός λοιπόν τα ρούχα σας σηκώστε τώρα, φίλες,<BR>
+περάστε της Λακωνικές στα πόδια σας αρβύλες,<BR>
+και δέστε όπως είδατε τους άνδρες να της δένουν,<BR>
+όταν στην πόρτα, βγαίνουνε, ή στη Βουλή πηγαίνουν.<BR>
+Και όταν ταύτα γίνουνε με τη σοφή σας έννοια,<BR>
+κολλάτε και τα γένεια·<BR>
+κι' όταν καλά τα δέσετε,<BR>
+αυτά του ρούχα των ανδρών, που κλέψατε, φορέσετε,<BR>
+ένα τραγούδι βλάχικο αρχίζετε, σαν γέροι,<BR>
+και προχωρείτε ψέλνοντας με το ραβδί στο χέρι</p>
+
+<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR>
+Καλά τα λες· ας πάμ' εμπρός εμείς η πειό μεγάλες,<BR>
+γιατί στην Πνύκα θάρθουνε απ' τους αγρούς και άλλες.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Γρήγορα κάμετ' όμως,<BR>
+γιατ' είνε κ' ένας νόμος:<BR>
+όσοι στην Πνύκα για να παν πρωί-πρων δεν έβγουν,<BR>
+ούτε παλούκι δεν βαστούν στα χέρια τους σαν φεύγουν.</p>
+
+<p>(Αι γυναίκες μεταμφιέζονται εις άνδρας).</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Έφθασ' η στιγμή, ώ άνδρες· στη γραμμή και ξεκινάτε·<BR>
+τούτο πάντοτε να λέτε και ποτέ μην το ξεχνάτε·<BR>
+είν' ο κίνδυνος μεγάλος αν μας πιάσουνε στη φάκα,<BR>
+να σκαρώνουμε τη νύχτα στο σκοτάδι τέτοια φιάκα.</p>
+
+<p>Α' ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<BR>
+Πάμε στη Βουλή, ώ άνδρες. Το μισθό του θα τον χάση,<BR>
+όπως είπ' ο νομοθέτης, όποιος το πρωί δεν φθάση<BR>
+σκονισμένος, τσιμπλιασμένος [και μ' αχτένιστα μαλλιά],<BR>
+και χωρίς να φάη άλλο, παρά μόνο σκορδαλιά.<BR>
+Σμίκρυνε, Χαριτωμένη, και συ Δράκοι, ξεκινάτε<BR>
+κι' ό,τι πρέπει μη ξεχνάτε,<BR>
+μήπως και σας φύγη λόγος, που στο πράμα δεν συμφέρει·<BR>
+κι' όταν πάρη ο καθένας και το σύμβολο στο χέρι<BR>
+και καθίσουμε στης έδρες σοβαρά και στην αράδα,<BR>
+θα ψηφίσου' ό,τι θέλει κάθε μια μας φιλενάδα—<BR>
+ώ τι λάθος, πω, πω, πω!<BR>
+φίλος, ήθελα να ειπώ!</p>
+
+<p>Β' ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (δεικνύων προς αριστερά)<BR>
+Έχε' από κει το νου σας· σπρώχτε τους να φύγουν, όσοι<BR>
+άρχον' απ' την πόλι νύχτα και προτού να ξημερώσει,<BR>
+μόνον το μισθό να πάρουν,<BR>
+και να κάτσουν να λιμάρουν.<BR>
+Γιατ' οι Βουλευταί μας πρώτα είχαν έθιμο καλό·<BR>
+και κανένας δεν τολμούσε να ζήτηση οβολό·<BR>
+κι' όλοι έπαιρναν μαζύ τους, στον καιρό του Μυρρωνίδη,<BR>
+έν' ασκί νερό, ψωμάκι, τρεις εληές κ' ένα κρομμύδι.<BR>
+Σήμερα, για να σκεφθούνε στης πατρίδος το καλό,<BR>
+θέλουνε κ' ημεροδούλι, λες και κουβαλούν πηλό.</p>
+
+<p>(Απέρχονται γυναίκες και χορός προς αριστερά, μετημφίεσμέναι εις<BR>
+άνδρας και ψάλλουσαι).{2}</p>
+
+<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p>
+
+<p>
+{2} Σημ. Μετ. Ως άσμα του χορού ετονίσθη δια την παράστασιν η πρώτη<BR>
+στροφή «Έφθασ' η στιγμή, ώ άνδρες» ελλείψει άλλου καταλληλοτέρου<BR>
+χωρίου.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΔΕΎΤΕΡΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>(Η σκηνή παριστά το αυτό μέρος με το της προηγουμένης πράξεως.<BR>
+Εξέρχεται ο ΒΛΕΠΥΡΟΣ, φέρων στενάς γυναικείας εμβάδας εις τους πόδας,<BR>
+ημίγυμνος και κακώς κρυπτόμενος υπό βραχύ ερυθρόν γυναίκειον χιτώνιον.<BR>
+Κρατεί την κοιλίαν του και προφανώς αναζητεί κατάλληλον θέσιν προς<BR>
+αφόδευσιν. Είνε νυξ).</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΒΛΕΠΥΡΟΣ-μόνος<BR>
+Μωρέ! τι πράματα είν' αυτά!. . . είνε σχεδόν ημέρα,<BR>
+κι' ακόμα η γυναίκα μου δεν φαίνετ' εδώ πέρα.<BR>
+Πώς γλίστρησε; ... τι εστάθηκε;...<BR>
+πού πήγε και μου χάθηκε;...<BR>
+Εκεί που εκοιμώμουνα, μου έρχεται να χέσω·<BR>
+ζητώντας της αρβύλες μου στα πόδια μου να δέσω<BR>
+και το χιτώνα για να βγω, στο σκότος ψηλαφούσα<BR>
+εδώ κ' εκεί, μα πουθενά να ταύρω δεν μπορούσα.<BR>
+Και επειδή ο Κοπριάς στην πόρτα είχε φθίση<BR>
+κ' εχτύπαγε με βιάσι,<BR>
+πέρασα της παντούφλες της, όπου αυτή εφόρει,<BR>
+κι' αυτό το πανωφόρι. . .<BR>
+Μα τώρα πού να βρη κάνεις καλή μεριά να χέση;<BR>
+Έ, νύχτα,—όπου κι' αν σταθής πάντα θα βρης μία θέσι·<BR>
+όπου κι' αν χέσω δηλαδή κανένας δεν με βλέπει.</p>
+
+<p>(Αναζητών το κατάλληλον μέρος:)</p>
+
+<p>Ώχ! κακορροίζικος εγώ! τι ξύλο που μου πρέπει!<BR>
+με μια γυναίκα να μπλεχθώ απάνω στα γεράματα,<BR>
+να πάθω τέτοια πράματα!<BR>
+γιατί αυτή κάτι καλό δεν βγήκε να μου φτιάση. . .<BR>
+Εν τούτοις μ' έσφιξε η κοιλιά κ' είνε καιρός ν' αδειάση.</p>
+
+<p>[Κάθεται προς αφόδευσιν. Διακόπτεται όμως εν τη πράξει, διότι<BR>
+εισέρχεται ο ΑΝΗΡ [ΓΕΙΤΩΝ)].</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΒΛΕΠΥΡΟΣ — ΑΝΗΡ</p>
+
+<p>ΑΝΗΡ<BR>
+Τις ει!. . . Δεν είν' ο Βλέπυρος που είν' εκεί στο βάθος;<BR>
+μα το θεό, ο γείτονας. . . αυτός. . . δεν κάνω λάθος.<BR>
+Πες μου, τι πράμα είν' αυτό το κόκκινο μπροστά σου:<BR>
+μήπως και σου κουρέλιασε κανένας τ' απαυτά σου;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ εγειρόμενος<BR>
+Όχι, μα της γυναίκας μου το κόκκινο το ρούχο<BR>
+άρπαξα έτσι βιαστικά [για μιαν ανάγκη που' χω]<BR>
+και όπως είμ' εβγήκα.</p>
+
+<p>ΑΝΗΡ<BR>
+Και το δικό σου φόρεμα πού είνε;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Δεν το βρήκα,<BR>
+τι να σου 'πω; στα στρώματα δεν πέτυχα μανδύα.</p>
+
+<p>ΑΝΗΡ<BR>
+Δεν είπες στη γυναίκα σου να ψάξη;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα τον Δία,<BR>
+δεν ήταν πειά κοντά μου·<BR>
+ξετρύπωσε κρυφά-κρυφά από την κάμερά μου,<BR>
+και τρέμω μήπως έχουμε νεώτερα παιγνίδια·</p>
+
+<p>ΑΝΗΡ<BR>
+Ώ Ποσειδών! μα έπαθες λοιπόν και συ τα ίδια;<BR>
+γιατί κ' εμένα μ' άφησε κρυφά το θηλυκό μου,<BR>
+κ' εχάθη με το φόρεμα το ίδιο το δικό μου.<BR>
+Κ' αν ην' αυτό δεν με λυπεί· αλλά και της δικές μου<BR>
+αρβύλες δεν της εύρηκα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και της Λακωνικές μου<BR>
+αυτές, μα τον Διόνυσο, της έχασα κ' εγώ,<BR>
+Μα μ' έσφιξε το χέσιμο, που λες, και δεν αργώ,<BR>
+κ' έβαλ' αυτό το τσόκαρο, μη χάσω τον καιρό<BR>
+και χέσω μεσ' στο πάπλωμα, που ήταν καθαρό.</p>
+
+<p>ΑΝΗΡ<BR>
+Τι να συμβαίνη τάχατες; μήπως καμμιά της φίλη<BR>
+για δείπνο καμμιά πρόσκλησι κρυφά της είχε στείλη;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μπορεί κι' αυτό· δεν είν' κακές κι' αυτές η κακομοίρες·</p>
+
+<p>(Λαμβάνων εκ νέου την στάσιν της αφοδεύσεως)</p>
+
+<p>ΑΝΗΡ<BR>
+Συ, φαίνεται, το χέσιμο σχοινί-λουρί το πήρες.<BR>
+Εγώ, είν' ώρα στη Βουλή να πάω δίχως άλλο,<BR>
+και τρέχω το μανδύα μου τουλάχιστον να βάλω.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Θαρθώ κ'εγώ, αλλά<BR>
+θα χέσω πριν καλά·<BR>
+γιατί μου τα 'χει σφίξη εκεί<BR>
+κάποια αχλάδα στιφτική.</p>
+
+<p>ΑΝΗΡ<BR>
+Σαν κείνη, που δεν άφησε εις τον παληόν τον χρόνον,<BR>
+να δώση ο Θρασύβουλος στους πρέσβεις των Λακώνων<BR>
+απάντησιν.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα το θεό είν' ένοχος και πάλι.<BR>
+Αλλά δεν είν' η λύπη μου τόσο γι' αυτό μεγάλη·<BR>
+σαν φάγω όμως σκέπτομαι, που τάχα διευθύνεται<BR>
+η κοπριά πού γίνεται;<BR>
+γιατ' ο δημότης Αχλαδούς, που για φαΐ τον πήρα,<BR>
+μου βούλλωσε τη θύρα.</p>
+
+<p>(Ο ΑΝΗΡ απέρχεται δεξιόθεν)</p>
+
+<p>Ποιός θα μου βρη ένα γιατρό, και τάχα ποιόν απ' όλους;<BR>
+και ποιός την τέχνη έμαθε να διορθώνη κώλους;<BR>
+Μη ο Αμύνων; θ' αρνηθή και μάταιος ο κόπος<BR>
+τον Αντισθένη το γιατρό καλέσετ' όπως-όπως,<BR>
+κι' αυτός από τους στεναγμούς αν κρίνη, θα μπορέση<BR>
+τι θέλει ο κώλος να μας 'πη όταν ζητή να χέση.<BR>
+Ώ σεβαστή Ειλείθυια! βοήθα με πριν σκάσω<BR>
+και πριν στουπποκωλιάσω.<BR>
+[Ώ σεβαστή Ειλείθυια! βοηθάμε κ' εχάθηκα]<BR>
+προτού γενώ χειρότερος κι' από τα σκατοκάθηκα!</p>
+
+<p>[Λαμβάνει θέσιν προς αφόδευσιν. Εισέρχεται αριστερόθεν ο ΧΡΕΜΗΣ]</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΒΛΕΠΥΡΟΣ — ΧΡΕΜΗΣ</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Τι φτιάνεις αυτού πέρα συ; χέζεις;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ εγειρόμενος<BR>
+Εγώ; α, όχι<BR>
+σηκώνομαι.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Για ιδές εκεί χιτώνιο που τώχει!<BR>
+μα τούτο είνε γυναικός.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Το πήρ’ αντί της χλαίνης<BR>
+στο σκότος. Συ πούθ' έρχεσαι και τάχα πού πηγαίνεις;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Απ' τη Βουλή.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Πώς; Τέλειωσε;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Κ' είνε πρωί ακόμα.<BR>
+Τι γέλοια όμως που 'καμα, δεν ξέρεις, με το χώμα<BR>
+το κόκκινο, που με σχοινί το ρίχναν [οι κλητήρες<BR>
+'ς όποιον αργά ερχότανε].</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Τριώβολο επήρες;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Θα σου το πω, μα ντρέπομαι· ποιος δεν το θέλει τάχα;<BR>
+αλλ' άργησα και μου μείναν η τσέπες μου μονάχα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και ποιο ήταν το αίτιο;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Κόσμο πολύν ευρήκα,<BR>
+όσος ποτέ, σε βεβαιώ, δεν έτρεξε στην Πνύκα·<BR>
+και ήσαν όλοι κάτασπροι στο δέρμα πέρα-πέρα,<BR>
+σαν τσαγκαράδες [που περνάν στον ίσκιο την ημέρα].<BR>
+Κ' έτσι λεφτό δεν πήραμε και στρέψαμ' όλοι πίσω.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ώστε δεν παίρνω ούτ' εγώ, κι' αδίκως θα κινήσω;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Κι' όταν για δεύτερη φορά λαλούσαν τα κοκκόρια<BR>
+αν ήσουν, πάλι θα 'μενες από τους άλλους χώρια.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ (με κωμικώς τραγικόν ύφος).<BR>
+Ώ τριώβολο χαμένο!<BR>
+σε θυμούμαι και πονώ·<BR>
+κλάψε με και πεθαμμένο<BR>
+κλάψε με και ζωντανό»{3}.<BR>
+Την έπαθα! Και δεν μου λες, ποιός λόγος νάταν τώρα<BR>
+που τόσον κόσμο μάζωξε στην Πνύκα τέτοιαν ώρα;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Ποιός άλλος τάχα; υφαίνεται πως οι πρυτάνεις όλοι<BR>
+ζητάνε γνώμες πώς μπορούν να σώσουνε την πόλι.<BR>
+Ο Νεοκλείδης ο τσιμπλής εγλίστρησε στη μέση·<BR>
+μα όλοι του φωνάξανε: —Κι' αυτός πώς θα μπορέση<BR>
+στα πράματα της πόλεως να βάλη την ουρά του,<BR>
+που τσίμπλες εγεμίσανε κι'αυτά τα τσίνουρα του;<BR>
+Τότε κ' εκείνος γύρισε κ' εκύτταξε τα πλήθη:<BR>
+— Για πέτε μου, τι έπρεπε να κάμω; αποκρίθη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Εγώ αν ήμουν όμως,<BR>
+το γάλα θα του σύσταινα που βγάζει ο φρέσκος φλόμος<BR>
+από βραδύς να στίβη,<BR>
+και μ' ένα σκορδοκέφαλο τα τσίνουρα να τρίβη.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Τότε κι' ο έξυπνος Γλετζές, αυτός ο κουρελής,<BR>
+γδυτός εφανερώθηκε στο μέσον της Βουλής,<BR>
+όπως πολλοί τον είδανε· μα το 'λεγε κι' αυτός<BR>
+πως ήτανε γδυτός.</p>
+
+<p>Και όμως, ναι, για το λαό εμίλησε καλά:<BR>
+«Κυττάχτε με! έχω κ' εγώ ανάγκη από ψιλά·<BR>
+μα σας το λέγω παστρικά: να σώσετε την πόλι<BR>
+και τους πολίτες· κ'οι γυμνοί όταν θα πάρουν όλοι,<BR>
+σαν πιάση βαρυχειμωνιά, απ' τους εμπόρους χλαίνας,<BR>
+ε, δεν θα πάρη από μας πλευρίτωμα κανένας.</p>
+
+<p>(Ο ΒΛΕΠΥΡΟΣ επιδοκιμάζει διαρκώς εις όσα ακούει).</p>
+
+<p>«Κι' όσοι δεν έχουν στρώματα<BR>
+κρεββάτια και παπλώματα,<BR>
+θα κάνουνε το μπάνιο τους κι' αυτοί χωρίς παράδες,<BR>
+και θα τραβούν να κοιμηθούν στους σκυλλοτομαράδες<BR>
+Κι'αν μέσ' στο κρύο να τους κλειούν την πόρτα τώβρουν νόστιμο,<BR>
+τρία γερά γουναρικά να δίνουνε για πρόστιμο».</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Λαμπρά, μα τον Διόνυσο! Δεν θάχε ν' αντικρούση<BR>
+κανένας τέτοια πρότασι, που έτυχε ν' ακούση.<BR>
+Και δεν επρόσθετ' ο κουτός να δίνουν, έτσι, χάρι<BR>
+κ' οι αλευράδες στους φτωχούς τρία κοιλά σιτάρι,<BR>
+και όποιος τ' αρνηθή,—ραβδί καθένας να του δίδη,<BR>
+να ιδής ταλεύρια που θα παν' κι' αυτού του Ναυσικύδη.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Τότε πετιέται πάλι<BR>
+ένα παιδάριο κομψό με ώμορφο κεφάλι,<BR>
+σαν του Νικία κάτασπρο, και είπε παστρικά<BR>
+πως πρέπ' η πόλις να δοθή ευθύς στα θηλυκά.<BR>
+Με ζήτω υποδέχθηκε τους λόγους του μεγάλα,<BR>
+όλος ο τσαγκαρολαός, ο άσπρος σαν το γάλα,<BR>
+κ' έβαλαν μόνον της φωνές όσοι χωριάτες ήσανε,<BR>
+και δεν το παρεδέχθηκαν, και κάπως τα ξυνίσανε.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Φρόνιμοι άνθρωποι.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Α, ναι· αλλά στην εκκλησία<BR>
+η μειονοψηφία τους δεν είχε σημασία,<BR>
+έκοβε δε του ρήτορα χίλια καλά η γλώσσα<BR>
+για της γυναίκες, και για σε — ου τόσα κι' άλλα τόσα!</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Τι είπε;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Σε βαγαποντιές τους έλεγε πως πέφτεις·</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Για σένα;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Ύστερη δουλειά. Είπε πως είσαι κλέφτης.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μόνος εγώ;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Μα το θεό, και συκοφάντης.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μόνος,<BR>
+μόνος εγώ;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Μα το θεό, και όλοι μας συγχρόνως.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Όσο γι' αυτό αντίθετη κανείς δεν έχει γνώμη.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Και η γυναίκα έχει νου, επρόσθεσεν ακόμη,<BR>
+και κομποδένει τον παρά,<BR>
+κι' ούτε έβγαλε καμμιά φορά<BR>
+από το στόμα μυστικό κατά τα θεσμοφόρια,<BR>
+ενώ η ευγένειες μας το βγάζουμ' απ' τα όρια.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα τον Ερμή! σε βεβαιώ κ' εδώ δεν είπε ψέματα.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Έπειτα [έστρεψε, που λες, το λόγο 'ς άλλα θέματα],<BR>
+και είπε πως δανείζονται το μεταξύ τους χρήματα.<BR>
+ρούχα, χρυσά κοσμήματα,<BR>
+ποτήρια, δίχως μάρτυρες να βρίσκωνται μπροστά,<BR>
+και μόλ' αυτά τα δανεικά καμμιά δεν τα βαστά·<BR>
+ενώ οι άνδρες [πράματα κάνουνε, λέει, χείριστα],<BR>
+και τακτικά δανείζονται, μα δανεικά κι' αγύριστα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Βρε και με μάρτυρας μπροστά τα ίδια καταντούνε.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Και δεν καταδιώκουνε, και δεν συκοφαντούνε,<BR>
+και δεν τον καταστρέφουνε το Δήμο,— κι' άλλα, κι' άλλα<BR>
+για της γυναίκες έλεγε καλά πολύ μεγάλα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Λοιπόν τι αποφάσισαν μετά τα λόγια εκείνα;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Μόνον γυναίκες άρχοντες θα γίνουν στην Αθήνα<BR>
+γιατ' όλα τα παράξενα έχουνε γίνη τάχα,<BR>
+κι' αυτός ο νεωτερισμός δεν έγεινε μονάχα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Κι' αποφασίσθη;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Τάπαμε.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Κι' αυτές, σαν κυβερνήτες,<BR>
+θα κάνουν τα καθήκοντα που κάνουν οι πολίτες;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Όλα τελειωμένα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και πώς; στο δικαστήριο θα πάη αυτή για μένα;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Κι' ακόμα· και στο σπίτι σου αυτή [σαν επιστρέφη],<BR>
+θάχη την υποχρέωσι να φέρνη να σας τρέφη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Δεν θα σηκώνωμαι πρωί ν' αναστενάζω;</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Ούτε·<BR>
+μονάχα η γυναίκα σου γι' αυτό υποχρεούται·<BR>
+και άλλο δεν θα κάνης,<BR>
+παρά μεσ' στο σπιτάκι σου θα κάθεσαι να κλάνης.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Εκείνο που φοβάμ' εγώ και δεν πολυσυμφέρει<BR>
+είνε, μη όταν πάρουνε τους χαλινούς στο χέρι<BR>
+μας πιάνουνε κι' απ' τα μαλλιά. . .</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Γιατί;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Για να τους κάνουμε κ' εκείνη τη δουλειά. . .</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Κι' αν δεν μπορούμε δηλαδή;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Φαΐ δεν θα μας δίδουνε.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Μα και τα δυο τα πράματα μπορεί λαμπρά να γίνουνε,<BR>
+και το φαΐ και η δουλειά. Εσένα τι σε νοιάζει;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ξέρεις. . . σαν γίνεται με βια, περσότερο κουράζει.</p>
+
+<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR>
+Χεμ! δίκηο έχεις· μ' αν κι' αυτό η πόλις το εγκρίνη,<BR>
+οι άνδρες θα το κάνουνε και έτσι, τι να γίνη!<BR>
+Έλεγαν οι πατέρες μας μια σοφωτάτη γνώμη:<BR>
+πως και η σκέψεις η κουτές, κ' η πειό ζουρλές ακόμη<BR>
+όπου θα κόψη το μυαλό,<BR>
+μπορούν κι' αυτές κάμμιά φορά να βγουν και σε καλό.<BR>
+Και άμποτε, ώ Αθηνά και σεις θεοί σεπτοί,<BR>
+κ' η κουταμάρ' αυτή<BR>
+να δείξη πως μας ωφελεί.-<BR>
+Γεια σου· πηγαίνω.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Χρέμη μου, η ώρα η καλή·</p>
+
+<p>(Ο Χρέμης φεύγει δεξιόθεν, ο Βλέπυρος εισέρχεται εις την οικίαν του).</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>(Γυναικών μετημφιεσμένων εις άνδρας εισέρχεται αριστερόθεν μετά<BR>
+προφυλάξεως και σπουδής. απαγγέλλει προς υπόκρουσιν της<BR>
+ορχήστρας).</p>
+
+<p>Έμβα, τράβα δρόμον ίσο,<BR>
+μήπως είν' κανένας άνδρας και μας πήρεν από πίσω;<BR>
+Στρέψου, κάνε και μία γύρα·<BR>
+έχουν πονηριές οι άνδρες και φυλάξου, κακομοίρα,<BR>
+μήπως και ακολουθήσουν από πίσω κατά βήμα,<BR>
+να μας νοιώσουν απ' το σχήμα.<BR>
+Κτύπησε καλά τα πόδια, δυνατά να περπατάνε,<BR>
+'ς όλες μας ντροπή θε νάνε,<BR>
+αν οι άνδρες μας τσακώσουν<BR>
+και μας νοιώσουν·<BR>
+Τυλιχθήτε όσο παίρνει· στρέφετε κάθε φορά<BR>
+δεξιά κι' αριστερά,<BR>
+κι' όλο γρήγορα τραβάτε μη μας έλθη συφορά.<BR>
+Τώρα στη παληά τη θέσι είμαστε κοντά πολύ,<BR>
+που βρεθήκαμε τη νύχτα για να πάμε στη Βουλή.<BR>
+Να το μάλιστα το σπίτι, που η Στρατηγίνα βγήκε,<BR>
+κ' εψηφίσανε οι πολίτες την εφεύρεσι που βρήκε.<BR>
+Ας μη χάνουμε την ώρα· να προσμένουμε δεν πρέπει<BR>
+με τα ψεύτικα τα γένεια· γιατ' αν κάνη πως μας βλέπει<BR>
+ένας άνδρας τέτοιαν ώρα<BR>
+ημπορεί να τα τραβήξη, να τα βγάλη όλα φόρα!<BR>
+Πάμ' εδώ κοντά στον τοίχο, πούνε και σκιά κομμάτι,<BR>
+κύτταξε με το 'να μάτι<BR>
+και χωρίς πολύ ν' αργής,<BR>
+σάξου πάλι σαν γυναίκα, όπως ήσουν πριν να βγης.<BR>
+Αλλά να κ' η Στρατηγίνα από εκεί κοντοζυγώνει.<BR>
+Κάνε γρήγορα και βγάλε τα μαλλιά απ' το σαγόνι.<BR>
+Να και τούτες ήσαν έτσι, με φορέματ' ανδρικά,<BR>
+μα τ' αλλάξανε το σχήμα και γίνηκαν θηλυκά.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ εισέρχεται αριστερόθεν<BR>
+Λοιπόν, γυναίκες, εύγε μας! είχαμε και δεν είχαμε<BR>
+το πράγμα το πιτύχαμε.<BR>
+Αλλά πετάχτε γρήγορα, για το θεό, τας χλαίνας<BR>
+μη σας ιδή κανένας.<BR>
+Βάλτε και τα παπούτσια σας και τα κορδόνια λύστε τα,<BR>
+και τα ραβδιά αφήστε τα.</p>
+
+<p>(Προς την Κορυφαίαν του χορού).</p>
+
+<p>Και συ διόρθωσ' τες καλά. Εγώ θα σας αφήσω<BR>
+και τρέχω τώρα γρήγορα στο σπίτι να γλιστρήσω,<BR>
+προτού με πάρη ο άνδρας μου γυρίζοντας χαμπάρι,<BR>
+να βάλω στο κρεββάτι του τα ρούχα πούχα πάρη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Έγεινε ό,τι μας είπες· τώρα σαν καλή δασκάλα<BR>
+έχεις χρέος, Στρατηγέ μας, για να μας διδάξης κι' άλλα.<BR>
+κι' ό,τι θα σου κατεβή<BR>
+έτοιμ' είν' η κάθε μια μας να το κάνη σαν στραβή.<BR>
+Δεν εγνώρισα ως τώρα μεσ' στων γυναικών τη ράτσα<BR>
+από σένα πειό καπάτσα!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Περιμένετε λιγάκι, κι' όταν την αρχή κρατήσω<BR>
+για συμβούλους θα σας πάρω και θα σας χειροτονήσω,<BR>
+όπου μεσ' στης φασαρίες της αρχής και στα δεινά,<BR>
+θα γενήτε παλληκάρια, που δεν γίνηκαν ξανά!</p>
+
+<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p>
+
+<p>{3} Σ. Μ. Ενταύθα ο Αριστοφάνης παρωδεί το γνωστόν εις την εποχήν<BR>
+χωρίον εκ των «Μυρμιδόνων» του Αισχύλου:</p>
+
+<p>«Αντίλοχ', αποίμωξόν με του τεθνηκότος<BR>
+τον ζώντα μάλλον»,</p>
+
+<p>το οποίον εθεώρησα καλόν ν' αποδώσω αντί της ανωτέρω παραλλήλου<BR>
+παρωδίας του σημερινού, διατι άλλως θα ήτο αδύνατον να εννοηθή διά<BR>
+τους συγχρόνους μας ακροατάς, κατά την από σκηνής παράστασιν.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>(Η σκηνή παριστά το εσωτερικόν οικίας Αθηναίου αστού. Μία κλίνη εις το<BR>
+άκρον, επί της οποίας κάθηται αγρυπνών ο Βλέπυρος· πλησίον του καίει<BR>
+λυχνία, ενώ εκ του παραθύρου διαφαίνεται το πρώτον φως της ημέρας.<BR>
+Εισέρχεται η Πραξαγόρα μετά προφυλάξεως, φέρουσα τα ανδρικά ενδύματα<BR>
+υπό μάλης].</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΒΛΕΠΥΡΟΣ - ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ αναπηδών εν οργή.<BR>
+Μωρέ. . .! η Πραξαγόρα!<BR>
+πού ήσουνα, παρακαλώ, πού ήλθες τέτοιαν ώρα;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Και τι σε μέλει, φίλε μου;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και τι με μέλει;!.., Να τη!<BR>
+τι κουταμάρες είν' αυτές;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Βέβαια στο κρεββάτι<BR>
+ενός κρυφού μου εραστή δεν θα μου πης πως πήγα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Δεν θάταν ένας βέβαια. . .</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Σαν έχης τέτοια μυίγα,<BR>
+εξέτασε.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Πώς;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μυρουδιές δεν έχω στο κεφάλι.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Καλό και τούτο πάλι!<BR>
+Και η γυναίκα δεν μπορεί να κάνη τη δουλειά<BR>
+χωρίς και νάχη μυρουδιές βαλμένες στα μαλλιά;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Α! έτσι όπως συ το λες, Θεός να με φυλάξη!. . .<BR>
+ποτέ δεν τώχω πράξη!. . .</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Λοιπόν πώς το σκασες πρωί, και πού μου είχες πάη<BR>
+μαζύ με το μανδύα μου;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Εγώ;. . . κοιλοπονάει<BR>
+μια φίλη και συντρόφισσα κ' επήγα εκεί για λίγο.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και πώς δεν ρώτησες εμέ, και να μου πης «θα φύγω»;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μπα, σε καλό σου, άνδρα μου! Θαρρείς ότι μπορούσα<BR>
+σε τέτοιο χάλι φοβερό ν' αφήσω μια λεχούσα;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μπορούσες και να μου το πης, πριν πας εκεί τρεχάτη.<BR>
+Εδώ συμβαίνει κάτι.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μα της θεές, πετάχθηκα όπως κ' αν ήμουν έξω,<BR>
+γιατί έπρεπε και γρήγορα, κι' όπως μπορώ, να τρέξω.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και έπειτα, - για στάσου!<BR>
+Δεν έπρεπε να βάλης συ τα ρούχα τα δικά σου;<BR>
+πως τα δικά μου φόρεσες και μ' άφησες φουστάνια,<BR>
+και μ' άφησες σαν το νεκρό, που μόνο τα στεφάνια<BR>
+και τα σταμνιά του λείπανε;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Εκρύωνα η καϋμένη,<BR>
+κ' είμαι πολύ φιλάσθενη και λεπτοκαμωμένη,<BR>
+Ε, για να ζεσταθώ λοιπόν, [να κάνω αλλοιώς δεν μπόρεσα]<BR>
+ενώ εσένα σ' άφησα στο στρώμα ξαπλωμένον,<BR>
+και ζεστοκοπημένον.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Αλλά και η αρβύλες μου μαζύ σου ταξιδέψανε<BR>
+και το ραβδί.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μα και γι' αυτό τα ρούχα δεν μου κλέψανε,<BR>
+γιατ' έσερνα, καθώς εσύ, στο χώμα τα ποδάρια,<BR>
+ενώ με τη μαγκούρα σου κτυπούσα τα λιθάρια.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ξέρεις, που έπρεπε να βγω σιτάρι ν' αγοράσω<BR>
+με τον μισθό μου της Βουλής, και τώρα θα τον χάσω,<BR>
+[και συ αιτία θάσαι;]</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Εγέννησεν αρσενικό παιδί, και μη φοβάσαι.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ποιός; η Βουλή;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Όχι, καλέ· η φίλη μου που εγέννα.<BR>
+Μα η Βουλή μαζώχθηκε;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Δεν στάχω ειπωμένα<BR>
+από τα χθες;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Θυμάμαι, ναι.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Δεν έφθασε ως ταυτιά σου<BR>
+μία είδησις;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μα το Θεό, δεν ξέρω. . .</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Άιντε χάσου<BR>
+και κάτσε μάσσαγε σουπιές, που ξέρεις τι σου γίνεται.<BR>
+Μωρέ δεν άκουσες τι λεν; σε σας η πόλις δίνεται.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Για να υφαίνουμε;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Τι λες;! Σας κάνουν αρχοντίνας. . .</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Σε ποιους;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+'Σ όλα τα πράματα εν γένει της Αθήνας.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Ώ, μα την Αφροδίτη μας! χαρά λοιπόν στην πόλι.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Γιατί, γιατί;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Για χίλια δυο. Δεν θα τολμάνε όλοι.<BR>
+να φτιάνουνε βρωμοδουλειές, ούτε συκοφαντίες<BR>
+και ψευδομαρτυρίες.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Όχι, για όνομα θεού! αυτό να μη το κάνετε,<BR>
+γιατί με δίχως ψέματα της πείνας θα πεθάνετε.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Άφησε τη γυναίκα σου, ώ άνδρα, να μιλήση.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Ούτε κανείς το γείτονα στο μέλλον θα φθονήση,<BR>
+κι' ο ένας δεν Θάνε γυμνός, κι' ο άλλος δεν θα κλέβη,<BR>
+ούτε φτωχός θα βρίσκεται, ούτε θα κοροϊδεύη<BR>
+κανένας, κι' ούτ' ενέχυρα θα βάζουνε συνάμα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Εάν δεν είνε ψέμματα, είνε μεγάλο πράμα.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Θα σ' ταποδείξω παστρικά και πειά δεν θ' αμφιβάλης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τώρα πρέπει τα μυαλά σου, οπού τάχεις τετρακόσια,<BR>
+για την ευτυχία όλων να σκεφθούνε κι' άλλα τόσα.<BR>
+Συ που ευτυχία ξέρεις<BR>
+για της φίλες σου να φέρης,<BR>
+όσο έχεις ευκαιρία πρέπει ναύρης κάθε τρόπο<BR>
+μ' ευτυχίες να στολίσης τους πολίτες και τον τόπο.<BR>
+Γιατ' η πόλις έχει ανάγκη από φρόνησι μεγάλη·<BR>
+και μην κάμης ό,τι είπαν ή εκάμανε οι άλλοι.<BR>
+Γιατ' ο κόσμος εσιχάθη<BR>
+βλέποντας να κακοπάνε όλο τα παληά τα λάθη.<BR>
+Μην αργής· μα κάθε σκέψι που ο νους σου μέσα κλείνει<BR>
+κάμε γρήγορα να γίνη·<BR>
+κι' όποιος γρήγορα τραβάει, και δεν πάει γάλι-γάλι,<BR>
+στο κοινόν, όπου τον βλέπει, έχει πέρασι μεγάλη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Και στον κόσμο θα διδάξω κάθε χρήσιμη δουλειά,<BR>
+νέα πράματ' αν θελήση, κι' αν αφήση τα παληά.<BR>
+Αλλ' αυτό φοβάμαι μόνο. . .</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Α, για τούτο μη φοβάσαι και εγώ 'ς το βεβαιώνω.<BR>
+Είν' η μόνη μας η σκέψι, κ' είν' η μόνη μας αρχή,<BR>
+να ξεχνάμε κάθε μέρα την παληά την εποχή.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Τώρα όμως, πριν καθένας ό,τ' ειπώ δεν λάβ' υπ' όψι,<BR>
+ούτε να μ' αντιμιλήση, ούτε να με διακόψη.<BR>
+Όσοι βρίσκονται στην πόλι<BR>
+μερδικό θα παίρνουν όλοι,<BR>
+που τον ένα να μη βλέπης βουτηγμένον στον παρά,<BR>
+και τον άλλον φουκαρά.<BR>
+Ούτ' ο ένας νάχη αμπέλια και χωράφια για να ζήση,<BR>
+και ο άλλος να μην έχη ούτε τάφο, σαν ψοφήση.<BR>
+Ούτ' αμέτρητους τους δούλους νάχη πλέον ο μεγάλος,<BR>
+κι' ούτ' ακόλουθον ο άλλος.<BR>
+Τη ζωή κοινή θα κάνω,<BR>
+και δεν θάχη διακρίσεις, ούτε κάτω, ούτ' απάνω.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Πώς; θάνε κοινός ο βίος;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Πρόφθασε να φας σκατά!</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μπα, κοινά θάνε κι' αυτά;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ δυσανασχετούσα·<BR>
+Μας τον γάμησες τον λόγο! θα σου τώλεγα και τούτο.<BR>
+Πρώτα πρώτ' απ' όλα τάλλα θα μοιράσουμε τον πλούτο·<BR>
+κι' ό,τι ο καθένας έχει· θα χωρίσω και τη γη<BR>
+ισα μερδικά να βγη.<BR>
+Κι' όταν γίνουν όλα ίσα και δοθούν από κοινού<BR>
+'ς εμάς, πώχουμε το νου,<BR>
+θα φυλάμε με τα δόντια τον παρά μέσ' στα ταμεία,<BR>
+και τον άνδρα της θα βγάζη στη βοσκή η κάθε μία.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα καλά, κι' όποιος δεν έχει φανερά λοιπόν χωράφι,<BR>
+πώς θα ξέρουμε αν έχει φυλαγμένο το χρυσάφι;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+θα το φέρη να το δώση, ειδεμή θα ψευδορκήση.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μπα! κι' από της ψευδορκίες μη δεν το 'χει αποκτήση;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+[Βέβαια, δεν λέγω όχι·]<BR>
+αλλά τι του χρησιμεύει το χρυσάφι του, κι' αν τώχη;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Τι του χρησιμεύει, λέει;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μα φτωχός δε θάν' κανένας,<BR>
+κι' όλοι θάχουνε απ' όλα, άρτους και παστά και χλαίνας,<BR>
+και κρασιά, μα και στεφάνια, και γλυκά, ως και ρεβίθια·<BR>
+ώστε, αν δεν καταθέση, τι κερδίζει; κολοκύθια!<BR>
+Όχι, πες μου, τι κερδίζει;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Κ' έτσι πάλι όποιος κλεφτεί πειό πολύ θα θησαυρίζη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Δίκηο έχεις, ναι· αλλ' όμως<BR>
+τούτο εγινόταν πρώτα, πούταν ο παληός ο νόμος·<BR>
+αλλά τώρα που για όλους η ζωή θάνε κοινή,<BR>
+τι και αν δεν καταθέση;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Δεν μου λες: και αν φανή<BR>
+μια μικρούλα, και θελήση<BR>
+ένας να την γαργαλίση,<BR>
+και να κοιμηθή μαζύ της για μια νύχτα λόγου χάρι,<BR>
+από το κοινό ταμείο να της δώση δεν θα πάρη;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Χεμ! μα δωρεάν θα πέφτουν για να κοιμηθούν αντάμα,<BR>
+και θα κάνω τη γυναίκα που κοινό θα ήνε πράμα,<BR>
+κι' όποιος θέλει θα την παίρνη<BR>
+τα παιδιά της να της σπέρνη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα κι' αυτό τι ωφελεί,<BR>
+αν θελήση ο καθένας να ριχθή στην πειό καλή;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Η πειό άσχημη θα πάη<BR>
+με την ώμορφη στο πλάι,<BR>
+κι' όποιος νηά επιθυμήση,<BR>
+από τη γρηά θ' αρχίζη πρώτα-πρώτα το γαμήσι.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Κι' ένας γέρος, σαν κ' εμένα, με γρηές πώς θα μπορέση,<BR>
+όπου και προτού ακόμη της ζυγώση, θα του πέση;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Δεν θα κάνουν αντιστάσεις.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+γιατί πράμα;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μη φοβάσαι,<BR>
+και καμμιάς δεν θα ξυνίση, βέβαιος για τούτο νάσαι.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+γιατί πράμα;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Νά, που είπες πως μπορεί να μη θελήση·<BR>
+να, που και για σας ευρέθη του ζητήματος η λύσι.<BR>
+Βλέπεις ότι η γυναίκες είχανε το νου ακόμη<BR>
+νάχουν και γι' αυτό μια γνώμη,<BR>
+και προτήτερα σκεφθήκαν, να μη μείνη, όπως είπα,<BR>
+δίχως βούλωμα μια τρύπα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Έ, και των ανδρών η τρύπα τότε πειά τι θ' απογίνη,<BR>
+που θα τρέχουνε κ' εκείνοι<BR>
+με τους ώμορφους να μείνουν,<BR>
+και τους άσχημους ν' αφίνουν; {4}</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Η πειό άσχημες θ' αρπάζουν τα πειό ώμορφα παιδιά,<BR>
+όταν φεύγουν απ'τα δείπνα, να περνάνε τη βραδειά.<BR>
+οι δε άσχημοι θα βάζουν στα δημόσια τα μέρη<BR>
+της πειό ώμορφες στο χέρι,<BR>
+και δεν θα μπορή γυναίκα μ' έναν ώμορφο να μείνη,<BR>
+στους ζαβούς και στους ασχήμους όταν πρώτα δεν το δίνη,</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ώστε τότε και ο μύτος ο τρανός του Λυσικράτη<BR>
+θα περνά με τους ωραίους και θα λέη πως είνε κάτι;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Δικαιώματα για όλους θάχη ο νόμος μας τα ίδια·<BR>
+και οι έμποροι, κ' εκείνοι που φορούν τα δακτυλίδια,<BR>
+θα ρεζιλευθούνε όλοι, όταν ένας με αρβύλα<BR>
+θα τους 'πη: «είν' η σειρά μου, κάτσε έξω συ και φύλα;<BR>
+κι'όταν τη δουλειά μου κάνω,<BR>
+τότε συ θα πας απάνω».</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Βρε για στάσου· κ' έτσι όπως θάμαστ' όλοι άνω-κάτου,<BR>
+πώς καθένας θα μπορέση να γνωρίζη τα παιδιά του;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Τι τα θέλει να τα ξέρη; όλ' οι νέοι πέρα-πέρα<BR>
+κάθε μεγαλήτερό τους θα τον λένε και πατέρα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Κ' επειδή δεν θα γνωρίζουν τους πατέρας τους και πάλι,<BR>
+κάθε γέρο θα τον πνίγουν με ευγένεια μεγάλη,<BR>
+αφού γι' άλλο δεν φροντίζει κάθε γυιός 'ς αυτήν τη χώρα<BR>
+παρά μόνο πως να πνίγη τον πατέρα του και τώρα.<BR>
+Ή θαρρείς για τον πατέρα αν κανένας αμφιβάλλη,<BR>
+πως θα παραλείψουν τάχα να τα χέσουνε και πάλι;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Αλλά δεν θα επιστρέψη όποιος τύχη να το ιδή.<BR>
+Τότε εύκολα κτυπούσε τον πατέρα το παιδί,<BR>
+και δεν έδιναν καθόλου προσοχήν οι πάρα-πέρα·<BR>
+αλλά τώρα, σαν ακούσουν πως κτυπούν ένα πατέρα,<BR>
+ο καθένας ότι δέρνουν τον δικόν του θα νομίση<BR>
+και θα τρέξη να χωρίση,</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ {5}<BR>
+**Οτ' είν' όλα κουταμάρες, δεν μπορεί να 'πη κανείς.<BR>
+Κι' ο Επίκουρος αν έλθη [ο σοφός της ηδονής,]<BR>
+ή αυτός ο Λευκολόφας [ο φαυλόβιος] κ' ειπούνε<BR>
+ότι μ' έχουνε παππούλη, τι θα ειπούν όσοι τακούνε!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μ' αν είν' έτσι, είνε κι' άλλο πειό χειρότερο ακόμα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ποιό;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Να 'ρθη να σε φιλήση ο Αρίστιλλος στο στόμα,<BR>
+και πατέρα να σε λέη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Συφορά του, κι' αν τολμήση.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Με του άγριου του δυόσμου την οσμή θα σε βρωμήση.<BR>
+Μα εκείνος εγεννήθη πριν το ψήφισμα γενή,<BR>
+ώστε δεν υπάρχει φόβος.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+θάταν συμφορά τρανή.*!!<BR>
+Αλλά τότε στα χωράφια ποιος θα μείνη γεωργός;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+θάν' οι δούλοι· τι σε μέλει; συ θα κάθεσαι αργός,<BR>
+και του ρωλογιού ο ίσκιος δέκα πόδες σαν μακραίνη,<BR>
+θα τραβάς για το τραπέζι που γεμάτο θα προσμένη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και για ρουχισμό ποιόν τρόπο έχετε σκοπό να βρήτε;<BR>
+Πρέπει να μας πης και τούτο·</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Τα παληά σας θα φορήτε,<BR>
+και θα σας υφαίνουμ' άλλα.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Να μου πης ακόμη ένα:<BR>
+αν οι άρχοντες του τόπου προστιμάρουνε κανένα<BR>
+πού θα βρη για να πληρώση;<BR>
+από το κοινό ταμείο θάταν άδικο να δώση.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μα θα παύσουνε κ' η δίκες.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ώ τι κόσμος θα χαθή!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Μα κι' αυτό τώχω σκεφθή.<BR>
+Και γιατί να γίνουν δίκες, κακομοίρη;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Λόγου χάρι<BR>
+πρώτα-πρώτα για τα χρέη, που θ' αρνήτ' όποιος τα πάρη.</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Βρε, και πού ο τοκογλύφος θαύρη χρήμα να δανείση,<BR>
+που κοινά θα ήνε όλα, κ' η μερίδα θάνε ίση;<BR>
+Μα κι'αν κλέψη θα τον πιάσουν.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα τη Δήμητρα! τα είπες,-—ούτε δάσκαλος που νάσουν!<BR>
+Για εξήγει μου και τούτο: Κι' αν κανένας πάλι βρίση<BR>
+από το πολύ μεθύσι,<BR>
+ή κι' αν κάνη με το ξύλο ταλλουνού τη ράχι μαύρη,<BR>
+για το πρόστιμο πού θαύρη;<BR>
+Χέ! 'ς αυτό θα κοκκαλώσης!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Από την τροφή που τρώει· γιατί, όταν ελαττώσης<BR>
+το φαΐ, και τιμωρήσης κατ' ευθείαν την κοιλιά,<BR>
+παύουν η βρισές.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Κι' αν γίνη και καμμιά κλεψοδουλειά;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Ποιός θα κλέψη, [που καθένας το δικό του θ' αποκτήση];</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Ούτε και κανείς την νύκτα θα σε πιάση να σε γδύση;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Ποιός το λέει; ούτε όταν μέσ' στο σπίτι θα κοιμάσαι,<BR>
+όπως εγινόταν πρώτα, ή στην πόρτα έξω θάσαι.<BR>
+ο καθένας σας το βιος του μεσ' στην πολιτεία θάχη<BR>
+κι' όποιος κλέψη, κι' όποιος γδύση, θα του βγαίνη από τη ράχι·<BR>
+Τι χρειάζοντ' οι καυγάδες, η φωνές, τα νταβατούρια;<BR>
+θα πηγαίνη στο ταμείο και θα παίρνη πειό καινούργια.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα οι άνθρωποι, για πες μου, δεν θα παίζουν πειά το ζάρι;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Για ποιο λόγο;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Πώς την ώρα θα σκοτώνουν λόγου χάρι;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Όλοι θα περνούν το ίδιο, κι' όλα θα τα κάνω ένα,<BR>
+και η πόλις μας θα γίνη ένα σπίτι για καθένα,<BR>
+που ελεύθερος να βγαίνη<BR>
+και στον άλλον να πηγαίνη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Πού θα στρώνωνται τα δείπνα;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Και τα δικαστήρια σας<BR>
+κ' η στοές σας κατοικίες θα γενούν της αφεντιάς σας.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Και των δικαστών το βήμα τι θα γίνη λες εσύ;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Θα γεμίζη από κρατήρες κι' από στάμνες με κρασί,<BR>
+και θα βάλω παιδαρέλια, που θα ψάλλουν με χαρά<BR>
+όλες της ανδραγαθίες καθενός παλληκαρά·<BR>
+έτσι από την ντροπή του, αν φανή κανείς δειλός,<BR>
+να μη έρχεται να τρώη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Είν' ο λόγος σου καλός.<BR>
+Και ταγγεία τι θα γίνουν, [όπου ήσαν μια φορά<BR>
+με των δικαστών τους κλήρους;] αι;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Θα μπουν στην αγορά<BR>
+και κοντά στου Αρμοδίου τον μεγάλον ανδριάντα<BR>
+θα τραβάμε κλήρους πάντα,<BR>
+και καθένας θα μαθαίνη<BR>
+σε ποιό γράμμα θα δειπνήση με χαρά του να πηγαίνη.<BR>
+Οποιοι πέσουνε στο Βήτα,<BR>
+στη στοά των βασιλέων θα δειπνούνε· και στο Θήτα<BR>
+όσοι πέσουν, στο Θησείον και όσοι πέσουνε στο Κάππα,<BR>
+στη στοά των Αλευράδων.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Για να χαύτουνε;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Σου τάπα,<BR>
+μα τον Δία· για να τρώνε!</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Κι' ούτινος δεν πέση πάλι<BR>
+ένα γράμμα για να φάη, θα τον διώχνουνε οι άλλοι;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Αυτό ποτέ δεν θα γένη σε τέτοια κοινωνία,<BR>
+και 'ς όλους θα προσφέρωμε τα πάντα μ' αφθονία.<BR>
+Κι' όποιος μεθάη στέφανο στην κεφαλή θα φέρη,<BR>
+κι'απ' το τραπέζι θα τραβά μ' ένα δαδί στο χέρι·<BR>
+η δε γυναίκες έτοιμες θα στέκουν στης διόδους,<BR>
+και 'ς όποιους επιστρέφουνε θα πέφτουνε μ' εφόδους<BR>
+και θα τους λεν': «Έλα μ' εμάς· έχουμε μια κοπέλλα<BR>
+μικρούλα, πούνε τρέλλα».<BR>
+«Κ' εδώ μια κάτασπρη θα βρης, πούνε θεά στα κάλλη»<BR>
+από ταπάνω-πάτωμα θα του φωνάζ' η άλλη·<BR>
+μα πριν μ' εκείνη κοιμηθής,<BR>
+μ' εμένα πειό μπροστά θαρθής».<BR>
+Μα πίσω απ' τους ώμορφους, που θάνε στην εντέλεια,<BR>
+κι'από τα παιδαρέλια,<BR>
+θ' ακολουθούν οι άσχημοι και τούτα θα τους λένε:<BR>
+«Ε, ε! του λόγου σου! πού πας; σαν σε φωνάζουν μπαίνε,<BR>
+μα δεν θα κάνης με καμμιά,<BR>
+γιατ' εψηφίσθη στη δουλειά να προηγήτ' η ασχημιά.<BR>
+Τώρα στην πόρτα κάθισε του λόγου σου και φύλα;<BR>
+και πάρε δίφορης συκιάς και ξερομάσσα φύλλα!».<BR>
+Για πες μου τώρα όλ' αυτά σ' αρέσουν;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μια χαρά!</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Καλά· τώρα λοιπόν κ' εγώ τραβώ στην αγορά,<BR>
+και μια γερή ντελάλαινα καλόφωνη θα βρω,<BR>
+να πάρ' όσον θα φέρουνε οι άλλοι θησαυρό.<BR>
+γιατί εμέ εκλέξανε αρχόντισσαν οι άλλοι,<BR>
+και πρέπει με ταχύτητα να γίνουνε μεγάλη·<BR>
+να φτιάσω τα συσσίτια, και ναν' ημέρα πρώτη<BR>
+η σημερνή, που να γένη το πρώτο φαγοπότι!</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Θα τρώμε από σήμερα;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Σου τώπα πως θα γίνη.<BR>
+Τώρα να παύσω σκέπτομαι και την πουτανωσύνη.</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Γιατί;</p>
+
+<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR>
+Σου το εξήγησα· να παίρνουμ' εμείς πλέον<BR>
+ταφρόγαλα των νέων·<BR>
+Κ' η δούλες πειά δεν θα μπορούν με ολολισμούς να πέφτουνε,<BR>
+και από της ελεύθερες την ηδονή να κλέφτουνε,<BR>
+αλλά οι δούλοι μοναχά θα πέφτουνε σιμά τους<BR>
+μαζί με τα κουρέλια τους και το παληόπραμά τους!</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Μα τότε να σ' ακολουθώ κ' εγώ κοντά σου πρέπει,<BR>
+καθένας που με βλέπει<BR>
+να λέη στην Αθήνα:<BR>
+«Τον άνδρα δεν θαυμάζετε που έχη Στρατηγίνα;! » {6}</p>
+
+<p>(Απέρχονται αμφότεροι)</p>
+
+<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p>
+
+<p>{4} Ενταύθα το κείμενον έχει διπλήν σημασίαν, οι δε σχολιασταί<BR>
+διαφωνούσιν ως προς την ερμηνείαν, παραδεχόμενοι ότι ο Βλέπυρος εννοεί<BR>
+το ανδρικόν μόριον δια της φράσεως «το δε των ανδρών τι ποιήσει», ενώ<BR>
+κατά την αντίληψίν μου το άρθρον «το» αποδίδεται εις τον αμέσως<BR>
+προηγούμενον στίχον "μηδεμιάς ή τρήμα κενόν», ήτοι «το (τρήμα) δη των<BR>
+ανδρών τι ποιήσει». Τούτο άλλως είνε και το φυσικώτερον, διότι ανωτέρω<BR>
+λαμβάνει μέριμναν περί όλων των ανδρών. Εκ τούτου εικάζεται ότι η<BR>
+έκφρασις αυτή είνε διφορούμενη και επέχει θέσιν λογοπαιγνίου.</p>
+
+<p>{5} Παραλείπεται κατά την από σκηνής διδασκαλίαν μέχρι του μέρους όπου<BR>
+υπάρχει ο έτερος αστερίσκος.</p>
+
+<p>{6} Επειδή εκ του μέρους τούτου ελλείπουν τα χορικά δύναται ν'<BR>
+αναπληρωθή η έλλειψις διά του χορού κόρδονος εκτελουμένου υπό του<BR>
+Βλεπύρου και της Πραξαγόρας, ως εγένετο επιτυχώς κατά την α'<BR>
+παράστασιν.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ</h3>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>[Η Σκηνή παριστά πλατείαν των Αθηνών. Εισέρχεται ο Α' ΑΝΗΡ (όστις<BR>
+χάριν του ειρμού της υποθέσεως δύναται κατά την παράστασιν να ήνε<BR>
+αυτός ο ΧΡΕΜΗΣ) ακολουθούμενος υπό δύο μικρών θεραπόντων, φερόντων επ'<BR>
+ώμου διάφορα σκεύη οικιακά, τα οποία αποθέτουσι κατά γης].</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+Α' ΑΝΗΡ και ΣΙΜΩΝ, ΠΑΡΜΕΝΩΝ (βωβά πρόσωπα).</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Πρέπει να κάμω στην αρχή μικρή ετοιμασία,<BR>
+να ιδώ ποιά είν' τα σκεύη μου και η περιουσία,<BR>
+που θα φερθούν στην αγορά.</p>
+
+<p>(Σύρων πρώτον κόσκινον αλεύρου)</p>
+
+<p>Τράβα λοιπόν, προχώρει,<BR>
+ώ Κιναχύρα, ώμορφη και ζηλεμένη κόρη,<BR>
+που μέσ' στο βιος μου ήσουνα εσύ προτιμημένη·<BR>
+και που, για να κανηφορής καλοφτιασιδωμένη,<BR>
+πολλά του αλευριού σακκιά για χάρι σου αράδειασα,<BR>
+και στην κοιλιά σου τάδειασα.<BR>
+Και τώρα πού να βρίσκεται η διφροφόρος· να τη—</p>
+
+<p>(φέρει εμπρός χύτραν)</p>
+
+<p>η χύτρα. . . έλα έξω συ. . . μουντζούρα είσαι γεμάτη,<BR>
+μα το θεό, λες κ' έτυχε να βράση τη μπογιά του<BR>
+ο Λυσικράτης μέσα σου, που βάφει τα μαλλιά του.<BR>
+—Πέρνα κοντά της τώρα συ, και στάσου για στολίστρα. . .</p>
+
+<p>(αποθέτει πλησίον κάτοπτρον)</p>
+
+<p>—και φέρε και τη στάμνα συ η νεροκουβαλίστρα. . .</p>
+
+<p>(αποθέτει υδρίαν και λαμβάνει πετεινόν)</p>
+
+<p>—έλα και για κιθαρωδός η αφεντιά σου τώρα,<BR>
+που πάντοτε μ' εξύπναγες στην πρωινή την ώρα<BR>
+για να πηγαίνω στη Βουλή,<BR>
+όπως ο νόμος το καλεί.<BR>
+[Για ναν' τα Παναθήναια, όπως ο νόμος γράφει,]<BR>
+ο σκαφοφόρος νάρθη εμπρός και να κρατή τη σκάφη. . .</p>
+
+<p>(ωθεί σκάφην)</p>
+
+<p>—άλλος κεριά να φέρη. . .</p>
+
+<p>(αποθέτει κηρία)</p>
+
+<p>—και τα κλωνάρια της εληάς, οπού φορούν οι γέροι. . .</p>
+
+<p>(εξάγει τρίποδα και λήκυθον)</p>
+
+<p>—βγάλε και συ τον τρίποδα. . . τη στάμνα με τα μύρα. . .<BR>
+τσουκάλια. . . παρατσούκαλα. . . σωστή λαοπλημμύρα!..</p>
+
+<p>(Ωθεί και τα υπόλοιπα σκεύη διά του ποδός. Εισέρχεται ο Β' ΑΝΗΡ).</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+Β' ΑΝΗΡ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ (μονολογών)<BR>
+Εγώ να ρθώ στην αγορά; να δώσω εγώ το βιός μου;<BR>
+μα πρέπει νάμαι άθλιος κι' ο πειό ζουρλός του κόσμου,<BR>
+Στον Ποσειδώνα! όλ' αυτά προτού ταποφασίσω,<BR>
+θα τα σκεφθώ προτήτερα και θα τα βασανίσω,<BR>
+και της οικονομίες μου και τον δικό μου ιδρώτα<BR>
+με λόγια δεν τα δίνω εγώ ανόητα, αν πρώτα<BR>
+δεν θα πεισθώ τι εννοούν αυτές η μόδες όλες.<BR>
+Και τούτος τι ζητεί εδώ μ' αυτές της κατσαρόλες;<BR>
+—Ε, συ! μετακομίζεσαι, που τάβγαλες στη φόρα,<BR>
+ή τάχα για ενέχυρο πας να τα βάλης τώρα;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Καθόλου.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κ' η παράταξις σαν τι σημαίνει πάλι;<BR>
+μήπως για τον Ιέρωνα την έχεις το ντελάλη;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Μα το θεό, στην αγορά τα έφερα στον ώμο<BR>
+για να τα δώσω, σύμφωνα με τον καινούργιο νόμο.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Για να τα δώσης;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Βέβαια..</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Δυστυχισμένε χάχα!</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Πώς;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Πώς; και δεν το έννοιωσες;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Μα τι; δεν πρέπει τάχα<BR>
+στους νόμους να υποταχθώ;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Ποιους νόμους, δυστυχή;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Που έκαμαν παραδοχή.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Βρε, ποια παραδοχή;<BR>
+Είσαι λοιπόν τόσο κουτός;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Κουτός;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Αυτό δεν φθάνει,<BR>
+κι' απ' όλους πειό κουτότερος.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Μπα έτσι; όποιος κάνει<BR>
+το νόμιμο είνε κουτός; Εγώ νομίζω όμως,<BR>
+πως κάνει ο πειό φρόνιμος ό,τι προστάζει ο νόμος.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Ο πειό κουτός.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Δεν σκέπτεσαι και συ να καταθέσης;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Εγώ; θα επιφυλαχθώ, προτού τας διαθέσεις<BR>
+ιδώ του πλήθους.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Οχι δα, τι άλλο λες να ξέρουνε,<BR>
+παρ' ότι ετοιμάσθηκαν τα χρήματα να φέρουνε;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Αν δεν ιδούν τα μάτια μου δεν πείθομ' ό,τι νάνε.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Μα όλο τούτο σήμερα στους δρόμους κοπανάνε.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Ας λένε!</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Αλλά είπανε καθένας να μαζέψη<BR>
+το είναι του.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Ας λένε? μπα!</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Κόσμο θα καταστρέψη<BR>
+μ' αυτήν την δυσπιστία του!</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Αυτοί δεν θα πιστέψουν.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Μα να σε καταστρέψη ο Ζευς!</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Αυτοί θα καταστρέψουν<BR>
+εσένα. Κι' άνθρωπος θαρρείς που έχει τα μυαλά του<BR>
+θα φέρη και θα μοιρασθή με άλλους τα καλά του;<BR>
+Αυτό δεν ήταν έθιμο καθόλου των πατέρων μας,<BR>
+και μοναχά να παίρνουμε υπήρξε το συμφέρον μας.<BR>
+Έτσι το κάνουν κι' οι θεοί· για ιδές ταγάλματά τους<BR>
+στα χέρια· σαν ευχόμεθα να δώσουν ταγαθά τους,<BR>
+στέκουν, κι' ανάποδα κρατούν τα χέρια τους αείποτε,<BR>
+όχι να δώσουνε κι' αυτοί, αλλά ν' αρπάξουν τίποτε.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Ευλογημένε άνθρωπε! παραίτησε με τώρα<BR>
+να προετοιμασθώ κ' εγώ· και μη μου τρως την ώρα,<BR>
+να συμμαζέψω τούτα εδώ. . . Πού τώχω το λουρί;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Με τα σωστά σου θα τα πας;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Κι' αλλοιώτικα μπορεί;<BR>
+αυτούς τους δυο τους τρίποδες θα βάλω και θα φύγω.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Τι κουταμάρα! μα γιατί δεν περιμένεις λίγο,<BR>
+να ιδής το τι σκοπεύουνε να κάμουν' κ'οι άλλοι,<BR>
+όπου και τότε πάλι. . ..</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Να κάμω τι;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Περίμενε κ' εξέτασε ακόμη.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+γιατί λοιπόν;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Μωρέ κουτέ, όλοι αυτοί οι νόμοι<BR>
+της εισφοράς, πολλές φορές να μείνουν και στη μέση<BR>
+μπορούνε, αν γενή σεισμός, ή κεραυνός αν πέση<BR>
+που νάχη γούρι άσχημο, η γάττα να διαβαίνη.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ ωσεί καθ' εαυτόν<BR>
+Καλή δουλειά θα πάθαινα, αν ήτανε πιασμένη<BR>
+η αγορά, και δεν βρεθή μια θέσι να ταφήσω.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Τούτο να συλλογίζεσαι: πως θα τα πάρης πίσω·<BR>
+κι' όσο για την κατάθεσι, μπορείς, αν αγαπάς,<BR>
+και 'ς ένα μήνα να τα πας.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Και πώς;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Τούς ξέρουμε καλά· γρήγορα πέφτει ο ψήφος,<BR>
+αλλά για την εκτέλεσι πηγαίνει πάντα τζίφος!</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Μα θα τα κουβαλήσουνε, βρε φίλε μου, κι' αυτοί.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Θα κουβαλήσουν γρήγορα· ο νόμος ταπαιτεί.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Θα τον εξαναγκάσουμε αυτόν που τα κρατεί.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κι' αν ήνε οι περισσότεροι που τα κρατούνε, τι;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Πάω να δώσω· [έβγαλαν διαταγή ρητή.]</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Και αν σου τα πουλήσουν, τι;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Σκάσε! [μου ζάλισες ταυτί].</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Πολύ καλά, κι' αν σκάσω τι;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Καλά θα κάμης.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Αλλά συ, κι' αν σκάσω, θα θελήσης<BR>
+να δώσης.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Νά κ' οι γείτονες που κουβαλούν επίσης.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ (παρατηρών προς τ' αριστερά παρασκήνια)<BR>
+Ο Αντισθένης βέβαια τραβά να καταθέση ·<BR>
+θα ήταν ευκολώτερο πολύ γι' αυτόν, να χέση<BR>
+τριάντα μέρες συνεχώς κι' ακόμη πειό πολλές.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Σκασμός, μ' αυτά που λες!</p>
+
+<p>Β’ ΑΝΗΡ<BR>
+Και ο χοροδιδάσκαλος Καλλίμαχος θα φέρη<BR>
+απ' τον Καλλία πλειότερα νομίζεις να προσφέρη;<BR>
+Τι λες εκεί! ο άνθρωπος το βιος θα χάση τώρα!</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Κακά μιλείς!</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+γιατί κακά; Δεν είδες ως την ώρα<BR>
+πως όλα τα ψηφίσματα τραβούν τον ίδιο δρόμο;<BR>
+εξέχασες τι έγινε στου αλατιού το νόμο;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Α, βέβαια.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κ' εξέχασες και τάλλα τα ψηφίσματα,<BR>
+που βγήκαν για τα χάλκινα και κάλπικα νομίσματα;</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Τι λες! μ' αυτό το νόμισμα κ' εγώ εχαντακώθηκα·<BR>
+γιατί σταφύλια πούλησα και με χαλκό μπουκώθηκα,<BR>
+κ' ετράβηξα στην αγορά αλεύρι ν' αγοράσω·<BR>
+όταν, την ώρα που άνοιγα το σάκκο να το μπάσω,<BR>
+λέει ο κήρυξ: «Το χαλκό να μη παραδεχθούμε,<BR>
+κι' ασήμι μόνον του λοιπού θα μεταχειρισθούμε».</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κι' ο όρκος δεν σου αντηχεί 'ς ταυτί, που δώσαμ' όλοι,<BR>
+τα πεντακόσια τάλαντα να μαζευθούν στην πόλι<BR>
+από το τεσσαρακοστόν, κατά του Ευριπίδη<BR>
+τη γνώμη; Και ποιος έπαυσε επαίνους να του δίδη;<BR>
+Σαν εξετάσθη όμως<BR>
+κ' ευρέθη κουροφέξαλα κι' αυτός ο νέος νόμος,<BR>
+τότε τον Ευριπίδη<BR>
+τον στρώσαν στο βρισίδι.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Τώρα τα ίδια πράματα με τότε δεν υπάρχουνε·<BR>
+τότ' ήμαστε άρχοντες εμείς, τώρα γυναίκες άρχουνε.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Το κατ' εμέ, η μόνη μου γι' αυτές φροντίδα θάνε,<BR>
+μα το θεό της θάλασσας, να μη με κατουράνε!</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Τι τσαμπουνάς δεν ξέρω·</p>
+
+<p>(προς τα παιδία)</p>
+
+<p>Δος μου το ξύλο εσύ, παιδί, τα πράματα να φέρω. . .</p>
+
+<p>[Λαμβάνει το ξύλον και ετοιμάζεται ν' αναρτήση εξ αυτού τα σκεύη<BR>
+του. Εισέρχεται ο ΚΗΡΥΞ, όστις λαμβάνει θέσιν επί βάθρου τινός εις το<BR>
+μέσον της σκηνής και κηρύττει μεγαλοφώνως:]</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΞ<BR>
+Πολίται! από σήμερα στη Στρατηγό τραβάτε,<BR>
+για να σας 'πη ο κλήρος σας κ' η τύχη, που θα πάτε<BR>
+να κάτσετε<BR>
+θα βρήτε κάθε τράπεζα παντού ετοιμασμένη,<BR>
+που είνε μ' όλα ταγαθά του κόσμου φορτωμένη,<BR>
+και κάθε κλίνη με μαλλιά και τάπητες στρωμένη!<BR>
+Η μυροπώλιδες, γραμμή, κρατήρες σας γεμίζουνε<BR>
+από κρασιά· με στη φωτιά μπριζόλες τσιτσιρίζουνε,<BR>
+και περασμένοι οι λαγοί μεσ' στα σουβλιά γυρίζουνε.<BR>
+Πίττες καλοφουρνίζονται,<BR>
+τα στέφανα στολίζονται,<BR>
+στραγάλια καρβουρδίζονται!<BR>
+Όλες η κόρες η πειό νηές ψήνουν αγάλια-αγάλια<BR>
+τη φάβα στα τσουκάλια.<BR>
+Και ένας πουτανιάρης<BR>
+και πρώην καβαλλάρης<BR>
+με τη στολή του ιππικού εκεί κοντά γυρίζει,<BR>
+και διαρκώς των γυναικών τα πιάτα καθαρίζει.<BR>
+Κι' ο Γέρων, μ' ένα φόρεμα κομψό και με κατσάρι,<BR>
+μ' ένα παιδί χασκάρει,<BR>
+κ' έχει παραρριμμένα<BR>
+παπούτσια του και χλαίνα.<BR>
+Και ο ψωμάς σας καρτερεί· την ώραν σας μη χάσετε<BR>
+κ' ελάτε τα σαγόνια σας, πολίται, να γυμνάσετε!</p>
+
+<p>(Ο Κήρυξ κατέρχεται και απέρχεται δεξιόθεν)</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Σαν είνε έτσι το λοιπόν, εμένα τι με μέλει;<BR>
+τραβώ κ' εγώ για το φαΐ, η πόλις σαν το θέλη.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Αι! και για που, παρακαλώ, αφού δεν έχεις δώση;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Για το φαΐ.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Δεν θα το φας, αν έχουν νου και γνώσι,<BR>
+πριν καταθέσης βέβαια.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Πολύ καλά, τα δίνω.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Πότε λοιπόν;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Εμπόδιο μονάχος δεν θα γίνω.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Γιατί;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κι' άλλοι θ' αργήσουνε περισσότερο επίσης.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Συ όμως εν τω μεταξύ τραβάς να την γεμίσης.</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Θα πάθω τι, παρακαλώ;<BR>
+Κάθε πολίτης με μυαλό<BR>
+αρμόζει της πατρίδος του τους νόμους να κρατή.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ (ειρωνικώς)<BR>
+Χεμ! και αν σ' εμποδίσουν, τι;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Θα πάω να χωθώ κ' εγώ με κεφαλή σκυφτή.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Και αν δούλεψη ξύλο, τι;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+θα της ενάξω στον κριτή.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Και αν σε κοροϊδέψουν, τι;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Στην πόρτα θα σταθώ μπροστά. . ..</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Και τι θα κάνης δηλαδή;</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Κι' όποιος τα φαγητά βαστά<BR>
+θα τα βουτώ.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Ο υστερνός θα ήσ' όλου του κόσμου.</p>
+
+<p>(Προς τους ακολούθους του)</p>
+
+<p>Παρμένων! Σίμων! πάρετε στους ώμους σας το βιος μου.</p>
+
+<p>(Οι ακόλουθοι εκτελούσι)</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ<BR>
+Στάσου και σε βοηθώ κ' εγώ.</p>
+
+<p>Α' ΑΝΗΡ<BR>
+Συ;! κάνε τη δουλειά σου·<BR>
+γιατί φοβάμαι μην ειπής πως είνε και δικά σου,<BR>
+όταν στη στρατηγίνα μας αυτά θα καταθέσω.</p>
+
+<p>(Αναχωρεί αριστερόθεν ακολουθούμενος υπό των θεραπόντων, φερόντων τα<BR>
+σκεύη)</p>
+
+<p>Β' ΑΝΗΡ (μόνος)<BR>
+Μα το θεό, πρέπει να βρω λοιπόν κανένα μέσο,<BR>
+που κι' όσα έχω χρήματα στο σπίτι να τα κρύψω,<BR>
+χωρίς κι' απ' το κοινό φαΐ με τρόπο ν' απολείψω.<BR>
+Να μια ιδέα πουν' ορθή. Τι κάθημαι κι' αργώ;<BR>
+Εμπρός λοιπόν για το φαΐ να τηλωθώ κ' εγώ!</p>
+
+<p>(Φεύγει δεξιόθεν)</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΜΕΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ</h4>
+
+<p>
+<BR>
+(Σειρά οικίσκων μονώροφων με θύραν και παράθυρον έκαστος. Αυλητής<BR>
+ευρίσκεται εξηπλωμένος παρά το δεξιόν παρασκήνιον. Είνε νυξ.)</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+Α' ΓΡΑΥΣ (εις το προς δεξιά της σκηνής παράθυρον)<BR>
+Ακόμη πώς δεν φάνηκαν οι άνδρες; είνε ώρα·<BR>
+και περιμένω τώρα<BR>
+αργή, αφού μπλαστρώθηκα φτιασίδι όσο μπόρεσα,<BR>
+κίτρινη φούστα φόρεσα,<BR>
+και με καμώματα τρελλά κρυφό τραγούδι τραγουδώ,<BR>
+κ' είμ' έτοιμη στην αγκαλιά ν' αρπάξω όποιον άνδρα ιδώ.<BR>
+Μούσαι! ελάτε! βάλτε μου στο στόμα ένα γλυκό<BR>
+τραγούδ' Ιωνικό.</p>
+
+<p>(Άδει σιγά με κωμικά ακκίσματα.— Ταυτοχρόνως η ΝΕΑΝΙΣ εμφανίζεται εκ<BR>
+του παραθύρου της έναντι οικίας και ακροάται)</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+Α' ΓΡΑΥΣ — ΝΕΑΝΙΣ</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Κάτι προτήτερ' από με ξεμύτισες, βρε σάπια!<BR>
+εθάρρεψες κληματαριά πως θα τρυγήσης κάποια,<BR>
+την ώρα που 'λειπα εγώ, κ' εβγήκες μουρμουρίζοντας,<BR>
+ν' αρπάξης απ' την αγορά κανένανε γυρίζοντας;<BR>
+Κ' εγώ, σαν κάνης τούτο συ, θα τραγουδήσω πάλι<BR>
+απ' τη μεριά την άλλη.<BR>
+Η μέθοδος και πρόστυχη κι' αστεία νάνε πρέπει,<BR>
+μα φέρνει διασκέδασι 'ς εκείνον που τη βλέπει.</p>
+
+<p>(Διέρχεται είς γέρων. Η Α' ΓΡΑΥΣ κατ' αρχάς διατίθεται να του ομιλήση,<BR>
+αλλά βλέπουσα τούτον γέροντα συγκρατείται. Ο γέρων παρέρχεται)</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μίλα μ' αυτόν το γέρο συ, και τράβ' από δω πέρα.<BR>
+Και συ, ψυχή μου Αυλητή, να πάρης τη φλογέρα,<BR>
+κ' έλα να παίξης μουσικής κομμάτια διαλεγμένα,<BR>
+οπού να ήνε άξια για σένα και για μένα.</p>
+
+<p>(Ο Αυλητής υποκρούει διά του αυλού, η δε Γραυς απαγγέλλει καταλλήλως)</p>
+
+<p>Όποιος ποθεί<BR>
+να γλυκαθή,<BR>
+μ' εμέ ναρθή<BR>
+να κοιμηθή.—<BR>
+Η κάθε νηά δεν ξέρει<BR>
+πώς να τα καταφέρη,<BR>
+και ξέρει τα τερτίπια<BR>
+μόνο η γρηά η τρύπια —<BR>
+Ούτ' από μένα πειό καλά<BR>
+ξέρει καμμία να κολλά<BR>
+στο φίλο, που θα λαχταρά<BR>
+και θα τον σφίξη μια φορά.<BR>
+Η άλλες κάνουν και φτερά.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ (απαγγέλλουσα εκ του ετέρου παραθύρου δι' υποκρούσεως<BR>
+του αυτού αυλού)<BR>
+Παύσε, και μη ζηλεύης πειά<BR>
+την κάθε νηά, [γρηά σουπιά!]<BR>
+Γιατ' είν' εκείνη τρυφερή,<BR>
+στα δυο της μήλα δροσερή<BR>
+και στ' απαλό της το μερί.<BR>
+Μας έβγαλες τη μούρη σου και συ πασαλειμμένη,<BR>
+λες κι' [όχι αγαπητικός], μα Χάρος σε προσμένει.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ (προς την νεανίδα)<BR>
+Η τρύπα σου ξερή να μείνη!<BR>
+κι' αυτό το στρώμα και την κλίνη<BR>
+κατά το νόμο θα τα χάσης,<BR>
+αν πας με άνδρα να τη φτιάσης.<BR>
+Φείδι στην κλίνη θ' απαντήσης,<BR>
+κι' αν έχης όρεξι για τη δουλειά,<BR>
+πιάσ' το και σφίξε το στην αγκαλιά<BR>
+να το φιλήσης!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ (μετ' ειρωνικού παραπόνου.)<BR>
+Αλλοίμονο! τι θα γενώ! βαρβάτος δεν ζυγώνει,<BR>
+κ' είμ' εδώ μέσα μόνη.<BR>
+Η μάννα μου επήγε αλλού και δεν με μέλει τώρα.<BR>
+Κυρούλα! σε παρακαλώ φέρε τον _Καυλογόρα_,<BR>
+κι' ό,τι για σένα επρόσταξαν του νόμου τα γραμμένα,<BR>
+σ' ορκίζομαι πως θα γενούν καλήτερα μ' εμένα.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Για το γαμήσι το Ιωνικό<BR>
+σε γαργαλάει, δόλιο θηλυκό·<BR>
+και μάλιστα θαρρώ πως αγαπάς<BR>
+και κατά τους Λεσβίους να το πας.<BR>
+Αλλά ποτέ, ποτέ μην το πιστέψης,<BR>
+πως τη δική μου ηδονή θα κλέψης<BR>
+και δεν θα χάσω ό,τι μου γουστάρει,<BR>
+ούτε την ώρα για δική σου χάρι.</p>
+
+<p>(Παύει η υπόκρουσις του αυλού)</p>
+
+<p>Τραγούδα {7} ό,τι σούρχεται και κύττα σαν την γάττα.<BR>
+πρώτα θα πάνε στης γρηές, και ύστερα στα νηάτα.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Για να της θάψουν βέβαια.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Καινούργιο τούτο πάλι!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Καινούργια θέλει μια γρηά με τέτοιο πούχει χάλι;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Δεν είνε δα το γήρας μου που λύπη θα σου κάνη;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Τι άλλο; το φτιασίδι σου, ή μήπως το βοτάνι,<BR>
+[που βγάζει κόκκινη μπογιά η ρίζα του που στίφτεις;]</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Τι μου μιλάς;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+γιατί και συ στο παραθύρι σκύφτεις;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Εγώ; μονάχη τραγουδώ<BR>
+στον Επιγένη τον καλόν, που περιμένω νάρθη εδώ.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Ποιόν άλλο θάχης εραστή του λόγου σου και φίλο,<BR>
+που να σου πρέπη, παρ' αυτόν το Γέρο τον ψωρίλο;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Πρόσμενε! την εξήγησι ο νηός μου θα σου κάνη,<BR>
+που θάρθη γρήγορα 'ς εμέ,—<BR>
+ώστε και παρατηρεί προς τα αριστερά παρασκήνια)<BR>
+και νάτος!. . . νάτος!. . . φθάνει.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Δεν έρχετ' εδώ πέρα<BR>
+για σε, γρηά χολέρα!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Τώρα θα ιδής, χτικιάρα, συ!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Τώρα θα σ' ταποδείξω<BR>
+κ' εγώ, κ' εκείνος γρήγορα. Πηγαίνω να τανοίξω.</p>
+
+<p>(Εισέρχεται ταχέως)</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Τρέχω κ' εγώ· αυτός θαρθή μ' εμένα δίχως άλλο,<BR>
+να μάθης πως το δίκηο μου είνε το πειό μεγάλο.</p>
+
+<p>(Εισέρχεται ταχέως)</p>
+
+<p>{7} Εις το χωρίον τούτο, σκοτεινόν και ασαφές, διαφωνούσιν οι<BR>
+σχολιασταί, αποδίδοντες εις την Νεανίδα τους στίχους τούτους. Νομίζω<BR>
+ότι ορθότερον προσαρμόζονται εις το στόμα της Γραίας, διότι άλλως δεν<BR>
+εξηγείται η απάντησις της Γραίας «ούκουν εξ' εκφοράν γε» προς την<BR>
+Νεάνιδα, ενώ ανήκει μάλλον εις ταύτην, όπως εμφαίνεται εκ της λογικής<BR>
+του διαλόγου. Η δε λέξις «σαπρά» της Γραίας προς την Νεανίδα δύναται<BR>
+να θεωρηθή ως εμπαθής άνταπόδοσίς του αυτού χαρακτηρισμού, όστις<BR>
+αποδίδεται εις αυτήν εκ μέρους της Νεανίδος ανωτέρω.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΝΕΑΝΙΑΣ και μετ' ολίγον Α' ΓΡΑΥΣ και ΝΕΑΝΙΣ</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (εισέρχεται αριστερόθεν κλονούμενος εκ της μέθης με<BR>
+δάδα ανημμένην εις τας χείρας).<BR>
+Αχ! είθε να μπορέσω<BR>
+κοντά στη νηά να πέσω,<BR>
+προτού μου 'ρθούν για πλάκωμα γρηές και κουτσομύτες.<BR>
+Αυτό δεν υποφέρεται 'ς ελεύθερους πολίτες!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ (καθ' εαυτήν, εξερχόμενη εις το παράθυρον)<BR>
+Μωρέ, κ' αν τζιτζικώσης<BR>
+στο κλάψιμο,-—μα το θεό, εμένα θα πλακώσης.<BR>
+Πάει εκείνος ο καιρός της Χαριξένης, [πάει,<BR>
+που με τραγούδια ήξερε καθένας ν' αγαπάη.] -<BR>
+Χεμ! τώρα βλέπεις όμως<BR>
+δημοκρατία έχουμε και το προστάζει ο νόμος!<BR>
+Ας έμβω να κρυφθώ εδώ,<BR>
+και τι θα κάνη να το ιδώ.</p>
+
+<p>(Εισέρχεται)</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Δώστε, θεοί, την ώμορφη κοπέλλα ναύρω μόνο,<BR>
+που τόσο ρούφηξα κρασί κ' από τον πόθο λειώνω.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ (Εξέρχεται εκ του παραθύρου· καθ' εαυτήν)<BR>
+Έτσι λοιπόν! σ' εγέλασα, γρηά καταραμένη!<BR>
+Ενόμισε πως έφυγα, και μέσα τώρα μένει.</p>
+
+<p>(Προς τον Νεανίαν)</p>
+
+<p>και γι' αυτόν εγώ μιλούσα!<BR>
+Έλ', αγάπη μου, απάνω,<BR>
+και στο πλάι μου κοιμήσου,<BR>
+να γλυκάνω<BR>
+την ψυχή σου.<BR>
+Ο έρωτας με τυραννεί<BR>
+για τα ωραία σου μαλλιά,<BR>
+και έχω μια φωτιά τρανή<BR>
+που μου φαγε την αγκαλιά.<BR>
+Έρωτα! σε παρακαλώ,<BR>
+κάμε μου τούτο το καλό<BR>
+και φέρτ' τον γρήγορα ναρθή<BR>
+στο πλάι μου να κοιμηθή!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (κάτωθεν)<BR>
+Έλα κάτω!. . . έλα!. . . έλα!.<BR>
+και στην πόρτα σου να βγης,<BR>
+γιατί μούρχεται σαν τρέλλα<BR>
+και θα πέσω κατά γης.<BR>
+Θέλω, φίλη μου, απάνω<BR>
+στη γλυκειά σου αγκαλιά<BR>
+δυνατό καυγά να κάνω<BR>
+με τα δύο σου τα κωλιά!<BR>
+Ώ Αφροδίτη! αχ, γιατί,<BR>
+γιατί μ' ετρέλλανες γι' αυτή;<BR>
+Έρωτα, σε παρακαλώ,<BR>
+κάμε μου τούτο το καλό,<BR>
+και φέρ' την γρήγορα ναρθή<BR>
+στο πλάι μου να κοιμηθή!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR>
+Αυτά που άκουσες να ειπώ, δεν εξηγούν τον πόθο,<BR>
+που στην ψυχή μου νοιώθω.<BR>
+Αγαπημένο μου πουλί!<BR>
+άνοιξε, δος μου ένα φιλί,<BR>
+πονώ για σε, πονώ πολύ!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Χρυσό μου εσύ! βλαστάρι<BR>
+της Αφροδίτης! Μέλισσα της Μούσας! κάθε Χάρι<BR>
+σ' έθρεψε μ' άφθονη τροφή!<BR>
+για χάδια και φιλιά μορφή!<BR>
+άνοιξε, δος μου ένα φιλί,<BR>
+πονώ για σε, πονώ πολύ!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ (εξερχομένη της θύρας της)<BR>
+Έ, ε!. . . της πόρτες τι χτυπάς;<BR>
+εμένα τάχα αγαπάς;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ</p>
+
+<p>(φέρων την δάδα προς το πρόσωπον της Γραίας)</p>
+
+<p>Α μπα!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μα πώς; εκτύπησες για να μου 'ρθής απάνω.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Μπα! κάλλιο να πεθάνω!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Τι αγαπάς λοιπόν εσύ, κ' ήλθες 'ς αυτά τα μέρη<BR>
+με το δαδί στο χέρι;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Κάποιον βαρβάτον θέλω.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Ποιόν;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Όχι και τον _Σεγάμη_,<BR>
+που στέκεις και τον καρτερείς [ναρθή να σου την κάμη.]</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μα τη θεά! θες και δεν θες ['ς εμένα πες πως μπήκες!]</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (βραδέως και εντόνως)<BR>
+Εξήντα χρόνων δίκες<BR>
+ποτέ δεν δικασθήκανε,<BR>
+κι' όλες αναβληθήκανε·<BR>
+κ' εδικασθήκαν μόνο<BR>
+εκείνες, που δεν κλείσανε τον εικοστόν το χρόνο.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Στην εξουσία πούχατε την πρώτη, γλυκανάλατε,<BR>
+[αυτές της μόδες βγάλατε<BR>
+κι' αυτές της κουταμάρες],<BR>
+μα τώρα θα εισάγωνται μπροστά η εξηντάρες·</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Ναι, όποιος θέλει δηλαδή να πάη με την τύχη,<BR>
+όπως στα ζάρια γίνεται, ας πάρη όποια τύχη.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μα με τα ζάρια, όπως λες, δεν τρως κι' όταν πεινάς.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Δεν ξέρω τι μου τσαμπουνάς.<BR>
+Την πόρτ' αυτή κτυπώ εγώ· έτσι θαρρώ καλήτερα.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Όταν κτυπήσης δηλαδή την πόρτα μου προτήτερα.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Εγώ δεν θα κτυπήσω<BR>
+κρησάρες να ζητήσω.</p>
+
+<p>(Στρέφεται να φύγη, αλλά συλλαμβάνεται υπό της Α' Γραίας)</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ (κολακευτικώς).<BR>
+Το ξέρω συ πως μ' αγαπάς, και τώρα ίσως θ' απορής<BR>
+πούρθες στην πόρτα να με βρης.<BR>
+Έλα κοντά, και δώσε μου το στόμα το γλυκό σου.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Α μπα: φοβάμαι, μάτια μου τον αγαπητικό σου.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Ποιόν;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Α, τον ενδοξότερο απ' όλους τους ζωγράφους.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Ποιόν;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Που στολίζει τα σταμνιά που βάζουνε στους τάφους!<BR>
+Κρύψου λοιπόν να μη σε ιδή στην πόρτα, πως κατέβης</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Έννοια σου, και κατάλαβα καλά το τι γυρεύεις.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Ώ, μα τον Δία, έννοιωσα κ' εγώ πολύ καλά<BR>
+τι έχεις στα μυαλά.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα αυτόν)<BR>
+Μα τη θεά, που έτυχε 'ς εμένα να σε ρίψη,<BR>
+δεν θα σ' αφήσω.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Βρε γρηά! θαρρώ πως σούχει στρίψη!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Λέγε μου κι' άλλ' ακόμα,<BR>
+μα θα σε πάω σέρνοντας μέσ' στο δικό μου στρώμα.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (ωσεί κατ' εαυτόν)<BR>
+Κ' έπειτα αγοράζουνε<BR>
+τσιμπίδες, από τον κουβά τα κρέατα να βγάζουνε·<BR>
+δεν κατεβάζουν τη γρηά μεσ' στης [βαθειές] πηγάδες,<BR>
+ν' αρπάζη με τα κρέατα μαζύ και τους κουβάδες;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Δυστυχισμένε! σώπα πειά και μη με κοροϊδεύης.<BR>
+κ' έλα μ' εμέ ν' ανέβης!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Εγώ δεν σου χρωστώ,<BR>
+αν φόρο δεν επλήρωσες πεντακοσιοστό<BR>
+στην πόλι απ' τα χρόνια σου.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μα τη θεά! μακάρι,<BR>
+να πέφτω να γλυκαίνωμαι με κάθε παλληκάρι.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Αλλά εγώ με της γρηές αισθάνομ' αηδία,<BR>
+και δεν θα το δεχόμουνα ποτέ.</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Ώ! μα τον Δία,<BR>
+με το στανιό τον κόπο<BR>
+θα λάβης, παλληκάρι μου.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Και τάχα με ποιόν τρόπο;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Χεμ! είνε ψηφισμένα<BR>
+τα πράματα, που πρέπει συ να 'ρθής μαζύ μ' εμένα.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Και ποιο είνε το ψήφισμα; Παρακαλώ, για πε το!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Στο λέγω κι' άκουσε το!</p>
+
+<p>(πανηγυρικώς)</p>
+
+<p>«Νόμο βγάλαν η γυναίκες, όταν νηός τη νηά ποθή,<BR>
+δεν μπορεί να την πλακώση στη γρηά προτού χωθή·<BR>
+κι' αν προτήτερα δεν θέλη της γρηές να της γαμή,<BR>
+και της νηές επιθυμή,<BR>
+τότε κ' η γρηές θα βγαίνουν, και θα τρέχουν κούτσα—κούτσα,<BR>
+κι' ατιμωρητί θ' αρπάζουν καθε νηόν από την πούτσα!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Τότε Προκρούστης θα γενώ κ' εγώ, αλλοίμονό μου!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+θα πας με τη διάταξι και του δικού μας νόμου.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Κι' αν έλθη κάποιος φίλος μου, ή κάποιος συνδημότης<BR>
+και με τραβήξη από σας;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μάθε λοιπόν εν πρώτοις,<BR>
+ότι ο άνδρας σήμερα δεν θα μπορή να βγη,<BR>
+[σαν της γυναίκες μέχρι χθες] και να συναλλαγή<BR>
+μ' αξία μεγαλήτερη ενός κοιλού σιτάρι.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Κι' αν θέλη να παραιτηθή με όρκο, [λόγου χάρι,<BR>
+όπως στης δίκες γίνεται, που έχουν αδικίες;]</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Α μπα! εδώ θα λείψουνε και η στρεψοδικίες.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ-<BR>
+Θα 'πω πως είμαι έμπορος, [κι' αυτό θα είν' αιτία<BR>
+ν' απαλλαχθώ και απ' αυτή τη φοβερή θητεία.]</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Θα το πληρώσης κλαίοντας.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Και τι λοιπόν θα κάνω;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Θα ρθής να πάμ' απάνω.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Μα τι! θα 'ρθώ με το στανιό;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Θα ρθής και με τον τρόπο<BR>
+του Διομήδη [του ληστή, που άρπαζ' απ' τον τόπο<BR>
+τους άνδρες, όσους εύρισκε, και τους εκλειούσε ώρες<BR>
+να πέσουνε με το στανιό με της δικές του κόρες,<BR>
+κι' αυτές, από τη λύσσα τους, βυζαίναν τον καθένανε<BR>
+ως που τον επεθαίνανε!]</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Ε! τότε βάλε ρίγανι στο στρώμα που θα πέσης,<BR>
+τέσσαρες κληματόβεργες σπασμένες να προσθέσης,<BR>
+την κεφαλή σου δέσε,<BR>
+πάρε και στάμνες νεκρικές και γύρω γύρω θέσε,<BR>
+κι' όστρακο βάλε με νερό στην πόρτα σου [να μένη,<BR>
+να νίβετ' όποιος έρχεται από την πεθαμένη!]</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Θα μ' αγοράσης, έννοια σου, εσύ και το στεφάνι.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Μα το θεό! το κέρινο στεφάνι αν σου φθάνη,<BR>
+κι' αυτό θα ταποκτήσης·<BR>
+γιατί θαρρώ πως μόλις μπης, θα πέσης να ψοφήσης!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΣ (εξερχομένη).<BR>
+Ε! πού τον πας;</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Στο σπίτι μου· αυτός είνε για μένα.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Τάχεις, γρηά, χαμένα!<BR>
+Τέτοιος που είν' αυτός ο νηός, δεν έχει χρόνια τόσα<BR>
+να ρθή κοντά να κοιμηθή με σένα, γρηά γκιόσσα!<BR>
+δεν θάσαι πειά γυναίκα του, θα σ' έχη για μητέρα.<BR>
+Κ' έτσι αυτός ο νόμος σας αν πιάση πέρα-πέρα,<BR>
+τότε γεμάτη όλ 'η γη<BR>
+από Οιδίποδες θα βγη!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Βρε σίχαμα! όλες αυτές της κουταμάρες της πολλές<BR>
+από τη ζήλεια σου της λες!<BR>
+Μα έννοια σου! και από με θα τωύρης, κακομοίρα!</p>
+
+<p>(Απέρχεται)</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Στο Δία τον Σωτήρα,<BR>
+κορίτσι μου γλυκύτατο, κάμε μ' αυτήν τη χάρι,<BR>
+και γλύτωσέ με απ' αυτό το γέρικο κουφάρι,<BR>
+κ' εγώ, για τούτο το καλό, θα σου προσφέρω πάλι<BR>
+σε μια ολόκληρη βραδειά χάρι παχειά, μεγάλη!</p>
+
+<p>(Ενώ η Νεάνις ετοιμάζεται να σύρη τον Νεανίαν προς την θύραν της, εκ<BR>
+της πλησίον θύρας ορμά η Β' Γραυς).</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+Β' ΓΡΑΥΣ—ΝΕΑΝΙΑΣ.</p>
+
+<p>Β'ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μωρή εσύ·! που τον τραβάς αυτόν από τον δρόμο,<BR>
+και παραβαίνεις φανερά τον ψηφισμένο νόμο,<BR>
+ενώ είνε γραμμένα<BR>
+προτήτερα 'ς εμένα<BR>
+να ρθεί και να πλακώση;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Ώ! κακομοίρης που 'μουνα! πούθ' έχεις ξετρυπώση<BR>
+και μου πετάχτηκες;— κακό που να σου ρθή μεγάλο!<BR>
+Ουφ! τούτη είνε βάσανο χειρότερο απ' τάλλο!</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)<BR>
+Έλ' από δω!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (τη Νεάνιδι)<BR>
+Παρακαλώ, μικρή μου, μη μ' αφίνης,<BR>
+τον κακομοίρη, να συρθώ μέσα στα νύχια εκείνης.</p>
+
+<p>(Η νεάνις απέρχεται).</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Σε σέρνει ο νόμος, κι' όχι εγώ.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Τάχα γιατί δεν είπες<BR>
+ότι με σέρνει μια βλογιά, πώχει πληγές και τρύπες;</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Άφησε, τρυφεράδι μου, τα λόγια κ' έλ' απάνω.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Στάσου λοιπόν προτήτερα τη χρεία μου να κάνω<BR>
+να πάρω θάρρος· γιατ' αλλοιώς ο φόβος αν με κόψη<BR>
+μεσ' στη δουλειά σου, θα με ιδής με κίτρινη την όψι.</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Θάρρος και τράβα! χέζεις, να, εδώ που θα σε μπάσω,</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Φοβάμαι μήπως πλειότερα απ' ό,τι θέλω φτιάσω.<BR>
+Σου βάζω δύο εγγυητάς αξιοχρέους.</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Τι;<BR>
+Ας λείψουνε.</p>
+
+<p>(Σύρει τον Νεανίαν. Ορμά εκ της ετέρας θύρας η Γ' Γραυς)</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+Γ' ΓΡΑΥΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ</p>
+
+<p>Γ' ΓΡΑΥΣ (προς τον Νεανίαν)<BR>
+Ε! ε! πού πας του λόγου σου μ' αυτή;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Εγώ δεν πάω· σέρνομαι· όποια κι'αν ήσαι, δος μου<BR>
+βοήθεια, που ταγαθά όλα να ιδής του κόσμου,<BR>
+και μη μ' αφίνης να χαθώ [με της γρηα-φακλάνες!]</p>
+
+<p>(Βλέπων την Γ' Γραίαν εκ του πλησίον και αποχωρών μετά φρίκης)</p>
+
+<p>Ώ Ηρακλή! Διόσκουροι! Κορύβαντες και Πάνες!<BR>
+ου! τώρα μου φορτώθηκε κι' άλλο κακό μεγάλο,<BR>
+χειρότερ' από τάλλο!<BR>
+Παρακαλώ, τι είν' αυτό το πράγμα τώρα πάλι;<BR>
+Μην τύχη κ' είνε πίθηκος κ' έχει φτιασίδι βάλη;<BR>
+ή μήπως κι' αναστήθηκε<BR>
+καμμιάς γρηάς βρυκόλακας [κι' απάνω μου εχύθηκε;]</p>
+
+<p>(Γ' ΓΡΑΥΣ σύρουσα τον Νεανίαν)</p>
+
+<p>Έλα μαζύ μου απ' εδώ και μη με κοροϊδεύης.</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)<BR>
+Όχι!. . . εδώ!. . .</p>
+
+<p>Γ' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)<BR>
+[Δεν θα το φας εκείνο που γυρεύεις·]<BR>
+δεν τον αφίνω.</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)<BR>
+Ούτ' εγώ [με σε να μείνη μόνος.]</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Βρε θα με κομματιάσετε, κακός ψυχρός σας χρόνος!</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Σ' εμέ ναρθής προστάζουνε του νόμου τα γραμμένα.</p>
+
+<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Όχι κι' αν έβγη μια γρηά πειό άσχημη από σένα.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Βρε για σταθήτε: κι' αν εσείς με κάνετε κομμάτια,<BR>
+πώς θα μπορέσω πειά να ιδώ μιαν ώμορφη στα μάτια;</p>
+
+<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Κάμε καλά· μα πρώτ' αυτό θα κάνης δίχως άλλο.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Με ποιά προτήτερ' απ' της δυο τα μάτια μου θα βγάλω;</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Δεν ξέρεις; κόπιασ' από 'δω.</p>
+
+<p>(Τον σύρει)</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (δεικνύων την Γ')<BR>
+Μα ας μ' αφήσ ' η άλλη.</p>
+
+<p>Γ’ ΓΡΑΥΣ (σύρουσα αυτόν)<BR>
+Θα ΄ρθής μ' εμέ.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (δεικνύων την Β')<BR>
+Κι' αυτή εδώ που δεν μ' αφίνει πάλι;</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Ώ, μα τον Δία! τον κρατώ και δεν σου τον αφίνω.</p>
+
+<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Κ' εγώ δεν σου τον δίνω.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Τι βαρκαδόροι θάσαστε κ' οι δύο σας κακοί!</p>
+
+<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Γιατί;</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+[Τράβ' από δω η μια, κ' η άλλη από κει,|<BR>
+θα βγάζατε της πλάτες<BR>
+από τους επιβάτες.</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Τράβα μπροστά και τσιμουδιά!</p>
+
+<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μ' εμέ θα βγάλη τη βραδειά!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Α, είνε φανερό<BR>
+πως πάτε μ' ένα ψήφισμα, που βγήκ' έναν καιρό,<BR>
+[κι' αν ήσαν ένοχοι πολλοί για έγκλημα μεγάλο,<BR>
+έκαναν δίκες χωριστά ο ένας απ' τον άλλο].<BR>
+Πρέπει λοιπόν ως τόσο<BR>
+να χωρισθώ κ' εγώ στα δυο, της δυο σας να πλακώσω;<BR>
+Πώς θα τραβήξω δυο κουπιά λοιπόν και για της δύο;</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Φάε μια χύτρ' από βορβούς και θα γενής θηρίο.</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Αλλοίμονό μου ο δύστυχος! τράβα και τράβα, να με<BR>
+κοντά στην πόρτα μ' έφερε!</p>
+
+<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Δεν μου γλυτώνεις· πάμε<BR>
+να κυλισθώ με σένα!</p>
+
+<p>(Τον σύρει προς την θύραν της)</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR>
+Απ' το να σ' εύρουν δυο κακά, κάλλιο να σ' εύρη ένα!</p>
+
+<p>(Η Β' Γραυς αποσύρεται μαινόμενη εις τον οίκον της)</p>
+
+<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR>
+Μα την Εκάτη! τώρα πειά ['ς εμένα θα κολλήσης,]<BR>
+θελήσης, δεν θελήσης!</p>
+
+<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (εκ της θύρας της Γ')<BR>
+Τι συφορά που μ' εύρηκε! Να πέφτω νύχτα-μέρα<BR>
+κ' ένα ψοφήμι να γαμώ και μια σκουληκαντέρα!<BR>
+Κι' όταν γλυτώσω μια φορά ως τόσο από κείνη,<BR>
+θα μ' εύρη κι' άλλη Φρύνη<BR>
+[να μου ριχτή με νάζα,]<BR>
+που θάνε τα σαγόνια της από φτιασίδι βάζα!<BR>
+Δεν είμαι άτυχος λοιπόν;—στον Δία τον Σωτήρα!<BR>
+δεν είμαι άνδρας δυστυχής; κακήν δεν έχω μοίρα,<BR>
+να ταξιδέψω σήμερα<BR>
+με δυο θεριά ανήμερα;<BR>
+Αν πάθω στο ταξίδι μου φουρτούνες και τρομάρες,<BR>
+πλέοντας κάτω απ' αυτές, της καραπουτανάρες,<BR>
+θάφτε μ' απ' όλους χωριστά<BR>
+στην πόρτα που θα μπω μπροστά,<BR>
+και πιάστε ζωντανή κι' αυτή<BR>
+με πίσσ' αλείφτε τη καυτή,<BR>
+κατόπι ν' αναλύσετε<BR>
+μολύβι, και στα πόδια της τριγύρω να το χύσετε,<BR>
+και στήστε τη μου ύστερα στον τάφο μου, τη λάμνα,<BR>
+για νεκρική μου στάμνα!</p>
+
+<p>(Απορρίπτει τον στέφανον εκ της κεφαλής και εισέχεται, συρόμενος υπό<BR>
+της Γ' εις τον οίκον της).</p>
+
+<p>(Εισέρχεται ΧΟΡΟΣ γυναικών και νεανίδων).</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡΟΣ - ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ και έπειτα</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ</p>
+
+<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR>
+Τι ευτυχής πούν' ο λαός! και εγώ η δούλα η καλή,<BR>
+και η κυρά μου πειό πολύ!<BR>
+Κι' όλες εσείς, που κάθε μια μπροστά στην πόρτα μένει,<BR>
+κι' ο δήμος και οι γείτονες, κι' αυτοί ευτυχισμένοι.<BR>
+Μα το θεό; είμαι κ' εγώ μια δούλα, κι' όμως πήρα<BR>
+κ' έβαλα στο κεφάλι μου τα πειό ωραία μύρα.<BR>
+Κι' απ' όλα τα μυρουδικά της Θάσου είνε χίλιες<BR>
+φορές πειό εκλεκτότερα, που τάχουν στης μποτίλλιες<BR>
+κ' η μυρουδιά μοσχοβολεί<BR>
+πολύν καιρόν στην κεφαλή,<BR>
+μα τάλλα όμως χάνουνε το μύρο τους ταχύτερα.<BR>
+Θεοί μου! είνε πειό καλά, πολύ, πολύ καλήτερα.<BR>
+—Κέρασε άδολο κρασί! και ευφροσύνη θάχης<BR>
+τη νύχτα που θα ψάχης<BR>
+για να διαλέξης ό,τι βρης οσμή γλυκειά να χύνη.<BR>
+— Αλλά τι νάχη γίνη,<BR>
+γυναίκες, ο αφέντης μου, που έχει την κυρά μου;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ώ, θα τον εύρης εύκολα· περίμεν' αυτού χάμου.</p>
+
+<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR>
+Μάλιστα· να τος! τώβαλε κ' εκείνος για το γλέντι.</p>
+
+<p>(εισέρχεται ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ, όστις χάριν του κωμικού ειρμού δύναται να ήνε<BR>
+αυτός ο ΒΛΕΠΥΡΟΣ]</p>
+
+<p>— Ώ τρισευτυχισμένε μου, μακάριε μου αφέντη!</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Εγώ;</p>
+
+<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR>
+Αμ βέβαια εσύ, όσο κανένας άλλος,<BR>
+μα τους θεούς! ποιος ευτυχής θα ήταν πειό μεγάλος<BR>
+από την ευγενεία σου, που σες ψυχές τριάντα<BR>
+χιλιάδες και περσσότερες, δεν έφαγες στην μπάντα;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Ευτυχισμένος άνθρωπος, [απ' το φαΐ στον ύπνο.]</p>
+
+<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR>
+Και τώρα για πού τώβαλες, αφέντη;</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Για το δείπνο.</p>
+
+<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR>
+Μα τη θεά, ο έσχατος απ' όλους πας ως τόσο.<BR>
+Με πρόσταξ' η γυναίκα σου να 'ρθω να σε τσακώσω,<BR>
+και με της κόρες τούτες 'δω να 'ρθης εκεί και συ.<BR>
+Περσσεύει χιώτικο κρασί<BR>
+και όλα ταγαθά της γης·<BR>
+έλα λοιπόν και μην αργής.</p>
+
+<p>[προς το κοινόν]</p>
+
+<p>— Και ο καθένας θεατής,<BR>
+που θάχη ευχαρίστησι, κι' ο κάθε μας κριτής,<BR>
+αν ίσως δεν φρονή αλλοιώς, εκεί μ' εμάς ας πάνε,<BR>
+κι' απ' όλα θα τους δώσουμε [να κάτσουν και να φάνε!]</p>
+
+<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR>
+Χεμ! τότε πες τα νακουσθούν απ'όλους· κ' ελευθέρως<BR>
+κάλεσε όπου νηός βρεθή, μικρό παιδί και γέρος·<BR>
+κανένα μην αφήσης·<BR>
+και όποιον απαντήσης<BR>
+τραβώντας για το σπίτι σου, πες του καλά ν' ακούση,<BR>
+πως περιμένει έτοιμο για όλους το τσιμπούσι!</p>
+
+<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR>
+Εγώ εκεί πηγαίνω<BR>
+κρατώντας τούτο το δαδί, που βλέπεις, αναμμένο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Τι χάνεις τόσες ώρες,<BR>
+και δεν τραβάς εκεί και συ μαζύ μ' αυτές της κόρες;<BR>
+Κ' ενόσω συ θα προχωρής [στο γλέντι το μεγάλο,]<BR>
+τραγούδι για την όρεξι θ' ακούσης να σου ψάλλω.</p>
+
+<p>(Η Κορυφαία του Χορού κάμνει _Παράβασιν_ προς το κοινόν)</p>
+
+<p>Τώρα λίγο θα θελήσω<BR>
+στους κριτάς μου να μιλήσω.<BR>
+Οι σοφοί, απ' τη σοφία ας με κρίνουν στην εντέλεια,<BR>
+κι' όσοι θέλουν να γελάνε, ας με κρίνουν απ' τα γέλια·<BR>
+κ' έτσι όλοι θάχουν ίση<BR>
+τη μερίδα τους στην κρίσι.<BR>
+Και ο κλήρος πούχει πέση,<BR>
+[και εις το δικό μου έργο έδωκε την πρώτη θέσι,<BR>
+όταν με σειρά θα 'ρθουν<BR>
+και τα άλλα να κριθούν,]<BR>
+ας μην ήν' αιτία πάλι<BR>
+να ξεχάσετ' όσα είπα απ' τη μια στιγμή στην άλλη,<BR>
+μα, συμφώνως με τον όρκο, ο καθένας σας ας κρίνη<BR>
+τους χορούς, και ό,τι είπα μεσ' στη μνήμη σας να μείνη,-<BR>
+κι' όχι σαν κακές πουτάνες, όπου άλλο δεν θυμούνται,<BR>
+παρά μοναχά εκείνους, όπου πέφτουν και κοιμούνται!<BR>
+— Πάμε, φιλαινάδες, τώρα,<BR>
+ας τραβάμε για το δείπνο να μη χάνουμε την ώρα.<BR>
+Και τα δυο σου πόδια κίνει<BR>
+με το κρητικό το βήμα.</p>
+
+<p>ΗΜΙΧΟΡΟΣ<BR>
+Όπως είπες και θα γίνη.</p>
+
+<p>
+ΧΟΡΟΣ<BR>
+Και η λεπτοκαμωμένες με τα σκέλια σας κρατείτε<BR>
+το ρυθμό, — κ' εκεί θα βρήτε<BR>
+μπαρμπουνοσελαχορτικο-<BR>
+μπριζολογαλεογλυκο-<BR>
+μελιτοπασσαλειμμένο-<BR>
+κοκκοροκοττοψημένο-<BR>
+λαγοτσιχλοκατσουλιερο-<BR>
+φαβοφασσοπεριστερο-<BR>
+φασουλοκοτσυφοτρυγον-<BR>
+επιτατραγανοπτερύγων!<BR>
+Συ που ακούς αυτά τα λόγια, πάρε γρήγορα το πιάτο<BR>
+κ' ένα ώμορφο ποτήρι,<BR>
+για να φας στο πανηγύρι<BR>
+όπου γίνετ' εκεί κάτω,—</p>
+
+<p>ΗΜΙΧΟΡΟΣ<BR>
+που τα κρέατα, σαν λύκοι<BR>
+πεινασμένοι, θα τραβάν'.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<BR>
+Σηκωθήτ' απάνω!. . . Νίκη!. . .<BR>
+Στο φαΐ!. . . Ευοί!. . . ευάν!. . .</p>
+
+<p>
+<BR><b>
+ΤΕΛΟΣ</b></p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξε ένας<BR>
+σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά<BR>
+στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία,<BR>
+φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε<BR>
+δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,<BR>
+στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο.<BR>
+Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο<BR>
+Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο<BR>
+Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα,<BR>
+στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,<BR>
+Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη,<BR>
+Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,<BR>
+Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου<BR>
+τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην<BR>
+Ελλάδα.<BR>
+Αι εκκλησιάζουσαι γελοιοποιούν την περί γυναικείας ελευθερίας<BR>
+ιδεολογίαν και ιδίως τας περί κοινογαμίας και κοινοκτημοσήνης τότε<BR>
+αναφυείσας θεωρίας.</p>
+
+<p>ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ<BR>
+ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.<BR>
+ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506<BR>
+ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p></p>
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Ecclesiazusae, by Aristophanes
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ECCLESIAZUSAE ***
+
+***** This file should be named 27429-h.htm or 27429-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/7/4/2/27429/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</BODY>
+</HTML>
+