diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:34:54 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:34:54 -0700 |
| commit | d6c1f10b99e666a3d50a9994eb62bd62f5331634 (patch) | |
| tree | 766fbdfef7dede93d92e5942e9acfd6d5a971755 /27429-h | |
Diffstat (limited to '27429-h')
| -rw-r--r-- | 27429-h/27429-h.htm | 3592 |
1 files changed, 3592 insertions, 0 deletions
diff --git a/27429-h/27429-h.htm b/27429-h/27429-h.htm new file mode 100644 index 0000000..2ced11c --- /dev/null +++ b/27429-h/27429-h.htm @@ -0,0 +1,3592 @@ +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.01 Transitional//EN"> +<HTML> +<HEAD> +<META HTTP-EQUIV="Content-Type" CONTENT="text/html; charset=utf-8"> +<META NAME="generator" CONTENT="NoteTab Light"> +<TITLE>Εκκλησιάζουσαι</TITLE> +</HEAD> +<BODY> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Ecclesiazusae, by Aristophanes + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Ecclesiazusae + Assemblywomen (alternate title) + +Author: Aristophanes + +Release Date: March 12, 2012 [EBook #27429] +First Posted: December 6, 2008 +Last Updated: November 12, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ECCLESIAZUSAE *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + + +</pre> + + +<p> +</p> + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<BR> +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<h2 style="margin-top: 3em">ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ</h2> + +<h2 style="margin-top: 3em">ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΑΙ</h2> + +<h3 style="margin-top: 3em"> +ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΜΜΕΤΡΟΣ<BR> +ΠΟΛ. Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ<BR> +(POL ARCAS)</h3> + +<p> +</p> + +<p>ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<BR> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ<BR> +1910<BR> + + + +Δ Η Λ Ω Σ I Σ</p> + + + +<p>Απαγορεύεται η από σκηνής διδασκαλία των υπ' εμού παραφρασθεισών<BR> +κωμωδιών του Αριστοφάνους, άνευ της εγγράφου αδείας μου, συμφώνως προς<BR> +τον νόμον ΓΥΠΓ' (υπ' αριθ. 3483 της 11 Δεκεμβρίου 1909.</p> + +<p>ΠΟΛ. Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ</p> + +<p> +</p> + +<p>Το έργον τούτο αποτελεί ειδικώς σάτυραν της αθηναϊκής Βουλής και της<BR> +πολιτικής διοικήσεως εν Αθήναις, παριστών τας γυναίκας ως<BR> +αναλαμβανούσας την διοίκησιν των κοινών προς επανόρθωσιν των κακών<BR> +κειμένων. Σατυρίζεται ταυτοχρόνως η πλατωνική πολιτεία και αι περί<BR> +κοινογαμίας και κοινοκτημοσύνης θεωρίαι.</p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3> + +<p> +</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ γυνή Αθηναία<BR> +ΜΕΡΙΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ (Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, θ, I, κλπ.)<BR> +ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ<BR> +ΒΛΕΠΥΡΟΣ σύζυγος της Πραξαγόρας<BR> +ΑΝΗΡ [ΓΕΙΤΩΝ] (του Βλεπύρου)<BR> +ΧΡΕΜΗΣ πολίτης Αθηναίος<BR> +Ο ΚΑΤΑΘΕΙΣ (ΑΝΗΡ Α')<BR> +Ο ΜΗ ΚΑΤΑΘΕΙΣ (ΑΝΗΡ Β')<BR> +ΚΗΡΥΞ<BR> +ΜΕΡΙΚΑΙ ΓΡΑΙΑΙ (Α', Β', Γ')<BR> +ΝΕΑΝΙΣ<BR> +ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ (του Βλεπύρου)<BR> +ΔΕΣΠΟΤΗΣ (όστις δύναται να ήνε και ο Βλέπυρος)<BR> +ΠΡΟΣΩΠΑ ΒΩΒΑ<BR> +ΣΙΜΩΝ & ΠΑΡΜΕΝΩΝ κομίζοντες τα σκεύη του Καταθέντος. (Μέρος Β')<BR> +ΑΥΛΗΤΗΣ (Μέρος Δ')<BR> +ΓΕΡΩΝ διαβάτης (Μέρος Δ').</p> + +<p>[Η παράφρασις αύτη των «Εκκλησιαζουσών» εδιδάχθη το πρώτον εις το<BR> +θέατρον της «Νέας Σκηνής» την 11 Αυγούστου 1904].</p> + +<p> +</p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ<BR> +"ΕΚΚΔΗΣΙΑΖΟΥΣΑΙ"</p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p>[Η σκηνή παριστά οδόν απόκεντρον και σκοτεινήν. Οικίαι τινές χαμηλαί<BR> +φαίνονται κατά σειράν, εξ απόψεως δε η Ακρόπολις μετά του Παρθενώνος.<BR> +Είνε νυξ].</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ εξέρχεται μετά προφυλάξεως εκ της οικίας της, κρατούσα<BR> +λύχνον ανημμένον, τον οποίον τοποθετεί επί τινος λίθου και ομιλεί προς<BR> +αυτόν: {1}</p> + +<p>Ώ φως λαμπρό του λύχνου μου! — που στον τροχό τον πλάσανε,<BR> +και ύστερα ψηλά ψηλά στο σπίτι τον κρεμάσανε!<BR> +Λύχνε, θα ειπώ την τύχη σου και την καταγωγή:<BR> +Βγαλμένος από τον τροχό, που ζύμωσε τη γη,<BR> +χύνεις αχτίνες λαμπερές, κ' η [λαδερή σου] μύτη<BR> +λαβαίνει όλες της τιμές του Ήλιου μέσ' στο σπίτι.<BR> +Λοιπόν το φως σου χύνε<BR> +'ς ό,τι μαζύ σου είνε.<BR> +Τα μυστικά μας έχουμε και όλα τα κρυμμένα<BR> +'ς εσέ φανερωμένα,—<BR> +γιατί ποτέ δεν κρύψαμε απ' το δικό σου μάτι<BR> +της στάσεις, που λαβαίνουμε απάνω στο κρεββάτι,<BR> +ούτε μπορέσαμε ποτέ μέσ' στα κρυφά μας δώματα,<BR> +να κρύψουμ' από το μάτι σου τα ντούρα μας τα σώματα,<BR> +και κάθε μας κρυφή μεριά φωτίζεις μοναχός σου,<BR> +και όπου τρίχες μας ανθούν, γυαλοκοπούν στο φως σου.<BR> +Κι' όταν, από τους άνδρες μας κρυφά, στης αποθήκες<BR> +πάμε για φρούτα και κρασί, πάντα μπροστά μας βγήκες,<BR> +και μολονότι εγκληματείς μαζύ μας τόσους χρόνους,<BR> +ποτέ δεν το μαρτύρησες, λυχνάρι, στους γειτόνους!<BR> +Γι' αυτό θα μάθης σήμερα, [αγαπητό καντήλι μου],<BR> +ό,τι εσυμφωνήσαμε εγώ και κάθε φίλη μου<BR> +στων Σκίρων την πανήγυρι. . . Μα [βλέπω ερημιά],<BR> +κι' απ' όσες καρτερώ ναρθούν, δεν φαίνεται καμμιά. . .<BR> +Κοντεύει όμως η αυγή,<BR> +και είνε χρέος η Βουλή πρωί πρωί να βγη. . .<BR> +Και πρέπει να προφθάσουμε<BR> +της έδρες τους να πιάσουμε,<BR> +—που κάποτ' ο Φυρόμαχος είπε γι' αυτές, πως «πρέπει<BR> +η πόρνες όταν κάθωνται κανείς να μη της βλέπη».<BR> +Τι να συμβαίνη άρα γε; μήπως δεν είχαν έννοια<BR> +να ράψουνε τα γένεια,<BR> +που είπαμε να φέρνουμε, ή μήπως δεν μπορούνε<BR> +να κλέψουν τα φορέματα, που οι άνδρες τους φορούνε;<BR> +Μα βλέπω ένα φως εκεί που φθάνει γάλι-γάλι·<BR> +μήπως είν' άνδρας πούρχεται; εγώ το στρίβω πάλι.</p> + +<p>(Διατίθεται να παραλάβη τον λύχνον και να φύγη. Εισέρχεται αριστερόθεν<BR> +η Α' ΓΥΝΗ φέρουσα λύχνον, περιβολήν ανδρικήν ανά χείρας μετά πλαστής<BR> +γενειάδα και βακτηρίαν).</p> + +<p>{1} Ο μονόλογος ούτος της Πραξαγόρας πρέπει ν' απαγγέλληται υπό του<BR> +ηθοποιού όσον οίον τι πομπωδώς, διότι διά τούτου παρωδεί και σατιρίζει<BR> +ο Αριστοφάνης το ύφος των τραγικών ποιητών.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<BR> +ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ και κατά μικρόν αι ΓΥΝΑΙΚΕΣ Α', Β', Γ, Δ'. κλπ.</p> + +<p>Α' ΓΥΝΗ<BR> +Ε! ώρα να τραβήξουμε λοιπόν για τη Βουλή·<BR> +τώρα για δεύτερη φορά ο πετεινός λαλεί.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Εγώ σας καρτερούσα,<BR> +κι' ολονυχτής τα μάτια μου να κλείνω δεν μπορούσα.<BR> +Α, στάσου τώρα μια στιγμή για να ειδοποιήσω<BR> +και τη γειτόνισσ' από δω, και να της γρατσουνίσω<BR> +την πόρτα με το νύχι μου, κ' εκείνη να το στρίψη,<BR> +χωρίς να νοιώση ο άνδρας της τη νύχτα πως θα λείψη.</p> + +<p>(Εκτελεί. Μετά στιγμήν ανοίγεται η θύρα και εξέρχεται μετά προφυλάξεως<BR> +η Β' ΓΥΝΗ κρατούσα γένεια, ράβδον, ενδύματα και υποδήματα ανδρικά εις<BR> +τας χείρας).</p> + +<p>Β' ΓΥΝΗ<BR> +Την ώρα όπου σ' άκουσα να γρατσουνάς τη θύρα<BR> +φορούσα τα παπούτσια μου· γιατί αυτός που πήρα,<BR> +[και είνε Σαλαμίνιος ο άνδρας μου], φιλτάτη,<BR> +γερό κουπί μου τράβαγε τη νύχτα στο κρεββάτι.<BR> +[Έτσι δεν ήταν δυνατό να κοιμηθώ σιμά του],<BR> +και τώρα μόλις βούτηξα κι' αυτό το φόρεμά του.</p> + +<p>Α' ΓΥΝΗ<BR> +Να, τώρα βλέπω πούρχεται εδώ κ' η Κλειναρέτη,<BR> +και η Σωστράτη. . . έρχεται μαζύ κ' η Φιλαινέτη. . .</p> + +<p>(Καταφθάνουσι βαθμηδόν πολλαί ΓΥΝΑΙΚΕΣ ομού, φέρουσαι ανά χείρας<BR> +ενδύματα ανδρών).</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ ερχόμενη προς αυτάς:<BR> +Ελάτε γρήγορα και σεις, γιατί ωρκίσθ' η Γλύκη<BR> +πως όποια θάρθη υστερνή θα φάη καταδίκη,<BR> +[και φοβερή αλήθεια],<BR> +τρεις μπότσες άδολο κρασί, κ' ένα σταμνί ρεβίθια.</p> + +<p>Α' ΓΥΝΗ<BR> +Να και του Σμικυθίωνος η Μελιστίχη πάλι,<BR> +που της αρβύλες της πλατειές τανδρός της έχει βάλη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Θαρρώ πως είνε μόνη αυτή, που ησυχία βρήκε<BR> +τη νύχτ' από τον άνδρα της, και τώσκασε και βγήκε.</p> + +<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR> +Καλέ δεν βλέπετ' από κει κι' αυτή τη Γευσιστράτη<BR> +του ταβερνιάρη, που 'ρχεται μ' ένα κερί τρεχάτη;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Να κ' η Φιλοδωρήταινα. . . να και η Χαιρητάδη. . .<BR> +Ου!. . . βλέπω κι' άλλες πού 'ρχονται, ολόκληρο κοπάδι·<BR> +όλο το άνθος δηλαδή της πόλεως.</p> + +<p>(Εισέρχεται πλήθος γυναικών, αι οποίαι, σχηματίζουσιν εκατέρωθεν τα<BR> +δύο τμήματα του χορού).</p> + +<p>Γ’ ΓΥΝΗ ερχομένη ταχέως<BR> +Ουφ! πόσο,<BR> +φιλτάτη, εκοπίασα, ως πού να ξετρυπώσω!<BR> +γιατί έφαγεν ο άνδρας μου όσες σαρδέλλες είχα<BR> +το βράδυ, και μου πνίγηκε τη νύχτ' από το βήχα.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Καθήστε, τώρα πούσθ' εδώ,<BR> +να σας ρωτήσω και να ιδώ<BR> +αν ίσως κ' εκτελέσατε τα προμελετημένα<BR> +στων Σκίρων την πανηγύρι.</p> + +<p>Δ’ ΓΥΝΗ<BR> +Α, όσο δα για μένα,<BR> +έχω στης αμασχάλες<BR> +και από δάσος πειό πυκνές της τρίχες και μεγάλες,<BR> +κατά τη συμφωνία μας. Έκαμα κι' άλλο ακόμα·<BR> +όταν επήγε ο άνδρας μου στην αγορά, το σώμα<BR> +πασάλειψα, και στάθηκα στον ήλιον όλη μέρα.</p> + +<p>Ε’ ΓΥΝΗ<BR> +Μα το ξυράφι πέταξα από το σπίτι πέρα,<BR> +και τρίχες άφησα κ' εγώ στο σώμα μου να βγάζω,<BR> +που, όσο είνε δυνατό, γυναίκα να μη μοιάζω.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Έχετε και τα γένεια σας, που όταν θα μπορέσουμε<BR> +να συναχθούμε, είπαμε πως όλες θα φορέσουμε;</p> + +<p>Δ’ ΓΥΝΗ<BR> +Ωραία γένεια έφτιασα κ' εγώ, μα την Εκάτη!</p> + +<p>Ε’ ΓΥΝΗ<BR> +Κ' εγώ πολύ καλήτερα κι' από του Επικράτη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Και σεις τι λέτε;</p> + +<p>Δ’ ΓΥΝΗ<BR> +Σύμφωνες, και με την ίδια γνώμη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Βλέπω λοιπόν πως κάματε και όλα τάλλ' ακόμη,<BR> +κ' επήρατ', όπως είπαμε, Λακωνικές κουντούρες,<BR> +και ανδρικά φορέματα, και ανδρικές μαγκούρες.</p> + +<p>Ζ’ ΓΥΝΗ<BR> +Κ' εγώ επήρα μία<BR> +απ' τον ξυλοκουβαλητή εκείνον το Λαμία<BR> +την ώραν που κοιμώτανε.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Φαίνετ' αυτή τον κάνει<BR> +που, όταν τη φορτώνεται στους ώμους, όλο κλάνει.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Μα το θεό! αν έφερνε του Άργου το τομάρι<BR> +πούχε τα μάτια τα πολλά, μπορούσε να την πάρη<BR> +κι' όλον να βγάλη στη βοσκή τον Δήμον Αθηναίων!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Ελάτε, τι θα κάνουμε να πούμε τώρα πλέον,<BR> +όσο ταστέρια φαίνονται στον ουρανό να λάμπουν.<BR> +Γιατ' η Βουλή, όπου εμείς κ' η φίλες όλες θα 'μπουν,<BR> +πρέπει να γίνη το πρωί.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Α, ώστε, μα τον Δία,<BR> +τας θέσεις μας θα πάρουμε μπροστά στα Πρυτανεία,<BR> +κάτ' απ' το βράχο της Πνυκός.</p> + +<p>Η ΓΥΝΗ εισέρχεται κρατούσα ηλακάτην και νήθουσα μαλλίον.</p> + +<p>Την ώρα να μη χάνω,<BR> +πήρα και τούτα τα μαλλιά μέσ' στη Βουλή να ξάνω.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ εν οργή.<BR> +Γεμάτη νάνε η Βουλή και λόγου της να ξαίνη;!<BR> +— τι λες, δυστυχισμένη;</p> + +<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR> +Βέβαια, μα την Άρτεμι! μαζύ μ' αυτή πηγαίνω·<BR> +και τάχα τι χειρότερα θ' ακούσω κι'αν θα ξαίνω;<BR> +Είν' τα παιδάκια μου γυμνά.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Κατάλαβες τι κάνεις,<BR> +να πας και συ να ξάνης<BR> +την ώρα, που δεν πρέπει<BR> +κανένας ίχνος γυναικός απάνω μας να βλέπη;<BR> +Καλά θα την παθαίναμε αν έβγαινε καμμιά,<BR> +κι' αδρασκελώντας τα σκαμνιά<BR> +τη φούστα της ν' ανοίξη,<BR> +και στη γεμάτη τη Βουλή το πράμα της να δείξη.<BR> +Αν όμως πάμε πειό μπροστά της θέσεις μας να πιάσουμε,<BR> +χωμένες μέσ' τα ρούχα τους, όλους θα τους γελάσουμε.<BR> +Κ' εκεί που θα καθίσουμε<BR> +και γένεια θα κολλήσουμε,<BR> +ποιός δεν θα πη πως είμαστε σαν άνδρες στην αράδα;<BR> +Κι' ο στρατηγός Αγύρριος, πούχε τη γενειάδα<BR> +του Πρόνομου, εκρύφτηκε το ίδιο και καλήτερα·<BR> +κι' όμως γυναίκα ήτανε και λόγου του προτήτερα!<BR> +Και τι μεγάλα πράματα κάνει στην πόλι τώρα!<BR> +Έτσι λοιπόν θα κάνουμε κ' εμείς καλό στη χώρα<BR> +απ' αύριο, η τόλμη μας αν πάη κατ' ευχή,<BR> +και πάρουμε στα χέρια μας του τόπου την αρχή·<BR> +γιατί, καθώς τον φτιάνουμε αυτόν τον τόπο πειά,<BR> +ούτε πανιά τον παν εμπρός, μα ούτε και κουπιά!</p> + +<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR> +Μα το γυναικοπάζαρο πώς θα μπορέση πάλι<BR> +και ρήτορες να βγάλη!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Και στης γυναίκες ρήτορες μπορεί κανείς να βρίσκη.<BR> +Λένε πως και οι πούστηδες εκείν' οι νεανίσκοι<BR> +βγαίνουνε όλοι ρήτορες κι' από τους εκλεκτούς.<BR> +Μήπως κ ' εμείς δεν κάνουμε ίδια δουλειά μ' αυτούς;</p> + +<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR> +Δεν ξέρω η κακομοίρα·<BR> +μα γίνονται πολλά κακά εκεί που λείπ' η πείρα.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Γι' αυτό κ' εμαζευθήκαμε λοιπόν 'ς αυτόν τον τόπο,<BR> +για να προμελετήσουμε, γειτόνισσες, τον τρόπο.<BR> +Κάμετε γρήγορα λοιπόν τα γένεια να κολλήσετε,<BR> +όσες εσχεδιάσατε πως πρέπει να μιλήσετε.</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ (προς την Η' Γυναίκα).<BR> +Κουτή, και ποια είν' από μας, όπου δεν έχει γλώσσα<BR> +που να μην κόβη τόσα;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Βάλτε τα γένεια κάθε μια, την ώρα της μη χάνη,<BR> +κι' ας γίνη άνδρας· εγώ δε θα βάλω το στεφάνι,<BR> +και γένεια θα κολλήσω<BR> +αν ίσως και μου κατεβή μπροστά σας να μιλήσω.</p> + +<p>(Εκτελούν όλαι).</p> + +<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR> +Γλυκειά μου Πραξαγόρα,<BR> +σκέψου, καϋμένη, τώρα—<BR> +αστεία κάπως φαίνεται η γενειάδ' αυτή.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Αστεία; και γιατί;</p> + +<p>Β’ ΓΥΝΗ (εφαρμόζουσα την γενειάδα).<BR> +Μα έτσι, με τα γένεια μας και σαγονοδεμένες,<BR> +μοιάζουμε όλες με σουπιές απ' τη φωτιά καϋμένες.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ (λαμβάνουσα ύφος κωμικώς σοβαρόν).<BR> +Ο υπηρέτης του βωμού τη γάττ' ας τριγυρίση<BR> +κι' ας έβγη με το αίμα της της έδρες να ραντίση.<BR> +Ε! Αριφράδη! σώπασε! — Και λόγο ποιός θα βγάλη;</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR> +Εγώ.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Λαμπρά! να στέφανος, και βάλ' τον στο κεφάλι</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ εκτελούσα.<BR> +Να με λοιπόν!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Έ, μίλησε!</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR> +Έτσι το λες εσύ;<BR> +Πως θα μιλήσω δηλαδή προτού να πιω κρασί;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Για ιδές· κρασί θέλει να πιή!</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR> +Και βέβαια· γιατί<BR> +φορώ στεφάνι, βρε κουτή;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Φύγε από 'δω εσύ, τρελλή!<BR> +γιατί τα ίδια, φαίνεται, θα φτιάσης στη Βουλή.</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR> +Γιατί, παρακαλώ; γιατί;<BR> +δεν πίνουν στη Βουλή κι' αυτοί;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Είσαι βεβαία; πίνουνε μέσ' στη Βουλή που πάνε;</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR> +Κι' απ' το καλήτερο κρασί, μα τη θεά, ρουφάνε·<BR> +γι' αυτό κ' η κάθ' απόφασι, που απ' τη Βουλή μας βγαίνει<BR> +όταν μεθούν, είνε κι' αυτή σαν τούτους μεθυσμένη.<BR> +Ώ, μα τον Δία το θεό,<BR> +ρουφάνε, σου το βεβαιώ.<BR> +Και ποιά θα ήταν αφορμή τέτοια κακά να γίνουνε,<BR> +αν ίσως στη Βουλή κρασί δεν βρίσκανε να πίνουνε;<BR> +Μα μεθυσμένοι κάθονται και βρίζονται και βρίζουνε,<BR> +και οι τοξόται [μπαίνουνε στη μέση και χωρίζουνε,<BR> +και σπρώχνονται και σπρώχνουνε]<BR> +και τους μπεκρήδες διώχνουνε!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Τράβα και κάτσε κάτω συ! Είσαι κολοκυθένια!</p> + +<p>Θ' ΓΥΝΗ<BR> +Μα το θεό, το ήθελα να μείνω δίχως γένεια,<BR> +γιατί θα σκάσω απ' του κρασιού τη δίψα τη μεγάλη.</p> + +<p>(αποσύρεται)</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Ε! μήπως έχει όρεξι να ρητορέψη άλλη;</p> + +<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR> +Εγώ!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Εμπρός του λόγου σου, βάλ' το στεφάνι αυθωρεί,<BR> +γιατί κ' η ώρα προχωρεί.<BR> +Μίλησε συ λοιπόν καλά, στάσου σαν άνδρας ντούρα,<BR> +και στήριζε το σώμα σου καλά με τη μαγκούρα.</p> + +<p>Γ’ ΓΥΝΗ στεφανουμένη και λαμβάνουσα τον λόγον.<BR> +Ήθελα άλλη να 'βγαινε ρητόρισσα προτήτερα,<BR> +ν' αγόρευε καλήτερα<BR> +στην άκρη να καθήσω·<BR> +αλλά, εγώ τουλάχιστον ποτέ μου δεν θ' αφήσω,<BR> +γιατί δεν είν' καλή δουλειά,<BR> +ν' ανοίγουν μόνο για νερό τους λάκκους μεσ' στα καπηλιά,<BR> +Δεν το φρονώ, μα της θεές. . .</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μα της θεές! πού τρέχεις,<BR> +δυστυχισμένο θηλυκό! το νου σου πού τον έχεις;</p> + +<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR> +Μπα! σφάλμα έκαμα; και ποιο;<BR> +Εγώ δε ζήτησα να πιω.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Όλα τα είπες μια χαρά· μα στης θεές ωρκίστηκες<BR> +άνδρας εσύ, πως μίλησες με λέξεις γυναικίστικες;</p> + +<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR> +Ου!. . . ναι, μα τον Απόλλωνα!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Παύσε και συ τη λίμα,<BR> +γιατί εγώ για τη Βουλή δεν κάνω ούτε βήμα,<BR> +αν ίσως δεν προγυμνασθώ.</p> + +<p>(της αφαιρεί τον στέφανον από την κεφαλήν).</p> + +<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR> +Φέρ' το στεφάνι πίσω·<BR> +τώρα μελέτησα καλά και θα το ξαναρχίσω.</p> + +<p>(λαμβάνει τον στέφανον εκ νέου και την στάσιν του ρήτορος)</p> + +<p>— Εγώ λοιπόν, γυναίκες μου. . .</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Γυναίκες,— συφορά σου,—<BR> +τους άνδρας πάλι κοπανάς που βλέπεις μπρος σου;</p> + +<p>Γ’ ΓΥΝΗ<BR> +Στάσου!<BR> +μου φάνη τον Επίγονο πως είδα [από πίσω]<BR> +και με γυναίκες νόμισα πως πρέπει να μιλήσω.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Γκρεμίσου απ' αυτού και συ, και κάθησε πειο κείθε?<BR> +θα πάρω εγώ το στέφανο και θα μιλήσω.—Είθε<BR> +την προσευχή μου οι θεοί ν' ακούσουν τουρανού,<BR> +και να 'πιτύχουν όλ' αυτά που μου 'ρθανε στο νου.</p> + +<p>(Ανέρχεται επί λίθου και αγορεύει:)</p> + +<p>Αγαπώ κ' εγώ τον τόπο, όπως σεις, ώ άνδρες, όλοι,<BR> +και γι' αυτό δεν υποφέρω όσα γίνονται στην πόλι.<BR> +Είνε όλ' οι άρχοντές μας παληανθρώποι πέρα-πέρα,<BR> +κι' αν φανή κανείς πως είνε αγαθός για μιαν ημέρα,<BR> +Θάνε μασκαράς για δέκα. 'Σ άλλον έδωκες τη θέσι;<BR> +άλλα θάχης' απ' τα χείρου στα χειρότερα θα πέση.<BR> +Δύσκολο κανείς να βάλη<BR> +νου και φρόνησι με λόγια σε ανόητο κεφάλι.<BR> +Σεις φοβείσθε πάντα όσους την αγάπη τους σας δίδουν<BR> +κι'όλο γλείφετε εκείνους, όπου πάντα σας προδίδουν.<BR> +Ήταν εποχή, ώ άνδρες, που Βουλές δεν λειτουργούσαν,<BR> +τον Αγύρριον εν τούτοις να τον βρίζουν δεν αργούσαν<BR> +τώρα πούχουμε Βουλή,<BR> +επαινούν αυτόν που δίδει τον παρά τον πειό πολύ·<BR> +κι' όποιος μερδικό δεν παίρνει, κρίνει άξιον θανάτου<BR> +όποιον βουλευτάς πληρώνει να κερδίζη τη δουλειά του.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +'Στην Αφροδίτη! μίλησες με φρόνησι μεγάλη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Την Αφροδίτη έπιασες, δυστυχισμένη, πάλι;<BR> +Λαμπρά θα τα κατάφερνες και στη Βουλή απάνω,<BR> +το ίδιο αν σου ξέφευγε.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Μπα, δεν το ξανακάνω,</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Το νου σου, και φορές πολλές<BR> +μη συνηθίσης να το λες.</p> + +<p>(Εξακολουθούσα την αγόρευσίν της).</p> + +<p>Όταν καμμιά συμμαχία για την πόλι εσυμφωνείτο,<BR> +έλεγαν πως αν δεν γίνη, συμφορά τρανή θα ήτο·<BR> +κι' όταν εγινόταν πάλι,<BR> +έπεφταν σε στενοχώρια και 'ς απελπισία μεγάλη·<BR> +κι' απ' τους ρήτορας κανένας, ή για το 'να ή για τάλλο<BR> +συμβουλή αν είχε δώση, πάθαινε κακό μεγάλο.<BR> +Ο φτωχός, οπού για φόρο ούτ' ένα λεφτό δεν δίνει,<BR> +σκούζει πάντα πως ο στόλος πρέπει άφευκτα να γίνη,<BR> +από τάλλο δε το μέρος πλούσιοι και γεωργοί,<BR> +[πώχουνε παρά και γη],<BR> +δεν τον θέλουν. Είχες πρώτα με 'τους Κορινθίους γίνη<BR> +άσπονδος εχθρός, το ίδιο σ' εμισούσανε κ' εκείνοι·<BR> +τώρα έχουνε στο νου<BR> +φίλοι σου να γίνουν, τώρα φίλος τους και συ γενού<BR> +Αργείος [ο δημαγωγός, πούνε σοφός και φρόνιμος],<BR> +είν' αμαθής· κ' είνε για σας σοφός ο Ιερώνυμος,<BR> +[εκείνο το κορόιδο,<BR> +που σας τα κάνει ρόιδο!]<BR> +Συ λοιπόν είσαι, ώ Δήμε, η αιτία όλου τούτου,<BR> +που μοιράζετε το χρήμα και του δημοσίου πλούτου,<BR> +και κυττάτ' ιδιαιτέρως<BR> +τι καθένας θα μπορέση να τραβήξη κατά μέρος,<BR> +κ'οι πολίται, όλ' οι μπούφοι,<BR> +να κυλιώνται από δώθε και από κει σαν κλωτσοσκούφι.<BR> +Αν 'ς εμένα θα πεισθήτε,<BR> +έχετε καιρό ακόμη και μπορείτε να σωθήτε.<BR> +Σας προτείνω λοιπόν τώρα<BR> +να εμπιστευθήτε όλοι στης γυναίκες μας τη χώρα,<BR> +που της έχουμ' επιστάτες και ταμίες μεσ' στο σπίτι!</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Εύγε! εύγε! Μα τον Δία!. . .</p> + +<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR> +Πες τα! πες τα, συμπολίτη</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Πόσο είνε η γυναίκα απ' τον άνδρα πειό καλή,<BR> +θα σας τ' αποδείξω τώρα. Πρώτον, πλένει το μαλλί<BR> +πάντα σε θερμό νερό,<BR> +σύμφωνα μ' αυτό το νόμο, πούταν στον παληόν καιρό.<BR> +Και ποτέ δεν θα τη δήτε τη γυναίκα, κατά πόδα<BR> +να πηγαίνη με τη μόδα.<BR> +Αν των Αθηνών η πόλις ήθελε ν' ακολουθή<BR> +'ς ό,τι κάνουν η γυναίκες, δεν θα είχε και σωθή,<BR> +κι' αν δεν είχε τέτοια νόσο<BR> +να μας ξεφουρνίζη τάχα και μια μόδα κάθε τόσο;<BR> +Η γυναίκες όπως πρώτα κάθονται και τηγανίζουν<BR> +όπως πρώτα με τη στάμνα στο κεφάλι τους γυρίζουν·<BR> +όπως πρώτα θεσμοφόροι τρέχουνε στο πανηγύρι·<BR> +όπως πρώτα ξεροτρίβει κάθε μια το νοικοκύρη·<BR> +όπως πρώτα τους γαμιάδες μεσ' στο σπίτι κρυφοβάνουν·<BR> +όπως πρώτα τους μεζέδες τους καλήτερους τους φτιάνουν·<BR> +όπως πρώτα κρασοπίνουν [και περνούν ζωή και κόττα].<BR> +κ' επί τέλους το γαμίσι τους αρέσει όπως πρώτα!<BR> +Εις αυτές λοιπόν, ώ άνδρες, ας αφήσουμε τον τόπο,<BR> +δίχως πλέον να ρωτάμε για να μάθουμε τον τρόπο<BR> +όπου θα διοικηθούμε·<BR> +αλλά τούτα να σκεφθούμε:<BR> +ότι σαν καλές μαννάδες, θα σκεφθούν εκείνες πρώτες<BR> +ναύρουν τρόπο για να σώσουν τους δικούς των στρατιώτες·<BR> +κι' άλλη ποιά, αν όχ 'η μάννα,<BR> +θα φροντίση για να στείλη στο παιδί της κουραμάνα;<BR> +Μόνον η γυναίκα ξέρει τον παρά να κομποδένη,<BR> +και ποτέ στην εξουσία δεν εβγήκε απατημένη,<BR> +γιατ' αυτή ξέρει τον τρόπο [με τα λόγια τα μεγάλα]<BR> +ν' απατάη και τον άνδρα. Άφησε τα πειά και τάλλα.<BR> +Αν πεισθήτε 'ς όσα είπα και μ' ακούσετε κ' εμένα,<BR> +θα περάσετε, πολίται, τη ζωή ευτυχισμένα.</p> + +<p>(κατέρχεται του λίθου).</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Ώ Πραξαγόρα μου γλυκεία! τα είπες μια χαρά.<BR> +Και όλ' αυτά πού τάμαθες, φτωχή μου;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μια φορά<BR> +μεσ' στης φευγάλας τον καιρό, όπως κ' η άλλες βγήκα,<BR> +κ' έμεινα με τον άνδρα, μου εκεί κοντά στην Πνύκα·<BR> +άκουα το λοιπόν εκεί παρλάτες κατά κόρον,<BR> +κ' έτσι την έμαθα κ' εγώ την τέχνη των ρητόρων.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Αφού λοιπόν, βρε αδελφή,<BR> +αδίκως δεν εγίνηκες σπουδαία και σοφή,<BR> +σ' εκλέγουμ' από σήμερα και στρατηγό μεγάλη,<BR> +αν τα πιτύχης όλ' αυτά, που σου 'ρθαν στο κεφάλι.<BR> +Μ' αν πληρωθή ο Κέφαλος και πεταχθή μπροστά σου<BR> +κ' ειπή ότι μ' αυτά που λες δεν είσαι στα σωστά σου,<BR> +τι θα του ειπής, παρακαλώ;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Θα 'πω πως ετρελλάθη.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Δεν είν' η πρώτη δα φορά που ο κόσμος θα το μάθη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Πως είν' υποχονδριακός.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Καθένας πειά το βλέπει.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Έ, θα του ειπώ πως φέρνεται στην πόλι όπως πρέπει,<BR> +μα φτιάνει πιάτα άσχημα.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Και αν σε κοροϊδέψει<BR> +κι' ο Νεοκλείδης ο τσιμπλής, τι θα του ειπής;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Να στέψη<BR> +και σαν μπορή ευκόλως,<BR> +ας διακρίνη τη μεριά πουν' του σκυλλιού ο κώλος.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Και αν σου φτιάσουν την δουλειά;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Τι λόγος! να δα η ώρα!<BR> +θα το δεχτώ· όσο γι' αυτό είμαι δασκάλα τώρα!</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Κι' αυτό δεν το σκεφθήκαμε: Αν έλθουν οι τοξόται<BR> +και σε μαλλιοτραβήξουνε, σαν τι θα κάμης τότε;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ (δεικνύουσα τον τρόπον της αμύνης).<BR> +Να, θα τους σπρώξω έτσι δα με δύναμι μεγάλη,<BR> +αλλά στη μέση, έννοια σου, κάνεις δεν θα με βάλη.</p> + +<p>Α’ ΓΥΝΗ<BR> +Και τέλος αν σε πιάσουνε, τους λέμε και σ' αφίνουν.</p> + +<p>Η’ ΓΥΝΗ<BR> +Αυτά που θυμηθήκατε μπορούν λαμπρά να γίνουν'<BR> +μ' αυτό δεν το σκεφθήκαμε: Και πώς θα θυμηθούμε<BR> +τα χέρια να σηκώσουμε εκεί που θα βρεθούμε,<BR> +αφού εσυνηθίσαμε τα σκέλια να σηκώνουμε;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Το πράμα είνε δύσκολο· αλλά το κατορθώνουμε<BR> +πειό εύκολα να γίνη,<BR> +αρκεί το ένα μπράτσο μας ολόγυμνο να μείνη.<BR> +Εμπρός λοιπόν τα ρούχα σας σηκώστε τώρα, φίλες,<BR> +περάστε της Λακωνικές στα πόδια σας αρβύλες,<BR> +και δέστε όπως είδατε τους άνδρες να της δένουν,<BR> +όταν στην πόρτα, βγαίνουνε, ή στη Βουλή πηγαίνουν.<BR> +Και όταν ταύτα γίνουνε με τη σοφή σας έννοια,<BR> +κολλάτε και τα γένεια·<BR> +κι' όταν καλά τα δέσετε,<BR> +αυτά του ρούχα των ανδρών, που κλέψατε, φορέσετε,<BR> +ένα τραγούδι βλάχικο αρχίζετε, σαν γέροι,<BR> +και προχωρείτε ψέλνοντας με το ραβδί στο χέρι</p> + +<p>Β’ ΓΥΝΗ<BR> +Καλά τα λες· ας πάμ' εμπρός εμείς η πειό μεγάλες,<BR> +γιατί στην Πνύκα θάρθουνε απ' τους αγρούς και άλλες.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Γρήγορα κάμετ' όμως,<BR> +γιατ' είνε κ' ένας νόμος:<BR> +όσοι στην Πνύκα για να παν πρωί-πρων δεν έβγουν,<BR> +ούτε παλούκι δεν βαστούν στα χέρια τους σαν φεύγουν.</p> + +<p>(Αι γυναίκες μεταμφιέζονται εις άνδρας).</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Έφθασ' η στιγμή, ώ άνδρες· στη γραμμή και ξεκινάτε·<BR> +τούτο πάντοτε να λέτε και ποτέ μην το ξεχνάτε·<BR> +είν' ο κίνδυνος μεγάλος αν μας πιάσουνε στη φάκα,<BR> +να σκαρώνουμε τη νύχτα στο σκοτάδι τέτοια φιάκα.</p> + +<p>Α' ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ<BR> +Πάμε στη Βουλή, ώ άνδρες. Το μισθό του θα τον χάση,<BR> +όπως είπ' ο νομοθέτης, όποιος το πρωί δεν φθάση<BR> +σκονισμένος, τσιμπλιασμένος [και μ' αχτένιστα μαλλιά],<BR> +και χωρίς να φάη άλλο, παρά μόνο σκορδαλιά.<BR> +Σμίκρυνε, Χαριτωμένη, και συ Δράκοι, ξεκινάτε<BR> +κι' ό,τι πρέπει μη ξεχνάτε,<BR> +μήπως και σας φύγη λόγος, που στο πράμα δεν συμφέρει·<BR> +κι' όταν πάρη ο καθένας και το σύμβολο στο χέρι<BR> +και καθίσουμε στης έδρες σοβαρά και στην αράδα,<BR> +θα ψηφίσου' ό,τι θέλει κάθε μια μας φιλενάδα—<BR> +ώ τι λάθος, πω, πω, πω!<BR> +φίλος, ήθελα να ειπώ!</p> + +<p>Β' ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (δεικνύων προς αριστερά)<BR> +Έχε' από κει το νου σας· σπρώχτε τους να φύγουν, όσοι<BR> +άρχον' απ' την πόλι νύχτα και προτού να ξημερώσει,<BR> +μόνον το μισθό να πάρουν,<BR> +και να κάτσουν να λιμάρουν.<BR> +Γιατ' οι Βουλευταί μας πρώτα είχαν έθιμο καλό·<BR> +και κανένας δεν τολμούσε να ζήτηση οβολό·<BR> +κι' όλοι έπαιρναν μαζύ τους, στον καιρό του Μυρρωνίδη,<BR> +έν' ασκί νερό, ψωμάκι, τρεις εληές κ' ένα κρομμύδι.<BR> +Σήμερα, για να σκεφθούνε στης πατρίδος το καλό,<BR> +θέλουνε κ' ημεροδούλι, λες και κουβαλούν πηλό.</p> + +<p>(Απέρχονται γυναίκες και χορός προς αριστερά, μετημφίεσμέναι εις<BR> +άνδρας και ψάλλουσαι).{2}</p> + +<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p> + +<p> +{2} Σημ. Μετ. Ως άσμα του χορού ετονίσθη δια την παράστασιν η πρώτη<BR> +στροφή «Έφθασ' η στιγμή, ώ άνδρες» ελλείψει άλλου καταλληλοτέρου<BR> +χωρίου.</p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΔΕΎΤΕΡΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p>(Η σκηνή παριστά το αυτό μέρος με το της προηγουμένης πράξεως.<BR> +Εξέρχεται ο ΒΛΕΠΥΡΟΣ, φέρων στενάς γυναικείας εμβάδας εις τους πόδας,<BR> +ημίγυμνος και κακώς κρυπτόμενος υπό βραχύ ερυθρόν γυναίκειον χιτώνιον.<BR> +Κρατεί την κοιλίαν του και προφανώς αναζητεί κατάλληλον θέσιν προς<BR> +αφόδευσιν. Είνε νυξ).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +ΒΛΕΠΥΡΟΣ-μόνος<BR> +Μωρέ! τι πράματα είν' αυτά!. . . είνε σχεδόν ημέρα,<BR> +κι' ακόμα η γυναίκα μου δεν φαίνετ' εδώ πέρα.<BR> +Πώς γλίστρησε; ... τι εστάθηκε;...<BR> +πού πήγε και μου χάθηκε;...<BR> +Εκεί που εκοιμώμουνα, μου έρχεται να χέσω·<BR> +ζητώντας της αρβύλες μου στα πόδια μου να δέσω<BR> +και το χιτώνα για να βγω, στο σκότος ψηλαφούσα<BR> +εδώ κ' εκεί, μα πουθενά να ταύρω δεν μπορούσα.<BR> +Και επειδή ο Κοπριάς στην πόρτα είχε φθίση<BR> +κ' εχτύπαγε με βιάσι,<BR> +πέρασα της παντούφλες της, όπου αυτή εφόρει,<BR> +κι' αυτό το πανωφόρι. . .<BR> +Μα τώρα πού να βρη κάνεις καλή μεριά να χέση;<BR> +Έ, νύχτα,—όπου κι' αν σταθής πάντα θα βρης μία θέσι·<BR> +όπου κι' αν χέσω δηλαδή κανένας δεν με βλέπει.</p> + +<p>(Αναζητών το κατάλληλον μέρος:)</p> + +<p>Ώχ! κακορροίζικος εγώ! τι ξύλο που μου πρέπει!<BR> +με μια γυναίκα να μπλεχθώ απάνω στα γεράματα,<BR> +να πάθω τέτοια πράματα!<BR> +γιατί αυτή κάτι καλό δεν βγήκε να μου φτιάση. . .<BR> +Εν τούτοις μ' έσφιξε η κοιλιά κ' είνε καιρός ν' αδειάση.</p> + +<p>[Κάθεται προς αφόδευσιν. Διακόπτεται όμως εν τη πράξει, διότι<BR> +εισέρχεται ο ΑΝΗΡ [ΓΕΙΤΩΝ)].</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<BR> +ΒΛΕΠΥΡΟΣ — ΑΝΗΡ</p> + +<p>ΑΝΗΡ<BR> +Τις ει!. . . Δεν είν' ο Βλέπυρος που είν' εκεί στο βάθος;<BR> +μα το θεό, ο γείτονας. . . αυτός. . . δεν κάνω λάθος.<BR> +Πες μου, τι πράμα είν' αυτό το κόκκινο μπροστά σου:<BR> +μήπως και σου κουρέλιασε κανένας τ' απαυτά σου;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ εγειρόμενος<BR> +Όχι, μα της γυναίκας μου το κόκκινο το ρούχο<BR> +άρπαξα έτσι βιαστικά [για μιαν ανάγκη που' χω]<BR> +και όπως είμ' εβγήκα.</p> + +<p>ΑΝΗΡ<BR> +Και το δικό σου φόρεμα πού είνε;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Δεν το βρήκα,<BR> +τι να σου 'πω; στα στρώματα δεν πέτυχα μανδύα.</p> + +<p>ΑΝΗΡ<BR> +Δεν είπες στη γυναίκα σου να ψάξη;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα τον Δία,<BR> +δεν ήταν πειά κοντά μου·<BR> +ξετρύπωσε κρυφά-κρυφά από την κάμερά μου,<BR> +και τρέμω μήπως έχουμε νεώτερα παιγνίδια·</p> + +<p>ΑΝΗΡ<BR> +Ώ Ποσειδών! μα έπαθες λοιπόν και συ τα ίδια;<BR> +γιατί κ' εμένα μ' άφησε κρυφά το θηλυκό μου,<BR> +κ' εχάθη με το φόρεμα το ίδιο το δικό μου.<BR> +Κ' αν ην' αυτό δεν με λυπεί· αλλά και της δικές μου<BR> +αρβύλες δεν της εύρηκα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και της Λακωνικές μου<BR> +αυτές, μα τον Διόνυσο, της έχασα κ' εγώ,<BR> +Μα μ' έσφιξε το χέσιμο, που λες, και δεν αργώ,<BR> +κ' έβαλ' αυτό το τσόκαρο, μη χάσω τον καιρό<BR> +και χέσω μεσ' στο πάπλωμα, που ήταν καθαρό.</p> + +<p>ΑΝΗΡ<BR> +Τι να συμβαίνη τάχατες; μήπως καμμιά της φίλη<BR> +για δείπνο καμμιά πρόσκλησι κρυφά της είχε στείλη;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μπορεί κι' αυτό· δεν είν' κακές κι' αυτές η κακομοίρες·</p> + +<p>(Λαμβάνων εκ νέου την στάσιν της αφοδεύσεως)</p> + +<p>ΑΝΗΡ<BR> +Συ, φαίνεται, το χέσιμο σχοινί-λουρί το πήρες.<BR> +Εγώ, είν' ώρα στη Βουλή να πάω δίχως άλλο,<BR> +και τρέχω το μανδύα μου τουλάχιστον να βάλω.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Θαρθώ κ'εγώ, αλλά<BR> +θα χέσω πριν καλά·<BR> +γιατί μου τα 'χει σφίξη εκεί<BR> +κάποια αχλάδα στιφτική.</p> + +<p>ΑΝΗΡ<BR> +Σαν κείνη, που δεν άφησε εις τον παληόν τον χρόνον,<BR> +να δώση ο Θρασύβουλος στους πρέσβεις των Λακώνων<BR> +απάντησιν.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα το θεό είν' ένοχος και πάλι.<BR> +Αλλά δεν είν' η λύπη μου τόσο γι' αυτό μεγάλη·<BR> +σαν φάγω όμως σκέπτομαι, που τάχα διευθύνεται<BR> +η κοπριά πού γίνεται;<BR> +γιατ' ο δημότης Αχλαδούς, που για φαΐ τον πήρα,<BR> +μου βούλλωσε τη θύρα.</p> + +<p>(Ο ΑΝΗΡ απέρχεται δεξιόθεν)</p> + +<p>Ποιός θα μου βρη ένα γιατρό, και τάχα ποιόν απ' όλους;<BR> +και ποιός την τέχνη έμαθε να διορθώνη κώλους;<BR> +Μη ο Αμύνων; θ' αρνηθή και μάταιος ο κόπος<BR> +τον Αντισθένη το γιατρό καλέσετ' όπως-όπως,<BR> +κι' αυτός από τους στεναγμούς αν κρίνη, θα μπορέση<BR> +τι θέλει ο κώλος να μας 'πη όταν ζητή να χέση.<BR> +Ώ σεβαστή Ειλείθυια! βοήθα με πριν σκάσω<BR> +και πριν στουπποκωλιάσω.<BR> +[Ώ σεβαστή Ειλείθυια! βοηθάμε κ' εχάθηκα]<BR> +προτού γενώ χειρότερος κι' από τα σκατοκάθηκα!</p> + +<p>[Λαμβάνει θέσιν προς αφόδευσιν. Εισέρχεται αριστερόθεν ο ΧΡΕΜΗΣ]</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<BR> +ΒΛΕΠΥΡΟΣ — ΧΡΕΜΗΣ</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Τι φτιάνεις αυτού πέρα συ; χέζεις;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ εγειρόμενος<BR> +Εγώ; α, όχι<BR> +σηκώνομαι.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Για ιδές εκεί χιτώνιο που τώχει!<BR> +μα τούτο είνε γυναικός.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Το πήρ’ αντί της χλαίνης<BR> +στο σκότος. Συ πούθ' έρχεσαι και τάχα πού πηγαίνεις;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Απ' τη Βουλή.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Πώς; Τέλειωσε;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Κ' είνε πρωί ακόμα.<BR> +Τι γέλοια όμως που 'καμα, δεν ξέρεις, με το χώμα<BR> +το κόκκινο, που με σχοινί το ρίχναν [οι κλητήρες<BR> +'ς όποιον αργά ερχότανε].</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Τριώβολο επήρες;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Θα σου το πω, μα ντρέπομαι· ποιος δεν το θέλει τάχα;<BR> +αλλ' άργησα και μου μείναν η τσέπες μου μονάχα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και ποιο ήταν το αίτιο;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Κόσμο πολύν ευρήκα,<BR> +όσος ποτέ, σε βεβαιώ, δεν έτρεξε στην Πνύκα·<BR> +και ήσαν όλοι κάτασπροι στο δέρμα πέρα-πέρα,<BR> +σαν τσαγκαράδες [που περνάν στον ίσκιο την ημέρα].<BR> +Κ' έτσι λεφτό δεν πήραμε και στρέψαμ' όλοι πίσω.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ώστε δεν παίρνω ούτ' εγώ, κι' αδίκως θα κινήσω;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Κι' όταν για δεύτερη φορά λαλούσαν τα κοκκόρια<BR> +αν ήσουν, πάλι θα 'μενες από τους άλλους χώρια.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ (με κωμικώς τραγικόν ύφος).<BR> +Ώ τριώβολο χαμένο!<BR> +σε θυμούμαι και πονώ·<BR> +κλάψε με και πεθαμμένο<BR> +κλάψε με και ζωντανό»{3}.<BR> +Την έπαθα! Και δεν μου λες, ποιός λόγος νάταν τώρα<BR> +που τόσον κόσμο μάζωξε στην Πνύκα τέτοιαν ώρα;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Ποιός άλλος τάχα; υφαίνεται πως οι πρυτάνεις όλοι<BR> +ζητάνε γνώμες πώς μπορούν να σώσουνε την πόλι.<BR> +Ο Νεοκλείδης ο τσιμπλής εγλίστρησε στη μέση·<BR> +μα όλοι του φωνάξανε: —Κι' αυτός πώς θα μπορέση<BR> +στα πράματα της πόλεως να βάλη την ουρά του,<BR> +που τσίμπλες εγεμίσανε κι'αυτά τα τσίνουρα του;<BR> +Τότε κ' εκείνος γύρισε κ' εκύτταξε τα πλήθη:<BR> +— Για πέτε μου, τι έπρεπε να κάμω; αποκρίθη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Εγώ αν ήμουν όμως,<BR> +το γάλα θα του σύσταινα που βγάζει ο φρέσκος φλόμος<BR> +από βραδύς να στίβη,<BR> +και μ' ένα σκορδοκέφαλο τα τσίνουρα να τρίβη.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Τότε κι' ο έξυπνος Γλετζές, αυτός ο κουρελής,<BR> +γδυτός εφανερώθηκε στο μέσον της Βουλής,<BR> +όπως πολλοί τον είδανε· μα το 'λεγε κι' αυτός<BR> +πως ήτανε γδυτός.</p> + +<p>Και όμως, ναι, για το λαό εμίλησε καλά:<BR> +«Κυττάχτε με! έχω κ' εγώ ανάγκη από ψιλά·<BR> +μα σας το λέγω παστρικά: να σώσετε την πόλι<BR> +και τους πολίτες· κ'οι γυμνοί όταν θα πάρουν όλοι,<BR> +σαν πιάση βαρυχειμωνιά, απ' τους εμπόρους χλαίνας,<BR> +ε, δεν θα πάρη από μας πλευρίτωμα κανένας.</p> + +<p>(Ο ΒΛΕΠΥΡΟΣ επιδοκιμάζει διαρκώς εις όσα ακούει).</p> + +<p>«Κι' όσοι δεν έχουν στρώματα<BR> +κρεββάτια και παπλώματα,<BR> +θα κάνουνε το μπάνιο τους κι' αυτοί χωρίς παράδες,<BR> +και θα τραβούν να κοιμηθούν στους σκυλλοτομαράδες<BR> +Κι'αν μέσ' στο κρύο να τους κλειούν την πόρτα τώβρουν νόστιμο,<BR> +τρία γερά γουναρικά να δίνουνε για πρόστιμο».</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Λαμπρά, μα τον Διόνυσο! Δεν θάχε ν' αντικρούση<BR> +κανένας τέτοια πρότασι, που έτυχε ν' ακούση.<BR> +Και δεν επρόσθετ' ο κουτός να δίνουν, έτσι, χάρι<BR> +κ' οι αλευράδες στους φτωχούς τρία κοιλά σιτάρι,<BR> +και όποιος τ' αρνηθή,—ραβδί καθένας να του δίδη,<BR> +να ιδής ταλεύρια που θα παν' κι' αυτού του Ναυσικύδη.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Τότε πετιέται πάλι<BR> +ένα παιδάριο κομψό με ώμορφο κεφάλι,<BR> +σαν του Νικία κάτασπρο, και είπε παστρικά<BR> +πως πρέπ' η πόλις να δοθή ευθύς στα θηλυκά.<BR> +Με ζήτω υποδέχθηκε τους λόγους του μεγάλα,<BR> +όλος ο τσαγκαρολαός, ο άσπρος σαν το γάλα,<BR> +κ' έβαλαν μόνον της φωνές όσοι χωριάτες ήσανε,<BR> +και δεν το παρεδέχθηκαν, και κάπως τα ξυνίσανε.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Φρόνιμοι άνθρωποι.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Α, ναι· αλλά στην εκκλησία<BR> +η μειονοψηφία τους δεν είχε σημασία,<BR> +έκοβε δε του ρήτορα χίλια καλά η γλώσσα<BR> +για της γυναίκες, και για σε — ου τόσα κι' άλλα τόσα!</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Τι είπε;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Σε βαγαποντιές τους έλεγε πως πέφτεις·</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Για σένα;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Ύστερη δουλειά. Είπε πως είσαι κλέφτης.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μόνος εγώ;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Μα το θεό, και συκοφάντης.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μόνος,<BR> +μόνος εγώ;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Μα το θεό, και όλοι μας συγχρόνως.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Όσο γι' αυτό αντίθετη κανείς δεν έχει γνώμη.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Και η γυναίκα έχει νου, επρόσθεσεν ακόμη,<BR> +και κομποδένει τον παρά,<BR> +κι' ούτε έβγαλε καμμιά φορά<BR> +από το στόμα μυστικό κατά τα θεσμοφόρια,<BR> +ενώ η ευγένειες μας το βγάζουμ' απ' τα όρια.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα τον Ερμή! σε βεβαιώ κ' εδώ δεν είπε ψέματα.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Έπειτα [έστρεψε, που λες, το λόγο 'ς άλλα θέματα],<BR> +και είπε πως δανείζονται το μεταξύ τους χρήματα.<BR> +ρούχα, χρυσά κοσμήματα,<BR> +ποτήρια, δίχως μάρτυρες να βρίσκωνται μπροστά,<BR> +και μόλ' αυτά τα δανεικά καμμιά δεν τα βαστά·<BR> +ενώ οι άνδρες [πράματα κάνουνε, λέει, χείριστα],<BR> +και τακτικά δανείζονται, μα δανεικά κι' αγύριστα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Βρε και με μάρτυρας μπροστά τα ίδια καταντούνε.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Και δεν καταδιώκουνε, και δεν συκοφαντούνε,<BR> +και δεν τον καταστρέφουνε το Δήμο,— κι' άλλα, κι' άλλα<BR> +για της γυναίκες έλεγε καλά πολύ μεγάλα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Λοιπόν τι αποφάσισαν μετά τα λόγια εκείνα;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Μόνον γυναίκες άρχοντες θα γίνουν στην Αθήνα<BR> +γιατ' όλα τα παράξενα έχουνε γίνη τάχα,<BR> +κι' αυτός ο νεωτερισμός δεν έγεινε μονάχα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Κι' αποφασίσθη;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Τάπαμε.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Κι' αυτές, σαν κυβερνήτες,<BR> +θα κάνουν τα καθήκοντα που κάνουν οι πολίτες;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Όλα τελειωμένα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και πώς; στο δικαστήριο θα πάη αυτή για μένα;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Κι' ακόμα· και στο σπίτι σου αυτή [σαν επιστρέφη],<BR> +θάχη την υποχρέωσι να φέρνη να σας τρέφη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Δεν θα σηκώνωμαι πρωί ν' αναστενάζω;</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Ούτε·<BR> +μονάχα η γυναίκα σου γι' αυτό υποχρεούται·<BR> +και άλλο δεν θα κάνης,<BR> +παρά μεσ' στο σπιτάκι σου θα κάθεσαι να κλάνης.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Εκείνο που φοβάμ' εγώ και δεν πολυσυμφέρει<BR> +είνε, μη όταν πάρουνε τους χαλινούς στο χέρι<BR> +μας πιάνουνε κι' απ' τα μαλλιά. . .</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Γιατί;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Για να τους κάνουμε κ' εκείνη τη δουλειά. . .</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Κι' αν δεν μπορούμε δηλαδή;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Φαΐ δεν θα μας δίδουνε.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Μα και τα δυο τα πράματα μπορεί λαμπρά να γίνουνε,<BR> +και το φαΐ και η δουλειά. Εσένα τι σε νοιάζει;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ξέρεις. . . σαν γίνεται με βια, περσότερο κουράζει.</p> + +<p>ΧΡΕΜΗΣ<BR> +Χεμ! δίκηο έχεις· μ' αν κι' αυτό η πόλις το εγκρίνη,<BR> +οι άνδρες θα το κάνουνε και έτσι, τι να γίνη!<BR> +Έλεγαν οι πατέρες μας μια σοφωτάτη γνώμη:<BR> +πως και η σκέψεις η κουτές, κ' η πειό ζουρλές ακόμη<BR> +όπου θα κόψη το μυαλό,<BR> +μπορούν κι' αυτές κάμμιά φορά να βγουν και σε καλό.<BR> +Και άμποτε, ώ Αθηνά και σεις θεοί σεπτοί,<BR> +κ' η κουταμάρ' αυτή<BR> +να δείξη πως μας ωφελεί.-<BR> +Γεια σου· πηγαίνω.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Χρέμη μου, η ώρα η καλή·</p> + +<p>(Ο Χρέμης φεύγει δεξιόθεν, ο Βλέπυρος εισέρχεται εις την οικίαν του).</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ</p> + +<p>(Γυναικών μετημφιεσμένων εις άνδρας εισέρχεται αριστερόθεν μετά<BR> +προφυλάξεως και σπουδής. απαγγέλλει προς υπόκρουσιν της<BR> +ορχήστρας).</p> + +<p>Έμβα, τράβα δρόμον ίσο,<BR> +μήπως είν' κανένας άνδρας και μας πήρεν από πίσω;<BR> +Στρέψου, κάνε και μία γύρα·<BR> +έχουν πονηριές οι άνδρες και φυλάξου, κακομοίρα,<BR> +μήπως και ακολουθήσουν από πίσω κατά βήμα,<BR> +να μας νοιώσουν απ' το σχήμα.<BR> +Κτύπησε καλά τα πόδια, δυνατά να περπατάνε,<BR> +'ς όλες μας ντροπή θε νάνε,<BR> +αν οι άνδρες μας τσακώσουν<BR> +και μας νοιώσουν·<BR> +Τυλιχθήτε όσο παίρνει· στρέφετε κάθε φορά<BR> +δεξιά κι' αριστερά,<BR> +κι' όλο γρήγορα τραβάτε μη μας έλθη συφορά.<BR> +Τώρα στη παληά τη θέσι είμαστε κοντά πολύ,<BR> +που βρεθήκαμε τη νύχτα για να πάμε στη Βουλή.<BR> +Να το μάλιστα το σπίτι, που η Στρατηγίνα βγήκε,<BR> +κ' εψηφίσανε οι πολίτες την εφεύρεσι που βρήκε.<BR> +Ας μη χάνουμε την ώρα· να προσμένουμε δεν πρέπει<BR> +με τα ψεύτικα τα γένεια· γιατ' αν κάνη πως μας βλέπει<BR> +ένας άνδρας τέτοιαν ώρα<BR> +ημπορεί να τα τραβήξη, να τα βγάλη όλα φόρα!<BR> +Πάμ' εδώ κοντά στον τοίχο, πούνε και σκιά κομμάτι,<BR> +κύτταξε με το 'να μάτι<BR> +και χωρίς πολύ ν' αργής,<BR> +σάξου πάλι σαν γυναίκα, όπως ήσουν πριν να βγης.<BR> +Αλλά να κ' η Στρατηγίνα από εκεί κοντοζυγώνει.<BR> +Κάνε γρήγορα και βγάλε τα μαλλιά απ' το σαγόνι.<BR> +Να και τούτες ήσαν έτσι, με φορέματ' ανδρικά,<BR> +μα τ' αλλάξανε το σχήμα και γίνηκαν θηλυκά.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ εισέρχεται αριστερόθεν<BR> +Λοιπόν, γυναίκες, εύγε μας! είχαμε και δεν είχαμε<BR> +το πράγμα το πιτύχαμε.<BR> +Αλλά πετάχτε γρήγορα, για το θεό, τας χλαίνας<BR> +μη σας ιδή κανένας.<BR> +Βάλτε και τα παπούτσια σας και τα κορδόνια λύστε τα,<BR> +και τα ραβδιά αφήστε τα.</p> + +<p>(Προς την Κορυφαίαν του χορού).</p> + +<p>Και συ διόρθωσ' τες καλά. Εγώ θα σας αφήσω<BR> +και τρέχω τώρα γρήγορα στο σπίτι να γλιστρήσω,<BR> +προτού με πάρη ο άνδρας μου γυρίζοντας χαμπάρι,<BR> +να βάλω στο κρεββάτι του τα ρούχα πούχα πάρη.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Έγεινε ό,τι μας είπες· τώρα σαν καλή δασκάλα<BR> +έχεις χρέος, Στρατηγέ μας, για να μας διδάξης κι' άλλα.<BR> +κι' ό,τι θα σου κατεβή<BR> +έτοιμ' είν' η κάθε μια μας να το κάνη σαν στραβή.<BR> +Δεν εγνώρισα ως τώρα μεσ' στων γυναικών τη ράτσα<BR> +από σένα πειό καπάτσα!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Περιμένετε λιγάκι, κι' όταν την αρχή κρατήσω<BR> +για συμβούλους θα σας πάρω και θα σας χειροτονήσω,<BR> +όπου μεσ' στης φασαρίες της αρχής και στα δεινά,<BR> +θα γενήτε παλληκάρια, που δεν γίνηκαν ξανά!</p> + +<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p> + +<p>{3} Σ. Μ. Ενταύθα ο Αριστοφάνης παρωδεί το γνωστόν εις την εποχήν<BR> +χωρίον εκ των «Μυρμιδόνων» του Αισχύλου:</p> + +<p>«Αντίλοχ', αποίμωξόν με του τεθνηκότος<BR> +τον ζώντα μάλλον»,</p> + +<p>το οποίον εθεώρησα καλόν ν' αποδώσω αντί της ανωτέρω παραλλήλου<BR> +παρωδίας του σημερινού, διατι άλλως θα ήτο αδύνατον να εννοηθή διά<BR> +τους συγχρόνους μας ακροατάς, κατά την από σκηνής παράστασιν.</p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p>(Η σκηνή παριστά το εσωτερικόν οικίας Αθηναίου αστού. Μία κλίνη εις το<BR> +άκρον, επί της οποίας κάθηται αγρυπνών ο Βλέπυρος· πλησίον του καίει<BR> +λυχνία, ενώ εκ του παραθύρου διαφαίνεται το πρώτον φως της ημέρας.<BR> +Εισέρχεται η Πραξαγόρα μετά προφυλάξεως, φέρουσα τα ανδρικά ενδύματα<BR> +υπό μάλης].</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ</h4> + +<p> +<BR> +ΒΛΕΠΥΡΟΣ - ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ αναπηδών εν οργή.<BR> +Μωρέ. . .! η Πραξαγόρα!<BR> +πού ήσουνα, παρακαλώ, πού ήλθες τέτοιαν ώρα;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Και τι σε μέλει, φίλε μου;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και τι με μέλει;!.., Να τη!<BR> +τι κουταμάρες είν' αυτές;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Βέβαια στο κρεββάτι<BR> +ενός κρυφού μου εραστή δεν θα μου πης πως πήγα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Δεν θάταν ένας βέβαια. . .</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Σαν έχης τέτοια μυίγα,<BR> +εξέτασε.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Πώς;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μυρουδιές δεν έχω στο κεφάλι.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Καλό και τούτο πάλι!<BR> +Και η γυναίκα δεν μπορεί να κάνη τη δουλειά<BR> +χωρίς και νάχη μυρουδιές βαλμένες στα μαλλιά;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Α! έτσι όπως συ το λες, Θεός να με φυλάξη!. . .<BR> +ποτέ δεν τώχω πράξη!. . .</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Λοιπόν πώς το σκασες πρωί, και πού μου είχες πάη<BR> +μαζύ με το μανδύα μου;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Εγώ;. . . κοιλοπονάει<BR> +μια φίλη και συντρόφισσα κ' επήγα εκεί για λίγο.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και πώς δεν ρώτησες εμέ, και να μου πης «θα φύγω»;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μπα, σε καλό σου, άνδρα μου! Θαρρείς ότι μπορούσα<BR> +σε τέτοιο χάλι φοβερό ν' αφήσω μια λεχούσα;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μπορούσες και να μου το πης, πριν πας εκεί τρεχάτη.<BR> +Εδώ συμβαίνει κάτι.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μα της θεές, πετάχθηκα όπως κ' αν ήμουν έξω,<BR> +γιατί έπρεπε και γρήγορα, κι' όπως μπορώ, να τρέξω.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και έπειτα, - για στάσου!<BR> +Δεν έπρεπε να βάλης συ τα ρούχα τα δικά σου;<BR> +πως τα δικά μου φόρεσες και μ' άφησες φουστάνια,<BR> +και μ' άφησες σαν το νεκρό, που μόνο τα στεφάνια<BR> +και τα σταμνιά του λείπανε;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Εκρύωνα η καϋμένη,<BR> +κ' είμαι πολύ φιλάσθενη και λεπτοκαμωμένη,<BR> +Ε, για να ζεσταθώ λοιπόν, [να κάνω αλλοιώς δεν μπόρεσα]<BR> +ενώ εσένα σ' άφησα στο στρώμα ξαπλωμένον,<BR> +και ζεστοκοπημένον.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Αλλά και η αρβύλες μου μαζύ σου ταξιδέψανε<BR> +και το ραβδί.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μα και γι' αυτό τα ρούχα δεν μου κλέψανε,<BR> +γιατ' έσερνα, καθώς εσύ, στο χώμα τα ποδάρια,<BR> +ενώ με τη μαγκούρα σου κτυπούσα τα λιθάρια.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ξέρεις, που έπρεπε να βγω σιτάρι ν' αγοράσω<BR> +με τον μισθό μου της Βουλής, και τώρα θα τον χάσω,<BR> +[και συ αιτία θάσαι;]</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Εγέννησεν αρσενικό παιδί, και μη φοβάσαι.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ποιός; η Βουλή;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Όχι, καλέ· η φίλη μου που εγέννα.<BR> +Μα η Βουλή μαζώχθηκε;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Δεν στάχω ειπωμένα<BR> +από τα χθες;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Θυμάμαι, ναι.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Δεν έφθασε ως ταυτιά σου<BR> +μία είδησις;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μα το Θεό, δεν ξέρω. . .</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Άιντε χάσου<BR> +και κάτσε μάσσαγε σουπιές, που ξέρεις τι σου γίνεται.<BR> +Μωρέ δεν άκουσες τι λεν; σε σας η πόλις δίνεται.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Για να υφαίνουμε;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Τι λες;! Σας κάνουν αρχοντίνας. . .</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Σε ποιους;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +'Σ όλα τα πράματα εν γένει της Αθήνας.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Ώ, μα την Αφροδίτη μας! χαρά λοιπόν στην πόλι.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Γιατί, γιατί;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Για χίλια δυο. Δεν θα τολμάνε όλοι.<BR> +να φτιάνουνε βρωμοδουλειές, ούτε συκοφαντίες<BR> +και ψευδομαρτυρίες.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Όχι, για όνομα θεού! αυτό να μη το κάνετε,<BR> +γιατί με δίχως ψέματα της πείνας θα πεθάνετε.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Άφησε τη γυναίκα σου, ώ άνδρα, να μιλήση.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Ούτε κανείς το γείτονα στο μέλλον θα φθονήση,<BR> +κι' ο ένας δεν Θάνε γυμνός, κι' ο άλλος δεν θα κλέβη,<BR> +ούτε φτωχός θα βρίσκεται, ούτε θα κοροϊδεύη<BR> +κανένας, κι' ούτ' ενέχυρα θα βάζουνε συνάμα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Εάν δεν είνε ψέμματα, είνε μεγάλο πράμα.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Θα σ' ταποδείξω παστρικά και πειά δεν θ' αμφιβάλης.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Τώρα πρέπει τα μυαλά σου, οπού τάχεις τετρακόσια,<BR> +για την ευτυχία όλων να σκεφθούνε κι' άλλα τόσα.<BR> +Συ που ευτυχία ξέρεις<BR> +για της φίλες σου να φέρης,<BR> +όσο έχεις ευκαιρία πρέπει ναύρης κάθε τρόπο<BR> +μ' ευτυχίες να στολίσης τους πολίτες και τον τόπο.<BR> +Γιατ' η πόλις έχει ανάγκη από φρόνησι μεγάλη·<BR> +και μην κάμης ό,τι είπαν ή εκάμανε οι άλλοι.<BR> +Γιατ' ο κόσμος εσιχάθη<BR> +βλέποντας να κακοπάνε όλο τα παληά τα λάθη.<BR> +Μην αργής· μα κάθε σκέψι που ο νους σου μέσα κλείνει<BR> +κάμε γρήγορα να γίνη·<BR> +κι' όποιος γρήγορα τραβάει, και δεν πάει γάλι-γάλι,<BR> +στο κοινόν, όπου τον βλέπει, έχει πέρασι μεγάλη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Και στον κόσμο θα διδάξω κάθε χρήσιμη δουλειά,<BR> +νέα πράματ' αν θελήση, κι' αν αφήση τα παληά.<BR> +Αλλ' αυτό φοβάμαι μόνο. . .</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Α, για τούτο μη φοβάσαι και εγώ 'ς το βεβαιώνω.<BR> +Είν' η μόνη μας η σκέψι, κ' είν' η μόνη μας αρχή,<BR> +να ξεχνάμε κάθε μέρα την παληά την εποχή.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Τώρα όμως, πριν καθένας ό,τ' ειπώ δεν λάβ' υπ' όψι,<BR> +ούτε να μ' αντιμιλήση, ούτε να με διακόψη.<BR> +Όσοι βρίσκονται στην πόλι<BR> +μερδικό θα παίρνουν όλοι,<BR> +που τον ένα να μη βλέπης βουτηγμένον στον παρά,<BR> +και τον άλλον φουκαρά.<BR> +Ούτ' ο ένας νάχη αμπέλια και χωράφια για να ζήση,<BR> +και ο άλλος να μην έχη ούτε τάφο, σαν ψοφήση.<BR> +Ούτ' αμέτρητους τους δούλους νάχη πλέον ο μεγάλος,<BR> +κι' ούτ' ακόλουθον ο άλλος.<BR> +Τη ζωή κοινή θα κάνω,<BR> +και δεν θάχη διακρίσεις, ούτε κάτω, ούτ' απάνω.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Πώς; θάνε κοινός ο βίος;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Πρόφθασε να φας σκατά!</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μπα, κοινά θάνε κι' αυτά;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ δυσανασχετούσα·<BR> +Μας τον γάμησες τον λόγο! θα σου τώλεγα και τούτο.<BR> +Πρώτα πρώτ' απ' όλα τάλλα θα μοιράσουμε τον πλούτο·<BR> +κι' ό,τι ο καθένας έχει· θα χωρίσω και τη γη<BR> +ισα μερδικά να βγη.<BR> +Κι' όταν γίνουν όλα ίσα και δοθούν από κοινού<BR> +'ς εμάς, πώχουμε το νου,<BR> +θα φυλάμε με τα δόντια τον παρά μέσ' στα ταμεία,<BR> +και τον άνδρα της θα βγάζη στη βοσκή η κάθε μία.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα καλά, κι' όποιος δεν έχει φανερά λοιπόν χωράφι,<BR> +πώς θα ξέρουμε αν έχει φυλαγμένο το χρυσάφι;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +θα το φέρη να το δώση, ειδεμή θα ψευδορκήση.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μπα! κι' από της ψευδορκίες μη δεν το 'χει αποκτήση;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +[Βέβαια, δεν λέγω όχι·]<BR> +αλλά τι του χρησιμεύει το χρυσάφι του, κι' αν τώχη;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Τι του χρησιμεύει, λέει;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μα φτωχός δε θάν' κανένας,<BR> +κι' όλοι θάχουνε απ' όλα, άρτους και παστά και χλαίνας,<BR> +και κρασιά, μα και στεφάνια, και γλυκά, ως και ρεβίθια·<BR> +ώστε, αν δεν καταθέση, τι κερδίζει; κολοκύθια!<BR> +Όχι, πες μου, τι κερδίζει;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Κ' έτσι πάλι όποιος κλεφτεί πειό πολύ θα θησαυρίζη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Δίκηο έχεις, ναι· αλλ' όμως<BR> +τούτο εγινόταν πρώτα, πούταν ο παληός ο νόμος·<BR> +αλλά τώρα που για όλους η ζωή θάνε κοινή,<BR> +τι και αν δεν καταθέση;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Δεν μου λες: και αν φανή<BR> +μια μικρούλα, και θελήση<BR> +ένας να την γαργαλίση,<BR> +και να κοιμηθή μαζύ της για μια νύχτα λόγου χάρι,<BR> +από το κοινό ταμείο να της δώση δεν θα πάρη;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Χεμ! μα δωρεάν θα πέφτουν για να κοιμηθούν αντάμα,<BR> +και θα κάνω τη γυναίκα που κοινό θα ήνε πράμα,<BR> +κι' όποιος θέλει θα την παίρνη<BR> +τα παιδιά της να της σπέρνη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα κι' αυτό τι ωφελεί,<BR> +αν θελήση ο καθένας να ριχθή στην πειό καλή;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Η πειό άσχημη θα πάη<BR> +με την ώμορφη στο πλάι,<BR> +κι' όποιος νηά επιθυμήση,<BR> +από τη γρηά θ' αρχίζη πρώτα-πρώτα το γαμήσι.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Κι' ένας γέρος, σαν κ' εμένα, με γρηές πώς θα μπορέση,<BR> +όπου και προτού ακόμη της ζυγώση, θα του πέση;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Δεν θα κάνουν αντιστάσεις.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +γιατί πράμα;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μη φοβάσαι,<BR> +και καμμιάς δεν θα ξυνίση, βέβαιος για τούτο νάσαι.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +γιατί πράμα;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Νά, που είπες πως μπορεί να μη θελήση·<BR> +να, που και για σας ευρέθη του ζητήματος η λύσι.<BR> +Βλέπεις ότι η γυναίκες είχανε το νου ακόμη<BR> +νάχουν και γι' αυτό μια γνώμη,<BR> +και προτήτερα σκεφθήκαν, να μη μείνη, όπως είπα,<BR> +δίχως βούλωμα μια τρύπα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Έ, και των ανδρών η τρύπα τότε πειά τι θ' απογίνη,<BR> +που θα τρέχουνε κ' εκείνοι<BR> +με τους ώμορφους να μείνουν,<BR> +και τους άσχημους ν' αφίνουν; {4}</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Η πειό άσχημες θ' αρπάζουν τα πειό ώμορφα παιδιά,<BR> +όταν φεύγουν απ'τα δείπνα, να περνάνε τη βραδειά.<BR> +οι δε άσχημοι θα βάζουν στα δημόσια τα μέρη<BR> +της πειό ώμορφες στο χέρι,<BR> +και δεν θα μπορή γυναίκα μ' έναν ώμορφο να μείνη,<BR> +στους ζαβούς και στους ασχήμους όταν πρώτα δεν το δίνη,</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ώστε τότε και ο μύτος ο τρανός του Λυσικράτη<BR> +θα περνά με τους ωραίους και θα λέη πως είνε κάτι;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Δικαιώματα για όλους θάχη ο νόμος μας τα ίδια·<BR> +και οι έμποροι, κ' εκείνοι που φορούν τα δακτυλίδια,<BR> +θα ρεζιλευθούνε όλοι, όταν ένας με αρβύλα<BR> +θα τους 'πη: «είν' η σειρά μου, κάτσε έξω συ και φύλα;<BR> +κι'όταν τη δουλειά μου κάνω,<BR> +τότε συ θα πας απάνω».</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Βρε για στάσου· κ' έτσι όπως θάμαστ' όλοι άνω-κάτου,<BR> +πώς καθένας θα μπορέση να γνωρίζη τα παιδιά του;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Τι τα θέλει να τα ξέρη; όλ' οι νέοι πέρα-πέρα<BR> +κάθε μεγαλήτερό τους θα τον λένε και πατέρα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Κ' επειδή δεν θα γνωρίζουν τους πατέρας τους και πάλι,<BR> +κάθε γέρο θα τον πνίγουν με ευγένεια μεγάλη,<BR> +αφού γι' άλλο δεν φροντίζει κάθε γυιός 'ς αυτήν τη χώρα<BR> +παρά μόνο πως να πνίγη τον πατέρα του και τώρα.<BR> +Ή θαρρείς για τον πατέρα αν κανένας αμφιβάλλη,<BR> +πως θα παραλείψουν τάχα να τα χέσουνε και πάλι;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Αλλά δεν θα επιστρέψη όποιος τύχη να το ιδή.<BR> +Τότε εύκολα κτυπούσε τον πατέρα το παιδί,<BR> +και δεν έδιναν καθόλου προσοχήν οι πάρα-πέρα·<BR> +αλλά τώρα, σαν ακούσουν πως κτυπούν ένα πατέρα,<BR> +ο καθένας ότι δέρνουν τον δικόν του θα νομίση<BR> +και θα τρέξη να χωρίση,</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ {5}<BR> +**Οτ' είν' όλα κουταμάρες, δεν μπορεί να 'πη κανείς.<BR> +Κι' ο Επίκουρος αν έλθη [ο σοφός της ηδονής,]<BR> +ή αυτός ο Λευκολόφας [ο φαυλόβιος] κ' ειπούνε<BR> +ότι μ' έχουνε παππούλη, τι θα ειπούν όσοι τακούνε!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μ' αν είν' έτσι, είνε κι' άλλο πειό χειρότερο ακόμα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ποιό;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Να 'ρθη να σε φιλήση ο Αρίστιλλος στο στόμα,<BR> +και πατέρα να σε λέη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Συφορά του, κι' αν τολμήση.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Με του άγριου του δυόσμου την οσμή θα σε βρωμήση.<BR> +Μα εκείνος εγεννήθη πριν το ψήφισμα γενή,<BR> +ώστε δεν υπάρχει φόβος.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +θάταν συμφορά τρανή.*!!<BR> +Αλλά τότε στα χωράφια ποιος θα μείνη γεωργός;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +θάν' οι δούλοι· τι σε μέλει; συ θα κάθεσαι αργός,<BR> +και του ρωλογιού ο ίσκιος δέκα πόδες σαν μακραίνη,<BR> +θα τραβάς για το τραπέζι που γεμάτο θα προσμένη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και για ρουχισμό ποιόν τρόπο έχετε σκοπό να βρήτε;<BR> +Πρέπει να μας πης και τούτο·</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Τα παληά σας θα φορήτε,<BR> +και θα σας υφαίνουμ' άλλα.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Να μου πης ακόμη ένα:<BR> +αν οι άρχοντες του τόπου προστιμάρουνε κανένα<BR> +πού θα βρη για να πληρώση;<BR> +από το κοινό ταμείο θάταν άδικο να δώση.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μα θα παύσουνε κ' η δίκες.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ώ τι κόσμος θα χαθή!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Μα κι' αυτό τώχω σκεφθή.<BR> +Και γιατί να γίνουν δίκες, κακομοίρη;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Λόγου χάρι<BR> +πρώτα-πρώτα για τα χρέη, που θ' αρνήτ' όποιος τα πάρη.</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Βρε, και πού ο τοκογλύφος θαύρη χρήμα να δανείση,<BR> +που κοινά θα ήνε όλα, κ' η μερίδα θάνε ίση;<BR> +Μα κι'αν κλέψη θα τον πιάσουν.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα τη Δήμητρα! τα είπες,-—ούτε δάσκαλος που νάσουν!<BR> +Για εξήγει μου και τούτο: Κι' αν κανένας πάλι βρίση<BR> +από το πολύ μεθύσι,<BR> +ή κι' αν κάνη με το ξύλο ταλλουνού τη ράχι μαύρη,<BR> +για το πρόστιμο πού θαύρη;<BR> +Χέ! 'ς αυτό θα κοκκαλώσης!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Από την τροφή που τρώει· γιατί, όταν ελαττώσης<BR> +το φαΐ, και τιμωρήσης κατ' ευθείαν την κοιλιά,<BR> +παύουν η βρισές.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Κι' αν γίνη και καμμιά κλεψοδουλειά;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Ποιός θα κλέψη, [που καθένας το δικό του θ' αποκτήση];</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Ούτε και κανείς την νύκτα θα σε πιάση να σε γδύση;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Ποιός το λέει; ούτε όταν μέσ' στο σπίτι θα κοιμάσαι,<BR> +όπως εγινόταν πρώτα, ή στην πόρτα έξω θάσαι.<BR> +ο καθένας σας το βιος του μεσ' στην πολιτεία θάχη<BR> +κι' όποιος κλέψη, κι' όποιος γδύση, θα του βγαίνη από τη ράχι·<BR> +Τι χρειάζοντ' οι καυγάδες, η φωνές, τα νταβατούρια;<BR> +θα πηγαίνη στο ταμείο και θα παίρνη πειό καινούργια.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα οι άνθρωποι, για πες μου, δεν θα παίζουν πειά το ζάρι;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Για ποιο λόγο;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Πώς την ώρα θα σκοτώνουν λόγου χάρι;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Όλοι θα περνούν το ίδιο, κι' όλα θα τα κάνω ένα,<BR> +και η πόλις μας θα γίνη ένα σπίτι για καθένα,<BR> +που ελεύθερος να βγαίνη<BR> +και στον άλλον να πηγαίνη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Πού θα στρώνωνται τα δείπνα;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Και τα δικαστήρια σας<BR> +κ' η στοές σας κατοικίες θα γενούν της αφεντιάς σας.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Και των δικαστών το βήμα τι θα γίνη λες εσύ;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Θα γεμίζη από κρατήρες κι' από στάμνες με κρασί,<BR> +και θα βάλω παιδαρέλια, που θα ψάλλουν με χαρά<BR> +όλες της ανδραγαθίες καθενός παλληκαρά·<BR> +έτσι από την ντροπή του, αν φανή κανείς δειλός,<BR> +να μη έρχεται να τρώη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Είν' ο λόγος σου καλός.<BR> +Και ταγγεία τι θα γίνουν, [όπου ήσαν μια φορά<BR> +με των δικαστών τους κλήρους;] αι;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Θα μπουν στην αγορά<BR> +και κοντά στου Αρμοδίου τον μεγάλον ανδριάντα<BR> +θα τραβάμε κλήρους πάντα,<BR> +και καθένας θα μαθαίνη<BR> +σε ποιό γράμμα θα δειπνήση με χαρά του να πηγαίνη.<BR> +Οποιοι πέσουνε στο Βήτα,<BR> +στη στοά των βασιλέων θα δειπνούνε· και στο Θήτα<BR> +όσοι πέσουν, στο Θησείον και όσοι πέσουνε στο Κάππα,<BR> +στη στοά των Αλευράδων.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Για να χαύτουνε;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Σου τάπα,<BR> +μα τον Δία· για να τρώνε!</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Κι' ούτινος δεν πέση πάλι<BR> +ένα γράμμα για να φάη, θα τον διώχνουνε οι άλλοι;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Αυτό ποτέ δεν θα γένη σε τέτοια κοινωνία,<BR> +και 'ς όλους θα προσφέρωμε τα πάντα μ' αφθονία.<BR> +Κι' όποιος μεθάη στέφανο στην κεφαλή θα φέρη,<BR> +κι'απ' το τραπέζι θα τραβά μ' ένα δαδί στο χέρι·<BR> +η δε γυναίκες έτοιμες θα στέκουν στης διόδους,<BR> +και 'ς όποιους επιστρέφουνε θα πέφτουνε μ' εφόδους<BR> +και θα τους λεν': «Έλα μ' εμάς· έχουμε μια κοπέλλα<BR> +μικρούλα, πούνε τρέλλα».<BR> +«Κ' εδώ μια κάτασπρη θα βρης, πούνε θεά στα κάλλη»<BR> +από ταπάνω-πάτωμα θα του φωνάζ' η άλλη·<BR> +μα πριν μ' εκείνη κοιμηθής,<BR> +μ' εμένα πειό μπροστά θαρθής».<BR> +Μα πίσω απ' τους ώμορφους, που θάνε στην εντέλεια,<BR> +κι'από τα παιδαρέλια,<BR> +θ' ακολουθούν οι άσχημοι και τούτα θα τους λένε:<BR> +«Ε, ε! του λόγου σου! πού πας; σαν σε φωνάζουν μπαίνε,<BR> +μα δεν θα κάνης με καμμιά,<BR> +γιατ' εψηφίσθη στη δουλειά να προηγήτ' η ασχημιά.<BR> +Τώρα στην πόρτα κάθισε του λόγου σου και φύλα;<BR> +και πάρε δίφορης συκιάς και ξερομάσσα φύλλα!».<BR> +Για πες μου τώρα όλ' αυτά σ' αρέσουν;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μια χαρά!</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Καλά· τώρα λοιπόν κ' εγώ τραβώ στην αγορά,<BR> +και μια γερή ντελάλαινα καλόφωνη θα βρω,<BR> +να πάρ' όσον θα φέρουνε οι άλλοι θησαυρό.<BR> +γιατί εμέ εκλέξανε αρχόντισσαν οι άλλοι,<BR> +και πρέπει με ταχύτητα να γίνουνε μεγάλη·<BR> +να φτιάσω τα συσσίτια, και ναν' ημέρα πρώτη<BR> +η σημερνή, που να γένη το πρώτο φαγοπότι!</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Θα τρώμε από σήμερα;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Σου τώπα πως θα γίνη.<BR> +Τώρα να παύσω σκέπτομαι και την πουτανωσύνη.</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Γιατί;</p> + +<p>ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ<BR> +Σου το εξήγησα· να παίρνουμ' εμείς πλέον<BR> +ταφρόγαλα των νέων·<BR> +Κ' η δούλες πειά δεν θα μπορούν με ολολισμούς να πέφτουνε,<BR> +και από της ελεύθερες την ηδονή να κλέφτουνε,<BR> +αλλά οι δούλοι μοναχά θα πέφτουνε σιμά τους<BR> +μαζί με τα κουρέλια τους και το παληόπραμά τους!</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Μα τότε να σ' ακολουθώ κ' εγώ κοντά σου πρέπει,<BR> +καθένας που με βλέπει<BR> +να λέη στην Αθήνα:<BR> +«Τον άνδρα δεν θαυμάζετε που έχη Στρατηγίνα;! » {6}</p> + +<p>(Απέρχονται αμφότεροι)</p> + +<p><b>ΑΥΛΑΙΑ</b></p> + +<p>{4} Ενταύθα το κείμενον έχει διπλήν σημασίαν, οι δε σχολιασταί<BR> +διαφωνούσιν ως προς την ερμηνείαν, παραδεχόμενοι ότι ο Βλέπυρος εννοεί<BR> +το ανδρικόν μόριον δια της φράσεως «το δε των ανδρών τι ποιήσει», ενώ<BR> +κατά την αντίληψίν μου το άρθρον «το» αποδίδεται εις τον αμέσως<BR> +προηγούμενον στίχον "μηδεμιάς ή τρήμα κενόν», ήτοι «το (τρήμα) δη των<BR> +ανδρών τι ποιήσει». Τούτο άλλως είνε και το φυσικώτερον, διότι ανωτέρω<BR> +λαμβάνει μέριμναν περί όλων των ανδρών. Εκ τούτου εικάζεται ότι η<BR> +έκφρασις αυτή είνε διφορούμενη και επέχει θέσιν λογοπαιγνίου.</p> + +<p>{5} Παραλείπεται κατά την από σκηνής διδασκαλίαν μέχρι του μέρους όπου<BR> +υπάρχει ο έτερος αστερίσκος.</p> + +<p>{6} Επειδή εκ του μέρους τούτου ελλείπουν τα χορικά δύναται ν'<BR> +αναπληρωθή η έλλειψις διά του χορού κόρδονος εκτελουμένου υπό του<BR> +Βλεπύρου και της Πραξαγόρας, ως εγένετο επιτυχώς κατά την α'<BR> +παράστασιν.</p> + +<p> +</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ</h3> + +<p> +</p> + +<p>[Η Σκηνή παριστά πλατείαν των Αθηνών. Εισέρχεται ο Α' ΑΝΗΡ (όστις<BR> +χάριν του ειρμού της υποθέσεως δύναται κατά την παράστασιν να ήνε<BR> +αυτός ο ΧΡΕΜΗΣ) ακολουθούμενος υπό δύο μικρών θεραπόντων, φερόντων επ'<BR> +ώμου διάφορα σκεύη οικιακά, τα οποία αποθέτουσι κατά γης].</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +Α' ΑΝΗΡ και ΣΙΜΩΝ, ΠΑΡΜΕΝΩΝ (βωβά πρόσωπα).</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Πρέπει να κάμω στην αρχή μικρή ετοιμασία,<BR> +να ιδώ ποιά είν' τα σκεύη μου και η περιουσία,<BR> +που θα φερθούν στην αγορά.</p> + +<p>(Σύρων πρώτον κόσκινον αλεύρου)</p> + +<p>Τράβα λοιπόν, προχώρει,<BR> +ώ Κιναχύρα, ώμορφη και ζηλεμένη κόρη,<BR> +που μέσ' στο βιος μου ήσουνα εσύ προτιμημένη·<BR> +και που, για να κανηφορής καλοφτιασιδωμένη,<BR> +πολλά του αλευριού σακκιά για χάρι σου αράδειασα,<BR> +και στην κοιλιά σου τάδειασα.<BR> +Και τώρα πού να βρίσκεται η διφροφόρος· να τη—</p> + +<p>(φέρει εμπρός χύτραν)</p> + +<p>η χύτρα. . . έλα έξω συ. . . μουντζούρα είσαι γεμάτη,<BR> +μα το θεό, λες κ' έτυχε να βράση τη μπογιά του<BR> +ο Λυσικράτης μέσα σου, που βάφει τα μαλλιά του.<BR> +—Πέρνα κοντά της τώρα συ, και στάσου για στολίστρα. . .</p> + +<p>(αποθέτει πλησίον κάτοπτρον)</p> + +<p>—και φέρε και τη στάμνα συ η νεροκουβαλίστρα. . .</p> + +<p>(αποθέτει υδρίαν και λαμβάνει πετεινόν)</p> + +<p>—έλα και για κιθαρωδός η αφεντιά σου τώρα,<BR> +που πάντοτε μ' εξύπναγες στην πρωινή την ώρα<BR> +για να πηγαίνω στη Βουλή,<BR> +όπως ο νόμος το καλεί.<BR> +[Για ναν' τα Παναθήναια, όπως ο νόμος γράφει,]<BR> +ο σκαφοφόρος νάρθη εμπρός και να κρατή τη σκάφη. . .</p> + +<p>(ωθεί σκάφην)</p> + +<p>—άλλος κεριά να φέρη. . .</p> + +<p>(αποθέτει κηρία)</p> + +<p>—και τα κλωνάρια της εληάς, οπού φορούν οι γέροι. . .</p> + +<p>(εξάγει τρίποδα και λήκυθον)</p> + +<p>—βγάλε και συ τον τρίποδα. . . τη στάμνα με τα μύρα. . .<BR> +τσουκάλια. . . παρατσούκαλα. . . σωστή λαοπλημμύρα!..</p> + +<p>(Ωθεί και τα υπόλοιπα σκεύη διά του ποδός. Εισέρχεται ο Β' ΑΝΗΡ).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<BR> +Β' ΑΝΗΡ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ (μονολογών)<BR> +Εγώ να ρθώ στην αγορά; να δώσω εγώ το βιός μου;<BR> +μα πρέπει νάμαι άθλιος κι' ο πειό ζουρλός του κόσμου,<BR> +Στον Ποσειδώνα! όλ' αυτά προτού ταποφασίσω,<BR> +θα τα σκεφθώ προτήτερα και θα τα βασανίσω,<BR> +και της οικονομίες μου και τον δικό μου ιδρώτα<BR> +με λόγια δεν τα δίνω εγώ ανόητα, αν πρώτα<BR> +δεν θα πεισθώ τι εννοούν αυτές η μόδες όλες.<BR> +Και τούτος τι ζητεί εδώ μ' αυτές της κατσαρόλες;<BR> +—Ε, συ! μετακομίζεσαι, που τάβγαλες στη φόρα,<BR> +ή τάχα για ενέχυρο πας να τα βάλης τώρα;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Καθόλου.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κ' η παράταξις σαν τι σημαίνει πάλι;<BR> +μήπως για τον Ιέρωνα την έχεις το ντελάλη;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Μα το θεό, στην αγορά τα έφερα στον ώμο<BR> +για να τα δώσω, σύμφωνα με τον καινούργιο νόμο.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Για να τα δώσης;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Βέβαια..</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Δυστυχισμένε χάχα!</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Πώς;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Πώς; και δεν το έννοιωσες;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Μα τι; δεν πρέπει τάχα<BR> +στους νόμους να υποταχθώ;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Ποιους νόμους, δυστυχή;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Που έκαμαν παραδοχή.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Βρε, ποια παραδοχή;<BR> +Είσαι λοιπόν τόσο κουτός;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Κουτός;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Αυτό δεν φθάνει,<BR> +κι' απ' όλους πειό κουτότερος.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Μπα έτσι; όποιος κάνει<BR> +το νόμιμο είνε κουτός; Εγώ νομίζω όμως,<BR> +πως κάνει ο πειό φρόνιμος ό,τι προστάζει ο νόμος.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Ο πειό κουτός.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Δεν σκέπτεσαι και συ να καταθέσης;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Εγώ; θα επιφυλαχθώ, προτού τας διαθέσεις<BR> +ιδώ του πλήθους.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Οχι δα, τι άλλο λες να ξέρουνε,<BR> +παρ' ότι ετοιμάσθηκαν τα χρήματα να φέρουνε;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Αν δεν ιδούν τα μάτια μου δεν πείθομ' ό,τι νάνε.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Μα όλο τούτο σήμερα στους δρόμους κοπανάνε.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Ας λένε!</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Αλλά είπανε καθένας να μαζέψη<BR> +το είναι του.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Ας λένε? μπα!</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Κόσμο θα καταστρέψη<BR> +μ' αυτήν την δυσπιστία του!</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Αυτοί δεν θα πιστέψουν.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Μα να σε καταστρέψη ο Ζευς!</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Αυτοί θα καταστρέψουν<BR> +εσένα. Κι' άνθρωπος θαρρείς που έχει τα μυαλά του<BR> +θα φέρη και θα μοιρασθή με άλλους τα καλά του;<BR> +Αυτό δεν ήταν έθιμο καθόλου των πατέρων μας,<BR> +και μοναχά να παίρνουμε υπήρξε το συμφέρον μας.<BR> +Έτσι το κάνουν κι' οι θεοί· για ιδές ταγάλματά τους<BR> +στα χέρια· σαν ευχόμεθα να δώσουν ταγαθά τους,<BR> +στέκουν, κι' ανάποδα κρατούν τα χέρια τους αείποτε,<BR> +όχι να δώσουνε κι' αυτοί, αλλά ν' αρπάξουν τίποτε.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Ευλογημένε άνθρωπε! παραίτησε με τώρα<BR> +να προετοιμασθώ κ' εγώ· και μη μου τρως την ώρα,<BR> +να συμμαζέψω τούτα εδώ. . . Πού τώχω το λουρί;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Με τα σωστά σου θα τα πας;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Κι' αλλοιώτικα μπορεί;<BR> +αυτούς τους δυο τους τρίποδες θα βάλω και θα φύγω.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Τι κουταμάρα! μα γιατί δεν περιμένεις λίγο,<BR> +να ιδής το τι σκοπεύουνε να κάμουν' κ'οι άλλοι,<BR> +όπου και τότε πάλι. . ..</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Να κάμω τι;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Περίμενε κ' εξέτασε ακόμη.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +γιατί λοιπόν;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Μωρέ κουτέ, όλοι αυτοί οι νόμοι<BR> +της εισφοράς, πολλές φορές να μείνουν και στη μέση<BR> +μπορούνε, αν γενή σεισμός, ή κεραυνός αν πέση<BR> +που νάχη γούρι άσχημο, η γάττα να διαβαίνη.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ ωσεί καθ' εαυτόν<BR> +Καλή δουλειά θα πάθαινα, αν ήτανε πιασμένη<BR> +η αγορά, και δεν βρεθή μια θέσι να ταφήσω.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Τούτο να συλλογίζεσαι: πως θα τα πάρης πίσω·<BR> +κι' όσο για την κατάθεσι, μπορείς, αν αγαπάς,<BR> +και 'ς ένα μήνα να τα πας.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Και πώς;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Τούς ξέρουμε καλά· γρήγορα πέφτει ο ψήφος,<BR> +αλλά για την εκτέλεσι πηγαίνει πάντα τζίφος!</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Μα θα τα κουβαλήσουνε, βρε φίλε μου, κι' αυτοί.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Θα κουβαλήσουν γρήγορα· ο νόμος ταπαιτεί.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Θα τον εξαναγκάσουμε αυτόν που τα κρατεί.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κι' αν ήνε οι περισσότεροι που τα κρατούνε, τι;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Πάω να δώσω· [έβγαλαν διαταγή ρητή.]</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Και αν σου τα πουλήσουν, τι;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Σκάσε! [μου ζάλισες ταυτί].</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Πολύ καλά, κι' αν σκάσω τι;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Καλά θα κάμης.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Αλλά συ, κι' αν σκάσω, θα θελήσης<BR> +να δώσης.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Νά κ' οι γείτονες που κουβαλούν επίσης.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ (παρατηρών προς τ' αριστερά παρασκήνια)<BR> +Ο Αντισθένης βέβαια τραβά να καταθέση ·<BR> +θα ήταν ευκολώτερο πολύ γι' αυτόν, να χέση<BR> +τριάντα μέρες συνεχώς κι' ακόμη πειό πολλές.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Σκασμός, μ' αυτά που λες!</p> + +<p>Β’ ΑΝΗΡ<BR> +Και ο χοροδιδάσκαλος Καλλίμαχος θα φέρη<BR> +απ' τον Καλλία πλειότερα νομίζεις να προσφέρη;<BR> +Τι λες εκεί! ο άνθρωπος το βιος θα χάση τώρα!</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Κακά μιλείς!</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +γιατί κακά; Δεν είδες ως την ώρα<BR> +πως όλα τα ψηφίσματα τραβούν τον ίδιο δρόμο;<BR> +εξέχασες τι έγινε στου αλατιού το νόμο;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Α, βέβαια.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κ' εξέχασες και τάλλα τα ψηφίσματα,<BR> +που βγήκαν για τα χάλκινα και κάλπικα νομίσματα;</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Τι λες! μ' αυτό το νόμισμα κ' εγώ εχαντακώθηκα·<BR> +γιατί σταφύλια πούλησα και με χαλκό μπουκώθηκα,<BR> +κ' ετράβηξα στην αγορά αλεύρι ν' αγοράσω·<BR> +όταν, την ώρα που άνοιγα το σάκκο να το μπάσω,<BR> +λέει ο κήρυξ: «Το χαλκό να μη παραδεχθούμε,<BR> +κι' ασήμι μόνον του λοιπού θα μεταχειρισθούμε».</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κι' ο όρκος δεν σου αντηχεί 'ς ταυτί, που δώσαμ' όλοι,<BR> +τα πεντακόσια τάλαντα να μαζευθούν στην πόλι<BR> +από το τεσσαρακοστόν, κατά του Ευριπίδη<BR> +τη γνώμη; Και ποιος έπαυσε επαίνους να του δίδη;<BR> +Σαν εξετάσθη όμως<BR> +κ' ευρέθη κουροφέξαλα κι' αυτός ο νέος νόμος,<BR> +τότε τον Ευριπίδη<BR> +τον στρώσαν στο βρισίδι.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Τώρα τα ίδια πράματα με τότε δεν υπάρχουνε·<BR> +τότ' ήμαστε άρχοντες εμείς, τώρα γυναίκες άρχουνε.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Το κατ' εμέ, η μόνη μου γι' αυτές φροντίδα θάνε,<BR> +μα το θεό της θάλασσας, να μη με κατουράνε!</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Τι τσαμπουνάς δεν ξέρω·</p> + +<p>(προς τα παιδία)</p> + +<p>Δος μου το ξύλο εσύ, παιδί, τα πράματα να φέρω. . .</p> + +<p>[Λαμβάνει το ξύλον και ετοιμάζεται ν' αναρτήση εξ αυτού τα σκεύη<BR> +του. Εισέρχεται ο ΚΗΡΥΞ, όστις λαμβάνει θέσιν επί βάθρου τινός εις το<BR> +μέσον της σκηνής και κηρύττει μεγαλοφώνως:]</p> + +<p>ΚΗΡΥΞ<BR> +Πολίται! από σήμερα στη Στρατηγό τραβάτε,<BR> +για να σας 'πη ο κλήρος σας κ' η τύχη, που θα πάτε<BR> +να κάτσετε<BR> +θα βρήτε κάθε τράπεζα παντού ετοιμασμένη,<BR> +που είνε μ' όλα ταγαθά του κόσμου φορτωμένη,<BR> +και κάθε κλίνη με μαλλιά και τάπητες στρωμένη!<BR> +Η μυροπώλιδες, γραμμή, κρατήρες σας γεμίζουνε<BR> +από κρασιά· με στη φωτιά μπριζόλες τσιτσιρίζουνε,<BR> +και περασμένοι οι λαγοί μεσ' στα σουβλιά γυρίζουνε.<BR> +Πίττες καλοφουρνίζονται,<BR> +τα στέφανα στολίζονται,<BR> +στραγάλια καρβουρδίζονται!<BR> +Όλες η κόρες η πειό νηές ψήνουν αγάλια-αγάλια<BR> +τη φάβα στα τσουκάλια.<BR> +Και ένας πουτανιάρης<BR> +και πρώην καβαλλάρης<BR> +με τη στολή του ιππικού εκεί κοντά γυρίζει,<BR> +και διαρκώς των γυναικών τα πιάτα καθαρίζει.<BR> +Κι' ο Γέρων, μ' ένα φόρεμα κομψό και με κατσάρι,<BR> +μ' ένα παιδί χασκάρει,<BR> +κ' έχει παραρριμμένα<BR> +παπούτσια του και χλαίνα.<BR> +Και ο ψωμάς σας καρτερεί· την ώραν σας μη χάσετε<BR> +κ' ελάτε τα σαγόνια σας, πολίται, να γυμνάσετε!</p> + +<p>(Ο Κήρυξ κατέρχεται και απέρχεται δεξιόθεν)</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Σαν είνε έτσι το λοιπόν, εμένα τι με μέλει;<BR> +τραβώ κ' εγώ για το φαΐ, η πόλις σαν το θέλη.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Αι! και για που, παρακαλώ, αφού δεν έχεις δώση;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Για το φαΐ.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Δεν θα το φας, αν έχουν νου και γνώσι,<BR> +πριν καταθέσης βέβαια.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Πολύ καλά, τα δίνω.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Πότε λοιπόν;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Εμπόδιο μονάχος δεν θα γίνω.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Γιατί;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κι' άλλοι θ' αργήσουνε περισσότερο επίσης.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Συ όμως εν τω μεταξύ τραβάς να την γεμίσης.</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Θα πάθω τι, παρακαλώ;<BR> +Κάθε πολίτης με μυαλό<BR> +αρμόζει της πατρίδος του τους νόμους να κρατή.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ (ειρωνικώς)<BR> +Χεμ! και αν σ' εμποδίσουν, τι;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Θα πάω να χωθώ κ' εγώ με κεφαλή σκυφτή.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Και αν δούλεψη ξύλο, τι;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +θα της ενάξω στον κριτή.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Και αν σε κοροϊδέψουν, τι;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Στην πόρτα θα σταθώ μπροστά. . ..</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Και τι θα κάνης δηλαδή;</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Κι' όποιος τα φαγητά βαστά<BR> +θα τα βουτώ.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Ο υστερνός θα ήσ' όλου του κόσμου.</p> + +<p>(Προς τους ακολούθους του)</p> + +<p>Παρμένων! Σίμων! πάρετε στους ώμους σας το βιος μου.</p> + +<p>(Οι ακόλουθοι εκτελούσι)</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ<BR> +Στάσου και σε βοηθώ κ' εγώ.</p> + +<p>Α' ΑΝΗΡ<BR> +Συ;! κάνε τη δουλειά σου·<BR> +γιατί φοβάμαι μην ειπής πως είνε και δικά σου,<BR> +όταν στη στρατηγίνα μας αυτά θα καταθέσω.</p> + +<p>(Αναχωρεί αριστερόθεν ακολουθούμενος υπό των θεραπόντων, φερόντων τα<BR> +σκεύη)</p> + +<p>Β' ΑΝΗΡ (μόνος)<BR> +Μα το θεό, πρέπει να βρω λοιπόν κανένα μέσο,<BR> +που κι' όσα έχω χρήματα στο σπίτι να τα κρύψω,<BR> +χωρίς κι' απ' το κοινό φαΐ με τρόπο ν' απολείψω.<BR> +Να μια ιδέα πουν' ορθή. Τι κάθημαι κι' αργώ;<BR> +Εμπρός λοιπόν για το φαΐ να τηλωθώ κ' εγώ!</p> + +<p>(Φεύγει δεξιόθεν)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΜΕΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ</h4> + +<p> +<BR> +(Σειρά οικίσκων μονώροφων με θύραν και παράθυρον έκαστος. Αυλητής<BR> +ευρίσκεται εξηπλωμένος παρά το δεξιόν παρασκήνιον. Είνε νυξ.)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h4> + +<p> +<BR> +Α' ΓΡΑΥΣ (εις το προς δεξιά της σκηνής παράθυρον)<BR> +Ακόμη πώς δεν φάνηκαν οι άνδρες; είνε ώρα·<BR> +και περιμένω τώρα<BR> +αργή, αφού μπλαστρώθηκα φτιασίδι όσο μπόρεσα,<BR> +κίτρινη φούστα φόρεσα,<BR> +και με καμώματα τρελλά κρυφό τραγούδι τραγουδώ,<BR> +κ' είμ' έτοιμη στην αγκαλιά ν' αρπάξω όποιον άνδρα ιδώ.<BR> +Μούσαι! ελάτε! βάλτε μου στο στόμα ένα γλυκό<BR> +τραγούδ' Ιωνικό.</p> + +<p>(Άδει σιγά με κωμικά ακκίσματα.— Ταυτοχρόνως η ΝΕΑΝΙΣ εμφανίζεται εκ<BR> +του παραθύρου της έναντι οικίας και ακροάται)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h4> + +<p> +<BR> +Α' ΓΡΑΥΣ — ΝΕΑΝΙΣ</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Κάτι προτήτερ' από με ξεμύτισες, βρε σάπια!<BR> +εθάρρεψες κληματαριά πως θα τρυγήσης κάποια,<BR> +την ώρα που 'λειπα εγώ, κ' εβγήκες μουρμουρίζοντας,<BR> +ν' αρπάξης απ' την αγορά κανένανε γυρίζοντας;<BR> +Κ' εγώ, σαν κάνης τούτο συ, θα τραγουδήσω πάλι<BR> +απ' τη μεριά την άλλη.<BR> +Η μέθοδος και πρόστυχη κι' αστεία νάνε πρέπει,<BR> +μα φέρνει διασκέδασι 'ς εκείνον που τη βλέπει.</p> + +<p>(Διέρχεται είς γέρων. Η Α' ΓΡΑΥΣ κατ' αρχάς διατίθεται να του ομιλήση,<BR> +αλλά βλέπουσα τούτον γέροντα συγκρατείται. Ο γέρων παρέρχεται)</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μίλα μ' αυτόν το γέρο συ, και τράβ' από δω πέρα.<BR> +Και συ, ψυχή μου Αυλητή, να πάρης τη φλογέρα,<BR> +κ' έλα να παίξης μουσικής κομμάτια διαλεγμένα,<BR> +οπού να ήνε άξια για σένα και για μένα.</p> + +<p>(Ο Αυλητής υποκρούει διά του αυλού, η δε Γραυς απαγγέλλει καταλλήλως)</p> + +<p>Όποιος ποθεί<BR> +να γλυκαθή,<BR> +μ' εμέ ναρθή<BR> +να κοιμηθή.—<BR> +Η κάθε νηά δεν ξέρει<BR> +πώς να τα καταφέρη,<BR> +και ξέρει τα τερτίπια<BR> +μόνο η γρηά η τρύπια —<BR> +Ούτ' από μένα πειό καλά<BR> +ξέρει καμμία να κολλά<BR> +στο φίλο, που θα λαχταρά<BR> +και θα τον σφίξη μια φορά.<BR> +Η άλλες κάνουν και φτερά.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ (απαγγέλλουσα εκ του ετέρου παραθύρου δι' υποκρούσεως<BR> +του αυτού αυλού)<BR> +Παύσε, και μη ζηλεύης πειά<BR> +την κάθε νηά, [γρηά σουπιά!]<BR> +Γιατ' είν' εκείνη τρυφερή,<BR> +στα δυο της μήλα δροσερή<BR> +και στ' απαλό της το μερί.<BR> +Μας έβγαλες τη μούρη σου και συ πασαλειμμένη,<BR> +λες κι' [όχι αγαπητικός], μα Χάρος σε προσμένει.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ (προς την νεανίδα)<BR> +Η τρύπα σου ξερή να μείνη!<BR> +κι' αυτό το στρώμα και την κλίνη<BR> +κατά το νόμο θα τα χάσης,<BR> +αν πας με άνδρα να τη φτιάσης.<BR> +Φείδι στην κλίνη θ' απαντήσης,<BR> +κι' αν έχης όρεξι για τη δουλειά,<BR> +πιάσ' το και σφίξε το στην αγκαλιά<BR> +να το φιλήσης!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ (μετ' ειρωνικού παραπόνου.)<BR> +Αλλοίμονο! τι θα γενώ! βαρβάτος δεν ζυγώνει,<BR> +κ' είμ' εδώ μέσα μόνη.<BR> +Η μάννα μου επήγε αλλού και δεν με μέλει τώρα.<BR> +Κυρούλα! σε παρακαλώ φέρε τον _Καυλογόρα_,<BR> +κι' ό,τι για σένα επρόσταξαν του νόμου τα γραμμένα,<BR> +σ' ορκίζομαι πως θα γενούν καλήτερα μ' εμένα.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Για το γαμήσι το Ιωνικό<BR> +σε γαργαλάει, δόλιο θηλυκό·<BR> +και μάλιστα θαρρώ πως αγαπάς<BR> +και κατά τους Λεσβίους να το πας.<BR> +Αλλά ποτέ, ποτέ μην το πιστέψης,<BR> +πως τη δική μου ηδονή θα κλέψης<BR> +και δεν θα χάσω ό,τι μου γουστάρει,<BR> +ούτε την ώρα για δική σου χάρι.</p> + +<p>(Παύει η υπόκρουσις του αυλού)</p> + +<p>Τραγούδα {7} ό,τι σούρχεται και κύττα σαν την γάττα.<BR> +πρώτα θα πάνε στης γρηές, και ύστερα στα νηάτα.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Για να της θάψουν βέβαια.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Καινούργιο τούτο πάλι!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Καινούργια θέλει μια γρηά με τέτοιο πούχει χάλι;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Δεν είνε δα το γήρας μου που λύπη θα σου κάνη;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Τι άλλο; το φτιασίδι σου, ή μήπως το βοτάνι,<BR> +[που βγάζει κόκκινη μπογιά η ρίζα του που στίφτεις;]</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Τι μου μιλάς;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +γιατί και συ στο παραθύρι σκύφτεις;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Εγώ; μονάχη τραγουδώ<BR> +στον Επιγένη τον καλόν, που περιμένω νάρθη εδώ.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Ποιόν άλλο θάχης εραστή του λόγου σου και φίλο,<BR> +που να σου πρέπη, παρ' αυτόν το Γέρο τον ψωρίλο;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Πρόσμενε! την εξήγησι ο νηός μου θα σου κάνη,<BR> +που θάρθη γρήγορα 'ς εμέ,—<BR> +ώστε και παρατηρεί προς τα αριστερά παρασκήνια)<BR> +και νάτος!. . . νάτος!. . . φθάνει.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Δεν έρχετ' εδώ πέρα<BR> +για σε, γρηά χολέρα!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Τώρα θα ιδής, χτικιάρα, συ!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Τώρα θα σ' ταποδείξω<BR> +κ' εγώ, κ' εκείνος γρήγορα. Πηγαίνω να τανοίξω.</p> + +<p>(Εισέρχεται ταχέως)</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Τρέχω κ' εγώ· αυτός θαρθή μ' εμένα δίχως άλλο,<BR> +να μάθης πως το δίκηο μου είνε το πειό μεγάλο.</p> + +<p>(Εισέρχεται ταχέως)</p> + +<p>{7} Εις το χωρίον τούτο, σκοτεινόν και ασαφές, διαφωνούσιν οι<BR> +σχολιασταί, αποδίδοντες εις την Νεανίδα τους στίχους τούτους. Νομίζω<BR> +ότι ορθότερον προσαρμόζονται εις το στόμα της Γραίας, διότι άλλως δεν<BR> +εξηγείται η απάντησις της Γραίας «ούκουν εξ' εκφοράν γε» προς την<BR> +Νεάνιδα, ενώ ανήκει μάλλον εις ταύτην, όπως εμφαίνεται εκ της λογικής<BR> +του διαλόγου. Η δε λέξις «σαπρά» της Γραίας προς την Νεανίδα δύναται<BR> +να θεωρηθή ως εμπαθής άνταπόδοσίς του αυτού χαρακτηρισμού, όστις<BR> +αποδίδεται εις αυτήν εκ μέρους της Νεανίδος ανωτέρω.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h4> + +<p> +<BR> +ΝΕΑΝΙΑΣ και μετ' ολίγον Α' ΓΡΑΥΣ και ΝΕΑΝΙΣ</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (εισέρχεται αριστερόθεν κλονούμενος εκ της μέθης με<BR> +δάδα ανημμένην εις τας χείρας).<BR> +Αχ! είθε να μπορέσω<BR> +κοντά στη νηά να πέσω,<BR> +προτού μου 'ρθούν για πλάκωμα γρηές και κουτσομύτες.<BR> +Αυτό δεν υποφέρεται 'ς ελεύθερους πολίτες!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ (καθ' εαυτήν, εξερχόμενη εις το παράθυρον)<BR> +Μωρέ, κ' αν τζιτζικώσης<BR> +στο κλάψιμο,-—μα το θεό, εμένα θα πλακώσης.<BR> +Πάει εκείνος ο καιρός της Χαριξένης, [πάει,<BR> +που με τραγούδια ήξερε καθένας ν' αγαπάη.] -<BR> +Χεμ! τώρα βλέπεις όμως<BR> +δημοκρατία έχουμε και το προστάζει ο νόμος!<BR> +Ας έμβω να κρυφθώ εδώ,<BR> +και τι θα κάνη να το ιδώ.</p> + +<p>(Εισέρχεται)</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Δώστε, θεοί, την ώμορφη κοπέλλα ναύρω μόνο,<BR> +που τόσο ρούφηξα κρασί κ' από τον πόθο λειώνω.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ (Εξέρχεται εκ του παραθύρου· καθ' εαυτήν)<BR> +Έτσι λοιπόν! σ' εγέλασα, γρηά καταραμένη!<BR> +Ενόμισε πως έφυγα, και μέσα τώρα μένει.</p> + +<p>(Προς τον Νεανίαν)</p> + +<p>και γι' αυτόν εγώ μιλούσα!<BR> +Έλ', αγάπη μου, απάνω,<BR> +και στο πλάι μου κοιμήσου,<BR> +να γλυκάνω<BR> +την ψυχή σου.<BR> +Ο έρωτας με τυραννεί<BR> +για τα ωραία σου μαλλιά,<BR> +και έχω μια φωτιά τρανή<BR> +που μου φαγε την αγκαλιά.<BR> +Έρωτα! σε παρακαλώ,<BR> +κάμε μου τούτο το καλό<BR> +και φέρτ' τον γρήγορα ναρθή<BR> +στο πλάι μου να κοιμηθή!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (κάτωθεν)<BR> +Έλα κάτω!. . . έλα!. . . έλα!.<BR> +και στην πόρτα σου να βγης,<BR> +γιατί μούρχεται σαν τρέλλα<BR> +και θα πέσω κατά γης.<BR> +Θέλω, φίλη μου, απάνω<BR> +στη γλυκειά σου αγκαλιά<BR> +δυνατό καυγά να κάνω<BR> +με τα δύο σου τα κωλιά!<BR> +Ώ Αφροδίτη! αχ, γιατί,<BR> +γιατί μ' ετρέλλανες γι' αυτή;<BR> +Έρωτα, σε παρακαλώ,<BR> +κάμε μου τούτο το καλό,<BR> +και φέρ' την γρήγορα ναρθή<BR> +στο πλάι μου να κοιμηθή!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ<BR> +Αυτά που άκουσες να ειπώ, δεν εξηγούν τον πόθο,<BR> +που στην ψυχή μου νοιώθω.<BR> +Αγαπημένο μου πουλί!<BR> +άνοιξε, δος μου ένα φιλί,<BR> +πονώ για σε, πονώ πολύ!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Χρυσό μου εσύ! βλαστάρι<BR> +της Αφροδίτης! Μέλισσα της Μούσας! κάθε Χάρι<BR> +σ' έθρεψε μ' άφθονη τροφή!<BR> +για χάδια και φιλιά μορφή!<BR> +άνοιξε, δος μου ένα φιλί,<BR> +πονώ για σε, πονώ πολύ!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ (εξερχομένη της θύρας της)<BR> +Έ, ε!. . . της πόρτες τι χτυπάς;<BR> +εμένα τάχα αγαπάς;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ</p> + +<p>(φέρων την δάδα προς το πρόσωπον της Γραίας)</p> + +<p>Α μπα!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μα πώς; εκτύπησες για να μου 'ρθής απάνω.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Μπα! κάλλιο να πεθάνω!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Τι αγαπάς λοιπόν εσύ, κ' ήλθες 'ς αυτά τα μέρη<BR> +με το δαδί στο χέρι;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Κάποιον βαρβάτον θέλω.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Ποιόν;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Όχι και τον _Σεγάμη_,<BR> +που στέκεις και τον καρτερείς [ναρθή να σου την κάμη.]</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μα τη θεά! θες και δεν θες ['ς εμένα πες πως μπήκες!]</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (βραδέως και εντόνως)<BR> +Εξήντα χρόνων δίκες<BR> +ποτέ δεν δικασθήκανε,<BR> +κι' όλες αναβληθήκανε·<BR> +κ' εδικασθήκαν μόνο<BR> +εκείνες, που δεν κλείσανε τον εικοστόν το χρόνο.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Στην εξουσία πούχατε την πρώτη, γλυκανάλατε,<BR> +[αυτές της μόδες βγάλατε<BR> +κι' αυτές της κουταμάρες],<BR> +μα τώρα θα εισάγωνται μπροστά η εξηντάρες·</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Ναι, όποιος θέλει δηλαδή να πάη με την τύχη,<BR> +όπως στα ζάρια γίνεται, ας πάρη όποια τύχη.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μα με τα ζάρια, όπως λες, δεν τρως κι' όταν πεινάς.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Δεν ξέρω τι μου τσαμπουνάς.<BR> +Την πόρτ' αυτή κτυπώ εγώ· έτσι θαρρώ καλήτερα.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Όταν κτυπήσης δηλαδή την πόρτα μου προτήτερα.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Εγώ δεν θα κτυπήσω<BR> +κρησάρες να ζητήσω.</p> + +<p>(Στρέφεται να φύγη, αλλά συλλαμβάνεται υπό της Α' Γραίας)</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ (κολακευτικώς).<BR> +Το ξέρω συ πως μ' αγαπάς, και τώρα ίσως θ' απορής<BR> +πούρθες στην πόρτα να με βρης.<BR> +Έλα κοντά, και δώσε μου το στόμα το γλυκό σου.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Α μπα: φοβάμαι, μάτια μου τον αγαπητικό σου.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Ποιόν;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Α, τον ενδοξότερο απ' όλους τους ζωγράφους.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Ποιόν;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Που στολίζει τα σταμνιά που βάζουνε στους τάφους!<BR> +Κρύψου λοιπόν να μη σε ιδή στην πόρτα, πως κατέβης</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Έννοια σου, και κατάλαβα καλά το τι γυρεύεις.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Ώ, μα τον Δία, έννοιωσα κ' εγώ πολύ καλά<BR> +τι έχεις στα μυαλά.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα αυτόν)<BR> +Μα τη θεά, που έτυχε 'ς εμένα να σε ρίψη,<BR> +δεν θα σ' αφήσω.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Βρε γρηά! θαρρώ πως σούχει στρίψη!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Λέγε μου κι' άλλ' ακόμα,<BR> +μα θα σε πάω σέρνοντας μέσ' στο δικό μου στρώμα.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (ωσεί κατ' εαυτόν)<BR> +Κ' έπειτα αγοράζουνε<BR> +τσιμπίδες, από τον κουβά τα κρέατα να βγάζουνε·<BR> +δεν κατεβάζουν τη γρηά μεσ' στης [βαθειές] πηγάδες,<BR> +ν' αρπάζη με τα κρέατα μαζύ και τους κουβάδες;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Δυστυχισμένε! σώπα πειά και μη με κοροϊδεύης.<BR> +κ' έλα μ' εμέ ν' ανέβης!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Εγώ δεν σου χρωστώ,<BR> +αν φόρο δεν επλήρωσες πεντακοσιοστό<BR> +στην πόλι απ' τα χρόνια σου.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μα τη θεά! μακάρι,<BR> +να πέφτω να γλυκαίνωμαι με κάθε παλληκάρι.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Αλλά εγώ με της γρηές αισθάνομ' αηδία,<BR> +και δεν θα το δεχόμουνα ποτέ.</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Ώ! μα τον Δία,<BR> +με το στανιό τον κόπο<BR> +θα λάβης, παλληκάρι μου.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Και τάχα με ποιόν τρόπο;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Χεμ! είνε ψηφισμένα<BR> +τα πράματα, που πρέπει συ να 'ρθής μαζύ μ' εμένα.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Και ποιο είνε το ψήφισμα; Παρακαλώ, για πε το!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Στο λέγω κι' άκουσε το!</p> + +<p>(πανηγυρικώς)</p> + +<p>«Νόμο βγάλαν η γυναίκες, όταν νηός τη νηά ποθή,<BR> +δεν μπορεί να την πλακώση στη γρηά προτού χωθή·<BR> +κι' αν προτήτερα δεν θέλη της γρηές να της γαμή,<BR> +και της νηές επιθυμή,<BR> +τότε κ' η γρηές θα βγαίνουν, και θα τρέχουν κούτσα—κούτσα,<BR> +κι' ατιμωρητί θ' αρπάζουν καθε νηόν από την πούτσα!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Τότε Προκρούστης θα γενώ κ' εγώ, αλλοίμονό μου!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +θα πας με τη διάταξι και του δικού μας νόμου.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Κι' αν έλθη κάποιος φίλος μου, ή κάποιος συνδημότης<BR> +και με τραβήξη από σας;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μάθε λοιπόν εν πρώτοις,<BR> +ότι ο άνδρας σήμερα δεν θα μπορή να βγη,<BR> +[σαν της γυναίκες μέχρι χθες] και να συναλλαγή<BR> +μ' αξία μεγαλήτερη ενός κοιλού σιτάρι.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Κι' αν θέλη να παραιτηθή με όρκο, [λόγου χάρι,<BR> +όπως στης δίκες γίνεται, που έχουν αδικίες;]</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Α μπα! εδώ θα λείψουνε και η στρεψοδικίες.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ-<BR> +Θα 'πω πως είμαι έμπορος, [κι' αυτό θα είν' αιτία<BR> +ν' απαλλαχθώ και απ' αυτή τη φοβερή θητεία.]</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Θα το πληρώσης κλαίοντας.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Και τι λοιπόν θα κάνω;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Θα ρθής να πάμ' απάνω.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Μα τι! θα 'ρθώ με το στανιό;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Θα ρθής και με τον τρόπο<BR> +του Διομήδη [του ληστή, που άρπαζ' απ' τον τόπο<BR> +τους άνδρες, όσους εύρισκε, και τους εκλειούσε ώρες<BR> +να πέσουνε με το στανιό με της δικές του κόρες,<BR> +κι' αυτές, από τη λύσσα τους, βυζαίναν τον καθένανε<BR> +ως που τον επεθαίνανε!]</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Ε! τότε βάλε ρίγανι στο στρώμα που θα πέσης,<BR> +τέσσαρες κληματόβεργες σπασμένες να προσθέσης,<BR> +την κεφαλή σου δέσε,<BR> +πάρε και στάμνες νεκρικές και γύρω γύρω θέσε,<BR> +κι' όστρακο βάλε με νερό στην πόρτα σου [να μένη,<BR> +να νίβετ' όποιος έρχεται από την πεθαμένη!]</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Θα μ' αγοράσης, έννοια σου, εσύ και το στεφάνι.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Μα το θεό! το κέρινο στεφάνι αν σου φθάνη,<BR> +κι' αυτό θα ταποκτήσης·<BR> +γιατί θαρρώ πως μόλις μπης, θα πέσης να ψοφήσης!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΣ (εξερχομένη).<BR> +Ε! πού τον πας;</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Στο σπίτι μου· αυτός είνε για μένα.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Τάχεις, γρηά, χαμένα!<BR> +Τέτοιος που είν' αυτός ο νηός, δεν έχει χρόνια τόσα<BR> +να ρθή κοντά να κοιμηθή με σένα, γρηά γκιόσσα!<BR> +δεν θάσαι πειά γυναίκα του, θα σ' έχη για μητέρα.<BR> +Κ' έτσι αυτός ο νόμος σας αν πιάση πέρα-πέρα,<BR> +τότε γεμάτη όλ 'η γη<BR> +από Οιδίποδες θα βγη!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Βρε σίχαμα! όλες αυτές της κουταμάρες της πολλές<BR> +από τη ζήλεια σου της λες!<BR> +Μα έννοια σου! και από με θα τωύρης, κακομοίρα!</p> + +<p>(Απέρχεται)</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Στο Δία τον Σωτήρα,<BR> +κορίτσι μου γλυκύτατο, κάμε μ' αυτήν τη χάρι,<BR> +και γλύτωσέ με απ' αυτό το γέρικο κουφάρι,<BR> +κ' εγώ, για τούτο το καλό, θα σου προσφέρω πάλι<BR> +σε μια ολόκληρη βραδειά χάρι παχειά, μεγάλη!</p> + +<p>(Ενώ η Νεάνις ετοιμάζεται να σύρη τον Νεανίαν προς την θύραν της, εκ<BR> +της πλησίον θύρας ορμά η Β' Γραυς).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h4> + +<p> +<BR> +Β' ΓΡΑΥΣ—ΝΕΑΝΙΑΣ.</p> + +<p>Β'ΓΡΑΥΣ<BR> +Μωρή εσύ·! που τον τραβάς αυτόν από τον δρόμο,<BR> +και παραβαίνεις φανερά τον ψηφισμένο νόμο,<BR> +ενώ είνε γραμμένα<BR> +προτήτερα 'ς εμένα<BR> +να ρθεί και να πλακώση;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Ώ! κακομοίρης που 'μουνα! πούθ' έχεις ξετρυπώση<BR> +και μου πετάχτηκες;— κακό που να σου ρθή μεγάλο!<BR> +Ουφ! τούτη είνε βάσανο χειρότερο απ' τάλλο!</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)<BR> +Έλ' από δω!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (τη Νεάνιδι)<BR> +Παρακαλώ, μικρή μου, μη μ' αφίνης,<BR> +τον κακομοίρη, να συρθώ μέσα στα νύχια εκείνης.</p> + +<p>(Η νεάνις απέρχεται).</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Σε σέρνει ο νόμος, κι' όχι εγώ.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Τάχα γιατί δεν είπες<BR> +ότι με σέρνει μια βλογιά, πώχει πληγές και τρύπες;</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Άφησε, τρυφεράδι μου, τα λόγια κ' έλ' απάνω.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Στάσου λοιπόν προτήτερα τη χρεία μου να κάνω<BR> +να πάρω θάρρος· γιατ' αλλοιώς ο φόβος αν με κόψη<BR> +μεσ' στη δουλειά σου, θα με ιδής με κίτρινη την όψι.</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Θάρρος και τράβα! χέζεις, να, εδώ που θα σε μπάσω,</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Φοβάμαι μήπως πλειότερα απ' ό,τι θέλω φτιάσω.<BR> +Σου βάζω δύο εγγυητάς αξιοχρέους.</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Τι;<BR> +Ας λείψουνε.</p> + +<p>(Σύρει τον Νεανίαν. Ορμά εκ της ετέρας θύρας η Γ' Γραυς)</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +<BR> +Γ' ΓΡΑΥΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ</p> + +<p>Γ' ΓΡΑΥΣ (προς τον Νεανίαν)<BR> +Ε! ε! πού πας του λόγου σου μ' αυτή;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Εγώ δεν πάω· σέρνομαι· όποια κι'αν ήσαι, δος μου<BR> +βοήθεια, που ταγαθά όλα να ιδής του κόσμου,<BR> +και μη μ' αφίνης να χαθώ [με της γρηα-φακλάνες!]</p> + +<p>(Βλέπων την Γ' Γραίαν εκ του πλησίον και αποχωρών μετά φρίκης)</p> + +<p>Ώ Ηρακλή! Διόσκουροι! Κορύβαντες και Πάνες!<BR> +ου! τώρα μου φορτώθηκε κι' άλλο κακό μεγάλο,<BR> +χειρότερ' από τάλλο!<BR> +Παρακαλώ, τι είν' αυτό το πράγμα τώρα πάλι;<BR> +Μην τύχη κ' είνε πίθηκος κ' έχει φτιασίδι βάλη;<BR> +ή μήπως κι' αναστήθηκε<BR> +καμμιάς γρηάς βρυκόλακας [κι' απάνω μου εχύθηκε;]</p> + +<p>(Γ' ΓΡΑΥΣ σύρουσα τον Νεανίαν)</p> + +<p>Έλα μαζύ μου απ' εδώ και μη με κοροϊδεύης.</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)<BR> +Όχι!. . . εδώ!. . .</p> + +<p>Γ' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)<BR> +[Δεν θα το φας εκείνο που γυρεύεις·]<BR> +δεν τον αφίνω.</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)<BR> +Ούτ' εγώ [με σε να μείνη μόνος.]</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Βρε θα με κομματιάσετε, κακός ψυχρός σας χρόνος!</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Σ' εμέ ναρθής προστάζουνε του νόμου τα γραμμένα.</p> + +<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR> +Όχι κι' αν έβγη μια γρηά πειό άσχημη από σένα.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Βρε για σταθήτε: κι' αν εσείς με κάνετε κομμάτια,<BR> +πώς θα μπορέσω πειά να ιδώ μιαν ώμορφη στα μάτια;</p> + +<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR> +Κάμε καλά· μα πρώτ' αυτό θα κάνης δίχως άλλο.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Με ποιά προτήτερ' απ' της δυο τα μάτια μου θα βγάλω;</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Δεν ξέρεις; κόπιασ' από 'δω.</p> + +<p>(Τον σύρει)</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (δεικνύων την Γ')<BR> +Μα ας μ' αφήσ ' η άλλη.</p> + +<p>Γ’ ΓΡΑΥΣ (σύρουσα αυτόν)<BR> +Θα ΄ρθής μ' εμέ.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (δεικνύων την Β')<BR> +Κι' αυτή εδώ που δεν μ' αφίνει πάλι;</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Ώ, μα τον Δία! τον κρατώ και δεν σου τον αφίνω.</p> + +<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR> +Κ' εγώ δεν σου τον δίνω.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Τι βαρκαδόροι θάσαστε κ' οι δύο σας κακοί!</p> + +<p>Α' ΓΡΑΥΣ<BR> +Γιατί;</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +[Τράβ' από δω η μια, κ' η άλλη από κει,|<BR> +θα βγάζατε της πλάτες<BR> +από τους επιβάτες.</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Τράβα μπροστά και τσιμουδιά!</p> + +<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μ' εμέ θα βγάλη τη βραδειά!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Α, είνε φανερό<BR> +πως πάτε μ' ένα ψήφισμα, που βγήκ' έναν καιρό,<BR> +[κι' αν ήσαν ένοχοι πολλοί για έγκλημα μεγάλο,<BR> +έκαναν δίκες χωριστά ο ένας απ' τον άλλο].<BR> +Πρέπει λοιπόν ως τόσο<BR> +να χωρισθώ κ' εγώ στα δυο, της δυο σας να πλακώσω;<BR> +Πώς θα τραβήξω δυο κουπιά λοιπόν και για της δύο;</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Φάε μια χύτρ' από βορβούς και θα γενής θηρίο.</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Αλλοίμονό μου ο δύστυχος! τράβα και τράβα, να με<BR> +κοντά στην πόρτα μ' έφερε!</p> + +<p>Β' ΓΡΑΥΣ<BR> +Δεν μου γλυτώνεις· πάμε<BR> +να κυλισθώ με σένα!</p> + +<p>(Τον σύρει προς την θύραν της)</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ<BR> +Απ' το να σ' εύρουν δυο κακά, κάλλιο να σ' εύρη ένα!</p> + +<p>(Η Β' Γραυς αποσύρεται μαινόμενη εις τον οίκον της)</p> + +<p>Γ' ΓΡΑΥΣ<BR> +Μα την Εκάτη! τώρα πειά ['ς εμένα θα κολλήσης,]<BR> +θελήσης, δεν θελήσης!</p> + +<p>ΝΕΑΝΙΑΣ (εκ της θύρας της Γ')<BR> +Τι συφορά που μ' εύρηκε! Να πέφτω νύχτα-μέρα<BR> +κ' ένα ψοφήμι να γαμώ και μια σκουληκαντέρα!<BR> +Κι' όταν γλυτώσω μια φορά ως τόσο από κείνη,<BR> +θα μ' εύρη κι' άλλη Φρύνη<BR> +[να μου ριχτή με νάζα,]<BR> +που θάνε τα σαγόνια της από φτιασίδι βάζα!<BR> +Δεν είμαι άτυχος λοιπόν;—στον Δία τον Σωτήρα!<BR> +δεν είμαι άνδρας δυστυχής; κακήν δεν έχω μοίρα,<BR> +να ταξιδέψω σήμερα<BR> +με δυο θεριά ανήμερα;<BR> +Αν πάθω στο ταξίδι μου φουρτούνες και τρομάρες,<BR> +πλέοντας κάτω απ' αυτές, της καραπουτανάρες,<BR> +θάφτε μ' απ' όλους χωριστά<BR> +στην πόρτα που θα μπω μπροστά,<BR> +και πιάστε ζωντανή κι' αυτή<BR> +με πίσσ' αλείφτε τη καυτή,<BR> +κατόπι ν' αναλύσετε<BR> +μολύβι, και στα πόδια της τριγύρω να το χύσετε,<BR> +και στήστε τη μου ύστερα στον τάφο μου, τη λάμνα,<BR> +για νεκρική μου στάμνα!</p> + +<p>(Απορρίπτει τον στέφανον εκ της κεφαλής και εισέχεται, συρόμενος υπό<BR> +της Γ' εις τον οίκον της).</p> + +<p>(Εισέρχεται ΧΟΡΟΣ γυναικών και νεανίδων).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h4> + +<p> +<BR> +ΧΟΡΟΣ - ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ και έπειτα</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR> +Τι ευτυχής πούν' ο λαός! και εγώ η δούλα η καλή,<BR> +και η κυρά μου πειό πολύ!<BR> +Κι' όλες εσείς, που κάθε μια μπροστά στην πόρτα μένει,<BR> +κι' ο δήμος και οι γείτονες, κι' αυτοί ευτυχισμένοι.<BR> +Μα το θεό; είμαι κ' εγώ μια δούλα, κι' όμως πήρα<BR> +κ' έβαλα στο κεφάλι μου τα πειό ωραία μύρα.<BR> +Κι' απ' όλα τα μυρουδικά της Θάσου είνε χίλιες<BR> +φορές πειό εκλεκτότερα, που τάχουν στης μποτίλλιες<BR> +κ' η μυρουδιά μοσχοβολεί<BR> +πολύν καιρόν στην κεφαλή,<BR> +μα τάλλα όμως χάνουνε το μύρο τους ταχύτερα.<BR> +Θεοί μου! είνε πειό καλά, πολύ, πολύ καλήτερα.<BR> +—Κέρασε άδολο κρασί! και ευφροσύνη θάχης<BR> +τη νύχτα που θα ψάχης<BR> +για να διαλέξης ό,τι βρης οσμή γλυκειά να χύνη.<BR> +— Αλλά τι νάχη γίνη,<BR> +γυναίκες, ο αφέντης μου, που έχει την κυρά μου;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Ώ, θα τον εύρης εύκολα· περίμεν' αυτού χάμου.</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR> +Μάλιστα· να τος! τώβαλε κ' εκείνος για το γλέντι.</p> + +<p>(εισέρχεται ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ, όστις χάριν του κωμικού ειρμού δύναται να ήνε<BR> +αυτός ο ΒΛΕΠΥΡΟΣ]</p> + +<p>— Ώ τρισευτυχισμένε μου, μακάριε μου αφέντη!</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Εγώ;</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR> +Αμ βέβαια εσύ, όσο κανένας άλλος,<BR> +μα τους θεούς! ποιος ευτυχής θα ήταν πειό μεγάλος<BR> +από την ευγενεία σου, που σες ψυχές τριάντα<BR> +χιλιάδες και περσσότερες, δεν έφαγες στην μπάντα;</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Ευτυχισμένος άνθρωπος, [απ' το φαΐ στον ύπνο.]</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR> +Και τώρα για πού τώβαλες, αφέντη;</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Για το δείπνο.</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR> +Μα τη θεά, ο έσχατος απ' όλους πας ως τόσο.<BR> +Με πρόσταξ' η γυναίκα σου να 'ρθω να σε τσακώσω,<BR> +και με της κόρες τούτες 'δω να 'ρθης εκεί και συ.<BR> +Περσσεύει χιώτικο κρασί<BR> +και όλα ταγαθά της γης·<BR> +έλα λοιπόν και μην αργής.</p> + +<p>[προς το κοινόν]</p> + +<p>— Και ο καθένας θεατής,<BR> +που θάχη ευχαρίστησι, κι' ο κάθε μας κριτής,<BR> +αν ίσως δεν φρονή αλλοιώς, εκεί μ' εμάς ας πάνε,<BR> +κι' απ' όλα θα τους δώσουμε [να κάτσουν και να φάνε!]</p> + +<p>ΒΛΕΠΥΡΟΣ<BR> +Χεμ! τότε πες τα νακουσθούν απ'όλους· κ' ελευθέρως<BR> +κάλεσε όπου νηός βρεθή, μικρό παιδί και γέρος·<BR> +κανένα μην αφήσης·<BR> +και όποιον απαντήσης<BR> +τραβώντας για το σπίτι σου, πες του καλά ν' ακούση,<BR> +πως περιμένει έτοιμο για όλους το τσιμπούσι!</p> + +<p>ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ<BR> +Εγώ εκεί πηγαίνω<BR> +κρατώντας τούτο το δαδί, που βλέπεις, αναμμένο.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Τι χάνεις τόσες ώρες,<BR> +και δεν τραβάς εκεί και συ μαζύ μ' αυτές της κόρες;<BR> +Κ' ενόσω συ θα προχωρής [στο γλέντι το μεγάλο,]<BR> +τραγούδι για την όρεξι θ' ακούσης να σου ψάλλω.</p> + +<p>(Η Κορυφαία του Χορού κάμνει _Παράβασιν_ προς το κοινόν)</p> + +<p>Τώρα λίγο θα θελήσω<BR> +στους κριτάς μου να μιλήσω.<BR> +Οι σοφοί, απ' τη σοφία ας με κρίνουν στην εντέλεια,<BR> +κι' όσοι θέλουν να γελάνε, ας με κρίνουν απ' τα γέλια·<BR> +κ' έτσι όλοι θάχουν ίση<BR> +τη μερίδα τους στην κρίσι.<BR> +Και ο κλήρος πούχει πέση,<BR> +[και εις το δικό μου έργο έδωκε την πρώτη θέσι,<BR> +όταν με σειρά θα 'ρθουν<BR> +και τα άλλα να κριθούν,]<BR> +ας μην ήν' αιτία πάλι<BR> +να ξεχάσετ' όσα είπα απ' τη μια στιγμή στην άλλη,<BR> +μα, συμφώνως με τον όρκο, ο καθένας σας ας κρίνη<BR> +τους χορούς, και ό,τι είπα μεσ' στη μνήμη σας να μείνη,-<BR> +κι' όχι σαν κακές πουτάνες, όπου άλλο δεν θυμούνται,<BR> +παρά μοναχά εκείνους, όπου πέφτουν και κοιμούνται!<BR> +— Πάμε, φιλαινάδες, τώρα,<BR> +ας τραβάμε για το δείπνο να μη χάνουμε την ώρα.<BR> +Και τα δυο σου πόδια κίνει<BR> +με το κρητικό το βήμα.</p> + +<p>ΗΜΙΧΟΡΟΣ<BR> +Όπως είπες και θα γίνη.</p> + +<p> +ΧΟΡΟΣ<BR> +Και η λεπτοκαμωμένες με τα σκέλια σας κρατείτε<BR> +το ρυθμό, — κ' εκεί θα βρήτε<BR> +μπαρμπουνοσελαχορτικο-<BR> +μπριζολογαλεογλυκο-<BR> +μελιτοπασσαλειμμένο-<BR> +κοκκοροκοττοψημένο-<BR> +λαγοτσιχλοκατσουλιερο-<BR> +φαβοφασσοπεριστερο-<BR> +φασουλοκοτσυφοτρυγον-<BR> +επιτατραγανοπτερύγων!<BR> +Συ που ακούς αυτά τα λόγια, πάρε γρήγορα το πιάτο<BR> +κ' ένα ώμορφο ποτήρι,<BR> +για να φας στο πανηγύρι<BR> +όπου γίνετ' εκεί κάτω,—</p> + +<p>ΗΜΙΧΟΡΟΣ<BR> +που τα κρέατα, σαν λύκοι<BR> +πεινασμένοι, θα τραβάν'.</p> + +<p>ΧΟΡΟΣ<BR> +Σηκωθήτ' απάνω!. . . Νίκη!. . .<BR> +Στο φαΐ!. . . Ευοί!. . . ευάν!. . .</p> + +<p> +<BR><b> +ΤΕΛΟΣ</b></p> + +<p> +</p> + +<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξε ένας<BR> +σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά<BR> +στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία,<BR> +φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε<BR> +δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,<BR> +στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο.<BR> +Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο<BR> +Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο<BR> +Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα,<BR> +στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,<BR> +Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη,<BR> +Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,<BR> +Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου<BR> +τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην<BR> +Ελλάδα.<BR> +Αι εκκλησιάζουσαι γελοιοποιούν την περί γυναικείας ελευθερίας<BR> +ιδεολογίαν και ιδίως τας περί κοινογαμίας και κοινοκτημοσήνης τότε<BR> +αναφυείσας θεωρίας.</p> + +<p>ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ<BR> +ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.<BR> +ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506<BR> +ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10</p> + +<p> +</p> + +<p></p> + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Ecclesiazusae, by Aristophanes + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ECCLESIAZUSAE *** + +***** This file should be named 27429-h.htm or 27429-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/7/4/2/27429/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</BODY> +</HTML> + |
